1865.07.22
2.637 στίχοι · 22.132 λέξεις · 120 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30.
Τῆς 22 Ἰουλίου 1865.
(Πέμπτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ΚΚ. Σπηλιωτάκης καὶ Χρηστόπουλος, βουλευτὴς Κυνουρίας, ὑπέβαλον πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν νὰ χορηγηθῇ πίστωσις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν ἀναπληρωματικὴ 40000 δραχμῶν πρὸς ἀγορὰν σπόρου μεταξοσκωλήκων τῆς Ἰαπωνίας, ὅπως παραχωρηθῇ εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην, ἐπὶ ἀποδόσει τοῦ ἀντιτίμου. Ὁ Βουλευτὴς Ψαρῶν Κ. Βαλαβάνος προτείνει ἵνα ὁ χρόνος περὶ συνοικισμοῦ τῶν Ψαριανῶν εἰς Ἐρέτρειαν παραταθῇ ἐπὶ 10 εἰσέτι ἔτη. Αἱ προτάσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι περιττὸν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν καὶ ἕτερόν τι ἀντικείμενον μικροῦ λόγου ἄξιον, ὅτι ὁ Ὑφηγητὴς τῆς πολιτικῆς Οἰκονομίας Κ. Τρικαλιώτης ἀπέστειλεν εἰς τὸ προεδρεῖον 40 περίπου ἀντίτυπα, πραγματευόμενα περὶ τοῦ καταλλήλου διὰ τὴν Ἑλλάδα οἰκονομοπολιτικοῦ ὀργανισμοῦ, ἵνα διανεμηθῇ εἰς τοὺς Κ. Βουλευτάς. Διέταξα τὴν διανομήν. Ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως. Ἡ προχθεσινὴ δοθεῖσα εἰς ἐμὲ ἀναφορὰ παρὰ τοῦ Κ. Παδοβᾶ εἶναι ἑνὸς Καπλάμπεη, ὅστις παραπονεῖται, ὅτι ἀπεπέμφθη ἐκτὸς τοῦ Κράτους. — ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ι. Ζάκας ἐξαιτεῖται δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1861 νόμου, καὶ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς συνταξιοῦχος. —Διάφοροι ὡσαύτως φαλαγγῖται ἐξαιτοῦνται νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ μέτρον περὶ πληρωμῆς μέρους τῆς συντάξεώς των διὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων. Θέλουσι σταλῆ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§5ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ στενογραφήματα μένουν πολὺ ὀπίσω, ὥστε ὁ κόσμος δὲν λαμβάνει τὴν ἐφημερίδα τῆς Βουλῆς, ἵνα βλέπῃ τί γίνεται. Ἐπιθυμῶ ὥστε τὰ στενογραφήματα νὰ ᾖναι ἐνήμερα, νὰ δημοσιεύωνται διὰ τοῦ τύπου ἐν καιρῷ· διότι, ἂν δημοσιευθοῦν μετὰ ἕνα μῆνα, δὲν ἔχουν ἀξίαν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπεθύμουν τοῦτο, ἀλλὰ τόσα εἶναι τὰ μέσα ἡμῶν.
§7ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶναι περιττὴ ἡ στενογραφία.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν οὕτω συνέβαινεν. Ἐπειδὴ βραδέως τυπόνονται, κάμετε πρότασιν καταργήσεως.
§9Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ἐπανέλθωσι, Κύριε πρόεδρε, οἱ ἀρχαῖοι συντάκται τῆς Βουλῆς καὶ νὰ παύσουν οἱ στενογράφοι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μπαλάνος ἔχει τὸν λόγον.
§11ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὸ διάστημα τῶν πολλῶν αὐτῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐνασχολούμεθα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, πολλοὶ λίαν ἀξιότιμοι βουλευταὶ καὶ ῥήτορες ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ οἱ μὲν ὑποστηρίζοντες τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπουργείου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκδοσιν τῶν διαταγμάτων, δὲν ἀποδοκιμάζουσι τὸ ὑπουργεῖον διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν βασιλικῶν διαταγμάτων, καὶ λέγω διὰ τὴν ἔκδοσιν βασιλικῶν διαταγμάτων, διότι αὐτὸ καὶ μόνον αὐτὸ εἶναι τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις, διὸ καὶ ἐγὼ εἰς τοῦτο θέλω περιορίσει τὸν λόγον· οἱ δὲ κατηγοροῦντες τὸ ὑπουργεῖον, οἵτινες εἰσὶ πολλοὶ καὶ ἔχουσι πραγματικῶς τῳόντι εἰδικότητα εἰς διάφορα ἀντικείμενα, εἰδικότητα περὶ τὴν πολιτικὴν, εἰδικότητα περὶ τὸ Σύνταγμα, εἰδικότητα περὶ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, εἰδικότητα περὶ τὴν ἀστυνομίαν, εἰδικότητα περὶ διαφόρων ἄλλων ἀντικειμένων, λαῦροι κατ’ αὐτοῦ ἐπιπίπτουσι διὰ τὴν γενομένην παρ’ αὐτῶν τοῦ θεμελιώδους νόμου παραβίασιν. Μετὰ πολλῆς προσοχῆς, κύριοι, καὶ μετὰ πλείστης ἀνεξαρτησίας, διότι εὐτυχῶς τίποτε δὲν μὲ συνδέει μὲ τὸ ὑπουργεῖον, οὔτε παρελθὸν, οὔτε ἐνεστὼς, οὔτε μέλλον, μετὰ πλείστης προσοχῆς ἠκροάσθην ἁπάντων τῶν κατηγόρων τοῦ ὑπουργείου καὶ ἁπασῶν τῶν εἰρημένων εἰδικοτήτων, καὶ ἡ πεποίθησίς μου, ἣν ἐσχημάτισα μετὰ τὴν ἀκριβῆ ἐξέτασιν ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐξετέθησαν ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν βασιλικῶν διαταγμάτων, καὶ μετὰ τὴν ἔρευναν ἁπασῶν τῶν μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως παρουσιασθεισῶν περιστάσεων, ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ὅλαι αἱ κατηγορίαι εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατοι. Συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, ἐν μεγίστῃ συντομίᾳ νὰ ἀναφέρω τοὺς λόγους δι’ οὓς ἐμόρφωσα τὴν πεποίθησιν ταύτην. Ἀλλὰ πρὶν ἔλθωμεν εἰς τοῦτο, ἂς ἐνθυμηθῶμεν πῶς ἤρξατο καὶ ποῦ κατήντησεν ἡ προκειμένη συζήτησις. Ἐσυζητήσαμεν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἀνεγνώσθη ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ βασιλικοῦ τούτου λόγου, τροπολογίαι ἐφέρθησαν εἰς τὴν πρώτην παράγραφον· τότε λίαν ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ γενικεύσῃ τὴν συζήτησιν καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἡ δὲ γενίκευσις αὕτη δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο, παρὰ μετάβασις ἀπὸ τῆς πρώτης εἰς τὴν πέμπτην παράγραφον, διότι ἡ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἀγόρευσις συνίστατο εἰς κατηγορίαν ὑπουργικὴν διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν βασιλικῶν διαταγμάτων, ἅτινα εἰς προγενεστέραν τῆς παρούσης συνεδρίασιν ἀνεπτύχθησαν. Ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ἡ ὁποία δυστυχῶς ἔλειπεν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα μέχρι τοῦ 1864, καὶ ἡ ὁποία καθιερώθη ἤδη, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἐπέφερε συζήτησιν περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, δι’ ἧς ἀνέβημεν εἰς τὸ ὑψηλότερον μέρος τοῦ οὐρανοῦ, κατέβημεν εἰς τὸ κατώτερον τοῦ ᾅδου, μετέβημεν δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἐπάνω, κάτω, καὶ οὕτως ἕνεκα τῆς ἐλευθερίας ταύτης περιεπλανήθημεν, ὥστε εὑρισκόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον ἐξ οὗ ἠρχίσαμεν· διότι, καίτοι ἐπὶ δύω μῆνας ἀσχολούμεθα ἐνταῦθα περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, βεβαίως δὲν ἐπράξαμεν τίποτε, καὶ εἴμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ὅθεν ἠρχίσαμεν, ἐνῷ βλέπομεν ὅτι ὁ λαὸς ἔχει ἀνάγκην τόσων καὶ τόσων, ἐνῷ ἀκούομεν αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι χρῄζει ἀσφαλείας, τραπεζῶν, ὑποστηρίξεως τῆς βιομηχανίας, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τούτου καὶ τοῦ ἄλλου, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡμεῖς ἐπὶ 2 μῆνας ταλανιζόμεθα καὶ οὐδὲν ἐπράξαμεν, καὶ εἴμεθα εἰσέτι παρθένοι ὡς ἐξήλθομεν ἐκ τῶν ἐκλογικῶν καλπῶν. Συγχωρήσατέ μοι διὰ τὴν μικρὰν ταύτην παρέκβασιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἀντικείμενον· θέλω δὲ εἶσθαι συντομώτατος. Ποῖα εἶναι τὰ συστήματα, ἅτινα εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὑπεβλήθησαν; τὸ πρῶτον σύστημα εἶναι καθαρόν, καθαρώτατον. Τὸ Σύνταγμα εἶναι ἡ ἀνωτάτη ἀρχὴ, ἥτις δεσπόζει τὴν Ἑλλάδα· τὸ Σύνταγμα εἶναι ἡ μόνη ἀνάγκη τοῦ τόπου· ἀπέναντι τοῦ Συντάγματος ἀνάγκη ἄλλη οὐδεμία ὑπάρχει. Ἂς χαθῇ ὁ κόσμος, τὸ Σύνταγμα νὰ ζήσῃ, ὡς ῥητῶς ὁ ἴδιος βουλευτὴς ἐξέφρασε. Κατὰ συνέπειαν τὰ διατάγματα ταῦτα, ἀντικείμενα πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἄκυρα, παράνομα καὶ ἀντισυνταγματικά, πρέπει νὰ ἀποσκορακισθῶσι, πρέπει νὰ διαγραφῶσιν ἀπὸ τὸν πολιτικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος· κατὰ συνέπειαν οἱ ὑπουργοὶ, οἱ ἐκδόντες ταῦτα, δὲν εἶναι ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸ δεύτερον σύστημα εἶναι μετριώτερον καὶ κοσμιώτερον· ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ ἐνδίδῃ εἰς τὰς ἀνάγκας, ὡς νὰ ἦτο τοῦτο ζήτημα, ἀλλ’ οὐδεμία, λέγει, ἀνάγκη ἐπροκάλεσε τὰ βασιλικὰ διατάγματα· μόνον καταχθόνιοι σκοποὶ, σκοποὶ ἰδιοτελείας, σκοποὶ προσωπικοὶ πρὸς