1865.11.17
1.338 στίχοι · 11.304 λέξεις · 97 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67.
Τῆς 17 Νοεμβρίου 1865.
(Τετάρτη).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Οὐδεμία.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται. — Οἱ Βουλευταὶ Βάλτου Στράτος καὶ Καραϊσκάκης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως ταμείου καὶ ἐφορείας ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου. — Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος Χατζίσκος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως δύω εἰρηνοδικείων τρίτης τάξεως εἰς δύω δήμους τῆς ἐπαρχίας του. — Ὁ Κ. Χατζόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως τριῶν εἰρηνοδικείων εἰς τὴν Φθιώτιδα. — Ὁ Κ. Ἀποστολίδης, βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως πρωτοδικείου εἰς Καρπενήσιον. — Ὁ πολίτης Καλύβας παραπονεῖται διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἐπιψηφίσεως νόμου περὶ προνομίων, ὡς διϊσχυριζόμενος, ὅτι φέρει τὸ μυστήριον τῆς ἀεικινήτου μηχανῆς.
§4ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Κ. Σωτηρόπουλος ὑπεσχέθη νὰ συντάξῃ νόμον τοιοῦτον.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπεσχέθην, παρεκάλεσα μόνον τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἀρχὴν καὶ νὰ σταλῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλη εἰς τὸ Συμβούλιον· κατόπιν δὲ ὑπεβλήθη ἑτέρα πρότασις ὑπὸ τοῦ Κ. Σπηλιωτάκη, ἥτις καὶ αὐτὴ ἐστάλη εἰς τὸ Συμβούλιον. — Χθὲς ἐμείναμεν εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διατάξεως τοῦ Συντάγματος. — Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§7ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἀφοῦ ἐλάβαμεν τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Βασιλέως πρὸς διακοπὴν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἐρχόμεθα, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, νὰ ὑποβάλωμεν τὴν πρότασιν ταύτην πρὸς ὑμᾶς καὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν ὑμετέραν συγκατάθεσιν. Τὸ μέτρον τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον, ἀναγκάζεται νὰ προσφύγῃ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι μέτρον τὸ ὁποῖον, νομίζω, δικαιολογεῖται ἀφ’ ἑαυτοῦ. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν Κυβέρνησιν δικαιολογεῖται, διότι σκοπὸς αὐτῆς δὲν εἶναι νὰ μείνῃ οὔτε στιγμὴν εἰς τὴν ἐξουσίαν χωρὶς νὰ ᾖναι ὠφέλιμος· δικαιολογεῖται δὲ ὡς πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι οὐδεὶς τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐννοεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἵσταται ἁπλοῦς θεατὴς ἐνώπιον τῆς σημερινῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἥτις βεβαίως, κατὰ τὴν κρίσιν πάντων, δὲν εἶναι εὐάρεστος. Ἀλλ’ οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ δύναται νὰ ᾖναι ὠφέλιμος, οὔτε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐντολὴν τὴν πολὺ σοβαρὰν, τὴν ὁποίαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἀναδέχονται, ἐὰν αἱ ἐργασίαι ἐξακολουθήσωσι καὶ διάλειμμά τι δὲν γίνῃ, ὅπως ὁ χρόνος τοῦ διαλείμματος χρησιμεύσῃ πρὸς διόρθωσιν. Ἐὰν, Κύριοι, παραιτήσητε κατὰ μέρος ὅλα τὰ ζητήματα τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, τῆς τάξεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ μόνον περιορισθῆτε εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, θέλετε ἀμέσως πεισθῆ χωρὶς περαιτέρω ἐρεύνης, ὅτι ἡ διακοπὴ εἶναι ἀναπόφευκτος. Ἠξεύρετε καὶ ἐξ ἄλλων περιστάσεων τὴν κατάστασιν ταύτην· σᾶς παρατηρῶ δὲ ἤδη, ὅτι, καθ’ ὅσον ἐδυνήθην εἰς τὸ τριήμερον καὶ τετραήμερον αὐτὸ διάστημα νὰ πληροφορηθῶ, ἡ κατάστασις αὕτη ἐν συνόψει καὶ ἐν μέρει ἔχει οὕτω. Ἐνῷ αἱ πιστώσεις τοῦ 1865 ἀναβαίνουσι περίπου, δὲν δύναμαι ἀκριβῶς νὰ τὸ βεβαιώσω, εἰς 30 ἑκατομμύρια, τὰ ἔσοδα ὑπολογίζονται μόνον εἰς 23. Λέγω ὑπολογίζονται καὶ δὲν τὸ τὸ βεβαιῶ ἀκριβῶς, διότι τὰ μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντα εἶναι μόνον 13,000,000 περίπου, ἐλπίζω δὲ ὅτι μέχρι τέλους τῆς χρήσεως θέλουν εἰσπραχθῆ ἴσως 10,000,000, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐλπὶς μόνον, καὶ πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἐλπίδος ταύτης ἐννοεῖτε ὅλοι, ὅτι ἀπαιτεῖται αὐστηρὰ κυβέρνησις τοῦ τόπου, αὐστηρὰ διοίκησις, ἡσυχία, δραστηρία εἴσπραξις καὶ ἡ πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένη προπαρασκευὴ, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἔργον δυσκολώτατον. Τὸ χρέος, Κύριοι, τὸ ὁποῖον βαρύνει τὸ δημόσιον μέχρι τῆς 20 Ὀκτωβρίου ἀναβαίνει εἰς 19–20 ἑκατομμύρια· ἐκτὸς δὲ τούτου δὲν δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ἂν δὲν ὑπάρχουν καὶ ἄλλα χρέη, διότι ὑπάρχουσιν ἰδιωτικά τινα χρέη ἐκ τῆς ὑπηρεσίας προελθόντα. Ἐκ τούτων δὲ τῶν 19–20 ἑκατομμυρίων περίπου μόνον 5 εἶναι συνωμολογημένα χρεωλυτικῶς, τὰ δὲ ἄλλα εἶναι ἀπαιτητά. Ἀλλ’ ἀφίνοντες ταῦτα κατὰ μέρος, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἡ παρελθοῦσα ὑπέβαλε διὰ τὸ 1866. Ὡς ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος, παρουσιάζει ἓν ἔλλειμμα 3 ἑκατομμυρίων· διότι τὰ μὲν ἔσοδα ὑπολογίζει εἰς 26 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 29. Ἡ τότε Κυβέρνησις ἐφρόντισεν, ὥστε διὰ διαφόρων μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο νὰ καλυφθῇ, ὡς ἤλπιζε καὶ ἐφρόνει· εἶχε δὲ ὑποσχεθῆ νὰ λάβῃ καὶ ἄλλα τινὰ μέτρα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, ἀφορῶντα ἐλαττώσεις τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας τῶν διαφόρων ὑπουργείων. Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, Κύριοι, ὑφίσταται καὶ σήμερον. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὀφείλει τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866 νὰ τὸ καλύψῃ διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον ὑμῶν. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὑποβαλοῦσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866, ἠναγκάσθη ἐκ τῶν περιστάσεων νὰ ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν, ὅστις δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔμελλε νὰ προτείνῃ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, ἀλλὰ ἦτο ὁ αὐτὸς μὲ τὸν παρελθόντα τοῦ 1865. Καὶ ἐὰν ἐξετάσητε ἀκριβῶς τὸ πρᾶγμα, θέλετε ἰδῆ, ὅτι ἔχομεν τριῶν ἐτῶν προϋπολογισμοὺς κατὰ σειρὰν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀντίγραφον ὁ εἷς τοῦ ἄλλου. Ἀλλ’ ὁμολογήσατε, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπει πλέον ἐπὶ τοιούτου προϋπολογισμοῦ ν’ ἀποφαίνεται ἡ Βουλή. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν τεσσαρακονθήμερον διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς, ἡ δὲ Κυβέρνησις θέλει ἐνασχοληθῆ εἰς τὸ διάστημα τοῦτο, ὅπως, ὅλας τὰς δυνάμεις αὑτῆς καταβάλλουσα, γίνῃ τὸ καθ’ ἑαυτὴν χρήσιμος εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, καὶ πολλῶν ἄλλων τὰς ὁποίας παρέλειψα, διότι νὰ μακρηγορήσω δὲν ἦτο ἀνάγκη. Ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἶναι αὕτη. «Ἡ Βουλὴ συγκατατίθεται νὰ διακόψῃ τὰς συνεδριάσεις αὑτῆς ἐπὶ 40 ἡμέρας;»
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§9ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ διάθεσις εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ μέχρι τῆς αὔριον, δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν ἐν γνώσει παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς φέρῃ ὁ Κ. Δεληγιώργης καὶ σημείωσιν εἰς ὅ,τι ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν εἶπε σήμερον, ποῖα τὰ χρέη κλπ. Ἐὰν ἠμπορῇ νὰ τὸ κάμῃ, παρακαλοῦμεν νὰ τὴν φέρῃ αὔριον.
§11ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπαντῶ εἰς τὸν Κ. βουλευτὴν Μεσσήνης, ὅτι καὶ ἀπὸ τὴν πρώτην φορὰν, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ κληθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὅτι ἦτο ἀναπόφευκτον, ὅπως τὸ ἐξήγησα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐνταῦθα, ἦτο ἡ σύνταξις τῆς ἐκθέσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Διωρίσθησαν ὑπάλληλοι νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ τοῦτο· προσεκλήθησαν μετὰ σπουδῆς οἱ ταμίαι ν’ ἀποστείλωσι ταχέως τ’ ἀποτελέσματα, καὶ μεγάλη ἐργασία ἐγένετο καὶ μετὰ ταχύτητος, ὅπως συναχθῶσι τὰ στοιχεῖα πρὸς καταρτισμὸν μιᾶς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία, ἕνεκα τῶν ἀνωμαλιῶν καὶ τῶν συμβάντων τὰ ὁποῖα γνωρίζετε πάντες, νομίζω, πιστεύει καὶ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ συνταχθῇ. Ἅμα ἐπανελθούσης τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ αὐτὴ φροντὶς ἐλήφθη. Νὰ ὑποβάλωμεν ὅμως πλήρη τὴν ἔκθεσιν πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως ταύτης δὲν εἶναι δυνατόν.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ᾖναι ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν χρεῶν αὐτῶν καὶ τῶν πιστώσεων π. χ. δύω ἑκατομμύρια εἰς τὸ δεῖνα μέρος καὶ καθεξῆς.
§13ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ εὑρίσκεσθε εἰς τοσαύτην ἄγνοιαν.
§14ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον γνωρίζω, Κ. πρόεδρε, ἀπὸ τὰς ὀλίγας ἡμέρας καθ’ ἃς ἐχρημάτισα ὑπουργὸς, οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ Κ. πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀναθέσει νὰ συντάξουν αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν, εἶχον φθάσει εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν των· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐπρόφθασαν νὰ παραδώσουν τὸ ἔργον εἰς τὸν Κ. Χρηστίδην, ἀλλὰ τὸ παρέδωκαν εἰς τὸν Κ. Δρόσον. Ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι περατωμένη καὶ δὲν μένει εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν εἰμὴ νὰ ἐπεξεργασθῇ καὶ διορθώσῃ αὐτήν.
§15Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, Κ. πρόεδρε, διατὶ νὰ ἀνησυχοῦν οἱ κύριοι, θέλοντες νὰ μάθουν πράγματα τὰ ὁποῖα γνωρίζουν· μᾶλλον ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις λέγῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ ὀλίγας ἡμέρας καὶ ἴσα ἴσα ἐν τῇ διακοπῇ, διὰ νὰ φέρῃ ἓν τέλειον ἔργον, ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐπαναπαυθῶμεν εἰς τοῦτο· οἱ κύριοι τὰ γνωρίζουν.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δίδω κἀμμίαν προσοχὴν εἰς τὴν ἔκφρασιν ἀνησυχοῦν, ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ἀνησυχοῦμεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ὡμίλησε περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ ἐπρότεινεν αὐτὴν τὴν διακοπὴν, εἴπομεν, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ κάμῃ τὴν ἔκθεσιν, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Δὲν βιάζομεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ζητήσωμεν.
