1865.12.08
2.312 στίχοι · 18.162 λέξεις · 224 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 80
Τῆς 8 Δεκεμβρίου 1865 ἔτους.
(Τετάρτη.)
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως πρακτικά.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν ἐπιτροπῶν, ὅσαι εἰργάσθησαν παρακαλῶ τοὺς Εἰσηγητὰς νὰ καταθέσωσι τ’ ἀποτελέσματα εἰς τὰς τραπέζας.
§4ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ πρῶτος καταγγέλλω τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, διότι δὲν ἤθελε νὰ τελειώσωμεν τὸ ἔργον μας.
§5ΡΩΜΑΙΟΣ. Ποίους κατήγγειλεν ὁ κ. Σακελλαριάδης; Ἐγὼ ἀποτελῶ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀφομοιώσεως καὶ ἔχω ἰδικήν μου ἔκθεσιν· θέλετε νὰ τὴν ἀναγνώσω;
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττόν· ὅταν θὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας, τότε τὴν καταθέτετε καὶ ὑμεῖς.
§7ΡΩΜΑΙΟΣ. Τί ἀπήντησεν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀφομοιώσεως;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπεπεράτωσε τὸ ἔργον της ἀκόμη.
§9ΡΩΜΑΙΟΣ. Πότε θὰ τὸ ἀποπερατώσῃ;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον. — Παρακαλοῦνται τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐργασθῶσι καὶ φέρωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὴν ἔκθεσιν.
§11ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἤθελα παρακαλέσει, ἂν ἦναι δυνατὸν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως μᾶς δώσῃ πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι δύσκολον, διότι τὰ σώματα ὑποβάλλουσι κατὰ μῆνα τὰς μηνιαίας καταστάσεις των· πρὸς τούτοις δὲ ἤθελα παρακαλέσει, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ μᾶς δώσῃ καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν κατεχόντων τὰς θέσεις εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας. Ταῦτα δὲ δύναται νὰ τὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν οἱ θέλοντες ἐκ τῶν βουλευτῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλος ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 79,595 καὶ 43/100 δι’ ἔξοδα διαγεγραμμένης χρήσεως κατὰ τοὺς προσηρτημένους πίνακας. —Ὁ αὐτὸς ἐπίσης ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρχ. 1,436,660 καὶ 64/100 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένης χρήσεως. — Διάφοροι βουλευταὶ ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον περὶ δικαστικῆς διαιρέσεως· συνοδεύουσι δὲ τὴν πρότασίν των καὶ μὲ ἔκθεσιν.
§13Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς ἔμεινεν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἐζήτησε καιρὸν νὰ σκεφθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ἐσκέφθη.
§14ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐκφράζεται καθαρῶς· ὅ,τι δὲν ἀπαγορεύει, τοῦτο νομίζω ὅτι τὸ ἐπιτρέπει. Τὸ Σύνταγμα ὥρισε τὸ περὶ χάριτος καὶ ἀμνηστείας, καὶ τὸ μὲν τὸ ἔλυσε, τὸ δὲ τὸ περιώρισεν εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁσάκις θέλει ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους, ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους εἶναι ἁρμοδία νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι ἐγκρίνει. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει νὰ λύσῃ διαφόρως αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§15ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπερίμενα νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργείου καὶ ἔπειτα ν’ ἀναγνώσω μίαν πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Σακελλαριάδης καὶ Χρηστόπουλος ὑπέβαλον μίαν τροπολογίαν περὶ ἀμνηστείας. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§17ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν μέχρι τινός.)
§18ΠΟΛΛΟΙ. Ἀφοῦ θὰ τυπωθῇ, εἶναι περιττὸν ν’ ἀναγνωσθῇ· παρὰ μόνον ἡ τροπολογία νὰ ἀναγνωσθῇ.
§19ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν.)
§20ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Τί γίνεται ἡ σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰονίων, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ἡ ἐπιτροπή;
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἐκράτησεν ὁ κ. Βράϊλας καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐτυπώθη· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐστάλη καὶ ἑπομένως θέλει τυπωθῆ.
§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Προηγουμένως εἰς ἄλλην συνεδρίασιν εἶχον ζητήσει νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν παραχώρησιν τοῦ κτιρίου ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν τῶν διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἦλθον τὰ ἔγγραφα αὐτά· εἶναι σπουδαιότατα. Εἰς τὴν Κεφαλληνίαν ὑπάρχει ἓν κτίριον, τὸ ὁποῖον διὰ μιᾶς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως παραχωρεῖται εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἐγὼ ἀμφισβητῶ τοῦτο καὶ θέλω ἀποδείξει δι’ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Ἰονίου Γερουσίας, ὅτι αὐτὸ τὸ κτίριον ἔγινε δι’ ἐξόδων τῆς Ἰονίου Κυβερνήσεως.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι κατατεθῆ ἐντὸς ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν. — Ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου, οἱ Ἰακωβάτοι προτείνουσι τὰς ἑξῆς τροπολογίας. «Κληρονομίαι καὶ κληροδοσίαι ἀδιάθετοι ἢ ἐκ διαθήκης, ὑπερβαίνουσαι μὲν τὴν ἀξίαν τῶν 2,000 δραχμῶν, περιερχόμεναι δὲ εἰς συγγενεῖς ἐκ πλαγίου πέραν τοῦ τετάρτου βαθμοῦ, ὑπόκεινται εἰς τέλος χαρτοσήμου ἀξίας πρὸς 2 ἐπὶ τοῖς χιλίοις λογιζόμενον.»
§24ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ σκοπὸς τοῦ Νόμου εἶναι νὰ φορολογήσῃ τὰς περιουσίας, αἵτινες ἔρχονται εἰς χεῖρας ἄλλων πολιτῶν. Τοιαῦται εἶναι αἱ κληροδοσίαι καὶ κληρονομίαι μεταξὺ συγγενῶν ἐκ πλαγίου. Συμφωνῶ, πλὴν παρατηρῶ, ὅτι, ὅπως εἶναι αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ἀντιβαίνει εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ Νόμου, διότι ἐνδέχεται νὰ φορολογήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ κληρονομοῦντος καὶ ὄχι τοῦ κληρονομουμένου, καὶ εἶναι ἄτοπον αὐτὸς ὁ νόμος νὰ ἐπιβάλλῃ φόρον ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιουσίας τοῦ κληρονομοῦντος. Ὅταν δύω ἀδελφοὶ συζῶσιν, ἡ ἰδιοκτησία ἐνδέχεται νὰ ᾖναι περιουσία τοῦ κληρονομοῦντος καὶ ὄχι τοῦ κληρονομουμένου· ὥστε ὁ φόρος τελεῖται χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ μετάβασις τῆς περιουσίας. Ὅταν ἀδελφοὶ ἢ ἀνεψιοὶ συζῶσιν, ἡ κληρονομία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρῆται ὡς τοῦ ἀποβιώσαντος, ἐὰν ᾖναι τοῦ ἐπιβιοῦντος καὶ ὄχι τοῦ ἀποβιοῦντος. Ἑπομένως δὲν ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τοῦ Νόμου, ἐὰν φορολογῆται ἡ περιουσία, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸν ἐπιβιοῦντα, καὶ θέλετε ἰδῆ ὅτι εἶναι καὶ ἄδικος καὶ ἄτοπος ἡ διάταξις αὕτη. Σκεφθῆτε καὶ πράξατε ὅ,τι θέλετε, σύμφωνα μὲ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων.
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομ.). Ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ φορολογῶνται αἱ περιουσίαι ὅσαι μεταβαίνουν εἰς ἄλλας χεῖρας· ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ φορολογῶνται καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι φαίνονται μόνον ὅτι μεταβαίνουν, διότι, ὡς ἔλεγε χθὲς, ἐνδέχεται νὰ συμβῇ, ὥστε νὰ ὑπάρχωσι δύω ἀδελφοὶ, οἵτινες νὰ ἔχωσιν ἀδιανέμητον τὴν περιουσίαν, καὶ ὁ ἀδελφὸς, ὅστις ἀπέκτησε τὰ κτήματα, νὰ περιελάμβανεν ἀπὸ φιλοφροσύνην καὶ ἁβρότητα εἰς τὰ ἔγγραφα τῆς ἀγορᾶς καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἑτέρου ἀδελφοῦ, ἐνῷ πραγματικῶς οὗτος δὲν συνεισέφερε τίποτε. Ἐὰν συμβῇ νὰ ἀποθάνῃ ὁ ἀδελφὸς, ὅστις δὲν συνεισέφερε τίποτε, τότε ὁ ἐπιζῶν ἀδελφὸς δὲν κληρονομεῖ περιουσίαν ἀποθανόντος ἀδελφοῦ, ἀλλ’ ἀναλαμβάνει εἰς τὴν κυριότητά του κτήματα ἰδικά του. Ἐρωτῶ τὸν Κ. Ἰακωβάτον, ἐὰν θελήσῃ ὁ ἀδελφὸς οὗτος, ἐνόσῳ ζῇ ἀκόμη, νὰ πάρῃ τὸ ἥμισυ τῆς ἀποκτηθείσης περιουσίας, δὲν δύναται νὰ τὸ κάμῃ;
§26ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι, διότι δὲν δύναται νὰ κάμῃ ὅρκον.
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλῶς· ἀλλ’ αἱ τοιαῦται περιστάσεις εἶναι ὅλως διόλου σπάνιαι.
§28ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γίνεται ἐν εἴδει συνδιαλέξεως, μάλιστα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Ὑπάρχουσι δύω ἀδελφοὶ καὶ ὁ ἕνας ἔλαβε τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς περιουσίας του καὶ ἔμεινεν εἰς τὸν ξένον κόσμον πολὺν καιρὸν, καὶ μένει ὁ ἄλλος ἀδελφὸς εἰς τὸν οἶκον καὶ γηροκομεῖ τοὺς γονεῖς του καὶ ὅ,τι ἀποκτᾷ τὸ θέτει εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρός· ἔπειτα ἐπιστρέφει ὁ ἄσωτος υἱὸς καὶ θέλει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ πατρός· αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι συνηθέστατον εἰς ἡμᾶς.
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ παραιτηθῇ.
§30ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀλλὰ δὲν γίνεται. Καὶ ἔπειτα νὰ ἔρχεται ὁ Νόμος καὶ νὰ λέγῃ ἄλλα, αὐτὸ τὸ θεωρῶ ἐγὼ ὅτι εἶναι ἄτοπον.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου (Ἀναγινώσκεται ἐκ νέου). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, ὅπως ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν τροπολογίαν. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου αἱ § § 5 καὶ 6 τροπολογοῦνται οὕτω· «Ὁ εἰρημένος φόρος εἰσπράττεται ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τῇ ἁπλῇ δηλώσει καὶ ἀπογραφῇ τοῦ κληρονόμου ἢ κληροδόχου, ἀπαγορευομένης πάσης κατ’ οἶκον ἐρεύνης καὶ κατασχέσεως».
§32ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἔργον αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τότε δὲν θέλει ἔχει ὁ νόμος εἰμὴ τὸ ἐρευνητικὸν σύστημα εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν, εἰς ἃς νὰ εἰσέρχεται οἰκονομικὸς ἔφορος διὰ νὰ γνωρίσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε πῶς ἐνεργεῖται ὁ νόμος οὗτος εἰς τὴν Αὐστρίαν, καὶ ἐδῶ εἶναι ἔτι αὐστηρότερος. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ μυστικόν τις, πρέπει νὰ ᾖναι ὅλα ἐκτεθειμένα ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, πρέπει νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τῆς οἰκίας ὁ ἔφορος, νὰ ἐρωτήσῃ, νὰ μάθῃ, νὰ σύρῃ εἰς τὰ δικαστήρια τὴν οἰκογένειαν ἐκείνην, καὶ ἂν θέλετε, ὡς μέλος τῆς οἰκογενείας νὰ εἰσέρχεται καὶ ἐξέρχεται. Ἐκεῖνοι οἵτινες δὲν θέλουσι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, ἂς μάθωσιν ὅτι καμμία οἰκογένεια δὲν θὰ ἔχῃ οὔτε μυστικὸν, οὔτε ἡσυχίαν. Μάλιστα ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐνεργήσῃ ὁ εἰσαγγελεὺς, ὁ δὲ ἔφορος νὰ ἐρευνήσῃ πόσον ἀξίζει αὐτὸ καὶ πόσον ἐκεῖνο καὶ νὰ ζητήσῃ τὰ πάντα καὶ νὰ πασχίσῃ νὰ τ’ ἀνακαλύψῃ, διότι ἀπὸ ὅλα ἔχει κέρδος τὸ δημόσιον. Ἰδοὺ τὶ εἶπον ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ὅπως γίνεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Προσέξατε, διότι ἴσως δὲν δίδετε μεγάλην προσοχήν. Τοιουτοτρόπως παραβαίνονται καὶ αἱ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου, διότι ὁ πιστωτὴς πρέπει νὰ αἰτῇ, ὄχι ὁ ὀφειλέτης νὰ ἔρχηται εἰς τὸν δανειστήν· καὶ ἐν τούτοις ὑποχρεοῦνται εἰς πρόστιμον. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν νομοθέτης τις ἔφερε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ διὰ νὰ εὕρῃ πόρους ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ὑπὲρ τοῦ ταμείου, ὅταν εἶχε τοὺς τακτικοὺς πολέμους ἡ Ἀγγλία. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τὸ κοινοβούλιον ἀπεφάσισε τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ φόρου, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, εἰμὴ διότι ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ δημόσιον νὰ ἐρευνᾷ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν, καὶ τὸ κοινοβούλιον τὸν κατήργησε καὶ διέταξε μάλιστα νὰ καῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χειραγωγήσωσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ ἐπαναφέρῃ ἀκολούθως αὐτὸν τὸν νόμον in cataxt· καὶ τῷ ὄντι ἔκαυσαν τὰ δημόσια ἔγγραφα. Ὅτε πάλιν ἤρχισαν οἱ πόλεμοι, πάλιν ἀνενεώθη ἡ ἀνάγκη καὶ καθιερώθη πάλιν αὐτὸς ὁ φόρος. Ὑπάρχει ἀνάγκη ὅπου θέλετε νὰ ἐπιβάλητε αὐτὸν τὸν φόρον; Καὶ τὸ κοινοβούλιον τὸ Ἀγγλικὸν ἐψηφοφόρησε τὸν Νόμον αὐτὸν, ἀλλὰ κατ’ ἔτος ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου γίνεται ἡ πρότασις τῆς καταργήσεως, οὐχὶ διὰ τὸ βάρος τοῦτο, ἀλλὰ διότι τὸ δημόσιον εἰσέρχεται εἰς τὴν οἰκογένειαν, ἀλλὰ διότι προσβάλλεται ἀπολύτως ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Ὁ τοιοῦτος Νόμος θέλει χρησιμεύσει ὡς μέσον τυραννίας, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ὁ ἐπηρεαστικώτερος τῶν νόμων. Ὁ νόμος οὗτος καὶ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἤρχισε νὰ καταπολεμῆται· δὲν τὸν θέλουν ὡς φόρον νόμιμον, λογικὸν, ἀλλὰ μόνον ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ εὕρωσι πρόσοδον αὐτὰ τὰ ἔθνη καὶ νὰ διατηρῶσι στόλους καὶ στρατοὺς, τοὺς κάμνει νὰ τὸν ἔχωσιν. Οὐδεὶς τῶν δημοσιογράφων ὑπεστήριξεν ἐν ἀρχῇ τὸν φόρον τοῦτον, καὶ ἂν ἀναγνώσετε τὰ τελευταῖα συγγράμματα, θέλετε ἰδῆ, καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ πλέον ἐπηρεαστικώτερος ὅλων τῶν νόμων τοῦ κόσμου· μὴν ἀμφιβάλλετε. Προτιμήσατε, καὶ προτιμῶ καὶ ἐγὼ, νὰ προσφέρωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἓν χαράτσι, ἕνα κεφαλικὸν φόρον, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὸ δημόσιον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ μυστήρια τῆς οἰκογενείας. Διὰ νὰ περιορίσουν εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιφέρει ὁ νόμος οὗτος εἰς τὴν οἰκογένειαν, διότι ἀφαιρεῖ τὴν ἐλευθερίαν τῶν οἰκογενειῶν, τὶ ἔπραξαν; νὰ ἀρκῆται τὸ δημόσιον εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ οἰκογενειάρχου. Θ’ ἀπατήσῃ τις τὸ δημόσιον; μάλιστα, κλέπται καὶ ψεῦσται εἶναι πολλοί, ἀλλὰ προτιμότερον ὁ νόμος νὰ χάσῃ τὸ ἥμισυ παρὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ κρύφια τῆς οἰκογενείας. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸν νόμον, λόγῳ ὅτι ἀπαλλάττει τοῦ πολίτας ἕλληνας ἀπὸ ἓν μέσον, τὸ ὁποῖον τὴν σήμερον ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει τὸ μεταχειρισθῇ, ἀλλὰ αὔριον εἰς μίαν ἄλλην περίπτωσιν σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θέλει τὸ μεταχειρισθῆ ἢ ὡς μέσον τυραννικὸν ἢ ὡς μέσον ἐπαναστάσεως ἐμφυλίου πολέμου, ὅταν αὐτὰ συμφέρουσιν εἰς τοὺς σκοποὺς αὐτῆς τῆς πολιτικῆς ἢ τῆς ἄλλης. «Ὁ εἰρημένος φόρος εἰσπράττεται ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τῇ ἁπλῇ δηλώσει καὶ ἀπογραφῇ τοῦ κληρονόμου ἢ κληροδόχου, ἀπαγορευομένης πάσης τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης καὶ κατασχέσεως» διότι οὗτοι μόνον ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα· διότι εἶναι προτιμότερον νὰ χάσωμεν τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου παρὰ νὰ ἀφανίσωμεν τὴν ἠθικὴν, τὰ χρηστὰ ἤθη. Ἄλλως, ἂν δὲν δεχθῇ ἡ τροπολογία αὐτὴ, ἰδοὺ τὶ προβλέπω· θὰ ἀνοίξητε στάδιον εἰς μυρίας δίκας, θὰ ἐξοδεύουν οἱ πολῖται περισσότερα ἀπὸ τὸν φόρον αὐτὸν, τὸ δημόσιον θὰ περιπλέκεται εἰς ἀπείρους δίκας, καὶ ἐντοσούτῳ ὁ φόρος αὐτὸς θὰ κρέμαται ἀπὸ τὸ ἐξαγόμενον μιᾶς δίκης, καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω πόσας δίκας ἐκέρδησε τὸ δημόσιον. Ἐκτὸς τούτου κατὰ τὸ ά. ἐδάφιον τοῦ παρόντος ἄρθρου, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἡ περιγραφὴ τῶν ἀντικειμένων τῆς κληρονομίας ἢ τῆς κληροδοσίας, καὶ ἂν παραλειφθῇ ἐκ σφάλματος ἓν ἀντικείμενον, νέα δίκη· κατὰ δὲ τὴν φράσιν, «τὴν ἀξίαν ἑκάστου», φαίνεται ὅτι αὐτὸς ὁ πολίτης πρέπει νὰ κόψῃ τὸν λαιμόν του μόνος του.
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν ἰδικήν σας τροπολογίαν, δὲν θὰ κάμῃ ἐκτίμησιν;
§34ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι.
§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος θὰ ἐκτιμήσῃ τὸν φόρον;
§36ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐκληρονόμησα τόσον.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι θὰ κόψῃ τὸν λαιμὸν μόνος του· ὥστε εἰς τὴν δήλωσίν του ὀφείλει νὰ θέσῃ ὄχι μόνον ὅλην τὴν περιουσίαν του, ἀλλὰ καὶ νὰ κάμῃ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας της.
§38ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Νὰ θέσῃ ὅσον θέλει.
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκεῖ θὰ θέσῃ ὅσον θέλει.
§40ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὰ χρέη καὶ τὴν πρὸς τὸν ἀποβιώσαντα συγγενικὴν σχέσιν τοῦ δηλοῦντος. «Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος δύναται νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν ἐπὶ τρεῖς μῆνας·» ἐδῶ εἶναι τὸ αὐθαίρετον τοῦ ἐφόρου· «ἐὰν οἱ αἰτήσαντες τὴν παράτασιν ἐπιφέρωσι βασίμους πρὸς τοῦτο λόγους·» ἀδιάφορον ἂν τὰ κεφάλαια μένουσιν ἀργὰ, οἱ ἄνθρωποι μένουσιν ἀργοί! δίκαι ἐπὶ δικῶν! «Ἐὰν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος δὲν ἔχῃ ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς δηλώσεως·» εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν; Προτιμότερον εἶναι, κύριοι, νὰ χάσῃ τὸ δημόσιον τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου παρὰ νὰ βιασθῶσιν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη.
§41ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸς ὁ ἔλεγχος χρησιμεύει, διότι εἶναι πολλοὶ ταρτοῦφοι, οἱ ὁποῖοι ἐναποταμιεύουσι καταστάσεις μεγάλας ἐκ τῶν ἱδρώτων τῶν ἄλλων, καὶ κατόπιν ἀποθνήσκοντες τὰ διασκορποῦν· πρέπει τὸ δημόσιον νὰ γνωρίζῃ τοῦτο διὰ νὰ μὴ τοὺς ἐγείρῃ κατόπιν ἀνδριάντας.
§42ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Γράψατε τότε νόμον κατὰ ταρτούφων, ὄχι κατὰ πολιτῶν. Αὐτὸ μὲ ἐνθυμίζει ἄλλην διάταξιν τοῦ Ἰονίου νόμου, καθ’ ἣν ὅστις θέλει νὰ λάβῃ ἄδειαν ὁπλοφορίας πρέπει νὰ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι χρηστῶν ἠθῶν, μὲ ἀποδεικτικὰ τοῦ πλημμελειοδικείου, τῆς ἀστυνομίας καὶ τοῦ κακουργιοδικείου. Καὶ ἐγὼ εἶπα εἰς τὴν Θʹ. Βουλήν, ὄχι ὅλοι οἱ πολῖται θεωροῦνται χρηστοήθεις, καὶ ὅστις ἔχει ἀντίῤῥησιν ἂς φέρῃ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου, ὅτι ἔπραξεν ὁ δεῖνα τὸ δεῖνα ἔγκλημα τὸ ἀπαγορεῦον τὸ ὁπλοφορεῖν, καὶ ὄχι νὰ ὑποχρεόνουν τοὺς πολίτας νὰ ἀποδείξουν ὅτι εἶναι τίμιοι, ὅτι δὲν ἐφόνευσαν, ὅτι δὲν ἐλήστευσαν κλπ. Ὁ νόμος θεωρεῖ τοιουτοτρόπως ὅλους τοὺς πολίτας ψεύστας, ἀπατεῶνας καὶ κλέπτας. Ἂν θέλετε νὰ ἐπικυρώσητε τὸ πνεῦμα αὐτὸ τοῦ νόμου, ἄλλο πρᾶγμα. — «Ἐὰν ὅμως ἔχων ἀντιῤῥήσεις πείθεται ὅτι αὗται δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι σπουδαίαν τοῦ τέλους αὔξησιν, ὑποβάλλει αὐτὰς εἰς τὸ ἁρμόδιον πρωτοδικεῖον·» καὶ ἑπομένως ὅλαι αἱ κληρονομίαι τῶν 230,000 αἰγιοπελαγιτῶν πρέπει νὰ δικάζωνται εἰς τὸ πρωτοδικεῖον Σύρου. Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα· ἂν τὰ θέλετε, ψηφίσατέ το.
§43Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μίαν διασάφησιν νὰ δώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἐννοεῖ νὰ ἐπιβάλῃ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 φόρον εἰς τὴν περιουσίαν ἢ εἰς τὸ χαρτόσημον; π. χ. καταργῶν τὴν παράγραφον 11 τοῦ ἄρθρου 29, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ περὶ πληρωμῆς τοῦ φόρου διὰ τὰς κληρονομίας, δὲν ἐννοεῖ, ὥστε νὰ φορολογηθῇ τὸ χαρτόσημον ἀναλόγως τῆς κατατάξεως τὴν ὁποίαν κάμνει, ἢ ἀσχέτως ὡς πρὸς τὴν κατανάλωσιν τοῦ χαρτοσήμου πρέπει νὰ πληρώσῃ; διότι ἂν ἐννοῇ ἀσχέτως, τότε εἶναι ἄλλοι οἱ λόγοι· ἐὰν ἐννοῇ σχετικῶς, μοὶ φαίνεται ὅτι τὰ ἐδάφια ὅλα εἶναι περιττά.
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸν νόμον τοῦ χαρτοσήμου, ὅλαι αὗται αἱ κληρονομίαι ἐπλήρονον τέλος ἐπὶ τῆς ἀξίας των πρὸς 2½ τοῖς χιλίοις. Κατὰ τὸν συζητούμενον νόμον, τὸ τέλος τοῦτο γίνεται ἀνώτερον.
§45Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Θὰ καταναλίσκεται τὸ χαρτόσημον;
§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀδιάφορον.
§47Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Φέρετε νόμον χαρτοσήμου· ὑποθέσατε, ὅτι παρουσιάζεται μία κληρονομία 20,000 δραχμῶν· ἀπαιτεῖται χαρτόσημον 20 δραχ. Ἐννοεῖτε ὅτι θὰ καταναλίσκεται τὸ χαρτόσημον τῶν 20 δραχμῶν;
§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§49Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν γίνεται συμβόλαιον;
§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει ὁ νόμος, ὅτι γίνεται συμβόλαιον, ἀλλ’ ἀπογραφή.
