1865.11.15
1.568 στίχοι · 12.892 λέξεις · 171 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65
Τῆς 15 Νοεμβρίου 1865.
(Δευτέρα).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῶν ΚΚ. Βουλευτῶν καὶ εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου Κ. Δεληγιώργης ἀναγγέλλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ Β. Διατάγματος ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ αὐτὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, προσωρινῶς δὲ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τὸν Κ. Δ. Χρηστίδην, ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν Κ. Θρασύβουλον Ζαΐμην, ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως τὸν Κ. Σπύλιον Ἀντωνόπουλον, ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν Κ. Δ. Γρίβαν καὶ ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὸν Κ. Α. Μαυρομιχάλην. Κύριοι, πρὸ ἡμερῶν ἀπέστειλα εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ 1866, συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του. Ὁ ἀντιπρόεδρος αὐτοῦ, ἀσθενοῦντος τοῦ προέδρου, Κ. Ψύλλας διευθύνει ἔκθεσιν διὰ τῆς ὁποίας ἐκθέτει λόγους τινὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν δύναται τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ. Θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον καὶ θ’ ἀκούσητε τοὺς λόγους. Ἀναγινώσκεται τὸ ἔγγραφον. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἐστάλησαν πολλὰ ἀντίτυπα, διέταξα τὸν διευθυντὴν τοῦ τυπογραφείου, ὁσάκις τυπόνονται τοιαῦτα νομοσχέδια, ν’ ἀποστέλλωνται εἰς τὸ συμβούλιον 20 ἀντίτυπα, ὥστε δὲν εἶναι σπουδαῖος λόγος αὐτός. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ σήμερον;
§4ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἴσως δὲν ὤφειλε τὸ συμβούλιον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὸ ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἐφιστᾷ. Νομίζω, ὅτι τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ὤφειλε μόνον νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις νομίμως εἰσήχθη εἰς αὐτὸ, καὶ ἠμποροῦσε μὲν καὶ ὤφειλε νὰ κάμῃ τὰς δεούσας παρατηρήσεις, ἐὰν ἀπήντα δυσκολίαν τινὰ, οὐδέποτε ὅμως ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὑπηρεσίαν του ἕνεκα ἐλλείψεων αἵτινες διαφεύγουσι τὴν δικαιοδοσίαν του. Μολοντοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καθὼς καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων τῆς Βουλῆς, ὅσαι εἶναι ἀναπόφευκτοι διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἡ νέα Κυβέρνησις θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν αὔριον ἢ μεθαύριον καὶ διὰ τοῦτο πᾶσα περὶ τούτου συζήτησις εἶναι περιττή.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κ. πρόεδρε, καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν—λυποῦμαι δὲ διότι δὲν βλέπω τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν παρόντα—αὔριον ἢ ἄλλοτε, ὅταν ἠμπορέσῃ, νὰ μᾶς φέρῃ ἀκριβεῖς ἐκθέσεις ἐδῶ ὄχι μόνον περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν καταχρήσεων τὰς ὁποίας λέγουν, ὅτι ἀνεκάλυψε τὸ ὑπουργεῖον, καὶ περὶ τῆς σπατάλης. Τοιαῦται ἐρεσχελίαι ἠκούσθησαν εἰς πολλὰ μέρη ἀπὸ πολλοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς δὲν τὰς ἀπέκρουσε. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ὅλας αὐτὰς τὰς σημειώσεις, διότι ἀναντιῤῥήτως κανεὶς δὲν ὑποφέρει νὰ μένῃ ὑπὸ τὸ βάρος συκοφαντιῶν, οὔτε ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀνέχηται, ἐὰν ἡ ἰδία δὲν ἀρέσκηται νὰ συκοφαντοῦν.
§6ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, τί ἐῤῥέθη ἢ τί λέγεται εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ εἰς τὰς τριόδους, ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι λέγεται αὐτόθι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ὡς ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὔτε βουλευτής τις οὔτε ὑπουργός τις ἐξέφερεν, ὅτι τὸ πρώην ὑπουργεῖον ἐσπατάλησεν, ἐδήμευσεν, ἔκαμε ὅσα λόγου χάριν εἶπεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος. Ἑπομένως διότι τινὲς εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς τριόδους ἢ καὶ τὸ κοινὸν ἅπαν διασύρουν τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον, πρέπει ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος νὰ ζητῇ λόγον ἐν τῇ Βουλῇ; Τοῦτο εἶναι ἀπαίσιον! Ἰδοὺ καὶ ὁ τύπος, ἐκεῖ δύναται ν’ ἀπαντήσῃ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ὥστε τὸ βουλευτήριον νὰ μεταβληθῇ εἰς παλαίστραν διαπληκτισμῶν. Κύριοι, ἔχομεν ἄλλα ἀντικείμενα σπουδαιότερα, ἔχομεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1866· πρὸς τοῦτο προσεκλήθημεν ἐδῶ καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, διότι αὔριον ἀπερχόμεθα καὶ θ’ ἀφήσωμεν τὸ Κράτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ὁ ἔντιμος Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχῃ ἀφορμὰς διὰ νὰ ἀποταθῇ προσωπικῶς ἢ κατὰ ὑπουργοῦ ἢ κατὰ βουλευτοῦ τινος, τότε τὸ πρᾶγμα ἀλλάζει φάσιν· οὐδεὶς μὰ τὴν ἀλήθειαν δύναται ν’ ἀποτρέψῃ τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ λάβῃ ἱκανοποίησιν· τὰ δὲ ἄλλα εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου καὶ ἐκτὸς πάσης συζητήσεως.
§7ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσσήνης, ὅτι μέχρι προχθὲς εἰς τὰς δημοσίας συζητήσεις ἑκάστη τῶν πολιτικῶν μερίδων τῆς Βουλῆς καὶ ἕκαστος βουλευτὴς ἐξέθετεν ἐλευθέρως καὶ συνεχῶς τὰς ἰδέας του περὶ τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, περὶ τῶν τυχὸν καταχρήσεων ἢ περὶ τῆς καλῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καὶ περὶ τῆς πιστῆς καὶ ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου· ὥστε τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ἐξηντλημένα δι’ ἕκαστον ἄτομον καὶ δι’ ἑκάστην πολιτικὴν μερίδα. Τώρα, ἀφ’ ὅτου ἐσχηματίσθη ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ἔλαβεν ἀφορμήν τινα παραπόνων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, ἐννοῶ ὅτι δύναται τὸ παράπονον τοῦτο νὰ τὸ παρουσιάσῃ· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε καιρὸν, ἐνασχοληθεῖσα εἰς ἓν πολλὰ σπουδαῖον ζήτημα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἐπικρατείας καὶ εἰς ἄλλα ζητήματα ξένα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ σκεφθῇ οὔτε νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὅλως διόλου δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ σπουδαίας συζητήσεως· ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει λείψει, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα καθ’ ἣν κατὰ καθῆκον θὰ παρουσιάσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, νὰ φέρῃ τὰς κρίσεις της.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔκαμα τὴν παράκλησιν αὐτὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἐπαναλαμβάνω, διότι ἤκουσα ὅτι καὶ μέλη τῆς Κυβερνήσεως εἶπον ταῦτα· ἑπομένως, ἐπαναλαμβάνω, παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παρόντα ἤδη, ὅταν φέρῃ τὴν οἰκονομικὴν ἔκθεσίν του, νὰ φέρῃ πᾶν ὅ,τι ἀνακαλύψει κακῶς ἐνεργηθέν.
§9ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, θὰ γίνῃ κατὰ καθῆκον.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἐπειδὴ οὔτ’ ἐγὼ, οὔτε κανεὶς ὑποφέρει νὰ διασύρηται τὸ ὄνομά του ἀδίκως.
§11ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἀνέγνωσα καὶ ἤκουσα ἀπὸ πρόσωπον ἔντιμον, ὅτι ὁ ἄλλοτε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Κ. Χρηστίδης εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἔμενεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελεν ἀποδείξει τὰς καταχρήσεις τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου ἔκαμεν, ἀναβιβαζομένας περίπου εἰς 4,000,000. Ὑπεστήριζα τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐν πεποιθήσει ὅτι ἡ διαχείρισις ἐγίνετο ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐπικρατείας· οὐδέποτε ἀπέβλεπον, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἤθελε κάμει σπατάλην τινα. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἐπιθυμῶ, ἐὰν ταῦτα πράγματι ὑπάρχουν, νὰ τὰ ὑποβάλῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς, διότι θέλω νὰ σχηματίσω τὴν πεποίθησιν, ἐὰν πράγματι ὑπεστήριζα τὴν ἀλήθειαν· τοὐναντίον, νὰ μεταβάλω τὰς πεποιθήσεις τὰς ὁποίας ἔχω πρὸς πρόσωπον τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζον καὶ ὑποστηρίζω.
§12ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις μόνον ἐπίσημον λόγον ἐννοεῖ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ δίδῃ.
§13ΗΛΙΑΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καταδεικνύει τὸν ἑαυτόν του ἔνοχον ὅστις ζητεῖ νὰ δικαιολογηθῇ πρὶν τὸν κατηγορήσουν ἄλλοι. Ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος ζητεῖ νὰ δικαιολογηθῇ πρὶν ἀκόμη κἀνεὶς ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς ἢ ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κάμῃ παρατηρήσεις. Ἐὰν θέλῃ νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὰ λεγόμενα εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τριόδους, δύναται διὰ τοῦ τύπου, καθὼς εἶπεν ὁ Κ. Σακελλαριάδης, νὰ δικαιολογηθῇ.
§14ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κάθε φιλότιμος χρεωστεῖ νὰ ζητῇ τὴν τιμήν του, ἀλλ’ ὁ καιρὸς θὰ τὸ δείξῃ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Λακεδαίμονος Κύριοι Σπηλιωτάκης καὶ Α. Ι. Κορφιωτάκης ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως ἐπὶ τῶν περὶ συνοικισμοῦ τῆς Σπάρτης Β. διαταγμάτων. Ὁ αὐτὸς βουλευτὴς Λακεδαίμονος Κ. Σπηλιωτάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ παραχωρήσεως προνομίων ἀνακαλύψεων, τελειοποιήσεων καὶ εἰσαγωγῆς.
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμοία πρότασις εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἀπὸ ἄλλους βουλευτὰς καὶ ἐστάλη εἰς τὸ Συμβούλιον· νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ καὶ ἡ παροῦσα ἀφοῦ ἅπαξ παρεδέχθη ἡ ἀρχὴ περὶ προνομίων.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τύπωσις εἶναι ἀναγκαία;
§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ νὰ μὴ ἔλθῃ πλέον εἰς συζήτησιν ἡ ἀρχή.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας Κ. Κωνσταντᾶς ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ αὐτοδιοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν. Ὁ βουλευτὴς Μεγαλοπόλεως Κ. Ζατουνίτης ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως ἑλληνικοῦ σχολείου εἰς Μεγαλόπολιν· ὁμοίως περὶ συστάσεως εἰρηνοδικείου τετάρτης τάξεως εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Φαλεσίας τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως.
§20ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Τὰς συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· τοὺς λόγους δὲ, οἱ ὁποῖοι μ’ ἐβίασαν νὰ κάμω αὐτὰς τὰς προτάσεις, θέλω ἐκθέσει εἰς τὴν συζήτησιν.
§21ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Ἐτυπώθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἀναφορᾶς περὶ τοῦ ἐπισκόπου Ζακύνθου;
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθη εἰς τύπωσιν.
§23ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπληροφορήθην, Κύριοι, ἀπὸ ἀξιότιμον ὑπάλληλον κατέχοντα ἀνωτέραν θέσιν ἐνταῦθα, ὅτι ἄνθρωπός τις, τοῦ ὁποίου λησμονῶ τὸ ὄνομα καὶ τὸ ἐπίθετον, διατελῶν ταμίας, κατεχράσθη περὶ τὰς 90,000 δραχμάς. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὄχι μόνον δὲν κατεδιώχθη, ὡς ἦτο πρέπον, παρὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ εἰς ἀμοιβὴν, φαίνεται, δὲν ἠξεύρω ποῖος ὑπουργὸς τὸν διώρισεν οἰκονομικὸν ἔφορον, καὶ ὑπηρετεῖ σήμερον ὡς τοιοῦτος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας, καὶ παρακαλῶ νὰ μᾶς γίνῃ γνωστὸν ἀπὸ τοὺς Κυρίους βουλευτὰς Κορινθίας τὸ ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ.
§24ΤΙΝΕΣ. Κουρκουτᾶς.
§25ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον· τόσον εἶμαι μακρὰν τῶν προσωπικῶν. Ὅταν ὅμως τὸ ἤκουσα, συνεταράχθη ὁλόκληρόν μου τὸ νευρικὸν σύστημα καὶ ἀνέβη τὸ αἷμα εἰς τὴν κεφαλήν μου· 90 χιλιάδας δραχμὰς λέγουν ὅτι ἐσφετερίσθη, καὶ ἐπειδὴ πλέον δὲν ἠμποροῦσε νὰ ᾖναι ταμίας, προβιβάζεται ἔφορος καὶ ὑπηρετεῖ ἤδη ὡς τοιοῦτος, καὶ ἐναντίον τοῦ Β. Διατάγματος ὑπηρετεῖ εἰς τὸν τόπον τῶν συμφερόντων του, διότι, καθὼς ἤκουσα, εἰς τὴν Κορινθίαν ἔχει τρεῖς οἰκίας· περιπλέον τώρα ἤκουσα ὅτι εἶναι καὶ δημότης. Βεβαίως ὤφειλον νὰ φέρω ἐπισήμως τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἰς γνῶσιν τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι ἀπευθύνων εἰς αὐτὸν ἐπερώτησίν τινα, ἀλλὰ μόνον ὑποβάλλων αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, μὴ τυχὸν τὸ ἀγνοεῖ· καὶ ὑποθέτω ὅτι τὸ ἀγνοεῖ, διότι ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀθῶος ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἁμαρτίαν, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω, ὅπως βεβαίως καὶ ἡ Βουλὴ θὰ τὸν παρακαλέσῃ, ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, νὰ εἰσάξῃ εἰς δίκην τὸν ὑπόλογον αὐτὸν ὑπάλληλον. Ἐπεθύμουν, κύριοι, ὅλα αὐτὰ νὰ μὴ ἦσαν ἀληθῆ καὶ νὰ ἦσαν ψεύδη, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑπάρχουν τοιαῦται δυσφημίαι κατὰ ὑπαλλήλων, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ διορίσαντος αὐτὸν ὑπουργοῦ ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ· ἀλλ’ ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, εἰς τὸν τύπον ἐῤῥέθησαν αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ἐν τούτοις διατελεῖ ἀκόμη εἰς τὴν θέσιν αὐτήν. Ἀκόμη, κύριοι, ἐπληροφορήθην ὅτι ἐναντίον τοῦ Διατάγματος διατηροῦνται ὑπάλληλοι εἰς τὰς ἐπαρχίας των· μοὶ ἐνθύμισαν καὶ μοὶ εἶπον ἕνα Χρονόπουλον, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ὑπηρετοῦντα εἰς τὴν Ἠλείαν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ τοιαύτας πληροφορίας μοὶ ἔδωκεν εἷς τῶν βουλευτῶν Ἠλείας.
§26ΤΙΝΕΣ. Εἶναι Πατρινός.
§27ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅταν εἶπον τοῦτο πρὸς τὸν βουλευτὴν Ἠλείας, μοὶ εἶπεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τῳόντι συνεζεύχθη μίαν κάτοικον Δίβρης.
§28ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ ψευδές.
§29ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ποῦ εἶναι ὁ συνάδελφός σας ἐκεῖνος μὲ τὰ φράγκικα, ὁ Στεριόπουλος; αὐτὸς τὸ εἶπεν. Ἐὰν λοιπὸν τὸ Διάταγμα αὐτὸ πρέπει νὰ διατηρηθῇ, δὲν πρέπει νὰ ᾖναι εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Βλέπετε ὅτι ὁμιλῶ περὶ ἐπαρχίας διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω κανὲν συμφέρον. Ἀλλ’ ἢ θὰ ᾖναι τὸ Διάταγμα σεβαστὸν ἢ δὲν θὰ ᾖναι· ἐὰν θὰ ᾖναι, πρέπει νὰ ᾖναι δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, εἰ δὲ μὴ, νὰ τὸ καταργήσωμεν. Ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο νὰ δώσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ Διατάγματος, λέγω ὅτι καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ αὐτοῦ ὑπάρχουν λόγοι. Ἀλλ’ ἐνόμισα καθῆκόν μου, ἤθελον τὸ θεωρήσει προδοσίαν καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ἐὰν αὐτὰς τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔλαβον δὲν τὰς ἔφερον ἐπισήμως εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς γνῶσιν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, ἐὰν τῳόντι ᾖναι ἀληθῆ καὶ δὲν ᾖναι ὑπερβολή τις· μικρὰ δὲ καὶ κατ’ ἐλάχιστον καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ, πάλιν εἶναι μεγάλα καὶ ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἐπιστήσῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν προσοχήν του, ἰδίως ὡς πρὸς τὸν ὑπάλληλον τὸν ὁποῖον ἀνέφερα· καὶ μοὶ κακοφαίνεται ὅτι ἔλαβα τὸν λόγον περὶ προσώπου τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω παντάπασιν.
