1865.07.29
2.295 στίχοι · 19.052 λέξεις · 236 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36.
Τῆς 29 Ἰουλίου 1865.
(Πέμπτη).
Ὥρα 11 Π. Μ.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Οὐχί.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Ναυπλίας Κωνσταντῖνος Εὐθυμιόπουλος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως τῶν κατοίκων Ναυπλίας τῶν ἐκ καπνῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου, καὶ συνοδεύει αὐτὴν μὲ ἔκθεσιν. Ὁ Κύριος Γρίβας καὶ Γεροθανάσης ὑπέβαλον πρὸς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ἡ Κυρία Μαριγὼ Πηνιὼ ἐξαιτεῖται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1864 νόμου περὶ συντάξεων. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως εἶναι κατὰ πρῶτον ἡ ἐπερώτησις τοῦ Βουλευτοῦ Σπετσῶν Κυρίου Θεοχάρη, ἀλλ’ ὁ Κύριος ὑπουργὸς μᾶς εἰδοποίησεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ, διότι πάσχει ἀπὸ καρηβαρίαν.
§4ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἰς τὸ ὑπουργεῖόν του ἐργάζεται.
§5ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι, ἂν πάσχῃ, δύναται νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς ἄλλον ὑπουργὸν, εἶναι ἀνάγκη νὰ πληροφορήσῃ τὸ Σῶμα. Δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, ἡ κοινωνία ἐνδιαφέρεται νὰ μάθῃ ἂν πραγματικῶς ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἄλλα εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλα ἐξετέλεσε.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυστυχῶς δὲν εἶναι κανεὶς ἐκ τῶν Κυρίων ὑπουργῶν παρών.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶδα τὸν Κύριον ὑπουργόν· καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, παῦσις δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν Δήμαρχον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἔχω ἀκριβεῖς πληροφορίας, ἤμην ἀπὸ τὸ πρωΐ εἰς τὸν Πειραιᾶ. Τὸ ἀποτέλεσμα μόνον γνωρίζω· ἕτερα διατρέχοντα δὲν γνωρίζω, δὲν εἶδον τὸν κύριον ὑπουργόν.
§8Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐζήτησα τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ δέκα ἡμερῶν ὅπως δώσῃ μερικὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λόγους δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἔλθῃ (θόρυβος). Τώρα θὰ σᾶς παρακαλέσω ἓν ἄλλο πρᾶγμα, ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λέγωμεν ἐντεῦθεν πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ εὐκολύνῃ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ οἰκονομίας, ἐγὼ θέλω εἰπῆ, ἂν μοὶ ἐπιτρέπητε, τὰ μέσα καθ’ ἃ ἠδύνατο νὰ ἐνεργηθῇ ἡ οἰκονομία. Ὑπάρχει ταμεῖον τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν......
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις.
§10Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλω ὁμιλήσει σχετικῶς μὲ τὴν ἐπερώτησιν.
§11ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ διετυπώθη ἀπὸ χθὲς (θόρυβος).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐκήρυξε 3 ἢ 4 νομοσχέδια κατεπείγοντα· πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ τὰ ἀποπερατώσωμεν. Ἑπομένως, ἐπειδὴ προηγήθη ἡ συζήτησις τῆς πρώτης περιόδου, θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν δευτέραν συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, καὶ κατόπιν εἰς τὴν τρίτην, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἔλθωμεν εἰς πέρας. Ἀναγινώσκεται δευτέραν φορὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγγείου φόρου.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐγνωμοδότησεν ἐπὶ τῆς χθὲς ὑποβληθείσης πιστώσεως τῶν 60,000 δραχμ. διὰ τὰ προφυλακτικὰ μέτρα κατὰ τῆς χολέρας. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας 60,000 δραχμῶν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς προτάσεως;
§15ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μᾶς ζητεῖται, εἶναι μικρὸν, καθόσον ἡ χολέρα μᾶς ἐπολιόρκησε πανταχόθεν καὶ γνωμοδοτῶ ν’ αὐξηθῇ εἰς 100,000 δραχμῶν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, Κύριε Σακελλαριάδη;
§17ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις, τὸ νομοσχέδιον παρεδέχθη διὰ δευτέραν φοράν.
§19ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διὰ πρώτην φοράν. Ἀνεγνώσθη χθὲς ἡ ἀρχὴ, παρεπέμφθη εἰς τὸ Συμβούλιον, τώρα ἀρχίζει ἡ πρώτη.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς ἦναι καὶ πρώτη.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης καὶ διὰ τὴν ἄλλην ζητηθεῖσαν πίστωσιν τὸ συμβούλιον ἐγνωμοδότησεν. Ἀκούσατε τὸ νομοσχέδιον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ συζητηθῇ ἢ νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ καὶ τοῦ ἑπομένου νομοσχεδίου τοῦ κυροῦντος τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαιώθησαν μέχρι τοῦδε μερικοὶ φόροι. Ἀναγινώσκεται. Ἄρθρον μοναδικόν. «Κυροῦται τὸ ἀπὸ 19 Μαρτίου ε. ε. Β. Διάταγμα περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐγγείου καὶ ἐπικαρπίας φόρου ἐπί τινων προϊόντων τῆς γῆς, καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν ζώων φόρου διὰ τὸ 1865 ἔτος.» Εὑρέθημεν, Κύριοι, ἠναγκασμένοι νὰ ὑπολογίσωμεν πολλὰ προϊόντα πρὶν βεβαιωθῶσι, καὶ τῶν ὁποίων τὸν φόρον ὀφείλομεν νὰ εἰσπράξωμεν πρὶν ἀκόμη συνέλθῃ ἡ Βουλή. Ἐχωρίσαμεν τὰ προϊόντα καὶ εἴπομεν τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα βεβαιοῦται. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κυρωθῇ ἤδη, διότι ἄλλως τώρα ὅπου λήγει ἡ Βουλὴ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ἐπροβλέψαμεν διὰ τοῦ διατάγματος.
§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ προξενεῖ ἐντύπωσιν ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν προκειμένην ὕλην. Θαυμάζω πως ἐπιτρέπει εἰς ἑαυτὴν ἡ Κυβέρνησις τὸν τοιοῦτον τρόπον τῆς ἐγκρίσεως τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἐνήργει καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξήσκει ἐξουσίαν δικτατορικὴν, ἐνῷ γνωρίζομεν ἕτερα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι τῳόντι ἀξιοσύστατα καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις, ὡς παραδείγματα συμβάντα εἰς τὸν τόπον καὶ οὐχὶ πρὸ πολλοῦ γενόμενα, ἔπρεπε νὰ τὰ μιμηθῇ. Ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις, κύριοι, ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως εὑρέθη εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ἐξήσκει ἐξουσίαν δικτατορικὴν, διῴκει τὸν τόπον καὶ ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ νομοθετική· ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἔργον αὐτῆς, ἅμα συνῆλθε τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ἅμα συνῆλθεν ἡ ἁρμοδία ἐξουσία, ἦτο νὰ δώσῃ λόγον περὶ ὅλων τῶν κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, περὶ ὅλων τῶν ἔργων τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ προσέτι περὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως.
§26ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ εἴπαμεν αὐτά.
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ συνάδελφος, κύριοι, Σακελλαριάδης νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος περὶ τούτου, διότι 8 ἡμέρας ὡμιλήσαμεν, ἀλλ’ αἱ 8 ἡμέραι αὗται παρατηρῶ ἀπέβησαν ἄνευ καρποῦ, καὶ ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ αἱ συζητήσεις νὰ ἦναι ἀποτελεσματικαὶ καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν ἐκαθήσαμεν εἰς τὰ θρονία τῆς Βουλῆς παρὰ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὄχι μόνον νὰ ὁμιλῶμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξετάζωμεν ἂν ἐπέρχεται καὶ ἀποτέλεσμα, διὰ τοῦτο, κύριοι, καὶ πάλιν ὁμιλῶ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀφοῦ διεχειρίσθη μίαν ἐξουσίαν τόσον μεγάλην, μὴ ὑπάρχουσαν εἰς τοὺς νόμους, ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ φέρῃ τὰς πράξεις της ὅλας καὶ νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών της, καὶ ταύτας ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν ἐν συνόλῳ. Ἠδύνατο ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μὴ τὰς ἐξετάσῃ· τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ὅμως ἦτο νὰ τὰς ὑποβάλῃ· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ποίαν τακτικὴν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις; Πρῶτον εἰσέτι δὲν μᾶς ὑπέβαλε (τοὐλάχιστον δὲν ἔλαβον ἐγὼ) τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα περιέχουσι τὴν ἐξάσκησιν τῆς διδακτορικῆς ἐξουσίας· δεύτερον, δὲν εἴδομεν γενικήν τινα ἔκθεσιν συνοδεύουσαν τοὺς νόμους καὶ δικαιολογοῦσαν πρὸς τὴν Βουλὴν τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐξήσκησε τὴν ἐξουσίαν ταύτην, ἵν’ ἀποφανθῇ καὶ ὁ τόπος καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἂν καλῶς ἐνήργησεν ἢ κακῶς, ὥστε νὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν καθ’ ἑκάστην πράξεων, καὶ ἐν γνώσει νὰ ἀποφασίσωμεν καὶ ψηφίσωμεν. Παρουσιάζεται τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἓν διάταγμα μεμονωμένον καὶ ζητοῦσι τὴν ἔγκρισίν του. Ἐγὼ δὲν θ’ ἀρνηθῶ ψῆφον, λέγω ὅμως ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ κυροῦν μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἀσπαστὸς ἀπὸ τὴν Βουλὴν, δὲν πιστεύω νὰ ἐγκρίνεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν. Ἀρκεῖ ὅτι ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον εἴδομεν ἐκνόμως διευθυνόμενον τὸ κράτος· ὅταν ὅμως τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ἦλθε, πρέπει τὰ πάντα νὰ ἐνεργῶνται τακτικῶς κατὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα καὶ τοὺς νόμους. Ὁ Κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἦτο μέλος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνθυμεῖται ἕκαστος τῶν ὑπουργῶν ἐπὶ τοῦ οἰκείου κλάδου μὲ πόσην λεπτομέρειαν ἔδειξεν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους τὰς πράξεις του καὶ ἀνεδέχθη τὴν εὐθύνην. Ἔχει καὶ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὸ ὑπουργεῖον τὴν εὐθύνην, ἀλλὰ τὴν ἔχει κατ’ ὄνομα, διότι τὰς πράξεις του δὲν τὰς ἐξέθεσεν οὔτε εἰς τὸ κοινὸν οὔτε εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ἰδίως. Ἀποκρούω τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ καὶ γνωμοδοτῶ, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν ἀρχὴν, ἥτις εἶναι καὶ σύμφωνος μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ σύμφωνος συγχρόνως μὲ ὅ,τι ἀπαιτεῖ ἡ ὑπόληψις μιᾶς Κυβερνήσεως.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Κ. Δεληγιώργης μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐλάλησε χωρὶς νὰ καταβάλῃ τὴν δέουσαν προσοχὴν, ἵνα ἴδῃ πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἦλθε πρῶτον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως καὶ ἐκεῖ μᾶς ἐζητήθη λόγος· ὁ Κ. Δεληγιώργης καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις μᾶς ἔλεγε τότε, ὅτι θέλομεν νὰ σπουδάσωμεν τὰ διατάγματα καὶ ἐγένετο μεγάλη πάλη ἐκ μέρους τοῦ Κ. Δεληγιώργη καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐπιμενούσης νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν γενικὴν ἔκθεσιν, ἀλλὰ νὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς τὴν κατὰ μέρος ἐξέτασιν τῶν διαταγμάτων καὶ λοιπῶν πράξεών μας, καὶ οὕτως ἐγένετο. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις καὶ ὑπεβάλομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλα τὰ διατάγματα ὅσα εἴχομεν ὑπογράψει, τὰ πλεῖστα δὲ καὶ ἐτυπώθησαν· ἤθελε νὰ τὰ ὑποβάλλωμεν πάλιν διὰ μιᾶς ἐκθέσεως γενικῆς, τοῦτο δὲν ἦτον ἀναγκαῖον. Νομίζω, ὅτι ὀρθῶς καὶ ὅπως ὀφείλαμεν ἐπράξαμεν, ὑποβαλόντες μίαν πρὸς μίαν τὰς πράξεις μας καὶ συνοδεύοντες αὐτὰς μὲ ἰδιαιτέρας ἐκθέσεις. Ἤδη ζητοῦμεν νὰ ἐξετασθῶσι καὶ κυρωθῶσιν αἱ πράξεις ἐκεῖναι, αἵτινες μᾶς φαίνονται λίαν κατεπείγουσαι καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπικύρωσις πρέπει νὰ γείνῃ ἀμέσως χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, διότι τὸ κατεπεῖγον αὐτῶν δὲν ἀμφισβητεῖται, οὔτε συνδέονται αὗται μὲ τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου, διότι πρόκειται περὶ φορολογίας. Σᾶς ὑπεβάλαμεν ὅλας τὰς κατὰ μέρος πράξεις μας, καὶ μετὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐδικαιούμεθα νὰ σᾶς παρακαλέσωμεν τρεῖς ἐξ αὑτῶν νὰ τὰς συζητήσετε ἀμέσως, διότι δὲν ὑπάρχει καιρὸς ἀναβολῆς, τὰς δὲ ἄλλας, ἂν θέλετε νὰ τὰς συζητήσητε ἐν γένει ἢ ἐν μέρει, ἂν θέλετε νὰ κάμωμεν πάλιν μίαν ἔκθεσιν, εἴμεθα ἕτοιμοι· ἐπιθυμοῦμεν τὰς πράξεις αὐτὰς ἡ Βουλὴ νὰ τὰς συζητήσῃ μίαν πρὸς μίαν ἰδιαιτέρως καὶ ἐπὶ ἑκάστης αὐτῶν νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της. Ἡμεῖς δὲν ἀκολουθοῦμεν, οὔτε θέλομεν ἀκολουθήσει κἀνὲν ἰδιαίτερον σύστημα, εἰμὴ μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς διαγράψῃ ἡ Βουλὴ, καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ ἐν γένει καὶ ἐν λεπτομερείᾳ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν βάσανον τῆς συζητήσεως τὰς πράξεις μας. Κἀνὲν συμφέρον, κἀνὲν σχέδιον, καμμίαν ἰδέαν διαφορετικὴν δὲν ἔχομεν διὰ τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀκολουθήσητε σύστημα γενικῆς συζητήσεως, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνητε νὰ μὴ ἀποφασίσητε ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων κατὰ μέρος, παρὰ ὅταν ὅλα ὁμοῦ ἐξετασθῶσι, διότι οὕτω, κύριοι, θέλετε ἐμποδίσει τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ τὰς πληρωμὰς τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων. Ἑπομένως, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, ὡς πρὸς δὲ τὰ ἄλλα κανονίσατε ὑμεῖς τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι εἶναι καθῆκον Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐξήσκησε δικτατορικῶς ἐξουσίαν, νὰ ἔλθῃ νὰ δώσῃ λόγον.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὕτως ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ δώσωμεν λόγον.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο ὅμως δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν ὀφειλομένην ἀξιοπρέπειαν πρὸς τὸ Σῶμα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ κυροῦται ὁ νόμος περὶ φορολογίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ νὰ συζητηθῇ ὡς κατεπεῖγον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως ἀναγινώσκεται διὰ πρώτην φοράν. «Κυροῦται τὸ ἀπὸ 19 Μαρτίου ε. ε. Β. Διάταγμα περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπί τινων προϊόντων τῆς γῆς, καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν ζώων φόρου διὰ τὸ 1865 ἔτος.»
§33Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἡ Συνέλευσις προνοοῦσα περὶ τῆς γεωργικῆς τάξεως τοῦ Βασιλείου, ἥτις ἦτο λίαν ἐπιβεβαρυμένη ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν, ἠλάττωσε τὸν φόρον ἀπὸ 10% εἰς 5. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἄλλα καλὰ κατὰ προτίμησιν ἐζήτει ἡ γεωργικὴ τάξις πρὸς ἀνακούφισιν τῆς δεινῆς της καταστάσεως. Οἱ γεωργοὶ ἐζήτουν ν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τὴν τοκογλυφίαν καὶ πάντοτε ἀνεφέροντο καὶ ἀπῄτουν ἀπὸ τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις τὴν σύστασιν γεωργικῶν τραπεζῶν, διότι ἡ ἐλάττωσις εἰς 5% δὲν ἀνεκούφιζεν αὐτοὺς ἀπὸ τὰ δεινὰ βάρη, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐπιέζοντο. Ὑποθέσατε π. χ. φορολογούμενον, ὅστις κάμνει 100 κοιλὰ σίτου· κατὰ τὸ πρῶτον σύστημα ὤφειλε νὰ δώσῃ 10 κοιλὰ, ἤδη δὲ θὰ δώσῃ 5· πρὸς 6 δραχ. κάμνουν 30, ἄρα ἡ ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ φόρου προκύπτουσα ὠφέλεια εἶναι δραχ. 30. Ὁ φορολογούμενος οὗτος διατελῶν ὑπὸ χρέη, πληρόνει τόκον κατὰ μέσον ὅρον ἀνὰ 20% τοὐλάχιστον κατ’ ἔτος· ἂν τὸ χρέος του συνίσταται ἐκ 2,000 δραχ. θὰ πληρώσῃ τόκον δραχμὰς 400, ἐνῷ, ἂν ὑπῆρχε γεωργικὴ τράπεζα, ἤθελε πληρώσει τόκον, ἀνὰ 5% ἢ 8 τὸ πολὺ, ἤθελε πληρώσει μόνον 160 δραχμὰς, καὶ ἡ διαφορὰ τῆς ὠφελείας ἀπὸ τὴν διαφορὰν τοῦ τόκου εἶναι 240 δραχμαί. Αὐτὸ λοιπὸν θὰ ἦτο ἡ εὐεργεσία δι’ αὐτοὺς καὶ ὄχι ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου κατὰ 5%.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶσθε κατὰ τῆς ἀρχῆς· ἡ ἀρχὴ εἶναι ἂν πρέπῃ νὰ ψηφοφορηθῶσι φόροι, ναὶ ἢ ὄχι.
§35ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἐξ ἐναντίας ἀπαιτῶ ῥητῶς νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ 5%· πλὴν δράττω τὴν εὐκαιρίαν ταύτην νὰ ὑπομνήσω ποῖα καθήκοντα ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ, καὶ ποίαν σπουδαίαν πρόνοιαν πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς εὐημερίαν τοῦ λαοῦ.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, ἡ ἀρχὴ εἶναι ἂν πρέπῃ νὰ πληρωθῶσι φόροι.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§38ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν ἀρχήν· θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας (θόρυβος). Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκδόσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον;
§40ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε! Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπεβλήθη πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ προλάβῃ....
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιμείνατε, παρακαλῶ, νὰ ἀναγνωσθῇ ὅπως ἐτροπολογήθη ἀπὸ τὸν κύριον ὑπουργὸν, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν ἔπειτα τὸν καιρόν μας εἰς μάτην.... (Ἐνῷ ἀνεγινώσκετο τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, κατέλαβε τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Στεφανόπουλος).
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου πάντοτε.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.
§44ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ὅταν ἕνας τόπος καταντήσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανείζεται ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, ὁ τόπος βέβαια αὐτὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, καὶ ὑπὸ αὐτὸν τὸν τύπον καὶ ὑπὸ τοιοῦτον χαρακτῆρα παρουσιάζει ἡ κυβέρνησις τὸ δάνειον τῶν ἐντόκων γραμματίων. Ὅταν ἡ κοινωνία μας, κύριοι, κατήντησεν εἰς τὴν ἐσχάτην αὐτὴν ἀνάγκην, νομίζω ὅτι τὸ φάρμακον τὸ ὁποῖον προτείνεται εἶναι ἀνεπαρκὲς, καὶ ὄχι μόνον εἶναι ἀνεπαρκὲς, κύριοι, ἀλλ’ εἶναι φάρμακον τὸ ὁποῖον προοιωνίζει μίαν ἀσθένειαν πολὺ βαρεῖαν. Διὰ τοῦ προτεινομένου μέτρου, κύριοι, τί ζητεῖ ἡ κυβέρνησις, καὶ ποίας δυσκολίας θέλει νὰ ὑπερπηδήσῃ; Εἶναι μία κατάστασις πράγματι διαβατική; ἢ εἶναι μία κατάστασις μόνιμος; Ἐγὼ, κύριοι, θεωρῶ τὴν κατάστασιν τῆς χρηματικῆς ἀνεχείας, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ ὄχι ἐπὶ τοὺς τρεῖς μῆνας ἀλλ’ ἐπὶ πολλοὺς μῆνας εἰς τὸν τόπον μας· ἐκτὸς μόνον ὅταν εἴτε ἡ πρόνοια τῆς κυβερνήσεως ἢ τοῦ ἔθνους ἐφεῦρῃ νέα μέσα ἢ νέους πόρους, ἢ ὑποβληθῇ εἰς τὰς στερήσεις ἐκείνας τὰς ὁποίας αἱ τοιαῦται περιστάσεις καὶ οἱ κίνδυνοι τῆς πατρίδος ἐπιβάλλουν εἰς τοὺς πολίτας. Ἐνόουν, κύριοι, νὰ ἔλθῃ ἡ κυβέρνησις βασιζομένη ἐπὶ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου μας, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τοῦ ἔθνους· τὸ ἔθνος εὐχαρίστως ἤθελε τὴν παρέξει, ἀλλὰ τὸ μέτρον τὸ προτεινόμενον εἶναι πραγματικὴ, εἶναι βεβαία θεραπεία τοῦ κακοῦ; Ὄχι κύριοι· αὐτὸ μόνον δὲν θεραπεύει τὸ κακόν, ἀλλὰ τὸ παρουσιάζει ἴσως πολὺ δεινότερον ἀφ’ ὅ,τι πράγματι εἶναι· διότι τὰ γραμμάτια, τῶν ὁποίων τὸ δάνειον ζητεῖ σήμερον ἡ κυβέρνησις, εἶναι γραμμάτια ὑποχρεωτικὰ μετὰ τρεῖς μῆνας, ἐκτὸς τῆς ἐξοφλήσεως τὴν ὁποίαν συνεπάγουσιν ἐκ τῶν βεβαίων τόκων των. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ, κύριοι, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κλονίσῃ καὶ ἐκλόνισεν ἤδη ἐκ τῶν προτέρων τὴν τάξιν καὶ τὴν δημοσίαν πίστιν τὴν ἐκλόνισε καὶ ἔδοσε τροφὴν εἰς τὴν αἰσχροκέρδειαν, εἰς τὴν τοκογλυφίαν, εἰς τοὺς σκώληκας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὁσημέραι ἐντρυφῶσιν ἐξ ἐκείνων τῶν ὁποίων τὰ οἰκονομικὰ ἔφθασαν εἰς τὴν κατάστασιν εἰς ἣν καὶ τὰ ἡμέτερα. Εὐχαρίστως, κύριοι, καὶ οἱ ὑπάλληλοι καὶ ὅλαι αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας δύνανται ἀνεκκλήτως καὶ ὁριστικῶς νὰ προσφέρωσι τὸν ὀβολόν των ὅταν πρόκειται νὰ σώσωσιν τόπον· ἀλλ’ ὅταν τὸ μέσον τοῦτο πρόκειται νὰ δώσῃ τροφὴν εἰς τὴν τοκογλυφίαν, εἰς ἰδιοτελῆ συμφέροντα, τότε τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι ὄχι μόνον ἐπιβλαβῆ, εἶναι καὶ ἀνεπαρκῆ εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἁπλούστερον, λογικώτερον, ἐντιμότερον διὰ τὸ ἔθνος θὰ ἦτον ἐὰν ἐπανήρχοντο αἱ μισθοδοσίαι εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1859. Οἱ μισθοὶ τότε ηὐξήθησαν λόγῳ τῆς ὑπερτιμήσεως· ἀλλ’ αἱ σημεριναὶ ἀνάγκαι τοῦ τόπου ὑπάρχουν τοιαῦται, ὥστε ὀφείλει πᾶς τις νὰ συνεισφέρῃ, καὶ νομίζω ὅτι εὐχαρίστως ὅλαι αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας θέλουσι στερηθῆ ἑνὸς ποσοῦ τῆς μισθοδοσίας των ἄνευ ἐκδόσεως γραμματίων· καὶ νομίζω ὅτι, ἐὰν ἀντὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ κυβέρνησις, παραδεχθῆτε ὅπως αἱ μισθοδοσίαι τοῦ κράτους, αἱ αὐξηθεῖσαι ἴσως ὑπερμέτρως ἀπὸ τοῦ 1859 μέχρι σήμερον, ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, διὰ τοῦ μέσου τούτου τί θέλει γίνει; χρήματα βέβαια καὶ πραγματικὰ θέλουσιν ὑπάρξει εἰς τὸ ταμεῖον, ἡ δημοσία πίστις δὲν κλονίζεται, ἡ τοκογλυφία δὲν ἀναπτύσσεται καὶ κατὰ συνέπειαν ἀναγνωρίζεται ἐκ τῶν προτέρων ἡ ἀνάγκη τῆς περιστολῆς τῶν πολυτελῶν θέσεων καὶ τῆς σπατάλης, ἐὰν τοιαύτη ὑπάρχῃ. Δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου, κύριοι, προσπορίζομεν εἰς τὸ Δημόσιον ὄχι μόνον τὰς 700 χιλιάδας τὰς ὁποίας ζητεῖ σήμερον τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τῷ δίδομεν δωρεὰν αὐτὰς ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχρεωτικῆς ἐξοφλήσεως καὶ ἄνευ τῶν τόκων τοὺς ὁποίους συνεπάγουσιν αὗται αἱ χιλιάδες δραχμαί. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ θὰ ᾖναι ἀρεστότερον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, θὰ ᾖναι ἀρεστότερον εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, παρὰ τὸ μέτρον τῆς κυκλοφορίας τόσων γραμματίων, ἡ ἔκδοσις τῶν ὁποίων προμηνύει κακὰ εἰς τὸν τόπον. Ἐὰν τὸ μέτρον αὐτὸ, κύριοι, ᾖναι ἀνεπαρκὲς, ἂς τὸ ἀναγνωρίσωμεν διὰ μίαν τριμηνίαν· ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη, ἂς ἐπεκταθῇ καὶ ἐφ’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, ἀλλ’ ἂς λείψῃ ἡ θέα τῶν γραμματίων, ἡ ὁποία ἐμποιεῖ φρίκην καὶ δίδει τὰ μέσα εἰς πολλῶν εἰδῶν κακοηθείας, αἱ ὁποῖαι ἴσως τεκταίνονται, αἱ ὁποῖαι προπαρεσκευάσθησαν, αἱ ὁποῖαι προεσχεδιάσθησαν. Διὰ ταῦτα, ἀποκρούων τὸ μέτρον ὡς ἀλυσιτελὲς, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ δίδον τροφὴν εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς κακὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἡ κυκλοφορία τῶν γραμματίων καὶ ὁ βέβαιος ἐκπεσμὸς ἐπιφέρει εἰς τὴν κοινωνίαν, ζητῶ νὰ ἐπανέλθουν αἱ μισθοδοσίαι τοῦ Κράτους εἰς τὴν μισθοδοσίαν τοῦ 1859, πρᾶξις διὰ τῆς ὁποίας τὸ δημόσιον θὰ προσπορισθῇ τ’ ἀναγκαῖα χρήματα νὰ ζήσῃ, νὰ ἐξακολουθήσῃ δὲ μέχρις οὗ ἡ κυβέρνησις εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ κοινοποιήσῃ εἰς τὸ ἔθνος, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀνάγκη ἐξέλιπε καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν τῶν μισθῶν.