§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ θέλει τὴν τύπωσιν τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως;
§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι τὴν τύπωσιν, ἀλλὰ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§21ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι μόνον τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ καὶ τὸ ἐξωτερικὸν ἀκόμη μένει ἔκθαμβον, καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται οἱ θησαυροὶ τοῦ Λαυρίου (γέλωτες). Γελᾶτε, κύριοι! ἀλλ’ ἐὰν ἐγνωρίζατε καλῶς τὴν ὑπόθεσιν, οἱ γελῶντες ἔπρεπε νὰ θρηνοῦν· καὶ γελοῦν μόνον οἱ ἔνοχοι. Τὸ ὑπουργεῖον, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἐζήτησεν 20 ἡμερῶν προθεσμίαν διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὑποθέσεως ταύτης· μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Κουμουνδούρου εἶχε διορίσει μίαν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ μεταβῇ αὐτόθι καὶ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς ποιότητος τοῦ μεταλλείου αὐτοῦ. Διϊσχυρίσθην ἔκτοτε καὶ εἶπον, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶναι ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητός μας· ἡμεῖς δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐπιστημονικῶς ἢ χημικῶς τὸ ἔργον αὐτὸ, ἀλλὰ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν δικαστικῶς. Ἔχει δηλ. ἢ δὲν ἔχει τὸ δημόσιον καθῆκον καὶ δικαίωμα διὰ νὰ διεκδικήσῃ τὴν περιουσίαν του; τοῦτό ἐστι τὸ ἀντικείμενον. Δεδόσθω, ὅτι τὰ μεταλλεῖα αὐτὰ δίδουν 20 καὶ 30 ἢ 5, ἢ καὶ μηδέν· δεδόσθω, ὅτι αὐτοὶ εἶναι κατάξηροι λίθοι· τοὺς λίθους αὐτοὺς πρέπει νὰ ἀφήσωμεν, ὥστε νὰ τοὺς ἀποσπάσουν ἀπὸ τοὺς κόλπους ἡμῶν καὶ τοῦ ἐδάφους μας; Αὐτὴ εἶναι ἡ φύσις τῆς ὑποθέσεως. Διϊσχυρίσθησάν τινες, ὅτι τὸ μεταλλεῖον αὐτὸ εἶναι πτωχὸν καὶ μόλις ἐξαρκεῖ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἑταιρίας, καὶ μολαταῦτα βλέπομεν, ὅτι ὁ πλοῦτος κατεπλημμύρησεν ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ βλέπω πολλοὺς φέροντας ἐπὶ γλῶτταν βοῦν. Ἀκούομεν ὅτι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἐφόρτωσαν 20 πλοῖα, μόλις 2 ἢ 4 μᾶς παρουσιάζει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Πρὸς τί αὐτὴ ἡ κατάχρησις; Ἀκούομεν, ὅτι ἡ ἑταιρία ἐκείνη ἄνευ τινὸς σχεδιογράμματος ᾠκοδόμησε καταστήματα. Ἀκούομεν, ὅτι ἐκμεταλλεύει τοὺς δημοσίους πόρους. Ποῦ γίνονται τὰ τοιαῦτα; Ὁ γεωργὸς, ὁ ποιμὴν, καὶ ἓν φόρτωμα ξύλα διὰ νὰ κόψῃ, ὀφείλει νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν, καὶ ἐκεῖνοι, ἐκεῖνοι, ἐκμεταλλεύουσι τοὺς θησαυρούς μας ἄνευ τοὐλάχιστον ἀδείας, καὶ ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ σιωπῶμεν; Προδοσία εἶναι τὸ τοιοῦτον, κύριοι! Τί ἔχει νὰ ἀπαντήσῃ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐξετάζω, ἀλλ’ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ Λαύριον ἐκρήμνισε καὶ θέλει κρημνίσει πολλοὺς ὑπουργούς· οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν ποιῶ. Τὸ προκείμενον ἀντικείμενον ἐξετάσθη ὑπὸ διαφόρους ἐπόψεις· ἐδόθησαν καὶ ἐκθέσεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, οὔτε ἐνηργήθησαν τὰ σχέδια ἐκεῖνα, δι’ ὧν ἐδύνατο νὰ γνωσθῇ ἡ διαφορά. Χωρίς, κύριοι, νὰ μακρηγορῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ χωρὶς νὰ ἐπιμένω περισσότερον, διότι δὲν θέλω νὰ ταλανίσω καὶ τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐνδεχόμενον νὰ ᾖναι ἀθῷον, ἐπιμένω εἰς τὸ νὰ σταλῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὰ δικαστήρια, διότι ὁ φοβούμενος τὴν δικαιοσύνην θεωρεῖται ἔνοχος· τίποτε περιπλέον δὲν ἀξιοῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ ἂν ἡ ἐν λόγῳ ἑταιρία δύναται νὰ σφετερισθῇ τὴν περιουσίαν μας, νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι δὲν εἴμεθα γόνοι τῆς γῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠγοράσαμεν μὲ τὰ αἵματά μας, τότε λέγομεν, ὅτι ἀπερχόμεθα καὶ ἡμεῖς.... Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι, ὅταν ἐντεῦθεν ὑψωθῇ μία ξένη σημαία, ὅταν ἐκεῖ ἐνιδρυθῶσιν, ὅπως ἐνιδρύθησαν, ξένα καταστήματα, δὲν θὰ ἔχουν τὴν ἐπιῤῥοὴν καὶ περαιτέρω ἀκόμη. Ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐκμεταλλεύονται εἰς τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, θὰ ἔχῃ σημαντικὴν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ νὰ διαφθείρῃ καὶ τὰ ἤθη ἡμῶν. Μὰ τί εἶπον ἢ τί λέγουν δημοσιογράφοι τινὲς, μίσθιά τινα ἀνδραποδώδη ὄντα, τοῦτο δὲν τὸ ἐξετάζω, καθ’ ὅσον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἱστορίαν. Ὅτε ὁ πανοῦργος Φίλιππος ἐζήτει νὰ ὑποδουλώσῃ τὰς Ἀθήνας, δὲν μετεχειρίσθη τὰ βέλη, ἀλλὰ τὸν χρυσόν. Καὶ πῶς μετεχειρίσθη τὸν χρυσὸν αὐτόν; ἦσαν οἱ ὑπὲρ τοὺς 30 τότε εὐφυεῖς, τοὺς ὁποίους ἐμισθοδότει ἀκριβὰ ἵνα ψάλλωσιν αὐτῷ τὰς γελωτοποιΐας, λόγῳ τοῦ νὰ διασκεδάζῃ τὸ κοινόν· καὶ ὁ πανοῦργος ἐκεῖνος ἐγνώριζεν, ὅτι εἰς τὰς ψευδεῖς αὐτὰς δημοσιογραφίας, εἰς τὰς γελωτοποιΐας ἐκείνας ὑπῆρχε τὸ δηλητήριον τῆς διαφθορᾶς. Τί ἔκαμνε; τὰς ἀπέκαιεν ἵνα μὴ κοινοποιηθῶσιν εἰς τὸ κοινόν του. «Αὐτὸ τοῦτο τὸ δηλητήριον, ὅπερ ἐχύθη εἰς τὰς Ἀθήνας, ἂς μὴ χυθῇ, ἔλεγε, καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν·» καὶ κατόπιν τὰς ἔκαιε πέμπων εἰς τοὺς ψευδοδημοσιογράφους περισσότερα τάλαντα, καὶ οὕτω πως διέφθειρε τὰς Ἀθήνας. Ἂς καύσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς τοιαύτας ἐφημερίδας, ἂς μυκτηρίσωμεν τοὺς γελῶντας γελωτοποιούς· ἂς παύσῃ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία νὰ ἀναγινώσκῃ ψευδεῖς καὶ καταπτύστους δημοσιογραφίας· ἂς παύσῃ νὰ ἀκούῃ τὰ μίσθια ὄντα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ σαλόνι εἰς σαλόνι καὶ ἀπὸ ἀγυιᾶς εἰς ἀγυιὰν περιέρχονται ἄνω καὶ κάτω, καὶ ἐντὸς τῶν ὑπουργείων αὐτῶν, ἵνα διαφθείρουν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Παρατηρήσατε πόσοι τῶν δικηγόρων ἔλαβον μέρος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν· παρατηρήσατε, ὅτι Ἕλληνες δικηγόροι ἀναδέχονται τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Οἱ τοιοῦτοι εἶναι ἀνάξιοι· ποτὲ διὰ τὰ πλούτη ὅλα τῆς γῆς δὲν ἤθελον ὑπερασπισθῆ ὑπόθεσιν τοιαύτην, ἥτις κινδυνεύει νὰ μᾶς ἀποξενώσῃ τῆς χώρας μας· ὑπόθεσιν, ἥτις πραγματικῶς τείνει εἰς τὴν δούλωσίν μας. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ἀντικειμένου ὑπὸ σπουδαιοτέραν ἔποψιν· θέλω νὰ σᾶς καταδείξω τὰς μεγάλας ὠφελείας, αἱ ὁποῖαι ἀναβαίνουν εἰς δισεκατομμύρια, καὶ διὰ τῶν δισεκατομμυρίων ἢ καὶ τῶν ἑκατομμυρίων, ἂν θέλετε, δυνάμεθα νὰ ἀνακουφίσωμεν ἀπὸ τοὺς φόρους τοὺς συμπολίτας μας, δυνάμεθα καὶ νὰ ἀνεγείρωμεν καταστήματα, δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ὁδοὺς, ὅπου πνίγονται πολλαχοῦ οἱ πολῖται, δυνάμεθα τέλος πάντων νὰ ἀναπτύξωμεν τὸ ναυτικόν μας καὶ δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν καὶ διοργανώσωμεν τὸν στρατόν μας, ὅστις ἔφθασε σήμερον εἰς παραλυσίαν. Εὔκολον εἶναι πᾶς τις νὰ ἀγορασθῇ ἀπὸ τοὺς ξένους, ἀλλ’ ὁ ὑπηρετῶν τὴν πατρίδα, πατρίδα καὶ μόνον, τὰ τοιαῦτα τὰ ἀποκρούει· τὴν πατρίδα ἤλθαμεν νὰ ὑπηρετήσωμεν καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ἀξιοῦμεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, εἰμὴ δικαιοσύνην. Ἓν ἐκ τῶν δύω, ἢ τὸ ὑπουργεῖον — καὶ ἂς ἀκούσῃ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς — ἢ τὸ ὑπουργεῖον πρέπει νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει δικαστήρια, ὅτι δὲν ἐμπιστεύεται εἰς αὐτὰ, ἢ ἐνόσῳ ὑφίστανται δικαστήρια ὀφείλει ἄνευ ἀναβολῆς νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰ δικαστήρια· δικαιοσύνην ζητοῦμεν καὶ τίποτε περιπλέον. Τί κατάστασις πραγμάτων! ἀφ’ ἧς ἤνοιξεν ἡ Βουλὴ, προσεκλήθη τοσάκις τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Κουμουνδούρου καὶ ἀπὸ ἀναβολῆς εἰς ἀναβολὴν κινδυνεύει ἡ Βουλὴ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν της, καὶ ἐν τούτοις περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως δὲν εἴδομεν οὐδὲν πραγματικόν. Ἐπιτροπὴ ἐκ μηχανικῶν πολυδάπανος ἀπεστάλη νὰ γνωμοδοτήσῃ· τί μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ γνωμοδότησις αὐτή; Οὐδέν. Ἐπιτροπὴ ἐκ δικηγόρων συνεστήθη νὰ ἀποφανθῇ ἂν τὸ δημόσιον ἔχῃ δίκαιον ἢ ἄδικον. Ὄχι· δὲν ἐγκρίνω, δὲν ἐμπιστεύομαι ποτὲ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, καὶ εἶπον νὰ λάβω καὶ ἐγὼ μέρος εἰς μίαν ἐπιτροπὴν ἔχω λόγους νὰ τὸ ἀποκρούω· δὲν ἐμπιστεύομαι εἰς κἀμμίαν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰ δικαστήρια ἐμπιστεύομαι, καὶ ὅ,τι τὰ δικαστήρια ἤθελον ἀποφανθῆ, αὐτὸ μόνον θέλω ἀναγνωρίσει ὡς νόμιμον. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς καιρικὰς συνεπείας· πιστεύσατε, ὅτι, ἐνόσῳ ὑφίσταται Βουλὴ, ποτὲ δὲν θέλει δυνηθῆ, οἱαδήποτε κυβέρνησις καὶ ἂν ᾖναι, μάλιστα εἰς τὰς περιστάσεις τὰς παρούσας, νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει πᾶσαν πεποίθησιν, ὅτι ὅ,τι σήμερον εἶναι, θὰ ᾖναι καὶ αὔριον. Καὶ ὁ Μάρκος ὁ Αὐρήλιος, ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι ἡ βασιλεία ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὸν Κόμμοδον, ἤθελε φροντίσει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ Κράτος διὰ συνταγματικῶν θεσμῶν, ἀλλ’ ἦτο λάθος καὶ δυστύχημα αὐτοῦ. Ἐν Ῥώμῃ ὁ πολίτης, ὁ βιομήχανος καὶ ὁ φιλόλογος ἦσαν πάντες βασιλεῖς, καὶ ἡ Ῥώμη καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι εἰς τὸ κατόπιν κατεστράφησαν καὶ δὲν ἦτο εἰμὴ σωρὸς ἐρειπίων. Καὶ ὑμεῖς σήμερον, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι σήμερον εἶσθε ὑπουργοὶ καὶ αὔριον ὄχι· καὶ ἡμεῖς, ὅτι σήμερον εἴμεθα πάντες ἐνταῦθα καὶ αὔριον δὲν εἴμεθα πλέον Βουλευταὶ, καὶ ὀφείλομεν ἐντὸς τῆς ἡμέρας νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα· ἑπομένως ἡ πρότασίς μου εἶναι νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὰ δικαστήρια.
§22ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι! Εὐχαριστῶ τὸν προαγορεύσαντα Κύριον βουλευτὴν, ὅτι εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὴ μᾶς ἐξαιρῇ καὶ νὰ κατατάξῃ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον εἰς τοὺς ὑπόπτους, καὶ ἔρχομαι νὰ τὸν βεβαιώσω ὅτι ὅλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται διὰ τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τὸ αἰσθανόμεθα ἐπίσης μὲ τὸν προλαλήσαντα. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Λαυρίου, Κύριοι, εἶναι σπουδαία, εἶναι σπουδαιοτάτη· κατέστη δὲ σπουδαιοτέρα, διότι ἡ διεξαγωγὴ, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐξ ἀρχῆς, δὲν εἶναι ἡ καταλληλοτέρα. Εὕρομεν, καθὼς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐλθόντες εἰς τὸ ὑπουργεῖον, συστηθεῖσαν ἀπὸ τὸ προκάτοχόν μας ὑπουργεῖον μίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐπεφορτίσθη νὰ μεταβῇ εἰς τὸν τόπον ἵνα ἐνεργήσῃ μερικὰς ἐξετάσεις κατὰ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἔλαβεν. Ἀφοῦ δὲ τὸ ὑπουργεῖον μελετήσῃ ὅσας πληροφορίας ἠμπορεῖ νὰ ἀρυσθῇ, καὶ ἀφοῦ μᾶς ὑποβληθῶσι τὰ ἀποτελέσματα, τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὑπουργεῖον ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ μεμελετημένας προτάσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἢ μᾶλλον νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους νόμους, ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὸ μέγα ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία, εἰς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν δημόσιον πλοῦτον, διότι ἔχομεν μεγάλην ἀνάγκην πλούτου. Ἔχω λοιπὸν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεραίωσε τὰς ἐργασίας τῆς καὶ ἔλαβε διαταγὴν νὰ ἐπανέλθῃ, καὶ ἀπόψε ἢ αὔριον θὰ ᾖναι ἐνταῦθα. Τὸ ζήτημα τῆς παραπομπῆς τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων εἶναι τοῦ κοινοτάτου δικαίου· εἶναι μία πρᾶξις ἡ πλέον λογικὴ, ἡ πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν θέλει καταλήξει αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις· ποτὲ δὲν ἐνόησε τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀφήσῃ τὸ τοιοῦτον εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ τυχόντος. Παραπονοῦνται, καὶ δικαίως, ὅτι αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος παρεγνώρισαν τὰ συμφέροντα καὶ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, καὶ ἐγὼ συγκατατάσσω μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸν ἑαυτόν μου, διότι καὶ ἐγὼ εὑρέθην πολλάκις εἰς τὰ πράγματα, καὶ ποτὲ δὲν ἔλαβον γνῶσιν, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸ Λαύριον εἷς πλοῦτος τοσοῦτον σπουδαῖος. Πρὶν ὅμως σταλῇ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν κἀμμίαν ἄλλην διέξοδον, κἀμμίαν ἄλλην ἀσφάλειαν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπεφασίσθη μὲ τὸν προκάτοχόν μου νὰ ἔλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἔπειτα νὰ ἐκφράσῃ καὶ μίαν γνώμην ἡ Βουλὴ, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ μέτρον καὶ συγκατατέθη νὰ δώσῃ 20 ἡμερῶν προθεσμίαν· ἡ προθεσμία ἔληξεν, ἀλλ’ αἱ ἐπελθοῦσαι μεταβολαὶ εἰς τὴν ἀτμοσφαῖραν ἐμπόδισαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐργάζωνται ἐν ὑπαίθρῳ. Ἤθελον μάλιστα νὰ κάμω προσεκτικὴν τὴν Βουλὴν εἰς ἕν τι, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ προκάτοχός μου ἐξέδωκε τὴν 12 Ὀκτωβρίου διαταγὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγόρευσε πᾶσαν ἐξαγωγὴν, καὶ ῥητῶς τοῦ μολύβδου, ἐκ τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου. Οἱ ἔχοντες συμφέρον παρουσιάσθησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐζήτησαν τὴν ἄρσιν αὐτῆς τῆς ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς· τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τὴν στιγμὴν ταύτην σκέπτεται, συμβουλεύεται καὶ προσπαθεῖ νὰ δώσῃ μίαν λύσιν εἰς τὴν αἴτησιν, καὶ θέλει τὴν δώσει συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους νόμους καὶ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ κάμω μνείαν αὐτοῦ τοῦ πράγματος, διὰ νὰ μὴ δίδεται προσοχὴ κἀμμία εἰς διαδιδομένας τινὰς φήμας· καὶ τοῦτο τὸ λέγω διὰ νὰ παρακινήσω τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύῃ, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου εὑρίσκονται εἰς χεῖρας ἱκανὰς καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ ὅ,τι πρέπει καὶ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, θὰ γίνῃ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ περὶ αὐτοῦ ἡ κυβέρνησις θέλει φροντίσει· ἅπαντα θὰ γίνουν, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ γίνουν· ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐπιθυμεῖ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐξασφαλίσῃ ἄλλα διάφορα μέσα, τὰ ὁποῖα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον νομίζει ἀναγκαιότερα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν προαγορεύσαντα Κ. Βουλευτὴν νὰ εὐχαριστηθῇ εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην καὶ νὰ περιμένῃ τὸ ἀποτέλεσμα ὅσον ἔνεστι πληρέστερον καὶ ταχύτερον.
