1865.07.24
868 στίχοι · 7.123 λέξεις · 62 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32.
Τῆς 24 Ἰουλίου 1865.
(Σάββατον).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐτωτερικῶν εἰδοποιεῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν προσεχῆ Κυριακὴν θέλει τελεσθῆ μνημόσυνον ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ ἀοιδίμου Ζάππα· ἑπομένως παρακαλοῦνται ὅσοι θέλουν τῶν κ. Βουλευτῶν νὰ παρευρεθοῦν.
§4ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καλλίτερον νὰ ἐκλεχθῇ μία ἐπιτροπὴ, διότι εἶναι εὐεργέτης τοῦ ἔθνους καὶ πρέπει ὅλον τὸ Σῶμα νὰ τὸν τιμήσῃ.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Γυθείου κ. Μαυρομιχάλης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ· «Νὰ χορηγηθῇ ἀμνηστεία ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἐγκλημάτων τῶν διαπραχθέντων ἀπὸ τῆς καταλύσεως τῆς πρώτης δυναστείας μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως Γεωργίου.»
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Γενομένης τῆς κληρώσεως τῆς ἐπὶ τῷ εἰρημένῳ μνημοσύνῳ ἐπιτροπῆς ὑπὸ τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Μαρκορᾶ, ἔλαχον οἱ κκ. Β. Σκαλτζᾶς, Χ. Α. Χρηστόπουλος, Ἀντ. Μαυρομιχάλης, Ἀ. Σταυρόπουλος, Π. Τζάνος, Κ. Πανάρετος, Ν. Φαρμάκης καὶ Ι. Φλέσσας.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ διακοπεῖσα χθὲς συζήτησις ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου· ὁ κ. Καραλίβανος ἔχει τὸν λόγον.
§9ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριοι, χθὲς διὰ τὴν πρωτοπειρίαν μου ἐζήτησα τὴν ἐπιεικῆ κρίσιν σας, καὶ τοσοῦτον περισσότερον, φρονῶ, εἶμαι ἄξιος αὐτῆς, καθ’ ὅσον ὁρμῶμαι ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἀφ’ οὗ ἀπεφάσισα καὶ ἐγὼ νὰ τρέξω, ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγον, τὸ πολιτικὸν αὐτὸ στάδιον, λέγω ὅτι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει τις νὰ ἀποφασίσῃ νὰ βάλῃ αὐτὸς ἑαυτὸν εἰς δοκιμασίαν, ἵνα ἐξοικειωθῇ μὲ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ ἐκ τῆς πείρας ἀποκτήσῃ τὴν πολιτικὴν λογικὴν, ἵνα μὴ περιπίπτῃ εἰς λάθη· τοιουτοτρόπως δὲ ἤθελαν μορφωθῆ μικρὸν κατὰ μικρὸν πολλοὶ ἄλλοι σύντροφοι τῶν μέχρι τοῦδε πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀποκτήσαντες οὕτω τὴν πολιτικὴν λογικὴν, θέλουν βεβαίως συγκαταλέγεσθαι εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν διαφόρων πραγμάτων.
§10ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸ θέμα.
§11ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ὀλίγα πάντοτε λέγω. Ποῖον εἶναι, κύριοι, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ τοσοῦτον; ποῖον ζήτημα ἐπροτάθη ἵνα ἐξετάσωμεν, συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν; Τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν Βασιλικὸν Λόγον· καὶ ὄντως οὕτως ἠρχίσαμεν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος ἔλαβε τὸν λόγον πρῶτος καὶ ἤρχισεν ἀπὸ τὴν πρώτην παράγραφον, καὶ ἴσως τὸ τακτικὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐξακολουθήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι δὲν ἠθέλομεν χάνει ἐπὶ ματαίῳ τὸν καιρὸν καὶ διότι ἠθέλομεν ὁδηγεῖσθαι ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὴν ἔννοιαν ἑκάστης παραγράφου. Κακὸς δαίμων, φαίνεται, κύριοι, συγχύζει τὰς συνεδριάσεις μας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπειράκις συνέβη καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἴσως ἀφορμὴν νὰ καταλήξῃ ἐκεῖ ὅπου κατέληξεν. Ἐν ᾧ ἡ συζήτησις εἶχεν ἀρχίσει τὴν τακτικήν της τροχιὰν, προσέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ. Ἰακωβάτος καὶ μεταβάλλει ὅλως διόλου τὴν συζήτησιν, καὶ κατ’ αὐτὸν ἴσως δικαίως· ἤθελε βεβαίως ἀπὸ τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς ἀπαντήσεως νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ὁδηγηθῇ καὶ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῶν λοιπῶν παραγράφων. Ἔφερε λοιπὸν τὸ ζήτημα, ὄχι γενικῶς, καθὼς τινες διετείνοντο· καὶ τότε ἤθελον τὸ θεωρήσει γενικὸν, ὅτε ἐξετάζετο ὑπὸ τὴν γενικὴν ἔποψιν καθ’ ὅλας τὰς παραγράφους. Καὶ ἐπικαλοῦμαι εἰς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐντίμου κ. Κουρῆ, ὅστις λαβὼν τὸν λόγον καὶ φθάσας μέχρι τῆς 4 παραγράφου ἐσταμάτησε, διότι ἐθεώρησεν εἰδικὴν τὴν συζήτησιν καὶ οὐχὶ γενικήν. Λοιπὸν ἡ συζήτησις ἐμερικεύθη· θὰ εἰπῇ, ὅτι εἰσέδυσε παρεμπίπτον ζήτημα, τὸ περὶ ζωῆς καὶ θανάτου τοῦ ὑπουργείου, καὶ πιστεύω, ὅτι οἱ ὁρμηθέντες ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δὲν ἠθέλησαν τίποτε ἄλλο παρὰ ἐκ τῶν προτέρων νὰ καταδικάσωσι τὸ ὑπουργεῖον, καὶ καταδικασμένον νὰ τὸ φέρωσιν ἐνώπιον τῆς Α. Μ. Θεωρῶ λοιπὸν τὸ ζήτημα μερικὸν, διότι ἀφ’ οὗ ἤρξατο μία συζήτησις κατηγορητικὴ, ἀφ’ οὗ τὸ ὑπουργεῖον ἔρχεται ἐδῶ καὶ μᾶς λέγει, ὅτι τὸ θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀφ’ οὗ σεῖς τὸ ἐφέρατε, ἀφ’ οὗ παρατηρῶ τοὺς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀγορεύσαντας, ὅτι παραδέχονται μετ’ εὐχαριστήσεως τὴν θέσιν αὐτὴν τοῦ ζητήματος, καὶ ἐξακολουθοῦσι τὰς συζητήσεις των διὰ νὰ προκαλέσωσι μίαν ψηφοφορίαν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ ζητήματος, πάντη διακεκριμένην ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, δὲν ἠμπορῶ βεβαίως, κύριοι, παρὰ νὰ πιστεύσω, ὅτι ὅλοι περιεμένατε, ὅταν ἤθελεν ἐξαντληθῆ ὅλη ἡ συζήτησις, μίαν ψηφοφορίαν, διὰ νὰ ἀποφασισθῇ ἡ τύχη τοῦ ὑπουργείου. Ἔχων κατὰ νοῦν καὶ ἐγὼ, Κύριοι, τότε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ἐκείνου τοῦ ζητήματος, αὐτὸ ἐσκόπουν καὶ εἰς αὐτὸ ἤθελον καταλήξει· πιστεύω δὲ ὅτι, ἐπειδὴ αὐτὸ ἦτο τὸ συμπέρασμα ὅλων, διὰ τοῦτο καὶ ἐπεξετάθη ἐπὶ τοσοῦτον ἡ συζήτησις. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ εἴδαμεν ὅτι πολὺ μακρὰν προβαίνομεν καὶ ἐφοβήθημέν τινες μήπως ἀκούσωμεν ὅ,τι ἠκούαμεν εἰς τὰς μακρὰς ἐκείνας παρελθούσας συζητήσεις, διὰ τοῦτο παρῃτήθημεν τοῦ λόγου· τοσοῦτον περισσότερον ἐφοβούμην τὴν πολυλογίαν αὐτὴν, διότι, ὅταν τινὲς τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν προσῆλθον ἐνταῦθα καὶ ἔλαβον τὸν λόγον, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου Κ. Μαυρομιχάλης μᾶς εἶπεν, ὅτι θέλομεν προσβάλει τὸ σῶμα τῆς ὑπουργικῆς φάλαγγος κατὰ μέτωπον, καὶ θέλομεν ἀποθέσει τὰ ὅπλα ὅταν ἐκκενώσωμεν καὶ τὴν τελευταίαν πυριτοβολήν. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, οὐχὶ μόνον λάμψις ὅπλων καθ’ ἀποφορὰ καπνοῦ πυρίτιδος τῶν πυριτοφόρων σφαιρῶν, ἀλλὰ καὶ πυροβόλα ἐστήθησαν· τὸ κακὸν ὅμως εἶναι ὅτι τὰ πυροβόλα αὐτὰ, αἱ βολαὶ αὐταὶ εὗρον γρανίτην, κατὰ κακὴν δὲ στρατηγηματικὴν ἔννοιαν κακῶς ἐστήθησαν, καὶ οἱ διευθέται τῶν πυροβόλων ἐκείνων εἰσέδυσαν εἰς τὰ βάθη τοῦ κενοῦ τοῦ ἐδάφους. Λοιπὸν, Κύριοι, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἠρχίσαμεν τὴν τοσοῦτον μεγάλην ἀνάπτυξιν ἐπὶ μίαν μεγάλην ἑβδομάδα ὁλόκληρον τοῦ ζητήματος, καὶ δὲν περιωρίσθημεν μόνον εἰς τὴν γενικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ ἤλθομεν καὶ εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα. Ἀνέλυσαν διαφόρως αὐτὰ τὰ Βασ. Διατάγματα ἓν πρὸς ἓν, τὰ κατεμέτρησαν, τὰ κατηγόρησαν, ἄλλοι δὲ τὰ ὑπερασπίσθησαν. Ἐμβήκαμεν εἰς τὴν εἰδικωτάτην ἐξέτασιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε χωροφυλακὴ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἐθνοφυλακὴν, καὶ εἴπομεν ὅτι τὴν χωροφυλακὴν ἔπρεπε νὰ τὴν ἀντικαταστήσῃ στρατὸς, ὡς ἐὰν ἠδυνάμεθα εἰς 10 ἡμέρας, ὅταν ἡ θρυαλλὶς ἦτον ἀναμμένη, νὰ σχηματίσωμεν τακτικὸν στρατὸν, καὶ προκαλῶ τὸν Κ. Πετιμεζᾶν νὰ μοὶ εἴπῃ ἐὰν εἰς 10, 20, 30 ἡμέρας ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τακτικὸν στρατόν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον οὕτω πως τὸ ἐνόμιζον, καὶ ἂν θέλητε νὰ ὑπάγητε παρεμπρὸς, εὑρίσκω ὅτι τὸ πόρισμα τὸ ἐξαγόμενον ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐκτεταμένην ἀνάπτυξιν εἶναι τὸ δικαιότερον, διότι τί λέγω ἐγὼ εἰς εἰς ἐκεῖνο τὸ θέμα; Λέγω, νὰ ἀποφασίσωμεν ἂν ἡ Κυβέρνησις ᾖναι μεμπτέα ἢ ὄχι, τὸ ὁποῖον μάλιστα ὁ Κ. Ἰακωβάτος προβλέπει καὶ εἰς μίαν παράγραφον, καὶ λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἄμεμπτος. Τινὲς λέγουσιν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη διαταγμάτων· ἠμποροῦν νὰ σκέπτωνται καλῶς· ἄλλοι θέλουν νὰ θεωρήσουν τινὰ διατάγματα σχετικῶς πρὸς τὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον δύναται νὰ ᾖναι ἀληθὲς. Εἶναι ὡς ἐὰν παραδεχθῶμεν βαθμοὺς τιμῆς ἢ ἀτιμίας· καὶ πέντε λεπτὰ ἐὰν κλέψω, εἶμαι κλέπτης, καὶ 5 ἑκατομμύρια, εἶμαι ἐπίσης. Λοιπὸν ἐδῶ θέλομεν νὰ ἴδωμεν ἂν ἡ Κυβέρνησις ᾖναι μεμπτέα, διότι παρεβίασε τὸ σύνταγμα, Ναὶ ἢ ὄχι.