§51ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπὸ ποῖον;
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐκείνου τοῦ νόμου. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος· «κληρονομίαι καὶ κληροδοσίαι ὑπερβαίνουσαι τὴν ἀξίαν τῶν 2000 δρ. κτλ.» Βλέπετε λοιπὸν ὅτι, κατὰ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, ὅστις κληρονομήσει περιουσίαν προερχομένην ἀπὸ συγγενῆ ἐκ πλαγίου ἢ ἀπὸ ξένον, ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀπογραφή, ὤφειλεν νὰ φέρῃ δήλωσιν ἐπὶ χαρτοσήμου ἀξίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ νόμος τοῦ χαρτοσήμου ἦτο συντεταγμένος ὅπως καὶ ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, δὲν περιεῖχε δηλ. καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς, ἔμεινεν ἐντελῶς ἀνεφάρμοστος, διότι, ὅταν ἐκληρονόμει οἱανδήποτε περιουσίαν, δὲν ἔκαμνε δήλωσιν καὶ ἐπειδὴ ὁ νόμος δὲν διαλαμβάνει τί ἔπρεπε νὰ γίνεται εἰς τοιαύτην περίστασιν, ἔμεινε γράμμα νεκρόν. Τοῦτο εἶναι ἀρκετὴ ἀπάντησις εἰς ὅσα εἶπεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος, καὶ ἕκαστος ἐννοεῖ, ὅτι ἐὰν ἀντὶ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης δύναται νὰ κατασταθῇ ὑποχρεωτικὸς ὁ φόρος διατηρήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, δὲν θὰ εἰσπράττωμεν τίποτε. Ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἔχομεν τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων ἐφαρμοζόμενον εἰς διάφορα εἴδη φορολογίας, ἅμα δὲν ὑπάρχει πρόστιμον ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε παραλείψει τὴν δήλωσιν, αἱ δηλώσεις μένουν ἄνευ ἀποτελέσματος. Κατὰ τὸ τελωνιακὸν σύστημα, τελωνίζομεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διασαφήσεων, τὰς ὁποίας δίδει ὁ ἔμπορος, ἀλλὰ μετὰ τὴν παρουσίασιν τῆς διασαφήσεως ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ τελώνης νὰ θεωρῇ τὰ ἐμπορεύματα καὶ νὰ τά συγκρίνῃ μὲ τὴν διασάφησιν, καὶ ἂν τὰ εὕρῃ περισσότερα, νὰ ἐπιβάλλῃ ποινήν. Ἐὰν λοιπὸν ἐξαλείψωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νόμου, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ καταργήσωμεν τὰ τελωνιακὰ τέλη. Τὸ αὐτὸ θέλει γίνει καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν ζώων· ἐὰν εἴπητε, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ὀφείλει νὰ στηριχθῇ εἰς μόνην τὴν δήλωσιν τοῦ κτηνοτρόφου χωρὶς νὰ κάμῃ καμμίαν ἐπιθεώρησιν, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ εἴπητε, καταργοῦμεν τὸν ποιμνιακὸν φόρον, διότι ἡ ἠθικὴ κατάστασις τῶν φορολογουμένων δὲν ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν ἀνεξετάστως εἰς τὴν δήλωσίν των· ὥστε, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, προτείνω νὰ καταργηθῇ ὅλως διόλου ὁ φόρος.
§53ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ζώων πρέπει νὰ γίνηται ἔρευνα· ἀλλὰ τὸ νὰ ἐκλαμβάνῃ τοὺς πολίτας διὰ ζῶα (θόρυβος), νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν, νὰ ἐρευνᾷ...
§54ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ τοὺς τιμίους δὲν γίνεται αὐτό.
§55ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα· θὰ εἴπῃ τοῦ Λεωτσάκου, φέρε τὸ ὑποκάμισον τοῦ ἀδελφοῦ σου τὸ ἡματωμένον διὰ νὰ τὸ ἐκτιμήσωμεν, διότι κληρονομία εἶναι καὶ αὐτό.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ, τοὺς διαλόγους.
§57Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου παρηκολούθει ἐν γένει τὴν ὑφὴν καὶ τὸ γράμμα τῆς παραγράφου 11 τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, τὸ ἐννοῶ· ἀλλ’ εἶναι ὅλως διόλου διαφορετικόν. Τὸ ἄρθρον 3 καταργεῖ τὴν παράγραφον 11 καὶ καθιεροῖ ὅλως διόλου νέον σύστημα εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ χαρτοσήμου· μὲ ἄλλας λέξεις, διὰ νὰ εἰσπράξωμεν τὸν ἐπιβαλλόμενον φόρον, τὸ χαρτόσημον πρέπει νὰ καταναλωθῇ, καὶ δὲν καταναλίσκεται εἰμὴ εἰς τὸν συμβολαιογράφον καὶ εἰς τοὺς ταμίας, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκει νὰ ὑπολογίζουν αὐτὸ καὶ νὰ τὸ προσαρτῶσιν εἰς τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ τέλος. Εὐθὺς λοιπὸν ὅπου ὁ νόμος λέγει «κληρονομίαι καὶ κληροδοσίαι ὑπερβαίνουσαι τὴν ἀξίαν τῶν 2000 δραχ. περιερχόμεναι δ’ εἰς συγγενεῖς ἐκ πλαγίου μέχρι τοῦ τρίτου βαθμοῦ, ὑπόκεινται εἰς τέλος χαρτοσήμου ἀξίας πρὸς 1% λογιζόμενον» ἕπεται, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ χαρτόσημον πρέπει νὰ καταναλωθῇ· ἄρα δὲν εἶναι φόρος περιουσίας αὐτοτελής, εἶναι εἷς φόρος ὅστις ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἀξίαν τῆς περιουσίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ χαρτοσήμου. Τώρα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τί συμβαίνει εἰς τὰς διαφόρους αὐτὰς περιουσίας, καὶ ἂν ἠμπορῇ εἰς ὅλα τὰ εἴδη τῶν κληρονομιῶν νὰ καταναλωθῇ χαρτόσημον, διὰ νὰ μὴ ὑπεκφύγωσί τινες τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Προέρχεται ἐκ διαθήκης; θὰ συνταχθῇ διαθήκη· καθόσον ἀφορᾷ τὰ κληροδοτήματα, ἐπειδὴ ὁ νόμος ἀπαλλάττει τὰς περιουσίας, καὶ μόνον εἰς τὰς ἐκ πλαγίου ἐπιβάλλεται φόρος, ὁ συμβολαιογράφος θὰ χωρίσῃ τὴν ἀξίαν τῶν κληροδοτημάτων καὶ θὰ εἰσπράξῃ φόρον ἀνάλογον. Θὰ προέλθῃ ἡ περιουσία ἀλλαχόθεν καὶ θὰ γίνῃ διανομή, θὰ συνταχθῇ ἀπογραφὴ ἀπὸ τὸν συμβολαιογράφον, καὶ εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ εἴδη τῆς φορολογίας θὰ λάβῃ μέρος ὁ συμβολαιογράφος, διότι αὐτὴ ἡ περιουσία δὲν ἔχει κἀνὲν κῦρος κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει «τὰ προικοσύμφωνα κλπ.» Βλέπετε λοιπὸν ὅτι κᾀμμία διανομὴ περιουσίας, κᾀμμία κληρονομία, ἂν δὲν συνομολογηθῇ ἐνώπιον συμβολαιογράφου, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος. Καὶ διὰ ποῖον λόγον; Πρῶτον, διὰ νὰ λείψουν αἱ παρατυπίαι καὶ ἀκυρότητες, αἱ ὁποῖαι ἐλάμβανον χώραν ἄλλοτε, διότι κατὰ τὴν πολιτικὴν δικονομίαν κατηργήθησαν αἱ μαρτυρικαὶ ἀποδείξεις καὶ ὅλα τὰ μέσα τῶν ἀποδείξεων, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε συνεχωροῦντο· καὶ δεύτερον, διὰ νὰ ἀποκλείσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀπὸ πᾶν ἄλλο μέσον συντάξεως πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου· διότι, ἂν δὲν ἤθελε καθιερώσει αὐτὴν τὴν ἀποκλειστικότητα, οἱ συμβαλλόμενοι δὲν θὰ προσήρχοντο εἰς τὸν συμβολαιογράφον καὶ δὲν θὰ ἐπλήρονον τὸν φόρον. Ἔχομεν λοιπὸν προηγούμενα τοιαῦτα, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος θέλουν συντάττεσθαι ἐπὶ συμβολαιογράφου. Καὶ τί ἄλλο θέλομεν σήμερον, παρὰ νὰ ἐμμείνωμεν ἐδῶ, ὥστε νὰ φορολογῆται ἡ περιουσία εἰς τὸν συμβολαιογράφον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ χαρτοσήμου; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν γίνεται τίποτε περισσότερον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἰμὴ ἀντὶ τοῦ φόρου δύω ἐπὶ τοῖς χιλίοις ἐπιβάλλεται φόρος δύω ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Δὲν πρέπει λοιπὸν αὐξάνοντες τὸν φόρον νὰ μεταβάλωμεν καὶ τὰς διατυπώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐγγυῶντο τὴν ἀκριβῆ εἴσπραξιν αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν μέχρι τῆς παραγράφου 3, ἥτις λέγει «τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου πληρόνεται ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ ἀποβιώσαντος μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν χρεῶν», ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι παράγραφοι ν’ ἀπαλειφθῶσι, καὶ ὁ συμβολαιογράφος θέλει ὑπολογίζει τὴν ἀξίαν τῆς περιουσίας, διὰ νὰ μεταχειρισθῇ τὸν ἁρμόδιον σφραγιστὸν χάρτην. Τί γίνεται τώρα, ἂν ὁ συμβολαιογράφος δὲν ἤθελε συμφωνήσει μὲ τὸν συμβαλλόμενον ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν; Ὑπάρχει ἄλλη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἥτις λέγει, ὅτι διορίζεται ἐκτιμητής· ὅταν ὅμως σήμερον θέσωμεν ὅλως διόλου ἐκ τοῦ μέσου αὐτὴν τὴν διάταξιν, καὶ φέρωμεν εἰς μίαν διαδικασίαν πολύπλοκον, εἰς μίαν ἄλλην δήλωσιν τῶν στρεμματικῶν φορολογιῶν αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς κληρονόμους, τότε, χάριν πλειοτέρων εἰσοδημάτων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους, θὰ καταστήσωμεν τὸν κόσμον δυστυχῆ, θὰ τὸν παραπέμψωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ αἰωνίως οἱ πολῖται δὲν θὰ ἠμποροῦν νὰ κάμνουν τίποτε, καὶ μάλιστα οἱ ἁπλοῖ καὶ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν ἂν ἡ περιουσία εἶναι ἀσφαλὴς καὶ ἂν θὰ τὴν λάβουν, καθόσον παρουσιάζονται συγκληρονόμοι ἄλλοι νὰ ἔχουν μὲ τὸν ταμίαν καὶ τὸν ἔφορον αἰωνίως περιπλοκὰς καὶ δικαστικοὺς ἀγῶνας διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Ἔπειτα, σᾶς παρακαλῶ, ὅταν δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἔφορον, ἀνεξαρτήτως ὅλων αὐτῶν τῶν περιπετειῶν τὰς ὁποίας ἐπιβάλλομεν εἰς τοὺς πολίτας, νὰ εἰσπράττῃ αὐτὸν τὸν φόρον, νὰ καταδιώκῃ αὐτοὺς εἰς τὰ δικαστήρια, νὰ διορίζῃ ἐκτιμητάς, δὲν μὲ λέγετε, τὸ χαρτόσημον ποῖος θὰ τὸ καταναλώσῃ; διότι ὁ σκοπὸς τοῦ φόρου δὲν εἶναι ἄλλος, παρὰ ἡ κατανάλωσις τοῦ χαρτοσήμου, ἐκτὸς ἂν ἐννοοῦμεν νὰ μὴ καταναλώσωμεν τὸ χαρτόσημον, ἀλλὰ νὰ εἰσπράξωμεν χρήματα. Καὶ ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὸν ἔλεγχον εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ χαρτοσήμου, ποῦ ἀλλοῦ θέλομεν τὸν ἔχει;
§58ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ διπλότυπα.
§59ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ᾖναι ἀκριβὲς αὐτὸ τὸ μέσον, οὔτε εἶναι καιρὸς ἤδη νὰ ἐξετάσω τὰ μέσα τοῦ ἐλέγχου, διὰ νὰ ἴδω ἐὰν ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἀσφαλὴς αὐτὸς ὁ ἔλεγχος· διὰ τοῦτο ἐμμένω εἰς τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου θὰ ὑπολογίζεται ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς περιουσίας. Ἑπομένως προτείνω νὰ μείνωμεν μέχρις τοῦ γʹ. παραγράφου, οἱ δὲ λοιποὶ ν’ ἀπαλειφθῶσιν. Ὅταν τὸ χαρτόσημον καταναλίσκεται ἀπὸ τὸν συμβολαιογράφον, ἐκεῖ θὰ εἰσπράττεται καὶ ὁ φόρος· καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ συμβολαιογράφος δὲν ἤθελε συμφωνήσει μὲ τοὺς συμβαλλομένους, θέλει διορίζει πραγματογνώμονας πρὸς ἐξακρίβωσιν.
§60ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θὰ λαμβάνῃ τὸ ἥμισυ ὁ συμβολαιογράφος;
§61ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἄλλο ζήτημα τοῦτο.
§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πολὺ καλὰ κύριοι, καὶ πειστικώτατα ὡμίλησεν ὁ Κ. Δημητριάδης, ἀλλ’ ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας ᾠκοδόμησεν εἶναι σαθρὰ, διότι ἐθεμελίωσεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, διατεινόμενος ὅτι κατ’ αὐτὸ δὲν δύναται νὰ μεταβῇ κληρονομία οἱαδήποτε ἀπὸ ἑνὸς προσώπου εἰς ἄλλο χωρὶς νὰ λάβουν χώραν ἔγγραφα, καὶ ἐπειδὴ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ πρέπει νὰ συντάσσωνται ἐπὶ συμβολαιογράφου, δυνάμεθα νὰ ἐξοδεύσωμεν τὸ χαρτόσημον παρὰ τῷ συμβολαιογράφῳ, προσδιορίζοντες τὸ ἀνώτερον τέλος χαρτοσήμου. Δυστυχῶς ὅμως τὸ ἄρθρον 42 δὲν εἶναι οὕτω γεγραμμένον, οὔτε διαλαμβάνει ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταβῇ περιουσία εἰς χεῖρας ἄλλου ἄνευ συμβολαιογραφικοῦ ἐγγράφου. Τὸ ἄρθρον 42 λέγει, ὅτι τὰ προικοσύμφωνα, τὰ ἔγγραφα δωρεᾶς μεταξὺ ζώντων καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ συμβόλαια, ὅσα ἀφορῶσι μεταβολήν τινα εἰς τὴν κατοχὴν πραγμάτων ἀκινήτων κτλ. εἶναι ἄκυρα ἐὰν δὲν συνταχθοῦν ἐνώπιον συμβολαιογράφου.
§63Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι δὲν μεταβιβάζεται περιουσία, μεταβιβάζεται, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἰσχύν.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἔχει· ἐν πρώτοις ἡ κινητὴ περιουσία δὲν μεταβιβάζεται διὰ συμβολαίου, δύναται νὰ μεταβιβασθῇ καὶ ἄνευ συμβολαίου· δεύτερον, ὅταν ἕνας παράγῃ τὸ δικαίωμά του ἐκ κληρονομίας, καὶ λέγῃ ὅτι ὁρίζω αὐτὴν τὴν ἄμπελον, διότι τὴν ἐκληρονόμησα ἀπὸ τὸν ἀδελφόν μου ἢ ἀπὸ τὸν θεῖόν μου, δὲν τὸν ὑποχρεόνει τὸ δικαστήριον νὰ παρουσιάσῃ συμβόλαιον· ἀρκεῖ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι κληρονόμος τοῦ ἀδελφοῦ του ἢ τοῦ θείου του καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἄλλον τίτλον εἶναι κύριος τῆς κληρονομίας. Διὰ νὰ ᾖναι ὀρθὰ ὅσα λέγει ὁ Κ. Δημητριάδης, ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἀποδεδειγμένον ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ κληρονομήσῃ τὸν συγγενῆ του ἄνευ ἐγγράφου· ἀλλ’ ὅταν ἀποθνήσκῃ τις ἄνευ διαθήκης, ἡ περιουσία μεταβαίνει αὐτοδικαίως εἰς τοὺς κληρονόμους του, οἵτινες δὲν ὀφείλουν νὰ παρουσιάσουν ἄλλο εἰμὴ τὸν τίτλον τοῦ συγγενοῦς· ὥστε τὸ ἄρθρον 42 οὐδόλως προβλέπει τὴν περίστασιν τῆς κληρονομίας, καὶ ἑπομένως ἐὰν θέλετε νὰ ἐπιβάλετε φόρον, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει.
§65ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὅταν τις κληρονομήσῃ κινητὴν περιουσίαν, χρήματα, θὰ τὰ ἐμπορευθῇ, θὰ τὰ δανείσῃ καὶ θὰ πληρόνῃ αἰωνίως, ὥστε δὲν ζημιοῦται ὁ νόμος.
§66ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δύω λέξεις, Κ. Πρόεδρε. Ὁμολογουμένως ὁ νόμος ὁ παλαιὸς δὲν ἐφηρμόσθη εἰς τὸ μέρος αὐτὸ μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καὶ ὁ προτεινόμενος σήμερον εἶναι λίαν σκληρός. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὰς μέχρι τοῦδε ζημίας καὶ τὴν σκληρότητα τοῦ νέου νόμου διὰ μιᾶς νέας διατάξεως, τουτέστι νὰ διακριθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ 10 τάξεις. Νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερα. Δὲν θὰ ᾖναι περισσότερον βεβαίως τῶν χιλίων δραχμῶν τὸ δικαίωμα τοῦ χαρτοσήμου εἰς μίαν σπουδαίαν περιουσίαν. Ὅταν λοιπὸν διὰ τὴν πρώτην κατηγορίαν τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ δικαίωμα χιλίων δραχμῶν, διὰ τὴν δευτέραν 900 καὶ καθεξῆς μέχρι τῶν 100, καὶ τὴν κατάταξιν ταύτην τὴν ὁρίσῃ διὰ πρωτοκόλλου ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον συμβολαιογράφον, εἰρηνοδίκην, δήμαρχον, πάρεδρον καὶ ἓν μέλος ἀνώτερον κατὰ τὴν ἡλικίαν ἐκ στενοτέρων συγγενῶν τοῦ ἀποβιώσαντος, τότε καὶ τὸ δημόσιον ὠφελεῖται ἐκ τοῦ χαρτοσήμου ὅπως καὶ εἰς τὰς ἄλλας περιστάσεις καὶ ἀποφεύγομεν οὕτω τὴν οἰκιακὴν ἐνόχλησιν, ἣν ἀξιόλογα ἐξέθεσεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος· ἀποφεύγομεν δὲ συγχρόνως καὶ τὴν ἐκδίκασιν αὐτὴν τὴν πολὺ ἐνοχλητικὴν καὶ πολυέξοδον.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν τροπολογίαν σας. Ὁ Κ. Δημητριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§68Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, διαφωνῶ πρὸς τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου Κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ λέγω ὅτι ἔγγραφα περὶ περιουσίας περιερχομένης εἰς ἐκ πλαγίου συγγενεῖς, ἐὰν μάλιστα ᾖναι πολλοί, δὲν δύναται εἰμὴ νὰ συνταχθῶσιν ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου, διότι πρέπει νὰ γίνῃ διανομή. Ἡμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ, καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τὴν κινητὴν περιουσίαν, ἔλλειψις εἰς τὸ ἄρθρον 42, ἀλλὰ τοῦτο διορθοῦται. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἠμπορεῖ ἀξιόλογα νὰ φέρῃ κατόπιν μίαν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 42. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐναντίοι τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ ἤμεθα καταθλιπτικοί. Σήμερον ὅμως, ἀφοῦ ἡ βάσις αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου εἶναι τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, δὲν ἐννοῶ πῶς δύναται ὁ ἔφορος νὰ εἰσπράξῃ φόρον, ὅταν τὸ χαρτόσημον δὲν καταναλίσκεται. Θὰ μοὶ εἴπητε, ἠμπορεῖ π. χ. νὰ ᾖναι ἐξησφαλισμένον τὸ δημόσιον εἰς τὸ νὰ εἰσπράξῃ φόρον ἀπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς κληρονομίας, ἐὰν οἱ κληρονόμοι δὲν ἤθελον παρουσιασθῆ ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου; Ἐρωτῶ κ’ ἐγώ, δύνασθε νὰ ὑποχρεώσητε ἐμὲ τὸν κληρονόμον μετὰ τοῦ ἄλλου συγκληρονόμου νὰ πληρώσωμεν φόρον ἐνόσῳ ἀκόμη ἡ κληρονομία εἶναι ἀκαθάριστος; Ἔπειτα ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς ἀδελφοὶ καὶ εἶναι ἀκόμη καὶ μία ἀδελφή, ἡ ὁποία εἶναι προικοδοτημένη καὶ ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταβάλῃ τὴν προῖκά της καὶ νὰ κληρονομήσῃ ἐξίσου μὲ τοὺς ἀδελφούς της. Ἐνόσῳ αὐτοὶ δὲν θέλουν νὰ μοιράσουν αὐτὴν τὴν περιουσίαν, ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι δύνανται νὰ ᾖναι ἀφιλονεικήτως κύριοι, τῆς ἀδελφῆς των ἐναντιουμένης; Ὄχι· ἄρα θὰ ἐπέλθῃ ἑκουσία ἢ δικαστικὴ διανομή, καὶ ἐπὶ τέλους ἡ ἐνώπιον συμβολαιογράφου βεβαίωσις. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους πρέπει νὰ σταθῶμεν μέχρι τῆς § 3, καὶ ἂν ἔχῃ ἔλλειψιν τὸ ἄρθρον 42, ὁ Κ. ὑπουργὸς ἂς σπεύσῃ νὰ εἰσαγάγῃ πρότασιν περὶ τροπολογίας αὐτοῦ.
§69Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ Κ. βουλευτὴς συνέχυσε τὰ περιστατικά. Ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου εἶναι νόμος φορολογικὸς ἔμμεσος. Τὸ ἄρθρον 42 τῳόντι ἐπιβάλλει ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου εἰς ὅλας τὰς μεταβιβάσεις ἀκινήτου περιουσίας. Ἴσα ἴσα αὐτὸ εἶναι τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διορθώσῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ὥστε μία τάξις ἀνθρώπων, ἡ ὁποία κληρονομεῖ ἐξ ἀδιαθέτου, νὰ μὴ πληρόνῃ ἕνεκα τῆς ἀτελείας τοῦ νόμου. Ἐρωτῶ τὸν Κ. βουλευτὴν, θεωρεῖ δικαίαν τὴν ἀρχὴν τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου; Βεβαιότατα, ὑποθέτω, δὲν εἶναι ἐναντίος. Λοιπὸν θεωρεῖ αὐτὴν ὡς καλὴν, ὡς δικαίαν, ὡς παραδεκτήν· τότε πρέπει νὰ ᾖναι συνεπὴς καὶ νὰ παραδεχθῇ ὅτι πρέπει νὰ βαρύνῃ ὅλους ἐξίσου. Νομίζω, ὅτι συνέβη μία παρεννόησις εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου Δημητριάδου. Παραδέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ φόρου; ἀφοῦ τὴν παραδέχεται, πῶς θέλει μία τάξις, ἡ ὁποία συμμορφόνεται μὲ τοὺς καθεστῶτας νόμους, νὰ πληρόνῃ, καὶ μία ἄλλη νὰ μὴ πληρόνῃ; Εἶπεν, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ διεκδικηθῇ ἡ κληρονομία, ἀλλ’ ἂς ἐνθυμηθῇ ὅτι τότε τὸ χαρτόσημον θὰ ἐπιβαρύνῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ κερδήσῃ τὴν περιουσίαν.
§70ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ὁ νόμος θέλει, κατ’ ἐμὲ, ἀποδείξει ἀτελείας τινὰς, καὶ διὰ νὰ καταστήσω καταληπτὰς τὰς ἰδέας μου, σᾶς ὑποβάλλω τὰ ἐφεξῆς. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει κληρονομίαν. Μία κληρονομία ἠμπορεῖ νὰ περιέλθῃ κατὰ δύω τρόπους, ἢ ἐκ κληρονομίας ἢ ἐξ ἀδιαθέτου. Ὅταν ὑπάρχῃ διαθήκη τότε ἐνδέχεται κανὲν ἄλλο ἔγγραφον νὰ μὴ ἔγινε παρὰ ἡ διαθήκη. Διὰ τῆς διαθήκης, Κύριοι, εἰς ἐμὲ ἀφίνει τις κληρονομίαν· ἀπεβίωσε, δὲν ἔχω παρὰ δυνάμει τῆς διαθήκης νὰ παραλάβω τὴν περιουσίαν τοῦ ἀποβιώσαντος· οὔτε ἐγγράφου ἀνάγκην ἔχω ἀπαραιτήτου, οὔτε διανομῆς, διότι ἐνδέχεται νὰ ἦμαι ἐγὼ ὁ μόνος κληρονόμος· ὁ τίτλος μου λοιπὸν εἶναι ἡ διαθήκη, ἡ πρᾶξίς μου εἶναι ἡ κατάληψις. Τί συμβαίνει εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, κύριοι; ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου λέγει, ὅτι αἱ διαθῆκαι γράφονται εἰς 3 δραχ. χαρτόσημον τάξεως ἀσχέτως τῆς ἀξίας τῆς περιουσίας· λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν μεγάλαι περιουσίαι μεταβιβάζονται χωρὶς νὰ φορολογηθῶσι. Κατόπιν ἔρχεται ἡ κληρονομία ἐξ ἀδιαθέτου· τοιαύτη ἠμπορεῖ νὰ περιέρχεται εἰς πολλοὺς καὶ κατὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Δημητριάδου εἶναι ἀνάγκη διανομῆς, καὶ ἡ διανομὴ δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ ἐνώπιον συμβολαιογράφου ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, καὶ εἰς τὴν διανομὴν πληρόνεται τὸ χαρτόσημον ἀξίας........
§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ πληρόνεται πλέον χαρτόσημον, διότι, λέγει, ἀντικαθίσταται ἡ παράγραφος 11 διὰ τοῦ ἄρθρου 9.