§23Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θεωρεῖ, ὅτι αὐτὴ ἡ περιουσία ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μεταλλείων, ναὶ ἢ ὄχι;
§24ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶναι ἐπίσης τοῦτο ἓν ζήτημα ἐκκρεμὲς, τὸ ὁποῖον πιστεύω ὅτι εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων. Εἰς ἡμᾶς δὲν ἀνήκει νὰ ἐξηγήσωμεν τοὺς νόμους καὶ νὰ τοὺς ἐφαρμόσωμεν· εἶναι τοῦ κοινοῦ δικαίου ἡ ὑπόθεσις αὕτη, εἶναι τῶν δικαστηρίων.
§25Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἄρχομαι τοῦ λόγου, Κύριοι, ἀπὸ τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ἀπὸ τὸ μέρος ἐννοῶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ἑταιρία διεμαρτυρήθη ἕνεκα τῆς ἀπαγορεύσεως, ἥτις διετάχθη ὡς πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ προϊόντος ἐκείνου, ὅτι ἀνεφέρθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐζήτησε τὴν ἄρσιν τοῦ μέτρου τῆς ἀπαγορεύσεως, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται ν’ ἀπαντήσῃ. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει μὲν ἀφ’ ἑνὸς νὰ λάβῃ μέτρα ἐξασφαλίσεως διὰ τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου, διστάζει ὅμως νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀπαγόρευσιν. Δι’ αὐτὸν τὸ λόγον ἠρώτησα τὸν Κ. ὑπουργὸν, ἐὰν συμφωνῇ μετὰ τῆς προλαβούσης κυβερνήσεως, ἥτις ἔλαβε τὸ μέτρον τῆς ἀπαγορεύσεως, ἢ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, διότι, ἐὰν παραδεχθῇ ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἐξαγωγὴν, τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, καθ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ θαῤῥαλέως εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, στηριζομένη εἰς τὴν διάταξιν τοῦ 30 ἄρθρου περὶ μεταλλείων. Δύω εἶναι, Κύριοι, τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ προϊόντος, τὸ μὲν τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ δὲ τῆς ἐγγείου φορολογίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους. Ὁ ἰδιοκτήτης τῆς γῆς, ἥτις ἐμπεριέχει τὸ μέταλλον, δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἓν δικαίωμα ἐπικαρπίας, οὕτως εἰπεῖν, 5%· τὸ δὲ δημόσιον λαμβάνει ἐπίσης φόρον ἔγγειον 5%. Ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἐξαγωγὴ, καὶ τότε εἶπον ὅτι τὸ δημόσιον δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἔγγειον φόρον, καὶ ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον 30, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω. «Ἄρθρ. 30. Οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μεταλλείων πληρόνουσιν εἰς τὸ δημόσιον ἕνα μόνον φόρον εἰς χρήματα. Ὁ τοιοῦτος φόρος προσδιορίζεται ἑκάστοτε διὰ τοῦ ἐτησίου φορολογικοῦ νόμου ἐπὶ τοῦ προϊόντος, ἀφοῦ ἐκπεσθῶσιν ἐκ τούτου μόνον τὰ ἔξοδα τοῦ ὑλικοῦ καὶ τῆς ἐργασίας τῶν χρησιμευσάντων εἰς τὴν ἐξόρυξίν του· δὲν δύναται δὲ νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 5% τοῦ ὡς εἴρηται καθαροῦ εἰσοδήματος.» Βλέπετε ἑπομένως, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος ὁρίζει τὸν πρὸς τὸ δημόσιον φόρον· καὶ ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ διάταξις αὕτη, τὸ δημόσιον ὀφείλει νὰ εἰσπράττῃ αὐτὸν τὸν φόρον, καὶ καμμία διαμαρτύρησις δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν καὶ εἶσθε ἀνεύθυνοι διότι ἔχετε ὑπὲρ ὑμῶν τὸν νόμον. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι ἀφοῦ ὁ ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς ἔγγειος φόρος βεβαιοῦται εἰς τὰ ἁλώνια καὶ παραχρῆμα εἰσπράττεται, ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέλει βεβαιωθῆ εἰς τὴν κάμινον, ὅπου καὶ ὁ φόρος θέλει εἰσπράττεσθαι· καὶ πρὸς τοῦτο δύναται νὰ ληφθῇ ἐκ τῶν προτέρων πᾶν μέτρον ἐξασφαλιστικόν. Λοιπὸν, καθόσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, λέγω ὅτι, ἐπειδὴ αἱ σκωρίαι αὗται ἀνήκουσιν ἀδιαφιλονεικήτως εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μεταλλείων, τὸ μέτρον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς εἶναι νομικώτατον. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ δημόσιον ἠμπορῇ νὰ βεβαιόνῃ τὴν ἐξαγωγὴν, δύναται τότε νὰ λάβῃ μίαν ἐγγύησιν κατάλληλον ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ὁπωσδήποτε ἔπεσεν εἰς ἕνα λάθος, διότι, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἰδιοκτησίας τὸ δημόσιον, πάλιν ὑπάρχουσι τὰ ἄρθρα 14 καὶ ἐπέκεινα, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰ δικαστήρια. Τίποτε ὅμως δὲν ἔπραξε καὶ ἑπομένως ὁ νόμος περὶ μεταλλείων ἐκοιμήθη, κατεστράφη, κατεπατήθη. Ἀλλὰ τὶς δύναται, Κύριοι, νὰ ἀρνηθῇ ὅτι αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος σκωρίαι εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου; Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνει εὐθύνην, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ λάβῃ ὅλα τὰ ἐξασφαλιστικὰ μέτρα μέχρις οὗ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, μέχρις οὗ ἴδωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ βεβαιωθῶμεν περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου, διότι πρόκειται περὶ μεγάλης περιουσίας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ ἄλλοτε Κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκείνου δηλονότι, ὅστις ἐκήρυξεν ἀπεκδεδυμένον, οὕτως εἰπεῖν, τὸ δημόσιον ἀπὸ τὰ δικαιώματά του, ἐνδυθεὶς ἐξουσίαν νομοθετικὴν ἢ δικαστικὴν, ἐκτὸς ὅτι κατεπάτησε τὸν νόμον, ἠθέλησε νὰ παραγράψῃ καὶ καταστρέψῃ τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου. Λοιπὸν θεωρῶ, ὅτι καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ μέρος ἐπλημμέλησε τὸ ὑπουργεῖον. Ὑπάρχουσι τίτλοι, συμβόλαια καὶ παραδόσεις πανάρχαιοι περὶ διακρίσεως κτημάτων ἀστικὰ, ἐξ ὧν τεκμαίρεται ὅτι τὸ δημόσιον ἔχει δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπ’ αὐτῶν· καὶ ἐκτὸς τούτου τὸ περισσότερον μέρος τῶν σκωριῶν κεῖται ἐν παραλίοις τόποις καὶ κατὰ τὸν νόμον αὐτὰ εἶναι τοῦ δημοσίου, καὶ οὔτε περὶ αὐτοῦ τοὐλάχιστον δὲν ἐπράχθη τι· ὥστε ἀφ’ ὅπου καὶ ἂν ἐπιληφθῇ τις αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, εἴτε δεξιὰ, εἴτε ἀριστερὰ, εἴτε ἄνωθεν, εἴτε κάτωθεν, θέλει ἰδῆ προφανέστατα ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου παρεγνωρίσθησαν, καὶ σεῖς, Κύριοι, τὸ νέον ὑπουργεῖον, ὀφείλετε νὰ λάβητε πρόνοιαν καὶ νὰ ἐξασφαλίσητε τὸν δημόσιον πλοῦτον, διότι δύνασθε, ἔχοντες τὸν νόμον, ὅστις σᾶς ἐπιτρέπει νὰ εἰσπράξητε φόρον 5%, νὰ σταματήσητε τὴν ἐξαγωγὴν, ἢ ἀφοῦ λάβητε ἐγγύησιν ἀποχρῶσαν ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν, νὰ φροντίσητε νὰ βεβαιόνητε τὸ ἐξαγόμενον ποσὸν, ὥστε μετὰ ταῦτα ἡ ἑταιρία νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ αὐτὸν τὸν φόρον, καὶ ἐκεῖνον ἀκόμη τοῦ προεξαχθέντος πράγματος. Ἐπίσης καὶ ὅταν τὰ δικαστήρια ἤθελον ἐπιδικάσει εἰς τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, νὰ ἐνεργήσῃ καὶ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὥστε καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας νὰ μὴ παραβλάπτωνται, μολονότι διὰ τὸ ἐξαχθὲν καὶ μὴ βεβαιωθὲν ἐνέχονται οἱ πρώην ὑπουργοὶ καὶ διὰ αὐτὸ ἀπὸ τοῦδε διαμαρτύρομαι.
§26ΖΑΪΜΗΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Προχθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ καθυποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ διεθνοῦς τηλεγραφικοῦ συμπλέγματος σύμβασιν, καὶ ἐξήγησα τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιψήφισις αὐτῆς κατέστη λίαν κατεπείγουσα. Ἡ Βουλὴ, ἐκτιμήσασα τοὺς λόγους τούτους, ἀπεφάσισε νὰ προτιμηθῇ πάσης ἄλλης προτάσεως. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτε εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅτι δὲν μένει ὁ ὑλικὸς καιρὸς, καθόσον τὴν ά. Ἰανουαρίου λήγει ἡ προθεσμία. Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ μετ’ αὐτὴν τὴν σύμβασιν περὶ ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας, τὴν ὁποίαν οἱ προκάτοχοι ὑπουργοὶ εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς κύρωσιν τῆς ὁποίας οὔτε ἡ ἀρχὴ δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι· ὥστε παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν διὰ νὰ σταλῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ἀκολούθως ἀρχίσῃ ἡ πρώτη συζήτησις τῆς συνθήκης αὐτῆς, ἥτις εἶναι λίαν κατεπείγουσα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται νὰ προτιμηθῶσιν αὐτὰ τὰ δύω ἀντικείμενα ὡς κατεπείγοντα;
§28ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Νὰ προταχθῇ τὸ περὶ ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα ἐγὼ προτήτερα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων διὰ τρίτην καὶ τελευταίαν συζήτησιν. (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§30ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἔχον οὕτως. Ἄρθρον μοναδικόν. «Ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀπὸ 31 Ἰανουαρίου 1864 ὑπὸ στοιχ. ΚΗʹ. νόμου περὶ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἐπιμισθίων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων παρατείνεται καὶ ἀπὸ 1 Νοεμβρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1865.» Ἀναγινώσκεται τὸ μοναδικὸν ἄρθρον, τὸ ἀφορῶν τὴν σύμβασιν περὶ διεθνοῦς τηλεγραφικοῦ συμπλέγματος (πρώτη συζήτησις) (Ἀναγινώσκεται).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας;
§33ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§35ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἀναγνωσθὲν νομοσχέδιον. Ἀναγινώσκεται τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τῆς δευτέρας συμβάσεως.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§38ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν καὶ θὰ σταλῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Χθὲς ἐμείναμεν εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις. «Ἐπειδὴ ὁ ἐν τῷ Συντάγματι τεθεὶς θεσμὸς περὶ συστάσεως Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀπεκρούσθη ἀφ’ ὅλου τοῦ ἔθνους, ἡ δὲ μέχρι τοῦδε μεσολάβησις τοῦ Σώματος τούτου ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἀπέβη ἐπιβλαβὴς καὶ γίνεται ὁσημέραι πρόσκομμα εἰς τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῶν νομοθετικῶν ἔργων· Ἐπειδὴ ἡ διατήρησίς του πρὸς τοῖς ἄλλοις συνεπάγεται δαπάνην σημαντικὴν εἰς τὸ Κράτος· Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ δι’ ὅσους θέλομεν ἐκθέσει κατὰ τὴν συζήτησιν, προτείνομεν σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταργηθῇ τὸ Σῶμα τοῦτο, οὗτινος ἡ δημιουργία ἀπὸ τῶν πρώτων αὐτῶν ἡμερῶν κατέστη λαομίσητος. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 25 8βρίου 1865. Οἱ βουλευταί Ἀναγ. Σταυρόπουλος, Περ. Μαυρομιχάλης, Ἡλ. Β. Μαυρομιχάλης, Α. Δημητριάδης, Δ. Γ. Πατέλλης, Ξενοφ. Λογοθέτης, Θ. Ζερβὸς, Β. Κ. Δημητρακόπουλος, Ἀθ. Γρηγοριάδης, Σ. Κοριζῆς, Κ. Δ. Εὐθυμιόπουλος, Λ. Δ. Πετροπουλάκης, Ἐμμ. Ναυπλιώτης, Χ. Μαστραπᾶς, Δ. Τσαμόπουλος, Π. Β. Κωσταντᾶς.»
