1865.07.23
3.178 στίχοι · 27.158 λέξεις · 141 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31.
Τῆς 23 Ἰουλίου 1865.
(Παρασκευή).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθεσεν εἰς τὸ γραφεῖον τὴν ζητηθεῖσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ὁ Κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, προηγουμένως ἔχω νὰ εἴπω κἄτι. Χθὲς ἔλαβε χώραν εἰς τὸ ἀκροατήριον τῆς Βουλῆς ἓν γεγονὸς καὶ θέλω νὰ μάθω ἂν ὁ Κ. Πρόεδρος ἔχῃ γνῶσιν τῶν διατρεξάντων μετὰ ταῦτα. Χθὲς καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλει ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν, εἷς τῶν ἀκροατῶν ἐπέκρινε τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ, καὶ εἶπεν ὅτι ψεύδεται, διότι αὐτὸς ἦτο ἄλλοτε πληρεξούσιος καὶ εἶχε βιασθῆ ἀπὸ τὸν Κ. Λομβάρδον νὰ ψηφιφορήσῃ κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ βήματος χθὲς ἀνήρει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· ὁ κλητὴρ τότε τὸν ἀπήγαγε καὶ ὁ ἀξιωματικὸς τῆς φρουρᾶς τῆς Βουλῆς τὸν ἐκακοποίησε, καὶ καθ’ ὁδὸν, ἐνῷ τὸν ἀπήγαγον εἰς τὴν ἀστυνομίαν, τὸν ἐκακοποίουν. Ἐρωτῶ τὸν Κ. Πρόεδρον ἂν ἔχῃ γνῶσιν καὶ τὶ ἔπραξεν. Ὁ κανονισμὸς ὁρίζει, ὅτι ἡ ἀστυνομία τῆς Βουλῆς ἐναπόκειται εἰς τὸν Κύριον Πρόεδρον (θόρυβος). Ὁ ὑπολοχαγὸς, Κύριος.... ... τοῦ ἐκτύπησε μπουνιὲς εἰς τὸ κεφάλι, καὶ οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες τὸν ἐκακοποίησαν καθ’ ὁδόν. Δὲν ὑποστηρίζω τὴν ἀταξίαν τοῦ ἀκροατοῦ, ἀλλὰ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ τιμωρηθῇ νομίμως. Αὐτὸς, Κύριοι, ἦτο μέλος τῆς Συνελεύσεως, ὀνομάζεται Σιδηροκαστρίτης, ἦτο πληρεξούσιος Ζακύνθου, καὶ ἀνεχώρησεν ἐκ Ζακύνθου, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποφέρῃ τὰς κακουχίας καὶ τὰς βασάνους, τὰς ὁποίας τῷ ἐπέβαλεν ἡ μερὶς τοῦ Λομβάρδου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντὶ ἀπαντήσεως πάσης πρὸς τὴν ἐπερώτησίν σας, σᾶς παραπέμπω εἰς τὸ 89 ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ.
§6ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅμως τὸν ἐκακοποίησαν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ τιμωρηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐκακοποίησαν.
§8ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂς μάθῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς διετάχθη νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ Κ. Βουλευτὴς ἔρχεται ἐνταῦθα χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ καὶ λέγει τοιαῦτα.
§9ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω νὰ προσθέσω τι, ὃ εἶδον ἰδίοις ὄμμασι (θόρυβος) ...... Ἡ ἀταξία δὲν διορθόνεται διὰ τῆς ἀταξίας.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχομεν συζήτησιν.
§11ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔχομεν συζήτησιν. Τὶ θέλετε; νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς σκηνὰς τοῦ παρελθόντος; νὰ βασανίζωνται οἱ πολῖται, (θόρυβος). Θὰ παρακαλέσω τὸν ὑπουργὸν νὰ μᾶς φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προκαλεῖτε συζητήσεις, διότι μεταβάλλετε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§13ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προηγεῖται, εἶναι ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ καὶ τῆς δημοσίας τάξεως.
§14ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ παραβίασις τῆς προσωπικότητος ἑνὸς πολίτου δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως (θόρυβος).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἀντιλέγει.
§16ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ πολίτης ἠτάκτησεν, ἔπρεπε κατὰ τὸν κανονισμὸν ν’ ἀποπεμφθῇ τοῦ ἀκροατηρίου, καὶ κατόπιν νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ ἡ ἐξουσία. Οὐδεὶς δ’ ἔπρεπε νὰ τὸν ἀπαγάγῃ εἰς τὰς φυλακάς· τοῦτο προσβάλλει τὴν Βουλὴν· καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω τὸ τοιοῦτον νὰ συστηθῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα ἐντὸς τῆς Βουλῆς.
§17ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔπρεπε καὶ ἐκεῖνος νὰ σεβασθῇ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς.
§18ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχω ἐπερώτησίν τινα νὰ κάμω. Πρὸ δύω μηνῶν ἐδόθη κατηγορία κατὰ τοῦ μοιράρχου τῆς χωροφυλακῆς καὶ διοικητοῦ τῆς μοίρας Μεσσηνίας Κυρίου Σπορίδου, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε ὅλοι, ἕτεραι 15 κατηγορίαι ἐδόθησαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τίποτε ὅμως δὲν ἐνηργήθη μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ κάμνῃ τὰς αὐτὰς καταπιέσεις κατὰ τοῦ λαοῦ τῆς Μεσσηνίας, νὰ φορολογῇ τὸν κόσμον ἀδιακρίτως, οὐχὶ μόνον τοὺς πολίτας, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἄνδρας, οὓς ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς του, δηλ. τοὺς ἐνωματάρχας καὶ χωροφύλακας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνεργήσῃ.
§19ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀμέσως ἀπαντῶ......
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅμα ἀπαντήσητε ἀμέσως, θὰ προκληθῇ συζήτησις καὶ θ’ ἀφήσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· μετὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ὁ Κύριος Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ μέρος τοῦ λόγου μου, εἰς τὸ ὁποῖον διεκόπη ἡ συνεδρίασις χθὲς, ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κανεὶς, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλὴ, νὰ ἐπικρίνῃ καὶ νὰ κατακρίνῃ τὴν διαγωγὴν τῆς Συνελεύσεως, εἴτε ἅπαντος τοῦ Σώματος, εἴτε ἰδίᾳ τῆς μειονοψηφίας ἢ τῆς πλειονοψηφίας. Ὅ,τι καὶ ἂν ἐνήργησεν ἡ Συνέλευσις ἐκείνη τὸ ἐνήργησεν ἐντὸς τῆς πεποιθήσεώς της καὶ ἐν τῇ συνειδήσει της, ὅτι ἐκπληροῖ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν της. Ἂν λοιπὸν ἀπεχώρησεν ἡ μειονοψηφία, δὲν ἠμπορεῖ σήμερον νὰ ἐξετασθῇ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπεχώρησε, καὶ ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν ἀποχώρησιν αὐτὴν τὰ ἔκτακτα καὶ ἔκνομα μέτρα τῶν ὁποίων ἔκαμε χρῆσιν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ μειονοψηφία ἀπεχώρησεν, ἵνα σώσῃ μεγάλα συμφέροντα τῆς πατρίδος, καὶ καυχᾶται, ὅτι τὰ ἔσωσεν· ὡς γνωστὸν, ἅμα ἐτελείωσε τὸ Σύνταγμα καὶ ὑπεβλήθη αὐτὸ εἰς τὸν Βασιλέα παρουσιάζεται ἓν διάγγελμα εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀπὸ τοὺς συμβούλους τοῦ στέμματος, διὰ τοῦ ὁποίου παρατείνονται ἐπὶ 10 ἢ 12 ἡμέρας αἱ ἐργασίαι αὐτῆς, ὡς νὰ ἦτο δημοτικὸν ἢ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον, καὶ προσκαλεῖται νὰ ἐπιψηφίσῃ νόμους τοὺς ἀναγκαίους δῆθεν διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ συγχρόνως διὰ τοῦ αὐτοῦ διαγγέλματος, προσκαλεῖται ἡ Συνέλευσις νὰ τροποποιήσῃ δύω οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὴν μίαν μάλιστα, τὴν ὁποίαν εἶχε παραδεχθῆ ἤδη ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ τοῦ πρώτου διαγγέλματος. Ἐξεπλάγη ἡ Συνέλευσις, καὶ ἰδίως ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτε εἶδεν, ὅτι πρόκειται νὰ τροποποιηθῶσι τοιαῦται θεμελιώδεις διατάξεις καὶ ἐπολέμησεν ἐναντίον τοῦ ὑπουργείου τὴν τροποποίησιν τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἡ ἀντιπολίτευσις δι’ ἰσχυρῶν καὶ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων ἐπὶ ὁλόκληρον μίαν συνεδρίασιν διαρκέσασαν 9 περίπου ὥρας· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, δὲν ἠξεύρω, πῶς ὑπερίσχυσεν ἡ ἰδέα τοῦ νὰ μετατραπῇ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, καὶ νὰ κατασταθῇ ἡ ἐκκλησία ἡμῶν ὑποχείριος τοῦ Πάπα. Τότε σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἀπηλπίσθη ἐντελῶς ἡ ἀντιπολίτευσις παρατηρήσασα, ὅτι τὸ Σύνταγμα διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἀνατραποῦν αἱ διατάξεις περὶ ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ, καὶ ἀπὸ Συντάγματος ἀμεταβλήτου ἢ περιβεβλημένου μὲ τὰς ἀποχρώσας ἐγγυήσεις νὰ μεταβληθῇ εἰς ἁπλοῦν νομοθέτημα. Ἐνόμισεν ἑπομένως, ὅτι προσφέρει μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα ἀποχωροῦσα, καὶ τὴν ἀποχώρησίν της αὐτὴν ἐδημοσίευσεν ἐπισήμως εἰς ὅλον τὸ πανελλήνιον, ἵνα κρίνῃ περὶ τῆς διαγωγῆς της. Ἰδοὺ ἐν συνόψει οἱ κυριωδέστεροι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς Συνελεύσεως ἐνόμισε καθῆκον ν’ ἀποχωρήσῃ ἐκ τοῦ περιβόλου τούτου· ἀλλὰ σήμερον νομίζετε, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξητε καὶ νὰ ἐπικρίνητε σεῖς τὴν διαγωγὴν τῆς συνελεύσεως, ἢ τὴν διαγωγὴν τῆς μειονότητος ἢ τῆς πλειονότητος τοῦ Σώματος ἐκείνου; Ὄχι, τὰ καθήκοντα ἡμῶν εἶναι διαγεγραμμένα ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ἐντὸς αὐτῶν ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν, νομοθετοῦντες καὶ ἐξελέγχοντες πράξεις κυβερνητικάς· οὐδόλως δὲ δυνάμεθα νὰ ἐπεμβῶμεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν πράξεων Σώματος κυριάρχου, τοῦ ὁποίου ἡ δικαιοδοσία δὲν εἶχεν ὅρια. Ματαίως ἄρα ἀγωνίζονται οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν ἀποχώρησιν τῆς μειοψηφίας τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, οἱ ὑπουργοὶ περιωρίσθησαν νὰ ἐκτελέσωσι διὰ Διαταγμάτων μόνον τὰς πράξεις ἐκείνας διὰ τὰς ὁποίας ἐζήτησαν τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως; Ὄχι. Τί ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν; ἐζήτησε προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς νόμους. Δὲν περιωρίσθη ὅμως αὕτη ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτὰ τὰ δύω ἀντικείμενα, νομοθετοῦσα αὐτὰ διὰ Βασιλ. Διαταγμάτων, ἵνα κατά τινα τρόπον δικαιολογηθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου διαγωγή της. Ἀλλ’ ὡς νὰ κατελήφθη ἀπὸ μανίαν νομοθετικὴν ἐνομοθέτησε τόσους νόμους ὅσους πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ νομοθετήσῃ. Ἔκαμε 55 ἢ 58 νομοθετικὰ Διατάγματα, ἀπὸ τὸ διάστημα τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως μέχρι τοῦδε. Ἀποκρούω λοιπὸν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ πρὸ πάντων τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὡς ὑπόδικον τὴν Συνέλευσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διαγωγὴν αὐτῆς· ἡ Συνέλευσις, Κύριοι, διὰ τῶν γνωστῶν ἐκείνων διαγγελμάτων περιϋβρίσθη καὶ περιεφρονήθη, καὶ οὐ μόνον ἡ Συνέλευσις, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος· ὅλοι ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ὅτι καὶ ὁ ἐσωτερικὸς καὶ ὁ ἐξωτερικὸς τύπος λάβρος ἐπέπεσε κατὰ τῶν διαγγελμάτων τούτων καὶ ἰδίως κατὰ τοῦ πρώτου· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ Κ. πρωθυπουργὸς καυχᾶται, ὅτι ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὸ διάγγελμα τοῦτο διὰ νὰ θέση τέρμα, ὡς εἶπεν, εἰς τὴν ἐπανάστασιν καὶ διὰ νὰ σώσῃ αὐτήν. Δὲν ἠρκέσθησαν οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες εἰς τὴν ἐξέλεγξιν καὶ τὴν ἐπίκρισιν τῆς διαγωγῆς τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἐπεξετάθησαν καὶ εἰς ἕτερα ἀντικείμενα, ξένα βεβαίως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν· ἀνέκριναν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ἀνέκριναν τὸ παρελθὸν καὶ τὰς συμμαχίας τῶν κομμάτων. Καὶ περὶ μὲν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς δὲν ἔχω νὰ εἴπω πολλὰ, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅπως καὶ ἄλλος τις τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξωτερικὴν πολιτικὴν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σήμερον εἰμὴ καθ’ ὅσον τῇ εἶναι ἀναγκαία πρὸς τὴν ὕπαρξίν της. Ἐξωτερικὴν πολιτικὴν δύναται νὰ ἔχῃ, ὅταν ἡ Θεία Πρόνοια κατατάξῃ αὐτὴν εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν οἰκογένειαν διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν στενῶν ὁρίων της. Περὶ τοῦ παρελθόντος παρατηρῶ, ὅτι παρελθὸν προσώπων δὲν ὑπάρχει· ὅλα τὰ κόμματα καὶ τὰ πρόσωπα ἀνεγνώρισαν τὴν νέαν τάξιν τῶν πραγμάτων. Καμμία μερὶς, κανὲν κόμμα δὲν παρουσιάσθη ὑποστηρίζον τὸ παρελθὸν καὶ ἀντιπράττον κατὰ τοῦ ἐνεστῶτος. Καὶ εἰς τὴν μίαν πτέρυγα τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν ἄλλην παρακάθηνται ἀξιότιμοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι λογίζονται ὡς ἄνθρωποι τοῦ παρελθόντος, καὶ μάλιστα εἰς τὴν πτέρυγα τῆς συμπολιτεύσεως παρακάθηνται καὶ ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως τοιοῦτοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἴσως πλειότερον παντὸς ἄλλου τὸ παρελθόν, ὁ Κ. Κρεστενίτης ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν διέλυσε τὴν Βουλὴν τοῦ 62.
§22ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) Τὴν διέλυσα, διότι ἐξῆλθε διὰ τῆς παρανομίας.
§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ διάκρισις μεταξὺ ἐνεστῶτος καὶ παρελθόντος. Ὅλοι εἴμεθα φίλοι τοῦ ἐνεστῶτος καὶ πάντες θέλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ καθεστῶτα. Καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ εἰς ἄλλας ἀνωτέρας θέσεις εὑρίσκονται τοιοῦτοι ἄνθρωποι τοῦ παρελθόντος. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς συμμαχήσασαν μετ’ ἀνθρώπων τοῦ παρελθόντος; Εἶναι καλὸν καὶ συμφέρον νὰ λείψῃ ἡ διάκρισις αὕτη. Ἐγὼ ὅστις, ὡς γνωστὸν, οὐδέποτε ὑπῆρξα θιασώτης ἢ θαυμαστὴς τοῦ παρελθόντος, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὅλοι ὑπηρετήσαμεν τὸ παρελθόν, οἱ μὲν ὡς ὑπουργοὶ, οἱ δὲ ὡς Γερουσιασταὶ, ἄλλοι ὡς βουλευταὶ καὶ ἄλλοι ὡς ὑπάλληλοι· καὶ ἐγὼ αὐτὸς δὶς ἐξελέχθην βουλευτὴς ὡς ὑποψήφιος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἂν δὲν ἤμην ὑποψήφιος δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐκλεχθῶ, ἄρα ὑπηρέτησα τὸ παρελθὸν ἀναγνωρίσας εἰς αὐτὸ ἓν δικαίωμα, τὸ τῆς ὑποψηφιότητος, ὅπερ νομίμως δὲν εἶχε. Μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην παρέκβασιν μεταβαίνω εἰς τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν ἐπὶ 7 συνεδριάσεις, καθ’ ὅσον βλέπω, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐπισπεύδεν τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς συζητήσεως καὶ φοβοῦμαι μὴ προκαλέσῃ τὴν περαίωσιν τῆς συζητήσεως διὰ κανενὸς διαγγέλματος, ἂν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ Βασιλεὺς μετὰ δυσκολίας εἰς τὸ ἑξῆς θέλει θέσει τὴν ὑπογραφὴν του εἰς τοιαῦτα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα προσβάλλουν τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν. Κύριοι, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογία ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου καὶ βουλευτοῦ Λακεδαίμονος Κ. Βαλασοπούλου καὶ ἐμοῦ ἐπὶ τοῦ 3, 4 καὶ 5 παραγράφου τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως· διότι αὐτοὺς τοὺς 3 παραγράφους θεωρῶ σπουδαιοτέρους καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐνδιατρίψῃ περισσότερον, καὶ ὀφείλει μετὰ παῤῥησίας καὶ εἰλικρινείας νὰ ἐκθέσῃ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν Ἡγεμόνα. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς· § 3. «Ἀσμένως ἤκουσαν εἰς τὸν Β. λόγον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὅτι ἡ Υ. Μ. ἀναγνωρίζει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πνεῦμα τῆς εὐνομίας καὶ τάσεως πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως, λυποῦνται δὲ μὴ διορῶντες ταύτην ἐμπεδουμένην. Πάντως δὲ ἀδυνατοῦσι νὰ θεωρήσωσι τὴν ἐξουσίαν ὡς μηδόλως ἐπηρεάσασαν τὴν ἐνέργειαν βουλευτικῶν τινων ἐκλογῶν.» § 4. «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, Βασιλεῦ, συναισθάνονται οὐχὶ μικρὰν λύπην, διότι ἡ κανονικὴ τοῦ Συντάγματος πορεία ἐκ τῆς πρώτης αὐτοῦ ἐφαρμογῆς προσέκοψε διὰ πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀνηκουσῶν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν νομοθετικὴν ἁρμοδιότητα· ἐκπληρώσουσι δὲ μετὰ τοῦ προσήκοντος πρὸς τὸν θεμελιώδη νόμον σεβασμοῦ τὸ ἐπιβαλλόμενον αὐτοῖς καθῆκον τῆς ἐξελέγξεως αὐτῶν.» § 5. «Λυπηρὰ εἶναι, Βασιλεῦ, ἡ οἰκονομικὴ κρίσις εἰς ἣν περιῆλθε τὸ Κράτος· οἰκονομία, τιμιότης καὶ αὐστηρὰ διαχείρισις καὶ ἐξέλεγξις τῆς δημοσίας περιουσίας, τακτοποίησις καὶ ἰσοῤῥοπία τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰλικρινὴς καὶ σταθερὰ ἀπόφασις πρὸς ἀπότισιν τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων συντελέσουσι τὰ μέγιστα εἰς βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας πίστεως. Ἐπιληφθήσονται δὲ οἱ βουλευταὶ μετὰ ζήλου τῆς συζητήσεως τῶν ὑποβληθησομένων νομοσχεδίων πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.» Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ πνεῦμα τῆς τάξεως καὶ τῆς φιλονομίας, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισεν εἰς αὐτὸν καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς, ἀλλ’ οὐδεὶς ὅμως δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ τάξις δὲν ἐμπεδώθη εἰσέτι, ὅτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς ὁμαλὴν καὶ εὔρυθμον κατάστασιν, διότι ἡ λῃστεία λυμαίνεται διαφόρους ἐπαρχίας καὶ ἰδίως τὰ πρόθυρα τῆς Ἀττικῆς· 30,000 φυγόδικοι καταμαστίζουν ὁλόκληρον τὸ κράτος καὶ φόβοι περὶ διαταράξεως τῆς ἡσυχίας κρατοῦσιν εἰς μετέωρον κατάστασιν ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν. Καὶ ποῦ ὀφείλεται αὐτὴ ἡ κατάστασις; κατ’ ἐμὲ ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, ἂς τὸ εἴπωμεν καθαρά, καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν εἰλικρινείας ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῆς· ὁ Νόμος δὲν κατεστάθη εἰσέτι σεβαστὸς εἰς τὸ Ἔθνος μετὰ τὰ μεγάλα συμβάντα τῆς μεταπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα, ὡς ἦτον ἑπόμενον, κατατετάραξαν τὰ θεμέλια τῆς κοινωνίας καὶ ἐχαλάρωσαν τοὺς δεσμούς, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν διοικεῖ ἀμερόληπτος καὶ ἀπαθῶς. Οἱ φυγόδικοι δὲν προσέρχονται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὄχι διότι φοβοῦνται τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ τὰ ὄργανα αὐτῆς ὡς μεροληπτοῦντα, καὶ ὡς παράδειγμα σᾶς φέρω τὸν εἰσαγγελέα Σπάρτης Μεντῶρον, ὁ ὁποῖος φέρεται μετὰ τῆς μεγαλητέρας μεροληψίας, ὑπηρετῶν οὐχὶ τὸν Νόμον ἀλλὰ τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ἐπιθυμίας τῶν φίλων τοῦ ὑπουργείου· διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Βασιλέα μετὰ παῤῥησίας ὅτι ἡ τάξις δὲν ἐμπεδώθη εἰσέτι καὶ ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν τοῦ τόπου· ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν καὶ ἑτέραν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ ἐξουσία δηλαδὴ δὲν ἔμεινεν ἀμέτοχος εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, καὶ ἂν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας ἡ κυβέρνησις δὲν ἐπενέβη ἀμέσως, ἐπενέβη ἐμμέσως δι’ ὅλων τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ἔθεσεν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν πολιτικῶν φίλων της μὲ οὐσιώδη βλάβην τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων, εἴς τινας δὲ ἐπαρχίας ἡ ἐπέμβασις ἦτο καὶ ἄμεσος καὶ ὑλικὴ ὡς ἡ ἀντιπολίτευσις κατέδειξε κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι λέγομεν τὴν ἀλήθειαν ἂν διατυπώσωμεν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν σχετικὴν παράγραφον τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ὅπως ἔχει ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία ἐμοῦ καὶ τοῦ Κ. Βαλασοπούλου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπασχολεῖ τὴν Βουλὴν σπουδαίως εἶναι τὰ βασιλικὰ διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμισεν ἡ κυβέρνησις ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἀντιποιηθεῖσα καὶ σφετερισθεῖσα τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἡ κυβέρνησις, παρουσιάζεται σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὰ μέτρα ταῦτα προτάττουσα τὴν ἀνάγκην καὶ πάντοτε τὴν ἀνάγκην, ἐγὼ ὅμως ἀπολύτως ἀποκρούω τὴν ἰδέαν αὐτὴν καὶ λέγω, ὅτι, διὰ κανένα λόγον, διὰ καμμίαν ἀνάγκην δὲν ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ἐκδώσῃ διατάγματα Νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος. Ὁ Βασιλεὺς καθ’ ὅταν ὡρκίσθη ἐπὶ τοῦ Συντάγματος εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ σέβωνται τοὺς νόμους καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ ἀρχόμενοι, ὅπως τοὺς καταστήσωσι σεβαστοὺς, καὶ πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν, ὅταν τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιόν του, εἶπεν, ὅτι αὐτὸς σέβεται τὸ Σύνταγμα καὶ ἐλπίζει, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ τὸ καθ’ ἑαυτὴν θέλει τὸ σεβασθῆ· ἄρα ἀφοῦ καὶ ὁ Βασιλεὺς μᾶς προκαλεῖ νὰ σεβασθῶμεν τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι πράγματι τὸ σεβόμεθα, ἄλλως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς εἴπῃ «σεῖς τὸ καταπατεῖτε ἑπομένως καὶ ἐγὼ δὲν ὀφείλω νὰ τὸ σεβασθῶ.» Διὰ κανένα λοιπὸν λόγον δὲν δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα, οὔτε διὰ τὸν λόγον τῆς ἀνάγκης ὄπισθεν τοῦ ὁποίου θέλει νὰ ὀχυρωθῇ τὸ ὑπουργεῖον· ἄλλως τε εἶναι ἀδύνατον νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη εἰς κράτος, τὸ ὁποῖον πρὸ 30 ἐτῶν βασιλεύεται καὶ ἔχει πλήρη Νομοθεσίαν ἐν ἰσχύϊ ὑπάρχουσαν, διὰ τῆς ὁποίας καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς δύναται νὰ κυβερνηθῇ. Τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Συντάγματος λέγει «ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα», καὶ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι «ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς.» Διαγράφονται δὲ ἐν αὐτῷ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως ἰδιαιτέρως, καὶ προσέτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 44 τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει ἀπαγορευτικὴ διάταξις, καθ’ ἣν «ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας, εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνᾴδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι νόμοι»· ἡ ἀπαγορευτικὴ αὕτη διάταξις, ἥτις δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1841, ἐτέθη εἰς τὸ νέον Σύνταγμα, ἵνα θέσῃ φραγμὸν εἰς μίαν τυχὸν κακὴν διάθεσιν τῆς κυβερνήσεως ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Ὕστερον λοιπὸν ἀπὸ τοιαύτας σαφεῖς καὶ ἐπιτακτικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐρωτῶ τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς ποῦ στηριζόμενοι συνεβούλευσαν τὸν Βασιλέα νὰ θέσῃ εἰς τὰ βασιλικὰ νομοθετικὰ διατάγματα τὴν ὑπογραφήν του; ἄλλα προτάττουσι τὴν ἀνάγκην, ὄπισθεν αὐτῆς θέλουσι νὰ καλύψωσι τὴν ἐνοχήν των, προτάττουσι φόβους περὶ διαταράξεως τῆς τάξεως νὰ δικαιολογήσωσι τὸν σφετερισμὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· καὶ ὅμως καὶ ἀληθῆ ἂν ὑποτεθῶσιν ὅλα ταῦτα, δὲν ἦτον ἀνάγκη καταπατήσεως τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ ἔθνος, ὡς προεῖπον ἔχει νόμους καὶ ἠδύνατο νὰ κυβερνηθῇ μέχρι συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ ὑπουργεῖον ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ἐντὸς 4 μηνῶν τὸ πολὺ, ὅπως τὸ τ’ αὐτὸ ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ 1844, ὅτε ἐντὸς 3 ἢ 4 μηνῶν συνεκροτήθη ἡ πρώτη Βουλὴ, ὅπως μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη, διὰ νὰ καταπατήσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς του τὸ Σύνταγμα. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς Κ. Μπαλάνος εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ συγκαλεσθῇ μέχρι 1 8βρίου, καὶ ἑπομένως σιωπηλῶς ἐδόθη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελέσῃ καὶ πράξεις Νομοθετικάς. Τὸ συμπέρασμα ὅμως τοῦτο εἶναι λίαν ἐσφαλμένον καὶ ἀπορῶ πῶς νομομαθὴς βουλευτὴς, οἷος ὁ Κ. Μπαλάνος, ἰσχυρίσθη τὸ τοιοῦτον· ἂν ἡ Συνέλευσις ἠννόει, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἠδύνατο νὰ ἐξασκῇ καὶ τὴν νομοθετικὴν μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, ῥητῶς ἤθελε τῇ ἐπιτρέψει τοῦτο, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ὑπεβλήθη τοιαύτη πρότασις εἰς τὴν Συνέλευσιν, προκειμένου περὶ τῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἀπεῤῥίφθη· ἄλλως τε καὶ τότε ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς Συνελεύσεως ἐπρότεινεν, ἵνα ἡ Βουλὴ συγκαλεσθῇ ἐντὸς 4 τὸ πολὺ μηνῶν, ἀλλ’ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὑπουργὸς ὢν τότε τῶν ἐσωτερικῶν, ἀντέτεινε καὶ κατὰ πρότασίν του προσδιωρίσθη ὡς ἀνώτερος ὅρος τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς ἡ 4 Ὀκτωβρίου. — φορολογικῶν νόμων δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις, διότι ἤδη, ὅτε συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, μόλις ἤρξατο ἡ εἴσπραξις τῶν ἐγκτητικῶν φόρων, ὅτι δὲ δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη ἀνάγκη εἶναι ἀπόδειξις τρανὴ, ὅτι, μολονότι κατὰ συνέπειαν τοῦ νομοθετικοῦ φορολογικοῦ διατάγματος δὲν εἰσεπράχθησαν φόροι, μολοντοῦτο τὸ ἔθνος δὲν κατεστράφη· ἄρα παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα, ἢ μᾶλλον ἐπράχθη τὸ ἔγκλημα χωρὶς κἄν νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς δι’ ὃν ἐπράχθη τοῦτο, δηλαδὴ ἡ θεραπεία τῆς ἀνάγκης, διότι ἀνάγκη δὲν ὑπῆρχεν· ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων Παγίων φορολογικῶν νόμων, νὰ βεβαιώσῃ τοὺς φόρους καὶ μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν τῶν ἐτησίων φορολογικῶν νόμων, νὰ προβῇ εἰς τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν. Μόνον ὁ φόρος τῶν ζώων ἤθελεν εἰσπραχθῆ ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαΐου, τοὐτέστι πρὸ τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ φόρου τούτου μόλις εἰσεπράχθησαν καθ’ ἃς ἔχω βασίμους πληροφορίας πρὸ τῆς καταρτίσεως τῆς Βουλῆς 300–400 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ δι’ ἓν τοιοῦτον εὐτελὲς ποσὸν δὲν ἔπρεπε νὰ παραβιασθῇ τὸ Σύνταγμα τόσον τολμηρῶς· ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ οἰκονομήσῃ ἀπὸ εἰσπράξεις διαρκῶν φόρων, τῶν ὁποίων τὴν εἴσπραξιν δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐμποδίσῃ ἡ ἔλλειψις ἐτησίων φορολογικῶν νόμων, καὶ τοιοῦτοι πάγιοι φόροι εἶναι ὁ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὁ τῶν οἰκοδομῶν, ὁ τοῦ χαρτοσήμου, ὁ τοῦ ἅλατος καὶ ὅλοι ἐν γένει οἱ τελωνιακοὶ φόροι. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ἂν παρηνόμησεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ λόγον ἀνάγκης, δὲν ὠφελήθη, ἄρα ἀνάγκη δὲν ὑπῆρχε. Προϋπολογισμοῦ ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, διότι ὅλοι οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων στηρίζονται εἰς ὀργανικοὺς νόμους, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν, ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν πληρωμὴν καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ κλείσῃ τὰ δημόσια γραφεῖα, χωρὶς νὰ διαλύσῃ τὸν στρατὸν, χωρὶς νὰ φέρῃ τὴν παραλυσίαν, ὡς πολλοὶ ἐκ τῶν ῥητόρων τῆς συμπολιτεύσεως, καὶ οἱ ἴδιοι ὑπουργοὶ διϊσχυρίσθησαν. Ἁπλῶς μίαν παραβίασιν λογιστικὴν ἤθελε κάμει, διότι δὲν ὑπῆρχε προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῶν τῶν ἐξόδων στηρίζεται εἰς τοὺς νόμους, καὶ ὅταν ἐντὸς τῶν νόμων ἐνεργῇ ἡ Κυβέρνησις δὲν κάμνει καμμίαν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ Ἑπτάνησος, Κύριοι, ἠδύνατο νὰ διοικηθῇ καὶ ἄνευ τῆς ἀφομοιώσεως μέρους τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀφομοίωεν ὁλόκληρον τὴν νομοθεσίαν, ἠδύνατο τοὐλάχιστον νὰ διϊσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ διοικήσῃ τὸ κράτος μὲ δύο νομοθεσίας, ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ ἔκαμε. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ διαιρέσῃ τὴν Ἑπτάνησον εἰς Νομοὺς καὶ εἰς ἐπαρχίας διὰ τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς, διότι ἑκάστη νῆσος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τοὺς ὑποψηφίους της, πρὸς ἀποστολὴν Βουλευτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως· ἄρα καὶ ἄνευ τῆς συνταγματικῆς ταύτης διαιρέσεως αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ τῆς Ἑπτανήσου ἠδύναντο νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀκωλύτως. Δὲν ἦτον ἀνάγκη ἐπίσης νὰ αὐξήσῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς προσθήκης τῶν 40 ἐνωμοτιῶν τῆς χωροφυλακῆς πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως, τὴν διατάραξιν τῆς ὁποίας παρουσιάζει ὡς λόγον ἰσχυρὸν τὸ ὑπουργεῖον. Ἡ τάξις οὐδαμοῦ διεταράχθη εὐτυχῶς, καὶ ἡ διατήρησις αὐτῆς βεβαίως δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν αὔξησιν τῆς χωροφυλακῆς· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἀληθῶς ὑπῆρχε τοιαύτη ἀνάγκη, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον περὶ στρατολογίας καὶ ναυτολογίας, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Συνέλευσις, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν νεοσυλλεξίαν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, καὶ νὰ ἔχῃ εἰς ἐνέργειαν 2,500 στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ἤθελον εἶσθαι πολὺ καλλίτεροι ἀπὸ τοὺς προστεθέντας χωροφύλακας, τοὺς ὁποίους συνέλεξε καὶ συλλέγει ἀπὸ τοὺς δρόμους. Ὀλίγας ἡμέρας πρὶν διαλυθῇ ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε τὸν νόμον τοῦτον καὶ ἡ Κυβέρνησις μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸν ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν, ἀπόδειξις καὶ αὕτη, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶχε καὶ τὴν ἐθνοφυλακὴν, καὶ ἠδύνατο νὰ τὴν μεταχειρισθῇ ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Ἦτον ἀνάγκη νὰ συντηρηθῇ τὸ κράτος διὰ τῶν διαταγμάτων περὶ θητείας τῶν δασοφυλάκων καὶ ἀστυνομικῶν κλητήρων; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλὰ τὸ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις νομοθετοῦσα περὶ τοιούτων ἐπουσιωδῶν ἀντικειμένων, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἔλλειψιν σεβασμοῦ καὶ τὴν ὀλιγωρίαν της πρὸς τὸ Σύνταγμα· ἐπρόκειτο νὰ σωθῇ τὸ κράτος ἀπὸ κίνδυνόν τινα διὰ τῆς ἐκδόσεως διατάγματος νομοθετοῦντος τὸν ὅρκον τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας; Ὄχι· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ περιμείνῃ νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, νὰ νομοθετήσῃ τὸν ὅρκον καὶ τότε νὰ συγκαλεσθῇ καὶ ὁρκισθῇ τὸ Συμβούλιον. Τὶς ἡ ἀνάγκη νὰ συνέλθῃ αὐτὸ ἓξ μῆνας πρὸ τῆς Βουλῆς; Διὰ νὰ μισθοδοτῆται, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσε τὸ ὑπουργεῖον νὰ κανονίσῃ διὰ διατάγματος τὸν ὅρκον αὐτοῦ ἐναντίον τῆς ῥητῆς ἀπαγορευτικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ὁποίαν «οὐδεὶς ὅρκος ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου, ὁρίζοντος καὶ τὸν τύπον αὐτοῦ». Κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος «ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, οὐδέποτε δὲ δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν, οὐδὲ νὰ ἐξαιρέσῃ τινὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου». Καὶ μολαταῦτα ἡ Κυβέρνησις προῆλθεν εἰς τὸ τολμηρὸν μέτρον νὰ ἀναστείλῃ νόμον ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως καὶ κυρωθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τὸν νόμον περὶ λειβαδίων, διὰ διατάγματος. Ἐπρόκειτο ἄρα περὶ τῆς δημοσίας τάξεως; ἐπρόκειτο νὰ σωθῇ τὸ κράτος κινδυνεῦον; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλὰ καὶ πάλιν διὰ νὰ ἀποδείξῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ὀλιγωρίαν της πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀνέστειλε τὴν ἐνέργειαν τοῦ νόμου τούτου καὶ ζημιοῦται τὸ δημόσιον 350 χιλιάδας δραχμῶν· Κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Συντάγματος· «ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμούς, διορίζει καὶ παύει ὡσαύτως τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν». Καὶ μολαταῦτα διώρισε σμῆνος ὑπαλλήλων εἰς τὴν Ἑπτάνησον, εἰς θέσεις μὴ νενομοθετημένας, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης ἀφορώσης τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἡ κυβέρνησις ἄνευ νόμου ἐπεχείρησε τὴν οἰκοδομὴν δημοσίων καταστημάτων τοῦ ταχυδρομείου, τοῦ τηλεγραφείου καὶ τοῦ ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἐνῷ κατὰ τὸν Νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ οὐδεμία τοιαύτη ἐπιχείρησις τῆς ὁποίας ἡ δαπάνη ὑπερβαίνει τὰς δραχ. 3.000 δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ νόμου. Ἐπρόκειτο νὰ σωθῇ τὸ κράτος διὰ τοιούτων νομοθετικῶν διαταγμάτων; ὄχι βεβαίως. Ἀλλὰ τί ἐπρόκειτο; νὰ παραβιασθῇ τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ καθιερωθῇ μία ἀρχὴ κακή. Τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος λέγει ῥητῶς· «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.» Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἐπεφύλαξεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, ἡ Κυβέρνησις τὸ κατεπάτησεν ἄνευ ἀνάγκης. Ὥστε βλέπετε ἐξ ὅλων τούτων, ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ κυβερνήσῃ τὸ κράτος μέχρι συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, μὲ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τὸ σύνταγμα, διὰ τοῦ σφετερισμοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπερ ἔκαμε μόνον διὰ νὰ καθιερώσῃ ἓν προηγούμενον κακόν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνομεν ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ παραγράφου, εἶναι κατάλληλος διὰ νὰ ἐκθέσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα, ὁποίαν λύπην αἰσθανόμεθα διὰ τὴν καταπάτησιν τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου. Ἀποκρούομεν κατ’ ἀρχὴν, ὅτι οὔτε διὰ λόγον ἀνάγκης δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ σφετερισθῇ τὴν νομοθετικὴν, καὶ ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀνάγκην, τὴν ὑπαγορεύσασαν κατὰ τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς τὰ διατάγματα ταῦτα, καὶ ἐξελέγξωμεν αὐτὰ οὐσιαστικῶς, ὅταν μᾶς ὑποβληθῶσιν, ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ συγχρόνως δὲν δυνάμεθα νὰ παρατρέξωμεν, κύριοι, καὶ μίαν ἄλλην λυπηρὰν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν εἰλικρινῶς πρέπει νὰ ἐκθέσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ αὕτη ἀφορᾷ τὴν ἀθλιότητα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν εἰς ἣν περιέστημεν. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου Κ. Δεληγιώργης ἀπέδειξε τὴν ἐλεεινὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος εὑρίσκεται, δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων, τὰ ὁποῖα αἱ γενικαὶ φράσεις τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ δὲν ἠδύναντο νὰ ἀναιρέσωσι· δύω ἑκατομμύρια προσετέθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1864 δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἐψηφίζετο ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, πρωθυπουργοῦντος τοῦ Κ. Βούλγαρη, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μετ’ ὀλίγον διεδέχθησαν τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, καὶ σήμερον ἀκόμη διέπουν τὰ πράγματα, ἐφώναζον οἰκονομίας, διὰ νὰ δημοκοπήσωσιν, ἀλλὰ ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐπηύξησαν τὸν προϋπολογισμὸν διὰ δύω ἑκατομμυρίων καὶ ἐπέκεινα, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους θὰ ἀφήσῃ ἓν ἔλλειμμα τοὐλάχιστον ἓξ ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ προχθὲς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, ἤθελον ἀποδείξει δι’ αὐτῆς τὴν ἐλεεινότητα τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, δυστυχῶς ὅμως πρὸ ὀλίγων ὡρῶν ὁ Κ. πρόεδρος μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὴν ζητηθεῖσαν ταύτην κατάστασιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν δύναμαι νὰ ἀρυσθῶ προχείρως οὐδεμίαν πληροφορίαν, διότι δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ μελετήσω καὶ ἐπεξεργασθῶ τοὺς ἀριθμούς. Μισθοὶ καὶ συντάξεις τοῦ μηνὸς Μαΐου καθυστεροῦνται εἰσέτι, τὸ γενικὸν ταμεῖον εἶναι σφαλισμένον, διότι δὲν ἔχει χρήματα, καὶ ὅμως ὁ Κ. πρωθυπουργὸς παρουσιάζει τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν ὄχι μὲν εὐάρεστον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ δυσάρεστον, καὶ ἐλπίζει μάλιστα ἐντὸς τοῦ ἐρχομένου ἔτους τὰ οἰκονομικά μας νὰ ἦναι εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, τὸ ὁποῖον εὔχομαι, ἀλλὰ πολὺ ἀμφιβάλλω, διότι εὑρισκόμεθα εἰς πραγματικὴν χρεωκοπίαν. Δι’ αὐτὸ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ παραγράφου τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἀπάντησις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ διατυπωθῇ κατὰ τὴν τροπολογίαν μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν μας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐκθέσωμεν πρὸς τὸν Βασιλέα. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐξέθεσε προχθὲς, ὅτι μὲ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολόγησεν, ἐπλήρωσε ἄλλα χρέη. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές. Τὸ ἓν ἑκατομμύριον τὸ ὀφειλόμενον πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅπερ ἐπληρώθη, αὐτὸ συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ὡς τακτικὸν ἔξοδον· ἑπομένως αὐτὸ τὸ ποσὸν ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ καὶ ἀπὸ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Διϊσχυρίζεται, ὅτι ἐπλήρωσε δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Περὶ αὐτῶν δὲν δύναμαι νὰ κάμω λόγον, διότι δὲν ἠξεύρω τίποτε, δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποίαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐκυρώθησαν, καὶ κατὰ ποῖον τρόπον ἐξωφλήθησαν. Τὰ λοιπὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις, περιστρέφονται εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τῆς νομοθεσίας ἐν Ἑπτανήσῳ, ἥτις ἄνευ ἀνάγκης ἐγένετο, καὶ μάλιστα ἡμιτελὴς, καί τινα ἐξ αὐτῶν εἰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1864 καὶ 1865, ἀλλὰ τὰ διατάγματα ταῦτα τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων στηρίζονται τοὐλάχιστον εἰς τὸν νόμον τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δύναται ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν νὰ ἐκδώσῃ τοιαῦτα διατάγματα. Ἐπειδὴ τῳόντι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη καὶ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη πολὺ ἀκούουσα τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβανόμενα, συμπεραίνω τὸν λόγον μου καὶ συγκεφαλαιώνων ὅσα εἶπον προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ εἰς τὸν ἡγεμόνα καθαρῶς τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δηλαδὴ οἱ ὑπουργοί του παρεβίασαν τὸ Σύνταγμα καὶ ἄνευ ἀνάγκης μάλιστα, μολονότι καὶ ἐν ἀνάγκῃ δὲν ἠδύναντο νὰ τὸ παραβιάσωσιν, ὅτι κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς δὲν ἦσαν ἀμέτοχοι ἐπεμβάσεων, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παγιώσωσι τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εἶναι λυπηρὰ, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἔκτακτα μέτρα διὰ νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν δημοσίαν πίστιν, ἡ ὁποία καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς ἐξέλιπεν.