§45ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, παρατηρῶ ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Οἰτύλου περιώρισε τὴν συζήτησιν εἰς μίαν διάταξιν τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου, τοὐτέστιν εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις θὰ πληρόνῃ, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ παραδεχθῇ, τὸ ἓν τρίτον τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων δι’ ἐντόκων γραμματίων. Ποῖον σκοπὸν ὅμως ἐπιδιώκει τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον; πολὺ διάφορον ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐξέθεσεν ὁ προλαλήσας. Ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως τριῶν ἑκατομμυρίων γραμματίων ἐντόκων. Ὁ κύριος σκοπὸς λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ, ἐκτὸς τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων ἐντόκων γραμματίων τῶν μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντων δυνάμει ψηφίσματος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, καὶ ἄλλα τρία ἑκατομμύρια γραμμάτια ἔντοκα, ἤτοι ν’ αὐξηθῇ τὸ κυματίζον δημόσιον χρέος, dette flotante, κατὰ τρία προσέτι ἑκατομμύρια. Ἐπουσιώδης διάταξις εἶναι, καὶ εἰς αὐτὴν θὰ ἔλθωμεν ὅταν συζητήσωμεν ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐκ τῶν ἀναγκῶν εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται δύναται νὰ πληρώσῃ τοὺς ὑπαλλήλους δι’ ἐντόκων γραμματίων κατὰ τὸ ⅓. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὁ προαγορεύσας περιώρισε τὸ ὅλον τῆς συζητήσεως εἰς αὐτὴν καὶ μόνην τὴν διάταξιν. Ἤθελον τὸν ἐννοήσει ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸ κράτος ἡ ἔκδοσις ἐν γένει ἐντόκων γραμματίων, ἀλλ’ ἄλλο τί μέτρον, ὄχι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν, ἤτοι ἡ ἐλάττωσις τῶν μισθῶν. Νομίζω ὅτι γίνεται μεγίστη σύγχυσις μεταξὺ τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκεῖ ὑπάρχει τὸ στάδιον καὶ ἐκεῖ δύνανται νὰ προταθῶσι διάφοροι οἰκονομίαι, νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ μισθοὶ, ν’ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι· ἐκεῖ τὸ ἐννοῶ. Ἐδῶ ὅμως, προκειμένου λόγου περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας, προερχομένης ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ συνεπεία ἀποφάσεως τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναμίξωμεν τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους, διότι ταῦτα ὡρίσθησαν. Ναὶ μὲν ἡ καταφυγὴ εἰς δάνειον εἶναι ἓν γνώρισμα τῆς μὴ ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἰσοῤῥοπία αὕτη, καὶ ἑπομένως ἡ ἀποφυγὴ τῶν δανείων. Πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζετε, ὅτι καὶ ἰσοῤῥοπίας ὑπαρχούσης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ πάλιν νὰ καταφύγῃ εἰς δάνεια προσωρινὰ πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐνδεχομένων καθυστερήσεων τῶν εἰσπράξεων κατὰ τινας μῆνας μὴ προσοδοφόρους μὲν, ἀπαιτοῦντας δὲ τὸ ἀνάλογον τῶν δαπανῶν· καὶ διὰ ταῦτα ὅλαι αἱ κυβερνήσεις, καὶ αἱ εὐπορώτεραι ἀκόμη, ὡς ἡ Ἀγγλία καὶ Γαλλία, ἔχουσι τὴν λεγομένην dette flottante, ἤγουν τὸ κυματίζον χρέος, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζονται πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν προσωρινῶν δαπανῶν, ὅσαι προέρχονται ἀπὸ τὸ δυσανάλογον τῶν εἰσπράξεων· ἐσχάτως μάλιστα ἐξέτεινον τὴν χρῆσιν ταύτην καὶ διὰ διαρκεῖς ἀκόμη ἀνάγκας, ἐπειδὴ προμηθεύονται τὸ τοιοῦτον εἶδος τοῦ δανείου μὲ εὐθηνότερον τόκον. Ἐὰν δὲ αἱ τοιαῦται Κυβερνήσεις, αἵτινες ἔχουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κανονικὰς τὰς πράξεις των, αἰσθάνωνται τὴν ἀνάγκην τοῦ κυματίζοντος χρέους, πολὺ περισσότερον δι’ ἡμᾶς καθίσταται ἐπαισθητοτέρα ἡ ἀνάγκη τοῦ τοιούτου δανείου, ἐπειδὴ αἱ εἰσπράξεις ἡμῶν αἱ γνωσταὶ συμβαίνουν εἰς ὡρισμένους μῆνας, ἰδίως δὲ τὸν Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον ἐπὶ τῶν προϊόντων. Ὅθεν τί πρέπει νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοὺς ἄλλους μῆνας; βεβαίως πρέπει νὰ καταφύγῃ εἰς προσωρινὰ δάνεια. Ὅπως ὁ ἰδιώτης πρὶν λάβῃ τὸ εἰσόδημά του εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῇ προσωρινῶς, οὕτω πως καὶ αἱ κυβερνήσεις δύνανται νὰ εὑρεθοῦν εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην· ὥστε βλέπετε, ὅτι, καίτοι ὑπαρχούσης ἰσοῤῥοπίας ἐτησίας μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, οὐχ ἧττον παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη τῶν προσωρινῶν δανείων, καὶ ἑπομένως τὸ ζήτημα ἐν γένει τῶν δανείων δὲν ἔχει τὴν ἐλαχίστην σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα οἰκονομιῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§46Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν θέλω σᾶς ὑποβάλει. Τὸ δάνειον τὸ αἰτούμενον, ἡ ἔκδοσις τῶν ἐντόκων γραμματίων, δὲν ἔχει ὡς βάσιν, ὡς σκοπὸν τὴν κράτησιν τῶν μετρητῶν καὶ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἑνὸς τρίτου τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων εἰς γραμμάτια;
§47ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι. Αὐτὴ εἶναι μία ἐκ τῶν διατάξεων, καὶ ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἀντεκρούσατε αὐτὴν τὴν διάταξιν· ἂν ἐπιθυμῆτε, ἔρχομαι εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῶν ἐπιχειρημάτων σας. Κύριοι, εὐχῆς ἔργον ἦτον ἐὰν ἡ Κυβέρνησίς μας ἐνέπνεε τοσαύτην πίστιν καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὥστε νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους της ἀντὶ μετρητῶν μίαν ὁμολογίαν ἔχουσαν τὸν ὅρον, ὅτι θέλει τὴν πληρώσει μετὰ τρεῖς μῆνας μετὰ τοῦ τόκου· μὲ ἄλλους λόγους, νὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ γείνουν δανεισταὶ αὐτῆς. Εὐχῆς, λέγω, ἔργον ἦτον νὰ εἴχομεν τοσαύτην πίστιν, ὥστε μόνοι των οἱ κεφαλαιοῦχοι νὰ δανείζουν τὰ χρήματά των εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπως εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ δημοσία πίστις δὲν εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Πταίει ὅμως ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις; Ὄχι, Κύριοι· εἶναι κληρονομία πρὸ καιροῦ τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι παρημέλησαν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των, ἥτις καὶ μόνη ἐμπνέει τὴν πίστιν. Εὑρέθησαν Κυβερνήσεις ἔχουσαι χρήματα διαθέσιμα εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ ἐντούτοις περιεφρόνουν τὰς ὑποχρεώσεις των! Ποῦ ἀλλοῦ βασίζεται ἡ πίστις παρὰ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ θέλοντος νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς; Μία Κυβέρνησις, ἐὰν ἐπανειλημμένως ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, ἐννοεῖται ὅτι συνέπεια θὰ ᾖναι, ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι θὰ προσέρχωνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν μόνοι προσφέροντες τὰ κεφάλαιά των, καὶ ἀπόδειξις τρανὴ τ’ ἄλλα ἔθνη, τὰ ὁποῖα, ὅταν εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῶσιν εἴτε ἕνεκα πολέμου εἴτε ἄλλων ἐπιχειρήσεων, εὑρίσκουν προθύμους ὄχι μόνον τοὺς κατοίκους αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν προσφέροντας πλειότερα παρ’ ὅσα αἱ Κυβερνήσεις ἀπῄτησαν. Ἡμεῖς ὅμως, μὴ σεβασθέντες οὐδέποτε τὰς ὑποχρεώσεις μας δυστυχῶς, δὲν πρέπει νὰ ἀπορῶμεν σήμερον διατὶ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησίς μας δὲν ἐμπνέει πίστιν εἰς τοὺς κεφαλαιούχους. Ἰδοὺ· ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἐκδώσῃ χρεώγραφα 6,000,000· ἐπραγματοποιήθησαν; ὄχι· ἔφθασεν εἰς τὰ 4,000,000 περίπου, ἀλλ’ ἠξεύρετε τίνι τρόπῳ; Ἐπῆραν τὰ διάφορα κεφάλαια τῶν διαφόρων ταμείων τῶν συντάξεων, τῶν ἀπομάχων, τῶν κληροδοτημάτων, καὶ ἔφθασε μόλις εἰς τοῦτο τὸ ποσὸν· ἀσήμαντον δὲ μέρος ἐπῆραν οἱ ἰδιῶται λόγῳ μᾶλλον συνεισφορᾶς ἢ προθυμίας δανείου. Τί ἄλλο θὰ εἰπῇ τοῦτο παρ’ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὔτε τότε οὔτε τώρα χαίρει πίστιν; Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα ἄδικοι ἀποδίδοντες τὴν ἔλλειψιν τῆς πίστεως εἰς τὴν ἐνεστῶσαν μόνον Κυβέρνησιν· εἶναι κληρονομία ὀλεθρία ὅλων τῶν παρελθουσῶν ἐν γένει Κυβερνήσεων.
§48ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ποῖαι εἶναι αὗται αἱ Κυβερνήσεις;
§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅλαι ἄνευ ἐξαιρέσεως ἀπὸ τὰ 1833. Πρώτη ἡ ἐνεστῶσα, καί τοι περιστοιχιζομένη ὑπὸ μεγάλων ἀναγκῶν, ἐπλήρωσεν οὐχ ἧττον τὸ συμπεφωνημένον κατ’ ἔτος ἓν ἑκατομμύριον εἰς τὰς τρεῖς δυνάμεις διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων φράγκων.
§50ΖΩΤΟΣ. Δὲν εἶναι πρώτη.
§51ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔστω δευτέρα ἢ τρίτη, ἀλλὰ μάθε, Κύριε Ζῶτε, ὅτι ἐκ τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων, ἅτινα ὀφείλομεν ὡς ἐκ τῶν τόκων εἰς τὰς δυνάμεις, τρεῖς μόνον δόσεις ἐπληρώσαμεν, ἐκτὸς τῶν ὅσων ἐκρατήθησαν ἐκ τοῦ ἰδίου δανείου εἰς διάστημα τριάκοντα ἐτῶν. Δὲν κάμνω δὲ λόγον περὶ τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ 21 καὶ 24, τὰ ὁποῖα ὁλοτελῶς ἐλησμονήσαμεν. Καὶ ἔπειτα ἀποροῦμεν διατὶ δὲν χαίρομεν πίστιν.
§52ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἐλαττόνομεν τὰς ἀνάγκας μας.
§53ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ συγχύζετε τὰ ζητήματα· θὰ ἔλθῃ αὔριον ὁ προϋπολογισμὸς καὶ θὰ σᾶς χρεωστοῦμεν μεγάλην χάριν ἂν μᾶς προτείνετε οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυναταί. Τὸ παράδειγμα τὸ ἔδειξε χθὲς ἡ Βουλὴ, διότι ἔκαμεν οἰκονομίας εἰς ἑαυτὴν, καὶ ἔκαμε κάλλιστα, διότι, ἀφοῦ ἡ ἰδία ἐφαρμόζει εἰς τὸν ἑαυτόν της τὴν οἰκονομίαν, ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλας τὰς δυνατὰς οἰκονομίας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, ὡς σᾶς εἶπον ἐπανειλημμένως, περὶ τούτου. Λοιπὸν εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρισκομένης τῆς δημοσίας πίστεως, παρετηρήσαμεν ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς τὸ ἐθνικὸν δάνειον δὲν ἐπραγματοποιήθη ὡς πολυετὲς, ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἐκ τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων προσωρινὸν χρέος δι’ ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων, ὅπερ ἐψήφισεν ἡ Συνέλευσις, συνεπληρώθη, καὶ κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ νέον δάνειον καὶ πάλιν δι’ ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων. Διατί λοιπὸν νὰ τὴν ὑστερήσωμεν ἑνὸς μέσου μὲ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προμηθευθῇ χρήματα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν δαπανῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ψηφίζει; Δὲν εὑρίσκω κανένα λόγον ὀρθὸν κατὰ τοῦ τοιούτου μέτρου, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Κυβέρνησις διατείνεται, ὅτι δι’ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ μέσου δύναται νὰ προμηθευθῇ χρήματα, φέρουσα πρὸς ἀπόδειξιν αὐτὴν τὴν πεῖραν, καθ’ ἣν, ἐν ᾧ τὸ πολυετὲς δάνειον τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων δὲν ἐπραγματοποιήθη, ἀπ’ ἐναντίας ἐπραγματοποιήθη τὸ τῶν ἐντόκων γραμματίων. Ὡς πρὸς τοῦτο περιμένω ν’ ἀκούσω λόγους ἀπαγορεύοντας τὴν ἔκδοσιν γραμματίων πρὸς πορισμὸν χρημάτων. Ἀλλ’ ὁ Κ. Μαυρομιχάλης στήσας τὸν πόλεμον μόνον κατὰ μόνης τῆς διατάξεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, εἶπεν, ὅτι, ἂν παραδεχθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις, τουτέστιν ἂν πληρώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ⅓ τῆς μισθοδοσίας εἰς γραμμάτια, μεγάλοι κίνδυνοι ἐπαπειλοῦνται, ὅτι οἱ τοκογλύφοι θὰ εὕρουν στάδιον κερδοσκοπίας, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ προσφέρῃ θύματα τοὺς ὑπαλλήλους της. Ὅταν κατὰ τὸ παρελθὸν αἱ Κυβερνήσεις καθυστέρησαν ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας μῆνας τὴν πληρωμὴν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων ἕνεκα τῆς ἀνεχείας τοῦ ταμείου, ὅσοι τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶχον ἄλλα μέσα παρὰ αὐτὸν τὸν μισθὸν ἵνα ζήσωσι, δὲν κατέφυγον καὶ τότε εἰς τοὺς τοκογλύφους; Οὗτοι δὲ δανείζοντες τὰ χρήματά των ἄνευ τίτλου, καὶ ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ εὑρισκόμενοι μὴ τυχὸν ὁ παραχωρούμενος εἰς αὐτοὺς πρὸς ἀσφάλειαν μισθὸς δὲν παραχωρηθῇ εἰς ἄλλους ἢ δὲν κατεσχέθη ὑπὸ ἄλλου δανειστοῦ, ἐπέβαλλον ὅρους εἰς τοὺς ἀτυχεῖς ὑπαλλήλους λίαν σκληροὺς, ἐν ᾧ ἤδη ὁ ὑπάλληλος παραχωρῶν εἰς τὸν δανειστήν του τὸ ἔντοκον γραμμάτιον τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ μισθοῦ του μόνον, παρέχει τίτλον ἀδιαφιλονείκητον ἀπέναντι τοῦ δημοσίου, καὶ ἑπομένως μὲ πολὺ ὀλιγώτερον τόκον θέλει ὁ ὑπάλληλος προεξοφλήσει τὸ γραμμάτιόν του, τὸ ὁποῖον μάλιστα κατὰ τὸν νόμον εἶναι δεκτὸν διὰ πᾶσαν πρὸς τὸ δημόσιον πληρωμήν. Ἐκ τούτων ἕπεται, ὅτι ὁ ὑπάλληλος διὰ τῆς χρήσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων πολὺ ὀλιγώτερον θέλει ὑποφέρει ἤδη, παρὰ ἐὰν καθ’ ὑστεροῦντο οἱ μισθοί του. Ἐκτὸς τούτου θεωρεῖτε τάχα τώρα εὐάρεστον τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, νὰ πολιορκῆται ἀπὸ τοὺς πολίτας τοὺς ἔχοντας ἐντάλματα, ὅταν τὸ δημόσιον δὲν εἶναι ἐνήμερον εἰς τὰς πληρωμάς του; Ὄχι βέβαια. Ποῖον εἶναι προτιμότερον; τὸ νὰ εἴπῃς εἰς ἕνα ὑπάλληλον, δὲν ἔχω νὰ σὲ πληρώσω ὁλοτελῶς καὶ πρέπει νὰ περιμένῃς, ἢ νὰ εἴπῃς, σοῦ δίδω τὰ δύω τρίτα, καὶ ἓν τρίτον ὑπόσχομαι νὰ σὲ πληρώσω μετὰ τρεῖς μῆνας ἐντόκως; Ὁ ὑπάλληλος τότε δι’ αὐτῆς τῆς ὁμολογίας μεταβιβάζει τὸ δικαίωμά του εἰς ἕνα τρίτον, καὶ ὁ κάτοχος τῆς ὁμολογίας εἶναι ὁ πιστωτὴς τοῦ δημοσίου. Ὅσον περισσότερον καὶ ἀσφαλέστερον ἐξασφαλίζεται ὁ πιστωτής, μὲ τόσον συμφεροτέρους ὅρους διαπραγματεύεται τὸ δάνειον πρὸς ὄφελος τοῦ δανειζομένου. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ἐὰν βλέπετε κανένα ἄλλον τρόπον, προτείνατέ τον καὶ εὐχαρίστως τὸν δεχόμεθα. Νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς μισθούς; ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μεθαύριον, ὅταν ἴδωμεν ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, δυνάμεθα πρὸς ἀναπλήρωσιν αὐτοῦ ἢ νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, ἢ νὰ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους. Φέροντες δὲ εἰς ἐξίσωσιν τὰ ἔσοδα μὲ τὰ ἔξοδα δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ δανεισθῶμεν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν πρέπει ἡ Κυβέρνησις ἐν ἀνάγκῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ἐντόκων γραμματίων πρὸς ἀναπλήρωσιν προσωρινῆς ἀνάγκης. Νομίζετε δὲ τόσον μωρὰν τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε ἄνευ ἀνάγκης, ἔχουσα διαθέσιμα χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον, νὰ ἐκδίδῃ γραμμάτια πληρόνουσα τόκους; Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἓν μόνον δύνανται νὰ εἴπωσιν οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐντόκων γραμματίων, ὅτι ἀντ’ αὐτῶν συμφέρει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ δάνειον πολυετές· ἀλλὰ λέγουν «δὲν πρέπει νὰ δανεισθῶμεν ἐν γένει», καὶ ἐν τούτοις ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ κράτους. Ἀφ’ οὗ δὲ οὔτε χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον ἔχομεν, οὔτε δάνειον δὲν θέλουν νὰ ἐνεργηθῇ, ἔχουν λοιπὸν καμμίαν μαγικὴν δύναμιν, διὰ τῆς ὁποίας δύναται τὸ ταμεῖον νὰ πληρόνῃ, ὅταν δὲν ἔχῃ καὶ δὲν δύναται νὰ δανεισθῇ χρήματα ἐπὶ τῇ βάσει πάντοτε τῶν κειμένων νόμων, τοὐτέστιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Κάμετε, μᾶς λέγουν, οἰκονομίας, ἀλλ’ ἀπαντῶ ἐπανειλημμένως, ὅτι δὲ πρέπει νὰ συγχύζετε τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας.
§54ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Τὰ τρία ἑκατομμύρια ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, θὰ χρησιμεύσωσιν ὁλοκλήρως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπαλλήλων, ἢ δι’ ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους;
§55ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δι’ ὅλας, ἐννοεῖται.
§56ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Τί ποσὸν πιστεύετε, ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπαλλήλων;
§57ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἑπτακόσιαι χιλιάδες δραχμαὶ, μοῦ λέγει ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός.
§58ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποφύγωμεν διὰ τῆς ἐκπτώσεως τῆς μισθοδοσίας;
§59ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἤδη ὄχι, διότι πρόκειται νὰ ἐκπληρώσωμεν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, διότι πρὸ ὀλίγου ἐπεψήφισε πίστωσιν ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§60ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Μᾶς ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις θὰ ἐπέλθῃ μετὰ δύω μῆνας.
§61ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν μὲ ἐννοεῖτε. Σήμερον ἐχορηγήσαμεν πίστωσιν μέχρι Σεπτεμβρίου πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐκεῖ δὲν ἐπροτείνατε οὐδεμίαν ἐλάττωσιν.
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν τῳόντι συμμερίζεται τὴν γνώμην σας ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μᾶς ἐλέγχῃ καὶ αὐτοὺς, καθὼς ὑμεῖς, ὅτι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ τὸ κάμωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως, ἐπειδὴ μένει καὶ μία ψήφισις αὔριον, θὰ τὸ κάμωμεν αὔριον.
§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μήπως σᾶς περιορίζει κανείς; Τὶ θὰ εἰπῇ πίστωσις προσωρινή; θὰ εἰπῇ ἄδεια πληρωμῆς ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπεθύμουν λοιπὸν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐναντίοι τῆς ἀρχῆς, καὶ ὄχι τῆς διατάξεως, νὰ μοῦ εἴπουν ἐὰν δύνανται νὰ προτείνουν κανὲν ἄλλο μέσον καὶ συμφερότερον καὶ συντελεστικώτερον εἰς τὴν προμήθειαν τῶν χρημάτων. Αὐτὸ μόνον δύνανται νὰ κάμουν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐκτὸς ἂν ἦναι ἐναντίον τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ.
§64ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Κατὰ τῆς ἀρχῆς δὲν ἐκηρύχθη κανείς.
