1865.09.30
1.651 στίχοι · 13.827 λέξεις · 129 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44.
Τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1865.
(Πέμπτη).
Ὥρα 11 Π. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται. Ὑποβάλλεται νομοσχέδιον ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ παραχωρήσεως εἰς τὸν δῆμον Πειραιῶς ἐκτάσεως δύω στρεμμάτων ἐθνικῆς γῆς ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς ὁμωνύμου πόλεως πρὸς ἀνέγερσιν σφαγείου. Συνοδεύεται μὲ ἔκθεσιν τῶν ἰδίων ὑπουργῶν. Ὁ Βουλευτὴς Καρυστίας Κ. Μπαλάφας προτείνει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ ἐμφυτεύσεως ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἰδίαν ἐπιτροπήν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι παρεπέμφθη ἡ συζήτησις τοῦ 14 ἀντικειμένου, καθὼς καὶ τοῦ 26, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν εἶχον τυπωθῆ τὰ διατάγματα περὶ τῆς κυρώσεως τῶν ὁποίων πρόκειται. Μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἐπιψήφισίν σας. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ τὰ διατάγματα περὶ τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη διὰ πρώτην φορὰν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Τὸ ἕτερον ὅμοιον περὶ κυρώσεως τῶν ἐκδοθέντων διαταγμάτων περὶ μεταῤῥυθμίσεως τελωνιακῆς κλπ. ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ τὰ σχετικὰ Βασιλικὰ διατάγματα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει· ἄρα ἡ Βουλὴ τὸ παραδέχεται διὰ πρώτην φοράν. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς δευτέρας διατάξεως. «Νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως πιστώσεως 20,000 δραχ. ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1865». Εἶναι δευτέρα φορά, καθ’ ἣν ἀναγινώσκεται. Ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου ἀνεγνώσθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον.
§10ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον πίπτομεν εἰς τὸ ἄλλο. Ἄλλοτε δὲν ἠθέλομεν οὔτε τὸ ὄνομα ν’ ἀκούσωμεν ἀναφερόμενον, καὶ τώρα.........
§12ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Θὰ τὸ συνειθίσωμεν. Ἀναγινώσκεται ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§14ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται διὰ δευτέραν φοράν. Δεύτερον ἀντικείμενον. «Πρότασις νόμου περὶ τροποποιήσεως τελωνιακῶν τινῶν διατάξεων, ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Κ. Μπαλάνου.» Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν ἀρχήν· θὰ παραπεμφθῇ ἑπομένως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τρίτον ἀντικείμενον. «Νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου καὶ περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ εἰς Ἑπτάνησον, ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν». Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον. Συνδέεται καὶ μὲ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἡ ὁποία εἶναι τυπωμένη. Θέλετε τὴν ἀνάγνωσιν;
§18ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττή, διότι χάνομεν τὸν καιρόν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§20ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγώ. Κύριοι Βουλευταί, ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Πρό τινων ἡμερῶν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγε διάφορα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἐπρότεινε μεγάλας οἰκονομίας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Αἱ οἰκονομίαι αὗται ἀναβαίνουσι περίπου εἰς 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια, καὶ μολοντοῦτο, διότι εἰσήχθησαν πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 66, ἐνέκρινεν ἡ Βουλὴ ἵνα μὴ ἐπιληφθῇ τῶν τοιούτων νομοσχεδίων μέχρι τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὔτε τὸ ἐζητήσατε.
§22ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα· ἴσως δὲν ἔγεινεν ἀπόφασις ἔγγραφος, ἀλλ’ αὐτὴ ἦτο ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς. Σήμερον ζητῶ ἵνα ἡ Βουλὴ ᾖναι συνεπὴς πρὸς αὐτήν· ἐὰν ἀνέβαλε τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων περὶ οἰκονομιῶν, πολλῷ μᾶλλον πρέπει ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ταύτην τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου, διότι ἢ πρόκειται ἐπίσης περὶ οἰκονομιῶν καὶ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον πρέπει ν’ ἀναβληθῇ καὶ ἡ συζήτησις αὕτη, ἢ ἄλλως ἀποβλέπει ἐπιβάρυνσιν τῆς φορολογίας καὶ κατὰ πολὺ δυνατώτερον λόγον πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβαρύνει τὴν φορολογίαν βεβαίως τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς πρώην Ἑλλάδος. Τὸ χαρτόσημον τῆς πρώην Ἑλλάδος εἶναι φόρος βαρύτατος· κατὰ δὲ τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον, εἰ καὶ ἐλαττοῦται κατὰ τὸ ἥμισυ ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου μολοντοῦτο διὰ τὴν Ἑπτάνησον πάντοτε εἶναι ἀνώτερος τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου τοῦ μέχρι τοῦδε. Ἐλαττοῦται βεβαίως εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς πρώην Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐντοσούτῳ ὁ Νόμος οὗτος περιέχει καὶ ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουσι τὴν φορολογίαν ἐν γένει διὰ μέσου τοῦ χαρτοσήμου, καθὼς εἶναι αἱ κληρονομίαι. Εἶναι λοιπὸν ἀναντίῤῥητον, ὅτι μολονότι κατὰ τὸ φαινόμενον εἶναι νόμος ἐλαφρυντικός, πράγματι ὅμως εἶναι νόμος ἐπιβαρυντικός. Τοῦτο παρατηρῶ ὑπὸ τὴν ὄψιν τῆς φορολογίας, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ὄψιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας εἶναι νόμος ὀλέθριος, διότι, ὅπως κανονίζονται αἱ πράξεις τοῦ πολίτου κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ χαρτοσήμου, εἶναι ἀδύνατον ὁ πολίτης νὰ κινηθῇ ἐντὸς τῆς πολιτείας χωρὶς νὰ ἔχῃ πλησίον του καὶ Κώδηκα, χωρὶς νὰ συμβουλεύεται νόμους, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐπάνω του χαρτόσημον, καὶ αὐτὸ εἶναι κατάστασις, ἡ ὁποία, ἐὰν ἐπικυρωθῇ, βεβαίως θὰ προτείνω ὡς τίμιος ἄνθρωπος καλλίτερον νὰ θέσωμεν τὸν νόμον τοῦ κεφαλικοῦ φόρου, τὸ χαράτσι, ὅτι ὁ πολίτης θὰ πληρόνῃ τόσα εἰς τὸ ταμεῖον. Ἂν θὰ συνάζωνται 20–30 ἑκατομμύρια, ἠξεύρει ὁ πολίτης τί θὰ πληρώσῃ καὶ θὰ κάμῃ πᾶσαν προσπάθειαν νὰ συνάξῃ τὸν φόρον τὸν κεφαλικὸν, ἀλλ’ ἅμα εἰς τὴν πρώτην τοῦ ἔτους πληρώσει, ἔπειτα εἶναι πάντῃ ἐλεύθερος, ἐνῷ δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ὁ πολίτης, ὢν κατὰ γράμμα ἐλεύθερος, δὲν θὰ δύναται οὔτε νὰ πτύσῃ χωρὶς νὰ συμβουλεύεται τὸν νόμον. Αὐτὴ εἶναι κατάστασις χειροτέρα τῆς τῶν Τσαράνων. Τρίτος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου, εἶναι ὁ λόγος ὅτι ἢ πρέπει ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ εὐεργετήσῃ τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ φορολογικὸν σύστημα ἢ ἄλλως Βουλὴ δὲν εἶναι. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὐεργετηθῇ ὁ τόπος ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Εἰς ἄλλην ἡμέραν δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866, διότι ἐκεῖ ἔχομεν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ συζητήσωμεν. Ἐκεῖ δύναται ὁ Βουλευτὴς νὰ ἴδῃ ἀπὸ ποῖον ὑπουργεῖον νὰ ἀφαιρέσῃ ἔξοδα καὶ εἰς ποῖον νὰ προσθέσῃ, ἀπὸ ποῖον κεφάλαιον νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ εἰς ποῖον νὰ προσθέσῃ. Ὅταν ὅμως φέρητε ἀπεσπασμένα τοιαῦτα νομοσχέδια εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, δύναται ὁ Βουλευτὴς ἐν καλῇ πίστει, ἐν γνώσει, μὲ φωτισμένην συνείδησιν νὰ ἀποφασίσῃ τί πρέπει νὰ πράξῃ περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλον τὸν προϋπολογισμόν, νὰ συναρμολογήσῃ τὰ διάφορα ὑπουργεῖα, τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα, καὶ τότε νὰ ἀποφανθῇ καὶ νὰ εἴπῃ, ἐκεῖνο τὸ μέρος εἶναι ὑπερβολικὸν, τοῦτο τὸ μέρος εἶναι ἐλαφρυντικὸν, πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἐκεῖνο καὶ νὰ ἐλαφρώσωμεν τοῦτο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελέσωμεν ἂν δὲν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλον τὸν προϋπολογισμόν· καὶ τότε τὰ διάφορα νομοσχέδια τὰ συνταχθέντα καὶ τὰ συνταχθησόμενα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τόσα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα τροποποιοῦσι τὸν προϋπολογισμόν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1866 προτίθεμαι νὰ προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου· σήμερον ἀδύνατον νὰ τὴν προτείνω· προτίθεμαι νὰ προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, καὶ τοῦ τῆς δεκάτης, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θέλει βεβαίως σᾶς ἐκπλήξει.
§23Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦ φόρου τοῦ δεκάτου;
§24ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα, ἐκεῖ σᾶς περιμένω· ἔχω σύστημα ἰδικόν μου, καὶ ἢ θὰ εὐεργετηθῇ ὁ τόπος, ἢ δὲν εἴμεθα ἄνθρωποι. Θὰ ἴδητε ἓν σύστημα τὸ ὁποῖον νὰ συμβιβάζῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων· θέλετε βλέπει πάντοτε περίσσευμα, καὶ θέλει πληρωθῆ ταχέως τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ τὸ δάνειον τοῦ 1824 καὶ 1825, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐλπίζει κανείς.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ μᾶς φέρητε τὸν χρυσοῦν αἰῶνα.
§26ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα, ἐκεῖ σᾶς περιμένω. Ἑπομένως, ἅμα δὲν ὑπάρχει περίστασις εὔκαιρος διὰ νὰ ἐπιφέρῃ τις τὴν κρίσιν του ἐπὶ νομοσχεδίου φορολογικοῦ, πῶς δύναται ἡ Βουλὴ ἀπεσπασμένως καὶ κομματικῶς, διὰ νὰ εἴπω καλλίτερον, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτῆς; Ἐν ἀρχῇ οὐδεὶς τὸ ἀρνεῖται· ἐνδέχεται τις νὰ εἴπῃ, ἀλλ’ αὐτὸν τὸν νόμον προτιθέμεθα νὰ ἐπικυρώσωμεν καὶ ὅσα εἰσήχθησαν καὶ ὅλα τὰ εἰσαχθησόμενα. Ἐνδεχόμενον εἶναι καὶ πιθανὸν νὰ ἐπικυρωθῶσιν, ἀλλ’ ἐν ἀρχῇ σήμερον δὲν δύνασθε νὰ ἐναντιωθῆτε λογικῶς εἰς τὴν πρότασίν μου. Σήμερον εἶναι προδικαστικὸν τὸ ζήτημα, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς οὐσίας, τότε βεβαίως ἂς μὲ ἀντικρούσωσι· καὶ θὰ μὲ κάμωσιν εὐεργεσίαν μεγάλην, ὅταν ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐγὼ σφάλλω, καὶ τότε μὲ ἀπαλλάττουσι μιᾶς πλάνης, μιᾶς ἀπάτης· ἀλλὰ ἀπὸ τῶν ὑποθέσεων μέχρι τῶν πραγμάτων, ἀπὸ τῶν ὑποθέσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεσθε ὑμεῖς, καὶ μέχρι τῶν πραγμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκομαι ἐγὼ, ὑπάρχει μεγίστη ἀπόστασις ὡς ἀπ’ ἀνατολῶν μέχρι δυσμῶν. Θέλετε ἰδῆ, ὅτι καὶ παραδόσεις, καὶ πολιτεῖαι, καὶ ἀνατολὴ καὶ δύσις βεβαιοῦν τὸ σύστημα, ὅπερ προτίθεμαι νὰ προτείνω πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ διέποντος τὴν Ἑλλάδα φορολογικοῦ συστήματος. Ἑπομένως ζητῶ ὥστε νὰ ἀναβληθῇ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔπραξεν ἡ Βουλὴ εἰς ὅλα τ’ ἄλλα καὶ τὸ αὐτὸ μέλλει νὰ πράξῃ, συνεπὴς οὖσα πρὸς ἑαυτήν.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς συγχαίρω, ἀλλ’ εἶναι ἄγνωστος ὁ νέος Θεὸς τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, ὃς συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν θὰ πληρώνωμεν φόρους, καὶ θὰ ἐπαρκῶμεν εἰς τὰ ἔξοδα, πρὸς δὲ, ὅτι θέλομεν πληρώσει καὶ τὰ χρέη· αὐτὴ εἶναι μία μέθοδος ἐξαισία, καὶ εἶναι ὅ,τι περισσότερον καὶ ὅ,τι καλλίτερον δυνάμεθα νὰ ἐπιθυμήσωμεν· ἐνόσῳ ὅμως δὲν παρουσιάζεται, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ θεωρῶ χίμαιραν καὶ τίποτε περισσότερον. Ὁ Κύριος Ἰακωβάτος ἐπ’ αὐτῆς τῆς χιμαίρας στηριζόμενος, ζητεῖ τὴν ἀναβολήν. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ παρουσιάσῃ πρὶν τὸ σύστημά του. Ὑπάρχει, Κύριοι, μία ἑταιρία, ἡ ὁποία ζητεῖ τὴν κατάργησιν τῶν τελωνιακῶν φόρων· ἂν δεχθῶμεν καὶ αὐτὸ, «τότε βάζομεν τὸ γαρούφαλον εἰς τὸ αὐτὶ καὶ χορεύομεν.» Κύριοι, ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὅταν σᾶς ζητοῦμεν τόσην διανομὴν τῶν φόρων, δὲν εἶναι εὔλογον νὰ σᾶς λέγουν, σταματήσατε, ὑπομείνατε ὅλας τὰς συνεπείας τῆς ἀνίσου διανομῆς τῶν φόρων καὶ τῆς χρηματικῆς στενοχωρίας, διότι σκοπεύω νὰ σᾶς φέρω μίαν χίμαιραν. Τοῦτο ποτὲ δὲν ἠκούσθη, καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν χίμαιραν τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς παρουσιάσῃ, ἰσχυρίζεται ὅτι ὅλα θὰ διορθωθῶσι καὶ κηρύττει τ’ ἄλλα μάταια καὶ φροῦδα. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι θέλετε μὲ συγχωρήσει, διότι ἔκαμα καὶ λόγον ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως, ἥτις εἰς τὴν πρώτην ἐμφάνισίν της εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ποτὲ ὑπ’ ὄψιν· ἰδοὺ καὶ ἄλλο ζήτημα. Ὁ Κύριος Ἰακωβάτος, καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων μᾶς ἐξεκούφαναν, καὶ ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἐπιζητοῦντες τὴν ἀφομοίωσιν· τὶ ἐννοοῦσι ἤδη μὲ τὴν ἀφομοίωσιν; Νὰ ἀκολουθήσητε σεῖς τὴν Ἑπτάνησον καὶ οὐχὶ ἡ Ἑπτάνησος σᾶς.
§28Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κύριος Ἰακωβάτος εἶχεν ὑποβάλει πρότασιν, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον.
§29ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπέγραψα ποτὲ τοιαύτην πρότασιν· ἐὰν ὅμως τότε ἠθέλετε μ’ ἀκούσει, θὰ ἦσαν τώρα τὰ ἐννέα δέκατα τῆς ἀφομοιώσεως τελειωμένα. Ἐγὼ ἔφερα πρότασιν περὶ ἀφομοιώσεως τοῦ ἡμερολογίου, περὶ ἀφομοιώσεως τῆς ναυτιλίας, καὶ ὅλα τὰ ἐδέχθη ἡ Συνέλευσις. (θόρυβος.)
