1865.11.25
2,236 rows · 19,090 words · 119 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73
Τῆς 25 Νοεμβρίου 1865.
(Πέμπτη.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς συνεδριάσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Παδοβᾶς ζητεῖ τὸν λόγον ὄχι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§4ΠΑΔΟΒΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, μὲ συγχωρεῖτε νὰ λάβω τὸ θάῤῥος νὰ διακόψω πρὸς στιγμὴν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνιστῶ εἰς τὸ ἀκροατήριον τὴν τάξιν· ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐπιδοκιμασίας καὶ ἀποδοκιμασίας δὲν ἀφορᾷ μόνον τὴν τάξιν, ἀφορᾷ καὶ τὸ ἀνεπηρέαστον τῶν ἀντιπροσώπων ὡς πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των.
§6ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπηρεαζόμεθα ἀπὸ τίποτε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύω νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν ὅσα δυσάρεστα ἔλαβον χώραν χθὲς, διότι ἄλλως θὰ ἐφαρμοσθῇ αὐστηρότατα ὁ κανονισμός.
§8ΠΑΔΟΒΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐὰν πρὸς στιγμὴν διακόψω τὴν συζήτησιν τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ γνωστοῦ ἀντικειμένου, διὰ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δώσητε τὴν ψῆφόν σας ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος ἐφ’ οὗ ἐνδιαφέρεται ὁ ἑπτανησιακὸς λαός.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχετε σκοπὸν νὰ κάμετε ἐπερώτησιν· ζητεῖτε τὴν ἀναβολὴν τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§10ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὄχι· μίαν στιγμήν. Εἶχα προτείνει, κύριοι, ἓν νομοσχέδιον· τὴν 23 Δεκεμβρίου λήγει ἡ προθεσμία τῆς ἀνανεώσεως τῶν ἐγγραφῶν, καὶ ἐπειδὴ ἐντὸς 20 ἡμερῶν λήγει ἡ προθεσμία τῆς ἀνανεώσεως τῶν ἐγγραφῶν, παρεδέχθη ἡ Βουλὴ τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεως, καὶ ὤφειλε νὰ τὸ παραδεχθῇ, καὶ διέταξε νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ πρώην Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας χωρὶς καμμίαν ἀντίῤῥησιν· χθὲς εἴδετε τὶ ἔλαβε χώραν, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ περιμένωμεν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν πρὶν λήξῃ ὁ Δεκέμβριος, πρὶν λήξῃ ἡ προθεσμία νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν.
§11ΖΕΡΒΟΣ. Μέσ’ τὴν ἀφομοίωσι δὲν ἐμπεριέχεται καὶ αὐτό; (θόρυβος).
§12ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶναι τρίτη συζήτησις αὐτή;
§13ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὄχι, πρώτη.
§14ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τοῦτο δὲν ὠφελεῖ ἐὰν γίνῃ παραδεκτὴ ἡ διακοπή.
§15ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ διακοπὴ, δὲν θέλομεν διακόψει ἀμέσως τὰς ἐργασίας μας. Θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ τὴν πρώτην συζήτησιν τῆς προτάσεως αὐτῆς.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν θέλῃ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παδοβᾶ......
§17Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀφοῦ λήγει ἡ προθεσμία, δίκαιον εἶναι νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἄλλως παραγράφονται τὰ δικαιώματά των.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν παραγράφονται τὰ δικαιώματά των· ἂς ἀνανεώσωσι τὰς ἐγγραφάς.
§19ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὅταν χάσουν τὰς ἐγγραφὰς, χάνουν καὶ τὸ πίστωμα. Αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἀφορᾷ καὶ τὴν χώραν καὶ τὴν ἐξοχήν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παδοβᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἠγέρθησαν οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη· ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις (ἀναγινώσκεται).
§21ΖΕΡΒΟΣ. (Διακόπτων τὴν ἀνάγνωσιν). Ἔτσι νὰ μὲ πάρῃ ὁ διάβολος, ἂν καταλάβανε ’κεῖνοι ποῦ σηκωθήκανε τίποτις ἀπ’ αὐτὰ (θόρυβος).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη ἀνάγνωσις εἶναι, δὲν πειράζει.
§23ΖΕΡΒΟΣ. Καὶ σὺ Παγκράτη καὶ σὺ Κωνσταντᾶ καὶ σὺ Σέρβε, ἐκ τοῦ πλησίον ὅλους σᾶς γνωρίσαμε.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη ἀνάγνωσις εἶναι (ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§25ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν διὰ πρώτην φοράν.
§27ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν καὶ προσωρινῶς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι, ἀσμένως δράττομαι τῆς περιστάσεως νὰ ἀπαντήσω εἰς μίαν ἐπερώτησιν τοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου, βουλευτοῦ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ φίλου μου, εἰς ἐπερώτησιν σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, ὅτι μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐξηγήσω μετὰ παῤῥησίας εἰς τὴν Βουλὴν τὸ φρόνημά μου. Βεβαίως οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἐρχόμενοι εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας ὀφείλουσι νὰ ἦναι πιστοὶ εἰς τὰς ἀρχὰς, ὅσας ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας διατελοῦντες ἐπρέσβευσαν καὶ διεκήρυξαν, καὶ μὲ τὰς ὁποίας ἔθρεψαν τὴν κοινωνίαν· πρέπει νὰ ἐκλείψῃ τέλος πάντων ἀπὸ τὸ κράτος μας ἡ ἀγυρτία, ἡ φενάκη καὶ ἡ δημοκοπία, νὰ ἐμμένῃ δ’ ἕκαστος εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἔῤῥιψεν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ νὰ φροντίζῃ παντὶ σθένει περὶ τῆς πραγματοποιήσεώς των. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὁ φίλος μου Κύριος Παπαμιχαλόπουλος, οὔτε δίκαιον οὔτε ἀφορμήν τινα δικαίαν ἔσχε νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς ἐμὲ τοιαύτην ἐπερώτησιν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς καὶ ἄλλοι ἀνήκοντες εἰς τὴν μερίδα τῆς πρώην ἀντιπολιτεύσεως ἔσχον πραγματικὰς ἀποδείξεις, ὅτι ἔμεινα πιστὸς εἰς τὰς ἀρχάς μου, καὶ οὔτε κατὰ κεραίαν ἀπεμακρύνθην ἀπ’ αὐτῶν. Ἐπιθυμῶ δὲ καὶ εὔχομαι ὥστε καὶ αὐτοὶ οὗτοι νὰ μείνωσιν ἐπίσης πιστοὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἀπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὁμοῦ διεκηρύξαμεν καὶ ἐπρεσβεύσαμεν. Ἠδύναντο οἱ φίλοι μου οὗτοι νὰ μοὶ ἀπευθύνωσι τοιαύτην ἐπερώτησιν, ἐὰν μὲ ἔβλεπον κατὰ μικρὸν παρεκκλίνοντα. Μὲ εἴδετε, Κύριοι, ἢ μᾶλλον ὅσοι ἐκ τῆς πρώην ἀντιπολιτεύσεως ἀπετελεῖτε μέρος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, μὲ εἴδετε ὑπερμαχοῦντα πράγματι ὑπὲρ τῶν ὑγιῶν ἀρχῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν, μὲ εἴδετε ὑποστηρίξαντα πάντοτε ἐνθέρμως τὰς πεποιθήσεις τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, μὲ εἴδετε προβάντα χάριν αὐτῶν μέχρι τῆς διαῤῥήξεως δεσμῶν ἐπαρχιακῶν καὶ μέχρι θυσίας αὐτῆς τῆς βουλευτικῆς θέσεως, διότι ἐπρέσβευσα καὶ πρεσβεύω πάντοτε, ὅτι τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα πρέπει νὰ σιγῶσιν ἀπέναντι τῶν γενικῶν. Τέλος πάντων, Κύριοι, αὐτὴ ἡ μερὶς ἡ πρώην ἀντιπολιτευομένη, μὲ εἶδεν, ὅτε ἀπετέλουν μέρος τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, ὅτι ἐπροτίμησα νὰ ἀπομακρυνθῶ τῶν πραγμάτων, ὅταν ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν διεγράψαμεν, εὗρε πρόσκομμα, οἱ δὲ τότε κύριοι Ὑπουργοὶ συνάδελφοί μου δὲν δύνανται βεβαίως νὰ ἀρνηθῶσιν, ὅτι οὐδεμίαν ἔφερα ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν περὶ παραιτήσεως ἀπόφασιν. Ἀλλὰ σήμερον θέλω ἰδῇ, ἐὰν καὶ αὐτοὶ οὗτοι ὦσι συνεπεῖς εἰς ὅ,τι ἐπρέσβευσαν πρὸ τοσούτου χρόνου. Δὲν ἀποτείνομαι εἰς τὴν μερίδα τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, διότι αὐτὴ εἶναι εἰς τὴν θέσιν της. Ἀποτείνομαι εἰς τὴν μερίδα τῆς πρώην ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις μᾶς ἔφερεν εἰς τὰ πράγματα, ἀποτείνομαι πρὸς τὴν μερίδα ἐκείνην, ἥτις ἐνεκαυχᾶτο καὶ ἐγκαυχᾶται, ὅτι πρεσβεύει ἀρχὰς ὑγιεῖς καὶ ἥτις πολλάκις διεκήρυξεν, ὅτι θέλει νὰ τὰς πραγματοποιήσῃ διὰ πάσης θυσίας ἀτομικῶν συμφερόντων. Κύριοι, αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας ἐπρέσβευσα εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι διὰ σπουδαίους λόγους μᾶς ἔφεραν τότε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποχωρήσωμεν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι, αἵτινες μᾶς ἠνάγκασαν τότε νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῶν ἀντιδοξούντων, εἶναι τὸ πρόγραμμα τοῦ ἐνεστῶτος ὑπουργείου, καὶ ἀλληλοδιαδόχως πραγματοποιοῦνται, οὐδεὶς δ’ ἔπρεπε ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου μεγάλη πλειονοψηφία, ἢ μᾶλλον τὸ ὅλον ἀντιπροσωπεύει τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑπερεμάχησεν ἡ ἀντιπολίτευσις, οὐδεὶς, λέγω, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ τοιοῦτον ὑπουργεῖον διὰ πάσης θυσίας θέλει προσπαθήσει νὰ φέρῃ ταύτας εἰς πέρας· τοιούτους τὸ κοινωνικὸν συμφέρον ἀπαιτεῖ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, νὰ ἦναι πάντοτε ἐντὸς τῆς ἐξουσίας οἷοι καὶ ἐκτὸς, νὰ πραγματοποιῶσι δηλ. ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ὅ,τι ἐπρέσβευσαν ἐκτὸς αὐτῆς διατελοῦντες, καὶ νὰ ἐκλείψῃ πλέον ἡ φενάκη. Διατελοῦμεν, Κύριοι, εἰς ἐποχὴν κρίσιμον, τὸ δὲ κοινὸν συμφέρον ἀπαιτεῖ, ὥστε ἕκαστος νὰ μὴν ὠθῆται εἰς τὴν πορείαν του οὔτε ἀπὸ τὸν φθόνον, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐμπάθειαν, οὔτε ἀπὸ τὴν ἀρχομανίαν· ἓν πρέπει νὰ θηρεύωμεν πάντες, πῶς νὰ γίνωμεν ὠφέλιμοι εἰς τὴν πατρίδα, πῶς νὰ συμβιβάσωμεν τὰ διεστῶτα, οὐχὶ δὲ πῶς νὰ διασπείρωμεν τὰ σκάνδαλα, καὶ νὰ καθιστάμεθα πρόσκομμα εἰς πᾶν δυνατὸν καλόν. Ἡ πρώην ἀντιπολίτευσις μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους· ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει ἀπαιτήσεις, καὶ ἀπαιτήσεις δικαίας, νὰ πραγματοποιήσωμεν δηλ. τὰς ἀρχὰς αὐτῆς, ὑπὲρ ὧν τοσοῦτον αὕτη ἐμόχθησε, καὶ τοσοῦτον ἡ κοινωνία ἠγωνίσθη· ἡ πρώην συμπολίτευσις μᾶς βλέπει εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἔχει δὲ καὶ αὕτη παρ’ ἡμῶν ἀπαιτήσεις καὶ ἀπαιτήσεις πολὺ δικαίας, νὰ πραγματοποιήσωμεν δηλ. ὅ,τι ἐλέγομεν ὅτι δὲν ἔκαμνον ἐκεῖνοι. Μὲ τοιαύτας, Κύριοι, ἀρχὰς, μὲ τοιαύτας διαθέσεις καὶ πεποιθήσεις ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους· ταύτας θέλομεν ἔχει ὁδηγὸν πάντοτε καὶ κατὰ κεραίαν δὲν θέλομεν ἐξ αὐτῶν ἀπομακρυνθῆ. Προσκαλοῦμεν μάλιστα καὶ τὴν πρώην συμπολίτευσιν, τῆς ὁποίας τὴν πορείαν κατεστηλιτεύσαμεν, καὶ τὴν πρώην ἀντιπολίτευσιν, τῆς ὁποίας ἀποτελοῦμεν μέρος, προσκαλοῦμεν, λέγω, ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς ἵνα πρὸς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς πατρίδος παρακολουθῶσι τὴν πορείαν μας, καὶ μᾶς ἐπικρίνωσιν αὐστηρότατα, ὅταν μᾶς ἴδωσι παρεκκλίνοντας κατά τι. Ἐπεθύμουν ὅμως πάντοτε νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ πράγματα καὶ ὄχι τὰ πρόσωπα, ἐπεθύμουν νὰ ἔρχωνται οἱ τοιοῦτοι ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν, ἐν τῷ μέσῳ τῆς κοινωνίας, μὲ τὸν ἁγνὸν πατριωτισμὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διέκρινε τοὺς πατέρας μας, ἱδρύσαντας κράτος ἀνεξάρτητον, μὲ τὸν πατριωτισμὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πολλάκις ἐν κρισίμοις περιστάσεσιν ἔσωσε τὴν φίλην πατρίδα καὶ κατέστησε μοναρχίαν συνταγματικὴν, νὰ μὴν ὁδηγῶνται δὲ ἀπὸ πλαγίας σκέψεις. Ἀφοῦ, Κύριοι, ταῦτα εἶπον γενικῶς ἐπὶ τῆς ἀπευθυνθείσης μοι πρὸ ἡμερῶν ἐπερωτήσεως, προβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου, καὶ θέλετε κρίνει ὑμεῖς, ἐὰν ἦμαι συνεπὴς εἰς τὴν πολιτικήν μου. Τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, τοῦ ὁποίου μέρος ἀπετέλουν, ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Α. Μεγαλειότητα λῆξιν τῆς συνόδου, ἵνα λάβῃ καιρὸν, ὡς ἐξέθηκεν εἰς τὴν παραίτησίν του, νὰ ἐνασχοληθῇ περὶ τὴν οἰκονομικὴν ῥύθμισιν τοῦ κράτους, περὶ τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ εἰς διάφορα νομοσχέδια, πρὸ πάντων δ’ εἰς τὰ τῆς ἀφομοιώσεως· τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη τί ζητεῖ σήμερον διὰ τῆς διακοπῆς; αὐτὸ τοῦτο, δηλ. χρόνον, ἵνα ἐνασχοληθῇ περὶ τὰ αὐτὰ σπουδαῖα ἀντικείμενα. Ἐκ τούτου προκύπτει, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, ἐξελθὸν ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς μερίδος, ἐξ ἧς ἐξῆλθε καὶ τὸ τοῦ Βούλγαρη, βαίνει ἐπὶ τῆς αὐτῆς πορείας, ἤτοι τὰς αὐτὰς ὑποστηρίζει ἀρχὰς. Ἐν συντόμῳ τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη παρίσταται ὅλως συνεπὲς πρὸς τὴν πορείαν τῆς πρώην ἀντιπολιτεύσεως. Μία μόνη ἀπαντᾶται διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη καὶ Δηληγεώργη, ἡ τοῦ τρόπου περὶ τῆς παροχῆς τοῦ χρόνου. Τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη εἶπε, ζητῶ Μεγαλειότατε νὰ μοὶ χορηγήσῃς λῆξιν τῆς συνόδου ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ προσκαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συνέλθῃ τὸν Ἰανουάριον μῆνα, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐνασχοληθῶ ἡσύχως ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ περὶ τοσαῦτα κατεπείγοντα ἀντικείμενα, ἐνδιαφέροντα μεγάλως τὸ κράτος. Τὸ δὲ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη τὰ αὐτὰ διὰ τῆς περὶ διακοπῆς προτάσεώς του λέγει πρὸς τὴν Βουλὴν· «ἔλαβον, λέγει, τὴν περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν σας ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως, ζητῶ δὲ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ὑμετέραν πρὸς τοῦτο συναίνεσιν, ἵνα ἐν τῷ διαστήματι τῆς διακοπῆς ἐργασθῶ καὶ σᾶς παρουσιάσω ἄξια τῶν προσδοκιῶν σας ἔργα.» Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύω τούτων προτάσεων; Οἱ ζητήσαντες τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι πρὸς τοὺς διαδόχους των τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀφ’ οὗ καὶ ἡ οὐσία καὶ ὁ σκοπὸς δὲν διαφέρουσιν εἰμὴ μόνον κατὰ τύπον; Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐὰν ἀντίθετον διαγωγὴν ἰδῶ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλπίζω, θέλω εἴπει, ὅτι ἐχάθη ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία, πρέπει νὰ ἀπελπισθῇ τις ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς Ἑλλάδος. Ἂς μάθῃ ὅμως ἕκαστος, ὅτι ὅσον ὑψηλότερον ἵσταταί τις, τοσοῦτον μείζονας ἀπαιτήσεις παρέχει τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι ὅσον ὑψηλότερον ἵσταταί τις, τοσοῦτον προσεκτικώτερος πρέπει νὰ ᾖναι περὶ τὴν διαγωγήν του τὴν πολιτικὴν, καὶ ὅτι οἱ λόγοι πρέπει νὰ ᾖναι σύμφωνοι μὲ τὰ πράγματα. Εἰλικρινῶς ὑπηρετοῦμεν τὴν πατρίδα ὅταν δὲν μᾶς διαχωρίζωσιν ἰδιαίτερα περιστατικὰ, ἰδιαίτεροι λόγοι, πλάγιαι σκέψεις, ἀλλ’ ὅταν τὸ κοινὸν συμφέρον ἔχωμεν πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ μάλιστα εἰς περιστάσεις κρισίμους, οἷαι εἰσὶν αἱ παροῦσαι. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, ἀγορεύων χθὲς καὶ ἀποκρούων μᾶλλον τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη παρὰ τοὺς λόγους τοὺς προταθέντας ὑπὲρ τῆς περὶ διακοπῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ τοῦ κράτους κατάστασις ὑπάρχει ἀνθηρὰ, ὅτι ἔχετε ἕτοιμα νομοσχέδια, εἰς ἃ δύνασθε νὰ ἐνασχοληθῆτε, ἀπορεῖ δὲ τίνος ἕνεκα προτείνεται ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὁ κ. Σωτηρόπουλος μένει εἰς τὴν θέσιν του, παρακολουθῶν τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας καὶ ὡς μέλος τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ ὡς ὑπουργὸς ἐπρέσβευεν· ὁ κ. Σωτηρόπουλος σᾶς εἶπε χθὲς, ὅτι πάντα ὅσα ἐλέγετε κατὰ τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου, τοῦ ὁποίου μέρος ἀπετέλει, δὲν εἶναι ἀληθῆ. Σήμερον λοιπὸν πρόκειται νὰ καταδειχθῇ, ἐὰν ὅσα ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους εἶπε χθὲς ὑπὲρ τῆς πορείας τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, θέλουσι παραδεχθῆ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου κατέκρινον καὶ κατακρίνουν ταύτην· θέλω ἰδῆ, ἐὰν οἱ τοιοῦτοι διὰ τῆς ψήφου των, σήμερον ἀντιφάσκοντες, διακηρύξωσιν, ὅτι εἶναι καλὴ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, καὶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου μᾶς ἐδιοίκησε συνταγματικῶς διὰ τῶν διαταγμάτων. Σήμερον πρόκειται νὰ καταδειχθῇ, ἐὰν οἱ τοιοῦτοι θέλουσι διὰ τῆς ψήφου των ἀναγνωρίσει, ὅτι ὅσα κατὰ τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου εἶπον εἰσὶ ψεύδη, ὅτι τὸ ἐσυκοφάντησαν τότε, καὶ ὅτι σήμερον ἔρχονται νὰ κηρύξωσι δημοσίᾳ τὴν πλάνην των. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πάλιν λέγω, ὅτι ὀφείλουσιν οἱ τοιοῦτοι νὰ ἐξηγηθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ νὰ εἴπωσι, ποῖοι λόγοι τοὺς ἔκαμνον νὰ λέγωσι τότε τὰ ἐναντία τῶν σήμερον, πρέπει νὰ δώσωσι δημοσίᾳ λόγον τῆς τοιαύτης ἀντιφατικῆς διαγωγῆς των, πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφράζωσι τὰς ἰδέας των καὶ νὰ μὴ φενακίζωσι τὴν δημοσίαν γνώμην· πέποιθα ὅμως, ὅτι οὐδεὶς τούτων, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ διατρέξαντα, θέλει προέλθει νὰ κηρύξῃ διὰ τῆς ψήφου του ἑαυτὸν συκοφάντην τότε, ἢ κακῆς πίστεως σήμερον. Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ ὅτι λέγων ταῦτα, οὐδένα ἔχω σκοπὸν ἀτομικὸν, εἶμαι μακρὰν τοῦ νὰ προσάψω τὸν ἐλάχιστον μῶμον εἴς τινα· εἶπον ἀκαδημαϊκῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονῶ, ἐξενεγκὼν μετὰ παῤῥησίας τὴν γνώμην μου περὶ τῆς διαγωγῆς, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐμὲ πρέπει νὰ τηρῶσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἐν Ἑλλάδι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, διότι ἡ παλιμβουλία, ἡ ἀτομικότης καὶ αἱ πλάγιαι σκέψεις πολλὰ τῇ πατρίδι παρέσχον κακὰ, καὶ εἰς τὴν ἐπικράτησιν τοιαύτης τακτικῆς πρέπει νὰ ἀποδώσῃ τις πᾶν τὸ κακῶς ἔχον. Ὁ πατριωτισμὸς ὑπῆρξεν εἰς πολλοὺς ἐπὶ τῶν χειλέων καὶ οὐχὶ ἐν τῇ καρδίᾳ, ὡς τὰ πράγματα διὰ τοῦ χρόνου ἀπέδειξαν, διὰ δὲ τοῦ ἐπιπλάστου τούτου πατριωτισμοῦ ἐφενακίσθη ἡ δημοσία γνώμη, καὶ ἐζημιώθη μεγάλως ἡ πατρὶς, περιελθοῦσα εἰς θέσιν δυσάρεστον. Βλέπω τὸν κ. Κουμουνδοῦρον συνεπῆ εἰς τὴν πορείαν του. Ἐκυβέρνησε διὰ διαταγμάτων ἀντὶ νόμων, ἑπομένως συμφέρον εἶχε καὶ ἔχει νὰ ὑπερασπισθῇ τὰς πράξεις του, ἀφοῦ διὰ τῶν διαταγμάτων ἐτέθη ἐκτὸς τοῦ συνταγματικοῦ κύκλου. Ἀλλ’ ἡ πρώην ἀντιπολίτευσις, ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς ὁποίας ἐξήλθομεν, καὶ ἥτις κατέκρινε τὴν διὰ διαταγμάτων διοίκησιν, θέλει φανῆ συνεπής, ἤ τινες τούτων διὰ τῆς ψήφου των θέλουσι παλινδρομήσει, ἀπαρνούμενοι τὸ παρελθόν των, οὐχὶ διὰ λόγους κοινοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ δι’ ἀτομικὰς αἰτίας; Εὔχομαι πρὸς δόξαν αὐτῶν τούτων νὰ μὴν ἴδω τοιοῦτο τι σήμερον. Κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐκθέσω, ἂν οὐχὶ λεπτομερῶς, τοὐλάχιστον γενικῶς πως τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους παρῃτήθη τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, καὶ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους τὸ νῦν ὑπουργεῖον προτείνει τὴν διακοπὴν, ἐκ δὲ τῆς συνοπτικῆς ταύτης ἐκθέσεως θέλετε πεισθῆ ἀναντιῤῥήτως, ὅτι ἡ περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς πρότασις τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη εἶναι συνεπὴς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη περὶ λήξεως τῆς συνόδου. Τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, ἐζήτησε τὴν λῆξιν τῆς συνόδου πρῶτον διὰ τὸν λόγον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως· ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, κύριοι, ὁμολογουμένως εἶναι ἀθλία· ἀπευθύνομαι περὶ τούτου εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν συνείδησίν σας, ἕκαστος δ’ ἂς βάλῃ τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς καρδίας καὶ ἂς εἴπῃ, ἂν διατελῶμεν εἰς καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Δὲν εἶναι πατριωτικὸν τὸ νὰ μᾶς ἀποπλανῶσι μὲ πλάσματα, διότι αἱ τοιαῦται ἀποπλανήσεις μᾶς ἔφερον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, δι’ ἣν ἐνδομύχως πάντες καταλυπούμεθα. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος χθὲς εἶπεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ 1864 ὑπάρχει πολλὰ καλὴ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου ἐδιοίκησε καλῶς καὶ ὅτι δὲν εἶχε τὸ ἔτος τοῦτο ἔλλειμμα εἰμὴ 300,000 δραχμῶν· ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον λέγω, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1864 δὲν ἀνήκει ὁλοσχερῶς εἰς τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, διότι τὸ 1864 εἶδε τρία ὑπουργεῖα, τὸ τοῦ κ. Βούλγαρη ἐπὶ τοὺς τρεῖς πρώτους μῆνας, τὸ τοῦ κ. Βάλβη ἐπὶ τοὺς κατόπι τέσσαρας καὶ τὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου τὸν 8βριον. Ἐὰν ἑπομένως ἡ χρῆσις τοῦ 1864 δὲν παρουσιάζῃ ἔλλειμμα μέγα, τοῦτο δὲν ὀφείλεται ἢ εἰς τὰ προηγούμενα ὑπουργεῖα καὶ εἰς τὴν παρουσίαν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις ἐμπόδιζε πᾶσαν κατάχρησιν καὶ σπατάλην. Ἅμα ὅμως ἀπῆλθεν ἡ ἐθνοσυνέλευσις, ἤνοιξαν αἱ πύλαι τῆς σπατάλης πανταχόθεν, ἐξεδόθησαν τὰ διατάγματα, ἤρξαντο αἱ διὰ διαταγμάτων ἱδρύσεις θέσεων, ἤρξαντο αἱ μεταθέσεις καὶ ἕτεραι διάφοροι πράξεις, ἐπάγουσαι δαπάνας, ἐπιβαρυνάσας καὶ ἐπιβαρυνούσας μέχρι σήμερον μεγάλως τὸ δημόσιον ταμεῖον. Λάβετε, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν τὸ 1865. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καλῶς ποιῶν, ἔφερεν ἐν τῷ μέσῳ σας τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1864 ἀντὶ νὰ φέρῃ τὰ τοῦ 1865, καθ’ ὃ τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου ἔπλασε διὰ διαταγμάτων του διαφόρους θέσεις, ἐχορήγησεν ἐπιμίσθια, ηὔξησε τοὺς μισθούς. Ὁποῖα τινὰ ἀποτελέσματα παρουσιάζει ἡ τοιαύτη σπάταλος τοῦ 1865 διαχείρισις; Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα τριῶν ἑκατομμυρίων, ὁ δὲ κ. Χρηστίδης σᾶς εἶπε πέντε, καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα θέλει φθάσει περὶ τὰ 7,000,000 δραχμῶν. Εἶπον, κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μένει εἰς τὴν θέσιν του, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε περὶ αὐτοῦ, διότι μέγα συμφέρον εἶχε καὶ ἔχει νὰ δικαιολογήσῃ ὁπωσδήποτε ὅλα τὰ προηγούμενά του καὶ τὰ διατάγματα κτλ. ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις θέλει τολμήσει νὰ καλύψῃ σήμερον τὰς συνταγματικὰς ταύτας παρεκτροπὰς του;
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ διαταγμάτων πρόκειται σήμερον ἢ περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; (Θόρυβος).
