1865.11.18
1.526 στίχοι · 12.754 λέξεις · 88 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68.
Τῆς 18 Νοεμβρίου 1865.
(Πέμπτη).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῶν κ. κ. Βουλευτῶν καὶ εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Γόρτυνος κ. Σακελλαριάδης ὑπέβαλε πρότασιν περὶ τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ Ζηνοβίου Βάλβη καὶ τῶν συνυπουργῶν αὐτοῦ ἐπὶ ἀπαλλοτριώσει καὶ βλάβῃ τῆς δημοσίας περιουσίας.
§4ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις ἔχει οὕτως· «Ἐπειδὴ τὸ Ὑπουργεῖον Βάλβη, καθ’ ἃ ἐξήχθη καὶ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν διαφόρων ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων, ἐκηρύχθη ἀμέτοχον ἢ οὐδέτερον τῶν νόμῳ καὶ λόγῳ θεωρουμένων ὡς ἐθνικὴ ἰδιοκτησία ἐν τῷ Λαυρίῳ μετάλλων. Ἐπειδὴ ἡ ἐντεῦθεν οὐδετερότης ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν μέρους τῆς ἑλληνικῆς χώρας, ἡ δὲ τοιαύτη ἀπαλλοτρίωσις συνεπιφέρει εἰς τὸ δημόσιον, παρὰ τὴν ἐθνικὴν ὕβριν, καὶ ζημίας ἀκαταλογίστους πλέον τῶν δισεκατομμυρίων δραχμῶν, τῆς δὲ τοιαύτης παραβάσεως λογίζεται προδοσίας ἔνοχον τὸ εἰρημένον Ὑπουργεῖον· Διὰ ταῦτα Κατηγορῶ αὐτὸ ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, προτείνων τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν αὐτοῦ δυνάμει τοῦ 80 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος».
§5ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§6ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω, κύριοι. Ὁ κ. Ἰακωβάτος ἐλάλησεν ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεώς του προχθὲς δύω ὥρας· μὴ μὲ διακόπτετε, ἀφοῦ θὰ λαλήσω ὀλίγον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἰακωβάτου ἦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀρχῆς καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμεν ἀνάπτυξιν. Τώρα δὲν εἴμεθα εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§8ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τώρα θὰ εἶχον τελειώσει.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητήσατε λοιπὸν κατ’ ἐξαίρεσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ μὴ στηρίζεσθε εἰς προηγούμενα. Λέγετε.
§10ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, διατὶ τὰ πράγματα τῆς πολιτείας ἡμῶν φέρονται ἄνω καὶ κάτω; διότι δυστυχῶς εἰσήχθη ἡ ἀτιμωρησία τοῦ κακοῦ καὶ ἡ ἀτιμωρησία εἶναι ἐκείνη, ἥτις μᾶς φέρει ἀείποτε εἰς συγχύσεις καὶ εἰς ἀνωμαλίας. Ἔχομεν δικαστήρια καὶ δικάζουν ὅλα ἐν γένει τὰ ἐγκλήματα πολιτικῶς τε καὶ στρατιωτικῶς· ἀλλὰ τοὺς ὑπουργοὺς, οἵτινες ἀνέκαθεν ἐθεωρήθησαν οἱ αἴτιοι ὅλων τῶν κακῶν, οὐδέποτέ τις τοὺς ἐδίκασεν, οὐδέποτέ τις τοὺς κατηγόρησεν. Ὡς ἐκ τούτου λαμβάνω τὴν τόλμην, κύριοι, διὰ νὰ παρουσιάσω ἐγὼ πρῶτος κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπηλλοτρίωσεν ἓν μέγα μέρος τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν περιουσίας. Καὶ εἶναι δίκαιον διὰ νὰ τιμωρῶνται οἱ ἔνοχοι· τοῦτο τὸ λέγει οὐχὶ ἡ ἀσθενὴς ἐμοῦ γλῶσσα, ἀλλὰ θεία τις φωνή· «ὁ ἀδικῶν τε καὶ ὁ ἄδικος πάντως μὲν ἄθλιος, ἀθλιώτερος μέν τοι, ἐὰν μὴ διδῷ δίκην μηδὲ τυγχάνοι τιμωρίας ἀδικῶν» λέγει ὁ θεῖος Πλάτων. Γνωρίζετε ποῖα τὰ προγενέστερα ἐγκλήματα αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ Βάλβη, ἀλλὰ διότι ἔμεινεν ἀτιμώρητος, διὰ τοῦτο ἦλθε, κύριοι, νὰ μᾶς πωλήσῃ καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν ἡμῶν, ν’ ἀπαλλοτριώσῃ ἓν μέρος τῆς χώρας μας. Διὰ τοῦτο, ὑποβάλλων τὴν πρότασιν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν συζητήσεως, ὅτε θέλω ἀναπτύξει τὴν κατηγορίαν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον. Συνιστῶ εἰς τὸ ἀκροατήριον τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν.
§12ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον ζητήσει σήμερον, κύριοι, νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω χθὲς περὶ διακοπῆς τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤρχισεν ἤδη ἡ σπουδαία συζήτησις περὶ ἀναθεωρήσεως ἑνὸς θεσμοῦ τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦτον τὸν λόγον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μείνῃ ἡ πρότασις αὕτη δι’ αὔριον. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θεσμοῦ, ἡ Κυβέρνησις ἐπαναλαμβάνει καὶ σήμερον τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ἐκφέρῃ χθές. Τὰ ἄρθρα περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως, τῶν ὁποίων πρόκειται, παρουσιάζουσι διάφορα ἀμφίβολα ζητήματα· ἀλλὰ τόσον εἰς τὴν λύσιν αὐτῶν καθὼς καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας ἡ κυβέρνησις θέλει ἀπέχει πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰς συζητήσεις καὶ θέλει ἐκπληρώσει μεθ’ ὅλης τῆς εὐσυνειδησίας, καὶ τὸ κοινὸν συμφέρον ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα, τὸ ἔργον τοῦ συμβούλου παρὰ τῷ Βασιλεῖ, ὅστις διατηρεῖ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἀκέραιον τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἐξήσκησε καὶ ἐπὶ τῆς συντάξεως αὐτοῦ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§14ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὅταν ἔλαβον χθὲς τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον πρῴην πρωθυπουργὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐσκόπουν βεβαίως ν’ ἀποδώσω καμμίαν πρόθεσιν κακὴν εἰς αὐτόν. Ὁ ἔντιμος κ. Κουμουνδοῦρος, ἐλθὼν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἐξέφρασε μὲν τὰς ἰδέας του ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς πρὸς τὸ χρήσιμον αὐτοῦ, ἀπέφυγε δὲ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην κατηγορητικὴν καθόσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς παρούσης Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Εἶναι βέβαιον, κύριοι, ὅτι ἄνευ λόγου τινὸς δὲν προεκάλεσα τὸν κ. Κουμουνδοῦρον· εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τῆς τότε συνελεύσεως καὶ ἐκ τούτων ὁδηγούμενος τὸν παρεκάλεσα ἔλθῃ νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις Χθές, κύριοι, ὁμιλῶν πρῶτος ἐγὼ περὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, ἐὰν ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχῃ συντακτικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος, εἶπον καθαρῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει συντακτικὴν ἐξουσίαν, ὅτι δύναται ν’ ἀναθεωρήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ νὰ τὸ καταργήσῃ. Εἶπον χθές, κύριοι, ἀρκετά, μ’ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς διάφορα ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν τὸ σῶμα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο ἀπέβη ἀνωφελὲς, ὅτι δὲν ὑπῆρξε ποσῶς χρήσιμον, οὔτε ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας ἐκείνων, οἵτινες ἐφρόντισαν περὶ τῆς συστάσεώς του, διότι τὸ ἔθνος ἀπηρέσκετο ἀπ’ ἀρχῆς εἰς τὴν σύστασιν αὐτοῦ τοῦ σώματος. Χθὲς, κύριοι, ἐστηρίχθην εἰς μόνον τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ στηριχθῶμεν πάντοτε. Τὸ Σύνταγμα δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνεύεται κατὰ τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ κατὰ τὸ γράμμα, διότι, ἂν ἀρχίσωμεν νὰ ἑρμηνεύωμεν τὸ Σύνταγμα ἐν πνεύματι, ἔ, κύριοι, εἰς πόσας διαστροφὰς ἴσως αὐτοῦ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ἀναλόγως τῶν ἐποχῶν, ἀναλόγως τῶν ἐπιῤῥοῶν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν. Τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα καὶ τότε τὸ Σύνταγμα εἶναι ἀσφαλές· δὲν ἠμπορεῖ οὔτε νὰ διαστραφῇ, οὔτε νὰ παραβιασθῇ. Ἀλλ’ εἶναι ἆρα γε ὀρθὴ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα ἐγὼ ἐπὶ τοῦ 108 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος; διότι δύναται ἕνας ἄλλος νὰ μοὶ τὴν διαφιλονεικήσῃ· ποῦ θὰ εὕρωμεν λοιπὸν, κύριοι, τὴν ἀλήθειαν; θὰ τὴν εὕρωμεν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπίσημον χαρακτῆρα, καὶ ἐκεῖ θέλω ἀνατρέξει. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ χαρίσητε ὀλίγον τὴν ὑπομονήν σας διὰ νὰ τὰ ἀναγνώσω. Ὅταν, κύριοι, ἀπεφασίσθησαν, ὅταν ἐψηφοφορήθησαν, ἵνα εἰπῶ καλλίτερον, αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, ἀπεφασίσθη, ὅτι 10 ἔτη ἡ Βουλὴ εἰς δύο συνεχεῖς περιόδους, ἐὰν κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν ἀναθεώρησιν, ἀποφασίζει περὶ τούτου καὶ αὐτὴ διαλύεται, ἄλλη δὲ διπλασία, τοὐτέστι Συνέλευσις, ἔρχεται νὰ τὸ ἀναθεωρήσῃ. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τότε, ὅστις καὶ πληρεξούσιος ἦτο καὶ ὑπουργὸς ἦτο καὶ μάλιστα ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸ θεσμοθέτημα τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ἐζήτησεν, ὥστε νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἀπὸ τὰς διατυπώσεις τὰς γεγραμμένας εἰς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος, καὶ αἱ διατυπώσεις αὗται εἶναι τὸ κατὰ 2 συνεχεῖς περιόδους ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῶν ¾ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ αὐτῆς καὶ νὰ διαλυθῇ αὐτὴ, διὰ νὰ ἔλθῃ διπλασία Βουλή· ἐζήτησε, λέγω, νὰ ἐξαιρεθῇ ἀπὸ τὰς διατυπώσεις ταύτας ἡ ἀναθεώρησις τοῦ μέρους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει τὸν δημοτικὸν νόμον καθόσον ἀφορᾷ τὸ σύστημα τῶν σφαιριδίων. Καὶ ἰδοὺ τί λέγει· «Κουμουνδοῦρος. Ἐγὼ θέλω νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασίς μου, ὅτι αἱ ἑπόμεναι Βουλαὶ, ἄνευ τῶν διατυπώσεων τῶν καθιερωμένων διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσουν τὴν πρότασιν περὶ σφαιριδίων ὡς πρὸς τὰ δημοτικά.» Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ ἔντιμος Κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἠθέλησε νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὰς διατυπώσεις ἐκείνας τὰς λίαν ἐκτεταμένας τὸ μέρος αὐτὸ τῶν σφαιριδίων, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ τῷ ἀποδώσῃ συνοπτικὴν, οὕτως εἰπεῖν, διαδικασίαν καὶ πλειότερα δικαιώματα εἰς τὴν Βουλήν. Τότε ὁ πληρεξούσιος Κ. Γλαράκης, ἀναχωρῶν βεβαίως καὶ ἐκεῖνος ἐκ τοῦ πνεύματος ἐκείνου τοῦ ν’ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὰς διατυπώσεις ἐκείνας καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς διατάξεως περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, λέγει· «Προσθέτω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου τὸ νὰ δύναται ν’ ἀναθεωρηθῇ τὸ περὶ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας.» Ὁ Κ. Ἰάλεμος ἐνταῦθα ἐγχειρίζει τῷ Κ. προέδρῳ πρότασιν. Ὕστερον λοιπὸν ἀπὸ αὐτὰ, καὶ πιστεύω πῶς ἐνοήσαμεν κάλλιστα περὶ τίνος πλέον ἐπρόκειτο· τοὐτέστιν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος δὲν δύνανται νὰ ἰσχύουν καὶ εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναθεωρήσεως διὰ τὰ σφαιρίδια, ὁ Κ. Γλαράκης εἶπεν, ὅτι τὸ αὐτὸ θέλει ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τὴν ψῆφον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἔρχονται τότε αἱ προτάσεις εἰς ψηφοφορίαν· ὁ Κ. Δεληγιάννης εἶχεν ἀσπασθῆ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου. (Ὁ Κ. Δημητριάδης ἀναγινώσκει). «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δεληγιάννη νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου περὶ ἀναθεωρήσεως ὡς πρὸς τὰ σφαιρίδια νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. «Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰαλέμου νὰ ἐγερθῶσιν» (ἐγείρονται πολλοὶ). (Ζητωκραυγαί· ἐπευφημίαι· χειροκροτήματα)·» ὥστε ἐν μέσῳ μιᾶς μεγάλης χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως τοῦ πανελληνίου, οὕτως εἰπεῖν, αὐτῆς τῆς μεγάλης Συνελεύσεως τοῦ Πανελληνίου, αὐτοῦ τοῦ πλήθους τοῦ ἀκροατηρίου ἐλύθη τὸ ζήτημα καὶ ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη, ὅτι τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας μέρος τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπόκειται εἰς τὰς διατυπώσεις τοῦ ἄρθρ. 107. Εἶναι λοιπὸν κἀμμία ἀμφιβολία, ὕστερον ἀπὸ τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος, ὕστερον ἀπ’ αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις τὰς ἐπισήμους τῶν πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως, ὕστερον ἀπ’ αὐτὴν τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου Κ. Κουμουνδούρου, ὅστις ῥητῶς ἠθέλησε ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὰς διατυπώσεις τὰς ἐκτεταμένας τοῦ ἄρθρου 107 τὸ περὶ σφαιριδίων, τὸ ὁποῖον ὅμως ἀπεῤῥίφθη καὶ παρεδέχθη τὸ περὶ Συμβουλίου, εἶναι κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον ἔχει συντακτικὴν ἐξουσίαν ὡς πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συμβουλίου; Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι, πρὸς χάριν ἴσως τινῶν ἀντιδοξούντων, μολονότι δὲν θέλω εἰς κανένα νὰ κάμω τὸ ἄδικον αὐτό. Ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα ὅσοι εἴχετε τὴν τιμὴν νὰ λάβητε μέρος εἰς τὴν Συνέλευσιν, διότι ἐγὼ δὲν τὴν εἶχον, πῶς ἀπεδέχθη αὐτὸ τὸ ψήφισμα, καὶ ἐνθυμεῖσθε ποία χαρὰ ἠγέρθη, ὅταν τοὐλάχιστον ἠδυνήθη ἡ Συνέλευσις νὰ κατορθώσῃ νὰ διασώσῃ τὰ δίκαιά της εἰς μίαν μόνην περίοδον, τὴν πρώτην. Εἶναι λοιπὸν ἀμφιβολία, ὅτι εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑπῆρχεν ἡ πρόθεσις, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ἐν κυριαρχικῷ δικαιώματι ν’ ἀναθεωρήσῃ αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ Συντάγματος; Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι κἀνεὶς δὲν δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, χθὲς ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω πρῶτος νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα· διότι, ὅταν λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητός μας, τότε ἐπέρχονται δύω ἄλλαι προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κ. Παδοβᾶς· ἐὰν δὲ δὲν παρενεβάλλετο αὐτὸ τὸ ζήτημα, εἶμαι καὶ ἐγὼ συμφωνότατος, ὅτι πρῶτον ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος περὶ ἀναθεωρήσεως κατὰ τύπον καὶ ἔπειτα νὰ φθάσῃ εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω ὡς πρὸς τοῦτο, διότι θ’ ἀδικήσω τὰς πολυτίμους στιγμὰς τῆς Βουλῆς, καὶ ἀκόμη περισσότερον, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ διότι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ Συμβουλίου ὅλον τὸ ἔθνος εἶναι προδιατεθειμένον. Τώρα ἔρχεται, κύριοι, ἓν ἄλλο ἀκόμη ἐπιβοήθημα πρὸς ἐπιβεβαίωσιν τοῦ λόγου τοῦ εἰδικοῦ. Ποῖον εἶναι τὸ ἐπιβοήθημα; ὅτι εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος ἀναφέρονται πρῶτον δύω τινα περιστατικὰ ἀπ’ ἀλλήλων διαχωριζόμενα, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 108. Ἐκεῖ τί λέγει; δύω συνεχεῖς βουλευτικὰς περιόδους καὶ τὰ ¾ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ εἰς τὸ ἄρθρον 108 λέγει· εἰς τὴν πρώτην βουλευτικὴν περίοδον ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις ὑπὸ τῶν ¾ τῆς Βουλῆς. Βλέπετε λοιπὸν καθαρῶς τί ἤθελε τότε ἡ Συνέλευσις; ἤθελε μόνον νὰ κρίνῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν συνοπτικώτερον· μάλιστα ἠκούσαμεν καὶ τὴν γνώμην τῶν ἐντίμων Κ. Κ. ὑπουργῶν. Χθὲς οἱ Κ. ὑπουργοὶ εἶπον, οἱ δύω οἵτινες ἐλάλησαν, τοὐτέστιν ὁ ἔντιμος Κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἀτομικὴν γνώμην ἔχουσιν, καὶ ἡ ἀτομική των γνώμη εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην ἡμῶν, οἵτινες ἐπροτείναμεν τὴν ἀναθεώρησιν. Ὡς Κυβέρνησις, ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅπως ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς ὁ ἔντιμος Κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπέχει νὰ ἐκφέρῃ γνώμην καὶ ἀφίεται ἡ Βουλὴ ἐλευθέρα νὰ ἐξασκήσῃ τὰ κυριαρχικά της δικαιώματα ὡς συντακτικὸν σῶμα. Δὲν φοβοῦμαι, κύριοι, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, τὴν ἰδέαν τινων, ὅτι δῆθεν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, μήπως, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν ἁρμοδιότητα, διαλυθῶμεν. Ὄχι, κύριοι, ὅταν πρόκειται περὶ ἑνὸς μεγάλου ζητήματος ἀφορῶντος τὸ ἔθνος, κανεὶς δὲν πρέπει νὰ φοβῆται. Εἴμεθα ὅμως ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων μας, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιμένω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν σήμερον, ἐὰν ἤμεθα ἡμεῖς ἁρμόδιοι· διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ὄχι διότι ἴσως φοβοῦμαι τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἂς ἔλθῃ Συνέλευσις· τοῦτο μᾶς εἶναι ἀδιάφορον· ἐδῶ θὰ ἤμεθα· ἀλλ’ εἴμεθα ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων μας, καὶ ἕκαστος τῶν Κ. βουλευτῶν πρέπει νὰ ἦναι ζηλότυπος τῶν δικαιωμάτων του καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ κηρύξωμεν τὴν ἁρμοδιότητά μας. Τώρα, Κύριοι, ἀφοῦ οὕτω πως ἐτέθη τὸ ζήτημα, καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ ὅτι εἴμεθα ἀναντιῤῥήτως ἁρμόδιοι, καὶ λυθῇ τοῦτο τὸ ζήτημα, ἐπέρχεται τότε ἡ ὀρθοτάτη πρότασις τοῦ Κ. Ποδαβᾶ, ὅτι προηγουμένως πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν θέλωμεν τὴν ἀναθεώρησιν. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποφασίσουν τὰ ¾ τῆς Βουλῆς καὶ κατόπιν ἐπέρχεται πλέον ἡ οὐσιαστικὴ ἀναθεώρησις, ἡ ὁποία συνίσταται καὶ εἰς τροποποιήσεις καὶ εἰς τροπολογίας καὶ εἰς τελείαν κατάργησιν. Ἐγὼ, ἐὰν μ’ ἐρωτᾶτε, ἀπὸ τοῦδε ἀποφαίνομαι διὰ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ σώματος.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§16ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατόπιν τούτου, κύριοι, ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς Κ. Πετράκη, ἤτοι ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς ὁ ὁποῖος θ’ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος; τὰ ¾ τῆς ὅλης Βουλῆς ἢ τῶν παρόντων βουλευτῶν, τουτέστι τῆς ἀπαρτίας;
§17ΠΟΛΛΟΙ. Τῶν παρόντων.