§24ΗΛΙΑΣ ΒΟΙΔΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, νὰ μὴ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν γλῶσσάν μου, διότι δυστυχῶς δὲν ἐξεπαιδεύθην, δὲν ἤκουσα μαθήματα, ἐπιστήσατε τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν καρδίαν μου, εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ λόγου μου. Κύριοι βουλευταὶ, μὲ ὅλα των τὰ ἐπιχειρήματα οἱ δεινοὶ ῥήτορες καὶ φίλοι τῶν κυρίων ὑπουργῶν, μὲ ὅλα της τὰ σοφίσματα ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως ὁ πρόεδρος αὐτῆς, τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω ἐδῶ καὶ ἐπεθύμουν νὰ ᾖναι παρὼν, διότι πρὸς αὐτὸν θὰ ἀποτανθῶ, διότι αὐτὸς εἶναι πρὸ πάντων ὁ ἔνοχος, μὲ ὅλα αὐτῶν τὰ σοφίσματα λέγω, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ καλύψουν τὸ στυγερὸν ἔγκλημα τῆς πορείας των, τῆς ἀντισυνταγματικῆς των διαγωγῆς, τὴν καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος. Διϊσχυρίσθησαν μόνον, ὅτι κατεπείγουσαι, ἀναπόδραστοι ἀνάγκαι τῆς ἐπικρατείας τοὺς ὑπηγόρευσαν νὰ καταπατήσωσι τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ, κύριοι ὑπουργοὶ, πρὸς Θεοῦ εἶναι ἀναπόδραστος ἀνάγκη ἡ ἔκδοσις διαταγμάτων διὰ τοὺς κλητῆρας τῆς Ἀστυνομίας, τῆς δασοφυλακῆς, τῆς αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς, τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας αὐτῆς, αἱ ἔκτακτοι ἀποστολαὶ τῶν διαφόρων φίλων σας εἰς τὰς ἐπαρχίας μὲ τὴν πρόφασιν δῆθεν ὅτι προσφέρουν ὑπηρεσίας ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ ἡσυχίας; Αὗται ἦσαν ἀνάγκαι ἰδικαί σας, κύριοι, ἀνάγκαι τῶν φίλων σας, διὰ νὰ οἰκονομήσητε πρόσωπα καὶ μὲ ζημίαν τοῦ δημοσίου πλούτου. Λέγετε, ὅτι ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται, δὲν ἤλπιζον νὰ ἀκούσω τὴν λέξιν αὐτήν καὶ μάλιστα ἀπὸ νομομαθῆ ἄνδρα τὸν Κ. Κυπριάδην, ὅστις ἂν ἤκουεν ἄλλον λέγοντα τοῦτο, καὶ, ἂν ἤθελε συμμορφωθῆ μὲ τὴν συνείδησίν του, ἤθελε τὸν μεμφθῆ. Σὲ ἐρωτῶ, Κ. Κυπριάδη, ὅταν μένῃ ὁριστικὴ μία ἀπόφασις ἄδικος, καὶ ᾖναι ἀνάγκη νὰ δικαιωθῇ ὁ καταδικασθεὶς, γίνεται μετάθεσις τοῦ νόμου; Ἂν λοιπὸν δικαστικὴ ἀπόφασις δὲν μεταβάλλεται διὰ νὰ μὴ χαλάσῃ ὁ νόμος, καὶ θέλεις ὅταν παρουσιάζεται ἀνάγκη νὰ χαλάσῃ τὸ Σύνταγμα; ὡραῖον ἐπιχείρημα. Λοιπὸν ἐπειδὴ ὑμεῖς δὲν ἐπαρουσιάσατε τὰς ἀνάγκας, αἵτινες σᾶς ὑπηγόρευσαν νὰ τσαλαπατήσητε τὸ Σύνταγμα καὶ ποσῶς δὲν ἐπείσατε τὴν Βουλὴν, καθὼς σεῖς ἐπείσθητε, καὶ οἱ ἴδιοι τὸ ὡμολογήσατε ὅτι κατεπατήσατε το Σύνταγμα, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει καὶ νὰ ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀθώωσίν σας. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Γυθείου, εἰς ἣν ἀνήκω κύριοι, ἕνας Κοσονάκος, τόν ὁποῖον ἀπεστείλατε λόγῳ ὑπηρεσίας, ἰδοὺ ὁποίας προσέφερεν ὑπηρεσίας· ἔδιδεν ἕνα διορισμὸν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις τοῦ ἔδιδε πέντε ψήφους, δύω διορισμοὺς εἰς ἐκείνους, οἵτινες τῷ ἔδιδον δέκα καὶ καθεξῆς, διότι εἶχεν εἰς τοὺς κόλπους του πλείστους ὅσους, χωρὶς ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἔθετεν ἐκεῖ εἰς τὸν δίδοντα. Ἑπομένως κατώρθωσε νὰ ἀπαλλάξῃ φονεῖς τινας, οἵτινες πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ ἐφόνευσαν τοὺς ἐκτελεστὰς τοῦ νόμου χωροφύλακας, καθόσον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξάγω, ἅπασαι αἱ ἀρχαὶ τοῦ νομοῦ Λακωνίας ἦσαν ὑποχρεωμέναι νὰ ἐκτελοῦν τὰς παραγγελίας τοῦ ἐκτάκτου τῆς Κυβερνήσεως ἀπεσταλμένου. Κύριοι, διατείνεσθε ἀκόμη ὅτι ἔπρεπε νὰ διοικήσητε μὲ διατάγματα, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπεχώρησεν ἐκ τῆς Συνελεύσεως καὶ δὲν ἐστάθη νὰ συζητήσῃ φορολογικοὺς νόμους κτλ. εἶναι ὅμως τὸ ἐναντίον, διότι ἐξ ἰδίας μου ἀντιλήψεως γνωρίζω, καθὸ πληρεξούσιος τότε, ὅτι σεῖς εἶσθε τὸ πρόσκομμα, ὅπου δὲν ἔγειναν οἱ νόμοι οὗτοι, καθόσον μὲ τέχνην μεγάλην, ἀφοῦ κατωρθώσατε καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ τοὺς Ἑπτανησίους νὰ τοὺς ἀναγκάσητε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ συμπράττουν πλέον μαζύ σας, οἱ μὲν εἶχον διαμαρτυρηθῆ, οἱ δὲ ἐφοβοῦντο τὴν ἀφομοίωσιν, καὶ καθόσον δὲν ὑπῆρχε πλέον ὁ ὑλικὸς καιρός, διότι κατὰ τὰ διαγγέλματα εἶχε λήξει ἡ προθεσμία καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, κύριε πρωθυπουργὲ μὲ πονηρίαν ἀφήσατε τοὺς σπουδαιοτέρους νόμους εἰς τὰς παραμονὰς τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως, ἐνῷ ἠδύνασθε οἱανδήποτε ἡμέραν νὰ περάσητε αὐτούς, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ἀντιπολίτευσις πάντοτε ἐζήτει τὴν συζήτησιν τῶν νόμων αὐτῶν, ὑμεῖς δέ, οἵτινες εἴχετε πλειονοψηφίαν, ἐπεμένατε εἰς τὴν συζήτησιν τῶν περὶ φυτειῶν νόμων, πρὸς κατάργησιν καὶ ἀνάκτησιν στρατιωτικῶν βαθμῶν, καὶ ἐν γένει ἐπὶ ἐπουσιωδῶν νομοσχεδίων, διὰ νὰ ἐμποδίσητε τοὺς ἀναγκαίους νόμους, διότι τὸ πονηρὸν ἔκτοτε ἔμενεν εἰς τὴν καρδίαν σας, νὰ διοικήσητε μὲ διατάγματα. Σᾶς ἐρωτῶ τώρα ἡ ἀντιπολίτευσις πταίει, ἢ σεῖς; Κύριοι, ἐνθυμηθῆτε προχθές, ὅτι ἦλθε μὲ ἀγέρωχον καὶ καυχώμενος ὁ Κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐγὼ ἐπροκάλεσα τὸ διάγγελμα, τὸ ὑπέγραψα· μὲ ἄλλους λόγους ἐγὼ ἐξύβρισα τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν, ἠπείλησα τὸ ἔθνος. Καὶ ἀμέσως μοῦ ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἐν καιρῷ θὰ εἴπῃ ἐπίσης καυχώμενος, ἐγὼ ἔῤῥιψα τὸ Σύνταγμα, ὡς μὴ ἀναγκαῖον διὰ τὴν Ἑλλάδα· καὶ ὅταν δὲν θὰ φοβῆται τὸ Σύνταγμα, καθὼς ἔκαμεν, ὅτε ἐξεθρονίσθη ὁ Ὄθων, εἶπεν, ἐγὼ συνετέλεσα εἰς τὴν ἐκδίωξιν, ἐνῷ ἐπεδίωκε τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐκδιώξεως, κατώρθωσε νὰ γείνῃ καὶ ὑπουργὸς τῆς ἐπαναστάσεως.
§25ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἱκανός, κύριε Μαυρομιχάλη.
§26ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανός, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἱκανότης του κλίνει πρὸς τὸ πονηρὸν καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ἀγαθόν, ὥστε μία τοιαύτη ἱκανότης βλάπτει τὴν πατρίδα καὶ τὴν βασιλείαν. Τὸν Ὄθωνα, κύριοι, αὐτὸς τὸν κατέστησε μισητὸν εἰς τὸ ἔθνος, διότι δὲν τῷ ἔλεγε ποτὲ τὴν ἀλήθειαν, ἐνῷ ἦτο ὁ πλέον ἐμπιστευμένος παντὸς ἄλλου, καὶ ὅστις διετηρήθη περισσότερον ὑπουργὸς ὅλων τῶν ἄλλων. Ὁ πρώην συνάδελφός μας πληρεξούσιος κ. Βάσος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, ὅτι μετὰ τὴν μεταβολὴν ἔπρεπε νὰ κρεμασθῇ ὁ Κουμουνδοῦρος εἰς ἕνα ὑψηλὸν κλαδί, ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν ἔγεινε τοῦτο, εἰμὴ τὸν ἔκαμον καὶ ὑπουργόν· ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κρεμασθῇ τότε οὐδεὶς διὰ νὰ μὴ μολυνθῇ ἡ ἐπανάστασις, ὅσον πρέπει νὰ κρεμασθῶσιν ἤδη οἱ καταπατηταὶ τοῦ Συντάγματος.
§27ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ μᾶς κρεμάσετε ὑψηλὰ νὰ μὴν ἀκουμβοῦν τὰ πόδια μας εἰς τὴν λάσπην.
§28ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, σεῖς δωρεὰν θὰ κρεμασθῆτε ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν κηρυχθῇ ἔνοχον τὸ ὑπουργεῖον, διότι τυφλοῖς ὄμμασι κάμνετε ὅ,τι αὐτὸς προστάζει. Ὅταν ἔφερε τὸ Διάγγελμα, κύριοι, ὅσοι ὑπήρξατε πληρεξούσιοι ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ τὶ μᾶς ἔλεγεν· ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀπαιτεῖ νὰ γείνῃ ἐντὸς δέκα ἡμερῶν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ὅτι ἐὰν δὲν γείνῃ ἐπίκειται φόβος κτλ. Οἱ δειλοὶ χαρακτῆρες πιστεύσαντες καὶ πτοηθέντες ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς των ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ μολαταῦτα μὲ μίαν ψῆφον ἐκέρδησαν. Ἤδη ἔρχεται μὲ θάῤῥος καὶ λέγει ἐγὼ τὸ ἔκαμα· διὰ τοῦτο, κύριοι, σημειώσατε εἰς τὴν καρδίαν σας τοὺς λόγους μου, καθὼς θὰ σημειωθοῦν καὶ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἐν καιρῷ θὰ καυχᾶται, ὅτι οὗτος ἔῤῥιψε τὸ Σύνταγμα, καὶ ὅταν δὲν φοβῆται αὐτὸ, ὅτι δῆθεν δὲν ἦτο ὠφέλιμον διὰ τὴν πατρίδα. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἂν ἀγαποῦσε τὴν Βασιλείαν καὶ τὴν πατρίδα, ὤφειλε νὰ λέγῃ πρὸς τὸν Βασιλέα τὴν ἀλήθειαν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶπεν, ἡ ἰσχύς του ἔσεται ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ του. Ὁ λαός του δὲν θέλει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καταφέρεται ἐναντίον τῶν ὑπουργῶν τοῦ Διαγγέλματος, δὲν θέλει τὸν Κουμουνδοῦρον, ὡς ἐπιβλαβῆ διὰ τὸ ἔθνος, ἀλλὰ τί τοῦ λέγεις ὅλως τὰ ἐναντία, διὰ νὰ μὴ χάσῃ αὐτὸς τὸ χαρτοφυλάκιον. Αὐτὴ ἡ ἱκανότης, κ. Ζατουνίτη, ἡ κλίνουσα εἰς ἰδιοτέλειαν, μᾶλλον βλάπτει, ὠφελεῖ μόνον αὐτὸν καὶ οὐχὶ τὴν πατρίδα καὶ τὴν Βασιλείαν. Ἰδοὺ ποῦ ἠμπορούσατε, κύριοι ὑπουργοὶ, νὰ δικαιολογήσητε τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην τῆς Ἐπικρατείας, ἐὰν προκαλέσητε διάταγμα πρὸς χορήγησιν τῆς γενικῆς ἀμνηστείας εἰς ὅλους τοὺς διαπράξαντας ἐγκλήματα ἀπὸ τῆς ἐκθρονίσεως τῆς πρώην δυναστείας μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ νεαροῦ ἡμῶν Βασιλέως. Ἰδοὺ ἔγκειται ἡ ἀνάγκη, διότι εἶναι δεκαπέντε ἕως εἴκοσι χιλιάδες ἐνταλματιῶν, οἵτινες συγκεντρούμενοι μετὰ τῶν συγγενῶν καὶ φίλων αὐτῶν δύνανται νὰ διαταράξωσι τὴν τάξιν καὶ τὰ καθεστῶτα. Διὰ ταῦτα προτείνω, ἐπειδὴ εἶμαι ὑπὲρ τῆς τάξεως, νὰ θεωρηθῇ ἀναπόδραστος ἀνάγκη ἡ χορήγησις τῆς γενικῆς ἀμνηστείας.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε πρότασιν, κ. Μαυρομιχάλη.
§30ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα. Τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι ἀφίεται ἡ τήρησις αὐτοῦ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων· λοιπὸν, κύριοι, διατί δὲν προτιμᾶτε, ἐὰν ἔχετε πατριωτισμὸν, νὰ σᾶς μεμφθῶμεν, καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἠναγκασμένοι κατεπατήσατε τὸ Σύνταγμα; δὲν πρόκειται νὰ σᾶς κρεμάσωμεν, ἁπλῶς νὰ σᾶς μεμφθῶμεν, διὰ νὰ κατασταθῇ σεβαστὸν τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ διαπράττετε ὅλως τὸ ἐναντίον, ὑποκρύπτοντες τὸν ὁποῖον ἔχετε κακὸν σκοπὸν διὰ τὸ μέλλον τοῦ Συντάγματος, καὶ στρατολογεῖτε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, ἵνα δεσμεύσητε τὰς συνειδήσεις τῶν κ. Βουλευτῶν, ἀπαλλαττόμενοι σεῖς, καὶ πρὸς καταδίκην τοῦ Συντάγματος. Ἀσθενεῖ, κύριοι, τὸ Σύνταγμα, καὶ ἔχει ὀλίγην ζωὴν μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου. Καταλήγει ἡ ἀγόρευσίς μου εἰς τὸ νὰ προτιμήσωσιν οἱ κ. ὑπουργοὶ νὰ τοὺς μεμφθῶμεν καλλίτερα, παρὰ νὰ ἀκρωτηριασθῇ τὸ Σύνταγμα, διότι εἰς τὸ μέλλον θὰ μένῃ μόνον εἰς τὸ χαρτὶ γραμμένον, καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν θὰ τὸ ἐφαρμόζωσιν οἱ κυβερνῶντες. Αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω καὶ ἂς κάμωσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν θὰ μεταμεληθῶσιν οἱ κατὰ τοῦ Συντάγματος ψηφίζοντες.
§31ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριοι, Βουλευταὶ, οὐδέποτε ἀνέβην τὸ βῆμα μὲ περισσοτέραν εὐχαρίστησιν, ὅσον σήμερον· ἡ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα συζήτησις περὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀποκατέστησε τὴν Βουλὴν σεβαστοτέραν, ἐνῷ ἦτο πάντοτε σεβαστή. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου περιήψε νέον σέβας εἰς τὴν Βουλὴν, ἔδωκεν ἐξαγόμενα ἄριστα, φέρει εἰς φῶς πολλὰς ἀληθείας, καὶ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον εὐχαριστήθην περισσότερον, εἶναι διότι φέρει εἰς φῶς καὶ πολλὰ ψεύδη καὶ πολλὰς πλάνας καὶ πολλὰς βλασφημίας συνταγματικάς· διὰ τοῦτο χαίρω καὶ ἀγάλλομαι, διότι ἄνευ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ἦτον ἀδύνατον νὰ γνωρίσωμεν τὰς πλάνας εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτήν· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔλειψαν ἐκεῖναι αἱ κακοφωνίαι αἱ συμβαίνουσαι αἱ πρὸ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου· ἔλειψαν καὶ τὸ ἐφωτίσθημεν καὶ οἱ διαπληκτισμοί· εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι ἐνίοτε γίνονται διαπληκτισμοὶ καὶ τώρα, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτεροι ἢ πρότερον, καὶ νομίζω, ὅτι μὲ τὴν πρόοδον ὀλίγου χρόνου ἴσως θέλει ἐκλείψει καὶ τοῦτο ὡς καὶ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον παραπονοῦνταί τινες, ὅτι παρατείνονται αἱ συζητήσεις, αὐτὸ δὲ μέλλει νὰ ἐκλείψῃ, ὅταν οἱ ῥήτορες περιορίζωνται εἰς τὸ καθῆκόν των· καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς αἱ συζητήσεις θέλουν τελεσθῆ πρὸς τιμὴν τῳόντι τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἄρά γε δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ κατηγορῶ τοὺς λαμβάνοντας ἢ καὶ λαβόντας τὸν λόγον, διότι κατὰ τὸ λέγειν τινῶν κατεχράσθησαν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀγορεύειν; Ὄχι· γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἀγορεύων εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις κάμνει χρῆσιν τὸ ὀλιγώτερον τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου· καὶ μολοντοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἀποδοκιμάσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἀσμένως εἰς τὸ βῆμα νὰ ἀγορεύωσιν ἐπὶ ὥρας πολλάς· γνωρίζετε, ὅτι δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τῆς πολυλογίας, οὐδὲ τῶν ἐπαναλήψεων, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ καὶ εἶμαι βέβαιος εἰς τὴν ἀπάντησιν, διότι αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα τὸ ἤκουσα, εἰς τί χρησιμεύουν αὐτὴ ἡ πολυλογία, ἡ ἀπεραντολογία; καὶ εἰσερχόμενοι εἰς τὴν συνείδησίν σας ἀκόμη, εὑρίσκω, ὅτι καὶ τὴν σήμερον μὲ ὅλην τὴν πεποίθησίν σας ὁμολογεῖτε, ὅτι κακὴ ἡ πολυλογία, κακὴ ἡ ἀπεραντολογία. Καὶ ἂν δὲν ἦτον ἡ πεποίθησις, δὲν τὸ ὡμολόγουν ὅλοι ἐρχόμενοι εἰς τὸ βῆμα· δὲν ἔχει οὕτως; οὕτως ἔχει· καὶ ὅμως ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῆς Βουλῆς, καὶ ὄχι τῆς Βουλῆς ταύτης, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς τιμῆς πασῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων, διϊσχυρίζομαι τὸ ἐναντίον, ὅτι ἐντὸς τοιούτων Βουλῶν ὅλων τῶν μερῶν τοῦ κόσμου πρέπει νὰ ἑδρεύῃ ἡ ἀπεραντολογία (ψιθυρισμοί). Ψιθυρίζετε; ἔχω εὐχαρίστησιν, καὶ ἐπεθύμουν νὰ τὸ βεβαιώσητε μὲ τοὺς ψιθυρισμούς σας.
§32ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ψιθυρίζουν ἴσως, διότι ἀντὶ πάντων εἴπατε πασῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων.