§12ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλως διόλου εἶναι ἄμεμπτος ἡ Κυβέρνησις;
§13ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Τὴν Κυβέρνησιν ἐγὼ θὰ τὴν ἐξετάσω εἰς τὰ διατάγματα, ὅταν ἔλθω εἰς τὴν οὐσίαν αὐτῶν, καὶ ἔχω τότε μεγαλύτερον τὸ πεδίον νὰ τὴν κατηγορήσω, ἀλλ’ οὐχὶ σχετικῶς πρὸς τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος (θόρυβος). Τὸ λέγω καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἂν σήμερον δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἓν Β. Διάταγμα ἀντιποιούμενον νομοθετικὰ καθήκοντα εἰς τὸ περὶ διαιρέσεως τῆς Κερκύρας ζήτημα, δὲν τῆς δίδω ὅμως τὸ δικαίωμα τοῦτο καθόσον ἀφορᾷ ἓν ἄλλο ἀντικείμενον, διότι ἴσως εὑρεθῶ σύμφωνος μαζῆ σας εἰς πολλὰ διατάγματα. Δὲν κάμνομεν λοιπὸν τίποτε περισσότερον καὶ ἐγὼ καὶ ὁ φίλος μου Κ. Δαρειώτης, παρὰ νὰ καταθέσωμεν ἐπὶ τοῦ γραφείου τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ λέγουσι τινὲς, ὅτι διὰ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θέλετε νὰ πιέσητε τοὺς Βουλευτὰς, διότι ἡ ἁβροφροσύνη ἀπαιτεῖ εἰς ἓν ἔγγραφον τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὴν Α. Μ. νὰ μὴν ἀναμιχθῶσι φράσεις κακαὶ καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὄχι, κύριοι· ὅταν ὁ Βουλευτὴς γνωρίζει, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἀποφασίσῃ σήμερον δὲν ἔχει νὰ κατηγορηθῇ εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασ. Λόγου, τότε πιστεύω ὅτι φεύγουν ἀπὸ τὸν νοῦν του οἱ κανόνες ἐκεῖνοι τῆς ἁβροφροσύνης καὶ θαῤῥαλεώτερον δίδει τὴν ψῆφόν του κατὰ ἢ ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου· ὥστε δὲν τὸ θεωρῶ τοῦτο πίεσιν. Σᾶς λέγουν, ὅτι εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ· καὶ τοῦτο δὲν τὸ βλέπω, διότι οὐδαμοῦ τοῦ κανονισμοῦ τὸ εὑρίσκω, ἂν καὶ ἀνέγνωσα μετὰ προσοχῆς τὸν κανονισμόν. Ποῦ διασαφίζεταί τι εἰς τὸν κανονισμὸν περὶ τοῦ χρόνου τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἢ καὶ αὐτῶν τῶν ἐπερωτήσεων; Δὲν ὑπάγονται, μὲ ἄλλας λέξεις, αὐτὰ τὰ κατηγορικὰ ζητήματα εἰς κανένα ὁρισμὸν ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ. Καὶ τὸ παρετήρησα καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν, καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἐν ᾧ εἴχομεν τὰ σπουδαιότερα ζητήματα, αἴφνης ἔφερεν εἷς ἓν ζήτημα, μίαν ἐπερώτησιν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀμέσως ἀφίνοντες τὸ ἄλλο ζήτημα ἠρχίζαμεν τὸ παρεμπίπτον, καὶ ἂν ἐδυνάμεθα νὰ τῆς τσακίσωμεν τῆς Κυβερνήσεως τὰ κόκκαλα, καλῶς, ἄλλως τίποτε· ἐκάμναμεν συζητήσεις μακρὰς καὶ πολυημέρους, καὶ ἀφίναμεν τὸ ζήτημα ἀναποφάσιστον. Συνεζητοῦμεν, Κύριοι, ἓν ζήτημα, καὶ τὸ Σύνταγμα βεβαίως ὅλον τὸ θεωρῶ ὡς ἓν καὶ μόνον, καὶ ὅμως τὰ διεκόψαμεν ἀπειράκις μὲ ἄλλης φύσεως ζητήματα· τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὸν ἐκλογικὸν Νόμον. Διὰ αὐτὴν τὴν αἰτίαν ἐῤῥίφθη καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, καὶ συνέβησαν τόσα καὶ τόσα. Λοιπὸν εἰς τὸν κανονισμὸν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ εὕρετε· εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ἔχω τὰς ἀπαιτουμένας κοινοβουλευτικὰς γνώσεις, διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ ἐννοήσω αὐτὰ τὰ πράγματα ὅπως πρέπει, καὶ ἠμπορῶ νὰ ἦμαι ἠπατημένος, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ἄλλος ἔχων μεγαλειτέραν ἀξίαν καὶ γνώσεις παρ’ ἐμὲ, ἠμπορεῖ νὰ μοὶ ἀποκαλύψῃ τὴν ἀπάτην εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσα. Λέγω λοιπὸν καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ θέσωμεν τέλος εἰς τὸ μερικὸν αὐτὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον τὴν Κυβέρνησιν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ Κύριος Δεληγεώργης ἔρχεται μὲ μίαν πρότασιν περὶ ἀπαραδέκτου· αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνω ἐγὼ καὶ ὁ Κύριος Δαρειώτης εἶναι ἐναντίον τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ὁ Κύριος Δεληγεώργης ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀνῆκον καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐκάμναμεν τὸν μεγαλείτερον θόρυβον, ὅταν ἀπὸ τὴν πτέρυγα αὐτὴν ἐφέρετο πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου· τώρα ὅμως βλέπω ὅλως διόλου τὸ ἐναντίον (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ νὰ προβῶμεν, Κύριοι, εἰς τὴν ψηφοφορίαν, διότι καὶ ὁ κόσμος καὶ αἱ ἐπαρχίαι περιμένουν νὰ ἴδουν ὅσον τάχιον ἕνα ἀποτέλεσμα, διότι ἀπὸ τὴν ἐκκρεμότητα τῆς κατηγορίας εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐξαρτῶνται πολλὰ καὶ μεγάλα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἐξαρτᾶται ἡ δημοσία τάξις, ἐξαρτᾶται ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ πίστις. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ὑπὸ μίαν κατηγορίαν, ἐπέρχεται μία χαλάρωσις, ὅταν δὲ θέλωμεν νὰ ῥίψωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὑπάρχουν ἕτερα μέσα. Οἱ Γερμανοὶ λέγουν «Ὑπομονὴ, φρόνησις καὶ χρόνος κάμνουν δυνατὰ τὰ ἀδύνατα.» Geduld, Vernunft und Zeit Macht moeglich die Ynmoeglich Keit. Αὐτὴ ἡ ὥρα θὰ ἔλθῃ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Καραλίβανος καὶ ὁ Κύριος Δαρειώτης ἐπρότειναν τὴν ἑξῆς πρότασιν· «Ἡ Βουλὴ θεωρεῖ μεμπτέαν τὴν κυβέρνησιν διὰ τὴν ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων καὶ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναφυεισῶν ἀναγκῶν ἔκδοσιν διαταγμάτων νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς, ναὶ ἢ ὄχι;» Ὁ Κύριος Δεληγεώργης δὲ ἐπρότεινεν ἑτέραν, τὴν ἑξῆς· «Ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καραλιβάνου ὡς μὴ οὖσαν τροπολογίαν εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, καὶ ἑπομένως ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸν κανονισμόν.»