περιφρόνησιν τοῦ Συντάγματος εἶναι αἰτία τῶν προκειμένων διαταγμάτων. Ἡ ἀνάγκη, κατὰ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὸ σύστημα τοῦτο, δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παρεκτροπὴν, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη ἐνταῦθα εἶναι μόνον πρόφασις, τὰ διατάγματα ταῦτα εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τοὺς νόμους καὶ δὲν ἐπροκαλέσθησαν ἀπὸ κοινωνικὰς ἀνάγκας. Ἔρχονται ἀκολούθως οἱ ὑπερασπιζόμενοι τὰ διατάγματα, οἱ ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀνάγκην αὐτῶν τῶν διαταγμάτων, καὶ διὰ πραγμάτων ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἡ ἀνάγκη πρὸς κυβέρνησιν τοῦ Κράτους μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, καὶ ἡ ὑπὸ ταύτης ἐκφρασθεῖσα εὐχὴ πρὸς ἐξομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου ἐπροκάλεσε τὰ διατάγματα, ἅτινα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη ὅλα τὰ συστήματα ταῦτα καὶ ἂς ἴδωμεν ποῖον εἶναι τὸ λογικώτερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τοῦ κράτους καὶ πρὸς τὰ πράγματα αὐτά. Ἡ μόνη ἀνάγκη, λέγουν οἱ μὲν, εἶναι τὸ Σύνταγμα· ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης ταύτης οὐδεμία χωρεῖ ὁποιαδήποτε περίστασις καὶ ἂν παρουσιασθῇ· ἑπομένως τότε, ἐπειδὴ ἔχομεν τὸν φραγμὸν αὐτὸν, ἡ ἀνάγκη πρέπει νὰ τεθῇ κατὰ μέρος. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀσπαστὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἀρχὴ τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς δὲν ἤκουσα παρὰ ὑφ’ ἑνὸς ἑτέρου μόνου βουλευτοῦ ὑποστηριζομένην. Εὐτυχῶς ὅθεν ἔμεινεν ὅλως μεμονωμένη ἡ πρότασις αὕτη καὶ δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ μείνῃ μεμονωμένη, διότι ἐν τῇ παραδοχῇ αὐτῆς τῆς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κεφαλληνίας ὑποστηριζομένης, ἀγνοοῦμεν ὁποῖαι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι ποτὲ περιστάσεις (διότι τὰς περιστάσεις τοῦ μέλλοντος, ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ νομίζω, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ προΐδῃ), αἵτινες εἶναι ἀναποδράστου καὶ ἀναποφεύκτου ἀνάγκης, ἀνάγκης ἐπαπειλούσης τὴν καταστροφὴν τοῦ τόπου, δύνανται ἴσως νὰ ὑποχρεώσωσι τινὰ νὰ παρεκτραπῇ κατά τι καὶ ἐντελῶς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, διότι τότε δὲν πρέπει, κατ’ αὐτὸν, νὰ εἴπωμεν, ἂς χαθῇ ὁ κόσμος ἢ τὸ Σύνταγμα, διότι ὁ κόσμος δὲν πρέπει νὰ χαθῇ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὅσον ἐξήρτηται ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ὑπάρχῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐν πληρεστέρᾳ εὐημερίᾳ καὶ εὐδαιμονίᾳ, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸν προορισμὸν ἡμῶν. Τὸ Σύνταγμα, λέγουν, νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ἂς χαθῇ ὁ κόσμος. Ὑποθέσατε ὅμως, ὅτι εἰσέτι δὲν εἶχε συγκαλεσθῇ ἡ Βουλὴ καὶ δὲν ἴσχυεν ἢ δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ ὅτι παρουσιάζετο ἡ ἐπαπειλοῦσα ἤδη ἡμᾶς λαοφθόρος χολέρα καὶ ἐπρόκειτο νὰ γείνουν δαπάναι διὰ σύστασιν λοιμοκαθαρτηρίων, ὅπως μὴ γένηται ἡ περιφρόνησις ἐκείνη πρὸς τὸν ἄνθρωπον, κατὰ τῆς ὁποίας προχθὲς ὁ εὔγλωττος βουλευτὴς Λευκάδος ὡμίλησε, καὶ τὴν ὁποίαν εὐγλώττως παρέστησε διὰ τοῦ μαύρου ἐκείνου τεμαχίου ἄρτου, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπέδειξεν. Ἂν παρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη αὕτη, ἂν ἡ ἀνθρωποκτόνος αὕτη ἀσθένεια ἐπαπείλει τὴν Ἑλλάδα ὅλην, καὶ ἔλεγέ τις εἰς οἱανδήποτε κυβέρνησιν, ὑπάρχει τῷ ὄντι ἡ ἀνάγκη αὕτη, κάμε αὐτὴν τὴν δαπάνην, τὸ δὲ ὑπουργεῖον ἔλεγεν, ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην ἀλλ’ ὁ νόμος, τὸ Σύνταγμα δὲν μοὶ ἐπιτρέπει τοῦτο, διότι ἡ δαπάνη αὕτη δὲν στηρίζεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν· τί ἠθέλατε εἴπει διὰ τὴν κυβέρνησιν ταύτην; Τότε, κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ, ἤτοι, ἂς ἀποθάνῃ ὁ κόσμος, τὸ Σύνταγμα νὰ ζῇ, δὲν ἠξεύρω ἂν διὰ τῆς ἀνάγκης ταύτης τῆς συνταγματικῆς δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὄπισθεν τῶν ἰδεῶν αὐτοῦ παρακολουθεῖ τὸ ἔθνος. Καὶ ποῖον θὰ ἦτο αὐτὸ τὸ ἔθνος; Τὸ ἔθνος θὰ ἦτο νεκρὸν, τὸ ἔθνος θὰ ἦτο ἐν τῷ κοιμητηρίῳ, ἀνύπαρκτον, καὶ τότε χάριν τῆς συνταγματικῆς ἀνάγκης ἤθελε δικαιολογηθῆ καὶ ὁ βουλευτὴς ὁ εἰπὼν, ἐγὼ ἂς γείνω βουλευτὴς καὶ ἂς ἀποθάνουν ὅλοι οἱ ἐκλογεῖς μου· ἐγὼ τὰς ψήφους των θέλω, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον ἂν ἡ ἐπαρχία (διὰ τὸ καλὸν ὅπερ εἰς αὐτὴν καὶ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς ἐκλογῆς μου προκύψει) μεταβληθῇ ἅπασα εἰς ἐκτεταμένον κοιμητήριον. Τώρα, κύριοι, ἐνθυμοῦμαι ὅτι καὶ ἄλλο ἔθνος ἀκμαῖον ἔλεγε, νόμους ἔχομεν καὶ κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν ἂς κρίνωμεν. Μεταξὺ δ’ αὐτῶν ἔχομεν νόμον παρὰ τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ δοθέντα. Ἐν ταῖς δέκα ἐντολαῖς, ἐξ ὧν μία τούτων λέγει· «Μνήσθητι τῆς ἡμέρας τοῦ Σαββάτου ἁγιάζειν αὐτήν· ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ πάντα τὰ ἔργα σου» καὶ δυνάμει τοῦ Νόμου αὐτοῦ οἱ μὴ πιστεύοντες εἰς τὸν Θεάνθρωπον Ἰησοῦν κατηγόρουν αὐτὸν πρὸς τοῖς ἄλλοις λέγοντες, ὅτι κατέλυε τὰ Σάββατα. Τί ἀπόκρισις ὅμως τότε ἐδόθη αὐτοῖς; «Οὐαὶ ὑμῖν, Φαρισαῖοι καὶ ὑποκριταὶ, τὸ Σάββατον ἔγεινε διὰ τὸν ἄνθρωπον, καὶ ὄχι ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σάββατον.» Τὸ Σύνταγμα ὅθεν ἔγεινε διὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὄχι οἱ ἄνθρωποι διὰ τὸ Σύνταγμα· τὸ Σύνταγμα δὲν πρέπει νὰ τὸ παραβιάσωμεν, ὄχι ὅμως καὶ νὰ εἴπωμεν, ἂς χαθῇ ὁ κόσμος καὶ μόνον τὸ Σύνταγμα ἂς μείνῃ. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀρχὴ δὲν εἶναι ἀσπαστὴ καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν παραδεχθῶμεν.
§12ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Βάλετε ὅρια.
§13ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἡ ἀνάγκη τὰ ὑπαγορεύει. Ἡ δευτέρα πρότασις εἶναι, ὅτι ἡ ἀνάγκη ὑπάρχει, ἀλλ’ ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπῆρχεν, ἢ ἂν ὑπῆρξεν ἀνάγκη τὴν ἐπροκάλεσαν αὐτοὶ οἱ ἐκδόσαντες τὰ διατάγματα καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ λέγων ὅτι εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν ἐξ ἀνάγκης, ἀφοῦ ὁ ἴδιος προὐκάλεσε ταύτην. Ἐνταῦθα δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ Διάγγελμα καὶ νὰ ἐξετάσω ἂν τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου ἐξεδόθη. Τὸ Διάγγελμα ἀπετάθη εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ οὖσαν, καὶ ἡ Συνέλευσις ἠδύνατο νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο· ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ ἐξετάσῃ, καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἐπεμβαίνω, ἀλλὰ περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν συνεπειῶν τοῦ διαγγέλματος καθόσον μόνον ἀφορᾷ τὴν μὴ χορήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Ὑποβάλλεται διάγγελμα, διὰ τοῦ ὁποίου προκαλεῖται ἡ Συνέλευσις ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου νὰ τελειώσῃ τὰ ἔργα της. Τὸ διάγγελμα, μᾶς εἶπον, κατέστρεψε τὴν ἐπανάστασιν, ἐμπόδισε τὴν ἐπίτευξιν τῶν ἀρχῶν αὐτῆς· ἂν ἔλλειπεν αὐτὸ, εἶπον, ἡ Συνέλευσις ἤθελεν προχωρήσει εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἡ ἐπανάστασις ἤθελεν ἐπιτύχει, ἀλλ’ ἡ παρουσία τοῦ διαγγέλματος κατεσύντριψε τὴν ἐπανάστασιν, ἐμποδίσασα τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπαναστάσεως. Μίαν παρατήρησιν ἐπιτρέπω ὡς πρὸς τοῦτο· ἐπὶ δύω ἔτη ἦτο ἐλευθέρα ἡ Συνέλευσις ν’ ἀναπτύξῃ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως; ναὶ ἢ ὄχι; Διατί αἱ ἀρχαὶ τῆς ἐπαναστάσεως νὰ μὴν ἀναπτυχθῶσιν ἐπὶ τὴν διετίαν; Ὁ ἀξιότιμος Κ. Πετιμεζᾶς μᾶς ἀνέφερεν, ὅτι ἅμα αἱ ἀρχαὶ τῆς ἐπαναστάσεως τῷ ἐγένοντο γνωσταί, ἐνηγκαλίσθη τὴν ἐπανάστασιν, ἀφοῦ αἱ ἀρχαὶ αὐτῆς ἦσαν γνωσταί. Διατὶ εἰς τὸ διάστημα τῶν δύο ἐτῶν δὲν ἐξεπληροῦντο;
§14Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συκοφαντοῦνται αἱ ἰδέαι μου ἀπὸ τοῦ βήματος· εἶπον ποῖαι ἦτον αἱ ἀρχαὶ τῆς ἐπαναστάσεως, τὰς ὁποίας ἀνεδέχθην κατὰ γράμμα.