§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ διώρισα τὸν Κ. Κουρκουτᾶν, ὄχι εἰς τὸ διάστημα τῶν 5 ἡμερῶν τῆς τελευταίας ὑπουργίας μου, ἀλλὰ πέρυσιν, ὅτε πάλιν ἤμην ὑπουργός. Ἠξεύρω ὅτι ὁ Κ. Κουρκουτᾶς εἶχεν ἀπολυθῆ τῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τὸν Κ. Χρηστίδην, ὅστις εἶχε λάβει ὑπονοίας ἐναντίον του, ὅτι εἶχεν ἔλλειμμα· παρέδωκε τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ταμείου, ἀλλὰ παρεμβάλλοντο προσκόμματα εἰς τὴν παράδοσιν τῶν εἰσπρακτέων. Ὅτε ἦλθον ἐγὼ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Κ. Κουρκουτᾶς ἦλθεν ἐδῶ καὶ ἐζήτει νὰ τὸν ἐπαναφέρω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸ Γεν. λογιστήριον ἐὰν ἐτελείωσε τὴν παράδοσιν, καὶ μοὶ εἶπον ὅτι δὲν ἐτελείωσε καθ’ ὁλοκληρίαν. Τότε εἶπον εἰς τὸν Κ. Κουρκουτᾶν, ὅτι, καί τοι γνωρίζων τὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δικαιώματα καὶ τὴν ἀρχαιότητά του, δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸν διορίσω, ἐὰν δὲν πεισθῶ ὅτι δὲν εἶναι ἐλλειπὴς εἰς τίποτε. Ἐπειδὴ δὲ παρεπονεῖτο τότε ὅτι ὁ διάδοχός του παρενέβαλλε προσκόμματα εἰς τὴν παραλαβὴν, διέταξα ἕνα ὑπάλληλον τοῦ λογιστηρίου, ὁ ὁποῖος ἐπεστάτησε καὶ ἐτελείωσεν ἡ παράδοσις· μοὶ ἔφερον ἔκθεσιν ὅτι αὐτὸς παρέδωκεν ἀνελλειπὲς τὸ ταμεῖον του καὶ τὸν διώρισα πάλιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Τώρα, ἐὰν ἔκτοτε παρουσιάσθησαν καταχρήσεις, ὁ ὑπουργὸς ἂς ἐξετάσῃ.
§31ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις, Κ. πρόεδρε, ὡς πρὸς τὸν ἕτερον ὑπάλληλον, ὅτι εἶναι κάτοικος Ἠλείας. Ἠμπορῶ νὰ πληροφορήσω τὸν Κ. βουλευτὴν, καὶ ἐὰν δὲν δίδῃ πίστιν εἰς τὴν ἰδικήν μου πληροφορίαν, ἂς ἐρωτήσῃ τὸν Κ. Ῥοῦφον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐδῶ καὶ δύναται νὰ τὸν βεβαιώσῃ, ὅτι ὁ Κ. Χρονόπουλος εἶναι γέννημα καὶ θρέμμα τῶν Πατρῶν· ἐκεῖ ἔχει τὰ κτήματά του, τὰς οἰκίας του, εἰς δὲ τὴν Ἠλείαν μίαν προσωρινὴν διαμονὴν ὡς ὑπάλληλος ἔχει μόνον.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις προτάσεως νόμου περὶ καταμετρήσεως τῆς χωρητικότητος τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων, ὑποβληθείσης παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Σύρου Κ. Πλατὺ, ἕνεκα τῆς ἀπουσίας του.
§33ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. (ὑπουργ. οἰκονομικῶν). Κ. πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ζητήσω νὰ συζητηθῇ ἓν νομοσχέδιον ἐκκρεμὲς περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νόμου.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν περιμένετε, Κ. Ὑπουργὲ, νὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τοῦ Συμβουλίου; διότι ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τὴν ἔστειλα ἐκεῖ.
§35ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἦλθε.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐθεώρησε τὸ Συμβούλιον περιττὴν τὴν ἐπανάληψιν, ἀφοῦ ἐγνωμοδότησεν ἐπὶ τῶν δύω μηνῶν. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§37ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται. Ἄρθρον μοναδικόν. «Ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀπὸ 31 Ἰανουαρίου 1864 ὑπὸ στοιχεῖον ΚΗʹ. νόμου περὶ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων παρατείνεται καὶ καθ’ ὅλον τὸ 1865.»
§38ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ Νομοσχέδιον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ Νομοσχέδιον περὶ καταμετρήσεως τῆς χωρητικότητος τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων. (Ἀναγινώσκεται.)
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας, πρὶν προχωρήσωμεν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν, περὶ τοῦ ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ οἰκονομικὸν ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐφαρμογῆς.
§41ΠΛΑΤΥΣ. Ἐπιφυλάττομαι εἰς τὴν ἀκόλουθον ἀνάγνωσιν τοῦ Νομοσχεδίου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μερικὰς στατιστικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλω ἔχει ἐντὸς ὀλίγου περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δασμῶν, τοὺς ὁποίους τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα πληρόνουν εἰς ξένας Κυβερνήσεις, προσορμιζόμενα εἰς ξένους λιμένας· ὅταν γνωρίσωμεν τὸ ἐτήσιον αὐτὸ ποσὸν, θέλετε ἰδῆ πόση διαφορὰ θέλει προκύψει ἐκ τῆς ἐπὶ τὸ κρεῖττον βελτιώσεως τῆς καταμετρήσεως.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ ἀναγνωσθέντος Νομοσχεδίου διὰ πρώτην συζήτησιν;
§43ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν τὸ παραδέχεται. Ἐπίσης ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τοῦ Βουλευτοῦ Σπετσῶν Θεοχάρη περὶ καταργήσεως τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ ἀπηγορεύετο εἰς τοὺς ἰδιώτας καὶ τὰς κοινότητας ἡ κατὰ τοῦ δημοσίου ἀγωγὴ περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀπαιτήσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν, καθὼς καὶ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Καποδιστρίου. Ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε τότε τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν δευτέραν. Θέλετε ἐκ νέου ν’ ἀναβληθῇ;
§45ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν ἄλλην· 1) Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Δβρίου 1864 Βασιλικοῦ Διατάγματος περὶ ἐξομοιώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Πρώτη συζήτησις (Ἀναγινώσκεται.)
§47ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν παρεδέχθη. 2) ὅμοιον τοῦ περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου Διατάγματος περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῆς πρώην ἐν Ἑπτανήσῳ Γερουσίας. Πρώτη συζήτησις. (Ἀναγινώσκεται.)
§49ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ διασάφησις· ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι, ἀφοῦ ἡ Γερουσία διελύθη;
§50ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἀναγνωσθὲν Νομοσχέδιον κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ συζήτησιν. Ὅμοιον περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 21 Δβρίου 1864 τεσσάρων διαταγμάτων περὶ τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ ἀστυκῆς καὶ ἐξωτερικῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας. Πρώτη συζήτησις. (Ἀναγινώσκεται.)
§52ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὅμοιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1865 Διατάγματος, καθ’ ὃ αἱ τέσσαρες ἡμέραι τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν θεωροῦνται σχολάσιμοι. Πρώτη συζήτησις. (Ἀναγινώσκεται.). Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἔχει τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκεται.)
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας μὲ τὴν προσθήκην «καὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν;»
§55ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὅμοιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Ὀκτωβρίου 1864 περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Ἑπτανήσου. Πρώτη συζήτησι. (ἀναγινώσκεται).
§57ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὅμοιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Μαρτίου Διατάγματος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἑκατέρας τῶν ἐπαρχιῶν Κερκύρας καὶ Κεφαλληνίας. Πρώτη συζήτησις. (Ἀναγινώσκεται).
§59ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὅμοιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Ἰανουαρίου Διατάγματος περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐν Κερκύρᾳ φρενοκομείου. Πρώτη συζήτησις. «Κυροῦται τὸ ἀπὸ 14 Ἰανουαρίου ε. ε. Βασιλικὸν διάταγμα περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐν Κερκύρᾳ Φρενοκομείου καὶ τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ.»
§61ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὅμοιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1864 Διατάγματος περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως μηχανικοῦ συμβούλου ἐν Κερκύρᾳ. (Πρώτη συζήτησις). «Κυροῦται τὸ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1864 Βασιλικὸν διάταγμα περὶ καταργήσεως τῆς ἐν Κερκύρᾳ θέσεως μηχανικοῦ συμβούλου.»
§63ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὅμοιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου Διατάγματος περὶ προσωπικοῦ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ ἀρχειοφυλακείων. (Πρώτη συζήτησις). «Κυροῦται τὸ ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου Βασιλικὸν διάταγμα περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ ἀρχειοφυλακείων καὶ τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ.»
§65ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὅμοιον περὶ διαθέσεως ἐθνικῆς γῆς. (Ἀναγινώσκεται).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν χειμερινῶν καὶ ἐαρινῶν βοσκῶν. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχήν;
§68ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει σταλῆ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὁμοία περὶ τῶν ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς οἰκοδομησάντων ἢ ἐπισκευασάντων ἐρείπια. (Πρώτη συζήτησις). (Ἀναγινώσκεται).
§70ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς ἐμφυτευσάντων. (Πρώτη συζήτησις). (Ἀναγινώσκεται).
§72ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Πρότασις νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ δικαιώματος προτιμήσεως ἐν Ἑπτανήσῳ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς. «Καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως τῆς ἀγορᾶς τῶν πωλουμένων γειτονευόντων κτημάτων.»
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁμοία περὶ κακογεωργησίας ἐν Ἑπτανήσῳ· πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς.
§75ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁμοία περὶ τῶν διηνεκῶν ἀγροληψιῶν καὶ ἐδαφονομιῶν ἐν Ἑπτανήσῳ· πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς.
§77ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ὁμοία περὶ ἀφομοιώσεως ὁπλοφορίας ἐν Ἑπτανήσῳ· πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλαι αἱ προτάσεις τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου, αἱ ἀφορῶσαι τὴν ἀφομοίωσιν, παρεπέμφθησαν εἰς γενικωτέραν τινὰ συζήτησιν μετὰ 15 ἡμέρας, καὶ προτείνω ἡ πρότασις αὕτη ν’ ἀναβληθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ τότε.
§80ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι πρότασις περὶ ἀφομοιώσεως, ἀλλ’ εἶναι πρότασις περὶ τροποποιήσεως νόμου, ὡς ἂν ἐγίνετο αὕτη καὶ ἐν Ἠπειρωτικῇ Ἑλλάδι. Καθὼς τροποποιοῦμεν ἐνταῦθα τοὺς νόμους, οὕτω δυνατὸν καὶ μιᾶς ἐπαρχίας ὁ νόμος νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τροποποιήσεως, ἕνα ἔθιμον π. χ. ἕνα νόμον· τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἀφομοίωσιν· ὥστε δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει περὶ τῆς ἀφομοιώσεως. Ταῦτα ὅμως τὰ ἀντικείμενα δύναται νὰ τροποποιήσῃ καὶ νὰ νομοθετήσῃ ἰδίως.
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ πῶς δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τροποποίησιν νόμου, ἀφοῦ ἔχει ὑπ’ ὄψιν πρότασιν νόμου περὶ ἀφομοιώσεως ἢ τροποποιήσεως ὅλων τῶν νόμων. Τί θέλει ὠφελήσει ἡ τροποποίησις τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος νόμου ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγον πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος; Εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι ὅλα τὰ ἀφορῶντα μεταβολὴν ἢ ἀφομοίωσιν νόμων ἐν Ἑπτανήσῳ πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἕνα γενικὸν μέτρον, διότι ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δύω ἐπεκράτησαν ἰδέαι ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, αἱ ὁποῖαι διεχώρισαν τὰς δύω πολιτικὰς μερίδας· οἱ μὲν ἔλεγον, πρέπει νὰ γίνῃ ἀφομοίωσις ἐξ ἐφόδου, τουτέστι νὰ εἰσαχθῇ ὅλη ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία ἄνευ ἐξαιρέσεως εἰς τὴν Ἑπτάνησον· ἂν ὑπερισχύσῃ ἡ γνώμη αὕτη, μὲ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν συντάσσομαι, εἶναι περιττὴ πᾶσα ἄλλη μεταβολή. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ ἐκείνη ἡ πολιτικὴ μερίς, ἡ ὁποία ἐπολέμει τὴν γνώμην αὐτὴν, δὲν εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀφομοίωσις δι’ ἓν ἕκαστον ἀντικείμενον ὡς ἤρχισεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος. Ἀπεναντίας καὶ ἡ μερὶς ἐκείνη ἐφρόνει ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Ἑπτάνησος ἡνώθη μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ οἱ δύω λαοὶ ἀπετέλεσαν μίαν ἐπικράτειαν, ἔπρεπεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ λάβωσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν νομοθεσίαν· καὶ ἐπειδὴ ἡ νομοθεσία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς, διέπει τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ ἔθνους καὶ θεωρεῖται ἐπιστημονικωτέρα ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου, ἐπεκράτησε καὶ ὑποστηρίζεται παρὰ πάντων ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ ἀναποφεύκτως εἰς τὴν Ἑπτάνησον μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι, ἐπειδὴ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν ὑπάρχουν ἀντικείμενά τινα, τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς καταδικάζομεν καὶ κατακρίνομεν καὶ διότι εἰς τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου δύνανται νὰ ὑπάρχουν ἀντικείμενά τινα πολὺ καλὰ, νὰ τὰ παραδεχθῶμεν. Βλέπετε ὅτι καὶ αἱ δύω ἰδέαι τῶν δύω μερίδων καταδεικνύουν ὅτι εἶναι περιττὸν καὶ μάταιον νὰ παραδεχθῶμεν μίαν τοιαύτην πρότασιν περὶ μερικῆς ἀφομοιώσεως.
§82ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καταλαμβάνω, ὅτι τινὲς ἔχουσι σκοπὸν νὰ παίξουν μὲ τὰ συμφέροντα καὶ μὲ τὴν εὐημερίαν τῶν λαῶν. Καταλαμβάνω ὅτι πολλοὶ ὁμιλοῦσιν ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς των, σκοποῦντες νὰ καταστήσωσι πολιτικὸν ζήτημα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλληνικῶν λαῶν. Τοῦτο εἶναι πρᾶγμα καὶ παράλογον καὶ κακόηθες, διότι εἰς ἄλλο δὲν ἀποβλέπει τοῦτο, εἰμὴ διὰ τῆς κακῆς πίστεως νὰ καταδικασθῶσιν εἰς αἰώνιον θάνατον οἱ λαοὶ τῆς Ἑπτανήσου. Ἂν αὐτοὶ εἶχον ἰδίαν Βουλὴν, ἤθελεν αὕτη φέρει τροποποιήσεις καὶ βελτιώσεις εἰς τὴν νομοθεσίαν αὐτῶν· καὶ διότι ἡνώθησαν μὲ τὴν Ἑλλάδα, πρέπει νὰ στερηθῶσι τῶν βελτιώσεων αὐτῶν; Εἶναι ἀπάνθρωπον νὰ διϊσχυρίζεταί τις τοιαύτην θέσιν. Εἰς τὸ προκείμενον ἐρχόμενος παρατηρῶ, ὅτι τὴν σήμερον δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως ἡ πρότασις περὶ ἀφομοιώσεως, ἀλλὰ μία πρότασις περὶ τροποποιήσεως ἑνὸς ἄρθρου τῆς νομοθεσίας ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ποίου ἄρθρου; ἄρθρου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς ὅλους τοὺς λαούς· καὶ γνωρίζετε ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος ἐν Ἑπτανήσῳ εἶναι καταδικασμένοι εἰς δικαστικὴν ἀπαγόρευσιν, διότι οἱ γεωργοὶ τῆς Ἑπτανήσου, 200 τόσαι χιλιάδες λαοῦ, εἶναι σκλάβοι τῶν ὀλίγων γαιοκτημόνων. Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ ἀφήσητε αὐτοὺς τοὺς Ἑλληνικοὺς λαοὺς χωρὶς τῆς προστασίας τῶν νόμων; Μᾶς λέγετε, θέλουν ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὸ γενικὸν μέτρον τῆς ἑνώσεως, ἐν ᾧ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι οὐδὲ ἐφέτος, οὔτε τὸ ἐπιὸν ἔτος εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ὁλικὴ ἀφομοίωσις. Τίς ἀποζημιόνει τοὺς λαοὺς ἐκείνους διὰ τὰς τόσας ζημίας; Εἶναι καλὸν νὰ καθήμεθα ἐδῶ ἡμεῖς καὶ νὰ μωρολογῶμεν μὲ τὰ συμφέροντα τῶν λαῶν; Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιληφθῆτε τοῦ ἀντικειμένου καὶ κατὰ χρέος τοῦ κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα. Ἀντικρούσατε, ἂν θέλετε, ἂν ᾖναι ἐναντίον εἰς τὴν λογικὴν, εἰς τὴν δικαιοσύνην· ἀλλὰ ποτὲ δὲν πρέπει νὰ καταστρέφωνται 200,000 λαὸς ἐκεῖ, 1,000,000 Ἕλληνες ἐδῶ, μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ φέρωμεν γενικὴν πρότασιν περὶ ἀφομοιώσεως· φέρετε τέλος πάντων ἢ γενικὴν πρότασιν ἢ εἰδικήν. Σεῖς εἴχετε καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὰς ψήφους καὶ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐν τοσούτῳ δὲν ἐκάματε τίποτε, καὶ μάλιστα σᾶς λέγω δημοσίως, ὅτι τὸ εἶδος τῆς ἀφομοιώσεως, τὸ ὁποῖον ἐκάματε μέχρι τοῦδε διὰ τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων, εἶναι χειρότερον τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἔπρεπε γενικῶς καὶ ἐξ ἐφόδου νὰ γίνῃ ἡ ἀφομοίωσις ἐν Ἑπτανήσῳ· ἀντὶ νὰ ἀρχίσητε τὴν ἀφομοίωσιν ἀπὸ τὸ θεμέλιον, ὡς ἐπρότεινα ἐγὼ, τὴν ἀρχίσατε ἀπὸ τὴν στέγην καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο τίποτε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν προοιμιωδῶς νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀντικειμένου καὶ εἰς τὴν συζήτησιν ἂς τὸ ἀποῤῥίψῃ· ἀλλὰ ἐὰν θέλετε αἱ νομοθεσίαι νὰ μείνωσι πάντῃ διάφοροι καὶ ἄσχετοι, νομίζω ὅτι δὲν θέλετε πράξει οὐδὲ νομίμως οὐδὲ πατριωτικῶς.