§29Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ πρώην ἀντιπολίτευσις ἢ μᾶλλόν τινες αὐτῆς καὶ ἰδίως ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ τῆς ἀπὸ τῆς ὑπουργικῆς θέσεως παραιτήσεώς των κατέκριναν τὴν οἰκονομικήν μας κατάστασιν ὡς ἀθλίαν, θέλουσι παλινδρομήσει ἕνεκα πλαγίων σκέψεων καὶ διὰ τῆς ψήφου των θέλουσι σήμερον συμφωνήσει μετὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὅτι αὕτη εἶναι ἀνθηρά; Ἡ περίστασις αὕτη θέλει καταδείξει, ἂν οὗτοι ἔχωσιν ἀρχὰς, πατριωτισμὸν, καρδίαν, ὁποίαν ἐδείκνυον ὅτι ἔχουσι.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὑποστηρίζωσιν ἐσᾶς εἰς τὴν ἐξουσίαν.
§31Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ ἐξουσία, γνωρίζετε, κ. Παπαμιχαλόπουλε, ὅτι πολλάκις μοὶ προσηνέχθη καὶ δὲν τὴν ἐδέχθην. Ἔρχομαι εἰς τὸν δεύτερον λόγον τῆς παραιτήσεως τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, τοῦ ὁποίου ἀπετέλουν μέρος· οὗτος εἶναι ὁ τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐρωτῶ τοὺς πρώην συναδέλφους μου ὑπουργοὺς, ἂν ἡ δημοσία τάξις ἦναι εἰς εὐάρεστον κατάστασιν, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εἶναι εἰς εὐάρεστον κατάστασιν, διατὶ ἐζητησάμεθα τὴν λῆξιν τῆς συνόδου ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ;
§32Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἄλλος καιρὸς τότε.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ μὴ διακόπτετε.
§34ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τί ἐπεμείναμεν; δι’ ἰδιοτροπίαν; ἄπαγε, πατριωτισμὸς ὡδήγησε τότε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη. Ὅλοι ὡς ἀνήκοντες εἰς ἐπαρχίας, γινώσκετε κάλλιστα, κύριοι βουλευταὶ, τὴν κατάστασιν αὐτῶν. Σᾶς ἐρωτῶ ἐὰν ἡ δημοσία τάξις, καὶ δημοσίαν τάξιν λέγων, δὲν ἐννοῶ τὴν στενὴν ἔννοιαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλὰ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τῶν νόμων· ἐρωτῶ λοιπὸν, ἐὰν ἡ δημοσία τάξις ὑπάρχῃ εἰς εὐάρεστον κατάστασιν. Εἶσθε, κύριοι, πατριῶται, ἔχετε συνείδησιν, ἀγαπᾶτε τὴν πατρίδα σας, ἐρωτήσατε τὰ ἔγκατα τῆς καρδίας σας καὶ ἂν σᾶς εἴπῃ τὸ ἐναντίον, τότε καταψηφίσατε (εὖγε ἐκ τοῦ θεωρείου τῶν δημοσιογράφων).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία. Τὸ θεωρεῖον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ δίδῃ τὸ καλὸν παράδειγμα, δίδει τὸ κακόν.
§36ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δημοσία τάξις, κύριοι, δὲν ὑπάρχει εἰς εὐάρεστον κατάστασιν. Δὲν ἔρχομαι σήμερον νὰ ἐξετάσω τὰ αἴτια αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἐὰν προέρχωνται ἐκ τῶν περιστάσεων, εἴτε ἐκ προσώπων, εἴτε ἐξ ἄλλων αἰτιῶν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ὑπάρχει λυπηρά. Ἐθνικὴ φιλοτιμία μὲ ἀναγκάζει νὰ μὴ λεπτομερήσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου διὰ τῆς ἐκθέσεως περιστάσεων, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ τὸ ἐπιτρέψητε· ἀπευθύνομαι μόνον, καθὼς εἶπον, εἰς τὴν συνείδησίν σας. Ἡ δημοσία τάξις, αὐτὸ τὸ μέλημα ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, αὐτὴ ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδραιοῦνται τὰ πάντα, αὐτὴ ἡ βάσις τῆς εὐημερίας τῶν Κρατῶν, αὐτὴ ἡ βάσις δὲν εἶναι ἑδραία, καὶ δύνασθε νὰ εἰπῆτε σήμερον ὅτι δὲν χορηγεῖται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καιρὸν διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου; Τὴν ἀνάγκην τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς λόγῳ τῆς δημοσίας τάξεως δὲν ἐγέννησε τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, ἀλλ’ ἀνεγνώρισε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἐξαιτησάμενον ἐπὶ τῷ δευτέρῳ τούτῳ λόγῳ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου. Ἄρα τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη συνεπὲς πρὸς τὴν καταγωγήν του καὶ ὑπ’ ὄψιν ἔχον τὴν δημοσίαν ἀνάγκην ἐβάδισεν ἐπὶ τῆς πορείας τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη. Νῦν δὲ πρόκειται νὰ καταδειχθῇ, ἂν καὶ οἱ ἀποτελέσαντες τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη βουλευταὶ, καὶ οἱ ὑποστηρίξαντες αὐτὸ θέλουσιν εἶσθαι συνεπεῖς πρὸς τοὺς λόγους, δι’ οὓς παρῃτήθη τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη. Ζήτημα σπουδαῖον, ζήτημα ζωτικὸν, ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἑλκύῃ τὴν προσοχὴν τοῦ τε ἠπειρωτικοῦ βασιλείου καὶ τῆς Ἑπτανήσου, ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει ἀναντιῤῥήτως νὰ καταστῇ ἓν τῶν πρωτίστων μελημάτων μας εἶναι ἡ ἀφομοίωσις. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, κατ’ αὐτῆς οὐδεὶς, πιστεύω, ἔχει ἀντίῤῥησιν· ὅλοι ζητοῦμεν τὴν ταχίστην ἀφομοίωσιν, καὶ τὴν θέλομεν καὶ τὴν ἐπιθυμοῦμεν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἀναντιῤῥήτως νὰ δοθῇ μικρός τις χρόνος εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἵνα σκεφθῇ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν περὶ ταύτης νομοσχεδίων ἢ προτάσεων. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι εἷς λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη παρῃτήθη ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας. Τί λέγομεν δ’ ἡμεῖς σήμερον; Δότε μας καιρὸν νὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν ἐνώπιόν σας ἔργα ἄξια τῶν προσδοκιῶν σας, ἄξια τῶν ἀπαιτήσεών σας. Ἐλθόντες, κύριοι, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θέλομεν εἶσθαι σταθεροὶ, εἰλικρινεῖς, συνεπεῖς. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Βούλγαρη ἐζήτησε λῆξιν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ συγκαλέσῃ νέαν Βουλὴν τὸν Ἰανουάριον. Τί λέγομεν ἡμεῖς σήμερον ὑπὲρ τῆς διακοπῆς; σᾶς λέγομεν, δότε μας διακοπὴν 40 ἡμερῶν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ κάμωμεν ὅ,τι τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἐζήτησε νὰ κάμῃ. Συνεπεῖς πρὸς τὰς ἀρχάς μας, δὲν ἐφαντάσθημεν δέ ποτε νὰ διαψεύσωμεν τὸ παρελθόν μας καὶ νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐπρεσβεύσαμεν. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη καὶ Δεληγεώργη εἶναι ὡς πρὸς τὸν τρόπον· τὸ μὲν πρῶτον ὑπουργεῖον ἐζήτησε τὴν προθεσμίαν ἀπὸ τὸν Βασιλέα, ἡμεῖς τὴν ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἴσως, ἴσως μάλιστα δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν, καθὼς εἶπόν τινες, 20 ἡμερῶν διακοπήν· ἀλλὰ παρουσιαζόμενοι ἐνώπιον τοῦ πανελληνίου, θέλομεν νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς ἀποκρούοντες πᾶσαν δολιότητα· ἐγινώσκομεν, ὅτι, ἐὰν ἐζητοῦμεν 20 ἡμερῶν διακοπὴν, ἤθελον ἐπέλθει μετὰ ταύτην αἱ ἑορταὶ, αἵτινες ἀναγκαίως ἤθελον ἐπιφέρει σιωπηλῶς τὴν παράτασιν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ οὕτως ἠθέλομεν ἔχει τεσσαρακονθήμερον διακοπὴν πράγματι. Πολλοὶ ἴσως μᾶς ἐσυμβούλευσαν τοῦτο· ἀλλὰ ἡμεῖς εἴπομεν, ὄχι· ὁσάκις ζητοῦμέν τι ἀπὸ τὴν Βουλὴν, θέλομεν νὰ ἤμεθα πάντοτε εἰλικρινεῖς. Τὴν δολιότητα τὴν ἀπεκρούσαμεν πάντοτε, φρονοῦντες, ὅτι ἡ εἰλικρίνεια τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ἠθῶν τοῦ Κράτους· ἐκτὸς τούτου ἐζητήσαμεν τὴν διακοπὴν τῶν 40 ἡμερῶν διὰ νὰ μὴν ἐλαττώσωμεν τὰς ἡμέρας τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ἴσως ἴσως ἄλλοι, κύριοι, ἴσως εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἐζήτουν νὰ παραλύωσι τὰ σώματα, νὰ παραλύωσι τὰς ἐργασίας των καὶ νὰ εἰσάγωσι τὰς τελευταίας ἡμέρας σωρείαν νομοσχεδίων, ἵνα δύνανται νὰ ὑφαρπάζωσιν ἐξ αὐτῶν ὅσα ἤθελον· ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα ἐναντίας πολιτικῆς· θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν ὅσον ἔνεστι τέλεια ἔργα, νὰ ἔχῃ δὲ καὶ ἡ Βουλὴ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ἵνα συζητήσῃ ταῦτα, κρίνῃ καὶ ἐν συνειδήσει δώσῃ τὴν ψῆφόν του ἕκαστος. Ἀλλ’ ὁ Κ. Σωτηρόπουλος χθὲς σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου δὲν συνέταξεν ἕνα προϋπολογισμόν; δὲν εἰσήγαγε διάφορα νομοσχέδια; ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ συζητήσῃ ταῦτα μετὰ τῆς Βουλῆς· μὲ ἄλλας λέξεις θέλει ὁ Κ. Σωτηρόπουλος νὰ διαγράψῃ τὴν πορείαν μας καὶ νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ τὰς ἰδίας του πεποιθήσεις. Ἆ! κύριοι, ὅταν ἔλθωμεν νὰ ὑποστηρίξωμέν τι, πρέπει νὰ ἤμεθα ἡμεῖς αὐτοὶ ἐκ τῶν προτέρων πεπεισμένοι περὶ τοῦ ὀρθοῦ· θέλομεν ὡς Κυβέρνησις ἵνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προτείνομεν ἢ ὑποστηρίζομεν, ὦσι σύμφωνα μὲ τὰς πεποιθήσεις μας, μὲ τὴν συνείδησίν μας, διότι δὲν ἀνελάβομεν νὰ διοικήσωμεν οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Κ. Σωτηροπούλου, οὔτε μὲ τὸ τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα ἄλλου τινὸς, ἀλλὰ μὲ ἰδίας ἀρχὰς, σκέψεις καὶ πεποιθήσεις.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὸ τοῦ Κ. Χρηστίδου.
§38ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ Κ. Χρηστίδης ἐὰν ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξετάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ καιρὸν ἵνα γνωστοποιήσῃ εἰς τοὺς συνυπουργούς του τὰς ἐπὶ τῶν διαφόρων κονδυλίων τοῦ προϋπολογισμοῦ σκέψεις του. Θέλει ὁ Κ. Σωτηρόπουλος νὰ ἔλθωμεν ἀνεξετάστως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν ἐνώπιόν σας καὶ νὰ σᾶς εἴπωμεν, ψηφίσατε τοῦτο, ψηφίσατε ἐκεῖνο, νὰ σᾶς ἀφαρπάσωμεν δ’ οὕτω τὰς ψήφους; Ἐὰν ἡ νομοθεσία μας ἔχῃ κακόν τι, τοῦτο προῆλθεν ἀπὸ τὴν ἐπίσπευσιν, μὲ τὴν ὁποίαν πάντοτε ἐψηφίσθησαν τὰ νομοσχέδια. Ναί, κύριοι, ἐπῆλθεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον τρία ἀλλεπάλληλα νομοσχέδια εἰσήχθησαν καὶ ἐπεψηφίσθησαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι ἤρχοντο νομοσχέδια βροχηδόν· ψηφίσατέ τα, ψηφίσατέ τα, ἔλεγον τότε αἱ Κυβερνήσεις, εἶναι καλὰ, τὰ ἐσκέφθημεν ἡμεῖς· ἐψηφίζοντο δ’ οὕτω καὶ ἐγίνοντο νόμοι, ἀλλὰ μετὰ ἕνα μῆνα ἐπήρχοντο ἄλλοι νόμοι τροποποιοῦντες τοὺς πρώτους, καὶ μετὰ ἕνα μῆνα ἄλλοι τροποποιοῦντες τοὺς δευτέρους. Ἀλλ’ ὁ Κ. Σωτηρόπουλος σᾶς λέγει· κύριοι, ἔχετε νὰ ψηφίσητε φορολογικοὺς νόμους, ἔχετε προϋπολογισμὸν, ἐὰν δὲ φύγῃ ἡ Βουλὴ, τί θὰ γίνῃ; πῶς θὰ κάμητε; Ἀπαντῶ εἰς τὸν Κ. Σωτηρόπουλον τὰ ἑξῆς· ὅτι διὰ νὰ κάμωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ ἴδωμεν τί βελτιώσεις θὰ κάμωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν πρῶτον ἡμεῖς καὶ ὕστερον νὰ τὸν φέρωμεν ἐνώπιόν σας. Ἀλλά, μᾶς λέγει, ἀφήσατε νὰ σκεφθῶμεν ἡμεῖς πρῶτοι περὶ τῶν ἀναγκαίων νόμων, νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς τὴν πρωτοβουλίαν. Ἀπαντῶ εἰς τὸν Κ. Σωτηρόπουλον, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον ὀργανικοὶ νόμοι ποτὲ νὰ ἔλθουν ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς· διότι ἡ Βουλή, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ πεῖραν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν ὑποκύψῃ εἰς λάθη. Οἱ ὀργανικοὶ νόμοι πάντοτε ἔρχονται ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων. Αἱ Κυβερνήσεις δύνανται νὰ συλλέγωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, νὰ ἔχωσι τὴν στατιστικὴν περὶ πάντων τῶν ἀντικειμένων καὶ νὰ συντάξωσι καλόν τι ἔργον συμβιβάζον τὰ διάφορα τοπικὰ συμφέροντα, καὶ νὰ εἰσαγάγωσι τοῦτο πρὸς συζήτησιν, ἡ δὲ Βουλὴ στερεῖται ὅλων τῶν ἀναγκαίων πρὸς σύνταξιν ὀργανικῶν νόμων στοιχείων. Κύριοι, γνωρίζετε πολὺ καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἔργον πολλὰ σπουδαῖον· ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ καθρέπτης τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως· ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καταφαίνεται ἡ πολιτικὴ πορεία, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θέλει ν’ ἀκολουθήσῃ· ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλετε συλλέξει τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἵνα σχηματίσητε πεποίθησιν περὶ τοῦ πολιτικοῦ πνεύματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν λοιπὸν δὲν συναινέσητε νὰ μᾶς χορηγηθῇ ὁ ἀναγκαῖος καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν, νὰ ἴδωμεν τί θ’ ἀφαιρέσωμεν, τί θὰ προσθέσωμεν, πῶς θὰ διοικήσωμεν, νομίζετε, ὅτι τότε θὰ ἔχετε ἔργον ἐντελές; ἄπαγε· θέλετε ἔχει ἔργον ἀτελέστατον, θέλετε ἔχει ἔργον διὰ τὸν ὁποῖον ὕστερον ὑμεῖς αὐτοὶ θέλετε μετανοήσει. Μᾶς εἶπε χθὲς ὁ Κ. Ῥηγόπουλος, ὅτι εἴμεθα ἄνδρες ἱκανοὶ, καὶ ὅταν ἤλθομεν νὰ διοικήσωμεν, σημαίνει ὅτι ἔχομεν ἓν ἐντελὲς σύστημα εἰς τὸν νοῦν μας, ὅτι ἔχομεν τὰ πάντα ἕτοιμα καὶ ἀμέσως δυνάμεθα νὰ τὰ συζητήσωμεν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅσα ἐξέθηκα ἐπὶ τῶν σκέψεων τοῦ Κ. Σωτηροπούλου θέλουσι μὲ ἀπαλλάξει τοῦ κόπου τοῦ ν’ ἀποδείξω πόσον ἄτοποι ὑπάρχουσιν αἱ ἰδέαι τοῦ Κ. Ῥηγοπούλου. Ὅταν τις ὑπάρχῃ ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, ἔχει τὰς ἀρχάς του· ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει νὰ φροντίσῃ πῶς νὰ πραγματοποιήσῃ ταύτας, συμβουλευόμενος καί τὴν ὑπηρεσίαν, τοὐτέστι τὴν πεῖραν περὶ τοῦ καταλληλοτέρου πρὸς πραγμάτωσίν των τρόπου. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς τὰς ἀρχάς μας καὶ πρόκειται νὰ συμβουλευθῶμεν τὴν ὑπηρεσίαν πῶς δυνάμεθα νὰ συμβιβάσωμεν τὰς λεπτομερείας. Πρὶν ἢ μᾶς δοθῇ μικρὸς χρόνος ἵνα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ στοιχεῖα ταῦτα, πῶς θέλετε νὰ σᾶς φέρωμεν σήμερον ἓν οἰκονομικὸν σύστημα ἐντελὲς, ὁποῖον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ; Φρονῶ, ὅτι τὸ ἀντικείμενον ὑπάρχει τόσον φανερὸν, ἡ αἰτία ἡ προκαλέσασα τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου περὶ διακοπῆς ὑπάρχει τόσον δικαιολογημένη, ὥστε δὲν ἀπαιτεῖται περισσοτέρα ἀνάπτυξις· εἰς ὑμᾶς δ’ ἐναπόκειται νὰ συναινέσητε νὰ μᾶς δοθῇ μικρός τις χρόνος, ἵνα προετοιμάσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως. Κύριοι, τελειόνων τὴν ἀγόρευσίν μου αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν προεκλήθην μᾶλλον ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐντίμου φίλου μου Κ. Παπαμιχαλοπούλου, φρονῶ, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ συνείδησις θέλουσιν ἀποκρούσει πᾶσαν πλαγίαν σκέψιν, καὶ ὅτι τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς πατρίδος θέλει ἐπενεργήσει ἐπὶ τῶν σκέψεών σας, ἵνα χορηγήσητε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μέσον ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον εἰς τὴν βελτίωσιν πρὸ πάντων τῆς λυπηρᾶς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἡ πατρὶς περιῆλθε. Πέποιθα δὲ ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες τοσοῦτον αὐστηρῶς κατέκριναν τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου καὶ διὰ τῶν διαμαρτυρήσεων κτλ. ἐκλόνισαν τὴν κοινωνίαν, δὲν θέλουσιν ἀρνηθῆ τὸ παρελθόν των, καταδεικνυόμενοι δι’ ἀντιθέτου διαγωγῆς ἢ συκοφάνται τότε, ἢ κακῆς πίστεως σήμερον.