§15ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἂς ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλὴ ποῖος διαστρέφει τὴν ἀλήθειαν· δὲν ἀγαπῶ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὰ χείλη μόνον, τὴν ἀγαπῶ εἰς τὴν καρδίαν. Τέλος πάντων κατὰ τὸ διετὲς διάστημα δὲν ἀνεπτύχθησαν, καθιερώθησαν μόνον τὰ προοίμια τῶν ἀρχῶν της καὶ οὐχὶ αἱ ἀρχαὶ αὐτῆς κατ’ οὐσίαν· διατὶ ὅμως, ὅταν παρουσιάσθη τὸ διάγγελμα καὶ παρετηρήθη, ὅτι δι’ αὐτοῦ ὑπῆρχε σκοπὸς νὰ περιορισθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς Συνελεύσεως, αἱ ἀρχαὶ αὐτῆς νὰ μὴ ἐκτεθῶσι; Χθὲς, ὅτε αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ἀνέφερον εἰς τὸν Κ. Πετιμεζᾶν, ἔλεγεν ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὰς δὲν ἀπετέλουν μέρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ λοιπὸν πρέπει νὰ ᾖναι τις μέλος τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀρχάς του; Προχθὲς ὁ Κ. Πετιμεζᾶς μὲ ὅλην τὴν εὐχέρειαν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ λόγου ἐξέθηκε τὰς ἀρχάς του ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν καὶ πολλαὶ τούτων ἦσαν ἐνέργειαι γενόμεναι συνεπείᾳ συμβουλῶν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Κ. Πετιμεζᾶ. Τὸ Διάγγελμα παρουσιάσθη εἰς τὴν Συνέλευσιν, παρουσιάσθη ὁ προϋπολογισμὸς, παρουσιάσθησαν φορολογικοὶ νόμοι, ὑπῆρχε Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι ἄνευ τῆς συμπράξεως Βουλῆς καὶ Βασιλέως προϋπολογισμὸς δὲν γίνεται, ἄνευ τῆς συμπράξεως αὐτῶν φόροι δὲν εἰσπράττονται. Ἡ Συνέλευσις ἐγνώριζε ταῦτα πάντα· αὐτὴ συνέταξε τὸ Σύνταγμα, τοὺς φορολογικοὺς νόμους· δὲν τοὺς ἐξετάζει ἂν ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἢ ὄχι, ἢ ὅπως προτείνῃ ἄλλους, ἀλλ’ οὔτε κἂν λαμβάνει αὐτοὺς ὑπ’ ὄψιν. Ἡ Βουλὴ ἠδύνατο, κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ μὴ συγκαλεσθῇ πρὸ τοῦ Σεπτεμβρίου; ἡ μειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως κατορθοῖ, ὥστε νὰ μὴ συνταχθῇ προϋπολογισμὸς, νὰ μὴ δοθῶσιν οἱ φορολογικοὶ νόμοι, καὶ νὰ μὴ ληφθῇ πρόνοιά τις διὰ τὴν Ἑπτάνησον, εἰς ἣν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἕνεκα ἐλλείψεως διοικητικῆς διαιρέσεως. Τί ἤθελε λοιπὸν κάμει τὸ ὑπουργεῖον; πῶς ἄλλως ἠδύνατο νὰ κυβερνήσῃ παρὰ διὰ διαταγμάτων; Ἄλλως ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν ὑπερφυσικὴν δύναμιν, ὥστε εἰς τὸ διάστημα τῶν 9 μηνῶν νὰ κοιμηθῇ ἅπαν τὸ κράτος καὶ ἐντὸς τοῦ ἐννεαμήνου τούτου διαστήματος νὰ ἐνεργηθῶσιν ἅπαντα τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς συντήρησιν ἑνὸς κράτους καὶ πρὸς προπαρασκευὴν τῶν ἐκλογικῶν ἐργασιῶν, καὶ διὰ μιᾶς ἐκ θαύματος νὰ εὑρεθῶμεν εἰς πλήρη βουλευτικὸν βίον, νὰ ψηφίσωμεν τοὺς νόμους, τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ θέσωμεν εἰς πλήρη ἐνέργειαν τὴν συνταγματικὴν μηχανήν. Ἀλλ’ ἀπολύτως ἀδύνατον ἦτο τοῦτο· οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἤθελε δυνηθῆ εἰς τὰς μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως περιστάσεις νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον ἄνευ τῆς ἐκδόσεως διαταγμάτων. Αὐτὸ τοῦτο ἐπέτρεψε συνεπτυγμένως καὶ δυνάμει ἡ Συνέλευσις, ὅταν ἐξέδωκε τὸ Σύνταγμα, δι’ οὗ ἔπρεπε νὰ κυβερνᾶται ὁ τόπος, ὅταν ἡ κατὰ τὸ Σύνταγμα πρώτη Βουλὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκαλεσθῇ ἀμέσως, καὶ μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου ἠδύνατο κατὰ τὸ δοθὲν Σύνταγμα νὰ μὴν ᾖναι συγκεκλημένη ἡ Βουλή· καὶ συνεπτυγμένως, λέγω, ἡ Συνέλευσις ἐπέτρεψεν εἰς τὴν μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς ἐποχὴν, ἡ ὁποιαδήποτε ὑπάρξουσα Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ Β. διατάγματα, διότι ἄνευ αὐτῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις ἄνευ τῶν ἀναγκαίων πρὸς κυβέρνησιν τοῦ τόπου νόμων. Καὶ οὐ μόνον δυνάμει ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ῥητῶς οἱ ἀποχωρήσαντες τότε πληρεξούσιοι τὸ εἶπον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε εἰς ἀξιότιμον συνάδελφον, ἐν τῷ Ἐφετείῳ εἰς τὸν Κ. Χρηστόπουλον, γενομένου λόγου πῶς θὰ κατορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον, ἀπαντᾷ (καὶ οὗτος ἦτο εἷς τῶν ἀντιπολιτευομένων) διὰ Βασιλικῶν διαταγμάτων. Ἀλλ’ αὐτὸ, τῷ παρατηροῦσιν, ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα· ἀλλ’ ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις, λέγει, παρεδέχθη ὅτι διὰ διαταγμάτων θέλει τὸν κυβερνήσει (θόρυβος).
§16Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (ἐκ Κυνουρίας). Εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Εἰς τὸ Ἐφετεῖον, ὄχι εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν, μοὶ ἐγένετο παρατήρησις, διατὶ νὰ ἀποχωρήσωσιν οἱ πληρεξούσιοι χωρὶς νὰ συζητήσωσι τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὴν ἀφομοίωσιν; Εἶπον τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι μᾶς ἠνάγκασαν νὰ ἀποχωρήσωμεν. Πῶς θὰ κυβερνήσῃ ἡ Κυβέρνησις, μὲ ἐρωτοῦν, τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας; Λέγω, διὰ διαταγμάτων θὰ τὰς θεραπεύσῃ.
§17ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἀνεγνώρισε λοιπὸν ἡ Συνέλευσις, ὅτι διὰ διαταγμάτων ἦτο δυνατὸν νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς.
§18ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ τοῦ διαγγέλματος; Παρετηρήσατε βέβαια, ὅτι ἐδίδετο μία ὡρισμένη 30 ἡμερῶν προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλεν ἡ Συνέλευσις μόνον τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν ἐκλογικὸν νόμον νὰ τελειώσῃ;
§19ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ὑπεβλήθη ὁ φορολογικὸς νόμος;
§20ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἥτις ὑπέγραψε τὸ διάγγελμα.
§21ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ σᾶς διέκοψαν, Κύριε Μπαλάνε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἀναφέρω κάτι τι, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐνδιαφέρει καὶ σᾶς καὶ ὅλους. Εἴπατε, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν διετύπωσε κατὰ τὸ διάστημα τῶν 2 ἐτῶν τὰς ἀρχάς της.
§22ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντίκρουσις τοῦ ἐπιχειρήματός σας, ἂν τοῦτο στηρίζεται εἰς τὰ πράγματα, καὶ ἔρχεσθε κατόπιν καὶ μὲ ἀντικρούετε.
§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐγένετο ἓν Σύνταγμα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐτηρήθησαν αἱ ἀρχαὶ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἡ Συνέλευσις μετέβαλε τὸ δημόσιον Δίκαιον, μετεῤῥύθμισε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀπέδωκε τοῖς δήμοις τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, κατήργησε τὰ προνόμια τῶν ὑπαλλήλων ἀπέναντι τῆς δικαιοσύνης, ἀνεκήρυξε τὴν ἀρχὴν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, μετέβαλε ῥιζικῶς τὸ ἐκλογικὸν σύστημα.......
§24ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Τότε λοιπὸν ἐπερατώθη τὸ ἔργον· ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτὸ τὸ διάστημα τῶν 30 ἡμερῶν δὲν ἦτο ἀρκοῦν, τότε ἐχρεώστει ἕνας τοὐλάχιστον τῶν πληρεξουσίων νὰ δικαιολογήσῃ παράτασιν προθεσμίας πρὸς ἐλευθέραν καὶ πλήρη συζήτησιν τῶν μὴ συζητηθέντων μέχρι τότε ἀντικειμένων (θόρυβος).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ μὴ διακόπτετε· δὲν συζητοῦμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§26ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἂν ἐξακολουθῆτε νὰ μὲ διακόπτετε, καταβαίνω τὸ βῆμα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ τὰ ὑποβληθέντα ἐκεῖνα νομοσχέδια ἡ Συνέλευσις, καὶ ἐὰν ἔβλεπεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν της, ἔπρεπε ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ἐντὸς 30 ἡμερῶν δὲν δύναται νὰ ἀποπερατώσῃ αὐτό. Εὑρέθη λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις ὅπως διοικήσῃ τὸν τόπον διὰ διαταγμάτων. Καὶ πῶς ἐκρίναμεν τὴν ἀνάγκην αὐτὴν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπετελοῦμεν μέρος οὔτε τῆς Συνελεύσεως, οὔτε τοῦ ὑπουργείου, οὔτε πολλοὶ εἴχομεν σκοπὸν τὸ νὰ ἐκτεθῶμεν οὐδὲ εἰς τὸν ἐκλογικὸν αὐτὸν ἀγῶνα; Ὅταν ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, καὶ βλέπετε ὅτι καταβαίνω πολὺ, λέγων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δικαστικὰ πράγματα, ὁ ἀξιότιμος Κ. Σπηλιάδης εἶχε δώσει τὴν παραίτησίν του, ὑπουργοῦντος τοῦ Κ. Λόντου, διὰ λόγους ἀφορῶντας τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἔλεγεν ὅτι ἤθελεν ἐφέτας τοὺς ἔχοντας τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα προσόντα, καὶ διότι τὸ προσωπικὸν τῶν ἐφετῶν δὲν ἦτο ἀποχρῶν πρὸς διεκπεραίωσιν τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων· καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔγεινε δεκτὴ ἡ πρότασίς του, ἐπέμενεν εἰς τὴν παραίτησίν του, ἅπαντες οἱ δικηγόροι βλέποντες τὴν ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου τούτου προέδρου, διώρισαν ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέρος καὶ ἐγὼ, ὅπως παρουσιασθῶμεν εἰς τὸν ὑπουργὸν καὶ τὸν παρακαλέσωμεν νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς δικαίας αἰτήσεις τοῦ Κ. Προέδρου. Τί λέγει ὁ ὑπουργός; Δὲν ἔχω προϋπολογισμόν. Ἀλλά, Κύριε ὑπουργὲ, τῷ παρατηρεῖ τις, ἡ ὑπηρεσία ἀπαιτεῖ τὴν παραδοχὴν τῶν προτάσεων τοῦ Κ. Προέδρου, καὶ ἂν ἐλλείπῃ προϋπολογισμὸς, δύνασθε διὰ διατάγματος νὰ αὐξήσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφετῶν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας, θέλει παραδεχθῆ τὴν πρᾶξιν ταύτην. Ἰδοὺ πῶς ἐμετρούσαμεν τὴν ἀνάγκην τότε, ὅταν ἐσκεπτόμεθα περὶ τῶν ἀληθῶν τοῦ τόπου συμφερόντων. Ἦτο μάλιστα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μέλος τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς καὶ ὁ Κ. Δεληγεώργης καὶ ὁ Κυπριάδης καὶ ὁ Χριστόπουλος καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι δικηγόροι, καὶ δύνανται νὰ σᾶς βεβαιώσουν τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονότων, ἀλλ’ οὐδεὶς τότε ἐπρότεινε τὸ ἐναντίον.
§27ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ζήτω ὁ δεσποτισμός! Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ στενογραφήματα.
§28ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ναὶ, Κύριοι, ἔπρεπε νὰ γείνῃ, διότι εἶναι ἀναγκαία ἡ διόρθωσις τῶν δικαστηρίων καὶ ἰδίως μάλιστα τῶν πρωτοδικείων· ὡσαύτως καὶ τότε ἐπεκαλέσθημεν τὴν ἀναγκαίαν διόρθωσιν τῶν Ἐφετῶν.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ εἴπητε ἂν εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἦτο παρὼν καὶ ὁ Κ. Δεληγεώργης.
§30ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Μοὶ φαίνεται ναί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Τώρα λοιπὸν ὑπῆρχεν ἀνάγκη; Περαιοῦται ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις μετὰ ἐπανάστασιν ῥιζικὴν, μένει τὸ Κράτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ, μένει ἡ Ἑπτάνησος εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν εὑρίσκετο πρὸ τῆς ἑνώσεως, καὶ πρόκειται νὰ ἔλθῃ μία Βουλὴ μετά τινας μῆνας. Τί ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ τὸ ὑπουργεῖον; ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας; ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι εἶναι εἰς τὰ πράγματα καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς νόμους, μᾶς εἶπεν ὁ Κ. Ἰακωβᾶτος, καὶ μᾶς ἔφερεν ἓν παράδειγμα. Ὅταν 100 ἢ 200 χιλιάδες ξένου στρατοῦ πρόκειται νὰ διέλθωσι διὰ τοῦ Κράτους, τότε, λέγει, δὲν πρέπει νὰ ἐκδοθῇ διάταγμα, καὶ στεφανόει μάλιστα τὸν ὑπουργὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἠνέχθη τὴν ἀναγκαστικὴν διάβασιν τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ οὔτε τὸν στεφανόνω, οὔτε τὸν κατηγορῶ· διότι τί θὰ κάμῃ ὁ ὑπουργός; Θὰ ἀντισταθῇ, θὰ μᾶς εἰπῇ ὁ ἀξιότιμος Κ. Λαζαρέτος, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι εἰς τοιαύτην ἀκαταμάχητον ἀνάγκην πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ χωρὶς νὰ ἐκδώσῃ διάταγμα. Ἀλλὰ τότε εἶναι μία ἀνάγκη παθητικὴ, ὑλική· πρέπει νὰ ὑποφέρῃ, ὡς ἂν δύω λῃσταὶ μ’ ἀφαιρέσουν διὰ τῆς βίας τὸ ὡρολόγιόν μου. Ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ πράξεως ἐνεργητικῆς, τότε τί ποιητέον; πῶς θὰ δειχθῇ ποῖος ὁ φόρος, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος εἰς τὸ ἔθνος, κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ πληρωθῇ; πῶς θὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον ὁ εἰσπράκτωρ, ὁ ταμίας; πῶς ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ προσφέρῃ ἐνοίκιον ἄνευ Διατάγματος; Τότε ἄλλος θὰ πληρόνῃ 5 καὶ ἄλλος ἴσως 10· δὲν ἐννοῶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζουν τινὲς, σοὶ ἐπιτρέπω νὰ εἰσπράξῃς, ἀλλ’ ἄνευ Διατάγματος. Τότε δὲν παραβιάζεται ὡσαύτως τὸ Σύνταγμα; δὲν ὑπάρχει ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ 59, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἢ εἰσπράττεται ἄνευ προηγουμένου νόμου; Λοιπὸν, ὅταν ἔλθῃ ὁ ταμίας, ὁ εἰσπράκτωρ νὰ μοὶ εἴπῃ πλήρωσε 5% ἄνευ Διατάγματος, δὲν παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα;
§31ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι.