§18ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τὰ ¾ τῶν παρόντων βουλευτῶν θ’ ἀποφασίσουν. Ἀνακεφαλαιόνω λοιπὸν τὸν λόγον μου, διότι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μακρηγορήσω ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος ἀναντιῤῥήτου, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει συντακτικὴν ἐξουσίαν· ἡ Βουλὴ αὕτη δύναται, ἄνευ τινος σφάλματος, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Ἐπικαλοῦμαι, κύριοι, τὸν πατριωτισμόν σας εἰς ἓν ζήτημα τοσοῦτον σπουδαῖον, κατὰ τοῦ ὁποίου ὅλη ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἐξηγέρθη. Ἀποφασίσατε ν’ ἀναθεωρήσητε αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· δὲν πρέπει νὰ μᾶς πτοήσῃ καμμία ἰδέα· οὔτε ἡ διάλυσις, οὔτε τίποτε. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὰ δικαιώματά της. Ἑπομένως προτείνω ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ πρῶτον, ὅτι εἶναι ἁρμοδία, ἔχει συντακτικὴν ἐξουσίαν, καὶ δεύτερον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ Συμβουλίου.
§19ΣΕΡΒΟΣ. Μεθ’ ὅσα ἐῤῥέθησαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὀλίγα μόνον ἔχω νὰ προσθέσω καὶ κρίνω εὔλογον νὰ τὰ προσθέσω διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἁδρὸν, πρόξενον ἀποτελεσμάτων μεγάλων, καὶ ἡ ἁβρότης τοῦ ζητήματος μὲ στενοχωρεῖ ἵνα κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Ὡς ἀποτέλεσμα τῆς μὴ ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς νὰ δικάσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔρχεται, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ἡ Βουλὴ ἐξασκεῖ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει. Ἐξηγοῦμαι· ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ κατά τὸ σύστημά τινων ἀντιφρονούντων, ὅτι δὲν εἶναι ἁρμοδία, θέλει ἐξασκήσει ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ἔχει, διότι ἀνήκει εἰς ἑτέραν ἐξουσίαν. Τί πρεσβεύουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου; Λέγουσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει οὐχὶ τὴν ἀναθεώρησιν ἀλλὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ ἐπιφέρουσι πόρισμα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς· τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τινῶν ἀντιφρονούντων. Προκειμένου λόγου ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν δικαίωμα ἐξαιρετικὸν, πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικοί. Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἀνήκει εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τῆς πολιτείας· ἐξαιρετικῶς ὅμως δύναται νὰ ἔλθῃ ὡς ἀποτέλεσμά τινων πράξεων τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις εἶναι σπανία καὶ πρέπει ῥητῶς νὰ προνοῆται, ὅταν πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπάρχουν τινὲς περιπτώσεις τοιαύτης φύσεως, ὡς εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 107, ἀλλὰ καθὸ ἐξαιρετικὴ περίπτωσις, ἡ ὁποία ἀφαρπάζει ἓν τῶν πολυτίμων δικαιωμάτων τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 107 πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν τῷ θέματι αὐτῆς, καὶ οὐχὶ περαιτέρω. Ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 107 εἶναι μία, ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 108 εἶναι ἑτέρα. Δύω περιπτώσεις προνοοῦνται ἐν τῷ γράμματι τοῦ Συντάγματος· ἡ μὲν ἀφορᾷ οὕτως εἰπεῖν τὴν γενικὴν ἀναθεώρησιν ἐξαιρέσει τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, ἡ δευτέρα μόνον τὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας· ἡ μὲν εἶναι γενικὴ, ἡ δὲ εἰδικὴ ἀναθεώρησις, καὶ καθὸ ἐξαιρετικαὶ διατάξεις καὶ καθὸ ὑπαγόμεναι εἰς τὸν τίτλον εἰδικαὶ διατάξεις, δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι πέραν τοῦ γράμματος, τὸ ὁποῖον ἑκάστη ἀφορᾷ. Ἑπομένως χωριστὰ πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης χωριστὰ ἐπρονόησεν. Ἐὰν ἡμεῖς ἐπιφέρωμεν κατ’ ἀναλογίαν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀναφέρονται εἰς τὸ ἄρθρον 108, ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 107 μόνον, πρέπει νὰ κάμωμεν ἐν τῷ νόμῳ προσθήκην, πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τῆς ἀναλογίας, ἀλλ’ εἰς τὰς διατάξεις αὐτὰς ἡ ἀναλογία δὲν ἐπιτρέπεται· καθιεροῦντες ἀναλογίαν ζητοῦμεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς ἑαυτοὺς ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν, τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοβούλου Βουλῆς. Ναὶ μὲν τινὲς ἐξετάζουσι τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐγὼ ἀποστρέφομαι τὸ τοιοῦτον ζήτημα, ἐγὼ εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ δηλώσω εἰλικρινῶς καὶ εὐκρινῶς, ὅτι ἀποσύρομαι τὴν δευτέραν στιγμὴν τοῦ περιβόλου τούτου, (ὅστις μὲ τιμᾷ) ἂν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσω μίαν διάταξιν νόμου· ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, ἂν πρόκειται νὰ καταπατήσω τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ ἀποκτήσω δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω, δὲν δύναμαι νὰ τὸ κάμω, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἀναγκαῖον, τὸ ἄφευκτον ἀποτέλεσμα τῶν ἀντιφρονούντων. Ἀλλ’ εἶναι λογικὴ ἀπόῤῥοια ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα; Ὄχι. Ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 107 εἶναι διάφορος τῆς τοῦ ἄρθρου 108 καὶ κατὰ τὴν σημασίαν καὶ κατὰ τὰ ἀποτελέσματα. Εἰς ποίους ὅρους ὑπαγάγει τὴν ἀναθεώρησιν τὴν γενικὴν τὸ ἄρθρον 107; Εἰς πολλοὺς· πρῶτον ἔχει τὴν δεκαετίαν, ἔπειτα τὴν συνδρομὴν δύω βουλευτικῶν περιόδων ψηφιζουσῶν ἐπὶ τῷ αὐτῷ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 108 ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ οὐδένα τῶν ὅρων τούτων; ὄχι βεβαίως· δὲν ἀπήτησε τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς δεκαετίας, δὲν ἀπήτησε τὴν ἀπόφασιν δύω βουλευτικῶν περιόδων. Τὸ ἄρθρον 108 λέγει ῥητῶς· «Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις κατὰ τὴν προσεχῆ βουλευτικὴν περίοδον»· ἂν σήμερον ἡμεῖς παραδεχθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ ἵνα ἔλθῃ ἑτέρα, τί πρέπει νὰ εἴπωμεν; ὅτι αἱ ῥήσεις «ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν προσεχῆ περίοδον» πρέπει νὰ τροπολογηθῶσιν εἰς τὰς ἄλλας· δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις κατὰ τὴν προσεχῆ βουλευτικὴν περίοδον. Εἶναι τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα; βεβαίως ναί. Ἐὰν ἐπιτρέπηται ἡ ἀναθεώρησις κατὰ τὴν πρώτην βουλευτικὴν περίοδον, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι κατ’ αὐτὴν πρέπει νὰ λάβῃ χώραν ἡ ἀναθεώρησις. Ποῦ τὴν ἀνήγαγε τὸ Σύνταγμα τὴν ἀναθεώρησιν; εἰς ποῖον χρόνον; εἰς ποῖον σημεῖον; εἰς τὸν χρόνον τῆς πρώτης περιόδου· εἰς ποῖον σημεῖον; εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἤθελε καταρτισθῇ μετὰ τὸ Σύνταγμα. Ἂν λοιπὸν αὐτὴ ἡ Βουλὴ διατελῇ παροῦσα, πρέπει νὰ ἀποφανθῇ αὕτη περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτὴ καὶ οὐχὶ ἡ ἐπακόλουθος Βουλὴ εἶναι ἡ ἁρμοδία νὰ δικάσῃ. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, φρονῶ, ὅτι αἱ δύω προτάσεις, εἴτε συγχωνευόμεναι ὁμοῦ εἴτε χωριζόμεναι, καταντῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα· πρώτη πρότασις θέλει εἶσθαι, φρονῶ, ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἀναθεωρήσεως, δεύτερον, θέλει ἀπαλείψει τὴν διάταξιν αὐτήν· ἂν θέλετε ὅμως νὰ χωρίσωμεν τὰς δύω αὐτὰς προτάσεις, τὸ αὐτὸ θέλει εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα. Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν τῶν παρατηρήσεών μου εἶναι, ὅτι αὐτὴ ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ δικάσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§20ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς Συνελεύσεως· ἑπομένως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ οὐδεμίαν γνώμην ἐσχημάτισα προηγουμένως εἰμὴ τώρα, ὅτε παρουσιάσθη ὑπὸ συζήτησιν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· εἶχον τὴν ἰδέαν πρὶν, ὅτε ἀνέγνωσα τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ προκειμένη Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν ὅμως τῆς προτάσεως αὐτῆς ἀνέγνωσα μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει τὸ δικαίωμα. Τὸ Σύνταγμα ἀναφέρον τὴν ἀναθεώρησιν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρόπου, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ ἐπιτρέπουσα τὴν ἀναθεώρησιν δὲν ἀποφασίζει καὶ ἐπ’ αὐτῆς. Πιστεύω, ὅτι ἂν ἀναγνώσητε μετ’ ἀκριβείας τὰ ἄρθρα 107 καὶ 108, θέλετε πεισθῇ, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ 107 ἄρθρον καθιέρωσεν, ὅτι πᾶσα ἀναθεώρησις ἐπὶ ὁποιουδήποτε θεσμοῦ τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ γίνῃ μετὰ 10 ἔτη, καὶ προσδιώρισεν, ὅτι αὕτη πρέπει νὰ ζητηθῇ κατὰ τὰς διαφόρους συνόδους, καὶ ἀπήτησε πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν πρέπει νὰ ᾖναι τὰ ¾ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν τοῦ προκειμένου ἀντικειμένου, ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισεν, ὅτι οἱ ὅροι τῆς ἀναθεωρήσεως ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἀναθεωρήσεως νὰ μὴ ᾖναι 10 ἔτη, ἀλλὰ κατὰ τὴν πρώτην βουλευτικὴν σύνοδον· προεῖδε δὲ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν· ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ προΐδῃ τὰ προεῖδε, τὰ λοιπὰ δὲ τὰ ἄφησεν εἰς τὸν γενικὸν κανόνα τῆς ἀναθεωρήσεως.
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§22ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ συνταγματικόν, καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὸ Συμβούλιον, εἶμαι κατ’ αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ συνταγματικὸν διαφωνῶ, καὶ διὰ τοῦτο χθὲς ἤμην σύμφωνος τοῦ νὰ ζητηθῇ καὶ ἡ γνώμη τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὡς πρὸς τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, διότι, κύριοι, πιστεύω, ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι οὔτε μέτρον πολιτικόν, οὔτε συμφέρει τὴν κοινωνίαν νὰ προκαλέσωμεν νέας ἐκλογάς. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅπως τὸ ἐξέφρασα, καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν, εἶμαι, ἤμην καὶ ἔσομαι κατὰ τοῦ Συμβουλίου.