§83Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἐν τῇ ἀπαντήσει του ἐξῆλθε τοῦ προκειμένου· δὲν πρόκειται ἤδη νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, μήτε ὁποίαν πορείαν ἐβάδισεν ἡ συμπολίτευσις ἢ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει. Ἦλθε μία πρότασις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, ἔχουσα ἀντικείμενον εἰς τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι οὐδεὶς θέλει διαφωνήσει. Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη ὑποθέτει, ὅτι ἡ ἰσχύουσα σήμερον ἐν Ἑπτανήσῳ Ἑπτανησιακὴ νομοθεσία εἶναι διαρκὴς, ὅτι ἡ Βουλὴ προτίθεται νὰ θεωρήσῃ τὰς προτάσεις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου ὡς τροπολογίας νομοθεσίας προωρισμένης νὰ ζήσῃ, ἐν ᾧ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἐναντίαν γνώμην· καὶ ἐννοῶ πάντας, ὅσοι ἤμεθα εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, καὶ συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι, οἵτινες εἴχομεν τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι ἡ Ἑπτανησιακὴ νομοθεσία οὐχὶ ἐκ τῆς πράξεως τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς Συνελεύσεως δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ ἦτο προωρισμένη εἰς τὸ νὰ ἐκλείψῃ. Τώρα ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων εὑρισκόμεθα εἰς ἄλλην θέσιν· ἡ θέλησις τοῦ Ἰονίου λαοῦ δὲν ἐξεπληρώθη. Ἐν ᾧ τὸ Σύνταγμα ἐγκαθιδρύθη, ἐν τούτοις ἰσχύουν οἱ Ἑπτανησιακοὶ νόμοι. Ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι κατάστασις, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ἄλλως παρὰ ὡς προσωρινὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἀποκρούομεν πᾶσαν πρότασιν, ἥτις ἔχει ὡς συνέπειαν νὰ θεωρῆται ἡ Ἑπτανησιακὴ νομοθεσία ὡς διαρκής. Νομίζω λοιπὸν περιττὸν νὰ ἀποκρούσω κατὰ τὰ ἄλλα τὴν γνώμην τοῦ Κ. Ἰακωβάτου· τοῦτο θέλω πράξει ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. — Καθόσον ἀφορᾷ τὴν καλὴν πίστιν, δὲν ἠξεύρω ἂν εἰς ἐμὲ ἢ εἰς τὸν Κ. Σωτηρόπουλον ἀπηύθυνε τὴν αἰτίασιν ὁ Κ. Ἰακωβάτος· ἀλλὰ εἴτε εἰς τὸν ἕνα εἴτε εἰς τὸν ἄλλον τὴν ἀπηύθυνε, πέποιθα ὅτι καὶ οἱ δύω ἀπαξιοῦμεν νὰ ἀπαντήσωμεν.
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον θέλω ἐνθυμίσει εἰς τὸν Κ. Ἰακωβάτον, ὅτι, ὅταν ἤμεθα εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐφέραμεν πρότασιν περὶ ἀφομοιώσεως, καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγομεν σήμερον δὲν τὰ λέγομεν διὰ πρώτην φορὰν, ἀλλὰ τὰ εἴπομεν καὶ ὅτε ἔπρεπε νὰ τὰ εἴπωμεν· φαίνεται, ὅτι ἀναχωρήσας πρόωρα ἐκ τῆς Συνελεύσεως ἕνεκα ὑποθέσεών του, δὲν ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ τῶν μετὰ ταῦτα συνεδριάσεων, δὲν ἐμελέτησε τὰς ὑποβληθείσας προτάσεις εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἐὰν ἔκαμνε τοῦτο, ἤθελεν ἰδῆ, ὅτι ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου ὑπουργοὶ τότε ἐφέραμεν πρότασιν περὶ πλήρους ἀφομοιώσεως, ὅπως ἡμεῖς τὴν ἐννοούσαμεν, δηλ. μὲ ἐξαιρέσεις ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων εἰς τὰ ὁποῖα εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ διὰ μιᾶς ἡ ἀφομοίωσις. Ἀκόμη μίαν ἄλλην παρατήρησιν θέλω κάμει εἰς τὸν Κ. Ἰακωβάτον, ὅτι πλανᾶται πολὺ φρονῶν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκάμαμεν ἡμεῖς ἐν μέρει τὴν ἀφομοίωσιν, ἐπειδὴ ἐξεδώκαμεν Διατάγματά τινα περὶ ἀφομοιώσεως, διὰ τούτων ἐβλάψαμεν τὴν Ἑπτάνησον ἢ κατεστήσαμεν δυσκολωτέραν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀφομοιώσεως· τοῦτο εἶναι πλάνη καὶ πλάνη μεγίστη· καὶ νὰ σᾶς εἴπω δύω τρία παραδείγματα, ἐκ τῶν ὁποίων θέλει πεισθῆ καὶ ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ὅτι πλανᾶται. Κατὰ τί θέλει φέρει δυσκολίαν εἰς τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν ἡ τελωνιακὴ, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐνήργησα, ἢ ἡ διοικητικὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; δὲν τὸ βλέπω τοῦτο.
§85ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ, κύριοι, διότι καὶ οἱ τῆς μιᾶς πτέρυγος καὶ οἱ τῆς ἑτέρας παρουσιάζουν πάντοτε τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, οἱ μὲν πρὸς τοῦτον, οἱ δὲ πρὸς ἐκεῖνον τὸν σκοπὸν, καὶ ἐντεῦθεν γεννᾶται τὸ σκάνδαλον. Ναὶ, τοιοῦτον σκάνδαλον ἐγεννήθη καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει, ὅτε ἐσυζητεῖτο ἡ ἀφομοίωσις, τοιοῦτον καὶ πρὸ ὀλίγου, τοιοῦτον καὶ εἰς τὸ κατόπιν. Δυοῖν θάτερον· οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου ὀφείλουν νὰ ἐξηγηθοῦν σαφῶς καὶ ἀμετακλήτως· ἐπιθυμοῦν τὴν ἀφομοίωσιν, καὶ πῶς; ἢ δὲν τὴν ἐπιθυμοῦν; καὶ ὅταν οἱ βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου θελήσουν τὴν ἀφομοίωσιν ὅπως αὐτοὶ τὴν ἐννοοῦν, βεβαιωθῆτε, ὅτι παραχρῆμα θέλει ἐκλείψει τὸ σκάνδαλον. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ οἱ μὲν ζητοῦν τὴν ἀφομοίωσιν, οἱ δὲ τὴν ἀποκρούουν, ἀείποτε θέλει ὑπάρχει αὐτὸ τὸ σκάνδαλον. Ἠκούσαμεν ἄλλοτε ἔντιμά τινα μέλη τῆς Ἑπτανήσου νὰ μᾶς ἐκθειάζουν τοὺς νόμους ἐκείνους καὶ νὰ μᾶς λέγουν ὅτι ἐκ τῶν νόμων ἐκείνων τῶν ἑνετικῶν ἀποῤῥέουν ὅλα τὰ ἀγαθὰ· καὶ μολαταῦτα τί σᾶς λέγει σήμερον ὁ Κ. Ἰακωβάτος; ἕνεκα τῆς τοιαύτης νομοθεσίας οἱ λαοὶ τῆς Ἑπτανήσου εἶναι σκλάβοι τῶν γαιοκτημόνων. Ἔχω σημειώσει αὐτολεξεὶ τὴν φράσιν, διότι πραγματικῶς μοὶ ἔκαμεν ὀλίγην ἐντύπωσιν. Ὅταν λοιπὸν, Κ. Ἰακωβάτε, σεῖς αὐτὸς λέγετε, ὅτι ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου καθιστᾷ κτήνη τοὺς συμπολίτας σας, πῶς ἀφ’ ἑτέρου δὲν θέλετε τὴν ἀφομοίωσιν, ἢ διατί δὲν τὸ λέγετε διαῤῥήδην νὰ τὸ ἐννοήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ λέγετε, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς συσχετίσεως τῆς μιᾶς νομοθεσίας πρὸς τὴν ἑτέραν; πρόκειται διὰ νὰ ἄρωμεν προσκόμματά τινα; ἄρα ἀναγνωρίζετε τὸ πλημμελὲς τῆς νομοθεσίας σας. Ἀλλὰ μήπως μᾶς ἀντιγράψατε καὶ τὰ ἄρθρα τῆς νομοθεσίας ἐκείνης, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ ὑπάρχει τὸ πρόσκομμα; Μόνον μίαν ἀσαφῆ καὶ ἀφῃρημένην ἰδέαν ὑποβάλλεις, μίαν πρότασιν, ἵνα ἄρῃς προσκόμματα· καὶ ἡ Βουλὴ δύναται ἐνταῦθα νὰ ἀποφασίσῃ ἐν ἀγνοίᾳ, ἂν ὑπάρχῃ πρόσκομμα; ἀλλὰ τί δύναται νὰ προκύψῃ; Σήμερον ὁ Κ. Ἰακωβάτος, θέλων νὰ ἄρῃ τὰ τοιάδε καὶ τοιάδε προσκόμματα, μᾶς ὑποβάλλει μίαν πρότασιν, ἀλλὰ ἓν ἄλλο μέλος τῆς Ἑπτανησιακῆς ἀδελφότητος θὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι κακῶς ἡρμήνευσε τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα ὁ Κ. Ἰακωβάτος καὶ ὁρίστε νὰ τὰ ἀνατρέψωμεν. Λοιπὸν σήμερον νὰ νομοθετῶμεν οὕτω καὶ αὔριον νὰ ἀνατρέπωμεν τὰ νενομοθετημένα, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ χάος, ἐὰν δὲν ἔλθωμεν εἰς τὸ γενικὸν μέτρον τῆς τελείας ἀφομοιώσεως. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον εἶπε τὸ ἀποκρούω, ὅτι δῆθεν Διατάγματά τινα ἀντὶ νὰ εὐκολύνωσι τὴν ἀφομοίωσιν, ἀπ’ ἐναντίας τὴν ἐδυσχέρανον. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο; τὸ ὑγειονομικόν; τὸ τελωνιακόν; πρέπει νὰ τὰ καταδείξῃ ὁ Κ. Ἰακωβάτος. Ὅπως ἀντέκρουσα πρότερον ὅ,τι εἶπεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, διότι δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον, οὕτως ἤδη ἀποκρούω καὶ ὅ,τι εἶπεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος. Συμπεραίνων λοιπὸν ἀποκρούω πᾶσαν πρότασιν· πρέπει νὰ βαδίσωμεν ἀμετακλήτως εἰς τὴν ὁδὸν τῆς νομιμότητος καὶ τῆς σωτηρίας, διότι ἂν ἔρχεσθε σήμερον μὲν νομοθετοῦντες οὕτω, αὔριον δὲ ἄλλως, δὲν θέλομεν τελειώσει ποτέ, καὶ ὀφείλουν οἱ κύριοι Ἑπτανήσιοι νὰ ἀποφανθοῦν ὡρισμένως καὶ ἀμετακλήτως ἐὰν ἐπιθυμοῦν τὴν ἀφομοίωσιν ἢ ὄχι, καὶ πῶς τὴν θέλουν.
§86ΠΑΔΟΒΑΣ. Σέβομαι ἐπίσης τὰς γνώμας καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, καί τοι εἶναι ἀντίθετοι, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω οὔτε νὰ καταπεισθῶ διὰ τὶ ἐπὶ τῇ ἁπλῇ προτάσει μιᾶς προτάσεως ἀφορώσης τὴν γενικὴν, τὴν ἀπόλυτον καὶ ἄμεσον ἀφομοίωσιν τῆς ὅλης Ἑπτανησιακῆς νομοθεσίας δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ εἰδικὴ πρότασις. Δὲν ἐξετάζω τὴν οὐσίαν αὐτῆς τῆς προτάσεως· αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ τὰ ἀναλύσωμεν ἐν καιρῷ ἁρμοδίῳ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη σκοπὸν ἔχουσα νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀφομοιώσεως τῆς ὁπλοφορίας, δὲν φέρει κἀνὲν πρόσκομμα εἰς τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τινὲς ἀποβλέπουσιν. Ἔχουσιν ὅλον τὸ δικαίωμα πάντες οἱ βουλευταὶ νὰ κάμωσιν οἱανδήποτε πρότασιν, εἴτε γενικὴν εἴτε μερικήν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας ἔφερεν εἰδικὴν περὶ ἀφομοιώσεως τῆς ὁπλοφορίας. Τί πρόσκομμα, ἐρωτῶ ἐγὼ τοὺς κυρίους, φέρει αὕτη εἴτε ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, εἴτε τὰ καθέκαστα τῆς γενικῆς ἀφομοιώσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἀκούω πάντας νὰ φωνάζουν καὶ οὐδεὶς ἀκόμη ἔλαβε τὸν λόγον νὰ φέρῃ πρότασιν; Ἔχομεν ἐπὶ τῆς τραπέζης μίαν γενικὴν καὶ ἀφῃρημένην πρότασιν περὶ ἀφομοιώσεως· ἂς παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, καὶ ὅταν ἔλθῃ καιρὸς νὰ συζητήσωμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, τότε καθεὶς θὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν φέρει κἀμμίαν βλάβην εἰς τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν ἡ εἰδικὴ αὕτη πρότασις καὶ καμμίαν δυσκολίαν, ἔτι μᾶλλον διότι πρόκειται περὶ τῆς πρώτης συζητήσεως. Νὰ παραδεχθῶμεν λοιπὸν τὴν ἀρχὴν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς διασκέψεις τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, καὶ καθεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ φέρῃ οἱανδήποτε θέλει πρότασιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, ἥτις μοὶ φαίνεται, ὅτι συμβιβάζει τὰ πάντα.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει νὰ ὑποβάλῃ ἓν κατεπεῖγον ἀντικείμενον, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ συναινεῖ νὰ διακόψωμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§89ΖΑΪΜΗΣ. (ὑπουρ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, πρὸ καιροῦ συνήφθη τηλεγραφικὴ σύμβασις μεταξὺ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν περὶ τῶν διεθνῶν τηλεγραφικῶν τελῶν. Εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν ἔλαβε καὶ ἡ Ἑλλὰς μέρος. Ἕνεκα τῶν ἐπελθουσῶν γενικῶν μεταβολῶν οἱ προηγούμενοι ὑπουργοὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ὑποβάλωσι τὴν σύμβασιν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις, κατὰ ῥητὸν ἄρθρον τῆς συμβάσεως αὐτῆς, πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν κατὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου 1866. Μέχρι τοῦδε ὅλα τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν, ἔστειλαν τὴν αἴτησίν των, ἂν ἀπεδέχθησαν τὴν σύμβασιν αὐτήν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τελειώσῃ καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἡ σύμβασις αὕτη. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν παρακαλῶ νὰ τὴν θεωρήσῃ λίαν κατεπείγουσαν καὶ τὴν καταχωρίσῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐστάλη καὶ τὴν ἐνέκρινεν, ὥστε ἅμα τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις νὰ συζητηθῇ;
§90ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ συζητηθῇ;
§92ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, ἀφοῦ τυπωθῇ.