§32ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Αὐτὸ δὰ ἂς σημειωθῇ εἰς τὰ στενογραφήματα. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος· «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ παρὰ τοῦ Βασιλέως.» Δὲν καταλαμβάνω λοιπὸν, ὅταν ἔλθῃ ὁ εἰσπράκτωρ καὶ μὲ εἴπῃ πλήρωσε, πῶς δὲν παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα· τότε εἶναι τὸ ὕπουλον, τὸ κρυπτὸν, τὸ αὐθαίρετον, ὅπερ διὰ τὰς ἰδιότητάς του ταύτας εἶναι ἀξιοκατηγόρητον, ἐνῷ, ὅταν ὑπάρχῃ Διάταγμα ἐκδεδομένον ὑπὸ τῆς ἀνάγκης προσωρινῶς, τοὐλάχιστον δι’ αὐτοῦ κανονίζονται τὰ ὁριστέα ἀντικείμενα. Ὅταν, κύριοι, κατὰ τὸ 1816 εἰς τὴν Γαλλίαν ἀπηγορεύθη ἐντελῶς ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν γαιανθράκων, καὶ ὅταν ὁ δῆμος Δοκὲ κατεστρέφετο, διότι ἡ ἐξαγωγὴ αὕτη ἦτο τὸ μόνον εἰσόδημά του, δὲν ἐγνώριζεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ὅτι Διάταγμα ἐπιτρέπον τὴν εἴσπραξιν φόρων ἦτο ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ ὅτι θ’ ἀκυρωθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων; ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐξέδωκε Διάταγμα ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανεφέρετο ὁ νόμος εἰς ἐνέργειαν. Τινὲς ἐπλήρωσαν, τινὲς δὲν ἐπλήρωσαν, καὶ ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις μέχρι τοῦ Ἀκυρωτικοῦ, ὅπερ ἀπεφάνθη ἄκυρον τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία θέλει ἄνευ Διατάγματος νὰ εἰσπράξῃ φόρους, παρανομεῖ περισσότερον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις λέγει, ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ εἰσπράξω φόρους, δὲν ἔχω προϋπολογισμὸν, διότι δὲν ἐκυρώθη, καὶ ἐκδίδω Διάταγμα, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν φόρον αὐτὸν, ἔστω ἂν ἀκυρωθῇ κατόπιν. Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ μέγα ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖον ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον· τὰς πράξεις αὐτοῦ παραδέχονται οἱ ἐναντίοι τοῦ ὑπουργείου· τὸν τύπον δι’ οὗ ὡρίσθησαν αἱ πράξεις αὗται ἀποδοκιμάζουσι, τὸν τύπον δηλαδὴ τῶν Διαταγμάτων.
§33ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἔγκυρον.
§34ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κἀνεὶς δὲν εἶπεν, ὅτι εἶναι καὶ ἔγκυρον. Ἀλλ’ ἀναφέρουν τὰ περὶ χωροφυλακῆς· ἐδῶ ἐγένετο πολὺς λόγος ἀπὸ ἄνδρα εἰδικὸν· ἐγὼ εἰδικὸς δὲν εἶμαι, ἀλλ’ ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω, τὰς ὁποίας ὁ ὀρθὸς λόγος ὑπαγορεύει. Ἦτο ἀνάγκη νὰ αὐξηθῇ ἡ δημοσία δύναμις, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐνόμιζε τὸ ὑπουργεῖον ἀναγκαῖον τοῦτο; Ὁ ἀξιότιμος κ. Πετιμεζᾶς εἶπεν, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἤρχοντο καθ’ ἡμέραν ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλεγον, ὅτι τώρα θὰ γείνῃ τοῦτο ἐδῶ, τὸ ἄλλο ἐκεῖ· καὶ τὸ ὑπουργεῖον προσεκάλεσε τὸν ἄγρυπνον κ. Πετιμεζᾶν νὰ τὸν συμβουλευθῇ, καὶ ἐνώπιόν σας οὗτος ἐβεβαίωσεν, ὅτι περισσότερα ἐπρότεινε καὶ δὲν τὸν ἠκροάσθησαν.
§35Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς πόθεν ἔλαβε τὴν ἰδέαν τῶν ἀρχηγείων καὶ τὶ εἶπεν εἰς τὸν ἀρχηγὸν Κολοκοτρώνην;
§36ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐδέχθη τὰ μεγαλείτερα; καὶ ἔλαβεν ὀλιγώτερα ἐκείνων, ὅσα ὁ κ. Πετιμεζᾶς συνεβούλευσε, διὰ τοῦτο, λέγει, τὸ κατηγοροῦμεν. Καὶ πόθεν ὁρμώμενος συνεβούλευσεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς τὰ μεγαλείτερα; Τὸ τουφέκι, ἔλεγε, θ’ ἀνάψῃ ἀπὸ τῆς μιᾶς μέχρι τῆς ἄλλης ἄκρας. Ἐκλογὰς θὰ ἐνεργήσετε; Ὅταν λοιπὸν ὁ ἀτρόμητος ἐκεῖνος στρατιωτικὸς ἔλεγε ταῦτα, ἐρωτῶ, ἦτο ἀνάγκη νὰ αὐξηθῇ ἡ δύναμις; ἀλλὰ μὲ τοὺς 400, λέγει, ἐνομίζετε, ὅτι θὰ ἐκάμνετε τίποτε; Οὔτε μισὸς δὲν ἀναλογεῖ εἰς κάθε δῆμον· τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τῆς διαιρέσεως εἰς μόρια δὲν εἶναι ἰσχυρὸν, διότι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις πρέπει νὰ παρουσιάζεται συσσωματωμένη ὅπου ἡ ἀνάγκη τὸ καλεῖ. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν τῶν ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων ὁμολογηθέντων πραγμάτων. Ἀλλὰ τὸ μέγα ἔγκλημα εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ σκοποῦ τῆς χωροφυλακῆς, διότι εἰς τὸ περὶ αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς Διάταγμα προσετέθη, ὅτι αἱ μεταθέσεις τῶν ἀποσπασμάτων καὶ τοῦ προσωπικοῦ γίνονται ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῇ συναινέσει ἢ τῇ αἰτήσει τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διότι ὁ σκοπὸς τῆς χωροφυλακῆς δὲν εἶναι ἡ καταδίωξις τῶν ληστῶν, καὶ μολαταῦτα τὴν μετεχειρίσθησαν εἰς τοῦτο. Νομίζω, ὅτι αὐτὰ τὰ δύω ἐπιχειρήματα εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένα, πρῶτον κατὰ τὸν κανονισμὸν αὐτὸν τῆς 16 Δεκεμβρίου 1834, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 4 λέγει, «ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατάσσει τὴν συνάθροισιν κτλ. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐπίῤῥοιαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκφράζει τὸ Διάταγμα· ἄλλως, ἐὰν τοῦτο ὑπέκρυπτε καταχθόνιόν τινα σκοπὸν, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὸ Διάταγμα; Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νόμου ἠδύναντο νὰ πράξωσιν, ἠδύναντο καὶ ἰδιαιτέρως διὰ συνεννοήσεως νὰ τὸ ἐνεργήσωσι, καὶ τότε πρὸς τί νὰ τὸ ἀναφέρωσι ῥητῶς; Περὶ δὲ τοῦ δευτέρου ἐπιχειρήματος εὑρίσκομεν τὸ ἑξῆς εἰς τὸν νόμον τοῦ 1834. «Ἡ χωροφυλακὴ χρεωστεῖ νὰ ἐμποδίζῃ πᾶσαν ἐγκληματικὴν ἐπιχείρησιν· παρεμβαίνει μὲ δραστηριότητα καὶ ταχύτητα πρὸς σύλληψιν τῶν κακούργων, ὁσάκις ἤθελε πραχθῆ ἔγκλημά τι. Λοιπὸν ἡ χωροφυλακὴ χρεωστεῖ νὰ φροντίζῃ, ὥστε νὰ συλλαμβάνῃ τοὺς κακούργους, καὶ νομίζω, ὅτι πρῶτοι μεταξὺ τῶν κακούργων εἶναι καὶ οἱ λησταί· πρὸς τούτοις τὸ ἄρθρον 36 λέγει· «Ἐκτὸς τούτων χρεωστοῦν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς ἄνευ ἀργοπορίας νὰ καταδιώκουν ἢ νὰ διαλύουν συνάξεις ἢ συσσωματώσεις ληστῶν, ὅπου καὶ ἂν φανοῦν, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἠμποροῦν νὰ συνενώσουν πολλὰς ἐνωμοτίας χωροφυλάκων, περὶ οὗ εἰδοποιοῦν ἀμέσως τὰς πολιτικὰς καὶ στρατιωτ. ἀρχάς». Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ 1834 λέγει, ὅτι χρεωστοῦν νὰ διαλύουν τὰς συσσωματώσεις τῶν ληστῶν.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος λέγει τὸ ἐναντίον;
§38ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς τὸ εἶπε.
§39ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ἄτοπον νὰ διαστρέφετε τὰ πράγματα.
§40ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἴσως ἡ βροντόφωνος φωνὴ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ μ’ ἔκαμε νὰ μὴ τὸν ἐννοήσω. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν διαίρεσιν τῆς Ἑπτανήσου. Ἠκούσατε τὸν κ. Παδοβᾶν διὰ μακρῶν ἐκθέσαντα, ὅτι ἡ διαίρεσις τῆς Κεφαλληνίας καὶ Κερκύρας ἐπροκαλεῖτο ἀπὸ τὰς τότε περιστάσεις. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν Κέρκυραν νομίζω, ὅτι καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἀκόμη χρεωστεῖ κάθε ὑπουργεῖον νὰ ἔχῃ ἄγρυπνον προσοχὴν ἐπ’ αὐτῆς, ὄχι διότι ἦτο πρωτεύουσα καὶ ἐζημιώθη· οἱ Κερκυραῖοι, ἀξιότιμοι ἄνδρες καὶ πατριῶται, παρέβλεψαν τὰ πάντα χάριν τῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς Ἑλλάδος· οἱ Κερκυραῖοι εἶναι ἱκανοί, καὶ ἂν τυχὸν προκύψωσι καί τινες ὑλικαὶ ζημίαι, νὰ τὰς ὑποφέρωσιν ἐν πλήρει ἀνοχῇ· ἀλλὰ δι’ ἄλλον λόγον πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶν ὑπουργεῖον τὴν προσοχὴν αὑτοῦ εἰς τὴν Κέρκυραν. Ἡ Κέρκυρα εἶναι ἄντικρυ εἰς τὴν Ἤπειρον, καὶ ὅταν οἱ Ἠπειρῶται ἀντικρύζωσι τὴν ἐπὶ τῆς ἀκροπόλεως αὐτῆς εὐτυχῶς κυματίζουσαν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἡ καρδία αὐτῶν πάλλει σφοδρότατα. Πρέπει λοιπὸν νὰ κάμωμεν ὥστε ἡ πόλις αὕτη νὰ εὐδαιμονῇ ἤδη μᾶλλον παρὰ πρότερον, ὅπως ἡ καρδία τῶν ὑπὸ τὸν ζυγὸν στεναζόντων Ἠπειρωτῶν πάλλῃ εἰς τὴν θέαν τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας διὰ παλμῶν χαρᾶς καὶ ἐλπίδων καὶ ὄχι διὰ παλμῶν λύπης καὶ ἀπελπισίας. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς τὰ ἄλλα διατάγματα, τὰ ἀφορῶντα τὴν θητείαν τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων, τὴν δασοφυλακὴν καὶ τὸ διάταγμα δι’ οὗ ἀπογορεύεται εἴς τινας ὑπαλλήλους νὰ διορίζωνται ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτῶν ἐπαρχίᾳ. Λέγω ὅτι τὰ Διατάγματα ταῦτα δὲν εἶναι νομοθετικῆς φύσεως καὶ περὶ αὐτῶν οὐδόλως δὲν πρόκειται.
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 55 διατάγματα εἶναι.