§65ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, συμφωνῶ, διότι ὁ Κ. Μαυρομιχάλης τῷ ὄντι δὲν ἀντέκρουσε παρὰ μίαν μόνον διάταξιν τοῦ ὅλου νομοσχεδίου. Λοιπὸν ἀφοῦ παραδέχεσθε τὴν ἀρχὴν, εἶναι περιττὴ ἡ περαιτέρω συζήτησις, καθόσον περὶ τῆς ἀρχῆς μόνης πρόκειται ἤδη ν’ ἀποφασίσωμεν.
§66Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, μετέβαλε τὴν ἰδέαν ἐξ ἧς ὡρμήθην, λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἐντόκων γραμματίων τὸ θεωρῶ ὑπαγορευόμενον ἀπὸ τὴν κράτησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων· φρονιμώτερον ὅμως θὰ ἦτον ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐλάμβανεν ἕτερα μέτρα, περιστέλλουσα τὰς δαπάνας τὰς σημειουμένας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἂν ἐκ τούτου δὲν δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, τότε ἐπέρχεται ἡ ἀνάγκη νέου δανείου. Ἐνόσῳ ὅμως δὲν ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, τὸ ἔθνος δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς δάνειον, διότι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἐξάξωμεν ἂν αἱ ἀνάγκαι μας ἦναι μεγάλαι ἢ ὄχι.
§67ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μοὶ φαίνεται παράδοξος ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν βλέπω κατὰ συνέχειαν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Συζητεῖτε ἓν νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν, καὶ ἐν τούτοις φέρεται εἰς τὸ μέσον ἄλλο ἀντικείμενον μηδεμίαν ἔχον σχέσιν μὲ τὸ συζητούμενον. Ἐλπίζουσιν οἱ Κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλουν ἐπέλθει τόσαι οἰκονομίαι, ὥστε τὸ δημόσιον νὰ μὴ λάβῃ ἀνάγκην τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἤτοι νὰ δανεισθῇ; Ἀλλ’ ἐὰν τῳόντι ἔλθῃ αὕτη ἡ εὐτυχὴς ἡμέρα, μήπως τὸ δημόσιον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐκδώσῃ ἄνευ ἀνάγκης τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔντοκα γραμμάτια; Ὄχι βέβαια, διότι δὲν τὴν ὑποθέτω τόσον μωρὰν, ὥστε, καί τοι ἔχουσα χρήματα, νὰ δανείζεται καὶ πληρόνῃ τόκους εἰς μάτην.
§68Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἔχω τὰς εἰδικὰς οἰκονομολογικὰς γνώσεις τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος Κ. Κεχαγιᾶ, παρετήρησα ὅμως μετὰ πολλῆς προσοχῆς, ὅτι ἡ ὁμιλία τοῦ ἐντίμου Κ. Μαυρομιχάλη ἦτο καθαρωτέρα καὶ τείνει εἰς τὸ νὰ σώσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους. Εἰς δὲ τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ ἀντιτάττω τὴν ἀξιόλογον ἔκθεσιν τοῦ πράγματι σπουδαίου οἰκονομολόγου Κ. Χρηστίδου, ἥτις εἶναι ὑπ’ ὄψιν σας. Εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην καταφαίνεται ἡ τύχη ἐκείνου τοῦ κράτους, τὸ ὁποῖον φθάνει εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην τοῦ νὰ δανείζηται ὡς ἐπαίτης ἀπὸ 100 ἢ 200 καὶ περιπλέον δραχμὰς, δίδον ὁμολογίας, τὰ λεγόμενα δηλονότι ἔντοκα γραμμάτια. Αὐτὸ τὸ σύστημα ὑπὸ τὸ ὄνομα καϊμέδες ὑπῆρχεν εἰς τὴν Τουρκίαν, ὡς καὶ ὁ ἴδιος ἔντιμος πρωθυπουργὸς μᾶς τὸ ἀνέφερε, καὶ δὲν πρέπει νὰ παραδειγματιζώμεθα ἀπὸ ἓν κράτος, τὸ ὁποῖον χρεωκοπεῖ καθ’ ἑκάστην καὶ μόνον τὸ σώζουσιν ἕτερα κράτη πλούσια καὶ ἰσχυρὰ ἐκ πολιτικῶν σκοπῶν. Ὁ Κ. Μαυρομιχάλης μᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ γραμμάτια θέλουν καταντήσει μέσον αἰσχροκερδείας, καὶ τοῦτο θέλει ἀρχίσει τὴν ἐπιοῦσαν. Ἐγὼ σᾶς φέρω ἕτερα παραδείγματα. Ἐντάλματα χρηματικὰ ἔλαβον οἱ ὑπάλληλοι, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε τὸ ταμεῖον, ἠναγκάσθησαν νὰ τὰ δώσωσιν εἰς ἐμπόρους ἐπὶ ἐκπεσμῷ, οἵτινες τὰ ἐλάμβανον ἵνα ὠφεληθῶσι.
§69ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Συνηγορεῖτε λοιπὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.
§70ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, τοὐναντίον θέλω νὰ εἴπω, ὡς καὶ ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, ὅτι ἐντεῦθεν δημιουργεῖται ἓν μέσον αἰσχροκερδείας ὑπὲρ τῶν τοκογλύφων, διότι οὗτοι θὰ λαμβάνωσι τὰ γραμμάτια μὲ ἐκπεσμὸν 10% καὶ 8% τοῦ τόκου, τὸ ὅλον 18%, ὥστε βλέπετε ὅτι τὸ δημόσιον χορηγεῖ μέσα αἰσχροκερδείας.
§71ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί νὰ κάμωμεν;
§72ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ κάμω μικράν τινα παρέκβασιν ἵνα σᾶς ἐξηγήσω πῶς κατήντησε τὸ δημόσιον εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν, καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ἵνα ὡς ἐπαίτης προσέρχηται εἰς κερδοσκόπους ἢ τοκογλύφους, καὶ δανείζηται ἀπὸ ὀλίγας ἑκατοντάδας δραχμὰς διὰ τῶν λεγομένων ἐντόκων γραμματίων. Θὰ εἴπω δηλονότι εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσῃ μεθ’ ὑπομονῆς, ποῖοι εἰσὶν ἰδίως οἱ λόγοι, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς, ὥς τινες διατείνονται, αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, αἵτινες ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ποῖοι εἰσὶ, λέγω, οἱ λόγοι, οἵτινες μᾶς ἔφεραν εἰς τὴν ἐνεστῶσαν οἰκτρὰν χρεωκοπίαν. Δὲν χωρίζω, Κύριοι, τὰς Κυβερνήσεις, δὲν ἐξετάζω τί ἔπραξεν ἡ παρελθοῦσα ἢ ἡ παροῦσα· ἀπολύτως θέλω καταδικάσει ἓν σύστημα ἀμελείας καὶ ἀβελτηρίας, ἀδιαφόρως ἂν ἀνήκῃ εἰς τὸ παρελθὸν ἢ τὸ παρόν. Κατὰ τὸ 1861 ἐφέρθη νόμος εὐεργετικὸς εἰς τὴν Βουλὴν περὶ παραχωρήσεως προθεσμίας εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου τῶν 60 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος τότε, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρουσιάσῃ πίνακα κατὰ νομοὺς, κατ’ ἐπαρχίας καὶ κατ’ ἄτομα τῶν μεγάλων ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου, οἵτινες, ἐνῷ καθυστέρουν ἄλλος 100, ἄλλος 200, ἄλλος 300 καὶ 500 χιλιάδας δραχμὰς, κατεῖχον καὶ τὰ μεγαλεῖτερα ἀξιώματα, ἐνῷ ἀπέναντι τοιούτων ὀφειλετῶν, μενόντων ἀκαταζητήτων, γεωργοὶ ὀφείλοντες τρεῖς ἢ τέσσαρας δραχμὰς καταπιέζονται, σύρονται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ τέλος πάντων, Κύριοι, ἀφαιρεῖται καὶ αὐτὴ ἡ ὄρνις των πρὸς πληρωμὴν τοῦ εὐτελεστάτου χρέους των. Ἡ Κυβέρνησις ἐνησχολήθη μὲν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πίνακος, ἀλλὰ δὲν ἐπαρουσίασε τὸ ἀποτέλεσμα ἢ διότι αἱ ἐπελθοῦσαι περιστάσεις τὴν ἐκώλυσαν ἴσως ἢ καὶ διότι μερικοὶ τῶν ὑπουργῶν ἐσυστέλλοντο ἢ ἐφοβοῦντο ν’ ἀποκαλύψουν εἰς τὴν κοινωνίαν πρόσωπα κατέχοντα μὲν ἐπισήμους θέσεις, καὶ ὅμως καταβροχθίζοντα τὸν δημόσιον πλοῦτον, ὡς καθυστεροῦντα ἐκ πολλοτάτων χρόνων ἀπὸ 20 ἕως 500 χιλιάδας δραχ. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχουν καὶ δίκαι ἐκκρεμεῖς, καὶ μολοντοῦτο τὸ δημόσιον ἀφίνει αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις, τὰς παραμελεῖ ἵνα διατρέχωσι τὸν κίνδυνον τῆς ἀποτυχίας, καὶ καταγίνεται, Κύριοι, νὰ εἰσπράττῃ μετὰ πάσης, ἂν θέλετε, στενοχωρίας φόρον 3 δραχμῶν, 5 δραχμῶν, καὶ μᾶς ἔρχεται ἤδη μὲ νομοσχέδια δανείου ἢ ἐντόκων γραμματίων ἡ Κυβέρνησις, λέγουσα εἰς ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἔχει χρήματα καὶ ἡ ἀνάγκη τὴν ὑπαγορεύει νὰ λάβῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέτρον, ἀδιαφοροῦσα ἂν τοῦτο προσβάλλῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους καὶ ἐκθέτῃ τὴν δημοσίαν πίστιν αὐτοῦ. Ἂν, Κύριοι, ἤθελεν ἐνασχοληθῆ ἡ Κυβέρνησις ἀπ’ ἀρχῆς νὰ εἰσπράττῃ ἐγκαίρως τὰ δικαιώματά της, δὲν ἤθελον ποτὲ ἀναβιβασθῆ τὰ καθυστερήματα εἰς 60,000,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται οἱονεὶ ὡς ἓν ἐγκαταλελειμμένον πρᾶγμα, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· οὐδόλως δὲ παράδοξον εἶναι νὰ παρουσιασθῇ μετ’ ὀλίγον νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ τὰ κηρύξῃ ὡς ἀπεσβεσμένον χρέος, ἤτοι ὡς παραλείμματα. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐνασχοληθῆ δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων καὶ ἤθελε προσέξει εἰς τὴν διαγωγὴν τῶν δικαστηρίων, προκειμένου περὶ σοβαρῶν καὶ μεγάλων ὑποθέσεων, δὲν ἤθελεν ἡ ἔκβασις αὐτῶν καταντήσει προβληματικὴ καὶ ἀμφίβολος πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου· δὲν ἤθελεν εὑρίσκεσθαι σήμερον ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρουσιάσῃ νομοσχέδιον ἐπαιτείας, προσβάλλον τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν, διότι ἀντὶ ἐλλειμμάτων ἤθελεν ἔχει περισσεύματα ἄφθονα τὸ ταμεῖον. Ἀλλὰ δὲν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, δὲν ἐξεπλήρωσεν αὐτὸ τὸ καθῆκον διὰ τὰ μέχρι τοῦ 1858 καθυστερήματα — καὶ βλέπετε ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν — διότι, ὡς εἶπεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς πρὸ ἡμερῶν, ὁ εὐεργετικὸς ἐκεῖνος νόμος τοῦ 1861 ἕνεκα τοῦ καθιερωθέντος δικαιώματος τῶν ἀντιῤῥήσεων ἔχει δεμένας τὰς χεῖράς της· δὲν ἔχει οὕτω, Κύριοι; Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ σφάλμα αὐτὸ τῆς ἀκηδίας εἶναι ἀσυγχώρητον. Ὁ νόμος χορηγεῖ ἀνάλογα μέσα ἐκκαθαρίσεως τῶν χρεῶν ἐκείνων, καὶ ὅμως εἶναι ὅλως παρημελημένα.
§73ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ δὲν τὰ εἴπατε καὶ τότε;
§74ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ζητήσατε τὰ πρακτικὰ καὶ θέλετε ἰδῆ τὶ εἶπον τότε, καὶ ἐπὶ τῇ προτάσει μου μάλιστα ὑπεχρεώθη τὸ ὑπουργεῖον νὰ παρουσιάσῃ τὸν πίνακα καὶ ἤρξατο, ὡς προεῖπον, ἡ σύνταξίς του, ἀλλὰ δὲν ἐπεραιώθη. Διατὶ ὅμως νὰ μὴ διορθωθῇ τὸ σφάλμα κατόπιν, καὶ διατὶ τοὐλάχιστον νὰ μὴ διδαχθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ παραδείγματος καὶ παθήματος τῶν παλαιῶν αὐτῶν καθυστερημάτων καὶ ἀλλάξῃ τακτικὴν διὰ τὰ μεταγενέστερα τοῦ 1858; ἢ νομίζετε ὅτι εἶναι ὀλίγα ἑκατομμύρια τὰ μετὰ ταῦτα; Μόνον ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1863 καθυστεροῦνται 3,500,000 δραχ. καὶ ἐκ τῆς τοῦ 1864 τρία ἑκατομμύρια! Διατὶ νὰ μὴν εἰσπραχθοῦν ταῦτα ἐγκαίρως; Ἐὰν μόνον τὰ πρόσφατα ταῦτα εἰσεπράττοντο, δὲν ἠθέλαμεν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδίδωμεν γραμμάτια ἔντοκα! Ὑπάρχει λοιπὸν ἀμέλεια, ὑπάρχουν διακρίσεις καὶ μεγάλη ἀβελτηρία. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία ἐφέρετο ἐξίσου πρὸς πάντας τοὺς ὀφειλέτας, τόσον πρὸς τοὺς λεγομένους μικροὺς, τοὺς δυστυχεῖς δηλ. γεωργοὺς καὶ ἄλλους βιομηχάνους, καὶ ὡς πρὸς τοὺς μεγάλους, τοὺς λεγομένους τρανοὺς, τοὺς ἔχοντας καὶ μεγάλα ἀξιώματα, δὲν ἠθέλαμεν φθάσει εἰς αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ ἥτις, ὡς ὁ Κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε, δὲν εἶναι ἀνθηρά. Διατὶ, Κύριοι, ἡ δυσανάλογος πρὸς τοὺς πόρους τοῦ Κράτους πληθὺς τῶν καθυστερημάτων; τὶ ἄλλο ἐκ ταύτης τεκμαίρεται, ἢ ὅτι οἱ μὲν ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν ἀπότισιν τοῦ χρέους των, οἱ δὲ παραβλέπονται τῆς ὑποχρεώσεως; Διατὶ νὰ μὴ καταδιωχθῶσιν οἱ πλούσιοι καὶ τρανοὶ καὶ οἱ τὰ πολλὰ ὀφείλοντες, ὅπως καταδιώκεται καὶ ὁ πτωχὸς γεωργὸς διὰ τρεῖς δραχμάς; Αὐτὸ εἶναι μυστήριον καὶ ἀφίνω εἰς ἐσᾶς νὰ τὸ ἐξιχνιάσετε! Δὲν ἦταν, ἴσως μὲ εἴπῃ τις, εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσουν· ἀλλὰ τὰ μέσα τοῦ δημοσίου ἦταν ἰσχυρὰ ἵνα τοὺς ὑποχρεώσουν εἰς δίκαιον χρέος. Θὰ εἰπῇ ὅμως ὅτι ἄλλο τι συνέβη, τοῦθ’ ὅπερ παρεβλέψεις, χάριτες, φόβοι, ἵνα μὴ δυσαρεστηθῇ ὁ δεῖνα ἢ δεῖνα τρανός, καὶ τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἡ παραγωγικὴ τῆς παρούσης οἰκτρᾶς καταστάσεώς μας αἰτία. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ λάβῃ σπουδαῖα μέτρα ἵνα ἐκκαθαρίσῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν 60,000,000, ἵνα διεξαγάγῃ καὶ διεκπεραιώσῃ τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας, αἱ ὁποῖαι ἀναβαίνουν εἰς 500,000 δραχμῶν, καὶ εἰς ἓν περίπου ἑκατομμύριον, καὶ ἀφοῦ τὰς διεξήγαγε μετὰ τῆς προσηκούσης ἐπιμελείας, διότι κατὰ δυστυχίαν δὲν ἠξεύρω διατὶ τοῦ δημοσίου αἱ δίκαι ναυαγοῦσι, πιστεύω ὅτι δὲν ἠθέλαμεν φθάσει εἰς τὴν χρεωκοπίαν ταύτην. Ὡσαύτως ἔπρεπε νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν τελευταίων καθυστερημάτων, ὡς πολὺ προσφάτων, ἵνα μὴ καταντήσουν καὶ ταῦτα μετ’ ὀλίγον ὡς ἀντικείμενα εὐεργητικοῦ νόμου καὶ μὲ τὸν καιρὸν ὡς ἀποσβεστέα. Καὶ ἐνταῦθα, κύριοι, δράττω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀπαιτήσω ἀπὸ τὸν ἔντιμον Κ. πρωθυπουργὸν καὶ ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τάχιστα πίνακα τῶν καθυστερημάτων ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, κατὰ νομοὺς, κατ’ ἐπαρχίας καὶ κατ’ ἄτομον.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ ἀναδεχθῶμεν.
§76ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονται τὸν δημόσιον πλοῦτον· ποῖαι εἰσὶν αἱ ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας τὸ σύστημα τῆς εἰσπράξεως διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον ἀποτυγχάνει, καὶ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν μεταβολὴν φορολογικῶν μέτρων· ἑπομένως ὀφείλετε νὰ φέρετε τὸν πίνακα, ἵνα γνωρίζῃ τὸ ἔθνος ποία εἶναι ἡ αἰτία καὶ ποία ἡ ἀφορμὴ, ἥτις ἔφερεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ταύτην κατάστασιν τὸ ἔθνος. Ναὶ, Κ. πρωθυπουργέ! ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, νὰ σᾶς συστήσω, ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τείνει μάλιστα εἰς τὴν ἀξιοπρέπειάν της νὰ ἐνασχοληθῇ καὶ νὰ φέρῃ ταχέως τὸν πίνακα.
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ποίας ἐποχῆς;
§78ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ λογιστήριον ἔχει ἕτοιμον τὸν πίνακα τῶν 60,000,000.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν κατ’ ἄτομον.
§80ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸν κατ’ ἄτομον δὲν ἐδέχθη νὰ ὑποβάλῃ ἵνα μὴ ἐκθέσῃ μερικὰ ὑποκείμενα τρανὰ, ἀλλ’ ἔπρεπεν ὑμεῖς νὰ τὸν καταστρώσετε καὶ τὸν παρουσιάσετε. Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως ταύτης ἐξαρτᾶται ἡ καλὴ κατάστασις τοῦ ταμείου, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν. Μία πρότασις ἑνὸς φίλου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Κ. Δαρειώτου, ὅστις τυχαίως βεβαίως δὲν τὴν ἔῤῥιψε, μοὶ ἐνθυμίζει ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δανεισθῇ χωρὶς νὰ ἐκδώσῃ ἔντοκα γραμμάτια. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι ἁπλούστερον πρᾶγμα καὶ ἐντιμότερον, ὅταν ἕνας δὲν ἔχῃ χρήματα, νὰ ἔρχεται εἰς ἁπλοῦν καὶ καθαρὸν δάνειον, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐντόκων γραμματίων, καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ διὰ δανείου χρεωλυτικοῦ· διότι, ὅταν ὁ Κ. Δαρειώτης λέγῃ, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν δυνηθῇ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ δανεισθῇ μέχρι τῶν 4,000,000, ὑποθέτω ὅτι ὁ Κ. Δαρειώτης ἔχει ἀρυσθῆ πληροφορίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὸ κατορθώσῃ, καὶ δὲν εἶναι κανεὶς ἐναντίος εἰς τὸ νὰ χορηγήσῃ τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας της. Παρακαλῶ ὅμως νὰ μὴν ἐκθέσωμεν οὔτε τὴν ἀξιοπρέπειάν μας, οὔτε τὴν δημοσίαν πίστιν διὰ τοῦ μέτρου τῶν ἐντόκων γραμματίων.
§81ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τί διαφέρει τὸ δανείζεσθαι ἀπὸ τὰ ἔντοκα γραμμάτια;
§82ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διότι, ἂν δανεισθῇ ἡ Κυβέρνησις, θ’ ἀναλάβῃ μόνον ὑποχρεώσεις πρὸς τὸν δανειστὴν, καὶ τότε κανεὶς δὲν θὰ τρέχῃ νὰ παραχωρῇ τὸ ἔντοκον γραμμάτιόν του μ’ ἐκπεσμὸν ὅπως λάβῃ τὰ χρήματά του.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ, Κ. Δημητριάδη, εἶναι, ἐπιτρέπεται νὰ δανεισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ναὶ ἢ ὄχι;
§84ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀρνούμεθα τὴν ἀνάγκην ἀπολύτως, ἀλλὰ τὸ εἶδος.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατόπιν θέλομεν ἐξετάσει, ἂν χρεωλυτικῶς ἢ διὰ γραμματίων.
§86ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τέλος πάντων, Κύριοι, ἐγὼ ἀνακεφαλαιῶ τὸν λόγον μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ δάνειον διὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων πρέπει νὰ λείψῃ, νὰ φροντίσῃ δὲ ἡ Κυβέρνησις διὰ παντὸς τρόπου νὰ δανεισθῇ χρήματα, ὅσα νομίζει ἀναγκαῖα, χωρὶς νὰ καταντήσωμεν εἰς τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ὅπως ἐξαντλήσωμεν τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ δώσωμεν μέσα εἰς τοὺς τοκογλύφους αἰσχροκερδείας, καὶ προτιμοτέρα θὰ ᾖναι ἡ ἔκπτωσις τοῦ μισθοῦ παρὰ ὁ ὑπάλληλος νὰ πωλῇ μ’ ἐκπεσμὸν τὸ γραμμάτιόν του. Τὸ μέσον τοῦτο μᾶς ἐξευτελίζει, καὶ οὔτε ὁ ἴδιος πρωθυπουργὸς ἠρνήθη ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι σύστημα τῆς Τουρκίας, τῆς ὁποίας τὴν δημοσίαν πίστιν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐντελῶς κατεβίβασαν, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ μεταφέρωμεν ἐνταῦθα.
§87ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ εἰδικὸς εἰς τὰ οἰκονομικὰ Κ. Κεχαγιᾶς κατὰ τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη, δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὴ, ὅ,τι δηλ. ἀντίκεινται αἱ παρατηρήσεις τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου. Ἡ ἀρχὴ, Κύριοι, ἑνὸς νομοσχεδίου συγκροτεῖται ἀπὸ τὸ σύνολον καὶ τὰς μερικὰς διατάξεις· ὅταν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης τὰς διατάξεις αὐτὰς, ἐννοεῖται ὅτι ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι ἡ ἀρχὴ παντὸς νόμου συγκροτεῖται, ἐφαρμόζεται καὶ ἐξηγεῖται ἐκ τῶν ἰδίων του διατάξεων. Ἄλλως τε, Κύριοι, γνωστὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ· ἤδη νὰ εἴπῃ τις, ὅτι αὐτὸ δύναται νὰ γείνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἢ κατ’ ἄλλον δὲν εἶναι ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς. Ἡ ἀρχὴ εἶναι ἡ ὑπάρχουσα χρηματικὴ ἀπορία.
§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀπορία αὐτὴ πῶς πρέπει νὰ θεραπευθῇ;
§89ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν θεραπείαν αὐτῆς εἶναι τῆς γενικῆς ἀρχῆς. Γνωστοτάτη λοιπὸν εἶναι ἡ ἀρχὴ, καὶ συνεπὴς ἦτο ὁ προλαλήσας Κ. Μαυρομιχάλης, ὅταν ἔφερε τὴν παρατήρησίν του περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτὸν εἶναι θεραπεία. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὀρθὴν τὴν γνώμην του ταύτην, καὶ προστίθεμαι μετ’ αὐτοῦ, διότι διὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι δὲν ἐκπληροῦνται. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ πρῶτον καὶ οὐσιῶδες, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, εἶναι ἡ μισθοδοσία, διότι εἰς τὸ 4 ἄρθρον κανονίζει, ὅτι τὸ ⅓ τῆς μισθοδοσίας θέλει πληρόνεσθαι ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι διὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων προσωρινῶς θεραπεύονται μόνον καὶ κατὰ τὸ φαινόμενον αἱ ἀνάγκαι. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι αὐτὸ ὠφελεῖ; Ὄχι, διότι θὰ εὑρεθοῦν εἰς ἀνάγκην οἱ ὑπάλληλοι νὰ διαπραγματευθοῦν αὐτὸ τὸ ἓν τρίτον μὲ τοὺς τοκογλύφους μὲ ἐκπεσμὸν 40–50 ἴσως καὶ 60 τοῖς ἑκατόν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθότερον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν μισθοδοσίαν τοῦ 1859;
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὠφελεῖ.