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφομοίωσιν ἐνόουν λοιπὸν καὶ τότε νὰ ὑποτάξουν τοὺς νόμους καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ ἀντικείμενον ἐπιθυμῶ τοὐλάχιστον νὰ γνωρισθῇ τὸ πρᾶγμα καὶ εἰς τὴν ἀλήθειάν του. Τέλος πάντων ὑμεῖς θέλετε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς παρουσιάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δὲν συμφωνῶ μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, δὲν τὴν βλέπω ἀποτελεσματικὴν, ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ἢ οὕτως ἢ ἄλλως θὰ παραταθῶσι μέχρι ταύτης τῆς ἐποχῆς ἕως νὰ τυπωθῶσι, κλπ. Ἡ ἀναβολὴ τῶν νομοσχεδίων μέχρι τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι, Κύριοι, μία μέθοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀναβάλλεται ἡ ἐπιψήφισις παντὸς μέτρου ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, καὶ οὕτω θὰ παρατείνηται ἡ κατάστασις αὕτη καὶ θὰ παραλύῃ ἡ κοινωνία. Ἰδοὺ ποῦ φέρει ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου, ἀδιάφορον ἂν ἐκ προθέσεως ἢ μή· τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ὁ Κύριος Ἰακωβάτος ἀντὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα νὰ ζητήσῃ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, μᾶς λέγει, ἂς σταματήσωμεν, ἂς διατηρήσωμεν τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν οὕτω· καὶ οὕτω θέλομεν χειροτερεύσει τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου περισσότερον, θέλομεν βλάψει, ἀλλὰ, φαίνεται, δὲν πειράζει. Λοιπὸν, Κύριοι, ἂν παραδεχθῆτε τὰ στρατηγήματα, εἰς τὰ ὁποῖα σήμερον ὁ Κύριος Ἰακωβάτος κατέφυγε, θὰ ἔχητε ἀποτέλεσμα μόνον καὶ μόνον τὴν ἀναβολὴν τῆς ἀποφάσεώς σας ἐπὶ τῶν προτεινομένων μέτρων, ἐνῷ πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσητε, καὶ ἐὰν τὰ εὕρητε καλὰ καὶ συμφέροντα, νὰ τὰ παραδεχθῆτε, ἄλλως νὰ τ’ ἀποῤῥίψητε καὶ νὰ τὰ ἀντικαταστήσητε δι’ ἄλλων, διότι γνωρίζετε πάντες ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἔλλειμμα. Ἔχομεν ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι μετὰ δυσκολίας ἱκανοποιοῦνται, γνωρίζετε ὅτι τὸ ἐφόδιον τοῦ μέλλοντος τὸ ἐξοδεύομεν εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ἐνῷ γνωρίζετε ταῦτα πάντα, ὁ Κύριος Ἰακωβάτος σᾶς λέγει μὴ κάμετε τίποτε, περιμείνατε μέχρις οὗ παρουσιάσω τὸ νομοσχέδιόν μου, πᾶσα ἀναβολὴ βλάπτει, ἀλλ’ ἐγὼ θέλω σᾶς ἀπαλλάξει παντὸς φόρου· περιμείνατε, καὶ θὰ σᾶς κάμω πλουσίους. Ποίαν σχέσιν ἔχει, σᾶς παρακαλῶ, ὁ προϋπολογισμὸς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ συζήτησιν; εἶναι νομοσχέδιον ἀμέσως σχέσιν ἔχον μὲ τὰ ἔσοδα ἢ ἔξοδα; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, ἔχει βάσιν τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος καὶ ἐπιβάλλει φόρους ἐπὶ τὰς περιουσίας τὰς μὴ φορολογουμένας, θέλει δὲ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ καλύψῃ ἓν ἔλλειμμα· ἢ, ἂν πλεονάσῃ, νὰ ἐπιφέρῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν ἄλλαι ἀνάγκαι, τὴν ἐλάττωσιν φόρου περιουσίας ἡ ὁποία φορολογεῖται πολύ. Δὲν ἔχει λοιπὸν ἄμεσον σχέσιν, δὲν εἶναι ἀναπόφευκτος συνέπεια τοῦ προϋπολογισμοῦ· αὐθύπαρκτον ὃν ἔχει ὡς βάσιν τὴν ἴσην διανομὴν τῶν φόρων καὶ σκοπὸν νὰ τακτοποιήσῃ τὴν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ χαρτοσήμου ἀταξίαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ἀναβάλετε τὰ νομοσχέδια ὅλα, τὰ ὁποῖα ἔχουν οἰκονομικὴν ἀξίαν, μέχρις οὗ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, κανὲν ζήτημα δὲν θέλετε λύσει, καμμίαν ἀπόφασιν δὲν θέλετε φέρει. Καὶ, Κύριοι, θέλετε καθιερώσει τὸ ἄτοπον τὸ μέγα, τοῦ ὅτι δὲν λύετε τὰ ζητήματα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσότητος, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀναλογίας τῶν φόρων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγκῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι μία καλῶς διοικουμένη πολιτεία δὲν ἔχει ὡς ἀπόλυτον καὶ μόνην βάσιν τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἰσότητα περὶ τὴν φορολογίαν, καὶ αὐτὴ ἡ κοινωνία δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι εὐνοεῖται· ἂν δὲ ὁρμᾶται ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ μόνον, τότε συνήθως προστατεύονται τὰ ἰσχυρότερα συμφέροντα. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἶναι πρόφασις τὸ λεγόμενον· ὁ προϋπολογισμὸς πρὸ πολλοῦ ὑπάρχει εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν μελέτην ἑκάστου ἐξ ἡμῶν σήμερον, νομίζω, πρόκειται νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν θὰ ᾖναι παρὰ ἔκθεσις ἁπλῶς τυπική. Ἑπομένως, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, σήμερον ἦτο ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν δὲ, Κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς δὲν συνεζητήθη, ἂν ἡ ἔκθεσις δὲν ὑπεβλήθη, τί σᾶς πταίει ἡ ἐπικράτεια καὶ δὲν θέλετε νὰ μελετήσητε τὰς ἀνάγκας, καὶ νὰ ἀποφασίσητε ἐπ’ αὐτῶν; ἡ τυπικὴ συζήτησις δὲν σᾶς ὠφελεῖ, Κύριοι. Γνωρίζετε, Κύριοι, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζετε, τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ μέσα τῆς κοινωνίας, καὶ ἐπ’ αὐτῶν δύνασθε νὰ στηριχθῆτε, ἐπ’ αὐτῶν δύνασθε νὰ στηρίξητε τὰς σκέψεις σας καὶ τὰς ἀποφάσεις σας. Σᾶς παρακαλῶ διὰ τελευταίαν φορὰν, Κύριοι, νὰ ἀποκρούσητε ἅπαξ διὰ παντὸς τοιαύτας προτάσεις καὶ νὰ προχωρήσητε εἰς τὰ σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ καθήκοντά σας· μελετήσατε τοὺς ὑποβληθέντας νόμους πρῶτον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐσωτερικῆς ἀξίας των, καὶ βʹ. ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς σχέσεως αὐτῶν πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. Ἂν δὲν κατορθώσητε τοῦτο, δὲν θὰ σᾶς δώσῃ εἰμὴ τυπικὰς ὠφελείας ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸν προϋπολογισμὸν τὸν εἴδετε, τὸν ἐμελετήσατε καὶ τὸν ἐσπουδάσατε· πᾶσα ἀναβολὴ βλάπτει τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας. Ἂν δὲ, Κύριοι, ἀποφασίσητε νὰ ὁδηγῆσθε ἀπὸ χιμαιρικὰς ἰδέας, σπεύδετε πρὸς τὸν ὄλεθρον· δὲν πρέπει νὰ δεχθῆτε τοιούτου εἴδους ἀναβολὴν, ἡ ὁποία οὔτε σκοπὸν ἔχει, οὔτε ἀποτέλεσμα ἄλλο, εἰμὴ νὰ παρατείνῃ τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ ἐνώπιόν σας.
§31ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου Πρωθυπουργοῦ εὗρον κυκεῶνα ἰδεῶν, τὸν ὁποῖον εὑρίσκω καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του· ἀντὶ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ πράγματα καὶ εἰς τὸ προδικαστικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔφερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς ἐπιτήδειος καὶ στρεψόδικος δικηγόρος ἤρχισε νὰ λέγῃ, ὅτι μὲ στρατηγήματα ὑπεστήριξα τὴν ἀναβολήν· νομίζω, ὅτι δὲν συνεζήτησεν, ἀλλ’ ὅτι μᾶλλον ἠθέλησε νὰ ὑφαρπάσῃ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Πρό τινων ἡμερῶν ἔκαμον τὴν παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκ νέου παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα, διότι ἐντὸς τῶν δύω πρώτων μηνῶν δὲν εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως διατάσσει ὁ νόμος, καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ παμψηφεὶ τὸ ἐδέχθη ὅτι ἦτο παραβίασις τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι ὤφειλε τὸ ὑπουργεῖον νὰ εἰσαγάγῃ προϋπολογισμὸν, καὶ ἀπὸ τότε τὸ ὑπουργεῖον ἔσπευσε νὰ καθυποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως μεγάλης τὸν εἶδον. Τότε εἶπον, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι, ἂν ἔμελλε νὰ ἐπέλθῃ πραγματικὸν ὄφελος εἰς τὴν πατρίδα, ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔμελλε νὰ προέλθῃ· τότε δὲν ὑπῆρχεν εἰς ἐμὲ κακὴ πίστις, οὔτε στρατηγήματα, οὔτε σοφίσματα· ἂν ὁ προϋπολογισμὸς ἤθελεν ἔλθει ὡρισμένως σήμερον, δὲν ἤθελε γίνει πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἠθέλομεν τὸ λάβει ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866· ἑπομένως κακὴ πίστις καὶ σοφίσματα καὶ στρατηγήματα ὑπάρχουσιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν εἰς τὸν ἀντίκρυς μου κύριον Πρωθυπουργόν. Ἄν, λέγει, δώσητε ἀκρόασιν εἰς τὴν σημερινὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ἰακωβάτου, ἀποδεικνύετε, ὅτι δὲν θέλετε νὰ ὠφεληθῆτε· δύω πράγματα ἀντιφατικά! τουτέστιν, ὅτι δὲν θέλετε οἰκονομίας, καὶ ὅτι δὲν θέλετε συγχρόνως νὰ ὠφεληθῆτε· τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ νοήσῃ κανείς. Ἐὰν θέλετε οἰκονομίας νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον, διότι διὰ τούτου σᾶς προτείνεται φορολογία. Καὶ λοιπὸν εἶναι στρεψοδικία καὶ σόφισμα τὸ νὰ θέλητε νὰ παραστήσητε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τῆς ἀρνήσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου δὲν θέλει ἡ Βουλὴ τὰς οἰκονομίας. Ἐν ᾧ δὲ ἤδη προσκαλεῖται τὸ ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ οἰκονομίας εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, αὐτὸ φέρει αὔξησιν φορολογίας· τοῦτο εἶναι ἀνακόλουθον. Διὰ νὰ τρομάξῃ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ τὴν ἀποτρέψῃ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου παρετήρησεν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ Ἰακωβάτος δὲν θέλει τὴν ἀφομοίωσιν τῆς πρώην Ἑπτανήσου πρὸς τὴν πρώην Ἑλλάδα, ἀλλὰ τὴν ἀφομοίωσιν τῆς πρώην Ἑλλάδος πρὸς τὴν πρώην Ἑπτάνησον. Ἀπεναντίας. Πρῶτον διὰ τῶν πραγμάτων, καὶ ἔπειτα διὰ τοῦ λόγου δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι θέλω τὴν ἀφομοίωσιν τῆς πρώην Ἑλλάδος πρὸς τὴν πρώην Ἑπτάνησον, διότι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα ν’ ἀφομοιώσω, ἀποδεικνύουν, ὅτι ἤθελον τὴν ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν πρώην Ἑλλάδα. Καὶ τῳόντι, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς Συνελεύσεως τί ἐζήτησα; ἅμα εἰσήλθομεν ἐδῶ, ν’ ἀφομοιωθῶσιν οἱ μισθοὶ τῆς πρώην Ἑπτανήσου πρὸς τοὺς μισθοὺς τῆς πρώην Ἑλλάδος. Εἶναι ἀληθὲς λοιπὸν ἐκεῖνο, ὃ εἶπεν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς; Ψευδέστατον, καὶ τὸ διαψεύδουσι τὰ πράγματα, διότι ἐζήτησα τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, καὶ ἂν δὲν ἤθελεν ἐναντιωθῆ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ ἀφομοίωσις τοῦ μισθολογίου θὰ ἦτο πλήρης. Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε τότε, ὅτι οἱ μισθοὶ ἔπλασαν τοὺς καλοὺς ὑπαλλήλους, ἐν ᾧ ἤδη μᾶς λέγει ὅτι εἶναι διεφθαρμένη ἡ ὑπαλληλία τῆς Ἑπτανήσου. Λοιπὸν ἂν ἄλλος ἐζήτει τὴν ἀφομοίωσιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν πρώην Ἑπτάνησον, εἶναι αὐτὸς ὁ Κ. Πρωθυπουργός. Ἐζήτησα ὡσαύτως πέρυσι τὴν ἀφομοίωσιν τοῦ παλαιοῦ ἔτους, τοῦ ἡμερολογίου. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον οἱ κάτοικοι εἶναι καὶ ὀρθόδοξοι καὶ Ἕλληνες καὶ χρονολόγιον δὲν γνωρίζουσιν ἕτερον ἢ τὸ ἀνατολικὸν, καὶ ἐντοσούτῳ τοὺς ὑπεχρέωσεν ἡ ξενοκρατία νὰ ῥυθμίσωσι τὴν χρονολογίαν των κατὰ τὸ δυτικὸν ἔτος· καὶ προσεκαλοῦντο οἱ χωρικοὶ νὰ ἔλθωσι εἰς τὸ δικαστήριον τὴν 20, λόγου χάριν, τοῦ μηνὸς, καὶ ἤρχοντο ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, καὶ ἤκουον ὅτι ἡ εἰκοστὴ τοῦ μηνὸς εἶναι ἡ ὀγδόη τοῦ μηνὸς καὶ ὅτι ἡ ὑπόθεσίς των ἐδικάσθη ἐρήμην. Τὸ ἐζήτησα πέρυσι, ἐζήτησα δὲ οὕτω ν’ ἀφομοιωθῇ ἡ Ἑπτάνησος πρὸς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα. Καὶ τῷ ὄντι ὁμοφώνως ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ ἡμερολόγιον· καὶ τίς ἠναντιώθη; ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ φίλοι του. Καὶ λοιπὸν τίς εἶναι ὁ θέλων ν’ ἀφομοιώσῃ τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὴν πρώην Ἑπτάνησον; ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις θέλει νὰ μοὶ φορτώσῃ τὴν τοιαύτην ἀλλόκοτον ἰδέαν. Ἐζητήσαμεν περιπλέον τὴν ἀφομοίωσιν τῆς ναυτιλίας τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ τίς ἠναντιώθη; ὁ Κ. Ὑπουργὸς καὶ οἱ φίλοι του. Καὶ τῷ ὄντι ἡ Συνέλευσις παμψηφεὶ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ Χαρ. Ἰακωβάτου, ὅτι ἡ ναυτιλία τῆς Ἑπτανήσου νὰ ὑπαχθῇ εἰς τοὺς νόμους τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος· ἑπομένως ἀδίκως καὶ παραλόγως ἀποδίδεται εἰς ἡμᾶς ἡ ἐν γένει ἰδέα, ὅτι πρέπει ν’ ἀφομοιώσωμεν τὴν πρώην Ἑλλάδα πρὸς τὴν πρώην Ἑπτάνησον. Ψευδέστατον, καὶ τὰ πράγματα τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀναφέρω ἐκ τῶν πολλῶν τὰ ὁποῖα ἐδυνάμην, ἀποδεικνύουσιν ὅτι ὑπάρχει τὸ ἀντίστροφον. Σᾶς εἶπα, ὅτι πρῶτον διὰ τῶν πραγμάτων θέλω ἀντικρούσει τὸν Κ. Ὑπουργὸν, δεύτερον διὰ τοῦ λόγου. Ἐὰν ἤθελα νὰ κάμω αὐτὴν τὴν πρότασιν, νομίζετε, ὅτι ἤθελεν ὑπάρξει λογικὴ ἢ νομικὴ ἐπιστήμη, δυναμένη νὰ μοῦ ἀντιστῇ; Ὄχι· καὶ γνώσεις ἔχω καὶ πεῖραν, καὶ τὰ ἐκεῖ πράγματα γνωρίζω καὶ τὰ ἐδῶ· καὶ, ἂν ἤθελα νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι πρέπει ἐν γένει καὶ ἀπολύτως ν’ ἀφομοιωθῇ ἡ παλαιὰ Ἑλλὰς πρὸς τὴν Ἑπτάνησον, βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδεὶς ἐδύνατο νὰ μὲ ἀντικρούσῃ, διότι οὐδεὶς γνωρίζει τὰς λεπτομερείας τῶν πραγμάτων. Καταπτοηθεὶς ὁ Κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ τολμηρὸν τῆς προτάσεως ἡμῶν περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης, τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ χαρτοσήμου καὶ τόσων ἄλλων, εἶπεν ἐκ προοιμίων, «παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δίδῃ ἀκρόασιν εἰς τὰ τοιαῦτα.» Πῶς; ποῦ ἠκούσθη ποτὲ μία τοιαύτη πρότασις ὡς ἡ ἡμετέρα νὰ γίνῃ δεκτὴ ἀμέσως; ποῦ μένει τότε ἡ Βουλὴ ἡ ἐννάτη τῆς Ἑπτανήσου, ἥτις δὲν ἔδωκεν ἀκρόασιν, ὅτε ἐπροτείναμεν τὴν ἕνωσιν; καὶ τότε ἐθεωρούμεθα ὡς ἀναρχικοὶ, ὡς ἀνατροπεῖς τῆς κοινωνίας, ὡς ἐχθροὶ καὶ ἔνοχοι ἐσχάτης προδοσίας· καὶ ἐν τοσούτῳ ὁ σπόρος ἐῤῥίφθη καὶ τοὺς καρποὺς τοὺς βλέπομεν σήμερον, καὶ ἄνευ τοῦ σπόρου δὲν ἠθέλομεν εἶσθαι ἐδῶ ἐν ἀδελφικῇ ἀγάπῃ καὶ ὁμονοίᾳ νὰ συζητήτωμεν περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ Πανελληνίου. Σήμερον ἐῤῥίψαμεν νέον σπόρον· ἐνδέχεται νὰ πέσῃ εἰς γῆν ξηρὰν καὶ πετρώδη, ἀλλὰ σᾶς ὀμνύω ὅτι δὲν θέλει χαθῆ ὁ σπόρος· καὶ ἂν δὲν βλαστήσῃ σήμερον, ἢ εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν, πάντως ὅμως θέλει βλαστήσει, ὡς ἐβλάστησαν ὅλαι αἱ μεγάλαι ἰδέαι. Ποῖον εἶναι τὸ σύστημα τοῦτο; φέρετέ μας, λέγει ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, νομοσχέδια μὲ τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει ἄλλο νὰ κάμωμεν εἰμὴ νὰ χορεύσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι δὲν πρέπει πλέον νὰ πληρόνωμεν φόρους. Ἡμεῖς δὲν εἴπομεν, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν θέλει πληρόνει φόρους· καὶ φαίνεται, ὅτι ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἐσκοτίσθη ἀπὸ τὴν πρότασιν αὐτήν· νομίζω, ὅτι εἴπομεν, δὲν θέλομεν πληρόνει τὸν δεῖνα καὶ δεῖνα φόρον, ἀλλ’ ὄχι φόρους· ἐνδέχεται ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὰς ἰδέας μας νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 15 ἑκατομμύρια. Φέρετε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τότε ἐπ’ αὐτοῦ ἐργαζόμενοι, δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν, ποία ἰδέα εἶναι ὀρθὴ καὶ ποία ἐσφαλμένη. Ἀνέφερεν ὁ Κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπάρχει μία ἰδέα μυστικὴ διὰ τὴν κατάργησιν τῶν τελωνείων.
§32ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν εἶπε μυστική.
§33ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐδῶ καὶ ἡ πλέον παράδοξος ἰδέα πρέπει νὰ συζητῆται καὶ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς εἶναι ἱκανὸν νὰ δώσῃ σῶμα καὶ εἰς τὰς σκιάς. Ἀπὸ τὰς Βουλὰς ἐδόθησαν αἱ γενναῖαι ἰδέαι.
§34ΠΑΔΟΒΑΣ. Καὶ καταστρεπτικαί.