§33ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἴσως· δέχομαι τὴν διόρθωσιν. — Καὶ τί νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι ἡ Βουλή μας; ὅτι σύγκειται ἐκ μαθητῶν; ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ πρόεδρος τὸ βούρδουρον εἰς τὰς χεῖρας διὰ νὰ θέτῃ εἰς τάξιν τοὺς βουλευτὰς καὶ νὰ μὴ λέγωσιν εἰμὴ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖά τις ὑποχρεόνει αὐτοὺς νὰ λέγωσιν; ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξέρχωνται ἐκ τοῦ θέματος τοῦ βασιλικοῦ λόγου; ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα· καὶ ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια δὲν τὸ λέγω ἐγώ, διότι μὲ μόνον τὸ κῦρος τὸ ἰδικόν μου δὲν ἤθελον τολμᾶ νὰ παρουσιάζωμαι ἐνώπιόν σας, καὶ νὰ ἐπιβάλω γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀποδοκιμάζει ἡ βουλευτικὴ πεποίθησις ἀλλὰ δέον, ἀνάγκη πᾶσα, καὶ ἐδὼ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἀνάγκη, νὰ μεταβάλητε τὴν βουλευτικὴν πεποίθησίν σας καὶ ἄλλως νὰ φρονῆτε περὶ Βουλῆς καὶ κυρίως περὶ τῆς ἑλληνικῆς. Χθὲς ἐξελέχθη βουλευτὴς τῆς Ἀγγλίας ὁ περίφημος Μίλλ· εἶναι εἷς ἐκ τῶν διαβοήτων συγγραφέων, τοῦ ὁποίου τὸ σύγγραμμα μετεφράσθη εἰς ὅλας τὰς εὐρωπαϊκὰς γλώσσας καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας εἰσέτι. Δὲν σᾶς ἀναφέρω γνώμην ἰδικήν μου, ἀλλὰ τὴν ἰδικήν του. Ἰδοὺ τί λέγει αὐτὸς περὶ τούτου «οἱ ἐχθροὶ τῶν Βουλῶν....»· πρέπει λοιπὸν ὅσοι καταδικάζουν καὶ τὴν ἡμετέραν Βουλὴν νὰ ἦναι ἐχθροὶ τῶν Βουλῶν, καὶ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα· δὲν ἀρέσκονται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὴν ὕπαρξιν Βουλῆς. «Οἱ ἐχθροὶ τῶν βουλῶν πολλάκις ὠνείδισαν αὐτὰς ὡς γινομένας τὰ θριαμβικὰ καταγώγια τῆς πολυλογίας καὶ τῆς φλυαρίας. Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ βωμολοχίαν ταύτης οἰκτροτέραν.» Ποῦ μένει λοιπὸν ὅλη ἡ ῥητορία τῶν ἀναβάντων εἰς τὸ βῆμα καὶ ἡ μεμψιμοιρία, ὅτι ἡ Βουλὴ περιττολογεῖ; ὅτι κατατρίβομεν τὸν χρόνον; ὅτι παρέρχονται τόσαι ἡμέραι καὶ δὲν κάμνομεν τίποτε; Καὶ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς σκοτοδίνης ἀπὸ τὸν νοῦν τῶν ὀλίγων ἐχθρῶν τῶν Βουλῶν μετέβη εἰς τοὺς ἁπλουστέρους, καὶ εἰς τὸν τύπον τὸν μίσθιον, τὸν δόλιον, τὸν κακοήθη. «Τὸ κατ’ ἐμὲ (ἐξακολουθεῖ ὁ Μίλλ) οὐδόλως γινώσκω, ὅτι Βουλή τις ἠδύνατο νὰ καταναλώσῃ τὸν καιρόν της ὠφελιμώτερον ἢ εἰς τὸ νὰ ὁμιλῇ» Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἔχοντες τοιαῦτα παραδείγματα καὶ διδασκαλίας τοῦ Μὶλλ δὲν θέλει τολμήσει εἰς τὸ ἑξῆς κἀνεὶς οὔτε ἐκ τῶν βουλευτῶν, οὔτε ἐκ τῶν τοῦ τύπου, οὔτε ἐκ τῶν ἐχθρῶν τῆς Βουλῆς νὰ φέρῃ πλέον τοιαύτην κρίσιν καὶ τοιαῦτα παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀσχημίζουσι τῷ ὄντι τὰς Βουλάς.— Ταῦτα εἶχον καὶ ὤφειλον νὰ ἐκφράσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν Ἑλληνικὴν, καὶ κατὰ καθῆκον, διότι μέρος τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀπεραντολογίας ἐπιπίπτει καὶ ἐπ’ ἐμέ· ἑπομένως ἀθωόνων τὴν Βουλὴν καὶ ὅλας τὰς Βουλὰς τοῦ κόσμου ἀθωόνω καὶ ἐμαυτόν. Νομίζω, ὅτι ὠφελιμώτερα τούτων δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐκφράσω εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ταύτην Βουλήν· ἑπομένως μεταβαίνω εἰς τὴν κυρίαν ὑπόθεσιν. Μόλις ἐξεδόθησαν τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου καὶ ἀκολούθως, μία γενικὴ κραυγὴ εἰς τὴν γενικὴν συνείδησιν τῶν ἀνθρώπων ἠγέρθη, ὅτι δὲν βαδίζομεν συνταγματικῶς. Αὐτὸ ἠκολούθησεν εἰς νομικοὺς ἁπλοῦς καὶ προέδρους ἐφετῶν, καθὼς ἠκούσατε εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικόν· ἑπομένως αὐτὴ ἡ συνείδησις κατεδίκασε τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ βαδίσῃ διὰ Βασιλ. Διαταγμάτων· καὶ τότε μὲν ἐλέγοντο Βασιλ. Διατάγματα, νῦν δὲ κυβερνητικαὶ πράξεις, διότι ἐπιδιωρθώθη ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τῶν καταργηθεισῶν Ἰονίων ἰδεῶν, καὶ πρότερον ἀκόμη Διατάγματα ἐλέγοντο ὅ,τι ὑπεβάλλετο πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἔλεγε τὸ ἄρθρον τοῦ Ἰονίου Συντάγματος. Ἐὰν πρὸ τῆς εἰσόδου τῶν Ἰονίων εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὸ κυβερνητικὴ πρᾶξις ἀπαντᾶται εἰς τὸν νόμον τοῦ Ἰονίου Συντάγματος, ἐν πάσῃ ἀθωότητι καὶ ἀγνοίᾳ παρετηρήσαμεν τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐλθόντα εἰς Κεφαλληνίαν κατὰ τὸν παρελθόντα χειμῶνα· εἴπομεν δὲ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, μὴ τὸ κάμετε, δὲν τὸ δεχόμεθα· ὁ δὲ ὑπουργὸς εἶπε «καὶ ἂν καλὸν ᾖναι δὲν τὸ δέχεσθε;» καὶ καλὸν ἐὰν ᾖναι, (εἴπομεν) δὲν τὸ δεχόμεθα, διότι εἶναι ἀντισυνταγματικόν· ἀλλ’ ἐξεναντίας θέλομεν τὸ δεχθῆ, ἢ καλὸν εἶναι ἢ κακόν, παρὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς· καὶ τοῦτο συνέβη τὸν χειμῶνα· δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ ἀποδοθῇ αὐτὴ ἡ ἰδία ἰδέα ἡμῶν εἰς σκοποὺς, εἰς αἰτίας, εἰς παρεκτροπὰς· τὰ πράγματα δὲν πείθουσι· καὶ μολαταῦτα δὲν εὐτυχήσαμεν νὰ ἴδωμεν ὑπαλλήλους εἰς τὴν Κυβέρνησιν παραδεξαμένους τὴν ἰδέαν ταύτην· ἐλθόντες εἰς τὴν Βουλὴν, ὑψώσαμεν φωνὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδοκιμασθῶσιν αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις, πρῶτοι ἐκάμαμεν λόγον τοῦ τοιούτου καὶ ἀμέσως ἐθορυβήθη ἡ Κυβέρνησις· καὶ ὡσανεὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἤθελεν ἀναφανῆ ἓν θηρίον, μὲ ἓν σύριγμα τῆς Κυβερνήσεως ἐσηκώθησαν ἀμέσως ἐναντίον μας ὅλοι ὡς ζυγάρια· καὶ τῳόντι ἴδετε, ὅτι καὶ ὑπουργοὶ προτέβαλον αὐτὰς τὰς ἰδέας, καὶ φίλοι τῶν ὑπουργῶν, καὶ οἱ φλύαροι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως· διότι ἔβλεπον, ὅτι εἶναι ὡς στρόφιγξ πέριξ τοῦ ὁποίου θὰ στρέφεται ἡ ἐξέλεγξις τῆς κυβερνητικῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς ἁ. Βουλῆς· τότε διισχυριζόμεθα, ὅτι αἱ πράξεις των εἶναι ἀντισυνταγματικαί· ὁ Βασιλικὸς λόγος ὁμολογεῖ βεβαίως, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικαὶ, καὶ εὐχαριστῶ ἕνα τῶν προαγορευσάντων...., ὅστις ἐξέθεσε τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν· τὸ ὁμολογεῖ καὶ ὁ Βασιλικὸς λόγος, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας, Κύριος Κουρῆς· τὸ ὁμολογεῖ ὁ Βασιλικὸς λόγος, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικαὶ αἱ τοιαῦται πράξεις, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ ὁμολογοῦν καὶ οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ καὶ οἱ ῥήτορες οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ὑπουργικὴν ἰδέαν· δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀντιπολιτευομένων, οἵτινες προσβάλλουν αὐτὰς κατὰ μέτωπον, ὥστε οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἠρνήθη τὴν ἀλήθειαν, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικαὶ, καὶ ὅλοι οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὰς περιεχαρακώθησαν ὄπισθεν μιᾶς ἰδέας, τῆς ἰδέας τῆς ἀνάγκης. Ὀρθὸν, δίκαιον, νομικὸν ἦτον, ὥστε ὁ ἐπικαλούμενος ἰδέαν τινὰ νὰ τὴν ἀποδεικνύῃ· ὁ λέγων, ὄχι δὲ ὁ ἀρνούμενος, εἶναι ὑπόχρεως εἰς ἀπόδειξιν, καὶ ἐνῷ ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου διετείνοντο, ὅτι ἐξ ἀνάγκης ἐξεδόθησαν τὰ διατάγματα, οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἐπῆρε τὴν χεῖρά μας νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὰ καθέκαστα καὶ νὰ εἴπῃ, τοῦτο ἐξεδόθη διὰ τὴν δεῖνα ἀνάγκην, καὶ τοῦτο διὰ τὴν δεῖνα ἀνάγκην, καὶ τοῦτο διὰ τὴν ἄλλην· ἀλλὰ πρόφασις μόνον ἦτο, καὶ τόσον εἶναι φανερὸν, ὥστε ἐνῷ πρότερον ἔλεγον ἐξ ἀνάγκης, ἐπρόσθεσαν ἔπειτα, (διότι δὲν ἦτον ἀρκετὴ ἡ ἀνάγκη) ἐκ κατεπειγούσης ἀνάγκης, καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει καὶ τοῦτο ἐπρόσθεσαν ἐκ κατεπειγούσης καὶ ἀκαταμαχήτου· καὶ πάλιν δηλόνοντες, ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἱκανὸν ἐπρόσθετον ἐξ ἀναποδράστου ἀνάγκης. Ἀλλ’ οὔτε τὴν ἁπλῆν ἀνάγκην ἀπεδείκνυον, οὔτε τὴν κατεπείγουσαν, οὔτε τὴν ἀκαταμάχητον, οὔτε τὴν ἀναπόδραστον. Καὶ τῳόντι προκαλῶ ὅλους τοὺς λογίους καὶ διαλεκτικοὺς τοῦ κόσμου νὰ μοὶ ἀποδείξωσιν ἐκ ποίας ἀκαταμαχήτου, κατεπειγούσης καὶ ἀναποδράστου ἀνάγκης προσηρτήθησαν τὰ Κύθηρα εἰς τὴν Ζάκυνθον; ἐκ ποίας ἀναποδράστου, ἀκαταμαχήτου καὶ κατεπειγούσης ἀνάγκης προσηρτήθη ἡ Ἰθάκη εἰς τὴν Λευκάδα; ἐκ ποίας ἀνάγκης ἀκαταμαχήτου ἐγένετο μία κυβερνητικὴ πρᾶξις, τοὐτέστιν ἓν διάταγμα, καὶ μετὰ 10 ἡμέρας ἠκυρώθη; κατηργήθη τὸ λοιμοκαθαρτήριον τῆς Κεφαλληνίας, καὶ ὅταν ἦλθεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς εἰς Κεφαλληνίαν, ὁ νῦν πρωθυπουργὸς, παρεπονέθησαν οἱ πληρεξούσιοι ὅλοι, ὅτι κακῶς τὸ ἔκανε, διότι ἡ Κεφαλληνία ἔχει χιλιάδας πλοίων καὶ ἡ Κέρκυρα μηδὲ ἕν· τὰ μὲν πλοῖα εἶναι εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, τὸ δὲ λοιμοκαθαρτήριον εἰς τὴν Κέρκυραν· ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀκαταμαχήτου καὶ κατεπειγούσης καὶ ἀναποδράστου ἠκύρωσαν τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα ἐκεῖνο καὶ ἐξέθεσαν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως εἰς τὸν ἐμπαιγμόν; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἡ κατεπείγουσα, ἡ ἀκαταμάχητος καὶ ἀναπόδραστος; Ἔχομεν ἐξ ἐναντίας τὰς ἐγκυκλίους τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ, αἵτινες ὁμολογοῦσιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἡ παροῦσα κατάστασις μέχρι συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ τοιαύτην ὁμολογίαν λέγει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀνάγκην· λοιπὸν δὲν εἶναι ἀνάγκη. Καὶ τῳόντι εἰς τὸ φύλλον ἐκείνης τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος τῆς ἐκδιδομένης ἐν Κερκύρᾳ ἔχομεν τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν τῆς Ἑπτανήσου οὕτως. «Ὁ νομός τῆς Κεφαλληνίας, περιλαμβάνων τὴν ὁμώνυμον ἐπαρχίαν.» Μίαν ἐπαρχίαν τὴν εὗρε, καὶ μίαν τὴν ἀφίνει, διότι ἦτον ἀνάγκη νὰ ᾖναι μία. Τὸ ὁμολογεῖ ὁ ὑπουργὸς, λέγων «Τούτου ἕνεκα θέλει μὲν ἐξακολουθήσει ἡ ἐν ταῖς νήσοις ὑφισταμένη τοπικὴ διαίρεσις, ἵνα ἐντὸς αὐτῆς καὶ διὰ τῶν ἐν αὐτῇ ὑπαρχόντων ὀργάνων ἐκτελῶνται οἱ νόμοι καὶ τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα, κτλ.» Καὶ τῷ ὄντι διετήρησε τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς ἑκάστην νῆσον· τὰς δὲ παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν δὲν ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη νὰ μένουν τὰ πράγματα εἰς ἣν κατάστασιν ὑπῆρχον, ἀλλ’ ἀνάγκη κατεπείγουσα, ἀκαταμάχητος, ἀναπόδραστος νὰ ἀλλάξῃ ἡ πρὶν ἀνάγκη, καὶ διαιρεῖ τὰς νήσους εἰς τρεῖς ἐπαρχίας καταστρέφων οὕτω καὶ νοθεύων τὴν ἀντιπροσωπείαν της· ἀλλὰ, λέγει, ἦτον ἀνάγκη νὰ ἔλθωσιν ἀντιπρόσωποι ὅλων τῶν τάξεων καὶ ὅλων τῶν συμφερόντων· ψευδὲς καὶ τοῦτο· ἐγὼ φέρω τὴν ἀνταπόδειξιν· εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Πάλης δὲν ἐξελέχθησαν εἰμὴ ἐκ τῆς πόλεως· καὶ 3 βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουν 20 χιλιάδας κατοίκων ἄλλων τάξεων καὶ ἄλλων συμφερόντων, κατὰ τὴν δήλωσιν πάντοτε τῆς κυβερνήσεως· εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κραναίας δὲν ἐξελέχθη οὐδεὶς ἐκ τῆς πόλεως, καὶ τὸ Ἀργοστόλιον, οἱ ἔμποροι, οἱ ναυτικοὶ, ὁ λαὸς εἶναι ἄνευ ἀντιπροσώπων, κατὰ τὴν ἰδέαν τῆς κυβερνήσεως· διότι ἐκ τῶν ἐλθόντων τεσσάρων οὐδεὶς εἶναι ἐκ τοῦ Ἀργοστολίου, οὐδεμία ἀντιπροσωπεύεται τάξις εἰς τὸ Ἀργοστόλιον, καὶ ἑπομένως ὑπάρχει ἀνταπόδειξις, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, οὐδὲ ἀκαταμάχητος, οὐδὲ κατεπείγουσα, οὐδὲ ἀναπόδραστος. Ἑπομένως λείπει ἡ βάσις τῶν βασιλικῶν διαταγμάτων, καὶ πρέπει νὰ ἔλθουν νέοι ἀντιπρόσωποι, ἵνα λέγηται, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος ἔχει ἀληθῆ ἀντιπροσωπείαν· διὰ τοῦτο ἐπρότεινον ἐξ ἀρχῆς τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἐκλογῶν· ἡ ἀνάγκη δὲν εἶναι κατ’ ἐμὲ οὐδέποτε λόγος δικαιολογητικὸς τῆς ἐκδόσεως βασιλικῶν διαταγμάτων· εἶπον, ὅτι ἂν θὰ ἐκδίδωνται νομοθετικὰ διατάγματα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀνάγκη εἰς αὐτοὺς τοὺς νόμους· ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἡ ἀνάγκη εἰς τοὺς νόμους, λείπει ὁ λόγος τῆς ἐκδόσεως τῶν νόμων· καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἡ ἀνάγκη εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἡ ἐξουσία ἐνεργεῖ ἐλευθέρως, εἶναι νόμοι, εἶναι ὄντως βασιλικὰ διατάγματα· ἐὰν ὅμως ἡ ἀνάγκη ἡ ἠθική, ἢ ἡ ὑλικὴ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν νόμων εἰς τὰ πράγματα, τότε εἶναι ἄκυρον, μόνον διότι ὑπάρχει ἀνάγκη· διότι κατ’ ἀνάγκην ἐξεδόθη τὸ βασιλικὸν διάταγμα· καὶ τῳόντι περὶ τοιαύτης ἀνάγκης εἶναι ἀδύνατον οὐδ’ αὐτὴ ἡ κυβέρνησις νὰ ὁμιλήσῃ, διότι ἤθελεν ὁμολογήσει τὸ ἄκυρον ῥιζικῶς τῶν βασιλικῶν διαταγμάτων· ποτὲ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων δὲν φέρει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκδόσεως τῶν βασιλικῶν διαταγμάτων. Ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα τί εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, «ἡ ἀνάγκη», λέγει, «εἶναι ἡ πηγὴ τῶν νόμων»· μάλιστα, ἡ ἀνάγκη εἶναι ἡ πηγὴ τῶν νόμων τὸ ἀναγνωρίζω καὶ ἐγώ· αἱ σχέσεις τῶν πραγμάτων, ἡ θεωρία τοῦ Μοντεσκίου, ἢ πολλῶν ἄλλων δημοσιογράφων, μᾶλλον δὲ ὅλων εἰς τὴν ἀνάγκην στηρίζοντα· ἀλλ’ εἰς ποίαν; εἰς τὴν ἀνάγκην ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπάγει τὴν ἔκδοσιν τῶν νόμων εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τότε πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη· πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ βλέπῃ τὸ ὀρθὸν τῶν σχέσεων τῶν πραγμάτων, νὰ ἀναγνωρίζῃ τὴν ἀνάγκην καὶ νὰ ἐκδίδῃ τοὺς νόμους· ἀλλ’ οὐχὶ ποτὲ διότι ὑπάρχει ἀνάγκη εἰς τὰ πράγματα, δικαιοῦται ἕκαστος νὰ ἐκδίδῃ νόμους· ὥστε δὲν εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀνάγκης ὅστις πρέπει νὰ διευθύνῃ τὴν κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ ἁρμοδιότης τῆς ἐκδόσεως τῶν νόμων. Ἐξηγοῦμαι· τί εἶναι ἡ κυβέρνησις; εἶναι κηδεμὼν ἢ ὀρθότερον ἐπίτροπος τῆς κοινωνίας· ὅταν ὁ ἐπίτροπος ἔχῃ νὰ ἐξοδεύσῃ, ἐξοδεύει ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας του· ὅταν δὲν ἔχῃ νὰ ἐξοδεύσῃ ὑπὲρ τῶν ἀνηλίκων ἢ ὑπὲρ τῶν ἐπιτροπευομένων, δύναται νὰ ἐξοδεύσῃ ξένην περιουσίαν; Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Ὑποθέσατε, ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ φάγωσιν ἄρτον οἱ ἀνήλικοι ἢ ἐπιτροπευόμενοι, ὅτι μέλλουσι νὰ ἀποθάνωσι τῆς πείνης· τί πρέπει νὰ κάμῃ ὁ ἐπίτροπος; νὰ ἐξοδεύσῃ ὅσα χρήματα ἔχει ἡ ἰδιοκτησία τῶν ἐπιτροπευομένων, νὰ πωλήσῃ τὰ ἀκίνητα, νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τοῦ δικαστηρίου· ἀλλὰ πέραν τούτου δὲν δικαιοῦται, λόγῳ, ὅτι ψυχοῤῥαγοῦσι τὰ ἀνήλικα, νὰ λάβῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου διὰ νὰ τὰ θρέψῃ· ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα· εἰσέβαλεν ἡ χολέρα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κράτος; τί θέλει κάμει ἡ κυβέρνησις; νὰ ἐξοδεύσῃ, νὰ ἰατρεύσῃ, νὰ περιθάλψῃ, νὰ οἰκονομήσῃ· ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ἰδικόν της, ἀπὸ τὸ κράτος· ἂς δανεισθῇ, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας καὶ τῆς ἁρμοδιότητός της. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχῃ τοιαύτην περιουσίαν, δὲν δικαιοῦται λόγῳ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη εἰς τὰ πράγματα νὰ ληστεύσῃ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, νὰ κλέψῃ καὶ νὰ ἁρπάσῃ τοῦ τρίτου τὴν περιουσίαν διὰ νὰ περιθάλψῃ ἔστω καὶ χολεριῶντας· ἤθελον δώσει τὸ ὑποκάμισόν μου, ἵνα σώσω ἕνα ψυχοῤῥαγοῦντα· ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ ζήτημα αὐτό· ἡ οἰκειοθελὴς προσφορὰ εἶναι ἡ ἀρετὴ, ἀλλ’ οὐχὶ ἡ κατ’ ἀνάγκην· τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα· τοῦτο ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις; ὄχι· διότι μία ἐξουσία μὴ ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ νόμους, ἐξέδωκε νόμους σφετεριζομένη τὰ δικαιώματα ἄλλης μὲ σκοπὸν ἔστω καὶ φιλανθρωπίας, νὰ σώσῃ χολεριῶντας, μὲ σκοπὸν νὰ ἀνεγείρῃ δημόσια καταστήματα, μὲ σκοπὸν νὰ θρέψῃ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον, Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ἔχῃ δικαίωμα νὰ σφετερίζηται τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων· ἄλλως ἠδύνατο κάλλιστα καὶ ὁ πρύτανις τοῦ πανεπιστημίου νὰ ἐκδώσῃ νόμους, νὰ πράξῃ τὰ αὐτὰ, ἅτινα καὶ ἡ κυβέρνησις ἔπραξε διὰ κυβερνητικῶν πράξεων. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ τοιαύτη πρότασις, τοιαύτη ἰδέα; καὶ τῳόντι, ἐπαναλέγω, οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀγορευσάντων καὶ ὑποστηριξάντων τὴν κυβέρνησιν, οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι αὐτὴ ἡ θεωρία εἶναι ὀρθή· καὶ ἐνῷ ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἡ θεωρία μου εἶναι «εὐαγγελικὴ, καθαρὰ, καὶ συνταγματικὴ», συγχρόνως λέγουσι, καὶ ὁμολογοῦσιν, «ἡμεῖς θέλομεν νὰ ζήσωμεν κοσμικώτερα, ἐρχόμεθα εἰς τὰ πράγματα». Τὸ ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, εἰς τὸν κόσμον πρέπει νὰ ζήσωμεν, ἀλλὰ ὅπως πρέπει. Τί εἶπεν ὁ Κύριος Κυπριάδης; «εἶσαι ἄξιος κατηγορίας καὶ ἀγχόνης, διότι εἶπες παρὰ νὰ χαλάσῃ ὁ νόμος, κάλλιον νὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος.» Μάλιστα τὸ εἶπον· ἀλλὰ δὲν τὸ πρωτοεῖπον ἐγώ· ἐὰν πρέπῃ νὰ τιμωρήσητε καὶ νὰ κρεμάσητέ τινα, πρέπει νὰ κρεμάσητε τὸν λαὸν, τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ παροιμία αὕτη· ὁ λαὸς λέγει (τόσον εἶναι μέγα τὸ σέβας του πρὸς τὰς διατάξεις τῶν νόμων) «παρὰ νὰ χαλάσῃ ὁ νόμος, νὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος,» διότι λέγει παρὰ νὰ χαλάσῃ ὁ λαὸς, καλλίτερον νὰ χαλάσῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ χαλάσῃ τὸ ὅλον (γέλως εὐχαριστήσεως)· ὁ νόμος ἐγγυᾶται τὴν διατήρησιν τῶν δικαίων τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, διὰ τῶν δικαιωμάτων του ζῇ ὁ κόσμος, ὁ λαὸς, οἱ πτωχοὶ ἄνθρωποι· ὅταν παραβιάζεται ὁ νόμος ἀποθνήσκουσι τῇ πείνῃ· ὁ λαὸς τότε δὲν ἔχει ἰδιοκτησίαν, δὲν ἔχει δικαιώματα, δὲν ἔχει τίποτε· λοιπὸν παρὰ νὰ χαλάσῃ ὁ νόμος, κάλλιον νὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος, δηλαδὴ ἐκεῖνοι ποῦ θέλουν νὰ χαλάσουν τὸν λαόν· αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς παροιμίας ἐκείνης. «Ἀγνοεῖς, Κ. Ἰακωβάτε, λέγει ὁ Κ. Κυπριάδης, ὅτι «Ἀνάγκᾳ οὐδὲ Θεοὶ μάχονται»; τὸ ἀναγνωρίζω κάλλιστα· ἔπρεπεν ὅμως νὰ τὸ ἐφαρμόσουν εἰς τὴν κυβέρνησίν σου· ὅταν ἔχῃ τοιαύτην ἀνάγκην ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ μάχεται, ἂς ὑποκύψῃ, καὶ ὄχι νὰ κάμῃ νόμους· διὰ τοῦτο ὅταν στρατὸς 200 χιλιάδων θέλῃ νὰ εἰσβάλῃ, ἂς ὑποκύψῃ ἡ κυβέρνησις, νὰ μὴ μάχεται ἀνάγκᾳ, ὄχι δὲ νὰ νομοθετῇ καὶ νὰ δικαιολογῇ τὴν βίαν· ἐκεῖνο λέγω καὶ ἐγώ· ἀλλὰ, λέγουν, ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη παροιμία «ἐξ ἀνάγκης, καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται»· συμφωνῶ καὶ μὲ αὐτὴν, καὶ σὲ προσκαλῶ νὰ συμμορφωθῇς· εἶναι ἀνάγκη τῆς μεταθέσεως τοῦ νόμου; πρᾶξον ὅ,τι ἔπραξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸ ῥητὸν, ἤτοι νὰ μετατεθῇ ὁ νόμος διὰ νόμου, καὶ οὐχὶ νὰ μετατεθῇ δι’ ἀκύρου νομοσχεδίου· ἡ Βουλὴ κάμνει τὸν νόμον, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ κάμῃ τὸν νέον νόμον αὐτὴ· διότι ἄλλως δὲν εἶναι, δὲν γίνεται μετάθεσις τοῦ νόμου, αὐτὴ εἶναι ἡ μετάθεσις τοῦ νόμου! πρέπει νὰ τὸ συγχωρήσῃ ἡ ἐκκλησία, καὶ ὅταν τὸ συγχωρήσῃ ἡ ἐκκλησία, εἶναι μετάθεσις τοῦ νόμου· διότι ἐκείνη ἡ δύναμις, ἥτις ἔκαμε τὸν πρῶτον νόμον, δύναται νὰ κάμῃ τὴν μετάθεσιν· καὶ ποῦ; εἰς τὰ πράγματα· ἀλλὰ ποτὲ δὲν θέλει τολμήσει τις, δὲν εἶναι εὔλογον νὰ εἴπῃ τις εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἢ τὸν νομοθέτην, ἄφες νὰ μεταθέσω τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔκαμες σὺ· δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα; ἐδὼ εἶναι· νὰ μεταθέσῃ τὸν νόμον, ἄλλος ἢ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκαμε· ἐκεῖνος, δὲ ὁ ὁποῖος δὲν τὸν ἔκαμεν, εἶναι ἀδύνατον νὰ συγχωρήσωμεν νὰ τὸν παραβιάσῃ. Παραβιάζετε, χριστιανοὶ, ὅσον θέλετε τὸ εὐαγγέλιον, παραβιάζετε ὅσον θέλετε τοὺς νόμους, εἶναι ἀδύνατον νὰ δώσῃ ὁ νομοθέτης, ἢ ἐκκλησία τὴν συγκατάθεσίν της εἰς τὴν μετάθεσιν, τὴν ὁποίαν σεῖς οἴκοθεν κάμνετε τοῦ νόμου· εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ εἴπῃ ἡ ἐκκλησία· «Σφάζετε, κλέπτετε!» ἐν ἀρχῇ εἶναι ἀδύνατον, ἄκαμπτος ἐν ἀρχῇ, συγχωρεῖ τὸν κλέπτην, συγχωρεῖ τὸν φονέα, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον ἐν ἀρχῇ νὰ εἴπῃ, «Δύναταί τις νὰ πράττῃ καὶ ληστείας καὶ φόνους.» Οὕτως εἶπον εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὅτι πρέπει νὰ στείλῃ στρατιώτας νὰ καταστείλῃ τὴν ληστείαν· ἐξ ἀνάγκης πρέπει, αὐτὸ εἶναι ἐκ τῶν πρώτων καθηκόντων τῆς κυβερνήσεως, νὰ καταστείλῃ τὴν ληστείαν· ἀλλὰ δύναται νὰ ἐκδίδῃ καὶ βασιλικὰ διατάγματα νὰ λέγῃ εἰς τὸν στρατηγὸν νὰ παραβιάζῃ τὸ οἰκιακὸν ἄσυλον, νὰ καίῃ τὰς καλύβας τῶν πτωχῶν, νὰ βιάζῃ γυναῖκας, νὰ σφετερίζεται ἰδιοκτησίας; ἀδύνατον. Πρέπει νὰ ’ςταλῇ ὁ στρατηγὸς, καὶ ἐκεῖ, ἂν ὁ στρατηγὸς ἐξ ἀνάγκης βιασθῇ νὰ κάψῃ οἰκίαν, βιασθῇ νὰ δείρῃ ἐκείνους τοὺς χωρικοὺς, αὐτὸ εἶναι πρᾶξις· ἀλλὰ δὲν συγχωρῶ ἐν ἀρχῇ τὰ τοιαῦτα ποτέ· ἂς τὰ πράξῃ ὁ στρατηγὸς, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι καθημέραν πράττονται καὶ χειρότερα· ἀλλὰ δὲν θέλω συγχωρήσει εἰς τὴν κυβέρνησιν, νὰ εἴπῃ ὁ Βασιλεὺς μὲ τὴν ὑπογραφήν του, «Κάμετε παρανομίας,» ποτέ! «Σώσατε τὸν τόπον,» παραγγείλατε εἰς τοὺς στρατηγοὺς, καὶ ὁ στρατηγὸς ὅπως δύναται θέλει σώσει τὸν τόπον· ἀλλ’ οὐχὶ νὰ τῷ εἴπητε, «Πήγαινε νὰ εἰσπράξῃς φόρους· ὁ δὲν δύναμαι νὰ τὸ εἴπω, οὐδὲ θέλει τὸ εἴπω ποτέ· καὶ σεῖς μὲ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις λέγετε τοῦτο. Ἐγὼ, ὅστις δὲν ἔχω ἐξουσίαν, παραγγέλλω εἰς σᾶς νὰ εἰσπράττετε φόρους· ἐγὼ, ὅστις δὲν ἔχω ἐξουσίαν, παραγγέλλω εἰς σᾶς νὰ δείρετε κτλ. οὕτω· ἡ κυβέρνησις πράττει τοῦτο· καταργεῖ μίαν θέσιν, καὶ δημιουργεῖ ἄλλην· παύει τὸν ἕνα ὑπάλληλον, διορίζει ἕτερον· ἐλαττόνει τὴν μισθοδοσίαν, καὶ αὐξάνει τὰς μισθοδοσίας· καὶ ὅλα ταῦτα ἔγειναν, ὡς ἀποδεικνύουσι τὰ ἐδὼ διατάγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξετάζω. Εἰς τὰ καθέκαστα θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι δὲν ὑπῆρξε σεβασμὸς οὔτε πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, οὔτε πρὸς κεκτημένα δικαιώματα, οὔτε καὶ πρὸς τὴν τιμήν. Λέγω που εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, ὅτι ἐπράττοντο πάντα ταῦτα καὶ πράττονται χωρὶς οὔτε κἂν νὰ δημοσιευθῶσιν οἱ νόμοι· καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν ἐδημοσιεύθη ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία· πῶς τοῦτο; ὁ μὲν πρώην ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν Κ. Σωτηρόπουλος εἶπεν ὅτι ἐδημοσίευσε τοὺς οἰκονομικοὺς νόμους διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ὁ δὲ βουλευτὴς Λευκάδος λέγει ψευδὲς εἶναι αὐτὸ, δὲν ἐδημοσιεύθησαν οἱ νόμοι· καὶ ἐγὼ εἶπον «καὶ σὺ ἔχεις δίκαιον καὶ ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν δίκαιον ἔχει·» διότι ἡ δημοσίευσις τῶν νόμων, ἥτις ἔγινεν ἐν Ἑπτανήσῳ, εἶναι καὶ τῆς δημοσιεύσεως, —τί νὰ εἴπω; εἶναι χείρων καὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων ἐκείνων, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Καλιγόλας ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Ῥώμης· ὁ Καλιγόλας, ὁ σφαγεὺς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἤθελε νὰ διοικῇ τὸν Ῥωμαϊκὸν κόσμον μὲ τὸ ἔτζι θέλω. Ἐφώναζεν ὁ Ῥωμαϊκὸς λαὸς, «θέλω νόμους·» νόμους νὰ σᾶς κάμω καὶ τί ἔκαμεν; ἔγραψε τοὺς νόμους μὲ ψιλογραφίαν, καὶ τοὺς ἐκρέμασεν ὑψηλὰ εἰς ἓν μέρος, ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ ἄνθρωποι νὰ τοὺς ἀναγινώσκουν, καὶ τόσον στενὸν, ὥστε δὲν ἠδύνατο ἢ ἕνας τὴν φορὰν νὰ προσέλθῃ· καὶ εἶναι ἀπίστευτον, ἐὰν οἱ συγγραφεῖς δὲν τὸ ἐβεβαίουν. «Tandem flagitante populo Romano proposuit (Caligula) quidem legem; sed minutissimis litteris et angustissimo loco, uti ne cui describere licevet (Suet.) (Ἀναγινώσκων) «Περὶ τῆς ναυτικῆς ἐμπορίας. «Γεώργιος Αʹ. Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἡ ναυτικὴ καὶ ἐμπορική.... κ. τ. λ. Δὲν εἶναι δημοσιευμένος οὗτος ὁ νόμος. Ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου δὲν γνωρίζει τοιούτους νόμους, δὲν ὑπάρχουσι· πῶς θέλετε νὰ ἐξάξητε ἐκ τοῦ προτέρου, ὅτι εἶναι γνωστός; Ἐὰν θέλητε νὰ εἰσάξητε τοὺς νόμους, τυπώσατέ τους καὶ δημοσιεύσατέ τους γραπτοὺς ὁλοκλήρως. Ὅτε ἡ προστασία τῆς Ἑπτανήσου ἤθελε νὰ δώσῃ ἰσχὺν εἰς τὸν πολιτικὸν νόμον, ὅστις ὀλίγον ἦν διάφορος ἀπὸ τοὺς πρώην ἀστυκοὺς νόμους, καὶ ἐνῷ ἦτο γνωστὸν, ὅτι μετεφράσθη ἀπὸ τὸ Γαλλικὸν καὶ ἀπὸ τὸ Ἰταλικὸν, καὶ ἐνῷ τὸ ἐγνώριζον ὅλοι καὶ ἐδημοσιεύθη πρότερον διὰ τοῦ τύπου εἰς τὴν Βουλὴν, γνωστὸν ὄντα τὸν νόμον τοῦτον παρεδέχθησαν ἀσυζητητεὶ ὡς νόμον τοῦ κράτους, τότε δὲ ἔγεινε καὶ τὸ κομεστὰ, διότι ἐπὶ προτάσει ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸν ἀστυκὸν κώδηκα, ὅπως καθυπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἀγγλίας, καὶ εἶναι οἱ νόμοι οἱ διέποντες τὴν Ἑπτάνησον ἤδη· ἐν τοσούτῳ, τὸ γνωρίζετε, μυριάδες ἀντιτύπων ἐπωλοῦντο, σχεδὸν δωρεὰν ἐδίδετο ὁ ἀστυκὸς κώδηξ. Τὴν σήμερον, ὡς ἔλεγον καὶ πέρυσυ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Συνελεύσεως, ποῦ εἶναι τὰ ἀντίτυπα, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν; πρέπει νὰ στέλλετε ἀντίτυπα τῆς Βασιλικῆς ἐφημερίδος, δὲν ἔχετε ἀπὸ αὐτά; ἀντίτυπα τῶν Ἑλληνικῶν συλλογῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Βεβαιωθῆτε, ὅτι εἰς τὴν πόλιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ κατοικῶ, ἐκτὸς ἐμοῦ, οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν· δὲν γνωρίζει οὐδὲ, ὅτι δημοσιεύονται οἱ τίτλοι τῶν νόμων· καὶ τοιαύτη δημοσίευσις εἶναι χειροτέρα τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων τοῦ Καλιγόλα. Διὰ τὴν τιμὴν τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν τιμὴν τῆς νομολογίας, νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος ἡ δημοσίευσις ἐκείνη, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ διατάξῃ τὴν δημοσίευσιν· ὅσα δὲ συνέβησαν μέχρι τοῦδε νὰ τὰ θεωρήσῃ ὡς πράγματα. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον μ’ αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἠξεύρουν οἱ ἄνθρωποι ποῦ ἔχουν τὴν κεφαλήν των· λέγουν, ὅτι δὲν ἐγένετο ἕνωσις, δὲν ἐγένετο ἀφομοίωσις, ὡς μὴ ἐννοοῦντες τὴν ἀφομοίωσιν τῶν νόμων· ἀφομοίωσιν αὐτοὶ, ὅταν λέγουν ἐννοοῦν νὰ παύσῃ τὸ προσωπικὸν τῆς πρώην φανερᾶς καὶ μυστικῆς ἀστυνομίας. Αὐτὸ ἐννοοῦν ἀφομοίωσιν, δὲν θέλουν νὰ βλέπουν ἄρχοντα τὰ πρόσωπα τὰ ἐθνομίσητα· τοῦτο αὐτοὶ ἐννοοῦν ἕνωσιν, καὶ ὄχι τὴν ἀφομοίωσιν τῶν νόμων, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ἡμεῖς· τοῦτο πρῶτος ἐγὼ ἐπρότεινα εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ εἰργάσθην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐὰν δὲ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἤθελεν ἀκολουθήσει τὰς ὑποδείξεις μου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὰ ἐννέα δέκατα τῆς ἀφομοιώσεως, ὅπως τὰ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, ἤθελον εἶναι τετελεσμένα. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἠξεύρουν ποῦ ἔχουν τὴν κεφαλήν των· νομίζουν, ὅτι ὑπάρχουν οἱ παλαιοὶ νόμοι, καὶ ἐν τοσούτῳ ὑπάρχουν νέοι· νομίζουν, ὅτι ὑπάρχουν ὅλοι οἱ νέοι καὶ δὲν ὑπάρχουν ὅλοι, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ οἱ παλαιοί· ἤδη ἀπόδειξις καὶ αὐτὰ τὰ Βασιλικὰ διατάγματα, περὶ προέδρων τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, τῆς ἀνάγκης τῆς κατεπειγούσης, τῆς ἀκαταμαχήτου, τῆς ἀναποδράστου, νὰ νομοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ προέδρων τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων, ἐνῷ προέδρους εἶχον. Ἔστειλε Νομάρχην, ἀλλὰ τοιοῦτος εἶναι ὁ ἔπαρχος κατὰ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν, ὅστις εἶναι καὶ πρόεδρος τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου· (Ἀναγινώσκων, καὶ ἐκ διαλειμμάτων σχολιάζων). «Ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες τὸ ἡμέτερον διάταγμα τῆς 17 10βρίου....... Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀφήσῃ τὰ καθεστῶτα μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει.—(Ὁ ἀγορεύων ἀναγινώσκει ἕτερον διάταγμα). Ἄλλο διάταγμα περὶ τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν προσόντων τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ Ἀστυνομιῶν. Πολὺ ἀρέσκει τῇ Κυβερνήσει ἡ Ἀστυνομία τῆς Ἑπτανήσου· ὅλα ἤθελε νὰ τὰ τροποποιήσῃ, ἀλλὰ ποτὲ τὴν Ἀστυνομίαν τῆς Προστασίας, ἡ ὁποία Ἀστυνομία, ἡ Ὑψηλὴ, νὰ δύναται νὰ ἐξορίζῃ ἐπὶ ὀκταμηνίαν, καὶ νὰ φυλακίζῃ 3 ἡμέρας καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ πρόστιμον 4 διστήλων, ἢ νὰ φυλακίζῃ 12 ἡμέρας ἄνευ καταμηνύσεως, ἄνευ δίκης, ἄνευ ὑπερασπίσεως. Αὐτὴ εἶναι κατηργημένη δυνάμει τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἐκανονίσθη ἀπὸ τὸ 4 ἢ 5 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, δυνάμει τοῦ ὁποίου δὲν δύναται πολίτης νὰ στερηθῇ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, εἰμὴ ὅπως λέγει τὸ Σύνταγμα. Ἀντιτάττει ἡ Κυβέρνησις, «καὶ οἱ γενικοὶ νόμοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκυρώσωσι νόμους εἰδικοὺς;» Ὄχι, ἀλλ’ ὁ εἰδικὸς νόμος ἀκυρόνει τὸν εἰδικὸν νόμον, τὸ δὲ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος εἶναι εἰδικὸς περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας νόμος, καὶ ὡς εἰδικὸς νόμος ἀκυρόνει τοὺς περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας εἰδικοὺς νόμους τῆς Ἑπτανήσου. «Ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος κτλ.» Μέλλει νὰ στερηθῇ καὶ ὁ πολίτης τῶν νήσων ἐκείνων τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας; οὕτως ἂς γίνῃ. Καὶ ὅμως δὲν τηρεῖται οὕτως ὁ νόμος· ἀλλὰ τὸν συλλαμβάνει ἡ ἀστυνομία, τὸν βάλλει εἰς πλοῖον, ὄχι εἰς ἅμαξαν, καὶ τὸν στέλλει εἰς τὰ Ἀντικύθηρα, τὸν στέλλει εἰς τὴν φυλακὴν 12 ἡμέρας, τοῦ ἐπιβάλλει πρόστιμον 4 διστήλων ἄνευ καταμηνύσεως, ἄνευ δίκης, ἄνευ ὑπερασπίσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζομεν ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ ὑποφέρει τὸ ὑπουργεῖον, συγκείμενον ἐξ ἀνδρῶν σοφῶν καὶ πατριωτικῶν καὶ πάντοτε καλλιτέρων ἐμοῦ! Ἡ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὴν ἐξουσίαν. Οὕτω διατάττει καὶ ὁ χαρακτὴρ, οὕτω διατάττει καὶ ἡ ἠθική. (Ἀναγινώσκων). «Μέχρις οὗ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, τὸ προσωπικὸν τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν ὁρίζεται ὡς ἑξῆς.» (Ἕπεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ διατάγματος.) Τί θέλετε; ὅ,τι ἐγένετο δυνάμει τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀντισυνταγματικόν· ὅ,τι ἐγένετο δυνάμει τοῦ Ἰονίου Συντάγματος, ἔτι χειρότερον ἀντισυνταγματικόν· καὶ λοιπὸν ἡ Ἑπτάνησος ἐδιοικεῖτο ὡς Ἀλγερία, ἐδιοικεῖτο ὡς κράτος ἄλλο· ἐντεῦθεν ἀφαιροῦνται μισθοὶ ἐναντίον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Ἑπτανήσου, προστίθενται μισθοὶ, καταργοῦνται θέσεις, πλάττονται θέσεις. Αὐτὸς ὁ λαὸς λοιπὸν κυβερνᾶται διαφοροτρόπως, καὶ διὰ τοιαύτας πράξεις δυσκολεύεται ἡ Βουλὴ νὰ εἰπῇ «Μέμφομαι τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως!» διότι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τὸ ὑπουργεῖον· σᾶς τὸ λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἀνεύθυνον, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους, ὄχι διὰ συνταγματικούς. Ἐγὼ θέλω, ἵνα ἡ Βουλὴ μεμφθῇ τὰς πράξεις οὔσας ἀναντιῤῥήτως ἀντισυνταγματικάς· ὀφείλει νὰ τὰς μεμφθῇ· τὰ δὲ πρόσωπα εἶναι πρόσωπα ἀδελφῶν τιμίων καὶ ἀγαπητῶν· καὶ ἂν ἐσυγχύσθην καὶ ἐγὼ μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας δὲν βλάπτει «Ἔχουν τὰ ἀνδρόγυνα χολὴ, ἔχουν τ’ ἀδέλφια μάχην.» (Ἀναγινώσκων). «Διάταγμα τοῦ προσωπικοῦ τῶν φυλακῶν, τῶν προσωπικῶς κρατουμένων ἐν Ἑπτανήσῳ.» Λοιπὸν γίνεται λόγος περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τίποτε. Τοιουτοτρόπως ὑπάρχει μία σωρεία διαταγμάτων, εἴτε κυβερνητικῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι μετέβαλον ἢ μετεῤῥύθμησαν τὰ πράγματα τῆς Ἑπτανήσου, χωρὶς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἔχῃ μέρος. Πλὴν, λέγει, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ ᾖναι αἰώνιον αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ μέχρι τῆς πρώτης συνόδου τῆς Βουλῆς· πλὴν καὶ οὕτω ἀποδείξατε τὴν ἀνάγκην, ὅτι μέχρι τῆς πρώτης συνόδου τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διοικηθῇ ἡ Ἑπτάνησος ἄνευ τῶν ἀναγκαίων Κυβερνητικῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἐθέσατε ἐκεῖ εἰς ἐνέργειαν. Τετρακόσια ἔτη ἐζήσαμεν τοιουτοτρόπως, ἠδυνάμεθα ἀκόμη 4 μῆνας νὰ παρατείνωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν εἴτε καλὴν εἴτε κακὴν, κακίστην, ὅπως θέλετε, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν, κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἠλλάγησαν τὰ κυρίως κακά· ἡ ἀστυνομία ἔμεινεν ἡ αὐτὴ, καὶ προχθὲς ἐξωρίσθησαν ἄνθρωποι, καὶ ἐφυλακίσθησαν, καὶ ὅταν θέλῃ ὁ σύμβουλος τοῦ Βασιλέως ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ὑπουργείου καὶ ἄκοντος τοῦ ὑπουργείου τὰ αὐτὰ θὰ πράττῃ· τὸ δὲ ὑπουργεῖον ἂς ἀνακαλῇ τὰς πράξεις του, ἂς ἀφήσῃ τοὺς ἐξορίστους νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ μεμφθῇ ἡ Βουλὴ τὰς πράξεις αὐτὰς ἵνα πέσῃ ἡ μομφὴ ὄχι ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐπ’ ἐκείνου ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ πέσῃ. Ἀπὸ πράξεως εἰς πρᾶξιν ἡ κυβέρνησις ψηλαφοῦσα τὸ σῶμα τῆς Ἑπτανήσου, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔβαλε καὶ τὴν χεῖρά της εἰς τὴν τζέπην (γέλως), ἐγλύστρησε καὶ ἔμβηκε μέσα· εἶναι παροιμία εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι τὸ αἰσθαντικώτερον μέρος τοῦ σώματος εἶναι τὸ βαλάντιον. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἐκαλλιτέρευσεν ἡ κατάστασις τῆς Ἑπτανήσου· τώρα σπανίως ἐξορίζονται ἄνθρωποι, ἐνῷ προτήτερα συχνότερα ἐξωρίζοντο· αὐτὸ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν καὶ δόξαν τῆς κυβερνήσεως· ἤδη δὲν ἐπιβάλλονται πρόστιμα τόσον συχνὰ, ὅσον πρότερον ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ δικαστήρια τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ἀκόμη καὶ τὴν σήμερον, δυνάμει τῶν νόμων, (ὡς ὄντων τῶν αὐτῶν δικαστικῶν νόμων), ἠδύναντο νὰ ἐπιθέτωσι τὰ πρόστιμα, καὶ ποῖα πρόστιμα; ἂς εἴπῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας Κ. Μαρκορᾶς ποῖα πρόστιμα κατέθραυον τοὺς Ἑπτανησίους εἰς τὰ δικαστήρια καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον· δι’ ἕνα λόγον 4 λίραι στερλίναι, διότι ὑπῆρχον τόσαι παράγραφοι εἰς μίαν ἔφεσιν τόσαι λίραι στερλίναι πρόστιμον· διότι ὁ δικηγόρος ἔσφαλε, ἢ διότι τὸ χειρόγραφον δὲν ἦτο καθαρῶς γεγραμμένον, 100 σελλήνια πρόστιμον. Τοιαύτη ἦτο ἡ μανία τῶν προστίμων εἰς ἐκεῖνα τὰ δικαστήρια! καὶ τὴν σήμερον ὑπὸ τὸ κράτος τῶν αὐτῶν νόμων —μὲ χαράν μου τὸ κηρύττω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐσωφρονίσθησαν ὡς καὶ τὰ δικαστήρια, ἅτινα σπανίως ἐπιβάλλουσι πρόστιμα· καὶ τῷ ὄντι εἶναι ὀρθότερον οὕτως ἢ πρότερον καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν ἀκόμη. (Ἀναγινώσκων καὶ σχολιάζων). Διάταγμα περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ ἐν Ἑλλάδι νομισματικοῦ συστήματος καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ἀπὸ 1 Φεβρουαρίου. «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ Ἡμέτερα ἀπὸ 19 Δεκεμβρίου π. ε. Διατάγματα περὶ ἐφαρμογῆς τῆς τελωνιακῆς καὶ λογιστικῆς νομοθεσίας καὶ περὶ ἐγκαταστάσεως οἰκονομικῶν ἀρχῶν ἐν Ἑπτανήσῳ, κτλ. «Παρελθούσης τῆς προθεσμίας ταύτης παύει πᾶσα τοιαύτη ἀνταλλαγή, οἱ δὲ συγκεντρωθέντες εἰς τὰ ταμεῖα ὀβολοὶ καθὼς καὶ οἱ τυχὸν εἰς χεῖρας τῶν κατόχων θέλουσι δίδεσθαι καὶ λαμβάνεσθαι παρὰ τοῦ δημοσίου πρὸς λεπτὸν ἓν ἕκαστος κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον 2. «Ἄρθρον 4. Ἡ ἀναγωγὴ τῶν ὀφειλομένων παρὰ τοῦ δημοσίου χρηματικῶν ποσοτήτων ἐκ τῶν μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου ε. ε. συναλλαγῶν θέλει γίνει ὑπολογιζομένης ἑκάστης λίρας στερλίνας πρὸς δραχ. 27, 70. κτλ.» Δηλαδὴ ὅστις εἶχε 5 μένει μὲ 4, διότι τὰ 5 γίνονται 4, ἢ τὰ 5 γίνονται 6. Ἐπειδὴ τὰ 5 λεπτὰ τὰ Ἰόνια ἀντιστοιχοῦν πρὸς 6 ἔφερεν ἐπάνω κάτω τὸ ἐμπόριον. Νομοθετεῖ καὶ περὶ σελλινίων, ἅμα δὲ ἐγένετο τὸ Βασ. διάταγμα, μὲ τὸ ἄλλο ἀτμόπλοιον ἦλθεν ἡ ἀκύρωσις αὐτοῦ. Εἶναι αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι αἱ κατεπείγουσαι; εἶναι αἱ ἀναπόδραστοι καὶ ἀκαταμάχητοι ἀνάγκαι; ἐν ὀνόματι τῶν ἀναποδράστων ἀναγκῶν γίνεται τὸ διάταγμα; ἔστω ἂς μείνῃ ἐπὶ τέλους τὸ αὐτό, ἀλλ’ ὄχι, ἀκύρωσις μετὰ 8 ἡμέρας. Λοιπὸν δὲν ἦτον ἀναπόδραστος ἀνάγκη, οὐδὲ ὑπάρχει ἡ ἀπόδειξις, ὅτι καὶ τὸ σήμερον καθεστὼς εἶναι κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἑπομένως ὄχι μόνον ἡ κυβέρνησις δὲν ἀποδεικνύει τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἀλλὰ μᾶς ἔφερε τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν οὔτε ἀνάγκη, οὔτε ἀναπόδραστος ἀνάγκη, οὔτε ἀκαταμάχητος ἀνάγκη. «Μισθοὶ περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ σωφρονιστηρίου Κερκύρας. (Ἀναγινώσκων καὶ σχολιάζων). «Γεώργιος Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων· προτάσει κτλ. «Τὸ προσωπικὸν τοῦ σωφρονιστηρίου Κερκύρας καὶ οἱ μισθοὶ αὐτοῦ ὁρίζονται ὡς ἑξῆς.» Πλάττει θέσεις, καταργεῖ θέσεις, ἐλαττόνει μισθούς, καὶ μὲ ἓν βασιλικὸν διάταγμα ἔρχεται ἡ ἐλάττωσις τῶν μισθῶν ἀπὸ 100 εἰς 60, καὶ μὲ ἄλλο ἀκόλουθον αὐξάνεται ἡ μισθοδοσία εἰς ὀγδοήκοντα. Ἀντεισαγγελεὺς, ὅστις ἐλάμβανε 17 τάλληρα τὸν μῆνα, λαμβάνει τὴν σήμερον 40 δίστηλα.