§42ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἐκάματε κακὰ μὴ προσαγαγόντες αὐτά. — Πᾶς ὑπουργὸς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν διορίζω ὑπάλληλον μὴ ἔχοντα τὴν δεῖνα ἰδιότητα, ἀλλὰ τοιοῦτο Διάταγμα δύναται ἄλλος ὑπουργὸς νὰ καταργήσῃ· ποῦ ἡ νομοθετικὴ πρᾶξις; Ἀλλὰ εἰς τὰ περὶ τῆς θητείας εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν κεκτημένα δικαιώματα, διότι πῶς θὰ παραιτηθῇ ὁ δυνάμει αὐτῶν διορισθεὶς, ὁ κλητὴρ ἢ ὁ δασοφύλαξ; Ἀπορῶ πῶς ἐῤῥέθησαν τοιαῦτα πράγματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Μήπως, πραγματοποιηθείσης τῆς ἰσοβιότητος τῶν μελῶν τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ἢ τῶν δικαστῶν, δὲν δύναταί τις αὐτῶν νὰ παραιτηθῇ; δὲν δύναται νὰ παραιτηθῇ ὁ δικαστής; Ὁ δικαστὴς λοιπὸν εἶναι δεσμευμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐλευθερία· τοῦτο δὲν ἀπαντᾶται οὐδὲ εἰς τὰ δεσποτικώτερα κράτη, καὶ ἐν τούτοις ἐλέχθη ἐνταῦθα ἀπὸ ῥήτορα ὑπερμαχοῦντα ἤδη ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, ἀπὸ τὸν κύριον Δημητριάδην, εἰπόντα ὅτι δὲν δύναται νὰ παραιτηθῇ ὁ δυνάμει τοῦ προσβαλλομένου διατάγματος διορισθεὶς κλητήρ. Ἀλλ’ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ· ὁ διὰ τῶν διαταγμάτων τούτων διορισθεὶς κλητὴρ ἢ δασοφύλαξ, παυόμενος πρὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς θητείας, δὲν ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ νομοθετικὴ φύσις τῶν διαταγμάτων, ἀφοῦ ἐπιβαρύνεται ὑποχρεωτικῶς καὶ εἰς τὸ μέλλον τὸ δημόσιον. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι ἀνυπόστατον. Ὁ παυθεὶς κλητὴρ ἢ δασοφύλαξ δὲν ἀπέκτησε δικαιώματα, διότι τὸ διάταγμα λέγει, ὅτι θέλει ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἑπομένως ἐξαρτᾶται ὑπὸ ὅρον. Ἂν ἐγκριθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, τότε ἀποκτᾷ δικαιώματα ὁ ὑπάλληλος· ἂν δὲ ἡ Βουλὴ ἀκυρώσῃ τὸ διάταγμα, τότε ὅρος δὲν ἐξεπληρώθη καὶ ἑπομένως δὲν παράγει δικαιώματα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι δίκην εἰς ἣν ἀντίδικος ἦτο ὁ ἀξιότιμος Δεληγεώργης, τῆς ὁποίας ἀφορμὴ ὑπῆρχε διάταγμα, προσδιορίζον τὸν ἀριθμὸν τῶν φαρμακοποιῶν εἰς διαφόρους πόλεις. Ὑπῆρχε πρῶτον διάταγμα ἀναθέτον τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φαρμακοποιῶν εἰς τὸν νομάρχην. Ἀκολούθως ἐξεδόθη δεύτερον διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὥριζεν ὅτι εἰς πόλεις, ἐχούσας δέκα χιλιάδας ψυχῶν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς φαρμακοποιός, εἰς τὰς ἐχούσας εἴκοσι, δύω καὶ οὕτω καθεξῆς, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχῃ ἔξοχός τις ἱκανότης· τότε δύναται ἡ κυβέρνησις ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἰατροσυνεδρίου νὰ κάμῃ παρέκβασιν τῆς ἀρχῆς ταύτης. Κατὰ τὰ 1862 ἢ 1863 παρέστη ἐπιστήμων ἔχων ἄκραν ἱκανότητα καὶ ἐζήτησε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ νόμου· μετὰ πολὺν αὐτοῦ κόπον ἐδόθη ἡ ἄδεια, ἀλλ’ ἐνῷ τόσον δυσκόλως ἐπετράπη αὐτῷ νὰ μετέρχηται τὸν φαρμακοποιὸν, συγχρόνως καὶ μετὰ ταῦτα καὶ εἰς τοὺς ὑπηρέτας αὐτοῦ καὶ εἰς ἄλλους ἐδόθη ἡ τοῦ φαρμακοποιοῦ ἄδεια· τότε οἱ παλαιοὶ φαρμακοποιοὶ φρονοῦντες ὅτι ἔχουν δικαίωμα νὰ ἦναι ὀλιγώτεροι δυνάμει τοῦ διατάγματος, παρ’ ὅσοι ἦσαν, ἐζήτησαν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὸ δημόσιον. Τὸ Ἐφετεῖον τότε καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπον, ὅτι αὐτὸ τὸ διάταγμα, ὡς ἐκδοθὲν μετὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν παρέχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Πῶς λοιπὸν θὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι θέλει ἀποκτήσει δικαίωμα ὁ κλητὴρ ἢ ὁ δασοφύλαξ, ἂν αὔριον ἕτερος ὑπουργὸς δύναται νὰ τὸν παύσῃ;
§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνθυμεῖσθε καλῶς· ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπεν, ὅτι διὰ διατάγματος δὲν δύναται νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν αἱ ἐνοχαὶ τοῦ δημοσίου αἱ καθιερωθεῖσαι διὰ νόμου.
§44ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἄρα καὶ ἂν ἔλειπεν ὁ νόμος, δὲν ἠδύναντο νὰ ἀλλοιωθῶσι διὰ διατάγματος αἱ ἐνοχαὶ τοῦ δημοσίου. Διὰ διατάγματος δὲν δύναται ὁ κλητὴρ τῆς ἀστυνομίας ἢ ὁ δασοφύλαξ ν’ ἀποκτᾷ δικαιώματα. Ἀλλ’ ἤδη ἑτέρα μομφὴ ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ Κυρίου Δημητριάδου, τοῦ εἰδικοῦ τούτου περὶ τὰ ἀστυνομικὰ ἀνδρός· πῶς διὰ τοῦ διατάγματος δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος τοῦ 1856 ὅσον ἀφορᾷ τὴν θητείαν τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων; Ἀπαντῶ· ὁ νόμος τοῦ 1856 δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, διότι ἡ ἰσχὺς τῶν περὶ θητείας διατάξεων αὐτοῦ ἀνεστάλη μεχρισοῦ ἐκδοθῇ εἰδικόν περὶ τούτου ψήφισμα, καὶ ἀνεστάλη δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1863, ἀφοῦ προηγουμένως διὰ θεσπίσματος τοῦ 1862 ἀνεστάλη προσωρινῶς ὁ περὶ θητείας νόμος τοῦ 1856 καὶ ἀφοῦ ηὐξήθη μετὰ ταῦτα ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων εἰς 400. Ὥστε δὲν ἴσχυε πλέον ὁ νόμος τοῦ 1856 καὶ αἱ δι’ αὐτοῦ περὶ θητείας καθιερούμεναι ἀρχαί· ἑπομένως εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν προσόντων τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων δὲν ἦτον ὑποχρεωτικὸς ὁ νόμος τοῦ 1856. Ἡ παράβασις ὅθεν αὕτη εἶναι ἀνυπόστατος· παρατηρῶ ὅμως εἰς τὸν Κύριον Δημητριάδην, τὸν τόσῳ σεβόμενον τοὺς νόμους, ὅτι ἐνῷ ὁ νόμος τοῦ 1856 διώριζε κλητῆρας 100 ἔχοντας τὰ ἐν αὐτῷ ἀναφερόμενα προσόντα, ὁ Κύριος Δημητριάδης, διευθυντὴς ὤν, εἶχε μόνον 40, ὡς μᾶς εἶπεν, ἔχοντας τὰ προσόντα ταῦτα· οἱ δὲ λοιποὶ, ὡς εἶπεν ὁ ἴδιος, δὲν εἶχον αὐτὰ, καὶ διατί; διότι ὁ νόμος ἐπέτρεπε νὰ μὴ τὰ ἔχωσιν· ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεπε τοῦτο. Ἰδοὺ ὁ πρὸς τοὺς νόμους ἔρως τοῦ ἀγορεύσαντος! Ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς ἕτερόν τι ὅπερ ἐλέχθη ἐνταῦθα· ἡ Συνέλευσις τοῦ 1843 ἐπρόβλεψε τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 102 καθιέρωσέ τι σχετικὸν διὰ τῆς διατηρήσεως ἐπὶ τρεῖς μῆνας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τί ἐξήγαγόν τινες ἐκ τούτου; ὅτι τὸ ὑπουργεῖον μετὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἠδύνατο νὰ προβλέψῃ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῆς τότε πρώτης Βουλῆς. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι λάθος, διότι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν εἶχε νομοθετικὴν ἁρμοδιότητα, εἶχε μόνον γνωμοδοτικὴν ψῆφον καὶ τίποτε περισσότερον, καὶ τοῦτο, ὁσάκις τῷ ἐζητεῖτο ἡ γνώμη· διὰ τῆς διατάξεως ὅθεν ἐκείνης, ὅτι ἐπὶ τρεῖς μῆνας διατηρεῖται τὸ Συμβούλιον, εὑρέθη εἰς ὁμαλωτέραν θέσιν ἡ κυβέρνησις; Ὄχι· αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι τότε ἐγένοντο, ἀποδεικνύουν ὅτι τὸ Συμβούλιον δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ διότι ὑπῆρχε πρότασις εἰς τὴν τότε Συνέλευσιν δι’ ἧς ἐλέγετο, ἅμα τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τὸ παρὸν Σύνταγμα, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καταργεῖται, ἕτεροι δὲ ἔλεγον νὰ διατηρηθῇ μεχρισοῦ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, ἐπροτάθη τροπολογία δι’ ἧς διετηρεῖτο τὸ Συμβούλιον ἐπὶ τρεῖς μῆνας μόνον καὶ μόνον ὅπως τὰ μέλη αὐτοῦ, προετοιμάσαντα τὴν μεταβολὴν, μὴ ῥιφθῶσιν εἰς τοὺς δρόμους· καὶ ἡ τροπολογία αὕτη ἐγένετο δεκτή. Ἄλλως, ἂν ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἐπρόβλεψε περὶ τῆς μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς ἐποχῆς, διατὶ καὶ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862–1864 νὰ μὴ προβλέψῃ προσωρινῶς περὶ τῆς μεταβατικῆς ταύτης ἐποχῆς; Ἐκ τῶν εἰρημένων λοιπὸν ἕπεται ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως κυβερνήσῃ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, εὑρέθη εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ Βασιλικὰ διατάγματα. Δὲν πρέπει δὲ, καθόσον ἀφορᾷ τὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἀποδιδομένην μομφὴν, ν’ ἀναμείνωμεν ἕως οὗ ἐξετάσωμεν τὰ καθέκαστα αὐτῶν. Ἡ ἀρχὴ ἡ προκαλέσασα ταῦτα ἐξετέθη ἐπὶ μακρὸν καὶ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὴν ἐκτιμήσωμεν. Ἐξάγεται δὲ ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων, ὅτι τὰ προαναφερθέντα ὡς ἄνω διατάγματα δὲν ἐξέδωκε τὸ ὑπουργεῖον χάριν καταχθονίων σκοπῶν καὶ πλαγίων αἰτιῶν, διότι, κύριοι, δὲν ἔχομεν ἐξωτερικὰ φαινόμενα, ἐμφαίνοντα τοιοῦτόν τι, καὶ διότι οὐδὲν τούτων ἐξέθεσαν οἱ τὴν ἐναντίαν πρεσβεύοντες γνώμην, ὅπως πείσωσι περὶ τῶν ἐνεργειῶν τούτων· ἀπεναντίας τὰ συμβάντα ἀποδεικνύουσι τὴν καλὴν αὐτῶν πίστιν. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ μεταχειρισθῇ ὅλα τὰ μέσα, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ κυβερνηθῇ τὸ κράτος· ὅτι δὲ ἦσαν δίκαια, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι τὰ παρεδέχθη ὁ λαὸς, ὅστις ἀγογγύστως ἐπλήρωσε τοὺς φόρους του. Ὁ λαὸς θέλει ἀσφάλειαν καὶ ὑλικὴν εὐημερίαν καὶ πρόοδον, ζητεῖ πίστιν ὅπως κυκλοφορήσωσιν ἐν αὐτῷ χρήματα πρὸς προαγωγὴν τῆς γεωργίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας. Περὶ τούτων πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὅπως ἐκπληρώσωμεν τὰ πρὸς αὐτὸν καθήκοντά μας.