§39ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐνόμισα καθῆκον νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις εἰς τὸ σεβαστὸν τοῦτο Σῶμα, καθόσον ὁ σήμερον προλαλήσας ἔντιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ χθὲς λαλήσας ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησαν νὰ δικαιολογήσουν καὶ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν ζητουμένην διακοπὴν διὰ τῆς αἰτήσεως, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προϊστάμην πρὸ ὀλίγου, ἔκαμε πρὸς τὸν Βασιλέα. Θέλω νὰ κάμω αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ὡς βουλευτὴς εἶμαι ἐναντίος αὐτῆς τῆς αἰτήσεως, καὶ ὡς ὑπουργὸς ἀκόμη ἐθεώρουν τολμηρὸν νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ εἴπω εἰς αὐτήν· «ἄπελθε, ἀπεκδύσου τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχεις, καὶ ἄφησέ με μὲ τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην σου νὰ κυβερνήσω δύω μῆνας καὶ σὺ νὰ ἦσαι ἀποῦσα.» Ἤθελα μόνον νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ πολίτευμα ἔδωκεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἤθελα νὰ μεταχειρισθῶ μόνον τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰσχὺν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ προετοιμασθῶ εἰς ὅσα ἦσαν ἀναγκαῖα, ὄχι δὲ καὶ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν «ἄπελθε.» Ἤθελα νὰ ἔχω τὴν εὐθύνην ἐγὼ αὐτὸς καὶ οὐδεὶς ἄλλος· διὰ τοῦτο εἶπον εἰς τὸν Βασιλέα νὰ μᾶς δώσῃ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, διότι ἐνόουν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην μόνον τὸ Ὑπουργεῖον, οὐδέποτε δὲ νὰ ῥίψω αὐτὴν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ εἴπω «σὺ ἄπελθε.» Θέλω τὴν Βουλὴν ζηλότυπον εἰς τὴν ἐξουσίαν της. Ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ θέσιν δυσπιστίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν· πρέπει εἰς πολὺ ἐκτάκτους καὶ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις ν’ ἀπέρχηται αὕτη. Πρέπει νὰ παρακολουθῇ διὰ τοῦ ἀδιαλείπτου ἐλέγχου της τὴν Κυβέρνησιν. Δύναται μὲν νὰ τῇ δώσῃ ζωὴν πέντε ἡμερῶν, μιᾶς ἑβδομάδος, δύναται νὰ τὴν ἀφήσῃ 5 μῆνας, ἀλλὰ πάντοτε πρέπει νὰ ᾖναι παροῦσα. Δὲν ἐτόλμησα τότε νὰ εἴπω ὡς πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν· «λάβε σὺ τὴν εὐθύνην καὶ ἄπελθε, δὸς εἰς ἡμᾶς αὐτὴν τὴν μεγάλην ἐμπιστοσύνην·» ὄχι· διότι, ἐὰν τότε ἤμην ὑπουργὸς, τὴν ἄλλην ἡμέραν θὰ ἤμην βουλευτής· καὶ, καθὼς σᾶς εἶπον, θέλω τὸν βουλευτὴν νὰ ᾖναι ζηλότυπος εἰς τὴν ἐξουσίαν του, νὰ μὴ ἀπεκδύηται αὐτὴν, τὴν ὁποίαν τῷ ἔδωκεν ὁ λαός. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπουργεῖον, ἔχει ὅπλα, ἔχει μέσα· ἂς κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν. Ἔχετε, Κύριοι ὑπουργοὶ, τὸ μέσον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔδωκε τὸ πολίτευμα, ζητήσατε τὴν λῆξιν· ζητήσατε αὐτὴν ἀντὶ νὰ λέγητε εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφήσατέ μας νὰ κυβερνήσωμεν δύω μῆνας μὲ πλήρη ἐμπιστοσύνην. Τί θὰ εἴπωμεν ἡμεῖς εἰς τὸν λαόν; Καὶ εἶναι καλὸν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα νὰ μὴ ᾖναι ἡ Βουλὴ παροῦσα; καὶ, ἐὰν συμβῇ τι ἔκτακτον ἢ ἐπικίνδυνον, ποῦ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ «σταμάτησε, τί κάμνεις;» Ἐὰν ᾖναι ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην, ἂς κάμῃ χρῆσιν ὑπ’ εὐθύνην του τοῦ δικαιώματός του δυνάμει τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ὄχι νὰ λέγῃ «λάβε σὺ Βουλὴ τὴν εὐθύνην.» Καὶ τολμᾷ νὰ τὸ εἴπῃ; καὶ θέλετε νὰ τὸ εἴπῃ; Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ διαφορὰ, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ αἴτησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προϊστάμην πρὸ ὀλίγου, ἀπὸ τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν κάμνει τὸ παρὸν ὑπουργεῖον. Καὶ ὡς ὑπουργὸς τότε καὶ ὡς βουλευτὴς δὲν ἤθελον ποτὲ ἡ Βουλὴ νὰ συγκατατεθῇ ν’ ἀπέλθῃ. Δὲν τὸ θέλω. Ἐπαναλαμβάνω, θέλω αὐτὴν ζηλότυπον τῶν δικαιωμάτων της. Ἄλλως τε, κύριοι, ποία εἶναι ἐκείνη ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ νὰ καταφύγῃ εἰς τοιαύτην αἴτησιν καὶ νὰ μὴ τολμᾷ νὰ ζητήσῃ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ὑπ’ εὐθύνην του; Τοὐλάχιστον, ἐὰν ἤθελεν εἶσθαι εἰς ἀνάγκην ἀνυπέρβλητον, ἐὰν δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν ἄλλων μέσων διὰ ν’ ἀπέλθῃ ἡ Βουλὴ, τὸ ἐννοῶ· καὶ ἐὰν μοὶ εἴπῃ τὶς, πῶς τὸ πολίτευμα ἔδωκε καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ ζητῇ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ἐκ δευτέρου τὴν διακοπὴν, ἐννοῶ, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν μίαν ἄλλην περίστασιν· ἐὰν ἡ Σύνοδος ἤθελεν εὑρίσκεσθαι εἰς τοὺς πρώτους τρεῖς μῆνας, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς λήξεως, τότε ἠναγκάζετο βεβαίως νὰ ζητήσῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ κάμῃ καὶ δευτέραν διακοπήν. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Σύνοδος διατρέχῃ τὸν τέταρτον ἢ πέμπτον μῆνα, εἶναι πλέον λόγος νὰ μὴ θέλῃ τὴν λῆξιν καὶ νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν εὐθύνην, ἀλλὰ νὰ λέγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἄπελθε; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχω, οὔτε εἶχον ἀξίωσιν, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μοὶ δώσῃ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἐμπιστοσύνην, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὴν ἐζήτησα. Ὁ προλαλήσας ἔντιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπετέλει πρὸ ὀλίγου μέρος τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ προεδρευομένου Ὑπουργείου, ὥστε δὲν ἦτο διόλου ἀξιοπρεπὲς νὰ μεταβῇ ἀπὸ τῆς μιᾶς θέσεως εἰς τὴν ἄλλην. Γνωρίζετε, ὅτι ἠναγκάσθη τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο νὰ παραιτηθῇ, διότι εὗρε μίαν δυσκολίαν παρὰ τῷ Βασιλεῖ, ἥτις τῷ ἔδιδε μίαν ἰδέαν μικρὰν, ἐὰν θέλητε, ὄχι πλήρους ἐμπιστοσύνης. Πῶς λοιπὸν αὐτὸς, πεισθεὶς κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν περὶ τούτου καὶ ἕνεκα τούτου παραιτηθεὶς, πῶς, λέγω, μετὰ δύω ἡμέρας ἐπίστευσεν, ὅτι ἔχαιρε τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ νέον ὑπουργεῖον; Δὲν ἐννοῶ ποίων ἀρχῶν παράλειψιν θέλει ν’ ἀποδώσῃ εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα βεβαίως μὲ τὴν ὁμιλίαν του ὑπηνίχθη, οὔτε ποίας ἀρχὰς ἡ ἀντιπολίτευσις ἢ μέρος αὐτῆς ἠθέλησε νὰ παραλείψῃ. Εἶχον, κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον. Ἤμην συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς της, ἀλλὰ πάντοτε ἐνόουν, ὅτι αὗται αἱ ἀρχαὶ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόζωνται ὑπό τινας κανόνας ὁμοφροσύνης, ὑπό τινας κανόνας πλήρους ἠθικῆς. Ἐὰν δὲ συνέβη, ὥστε νὰ χαλαρωθῶσιν αἱ δυνάμεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ν’ ἀποβῶσιν ὅλοι οἱ τελευταῖοι θρίαμβοί της ἀνωφελεῖς ἕνεκα ἀνωμαλιῶν τινων, τὰς ὁποίας εἶναι δυσάρεστον καὶ ν’ ἀναμνήσῃ τις, θὰ εἴπῃ τοῦτο, ὅτι ἀφῆκαν τὰς ἀρχὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑπηνίχθη ὁ ἔντιμος προλαλήσας; Λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν δίδω εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα, ἐὰν ἐνόει ἐμὲ, καὶ πιστεύω ὅτι ἐμὲ ἐνόει, δὲν δίδω τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὸν, λέγω, νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐπικρίνῃ τὸν πολιτικόν μου βίον, ὁ ὁποῖος χρονολογεῖται ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ὅτε οὗτος διετέλει ἁπλῶς ὑπάλληλος, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ περισσότερον τὴν προσοχήν του εἰς τὸν τρόπον τοῦ ἐκφράζεσθαι.
§40ΣΠΗΛΙΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης.) Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§41ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ὅτι ἐζήτησα τὴν ἐξουσίαν· ἔπρεπε νὰ εἴπῃ τοῦτο διὰ τὸν ἑαυτόν του, διότι τὴν ἐπεζήτησε παρ’ ἐμοὶ μετ’ ἐπιμονῆς. Διὰ τοῦτο δὲν τὸν κατακρίνω, εἶναι νέος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θέλει τὴν πρόοδόν του· ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ τολμήσῃ νὰ ἐπικρίνῃ τὸ πολιτικὸν παρελθὸν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διήνυσαν αὐτὸ πολλὰ ἔτη μετὰ μόχθων καὶ θυσιῶν ὑπὲρ τῆς πατρίδος των. Πρέπει νὰ ᾖναι πλέον προσεκτικοὶ οἱ νεώτεροι καὶ μετριόφρονες ὁμιλοῦντες περὶ τῶν πρεσβυτέρων, ὥστε ὁ προλαλήσας δὲν ἦτο ὁ ἁρμόδιος νὰ κάμῃ λόγον περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων. Λυποῦμαι διότι δὲν ἦτο παρὼν ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου ν’ ἀκούσῃ τὴν διαφοράν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ αἴτησις ἡμῶν ἀπὸ τὴν σήμερον ζητουμένην διακοπήν· διότι ἡμεῖς, Κ. ὑπουργὲ τῆς δικαιοσύνης, ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου καὶ κατὰ τοῦτο ἐκάμαμεν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Δὲν ἐφορτώθημεν τὴν Βουλήν, οὐδ’ ἐζητήσαμεν νὰ τὴν πείσωμεν νὰ μᾶς δώσῃ τόσην μεγάλην ἐμπιστοσύνην· δὲν εἴπομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἄπελθε καὶ ἀπεκδύσου τῆς ἐξουσίας σου. Ἐπανέλαβον ταῦτα διὰ νὰ τ’ ἀκούσητε, Κ. ὑπουργὲ, διότι δὲν εἶσθε ἀπ’ ἀρχῆς παρών. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐξηγήσω, διὰ νὰ μὴ μένῃ ἡ ἰδέα ὅτι πράττει καὶ τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον ὅ,τι ἔπραξε τὸ προηγούμενον. Ἄλλο διακοπὴ, ἄλλο λῆξις· ἄλλο τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἔχει πάντοτε, καὶ ἄλλο ἡ ἀπαίτησις τοῦ ὑπουργείου νὰ ῥίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἔπρεπε νὰ δώσω διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ προλαλήσας ὑπουργὸς ἐξέθεσε. Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, καὶ ἐὰν ἄλλος ὡμίλει, ἴσως ἤθελον σιωπήσει· ἐπειδὴ ὅμως ὡμίλησεν ὑπουργὸς, ὅστις ἦτο μέλος τοῦ ὑπουργείου μου, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ νομίζῃ ὅτι ἦσαν αἱ αὐταὶ περιστάσεις, τὰ αὐτὰ αἴτια, ἔπρεπε νὰ ἐξηγηθῶ.
§42Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι· δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, εἰμὴ μόνον διότι ἐλυπήθην σφόδρα ἰδὼν τὸν ἀξιότιμον Κ. Βούλγαρην νὰ παραπονῆται ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τῆς ὁμιλίας ἑνὸς μέλους τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἡ περίστασις αὕτη μὲ λυπεῖ εἰς ἄκρον, διότι δὲν ἐπεθύμουν κατ’ οὐδένα τρόπον, οὔτε εἶναι τῆς πολιτικῆς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, νὰ πληγώσῃ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἀντιπροσώπου Ὕδρας. Ἡ σημερινὴ κυβέρνησις συνέζησε μετ’ αὐτοῦ καὶ συνέπραξεν ἀπὸ χρόνου πολὺ μακροῦ καὶ μετ’ αὐτοῦ κατώρθωσε τὰ ἔργα ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα τόσον δικαίως πρὸ μικροῦ ἐκαυχήθη. Ἤθελεν εἶσθαι δὲ ἄρνησις πρὸς τὴν ἱστορίαν αὐτῆς, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἔλθει νὰ πληγώσῃ τὴν φιλοτιμίαν καὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν δίκαιον ἔπαινον, τὸν ὁποῖον παρὰ τοῦ ἔθνους δικαιοῦται ν’ ἀπαιτῇ ὁ ἀξιότιμος γέρων, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου κατέβη τοῦ βήματος. Ἤμην ἀπὼν, κύριοι, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε τὸν λόγον· πιστεύω, ὅτι πρέπει νὰ ἐγένετο παρεξήγησις τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ παρεξήγησις αὕτη ἐπροκάλεσε τὰ παράπονα τοῦ Κυρίου Βούλγαρη. Ἀφεύκτως ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ἐξηγήσει τὸ αἴσθημά του μετ’ ὀλίγον. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι, ἂν ἡ σημερινὴ κυβέρνησις ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ παύσῃ ἐπί τινα χρόνον τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας, δὲν τὸ ἔκαμε, διότι εἶχε τὸ προηγούμενον τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας προέδρευεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Βούλγαρης· ἀλλ’ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος παρεκίνησε τὴν σημερινὴν κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ τὴν διακοπὴν, καὶ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος παρεκίνησε τὴν Κυβέρνησίν του Κ. Βούλγαρη νὰ ζητήσῃ τὴν λῆξιν, συναπαντῶνται καὶ ταυτίζονται. Μόνος ὁ τρόπος πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ διαφέρει, καὶ διαφέρει σπουδαίως καὶ κατὰ πολύ. Ἐπειδὴ ὅμως ταὐτίζεται ἡ αἰτία καὶ ταὐτίζεται ὁ σκοπὸς, νομίζω, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ εἰς ἐπικουρίαν αὐτοῦ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κ. Βούλγαρη εἶχεν ἐκφράσει. Διατὶ τὸ ὑπουργεῖον τὸ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ Κ. Βούλγαρη ἐζήτησε τὴν λῆξιν παρὰ τοῦ Βασιλέως; τὴν ἐζήτησε, διότι ἐπεθύμει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ διοικήσῃ καλῶς τὸν τόπον, ἐπεθύμει νὰ γίνῃ ὠφέλιμος κατὰ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς πεποιθήσεις της, τὰς ὁποίας ἀνέκαθεν εἶχε, καὶ διότι ἐνόμιζεν, ὅτι πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ προπαρασκευάσῃ νομοθετήματα, καὶ νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον ἐν ἀνέσει· ἡ κυβέρνησις ἡ σημερινὴ, ὡς κυβέρνησις τῆς πρὶν ἀντιπολιτεύσεως, ἐμφορεῖται ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀρχῶν καὶ πεποιθήσεων, καὶ ἑπομένως ἦτο ἀδύνατον νὰ διαφωνήσῃ καθ’ ἓν ζήτημα τόσον σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ παράσχῃ τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ὅσα ὡς ἀντιπολίτευσις ἐπρέσβευσε τὰ καταστήσῃ ἀληθείας ὡς Κυβέρνησις. Ὅθεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τοῦ Κ. Βούλγαρη ἐσκέφθη, ὅτι ἔπρεπεν ἡ παροῦσα κατάστασις τῆς Ἑπταννήσου νὰ βελτιωθῇ; τὸ αὐτὸ πρεσβεύει καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή. Ἐνόμιζεν ἐκείνη, ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ διοικηθῇ δι’ ἀντιγραφῆς προϋπολογισμῶν; τὸ φρονεῖ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή. Ἐφρόνει ἐκείνη, ὅτι ὁ τόπος ἔμεινεν ἀδιοίκητος σχεδὸν ἕνεκα πολλῶν περιστάσεων καὶ ἰδίως τῶν τελευταίων, καὶ ὅτι ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην ὅπως ἡ κυβέρνησις ἐπιληφθῇ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ μετὰ πολλῆς αὐστηρότητος; τὸ αὐτὸ φρονεῖ καὶ ἡ κυβέρνησις ἡ σημερινή. Ἐφρόνει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ λογοδοσία τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως; τὸ αὐτὸ φρονεῖ καὶ ἡ σημερινή. Ἰδοὺ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ταὐτίζεται κατὰ τὴν πολιτικήν της μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ λόγος ἄλλος, δὲν ἔχει ἀμφιβολίαν ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ σημερινὴ κυβέρνησις, θέλει γίνει δεκτὸν παρὰ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ θελήσῃ νὰ προφέρῃ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη τὸ ὄχι ἐναντίον τῆς προτάσεως περὶ διακοπῆς, προβάλλουσα τὴν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης. Τοῦτο, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τῇ εἴπω, ἤθελε τὴν καταβιβάσει πολύ. Λυποῦμαι διότι προφέρω τὴν φράσιν ταύτην· ἀλλ’ ἡ ἰδέα μου στηρίζεται ἐπὶ γεγονότων τόσον πασιγνώστων, ὥστε δὲν κρίνω πρέπον κἂν νὰ τ’ ἀναφέρω. Καὶ φοβοῦμαι, ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχουν λόγοι ἕτεροι εὔλογοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ προφερθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ γίνωσιν ἀποδεκτοὶ εὐμενῶς παρὰ τοῦ τόπου καὶ τῶν ἀντιπροσώπων, φοβοῦμαι μήπως τὸ ὄχι τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κ. Βούλγαρη καταταχθῇ μεταξὺ τῶν γνωμῶν τοῦ φατριασμοῦ. Διὰ τοῦτο ἀπέχω νὰ πιστεύσω, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν κυβέρνησιν ἤθελεν ἀρνηθῆ μία ἄλλη κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐσκόπει τὰ αὐτὰ καὶ ἐζήτει, ἔστω καὶ δι’ ἑτέρων μέσων, τὰ αὐτὰ, ὅτι θέλει ἀρνηθῆ σήμερον νὰ εἴπῃ, δίδω τὴν διακοπὴν πρὸς ἐπίτευξιν ὅλων τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐζήτησα, διότι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν σημερινὴν κυβέρνησιν. Διότι, ἂν ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐζήτησε τὴν παῦσιν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν ἦτο ἄγνωστος, δὲν ἦτο ὅμως ἄγνωστος ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ σημερινὴ κυβέρνησις ζητοῦσα τὴν διακοπὴν εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Διότι εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι μετὰ τὴν λύσιν σπουδαίων τινῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· μετὰ τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων τούτων ἄρχεται νέα περίοδος πολιτικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος. Καὶ μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀρνοῦνται τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν τὰ ζητήματα ἐκεῖνα ἐξήσκουν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς χθὲς καὶ τοῦ μέλλοντος· ὅσοι ὅμως ἀποδίδουν τοιαύτην ἀξίαν εἰς τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, ὅσοι ἐξῆραν εὐγενῆ πόλεμον τοσοῦτον μακρὸν καὶ ἐθυσίασαν μυρία ἄλλα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησαν ὑποδεέστερα καὶ δευτερεύοντα χάριν τῆς αἰτίας αὐτοῦ, δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν, ὅτι ἄρχεται νέα περίοδος πολιτικοῦ βίου. Καὶ ἂν τοῦτο ᾖναι ἀληθές, καθῆκον πάντων ἡμῶν, καθῆκον τῶν ἀντιπροσώπων εἶναι νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ παρόντος, καὶ νὰ σκεφθῶμεν φιλοτίμως περὶ τοῦ μέλλοντος. Καὶ τὸ πρώτιστον καθῆκον τοῦ πατριωτισμοῦ εἶναι, νομίζω, νὰ λησμονήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν μετὰ δραστηριότητος καὶ ζήλου τοῦ παρόντος, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν ν’ ἀναζωπυρήσωμεν τὸ μέλλον. Ἂν δὲ, Κύριοι, ἑτέρα τις Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ζητοῦσα τὸ μέτρον τῆς διακοπῆς, μόνον καὶ μόνον διότι ὁ καύσων ἦτο ὑπερβολικός, καὶ μόνον διότι ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι ἐπὶ δύω μῆνας παρημελήσαμεν τὰς οἰκιακὰς ὑποθέσεις.....
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θαυμάζω πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ αὐτὸ ἐκεῖνο πολιτικὸν σύστημα ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ μέτρον τῆς διακοπῆς, ὅταν ἐν πλήρει γνώσει διατελῇ, ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος καὶ νὰ ἐπέλθῃ κατάστασις καλλιτέρα τῆς παρούσης, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἄνεσιν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως παραδοθῇ ὁλόκληρος εἰς τὴν διοίκησιν, εἰς τὴν ἐξέλεγξιν καὶ εἰς τὴν προπαρασκευὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δὲν λέγω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος καὶ ἄνευ τῆς διακοπῆς· εἶναι εὐκολώτατον, ἀλλὰ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις σᾶς ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν αἰσθάνεται αὐτὴν τὴν δύναμιν. Ἠκούσαμεν, Κύριοι, χθὲς πολλὰς ἐξηγήσεις παρ’ ἑνὸς ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου· ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ὑπάρχει ὅστις δὲν ἐξεπλάγη βλέπων, ὅτι ἡ λογοδοσία αὕτη δίδεται ἀκαίρως. Εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη τὸ πρῶτον καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων εἶναι νὰ δίδωσι τὴν λογοδοσίαν τῆς διαχειρίσεως αὑτῶν, ὅταν ᾖναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν· διότι οὐδὲν ἄλλο ἀντιμάχεται πρὸς τὸ σύστημα τὸ κοινοβουλευτικόν, ὅσον ἡ ἀπόκρυψις τῆς λογοδοσίας τῆς Κυβερνήσεως περὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν. Λέγω δὲ, ὅτι εἶναι ἄκαιρος ἡ χθεσινὴ λογοδοσία, διότι, ἂν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας ἐφρόνει, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο εἶχεν ἐκπληρωθῆ παρὰ τῶν διαχειριστῶν, ὅταν εὑρίσκοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μᾶς παρουσιάσῃ νέαν λογοδοσίαν· ἐδύνατο μόνον νὰ μᾶς ὑποδείξῃ τὴν λογοδοσίαν, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἐφέρθη. Δὲν θέλω μὲ τοῦτο εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι, νὰ κατηγορήσω τινά· χρεωστῶ μόνον νὰ τὸ μνημονεύσω, διότι τοῦτο φέρει μίαν περιπλέον δυσκολίαν εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι μία Κυβέρνησις παρελθοῦσα δὲν ἠδυνήθη κἂν μία πίστωσίς της νὰ ἐπιψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἡ πρώτη πίστωσις τῆς διαχειρίσεως, ἡ ὁποία παρουσιάσθη ὁπωσοῦν σπουδαία ἐκ δύω περίπου ἑκατομμυρίων, ἐναυάγησε καὶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἔκτοτε δὲν ἠδυνήθη εἰσέτι νὰ τὴν δικαιολογήσῃ. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο, Κύριοι; ὅτι ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις ἐγένετο, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἐναντίον τῶν νόμων, δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ σκοπὸν κακόν, ἀλλὰ χωρὶς προχείρων δικαιολογήσεων. Εἶναι εὔκολον νὰ διοικήσῃ τις, καί τοι εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν τόσον καταφανῆ διατελοῦντος τοῦ Κράτους, ἀντιγράφων τὸν μέλλοντα προϋπολογισμὸν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ χρειάζεται πολὺ θάῤῥος, τοῦ ὁποίου στερεῖται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διότι, τοιαύτης οὔσης τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, δὲν τολμᾷ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν σας καὶ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους μὲ τοιοῦτον προϋπολογισμόν· εἶναι ὡσαύτως εὔκολον, Κύριοι, ἐνίοτε, ἂν οὐχὶ πάντοτε, νὰ ἐξοικονομῶνται αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους διὰ δανείων· ἀλλ’ ἐξακολουθοῦντος τοῦ συστήματος τούτου, ἐπέρχεται ὅπερ ἐπῆλθε παρ’ ἡμῖν, νὰ μὴ δύναται πλέον ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ δάνειον. Καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ παρελθὸν εὑρέθη εἰς τοιαύτας δυσκολίας καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ διοικήσει, ὥστε δὲν ἠδυνήθη οὔτε αὐτὰ τὰ διατάγματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐδιοίκησεν ἐπί τινα χρόνον τὸν τόπον, νὰ τὰ φέρῃ ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ νὰ κατορθώσῃ νὰ ψηφισθῶσι, καὶ οὔτε τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα οὐχὶ τόσον συμφώνως πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας νόμους συνωμολόγησε, δὲν ἠδυνήθη νὰ τὰ ἐπικυρώσῃ· πῶς, Κύριοι, τῇ φαίνεται τόσον εὔκολον νὰ εἴπητε ὑμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν σημερινήν· «δὲν θέλομεν νὰ σοὶ δώσωμεν ἄνεσιν, μολονότι ὁ τόπος εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀνωμαλίαν καὶ οἰκονομικῶς καὶ διοικητικῶς καὶ νομοθετικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς καὶ πολιτικῶς καὶ καθ’ ὅλους τοὺς τρόπους;» Νομίζω, ὅτι ταῦτα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται παρ’ ἐκείνων, οἵτινες πρὸ μικροῦ ἐξῆλθον τῆς ἐξουσίας. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐθαυμάσατε χθὲς τὴν εὔγλωττον ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κυπαρισσίας, ὁ ὁποῖος τόσην προσπάθειαν κατέβαλεν ἵνα σᾶς ἀποδείξῃ ὅτι ἔχετε ἐργασίας, εἰς τὰς ὁποίας δύνασθε νὰ ἐνασχοληθῆτε. Δὲν ἠξεύρω ὁποῖον λόγον εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδώσω καὶ ὁποίαν ἰδέαν εἰς τὴν ὁμιλίαν, ἣν ἠκούσατε παρ’ αὐτοῦ, λέγοντος χθὲς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι δυνατὸν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας τὰς 40, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ χάσητε, ἢ, μᾶλλον εἰπεῖν, κατὰ τὰς ἡμέρας τὰς 20 ἢ 25, (διότι ἐπέρχονται αἱ ἑορταὶ, καθ’ ἃς δὲν θέλετε συνεδριάσει) νὰ λύσητε καὶ ὅτι πρέπει νὰ λύσητε τὰ μεγάλα ἐκεῖνα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλυσαν οἱ παρελθόντες χρόνοι! Τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἀφ’ ὅτου ὑπῆρξεν Ἑλλὰς, εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη τὸ παρελθὸν νὰ λύσῃ, πρέπει νὰ τὸ λύσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, καὶ νὰ τὸ λύσητε ὑμεῖς μετὰ πολλῶν ἄλλων ἐντὸς τῶν 40 τούτων ἡμερῶν! Ἀλλ’ ἂν, Κύριοι, εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν προτείνοντες τοῦτο, ἠθέλατε ἀκούσει τὴν σπουδαίαν ἀντίῤῥησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς προεῖπον, καὶ ἠθέλατε καταγγελθῇ, ὅτι ἡ ἀξίωσίς σας αὕτη δὲν ἔχει θεμέλια ἰσχυρὰ, κατὰ μείζονα λόγον, προτείνοντες αὐτὸ πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία φρονεῖ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς γῆς πρέπει νὰ συμβαδίζῃ μετ’ ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσέτι δὲν ἐλύθησαν. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι εἶναι ἀνακόλουθον ν’ ἀποφασίσητε τὸ ζήτημα περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς χωρὶς συγχρόνως ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαταχθεῖσα καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διορισθεῖσα ἐπιτροπὴ τοῦ ἀγῶνος νὰ ἀποπερατώσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Εἶναι, λέγει ὁ Κύριος Σωτηρόπουλος, τὸ ζήτημα τῶν φυτειῶν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ τελειώσῃ ἐντὸς τῶν 40 ἡμερῶν· καὶ τὸ ζήτημα τῶν φυτειῶν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τόσου χρόνου ὑπάρχει ἐκκρεμὲς καὶ δὲν ἐλύθη ποτὲ, ὤφειλε νὰ τὸ λύσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, καὶ ἑπομένως πᾶν ἄλλον συμφέρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζει τὴν πρότασιν περὶ διακοπῆς πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ, ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις αὐτὴ ἡ προσκληθεῖσα ἵνα λύσῃ τὰ μεγάλα ζητήματα, ἐνησχολήθη ἐπὶ πολλοὺς μῆνας καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα, καὶ πάντοτε θορυβωδῶς διέλυσε τὰς συνεδριάσεις της, ὁσάκις ἐπελήφθη αὐτοῦ! Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἤξευρεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ζητημάτων τούτων, διότι, ὡς οἱ ἴδιοι κατήγοροι της ὡμολόγησαν, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Κ. Χρηστίδης καὶ τὰ ἀνέγνωσε καὶ τὰ ἐμελέτησε καὶ τὰ διώρθωσεν, ἀλλὰ δὲν ἐπιλαμβάνεται ἤδη αὐτῶν, διότι ἀγνοεῖ τὰς ἀγυρτίας. Καὶ ἡ Κωπαΐς, μᾶς λέγουν, ὁ μέγας αὐτὸς πλοῦτος τῆς Ἑλλάδος, δὲν πρέπει νὰ διατεθῇ κατὰ τὰς 40 ταύτας ἡμέρας; Ἡ Κωπαΐς ὡς πρὸς τὴν ἀρχαιότητά της δὲν διαφέρει ἀπὸ τὰ ζητήματα τὰ ἄλλα, διότι καὶ αὐτὴ εἶναι πρὸ πολλοῦ χρόνου ζήτημα ἐκκρεμές. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον μία Κυβέρνησις εὐσυνείδητος, μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία στηρίζει τὴν πολιτικήν της εἰς τὴν δημοσίαν λογοδοσίαν καὶ ἐν ὅσῳ κυβερνᾷ καὶ ἀφοῦ πέσῃ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, ἂν ὑπάρχῃ ζήτημα, λέγω, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σπουδάσωμεν, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος. Ἠθέλομεν εἶσθαι ἀνάξιοι νὰ κυβερνήσωμεν τὸν τόπον, ἂν ἠρχόμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀναδεχόμεθα νὰ διαθέσωμεν τὴν Κωπαΐδα ὅπως εὕρομεν τὸ περὶ τούτου σχέδιον. Καὶ ἂν ὅμως οὐδὲν κακὸν περιέχῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ οὐδεμίαν διάταξιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἤρκει ὅτι δὲν περιέχει τὰ πράγματα ὅπως εἶναι, διὰ νὰ δικαιωθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ σᾶς εἴπῃ, θέλω καιρὸν νὰ ἐξετάσω, διότι ποτὲ δὲν φρονῶ, κύριοι, ὅτι τὸ συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς συνέταξε, ἐνόησε νὰ τὸ συντάξῃ μὲ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐν τῷ συμβολαίῳ. Ἐγὼ αὐτὸς, κύριοι, ἐρωτήσας τὸν Κύριον τοῦτον ἔμαθον παρ’ αὐτοῦ, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ὁ οἰκονομολόγος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ διευθύνῃ οἰκονομικῶς τὴν ἐπιχείρησιν, οὔτε ὁ μηχανικὸς, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον, οὔτε ὁ κεφαλαιοῦχος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ δώσῃ τὰ χρήματα. Δὲν ἠθέλαμεν, Κύριοι, οὕτως ἐχόντων τῶν κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, εἰκονικῶς καὶ σκοτεινῶς νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην, ἀφοῦ μάλιστα ἔχομεν τὸ παράδειγμα μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀκαταπαύστως καὶ ἅπαξ τοὐλάχιστον καθ’ ἑβδομάδα μᾶς ἀπασχολεῖ, τῆς ὑποθέσεως τῶν σκωριῶν, καὶ οὔτε ἠθέλαμεν νὰ ἀξιωθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἑνὸς κατηγορητηρίου, ὅπως κατὰ δυστυχίαν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο πρὸ μικροῦ κατετέθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κ. Βάλβη. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἐνασχολήσεις, εἰς τὰς ὁποίας μᾶς προέτρεψεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Σωτηρόπουλος νὰ ἐνασχοληθῶμεν. Δὲν τὸν ἀδικῶ, διότι βεβαίως μετασχὼν εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἔργων τούτων, ἔχει πλήρη πεποίθησιν περὶ τῆς ὀρθότητός των, γνωρίζει οὐχὶ μόνον τὰ φαινόμενα ἀλλὰ καὶ ἀκόμη, ὅσα εἰς αὐτὰ δὲν φαίνονται. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπεσύρθη· οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἤδη ἐπρότεινεν ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, ἀφοῦ δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς αὐτὸν ὡς ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐσκέφθη ὅτι δύνανται νὰ τῷ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐπιχειρήματα, ἵνα ὠθήσῃ τὸ ὑπουργεῖον τὸ σημερινὸν εἰς παρεκτροπὰς ἀπὸ τοῦ καθήκοντός του. Τὸν εὐχαριστοῦμεν. Γνωρίζετε περιπλέον, Κύριοι, τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ διοίκησις τοῦ τόπου, διότι ὅλοι ἀντιπροσωπεύετε ἐπαρχίας, καὶ ὅλοι γνωρίζετε τὰ πάντα, οὐδένα ἐξ ὑμῶν λανθάνει τὸ παραμικρόν. Ἐπίσης, Κύριοι, διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν πρέπει νὰ αἰτιαθῶ κανένα· χρεωστῶ ὅμως νὰ τὴν βεβαιώσω καὶ ἀποδείξεων δὲν ἔχω ἀνάγκην. Νομίζετε δὲ, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἔργον εὐσυνειδήτου Κυβερνήσεως νὰ παραλείψῃ τὸ μέγα τοῦτο καθῆκον, τοῦ νὰ μὴ μένῃ ὁ τόπος ἀδιοίκητος, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ ἐπικρατῇ ἡ ἀβεβαιότης ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους τοὺς φίλους αὐτῆς ἡ ἀπελπισία; Διατί νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸν ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δώσῃ ἄνεσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ ὁποῖον θέλει εἶσθαι ὠφέλιμον καὶ δι’ ὑμᾶς αὐτοὺς, ὅπως θέλω σᾶς εἰπεῖ κατόπιν, ἐνῷ τοῦ μέτρου τούτου ἐγένετο χρῆσις εἰς ἄλλας περιστάσεις ἕνεκα λόγων ἀφορώντων τὰ ἄτομά μας μόνον; Ὑπάρχει τοσαύτη ληστεία, Κύριοι, ὥστε αἱ προκεκηρυγμέναι κεφαλαὶ ἀξίζουν 250,000 δραχμῶν, 135,000 δὲ πρόκειται νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς καταδείκτας τῶν λῃστῶν. Τοιαύτη κατάστασις, Κύριοι, ἐρωτῶ ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐφαρμογὴν οἱωνδήποτε μέτρων οἰκονομικῶν καὶ πολιτικῶν, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑμεῖς θὰ ἐπινοήσητε πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων! Δὲν λέγω, Κύριοι, ὅτι πρέπει ν’ ἀπελπισθῶμεν· λέγω τὸ ἐναντίον. Καὶ διότι φρονῶ τὸ ἐναντίον, καὶ διότι πιστεύω, ὅτι ἡ ἀποκατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας θέλει φέρει πολλὰ πλούτη εἰς τὸν τόπον ἔξωθεν, ἡ δὲ διόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν θέλει ἀνοίξει τὰς πύλας τοῦ μέλλοντος, διὰ τοῦτον τὸν λόγον δίδω μεγάλην ἀξίαν εἰς τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως. Σᾶς ὑπεσχέθην, Κύριοι, νὰ εἴπω δύω λέξεις περὶ ὑμῶν αὐτῶν τῶν ἀντιπροσώπων. Νομίζω, ὅτι θέλετε καταστῆ λίαν ὠφέλιμοι ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἐπαρχίας σας, ὅπου θέλετε σπουδάσει ἐπιτοπίως μετὰ μικρὰν ἀπουσίαν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ᾖναι κατὰ τὴν γνώμην σας προσφορώτερα τὴν σήμερον, ὅπως ἡ κατάστασις τοῦ τόπου βελτιωθῇ. Ὁ δὲ μεγαλείτερος λόγος, τὸ μεγαλεῖτερον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπάνοδος ὑμῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας σας θέλει φέρει, νομίζω, εἶναι ὅτι θέλετε συντρέξει ὑμεῖς αὐτοὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως ταύτης· διότι, ὅπως τὸ γνωρίζετε πάντες, τὰ μέσα τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι τοσοῦτον ἐπαρκῆ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὅσον εἶναι ἡ συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς προσφέρει· τὰς ἀποδείξεις τὰς ἔχομεν, διότι πολλάκις ἔδωκεν αὐτὰς ὁ λαὸς, ὅστις ἀποκατέστησε τὴν τάξιν ὁσάκις εἰργάσθη εἰς τοῦτο. Ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν, πρέπει νὰ τύχῃ τῆς ὑποδοχῆς καὶ ψήφου σας, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους φρονῶ, ὅτι ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Κύριος Βούλγαρης ἔκαμε, μεταξὺ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε, καὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον προτείνομεν ἡμεῖς, ἡ διάκρισις αὕτη δὲν ἔχει τινὰ βαρύτητα, διότι, ὡς σᾶς προεῖπον, εἰς τὸν σκοπὸν ταυτίζεται τὸ μέτρον καὶ μόνον κατὰ τὸν τρόπον διαφέρει.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, ἡ ὕπαρξις ἡμῶν εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ τόπου· πρέπει νὰ φύγητε, νὰ διαλυθῆτε, ὅπως διοικηθῇ ἡ πατρίς! Ἰδοὺ ἡ νέα θεωρία, τὴν ὁποίαν μία μερὶς ἀντιπολιτεύσεως, κυβερνῶσα ἤδη, ἦλθε νὰ καθιερώσῃ. Ἡ βουλὴ εἶναι ὁ κακὸς δαίμων τῆς Ἑλλάδος· δι’ αὐτῆς ἡ κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὀρθοποδήσῃ· ἡ ἀταξία θέλει βασιλεύει εἰς τὸν τόπον! Φύγετε λοιπὸν ἵνα διοικήσῃ ὁ κ. πρωθυπουργός! —
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ὑποθέτω πῶς τὸ λέγετε ὑμεῖς.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς; δὲν εἶναι αὕτη ἡ αἰτιολογία ὑμῶν; —Φύγετε ἵνα σπουδάσῃ τὸ κυβερνᾷν, ὅπερ ἀνάγκην ἔχει ἤδη νὰ μάθῃ ὁ κ. πρωθυπουργός. Δὲν ἠξεύρετε, λέγει, τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐπιθυμίας τῶν ἐπαρχιῶν, καθὼς δὲν ἠξεύρει ὁ κ. πρωθυπουργὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ τόπου. Φύγετε λοιπὸν, ἵνα σπουδάσητε ταῦτα ὑμεῖς ἐκεῖ, καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐντεῦθεν πῶς νὰ κυβερνήσῃ. Μεθ’ ἡμέρας τεσσαράκοντα θὰ συνέλθητε ὑμεῖς καθὼς καὶ αὐτὸς, διδαχθέντες τὶ πρέπει νὰ πράξητε, πῶς νὰ καταστήσητε ὁμαλὰ τὰ πράγματα καὶ τὴν πατρίδα εὐτυχῆ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς κρίνει ὑμᾶς ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀγνοίας. Ἰδοὺ ἡ νέα θεωρία καὶ τὰ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα, ἐφ’ ὧν στηρίζει τὴν αἴτησίν του! Ἤδη ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην μου. Μετὰ τὸ τέλος τῆς διαχειρίσεως μου, ὤφειλον νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐνώπιον ὑμῶν τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε καταστρέφονται οὐδὲ κατασοφιστεύονται, καὶ ἐναντίον τῶν ὁποίων ἡ συκοφαντία δὲν ἰσχύει. Τὰ μέσα ταῦτα εἶναι οἱ ἀριθμοὶ, οἵτινες μόνοι ἀποδεικνύουσι τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν κατάστασιν. Δὲν ἔπραξα πρότερον τοῦτο πλῆρες ὡς ἤδη, διότι δὲν ἠδυνήθην ἡ χρῆσις δὲν εἶχε κλείσει. Ἐνθυμεῖσθε καλῶς ὅτι ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς, βουλευτὴς ἄλλοτε ἀντιπολιτευόμενος, ἐκήρυττεν ἡμᾶς ἐνόχους τῆς κακῆς, ὡς ἔλεγε, διαχειρίσεως τοῦ 1864, καὶ ἐν τῇ ἀρχῇ ἔτι τοῦ ἔτους 1865, μόλις δηλαδὴ ἤρξατο ἡ Βουλὴ τῶν ἐργασιῶν της, ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπεκάλει ἡμᾶς σπατάλους, αἰτίους τῆς καταστροφῆς τοῦ ταμείου καὶ ἄλλα μυρία ὅσα. Ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ τί λέγουσι σήμερον, μονονουχὶ φωνὴν ἀφιέντες, ὅτε εἶναι πλήρεις καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ; Λέγουσιν ὅτι τὸ ἔτος, δι’ ὃ κατηγορούμεθα, εἶναι τὸ εὐτυχέστερον, ἐπήρκεσε διὰ τῶν ἐσόδων εἰς τὰ ἔξοδα, δὲν ἀφῆκεν ἔλλειμμα. Εἴχομεν λοιπὸν ἀνάγκην τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν, ἵνα εἴπωμεν, παύσατε πλέον νὰ συκοφαντῆτε! Δὲν λέγομεν ἡμεῖς τοῦτο, ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ, τὸ ἔτος, ἐπαναλαμβάνω, δι’ ὃ κατηγόρουν ἡμᾶς καὶ διέσυρον, φέρει τὰ καλλίτερα ἀποτελέσματα ἀφ’ ὅλων τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι ἀπρεπὲς ἡ διάδοχος κυβέρνησις νὰ κατηγορῇ τὴν προκάτοχον, καθ’ ὅσον μάλιστα αἱ κατηγορίαι δὲν ἐμπεριέχουσιν ἀλήθειαν. Ναὶ, κύριοι, εἶναι ἀπρεπὲς τοῦτο· εἶναι ὅμως τῆς ἐσχάτης κακοηθείας, ὅταν αἱ κατηγορίαι γίνωνται οὐχὶ δημοσίᾳ, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως καὶ ἐν τῷ κρυπτῷ! Ὡς πρὸς τοῦτο εἴμεθα, ἐπαναλέγω, συμφωνότατοι πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τῆς ἐσχάτης κακοηθείας εἶναι νὰ κατηγορῇ ὁ διάδοχος προκάτοχον ἐν ἰδιαιτέραις συναναστροφαῖς, ἐν τῷ κρυπτῷ, ἐν τῇ αἰθούσῃ του, καὶ οὐχὶ δημοσίᾳ τοὐλάχιστον· διότι, ἐὰν τῳόντι δημοσίᾳ ἐξεφέροντο αἱ κατηγορίαι, ὁ τρόπος αὐτὸς ἔχει τι ὁπωσοῦν γενναῖον, διότι ἐδύνατο ὁ κατηγορούμενος ν’ ἀπολογηθῇ καὶ ν’ ἀποδείξῃ τὴν ἀθῳότητά του. Ἐπεθύμουν δὲ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ᾖναι γενναιότερος, ὅταν φέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀριθμοὺς, δι’ ὧν θέλει ν’ ἀποδείξῃ κακὴν τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν προκατόχων. Ἀναγκαῖον ἦτο, ὁ ὑπουργὸς, φέρων σημείωσιν τῶν χρεῶν τοῦ ταμείου, ν’ ἀναφέρῃ καὶ τὰς χρονολογίας, καθ’ ἃς ἐγένοντο, ν’ ἀφήσῃ δὲ ἐπὶ τῆς τραπέζης τοὺς ἀριθμοὺς ἐκείνους, οὓς ἀγορεύων χθὲς ἔφερε καὶ ἐκράτει. Καὶ ποῦ ἠκούσθη ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκθέτων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου καὶ φέρων περὶ αὐτῆς ἐπιχειρήματα, νὰ μὴ παρακαταθέτῃ τὰς σημειώσεις, προκαλούμενος, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἀνέφερε; Διότι, ἐὰν ἤθελε παρακαταθέσει αὐτοὺς, ἤθελον εὐθὺς τοὺς καταδείξει λανθασμένους καὶ ὡς πρὸς τὰ παθητικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ ἐνεργητικὸν κατὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον. Καθ’ ὅσον δὲ ἐκ τοῦ προχείρου δύναμαι νὰ ἐνθυμηθῶ, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπολογίζων τὰ εἰσπράξιμα εἰς 2 ἑκατομμύρια, λανθάνεται κατὰ 5 ἑκατομμύρια, κατὰ πολὺ δὲ πλείονα ὡς πρὸς τὸ παθητικόν. Ὤφειλε λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκθέτων τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου δι’ ἀριθμῶν, τοὺς ἀριθμοὺς νὰ ἀποκαθιστᾷ ἡμῖν κοινοὺς, ἵνα δύνωνται πάντες νὰ ἐξελέγχωσιν αὐτοὺς καὶ ν’ ἀνευρίσκωσι τὴν ἀλήθειαν· ὤφειλε ν’ ἀναφέρῃ χρονολογίαν, ἵνα γνωσθῇ ἐκ ποίας ἐποχῆς ἄρχονται τὰ χρέη, διότι ἐπὶ τῆς κυβερνήσεώς μου δὲν ὑπῆρξαν τοιαῦτα. Τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι οὔτε γενναῖον, οὔτε εἰλικρινές· εὐκολύνει μόνον τὰς συκοφαντίας. Μεταξὺ, κύριοι, τῆς αἰτήσεως, — ἂς συγχωρηθῇ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ κάμω λόγον τινὰ περὶ τούτου· — μεταξὺ τῆς αἰτήσεως τοῦ ὑπουργείου, προεδρευομένου ὑπὸ τοῦ κ. Βούλγαρη, καὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ ὑπουργείου, προεδρευομένου ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγιώργη, βλέπω μεγίστην καὶ σπουδαίαν διαφοράν. Δὲν εἶναι μόνον ἡ διαφορά τῆς τόλμης, ἡ διαφορὰ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Βούλγαρη ἐτόλμησε ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην αὐτὸ καὶ νὰ ἀπομακρύνῃ τὴν Βουλὴν ἵνα ἐνεργήσῃ μόνον, μὴ αἰσθανόμενον τὴν ἀνάγκην τῆς προηγουμένης ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν του παρὰ τῆς Βουλῆς· διότι τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη νομίζον, ὅτι διὰ τῆς βουλῆς ἠδύνατο νὰ κυβερνήσῃ, νὰ βελτιώσῃ τὸν τόπον, ἐζήτησεν ἄνεσιν δύω μόνον μηνῶν, ἵνα συγκαλέσῃ αὐτὴν κατόπιν, καὶ μετ’ αὐτῆς νὰ τελειώσῃ τὰ ἔργα του· ἐνῷ τὸ ὑπουργεῖον Δεληγιώργη ζητεῖ τὴν ἄνεσιν αὐτὴν ἵνα κρατήσῃ τὴν Βουλὴν 40 μόνον ἡμέρας καὶ ἐντὸς αὐτῶν νὰ τὴν ἀναγκάσῃ νὰ περαιώσῃ ὅ,τι τῇ προτείνει, νὰ τὴν ἀπομακρύνῃ δὲ ὕστερον ὁριστικῶς καὶ νὰ μείνῃ μόνον. Ἰδοὺ τί εἶπε προχθές· «Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τελειώσωμεν τὴν παροῦσαν σύνοδον· κατόπιν δὲ οὔτε ἔκτακτον ἠμποροῦμεν νὰ καλέσωμεν, οὔτε τακτικήν.» Διαφορὰ λοιπὸν μεγίστη μεταξὺ τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ Δεληγιώργη. Οὗτος δὲν θέλει τὴν Βουλὴν, διότι ἀπ’ ἀρχῆς εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ μετ’ αὐτῆς· εἶπε τοῦτο διὰ τοῦ κ. Χρηστίδου.
§48ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σᾶς εἶπα, ὅτι δὲν δύναται νὰ φέρῃς ἐπιταυτοῦ σύνοδον διὰ τακτικὰ ἔργα τῆς βουλῆς τῆς τακτικῆς· καὶ ὅταν ὑπάρχωσι 2 μῆνες διαθέσιμοι, ὀφείλεις νὰ τελειώσῃς τὸν χρόνον.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ τὶ εἶπεν ὁ κ. Χρηστίδης· «Θὰ ἐργασθῇ μόνον ἡ Βουλὴ τεσσαράκοντα ἡμέρας· μετ’ αὐτὰς δὲ δὲν δύναται νὰ φέρῃς ἔκτακτον, οὐδὲ τακτικὴν σύνοδον».
§50ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἄλλο εἶπα. Μὴ μὲ ἀναγκάσῃς· θὰ ἀκούσῃς τώρα.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ μὲ ἀναγκάσῃς· θὰ ἀκούσῃς τώρα, λέγει ὁ κ. Χρηστίδης! Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λόγια ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ἀλλ’ ἀπόδειξιν ἕως τώρα οὐδεμίαν δὲν εἶδον, οὐδεμίαν δὲν ἠδυνήθητε νὰ φέρητε. Αἱ συκοφαντίαι δυνατὸν καὶ εὐχερὲς νὰ πολλαπλασιασθῶσι διὰ λέξεων, πλὴν δὲν πρόκειται περὶ λέξεων, ἀλλὰ περὶ ἀποδείξεων, περὶ τεκμηρίων τοὐλάχιστον, καὶ προκαλῶ πάντας ὑμᾶς. Ἔλθετε! Κύριοι, ὁ ἔντιμος κ. Σωτηρόπουλος, πολεμῶν χθὲς τὴν διακοπὴν, εἶπε· «διὰ τί θέλετε νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἐν ᾧ ἔχομεν ἐκκρεμῆ ἄπειρα καὶ σπουδαῖα ζητήματα, ἐνδιαφέροντα μεγάλως τὸν τόπον, ὑποσχόμενα νὰ βελτιώσωσι τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου καὶ νὰ εὐπορίσωσι τοὺς πολίτας;» Τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν ζητοῦμεν νὰ λύσητε ὑμεῖς· ἐλύσαμεν αὐτὰ ἡμεῖς, καὶ εἶναι ἐνώπιον τῆς βουλῆς· μεταξὺ δὲ ἡμῶν κάθηται εἷς ἄνθρωπος, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐσπούδασε τὰ ζητήματα καὶ παρεδέχθη αὐτά. Δὲν ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὰς γνώσεις τοῦ συναδέλφου σας; δὲν εἶσθε σύμφωνοι; καὶ πῶς παρακάθησθε; Δὲν δέχεσθε τὴν περὶ παραδοχῆς γνώμην τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, κηρυττόμενοι μὴ ἕτοιμοι νὰ ἐπιληφθῆτε τούτων τῶν ζητημάτων. Ἐνομίσαμεν ὅτι μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν ὑπάρχει τόση ἀμοιβαία πίστις καὶ ὑπόληψις, ὥστε, ὅταν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς κηρύττεται ἕτοιμος καὶ παραδέχεται ἓν μέτρον, οὐδεμία οὐδέποτε μένει πλέον δυσκολία. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶπεν, ὅτι εἶσθε σύμφωνοι· καὶ ὅμως ἤδη ἀμφιβάλλετε εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν! Ἀλλὰ, κ. πρωθυπουργὲ, ἀμφιβάλλετε καὶ εἰς ὑμᾶς αὐτούς! Ὑμεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρεδέχθητε μέτρα τινὰ καὶ ἰδέας· ὑμεῖς κατηγορήσατε ἐπὶ σπατάλῃ ἡμᾶς διὰ τὰς προσθήκας εἰς τὴν χωροφυλακὴν, διὰ τὴν μὴ κατάργησιν τῆς ἀστυνομίας τῆς Ἑπτανήσου, διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ σφραγιστηρίου, τοῦ τυπογραφείου, τῶν δικαστηρίων τῆς Ἑπτανήσου, διὰ τὴν μὴ εἰσαγωγὴν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων κτλ. Ἀμφιβάλλετε τώρα καὶ εἰς ἑαυτὸν καὶ δὲν εἶσθε ἕτοιμος οὔτε αὐτὰ τὰ ζητήματα νὰ λύσωμεν σήμερον, τὰ ὁποῖα ἤθελον ὠφελήσει τὸ ταμεῖον 2 περίπου ἑκατομμύρια καὶ διὰ 2 μῆνας, τοὺς ὁποίους θ’ ἀπολέσωμεν ἕνεκα τῆς διακοπῆς, 400,000; Δὲν εἶσθε, ἐπαναλέγω, οὔτε δι’ αὐτὰ ἕτοιμοι καὶ σύμφωνοι; Ὅτε κατηγορεῖτε ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐλέγετε λέξεις ἁπλᾶς, καὶ σήμερον, προκειμένου νὰ ἐνεργήσητε, δειλιᾶτε, συναισθάνεσθε τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναλάβητε! Ἐπαινοῦμεν ὑμᾶς ἀληθῶς, ἂν ἔχετε τὴν συναίσθησιν αὐτὴν, καὶ καλῶς πράττετε νὰ σταματᾶτε, ὅταν πρόκηται νὰ ἐνεργήσητε· ὥστε προδήλως ἤδη ἀποδεικνύετε, ὅτι ὅσα εἴπατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἦταν ἔπεα πτερόεντα. Δὲν θέλει ἄρα ἡ κυβέρνησις ἤδη νὰ λύσωμεν αὐτὰ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐλύσαμεν προηγουμένως μετὰ τοῦ κ. Χρηστίδου ὡς συμβούλου, καὶ μετὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ὡς βουλευτοῦ ἀντιπολιτευομένου, διότι ὡς ὑπουργοὶ ἄλλως σκέπτονται. Τί ἆρά γε θέλουν; Θέλουν προθεσμίαν ἵνα σκεφθῶσι, καὶ ζητοῦσι νὰ τοὺς ἀκολουθήσωμεν; Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ παρακολουθῶμεν; ποῖον εἶναι τὸ σχέδιόν των; Δόσατέ μας καιρὸν, λέγουν, νὰ καθιερώσωμεν ἀρχὰς καὶ ἰδέας. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι λέξεις κεναί· πράγματα δὲν λέγετε· ἐπαναλαμβάνετε μόνον, ὅτι δὲν εἶσθε ἕτοιμοι. Οἱ κ. ὑπουργοὶ οὐδὲ ἓν σχέδιον ἁπλοῦν κυβερνητικὸν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διαγράψωσι, καὶ ἀποροῦσι διὰ τί ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ τοὺς ἀκολουθήσωμεν, διὰ τί δὲν θέλομεν νὰ τοὺς πιστεύσωμεν. Καὶ εἰς τί νὰ πιστεύσωμεν; Εἰς τὰ ἄτομά των; Εἰς τὰ ἄτομά των ἔχομεν μεγίστην ὑπόληψιν· ἤδη ὅμως δὲν πρόκειται περὶ ὑπολήψεως πρὸς ἄτομα, ἀλλὰ περὶ συστήματος κυβερνητικοῦ, καὶ τοιοῦτον δὲν φέρουν οἱ κύριοι ὑπουργοί. Ἤκουον τὴν ἀντιπολίτευσιν ῥητορεύουσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ δύω ἔτη· καὶ εἶδον αὐτὴν πάντοτε κατηγοροῦσαν, οὐδέποτε δὲ προτείνουσαν. Οὐδέποτε οἱ σπουδαιότεροι τῶν ῥητόρων της, ὁ κ. Δεληγιώργης, ὅστις ἦλθε νὰ κάμῃ τὴν αἴτησιν αὐτὴν, οὐδὲν σύστημα, οὐδεμίαν ἀρχὴν πρακτικὴν ἔφερεν, ὥστε νὰ τοὺς γνωρίζωμεν ἐκ τῶν προτέρων. Ἀλλ’ ὄχι. Ἤκουσα μίαν ἰδέαν τοῦ κ. Δεληγιώργη ἄλλοτε, τὴν ἰδέαν τῆς ἀμέσου ἀφομοιώσεως, πλὴν καὶ αὐτὴν προχθὲς ἐν τῇ Βουλῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐν ὀνόματι τῆς κυβερνήσεως παρῄτησεν, εἰπὼν ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμοι· θέλουν, εἶπε, καιρὸν νὰ ἑτοιμασθῶσι καὶ κατὰ τοῦτο. Μίαν λοιπὸν ἰδέαν εἶχον καὶ τὴν ἐγκατέλιπον· διότι τὰ περὶ κόμητος Σπόννεκ, συμφωνῶν πρὸς τὸν κ. Ῥηγόπουλον, λέγω ὅτι δὲν ἦτο οὔτε ἀρχὴ, οὔτε σύστημα κυβερνητικὸν, ἀλλὰ ζήτημα προσωπικόν. Ἐν τούτοις καὶ τοῦτο ἐξέλιπε. Ποία τώρα μένει δυσκολία εἰς τὸν κ. δεληγιώργην ν’ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας του καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημά του; Ἀλλὰ σύστημα τὸ παρὸν ὑπουργεῖον δὲν ἔχει, ἰδέας δὲν ἔχει, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὸν χρόνον τὸν ζητούμενον ἵνα ἀνεύρῃ. Ἀφήσατέ με, λέγει τὸ ὑπουργεῖον, νὰ συλλάβω ἰδέας, νὰ μορφώσω σύστημα, νὰ σπουδάσω, νὰ μάθω εἰς τὸ κεφάλι σας νὰ ξυραφίζω, καὶ ἔπειτα ἀπορεῖ, διὰ τί δὲν δεχόμεθα τὴν πρότασίν του!