§91ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Λοιπὸν ἤθελον νὰ μάθω τὰς δυσκολίας, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας ἔγεινε τὰ 59, διότι εἴχομεν τότε ἓν περίσσευμα εἰς τὸ ταμεῖον ἐξ 7–8 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο τακτικὸν εἰσόδημα ἀλλ’ εἶχε προέλθει ἀπὸ τὴν ὑπερτίμησιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον τότε τὰ προϊόντα. Ἐδόθη ἐκ τούτου ἀφορμὴ ν’ αὐξηθοῦν οἱ μισθοί· α) διότι τὸ ταμεῖον εἶχε περίσσευμα, β) διότι ὑπερετιμήθησαν τὰ πράγματα. Λοιπὸν, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ δύω αἴτια, ἤτοι τὸ περίσσευμα εἰς τὰ εἰσοδήματά μας, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἡ τότε ὑπερτίμησις τῶν προϊόντων, (διότι ὁ σῖτός μας ἐπωλεῖτο 12 καὶ 14 δραχμὰς τὸ κοιλὸν, καὶ ἤδη ὅλα ὑπετιμήθησαν καὶ ὁ σῖτος ἔχει μόνον 6 δραχ. τὸ κοιλὸν, καὶ τὸ ταμεῖον εὑρίσκεται καὶ θὰ εὑρίσκεται εἰς ἐλάττωσιν ἀντὶ περισσεύματος) δύναται πολὺ εὐλόγως νὰ ἐπανέλθῃ ἡ παλαιὰ μισθοδοσία, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀπαιτεῖται πλέον δάνειον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, διότι δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα. Προτείνω λοιπὸν τὴν παραδοχὴν τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ἵνα εὑρεθῇ εἰς ἐξίσωσιν τῶν εἰσοδημάτων μας μὲ τὰ ἔξοδα, καὶ δὲν ἀπειλούμεθα ἐκ χρεωκοπίας, ὅπως κατ’ ἀνάγκην οὕτω βαδίζοντες θὰ ὑποπέσωμεν.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, θέλω σᾶς εἴπει πολλὰ ὀλίγα, διότι νομίζω, ὅτι ἀφ’ ὅσα μέχρι τοῦδε ἐῤῥέθησαν τὸ ζήτημα ἔγεινε λίαν καταλεπτόν. α) Κύριοι, μὴν ἀκούσετε τὰ ἐπαναλαμβανόμενα αἰωνίως περὶ καθυστερημάτων, διότι κατὰ μέγα μέρος εἰσὶ χίμαιρα. Ἐνθυμοῦμαι ἕνα ἀνέκδοτον λαβὸν χώραν πρὶν τῆς μεταπολιτεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου, καθ’ ἣν εἷς ξένος, συντάττων τότε τὸν προϋπολογισμὸν, ἐσημείωσεν, εἶπε, περίσσευμα πολλῶν ἑκατομμυρίων, ὅσα ὑπῆρχον τὰ καθυστεροῦντα, καὶ ἔχαιρε διότι πρῶτος ἀνεκάλυψε τὰ πραγματικὰ αὐτὰ ὡς ἐνόμισεν ἔσοδα· ἀλλὰ πράγματι ὁ προϋπολογισμὸς εἶχεν ἔλλειμμα, ὥστε ἠναγκάσθησαν τότε νὰ φέρουν ἐλάττωσιν διὰ νὰ οἰκονομηθῶσιν, ἡ ὁποία συνετέλεσεν οὐκ ὀλίγον εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς 3 7βρίου. Τὰ καθυστερήματα, Κύριοι, εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον χίμαιρα· τὸ νὰ μὴ ὑπάρχουν καθυστερήματα εἰς τὸ μέλλον, εἶναι ἐπίσης χίμαιρα. Πολλοὶ τὸ ὑπεσχέθησαν, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀνθρώπων, διότι ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν αἱ βεβαιώσεις ἐγένοντο πολλάκις ἐσφαλμέναι καὶ πολλοὶ ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι χιλιάδας δραχμῶν ἐσφετερίσθησαν, τὰς ὁποίας ἀδυνατοῦσιν ἐντελῶς ν’ ἀποτίσωσιν, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα ὀφείλονται ἀπὸ φορολογουμένους. Ἐὰν εἰσέλθετε εἰς τὰ ἔγκατα αὐτῶν τῶν καθυστερουμένων, θέλετε εὕρει, ὅτι τὰ πλεῖστα αὐτῶν δὲν εἶναι ἀληθῆ, καὶ ὅτι τὰ πλεῖστα σημειούμενα ἤδη ὡς ὀφειλόμενα ἐξωφλήθησαν πρὸ πολλοῦ. Ἐνησχολήθην εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον καὶ εἶμαι ἐν πληρεστάτῃ γνώσει. Ὁ κακὸς τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως, ἡ ὀλίγη ἐπιτήρησις ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἔκαμεν ὥστε πολλοὶ φόροι νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ ἀποδείξεις νὰ μὴ δοθῶσι περὶ τῆς εἰσπράξεως, ἢ νὰ δοθῶσιν ἄκυροι κατὰ τύπους, καὶ ταῦτα σημειοῦνται ὡς καθυστεροῦντα. Ὅταν, Κύριοι, κατὰ τὰ 1857–58 διεύθυνα τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν, ἠπόρησα μαθὼν, ὅτι εἰς δύω ἐπαρχίας οἱ φόροι ὁλοκλήρως ἐσημειοῦντο ὡς ὀφειλόμενοι, καὶ ὑπῆρχον μ’ ὅλα ταῦτα εἰσπεπραγμένοι. Εἶναι λοιπὸν λίαν συγκεχυμένον αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ διὰ τοῦτο ἐνῷ ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ τῶν οἰκονομικῶν, μόλις ἀναλαβόντες τὸ καθῆκόν των, πρώτην φροντίδα εἶχον νὰ ἐκκαθαρίσουν αὐτὸ τὸ κεφάλαιον τῶν δημοσίων ἐσόδων, τίποτε ποτὲ δὲν ἐκατόρθωσαν. Ἐγὼ μάλιστα καὶ ἐξώδευσα ἄλλοτε χιλιάδας δραχμὰς, ἐπιφορτίσας ἰδιαιτέρως ἀνθρώπους νὰ ἐκκαθαρίσουν τὰ καθυστεροῦντα, ἀλλ’ οὐδὲν ἐκατόρθωσα. Εὑρέθησαν ἐν μέσῳ ἑνὸς χάους τρομεροῦ μεταξὺ πλαστογραφιῶν, ψευδῶν βεβαιώσεων, ψευδῶν παραλείψεων καὶ ἄλλων. Ἑπομένως τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ νὰ ἐκκαθαρισθῇ χρειάζεται μεγάλους κόπους, πολλὰς προστασίας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅλοι προσεπάθησαν, καὶ μολαταῦτα μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς οὔτε κατὰ ἓν βῆμα δὲν ἐπροχώρησαν, καὶ τὰ καθυστεροῦντα τὰ παρελθόντα εἶναι συγκεχυμένα καὶ ἀκόμη ὅλως διόλου ἀνεξέλεγκτα. Ἑπομένως, καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐξελεγχθῶσι, νὰ βεβαιωθοῦν τὰ ὀφειλόμενα καὶ ν’ ἀρθῇ πᾶσα ἀμφιβολία, καὶ ἂν ᾖναι καὶ εὔκολον ἀκόμη οἱ ὀφείλοντες νὰ πληρώσωσιν εὐθὺς, αὐτὴ ἡ ἐργασία δὲν ἠμπορεῖ νὰ τελειώσῃ πρὸ ἑνὸς ἔτους τοὐλάχιστον.
§93ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καμμία δίκη δὲν ὑπάρχει;
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἐννοῆτε μίαν δίκην, ἣν ἐννοῶ ἐγὼ, σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος....
§95ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν λέγω ὡρισμένως.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε τί ἐρωτᾶτε; Κατὰ δυστυχίαν ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχουν πολλαὶ καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις ὑπὲρ τοῦ δημοσίου πρὸς ἐκτέλεσιν· ἠξεύρω, ὅτι ὑπάρχουν πολλαὶ κατὰ τοῦ δημοσίου, καὶ ἐνθυμοῦμαι μίαν τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσε πρὸ ὀλίγου ὁ Κ. Πετιμεζᾶς. Ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπονοεῖτε, δὲν ἐξεδικάσθη ὁριστικῶς· πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀκόμη καιρὸς, εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμής. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὰ καθυστεροῦντα μόνον εἰς τὸν ξένον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸν προϋπολογισμόν μας, ἐπετρέπετο νὰ τὰ θεωρήσῃ ὡς ἔσοδον βέβαιον καὶ ἀμέσως εἰσπρακτέον, ἀλλὰ διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο πρέπει νὰ παρέλθῃ καιρός. Τώρα, Κύριοι, ζητεῖται, ἔχομεν ἀνάγκην, ναὶ ἢ ὄχι; Περὶ τῶν ἀναγκῶν μας βεβαίως δὲν ἀμφιβάλλει οὐδείς. Ἔχομεν δὲ δύω εἰδῶν ἀνάγκας, ἀνάγκας ἀμέσους καὶ προσωρινὰς καί ἀνάγκας διαρκεστέρας, καὶ ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι ἐπὶ πολὺ θὰ μᾶς πιέσουν. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ προβλέψωμεν καὶ νὰ ἱκανοποιήσωμεν καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς ἀμέσους καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς μελλούσας. Εἶναι βεβαιωμένον ἤδη ὅτι ἔχομεν ἀπορίαν καὶ οὐδεὶς ἐν τῷ μέσῳ τῆς Βουλῆς αὐτῆς ἐν ὅλῃ τῇ κοινωνίᾳ ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ ὅτι εἴμεθα εἰς ἀπορίαν, προϊὸν τῶν περιστάσεων τῶν πρὸ πολλοῦ γιγνομένων καὶ τῶν θεομηνιῶν· ἀλλὰ τὴν ἀπορίαν αὐτὴν δὲν ἠμποροῦμεν ἆρά γε νὰ θεραπεύσωμεν διὰ οἰκονομιῶν; Ἰδοὺ τὸ βʹ. ζήτημα. Ἐγὼ ἀπορῶ ἰδίως μ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι ἐστάθησαν ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐστάθησαν Βουλευταὶ ἐπὶ ἔτη πολλά, ἐστάθησαν μέλη ἐπιτροπῶν κλπ. νὰ τοὺς ἀκούω ἐπαναλαμβάνοντας ἐπιχείρημα, τοῦ ὁποίου τὴν πραγματοποίησιν ποτὲ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐπιτύχωσιν ἢ το κατορθωτὸν ν’ ἀποδείξωσιν εἰς τὸν τόπον. Κύριοι, εἰς τὴν Συνέλευσιν εἴμεθα κυρίαρχοι παντοδύναμοι, ἐκόπταμεν ἀπ’ ἐδῶ, ἐκόπταμεν ἀπ’ ἐκεῖ, ὅ,τι ἤθελομεν ἐπράττομεν, κανεὶς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν τόλμην νὰ μᾶς ἐξετάσῃ τὶ ἐκάμναμεν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐκτὸς ὀλίγων τινῶν οἰκονομιῶν ἀληθῶν τ’ ἄλλα ἦσαν ὅλα προσωρινὰ καὶ ἐξαρτώμενα ἀπὸ τὰς περιστάσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθησαν νὰ παραβιάσωσι τοιαύτας οἰκονομίας. Ἐλαττώσεις τῶν γραφικῶν ἐξόδων, τῶν ἐνοικίων, τῶν προμηθειῶν καὶ τῶν τοιούτων δὲν εἶναι ἀληθεῖς οἰκονομίαι, διότι τὰ ἔξοδα αὐτὰ κανονίζουσιν αἱ περιστάσεις, ὁ βαθμὸς τῶν ἀναγκῶν καὶ ἡ ἀναλογία τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως. Ἐκάμαμεν τότε καί τινας ἀφαιρέσεις ἀληθεῖς τοῦ περιορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ κτλ. Αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι διετηρήθησαν, εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ εἶναι ἀνεπαίσθητοι, ὥστε εἰς ἀποτέλεσμα οὐσιῶδες δὲν ἐφθάσαμεν καὶ ὁ προϋπολογισμός μας ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ἐπιβεβαρυμένος, διότι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἐμπεριέχει ἔξοδα ἀναπόφευκτα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὰ ὁποῖα οὔτε ν’ ἀποφύγωμεν, οὔτε νὰ περιστείλωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἠδυνάμεθα. Μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τοσάκις ἔλαβον μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ὁμιλοῦν μετὰ τόσου στόμφου, ὅταν ὅμως ἔρχωνται εἰς τὰ πράγματα, δυστυχῶς τίποτε νὰ μὴ πράττωσι· καὶ θέλετε ἰδῆ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ μεθαύριον τὴν διαφορὰν τῶν πραγμάτων πρὸς τοὺς λόγους.
§97ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν καθόσον ἀφορᾷ τὴν πεῖραν αὐτὴν περὶ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἴπατε, ὅτι αἱ τοιαῦται οἰκονομίαι εἶναι ἀπραγματοποίητος, εἶναι ψευδεῖς. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο ὑπὸ μίαν ἔποψιν μόνον, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ὁσάκις εἶναι μακρὰν τῆς ἐξουσίας καὶ λαμβάνουν μέρος εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θεωροῦν τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομίας ὡς ζήτημα ἀντιπολιτεύσεως· ὁσάκις δὲ εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν, σκέπτονται ἄλλως· καὶ φέρω παράδειγμα τὸν Κύριον Χρηστίδην καὶ ὑμᾶς οἱ ὁποῖοι ἐλάβατε μέρος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἔγειναν οἰκονομίαι, διατὶ καὶ πάλιν ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐζητήσατε πίστωσιν ἐπὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα εἴχετε καταψηφίσει;
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προκαλῶ τὸν Κύριον Μαυρομιχάλην νὰ μοῦ ἀποδείξῃ προσωπικῶς ἐὰν μία ἀληθὴς οἰκονομία καθιερωθεῖσα εἰς αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος, παρεβιάσθη· ἄλλως λέγω, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπῆρχον καὶ ψευδῶς αἱ τυχαῖαι οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἔφερα. Θὰ εἶχε δίκαιον ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, ἐὰν ἀπεδείκνυεν οἰκονομίας τινας, τὰς ὁποίας ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐπρότεινα καὶ παρεβίασα ὡς ὑπουργός.
§99ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ προσωπικῶς, ἀλλὰ λέγω, ὅτι πάντοτε οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, καὶ ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε ἐξαίρεσιν, θέτουν ὑπουργικὸν τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομίας· ἅμα ὅμως ἔρχονται εἰς τὰ πράγματα, τὰς παραβιάζουν, καὶ σᾶς φέρω πρόχειρον παράδειγμα τὸν Κ. Χρηστίδην, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν κατάργησιν τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν καὶ ἅμα ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, ἐζήτησε τὴν ἐγκατάστασίν του.
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἦσθε δίκαιος ἰδίως εἰς τοὺς ἀπόντας. Πρῶτον ἐγὼ ἤμην πάντοτε ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν· τὸ ἐπρότεινα ὡς ὑπουργὸς, τὸ ὑπεστήριξα ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ὁ Κ. Χρηστίδης ὢν ἐναντίος, ἐσιώπησεν ὅτε οἱ ἔμποροι παρουσιασθέντες ἐζήτησαν τὴν ἀποκατάστασίν του καὶ ἡ Συνέλευσις τὴν παρεδέχθη Τέλος πάντων, Κύριοι, ὁ Κ. Μαυρομιχάλης ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ δίκαιον κατὰ τῶν προσώπων, κατ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλ’ ὅτι ἡ πρακτικὴ ἀπέδειξεν ἕως σήμερον, ὅτι οἰκονομίαι σπουδαῖαι δὲν κατωρθώθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅτι μὲ ὅλην τὴν προσπάθειαν τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις κατέβαλε, καὶ χρεωστῶ, Κύριοι, ν’ ἀποδώσω δικαιοσύνην εἰς τὸν Κ. Μαυρομιχάλην, ὁ ὁποῖος προεξῆρχεν ἀληθῶς εἰς τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν, αἱ οἰκονομίαι ὑπῆρξαν αἱ πλεῖσται λανθασμέναι καὶ τυχαῖαι. Παραδείγματος χάριν, τὰς 200,000 δραχμὰς δι’ ἔξοδα μαρτύρων τὰς περιωρίσαμεν εἰς 150,000, καὶ ὅμως ἐξωδεύθησαν 300,000, διότι αὐτὸ ἀπήτησαν αἱ ἀνάγκαι· τὰς 100,000 δραχμὰς δι’ ἔξοδα ἀνακρίσεως τὰς περιωρίσαμεν εἰς 60,000, καὶ ὅμως ἐξωδεύθησαν 120,000. Καὶ ἂν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἐξετάσῃ ἀκριβέστερον, ἤθελεν ἰδῆ ὅτι αἱ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι συνδέονται ἀμέσως μὲ κατάργησιν θέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπήγαζον ἀπὸ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν αἰτίων αὐτῶν, αὐταὶ διετηρήθησαν. Δὲν ἠμπόρεσαν δὲ νὰ διατηρηθοῦν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν οὕτω ῥιζικαί. Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ κατ’ ἐμὲ, νομίζω, πῶς οἰκονομίας πολλὰ σπουδαίας δὲν θὰ φέρωμεν. Ἀλλ’ ἔστω, δέχομαι ὅτι θὰ φέρωμεν οἰκονομίαν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα, καθὼς ἠκούσατε, τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν θεραπεύεται διὰ τοῦ μέσου τούτου ἐξ αἰτίας τῆς κακῆς εἰσοδίας καὶ τῆς ἔτι χειροτέρας τῆς χολέρας, ἡ ὁποία ἐσταμάτισε τὸ ἐμπόριον καὶ ἔβλαψε τὰ τελωνεῖά μας· διότι ἐκτὸς τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπιβάλλει πρὸς σύστασιν λοιμοκαθαρτηρίων κτλ. ἡ χολέρα παραλύει καὶ τὸ ἐμπόριον. Τὸ ἐμπόριον καὶ τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσεως ἐσταμάτησε, διότι ποῖος θὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα πραγματείας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ στέκουν εἰς τὰς λέμβους ἡμέρας ὁλοκλήρους ἐκτεθειμέναι εἰς τὰς περιπετείας τῆς ἀτμοσφαίρας, εἰς κλοπὴν καὶ εἰς χιλίους ἄλλους κινδύνους; Τοιουτοτρόπως ἐκτὸς τῶν ἄλλων αἰτιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἠλαττώθησαν αἱ εἰσπράξεις μας, ἦλθε τελευταῖον ὡς ἐπιστέγασμα ἡ χολέρα, ἡ ὁποία συνεπλήρωσε τὰ οἰκονομικὰ δυστυχήματα. Λοιπόν, Κύριοι, ἡ ἀνάγκη, τὸ ἔλλειμμα ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἓν μέσον πρόχειρον, τὸ ὁποῖον προτείνετε εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπεύσῃ αὐτὸ τὸ κακόν; νὰ τὸ θεραπεύσῃ ἐν γένει, νὰ τὸ θεραπεύσῃ ἀμέσως ὅπως ζητοῦμεν; δηλ. ἡ ἐλάττωσις τοῦ μισθοῦ εἶναι ἱκανὴ νὰ θεραπεύσῃ καὶ δύναται νὰ ἀντιπαραταχθῇ εἰς τὰς δυσκολίας; Ὄχι· ἡ ἐλάττωσις τῶν μισθῶν μόνον καταστρέφει τὴν ὑπηρεσίαν, μὲ μισθοὺς μικροὺς δὲν ἔχομεν ὑπηρεσίαν. Κανεὶς ἄνθρωπος ὅπως πρέπει δὲν θὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰ δημόσια πράγματα, διότι ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας εὑρίσκει ὠφελείας περισσοτέρας, ἀσφάλειαν περισσοτέραν, ἄνεσιν περισσοτέραν καὶ μέλλον καλλίτερον. Ποῖος ἄνθρωπος σπουδαῖος, δικηγόρος, ἄνθρωπος παιδείας κλπ. ἐὰν δὲν φλέγεται ἀπὸ ἕνα πατριωτισμὸν μέγιστον ἢ ἀπὸ ἰδιοτροπίαν τινὰ, θὰ ἀφήσῃ τὰς ὠφελείας του, τὴν ἀνάπαυσίν του, νὰ γείνῃ δικαστὴς π. χ. ὅταν εἰς ἀνώτατον ὅρον λαμβάνῃ 400 δραχ. καὶ ὡς δικηγόρος λαμβάνῃ 1,000; Γνωρίζετε ὅτι οἱ καλοὶ δικηγόροι ὄχι δικασταὶ δὲν γίνονται, ἀλλ’ οὔτε Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας, οὔτε ὑπουργοὶ, καὶ ὁ μικρὸς μισθὸς χρησιμεύει νὰ μὴ ἑλκύῃ τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν σας, ὥστε εἰς τοὺς ἀνωτάτους βαθμοὺς, διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν, βλάπτετε τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν διοίκησιν, διότι κακὸν θὰ ἔχετε προσωπικὸν καὶ θέλετε ἐλαττώσει τὰς εἰσπράξεις· διότι ὅταν εἰς τὸν ταμίαν καὶ τὸν ἔφορον δὲν δώσῃς τὸν ἀναγκαῖον μισθὸν νὰ ζήσῃ, κατ’ ἀνάγκην θὰ κλέψῃ. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ τίμιοι ἄνθρωποι, οἵτινες ἀντέχουσιν εἰς ὅλας τὰς δοκιμασίας, ἀλλ’ εἶναι σπάνιοι· δὲν θὰ κάμετε λοιπὸν οἰκονομίας. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἄλλοτε — ἐπειδὴ κάμνομεν χρῆσιν παραδειγμάτων ἐκ τῶν μεγάλων ἐθνῶν — ἡ κατάχρησις, ἡ κλοπὴ ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων εἶχε πλεονάσει, τὰ εἰσοδήματα ἐσφετερίζοντο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οἱ ὑπάλληλοι οἱ δημόσιοι, ἀντὶ νὰ ὑπηρετοῦν τὸ δημόσιον, ὑπηρέτουν τὰ ἴδια ταμεῖά των. Ἠξεύρετε τί ἔκαμον εἰς Ἀγγλίαν διὰ νὰ ἀπαλλαχθῶσιν αὐτοῦ τοῦ κακοῦ; Ηὔξησαν τοὺς μισθοὺς, ἔδοσαν μέσον ὑπάρξεως εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἐκάλεσαν ἀνθρώπους τιμῆς καὶ ἱκανότητος εἰς τὰ πράγματα, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δὲ αὐτῆς ἤρχισε βελτιουμένη ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἐποχῆς οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἀγγλίας ἀποκατέστησαν ὁποῖοι ἤδη εἰσί. Λοιπὸν καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς δημόσιος ἄνθρωπος θέλω σᾶς ἐξορκίσει πάντοτε νὰ μὴ ἐπιζητῆτε τὰς οἰκονομίας εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν, διότι θέλετε βλάψει τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐλαττώσει τὰ εἰσοδήματά σας. Εἶναι ὅμως ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀγαπῶμεν πολὺ νὰ ὑπηρετοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ ἀποθνήσκουν τῆς πείνης. Λοιπὸν τὸ σύστημα αὐτὸ ἐγὼ δὲν τὸ δέχομαι διότι τὸ θεωρῶ ἐπιβλαβὲς, οὔτε ὑμεῖς θέλετε τὸ ὑποστηρίξει, πιστεύω, οὔτε θέλετε τὸ δεχθῇ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ἐπιτυγχάνομεν τοῦ σκοποῦ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν; θεραπεύομεν τὰς ἀμέσους ἀνάγκας μας; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ δὲν ἔκαμε λόγον ὁ κ. προλαλήσας. Ὄχι, κύριοι. Σᾶς εἶπον, ὅτι δύω εἶναι αἱ ἀνάγκαι μας· πρῶτον, ἡ ἔλλειψις ἡ ἄμεσος. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πληρώσωμεν τοὺς μισθοὺς τοῦ Αὐγούστου, καὶ κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ἐκάμαμεν καὶ ὅπως ὀλίγον προοδεύουσιν αἱ εἰσπράξεις, ὑποπτεύω πολὺ ὅτι τὰ ἔσοδα δὲν θὰ ἐπαρκέσωσι νὰ πληρώσωμεν τοὺς μισθοὺς τοῦ Αὐγούστου καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Τί πρέπει νὰ κάμωμεν; νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς μισθούς; ἡ ἐλάττωσις θ’ ἀναβαίνῃ εἰς 500,000 δραχ. περίπου κατ’ ἔτος ἢ 40,000 κατὰ μῆνα, ἀλλ’ αἱ 40,000 δραχ. κατὰ μῆνα δὲν μοῦ ἀναγκαιοῦν· μοῦ ἀναγκαιοῦσι 250,000 τοὐλάχιστον δραχ., διότι καὶ περισσοτέρα θέλει εἶσθαι ἴσως ἡ διαφορά. Λοιπὸν τὸ ζήτημα δὲν λύεται· θὰ ἐλαττώσητε τοὺς μισθοὺς χωρὶς νὰ θεραπεύσητε τὴν ἀνάγκην. Ἐγὼ λέγω εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, μὴ λαμβάνετε ἤδη ὁλόκληρον τὸν μισθόν, ἀφήσατε εἰς τὸ ταμεῖον ἕν μέρος διὰ νὰ λάβωσιν ὅλοι κατ’ ἀναλογίαν· τὸ μέρος τὸ ὁποῖον θὰ κρατηθῇ θὰ σᾶς πληρωθῇ μετ’ ὀλίγην προθεσμίαν, πρόκειται νὰ δώσετε εἰς τὸ ταμεῖον. Βλέπετε ὅτι τὸ μέτρον εἶναι προσωρινόν, εἶναι τρίμηνον μόνον, διότι μετὰ τὸν τρίτον μῆνα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὸ γραμμάτιόν του εἰς τὸ ταμεῖον καὶ νὰ πληρωθῇ. Ἑπομένως διὰ τρεῖς μῆνας θέλει ἀναβάλει νὰ λάβῃ τὸ ἓν τρίτον τοῦ μισθοῦ του. Ἀλλὰ διὰ τούτου τοῦ μέσου ἐπέρχεται οἰκονομία μεταλλικοῦ 700,000 δραχ. ὡς ἔγγιστα κατὰ τρεῖς μῆνας, καὶ ἂν κατὰ μῆνα μοὶ δώσητε οἰκονομίαν μεταλλικοῦ 250,000 δραχ. δύναμαι νὰ ἐπαρκέσω. Καθὼς ὑπελογίσαμεν, κύριοι, αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου τῆς πρώην Ἑλλάδος δύνανται νὰ οἰκονομηθῶσι μὲ τὰς εἰσπράξεις, ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι αἱ παρελθοῦσαι, ὡς ἠκούσατε, μᾶς ὑπεχρέωσαν νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Τὸ δάνειον αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ πληρώσωμεν, καὶ ἵνα τὸ πληρώσωμεν ὅλα τὰ εἰσοδήματα τῶν τελωνείων θέλουν κρατηθῆ· ἑπομένως δὲν ὑπάρχουν εἰσοδήματα ἵνα καλύψωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς Ἑπτανήσου. Ἂν δὲν δεχθῆτε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνομεν, τότε ἴσως ἢ δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς πληρωμὰς εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἢ θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, σᾶς δίδομεν τὰ ⅔ τοῦ μισθοῦ καὶ ἀπὸ ἕκαστον θὰ κρατήσωμεν τόσον ποσὸν ἵνα σᾶς πληρώσωμεν ὅλους. Βλέπετε, πιεζόμενοι ἀπὸ τὴν ἀνάγκην, ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο καὶ ἄνευ νομοθετικῆς κυρώσεως. Συνέβη, κύριοι, πολλάκις ὅτι οἱ ὑπάλληλοι βλέποντες ὅτι ἔχομεν ἔλλειψιν χρημάτων, ἔλαβον ἀντὶ χρημάτων γραμμάτια, τὰ ὁποῖα τοὺς ἀσφαλίζουσι καὶ 8% τόκον. Ἀλλὰ λέγουν, ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος θὰ γείνῃ μέσον κερδοσκοπίας, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι θὰ ζημιωθοῦν. Δυνατὸν νὰ συμβῶσι ταῦτα, δυνατὸν νὰ ἐκπέσουν τὰ γραμμάτια, μολονότι ἕως αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἐξέπεσαν, καὶ εἰς ὅσους ἀπετάθην, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ πραγματοποιήσω δι’ αὐτῶν τῶν γραμματίων δάνεια, τοὺς εὗρον προθύμους, καὶ ἐνταῦθα εἰς τὴν πρώην Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ μᾶς ἔδωκαν δάνειον χωρὶς ἔκπτωσιν, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν εὐάρεστον σύμπτωμα, διότι ἀποδεικνύει ὅτι τέλος πάντων ὁ τόπος ἤρχισε νὰ ἔχῃ πίστιν τινὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ δὲν εἶναι γραμμάτια ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα σᾶς ζητοῦμεν, ἀλλὰ δάνειον, τὸ ὁποῖον θέλομεν ζητήσει ἀπὸ τὸ ἔθνος. Ἀλλ’ ἐὰν τέλος πάντων δὲν δυνηθῶμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰ γραμμάτια καὶ τὸ ἔθνος δὲν ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις μας, τί θὰ κάμωμεν; Λύσις ἄλλη δὲν ὑπάρχει ἢ θὰ δώσωμεν γραμμάτια ἀναγκαστικῶς εἰς τοὺς ὑπαλλήλους δι’ ἓν μέρος τοῦ μισθοῦ των, ἢ θ’ ἀναστείλωμεν τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν καὶ ἡ ζημία θὰ ᾖναι ἔτι μεγαλειτέρα, καὶ θέλει εὑρεθῆ εἰς δυσκολίας ὁ ὑπάλληλος, ὅστις δὲν ἔχει ἴσως ἐγγύησιν ἵνα δώσῃ ὅπως πορισθῇ χρήματα. Τὸ μέρος λοιπὸν τῶν γραμματίων τὸ ἀφορῶν τὰς δι’ αὐτῶν πληρωμὰς τῶν ὑπαλλήλων ἀποβλέπει τὴν θεραπείαν τῶν ἀμέσων ἀναγκῶν τοῦ τρέχοντος μηνός. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχει καὶ τὸ διαρκὲς ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν· τοῦτο σκοποῦμεν ν’ ἀναπληρώσωμεν διὰ τῶν μέτρων, περὶ ὧν σᾶς ἔκαμον λόγον προχθές, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄμεσον ἀποτέλεσμα. Πρέπει νὰ παρέλθῃ καιρὸς ἕως οὗ εἰσπραχθῶσιν οἱ φόροι, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἄμεσον ἀνάγκην. Ἰδοὺ διατὶ βιαζόμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν ἓν δάνειον. Τέλος πάντων θέλομεν τὴν ἄδειαν νὰ ἔχωμεν πίστωσιν ἀνοικτὴν, ἣν νὰ πραγματοποιήσωμεν ἐν ἀνάγκῃ. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνομεν, δέχεται δύω συστήματα· διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς γνωρίζετε, τὸ σύστημα τῶν δανείων δὲν εἶναι ἀκριβῶς γνωστὸν, καὶ, ὡς σᾶς εἶπον, ἡ πίστις δὲν εἶναι ἀνεπτυγμένη, ἐνδέχεται πολλοὶ νὰ θέλωσι γραμμάτια μικρᾶς προθεσμίας, καθ’ ὅσον εὐκολώτερον καὶ ταχύτερον δύνανται νὰ θέτωσιν εἰς κυκλοφορίαν τὰ χρήματά των, διότι δὲν ἐπιθυμοῦν τὰ χρήματά των νὰ ᾖναι ἐπὶ πολὺν καιρὸν νεκρά. Ἀλλοῦ προτιμῶσι τὸ ἐναντίον, αὐτὸ δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς καὶ ἀλλοῦ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ δανεισθῶμεν κατὰ διαφόρους τρόπους ὅπως δυνηθῶμεν. Νομίζω Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ παραδεχθῇ τὴν αἴτησίν μας, τοῦ νὰ μᾶς δώσῃ δηλ. τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῶμεν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, αἱ ἀνάγκαι ὑφίστανται ἤδη κατεπείγουσαι καὶ πρέπει νὰ θεραπευθῶσιν. Ἂν δὲ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα οἱ κύριοι βουλευταὶ θέλουσι παρασκευάσει κατόπιν, δύνανται νὰ ἐκλείψωσιν αἱ ἀνάγκαι καὶ νὰ ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς ἰσόῤῥοπον, τοῦτο δὲν ἐμποδίζει ὥστε νὰ μὴ δώσητε τὴν ἄδειαν αὐτήν. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἐμποδισθῇ νὰ δεχθῇ τὸ σύστημα τὸ περὶ ἐντόκων γραμματίων δι’ ὧν νὰ πληρόνεται τὸ ⅓ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων· δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι δὲν θὰ γείνῃ χρῆσις αὐτοῦ εἰμὴ ἐν ἐσχάτῃ καὶ ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν τὸ δεχθῆτε, ἡ κυβέρνησις ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἂν δὲν ἔχῃ χρήματα, δὲν θὰ δώσῃ. Σᾶς λέγω δὲ ἐπαναλαμβάνων, ὅτι ἐγὼ, ἂν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον, δὲν θέλω τὸ ἐφαρμόσει, δὲν θέλω κάμει χρῆσιν, ὅταν δι’ ἄλλων μέσων δυνηθῶ νὰ καλύψω τὰς ἀνάγκας καὶ νὰ πληρώσω τοὺς τακτικοὺς μισθούς· ἀλλὰ θέλει γείνει ἀπόπειρα νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον ἢ δι’ ἐντόκων γραμματίων ἢ δι’ ἑτέρου συστήματος, καὶ ὅταν ἓν δάνειον πραγματοποιηθῇ καὶ ἐπαρκέσῃ εἰς τοὺς μισθοὺς, ἐγὼ ἐπισήμως ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν θέλω ἐφαρμόσει τὰ ἔντοκα γραμμάτια εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τρίτου.
§101ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Μαυρομιχάλης ἐξέφρασεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προτίθεται νὰ οἰκονομήσῃ τὰ μέσα πρὸς πληρωμὴν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· ἀλλ’ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν μ’ ἔπεισεν, ὅτι σκοπὸς τῶν ἐντόκων γραμματίων εἶναι ἡ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν σχεδὸν ὅλων τοῦ Κράτους, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἔχει παρὰ πολὺ δίκαιον ὑποστηρίζων, ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν περίστασιν, καθ’ ἣν οὐ μόνον τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀλλὰ καὶ τὸ ἰδιωτικὸν βαλάντιον πάσχει, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐλαττώσῃ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν παρακαλοῦν ποτὲ νὰ διορισθῶσιν εἰς θέσεις, διότι δὲν εἶναι αἱ θέσεις των ἐξ ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι 400 ὑποψήφιοι. Οἱ ὑπάλληλοι λοιπὸν τῶν ἀνωτάτων αὐτῶν θέσεων δὲν συνιστῶσιν ὅλην τὴν ὑπαλληλίαν τοῦ Κράτους. Ἄλλως τε, κύριοι, ποίαν ἀσφάλειαν δίδει τὸ ἔθνος πρὸς τὸν γεωργὸν, ὅστις διὰ τοῦ ἱδρῶτός του οἰκονομεῖ τὰ τῆς οἰκογενείας του καὶ πληροῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅταν γηράσῃ, ἐνῷ τοῦ ὑπαλλήλου ἔχομεν δώσει μίαν ἀσφάλειαν διὰ μιᾶς συντάξεως; Ἐνῷ τὸν γεωργὸν οὐδόλως ἐξασφαλίζομεν, ἐνῷ ἔχομεν χρέος νὰ τὸν ἐξασφαλίσωμεν, τοὐναντίον τὸν ἀφίνομεν, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν καταπιέζει ἡ ληστεία, ἀφ’ ἑτέρου ἡ τοκογλυφία, καὶ πολὺ δίκαιον εἶχεν ὁ Κ. Δημητριάδης εἰπὼν, ὅτι οἱ γεωργοὶ δὲν ἀπαιτοῦσι τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀποδεκατώσεως, ἀλλ’ ἀπαιτοῦσι τὴν διὰ μικροῦ τόκου εὕρεσιν χρημάτων. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι χωρὶς νὰ πολεμήσω τὴν ἀρχὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι ἐπείσθην ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, ὁμολογῶ, ὅτι μᾶς δίδει ἀφορμὴν αὔριον ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι ἡ μισθοδοσία τῶν ὑπαλλήλων ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἣν ἦτο καὶ κατὰ τὸ 59 κατάστασιν.
§102ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, κύριοι, καὶ διὰ τοῦτο ἀναβαίνω τὸ βῆμα μετὰ πολλῆς δειλίας, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν δύνανται νὰ χωρέσωσιν εἰς τὸν νοῦν μου δύω προβλήματα, δύω ἀξιώσεις τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, ἀντίθετοι ἡ μία πρὸς τὴν ἑτέραν. Ἀφ’ ἑνὸς μᾶς ζητεῖ ἔντοκα γραμμάτια διὰ νὰ οἰκονομήσῃ, ὡς λέγει, τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους, καὶ μᾶς παρουσιάζει τὴν οἰκονομίαν μας ἀνθηρὰν, ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἀξιότιμος Κ. Δαρειώτης παρουσιάζει καὶ πρότασιν δανείου, ἣν ὑποστηρίζει καὶ δὲν ὑποστηρίζει τὸ ὑπουργεῖον· παράδοξος σύμπτωσις! Τίς ἡ ἀνάγκη γραμματίων, ἀφ’ οὗ ὁ Κ. ὑπουργὸς μᾶς διεβεβαίωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι δύναται νὰ δανεισθῇ ὅσα θέλει; Τότε τίς ἡ ἀνάγκη ἐντόκων γραμματίων; δὲν εἶναι ἀντίφασις; Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ περὶ ἐντόκων γραμματίων πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἐντελῶς καὶ νὰ δοθῇ ἄδεια εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ καταφύγῃ εἰς δάνειον, καθ’ ὅσον, ὡς σᾶς εἶπε καὶ διεβεβαίωσεν ὁ Κ. ὑπουργὸς, κεφάλαια ὑπάρχουν καὶ δύναται νὰ ἀνεύρῃ πολλὰ. Μὴ λοιπὸν προσκόψωμεν ἡμεῖς ἕνεκεν ὑπερβολικοῦ ζήλου εἰς τὴν ὑπουργικὴν τροχιὰν καὶ συντρίψωμεν αὐτὴν ἐπὶ τῶν δύω σκοπέλων. Μεταβαίνω εἰς ἕνα ἄλλο ἀντικείμενον· ἔγεινε λόγος περὶ τῶν καταχρήσεων καὶ τῆς σπατάλης καὶ τοῦ σφετερισμοῦ καὶ τῆς διαρπαγῆς τῆς δημοσίου περιουσίας ἀπό τινας πάλαι ποτὲ ἰσχυροὺς, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ μὲ ἐξαναγκάσῃ διὰ νὰ εἴπω καὶ ὀνόματα, διότι πολλὰ τούτων ἔχω καὶ πρόχειρα. Καὶ γνωρίζετε πάντες, Κύριοι, ὅτι αἱ καθυστερήσεις ὑπερβαίνουσι τὰ 60,000,000, ὡς καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐσφετερίσθησαν αὐτὰ, εἶναι ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἀνῆλθον καὶ κατῆλθον τοσάκις τὰς βαθμίδας ὡς ὑπουργοί· εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔβαψαν τοσάκις τὸ ἔδαφος μὲ τὸ αἷμα, καὶ οὐδέ ποτε ἐτιμωρήθησαν, καθὸ ἀφωσιωμένοι τῶν ἀφωσιωμένων τῆς πρώην ἐκείνης βασιλείας· εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες καὶ σήμερον πιέζουσι τὴν κοινωνίαν διὰ πάσης μαγγανείας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ ὁ νόμιμος ἔλεγχος. Ἀλλὰ πότε δὴ πότε ἥξει ἡ μάχαιρα τῆς δικαιοσύνης κατὰ τῶν τοιούτων; Ὁ Θεός ἐστί μέγας. Ὁ Κύριος πρωθυπουργός, ἀπαντῶν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, εἶπεν, ὅτι πολλάκις ἐμελέτησεν αὐτὸ, πολλάκις ἐπροσπάθησεν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνακαλύψῃ τι, καθότι ὑπάρχει χάος, καὶ ἂν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τοῦ τόσον σοβαροῦ, του τόσον σπουδαίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξιν τῆς πατρίδος, διότι αὐτοὶ κατελυμάνθησαν τὴν πατρίδα, εἶναι χάος, τότε ἅπασα ἡ οἰκονομία εὑρίσκεται εἰς τὸ χάος. Λοιπὸν ποῦ βαδίζομεν; τί θὰ μᾶς κάμουν τὰ ἔντοκα γραμμάτια; τί θὰ μᾶς κάμῃ τὸ δάνειον; Τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ συναισθανθῶμεν πάντες τὰς ἀνάγκας, αἵτινες μᾶς περιστοιχίζουσι, καὶ πρέπει νὰ συστήσωμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ μᾶς φέρῃ ὁσονούπω τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ μᾶς φέρῃ πίνακα ὅλων τῶν καθυστερημάτων καὶ κατόπιν θὰ προβῶ εἰς ἑτέραν γνωμοδότησιν, εἰς ἕνα τι, ὃ δύναμαι ν’ ἀποκαλέσω δρακόντειον νομοθέτημα. Θὰ προτείνω ὅπως εἰσπράκτωρ γενικὸς διορισθῇ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἵνα συλλέξῃ αὐτὰ τὰ εἰσοδήματα, καὶ ὄχι νὰ τ’ ἀφήσωμεν εἰς τὸν μὲν καὶ εἰς τὸν δὲ νὰ τὰ κατασφετερίζωνται. Ἤμην εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ μὲ θλίψιν μου εἶδον ἕνα βιομήχανον πολίτην συρόμενον ὑπὸ χωροφυλάκων· ἐστάθην, ἠρώτησα τί τρέχει, μὲ εἶπον ὅτι ἐχρεώστει 5 δραχμὰς καὶ ἐστέλλετο εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ ἐν τούτοις ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι χρεωστοῦσι 200, ἢ 100,000 δραχ. τοὺς ἀφίνουν ἐλευθέρους· εἶναι κατάστασις αὐτή! δυνάμεθα ποτὲ νὰ ὑπάρξωμεν! Ὄχι. Συγχωρήσατε μοι νὰ ἔλθω εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχήν. Οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι προπάτορες ἡμῶν εἶχον νόμον, ὅτι οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου νὰ μὴ λαμβάνουν μέρος εἰς τὰ κοινά. Ὁ ἱερὸς αὐτὸς νόμος ἐμεγάλυνε τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἐδόξασεν. Ὅταν ὅμως ἤρχισαν αἱ ἀξιώσεις τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ, ὅταν ἐδόθησαν εἰς τὰς τρυφὰς οἱ προπάτορές μας, τότε καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἀπεσιωπήθη, καὶ ἀφότου ἀπεσιωπήθη ἤρχισεν ἡ κατάπτωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους, ἀπὸ τότε ἐσβέσθη ἡ Ἑλλὰς καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν δουλείαν, καὶ μόνον οἱ πατέρες ἡμῶν αἰσθανθέντες τὸ αἶσχος ἐκεῖνο τῆς δουλείας, μᾶς ἔδωσαν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς σήμερον. Ἀλλὰ πῶς ὑπηρέτουν οἱ ἔνδοξοι ἡμῶν πατέρες; ἐλάμβανον μεγάλους μισθούς; κατελυμάνθησαν τα δημόσια; ὄχι. Πόσα ἐδαπάνησεν ἡ Ὕδρα, ἡ Πελοπόννησος, αἱ Σπέτσαι; Πόσα καὶ ἄτομα ἰδιαιτέρως καὶ πόλεις ὁμοῦ, ἀλλὰ κατεδέχθησαν ποτε νὰ κτίσωσι μίαν μεγάλην οἰκίαν αὐτοὶ οἱ μεγάλοι ἄνδρες; Σήμερον πῶς ἀποκτοῦν τινὲς αὐτὰς τὰς μεγάλας ἰδιοκτησίας; δὲν μοὶ δεικνύουν ποῦ ἔκαμον ἐμπόριον; Ὁ μισθὸς, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν εἴτε ὡς στρατιωτικοὶ εἴτε ὡς πολιτικοὶ, εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις μόλις ἐπαρκεῖ πρὸς τὸ ζῆν, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ νὰ κάμουν αὐτὰς τὰς μεγάλας ἰδιοκτησίας. Καὶ ἐν τούτοις ὁ γεωργὸς, ὁ ποιμὴν διὰ 5 ἢ 10 δραχμὰς ἄγεται εἰς τὰς φυλακάς. Φρονῶ, ὅτι ὁ διϊσχυρισμὸς τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, δηλαδὴ τῶν καθυστερήσεων εὑρίσκεται εἰς τὸ χάος, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὑπόστασιν, διότι, ἂν ἰσχυρισθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι πᾶσα οἰκονομία εὑρίσκεται εἰς τὸ χάος, καὶ κατὰ συνέπειαν ὅλα τρέχουν τὸν αὐτὸν κίνδυνον, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ ψυχὴ κατὰ τοὺς οἰκονομολόγους πάσης πολιτείας εἶναι τὰ χρήματα, εἶναι ἡ οἰκονομία, καὶ ὅταν ἡ οἰκονομία εὑρίσκεται εἰς τὸ χάος, πάντες εὑρισκόμεθα εἰς αὐτό. Ζητῶ λοιπὸν τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ προτείνω νὰ παραχωρηθῇ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ δάνειον, περὶ του ὁποίου, ὡς διεβεβαίωσεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ὑπάρχουν κεφάλαια· πρὸς δὲ τούτοις προτείνω, ὥστε ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς φέρῃ τὸν κατάλογον τῶν καθυστερούντων ἐντὸς τεταγμένης προθεσμίας, καὶ τότε ἡ Βουλὴ συνερχομένη θέλει λάβει μέτρα περὶ καταδιώξεως ἑνὸς ἑκάστου τῶν λυμεώνων ἐκείνων.
§103ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Εἶμαι κατὰ τῆς ἰδέας ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὸ χρεωλυτικὸν δάνειον, καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἐντόκων γραμματίων. Τὸ διὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων δάνειον θεωρῶ ἠθικώτερον, θεωρῶ ἐθνικώτερον, παρὰ τὸ ἄλλως γενόμενον. Καὶ παρατηρῶ μίαν ἀνακολουθίαν εἰς ὅλους τοὺς ἀγορεύσαντας κατὰ τῶν γραμματίων· δηλαδὴ ἔλαβον ὡς βάσιν νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δίκαια τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, καὶ εἴπωσιν ὅτι ὅλα τὰ βάρη πίπτουσιν εἰς τὸν χωρικὸν, εἰς τὸν γεωργόν, εἰς τὸν μικρὸν λαόν. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι οἱ αὐτοὶ οὕτω ἀποκρούοντες τὰ ἔντοκα γραμμάτια, δὲν κάμουν ἄλλο τίποτε παρὰ νὰ ἀποδείξουν, ὅτι δὲν θέλουσι τὰ βάρη τὰ παρουσιαζόμενα νὰ διανείμωσι καὶ εἰς ὅλους, παρὰ τὰ ἀφίνουσι πάντοτε εἰς αὐτοὺς τοὺς μικροὺς, διότι τὸ νὰ συζητῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν σήμερον τὸ δάνειον τῶν ἐντόκων γραμματίων, τί ἄλλο κάμνομεν παρὰ νὰ εὐκολύνωμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς διανομῆς τοῦ βάρους καὶ εἰς μίαν ἄλλην τάξιν παρὰ τὴν πρώτην, τὴν τάξιν τῶν ὑπαλλήλων; Τὸ νὰ κάμωμεν δὲ τὸ ἄλλο δάνειον, τί θέλομεν; Ζητοῦν ἓν ἄλλο ζήτημα, ὅπως προμηθευθῶμεν χρήματα ἕτοιμα, διὰ νὰ δίδωμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ὅπως μὴ ὑποφέρωσι καὶ αὐτοὶ ἓν μικρὸν βάρος, τὸ ὁποῖον σήμερον τοῖς παρουσιάζεται. Διὰ τοῦτο δὲν τὸ βλέπω ἤδη νόστιμον νὰ ζητῶμεν νὰ ἐξερχώμεθα τοῦ κύκλου, νὰ ζητῶμεν δάνειον, καὶ νὰ μανθάνῃ ὁ κόσμος ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τῶν ὑπαλλήλων. Ἐγὼ λέγω, κύριοι, ἂς περιορίσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ὑποβληθῶμεν εἰς αὐτάς. Εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ θέλω ὥστε τὰ βάρη νὰ περιστραφῶσιν εἰς ἡμᾶς ὅλους.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἄλλος τις ν’ ἀγορεύσῃ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων....