§23ΚΟΥΡΗΣ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀντικειμένου ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνασχολούμεθα. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἣν ἀνεγνώρισεν ἤδη ἡ κυβέρνησις, θέλομεν καὶ ἡμεῖς ὁμολογήσει, ἐὰν σκεφθῶμεν, ὅτι, ἐνῶ δὲν παρῆλθεν εἰσέτι τὸ πρῶτον ἔτος ἀπὸ τῆς καθιδρύσεως τοῦ νέου ἐν Ἑλλάδι Συντάγματος, ἤρξαντο ἤδη αἱ πρὸς μεταῤῥύθμισιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ συζητήσεις. Ἔτι δὲ μᾶλλον προφανεστέρα παρίσταται ἡ σπουδαιότης τοῦ ἀντικειμένου, καθ’ ὅσον ἕκαστος ἐννοεῖ, ὅτι τὸ νομοθετικὸν τοῦτο σῶμα πρόκειται εἰς συντακτικὸν συνέδριον νὰ μετατραπῇ, ὅπως τροπολογηθῶσιν ἢ κάλλιον εἰπεῖν καταργηθῶσιν αἱ ἀφορῶσαι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας συνταγματικαὶ διατάξεις, ἅς, Συνέλευσις περιβεβλημένη τῆς κυριαρχικῆς τοῦ ἔθνους ἐξουσίας, ἐν τῷ Συντάγματι περιέλαβε. Σοβαρὰ ὅθεν ἡ ὑπόθεσις καὶ σπουδαῖα τὰ ἀναφυόμενα ζητήματα, πρὸς λύσιν τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται συζήτησις ἐμβριθὴς, ψυχρὰ καὶ ἀπαθὴς, ἵνα μὴ φθάσωμεν εἰς ἡμαρτημένα συμπεράσματα, ἐπιβλαβεῖς ἔχοντα συνεπείας, χαρακτηρισθῶμεν δὲ καὶ ὡς παραβάται τοῦ Συντάγματος. Τὸν δοθέντα πρό τινων μόνον μηνῶν ὅρκον ἔχων καὶ ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν «πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα» λαμβάνω τὸν λόγον πρὸς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος· περιοριζόμενος δὲ εἰς τὰ οὐσιωδέστερα, μετὰ θάῤῥους θέλω ἐκφράσει τὴν γνώμην μου. Εἶναι ἴσως αὐτὴ ἡ τελευταῖα φορὰ, καθ’ ἣν εἰς τὸ βῆμα προσέρχομαι, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς βουλευτικῆς ἐντολῆς ἐνταῦθα διαμένω, ἡ τοῦ καθήκοντος εὐτολμία δὲν θέλει βεβαίως μὲ ἐγκαταλείψει. Δύω οὐσιώδη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀναφύονται ζητήματα· εἴμεθα περιβεβλημένοι τῆς ἐξουσίας τοῦ μεταῤῥυθμίζειν ἢ καταργεῖν τοὺς θεσμοὺς τοῦ Κράτους; Καὶ ἂν τυχὸν τοιαύτην ἔχωμεν ἐξουσίαν, ἐν ὑπάρξει μιᾶς μόνης Βουλῆς, εἶναι μέτρον συνετὸν καὶ ὠφέλιμον, ὑπηρετοῦντες τ’ ἀληθῆ τοῦ ἔθνους συμφέροντα διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας; Καὶ τὸ μὲν πρῶτον ζήτημα ἀποφατικῶς λύεται, εἴτε τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ τὴν ἐπιστήμην συμβουλευθῶμεν, εἴτε τὰς ἐν τῷ Συντάγματι ἐμπεριεχομένας διατάξεις κατὰ καθῆκον ἐξετάσωμεν καὶ σεβασθῶμεν. Τὸ δικαίωμα τοῦ θεσμοθετεῖν εἰς τὴν κυριαρχικὴν τοῦ ἔθνους ἐξουσίαν ἀναμφιλέκτως ἀνήκει, καὶ τὸ ἔθνος κατὰ λογικὴν καὶ ἀναντίῤῥητον συνέπειαν προσηκόντως ἀντιπροσωπευόμενον, δύναται μόνον νὰ ἀνατρέψῃ καὶ μεταβάλῃ τὰ ἤδη θεσμοθετηθέντα. Ἀρχαὶ λαμβάνουσαι τὴν γέννησίν των ἐκ τοῦ Συντάγματος, καὶ συνεπεία αὐτοῦ ὑπάρχουσαι καὶ λειτουργοῦσαι, μηδεμίαν ἐπὶ τῶν θεσμῶν τοῦ κράτους δύνανται νὰ φέρωσιν ἀλλοίωσιν. Τὰς ἀρχὰς ταύτας, ἃς δὲν ἠγνόει οὐδὲ ἠδύνατο νὰ παραγνωρίσῃ τὸ κυριαρχικὸν τῆς Συνελεύσεως σῶμα, βλέπω καθιερουμένας καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ πολιτεύματι. Δύω ἐν αὐτῷ συμπεριλαμβάνονται ἄρθρα κανονίζοντα τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως συνταγματικῶν διατάξεων ἀντικείμενον· ἀλληλένδετα καὶ ἄμεσον ἔχοντα σχέσιν καὶ συνάφειαν, αἴρουσι πᾶσαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀμφιβολίαν. Ἐπ’ αὐτῶν ὀφείλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπιτρέψατε τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος 107 καὶ 108. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν ἐναργῶς προκύπτει, ὅτι ἓν μόνον καὶ περιωρισμένον δικαίωμα χορηγεῖται εἰς τὰς συγκροτουμένας δυνάμει τοῦ Συντάγματος καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ Βουλὰς, ἐκεῖνο τοῦ νὰ ζητήσωσιν, ἐπιβεβαιουμένης τῆς ἀνάγκης, τὴν ἀναθεώρησιν ὡρισμένων τινῶν συνταγματικῶν διατάξεων ἐκ τῶν μὴ θεμελιωδῶν. Ἅμα δὲ ἡ ἀνάγκη βεβαιωθῇ, διατάσσεται συμφώνως πρὸς τοὺς ὑπαγορευομένους ὑπὸ τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου κανόνας, ἡ ὑποχώρησις, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, καὶ νέον περιβεβλημένον τῆς κυριαρχικῆς τοῦ ἔθνους ἐξουσίας πρὸς τοῦτο συνέρχεται σῶμα, ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ βουλευτῶν συγκείμενον, ὅπως ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων ἀποφασίσῃ. Καὶ εἰ μὲν πρόκειται περὶ οἱασδήποτε μὴ θεμελιώδους διατάξεως, ἐξαιρουμένων τῶν περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ἐπιτρεπομένη τῆς ἀναθεωρήσεως περίπτωσις οὐ μόνον δὲν ἐπαληθεύεται εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν ὁλοκλήρου δεκαετίας, ἀλλὰ πρὸς τούτοις ἀπαιτεῖται νὰ τὸ ζητήσωσι κατὰ δύω συνεχεῖς βουλευτικὰς περιόδους τὰ τρία τέταρτα τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῆς Βουλῆς. Εἰδὲ πρόκειται περὶ τῆς ὡσαύτως ἐπιτρεπομένης ἀναθεωρήσεως τῶν περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διατάξεων, ἀναγκαία δὲν καθίσταται ἡ τῶν δέκα ἐτῶν παρέλευσις, οὐδὲ ἡ κατ’ ἐπανάληψιν εἰς δύω συνεχεῖς βουλευτικὰς περιόδους αἴτησις τῶν τριῶν τετάρτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖται. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀρκεῖ μόνον νὰ τὸ αἰτήσωσι τὰ τρία τέταρτα τῆς βουλευτικῆς ἀπαρτίας, κατὰ τὴν πρώτην μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος βουλευτικὴν περίοδον. Ὡς πρὸς τὸ χρονικὸν διάστημα, ὡς πρὸς τὴν ἐπανάληψιν τῆς αἰτήσεως καὶ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων γίνεται ἐξαίρεσις καὶ διαφορὰ ὑπάρχει. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 108 μηδεμίαν ὑπέστη τροπολογίαν ἡ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ καθιερωθεῖσα ἀρχὴ, δι’ ἧς συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης ἀπαγορεύεται νὰ μετατραπῇ εἰς συντακτικὸν συνέδριον τὸ νομοθετικὸν τοῦτο σῶμα, ἀντιποιούμενον πρὸς μεταῤῥύθμισιν ἢ κατάργησιν ὑπάρχοντος θεσμοῦ τὴν κυριαρχικὴν τοῦ ἔθνους ἐξουσίαν. Τότε δὲ μόνον ἠδυνάμεθα εἰς τοιοῦτον νὰ φθάσωμεν συμπέρασμα, ἐὰν ἀπέναντι τῆς διαλαμβανομένης ἐν τῷ ἄρθρῳ 107 ἀπαγορευτικῆς ῥήτρας τοῦ ἀποφασίζειν ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, ῥητῶς καὶ ἐκπεφρασμένως διὰ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου ἀνετίθετο τοιαύτη ἐξουσία εἰς Βουλὴν ἔχουσαν τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκεῖνο τοῦ θεσμοθετεῖν. Ἀπαιτεῖται δὲ ὁλόκληρος περικοπὴ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 108, ὅπως ἡ ἐνεστῶσα Βουλὴ ἐπὶ τῶν περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀναθεωρητέων διατάξεων ἀποφασίσῃ. Δυνάμεθα, καί τοι δὲν ἔληξεν εἰσέτι ἡ πρώτη σύνοδος τῆς τετραετοῦς βουλευτικῆς περιόδου, νὰ κηρύξωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῶσιν αἱ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διατάξεις, διότι τοῦτο ἐπιτρέπεται· ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα κατὰ τὴν γνώμην μου παραβιάζεται, ἐὰν ταυτοχρόνως ἀποφασίσωμεν, τροπολογοῦντες ἢ καταργοῦντες τὸ διὰ θεσμοῦ καθιδρυθὲν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀφ’ ἑτέρου, ἂν ἀμφιβολία μόνον δύναται νὰ ἐγερθῇ ὡς πρὸς τὰ ἀποῤῥέοντα ἕνεκα τῶν προμνησθέντων δύω ἄρθρων εἰς τὴν Βουλὴν δικαιώματα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατείνομαι, ὅτι ἔργον φρονήσεως ἤθελεν εἶσθαι νὰ μὴ ἐπισπεύσωμεν ἐπὶ τοσοῦτον, ἐν καταλληλοτέρῳ χρόνῳ ἀναβάλλοντες τὰς ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος ἀποφάνσεις μας. Καθῆκον κατὰ τὴν γνώμην μου ἔχομεν, ἐκ τῆς πείρας τῶν πραγμάτων ὁδηγούμενοι, τὰς πράξεις καὶ τὰ ἔργα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, πεφωτισμένην νὰ μορφώσωμεν γνώμην, διότι, ἂν ἀνεξετάστως καὶ ἐκ τῶν προτέρων καὶ τὰς πράξεις καὶ τὰ ἔργα καὶ τοὺς θεσμοὺς ἐπικρίνωμεν, ἡμεῖς ἐπὶ τέλους δικαίως θέλομεν ἐπικριθῆ. Τὸν θεσμὸν δὲ διὰ βραχέων ἐξετάζων, οὐδόλως εἰς τὰ πρόσωπα ἀποβλέπω. Φέροντες μεθ’ ἡμῶν τὰς ἀτελείας τῆς ἀνθρωπότητος, ἐκ τῆς εὐθείας ὁδοῦ δυνάμεθα νὰ ἀποπλανηθῶμεν, ἂν τυχὸν εἰς τὰς ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν προσώπων συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας ὑπακούσωμεν. Ἀφ’ ἑτέρου τὰ πρόσωπα παρέρχονται, τὰ δὲ ἔργα διαμένουσι καὶ αἱ συνέπειαι αὐτῶν. Οὐδέποτε δὲ ἕνεκα τῶν προσώπων καταδικάζονται οἱ θεσμοί. Ἕκαστος θέλει ὁμολογήσει ὅτι εὐεργετικὸς καὶ ὠφέλιμος εἶναι ὁ περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας θεσμὸς, καὶ μόλα ταῦτα σπάνια δὲν εἶναι τὰ παραδείγματα τῆς ἀνικανότητος ἢ ἀκαταλληλότητος τῶν διοριζομένων προσώπων· ἀλλ’ οὐχὶ καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τοῦ θεσμοῦ θέλομεν ἀποφανθῆ. Οὐδεὶς ὡσαύτως δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι διὰ τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ἐξελέγχονται καὶ ἀνακαλύπτονται αἱ μὴ προλαμβανόμεναι διὰ καταλλήλων διορισμῶν καταχρήσεις τῶν διαχειριζομένων τὸν δημόσιον πλοῦτον ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἂν τυχὸν ἕνεκεν ὀλιγωρίας ἢ ἄλλης οἱασδήποτε αἰτίας ἀποτυγχάνῃ ὁ σκοπὸς τῆς καθιδρύσεως τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, οὐχὶ διὰ τοῦτο τὸ καθίδρυμα θέλομεν ἀποδοκιμάσει. Προσέξατε, κύριοι, ποῦ βαδίζομεν καὶ ποῦ θέλομεν φθάσει, ἐὰν ἔχοντες πολίτευμα μὲ μίαν μόνην Βουλὴν, ἀφαιρέσωμεν τὸ πρὸς ἐπεξεργασίαν καὶ βάσανον τῶν νόμων ἱδρυθὲν συμβουλευτικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον σπουδαίας δύναται νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίας καὶ ἐκ πολλῶν ἀτοπημάτων νὰ προφυλάξῃ τὴν Βουλήν. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ ἀποδοκιμασίαι ἀναμίξ).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο συγχωρεῖται.
§25ΚΟΥΡΗΣ. Αἱ ἀποδοκιμασίαι διὰ τῶν ἐπιδοκιμασιῶν συμψηφίζονται, ἀλλ’ ἐν τούτοις βουλευτικὸν ἐκπληρῶν καθῆκον, κατ’ ἰδίαν κρίσιν καὶ πεποίθησιν μετὰ θάῤῥους ἐκφράζω τὴν γνώμην μου. Σκεφθῆτε, ἐπαναλαμβάνω, ὡρίμως ποῦ θέλομεν εὑρεθῆ, ἐνῷ μία μόνη Βουλὴ ὑπάρχει ἔχουσα τὸ τῆς πρωτοβουλίας δικαίωμα, εἰς ἣν ἕκαστος βουλευτὴς δύναται νὰ προτείνῃ πᾶν ὅ,τι διανοεῖται, καὶ τὸ ὁποῖον εὐκόλως εἰς νόμον μεταβάλλεται, ὁσάκις μάλιστα ἐκ τοιούτων τινῶν περιστάσεων τὰ πνεύματα ἐξάπτονται καὶ ἐν τῷ μέσῳ θορυβωδῶν συζητήσεων οἱ νόμοι συντάσσονται. Σκεφθῆτε ἐπὶ τέλους, κύριοι, ὅτι ἐκτίθεται καὶ ἡ Βασιλεία ἀπέναντι μιᾶς μόνης Βουλῆς, ὅταν τῇ ἀφαιρέσωμεν καὶ αὐτὰς τὰς ἐπὶ τῶν νόμων συμβουλὰς καὶ γνωματεύσεις τοῦ πρὸς παρασκευὴν καὶ βάσανον τῶν νομοσχεδίων συστηθέντος συμβουλευτικοῦ σώματος. Ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη πολιτικοῦ οἰκοδομήματος δὲν πρέπει ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐκλείψῃ εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων ἕνεκα τῶν βάσεων αὐτοῦ λίθος, διότι ἄλλως ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα κινδυνεύει καὶ πολλαὶ αἱ δυνάμεναι νὰ προέλθωσι σοβαραὶ συνέπειαι καὶ μεταβολαί. Κηρύσσομεναι ὅθεν ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (ἀποδοκιμασίαι εἴς τινα τοῦ ἀκροατηρίου θεωρεῖα, ἐπιδοκιμασίαι εἰς ἕτερα, φωναὶ καὶ θόρυβος.)
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου οἱ θορυβήσαντες· νὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον.
§27Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ κενωθῇ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλετε νὰ πιέζεται ἡ Βουλή....
§29ΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐπιέσθην, Κ. Πρόεδρε, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐλευθέρως ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιέζονται ἄλλοι.
§31Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν πιέζεται κανείς.