§72ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν εἰς τοιαύτην περίστασιν συμφωνῶ μετὰ τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ, διότι ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας οὐδὲν ἔγγραφον γίνεται. Ἡ πρώτη περίπτωσις εἶναι ὅταν ἡ κληρονομία ἐξ ἀδιαθέτου περιέρχεται μὲν εἰς πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι ὅμως θέλουν νὰ τὴν κατέχουν ἐξ ἀδιαθέτου καὶ δὲν κάμνουν κανὲν ἔγγραφον· ἡ δευτέρα, ὅταν περιέρχηται εἰς ἕνα καὶ μόνον, ὁ ὁποῖος τότε δὲν ἔχει ἀνάγκην διανομῆς· ὥστε πολλὰ ὀρθῶς ἡ παράγραφος αὕτη λέγει, ὅτι ἅμα περιέλθῃ κληρονομία εἴς τινα, πρέπει νὰ πληρώσῃ τὸ τέλος αὐτὸ ἀντὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐπλήρονε δυνάμει τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου. Νομίζω, ὅτι, ἂν ἀφήσωμεν εἰς τὸν κληροδόχον νὰ δηλώσῃ ποία εἶναι ἡ ἀξία τῆς περιουσίας, καὶ δὲν βλέπω καμμίαν κύρωσιν εἰς αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσίν του, τότε θὰ γίνουν πολλαὶ ὑπεκφυγαὶ καὶ θὰ γείνουν πολλαὶ ἀποκρύψεις. Διὰ τοῦτο ἤθελον προτείνει, ἂν τὸ εὑρίσκετε εὔλογον, νὰ προστεθῇ ἓν εἶδος κυρώσεως ὄχι ποινικῆς, ἀλλὰ κυρώσεως τοιαύτης. Πᾶς ὅστις προσέρχεται εἰς τὸ δικαστήριον ζητῶν δικαιώματα περιελθόντα εἰς αὐτὸν ἐκ κληρονομίας ἢ κληροδοσίας, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ὀφείλει νὰ ἐπιδεικνύῃ εἰς τὸν γραμματέα ἀπόδειξιν, ὅτι δι’ αὐτὴν τὴν κληρονομίαν ἢ κληροδοσίαν ἐπλήρωσε τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον προβλέπει ἡ γʹ. παράγραφος τοῦ παρόντος νόμου.
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀλλὰ πόσον ἐπλήρωσε; περὶ τοῦ ποσοῦ πρόκειται.
§74ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐνδέχεται νὰ μὴ εἴπῃ τίποτε.
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ Ἔφορος.
§76ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Ἔφορος θὰ κυνηγᾷ ποῖος ἀπέθανε καὶ ποῖος ζῇ; ἢ ὁ Ἔφορος ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι φίλος μου, καὶ ἐγὼ καλῇ τῇ πίστει, ὁ δὲ Ἔφορος ἰδιοτελὴς, νὰ συμφωνήσωμεν καὶ ν’ ἀποκρύψωμεν τὴν κληρονομίαν. Τώρα, κύριοι, κάμνω καὶ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἐπὶ τῆς ἀπορίας, ἡ ὁποία μοὶ ἔγινε, πῶς ἕνας ὁ ὁποῖος κληρονομεῖ ἐξ ἀδιαθέτου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε ἐγγράφων, διὰ νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὴν περιουσίαν, οὔτε διανομῆς, διότι δὲν ἔχει ἄλλους συγκληρονόμους, οὔτε ἀποφάσεως, πῶς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ πληρώσῃ τὸ χαρτόσημον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ ἄρθρου 3. Χρεωστεῖ νὰ κάμῃ καμμίαν πρᾶξιν ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου, ἢ ἀρκεῖ νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸν ταμίαν καὶ νὰ εἴπῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκκαθαρίσεως μετὰ τοῦ Ἐφόρου, ὅτι τοιαύτη ἡ κληρονομία του διὰ νὰ λάβῃ ἓν ἀποδεικτικόν; Ἐδῶ δὲν ὁρίζεται ποῦ πρέπει νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ πληρωμή.
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει, ὑπὸ τοῦ ταμία.
§78ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ λέγει; Ἐδῶ δὲν εἴμεθα ἐντὸς τῆς ἀκριβείας, διότι τὸ χαρτόσημον δὲν εἶναι γραμματόσημον. Τὸ χαρτόσημον πρέπει νὰ καταναλίσκεται διὰ μιᾶς πράξεως· ἑπομένως αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν ἔχει παντάπασι σχέσιν μὲ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς πράξεις τῶν συμβολαιογράφων.— Ἐὰν δὲ δι’ αὐτὴν τὴν κληρονομίαν γίνωσι καὶ πράξεις ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου καθὼς ἀπογραφὴ, διανομὴ κτλ, τότε νὰ πληρόνῃ ὁ κληρονόμος διπλᾶ· κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία τροποποίησις καὶ τῶν διατάξεων ἐκείνων τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, αἱ ὁποῖαι προβλέπουν περὶ τῆς διαδικασίας τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων κληρονομίας, κληροδοσίας, δωρεὰς, ἀπογραφὰς, διανομὰς κτλ.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς τροπολογίαι ὑποβάλλονται· πρώτη τοῦ Κ. Δημητριάδου, καθ’ ἣν προτείνεται ἡ ἀπάλειψις τῆς 4ης 5ης καὶ 6ης παραγράφου τοῦ τρίτου ἄρθρου· ἡ δευτέρα τῶν κ. κ. Ἰακωβάτων, καθ’ ἣν ἀντὶ τῶν τοιούτων ἄρθρων προσθέτουν τὸ ἑξῆς· «ὁ εἰρημένος φόρος εἰσπράττεται ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καὶ τῇ ἁπλῇ δηλώσει καὶ ἀπογραφῇ τοῦ κληρονόμου ἢ κληροδόχου, ἀπαγορευομένης πάσης κατ’ οἶκον ἐρεύνης καὶ κατασχέσεως». Τρίτη ἡ τοῦ κ. Χατζίσκου ὡς ἐφεξῆς· «κληροδοσίαι καὶ κληρονομίαι ὑπερβαίνουσαι τὴν ἀξίαν τῶν 2000 δραχμῶν, περιεχόμεναι δὲ εἰς συγγενεῖς ἐκ πλαγίου μέχρι τοῦ γʹ. βαθμοῦ, ὑπόκεινται εἰς τέλος χαρτοσήμου μιᾶς ἐκ τῶν 10 ἑπομένων κατηγοριῶν· ἄρχονται ἀπὸ 1000–1000 τὴν κατάταξιν τῶν ἀνωτέρω κατηγοριῶν θέλει ἐνεργήσει ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἐκ τῶν ἑξῆς προσώπων, τοῦ Δημάρχου τοῦ δήμου εἰς ὃν ἀνήκει ὁ ἀποβιώσας, τοῦ ἐγχωρίου συμβολαιογράφου, τοῦ πλησιεστέρου εἰρηνοδίκου, τοῦ παρέδρου τῆς αὐτῆς κοινότητος καὶ ἑνὸς ἐκ τῶν πλησιεστέρων συγγενῶν. § γʹ. Ἡ ἀνωτέρω ἐπιτροπὴ θέλει προσκληθῆ ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἀποβιώσεως τοῦ κληροδότου ἀπὸ τὸν ἔφορον τῆς ἐπαρχίας, ἂν πρὸ τῆς προθεσμίας ταύτης δὲν συγκροτηθῇ τῇ αἰτήσει τοῦ πλησιεστέρου συγγενοῦς. Αὐτῶν δὲ τὰ πρωτόκολλα ἔχουν πλήρη ἰσχὺν ἐνώπιον παντὸς δικαστηρίου.»
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπωτέρα τῶν ἀναγνωσθεισῶν προτάσεων εἶναι ἡ τοῦ Κ. Δημητριάδου, καθ’ ἣν προτείνεται ἡ ἀπάλειψις τῶν τριῶν παραγράφων. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι), ἀπεῤῥίφθη· ἕπεται ἡ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου.
§81ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον εἶναι φορολογικὸν, καλὸν εἶναι νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα· (ἐγείρονται πολλοὶ ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου λέγουν ναί· οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν τροπολογίαν διὰ ψήφων 59 κατὰ 40. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία, ἡ τοῦ Κ. Χατζίσκου. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε καὶ αὐτὴν· ἀποῤῥιφθεισῶν λοιπὸν τῶν τροπολογιῶν, μένει τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει.
§85ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ψηφοφορητέα εἶναι, νομίζω, καὶ ἡ πρότασίς μου.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κυπριάδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν· «Τὰ ἐνώπιον τῶν συμβολαιογράφων συντασσόμενα συμβόλαια περὶ κληρονομίας καὶ κληροδοσίας καὶ διανομῆς αὐτῶν, καὶ περὶ δωρεῶν ἕνεκα θανάτου, ὑπόκεινται εἰς χαρτόσημον τάξεως πέμπτης κλάσεως, ἤτοι τριῶν δραχμῶν»· θὰ τεθῇ βεβαίως ὡς πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου τρίτου· οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Κυπριάδου. Ἔρχεται τὸ ἄρθρον τέταρτον. Ἄρθρον 4. «Ἅπασαι αἱ διατάξεις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἐφαρμόζονται ἀπαραλλάκτως καὶ εἰς τὰς αἰτίᾳ θανάτου δωρεάς, θεωρουμένας ὡς κληροδοτήματα, διὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου.
§89ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον πέμπτον. Ἄρθρον 5. «Συναλλαγματικαὶ καὶ γραμμάτια εἰς διαταγὴν θεωροῦνται ὡς κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου γεγραμμένα, ἐὰν δὲν γράφωνται ἐπὶ τῆς φερούσης τὰς δύω σφραγίδας τοῦ χαρτοσήμου σελίδος, καὶ εἰς τρόπον ὥστε αἱ δύω σφραγίδες νὰ κεῖνται ἐπ’ ἀριστερᾷ τοῦ σώματος τῆς συναλλαγματικῆς ἢ τοῦ γραμματίου, κατὰ μῆκος τῆς σελίδος γραφομένων.»
§91ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον ἕκτον. Ἄρθρον 6. «Πᾶν ἀντέγγραφον ἢ ὁποιονδήποτε ἔγγραφον, δι’ οὗ ὁμολογεῖται τίμημα, παροχὴ ἢ ἀντιπαροχὴ, ἀνώτερα τοῦ πρὸς μείωσιν τέλους ἐν τῷ συμβολαίῳ εἰκονικῶς συμφωνηθέντος τιμήματος κλπ. εἶναι ἀπαράδεκτον ἐνώπιον οἱασδήποτε ἀρχῆς, ἐὰν δὲν συνοδεύηται μὲ τὴν ἀπόδειξιν τῆς πληρωμῆς τοῦ εἰς τὸ ἀποκρυβὲν ἀναλογοῦντος τέλους καὶ τοῦ προστίμου.
§93ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον ἕβδομον. Ἄρθρον 7. «Ἡ κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρ. 13 τοῦ περὶ χαρτοσήμου Νόμου γενομένη παρὰ τοῦ συμβολαιογράφου ἐπισύναψις ἐνσήμου χάρτου εἰς τὰ παρ’ αὐτοῦ ἐπὶ ἀσήμου χάρτου δι’ ἔλλειψιν ἐνσήμου συνταχθέντα ἔγγραφα ἐπιφέρει, ἐκτὸς τοῦ νενομισμένου προστίμου, καὶ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας.»
§95Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν τὸ ἄρθρον αὐτὸ ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι καὶ εἰς τὸν ἄλλον νόμον περὶ χαρτοσήμου ὑπάρχει ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἠξεύρετε, τί ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον; ἕκαστος ὑπάλληλος, ἕκαστος δικαστὴς ἢ πρόεδρος, ὅστις θὰ ὑπογράφῃ ἐπὶ χαρτοσήμου, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος νὰ μετρᾷ τὰς γραμμὰς, διὰ νὰ μὴν ὑποπίπτῃ εἰς τὴν παραβίασιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἢ πρέπει νὰ χαρακώνεται τὸ χαρτόσημον· διὰ τοῦτο παρακαλῶ ν’ ἀπαλειφθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§96ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οὐχὶ μόνον δὲν πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ἐνισχυθῇ, διότι ἠξεύρετε τί προκύπτει; Παρουσιάζει ἕνας δικηγόρος ἔγγραφον μὲ 30 ἀράδας, τὸ ὑπογράφει ὁ Πρόεδρος καὶ μετὰ ταῦτα προσθέτει καὶ ἑτέρας δύω εἰς τὸ μέσον. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, διὰ νὰ ἐκλείψουν αἱ καταχρήσεις, ἵνα μὴ ἐπισυμβαίνουν ἀδικήματα· ἐκεῖνος δὲ ὅστις θέλει νὰ βαδίσῃ τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν δύναται νὰ μετρᾷ τοὺς στίχους καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι περιέχει 30 π. χ.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Οὐδεμία σελὶς δύναται νὰ περιέχῃ πλέον τῶν 30 στίχων· εὑρέθησάν τινες οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν ὥστε νὰ γράφωσιν εἰς μίαν σελίδα καὶ 40 καὶ 50· αὐτὴν τὴν πλεονεξίαν θέλει νὰ προλάβῃ τὸ ἄρθρον, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τὸ ἀφήσωμεν ὅπως ἔχει· ἂν δὲ δὲν θέλετε, ἐγὼ δὲν ἐπιμένω, διότι καὶ οἱ ποιοῦντες τὴν κατάχρησιν αὐτὴν εἶναι πολλὰ ὀλίγοι.
§98ΠΟΛΛΟΙ. Διὰ τοῦτο ν’ ἀπαλειφθῇ.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 7 ἄρθρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀπάλειψιν. Ἄρθρον 8 λαμβάνον τὴν θέσιν τοῦ 7. Ἄρθρον 7. «Ἡ κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ περὶ χαρτοσήμου Νόμου γενομένη παρὰ τοῦ συμβολαιογράφου ἐπισύναψις ἐνσήμου χάρτου εἰς τὰ παρ’ αὐτοῦ ἐπὶ ἀσήμου χάρτου δι’ ἔλλειψιν ἐνσήμου συνταχθέντα ἔγγραφα ἐπιφέρει, ἐκτὸς τοῦ νενομισμένου προστίμου, καὶ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας.
§100ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον ὄγδοον. Ἄρθρον 8. «Εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Νόμου καὶ τῶν Β. Διαταγμάτων περὶ χαρτοσήμου, ἕνεκα παραβάσεως τῶν διατάξεων αὐτῶν, πρόστιμον ἐκ τοῦ δεκαπλοῦ τοῦ νομίμου τέλους, τὸ πρόστιμον αὐτὸ περιορίζεται τοῦ λοιποῦ εἰς τὸ πενταπλοῦν τοῦ τέλους.»
§102ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον ἔννατον. Ἄρθρον 9. «Τὸ διὰ καταδηλώσεως τοῦ ταμίου ἐπιβαλλόμενον πρόστιμον διὰ παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου καὶ τῶν Β. Διαταγμάτων περὶ χαρτοσήμου δὲν ἀπαιτεῖται νὰ καταβάλληται τοῦ λοιποῦ πρὸ τῆς προσφυγῆς τοῦ καθ’ οὗ ἐγένετο ἡ καταδήλωσις, ἀλλ’ εἰσπράττεται παρὰ τοῦ ταμίου, ἀφοῦ ἡ καταδήλωσις αὕτη κατασταθῇ τελεσίδικος.
§104ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10. «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος Νόμου ἄρχεται μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ.»
§106Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς κατελύσαμεν τὰ δικαιώματα τοῦ πένητος· ἤδη ὁ νόμος αὐτὸς δὲν προβλέπει μίαν περίπτωσιν, ἥτις θέλει παρουσιασθῆ ἀμέσως. Τί θέλουν γίνει τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν δυνάμει τῶν δικαιωμάτων τοῦ πένητος, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου τούτου;
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἰσχύουν.
§108Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν πρόκειται νὰ κάμωμεν χρῆσιν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν δυνάμει τοῦ δικαιώματος τοῦ πένητος, αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ὀφείλει νὰ τὰ ὑποβάλλῃ εἰς χαρτόσημον ὁ ποιῶν αὐτῶν χρῆσιν.
§109ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§110Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς δὲ τούτου, κύριοι, κατηργήσαμεν τὸ ἥμισυ τῶν τελῶν τῆς σημάνσεως καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ πένητος. Γνωρίζετε, ὅτι, ὅτε τις ἀπελάμβανε τὰ δικαιώματα τοῦ πένητος, ἠδύνατο νὰ ἀπαλλαγῇ καὶ ἀπὸ τὴν καταβολὴν τοῦ παραβόλου ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ προστίμου παρὰ τοῖς ἐφέταις. Ἐνόμιζα λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ προσθέσωμέν τι περὶ τῶν δύω τούτων ἀντικειμένων εἰς τὸν νόμον, θέτοντες εἰς τὸ ἄρθρον τὰ ἑξῆς· «πᾶσα πρᾶξις ὑπαγομένη μὲν εἰς τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, κατηρτισμένη δὲ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου δυνάμει τῶν χορηγουμένων δικαιωμάτων τῆς πενίας....
§111ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν κατάργησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν πενήτων νομίζω, ὅτι κατηργήθη τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, νομίζω ὅμως, ὅτι δύνανται νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τὸ παράβολον καὶ τὸ πρόστιμον.
§112Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔλαβε ἀφορμὴν ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ μελετήσῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, διότι εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὰς γνώσεις ἐπ’ αὐτοῦ, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ εἰς τὰ οἰκονομικά. Ἰδοὺ τί παρατηρῶ εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ πένητος, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει ὁ πένης, περιλαμβάνουσι καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν του ἐκ τοῦ παραβόλου καὶ τοῦ προστίμου· πρὸς τούτοις δὲ, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, ὅτι δηλ. ὡς ἐκ τοῦ παραβόλου καὶ τοῦ προστίμου διατηροῦνται αἱ περὶ πενήτων διατάξεις, καταστρέφομεν τὰς βάσεις τοῦ νόμου. Διατί κατηργήσαμεν τὰ δικαιώματα τῆς πενίας; διὰ τὰς καταχρήσεις αἱ ὁποῖαι ἐλάμβανον χώραν· ἂν ἀφήσωμεν ἰσχύουσαν τὴν διάταξιν αὐτὴν διὰ τὰ παράβολα καὶ τὰ πρόστιμα· ὅλοι οἱ διάδικοι, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον πρὶν τὰ δικαιώματα τοῦ πένητος διὰ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, σήμερον θὰ εἴπωσιν, ὅτι κάλλιον εἶναι νὰ μὴ πληρώσωμεν τὸ παράβολον καὶ τὸ πρόστιμον, καὶ ἑπομένως θὰ ὑπάρχῃ ὁ αὐτὸς κίνδυνος τῶν καταχρήσεων ἐκείων ὅσοι ἀπήλαυσαν τῶν δικαιωμάτων τοῦ πένητος· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπέκτησαν ἓν δικαίωμα, πρέπει μὲν νὰ διατηρηθῇ τὸ παράβολον, διὰ τὸ μέλλον ὅμως, διὰ νὰ ᾖναι ὁ νόμος αὐτὸς εἰς ἁρμονίαν, πρέπει νὰ παύσῃ· πιστεύω, ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι.
§113ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πάλιν δὲν ὁμιλεῖ ὑπὲρ τῶν πενήτων ὁ Κ. Χρηστόπουλος καὶ ὁμολογῶ εὐχαριστήσεις εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος φαίνεται ἐπιεικέστερος. Δὲν ἠξεύρω ποίαν δυσμένειαν ἔχει ὁ Κ. βουλευτὴς κατὰ τῶν πενήτων. Ὁ Κ. ὑπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι ὅσοι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ πένητος δύνανται νὰ τὸ λάβωσι· δὲν ἀπαλλάττονται τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, δύνανται ὅμως ν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τὸ παράβολον καὶ τὸ πρόστιμον. Τώρα ἔρχεται ὁ Κ. Χρηστόπουλος καὶ θέλει νὰ καταστήσῃ τὴν θέσιν των ἔτι χειροτέραν καὶ θέλει νὰ μὴ ἀπαλλάττωνται καὶ ἀπὸ τὴν καταβολὴν τοῦ παραβόλου καὶ τοῦ προστίμου. Δὲν μοὶ φαίνεται ἡ πρότασις αὕτη λογικὴ, διότι, ἂν χθὲς μᾶς εἶπεν, ὅτι δύναται ἕνας πένης δαπανῶν 14 δραχμὰς νὰ δικάσῃ τὴν δίκην του εἰς τὸ πρωτοδικεῖον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι πολλάκις δύναται νὰ ἐξοδεύσῃ καὶ 100, ὁ πένης δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ παράβολον 50 δραχμῶν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἵνα δικάσῃ τὴν ὑπόθεσίν του. Διὰ τοῦτο ἐγὼ παραδέχομαι τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸ ἄρθρον ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πένητες εἶναι ἀπηλλαγμένοι δυνάμει τῶν ὑφεστώτων νόμων τῆς πληρωμῆς τοῦ παραβόλου καὶ τοῦ προστίμου. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, κύριοι, μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κύριος βουλευτὴς δὲν ἔχει καλῶς διατυπωμένην τὴν τροπολογίαν του, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἤδη ὁ πένης ἔχει εἰς χεῖράς του εἰς ἁπλοῦν χάρτην γεγραμμένα, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἄλλης, τὴν ὁποίαν ἐν τέλει τῆς ὁμιλίας του ἀνέπτυξε, περὶ τῆς ἀρχῆς ἂν ἄλλος νόμος καθιερούμενος σήμερον, δύναται νὰ προσβάλῃ τὰ κεκτημένα δικαιώματα. Τί πρέπει νὰ γίνῃ, τότε λέγει τὸ ἄρθρον ἑνδέκατον· ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται καθὼς λέγει αὐτὸς ὁ νόμος νὰ προστεθῇ δὲ ὅτι «τὸ πρῶτον μέρος τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὰς ἤδη εἰσηγμένας ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δίκας τῶν πενήτων» (θόρυβος). Δι’ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκκρεμὲς δὲν χάνεται ὁ κόσμος ἐὰν τὸ ἀποπερατώσῃ. Προτείνω λοιπὸν νὰ προστεθῇ· «εἰς τὰς μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἐκκρεμεῖς δίκας τῶν πενήτων ἰσχύει ὁ παλαιὸς νόμος».
§114Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Κυπριάδης, κύριοι, μάταιον νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸν τὸν νόμον, διότι τότε ὅλοι ὅσοι ἔχουν μὲ τὸν νοῦν των νὰ κινήσουν ποτὲ ἀγωγὴν καὶ νὰ διεκδικήσουν τὰ δικαιώματά των, ὅλοι οὗτοι θὰ ἀποκτήσουν τὸ δικαίωμα τοῦ πένητος, καὶ ἐπὶ 100 ἔτη δὲν θὰ κάμωμεν ἄλλο παρὰ νὰ ἔχωμεν νὰ δικαζώμεθα μὲ τοὺς πένητας. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὰ δικόγραφα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, νὰ μὴ ὑπόκεινται ὡς πρὸς τὸ μέλλον εἰς τέλη χαρτοσήμου, ὡς πρὸς τοῦτο εἶμαι σύμφωνος καὶ τὸ ὑποστηρίζω. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἶναι πολὺ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνομεν. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὰ πρόστιμα καὶ τὰ παράβολα· σᾶς εἶπον ὅτι αἱ διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας κατηργήθησαν. Τώρα ὁ κ. Κυπριάδης φαντάζομαι, ὅτι ἔκαμεν ἓν λάθος, διότι τὸ πρόστιμον ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου εἶναι 5 δραχ. ἐνώπιον δὲ τῶν Ἐφετῶν 10 δραχ. Θέλει λοιπὸν διὰ νὰ ἀπαλλαχθῇ 5 δραχ. τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ καταβάλῃ, νὰ ἀφήσῃ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἐργασίαν του καὶ νὰ τρέχῃ νὰ πάρῃ ἓν πιστοποιητικὸν ἀπὸ τὸν δήμαρχον διὰ τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ 50 λεπτὰ, καὶ δι’ ἓν ἄλλο πιστοποιητικὸν ἄλλα 50 κάμνουν 1 δραχ. καὶ 50 λεπτὰ τοῦ δικηγόρου 1,50, καὶ 2 δραχ. τὸ πρακτικὸν τῆς συνεδριάσεως 3,50 καὶ 1 δραχ. τὸ ἔγγραφον καὶ μίαν τὸ ἀντίγραφον· λοιπὸν τί ἐκέρδησεν, ἐνῷ ἄλλως ἔχει κέρδος 8 ἡμέρας ποῦ δὲν θὰ τρέχῃ ἐπάνω καὶ κάτω; Ὥστε βλέπετε ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θέλετε ἀπαλλάξει τὸν λαὸν ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀνησυχίας καὶ ὑποχρεώσεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ τὸ δημόσιον ὠφελεῖται καὶ ὁ πτωχὸς ὄχι ὀλιγώτερον. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἠξεύρετε, ὅτι ἐκεῖναι αἱ δίκαι εἰσάγονται, ὅπου εὑρίσκει ὁ δικηγόρος λόγους, καὶ ἑπομένως εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον αἱ δίκαι δὲν εἶναι πολλαὶ, διότι εἰς ὅλας τὰς ἀποφάσεις δὲν εὑρίσκονται λόγοι πρὸς ἀναίρεσιν· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ ἐλαττωθῶσι· τὰ ἔξοδα τῆς τυπώσεως εἶναι ἀσήμαντα.
§115ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ παράβολον ποῦ ἀνήκει; εἰς τὸν νόμον τοῦ χαρτοσήμου, ἢ εἰς τὰς διατάξεις τῆς δικονομίας; ὡς ἐκ τούτου πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι μεταῤῥυθμίζεται τὸ δεῖνα ἄρθρον τῆς δικονομίας, ἀντὶ 100 δραχμῶν νὰ πληρόνωνται 50.