§105ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ἡ ἀρχὴ συνίσταται εἰς τοῦτο, ἂν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ δάνειον· δὲν πρόκειται περὶ γραμματίων.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι περὶ δανείου, διότι εἰς τὸ νομοσχέδιον προστίθεται καὶ τροπολογία.
§107ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Νομίζω, ὅτι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου δὲν τὴν προσδιορίζουν αἱ τροπολογίαι, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου προσδιορίζει τῶν τροπολογιῶν τὸ παραδεκτὸν ἢ μή. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἑξῆς πρότασις, ν’ ἀναβιβασθῇ τὸ δάνειον τριῶν ἑκατομμυρίων τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς ἕξ· αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει καὶ ἄρθρον περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ μίαν τάξιν τῆς κοινωνίας. Ὑπάρχει λοιπὸν ἕνα ἄρθρον. τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀναβιβασθῇ τὸ δάνειον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς ἕξ (θόρυβος).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι ἡ διάταξις τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§109Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ ἀρχὴ εἶναι νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ.
§110ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ εἴμεθα σύμφωνοι, ἐὰν ἐλέγατε, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ δι’ ἐντόκων γραμματίων.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφίνετε ὅμως οὕτω πως τὴν τροπολογίαν.
§112ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τί εἶναι ἡ ἀρχὴ ἑνὸς νομοσχεδίου παρὰ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Τὸ ὑπουργεῖον παρουσίασε νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον προτείνει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ δι’ ἐντόκων γραμματίων, καὶ ἡ διάταξις αὕτη περὶ γραμματίων εἶναι ἕνας τρόπος. Κατὰ τὴν συζήτησιν παρεισήχθη τροπολογία ὑπὸ ἑνὸς βουλευτοῦ προταθεῖσα, ἀσπασθεῖσα ὅμως ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας λέγει, ὅτι δύναται νὰ δανεισθῇ καὶ δι’ ἄλλου τρόπου, τουτέστι, χρεωλυτικῶς. Ποία εἶναι λοιπὸν ἡ ἀρχή; καὶ κατὰ τὸν ἕνα τρόπον καὶ κατὰ τὸν ἄλλον ἡ ἀρχὴ εἶναι δάνειον. Τώρα θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα· οἱ μὲν θέλουν, ὅτι τὸ δάνειον δύναται νὰ γείνῃ, ἀλλ’ ὄχι δι’ ἐντόκων γραμματίων, οἱ ἄλλοι δὲ, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ τὸ δάνειον καὶ χρεωλυτικῶς. Ἐὰν ὅμως καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ θέλουν τὸ δάνειον εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐὰν εἰς τὰ καθέκαστα παραδεχθῇ τὸ ἓν σύστημα τὰ γραμμάτια, καὶ ἀποῤῥιφθῇ τὸ χρεωλυτικὸν, ἢ παραδεχθῇ τὸ χρεωλυτικὸν καὶ ἀποῤῥιφθοῦν τὰ γραμμάτια, ἐννοεῖται ὅτι μένει τὸ στάδιον εἰς τὸ σύνολον, ἐὰν δὲν τὸ θέλουν, νὰ ἀποῤῥίψουν τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὴν ἀρχὴν παρεδέχθησαν, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸ χρεωλυτικὸν, ἢ οἱ ἄλλοι τῶν ἐντόκων γραμματίων· ὥστε ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι δάνειον μέχρι 4 ἑκατομμυρίων.
§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, Κ. Κεχαγιᾶ, ὅτι δὲν εἶδον ποτε κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ, παρουσιάζω αὐτὴν τὴν ἀρχήν· ἔχω ἀνάγκην χρημάτων, καὶ αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ νομοσχεδίου. Ἐγὼ ἐπίστευον τοῦτο, ὅτι αἱ κυβερνήσεις σκεφθεῖσαι περὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, ἔρχονται καὶ προτείνουν ὡρισμένον μέτρον, καὶ συγχαίρω τὴν κυβέρνησιν, διότι ὡρισμένον μέτρον ἐπρότεινε καὶ δὲν ἠκολούθησε τὴν γνώμην σας, ἡ ὁποία εἶναι δάνειον. Ἡ κυβέρνησις εἶπεν· ἐγὼ ἐσκέφθην καὶ περὶ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 καὶ τῶν διαφόρων τρόπων, καθ’ οὓς αἱ κυβερνήσεις προτείνουν τὰ δάνεια, καὶ ἐπροτίμησα τοῦτον τὸν τρόπον, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῶ 3 ἑκατομμύρια ἔντοκα γραμμάτια· ὥστε δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μιᾶς ἀρχῆς παραδεδεγμένης ἐπέκτασις. Τώρα θέλετε νὰ τὸ μεταφέρετε εἰς ἓν στάδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁλωσδιόλου, μὲ συγχωρεῖτε, σχολαστικόν. Δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ ἀβεβαιότητος· ἔχομεν ἄρθρα, ἔχομεν διατάξεις σαφεῖς. Θέλουν νὰ ὑψώσουν τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα δυνάμει ῥητοῦ καὶ ὑπάρχοντος νόμου τὴν σήμερον δύνανται νὰ ἐκδώσουν· θέλουν νὰ αὐξήσουν τὸ ποσόν. Τώρα, ἐὰν ἔχουν ἀνάγκην χρημάτων, εἶναι ὁ λόγος, εἶναι ἡ αἰτία τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν φέρει αὐτὸ τὸ ζήτημα ὡς νομοσχέδιον.
§114ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βλέπετε, ὅτι ἡ ὀνομασία τοῦ τίτλου, ὁ ὁποῖος θὰ χορηγηθῇ εἰς τοὺς δανειστάς, δίδει μίαν σημασίαν. Τί εἶναι τὰ bons du trésor, τὰ ἔντοκα γραμμάτια; Τίποτε ἄλλο παρὰ ὁμολογία τοῦ δημοσίου ἀναφέρουσα τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἐπιτραπῇ τὸ δάνειον. Τὸ χρεωλυτικὸν δάνειον τὸ αὐτὸ μᾶς ἀναφέρει. Διατί μᾶς ἐξιππάζει ὁ τίτλος; Τώρα ὁ τρόπος, εἴτε ὁ εἷς εἴτε ὁ ἄλλος, τί ἀποδεικνύει; ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη δανείου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῇ 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια. Ὁ τρόπος κανονίζεται μετὰ ταῦτα· πρέπει νὰ γείνῃ δι’ ἐντόκων γραμματίων, πρέπει νὰ γείνῃ χρεωλυτικῶς. Εἴπομεν, ὅτι εἰς τὴν κυβέρνησιν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν καὶ τὰς δύω θύρας ἀνοικτὰς, καὶ ἂν εὕρῃ χρεωλυτικὸν, βεβαίως τὴν συμφέρει καλλίτερα....
§115Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀρχὴ δὲν εἶναι αὐτό· εἶναι τὰ καθέκαστα.
§116ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ δυσανασχετῇς διόλου· δὲν ἐπιβάλλω, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ἡ ἐξήγησις σὲ ταράττει. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἄδεια ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς νὰ δανεισθῇ ἡ κυβέρνησις· εἰς τὰ καθέκαστα θὰ εἴπωμεν τοὺς λόγους, ἐὰν συμφέρῃ καλλίτερα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττοὶ οἱ λόγοι, διότι ἡ κυβέρνησις παραδέχεται νὰ μείνουν ἀνοικταὶ αἱ θύραι καὶ τοῦ χρεωλυτικοῦ δανείου καὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, ὅτι μόνον 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια θὰ δανεισθῇ εἴτε κατὰ τὸν ἕνα εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον, διότι ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Δαρειώτου ἀναβιβάζει μὲν τὸ ποσὸν εἰς 4 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε πραγματοποιηθῇ δι’ ἐντόκων γραμματίων· τουτέστιν, ἐὰν πραγματοποιήσῃ ἡ κυβέρνησις 2 ἑκατομμύρια, ἄλλα δύω μόνον θὰ δανεισθῇ. Ἡ ἀρχὴ λοιπὸν εἶναι δάνειον.
§117ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι! Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον δὲν πρόκειται καὶ νὰ ψηφοφορήσωμεν τὸ ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Πρώτη φορὰ, μοὶ φαίνεται, θὰ ᾖναι τὸ τοιοῦτον. Ἕκαστος, ὅταν ψηφοφορῆται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὰς ἰδέας του· ὁ μὲν Κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ φρονῇ, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων, ἐγὼ δὲ νὰ φρονῶ, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ δάνειον μόνον, καὶ ὁ τρόπος νὰ κανονισθῇ διὰ τῶν καθέκαστα· ἄλλος νὰ φρονῇ τὸ ἐναντίον. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο· ψηφοφορεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ δὲν ἔχομεν νὰ θέσωμεν τὸ ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει ὅμως νὰ ἤμεθα συνεννοημένοι.
§119ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἡ συνεννόησις αὕτη εἶναι ματαία, σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν τεθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι περὶ δανείου δι’ ἐντόκων γραμματίων, πιστεύετε ὅτι ἀποκλείεται εἰς τὰ καθέκαστα ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Δαρειώτου, ὁ ὁποῖος λέγει νὰ δανεισθῇ τὸ δημόσιον, ἀλλὰ νὰ δανεισθῇ χρεωλυτικῶς; Ὥστε δὲν κερδίζει κανεὶς, οὔτε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι πρόκειται γενικῶς περὶ δανείου, οὔτε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι πρόκειται περὶ δανείου δι’ ὁμολογιῶν, διότι τὸ δάνειον μένει ἀνοικτόν. Αὐτὴ εἶναι μία διατύπωσις, τὴν ὁποίαν μάλιστα βλέπετε ὅτι ἡ Συνέλευσις, τὸ Σύνταγμα δὲν καθιέρωσε ῥητῶς· τὸ καθιερώσαμεν ἡμεῖς ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπιβάλλει τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος καὶ ἕνεκα τοῦ κανονισμοῦ. Παρουσιάζεται ἓν νομοσχέδιον, καὶ πρὶν ἔλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, θὰ ἐρωτήσωμεν· παραδεχόμεθα τὴν ἀρχήν; αὐτὸ ἀφῃρημένως τὸ λέγει, διότι ἐὰν τὸ συζητήσωμεν, θὰ πέσωμεν εἰς λαβύρινθον ἀδιέξοδον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, μὴ προκειμένου σήμερον νὰ ψηφοφορήσωμεν ὡρισμένον πρᾶγμα, ἀλλ’ ἀφῃρημένως, ἐὰν παραδεχώμεθα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἰς μάτην κατατρίβομεν τὸν καιρὸν θέλοντες νὰ ὁρίσωμεν εἷς μὲν εἰς τί συνίσταται ἡ ἀρχὴ, εἷς δὲ ὅτι συνίσταται εἰς τοῦτο καὶ ἄλλος εἰς ἄλλο· ὥστε νομίζω, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περιλαμβάνεται ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
§120ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἠξεύρει ὅλος ὁ κόσμος, ἔντοκα γραμμάτια.
§121ΤΙΝΕΣ. Ὄχι δάνειον.
§122ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου φορολογικοῦ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου περὶ φορολογίας, τὰ δὲ καθέκαστα εἶναι, ὁ φόρος θὰ ᾖναι 10%, θὰ ᾖναι ἐπὶ τῶν μελισσίων, θὰ ᾖναι εἰς εἴδη; κτλ. Ἡ ἀρχὴ δηλ. εἶναι ἡ ἀφῃρημένη ἐκείνη περίστασις, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν θεραπείαν μιᾶς ἀνάγκης. Λοιπὸν ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι, ὑπάρχει ἀνάγκη δανείου; Ἐὰν ὑπάρχῃ, θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα διὰ τίνος τρόπου θὰ γείνῃ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ ἀρχὴ εἶναι περὶ ἐντόκων γραμματίων, ὅταν ὕστερον ἐμποδίζωνται αἱ τροπολογίαι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι εἶναι δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων, νὰ παραδεχθῇ ὡς ἀρχή.
§123Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἐνόει ἁπλῶς νὰ δανεισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἤθελεν ἔλθει μὲ ἓν νομοσχέδιον νὰ εἴπῃ· «ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον τόσων ἑκατομμυρίων. Ἄρθρον 2 Τὸ δάνειον τοῦτο θέλει γείνει ἢ χρεωλυτικῶς ἢ δι’ ἐντόκων γραμματίων.» Ἐννοοῦσα δὲ τότε, ὅτι ἡ ἀρχὴ συνίσταται ἁπλῶς, ἐὰν ἐπιτρέπεται νὰ δανεισθῇ. Ὅταν ὅμως ἀναφέρεται εἰς ἓν προηγούμενον δάνειον καὶ λέγῃ· θέλω νὰ αὐξήσω τὰ 3 ἑκατομμύρια εἰς 6, θέτει τὴν ἀρχὴν τοῦ δανείου δι’ ἐντόκων γραμματίων. Λοιπὸν ἡμεῖς δὲν εἴμεθα αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, δὲν θέλομεν τὸ δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων, καὶ ὅταν δὲν θέλωμεν, θὰ πέσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ὑπάρχῃ πλειοψηφία, καὶ θὰ ἔλθῃ τὸ ἄλλο, ὅτι ἠμπορεῖ ἡ κυβέρνησις νὰ δανεισθῇ. Ἡ ἀρχὴ λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου καθαρώτατα ἐκφραζομένη καὶ ἀναγομένη εἰς ἕνα προηγούμενον νόμον τοῦ Φεβρουαρίου 1864, θέλει ὥστε τὸ δάνειον ἀπολύτως καὶ καθαρῶς νὰ ᾖναι δι’ ἐντόκων γραμματίων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λέγω, ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ δανείου ἀπολύτως.
§124ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχω ἀνάγκην δανείων, καὶ ἐνόμιζα ὅτι αὐτὰ τὰ δάνεια ἠμπορῶ νὰ τὰ κάμω ἐπωφελέστερον καὶ καλλίτερον δι’ ἐντόκων γραμματίων· ἀλλ’ ἡ πρώτη, ἡ κυρία μου ἀνάγκη εἶναι δάνειον. Τώρα ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὴν κυρίαν ἀνάγκην τὴν ἀναγνωρίζομεν, ἀλλ’ ὄχι τὰ ἔντοκα γραμμάτια· σοῦ δίδομεν δάνειον, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ χρεωλυτικοῦ συστήματος. Ἐγὼ δὲν ἀποκρούω τὸ σύστημα, δάνειον θέλω κυρίως· τώρα δι’ οἱονδήποτε τρόπον ἠμπορῶ νὰ τὸ οἰκονομήσω, εἶναι ἀδιάφορον. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὸν Κ. Δεληγεώργην· ἐννοεῖ ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὅτι ὑποθέτει, ἀποῤῥιπτομένης τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὅπως παρουσιάζεται, ἀποῤῥίπτεται ἡ ἀρχὴ τοῦ δανείου ἐν γένει; Τότε βεβαίως δὲν ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω· εἶμαι ἐναντίος, ἐὰν ἐννοῇ ὅτι ἀποκλείει τὸ ἓν τὸ ἄλλο, καθότι ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, ὅτι, ἐὰν δὲν παραδεχθῇ ἡ ἀρχὴ ὑπὸ τὸν τίτλον αὐτὸν, δεσμεύεται ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ἀναγνωρίζω τὸ δάνειον. Καὶ τώρα ἐξετάζομεν μεταξὺ μας ἐδῶ τὰ δύω συστήματα, ποῖον εἶναι καλλίτερον ἢ ἐπωφελέστερον, τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Ὁποῖον δὲ δεχθῇ ἡ Βουλὴ, αὐτὸ εἶναι νόμος. Ἐγὼ λοιπὸν ὑπὸ τὴν μίαν ἔποψιν καὶ τὴν ἄλλην ἐννοῶ, ὅτι δὲν ἀποκλείεται ἡ ἰδέα τοῦ δανείου, καὶ κατόπιν νὰ ἐξετασθῇ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον μέλλει νὰ γείνῃ τὸ δάνειον.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ κυβερνῶμαι ὑπὸ Κυβερνήσεως ἐμβριθοῦς καὶ σπουδαίας· ἐπιθυμῶ νὰ κυβερνῶμαι κατὰ τοὺς νόμους τοῦ κράτους, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ γίνεται ἐπέμβασις τῆς μιᾶς ἐξουσίας εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἄλλης. Ἐπιθυμῶ, λέγω, νὰ κυβερνῶμαι ὑπὸ ἐξουσίας ἐμβριθοῦς καὶ σπουδαίας, καὶ λυποῦμαι, διότι εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην δὲν εὑρίσκω τὴν ἐμβρίθειαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐπιθυμῶ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλης ὕλης, περὶ ἄλλου ἀντικειμένου, πολὺ νὰ ἀκριβολογήσῃ τις ἦτο περιττόν· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν ἀρχῶν, νὰ μεταφέρηται ἡ διοίκησις ἀπὸ τῆς κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ δίδει τό δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν κυβερνῶμαι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐπεθύμουν. Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τοῦ κράτους αἱ οἰκονομικαὶ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει εἰς χεῖράς της τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ τὴν φωτίσῃ περὶ ὅλων τῶν ἀποριῶν της, καὶ περὶ ὅλων τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων δύναται ν’ ἀντιταχθῇ ἐναντίον τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τὴν ἀνεγνώρισε τὸ Σύνταγμα καὶ τοῦ 43 καὶ τοῦ 62. Διὰ τοῦτο εἶπεν, ὅτι πᾶσα πρότασις ἀφορῶσα τὴν οἰκονομίαν, τὴν αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ τοιαῦτα, πρέπει νὰ προέρχηται πάντοτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ὡρμήθη εἰς τοῦτο ἐκ πνεύματος περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἀλλὰ διότι ἐπεθύμει νὰ κυβερνᾶται τὸ Κράτος ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως· καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ τοιαῦτα ἔργα, προερχόμενα παρὰ τῆς Βουλῆς, νὰ ᾖναι ἔργα τοσοῦτον ἐμβριθῆ καὶ τοσοῦτον σπουδαῖα, ὅσον ὅταν προέρχωνται παρὰ μόνης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐθυσίασε λοιπὸν τοιουτοτρόπως, βλέπετε, ἡ ἀντιπροσωπεία ἡ ἐθνικὴ, χάριν τῆς ἐμβριθείας καὶ τῆς σπουδαιότητος, ἓν δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ κρατήσῃ, διότι εἰς ὅλους τοὺς νόμους ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοβουλίας ἡ Βουλή. Τί βλέπομεν εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν; Βλέπομεν ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, καὶ τὸ ὁποῖον καθαρῶς, ἐὰν ἀφήσητε ὅλας τὰς στρεβλὰς δικαιολογήσεις, πραγματεύεται περὶ ἐντόκων γραμματίων. Ἡ ἐπιγραφή του «περὶ ἐντόκων γραμματίων» τὸ πρῶτον ἄρθρον «παρατείνεται τὸ ποσὸν τοῦ νόμου ΛΑʹ. ἀπὸ 3 ἑκατομμυρίων εἰς 6· τὸ 3 ἄρθρον «ἡ προθεσμία τῶν γραμματίων αὐτῶν θέλει εἶσθαι τρίμηνος, τὸ ποσὸν θέλει εἶσθαι 30 δραχμῶν·» τὸ 4 ἄρθρον «τὰ γραμμάτια θὰ τίθενται εἰς καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν·» δηλ. ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἀπὸ τῆς ἐπιγραφῆς μέχρι τῆς τελευταίας λέξεως δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων, καὶ οὐχὶ δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων ἀπολύτως, ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον ΛΑʹ. Τί συμβαίνει; Ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καί τις βουλευτὴς τὸ ἀποῤῥίπτει ὁλοτελῶς καὶ λέγει· βλέπω τί πρόκειται, βλέπω ὅτι διὰ νὰ ζητῆται αὔξησις τοῦ ποσοῦ τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων θὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην χρημάτων· ἐγὼ δὲν δέχομαι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐφέρετε σεῖς, ἀλλὰ σᾶς προτείνω νὰ ἀναπληρώσητε τὴν ἀνάγκην ταύτην, νὰ αὐξήσητε τὰ χρέη τοῦ κράτους, νὰ αὐξήσητε τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ ἀντὶ νὰ πληρώσητε κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζετε, 260,000 δραχ. εἰς τόκους κατ’ ἔτος, ἐγὼ σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσητε 300,000 δρ. καὶ νὰ τὰς πληρώσητε εἰς 100 ἔτη· δηλ. λαμβάνει ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν δίδει τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ Κ. ὑπουργὸς, δὲν εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κύριος συνάδελφός μας. Καὶ τί παρατηρεῖτε; Ὁ Κ. ὑπουργὸς τὸ υἱοθετεῖ καὶ λέγει· τῳόντι προτιμῶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Δὲν φιλονεικῶ τὴν δόξαν αὐτῆς τῆς μετριοφροσύνης, ἀλλ’ ἤθελον ἐπιθυμήσει, ἡ Κυβέρνησις μὲ τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας ἀνέφερον, νὰ μὲ διοικῇ· εἶχον τὴν ἀπαίτησιν, ὅταν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ ἕνας οἰκονομικὸς νόμος τοσοῦτον σπουδαῖος, νὰ ᾖναι τὸ προϊὸν μιᾶς ἐμβριθοῦς σκέψεως, ὥστε νὰ μὴ ἐγκαταλιμπάνεται παρ’ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ, κατ’ ἀρχὴν μάλιστα. Ἀποκρούων, Κύριοι, τὴν ἀρχὴν, ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι τὴν ἀποκρούω, διότι ἀκόμη δὲν ὡμίλησα, ἀποκρούων τὴν ἀρχὴν τῶν ἐντόκων γραμματίων, δὲν θὰ ὑποτεθῶ βεβαίως ἀποκρούων τὴν ἀρχὴν τοῦ δανείου εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Φιλονεικῶν μάλιστα, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀπολύτου δανείου δὲν εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ψηφίζω κατ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ ψηφίζω κατὰ τῆς ἀρχῆς νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου ΛΑʹ ἀπὸ 3 εἰς 6· ὥστε βλέπετε, ὅτι προφανῶς ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, καὶ ὅτι, ἐὰν θὰ ψηφοφορηθῇ, αὐτὴ ἡ ἀρχὴ πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ, καὶ βεβαιῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ψηφίζων κατ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, δὲν ἐννοῶ νὰ ψηφίσω κατὰ τοῦ δανείου.
§126ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα;
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι νὰ συνεννοηθῶμεν, ὥστε ἡ ψῆφος τὴν ὁποίαν θὰ δώσω καὶ ἡ ψῆφος τὴν ὁποίαν θὰ δώσετε, νὰ ἀφορᾷ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον. Ἡ ἀρχὴ, κατ’ ἐμὲ, εἶναι αὕτη· Αὔξησις τοῦ ποσοῦ τοῦ δι’ ἐντόκων γραμματίων δανείου κατὰ τὸν νόμον ΛΑʹ, ἀπὸ 3 εἰς 6 ἑκατομμύρια.
§128ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Κατὰ πρώτην φορὰν, Κύριοι, βλέπω τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἀντιποιηθῇ μία ἰδέα, νὰ θεωρῆται ὡς κυριώτερον πρᾶγμα τῆς ἰδίας αὐτῆς ἰδέας. Ἐὰν παρετηρήσατε, ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἤθελε νὰ περιστραφῇ τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ τύπου καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς ἰδέας τοῦ δανείου· ἔτι δὲ περισσότερον ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἤθελε νὰ ὑπάρξῃ Κινεζικὸν τεῖχος μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ὥστε, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς μέτρου ἰδέα οἱαδήποτε ἤθελε πηγάσει ἀπὸ μέλος τοῦ Σώματος τούτου, αὐτὸ τὸ τεῖχος νὰ χωρίζῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν ἰδέαν ἐκείνην. Εἶμαι, Κύριοι, ἰδέας ὁλωσδιόλου ἐναντίας. Φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις προτείνει μέτρον τι, ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ τοῦ μέτρου νὰ ἀποῤῥοφήσῃ μίαν ὁποιανδήποτε ἰδέαν ἤθελε προταθῇ. Τοῦτο, Κύριοι, ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν προκειμένην περίστασιν. Ἡ ἀρχικὴ ἰδέα τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου ἐπήγαζεν ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ δανεισθῶμεν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς ἐκείνης εἷς τῶν ἐντίμων βουλευτῶν ἐπρόσθεσε νέαν ἰδέαν· αὐτὴν τὴν ἰδέαν θαῤῥαλέως τὴν υἱοθέτησε τὸ ὑπουργεῖον, διότι συντελεῖ πρὸς εὐόδωσιν ἐκείνου τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον εἴχομεν κατὰ νοῦν ὅταν παρουσιάσαμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Καὶ, Κύριοι, ἐπειδὴ συνήθως ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι πρακτικὸς, δώσατέ μοι τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν προηγούμενον. Βεβαίως μέλη τινὰ τοῦ Σώματος τούτου, τὰ ὁποῖα ἦσαν καὶ μέλη τῆς Συνελεύσεως, ἐνθυμοῦνται ὅτι παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως νόμος περὶ ναυπηγήσεως θωρακωτῶν πλοίων. Ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν ἤθελε προτείνει τις, ὅτι, μάλιστα, παραδέχομαι αὐτὸ τὸ μέτρον, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ αὐτῶν τῶν πλοίων νὰ μὴ ᾖναι θωρακωτά, δύναται νὰ εἴπῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς, ὅτι δὲν ἐδύνατο νὰ ψηφοφορηθῇ;
§129ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ Μοὶ ἀναφέρετε ἓν παράδειγμα, ἀλλὰ δὲν ἐλύθη, δὲν ἐπαρουσιάσθη.