§32ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ὅστις φοβεῖται τὴν κοινὴν γνώμην ἠμποροῦσε νὰ μὴ ἔλθῃ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν συνετάχθη αὐτὸς ὁ κανονισμός, ἠδύνασθε πολὺ καλὰ νὰ εἴπητε, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιδοκιμασία ἢ ἡ ἀποδοκιμασία· ἀλλ’ ὅταν ἐκάμετε τοιοῦτον κανονισμόν, χρεωστεῖτε νὰ τὸν τηρῆτε. Κ. ἀκροαταί, σᾶς παρακαλῶ· ἰδοὺ ποῖον δικαίωμα ἔχετε εὑρισκόμενοι ἐδῶ. «Ἄρθρον 89. Διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, οἱ ἀκροαταὶ ὀφείλουν νὰ τηρῶσιν ἄκραν σιγὴν κτλ. Ἀκροατὴς, ὅστις ἤθελε δείξει σημεῖα ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας εἴτε δι’ ἐπευφημήσεων καὶ χειροκροτήσεων, εἴτε διὰ κραυγῶν, ἀγορεύοντός τινος βουλευτοῦ, ἀποβάλλεται τῆς θέσεώς του παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κλητῆρος. Ὁ ταράττων τὰς διασκέψεις ἀπάγεται ἄνευ ἀναβολῆς, ἂν ἡ χρεία τὸ καλέσῃ, καὶ ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς.» Βλέπετε ὅτι παραβιάζονται νόμοι, ἐνῶ συνηγορεῖτε, ὡς νομίζετε, ὑπὲρ αὐτῶν; Ὅταν ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας σεῖς παραβιάζετε τὸν νόμον, βέβαια ἀπὸ ἄγνοιαν ἐπράξατε τοῦτο. Μὴ τὸ ἐπαναλάβητε. Ὁ κ. Ῥηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§34ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί! Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν καὶ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ νέου ἡμῶν Συντάγματος καὶ περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καθόσον ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς — καὶ τοῦτο σᾶς τὸ λέγω ἀπὸ ἰδίαν ἀντίληψιν καὶ ἐντύπωσιν — ἐνστίκτως πως ἀπεδοκίμασεν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τὴν σύστασιν καὶ τὴν μορφὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐπιτρέψατε ὅμως νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας μόνον λέξεις, διὰ νὰ σᾶς ἐκφράσω καὶ τὴν ἰδικήν μου ἐνδόμυχον πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν — σημειώσατε — ὄχι σήμερον ἐσχημάτισα, ἀλλὰ πολὺ πρὶν ἢ συστηθῇ τὸ Συμβούλιον αὐτὸ, ὅταν ἀκόμη ὑπῆρχεν ἡ Γερουσία. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ὅμως καλλίτερον τὸ σφαλερὸν τῆς συστάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν μιᾶς ἄλλης ἰδέας· ἢ μᾶλλον τὸ ζήτημα τοῦτο μᾶς φέρει εἰς ἓν ἄλλο ζήτημα, περὶ τοῦ ποία πολιτεία ἁρμόζει σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πνεύματος, ἐκ τῶν ἠθῶν μας, ἐκ τῶν παραδόσεών μας, ἐκ τῆς ἱστορίας μας καὶ ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ καὶ τῆς θέσεως τοῦ τόπου μας φρονῶ, ὅτι τὸ καταλληλότερον πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ τοῦ γένους μας καὶ τῆς Εὐρώπης, εἶναι Μοναρχία καθαρῶς συνταγματικὴ, δηλαδὴ Μοναρχία στηριζομένη ἐπὶ δημοκρατικῶν θεσμῶν. Καὶ τότε μόνον, πιστεύω, τὸ ἔθνος ἡμῶν δύναται νὰ προοδεύσῃ καὶ ἐκπληρώσῃ μίαν ἡμέραν τὸ ταχύτερον τοὺς ὑψηλοὺς προορισμούς του. Καὶ διατὶ τοιοῦτο πολίτευμα; Διότι, Κύριοι, ἡ οὐσία, ἡ ψυχὴ, τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους εἶναι κυρίως, ἀείποτε, πνεῦμα ἰσότητος, ἰσονομίας. Διὰ τοῦτο ἐν Ἑλλάδι ἕνας θεσμὸς ὅστις ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς ἰσονομίας, καὶ ἂν ἀκόμη ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν δύναται μὲν νὰ χρησιμεύσῃ, ἴσως ὅμως δὲν δύναται νὰ βλάψῃ πολὺ, ὁ τοιοῦτος θεσμὸς δὲν ἠμπορεῖ ἢ ν’ ἀποκρουσθῇ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ κατ’ ἐμὲ δικαίως. Ὅταν εἰς ἓν ἔθνος, Κύριοι, — καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο — ζητήσῃ ὁ νομοθέτης, ἢ οἷος δήποτε νὰ βαδίσῃ ἐναντίον τῆς οὐσίας, τῶν ἐνστίκτων, τοῦ πνεύματος τοῦ ἔθνους αὐτοῦ καὶ τοῦ αἰῶνος του, μὴ ἀμφιβάλετε, ὅτι αὐτὸς μὲν καὶ ἄκων θέλει γεννήσει σκάνδαλα, ζιζάνια, τὸ δὲ ἔργον του θὰ ναυαγήσῃ καὶ τὸ ἔθνος ἐκεῖνο θὰ ὀπισθοδρομήσῃ. Ὅτι δὲ, Κύριοι, τὸ ἰδιάζον χαρακτηριστικὸν, ἡ οὐσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ, σχετικῶς πρὸς τὰ ἄλλα ἔθνη, εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς ἰσότητος, τῆς ἰσονομίας, καταφαίνεται ἀπὸ τὰ ἤθη ἡμῶν καὶ ἔθιμα, μάλιστα δὲ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τῷ ὄντι ἡ ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἄλλο τι δὲν εἶναι κατ’ οὐσίαν, εἰς ὅλας τὰς ἐποχὰς τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας αὐτοῦ, εἰμὴ μία ἀνάπτυξις, μία μορφοποίησις, ὄχι μόνον τῆς πνευματικῆς ἀνεξαρτησίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ τῆς ἰσότητος, καὶ εἰς τοὺς καιροὺς τοῦ Πολυθεϊσμοῦ καὶ εἰς τοὺς καιροὺς τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅστις ἔτι μᾶλλον ἐνίσχυσε τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς ἰσότητος διὰ τοῦ δόγματος τῆς ἀδελφότητος, τῆς ἀγάπης. Ἑπομένως, Κύριοι, τὸ ἔθνος ἡμῶν, ὁσάκις εὑρεθῇ ἐλεύθερον, ἀποκρούει πάντοτε, ὄχι τὸ ποικίλον τῶν θεσμῶν, ἀλλὰ πάντα θεσμὸν, ὅστις ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς ἰσονομίας. Ἀλλὰ θὰ μ’ εἴπῃ τις, διατί εἴς τινα ἄλλα ἔθνη νὰ ὑπάρχουν τοιαῦτα σώματα, τοιαῦτα μέρη τοῦ κοινωνικοῦ μηχανισμοῦ; Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἔχουν τὸν λόγον των, καὶ ἐδῶ ὄχι. Διότι ἓν ἔθνος δὲν δύναται, Κύριοι, νὰ προοδεύσῃ, ὅταν εἰς τὴν διοργάνωσιν αὐτοῦ μιμῆται καθ’ ὅλα καὶ τυφλῶς τὰ ἄλλα ἔθνη· δὲν δύναται νὰ προοδεύσῃ, ὅταν ὁ νομοθετῶν θεωρήσῃ αὐτὸ ὡς ἄγραφον χάρτην, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται ἀνεξετάστως νὰ γράψῃ ὅ,τι θέλει. Ἀπ’ ἐναντίας ἓν ἔθνος τότε μόνον προοδεύει καθ’ ὅλα, ὅταν ὁ νομοθέτης αὐτοῦ, ἀφοῦ βαθύνῃ καὶ ἐννοήσῃ καλῶς τὰς ἐνστίκτους κλίσεις, τὸ πνεῦμα, τὰ ἤθη, τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν χώραν τοῦ ἔθνους ἐκείνου, δώσῃ εἰς αὐτὸ τοιούτους νόμους οἵτινες ἄλλο νὰ μὴ ἦναι, εἰμὴ ἀνάπτυξις καὶ ἁρμονικὴ διοργάνωσις τῶν ἐθνικῶν αὐτοῦ στοιχείων. Διότι κάθε ἔθνος, Κύριοι, εἶναι μία προσωπικότης, ἐκφράζει καὶ ἐκτελεῖ μίαν ἰδιαιτέραν ἐνέργειαν, fonction, ἐν τῇ ἀνθρωπότητι, καὶ ἂν δὲν ἐπιθυμῇ νὰ ὀπισθοδρομήσῃ, ὀφείλει νὰ ὀργανισθῇ συμφώνως μὲ τὴν οὐσίαν τῆς προσωπικότητός του καὶ ἐνεργείας του· ἡ δὲ καθόλου πρόοδος τῆς ἀνθρωπότητος ἀποτελεῖται διὰ τῆς ἀδελφικῆς κινήσεως ὅλων τῶν ἐθνῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶναι μία πρωτότυπος ἐνέργεια, ἓν μέρος ἴδιον τῆς γενικῆς ἐργασίας. Καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην τοῦ καταμερισμοῦ τῆς παγκοσμίου ἐνεργείας, τὸν νόμον τοῦτον τῆς ζωῆς καὶ προόδου, ἐφαρμοζόμενον καὶ εἰς τὸν ὑλικὸν καὶ εἰς τὸν ἠθικὸν κόσμον, διετύπωσεν ἄριστα ὁ μέγας πολιτικὸς φιλόσοφος τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ ἀπόστολος Παῦλος, εἰπών: «Καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμα ἐσμὲν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθεὶς ἀλλήλων μέλη.» Ὅσα λοιπὸν ἔθνη ἐπροώδευσαν, Κύριοι, δὲν ἐμιμήθησαν ἄλλους τυφλῶς, ἀλλὰ διοργανιώθησαν κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῶν φύσιν. Τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι ὡς τὸ ἐχαρακτηρίσαμεν· ἡ κοινωνία ἡμῶν οὐδέποτε διῃρέθη εἰς βαθέα χάσματα, ὡς ἄλλα ἔθνη· πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν εἰς τὴν πατρίδα μας καὶ ὠφελήσουν αὐτὴν θεσμοὶ οἵτινες ἐδῶ δὲν ἔχουν λόγον ὑπάρξεως, ἂν εἰς ἄλλα ἔθνη δύνανται ἀκόμη νὰ ἔχουν καὶ νὰ συντελοῦν ἀκόμη εἰς τὴν πρόοδόν των; Ἂν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, φερ’ εἰπεῖν, ὑπάρχῃ εἷς μέγας μοχλὸς προόδου, ἡ ἐλευθερία, δυνάμεθα ὅμως νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ παραδειγματιζώμεθα ὡς πρὸς πολλὰ ἄλλα ὑπάρχοντα εἰς αὐτὴν, ἥτις διὰ πολλοὺς αἰῶνας στηρίζεται ἐπὶ ἀριστοκρατικοῦ ὀργανισμοῦ; Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν, Κύριοι, ἐν Ἑλλάδι ὅπου ἡ κοινωνία εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος, καὶ εἰς αὐτὸν μάλιστα τὸν αἰῶνα, ὅτε καὶ εἰς ἄλλα ἔθνη τείνουν εἰς τὴν ἰσονομίαν, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πρόοδον αὐτῆς ἓν σῶμα τὸ ὁποῖον ἐσχημάτισαν πράγματι διὰ νὰ ἦναι ὡς ἕν τι ἀντιπροσωπεῦον ἰδιαιτέραν τινὰ τάξιν, ὡς ἓν μεσότοιχον μεταξὺ τῆς Βουλῆς, ἥτις εἶναι τοῦ λαοῦ ἡ ἔκφρασις, καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις εἶναι ὁ Βασιλεὺς; διότι, Κύριοι, τοιοῦτον χαρακτῆρα καὶ προορισμὸν ἔδωκαν ἐδῶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, δηλαδὴ πολιτικὸν καὶ ὄχι ἁπλῶς διοικητικόν. Ἀλλὰ ἡ πεῖρα τῶν τελευταίων εἴκοσιν ἐτῶν δὲν θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος; Ἀλλὰ λέγουν τινές, ὅτι περιττὸν μὲν δύναται νὰ ἦναι, ἀλλ’ ὄχι καὶ βλαπτικόν. — Ὄχι, Κύριοι. Πᾶς θεσμὸς περιττὸς εἰς τὸν κοινωνικὸν ὀργανισμὸν βλάπτει, ὅπως δήποτε καὶ ἂν ἐξετασθῇ. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ὄχι μόνον περιττὸν, ἀλλὰ ἓν ζιζάνιον, ἓν σκάνδαλον διὰ τὸν πολιτικὸν μάλιστα ἐκεῖνον χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον τοῦ ἔδωκαν κατὰ τὴν γέννησίν του. Διότι λοιπόν, Κύριοι, τὸ σῶμα αὐτὸ ἐδημιουργήθη κατ’ οὐσίαν μὲ τοιοῦτον προορισμὸν, ἐναντίον καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ αἰῶνος ἡμῶν, καὶ διότι κατὰ συνέπειαν εἶναι σκανδαλοποιὸν καὶ βλαπτικὸν, διὰ τοῦτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀπὸ τῆς μιᾶς ἄκρας τῆς Ἑλλάδος μέχρι τῆς ἄλλης, — καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὅλοι τὸ γνωρίζετε, οἵαν δήποτε γνώμην καὶ ἂν ἔχετε νὰ ἐκφέρητε — ἐνστίκτως πως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅλος, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πεπαιδευμένοι καὶ ἀπαίδευτοι εἶπον ὅλοι, ἰδίως μετὰ τόσα παθήματα, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν πρέπει νὰ μείνῃ σήμερον εἰς τὴν ἐποχὴν αὐτὴν, μετὰ τὴν Ὀκτωβριανὴν ἐπανάστασιν... (Εὖγε! Εὖγε! ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, (πρὸς τὸ ἀκροατήριον) ἂν θέλετε νὰ μὲ ἀκούσετε, διατηρήσατε ἡσυχίαν. Τινὲς ἄλλοι λέγουν, ὅτι τὸ Συμβούλιον αὐτὸ ἐγένετο πρὸς εὐκολίαν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἦτον τοῦτο, Κύριοι, ἀληθὲς ἂν ὑπῆρχε μόνον μία ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν συγκειμένη, ἁπλῶς προπαρασκευαστικὴ τῶν νόμων, καὶ τίποτε ἄλλο. Ἀλλ’ ἓν Συμβούλιον, ὅπως ἐπλάσθη, ἔχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ νὰ κρατῇ αὐτὰ ἐπὶ 10 ἢ καὶ 25 συνεχῶς ἴσως ἡμέρας, τοῦτο εἶναι ὄχι εὐκολία, ἀλλὰ χρονοτριβή, παρεμποδίζουσα τὸ ἔθνος εἰς τὰς ἐργασίας του.— Ἀλλὰ διὰ τοῦ Συμβουλίου δὲν ὡριμάζουν καλλίτερον τὰ ζητήματα; Οὔτε τοῦτο, Κύριοι, ἐκτὸς μόνον ἂν ἐννοοῦν, ὅτι μᾶλλον δύνανται τὰ νομοσχέδια νὰ ὁμοιάσωσιν ὄχι σπανίως καρποὺς ὑπερωρίμους. Ἄλλως τε ἡ ὡρίμανσις τῶν νομοσχεδίων ἐπιτυγχάνεται, διότι ἕκαστον αὐτῶν ἀναγινώσκεται ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν πεποιθήσει λοιπὸν, Κύριοι, φρονῶ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῇ, ἢ μᾶλλον νὰ καταργηθῇ ὅπως εἶναι τὴν σήμερον. Ἂν δὲ νομίσητε, ὅτι εἶναι ἴσως ἀναγκαία μία ἁπλῆ προπαρασκευὴ νόμων πρὸς εὐκολίαν τῆς Βουλῆς, τοῦτο δυνάμεθα νὰ τὸ κατορθώσωμεν, ἂν ἡ Βουλὴ ἡ ἰδία συστήσῃ μίαν ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἀπὸ διάφορα στοιχεῖα, ἤγουν νομομαθεῖς τινας, καθηγητὰς, στρατιωτικοὺς, ἐμπόρους καὶ βιομηχάνους, ἀλλάζοντας κατὰ καιροὺς, καὶ συνερχομένους κατά τινα ὡρισμένα χρονικὰ διαστήματα πρὸς ἁπλῆν προπαρασκευὴν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ὕστερον νὰ συζητῇ καὶ ἀποφασίζῃ. Καὶ τοῦτο δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ διὰ τῆς σημερινῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου. Καθόσον ἤδη ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν ἑρμηνείαν τοῦ 108 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐκ τοῦ κειμένου καὶ μόνου καταφαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τὴν ἀναθεώρησιν.—Τελειώνω, Κύριοι, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξετε καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας θέλω προσθέσει. Ἕνας μέγας ἀνὴρ, ὅστις συνετάραξε τὸν αἰῶνά μας καὶ περιέφερε τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν διὰ τῆς λόγχης εἰς τὰ ἔθνη, συντελέσας οὕτω καὶ αὐτὸς, ἑκὼν ἄκων, εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἀνθρωπότητος, ὁ πρῶτος Ναπολέων, ὅταν ἔφθασεν ἡ ὥρα τῆς μετανοίας, ἀπὸ τὴν νῆσον τῆς Ἁγ. Ἑλένης ἐξέφρασε μίαν μεγάλην ἀλήθειαν. Καὶ αὕτη, Κύριοι, δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ σήμερον προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, καὶ πάντοτε πρέπει νὰ ἔχουν αὐτὴν εἰς τὸν νοῦν των, ὄχι μόνον οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ νομοθέται αὐτῶν, καθόσον καὶ τὸ ἔθνος των πρέπει καλῶς πρότερον νὰ σπουδάζωσι καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ καιροῦ των νὰ μὴ τὸ παραβλέπουν. Εἶπε: J'ai heurté les idées de mon siècle et j'ai tout perdu! ἤγουν «Ἐπρόσκρουσα εἰς τὰς ἰδέας τοῦ αἰῶνος «μου καὶ ἔχασα τὸ πᾶν!» (Εὖγε! Εὖγε! ἀπὸ διάφορα μέρη.)
§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα, Κύριε Πρόεδρε, ἔπρεπε νὰ ἐνασχοληθῶμεν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τοὺς ἀγορεύοντας, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀφορῶντος τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος, δηλ. ἂν πρέπει νὰ καταργηθῇ ἢ ἄλλο. Ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιστραφῇ εἰς τοῦτο μόνον.