§116ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἡ συζήτησις κατήντησε δικηγορικὴ, διότι ὁ κ. Χρηστόπουλος ἠθέλησε νὰ ἀντικρούσῃ μίαν ἰδέαν μου κάμνων μίαν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀπέκρουσα. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ μέχρις ὅτου τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ὁ παρὼν νόμος ἀπολαύοντες τὸ δικαίωμα τοῦτο· ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐξαιρῶ ῥητῶς τούτους· ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι οἱ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἢ μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ἔχοντες τὸ δικαίωμα τῆς πενίας διὰ δίκας εἰσηγμένας, δὲν πρέπει νὰ καταστραφῶσι, διότι οὕτω καταστρέφομεν κεκτημένα δικαιώματα καὶ ὁ νόμος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ ἄτοπον. Ὁ πένης εἰς τὸ ἑξῆς δὲν εἶναι πένης· χρεωστεῖ διὰ πᾶσαν δίκην νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸν νέον νόμον· ἐκεῖνοι ὅμως οἵτινες ἔχουσιν εἰσηγμένας δίκας εἰς τὰ δικαστήρια, πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τοῦ πένητος, διότι ἄλλως προσβάλλονται δικαιώματα κεκτημένα. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὰς μέχρι τῆς δημοσιεύσεως ἐκκρεμεῖς δίκας. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὸ παράβολον, πάλιν ὁ συνάδελφος δὲν ἔχει δίκαιον· ὁ περὶ χαρτοσήμου νόμος προβλέπει περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν πενήτων ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, ὄχι μόνον ἡ δικονομία· λοιπὸν σχετικῶς λέγει καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅτι τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου δὲν ἀπαλλάσσεται ὁ πένης. Εἰς ἄλλα μέρη ἡ δικονομία ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ζητοῦντος τὴν ἐπανάληψιν τῆς δίκης· λέγει ὅτι ὁ ζητῶν τὸ τοιοῦτον πρέπει νὰ πληρώσῃ ἓν πρόστιμον ὄχι 5 δραχμῶν, διότι ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τόσον ὀλίγον ποσὸν, δὲν ἔχει ἀνάγκην κηδεμόνος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ 100 δραχμῶν, 50 δραχμῶν. Ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου τὶ γίνεται περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον τίποτε δὲν λέγει. Λοιπὸν ἐγὼ ὅστις ἔχω δίκην, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἀπαλλαγῶ, δύναμαι νὰ προμηθευθῶ τὰς ἀποδείξεις καὶ ἑπομένως νὰ ἀπαλλαγῶ τοῦ μεγάλου προστίμου, διότι ἡ δικαιοσύνη δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς ἀλλὰ νὰ μένῃ ἐλευθέρα εἰς ὅλους. Εἰς τὴν Γαλλίαν τώρα ὁ αὐτοκράτωρ εἰσήγαγε τὸ δικαίωμα τῶν πενήτων, ὅστις βεβαίως ἐπείσθη προηγουμένως ὅτι ἄνευ τοῦ δικαιώματος τούτου ὁ λαὸς δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν του, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι τὸ εἰσήγαγε· καὶ ἡμεῖς σήμερον τὸ κατεστρέψαμεν, τὸ κατηργήσαμεν. Ἀφοῦ τὸ κατηργήσαμεν καὶ εἴπομεν, ὅτι κανεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν εἶναι πένης, ὅλοι εἴμεθα ἴσοι, ἂς μὴ κάμωμεν καὶ ἐκεῖνο τὸ ἄλλο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Χρηστόπουλος· ὡς πρὸς τοὺς πένητας ἂς μείνῃ ἡ διάταξις τῆς δικονομίας.
§117ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ.
§118ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἂν, κύριοι, χθὲς εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς ἢ δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος τόπος νὰ νομοθετήσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήσαμεν, μὲ δικαιολογεῖ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις· κατὰ δυστυχίαν ἐναντία τῆς ἰδέας μου ὑπῆρξεν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἥτις ἔχει κῦρος. Μολονότι χθὲς ὡμίλησα ὑπὲρ τῶν πενήτων, θὰ σᾶς εἴπω τώρα ὅτι ὅ,τι ἐπικαλεῖται ὑπὲρ τῶν πενήτων ὁ κ. Κυπριάδης δὲν εἶναι δίκαιον. Τὸ παράβολον καὶ τὰ πρόστιμα, τὰ ὁποῖα καταβάλλονται εἴτε ὅταν γίνεται ἔφεσις, εἴτε ὅταν γίνεται ἀναίρεσις, καὶ τὰ πρόστιμα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται ὁσάκις ζητεῖ τις τὴν ἐξαίρεσιν ἑνὸς δικαστοῦ, τὸ παράβολον καὶ τὰ πρόστιμα αὐτὰ εἶναι ὅλα ποιναί, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσι κατὰ πρῶτον καὶ οὐχὶ τὸ δικαίωμα τῆς πενίας. Ζητεῖ τις νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως δικαστοῦ τινος, τῷ ἐπιβάλλεται ποινὴ 100 δραχμῶν· ἐὰν αὕτη ἀποῤῥιφθῇ ὡς ἀναπόδεικτος, θεωρεῖται τοῦτο ὡς ἀσέβεια κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ δικαστοῦ! Ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὗται εἶναι δικονομικαὶ καὶ ὁ θέλων τὴν κατάργησιν αὐτῶν ὀφείλει νὰ φέρῃ ἀπ’ εὐθείας νόμον καὶ οὐχὶ νὰ ζητῇ τὴν κατάργησιν αὐτῶν ἐνταῦθα. Ὁ Κ. Κυπριάδης θέλει νὰ διατηρήσῃ ἀκέραια τὰ δικαιώματα τῶν πενήτων εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὰ ἀπέκτησαν μέχρι τοῦδε· ἀλλὰ διατὶ ἐκεῖνοι νὰ ἔχωσι τὸ προνόμιον αὐτὸ, ἐνῷ ἡ ἰσότης τῶν νόμων ἀπαιτεῖ τὸ ἐναντίον; Ἴσως θέλει νὰ ἐπικαλεσθῇ ἀρχήν τινα τοῦ δικαίου, τὴν ὁποίαν κανεὶς δὲν πρέπει νὰ παραβαίνῃ, «ὅτι οἱ νόμοι δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀναδρομικὴν ἰσχύν·» ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἀπαραβίαστος ὁσάκις νομοθετεῖται διάταξις παραβλάπτουσα τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἰδιώτου, ἣν ἀπέκτησεν ὑπὸ τὸ κράτος προϋπάρχοντος νόμου κλπ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν φρονῶ ὅτι πρόκειται περὶ τοιούτου τινός, ἀλλὰ περὶ νόμου ὅστις δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν ἢ τὴν τιμὴν κλ. τῶν ἰδιωτῶν· ἕνεκα τούτου νομίζω, ὅτι ἡ ἔνστασις τοῦ Κ. Κυπριάδου, ὅτι καταστρέφονται κεκτημένα δικαιώματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπήλαυσαν τὸ δικαίωμα τῆς πενίας, δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθή. Ἐπίσης δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ὀρθὴ καὶ ἡ παρεμπίπτουσα πρότασις τοῦ Κ. Χρηστοπούλου, διότι δὲν ὑπάρχουσι λόγοι διὰ τῶν ὁποίων νὰ καταδεικνύεται ἡ ἀνάγκη αὐτή. Ἐὰν θέλωμεν, δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ φέρωμεν δι’ εἰδικοῦ νόμου τοὺς λόγους, διατὶ νομίζομεν ὅτι ἡ δεῖνα δικονομικὴ διάταξις δι’ ἕνα καὶ ἡ ἑτέρα διὰ τὸν ἄλλον πρέπει νὰ καταργηθῶσιν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως δὲν δικαιούμεθα νὰ πράξωμεν τοιοῦτόν τι· εἶναι παραλογισμὸς εἰς τὸν νόμον τοῦ χαρτοσήμου νὰ καταστρέφωμεν τὴν δικονομίαν. Καὶ ἠξεύρετε ποῦ θὰ φθάσωμεν; Εἶναι δικηγόροι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννοοῦν αὐτὰ καὶ θέλετε ἰδῆ ἐνεργείας καὶ κινήσεις τῶν ἀνθρώπων εἰς μάταια ἔξοδα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα ὀφείλομεν νὰ προσέχωμεν. Θέλετε τὴν μεταῤῥύθμισιν;
§119ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἴπατε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταστρέφωμεν μίαν διάταξιν δικονομικήν· καὶ τὶ νομίζετε; καταστρέφεται ἡ δικονομία τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑπτανήσου καὶ ὅλος ὁ Νόμος ὁ περὶ συμβολαιογράφων διὰ τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ δὲν πρέπει οὐδὲ μίαν διάταξιν νὰ καταστρέφωμεν.
§120ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅ,τι μοὶ κάμνει κακὴν ἐντύπωσιν εἶναι νὰ προσκολλῶμεν τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου χωρὶς νὰ ἔχωσι καμμίαν μεταξύ των συνάφειαν καὶ σχέσιν.
§121ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὶ λέγετε ὡς πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγώ;
§122ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶπον, ὅτι ὅλους ἐξίσου πρέπει νὰ τοὺς προστατεύῃ ὁ νόμος καὶ οὐχὶ ἐξαιρετικῶς. Δὲν εἶσθε παρὼν διὰ νὰ ἀκούσητε τὰ καθέκαστα. Ὁμολογῶ, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διάκρισις, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε δικόγραφα τὰ ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, ἐὰν παρουσιασθῶσι κατόπιν ἐπὶ δικαστηρίου, νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς τέλη χαρτοσήμου, καὶ νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ.
§123ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τρεῖς προτάσεις ἐγένοντο. Ἡ μία ἀφορᾷ τὰ δικόγραφα ὅσα ἐγράφοντο ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου λόγῳ πενίας, καὶ περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θέλουν παρουσιάζεσθαι χωρὶς νὰ ὑπόκεινται εἰς τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου. Ἡ δευτέρα πρότασις εἶναι ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἕως τώρα ἔχουσιν ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τῆς πενίας, πρέπει νὰ τὸ διατηρήσωσιν εἰς τὰς περιστάσεις ἃς εἶπεν ὁ Κ. Κυπριάδης. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ ὅτι δι’ αὐτοὺς δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τρίτην πρότασιν περὶ παραβόλου καὶ προστίμων, αὕτη δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν νόμον τοῦ χαρτοσήμου. Ἐάν τις θέλῃ, δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς τὰς διατάξεις τῆς δικονομίας, διὰ νὰ ἀπολαύσῃ τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐπιβάλλει· ὥστε μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἄλλη διασάφησις παρὰ τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Κ. Χρηστοπούλου.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθενται εἰς ψηφοφορίαν αἱ προτάσεις, α) ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κυπριάδου. Ἀναγινώσκεται. «Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ Νόμου αὐτοῦ δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὰς ἤδη εἰσηγμένας καὶ μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἐκκρεμεῖς τῶν πενήτων δίκας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν. Τοῦ Κ. Χρηστοπούλου, καθόσον ἀφορᾷ τὰ τῶν πενήτων δικόγραφα, ἂν δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτῶν ἐν τῷ μέλλοντι χωρὶς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς χαρτόσημα.
§125ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπομένως ἡ τροπολογία αὕτη θέλει λάβει τὴν θέσιν τοῦ 9 ἄρθρου.
§127ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν πρότασιν, ἐπειδὴ ἐγένετο ἡ δήλωσις, ὅτι δὲν κατηργήθησαν αἱ διατάξεις αὐταὶ, τὴν ἀποσύρω. (Ἀναγινώσκεται τὸ 10 ἄρθρον, γενόμενον δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 11. Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος Νόμου ἄρχεται μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ.»
§129ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀπαλειφθῇ.
§130ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, χρειάζεται ὀλίγη προθεσμία, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐκεῖ συγχρόνως.
§131ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος Νόμου τίθεται εἰς ἐνέργειαν εὐθὺς μετὰ τὴν δημοσίευσίν του.
§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, πρέπει νὰ δοθῇ προθεσμία.
§133ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ ά. Ἰανουαρίου.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν ἐὰν ἀπὸ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ἡ ἰσχὺς τοῦ Νόμου. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις αὕτη· οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι.) Ἡ Βουλὴ τὴν ἀπέῤῥιψεν. Ἑπομένως μένει τὸ 11 ἄρθρον ὅπως ἔχει. «Ἄρθρον 12. Μετὰ παρέλευσιν τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας ὁ παρὼν νόμος ὡς καὶ οἱ νόμοι καὶ τὰ διατάγματα περὶ χαρτοσήμου ἐφαρμόζονται καὶ ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης παύει ἡ ἰσχὺς τοῦ περὶ χαρτοσήμου ἰονικοῦ νόμου.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§135ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ ἄρθρον 12.
§137ΦΛΩΡΙΑΣ. Ὁ περὶ χαρτοσήμου νόμος ἔχει ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν συμβολαιογράφων· ἐνόσῳ ἡ ἀφομοίωσις τῶν νόμων αὐτῶν δὲν εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ νόμος ἐκεῖ, εἰμὴ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἀφομοιώσεως.
§138ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι μέχρι τῆς παρελεύσεως τῶν τριῶν μηνῶν θέλει ἐφαρμοσθῆ ἐν Ἑπτανήσῳ ἡ λοιπὴ νομοθεσία τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν δὲν ἐφαρμοσθῇ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνέφικτος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ παρόντος νόμου εἰς Ἑπτάνησον.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 13. Πᾶσα πρᾶξις ὑπαγομένη μὲν ἐν Ἑπτανήσῳ εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, καταρτισθεῖσα δὲ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἢ ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπ’ αὐτῆς, οὐδόλως ὑποβάλλεται εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ παρόντος Νόμου ἢ τῶν ἄλλων περὶ χαρτοσήμου διατάξεων ὁριζόμενον τέλος, ἂν τυχὸν γενῇ χρῆσις αὐτῆς ἐνώπιον δημοσίας τινὸς ἀρχῆς μετὰ παρέλευσιν τῶν ὡς ἀνωτέρω τριῶν μηνῶν. Ἐὰν δὲ ἡ ἐν λόγῳ πρᾶξις ἦτον ἐλευθέρα τέλους κατὰ τὸν Ἰόνιον Νόμον, ὑποβάλλεται δὲ εἰς τέλος δυνάμει τοῦ παρόντος Νόμου ἢ τῶν ἄλλων περὶ χαρτοσήμου διατάξεων, οὐδεμία χρῆσις δύναται νὰ γίνῃ αὐτῆς ἐνώπιον δημοσίας ἀρχῆς μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του, ἐὰν δὲν ἐπισυναφθῇ εἰς αὐτὴν ὁ προσήκων ἔνσημος χάρτης. Ἐὰν ἡ πρᾶξις, καταρτισθεῖσα πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις ἢ ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπ’ αὐτῆς, δὲν ἐνεγράφη εἰς τὸ προσῆκον χαρτόσημον κατὰ παράβασιν τοῦ ἐκεῖσε ἰσχύοντος νόμου, ἐκτὸς τῆς κατὰ τὸν Ἰόνιον νόμον τυχὸν ἐπιβαλλομένης ποινῆς ὑποβάλλεται διὰ τὸ ἐλλεῖπον εἰς τὸ ἀνάλογον τέλος τὸ ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου ἢ τῶν ἄλλων περὶ χαρτοσήμου διατάξεων ὁριζόμενον.»
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§141ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχθη τὸ 13 ἄρθρον. «Ἄρθρον 14. Αἱ ἀντιβαίνουσαι εἰς τὸν παρόντα νόμον διατάξεις τοῦ τε περὶ χαρτοσήμου νόμου καὶ τῶν περὶ τούτου Β. Διαταγμάτων ἀκυροῦνται. Ὁ παρὼν Νόμος, ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ παρ’ Ἡμῶν σήμερον κυρωθείς, θέλει δημοσιευθῆ διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθῆ ὡς Νόμος τοῦ Κράτους.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§143ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη. — Ὡς πρὸς τὸ σύνολον θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, διότι ἔλαβον χώραν τροπολογίαι.
§145Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ συναρμολογηθῇ, νὰ τυπωθῇ καὶ ἀναγνωσθῇ, ἐκτὸς ἂν τὰ ἔχετε τώρα συναρμολογημένα.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔγινεν ἄλλη τροπολογία, παρὰ μόνον ὡς πρὸς τὴν δήλωσιν ὅτι τὰ ἔγγραφα τῆς πενίας....
§147ΤΙΝΕΣ. Κἀμμία ἄλλη δὲν ἔγινε;
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κἀμμία· αὐτὴ καὶ ἡ ἀπάλειψις ἑνὸς ἄρθρου· λοιπὸν θεωρεῖτε ἀναγκαῖον νὰ τυπωθῇ;
§149ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπηλείφθη τὸ ἄρθρον 7. Ἰδοὺ καὶ ἡ εἰς τὸ 3 ἄρθρον προσθήκη τοῦ κ. Κυπριάδου «Τὰ ἐνώπιον τῶν συμβολαιογράφων συντασσόμενα συμβόλαια περὶ κληρονομίας, κληροδοσίας καὶ διανομῆς αὐτῶν, καὶ περὶ δωρεῶν ἕνεκα θανάτου, ὑπόκεινται εἰς χαρτόσημον τριῶν δραχμῶν τάξεως.» Ἰδοὺ καὶ τὸ 10 ἄρθρον τοῦ κ. Χρηστοπούλου. «Πᾶσα πρᾶξις ὑπαγομένη μὲν εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, καταρτισθεῖσα δὲ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου δυνάμει τῶν χορηγηθέντων δικαιωμάτων τῆς πενίας, δὲν ὑπόκειται εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου ἐπιβαλλόμενον τέλος ἂν τυχὸν γενῇ χρῆσις αὐτῆς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἢ οἱασδήποτε ἄλλης ἀρχῆς.» Αὗται εἶναι αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν διὰ τὸ σύνολον.
§151ΠΑΤΕΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καθ’ ὅσον ἔχω νὰ δώσω λόγον εἰς τοὺς ἐντολεῖς μου, ἐπειδὴ εἶμαι ἐναντίος αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
§152Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν, κ. Πρόεδρε, νὰ παραβιάσωμεν τὸν Κανονισμὸν, ὅστις λέγει ὅτι τυποῦται καὶ ἀναγινώσκεται....
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ προβῶμεν εἰς τὸ σύνολον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐξηγήθη ὅτι ἡ φράσις «κατὰ τὰ ἀνωτέρω» περιλαμβάνει τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιμένετε, Κ. Χρηστόπουλε;
§155Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ συναινέσῃ, δὲν ἐπιμένω.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν θέλῃ νὰ τυπωθῇ ὅπως κατηρτίσθη τὸ νομοσχέδιον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τύπωσιν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη αὐτὸ
καταρτισθὲν, ἔχον οὕτω·
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ.
Ἄρθρον 1. «Τὰ δικαστικὰ ἐν γένει τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἐλαττοῦνται κατὰ τὸ ἥμισυ τῶν μέχρι τοῦ νῦν πληρονομένων δυνάμει τοῦ ἀπὸ 14 Αὐγούστου 1836 Νόμου περὶ χαρτοσήμου, ἡ δὲ κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους παραχωρουμένη λόγῳ πενίας ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῶν ἀνωτέρω τελῶν καταργεῖται. Ἄρθρον 2. Ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 τοῦ ἀπὸ 14 Αὐγούστου 1836 Νόμου περὶ χαρτοσήμου περιεχομένη διατίμησις ὡς καὶ ἡ τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1836 Β. Διατάγματος περὶ τελῶν τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων τροποποιοῦνται ὡς ἀκολούθως. ά.) Αἱ ὑπερβαίνουσαι τιμαὶ ἀπὸ τῶν 10,000 μέχρις 100,000 δραχμῶν ὑποβάλλονται εἰς τέλος ἀξίας δραχμῶν 2½ ἀνὰ πᾶν ποσὸν ἐκ δραχμῶν 1000, πᾶν δὲ ποσὸν μικρότερον αὐτοῦ θεωρεῖται διὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τοῦ τέλους ὡς πλῆρες εἰς δραχμὰς 1000 συνιστάμενον. Τὰ δὲ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων ὁρίζονται μέχρι δραχμῶν 500 εἰς λεπτὰ 25, 1000 εἰς λεπτὰ 50 καὶ οὕτω καθεξῆς, αὐξανομένου τοῦ τέλους κατὰ 50 λεπτὰ ἀνὰ πᾶν ποσὸν δραχμῶν 1000 μέχρι τῶν 100,000, πᾶν δὲ ποσὸν ἔλασσον τῶν 1000 δραχμῶν θεωρεῖται διὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τοῦ τέλους ὡς πλῆρες ἐκ δραχμῶν 1000 συνιστάμενον. βʹ.) Ἐκ τοῦ καταναλισκομένου ἐνσήμου χάρτου διὰ ποσότητας ὑπερβαινούσας τὰς 20,000 δραχμῶν ἀνήκει εἰς τοὺς συμβολαιογράφους μόνον τὸ ἓν πέμπτον. Ἄρθρον 3. Ἡ παράγραφος 11 τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ περὶ χαρτοσήμου Νόμου ἀντικαθίσταται διὰ τῶν ἑπομένων διατάξεων. ά.) Τὰ ἐνώπιον τῶν συμβολαιογράφων συνταττόμενα συμβόλαια περὶ κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν καὶ διανομῆς αὐτῶν καὶ περὶ δωρεῶν ἕνεκα θανάτου ὑπόκεινται εἰς χαρτόσημον τάξεως 5ης κλάσεως, ἤτοι τριῶν δραχμῶν. βʹ.) Κληρονομίαι καὶ κληροδοσίαι ὑπερβαίνουσαι τὴν ἀξίαν τῶν 2,000 δραχμῶν, περιερχόμεναι δὲ εἰς συγγενεῖς ἐκ πλαγίου μέχρι τοῦ 3ου βαθμοῦ ὑπόκεινται εἰς τέλος χαρτοσήμου ἀξίας πρὸς ἓν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν λογιζόμενον, περιερχόμεναι δὲ εἰς ἐκ πλαγίου συγγενεῖς 4ου καὶ ἀπωτέρου βαθμοῦ ὑπόκεινται εἰς τέλος χαρτοσήμου ἀξίας δύω ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Εἰς ἐξωτικοὺς δὲ εἰς τέλος ἀξίας 4 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. γʹ.) Κληρονομίαι καὶ κληροδοσίαι, αἵτινες περιέρχονται εἰς ἀνιόντας καὶ κατιόντας, εἰς συζύγους, εἰς θρησκευτικὰ, φιλανθρωπικὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα ἀπαλλάττονται τῆς πληρωμῆς τέλους χαρτοσήμου ἀξίας. δʹ.) Τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου πληρόνεται ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ ἀποβιώσαντος μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν χρεῶν. έ.) Κληρονόμοι καὶ κληροδόχοι τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ παρόντος ἄρθρου ἢ ἐν περιπτώσει ἀνηλικιότητος οἱ ἐπίτροποι αὐτῶν ὀφείλουν νὰ ἐπιδώσωσιν, ἐπὶ προστίμῳ διπλασίῳ τοῦ τέλους, εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον τῆς τελευταίας κατοικίας τοῦ κληρονομουμένου ἐντὸς ἓξ μηνῶν, ἀφ’ ἧς λάβωσι γνῶσιν τῆς ἀποβιώσεως τοῦ κληρονομουμένου, δήλωσιν, ἥτις πρέπει νὰ περιέχῃ τὴν περιγραφὴν τῶν ἀντικειμένων τῆς κληρονομίας ἢ κληροδοσίας, τὴν ἀξίαν ἑκάστου, τὰ χρέη καὶ τὴν πρὸς τὸν ἀποβιώσαντα συγγενικὴν σχέσιν τοῦ δηλοῦντος. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος δύναται νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἐὰν οἱ αἰτήσαντες τὴν παράτασιν ἐπιφέρωσι βασίμους πρὸς τοῦτο λόγους. ϛʹ.) Ἐὰν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος δὲν ἔχῃ ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς δηλώσεως, ἀποστέλλει εἰς τὸ ἁρμόδιον ταμεῖον σημείωσιν τοῦ προσήκοντος τέλους πρὸς εἴσπραξιν αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως, ἔχων ἀντιῤῥήσεις, πείθεται ὅτι αὗται δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι σπουδαίαν τοῦ τέλους αὔξησιν, ὑποβάλλει αὐτὰς εἰς τὸ ἁρμόδιον πρωτοδικεῖον, κλητεύων τὸν δηλώσαντα ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δηλώσεως, καὶ ἐξαιτούμενος νὰ ὁρίσῃ τὸ δικαστήριον τὸ τέλος, ὅπερ δέον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐφόρου νὰ πληρωθῇ. Τὸ πρωτοδικεῖον δικάζει τὰς ἀντιῤῥήσεις διὰ συνοπτικῆς διαδικασίας. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ πρωτοδικείου οὐδὲν ἔνδικον μέσον ἐπιτρέπεται. ζʹ.) Παρελθούσης ἐπὶ ματαίῳ τῆς πρὸς δήλωσιν προθεσμίας, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ὁρίζει τὸ εἰς τὴν κληρονομίαν καὶ κληροδοσίαν ἐπιβάλλον τέλος διὰ πράξεως ᾐτιολογημένης. Οἱ κληρονόμοι καὶ κληροδόχοι δύνανται ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτοὺς ἐπιδόσεως τῆς πράξεως ν’ ἀνακόψωσιν αὐτήν. Ἡ ἀνακοπὴ αὕτη ἐκδικάζεται κατὰ τὰ ἐν τῇ προηγουμένῃ παραγράφῳ ὡρισμένα δι’ ἀποφάσεως τοῦ πρωτοδικείου, ἥτις δὲν ὑπόκειται ἐπίσης εἰς οὐδὲν ἔνδικον μέσον. Ἄρθρον 4. Ἅπασαι αἱ διατάξεις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἐφαρμόζονται ἀπαραλλάκτως καὶ εἰς τὰς αἰτίᾳ θανάτου δωρεὰς θεωρουμένας ὡς κληροδοτήματα διὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου. Ἄρθρον 5. Συναλλαγματικαὶ καὶ γραμμάτια εἰς διαταγὴν θεωροῦνται ὡς κατὰ παράβασιν τοῦ Νόμου ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου γεγραμμένα, ἐὰν δὲν γράφωνται ἐπὶ τῆς φερούσης τὰς δύω σφραγίδας τοῦ χαρτοσήμου σελίδος καὶ εἰς τρόπον ὥστε αἱ δύω σφραγίδες νὰ κεῖνται ἐπ’ ἀριστερᾷ τοῦ σώματος τῆς συναλλαγματικῆς ἢ τοῦ γραμματίου κατὰ μῆκος τῆς σελίδος γραφομένων. Ἄρθρον 6. Πᾶν ἀντίγραφον ἢ ὁποιονδήποτε ἔγγραφον, δι’ οὗ ὁμολογεῖται τίμημα, παροχὴ ἢ ἀντιπαροχὴ, ἀνώτερα τοῦ πρὸς μείωσιν τέλους ἐν τῷ συμβολαίῳ εἰκονικῶς συμφωνηθέντος τιμήματος κλπ., εἶναι ἀπαράδεκτον ἐνώπιον οἱασδήποτε ἀρχῆς, ἐὰν δὲν συνοδεύηται μὲ τὴν ἀπόδειξιν τῆς πληρωμῆς τοῦ εἰς τὸ ἀποκρυβὲν ἀναλογοῦντος τέλους καὶ τοῦ προστίμου. Ἄρθρον 7. Ἡ κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ περὶ χαρτοσήμου Νόμου γενομένη παρὰ τοῦ συμβολαιογράφου ἐπισύναψις ἐνσήμου χάρτου εἰς τὰ παρ’ αὐτοῦ ἐπὶ ἀσήμου χάρτου δι’ ἔλλειψιν ἐνσήμου συνταχθέντα ἔγγραφα ἐπιφέρει, ἐκτὸς τοῦ νενομισμένου προστίμου, καὶ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἄρθρον 8. Εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Νόμου καὶ τῶν Β. Διαταγμάτων περὶ χαρτοσήμου, ἕνεκα παραβάσεως τῶν διατάξεων αὐτῶν, πρόστιμον ἐκ τοῦ δεκαπλοῦ τοῦ νομίμου τέλους, τὸ πρόστιμον αὐτὸ περιορίζεται τοῦ λοιποῦ εἰς τὸ πενταπλοῦν τοῦ τέλους. Ἄρθρον 9. Πᾶσα πρᾶξις ὑπαγομένη μὲν εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, καταρτισθεῖσα δὲ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου δυνάμει τῶν χορηγηθέντων δικαιωμάτων τῆς πενίας δὲν ὑπόκειται εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ παρόντος Νόμου ἐπιβαλλόμενον τέλος, ἂν τυχὸν γενῇ χρῆσις αὐτῆς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἢ οἱασδήποτε ἄλλης ἀρχῆς. Ἄρθρον 10. Τὸ διὰ καταδηλώσεως τοῦ ταμίου ἐπιβαλλόμενον πρόστιμον διὰ παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου καὶ τῶν Διαταγμάτων περὶ χαρτοσήμου, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ καταβάλληται τοῦ λοιποῦ πρὸ τῆς προσφυγῆς τοῦ καθ’ οὗ ἐγένετο ἡ καταδήλωσις, ἀλλ’ εἰσπράττεται παρὰ τοῦ ταμίου, ἀφοῦ ἡ καταδήλωσις αὕτη κατασταθῇ τελεσίδικος. Ἄρθρον 11. Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος Νόμου ἄρχεται μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Ἄρθρον 12. Μετὰ παρέλευσιν τῆς ὡς ἀνωτέρω προθεσμίας, ὁ παρὼν Νόμος ὡς καὶ οἱ Νόμοι καὶ τὰ Διατάγματα περὶ χαρτοσήμου ἐφαρμόζονται καὶ ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης παύει ἡ ἰσχὺς τοῦ περὶ χαρτοσήμου Ἰονίου Νόμου. Ἄρθρον 13. Πᾶσα πρᾶξις ὑπαγομένη μὲν ἐν Ἑπτανήσῳ εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, καταρτισθεῖσα δὲ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου ἢ ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπ’ αὐτῆς, οὐδόλως ὑποβάλλεται εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ παρόντος Νόμου ἢ τῶν ἄλλων περὶ χαρτοσήμου διατάξεων ὁριζόμενον τέλος, ἂν τυχὸν γενῇ χρῆσις αὐτῆς ἐνώπιον δημοσίας τινὸς ἀρχῆς μετὰ παρέλευσιν τῶν ὡς ἀνωτέρω τριῶν μηνῶν. Ἐὰν δὲ ἡ ἐν λόγῳ πρᾶξις ἦτον ἐλευθέρα τέλους κατὰ τὸν Ἰόνιον Νόμον, ὑποβάλλεται δὲ εἰς τέλος δυνάμει τοῦ παρόντος Νόμου ἢ τῶν ἄλλων περὶ χαρτοσήμου διατάξεων, οὐδεμία χρῆσις δύναται νὰ γίνῃ αὐτῆς ἐνώπιον δημοσίας ἀρχῆς μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του, ἐὰν δὲν ἐπισυναφθῇ εἰς αὐτὴν ὁ προσήκων ἔνσημος χάρτης. Ἐὰν ἡ πρᾶξις καταρτισθεῖσα πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις ἢ ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπ’ αὐτῆς δὲν ἐνεγράφη εἰς τὸ προσῆκον χαρτόσημον κατὰ παράβασιν τοῦ ἐκεῖσε ἰσχύοντος νόμου, ἐκτὸς τῆς κατὰ τὸν Ἰόνιον νόμον τυχὸν ἐπιβαλλομένης ποινῆς, ὑποβάλλεται διὰ τὸ ἐλλεῖπον εἰς τὸ ἀνάλογον τέλος τὸ ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου ἢ τῶν ἄλλων περὶ χαρτοσήμου διατάξεων ὁριζόμενον. Ἄρθρον 14. Αἱ ἀντιβαίνουσαι εἰς τὸν παρόντα νόμον διατάξεις τοῦ τε περὶ χαρτοσήμου νόμου καὶ τῶν περὶ τούτου Β. Διαταγμάτων ἀκυροῦνται. Ὁ παρὼν Νόμος ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ παρ’ Ἡμῶν σήμερον κυρωθεὶς θέλει δημοσιευθῆ διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθῆ ὡς Νόμος τοῦ Κράτους.»