§93Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐπειδὴ πλησιάζομεν εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν μας, δὲν εἶναι δίκαιον κἀμμία πρότασις περὶ ἀφομοιώσεως νὰ συζητηθῇ, ἐκτὸς τῆς καθόλου ἀφομοιώσεως, διότι ὁ ἕνας φέρει ἓν τεμάχιον ἀφομοιώσεως ἑνὸς νόμου, ὁ ἄλλος τὸ ἄλλο, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατ’ ἀνάγκην εἶναι τόση πολλὴ ἐργασία, ὥστε δὲν φθάνει ἕνας ὁλόκληρος χρόνος νὰ τὴν τελειώσωμεν. Προτείνω λοιπὸν ὅλαι αἱ ἐκ διαλειμμάτων προτάσεις περὶ ἀφομοιώσεως νὰ ἀνασταλοῦν καὶ νὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις ἡ γενική.
§94Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἡ παραδοχὴ τῶν μερικῶν αὐτῶν προτάσεων ἤθελε κατισχύσει τοῦ μέτρου τοῦ μέλλοντος περὶ γενικῆς ἀφομοιώσεως, ἠμποροῦσε καθεὶς τῇ ἀληθείᾳ νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθοῦν αἱ προτάσεις· ἀλλ’ ὅταν εἰς τὸ μέτρον τῆς γενικῆς ἀφομοιώσεως θὰ συγχωνευθοῦν ὅλαι αὗται, τί πειράζει ἂν ἤδη ψηφίσωμεν τὴν εἰδικὴν πρότασιν, ὅταν μάλιστα παρίσταται ἀνάγκη ἑνὸς μέτρου εἰδικοῦ δι’ ἓν καλὸν εἴτε τῆς μιᾶς εἴτε τῆς ἄλλης νήσου; Διὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ εἰς τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τῆς προτάσεως περὶ παραστάσεως ἀντιπροσώπου εἰς τὰ δικαστήρια τῆς Ἑπτανήσου, εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ἤδη, ὅτι τὸ μέτρον τῶν εἰδικῶν προτάσεων δὲν βλάπτει ποσῶς τὸ γενικὸν τῆς ἀφομοιώσεως, καὶ πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν τῶν εἰδικῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας, ἐὰν ἀντιβαίνουν εἰς τὰ κατόπιν μέτρα, ὁ γενικὸς νόμος περὶ ἀφομοιώσεως θέλει καταργήσει.
§95Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· οὐδεὶς νόμος εἰσαγόμενος εἰς τὴν Βουλὴν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀφομοίωσιν· ὅ,τι καὶ ἂν προτείνῃ τις περὶ τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑλληνικῆς, εἶναι ἀφομοίωσις, διότι αὐτὸ τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελέ τις προτείνει περὶ τῆς Ἑλλ. νομοθεσίας, ἀποβλέπει καὶ τὴν Ἑπτάνησον, καὶ τότε τροποποιεῖ τὴν νομοθεσίαν αὐτῆς· καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλομεν ἀφομοίωσιν μερικὴν εἰμὴ διὰ τῆς γενικῆς καὶ ἐξ ἐφόδου καὶ μὲ τὸ πλοιάριον ἀφομοιώσεως, ἕπεται ὅτι, ἐπειδὴ τὸ πᾶν εἶναι ἀφομοίωσις, ὅπως δύναται νὰ γίνῃ μερικὴ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ γενική· ἐπειδὴ δὲ γίνεται αὐτὴ ἡ ἀφομοίωσις εἰς τὴν Ἑλλ. νομοθεσίαν καὶ ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐννοεῖται ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ τροποποιοῦσα τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν ἐν Ἑπτανήσῳ· ἄλλως θὰ ἔχωμεν τὸ ἄτοπον, ὅτι, ἐνῷ κάμνομεν μερικὴν ἀφομοίωσιν, νὰ μὴ θέλωμεν καὶ ἄλλην μερικὴν ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ὅτι οἱ ἑλληνικοὶ λαοὶ οὗτοι στερηθέντες τὴν ἐδικήν των Βουλὴν, τὴν ὁποίαν εἶχον, πρέπει νὰ μείνουν καταδικασμένοι εἰς τὴν παροῦσαν νομοθεσίαν, χωρὶς νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν δεινῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐδική των Βουλὴ ἐδύνατο νὰ θεραπεύσῃ.
§96ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκλείσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ μόνον νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ, ἂν δὲν ᾖναι ὀρθόν. Τὸ καθ’ ἡμᾶς, οὔτε τὴν ἀναβολὴν δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ, καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ συζητήτῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι καλὸν εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν καὶ ὀφείλει νὰ λάβῃ μέρος ἡ κυβέρνησις, πρέπει νὰ δώσωμεν καιρὸν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὥστε ἐντὸς 10 ἡμερῶν νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀναβολή.
§98ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μὲ ἄλλας λέξεις, ἐπειδὴ ἡ κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐδῶ, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν.
§99ΖΕΡΒΟΣ. Ἐπιθυμῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύω λέξεις, διότι θέλω νὰ μὴ εἴμεθα ἀσυνεπεῖς μὲ τὸν ἑαυτόν μας. Ἡ Βουλὴ μέχρι τοῦδε ἐπελήφθη διαφόρων ἀντικειμένων τῆς ἡμεροταξίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι διάφορα ἀντικείμενα ἀφορῶντα τὴν ἀφομοίωσιν, συνεπείᾳ ἐκδοθέντων Β. Διαταγμάτων· ἡ κυβέρνησις ἡ προηγουμένη ἐξέδωκε διάφορα Διατάγματα, διότι ἐσκέφθη ὅτι ἔλλογον καὶ συνετὸν μέτρον ἤθελεν εἶσθαι νὰ προβῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἀφομοίωσις· ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων, ἕκαστος ἡμῶν θέλει ἐπιφέρει τὰς ἰδέας του καὶ θέλει εἰπῆ καθαρῶς ἐὰν ἐννοῇ νὰ παραδεχθῇ αὐτὸ τὸ μέτρον ἢ ἂν προτίθεται νὰ τὸ καταψηφίσῃ ὡς παραδεχόμενος τὴν ὁλικὴν ἀφομοίωσιν. Ἀφοῦ ὅμως ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἀντικειμένων, καί τοι ἀφορώντων εἰδικὴν ἀφομοίωσιν, παρεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν ἢ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἐννοητέον ὅτι αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα ἐπροτάθησαν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν. Εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ πράξωμεν καὶ διὰ τὴν προκειμένην πρότασιν, χωρὶς νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν πηγὴν ἐξ ἧς ἀποῤῥέει. Καὶ κατ’ ἀλήθειαν δὲν θὰ ἦτο ἐπιεικὲς, διότι πρόκειται περὶ προτάσεως τοῦ κ. Ἰακωβάτου, νὰ εἴπωμεν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτι πρέπει νὰ σταματήσωμεν, νὰ ῥίψωμεν εἰς κόρακας τὴν πρότασιν μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἀποῤῥέει ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν ἀλλ’ ἀπὸ τὸν κ. Ἰακωβάτον. Ἐγὼ, βλέπετε, δὲν ἐπιφέρω κρίσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας· ἐπιλαμβάνομαι προοιμιωδῶς τοῦ πράγματος καὶ λέγω ὅτι δὲν θέλει εἴμεθα πολὺ συνεπεῖς, ἐνῷ παρεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν πρώτην συζήτησιν διαφόρων ἀντικειμένων τῆς ἀφομοιώσεως, νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἐπιλαμβανόμεθα τῆς προτάσεως ταύτης, διότι πρέπει ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τῆς γενικῆς ἀφομοιώσεως. Ἐὰν ἡ ἰδέα τοῦ κ. Ζερβοῦ ἤθελεν ὑπερισχύσει, ἐγὼ λέγω, κύριοι, ὅτι οὐδεμία ἑλληνικὴ Βουλὴ ἤθελε δυνηθῆ νὰ κάμῃ βῆμα εἰς τὴν ἐνέργειάν της, διότι καὶ εἷς Βουλευτὴς δύναται νὰ παραλύσῃ τὰς ἐνεργείας της· πρὸς τοῦτο δὲν χρειάζεται τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ εἴπῃ, ἐπειδὴ ἡ νομοθεσία ἡ Γερμανικὴ, ἡ Γαλλικὴ ἢ ἡ Ῥωσικὴ εἶναι ἡ τελειοτέρα, προτείνω ὥστε ἡ νομοθεσία αὕτη νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἐν τούτοις τὰ νομοσχέδια τῆς κυβερνήσεως ἢ τῶν βουλευτῶν πρέπει νὰ τεθῶσι κατὰ μέρος μέχρις οὗ συζητηθῇ τὸ γενικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιφέρῃ τὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως· ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου ἐν καιρῷ τῷ δέοντι· ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν καιρὸν διὰ τὴν συζήτησιν ὅπως ἐπιφέρωμεν ἕκαστος τὰς ἰδέας του, καὶ ἐπειδὴ, παραδεχομένης τῆς ἀρχῆς, πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασις εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ ἐν τούτοις θέλει τεθῆ εἰς τὴν ἡμεροταξίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζερβοῦ, λέγω, ὅτι ὅλα ταῦτα συμβιβάζονται ἀφοῦ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ παραπέμψωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ἀκολούθως κατὰ τὴν συζήτησιν ἔχει καιρὸν νὰ ἐκφράσῃ ἕκαστος τὰς ἰδέας του· αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§100ΖΕΡΒΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν τὴν νομοθεσίαν τὴν Ἑλληνικὴν, ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν τὴν ἕνωσιν μὲ αὐτὴν τὴν συνθήκην.
§101ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§102ΖΕΡΒΟΣ. Ἀληθέστατον.
§103ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Παρακαλῶ εἰς τὴν ἀκόλουθον ἡμερησίαν διάταξιν νὰ καταχωρηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ζερβοῦ περὶ γενικῆς ἀφομοιώσεως, διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις, διότι σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο· καὶ τότε ὁ Κύριος Ζερβὸς ἂς ἔλθῃ νὰ ἰδῇ πῶς θέλει ποδοκυλισθῇ ἡ ἰδέα του περὶ γενικῆς ἀφομοιώσεως.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ζερβοῦ δύναται νὰ ληφθῇ ὡς τροπολογία ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου· ὁ Κύριος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὴν ἐν γένει ἀφομοίωσιν, καὶ ἑπομένως ὡς τροπολογίαν καὶ ἀπωτέρω πρότασιν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν ἢ ὄχι, τουτέστι τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν ἢ τὴν εἰδικήν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη τοῦ Κυρίου Ζερβοῦ δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀρχόμενος τῆς συζητήσεως εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα συνεπεῖς, ὅτι, ἀφ’ οὗ ἄλλο τε ἡ Βουλὴ ἐνόμισεν ὅτι εἶναι πρέπον τοιαύτης φύσεως ζητήματα νὰ συζητῶνται καὶ νὰ ἀναπτύσσωνται, ὅτι ζητήματα τοιαύτης φύσεως, ἅτινα ἀφορῶσι τὴν ἀφομοίωσιν, πρέπει νὰ ἀναβληθῶσι καὶ ἀνεβλήθησαν ἐπὶ 15 ἡμέρας, λέγω, ὅτι καλὸν εἶναι καὶ σήμερον διὰ νὰ ἤμεθα συνεπεῖς νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προταθέντος νομοσχεδίου διὰ νὰ συζητηθῇ κατόπιν τῆς ἑτέρας προτάσεως.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναται ὁ Κύριος Ζερβὸς νὰ φέρῃ τὴν πρότασίν του ὡς τροπολογίαν.
§107Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ἦμαι ἀπατημένος, ἡ συζήτησις ἥτις ἐγένετο τότε δὲν ἦτο περὶ ἀναβολῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχεν ὑποβληθῆ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Κυρίου Ζερβοῦ, καὶ ὁ Κύριος Ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ νὰ σκεφθῇ, ἡμεῖς, ἀνεξαρτήτως τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου ὅστις συγκατετέθη νὰ μείνῃ καὶ αὕτη ἐπὶ 15 ἡμέρας, συνῃνέσαμεν εἰς τοῦτο, τὸ νὰ σταματήσῃ δηλ. αὐτὴ ἡ πρότασις, καὶ ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν περὶ γενικῆς ἀφομοιώσεως, τότε νὰ λάβωμεν συνάμα ὑπ’ ὄψιν αὐτήν· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καθιερωμένον κἀνὲν προηγούμενον, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου νὰ φαινώμεθα, ἀποκρούοντες σήμερον τὴν προτεινομένην ἀναβολὴν, ἀσυνεπεῖς. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, ἂν ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ζερβοῦ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς τροπολογία. Ὁ Κύριος Ζερβὸς ἐπαρουσίασε πρότασιν περὶ γενικῆς ἀφομοιώσεως τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ νομοθεσίας μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος· ὁ Κύριος ἰακωβάτος, εἰδικὴν πρότασιν περὶ ἀφομοιώσεως καὶ ἰσχύος τοῦ περὶ ὁπλοφορίας νόμου καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ· ὁ πρῶτος προτείνει νὰ μὴ γενῇ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου μέχρις οὗ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὑπέβαλε. Τὶ ἄλλο εἶναι λοιπὸν εἰμὴ καθαρὰ πρότασις ἀναβολῆς; Ἂν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου, ναὶ ἢ ὄχι, τοῦτο τὸ ἐννοῶ, εἶναι λογικόν· ὡς τροπολογία ὅμως δὲν δύναται ποτὲ νὰ θεωρηθῇ.
§108ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ Ζερβὸς καὶ ὁ Κύριος Δημητριάδης ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν συζήτησιν ἢ ἀναβολὴν τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου, ὡς καὶ τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων περὶ ἀφομοιώσεως· ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον εἰς τοῦτο, διότι τὰ Διατάγματα τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβον ἐφαρμογὴν καὶ πρέπει ἀναγκαίως νὰ συζητηθοῦν καὶ νὰ κυρωθοῦν· δὲν εἶναι ὅμως τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὰς προτάσεις. Τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἅπαξ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἔλαβε τὴν ἐφαρμογὴν, πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐδῶ εἰς μίαν συζήτησιν, καὶ ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ, θέλει παύσει νὰ ἔχῃ ἰσχὺν, πρέπει ὅμως νὰ γίνῃ τοῦτο. Ἔγινεν ἓν Διάταγμα· πρέπει νὰ συζητηθῇ, καὶ εἰ μὲν ἡ Βουλὴ παραδέχεται αὐτὸ χωρὶς νὰ προσθέσῃ τίποτε, ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τὸ μέλλον· ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ περιορίσῃ τὴν ἐφαρμογήν του καὶ διὰ τὸ μέλλον, τότε θέλει προσθέσει, ὅτι ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ θέλει παύσει ἀπὸ τῆς δεῖνα ἡμέρας, ἀλλὰ πάντοτε ὅμως πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ κυρωθῇ.
§109Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν κυρώσωμεν τὸ Διάταγμα περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, δὲν λέγετε ὅτι ἰσχύει καὶ διὰ τὸ μέλλον; Θὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ διαίρεσις, ναὶ ἢ ὄχι;
§110ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὡς νόμος αὐτὸ· τώρα πρόκειται περὶ ὅλων τῶν διαταγμάτων.
§111ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου ἂς θεωρηθῇ ὡς ἓν δένδρον ἔχον μέγαν κορμόν· ἡ Κυβέρνησις ἔφερε κάμποσαις τσεκουργιαῖς νὰ τὸ κόψῃ, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει καὶ ἡμεῖς ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ τὸ κόψωμεν. Ἡμεῖς ἔχομεν ἕνα καλὸν νόμον περὶ ὁπλοφορίας, ἔχομεν μίαν ὠφέλειαν· αὐτὴν τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁπλοφορίαν, διὰ τί νὰ μὴ τὴν δώσωμεν καὶ εἰς τοὺς Ἑπτανησίους; ἐμποδίζει τοῦτο τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν;
§112ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μεταχειρισθῶ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον θέλω σᾶς καθυποβάλει, ἀλλὰ ἀναγκαῖον, διὰ νὰ παύσω τὴν συζήτησιν διὰ μιᾶς, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κακῶς γίνεται ἡ ἀντίῤῥησις κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ πολλῷ μᾶλλον κακῶς ἐπὶ τῆς προκειμένης προτάσεως, διότι εἶναι καὶ ἡ συζήτησις τῆς ἀρχῆς. Ἂν σᾶς εἴπω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, δὲν θὰ τὸ πιστεύσητε· διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω πῶς γίνεται ἡ πρώτη συζήτησις εἰς τὰς Βουλὰς ἐκείνας, ἐξ ὧν ἐλάβομεν τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ τῆς τριπλῆς συζητήσεως. «Ἐγχειρίδιον κοινοβουλευτικοῦ δικαίου ὑπὸ Ζώστονος Ἱεφερσῶνος, προέδρου τῆς Ἀμερικῆς. Δὲν δύναταί τις νὰ προτείνῃ τροπολογίας κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, οὐδὲ εἴθισται νὰ προσβάλλῃ τὸ νομοσχέδιον ἐν αὐτῷ.» Καὶ κακῶς λοιπὸν ἡμεῖς ἐμβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ θέλομεν νὰ προσβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Πρέπει νὰ ἐφαρμόζωμεν τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος ὅπως τὸ ἐφαρμόζουσιν ἐκεῖνοι παρὰ τῶν ὁποίων τὰ ἐλάβομεν. «Ἐπειδὴ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις δὲν γίνεται καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται εἰμὴ πρὸς πληροφορίαν, πᾶς τις ἐννοεῖ, ὅτι ἤθελεν εἶναι ἄκρα κουφότης τὸ νὰ ἀποῤῥίψῃ τις τὸ νομοσχέδιον, οὗτινος ἐνέκρινε τὴν παρουσίασιν, καὶ θεωρεῖται ὡς ἀνάγωγον νὰ ἀρχίσῃ εὐθὺς ἡ συζήτησις κατὰ μιᾶς προτάσεως, ἥντινα βλέπει τις τότε πρῶτον ἀναπτυσσομένην.» Ἀκούετε τί λέγει ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Ἀμερικανικῆς πολιτείας; ὥστε εἶναι σημεῖον ἀναγώγου ἀνθρώπου νὰ γίνεται ἀντίῤῥησις ἐπί τινος προτάσεως κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς συζήτησιν (θόρυβος)· τὸ λέγει ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀμερικῆς, δὲν τὸ λέγω ἐγώ.