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον;
§41ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι γέρων καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ θεωρῶ ὄχι μόνον σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν, ἀλλὰ τὸ θεωρῶ ἐθνικὸν, ἐθνικώτατον. Λέγω, ὅτι εἶμαι ἑβδομηκοντούτης, διότι ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως ἕως προχθὲς, ὅπου ἦτο ἡ Πανελλήνιος Συνέλευσις, δὲν ἔλειψα ἀπὸ τοῦ νὰ ὑπηρετῶ τὴν πατρίδα καὶ στρατιωτικῶς καὶ πολιτικῶς καὶ χρηματικῶς καὶ μὲ θυσίαν τῆς οἰκογενείας μου 17 ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν τὸ αἷμά των ὑπὲρ αὐτῆς τῆς πατρίδος. Ἑπτὰ ἔτη, κύριοι, εἰς τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν αὐτοδιοικήθημεν μόνοι μας, χωρὶς βασιλείας, χωρὶς τίποτε. Τοῦτο τί ἀποδεικνύει; ἀποδεικνύει ὅτι τὸ πνεῦμα τῶν Ἑλλήνων καὶ ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς ἡμῶν θέσεως καὶ ἐκ πολλῶν ἄλλων εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δὲν δέχεται τὸν παραμικρὸν περιορισμὸν, κλίνοντα ὁπωσοῦν εἰς τὸν δεσποτισμόν. Ἐβασιλεύθη ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, καὶ ἦλθεν ὁ Ὄθων μονάρχης ἀπόλυτος χωρὶς Βουλῆς, χωρὶς Γερουσίας, παρὰ μὲ ὅποια ὑπουργεῖα ἤθελεν. Ἔτρεξε μερικὸν καιρὸν τὸ πρᾶγμα. Ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐδέχετο τὸν δεσποτισμὸν αὐτὸν, ἄνευ ἀντιπροσωπείας νὰ κυβερνᾷ ὁ Ὄθων τὴν Ἑλλάδα. Ἐδυσκολεύετο νὰ δώσῃ τὸ Σύνταγμα, καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον εἶπε· «διατὶ ζητεῖτε σεῖς οἱ πρόκριτοι, σεῖς οἱ ἄρχοντες τῆς Ἑλλάδος Σύνταγμα, ἐνῷ διὰ σᾶς δὲν εἶναι ὠφέλιμον;» Μὲ αὐτὰς τὰς λέξεις. Ὑπάρχει, εἶναι ζωντανὸς, καὶ τῷ εἶπον· «Βασιλεῦ, ἡ Ἑλλὰς δὲν δέχεται παραμικρὸν περιορισμὸν, ἀλλὰ θέλει νὰ διοικηθῇ συνταγματικῶς, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι καλὸν πρὶν τὸ πάρουν οἱ Ἕλληνες τὸ Σύνταγμα νὰ τὸ δώσητε·» ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε. Τέλος τὸ ἔθνος ἀνεστατώθη· αὐτὸς ὁ ἐθνικὸς στρατὸς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὡς ἑλληνικὸς συνεφώνησε μὲ τὴν θέλησιν τοῦ Ἕλληνος καὶ εἶπε· «θέλομεν τὸ Σύνταγμα· ἐὰν δὲν τὸ δώσῃς, σὲ στέλλομεν ἀπ’ ἐκεῖ ὅπου ἦλθες.» Τέλος ἔγινε καὶ ἐκλήθη ἡ Συνέλευσις. Μέσα εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1843 ἤμην καὶ ἐγὼ πληρεξούσιος. Ἤρχισεν ἡ συζήτησις, προϋπῆρξαν συμβούλια, μίαν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις, ἢ Βουλὴν καὶ Γερουσίαν, τί; Μέσα εἰς αὐτὴν μᾶς παρουσιάζεται μία ἔκθεσις ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουρνοῦ τῆς Ἀγγλίας ὑπογεγραμμένη, ἀπὸ τὸν Ἀβερδῖνον, ἀπὸ 10 κατεβατὰ, καὶ ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ Σύνταγμα, ἂν δὲν ἀποφασίσῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς Γερουσίαν· ὥστε ἡ Γερουσία θὰ θεωρῆται ἓν προπύργιον νὰ φυλάττῃ τὸ ἕν μέρος τὴν φωτιὰν, καὶ τὸ ἄλλο μέρος τὸ μπαροῦτι, καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα νὰ ᾖναι εἰς τὸ μέσον· μπαροῦτι ὁ Βασιλεὺς, φωτιὰ τὸ ἔθνος, καὶ ἐὰν δὲν ᾖναι τοῦτο εἰς τὴν μέσην, πιάνει καὶ καίεται· καὶ μάλιστα ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ τὴν κάμωμεν διαδοχικὴν, ὡς τὴν ἔχουν ἐκεῖ. Ἐπολεμήσαμεν, κύριοι, 8 ἡμέρας, καὶ δὲν ἠθέλαμεν Γερουσίαν. Τέλος πάντων ἔγινε πολλὴ ῥᾳδιουργία, καὶ στέλλει ὁ Ὄθων καὶ μὲ προσκαλεῖ ἐμὲ καὶ τὸν μακαρίτην Γεωργαντᾶν, τὸν Νοταρᾶν ἀπὸ τὴν Κόρινθον, εἰς τὰς 8 τὸ πρωΐ. Ἐπήγαμεν λοιπόν· μοῦ λέγει· ἡ Γερουσία εἶναι ἀναγκαία, πρέπει νὰ γίνῃ ἰσόβιος καὶ καθ’ ἑξῆς. Τοῦ λέγω· Βασιλεῦ! δὲν δέχεται τὸ ἔθνος αὐτὸ τὸ Σῶμα. Μὰ, λέγει, εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ. Ἐγὼ, τοῦ εἶπα, χθὲς ἐψήφισα διὰ μίαν μόνην Βουλὴν καὶ αὔριον θὰ ψηφίσω τὸ ἴδιον. Τέλος τί ἔγινε, τί ἔτρεξεν, εἶναι περιττὸν νὰ τὰ εἴπω, ἀλλ’ ἠμποροῦν καὶ τώρα νὰ τρέχουν τὰ ἴδια. Σήμερον εἴμεθα 50, αὔριον θὰ φύγουν νὰ ᾖναι 20.— Ἴσχυσεν ἡ πλειονοψηφία, καὶ ἔγινεν ἡ Γερουσία.
§42ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Εἶσθε κατὰ τῆς Γερουσίας τότε;
§43ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Μὴ βιάζεσθε· τὸ ζήτημα πρέπει νὰ συζητηθῇ μὲ ψυχρὸν αἷμα, διότι τὸ ἔθνος δὲν τὸ θέλει. — Εἰς τὸν πρῶτον καταρτισμὸν τοῦ σώματος τῆς Γερουσίας ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος αὐτῆς. Εἶδον, κύριοι, τὰ ἀποτελέσματά της καὶ διὰ τοῦτο μὲ εἴδατε, ὅτι κατεψήφισα ἐναντίον τοῦ σώματος τῆς Γερουσίας ἐδῶ. Τί μὲ ἔκαμε νὰ καταψηφίσω ἐναντίον του; Ἰδού· τὸ ἔθνος τότε ἠθέλησε νὰ ἀποφασίσῃ αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Γερουσίας καὶ νὰ τοῦ δώσῃ ἰσοβιότητα, δηλ. ὅσον νὰ ἀποθάνῃ νὰ ᾖναι τις Γερουσιαστὴς καθὼς καὶ ὁ Βασιλεύς. Ἀλλά, Κύριοι, συνέπεσαν ἐθνικὰ ζητήματα, συνέπεσαν πολλὰ πράγματα, καὶ ἐκεῖ ἐκατάλαβα ὅτι τὸ σῶμα ἐκεῖνο δὲν ἦτο χρήσιμον διὰ τὸ ἔθνος, ὅτι μέσα εἰς τὸ σῶμα αὐτό, ὅταν συνεσωματοῦντο 5, 10, 15, 20 Γερουσιασταὶ εἰς ἓν ζήτημα ἐθνικὸν, τὴν ἄλλην ἡμέραν μᾶς διώριζεν ὁ Βασιλεὺς 15, 20 γερουσιαστάς, διότι εἶχε τὸ δικαίωμα. Ἐφθάσαμεν λοιπὸν ἐκεῖ, ὅπου ἐφθάσαμεν. Τὶ νὰ γίνῃ; εἴπομεν, δὲν διορθόνονται τὰ πράγματα. Πρέπει νὰ λάβωμεν τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὁ λαὸς, νὰ ἐξυπνήσῃ ἡ κοινὴ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία διόρθωσις. Τὰ πράγματα ὡς τόσον ἔτρεξαν ὅπως ἔτρεξαν, καθὼς τὰ γνωρίζετε. Ἐσηκώθη τὸ ἔθνος καὶ εἶπε τοῦ Ὄθωνος νὰ κοπιάσῃ εἰς τὸ καλὸν, διότι δὲν ἤθελε νὰ συμβαδίσῃ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, καὶ ἦλθε τὸ ἔθνος εἰς ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Πλησίον εἰς τὰς πολλὰς συζητήσεις εἶχε πλησιάσει καὶ τῆς Γερουσίας τὸ ζήτημα. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅσοι εἶσθε πληρεξούσιοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶχεν ἀποφασίσει ἐπιτροπὴν, δὲν ἠξεύρω ἀπὸ πόσα μέλη, νὰ ἐπεξεργασθῇ καὶ νὰ συντάξῃ τὸ νέον Σύνταγμα. Μέσα εἰς αὐτὴν τὴν ἐπεξεργασίαν τίποτε ἄλλο δὲν ἔλεγε τότε ἡ ἐπιτροπὴ, παρὰ «Βουλὴ καὶ Γερουσία» «Βουλὴ καὶ Γερουσία.» Μήτε ὁ τύπος ὡμιλοῦσε, μήτε ἡ κοινὴ γνώμη ἐξεφράζετο τότε, μήτε οἱ πληρεξούσιοι εἰς τὴν Συνέλευσιν ἔκαμνον λόγον περὶ τῆς Γερουσίας· ἀλλὰ δαίμων, μεμυημένος τὸν δεσποτισμὸν, ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ὅπως σήμερον τὴν βλέπετε.