§37ΤΙΝΕΣ. Ἂν παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θέλω περιορισθῆ βεβαίως εἰς τὸ θέμα, καὶ ὅμως δὲν ἠμπορῶ νὰ παρασιωπήσω ἀπάντησίν τινα εἰς τὸν προλαλήσαντα, ὅστις ἀνεκάλυψε τὸν ἀληθῆ λόγον τῆς καταφορᾶς κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι ἀνάγκη τῆς καταστροφῆς, τῆς ἰσοπεδώσεως εἶναι τὸ ἔνστικτον καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἔθνους τὸ ὁποῖον δὲν ὑποφέρει τὴν ἀνισότητα, καὶ ἂν ὑπάρχῃ που τοιαύτη πρέπει νὰ πέσῃ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, τοῦτο; Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ φέρω σήμερον ἐνώπιόν σας ἔξωθεν συλλεχθείσας ἰδέας· δὲν κάμνω λόγον οὔτε περὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλὰ τὴν κοινὴν γνώμην δὲν ἀντιπροσωπεύουν οἱ ἐν τοῖς θεωρείοις, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποδοκιμάζουσι καὶ ἐπιδοκιμάζουσι τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα. Τὴν κοινὴν γνώμην παριστᾷ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Εἶναι, κύριοι, ἐρωτῶ, εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλλην. λαοῦ ἡ καταστροφή; Ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τὸ Συμβούλιον δὲν εἶναι μία ἐξοχὴ ἥτις πρέπει νὰ πέσῃ; Τὸ Συμβούλιον εἶναι σῶμα ὑποδεέστερον τῆς Βουλῆς, εἶναι ὑπάλληλός σας. Καὶ δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν τάσιν πρὸς τὴν καταστροφὴν, πρὸς τὴν ἰσοπέδωσιν πάσης ἀτομικῆς ἐξοχῆς. Ἀλλὰ, κύριοι, τὰ δημοκρατικὰ ἀληθῶς ἤθη τῶν προπατόρων ἡμῶν, αἱ ἀτομικαὶ ἐξοχαὶ προσέκρουον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὸ πολλαπλοῦν τῶν σωμάτων καὶ τῶν ἐξουσιῶν, διότι καὶ εἰς τὴν ἀρχαιότητα εὑρίσκετο τὸ πολλαπλοῦν αὐτὸ καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὴν Σπάρτην, ὅπου ὑπῆρχον ἔφοροι καὶ ἡ Γερουσία, τὸ πολλαπλοῦν καὶ τότε ἐθεωρεῖτο ὡς ἐγγύησις.
§39ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ ἡ Σπάρτη, ἀλλ’ αἱ Ἀθῆναι ἐξέφραζον τὸν Ἑλληνισμόν.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας, Κύριοι, δὲν ἦτο μόνος ὁ λαὸς σῶμα κυρίαρχον, σκεπτόμενον καὶ ψηφίζον· τὸ πολλαπλοῦν καὶ εἰς τὴν δημοκρατίαν τῶν Ἀθηνῶν ὑπῆρχε καὶ ἐν αὐτῷ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ δημοκρατία τῶν Ἀθηνῶν ἐμεγαλύνθησαν πρὶν, ἐν δὲ τῇ ἁπλότητι τῆς μονάδος αἱ Ἀθῆναι ἐτυραννοῦντο καὶ ὠχλοκρατοῦντο. Ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἀπ’ αὐτὸ τὸ σημεῖον ἀνεχώρησαν οἱ θέλοντες νὰ ὑπάρξῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐπιῤῥοήν τινα ἔχον πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Συνέλευσις αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἐκτιμήσασα τὸ παρεδέχθη. Ἀλλὰ, κύριοι, διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὸ θέμα, οἱ πολεμοῦντες τὸν θεσμὸν αὐτὸν, θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωσι τὸν ἰσχυρισμόν των, ἀφοῦ ἀπηλπίσθησαν ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἀνέτρεξαν εἰς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ καὶ εἶπον, ἐνῷ πρότερον ἤρχισαν ἰσχυριζόμενοι τὸ ἐναντίον, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος· ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος; ὁποῖον πνεῦμα κατεῖχε τὴν Συνέλευσιν, ὅταν καθιέρωσεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον; Ἀκούσατε νὰ σᾶς τὸ εἴπω· ἐσυζητήθησαν, κύριοι, ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, τοῦ μέλλοντος νὰ καθιερώσῃ τὰ Βασιλικὰ δικαιώματα, ἐτέθησαν δύω ἀρχαὶ, τὸ αἰώνιον καὶ ἀμετάβλητον τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ μεταβλητὸν διὰ τῆς Βουλῆς, τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον εἰς τὴν Γαλλίαν, τὸ Βέλγιον καὶ εἰς ἄλλα συνταγματικὰ Κράτη καὶ τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον εἰς τὴν Ἀγγλίαν, τουτέστιν ἂν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ, ἂν πρέπει νὰ τῇ συγχωρηθῇ νὰ μεταβάλλῃ ἑκάστοτε τὸ Σύνταγμα. Ἐγὼ, Κύριοι, ὑπεστήριξα τὴν πρώτην ἰδέαν, ἥτις παρεδέχθη. Τὸ πνεῦμα λοιπὸν τῆς Συνελεύσεως ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ μέχρι τέλους ὑπὲρ τοῦ ἀμεταβλήτου ἐκ μέρους τῶν Βουλῶν· εἰς τὰς περιστάσεις δὲ εἰς ἃς ἐπιτρέπει τὴν μεταβολὴν ὁ νόμος, ἀπαιτεῖ οὐχὶ Βουλὴν ἁπλῆν, ἀλλὰ διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν· ἦτο λοιπὸν, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὸ πνεῦμα τὸ ἐπικρατοῦν καὶ κυριεῦον ἐν τῇ Συνελεύσει, τὸ ἀμετάβλητον τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τὴν Βουλὴν. Τὸ γενικὸν πνεῦμα τὸ ἀναπτυχθὲν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως μήπως ἐτροποποιήθη που; Ἐξάγουσι τοῦτο ἀπὸ ἐκφράσεις τινας ἀναφερομένας ἐν τοῖς στενογραφήμασιν· ἀλλὰ θέλετέ μοι ἐπιτρέψει νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι τὰ στενογραφήματα δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχωσιν οὐδὲν ἐπίσημον κῦρος· ὑπῆρξε πληρεξούσιος, ὅστις δὲν ἔφερε μεταβολὰς εἰς τὰς ἐν τοῖς στενογραφήμασι σημειουμένας ὁμιλίας του; Αἱ ἀμφιβολίαι δύνανται νὰ λύωνται διὰ τῶν ἐπισήμων μόνον πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀληθῶς βεβαιωμένα ἐπισήμως, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν λέγουν τίποτε περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔστω, κύριοι, ὅτι αὐτὰ τὰ στενογραφήματα εἶναι πιστὴ ἀπεικόνισις τῶν λεχθέντων ἐνταῦθα, ὅτι ἔχουσιν αὐθεντίαν, ἀλλὰ τὶ λέγουσι; λέγουσιν ὅτι ἐγὼ ἐπρότεινα μίαν ἰδέαν, ἤτοι τροποποίησιν εἰς τὸ ἄρθρ. περὶ σφαιριδίων, νὰ ἐπιτραπῇ νὰ γίνῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν· ὁ Κ. Γλαράκης προσέθεσεν ἄλλην καὶ ὁ κύριος Ἰάλεμος ἔφερε τελείαν πρότασιν ὅλως ἀνεξάρτητον καὶ εἰδικήν· τώρα ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν μου. Ποία σχέσις ἐκτὸς τῆς χρονολογικῆς ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύω αὐτῶν προτάσεων; Καὶ δύναται ἡ αἰτιολογία, ἣν ἐγὼ παρουσίασα καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη, νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἐξήγησις τοῦ πνεύματος τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Ἰαλέμου, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη μόνον διότι ἐψηφοφορήθη κατόπιν τῆς ἰδικῆς μου; Κατ’ αὐτοὺς τοὺς κανόνας θέλετε νὰ ἑρμηνεύσητε τὸ Σύνταγμα; καὶ δὲν ἐννοεῖτε ὅτι οὕτω τὸ ὑποσκάπτετε; Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὐδὲ τεκμήριον κἂν ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶχε τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν τῆς ἀποδίδουν, ψηφίζουσα αὐτὴν τὴν πρότασιν· ἀπ’ ἐναντίας τὸ ἐπικρατῆσαν πνεῦμα, ὅπως σᾶς εἶπον, ἦτο νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ πᾶσαν τροποποίησιν. Ἀλλά, κύριοι, ἡ συντακτικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνωτάτη· ἐνώπιον αὐτῆς πᾶσα ἀρχὴ ἀργεῖ· ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις, ἡ συντακτικὴ Βουλὴ εἶναι ἡ ἀνωτέρα ἐξουσία ἡ κανονίζουσα τὰς σχέσεις τῆς πολιτείας, καὶ νομίζετε ὅτι σεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐξ ἀναλογίας νὰ σφετερισθῆτε ἐξουσίαν συντακτικῆς Συνελεύσεως, καὶ νὰ λάβητε τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσητε τὸ Σύνταγμα εἰς ἓν ἄρθ. οὐσιωδέστατον; Νομίζετε πῶς δὲν εἶναι παραβίασις ἀσυγχώρητος, καὶ δὲν παραβιάζετε τὰ οὐσιωδέστερα τῶν καθηκόντων; Καὶ ποῖον εἶναι τὸ σπουδαιότερον δικαίωμα ἢ ἐπικινδυνωδέστερος σφετερισμὸς παρὰ νὰ οἰκειοποιηθῆτε τὸ δικαίωμα τὸ ἀνῆκον εἰς τὸν Βασιλέα νὰ σᾶς διαλύσῃ, καὶ νὰ οἰκειοποιηθῆτε συντακτικὴν ἐξουσίαν; Τὸ κατ’ ἐμέ, οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο δύνασθε νὰ πράξητε, ἂν ὁ νόμος δὲν τὸ ἐπιτρέπῃ. Μὴ πιστεύσετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἐξ ἀναλογίας δύνασθε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον· δὲν ἔχετε δικαίωμα, καὶ ἐὰν σεῖς οἱ φύλακες τοῦ Συντάγματος θελήσητε νὰ λύσητε καὶ τροποποιήσητε τὸ Σύνταγμα μὲ ἀναλογίας, σᾶς τὸ λέγω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὸ Σύνταγμά μας κλονίζεται ἐκ βάθρων. Κύριοι, ἐρώτησα χθὲς τὴν κυβέρνησιν, καὶ σεῖς φρονίμως παρεδέχθητε τὴν πρότασιν, ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ἡ κυβέρνησις σᾶς ἐζήτησεν ἀναβολὴν, ἵνα φέρῃ τὴν ἀπάντησιν. Κατὰ δυστυχίαν ὅμως ὀλιγώτερα μᾶς εἶπε σήμερον ἐλθοῦσα παρὰ χθές· σᾶς εἶπεν ἡ κυβέρνησις, κάμετε ὅ,τι θέλετε, ἐπιφυλάττομαι νὰ κάμω καὶ ἐγὼ ὅ,τι θέλω· εἶμαι συναλλαττόμενον μέρος, ἔχω τὰ ἴδια δικαιώματα, θὰ κάμω ὅ,τι νομίσω καλόν. Δὲν περιέμενον αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν καὶ νὰ σᾶς εἴπω διατί. Δὲν μὲ μέλει, κύριοι τίνι τρόπῳ θὰ ἐξηγήσουν καὶ θὰ ἐκλάβουν τὰς ἰδέας μου περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διότι ὁμιλῶν καὶ ἐνεργῶν ὀλίγον σκέπτομαι πῶς οἱ ἄλλοι θὰ ἐξηγήσουν τοὺς λόγους μου· χρέος μου εἶναι νὰ εἴπω ὅ,τι νομίζω ὀρθὸν καὶ συμφέρον. Εἶμαι σήμερον κατὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διότι νομίζω, ὅτι εἰς τὰς παρούσας ἰδίως περιστάσεις εἶναι μέγα δυστύχημα νὰ ἐπέλθῃ διάλυσις, ὅπως τὴν ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 108· διότι θὰ κάμωμεν δύω ἐκλογὰς ἐντὸς μικροῦ χρόνου, μίαν ἵνα ἀποφασίσωμεν μόνον περὶ αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ, καὶ ἑτέραν πρὸς συγκρότησιν τακτικῆς Βουλῆς.
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐμάθαμεν νὰ κάμνωμεν ἐκλογάς.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐμάθαμεν· ἀλλ’ ὁ λαὸς δὲν ἀρκεῖ νὰ μάθῃ· ἔχει ἀνάγκην νὰ μὴ ἀπασχολῆται ἀπὸ τὰ ἔργα του, νὰ μὴ ἀναῤῥιπίζωνται τὰ πάθη, νὰ μὴ καταστρέφωνται τὰ συμφέροντα· δὲν ἀρκεῖ ὅτι ὁ λαὸς ἔμαθεν νὰ κάμνῃ ἐκλογὰς, πρέπει νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διοικῇ ἐκνόμως καὶ μὲ διατάγματα, νὰ μὴ ἀποκαταστήσωμεν τὸν λαὸν διὰ τῆς ἕξεως ἀδιάφορον εἰς τὰς παρανομίας· ἐπιθυμῶ αὐτὸ τὸ πείραμα νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ. Εὔχομαι λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἦναι εἰλικρινεστέρα εἰς τὴν ἀπάντησίν της, διότι ποία εἶναι ἡ ἐγγύησις ὅτι τὸ ἄλλο συναλλαττόμενον μέρος δὲν ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα ὅπως καὶ ἐγὼ νομίζω; ποία ἡ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν θεωρεῖ αὕτη ὑποχρεωμένην ἑαυτὴν, ἅμα τῇ ἐκδόσει τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν, καὶ ἐκτελοῦσα διάταξιν τοῦ Συντάγματος νὰ κηρύξῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἅμα ἀποφανθῆτε ὅτι ὁ θεσμὸς πρέπει ν’ ἀναθεωρηθῇ, ἀνάγκη ἀμέσως νὰ ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις.
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἰδική σας ἰδέα.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. «Ἄρθρον 107 § 3. Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως, διαλύεται ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται νέα εἰδικῶς πρὸς τοῦτο, συγκειμένη ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν κλπ.» Τὸ ἄρθρ. 108 εἶναι ἰδιαίτερον καὶ ἄσχετον πρὸς τὸ ἄρθρ. 107; τινὲς λέγουν ναί· ἐγὼ ὅμως λέγω ὄχι· καὶ λέγω ὄχι ἀκολουθῶν, ὅπως εἶπεν ὁ Κ. Κουρῆς, τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς καὶ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας. Τὸ ἄρθρον 107, κύριοι, καθιεροῖ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν γίνεται ἡ ἀναθεώρησις τῶν πλέον ἐπουσιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος· καὶ ἐὰν διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν πλέον ἐπουσιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὸ Σύνταγμα ἀπῄτησε τὴν ἐγγύησιν διπλοῦ ἀριθμοῦ βουλευτῶν, νομίζετε, ὅτι ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον καὶ τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη ὡς ζήτημα ἀνώτερον τῶν ὑπουργικῶν ζητημάτων, ὡς ζήτημα δυναστικόν; Καὶ εἶναι σπουδαῖον, διότι ὁρίζει τὰς ἐξουσίας αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διέπουν τὰ πράγματα τῆς πατρίδος. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἤθελεν ἐπιτραπῆ εἰς τὴν Βουλὴν μόνην νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν; Καὶ ἂν ἤθελεν ἐπιτρέψει εἰς τὴν Βουλὴν μόνην τὴν ἀναθεώρησιν, δὲν ἤθελε ῥητῶς τὸ εἴπει; Τὸ ἄρθρον 108, τὸ ὁποῖον δύω ἐξαιρέσεις κάμνει ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 107, τὴν τροποποίησιν τοῦ χρόνου καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, εἰς τὸ ἄρθρον 108 ὁ νομοθέτης ἀπῄτησε τὰ ¾ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, ἀλλὰ εἰς τὸ ἄρθρον 107 ἀπῄτησε τὰ ¾ μόνης τῆς Βουλῆς· ἐὰν ἐσκόπει νὰ καθιερώσῃ καὶ ἄλλην τροποποίησιν, ἤθελε τὴν ἀναφέρει. Ὅθεν τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει· καὶ ἂν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δίδῃ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν, ὀφείλει νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, καί τῆς διαλύσεως εἶμαι ἐναντίος, διότι τὴν θεωρῶ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὡς ἓν δυστύχημα. Ἀλλὰ, κύριοι, ὑπάρχει καὶ εἷς ἄλλος πολλὰ σπουδαῖος καὶ πολὺ ὑψηλὸς λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπίσης πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχήν σας, καὶ μὴ σπεύσετε νὰ ἐκδώσητε τὴν ἀπόφασίν σας πρὶν ὡρίμως σκεφθῆτε. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ἐναντία συνείδησις ὁρκισθεῖσα εἰς τὸ Σύνταγμα, νομίζει ὅτι δὲν εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ ἐκδώσητε ἀπόφασιν τροποποιήσεως τοῦ Συμβουλίου, καὶ δὲν διαλύει μὲν τὴν Βουλὴν, ἀρνεῖται ὅμως τὴν κύρωσιν ἵνα μὴ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα. Ποῖαι θέλουσιν εἶσθαι αἱ συνέπειαι; εἰς τί θέλει χρησιμεύσει ἡ ἀπόφασις αὕτη; Εἰς οὐδὲν ἄλλο εἰμὴ εἰς ὀχλαγωγίας τῶν ἀγυιῶν, εἰς δημοκοπίας, εἰς διαστροφὰς καὶ συκοφαντίας. Διατρέχετε λοιπὸν τὸν δεύτερον κίνδυνον νὰ χρησιμεύσητε ὡς ὄργανα εἰς τοὺς τοιούτους ἀνθρώπους. Καὶ γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, θέλοντες νὰ ἐξευτελίσουν ὅ,τι ἐν τῇ κοινωνίᾳ μας εἶναι σεβαστὸν, ἱερὸν καὶ τιμαλφές. Λοιπὸν πρίν, κύριοι, προχωρήσετε, μελετήσατε καλῶς καὶ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα, διότι πρόκειται σήμερον, ἐὰν ἐγὼ καὶ οἱ φρονοῦντες ὡς ἐγὼ ἔχωμεν δίκαιον, νὰ προκαλέσητε ἓν δυστύχημα εἰς τὸ ἔθνος ἕνεκα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἢ νὰ γίνητε τὰ ὄργανα ἄλλων δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξ ὅλης καρδίας ἀπεύχεσθε καὶ ἀποστρέφεσθε.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἔρχεται ὁ Κ. Παδοβᾶς. Συμφωνεῖτε μὲ τὸν προλαλήσαντα;
§46ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἄπαγε!