§34ΠΑΔΟΒΑΣ. Πενῆντα, πενῆντα, καὶ ὁ δικαστὴς 43 δίστηλα.
§35ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀνάγκη; Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι τὰ πράγματα εἶναι ἐσφαλμένα, δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν οὐσίαν, λέγω, ὅτι δὲν ἦτον ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ ἡ κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτας πράξεις μὴ δικαιουμένας ὑπὸ οἱουδήποτε πράγματος. Τώρα λέγετε, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη δι’ ἄλλας κυβερνητικὰς πράξεις ὁμολογουμένως; Ἠκούσατε, ὅτι 55 κυβερνητικαὶ πράξεις καθυπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν· ἐγὼ λέγω, ὅτι αἱ 5 ὅταν ἐγένοντο ἄνευ ἀνάγκης, μία ὅταν ἐγένετο ἄνευ ἀνάγκης, αὐτὴ καὶ μόνη δίδει τὸ χρέος ὄχι τὸ δικαίωμα, τὸ χρέος εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ μεμφθῇ τὰς λοιπάς. Καὶ δι’ ὅλας τὰς χαρίζω, ἀλλὰ διὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἰθάκης εἰς τὴν Λευκάδα, καὶ τῶν Κυθήρων εἰς τὴν Ζάκυνθον ἡ φύσις φωνάζει, ὅτι δὲν ἦτον ἀνάγκη, διότι αἱ νῆσοι ἔμειναν ἐκεῖ ὅπου ἦσαν. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ὅπου ὑπάρχει ἐπαρχιακὸν συμβούλιον νὰ ὑπάρχῃ μία ἐπαρχία, διότι ἄλλως δὲν τὸ ἐννοεῖ ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἐὰν τοιαύτη ἀνάγκη ὑπῆρχε πρὸ αἰώνων ὡς οὕτω ἐκήρυξε καὶ ὁ ὑπουργὸς καὶ ὁ Βασιλεὺς διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ Δεκεμβρίου, τουτέστιν ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἡ Κεφαλληνία νὰ μένῃ μία ἐπαρχία, εἰς τὰς 5 τοῦ Μαρτίου αἴφνης φωτίζεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀνάγκη κατεπείγουσα, ἀκαταμάχητος, ἀναπόδραστος εἶναι, ἡ Κεφαλληνία νὰ γίνῃ εἰς 3 τεμάχια ὡς καὶ ἐγένετο. Ἀναγινώσκει· Ἄρθρον 2. Ἡ ἐπαρχία Κεφαλληνίας διαιρεῖται εἰς τρεῖς ἐπαρχίας, τὰς ἑξῆς· ά.) Ἐπαρχίαν Κραναίας, περιλαμβάνουσαν τὸ διαμέρισμα τῆς πόλεως Ἀργοστολίου καὶ τὰ διαμερίσματα 3ον καὶ 4ον. βʹ.) Ἐπαρχίαν Πάλης, περιλαμβάνουσαν τὸ διαμέρισμα 2ον. γʹ.) Ἐπαρχίαν Σάμης, περιλαμβάνουσαν τὸ διαμέρισμα 5ον. Ἐν Ἀθήναις τὴν 5 Μαρτίου 1865. Ὅτι δὲ καὶ αὐταὶ κακῶς ἔγειναν καὶ κακῶς διῃρέθησαν, ἀποδεικνύει ἡ φύσις τῶν πραγμάτων. Ἡ ἱστορία εἶναι τὸ ἰσχυρότερο ὅπλον, τὸ ἰσχυρότερον ἐπιχείρημα, διότι παρίσταται ἀμέτοχος τῶν διαπληκτισμῶν κομμάτων, ἡ ἱστορία εἶναι λαμπρὰ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη μεταβολῆς τῶν πραγμάτων τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη μεταβολῆς τῆς πολιτείας, οὐδὲ καὶ εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα. Ὅταν ἔμελλον οἱ Ἄγγλοι νὰ ἀποχωρήσωσι τῆς Ἑπτανήσου καὶ νὰ παραδώσωσι τὴν Ἑπτάνησον εἰς τὰ στρατεύματα τῆς Α. Μεγαλειότητος, ἐγένετο πρότασις ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ μείνῃ ὁ τόπος ἄνευ προνοίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπρότεινεν εἰς τὴν ΙΓʹ. Βουλὴν τῆς Ἑπτανήσου νὰ παραδεχθῇ διάγγελμα τοῦ ἁρμοστοῦ, ἔχον οὕτως· «ὅτι ἅμα ἡ ἐν τῷ Κράτει τούτῳ, δυνάμει τῆς ἀπὸ 5 Νοεμβρίου 1815 ἐν Παρισίοις ὑπογραφείσης συνθήκης, ἱδρυθεῖσα Βρεττανικὴ προστασία παύσῃ νομίμως, καὶ μέχρι τῆς ἐγκαθιδρύσεως νέου Συντάγματος, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων θέλει ἐξουσιοδοτηθῆ νὰ ἐξασκῇ ἐν τῷ Κράτει τούτῳ, καθ’ ὃν τύπον ἡ εἰρημένη Α. Μ. θέλει διὰ Βασ. Αὐτοῦ Διατάγματος ἀποφασίσει, πάντα τὰ δικαιώματα τῆς κυριαρχίας συμπεριλαμβανομένων τῶν προνομίων καὶ λειτουργιῶν ὅσα ἐξασκεῖ μέχρι τοῦδε ἡ προστάτις Ἄνασσα, ὁ λόρδος μέγας Ἁρμοστὴς καὶ ἡ ἐκλαμπροτάτη Γερουσία.» — Ἀνεξαρτήτως τῆς τροπολογίας, ἥτις ἐφέρθη εἰς αὐτὸ, δίκαιον ἦτο νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς μεταβατικῆς καταστάσεως τῆς Ἑπτανήσου μέχρι τῆς εἰς Ἑπτάνησον ἐφαρμόσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Μεταξὺ τῶν προνομίων καὶ τῶν λειτουργιῶν τῆς προστασίας ἦτο καὶ αὕτη, νὰ δύναται διὰ κυβερνητικῆς πράξεως νὰ τροποποιῇ τοὺς νόμους, ὅπερ ἦτο προνόμιον συνταγματικόν. Τὸ ἤκουσεν ἡ ΙΓʹ. Βουλὴ καὶ ἔφριξεν, ὄχι διότι ἔπρεπεν ἀπολύτως νὰ κυβερνᾶται ἡ Ἑπτάνησος καὶ εἰς τὸ ἑξῆς οὕτως αἰωνίως, ἀλλ’ ἐπὶ δύω ἢ τρεῖς μῆνας καὶ τῷ ὄντι ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ Μαΐου μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπέκειντο ἓξ μῆνες ἀδικιῶν, καὶ μόλον τοῦτο δὲν τὸ ἐδέχθη· θέλει ἐγγύησιν, καὶ ἀπὸ ποῖον; ἡ ΙΓʹ. Βουλὴ ψηφίζουσα τὴν Ἕνωσιν θέλει ἐγγύησιν ἀπὸ τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων. Ἐδόθησαν αἱ ἐγγυήσεις αἱ συνταγματικαὶ, ἢ δὲν ἐδόθησαν; Ἀκούσατε! ἰδοὺ τὰ πρακτικὰ τῆς ιγʹ. Βουλῆς. Πρῶτος λαβὼν τὸν λόγον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λευκάδος Κ. Βαλαωρίτης εἶπε παῤῥησία (σελ. 53). «Ἐπὶ τοῦ σχεδίου τούτου δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ συζητήσω, εἴτε διότι νομίζω ἀνεπαρκεῖς τὰς δυνάμεις μου, εἴτε διότι φοβοῦμαι μὴ ἀσχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ματαίῳ καὶ γίνω ἔνοχος χρονοτριβῆς ἧς τὰ ἀποτελέσματα δύνανται νὰ ᾖναι ἐπιζήμια διά τε τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα.» — Ἐφρόντισε καὶ περὶ Ἑλλάδος! — «Περιορίζομαι μόνον ἀποφαινόμενος ὅτι διὰ τοῦ σχεδίου ἐκείνου, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ὑποσκάπτονται αἱ βάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου, χαλαροῦται ἡ ἐνέργεια τοῦ Βασιλέως, γεννᾶται ὁ κυκεὼν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων πραγμάτων, παραβιάζονται τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Ἡγεμόνος, ῥίπτεται ὁ σπόρος τῆς δυσπιστίας μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ Ἄνακτος, εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἀποθέτω ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ συνειδήσεως τὴν τύχην τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς.» «Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων καθήμενος ἐπὶ τοῦ ἡμετέρου θρόνου δὲν θέλει εἶναι παρὰ τὸ τυφλὸν ὄργανον ξένης διπλωματίας! Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς, ἂν πιστεύσωμεν, ὅτι ὁ νεαρὸς ἡμῶν Ἡγεμὼν, παραγνωρίζων τὴν ἀποστολήν του καὶ προδίδων τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, θέλει στέρξει νὰ ὑπηρετήσῃ τοὺς σκοποὺς τοῦ ξένου καὶ νὰ θυσιάσῃ τὸ μέλλον ἔθνους διαπιστευθέντος εἰς χεῖράς του τὴν τιμὴν καὶ τὴν ζωήν του. «Ὤ! Κύριοι! τοιαύτην προσβολὴν κατὰ τοῦ Βασιλέως μου ἐγὼ δὲν τὴν ἀνέχομαι, διότι ὤμοσα τὸν θρόνον Αὐτοῦ νὰ τὸν ὑποστηρίξω θέτων ὑπὸ τοὺς πόδας, ἂν ἡ χρεία τὸ καλέσῃ ὡς θεμέλιον καὶ ὡς κραταίωμα τὴν κεφαλήν μου καὶ τὴν κεφαλὴν τῶν τέκνων μου.» — Ὡμίλησεν ἄνευ ὑπερβολῆς! — «Ἡμεῖς οἱ πιστεύοντες εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως οὐδὲν βλέπομεν ἐπίφοβον ἢ ὑποκρυπτόμενον εἰς τὰς προτάσεις ἐκείνας. Θεωροῦμεν αὐτὰς ἁπλῶς ὡς συμπληρωματικὰ μέτρα ἀναγκαῖα πρὸς διεκπεραίωσιν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος· προβλέποντες δὲ τὴν ἀνάγκην μιᾶς προσωρινῆς μεσοβασιλείας, μετὰ πλήρους πάσης τῆς πεποιθήσεως ἀναθέτομεν πᾶσαν τὴν ἐμπιστοσύνην μας εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως μας, οὗτος ἂς πράξῃ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ. Ἐγὼ κύπτω τὸ μέτωπον ἀπέναντι τῆς ἀνωτάτης Αὐτοῦ θελήσεως. Καὶ εἶμαι ἥσυχος, Κύριοι! καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ ἐκλεκτὸς Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων δὲν θέλει πράξει τίποτε ἀντιβαῖνον εἰς τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος,» — διότι ἦτο βέβαιος ὅτι ὁ χαρακτὴρ τοῦ Βασιλέως εἶναι συνταγματικὸς καὶ καλός.— «Πιστεύω ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ οὔτε τὸ ψήφισμα δι’ οὗ κηρύττεται ἡγεμὼν νὰ καταστρέψῃ, οὔτε τὰς προσδοκίας ἡμῶν νὰ διαψεύσῃ. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ πεποίθησίς μου.» — Εἰς τοιούτους ἔπεσε παραλογισμοὺς καὶ ἐξευτελισμοὺς ὁ Κ. Βαλαωρίτης! Ἀλλὰ τοῦτο, μέχρι τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ δημοσιεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Δὲν θέλω πλέον, εἶπε, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος ἐν Ἑπτανήσῳ νὰ ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργῇ ὅπως ἐνήργει ἡ ἀστυνομία ἡ Ἀγγλικὴ, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία! — Ἂν τοῦτο ἦτον ἡ πεποίθησις τοῦ Κ. Βαλαωρίτου τότε, πολλῷ μᾶλλον πρέπει νὰ ᾖναι ἡ πεποίθησίς του τώρα, ὅτε παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὴν ὑπογραφὴν του νὰ ἐμπιστεύηται εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν συνταγματικόν του χαρακτῆρα! Ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς οὔτε ἤθελε δώσει τὴν κεφαλήν του καὶ τὰς κεφαλὰς τῶν τέκνων του διὰ νὰ τὰς θέσῃ θεμέλια τοῦ θρόνου τοῦ Βασιλέως, οὔτε ἓν λεπτὸν ἤθελε χώσει εἰς τὰ θεμέλια τοῦ θρόνου.— Ἤδη ἀκούσατε τὰς γνώμας ἑτέρων βουλευτῶν Ἰονίων, ἀγορευσάντων κατὰ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, καὶ τῶν βασιλικῶν διαταγμάτων. Οἱ λόγοι αὐτῶν εἶναι δεινοὶ, καθὸ ὑπαγορευθέντες ὑπὸ τοῦ πατριωτισμοῦ, τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ τῆς φιλανθρωπίας. Θέλετε ἀκούσει λαμπροὺς λόγους. Ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου Κ. Λομβάρδος ἀντέκρουσε τὴν ἰδέαν καὶ τὸ διάγγελμα τοῦ ἁρμοστοῦ καὶ ἐζήτησε τροποποίησιν, καθ’ ἣν δὲν θέλει εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ ἑλληνικοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ, νὰ ἐμπιστευθῶμεν οὔτε εἰς αὐτὸν τὸν Βασιλέα νὰ νομοθετήσῃ ἀπούσης ἢ ἀκούσης τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ εἷς τῶν εὐγλωττοτέρων λόγων, τοὺς ὁποίους ποτὲ ἐξεφώνησε ῥήτωρ εἰς Βουλήν, διότι ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας. Λέγει δὲ (σελ. 60)· «Ἐνῷ λοιπὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ Βασιλεὺς θὰ κυβερνήσῃ συνταγματικῶς, ἐδῶ θὰ κυβερνᾷ ἀπολύτως·» —ἀπολύτως ὅπως καὶ τὴν σήμερον κυβερνᾷ, διότι συνεκέντρωσεν εἰς τὰς χεῖράς της ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν.— «καὶ δὲν εἶναι τοῦτο δυϊσμός, δὲν εἶναι πραγματοποίησις χωρισμοῦ καὶ οὐχὶ ἑνώσεως;» —δὲν προέλεγεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν; δι’ αὐτὸ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, λέγουσιν ὅτι ἀκόμη δὲν ἔγεινεν ἕνωσις. Ἐπροφήτευσε!— «Ποίαν προσβολὴν καθ’ οἱονδήποτε πράττομεν, ἂν θέλωμεν νὰ διευκρινήσωμεν τὸ ζήτημα, ἂν προσπαθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ πρόγραμμά μας, «Ἕνωσις ἀπόλυτος, τελεία καὶ ἄμεσος, οὐχὶ δὲ ὁμοσπονδία;» Ἐὰν προσβολὴ ἐνταῦθα κατὰ τοῦ Βασιλέως ὑπάρχῃ, ἡ προσβολὴ κατ’ ἐμὲ γίνεται παρ’ ἐκείνων, οἵτινες θέλουν νὰ παραστήσωσι τὸν Βασιλέα διάδοχον καὶ ἀντιπρόσωπον μισητοῦ στοιχείου οἷον τοῦ Ἁρμοστοῦ καὶ τῆς Γερουσίας.» Καὶ ἡ κατηγορία τοῦ ἐντίμου Κυρίου Κ. Λομβάρδου πίπτει ἐπὶ τῶν σημερινῶν ἀντιπάλων· ἐφ’ ὑμῶν πίπτει ἡ κατάρα τοῦ ὑπουργοῦ· μὴ ἀπορήσετε λοιπόν, διότι σᾶς καταρῶμαι! «Παρ’ ἐκείνων, οἵτινες εἰς τὸ πρόσωπον καὶ διὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως θέλουν νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ Συντάγματος τῶν 1817» Ἡ προσβολὴ αὕτη γίνεται καὶ εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ Συντάγματος τῶν 1817, ἂν νομίζῃ εἰς ἐνέργειαν καὶ ὁ φίλος Κ. Λομβάρδος, μὴ τὸν ἀκολουθεῖτε. Ἂν τὸν ἀκούσητε ὡς βουλευτὴν τῆς ιγʹ Βουλῆς, καλῶς ἔχει, διότι οὕτως εἶναι ἰδικός μας, καὶ ὁ Κ. Λομβάρδος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρνηθῇ τὸ φιλελεύθερον παρελθὸν αὐτοῦ (ἀναγινώσκει)· «καὶ μετὰ τὴν παῦσιν τῆς προστασίας, ἐνῷ αὐτὴ ἡ προστασία τὸ Σύνταγμα τοῦτο ἐπανειλημμένως ἐστιγμάτισε. Προσβολὴ κατὰ τοῦ Βασιλέως γίνεται παρ’ ἐκείνων, οἵτινες πειρῶνται νὰ τὸν ὑποχρεώσωσιν ἐν Ἑπτανήσῳ νὰ πρωτοπαρουσιασθῇ διὰ τοῦ εἰσιτηρίου τοῦ ἀπολύτου μονάρχου, διὰ τοῦ εἰσιτηρίου ἀντιπροσώπου τοῦ Ἁρμοστοῦ, ἐνῷ αὐτὸς ἐκήρυξεν, ὅτι μόνον συνταγματικῶς ἐννοεῖ νὰ βασιλεύσῃ Ὤ! ἂν παρὼν ἐνταῦθα ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν εὑρίσκετο,» (καὶ τώρα εἶναι παρὼν) «ἤθελε σᾶς εἴπει διατί τοιοῦτον πρόσωπον ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τῆς Ἑπτανήσου θέλετε νὰ μοὶ ἀναθέσητε;
§36ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οὕτως εἶναι γεγραμμένα;
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὕτως εἶναι.
§38ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ (ἀναγινώσκων). «Ἀφοῦ δὲ ὁ Βασιλεὺς ἐνταῦθα δὲν εὑρίσκεται, ὀφείλομεν ἡμεῖς νὰ τὸν προφυλάξωμεν ἀπὸ τὴν κατ’ αὐτοῦ, οὐχὶ βεβαίως σκοπίμως ἀπευθυνομένην προσβολὴν, καὶ ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει ἀποκρούσει τὰ ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ τοῦ διαγγέλματος προτεινόμενα μέτρα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχετε τάχα ἐντολὴν, ἔχετε δικαίωμα;» Ἀποτείνομαι ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς διὰ τοῦ στόματος τοῦ Κ. Λομβάρδου, ὅτι σήμερον δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν, ὄχι· ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ...
§39ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἡμεῖς τότε τὸ εἴχομεν.
§40Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ (ἀναγινώσκων). «Ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐγκαταλείψητε καὶ νὰ θυσιάσητε τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ;» Τί σᾶς φωνάζει ὁ Ἰακωβάτος ἐκεῖνος τώρα ἑπτὰ ἡμέρας ἕως σήμερον; Ὅ,τι καὶ ὁ Κ. Λομβάρδος ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ λαοῦ τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύετε καὶ τὸν ὁποῖον ὡρκίσθητε «τότε» νὰ ὑπερασπίσητε. «Τοιαύτην ἐντολὴν δὲν ἐλάβετε, τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχετε, δύναται ἡ ἀνωτέρα δύναμις τὰ πάντα νὰ πράξῃ, ἀλλ’ ἡμεῖς αὐτοὶ ἀφ’ ἑαυτῶν τὰ δικαιώματα τῶν παρ’ ἡμῶν ἀντιπροσωπευομένων νὰ θυσιάσωμεν, ὤ! τοῦτο ποτέ! (Ἐνταῦθα ὁ ῥήτωρ κρούων τὰς χεῖρας ἐπαναλαμβάνει τραγῳδῶν, Ποτὲ, ποτὲ, ποτέ· ποτὲ, ποτὲ, ποτέ! συμπαρακολουθούσης τῆς Βουλῆς) (Γέλως). Ὅμως ὁμιλεῖ ἐν εἰλικρινείᾳ. «Τί λογικώτερον καὶ τί συμφωνότερον μὲ τὰς διακηρύξεις μας ταύτας, μὲ τὸν ὅρκον μας, παρὰ τὸ ἀντιπροτεινόμενον παρ’ ἡμῶν σχέδιον; Εὐθὺς ἅμα παύσῃ ἡ προστασία νὰ καταργηθῇ ἡ κεντρικὴ τῆς Ἑπτανήσου Κυβέρνησις, αἱ δὲ λοιπαὶ ἀρχαὶ τοῦ Κράτους νὰ ἐξακολουθήσουν προσωρινῶς μέχρις ἐγκαθιδρύσεως τοῦ συντάγματος τοῦ Βασιλείου νὰ κυβερνῶσι τὸν τόπον ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκείων ὑπουργείων τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα, μὰ τὸ ναί, θὰ ᾖναι ὑπουργεῖα τοῦ Βασιλέως ἡμῶν, ἀλλὰ ὑπουργεῖα ἑδρεύοντα εἰς Ἀθήνας καὶ οὐχὶ εἰς Κέρκυραν»· «Τί λογικώτερον, τί συνταγματικώτερον, τί συμφωνότερον ἀκόμη μὲ αὐτὰς τὰς πρὸς ἡμᾶς δηλώσεις τοῦ Ἁρμοστοῦ, ὅτι ἄλλο δὲν σκοπεύουσιν εἰμὴ νὰ περιβάλωσιν τὸν Βασιλέα Γεώργιον διὰ τοῦ Συνταγματικοῦ μανδύου, παρὰ τὸ νὰ περιβάλωμεν τὸν Βασιλέα μὲ ὅλα τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα, ὅσα, οἷα καὶ ὡς τὰ ἐξασκεῖ καὶ ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ; Εἶναι τοῦτο δυσπιστία ἢ ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα; Εἶναι ὑπόσκαψις τῶν θεμελίων τοῦ θρόνου; Δὲν τὸ πιστεύω, οὔτε πιστεύω, ὅτι τὰ πράγματα διάκεινται ὡς τὰ περιέγραψεν ὁ προαγορεύσας· πιστεύω ἐξ ἐναντίας, ὅτι ἡμεῖς καί τοι ὑπὸ διαφόρους περιστάσεις εὑρισκόμεθα, ὅμως ἂν καλῶς δὲν προσέξωμεν, εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἴδωμεν ἐπισωρευόμενα ἐφ’ ἡμῶν ἐκεῖνα τὰ ἀναθέματα ὅσα ἐπεσωρεύθησαν ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων τοῦ 1817.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ τὰ λέγει εἰς ὑμᾶς, ὑμεῖς εἶσθε.
§42ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς ὑμᾶς, τώρα εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀναγινώσκει. «Καθὼς σήμερον οὕτω καὶ τότε ἠκούετο ἡ φωνὴ «ὅτι διὰ νὰ σωθῇ ἡ Ἑπτάνησος» (καὶ προσθέτω διὰ νὰ σωθῇ τὸ Ἑλληνικὸν κράτος τὸ ὁποῖον ἐκλονίζετο, ἐκλονίζετο (μὲ ἔκφρασιν σείει τοὺς βραχίονα) τὸ Ἑλληνικὸν κράτος, καὶ τί ἐκλονίζετο; ἐκλονίζοντο οἱ βραχίονες τοῦ Κ. Κουρῆ, διὰ τοῦτο δὲ λέγουν νὰ παραχωρήσωμεν ἡμεῖς ὅλα τὰ δικαιώματα εἰς τὸν Βασιλέα! Ἀναγινώσκει. «Καθὼς σήμερον, οὕτω καὶ τότε ἠκούετο ἡ φωνὴ, ὅτι διὰ νὰ σωθῇ ἡ Ἑπτάνησος, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰς ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τοῦ ἔθνους ἡμῶν ἐλπίδας μας, ἔπρεπε νὰ γίνωσι δεκτὰ ἀμέσως καὶ ἄνευ ἐξετάσεως πάντα ὅσα παρὰ τῆς Ἀγγλίας ἐπροτείνοντο· καθὼς σήμερον οὕτω καὶ τότε οἱ τολμήσαντες σκέψιν νὰ συστήσωσιν, ἐσυκοφαντήθησαν, ἐξυβρίσθησαν» (καθὼς ὁ δυστυχὴς ὁ Ἰακωβάτος), «καὶ κατεδιώχθησαν.» «Ἐδέχθησαν, ἐψήφισαν τυφλὸς ὄμμασι, πανηγύρεις καὶ δοξολογίαι ἐγένοντο, ἑκατὸν βόες μὲ χρυσωμένα κέρατα εἰς τὴν Πλατείαν τῆς Κερκύρας ἐψήθησαν» —καὶ τὴν σήμερον ποῖοι εἶναι οἱ ἐψημένοι ἑκατὸν ΒΟΕΣ; ποῖοι θὰ ψηθοῦν εἰς αὐτὴν τὴν πανήγυριν τοῦ νέου Συντάγματος τῶν 1817; «καὶ εἰς τὸν λαὸν διενεμήθησαν, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας οἱ γογγυσμοὶ ἤρχισαν, οἵτινες μετὰ παρέλευσιν πεντήκοντα ἐτῶν μέχρι σήμερον ἀκολουθοῦσιν. «Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἰονίου λαοῦ, δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἢ κανονισμῶν μηδαμινῶν, ἀλλὰ περὶ τῆς τύχης τοῦ ὅλου ἔθνους. Ἂν ἀπὸ ἀπερισκεψίαν ἢ μὴ δικαιολογημένην ἐπιτάχυνσιν τὴν τύχην ταύτην βλάψωμεν» — καὶ βλάπτετε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὑπουργείου, — «αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἵτινες σήμερον μᾶς φωνάζουσιν ἐπιταχύνετε, θὰ μᾶς εἴπωσι τότε, διὰ τί νὰ μᾶς ἀκούσητε; ἡ εὐθύνη ἦτο ἰδική σας, σεῖς σεῖς ὀφείλετε τὰ διαβήματά σας νὰ σταθμίσητε.» — Αὐτοὶ εἶναι ἀληθῶς λόγοι φιλελευθέρου ἀνδρός.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Τὰ ἰδικά σου νὰ ἀναγνώσῃς.
§44ΑΛΛΟΙ. Ἀρκεῖ ἡ ἀνάγνωσις.
§45Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. «Διὰ τοῦ σχεδίου» λέγει ἐν σ. 67 ὁ Κ. Κουρῆς καὶ τὰ ἀναγινώσκω, διότι εἶναι παρόντα τὰ πρόσωπα, «ὑποχρεοῦται ὁ Βασιλεὺς, διαρκούσης τῆς μεταβατικῆς ἡμῶν καταστάσεως, νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑπτάνησον ὁμοιομόρφως καὶ καθ’ ὃν τύπον καὶ τρόπον ἡ Ἑλλὰς μέλλει νὰ κυβερνηθῇ, ὅπερ πρὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως, τῇ παρεμβάσει καὶ τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου, τοῦ νέου Συντάγματος τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀκινδύνως, τοὐλάχιστον νὰ πραγματοποιηθῇ» Τότε ἤθελε νὰ ἀφήσῃ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν εἰς τὸν Βασιλέα ἐν Ἑπτανήσῳ, διότι εἰς τὸν νοῦν του ἐκλονίζετο ἡ Ἑπτάνησος, ἂν ἤθελε κυβερνηθῇ συνταγματικῶς· αὐτὴ ἡ γνώμη του ἦτο σεβαστὴ τότε, ἀλλ’ ὄχι ἤδη, ὅτε παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ Κ. Κουρῆς δὲν θέλει νὰ παραχωρήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ νομοθετῇ ἀκούσης καὶ ἀπούσης τῆς Βουλῆς. Περὶ τοῦ Κυρίου Παδοβᾶ, νομίζω, εἶναι περιττὸν νὰ μάθητε ποία εἶναι ἡ γνώμη του, ἀλλὰ τὴν ἐξέφρασε μὲ τοσαύτην σφοδρότητα, ὥστε εἶναι ἀξία ἀκροάσεως ἡ ἀγόρευσίς του κατὰ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων καὶ τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων· εἰς τοιοῦτον δὲ βαθμὸν ἔφθασεν, ὥστε παρὰ νὰ προδώσῃ εἶπε τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ προτιμᾷ νὰ ἀργοπορήσῃ ἡ ἕνωσις. (Ἀναγινώσκει.) «Προσκαλούμεθα λοιπὸν οἱ ἀντιπρόσωποι οἱ μὴ λαβόντες ἄλλην ἐντολὴν εἰμὴ ἐκείνην τοῦ νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἕνωσιν, προσκαλούμεθα, λέγω, νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα ἅπαντα τὰ δικαιώματα τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἡ πρότασις αὕτη δὲν τείνει νὰ καταστρέψῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, ἣν καὶ αὐταὶ αἱ συνθῆκαι ἀνεγνώρισαν; Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ ἐντολὴν τοιαύτην δὲν ἔχω, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὴν εἶχον, μετὰ πλείστης ὅσης προσοχῆς ἤθελον τὴν ἐξασκήσει, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀντικειμένου ἀναφαιρέτου καὶ ἀναπαλλοτριώτου.» «Ἔχομεν πλήρη ἀφοσίωσιν καὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Βασιλέα, ἐλπίζομεν, ὅτι θέλει ὁδεύσει ὁδὸν νομιμότητος καὶ χωρὶς νὰ καταχρασθῇ τῆς πρὸς αὐτὸν λατρείας μας, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ τῷ παραχωρήσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ χωρὶς νὰ καταχρασθῶμεν τῆς θέσεώς μας καὶ καταπατήσωμεν τὴν ἐντολήν μας. «Καὶ τὸ ἔθνος καὶ ἡμεῖς παραδεχόμεθα Αὐτὸν ὡς Βασιλέα Συνταγματικὸν καὶ τῷ παρεχωρήσαμεν Συνταγματικὰ δικαιώματα, ἐνῷ μᾶς προτείνεται νὰ τὸν ἐγκαταστήσωμεν ἀπόλυτον Κυριάρχην, ὅπερ ὄζει δεσποτείας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τε καὶ τὸ Ἔθνος μετ’ ἀγανακτήσεως ἀπεκρούσαμεν». Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους τότε ἠκούσαμεν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀπεφασίσθη τότε νὰ κυβερνηθῇ ἡ Ἑπτάνησος. Ἐπαναλέγω λοιπόν, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου δὲν δύνανται νὰ ἀνεχθῶσι τὴν καταστροφὴν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, οὔτε δύνανται ν’ ἀνεχθῶσι νὰ ἐκλείψωσι τὰ δικαιώματα ἅτινα ἕκαστος λαὸς νέμεται καὶ ἕκαστος λαὸς Συνταγματικὸς ἐν δικαίῳ καὶ ἐν πράγματι ἔχει.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἰδική σας γνώμη ποία ἦτον;
§47Ι. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ αὐτὴ, ἡ ὁποία καὶ τώρα. Ὁ Κ. Μακρῆς.......................