§130ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπίσης ὁ Κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου εὑρίσκεται εἰς ἄλλην ἀπάτην· ἀνέφερεν, ὅτι αὔξησις ἐξόδων δὲν δυναταί ποτε νὰ προταθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ λέγω, τοὐναντίον, ὅτι τοῦτο γίνεται, ἀλλὰ δὲν γίνεται ὅταν ἀφορᾷ πρόσωπα· ἐδῶ πρόκειται περὶ συστήματος. Ἑπομένως λέγω, ὅτι, ἐὰν ψηφοφορήσωμεν τὴν ἀρχὴν, ἐννοοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν ὅλως ἐλευθέραν νὰ μεταχειρισθῇ τὸ μικτὸν σύστημα καὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ τοῦ δανείου διὰ χρεωλυσίου.
§131ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τεθῇ καθὼς τὸ ἔθεσεν ὁ Κ. Δεληγεώργης. (Θόρυβος) ...... Εἰς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος ἡ μόνη δυσκολία προέρχεται ἕνεκα τῆς τροπολογίας τοῦ Κ. Δαρειώτου ...... Ἂν παραδεχθῇ ἡ θέσις τοῦ ζητήματος ὡς τὸ ἔθεσεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ μὲ τὴν ἐξουσίαν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως νὰ δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον διὰ χρεωλυσίου ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας· αὐτὴν τὴν προσθήκην ἐγὼ προτείνω.
§132ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐλπίζω νὰ ᾖναι ὁ τελευταῖος, ὅστις θὰ ὁμιλήσῃ· ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζεται μ’ ὅλην τὴν παῤῥησίαν καὶ μᾶς λέγει, μέχρι τοῦδε ἐζήσαμεν μὲ τὰ χρήματά μας, ἀλλ’ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω· θέλομεν χρήματα ἵνα ζήσωμεν, ἔχομεν ἀνάγκην δανείου. Ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ ἐκδώσω τριῶν ἑκατομμυρίων ἔντοκα γραμμάτια. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἡ πίστις τοῦ κράτους εὑρίσκεται εἰς τόσον ἀνθηρὰν κατάστασιν, ὥστε δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τότε νομίζω ὅτι ὡς δάνειον δυνάμεθα νὰ τὸ θεωρήσωμεν αὐτὸ καὶ νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἐγὼ βλέπω, ὅτι τὰ ἔντοκα γραμμάτια τοῦ παρελθόντος νόμου ἔμειναν ἀπραγματοποίητα.
§133ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλα ἐπραγματοποιήθησαν· ἄρα ὑπάρχει πίστις εἰς τὸ κράτος, ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν ποῖον εἶναι τὸ συμφερώτερον. Ἂν νομίζητε, ὅτι δυνάμεθα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ φέρωμεν τὴν οἰκονομίαν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τότε δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως τῶν γραμματίων· ἂν δὲ νομίζητε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ μειωθῇ, δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ οὐδεμία θεραπεία παρὰ νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει, τότε δὲν ἠξεύρω εἰς ποίαν θέσιν θέλομεν εὑρεθῇ. Ἀλλὰ ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἀλλάξῃ τὴν γνώμην της καὶ νὰ παραδεχθῇ ἑτέραν, πρέπει νὰ ᾖναι ἐλευθέρα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· ἀναγνωρίζει ἡ Βουλὴ νὰ δανεισθῇ ἡ Κυβέρνησις τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν, ναὶ ἢ ὄχι;
§134ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλη ἡ συζήτησις εἶναι περιττή· τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸ ὑπουργεῖον, ἐπιγράφεται περὶ ἐντόκων γραμματίων, καὶ ὅλα τὰ ἄρθρα αὐτοῦ περιστρέφονται εἰς τὰ ἔντοκα γραμμάτια. Ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Δαρειώτης, βεβαίως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἦτο ἀδιαφιλονείκητος· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Κ. Δαρειώτης ἔφερε τροπολογίαν ἐντὸς τοῦ δικαιώματός του, τὴν ὁποίαν τὸ σύνταγμα τῷ δίδει, δὲν πρόκειται πλέον περὶ γραμματίων ἀλλὰ πρόκειται περὶ χρεωλυτικοῦ δανείου. Ἡ τροπολογία μετέβαλεν, ὡς βλέπετε, τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἂν ἐπιμένετε νὰ λέγετε, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν μετεβλήθη, τότε δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον, διότι πᾶς τις δύναται νὰ φέρῃ τροπολογίαν. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν, ἅμα δὲ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, μεταβάλλεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ γίνεται ἁπλῶς ἀρχὴ περὶ δανείου καὶ οὐχὶ περὶ ἐντόκων γραμματίων.
§135ΠΕΤΡΑΚΗΣ ΑΝΑΡΓΥΡΟΥ. Εἶναι περίεργον πῶς κατηγορήθη ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι δὲν ἐνασχολεῖται εἰς τὰ σπουδαῖα. Εἶναι ὅμως σπουδαῖον, ὅταν βλέπω κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ λέγει, ὅτι ἐγὼ ὡς κυβέρνησις ὁμολογῶ, ὅτι ἄλλος τρόπος πληρώσεως ταχείας τῶν ἀναγκῶν μας δὲν εἶναι, παρὰ ὁ τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ ὅτι καιρὸς ἵνα συνομολογηθῇ δάνειον ἕτερον δὲν εἶναι ὁ παρών....
§136ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπα αὐτό. Κάμνετε ψευδῆ ὑπόθεσιν, ἵνα ἐξαγάγητε συνεπείας μὴ στηριζομένας εἰς τὴν ἀλήθειαν (θόρυβος). Τοῦτο δὲν εἶναι καλῆς πίστεως.
§137ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἤκουσα νὰ λέγετε, ὅτι καταλληλότερος τρόπος δὲν ὑπάρχει δανείου, παρὰ ὁ δι’ ἐντόκων γραμματίων.
§138ΣΤΡΑΤΟΣ. Τότε δὲν ἤθελε τὸ ὑπουργεῖον παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δαρειώτου.
§139ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις εὗρεν, ὅτι δύναται μόνον δι’ ἐντόκων γραμματίων νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον, συνέταξε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε. Καὶ μήπως, κύριοι, ἦτο ἀνεξάρτητον νομοσχέδιον; ὄχι, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει ἕτερον σκοπὸν, παρὰ νὰ δώσῃ ζωὴν καὶ ὕπαρξιν εἰς προϋπάρχοντα νόμον, οὐχὶ ὡς πρὸς τὴν διάρκειαν, ἀλλ’ ἵνα αὐξήσῃ τὸ ποσόν. Ἔρχεται ἤδη τροπολογία, ἣν ἀποδέχεται ἡ κυβέρνησις, βλέπουσα ὅτι δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ καὶ χρεωλυτικὸν δάνειον. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ συγχωνευθῇ ἡ πρότασις τοῦ νόμου μὲ τὴν τροπολογίαν; Ἡ τροπολογία ἑνὸς νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀρχήν. Ὅταν ἡ τροπολογία μεταβάλῃ τὴν ἀρχὴν, τὸ ῥίπτει τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δαρειώτου εἶναι μία καθαρὰ πρότασις νέου νόμου, καὶ ὅτι εἶναι καθαρὰ πρότασις νέου νόμου τὸ γνωρίζει ὁ Κ. Κεχαγιᾶς. Γνωρίζετε, κύριοι, ποία οὐσιώδης διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δανείων τῶν παγείων καὶ μεταξὺ τῶν δανείων δι’ ἐντόκων γραμματίων ὑπάρχει οὐσιωδεστάτη διαφορά. Παραδείγματος χάριν, τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια, τὸ γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, τὰ δι’ ἐντόκων γραμματίων πληρόνονται ἐντὸς τοῦ ἔτους, καὶ ἄλλαι ἀρχαὶ θὰ ἰσχύσωσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς, ἂν ἐπιτρέψῃ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, καὶ ἄλλαι, ἂν ἐπιτρέψῃ τὸ χρεωλυτικὸν δάνειον. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὡς τροπολογίαν πρότασιν, ἡ ὁποία προϋποθέτει ὅλως διαφόρους ἀρχὰς, καὶ ἡ ὁποία καταστρέφει αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δαρειώτου δὲν θέλει μόνον καταστρέψει τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ ῥιζηδὸν ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου.
§140ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Παραδεχθῆτε καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο.
§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρὸς τὸν Κ. Κεχαγιᾶν). Δὲν εἴπατε ὅτι τὰ γραμμάτια θεωροῦνται ταμιακὴ ὑπηρεσία;
§142ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι· θέλω σᾶς εἴπει μάλιστα, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν λογίζεται ὡς τοιοῦτον, δὲν περιορίζεται, καὶ ἀπορῶ πῶς μία σπουδαία ἀντιπολίτευσις θέλει νὰ φέρῃ ζήτημα ἂν πρέπῃ νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν. Τὸ ζήτημα τοῦ ποσοῦ τῶν γραμματίων δὲν τίθεται εἰς ὅριον, καὶ διὰ τοῦτο αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖ, ὅταν ἔχουν ἀνάγκην χρημάτων, ἀναβιβάζουν τὸν τόκον, ὅταν δὲ δὲν ἔχουν, τὸν καταβιβάζουν. Ἐκ τούτου βλέπετε καθημερινῶς εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον προσδιορίζει τόκον τόσα τοῖς ἑκατὸν, διότι δὲν τίθεται, ὡς εἶπον, περιορισμός. Ὅταν αὐξηθῇ τὸ ποσὸν, ἡ Κυβέρνησις μεταβάλλει τὸ dette flottante εἰς consolidés, ὅταν εὕρῃ τὸν κατάλληλον καιρὸν καὶ δὲν ἐπαπειλῆται ἀπὸ μίαν κρίσιν· ὅταν οἱ κάτοχοι τῶν ἐντόκων γραμματίων ζητοῦν τὴν εἴσπραξιν, τὸ δημόσιον, ἵνα μὴ εὑρεθῇ εἰς δυσχερῆ θέσιν, μεταβάλλει αὐτὸ εἰς πάγιον δάνειον.
§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὑμεῖς θεωρεῖτε ὅτι τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐκδίδονται λόγῳ ταμιακῆς ὑπηρεσίας, ἐγὼ δὲ τὰ θεωρῶ λόγῳ χρεωκοπίας.
§144ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ἡ χρεωκοπία δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα μὲ τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι παρὰ προπληρωμή.
§145Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς, κατέχων τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου, δὲν ἀφίνει παντελῶς νὰ διακόπτωμεν ἡμεῖς· μόλις ὅμως ἐκατέβη κάτω καὶ ἀνεκάτωσεν ὅλην τὴν Βουλὴν (γέλως).
§146ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μ’ ἐπροκάλεσεν ὁ κ. Δεληγεώργης.
§147ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Τὰ ἔντοκα γραμμάτια δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὸ εἰκαζόμενον ποσὸν τῆς εἰσπράξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους· διὰ τοῦτο, κύριοι, σᾶς λέγω ὅτι οὐσιωδῶς διαφέρει τὸ ἓν δάνειον ἀπὸ τὸ ἄλλο· διότι τὸ ἓν πρέπει νὰ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, τὸ δὲ ἄλλο δὲν ἔχει ἀνάγκην παρὰ τόκων ἁπλῶν, τοὺς ὁποίους ἐτησίως θέλομεν πληρόνει. Ἐπομένως πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὴν μίαν ἀρχὴν ἀπὸ τὴν ἄλλην διότι, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ δι’ ἐντόκων γραμματίων δανείου, τότε βεβαίως πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πόσον πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι μετὰ τρεῖς μῆνας τὰ γραμμάτια αὐτὰ εἶναι πληρωτέα, καὶ ἐπομένως, ἵνα λύσωμεν τὸ περὶ ἐντόκων γραμματίων ζήτημα, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τί θὰ εἰσπράξωμεν. Διὰ ταῦτα πρῶτον ὡς ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρέπει νὰ θέσωμεν τὸ δι’ ἐντόκων γραμματίων δάνειον, ἂν δὲ ἡ ἀρχὴ αὕτη πέσῃ, τότε δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἕτερον νομοσχέδιον.
§148ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τῇ ἀληθείᾳ ἀπορῶ μ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγχουν τὴν Κυβέρνησιν ὡς μὴ ἔχουσαν τὴν ἀπαιτουμένην σπουδαιότητα, πῶς πίπτουν εἰς σφάλματα ἔτι μεγαλείτερα. Κατακρίνουν τὴν Κυβέρνησιν ὡς μὴ φέρουσαν χαρακτῆρα σπουδαῖον, διότι ἀσπάζονται μίαν ἰδέαν εἴτε τῆς μιᾶς εἴτε τῆς ἄλλης μερίδος. Φαίνεται, ὁ κ. Δεληγεώργης ἐπιθυμεῖ τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν εἶχον αἱ Κυβερνήσεις ἐπὶ Ὄθωνος. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἐννοῶ τοιαύτην σπουδαιότητα, οὔτε τὴν εὔχομαι διὰ τὴν πατρίδα μου, τοῦ νὰ ἴδω Κυβέρνησιν ἔχουσαν τοιαύτην σπουδαιότητα, περιοριζομένην εἰς τοῦτο καὶ μόνον, τὸ νὰ μὴ δέχηται οὔτε καλὰς οὔτε κακὰς προτάσεις ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν.
§149ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ διαστρέφετε τοὺς λόγους μου.
§150ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἴπατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν· καὶ διατί δὲν τὴν εἶχε; διότι ἐδέχθη τροπολογίαν ἑνὸς Βουλευτοῦ, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν, ἂν ἐξετάσητε τὴν πρότασιν αὐτὴν, θέλετε ἰδῇ ὅτι οὐδόλως μεταβάλλει τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἐνεργήσῃ δάνειον. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ὁ καταλληλότερος τρόπος τοῦ δανείου εἶναι ἡ ἔκδοσις τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ τὸ φρονεῖ τοῦτο, διότι ἐκ τῶν προηγουμένων εἶδεν ὅτι ἡ ἔκδοσις τῶν 3,000,000 τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐξηντλήθη, ἐνῷ τὸ χρεωλυτικὸν δάνειον τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη πρὸ 3 ἐτῶν, ἀκόμη δὲν ἐπραγματοποιήθη. Ἔχει λοιπὸν προηγούμενα, ὅτι χρεωλυτικὸν δάνειον δυσκόλως θέλει εὕρει, ἐνῷ δι’ ἐντόκων γραμματίων εὐκόλως. Ἀλλὰ τίνι τρόπῳ προτείνεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δαρειώτου καὶ διατί τὴν δέχεται τὸ ὑπουργεῖον; Τοῦτο τὸ ἐξηγεῖ ὁ Κ. Δαρειώτης. Ἐλπίζω λέγει, ὅτι, ὅπως προβαίνουν τὰ πράγματα, καὶ ὅσον ἡ οἰκονομική μας κατάστασις βελτιοῦται, ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῶσι καὶ δάνεια χρεωλυτικὰ, καὶ ἑπομένως ἤθελεν εἶσθαι συμφερώτερον ἡ κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὰ μέσα τοῦ δανείου· δὲν ἀποκρούει ὅμως καὶ τὴν ἄλλην ἰδέαν, κρίνει ἀνοικτὰς καὶ τὰς δύω θύρας. Ὅταν λοιπὸν ἡ ἀρχὴ συνίσταται εἰς τὴν ἐνέργειαν δανείου εἴτε διὰ τοῦ ἑνὸς εἴτε διὰ τοῦ ἄλλου τρόπου, πῶς θέλετε νὰ περιορίσητε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου μόνον εἰς τὸν ἕνα τρόπον; Ἐγὼ ὡς βουλευτὴς ἔχω καθῆκον νὰ σκεφθῶ, νὰ ὁμιλήσω, νὰ φέρω τὴν ψῆφόν μου ὅπως τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ, καὶ ἑπομένως νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἀνοικτὴν τὴν θύραν καὶ εἰς τοὺς δύω τρόπους. Ἡ ἀρχὴ πρέπει νὰ ᾖναι εὐρυτάτη, καὶ ἐκείνη ἡ ἀρχὴ θεωρεῖται ὡς ἀσφαλεστέρα καὶ ψηφοφορεῖται, ἡ ὁποία περιλαμβάνει ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας ἰδέας. Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ τὴν περιορίσητε εἰς τὸν στενὸν κύκλον τῶν ἐντόκων γραμματίων; Ἤδη ἔρχομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν Κ. Δεληγεώργην εἴς ἕνα τι, τὸ ὁποῖον αὐτὸς συγχύζει καὶ τὸ ὁποῖον τὸν ἔκαμε νὰ ὑποπέσῃ εἰς ἕνα συλλογισμὸν ψευδῆ. Ἡ ἔκδοσις τῶν ἐντόκων γραμματίων σκοπὸν ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ προσωρινὰς ἀνάγκας· εἴπατε, ὅτι τὸ ἕτερον εἶδος τοῦ δανείου, τὸ consolidés ἢ τὸ χρεωλυτικὸν, ἀντίκειται εἰς τὸ ἕτερον σύστημα, διότι τὸ μὲν ἓν εἶναι περιωρισμένον, τὸ δὲ εἶναι ὅλως διόλου ἐλεύθερον. Ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι ἡ ἔκδοσις τῶν ἐντόκων γραμματίων δὲν ὑποβάλλεται εἰς κανένα περιορισμόν.
§151ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Καὶ πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§152ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ πέραν. Δὲν ὑποβάλλεται ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία εἰς περιορισμόν. Ἡ ἔκδοσις τῶν ἐντόκων γραμματίων σκοπὸν ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς προσωρινὰς ἀνάγκας τῆς κυβερνήσεως, πρὸς δὲ καὶ τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τοῦτο δὲν τίθεται κανένας περιορισμός. Ἀλλὰ θὰ μ’ εἰπῆτε, ἐπ’ ἀόριστον δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ἡ ἔκδοσις τῶν γραμματίων; Ὄχι, κύριοι, ἀλλ’ ἐνόσῳ ὑπάρχουν ἀνάγκαι. Διότι, ἅμα δὲν ὑπάρχουν ἀνάγκαι, θὰ ἦναι μωρὰ μία κυβέρνησις νὰ πληρόνῃ τόκους καὶ νὰ κλείῃ τὰ χρήματά της εἰς τὸ ταμεῖον. Ἅμα παύσουν αἱ ἀνάγκαι, παύει καὶ ἡ χρῆσις τῶν ἐντόκων γραμματίων.
§153ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Τὰ γραμμάτια ἀντιπροσωπεύουν μεταλλικὴν ἀξίαν;
§154ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ ἦτο μωρὰ ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἐξέδιδεν ἔντοκα γραμμάτια, διὰ νὰ μεταφέρῃ εἰς τὸ ταμεῖόν της μέταλλον.
§155ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ὁ Κ. Δαρειώτης εἶναι ἐναντίος τῶν ἐντόκων γραμματίων.
§156ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι (θόρυβος). Λοιπὸν, κύριοι, ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καθαρά. Ζητεῖ τὴν ἄδειαν ἡ κυβέρνησις νὰ δανεισθῇ· τίνι τρόπῳ δὲ θὰ γείνῃ τὸ δάνειον, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα θέλομεν σκεφθῆ. Ὁ κ. Δαρειώτης ἐπρότεινε 4,000,000, τὸ νομοσχέδιον φέρει 3,000,000· τοῦτο εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ καθέκαστα, ἡ ἀρχὴ ὅμως τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καθαρὰ ἀρχὴ δανείου.
§157Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ὁποῖος κατέβη τοῦ βήματος, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμοδιώτερος παντὸς ἄλλου εἰς τοιαῦτα ζητήματα (θόρυβος).... Νομίζω ὅτι, ἂν ἡ κυβέρνησις λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ δανεισθῇ δι’ ἐντόκων γραμματίων τὰ 3,000,000, ἔρχεται ὁ ἐναντίος ἰσχυρισμός. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι αὐτὸ ἀρκεῖ· ὁ Κ. Κεχαγιᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἀρκεῖ, ἀλλὰ πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ ἕτερα μέσα, ὥστε, ἐὰν δὲν δυνηθῇ διὰ τοῦ ἑνὸς, νὰ δυνηθῇ διὰ τοῦ ἄλλου· νομίζω ὅτι αὐτὸ εἴπατε. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἂν παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἀρχὴν ἣν φέρει ἡ κυβέρνησις, θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ νὰ κάμωμεν τὸ δάνειον τῶν 3 ἑκατομμυρίων κατὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια· ἂν δὲ προχωρήσῃ ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου καὶ δὲν δυνηθῇ νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ, θὰ φύγῃ ἆρά γε ἡ Βουλὴ ἀπ’ ἐδῶ;
§158ΠΟΛΛΟΙ. Θὰ φύγῃ.
§159ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ δώσωμεν τὸ δάνειον, καθὼς ἐξάγεται ἐκ τῶν πραγμάτων, δι’ ἐντόκων γραμματίων.
§160ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργ. Παιδείας). Παραπονεῖται ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὅτι δὲν ἔχει ἐνώπιόν του σοβαρὰν καὶ ἐμβριθῆ κυβέρνησιν. Τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ πταίομεν ἡμεῖς ἐὰν βιαζώμεθα ἴσως νὰ ἀπαντῶμεν εἰς ἐνστάσεις οὐχὶ ἐμβριθεῖς καὶ οὐχὶ σοβαράς; πταίομεν ἡμεῖς, ἐὰν μὲ ὅλην τὴν φαινομένην σοβαρότητα καὶ ἐμβρίθειαν ἔρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ θέσουν εἰς τὸν ἐγκέφαλόν μας ὅ,τι δὲν ἔχομεν; Πταίομεν ἡμεῖς, ἐὰν χάριτι θείᾳ καθ’ ἡμᾶς, δυστυχῶς κατ’ ἐκείνους, ἡ χολέρα δὲν ἐσκότωσεν ἀπόψε ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ ἦναι ἐδῶ καὶ ἔρχωνται μὲ τὸ νομοσχέδιόν των; Πταίομεν ἡμεῖς, ἐὰν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Κύριον Δεληγεώργην· μάλιστα, Κ. Δεληγεώργη, τοῦτο εἶναι ἰδέα μας, ἀλλὰ, διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσωμεν, παραδεχόμεθα τὴν ἰδικήν σας; Ἡμεῖς λέγομεν καθαρὰ, καθαρὰ, καὶ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἡ ἀρχή μας εἶναι ἀρχὴ δανείου. Ἀλλὰ μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς περιστροφὰς, τὸ ἀληθὲς σημεῖον ποῖον εἶναι; Δὲν ἠμπορεῖτε, αἰσθάνεσθε ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀρνηθῆτε τὸ δάνειον εἰς τὴν Κυβέρνησιν· θέλετε νὰ εὕρητε τρόπον νὰ καταψηφίσητε τὴν πρότασιν, χωρὶς νὰ φανῇ ὅτι ἀρνεῖσθε τὸ δάνειον.
§161ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι!
§162ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦτο ἐγὼ θέλω νὰ διασαφηνισθῇ.....
§163ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς ἀνάγκης. Θέλομεν ὅμω, νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ καλλίτερος.
§164ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀξιολογώτατα. Λοιπὸν, παραδεχομένου ἄνευ ἐνστάσεως, ὅτι ἀρχὴ δανείου ὑφίσταται ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ κυβέρνησις καὶ τὴν ὁποίαν θέλομεν συζητήσει εἰς τὰ καθέκαστα, ὅταν ἔρχεται μία ἄλλη πρότασις, εἶναι καταστροφὴ τῆς προτάσεως τῆς ἰδικῆς μας; Ὄχι, εἶναι ἐπέκτασις, καθόσον ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν διὰ τὸν τρόπον· ἂς ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ὅπως θέλει, θέλει τὰ ἔντοκα γραμμάτια, θέλει τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δαρειώτου, θέλει οἱανδήποτε ἄλλην. Ἡ ἰδέα μας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τὸν ἐγκέφαλόν μας καὶ τὴν ὁποίαν διασαφηνίζομεν, εἶναι ἀρχὴ δανείου τόσου ποσοῦ.