§15ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἐλησμόνησα εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ 29ον ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ.... «Ὁσάκις ἰσχυρίζεταί τις, ὅτι δὲν τηρεῖται διάταξις, ἢ ὅτι παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος κανονισμοῦ, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἄλλων ἀντικειμένων, ἢ ὅταν προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐὰν τὰς προτάσεις ταύτας ὑποστηρίζωσι καὶ δέκα ἄλλοι Βουλευταὶ, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει πρῶτον περὶ τῶν παρεμπιπτόντων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.»
§16ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ ἡ πρότασις. Ὁ κανονισμὸς δὲν τίθεται ποτὲ εἰς ψηφοφορίαν. Κύριοι, ὅλοι ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐπὶ ἓξ ἡμέρας συζητοῦμεν τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, γνωρίζετε δὲ καὶ πῶς ἤρχισεν ἡ συζήτησις. Ἤρχισε πρῶτον ἀπὸ τὸν πρῶτον παράγραφον καὶ ἐγένετο συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἤρχισεν ὁ δεύτερος, ὅτε ἐπαρουσιάσθη ὁ Κύριος Ἰακωβάτος, ὁ ὁποῖος μετέφερε τὴν συζήτησιν εἰς τὰ Βασιλικὰ διατάγματα· ἔκαμε δηλαδὴ ἓν πήδημα, ὅτε τοῦ ἐγένοντο πολλαὶ παρατηρήσεις. Μετὰ ταῦτα εἶπέ τις, ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον δύναται νὰ γείνῃ μία γενικὴ συζήτησις, διότι τί εἶναι ἡ ἀπάντησις πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ τί εἶναι ὁ λόγος ὁ Βασιλικός, Οὗτος εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς προηγουμένης πορείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς μελλούσης, διότι πάντοτε ἀναφέρει προγενεστέρας πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νέων, μετὰ ταῦτα δὲ ἀναφέρει καὶ περὶ νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ μία Κυβέρνησις. Λοιπὸν εἶναι τὸ πρόγραμμα τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος ἑκάστης Κυβερνήσεως· καὶ ἡ ἀπάντησις ἑπομένως ὀφείλει νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῆς παρελθούσης διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ τῆς μελλούσης. Ἐνῷ δὲ, Κύριοι, ἐπεραιώθη ὁλόκληρος ἡ συζήτησις ἡ ἑξαήμερος καὶ ἀνεπτύχθη ὁλόκληρος ἡ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου, ἔρχεταί τις καὶ φέρει πρότασιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον κακῶς ἔπραξε νὰ ἐκδώσῃ Βασιλικὰ Διατάγματα ἀντισυνταγματικὰ, ἕτερος δὲ ἔφερε πρότασιν νὰ δικασθῇ τὸ ὑπουργεῖον καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐκ προοιμίου προδικαστικῶς ἂν τὸ ὑπουργεῖον, ἐκδόσαν τὰ Βασιλικὰ διατάγματα, κακῶς ἢ καλῶς ἔπραξε. Καὶ Κύριοι, ὅταν ἡμεῖς ἀποφασίσωμεν καὶ συζητήσωμεν τὰς προτάσεις αὐτὰς, καὶ ψηφίσωμεν ὑπὲρ, τί μένει νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Βασιλέα; Δὲν μένει ἄλλο ἢ νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον βαδίζει λαμπρὰ, καὶ ἑπομένως εἶναι περιττὴ πᾶσα ἄλλη ἀπάντησις, καὶ περιττὰ ὅλα τὰ λόγια. Κάμνω, Κύριοι, μίαν ὑπόθεσιν, ὅτι ὁ Βασιλικὸς λόγος προτείνει ἓν νομοσχέδιον περὶ λογιστικοῦ συστήματος εἰς τὰ Προξενεῖα, ὅτι ζητεῖ ἕνας τὸν λόγον, καὶ ἀντὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ καθ’ αὑτὸ νομοσχέδιον ἀρχίζει μὲ μίαν γενικὴν συζήτησιν, καὶ καταγγέλλει τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῆς διευθύνσεως τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης εἰς τὰ Προξενεῖα, λέγων ὅτι μέχρι τοῦδε ἐγίνοντο τοιαῦται καταχρήσεις, καθόσον ἡ Κυβέρνησις διατηρεῖ εἰς τὴν δεῖνα θέσιν ἀνθρώπους καταχραστὰς, ἀνθρώπους παραβιαστὰς τῶν νόμων, τί νομίζετε; πρέπει νὰ εἴπῃ τις· σταθῆτε, μία νέα πρότασις· νὰ ἀθωώσωμεν τὸ Ὑπουργεῖον δι’ αὐτὴν τὴν πρότασιν περὶ ἧς ὡμιλήσατε, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον! Ἀλλὰ ποῦ θὰ σταματήσῃ, Κύριοι, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Εἰς τὴν πέμπτην παράγραφον ὑποθέσατε, ὅτι γίνεται μία νέα κατηγορία περὶ τοῦ ὑπουργείου· ἑπομένως πάλιν θὰ ἔχωμεν νέαν πρότασιν περὶ ἀθωώσεως. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πᾶσα πρότασις, ἡ ὁποία προτείνεται περὶ τῆς ἐκφράσεως τῆς Βουλῆς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀντισυνταγματικὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργείου, ὄχι μόνον εἶναι ἀποῤῥιπτέα, εἶναι παράλογος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐναντία τῆς λογικῆς, διότι, ὅταν ἐπιλαμβανώμεθα ἑνὸς ἔργου, πρέπει νὰ περατώσωμεν τὸ ἔργον αὐτὸ πρότερον, καὶ ἐν τῷ ἔργῳ αὐτῷ ὑπάρχει καὶ ἡ κατηγορία, καὶ ὁ ψόγος, καὶ ἡ μομφὴ καὶ ἡ ἀθώωσις, πᾶσα δ’ ἑτέρα πρότασις εἶναι προδικαστικὴ, πιέζει τὰς συνειδήσεις καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἂν παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Καραλιβάνου, δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Βασιλέα, παρὰ νὰ λάβωμεν κάθε παράγραφον καὶ νὰ λέγωμεν μάλιστα, μάλιστα, ἵνα γείνῃ οὕτω μία κομεστάδικη ἀπόφασις. Ὡς ἐκ τούτου θεωρῶ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Καραλιβάνου ὡς ἐναντίαν τῆς λογικῆς, ὡς μὴ ἔχουσαν τὴν θέσιν της εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Καὶ καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι τὸν Κύριον Μπουντούρην, ὅταν ἦλθεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς νὰ κάμῃ μίαν ἐπερώτησιν, εἶπε· Κύριοι, χρεωστοῦμεν σεβασμὸν εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν θέλει κάμει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλλωνται νέαι προτάσεις. Τὴν σήμερον ὅμως τί μᾶς λέγουν; δικάσατέ μας, ἀθωώσατέ μας, καὶ μετὰ ταῦτα ἔλθετε εἰς τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Εἶναι σεβασμὸς αὐτὸ πρὸς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου! Συμπεραίνων λοιπόν σᾶς λέγω, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἀποῤῥιπτέα, καθ’ ὅσον ὀφείλομεν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως παράγραφον πρὸς παράγραφον ἵνα ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, εἰς τὴν ἀπάντησιν δὲ θέλομεν ἀποδείξει ἢ τὸν ψόγον, ἢ τὴν μομφὴν ἢ τὸν ἔπαινον τοῦ ὑπουργείου.