§44ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§45ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸς ἀπεφάσισε διὰ νὰ πέσῃ ἡ Γερουσία, ὡμίλησεν εἰς πρόσωπα τοῦ ἀγῶνος καὶ τοὺς εἶπεν, ὅτι αὐτὴ ἡ Γερουσία κατέστρεψε τὸν Ὄθωνα, ἐδίωξε τὸν Ὄθωνα καὶ πρέπει νὰ καταστραφῇ· καὶ τοὺς ἐπρόσθετεν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπρόσεξε καὶ εἶδεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει δύω τάξεις, πολιτικούς, στρατιωτικοὺς καὶ τὸ λαόν. Αἱ δύω τάξεις αὗται πρέπει νὰ καταστραφοῦν, νὰ μείνῃ μόνος ὁ λαὸς, ὁ γεωργικὸς, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾷ τὸν βασιλέα του.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ εἶπεν αὐτά;
§47ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Σπόννεκ. Εἶναι ἐπίσημα πράγματα αὐτά. Λοιπὸν ἀπολάει τὸν ἕνα ἀριστερά, τὸν ἄλλον δεξιὰ νὰ πέσῃ ἡ Γερουσία. Ἐδοκίμασε καὶ ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἦτο πρόεδρος τότε.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς τὸν ἔλεγαν;
§49ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι Σύμβουλος τῆς ἐπικρατείας τώρα, ὁ ἰδικός σου ὁ Μεσσηνέζης. Ἐπῆγεν εἰς ἓν πρόσωπον καὶ εἶπε πολλὰ πράγματα, καὶ τοῦ εἶπεν αὐτὸς· κύριε, δὲν εἶναι ἰδική μου ἰδέα, ἐγὼ ἕνας ἄνθρωπος εἶμαι, ἐδῶ εἶναι τὸ ἔθνος συνηγμένον. Ἕνας πρέσβυς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὰς ἀρχὰς αὐτάς, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ ἔθνος του, εἶπε· δὲν εἶναι καλὸν νὰ λείψῃ ἡ Γερουσία, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ τὸ Σύνταγμα. Τρέχει ἄνωθεν καὶ κάτωθεν, τοῦ λέγουν ὅτι ὁ Κ. Βούλγαρης δὲν θέλει τὴν Γερουσίαν· πηγαίνει ἐκεῖ καὶ τοῦ λέγει τοῦτο καὶ τοῦτο. Καὶ σᾶς φέρω τὰ πρόσωπα πρὸς ἀπόδειξιν Τοῦ λέγει, ἐγὼ εἶμαι Ἕλλην, καὶ ὅταν οἱ πληρεξούσιοι τοῦ ἔθνους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, δὲν τὴν θεωροῦν ἀναγκαίαν, ἐγὼ θὰ ψηφίσω κατ’ αὐτῆς· καὶ ἐγὼ ἐπίσης τοῦ εἶπον τὰ αὐτά. Ἀφοῦ εἶδαν ὅτι ἔπεσεν ἡ Γερουσία, ἔβγαλαν ἄλλο εἰς τὴν μέσην· νὰ φέρουν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τοὐλάχιστον κἄτι νὰ ᾖναι. Μὰ πῶς, εἶπον, θὰ φέρωμεν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; πῶς θὰ τὸ κάμωμεν; θὰ ἔχῃ ψῆφον; θὰ ἔχῃ βῆμα; τί θὰ ἔχῃ; δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸν τρόπον ὅπου συζητεῖ καὶ συντάττει τὸ πολίτευμά του τὸ ἔθνος. Ἐν τούτοις, κύριοι, ἠξεύρετε πολὺ καλὰ, ὅτι ἔγινε συζήτησις μεγάλη ἐδῶ. Τέλος πάντων ἀπὸ τότε ἐρεθίσθησαν τὰ πράγματα καὶ ἐφύγαμεν μερικοί. Ἀπεφασίσθη τέλος αὐτὸ τὸ Συμβούλιον καὶ ἐτελείωσε. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοῦ εἰπῆτε, δὲν εἶναι αἶσχος εἰς ἡμᾶς νὰ κάθηται τὸ ἔθνος ἐδῶ; Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ κάθε ψύλλου πήδημα νὰ ἔρχεται ὁ πρόεδρός μας ἐδῶ καὶ νὰ λέγῃ, νὰ τὸ στείλωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας διὰ νὰ γνωμοδοτήσῃ! Μὰ τί νὰ γνωμοδοτήσῃ; δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ νὰ κάθηνται νὰ περνοῦν ἁδροὺς μισθοὺς νὰ τρώγουν· δὲν στέκει εἰς τὸ Σύνταγμά μας αὐτό. Κύριοι, προσέξατε, διότι εἶμαι γέρων καὶ ἐστάθηκα 20 χρόνια μέσα εἰς τὴν Γερουσίαν ὑπὸ Βασιλέα· σταθῆτε προσεκτικοὶ, μὴ πετᾶτε τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκε τὸ ἔθνος· διότι, ἐὰν τὴν πετάξετε, θὰ ἀναστενάξετε καὶ θὰ μεταμεληθῆτε, καὶ δὲν θὰ τὴν εὕρητε δευτέραν φοράν. Παρατηρήσατε, κύριοι· συνεκεντρόναμεν πλειονοψηφίαν πολλάκις καὶ ἐκτυπούσαμεν νομοσχέδια καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ σύνολον. Συνταγματικῶς ἔπρεπε νὰ πέσῃ τὸ ὑπουργεῖον· ὄχι μόνον δὲν ἔπιπτεν, ἀλλ’ ὑπεστηρίζετο ὅσον ἤθελεν. Ἐπίσης καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία τότε, ὅπως καὶ ἂν ἦτο, παρίστανε τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους. Παρατηρήσατε σήμερον· ἐὰν ἔχῃ πλειονοψηφίαν ἓν ὑπουργεῖον, στέκει εἰς τὴν Βουλὴν· ἐὰν δὲν ἔχῃ, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ σηκόνεται καὶ παραιτεῖται· διατί; διότι ἐδῶ εἶναι ἡ κυριαρχία. Τὸ Σύνταγμα εἶπε, τὸ ἔθνος θὰ διοικηθῇ διὰ τοῦ ἰδίου ἔθνους. Ὅταν ἡμεῖς δὲν σταθῶμε, νὰ διατηρήσωμεν αὐτὸ, ἐχάσαμεν τὰ πάντα, καὶ συλλογισθῆτε τοὺς λόγους μου, διότι εἶμαι γέρων καὶ θ’ ἀποθάνω. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ Συμβούλιον αὐτὸ δὲν ἔκαμε καλὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν λαὸν· ὁ λαὸς ὅλος καὶ τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν ἐπαρχιῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἰδῇ. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ διὰ τὸ πρᾶγμα. Δὲν τὸ θέλει τὸ ἔθνος. Καὶ ἐπειδὴ κατεψήφισα καὶ διεμαρτυρήθηκα κατ’ αὐτοῦ, λέγω, ὅτι τὸ θεωρῶ ὅλως διόλου περιττὸν καὶ ὅτι ἔχει μίαν ἀρχὴν καὶ εἶναι ὑποκεκρυμμένη, καὶ ἂν ἀφήσωμεν νὰ ῥιζώσῃ, θὰ μεταμεληθῶμεν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ῥίψωμεν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δημητριάδης.
§51ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχει πιὰ τίποτε.
§52ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ βεβαίως δὲν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τριπλῆν συζήτησιν· ἑπομένως ὅσοι ἔχετε νὰ ὁμιλήσητε νὰ ζητήσητε τὸν λόγον.
§54ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν γνώμην της· διὰ τοῦτο παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ σήμερον, διότι τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἐδῶ.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§56ΠΕΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ τὸ ῥίψωμεν, δὲν ἀκούομεν τὴν Κυβέρνησιν τί θά κάμῃ.
§57ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (ὑπουρ. Ναυτικῶν). Ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς ἐπροκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶ ὡς ἑξῆς· ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεώς της ἡ Συνέλευσις ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πρώτην Βουλὴν νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ συζητήσῃ τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· ὅτι ἡ Κυβέρνησις σεβομένη τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐξακολουθοῦσα νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν πεποίθησιν, ὅσα μέλη εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελοῦν μέρος καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, φρονοῦν ὅτι δὲν δικαιοῦνται ....... (Συνομιλίαι θορυβώδεις μεταξὺ Π. Μαυρομιχάλη καὶ Παππαμιχαλοπούλου).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐπέλθῃ τάξις· ἀφήσατε τὰ πολιτικὰ, κύριοι.
§59Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι, ὅταν ἅπαξ ἡ Βουλὴ ἐν τῷ δικαιώματί της θελήσῃ νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις σεβομένη τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως καὶ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπέναντι Βουλῆς, μεταβαλλούσης ἰδιότητα πρὸς ὥραν ὡς συντακτικοῦ σώματος, φρονεῖ ὅτι πρέπει ν’ ἀπέχῃ νὰ φέρῃ Κυβερνητικὴν γνώμην. Μένουν πάντοτε ἐλεύθερα, ὅπως καὶ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρασταθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος, νὰ φέρωσι τὴν γνώμην των ὅσα μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἀνήκουν εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν δύνανταί ποτε, ὁσάκις πρόκειται νὰ κριθῶσι τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τὸν Κυβερνητικόν. (Εὖγε, εὖγε· χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§60Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀνατρέχω, κύριοι,......
§61ΑΧΟΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε! παρακαλῶ νὰ μοῦ εἰπῆτε, ὑπάρχει διαφωνία εἰς τὴν Βουλήν;
§62ΤΙΝΕΣ. Ὄχι!
§63ΑΧΟΛΟΣ. Λοιπὸν δι’ ἀναστάσεως, ἡ Βουλὴ ὅλη παραδέχεται.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησάν τινες τὸν λόγον καὶ θέλουν νὰ ὁμιλήσουν.
§65Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀνατρέχω, κύριοι, εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς συστάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι δὲν εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος εἰς τὴν μεγάλην ἐκείνην Συνέλευσιν τοῦ Πανελληνίου, ὡς πολίτης ὅμως, ἀφοῦ ἤκουσα τὴν σύστασίν του, ἀπεδοκίμασα αὐτήν. Εἶπον, ὅτι ἦλθεν ἓν μεσότοιχον μεταξὺ ἔθνους καὶ Βασιλέως, διὰ νὰ φέρῃ τὴν σύγχυσιν τῶν ἰδεῶν, τὴν σύγχυσιν τῶν γλωσσῶν, ἕνα κυκεῶνα, καὶ ὠφέλειαν καμμίαν. Ἐκ πρώτης δὲ ἀφετηρίας, κύριοι, ὅταν εὐτύχησα νὰ λάβω τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν μου, διὰ νὰ τοὺς ἀντιπροσωπεύσω ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τούτῳ, εἶπον, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρέπει νὰ καταργηθῇ ὡς ἐπιβλαβὲς καὶ ἐπιζήμιον διὰ τὰ πράγματα τοῦ ἔθνους. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§67ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ δὲν ἦτο, κύριοι, τοῦτο μία ἁπλῆ θεωρία, οὐδὲ ἤργησαν νὰ ἔλθωσι τὰ πράγματα εἰς ἐπιβεβαίωσιν τῆς θεωρίας αὐτῆς. Αὐταὶ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς παριστάνουν τὸ ἐπιβλαβὲς καὶ τὸ ἀνωφελὲς αὐτοῦ τοῦ σώματος. Δὲν κατωρθώσαμεν εἰσέτι νὰ φέρωμεν εἰς πέρας κανὲν νομοσχέδιον· διότι δὲν γίνεται τίποτε ἄλλο, εἰμὴ μία διαβίβασις ἐγγράφων συγχυζόντων τὰς συζητήσεις καὶ τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν· ὥστε, τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἀπὸ τοῦδε κηρύττομαι κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καθ’ οὗ εἶναι κεκηρυγμένον καὶ ἅπαν τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ποῖος βάσκανος δαίμων εἰσεχώρησεν εἰς αὐτὴν τὴν λίαν ἐθνωφελῆ σκέψιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὸ μέσον μίαν ἀντίῤῥησιν πλαγίαν, ὅπως δυνηθῇ νὰ ματαιώσῃ αὐτὸ τὸ μέγα καλὸν, τὸ ὁποῖον μέλλομεν νὰ κάμωμεν. Ἤκουσα, κύριοι, διαδιδομένην ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀπὸ στόματος εἰς στόμα σκοπίμως μίαν ἀντίῤῥησιν.
§68ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τί ἀγορά; ἐδῶ εἶναι Βουλή.
§69ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν θέλετε ἀσυζητήτως καὶ ἀνεξετάστως νὰ εἴπωμεν «κάτω τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας;» Αὐτὸ δὲν εἶναι δύσκολον, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ σκεφθῶμεν.
§70ΤΙΝΕΣ. Κάτω! κάτω! (Θόρυβος.)
§71ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὴ θορυβεῖσθε, κύριοι, προκειμένου περὶ συζητήσεως εἰς ἄκρον σοβαρᾶς, ἐφ’ ἧς εἶναι ἐστραμμένη ἡ προσοχὴ πάντων· καὶ ἀκούσατε, παρακαλῶ, μεθ’ ὑπομονῆς τὰς ἐξηγήσεις μου. Διαδίδεται, λέγω, ὅτι ἂν τὰ ¾ τῆς Βουλῆς ζητήσωσι τὴν ἀναθεώρησιν τῶν περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τότε κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107 πρέπει νὰ διαλυθῶμεν ἡμεῖς, καὶ νὰ ἔλθῃ διπλάσιος ἀριθμὸς βουλευτῶν, διὰ νὰ καταλύσῃ τὸ Συμβούλιον (θόρυβος). Μὴ θορυβεῖσθε, ἐπαναλαμβάνω, ἄφετε νὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου, διότι σπεύδοντες ἐνδέχεται νὰ ἐμπέσωμεν εἰς παγίδας.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ, νὰ ἐξηγηθῇ· ἔχετε ὑπομονήν.
§73Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἰδοὺ δὲ τὶ διατάσσει τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος. «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος· ὡρισμέναι ὅμως διατάξεις αὐτοῦ ἐκ τῶν μὴ θεμελιωδῶν δύνανται νὰ ἀναθεωρηθῶσιν, ἀλλ’ ἀφ’ οὗ παρέλθωσι 10 ἔτη ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του καὶ ἀφοῦ μετὰ ταῦτα βεβαιωθῇ προσηκόντως ἡ ἀνάγκη αὕτη. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως θεωρεῖται βεβαία, ἐὰν ἡ Βουλὴ κατὰ δύω συνεχεῖς βουλευτικὰς περιόδους διὰ τῶν τριῶν τετάρτων τῶν ψήφων τοῦ ὅλου αὐτῆς ἀριθμοῦ ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν δι’ ἰδίας πράξεως, ὁριζούσης τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις. Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως, διαλύεται ἡ ὑφεστῶσα Βουλή, καὶ συγκαλεῖται νέα εἰδικῶς πρὸς τοῦτο, συγκειμένη ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ἥτις ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων.» «Ἄρθρον 108. Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἄρθρου εἰς τὴν προσεχῆ Βουλευτικὴν Περίοδον, ἂν τὸ ζητήσωσι τὰ τρία τέταρτα τῆς Βουλῆς.» Ἄρα δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς τὴν τοῦ 108, καὶ οὐ μόνον ἐκ τοῦ πνεύματος τῶν δύω διατάξεων, ὅλως κεχωρισμένων ἀπ’ ἀλλήλων, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου 107, ὅπερ πραγματεύεται περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἄλλων διατάξεων, ἐξάγεται ἀναμφιλέκτως, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐννοεῖ, ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 108, καθαρῶς νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ ἀπολύτως τὴν πρώτην Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων μὲ τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν τῆς οὐσιαστικῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας μέρους τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, κύριοι, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐγεννήθη μὲ πνεῦμα σατανικὸν ἀπό τινας, ἔχομεν ἀνάγκην, φρονῶ, νὰ λύσωμεν προηγουμένως τὸ προκαταρκτικὸν τοῦτο ζήτημα, διότι, ἂν σήμερον τὰ ¾ τῆς Βουλῆς ἀποτανθῶσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῇ, τότε, εἰ μὲν ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ 107 ἄρθρου, ὡς συνδυαζομένη μετὰ τῆς τοῦ 108, πρέπει νὰ ἔλθῃ ἑτέρα Βουλὴ διπλασία, εἰ δὲ ἀποφασισθῇ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 108 δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν, ὅπως ἐγὼ μετὰ πεποιθήσεως φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει, τότε ἀμέσως δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν. Εἶναι μάλιστα φρονήσεως ἔργον νὰ λύσωμεν προηγουμένως τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐνταῦθα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον πρώην πρωθυπουργὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τοῦ ὁποίου (καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν του) πολλοὶ φίλοι εἰσήγαγον τὴν περὶ ἀναθεωρήσεως πρότασιν, νὰ μᾶς εἴπῃ καθαρὰ τί φρονεῖ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς φρονεῖ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 108 σχετίζεται μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107, ἢ εἶναι ἄσχετος; πρὸς τούτοις θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ ἦναι παροῦσα κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν αὔριον ἡ κυβέρνησις.
§74ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σήμερον.