§113ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πῶς! ἀποκαλεῖτε τοὺς ἄλλους ἀναγώγους, οἵτινες ἀντέλεξαν εἰς τὴν ὑμετέραν πρότασιν;
§114ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα, ὅταν δὲν συμμορφόνωνται μὲ τοὺς παραδεδεγμένους τύπους τοὺς ὁποίους παραδέχονται τὰ κράτη ἐκεῖνα, παρὰ τῶν ὁποίων ἐλάβομεν αὐτὸν τὸν θεσμὸν, διότι, καθὼς σᾶς ἀνέγνωσα, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνεται ἀντίῤῥησις κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τὸ εἴπω καὶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν συμμορφονόμεθα καθὼς πρέπει μὲ τὸ Σύνταγμα;
§115ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κύριος Ἰακωβάτος μᾶς ἀνέγνωσεν ἓν χαρτίον ἀντιγεγραμμένον ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ μᾶς φέρῃ τὸ βιβλίον, διότι καὶ ἡμεῖς δὲν πιστεύομεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει αὐτὸς, καθὼς καὶ αὐτὸς δὲν πιστεύει εἰς τοὺς ἄλλους· ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ ἠθέλησε νὰ διαστρέψῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, τὸ ὁποῖον δὲν κάμει πολλὴν τιμὴν εἰς αὐτόν.
§116ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶναι μεταφρασμένον καὶ εἰς τὴν γλῶσσάν μας.
§117ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἑπομένως ἄλλα τὰ ἔθιμα τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ ἄλλα τὰ ἔθιμα ἡμῶν· ἐκεῖ εἶναι ἀνάγκη ἄλλως πως νὰ συζητῶνται αἱ προτάσεις, ἐνταῦθα διαφοροτρόπως. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφυτευθῶσι τὰ δίκαια τῆς ἀμερικανικῆς πολιτείας ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου; Δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι ἡμεῖς δὲν διεγράψαμεν τοιούτους τύπους, ἀλλὰ μόνον τοὺς τύπους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀκολουθοῦμεν. Ὁ κύριος Ἰακωβάτος μᾶς ὑπέβαλε μίαν εἰδικὴν πρότασιν, μᾶς ἀντέγραψε καὶ τὴν διάταξίν του· «Οἱ ἐν ταῖς νήσοις τοῦ Ἰονίου πελάγους Ἕλληνες πολῖται δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐντὸς τῶν οἰκιῶν αὐτῶν τὰ ἀναγκαῖα ὅπλα πρὸς ἰδίαν ἄμυναν χωρὶς ἀδείας τῆς Ἀρχῆς καὶ χωρὶς φόρου.» «Χωρὶς ἀδείας τῆς ἀρχῆς·» ἀφ’ ὅτου καθιερώθη ἡ ἐθνοφυλακὴ ἐπιτρέπεται τὸ ὁπλοφορεῖν.
§118ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι νὰ φέρωσιν ὅπλα, ἀλλὰ εἰς τὴν οἰκίαν των νὰ ἔχωσιν ἓν ἢ δύω ὅπλα, πιστόλια κτλ. ἵνα ὑπερασπισθῶσιν ἐναντίον τῶν λῃστῶν.
§119ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἂν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, δὲν λέγετε τελευταῖον ὅτι «πᾶς ἄλλος νόμος καταργεῖται·» πῶς θὰ δειχθῇ τοῦτο; Θέλω νὰ σᾶς καταδείξω τὴν ἀσυμφωνίαν, ὅτι καὶ νομικῶς καὶ συντακτικῶς εἶναι ἀσύντακτος. Ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου· ὁ Κ. Ἰακωβάτος ὤφειλε νὰ ἀντιγράψῃ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ ἀκυρώσῃ ἢ τροποποιήσῃ, διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν ἐν γνώσει· ἀλλὰ τὸ νὰ ἐρχώμεθα σήμερον μὲ μίαν πρότασιν δὲν κάμνομεν ἄλλο εἰμὴ νὰ ἐμβάλλωμεν πυρκαϊὰν εἰς ἐκεῖνο τὸ δένδρον τὸ σαθρὸν· καὶ ἠξεύρετε πόθεν ἐξέρχεται ἡ πυρκαϊά; ἀπὸ τοὺς στεναγμοὺς τῶν πολιτῶν· διότι ἡ νομοθεσία ἐκείνη τυραννεῖ καὶ τυραννεῖ μίαν κοινωνίαν ὁλόκληρον. Ὅστις θέλει ἂς περιέλθῃ τὰς νήσους ἐκείνας, καὶ θέλει πιστεύσει ὅτι φλόγες καὶ στεναγμοὶ καταστρέφουσι τὸ δένδρον αὐτό. Ὁπωσδήποτε ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἰσχύει εἰς τὸν λαὸν, καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ τὴν καταργήσῃ, τότε θέλει πράξει ἔργον φιλανθρωπίας· ἐὰν ὅμως τοὺς νόμους ἐκείνους δὲν τοὺς καταργήσωμεν, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι δὲν ἰσχύουσιν εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἑπτανήσου, ὅστις πραγματικῶς ὑποφέρει, πάσχει καὶ ἀλγεῖ. Ὁ ἴδιος Ἰακωβάτος σᾶς εἶπεν, ὅτι «240 χιλιάδες ἀδελφοὶ εἶναι δουλωμένοι τὸν χαρακτῆρα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς τοιαύτης νομοθεσίας·» τὸ εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ἔχω γεγραμμένον.
§120ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ναὶ, ναί.
§121ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εὐχαριστῶ· ἰδοὺ ὅτι τὸ βεβαιόνει. Λοιπὸν, κύριοι, θέλετε νὰ τηρήσητε νομοθεσίαν, ἥτις κρατεῖ τὸν λαὸν δεδουλωμένον; δὲν θέλετε τὸν λαὸν ἐλεύθερον, ὡς εἶσθε ὑμεῖς; Ἓν ἄρθρον, κύριε Ἰακωβάτε, κρατεῖ τὸν λαὸν δεδουλωμένον; Μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν σᾶς πιστεύω εἶναι ὅλη ἡ νομοθεσία τοιαύτη.
§122ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶναι καλλιτέρα αὐτὴ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν, ἐτελείωσε.
§123ΖΕΡΒΟΣ. Ἀφήσατέ την εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, ἀφοῦ σᾶς ἀρέσει, ἡμεῖς δὲν τὴν θέλομεν.
§124ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὡς γνωρίζετε, ὁ κύριος Ζερβὸς ὑπέβαλε μίαν πρότασιν περὶ γενικῆς ἀφομοιώσεως, καλὴν ἢ κακὴν δὲν ἐξετάζω, μέλλει νὰ συζητηθῇ κατόπιν αὐτῆς ἔρχεται μία εἰδικὴ πρότασις τοῦ κυρίου Ἰακωβάτου. Νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα κατὰ τὸν κανονισμόν μας νὰ ἔλθωμεν εἰς συζήτησιν τῆς εἰδικῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Ἰακωβάτου πρὶν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου τοῦ κυρίου Ζερβοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἰακωβάτου δὲν εἶναι τροπολογία, ἀλλὰ πρότασις νόμου, ὡς μερικὴ συγχωνεύεται εἰς τὴν γενικὴν τῆς ἀφομοιώσεως, καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ἐξετάσαμεν καὶ πρὸ 15 ἡμερῶν. Καὶ τί ἀπεφάνθη τότε ἡ Βουλή; ἐδόθη παράτασις 10 ἡμερῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι αἱ δύω αὗται προτάσεις πρέπει νὰ παρουσιασθῶσι συγχωνευμέναι εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἂν δὲν ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, τότε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ μερικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος κύριος Ἰακωβάτος.
§125Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τοῦ ἀντικειμένου τοῦ περὶ γενικῆς ἢ μερικῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου, καὶ δὲν παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας ἐπρότεινε, τοῦ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν εἰμὴ μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραδοχὴν ἢ μὴ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὅτι, Κύριοι, ἡ Ἑπτάνησος ἀνάγκη νὰ ἀποτελέσῃ μίαν καὶ ἀδιαίρετον ἐπικράτειαν μετὰ τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, φρονῶ, ὅτι οὔτε οἱ συνάδελφοι Ἑπτανήσιοι οὔτε ἡμεῖς ἀποκρούομεν. Τὰ συντάγματα, τὰ παλαιὰ ἡμῶν συντάγματα, τὰ ὁποῖα οἱ πατέρες ἡμῶν καθιέρωσαν ὄχι ἐν οἰκοδομήμασι μεγαλοπρεπέσιν, ὄχι ἐν μεγάλοις κτιρίοις, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν λεμονιῶν τῆς Τροιζῆνος, ἢ ὑπὸ τὴν σκιὰν τῆς ἐλαίας τῆς Ἑρμιόνης, τὰ συντάγματα ταῦτα, λέγω, ἀνεγνώρισαν μίαν καὶ ἀδιαίρετον Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν. Δὲν ἀνεγνώρισαν οὔτε ὁμοσπονδίαν οὔτε μικρὰς ἐπικρατείας συνηνωμένας πρὸς ἀλλήλας, διότι τὸ Ἑλληνικὸν γένος εἶναι ἓν καὶ ἀδιαίρετον καὶ ἀπὸ τὴν μίαν αὐτοῦ ἄκραν μέχρι τῆς ἄλλης πρέπει νὰ ἀποτελῇ μίαν οἰκογένειαν. Πρέπει τὰ ἐσπαρμένα τεμάχια νὰ ἑνωθοῦν εἰς ἓν μόνον Ἑλληνικὸν γένος. Καὶ οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Ἑπτανήσιοι κατὰ τὰς ἀξιομνημονεύτους ἐκείνας στιγμὰς, καθ’ ἃς ἐκήρυξαν τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ αὐτοὶ οὗτοι ἀνέγραψαν οὐχὶ ὁμοσπονδιακὴν ἕνωσιν, ἀλλ’ ἀνεγνώρισαν μίαν καὶ ἀδιαίρετον Ἑλλάδα, διότι οἱ Ἑπτανήσιοι συνεμερίσθησαν τῶν ἀγώνων τοῦ 1821 καὶ ὤμοσαν τὸν ἴδιον ὅρκον, τὸν ὁποῖον ὤμοσαν οἱ πατέρες ἡμῶν, ὅπως ἴδωσι μίαν ἡμέραν μίαν καὶ ἀδιαίρετον Ἑλλάδα, ἓν καὶ ἀδιαίρετον Ἑλληνικὸν ἔθνος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ ἀφομοίωσις, ἡ συγχώνευσις τῶν νόμων τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Ἑπτανήσου ἔχει νὰ εἴπῃ μεταβίβασις τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου, ἢ μετὰ ἐξέτασιν τῶν δύω νομοθεσιῶν ἀφομοίωσις αὐτῶν; Καὶ λέγων ἐξέτασιν δὲν ἐννοῶ τὴν κατ’ ἄρθρον ἐξέτασιν. Παραδέχομαι, Κύριοι, τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, τὴν ἑνότητα τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι, ὅτι τὰ νομοθετήματα τῆς Ἑλλάδος ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐρεύνης, ἄνευ μελέτης πρέπει νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς τὴν ἑπτάνησον. Κύριοι, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέγα τοῦτο ἔργον παραδειγματιζόμενοι ἀπὸ πρόσφατα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐνώπιόν μας. Ἔχομεν τὸ μέγα ἔθνος τῆς Ἰταλίας, τὸ ὁποῖον μὲ ὀλίγα ἑκατομμύρια Πεδεμοντίων ἐδυνήθη νὰ συγχωνεύσῃ 20 ἑκατομμύρια εἰς μίαν Ἰταλίαν ἀπέναντι δυσχερειῶν μεγάλων, ἀπέναντι ῥᾳδιουργιῶν ἐπιμόνων καὶ καταπληκτικῶν, ἀπέναντι ἀντιδράσεων· καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, καμμίαν δυσχέρειαν δὲν ἔχομεν, διότι κανεὶς δὲν ἀντιπράττει οὔτε εἰς τὴν ἀφομοίωσιν, οὔτε εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως ἔν τε τῇ Ἠπείρῳ καὶ ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶμεν, ὅπως προέβησαν οὗτοι, διότι ἡ πρώτη αὕτη ἀπόπειρα συνενώσεως τεμαχίου Ἑλληνικοῦ γένους ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ πραγματοποιηθῇ μεθ’ ὅλης τῆς φροντίδος, ὅπως ἴδωσιν οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν, ὅτι ὄχι μόνον ἀνετράφημεν ὅπως ἁρμόζει εἰς πολιτείαν, ἀλλὰ καὶ ἄξιοι καλλιτέρας τύχης εἴμεθα. Ναὶ, Κύριοι, δίδομεν τὸ πρῶτον παράδειγμα τῶν πολιτικῶν μας γνώσεων, τὰς ὁποίας ἀπὸ τῆς συστάσεώς μας ἀπεκτήσαμεν. Πρὶν λοιπὸν ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τῆς ἀφομοιώσεως ἔπρεπε νὰ μελετηθῇ ἡ ἱστορία τῆς Ἑπτανήσου, αἱ περιπέτειαι τοῦ βίου τοῦ ἑλληνικοῦ τούτου τεμαχίου, διότι, Κύριοι, δέον νὰ ἔχωμεν μεγίστην προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα μὴ ὁ ἐνθουσιασμὸς, ὅστις ἐγεννήθη ἔνθεν καὶ ἔνθεν καθ’ ἣν ἡμέραν ἀνηγγέλθη ἡ ἕνωσις, ἵνα μὴ ὁ ἐνθουσιασμὸς ἐκεῖνος, λέγω, ψυχρανθῇ εἰς τὸ παντελὲς διὰ μιᾶς ἀποτόμου, οὕτως εἰπεῖν, νομοθετικῆς ἐνεργείας. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον προέβη μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀφομοίωσιν, ἂς μοι ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω, δὲν εἶναι ἐπιστημονικὸς, δὲν ἐγένετο μετὰ πολιτικῆς συνέσεως, οὔτε κἂν κατὰ τρόπον ἐπιστημονικῆς νομοθετήσεως. Μᾶς παρουσίασε καὶ ἐπεψηφίσαμεν πολλὰ νομοθετήματα· δὲν ἀντέκρουσα κανὲν ἐκ τούτων, οὔτε θέλω ἀντικρούσει κανὲν, ἀλλ’ ἂς μὲ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, κανεὶς ἐνταῦθα δὲν ἐνόησε, τοὐλάχιστον ἐγὼ ἀγνοῶ, διὰ ποῖον λόγον ἐγένετο ἡ ἀφομοίωσις οὕτω πῶς, καὶ διατί δὲν ἐγένετο κατ’ ἀντίστροφον λόγον. Ἀγνοῶ, Κύριοι, καθόσον κατὰ τὴν συζήτησιν οὐδεμία ἔκθεσις παρουσιάσθη, ἥτις νὰ μᾶς διηγηθῇ τὴν ἱστορίαν τῆς νομοθεσίας τὴν ὁποίαν καταργοῦμεν, νὰ μᾶς διηγηθῇ τὰς συνηθείας, τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου, νὰ μᾶς εἴπῃ τὸν βίον καὶ ὅσα ἄλλα συναφῆ ζητήματα καὶ ἀντικείμενα μὲ τὸν νόμον ἐκεῖνον ὑπάρχουσιν. Ἔπρεπε νὰ παρουσιασθοῦν ὅλα ταῦτα, ἔπρεπε νὰ γίνωσι μελέται, ἔπρεπε νὰ διαταχθῶσιν ἐξετάσεις ἐπιτόπιοι, ἔπρεπε νὰ γίνωσι χίλιαι ἄλλαι προκαταρκτικαὶ ἐργασίαι, αἵτινες νὰ ἀποτελέσωσιν ὀγκώδεις φακέλλους. Ἀλλά, κύριοι, οὐδὲν τούτων ἐγένετο· καὶ ὅμως ἐπείγει ἡ ἀφομοίωσις, ἐπείγει ὁ καιρός, ὅπως συναρμολογηθῇ ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν ἡμετέραν. Ἐπείγει, κύριοι, διότι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, καθ’ ἣν ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν ἐνταῦθα, καμμία νομοθεσία νόμιμος δὲν ὑφίσταται εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Τὰ ἐγκληματικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπιβάλλουσι τὰς ἐσχάτας ποινάς, ἀνόμως τὰς ἐπιβάλλουσι καὶ πᾶσα καταδίκη εἰς θάνατον εἶναι ἄντικρυς ἀνθρωποκτονία, διότι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι κοινὸν δι’ ὅλους, καθιεροῖ τὸ σύστημα τῶν ἐνόρκων, καὶ πᾶς ἄλλος τύπος τοῦ δικάζειν τὰ ἐγκλήματα ἐν χώρᾳ Ἑλληνικῇ εἶναι ἀντισυνταγματικός.