§17ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν.). Τὸ ὑπουργεῖον, Κύριοι, ὁσάκις εὑρίσκεται ἐνώπιον μιᾶς Βουλῆς, ἔχει ἓν δικαίωμα καὶ τοῦτο δὲν δύναται ποτὲ νὰ ἀκρωτηριασθῇ· τὸ δικαίωμα τοῦτο συνίσταται εἰς τὸ νὰ δύναται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, κατὰ πᾶσαν στάσιν τῆς συζητήσεως νὰ κρίνῃ, ἂν ἡ θέσις του ἀπέναντι τῆς Βουλῆς ἦναι ὁμαλὴ ἢ ὄχι. Αἱ κυβερνήσεις καὶ τὰ μέλη τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὰς μόνα δύνανται νὰ κρίνωσι περὶ τῆς καταλλήλου στιγμῆς, καθ’ ἣν θεωροῦσιν ὅτι αἱ ἰδέαι των ἐπληγώθησαν, αἱ ἀρχαί των προσεβλήθησαν. Εἰς καμμίαν περίστασιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ· οὐδεὶς δύναται κάλλιον τῶν μελῶν μιᾶς Κυβερνήσεως νὰ κρίνῃ πότε δύναται νὰ θέσῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Ὁλόκληρος σειρὰ κοινοβουλευτικῶν παραδόσεων, ἔθιμα πρὸ πολλῶν ἐτῶν παραδεδεγμένα καθιστῶσι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνώτερον πάσης ἀμφιβολίας. Οὐδεὶς δύναται, Κύριοι, νὰ ἐννοήσῃ κατὰ ποίαν στιγμὴν μία Κυβέρνησις προσβάλλεται εἰς τὰς ἰδέας της, εἰς τὴν πορείαν της τόσον, ὅσον αὐτὴ ἡ ἰδία. Καθὼς τὰ ἄτομα ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ βάθους τῆς εὐσυνειδησίας, οὕτω καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἔχουν τὴν πολιτικὴν εὐσυνειδησίαν των. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σπετσῶν ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου τὸ ὄνομά μου, ἵνα ὑποστηρίξῃ αἰτίασιν ἐναντίον ἡμῶν, ὡς ζητούντων νὰ παραδεχθῶμεν καὶ νὰ ψηφοφορήσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καραλιβάνου. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅπως τὸ ἐξέθεσεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σπετσῶν. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς Κύριος Καλλιφρονᾶς ἠγόρευε, τὸν παρεκάλεσα ν’ ἀποσυρθῇ καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ὁμιλίαν του, καθόσον ἐπρόκειτο περὶ ἐπερωτήσεως ὅλως ξένης τοῦ ἀντικειμένου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ τότε παρετήρησα ὅτι δὲν συμβαδίζει μὲ τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα ἁβροφροσύνην νὰ παρεμβληθῇ ξένον ἀντικείμενον. Τὴν σήμερον ὅμως τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλως, διότι κατόπιν ὀκταημέρου συζητήσεως ἐξήχθησαν διάφοροι συνέπειαι, τὰς ὁποίας βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν προὐκάλεσεν, οὐχ ἧττον ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα ἀκριβῆ ἰδέαν τῆς θέσεώς της ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, λέγει ὅτι κατὰ τὰς συνταγματικὰς καὶ κυβερνητικὰς παραδόσεις θέλει ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφρασθῇ ἐπὶ τῆς διαγωγῆς της. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἶναι ἀναφαίρετον καὶ δὲν προσδιορίζεται ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ· εἶναι δικαίωμα ἀχώριστον ἀπὸ τὴν ὁμαλὴν πορείαν πάσης κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως. Ἑπομένως ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι κατόπιν ὀκταημέρου συζητήσεως ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐκφρασθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ συμπέρασμα ὅλων τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι μεμπτέα.
§18Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, χθὲς διϊσχυρίσθην, ὅτι παρεβιάσθη ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ ὁ κανονισμός· ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ βῆμα ἵν’ ἀναφέρω τοὺς λόγους πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ διϊσχυρισμοῦ μου. Ἠκούσατε τὴν διήγησιν, ἣν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας βουλευτὴς Σπετσῶν σᾶς ἔκαμε περὶ τοῦ πῶς ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον, καὶ αὕτη δὲν δύναται κανεὶς νὰ διαμφισβητήσῃ, ὅτι ἤρξατο πρῶτον κατὰ παράγραφον. Ὁ κύριος Καλλιφρονᾶς ἔλαβε τότε τὸν λόγον καὶ ἔκαμε σύγκρισιν τῶν διαφόρων παραγράφων τῆς ἀπαντήσεως, μεθ’ ἣν κατετάχθη εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῆς μειονοψηφίας· ἕτεροι ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἔκαμον διαφόρους προτάσεις, ὅτε τελευταῖος ὁ κύριος Ἰακωβάτος ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὴν ὁλοκληρωτικὴν συζήτησιν. Ἡ συζήτησις ἐπῆλθε, διάφοροι τροπολογίαι παρουσιάσθησαν ἐν τῷ μεταξὺ, καὶ περατωθείσης τῆς συζητήσεως παρουσιάζεται πρότασις ἀπὸ τὸν Κ. Δαρειώτην καὶ Καραλίβανον. Τί φέρει αὕτη; ἂν ᾖναι μεμπτὴ ἡ διαγωγὴ τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἐκδοθέντων διαταγμάτων, ναὶ ἢ ὄχι. Ἔφερον, τουτέστι, πρότασιν ἐμπιστοσύνης τῆς κυβερνήσεως. Ἐὰν ἤθελον φέρει αὐτοὺς τοὺς λόγους ὡς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ δʹ. §, ἐννοοῦσαν κάλλιστα ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἠδύνατο νὰ γείνῃ, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσιν οἱ προηγούμενοι παράγραφοι, καὶ ὅταν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸν τέταρτον, τότε νὰ ἔλθῃ ἡ ψηφοφορία αὐτῆς τῆς προτάσεως. Ἀλλ’ ὁ κύριος Καραλίβανος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡμολόγησε καθαρὰ, ὅτι δὲν τὴν ἐννοεῖ τροπολογίαν, ἀλλ’ αὐτοτελῆ καὶ ἀνεξάρτητον πρότασιν. Ἀφοῦ τὴν ἐθεώρησε τοιαύτην, ἀφοῦ ἡ συζήτησις τοῦ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τόσας ἡμέρας ἀσχολούμεθα, ἐκηρύχθη περαιωμένη, δὲν μοὶ λέγετε τί δυνάμεθα νὰ κάμωμεν; Ἀλλ’ ἐπεκαλέσθησαν τὸ ἄρθρον 29 τοῦ κανονισμοῦ, καὶ ἐγὼ αὐτὸ ἐπικαλοῦμαι. Τί λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ, ὃ σᾶς ἀνεγνώσθη; λέγει ὅτι, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ τῆς συζητήσεως παρεμβληθῶσιν ἕτερα ἀντικείμενα καὶ ζητηθῇ νὰ προηγηθῶσι ταῦτα τὰ παρεμπίπτοντα, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ποῖον τούτων νὰ προηγηθῇ. Ἤθελον ἐννοήσει καὶ ἐγὼ κάλλιστα, κύριοι, ὅταν ἐν τῷ μεταξὺ τῆς συζητήσεως ἢ ἀντικειμένου τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ πρὶν αὐτὴ κηρυχθῇ περαιωμένη ἤρχοντο εἷς ἢ δύω βουλευταὶ, ὑποστηριζόμενοι καὶ ἀπὸ ἑτέρους 10, καὶ ἔφερον αὐτὴν τὴν παρεμπίπτουσαν πρότασιν, ζητοῦντες νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις τοῦ κυρίου ἀντικειμένου διὰ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἢ ὄχι πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Τότε ἠδύνατο τὸ παρεμπίπτον ζήτημα νὰ συζητηθῇ ἐκτάκτως, καὶ ἡ Βουλὴ ἤθελε συζητήσει παρεμπιπτόντως, ἂν ἔπρεπε νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν τοῦ κυρίου ἀντικειμένου. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἦλθε παρεμπιπτόντως αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἡ Βουλὴ ἀκόμη δὲν τὸ ἔθιξεν, ἡ συζήτησις τοῦ κυρίου ἀντικειμένου ἐκηρύχθη περαιωμένη καὶ προέβημεν εἰς τὸ νὰ ψηφοφορήσωμεν, δυνάμεθα νὰ λάβωμεν αὐτὸ ὡς παρεμπίπτον ζήτημα; Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι δὲν δυνάμεθα πλέον, μετὰ τὴν περαίωσιν τῆς συζητήσεως, νὰ προέλθωμεν εἰς τίποτε, ἢ εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς κυρίας ὑποθέσεως.