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου ἔχουσαν οὕτως· «Οἱ βουλευταὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἀργίας τῆς Βουλῆς λαμβάνουσι τὸν παρὰ τοῦ νόμου ὁριζόμενον μισθὸν τῆς διαθεσιμότητος σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 78 τοῦ Συντάγματος.» Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.—Μεταβαίνομεν εἰς ἄλλο ἀντικείμενον· εἶναι τὸ περὶ προικοκτησιῶν.
§158ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προχωρήσωμεν κατὰ τάξιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§159ΤΙΝΕΣ. Τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα.
§160ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα εἶναι διὰ δευτέραν συζήτησιν νὰ περάσουν διὰ νὰ ὡριμάσουν.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τῆς ἀστυνομικῆς ἀφομοιώσεως ἐν Ἑπτανήσῳ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§162ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη κατὰ τὴν βʹ. συζήτησιν.—«Περὶ δημοτικῆς ἀφομοιώσεως ἐν Ἑπτανήσῳ.» (Ἀναγινώσκεται.) Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§164ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη κατὰ τὴν β. συζήτησιν.—«Περὶ διοργανώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑπτανήσῳ.» (Ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§166ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη καὶ κατὰ βʹ. συζήτησιν. — «Περὶ ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας.» (Ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§168ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη κατὰ τὴν τρίτην αὑτοῦ συζήτησιν, ἔχουσαν οὕτως· Ἄρθρον μοναδικόν. «Ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας συνομολογηθεῖσα ἐν Ἀθήναις τὴν 5/17 Νοεμβρίου 1864 σύμβασις ταχυδρομικὴ, συγκειμένη ἐξ ἄρθρων 41 καὶ ἧς τὸ κείμενον ἕπεται, θέλει ἔχει
πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν.»
ΣΥΜΒΑΣΙΣ.
«Ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἰταλίας, ἐξ ἴσου ἐπιθυμοῦντες νὰ συσφίγξωσι τοὺς ἑνοῦντας τὰς δύω Ἐπικρατείας φιλικοὺς καὶ γειτονικοὺς δεσμοὺς, καὶ νὰ κανονίσωσι διὰ νέας Συμβάσεως τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας ὑπηρεσίαν τῶν ἀνταποκρίσεων, ἐπὶ βάσεων ἐλευθεριωτέρων καὶ ἐπωφελεστέρων εἰς τοὺς κατοίκους τῶν δύω Ἐπικρατειῶν, διώρισαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον Πληρεξουσίους των, ἤτοι· Ἡ μὲν Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, τὸν Κ. Θεόδωρον Λεονάρδον, Ἱππότην τοῦ χρυσοῦ σταυροῦ τοῦ Βασιλικοῦ αὑτοῦ Τάγματος τοῦ Σωτῆρος, Ταξιάρχην τοῦ Βασιλικοῦ Τάγματος τῶν Ἁγίων Μαυρικίου καὶ Λαζάρου τῆς Ἰταλίας, τοῦ τάγματος τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ τοῦ Ἁγίου Στανισλάου δευτέρας τάξεως τῆς Ῥωσσίας, Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν Ταχυδρομείων τῆς Αὐτοῦ Ἑλληνικῆς Μεγαλειότητος. Ἡ δὲ αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἰταλίας, τὸν Κ. Δομένικον Πὲς τοῦ Ἁγίου Βίκτορος, Κόμητα Δέλλα Μινέρβα, Ταξιάρχην τοῦ Βασιλικοῦ Αὐτοῦ Τάγματος τῶν Ἁγίων Μαυρικίου καὶ Λαζάρου καὶ τῶν Ταγμάτων τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Συλλήψεως τῆς Πορτογαλλίας, φέροντα τὸ παράσημον τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Τάγματος τοῦ Ὀθωμανικοῦ Μεδζιδιὲ τρίτης κλάσεως καὶ τὸ τοῦ Πίου Θʹ. δευτέρας κλάσεως, καὶ Ὑπουργόν του Πρόεδρον παρὰ τῇ Αὐτοῦ Μεγαλειότητι τῷ Βασιλεῖ τῶν Ἑλλήνων. Οἵτινες, ἀφοῦ διεκοίνωσαν ἀμοιβαίως τὰ πληρεξούσια αὑτῶν, εὑρεθέντα ἐν καλῇ τάξει, συνεφώνησαν τὰ ἑπόμενα ἄρθρα. Ἄρθρον 1. Μεταξὺ τῶν Ταχυδρομείων τοῦ Βασιλείου τῆς Ἰταλίας καὶ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος θέλει γίνεται περιοδικὴ καὶ τακτικὴ ἀνταλλαγὴ φακέλλων διὰ τὴν ἀμοιβαίαν μεταβίβασιν γραμμάτων, δειγμάτων ἐμπορίας, ἐφημερίδων καὶ ἐντύπων παντὸς εἴδους, προερχομένων ἐξ ἑκατέρας τῶν δύω τούτων Ἐπικρατειῶν, ἢ ἐξ ἄλλων κρατῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀνταπόκρισις διεκκομίζεται σήμερον ἢ θέλει διεκκομίζεσθαι μετὰ ταῦτα διὰ τῶν Ταχυδρομείων τῶν Ἐπικρατειῶν τούτων. Ἄρθρον 2. Ἡ διαμοιβὴ τῶν φακέλλων τούτων γίνεται ἢ διὰ τῶν Ἰταλικῶν καὶ Ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων, τῶν διαπλεόντων μεταξὺ τῶν λιμένων ἀμφοτέρων τῶν Ἐπικρατειῶν, ἢ διὰ τῶν αὐστριακῶν καὶ γαλλικῶν ἀτμοπλοίων, δυνάμει τῶν συνομολογηθεισῶν ἢ συνομολογηθησομένων Συμβάσεων μεταξὺ τοῦ Ἰταλικοῦ ἢ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀφ’ ἑνός, καὶ τῆς γαλλικῆς ἢ αὐστριακῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέρου. Ἄρθρον 3. Ἡ Διεύθυνσις τῶν ἰταλικῶν Ταχυδρομείων ἀναλαμβάνει εἰς βάρος της τὰ ἐκ διεκκομίσεως διὰ τῶν ὑπὸ Ἰταλικὴν σημαίαν διαπλεόντων ἀτμοπλοίων μεταξὺ τῶν λιμένων τῶν δύω Ἐπικρατειῶν προερχόμενα ἔξοδα ὅλων τῶν ἀνταποκρίσεων τῶν στελλομένων ἀπὸ τῆς Ἰταλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ ταύτης εἰς τὴν Ἰταλίαν, διὰ τῶν εἰρημένων ἀτμοπλοίων. Ἀπὸ τὸ μέρος αὐτῆς, ἡ Διεύθυσις τῶν ἑλληνικῶν Ταχυδρομείων ἀναλαμβάνει εἰς βάρος της τὰ ἐκ διεκκομίσεως διὰ τῶν ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν διαπλεόντων ἀτμοπλοίων μεταξὺ τῶν λιμένων τῶν δύω Ἐπικρατειῶν προερχόμενα ἔξοδα ὅλων τῶν ἀνταποκρίσεων τῶν στελλομένων ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ ἀπὸ ταύτης εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ τῶν εἰρημένων ἀτμοπλοίων. Ἄρθρον 4. Ἡ τιμὴ τῆς διαποντίου διεκκομίσεως τῶν ἀνταποκρίσεων, τῶν ἀνταλλασομένων μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος διὰ τῶν ἀμοιβαίων αὐτῶν ἀτμοπλοίων, λογίζεται μὲν εἰς ἑξήκοντα ἑκατοστὰ τοῦ φράγκου κατὰ τριακοντάγραμμον τῶν γραμματίων καθαροῦ βάρους, καὶ ἐκ πεντήκοντα ἑκατοστῶν κατὰ χιλιόγραμμον τῶν δειγμάτων καὶ ἐντύπων, ἐπίσης καθαροῦ βάρους, ἄνευ διακρίσεως τῆς ἀποστάσεως ἀπὸ τοῦ λιμένος τοῦ ἐπιβιβασμοῦ εἰς ἐκεῖνον τοῦ ἀποβιβασμοῦ. Ἄρθρον 5. Τὰ ἔξοδα τῆς διαποντίου ἐκκομίσεως τῶν ἐν κεκλεισμένοις φακέλλοις ἀνταποκρίσεων, τῶν στελλομένων ἐκ τῆς Ἰταλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τῶν γαλλικῶν καὶ αὐστριακῶν ἀτμοπλοίων, καταλογίζονται εἰς βάρος τῆς Διευθύνσεως τῶν ἰταλικῶν Ταχυδρομείων. Ἀμοιβαίως τὰ προερχόμενα ἐκ διαποντίου ἐκκομίσεως ἔξοδα τῶν ἐν κεκλεισμένοις φακέλλοις ἀνταποκρίσεων, τῶν στελλομένων ἐκ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἰταλίαν διὰ τῶν ἰδίων ὡς ἀνωτέρω ἀτμοπλοίων, καταλογίζονται ὁλοσχερῶς εἰς βάρος τῆς Διευθύνσεως τῶν ἑλληνικῶν Ταχυδρομείων. Ἄρθρον 6. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι αἱ δαπάναι τῆς ἐν κεκλεισμένοις φακέλλοις διαποντίου ἐκκομίσεως τῶν ἑκατέρωθεν στελλομένων ἀνταποκρίσεων, ἤτοι ἐκ τῆς Ἰταλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐκ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἰταλίαν, διὰ τῶν γαλλικῶν ἢ αὐστριακῶν ἀτμοπλοίων, ἀποτίονται ὁλοσχερῶς ὑπὸ τοῦ Ταχυδρομείου ἐκείνου, εἰς ὃ ἡ Γαλλία ἢ ἡ Αὐστρία ἤθελε τυχὸν παραχωρήσει ὅρους ἐπωφελεστέρους ὡς πρὸς τὴν τιμὴν τῆς διεκκομίσεως. Τούτου δοθέντος, τὸ Ταχυδρομεῖον τὸ ἀποτῖσαν πάσας τὰς τοιαύτας δαπάνας, καταλογίζει εἰς βάρος τοῦ ἑτέρου Ταχυδρομείου τὸ ἐπιβάλλον αὐτῷ ποσὸν κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ 3 ἄρθρου. Ἄρθρον 7. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὰ ὑπὸ τῆς διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων τῆς Ἰταλίας ἢ τῆς διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων τῆς Ἑλλάδος πρὸς μεταφορὰν τῶν διεθνῶν ἀνταποκρίσεων τεθησόμενα εἰς ἐνέργειαν ἀτμόπλοια εἰσὶν ἐθνικά, ἰδιοκτησία τῆς Ἐπικρατείας, ἢ πλοῖα ναυλωθέντα ἢ χορηγίαν χρηματικὴν λαμβάνοντα ὑπὸ τῆς Ἐπικρατείας, ἀπαλλάσσονται εἰς τοὺς λιμένας ἀμφοτέρων τῶν Ἐπικρατειῶν, κατά τε τὴν εἴσοδον καὶ ἔξοδον αὐτῶν, παντὸς ναυτιλιακοῦ χωρητικότητος καὶ λιμενικοῦ δικαιώματος, πρὸς τούτοις δὲ καὶ παντὸς δικαιώματος διαμετακομιστοῦ καὶ τελωνιακοῦ ἐπὶ τῶν γαιανθράκων, τοὺς ὁποίους καταναλίσκουσιν. Ἀπολαύουσι δὲ ὡσαύτως ὅλων τῶν περιποιήσεων καὶ εὐκολιῶν, ὅσας ἀπαιτεῖ ἡ σπουδαιότης τῆς ἀνατεθειμένης εἰς αὐτὰ ὑπηρεσίας, καὶ κατ’ οὐδένα λόγον δὲν κωλύονται ἀπὸ τὸν ὡρισμένον αὐτοῖς διάπλουν, οὔτε ὑποβάλλονται εἰς κατάσχεσιν, παρεμπόδισιν, κωλυσιπλοΐαν ἢ αὐθεντικὴν κράτησιν. Ἄρθρον 8. Τὰ ἀτμόπλοια τῶν δύω Διευθύνσεων δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τοὺς λιμένας ἀμφοτέρων τῶν Ἐπικρατειῶν, ἢ νὰ ἐξέλθωσιν ἀνὰ πᾶσαν ὥραν τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτός· δύνανται πρὸς τούτοις νὰ ἐπιβιβάζωσι καὶ ἀποβιβάζωσιν εἴδη χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, καθὼς καὶ ἐπιβάτας παντὸς ἔθνους, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ νὰ τηρῶσιν οἱ διευθυνταὶ αὐτῶν τὰς ὑγειονομικάς, ἀστυνομικὰς καὶ τελωνιακὰς διατάξεις τῶν λιμένων τούτων, τὰς ἀφορώσας τὴν ἐπιβίβασιν καὶ ἀποβίβασιν ἐπιβατῶν καὶ ἐμπορευμάτων. Οἱ ἐπιβάται ὅμως τῶν ἀτμοπλοίων τούτων, ὅσοι δὲν κρίνουσιν εὔλογον ν’ ἀποβῶσιν εἰς τὴν ξηρὰν διαρκούσης τῆς ἐλλιμενίσεως τοῦ ἀτμοπλοίου εἴς τινα τῶν ἀνωτέρω λιμένων, δὲν δύνανται νὰ ὑποχρεωθῶσιν ἵνα παρουσιάσωσι τὰ διαβατήριά των πρὸς ἐπιθεώρησιν. Ἄρθρον 9. Ἐὰν κατὰ τὸν διάπλουν τῶν ἀτμοπλοίων, τῶν τακτικῶς προσδιωρισμένων ὑπὸ τῶν δύω διευθύνσεων τῶν Ταχυδρομείων πρὸς μεταφορὰν τῶν ἀνταποκρίσεων, συμβῇ τι ἀπευκταῖον ἢ ἀβαρία τις, τὰ δύω συμβαλλόμενα Μέρη ὑποχρεοῦνται νὰ χορηγῶσιν ἀμοιβαίως εἰς τὰ πλοῖα ταῦτα πᾶσαν συνδρομὴν καὶ βοήθειαν, ἧς ἔχουσιν ἀνάγκην, καὶ νὰ ἐπιτρέπωσι νὰ γίνωνται εἰς τοὺς ἰδίους αὑτῶν ναυστάθμους, κατὰ τὰς ὡρισμένας εἰς αὐτοὺς τιμάς, ὅλαι αἱ ἐπισκευαί, ὅσαι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν εἰς τὰ καταστήματα ταῦτα. Ἄρθρον 10. Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν ἀτμοπλοίων τῶν προσδιωρισμένων πρὸς μεταφορὰν τῶν ἀμοιβαίων φακέλλων τῶν δύω διευθύνσεων τῶν Ταχυδρομείων νὰ λάβωσι γράμματα ἐκτὸς τῶν φακέλλων τούτων, ἐξαιρουμένων πάντοτε τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ἅτινα οἱ διπλωματικοὶ πράκτορες τῶν δύω ἐθνῶν ἀποστέλλουσιν εἰς τὰς ἰδίας αὑτῶν Κυβερνήσεις. Ἄρθρον 11. Ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων τῆς Ἰταλίας ἐπιφυλάσσεται νὰ κανονίσῃ τὸ δρομολόγιον ὡς καὶ τὰς ἡμέρας καὶ ὥρας τῶν ἀναχωρήσεων καὶ ἀφίξεων τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἰταλίας διατηρουμένων, ναυλωμένων ἢ εἰς ἃ δίδει αὕτη χρηματικὰς βοηθείας, ἀτμοπλοίων. Ἀμοιβαίως ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων τῆς Ἑλλάδος τηρεῖ εἰς ἑαυτὴν τὸ αὐτὸ δικαίωμα διὰ τὰς θαλασσίας ὑπηρεσίας τὰς συστημένας ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Αἱ δύω Διευθύνσεις τῶν Ταχυδρομείων ὑποχρεοῦνται νὰ προειδοποιῶσιν ἀλλήλας ἐν καιρῷ δέοντι περὶ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας κρίνουσιν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιφέρωσιν εἰς τὸ δρομολόγιον ἢ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ὡρῶν καὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ἀτμοπλοίων τούτων. Ἄρθρον 12. Ἐννοεῖται ὅτι αἱ ἐσωτερικαὶ συγκοινωνίαι ἀφ’ ἑνὸς εἰς ἄλλον λιμένα τοῦ Βασιλείου τῆς Ἰταλίας δι’ ἑλληνικῶν πλοίων ἢ ἀφ’ ἑνὸς εἰς ἄλλον λιμένα τῆς Ἑλλάδος δι’ ἰταλικῶν πλοίων, δὲν συγχωροῦνται εἰμὴ καθόσον ἐπιτρέπουσι τοῦτο οἱ νόμοι τῶν δύω ἐπικρατειῶν καὶ αἱ ἐν ἰσχύϊ συνθῆκαι. Ἄρθρον 13. Ἡ πληρωμὴ τῶν συνήθων, ἤτοι τῶν μὴ συστημένων γραμμάτων τῶν στελλομένων ἀπὸ τῆς Ἰταλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἶναι προαιρετική. Οἱ ἀποστολεῖς δύνανται κατ’ ἐκλογὴν, εἴτε νὰ προαποτίσωσι τὸ δικαίωμα μέχρι τοῦ πρὸς ὃν ὅρου, ἢ ν’ ἀφήσωσιν αὐτὸ εἰς βάρος τοῦ ἐπιγραφομένου. Ἄρθρον 14. Τὸ εἰσπραχθησόμενον ταχυδρομικὸν τέλος ἐπὶ τῶν μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος ἀνταλλασσομένων διεθνῶν γραμμάτων, εἴτε διὰ τῶν ἰταλικῶν καὶ ἑλληνικῶν, εἴτε διὰ τῶν αὐστριακῶν ἀτμοπλοίων, ὁρίζεται εἰς ἑξήκοντα ἑκατοστὰ τοῦ φράγκου ἢ ἑξήκοντα πέντε λεπτὰ κατὰ δέκα γραμμάρια ἢ κλάσμα τῶν δέκα γραμμαρίων. Τὸ τέλος τοῦτο ὁρίζεται εἰς ὀγδοήκοντα ἑκατοστὰ τοῦ φράγκου (ἢ λεπτὰ ἐννενήκοντα) κατὰ δέκα γραμμάρια ἢ κλάσματα τῶν δέκα γραμμαρίων, ὁσάκις τὰ γράμματα ἀνταλλάσσονται μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος διὰ τῶν γαλλικῶν ἀτμοπλοίων. Ἄρθρον 15. Ἐάν ποτε ἡ ἑτέρα τῶν Διευθύνσεων τῶν Ταχυδρομείων ἐπιτύχῃ ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς τῆς διδομένης εἰς τὰ Ταχυδρομεῖα τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Αὐστρίας διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν κεκλεισμένων φακέλλων, τὴν διὰ τῶν ἀτμοπλοίων αὐτῶν γινομένην, ἢ ἐὰν αἱ δύω συμβαλλόμεναι Κυβερνήσεις ἐπιφέρωσιν ἐλαττώσεις εἰς τὰ ἐσωτερικὰ αὐτῶν τιμολόγια, ἀνάλογος ἐλάττωσις θέλει ἐπέλθει ἐκ συμφώνου καὶ εἰς τὰ διὰ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ὁρισθέντα τέλη διά τε τὰ διεθνῆ καὶ τὰ διὰ τῆς χώρας αὐτῶν διεκκομιζόμενα γράμματα. Ἄρθρον 16. Γράμματα συστημένα δύνανται ν’ ἀποσταλῶσιν ἀπὸ τῆς μιᾶς τῶν δύω Ἐπικρατειῶν εἰς τὴν ἄλλην, ὅσον δὲ τὸ δυνατὸν καὶ εἰς τοὺς τόπους τῶν ὁποίων ἡ ἀνταπόκρισις διεκκομίζεται ἢ διεκκομισθήσεται δι’ αὐτῶν. Πᾶν ἐπὶ συστάσει γράμμα, ἀπὸ τῆς Ἰταλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἰταλίαν ἀποστελλόμενον, ὑποβάλλεται κατὰ τὴν ἀναχώρησιν πρὸς τὸ προπληρωνόμενον κανονισμένον καὶ εἰς ἕτερον ἐκ πεντήκοντα ἑκατοστῶν ἢ πεντήκοντα πέντε λεπτῶν μόνιμον τέλος. Ἄρθρον 17. Τὰ δείγματα ἐμπορευμάτων, μὴ ἔχοντα ἀφ’ ἑαυτῶν οὐδεμίαν ἐμπορικὴν ἀξίαν, ὡς καὶ αἱ τυπογραφικαὶ διορθώσεις, ἀποστελλόμεναι ἐκ τῆς Ἰταλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τἀνάπαλιν, εἴτε διὰ τῶν ἀτμοπλοίων ἀμφοτέρων τῶν συμβαλλομένων Μερῶν, εἴτε διὰ τῶν αὐστριακῶν, ὑποβάλλονται εἰς τὴν προπληρωμὴν τοῦ συνήθους διὰ τὰ γράμματα ἁπλοῦ τέλους ἀνὰ τεσσαράκοντα γραμμαρίων βάρους ἢ τοῦ κλάσματος τῶν τεσσαράκοντα γραμμαρίων. Τὰ τῆς αὐτῆς φύσεως εἴδη, τὰ στελλόμενα διὰ τῶν γαλλικῶν ἀτμοπλοίων, ὑποβάλλονται εἰς τὸ τέλος τῶν συνήθων γραμμάτων. Ἄρθρον 18. Αἱ ἐφημερίδες καὶ τὰ παντὸς εἴδους ἔντυπα, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν δεδεμένων βιβλίων, τὰ ἀποστελλόμενα ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἑτέραν Ἐπικράτειαν, ὑποβάλλονται εἰς τὴν προπληρωμὴν τοῦ μέχρι τοῦ πρὸς ὃν ὅρου αὐτῶν τέλους, συνισταμένου εἰς δέκα ἑκατοστὰ τοῦ φράγκου (ἢ λεπτὰ δέκα) διὰ τεσσαράκοντα γραμμάρια ἢ κλάσμα τεσσαράκοντα γραμμαρίων, ἄνευ διακρίσεως τοῦ μέσου τῆς ἀποστολῆς. Ἄρθρον 19. Ὅπως δὲ ἀπολαύσωσι τὰ δείγματα ἐμπορευμάτων, αἱ ἐφημερίδες καὶ τὰ ἔντυπα τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὁρισθείσης ἐλαττώσεως τῶν κομίστρων, πρέπει νὰ πέμπωνται ὑπὸ ταινίαν ἢ εἰς τρόπον ὥστε νὰ γνωρίζωνται εὐκόλως. Δὲν πρέπει δὲ νὰ φέρωσιν οὐδὲν χειρόγραφον ἢ σημεῖον διὰ χειρὸς γεγραμμένον, εἴτε ἐσωτερικῶς εἴτε ἐξωτερικῶς, ἐκτὸς τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ἀποστολέως καὶ τῆς ἐπιγραφῆς τοῦ πρὸς ὃν διευθύνονται. Τὰ δείγματα ἐμπορευμάτων καὶ αἱ τυπογραφικαὶ διορθώσεις, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκπληρωθῶσιν οἱ ἀνωτέρω ὅροι καὶ δὲν προαποτεθῶσι τὰ τέλη, θέλουν ὑποβάλλεσθαι εἰς τὸ τέλος τῶν συνήθων ἐπιστολῶν, τὰ δὲ ἔντυπα δὲν ἀποστέλλονται εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, ἀλλ’ ἐπιστρέφονται εἰς τοὺς ἀποστολεῖς, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι ἐφικτόν. Ἄρθρον 20. Δείγματα ἐμπορευμάτων καὶ τυπογραφικαὶ διορθώσεις ὑπὸ ταινίαν παραδιδόμεναι, δύνανται νὰ σταλῶσιν ἐπὶ συστάσει ἀπὸ τῆς Ἰταλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἰταλίαν. Οἱ ἐμπεριέχοντες τοιαῦτα ἀντικείμενα φάκελλοι, ὑποβαλλόμενοι εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐπὶ συστάσει ἀποστολῶν, ὑπόκεινται κατὰ τὴν ἀναχώρησιν πρὸς τὸ προπληρονόμενον κανονισμένον ἐπὶ τῶν δειγμάτων καὶ τῶν ἐντύπων δυνάμει τῶν ἄρθρων 17 καὶ 18 τῆς παρούσης Συμβάσεως, καὶ εἰς ἕτερον ἐκ πεντήκοντα ἑκατοστῶν τοῦ φράγκου ἢ πεντήκοντα πέντε λεπτῶν μόνιμον τέλος. Ἄρθρον 21. Τὰ ἐπὶ τῶν συνήθων καὶ ἐπὶ συστάσει γραμμάτων, δειγμάτων ἐμπορευμάτων καὶ τῶν ἐντύπων εἰσπραχθέντα, δυνάμει τῶν προηγουμένων 14, 16, 17, 18 καὶ 20 ἄρθρων, ἀνήκουσιν ὁλοσχερῶς εἰς τὸ ἀποστεῖλαν γραφεῖον. Ἄρθρον 22. Διὰ τὰς προερχομένας ἐκ τῶν Ἐπικρατειῶν, αἵτινες δανείζονται τὸ μέσον τῆς Ἰταλίας, καὶ εἰς Ἑλλάδα ἐπὶ προπληρωμῇ διευθυνομένας ἀνταποκρίσεις, ὡς ἐπίσης καὶ διὰ τὰς προερχομένας ἐκ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπὶ μὴ προπληρωμῇ διευθυνομένας εἰς τὰς εἰρημένας Ἐπικρατείας ἀνταποκρίσεις, ἡ διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων τῆς Ἰταλίας θέλει πληρόνει εἰς ἐκείνην τῆς Ἑλλάδος ὡς ἀκολούθως· Δι’ ἕκαστον ἐπὶ προπληρωμῇ γράμμα, μὴ ὑπερβαῖνον τὸ βάρος δέκα γραμμαρίων, τὴν ποσότητα δέκα ἑκατοστῶν τοῦ φράγκου. Δι’ ἕκαστον φάκελλον ἐντύπων ἐπὶ προπληρωμῇ ἀποστελλομένων, μὴ ὑπερβαίνοντα τὸ βάρος τῶν τεσσαράκοντα γραμμαρίων, τὴν ποσότητα δύω ἑκατοστῶν τοῦ φράγκου. Διὰ γράμματα προερχόμενα ἐκ τῆς Ἑλλάδος, διευθυνόμενα ἐπὶ μὴ προπληρωμῇ εἰς τὰς εἰρημένας Ἐπικρατείας, ἡ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων τῆς Ἰταλίας πρὸς τὰ μνημονευόμενα ἀνωτέρω τῶν δέκα ἑκατοστῶν τέλη θέλει ἀποδίδει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος πληρονόμενα δι’ ἔξοδα τῆς διαποντίου ἐκκομίσεως τῶν γραμμάτων τούτων, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 4 καὶ 5 τῆς παρούσης Συμβάσεως. Ἄρθρον 23. Ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων τῆς Ἑλλάδος θέλει πληρόνει εἰς ἐκείνην τῆς Ἰταλίας, διὰ τὰς προερχομένας ἐκ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὰς ἐπικρατείας, εἰς ἃς ἡ Ἰταλία χρησιμεύει ὡς μέσον, διευθυνομένας ἐπὶ πληρωμῇ ἀνταποκρίσεις, καθὼς ἐπίσης καὶ διὰ τὰς προερχομένας ἐκ τῶν ἐπικρατειῶν τούτων καὶ εἰς Ἑλλάδα διευθυνομένας ἐπὶ μὴ πληρωμῇ ἀνταποκρίσεις ὡς ἀκολούθως· αʹ. Διὰ πᾶν προπληρωμένον γράμμα, προερχόμενον ἐκ τῆς Ἑλλάδος, τὴν ποσότητα δέκα ἑκατοστῶν τοῦ φράγκου ἐπὶ βάτους δέκα γραμμαρίων ἢ τοῦ κλάσματος αὐτῶν, καὶ διὰ φάκελλον ἐντύπων προπληρωμένον τὴν ποσότητα δύω ἑκατοστῶν τοῦ φράγκου ἐπὶ βάρους τεσσαράκοντα γραμμαρίων ἢ τοῦ κλάσματος τεσσαράκοντα γραμμαρίων ὡς κόμιστρον διὰ τῆς Ἰταλικῆς χώρας. βʹ. Τὰ ὑπὸ τῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων τῆς Ἰταλίας εἰς τὰς ταχυδρομικὰς Διευθύνσεις τῶν εἰρημένων Ἐπικρατειῶν πληρονόμενα ξένα τέλη. Διὰ τὰς προερχομένας ἐκ τῶν Ἐπικρατειῶν τούτων καὶ ἐπὶ μὴ προπληρωμῇ εἰς Ἑλλάδα διευθυνομένας ἀνταποκρίσεις, τὰ αὐτὰ ἀνωτέρω μνημονευθέντα τέλη, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ ἐκκομιστικὰ θαλάσσια ἔξοδα, τὰ λογισθέντα ἤδη εἰς βάρος τῆς Ἰταλίας δυνάμει τῶν ἄρθρων 4 καὶ 5 τῆς παρούσης Συμβάσεως. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι οἱ ὅροι τῆς πληρωμῆς τῶν ἀνωτέρω ἀνταποκρίσεων, τὰ τέλη καὶ αἱ ξέναι Ἐπικράτειαι αἵτινες δανείζονται τὸ μέσον τῆς Ἰταλίας, θέλουν σημειωθῆ εἰς ἴδιον πίνακα, προσαρτηθησόμενον εἰς τὸν περὶ ἐκτελέσεως τῆς Συμβάσεως κανονισμόν. Ἄρθρον 24. Διομολογεῖται ἐνταῦθα ἐπισήμως ὅτι τὰ γράμματα, τὰ δείγματα ἐμπορευμάτων καὶ τὰ παντὸς εἴδους ἔντυπα, ὅσα στέλλονται ἑκατέρωθεν προπληρωθέντος τοῦ δικαιώματος μέχρι τοῦ προσδιορισμοῦ των, δυνάμει τῆς παρούσης Συμβάσεως, δὲν ὑπόκεινται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἰς οὐδὲν ἕτερον τέλος ἢ δικαίωμα ἐν τῷ τόπῳ τοῦ προορισμοῦ των. Ἡ πληρωμὴ τῶν παντὸς εἴδους ἀνταποκρίσεων δύναται νὰ γίνῃ εἰς ἀμφοτέρας τὰς Ἐπικρατείας διὰ τῆς ἐπιθέσεως ἰδίου γραμματοσήμου. Ἄρθρον 26. Ὁσάκις ἡ ἀξία τοῦ γραμματοσήμου τοῦ τεθειμένου ἐπὶ γράμματός τινος εἶναι κατωτέρα τοῦ ὁριζομένου διὰ τὸ γράμμα τοῦτο τέλους, τὸ γράμμα θεωρεῖται ἀπλήρωτον καὶ ἐφαρμόζονται ἐπ’ αὐτοῦ τὰ περὶ ἀπληρώτων γραμμάτων, ἐκπιπτομένης τῆς ἀξίας τῶν ἀνεπαρκῶς τεθέντων γραμματοσήμων. Τὰ ὑπὸ ταινίαν ἤδη ἀπολαύσαντα τὴν ἐλάττωσιν τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν διὰ τῆς ὑποχρεωτικῆς προπληρωμῆς θέλουσιν, ἐν περιπτώσει ἀνεπαρκοῦς πληρωμῆς, ἀποστέλλεσθαι εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον ἐπιβεβαρυμένα μὲ τὸ ὑπόλοιπον μὴ προπληρωθὲν τέλος. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῶν ἀνωτέρω μνημονευθέντων εἰδῶν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον θέλει γίνεσθαι διὰ μόνων τῶν Ἰταλικῶν καὶ Ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων τῶν ὑπηρετούντων μεταξὺ τῶν λιμένων ἑκατέρων τῶν δύω Ἐπικρατειῶν. Ἄρθρον 27. Ὁσάκις ἀπολεσθῇ γράμμα ἢ ἄλλο τι ἀντικείμενον ἐπὶ συστάσει, ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων τῆς Ἐπικρατείας, ἐντὸς τῆς ὁποίας θέλει λάβει χώραν ἡ ἀπώλεια, θέλει πληρόνει πρὸς τὴν ἑτέραν, λόγῳ ἀποζημιώσεως τοῦ ἀποστολέως, τὴν ποσότητα πεντήκοντα φράγκων. Ἐν τούτοις αἱ δύω Διευθύνσεις ἀπαλλάσσονται τῆς πρὸς ἀποζημίωσιν ὑποχρεώσεώς των ταύτης, ἂν ἡ περὶ τούτου ἀπαίτησις δὲν γίνῃ ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συστάσεως. Ἄρθρον 28. Αἱ κακῶς διευθυνθεῖσαι παντὸς εἴδους ἀνταποκρίσεις ἀντεπιστρέφονται ἑκατέρωθεν κατὰ τὴν τιμὴν, καθ’ ἣν ὑπελογίσθησαν κατ’ ἀρχάς. Αἱ ἀνταποκρίσεις πρὸς ἐπιγραφομένους μεταβαλόντας τόπον διαμονῆς παραδίδονται ἑκατέρωθεν βεβαρυμέναι μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔμελλον νὰ πληρώσωσιν οἱ πρὸς οὓς διευθύνονται. Ἄρθρον 29. Αἱ ἀνταποκρίσεις, ὅσας ἀρνοῦνται νὰ παραλάβωσιν οἱ πρὸς οὓς διευθύνονται, ἢ αἱ ἀπευθυνόμεναι πρὸς ἀγνώστους, θέλουν διατηρεῖσθαι ἐπὶ τρεῖς μῆνας εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ πρὸς ὃν ὅρου· μετὰ παρέλευσιν δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης ἀντεπιστρέφονται πρὸς τὰ ἀποστέλλοντα γραφεῖα. Ὅσαι δὲ κατελογίσθησαν εἰς βάρος τοῦ ἑτέρου μέρους ἀντεπιστρέφονται κατὰ τὴν αὐτὴν τιμὴν, καθ’ ἣν ὑπελογίσθησαν κατ’ ἀρχάς. Ἄρθρον 30. Αἱ ταχυδρομικαὶ Διευθύνσεις τῶν δύω συμβαλλομένων Μερῶν δὲν δέχονται ἐντὸς τῶν μεταξὺ αὐτῶν ἀνταλλασσομένων φακέλλων, δυνάμει τῆς παρούσης Συμβάσεως, οὐδὲν γράμμα περιέχον χρυσὸν ἢ ἄργυρον κατειργασμένον, ἀδάμαντας ἢ ἄλλα πολύτιμα εἴδη, ὑποκείμενα εἰς τὴν πληρωμὴν τελωνιακῶν δικαιωμάτων Ἄρθρον 31. Ἡ ἐπίσημος ἀνταπόκρισις, ἡ ἀφορῶσα τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, τὰ λογιστικὰ ταύτης ἔγγραφα καὶ τὰ ἄχρηστα γράμματα ἀποδίδονται ἀμοιβαίως ἐλεύθερα τέλους. Ἄρθρον 32. Χρηματικαὶ ποσότητες δύνανται νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, ὅπως πληρωθῶσι, δυνάμει ταχυδρομικῶν ἐνταλμάτων, ἀπὸ τῶν γραφείων τῶν ἀμοιβαίων Ἐπικρατειῶν. Ἄρθρον 33. Διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων τούτων ὁ παραδίδων πληρόνει δικαίωμα τεσσαράκοντα ἑκατοστῶν τοῦ φράγκου διὰ φράγκα τεσσαράκοντα ἢ κλάσμα τεσσαράκοντα φράγκων. Τὸ δικαίωμα τοῦτο διανέμεται ἐξίσου μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων τῆς Ἑλλάδος. Αἱ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ διατάξεις θέλουσι τεθῆ εἰς ἐνέργειαν ἅμα εἰσαχθέντος εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος τοῦ συστήματος τῆς διὰ ταχυδρομικῶν ἐνταλμάτων ἀποστολῆς χρημάτων. Ἄρθρον 34. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἰταλίας καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ὑποχρεοῦνται νὰ μεταφέρωσι διὰ τῆς χώρας αὑτῶν δωρεὰν τοὺς κεκλεισμένους φακέλλους, τοὺς ὁποίους τ’ ἀμοιβαῖα ταχυδρομικὰ γραφεῖα ἤθελον ἔχει πρὸς ἀνταλλαγὴν μετὰ τῶν ταχυδρομικῶν γραφείων ξένων Ἐπικρατειῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως ἐὰν ἡ ἐκκόμισις τῶν φακέλλων τούτων δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ διὰ τῶν συνήθων μέσων, ἅτινα διαθέτει ἑκάστη τῶν δύω Διευθύνσεων, καὶ ἐὰν αἱ ὠφελούμεναι τῆς δωρεὰν ταύτης ἐκκομίσεως ξέναι Ἐπικράτειαι παραχωρήσωσι κατ’ ἀμοιβαιότητα τὸ αὐτὸ προνόμιον διὰ τὰς ἐκκομιζομένας διὰ τῆς χώρας αὐτῶν ἀνταποκρίσεις. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐκκομίσεως ὁρίζεται εἰς τεσσαράκοντα ἑκατοστὰ μὲν τοῦ φράγκου διὰ γράμματα καθαροῦ βάρους τριάκοντα γραμμαρίων, εἰς πεντήκοντα δὲ ἑκατοστὰ τοῦ φράγκου δι’ ἕκαστον χιλιόγραμμον ἐντύπων ἐπίσης καθαροῦ βάρους. Ἄρθρον 35. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἰταλίας ὑποχρεοῦται νὰ μετακομίζῃ διὰ τῶν διαπλεόντων τὴν μεσόγειον Ἰταλικῶν ἀτμοπλοίων τὰς ἐν κεκλεισμένοις φακέλλοις ἀνταποκρίσεις, τὰς ὁποίας τὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα τῆς Ἑλλάδος δύνανται ν’ ἀνταλλάσσωσι μετ’ ἄλλων ταχυδρομικῶν ἑλληνικῶν ἢ ξένων γραφείων, ἑδρευόντων εἰς τοὺς λιμένας ἐν οἷς ἐλλιμενίζονται τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα. Ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων τῆς Ἑλλάδος θέλει πληρόνει πρὸς τὴν Ἰταλικὴν τὴν ποσότητα ἑξήκοντα ἑκατοστῶν μὲν τοῦ φράγκου διὰ γράμματα τριάκοντα γραμμαρίων καθαροῦ βάρους, καὶ ἑνὸς φράγκου δι’ ἕκαστον χιλιόγραμμον δειγμάτων ἐμπορίας καὶ ἐντύπων, ἐμπεριεχομένων εἰς τοὺς φακέλλους τούτους, ἐπίσης καθαροῦ βάρους. Ἄρθρον 36. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ὑποχρεοῦται ὡσαύτως ἐκ μέρους αὐτῆς νὰ μετακομίζῃ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ἐν τῷ ἀνωτέρω ἄρθρῳ ἀναφερομένους ὅρους, διὰ τῶν διαπλεόντων τὴν μεσόγειον Ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων, τὰς ἐν κεκλεισμένοις φακέλλοις ἀνταποκρίσεις, τὰς ὁποίας τὰ Ἰταλικὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα δύνανται ν’ ἀνταλλάσσωσι μετ’ ἄλλων Ἰταλικῶν ἢ ξένων ταχυδρομικῶν γραφείων, ἑδρευόντων εἰς τοὺς λιμένας, ἐν οἷς ἐλλιμενίζονται τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα. Ἄρθρον 37. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι τὸ βάρος τῶν παντὸς εἴδους ἀνταποκρίσεων, αἵτινες μένουσιν ἄχρηστοι, ὡς καὶ τὸ τῶν φύλλων εἰδοποιήσεως καὶ ἄλλων λογιστικῶν φύλλων, τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἀνταποκρίσεων τῶν μεταφερομένων ἐν κεκλεισμένοις φακέλλοις, περὶ ὧν γίνεται λόγος εἰς τὰ ἄρθρα 4, 34, 35 καὶ 36, δὲν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸ βάρος τῶν γραμμάτων, δειγμάτων, ἐφημερίδων καὶ ἐντύπων παντὸς εἴδους, ἅτινα θέλουν διατιμᾶσθαι κατὰ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα. Ἄρθρον 38. Εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς αἱ δύο Διευθύνσεις θέλουν καταστρώνει τοὺς λογαριασμοὺς διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ἀνταποκρίσεων καὶ τῶν πληρωτέων χρηματικῶν ποσῶν διὰ ταχυδρομικῶν ἐνταλμάτων, κατὰ τὴν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ τελευταίου παραγράφου τοῦ ἄρθρου 33 περίπτωσιν· οἱ λογαριασμοὶ οὗτοι, ἀφοῦ ἑκατέρωθεν συζητηθῶσι καὶ γίνωσιν ὁριστικῶς παραδεκτοὶ, ἐξοφλοῦνται ὑπ’ ἐκείνης τῶν δύω διευθύνσεων, ἥτις ἤθελεν ἀναδειχθῆ χρεώστης. Ἄρθρον 39. Αἱ δύω διευθύνσεις θέλουσι προσδιορίσει ἐκ συμφώνου τὰ γραφεῖα, δι’ ὧν θὰ γίνηται ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν ἀνταποκρίσεων, ὡς καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα θέλουσιν ἔχει τὴν ἄδειαν τοῦ ἐκδίδειν καὶ ἐξοφλεῖν τὰ ταχυδρομικὰ ἐντάλματα, περὶ ὧν γίνεται λόγος εἰς τὸ ἄρθρον 32· θέλουσι δὲ προσδιορίσει τὸν τύπον τῶν λογαριασμῶν καὶ πᾶν ἄλλο μέτρον λεπτομερείας καὶ τάξεως ἀναγκαίας πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῆς παρούσης Συμβάσεως. Ἐννοεῖται ὅτι τ’ ἀνωτέρω ὁρισθέντα μέτρα δύνανται νὰ τροποποιηθῶσιν ὑπὸ τῶν δύω διευθύνσεων, ἅμα ἀναγνωρίσωσιν αὗται ἐκ συμφώνου τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἄρθρον 40. Ἡ παροῦσα Σύμβασις θέλει τεθῆ εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ τῆς συμφωνηθησομένης ὑπὸ τῶν διευθύνσεων τῶν ταχυδρομείων τῶν δύω ἐπικρατειῶν ἡμέρας. Θέλει δὲ ἰσχύει ἐπὶ ἓν ἔτος, καὶ τούτου παρελθόντος, θέλει ἐξακολουθεῖ ἰσχύουσα ἀπὸ ἔτος εἰς ἔτος, μέχρις οὗ ἡ μία τῶν δύω Κυβερνήσεων ἀναγγείλῃ πρὸς τὴν ἑτέραν ἓν ἔτος πρὶν τὴν πρόθεσιν αὐτῆς τοῦ νὰ παύσῃ ἡ ἰσχὺς τῆς συμβάσεως. Ἄρθρον 41. Ἡ παροῦσα σύμβασις θέλει ἐπικυρωθῆ, αἱ δὲ ἐπικυρώσεις αὐτῆς ἀνταλλαχθήσονται ὅσον οἷόν τε τάχιον. Εἰς πίστωσιν τούτων, οἱ ἀμοιβαῖοι πληρεξούσιοι τῶν δύω Κυβερνήσεων ὑπέγραψαν τὴν παροῦσαν σύμβασιν καὶ ἔθεντο ἐπ’ αὐτῆς τὰς ἑαυτῶν σφραγίδας. Ἐγένετο ἐν Ἀθήναις, τὴν πέμπτην (δεκάτην ἑβδόμην) νοεμβρίου τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἑξηκοστοῦ τετάρτου ἔτους.»
(Τ. Σ.) Θ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ, (Τ. Σ.) ΔΕΛΛΑ ΜΙΝΕΡΒΑ.
§170ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, διότι εἶναι μόνον ἓν ἄρθρον. — «Περὶ συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας πρὸς καταστολὴν τῆς λῃστείας.» (Ἀναγινώσκεται). Ἄρθρον μοναδικόν. «Ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνομολογηθεῖσα ἐν Ἀθήναις τὴν 29 7βρίου 1865 Σύμβασις περὶ καταστολῆς τῆς λῃστείας ἐξ ἄρθρων 8 καὶ ἧς τὸ κείμενον ἕπεται, θέλει ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν.»
§172ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον.
§173ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§174ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω μίαν τροπολογίαν καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβληθῇ. Ἡ τροπολογία ἔχει αὐτὸν τὸν σκοπὸν νὰ παραχωρήσῃ τὸ δημόσιον εἰς τοὺς ποιμένας τὰς ἐθνικὰς βοσκὰς, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐγγυηθῶσιν αὐτοὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν περιοχῶν τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς τὰς ὁποίας νέμονται. Τὴν ἰδέαν αὐτὴν τὴν δέχονται αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ποιμένες.
§175ΠΟΛΛΟΙ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§176ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι περὶ λειβαδίων;
§177ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ἀλλὰ περὶ συνθήκης.