§126ΖΕΡΒΟΣ. Καὶ ποῖος ὁ ἐναντίος;
§127Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι. Ἐν γένει, κύριοι, ὅ,τι περὶ προσωπικῆς ἀσφαλείας, ὅ,τι περὶ ἰδιοκτησίας ἐν τῷ Συντάγματι ἐνομοθετήθη ἔχει ἰσχὺν καθ’ ἅπασαν τὴν ἐπικράτειαν, καὶ ἐν τούτοις τηροῦνται νόμοι ἐν Ἑπτανήσῳ ἐναντίοι πρὸς τὸ Σύνταγμα. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ ἀφομοίωσις τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας πρὸς τὴν Ἑπτάνησον, ἢ τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν ἑλληνικὴν ἐπείγει, διότι ὅλα τὰ συμφέροντα 250 χιλιάδων κατοίκων Ἑλλήνων Ἑπτανησίων διατελοῦν εἰς ἐκκρεμότητα, εἶναι ἐκκρεμῆ, λέγω, διότι ἀγνοοῦσιν ἂν οὗτος ὁ νόμος θὰ κανονίσῃ μετὰ ἕνα μῆνα τὰ συμφέροντά των, ἢ ἕτερος μετὰ 3 ἡμέρας ἄλλος. Ἰδοὺ διατί ὑποστηρίζω τοῦ κ. Ζερβοῦ τὴν πρότασιν, τοῦ νὰ ἔλθωμεν μίαν ὥραν ταχύτερα εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου, ἵνα μὴ προσβάλλωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ ἵνα δώσωμεν εἰρήνην καὶ ἀσφάλειαν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν Ἑπτανησιακῶν ἐπαρχιῶν. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φέρω ὀλίγας παρατηρήσεις. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τῆς Κεφαλληνίας, δὲν εἶναι νόμος περὶ ἀφομοιώσεως, εἶναι νόμος ὅλως διόλου αὐθύπαρκτος καὶ μὴ ὑπάρχων ἐν Ἑλλάδι. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, κύριοι, εἷς νόμος ὑπάρχει, ὁ νόμος ὁ περὶ ὁπλοφορίας, κανονίζων τίνι τρόπῳ δύναται νὰ φέρῃ ἕκαστος ὅπλα πρὸς ἰδίαν του χρῆσιν. Ὁ νόμος οὗτος ὁ περὶ ὁπλοφορίας ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς ὅντινα θέλει νὰ λάβῃ εἰς χεῖράς του ὅπλα καὶ νὰ ὁδοιπορήσῃ ἢ νὰ μετέλθῃ ἄλλην τινὰ ἀγροτικὴν ἢ θηρευτικὴν ὑπηρεσίαν νὰ λαμβάνῃ ἄδειαν τῆς ἀρχῆς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα ἐὰν ὁ εἰρηνοδίκης ἢ ὁ ἔπαρχος δίδῃ τὴν ἄδειαν. Ὁ νόμος λοιπὸν το Κ. Ἰακωβάτου εἶναι νόμος ἕτερος καὶ, κύριοι, λαλῶν τοιουτοτρόπως, μὴ ὑποθέσετε ὅτι ἐναντιοῦμαι νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου, διότι ἡ ὥρα καθ’ ἣν ἡ ὁριστικὴ συζήτησις μέλλει νὰ γίνῃ δὲν ἦλθεν ἀκόμη. Λαμβάνων ὅμως ἀφορμὴν ἐκ τοῦ προκειμένου νόμου, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐκφέρω ἰδέας τινας περὶ τῆς μεθόδου, ἣν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν κατὰ γενικὸν κανόνα εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἀφομοιώσεως. Τί εἶναι ὁ νόμος ὁ περὶ ὁπλοφορίας; εἶναι νόμος ἀστυνομικὸς, εἶναι νόμος τῆς γενικῆς διοικήσεως, καθὼς λέγουν, ἰδιαιτέρως δὲ τῆς ἀστυνομίας. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος νὰ προβαίνωμεν εἰς νομοθετήσεις ἀπεσπασμένων ἀντικειμένων ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν ἀστυνομικῶν νόμων, πρὶν πρῶτον ἐξετάσωμεν ποῖον σύστημα ἀστυνομίας πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν Ἑπτανήσῳ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, Κύριοι, κηρύττω, ὅτι οἱ ἀστυνομικοὶ νόμοι τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ ἐπικρατήσωσιν ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὸ τινων ἡμερῶν ἐπερωτήσας ἕνα ἐκ τῶν ἐντίμων ὑπουργῶν, δὲν ἠξεύρω ποῖος ἦτο, διότι πολλοὶ τοιοῦτοι ἐπεράσαμεν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, τί σκέπτεται περὶ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ διατί ἡ ἀστυνομία αὕτη ὑπάρχει ἀκόμη, νομίζω ὅτι ἤκουσα παρατήρησίν τινα ὄπισθέν μου, ὅτι μένει νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία τῆς Ἑπτανήσου πρέπει νὰ καταργηθῇ ἢ οὔ.
§128ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐκκρεμὲς νομοσχέδιον.
§129ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω. Δὲν ἀπέδωκα ὡς πρὸς τοῦτο οὐδεμίαν μομφὴν εἰς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν· ἁπλῶς λέγω, ὅτι ἤκουσα ὑποτονθοριζομένην ὄπισθέν μου ἀμφιβολίαν καὶ ἡ ἀμφιβολία αὕτη καὶ ἡ ἐναντία αὕτη σκέψις δέον νὰ συζητηθῇ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, διότι φαίνεται ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἰδέαι διαφορετικαὶ ὡς πρὸς τὴν ἠθικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου ἐκείνου· καὶ, κύριοι, αἱ ἰδέαι αὗται πρέπει νὰ ἐκτεθῶσι, καὶ ἐκτιθέμεναι, νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν οἱ ἀστυνομικοὶ νόμοι ἐν γένει τῆς πρώην Ἑλλάδος θὰ ἐπικρατήσουν, ἢ, ὅπερ δὲν πιστεύω παντάπασιν, ἡ ἠθικὴ κατάστασις ἐκείνου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀπαιτεῖται περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Ἐὰν, κύριοι, τὸ ἀστυνομικὸν σύστημα τὸ ἐπικρατοῦν ἐν Ἑλλάδι, ὅπερ διαχειρίζονται αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ, οἱ δῆμοι, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται ἡ χωροφυλακὴ, πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν Ἑπτανήσῳ, τότε ἀναντιῤῥήτως καὶ οἱ νόμοι οἱ περὶ ὁπλοφορίας τῆς Ἑλλάδος θέλουν ἐπικρατήσει. Ἐὰν δὲ ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ τρομεροὶ ἀστυνομικοὶ νόμοι τῆς Ἑπτανήσου πρέπει νὰ ἐπικρατήσωσι, τότε ἐννοεῖται, ὅτι καὶ τὸ περὶ ὁπλοφορίας ἀνάγκη πᾶσα νὰ ὑποστῇ περιορισμούς τινας. Ἰδοὺ διατί, κύριοι, ἐπεθύμουν νὰ ἐπροχώρει ἡ συζήτησις τῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου ἢ τῆς ῥυθμίσεως, οὕτως εἰπεῖν, τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Ἑπτάνησον καὶ τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν Ἑλλάδα καθ’ ὑπηρεσίαν. Ἀστυνομικὴ π. χ. ὑπηρεσία, δημοτικὴ, οἰκονομικὴ ὑπηρεσία καὶ οὕτω καθεξῆς, καθ’ ὅσον δὲν μοι φαίνεται νὰ ᾖναι ὀρθὸν νὰ λαμβάνωμεν, ὡς προέφην, μέρος τι τῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ τὸ ἐξετάζωμεν χωριστά· διότι τοιουτοτρόπως ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ πέσωμεν εἰς ἀντινομίας, εἰς ἀντιφάσεις· ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ διαταράξωμεν τὴν γενικὴν οἰκονομίαν τῆς νομοθεσίας. Συμπεραίνων λοιπὸν, κύριοι, παρατηρῶ ὅτι τὸ περὶ γενικῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐπιδέχεται καμμίαν ἀμφιβολίαν· ὅτι ὅμως, ἐὰν πρέπει οἱ νόμοι τῆς Ἑλλάδος νὰ ῥιφθῶσιν ἀνεξετάστως, καθὼς λέγουν οἱ Γάλλοι d’ embbés ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου, αὐτὸ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε φρόνιμον. Ἡ ῥύθμισις αὕτη τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν Ἑλλάδα πρέπει νὰ γίνῃ ἀναντιῤῥήτως, ἀλλ’ ὑπὸ τύπους καθ’ οὓς νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀρυσθῶμεν ἐκεῖθεν ἐὰν ᾖναί τι καλὸν, ἢ νὰ δώσωμεν ὅ,τι ἔχομεν. Ἐπεθύμουν, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὸν κανὲν μέλος τῆς ἐντίμου Κυβερνήσεως, ἐπεθύμουν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ν’ ἀναλάβῃ αὐτὴ πρώτη τὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ προβῇ κατὰ τύπους ἐπιστημονικοὺς, ἵνα μὴ συνταραχθῶσι τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἀπεναντίας νὰ δώσωμεν τὸ ὡραῖον θέαμα ἐνώπιον τοῦ κόσμου ὅτι ἐν τῇ Ἀνατολῇ εὑρίσκεται ἔθνος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συναρμόζῃ πολιτείας καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην συμβούλων ξένων. Ἂς σπεύσωμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν ἐκκρεμότητα ταύτην, ἂς συμπήξωμεν ταχέως τὴν μικρὰν αὐτὴν κοινωνίαν μας, διότι τὰ συμβάντα ἐπικρέμανται καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολὴν καὶ ἡμεῖς δέον νὰ εὑρισκώμεθα ἐν τάξει. Αὗται ἦσαν, κύριοι, αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν.
§130ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος εὑρίσκω τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ὑποβάλω ὀλίγας παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὸ μόνον ἀντικείμενον τὸ σήμερον ὑπὸ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς. Τὸ ἀντικείμενον ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ εἶναι νομοσχέδιον ἀφομοιώσεως περὶ ὁπλοφορίας ἐν Ἑπτανήσῳ. Τώρα ποῖα προσκόμματα φέρονται κατὰ τῆς τακτικῆς, τῆς κανονικῆς προόδου τοῦ ζητήματος; Τὸ πρόσκομμα τὸ κυριώτερον εἶναι ὅτι ὑπάρχει πρότασις περὶ γενικῆς ἀφομοιώσεως. Μάλιστα ὑπάρχει πρότασις, δὲν ἐτέθη ὅμως, στοχάζομαι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ὑπάρχει πρότασις περὶ γενικῆς ἀφομοιώσεως. Ἠκούσατε, κατὰ τὸν Κύριον Χριστόπουλον, τὸν προλαλήσαντα, πόσαι αἱ δυσκολίαι τοιαύτης γενικῆς ἀφομοιώσεως, ἐκτὸς ἐκείνης τῆς μὴ εἰσέτι ἐν Ἑπτανήσῳ τακτικῆς δημοσιεύσεως τῶν Ἑλληνικῶν κωδήκων καὶ ἄλλων νόμων. Τὸ λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν τοιαῦται αἱ δυσκολίαι, ἐὰν ὅλοι σχεδὸν, ἐκτὸς ἴσως κάποιας ἐξαιρέσεως, ἐὰν ὅλοι σχεδὸν συμφωνῶσι περὶ τῶν δυσκολιῶν τούτων, διατὶ ἐν τοσούτῳ νὰ μὴ προχωρήσῃ τακτικῶς ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου; Ἐρωτῶ, ἓν τῶν δύω· ἢ ἡ πρότασις αὕτη ἐμπεριέχει ὀρθὰς καὶ δικαίας καὶ ὠφελίμους διατάξεις, ἢ δὲν περιέχει· ἐὰν δὲν περιέχῃ ὀρθὰς διατάξεις, ἡ Βουλὴ θὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ· ἐὰν περιέχῃ ὀρθὰς διατάξεις, διατὶ νὰ μὴ εἰσαχθῇ ὁ νόμος; Βλέπετε ὅτι ἡ γενικὴ αὕτη ἀφομοίωσις πρέπει ἀναγκαίως νὰ φέρῃ δυσκολίας, νὰ φέρῃ προσκόμματα. Ἅμα ἠμποροῦμεν καὶ διὰ μικρὸν χρόνον, διὰ ὀλίγους μῆνας, διὰ ὀλίγας ἡμέρας νὰ λάβωμεν καλόν τινα νόμον ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τὸ εἰδικὸν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, διατὶ νὰ μὴ τὸν ἀπολαύσωμεν; Ἔρχεται ἡ γενικὴ ἀφομοίωσις, τότε συγχωνεύεται. Ἐν τοσούτῳ διατὶ νὰ μὴ προχωρήσωμεν καθὼς ὁ κανονισμὸς καὶ ἡ τάξις ἡ ὀρθὴ ὑπαγορεύει; Λοιπὸν ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὴν ἡμεροταξίαν ἡ πρότασις αὕτη, ἐνῷ ὅλοι συμφωνοῦμεν περὶ τῶν δυσκολιῶν τῆς ἀμέσου καὶ γενικῆς τοιαύτης ἀφομοιώσεως, ἢ καθ’ ὑπηρεσίας ἢ ἄλλως πως, δίκαιον εἶναι νὰ προχωρήσῃ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν καὶ ἔπειτα, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, νὰ τὴν ἀποῤῥίψωμεν, ἐὰν δὲν ᾖναι ὠφέλιμος· νὰ τὴν παραδεχθῶμεν, ἐὰν ὠφέλιμος, ἐὰν δικαία, ἐὰν ἀπαιτουμένη ἀπὸ τὰς περιστάσεις τῆς Ἑπτανήσου. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ταπεινῶς ὑποβάλλω, πρότασις ἡ ὁποία δὲν φέρει κανὲν πρόσκομμα εἰς τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τοιούτου σοβαροῦ ἀντικειμένου καὶ ὅταν ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ. Προτείνω λοιπὸν νὰ προβῇ κατὰ τάξιν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κυπριάδης.