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ αὐτό.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναὶ, νὰ σημειωθῇ· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ὁμοιάζει πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς τῶν ἀγυιῶν, οὓς ἐζητεῖτε ἄλλοτε. Δὲν δύναται λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὸ σύστημα ὑμῶν, διότι εἶναι σύστημα ἀρνητικὸν, καὶ νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν ἐν ἀπουσίᾳ της εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες ἤδη θέλουν νὰ σπουδάσωσιν. Ἡμεῖς ἔτι μᾶλλον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν, διότι εἴχομεν ὡρισμένον σύστημα κυβερνήσεως καὶ πιστεύομεν εἰς αὐτό. Τὸ σύστημα ἡμῶν δὲν ἀντικατεστήσατε· κατηγορήσατε μόνον αὐτό· κατηγοροῦντες δὲ κατωρθώσατε ὅπως μὴ παραδεχθῇ αὐτὸ ἡ πλειοψηφία, καὶ ἤδη λέγετε, ὅτι δὲν εἶσθε ἕτοιμοι νὰ τὸ ἀντικαταστήσητε. Ἄρα ἡ ἀποστολὴ ὑμῶν εἶναι νὰ καταστρέφητε! Ἐτολμήσατε νὰ ἀποπλανήσητε τὴν Βουλὴν, καὶ σήμερον ἀφίνετε ἡμᾶς εἰς τὸ χάος. Ἡ θέσις ἡμῶν εἶναι νὰ μὴ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἀρνητικὴν αὐτὴν πολιτικὴν, εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς καταστροφῆς. Δὲν ἔχομεν προσέτι, κ. ὑπουργοὶ, ἐμπιστοσύνην καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον. Εὑρισκόμεθα ἐν δυσκόλοις καιροῖς ἀληθῶς, καὶ αὐτοὶ εἶναι ἔργον ὑμῶν, ὥστε ἔχομεν ἀνάγκην ὡς ὑπέρ ποτε μέσων σπουδαίων καὶ σοβαρῶν, ὅπως ἐξέλθωμεν ἐξ αὐτῆς τῆς θέσεως. Ὑμεῖς δὲν εἶσθε κυβέρνησις, διότι κυβέρνησις εἶναι ἓν σύστημα ἰδεῶν· εἶσθε ὑπουργεῖον, καὶ ὡς τοιούτους ἔτι ἠθέλαμεν σᾶς ἀφήσει· ἠθέλαμεν σᾶς ἀνεχθῆ, ὅπως ἀποδειχθῇ εἰς τὰ πράγματα ἡ ἀλήθεια τῶν ἰδεῶν καὶ τοῦ συστήματος ἡμῶν. Δὲν ἠθέλαμεν ἀναγκάσει ὑμᾶς νὰ φύγητε· ἐπιθυμοῦμεν μάλιστα νὰ μείνετε, ἀλλὰ παρόντων ἡμῶν καὶ ἐπιτηρούντων τὴν διαγωγήν σας. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, ὑμεῖς ἤλθετε νὰ εἴπητε, ἐμπιστευθῆτε εἰς ἡμᾶς, καὶ φύγετε. Θέλετε νὰ ἀπαντήσωμεν ἤδη ἡμεῖς ὑπουργικώτερον ἀφ’ ὅ,τι ὑμεῖς οἱ ἴδιοι ἀπαντᾶτε; Βεβαίως ὄχι. Τίποτε, λέγετε, δὲν ἠξεύρετε νὰ παρουσιάσετε ἤδη. Λοιπὸν, κύριοι, ἀπαντῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸ τίποτε, εἰς τὴν ἄρνησιν, δὲν εἶναι δυνατόν. Ἀλλὰ καὶ ἄν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκολουθήσωμεν ὑμᾶς, νὰ ἐνδώσωμεν εἰς ὅ,τι παρ’ ἡμῶν ζητεῖτε, τὰ κατὰ τὴν πρώτην ὑπουργείαν ὑμῶν, τὰ τελευταῖα ἰδίως γεγονότα, ἀποτρέπουν ἡμᾶς ἐντελῶς. Χθὲς ἀκόμη, διότι δὲν λεπτολογῶ εἰς τὰ προχθεσινὰ, τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας καὶ ἡ ἀστυνομία ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς ἐτάραξαν τὴν τάξιν ὀχλαγωγοῦντα.
§54ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἦσαν τῆς ἐξουσίας (θόρυβος)· ἦσαν μερικοὶ ὑπηρέται τινῶν· ἦτο ὁ Μαρμαρᾶς (θόρυβος).
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι μάρτυρες πολλοὶ τῶν βουλευτῶν.
§56ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Ὁ κ. πρόεδρος ἂς ὁμολογήσῃ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤμην παρών.
§58ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Ἐρώτησον τὸν φρούραρχον.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ εἶναι μάρτυρες ὅτι ἀπόπειραι σπουδαῖαι κατεβάλλοντο, ὥστε ὁ οἶκος οὗτος νὰ γίνῃ οἶκος ἐμπορίου αἰσχροῦ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἐκαυχῶντο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι θὰ ᾖναι τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὴν ἠθικήν.
§60ΤΙΝΕΣ. Ἐξηγηθῆτε καθαρά.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἡ θέσις ἡμῶν, καὶ μετὰ τὰ τελευταῖα μάλιστα γεγονότα, εἶναι νὰ ἀρνηθῶμεν πρὸς τὴν κυβέρνησιν πᾶσαν ἐμπιστοσύνην, καὶ ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν αἴτησιν αὐτῆς (θόρυβος ἀριστερόθεν). Ἐὰν ὡμίλουν οἱ ἁρμόδιοι ἄνθρωποι, ἤθελον ἀπαντήσει.
§62Δ. ΓΡΙΒΑΣ (ὑπουργὸς στρατιωτικῶν). Αὐτὸς ὁ τρόπος σας δὲν εἶναι οὔτε κοινοβουλευτικός.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑμεῖς διαιρεῖτε τὴν Βουλὴν εἰς τάξεις, καὶ νομίζετε ὅτι δὲν εὑρίσκονται οἱ δυνάμενοι νὰ ἀτενίσωσι πρὸς τὸ ὕψος ὑμῶν· ἕνεκα τούτου δὲν ὑποφέρετε ν’ ἀκούετε ἀληθείας, διότι πικρὰ ἡ ἀλήθεια. Περαίνων τὸν λόγον μου, κηρύττω ὅτι ἡμεῖς δὲν παραδεχόμεθα κατ’ ἀρχὴν τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλετε. Εἰς ψιθυρισμούς τινας, τοὺς ὁποίους ἀκούω, δὲν θέλω ἀπαντήσει· ἀλλὰ λέγω καταβαίνων, ὅτι εἰς χεῖρας τῶν ἀντιπάλων μου, τῶν πλέον ἀδιαλλάκτων, ὑπάρχει ἡ ἐξουσία πολλὰς ἤδη ἡμέρας· ἂν ἔχουν πράγματα, ἂς φέρωσι, καὶ οὐχὶ λόγους· προκαλῶ αὐτοὺς ἐπιμόνως. Οἱ ψιθυρισμοὶ δὲν μὲ ταράττουσιν, ἀτιμάζουσι τοὺς ψιθυρίζοντας, ἀποδεικνύουσιν αὐτοὺς δειλοὺς συκοφάντας, φοβουμένους τὸ φῶς καὶ τὴν ἀλήθειαν.
§64ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναβαίνει εἰς τὸ βῆμα.
§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Πρωθυπουργὸς, ἐκ τῆς θέσεώς του). Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριε! ἐγὼ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ ἀκριβῶς εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἠρώτησα τὸν Κύριον Βουλευτὴν Μεσσήνης νὰ δώσῃ ἐξήγησιν τί ἐννοεῖ λέγων ὅτι προσπάθειαι καταβάλλονται ὅπως ὁ οἶκος οὗτος κατασταθῇ οἶκος ἐμπορίου.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοῶ ὅτι πανταχόθεν καὶ ἐκ μέρους φίλων τῶν ὑπουργῶν καταβάλλονται προσπάθειαι ὅπως διαφθείρωσι βουλευτὰς νὰ δώσωσι ψῆφον ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς των. (θόρυβος).
§67ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἐγὼ λέγω τοῦτο καὶ δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικὰ, λάβετε τὰς θέσεις σας.
§69ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι! Συγχωρήσατε πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ βεβαιώσω τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Κερκύρας, ὅτι αἱ προταθεῖσαι εἰς αὐτὸν 2000 δραχμαὶ διὰ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον του εἶναι ὑπόσχεσις ἄγνωστος εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔχει τὰ χρήματα, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ δώσητε τὴν παραμικρὰν πίστιν.
§70ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὁ Κ. Καναβὸς μὲ ἔκαμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, μὲ ἔκραξεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, μοὶ ἔστειλε τὸν κλητῆρά του (θόρυβος καὶ γέλως.)
§71ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. (γελῶν). Κύριε Πρόεδρε, πές τους ὅτι ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω τὰς συμφωνίας.
§72ΚΑΝΑΒΟΣ (πρὸς τὸν Πρόεδρον). Πῶς ἦτο τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν ἤμην ἐδῶ· ποῖος ἦτο αὐτός;
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλεγεν ὁ Κ. Ῥωμαῖος, ὅτι τῷ ὑπεσχέθητε 2000 δραχμὰς ἵνα δώσῃ τὴν ψῆφόν του.
§74ΚΑΝΑΒΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ῥωμαῖον, ὅτι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ὅρκον του...
§75ΡΩΜΑΙΟΣ. Δὲν ἔχω ὅρκον.
§76ΚΑΝΑΒΟΣ. Τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ἐνώπιον τῶν συναδέλφων καὶ ἐνώπιον τῶν ἐντολέων του· καὶ ἐνῷ δὲν διετήρησε τὸν ὅρκον του, πῶς νὰ πιστεύσετε ὅτι λέγει ἀληθῆ τώρα; Ἂν τὸν ὅρκον του δὲν ἐτήρησε, πόσῳ μᾶλλον....
§77ΡΩΜΑΙΟΣ. Προκαλῶ τὸν Κ. Κωνσταντᾶν καὶ Καρύδην καὶ Λοῦβρον νὰ εἴπουν, ἂν ἐγὼ ἔδωκα ποτὲ ὅρκον, καὶ ἀποκαλῶ ψεύστας ὅσοι λέγουν ὅτι ἐγὼ ἔδωκα· (θόρυβος αὐξανόμενος.)
§78ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε! Σᾶς παρακαλῶ νὰ καθησυχάσετε αὐτὰ, νὰ μεταχειρισθῆτε ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος χορηγεῖ εἰς τὸν Πρόεδρον, ὅπως προλαμβάνητε πᾶν ὅ,τι εἶναι σκανδαλῶδες καὶ ἄτοπον καὶ βλαπτικὸν διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε πρέπει νὰ κηρύξω τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως· αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον μέσον.
§80ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Φύγετε λοιπόν! δὲν ἠμπορῶ νὰ συμπράξω μαζῆ σας, ἔλεγεν ὁ ὑπουργὸς καὶ πρωθυπουργὸς τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην, εἰς τῆς ὁποίας τὴν γέννησιν οὗτος προέδρευσε· μόλις συνῆλθεν ἡ Βουλὴ καὶ εἶπεν εἰς αὐτὴν· δὲν δύναμαι νὰ συμπράξω μαζῆ σου, ὕπαγε! (γέλως.) Κύριοι! ἠκούσατε χθὲς μὲ ποίαν ἁβροφροσύνην, καὶ μὲ ποίαν μετριοπάθειαν ἤρχισα καὶ ἐτελείωσα τὴν ἀγόρευσίν μου. Εἶπον, ὅτι δὲν ἦλθον νὰ κατηγορήσω κανένα, δὲν ἦλθον διὰ νὰ συκοφαντήσω κανένα, ἀλλ’ ἦλθον νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, διὰ νὰ φέρετε ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας τὴν θεραπείαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλετε νομίσει κατάλληλον. Ἀλλ’ ὁ κύριος πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν μὲ ἐμιμήθη· ἦλθε καὶ ἐπροοιμιάσθη μὲ μίαν ἀποστροφὴν, ἡ ὁποία τῷ ὄντι δὲν ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον χθὲς ἡμεῖς μετεχειρίσθημεν. Ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ᾖναι καθ’ ὅλων ἡμῶν, ἂν διὰ μίαν στιγμὴν ἐπίστευεν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, εἶναι ἀληθὲς, ἢ ἂν ἐπίστευεν, ὅτι αὐτὸς τὸ πιστεύει. Κύριοι! Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τῆς Ὀλυμπίας, ὁ φίλος μου Κ. Χριστόπουλος, ἦλθεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἔπλεξε τὸν στέφανον τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες συνετέλεσαν μὲ μεγάλας θυσίας εἰς τὸ ἐγκαθίδρυμα τοῦτο, εἰς τὴν ἀνέγερσιν τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ὕψωσεν αὐτὸ τὸ βῆμα εἰς τὸν ὑπέρτατον βαθμὸν τῆς περιωπῆς, ἐλησμόνησεν ὅμως νὰ μνημονεύσῃ καί τινας ἰδιότητας, τὰς ὁποίας ἔχει αὐτὸ τὸ βῆμα καὶ δι’ ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀποτείνονται οἱ λέγοντες, καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν τὸ θάῤῥος νὰ τὸ ἀναβαίνουν. Πολὺς λόγος ἔγινε, Κύριοι, διὰ τὸν τύπον· τὸν ὠνόμασαν τετάρτην δύναμιν τῆς πολιτείας, καὶ ὅμως ὁ τύπος δὲν εἶναι εἰμὴ ὑπηρέτης τοῦ βήματος, προστάτην του ἔχει τὸ βῆμα· ἄνευ τοῦ βήματος ὁ τύπος ἤθελεν εἶσθαι ἀλυσσόδετος, ἤθελε γογγύζει εἰς καμμίαν γωνίαν τῆς Σιβηρίας· ὁ τύπος, ὁ ὁποῖος τῷ ὄντι διεπράξατο μεγάλα καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐμαρτύρησαν μεγάλοι ἄνδρες, ὁ τύπος, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τοῦ βήματος. Ὅταν ὁ Σέριδαν ἀναβὰς τὸ βῆμα ἀνέκραζε· Σᾶς χαρίζω τοὺς στόλους, τοὺς στρατοὺς, τὰ πλούτη τῆς Ἀγγλίας, δόσατέ μοι σεῖς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, καὶ τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ ἀνατρέπω· εἰπέτε μοι, εἰς ποῖον τῶν δύω εὑρίσκετο τὸ μεγαλεῖον, εἰς τὸν τύπον ἢ εἰς τὸ βῆμα; ἄνευ τοῦ βήματος βεβαίως ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου ἤθελεν εἶσθαι ἀκατόρθωτος, ἀνέφικτος. Ἔχει λοιπὸν ἰδιότητας τινὰς αὐτὸ τὸ βῆμα, καὶ μία ἐξ αὐτῶν εἶναι νὰ καταστρέφῃ ἐκεῖνον, ὅστις τὸ ἀναβαίνει καὶ δὲν ἐνθυμεῖται τὸ παρελθόν του, δὲν ἐξετάζει τὰς περιστάσεις, δὲν ἠξεύρει εἰς τίνας λαλῶν ἀποτείνεται. Ὅστις, Κύριοι, ἀναβαίνει τὸ βῆμα, πρέπει νὰ προσέχῃ μήπως «ἔπος τι φύγῃ ἕρκος ὀδόντων,» τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἀλήθειαν, μὲ τὴν ἠθικήν! Ἐπεριμέναμεν, Κύριοι! ἐπερίμενον ἐγὼ ἰδιαιτέρως τὸν ἔντιμον βουλευτὴν τῆς Μεσσήνης, τὸν φίλον μου Κ. Κουμουνδοῦρον, ἀναβαίνων τὸ βῆμα νὰ ἀναδειχθῇ ἄξιος τῆς θέσεως ἣν μέχρι τῆς χθὲς κατεῖχε, καὶ τὴν ὁποίαν ἴσως καὶ ἄλλοτε τὴν καταλάβῃ· εἶπε πολλὰ, ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτε περὶ τῆς διακοπῆς, δὲν εἶπε τίποτε συγκριτικῶς μὲ τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔκαμεν ἄλλοτε περὶ αὐτῆς τῆς διακοπῆς, μὲ τὴν χρῆσιν τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔκαμεν αὐτῆς τῆς διακοπῆς· ἀλλ’ ἦλθε νὰ μᾶς ἐξυμνήσῃ τὴν διαχείρισίν του, τὴν διαχείρισιν τῆς προηγουμένης διοικήσεώς του. Μετὰ τὸ τέλος, λέγει, τῆς διαχειρίσεως ὀφείλεται λογοδοσία, καὶ ἦλθε καὶ τὴν ἔδωκε χθές, διότι ἐλέγοντο πολλὰ, ἐψιθυρίζοντο πολλὰ, καὶ ἔπρεπε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι αὐτὰ εἶναι συκοφαντίαι. Δὲν ἔχω παντάπασι σκοπὸν, Κύριοι, νὰ ἐγγίξω τὴν διαχείρισιν κανενὸς, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται μὲ ἕνα τοιοῦτον στόμφον νὰ παρουσιάζεταί τις καὶ νὰ λέγῃ ὅ,τι δὲν ἔχει, δὲν τοῦ ἀνήκει. Ποίαν διαχείρισιν μᾶς ἐπαρουσίασεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης; τὴν διαχείρισιν τοῦ 1864! καὶ τίνος εἶναι αὐτὴ ἡ διαχείρισις; ποῖος ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν; ποῖος ἐδιοίκησεν; Ἡ διαχείρησις τοῦ 1864 εἶναι πρὸ πάντων ἡ διαχείρισις τῶν ἀντιπροσώπων, τῶν πληρεξουσίων τοῦ ἔθνους· ὅλοι ἐλάβομεν μέρος εἰς αὐτὴν, καὶ ἤλθομεν μὲ τὰ δεσμὰ, μὲ σιδηρᾶ δεσμὰ νὰ δέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου. Ἡ Συνέλευσις Κύριοι, εἶπε· δὲν θέλω εἰς τὸ ἑξῆς δάνεια, δὲν θέλω ὑπερβάσεις. «Sic volo, sic jubeo». Εἶναι γεγραμμένοι οἱ ἀξιομνημόνευτοι οὗτοι λόγοι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως, εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύσω. Καὶ κατὰ πρῶτον εἰς ἐκείνην τὴν διαχείρισιν καὶ εἰς ἐκείνας τὰς οἰκονομίας ἔλαβεν ἀρκετὸν μέρος ὁ ἔντιμος Κ. Βούλγαρης ὡς ὑπουργός· ἀλλ’ ἦλθεν ἡ Συνέλευσις καὶ εἶπεν εἰς τὸν Κ. Βούλγαρην· θέλω πλειοτέρας ἐλαττώσεις. Ὁ Κ. Βούλγαρης εἶπε· δύναμαι νὰ διοικήσω τὸ κράτος μὲ δύω ἐπιθεωρητὰς, καὶ ἡ Συνέλευσις συνεφώνησε δύω ἐπιθεωρηταὶ νὰ μείνουν, καὶ ὅμως σήμερον εἶναι ἓξ· καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ὅλως περιττοί· Ὁ Κ. Βούλγαρης ἔφερε καὶ πολλὰς ἄλλας ἐλαττώσεις, καὶ ὅμως ἡ Συνέλευσις ἤθελε πλειοτέρας, καὶ ἔπεσεν ὁ Κ. Βούλγαρης, καὶ ἤλθομεν, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμεῖς μετ’ αὐτὸν, καὶ ἤμην ἐγὼ ὁ πρῶτος ὅστις ἐφήρμοσα τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλεν ἡ Συνέλευσις· καὶ ὄχι μόνον, Κύριοι, ἐστάθην θρησκευτικὸς ἐκτελεστὴς τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἔφερα οἴκοθεν καὶ ἄλλας ἐλαττώσεις· ἀπέκοψα διαφόρους ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους δυστυχῶς μετὰ ταῦτα ἐπανέφερον οἱ διάδοχοί μου, διότι ὁ νόμος δὲν τὸ ἀπηγόρευε. Κρατῶ ὀνομαστικὸν κατάλογον ὅλων αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν κρίνω ἄξιον νὰ φέρω αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ὅλοι δύνανται νὰ μάθωσιν, ἐπισκεπτόμενοι τὰ ἀρχεῖα καὶ νὰ ἴδωσιν ἐκεῖ τὴν ἀλήθειαν. Μόλις περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ Αὐγούστου ἔλαβε μέρος εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1864 ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, καὶ ἔρχεται σήμερον καὶ καυχᾶται διὰ μίαν διαχείρισιν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔλαβε καμμίαν πρωτοβουλίαν! Εἰς ἓν μόνον ἠδύνατο νὰ καυχηθῇ, ὅτι οὔτε ἐκεῖνον τὸν προϋπολογισμὸν ἄφησαν ἀλώβητον· τὸν ηὔξησαν μὲ προσθήκας πιστώσεων 1,700,000 δραχμῶν. Ἔπρεπεν αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπογραμμὸς, ὄχι μόνον τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διεδέχθη τὴν Συνέλευσιν, ἀλλ’ ὅλων τῶν μετὰ ταῦτα Κυβερνήσεων. Τοῦτο ἀπῄτησεν ἡ Συνέλευσις· καὶ λέγομεν ἀκόμη πῶς εἴμεθα φίλοι εἰλικρινεῖς, ἀληθεῖς φίλοι τοῦ ἀντιπροσωπικοῦ συστήματος! Ναὶ, τὸ ἀντιπροσωπικὸν σύστημα εἶναι εἰλικρίνεια, εἶναι ἀλήθεια! Τὸ ἔθνος σᾶς εἶπεν· ὄχι! δὲν θέλω νὰ κάμετε χρέη· θὰ μὲ βυθίσετε οὕτως εἰς τὸ βάραθρον! δὲν ἔχω κεφαλὴν νὰ ὑψώσω ἀπέναντι τῶν ξένων· ὅ,τι θέλουν μοὶ ἐπιβάλλουν, διότι εἶμαι βεβαρυμένον μὲ δάνεια, μὲ χρέη! Ἐπικαλεῖσθε τοὺς ἀριθμούς! καὶ τί σᾶς λέγουν οἱ ἀριθμοὶ τοῦ 1864; Ὁμοιάζετε μὲ ἐκείνους οἵτινες εἰσέρχονται εἰς ξένην οἰκίαν, καὶ ἀφοῦ λάβωσι τὴν περιουσίαν τοῦ οἰκοδεσπότου λέγουσιν εἰς αὐτόν· ἔλα νὰ μετρήσωμεν τὰ χρήματά σου διὰ νὰ ἴδῃς πόσον εἴμεθα πλουσιώτεροί σου! Θέλεις λοιπὸν λογοδοσίαν νὰ δώσῃς; ἔλα εἰς τὸ 1865, φέρε τὰ διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων ηὔξησας τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, τὰς πλείστας, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, παραλόγους· τὸ ἔθνος ἔχει μεγάλην ἀνάγκην νὰ διοικῆται μὲ 20,000,000 ὄχι μὲ 30,000,000 (χειροκροτήματα πανταχόθεν.) Ποῦ εἶναι τὸ σύστημά μας, λέγει, φέρετέ το νὰ τὸ ἴδωμεν· ναί, Κύριοι, ὁλόκληρος ὁ βίος μας εἶναι ἓν σύστημα· μὲ ὀνομάζουσι φειδωλὸν, μὲ ἀπεκάλεσαν ταμιευτικὸν ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἐσυγχώρησα νὰ κλέψωσι· (χειροκροτήματα, καὶ θόρυβος).
§81ΡΟΥΦΟΣ. Πῶς ἔδωκες τὴν ψῆφόν σου ὑπὲρ εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας;
§82ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κ. Ῥοῦφε, μάθε, ὅτι δὲν ἤμουν ὑπὲρ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§83ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν λέγω, ὅτι εἶσθε ὑπὲρ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ὅτι εἰς τὸ συμβούλιον τὰ ὑπερασπίσθης...