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ μία μικρὰ διακοπὴ 10 λεπτῶν;
§48ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ 10 λεπτά. Ἐνταῦθα γίνεται διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως ἐπὶ 20 λεπτὰ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συζήτησις. Καταλάβετε τὰς θέσεις σας. Ὁ Κ. Παδοβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§51ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὅλοι ἀδιακρίτως ἀναγνωρίζομεν ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ λόγος, καὶ σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν εἶναι, καὶ δύναται ἴσως νὰ ἔχῃ καὶ συνεπείας ἐν μέρει κατά τινας δυσαρέστους· ἑπομένως, Κύριοι, ἐὰν καὶ ἐγὼ, ἀφοῦ τόσοι ἀξιότιμοι ῥήτορες ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὑποβάλω ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις ὄχι διὰ νὰ διαφωτίσω τὸ ζήτημα, ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἥτις εἶναι ἀποκλειστικὴ ἀπόῤῥοια τῆς πεποιθήσεώς μου, νομίζω ὅτι οὐδεὶς θὰ μὲ ἐλέγξῃ. Καὶ παρακολουθῶν τὰ ὅσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Κυρίου Δημητριάδου ἐῤῥέθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐγὼ θέλω ἐπιστήσει ἢ παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν ἰδίαν αὑτῆς προσοχὴν ἐπὶ τοῦ μοναδικοῦ ζητήματος τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς.
§52ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα!
§53ΠΑΔΟΒΑΣ. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι Βουλευταὶ, ἵνα ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία κεῖται ἐπὶ τῆς τραπέζης, καὶ ἵνα ἀποφανθῶμεν ἀποκρούοντες οἱανδήποτε ὑπόνοιαν καὶ οἱονδήποτε ᾀδόμενον φόβον τοῦ μέλλοντος, πρέπει ἐκ προοιμίων νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν αὐτὴ ἡ Βουλὴ, ἥτις εἶναι ἁπλῶς νομοθετικὸν σῶμα, δύναται σήμερον νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἰδιότητα μιᾶς συντακτικῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, φθάνουσα μέχρι τοῦ τέρματος ἴσως καὶ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου. Ἵνα καθησυχάσω ἅπαντας, Κύριοι, καὶ ἵνα ὡς δυνατὸν ἐμπνεύσω καὶ εἰς ὑμᾶς τὰς ἐνδομύχους πεποιθήσεις τὰς ὁποίας ἔχω καὶ ἐγὼ, προτίθεμαι διὰ βραχέων νὰ σᾶς ἀποδείξω ὄχι μόνον διὰ τῆς διανοίας τοῦ συντακτικοῦ νομοθέτου, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ τῆς οὐσίας τοῦ πολυκρότου τούτου ζητήματος· καὶ, Κύριοι, ὀφείλω νὰ τὸ ἀποδείξω ὄχι μόνον διὰ τῆς διανοίας τοῦ νομοθέτου, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ γράμματος, καθότι καθεὶς ἐξ ἡμῶν γνωρίζει ὅτι κυρίως οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ δὲν δύνανται οὔτε δι’ ἀναλογίας οὔτε δι’ ἄλλων μέσων νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἀλλὰ γραμματικῶς μόνον. Τώρα, Κύριοι! διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, διὰ νὰ ἐξιχνιάσωμεν δηλαδὴ ποῖον ὑπῆρχε τὸ πνεῦμα τοῦ Νομοθέτου κατὰ τὴν ἐποχὴν εἰς τὴν ὁποίαν παραδέχθη καὶ ἐφήρμοσε τὸ ἄρθρον 108, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε διὰ βραχέων νὰ διατρέξω, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν νὰ ἀναμνήσω τὰ διατρέξαντα καὶ ῥηθέντα εἴτε παρὰ τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τῆς πολιτείας, εἴτε παρὰ τῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἐλπίζω νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ ὁ ἀνώτατος ἄρχων τῆς πολιτείας καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν εἰς ἣν ἐκυρώθη τὸ ἄρθρον 108, καθιέρωσαν τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἁρμοδιότητος τῆς τακτικῆς νομοθετικῆς Βουλῆς. Ἀλλά, Κύριοι, πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν εἴτε τοῦ πρώτου εἴτε τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ λόγου μου, πρέπει νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς καί τινας ἄλλας παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι σκοπεύουσι κυρίως νὰ διασκεδάσωσιν ὑπονοίας τινὰς τὰς ὁποίας εὐλόγως ἠδύνατό τις νὰ συλλάβῃ ἀπέναντι τῆς ἀγνώστου θελήσεως τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τῆς πολιτείας, ἐν ᾧ πρόκειται περὶ συντακτικοῦ θεσμοῦ. Ἠδύνατο ἴσως ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην· δὲν πρόκειται περὶ συνήθους νόμου, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπέμβῃ καὶ ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἁπλῆς ἀποφάσεως, περὶ ἀποφάσεως τὴν ὁποίαν δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκδώσῃ πρὸς ἐκτέλεσιν μιᾶς συνταγματικῆς ῥήτρας· ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ φρόνησις ὑπαγορεύει νὰ ἀποφύγωμεν οἱανδήποτε σύγκρουσιν καὶ ἀμφιβολίαν, νὰ τεθῶμεν ἡμεῖς ἐν πλήρει ἀγαθοπιστίᾳ ἀπέναντι τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος καὶ νὰ θέσωμεν καὶ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τῆς πολιτείας ἐν πλήρει ἀγαθοπιστίᾳ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς Βουλῆς, εἴτε ἁπλῶς νομοθετικῆς εἴτε καὶ συντακτικῆς, ὡς ἐν τῇ περιπτώσει, κατὰ τὴν γνώμην μου. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω ἐὰν ἔχωνται καὶ κατὰ πόσον ἔχωνται βασιμότητος αἱ ὑπόνοιαι, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠγέρθησαν παρά τινων τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων, ἀλλ’ ἴσα ἴσα, ἐπειδὴ ὑπάρχουν αὗται αἱ ὑπόνοιαι, ἐπειδὴ δύναταί τις νὰ μᾶς ἐλέγξῃ ἴσως ἐπὶ ἀπερισκεψίᾳ ἢ καὶ ὑπερβάσει, ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐντιμοποιοῦμαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὰς διασκέψεις αὐτῆς, παύουσιν ὅλοι οἱ φόβοι, ἐκλείπουσιν ὅλοι οἱ κίνδυνοι. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ μέτρον τοῦτο; νὰ ἀποφανθῇ σήμερον ἡ Βουλὴ ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῆς, καὶ ἀφοῦ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν λοιπῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὴν οὐσίαν, δηλαδὴ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ τὴν ἀναθεώρησιν αὐτὴν, δηλαδὴ τὴν ἀνοργάνωσιν ἢ κατάργησιν τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Καὶ διατί, Κύριοι, σᾶς ὑποβάλλω αὐτὴν τὴν γνώμην; ὄχι βεβαίως ἵνα φέρω ἀναβολὰς ἢ ὑπεκφυγὰς, διότι ἠξεύρετε ὅτι εἶμαι ἴσως ὁπωσοῦν ἀπότομος καὶ εἰς τὰς γνώμας καὶ εἰς τὴν ψῆφόν μου, ἀλλ’ ἵνα τεθῶμεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἀπέναντι τῆς Βασιλείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐν πλήρει τάξει καὶ ἀγαθοπιστίᾳ. Σὺ Κυβέρνησις γνωρίζεις ἢ ἐγνώρισες ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον ἀπεφάνθη ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ ἁρμοδιότητι ἵνα δικάσῃ καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἑπομένως εἶσαι ὑποχρεωμένη αὔριον ἵνα δηλώσῃς τὸ φρόνημα τὸ ἰδικόν σου καὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος· καὶ ἐὰν σιωπήσῃς, ἐγὼ ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁ ἀνώτατος ἄρχων συναινεῖ μὲ τὴν ὁμοφώνως κηρυχθεῖσαν παρὰ τῆς Βουλῆς ἁρμοδιότητα.
§54ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§55ΠΑΔΟΒΑΣ. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς ὅλως βουλευτικῆς καὶ συνταγματικῆς πορείας ἀποκρούομεν οἱονδήποτε φόβον καὶ οἱανδήποτε ὑπόνοιαν.
§56ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μοῦ λύετε μίαν ἀπορίαν, Κύριε Παδοβᾶ; Παραδεχόμενοι τὴν γνώμην σας, ἐὰν εἴπωμεν σήμερον ὅτι εἴμεθα ἁρμόδιοι, αὔριον δὲ ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ γνώμη της εἶναι ἐναντία, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν;
§57ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ συναινῇ, ἐγὼ πρῶτος εἶμαι ἕτοιμος νὰ ψηφίσω ἀμέσως ὅλας τὰς διαφόρους προτάσεις. Ἡ προτεινομένη ὅμως ὀλιγόωρος ἀναβολὴ μᾶς παρέχει τὸ μέσον νὰ γνωρίσωμεν ἢ νὰ εἰκάσωμεν τὴν γνώμην τῆς Βασιλείας, καὶ ἑπομένως νὰ κανονίσωμεν τὴν πορείαν μας, ὄχι βεβαίως ἵνα ὑποχωρήσωμεν, ἀλλ’ ἵνα ἐμμείνωμεν ἀξιοπρεπῶς καὶ ἀγαθοπίστως εἰς τὴν γνώμην μας. Ἀπ’ ἐναντίας, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ σήμερον ἀθρόως ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, εὑρισκόμεθα εἰς χειροτέραν θέσιν, Κ. Κυπριάδη, διότι τότε ἡ Βασιλεία ἠδύνατο δικαίως νὰ μᾶς εἴπῃ, δὲν ἐγνώριζα οὔτε εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ γνωρίζω τὰς διαθέσεις σου.
§58ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἴμεθα γενναιότεροι τότε.
§59ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ γενναιότητος ἀλλὰ περὶ φρονήσεως καὶ ἀγαθοπιστίας. Εἰς κάθε περίστασιν, Κύριοι, ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν γνώμην μου, ἵνα ἐκλείψωσιν αὗται αἱ ἀμφιβολίαι καὶ αἱ ὑπόνοιαι· ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ ὅλων τῶν ἑπομένων ζητημάτων, ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν.
§60ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§61ΠΑΔΟΒΑΣ. Τώρα λοιπὸν, Κύριοι, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσωμεν καὶ τὸ ὁποῖον ἴσως ἤδη πρὸ πολλοῦ ἐλύθη παρὰ τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων εἶναι, ἐὰν τῇ βάσει τοῦ συνταγματικοῦ θεσμοῦ (ἄρθρον 108) ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἀντὶ νὰ ᾖναι ἁπλῶς νομοθετικὴ, ἀποκτᾷ τὸν χαρακτῆρα τῆς συντακτικῆς Βουλῆς καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία ἀντίῤῥησις εἰς τὴν ὁποίαν καταφεύγουσιν οἱ ἀντιφερόμενοι, καὶ ὑποστηρίζουσι τὴν τῆς Βουλῆς ἀναρμοδιότητα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἀπολύτως καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεώς τινος εἴμεθα ἁρμόδιοι ἵνα ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τούτου καὶ τὸ δικάσωμεν κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ὑπαγορεύει εἰς ἡμᾶς ἡ συναίσθησις τοῦ ἰδίου ἡμῶν καθήκοντος. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἡ περίπτωσις μιᾶς συντακτικῆς διακεκριμένης ἐκλεχθησομένης ἀκολούθως Βουλῆς; ὄχι· ἐὰν ἐξετάσωμεν τὰ διατρέξαντα ἐνώπιον τῆς ἀξιοτίμου Συνελεύσεως, ἐὰν ἐξιχνιάσωμεν τὴν διάνοιαν καὶ τὴν βούλησιν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θέλομεν πεισθῆ ὅτι καὶ τότε, ὅτε παρεδέχθη ἀπολύτως ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκλογῆς μιᾶς συντακτικῆς Βουλῆς ἢ Συνελεύσεως, ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἠδύνατο νὰ λυθῇ παρὰ τῆς τακτικῆς νομοθετικῆς Βουλῆς, καὶ ἐὰν ἡ τότε Κυβέρνησις τοιαύτην ἀρχὴν καθιέρωσε, πῶς σήμερον αὐτὴ ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὡς ἠθικὸν πρόσωπον εἶναι ἡ ἰδία, δύναται νὰ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς, ἔστω καὶ ἀπέναντι τοῦ ἄρθρου 108, Κύριοι Βουλευταί, παρεβιάσατε τὸ Σύνταγμα, διότι ἐσφετερίσθητε, ὡς εἶπεν ἀξιότιμός τις προαγορεύσας, τὸ δικαίωμα μιᾶς συντακτικῆς Βουλῆς; Δὲν εἶναι οὔτε παραβίασις, οὔτε σφετερισμὸς, κύριοι, διότι ἀνέκαθεν ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος ἡμεῖς βασιζόμενοι σήμερον κηρύττομεν πανδήμως τὴν ἡμετέραν ἁρμοδιότητα. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, τὰ διατρέξαντα ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει κατὰ τὴν 6 Ὀκτωβρίου 1864, ὅτε ἡ Κυβέρνησις διαταγῇ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος εἶπε, παραδέχομαι τὰ μέχρι τοῦδε ψηφισθέντα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ ὥστε ἡ Συνέλευσις νὰ ψηφίσῃ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλω εἰς τὴν διάσκεψιν καὶ συζήτησιν αὐτῆς. Μεταξὺ τῶν ἄρθρων ἐκείνων ὑπῆρχε καὶ τὸ ἄρθρον 106, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὴν περίπτωσιν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 106 τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἡ ἀναθεώρησις ἐπετρέπετο εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν καὶ ἀπέναντι θεμελιώδους θεσμοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, κύριοι, ἡ ἀναθεώρησις παρὰ τίνος ἔπρεπε νὰ γίνῃ; παρὰ μιᾶς διακεκριμένης συντακτικῆς Βουλῆς, ἢ παρὰ μιᾶς Ἐθνοσυνελεύσεως; Ὄχι, διὰ νόμου παρὰ τῆς ἰδίας Βουλῆς. Λοιπὸν ἰδοὺ ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθιέρωσε τότε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἡμεῖς σήμερον δυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος. «Ἄρθρον 106. Οὐδεμία ἀναθεώρησις ἢ μεταβολὴ τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος Συντάγματος δύναται νὰ γίνῃ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν πρώτων βουλευτικῶν περιόδων, μετὰ τοῦτο δὲ ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις ἢ ἡ μεταβολή τινος ἢ τινῶν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἀπολύτως καὶ ἄνευ διακρίσεως, μέλλει δὲ νὰ διαταχθῇ διὰ νόμου· — Καὶ ποῖος εἰμὴ ἡ τακτικὴ Βουλὴ ψηφίζει νόμον; — ὅστις ὅμως πρέπει νὰ ψηφισθῇ κατὰ δύω συνεχεῖς Βουλευτικὰς περιόδους διὰ τῶν τριῶν τετάρτων τῶν ψήφων ἑκατέρας».