§165ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις σᾶς λέγει, ὅτι ζητεῖ δάνειον, ἀλλὰ τί λέγει ὁ τίτλος; «Δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων.» Ἐδῶ νομίζω ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ· «Νομοσχέδιον περὶ δανείου δι’ ἐντόκων γραμματίων καὶ περὶ δανείου χρεωλυτικοῦ» καὶ τοιουτοτρόπως ἐκλείπει ἀμφοτέρων ὁ ἰσχυρισμὸς, καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα.
§166ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κ. Πρόεδρε! Ἐρωτήσατε τὴν κυβέρνησιν, ἐὰν τὸ δέχεται.
§167ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι ψηφοφορεῖται ἡ ἀρχὴ δανείου.
§168ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν νὰ μᾶς διευκρινήσητε.
§169ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν χρεωστῶ νὰ διευκρινήσω τίποτε· ψηφοφόρησε ὅπως θέλεις.
§170ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ κυβέρνησις, εἶναι περὶ ἐντόκων γραμματίων· εἶναι αὔξησις τοῦ ποσοῦ τοῦ νόμου ΛΑʹ, οἱ δὲ νομίζοντες ἄλλως, ἂς θέτουν ἄλλας προτάσεις· ἑπομένως θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν τί παραδέχεται ὡς ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§171ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἰδικοῦ μου θὰ ἐξηγήσητε ὑμεῖς;
§172ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄπορον σᾶς φαίνεται αὐτό; δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι θὰ ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς;
§173ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κ. Δεληγεώργη! Ἐὰν δύνασθε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι ἔκδοσις ἐντόκων γραμματίων δὲν θὰ εἴπῃ δάνειον, συμφωνῶ μαζῆ σας.
§174ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ συζήτησις ἐτελείωσε.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ψηφοφορηθῇ ἡ ἀρχὴ δανείου.
§176ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ προτείνω· οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι περὶ ἐντόκων γραμματίων κατὰ τὸν νόμον ΛΑʹ. λέγουν ναί, οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι πρόκειται ἁπλῶς περὶ δανείου, λέγουν ὄχι.
§177ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. Πρόεδρε! Θὰ ψηφοφορηθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Καθένας ψηφοφορῶν ἂς ἐννοήσῃ ὅ,τι θέλει.
§178ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πιστεύω, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς δὲν θὰ μᾶς ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα νὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασίν μας, καὶ αὐτὴ εἶναι αὕτη. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ψηφίσουν ὅλοι οἱ βουλευταί, πρέπει νὰ ἤμεθα συνεννοημένοι τί ψηφίζομεν, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἐννοῇ, ὅπως οἱ ὑπουργοὶ νομίζουν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι περὶ δανείου ἀπολύτως, ἢ ὅπως ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, κατὰ τὸν νόμον ΛΑ.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ματαία ψηφοφορία;
§180ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα, παρακαλῶ, δὲν πρέπει νὰ μᾶς τὸ ἀφαιρέσητε.
§181ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἐσυζητήθη τὸ ἀντικείμενον, ὑπεβλήθη ἡ τροπολογία καὶ αὐτὴ παρεδέχθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου.
§182ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸ δωμάτιον τῶν ὑπουργῶν μάλιστα, εἰς τὴν Βουλὴν ὅμως ὄχι. Λοιπὸν ἡμεῖς, Κύριε Πρόεδρε, νομίζομεν ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα, στηριζόμενοι εἰς τὸν κανονισμόν, νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸ ζήτημα, τί ἐννοεῖ ἀρχήν, διότι ἄλλως ἡ ψηφοφορία δὲν θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα. Ἀρχὴ λοιπόν, καθ’ ἡμᾶς, εἶναι τὸ δάνειον τῶν ἐντόκων γραμματίων κατὰ τὸν νόμον ΛΑ. κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἀπολύτως ἡ ἰδέα τοῦ δανείου. Θέσατέ το λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν.
§183ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι γελοῖον· ἡμεῖς φέρομεν νομοσχέδιον καὶ λέγομεν, ὅτι ἐννοοῦμεν τοῦτο· μᾶς λέγετε, ὄχι, δὲν ἐννοεῖτε τοῦτο, ἡμεῖς ἠξεύρομεν τί ἐννοεῖτε. Σᾶς παρακαλῶ, ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφανθῇ ἔχουσα αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν.
§184ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁμιλεῖτε μὲ ἕνα τρόπον, Κ. ὑπουργέ, ὁ ὁποῖος δὲν στέκει εἰς ὑπουργόν, οὔτε εἰς μέλος τῆς Βουλῆς· τί θὰ εἰπῇ «ἔτσι θέλομεν» ὅταν ὁμιλῆτε ἐνώπιον ἀντιπροσώπων;
§185ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁμιλῶ πρὸς σὲ μὲ τὸν ἴδιον τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον σὺ ὁμιλεῖς.
§186ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡμίλησα πάντοτε μὲ εὐγένειαν, καὶ ἂν ὡμίλησα αὐστηρῶς, ὡμίλησα διὰ τὰς πράξεις σου.
§187ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν δέχομαι τοιαύτας παρεξηγήσεις· ἐγὼ σᾶς λέγω καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, σεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐννοῆτε ὅ,τι θέλετε, καὶ ἡμεῖς νὰ ἐννοῶμεν ὅ,τι θέλομεν. Ἡμεῖς ἐφέραμεν ἕνα νόμον ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ἐπιβάλητε τὴν ἰδέαν σας (θόρυβος). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε ψηφοφορίαν κατὰ τῶν νόμων, διότι δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται, κατὰ τὸν νόμον, νὰ φέρωμεν ἡμεῖς ἓν νομοσχέδιον καὶ νὰ μᾶς εἴπητε, ἔχετε τὸ νομοσχέδιον σας, ἀλλ’ ἡμεῖς θέλομεν νὰ ψηφοφορήσωμεν αὐτὸ ἐννοοῦντες τὴν δεῖνα ἀρχήν. Ὑποθέσατε, ἐγὼ φέρω ἓν νομοσχέδιον περὶ στρατοῦ καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἔννοιά μου εἶναι αὐτή· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι ἡμεῖς δίδομεν τὴν δεῖνα ἔννοιαν εἰς τὸ νομοσχέδιόν σου καὶ θέλομεν νὰ ψηφοφορήσῃ ἡ Βουλὴ τί ἐννοοῦμεν ἡμεῖς. Καὶ μᾶς λέγουν, ὅτι ὁμιλοῦν συνταγματικώτατα καὶ παραπονοῦνται ὅταν λέγωμεν ὅτι ὁ νόμος δὲν τὸ ἐπιτρέπει. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὡς ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου μας ἐννοοῦμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ δανείου ἐν γένει, τώρα ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ μὲ αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν· καὶ ἂν ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὄχι, πάει καλά, τότε θὰ ἴδωμεν τὶ θὰ κάμωμεν.
§188ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, πρόκειται πῶς θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, καὶ οἱ μὲν λέγουν, ὅτι ψηφοφοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ δανείου, ἐννοοῦμεν τὴν δι’ ἐντόκων γραμματίων ἀρχὴν, οἱ δὲ ἕτεροι λέγουν, ὅτι ἐννοοῦν τὴν διὰ χρεωλυσίου καὶ δι’ ἐντόκων γραμματίων. Ἡ ἰδέα μου εἶναι, ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ τεθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ δανείου ἀπολύτως, καὶ βʹ. νὰ ψηφοφορηθῇ διὰ ποίου τρόπου θὰ γείνῃ τὸ δάνειον.
§189ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα.
§190ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ Κ. Θεοχάρης εἶπε τὴν γνώμην του, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα σύμφωνοι.
§191ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, δὲν διετύπονε τὰς ἰδέας της διὰ νομοσχεδίου, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ φρονῇ ὅπως φρονεῖ. Ἀφοῦ ὅμως ἡ Κυβέρνησις τὰς ἰδέας της τὰς ὑπέβαλεν ἐγγράφως καὶ διὰ νομοσχεδίου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα.
§192ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ τὸ ἀποσύρει, Κύριοι, ὄχι μόνον τὸ τροπολογεῖ.
§193ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ ἔπειτα παραπονεῖσθε, Κύριε Κεχαγιᾶ, ὡς πρόεδρος, ὅταν σᾶς διακόπτωμεν.
§194ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πολὺ καλά, ἔχετε δίκαιον. Δὲν ἤθελα νὰ ὑποπέσητε εἰς ἕνα συνταγματικὸν σολοικισμόν.
§195ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τελευταῖον ὁ Κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέθηκεν, εἶναι ζήτημα αὐθαίρετον, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον προσβάλλει κατ’ οὐσίαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐννοιῶν. Ἔρχεται, Κύριοι, ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τί μᾶς λέγει; Οὕτως ἐνόουν, οὕτως ἐσυλλογιζόμην ὅταν ὑπέβαλλον τὸ νομοσχέδιον. Ἔ, Κύριοι! ἐὰν οὕτως ἐσυλλογίζετο, ἔπρεπε νὰ γράψῃ εἰς μίαν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἄλλος δὲν γνωρίζει· ἐνόσῳ ὅμως γράφει εἰς τὰ γράμματα τῆς γλώσσης μας, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐξάξω ἰδέας καὶ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἀποδίδω εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα βασιζομένη εἰς μίαν πλειοψηφίαν, δύναται διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτας ἐννοίας, οὐδέποτε ὅμως κατὰ μίαν συζήτησιν δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ ἰδέας ἀλλοίας τοῦ γράμματος τὸ ὁποῖον φέρει τὸ Νομοσχέδιον. Τί ἐνίσταται σήμερον ἡ Κυβέρνησις λέγουσα; Ἐνίσταται λέγουσα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, μὲ τοὺς τίτλους, μὲ τ’ ἄρθρα του, ἐννοεῖ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀπολύτου δανείου. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μᾶς ὑποθέσῃ ἀνθρώπους οὔτε γνωρίζοντας τὰ γράμματα, οὔτε γνωρίζοντας νὰ πολιτευώμεθα· ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι νομοσχέδιον ἅπαξ ὑποβληθὲν διατελεῖ ὑπὸ ὑπὸ τὰς σκέψεις καὶ τὴν διάνοιαν ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, δὲν εἶναι ἀπόλυτον· ζητεῖ δάνειον καὶ ὄχι δάνειον ἀπολύτως, ἀλλὰ δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων· ζητεῖ τὴν αὔξησιν τῶν 3 εἰς 6. Ἔρχεται ὅμως ἡ τροπολογία, καὶ βλέπουσα ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ᾠκοδόμησεν, εἶναι ὀλισθηρὸν, θέλει νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλο ἔδαφος καὶ εὑρίσκει κατάλληλον τὸ ἔδαφος τοῦ Κ. Δαρειώτου. Δὲν ἀποκρούω, ἐξ ἐναντίας δέχομαι πάντοτε, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα νομοσχέδιον τὸ θεωρήσει ἐκ τῶν προηγουμένων συζητήσεων ἀκατάλληλον, ν’ ἀσπασθῇ τὴν μίαν ἢ τὴν ἑτέραν γνώμην, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ καθαρὰ καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι γράφουσα ἡ Κυβέρνησις τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, διενοεῖτο δάνειον ἀπολύτως. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι καθαρώτατον καὶ ὅπως ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅπως ἐσυζητήθη ἰδίως ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἡ Κυβέρνησις, λέγει, εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκας, ἔχει ἀνάγκην δανείου· καθὸ δὲ Κυβέρνησις καὶ ἔχουσα τὴν πρωτοβουλίαν, εὑρίσκει καὶ τὰ μέσα καὶ τοὺς πόρους τῆς τροποποιήσεως αὐτῶν τῶν ἀναγκῶν· προτείνει λοιπὸν τὸ μέτρον αὐτό. Θὰ ψηφίσωμεν ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ὅπως ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν δύνασθε καὶ οὔτε δικαιοῦσθε νὰ μᾶς ὑποβάλετε εἰς τὴν πίεσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἐζητήσατε, ὅτι ἡμεῖς ἔτσι ἐννοοῦμεν τὸ νομοσχέδιον, ὡς νομοσχέδιον ἀπολύτου δανείου καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ ἰδέα μας. Ὄχι, κύριοι, διότι τὸ γράμμα εἶναι ψευδὲς· δυοῖν θάτερον, ἢ ἡ διάνοια δὲν εἶναι ἀληθὴς ἢ τὸ γράμμα. Ἡμεῖς λοιπόν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ γράμμα καὶ ὄχι τὴν διάνοιαν, ἐννοοῦμεν περὶ ἐντόκων γραμματίων καὶ ὄχι περὶ δανείου.
§196ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι σεῖς ψηφίζοντες, ψηφίσατε ὅ,τι εἶναι ὀρθόν· δὲν ἠμπορεῖτε ὅμως νὰ εἴπετε, τοῦτο ψηφίσατε καὶ ὑμεῖς.
§197ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ· ἡ συζήτησις ἔγεινεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, διενεμήθη καὶ εἶναι εἰς γνῶσιν ἁπάντων.
§198ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν πῶς προτείνετε νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα;
§199ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ τεθῇ, ὅτι ἀρχὴν νομοσχεδίου δὲν θεωροῦμεν ἄλλο, εἰμὴ τὴν ἰδέαν τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ἧς ζητεῖται δάνειον 3 ἑκατομμυρίων, πραγματοποιούμενον δι’ ἐντόκων γραμματίων.
§200ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἓν νομοσχέδιον ὑποβληθῇ, θεωρεῖται ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους καὶ δὲν ἠμπορεῖ ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς ἐδικόν του.
§201ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἐγὼ νομίζω ὅτι μᾶς δίδετε ν’ ἀμφιβάλλωμεν ἂν βαδίζωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς μίαν ὁδὸν ὁμαλήν. Ἐφέρατε ἓν νομοσχέδιον καὶ εἶναι ἀδύνατον, ὅσον καὶ ἂν θέλετε νὰ φιλονεικήσετε τὴν γραμματικὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, νὰ εἴπετε εἰς ἕνα ὁποιονδήποτε ἄνθρωπον, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὴν σελήνην.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπροτάθη τροπολογία.
§203ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, θέλομεν δὲ αὐτὴ ἡ ἔννοια, ὡς ἐξάγεται ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ψηφοφορηθῇ· διατὶ ἐναντιοῦσθε; Τῷ ὄντι δύναται μία πλειοψηφία, ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη, νὰ καταθλίψῃ τὴν μειοψηφίαν, ἀλλὰ νομίζω πῶς τοῦτο, ἂν ᾖναι δυνατόν, δὲν εἶναι ὅμως πολὺ πρᾶγμα καθόλου, καὶ ἡ πλειοψηφία ἴσα ἴσα πρέπει νὰ σέβεται περισσότερον τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ μειοψηφία, καὶ μὲ κἄποιον τρόπον μάλιστα, ὁ ὁποῖος θὰ κάμῃ τιμὴν καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§204ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Καὶ τἀνάπαλιν ὅμως.
§205ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι αἱ προσβολαὶ καθ’ ὁλοκλήρου μερίδος, καὶ αἱ ἐκφράσεις τοῦ τοιούτου εἴδους δὲν εἶναι πολιτικαί. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου καθὼς μᾶς τὸ παρουσιάσατε, ἂν δ’ ἀποῤῥιφθῇ αὐτὴ ἡ ἔννοια, ψηφίζομεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλετε.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Δαρειώτης παρουσίασε τροπολογίαν, ἡ ὁποία συσχετίζεται μὲ τὸ νομοσχέδιον· αὐτὴ ἡ τροπολογία ἐγένετο παραδεκτὴ ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐγένετο παραδεκτή, θὰ ψηφισθῇ ὁμοῦ μὲ τὸ νομοσχέδιον, διότι μεταβάλλει τὸν τίτλον αὐτοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἀρχὴν νομοσχεδίου περὶ ἐντόκων γραμματίων, θὰ ψηφίσωμεν ἀρχὴν νομοσχεδίου περὶ δανείου.
§207ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ πρωτεῖα τὰ ἔχει ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὄχι ἡ τροπολογία. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου θ’ ἀποφασίσῃ τῆς τροπολογίας τὸ παραδεκτὸν ἢ μή. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, καθ’ ἡμᾶς, δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων.
§208ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς, ψηφίζοντες τὴν ἀρχὴν, ἐννοοῦμεν ἁπλῶς δάνειον.
§209ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων κατὰ τὸν νόμον ΛΑʹ.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§211ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ αὕτη;
§212ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ψηφοφορήσατε ὑμεῖς ὅ,τι θέλετε· ἡμεῖς ἐξηγήσαμεν τὶ ἐννοοῦμεν μὲ τὸ νομοσχέδιον. Ἂν παραδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἐννοοῦμεν ὅτι δεχόμεθα ὅλα τὰ συστήματα, ἂν δὲν παραδεχθῇ, τότε δὲν παραδεχόμεθα κανέν.
§213Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Προτήτερα ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐννοεῖ ν’ ἀρνηθῇ τὴν συνδρομήν της εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ τὸ δάνειον. Ὄχι, Κύριοι. Ἐπειδὴ ὅμως προσήχθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα ἄρθρα εἶναι νομοσχέδιον περὶ ἐντόκων γραμματίων, ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον νὰ τεθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐντόκων γραμματίων λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§214ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ μᾶς ἐπροκάλεσαν, δὲν λέγω τὶ σκοπεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις. Ἡ ἀντιπολίτευσις φθάνει εἰς τοῦτο· ἂν κατορθώσῃ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν ἀρχὴν, ν’ ἀρνηθῇ τὸ δάνειον. Ἂς ψηφίσωμεν.
§215ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγω εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὅτι διόλου δὲν μᾶς πτοεῖ ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔῤῥιψεν ὁ Κύριος πρωθυπουργός· μάλιστα ἔδωκεν ἐξήγησιν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀντίθετον μὲ τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἐξέφρασε. (Θόρυβος)..... Δὲν μᾶς πτοεῖ, διότι τῷ ὄντι μία ἀντιπολίτευσις ἠμπορεῖ ν’ ἀρνηθῇ δάνειον εἰς μίαν Κυβέρνησιν, εἰς χεῖρας τῆς ὁποίας νομίζει ὅτι τὸ δάνειον σπαταλᾶται.....
§216ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ, ὅτι, ἂν ἀποῤῥιφθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καθὼς εἶναι, ἡ Κυβέρνησις μένει ἐλευθέρα νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, ὃ ἐζήτησε, δι’ ἄλλου τρόπου;
§217ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ νέου νομοσχεδίου.
§218ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ ὅτι λοιπὸν πρόκειται περὶ δανείου ἐν ἀρχῇ.
§219ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἂς τεθῇ ὡς ἑξῆς. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐν γένει δάνειον θὰ λέγουν ναὶ, οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι εἶναι δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων λέγουν ὄχι.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐν γένει δάνειον μετὰ τὴν τροπολογίαν καὶ τὰ λεχθέντα λέγουν ναὶ, οἱ παραδεχόμενοι δὲ ὅτι εἶναι δάνειον δι’ ἐντόκων γραμματίων κατὰ τὸν νόμον ΛΑʹ. λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ ψήφων 70 κατὰ 42 ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐν γένει δάνειον. Θέτω ἤδη δι’ ἀναστάσεως τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Καθήσατε πάντες. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1. «Ἄρθρον 1. Τὸ κατὰ τὸν ΛΑʹ. ἀπὸ 3 Φεβρουαρίου 1864 νόμον ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ δραχμῶν 3,000,000 ὁρίζεται εἰς δραχ. 6,000,000.»
§222ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ΛΑʹ. νόμος διαγράφει τὰ καθέκαστα περὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν γραμματίων· τουτέστιν, ὅτι τὰ γραμμάτια αὐτὰ πρέπει νὰ ὑπογράφωνται παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς οἰκονομίας, τοῦ προέδρου τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου καὶ τοῦ ταμίου· τοιαύτη ῥήτρα δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα. Προτείνω διὰ τοῦτο εἰς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ διορθώσωσιν αὐτὸ τὸ μέρος. (θόρυβος.)
§223Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ διορθωθῇ οὕτω πως. «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον μέχρι 3,000,000, ἐξοφλητέον χρεωλυτικῶς ὑπὸ ὅρους οὐχὶ βαρυτέρους ἐκείνων, ὑφ’ οὓς συνωμολογήθη τὸ ἐθνικὸν δάνειον τῶν 6,000,000.» (θόρυβος.) Ἀλλ’ ἀποσύρω τὴν πρότασιν μου ταύτην δι’ αὔριον.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2. «Ἄρθρον 2. Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ μνησθέντος νόμου ἐλαχίστη ἀξία τῶν γραμματίων τούτων ἐκ δραχμῶν ἑκατὸν, ὁρίζεται εἰς δραχμὰς τριάκοντα.»
§225ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3. «Ἄρθρον 3. Τὰ γραμμάτια ταῦτα δύνανται νὰ πληρωθῶσι κατὰ τὴν λῆξιν των καὶ παρὰ τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων ἐπὶ ἐγγράφῳ αἰτήσει τοῦ κατόχου αὐτῶν, γενομένῃ πρὸ δεκαπέντε τοὐλάχιστον ἡμερῶν πρὸς τὸ ταμεῖον, ἐφ’ οὗ αἰτεῖται ἡ πληρωμή.»
§227ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4. «Ἄρθρον 4. Οἱ ἀπὸ 1 Αὐγούστου ε. ε. καὶ ἐφεξῆς πληρονόμενοι παρὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου μισθοὶ, ἐπιμίσθια, ἐπιδόματα, συντάξεις καὶ αἱ βουλευτικαὶ ἀποζημιώσεις, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν δὲν εἶναι κατώτερον τῶν 100 δραχμῶν, πληρόνονται μὲ ἔντοκα γραμμάτια κατὰ τὸ τρίτον, ὅπως διὰ Β. Διατάγματος θέλει κανονισθῇ».
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Κυρίου Λεωτσάκου.
§230ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι κατὰ τῆς τροπολογίας, ἐπειδὴ τότε ὁ σκοπὸς δι’ ὃν ἐκδίδονται τὰ γραμμάτια θέλει ἀποτύχει.
§231ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν μου ταύτην, διότι γνωρίζω ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου ὡς ἀξιωματικὸς, ὅτι ὁ ὑπολοχαγὸς π. χ. λαμβάνει μισθὸν 155 δραχμὰς, ἐξ αὐτῶν δὲ κρατοῦνται 20 δραχ. ἐκ τῶν ἐγγάμων· αὐτὴ ἡ κράτησις εἶναι ὑποχρεωτική. Ἐπίσης ὑποχρεοῦται νὰ πληρόνῃ ἐνοίκιον 40 δραχμὰς, ὡσαύτως τὴν διατήρησιν τῆς στολῆς του 25 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Βλέπετε ὅτι καταντᾷ νὰ λαμβάνῃ 60 δραχμὰς διὰ τὴν τροφήν του καὶ τὴν συντήρησίν του· ὡς ἐκ τούτου νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον εἰς ἕνα ἀξιωματικὸν, ἐνῷ ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τόσα βάρη, νὰ λαμβάνῃ καὶ τὸ τρίτον τοῦ μισθοῦ του εἰς ἔντοκα γραμμάτια.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λεωτσάκου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ψηφοφορίαν τοῦ 4 ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ, ὅπως ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5. «Ἄρθρ. 5. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 ἰσχύει μέχρι τέλους Ἰουλίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1866· δύναται δὲ νὰ παύσῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ καὶ πρότερον διὰ Β. διατάγματος.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§233ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνταῦθα πρέπει νὰ τεθῇ καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Δαρειώτου.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἐκ τῶν ἄρθρων λοιπὸν θέλει τεθῆ ἡ τροπολογία τοῦ Κυρίου Δαρειώτου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς· Προσθήκη εἰς τὸ περὶ ἐντόκων γραμματίων νομοσχέδιον. «Ἄρθρ. 7. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις δὲν δυνηθῇ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ κατὰ τὸ 1 ἄρθρον δάνειον, ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον μέχρι τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐξοφλητέον χρεωλυτικῶς ὑπὸ ὅρους οὐχὶ βαρυτέρους ἐκείνων, ὑφ’ οὓς συνωμολογήθη τὸ ἐθνικὸν δάνειον τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων. Ἡ συνομολόγησις ὁλοκλήρου ἢ μέρους τοῦ δανείου ἀπαιτεῖται νὰ στηρίζηται ἐπὶ Β. Διατάγματος, ἐν ᾧ θέλουν διαγράφεσθαι καὶ αἱ βάσεις τῶν ἀμοιβαίων ὑποχρεώσεων τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῶν δανειστῶν. Εἰς τὸ ἀνωτέρω ποσὸν ὑπολογίζεται καὶ τὸ δάνειον, ὅπερ δι’ ἐντόκων γραμματίων ἤθελε πραγματοποιηθῆ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§235ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρα 4 καὶ ½ μ.μ.