§48ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Φθάνει, κ. Ἰακωβάτε, δὲν θέλομεν νὰ ἀναγνώσετε ὅλα τὰ πρακτικὰ (Θόρυβος).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἀναγνώσετε ὅλους τοὺς λόγους.
§50ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐχθὲς δὲν ἀνέγνωσες;
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ ἐπὶ 5 λεπτὰ.
§52ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ κ. Μακρῆς μὲ δύω λέξεις εἶπε τὴν γνώμην του ἐν σελ. 74. «ὁ κ. Μακρῆς ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει ὑπερψηφίσει τὸ σχέδιον τῶν ἀντιπροτάσεων, καθότι φέρει τὴν ἐνδόμυχον πεποίθησιν, ὅτι δι’ αὐτοῦ ὑψόνει τὸν Βασιλέα εἰς τὴν ἀληθῆ καὶ ὑψηλὴν σφαῖραν τοῦ Συνταγματισμοῦ καὶ ἀπαλλάττει ἑπομένως αὐτὸν ἀπὸ τὰς ἀρὰς τοῦ λαοῦ, δι’ ὧν ἐπλήρωσε καὶ πληροῖ τὸ σύνταγμα τῶν 1817, τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ προσκαλεῖται νὰ τῷ παραχωρήσῃ τὰ προνόμια καὶ τὰς λειτουργίας.» Εἶσθε εὐχαριστημένοι; αὐτὴ ἦτον ἡ γνώμη τῆς ΙΓʹ. Βουλῆς καὶ ὅλου τοῦ Ἰονίου λαοῦ· πῶς λοιπὸν σήμερον διὰ κυβερνητικῶν πράξεων, μὴ ἐκδεδομένων καὶ τούτων κατ’ ἀνάγκην, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, πῶς ἐκδίδονται τοιαῦται κυβερνητικαὶ πράξεις; οὐδεμία ἀνάγκη ὑπῆρχεν, οὐδεὶς τὴν ἀπέδειξεν. Εὔχομαι, κύριοι, ἵνα ἡ Βουλὴ μεμφθῇ αὐτὰς τὰς πράξεις· (θόρυβος δεξιόθεν) ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπὸ ὥριμον σκέψιν, εἶναι αὐτὸ, τὴν ἀκύρωσιν τῶν διαταγμάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσι τὴν Κέρκυραν καὶ τὴν Κεφαλληνίαν, διότι οἱ Βουλευταὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐξελέχθησαν καὶ συμπαρακάθηνται δὲν φέρουσι τιμὴν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν (θόρυβος).
§53ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διαμαρτύρομαι νὰ μὴ διακόπτετε. Κύριε Πρόεδρε, ἡ αἰτία τῶν διακοπῶν εἶσθε σεῖς.
§54ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος· πρόκειται περὶ τοῦ πολυτιμωτέρου δικαιώματος, πρόκειται περὶ τοῦ χαρακτῆρος ὅλων τῶν Βουλῶν, πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ. Καὶ ἐνταῦθα τελειόνων τὸν λόγον ὀφείλω νὰ ἐκφράσω ὅτι κατ’ ἐμὲ εἶναι Συνταγματικὴ βλασφημία τοῦ ὑπουργείου τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, εἰπόντος ὅτι χρέος τῶν Βουλευτῶν εἶναι νὰ ἐπιψηφίσουν τοὺς προϋπολογισμούς· Ὄχι! εἶναι δικαίωμα, ἂν θέλωσιν ἐπιψηφίζουσιν, ἂν δὲν θέλωσιν, ἀποῤῥίπτουσι. Τί μᾶς λέγουν; ἂν συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς ἀποῤῥιφθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, νὰ μείνῃ τὸ Κράτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ; μάλιστα· αὐτὸ εἶναι ἀπόφασις τῶν Συνταγματικῶν Βουλῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν· εἶναι τὸ διέπον μέτρον, τὸ πολύτιμον πρᾶγμα, ὅπερ ἐξασκεῖ ὁ λαὸς διὰ τῆς Βουλῆς, τὸ δικαίωμα, λέγω, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν αἱ Βουλαὶ νὰ ἀρνῶνται νὰ ἐπιψηφίσωσι τὸν προϋπολογισμόν. Ὅταν Βουλή τις δὲν παραδεχθῇ τὸν προϋπολογισμὸν, ἓν ἐκ τῶν δύω Συνταγματικῶς πρέπει νὰ γείνῃ, ἢ τὸ ὑπουργεῖον νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ἢ νὰ παραιτηθῇ· συνήθως διαλύεται ἡ Βουλὴ καὶ μένει τὸ ὑπουργεῖον. Ἢ παραιτουμένου τοῦ ὑπουργείου, μένει ἡ Βουλὴ, καὶ οὕτως ἐπέρχεται ἡ συμφωνία μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐτελείωσα.
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δύω λέξεις.
§56ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττόν.
§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἀνεγνώσθησαν σωστὰ τὰ πρακτικά.
§58ΤΙΝΕΣ. Ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε.
§59ΒΡΑΪΛΑΣ. (ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν ἤκουσα τὸν Κ. Ἰακωβάτον ἀγορεύοντα, καὶ ἐν ᾧ σέβομαι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕκαστος, νὰ παρατείνῃ τὴν ἀγόρευσίν του οὐχὶ βεβαίως ὅσον θέλει, ἀλλ’ ὅσον ἀπαιτεῖ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν συζητεῖ, δὲν ἔχω ὅμως τὴν τέχνην τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ τέχνη αὕτη εἶναι σπανιωτάτη, τοῦ νὰ ἀναμιγνύῃ τὰ σοβαρὰ καὶ τὰ ἀστεῖα εἰς τρόπον, ὥστε νὰ προκαλῇ ἐνίοτε καὶ τὴν ἱλαρότητα τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν οἱ ἀστεϊσμοί του ἐπροκάλεσαν τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν συγκατάθεσιν αὐτῆς. Ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν θέλω τὸν ἀκολουθήσει εἰς ἐκείνας τὰς παρεκτροπὰς ἢ παρεκβάσεις, ἵνα εἴπω ὀρθότερον, τὰς ὁποίας λίαν ἐντέχνως εἰσήγαγεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμισεν, ὅτι θὰ ἐμπνεύσῃ εἰς ὑμᾶς ἐκείνην τὴν πεποίθησιν, ἥτις ἦτο ὁ κύριος σκοπὸς τῆς ὁμιλίας του· τοσούτῳ μᾶλλον δὲν θέλω τὸν ἀκολουθήσει καθ’ ὅσον πιστεύω, ὅτι περὶ τοῦ σοβαρωτάτου καὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἐνώπιον ἡμῶν σήμερον, λίαν σοβαρῶς πρέπει νὰ λαλῶμεν. Δὲν λυποῦμαι, Κύριοι, οὔτε ἐγὼ, ὅτι ἡ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζήτησις ἔλαβε τόσον μεγάλας διαστάσεις, τοῦτο ἀποδεικνύει ἀφ’ ἑνὸς τὴν μεγάλην εὐσυνειδησίαν τῆς Βουλῆς, τοῦτο ἀποδεικνύει ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει νὰ μὴ ἀφαρπάσῃ ἀφ’ ὑμῶν, ὡς ἐῤῥέθη, ψῆφον ὑπὲρ τῶν βασιλικῶν Διαταγμάτων, καὶ νὰ μὴ ὑποχρεώσῃ ὑμᾶς εἰς τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῶν τῶν Διαταγμάτων en bloc, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας Κ. Κουρῆς, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ παρ’ ὑμῶν ἐκείνην τὴν βουλευτικὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ, διότι ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐνδιαφέρει ὄχι, Κύριοι, τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν φιλοτιμίαν αὐτῆς. Δὲν εἶναι λοιπὸν διόλου παράδοξον, ἐὰν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζητοῦμεν ἐπὶ ὁλόκληρον ἤδη ἑβδομάδα, δὲν εἶναι διόλου παράδοξον, ἐὰν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο παρεισέφρυσαν καὶ ἄλλα δευτερεύοντα ζητήματα· πάντα ταῦτα ἐξηγοῦνται διὰ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς πρὸ ἡμερῶν, διὰ τῆς ἰδέας δηλαδὴ, ὅτι καὶ καὶ ὑμεῖς, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, καὶ ἡμεῖς, ὡς κυβέρνησις, ἐνδιαφερόμεθα, ἵνα ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ᾖναι ἀπόφασις πεφωτισμένης συνειδήσεως· καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ φωτισθῇ ἡ συνείδησις ἡμῶν, ἐὰν ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἐλάμβανεν, ἐκείνας τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν· ἀδιάφορον τί λέγει ὁ Mill περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, περὶ τῆς φλυαρίας ἢ πολυλογίας τῶν βουλευτικῶν σωμάτων, ἀδιάφορον τί φρονεῖ περὶ τούτου ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας Κ. Ἰακωβάτος, ὅστις τὸν ἀνέφερεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀδιάφορον οὔτε πρὸς ὑμᾶς, τὸ ἐπαναλαμβάνω, οὔτε πρὸς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἀποφασίσητε ἄνευ ἐκείνης τῆς λεπτομεροῦς ἐρεύνης, δι’ ἧς καὶ μόνης δύναται ἡ ἀπόφασις ὑμῶν νὰ ἔχῃ πολιτικὸν κῦρος. Κατακραυγὴ, λέγει ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ἠγέρθη ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὅτε κατὰ πρῶτον ἐξεδόθησαν διατάγματα νομοθετικῆς φύσεως. Τὸ ὑλικὸν τοῦτο γεγονὸς δύναται νὰ γνωρίζῃ καλὰ ὁ Κ. Ἰακωβάτος. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἀπ’ ἀρχῆς ἐπίστευσα, ὅτι ἄνευ Διαταγμάτων νομοθετικῆς φύσεως ἀδύνατον ἦτο νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἀδύνατον ἦτο νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σύστασιν τῆς παρούσης Βουλῆς. Δὲν εἶναι διόλου ἀνάγκη, κύριοι, νὰ χαρακτηρίσωμεν τὰς πράξεις, περὶ ὧν πρόκειται ἢ τὰ Διατάγματα· (διότι ἐὰν τὰ ὀνομάσω πράξεις, τοῦτο ἠχεῖ κακῶς εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ Κ. Ἰακωβάτου), δὲν εἶναι διόλου ἀνάγκη νὰ χαρακτηρίσωμεν τὰς πράξεις ταύτας ὡς ἀντισυνταγματικὰς, ὡς παρανόμους, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁρίσωμεν αὐτὰς ἀκριβῶς κατὰ τὴν φύσιν αὐτῶν, κατὰ τὴν πηγὴν, ἐξ ἧς ἀποῤῥέουσι, κατὰ τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν ἀφορῶσι, κατὰ τὸν λόγον, ὑπὸ τοῦ ὁποίου δικαιολογοῦνται, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ σεβ. Βασιλεὺς διὰ τοῦ ἐναρκτηρίου λόγου. Τὴν ἔρευναν ταύτην ἂς ἐπιχειρήσωμεν, καὶ ἀμερολήπτως ἂς χαρακτηρίσωμεν αὐτὰς, οἷαι εἶναι καὶ οὐχὶ οἷαι λέγονται, καὶ θέλετε ἐκ τούτου πεισθῆ, ὅτι αἱ λέξεις ἀντισυνταγματικαὶ, παράνομοι, δὲν ἁρμόζουσι παντελῶς εἰς αὐτάς. Ἐὰν, Κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ παρανομίας, οὐδεμία ἠδύνατο νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι, ὅπου ὑπάρχει παρανομία, ὅπου ὑπάρχει παράβασις τοῦ Συντάγματος, ἐκεῖ πρέπει νὰ ἐπιπέσῃ ὁ πέλεκυς τῆς ἡμετέρας ἀποδοκιμασίας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἄλλως πῶς πρέπει νὰ τεθῇ, καὶ ἤλπιζον, ὅτι μετὰ τὴν γενομένην ἔρευναν, μετὰ τὴν εὐρυτάτην ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε κατὰ τὰς παρελθούσας ἡμέρας, δὲν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐπιμείνω καὶ σήμερον εἰς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Δύω ὑποθέσεις πρέπει νὰ κάμητε· ἢ πρόκειται περὶ πολιτείας κατηρτισμένης καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ στοιχεῖα, καὶ τὰ στοιχεῖα ταῦτα ὑπάρχοντα ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ, πρόκειται ἐν ἄλλοις λόγοις περὶ πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, ἢ διὰ νὰ ἐξηγηθῶ σαφέστερον, περὶ Συντάγματος, ὁλοκλήρως ἐφηρμοσμένου καὶ ἐν ἐνεργείᾳ, ἢ πρόκειται περὶ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν ἔλαβε πλήρη ἐφαρμογὴν καὶ ἐκτέλεσιν. Κατὰ τὴν πρώτην ὑπόθεσιν δύναται νὰ παρουσιασθῇ τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ τὸ προκείμενον ζήτημα ἀπειράκις παρουσιάσθη ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν Συνταγματικῶν κυβερνήσεων, ἀπειράκις ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῶν Βουλῶν. Τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν ταύτην ἔννοιαν, τὸ ἀποφασίζουσι προσέτι καί τινα θετικὰ, ὑποχρεωτικὰ καὶ ἐν πλήρει ἰσχύϊ διατελοῦντα Συντάγματα, ὄχι μόνον τὸ πρώην Σύνταγμα τῆς Ἑπτανήσου εἶχεν ἰδιαιτέρας διατάξεις περὶ κυβερνητικῶν πράξεων, ἐκδιδομένων σχολαζούσης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, καὶ ἄλλα Συντάγματα διαλαμβάνουσι περὶ νόμων προσωρινῶν, περὶ διαταγμάτων νομοθετικῆς φύσεως, περὶ πράξεων Κυβερνητικῶν, τὰς ὁποίας δικαιοῦνται νὰ ἐκδώσωσιν αἱ κυβερνήσεις, ὅτε παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη, καὶ σχολάζει ἡ Βουλή. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ὑπάρχει εἰς τὰ Συντάγματα ταῦτα καὶ ἡ διάταξις, ὅτι τὰς πράξεις ταύτας ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἅμα συνελθοῦσαν, ὅτι τῶν πράξεων τούτων πρέπει νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην, ὅτι διὰ τὸ ἀνοίκειον, διὰ τὸ ἀνάρμοστον, διὰ τὸ μὴ καλὸν καὶ ἀναγκαῖον αὐτῶν δύναται νὰ ὑπομείνῃ τὴν κατάκρισιν τῆς ἀντιπροσωπικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν ὑποθέτητε, ὅτι ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ εὑρισκόμεθα, ἐὰν περὶ τοιούτων τινῶν πράξεων ἐπρόκειτο, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, ἠθέλατε ἐξετάσει τὰς πράξεις ταύτας ὑπὸ τὴν ὄψιν τῆς νομιμότητος, ἠθέλατε χαρακτηρίσει αὐτὰς ὡς ἀντισυνταγματικὰς, ὡς παρανόμους, ἢ μόνον ἠθέλατε περιορισθῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν ἂν δικαιολογοῦνται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης; Ἰδοὺ, κύριε Ἰακωβάτε, ὅτι καὶ ἡ ἀνάγκη εἶναι στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον φυσικῶς ἐνίοτε εἰσέρχεται εἰς τὰς πράξεις τῶν κυβερνήσεων. Δὲν εἶναι χρεία, νομίζω, νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον εἴς τινα τῶν πολιτικῶν συνταγμάτων γίνεται μνεία περὶ κυβερνητικῶν πράξεων· ὁ λόγος εἶναι προφανέστατος. Κατά τινα Συντάγματα ἡ Βουλὴ συνεδριάζει μόνον κατὰ διετίαν ἢ τριετίαν· ἀλλὰ καὶ ἐτησίως ἐὰν συνεδριάζῃ, παρουσιάζονται ἐνίοτε ἀπρόοπτοι καὶ ἀπροσδόκητοι περιστάσεις κατεπειγούσης ἀνάγκης, ἀπαιτοῦσαι ἄμεσον καὶ κατεπείγουσαν πρόνοιαν. Ἄρα τὸ ζήτημα κατὰ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν δὲν εἶναι περὶ τῆς νομιμότητος, περὶ τῆς συνταγματικότητος, περὶ τῆς παρανομίας, περὶ τοῦ νομίμου ἢ παρανόμου τῶν πράξεων τούτων, περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου αὐτῶν, ἀλλ’ ἠξεύρετε περὶ τίνος εἶναι; μόνον περὶ τῆς ἁρμοδιότητος, περὶ τῆς ἀποτελεσματικότητος καὶ περὶ τῆς καταλληλότητος αὐτῶν. Ἀλλ’ ἂς κάμωμεν καὶ ἑτέραν ὑπόθεσιν, καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν εἶναι ὑπόθεσις, ἀλλ’ εἶναι αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἥτις ἐγέννησε τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπάρχει Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι προϊὸν προσφάτου Συνταγματικῆς Συνελεύσεως, καὶ τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν ἐφηρμόσθη καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι εἰσέτι δὲν ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ τῶν ἀντιπροσώπων, εἰσέτι δὲν ἐσχηματίσθη ἐκείνη ἡ νομοθετικὴ ἀρχὴ, ἥτις μόνον μετὰ τοῦ Βασιλέως δύναται νὰ ἐκδώσῃ νομοθετικὰς πράξεις. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ἐὰν τοιαῦταί τινες πράξεις ἐγένοντο κατὰ τὴν διάμεσον ἐκείνην ἐποχὴν, ἥτις ἵστατο μεταξὺ Συνελεύσεως μὴ πλέον ὑπαρχούσης καὶ Βουλῆς μὴ εἰσέτι συγκεκροτημένης, ἐρωτῶ σας, Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν πράξεων τούτων, δύναται πάλιν νὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα τῆς Συνταγματικότητος, ἢ τῆς νομιμότητος; δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐκεῖναι αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας κατὰ κόρον ἐπανέλαβον οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες; Καὶ ποῖος ἐφαντάσθη ποτὲ νὰ παρουσιάσῃ τὰς πράξεις ταύτας εἰς ὑμᾶς ὡς νόμους; καὶ ποῖος ἐφαντάσθη ποτὲ νὰ δώσῃ εἰς τὰς πράξεις ταύτας ἐκεῖνον τὸν Συνταγματικὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν; Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐσκέφθη, καὶ νομίζω λίαν δικαίως, ἡ Κυβέρνησις, ἦτο νὰ ὑποβάλῃ εἰς ὑμᾶς τὰς πράξεις ταύτας, ὅπως ἴσα, ἴσα περιβάλετε αὐτὰς μὲ τὸν τύπον ἐκείνης τῆς πλήρους νομιμότητος, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουσι, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ τὴν ἔχωσιν. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιόν σας, οὐχὶ ἐὰν τὰ νομοθετικῆς φύσεως Διατάγματα ταῦτα εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸ Σύνταγμα, διότι ἀδύνατον ἦτο νὰ ὦσι σύμφωνα πρὸς τὸ Σύνταγμα, οὐχὶ ἐὰν τὰ Διατάγματα ταῦτα εἶναι νόμοι, διότι περὶ νόμων οὐδεὶς δύναται νὰ γίνῃ λόγος· τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν, καὶ ἐὰν ἡ ἀνάγκη αὕτη ὑπῆρχεν, ἐὰν ὑμεῖς ὀφείλετε οὐχὶ πάσας νὰ νομιμοποιήσετε ἀνεξαιρέτως, ἀλλὰ ἐὰν ὀφείλετε νὰ ἀποφανθῆτε περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, κατ’ αὐτὴν τὴν γενικότητα, καθ’ ἣν ἐτέθη· δηλ. ἔπρεπεν, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκετο ἡ κοινωνία νὰ ἐκδώσῃ πράξεις νομοθετικῆς φύσεως; ὤφειλε νὰ περιορισθῇ εἰς μόνην τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; ἠδύνατο νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος ἄνευ τούτων; τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, Κύριοι, καὶ νομίζω, ὅτι πάντες συμφωνεῖτε περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἔθεσεν ἡ Κυβέρνησις. Ἂς παύσωσι λοιπὸν αἱ πολύκροτοι περὶ Συντάγματος, περὶ νομιμότητος συζητήσεις, δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται μόνον περὶ Διαταγμάτων, περὶ πράξεων Κυβερνητικῶν, ὁπωσδήποτε ὀνομάσατε αὐτὰς ἀδιάφορον, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἄλλως ἀδύνατον ἦτο νὰ διοικηθῇ ἡ κοινωνία. Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ πράξεις αὗται κατὰ τὴν οὐσίαν αὐτῶν, κατὰ τὰς εἰδικὰς αὐτῶν διατάξεις, εἶναι παραδεκταί· ἄπαγε! οὔτε διϊσχυρίζομαι, οὔτε δύναταί τις νὰ διϊσχυρισθῇ τοιοῦτόν τι πρόκειται τώρα διὰ τῆς ψήφου σας νὰ ἐπικυρώσητε πάσας τὰς διατάξεις καὶ τὰς κεραίας τῶν πράξεων τούτων; ὄχι βεβαίως. Θέλει ἔλθει ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ πράξεις αὗται θέλουσι γίνει ἀντικείμενον πολλῆς συζητήσεως, θέλει ἔλθει ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει προσκληθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑπερασπίσῃ μίαν πρὸς μίαν τὰς πράξεις ταύτας, μίαν πρὸς μίαν τὰς διατάξεις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, Κύριοι, τί ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν; ζητοῦμεν νὰ ἀποφανθῆτε, καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην νὰ ἐκφράσητε εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς ἐκεῖνον τὸν παράγραφον τοῦ βασιλικοῦ λόγου, εἰς τὸν ὁποῖον τίθεται ἡ ἐπερώτησις, ζητοῦμεν νὰ ἀποφασίσητε κατὰ γενικὴν ἀρχὴν οὐχὶ περὶ νομιμότητος, δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ ἀνάγκης· καὶ ὅπως ἀποφασίσετε τοῦτο, ἔχετε χρείαν νὰ ἀναλύσητε μίαν πρὸς μίαν τὰς πράξεις ταύτας; δὲν ἀρκεῖ ἡ λεπτομερὴς ἐκείνη ἀνάλυσις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς ὑμᾶς ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Κ. Σωτηρόπουλος περὶ τῶν κυριωτέρων ἐξ αὐτῶν; Δὲν ἠκούσατε ὅσα εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς; δὲν ἠκούσατε ὅσα ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐξ ἰδίας πείρας καὶ ἀντιλήψεως ἐξέθηκε; Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν, δὲν θέλω νὰ διεγείρω ἐκ νέου θυελλώδεις συζητήσεις περὶ τῶν τελευταίων ἡμερῶν, περὶ τῶν τελευταίων ἔργων τῆς Συνελεύσεως, δὲν θέλω νὰ σᾶς ἐνθυμίσω τί ἔκτοτε ἐφρόνουν καὶ ἐδημοσίευσα περὶ τούτου. Ἂν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ χαρακτηρίσω τὴν διαγωγὴν τῆς μειονότητος κατὰ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, ἴσως ἡ ἔκφρασίς μου ἀποδοθῇ εἰς ἄλλας ἰδέας, εἰς ἄλλα αἰσθήματα παρ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς ἔχω, ἀλλὰ φέρω γνώμην λίαν εὐσεβάστως (σέβομαι καὶ τιμῶ τὰς γνώμας τῶν ἄλλων ὅταν ᾖναι εὐσυνείδητοι καὶ εἰλικρινεῖς), φέρω γνώμην, ὅτι οὐδέποτε, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, δικαιοῦται μερὶς οἱαδήποτε, εἴτε ἡ μειονότης, εἴτε ἡ πλειονότης, νὰ ἀποχωρήσῃ τοῦ νομοθετικοῦ περιβόλου· φέρω τὴν γνώμην ταύτην, καὶ ἴσως ἀπατῶμαι, δὲν ἐννοῶ νὰ τὴν ἐπιβάλω εἰς οὐδένα, ἀλλ’ οὔτε εἰς οὐδένα ἐπιτρέπω νὰ μοὶ ἐπιβάλῃ τὴν ἐναντίαν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, Κύριοι, ἡ ἀποχώρησις, (συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, δὲν θέλω νὰ προσβάλω κανένα) ἡ ἀποχώρησις εἶναι πολιτικὴ λειποταξία. Καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀποχωρήσεων τούτων; ἡ παράλυσις τῆς Συνελεύσεως· καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς παραλύσεως; τὸ ἀδύνατον τῆς νομοθετικῆς ἐνεργείας. Μόλις ἔπαυσεν ἡ ὕπαρξις τῆς Συνελεύσεως εἴτε ἕνεκα τοῦ διαγγέλματος, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω ποσῶς νὰ ἐξετάσω, σᾶς ἐρωτῶ ἐν συνειδήσει, ἄνευ προϋπολογικοῦ νόμου ψηφισθέντος, τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; ἔπρεπε νὰ ἀπολύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους; νὰ μὴ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν; νὰ καταργήσῃ τὰ δημόσια καταστήματα; νὰ διαλύσῃ τὸν στρατόν; ἑπομένως νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ πηδάλιον τοῦ Κράτους εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐπαναστατικῶν ἀνέμων; ἢ ἔπρεπε νὰ κρατήσωμεν τὸ πηδάλιον τοῦτο εἰς τὰς χεῖράς μας κατ’ ἐκείνην τὴν παράλυσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε φέρει ἡ παῦσις τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἐνεργήσωμεν, ὡς πᾶσα κυβέρνησις ἐνεργεῖ, νὰ εἰσπράξωμεν φόρους, νὰ πληρώσωμεν μισθοὺς, νὰ διατηρήσωμεν δημόσια καὶ ἀπαραίτητα καταστήματα, μὲ ἄλλους λόγους νὰ διοικήσωμεν ὄχι μόνον, ἀλλὰ καὶ νὰ κυβερνήσωμεν; καὶ ἂν διὰ τοῦτο εἶχεν ἀνάγκην νὰ νομοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, (ὄχι νὰ νομοθετήσῃ, πίπτω καὶ ἐγὼ εἰς τὸ αὐτὸ λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον πάντες ὑπέπεσαν), ἀλλὰ νὰ ἐκδώσῃ διατάγματα ἀφορῶντα κατὰ τὴν οὐσίαν αὐτῶν εἰς νομοθετικὰ ἀντικείμενα, ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἀποποιηθῇ; ἢ ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων τούτων, ἀποφασίζουσα ἔκτοτε, ὅτι ἅμα ἤθελε συνέλθει ἡ Βουλὴ, τὰς πράξεις ταύτας ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὰς κρίσεις αὐτῆς καὶ ἐπικαλεσθῆ τὴν νόμιμον αὐτῶν ἐπικύρωσιν; Ὑπάρχουσι τινὲς οἵτινες λέγουσιν, ὅτι μεταξὺ τῶν πράξεων αὐτῶν εἶναι καί τινες περιτταί· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ εἰδικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀποφασίσητε σήμερον, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θέτομεν ἐνώπιόν σας Δὲν ἐννοῶ ἑπομένως τὴν διαστολὴν τὴν ὁποίαν καὶ πάλιν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας, μεταξὺ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀνάγκης τῶν νόμων· ὁ νόμος εἶναι ἀναγκαῖος, εἶπε, καθ’ ὅσον αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἶναι ὑποχρεωτικαί, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων δὲν ὑπαγορεύει νόμους; καὶ ὅταν νόμοι δὲν δύνανται νὰ γίνωσι, διότι —σημειώσατε τοῦτο, δὲν ὑπάρχει ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία τοὺς κάμνει, δικαιοῦται ἢ ὄχι ἡ κυβέρνησις ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην κυβερνητικῶν πράξεων; δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία παρὰ τοῦ Συντάγματος καλεῖται εἰς τὸ νομοθετεῖν, ἀλλ’ ὑπῆρχε κοινωνικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἀδύνατον εἶναι νὰ ἀποκρύψωσιν ἢ παραμορφώσωσι σήμερον, ὑπῆρχε κοινωνικὴ κατάστασις ἥτις ἦτο ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα, ἀναγκαῖον ἐξαγόμενον προηγουμένης καταστάσεως. Ἐγὼ αὐτὸς εὑρισκόμενος περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος ἔτους ἐν Ἀθήναις καὶ συνδιαλεγόμενος μετά τινος τῶν ἐντίμων μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἠρώτησα αὐτόν· τί φρονεῖτε περὶ τῶν ἐκλογῶν; νομίζετε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον θὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν ἢ τὴν μειονοψηφίαν; καὶ ὁ ἔντιμος ἐκεῖνος ἀνὴρ μοὶ εἶπε· «περὶ τῶν ἐκλογῶν; καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὰς ἐκλογάς; ὢ, ἂν φθάσωμεν εἰς τὰς ἐκλογάς» (ἐνθυμοῦμαι καὶ τὰς λέξεις καὶ τὰς χειρονομίας), «ὢ, ἂν φθάσωμεν εἰς τὰς ἐκλογάς, ἐπεράσαμεν ὅλους τοὺς κινδύνους, τότε τὸ ἔθνος ἐσώθη, ἀλλά, Κύριε, φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν, ὑπάρχει μεγάλη ἀγανάκτησις, ὑπάρχει μεγάλη δυσαρέσκεια, δύνανται τὰ πράγματα νὰ σπρωχθῶσι, ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ τὰ σπρώξωμεν, ἡμεῖς τὰ ἐμποδίζομεν, ἡμεῖς θέλομεν νὰ τὰ ἐμποδίσωμεν, ἀλλ’ ἂν ὁ χείμαρος μᾶς παρασύρῃ, ποῖος μᾶς πταίει;» Τοιαύτη ἦτον ἡ γνώμη ἑνὸς ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐξέφραζε περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος ἔτους. Αἱ ἐκλογαὶ ἔγειναν, καὶ πάντες ὁμολογοῦσιν ἄνευ κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως, ἡ Βουλὴ συνῆλθε, καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ἡ κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ τὸ ζήτημα τοῦτο; Ἐὰν εἶχε σκοπὸν νὰ τὸ ἀποφύγῃ, βεβαιωθῆτε, εἶχε τὰ μέσα, καὶ ὑμεῖς κάλλιον ἐμοῦ τὸ γινώσκετε, εἶχε τὰ μέσα νὰ ἐπενεργήσῃ ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν εἰς τρόπον ὥστε μία πλειονοψηφία συμπαγὴς νὰ παραδεχθῇ ἄνευ συζητήσεως τὰς πράξεις ταύτας. Αὐτὴ ἡ ἀποχὴ τῆς κυβερνήσεως πάσης ἐπεμβάσεως οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι εἶχε τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποβάλῃ αὐτὰς εἰς τὴν κρίσιν σας καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ περὶ αὐτῶν τὴν εὐσυνείδητον, τὴν ἀμερόληπτον, τὴν ἀνεξάρτητον ἀπόφασίν σας. Ἠθέλησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ πάλιν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς λεπτομερείας τινῶν ἐκ τῶν πράξεων τούτων, καὶ ἰδίως εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες ἐφηρμόσθησαν ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπὶ σκοπῷ ἀφομοιώσεως· καὶ δὲν κατακρίνω τὸ αἴσθημα ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐμπνέεται, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ συμμερίζομαι, δὲν κατακρίνω τὸν ζῆλον μετὰ τοῦ ὁποίου ὑπερασπίζεται τὰ συμφέροντα τῆς Ἑπτανήσου, διότι ὁ αὐτὸς ζῆλος καὶ ἐμὲ πάντοτε ἐμψυχώνει. Οὔτε παραπονοῦμαι, διότι μ’ ἐπέπληξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐγὼ Ἰόνιος, ὅτι ἐγὼ Κερκυραῖος δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον διὰ τῶν πράξεών του κατέστρεψε τὴν Ἑπτάνησον· καὶ αἱ πράξεις αὗται οὔτε ἐδημοσιεύθησαν, εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας, ἀναφέρων καί τινα περὶ Καλιγόλα ῥῆσιν τοῦ ἐνδόξου ἱστορικοῦ τῶν Ῥωμαίων· καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ παρατήρησις τοῦ βουλευτοῦ Κεφαλληνίας μὲ παρεκίνησε νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν μοὶ ἐγένετο, διότι καὶ ἄλλος ἔντιμος βουλευτὴς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ ἐξ ἀνάγκης δὲν παρευρισκόμην εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, μ’ ἐπέπληξεν. Ἠθέλησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κατὰ πρῶτον νὰ μὲ διδάξῃ ποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ διαγωγὴ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν ἀπέναντι τῆς ξένης πολιτικῆς, καὶ τί ὤφειλον νὰ συμβουλεύσω εἰς τὸν Βασιλέα, ποῖον μάθημα νὰ διδαχθῶ ἐγὼ ὁ Ἕλλην, ὥστε νὰ μὴ καταστήσω τὴν Ἑλλάδα μόνον μουσεῖον ἀρχαιοτήτων, ἐγὼ ὅστις ἀείποτε ἐθεώρησα τὴν νῦν Ἑλλάδα ὡς πρώτην ἀρχὴν ἐκείνου τοῦ ἐθνικοῦ μεγαλείου· τὸ ὁποῖον ἤδη εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰ τὰς δέλτους τῆς Θείας Προνοίας, καὶ ὑποδεικνύει ἤδη εἰς ἡμᾶς ἡ μέχρι τοῦδε ἀνάπτυξις τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἓν μάθημα εἰς ἐμὲ περὶ τῶν συμβουλῶν τὰς ὁποίας ὤφειλον νὰ δώσω εἰς τὸν Ἄνακτα, καὶ πρὸς τούτοις μὲ κατηγόρησεν ἐπὶ ἀσυνεπεῖ πολιτικῇ, διότι δυστυχῶς ἄλλα ἐπρέσβευον ἄλλοτε ὡς δημοσιογράφος καὶ ἄλλα σήμερον ὑποστηρίζω ὡς ὑπουργός. Περὶ τῶν προσωπικῶν τούτων δὲν ἤθελον νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, ἐὰν μετὰ τῶν προσωπικῶν τούτων γεγονότων δὲν συνεδέοντο καὶ ζητήματα οὐσιώδη διὰ τὸ Ἔθνος. Δὲν ἤλπιζον βεβαίως νὰ λάβω μαθήματα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον μετ’ εὐχαριστήσεως τὰ ἀποδέχομαι, ἔστω καὶ παρὰ νεωτέρου ἐμοῦ, δὲν ἤλπιζον νὰ ἀκούσω κατηγορίας ἐπὶ ἀντιφατικῇ, ἐπὶ ἀσυνεπεῖ πολιτικῇ, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ἤλπιζον, Κύριοι, νὰ θεωρηθῇ ἡ εἰσαγωγὴ, ἡ εἴσελευσις ἐμοῦ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὡς πρᾶξις ἀξία κατακρίσεως, ὡς ἀποτέλεσμα ἐκείνου τοῦ ἔρωτος τῶν χαρτοφυλακίων τὸν ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἂν ἀποκλειστικῶς ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἀπέδωκεν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἐν γένει. Ὁ ἔρως τῶν χαρτοφυλακίων! ἀλλὰ διατί, Κύριοι; διὰ χρηματικὴν ὠφέλειαν; δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω· διὰ φιλαρχίαν; ἀρχὴν ἔλαβον καὶ τὴν ἐξήσκησα κατὰ τὴν συνείδησίν μου, καὶ κατ’ αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξηρχόμην τῆς ἀρχῆς, ἤμην ὑπέρ ποτε δημοτικὸς ἐν τῇ πατρίδι μου· διὰ τὴν δόξαν; ἀλλὰ χάριτι θείᾳ μίαν μικρὰν, μικροτάτην ὑπόληψιν ἔχω καὶ ἐγὼ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ κινδυνεύω μᾶλλον νὰ τὴν χάσω ἢ νὰ τὴν στερεώσω διὰ τῆς ὑπουργικῆς ὑπηρεσίας. Ἦλθον ἐδῶ καὶ ἐζήτητα παρά τινος χαρτοφυλάκιον; εἴπατέ το· δὲν ἀπεποιήθην κατ’ ἀρχὰς καὶ ἐπανειλημμένως; δὲν εἶπον, ὅτι ὤφειλον νὰ συμβουλευθῶ τὴν ψῆφον καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν συμπολιτῶν μου; καὶ δὲν ἐπορεύθην ἀμέσως εἰς Κέρκυραν, ἵνα λάβω τὴν συναίνεσιν αὐτῶν, ἵνα συμμορφωθῶ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν των; καὶ διατί τοῦτο, Κύριοι; διότι ἀνεγνώρισα ἐκεῖνο τὸ ἀνώμαλον τῶν περιστάσεων, διότι ἀνεγνώρισα ἐκείνους τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως μὲ ὑπεδείκνυε, διότι ἐθεώρησα ἀνανδρίαν νὰ ἀποποιηθῶ τὴν σύμπραξίν μου, ὅταν τὴν σύμπραξίν μου ταύτην ἐζήτει ὁ νεκρὸς ἡμῶν Βασιλεὺς, ὅταν τὴν σύμπραξιν ταύτην μοὶ ἐπέβαλεν ὡς καθῆκον ἡ ἰδιαιτέρα πατρίς μου. Ἦλθον καὶ ἀνέλαβον τὴν ὑπουργικὴν ὑπηρεσίαν, ἠξεύρετε τί ἠκολούθησε....... τὸ ἔδαφος τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἦτο πραγματικῶς ἀντικείμενον τῆς λατρείας μου, ἁγιάζει τὴν σήμερον ὁ τάφος τοῦ προσφιλοῦς μου...... Αὕτη εἶναι, Κύριοι, ἡ φιλαρχία μου, αὕτη εἶναι ἡ φιλοδοξία μου, οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους εἰσῆλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ταῦτα εἶναι τὰ αἰσθήματα, ὑπὸ τῶν ὁποίων ζωογονοῦμαι, αὗται εἶναι αἱ ἀρχαὶ ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐμπνέομαι. Ἀλλὰ καθὸ δημοσιογράφος, λέγει ὁ Κ. Δεληγιώργης, κατέκρινας τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου. Τὴν κατέκρινα, καὶ εἰσέτι τὴν κατακρίνω, καθὼς κατέκρινα καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι εἶμαι συνειθισμένος νὰ μὴ ἐξαλείφω ποτὲ οὔτε ἓν ἰῶτα ἀφ’ ὅσα ἔγραψα ἢ ἐπρέσβευσα. Κατέκρινα ἐγὼ αὐτὸς τινὰ τῶν διαταγμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὴν σήμερον ἀποτελοῦσι τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμετέρας ἐρεύνης, καὶ ἂν ἠδυνάμην ὡς βουλευτὴς νὰ ἐπιφέρω ψῆφον, τινὰ ἐξ αὐτῶν ἤθελα καταψηφίσει· ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἤθελον εἶσθαι ἀσυνείδητος ἐγὼ, ἐὰν ἠρνούμην τὴν ἐν γένει ἀνάγκην νομοθετικῶν διαταγμάτων, ἐὰν ἔκλειον τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν εἶχον ἐνώπιόν μου, καὶ νομίζω, ὅτι ἤθελον εἶσθαι ἀνάξιος νὰ παρασταθῶ ἐνώπιόν σας, ἂν δὲν συνεμεριζόμην τὴν εὐθύνην τῶν ἀνδρῶν μετὰ τῶν ὁποίων ἀπό τινων μηνῶν συνεργάζομαι. Ναὶ, Κύριοι, κατέκρινα καὶ ἐγὼ τινὰ τῶν διαταγμάτων τούτων, καὶ δὲν εἶχον ἀνάγκην ν’ ἀκούσω τὸν Κ. Ἰακωβάτον διὰ νὰ ἐννοήσω μέχρι τίνος δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσι τὰ Βασ. Διατάγματα, ὅσα ἀνάγονται εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ἀλλὰ, καθὼς σᾶς εἶπον, τινὰ τῶν διαταγμάτων τούτων ἐγὼ αὐτὸς ἐπροκάλεσα, ἄλλα κατέκρινα, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐπέφερεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κεφαλληνίας, οὐχὶ διότι κατὰ τὴν ἰδέαν μου ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε δικαίωμα ν’ ἀφομοιώσῃ ἐν μέρει τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλὰ διότι ὡς νέα Κυβέρνησις μὴ ἔχουσα ἐντὸς αὑτῆς οὐδένα Ἰόνιον, μὴ δυναμένη διὰ μιᾶς νὰ κατανοήσῃ πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας ἐκείνης, πάσας τὰς περιπλοκὰς καὶ σχέσεις, αἵτινες ὑπ’ αἰώνων ὑπάρχουσιν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἔπρεπεν ἡ κυβέρνησις αὕτη νὰ ὑποπέσῃ εἰς λάθη, καὶ πραγματικῶς ὑπέπεσε. Ἀλλά, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι περὶ τῶν διαταγμάτων τούτων τῆς ἀφομοιώσεως νὰ ἐνθυμίσω εἰς ὑμᾶς, νὰ ἐνθυμίσω μᾶλλον εἰς τὸν Κ. Ἰακωβάτον ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐξέφυγε τὸ ἄλλως ἐξαίσιον μνημονικόν του. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις οὐδὲν ἆρα εἶπε περὶ ἀφομοιώσεως; ἄρα δὲν ἐγένετο λόγος περὶ τούτου; ἄρα δὲν ὑπάρχει ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου ἀποφασίζεται ἡ ἀφομοίωσις πλήν τινων ἐξαιρέσεων, αἵτινες δὲν ὡρίσθησαν; δὲν ἠδύνατο ἑπομένως νὰ πιστεύσῃ ἡ κυβέρνησις, ὅτι ἔμεινε καθιερωμένη ἡ γενικὴ ἀρχὴ τῆς ἀφομοιώσεως, καὶ δὲν εἶχεν ἑπομένως ὑποχρέωσιν ἡ τότε κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἐκεῖνα τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων μικρὸν κατὰ μικρὸν καὶ βαθμηδὸν ἠδύνατο νὰ ἀφομοιωθῇ ἡ κατάστασις τῆς Ἑπτανήσου πρὸς ἐκείνην τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος; Κακῶς λοιπὸν ἐξελέξατο τὰ διατάγματα ταῦτα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας, ἵνα ἐπ’ αὐτῶν στηρίξῃ τὴν γενικὴν ἐκείνην κατάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐξεσφενδόνισε κατὰ πάντων ἀδιακρίτως τῶν βασιλ. διαταγμάτων, ἵνα ἐπ’ αὐτῶν στηρίξῃ ἐκείνους τοὺς χαριεντισμούς, τοὺς ὁποίους μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως ἤκουσα, κακῶς ἐξελέξατο τὰ διατάγματα ταῦτα, ἵνα δι’ αὐτῶν συγκεφαλαιώσῃ οὕτως εἰπεῖν, τὴν συζήτησιν, καὶ ἐμποιήσῃ εἰς τὰς ψυχὰς ὑμῶν ἐκείνην τὴν ὁριστικὴν πεποίθησιν, ἥτις προηγεῖται τῆς ἀμέσου ἀποφάσεως. Κακῶς ἐπίσης ἐπεκαλέσθη τὰς συζητήσεις καὶ ἀποφάσεις τῆς ιγʹ. βουλῆς τῶν Ἰονίων. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ σχολιάσω τοὺς λόγους εἴτε τοῦ Κ. Παδοβᾶ, εἴτε τοῦ Κ. Λομβάρδου, δὲν θέλω σχολιάσει τοὺς λόγους ἄλλων, οἵτινες τὰ ἐναντία ἐφρόνουν, ἀλλὰ θέλω μίαν μόνον παρατήρησιν νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς καὶ διὰ τῆς παρατηρήσεως ταύτης ἴσως σᾶς καταπείσω, ὅτι ὅσα ἐῤῥέθησαν ὅσα ἀπεφασίσθησαν τότε παρὰ τῆς Ἰονίου Βουλῆς οὐδόλως ἐφαρμόζονται εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα. Καὶ διατί; ἠδύνατο ἡ ἰόνιος βουλὴ νὰ προΐδῃ, νομίζετε, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις δὲν ἤθελε ψηφίσει οὔτε προϋπολογισμόν, οὔτε φορολογικοὺς νόμους; ἠδύνατο ἡ Ἰόνιος βουλὴ νὰ προΐδῃ, ὅτι ἤθελεν ἀποχωρήσει μερὶς τῆς Συνελεύσεως, ἥτις πιστεύω τοὐλάχιστον ἕως τότε δὲν εἶχεν ἀποχωρήσει; ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ἡ Ἰόνιος Βουλὴ ἐκείνην τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία μετὰ τὴν παῦσιν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως; καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ πάντα ταῦτα, μ’ ἐκείνην τὴν ἐμπιστοσύνην, μὲ ἐκείνην τὴν ἀφοσίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε, καὶ δικαίως ἔδειξε, πρὸς τὸν Βασιλέα, νομίζετε, ὅτι ἤθελεν ἔκτοτε τῷ ἀπαγορεύσει τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων; νομίζετε ὅτι ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Λευκάδος κ. Βαλαωρίτης, ὅστις τὴν κεφαλὴν αὑτοῦ καὶ τῶν τέκνων αὑτοῦ ἔθετε, καὶ, εἶμαι βέβαιος, θέτει καὶ τὴν σήμερον ὡς ὑποπόδιον τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου...