§35ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δεύτερον, λέγει, δὲν ἔχει ὁ Ἰακωβάτος τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια· διατὶ δὲν ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ εἰσαγάγητε τὸν προϋπολογισμόν; ἂν ὑπῆρχεν εἰσηγμένος ἀπὸ 2 μηνῶν, βεβαίως εἴχετε δίκαιον νὰ μοὶ εἴπητε, ποῦ εἶναι αἱ ἰδέαι σου; Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς μόλις εἰσήχθη κατὰ προτροπὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἀκόμη δὲν εἶναι ὑπὸ συζήτησιν· πῶς δύναμαι ἐγὼ νὰ φέρω τροποποίησιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Εἴτε αὔριον ἢ μεθαύριον ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς, εἶμαι ἕτοιμος καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον. Μὴ ἀκούετε, λέγει, τὸν Ἰακωβάτον τὸν λέγοντα, ὅτι πρέπει κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ νομοθετῆται ἡ φορολογία, διότι ἄλλοι πρέπει νὰ φορολογῶνται, ἡ φορολογία πρέπει νὰ ᾖναι ἴση. Ἡμεῖς δὲν εἴπομεν τοιοῦτόν τι καὶ φαίνεται, ὅτι ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐνόησε καλῶς· καὶ ἡμεῖς λέγομεν, ὅλοι νὰ φορολογῶνται ἴσα καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ κηρυχθῇ, ὅτι εἴμεθα ἴσοι τὴν φορολογίαν. Ἀλλ’ αὐτὸ θὰ φανερωθῇ τότε, εἰς τὸ συγκεκριμένον, εἰς τὰ πράγματα, ὄχι σήμερον, ὅταν σᾶς λέγω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶναι μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς προσδιορίζει τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους· ἐὰν αἱ ἀνάγκαι αὗται ᾖναι δυνατὸν νὰ περιορισθῶσιν ἀντὶ 30 ἑκατομμυρίων εἰς 15, αὐτὰ τὰ 15 πρέπει νὰ διανέμωνται εἰς ἴσην φορολογίαν μεταξὺ ὅλων τῶν πολιτῶν. Ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω νὰ ἀναβληθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅσα ἄλλα δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς δευτέραν ἢ τρίτην ἡμέραν, ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ συζητηθῶσιν αἱ ἰδέαι, καὶ ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν ἰδεῶν ἐξαχθῇ μία ἰδέα ὀρθὴ καὶ ὠφέλιμος.
§36ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δυστυχῶς, Κύριοι, ἡ συζήτησις περιεστράφη εἰς ἰδανικὰς ἵνα μὴ εἴπω χιμαιρικὰς, θεωρίας καὶ παρατηρήσεις. Εἶμαι διατεθειμένος ν’ ἀντικρούσω ἀμφότερα καὶ ἀμφοτέρους τοὺς πρὸ ἐμοῦ καταβάντας τοῦ βήματος. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Ἰακωβάτος, στηριζόμενος εἰς μίαν πρότασιν, ἣν προχθὲς ἔκαμε καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγόρησα καὶ ἐγὼ καὶ θέλω συνηγορεῖ ἀείποτε, ἐνόσῳ βλέπω εἴτε τὸν Κ. Ἰακωβάτον, εἴτε ὁποιονδήποτε συνάδελφόν μου νὰ ᾖναι ὀπαδὸς καὶ φίλος τοῦ συντάγματος·—στηριζόμενος, λέγω, εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκείνην, ἠθέλησε νὰ μᾶς ὑποβάλῃ σήμερον μίαν νέαν πρότασιν πάντη ἰδανικὴν, ἐνῷ ὤφειλε, κατ’ ἐμὲ, νὰ περιστραφῇ ἡ ὅλη συζήτησίς του εἰς τὸ οὐσιῶδες καὶ κύριον ἀντικείμενον, τὸ περὶ τῆς φορολογίας τοῦ χαρτοσήμου. Ἐν ᾧ ἤλπιζον τοιαύτην συζήτησιν, δυστυχῶς ὁ Κ. Ἰακωβάτος προβαίνει μὲ μίαν ἄλλην πρότασιν, δι’ ἧς λέγει πρὸς τὴν Βουλὴν, στῆθι, εὗρον, εὗρον πακτωλὸν χρυσίου μὴ ἐπιτρέπεις, λέγει, τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπ’ ὄψιν νομοσχεδίου, διότι ἐγὼ ἐν τῇ διανοίᾳ μου ἔχω ἐναποταμιευμένους πολλοὺς θησαυροὺς, οὓς θέλω ἐξορύξει· ἔχω νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αἴρεται πᾶσα φορολογία, ἐκτὸς μιᾶς, καὶ δι’ αὐτῆς ἀποσβέννυνται τὰ δάνεια καὶ ἀναλάμπει ὁ χρυσοῦς αἰὼν ἐν τῇ πολιτείᾳ. Τί χρυσοῦν ὄνειρον! Μὰ, Κ. Ἰακωβάτε, μ’ ὅλον τὸ σέβας, τοιαῦτα νομοσχέδια, τοιούτους θησαυροὺς ἔχεις ἐν τῇ κεφαλῇ καὶ τοὺς κρύπτεις! Εἶναι ἔγκλημα. Σὺ ὡς καλὸς πατριώτης ἔπρεπε νὰ τὰ παρουσιάσῃς εἰς τὸ πρῶτον ἄνοιγμα τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ἐπικροτήσῃ ἡ κοινωνία καὶ νὰ σὲ θεωρήσῃ ὡς σωτῆρα αὐτῆς καὶ νὰ σοῦ ἀνυψώσῃ χρυσοῦν ἀνδριάντα.
§37ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν προϋπολογισμόν.
§38ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐζητήσατε, δὲν συνᾴδει μὲ τὸν μέγαν σκοπὸν τῶν μεγάλων σχεδίων σας· ἀπεναντίας μάλιστα, ὅταν ὑμεῖς ἦσθε διατεθειμένος νὰ μᾶς ὑποβάλετε τοιοῦτον σωτήριον νομοσχέδιον, τότε θεωρεῖται περιττὸς καὶ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ἀπολογισμὸς καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον ἐκουράσθη τὸ ὑπουργεῖον καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας νὰ μᾶς ὑποβάλῃ· ὅλα περιττὰ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ μόνον τὸ νομοσχέδιόν σας ἀρκεῖ, τὸ σωτήριον, τὸ σοφὸν, τὸ μεγαλεπήβολον, νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀφ’ ὅλα τὰ βάρη καὶ τοὺς ἀγῶνας, καὶ τοιουτοτρόπως ν’ ἀναπνεύσωμεν τὸν ἀέρα ἐκεῖνον τῆς ἐλευθερίας περὶ τοῦ ὁποίου πολλὰ ἐλαλήσατε. Ἀποκρούων λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Κυρίου Ἰακωβάτου, ὡς μὴ στηριζομένην εἰς τὴν λογικὴν καὶ θεωρουμένην ὡς ἀδύνατον, καὶ ἑπομένως τὰς ἔνθεν καὶ ἔνθεν αἰτιάσεις περὶ ἀφομοιώσεως καὶ ἄλλων ἀντικειμένων, ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλοῦν· ἐδῶ ὑπεβλήθη ἓν νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀφομοιώσεως τῆς φορολογίας τοῦ χαρτοσήμου μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων. Ὁ φόρος τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὸν ἐν γένει προϋπολογισμὸν, διότι στηρίζεται εἰς ἐμμέσους καὶ ἀμέσους φόρους· ἐκεῖνα δὲ τὰ νομοσχέδια ἔχουν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, ὅσα ἐπιβάλλουν ἀμέσους καὶ οὐχὶ ἐμμέσους φόρους· ὥστε ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος, δὲν στηρίζεται εἰς τὸν δοθέντα λόγον, καὶ φρονῶ, ὅτι ἐπείσθη ἐντελῶς νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ καὶ θέλει τὴν ἀνακαλέσει, διὰ νὰ μὴ χρονοτριβῶμεν, διότι ἄλλως θὰ κατεξοδεύσωμεν καὶ τὴν σήμερον καὶ τὴν αὔριον καὶ δὲν θὰ φθάσωμεν ποτὲ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα· καὶ, ὡς ἠξεύρει ὁ Κ. Ἰακωβάτος, οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγον «καιροῦ φείδου.» Πρέπει νὰ φεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς τοῦ καιροῦ, διότι, ἐνῷ ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ συγκροτηθῇ ἀπὸ τῆς 9ης τοῦ μηνὸς, μόλις συνεκροτήθημεν πρὸ ὀλίγων τινῶν ἡμερῶν, καὶ ἂν μᾶς ἐρωτήσῃ τις ἔξω· τί ἐπράξατε εἰς τὴν Βουλὴν; ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω, ὅτι ἐπράξαμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο ὡρισμένως· ἂν δὲ ὑμεῖς ἐπράξατε τοιαῦτα ἔργα, καὶ δὲν τὰ γινώσκω, τότε ζητῶ τὴν συγγνώμην σας· κηρύξατε τὰ ἔργα σας, διότι ὁ φορολογούμενος λαὸς δὲν θ’ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὴν φορολογίαν, ἐνόσῳ κυβέρνησις, στρατὸς, ὑπουργεῖα, Βουλὴ καὶ ἓν ἄλλο, ἐκεῖνο τὸ μεσότοιχον, τὸ ὁποῖον ἠξεύρετε, δηλαδὴ τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας........
§39ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀλλὰ νὰ ἐλαττωθῇ εἰμπορεῖ.
§40ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὑπὲρ τῶν ἐλαττώσεων εἶμαι καὶ ἐγὼ, καὶ δημοσίᾳ καὶ ἰδίᾳ πρὸς τοὺς φίλους μου, καὶ Βουλευτὰς καὶ ὑπουργοὺς, ἐλάλησα, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ προσφέρω καὶ ἐγὼ τὸ κατὰ δύναμιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε καὶ διϊσχυρίσθητε, δὲν στηρίζεται εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ εἶναι ἀπραγματοποίητον τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὑμεῖς, ὡς θερμὸς πατριώτης, ἂν εἴχατε τοιοῦτόν τι ἐν τῇ διανοίᾳ σας, ἠθέλατε τὸ ὑποβάλει ἀπὸ τὴν πρώτην συγκρότησιν τῆς Βουλῆς, τὸ δὲ ἔθνος ἤθελε σᾶς ὑψώσει ἀνδριάντα καὶ σᾶς θεωρήσει ὡς σωτῆρα καὶ λυτρωτήν· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι, φρονῶ, δὲν ὑπάρχει. Ἐπιμένω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ, ὥστε νὰ παύσωμεν τὰς ἰδανικὰς αὐτὰς συζητήσεις καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἔργα· ἂν δὲ ὁ Κ. Ἰακωβάτος παρουσιάσῃ, εἴτε σήμερον, εἴτε αὔριον, εἴτε μετὰ μίαν ἑβδομάδα τὸ ἐν λόγῳ σωτήριον νομοσχέδιον, τότε καίομεν ὅλα τὰ νομοσχέδια καὶ ἐπικροτοῦμεν τὸ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου.
§41ΠΑΔΟΒΑΣ. Κύριοι, μὲ ὀλίγας παρατηρήσεις θέλω δυνηθῆ νὰ σᾶς ἐνασχολήσω εἰς τὸ μοναδικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐτέθη, ἂν δηλαδὴ πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἀναβολὴ ἢ ὄχι περὶ ἧς ὁ λόγος. Ἠκούσατε τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κεφαλληνίας ἐστήριξε τὴν ἔνστασιν ἀναβολῆς καὶ ἐπίσης τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς ἀντέκρουσε τὴν ἀναβολήν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς εἶπε μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι ἐμμέσως πως τὰ μέλη τῆς Βουλῆς προτίθενται νὰ φέρωσι δυσκολίας καὶ διακοπὰς εἰς τὴν διεξαγωγήν......
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡμίλησα περὶ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου.
§43ΠΑΔΟΒΑΣ. Διὰ προφάσεων καὶ ἄλλων λόγων ἀνυποστάτων, ἵνα ἐξακολουθήσῃ καὶ διατηρηθῇ αὕτη ἡ δυσάρεστος θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν δυστυχῶς εὑρίσκεται τὸ κράτος·—ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἐτήρησεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ δυσάρεστου τούτου ἀντικειμένου, ὅτι ἀπ’ ἐναντίας ἅπασα σχεδὸν ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως ἔσπευσε νὰ χορηγήσῃ ὅλας τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὰς δυσχερείας ταύτας. Ἐνθυμεῖσθε τὶ ἐγένετο ἐδῶ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου μὲ ἐξαιρέσεις πολὺ μικράς, ὅταν ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐπρότεινε τὴν παραδοχὴν τοῦ μέτρου τῶν ἐντόκων γραμματίων· ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη· ἐπίσης, ὅταν τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐπρότεινεν, ὥστε νὰ τὴν ἐξουσιοδοτήσωμεν ν’ ἀπαιτήσῃ καὶ δάνειον 4 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ τοῦτο ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη. Ἄρα, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ, καὶ τοῦτο κυρίως πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἐξηγήσει τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῇ συμπαραβολῇ ἁπλῶς δύω πινάκων ἐξόδων καὶ εἰσπράξεων, χωρὶς οὐσιωδῶς νὰ ἐξετάσῃ οὔτε προϋπολογισμοὺς, οὔτε ἀπολογισμοὺς, ἀμέσως παρεδέχθη τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ἀναγκαῖα καὶ κατάλληλα, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἔπεται, ὅτι δὲν παρενέβαλε κανὲν πρόσκομμα, καὶ σήμερον ἠδυνάμην ἴσως νὰ ἐγγυηθῶ καὶ ἀποδεχθῶ αὐτὴν τὴν εὐθύνην ἐκ μέρους ὅλης τῆς Βουλῆς, ὅτι τοιαύτη πρόθεσις δὲν ὑπάρχει εἰς κανένα τῶν βουλευτῶν, οἵτινες ἐντίμως σκοπεύουσι ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος. Ἔχομεν καθῆκον, Κύριοι, νὰ συνδράμωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας, ὡς λέγει, εὑρίσκεται, ἀλλὰ ἔχομεν καὶ ἓν ἄλλο καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς μεγάλη καὶ σπουδαία εὐθύνη. Ναὶ μὲν, Κύριοι ὑπουργοὶ, ἐὰν ὑπάρχῃ μία οἰκονομικὴ δυσχέρεια, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ οἱονδήποτε μέτρον, ἵνα παύσῃ αὐτὴ, ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Βουλὴ παραδέχεται αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον οὐσιωδῶς ἐπιβαρύνει τὸν λαὸν, πρέπει νὰ σκεφθῇ ὡρίμως διὰ νὰ μὴ τὸν ἐπιβαρύνῃ ἀδίκως ἐπὶ ἁπλῇ προφάσει, ἐπὶ ἀδικαιολογήτων περιστάσεων καὶ μὴ ἀποδεδειγμένης μειονεξίας τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ποίαν εὐθύνην δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ἐὰν αὔριον ἐπαρουσιάζετο εἰς τὴν ἐπαρχίαν του νὰ εἴπῃ, «ηὔξησα τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου, ἠλάττωσα ἢ ηὔξησα τὰ πρωτοδικεῖα, ἠλάττωσα τοὺς ὑπαλλήλους, διὰ νὰ ὑποχρεώσω τοὺς ἄλλους εἰς μίαν μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν, ἐβιάσθην νὰ ἐλαττώσω διάφορα ἀρχεῖα, διὰ νὰ ὑποχρεώσω εἰς ἓν ἀποτέλεσμα πραγματικὸν τοὺς κατοικοῦντας εἰς τὴν ἐπαρχίαν Α. ἢ εἰς τὸν δῆμον Β.» Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ἀκούων τοὺς λόγους τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ· ἔῤῥιψα εἰς τὴν στράταν χιλίους οἰκογενειάρχας, οἱ ὁποῖοι πεινῶσι, καὶ τὸ ἔκαμα διότι μοὶ τὸ ἐπέβαλε τὸ καθῆκον τὸ ἱερὸν, ἄλλως τε καθῆκον τῆς οἰκονομίας· ὅταν ἐγὼ παρουσιασθῶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ ὄχι μόνον ἐγὼ, ὄχι ὑμεῖς τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει πρὸς τὰ δεξιά)· ἢ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει πρὸς τ’ ἀριστερά)· ἀλλὰ πάντες ὡς τίμιοι καὶ ἀνεξάρτητοι ἄνδρες, ἐὰν δὲν ἔχωμεν λόγους ἱκανοὺς νὰ πείσωμεν τοὺς ἐντολεῖς μας, ὅτι ἀνάγκαι δικαιολογημέναι καὶ ἀποδεδειγμέναι μᾶς ἐβίασαν, ὥστε νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸ τὸ μέτρον, θέλει καταπέσει ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν ἁπάντων ἡ κατάρα ὅλων τῶν κατοίκων. Εἶναι ζήτημα, κύριοι ὑπουργοὶ, συνειδήσεως, εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως καθήκοντος τοῦ ἀνεξαρτήτου καὶ τιμίου ἀντιπροσώπου. Πῶς δύναμαι ἐγὼ, κύριοι, νὰ ἐπιβαρύνω αὐτὸν τὸν λιμοκτονοῦντα λαὸν ἕνεκα τῶν ἐπαχθεστάτων φόρων καὶ ἕνεκα τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων αὐτοὶ οἱ φόροι εἰσπράττονται, πῶς δύναμαι, λέγω, ἐγὼ μὲ συνείδησιν ἥσυχον νὰ ἐπιβαρύνω ἀκόμη αὐτὸν τὸν λαὸν μὲ ἄλλους φόρους; Διατί; Ὄχι —ἐπιτρέψατε ἀξιότιμε Κ. συνάδελφε, —ὄχι τόσον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεφράσατε, ἀλλὰ δι’ ἕνα μόνον λόγον, τὸν ὁποῖον καὶ ἡ ἔντιμος Κυβέρνησις, ἐὰν τῳόντι ᾖναι Κυβέρνησις Συνταγματικὴ, καὶ ἡμεῖς ἅπαντες καὶ ὁ λαὸς θέλει ἐκτιμήσει, διὰ νὰ μᾶς δικαιολογήσῃ, ἐὰν ἡμεῖς σήμερον ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ αὐτῆς τῆς ἀνωτάτης ἀνάγκης ἐπὶ τῆς ὁποίας βασίζεται τὸ ἔντιμον ὑπουργεῖον, ἵνα φέρωμεν τὸν πέλεκυν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ λαοῦ, εἴπωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον· κύριοι ὑπουργοί, δὲν δύναμαι εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα εὑρίσκονται, οὔτε ἓν οἰκονομικὸν μέτρον νὰ παραδεχθῶ, ἵνα ἐπιβαρύνω τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ, κύριοι, συνέχεται ἴσως μὲ τὴν οὐσίαν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, ἀλλ’ ἦτο ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ προτάξω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸν κατ’ ἐμὲ κύριον λόγον τῆς ἀδιαφιλονεικήτου ἀναβολῆς τόσον τούτου τοῦ Νομοσχεδίου, ὅσον καὶ τῶν λοιπῶν ἄλλων νομοσχεδίων, δι’ ὧν ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις προτείνει, ναὶ μὲν σπουδαῖα νομοσχέδια οἰκονομικὰ, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἔτι μᾶλλον ἡ κατάστασις, ἡ ἤδη τρισαθλία κατάστασις τοῦ λαοῦ. Ἐξάγω, λέγει, ἡ Κυβέρνησις, ἐξάγω ἀπὸ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον εἰς ὑμᾶς τοὺς Βουλευτὰς, ὅτι τὸ ἔσοδον εἶναι τόσον, τὸ ἔξοδον εἶναι τόσον· ἄρα ὑπάρχει ἓν ἔλλειμμα τόσων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἔλλειμμα δι’ ἄλλου τρόπου δὲν δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ, εἰμὴ διὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν ἤδη ὑπαρχόντων φόρων, εἰμὴ διὰ τῆς λήψεως ἄλλων οἰκονομικῶν μέτρων, ὁποῖα ἐκεῖνα τῆς ἐλαττώσεως τῆς ὑπαλληλίας, τῆς καταργήσεως πολλῶν θέσεων καὶ καθ’ ἑξῆς. Τί λέγω ἐγὼ εἰς αὐτὴν τὴν ἔντιμον Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία προαιρεῖται ἐν τῇ παρούσῃ καταστάσει τῶν πραγμάτων νὰ φέρῃ οἰκονομίας εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου; Ὁμολογῶ ἐκ προοιμίων, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον νὰ προνοήσῃ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ καθῆκον, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἓν ἄλλο ἱερὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον πρέπει ὡς τίμιοι ἄνδρες, ὡς Συνταγματικοὶ ἄνδρες, ἐὰν ὑπάρχῃ μεταξὺ ἡμῶν Σύνταγμα, ἐφαρμογὴ Συντάγματος καὶ ἀρχαὶ συνταγματικαὶ, νὰ ἐκπληρώσωμεν ἀκριβῶς, πρέπει νὰ τεθῶμεν εἰς κατάστασιν, ὥστε ἀπέναντι τῶν ἐντολέων ἡμῶν νὰ δικαιολογήσωμεν ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν αὐτὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἐπιβάλωμεν πρὸς αὐτούς. Καὶ τώρα, Κύριοι, δι’ ὅσον καὶ ἂν ᾖναι ἀξιότιμος ἡ Κυβέρνησις, δι’ ὅσον καὶ ἂν ᾖναι ἀξία πίστεως καὶ ἐμπιστοσύνης ἡ ἀφήγησις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ πορεία αὐτῆς, ἀφοῦ μεταξὺ ἡμῶν, οἵτινες ἀντιπροσωπεύομεν τὸν λαὸν, καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει νόμος κοινὸς διέπων καὶ ὑποστηρίζων καὶ δικαιώματα καὶ καθήκοντα, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, χωρὶς νὰ ἔχωμεν θετικὰς καὶ συνταγματικὰς πληροφορίας τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῶν λόγων καὶ τῶν αἰτιῶν, αἵτινες παρήγαγον αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἐρωτῶ ἐγὼ ὅλους ἡμᾶς ἀδιακρίτως, Κύριοι, δύνασθε νὰ εἰπῆτε, αὐξάνω τὸν φόρον ἀ. προσθέτω νέον φόρον καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς, παραδεχόμενοι ὅλα τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις, διότι ἡ περίστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα εἶναι ἀνώμαλος, εἶναι ἐξαιρετικὴ, ἀπαιτεῖ ἀναποδράστως αὐτὴν τὴν πρόνοιαν; δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, ἐὰν ἔχωμεν ἀξιοπρέπειαν συνταγματικήν. Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, ἐὰν ἔχωμεν συνείδησιν· δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, ἐὰν γνωρίζωμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρὸς τὸν λαὸν καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς ἔχει ἀπέναντι ἡμῶν. Ἐξηγοῦμαι. Τότε μόνον ἐγὼ ἤθελον παραδεχθῆ οἱαδήποτε μέτρα οἰκονομικὰ, τὰ πλέον αὐστηρὰ, τὰ ὁποῖα ἤθελε προτείνει ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἤθελε μοὶ προκύψει συνταγματικῶς ἡ ἐνεστῶσα κατάστασις, ἡ οἰκονομικὴ τῶν πραγμάτων, καὶ οἱ λόγοι, οἵτινες προεκάλεσαν μάλιστα αὐτήν. Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς, ὅτι ἀπὸ τὸ ἔτος 1858, ὄχι ἡ Βουλὴ δὲν ἐψήφισεν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε προσέφερεν ἢ καθυπέβαλε τὸν ἀπολογισμὸν, ὡς εἶχε καθῆκον, ὄχι μόνον τῇ βάσει τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ τῇ βάσει καὶ τοῦ τότε ἰσχύοντος καὶ τοῦ νῦν συντάγματος. Καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε καθυπέβαλεν αὐτοὺς τοὺς ἀπολογισμοὺς, οἵτινες εἶναι τὰ μόνα Συνταγματικὰ μέσα—καὶ εὐχαριστοῦμαι πολὺ, ὅτι ὁμιλῶ ἐνώπιον ἀνδρῶν, οἵτινες ἐγήρασαν εἰς τὴν μελέτην συνταγματικῶν ἀρχῶν—ἀφοῦ ὁ ἀπολογισμὸς εἶναι τὸ μόνον συνταγματικὸν κάτοπτρον, ἀπὸ τὸ ποῖον δυνάμεθα νὰ ἐξάξωμεν τὴν ἐνεστῶσαν, συνοδευομένην μετὰ τῆς παρελθούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους, ἐρωτῶ ἡμᾶς ὅλους, ἂν δὲν ἔχετε αὐτὴν τὴν συνταγματικὴν βάσιν, ἡ ὁποία δύναται μόνη νὰ ἐξηγήσῃ αὐτὰ τὰ ἔκτακτα οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις, ἠμπορεῖτε σεῖς, Κύριοι, ἅπαντες ἀδιακρίτως ὡς γνήσιοι ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ νὰ παραδεχθῆτε τυφλοῖς ὄμμασι καὶ ἀβρόχοις ποσὶν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις, καί τοι ἀφηγουμένη, ὅτι εἶναι μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται παρὰ τῶν περιστάσεων καὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ὅμως συνταγματικῶς δὲν ἀποδεικνύει; Καὶ ὅταν ἐγὼ δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου αὐτοὺς τοὺς ἀπολογισμοὺς — καὶ δὲν ἐξετάζω, ἐὰν ὁ ἀπολογισμὸς ὤφειλε νὰ δοθῇ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ τότε ὑπάρχοντος ἢ τοῦ ἀκολούθου· ἀπέναντι ἐμοῦ ὑπάρχει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὄχι ἡ ἀτομικότης, δὲν ἐξετάζω διόλου αὐτὸ — ὅταν δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν αὐτοὺς τοὺς ἀπολογισμοὺς, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἡ μόνη συνταγματικὴ βάσις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἑνὸς ἔθνους, ἑνὸς κράτους, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τῆς ἐπιβολῆς ἢ ἐπιθέσεως ἢ ἐπαυξήσεως φόρων καὶ τῆς παραδοχῆς ὅλων ἐκείνων τῶν λοιπῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις προτείνει. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, Κύριοι,—καὶ παρακαλῶ δι’ ὀλίγα λεπτὰ ἀκόμη νὰ μοῦ παρέξητε τὴν ἰδίαν σας προσοχὴν, διότι, Κύριοι, πρόκειται περὶ σπουδαίου συνταγματικοῦ ἀντικειμένου—ἢ ἔχομεν σύνταγμα ἢ δὲν ἔχομεν. Ἐὰν θέλωμεν Σύνταγμα διὰ τοὺς τύπους καὶ διὰ τὸ φαινόμενον, τότε, Κύριοι, ἴσως ἦτο προτιμητέον νὰ μὴ ὑπάρχῃ καὶ νὰ ἐκλείψῃ ἡ Βουλὴ, διότι βεβαίως ὁ λαὸς ἀπέναντι μιᾶς εἰκονικότητος ἤθελε προτιμήσει νὰ ἐξοικονομήσῃ 500 ἢ 600 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος· καὶ ἂν ἡμεῖς ἠθέλαμεν περιορισθῆ ὡς Βουλὴ, καὶ μὴ προσβληθῆτε, Κύριοι, νὰ καταβιβρώσκωμεν κατ’ ἔτος 500,000 δραχ. χωρὶς διόλου νὰ σκεπτώμεθα, νὰ προνοοῦμεν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ μὲ ἐκείνην τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ μὲ ἐκείνην τὴν εὐσυνειδησίαν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς τίμιος ἄνθρωπος, ἤθελεν εἶναι προτιμητέον νὰ μὴ ἐρχώμεθα ἐδῶ διὰ νὰ κάμωμεν μίαν γελοίαν κωμῳδίαν. Καὶ ὅταν ἐγὼ, Κύριοι, ζητῶ νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀπολογισμοὺς ἀπὸ τὸ ἔτος 1858, εἶναι συνταγματικὴ Κυβέρνησις, Κύριοι, ὅταν αὕτη τοὺς καθυστερῇ ἀπὸ τὸ ἔτος 1858; Οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἐπρονόησε νὰ καθυποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.....
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἔγεινεν ἡ ἐπανάστασις.
§45ΠΑΔΟΒΑΣ. Καὶ ἰδοὺ τί εὔμορφα ὁποῦ ἐκτελεῖται ἡ ἐπανάστασις! Εἴμεθα εἰς χειροτέραν κατάστασιν ἀπὸ προτήτερα. Τώρα ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω ἓν ἄλλο......
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Δεξιόθεν) Ἀκόμη;
§47ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἀκόμη, μάλιστα. Ἐγὼ δὲν ἦλθον νὰ ὑπηρετήσω κανένα, ἦλθον μόνον νὰ ὑποστηρίξω τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Ἐὰν καὶ ὁ λαὸς δὲν ἀρέσκεται εἰς αὐτά......
§48Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τοὺς πειράζει αὐτὴ ἡ ὁμιλία, ἀλλ’ ἐξακολουθήσατε.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παύσατε τὰς διακοπάς, Κύριοι.
§50ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἠξεύρετε, Κύριοι ὅτι οἱ δικηγόροι ἔχουν ἓν κακὸν ἐλάττωμα· ὅποιος τοὺς προσκρούει νὰ τὸν ἀπαντοῦν ἀμέσως.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ τὸ κόψητε.
§52ΠΑΔΟΒΑΣ. Τότε ἤθελεν εἶσθαι εὐκταῖον νὰ μὴ ὑπάρχουν δικηγόροι εἰς τὸ βῆμα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε.
§54ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐπειδὴ, βλέπετε, προσβάλλεται καὶ ἡ φιλοτιμία μου· λέγει ὅτι ἔχω ἐλαττώματα (ἱλαρότης). Λοιπὸν, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου αὐτοὺς τοὺς ἀπολογισμοὺς, ἔστω καὶ κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν, καὶ τότε τί ἠδύνατο ἢ τί ἤθελε προκύψει; ἤθελεν ἐξετασθῆ π. χ. ὅτι ἡ Βουλὴ, εἰς τὸν προϋπολογισμόν της, ἐξουσιοδότησε τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐξοδεύσῃ 20, ἂς ὑποθέσωμεν, ἢ 24 ἑκατομμύρια δραχμῶν· ἤθελεν ἐξακριβωθῆ ἐπίσης, καὶ βλέπετε, ὅτι ἔχομεν μίαν σειρὰν ἐτῶν ἀπὸ τὰ 58–64, ἤθελεν ἐπίσης ἐξακριβωθῆ, ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπελόγισε τὰ ἔσοδα εἰς 20, 24, 25 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἤθελε κάμει καὶ μίαν ἄλλην ἐξέτασιν, ἤθελεν ἐξετάσει ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν πρόσοδον τῆς κυβερνήσεως, ἂν εἰσεπράχθησαν ναὶ ἢ ὄχι;
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι;
§56ΠΑΔΟΒΑΣ. Διατί δὲν εἰσεπράχθησαν; Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις, δὲν λέγω αὐτὴ, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δεδομένων, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἢ χαριζομένη εἰς τὸν μὲν, ἢ ἄλλως πως δὲν εἰσέπραξεν, οὔτε ὑπεχρέωσεν ὅλους ἀδιακρίτως, ὡς ὑποχρεόνει τὸν ἄνθρωπον τοῦ λαοῦ, νὰ πληρώσουν ὅσα ἔπρεπε νὰ πληρώσουν· καὶ ἐὰν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν ἠθέλαμεν ἔχει τὸ ἔλλειμμα 60,000,000, τότε ἤθελον εἴπει εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν· διατί Κυβέρνησις, ἐνῷ σὺ παραμελεῖς τῶν ἰδίων σου καθηκόντων, ἢ ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι, τοὺς ὁποίους προσδιώρισες εἰς τὰς διαφόρους θέσεις τοῦ εἰσπράκτορος, τοῦ λογιστοῦ, τοῦ ἐφόρου καὶ τὰ ἑξῆς, παρημέλησαν, δὲν ἐξετάζω διὰ ποῖον λόγον παρημέλησαν, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰδίων καθηκόντων, διατί σήμερον, σὺ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἢ ἐπροκάλεσες αὐτὰ ἢ τὰ ἠνέχθης καὶ ἐσιώπησες, μὲ προσκαλεῖς νὰ ἐπιβάλω φόρους εἰς τὸν λαόν; Δὲν δύναμαι, τοὐλάχιστον καθῆκον συνειδήσεως μοὶ ἀπαγορεύει ὑπ’ αὐτὴν τὴν πρώτην ἔποψιν νὰ ὑψώσω τὴν χεῖρά μου καὶ νὰ τὴν ἐπιβάλω ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἕνας ἄλλος λόγος, κύριοι. Σὺ Κυβέρνησις ἐξουσιοδοτήθης νὰ ἐξοδεύσῃς 24,000,000, ἂς ὑποθέσωμεν, διότι τόσα τότε ὑπελογίσθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους· ἄλλο ζήτημα τώρα περὶ ἀναπληρωτικῶν, συμπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων, αὐτὸ θέλω ἐν ἁρμοδίῳ χρόνῳ τὸ ἐξετάσει· ἀλλ’ ἀντὶ 24,000,000, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἡ Βουλὴ ὑπελόγισα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσόδων, σὺ ἐξώδευσας 30,000,000· διατί; διατί αὐτὸ τὸ ὑπέρογκον ἔξοδον; καὶ ἑπομένως καὶ ἀπέναντι καὶ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποθέτω — καὶ σᾶς λέγω ἔπειτα διατί ὑποθέτω καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, διότι ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἴσως δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς μίαν κατάχρησιν τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ, ἐπιτρέψατε αὐτὰς τὰς ἐκφράσεις......
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ Κυβερνήσεως.......
§58ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὅταν ἔλθω ἐκεῖ, σᾶς λέγω, ὅτι ἐδῶ εἶναι καθ’ αὑτὸ τὸ ἁρμοστικὸν σύστημα καὶ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἕνας φενακισμός.
§59ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι φενακισμός.
§60ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος. Διατὶ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐξώδευσες 12 ἢ 20 ἑκατομμύρια περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ σὲ ἐξουσιοδότησα νὰ ἐξοδεύσῃς εἰς τὸν προϋπολογισμόν, σὺ σήμερον χωρὶς κἂν νὰ δικαιολογήσῃς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα, ὡς λέγεις, ἀποτελοῦσι τὴν οἰκονομικὴν ἰσοῤῥοπίαν καὶ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρισκόμεθα, διατὶ τοὐλάχιστον θέλεις, χωρὶς ν’ ἀποδείξῃς γεγονότα, νὰ ὑποχρεώσῃς ἐμὲ τὸν Βουλευτήν, ἐμέ, ὁ ὁποῖος ἔλαβα ἐντολὴν παρὰ τοῦ λαοῦ νὰ προστατεύσω τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν καταχρήσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἔστω καὶ ἀνωτέρων τινῶν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὲ ὑποχρεώσῃς, λέγω, ἔτσι τυφλοῖς ὄμμασι νὰ παραδεχθῶ αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα χωρὶς νὰ ἰδῶ τὶ ἔκαμες αὐτὸ τὸ χρυσίον τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ δημοκοπήσω καὶ ἐγὼ μίαν φορὰν μόνον ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ ἑλληνικοῦ, εἶναι, κύριοι, τὸ αἷμα καὶ οἱ ἱδρῶτες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ; Πῶς, κύριοι, λοιπὸν δυνάμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων χωρὶς νὰ δικαιολογηθῶμεν ἀπέναντι τοῦ λαοῦ νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὰ τὰ νέα μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα βιαζομένη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης μᾶς ἐπιβάλλει ἡ Κυβέρνησις; Κατ’ ἐμέ, κύριοι, προτιμῶ πρὶν μοὶ ἀποδειχθῇ τοὐλάχιστον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ἔθνους διὰ τῆς προσαγωγῆς ὅλων τῶν ἀπολογισμῶν μέχρι σήμερον, προτιμῶ, κύριοι, νὰ κοπῇ ὁ βραχίων μου καὶ ἡ χείρ μου, ἐὰν προσθέσω οὔτε ὀβολὸν εἰς τὰ βάρη τοῦ λαοῦ, καὶ ἂν ἀφαιρέσω οὔτε γράμμα οὔτε κεραίαν ἀπὸ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων ἢ ἀπὸ τὴν ὑπαλληλίαν ἐν γένει. Ἴσως αὐτὸ τὸ μέτρον ἤθελεν ἐκληφθῆ ὡς μέτρον ἀπαράδεκτον. Ἴσως ἤθελε μὲ εἰπῆ τις, ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς παραδεχθῶμεν αὐτὸ τὸ ἀπότομον μέτρον, παραλύεται ἡ μηχανὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι πταῖσμα τῆς Βουλῆς, κύριοι· ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην, ἐὰν συμβῇ τοῦτο, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δύναται νὰ συμβῇ· ἡ Βουλὴ ἔδειξεν ὅλην τὴν προθυμίαν ἀπέναντι τῶν προτάσεων τῆς ἀξιοτίμου Κυβερνήσεως καὶ παρεδέχθη καὶ τὸ μέτρον τῶν ἔντοκων γραμματίων καὶ τῶν δανείων καὶ ὅλα τὰ ἄλλα οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τότε εἶχε προτείνει τὸ ὑπουργεῖον. Λοιπὸν δὲν ἔχει διάθεσιν, δὲν ἔχει πρόθεσιν ἡ Βουλὴ νὰ παρεμποδίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ Βουλή, ἐὰν ἐξασκῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων, πρέπει, κύριοι, νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ἓν καθῆκον ἱερόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ γνωρίσῃ τί ἔγειναν τὰ χρήματα τοῦ Κράτους καὶ ἀκολούθως νὰ ἐπιβάλῃ ἢ νέους φόρους ἢ νὰ παραδεχθῇ ἄλλα μέτρα. Ἐὰν δὲ ἡμεῖς σήμερον χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτὰ τὰ συνταγματικὰ μέσα ἐπὶ τῶν ὁποίων βασιζόμενοι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων καὶ τὰ ἑξῆς, παραδεχθῶμεν αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις, τότε, κύριοι, τί ἄλλο συμβαίνει; Συμβαίνει ὅτι, ἐνῷ ἄνευ λόγου καὶ ἀποδεδειγμένης αἰτίας καὶ ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἀφηγήσει τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβαρύνομεν ἀδίκως τὸν λαὸν, χορηγοῦμεν πρὸς τούτοις εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νέα μέσα διὰ νὰ καταχρασθῇ, ἐὰν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κατάχρησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, δηλ. νὰ ἐξοδεύσῃ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀνάγκη τὸ ἀπαιτεῖ, διότι (παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε καὶ εἰς τοῦτο τὴν προσοχήν σας) διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἡμεῖς ἀμέσως καθιερόνομεν ὅλην τὴν διαχείρισιν τὴν οἰκονομικὴν τῆς Κυβερνήσεως μέχρι σήμερον, καὶ καθῆκον ἱερὸν μᾶς ἐπιβάλλει νὰ μὴ κάμωμεν τοῦτο, ἵνα μὴ αὔριον κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν σύνοδον μᾶς εἴπῃ, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ὑποβάλω ἀπολογισμὸν, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι πλέον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου παραδεχθῆτε τὸ «αὐτὸς ἔφα», καὶ ἐνώπιον μιᾶς Συνταγματικῆς Βουλῆς αὐτὸ τὸ Πυθαγόρειον ῥητὸν δὲν ἔχει βεβαίως ἰσχὺν, καὶ μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ εἰς τὴν ἐναντίαν γνώμην ὅλων τῶν ἄλλων καὶ μεθ’ ὅλου ἐπίσης τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἐκφράσεως τῆς βαθείας ὑπολήψεως εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ καταστάσει τῶν πραγμάτων καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐντιμοποιήθην νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς, ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ἔχεται νομίμου καὶ πραγματικῆς ὑποστάσεως, διότι βεβαίως οὔτε ἀρχὴν οὔτε καθέκαστα δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ψηφίσωμεν χωρὶς πρῶτον νὰ γνωρίσωμεν Συνταγματικῶς ποία ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους.