§75Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔστω καὶ σήμερον, διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην της. Ὅτι δὲ, κύριοι, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 108 ἐξάγεται καὶ ἀπὸ τὰ στενογραφήματα τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἰδίως ἀπὸ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει ὁ πληρεξούσιος κ. Ἰάλεμος· τότε, παρουσιασθεισῶν διαφόρων προτάσεων περὶ τῶν ἄλλων διατάξεων, ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισεν, ὅτι δὲν παραδέχεται οὐδεμίαν ἀναθεώρησιν χωρὶς νὰ γίνῃ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἰαλέμου καὶ ἀπεφάσισεν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δύναται νὰ ἀναθεωρηθῇ ἢ καὶ νὰ καταργηθῇ ὁλοσχερῶς ἀπὸ τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατυπώσεις τοῦ ἄρθρου 107. Ἑπομένως δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, κύριοι, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην καμμιᾶς ἑτέρας πράξεως· ἀλλ’ εἶναι καλόν, τὸ ἐπαναλέγω, προηγουμένως νὰ λύσωμεν τὸ περὶ ἁρμοδιότητος ζήτημα, καὶ ἀναμένω τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην του· εἰς πᾶσαν δὲ περίστασιν προαποφαίνομαι ἀπὸ τοῦδε ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὡς ἐπιβλαβοῦς εἰς τὸ ἔθνος.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἀδιαφορῶ διὰ τὴν τάσιν τὴν ὁποίαν ἔχουν, ὡς λέγουσι, τὰ πνεύματα ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ Συμβουλίου, διότι νομίζω, ὅτι ἕκαστος πολιτικὸς μάλιστα ἄνθρωπος ὀφείλει, ἀδιάφορος πρὸς τὰς ἐπικρατούσας ἰδέας, νὰ ἐκφράζῃ τὴν πεποίθησίν του, καὶ οὕτως ἐκπληροῖ τῷ ὄντι ἐντελῶς καὶ ἀληθῶς τὸ καθῆκόν του, τὴν ἀποστολήν του· θέλω σᾶς εἰπῆ καὶ σήμερον ὅτι σκέπτομαι περὶ τοῦ Συμβουλίου ὅ,τι ἔκτοτε ἐπίστευσα. Ἐπρόσεξα εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ μόνου κατὰ τοῦ Συμβουλίου ὁμιλήσαντος κ. Δημητριάδου, ὅπως ἴδω ἂν ὑπάρχουν πράγματα δικαιολογοῦντα τὴν κατ’ αὐτοῦ καταφοράν. Εὐτυχῶς, κύριοι, τὰ πράγματα δὲν παρουσιάζονται κατ’ αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι τὸ Συμβούλιον ὑπῆρξεν ἐμπόδιον εἰς τὰς ἐργασίας μας, καθ’ ὅσον ἐνώπιον ἡμῶν ὑπάρχουν πολλὰ ἔργα ἕτοιμα καὶ ἐπιθεωρημένα ἀπὸ τὸ Συμβούλιον, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν συνεζητήσατε οὔτε ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης, ὅτι ὑπῆρξε μεσότοιχον μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ Βασιλέως καὶ ὅτι παρενέβαλε προσκόμματα, διότι τὸ Συμβούλιον εἰς ἐπίσημον σχέσιν δὲν ἔρχεται μὲ τὸν Βασιλέα οὐδεμίαν. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν κάμνει ἄλλο, παρὰ νὰ ἐκφράζῃ ἁπλῶς καὶ καθαρῶς γνώμην ἐνώπιον ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἰσχὺν νὰ τὴν λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν ἢ ὄχι. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὐδεὶς λόγος ἀληθὴς καὶ βάσιμος δικαιολογῶν τὴν κατὰ τοῦ Συμβουλίου καταφοράν σας. Καὶ, κύριοι, ὁμιλῶν σήμερον ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου, δὲν ὁμιλῶ διότι προσωπικός τις λόγος ὑπὲρ αὐτοῦ μὲ κινεῖ. Εἰς τὸ Συμβούλιον ἠδυνάμην νὰ διορίσω καὶ φίλους καὶ συγγενεῖς καὶ οἰκείους, ὅπως ἄλλοτε ἄλλοι ἔπραξαν, ἀλλ’ ἀπέφυγον τὸ λάθος αὐτὸ καὶ τὸ συνεκρότησα ὅπως καλλίτερον ἠδυνάμην καὶ ὅπως ὁ νόμος, ὅστις κηρύττει πᾶσαν ὑπηρεσίαν ἀσυμβίβαστον μὲ αὐτὸ, καὶ αἱ περιστάσεις ἐπέτρεπον· ἄλλως τὸ Συμβούλιον ἐκηρύχθη τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συγκροτήσεώς του ἐναντίον μου· δέν ἔχω ὅθεν τίποτε ὑπὲρ αὐτοῦ προσωπικόν. Διὰ τοῦτο ὅμως δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐκθέσω ἐνώπιόν σας ὅ,τι ἐν πεποιθήσει πιστεύω περὶ αὐτοῦ· κατ’ ἐμὲ, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι λίαν ἀναγκαῖον καὶ χρησιμώτατον διὰ τὴν προπαρασκευὴν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ἐνώπιόν σας. Καὶ, κύριοι, ἡ μικρὰ πεῖρα τελευταῖον μοὶ τὸ ἀπέδειξε πληρέστατα· ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἓν σῶμα τοιοῦτον, οὐδέποτε ἤθελον ἔλθει ἐνώπιόν σας νομοθετήματα σκοπὸν ἔχοντα νὰ κανονίσωσι μεγάλα τῆς πατρίδος συμφέροντα· διότι οἱ ὑπουργοὶ, ὑπουργούσης μάλιστα παρούσης Βουλῆς, ἐξ ἐλευθέρας ἐκλογῆς προελθούσης, αἰσθανομένης τὴν δύναμίν της, καὶ ἐκτιμώσης τὴν θέσιν της, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῶσιν ἐνδελεχῶς καὶ νὰ προετοιμάσωσιν ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος ἀπαιτοῦσι. Τὸ ὑπουργεῖον ὅμως δύναται ν’ ἀποστέλλῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τὰς ἰδέας του, τὰς σκέψεις του, τὸν σκελετὸν τοῦ νομοθετήματος, τὸ δὲ Συμβούλιον, ἔχον τὴν ἱστορίαν τῆς νομοθεσίας καὶ τῶν γεγονότων τὴν πεῖραν, τὴν ἀπαιτουμένην ἡσυχίαν καὶ τὸν χρόνον, δύναται νὰ καταρτίζῃ τὸ νομοσχέδιον ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον. Ἡ μικρὰ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα ἐργαζόμενος μὲ τὸ Σῶμα αὐτὸ, μοὶ ἀπέδειξε τὴν ἀλήθειαν ταύτην καὶ τὴν ὠφέλειάν του. Ἂν θέλετε, Κύριοι, νὰ τὸ καταργήσητε, εἶσθε Κύριοι, ἀλλὰ τὴν πεποίθησίν μου δὲν θέλετε τὴν μεταβάλει, ἐνόσῳ δὲν φέρετε γεγονότα ἀποδεικνύοντα καὶ καταδικάζοντα τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ. Ἄλλο δίκαιον, πράττοντες οὕτω, δὲν ἔχετε, οὔτε ὠφελεῖτε τὴν πατρίδα καὶ τὴν ὑπηρεσίαν. Κύριοι, ὅτε τὸ Συμβούλιον συνεκροτήθη, ἤμην ὑπὲρ αὐτοῦ περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἤμην ὑπὲρ τῆς Γερουσίας.
§77ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπεβλήθη.
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπεβλήθη κατὰ τοὺς ὅρους, καθ’ οὓς αἱ Συνελεύσεις ἐργάζονται μὲ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἤμην ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι εἶναι ἓν Σῶμα δυνάμενον νὰ ὠφελήσῃ, νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἐργασίαν, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην ἡ κοινωνία, καὶ νὰ παρουσιάσῃ ἀναβολὴν, ὥστε νὰ ψυχρανθῇ ἡ τυχὸν στιγμιαία ἔξαψις, ἡ στιγμιαία παραφορὰ, εἰς τὴν ὁποίαν ἓν νομοθετικὸν Σῶμα δύναται νὰ ἐμπέσῃ, καὶ παραδείγματα ἔχομεν ἄπειρα, χωρὶς νὰ παρεμβάλλῃ προσκόμματα καὶ δυσκολίας, ὅσας ἑκάστοτε παρεμβάλλουσι τὰ πολιτικὰ Σώματα. Τὸ Συμβούλιον ὅθεν εἰς τὸν συνταγματικόν μας μηχανισμὸν καλὸν ὑπόσχεται καὶ ὄχι κακόν· δὲν εἶναι ἐξουσία, δυναμένη νὰ ἐπέμβῃ μεταξὺ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βασιλείας, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της καὶ νὰ διαστρέψῃ τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων Σωμάτων. Ἰδοὺ διατὶ ἤμην ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου, καὶ ἤδη οὐδεμίαν αἰτίαν ἔχω νὰ μετανοήσω, ἂν καὶ προσωπικῶς δὲν εἶμαι εὐχαριστημένος, ὡς ἀνωτέρω προεῖπον. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρὶν τῷ ὄντι παραδεχθῆτε τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων αὐτῶν, πρέπει τῆς ἀποφάσεώς σας νὰ προηγηθῇ ἡ ἐπίσημο, γνῶσις τῆς περὶ τούτου γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, διότι δύναται νὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον θέλω νὰ ἀποφύγωμεν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἀμφιβάλλω· πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἄλλως παρ’ ὅπως οἱ ἀντιλέξαντες τὴν ἐννοοῦσιν. Εἰς τὸ Σύνταγμα ἔχομεν δύω διατάξεις τῶν ἄρθρων 107 καὶ 108· ἡ μὲν κανονίζει τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλουσιν ἀναθεωρηθῇ αἱ οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἡ δὲ περιορίζεται μόνον εἰς τὴν περὶ τοῦ Συμβουλίου ἀναθεώρησιν. Ἀλλ’ ἡ διάταξις, ἐρωτῶ, αὕτη σκοπὸν εἶχε νὰ κανονίσῃ τὸν χρόνον μόνον ἢ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως; Αὐτὴ ἡ διάταξις ὁμιλεῖ μόνον περὶ τοῦ πότε δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις καὶ παραπέμπει ὡς πρὸς τὸν τρόπον εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107, ἥτις κανονίζει καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις; εἰς τὸ ἄρθρον 108 δὲν ἀναφέρεται τίποτε περὶ τοῦ τρόπου· ἑπομένως πρέπει, κατ’ ἐμὲ, νὰ συζητήσωμεν τὸν τρόπον εἰς τὰς προηγουμένας διατάξεις τοῦ ἄρθρου 107. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 108 ἄλλως εἶναι ἐξαίρεσις, εἶναι ἑπομένως τοῦ στενοῦ δικαίου καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ κατ’ ἀναλογίαν. Ὅταν πρόκειται νὰ καταστρέψωμεν ἢ νὰ τροποποιήσωμεν ἓν δικαίωμα, ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον τὸ σύνταγμα καθιέρωσε, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ περὶ τούτου ῥητῶς διάταξις κανονίζουσα καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει γίνει τοῦτο. Δὲν δύνασθε νὰ ἀνατρέξητε εἰς ἑτέρας διατάξεις καὶ ἐκεῖθεν νὰ ἐξαγάγητε ἐξ ἀναλογίας ἓν συμπέρασμα περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θ’ ἀναθεωρηθῇ τὸ θεσμοθέτημα. Ἔχω αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ βαδίσῃ ἀπταίστως καὶ ἀκινδύνως. Τὴν ἰδέαν της νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐκφράσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις πρώτη, διότι πιθανὸν, ἐξηγοῦσα ἄλλως τὸ Σύνταγμα, πολὺ εὐλόγως, πολὺ καὶ δικαιολογημένως νὰ προκαλέσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ νέας ἐκλογὰς, ὃ θεωρῶ λίαν ἐπιβλαβὲς καὶ ἐπικίνδυνον διὰ τὸν τόπον. Ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῆς ἐπισημότητος ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀσφαλίζει τὴν κοινωνίαν, ἂς ἔλθῃ νὰ κηρύξῃ πῶς ἐννοεῖ τὴν διάταξιν αὐτήν· καὶ λέγων κυβέρνησιν, ἐννοῶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὴν ἔχουσαν κυριαρχικὰ δικαιώματα. Ἡ Βουλὴ οὕτως, ἡ αἰτήσασα τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συμβουλίου, θέλει μεταβληθῆ εἰς Συντακτικὸν Σῶμα, ἵνα ἀναθεωρήσῃ τὸ περὶ Συμβουλίου ἄρθρον· ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ἐπίσημον διαβεβαίωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐνασχολούμεθα ἀπταίστως περὶ τούτου.