§60ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Βεβαιότατα.
§61ΒΡΑΪΛΑΣ. Ἤθελε διστάσει μίαν στιγμὴν νὰ εἴπῃ; ἂς διοικήσῃ προσωρινῶς ὁ Βασιλεὺς τὴν Ἑπτάνησον διὰ τῶν ὑπουργῶν αὑτοῦ; ἀλλὰ μήπως τὸ αὐτὸ τοῦτο δὲν εἶπε καὶ ἡ ἰόνιος Βουλὴ κατὰ τὴν ἀπόφασίν της; ἢ διότι προσέθηκε τὴν λέξιν Σύνταγμα πιστεύετε, ὅτι ἐννοοῦσεν, ὅτι ἠδύνατο καθ’ ὅλα νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Σύνταγμα, ὅταν τὸ Σύνταγμα δὲν ἦτο καθόλου ἐφηρμοσμένον; Ἐπίστευεν ἆρα ἡ ἰόνιος Βουλὴ, ὅτι καὶ μὴ ὑπαρχούσης Βουλῆς ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ὅπως νομοθετήσῃ, ὅτι, καί τοι ἀποφασισθείσης κατὰ γενικὴν ἀρχὴν ἀφομοιώσεως, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν νὰ πράξῃ διὰ τὴν ἀφομοίωσιν αὐτήν; ἐξ ἐναντίας, ἀπὸ ὅλας τὰς συζητήσεις, ἀπὸ ὅλας τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν τῆς Ἰονίου Βουλῆς δὲν προκύπτει ὅτι ἡ γενικὴ ἐκείνη τῆς Βουλῆς ἐπιθυμία ἦτο νὰ συνταυτίσῃ ὅσον τάχιστα τὴν τύχην τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς τύχης τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος; καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, ἀφοῦ ἀνεγνώσατε τὰ πρακτικὰ ἐκείνης τῆς Βουλῆς, τὴν σφοδρὰν συζήτησιν, ἥτις ἔγεινε περὶ τῶν προταθέντων ὅρων, περὶ τῆς ἄνευ ὅρων ἑνώσεως; Ἔγκλημα, ἔλεγαν, βλασφημία, ἀθεμιτουργία, νὰ θέσωμεν ὅρους εἰς τὴν ἕνωσιν, προσωρινὰ μέτρα δὲν θέλομεν. Ἐκεῖνο τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε προτείνει ὁ τότε ἁρμοστεύων ἐν Ἑπτανήσῳ ἐξ ὀνόματος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἐκεῖνο τὸ σχέδιον ἀπεῤῥίφθη μετ’ ἀγανακτήσεως· καὶ ἠξεύρετε διὰ τί; διότι καθιέρωνε μεταβατικήν τινα Κυβέρνησιν, μεταβατικόν τινα τρόπον Κυβερνήσεως, καὶ ἐπειδὴ ἐκείνη ἡ Βουλὴ ἔσπευσε νὰ ἐξαλείψῃ ὅσον τάχιστα πᾶν ἴχνος τοῦ παρελθόντος, καὶ ἐπειδὴ ἐκείνη ἡ Βουλὴ ἐπεθύμει νὰ συνταυτίσῃ τὴν ὕπαρξιν τῶν Ἰονίων νήσων μὲ τὴν ὕπαρξιν τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, παρεδέχθη, ὅτι μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος;.... ἀλλὰ τὶ σημαίνει ἡ λέξις «μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος;» μέχρι τῆς ἐνεργείας τοῦ Συντάγματος; διότι πολλάκις νόμοι ψηφίζονται, καὶ δὲν τίθενται ἀμέσως ἐν ἐνεργείᾳ, διότι αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα, καίτοι ἐψηφισμένον, καίτοι καθιερωμένον διὰ τοῦ Βασιλικοῦ ὅρκου, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὅλην τὴν ὁλοκληρίαν αὐτοῦ εἰμὴ μετὰ τὴν ἐκλογήν σας, μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος· παρεδέχθη λοιπὸν ἐκείνη ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος μέχρι τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ Συντάγματος ἔπρεπε νὰ διοικῆται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διὰ τῶν οἰκείων ὑπουργῶν, ὡς λέγει ῥητῶς ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ὅτι δηλαδὴ ὅ,τι ἤθελε γείνει διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ἔπρεπε νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον. Τοῦτο ἦτο τὸ πνεῦμα, οὗτος ἦτο ὁ πατριωτικὸς καὶ τῳόντι ἐθνικὸς σκοπὸς ἐκείνης τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Δύω λέξεις, κύριοι, εἰσέτι, καὶ τελειόνω. Εἴθε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην τοιούτων συζητήσεων· ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ἔχομεν, τοὐλάχιστον ἔχω ἀνάγκην ἐγώ. Δύω λέξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτρέψατέ μοι νὰ συγκεφαλαιώσω τὸ ζήτημα, νὰ συγκεφαλαιώσω τὴν συζήτησιν. Ἐννοῶ τοὺς ἐνδοιασμοὺς ἐντίμων τινῶν Βουλευτῶν, οἵτινες δὲν θέλουσι τὴ σύγχυσιν, ὡς λέγουσι, τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος καὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἂς γείνῃ ἡ ἀπάντησις, λέγουσι, καὶ ἀκολούθως θέλομεν ἀποφασίσει περὶ τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων· ἂς εἴπωμεν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι τὰ διατάγματα ταῦτα θέλομεν ἐξετάσει μετὰ δικαιοσύνης, μετ’ ἀνεξαρτησίας, καὶ ἂς ἐπιφυλαχθῶμεν τὴν ἐξέτασιν ταύτην. Ἀλλὰ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιφυλάξεως ταύτης; Τὸ ἐννοήσατε, κύριοι. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ ἄλλως εὐσυνείδητος αὕτη γνώμη ἐντίμων τινῶν Βουλευτῶν ἔγεινε δεκτὴ παρὰ τῆς Βουλῆς· ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπαντῶσα εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον λέγει περὶ τῶν διαταγμάτων αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπανειλημμένως ἐῤῥέθησαν· εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ εὑρεθῇ μετὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως; θὰ εὑρεθῇ εἰσέτι καὶ ἐπὶ χρόνον ἀόριστον καὶ ἐπὶ χρόνον ἴσως μακρότατον ὑπόλογος, ὑπόδικος ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ ἴσως καὶ τῶν διαδόχων ὑμῶν. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δίδει ἐκείνην τὴν γενικὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν μόνην ἡμεῖς ζητοῦμεν, καὶ τὴν ὁποίαν μόνην δύναται νὰ δώσῃ. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἀπειλὴν, ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν ἐκείνης τῆς καταδίκης, τὴν ὁποίαν θέλει ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ὁ ἔντιμος προλαλήσας. Καὶ νομίζετε, ὅτι Κυβέρνησις τοιαύτη δύναται νὰ ὑπάρξῃ; καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς νὰ ἔχῃ αἰωνίως ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς τὸ ξίφος τοῦ Δαμοκλέους; καὶ νομίζετε ὅτι συμφέρει ὄχι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν τὴν κοινωνίαν, νὰ διατελῇ ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὸ κράτος, ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ κινδύνου τούτου; Ἡ Κυβέρνησις ἂς ἀποσυρθῇ, λέγετε ὑμεῖς· ἐννοεῖται, ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ὑπουργικοῦ, ἐὰν πρέπει ν’ ἀποσυρθῇ ἢ ὄχι τὸ ὑπουργεῖον, διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα, σᾶς τὸ ἐπαναλαμβάνω, φιλοτιμίας καὶ ἀξιοπρεπείας· ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν, νὰ ζητήσωμεν τὴν λύσιν αὐτοῦ τούτου τοῦ ζητήματος· πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν παρ’ ἡμῶν τοιαύτην τινὰ ἀπόφασιν, πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ σᾶς εἴπωμεν· ἐπιφυλαχθῆτε τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν καὶ ἔρευναν τῶν Βασιλικῶν τούτων διαταγμάτων, ἐπιφυλαχθῆτε νὰ ἐξετάσητε αὐτὰ λεπτομερέστερον, λεπτομερέστατα· δὲν εἶναι εἰσέτι ἀντικείμενον συζητήσεως· δὲν κατετέθησαν εἰσέτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· ἀλλ’ ἐν τούτοις, περὶ τῆς γενικῆς ἀρχῆς, περὶ τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν, οὐχὶ νὰ ἐκδώσωμεν τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα διάταξιν, τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα διάταγμα, τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα πρᾶξιν, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν, νὰ ἐκδώσωμεν ἐν γένει νομοθετικὰς πράξεις, πρὸς Θεοῦ, ἀποφανθῆτε! Εἴπατε, ἀλλ’ εἴπατέ το παῤῥησίᾳ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ἐνῷ Βουλὴ δὲν ὑπῆρχεν, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ εἰσπράξῃ φόρους, διότι τοὺς φόρους δὲν εἶχε ψηφίσει ἡ Συνέλευσις, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ κάμῃ δαπάνας, διότι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶχε ψηφισθῆ, ὅτι ὤφειλε ν’ ἀπολύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, νὰ κλείσῃ τὰ δημόσια καταστήματα, νὰ παραλύσῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοσίων ἔργων, ὤφειλεν οὐδεμίαν πρᾶξιν νὰ κάμῃ πρὸς ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου, ὤφειλε νὰ μὴ ἐπαυξήσῃ τὴν ἔνοπλον δύναμιν, ὅτε κατεῖδε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπαυξήσεως ταύτης· εἴπατε παῤῥησίᾳ, ὅτι εἶναι ἔνοχος, διότι ἡ τάξις διετηρήθη, καὶ δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐλαττώσω ὡς ἐκ τούτου τὴν ἀξίαν τοῦ φιλονόμου πνεύματος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι εἶναι ἔνοχος, διότι αἱ ἐκλογαὶ ἐγένοντο ἄνευ κυβερνητικῶν ἐπεμβάσεων· εἴπατε, ὅτι εἶναι ἔνοχος, διότι προεῖδε τὴν σημερινὴν συζήτησιν, καὶ οὐδὲν ἔκαμε διὰ νὰ τὴν ἀποφύγῃ, καὶ οὐδὲν ἔκαμε νὰ τὴν περιορίσῃ, καὶ οὐδὲν ἔκαμε διὰ νὰ τὴν διευθύνῃ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ· εἴπατε, ὅτι εἶναι ἔνοχος, διότι ὁμολογεῖ οὐχὶ τὴν παρανομίαν, οὐχὶ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῶν πράξεων τούτων, διότι, ἐπαναλαμβάνω περὶ τούτων ἁπάντων οὐδεὶς δύναται νὰ γείνῃ λόγος ἐνταῦθα, ἀλλὰ τὴν ἀνάγκην, καὶ ζητεῖ παρ’ ὑμῶν ἀπόφασιν περὶ τῆς ἀνάγκης εἰς ἣν εὑρέθη νὰ νομοθετήσῃ, νὰ νομοθετήσῃ ἴσως καλῶς, ἴσως κακῶς, ἄλλοι ἠδύναντο ἴσως νὰ νομοθετήσωσι κάλλιον, καὶ διὰ τοῦτο τινὰ τῶν διαταγμάτων τούτων δύνασθε νὰ τὰ ἀποῤῥίψετε, οὐδεὶς περὶ τούτου λόγος, ἀλλ’ εἴπατε πρὸς Θεοῦ μετὰ παῤῥησίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο οὔτε μίαν μόνην νομοθετικὴν πρᾶξιν νὰ ἐκδώσῃ, ὅτι ἔπρεπεν ἢ νὰ μείνῃ μὲ σταυρωμένας χεῖρας θεατὴς καὶ μάρτυς ἀπαθὴς τῶν συμβησομένων, ἢ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ πηδάλιον τοῦ σκάφους εἰς τοὺς τυχόντας. Ἀλλὰ καὶ οἱ τυχόντες ἐὰν ἤθελον ἔλθει εἰς τὰ πράγματα, ἐρωτῶ πάλιν ὑμᾶς, Κύριοι, τίνι τρόπῳ ἤθελον δυνηθῆ νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ σημεῖον εἰς ὃ ἡμεῖς ἐφθάσαμεν; καὶ ὅταν λέγω ἡμεῖς, ἐννοῶ τὴν κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως μέχρι τῆς σήμερον. Αὐτοὶ οἱ τυχόντες ἠδύναντο νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ ἡμεῖς ἐφθάσαμεν περιοριζόμενοι μόνον ἐντὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, τοῦτο οὐδεὶς οὔτε τῶν Ἑλλήνων, τολμῶ νὰ εἴπω, οὔτε τῶν ξένων ἐπίστευε τότε. Καὶ μολονότι δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ὅτι καθὸ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὀφείλω πάντοτε καὶ κατὰ πάντα νὰ ἀκολουθήσω τὰς συμβουλὰς τῆς ξένης διπλωματίας.
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§63ΒΡΑΪΛΑΣ. Μ’ ὅλον ὅτι δὲν συμμερίζομαι οὔτε τὴν ἐναντίαν γνώμην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κερκύρας, ὅτι ἁρμόζει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν συμφέρον νὰ γίνωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατηγορητήρια κατὰ τῆς ξένης διπλωματίας, μ’ ὅλον ὅτι παραδέχομαι μέσον τινὰ ὅρον, δηλαδὴ ἁπλῶς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἐμοῦ καθήκοντος, τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς ὑπουργὸς Ἕλλην, μ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν θέλει κάμει ἐν Εὐρώπῃ ἡ τυχὸν καταδικαστικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν θέλει κάμει εἰς τὸν ξένον κόσμον ἡ μετὰ τὴν πολυήμερον ταύτην συζήτησιν ἀπόφασις, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπιφυλάττεται καὶ δὲν ἀποφασίζει. Τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς ὡς τελευταίαν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀγόρευσίν μου. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἤδη ἀρκούντως πεφωτισμένη, δύναται, ὅταν θέλῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἀπόφασις αὐτῆς, ἀπὸ τοῦδε τὴν σέβομαι εὐχαρίστως. Εἴτε καταδικάσετε, εἴτε ἀθωώσετε, ἀφοῦ καὶ αἱ λέξεις αὗται κυκλοφοροῦν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ κακουργήματος, εἴτε καταδικάσητε, εἴτε ἀθωώσητε, θέλομεν δεχθῆ τὴν ἀπόφασίν σας εὐχαρίστως, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς θέλετε τότε σεβασθῆ ἐκείνην τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θέλει ἐπιβάλει εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον τῆς ἀτομικῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως.
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ εἴπω δύω λέξεις.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε δὶς καὶ κατὰ τὸν κανονισμὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν.
§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐρωτήσατε, ἀλλ’ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας παρεμόρφωσε τοὺς λόγους μου καὶ εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ᾖναι προσωπικὸν, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε, ἀλλὰ μόνον εἰς αὐτὸ νὰ περιορισθῆτε.
§68ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ὁμιλία μου, Κύριοι, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς πολλὰς παρεξηγήσεις, κατ’ ἐμὴν γνώμην ὅλως ἀδικαιολογήτους, αἱ ὁποῖαι ἐπλάσθησαν ὡς στρατηγήματα εἰς τὴν πολιτικὴν μάχην, τὴν ὁποίαν ἐξακολουθοῦμεν ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας. Ἐσεβάσθην ὅμως τὴν σοβαρότητα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἠθέλησα ν’ ἀπασχολήσω αὐτὴν εἰς ἐξέτασιν ζητημάτων προσωπικῶν, ὁμιλήσας δευτέραν φορὰν πρὸ δύω ἡμερῶν· εἶπον δ’ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι παραιτοῦμαι τῶν προσωπικῶν τούτων ζητημάτων, καίτοι κατὰ τὴν γνώμην τῶν διαστρεψάντων τοὺς λόγους μου προσεβάλετο σπουδαίως ἡ ὑπόληψίς μου, διότι ἐθεώρησα, ὅτι αἱ τοιαῦται διαστροφαὶ δὲν εἶναι ἱκαναὶ νὰ προσβάλωσι τὴν ὑπόληψιν ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅστις πολιτεύεται δημοσίᾳ. Ἀλλ’ ὅταν βλέπω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἔρχεται καὶ ἐπαναλέγει τὰ αὐτὰ, ἀφοῦ μάλιστα παρ’ ἐμοῦ ἐδόθη πρός τινα τῶν παρεξηγησάντων ἡ ἐξήγησις τῶν ῥηθέντων· ἀφοῦ, λέγω, εἶδον τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν λαμβάνοντα τὸν λόγον, ἀφοῦ ἐμελέτησε τὰ στενογραφήματα, δὲν δύναμαι νὰ παρατρέξω τὴν περίστασιν ταύτην, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται, δὶς καὶ τρὶς καὶ πολλάκις τοῦ αὐτοῦ γεγονότος ἐπαναληφθέντος, νὰ μοὶ ἀποδοθῇ μία πολιτικὴ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἀποστρέφομαι ἴσως πλειότερον παντὸς ἄλλου τῶν καθημένων ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, δηλαδή, ὅτι θέλω νὰ διοικῆται ἡ πατρίς μου κατὰ τὴν θέλησιν τῶν ξένων. Λυποῦμαι δὲ, Κύριοι, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ὑπερασπισθῶ ἐμαυτὸν κατὰ τοιαύτης προσβολῆς. Ἀλλὰ θέλω ἀποδείξει, ὅτι ἐὰν αἱ συζητήσεις αὗται αἱ διαστρεφόμεναι ἀπέδειξαν κἄτι τι, τὸ κἄτι τι τοῦτο δὲν εἶναι κατ’ ἐμοῦ, εἶναι ὑπὲρ ἐμοῦ, δὲν εἶναι ὑπὲρ τοῦ συκοφαντήσαντός με, ἀλλὰ κατ’ αὐτοῦ. Τί εἶπον, Κύριοι, ὅταν εἶδον κατὰ πρώτην φορὰν τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν πρῶτον πάντων τῶν ἄλλων μελῶν τῆς κυβερνήσεως νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ὑπερασπισθῇ μίαν πολιτικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἠνείχετο; Εἶπον, θαυμάζω, ὅτι, ἐνῷ δὲν ἠνείχετο, πρῶτος λαμβάνει τὸν λόγον καὶ δίδει τὸ σημεῖον τῆς μάχης πρὸς ὑποστήριξιν τῆς πολιτικῆς, ἣν ὡς δημοσιογράφος πικρῶς κατέκρινε· καὶ θαυμάζω, εἶπον, διότι ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, γνωρίζων κάλλιστα τὰς συνθήκας, ἐπὶ τῶν ὁποίων θεμελιοῦται τὸ παρὸν, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔπλασαν τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν σύμβουλον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, καί τοι γνωρίζων ταῦτα συμβουλεύει καὶ δὲν ἐμποδίζει τὸν Βασιλέα ἀπὸ τοῦ νὰ ἀκολουθήσῃ μίαν πολιτικὴν, ἥτις ἀντίκειται πρὸς τὰς συνθήκας ἐκείνας, αἵτινες ἔπλασαν τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Μοῦ ἠτιάθησαν, ὅτι ἐσυμβούλευσα τὴν πολιτικὴν τοῦ Ναπολέοντος, καὶ ἴσως ἐννοοῦν, ὅτι ἑνὸς αὐτοκράτορος, ἑνὸς δεσπότου τὰς συμβουλὰς ἐσύστησα. Δὲν ὡμίλησα, Κύριοι, ἀπολύτως· εἶπον μόνον τοῦτο, ὅτι ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος ὁ Ναπολέων, δίδων λόγον περὶ τῆς μεταβολῆς τῆς 10ης Ὀκτωβρίου, εἶπε λόγους καὶ ἰδέας, αἱ ὁποῖαι εἶναι συμφωνόταται καὶ μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς 10ης Ὀκτωβρίου καὶ μὲ τὴν ὁμόφωνον θέλησιν τῆς Εὐρώπης καὶ μὲ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως. Καὶ χαίρω πολὺ, διότι μοὶ δίδεται σήμερον ἀφορμὴ νὰ σᾶς δείξω, ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει τῇ ὑποβληθείσῃ εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Γαλλίας ἀποκρούεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰ ἐσωτερικά μας. Ὁ Ναπολέων ἐκθέτων τὰ τῆς 10ης Ὀκτωβρίου καὶ τὰ τῆς ἐπαναστάσεως λέγει, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μ. δὲν ἐπεδίωξεν ἐν τῇ ἀναζητήσει Βασιλέως ἢ τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ Γαλλία εἶχεν ἤδη ἀπὸ καιροῦ διαζευχθῆ ἀπὸ τῶν παραδόσεων μιᾶς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐζήτει τὴν ἐπιτυχίαν αὐτῆς εἰς τὴν ἐπικράτησιν μιᾶς ἀποκλειστικῆς ἐν Ἑλλάδι ἐπιῤῥοῆς, πολιτικῆς ἐκ τῆς ὁποίας ἐπὶ πολὺν χρόνον ἡ Ἑλλὰς ὑπέφερε, καὶ ἡ ὁποία ποτὲ δὲν παρέσχεν ἢ θριάμβους μόνον ἰδανικοὺς καὶ περιπλοκὰς πραγματικάς. Θεωροῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς εὐτυχεῖς, ὅτι βλέπομεν εὐτυχῶς διαλυθεῖσαν τὴν κρίσιν, τῆς ὁποίας ἡ ἀνάπτυξις ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ σπουδαίας ἐν τῇ Ἀνατολῇ περιπλοκάς. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ὑπάρξῃ συνετὴ, θέλει δυνηθῆ ἐξερχομένη μεγαλειτέρα ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως νὰ χρονολογήσῃ ἀπ’ αὐτῆς τὴν ἀναγέννησίν της». Τοιούτους λόγους, Κύριοι, ἐπεκαλέσθην, συνεβούλευσα. Καὶ ἠπόρησα πῶς ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ πολιτικῇ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, αὐτούς. Καὶ διατί τὸ εἶπον; διότι θεωρῶ ὅλως ἀντίθετον τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λόγους, οὓς ἐνόμιζα ἀξίους σεβασμοῦ. Ἐὰν προσέτι ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς αὐτὰς τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι κατήργησαν τὴν δυναστείαν τοῦ Ὄθωνος καὶ ἔλυσαν τοὺς δεσμοὺς τῆς Εὐρώπης μετὰ τῶν συνθηκῶν τοῦ 1832, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐγκαθίδρυσαν τὴν νέαν μοναρχίαν καὶ ἀνεγνώρισαν τὴν ἐπανάστασιν, θέλετε ἰδεῖ πλήρη ἐν αὐταῖς ταῖς συνθήκαις ἀναγνώρισιν τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸ πρῶτον πρωτόκολλον τῆς 16ης Μαΐου 1863, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις εὐρωπαϊκῶς τῆς σημερινῆς καταστάσεως, ἀφοῦ περιλαμβάνει, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Βρετανίας πρῶτος ἐξέθεσε τὰ γεγονότα, ὅσα ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1862 συνέβησαν ἐν Ἑλλάδι, προσθέτει, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν μεγάλων δυνάμεων ἔλαβον ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ ἔκριναν ἐμβριθῶς τὰ γεγονότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν ὑπὸ περιστάσεις ἐντελῶς ξένας τῆς ἐπιῤῥοῆς τῶν αὐλῶν αὐτῶν. Ἐνώπιον τῶν γεγονότων τούτων ἀνεγνώρισαν μὲ ὁμόθυμον αἴσθημα λύπης, ὅτι μετὰ τριάκοντα ἐτῶν δοκιμασίας ἡ τάξις τῶν πραγμάτων, ἥτις ἐγκαθιδρύθη διὰ τῶν συνθηκῶν τοῦ 1832, δὲν κατώρθωσε νὰ στερεωθῇ ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τὴν δυναστείαν, τὴν ὁποίαν ἐκάλεσεν ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Ἑλλάδος ἡ συνθήκη τῆς 1ης Ἰουνίου, ἡ ὑπογραφεῖσα ἀπὸ τὰς Δυνάμεις, εἰς ἃς ἡ Ἑλλὰς εἶχε χορηγήσει αὐτό. Τί φαίνεται εἰς τὰς συνθήκας ταύτας; Ἡ ἀναγνώρισις τῶν παραπόνων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ δικαίωσις τῆς ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν ἔπραξε, καὶ ἡ ἀναγνώρισις αὐτῆς, δηλονότι ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους νὰ πολιτευθῇ ὅλως ἀντιθέτως τῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος. Κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, δὲν ἐννοῶ πῶς εἶναι δυνατὸν κανὲν ἔθνος, πολὺ περισσότερον ἡ Ἑλλὰς, νὰ ζήσῃ ἄνευ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς· ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ καταφρονήσω τὴν γνώμην, ἣν ἡμεῖς αὐτοὶ ἐπλάσαμεν καὶ ἡμεῖς τῇ Εὐρώπῃ ἐπεβάλομεν, τὴν γενικὴν, τὴν ἐπισήμως ἐκφραζομένην παρ’ ὅλης τῆς Εὐρώπης καὶ παρὰ τῶν τριῶν Δυνάμεων, χωρὶς ἡ Ἑλλὰς νὰ φανῇ κακῆς πίστεως, ἄλλα κηρύξασα, ἄλλα δὲ πράττουσα. Δὲν συνέστησα, Κύριοι, διὰ νὰ ἦμαι ἄξιος μομφῆς, τὸ νὰ συμβουλεύηται ἡ Ἑλληνικὴ Βασιλεία τοὺς ἀξιοτίμους πρέσβεις κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῶν ὑπουργείων· δὲν συνεβούλευσα νὰ δεικνύωμεν ἀδυναμίας προσωπικὰς καὶ οἰκογενειακὰς καὶ νὰ τὰς εἰσάγωμεν εἰς τὰς ὑποθέσεις τῆς Ἑλλάδος. Ἀποκρούω τὴν πολιτικὴν ταύτην ὡς ἀνθελληνικὴν καὶ καταστρεπτικήν. Δὲν συνεβούλευσα νὰ σεβασθῶμεν τὰς συνθήκας τῆς Βερώνης καὶ τῆς Βιέννης, αἵτινες κατέστρεψαν τὰς ἐλευθερίας τῶν λαῶν· ἐσυμβούλευσα νὰ σεβασθῶμεν συνθήκας γενομένας ἐπίτηδες δι’ ἡμᾶς, διὰ τῶν ὁποίων δὲν ἐδεσμεύθη ἡ θέλησίς μας, ἀλλ’ ἐνίκησεν· αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπάδουσι πρὸς τοὺς πόθους καὶ τὰς θελήσεις τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ θεμελιοῦνται ἐπ’ αὐτῶν καὶ τὰς ὁποίας ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη ὑπέγραψε. Καὶ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὁσάκις εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον στρέφει τὴν προσοχήν του εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν πάντοτε πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ἐν ἁρμονίᾳ τὸ περὶ Ἑλλάδος γενικὸν, κοινὸν, ἀνεγνωρισμένον δίκαιον τῆς Εὐρώπης μὲ τὴν ἐσωτερικὴν γενικὴν πολιτικὴν τοῦ κράτους. Τοῦτο ἀληθεύει οὐχὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα μόνον, ἀλλὰ δι’ ὅλα τὰ κράτη, καὶ εἰς τὸ κράτος ὅπου δὲν ἀληθεύει δὲν ὑπάρχει πολιτισμός.