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποίαν ψηφοφορίαν;
§20Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τῶν παραγράφων. Ὀρθότατα ἑπομένως ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔφερε τὴν ἀντίκρουσιν τῶν κυρίων Δαρειώτου καὶ Καραλιβάνου, καὶ εἶπεν ὅτι παραβιάζεται ὁ κανονισμός, διότι τὸ ἄρθρον ἴσα ἴσα, ὃ ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος Καραλίβανος, εἶναι κατ’ αὐτοῦ, καθόσον ἡ πρότασις δὲν ἦλθεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς· ἑπομένως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ πλέον ὡς παρεμπίπτουσα πρότασις. Πῶς θὰ γείνῃ, λέγουν, ἡ ψηφοφορία ἤδη; Μὰ τὴν ἀλήθειαν, τόσα προηγούμενα ὑπάρχουσι πρὸς ὑποστήριξιν τῶν λόγων μου, ὥστε δὲν ἔχει καιρὸν καὶ νὰ τ’ ἀπαριθμήσῃ κανείς. Τί εἶναι ἡ ἀπάντησις; Ὑποθέσατε ὅτι εἶναι ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν πρώτοις πρέπει νὰ συζητηθῇ κατ’ ἀρχὴν, καὶ εἶτα εἰς τὰ καθέκαστα ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἤγουν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, συζήτησις κατ’ ἀρχὴν δὲν ἔχει χώραν, διότι οὐδεὶς ἐννοεῖ νὰ μὴ γενῇ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον· διὰ τοῦτο συζητεῖται ἐν συνόλῳ. Τί ἄλλο λοιπὸν θέλομεν πράξει, εἰμὴ νὰ ἐνεργήσωμεν τὴν ψηφοφορίαν κατὰ παραγράφους, ἀρχίζοντες ἀπὸ τοῦ ά. παραγράφου καὶ οὕτω καθεξῆς; Εἰς τὸν έ. παράγραφον, ἂν ἔχῃ τις τροπολογίαν, δύναται νὰ τὴν φέρῃ καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφασίσῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Ἂν ὅμως ἐν παραδείγματι ἀποφανθῇ ἀπὸ τοῦδε ἡ Βουλὴ, ὡς ὁ Κ. Καραλίβανος προτείνει, ὅτι δὲν εἶναι μεμπτὴ ἡ κυβέρνησις, ὅταν ἔλθῃ, κύριοι, εἰς τὸν τέταρτον παράγραφον, τί θέλει εἰπῆ εἰς τὸν Βασιλέα; Ὁ Βασιλεὺς λέγει, ὅτι ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπέβαλον εἰς τὴν κυβέρνησίν μου τοῦτο καὶ ἐκεῖνο τὸ καθῆκον, καὶ ὅτι αἱ κυβερνητικαὶ αὗται πράξεις θέλουσι σᾶς καθυποβληθῇ. Ἠξεύρετε, κύριοι, πῶς θέλουσι σᾶς καθυποβληθῇ; πάλιν μὲ νέαν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, διότι αἱ προτάσεις τῶν νόμων ἀνήκουσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα. Ἂν, λέγω, εἴπωμεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶναι ἢ δὲν εἶναι μεμπτὴ, τότε καθαρὰ προδικάζομεν καὶ ἐν ἄλλαις λέξεσι λέγομεν εἰς τὸν Βασιλέα, σβύσε τὴν παράγραφον ἐκείνην, διότι ἡμεῖς ἐτελειώσαμεν τὸ ζήτημα, ἢ συγχώρησον, Μεγαλειότατε, νὰ μὴ ἀπαντήσωμεν εἰς ταύτην, διότι ἡμεῖς πρὶν οἱ ὑπουργοί σου ὑποβάλωσι πρὸς κύρωσιν, κατὰ τὸν βασιλικὸν λόγον, τὰς νομοθετικὰς πράξεις των, τὰς προεξεδικάσαμεν καὶ τὰς ἐνομιμοποιήσαμεν. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα πράγματα, κύριοι, δὲν εἶναι λογικὰ καὶ παραβιάζομεν τὴν πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα ὀφειλομένην ἁβροφροσύνην καὶ σεβασμὸν, ὁ δὲ Βασιλεὺς, ὅταν λάβῃ αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν, θέλει παραξενευθῇ, διότι ἐνῷ μᾶς λέγει, ὅτι μέλλει νὰ μᾶς ὑποβάλῃ διὰ τῶν ὑπουργῶν του τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, ἡμεῖς πρὸ τούτου ἀποφαινόμεθα, ὅτι δὲν εἶναι μεμπτὴ ἡ κυβέρνησις! Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, ὅτι ἐκατηγορήσαμεν τὴν κυβέρνησιν· καὶ τίς, κύριοι, ἔφερε κατηγορίαν; Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὀρθὸν, ὅταν φέρῃ τις πρότασιν, νὰ φέρῃ καὶ τοὺς λόγους πρὸς ὑποστήριξίν της. Τοῦτο καὶ ἐγένετο, κύριοι. Τί λέγει ὁ βασιλικὸς λόγος; Ἔκτακτοι περιστάσεις ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ μέτρον τῶν διαταγμάτων, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ θέλει τὰ ἐξετάσει καὶ θέλει τὰ ἐκτιμήσει.
§21ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανορθώσω τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅστις ἔδωκεν εἰς τὸ ζήτημα κακὸν καὶ εἰς τὸ γράμμα τῆς προτάσεως Κ. τοῦ Καραλιβάνου ἀντίθετον χαρακτηρισμόν. Ὁ ἀξιότιμος Κ. Βουδούρης εἶπεν, ὅτι πρόκειται ἁπλῶς περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι τοιαύτη πρότασις κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα δύναται νὰ παρουσιασθῇ πάντοτε. Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργόν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος τοιούτου· ἀρκεῖ ν’ ἀναγνώσητε τὴν πρότασιν ταύτην, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον αἱ κυβερνήσεις θέτουσι περὶ ἐμπιστοσύνης εἰς πολλοτάτας περιστάσεις, ἀλλ’ εἶναι μία λύσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἥτις πρόκειται νὰ δοθῇ ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ, καὶ ἥτις πρόκειται νὰ βλάψῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς, διότι προδικάζει ζήτημα μέλλον. Τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης τίθεται πάντοτε ἀορίστως· ἀλλ’ ἐνταῦθα ἡ ἔγκρισις τῶν διαταγμάτων τίθεται ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Δὲν ἤθελον, Κύριοι, ἐναντιωθῆ τόσον, ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς τῆς προτάσεως ἤθελεν εἶσθαι νὰ προδικάσῃ μόνον τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ἐδύναντο ἴσως τινὲς Βουλευταὶ νὰ μὲ εἴπωσι, δὲν φθάνομεν καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου εἰς μίαν λύσιν; Ἐγὼ πάντοτε ἤθελα ἀποκρούσει καὶ αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς λύσεως, διότι αἱ πλάγιαι λύσεις εἶναι ἐπικίνδυνοι· ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν ἤθελον εἶσθαι τοσοῦτον ἐναντίος, ἂν αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν ἤθελεν ἐπεκταθῆ πέραν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Τὴν ἀποκρούω ὅμως, διότι πρόκειται νὰ προδικάσῃ μέλλοντα ζητήματα, μὴ ὑποβληθέντα κἂν εἰσέτι. Καὶ εὐχαριστῶ τὸν Κ. Καραλίβανον καὶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι ἀμφότεροι διὰ τῶν ἀγορεύσεών των διεφώτισαν τὴν Βουλὴν, ὅτι ὄχι μόνον οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀποτελοῦντες μέρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ συντρέχοντες αὐτὴν εὑρίσκουσιν ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς εὑρίσκομεν, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι δὲν ἀρνοῦνται νὰ προδικάσουν, διότι ἡ γνώμη των περὶ τῆς κακῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει καμμίαν κατ’ αὐτοὺς ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ συμπράττειν μετ’ αὐτῆς. Τί σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Κύριος Καραλίβανος; Ἐγὼ εἶμαι συμφωνότατος μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ὅλα τὰ διατάγματα δὲν ἦσαν τῆς ἀνάγκης, καὶ κατὰ τὰς ψηφοφορίας θέλετε μὲ ἰδῆ μαζῆ μὲ σᾶς ψηφίζοντα ν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν γνώμην τοῦ Κυρίον Καραλιβάνου, ὅστις ἀπὸ τοῦδε ἔρχεται νὰ προδικάσῃ τὸ ζήτημα. — Ὡσαύτως τὶ σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν; «ὅτι ἐπιμένει εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ πρὶν, ὅταν ἦτο δημοσιογράφος· ὅπως καὶ πρὶν κατέκρινε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τοιουτοτρόπως τὴν αὐτὴν ἰδέαν διατηρεῖ περὶ τῆς τότε πορείας τῆς Κυβερνήσεως· καὶ δὲν νομίζει, ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν ἀναγκαῖαι καὶ δικαιολογημέναι, καὶ ὅτι, ἂν ἦτο Βουλευτὴς, ἤθελε καταψηφίσει, καὶ ὅτι ἂν συνέπραξε μετὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ ἑπομένως ἔρχεται καὶ ὑποστηρίζει τὴν πρότασιν τῆς ἀθωώσεως αὐτῆς, τὸ κάμνει δι’ ἕνα λόγον, τὸν ὁποῖον μᾶς εἶπε.» Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν ἤδη τὸν λόγον τοῦτον ὅστις, ἀπολύτως ἐξεταζόμενος, εἶναι ἀξιέπαινος, τὸ σέβας πρὸς τὸν Βασιλέα, (διότι μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸν παρεκάλεσεν ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης καὶ ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν). Σχετικῶς ὅμως ὡς πρὸς τὸ τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ πολιτεύωνται εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, εἶναι ζήτημα λυόμενον ἄλλως καὶ τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν. Τοὺς εὐχαριστῶ λοιπὸν ἀμφοτέρους, διότι διεφώτισαν τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύοντες τοιουτοτρόπως, ὅτι καὶ ἡ γνώμη τῶν συμπραττόντων μετὰ τῆς Κυβερνήσεως δὲν διαφέρει κατ’ οὐσίαν ἀπὸ τὴν ἡμετέραν. Ἐπεθύμουν ὅμως, Κύριοι, νὰ μὴν ἤθελον θεωρήσει ζήτημα ἀδιάφορον, ἂν μία κυβέρνησις ἔπραξε 50 πράξεις, ἐξ ὧν τινὲς μόνον ἦσαν τῆς ἀνάγκης, αἱ δὲ λοιπαὶ ὄχι· νὰ μὴ θεωρήσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ἀδιάφορον, ὅταν πρόκειται περὶ μομφῆς τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, καὶ ἰδίως, ὅταν πρόκειται περὶ μομφῆς διὰ πρᾶξιν, ἥτις εἶναι τὸ μεγαλείτερον πολιτικὸν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον εἰς κράτος συνταγματικὸν ἢ οἱονδήποτε ἠμπορεῖ νὰ πραχθῇ, ὅταν πρόκειται περὶ πράξεως ἀφορώσης τὴν παραβίασιν τοῦ θεμελιώδους νόμου, εἴτε συνταγματικοῦ εἴτε δεσποτικοῦ, ἀδιάφορον. Προκειμένου περὶ τοιαύτης πράξεως, ἐπεθύμουν καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Καραλιβάνου καὶ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὴ ἤθελε θεωρηθῆ τὸ ζήτημα ἀδιάφορον, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε 50 διατάγματα, ἐξ ὧν 3 μόνον, 5 ἢ 10 ἐξ ἀνάγκης, 40 δὲ ἄνευ ἀνάγκης. Καὶ εἰς τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, Κύριοι, ἡ ἀνάγκη ἔχει σημασίαν καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῶν νομικῶν. Ὑπάρχουσι νομοθεσίαι, αἱ ὁποῖαι καὶ αὐτὴν τὴν κλοπὴν τὴν ἐπιτρέπουσιν, ὅταν γίνεται ἐξ ἀνάγκης· ἐάν τις πεινῶν ἢ ἔχων πεινῶσαν οἰκογένειαν, ἤθελεν ἁρπάσει ἀπὸ ἓν ἀρτοποιεῖον ἕνα ἄρτον διὰ νὰ διαθρέψῃ τὴν οἰκογένειάν του, ὑπάρχουν κράτη, τὰ ὁποῖα κατὰ ῥητὴν διάταξιν ἐπιτρέπουν τοῦτο, καὶ εἰς ὅλα τὰ πολιτισμένα κράτη, εἴτε ἔνορκοι εἴτε δικασταὶ δικάζουσιν, ἡ ψῆφος ἔσεται ἀθωωτική. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι ἔχετε δύω ὑποδίκους ἕνεκα κλοπῶν, ὣς ἰσχυρίζονται ὅτι ἕνεκα ἀνάγκης ἔπραξαν, ἀλλ’ ἐξ ὧν ὁ εἷς ἅπαξ μόνον ἡμάρτησε καὶ πρὸς δικαιολόγησιν προτείνει, ὅτι ἐν τοιαύτῃ ἀνάγκῃ εὑρεθεὶς ἐξετέλεσε τὴν κλοπὴν, ὁ δὲ δεύτερος φαίνεται ὅτι πλείστας ἐξετέλεσε κλοπὰς, μὲ τὴν αὐτὴν εὐκολίαν θέλετε δεχθῆ τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν αὐτὴν ψῆφον θέλετε δώσει; Τὴν ἁρπαγὴν τῆς ξένης ἰδιοκτησίας θέλετε τὴν συγχωρήσει διὰ τοῦ αὐτοῦ συλλογισμοῦ; Ἀλλ’ ἐὰν περὶ τοσοῦτον ὑποδεεστέρου ζητήματος καὶ δικαιώματος προκειμένου, πρέπει ὁ δικαστὴς μετὰ τοσαύτης αὐστηρότητος νὰ προσφέρηται, πολὺ περισσότερον, ὅταν σείωνται τὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος, διότι ἀνασύρονται οἱ λίθοι ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον· δὲν εἶναι περιττὸν πλέον, ἀφοῦ ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἀπησχολήθημεν, ν’ ἀναβάλωμεν τὸ ζήτημα δι’ ἄλλην ἐποχήν; Λέγω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν ἐὰν ἦναι ἢ ὄχι περιττόν, οὐδὲ μᾶς εἶναι ἐπιτετριμμένον νὰ θέσωμεν ὑπὸ συζήτησιν τοῦτο· διότι, καθὼς ἔλαβα πολλάκις τὴν τιμὴν καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ τὸ εἴπω, ὑπάρχουν τινὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐξασκεῖ τὸ νομοθετικὸν σῶμα, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν δύναται ν’ ἀπαλλοτριώσῃ· δὲν δύναται ἐκ προκαταβολῆς νὰ εἴπῃ, προδικάζω ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιασθῇ κατόπιν· διότι ἡ ἐντολή, ἡ ἐπιθυμία τῆς Συντακτικῆς ἐξουσίας ἦτο νὰ μὴ ἀποφανθῇς, νὰ μὴ δικάσῃς, εἰμὴ ἀφοῦ ἀκούσῃς τὴν συζήτησιν. Τὸ περιττὸν λοιπὸν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν σήμερον, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν πόσοι εἶναι ὑπὲρ τοῦ περιττοῦ καὶ πόσοι ὄχι. Ὅταν ζητῆτε νὰ προδικάσετε τὸ ζήτημα, ὄχι τῆς ἀπαντήσεως, ἀλλὰ τῆς ἐξελέγξεως τῶν διαταγμάτων, τότε συγχωρήσατέ με νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ θέσητε ὑπὸ ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, ἂν ἦναι περιττὸν ἢ ὄχι. Μολοντοῦτο ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ περιττοῦ συγχωρήσατέ με δύω λέξεις νὰ εἴπω, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ἡ συζήτησις ἡ γενομένη δὲν εἶναι δυνατόν, καὶ ἂν μᾶς ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀποφασίσωμεν, νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἡ πρότασις ἔχει. Φέρ’ εἰπεῖν, θὰ δικάσωμεν μετ’ ὀλίγον τὴν πρᾶξιν τοῦ δανείου τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Τί ἐξετάσαμεν μέχρι τοῦδε περὶ τοῦ δανείου αὐτοῦ; Ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τὸ δάνειον τοῦτο, καὶ δὲν μεταχειρίσθη εἰς ἀνάγκας ἀναποφεύκτους ἢ ἄλλο τι. Ἀλλά, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι ἡ λεπτομερὴς ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως τοῦ δανείου, αὐτὸ μόνον τὸ ζήτημα, αὐτὰς μόνας τὰς ἀπορίας παρουσιάζει; Ἐξητάσατε ἂν ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἠναγκασμένη νὰ δανεισθῇ, ἀφοῦ δὲν σᾶς παρουσιάσθη ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, διὰ νὰ κρίνητε ἂν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠδύνατο, μεταχειριζομένη τὰ συγκεχωρημένα καὶ ἐπιβαλλόμενα αὐτῇ μέσα, νὰ εἰσπράξῃ, νὰ ἔχῃ χρήματα; Ἐξητάσατε ἂν δὲν ἐξήντλησε τὸ ταμεῖον ἡ Κυβέρνησις καθ’ ἣν ἡμέραν ἐδανείσθη, εἰς δαπάνας περιττάς, ἔξω τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐξωγκωμένου τοῦ 1865; Ἐξητάσατε ἂν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐν ἀπορίᾳ μεγίστῃ εὑρίσκετο τὸ ταμεῖον, καθ’ ἣν περίστασιν ἡ Κυβέρνησις ἐτόλμησε νὰ θέσῃ τὰς χεῖράς της ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ νὰ τὴν σφετερισθῇ, ἐὰν δὲν ἐνήργησε πράξεις, καθὼς προβιβασμοὺς στρατοῦ, αἱ ὁποῖαι τὸ ἐξήντλησαν ἔτι μᾶλλον; ἂν συγχρόνως μὲ τὸ δάνειον δὲν ἐξεδόθησαν διατάγματα, προβιβάζοντα 50–60 ἀξιωματικούς; Δύνασθε λοιπὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ κρίνητε περὶ τοῦ ἐπιληψίμου ἢ ἀνεπιλήπτου τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ἀφορᾷ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, σχετικῶς μὲ τῆς Κυβερνήσεως τὴν διαγωγήν; Ναί, κατὰ τὴν συζήτησιν κατηγορήθη ἡ Κυβέρνησις, καθὼς δύναται νὰ κατακριθῇ ἐπὶ παντὸς ζητήματος, ἂν παύσῃ ὑπάλληλον, ἂν μεταθέσῃ ὑπάλληλον καὶ τὰ τοιαῦτα· ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν ἐτέθη ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τίθεται σήμερον, καὶ σᾶς ἀπέδειξα ἐπὶ ἑνὸς μόνον διατάγματος πόσα καὶ πόσα ζητήματα ἠθέλατε ἐξετάσει. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, Κύριοι, τοὺς ὁποίους ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα. Νομίζω, ὅτι ἄνευ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, θέλετε παραβῆ καὶ τὸν κανονισμὸν καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ πρὸ πάντων τὸ ἱερώτερον τῶν καθηκόντων, ὅπερ ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ ὀφείλει, τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν συνείδησίν της, τὴν ὁποίαν, καθὼς σᾶς προεῖπα, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μορφώσῃ, εἰμὴ μόνον ὅπως τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς καὶ ἡ Συντακτικὴ ἐξουσία ἔδωκαν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐπιτρέπει.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά, Κ. Πρόεδρε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κηρύττεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε, Κύριοι, τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Ὁ Κ. Καραλίβανος καὶ Δαρειώτης ὑπέβαλον τὴν πρότασιν αὐτήν, ἀλλ’ ἐγένετο πρότασις παρὰ τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ὅτι δὲν εἶναι ψηφοφορητέα ἡ πρότασις αὕτη. Νομίζω, ὅτι πρῶτον ζήτημα εἶναι νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καραλιβάνου καὶ Δαρειώτου εἶναι ψηφοφορητέα, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀλλὰ πρὶν τεθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, θὰ ζητήσω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κανονισμοῦ, ὅστις λέγει, ὅτι τότε ψηφοφορεῖται ὡς παρεμπίπτουσα πρότασις, ὅταν ὑποστηρίζεται παρὰ 10 βουλευτῶν. Ἑπομένως ἐρωτῶ, ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καραλιβάνου ὑπὸ 10; (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 10.) Λοιπὸν τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δεληγεώργη.
§26ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂς σηκωθοῦν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ δέκα.