§79Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν μᾶς εἴπατε ὅμως τὴν γνώμην σας ποία εἶναι;
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τί! ἐπερώτησιν θέλετε νὰ κάμετε εἰς βουλευτήν;
§81ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὀφείλων νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ἐνόμισα καθῆκόν μου ἀπαραίτητον νὰ ἐκθέσω οὐ μόνον ἐνώπιον ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ ἀκροατηρίου τὰς πεποιθήσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας ὁρμῶμαι, ἵνα δώσω ψῆφον τοιαύτην ἢ τοιαύτην. Κύριοι, εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, καὶ ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ὡμίλουν περὶ τούτου μετά τινος τῶν συναδέλφων μας, ὅταν ἤκουσα τὴν συγκρότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, καὶ ἀπολύτως δὲν τὸ εὗρον κακὸν, ἓν Σῶμα, εἰς ὃ ὑποβάλλονται σπουδαῖοι νόμοι, συγκροτούμενον ἀπὸ εἰδικότητας, ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐν πληρεστάτῃ ἡσυχίᾳ, ἀμέτοχοι τῶν κοινῶν πραγμάτων, οὐδόλως ἀσχολούμενοι εἰς τὴν τύρβην τὴν πολιτικὴν, σκέπτονται, μελετῶσι συγγραφεῖς, παραβάλλουσι τὰς περιστάσεις καὶ ἀπαρτίζουν οὕτω πως ἕνα νόμον τέλειον, τὸν ὁποῖον πολλάκις ἐνδέχεται νὰ μὴ ἀπαρτίσῃ μία Βουλὴ, ἔστω καὶ ἀπὸ πολλοὺς σοφοὺς συγκεκροτημένη. Ἀπολύτως λοιπὸν τὸ Σῶμα αὐτὸ δὲν μοὶ ἐφάνη κακὸν, καὶ, ὡς πολλοὶ τὸ ἐθεώρησαν, ἓν λάθος εἰς συνταγματικὸν πολίτευμα· καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προαγορεύσαντα Κ. Βουλευτὴν Μεσσήνης. Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν οὗτος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῆτε εἰς ἀφῃρημένας ἰδέας, εἰς ἁπλᾶς κατηγορίας, ἐν πολλοῖς ἀνυπάρκτους, καὶ στιγμιαίαν παραφορὰν· καὶ ἀδιαφορῶν, ἂν ὅλοι ἤμεθα κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐζήτησε διὰ πραγμάτων ν’ ἀποδείξωμεν τὸ ἐπιβλαβὲς αὐτοῦ. Ἐλπίζω, Κύριοι, ἐγὼ νὰ ὀνομάσω μερικὰς περιστάσεις, καταδεικνυούσας τὸ ἄχρηστον τοῦ Σώματος τούτου. Σέβομαι ἀπολύτως ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ λέγω μετὰ παῤῥησίας, πλὴν τριῶν ἢ τεσσάρων προσώπων, οὐδὲν ἄλλο τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτὸ μελῶν ἔχει εἰδικότητα, οὐδὲ καταβάλλει σπουδαίας ἐργασίας, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸν ὑψηλὸν προορισμὸν αὐτοῦ. Ἰδοὺ τὸ αἴτιον τὸ ὁποῖον προὐκάλεσε τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν καὶ ἐμόρφωσε τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἀναθεώρησις· αὕτη εἶναι ἡ πεποίθησίς μου. Δὲν εἶναι λοιπὸν, ὅπως φρονεῖ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, στιγμιαία ἔξαψις τῆς Βουλῆς ἡ καταψήφισις τοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μεμελετημένη ἰδέα, καλῶς βασανισθεῖσα εἰς τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν καὶ τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία σήμερον θέλει πραγματοποιηθῆ. Ἔχομεν ἄρα δίκαιον σκεπτόμενοι, ὅτι ἡ ἀρχικὴ ἰδέα, ὁ ὑψηλὸς σκοπὸς, ὁ ὁποῖος ἐπροκάλεσε τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου, ἐξέλιπεν, ἀφοῦ ἡ συγκρότησίς του εἶναι ἀτυχὴς καὶ ἡ περαιτέρω ὕπαρξίς του ἐπιβλαβής. Ἀλλὰ φοβεῖται ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς Μεσσήνης τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ ζητεῖ ἕνεκα τούτου ὄχι μόνον τὴν ἐδικήν μας ἀπόφασιν, ἀλλὰ καὶ τὴν διαβεβαίωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν θέλει μᾶς διαλύσει. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι ἀναφοράν τινα τὸ 108 ἄρθρον δὲν ἔχει πρὸς τὸ 107, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν ἀναθεώρησιν μερῶν τινων τοῦ Συντάγματος μετὰ δεκαετίαν, διότι τὸ 108 ἄρθρον συνετάχθη διὰ τὸ εἰδικὸν ἄρθρον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ μόνη ἡ Βουλὴ, ἥτις περιεβλήθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως μὲ συντακτικὰ καθήκοντα, δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως Κυβερνήσεως. Τὸ Κεφάλαιον, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ἐπιγράφεται, εἰδικαὶ διατάξεις· αὗται δὲν δύνανται νὰ ἔχουν σχέσιν πρὸς ἄλλας διατάξεις, ἀλλ’ ἑκάστη θὰ ἑρμηνευθῇ ἐπὶ τῆς σχετικῆς περιστάσεως, τὴν ὁποίαν ἕκαστον ἄρθρον διαγράφει. Μάταιοι λοιπὸν εἶναι οἱ φόβοι τῶν ἐχόντων τὴν ἰδέαν, ὅτι διὰ νὰ ἀναθεωρηθῇ καὶ τοῦτο τὸ μέρος τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή. Ἀφοῦ ἔχομεν τὸ ἐνδόσιμον τοῦτο, ὅτι ἑκάστη διάταξις ἀντιπροσωπεύει μίαν τινὰ ἀρχὴν ἢ μίαν τινὰ ἰδέαν καὶ τὸ 107 ἄρθρον ἀφορᾷ τὴν ἀναθεώρησιν ἄλλων μερῶν τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπαιτεῖ διὰ ταῦτα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν συγκρότησιν νέας ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ, τεκμαιρόμεθα λογικῶς, ὅτι τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας μέρος δὲν ἀπῄτησε τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ ῥητῶς εἶπεν, ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις ἐντὸς τῆς πρώτης Συνόδου, καὶ δὲν ἀπῄτησεν ἑπομένως νέας ἐκλογὰς καὶ διπλάσιον ἀριθμόν. Τὸ 108 ἄρθρον λοιπὸν, ἡ εἰδικὴ διάταξις, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀναφορὰν πρὸς ἄλλα ἄρθρα. Ἂν λοιπὸν ἡ σκέψις μου ᾖναι ὀρθὴ, τότε μᾶς εἶναι ἀδιάφορος ἡ συγκατάθεσις τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι καὶ αὕτη δίδεται, εὑρίσκει ἐν αὐτῇ ἐγγυήσεις ὁ Κ. βουλευτὴς Μεσσήνης; Νομίζω ὄχι· διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ Σύνταγμα· ἡ ἑρμηνεία αὐτοῦ ἀνατίθεται εἰς τὴν Βουλήν.
§82Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἡ Βουλὴ δύναται.
§83ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ Βουλὴ δύναται, διότι ἔχει συντακτικὴν δικαιοδοσίαν, ὡς προεῖπον, καὶ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ, εἶναι ἡ ἀληθεστέρα. Ἐκτὸς δὲ τούτου, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς διεβεβαίωσεν, ὅτι ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, αὕτη θὰ ᾖναι καὶ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως μοι φαίνεται, ὅτι καὶ ὁ κίνδυνος ὃν ἐξέθεσεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἐξέλιπεν. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει ν’ ἀναμιχθῇ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ, ἀφοῦ προηγουμένως θέσῃ ἡ ἰδία τὸ προδικαστικὸν ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητός της· καὶ ἂν μὲν ἡ λύσις ᾖναι καταφατικὴ, προβαίνει ἀκωλύτως καὶ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν καὶ κατάργησιν τοῦ περιττοῦ καταστάντος σώματος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§84ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὅτε, κύριοι, κατὰ τῆς Συνελεύσεως ἐπεβλήθη τὸ διαβόητον ἐκεῖνο διάγγελμα περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἶπον, ὅτι παγίς τις ὑποκρύπτεται κατὰ τῆς Συνελεύσεως. Ὅτε δέ τινες φίλοι τοῦ Κ. Κουμουνδούρου ὑπέβαλον τὴν πρότασιν περὶ ἀναθεωρήσεως ἢ καταργήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἶπον ἐπίσης, ὅτι παγίς τις ὑποκρύπτεται κατὰ τῆς Βουλῆς· καὶ τοὺς λόγους μου τούτους ἐβεβαίωσεν ὁ ἄρτι ἀγορεύσας ἔντιμος Κ. Κουμουνδοῦρος. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ ἀπεμιμήθη τὸ γραΐδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκράτει μὲ τὴν μίαν χεῖρα τὴν δᾷδα καὶ μὲ τὴν ἄλλην τὸ ὕδωρ. Θέλω, κύριοι, λαλήσει περὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Τότε μόνον ἐδύνατο τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ κατασταθῇ πράγματι ἀναγκαῖον εἰς τὸν τόπον διὰ τὴν σύνταξιν τῆς νομοθεσίας, ὅτε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Κουμουνδούρου ἤθελε τὸ καταρτίσει ἀπὸ κατάλληλα πρόσωπα, ἀπὸ εἰδικότητας, ἀπὸ ἀρετάς· ἀλλὰ ποίας νομοθετικὰς ἀρετὰς εὑρίσκομεν εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο; ποίας πολιτικὰς ἢ στρατιωτικάς; δὲν λέγω ναυτικάς, διότι εὐτυχῶς ἐφέραμεν ὅλον τὸν ναύσταθμον εἰς τὸ Συμβούλιον. Οὐκ ἐν τῇ κτήσει τὸ ἀγαθὸν, ἀλλ’ ἐν τῇ χρήσει τὸ μέγα ἐστί. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἑρμηνεύσωμεν μόνον τὸ νομοθέτημα τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἔπρεπε καὶ νὰ τὸ καταρτίσωμεν ἀπὸ πρόσωπα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα νὰ παρέχουν ἐγγυήσεις εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀπὸ ἀνθρώπους δυναμένους εἰς τὸ ἐργάζεσθαι. Τὸ παρεμπίπτον ζήτημα νομίζω, ὅτι κακῶς τὸ ἡρμήνευσεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην οὔτε νὰ προκαλέσω τὸ ὑπουργεῖον, ἂν ᾖναι παρὸν, οὔτε ἂν ᾖναι ἀπόν· ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχος. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὁ θέλων νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὸ ἄρθρον 107, τὶ λέγει; «Δὲν ἐπιτρέπεται.» Τὸ δὲ 108 λέγει· «ἐπιτρέπεται,» δηλ. δὲν ὑπάρχει ἡ ἀπαγορευτικὴ διάταξις. Ἄλλως, κύριοι, διατὶ νὰ ψιττακίζωμεν ἐπὶ τοσοῦτον; Τὸ 107 ἄρθρον λέγει, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ εἰς δύω περιόδους, τότε δύναται νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις εἰδικῶν διατάξεων· τὸ δὲ 108 λέγει, ὅτι εἰς τὴν Αʹ. σύνοδον ἀναθεωρεῖ τὰ περὶ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Βλέπετε πόση διάστασις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας ῥήτρας· τὸ δὲν ἐκεῖνο εἶναι μεσότοιχον.— Οἱ εἰσαγαγόντες τὴν πρότασιν διαμαρτύρονται, καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὅτι τὴν συνέταξαν οἱ ὑποβολεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν καὶ τὸ διάγγελμα· καὶ ὅπως τότε ἔφεραν ἓν ῥῆγμα εἰς τὴν Συνέλευσιν, οὕτω καὶ ἤδη θέλουν νὰ φέρουν ἓν ῥῆγμα εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ καταλυμανθοῦν ὡς κατελυμάνθησαν τὰ δημόσια.
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε ποῖος ἔχει κάμει αὐτὴν τὴν πρότασιν; ὁ Ἴκλεμος.
§86ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω περὶ διαγγέλματος καὶ Συμβουλίου· λέγω, ὅτι αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὄφεις τῆς πατρίδος, οἵτινες καταλυμαίνονται τὰ δημόσια, οἵτινες ἔφερον τὴν ἀναρχίαν καὶ τὰς στάσεις, αὐτοὶ οἵτινες ἔφερον εἰς ῥῆγμα τότε τὴν Συνέλευσιν, αὐτοὶ οὗτοι καὶ σήμερον οἱ ἄθλιοι ἄνθρωποι διετύπωσαν καὶ αὐτὴν τὴν πρότασιν. Καὶ τώρα, βλέπετε, ἀφ’ οὗ ἔφερον τὸ χάσμα, ἔρχονται διὰ νὰ σᾶς ἑρμηνεύσουν τὸ 107 καὶ 108 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἐν’ ᾧ τὸ δὲν ἐπιτρέπεται μὲ τὸ ἐπιτρέπεται, ἐκεῖνο μόνον δύναται νὰ τοὺς διαφωτίσῃ, ὅτι ἄλλο ἡ μία ῥήτρα καὶ ἄλλο ἡ ἄλλη. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπειδὴ ἔφθασαν τὰ πράγματα ὅπως ἔφθασαν, θὰ προτείνω μίαν ἄλλην γνώμην, καὶ ἡ Βουλὴ, ἂν πρόκειται νὰ διατηρήσῃ τὸ Συμβούλιον, πρέπει νὰ τὸ διοργανώσῃ, πρέπει τὸ Συμβούλιον νὰ καταρτισθῇ ἀπὸ πρόσωπα δυνάμενα νὰ ἐκπροσωπεύσωσι τὴν ἀποστολὴν μιᾶς Κυβερνήσεως· ἂν δὲ πρόκειται νὰ καταργηθῇ, πρέπει νὰ ἔλθωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, πρέπει οἱ πάτρωνες αὐτῆς νὰ μᾶς ἐξηγηθοῦν τὸν λόγον, δι’ ὃν ὑπέβαλον αὐτὴν τὴν πρότασιν, καὶ τότε νὰ ἔλθωμεν εἰς καθολικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Διὰ τοῦτο δὲν ἔρχομαι ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τὸν τύπον ἔρχομαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἂν θέλῃ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι κυρίαρχος καὶ δὲν ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 107, διότι τὸ 108 λέγει σαφῶς καὶ ῥητῶς, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κυρίαρχος.
§87ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Σᾶς λέγω, κύριοι, ἐκ προιμίων, ὅτι δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην, ὅτι ἐξαρτᾶται τρόπον τινὰ ἐκ τῆς γνωματεύσεως τοῦ ὑπουργείου ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος λέγω, ὅτι ἢ πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸ 108 ἄρθρον, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις τοῦ προγενεστέρου 107, ἢ δὲν θέλετε εὕρει ὀρθὴν ἔννοιαν καὶ ἰσχὺν καὶ ἐνέργειαν εἰς τὸ 108. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἄλλως ἤθελον καὶ τότε ἐκφρασθῇ τοιουτοτρόπως. Τί λέγει τὸ 108; «Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ περὶ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἄρθρου εἰς τὴν προσεχῆ βουλευτικὴν περίοδον, ἂν τὸ ζητήσωσιν τὰ ¾ τῆς Βουλῆς.» Ἠμπορεῖτε, ἐξ αὐτοῦ τοῦ κειμένου νὰ ἐκλάβητε ἐξουσίαν πρὸς ὁριστικὴν καὶ ἀποτελεσματικὴν ἀναθεώρησιν; Ὄχι βέβαια. Τὸ ἄρθρον λέγει, ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις. Ποία, θὰ ἐρωτήσετε, ἡ γνώμη σου, Κύριε βουλευτά; Νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις. Καὶ τί πρὸς τοῦτο; ἡ ἀναθεώρησις φέρει καὶ τὴν κατάργησιν; Ὅταν ὁ συντάξας τὸ πολίτευμα ἠθέλησε νὰ διορίσῃ καὶ τὴν ἀναθεώρησιν καὶ αὐτὴν τὴν κατάργησιν, τὸ εἶπεν εἰς τὸ προγενέστερον ἄρθρον τὸ 107, τὸ ὁποῖον λέγει· «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος κτλ. Τὸ λοιπὸν ἄλλη ἡ ἀναθεώρησις καὶ ἄλλα ἀνεξαρτήτως τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναθεωρήσεως. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ὅτι τὸ 108 ἄρθρον δὲν εἶναι εἰμὴ μόνον ἐξαιρετικὴ τροποποίησις, ὡς πρὸς τὸν χρόνον καὶ τὸν ἀριθμὸν τῆς Βουλῆς, τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 107. Ἐὰν δὲν παραδεχθῇ ἡ ἑρμηνεία αὕτη, ἐγὼ δὲν εὑρίσκω μήτε ἔννοιαν, μήτε ἰσχὺν, μήτε ἐνέργειαν εἰς τὸ 108. Ἐὰν μόνον ἠθέλατε νὰ ἔλθωμεν εἰς ψηφοφορίαν περὶ τοῦ ζητήματος, ἐπιτρέπεται ἢ ὄχι ἡ ἀναθεώρησις, τότε δύναμαι νὰ ἀπαντήσω, τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως εἶναι ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς. Καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ θέσῃ εὐκρινῶς τὸ ζήτημα, ἵνα πᾶς βουλευτὴς δυνηθῇ νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του. Ἀπὸ τοῦδε σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ συγχύσῃ τὰ ζητήματα καὶ ἀποφανθῇ, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις φέρει καὶ τὴν κατάργησιν, ἐγὼ ἀρνοῦμαι ψῆφον.