§69ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, μετὰ τὴν λεπτομερῆ καὶ εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου ἐνόμιζα, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη πλέον, ἀλλ’ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐνόμισε καθῆκον, ὄχι μόνον νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκφέρῃ λόγους τινὰς, οἱ ὁποῖοι ἀφώρων τὸν ἑαυτόν του. Ἐὰν τῷ ὄντι αὐτὴ ἡ ὁμιλία δὲν ἐλάμβανε χώραν, ἐγὼ δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, διότι τὸ ἐνόμισα τῷ ὄντι περιττὸν, ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ λύπην μου παρετήρησα, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς εἰς τὴν ἔκθεσιν μερικῶν πραγμάτων παρεξετράπη καὶ τὸν διέφυγον λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐνδομύχως, πιστεύω, δὲν αἰσθάνεται, ἐνόμισα καλὸν νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας ἀπασχολεῖ ἤδη τὴν Βουλὴν τὸ παρὸν ζήτημα, καὶ πιστεύω, ὅτι ὅλοι οἱ βουλευταὶ καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης πτέρυγος καὶ οἱ ὑπουργοὶ, ὅλοι στεντορίᾳ τῇ φωνῇ ὡμολόγησαν, ὅτι τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν νομοθετικὴν φύσιν εἶναι παράνομα· μόνον τὴν ἀνάγκην καὶ πάλιν τὴν ἀνάγκην ἐπικαλοῦνται. Ἂν καὶ οἱ ῥήτορες ὅλοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη, ἐγὼ ἔρχομαι ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ παραδεχθῶ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ θέλω προτείνει τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον καὶ ἄλλος ἔντιμος βουλευτὴς, ὁ Κ. Πετράκης, ὑπεστήριξεν, ὅτι, ὅστις παρεσκεύασε τὴν ἀνάγκην, οὗτος δὲν δύναται νὰ τὴν ἐπικαλεσθῇ, ὅτι ἐκ τῶν ἐγκλημάτων του οὐδεὶς δύναται νὰ ὠφεληθῇ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνελεύσεως· ἐγὼ δὲν ἔρχομαι νὰ κατηγορήσω οὔτε τὴν πλειονοψηφίαν, οὔτε νὰ ἐπαινέσω τὴν μειονοψηφίαν, διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο διαφεύγει τὴν Βουλὴν, καὶ ὅτι δὲν δύναται ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ ἀθωώσῃ ἢ νὰ καταδικάσῃ τὴν Συνέλευσιν· ἡ ἱστορία θέλει ἐξετάσει τὰ γεγονότα. Μετὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, Κύριοι, ἥτις ὑπηγορεύθη ἀπὸ τὸ Βʹ. Διάγγελμα τοῦ νὰ ἀνατραπῇ τὸ Βʹ. ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἡ μειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἐνόμισε δικαίως, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποχωρήσῃ, καὶ ἀπεχώρησε. Τὴν ἐπιοῦσαν συνῆλθεν ἡ Συνέλευσις, ἀπήρτισεν ἀπαρτίαν, καὶ ἤρχισε τὰς ἐργασίας της, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ζητημάτων ἠγέρθη συζήτησις σφοδρὰ, καὶ ὁ μὲν ἤθελε νὰ συζητηθῇ τοῦτο τὸ ἀντικείμενον, ὁ δὲ ἐκεῖνο· ὁ μὲν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προταθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὁ φορολογικὸς νόμος, διότι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθε τὸ Σῶμα, ἀφοῦ ἀπεσύρθησαν τοσαῦτα μέλη τῆς Συνελεύσεως, ἠδύνατο τῳόντι νὰ μείνῃ τὸ ἔθνος ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ φορολογικοῦ νόμου, καὶ οὐδεὶς ἔπρεπε νὰ ἀναδεχθῇ αὐτὴν τὴν εὐθύνην. Ἰδοὺ τί εἶπε ἕνας ἐπιστήθιος φίλος τοῦ πρωθυπουργοῦ τότε, ὁ Κ. Δαγρὲς, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως. Ἀναγινώσκει. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ ἐπιστήθιος φίλος τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἀπετέλει μέρος τῆς πλειονοψηφίας τότε, ὑπέδειξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐχρεώστει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους· καὶ ἠδύνατο νὰ τοὺς συζητήσῃ, διότι κατόπιν αὐτῆς τῆς προτάσεως συνεζητήθη ὁ δημοτικὸς νόμος ὁλόκληρος καὶ ὁ περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ νόμος, δύω νόμοι σπουδαιότατοι. Ἐὰν λοιπὸν ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ διοικήσῃ συνταγματικῶς, ἔπρεπε τῳόντι νὰ προτιμήσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου· ἀλλὰ, καθὼς καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου εἶπον, ἡ Κυβέρνησις ἐπρικάλεσεν αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, νὰ ἀφήσῃ τὸν τόπον ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ ἄνευ φορολογικοῦ νόμου, διὰ νὰ διοικήσῃ ὅπως διῴκησε. Λοιπὸν ὁ λόγος τῆς ἀνάγκης δὲν ὑφίσταται, διότι τὴν ἀνάγκην τὴν παρεσκεύασεν ἡ Κυβέρνησις· εἰς τὸ διάστημα τῶν 3 ἢ 4 ἡμερῶν, ὅπου συνήρχετο ἡ Συνέλευσις καὶ συνεδρίαζεν, ἠδύνατο πολὺ καλὰ νὰ ψηφίσῃ καὶ τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ τὸν προϋπολογισμόν· διότι ἐν διαστήματι μιᾶς ἢ δύω ἡμερῶν ἐψήφισε τὸν δημοτικὸν νόμον ὁλόκληρον, διὰ τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ συζητῇ μῆνας ὁλοκλήρους. Περαίνων λοιπὸν τὸν λόγον μου νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἀνάγκην, διότι αὐτὴν τὴν κατάστασιν αὐτὴ ἡ ἰδία τὴν παρεσκεύασε, καὶ ἐπιμένω, ὅτι πρέπει νὰ μεμφθῇ τοὐλάχιστον διὰ τὰς πράξεις αὐτάς.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐτυχῶς βλέπω, ὅτι ἐξηντλήθη ὁ κατάλογος τῶν γεγραμμένων, καὶ εἶμαι εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ κηρύξω περαιωμένην τὴν συζήτησιν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐν γένει συζήτησιν τοῦ σχεδίου εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Οἱ Κύριοι Καραλίβανος καὶ Δαρειώτης συνεπεία τῆς συζητήσεως, καθ’ ἣν μία μερὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξιόμεμπτος, διότι ἐξέδωκε μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς διατάγματα Νομοθετικῆς φύσεως, ἡ ἄλλη μερὶς καθ’ ὁλοκληρίαν ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε διατάγματα φύσεως Νομοθετικῆς, ἀλλ’ ἠναγκάσθη ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ δὲν εἶναι διὰ τοῦτο ἀξιόμεμπτος, ἔφερον πρότασιν τὴν ὁποίαν Σᾶς ἀναγινώσκω. «Ἡ Βουλὴ θεωρεῖ μεμπτέαν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων καὶ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναφυεισῶν ἀναγκῶν ἔκδοσιν διαταγμάτων Νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος, ἀπὸ τὴν διαλύσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως μέχρι τῆς συγκροτήσεως
τῆς Βουλῆς, ναὶ ἢ ὄχι;
Δ. Ι. ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ, Κ. ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ.
§71ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι μέρος τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλ. λόγον;
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τίθεται.
§73Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τίς τὸ ἔθεσεν αὐτὸ τὸ ζήτημα;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαρειώτης καὶ Καραλίβανος, διότι προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως.
§75Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε τὸ θέτετε ὑμεῖς· ὁ Κ. Καραλίβανος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέση θέμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔθηκα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε λάθος· συμβουλευθῆτε τὸν κανονισμόν.
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί συζητοῦμεν τώρα, Κ. Πρόεδρε; τὴν ἀπάντησιν τοῦ Β. Λόγου· ἐτελειώσαμεν τὴν γενικὴν συζήτησιν καὶ θὰ ἔμβωμεν εἰς τὴν κατὰ παράγραφον συζήτησιν. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν μερικὴν συζήτησιν, θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς κατὰ παράγραφον γενομένας προτάσεις· αὐτὴ εἶναι μία πρότασις, ἥτις χρειάζεται ἰδιαιτέραν συζήτησιν καὶ ἥτις θὰ παραπεμφθῇ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν πᾶς Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα, καθὼς καὶ ὁ Πρόεδρος, νὰ θέτῃ τὰ ζητήματα.
§79ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παραβιάζεται, ὡς μοὶ φαίνεται, ἡ ἡμερησία διάταξις.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατέ μοι νὰ τελειώσω· ἡ πρότασις αὕτη ἔρχεται ὡς ἀρχὴ ἐν γένει ἐφ’ ὅσων ἐῤῥέθησαν, καὶ ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον· διότι τὶ ἐξῆλθεν ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς μακρᾶς συζητήσεως; οἱ μὲν διϊσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρηνόμησε, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀξιόμεμπτος αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις· οἱ ἄλλοι, ὅτι ἐξέδωκε διατάγματα παρὰ τὸ Σύνταγμα ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀξιόμεμπτος, διότι αἱ περιστάσεις τὴν ἠνάγκασαν. Ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο λύσῃ ἡ Βουλὴ, ὅλα ταῦτα μετὰ ταῦτα λύονται, διότι, ἅμα ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ ὡς ἀρχὴν καὶ βάσιν τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Βασιλ. Λόγου, ὅλα τὰ ἄλλα λύονται, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀξιόμεμπτος, ἐννοεῖται, ὅτι ὁ βʹ. παράγραφος θὰ παραδεχθῇ ἀπαράλλακτα, ὡς ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, καὶ ἑπομένως διευκολύνεται οὕτω ἡ κατὰ παράγραφον συζήτησις.
§81Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ ἐπειδὴ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν διαφόρους ἀπαντήσεις, σχέδια, νομίζω, ὅτι πρέπει πρῶτον ἀφοῦ ἀποφασίσωμεν ποῖον ἐκ τῶν σχεδίων θὰ ψηφίσωμεν, ν’ ἀποφασίσωμεν δεύτερον κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ψηφίσωμεν αὐτό· τουτέστιν ἐν συνόλῳ ἢ κατὰ παράγραφον, ἀλλ’ ὅταν μετὰ μίαν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοιούτων σπουδαίων ἀποσπῶμεν ἕνα μόνον ὅρον, τοὐτέστιν ἐὰν οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ἔνοχοι ἢ ὄχι, διὰ τὰς ὁποίας ἔπραξαν παραβιάσεις κατὰ τοῦ Συντάγματος, ἀποφασίζομεν ὄχι μόνον ἀλόγως, ἀλλὰ καὶ ἀντικείμενον αὐτοτελὲς καὶ τρόπον τινὰ ἀνεξάρτητον τῆς γενικῆς συζητήσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου πρέπει νὰ ψηφισθῇ κατὰ παράγραφον.
§82ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι γενικῶς παραδεδεγμένον, ὅτι τὰ ζητήματα τίθενται ὡς ἀπόῤῥοια τῶν λεγομένων, ὡς ἀπόῤῥοια τῶν προταθέντων. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ἓν σχέδιον ἢ δύω ἢ τρία τῆς ἀπαντήσεως τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἐντὸς τῶν ὁποίων, οὐδεὶς ἐγένετο λόγος περὶ κατηγορίας, περὶ μομφῆς κατὰ τοῦ ὑπουργείου. Ἤλθετε ὅμως μὲ πολλὰς θεωρίας, μὲ πολλὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἐζητήσατε οὐχὶ ἀνάπτυξιν, ἀλλὰ τὴν ἀπαγχόνισιν τοῦ Ὑπουργείου, ἄλλοι τὴν μομφὴν, ἄλλοι τὴν καταδίκην τοῦ ὑπουργείου. Ἔχομεν δὲ τοὺς ὑπουργοὺς ἀπὸ τ’ ἄλλο μέρος, οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν· ἐπειδὴ ἀνοίγετε αὐτὸ τὸ στάδιον τὸ δεχόμεθα· ν’ ἀποφασίσῃ ὅμως ἡ Βουλὴ ἂν ἤμεθα μεμπτοὶ, καταδικαστέοι. Ἔχετε τὴν ἄλλην πτέρυγα, ἡ ὁποία σᾶς λέγει· σεῖς τὰ διατάγματα τὰ θεωρεῖτε ὡς ἀπόῤῥοιαν μιᾶς ἀνάγκης, ἡμεῖς τὰ θεωροῦμεν ὡς παράνομα, ὡς ἀντισυνταγματικὰ· ἡμεῖς διατεινόμεθα ὅτι δὲν ὑπάρχει παραβίασις νόμου εἰς τοιαύτην περίστασιν, παραβίασις τοῦ Συντάγματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶναι μεμπτέα, ὅτι δὲν εἶναι καταδικαστέα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας κατεγίναμεν εἰς τοῦτο, τώρα, ὅτε πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, τὸ ὑπεκφεύγομεν. Αἱ ἑπτὰ λοιπὸν αὐταὶ ἡμέραι δὲν θὰ καταλήξουν εἰς τίποτε; δὲν θὰ καταλήξουν εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα; δὲν ἐζητήσατε, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ καταμεμφθῇ τὸ ὑπουργεῖον;
§83Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐζητήσαμεν αὐτὸ, ἀλλὰ ζητοῦμεν ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§84ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ποία ἡ νομικὴ ἔποψις αὐτῆς τῆς καταστάσεως; ἡ νομικὴ ἔποψις εἶναι, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἐπῆλθεν ἓν παρεμπίπτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τὸ ὑπουργεῖον νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἡ μία πτέρυξ ἔθεσεν ὡς κατηγορίαν καὶ ἡ ἑτέρα ἀπέκρουσε. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ πράξουν ὅσοι θέλουν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα; θέτουν αὐτὸ τὸ ζήτημα οὐχὶ ὡς περιεχόμενον εἰς τὸ κύριον ζήτημα, οὐχὶ ὡς ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, διότι, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸν τέταρτον παράγραφον, θὰ γράψωμεν, ὅτι κατηγοροῦμεν καὶ καταδικάζομεν καὶ μεμφόμεθα τὸ ὑπουργεῖον.
§85ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Γράψατε σεῖς.
§86ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἡμεῖς θὰ γράψωμεν, ὅ,τι ἤθελε γράψει πᾶς δίκαιος ἄνθρωπος καὶ ὄχι ἐσκοτισμένος ἀπὸ πάθη. Λοιπὸν, Κύριοι, παρατηρῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα συνεπείς, καὶ ἂν εἴχατε τὴν γενναιότητα νὰ κατηγορήσετε τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν εἰμπορεῖτε ν’ ἀρνηθῆτε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέτομεν. Εἴπατε, ὅτι εἶναι ἔνοχον τὸ Ὑπουργεῖον, ἀντισυνταγματικόν. Ἔρχεται ἡ πρότασις ἐκ μέρους τῶν Κ. Βουλευτῶν, ἥτις εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς συζητήσεως, εἶναι μεμπτὸν τὸ ὑπουργεῖον ναὶ ἢ ὄχι; Αὐτὸ βεβαίως δὲν θὰ τεθῇ εἰς τὸν Βασιλ. λόγον, θ’ ἀπαντήσωμεν σύμφωνα πρὸς τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν.
§87ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν νέαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν φέρετε, θεωρῶ καὶ ἐναντίαν τοῦ κανονισμοῦ καὶ ἐναντίαν, συγχωρήσατέ μοι, καὶ τῆς λογικῆς· ἐναντίαν τοῦ κανονισμοῦ, διότι κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὅταν ὑπάρχῃ ἓν κείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται συζήτησις, αἱ ἰδέαι, εἴτε τῶν ἀτόμων, εἴτε τῶν πολιτικῶν κομμάτων, αὗται διατυποῦνται διὰ τροπολογιῶν. Δὲν εἶναι γνωστὸν δὲ τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ κανονισμοῦ, ὅτι ἄνευ τροπολογίας εἰμπορεῖ τις διὰ παρεμπίπτοντος ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει εἰσέλθει οὔτε ὡς κείμενον, οὔτε ὡς προσθήκη, οὔτε ὡς μεταβολὴ εἰς τὸ ὑπάρχον κείμενον, καὶ εἰς ἄλλο ἔγγραφον, νὰ ζητήσῃ ψηφοφορίαν, παρὰ ὅταν θέλῃ νὰ γίνῃ θόρυβος, προερχόμενος ἀπὸ ἐξάψεις. Θεωρῶ προσέτι, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον καὶ λογικὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδία καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς, ὅλοι παραδέχονται, ὅτι μετὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Β. λόγον θέλουν μείνει ὑπὸ συζήτησιν ἀκέραια, ἄθικτα, χωρὶς νὰ θεωρῶνται ἀποφασισμένα ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἓν ἕκαστον τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θέλουν μᾶς ὑποβληθῆ πρὸς κύρωσιν· ἂν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, ἀναντίῤῥητον, εἰλικρινὲς, καὶ λέγεται παρὰ πάντων, πρέπει νὰ σταθῶμεν εἰς τὴν εἰλικρίνειαν ταύτην· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ πρότασις, ἡ ὁποία φέρεται, δὲν εἶναι ἐναντίον τῆς θελήσεως ἴσως καὶ τῶν προτεινόντων. Δὲν πρόκειται τὴν εἰλικρίνειαν ταύτην νὰ καταστρέψωμεν, νὰ τὴν ἀρνηθῶμεν. Τοιαύτη πρότασις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἤδη φέρει, πρέπει νὰ ᾖναι μεταγενεστέρα τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν διαταγμάτων· Μόνον, ὅταν ἐπιφέρῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπόφασίν της περὶ ὅλων τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν κρίσιν της, τότε δύναται νὰ εἴπῃ, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔσφαλεν ἢ δὲν ἔσφαλεν. Ὅταν ὅμως θέλετε ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, τότε δεσμεύετε αὐτὴν, καὶ δεύτερον δεικνύετε εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ματαίως θέλετε ἐνασχοληθῆ πλέον εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν διαταγμάτων, διότι προαπεφασίσθη τὸ ζήτημα ἀπὸ τοῦδε. Εἶσθε ὑποχρεωμένοι, ἂν θέλετε νὰ ἦσθε ἀξιοπρεπεῖς, ἂν θέλετε νὰ φυλάξητε τὴν ὑπόληψιν ὑμῶν, νὰ φυλάξετε εἰς τὸ παρὸν ζήτημα τὸν κανονισμόν· ἄλλως δεσμεύετε τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς, προαποφασίζοντες ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἄλλοτε λύσει, καὶ ἐνῷ δὲν ἠξεύρετε, τότε ποῖαι θὰ ᾖναι αἱ γνῶμαι τῶν Βουλευτῶν. Ὅπως γνωρίζετε εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ σώματα, ἕνεκα διαφόρω αἰτιῶν, εἴτε ἐκ τῶν συζητήσεων, αἱ πλειονοψηφίαι ἢ αἱ μειονοψηφίαι μεταβάλλονται· πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ προαποφασίσωμεν ζήτημα ἀπὸ τοῦδε; τοῦτο ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν λογικὴν καὶ εἰς τὸν κανονισμὸν, τὸν ὁποῖον πρέπει πάντοτε νὰ διατηρῇ τὸ Σῶμα. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγας τινὰς λέξεις εἴς τινα, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ μεμφθῇ τινας ἐξ ἡμῶν· γνωρίζετε, ὅτι ἡ συζήτησις ἐγένετο διὰ μακρῶν καὶ οἱ λαβόντες τὸν λόγον ἀνέπτυξαν διαφοροτρόπως τὰς ἰδέας των, οἱ μὲν, ὅτι θεωροῦσιν ἐντελῶς τὴν κυβέρνησιν ἀπηλλαγμένην πάσης μομφῆς, οἱ δὲ ὡς ἀξίαν καταδίκης καὶ ἄλλοι ἄλλας γνώμας. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὶ ἔκαμαν; ἔκαμαν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχουν, ν’ ἀναπτύξουν τὰς ἰδέας των καθ’ ὁλοκληρίαν, ἵνα φωτίσουν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς· ἔφεραν προτάσεις καὶ προτάσεις διατυπούσας τὰς γνώμας των· αἱ προτάσεις αὗται εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὴν Βουλὴν νὰ τεθῶσιν εἰς ψηφοφορίαν κατὰ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ὁ κανονισμὸς διέγραψεν. Ἐσυστήθη ἐπιτροπὴ καὶ ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς ἔκαμε σχέδιον· ὁ κύριος πρόεδρος ἀνήγγειλεν, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας εἶναι τὸ συζητούμενον· ἐπροτάθησαν δὲ καὶ ἄλλα τινὰ σχέδια καὶ ταῦτα ἀπεφασίσθησαν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τροπολογίαι τοῦ κειμένου· ἄλλοι βουλευταὶ κατόπιν παρουσίασαν καὶ αὐτοὶ ἰδιαιτέρας γνώμας· πλεῖσται αὐτῶν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὰς προϋπαρχούσας· ὅλαι αὗται αἱ διατυπωθεῖσαι προτάσεις πρέπει ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν σειρὰν, ἣν διαγράφει ὁ Κανονισμὸς· καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα ἀπαντῶ εἰς τὸν Κύριον Κυπριάδην, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ἐπιλήψιμον τὴν διαγωγὴν τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ἀποκρούω λοιπὸν διὰ τοῦ κανονισμοῦ αὐτὴν τὴν ἀταξίαν.
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰ ὅσα εἶπεν ὁ Κ. Δεληγιώργης. «Αἱ πλειονοψηφίαι μεταβάλλονται, εἶπε, διότι ἠμποροῦν οἱ Βουλευταὶ νὰ φύγωσιν, εἰμποροῦν ν’ ἀσθενήσωσιν, εἰμποροῦν ν’ ἀλλάξωσι γνώμην· λοιπὸν μὴ ἀποφασίσητε τίποτε. Ἡ πλειονοψηφία φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι μαζῆ μας· περιμείνατε, δυνάμεθα ν’ ἀποψηφίσωμεν μετὰ ταῦτα, ὅτε ἴσως θὰ ἔχωμεν βέβαιον τὸ ἀποτέλεσμα». Ὄχι· ἡμεῖς θέλομεν, ἡ Βουλὴ ἡ ὑπάρχουσα σήμερον ν’ ἀποφασίσῃ ναὶ ἢ ὄχι· αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐνεργείας δὲν στέκει εἰς τὸν ἔντιμον φίλον μου εὔγλωττον Βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅστις διακρίνεται διὰ τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν τόλμην μὲ τὴν ὁποίαν θέτει τὰ ζητήματα. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἀληθὲς, ὅτι ὅ,τι ζητοῦμεν ἤδη, εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ καὶ ἐναντίον τῆς λογικῆς; Τί μᾶς λέγουν οἱ ἀντίπαλοι; Θέλομεν ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα κατὰ γράμμα, ὅπως μᾶς ἠρώτησεν, ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται, εἶναι ἐναντίον τῆς ἁβροφροσύνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν εἰς τὸν Βασιλέα, νὰ θέσωμεν περισσοτέρας ἢ ὀλιγωτέρας λέξεις· πολὺ καλά· ἂν δὲν θέλετε αὐτὸ, ἀποφασίσατε ὄχι, χωριστά. Ἀλλ’ ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω τὶ θέλετε; θέλετε νὰ μὴ ἀποφασίσητε τίποτε, διότι δὲν σᾶς συμφέρει. Ἡ Βουλὴ ὅμως πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ, διότι ἀπησχολήθη ἐπὶ 8 ἡμέρας, ἵνα λύσῃ τὸ μέγα καὶ σπουδαῖον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐκούρασε τὴν ὑπομονὴν τοῦ κόσμου, καὶ ἑπομένως νὰ δείξῃ, ὅτι δὲν ἐσυζήτησε διὰ νὰ παίξῃ, καὶ ὅτι μετὰ συζήτησιν ἑπταήμερον δὲν ἔκαμε τίποτε, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθη νὰ συζητήσῃ τὰ διατάγματα καὶ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ὅταν τῆς ἀρέσῃ καὶ ἀφοῦ φύγῃ. Μὰ αὐτὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι σπουδαῖα· ἡ Βουλὴ, ὅταν ἐνεργῇ, πρέπει νὰ ἐνεργῇ σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ ζήτημα, ὃ πρόκειται, νὰ λύσητε σήμερον, προδικάζει τὴν μετὰ ταῦτα ἀπόφασίν σας; ὄχι· ὁμολογῶ ὄχι. Ζητοῦμεν σήμερον νὰ εἰπῆτε, ὅτι τὰ διατάγματα εἶναι καλά; ὅτι τὰ παραδέχεσθε; ὅτι τὰ ἐπικυρώνετε; ὄχι· διόλου δὲν ζητοῦμεν τοῦτο· τοῦτο ὑμεῖς δύνασθε νὰ τὸ λύσητε, ὅπως θέλετε. Τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας δὲν τὸ λύει ἡ σημερινὴ ἀπόφασις, ἣν ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν σήμερον· ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ προδικάσητε ποσῶς τὸ ζήτημα, ἀφίνομεν τὰ διατάγματα ἐλεύθερα νὰ τὰ ἐκτιμήσητε, νὰ τὰ κρίνετε, νὰ τὰ κάμετε ὅπως θέλετε· θέλομεν μόνον νὰ μάθωμεν, ἂν ἀναγνωρίζητε τὸ δύσκολον τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθημεν καὶ ἐνηργήσαμεν, ὅπως ἐνηργήσαμεν. Πῶς τὸ θέλετε αὐτὸ ὡς ἀπόφασιν ἢ ν’ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ λόγου; ἂν τὸ θέλετε ἀπόφασιν χωριστὴν, τὸ δεχόμεθα. Τὶ συζητοῦμεν τόσας ἡμέρας; αὐταὶ αἱ περιστάσεις δικαιολογοῦσι τὴν ἐνέργειάν μας ναὶ ἢ ὄχι; ἂν εἴπητε Ναὶ τότε τροποποιοῦμεν καὶ τὸν παράγραφον ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν τὸ θέλετε ὡς ἀπόφασιν χωριστήν. Ὥστε, Κύριοι, βλέπετε, ὅτι τίποτε δὲν εἶναι ἐναντίον εἰς τὸ ν’ ἀποφασίσητε σήμερον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας τόσας ἡμέρας συζητοῦμεν. Λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, οὔτε θέλει περιποιήσει τιμὴν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι τὸ κατ’ ἐμὲ ἐπιθυμῶ, ὥστε ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ ᾖναι ἐπίσης ἰσχυρὰ, ὅπως περιστέλλῃ ἑκάστοτε τὴν ἐνέργειαν τῆς κυβερνήσεως, διότι καὶ ἐγὼ θὰ ἦμαι αὔριον εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν καὶ θέλω, ὥστε ἡ θέσις αὕτη νὰ ᾖναι ὑψηλή. Δὲν ἀντίκειται λοιπὸν εἰς τὸν κανονισμὸν νὰ ἔλθωμεν ἤδη εἰς μίαν ἀπόφασιν. Εἶναι πρότασις εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιμένομεν καὶ ζητοῦμεν ἐπιμόνως. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὥστε νὰ ψηφοφορηθῇ αὕτη, διότι ἕκαστος, Κύριοι κατηγορηθεὶς τόσον σκληρῶς ἐνώπιόν σας, ἐναντίον τοῦ ὁποίου εἶπον τόσα πράγματα καὶ ψεύδη, καὶ συκοφαντίας κ.τ.λ. θέλει νὰ μὴ ἐξέλθῃ ἀπ’ ἐδῶ φορτωμένος εἰς τὴν ῥάχιν του μὲ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἀπέδωσαν· θέλει νὰ ἴδῃ ἂν ἔχῃ πλέον ἐμπιστοσύνην· διότι ποίαν ἠθικὴν ὑπόληψιν θέλετε νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησίς σας ἐν τῷ ἔθνει καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, ὅταν, Κύριοι, ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑβρισθῇ καὶ μετὰ ταῦτα νὰ φύγῃ χωρὶς νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν ναὶ, ἢ ὄχι.
§89ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ καιρός.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σήμερον εἶναι καιρὸς, νὰ ἔλθητε εἰς ἀπόφασιν, ἀφοῦ τόσας ἡμέρας συζητοῦμεν. Διατὶ ἀποφεύγετε, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας; Ἡ Κυβέρνησίς σας, Κύριοι, θέλει ἀπόφασιν ἀπὸ τοῦδε, ἵνα γνωρίζῃ ἂν ᾖναι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰργάσθη διὰ τὸ καλὸν τοῦ ἔθνους, ἢ ὄχι.
§91Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει δίκαιον εἰς ὅ,τι ζητεῖ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ κανονισμός. Αἱ συζητήσεις εἶναι ἐκεῖναι, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποῤῥέουν τὰ θέματα τὰ ψηφοφορούμενα. Ποία ἦτον ἡ συζήτησις; ἡ συζήτησις ἦτο γενικὴ, ἦτο ἀόριστος, ἦτο περὶ μιᾶς ἀρχῆς· πρέπει λοιπὸν νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ, ὄχι ποτὲ τὰ εἰδικὰ ἐκεῖνα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν συνεζητήθησαν εἰς αὐτὴν τὴν ἑπταήμερον συνεδρίασιν. Ἐσυζητήσαμεν ἡμεῖς λεπτομερῶς μὲ ὅλην τὴν ἐλευθερίαν, ἂν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ νομοθετῇ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατηγορήσατε καὶ διάφορα νομοθετήματα.
§93ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κατηγορήσαμεν τὰ νομοθετήματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα προῆλθεν ἡ γενικὴ συζήτησις. Λοιπὸν πρέπει νὰ θέσωμεν τὸ θέμα· ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν δύναμιν νὰ νομοθετῇ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς; ναὶ ἢ ὄχι; αὐτὸ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν.
§94ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπὶ πολὺ ἤκουσα τὴν συζήτησιν καὶ τὰς γνώμας τῶν λαλησάντων, ἡ Βουλὴ ὅμως ἔχει καθῆκον νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ κανονισμὸς καὶ τὰ ἔθιμα τὰ συνταγματικά. Ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ἕνα Βασιλικὸν λόγον, ὁ ὁποῖος θίγει ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν καὶ ἀκόμη τινὰ, τὰ ὁποῖα ἐντὸς τῶν περιστάσεων αὐτῶν συνέβησαν. Εἴδετε, Κύριοι, ὅτι προετάχθη τότε καὶ ἀπὸ μέρους μου μία πρότασις εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· ἡ Βουλὴ τί εἶπε; πρότασις οὐδεμία λαμβάνει χώραν πρὶν τελειώσῃ ἡ συζήτησις τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, καὶ ὀρθῶς ἀπεσύρθη. Ἡ συζήτησις λοιπὸν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, εἶναι ἡμερησία διάταξις, ἀλλ’ ἐπειδὴ, ὡς εἶπον, ὁ Βασιλικὸς λόγος περιληπτικῶς θίγει πολλὰ ζητήματα, ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, φέρει καὶ μίαν γενικὴν ἐξέτασιν, διότι πολλὰ περιληπτικῶς θὰ ἀπαντήσωμεν εἰς ὅλας τὰς ἐννοίας τῶν διαφόρων ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα θίγει. Ἐννοεῖτε, ὅπως ὁ Βασιλικὸς λόγος συνετάττετο, καὶ ἐγίνετο ὑπὸ μίαν σκέψιν γενικὴν, καὶ τοιουτοτρόπως ἦλθεν αὐτὴ ἡ περίληψις, οὕτω καὶ ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς γίνεται μία γενικὴ συζήτησις, ἡ ὁποία φωτίζει πῶς γίνονται αἱ κατὰ μέρος συζητήσεις. Ἡμεῖς εἴχαμεν ἀρχίσει κατὰ παράγραφον, ἀλλ’ ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ νὰ γείνῃ μία γενικὴ συζήτησις, καὶ ἔγεινε, διότι εἴθισται τοῦτο νὰ γείνῃ. Πρότασις περὶ μομφῆς δὲν ἦλθε καὶ ὁ Βασιλικὸς λόγος δὲν διακόπτεται. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ συζήτησις ἀντὶ νὰ ἐπεκταθῇ περὶ ὅλων τῶν παραγράφων, καὶ περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, καὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, ἠρκέσθη μόνον εἰς τὸν δʹ. παράγραφον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μᾶς πειράζει. Ἕκαστος κατὰ τὴν δύναμιν τοῦ λογικοῦ του, καὶ κατὰ τὴν διάθεσίν του ἀγορεύει, οἱ ἄλλοι ὅμως δὲν εἶναι ὑπόχρεοι. Σεβασθῆτε, Κύριοι, τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συνταγματικὴν τάξιν.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ὁποία εἶναι νὰ λαλῶμεν καὶ νὰ μὴ ἀποφασίζωμεν.
§96ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν τάξιν, εἰς τὸν κανονισμόν μας, καὶ σύμφωνα μὲ αὐτὸν πᾶν ὅ,τι θέλετε γίνεται, ὄχι τώρα νὰ κάμωμεν καὶ ἄλλο ζήτημα, διότι δὲν γίνεται πουθενά.
§97ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Κύριοι, χάριτι θείᾳ ἐξεπεραιώθη αὐτὴ ἡ γενικὴ συζήτησις.
§98ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠμποροῦμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν ἄλλο τόσον εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν.
§99ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Κ’ ἐγὼ μοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν σᾶς ἐνοχλῶ ποτὲ πολύ.
§100ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν λέγω δι’ ἐσᾶς.
§101ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ἐννοῶ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἕνεκα τῆς συζητήσεως αὐτῆς εὑρέθη εἰς θέσιν δυσάρεστον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὲ κάμῃ νὰ λησμονήσω περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται περὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἐδόθησαν διάφορα σχέδια ἀπαντήσεως, καὶ ἐπὶ τῶν σχεδίων αὐτῶν ἔγειναν καὶ τροπολογίαι τινές, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν. Τώρα ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ μὲ τὴν ἐκπεραίωσιν τῆς γενικῆς συζητήσεως, εἰμὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ψηφοφορίαν παραγράφου πρὸς παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, καὶ δὲν νομίζω οὔτε νὰ λάβῃ χώραν ἡ ἐξέτασις ἐπὶ τῆς προτάσεως, οὔτε ἐν τῷ οἰκείῳ τόπῳ, ὡς λέγετε, ἤγουν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τοῦ τετάρτου παραγράφου. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἁπλῶς πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῶν σχεδίων παράγραφον πρὸς παράγραφον. Μετὰ τὴν ἐκπεραίωσιν τῆς ψηφοφορίας, τότε ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ νομίσουν καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ὅτι ματαίως ἐνασχολοῦνται, ἵνα λάβουν ψῆφον ἐπιδοκιμασίας, διότι ἡ βούλησις τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τῶν διαφόρων παραγράφων ἠμπορεῖ νὰ τοὺς δικαιώσῃ καὶ νὰ τοὺς δικαιώσῃ πληρέστατα, καὶ ἠμποροῦν καὶ οἱ ἴδιοι νὰ παραιτηθοῦν τῆς εἰδικῆς αὐτῆς ψηφοφορίας· ἐὰν ὅμως θέλουν μετὰ τὸ τέλος τῆς ψηφοφορίας νὰ θέσουν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἂς τὸ θέσουν. Τώρα κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ λησμονήσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαντήσεως κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδόθησαν διάφορα σχέδια καὶ διάφοροι τροπολογίαι, καὶ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν ἐπ’ αὐτῶν.
§102ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἡ ἔναρξις τῆς συζητήσεως ἐγένετο ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου παραγράφου, ἀλλ’ ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἐζήτησε τὴν ἐπέκτασιν τῆς συζητήσεως ἐφ’ ὅλης ἐν γένει τῆς ἀπαντήσεως· ἑπομένως ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας, σήμερον συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος, καὶ βεβαίως δὲν ἔμεινε παρὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα τῆς συζητήσεώς μας· τὶ λοιπὸν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἐσυζητήσαμεν; Ἐσυζητήσαμεν κατὰ τοὺς μὲν, ὅτι τὰ διατάγματα αὐτὰ εἶναι ἔκνομα, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι μεμπτέα, κατὰ τοὺς μὲν, κατ’ ἄλλους δὲ καταδικαστέα, καὶ κατ’ ἄλλους ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ προέλθῃ εἰς τὰ διατάγματα ὡς ἐκ τῶν ἀναγκῶν, καὶ ἑπομένως δὲν τὴν θεωροῦν μεμπτέαν. Σήμερον, Κύριοι, τί πρόκειται; Λέγουν ἂς ἀφήσωμεν αὐτὰ, ἂς μὴ ἔλθωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τροπολογίας. Τί ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως; Αἱ τροπολογίαι; Ὄχι, ἦσαν ῥητὰ πράγματα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐρχόμεθα σήμερον ν’ ἀποφασίσωμεν· καθὼς ἡ Κυβέρνησις εἶπε, δὲν δύναται ἐνώπιον τόσων κατηγοριῶν νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν της, χωρὶς νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, καὶ τὸ αὐτὸ ἔχει συμφέρον καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἔχῃ μίαν τοιαύτην Κυβέρνησιν ὁ τόπος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις πραγματικῶς παρηνόμησεν, νὰ κατακριθῇ, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ κανονίσωμεν τὴν ἀπάντησίν μας, καὶ νὰ ἄρωμεν ἀμέσως αὐτὴν τὴν παρανομίαν. Εἶναι λογικὸν, ἀφοῦ βλέπομεν μίαν ἐξουσίαν ἐνεργοῦσαν κακῶς, νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ὑπάρξῃ; Ὄχι, τοὐναντίον θέλομεν νὰ ἀποφανθῶμεν, ὥστε ἡ Κυβέρνησις ἀμέσως νὰ ἀπομακρυνθῇ.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ κανονισμοῦ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω δύω λέξεις. Τινὲς τῶν Κ. Βουλευτῶν πρὸς ἀντίκρουσιν τῆς προτάσεως αὐτῆς, εἶπον, ὅτι δυνάμει τίνος ἄρθρου τοῦ κανονισμοῦ ἔρχεται αὐτὴ ἡ πρότασις· ἀπαντῶ, ὅτι εἰς πᾶσαν συζήτησιν ὁποιανδήποτε, ἂν ἡ Κυβέρνησις κατακριθῇ, αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις διακόπτει τὴν συζήτησιν καὶ ἐπικαλεῖται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἔχῃ εἰς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην. Αἱ προτάσεις λοιπὸν, αἱ ἀφορῶσαι τὴν μομφὴν τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ἔρχονται, ὅπως αἱ ἄλλαι προτάσεις, ἔρχονται εἰς τὴν στιγμήν.