§61Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποῦ κατηντήσαμεν, διότι δὲν ἔλαβον τὴν εὐτυχίαν νὰ παραδεχθῇ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, ὅτε παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τὸ περὶ νομοσχεδίων καὶ περὶ προϋπολογισμοῦ. Ἔλεγον τότε, ὑποστηρίξας τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ μαζὺ μὲ τὰ νομοσχέδια, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἄλλο τίποτε εἰμὴ ἡ κύρωσις τῶν μέτρων τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα τὸ ὑπουργεῖον σᾶς παρουσιάζει. Ἐὰν, Κύριοι! ἡ Βουλὴ παρεδέχετο τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν δυσχέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον, δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν θέσιν νὰ ὑποστηρίξωμεν—καὶ πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν, τὴν ἀναβολὴν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας ἐπρότεινε. Μᾶς παρουσιάζεται, Κύριοι, ἓν νέον οἰκονομικὸν σύστημα, μᾶς παρουσιάζεται νέα διοίκησις τῆς ἐπικρατείας, καὶ κατὰ τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσαν οἱ ὑποβαλόντες τὰ νομοσχέδια ταῦτα, στηρίζονται εἰς τὸν λόγον τῆς ἀνάγκης, εἰς τὸν λόγον τῆς οἰκονομίας. Τὴν ἀνάγκην προτάσσει ὁ Κ. ὑπουργὸς, τὴν οἰκονομίαν προτάσσει καὶ ἔρχεται καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι πρέπει νὰ φεισθῆτε τοῦ χρόνου, διότι μᾶς κατέλαβεν ὁ χειμὼν, μᾶς κατέλαβεν ἡ πενία· ἀλλὰ, Κύριε ὑπουργὲ, ὑμεῖς, ὅστις εἶσθε ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν οἰκονομικῶν, ὑμεῖς, ὅστις εἶσθε ἡ πρόνοια τῆς ἐπικρατείας, διατὶ δὲν προείδετε πρὸ 6 μηνῶν, διατὶ δὲν προείδετε, ἀφοῦ εἰσήλθετε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὴν ἀνάγκην, ἥτις ἔμελλε νὰ σᾶς καταλάβῃ βραδύτερον, νὰ τὴν ἀναγγείλετε, ὅπως οἰκονομήσητε καὶ εἰς ἡμᾶς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ἔρχεσθε νὰ μᾶς ἀφαρπάσετε; Εἴχετε καιρὸν νὰ συλλογισθῆτε, εἴχετε ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐνώπιόν σας νὰ προλάβητε τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἥτις μᾶς ἐπαπειλεῖ· ἔκτοτε ἔπρεπε νὰ μᾶς φέρετε τὰ νομοσχέδιά σας καὶ νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι μετὰ 6 μῆνας θὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν ἀνθρώπων ἀποδεκάτωσιν, διότι εἶναι ἀποδεκάτωσις, Κύριοι, ὅταν σᾶς λέγουν, ὅτι χίλιοι οἰκογενειάρχαι θὰ ῥιφθοῦν εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ χίλιοι οἰκογενειάρχαι εἶναι πέντε χιλιάδες ψυχαὶ, δὲν εἶναι δὲ πρέπον νὰ ἀποθνήσκουν ἄνθρωποι διὰ λόγους ἀνάγκης! Ἀλλὰ, Κύριοι! ἡ πρόνοια ἔλειψεν ἢ, νὰ εἴπω καλλίτερον, πρὸ χρόνου πολλοῦ, πρὸ δύω μηνῶν, ὅτε ἐπαρουσίασε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1865, σᾶς εἶπε προτείνας συνάμα διάφορα μέτρα, ὅτι αὐτὰ εἶναι ὅσα φρονεῖ ἀναγκαῖα διὰ νὰ προλάβῃ τὰς δυσχερείας τὰς οἰκονομικὰς, αἵτινες μᾶς ἐπαπειλοῦσιν· ἔχω δὲ τὴν τιμὴν, Κύριοι! νὰ παρατηρήσω καὶ νὰ σᾶς ἐρωτήσω, Κύριε πρωθυπουργὲ, πότε σᾶς ἀπεστέρησεν ἡ Βουλὴ τῆς συνδρομῆς, ἣν τυχὸν τῆς ἐζητήσατε; Τὸν νόμον περὶ γραμματίων τῆς ἐζητήσατε, σᾶς τὸν ἔδωκε· τοὺς λοιποὺς νόμους ἐπίσης, καὶ τοσοῦτον ταχέως ὥστε σᾶς ὁμολογῶ ἐν συνειδήσει, ὅτι διῆλθον ἐνώπιόν μου χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσω. Ἠρώτησα εὐθὺς τότε τὸν γείτονά μου, δὲν ἤξευρε δὲ καὶ οὗτος ποίους νόμους ἐσυζητήσαμεν· μὲ τόσην προθυμίαν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὰ μέτρα σας. Ὅταν, Κύριοι, ἡ Βουλὴ τοσοῦτον προθύμως προσηνέχθη, εἶναι ὄχι ὀρθὴ ἡ ἐπίπληξις ἡ ἔμμεσος, ἐπίπληξις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἀπηύθυνεν· εἶναι μία ἐπίπληξις, ἥτις εἶναι ἀξία νὰ προκαλέσῃ καθ’ ἡμῶν τοὺς κεραυνοὺς τοῦ λαοῦ, διότι, ὅταν βραδύνωμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν το καθῆκόν μας, ὅταν δὲν ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, τότε ἡ κατάρα τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου ἐπίκειται. Ἕνεκα τούτου, Κύριοι! ἀποκρούω τὴν ἐπίπληξιν ταύτην τὴν ἔμμεσον, ἀποκρούω τὸν λόγον αὐτὸν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ καὶ δὲν τὸν ἀποδίδω εἰμὴ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ ἰδῇ μίαν ὥραν ἀρχήτερα συζητούμενα τὰ νομοσχέδιά του. Ἀλλὰ, Κύριοι! τί δεῖ γενέσθαι; Ἡ ἀνάγκη ἐπικρατεῖ, ἡ οἰκονομικὴ κρίσις μᾶς ἐπαπειλεῖ, τί πρέπει νὰ κάμωμεν; Καὶ δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς δίκαιον νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν, τί πρέπει νὰ κάμωμεν; Διὰ νὰ ἴδωμεν τὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἔχομεν ἀνάγκην καιροῦ διά νὰ πείσωμεν διὰ τῶν εὐρειῶν συζητήσεών μας, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τῆς Κερκύρας, οὐ μόνον τὴν συνείδησίν μας, ἀλλὰ καὶ τὸν λαὸν, διότι, ἂν τοῦτο δὲν πράξωμεν, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παρουσιασθῶμεν οὔτε ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον θέλομεν φορολογήσει, οὔτε ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐν ὀνόματι τῆς ἀνάγκης πρόκειται νὰ θυσιάσωμεν καὶ ν’ ἀποδεκατώσωμεν. Ἠξεύρετε πῶς ὁμοιάζει ἡ ἀποδεκάτωσις αὐτὴ; ὑποθέσατε ἓν πλοῖον πυρπολούμενον εἰς τὸν Ὠκεανὸν (καὶ συνέβησαν τοιαῦτα, Κύριοι, ἡ δὲ παρομοίωσις δὲν εἶναι ἄτοπος, διότι καὶ ἡ πολιτεία εἶναι σκάφος), σώζονταί τινες ἐκ τοῦ κινδύνου· εἰσέρχονται εἰς τὴν λέμβον, θαλασσομαχοῦν, πλὴν δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν ξηρὰν, τὰ ἐφόδια λείπουν. Σκέπτονται, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀποδεκατωθῶσί τινες, ἀνάγκη νὰ φαγωθῶτί τινες, ἵνα σωθῶσιν οἱ ἄλλοι, ἵνα φθάσωσιν εἰς ἄκραν γῆς, καὶ τί νὰ φέρωσι; τὴν ἱστορίαν, ὅτι ἀπέθανον τινὲς, ἢ νὰ φέρωσι τὰ σημεῖα τῆς ὑπάρξεως τοῦ πλοίου, ἵνα σημειωθῇ εἰς τοὺς καταλόγους τοῦ ναυστάθμου, εἰς ὃν ἀνῆκε τὸ πλοῖον, καὶ σώζηται τὸ χρονικὸν ὅτι ὑπῆρχε μίαν φορὰν ἓν πλοῖον τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον; Κύριοι! εἶναι ἀνάγκη, ναὶ, πλὴν τὴν ἀνάγκην ἐπικαλούμεθα καὶ ἡμεῖς δι’ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζετε. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μᾶς δώσητε καιρὸν νὰ συζητήσωμεν, νὰ σκεφθῶμεν, νὰ φωτισθῶμεν. Ἐπὶ παραδείγματι, Κύριοι, πῶς θέλετε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν αὐτῶν νόμων, ὅταν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τοῦ παλαιοῦ βασιλείου οὐδεμίαν γνῶσιν τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑπτανήσου ἔχωμεν; Τοῦτο εἶναι σπουδαία ἔλλειψις, Κύριοι, διότι εἰς ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν πρὸ πολλοῦ ἔπρεπε νὰ ᾖναι διανεμημένη ἡ νομοθεσία τοῦ μέρους αὐτοῦ τῆς ἐπικρατείας διὰ νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ περιπατοῦμεν· τὸ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ πράξωμεν καὶ διὰ τοὺς νέους συμπολίτας μας, ἔπρεπε καὶ εἰς τὰς χεῖρας αὑτῶν ἡ νομοθεσία πᾶσα νὰ εὑρίσκεται ἵνα δυνηθῶσι νὰ περιπατῶσι καὶ οὗτοι ἐν φωτί. Ἦλθον οἱ νέοι οὗτοι συμπολῖται μας ἐν ἀρχῇ τῆς πρώτης συνόδου, ἀπῆλθον· ἀλλ’ οὔτε ἡμᾶς ἐγνώρισαν οὗτοι, οὔτε ἡμεῖς αὐτούς. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι τὴν ἀνάγκην, ἣν τὸ ὑπουργεῖον ἐπικαλεῖται, καὶ ἡμεῖς ἐπικαλούμεθα, τὴν ἀνάγκην δηλονότι τοῦ νὰ ἔχωμεν τὸν καιρὸν τοῦ νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ φωτισθῶμεν· σᾶς βεβαιοῦμεν δὲ, κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι θέλομεν ὅσον εἶναι δυνατὸν περιορίσει τὸν χρόνον, διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ σᾶς δώσωμεν τὴν συνδρομήν μας, διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ σώσωμεν τὸ σκάφος ἀπὸ τοὺς σκοπέλους εἰς τοὺς ὁποίους πορεύεται. Λέγω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ μᾶς δώσητε καιρὸν, διότι εἰς πολλὰ ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται, θέλομεν πάντοτε σᾶς ζητήσει καιρὸν ἵνα σκεφθῶμεν· θέλουν μᾶς χρειασθῆ πολλὰ μέσα φωτισμοῦ ἵνα συζητήτωμεν τοὺς νόμους, ἤτοι νόμον περὶ δικαστηρίων, νόμον περὶ διοικήσεως, νόμον περὶ ἐφοριῶν· ὅλα ταῦτα ἀπαιτοῦν μελέτην καὶ σκέψιν, διότι ὁ ἀναδιοργανισμὸς μιᾶς ἐπικρατείας δὲν εἶναι τυχαῖος. Δὲν πρέπει δὲ ὁ ὀργανισμὸς νὰ ἦναι συμπτωματικός· ὁ ἀναδιοργανισμὸς ὅστις θέλει στηριχθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην ἢ εἰς συμπτωματικὰς περιστάσεις θέλει φέρει τὸν ὄλεθρον τῆς πατρίδος· ὁ ἀναδιοργανισμὸς, λέγω, ὅστις θέλει γίνει εἰς μίαν ἀνάγκην συμπτωματικὴν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, δὲν δύναται νὰ ζήσῃ. Ὅταν ὁ διοργανισμὸς μιᾶς ἐπικρατείας δὲν στηρίζεται εἰς φυσικοὺς λόγους καὶ ἠθικοὺς, δὲν δύναται νὰ ᾖναι βιώσιμος, δὲν πράττομεν δὲ ἄλλο, εἰμὴ ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν νὰ ἀναδιοργανίζωμεν νὰ ξαναδιοργανίζωμεν καὶ νὰ εὑρισκώμεθα ἀενάως εἰς ταξείδι, ὅπως εὑρίσκεται ἡ δυστυχὴς Ἑλλὰς ἀείποτε εἰς ταξείδι. Θέλω νὰ τελειώσω, Κύριοι, καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ συμβιβάσω τὰ διεστῶτα, διότι ἐπιθυμῶ νὰ δώσω τὴν συνδρομήν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς. Τίνι τρόπῳ δυνάμεθα λοιπὸν νὰ συμβιβάσωμεν τὸ διεστὼς τοῦτο, μεταξὺ δηλ. τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου καὶ τῆς ἐναντίας τῆς Κυβερνήσεως; Κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἅμα διανεμηθῇ ὁ τυπωμένος προϋπολογισμὸς, κατὰ τῆς συντάξεως τοῦ ὁποίου θέλω ὁμιλήσει ὡς μὴ ἐπιστημονικῆς, ἅμα, λέγω, παρουσιασθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὁ Κύριος Ἰακωβάτος νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ προεδρείου νὰ καταθέσῃ τὸ σχέδιόν του τὸ οἰκονομικόν. Ὅπως θέλετε θεωρήσατέ το τὸ σχέδιον τοῦτο, εἴτε ὡς τροπολογίαν τῶν σχεδίων τῶν ὑπουργικῶν, εἴτε ὡς ἀρχικὴν πρότασιν· ἀναγκαίως πρέπει νὰ συζητηθῇ μαζὺ μὲ τὰ ὑπουργικὰ νομοσχέδια, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς θέλει γίνει ἡ ἀντιπαράθεσις τῶν δύο νομοσχεδίων.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἂν παρουσιασθῇ καὶ τρίτον, νὰ περιμένωμεν;
§63ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκεῖ νὰ παρουσιάζεται τὴν ἰδίαν ὥραν καὶ ἐν τάξει. Ἅμα παρουσιασθῇ τὸ σχέδιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω νὰ γίνῃ αὔριον ἢ ἀπόψε, ὁ Κύριος Ἰακωβάτος εἶναι ὑπόχρεως νὰ παρουσιάσῃ τὸ σχέδιόν του· οὕτω, φρονῶ, συμφιλιούμεθα.