§178ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ εἴπητε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πρότασίς μου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν κατατάξῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§179ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας.
§181Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἂς τὴν ἀφήσωμεν δι’ αὔριον.
§182ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, εἶναι σπουδαῖον· καὶ νομίζετε ὅτι θὰ τελειώσῃ ἀπόψε ἢ αὔριον; ἡμέρας θὰ διαρκέσῃ.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον;
§184ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ μᾶς δώσῃ τὰς πληροφορίας αἱ ὁποῖαι τοῦ ἐζητήθησαν.
§185ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ὅταν κατὰ τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν τῆς παρούσης συμβάσεως ἐπρόκειτο, εἷς τῶν ἐντίμων βουλευτῶν ἐζήτησεν ἐξωδίκως ἂν ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι συνθῆκαι μεταξὺ Τουρκίας καὶ τῶν ἄλλων εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν περὶ παραδόσεως λειποτακτῶν. Ὑπάρχουν ὄχι μόνον μεταξὺ τῆς Τουρκίας καὶ τῶν ἄλλων εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν τοιαῦται συνθῆκαι. Καὶ ἰδού· «Συνθήκη εἰρήνης μεταξὺ Τουρκίας καὶ Βλαχίας, ὡς καὶ μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ῥωσσίας. (Ἀνέγνω αὐτάς). Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι μεταξὺ τῆς Τουρκίας καὶ Ῥωσσίας ὑπάρχει συνθήκη ὄχι μόνον διὰ τοὺς λειποτάκτας στρατιώτας, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλα τὰ ἐγκλήματα. Μεταξὺ δὲ ἄλλων κρατῶν εἶναι τόσαι πολλαὶ συνθῆκαι, ὥστε δὲν μένει καιρὸς νὰ σᾶς τὰς ἀναφέρω· αὐτὴ εἶναι ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐδῶ· τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι εἰς τὰς δυσκολίας ἃς ἀντέταξεν ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἡ Ὀθωμανικὴ Πύλη δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνθέξῃ, καὶ ἔκαμε μίαν δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας δηλοῖ, ὅτι οὐδέποτε θέλει σταλῆ στρατὸς ἄλλος, παρὰ συγκείμενος ἀπὸ Μουσουλμάνους. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον τοῦ πρέσβεως τῆς Τουρκίας. (Τὸ ἀναγινώσκει). Αὐτὴ ἡ συνθήκη εἶναι ὁμοία μὲ ἐκείνην, ἥτις συνετάχθη τὸ 1856, μόνον δὲ κατὰ τὸ 6ον ἄρθρον ἐτροπολογήθη.
§186ΖΩΤΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀπὸ τὸν Κ. ὑπουργὸν, ἐὰν εἰς τὸν τουρκικὸν στρατὸν ὑπάρχουν χριστιανοὶ Ἕλληνες ἢ καὶ ἄλλοι.
§187ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουρ. ἐξωτερικῶν). Ὑπάρχουν καὶ Οὗγγροι καὶ διάφοροι ἄλλοι.
§188ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ, Κύριοι, ἐν τῷ ΙΘʹ. αἰῶνι καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ταύτης νὰ παρουσιασθῇ ὑπουργὸς μὲ συνθήκην, ἐπὶ τῆς ὁποίας προφανῶς χαρακτηρίζεται ἡ προδοσία τοῦ ἱερωτέρου καθήκοντος.
§189ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Εἶναι συγκεκινημένος.
§190ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι τῷ ὄντι συγκεκινημένος, διότι ἀνέκαθεν συνήθισα νὰ στηλιτεύω τὴν προδοσίαν, ὅπως καὶ εἰς τὸ σύγγραμμά μου οἱ Σπινθῆρες ἐστηλίτευσα τὴν προδοσίαν, καθὼς καὶ τὸν προδότην τῆς φιλικῆς ἑταιρίας Ἀσημάκην. Ναὶ, εἶμαι συνειθισμένος νὰ ἐξελέγχω ἀείποτε τοὺς καταχραστὰς καὶ τοὺς ἐπιβούλους, καὶ μὴ μὲ διακόπτετε, Κύριοι, διότι ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ ἰδιαιτέρου, οὔτε ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ περὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς πατρίδος· πρόκειται περὶ παραδόσεως προσφύγων, περὶ παραδόσεως λειποτακτῶν, καὶ ὅταν ἡμεῖς παραδεχθῶμεν αὐτὸ τὸ αἴσχιστον παράδειγμα, ποῦ θέλομεν μείνει εἰς τὸ κατόπιν; τί θὰ εἴπῃ ἡ ἱστορία; Ὑπάρχει ἓν παράδειγμα Κυβερνήσεώς τινος, ἥτις παρέδωκε τὸν πρῶτον μάρτυρα τῆς ἐθνεγερσίας μας, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἔκτοτε ὅλαι αἱ γλῶσσαι, ὅλαι αἱ φωναὶ, ὅλοι οἱ συγγραφεῖς, οἱ ποιηταὶ, καὶ ἡμέτεροι καὶ ξένοι, ἐστηλίτευσαν τὴν διαγωγὴν αὐτήν· καὶ ἡμεῖς θὰ παραδεχθῶμεν σήμερον συνθήκην, ἥτις ἐκ τοῦ προφανοῦς ἀνατρέπει τὰς βάσεις τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ πολιτεύματός μας; Ποτὲ, ποτὲ μὴ γένοιτο! σήμερον ἡ τοιαύτη συνθήκη εἶναι γεγραμμένη μὲ τὸ αἷμα τοῦ πρωτομάρτυρος Φεραίου καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἀποκρούσει τὸ ἀπαίσιον τοῦτο στίγμα.
§191ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Πρόκειται μόνον περὶ λειποτακτῶν στρατιωτῶν, δὲν πρόκειται περὶ προσφύγων.
§192ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀνέγνωσα τὴν Συνθήκην καὶ ἠξεύρω περὶ τίνος πρόκειται· ἔχετε ὑπομονήν. Τὸ μόνον, κύριοι, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὸ μικρὸν ἡμῶν Κράτος, εἶναι ἡ εὐνομία καὶ ἡ δικαιοσύνη, ἥτις ἀπονέμεται ἐξ ἴσου, εἶναι τὰ φῶτα, ἅτινα διαχέονται ἐντεῦθεν καθ’ ἅπασαν τὴν Ἀνατολήν. Τοῦτο μόνον μᾶς ἔμενεν, ἀφοῦ μᾶς ἀπεστέρησαν τὴν πατρίδα κατὰ μέγα μέρος. Σήμερον λοιπὸν ἀναιροῦντες ἡμεῖς ἐκείνους, οἵτινες ἐπαγίωσαν τό γε νῦν ἔχον, καὶ παραδίδοντες ἡμεῖς λειποτάκτας καὶ πρόσφυγας, πῶς θὰ χαρακτηρισθῶμεν; προδόται τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς μᾶς παρουσίασε μίαν συνθήκην, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ Ῥωσσίας καὶ Τουρκίας, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη μεταξὺ Αὐστρίας καὶ Τουρκίας. Ἀλλὰ, κύριοι, μεταξὺ Ῥωσσίας καὶ μεταξὺ Τουρκίας ὑπάρχουν ἄλλα τὰ ἤθη, ἄλλα τὰ ἔθιμα, ἄλλος ὁ χαρακτὴρ, καὶ ἐν Ῥωσσίᾳ δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα. Ἐν Ῥωσσίᾳ βασιλεύουν οἱ ἀπόλυτοι νόμοι ὅπως καὶ ἐν Τουρκίᾳ, καὶ τοιουτοτρόπως ἀμφότερα τὰ Κράτη δύνανται νὰ συναλλαχθῶσιν. Ἐν Αὐστρίᾳ ὑπάρχουν ἐπίσης τὰ αὐτὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, ὥστε νὰ συνάψωσι καὶ συνθήκας τοιαύτας. Ἀλλὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ Τουρκίας ὑπάρχει ἡ αὐτὴ συνάφεια, ἡ αὐτὴ νομοθεσία, τὰ αὐτὰ ἤθη, τὰ αὐτὰ ἔθιμα; Ὄχι, εἴμεθα πολὺ μεμακρυσμένοι τῶν ἠθῶν καὶ ἐθίμων τῆς Τουρκίας, καὶ ὅταν ἡμεῖς ἀνατρέψωμεν αὐτὰς τὰς βάσεις, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι συνανατρεπόμεθα. Ἐπαρουσίασε προσέτι ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς ἓν ἔγγραφον τοῦ ἐντίμου πρέσβεως, δι’ οὗ διαβεβαιοῖ, ὅτι τὰ κατὰ τὰ μεθόρια ὀθωμανικὰ στρατεύματα θέλουν εἶσθαι Μουσουλμάνοι καὶ οὐχὶ Χριστιανοί. Καὶ πρῶτον, τὸ τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδέποτε τὸν τόπον του ἐν συνθήκῃ, δὲν δύναται οὐδέποτε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπίσημον ἔγγραφον· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἠδύνατο νὰ λάβῃ τοιοῦτον τόπον, σᾶς ἐρωτῶ, τὰ κατὰ τὰ μεθόρια στρατεύματα τῶν Ὀθωμανῶν εἶναι Ὀθωμανοί; Δὲν εἶναι Ἀλβανοί, δὲν εἶναι Χριστιανοὶ ἐντόπιοι, δὲν εἶναι τόσοι ἄλλοι; Οὐχὶ, ἴσως μοι εἴπῃ τις. Κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς Ἀλβανίας μέχρι σήμερον πρεσβεύει καὶ πιστεύει τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων μας, ἥτις εἶναι ἡ θρησκεία τοῦ Ἰησοῦ. Εἶδον ἐγὼ τοιούτους καθ’ ἅπασαν τὴν Τουρκίαν καὶ ἐν Κρήτῃ ἰδίως. Οἱ μὴ γινώσκοντες, ποῖοι οἱ Ἀλβανοί, ἐκεῖνοι δύνανται νὰ ἔχουν ἐναντίαν ἰδέαν· ἀλλ’ ὅταν ἐξετάσητε τοὺς εἰδήμονας, θέλετε καταμάθει, ὅτι μέχρι σήμερον γεννώμενα τὰ τέκνα αὐτῶν τὰ ῥαντίζουν καὶ τοῖς ἀποδίδουν ἐν τῷ κρυπτῷ ἀείποτε χριστιανικὸν ὄνομα· ὥστε δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται ὁ Κ. Πρέσβυς, καὶ ἐννοεῖτε, ὅτι τὰ κατὰ τὰ μεθόρια στρατεύματα θέλουν εἶσθαι κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ ἐπέκεινα χριστιανικά.
§193ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τόσον καλλίτερα, τοὺς κρατοῦμεν.
§194ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τόσον καλλίτερα, λέγει ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς, ὅταν ᾖναι χριστιανοί· ἀλλ’ ὅταν ᾖναι χριστιανοί, τότε ἡμεῖς ὑποκείμεθα εἰς μεγαλείτερον ἀτόπημα νὰ παραδώσωμεν τοὺς ὁμοθρήσκους μας, τοὺς ἀδελφούς μας χριστιανοὺς εἰς τὴν ἀγχόνην καὶ εἰς τὸ ἰκρίωμα.
§195ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Ἐσωτερικῶν). Ὅταν ᾖναι χριστιανοί, τότε δὲν τοὺς παραδίδομεν· δὲν εἶναι ἡ συνθήκη διὰ τοὺς χριστιανοὺς, εἶναι διὰ τοὺς ὀθωμανούς.
§196ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀποκρίνομαι εἰς τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν πρόκειται, λέγει, νὰ παραδώσωμεν τοὺς χριστιανοὺς, ἀλλὰ τοὺς τούρκους· καὶ πῶς, Κ. ὑπουργέ; Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἠμπορεῖ διὰ νὰ εὕρῃ ἐν ἐλευθέρῳ κράτει τόπον ἐλευθερίας; δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ περίθαλψιν καὶ ἀνακούφισιν; Παραδίδομεν τοὺς στρατιώτας ἐναλλάξ. Ἀλλὰ, κύριοι, συλλογισθῆτε, τὸ «κοινὴ γὰρ ἡ τύχη καὶ τὸ μέλλον ἀόρατον.» Οὕτω πως ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ποτὲ καὶ ἡ φρουρὰ τῆς Ναυπλίας, ἐὰν εὑρίσκετο εἰς τὸν περίβολον τοῦτον· ἀλλ’ ὅμως ἦλθε περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν κατέφυγεν εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ ἐὰν ὑπῆρχε συνθήκη τοιαύτη, τότε ἡ φρουρὰ τῆς Ναυπλίας ἤθελε συλληφθῇ καὶ παρουσιασθῇ δέσμιος ἐνώπιον τοῦ δημίου. Ἐρωτῶ λοιπὸν, οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ὑπὲρ τίνος ἐμάχοντο; ὑπὲρ ἐλευθερίας ἢ ὑπὲρ τῆς τυραννίας; Ἐμάχοντο ὑπὲρ ἐλευθερίας· ἡττήθησαν εἰς μίαν στιγμὴν ἢ ἠπατήθησαν· κατέφυγον εἰς τὸ ὀθωμανικὸν κράτος. Τότε ἔπρεπε νὰ ζητηθῶσιν, ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ συνθήκη αὕτη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τὸ παρὸν ὑπουργεῖον· ἔπρεπε νὰ ζητήσητε αὐτοὺς, καὶ νὰ τοὺς περάσητε ἐν στόματι μαχαίρας, ἵνα εἴπω κατὰ κοινὴν ἔκφρασιν; Καὶ προκειμένου περὶ στρατιωτῶν, δὲν εὑρίσκει μυρίας μαγκανείας, μυρία μέσα οἱαδήποτε ἀρχὴ, ὥστε καὶ τὸν πολιτικῶς πρόσφυγα ἢ λειποτάκτην νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς στρατιώτην, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ σύρῃ τὸ θῦμα εἰς τοῦ λέοντος τὸ στόμα; Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον· ἀκούσατε. «Ἄρθρον 6. Οἱ λειποτάκται τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σωμάτων, οἵτινες ἤθελον προσφύγει εἰς τὸ ἔδαφος τῆς ἑτέρας ἐπικρατείας (τοὐτέστι τῆς Ἑλληνικῆς ἢ τῆς Ὀθωμανικῆς), θέλουσι συλλαμβάνεσθαι καὶ ὁδηγεῖσθαι ὑπὸ στρατιωτικῆς φρουρᾶς εἰς τὸν πλησιέστερον σταθμὸν, τὸν κατεχόμενον ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος τῆς δυνάμεως, εἰς ἣν ἀνήκουσι, καὶ παραδίδεσθαι εἰς τὸν τοῦ εἰρημένου σταθμοῦ διοικητὴν, ὅστις θέλει δίδει ἀπόδειξιν τῆς παραδόσεως ταύτης πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν τὸν ὁδηγήσαντα αὐτούς.» Βλέπετε πόσον μετέωρος, πόσον ἐλαστικὴ, πόσον σκληρὰ, πόσον παγιδευτικὴ εἶναι αὐτὴ ἡ Συνθήκη; Οἱ καταφεύγοντες, λέγει, ἀμέσως θέλουσι συλλαμβάνεσθαι εἰς τὸν πρῶτον σταθμὸν καὶ παραχρῆμα ἄνευ δικαστικῆς τινος ἐξετάσεως, ἄνευ ἀνακρίσεως, ἄνευ ἀπολογίας, θέλουν παραδίδεσθαι εἰς τὰς χεῖρας τοῦ δημίου. Ποῖος νόμος ὑπάρχει ἐν τῇ Τουρκίᾳ, ὅστις ἐγγυᾶται τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας; Ἑπομένως ποῦ ἡ διαστολὴ, ὅτι πρόκειται περὶ Τούρκων μόνον, οὐχὶ καὶ περὶ Χριστιανῶν;
§197ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς νόμους τῆς Τουρκίας.
§198ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔ, Κύριοι· γνωρίζετε ἢ δὲν γνωρίζετε τὴν Τουρκίαν; Ἐὰν γνωρίζετε, δύνασθε ν’ ἀποκριθῆτε ἀπὸ τοῦ βήματος· ἐὰν δὲν γνωρίζετε, πρέπει νὰ σιωπᾶτε. Νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ληστείας, τὰ δικαστήρια τῆς Τουρκίας συνίστανται καὶ διευθύνονται πάντοτε ἀπὸ τοὺς διοικητάς. Αὐτοὶ διορίζουν καὶ παύουν τοὺς δικαστὰς, αὐτοὶ κατὰ τὸ Κοράνι εἶναι ὁ ὑπέρτατος νόμος τοῦ Κράτους.
§199ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ξένον πρᾶγμα.
§200ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ληστεία, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐξοντώσῃ ἡ Τουρκία, ἔχει ἀλλοῦ τὴν φωλεάν της καὶ οὐχὶ ἐν τοῖς μεθορίοις· καὶ ἂν θέλῃ νὰ ἐξοντώσῃ αὐτὴν καὶ τοιουτοτρόπως ἀπαλλάξῃ καὶ ἡμᾶς, ἂς μεταχειρισθῇ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη εἷς διοικητὴς ἄλλοτε τῶν μεθορίων, ὁ Χουσνῆ πασσᾶς. Τὰ φυτώρια τῆς ληστείας εἶναι οἱ τεκέδες· ἐκεῖ εἶναι τὰ σμήνη τῆς διαφθορᾶς, ἐκεῖ τῆς ληστείας· ἐκεῖθεν ἡ ληστεία ἐξέρχεται ὠρυομένη, καὶ ὅστις τῶν ποτὲ διοικητῶν περιέστειλε τοὺς τεκέδες αὐτοὺς, ἐξηφάνισε καὶ τὴν ληστείαν. Καὶ ἠξεύρετε ποῖα σμήνη ἐμφωλεύουν εἰς τὰ καταγώγια ταῦτα; τὰ πλέον σκολιὰ, τὰ πλέον θηριώδη καὶ ἀδδηφάγα. Εἰς τοὺς τεκέδες αὐτοὺς εὑρίσκονται ἄνθρωποι ἁγνοὶ, κατὰ τὸ Κοράνι, οἵτινες δὲν ὑπάγονται εἰς οὐδεμίαν καταδίωξιν· ὁ λόγος αὐτῶν εἶναι φιρμάνι, κατὰ τὴν ὀθωμανικὴν ἔκφρασιν. Ἡ Τουρκία ἀντὶ νὰ ζητῇ νὰ γίνωμεν ἡμεῖς δήμιοι, παραδίδοντες τοὺς πρόσφυγας αὐτῆς, ὀφείλει νὰ ἠθικοποιήσῃ τὰ κράτη αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλει νὰ φέρῃ νόμους, νὰ συστήσῃ δικαστήρια, νὰ βελτιώσῃ τὸν κλῆρον αὐτῆς καὶ οὐχὶ νὰ ἐρημόνῃ καὶ νὰ λεηλατῇ τὴν ὡραίαν Πατρίδα τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ Κωνσταντίνου. Οἱ λειποτάκται, λέγει ἡ συνθήκη, θέλουν συλλαμβάνεσθαι εἰς τὸν πρῶτον σταθμόν. Καὶ πῶς θέλουν παραδίδεσθαι; Ἆ, κύριοι, τοὐλάχιστον διὰ τὸ ἀσκανδάλιστον δὲν ἠμπορούσατε νὰ τάξετε μίαν διαδικασίαν ἢ προανάκρισίν τινα ἢ ἄλλο τι, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ γίνεται ἡ παράδοσις; Εἷς ἔμπορος, ὑποθέσατε, θέλει νὰ φύγῃ ἐκεῖθεν τὸν δήμιον καὶ καταφεύγει εἰς τὴν Ἑλλάδα· τότε ἀμέσως μᾶς λέγει ἡ Τουρκία, ὅτι ἦτο στρατιώτης, ἐξῆλθε μὲ παραμορφωμένα ἐνδύματα καὶ ὑπὸ πλαστὸν ὄνομα, ζητῶ νὰ παραδοθῇ. Πῶς θὰ κάμετε; Εἶσθε ἠναγκασμένοι δυνάμει τῆς συνθήκης αὐτῆς νὰ ἀποπέμψητε ἢ νὰ παραδώσητε πάντα πρόσφυγα, ἢ δὲν εἶσθε; Ἐὰν παραβῆτε τὴν συνθήκην, τότε βεβαίως θὰ ἔχετε διακοινώσεις, θὰ ἔχετε διαμαρτυρήσεις, θὰ προετοιμασθῆτε εἰς πόλεμον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐκτὸς τοῦ πολιτικοῦ μέρους, τὸ Σύνταγμα εἰς τὰ ἐνταῦθα δὲν παραβιάζεται; Τί λέγει τὸ Σύνταγμα; «Πᾶς ὅστις, οἱασδήποτε φυλῆς ἄνθρωπος, πατήσει τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, κἄν ἐλεύθερος κἄν δοῦλος, θεωρεῖται ἐλεύθερος! Ἀκούετε; καὶ μέχρι δούλου προβαίνει, πολὺ δὲ περισσότερον στρατιώτου. Λοιπὸν ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ῥήτρας πρέπει ἡμεῖς νὰ παραιτήσωμεν τοὺς λειποτάκτας στρατιώτας, καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ στρατιώτου, πάντας ἐν γένει τοὺς ἐντίμους πολίτας καὶ ἀδελφοὺς, οἵτινες ἤθελον ζητήσει ὑπὸ ὁποιονδήποτε πρόσχημα διὰ νὰ ἔλθουν εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν ν’ ἀναπνεύσουν τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας; Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, ἐξαιρέσει τοῦ πολιτικοῦ μέρους, παραβιάζεται διὰ τῆς συνθήκης αὐτῆς τὸ Σύνταγμα ἢ δὲν παραβιάζεται; Λοιπὸν ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὰ ἐνταῦθα νὰ καταργήσωμεν ἢ νὰ στηρίξωμεν καὶ παγιώσωμεν τὸ Σύνταγμα; Μὰ ἴσως μοὶ εἰποῦν, ὅτι πολιτικὰ αἴτια μᾶς ἀναγκάζουν· τῶν πολιτικῶν αἰτιῶν μεγαλείτερος λόγος εἶναι τὰ ἰφτιχάρια.
§201ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§202ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὰ νισὰν ἐφτιχάρια εἶναι τὰ παράσημα τῆς Τουρκίας. Ναί, ἴσως μοὶ εἴπωσί τινες, ὅτι πολιτικὰ αἴτια τοὺς ἐξαναγκάζουν διὰ νὰ παραδεχθοῦν αὐτὴν τὴν σύμβασιν. Καὶ ὅτε, κύριοι ὑπουργοὶ, κάμνομεν τοιαύτην ἀρχὴν διὰ νὰ παραδεχθῶμεν σήμερον οὕτω μίαν ἐθνικὴν ὕβριν, αὔριον ἄλλην, νομίζετε, ὅτι ὁ ἀγέρωχος αὐτὸς Ὀθωμανὸς, ὅστις ἵσταται ἐπὶ τῆς πατρῴας ἡμῶν χώρας, νομίζετε ὅτι τότε θὰ μᾶς ἀφήσῃ; Ἀπεναντίας τότε θὰ μᾶς περιφρονήσῃ περισσότερον καὶ κατόπιν θὰ μᾶς ἐπιβάλῃ ἄλλα καὶ ἄλλα. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ὑποχωρήσωμεν κατ’ οὐδένα λόγον, παραδεχόμενοι σύμβασιν, ἥτις, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐβάφη μὲ τὸ αἷμα τοῦ πρωτομάρτυρος Ῥήγα, καὶ ὅπως ἡμεῖς κατακρίνομεν τὴν προδοσίαν ἐκείνην, οὕτω πως θὰ κατακρίνουν καὶ ἄλλοι ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἡ δύναμις, ἥτις ἔκαμε τότε τὴν προδοσίαν, εἶναι ἴσως δικαιολογητέα, διότι ἦτο καὶ εἶναι δύναμις ἀπόλυτος καὶ τυραννική. Ἡμεῖς λοιπὸν σήμερον ἐν Συντάγματι ζῶντες νὰ κάμωμεν τοιαύτας παραχωρήσεις, ἃς δὲν ἠμπόρεσε, κύριοι, νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Τουρκία μήτε εἰς τὰ 1857 ἢ 56, ὅτε εἴχομεν εἰς τὰ ἐνταῦθα μίαν κατοχὴν καὶ ὑπεστήριζε τὴν συνθήκην! Καὶ τότε, κύριοι, ὑπεβλήθη ὁ ὅρος τῆς παραδόσεως λειποτακτῶν στρατιωτῶν· ἀλλ’ ὁμολογητέον, ὅτι ὁ Ἡγεμὼν ἐκεῖνος, ὅστις ἀπῆλθεν ἐντεῦθεν, ἐφάνη γενναιόφρων, προκρίνω εἶπε τῷ τότε πρωθυπουργῷ Μαυροκορδάτῳ, νὰ ἀπέλθω τῆς Ἑλλάδος, νὰ στερηθῶ καὶ θρόνου καὶ τῶν πάντων παρὰ νὰ γίνω ἐγὼ αἴτιος προδοσίας. Ὅ,τι λοιπὸν ὁ Ὄθων πιεζόμενος ὑπὸ τῆς κατοχῆς κατὰ τὰ 56 δὲν ὑπέγραψε, πρέπει νὰ τὸ ὑπογράψωμεν, ὦ βουλευταὶ, ἡμεῖς σήμερον; Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι καὶ ἄλλοτε κατὰ τὸ 1840, νομίζω, ἐγένετο μία ἄλλη συνθήκη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ζωγράφου, καὶ ἐνῷ δὲν περιεῖχε τοιοῦτόν τι ἐπονείδιστον, ἡ Ἑλλὰς, καί τοι ζῶσα ἐν ἀπολύτῳ πολιτεύματι, οὐχ ἧττον ἐξέσχισε τὴν συνθήκην αὐτήν. Καὶ ποῖος προέδρευε τότε εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; ὁ προσφιλέστερος φίλος τοῦ Ζωγράφου, ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης, ὅστις ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπολέμησε τὴν τοιαύτην συνθήκην, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ᾐσθάνθη τὴν φιλίαν, ἣν εἶχε μετὰ τοῦ μακαρίτου Ζωγράφου καὶ περίλυπος ἔκτοτε ἀπεβίωσε. Βλέπετε ποῖος ἡρωϊκὸς χαρακτήρ! Ὑπερασπίσθη τὴν ὑπόληψιν τῆς πατρίδος του καὶ κατεδίκασε τὸν εἰλικρινέστερον, τὸν προσφιλέστερον αὐτοῦ φίλον. Καὶ τί περιεῖχεν ἡ συνθήκη ἐκείνη, κύριοι; περιεῖχε παράδοσιν; οὐχί· μόνον εἰς τὸ περὶ ἑτεροδικίας ἐνδιεφέρετο, κατὰ δὲ τὰ ἄλλα ἦτο ἁγνὴ, καθαρὰ, ἐνῷ αὐτὴ εἶναι μεμιασμένη. Ἀφοῦ λοιπὸν τότε ἐν ἀπολύτῳ πολιτείᾳ, ἀφοῦ κατόπιν ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς κατοχῆς δὲν παρεδέχθημεν τοιαύτην συνθήκην, σήμερον ἡμεῖς, ἐν ἐλευθερίᾳ ζῶντες, νὰ παραδεχθῶμεν αὐτήν; Μὰ τότε ὁ λαὸς, ὅστις ἐξεφώνησεν ἀνάθεμα κατὰ τοῦ Ζωγράφου, ἡμᾶς ὅλους πρέπει νὰ μᾶς λιθοβολήσῃ καὶ νὰ ἐνταφιάσῃ ἐντὸς τῶν λίθων........