§104Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀγορεύεις, Κύριε Πρόεδρε, περὶ τῆς προτάσεως.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τοῦ κανονισμοῦ.
§106ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀναγινώσκω ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν. «Ἄρθρον 30. Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ἡ διαίρεσις ἀπαγγέλλεται παρὰ τοῦ προέδρου, ὅταν ζητηθῇ παρ’ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, δύναται δὲ ὁ πρόεδρος νὰ τὴν ἀπαγγείλῃ καὶ οἴκοθεν. Ἀμφιβολίας οὔσης περὶ τοῦ συνθέτου τῶν ζητημάτων, ἐρωτᾶται ἡ Βουλή». Θὰ μὲ ἐρωτήσητε ποῦ εὑρίσκεται τὸ σύνθετον; Ἰδοὺ ποῦ τὸ εὑρίσκω. Ἐπρόκειτο περὶ ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου κατὰ τὴν συζήτησιν, παρουσιάζεται λόγος περὶ μομφῆς τοῦ Ὑπουργείου, ὄχι περὶ ἀγχόνης, ὅπως εἶπον οἱ ἄλλοι, διότι παρεβίασε τὸ Σύνταγμα. Ἐνῷ ἐσυζητοῦμεν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, παρουσιάζεται μομφὴ κατὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ Κυβέρνησις εἶπε, δὲν δέχομαι αὐτὴν τὴν μομφὴν, καὶ ζητῶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Τοῦτο ὑπεστήριξε καὶ ἡ ἄλλη μερὶς, δὲν εἶναι σύνθετον ζήτημα τοῦτο;
§108ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§109ΖΩΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, γνωρίζετε κάλλιστα τί γίνεται εἰς τὰ Συνταγματικὰ κράτη, πολὺ καλὰ γνωρίζετε, καὶ τί ἐστὶν ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ ἐξέλεγξις τῶν πράξεων τῶν Κυβερνήσεων, ἄρα, ἐπειδὴ ὅλη ἡ ἀπάντησις εἶναι ἐξέλεγξις τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε, ὅτι εἶναι μικτὸν πρᾶγμα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ κατακρίνητε, δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ κατακριθῇ ἢ ὄχι.
§111ΖΩΤΟΣ. Κατὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον εἰς ὅλα τὰ ἔθνη παρεδέχθησαν νὰ γίνηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὅλου, καὶ ἡ ψηφοφορία κατὰ παράγραφον, καὶ δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καὶ ἄλλοτε προεδρεύσατε ὑμεῖς ὡς ἀντιπρόεδρος καὶ ἄλλοι ἐξ ἡμῶν ἐδῶ, ποτὲ κανεὶς πρόεδρος δὲν ἐπαρουσίασε τοιοῦτον ζήτημα καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ ἀπὸ τῆς ἕδρας του.
§112ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ποτὲ δὲν ἔγεινε.
§113ΖΩΤΟΣ. Δὲν σᾶς διέκοψα ποτὲ, Κ. ὑπουργὲ, καὶ ἄλλοτε ἐξελέγξατε ὑπουργοὺς, καὶ ἐνθυμεῖσθε πῶς τοὺς ἐξελέγξατε καὶ πόσον πικρά. Εἰς τὰ 1846 Κύριοι ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ μακαρίτου Κωλέτη ἔγεινε συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, διαρκέσασα ἐπὶ ἡμέρας 17, καὶ ποτὲ ἐκεῖνος ὁ σεβαστὸς ἄνθρωπος τοῦ ἀγῶνος, ὁ Κωλέττης, ποτὲ δὲν παρεπονέθη, ὡς παραπονούμεθα ἡμεῖς οἱ νεώτεροι αὐτοῦ, ἔχοντες ὀλιγώτερα δικαιώματα εἰς τὴν κοινωνίαν· καὶ τότε ὡμίλησαν ἀπειράκις, καὶ ὡμίλησαν πολλοὶ βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὁ Κ. Λυκοῦργος τὸ ἐνθυμεῖται καλῶς. Ἐτελείωσεν ἡ γενικὴ συζήτησις καὶ ἔγεινε μία κατάχρησις, δηλ. ὄχι κατάχρησις ἐπιεικὴς, ὁποία γίνεται εἰς τὸ τωρινὸν ὑπουργεῖον, διότι τώρα τί εἴπομεν; Εἴπομεν, ὅτι δὲν θέλομεν καθαρὰ καθαρὰ, νὰ παραβιάσητε τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κατὰ πρῶτον σεῖς τὸ ἐφαρμόζετε, ἀλλὰ τότε ἔγεινε πικρὰ συζήτησις ἐπὶ ὅλων τῶν παραγράφων καὶ ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, καὶ κατηντήσαμεν τότε τὸν γέροντα ἀγωνιστὴν Κωλέττην νὰ τὸν παρουσιάσωμεν καὶ προδότην πολλοὶ εἰς τὴν παραφοράν μας. Ἐτελείωσεν ἡ γενικὴ συζήτησις, καὶ τὴν 18 ἡμέραν ἠρχίσαμεν ἀπὸ τὸν πρῶτον παράγραφον· τὸν ἐψηφίσαμεν· ἐψηφίσαμεν τὸν δεύτερον, ἴσως ἀλλάξωμεν κατά τι τὸ λεκτικὸν, ἤλθομεν εἰς τὸν τρίτον παράγραφον, ἐκάμαμεν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐκεῖνοι λοιπὸν ὅπου ἔχουσι τὴν γενναιότητα νὰ σᾶς κατηγορήσουν διὰ τὰς παρανομίας σας, ἔχουν καὶ τὴν γενναιότητα καὶ διὰ τῆς ψήφου των. Μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ παραβιάσητε τὴν τάξιν καὶ τὸν κανονισμὸν, μὴ θέλετε νὰ εἰπῆτε οἱ μὲν, ὅτι εἶναι ζήτημα ὑπουργικὸν καὶ θὰ προταχθῇ, οἱ δὲ ὅτι εἶναι ζήτημα μικτὸν καὶ θὰ χωρισθῇ. Θὰ ψηφοφορήσωμεν τὸν πρῶτον παράγραφον, ἔπειτα τὸν ἄλλον, καὶ τότε καὶ ὑμεῖς ἔχετε συμφέρον, καὶ ἡμεῖς νὰ ἀποφανθῶμεν δικαίως.
§114ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ, Κύριοι, τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται τὸ ὑπουργεῖον ὡς πρὸς τὴν ταχυτέραν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἐὰν εὑρισκόμην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν του, ὁμολογῶ, ὅτι ἤθελον αἰσθάνομαι τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον· ἀλλὰ νομίζω ἐπίσης, ὅτι αὐτοὶ οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ ὄχι μόνον ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν ἀθώωσίν των, ἀλλὰ ἐνδιαφέρονται, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀθώωσις δὲν εἶναι τὸ καθαρὸν ἀπαύγασμα τῆς συνειδήσεως τῆς Βουλῆς. Ἐὰν θελήσητε νὰ θέσητε τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ ἔθεσεν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δαρειώτου νομίζω, ὅτι θέλει ἐξασκήσητε μίαν πίεσιν ἀκατανόητον ἐπὶ τῶν συνειδήσεων τῶν βουλευτῶν. Ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, βεβαίως περιεστράφη ἐφ’ ὅλων τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὰ τρία σχέδια τῆς ἀπαντήσεως. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι, ὅταν ἐδόθη ἔναρξις εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ὁ Κ. Ἰακωβάτος εἶχεν ἀναβῆ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐπρότεινεν εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ πρώτου παραγράφου τῆς πλειονότητος τὸν παράγραφον τὸν ἰδικόν του, καὶ τότε ἐκ τοῦ προχείρου εἶπεν, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶναι νὰ παραδεχθῇ γενικὴ συζήτησις· ὁ δὲ Κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς τὸ ἀπαγορεύει. Τοιοῦτόν τι γεγονὸς ἔλαβε χώραν καὶ κατὰ τὴν περίστασιν τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Ἔλαβε χώραν γενικὴ συζήτησις, ἡ ὁποία δὲν ἀπέληξεν εἰς τίποτε καὶ μετὰ ταῦτα ἐγένετο ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν. Ὑποθέσατε μίαν στιγμὴν, ὅτι ἤθελε τεθῆ ἡ πρότασις, ὅπως τὴν θέτει ὁ κ. Δαρειώτης. Δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως δὲν δύναται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, εἰμὴ μόνον ὑπὸ δύω ἐπόψεις, ἢ εἶναι ἀξία μομφῆς ἡ Κυβέρνησις ἢ δὲν εἶναι. Ἀλλὰ ποῦ θέτει τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέχουν μίαν μόνην θέσιν, καὶ λέγουν, δὲν παραδέχομαι τὸ ἄκυρον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος, δὲν παραδέχομαι τὸ ἔγκυρον, καθὼς πολὺ καλὰ χθὲς ἐξήγησεν ὁ Κ. Μακρῆς, δι’ οὓς λόγους εἶπε. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ ἐγὼ διὰ μιᾶς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω. Ἐὰν μὲ βιάσητε σήμερον νὰ ψηφίσω ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Δαρειώτου, ἐγὼ ὅστις ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ εἴπω, ἐὰν ἦσθε ἄξιοι μομφῆς ἢ ὄχι, διότι ἴσα, ἴσα ἐπ’ αὐτοῦ ἐγὼ ἐζήτησα, ἵνα ἀναβληθῇ ἡ μόρφωσις τῶν πεποιθήσεων.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ μετὰ ὀκτὼ μῆνας θὰ εἴπῃς τὸ ἴδιον.
§116ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Καταλαμβάνω ὅτι ἐνδιαφέρει ὑμᾶς, ἀλλὰ δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν. Ἐὰν θελήσητε νὰ παραδεχθῆτε τὸ ζήτημα, ὅτι μετ’ αὐτὴν τὴν γενικὴν συζήτησιν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν κατὰ παράγραφον ἐξέτασιν τῶν σχεδίων, τὸ παραδέχομαι ἐπίσης. Ἐὰν ὅμως δὲν θελήσητε νὰ πράξητε τοῦτο, τότε πρέπει νὰ τεθοῦν αἱ προτάσεις, καθὼς προκύπτει ἀπὸ τὰ σχέδια, καὶ νομίζω, ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ἄκυρον, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ Κ. Ἰακωβάτος· ἔπειτα ὁ παράγραφος ὁ τέταρτος κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ἔπειτα ὅλαι αἱ τροπολογίαι καὶ τελευταῖον θὰ ᾖναι ἡ ἰδική σας, διότι τότε μόνον δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἐλάβετε τὴν ἀθώωσίν σας εἰλικρινῶς.
§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς ψηφοφορηθοῦν ὅλα.
§118ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Πολὺ καλά· μία μερὶς τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ ψηφίσῃ ὑπὸ τὴν πίεσιν μιᾶς ἀνωτέρας δυνάμεως.
§119ΤΙΝΕΣ. Τί ἐννοεῖτε πίεσιν;
§120ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἡ διατύπωσις τῆς προτάσεως εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐγὼ, ὁ ὁποῖος πρεσβεύω, ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ περὶ τοῦ ἀξιομέμπτου ἢ μὴ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ.
§121ΣΕΡΒΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶμαι μᾶλλον θετικὸς παρὰ ἀόριστος καὶ ἀφῃρημένος, καὶ προκειμένου λόγου περὶ ζητημάτων νομοθετικῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι θετικὰ, ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι πολὺ προσκολλημένος εἰς τὸν νόμον, π. χ. ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἤμην παρὼν, ἐγὼ ἤθελον εἶσθαι πληρέστατα συμμορφωμένος μὲ τὸν ἐκλογικὸν νόμον· ἐὰν πρόκειται περὶ Συντάγματος, θέλω τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, διότι εἰς αὐτὸ θεωρῶ τὴν παγίωσιν τῆς κοινωνίας· προκειμένου περὶ κανονισμοῦ θέλω τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἔχομεν κανονισμὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου; τὸ κύριον μέλημα μιᾶς Βουλῆς εἶναι νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, καὶ ἰδιαιτέρως τὸν τρόπον τῆς ψηφοφορίας, διότι ἐκ τούτου ἐνίοτε ἀλλάσσεται τὸ ἐξαγόμενον ἢ παραβιάζεται ἡ συνείδησις τῶν βουλευτῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐρωτῶ, προβαίνομεν τακτικῶς; καὶ ἂν μὲ θέσητε εἰς τὴν ἀνάγκην, ἢ θὰ παραβιάσω τὴν θέλησίν μου, ἢ πρέπει νὰ ἀποσυρθῶ. Τί ζήτημα ἔχομεν ὡς θέμα; Ἀπαντήσεως σχέδιον εἰς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σχεδίου τῆς πλειονοψηφίας ἡ μειονοψηφία διαμεριζομένη εἰς τρία ἔφερε διαφόρους τροπολογίας, ἐκτὸς τῶν ὁποίων ἐπῆλθον καὶ ἄλλαι ἀπὸ ἄλλους βουλευτάς. Ἤρχισεν ἡ τακτικὴ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου παραγράφου, καὶ ἀφ’ οὗ προέβη μέχρι τινὸς ἦλθεν εἰς τὸ σημερινὸν σημεῖον· κατ’ ἐμὲ ἡ σημερινὴ συζήτησις εἶναι λογικωτέρα, διότι ἐξετάζει διὰ μιᾶς πάντα τὰ ἀντικείμενα χωρὶς νὰ ἐπέρχεται ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν· τοῦτο, ἐνῷ συμβιβάζει καὶ τὸ χρονικὸν διάστημα, ἀφ’ ἑτέρου φέρει καὶ πρακτικὸν ἐξαγόμενον. Προκειμένου λόγου περὶ ἀπαντήσεως, οἱ ἀγορεύοντες δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι περιωρισμένοι, ἀλλὰ δύνανται νὰ παρεμβάλλωσι διάφορα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χορηγῶσιν ἰδέας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ φέρωσι καὶ ἄλλας προτάσεις· αὐταὶ ὅμως αἱ ἰδέαι καὶ τὰ πορίσματα δὲν δύνανται νὰ παρεκκλίνωσι τοῦ κυρίου ἐξαγομένου τῆς συζητήσεως. Ἐξηγοῦμαι. Ἐῤῥίφθησαν ἀπὸ τὸν Κ. Ἰακωβάτον, ἀπὸ τὸν ἕνα, ἀπὸ τὸν ἄλλον διάφοροι ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν· εἶναι εὔλογον καὶ δίκαιον σήμερον νὰ προτάξωμεν αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ᾖναι πορίσματα τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον; ὄχι βέβαια. Πρῶτον πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις μὲ ἁπάσας τὰς εἰς αὐτὴν τροπολογίας· ποῖαι δὲ εἶναι αἱ τροπολογίαι; ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Ἡ πρότασις, ἥτις ἐφέρθη ἀπὸ τὸν Κ. Δαρειώτην καὶ Καραλίβανον, ἔχει τὸν χαρακτῆρα τῆς τροπολογίας ναὶ ἢ ὄχι; καὶ ἂν τὸν ἔχῃ, δύναται αὐτὴ νὰ συζητηθῇ πρὸ πάσης ἄλλης; ἐγὼ ἀποφαίνομαι ὄχι· καὶ ἰδοὺ διατί· πρῶτον ἐγὼ δὲν νομίζω κατάλληλον, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐνταῦθα παρευρίσκεται, νὰ προταχθῇ ἓν ζήτημα προσωπικὸν διὰ τὴν κυβέρνησιν ἀντὶ ἑνὸς ἄλλου, τὸ ὁποῖον ἀποτείνεται εἰς τὸν Βασιλέα. Ἡ ἀπάντησις φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνῷ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι νομικόν· εἶναι τροπολογία αὐτὴ ἡ πρότασις εἰς τὸν παράγραφον τοῦ σχεδίου; ὄχι βέβαια. Ἡμεῖς θὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν παράγραφον, ὅστις λέγει, ὅτι μετὰ χαρᾶς συνήντησεν ὁ Βασιλεὺς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι ἀπάντησις ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ ὑπουργείου εἰς αὐτὸν τὸν παράγραφον; Ὄχι βέβαια. Τί εἶναι ἡ τροπολογία; μία πρότασις, ἥτις προσθέτει ἢ ἀφαιρεῖ κἄτι τι ἀπὸ τὴν ἄλλην. Ἡ συζήτησις περιεστράφη εἰς ὅλον τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως.
§122ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, μόνον εἰς τὸν δʹ παράγραφον.
§123ΣΕΡΒΟΣ. Ἐγὼ λαμβάνω τὸν λόγον τοῦ Κ. Κουρῆ, ὅπου ἔφθασε μέχρι τοῦ πέμπτου. Ἐὰν λοιπὸν ἐγένετο τοιαύτη συζήτησις, ἡ πρότασις περὶ ἐμπιστοσύνης τοῦ ὑπουργείου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τροπολογία; ὄχι βέβαια. Ἂν αὐτὴ ᾖναι ἓν πόρισμα τῆς παραδοχῆς ἄλλης προτάσεως, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ τὴν λάβωμεν· τὸ πόρισμα εἶναι ἐξαγόμενον ἑνὸς τετελεσμένου γεγονότος. Ἄλλως τε ἐγὼ παρατηρῶ καὶ κἄτι τι ἀνοίκειον εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν· ἡ συζήτησις παρουσιάζει μίαν πρότασιν ἐκ μέρους ἐκείνης τῆς μερίδος, ἥτις μέμφεται τὸ ὑπουργεῖον· τὴν σήμερον ὅμως αὐτὴ ἡ ἐμπιστοσύνη προβαίνει, καὶ λέγει, ψηφίσατε, ἂν ἔχητε ἢ ὄχι ἐμπιστοσύνην. Ἡ ἐμπιστοσύνη λοιπὸν τίθεται ἐν αὐτῇ, καὶ ὅταν θέλῃ νὰ προταχθῇ, ἢ νὰ προηγηθῇ, ἔρχεται δι’ ἐπερωτήσεως καὶ ὄχι διὰ προτάσεως· τὸ ἀντίθετον κόμμα πρὸς τὸ ὑποστηρίζον τὸ ὑπουργεῖον λέγει, ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ὑπουργεῖον; Ἀλλά, Κύριοι, σήμερον, τί μᾶς λέγετε; εἴπετε, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ Βασ. Διατάγματα ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ τὴν ἀνάγκην.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσατε τὴν πρότασιν περὶ ἐμπιστοσύνης καὶ περὶ ὅλων τῶν διαταγμάτων;
§125ΣΕΡΒΟΣ. Μάλιστα, λέγει, προκαλεῖσθε ἀφηρημένως νὰ εἰπῆτε, ἐὰν εἰς τὴν ἔκδοσιν ὅλων αὐτῶν τῶν διαταγμάτων ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἀνάγκη. Ἐρωτῶ ἐν συνειδήσει — συγκεκριμένως εἷς ἕκαστος ὑμῶν ἐξετάζει αὐτὰ τὰ διατάγματα;
§126ΤΙΝΕΣ. Εἶναι οὐσία αὐτά, Κ. Πρόεδρε.
§127ΣΕΡΒΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ μίαν τοσοῦτον ἀφηρημένην ἀνάγκην διαταγμάτων.
§128ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ μία τοιαύτη πρότασις καὶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν θέτετε ἐν καταστάσει τὸν βουλευτὴν νὰ ἀποφασίσῃ τι· τί σημαίνει, ἀποφανθῆτε, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη διαταγμάτων; (θόρυβος) Ἐν συντόμῳ ἐγὼ δὲν δύναμαι, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν δὲν δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ μιᾶς ἰδέας τοσοῦτον ἀφηρημένης καὶ ἀπεριορίστου, ἥτις δὲν λύει τὸ ζήτημα· διότι ὑποτεθείσθω ἐν ἀρχῇ, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκδόσεως 5, 10 διαταγμάτων· ὑπῆρχεν ἀνάγκη καὶ δι’ ὅλα τὰ λοιπά; Διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα πρέπει ἐκ προοιμίων νὰ λυθῇ ἓν ἄλλο, ἐὰν ὅλα αὐτὰ τὰ διατάγματα ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ τὴν ἀνάγκην. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν παραγράφων τοῦ σχεδίου, τὴν δὲ τροπολογίαν ἐκείνην νὰ τὴν ἀφήσῃ εἰς μίαν ἄλλην συζήτησιν.
§129ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρόκειται περὶ κανονισμοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ οὐχὶ λογικωτέρα ἑρμηνεία τοῦ κανονισμοῦ γίνεται, ὅταν λέγωμεν, ὅτι ὁ κανονισμὸς διορίζει τὴν Βουλὴν νὰ μὴ φθάσῃ ποτὲ εἰς ἐξαγόμενον, ἀφοῦ ἐσυζήτησεν ἐπὶ 10 ἡμέρας· πρόκειται, λέγουσι, περὶ ἀπαντήσεως· σᾶς εἴπαμεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀπαντήσεως, πρόκειται, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ, ἐὰν δὲν λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, καθ’ ὅσον, κατ’ ἐμέ, παρατηρῶ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καραλιβάνου καὶ Δαρειώτου εἶναι θέσις τοῦ ζητήματος· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προχωρήσητε κατὰ τὴν ἰδέαν μου τοὐλάχιστον εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως, ἐὰν δὲν λύσητε αὐτὸ τὸ ζήτημα· τί εἶναι τὰ διάφορα σχέδια τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται; τὸ μὲν λέγει, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἔνοχον, καὶ τὸ λέγει καθαρῶς καὶ θαῤῥαλέως, καὶ ἀποτείνεται πρὸς τὸν Βασιλέα. Τί ἔχει νὰ κάμῃ ὁ Βασιλεύξῃ μὲ τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπουργείου; εἶπεν ὁ Κ. Σέρβος «Ἔχει νὰ κάμῃ, διότι θὰ γίνῃ ἡ νύξις, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ πρὸς τὸν Βασιλέα, ἂν τὸ ὑπάρχον ὑπουργεῖον ἀπολαμβάνῃ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς.» Ὁ Κ. Ἰακωβάτος τὸ εἶπε ῥητῶς, ὅτι δὲν χαίρετε τὴν ἐμπιστοσύνην μου.
§130ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἰς τὸν παράγραφον τὸν ἀνήκοντα θὰ θέσωμεν αὐτό.
§131ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προχωρήσητε ἄνευ αὐτοῦ, διότι ἄλλως θὰ συνταχθῶσι καὶ ὁ ά. καὶ ὁ βʹ. καὶ ὁ γʹ. καὶ ὁ δʹ. παράγραφος, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πταίει, καὶ ἄλλως θὰ συνταχθῶσιν οἱ παράγραφοι αὐτοί, ὅταν ἡ Κυβέρνησις παραδεχθῇ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶναι μεμπτέον. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν νὰ μὴ θελήσω νὰ λάβω ὡς γνώμονα τῆς διαγωγῆς μου, τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, μ’ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸν μακαρίτην Κωλέττην, νὰ μὴ θελήσω τοὐλάχιστον ἐγὼ, τὴν χρῆσιν τῶν συμβουλῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας μᾶς ἐσυμβούλευσαν νὰ μεταχειρισθῶμεν, καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Συνταγματισμὸν, ὅπως ἐφηρμόζετο εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ναὶ μὲν ὁ μακαρίτης ὁ Κωλέττης ἤκουσεν εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, ὅπου ἀνέφερεν ὁ Κ. Ζῶτος, τόσας καὶ τόσας κατηγορίας, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγὼ, ὅτι ἤκουσα κἄτι τι περισσότερον· ἰδὼν ἐνώπιόν του καταψηφίσασαν τὴν Βουλὴν τοὺς ἔλεγεν «Αἴ, τὸ καταλαμβάνω, ὅτι σεῖς δὲν μὲ θέλετε, ἀλλὰ δὲν σᾶς θέλω καὶ ἐγὼ, καὶ σᾶς διαλύω.» Θέλετε τοιοῦτον συνταγματισμόν; ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν τὸν παραδεχόμεθα. Ἀφοῦ μᾶς κατηγορεῖτε οὐχὶ διὰ μικρὰ πράγματα, ἀλλὰ διὰ παραβίασιν, μηδένισιν, τσαλαπάτησιν τοῦ Συντάγματος, διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Βασ. Διαταγμάτων, δικαιούμεθα, Κύριοι, καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἀπὸ αὐτὸ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα νὰ σᾶς εἴπωμεν ἀνεξαρτήτως παντὸς ἄλλου ζητήματος, καὶ περὶ ἀπαντήσεως, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο, Κύριοι, σταματήσατε, ἐκφρασθῆτε πρότερον, πρεσβεύετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν; στοχάζεσθε, ὅτι κατεπατήσαμεν τὸ Σύνταγμα; διότι τοιαύτην ἰδέαν δὲν πρέπει νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἐκκρεμῆ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν προσώπων τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ περὶ κατηγορίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀφῃρημένῃ αὐτῆς ἰδέᾳ καὶ ἐν ὅσῳ δὲν λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῆς ἐξουσίας. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἐκφρασθῇ καθαρά. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν δὲν ἦτο, ὅπως καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ τὸ καλύψωμεν, ἡ συνείδησις πρῶτον, τὸ κοινὸν τῶν Ἀθηνῶν δεύτερον καὶ ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι γνωρίζουν ἐκ τοῦ τηλεγράφου καὶ ἐξ ἐπιστολῶν περὶ τίνος πρόκειται ἐδῶ μέσα· ἂν θέλητε νὰ τὸ καλύψωμεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαντήσεως, ὅλος ὁ κόσμος τὸ ἠξεύρει, ὅτι πρόκειται περὶ κατηγορίας τοῦ ὑπουργείου, ὅτι 10 ἡμέρας συζητοῦμεν, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἐκδόσαν Βασιλικὰ Διατάγματα εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθη, σκοπὸν εἶχε νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα· καὶ νομίζετε, ὅτι, ἂν ἴσως αὔριον τὰ ταχυδρομεῖα καὶ οἱ τηλέγραφοι εἰδοποιήσωσιν, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ 10 ἡμερῶν συζητήσεις ἡ Βουλὴ εἶπεν, ἀναβάλλω, καὶ δὲν ἀποφαίνομαι, θὰ ὑψώσῃ τοῦτο τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς; Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον, νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ εἰς ἓν συμπέρασμα. Ἀλλὰ τί θὰ κάμω, λέγει ὁ Κ. Βαλαωρίτης, ἐγὼ καὶ ἐκεῖνοι οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλομεν νὰ σᾶς καταδικάσωμεν, δὲν θέλομεν νὰ σᾶς εἴπωμεν, πῶς εἶσθε ἀθῶοι; ὁ Κ. Βαλαωρίτης δὲν ἐνεθυμήθη, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη προηγουμένως ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτήν· ἔπειτα ἀπὸ μίαν μακρὰν συζήτησιν, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀπορῶ, πῶς ὁ πνευματώδης Βαλαωρίτης λέγει, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀθωώσῃ ἢ ὄχι τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν ἀπορίαν· τὶ εἶπεν ἡ Βουλὴ, ὅταν συνεζητεῖτο ἡ ἐκλογὴ τῶν Καλαβρύτων; ὅτι τρεῖς γνῶμαι ἠμποροῦν νὰ παρουσιασθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ μὲν ὑπὲρ τοῦ Ναὶ τῆς προτάσεως, ἡ δὲ ὑπὲρ τοῦ Ὄχι, διὰ τὴν τρίτην ἐφυλάξαμεν τὴν θέσιν τοῦ ἀρνουμένου τὴν ψῆφον. Ἐὰν τυχὸν ὁ Κ. Βαλαωρίτης δὲν ἐσχημάτισε γνώμην, θὰ ἔχῃ μίαν τρίτην γνώμην, δηλαδὴ ἂς ἀρνηθῇ ψῆφον. Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν λογικῶς καὶ θαῤῥαλέως, νὰ λύσωμεν τέλος πάντων τὸ ζήτημα· δὲν ζητοῦμεν νὰ βιάσωμεν τὴν συνείδησιν οὐδενός· τὸ ζήτημα τὸ ἐθέσαμεν νὰ τὸ λύσωμεν διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἀφῃρημένως· δὲν λέγομεν νὰ ἀποφασίσητε περὶ ὅλων τῶν διαταγμάτων, ἀλλὰ σᾶς λέγομεν, ἂν ἕνεκα τῆς ἀνάγκης ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ διατάγματα, καὶ μετὰ ταῦτα ἀποφασίσατε, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῶσιν ὅπως ἐξεδόθησαν· ἐπὶ τέλους δύω γνῶμαι κύριαι ὑπάρχουν, ἡ μὲν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῶσι διόλου, ἡ δὲ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῶσι· ποία ἀπὸ αὐτὰς τὰς δύω ὑπερισχύει ἐντὸς τῆς Βουλῆς; βλέπετε πόσον καθαρὰ θέτομεν τὸ ζήτημα· δὲν σᾶς λέγομεν ἐπικυρώσατε τὰ διατάγματα, ἀλλὰ ἐκφρασθῆτε, ὅτι ἂν ἐπὶ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις, ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ αὐτὰ τὰ διατάγματα.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δεληγιώργης ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς πρότασιν· «Ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Καραλιβάνου ὡς μὴ οὖσαν τροπολογίαν εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον καὶ ἑπομένως ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸν Κανονισμόν».
§133ΤΙΝΕΣ. Ἂς ψηφοφορηθῇ αὐτὴ, Κύριε Πρόεδρε.
§134Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος φίλος μου καὶ ἔντιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς εἶπεν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι, ἀφοῦ κατηγορήσαμεν, δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ψηφίσωμεν, εἰσῆλθε καὶ εἰς τὴν διάνοιάν μας, ἐνῷ τοῦτο δὲν τὸ συνεχώρησεν ἄλλοτε διὰ τὸν ἑαυτόν του. Ἐγὼ δὲν λέγω, Κύριοι, ὅτι τὸ θάῤῥος, μὲ τὸ ὁποῖον παρουσιάζονται οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως, δὲν εἶναι τὸ ἀληθὲς θάῤῥος, διότι δὲν φέρει εἰς ψηφοφορίαν αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, καθὼς πρέπει νὰ τὴν φέρῃ ἕνας, ὅστις ζητεῖ ψήφους νὰ ἀποφανθῶσι περὶ τῶν πράξεών του· καὶ διατί; διότι ὅλας τὰς κατηγορίας καὶ κατὰ τὸν βαθμὸν τῆς ἀνάγκης, τὸν ὁποῖον σᾶς παρέστησαν, ὅλα τὰ συμπεράσματα τὰ ἥνωσαν εἰς ἓν δέμα καὶ σᾶς ἐρωτοῦν καλόν εἶναι τοῦτο ἢ ὄχι, δηλαδὴ εἰς μίαν δεσμίδα ὅλας τὰς γνώμας τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων τῆς Βουλῆς τὰς ἔδεσαν καὶ τὰς φέρουν ὡς σῶμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἡ καθαρὰ ἀλήθεια· καὶ τί μᾶς λέγουν; εἶναι τοῦτο ἀληθὲς ἢ δὲν εἶναι; Ὅσοι εἶχον τὸ θάῤῥος ὅταν σᾶς κατηγόρησαν δημοσίᾳ καὶ παῤῥησίᾳ, ἀνέπτυξαν τὰς προτάσεις ὅλας, σᾶς λέγουσι καὶ ἤδη φέρετε ὅλα τὰ ζητήματα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ μὴ ζητεῖτε διὰ τοῦ τρόπου τούτου νὰ δεσμεύσητε τὴν συνείδησιν τῶν ἀνθρώπων δι’ ἑνὸς διλήμματος μεταξὺ τῶν προτάσεων, διότι δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν ἀπεφάνθησαν καὶ σᾶς εἶπον, ναὶ μὲν τινὰ διατάγματα δύνανται νὰ δικαιολογηθοῦν, ἄλλα ὅμως εἶναι πάντῃ ἀδικαιολόγητα. Σεῖς ὅμως ὅλας τὰς προτάσεις αὐτὰς παρουσιάζετε ὡς σῶμα, τὸ ὁποῖον φέρει εἰς ἀμφιβολίαν τὴν συνείδησιν τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἔρχεσθε νὰ ζητήσητε τὴν ψῆφον αὐτῶν· καὶ τοῦτο τὸ ὀνομάζετε θάῤῥος τῆς ἀληθείας, θάῤῥος πολιτικὸν περιποιοῦν δόξαν καὶ τιμὴν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὅστις δὲν προχωρεῖ ἀπέναντι τῆς δικαιοσύνης. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ τάξις κατὰ πρῶτον λόγον εἶναι ἀλήθεια, καὶ δεύτερον ἡ θέσις τῶν ζητημάτων, διότι πολὺ περίεργον πρᾶγμα θὰ ἦτο ἂν ἕνας ἄνθρωπος κατηγορεῖτο δι’ ἓξ πράξεις, ἐλάμβανε δὲ ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶχε τὸν ἠπιώτερον χαρακτῆρα καὶ ἔθετεν αὐτὴν εἰς ψηφοφορίαν προδικαστικὴν καὶ διὰ τὰς ἄλλας· ἡ ἀπόφασις ὅμως ἐκείνη δὲν θὰ ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν ἀλήθειαν. Τοῦτο λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε ὑμεῖς, εἶναι μία ὑποκλοπὴ, δὲν ἔχετε θάῤῥος. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν τάξιν εὑρίσκεται τὸ δίκαιον, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς φέρεται, ἔχει δύω τύπους, τύπον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως καὶ τύπον δικαστικόν. Τὸ τελευταῖον τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, κατόπιν μένει λοιπὸν ὁ τύπος τῆς ἀπαντήσεως τοῦ νὰ ἀπαντήσωμεν καθ’ ὃν τρόπον ἠρωτήθημεν καὶ κατὰ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν περιεῖχεν ὁ λόγος. Ὅταν ἤρχισε Κύριοι ἡ συζήτησις τῆς ἀπαντήσεως, ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἔλαβε τὸν λόγον, καὶ ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ δευτέρου παραγράφου, τότε τί εἴπομεν; πολὺ καλὰ, ἂς κάμωμεν μίαν γενικὴν συζήτησιν, καὶ ὅταν τελειώσωμεν θὰ ἔλθωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. Καλλιφρονᾶς· αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις καὶ ἡ σειρὰ τῶν πραγμάτων. Ἂν ἔχετε τὸ θάῤῥος τῆς ἀληθείας, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε, δὲν πρέπει νὰ ἀφήσητε συνεπτυγμένην τὴν πρότασιν, ὥστε ν’ ἀφαρπάσητε τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς. Συμπεραίνων, λέγω, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον θὰ γείνῃ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον, καθ’ ὃν ἡ συζήτησις ἤρχισεν· ἄλλως, κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἐπαιρόμεθα εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, διότι δὲν θὰ ἐλεγόμεθα τότε ἀντιπολίτευσις.
§135ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, θέλετε νὰ διαλύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Καραλίβανος ἔχει τὸν λόγον.
§139ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος εἶχον κατὰ νοῦν καὶ ἐγὼ νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἀπέφυγον, διότι εἶδον, ὅτι ἦσαν πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι. Ἂν δὲ ἤθελον λάβει τὸν λόγον, βεβαίως ἤθελον φέρει ἀνάπτυξιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῆς συζητήσεως θὰ εἴχομεν καὶ ψηφοφορίαν (θόρυβος). Δὲν ἔχω τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα, δὲν ἔχω ἀποκτήσει τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον· εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναβαίνω ἐδῶ καὶ λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ ζητήματος σπουδαίου, καὶ παρακαλῶ νὰ ἔχω τὴν ἐπίκρισίν σας ἐπιεικῆ.
§140ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι συνεδρίασις αὐτή· ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης, (ἐγείρονται πολλοὶ βουλευταὶ ὅπως ἀναχωρήσωσι).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει νὰ διαλύσω τὴν συνεδρίασιν; ὁ κύριος Καραλίβανος αὔριον δύναται νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἀγόρευσίν του. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5½.