§64ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐσυνείθισα, κύριοι, νὰ λέγω πάντοτε τὴν σκάφην σκάφην καὶ τὰ σῦκα σῦκα, καὶ διὰ τοῦτο ἤγειρον πάντοτε ἔχθρας καὶ ἐποτίσθην ἀείποτε μὲ πικρίας, ἀλλ’ ὅμως αἱ πικρίαι αὗται μὲ ἐπροίκισαν καὶ μὲ εὐεξίαν σώματος οὐχὶ τὴν τυχοῦσαν, καὶ μὲ παῤῥησίαν ἀνδρὸς ὑπὲρ τῶν κρατίστων ἀείποτε μελετῶντος καὶ μὲ πᾶν ὅ,τι ἡ θεία πρόνοια ἐπεδαψίλευσεν εἰς τὸ πλάσμα του. Οἱ προλαλήσαντες κατέφυγον εἰς αἰτιάσεις, καὶ μάλιστα ὁ ἤδη καταβὰς τὸ βῆμα ἀξιότιμος Κ. Χριστόπουλος. Ἀλλ’ εἰς αὐτὸν ἀνήκει «ὁ ἀναμάρτητος βαλέτω πρῶτος τὸν λίθον». Ὅλος ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν προλαλησάντων εἶναι, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1866. Ὁμολογῶ, ὅπως καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι ἓν συνταγματικὸν παράπτωμα τοῦ ὑπουργείου, καὶ νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐτιμωρήθη. Προσεκλήθη δὲ νὰ ὑποβάλῃ καὶ ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναμαι νὰ ἀποφανθῶ, διότι εἰσέτι δὲν τὸν εἶδον, ἂν ᾖναι συντεταγμένος κατ’ ἐπιστημονικὴν ἀκρίβειαν καὶ τάξιν, ἢ ἂν ᾖναι ἀσύντακτος. Ἀλλὰ διατί νὰ αἰτιώμεθα αἰωνίως τὸ ὑπουργεῖον; Μήπως δὲν εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἔνοχοι ὀλιγωρίας καὶ ῥαθυμίας; Μᾶς ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1865, ἐπεξειργάσθημεν ἡμεῖς αὐτὸν, ὥστε νὰ ἐλέγξωμεν τὸ ὑπουργεῖον διὰ παράπτωμά τι; «Πάντες ἐσμὲν σοφοὶ εἰς τὸ νουθετεῖν, ἀμφότεροι δ’ ἁμαρτάνοντες οὐ γιγνώσκομεν». Καὶ τοῦτο δυστυχῶς συμβαίνει εἰς ἡμᾶς. Ἐγὼ πρῶτος ἀναβαίνω τὸ βῆμα καὶ καταφεύγω εἰς ἐγκλήσεις καὶ αἰτιάσεις, ἀλλ’ οὐχὶ ἀδικαιολογήτους, καὶ συγχωρήσατέ μοι μίαν παρέκβασιν. Ἔκαμον μίαν ἐπερώτησιν εἰς τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν περὶ τοῦ μεταλλείου τοῦ Λαυρίου καὶ θέλω ὑποβάλει καὶ ἄλλην, διότι ἀκούω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ὑπὸ μανδραγόραν καθεύδει, ἂν καὶ ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τοσοῦτον σπουδαίως τοῦ ζητήματος, διότι μανθάνω, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην φορτόνονται 4 μεγάλα πλοῖα καὶ ἀπέρχονται μὲ τοὺς θησαυρούς μας ἐντεῦθεν. Ἂς ἦναι καὶ τοῦτο ἐν παρόδῳ ἵνα λάβῃ μέτρα τὸ ὑπουργεῖον. Λέγω, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοὺς ὁποίους ἀπηύθυναν οἱ ἀναβάντες καὶ καταβάντες τὸ βῆμα, ὅτι ἔπρεπε διὰ νὰ ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 66, καὶ τότε νὰ συναρμολογήσωσι τὰς ἰδέας των καὶ νὰ ὑποβάλουν τὰ ἐθνοσωτήρια σχέδιά των, δὲν στηρίζονται, ἂς μοι ἐπιτρέψωσι νὰ τοῖς εἴπω, οὔτε εἰς τὴν λογικὴν, οὔτε εἰς τοὺς λογιστικοὺς τύπους· ἑπομένως, ἂν εἶχον ἴδια νομοσχέδια, ἔπρεπε νὰ τὰ ὑποβάλωσιν ἀμέσως εἰς τὸ πρῶτον τῆς Βουλῆς κήρυγμα· ὅσῳ δὲ διὰ τὴν συῤῥαφὴν τῶν ἰδεῶν των, εἶχον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1865, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ βασισθῶσι. Τὸ δὲ νὰ μᾶς λέγουν ἤδη, ὅτι ζητοῦν ἀναβολὴν, ὁ σκοπὸς εἶναι διὰ μόνην τὴν ἀναβολήν. Τότε τὴν ζητῶ καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ ποῦ; ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῶν ὀργανικῶν νόμων, ἀλλ’ οὐχὶ ποτὲ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἁπλῶς τὴν ἀφομοίωσιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ χαρτοσήμου· τοῦτο δὲ δὲν ἐπιβάλλει εἰ μὴ ἐμμέσους φόρους, καὶ τὴν ἔγκρισιν τῶν τοιούτων δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν ζητήσῃ ἐν παντὶ καιρῷ· τοιαῦτα τὰ Συνταγματικὰ ἔθιμα, καὶ μὴ ζητεῖτε νὰ διαστρέφητε ἐν παντὶ τὴν ἀλήθειαν. Δὲν εἶμαι φίλος τοῦ ὑπουργείου, εἶμαι κεκηρυγμένος ἐχθρός του, ἀλλὰ θέλω τὸ πολεμεῖ ἐντὸς τῶν νομίμων ὁρίων, καὶ ὅσοι ἔχουν τὴν γενναιότητα, ἂς ἀκολουθήσουν. Συμπεραίνων τὸν λόγον παρατηρῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ χρονοτριβῶμεν ἐπὶ ματαίῳ, ὅτι πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ νὰ ὑποβάλωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν μας εἰς τὴν Βουλήν. Ποῦ, κύριοι, ὁ προϋπολογισμός; ποῦ αἱ ἄλλαι ἐργασίαι εἰς τὰς ἐπιτροπάς; τί ἐπράξαμεν; περὶ τίνος εἰργάσθημεν μέχρι τοῦδε; ...... Κύριοι. Ἀκούσατε! θὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἐλέγξω ἐγὼ αὐτὸς ἑαυτὸν· ἀποτελῶν μέρος εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, ζητῶ πρὸ πολλοῦ τοὺς συναδέλφους μου νὰ ἐργασθῶμεν· δὲν τοὺς εὑρίσκω· καὶ περὶ ποίου ἀντικειμένου, κύριοι; περὶ τῶν ἀναφορῶν τῶν πολιτῶν. Στοχασθῆτε, ὅτι δὲν ἠδυνήθημεν οὔτε παρηγορίαν τινὰ νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἀδελφούς μας, οὔτε ἕνα καλὸν λόγον νὰ τοὺς εἴπωμεν. Καὶ διατί; εἴμεθα ἀνήκοοι καὶ ἀνάλγητοι εἰς τὰς παθήσεις αὐτῶν; οὐχί! ἀλλὰ, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἐργασθῶμεν λοιπὸν ἡμεῖς εἴμεθα αὐτοκατάδικοι διὰ τὴν βραδύτητα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἂς μὴ κρύπτωμεν τὴν ἀλήθειαν. Συμπεραίνων λοιπὸν παρατηρῶ, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ τῶν προλαλησάντων περὶ ἀναβολῆς δὲν εἶναι ὀρθοὶ, καὶ παρακαλῶ τὴν Σ. Βουλὴν νὰ ἀποῤῥίψῃ αὐτοὺς ὡς δυναμένους νὰ παραλύσωσι πᾶσαν τὴν ἐργασίαν καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις. Ἀναβαίνει τὸ βῆμα ὁ πρωθυπουργός.
§65ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ μὴ μᾶς φέρῃ νέας περιπλοκὰς μὲ ἐξωδίκους συζητήσεις.... (ἱλαρότης.)
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠκούσατε, κύριοι, παράπονον ἐκ μέρους μου κατὰ τῆς Βουλῆς; σᾶς εἶπον ἐγὼ, ὅπως λέγουσιν, ὅτι παρεμβάλλετε δυσκολίας, ὅτι δὲν μᾶς ὑπεστηρίξατε; ἐλέχθησαν τοιαῦτα ἐνώπιόν σας, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἐλέχθησαν; Λυποῦμαι, διότι καὶ ὁ ἔντιμος φίλος μου Κ. Χριστόπουλος ἐπανέλαβε τὸ ἐπιχείρημα αὐτό· παράπονον, κύριοι, θέλομεν ἔχει, ἂν ἀκούσητε αὐτὰς τὰς προτάσεις, καὶ ἂν ἐνδώσητε εἰς αὐτάς. Καὶ πρέπει νὰ τὰς ἀπομακρύνετε ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ νὰ ἐπιληφθῆτε τῶν ἔργων σας, διότι ἄλλως βλάπτετε τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος· ὑπῆρξε, κύριοι, παράπονον, ἢ προειδοποίησις, ὅτι ἂν ἀκούσητε καὶ πράξητε ὅ,τι σᾶς λέγουσι, θὰ βλάψετε τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπηύθυνα μομφὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐκθέσω αὐτήν. Ἑπομένως τὰς φράσεις καὶ λέξεις τὰς ὁποίας ἔπλασαν οἱ ἀντίπαλοι δὲν θέλω νὰ τὰς χαρακτηρίσω· θέλω ἐξετάσει ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς λόγους, οὓς ἐπρότειναν οἱ ζητοῦντες τὴν ἀναβολὴν σήμερον, ἵνα ἰδῆτε πόσον ἀβάσιμοι εἶναι, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται δὲ καὶ νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἀληθῆ ἀξίαν καὶ σημασίαν αὐτῶν, οὔτε νὰ τοὺς ὀνομάσω μὲ τὸ ἀληθὲς αὐτῶν ὄνομα. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος τίποτε περισσότερον δὲν ἐπανέλαβε, σᾶς εἶπεν ὅμως πῶς ἐπιφυλάττει τὸ σχέδιόν του αὐτὸ τὸ μέγα νὰ τὸ παρουσιάσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ ὅμως ὁ Κ. Ἰακωβάτος, μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑποχρεωμένος ὢν νὰ ἐργασθῇ, δὲν παρουσιάσθη διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν του σύντομα, καὶ οὕτω μὴ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του ὡς πρέπει, ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· ζητεῖ δὲ ν’ ἀναβάλητε ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· αὐτοῦ σχεδὸν, κύριοι, δὲν εὑρίσκω ἄλλο τίποτε σπουδαῖον ν’ ἀντικρούσω. Ἤκουσα τὸν δεύτερον, τὸν Κ. Παδοβᾶν, ὅστις ἐζήτει τὴν ἀναβολὴν, διότι δὲν ὑπῆρξεν ἀπολογισμὸς ἀπὸ τοῦ 58. Καὶ εἶναι αὐτὸ οὐσιῶδες; Θέλετε, κύριοι, εἰπῆ, ὅτι εἶναι σπουδαῖος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Κ. Παδοβᾶ; Πρῶτον, κύριοι, σᾶς λέγω, δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπολογισμοὶ 6 χρόνων νὰ ἔλθουν διὰ μιᾶς καὶ ἐντὸς ὀλίγου, ὥστε δὲν ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ζητοῦνται· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 64 δὲν δύναται εἰμὴ μετὰ τὸν Ὀκτώβριον νὰ συνταχθῇ· ἐὰν ὁ Κ. Παδοβᾶς σᾶς προτείνῃ τίποτε νὰ μὴ πράξετε μέχρις οὗ παρουσιασθῶσιν οἱ ἀπολογισμοὶ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἀπολογισμοὶ νὰ ἔλθουν ἐνώπιόν σας, κλείσατε τὰ χαρτία σας καὶ φύγετε ἕως οὗ νὰ γίνωσι ταῦτα· ἔλθετε, δηλ. μετὰ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος καὶ ἕως τότε τὰ πράγματα ἂς τρέχωσιν ὅπως ἔχουσι. Πρὸς τί ζητοῦνται οἱ ἀπολογισμοί; διὰ νὰ μάθητε, ὡς εἶπεν ὁ Κ. Παδοβᾶς, ποίαν χρῆσιν τῶν δημοσίων χρημάτων ἔκαμον οἱ ὑπουργοὶ, καὶ αὐτὸ τὸ σχέδιον θὰ ᾖναι ὁ ἀστὴρ, ὅστις θὰ τὸν ὁδηγήσῃ πρὸς τὸν λιμένα τῆς εὐδαιμονίας! ἂν εὕρετε, Κ. Παδοβᾶ, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔκαμαν τὸ χρέος των, κατὰ τί θ’ αὐξήσωσι τὰ εἰσοδήματα; θὰ καταδικάσητε τοὺς ὑπουργοὺς, καλῶς, ἀλλὰ μεταβάλλεται ἡ κατάστασις; Ὁ Κ. Παδοβᾶς, ὅστις δὲν ἔχει διόλου ἰδέας καὶ γνώσεις ἀκριβεῖς τῶν ἀπολογισμῶν....
§67ΠΑΔΟΒΑΣ. Τοὺς ἐξέτασα 10 χρόνους. Ἡ προστασία πάντοτε τοὺς ὑπέβαλεν, ἡ δὲ ἐθνικὴ Κυβέρνησις ποτέ.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν ἀκούσατε τὴν γνώμην τοῦ Κ. Παδοβᾶ, φέρετε τοὺς ἀπολογισμοὺς, καὶ δεχθῆτε ὅτι ἡ διαχείρισις εἶναι καλὴ ἢ κακὴ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τότε ἔπρεπε νὰ ἐξοδεύσῃ 20 καὶ ἐξώδευσε 22 ἑκατομμύρια. Κατὰ τί θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ αὐτό; θὰ μεταβάλῃ τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν κατάστασίν σας; Τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο· ποῖαι εἶναι αἱ πραγματικαὶ εἰσπράξεις καὶ τὰ ἔξοδά σας· ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι εἰς ἔλλειμμα ἢ περίσσευμα. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ἀκολούθως· ἀπολογισμοὶ ἐλλείπουσιν ἀπὸ τοῦ 1858 καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους. Θέλετε νὰ γίνῃ; εἴπετέ το, βεβαίως δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ, ὅστις μετὰ μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν θὰ νομίσω, ὅτι δύναμαι νὰ διοικήσω τὸν τόπον, ὅταν ἡ Βουλὴ οὐδὲν μέτρον λαμβάνῃ. Καὶ κατὰ τὸν Κ. Παδοβᾶν, δὲν πρέπει νὰ λάβῃ, ἀλλὰ νὰ κλείσητε τὰ χαρτιὰ καὶ ἀναχωρήσητε, διότι σᾶς λέγει, οὐδεμίαν μεταβολὴν πρέπει νὰ δεχθῆτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἐνόσῳ δὲν ἔχετε τοὺς ἀπολογισμούς. Τοῦτο εἶναι τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ Κ. Παδοβᾶς ἤθελησε νὰ σταματήσητε τὰς ἐργασίας σας ὡς πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ καὶ χάριν τῆς τιμῆς σας. Τρίτον, Κύριοι, ὁ Κ. Χριστόπουλος ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν δι’ ἄλλον λόγον, διὰ νὰ πείσῃ τὴν συνείδησίν του· καὶ πότε; δὲν θέτει ὅρια, διότι ἡ συνείδησις ἡ ἰδική του δὲν εἶναι καὶ ὅλης τῆς Βουλῆς καὶ ὅλης τῆς κοινωνίας· ἑπομένως τὸ ἴδιον δικαίωμα ἔχει ἕκαστος νὰ εἴπῃ, θὰ ψηφοφορήσω ὅταν πεισθῶ, περιμείνατε. Ἀλλ’ ἠμπορεῖ ἡ συνείδησίς σας νὰ πεισθῇ πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐντὸς τῆς Βουλῆς; Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν, λέγει, πληροφορίας· μεταβάλλετε ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ στηρίζωνται εἰς τὰς πρώτας ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀληθείας, καὶ διὰ νὰ ἀνακαλύψητε ὅλα αὐτὰ, σᾶς λέγουν, μὴ ἔλθετε εἰς παρομοίαν συζήτησιν, μὴ ὁμιλεῖτε καὶ οὕτω θὰ φωτισθῆτε. Αὐτὸ μοὶ φαίνεται παράδοξον· ἀλλὰ σᾶς λέγομεν ἀπεναντίας, ἀρχίσατε τὴν συζήτησιν, διότι νομίζομεν, ὅτι οἱ διοργανισμοὶ, τοὺς ὁποίους φέρομεν, ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν οἰκονομίαν, ἀλλ’ ὡς πρώτην ἀρχὴν τὴν καλὴν διοίκησιν, τὴν ἀσφαλῆ διανομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ζητοῦμεν λοιπὸν νὰ ἐπιληφθῆτε τοῦ ἔργου σας, νὰ ἀρχίσετε τὴν συζήτησιν διὰ νὰ φωτισθῆτε· ὄχι, σᾶς λέγει ὁ Κ. Χριστόπουλος, πρέπει νὰ σιωπήσητε.