§88ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἡ πρότασις, κύριοι, τῶν διαφόρων ἐντίμων Βουλευτῶν προσκαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς διακελεύσεις τοῦ ἄρθρου 108. Ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἔλαβον χώραν, ἐνόησε καθεὶς πόσον εἶναι σπουδαῖον καὶ σημαντικὸν τὸ ἀντικείμενον περὶ τοῦ ὁποίου ὁ λόγος, καὶ ἑπομένως ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἀξιότιμος αὕτη Βουλὴ θέλει μὲ ἀνεχθῇ δι’ ὀλίγον χρόνον ἵνα καὶ ἐγὼ ὑποβάλω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν λεχθέντων καὶ ἐπὶ τῆς ἀληθοῦς καὶ ἀποτελεσματικῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 108, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν εἰς ἐμὲ κάμνει αὐτὸ τὸ ἄρθρον, καί τοι συμπαραβαλλόμενον μὲ τὸ προηγούμενον 107. Ἐκ προοιμίων, κύριοι, ὀφείλω νὰ σᾶς ὑποβάλω, ὅτι ἴσα ἴσα διὰ νὰ ἀποφύγωμεν ὅλους ἐκείνους τοὺς φόβους καὶ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ἠθέλησε νὰ ἐξιστορήσῃ, πρέπει καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι προβαίνει μὲ ἀξιοπρέπειαν, μὲ σπουδαιότητα καὶ βασιμότητα εἰς τὰς ἰδίας αὐτῆς ἀποφάσεις. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ μακρηγορήσω, σᾶς ὑποβάλω ἐν συντόμῳ τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὰς ὁποίας ἀρύομαι ἀπὸ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι, ἵνα προβῶμεν μὲ ὅλην τὴν λογικὴν τάξιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, πρέπει νὰ προτάξωμεν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, νὰ ὑποβάλωμεν ὑπ’ ὄψιν τῆς ἀξιοτίμου Βουλῆς τρεῖς διακεκριμένας προτάσεις· διότι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ συζητήσῃ αὐτὰς τὰς διαφόρους προτάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων τινὲς ἤδη ἐξεφράσθησαν παρὰ τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων, καὶ ἀποφανθῇ ἡ βάσις τοῦ κυριάρχου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀπονέμει εἰς τὴν Βουλὴν, ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ἤθελε δυνηθῇ νὰ ἐπικρίνῃ τὴν ἡμετέραν πορείαν, καὶ ὅτι οὐδεὶς φόβος ἐπίκειται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν. Τώρα, κατ’ ἐμὲ, μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ πρῶτον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, εἶναι τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα, ἡ ἀναθεώρησις. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀναθεωρήσῃ αὐτὸν τὸν συνταγματικὸν θεσμόν; καὶ ἀφ’ οὗ ἀποφανθῇ καταφατικῶς, ὡς βεβαίως εἰκάζω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τότε πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀποφανθῇ ἂν ᾖναι ἁρμοδία νὰ προσδιορίσῃ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς προκαταρκτικῆς αὐτῆς πράξεως τῆς ἁπλῆς ἀναθεωρήσεως. Ὡς ἐκ τούτου ἐπιτρέψατέ με, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ εἰς τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως ἀντικείμενον, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν σκέψιν αὐτῆς μίαν δευτέραν πρότασιν, τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰς συνεπείας καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἀναθεωρηθησομένου θεσμοῦ· καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ἀφοῦ τὸ ζήτημα τεθῇ μεθ’ ὅλης τῆς συνταγματικῆς τακτικότητος, τότε πάντες δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν ἡ Βουλὴ δικαιοῦται ἢ ὄχι, ἐὰν πρέπει νὰ διαλυθῇ ἢ νὰ προσκληθῇ νέα, συγκεκροτημένη παρὰ διπλασίου ἀριθμοῦ. Ἐὰν δὲ, καθὼς ἐπίσης ἐλπίζω, Σᾶς τὸ λέγω μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας καὶ πεποιθήσεως, ἐὰν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο λυθῇ καταφατικῶς, τότε ὑπολείπεται τὸ τελευταῖον ζήτημα, δηλαδὴ ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀναθεωρήσεως, κατὰ ποῖον τρόπον ἡ Βουλὴ νομίζει ἢ ὑποθέτει, ὅτι εἶναι καταλληλότερον νὰ ἀναθεωρηθῇ αὐτὸς ὁ συνταγματικὸς θεσμός, ὁ ἀφορῶν τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ ἢ τῆς διοργανώσεως αὐτοῦ; Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὴν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε εὐηρεστήθητε, ὅτι, διὰ νὰ λύσωμεν λογικῶς αὐτὸ τὸ σπουδαῖον ἀντικείμενον, πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτῶν τῶν τριῶν ζητημάτων. Ὡς ἐκ τούτου λαμβάνω τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς ὑποβάλω τὰς ἰδέας μου καὶ τὰς πεποιθήσεις μου ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος τοῦ προκαταρκτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἁπλῶς τὴν ἀναθεώρησιν ἢ μὴ τοῦ Συμβουλίου τούτου τῆς Ἐπικρατείας. Χωρὶς νὰ πολυλογῶμεν, ὅτι πρέπει καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπονέμει εἰς ἡμᾶς τὸ ἄρθρον 108, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν, ἰδοὺ ὅτι ἡ Βουλὴ ὅλη ἀπεφάνθη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῇ. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ παραδέχεται αὐτὴν τὴν σειρὰν καὶ τάξιν τῶν διαφόρων προτάσεων καὶ ζητημάτων, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν πρὸς τὸ παρὸν εἰς αὐτὸ τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα, πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῇ; Ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει. Ἀφοῦ δὲ ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως, τότε ἔρχεται τὸ βʹ. ζήτημα· διότι, ἐὰν ἐξετάσωμεν τώρα τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς ταύτης, θέλομεν λύσει ἐκ προοιμίων ἓν ζήτημα, ἐνῷ δὲν ἠξεύρομεν ἂν ὑπάρχῃ ἡ περίπτωσις αὕτη. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὅτι πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῇ, τότε θέλει ἐξετάσει, ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐντολὴν αὐτὴν καὶ ἐξουσίαν.
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι πλέον καιρὸς τότε.
§90ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς περαιτέρω διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως· λοιπὸν, ἐπειδὴ δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, οὔτε τὸ πρῶτον δικαίωμα πρέπει νὰ ἐξασκήσωμεν.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φοβοῦνται τὴν διάλυσιν.
§92ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἄ! τότε πλέον δὲν εἴμεθα Βουλευταί!
§93Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι, ὅτε πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ κυρίου ζητήματος παρεκάλεσα ὅπως παρουσιασθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ παρῃτήθην ἦτο σκόπιμον νὰ ἦτο παροῦσα ἡ Κυβέρνησις. Ὁ σκοπὸς, ὅτε παρεκάλεσα, διότι τινὲς μὲ παρεξήγησαν ἦτο, διότι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ἑρμηνείας τοῦ 108 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, νομίζω, καὶ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἡ Βουλὴ πρὸ τοῦ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν λύσιν τοῦ περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ζητήματος πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν ἀκριβῆ ἰδέαν, τί ἐννοεῖ νὰ διέταξε τὸ 108 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; Καὶ νομίζω καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ νὰ προβῇ καὶ ἀποφασίσῃ τι, καὶ πολιτικὸν καὶ συνταγματικὸν θὰ ἦναι νὰ ἠξεύρῃ ἐκ τῶν προηγουμένων τὴν γνώμην ὄχι μὲν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις εἶναι ὁ πρόεδρος, ὅστις εἶναι μόνος ὑπεύθυνος δι’ αὐτήν. Ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ δύω ζητήματα· τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι ἂν τὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ 108 ἄρθρου ἐνόησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν δικαιώματα συντακτικῆς ἐξουσίας, ἢ μόνον διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἁπλῶς περὶ γενησομένης τινὸς ἀναθεωρήσεως, καὶ μετὰ ταῦτα τὸ ζήτημα νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν συντακτικὴν συνέλευσιν. Τὸ δεύτερον εἶναι, ὡς ἐννοεῖτε, πῶς θὰ καταρτισθῇ ἡ νόμιμος ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πρέπει ν’ ἀπαρτίζεται διὰ τῶν ¾ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ἢ ἐὰν θὰ ἀπαρτίζεται ἀπὸ τὰ ¾ τῆς ἑκάστοτε ἀπαρτίας. Νομίζω λοιπὸν καὶ ἐπαναλαμβάγω, ὅτι συνταγματικὸν καὶ φρόνιμον εἶναι, προτοῦ ἡ Βουλὴ ἔλθῃ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν λύσιν τοῦ ζητήματος, νὰ λύσῃ πρῶτον τὰ δύω ταῦτα ζητήματα καὶ νὰ ἠξεύρῃ καὶ τὴν γνώμην τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν παρ’ ἡμῖν τώρα παριστᾷ τὸ ὑπουργεῖον. Ἐὰν μ’ ἐρωτήσητε ποίαν γνώμην ἔχω ὡς πρὸς τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον ζήτημα, φρονῶ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, διὰ νὰ ᾖναι νόμιμος, εἶναι νόμιμος μόνον διὰ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν τριῶν τετάρτων τῆς ἑκάστοτε ἀπαρτίας· ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα, φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ 108 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος εἶναι εἰδικὴ, ὅλως ἐξαιρετικὴ ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ 107 ἄρθρου, ὅτι δηλαδὴ τὸ Σύνταγμα ἐνόησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον, περὶ οὗ πρόκειται, δικαιώματα συντακτικὰ, καὶ ὅτι δύναται ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ οὐσίαν. Τώρα ὑποβάλλω ἀκόμη καὶ ἑτέραν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ Κύριος Παδοβᾶς· «εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως ὑπάρχει ἔτι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς καταργήσεως;» Καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ νὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν οἱ Βουλευταὶ νὰ δώσωσι τὴν ψῆφόν των, καθόσον παρετήρησεν ὁ Κύριος Μαρκορᾶς, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐμπεριέχει οὐχὶ μόνον τὴν ἀναθεώρησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάργησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐπιμένω, ὥστε ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίσασα ὅλην τὴν ἀποτελεσματικότητα τοῦ ζητήματος, ν’ ἀποφασίσῃ καὶ λύσῃ πρῶτον τὰ τρία αὐτὰ ζητήματα, καὶ μετὰ τὴν λύσιν αὐτῶν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ζητήματος.
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Γνωρίζετε, κύριοι, ὁποία ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν ἡ γνώμη μου περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ὅταν καθιερώθη ἐν τῇ συντακτικῇ Συνελεύσει ὁ θεσμὸς οὗτος· δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι οὐδεὶς ὑπέθεσεν, ὅτι ἀπὸ τῆς γνώμης ταύτης δύναμαι νὰ ἀπομακρυνθῶ δι’ οἱονδήποτε προσωπικὸν λόγον ἐπισυμβάντα. Ἡ αἰτία, δι’ ἣν ἔλαβον τὸν λόγον, εἶναι ἄλλη, νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅπως συζητήσῃ μὲν σήμερον τὸ προκείμενον ἀντικείμενον ὅσον θέλει, ἀλλὰ νὰ μὴ φθάσῃ εἰς μίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν περὶ αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ἡ Βουλὴ ἐκπληροῖ ἔργον συντακτικὸν, καὶ ἐπειδὴ ἔχει τὴν γνώμην ταύτην, νομίζει ὅτι δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις. Μολοντοῦτο, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐφέρθη ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς συζήτησιν σήμερον, καὶ καθῆκον αὐτῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ἀπαιτεῖ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως ἑνὸς θεσμοῦ τοῦ Συντάγματος ἐφέρθη εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ πρόκειται νὰ λυθῇ ἀμέσως· διότι ὑποθέτω, ὅτι ὁ Βασιλεὺς νὰ μὴ συμμερίζεται τὴν γνώμην ταύτην τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ὑπ’ αὐτῆς. Ἐνῷ λοιπὸν, κύριοι, τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως διατηροῦσι τὴν γνώμην των καὶ φρονοῦσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ ὡς Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφ’ ἑτέρου φρονεῖ, ὅτι καθῆκόν της εἶναι ν’ ἀνακοινώσῃ τοῦτο εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ὁ Βασιλεὺς λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἀντιπροσωπευθῇ, ἂν θέλῃ. Προσθέτω καὶ ἄλλον λόγον· ἐπειδὴ πρόκειται καὶ περὶ ἑτέρου ζητήματος, περὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν ἄρθρων 107 καὶ 108, ἥτις δύναται νὰ φέρῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ζήτημα ὅπερ ἐνδιαφέρει τὸν Βασιλέα, ὅθεν καὶ διὰ τοῦτο εἶναι δίκαιον νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ Βασιλεὺς τῆς προκειμένης συζητήσεως.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον;
§96ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 3 καὶ 20′.