§84ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρετε σεῖς ποίαν γνώμην εἶχον ἐγὼ ἢ ἄλλος εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας περὶ τῶν διαταγμάτων. Θέλετε νὰ τὸ μάθετε ἤδη; Ὅλον τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας δὲν τὰ ἐνέκρινεν οὐδὲ τὰ ὑπερασπίσθη. Τὸ συμβούλιον εἶπε· δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις· εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, καὶ καλῶς ἔπραξε τὸ Συμβούλιον.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφήσατε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§86ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὄχι, θὰ προσθέσω μάλιστα· εἶναι μάρτυς ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος· δὲν θὰ ἀρνηθῇ ὅτι τοῦ εἶπον ἐνώπιον πολλῶν, εἶναι δύω ἢ τρεῖς μῆνες, ὅτι πρέπει νὰ συμβουλεύσῃ τὸν Βασιλέα νὰ διαλύσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ νὰ ἀποκτήσῃ δημοτικότητα. Κύριοι! Ἂν δὲν ἤμην τοιοῦτος Σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας, ὁποῖος δὲν ἤθελεν εἶσθαι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τῶν Πατρῶν, δὲν ἤθελον βάλει τὴν ὑπογραφήν μου καὶ παρακαλέσει τὴν Α. Μεγ. τὸν Βασιλέα νὰ τὸ ἀπαλείψῃ; Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ἠθέλησε νὰ μοῦ ἀποδώσῃ ἀνειλικρίνειαν, λέγων ὅτι ἦλθα χθὲς ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ εἶπον λόγια ἄλογα, ἄῤῥητα, ἀθέμιτα, ἐνῷ δὲν εἶχόν τι νὰ καταθέσω εἰς τὸ γραφεῖον. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθές· ἰδιαιτέρως μὲ ἐζήτησε τὴν σημείωσιν, ἐκεῖ καθήμενον, καὶ τοῦ εἶπα· ἀπὸ τὸ βῆμα μόνον χρεωστῶ νὰ ἀπαντῶ. Ὁ κατάλογος, ὁ πίναξ, Κύριοι, εἶναι ἐδῶ, εἶναι ὑπογεγραμμένος ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον εἰσηγητὴν, καὶ ὅσοι θέλουν, ἂς ἔλθουν νὰ τὸν ἐξελέγξωσι· δὲν εἶπα τίποτε. Κύριοι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐξηγμένον ἀπὸ τὰ βιβλία, τὸ ὁποῖον νὰ μὴν ᾖναι ἀληθὲς καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἀποδείξω· οὔτε κεραίαν δύνασθε νὰ ἐξαιρέσητε. Ὑπάρχει εἰς τὸ ἐνεργητικὸν ἓν ποσὸν ἐκ δραχ. 1,400,000, συνιστάμενον εἰς μετοχὰς δοθείσας εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν. Νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ λάβετε τὸ κεφάλαιον, ὁπόταν τὸ δημόσιον ἀναγκάζεται νὰ πληρόνῃ καὶ τοὺς τόκους ὅλων τῶν κεφαλαίων της; νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν αὐτὸ τὸ κεφάλαιον διὰ νὰ τὸ μεταχειρισθῶμεν εἰς ἄλλην χρῆσιν, εἰς πληρωμὴν χρέους, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὸν ψωμᾶν, εἰς τὸν παντοπώλην; Δύναται, ἐρωτῶ, ἡ οἰνοποιητικὴ ἑταιρία τῶν Πατρῶν νὰ σᾶς ἐπιστρέψῃ τὸ ἀντίτιμον τῶν μετοχῶν τοῦ δημοσίου, ὁπόταν δυσκόλως ἐξοικονομῇ τὰς καθημερινὰς χρείας της; Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι αἱ 300,000 δραχ. τὰς ὁποίας ἐδώκατε εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Πατρῶν, ἂν δὲν ᾖναι χαμέναι, δὲν θὰ σᾶς ἐπιστραφοῦν. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἀναδιφήσω ἤδη τὰ παλαιὰ κατάστιχα τοῦ ἔθνους, διὰ νὰ καταδείξω ὁποῖον, εἶναι τὸ ἐνεργητικόν μας· ἀρκεῖ νὰ μάθωμεν, ὅτι ἔχομεν δαπάνας περιττὰς, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν, εἴτε ἔχομεν εἴτε δὲν ἔχομεν νὰ λάβωμεν, νὰ καταργήσωμεν. Σᾶς ἔφερα ἐπίτηδες τὸ παράδειγμα τῆς ἑταιρίας τῶν Πατρῶν διὰ νὰ λάβετε ἀκριβῆ ὁπωσοῦν ἰδέαν τοῦ ἐνεργητικοῦ μας. Λάβε, Κ. Γραμματεῦ, αὐτὸν τὸν πίνακα (παραδίδει μίαν κατάστασιν). Ἡ ἰδιαιτέρα διαχείρισις, ἡ προσωπικὴ διαχείρισις εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Κ. Σωτηροπούλου, ἐντίμου Βουλευτοῦ τῆς Κυπαρισσίας, ἡ διαχείρισις αὕτη εἶναι ἡ τοῦ 1865. Εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον καλῶ τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα νὰ μοὶ ἀποδείξῃ, ἂν ἠκολούθησε πιστῶς τὸν ὑπογραμμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ἡ Συνέλευσις καὶ τὸν ὁποῖον ὑπηγόρευον αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἔθνους. Δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας· θέλετε μάθει ὅμως, ὅτι τὸ 1865 εἰς ἔξοδα ἀσφαλείας ἐδαπανήθησαν δρχ. 680,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1864 ἐξωδεύθησαν 340,000· ἀλλ’ ἐὰν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν καὶ τὴν ὅλως ἀδικαιολόγητον δαπάνην τῆς γενομένης αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τὸ 1865, καὶ οὕτω τὰ ἔξοδα τῆς ἀσφαλείας κατὰ τὸ 1864 εἶναι ὀλιγώτερα τῶν τοῦ 1865 κατὰ δρ. 122,029, θέλετε ἰδῆ προσέτι, ὅτι εἰς τὰ 1865 διεῤῥήχθησαν τὰ δεσμὰ καὶ ἤρχισαν αἱ ἐλευθέριοι χορηγίαι, ἤρχισαν δαπάναι τὰς ὁποίας οὐδεὶς λόγος ἐπιτρέπει, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ κράτος εἶναι λίαν βεβαρυμένον ἀπὸ χρέη. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν μᾶς ζητεῖ ἡ Κέρκυρα 500,000 δραχμὰς καὶ δὲν ἔχομεν λεπτὸν εἰς τὸ ταμεῖον, ἐνῷ κατ’ ἄλλον τρόπον ἔπρεπε νὰ εὑρίσκωνται ἱκανὰ περισσεύματα ἀντὶ ἐλλείμματος πέντε ἑκατομ. ἀριθ. 5,000,000, τὸ ὁποῖον ἀφίνει ἡ χρῆσις τοῦ 1865, καὶ ἕτερον ὄχι μικρὸν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀφίνει ἡ χρῆσις τοῦ 1864, ἐὰν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κυπαρισσίας ἤθελε νὰ διοικήσῃ συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τὸ κράτος. Ἐρχόμεθα, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς. Λυποῦμαι, διότι ἠναγκάσθην νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρέκβασιν· δὲν ἦτο αὕτη ἡ πρόθεσίς μου, δὲν ἦτο ἡ ἐπιθυμία μου παντάπασιν· ἀλλὰ δὲν πρέπει ἐξ ἄλλου μέρους, ὄχι μόνον νὰ λέγωμεν εἰς τὸ κοινὸν ἄλλα καὶ νὰ ἀλλοιῶμεν τὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐνοχοποιῶμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναμιγνύονται εἰς τοιαῦτα, οἵτινες δὲν ἔχουν κανὲν συμφέρον! Συμφέρον ἔχουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ παντὸς τρόπου θέλουν νὰ ἁρπάσουν τὴν ἐξουσίαν· ἂς τὴν λάβουν· τοὺς τὴν δίδομεν, ἐὰν ἐκρέματο ἀπὸ ἡμᾶς νὰ τὴν δώσωμεν· Ἀλλὰ δὲν εἶναι, Κύριοι, τῆς τιμῆς μας, τῆς ὑπολήψεώς μας, καὶ δὲν θὰ μᾶς ἀναγκάσουν ποτὲ νὰ μεταβάλωμεν τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, διὰ νὰ καλύψωμεν ὅ,τι δὲν πρέπει νὰ μένῃ κεκαλυμμένον.
§87ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ζητήσω μίαν διασάφησιν;
§88ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν θέλω.
§89ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δύω λέξεις.
§90ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὑστερώτερα· ἄλλην ὥραν εἶμαι ἕτοιμος εἰς τὰς διαταγάς σας. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν μᾶς χωρίζει. Ἐνταῦθα τί ἐζητήσαμεν ἡμεῖς περισσότερον ἀπὸ τὸν Κ. Βούλγαρην; τί ζητοῦμεν περισσότερον ἀπὸ τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον, ὁ ὁποῖος, ὡς σᾶς εἶπον χθὲς, ἐκυβέρνησεν ὑπὸ ὅλας τὰς φάσεις τοῦ πολιτεύματος, ἐδιοίκησε καὶ ἄνευ πολιτεύματος καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὰ ἔγκατα τῆς ὑπηρεσίας, εἰς τοὺς μυχοὺς τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν πόρων τοῦ Κράτους; Καὶ ὅμως ὅταν ἔφθασεν ἡ Βουλὴ, εἶπε· δὲν σᾶς θέλω· καὶ οὐχὶ ὅπως τὸ ἐκόλασεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κυπαρισσίας. Σᾶς εἶπε· Κύριοι, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς φέρω τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀκόμη εἰς τὴν κεφαλήν μου, ἀλλὰ δὲν τὸ διετύπωσα. Δὲν τὸ διετύπωσε λοιπὸν αὐτὸς εἰς διάστημα δέκα μηνῶν, καὶ ἀπῄτει νὰ τὸ διατυπώσωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν στιγμὴν!! Ἀπὸ τὸν Κύριον Βούλγαρην εἰς τί διαφέρομεν; ὁ Κύριος Βούλγαρης ἐπίσης ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην μικρᾶς ἀναπαύσεως διὰ νὰ σκεφθῇ τίνι τρόπῳ θὰ διατυπώσῃ καὶ θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ κοινὸν τὸ σύστημα τὸ διοικητικὸν, τὸ οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς τὴν κεφαλήν του· ἀλλ’ ὁ Κ. Βούλγαρης ἐθεώρησε καταλληλότερον νὰ ζητήσῃ τὴν διακοπὴν δι’ ἄλλης ὁδοῦ. Ὁ Κ. Βούλγαρης εἶπε καθ’ ἑαυτόν· ἔχω δύω μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ προσφύγω διὰ νὰ ζητήσω αὐτὸ τὸ διάστημα τοῦ χρόνου· τὸ πρῶτον μέσον εἶναι νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν διακοπήν· τὸ δεύτερον μέσον εἶναι νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὴν λῆξιν. Δὲν θέλω νὰ τὸν μαντεύσω, νομίζω ὅμως, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πιθανώτερον, ὅτι ἐσκέπτετο οὕτω πως· εἰς τὴν Βουλὴν ἔχω νὰ κάμω μὲ πολλοὺς καὶ ἐπὶ τέλους δὲν θὰ λάβω εἰμὴ 40 ἡμερῶν τὸ πολὺ διάρκειαν, ἐν ᾧ μοῦ χρειάζονται περισσότεραι ἡμέραι, μοῦ χρειάζονται τρεῖς τοὐλάχιστον μῆνες, καὶ ἑωσότου νὰ συνέλθῃ αὐτὴ ἡ ἔκτακτος Βουλὴ, ἄλλος ἕνας μὴν, τέσσαρες· λοιπὸν τέσσαρας μῆνας ἤθελεν. Ἐξ ἄλλου μέρους, εἶπεν· ἔχω ἕνα καὶ μόνον, μετὰ τοῦ ὁποίου θὰ συνδιαλεχθῶ, καὶ εὐκολώτερον εἶναι νὰ πείσῃ τις ἕνα παρὰ διακοσίους.
§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ κάμετε καὶ σεῖς.
§92ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἴσως ἔπρεπε πρὸς χάριν σας ν’ ἀκολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν ὁδὸν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπράξαμεν διὰ δύω μεγάλους λόγους, λόγους ἰσχυροὺς, λόγους ἀφορῶντας τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βασιλείας, λόγους συνταγματικούς. Κύριοι, ἔπρεπεν ἡμεῖς οἱ σύμβουλοι τοῦ στέμματος, οἱ λεγόμενοι ἄνθρωποι εἰλικρινείας, νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Βασιλέα· ἠρνήθης εἰς τὸν πρωθυπουργὸν Κ. Βούλγαρην τὴν λῆξιν, δὸς ταύτην εἰς ἡμᾶς, φανοῦ ἀσυνεπής, γενοῦ φατριαστής; Κύριοι δὲν ἠδύνασθε, νομίζω, νὰ ὑποβάλητε σεῖς τοιαύτην πρότασιν. Ὁ Βασιλεὺς, καὶ ἴσως κάμνω κακὰ ν’ ἀναμιγνύω τ’ ὄνομα τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤλθομεν ἕως ἐδῶ, ἂς τελειώσω τὴν ἰδέαν μου· ὁ Βασιλεὺς, λέγω, ἐσκέφθη, ὅτι δὲν ἠδύνατο συνταγματικῶς πως νὰ δώσῃ αὐτὴν τὴν λῆξιν· καὶ δὲν πιστεύω ὅτι ἦτον ἡ ἔλλειψις τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν λαλῶν ὑπαινίχθη πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ὕδρας· ἦτο πραγματικῶς ἀντισυνταγματικὴ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ λῆξις μιᾶς Βουλῆς, πρὶν ἡ Βουλὴ ἀποπερατώσῃ τὸ μοναδικὸν ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθη. Μήτε μίαν ἡμέραν πρότερον, κύριοι, δύναται νὰ λήξῃ ἡ Βουλὴ, ἐνόσω δὲν περαιώσει τὰ ἔργα της τὰ κύρια· ἐνόσω δὲν δώσει προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς νόμους. Ἐὰν ἀποπερατωθοῦν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἡμέραι, καὶ ὅμως μ’ ὅλην τὴν προσπάθειαν τῆς Βουλῆς δὲν κατορθωθῇ ἡ ἐπίτευξις ὅλων τῶν ἀναγκαίως ἀπαιτουμένων νομοθετημάτων, τότε ἠμπορεῖ νὰ καταφύγῃ, δικαιοῦται νὰ καταφύγῃ μία Κυβέρνησις εἰς ἔκτακτον Σύνοδον ἢ καὶ εἰς τακτικήν· ἀλλὰ πρὸ τούτου δὲν πιστεύω, κύριοι. Δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσω τοὺς δημοσιογράφους τῆς Εὐρώπης εἰς τοιαύτην περίστασιν τί λέγουν· πιστεύω ὅμως, ὁ ὀρθὸς λόγος μὲ πείθει, ὅτι δὲν δύναται συνταγματικῶς τοῦτο νὰ γένῃ. Κατεφύγομεν λοιπὸν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο τῆς διακοπῆς, καὶ, κύριοι, δὲν ἤλθομεν νὰ τὸ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἤλθομεν νὰ τὸ ζητήσωμεν ἀφ’ οὗ παραστήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην, τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ σκεφθῶμεν τίνι τρόπῳ πρὸ πάντων θέλομεν συντάξει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια. Καὶ τίς μᾶς ἠνάγκασε νὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν σκέψιν; σᾶς τὸ εἶπον χθὲς, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον· διότι ἐλθόντες χθὲς εἰς τὰ πράγματα, δὲν εὕρομεν τίποτε ὀρθὸν, τίποτε ἱστάμενον. Ὁ ἔντιμος πρῴην ὑπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος εἶχε διατυπώσει ἓν σχέδιον, σᾶς τὸ ἔφερε, καὶ τὸ κατερειπώσατε, τὸ συνετρίψατε, τὸ ἐξηφανίσατε, κύριοι, καὶ ἀφήσατε μόνον ἕνα προϋπολογισμὸν ἀκατονόμαστον. Αὐτὸ τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς, πόθεν θὰ πληρωθῇ; Δὲν εἶναι δύσκολον, εἰς τὴν στιγμὴν γίνεται, λέγει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κυπαρισσίας, εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὁποίου δὲν ἐπεμβαίνω· δύναται αὐτὸς νὰ τὸ κάμῃ· ἐγὼ ὁμολογῶ δημοσίᾳ, Κύριοι, ὅτι εἶμαι ἀνίκανος. Τρία καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια δὲν κόπτονται μὲ τὴν ψαλίδα· πρέπει ὁ ὑπουργὸς νὰ σκεφθῇ, καὶ ὄχι ὁ ἕνας ὑπουργὸς, ἀλλ’ οἱ ἑπτὰ ὑπουργοὶ πρέπει νὰ σκεφθοῦν ποῦ ἔχουν νὰ ἐπιβάλουν χεῖρα. Μὴ λησμονήσετε ὅτι κάθε κονδύλιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχει περὶ ἑαυτὸ 50, 100, 500 οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι τὸ ἐπιβλέπουν, καὶ ἡ χεὶρ ἡ ὑπουργικὴ, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ διὰ νὰ τὸ ἀποσπάσῃ, θὰ συντριφθῇ, ἐὰν δὲν ᾖναι χεὶρ στιβαρὰ, ἐὰν δὲν ὁδηγῆται ἀπὸ ἓν σχέδιον σπουδαῖον, ἐθνικὸν, καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ βοηθὸν μεθ’ ἑαυτῆς ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, ὁλόκληρον τὴν κοινὴν γνώμην. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἔργον τῆς στιγμῆς, Κύριοι. Εἶπον χθὲς εἰς ἕνα κύκλον, δὲν ἐντρέπομαι νὰ τὸ εἴπω καὶ δημοσίᾳ σήμερον, ὅτι αὐτὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν μᾶς συμβουλεύει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τῆς Κυπαρισσίας, μοὶ τὴν ἐσυμβούλευσαν καὶ ἄλλοι ἄλλοτε, ὅταν ἤμην νεώτερος· μὲ εἶπον, ὅταν θέλῃς νὰ ἱκανοποιήσῃς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν δυνάμεων καὶ νὰ δώσῃς τὰ 4 ἑκατομ. διὰ τόκους καὶ χρεώλυτρα τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομ. πρέπει νὰ φέρῃς ἐλαττώσεις· ἦτο ἐποχὴ ὀλίγον ἀπομεμακρυσμένη τῆς τρίτης 7βρίου. Ἐπίστευσα εἰς τὴν εἰλικρίνειαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐσυμβούλευσα τὸν Βασιλέα ἐκεῖνον νὰ κάμῃ ἐλαττώσεις καὶ τὰς ἔκαμεν εἰς 4,200,000 καὶ τὴν ἐπαύριον ἔγινεν ἡ ἐπανάστασις. Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ συντρέξω εἰς μίαν νέαν ἐπανάστασιν· ἐὰν αὐτὴ ἡ ἐπανάστασις εἶναι ἀπ’ ἐκείνας, τὰς ὁποίας γεννοῦν les Spontaneités des peuples, ἤγουν αἱ ἑκουσιότητες τῶν λαῶν, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀπὸ περίοδον εἰς περίοδον ἔρχονται εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀνασύρουν τὴν κοινωνίαν ἀπὸ μίαν θέσιν χαμηλὴν διὰ νὰ τὴν ἀναβιβάσουν, ἂς γένῃ· ἀλλὰ νὰ ἔλθῃ μία ἀδέξιος χεὶρ ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἕνας κακὸς ὑπολογισμὸς ἑνὸς ὑπουργοῦ νὰ προκαλέσῃ αὐτὴν τὴν στάσιν, εἶναι κακόηθες, εἶναι σφάλμα μέγα, ἀσυγχώρητον. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν αὐτὴν τὴν προθεσμίαν διὰ νὰ φέρωμεν νέον ἔργον εἰς τὴν Βουλήν· ὄχι σύστημα ἀλλότριον, ὄχι σύστημα ἄγνωστον, ὅπως ἠθέλησε νὰ χαρακτηρήσῃ τὴν γλῶσσάν μας, τὴν διάνοιάν μας ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, βουλευτὴς Μεσσηνίας. Τὸ σύστημά μας εἶναι γνωστόν. Ὁ πολιτικὸς δρόμος μας εἶναι γνωστότατος, ἡ διαχείρισίς μας ὀφείλει νὰ ᾖναι καὶ εἶναι γνωστοτάτη. Τί θέλετε λοιπόν; ποῖον ἄλλο σύστημα θέλετε νὰ διατυπώσωμεν ἐνταῦθα; Αἴ Κύριοι, μήπως θέλετε νὰ φέρωμεν καὶ κανὲν ἄλλο σύστημα πολιτικὸν γελοῖον, ἤγουν ὅτι θὰ κινήσωμεν πόλεμον κατὰ τῆς Γαλλίας, τῆς Ἀγγλίας ἢ τῆς Ῥωσσίας; Ἡμεῖς εἴμεθα μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ προάξωμεν ὅσον δυνάμεθα ἐπὶ τὸ βέλτιον τὸν τόπον. Ποῖον σύστημα διετύπωσεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσηνίας ἄλλο, καὶ δὲν τὸ διετύπωσεν ὅπως τὸ διατυπώνω ἐγὼ σήμερον; μήπως ἐννοεῖ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον οὗτος διετύπωσεν εἰς τὰς πράξεις του; Ζητεῖτε, Κύριοι βουλευταὶ, νὰ σᾶς παρουσιάσωμεν ἓν νέον σύστημα; σᾶς παρακαλοῦμεν, προτείνατε καὶ ψηφίσατε ὅτι θέλετε ἓν νέον, καὶ ποῖον νὰ σᾶς διατυπώσωμεν. Ἀλλ’ ὄχι· ἡμεῖς ἔχομεν σύστημα καὶ τὸ γνωρίζετε· τὸ σύστημά μας εἶναι ἡ λογικὴ, ἡ οἰκονομικὴ διοίκησις τοῦ τόπου· τὸ σύστημά μας εἶναι τὰ πάντα νὰ ὑπόκηνται εἰς τοὺς νόμους, τὸ ἓν κόμμα νὰ μὴ καταδιώκῃ τὸ ἄλλο καὶ πρὸ πάντων οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἀρχῆς ν’ ἀντιπροσωπεύουν καθ’ ὅλα τὴν ἀρχήν. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τῆς Μεσσηνίας εἶπε· δὲν εἶστε σύμφωνοι μεταξύ σας· δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον· ὁ εἷς τῶν ὑπουργῶν ἐμελέτησε τὰ νομοσχέδια τῆς Κωπαΐδος, τῆς ἐθνικῆς γῆς, τῶν φυτειῶν· ἦτο σύμφωνος μαζή μας, καὶ πῶς δὲν τὸν ἐμπιστεύεσθε νὰ τὸν ἀφήσητε νὰ συμπράξῃ μαζή μας ἀπὸ σήμερον; Κύριοι, δὲν ἐννοῶ ποία εἶναι ἡ σχέσις ἑνὸς ὑπουργοῦ μ’ ἕνα σύμβουλον τῆς ἐπικρατείας, καλούμενον νὰ δώσῃ ἁπλῆν γνώμην εἰς αὐτὴν ἢ εἰς ἐκείνην τὴν ῥητὴν καὶ ὡρισμένην ὑπόθεσιν. Δὲν ἐννοῶ ποία εἶναι ἡ γνώμη αὐτοῦ τοῦ συμβούλου, εὑρισκομένου εἰς ἕνα σύλλογον πολλῶν συμβούλων, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστος ἔχει ἰδίαν γνώμην. Ἡ γνώμη ἑνὸς σώματος, κύριοι, διατυποῦται ὄχι κατὰ τὴν θέλησιν ἑνὸς, ἀλλὰ κατὰ τὴν θέλησιν τῶν πολλῶν, τῶν πάντων. Ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργοῦ, κύριοι, εἶναι ἄλλη. Ὁ ὑπουργὸς πρέπει νὰ μελετήσῃ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ ἀναλόγως νὰ λάβῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέτρον. Ὡς ἰδιώτης εἰς τὸ ἰδιωτικόν μου ταμεῖον ἐσκέφθην ὅτι πρέπει νὰ γένῃ ἐκεῖνο τὸ καλόν· ὅταν ἦλθον εἰς τὰ πράγματα εἶδον ὅτι τὰ μέσα ἐλλείπουν· ἡ κατάστασις τοῦ κοινοῦ πνεύματος δὲν τὸ ἐπιτρέπει, καὶ ὠπισθοδρόμησα. Εἶναι τοῦτο ἀντίφασις; εἶναι δυσπιστία τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἄλλον ὑπουργόν; Ἀλλὰ, κύριοι, ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶμαι ἕτοιμος καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἔχουν ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς ἐμὲ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα κατωνομάσατε· ἀλλ’ ἴσα ἴσα ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν, εἶμαι ἐγώ· θέλω πρὸ παντὸς ἄλλου, κύριοι, νὰ μοὶ εἴπητε πῶς θὰ ἔχωμεν τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἤρεμον, διὰ νὰ συζητήσωμεν αὐτὰ ἐπὶ 5, 10, 20 ἡμέρας, πρὶν καταρτίσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μᾶς ἀφίνῃ ἡσύχους καὶ νὰ μὴ ἔρχεται τὸ ἓν ἀτμόπλοιον κατόπιν τοῦ ἄλλου μὲ ἀπαιτήσεις χρηματικάς, καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ δυνάμεθα οὔτε ὀβολὸν νὰ χορηγήσωμεν. Ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κύριοι, πρέπει νὰ φροντίσω πρὸ παντὸς ἄλλου μέτρου πῶς νὰ πληρωθῇ τὴν πενθημερίαν του ὁ στρατός. Δὲν εἶναι λοιπὸν αὐτὸς ἕνας λόγος, τὸν ὁποῖον ἠδύνασθε νὰ ἀπευθύνετε ἀπὸ τοῦ βήματος. Εἴμεθα εἰς κατάστασιν, κύριοι, ὅταν τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ, νὰ ἔλθωμεν μαζύ σας νὰ συζητήσωμεν ὅλα τ’ ἄλλα νομοσχέδια· διὰ κανὲν δὲν ἔχω, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην εὐνοϊκὴν ἢ ἐναντίαν· διὰ κανὲν δὲν λέγω σήμερον ὅτι εἶμαι ὑπὲρ ὡς ὑπουργός· μετὰ τῶν συναδέλφων μου θὰ σκεφθῶμεν καὶ θ’ ἀποφασίσωμεν, ὅταν ᾖναι καιρός. Ἄλλως τε, κύριοι, ἓν ὑπουργεῖον δὲν ἐπιλαμβάνεται τῶν πραγμάτων ἐν καταμερισμῷ καὶ ὅπως τύχωσι. Ἓν ὑπουργεῖον σοβαρὸν, ἓν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον γνωρίζει τὴν ἀποστολήν του, λαμβάνει προηγουμένως ὑπὸ σκέψιν καὶ ἐν συνόλῳ ὅλα τ’ ἀντικείμενα· διαγράφει τὴν πορείαν του, καθόσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν, καὶ ἔπειτα ἅπτεται τοῦ ἑνός, ἅπτεται τοῦ ἑτέρου, διότι πρέπει νὰ προηγηθῇ καὶ μία κατάταξις τῶν μέτρων. Ἓν μέτρον πρέπει νὰ λάβῃ τὴν θέσιν Αʹ. ἄλλο τὴν θέσιν Δʹ. καὶ ἄλλο τὴν θέσιν Εʹ. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, ἐννοῶ μίαν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι κυβέρνησις ἡμερησία, δὲν εἶναι κυβέρνησις de petits expédients, ὅπως λέγουν οἱ Γάλλοι, ἀλλ’ εἶναι κυβέρνησις σπουδαία. Θὰ φέρετε ἐδῶ νὰ συζητήσητε τὴν Κωπαΐδα, διὰ νὰ τὴν ἀποξηράνετε, νὰ τὴν καλλιεργήσετε εἰς μίαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς πανταχόθεν πλημμυρεῖ ἀπὸ ληστάς; Καὶ ποῖος θὰ σᾶς πιστεύσει, κύριοι; Δὲν βλέπετε ὅτι μία ἄλλη τράπεζα καλῶς συγκεκροτημένη, ἔχουσα ἐξ ὑπαρχῆς ἱκανὰ ἴδια κεφάλαια δὲν ἠδυνήθη νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας, διότι ἡ Εὐρώπη τῇ εἶπε· πήγαινε πρῶτα νὰ ἴδῃς καὶ νὰ μᾶς εἴπῃς εἰς τὸν τόπον ὅπου ἔχεις σκοπὸν νὰ ἱδρύσῃς αὐτὸ τὸ κατάστημα, πήγαινε νὰ ἴδῃς, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐλευθερία, ἐὰν ὑπάρχῃ τάξις, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀσφάλεια; Προηγουμένως λοιπὸν θὰ φροντίσωμεν περὶ πάντων τούτων, καὶ εἰς τοῦτο, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ᾖναι σύμφωνος, νὰ μᾶς συνδράμῃ. Ἀλλὰ δὲν θέλετε, εἶπον, τὴν Βουλήν· τὴν φοβούμεθα λοιπὸν ἡμεῖς τὴν Βουλήν; Ἔχει ἀφορμὰς ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ λογοδοσίαν ἀπὸ ἡμᾶς, ἀπὸ κανένα ἐξ ἡμῶν! καὶ φοβούμεθα τὴν Βουλήν!! Κύριοι, εἶμαι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θέλω τὴν Βουλὴν νὰ ᾖναι εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν χθὲς δὲν εὑρίσκεσθε ἐδῶ, διὰ νὰ σᾶς εἴπω τὰ περὶ σκωριῶν, ἴσως ἤθελον γεννηθῆ περιπλοκαί· δὲν ἐτολμοῦσα νὰ βάλω μίαν ὑπογραφὴν εἰς μίαν αἴτησιν δικαιοτάτην, τῆς ὁποίας ἡ παράλειψις ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ συνεπείας· καὶ δὲν τὸ λέγω αὐτὴν τὴν στιγμήν· τὸ ἐκήρυξα ἀπὸ τοῦ βήματος ἑνὸς ἄλλου περιβόλου, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρέθην εἰς τὰ 1857, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ὅταν ἐζητήθη ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος ἡ ἐτησία σύνοδος νὰ περιορισθῇ εἰς ἓξ μηνῶν μόνον διάρκειαν, εἶπον τότε, ὅτι πρέπει νὰ συζῶσι καὶ νὰ συμβαδίζωσιν αἱ βουλαὶ μὲ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· καὶ ἂν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, ἀνεμνήσθην τότε ἀρχαίων ἡμερῶν. Εἶπον ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐσυνείθισε νὰ ἔχῃ διαρκῆ βουλευτικὰ Σώματα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, διαρκῆ Γερουσίαν ἐπὶ Κυβερνήτου, διαρκὲς Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ Ἀντιβασιλείας, καὶ οὐδεὶς τῶν συντακτῶν τοῦ Συντάγματος εἶχε κατὰ, νοῦν ὅτι ἡ διάρκεια τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ εἰς 6 μῆνας. Καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσηνίας ὡς ὑπουργὸς τότε μὲ ἀπεκάλεσε δημοκράτην. Καὶ ἐγὼ, μολονότι τότε βαρὺς κλοιὸς ἐβάρυνεν εἰς τὸν τράχηλον τῆς κοινωνίας, ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπον, καυχῶμαι ὅτι ἔζησα ἐν δημοκρατίᾳ ἀπὸ τὰ 21 μέχρι τοῦ 27, ἔζησα εἰς ἐποχὴν μεγάλων συμβάντων, ἐποχὴν, ἡ ὁποία ἀνίδρυσεν αὐτὸ τὸ μέγα οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον βλέπετε. Καὶ δὲν ἐντρέπομαι, ἐάν τις μὲ κατηγορήσῃ, ὅτι ἔχω ἤθη δημοκρατικὰ, νὰ εἴπω τώρα, ὅπως εἶπον τότε· ἐὰν ἐσύμφερεν εἰς τὴν πατρίδα μου, ἤθελον συνταυτισθῆ μ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀσπάζονται ἐκεῖνο τὸ πολίτευμα. (εὖγε εὖγε!) Καὶ δὲν φοβοῦμαι κανένα, ἐὰν μὲ συκοφαντήσῃ εἴτε εἰς τὸν τύπον, εἴτε εἰς κἀνένα ἄλλον περίβολον ὑψηλότερον. Ἦλθε, λέγει, τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως προχθὲς καὶ τὸ ὑπεξεφύγετε. Σεῖς, λέγει, εἶσθε οἱ ἄνθρωποι τῆς εἰλικρινείας; σεῖς οἱ ἄνθρωποι τῶν ἀρχῶν; Καὶ ποῖον ὑπεξεφύγομεν, τοὺς ἐρωτῶ, ζήτημα; ἴσια ἴσια, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως θὰ λάβῃ μέρος εἰς τοὺς φορολογικοὺς νόμους, πρέπει νὰ γένῃ πλῆρες, πρέπει τὸ ὑπουργεῖον νὰ καθήσῃ νὰ σκεφθῇ τίνι τρόπῳ θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ· θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ οἰκονομικῶς· θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ δικαστικῶς· θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ ἀστυνομικῶς· θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ ἐν γένει εἰς ὅλους τοὺς κλάδους. Κανὲν ζήτημα, Κύριοι, δὲν ἀποφεύγομεν· ποῖον θὰ φοβηθῶμεν; τίνα ἔχομεν νὰ ἐντραπῶμεν; Ἀλλὰ ζητεῖτε, λέγει, τὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ τὴν δοκιμάσετε, διὰ νὰ τὴν γευθῆτε ἀπροσκόπτως. Κύριοι, εἶναι μία κοινὴ παροιμία· «ὅπου πίνει βερεσὲ δυὼ φοραῖς μεθάει». Ἐγὼ θέλω νὰ ἔχω εἰς τὸ πλευρόν μου τὴν Βουλὴν διὰ νὰ μὲ ἐξελέγχῃ ἀκαταπαύστως, διὰ νὰ ἔχω τὴν ἀπολαβὴν καὶ νὰ ἀπαλλάττωμαι συγχρόνως καὶ τῆς εὐθύνης· δὲν θέλω νὰ παρατείνεται ἡ εὐθύνη· δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν ἐπὶ μακρὸν τὴν εὐθύνην μου νὰ τὴν ἐξασφαλίσω ἀπέναντι τῆς συκοφαντίας, ἀπέναντι τῆς ἀγυρτίας, ἀπέναντι τῆς δημοκοπίας· θέλω εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ κλείω τοὺς λογαριασμούς μου· δὲν μοὶ ἀρέσουν τὰ καθυστερήματα. Ἀλλά, λέγει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσηνίας, δὲν σᾶς ἐμπιστευόμεθα, διότι δὲν ἔχετε κανὲν σύστημα, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς ὑποστηρίξωμεν. Ἔχομεν, ἀπαντῶ, ἅπαντες ἕν σύστημα ἴδιον, σταθερόν. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὸ πολιτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑμεῖς, ἔχομεν ὅμως σύστημα λαμπρὸν, καὶ αὐτὸ εἶναι ὅτι δὲν χρεωστοῦμεν λόγον διὰ κἀνὲν σφάλμα, διὰ κἀμμίαν παράβασιν νόμου. Λοιπὸν δὲν σᾶς ἀρέσει ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει αὐτὸ τὸ προσόν; Εἰπέτε, ὅτι θέλομεν τὴν ἐξουσίαν, ἢ δὲν θέλομεν μὲν ἡμεῖς τὴν ἐξουσίαν, θέλομεν ὅμως νὰ πέσῃ ἀπὸ χεῖρας βαρείας, ἀπὸ χεῖρας στιβαρὰς καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς ἕν μικτὸν, εἰς ἕν κακόηθες σύστημα, εἰς μίαν ἄρνησιν κυβερνήσεως, (χειροκροτήματα ἀπὸ τὸ ἀκροατήριον).
§93ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Χρηστίδη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι καθαρὸν καὶ βέβαιον δὲν πρέπει νὰ τὸ λέγῃς διὰ νὰ γίνωνται αὐταὶ αἱ χειροκροτήσεις, διότι πιθανὸν νὰ γίνῃ ἀλλέως (θόρυβος).
§94ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τώρα καταλαμβάνω, ὅτι ὅσα εἶπα δὲν ἤξιζον καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤδη λέγω ἀξίζει (ἱλαρότης). Κύριοι, ἐὰν περιεπλέχθη τὸ ζήτημα τῶν σκωριῶν, ζήτημα ἀκροσφαλὲς, ζήτημα μέγα, διότι περικλείει μεγάλα συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, αὐτὸ χρεωστεῖται, Κύριοι, εἰς αὐτὸ τὸ μικτόν.
§95ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πῶς τὸ ἠξεύρετε;
§96ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε, ἐγὼ δὲν λέγω πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἤδη, ἐγὼ λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μαντεύω, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς τὴν κεφαλήν μου.
§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὸ μαντεύετε λοιπόν;
§98ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὴν δύσκολον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ὕδρας καὶ πρώην πρωθυπουργὸς καὶ φίλος μου πάγει νὰ περιπέσῃ τὴν στιγμὴν ταύτην.
§99ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ........
§100ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶπα τίποτε· μὴ πειράζεσθε, διὰ τὸ μικτὸν εἶπα.
§101ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Καὶ αὐτὸ μικτὸν εἶναι.
§102ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καλὰ, μεθαύριον τὰ λέγομεν· βλέπω, Κύριοι, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ὡραιότερον μέρος τῆς ὁμιλίας μου. Κύριοι, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τῆς Ὕδρας εἰς ἑαυτὸν θέλει πράξει ἀδίκημα, ἀρνούμενος εἰς ἡμᾶς ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ἐζήτησε.
§103ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ὑπ’ εὐθύνην μου.
§104ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης σᾶς λέγει, ἐὰν δὲν θέλετε τὴν Βουλὴν, κάμνετε ἓν ἔγκλημα. Ἐγὼ δὲν ἀποτείνομαι εἰς αὐτὴν τὴν πλευρὰν (δεικνύει τὴν δεξιάν)· αὐτὴ εἶναι εἰς τὸ δίκαιόν της· λέγει, δὲν θέλω κυβέρνησιν ἰσχυράν.
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἴσα ἴσα ἰσχυρὰν θέλομεν.
§106ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι βλασφημία νὰ λέγῃς αὐτό.
§107ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν θέλετε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν λοιπόν.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα. (γέλως).
§109ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐννοῶ τὰς τάσεις, ἐννοῶ τὰς αἰτίας αὐτῆς τῆς μερίδος (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἀλλὰ ποτὲ δὲν πιστεύω νὰ ἐξέλθῃ ἡ φωνὴ τοῦ ὄχι ἀπ’ αὐτὴν, διότι θέλει περιπέσει εἰς ἀντίφασιν τρομερὰν πρὸς ἑαυτὴν, θέλει ἀφήσει προηγουμένην κοινοβουλευτικὴν διαγωγὴν ἀκατονόμαστον.
§110ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Κάμετε λῆξιν τῆς συνόδου καὶ εἴμεθα σύμφωνοι.
§111ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τῆς Μεσσήνης καταβαίνων τὸ βῆμα εἶπεν· «ἐποιήσατε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου.» Ἂν καλῶς ἐσκέπτετο, δὲν ἤθελε προφέρει ποτὲ ὁμοίαν λέξιν, μίαν ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν ἀδίκως ἴσως ἄλλοι ἀπέδωκαν εἰς αὐτόν. Ἐν οὐδεμιᾷ περιστάσει, οὔτε ἐπράξαμεν, οὔτε ἐσυλλογίσθημεν νὰ κάμωμεν τὸν οἶκον τοῦ πατρὸς οἶκον ἐμπορίου, καὶ ἑπομένως παρακαλῶ αὐτὸν τὸν ἴδιον νὰ ἐξαλείψῃ τὴν φράσιν αὐτὴν ἀπὸ τὰ πρακτικὰ, ἄλλως θὰ μείνῃ καὶ ἡ παρατήρησις ἡ ἐδική μου, ἡ ὁποία δὲν θὰ τὸν εὐχαριστήσῃ ἀκολούθως. Ὅταν βίβλοι ἀνοιγήτωνται μίαν ἡμέραν, θὰ εὑρεθῇ ποῦ ἔγινεν ὁ οἶκος τοῦ πατρὸς οἶκος ἐμπορίου. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσσήνης νὰ ἐξαλείψῃ τὴν φράσιν ταύτην, διότι εἶναι προσβλητικὴ εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον καὶ τὸν ἰδικόν του καὶ ὅλων τῶν φίλων του. Τελειόνω, κύριοι, παρακαλῶν νὰ σκεφθῆτε ὡρίμως περὶ τοῦ ζητήματος· εἶναι ζήτημα συνταγματικὸν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ζήτημα ἀπαραίτητον διὰ μίαν κυβέρνησιν, ἐρχομένην πρὸ μικροῦ καὶ εὑρίσκουσαν τὰ πράγματα ὅπως εὑρίσκονται, καὶ μάλιστα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικήν. Ἐνταῦθα καταλήγω τὸν λόγον, καὶ λυποῦμαι, διότι ἠναγκάσθην νὰ εἴπω πλειότερα ἴσως τοῦ δέοντος.
§112Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός.» Δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι, ν’ ἀναγράψωμεν εἰς τὰ Συντάγματα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, πρέπει καὶ νὰ τὴν ἐνσαρκώσωμεν εἰς τὰ ἤθη μας, πρέπει νὰ τὴν καταστήσωμεν ἀλήθειαν πράγματι. Ἀναβαίνων δὲ τὸ βῆμα θέλω ἐξηγήσει τὰς ἰδέας μου, προκληθεὶς, τιθέμενος ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ νόμου, τοῦ νόμου ἐκείνου, λόγῳ τοῦ ὁποίου ἓν καθεστὼς ἀνετράπη· καὶ χαίρω, Κύριοι, διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐποιήσαντο τὴν μεταβολὴν ταύτην, κάθηνται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ. Ὁ ἔντιμος πρώην πρωθυπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, παρουσιασθεὶς ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, σᾶς ἐξέθηκε τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀναγκάζεται νὰ καταψηφίσῃ τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου· σᾶς εἶπε, Κύριοι, ὅτι ἀναδεχθεὶς τὴν Κυβέρνησιν, εὗρεν ἀναντιῤῥήτως τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον τὰ περιέγραψαν οἱ παρόντες ὑπουργοί· εὗρεν ἕνα προϋπολογισμὸν, ὅστις δὲν ἀντεπροσώπευε κᾀμμίαν ἀλήθειαν, εὗρε τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, ὅπως τὴν παρέστησεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας πρωθυπουργός. Τὴν εὐθύνην λοιπὸν τοιαύτης καταστάσεως δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναδεχθῇ ὁ Κ. Βούλγαρης· εἶχεν ἀνάγκην, Κύριοι, μιᾶς ἐντελοῦς ἀναπαύλης πρὸς ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως ταύτης, ἀλλὰ τὴν ἀνάπαυλαν αὐτὴν ἤθελε νὰ τὴν ἀρυσθῇ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ εὐθύνην. Ὁ προαγορεύσας ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον κατὰ παρελθούσας περιστάσεις εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἔχω ἀπέναντί μου ὡς ὑπουργὸν ἢ ὡς ὡς γερουσιαστὴν, σᾶς εἶπεν· «ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ προεδρεύῃ εἰς τὰς σκέψεις μιᾶς Κυβερνήσεως συνταγματικῆς.» Ναὶ, Κύριοι, καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην θέλω ἀπαιτήσει ἀπὸ τοὺς ἐντίμους ὑπουργούς. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κυπαρισσίας, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, σᾶς ἐλάλησε περὶ ζημιῶν τινῶν, αἱ ὁποῖαι, φρονεῖ, ὅτι ἐπέρχονται ἕνεκα τῆς μὴ νομοθετήσεως νομοσχεδίων πολλῶν. Ἂν δὲν ψηφίσετε τὸν νόμον, εἶπε, περὶ ἀστυνομικῆς ἀφομοιώσεως, θέλετε ἐπιβαρύνει τὸ δημόσιον μὲ 500,000 δραχ. Οὕτω δέ πως ἀριθμῶν διάφορα νομοσχέδια παρουσιασθέντα ἐνταῦθα, σᾶς παρέστησεν ἕνα ἀριθμὸν περίπου 2 καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίων οἰκονομίας, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἤθελον καταρτισθῆ, καὶ ὅτι ἡ εὐθύνη μένει εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον τοὺς ἀναβάλει· προσέθεσε δὲ ὅτι εὐκολωτάτη εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ καταρτισμοῦ ἑνὸς προϋπολογισμοῦ. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς εἶπεν ἀφ’ ἑτέρου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ καθρέπτης τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως· ὄχι, Κύριοι, εἶναι ὁ καθρέπτης τῶν τάσεων τῶν ἐθνικῶν. Εἷς μέγας πολιτικὸς γάλλος, γράφων περὶ διοικήσεως ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ, εἶπεν, ἂν κατακλυσμὸς ἐπέλθῃ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ καταστρέψῃ αὐτὴν, μόνον δὲ ὁ προϋπολογισμός της ἐπιπλέῃ ἐπάνω, ὡς ἡ κιβωτὸς, οἱ μετὰ ταῦτα, οἵτινες ἤθελον γράψει τὴν ἱστορίαν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Γαλλίας, θέλουσιν εὕρει ἐν αὐτῷ τὴν ψυχήν μας καὶ τὰς τάσεις μας. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι λοιπὸν εὔκολον πρᾶγμα, οὐδὲ ἓν χαρτὶ μὲ ἀριθμοὺς, ἀλλὰ κἄτι τι σπουδαιότερον καὶ μέγα. Ὅταν ἠγόρευον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄλλοτε καθ’ ἣν ἡμέραν ὁ πρώην πρωθυπουργὸς Κ. Κουμουνδοῦρος ἐπαρουσίασε τὸ πρῶτόν του οἰκονομικὸν νομοσχέδιον, ἐνθυμεῖσθε τί εἶπον· ὅτι δὲν παρουσιάζεται ὁ προϋπολογισμὸς κατ’ ἐπιστήμην, δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζεται ἐνταῦθα. Ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ᾖναι ὁ καθρέπτης τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν τάσεών μας Πρὶν ἐξηγήσω, κύριοι, διατί τὸ ὑπουργεῖον τὸ ὀλιγόβιον τοῦ Κ. Βούλγαρη ἐπροτίμησε ν’ ἀποταθῇ εἰς τὸ στέμμα, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ τὴν συναίνεσίν σας πρὸς διακοπὴν, ἐπιτρέψατέ μοι ἐν ὀλίγοις νὰ προέλθω εἰς μικράν τινα θεωρίαν, διότι ἡ διαφορά, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου θέλει εἶσθαι ἐπὶ τῇ βάσει συνταγματικῶν ἀρχῶν. Τί εἶναι τὰ Συντάγματα, Κύριοι; Τὰ Συντάγματα δὲν εἶναι κατὰ γενικὸν κανόνα ἀποτέλεσμα γενικῶν θεωριῶν. Εἶναι τὸ συμπέρασμα μακρᾶς πείρας, στηριζομένης ἐπὶ τῷ αὐτοθελήτῳ τοῦ ἀνθρώπου· καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἰς τὴν μικρὰν μὲν κατὰ τὴν χώραν, μεγάλην ὅμως αὐτοκρατορίαν τῆς Ἀγγλίας, ὡς ἔσχον ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, τὸ Σύνταγμα δὲν ὑπάρχει κωδικοποιημένον, ἀλλὰ σύγκειται ἀπὸ διάφορα τεμάχια καὶ ἄρθρα ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, αἵτινες τὰ προεκάλουν. Τὰ Συντάγματα τῆς ἠπείρου, τὰ Συντάγματα τοῦ 19 αἰῶνος ἐν μὲν ταῖς γενικαῖς ἀρχαῖς στηρίζονται ἐπὶ θεωρίας, ἐν δὲ ταῖς λοιπαῖς διατάξεσιν αὐτῶν στηρίζονται εἰς τὰς ἀνάγκας, αἵτινες παρουσιάσθησαν κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας καθ’ ἃς συνετάσσοντο. Καὶ, Κύριοι, ὅταν ἀναγινώσκετε π. χ. εἰς τὰ Συντάγματα τῆς Γαλλίας ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ ὑπάρχει, ὅτι οὐδεὶς αὐτόκλητος παρουσιάζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μαρτυρεῖ, Κύριοι, ὅτι μεγάλαι ὀχλαγωγίαι συνέβαινον τότε· εἰσέβαλλον τὰ πλήθη τῶν Παρισίων, τὰ πλήθη τῶν Βερσαλιῶν ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου καὶ ἐζήτουν τὴν ἐκτέλεσιν προτάσεώς τινος. Ἠναγκάσθησαν λοιπὸν νὰ βάλωσι τὴν διάταξιν αὐτὴν, ἵνα ἀπαγορεύσωσι τὴν εἴσοδον ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τοῦ πλήθους. Αἱ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθιερούμεναι Βασιλικαὶ προνομίαι εἰσὶ τὸ διαλύειν τὴν Βουλὴν, τὸ λήγειν τὰς συνόδους καθὼς καὶ τὸ διακόπτειν τὴν σύνοδον ἄνευ συναινέσεως καὶ κατὰ συναίνεσιν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡ μὲν προνομία τῆς διαλύσεως ἢ τῆς λήξεως καὶ ἡ τῆς ἄνωθεν καταβαινούσης διακοπῆς ἔχουσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν καταγωγὴν, ἔχουσιν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν λόγον· εἶναι τὰ μόνα ὅπλα, τὰ ὁποῖα βασιλεία συνταγματικὴ ἔχει, ἵνα ἀνθίσταται, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω προχθὲς, κατὰ τῆς ἐπιδρομῆς τῶν παθῶν καὶ κατασταθῇ ἀληθῶς, ὡς εἶναι, ἀγαθοποιὸς καὶ εἰρηνοποιὸς, ὁσάκις τὰ πάθη ἐγείρονται καὶ συγκρούσεις ὀλέθριαι ἐπέρχονται καὶ τὸ σκάφος τῆς κοινωνίας νὰ καταποντισθῇ κινδυνεύει. Ἀλλ’ αἱ προνομίαι αὗται ἐξασκοῦνται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν Ἡγεμόνα; ὄχι· ἔχει ἀνάγκην ὁ Ἡγεμὼν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, ὑπουργῶν αἰσθανομένων τὴν εὐθύνην των καὶ θελόντων νὰ δώσωσι μίαν ἡμέραν λόγον ἐνώπιον τοῦ ἔθνους διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας μετῆλθον. Ἡ διάλυσις, Κύριοι, ἡ λῆξις ἡ παράκαιρος, ἡ διακοπὴ κατ’ ἀναλογίαν εἶναι πραξικοπήματα, ἐξ ὧν τὸ μεγαλεῖτερον εἶναι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς· δεύτερον, ἡ λῆξις καὶ ἡ διακοπὴ, ἄνωθεν καταβαίνουσαι, ἤτοι ἡ ἄνευ συναινέσεως. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βασιλείας ἐτέθησαν· πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βασιλείας, ἥτις εἶναι ἡ ἀγαθοποιὸς δύναμις ἐν τῷ ἔθνει, ἡ ἄκακος δύναμις, ἡ δύναμις πρὸς τὴν ὁποίαν πᾶσα Κυβέρνησις πρέπει ν’ ἀποφεύγῃ ν’ ἀποδίδεται οἱοσδήποτε μῶμος. Πᾶσα Κυβέρνησις πρέπει νὰ φροντίζῃ νὰ ἀποδίδωνται τὰ καλὰ εἰς αὐτὴν καὶ τὰ κακὰ νὰ πίπτουν ἐφ’ αὑτῆς. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κ. Βούλγαρη, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, εὑρέθη ἐν τῷ μέσῳ οὐχὶ ἀγνώστων πραγμάτων, διότι ἐκ προκαταβολῆς ἐγνώριζε τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐν τῷ μέσῳ μιᾶς μεγάλης εὐθύνης, τὴν ὁποίαν πᾶσα Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκτιμᾷ καὶ ἀναδέχεται χωρὶς νὰ τὴν ἀναθέτῃ εἰς ἄλλους, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ τὴν βλέπῃ κατὰ μέτωπον χωρὶς νὰ θέλῃ καμμίαν μεσολάβησιν, ἵνα ἐλαφρύνῃ τὴν ἑαυτῆς εὐθύνην. Ἵνα λοιπὸν, Κύριοι, ἀναδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις πᾶσαν εὐθύνην τῶν πράξεών της, ἵνα δυνηθῇ δὲ σταθερῷ ποδὶ νὰ βαδίσῃ, ἀπετάθη πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, ζητήσασα τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐξήγησεν Αὐτῷ μετὰ παῤῥησίας τὴν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκοντο τὰ πράγματα, εἰποῦσα, ὅτι αὐτὴ ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τῶν πραγμάτων ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς ὥρας ταύτας· διότι, Κύριοι, ἐπρόσθεσε, δὲν ἔχει ἀνάγκην νομοθετικῶν πράξεων σήμερον, ἔχει ἀνάγκην ἐδάφους οἰκονομικοῦ, ἐδάφους ἀσφαλείας, τὰ ὁποῖα νὰ δημιουργήσῃ ὑπ’ εὐθύνην της διὰ τῶν συνταγματικῶν ἀναντιῤῥήτως μέσων, ὡς καὶ ἐν τῷ προγράμματί της ἐξηγήθη. Ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ δικαιώματί του ἠρνήθη εἰς ἡμᾶς τὴν παραχώρησιν ταύτην, διότι ἐθεώρησεν ἴσως περιττὴν τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς Βουλῆς ἐντεῦθεν. Ὁ συνταγματικὸς λόγος, τὸν ὁποῖον ἐξέφερεν ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι ἀληθής. Τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἐζήτησε τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τὴν κρίσιν του δὲν εἶχεν ἀνάγκην νομοθετικῶν ἔργων· περὶ δὲ τῆς βραδύτητος, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων ἐκείνων, περὶ ὧν ἐλάλησεν ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας καὶ δι’ ὧν ἤθελεν ἐπέλθει οἰκονομία, ὡς διϊσχυρίσθη, 2 περίπου ἑκατομμυρίων, καὶ διὰ πάντα ἄλλον ἀνεδέχετο τὴν εὐθύνην ὁ Κ. Βούλγαρης νὰ ἔλθῃ ἐνώπιόν σας μετὰ τὴν συγκάλεσίν σας νὰ τὸν καταδικάσητε, νὰ τὸν κατακρίνητε. Κύριοι, ἐν ὅσῳ ἑκάστη ἐξουσία δὲν ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της, μὴ πιστεύετε, ὅτι θέλετε καταρτίσει κράτος. Ἐν τῷ πολιτεύματι, τὸ ὁποῖον ζῶμεν, τὸ ὁποῖον σαλεύει ἐπὶ μιᾶς μόνης Βουλῆς, μόνη ἡ εὐθύνη, Κύριοι, ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν δύναται νὰ ᾖναι ἡ ἀσφαλεστέρα ἄγκυρα τῆς πολιτείας· ἄνευ εὐθύνης τίποτε δὲν δύναται νὰ ὀρθοποδήσῃ. Ἀναδέχομαι, εἶπε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, τὴν εὐθύνην ἐγὼ νὰ δημιουργήσω τὰ οἰκονομικά, νὰ δημιουργήσω τὴν ἀσφάλειαν· νὰ νομοθετήσω ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν θέλω· ὑπάρχουσι νόμοι νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Κύριοι, ἐπανελήφθη ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ δημοσιότητι, ὅτι πῶς ἄνευ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866 ἤθελε κυβερνήσει τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη; Τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, διατάσσει, ὅτι δύω μῆνας μετὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης βουλευτικῆς συνόδου τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐν τῇ Βουλῇ· καὶ ἐπειδὴ, Κύριοι, σᾶς εἶπον ὅτι ἑκάστη διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι τῶν διαφόρων ἐπικρατειῶν ἔχει λόγον ἱστορικὸν, θέλω σᾶς εἴπει διατὶ ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ἐν τῷ δευτέρῳ Συντάγματι τῆς Ἑλλάδος. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρὸς, τοῦ ὁποίου τὴν παρουσίαν ἐνταῦθα μετ’ ἀγαλλιάσεως βλέπω, διότι δυστυχῶς τὰ μεγάλα σχήματα τοῦ ἀγῶνος ἐκλείπουσι καθ’ ἑκάστην. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πόση βραδύτης παρενεβάλλετο ἄλλοτε εἰς τὴν παρουσίασιν τῶν προϋπολογισμῶν. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε τὸ νέον Σύνταγμα, τοῦ εἰσάγειν τὰ νομοσχέδια ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπουργείου καὶ ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ Βασιλέως δὲν ὑπῆρχε τότε καὶ μεγάλη βραδύτης παρενεβάλλετο εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν διαφόρων κονδυλίων. Συνέβαινε δὲ, Κύριοι, πολλάκις ὁ προϋπολογισμὸς νὰ παρουσιάζεται τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς συνόδου καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ὑπάρχῃ καιρὸς πρὸς συζήτησιν αὐτοῦ. Ἕνεκα τούτου ἐτέθη ὁ νεωτερισμὸς οὗτος ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι, σωτήριος, Κύριοι, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐντὸς τῶν δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως ἑκάστης συνόδου, πᾶν ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ διάταξις αὕτη εἶχεν ἐκτελεσθῆ ἀπὸ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι ἔργον μιᾶς ἡμέρας ἢ δύω, εἶναι ἀντικείμενον μακρᾶς συζητήσεως, τὸ δὲ Σύνταγμα δὲν ὁρίζει προθεσμίαν συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως, διατάσσει μόνον νὰ μὴ κυβερνήσῃ τις ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ φορολογικῶν νόμων. Τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη εἶχεν ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 65, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐννόμως ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου. Ἐσκόπει δὲ τὸ 66 νὰ συγκαλέσῃ σύνοδον κατὰ τὴν πρώτην πεντάδα τοῦ Ἰανουαρίου, ἵνα συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ τούτου τοῦ ἔτους ἐγκαίρως. Δὲν βλέπω λοιπὸν κατὰ τὶ ἀντέβαινεν εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ λῆξις. Σταματῶ ἐνταῦθα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· θέλω κάμει ἐκδρομήν τινα ἐπὶ τῆς ἰδέας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων συνόδων καὶ ἄλλων τινῶν ζητημάτων δευτερευόντων. Αἱ ἔκτακτοι σύνοδοι, Κύριοι, οὐχὶ μόνον δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας καθιερώθησαν ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ καὶ ὡς συμπλήρωμα τῶν τακτικῶν συνόδων, κατὰ μείζονα δὲ λόγον ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι, ἔνθα ὡς μέγιστον ὅρον ἑξάμηνον διάρκειαν προσδιώρισε διὰ πᾶσαν σύνοδον. Ἡ Βουλὴ, Κύριοι, πρὸς τὸν χαρακτῆρα τὸν νομοθετικὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει, εἶναι συνάμα τὸ ἐπιτηρητικὸν σῶμα τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἵσταται παροῦσα καὶ ἐπιτηροῦσα τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον· ὅθεν ἡ καθιερουμένη ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι ἀρχὴ τῆς μέχρις 6 μηνῶν διαρκείας τοῦ Σώματος τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, δὲν ἦτο ὀρθὴ διά τε τὸν ἀνωτέρω λόγον καὶ διότι φρονῶ ὅτι περιορίζει τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ἤτοι τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς. Ἀνεμνήσθη ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἡμερῶν ἀρχαίων· καὶ δικαίως, συνάμα δὲ καὶ τὴν διὰ νόμου καθιερωθεῖσαν ἑξάμηνον διάρκειαν. Γνωρίζω ἀναντιῤῥήτως τίς ἔφερε πρῶτος ἐπὶ τῆς παρελθούσης δυναστείας τὸν νόμον τῆς ἑξαμήνου διαρκείας τῶν Βουλῶν. Πρῶτος ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ ὁ ἀείμνηστος Μαυροκορδάτος, ἀνὴρ περὶ τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα ἐξησκημένος, καὶ μέχρι τέλους ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανὼν, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς πράξεως ταύτης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἱστορικῶς δὲ λαλῶν χρεωστῶ νὰ ἀποδώσω δικαιοσύνην ἔνθα δεῖ. Δὲν εἶναι δὲ τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ εἴπω τί ὑπεχρέωσε τὰς κυβερνήσεις ἐκείνας νὰ νομοθετήσωσιν οὕτως. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰ γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ. Ἡ διάταξις λοιπὸν αὕτη ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι, τῷ νεωτέρῳ, ἐτέθη κατὰ μίμησιν τῆς νομοθετικῆς ἐκείνης πράξεως. Οὕτω λοιπὸν ἔχοντος τοῦ πράγματος, περιορισθείσης δηλονότι τῆς διαρκείας εἰς ἑξάμηνον προθεσμίαν, αἱ ἔκτακτοι Σύνοδοι εἶναι τὸ συμπλήρωμα τῶν τακτικῶν συνόδων· καὶ ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι περὶ τῶν ἐκτάκτων Συνόδων καμμία περιοριστικὴ διάταξις δὲν ἐτέθη. Ἀντισυνταγματικότης λοιπὸν, κύριοι, πούποτε δὲν παρουσιάζεται εἰς τὴν αἴτησιν τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Βούλγαρη ὑπέβαλεν εἰς τὴν Α. Μ. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὴν ἔννοιαν, ἣν ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὰς ἐκτάκτους συνόδους, παρετήρησεν ὅτι διὰ τὴν καταψήφισιν, τὴν ὁποίαν θέλομεν κάμει κατὰ τῆς περὶ διακοπῆς αἰτήσεως τοῦ ὑπουργείου, δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ ὀνομασίαν εἰς κανὲν ἐκ τῶν λεξικῶν, καὶ τὴν ἀπεκάλεσεν ἀκατονόμαστον. Βαρεῖα, κύριοι, ἡ λέξις! «Ποῖον δ’ ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων,» γηραιὲ πολιτικὲ, καὶ μάλιστα κατὰ τοῦ Κ. Βούλγαρη, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, κατ’ ἐκείνου, ὅστις ἐν τῇ Γερουσίᾳ τῇ παλαιᾷ μόνος μὲ μίαν ἀναφορὰν ἐκτὸς τοῦ Κράτους ὁμογενῶν ἀντέστη καθ’ ὅλης τῆς ὁλοψηφίας τῆς Γερουσίας; Δὲν λησμονοῦνται, κύριοι, τοσοῦτον εὐκόλως τοιαῦτα γεγονότα. Ἱστορίαν, Κύριοι, ἀφηγοῦμαι ἀσχέτως τῶν κρίσεών μου ἐπ’ αὐτῶν. Ἀφ’ οὗ, Κύριοι, σᾶς ἐξέθηκα τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τῶν τριῶν προνομιῶν, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα παρέδωκεν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως, θέλω ἐξετάσει καὶ περὶ τῆς ἄλλης συνταγματικῆς πράξεως, τῆς κατὰ συναίνεσιν τῆς Βουλῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν· θέλω ἐξετάσει καὶ τοῦτο, κύριοι, διὰ νὰ ἴδετε ποία διαφορὰ, διάστασις μᾶλλον ἀρχῶν συνταγματικῶν, ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου. Ὡς πρὸς τὸ γεγονὸς, ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην εἴμεθα σύμφωνοι, ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν ὅμως τὴν συνταγματικὴν διαφέρομεν πολὺ, καὶ μία διαφορὰ συνταγματικὴ, φρονεῖτε, ὅτι εἶναι μικρὰ διάστασις; Ἡ συνταγματικὴ αὕτη διάστασις ἐπὶ σπουδαίου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς προνομίας τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ὑπόθεσις ἐλαφρὰ, διὰ τὴν ὁποίαν τόσον εὐκόλως δύναται νὰ συμφωνήσῃ τις. Ἀλλ’ ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὐκ οἶδα πόθεν ὁρμώμενος, ἀντὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν διαφορὰν ταύτην, ἐπ’ ἄλλοις τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη καταγγέλλει. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ἀπευθύνω καὶ πάλιν ἓν παράπονον πρὸς τὸν γηραιὸν πολιτικὸν Κ. Χρηστίδην, τὸν ὁποῖον λυποῦμαι διότι δὲν βλέπω ταύτην τὴν στιγμὴν ἐδῶ. Τὰ ἄδυτα τῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστα· καθιερώσαμεν τὸν οἶκον ἀπαραβίαστον, καθιερώσαμεν τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν ἀπαραβίαστον, καὶ ἔρχονται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἀντιθέτων των, καὶ νὰ τοὺς καταγγέλλωσιν ἐπὶ συνεννοήσει πολιτικῇ, ἐπὶ σχηματισμῷ μικτῆς κυβερνήσεως, ὡς νὰ μὴ ἦτο μικτὸν τὸ ὑπάρχον ὑπουργεῖον, ὡς νὰ μὴ παρητήθη προχθὲς εἷς ὑπουργὸς, διότι δὲν συνεφώνησε μὲ τοὺς λοιποὺς, ὡς νὰ μὴ ἐξῆλθεν ὑπουργὸς ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἀπέπτυσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χθές. Οἱ ἀγαθοὶ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν καταγγέλλουν τοὺς συλλογισμοὺς τῶν ἀντιπάλων των, δὲν ἐξεγείρονται κατὰ τῶν πολιτικῶν συνεννοήσεων, ἂν αὗται ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος γίγνωνται. Δὲν ἀναξέουσι πληγάς· ἔχομεν, κύριοι, νέας πληγὰς, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐπουλώσωμεν· μὴ ἀναξέωμεν τὰς παλαιάς. Τί θέλομεν κερδήσει διαπληκτιζόμενοι; τὴν ἐρήμωσιν τῆς πατρίδος μας. Θέλομεν κατασταθῆ γελοῖοι. Ἐκάμαμεν, ὄχι· ἐκάματε μίαν ἐπανάστασιν, ἀνετρέψατε ἓν καθεστὼς καὶ καθιερώσατε νέον Σύνταγμα· ἡ Εὐρώπη τὰ ἀπεδέχθη· ἐφέρατε ἕνα Βασιλέα, ἡ Εὐρώπη τὸν ἀπεδέχθη· κατηργήσαμεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὁ Βασιλεὺς τὸ ἀπεδέχθη. Αἴ, κύριοι, ἂς συμφωνήσωμεν ἵνα κυβερνηθῶμεν, ἕως πότε πρέπει νὰ τρωγώμεθα! Διατελοῦμεν, κύριοι, ὑπὸ τὰς ὄψεις τοῦ πολιτισμένου κόσμου· αἱ ἀρχαῖαι Ἀθῆναι, ἡ ἀρχαία Ῥώμη, μόναι πολιτισμέναι κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, ἐδύναντο νὰ ἐνεργῶσι κατὰ τὸ δοκοῦν· καμμία δημοσία γνώμη τοῦ πολιτισμένου κόσμου, καμμία καθολικὴ γνώμη δὲν ὑπῆρχεν ἵνα κρίνῃ αὐτάς. Ἀλλὰ σήμερον ἑκάστη Ἐπικράτεια εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις της. Ἀναγνωρίσασαι αἱ μεγάλαι δυνάμεις, ὁ κόσμος ὅλος, τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀναγνωρίσασαι ἐσχάτως, μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ 8βρίου, νὰ μεταβιβασθῇ ἐπὶ τῆς ἀνατολῆς τὸ κυρίαρχον δικαίωμα τοῦ λαοῦ, νὰ καταργῇ τὰς συνθήκας της, ὑπέθεσαν βεβαίως ὅτι ὑπάρχει ἀρκοῦσα πολιτικὴ σύνεσις καὶ ἱκανότης εἰς τοὺς πολιτικοὺς αὐτοῦ ἄνδρας, ὅτι ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν λαὸν ἀρκοῦσα συντηρητικότης, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ κατορθωθῇ καὶ νὰ συντηρηθῇ μία Ἐπικράτεια· ἐὰν δὲ ταῦτα πάντα παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουν, ἀπὸ προστασίας ξένας μὴ ἀναμένετε τίποτε, εἶναι βλαπτικαὶ μάλιστα. Δεχθῆτε ἕνα ξένον εἰς τὴν οἰκίαν σας, δείξατέ τῳ τοὺς λογαριασμούς σας, εἰπέτε τὰ παράπονα τῆς οἰκογενείας· τὴν δευτέραν ἡμέραν ὁ ξένος εἶναι κύριος τοῦ οἴκου σας. Διὰ τοῦτο, κύριοι, παραπονοῦμαι πῶς εἰσῆλθεν εἰς τὴν συνείδησίν μας εἷς δεινὸς πολιτικὸς, πῶς κατήγγειλε τοὺς συλλογισμοὺς ἡμῶν, ἂν ὑπάρχουν, καὶ πῶς δὲν ηὐχαριστήθη βλέπων ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ τὰς παλαιὰς πληγὰς ἐπουλωμένας. Κύριοι, ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ περὶ διακοπῆς ζητήματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον σᾶς παρέλαβα πρὸς ἐκδρομήν. Ὅτι ἀνάγκην ἔχει τὸ ὑπουργεῖον νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῶν σπουδαίων ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ἐνταῦθα, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὡς εἶπον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην· ὅτι ὅμως ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν ἀνάπαυσιν ταύτην δὲν εἶναι, δὲν λέγω συνταγματικὸς, διότι εἶναι συνταγματικώτατος, ἀλλὰ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ παῤῥησίᾳ πολιτεύεσθαι, θέλω σᾶς τὸ ἐξηγήσει παρευθύς. Διὰ τί, κύριοι, καθιερώθη ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι ἡ δευτέρα διακοπὴ γίνεται τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς; Πρὸς τὸ συμφέρον αὐτὸ τῆς Βουλῆς, χάριν τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Τί ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς διακοπῆς; τί ὀφείλει νὰ αὐτοχειριασθῇ μόνη; Δύναται τὸ ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ, ἂν θέλῃ τὸν θάνατον, ἄνωθεν διὰ τῆς διαλύσεως, τὴν νάρκην διὰ τῆς λήξεως· οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ προκαλέσῃ τὴν συναίνεσίν μας, ἵνα καλύψῃ τὴν εὐθύνην του. Ἔχω, σᾶς λέγουν, ἀνάγκην καιροῦ, ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ ὁμολογήσητε ὑμεῖς αὐτοὶ, ἤτοι νὰ ὑποχρεώσετε ἐκ τῶν προτέρων τὴν εὐθύνην σας καὶ τὸν λόγον σας. Οὔτε μὲ χρήματα ἔρχεσθε ἐνταῦθα, κύριοι, οὔτε μὲ στρατόπεδα, οὔτε ἄλλην δύναμιν ἔχετε· μόνη δύναμίς σας εἶναι ἡ εὐθύνη καὶ ὁ λόγος ὃν ἀντιπροσωπεύει ἡ ψῆφός σας· ἂν ἀπολέσητε ταῦτα, κᾀμμίαν ἄλλην δύναμιν δὲν ἔχετε· μὲ συγχωρεῖτε νὰ τὸ εἴπω, εἶσθε σωρὸς ἀνθρώπων. Τὴν εὐθύνην σας λοιπὸν, κύριοι, ἔρχεται τὸ ὑπουργεῖον νὰ ζητήσῃ ἐκ προκαταβολῆς. Ἀλλὰ πῶς θέλετε εἶσθαι ἐλεύθεροι μετὰ ταῦτα νὰ κρίνητε περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς γενομένης ἐπὶ 40 ἡμέρας; πῶς θέλετε εἶσθαι ἐλεύθεροι νὰ ἐπικρίνητε, νὰ ἐλέγξητε τὴν Κυβέρνησιν; Καὶ, κύριοι, καθὼς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἀνωτέρω, εἶσθε διαρκὲς σῶμα ἐπιτηρήσεως, κρίσεως, ἐπικρίσεως, ἐξελέγξεως. Ἔχω ἀνάγκην, εἶπεν ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς, νὰ μελετήσω· οὐδὲν ὀρθότερον ἢ δικαιότερον· ἀλλὰ λάβετε καὶ ὑμεῖς ἄδειαν ἀπουσίας, ἀπέλθετε εἰς τὰς ἐπαρχίας σας, μελετήσατε καὶ ἐπανέλθετε. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μελετήσωμεν ἡμεῖς, κύριε πρωθυπουργέ. Ἔχετε σεῖς ἀνάγκην μελέτης; καὶ ἔχετε βεβαίως· ποιήσατε χρῆσιν τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα σᾶς δίδει, ποιήσατε χρῆσιν τῆς λήξεως. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ λήξεως, θέλω κάμει ἐπίσης παρατήρησίν τινα εἰς τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀντὶ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς νὰ κρίνῃ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Βούλγαρη ἐπὶ τῶν δημοσιευθέντων καὶ λεχθέντων διά τε τοῦ προγράμματός του καὶ δι’ ὅσων ἐλέχθησαν ἐν καιρῷ ἐνταῦθα, εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὴν συνείδησίν μας· εἶπε δὲ, ἀντὶ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη νὰ περιπλεχθῇ εἰς τοσαύτας ἐδῶ δυσκολίας ζητοῦν τὴν διακοπὴν, καλλίτερον εἶναι, προσέθηκε, νὰ ἀποταθῶ εἰς ἕνα ἄνθρωπον καὶ νὰ ζητήσω τὴν λῆξιν. Καὶ, κύριοι, ὁ ἄνθρωπος οὗτος, περὶ οὗ λαλεῖ ὁ Κ. ὑπουργὸς, ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι ὁ Βασιλεὺς, ὅστις ἔχει ὁμοίαν μὲ ἡμᾶς ἐξουσίαν. Λοιπὸν οὔτε ἡ σκέψις ἦτον ὀρθὴ, οὔτε ἄνθρωπος ἦτο πρὸς ὃν ἀπετάθη τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, ἀλλ’ ἦτο ἐξουσία μὲ ἡμᾶς ἰσοδύναμος καὶ ὑπερτέρα. Σᾶς εἶπον, κύριοι, καὶ νομίζω περιττὸν νὰ μακρηγορήσω, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἀπηύθυνεν εἰς ὑμᾶς, εἶναι νὰ ἀφήσητε τὸ δικαίωμα τῶν συνεδριάσεων, τὸ ὁποῖον ἔχετε, νὰ εἴπητε σεῖς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶσθε ἄχρηστοι καὶ νὰ ἀπέλθητε εἰς τὰς ἐπαρχίας σας, νὰ ἀναδεχθῆτε δηλ. τὴν εὐθύνην ὅλων τῶν συνεπειῶν τῆς διακοπῆς ταύτης. Τί δὲ καὶ ἀκόμη σᾶς λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν; Ὅταν δαπανήσω τὰς 40 ἡμέρας, θέλω φέρει ὑμᾶς, θέλω ποιήσει χρῆσιν τῶν ὀλίγων ἡμερῶν, αἵτινες μένουν διὰ νὰ συμπληρωθοῦν οἱ 6 μῆνες τῶν συνεδριάσεων, καὶ ἂν αὐτὸ τὸ διάστημα δὲν μᾶς φθάσῃ, τότε δύναμαι εἰς μίαν ἔκτακτον σύνοδον νὰ περαιώσω τὰς ἐργασίας μου. Καὶ διὰ τί νὰ μὴ πηγαίνετε, Κ. ὑπουργὲ, κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ πέρας; διὰ τί νὰ μὴ πηγαίνετε ἄνευ μεσολαβήσεων, ἄνευ ἀναβολῶν; διὰ τί νὰ μὴ ἔρχεσθε εἰς τὸ κύριον ζήτημα ἄνευ χρονοτριβῆς; Εἴπετε ὅτι δὲν σᾶς θέλω· ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐργασθῶ μόνος μου, καὶ ὅταν ἔλθετε, κρίνετέ με. Οὕτως ἐννοῶ, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ κατὰ Σύνταγμα πολιτεύεσθαι. Τὰς ἐξηγήσεις ταύτας εἶχον νὰ δώσω πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι, καθόσον προεκλήθην μετὰ πολλῆς ἐπιμονῆς ἀπὸ τοὺς Κυρίους ὑπουργοὺς, ἄλλως δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον· ἡ ἐπίμονος συζήτησις, ἥτις ἤθελε νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἡμᾶς μῶμον, ἡ ἐπίμονος ἐπανάληψις ὅτι ἀντιβαίνομεν εἰς τὰς ἀρχάς μας, ὅτι ἀποπτύομεν ἐκεῖνο, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἀσπασθῶμεν, μὲ ἔκαμε νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ σᾶς εἴπω, κατὰ πόσον διαφέρομεν ἡμεῖς τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου· διαφέρομεν οὐχὶ κατὰ τὸ πραγματικὸν, ἀλλὰ κατὰ τὸ συνταγματικὸν ζήτημα. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, τὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, ὅσα ἔμειναν ἐκτὸς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, θέλουν καταψηφίσει κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, Κ. Πρόεδρε.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν παραιτῶνται οἱ ἐγγεγραμμένοι, μάλιστα· εἶναι ὁ Κ. Παδοβᾶς.
§115ΠΑΔΟΒΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀπηυδημένη.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι κατόπιν ὁ Κ. Λομβάρδος, Σέρβος, Χατζίσκος, Παπαμιχαλόπουλος, Μακρυγιάννης, Ἀντωνόπουλος, Ζῶτος, Γρηγοριάδης.
§117ΠΟΛΛΟΙ. Παραιτοῦνται ὅλοι.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττεται λοιπὸν περαιωμένη ἡ συζήτησις. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργείου, ἔχουσα οὕτω· «Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ Συντάγματος λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἑπομένην πρότασιν. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ νὰ διακόψῃ τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς ἐπὶ 40 ἡμέρας, ναὶ ἢ οὔ;» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν θὰ λέγωσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν διὰ ψήφων 81 κατὰ 70. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 5 καὶ 45 Μ. Μ.)