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διετάχθη ἡ ἀναθεώρησις, ἀλλὰ πῶς θὰ γίνῃ;
§63ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὁ Βουλευτικὸς νόμος συγχρόνως διατάττει καὶ ἐπιτρέπει τὴν ἀναθεώρησιν καὶ παρεμπιπτόντως καὶ ἐν οὐσίᾳ· αὐτὸ δὲ τὸ ἄρθρον, κύριοι, ἵνα ἀνεύρωμεν καὶ ἐξακριβώσωμεν ἔτι μᾶλλον τὶ ἐνόησεν ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ προτείνῃ, αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἀντετάχθη εἰς τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον παρεδέχετο τὴν ἀναθεώρησιν εἰς εἰδικὰς περιστάσεις. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀναθεώρησις ἔπρεπε νὰ γίνῃ παρὰ μιᾶς Ἐθνοσυνελεύσεως ἢ μιᾶς συντακτικῆς Βουλῆς; Οὐδόλως ἀναφέρεται εἰς τὸ κυβερνητικὸν ἄρθρον ἡ συντακτικὴ Βουλὴ καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, καὶ ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω ἀτέλειαν καὶ πλημμέλειαν εἰς ἄρθρον Συνταγματικὸν, διὸ λογικῶς ἐξάγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἄρθρου 106 εἰς τὴν νομοθετικὴν Βουλὴν ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα καὶ τῆς ἐν οὐσίᾳ ἀναθεωρήσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καὶ τὴν ῥητὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ τροπολογία τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀντιπαραταχθεῖσα εἰς τὴν κυρίαν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, παρήγαγε πλείστας ἄλλας τροπολογίας, ἐξ ὧν καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μήλισση, ἡ ὁποία παρεδέχθη παρὰ τῆς Συνελεύσεως. Ὅτε λοιπὸν συνεζητεῖτο ἡ σωρεία αὕτη τῶν τροπολογιῶν, τί ὑπεστήριζε τότε ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις, ἑρμηνεύουσα φυσικῷ τῷ λόγῳ τὴν ἰδέαν, τὴν θέλησιν τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τῆς πολιτείας; Ὁ ἀξιότιμος κ. Κουμουνδοῦρος ὡς ὑπουργὸς τότε εἶπε· «λοιπὸν νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν σᾶς παρουσίασε τὸ ὑπουργεῖον, ἱκανοποιεῖ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην.» — διότι ὑπῆρχε διένεξις, ἐὰν τὸ Σύνταγμα δύναται ἢ ὄχι νὰ ἀναθεωρηθῇ — «Διότι δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἰδικὴν ἀναθεώρησιν πρὶν ἢ δοκιμασθῇ τὸ Σύνταγμα, πρὶν κατ’ ἐπανάληψιν ἐξηγηθῇ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως. Δὲν ἀνεγείρει μίαν δύναμιν παντοδύναμον, ἐπικίνδυνον δυναμένην νὰ παρασύρῃ ὅλα καὶ νὰ καταστρέψῃ ὅλα.» — Διότι κατά τινας ἡ Συνέλευσις εἶναι ἀπόῤῥοια μιᾶς ἐπαναστάσεως. — «Ἡ ἀναθεώρησις θέλει γίνει διὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως γίνεται καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν.» Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, κατὰ ποῖον τρόπον ἐξεφράσθη εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις, ἑρμηνεύουσα βεβαίως καὶ ἀπεικονίζουσα τὴν γνώμην τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τῆς πολιτείας. Καὶ ἀκολούθως, ὅτε ἐπροτάθησαν αἱ διακεκριμέναι προτάσεις, ἃς ἀνέφερεν ὁ προαγορεύσας κ. Δημητριάδης, ἡ μία παρὰ τοῦ ἐντίμου κ. Κουμουνδούρου καὶ ἡ ἄλλη παρὰ τοῦ κ. Γλαράκη, κατὰ τὰς διατυπώσεις τῆς προτάσεως τοῦ ἰδίου κ. Κουμουνδούρου παρηκολούθησεν ἀμέσως ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἰαλέμου, ἣν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ὁμοφώνως καὶ δι’ ἐπευφημιῶν παρεδέχθη καὶ διὰ τοῦ εἰδικοῦ ἄρθρου 108, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ συνέπεια τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐνώπιον αὐτῆς. Συμπέρασμα δὲ αὐτῆς τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως ἦτο πρῶτον, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ἀναθεωρηθῇ, καὶ δεύτερον, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναθεώρησις κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἣν παρεδέχθη ὁ προτείνας κ. Ἰάλεμος, ἠδύνατο καὶ ὤφειλεν ἀποκλειστικῶς παρὰ τῆς αὑτῆς Βουλῆς νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἔχομεν λοιπὸν, κύριοι, τὴν ἐπίσημον θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκφρασθεῖσαν κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν καθιερώθη καὶ τὸ ἄρθρον 107 καὶ 108 τοῦ Συντάγματος· καὶ ἑπομένως ἔχομεν τὸν ὑπογραμμὸν, ἔχομεν τὸν ὁδηγὸν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν διάνοιαν ὑπὸ τῆς ὁποίας ἐφέρετο κατὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην ἡ Συνέλευσις, ὅτε παρεδέχθη τὸ ἄρθρον 108. Λοιπὸν οὐχὶ μόνον τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος ἀλλὰ καὶ τὸ πνεῦμα καὶ ἡ διάνοια τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ διάνοια τοῦ νομοθέτου καὶ ἡ διάνοια τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος ὑποστηρίζουσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ταπεινῶς ὑποστηρίζω καὶ τῆς ὁποίας μετ’ εὐχαριστήσεως βλέπω ὅτι συμμετέχει καὶ συμμερίζεται ἐντίμως ἅπασα ἡ Βουλή. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἁπλῆ διάνοια, ἡ ἁπλῆ ἔννοια τοῦ νομοθέτου δὲν δύναται νὰ μᾶς χειραγωγήσῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς συνταγματικοῦ θεσμοῦ, καὶ ἑπομένως ἵνα ἀποκρούσωμεν πάντα δισταγμὸν ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὸ γράμμα τοῦ θεσμοῦ. Ἐπιλαμβάνομαι τοῦ δευτέρου μέρους τῆς ἀγορεύσεώς μου ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι, ἐὰν τῳόντι ἡμεῖς προτιθέμεθα νὰ σεβασθῶμεν τὸ Σύνταγμα, καὶ αὐτὸ τὸ καθῆκον ἅπαντες τὸ συναισθάνονται, ἐὰν, λέγω, θέλωμεν νὰ σεβασθῶμεν τὸ Σύνταγμα, ἐὰν τῳόντι θέλωμεν νὰ μὴ παραβιάσωμεν τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 107 καὶ τοῦ ἄρθρου 108, πρέπει νὰ κηρυχθῶμεν ἀμέσως καὶ ἄνευ δισταγμοῦ ἁρμόδιοι καὶ ἐξασκοῦντες τὰ δικαιώματα τῆς συντακτικῆς Βουλῆς νὰ ἐπιθεωρήσωμεν τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Ἡ σύγκρισις καὶ συμπαραβολὴ τῶν δύω ἄρθρων θέλει μᾶς παρέξει τὴν ἀδιαφιλονείκητον ἀπόδειξιν αὐτῆς τῆς οἱασδήποτε γνώμης μου, καὶ ὡς ἐκ τούτου σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθήτετε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἄρθρου, ἵνα σᾶς καταπείσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ὅτι τὸ ἓν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τοῦ ἄλλου καὶ ὅτι τὸ ἓν κανονίζει ἕτερον ἀντικείμενον, ἐνῷ τὸ ἄλλο διαφοροτρόπως κανονίζει ἄλλο, καὶ μάλιστα, ὅτι ἀπὸ τὰ καθιερωθέντα διὰ τοῦ ἄρθρου 107 ποριζόμεθα τὴν ἀναγκαίαν λογικὴν καὶ γραμματικὴν συνέπειαν, ὅτι ἐκεῖνο, ὃ διέταξεν εἰς τὸ ἄρθρον 107, δὲν ἠθέλησεν οὔτε ἐνόησε νὰ τὸ διατάξῃ εἰς τὸ 108· καὶ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα κυρίως διὰ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ ἀλάνθαστος ὑπογραμμὸς τῆς ἐφαρμογῆς τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται ὄχι νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ Σύνταγμα ἀλλὰ νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν νόμου, καὶ ὁ νόμος ἔχει τὰς δυσκολίας του καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις του, ἃς ἐπιληφθῶμεν τὴν ἐφαρμογὴν, βασιζόμενοι ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. «Δὲν ἐπιτρέπεται, λέγει τὸ ἄρθρ. 107, ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος.» Ἀρχὴ λοιπὸν συνταγματικὴ, ὅτι ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται ν’ ἀναθεωρηθῇ, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῶν δύω πρώτων λέξεων τοῦ ἄρθρου 107 «Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις.» Τώρα, Κύριοι, τί σημαίνει, ἐπιτρέπω τὴν ἀναθεώρησιν; Σοὶ δίδω ἢ σοὶ παρέχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσῃς ἐν οὐσίᾳ ἢ ἁπλῶς νὰ κηρύξῃς ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ ὄχι τὴν πρᾶξιν, τὴν ἐνέργειαν, τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἀναθεωρήσεως; Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις σημαίνει τὴν σπουδαίαν ἀναθεώρησιν καὶ ὄχι ἁπλῶς τὴν προοιμιώδη πρᾶξιν, δι’ ἧς κηρύττεται ἡ τῆς ἀναθεωρήσεως ἀνάγκη, προνοηθεῖσα μεταγενεστέρως εἰς τὰ λοιπὰ ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 107. Λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ἀναθεωρηθῇ ἐν οὐσίᾳ ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα· ἀλλὰ τί δύναται νὰ γίνῃ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς γενικῆς ἀρχῆς; Ὁ συντακτικὸς νομοθέτης παρεδέχθη δύω πάντῃ διακεκριμένας ἐξαιρέσεις· ἡ μὲν πρώτη ἐξαίρεσις κανονίζεται παρὰ τοῦ ἄρθρου 107 καὶ ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων ἐδαφίων αὐτοῦ, ἡ δὲ δευτέρα κανονίζεται παρὰ τοῦ ἄρθρου 108. Κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν τὴν κανονιζομένην παρὰ τοῦ ἄρθρου 107 τί γίνεται; «ὡρισμέναι γενικαὶ διατάξεις ἐκ τῶν μὴ θεμελιωδῶν δύνανται νὰ ἀναθεωρηθῶσι,» ἀλλὰ πότε καὶ πῶς; Καὶ ἐδῶ ὁ νομοθέτης προσδιορίζει καὶ τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον. Καὶ ὡς πρὸς τὸν χρόνον, ἀφοῦ παρέλθωσιν 10 ἔτη ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, ὡς πρὸς τὸν τρόπον δὲ ἀφοῦ μετὰ ταῦτα προσηκόντως βεβαιωθῇ ἡ ἀνάγκη αὕτη. Καὶ ἐδῶ, κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, ἐπὶ τῶν ῥήσεων «καὶ ἀφοῦ βεβαιωθῇ προσηκόντως ἡ ἀνάγκη αὕτη» δηλαδὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἄλλο λοιπὸν ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως καὶ ἄλλο «ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις»· ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις εἶναι τὸ πρακτικὸν μέρος, τὸ πραγματικὸν τῆς ἀναθεωρήσεως, ἡ ἀνάγκη δὲ τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι ἓν μέρος προοιμιῶδες, προδικαστικὸν, ὡς ἤθελεν εἰπῇ ὁ δικανικός, τὸ ὁποῖον προετοιμάζει ἄλλας ἐργασίας ἀφορῶσα, ἀποκλειστικῶς τὴν οὐσίαν τὴν συσχετιζομένην μὲ τὴν κυρίαν ἐν οὐσίᾳ λεγομένην ἀναθεώρησιν. Ἀφοῦ σᾶς ἔθεσεν ὁ νομοθέτης καὶ τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον καὶ τὸ μέσον, διασαφίζει τί ἐνόησε διὰ τῆς ἀνάγκης. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως θεωρεῖται βεβαία, ἂν ἡ Βουλὴ κατὰ δύω συνεχεῖς βουλευτικὰς περιόδους καὶ διὰ τῶν τριῶν τετάρτων τῶν ψήφων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ της τὸ ζητήσῃ. Τί κάμνει ἡ Βουλὴ εἰς αὐτὴν τὴν δευτέραν περίστασιν τὴν ἀφορῶσαν τὸ ἄρθρον 107 καὶ ἂν ἡ Βουλὴ διὰ τῶν ¾ τῶν ψήφων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν. Ἄλλο εἶναι λοιπὸν, ζητῶ τὴν ἀναθεώρησιν, καὶ ἄλλο εἶναι, ἐπιτρέπω τὴν ἀναθεώρησιν· εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν τὴν κανονιζομένην ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 107 τὴν ἀφορῶσαν τὴν γενικὴν διάταξιν καὶ τὴν γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἀποκλειομένων τῶν ἐξαιρεθέντων μερῶν, ἡ Βουλὴ δὲν ἐκτελεῖ τὴν ἀναθεώρησιν, διότι δὲν τῇ ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις, κηρύττει μόνον τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ τότε βεβαίως, ἀφοῦ τὸ κυριαρχικὸν ἐκεῖνο σῶμα ἐπεριόρισε τὸ δικαίωμα τῆς τακτικῆς Βουλῆς εἰς μόνον τὴν ἀπόφασιν τῆς διακηρύξεως τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως, δὲν δύναται τὸ αὐτὸ τὸ σῶμα εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας, αἵτινες δύνανται νὰ σχετίζωνται μὲ σπουδαῖα κοινωνικὰ, συνταγματικὰ, οἰκονομικὰ καὶ ἄλλα πλεῖστα ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου καὶ τὰ ὁποῖα ἅπαντες ἡμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, γνωρίζετε, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως νὰ ἰδιοποιηθῇ, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἐντὸς τοῦ χρόνου καὶ διὰ τοῦ τρόπου τοῦ ὡρισμένου παρὰ τοῦ ἄρθρου 107, τοῦ ὁποίου τὰς προνοίας θέλουν τινὲς σήμερον νὰ ἐπεκτείνωσι καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 108, εἰς τὸ μόνον ζήτημα τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ ἀφ’ οὗ ἡ ἀνάγκη παραδεχθῇ τότε πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἰσχὺς, ἡ ἐνέργεια, ἡ λειτουργία τῆς Βουλῆς καὶ νὰ προσκληθῇ ὁ λαὸς νὰ ἐκλέξῃ νέαν συντακτικὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει τοῦ ἄρθ. 108 μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ εἰς τὴν ἐναντίαν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς διανοίας καὶ τῆς προθέσεως τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος καὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὰς λέξεις καὶ εἰς τὸ γράμμα διὰ τοῦ ὁποίου διετυπώθη αὐτὸ, θέλομεν πεισθῆ, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐπιτρέπεται μόνον νὰ κηρύξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως, ἀλλὰ καθιεροῦται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως· ἄλλως ἤθελεν εἶσθαι ἐμπαιγμὸς καὶ φενακισμὸς, ὃν βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν. Τώρα τί λέγει τὸ ἄρθρον αὐτό; «Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις εἰς τὴν προσεχῆ βουλευτικὴν περίοδον·» τί σημαίνει, κύριοι, ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις εἰς τὴν βουλευτικὴν ταύτην Σύνοδον; κατὰ πόσον καὶ κατὰ τί διαφέρει τὸ λεκτικὸν «ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις» ἀπὸ τὸ πρῶτον ἄρθρον τὸ ὁποῖον λέγει· θέλει ζητήσει τὴν ἀναθεώρησιν εἰς τὴν βουλευτικὴν περίοδον, ἀπὸ τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον παραπέμπει εἰς νέαν Βουλὴν, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Ἤθελον, κύριοι, προσβάλει καὶ τὴν νοημοσύνην σας καὶ τὸ λογικὸν, ἂν ἤθελον ἐπιμείνει ἐπὶ τῆς ἐξηγήσεως ἑνὸς ἄρθρου, τὸ ὁποῖον πανταχόθεν ἀποδεικνύεται σαφέστατον, ἡλίου φαεινότερον. Ὁ νομοθέτης εἶπεν· «ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις εἰς τὴν βουλευτικὴν περίοδον.» Ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς συμπαραβολῆς τοῦ προηγουμένου ἄρθρου 108 δὲν ἐνόησε τὴν προοιμιώδη καὶ προδικαστικὴν διὰ νὰ εἴπω ἐργασίαν τῆς διακηρύξεως τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν πρακτικὴν καὶ οὐσιαστικὴν ἀναθεώρησιν. Καὶ πρέπει, Κύριοι, ὡς ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν δύω ἄρθρων νὰ διακρίνωμεν τὴν περίπτωσιν τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ τὸ πρακτικὸν μέρος τῆς ἀναθεωρήσεως, τὸ casus ἤθελεν εἰπῆ ὁ Λατῖνος εἰς τὸ ἄρθρον 107, καὶ τὸ effectus εἰς τὸ ἄρθρον 108· καὶ πρέπει, Κύριοι, ὁδηγούμενοι καὶ χειραγωγούμενοι ἀπὸ αὐτὰς τὰς δύω διακεκριμένας καὶ αὐτοτελεῖς διατάξεις νὰ διακρίνωμεν τὴν οὐσίαν τῆς ἀναθεωρήσεως, τὸ πρακτικὸν μέρος αὐτῆς, τὴν ἐνέργειαν, τὴν λειτουργίαν τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν αὐτὴν, ἀπὸ τὰ προδικαστικὰ ἢ προοιμιώδη ἐκεῖνα μέσα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὴν ἀναθεώρησιν καὶ διαφέρουσι μεγάλως ἀπὸ τὴν οὐσίαν τῆς ἀναθεωρήσεως. Τὸ ἄρθρον 107 ἐπιτρέπει εἰς τὴν Νομοθετικὴν Βουλὴν τὴν διάγνωσιν ἁπλῶς τῆς ἀνάγκης καὶ τὴν ἀναθεώρησιν εἰς τὴν Συντακτικὴν Βουλὴν· τὸ ἄρθρον 108 ἀπεναντίας εἰς τὴν Νομοθετικὴν Βουλὴν καὶ τὴν αἴτησιν τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ τὴν ἀναθεώρησιν ἐπιτρέπει. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, Κύριοι, χωρὶς πλέον νὰ σᾶς παρενοχλήσω ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἠθέλησα καὶ ἐγὼ κατὰ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις νὰ ἀναπτύξω, οὐχὶ, Κύριοι, ἵνα σᾶς φωτίσω, διότι οὐδέποτε ἔλαβον αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν, ἀλλ’ ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ὅτι δυνάμεθα ἀδιστάκτως νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πλήρη καὶ ἀδιαφιλονείκητον ἁρμοδιότητα τῆς Νομοθετικῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθ. 108· καὶ ἐν ᾧ μὲ τοιοῦτον συμπερασμὸν ἐγκαταλείπω τὸ βῆμα, ἐπιτρέψατε νὰ ἐκφράσω πανδήμως τὴν λύπην μου ἐπὶ τῆς διαφωνίας μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἑνὸς τῶν ἐντίμων φίλων μου καὶ συναδέλφων μου. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ἀφ’ ἑνὸς ἡ διαφωνία αὕτη διαχέει πικρίαν εἰς τὴν καρδίαν μου, ἀφ’ ἑτέρου ἱκανοποιεῖ μεγάλως καὶ ἐμὲ καὶ αὐτὸν, ἀποδεικνύουσα ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀνεξαρτησία δὲν ἔχει ἄλλον ὑπογραμμὸν καὶ γνώμονα, εἰμὴ τὰς ἰδίας πεποιθήσεις ἑνὸς ἑκάστου. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ γνήσιος βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ παρασύρεται παρ’ οὐδενὸς, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐκφράζῃ εὐτόλμως, ἑτοίμως, μετ’ ἀνεξαρτησίας, χωρὶς ποσῶς νὰ ἐπηρεασθῇ ὑπὸ τοῦ μέλλοντας τὰς ἰδίας του πεποιθήσεις πρὸς ὑποστήριξιν πάντοτε τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, συνδιαζομένων μετὰ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§64ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ἤκουσα, κύριοι, μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως, ὅτι ὁ προλαλήσας ἤρχισε τὴν ἀγόρευσίν του λέγων, θέτω τὸ ζήτημα, διότι καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐκφράσω γνώμην κατὰ τὸ παρὸν περὶ καταργήσεως ἢ μὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, πρόκειται μόνον περὶ ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς. Ζητῶ ἑπομένως καὶ ἐγὼ τὴν ἄδειαν νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ἁρμοδιότητα, διότι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος τῆς ἁρμοδιότητος δὲν μοὶ φαίνεται τόσον σαφής. Ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν δήλωσιν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀποβλέποντος τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, συμφωνῶ· ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν δίκασιν τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος, δὲν συμφωνῶ. Κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι στοιχεῖον ἀπαραίτητον τῆς συνταγματικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ συνύπαρξις τριῶν ἀρχῶν, ὁ Βασιλεὺς, ὡς ἀνωτάτη ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ Γερουσία καὶ ἡ Βουλὴ. Ὅταν ἐγένετο τὸ Σύνταγμα ἀφῃρέθη ἡ Γερουσία καὶ ἐσυστήθη Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, σῶμα συμβουλευτικὸν πρὸς παρασκευὴν καὶ βάσανον τῶν νομοσχεδίων. Πολλοὶ τότε καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως ἐνόμιζον κατὰ τὰς ἤδη παραδεδεγμένας ἀρχὰς, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραλειφθῇ τὸ στοιχεῖον ἐκεῖνο τῆς συνταγματικῆς Κυβερνήσεως, ἡ Γερουσία, τὸ ἄριστον ὕδωρ, ἵνα μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν μεταφορὰν τοῦ Κ. Γρηγοριάδη, τὸ ἄριστον ὕδωρ μεταξὺ πυρὸς καὶ πυρίτιδος, ἡ μέση, ἡ μετριάζουσα ἀρχὴ, τὸ προπύργιον μεταξὺ ἀπολυτισμοῦ καὶ δημοκρατίας. Ἔγινεν ὅμως αὐτὸ τὸ συμβουλευτικὸν σῶμα ἢ κατὰ τὴν γνώμην τινῶν αἰγὶς, ὑπὸ τὴν ὁποίαν κρύπτεται ἐνίοτε ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη. Ἔγινεν ὅμως καὶ καθιερώθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀντὶ τῆς ἀπαραιτήτου κατ’ ἐμὲ Γερουσίας. Ἐνῷ δὲ ἐκφράζω τοιαύτην γνώμην, χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μέχρι τοῦδε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐξεπλήρωσε τὰ ἑαυτοῦ καθήκοντα μὲ μεγίστην σύνεσιν καὶ μὲ πᾶσαν ἀνεξαρτησίαν· τὸ κηρύττω δημοσίᾳ. «Ἐπιτρέπεται ἀναθεώρησις» καὶ ἰδοὺ ἡ Βουλὴ ἐξασκεῖ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον τῆς δίδει τὸ Σύνταγμα, δὲν δύναται ὅμως ν’ ἀπομακρυνθῇ αὐτοῦ. Τοῦτο τὸ δικαίωμα εἶναι ἐξαιρετικὸν καὶ πρέπει συσταλτικῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ· τὸ ἄρθρον 107 ὁρίζει μὲ πᾶσαν λεπτομέρειαν τὸν τρόπον καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναθεωρήσεως. Τὸ ἄρθρον 108 λέγει, «ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἄρθρου εἰς τὴν προσεχῆ βουλευτικὴν περίοδον, ἂν τὸ ζητήσουν τὰ ¾ τῆς Βουλῆς.» Τώρα ἐπαναλαμβάνω τὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖον ἔθεσα καὶ χθές· θέλετε τὸ 108 νὰ τὸ συνδέσητε μὲ τὸ 107, ἢ θέλετε νὰ τὸ λάβητε μεμονωμένον καὶ ἀνεξάρτητον; Ἂν θέλητε νὰ τὸ συνδέσωμεν· τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι γνωστόν· ἂν θέλητε νὰ τὸ λάβωμεν ἀνεξάρτητον, τὸ λαμβάνομεν οὕτω. «Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις» μέγας κρότος εἰς αὐτὰς τὰς λέξεις· ὤφειλε βεβαίως ὁ νομοθέτης ν’ ἀρχίσῃ οὕτω πως, διότι ἄλλως ἀνωφελῆ τὰ πάντα, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται διὰ ποῖον ἀποτέλεσμα; Ἐρωτῶ ποῖον τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἀνεξαρτήτως θεωρούμενον; Κατ’ ἐμὲ, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἄλλο δικαίωμα, εἰμὴ μόνον νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν· ἀλλὰ θέλετε μοὶ εἰπῆ διὰ ποῖον ἀποτέλεσμα; Ἐγὼ βέβαια δὲν εἶμαι ὀρθοπαιδικὸς καὶ δὲν δύναμαι νὰ θεραπεύσω, καθὼς δὲν δύναμαι νὰ προσθέσω τι εἰς τὰ κακῶς ἔχοντα. Ὅτε ποτὲ παρευρέθην εἰς χειροτονίαν τινὰ, ἤκουσα τὸν ἀρχιερέα λέγοντα· «Ἡ θεία χάρις ἡ πάντοτε τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα·» ἡ θεία χάρις καὶ ὄχι ἡ Βουλὴ. Ἂν τὸ 108 ἄρθρον εἶχε ἀμφίβολον σημασίαν, τότε ἠδυνάμεθα νὰ οἰκειοποιηθῶμεν ἢ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ἑρμηνείαν, καὶ νὰ προτιμήσωμεν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας διατηρεῖται ἡ ἰσχὺς τῆς πράξεως (magis valeat quamperbat). Ἀμφιβολία ὅμως δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ ἔλλειψις. Εἰς τὸ ἐλλεῖπον ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ προσθέσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι τὸ νὰ ζητῇ τὴν ἀναθεώρησιν ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν δίκασιν, μὲ τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς οὐσίας, μὲ τὴν κατάργησιν ἢ μὴ κατάργησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τότε ἂς θέση οὕτω εὐκρινῶς τὸ ζήτημα, ἵνα δυνηθῇ πᾶς βουλευτὴς νὰ δώσῃ ἐν πλήρει γνώσει τὴν ψῆφόν του, κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ.
§65ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ὅταν εἴχαμεν τὴν Συνέλευσιν τῆς 3 Σεπτεμβρίου, ἤρχισε νὰ γίνεται λόγος ἀπὸ τοὺς πληρεξουσίους, ὅτι καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Γερουσίας νὰ τὸν ἀποφασίσῃ ἰσόβιον ἡ Συνέλευσις. Ὁ τότε Βασιλεὺς ἐφώναξεν ἐμὲ καὶ τὸν Νοταρᾶν, καὶ ἔγινε δίκαιον καὶ ὀρθὸν διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Γερουσίας ἰσόβιον, διότι τότε ἔκαμε τὴν παρατήρησίν του, ὅτι ἕνας ἄξιος μὲ ἱκανότητα Πρόεδρος ἠμπορεῖ νὰ ἑνώσῃ τῶν δύο Σωμάτων τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ δὲν ὑπάγει καλά. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὰ μέσα καὶ τὰ δικαιώματα. Ἐγὼ εὐχαριστῶ τοὺς πληρεξουσίους δι’ αὐτὰ τὰ δικαιώματα ὅπου ζητεῖτε νὰ δώσητε εἰς τὸν Βασιλέα· καὶ ὀλιγώτερα ἀκόμη, ἐγὼ εἶμαι εὐχαριστημένος.— Ἀλλὰ ταῦτα διὰ τί ἐγένοντο τότε; Εἶναι παρατηρημένον πρᾶγμα, ὅτι εἰς οἱονδήποτε ἔθνος συνέρχεται Συνέλευσις, εἰς οἱανδήποτε περίστασιν στέκει ἐν ἐνεργείᾳ, ἡ Βασιλικὴ ἁλουργὶς χάνεται καὶ τότε καὶ τὰς ὑποσχέσεις, καὶ, καὶ...., ὅλα τὰ ἐσκέφθη καὶ τὰ παρεδέχθη. Ἀλλὰ τί ἔκαμα ὕστερον; ὅταν ἐπῆγα καὶ τῷ εἶπα, Μεγαλειότατε, αὐτὴν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμες διὰ τὸ Στρατοδικεῖον τοῦ Ναυπλίου, δὲν εἶναι δίκαιον, εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος· Μὰ ὄχι, λέγει· ἡ πλειονοψηφία πρέπει νὰ τὸ ἀποφασίσῃ. — Λοιπὸν νὰ προσέχωμεν, Κύριοι, καλά· ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα φίλον εἰς τὸ Συμβούλιον· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἡ πρώτη Βουλὴ τοῦ νέου Συντάγματος, καὶ πρέπει νὰ προσέξῃ πολὺ νὰ μὴ πεισθῇ καὶ δώσῃ παραμικρὰν ἐλαστικότητα εἰς κανὲν ἄρθρον, διότι τότε ἔτσι εἴπομεν· εἶναι ῥητὸν τὸ ἄρθρον· εἴπομεν, ὅτι ἡ πρώτη Βουλὴ νὰ τὸ ἀναθεωρήσῃ καὶ τὸ καταργήσῃ.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, Κ. Πρόεδρε.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι 9.
§68ΠΟΛΛΟΙ. Ψηφοφορία.
§69Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ· εἶμαι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω· παραιτοῦμαι τοῦ λόγου μου. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις· ἐπειδὴ ὅμως ἔχω ἀνάγκην νὰ ᾖναι παρὸν τὸ ὑπουργεῖον, νὰ τὴν ἀναβάλετε διὰ νὰ γίνῃ ἐκ νέου ἡ συζήτησις.
§70ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, συμφωνοῦμεν.
§71ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν, Κ. Πρόεδρε.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν· (Ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου· ἀπόψε νὰ τελειώσῃ!)
§73ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς νὰ συζητήσωμεν (θόρυβος).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι Βουλευταί. Ἔγινε πρότασις περὶ ἀναβολῆς· ἔχετε ἀντίῤῥησιν; δηλ. νὰ ἐξακολουθήσωμεν αὔριον;
§75ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, γνωρίζω ὅτι ἐκουράσθητε, ὅτι ὑποφέρετε· ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑποφέρει καὶ ὁ λαός. Τρεῖς ὥρας μόλις εἰργάσθημεν· διὰ τί νὰ μὴ ἐργασθῶμεν καὶ 4 ἢ 5; διὰ τί καὶ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου; διὰ τί ἕως τὴν αὔριον, μέχρις ὅτου τελειώσῃ αὐτὸ τὸ σπουδαῖον ζήτημα; Ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου σπουδαίου ζητήματος, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐπικρίσεως τοῦ ἄλλοτε ὑπουργείου, ἠνάψαμεν τὰ φῶτα, καὶ ἐμείναμεν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου· καὶ ἤδη δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μείνωμεν; Ποῖον ζήτημα ἦτο σπουδαιότερον; τοῦτο ἢ ἐκεῖνο; Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀναβολῆς. Παρακαλῶ νὰ διαταχθῶσι νὰ ἀνάψωσι τὰ φῶτα, καὶ νὰ τελειώσωμεν τώρα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν θέλῃ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις αὔριον.
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς Κυβερνήσεως.
§78ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ προοιμίων λέγω, Κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ καταψηφίσω κατὰ τοῦ Συμβουλίου· ὑποστηρίζω ὅμως τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Χριστοπούλου. Εἰς ἓν ζήτημα τόσον σοβαρὸν πρέπει νὰ ᾖναι παρόντες οἱ ὑπουργοὶ, καὶ μάλιστα οἱ Βουλευταὶ ἐξ αὐτῶν νὰ δώσουν τὴν ψῆφόν των ὑπὲρ ἢ κατά. Νὰ ἀναβάλωμεν λοιπὸν διὰ τὴν αὔριον διὰ νὰ ἔλθουν καὶ οἱ ὑπουργοὶ καὶ νὰ ψηφοφορήσουν.
§79Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δικτατορίαν ἐξασκεῖ κανεὶς ἐδῶ, Κύριε Πρόεδρε;
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§81Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐρωτήσατε λοιπὸν τὴν Βουλὴν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω προτάσεις γίνονται· ἡ μία περὶ λύσεως τῆς συνεδριάσεως διὰ τὴν αὔριον, ἡ ἄλλη περὶ λύσεως τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ νὰ παρουσιασθῇ καὶ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ ἐν γένει λύσις τῆς συνεδριάσεως· ἂν ἀποῤῥιφθῇ αὐτὴ, ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἄλλην.
§83Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ μία τρίτη, τὴν ὁποίαν κάμνω ἐγώ. Ἐπειδὴ εἶναι 9 ἐγγεγραμμένοι, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀκόμη ἡμέρα, ἂς ὁμιλήσωσιν ἕνας ἢ δύω, καὶ κατόπιν ἀποφασίζομεν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ γνώμη σας αὕτη περιλαμβάνεται εἰς τὸ πρῶτον θέμα. — Λοιπὸν, Κύριοι, δύω θέματα εἶναι· κατὰ τὸ ἓν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ αὔριον ἡ συζήτησις· κατὰ τὸ ἄλλο, νὰ λυθῇ ἐπίσης ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ αὔριον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ παρευρίσκεται ἡ Κυβέρνησις ἐνταῦθα. Λοιπὸν θὰ θέσω τὸ πρῶτον ζήτημα· οἱ παραδεχόμενοι νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· ἀπεῤῥίφθη. — Θὰ θέσω τὸ δεύτερον. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔριον ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§85ΤΙΝΕΣ. Ἀπεῤῥίφθη.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁλόκληρον τὸ Προεδρεῖον πείθεται, ὅτι παρεδέχθη ἡ πρότασις· ἂν ὅμως ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ἐρχόμεθα εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· δεχόμεθα τὴν ἀπόφασιν τοῦ Προεδρείου.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 4 καὶ ¼
Μ. Μ.)