§69Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον νὰ διανείμητε τὸν προϋπολογισμὸν ἀπόψε, καὶ αὔριον συζητοῦμεν.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὁποῖον ἐννόμως δὲν ἠμποροῦν νὰ παραδεχθοῦν, καθ’ ὅσον ἠμποροῦν εὐλόγως νὰ μᾶς ἀντιτάξωσιν ἐν τῇ συζητήσει, πρέπει ν’ ἀναβάλετε ἵνα κοινοποιηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, νὰ γίνῃ γνωστὸς, νὰ μελετηθῇ καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν· τὸ διατάττει ὁ νόμος, ἀπαιτεῖ μάλιστα καὶ ἔκθεσιν, εἶναι παράνομον, ἑπομένως, θέλουσι μᾶς εἴπει, νὰ συζητήσωμεν χωρὶς νὰ προηγηθῶσι ταῦτα εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ. Ὁ λόγος λοιπὸν τοῦ Κ. Χριστοπούλου, ὁ τρόπος καθ’ ὃν θέλει νὰ φωτίσῃ τὴν συνείδησιν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ σπουδαῖος, καὶ γείνῃ ἀποδεκτός. Ὁ συμβιβασμὸς, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν, εἶναι παράνομος, καὶ ἂν ἠθέλατε νὰ τὸν παραδεχθῆτε κατ’ ἀνάγκην, ἠθέλατε πράξει παρανομίαν, παραδεχόμενοι ἀναβολὴν, ἥτις ἐπὶ πολὺ θέλει ἀναβάλλει τὴν ἐργασίαν μας· ἀλλ’ ὁ Κύριος Ἰακωβᾶτος δὲν θέλει νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καί τοι πολλάκις ζητηθείς. Κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων θέλομεν εὑρεθῆ εἰς διαφωνίαν μετὰ τοῦ Κυρίου Χριστοπούλου, ἰδίως ὡς πρὸς μίαν ἀρχὴν πολὺ οὐσιώδη. Οἱ ὑπάλληλοι ἐν τῇ κοινωνίᾳ εἶναι ἄνθρωποι προωρισμένοι νὰ τρέφωνται, καὶ ἡ κοινωνία εἰς τὰ μέτρα της πρέπει νὰ ὑπολογίζῃ τὴν τροφὴν, τὴν ὁποίαν δίδει ἢ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, καὶ νὰ μετρῇ τὰς ἀνάγκας της ἀναλόγως τοῦ ἄρτου, τὸν ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην εἷς ἕκαστος; Οἱ ὑπάλληλοι ἐν τῇ κοινωνίᾳ εἶναι οἱ ἐργάται, οἱ λειτουργοὶ οἱ ἐκτελοῦντες ἓν καθῆκον μιᾶς ὑπηρεσίας, καὶ πρὸς ταῦτα πρέπει ν’ ἀποβλέπῃ ἡ κοινωνία κανονίζουσα τὰ περὶ ὑπαλλήλων. Κύριοι, διαφωνοῦμεν λοιπόν, διότι κατ’ ἐμὴν ἰδέαν ἡ θεωρία τοῦ Κ. Χριστοπούλου ταπεινώνει τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
§71Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐλάλησα περὶ τούτου;
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπατε, ὅτι εἶναι καταστροφὴ ἀτόμων, τὰ ὁποῖα κτλ. Κατ’ ἐμὲ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψιν ἂν ὀλιγωτέρους ἢ περισσοτέρους θὰ θρέψῃ, ἀλλὰ διὰ τίνων μέσων καλλίτερον καὶ ἐννομώτερον ἠμπορεῖ νὰ διοικήσῃ. Καὶ ἂν, Κύριοι, τὰ μέσα αὐτὰ, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν θὰ λάβῃ, ἔχουν καὶ μερικὰ δυσάρεστα εἰς τὰ ἄτομα, ποτὲ δὲν πρέπει νὰ σταματήσῃ εἰς τὴν πορείαν του χάριν τούτων. Ἰδοὺ ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξω ἐνώπιόν σας, καὶ ἐλπίζω νὰ γείνῃ παραδεκτή. Λοιπὸν θέλετε ἰδῆ τότε, ὅτι αἱ μεταβολαὶ, τὰς ὁποίας ὑποβάλλομεν, δὲν εἶναι ἔνοχοι τῶν ὁποίων ταῖς ἀποδίδουσι μομφῶν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἕνας νόμος, ἐπειδὴ ἰδίως περὶ αὐτοῦ πρόκειται, ὑφίσταται· τοῦ νόμου αὐτοῦ ζητεῖται ἡ ἀναθεώρησις ἢ διόρθωσις· ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ὑποστῇ 3 ἀναγνώσεις καὶ 3 συζητήσεις καὶ ἡ συζήτησις ἠμπορεῖ νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ 10 ἡμέρας, καὶ οὔτε τὴν πρώτην τὴν τυπικὴν ἀνάγνωσιν δέχεσθε, διατί; διὰ νὰ παρουσιασθῇ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον σεῖς ὑποθέτετε, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ παρουσιάσωμεν ἀπόψε· καὶ εἷς τοιοῦτος προϋπολογισμὸς ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἑτοιμαζόμενος, ἀξίζει τοῦ ὀνόματός του; καὶ ἀπὸ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν θέλετε φωτισθῆ; Κύριοι, εἶσθε συνεπεῖς, ὁμολογήσατε, ὅτι θέλετε νὰ ἀναβάλετε πᾶσαν συζήτησιν. Κύριοι, τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν πρόκειται νὰ ἀποφασίσητε, εἶναι τὰ μὲν ἐκ τῶν μὴ ὑποβληθέντων εἰς τὸ συμβούλιον, καὶ ἑπομένως αὐτὰ θέλουσι συζητηθῆ ὁριστικῶς, ἀφοῦ παρέλθουν 20 περίπου ἡμέραι, διὰ δὲ τὸ παρὸν καὶ τὸ περὶ διοικητικῆς μεταῤῥυθμίσεως διῆλθε τὴν βάσανον τοῦ Συμβουλίου· ἀλλὰ καὶ αὐτὰ κατὰ τὸ Σύνταγμά μας θὰ ὑποβληθοῦν εἰς 3 ἐξετάσεις καὶ ἐρεύνας. Διατί λοιπὸν δὲν θέλετε νὰ ἀφήσητε οὔτε βῆμα νὰ προχωρήσωμεν; Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, διατὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησιν τοῦ Κ. Σακελλαριάδου· παρακαλῶ νὰ ἀποφασίσητε νὰ προχωρήσητε, νὰ ἀπομακρύνετε τὰς προφάσεις, νὰ εἴπητε θέλομεν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων· ἀποφασίσατε τέλος νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασίς σας καθ’ ἣν ἡ ἔκθεσις ἔπρεπε μέχρι τῆς Πέμπτης νὰ ἀποφασισθῇ· ὁ Κ. Ἰακωβάτος αἰώνια, ὅταν πρόκηται περὶ ἡμῶν, μὲ τὴν πρόφασιν τῆς δικαιοσύνης, ἵνα μὴ εἴπω τὴν ἐπιθυμίαν τῆς καταδίκης, μᾶς μέμφεται ὡς μὴ ἐκτελοῦντας τὸ καθῆκόν μας· ἀλλὰ πρῶτος αὐτὸς συλλαμβάνεται παραλείπων τὸ καθῆκόν του· μιᾶς ὥρας ἐργασία ἤρκει νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσιν.
§73Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶμαι 21ος καὶ τελευταῖος· ὑπῆγα δὶς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ δὲν εἶχον ἔλθει οἱ φίλοι σας.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς σᾶς ἐζήτησε· χθὲς ἡ ἐπιτροπὴ ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον διὰ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, διότι ὁ Κ. Πρόεδρος παρήγγειλεν ὅτι ἔχει ἀνάγκην τοσούτων πληροφοριῶν ἀπὸ τὰ διάφορα τμήματα, τὰ ὁποῖα καὶ διετάχθησαν νὰ δώσωσιν, ἀλλ’ ὁ Κ. Ἰακωβάτος δὲν ὑπῆρχε. Λοιπὸν, Κύριοι, παρακαλῶ νὰ λύσητε διὰ παντὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι ἄλλως θὰ ἔχωμεν αἰωνίως ματαίας συζητήσεις· ἀποκρούω, ὅπως τῆς ἀξίζει, τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν προβλέπομεν, ὅτι δὲν εἴμεθα προσεκτικοὶ· ἀλλὰ πῶς νὰ προβλέψωμεν, νὰ κάμωμεν διοργανισμοὺς ἄνευ Βουλῶν; καὶ ὅταν ἦλθαν αἱ Βουλαὶ δὲν ἦτο ἡ πρώτη πρᾶξις νὰ ἐκθέσωμεν τὴν κατάστασίν μας καὶ νὰ προτείνωμεν τὴν θεραπείαν; τὶ σᾶς εἴπομεν ἔκτοτε; ἰδοὺ ἡ κατάστασίς μας, ἰδοὺ τὰ πρὸς θεραπείαν μέσα, καὶ εὐγνωμονοῦμεν τῇ Βουλῇ, διότι μετὰ προθυμίας μᾶς παρέσχε τὴν συνδρομήν της. Μᾶς μέμφονται διότι δὲν εὕρομεν δάνειον ἔτι, ἀλλὰ τὰ δάνεια δὲν εἶναι πράγματα τῆς στιγμῆς, καὶ μολοντοῦτο δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς πολλὰς ἑκατοστύας χιλιάδων ἔχομεν πραγματοποιήσει· πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων, εἰσπραχθησομένων ἐν Ἑλλάδι μὲ τόκον 7%, ἐνῷ ἐν Εὐρώπῃ ἔχουν 7 καὶ 8 αἱ προεξοφλήσεις καὶ ἐν Τουρκίᾳ 12%. Ἡ Ἰταλία ἐδανείσθη μὲ τόκους ὑπερόγκους, καὶ μολαταῦτα ἡ Ἑλλὰς εὗρε δάνεια 2 καὶ 3 ἑκατομμύρια, μὲ τὰ ὁποῖα καλύπτει τὰ ἐλλείμματά της· ἄλλως θὰ εὑρίσκεσθε εἰς δυσκολίας πολὺ μεγάλας καὶ σπουδαίας. Τέλος πάντων παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διακόψῃ αὐτὴν τὴν πλημμύραν τῶν ματαίων ἀντιλογιῶν.
§75Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ προσωπικόν· ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἐστηρίχθη εἰς τὸ νὰ εὕρῃ μίαν ἀντιλογίαν ἐναντίον μου, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ αἴτιος τῆς μὴ συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τοῦ προϋπολιγισμοῦ τοῦ 66· τὶ ἀναφέρει τὸν τοῦ 1865; Ἐγὼ εἶπα, ἂν φέρῃς καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 65, σοῦ τὸν χαρίζω· ἂν ὅμως πρόκηται περὶ τῶν δύω, τριῶν μηνῶν τοῦ 65 εἶναι δυνατὸν νὰ γείνουν οἰκονομίαι τινὲς καὶ εἰς αὐτούς. Ἐγὼ εἶμαι ὁ τελευταῖος τῶν 21 μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἅμα προσεκλήθημεν νὰ συνεδριάσωμεν, ἦλθον πρῶτος καὶ οὐδεὶς τῶν φίλων τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ ἦλθε· μόλις δέκα συνῆλθον καὶ ἔπρεπε νὰ ἤμεθα δώδεκα, καὶ μολοντοῦτο ἐγὼ παρεκάλεσα τοὺς συναδέλφους μας νὰ κοινοποιήσωμεν μεταξὺ μας τὰς ἰδέας μας καὶ ἔφερον καὶ ἐγγράφους προτάσεις οἰκονομίας, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ κάμωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Ἑπτανήσου τῶν δύω, τριῶν τελευταίων μηνῶν. Ὡμιλήσαμεν ἀρκετὰ, ἐπεριμείναμεν ἕως τὰς δώδεκα καὶ διελύθημεν ἄπρακτοι. Τὴν ἐπιοῦσαν ἐπίσης εἴμεθα δέκα καὶ ἔλειπαν ἐπίσης οἱ φίλοι τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ. Ἐγὼ εἶπα, μολονότι δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, νὰ γράψωμεν εἰς τὸν πρωθυπουργὸν διὰ πληροφορίας· ἔστειλε περὶ τούτου ὁ πρόεδρος Κ. Καλλιφρονᾶς καὶ ἦλθεν ἀπάντησις, ὅτι δὲν δύνανται νὰ μᾶς δώσωσι πληροφορίας, καὶ ἐσυμφωνήσαμεν νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ συνεδριάσωμεν μὲ μεγάλην ἀβεβαιότητα, καὶ ἔλεγον ὅλα τὰ μέλη, ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ γίνωμεν καὶ δεκτοί. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι ὅποιος δὲν θέλει νὰ ζυμώσῃ πέντε μέραις κοσκινίζει· δὲν θέλει τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐπεξεργασθῶμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866· καὶ ἂν τὴν σήμερον αἰτιᾶται ἡμᾶς, ὅτι δὲν ὑπήγαμεν εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπου ἐγὼ ἐκ συστήματος δὲν πατῶ ποτὲ, ἡμεῖς πραγματικῶς εἴμεθα ἀνεύθυνοι, ἐνῷ οἱ φίλοι του δὲν ἔρχονται, καὶ μὲ φέρει εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην τοῦ ἀρχαίου στρατηγοῦ τῶν Ἀθηναίων, ὅστις ἀφοῦ ἐγκατελείφθη ὑπὸ τοῦ στρατοῦ του καὶ ἐπέστρεφε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸ πεδίον τῆς μάχης, τοὺς εἶπε «μεθ’ ὑμῶν γε, ὦ φίλαι κεφαλαί»· καὶ ἐγὼ ἔφυγον ὁ τελευταῖος.
§76ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ, Κ. Πρόεδρε, ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς ὡς πρόεδρος τί ἔπραξε;
§77ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀναφέρομαι εἰς ὑμᾶς, Κ. Στράτε.
§78ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν πρώτην ἡμέραν δὲν ἦτον ἐκ τῶν πρώτων ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ἐνῷ οἱ φίλοι τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν οἷς συγκαταλέγομαι καὶ ἐγὼ, παρῆσαν. Τὴν δευτέραν ἡμέραν ἐπίσης δὲν ἦλθεν ἐκ τῶν πρώτων, ἐνῷ οἱ φίλοι τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ ἦσαν. Τὰς δύω ἄλλας συζητήσεις, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν κατὰ γνωμοδότησιν τοῦ Κ. Βότζαρη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς οἰκονομίας, ὁ Κ. Ἰακωβάτος οὔτε εἰς τὴν μίαν, οὔτε εἰς τὴν ἄλλην ἦλθεν, ἴσως διότι δὲν θέλει νὰ πλησιάσῃ τὰ ὑπουργεῖα παρ’ ὅταν γείνῃ ὑπουργός. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων καὶ παρακαλῶ τὸν Κ. Καλλιφρονᾶν νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ ἢ ὄχι.
§79ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Αὐτὰ, Κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀντεγκλήσεις καὶ δὲν πρέπει νὰ λέγωνται· αὐτὸ μόνον παρατηρῶ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ δοθῇ παράτασις μέχρι τῆς δευτέρας.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρατείνει τὴν προθεσμίαν μέχρι τῆς δευτέρας, ἵνα φέρῃ τὴν ἔκθεσιν;
§81ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Δημητριάδης.
§83Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἂν καὶ ἐθεώρουν πολλὰ λογικὴν καὶ ἰσχυρῶς αἰτιολογημένην τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, δὲν εἶχον ὅμως σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ προσθέσω τι ἐπὶ τῆς λίαν ἀνεπτυγμένης καὶ δικαιολογημένης ἀγορεύσεώς του, ἐὰν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ ἐπανάληψιν δὲν ἐνόει νὰ μᾶς ἀποδώσῃ μομφήν τινα. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, κάλλιστα τοὺς λόγους τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς ἐπαναλάβω· ἐλυπήθην μάλιστα πῶς διέφυγον ἀπὸ τὸ στόμα του, ἐνῷ εἶναι ἀρκετὰ λεπτὸς καὶ εἰς τὰς φράσεις καὶ εἰς τὰς λέξεις του, πῶς διέφυγον, λέγω, τὴν προσοχήν του τοιαῦται φράσεις, αἵτινες ἐπιῤῥίπτουσι μῶμόν τινα εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἦλθε μὲν κατόπιν νὰ διορθώσῃ τὸ πρῶτον λάθος του, ἀλλὰ νομίζετε τάχα ὅτι μᾶς ἱκανοποίησεν; Ἐγὼ φρονῶ ὅτι κἄτι τι περισσότερον ἀπέδωκεν εἰς ἡμᾶς, διότι πάλιν τὴν λέξιν προφάσεις ἐπανέλαβεν. Ὅταν, Κύριοι, λέγῃ —μὴ ἀκούετε αὐτὰς τὰς προφάσεις— δὲν ἐννοεῖ νὰ μᾶς ἀποδώσῃ μίαν ἔλλειψιν ἐκ πλαγίου; ἡ πρόφασις Κύριοι, σημαίνει, ὅτι δὲν ἔχει τις ὑπὲρ αὑτοῦ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸ δίκαιον, ἀλλὰ καταφεύγει εἰς ὑπεκφυγὰς, εἰς στρατηγήματα καὶ στρεψοδικίας διὰ νὰ φέρῃ ματαίωσιν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἥτις δύναται νὰ γεννήσῃ μεγάλα κακὰ εἰς τὸ Κράτος, κατὰ τὰς ἰδίας τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ φράσεις, καὶ αἴτιοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ προφάσεων ζητοῦν τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐργασιῶν. Ἔχετε, Κ. Πρωθυπουργὲ, κανὲν διδόμενον ἕως τώρα, ὅτι διὰ προφάσεων ἐζητήσαμεν νὰ ματαιώσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; Νομίζω ὄχι, ἐξ ἐναντίας ὡς Ἐφιάλτης κάθηται ἐπὶ τοῦ στέρνου ἡμῶν ἡ πληθώρα ἐκείνη τῶν ἀπείρων νομοσχεδίων, ὡς καὶ τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐφέρατε, καὶ πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἀσυζητητεὶ μάλιστα ἐγένοντο παραδεκτά· τοσαύτη σύγχυσις ἐπῆλθεν ὡς ἐκ τῆς σωρείας αὐτῶν, ὥστε οὐ μόνον νὰ μελετήσωμεν, ἀλλ’ οὔτε νὰ ἀναγνώσωμεν κἂν προφθάνομεν, ἐσκοτίσθησαν αἱ ἰδέαι μας· καὶ τῇ ἀληθείᾳ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω οὔτε πόσα νομοσχέδια συνεζητήθησαν, οὔτε πόσα ἐψηφίσθησαν ἢ παρεδέχθησαν. Λοιπὸν, Κ. Πρωθυπουργὲ, ἀφοῦ δὲν ἔχετε κἀνὲν διδόμενον, ὅτι ἡμεῖς ἐκ προθέσεως παρεμβάλλομεν προσκόμματα εἰς ὑμᾶς, πῶς ἔχετε ἤδη τὸ θάῤῥος νὰ μᾶς ἀποδώσητε προφάσεις, σεῖς Κύριοι, ἐν γένει, οἵτινες εἶσθε οἱ κυβερνήσαντες τὸν τόπον διὰ νομοθετικῶν διαταγμάτων ἕως τώρα, καὶ κατηντήσατε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ λέγητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι τυπικὴ θέλει εἶσθαι ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς! Δὲν ἠξεύρω ὅμως, ἐὰν ἡ πρόνοια τοῦ Συντάγματος τοῦ νὰ παραπέμπηται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὁ προϋπολογισμὸς καὶ διακεκριμένως ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, συζητητέων τρὶς, νὰ συζητῆται μόνον ἅπαξ, ἐὰν, λέγω, ἡ πρόνοια αὕτη ἦτον ἁπλῶς τυπική. Εἶναι, Κύριοι, τὸ σπουδαιότερον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ, καὶ ἀπορῶ πῶς τόσον ὀλίγην πρακτικὴν σημασίαν ἠθέλησαν νὰ ἀποδώσωσιν εἰς τὸ μεγάλον καὶ ζωτικὸν τοῦτο καθῆκον· ἀλλὰ τῳόντι τυπικὴ θέλει εἶσθαι ἡ ἐργασία, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς ἀρχὰς 8βρίου 1865, καὶ τὰ ἄχρι τοῦδε ψηφισθέντα νομοσχέδια περὶ πιστώσεων τί λέγουν; νὰ δαπανήσητε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, καὶ ὄχι τοῦ ψηφισθησομένου. Λοιπὸν τυπικὴ εἶναι βεβαίως, εἶχε δίκαιον κατὰ τοῦτο ὁ Κ. πρωθυπουργός. Ἀλλὰ σεῖς εἶσθε οἱ αἴτιοι τῆς τυπικότητος ταύτης Κύριοι ὑπουργοί. Ἔπειτα, Κύριοι, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρόφασιν εἶπεν, ὅτι δὲν ἐργάζονται τινὲς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ μὲ τοῦτο ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδώσῃ αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι ἓν μέλος ταύτης ἔτυχε νὰ ᾖναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὗρεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ὡς παραμελῆσαν τὰ καθήκοντά του. Κ. Πρωθυπουργὲ, ὑπῆρξας κατὰ πολλὰς περιόδους βουλευτής· δὲν μοὶ λέγεις πότε συνέβη εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἐκεῖνα Σώματα τῆς Ἑλλάδος νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἰς διάστημα 10 ἡμερῶν; Μῆνες, Κύριοι, ὁλόκληροι παρῆλθον, σὺ ὁ ἴδιος ἦσο ἄλλοτε μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ δεκάκις ἴσως, καὶ ποτὲ δὲν ἐπεραίωσες τὰ ἔργα σου, ὄχι εἰς διάστημα 15 ἡμερῶν, ἀλλὰ εἰς 30, καὶ ἴσως καὶ ἐντὸς τριῶν μηνῶν. Τὸ γνωρίζετε, Κύριοι, διότι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἐδῶ καθημένους ἐκάθηντο καὶ τότε εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκείνας ἕδρας. Πῶς θέλετε λοιπὸν εἰς διάστημα 15 ἡμερῶν, ὅση προθεσμία δίδεται εἰς ἓν ἁπλούστατον νομοσχέδιον, νὰ περαιωθῇ ἡ συζήτησις ἑνὸς προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους; Βλέπετε ὅθεν, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ ἀμέλεια οὔτε εἰς τὰ μέλη τῆς συμπολιτεύσεως, οὔτε εἰς τὸ μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ὥστε δὲν εἶχε δίκαιον, ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο, ὁ Κ. πρωθυπουργὸς νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἡμᾶς οὐδεμίαν ἔλλειψιν· καὶ ἐπεθύμουν μάλιστα, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐπανορθώσῃ εἰλικρινῶς τὸ πρῶτον λάθος του, ν’ ἀφῄρει ὅλως διόλου ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν του καὶ τὴν λέξιν αὐτὴν προφάσεις. Ἔρχομαι, Κύριοι, ἤδη νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου περὶ ἀναβολῆς ἔχῃ πραγματικήν τινα ἀξίαν καὶ ἁρμόζῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἢ ᾖναι ὅλως διόλου περιττή. Καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι εἶναι ἀναγκαιοτάτη καὶ ἰσχυροτάτη. Δὲν εἶναι πολὺς καιρὸς, Κ. πρωθυπουργὲ, ἀφ’ οὗ εἰσηγάγετε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1865, καὶ ἀγορεύοντες εἴπετε ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, καὶ ἀπεδείξατε τότε, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα καὶ ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο δὲν δύνασθε νὰ τὸ καλύψητε διὰ μέτρων οἰκονομικῶν· τουτέστι παρεστήσατε τότε, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ ἡ Κυβέρνησις οἰκονομίας πραγματικὰς εἰς τὸν προϋπολογισμόν· τοῦτο τοὐλάχιστον ἐξάγεται ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ὁμιλίας σας, ὅπερ ἀναγινώσκω ἔχον οὕτως· «ἰδοὺ τὰ δύω ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶχον καθῆκον νὰ ἐξετάσω, τὸ πρῶτον, ἐὰν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν οἰκονομίας, καὶ οἰκονομίας λέγων ἐννοῶ τὰς ἀληθεῖς, τὰς πραγματικὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας φέρει μία μεταῤῥύθμισις ἑνὸς συστήματος ὁλοκλήρου καὶ κατάργησις ῥιζικὴ μιᾶς ἀνάγκης κλπ.» «Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐρευνῶν μου φέρω ἐνώπιόν σας. Συγχωρήσατέ μοι ὅμως νὰ σᾶς ἀναγγείλω μὲ λύπην μου, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν μου δὲν εἶναι πολὺ παρηγορητικὸν, καὶ ἀκούσατε, ἐπειδὴ πρέπει νὰ πεισθῶμεν περὶ μιᾶς ἀληθείας, διὰ νὰ ἴδωμεν τί πρέπει νὰ πράξωμεν. Ἂς μὴ φωνάζωμεν ὅλοι οἰκονομίας κλπ.» Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπέδειξε ταῦτα ......