§27ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἂν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καραλιβάνου καὶ Δαρειώτου ᾖναι ψηφοφορητέα, ναὶ ἢ ὄχι». Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§29ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ προτείνω μίαν πρότασιν;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν τὴν ἐπρότεινα· τί θέλετε τώρα εἰς αὐτὴν νὰ ἀντικαταστήσητε μίαν ἄλλην;
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐφέρατε πρότασιν, ἀλλὰ λέγετε· «ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καραλιβάνου κτλ.» καὶ τὴν ἀποκρούετε οὐσιαστικῶς, ἐν ᾧ δὲν θέλετε νὰ τὴν ἀποκρούσητε οὐσιαστικῶς, ἀλλὰ λέγετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τῆς προτάσεώς μου προτείνω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καραλιβάνου ἀντιβαίνει εἰς τὸν κανονισμόν, διότι δὲν εἶναι τροπολογία τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Τώρα οὐσία εἶναι, τύπος εἶναι, δὲν ἠξεύρω· ὁ κανονισμὸς δὲν περιέχει τοιαῦτα πράγματα, οὔτε ἔχει σημασίαν τὸ τοιοῦτον.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως θέλει ὁ Κ. Δεληγεώργης ἂς τεθῇ τὸ ζήτημα.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δεληγεώργη λέγουν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Καὶ μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ἔρχεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καραλιβάνου.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 112, ἀπεῤῥίφθη δὲ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δεληγεώργη διὰ ψήφων 80 κατὰ 62. Τίθεται τώρα εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καραλιβάνου καὶ Δαρειώτου· «ἡ Βουλὴ θεωρεῖ μεμπτέαν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων καὶ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναφυεισῶν ἀναγκῶν ἔκδοσιν διαταγμάτων νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς, ναὶ ἢ ὄχι;» Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι εἶναι μεμπτέα ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἔκδοσιν διαταγμάτων πρὸς θεραπείαν ἀναφυεισῶν ἀναγκῶν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν τὸ ἀπαράδεκτον ἐκ τοῦ ὅτι πρόκειται ὁ προσδικασμὸς μελλόντων ζητημάτων· διὰ τοῦτο θὰ μᾶς συγχωρήσητε ἓν λεπτὸν τῆς ὥρας νὰ συνεννοηθῶμεν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα (παρέρχονται ὀλίγα λεπτὰ διὰ τὴν συνεννόησιν). Λοιπὸν, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος μὲ ὀλιγωτέρας λέξεις· οἱ θεωροῦντες τὴν Κυβέρνησιν μεμπτέαν διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν διαταγμάτων λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ θεωροῦντες αὐτὴν μεμπτέαν λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι μεμπτέα διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν διαταγμάτων διὰ ψήφων 78 κατὰ 3, ἀρνηθέντων 60, ἐκτὸς τῶν τριῶν μὴ ψηφοφορησάντων ὑπουργῶν. Προβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν κατὰ παράγραφον συζήτησιν τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως. Ἀναγινώσκεται ὁ πρῶτος παράγραφος· «Βασιλεῦ, «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους πρῶτον ἤδη περιστοιχίζοντες τὸν νέον Συνταγματικὸν Βασιλέα, διερμηνεύουσι μετ’ εὐφροσύνης τὰ αἰσθήματα σεβασμοῦ καὶ πίστεως, δι’ ὧν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν ἀγάπην τῆς Υ. Μεγαλειότητος.» Ἔρχεται ἤδη ἡ πρότασις τῆς μειονοψηφίας.
§42ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ἀναστάσεως, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὸν πρῶτον παράγραφον;
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν δεύτερον. «Ἐνῷ δὲ χαίρουσιν ἀκούοντες τὰς πρὸς τὰς ξένας Δυνάμεις φιλικὰς σχέσεις τῆς Υ. Μ. εὐελπίζονται, ὅτι τὴν εὐεργετικὴν ἐκείνων συμπάθειαν ὑπὲρ τῆς προόδου καὶ τοῦ μεγαλείου τοῦ ἔθνους θέλει ἐπαυξήσει ἡ εὐνομία καὶ ἡ συνετὴ καὶ πατριωτικὴ πορεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.»
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ὡσαύτως παρεδέχθη ὁ τρίτος, ὁ τέταρτος καὶ πέμπτος παράγραφος ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἔχοντες οὕτω· «Ἡ κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐπικρατήσασα ἐν γένει τάξις, ἀπόῤῥοια κυρίως τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ τῆς ἀποχῆς τῆς ἐξουσίας ἀπὸ ἐπεμβάσεων, ἐμποιεῖ τὴν θαῤῥαλεωτέραν πεποίθησιν, ὅτι ἀπὸ τοῦδε νέα ἄρχεται ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὁ πρὸς τοὺς νόμους σεβασμὸς καὶ ἡ εἰλικρινὴς αὐτῶν ἐφαρμογὴ ἔσονται ἡ πρωτίστη μέριμνα καὶ ὁ σταθερὸς κανὼν τῆς διαγωγῆς τῶν τε ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων. Τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ Σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βουλὴν· ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἀναγνωρίζοντες τὸ ἔκτακτον καὶ ἀνώμαλον τῶν περιστάσεων, εἰς ἃς περιέστη ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὰς ἕνεκα τῆς ποθητῆς ἑνώσεως τῆς ἀδελφῆς Ἑπτανήσου ἀναφυείσας ἀνάγκας, θέλουσιν ἐκτιμήσει τὰς ἐν τῷ μεταξὺ ἐκδοθείσας κυβερνητικὰς πράξεις νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος, σχετικῶς πρὸς τὰς περιστάσεις, ἐν αἷς ἐγένοντο, καὶ τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν ἀπέβλεπον, καὶ θέλουσι κρίνει αὐτὰς ἐν πνεύματι δικαιοσύνης καὶ μετὰ πάσης ἀνεξαρτησίας. Ἡ Οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους θέλει ἐφελκύσει κατὰ πρῶτον τὴν σύντονον προσοχὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους· οἰκονομία, τιμιότης καὶ αὐστηρὰ ἐξέλεγξις κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς δημοσίας περιουσίας, τακτοποίησις καὶ ἰσοῤῥοπία τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐπίσης εἰλικρινὴς καὶ σταθερὰ ἀπόφασις τοῦ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις, θέλουν μεγάλως συντελέσει πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς τε ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς πίστεως. Ὅθεν μετ’ εὐχαριστήσεως ἠκούσαμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ πρὸς τὰς εὐεργέτιδας Δυνάμεις ἐθνικοῦ χρέους, ὅπερ διά τε τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ προκαλεῖ ἐξ ἀνάγκης τὴν πρώτην μέριμναν καὶ τὰς ἐνδελεχεῖς ἡμῶν προσπαθείας. Πεποίθαμεν δὲ, ὅτι καὶ κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην περίστασιν αἱ εὐεργέτιδες Δυνάμεις θέλουσι παρέξει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος νέα δείγματα τῆς εὐνοίας αὐτῶν, συναινοῦσαι εἰς ἐπιεικῆ περὶ τούτου συμβιβασμόν.»
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν 6ον παράγραφον· «Νέους πόρους καὶ νέα μέσα εὐημερίας θέλουσι χορηγήσει τὰ περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, περὶ φυτειῶν καὶ περὶ φορολογικοῦ συστήματος ἀγγελλόμενα νομοσχέδια. Συμπλήρωσις δὲ τοῦ ἔργου τούτου ἔσεται ἡ ἐπέκτασις καὶ τελειοποίησις τῶν μέσων τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας καὶ ἡ προαγωγὴ καὶ ἀνάπτυξις τῆς ναυτιλίας.»
§48ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μὴ βιάζεσθε, ἔχω τὸν λόγον. Ὑπάρχει μία πρότασις τοῦ Κ. Ζερβοῦ, ἔχουσα οὕτω· «Συμπλήρωσις τοῦ ἔργου τούτου ἔσεται ἡ ἀφομοίωσις τῆς τε δικαστικῆς καὶ φορολογικῆς νομοθεσίας καθ’ ὅλον τὸ κράτος καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, ὅπως παρέξῃ ὠφελείας εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας γεωπόνους καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.» Τὴν πρότασιν ταύτην συμμερίζομαι καὶ ἐγώ. Ἡ ἀφομοίωσις, κύριοι, πρέπει τέλος πάντων νὰ ἐπιταχυνθῇ, ἄλλως νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι δὲν θέλομεν τὴν ἀφομοίωσιν. Γνωρίζετε ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς Συνελεύσεως, ὅτι τὸ σκάνδαλον τῶν διαγγελμάτων ἐγένετο ἀπὸ τῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου· ἡ ἀφομοίωσις συνεζητεῖτο ἐν τῇ Συνελεύσει μετὰ θορύβου καὶ κρότου, ὅτε ἐξεδόθη τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐκεῖνο διάγγελμα. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἐπὶ πολὺ νὰ μένῃ μετέωρος, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν αὐτὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν διεξήγαμεν ἐπὶ ὀκτὼ ὁλοκλήρους ἡμέρας. Οἱ ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι, ἑνωθέντες μεθ’ ἡμῶν, πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, διότι ἡ τοιαύτη διάστασις παριστᾷ τὸ Κράτος ἐν Κράτει, τῷ νόμῳ καλὸν, νόμῳ κακὸ. Οἱ Ἑπτανήσιοι, ἂν καὶ ἑνωθέντες μεθ’ ἡμῶν, διατελοῦν ὑπὸ τὴν τρομερὰν ἐκείνην νομοθεσίαν τῆς ἐνετοκρατίας· διότι ἄλλως, κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἰσότης μεταξὺ ἀδελφῶν καὶ ἀδελφῶν, ἀλλ’ ἀνισότης, καὶ ἐκ τῆς ἀνισότητος γεννῶνται σχίσματα ἔτι μεγαλύτερα εἰς τὸ κατόπιν. Μὴ νομίσετε, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν Κερκυραίων δὲν θὰ ἔχῃ φοβερὰς συνεπείας.
§49ΚΟΥΡΗΣ. Δὲν θέλω τὴν ἀφομοίωσιν.