§132ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ γενικὸν ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως παρενεβλήθη εἰς τὴν προκειμένην πρότασιν νόμου ἕνεκα τῆς ἐπιγραφῆς, τὴν ὁποίαν φέρει αὐτὴ ἡ πρότασις· διότι ἡ ἐπιγραφὴ ἀτόπως, κατ’ ἐμὲ, ἔχει οὕτω, περὶ ἀφομοιώσεως ὁπλοφορίας ἐν Ἑπτανήσῳ· καὶ ἐπειδὴ τὴν λέξιν ἀφομοίωσις τὴν ἐννοήσαμεν ἐν Ἑλλάδι ὅτι ἀφορᾷ τὴν ἀφομοίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας μὲ τὴν τῆς Ἑπτανήσου, διὰ τοῦτο ἡ λέξις αὕτη ἐδῶ, ἡ ὁποία δὲν περιέχει ἐν συνόλῳ τὴν εἰδικὴν ἔννοιαν, ἡ ὁποία ἐτέθη καὶ ὅλως διόλου ἀτόπως, ἐγέννησε τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἐὰν τῳόντι, κύριοι, ἤθελεν ὑπάρχει μία πρότασις νόμου περὶ εἰσαγωγῆς τῆς ἐν Ἑλλάδι ἰσχυούσης νομοθεσίας περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ὁπλοφορεῖν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἤθελον καὶ ἐγὼ συμφωνήσει μὲ ἐκείνους καὶ ἰδίως μὲ τὴν γνώμην τοῦ Κ. Χριστοπούλου, ὁ ὁποῖος ὀρθότατα ὑπέβαλεν, ὅτι δὲν πρέπει ἐξ ἑνὸς κλάδου νομοθεσίας ν’ ἀποσπῶμεν διατάξεις τινὰς καὶ αὐτὰς νὰ εἰσάγωμεν εἰς ἓν μέρος τῆς ἐπικρατείας, ἀλλὰ πρέπει ἐν συνόλῳ νὰ εἰσαχθῇ αὐτὴ ἡ νομοθεσία μὲ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας τὸ σύνολον ἤθελε προκαλέσει· καὶ διὰ νὰ καταστῶ συγκριτικώτερον καταληπτὸς εἰς τὴν Βουλὴν, σᾶς ὑποβάλλω τὸ ἐφεξῆς. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ Κύριος Ἰακωβάτος ἔλεγεν ὅτι τὸ Διάταγμα περὶ ὁπλοφορίας νὰ εἰσαχθῇ καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον· ἤθελον ἀντιτείνει εἰς αὐτὴν τὴν ἀφομοίωσιν, διότι τὸ διάταγμα αὐτὸ εἶναι συνδεδεμένον μὲ τόσας ἄλλας διατάξεις αἱ ὁποῖαι δὲν περιέχονται εἰς τὸ ἴδιον Διάταγμα· εἶναι συνδεδεμένον π. χ. μὲ τὸν ποινικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ὅστις ὁπλοφορήσει ἄνευ ἀδείας τιμωρεῖται μὲ τὴν δεῖνα ποινήν· εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὸν νόμον περὶ ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ὁ ἀστυνομικὸς κλητὴρ, ὁ ἀστυνόμος ἢ ὑπαστυνόμος ἀπαντῶν τινα καὶ βλέπων ὅτι φέρει ὅπλον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν, καὶ ἂν δὲν φέρῃ τοιαύτην, νὰ κατάσχῃ τὸ ὅπλον, ὅπερ δημεύεται ὕστερον ἀπὸ τὸ πρωτοδικεῖον. Ἔπρεπε λοιπὸν τότε ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις νὰ εἰσαχθῶσιν. Ἐδῶ ὅμως νομίζω, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Ἰακωβάτοι, οἱ ἔντιμοι κύριοι βουλευταὶ, πᾶν ἄλλο θέλουν παρὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Ἑπτάνησον τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ τοῦ ἰσχύοντος ἐν Ἑλλάδι.
§133ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ κατέχειν ἐν τῇ ἰδίᾳ οἰκίᾳ ἓν ὅπλον.
§134ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Καὶ διὰ ποῖον λόγον τὸ θέλετε αὐτὸ μόνον διὰ τὴν Ἑπτάνησον καὶ ὄχι δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα;
§135ΖΩΤΟΣ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐμποδίζεται.
§136ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι συζητῶ περὶ τῆς προκειμένης προτάσεως, καὶ ἀποκρούω ὅσα ἐλέχθησαν περὶ ἀφομοιώσεως, διότι σήμερον δὲν γίνεται πρότασις περὶ ἀφομοιώσεως, γίνεται πρότασις περὶ εἰσαγωγῆς νόμου ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύοντος. Λοιπὸν ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν ἀποκρούω· διότι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἀπαρτίζηται ἀπὸ τὴν πρώην Ἑλλάδα καὶ τὴν πρώην Ἑπτάνησον, καὶ ἐὰν τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα, αἱ ἐλευθερίαι τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτοῦν τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ τοῦ θεσμοθετήματος, τότε πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ὡς ἰσχύων νόμος γενικὸς εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ μὴ θεωρήσωμεν τοὺς νόμους ὡς νόμους ἰσχύοντας ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ὡς νόμους ἰσχύοντας ἐν Ἑλλάδι. Ἐρχόμενος προσέτι, κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ, φρονῶ ὅτι οἱ νόμοι τότε πρέπει νὰ εἰσάγωνται, ὅταν ὄντως ὑπάρχῃ μία ἔλλειψις, μία ἀνάγκη· ἄλλως ἡ εἰσαγωγὴ τῶν νόμων καταντᾷ μία πολυτέλεια. Ἐν Ἑλλάδι, κύριοι, ἔχομεν γενικὰς ἀρχὰς, συνταγματικὰς ἀρχὰς, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐξασκοῦμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διεκδικοῦν οἱ λαοὶ τῆς Ἑπτανήσου, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην εἰδικοῦ νόμου· τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἱερὸν, καθιεροῦται διὰ τοῦ Συντάγματος· τὸ δικαίωμα τοῦ ἀσύλου ὡσαύτως· δυνάμει ὡσαύτως τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν ἕκαστος ἡμῶν ἔχει ὅπλα εἰς τὸν οἶκόν του καὶ δὲν δύναται οὔτε ἡ ἀστυνομία, οὔτε ἡ χωροφυλακὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν καὶ νὰ ζητήσῃ λόγον, διότι εἰς τὸ ἄσυλον τοῦ πολίτου εἰσέρχεται ὁσάκις οὗτος ἐγκληματήσῃ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἀπόλυτον καὶ ὡς δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἓν ἔπιπλον, οὕτω δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἓν ὅπλον. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νόμου τούτου, εἶναι φυσικὸν δικαίωμα καὶ ἀπεριόριστον.
§137ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΙ. Ὑπάρχει νόμος ἀπαγορευτικὸς ἐπὶ τούτου εἰς Ἑπτάνησον.
§138ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κατὰ τὴν πληροφορίαν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου, ὅτι ὑπάρχει νόμος ἀπαγορευτικὸς εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὄχι μόνον τῆς χρήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς κατοχῆς, ὀρθότερον ἤθελεν εἶσθαι ἡ εἰσαγωγὴ μιᾶς προτάσεως κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ καταργῆται ὁ νόμος οὗτος. Δὲν εἶμαι λοιπὸν ἐνάντιος εἰς τὴν ἀρχὴν, ἂν τὸ νομοσχέδιον τροποποιηθῇ οὕτω πως.
§139Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν διασάφησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, νομίζω ὅτι εἶναι οὐ μόνον λογικὸν καὶ δίκαιον, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ φιλάνθρωπον, διότι ὅστις ἔλαβε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ περιέλθῃ τὰς νήσους, θέλει παρατηρήσει ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐγγύτατα τῆς μεγάλης στερεᾶς· φέρ’ εἰπεῖν, ἡ Κέρκυρα, μὴ νομίζετε ὅτι ἀπέχει πλέον τῶν 2,000 μέτρων ἀπὸ τὸ ἀντικρὺ μέρος, καθόσον, ἂν δὲν πλανῶμαι, τοιαύτη τις μοὶ ἐφάνη ἡ προσέγγισις ἀπὸ τοῦ σημείου τῆς Κουλούρας πρὸς τὴν ξηράν. Ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ σᾶς κάμω γνωστὸν ὅτι ἀντικρὺ τῆς νήσου εὑρίσκονται αἱ ἐπαρχίαι τῆς Χειμάρας καὶ τοῦ Δελβίνου καὶ τὰ μέρη ἐκεῖνα παρέχουν τὴν εὐκολίαν εἰς τὸ νὰ σχηματίζωνται συμμορίαι, δυνάμεναι νὰ ἐπιπέσωσιν αἰφνιδίως κατὰ μιᾶς τῶν νήσων, κατὰ μιᾶς ἐξοχῆς καὶ νὰ τὴν ληστεύωσιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ τὴν προστασίαν τῆς μεγάλης Βρεττανίας τὸ κακὸν τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν, διότι ἡ δύναμις αὕτη καὶ ἐπίφοβος ἦτο καὶ μεγάλη.
§140ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΣ. Καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν ἐγένοντο τοιαῦται ληστρικαὶ συμμορίαι.
§141Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ διὰ τῆς δυνάμεως ταύτης ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποσοβηθῇ τὸ κακὸν εὐκολώτερον, ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῶν κυρίων καὶ τότε ἐγίνοντο, σήμερον δύνανται νὰ γίνουν πολὺ περισσότερον καὶ ἀσφαλέστερον. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις εἰς ἕνα ἄνθρωπον νὰ μὴ ἔχῃ πρὸς ἰδίαν αὑτοῦ συντήρησιν τὰ μέσα, νὰ ἔχῃ ἓν ὅπλον, ἀφοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ πρᾶγμα οὐδεὶς ἐσυλλογίσθη ποτὲ νὰ τὸ ἐμποδίσῃ, ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος τῆς ἐθνοφυλακῆς τὸ καθιέρωσεν ἐπισήμως καὶ εἶπεν, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι ἐθνοφύλακες, δύνανται νὰ ἔχουν οὐχὶ μόνον ὅπλα πρὸς ὑπεράσπισίν των ἀλλὰ καὶ τέλειον ὁπλισμόν. Κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι καὶ λογικὴ καὶ φιλάνθρωπος, διότι θέλει ἐμποδίσει τὰς κακὰς προσβολάς. Ἐνταῦθα νομίζω ὅτι εἶναι ἡ σύγχυσις. Ἡμεῖς ἀπαγορευτικὸν νόμον δὲν ἔχομεν· δύναταί τις εἰς τὸ σπῆτί του νὰ ἔχῃ ὄχι ὅπλον, ἀλλὰ καὶ ὁπλοστάσιον. Εἰς τὰ σπήτια μάλιστα τὰ καταγωγῆς στρατιωτικῆς ἐν Ἑλλάδι, ἄν τις ὑπάγῃ, θέλει ἰδῆ ὁπλοστάσια· καὶ ἂν μάλιστα ὑπάρχῃ τις, ὅστις ἐταξείδευσεν εἰς τὴν Μάνην, θέλει ἰδῆ ἐκεῖ εἰς τοὺς πύργους καὶ κανόνια. Τοιαύτη λοιπὸν διάταξις δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον· ἀπεναντίας ὑπάρχει ἐναντία διάταξις, καὶ ἑπομένως ἡμεῖς οὐ μόνον πρέπει νὰ κάμωμεν τοιαύτην διάταξιν, ἵνα συγχωρήσωμεν τοῦτο, πρέπει νὰ κάμωμεν τὸ ἐναντίον, νὰ καταργήσωμεν τὸν νόμον, διότι τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθὸν, ὥστε οἱ πολῖται νὰ δύνανται νὰ ἔχουν οὐ μόνον ὅπλα εἰς τὰς οἰκίας των ἀλλὰ καὶ ὁπλοστάσια. Τὸν κίνδυνον, ὃν τρέχει ἡ Κέρκυρα, μήπως δὲν τρέχει καὶ ἡ Λευκὰς καὶ αἱ ἄλλαι νῆσοι αἱ παρακείμεναι; ἑπομένως δὲν βλέπω ποία ἰδέα δύναται καὶ ἐπ’ ὀλίγον ἀκόμη νὰ σταματήσῃ τὴν πρόοδον τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ἰακωβάτου. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ πολιτικῶς ἀκόμη, καὶ δὲν πρέπει ποτὲ ν’ ἀποφεύγωμεν τὴν πολιτικὴν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων, ἂν ᾖναι εἰς αὑτὴν ὠφέλιμα ἢ μή.
§142ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὰς ἐκλογάς.
§143ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὰς ἐκλογὰς, Κύριε Μαυρογιάννη; ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω πῶς ἐννοῶ τὸ πρᾶγμα πολιτικῶς ὠφέλιμον, διότι δὲν πρέπει οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται καὶ πρέπει νὰ σκέπτωνται περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ κράτους, νὰ περιορίζωσι τὰς πολιτικὰς ἰδέας των εἰς τὸν στενὸν κύκλον, φέρ’ εἰπεῖν, τῶν ἐκλογῶν, διότι ἐγὼ θέλω ὥστε τὸ ἔθνος εἰς ὃ ἀνήκω νὰ μὴ χάσῃ ὅ,τι διὰ τῆς θυσίας 500,000 ἀνδρῶν ἀπέκτησε, τὸ πνεῦμα τοῦ πολέμου. Διότι, ἂν σπουδάσῃ τις ὀλίγον βαθύτερα καὶ φιλοσοφικώτερα τὴν Ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821, θέλει ἰδῆ, ὅτι τὸ μόνον, ὃ ἔσωσε τὸν τόπον αὐτὸν, εἶναι ἡ ἔνοπλος ἀνατροφή· ἡ ἔνοπλος ἀνατροφή, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐπὶ πολέμου; ὄχι· ἡ ἔνοπλος ἀνατροφή, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ κλέφται, οἱ ὁποῖοι ἔσωσαν τὴν ἀνεξαρτησίαν, διαμαρτυρόμενοι εἰς τὰ ὄρη καὶ ἔδωκαν ἀμέσως εἰς τὴν ἐπανάστασιν 600 στρατηγοὺς. Ὑπὸ τὴν λέξιν «κλέφται» δὲν πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν τὴν κοινὴν σημασίαν· ἡ λέξις ἡ τότε «κλέφτη» ἦτο ταὐτόσημαντος μὲ τὴν λέξιν ἥρως, μὲ τὴν λέξιν ἄρχων, διότι οἱ ἄρχοντες ἐγίνοντο κλέφται, ὅταν οἱ Τοῦρκοι ἐπεβουλεύοντο τὴν ζωὴν αὐτῶν· οἱ κλέφται οὗτοι ἦσαν μπέηδες, καπιτάνοι, στρατηγοὶ διοικοῦντες τὸν τόπον, καὶ εἶχε μεγάλην σημασίαν ἡ λέξις καπιτάνιος· ἦτο ὁ μεγαλείτερος τίτλος ὁ ἀποδιδόμενος τότε. Ὑπὸ τὴν πολιτικὴν λοιπὸν ἔποψιν πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ὁπλοφορῇ ἀενάως καὶ, ἂν ἦτο δυνατὸν, ἂν ἤμην τόσον πλούσιος, ὥστε νὰ δώσω ἀπὸ μίαν τελείαν πανοπλίαν εἰς πάντα συμπολίτην μου, ἤθελον τὸ κάμει. Ὁ ἄνθρωπος εὐχαριστεῖται καὶ ἀναπτύσσεται ἐρχόμενος εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰ ὅπλα. Ἐπομένως ἐπιθυμῶ καὶ πολιτικῶς ν’ ἀποδοθῇ τὸ πνεῦμα αὐτὸ καὶ νὰ συγχωρηθῇ εἰς τοὺς λαοὺς ἐκείνους νὰ ἔχωσιν ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἡ ξένη προστασία ἀπηγόρευσε διὰ πολιτικοὺς λόγους. Ἐπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι λογικὸν, δίκαιον, φιλάνθρωπον συνάμα καὶ ὠφέλιμον ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτήν. Ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ τῆς ἀφομοιώσεως, ἑπομένως σήμερον δὲν πρέπει, οὔτε ἡ θέσις, οὔτε ὁ τόπος εἶναι νὰ προσθέσῃ κανεὶς εἰς τὸ γενικὸν ζήτημα μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐπορίσθη ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἢ ἐκ τῶν συζητήσεων ἢ ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν πηγῶν ἐν γένει, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ κατὰ τὴν ἐδικήν μου κρίσιν τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ κατ’ ἐμὲ εἶναι ζωτικὸν, ἵνα κανονισθῇ ἕνας τόπος ὡς ἡ Ἑλλὰς, ἥτις ἔχει ἀνάγκην νὰ συσφίγξῃ ἔτι μᾶλλον τὸν δεσμόν, διότι κατ’ ἐμὲ ὑψοῦται ἓν μέγα τεῖχος μεταξὺ τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος σήμερον. Δὲν εἶμαι καὶ τῆς γνώμης ἐκείνων, ὅτι πρέπει ἀπροσέκτως καὶ ἄνευ οὐδενὸς λόγου καὶ μόνον ἀπὸ μίαν τυφλὴν ὁρμὴν νὰ εἴπῃ τις, ῥίπτω τὰ πάντα· ἑπομένως ἂς θυσιασθῶσι καὶ συμφέροντά τινα ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ἂν ἐφωτιζόμην, ὅτι ἡ θυσία τινῶν συμφερόντων εἶναι περισσότερον ἀναγκαία, δηλαδὴ εἶναι ὀλιγώτερον κακὸν, παρὰ τὸ νὰ μὴ τελεσθῇ ἡ ἀφομοίωσις· ἂν εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πεισθῶ, ὅτι συμφέρει περισσότερον νὰ γίνῃ ἡ ἀφομοίωσις, ἔστω καὶ μὲ κάποιαν ἀτομικὴν θυσίαν τῶν πολιτῶν τῆς Ἑπτανήσου ἢ τῆς Ἑλλάδος, ἤθελον εἰπῆ νὰ γίνῃ ἡ θυσία τινῶν συμφερόντων, διότι πᾶν ὅ,τι εἶναι ὠφέλιμον θὰ δαπανήσωμεν νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν, καθὼς δαπανῶμεν σήμερον καὶ δαπανῶμεν ἁδρῶς. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅταν τις ζητῇ νὰ ἀποκτήσῃ ἓν μέγα καλὸν, δὲν πρέπει νὰ τρομάζῃ ἀπὸ τὴν θυσίαν, ἔστω καὶ μικρῶν συμφερόντων· ἂν ἑπομένως πεισθῶ πραγματικῶς, ὅτι τὰ μικρὰ συμφέροντα εἶναι ὀλιγώτερον ἀναγκαῖα ὡς πρὸς τὴν γενικὴν ἕνωσιν καὶ ἀφομοίωσιν, ἤθελον ψηφίσει μὲ καθαρὰν συνείδησιν καὶ ἤθελον ἀντιταχθῆ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον μᾶς εἰπῆ, ὅτι ἐζημιοῦντο. Ἡ διαφορὰ, Κύριοι, τῆς νομοθεσίας δένει τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως καὶ δύναται νὰ γεννήσῃ μεγάλας περιπλοκάς· καὶ θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους φίλους Κ.Κ. Κουμουνδοῦρον καὶ Σωτηρόπουλον. Ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ τμῆμα τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, αἰφνιδίως ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας παρουσιάζονται ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτουν τὴν λύσιν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἰδοὺ ποῖα ἦσαν, καὶ ἐκ τῶν μικρῶν τούτων δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ τὶ ἤθελε συμβῆ διὰ τὰ μεγαλείτερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα μόνον ἡ ἐφαρμογὴ τῆς νομοθεσίας εἶναι ἱκανὴ νὰ φέρῃ εἰς φῶς, καὶ κανεὶς ἄνθρωπος ἐκ τῶν προτέρων δὲν εἶναι τόσον σοφὸς, ὥστε νὰ προΐδῃ ὅλας τὰς δυσκολίας. Κατὰ τὴν ἐδικήν μας στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, ὁ πολίτης δὲν συνυπάγεται ποτε εἰς τὰ ἔκτακτα δικαστήρια εἰς καιρὸν εἰρήνης, παρ’ ὅταν διευκολύνῃ τὴν λειποταξίαν τοῦ στρατιώτου· τότε ἀντὶ νὰ συνυπαγάγῃ ὁ στρατιώτης τὸν πολίτην συνυπάγει ὁ πολίτης τὸν στρατιώτην· τοιοῦτόν τι συνέβη εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Δύω Κερκυραῖοι διευκόλυναν τὴν λειποταξίαν στρατιωτῶν τινων· ἐγένετο καταμήνυσις, ἀνάκρισις, ἐβεβαιώθη ἡ πρᾶξις· ἀλλὰ τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν; Νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ στρατιωτικὸς νόμος; ὅταν ἦτον ἡ Ἀγγλικὴ κατοχὴ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, οἱ Ἄγγλοι διετήρησαν τὸ προνόμιον νὰ δικάζουν ὅπως αὐτοὶ θέλουν. Δέν θέλω νὰ ἀναφέρω τὸν τρόπον, ὅτι ἐγίνοντο αἱ ἀποφάσεις ὅπως ἤρεσκεν εἰς τὸν ἁρμοστήν. Δὲν ὑπῆρχεν ὅμως νόμος κανονίζων τὴν περίστασιν αὐτὴν· τί λοιπὸν ἔπρεπε νὰ γίνῃ; νὰ στείλωμεν τοὺς Κερκυραίους εἰς τὰ στρατοδικεῖα τὰ ἐδικά μας; Ὅταν ἦλθε τὸ ζήτημα, δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ λύσω· πρῶτον διότι δὲν ἤμην νομομαθὴς, καὶ δεύτερον, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω πῶς θὰ φέρω τὸν Κερκυραῖον εἰς τὸ στρατοδικεῖον νὰ τὸν ὑποβάλω εἰς νόμον, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζει, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὡρκίσθη καὶ ὅστις δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη. Καὶ ἂν τὸ στρατοδικεῖον ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ἀναρμόδιον, τί ἤθελον πράξει; ἐγὼ ἐσταμάτησα. Τὸ ἕτερον παράδειγμα εἶναι, ὅτι τὸν πλοίαρχον ἑνὸς ἀγγλικοῦ πλοίου τὸν ἐγύμνωσεν εἷς στρατιώτης καὶ εἷς ἑπτανήσιος· ἔγινεν ἡ καταμήνυσις, ἡ ἀνάκρισις ἔρχεται ἐνώπιον τοῦ ὑπουργείου, ἡ Ἀγγλία ἐζήτει ἱκανοποίησιν καὶ ἑπομένως ἡ ὑπόθεσις ἀπῄτει ταχεῖαν διεξαγωγὴν διὰ νὰ εἴπωμεν τοὐλάχιστον εἰς τοὺς Ἄγγλους, ἡ πρᾶξις ἔλαβεν μὲν χώραν, ἀλλ’ οἱ ἔνοχοι κατεδικάσθησαν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γίνῃ; ἔπρεπεν ὁ στρατιώτης νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τύχην τοῦ πολίτου καὶ νὰ δικασθῇ εἰς τὰ Ἑπτανησιακὰ δικαστήρια· ἀλλὰ τί συμβαίνει ὅταν ἕνας στρατιώτης ἑκουσίως αὑτοῦ εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ ὑποκύψῃ εἰς μίαν πρᾶξιν; δικάζεται βέβαια ἀπὸ τὰ ἐκεῖ δικαστήρια· ἀλλ’ ὅταν αὐτὸς ὁ στρατιώτης δὲν ἐπῆγεν οἰκειοθελῶς εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τοῦ εἶπεν νὰ ὑπάγῃ, δύνασθε νὰ τὸν ὑπαγάγητε εἰς τοὺς νόμους ἐκείνους τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζει, ἐνῷ εὑρίσκεται ἐκεῖ καὶ παρὰ τὴν θέλησίν του; αὐτὰ ἦσαν δύω ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνάμην νὰ λύσω. Ἀνέφερα τὰ πράγματα εἰς τὸν τότε πρωθυπουργὸν καὶ τοῦ παρέστησα τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ συγκαλέσωμεν ἓν δικηγορικὸν συμβούλιον· τότε τὸ ἐπέτρεψε, καὶ ἀφοῦ ἐπῆρα τὴν ἄδειαν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν ἤξευρε τί νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐσχημάτισα ἓν δικηγορικὸν συμβούλιον ἀπὸ τὸν Κ. Ῥενιέρην, Καλλιγᾶν, Κόκκινον καὶ λοιποὺς ἀπὸ τοὺς σοφωτέρους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐδῶ. Συνῆλθε τὸ συμβούλιον· ἐπῆγα ὡς εἰσηγητὴς καὶ παρέστησα τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὅσον ἠδυνάμην εὐκρινῶς, παρέδωκα καὶ τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ καὶ τὸ συμβούλιον αὐτὸ δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Μοὶ εἶπόν τινες, φέρε το εἰς τὰ δικαστήρια· ἀλλὰ ἂν φέρωσι τὴν ἔνστασιν τῆς ἀναρμοδιότητος, τί θὰ κάμωμεν, ποῦ ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ ἀνώτατον συμβούλιον (Consilio supremo) πῶς τὸ λέγουν, νὰ πράξῃ τι; Ἡ σύγκρουσις αὕτη τῶν νόμων καθημερινῶς παρουσιάζει τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀδιάφορα, διότι, ὡς εἶπον, ἀπὸ μόνον τὸ περιστατικὸν τοῦ Ἄγγλου Πιάκου ἠδυνάμεθα νὰ ἴδωμεν κἀνένα στόλον ὡς ἐπὶ Πάρκερ. Λέγω, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως ἕκαστος ἡμῶν ὀφείλει νὰ προσφέρῃ τὴν ὑπηρεσίαν του. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τί ἐγένετο ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως καὶ ποίαν ἰδέαν εἶχεν ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος· ταῦτα δὲν μᾶς φέρουν εἰς τὴν πραγματικὴν λύσιν, διότι ἓν νομοθέτημα πρέπει νὰ ἐμποδίζῃ τὸ κακὸν ἐκεῖ, ὅπου δύναται νὰ γίνῃ, καὶ τὸ ζήτημα οὕτω θέλει λυθῆ δικαστικῶς. Ἡ γνώμη τοῦ Κ. Χριστοπούλου εἶναι μία γνώμη· ἄλλος δύναται νὰ ἔχῃ μίαν ἄλλην. Ὅλαι αἱ γνῶμαι πρέπει νὰ ἔλθωσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ νὰ γίνῃ εἷς νόμος, ὅστις νὰ λύσῃ τὰς δυσκολίας ἁπάσας. Καλὸς, Κύριοι, ὁ φορολογικὸς νόμος· οὗτος εἶναι ἕνας νόμος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ βάσις τῆς νομοθεσίας, διότι οἱ φορολογικοὶ νόμοι κατ’ ἔτος μεταβάλλονται, ἀλλὰ διὰ τὸν ἀστικὸν νόμον δὲν θὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος. Καὶ ἐδῶ, Κύριοι, δικάζονται σήμερον εἰς τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια πράξεις αἱ ὁποῖαι συνέβησαν εἰς τὰ 25 καὶ 27, ὅτε δὲν εἴχομεν νόμον. Ἐχάθηκαν ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι τὴν σήμερον; Εἶπον, σήμερον θὰ δικαζώμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον, ὅλαι δὲ αἱ πρότερον πράξεις κατὰ τὰς συνηθείας. Δὲν βλέπω εἰς τοῦτο κἀνὲν σφάλμα. Πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὰ παρελθόντα δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ καταργήσωμεν. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, δὲν ἔχετε νόμους, δὲν ἔχετε προικοσύμφωνα; Ἡ δυσκολία ὅμως δὲν παρουσιάζεται ἐνταῦθα, ἀλλ’ εἰς ἕτερον ζήτημα. Βλέπετε, ὅτι ὅταν ἔλθετε εἰς τὴν μερικὴν ἐξέτασιν ἑκάστου ζητήματος, τότε θέλετε ἰδῆ ποῦ μὲν ἀνυπερβλήτους δυσκολίας, ποῦ δὲ τὸ ἔδαφος λεῖον καὶ ὁμαλόν. Ἐγὼ δὲν πιστεύω οὔτε εἰς τὸν μὲν, οὔτε εἰς τὸν δέ. Θὰ εὑρεθῶ εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸν φίλον μου Κ. Ἰακωβάτον — τὸ ζήτημα τὸ ἐκκλησιαστικὸν ποῦ εὑρίσκεται; Τοὺς ἱερεῖς σήμερον εἰς τὴν Ἑπτάνησον τοὺς κάμνουν οἱ ὑπουργοὶ, τὸ ἠξεύρετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ναὶ ἢ ὄχι;
§144ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς πετραχήλι;
§145Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν σᾶς λέγω, Κύριοι, κἀνένα μῦθον, λέγω πράγματα, καὶ ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς εἰς τὸ ὀλιγοήμερον διάστημα τῆς ὑπουργίας του θὰ ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ τὸ ἴδῃ τοῦτο. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν κατ’ ἐμὴν ἰδέαν· καὶ ὁσάκις παρουσιάζεται τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀπωθῇ, διότι κάμνει σφάλμα, καὶ ἓν σφάλμα πολιτικὸν ἐμπεριέχει μυριάδας ἐγκλημάτων. Τὰ σφάλματα τὰ πολιτικὰ εἶναι τρομακτικὰ, διότι ἐμπεριέχουν ἑκατομμύρια ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τὰ ἀποφεύγωμεν. Ταῦτα εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ὡς πρὸς τὴν πρότασιν αὐτὴν, ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς;
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§149ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἡ ὥρα προβαίνει, λέγω νὰ κηρύξῃ ἡ Βουλὴ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθ. 26 «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀνανεώσεως ἐγγραφῆς τῶν δανείων» καὶ ἤθελα παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν διὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ συμβούλιον.
§150ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Παδοβᾶ;
§152ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§153ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἤθελα πρὸς τούτοις παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ συγχρόνως καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας Κωνσταντᾶς.
§154ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν ἐτυπώθη ἀκόμη· φαίνεται, ὅτι αἱ προτάσεις τυποῦνται κατὰ τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας, διότι εἶναι ἀπὸ τὸν Σεπτέμβριον.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, ἡ ἀλλ’ ἡ πρότασίς σας εἶναι πολὺ ὀγκώδης καὶ διὰ τοῦτο ἐβράδυνεν ἡ τύπωσίς της.
§156ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἤθελα παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ ἂν δυνάμεθα χωρὶς συναίσθησιν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ σφάλωμεν, νὰ προβῶμεν τόσον ἀνεξετάστως καὶ ἐπιπολαίως εἰς τὴν κατάργησιν νομοθεσίας, ἥτις ὑποτίθεται ἢ φαίνεται ὅτι εἶναι ἄγνωστος εἰς ἡμᾶς. Τουλάχιστον ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου διὰ νὰ προβῶ ἐν γνώσει καὶ συνειδήσει εἰς τὰς προτάσεις τῶν Κ. Κ. βουλευτῶν τῆς Ἑπτανήσου, τὰς ἀφορώσας τὴν κατάργησιν διαφόρων διατάξεων τῆς νομοθεσίας αὐτῆς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἤθελεν εἶναι πληρέστερον, συμφωνότερον μὲ τὰ καθήκοντά μας καὶ μὲ τὸ σύστημα τῶν συζητήσεων, τὸ ὁποῖον παρεδέχθημεν διὰ τοῦ κανονισμοῦ, ὥστε ἕκαστος τῶν Κ. Κ. βουλευτῶν τῆς Ἑπτανήσου, ἐὰν ἤθελε φέρει μίαν πρότασιν ἀφορῶσαν μεταβολὴν τῆς Ἑπτανησιακῆς νομοθεσίας, νὰ εὐαρεστῆται νὰ ἐκθέτῃ τὴν ἱστορίαν αὐτῆς καὶ προσέτι νὰ προσαρτᾷ τὰς διατάξεις ἐκείνας, περὶ τῆς καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως τῶν ὁποίων πρόκειται· διότι ἐνδέχεται ἀπὸ τὸ σύνολον μιᾶς νομοθεσίας, ἥτις εἶναι κανονικῶς συνδεδεμένη πρὸς ἑαυτὴν, νὰ ἀποσπάσωμεν μέρη τινὰ ἀναπόσπαστα καὶ νὰ προσβάλωμεν ἴσως κεκτημένα δικαιώματα. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν, τὸ κατ’ ἐμὲ, νὰ ἀποφανθῶμεν ὅσον δυνάμεθα, οὔτε νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς, οὔτε καμμίαν σκέψιν νὰ φέρωμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου χωρὶς νὰ φωτισθῶμεν διὰ μιᾶς ἐκθέσεως, ἥτις νὰ φωτίζῃ τὴν Βουλὴν, καὶ δεύτερον διὰ μιᾶς τυπώσεως τῆς νομοθεσίας τῶν μερῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καταργηθῶσι.
§157ΠΑΔΟΒΑΣ. Θέλομεν κάμει μίαν τακτικὴν ἔκθεσιν καὶ ὑποβάλει ὅλους τοὺς νόμους· ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ οὐδόλως ἀδικεῖ οὔτε τοὺς ἐδῶ συναδέλφους οὔτε τοὺς Ἑπτανησίους, ἐὰν παραδεχθῇ τὴν ἀρχήν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον 18· «περὶ καταργήσεως τῶν ἐσωτερικῶν διαβατηρίων.» Κ. Ἰακωβάτε, ἐννοεῖτε ὅλου τοῦ Κράτους;
§159ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν;
§161ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν παρεδέχθη τὴν ἀρχήν. Ἀντικείμενον 19· ὁμοία περὶ ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων πρὸς κατασκευὴν προκυμαιῶν κτλ.»
§163ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν ἐπιτροπὴν νὰ κάμῃ μίαν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου (θόρυβος.)
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθησαν ὅλαι αἱ προτάσεις διϊσχυρίζεται, ὅτι λύει ὅλα τὰ ζητήματα τ’ ἀφορῶντα τοὺς συνοικισμοὺς, τὰς προκυμαίας καὶ τὰ τοιαῦτα.
§165ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ πρότασίς μου αὕτη εἶναι πρὸ πολλοῦ χρόνου· ὑπάρχουν πολλαὶ πράξεις τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου Γυθείου. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ἐβεβαίωσεν, ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ νόμον, καὶ ὅμως μέχρι τοῦδε τίποτε δὲν ἐγένετο.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποφάσει τῆς Βουλῆς παρεπέμφθη ἡ πρότασίς σας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἦτο ἐπιφορτισμένη νὰ συντάξῃ νόμον περὶ συνοικισμοῦ.
§167ΛΑΠΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Κ. Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης· τί συζητοῦμεν;
§168Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ διάφοροι ἡμερησίαι διατάξεις ὑπάρχουσι, νὰ τὰς ἑνώσετε, Κ. Πρόεδρε.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προστίθενται ἀκόμη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δύω ἀντικείμενα· «38. Περὶ ἀφομοιώσεως τῶν Ἰονίων Νήσων μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος.» «39. Ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου.»
§170ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μεταξὺ τῶν καθυστερουμένων νομοσχεδίων εἶναι καὶ μερικὰ ἄλλα, καθὼς τὸ περὶ καταργήσεως ἀστυνομίας κτλ. αὐτὰ τὶ θὰ γίνουν;
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθη καιρὸς εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὰ μελετήσῃ καὶ ἀποφανθῇ ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου. Λοιπὸν λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 3 καὶ 40′ Μ. Μ.)