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαβάσατέ το ὅλον διὰ νὰ ἦσθε εἰλικρινής.
§85ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἀναγνώσω τὸ ὅλον, θέλω σᾶς ἐπιβαρύνει πλειότερον, ἀλλὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἔχομεν εἰς χεῖράς μας ὅλοι, καὶ ἕκαστος ἂς ἀναγνώσῃ τὴν ἀγόρευσίν σας. Ἀφοῦ λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ κάμῃ καμμίαν οἰκονομίαν, προσέθηκεν, ὅτι πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ δεύτερον. Ποῖον τὸ δεύτερον; δηλ. τὸ δάνειον. Καὶ ἔκτοτε ἔφερε τὰ γραμμάτιά του.
§86ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μὰ ἦτο διὰ τὸ 65.
§87ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὴ βιάζεσθε. Λοιπὸν ἀπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ διόλου διὰ τῶν οἰκονομιῶν, καὶ τοῦτο ἦτο φυσικὰ τὸ διαγεγραμμένον κυβερνητικὸν σύστημά της, διὸ καὶ κατέφυγεν εἰς τὸ ἄλλο σύστημα, τὸ τῶν δανείων, ἐπικαλουμένη τὸ μέλλον εἰς βοήθειαν τοῦ παρόντος, πρὸς δὲ καὶ τὴν ἐπιβολὴν φόρων τινῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἔκτοτε μᾶς ἐσημείωσε τὴν τροποποίησιν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου. Ἡ Βουλὴ προθυμότατα συγκατετέθη εἰς τὰς προτάσεις καὶ ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ κάμῃ τὰ δάνεια εἴτε χρεωλυτικῶς, εἴτε δι’ ἐντόκων γραμματίων. Τότε, Κ. Πρωθυπουργὲ, εἴπετε, ὅτι ἔχετε πλήρη πίστιν, ὅτι εὐκολύνεσθε νὰ κάμετε τὸ δάνειον, καὶ ὅτι δὲν θέλετε ποτὲ καταντήσει εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων διὰ τῶν γραμματίων· καὶ ἀφοῦ σᾶς ἐδόθη ὁ νόμος αὐτὸς τῶν ἐντόκων γραμματίων, περιλαμβάνων καὶ τὸ χρεωλυτικὸν δάνειον, τί ἐκάμετε; δὲν μᾶς λέγετε; τίποτε· ἄλλως τε δὲ γνωρίζομεν, ὅτι δάνειον δὲν σᾶς ἐχορηγήθη, καὶ ἐκ τούτου ἐξάγεται ὅτι δὲν ἔχετε πίστιν. Ὅταν δὲ προχθὲς ὑπεβάλετε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866, προετείνετε τοὐναντίον, ὅτι φέρετε οἰκονομίας δι’ ὧν θέλετε δυνηθῆ νὰ καλύψετε τὸ ἔλλειμμα τῶν 4 ἑκατομμυρίων· καὶ ἀφ’ οὗ τοιουτοτρόπως ἔρχεσθε εἰς ἰσοῤῥοπίαν, διὰ τί πάλιν καταφεύγετε εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρων; Κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1865 εἴπετε, ὅτι ἀδυνατεῖτε νὰ ἐπιφέρετε οἰκονομίας, καὶ διὰ τοῦτο θέλετε καταφύγει εἰς τὴν προσθήκην φόρων καὶ εἰς δάνεια. Τώρα, ἀφοῦ φέρετε τὰς οἰκονομίας, τίς ἡ ἀνάγκη τῆς προσθήκης φόρων; Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ ἰσχυρὸς λόγος τοῦ Κ. Ἰακωβάτου περὶ ἀναβολῆς. Τῷ ὄντι ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἴδωμεν, ὅτι αἱ δαπάναι πλεονάζουν, καὶ ἐὰν παρίσταται σήμερον ἀναγκαία ἡ ἐπιβολὴ φόρων, τότε ἐρχόμεθα εἰς τὸ μέτρον τοῦτο· ἑπομένως ὁ λόγος οὗτος εἶναι ἰσχυρὸς καὶ πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ ἐὰν μὲν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, καὶ δὲν ὑπάρχῃ ἔλλειμμα, τότε καθίσταται περιττὸς αὐτὸς ὁ νόμος· ἐὰν δὲ δὲν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, τότε παρίσταται ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ περὶ ἐπιβολῆς φόρων καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐγὼ παρατηρῶ ἓν ἄλλο. Καὶ ἐνταῦθα θέλω κάμει μικρὰν παρέκβασιν, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσῃ κανείς. Πῶς συμβιβάζεται, Κύριοι, τὴν πρώτην μὲν φορὰν νὰ λέγῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον δι’ οἰκονομιῶν, διότι ἐκ τῶν ἐρευνῶν της ἐπείσθη, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτας πραγματικὰς, κατόπιν δὲ νὰ λέγῃ τὸ ἄλλο, τοὐτέστιν, ὅτι δύναται φέρῃ οἰκονομίας τεσσάρων ἑκατομμυρίων; Αὐτὸ, Κύριοι, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει διαγράψει ἐν τῇ πορείᾳ της οὐδὲν κυβερνητικὸν σύστημα, ἀλλὰ τὸ ἀβέβαιον τοῦτο, τὸ ἄστατον, ἡ ἔλλειψις τῆς πεποιθήσεως, δὲν ἠξεύρω ἐὰν στέκῃ ποτὲ εἰς καμμίαν Κυβέρνησιν. Δὲν ηὕρετε, Κύριοι, δάνεια; ἄρα ἐχάσατε τὴν πίστιν, ἐνῷ πρὶν ἐλέγετε ὅτι τὴν εἴχετε· καὶ ὅταν δὲν ἔχετε πίστιν, καὶ ὅταν δὲν ἔχετε διαγράψει κανὲν σύστημα εἰς τὴν κυβερνητικήν σας πορείαν, μὰ τὴν ἀλήθειαν, συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πηγαίνετε διόλου καλά· καὶ ἐὰν λέγητε, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουν καλῶς, καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑποδεικνύητε φόβους κατὰ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, σεῖς, οἵτινες ἐξακολουθεῖτε αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς ἀβεβαιότητος, καὶ ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὸν ἴδιον ἑαυτόν σας, σεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ σκεφθῆτε, ἐὰν δύνασθε νὰ ἐξακολουθῆτε ἀκόμη μετὰ τόσην ἐπιμονὴν τὴν διατήρησίν σας εἰς τὰ πράγματα, ἀφοῦ τὸ σύστημα τῆς ἀβεβαιότητος, τῆς ἐλλείψεως τῆς πίστεως καὶ τῶν πεποιθήσεων εἶναι τὰ μόνα αἴτια, τὰ ὁποῖα γεννῶσι τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους οἱ ἴδιοι προβάλλετε. Κύριοι, ποτὲ δὲν ἐπιβάλλεται φόρος τοιοῦτος, μάλιστα ἐπαχθέστατος καὶ ἀσυνείθιστος ἐντελῶς εἰς ἓν Κράτος, ὁποῖος εἶναι ὁ ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ὄχι ὁ φόρος ἀπολύτως τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλ’ ὁ ἄλλος φόρος, ὁ τῆς πληρωμῆς δικαιωμάτων διὰ τὰ κληρονομούμενα, καὶ τὰ τοιαῦτα ....
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ ἀναβολῆς πρόκειται, μὴ συζητεῖτε τὴν οὐσίαν.
§89ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὴ βιάζεσθε.
§90ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἀναβολὴ εἶναι πρόφασις.
§91ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν ἀναβολὴν θέλω νὰ συζητήσω, καὶ λέγω, ὅτι ποτὲ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος καὶ φόρος μάλιστα ἐπαχθὴς, ἐὰν δὲν ᾖναι ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ ἐπιβολή του.
§92Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διαβάσατε τὸ νομοσχέδιον ἀπ’ ἀρχῆς.
§93ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁρίστε ἐδῶ νὰ τὸ ἀναιρέσητε.
§94Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ τὸ ἐδιαβάσατε ὅλο.
§95ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν ἴσα ἴσα δι’ αὐτὸ ζητῶ τὴν ἀναβολήν.
§96ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωμένος ἕως τὸ βράδυ νὰ σ’ ἀκούσῃ. Αὐτὸ εἰπέ του.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι, ὅταν ἐξέρχεται τοῦ προκειμένου, ὁ πρόεδρος τὸν διακόπτει.
§98ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς λέγω ἅπαξ διὰ παντὸς, ὅτι ἕκαστος ἔχει ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι ὁμιλῶν, καὶ μὴ διακόπτετε.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅταν ἐξέρχεται τοῦ προκειμένου ὁ ἀγορεύων, τότε διακόπτεται.
§100ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου νὰ ἀναβληθῇ ἡ προκειμένη συζήτησις μέχρι τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ ἔλθῃ συνάμα μετ’ αὐτοῦ, εἶναι πρότασις λογικωτάτη· διότι, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ἀφοῦ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν ἤδη, ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν θέλει κατορθώσει νὰ σβεσθῇ τὸ ἔλλειμμα τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νέων φόρων· ἑπομένως εἶναι ὀρθὸν νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξ ἧς θέλομεν ὁδηγηθῆ εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἢ μὴ νέων φόρων. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος φίλος μου Κ. Χριστόπουλος ἠθέλησε νὰ κάμῃ ἕνα συμβιβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἀντέκρουσεν ὡς συμβιβασμὸν ἀσυμβίβαστον. Ἐγὼ λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον δὲν θέλω συμφωνήσει μὲ αὐτὴν, διότι θεωρῶ καταλληλοτέραν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου· ἑπομένως, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς διέλθῃ ὅλας τὰς διατυπώσεις τῆς προεξετάσεως κατὰ τὸν κανονισμὸν καὶ ἀφοῦ εἰσαχθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐνταῦθα, τότε θ’ ἀρχίσῃ καὶ ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος ὅμως ἠμπορεῖ, ἐνόσῳ ἐργάζεται ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ φέρῃ τὰς φορολογικὰς προτάσεις του. Συμπεραίνων λοιπὸν ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου τοῦ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου μέχρις οὗ εἰσαχθῇ κατηρτισμένος ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν. Ἄλλως, Κύριοι, θὰ συμβῇ τὸ ἄτοπον νὰ ψηφίσωμεν ἤδη φόρους, καὶ κατόπιν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς δαπάνας μας, ὅτε θέλει παρουσιασθῇ ἓν πλεόνασμα ἐσόδων, καὶ ἠμπορεῖτε μὲν νὰ μοῦ εἰπῆτε, καὶ τί καλλίτερον παρὰ νὰ ἔχωμεν περίσσευμα εἰς τὸ ταμεῖόν μας, ἀλλ’ ὅπου ὑπάρχουν περισσεύματα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβαρύνεται ὁ λαός.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κυπριάδης.
§102ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἡ συζήτησις.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς προτάσεις παρουσιάζονται περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Μία τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, μέχρι τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866· ἡ δευτέρα τοῦ Χριστοπούλου, μέχρι τῆς τυπώσεως καὶ διανομῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866· τρίτη πρότασις τοῦ Κ. Παδοβᾶ, μέχρι τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἀπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1858 καὶ ἐπέκεινα. Θέλετε νὰ τὰς συγχωνεύσετε εἰς μίαν, ἢ θέλετε μίαν πρὸς μίαν νὰ τὰς ψηφοφορήσωμεν;
§104ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν ἔκαμον ὡς πρότασιν, τὴν ἔκαμον ὡς παρατήρησιν οὐσιώδη, ἡ ὁποία δικαιολογεῖ τὴν ἀναβολήν.
§105Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν ἀποσύρω, διότι δὲν εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ γείνῃ δεκτὴ παρὰ τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μένει λοιπὸν μία, ἡ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, ἡ ὁποία λέγει, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866.
§107ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ Κ. Ἰακωβάτος περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν ἀναβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Θέλετε κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν;
§109ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 59 κατὰ 41, ἑπομένως προοδεύει ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§112ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ὥραν θέλετε νὰ προσδιορίσωμεν ὡς ὥραν διαλύσεως τῆς συνεδριάσεως; θέλετε μέχρι τῆς 4 ἢ μέχρι τῆς 5;
§114ΠΟΛΛΟΙ. Μέχρι τῆς 5.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας σας.
§116ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ συνεδριάζωμεν μίαν ὥραν προτήτερα, καλά· ἀλλὰ μετὰ τὴν 4ην νὰ καθήμεθα εἰς τὸν ἥλιον, καθὼς βλέπετε τώρα, δὲν καθήμεθα.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ διορθόνεται.
§118ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀπὸ τὰς 9 ἔχουν συνεδρίασιν αἱ ἐπιτροπαί· ὥστε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καθήσωμεν μέχρι τῆς 5.
§119ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἄλλοτε εἴχαμεν τάξει τὴν 8ην ὥραν ὡς ὥραν ἐνάρξεως· δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κατασταθῶμεν ἐνήμεροι· ἐτάξαμεν τὴν 10, οὔτε τότε· ἐτάξαμεν τὴν 12 καὶ μόλις συνερχόμεθα εἰς τὴν μίαν μέχρι τῆς 4, ἐνῷ ὀφείλομεν διὰ νὰ ἐργασθῶμεν, ὀφείλομεν διὰ νὰ ἐπισπεύσωμεν, διότι ὁ λαὸς πληρόνει μὲ τοὺς ἱδρῶτάς του.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν στέργῃ νὰ παρατείνεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 5 ὥρας.
§121Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι διόλου ἐναντίος νὰ ἐργάζεται ἡ Βουλὴ ὅσον εἶναι ἀνάγκη, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ἄτοπον, ἂν π. χ. συζήτησίς τις ἢ ψηφοφορία παραταθῇ πέραν τῆς 5 ὥρας, θὰ τὴν διακόψωμεν;
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοοῦμεν τοὐλάχιστον μέχρι τῆς 5. Ἂς ἀφήσωμεν αὐτό. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὃ σᾶς ἀνεγνώσθη;
§123ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἡ ἀρχὴ ἐγένετο παραδεκτή. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ καθέκαστα. Ἀνεγνώσθη τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον περὶ χαρτοσήμου κατ’ ἄρθρον· καὶ ἕκαστον ἄρθρον, γενομένης εἰδικῆς ψηφοφορίας καὶ μὴ ὑπαρχούσης ἀντιῤῥήσεως, ἐγένετο παραδεκτὸν διὰ ά. φοράν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς ἕτερον νομοσχέδιον περὶ σχηματισμοῦ πόρων πρὸς συντήρησιν καὶ βελτίωσιν τῆς κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν συγκοινωνίας τοῦ Κράτους. Ἀναγινώσκεται.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§127ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἡ ἀρχὴ ἐγένετο παραδεκτή. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ καθέκαστα. Ἀνεγνώσθη τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον καὶ κατ’ ἄρθρον ἐψηφίσθη διὰ ά. φοράν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ ἐκτελέσεως διαφόρων δημοτελῶν ἔργων ἐπὶ τοῦ δήμου Πυλίας· θέλει τυπωθῆ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, (ὥρα 4½).