§50ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν δὲν θέλῃς τὴν ἀφομοίωσιν, πρὸς τί ἦλθες ἐνταῦθα; Τολμᾷς νὰ λέγῃς τοιοῦτόν τι; (θόρυβος). Ὁ Κ. Κουρῆς δὲν θέλει τὴν ἀφομοίωσιν, ὅπως δὲν ἤθελε καὶ τὴν ἕνωσιν.
§51ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὸ ζήτημα.
§52ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ἄλλοτε ὁ Κερκυραϊκὸς λαὸς τῶν χωρίων συνέῤῥευσε στιφηδὸν εἰς τὴν πόλιν λόγῳ τοῦ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, ἔργῳ δὲ τοῦ νὰ ἐκδικηθῇ τοὺς τυράννους του· ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ τότε δύναμις προέλαβε τὴν ἔφοδον καὶ διέσωσε τὴν πόλιν τοῦ σπαραγμοῦ. Νῦν δὲ ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα προλάβῃ διὰ τῆς ἀφομοιώσεως πᾶν ἐνδεχόμενον εἰς τὸ κατόπιν τόλμημα. Κύριοι, ἐὰν ὑπνώττῃ ὁ Κ. Κουρῆς, ἐὰν ὑπνώττουσιν ἄλλοι, ἐγὼ δὲν ὑπνώττω, καὶ σᾶς λέγω ἐν πεποιθήσει, ὅτι μέγα τι τεκταίνεται ἐν Κερκύρᾳ. Μὴ, πρὸς Θεοῦ, διατηρηθῇ ἡ τοιαύτη κατάστασις. Σπεύσατε πάντες τὴν ἀφομοίωσιν· εἰς ταῦτα μὲ προτρέπουσι καὶ ἀλληλογραφία, καὶ φίλοι καὶ ὁ παλμὸς τῆς καρδίας πρὸ πάντων. Ἡ ἀφομοίωσις εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ. Πρέπει καὶ οἱ ἀδελφοί μας Ἑπτανήσιοι νὰ δρέψωσι τὰ ἀγαθὰ, ἃ δρέπομεν καὶ ἡμεῖς, καὶ ὄχι ἡμεῖς νὰ εἴμεθα ὑπὸ τὸ κράτος μιᾶς φιλελευθέρας νομοθεσίας, ἐκεῖνοι δὲ νὰ πιέζωνται ἔτι ὑπὸ τὸ βάρος τῆς Ἑνετοκρατίας καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὑψηλῆς ἀστυνομίας. Ἐπικαλούμενος λοιπὸν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου, ἑνώνω τὴν φωνήν μου μὲ τὴν φωνὴν τῶν γνησίων Ἑπτανησίων καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν. Ναὶ, γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει μία μερὶς, ἡ ὁποία τὴν ἀποκρούει, ἀλλ’ ἡ μερὶς αὐτὴ εἶναι ἀνθελληνικὴ, εἶναι ὀπισθοδρομικὴ· εἶναι κατακριτέα, ἵνα μὴ εἴπω προδοτική. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ζερβοῦ, συνιστῶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὡς κυβερνητικὴν καὶ ὡς λίαν κατεπείγουσαν. Κύριοι, τρέχει καὶ ἄλλη ἀπάτη· ἐξαπατᾶται ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου, δὲν θέλουν νὰ εἰσάξουν τὸ φορολογικὸν σύστημα λόγῳ τοῦ νὰ μὴν ἀποδεκατόνωνται, ἐνῷ τὰ δέκατα τὰ λαμβάνουν διπλᾶ οἱ τιμαριοῦχοι. Ὑποστηρίζων λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ζερβοῦ, προτείνω νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, καὶ ἂν σήμερον δὲν λυθῇ τὸ ζήτημα, θέλετε τὸ ἐπαναλάβει εἰς ἄλλην ἡμέραν, διότι βλέπω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κουρασμένη.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ζερβοῦ, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ προαγορεύσας.
§54ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐρωτήσατε ἂν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς κείμενον εἶναι τὸ σχέδιον· τὴν τροπολογίαν λοιπὸν αὐτὴν θέτω εἰς ψηφοφορίαν.
§56ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συστάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν· (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη.
§58ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ (μετ’ ἀγανακτήσεως). Δὲν θέλετε λοιπὸν τὴν ἀφομοίωσιν. Μάθετε ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος πιέζεται!
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὸν παράγραφον 6 δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίῤῥησις. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν ἑπόμενον. Οἱ παράγραφοι 7, 8, 9, 10, 11, 12 παρεδέχθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἑξῆς· «Ἡ τελειοτέρα καὶ οἰκονομικωτέρα τῶν δημοτικῶν καὶ διοικητικῶν ἀρχῶν διοργάνωσις καὶ ἡ τροποποίησις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, ὅπως ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν ἀντιστοιχῇ πρὸς τὰς διοικητικὰς περιφερείας, παρίστανται ἐπίσης ἀντικείμενα νομοθετικῆς μερίμνης. Ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ θέλει προκαλέσει ἰδιαζόντως τὴν σπουδαίαν μέριμναν τῆς Βουλῆς· εἰς δὲ τὸν σκοπιμώτερον ὀργανισμὸν τῆς Ἐθνοφυλακῆς ἀσμένως θέλει αὕτη συμπράξει, καθόσον μάλιστα μετὰ λύπης παρατηρεῖ, ὅτι δὲν ἐπληρώθη εἰσέτι ὁ περὶ αὐτῆς διακαὴς τῶν Ἑλλήνων πόθος. Οὕτω δὲ εὐελπίζεται ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐπὶ μᾶλλον θέλει ἑδραιωθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ τάξις. Τὸν περὶ προσόντων τῶν δημοσίων λειτουργῶν νόμον θεωροῦσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν λειτουργῶν. Δι’ αὐτοῦ θέλει ἐπικρατήσει ἡ ἱκανότης καὶ ἡ ἀρετὴ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ θέλουν ἐκλείψει αἱ πολυειδῶς ἐπιβλαβεῖς τῆς προσωρινότητος συνέπειαι. Ἡ θρησκεία καὶ ἡ παιδεία εἶναι αἱ πρῶται βάσεις τῆς δημοσίας ἠθικῆς, καὶ ἑπομένως τῆς κοινωνικῆς εὐδαιμονίας· περὶ τῶν εἰς τὴν καρδίαν παντὸς Ἕλληνος προσφιλεστάτων τούτων ἀντικειμένων περιμένομεν ἀνυπομόνως τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, διότι τότε μόνον θέλομεν θεωρήσει ἀποτελεσματικῶς ἐξησφαλισμένον τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος, ὅτε ἡ εὐσέβεια καὶ τὰ φῶτα συμπληρώσουσι τὸ ἔργον τοῦ πολιτικοῦ Νόμου καὶ τοῦ κοινωνικοῦ πλούτου. Ἡ Ἑλλὰς δὲ θέλει ἀποδειχθῆ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀξία τοῦ προορισμοῦ αὑτῆς, ἐὰν καὶ οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀντιπροσωπεύοντες αὐτὴν, ἐμφορούμενοι ὑπὸ τῶν ἁγνῶν αἰσθημάτων τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, καθίστανται ἀνώτεροι πάσης μομφῆς περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰδίων καθηκόντων καὶ διεκδικῶσι μετὰ ζήλου καὶ δραστηριότητος τὰ δικαιώματα τῶν παρ’ αὐτῶν προστατευομένων. Πάντα τὰ ἀγαθὰ ταῦτα θέλουσιν εἶσθαι ὁ καρπὸς τῆς Συνταγματικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς θρησκευτικῆς τηρήσεως καὶ εἰλικρινοῦς ἐφαρμογῆς ἁπάντων τῶν Νόμων τοῦ Κράτους. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ζηλότυπος τῶν Συνταγματικῶν αὑτοῦ ἐλευθεριῶν, ἃς θεωρεῖ ὡς κειμήλιον καὶ ὡς τὴν ἀσφαλεστέραν ἐγγύησιν τοῦ τε ἐνεστῶτος καὶ μέλλοντος, πέποιθεν ὅτι ἐμπεδούμεναι ἐπὶ μᾶλλον θέλουν παραγάγει, τῇ ἀρωγῇ τῆς Θείας προνοίας, τὰς ἐξόχους ἐκείνας ἀρετὰς, δι’ ὧν εὐδαιμονοῦσι καὶ μεγαλύνονται τὰ Ἔθνη, κραταιοῦνται δὲ καὶ δοξάζονται οἱ Θρόνοι.»
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη λοιπὸν δὲν μένει, ἢ νὰ κληρωθῶσι τὰ μέλη τῆς μεγάλης πρεσβεύσεως· ἀπαιτοῦνται 10 μέλη. Ὁ Κύριος Ἀντιπρόεδρος Στεφανόπουλος ἐκτελεῖ τὴν κλήρωσιν. Λ. Λαμπρυνίδης (ἀπών), Κ. Θεοδώρου, Ἰω. Σαφάκας, Ἰω. Κατσάκος, Α. Γαΐτας Φωσκάρδης, Ν. Λοῦβρος, Ἀρ. Μπουκαούρης, Μ. Γιαννούλης, Θ. Κανακάρης (ἀπών), Α. Ἀντωνόπολος, Κοσμᾶς Πανάρετος, Λ. Πετροπουλάκης. Ἐπειδὴ αὔριον μεσολαβεῖ Κυριακή, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπικυρώσῃ τὰ πρακτικὰ ἵνα δυνηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παρουσιασθῇ αὔριον εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα.
§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ναὶ, ἐπικυροῦνται.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν ἔχομεν συνεδρίασιν, διότι θέλει σᾶς ὑποβληθῆ ὁ προϋπολογισμός. Διελύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 5 καὶ 20.