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ φῶτα ν’ ἀνάψουν.
§204ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἂν ἀνάψουν τὰ φῶτα καὶ ἂν δὲν ἀνάψουν, ἐγὼ θὰ τελειώσω τὴν ὁμιλίαν μου· μὲ κακοφαίνεται μόνον ὅτι μὲ πονεῖ ὁ λαιμός. Καὶ μάλιστα, κύριοι, ἠξεύρετε τί ἐγίνετο παρὰ τοῖς ἀρχαίοις ὅτε ἐπρόκειντο τοιαῦτα ἐθνικὰ ζητήματα; Ἐξήρχετο ὁ κήρυξ εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ἔλεγε· πρόκειται περὶ τοιούτου ἐθνικοῦ ζητήματος καὶ προσέλθετε οἱ βουλόμενοι. Ἀλλὰ σήμερον ἡ συνθήκη αὕτη, ἥτις ἀφορᾷ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς πατρίδος, ζητεῖται νὰ ὑφαρπαγῇ, οὕτως εἰπεῖν, ἐν παραβύστῳ.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν τόσον ἀκροατήριον;
§206ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ πᾶμε εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας.
§207ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τί παράδοξος σύμπτωσις! ἐξαρπαχθεὶς ἀπὸ τὴν διάνοιαν τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἀνέγνωσε τὴν συνθήκην τῆς Ῥωσσίας, παρέβαλον τὸ Κράτος αὐτὸ μὲ τὸ Αὐστριακόν. Ἀλλ’ ὁμολογητέον ὅτι διαφέρει, ὁμολογητέον ἐπίσης, ὅτι οἱ πρόσφυγες στρατιῶται δὲν παραδίδονται. Καθ’ ἃ γνωρίζω καὶ καθ’ ἃ ἠδυνήθην νὰ μάθω, ὀψέποτε οἱ στρατιῶται αὐτοὶ ἐγκληματήσουν, ἢ κλέψουν τὸν θησαυρὸν ἢ φονεύσουν τὸν ἀρχηγόν των καὶ καταφύγουν ὡς κακοῦργοι, ὡς λησταί, τότε μόνον παραδίδονται ἀπὸ τὴν Ῥωσσικὴν Κυβέρνησιν, ἄλλως δὲ οὐχί. Τὸ δὲ τῆς Αὐστρίας προνόμιον εἰς τὸ παραδίδειν δὲν θέλω οὔτε νὰ τὸ προσβάλω, οὔτε νὰ τὸ ἀναιρέσω· αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ χαρίζω καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς αὐτὴν καὶ ὅσους τῶν ἐντίμων βουλευτῶν ἤθελον ὑπερασπισθῆ τὴν παράδοσιν.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀναχωρεῖτε, κύριοι βουλευταί· πρὶν λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ἔχομεν καιρὸν ἀκόμη.
§209ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐστενοχωρήθη καὶ ἐγὼ θὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον, ἂς μείνῃ δι’ αὔριον, παρακαλῶ.
§210ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, τώρα.
§211ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν· οἱ θέλοντες νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη.
§213ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, Κ. Σακελλαριάδη, σᾶς ἀκούομεν.
§214ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πολὺ καλά, νὰ μὲ ἀκούσετε. Πολλοὶ παρετήρησαν, ὅτι τοιαύτη συνθήκη ἀπόλυτος, ὅπως ἡ παροῦσα, δὲν ὑπάρχει εἰς κανὲν κράτος· καὶ ἡ Αὐστρία ἔχει ὅρους τινάς. Ὅταν παρέδωκε τὸν Φεραῖον, τὸν παρέδωκεν ὡς ἐπαναστάτην· ὅταν ἐφυλάκισε τὸν Ὑψηλάντην, τὸν ἐφυλάκισεν ὡς ἐπαναστάτην. Σήμερον ἡμεῖς ἀπεναντίας ἀντὶ νὰ μεταχειρισθῶμεν τοὺς ἐπιεικεῖς ὅρους, οὓς ἔχει ἡ Ῥωσσία κατὰ τῶν δυστυχῶν θυμάτων, ἀπεναντίας ἀπολύτως δεχόμεθα τὸ δικαίωμα τοῦ παραδίδειν. Ἡ παράδοσις καθ’ ὅλους τοὺς ὅρους δὲν δύναται νὰ γίνῃ χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ὡς παράλειψις ἑνὸς ἱεροῦ καθήκοντος· δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ εἰμὴ ὡς προδοσία ἐθνική, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὡς παραβίασις τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προστατεύει πάντα, ὅστις ἤθελε πατήσει τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ἡμεῖς λοιπὸν παραβαίνοντες σήμερον τὸ Σύνταγμα δι’ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, καταδεικνυόμεθα διττῶς ἔνοχοι· πρῶτον μὲν, ὅτι ἐξυβρίζομεν τὴν ἐθνικὴν τιμὴν, κηρυττόμενοι ἀνάξια τῶν πατέρων μας τέκνα, οἵτινες ἔβαψαν τὴν γῆν αὐτὴν μὲ τὸ αἷμα των ἵνα θεμελιώσωσιν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σήμερον βλέπομεν, ἵνα συστηθῇ Βουλὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς βουλευόμεθα· καὶ δεύτερον, παραβιάζομεν ἐκ τοῦ προφανοῦς τὸ Σύνταγμα, καὶ σπεύδομεν μάλιστα νὰ περαιώσωμεν τὴν συζήτησιν, ἐνῷ ἔπρεπεν οὐχὶ ἄνευ λόγου, οὐχὶ ἀσυζητητεὶ, οὐχὶ ἐξ ἐφόδου νὰ ψηφίσωμεν. Ἂν ἤμεθα Ἕλληνες, ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν τὸ ἀντικείμενον, νὰ ἐκθέσωμεν τὰ ἐπιχειρήματα τὰ διάφορα, ἵνα μὴ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἀναφανδὸν ἐξυβρίζεται ἡ ἐθνικὴ τιμὴ καὶ παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, καὶ τότε καὶ ἐγὼ θέλω συμφωνήσει μαζῆ σας. Ἐνόσῳ ὅμως σιωπᾶτε κρυπτόμενοι ὄπισθεν ἑνὸς ὑπουργοῦ, ὅστις εἰσέτι δὲν ἐμελέτησε τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, ὅστις τῇ ἀληθείᾳ δὲν ᾐσθάνθη τὴν βαρύτητα καὶ τὴν εὐθύνην μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλεται, δύναμαι ποτὲ νὰ σᾶς θεωρήσω ἀθώους; Ἀπ’ ἐναντίας ἡ διάνοιά μου τρέχει περαιτέρω, καὶ ἴσως ἴσως εὑρεθῶ κατόπιν ἠναγκασμένος νὰ εἴπω..... (θόρυβος). Διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν συνθήκην ταύτην.
§215ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀνεξαρτήτως ὅσων ἐλάλησεν ὁ προλαλήσας ἔντιμος βουλευτὴς καὶ μὴ συμμεριζόμενος πολλὰς φράσεις του, αἱ ὁποῖαι ἐξεφέρθησαν κατὰ τῆς γείτονος ἐπικρατείας, ἔρχομαι καθαρῶς εἰς τὸ πνεῦμα τῆς συνθήκης, καὶ ἰδίως εἰς τὸν 6 παράγραφον. Αἱ συνθῆκαι, κύριοι, γίνονται, προνοοῦνται καὶ προβλέπονται, καὶ εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ ἁρμόδιαι ὅταν ἔρχωνται πρὸς ἐνίσχυσιν συμφέροντός τινος τοῦ κράτους, εἴτε ὑλικοῦ, εἴτε ἐμπορικοῦ· συνθῆκαι ὅμως, αἱ ὁποῖαι ὁπωσδήποτε προσβάλλουσι τὰ συμφέροντα ἢ τὰ ἐμπορικὰ ἢ τὰ κοινωνικὰ, ὅταν ἀπάδουν πρὸς τὸ πολίτευμα τοῦ κράτους, εἶναι αὐτοδικαίως ἀπαράδεκτοι, καὶ ἂν ὑποστηριχθῶσιν, εἰσὶν ἀνυποστήρικτοι. Οὐδεμία συνθήκη, κανὲν ἄρθρον συνθήκης ἀντιβαῖνον εἰς τὴν ἐπικράτειαν καὶ τὸ ὑπάρχον πολίτευμα πρέπει νὰ λάβῃ χώραν καὶ πολὺ μᾶλλον νὰ ἐπιψηφισθῇ. Τὸ ἄρθρον 6 τῆς παρούσης συνθήκης, ἐνῷ οὐδὲν συμφέρον προστατεύει τοῦ κράτους, οὔτε ἐμπορικὸν οὔτε ἄλλο τι, προσβάλλει κατ’ εὐθεῖαν τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματός μας. Ἡ ἀρχὴ τοῦ πολιτεύματός μας στηρίζεται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐδάφους τῆς χώρας καὶ εἰς τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ὑποστήριξιν τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ νόμοι καὶ τὰ δικαστήρια. Τοιαύτη πρᾶξις, κύριοι, ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἐλευθερίαν τὴν καθιερωμένην ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἡ ὕπαρξις τῶν νόμων καὶ τῶν δικαστηρίων ἐξυβρίζεται. Τὸ πολίτευμα δὲν γνωρίζει οὐδεμίαν καταδίκην, δὲν παρεδέχθη οὐδεμίαν ἑτέραν ποινὴν παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουν οἱ νόμοι καὶ ἐφαρμόζουν τὰ δικαστήριά μας. Παραδείγματα ἑτέρων ἐπικρατειῶν δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι χώραν, διότι ἴσως τὰ συντάγματα ἐκείνων δύνανται νὰ μὴ ἀντιβαίνουν πρὸς τοιαύτας συνθήκας· τὸ ἰδικόν μας ὅμως προσβάλλεται. Φέρω πλείστην ὑπόληψιν εἰς τὴν διακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ εὐγενὴς Πρέσβυς τοῦ Τουρκίας, διότι ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν εἰς τὸ ὑποκείμενόν του καὶ τὸν χαρακτῆρά του, καὶ βλέπω ὅτι ἡ διακοίνωσις, ἣν ἔκαμεν, εἶναι ἀληθὴς καὶ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν εἰς τὴν ἀκρίβειάν της· ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο μᾶς ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον σήμερον εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τοῦ βάρους τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ πολίτευμά μας δὲν κάμουν ἐξαίρεσιν, ἂν ὁ εἷς εἶναι χριστιανὸς καὶ ὁ ἄλλος ἰουδαῖος ἢ ὀθωμανὸς· τοὺς πάντας προστατεύει ἄνευ ἐξαιρέσεως, πάντα, εἴτε ἀργυρώνητον, εἴτε δοῦλον, ἄνευ ἐξαιρέσεως. Ἂν ὅμως σήμερον παραδεχθῆτε τὴν συνθήκην αὐτὴν, θὰ δείξετε, ὅτι τὸ πολίτευμά μας εἶναι ἰδιοτελὲς, ἐνῷ τοὐναντίον τὸ πολίτευμά μας εἶναι γενικὸν, ἔχει τὴν ἀρετὴν αὐτὴν καὶ ἀποδεικνύει τὸ πνεῦμα τὸ φιλελεύθερον, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ὡδηγήθη. Ἂν λοιπὸν ἡ διακοίνωσις φέρῃ ὅτι τὴν φράσιν «μόνον ὀθωμανοὺς» τοῦτο δὲν τὸ ἐξετάζω· μάλιστα αὐτὸ τοῦτο ἐνισχύει, διότι, σᾶς εἶπον, τὸ πολίτευμά μας δὲν κάμνει ἐξαίρεσιν· πῶς θὰ κάμωμεν λοιπὸν ἡμεῖς ἐξαίρεσιν; Ἑπομένως, ἐξαιρέσεως μὴ ὑπαρχούσης εἰς τὸ πολίτευμά μας, δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἡμεῖς τοιαύτην μήτε ἐν τῇ συνθήκῃ, μήτε εἰς τὴν συνείδησίν μας, μήτε εἰς τὰς ἀποφάσεις μας, καθόσον μάλιστα δὲν προσβάλλεται κανὲν συμφέρον γνωστὸν τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἄντικρυ προσβάλλει τὸ πολίτευμά μας. Ἑπομένως, κύριοι, εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ εἰρημένον ἄρθρον. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα ἄρθρα, ἡ συνθήκη δύναται νὰ ψηφισθῇ.
§216ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ συνθήκη αὕτη δὲν προστατεύει συμφέροντα καὶ τῶν δύω κρατῶν καὶ δὲν εἶναι ὠφέλιμος. Ὅλοι γνωρίζετε τὴν κατάστασιν τῆς ληστείας ἀφ’ ὅτου συνεστήθη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Ἡ ὁροθετική μας γραμμὴ κατὰ δυστυχίαν ἐχαράχθη, ὡς μὴ ὤφειλε, πολὺ ἀκαταλλήλως καὶ ἀντὶ νὰ ἔχῃ φυσικὰ ὅρια, οἷον ὄρη ὑψηλὰ, ποταμοὺς, δάση κτλ., δὲν ἔχει παρὰ μίαν ἰδανικὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν καὶ μία χελώνη δύναται νὰ διέλθῃ· τούτου ἕνεκα κατήντησεν ἡ ληστεία ἐκ τῆς ἀκαταλλήλου τοποθετήσεως τῶν δύω ἐπικρατειῶν, κατήντησεν ἡ ληστεία νὰ καταμαστίζῃ τὰς μεθορίους ἐπαρχίας, καὶ ἐγένετο αἰτία νὰ ὀπισθοδρομήσωσιν ἐκεῖνοι οἱ λαοὶ καὶ νὰ ὑποφέρουν τὰ πάνδεινα, μὴ ἔχοντες τὴν ἀτομικὴν ἀσφάλειαν ἢ τὴν ἀσφάλειαν τῆς περιουσίας, πράγματα τὰ ὁποῖα ὅλα τὰ εὐνομούμενα ἔθνη περὶ πολλοῦ ποιοῦνται. Ἀλλ’ ἤθελε μοὶ εἴπει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς· πολὺ καλὰ, τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ ληστεία μὲ αὐτὴν τὴν συνθήκην τῆς παραδόσεως τῶν λειποτακτῶν; Ἄλλοτε οἱ Τοῦρκοι εἶχον τοποθετήσει εἰς τὰ μεθόρια τάγματα τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ τότε ἤρχισε τῳόντι μία καταδίωξις σπουδαία καὶ ἀποτελεσματικὴ τῆς ληστείας. Ἀλλὰ λειποταξίαι ἤρχισαν νὰ γίνωνται, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν συνθήκην ἐκείνην ὁ ὅρος τῆς παραδόσεως τῶν λειποτακτῶν, οἱ Τοῦρκοι ἠναγκάσθησαν ν’ ἀποσύρωσι τὸν τακτικὸν στρατὸν, καὶ ἔφερον ἄτακτον, ὁ ὁποῖος ὑποθάλπει πάντοτε τοὺς λῃστάς. Ἔκτοτε χρονολογεῖται ἡ ἐνίσχυσις τῆς ληστείας· ἂν ἀρθῇ τὸ πρόσκομμα νὰ μὴ λειποτακτῶσιν οἱ στρατιῶται τῶν δύω ἐπικρατειῶν, πιστεύω ὅτι τότε οἱ Τοῦρκοι θέλουσι θέσει τακτικὸν στρατὸν, ὑπείκοντα εἰς πειθαρχίαν, καὶ θὰ ἐπέλθῃ τὸ ὡραῖον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὰ 56 εἴχομεν. Ἡ Τουρκία ὅρον ἀπαραίτητον ζητεῖ, ἵνα θέση τακτικὸν στρατὸν εἰς τὰ μεθόρια, τὴν διάταξιν ἐν τῇ συνθήκῃ ὅπως παραδίδωνται οἱ λειποτάκται στρατιῶται, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ διατηρήσῃ πειθαρχίαν. Βλέπετε ὅτι ὑπάρχει συμφέρον μέγα, μέγιστον τῶν δύω ἐπικρατειῶν, τοῦ νὰ τεθῇ αὐτὸς ὁ ὅρος εἰς τὴν συνθήκην. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, δὲν δυνάμεθα ποτὲ νὰ θυσιάσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν Ἑλλήνων καὶ νὰ παραβιάσωμεν τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ἀνθρώπου τοῦ καταφυγόντος εἰς τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἐκήρυξε τὸ Σύνταγμα ὡς ἄσυλον ἐλευθερίας. Ἡ βάσις αὕτη, ἐφ’ ἧς ᾠκοδόμησαν οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ Ἀττικῆς καὶ Γόρτυνος, εἶναι σαθρά. Τὸ Σύνταγμα δὲν πραγματεύεται περὶ στρατιωτῶν, ἀλλὰ μόνον περὶ αἰχμαλώτων, περὶ προσφύγων, περὶ δούλων κτλ. Κανεὶς δὲν ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, οὔτε κυβερνήτης, οὔτε βουλευτὴς, οὔτε οὐδεὶς πολιτικὸς, ὅτι ὁ ἀργυρώνητος ἐπιστρέφεται ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς τὴν δουλείαν. Ποτὲ δὲν θέτω εἰς ἀμφιβολίαν τὸν πατριωτισμὸν τῶν Κ. βουλευτῶν, ὅτι θέλουσί ποτε ὑποστηρίξει τοιαύτην πρότασιν. Τὸ μεγαλείτερον συμφέρον πάντων εἶναι ἡ τήρησις τῆς ἐθνικῆς τιμῆς· δι’ αὐτῆς ἐλπίζω νὰ προοδεύσωμεν καὶ ν’ ἀποκτήσωμεν τὴν ἀρχαίαν δόξαν, ἥτις εἶχε μεγαλεῖτερον καύχημα τὴν ἐλευθερίαν. Ὅλα τὰ συντάγματα τῶν ἄλλων κρατῶν, καὶ τὸ τῆς Ἀμερικῆς, ἔχουν τὸν ὅρον τοῦτον, τοῦ νὰ μὴ παραδίδωνται ποτὲ ἄνθρωποι ὡς πρόσφυγες· ἀλλὰ περὶ στρατιωτῶν εἶναι πάντοτε ἴδιαι συνθῆκαι. Καὶ πολλὰ συντάγματα εὐνομουμένων ἐθνῶν ἔχουν αὐτὴν τὴν συνθήκην. Ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου τὴν συνθήκην μεταξὺ Πρωσσίας καὶ Ῥωσσίας. Ἡ Πρωσσία εἶναι ἔθνος συνταγματικὸν, καὶ εἰς τὸ Σύνταγμά της ὑπάρχει ἐγεγραμμένον, ὅτι οὐδεὶς καταδιώκεται πρόσφυξ εἰς τὸ κράτος της· ὑπάρχει ὅμως συνθήκη, καθ’ ἣν παραδίδονται οἱ στρατιῶται, διότι ἄνευ τῆς παραδόσεως πειθαρχία δὲν ὑπάρχει. Διὰ τοῦτο, κύριοι, χωρὶς νὰ προσβάλω κανένα, χωρὶς νὰ προσβληθῇ τὸ Σύνταγμα, πιστεύω ὅτι αὐτὸς ὁ ὅρος δύναται νὰ γίνῃ παραδεκτὸς, ἀφοῦ μάλιστα εἴμεθα ἠναγκασμένοι μόνον στρατιώτας ὀθωμανοὺς νὰ παραδίδωμεν, οὐδεμίαν δὲ ὑποχρέωσιν ἀναλαμβάνομεν νὰ παραδώσωμεν εἴτε Χριστιανοὺς, εἴτε διαμαρτυρομένους· θὰ παραδώσωμεν τοὺς καθαροὺς ὀθωμανοὺς, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἡ ἰδία αὐτῶν κυβέρνησις τὸ ἀπαιτεῖ.
§217ΖΩΤΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐσύστησεν ὑπερβαλλόντως τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τῶν δύω ὁμόρων ἐπικρατειῶν, καὶ ἐγὼ ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τῆς πατρίδος μου καὶ ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὀλιγοχρονίου, ἣν εἶχον ἐν Φθιώτιδι, γνωρίζω κάλλιον ἴσως τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, καὶ τὸ γνωρίζετε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, ὅτι διὰ τῆς καλῆς ἀμοιβαιότητος τῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωμεν μετὰ τῆς Τουρκίας, δυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν, τὸ ἐφικτὸν, τὴν τάξιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἀσφαλέστερον. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ Κ. Ὑπουργὸς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἄλλα εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καθιστοῦν τὰς σχέσεις ἀσφαλεῖς καὶ εἰλικρινεῖς μεταξὺ τῶν ὁμόρων ἐπικρατειῶν καὶ γειτονικῶν ἀρχῶν· ἡ εἰλικρινὴς σύμπραξις εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας ἐκ μέρους τῆς Τουρκικῆς καὶ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἔννομος καὶ ἀμοιβαία ἀποδοχὴ προτάσεών τινων, ἡ προθυμία καὶ εἰλικρίνεια τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας καὶ ἄλλα διάφορα, αὐτὰ εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρωσιν αἴσιον ἀποτέλεσμα. Ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ ἐπαρχίαι τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, εἶναι λυπηρὰ, μᾶς προσάπτει μῶμον καὶ φέρει μεγίστην καταστροφὴν εἰς τὸν τόπον καὶ τὰ συμφέροντά μας, καὶ ἰδίως ἡμῶν οἱ ὁποῖοι κατοικοῦμεν εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, καὶ τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα συνδέονται μὲ τὴν καλὴν ἢ κακὴν κατάστασιν τῶν μερῶν ἐκείνων. Τοιαῦτα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρουν αἴσια ἀποτελέσματα, καὶ οὐχὶ ἡ παράδοσις τῶν 5 λειποτακτῶν στρατιωτῶν Ἑλλήνων ἢ Τούρκων. Οἱ προλαλήσαντες καὶ ἰδίως ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς ἀπέδειξε, νομίζω, ὅτι τὸ πολίτευμά μας προσβάλλεται οὐσιωδῶς διὰ τῆς παραδόσεως τῶν λειποτακτῶν· καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ἐπιμένω, μολονότι κατὰ γράμμα τοῦτο δὲν ἐκφράζεται, ὅτι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν παράδοσιν τῶν ἐγκληματιῶν αὐτῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτου δὲν εἶναι φιλάνθρωπον, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ παραδώσωμεν λειποτάκτας χωρὶς καλῶς νὰ γνωρίζωμεν τὰς συνεπείας τῆς παραδόσεως, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὰς ποινὰς αἵτινες τοὺς περιμένουν. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς, ἂν καὶ παρεκλήθη νὰ φέρῃ συνθήκας ἑτέρων ἐπικρατειῶν, μᾶς ἀνέγνωσε μόνον τῆς Ῥωσσίας. Ἐγὼ, Κύριοι, μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, ἣν ἔχω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Τουρκίας, εὑρίσκω ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶναι τοῦ αὐτοῦ πολιτεύματος μὲ ἡμᾶς, καὶ οἱ νόμοι οἱ στρατιωτικοὶ αὐτῆς θὰ ᾖναι, ὡς ὑμεῖς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, αὐστηρότεροι τῶν ἡμετέρων, καὶ οὐχὶ αὐστηροὶ, ἀλλὰ μᾶλλον σκληροί. Θὰ παραδεχώμεθα, μᾶς λέγουν, τὸν Ἕλληνα, ἀλλὰ θὰ παραδίδωμεν τὸν ὀθωμανὸν κτλ. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, λέγω, ὅτι παραδίδομεν ἄνθρωπον ὅμοιον ἡμῖν καὶ δὲν ἔχω νὰ ἐξετάσω ἂν τρώγῃ κρέας τὴν Τετάρτην ἢ τὴν Παρασκευήν· παραδίδομεν ἀνθρώπινον πλάσμα τοῦ Ὑψίστου, καὶ εἰς σκληρὰς ποινάς. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀποφασίσωμεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§218ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§219ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ ζητήματος καὶ θέλετε νὰ τὸ ἐξαρπάσωμεν (θόρυβος).
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀπαρτία, ἐννοεῖται, θὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§221ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ δημοσιευθοῦν τὰ ὀνόματα τῶν ἀποχωρησάντων.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἄρχεται καὶ διακόπτεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).
§223ΠΟΛΛΟΙ. (Ἐγειρόμενοι) Αὔριον, αὔριον.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρᾳ 5 καὶ 10/60).