§45ΚΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τῶν ἤδη συζητηθέντων ἀντικειμένων τηρήσας, Κύριοι, σιωπὴν, περιωρίσθην μόνον νὰ ἐνεργήσω διὰ τῆς ψήφου μου· τοῦτο δὲ ἔπραξα, ἵνα ἀρυόμενος τὰς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων μου ἀναγκαίας πληροφορίας, τεθῶ ἐν καταστάσει ὅπως καὶ διὰ τοῦ λόγου ἐνεργήσω. Ἕνεκα τῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐμβριθῶν συζητήσεων, αἵτινες πρὸ ἡμερῶν ἡ μία τὴν ἄλλην διαδέχεται, συντόμως θέλω προσπαθήσει νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς τὰς ἰδέας μου, ἵνα μὴ καταχρασθῶ τῆς ὁποίας ἐπικαλοῦμαι παρ’ ὑμῶν ἀνοχῆς. Πρὸ πολλοῦ ἔλαβον αἰτίαν νὰ συναισθανθῶ τὸ δυσχερὲς καὶ ἀκανθῶδες τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, οὐχ ἧττον ὅμως ἐπρέσβευσα καὶ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἕκαστος ὀφείλει, ἀπέναντι πάσης ἀτομικῆς θυσίας, ν’ ἀναδέχηται τὴν διαπιστευομένην αὐτῷ ἐντολὴν τοῦ ἀντιπροσώπου, ὁσάκις αὕτη εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς αὐθορμήτου ὡς καὶ ἀνεπηρεάστου ψήφου τῶν ἐκλογέων. Συνεπεία τῆς ἀρχῆς ταύτης παρευρίσκομαι μεταξὺ ὑμῶν καὶ εἶμαι εὐδιάθετος ἵνα, καθὸ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, πρὸς τὸ συμφέρον τούτου συμπράξω καὶ συνεργασθῶ μεθ’ ὑμῶν, παραβλέπων καὶ περιφρονῶν οἱονδήποτε ἀτομικὸν συμφέρον. Τοιαύτην ἔλαβον ἐντολὴν, καὶ κατὰ τοῦτο ἐκφράζω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τὰς πρὸς τοὺς συμπολίτας μου εὐχαριστήσεις, οἵτινες τιμήσαντές με διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης των, ἀπῄτησαν καὶ παρ’ ἐμοῦ ἵνα, κατὰ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις, ὑπηρετήσω τὰ ἀληθῆ καὶ καλῶς νοούμενα τοῦ ἔθνους συμφέροντα. Εἴθε δὲ μοὶ δοθῇ εὐκαιρία ὅπως πρὸς ἱκανοποίησίν μου δυνηθῶ νὰ εἴπω, κατέβαλον πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν καὶ συνετέλεσα κατά τι ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος. Τὸ ἔθνος, Κύριοι, ὡς εἶναι ὁμολογούμενον, ἔχει ἀνάγκην ἀναπαύσεως, ἡσυχίας καὶ τάξεως, καὶ δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν ἐκ μέρους τῶν κυβερνώντων ἀκριβῆ τήρησιν καὶ αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, καθόσον, ὡς γινώσκετε, τὰ ἔθνη τότε μόνον εὐδαιμονοῦσιν, ὅταν οὐ μόνον διέπωνται ὑπὸ χρηστῶν νόμων, ἀλλ’ ὅταν ἡ ἐκτέλεσις καὶ πρακτικὴ ἐφαρμογὴ αὐτῶν διαπιστεύηται εἰς ἄνδρας τιμίους καὶ ἱκανούς. Τὴν ἀναμφίλεκτον ταύτην ἀλήθειαν ἐκήρυξαν οἱ πάσης ἐποχῆς μεγαλοφυέστεροι ἄνδρες. Ναπολέων ὁ Αʹ. ὁ δαιμόνιος ἐκεῖνος καὶ τεράστιος ἀνὴρ, ἔλεγεν, ὅτι τὰ ἔθνη εὐδαιμονοῦσι καὶ προάγονται διὰ τῶν χρηστῶν νόμων καὶ τῶν καταλλήλων προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνάγκη πᾶσα ἵνα διαπιστεύηται ἡ ἐφαρμογή των. Ὁ περιώνυμος Μοντεσκιού ἐπαξίως ἐγκωμίαζε τὸν Μέγαν Κάρολον, οὐ μόνον διότι καθιέρωσε θαυμασίους νόμους, ἀλλὰ καὶ καθόσον ηὐτύχησεν ἵνα καὶ πρακτικῶς τοὺς ἐφαρμόσῃ. Ἡ τῶν νόμων παραβίασις, ἔλεγε Λουδοβῖκος ὁ ΙΓʹ. ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς καταστροφῆς τῶν ἐθνῶν, ἡ δὲ πιστὴ τήρησις τῶν νόμων συνετέλεσεν εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὸ μεγαλεῖον τῶν ἐθνῶν. Καὶ ἡμεῖς δὲ, προόδου καὶ εὐημερίας ἀνάγκην ἔχοντες, εἰς τοῦτο καὶ μόνον ὀφείλομεν τὰς προσπαθείας μας ἀνενδότως νὰ συγκεντρώσωμεν, ἵνα ἀναδειχθῶμεν ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἐντολέων μας. Πρὸς ἐπιτυχίαν τούτου, πρὸς παγίωσιν τῆς διαταραχθείσης κοινῆς τάξεως, πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δημοσίας πίστεως καὶ τῆς ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ἐπαυξήσεως τῶν συμπαθειῶν τῆς Εὐρώπης ὀφείλομεν τὰ γενικὰ τοῦ λαοῦ συμφέροντα προάγοντες καὶ ὑπηρετοῦντες, νὰ μὴν ἀποβλέψωμεν εἰς ἰδιοτελεῖς σκοποὺς καὶ συμφέροντα, ἅτινα ὡσεὶ σκώληκες τὰς κοινωνίας καταβιβρώσκουσι. Τὰς ἀρχὰς ταύτας σεβόμενος, ΚΚ. ὑπουργοὶ, ἀφοῦ τὰ τῆς ἐθιμοταξίας πρὸς ὑμᾶς ἐξετέλεσα, δὲν ἠθέλησα διὰ τῶν ἐπισκέψεών μου νὰ σᾶς ἐνοχλήσω, οὔτε θέλω ἀποτρέψει ὑμᾶς ἐκ τῶν σπουδαίων ἀσχολιῶν σας, εἰμὴ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν πρὸς ἐκπλήρωσιν βουλευτικοῦ καθήκοντος μοὶ παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη ὅπως ἀρυσθῶ πληροφορίας πρὸς ἐξακρίβωσιν γεγονότων ἀφορώντων τὰ συμφέροντα εἴτε τοῦ ὅλου ἔθνους εἴτε ἰδιαιτέρας τινος ἐπαρχίας, κατόπιν δὲ αὐτῶν ἐκφράσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς ἐπὶ τῶν διαφόρων ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένων σχετικὰς κρίσεις μου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι μόνον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλω τύχει πάσης τῆς δυνατῆς πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ἀναγκαίων γεγονότων διευκολύνσεως, ἐνῷ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἀποπέμπονται ὅσοι τυχὸν χάριν ἰδιοτελείας ἢ ἀτομικῶν σκοπῶν τὰ ὑπουργεῖα ἐπισκεπτόμενοι, παρενοχλοῦσι τοὺς Κυρίους ὑπουργοὺς διὰ προσωπικῶν ἀξιώσεων καὶ ἀπαιτήσεων. Τοιαύτη, πέπεισμαι, εἶναι ἡ ἀξιοπρεπὴς πορεία ἣν ἅπαντες θέλομεν τηρήσει, καὶ διὰ τοιούτου συστήματος μόνον δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν ἀπολαύσει τὴν ποθουμένην πρόοδον καὶ εὐημερίαν τοῦ ἔθνους· ἀγαθὰ ταῦτα, τῶν ὁποίων ἡ πλήρης ἐπιτυχία ἐξαρτᾶται κατὰ μέγα μέρος ὑφ’ ἡμῶν τῶν βουλευτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ ἔθνος διεπιστεύθη τὰς τύχας του καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς του, ἥτις, ὁμολογητέον, δὲν παρίσταται λίαν εὐχάριστος. Τὴν βουλευτικὴν ἐντολὴν ἀποδεχθέντες, ἀνεδέχθημεν συνάμα μεγίστην ἀπέναντι τῶν ἐντολέων μας εὐθύνην, καθόσον, ἐνῷ δικαιούμεθα νὰ ἐξελέγχωμεν ἁπάσας ἀνεξαιρέτως τὰς πράξεις τῶν Κυβερνώντων καὶ παντὸς δημοσίου λειτουργοῦ καὶ ὑπαλλήλου, εὐκόλως ἕκαστος ἐννοεῖ, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν θέλομεν εὑρεθῇ ἐν καταστάσει ἵνα δικαίως καὶ ἀμερολήπτως ἐκπληρώσωμεν, ὅτε ἡμεῖς αὐτοὶ γινόμεθα ὁπωσδήποτε παραίτιοι τῶν εἰς τὴν ἡμετέραν βάσανον ὑποβληθησομένων πράξεων. Κατὰ τὴν ὀνομάτισιν τῆς πρὸς σύνταξιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως ἐπιτροπῆς, ἐξελέχθην μέλος αὐτῆς, καὶ δὲν δύναμαι νὰ μὴν ὁμολογήσω χάριτας εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις, τιμήσασά με, μοὶ παρέσχε καὶ τὴν εὐκαιρίαν ἵνα λάβω μέρος καὶ ὑποστηρίξω τὸ προταθὲν ὑπὸ τῆς πλειονότητος τῆς ἐπιτροπῆς σχέδιον. Ἅπαντα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως ἐπιτροπὴν μέλη συνησθάνθησαν τὸ καθῆκον ἵνα, χάριν τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τὸν Ἡγεμόνα σεβασμοῦ, ἐπισπεύσωσι τὴν τοῦ ἔργου ἀποπεράτωσιν, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου ὡδηγήθησαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν λαβόντα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀποβλέψαντα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Εὐχάριστον βεβαίως ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐκ τῶν χειλέων τοῦ Ἄνακτος διαβεβαίωσις, ὅτι ἡ πρὸς τὸν λαὸν ἀγάπη Του ὁσημέραι ἐπαυξάνει. Ἔκρινεν ὅθεν ἡ ἐπιτροπὴ καθῆκόν της ἵνα διὰ τῆς ά παραγράφου τοῦ ὑποβληθέντος σχεδίου ἐκφράσῃ τὴν ἀναμφισβήτητον ἀλήθειαν, ὅτι ὁ λαὸς εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν ἀγάπην τοῦ Ἡγεμόνος του ἀνταποκρίνεται δι’ ἀνταξίου πρὸς Αὐτὸν πίστεως καὶ σεβασμοῦ. Ἀσμένως ἠκούσαμεν ἅπαντες τὸν Βασιλέα ἀγγείλαντα εἰς ἡμᾶς, ὅτι φιλικαὶ εἰσὶν αἱ πρὸς τὰς ξένας δυνάμεις σχέσεις Αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἡ διατήρησις αὐτῶν ἀποτελεῖ μίαν τῶν πρωτίστων μεριμνῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ συνετὴ καὶ πατριωτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πορεία — ἡ ἀκριβὴς τήρησις καὶ πιστὴ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, ἰδοὺ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων αἱ ὑπὲρ ἡμῶν συμπάθειαι τῆς Εὐρώπης δύνανται νὰ ἐπαυξηθῶσι καὶ συντείνωσιν εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἡμετέρου ἔθνους. Ἰδοὺ ὁ λόγος δι’ ὃν ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς βʹ παραγράφου τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως ἔκρινε κατάλληλον καὶ ἀναγκαῖον νὰ ὑπενθυμίσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν διὰ τῆς συνέσεως, τῆς εὐνομίας καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ θέλει ἐφελκύσει ὑπὲρ τοῦ ἔθνους τὰς εὐεργετικὰς τῶν ξένων δυνάμεων συμπαθείας. Ἡ κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐπικρατήσασα ἐν γένει τάξις, ἀπόῤῥοια κυρίως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροσώπων συστήματος καὶ τῆς ἀποχῆς πάσης ἀμέσου κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως, παρέχει τὰς χρηστοτέρας ἐλπίδας, ὅτι κατὰ τὴν νέαν ταύτην ἐποχὴν ἡ πρωτίστη μέριμνα καὶ ἀμετάβλητος θέλησις τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Λαοῦ εἶναι ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ εἰλικρινὴς ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, δι’ ὧν καὶ μόνον τὸ ἔθνος θέλει προαχθῆ κραταιούμενον καὶ ἐνισχυόμενον. Ἡ Βουλὴ ἐπιληφθεῖσα τῆς ἐξελέγξεως τῶν διαφόρων ἐκλογῶν, ἐπεκύρωσεν ἁπάσας αὐτὰς ἀνεξαιρέτως, καί τοι διάφορα τῶν συστηθέντων βουλευτικῶν τμημάτων διὰ τῶν σχετικῶν ἐκθέσεών των ὑπέδειξαν εἴτε τὰς πλημμελείας εἴτε τὰ λαβόντα χώραν ἀτοπήματα, τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐπροτείνετο ἡ ἀκύρωσις ἐκλογῶν τινων. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο θεωρῶ ὅλως πάρεργον νὰ ἐκθέτω σήμερον εἰς ὑμᾶς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην ἐγώ, ἐκπληρῶν τὸ ἐκ τῆς ἰδιότητός μου ὁρκωτοῦ καθῆκον, ἔφερον μέλαιναν ψῆφον κατὰ διαφόρων ἐκλογῶν, καθόσον ἐθεώρησα αὐτὰς πλημμελεῖς καὶ ἀκυρωσίμους, οὐδόλως ἀποβλέψας οὔτε εἰς ἄτομα οὔτε εἰς τὰς ὑπ’ αὐτῶν πρεσβευομένας ἀρχάς· οὐδὲ μετεμελήθην ἐνῶ μάλιστα μετὰ τὴν ὁριστικὴν ἐξέλεγξιν καὶ τὰς μέχρι τοῦδε λαβούσας χώραν συζητήσεις ἐπείσθην, ὅτι καθὸ ὁρκωτὸς δικαστὴς κατεψήφισα τὰς ἐκλογὰς ἀτόμων ἀνηκόντων εἰς τὰς διαφόρους μερίδας τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὰς ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων συζητήσεις ηὐχαριστήθην ἀκούσας τοὺς ῥήτορας τῶν ἀντιφερομένων κομμάτων συμφωνοῦντας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπηρέασεν ἀμέσως τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς, καθόσον ἐκ τῆς ἀνεξαρτήτου καὶ ἀνεπηρεάστου ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ ἐνασκήσεως τοῦ πολυτιμοτέρου τῶν δικαιωμάτων του, οἷον τοῦ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροσώπων του, ἐξαρτᾶται κυρίως ἡ πρόοδος καὶ ἡ εὐημερία τοῦ ἔθνους, καθόσον μάλιστα οἱ οὕτω πως ἐκλεγόμενοι βουλευταὶ εἶναι οἱ μόνοι καὶ ἀληθῶς ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως, τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ λαοῦ. Ἀλλά, Κύριοι, ἡ εἰλικρινὴς ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἀνεδέχθην, μὲ ἀναγκάζει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐδίστασα νὰ πιστεύσω, ὅτι, καί τοι μὴ ἐπεμβάσης ἀμέσως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς, δύναταί τις νὰ πιστεύσῃ σπουδαίως, ὅτι ἅπασαι διεξεπεραιώθησαν ἄνευ ἐμμέσου κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως. Ὡς ἐκ τούτου, καὶ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον ὅπως μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς αὐστηρότητος ἐξελεγχθῇ καὶ ἐπικριθῇ καὶ ἡ ἐλαχίστη, καί τοι ἔμμεσος, τῆς Κυβερνήσεως ἐπέμβασις εἰς τὰ ἀφορῶντα τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, προέτεινα κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως ἵνα προστεθῶσιν, εἰς τὴν σχετικὴν παράγραφον, ἐκφράσεις τινὲς ἐκδηλοῦσαι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀποκλείει καθόλου τὴν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς λαβοῦσαν τυχὸν χώραν ἔμμεσον τῶν Κυβερνώντων ἐπέμβασιν. Ἀφοῦ ὅμως οὐδὲ οἱ λαβόντες τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων οὐδὲν περὶ τούτου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερον, οὐδ’ ἐγὼ ἐδυνήθην μέχρι σήμερον νὰ ἐξακριβώσω σπουδαῖα γεγονότα δυνάμενα νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσεις δικαίων ἐπικρίσεων, ἔκρινα δέον ἵνα μὴ ἐπιμείνω εἰς τὴν ὑπ’ ἐμοῦ προταθεῖσαν προσθήκην· οὐχ ἧττον ὅμως διαδηλῶ, ὅτι ἂν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως ἀναφανῶσι βάσιμοι λόγοι διεγείροντες καὶ τὴν ἀπωτέραν ὑπόνοιαν περὶ τῆς ἐμμέσου ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς, εἶμαι ἕτοιμος ἵνα παραδεχθῶ οἱανδήποτε προταθησομένην κατάλληλον εἰς τὴν ἐν λόγῳ παράγραφον προσθήκην ἢ τροπολογίαν, ἐκδηλοῦσαν τὴν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἀποδοκιμασίαν τῆς πορείας τῶν Κυβερνώντων. Πλὴν, ἐνῷ παρετήρουν, ὅτι αἱ περὶ τῶν ἐξελέγξεων συζητήσεις, καί τοι παρετείνοντο, οὐχ ἧττον ἡ Βουλὴ ἐπὶ τέλους ἐπεκύρου τὰς ἐκλογὰς, ἐγὼ δὲ ὤφειλον νὰ σεβασθῶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς — ἐνῷ ἔβλεπον ἐντὸς τοῦ περιβόλου τοῦ βουλευτηρίου ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, εἰς τὴν ἀποτυχίαν τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐδύνατο νὰ ἐνδιαφέρηται, ἐξ ἄλλου δὲ ἀποκλεισθέντας τῆς ὑποψηφιότητος τινὰς τῶν νῦν ὑπουργῶν — ἐνῷ ἑκάστη ἀρχὴ καὶ δοξασία ἀντιπροσωπεύεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, ἤθελον φανῆ λίαν ἀπότομος, ἂν καθὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἤθελον ὑποστηρίξει, ὅτι πράγματι κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἡ Κυβέρνησις ἔμμεσον ἔλαβε μέρος, καὶ ὅτι ἑπομένως ἔπρεπεν αὐστηρῶς νὰ ἐπικριθῇ διὰ τοῦτο. Μεταβαίνων εἰς τὴν ἀφορῶσαν τὰ Βασιλικὰ διατάγματα παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, ὀφείλω, πρὸ παντὸς ἄλλου, νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ Βασιλεὺς διὰ τοῦ ἐναρκτηρίου αὑτοῦ λόγου, ὡς πρὸς τὰ ἐκδοθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διατάγματα, οὕτως ἐξεφράσθη. «Γνωσταὶ κατεπείγουσαι τοῦ Κράτους ἀνάγκαι, ἀφορῶσαι τὴν γενικὴν αὐτοῦ διοίκησιν καὶ τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, καθὼς καὶ τὴν ἐξομοίωσιν τῶν ἐν τῇ αἰσίως ἑνωθείσῃ Ἑπτανήσῳ πρὸς τὰ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ἰσχύοντα, μόνον καθόσον τοῦτο ἀπῄτει ἀναγκαίως ἡ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων διοίκησις, ἐπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησίν μου τὸ καθῆκον τῆς ἀμέσου θεραπείας αὐτῶν διὰ κυβερνητικῶν πράξεων· αὗται δὲ θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν, καὶ πέπεισμαι, ὅτι θέλετε ἐκτιμήσει καὶ τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν αὐτῶν». Καὶ οἱ ὑπουργοὶ αὐτοί, ἵνα δικαιολογήσωσι τὴν ἔκδοσιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ἐπανέλαβον πολλάκις, ὅτι αἱ ἔκτακτοι καὶ ἀνώμαλοι περιστάσεις, εἰς ἃς τὸ Κράτος διετέλει, ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν ἵνα κανονίσῃ διὰ διαταγμάτων τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου ἅπαντες οἱ μέχρι τοῦ νῦν ἀγορεύσαντες ἐξέφρασαν μετὰ παῤῥησίας καὶ θάῤῥους τὰς διαφόρους ἰδέας καὶ κρίσεις των. Ἐπιτρέψατε ὅθεν, Κύριοι, καὶ εἰς ἐμὲ ὅπως μετὰ θάῤῥους καὶ παῤῥησίας ἐκφράσω τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος γνώμην μου, καθόσον μάλιστα δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ φθάσῃ συνεργείᾳ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ, Κύριοι, καί τοι δὲν ἠξιώθην ν’ ἀποτελέσω μέρος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, προσεπάθησα ὅμως νὰ παρακολουθήσω μακρόθεν, καὶ μελετήσας τὰς πράξεις αὐτῆς νὰ πληροφορηθῶ, ὅσον ἐδυνάμην, περὶ τῶν ἐντὸς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως λαβόντων χώραν, περὶ τῶν διαφόρων γεγονότων καὶ τῶν προκαλεσάντων αὐτὰ αἰτίων, πλὴν δὲν ἐδυνήθην εἰσέτι νὰ λάβω ἀκριβῆ ἀπάντων αὐτῶν γνῶσιν καὶ ἑπομένως μορφώσω ἰδίαν πεποίθησιν, οὐδὲ εἶμαι ἐν καταστάσει ὅπως ἐκφράσω βάσιμον περὶ αὐτῶν κρίσιν. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι, ἐξακολουθῶν τὰς ἐρεύνας μου, θέλω μετ’ οὐ πολὺ τεθῆ ἐν καταστάσει, ἄν ποτε παρουσιασθῆ ἡ περίστασις, νὰ φέρω εὐσυνείδητον γνώμην καὶ ἐπὶ τῶν γεγονότων ἐκείνων, περὶ ὧν οὔτε ἐντολὴν ἔλαβον, οὔτε κατάλληλον κρίνω ν’ ἀσχολήσω τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, καθόσον θεωρῶ αὐτὰ πάντη ἄσχετα, τοὐλάχιστον ἀμέσως, πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Καὶ ἐνῷ, ὡς προεῖπον, δὲν εἶμαι ἐν καταστάσει νὰ κρίνω περὶ τῶν τότε διατρεξάντων, ἀπέχω ἐπίσης ἵνα τὴν γνώμην μου ὑποβάλω καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων μερίς τις τῶν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει ἀπεσύρετο καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ πληρεξούσιοι τοῦ Ἔθνους προσεκαλοῦντο ν’ ἀποφασίζωσιν ὁριστικῶς τὰ παρ’ αὐτῶν συζητηθέντα καὶ τὰ εἰς τὰς ἀποφάσεις των ὑποβληθέντα σπουδαῖα ἀντικείμενα· ἀλλὰ μόνον συναισθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ παρατηρήσω, καθόσον μάλιστα τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ σχέσιν καὶ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Βουλῆς ταύτης, ὅτι εἰς οὐδένα ἐξ ἡμῶν ἐπιτρέπεται νὰ ἐγκαταλείπῃ τὴν ἕδραν του ἢ ν’ ἀποσύρηται εἰς τὰ παρακείμενα τοῦ βουλευτηρίου δωμάτια, ἵνα μὴ παρευρίσκηται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας. Ἅμα τις ἐκλεχθῆ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ καὶ τὴν διαπιστευθεῖσαν αὐτῷ ἐντολὴν ἀποδεχθῇ, ὀφείλει νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ Ἔθνος καὶ ὡς πιστὸς στρατιώτης πρέπει νὰ διατηρήσῃ τὴν θέσιν του. Ἐὰν δὲ τυχὸν συναισθάνεται ἑαυτὸν ἀδύνατον τοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ τοιοῦτο καθῆκον ἢ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἕδραν του, τότε ὀφείλει νὰ παραχωρήσῃ αὐτὴν εἰς ὃν ἀντ’ αὐτοῦ ἡ πατρὶς θέλει ἀναδείξει παραστάτην καὶ πιστὸν φύλακα τῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων της. Ἐκ τοιούτων ἀρχῶν ὁρμώμενος, ἀπ’ ἀρχῆς καθ’ ἑκάστην ἐν τῇ ἕδρᾳ μου παρευρέθην καὶ κατ’ ἰδίαν πεποίθησιν ἀπεφάνθην διὰ τῆς ψήφου μου ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε συζητηθέντων ἀντικειμένων. Ἀντιπροσωπεύοντες, Κύριοι, τὸ Ἔθνος, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὑπηρετήσωμεν ἐν λόγῳ καὶ ἔργῳ, ὑπερασπιζόμενοι τὰ δικαιώματα αὐτοῦ· ἐὰν δέ τις ἀδυνατῇ ἵνα καὶ διὰ τοῦ λόγου τὸ καθῆκον τοῦτο ἐκπληρώσῃ, ὀφείλει διὰ τοῦ ἑτέρου τελεσφόρου μέσου νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου αἱ τύχαι ἀποφασίζονται, διὰ τῆς πατριωτικῆς καὶ ἀμερολήπτου ψήφου τῶν βουλευτῶν, οἵτινες ὡς ἐκ τούτου ὀφείλουσιν ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει νὰ παρευρίσκωνται ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἴσως παρεξετράπην ἀπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἀλλ’ ἰδοὺ, ἐπανέρχομαι, ἵνα ἐξακολουθήσω τὴν περὶ τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων συζήτησιν. Τὸ περισπούδαστον ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐνδιαφέρει καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς, καθόσον πρόκειται νὰ ἐξακριβωθῇ ἄν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων παρεβίασε τὸν θεμελιώδη τοῦ Κράτους θεσμὸν, ἡ ἀκριβὴς καὶ πιστὴ τήρησις τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ πρωτίστη μέριμνα τῆς Βουλῆς, ἥτις καθῆκον ἔχει νὰ ἀπαιτήσῃ καὶ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκ μέρους τῶν τε κυβερνώντων καὶ κυβερνωμένων θρησκευτικὴν τῶν Συνταγματικῶν θεσμῶν τήρησιν. Οὐδὲν ὅθεν τὸ παράδοξον ἂν ἡ συζήτησις ἀπὸ πολλὰς ἤδη ἡμέρας ἀρξαμένη, ἐξακολουθῇ εἰσέτι, διότι τὸ σοβαρὸν ζήτημα οὗτινος ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τὴν συζήτησιν, ὀφείλει νὰ ἐξετασθῇ ὑφ’ ἁπάσας αὑτοῦ τὰς ἐπόψεις, ὅπως καὶ τὸν σεβασμόν μας ἐκδηλώσωμεν πρὸς τὸν θεμελιώδη νόμον τοῦ Κράτους, καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὴν ἀπαραβίαστον ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐνώπιον ἡμῶν παρίσταται, αὐτὸς ὁ Βασιλικὸς λόγος, εἰς ὃν προσκαλούμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν, τί περὶ τούτου μᾶς λέγουσι; Λέγουσιν ἴσως, ὅτι σύμφωνα πρὸς τὸ Σύνταγμα ἐνήργησαν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων; Ὄχι βεβαίως. Ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει καὶ ὁμολογεῖ, ὅτι παρεβιάσθη ὁ θεμελιώδης τοῦ Κράτους θεσμὸς, καὶ μόνον ὑπενθυμίζει καὶ προσκαλεῖ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους ὅπως, πρὶν ἐπ’ αὐτῶν ἀποφανθῶσιν, ἐκτιμήσωσι καὶ τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν, οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων· προσκαλεῖ τοὺς βουλευτὰς ἵνα προτοῦ ἀποφανθῶσι, λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ σταθμίσωσι τὰς περιστάσεις καὶ τὴν θέσιν εἰς ἣν ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη, ὅτε τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα πρὸς τὸ συμφέρον αὐτὸ τοῦ Κράτους ἐξέδιδε, καθ’ ὃν χρόνον ἡ μὲν Ἐθνοσυνέλευσις, εἴτε διὰ τὸν ἕνα εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον, εἶχεν ἤδη διαλυθῆ, ἡ δὲ Βουλὴ αὕτη, ἄνευ τῆς ἐπεμβάσεως τὰς ὁποίας νόμοι δὲν δύνανται νὰ ἐκδοθῶσι, δὲν εἶχεν εἰσέτι συγκροτηθῆ. Οὔτε Ἐθνοσυνέλευσις, οὔτε Βουλὴ ἀντεπροσώπευε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ Ἔθνος, καὶ ἡ ἀλήθεια αὕτη δὲν ἐπιδέχεται ἀντίῤῥησιν· εἶναι δὲ ἐπίσης ἀναμφίβολον, ὅτι τὸ Κράτος ὑπῆρχε καὶ εἶχεν ἀνάγκην νὰ κυβερνηθῇ ἀναλόγως πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ τὴν ἀνώμαλον θέσιν εἰς ἣν τότε εὑρίσκετο οὐ μόνον ἕνεκα τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς αἰσίας ἐπεκτάσεώς του διὰ τῆς προσαρτήσεως τῆς πρώην Ἑπτανήσου. Τοιαύτη ἡ τῶν πραγμάτων κατάστασις, ἥτις ἐξ ἀνάγκης ἀπῄτει καὶ κατάλληλα μέτρα ὅπως προληφθῶσι τὰ δυνάμενα τυχὸν νὰ προκύψωσιν ἄτοπα. Οἱονδήποτε ὅθεν ὑπουργεῖον, εἰς οἱονδήποτε πολιτικὸν κόμμα ἀνῆκον καὶ ἐξ οἱωνδήποτε στοιχείων συγκείμενον, ὤφειλε νὰ συναισθανθῇ τὸ καθῆκον τοῦ νὰ κυβερνήσῃ καὶ κανονίσῃ τὰ τῆς Ἐπικρατείας, ἐνῷ οὔτε συνετὸν, οὔτε ἔντιμον καὶ πατριωτικὸν ἦτο ν’ ἀφεθῇ ἀκυβέρνητον τὸ Κράτος ἐπὶ τῷ μόνῳ λόγῳ τῆς ἐνδεχομένης ἐπικρίσεως τῶν ληπτέων κυβερνητικῶν μέτρων. Ἐγώ, Κύριοι, ἀνήκω εἰς τὴν σχολὴν ἐκείνην, ἥτις φρονεῖ, ὅτι οἱ κανονισμοὶ ἐκδίδονται ὅπως κυβερνηθῶσι τὰ πλοῖα· ὅτι ἑπομένως δὲν πρέπει τις νὰ καταβυθίσῃ τὸ πλοῖον, ἵνα μὴ παραβιάσῃ τὸν σχετικὸν κανονισμόν, πολλῷ δὲ μᾶλλον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ πράξῃ προκειμένου περὶ τῆς διασώσεως τοῦ κοινωνικοῦ σκάφους, ἵνα μόνον εἴπῃ, τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους ἐγκατελείφθησαν ἀκυβέρνητα, πλὴν δὲν παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα. Κύριοι ὑπουργοί! κατὰ τὴν γνώμην μου, ἥτις ἴσως δὲν θέλει εἶναι εἰς πολλοὺς ἀρεστή, φρονῶ, ὅτι εἴχετε καθῆκον νὰ κυβερνήσητε τὸ Κράτος, νὰ διασώσητε τὴν πολιτείαν ἐκ τῶν ἀπειλούντων αὐτὴν κινδύνων καὶ ἀτοπημάτων καὶ νὰ λάβητε τὰς καταλλήλους προνοίας ὑπὲρ τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα προσαρτηθείσης νέας Ἐπικρατείας. Ἐξετάζων δὲ τὸ ζήτημα ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν, ἀδιστάκτως πιστεύω, ὅτι ἐνῷ καθ’ ὃν χρόνον ἐξεδίδοντο τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος Βασιλικὰ Διατάγματα, δὲν ὑπῆρχε συγκροτημένη ἡ νομοθετικὴ αὕτη ἐξουσία εἰς ἣν μετὰ τοῦ Βασιλέως τὸ Σύνταγμα ἀπονέμει τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν· ἐνῷ τότε τὸ Ἔθνος ἐξήρχετο καὶ εἰσέτι ἐκυμαίνετο ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως, γεγονὸς τοῦτο ἀναντίῤῥητον καὶ ἱστορικόν· παρίστατο ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη ἵνα διασωθῇ ἐκ τῆς δυσχεροῦς καὶ ἀπειλιτικῆς ἐκείνης θέσεως διὰ τῆς ἐκ μέρους τῶν διεπόντων τὰς τύχας του παραδοχῆς τῶν καταλληλοτέρων μέσων, χωρὶς οὐδόλως, ὡς ἐκ τούτου, νὰ ἐλαττωθῇ ἢ προσβληθῇ ὁ ὀφειλόμενος πρὸς τοὺς θεμελιώδεις τοῦ Κράτους νόμους σεβασμός. Ἐν ἐλλείψει Βουλῆς κατηρτισμένης καὶ ἐν ταῖς ἐξαιρετικαῖς ἐκείναις περιστάσεσιν, ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, καθῆκον εἶχε νὰ λάβῃ οἱανδήποτε ἀναγκαίαν πρόνοιαν, πολλῷ δὲ μᾶλλον καὶ τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα πρὸς ῥύθμισιν τῆς διοικήσεως τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα προσαρτήσεως τῆς νέας ἐπικρατείας. Καὶ ἐπειδὴ περὶ τῆς προσαρτηθείσης εἰς τὴν Ἑλλάδα Ἑπτανήσου ἐποίησα μνείαν, ἐπιτρέψατέ μοι ὅπως ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ Ἑπτανήσου. Εἶπον, ὅτι εἶμαι ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους· δὲν κυριεύομαι ὑπὸ ἰδεῶν ἐπαρχιωτισμοῦ, οὐδὲ ἤθελον ποτὲ ἀναδεχθῆ τοιαύτην ἐντολήν. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι φρούριά τινα τῆς Κερκύρας κατεδαφίσθησαν. Ἡ περὶ τῆς κατεδαφίσεως ἀπόφασις τῆς διπλωματίας ἅμα ἠκούσθη, κατελύπησεν ἅπαντας τοὺς Ἑπτανησίους. Ἐπεθυμούσαμεν, προσερχόμενοι εἰς τοὺς κόλπους τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, νὰ τῇ προσφέρωμεν καὶ τοὺς λαμπροὺς ἡμῶν προμαχῶνας καὶ τὰ ὡραῖα φρούριά μας, ἀλλ’ ἀντ’ αὐτῶν, ὑπὸ ξένων χειρῶν καταστραφέντων, τῇ προσεφέραμεν τὸν ἀπέναντι πάσης θυσίας διασωθέντα ἐθνισμόν μας, τὴν κοινωνικὴν τιμήν μας καὶ τὴν ἐθνικὴν ὑπόληψίν μας, μεθ’ ἁγνοῦ ἐνθουσιασμοῦ προσερχόμενοι, ἵνα μεθ’ ὑμῶν ἀπὸ κοινοῦ συνεργασθῶμεν οὐ μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλὰ καὶ τῆς ὅλης Ἑλλάδος. Ὁ Ἑπτανήσιος λαὸς εἶναι λαὸς γενναῖος καὶ ἐξευγενισμένος, ἀκμαῖον διατηρῶν τὸ αἴσθημα τοῦ ἐθνισμοῦ του, ὑφ’ οὗ διαφλεγόμενος, ὅτε τὰ πολύτιμα φρούριά του ἐτινάζοντο εἰς τὸν ἀέρα καὶ κατέπιπτον εἰς ἐρείπια μεταβαλλόμενα, ἱστάμενος παρὰ τὰ ἀπέναντι τῶν καταστρεφομένων φρουρίων τείχη τῆς πόλεως, τὴν πτῶσίν των συνώδευε γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ κραυγάζων «ζήτω ἡ ἕνωσις, ζήτω τὸ Ἔθνος.» Δὲν δύναμαι δὲ ν’ ἀποσιωπήσω καὶ ἕτερον ἀξιομνημόνευτον γεγονός, ἀποδεικνύον τὸ εὐγενὲς ἐθνικὸν τοῦ Ἑπτανησίου λαοῦ αἴσθημα, ὅπερ κατὰ τὴν 21 Μαΐου 1864 ἔλαβε χώραν ἐν τῇ μεγάλῃ πλατείᾳ τῆς νήσου Κερκύρας, ὅπου τὸ συῤῥεῦσαν ἄπειρον πλῆθος λαοῦ, συγκείμενον ἐκ πολιτῶν πάσης τάξεως καὶ ἡλικίας ἐκ τῶν ἐν τῇ πόλει προσελθόντων κατοίκων τῶν προαστείων καὶ τῶν ἀγρῶν, διὰ μιᾶς ἁπαξάπαντες ὑφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ κατακυριευθέντες αἰσθήματος, δακρυχέοντες καὶ γονυπετεῖς διὰ τῶν πρὸς τὸν οὐρανὸν ἐπάρσεων τῶν χειρῶν των ἀνέπεμπον τὰς πρὸς τὸν ὕψιστον ἐνθέρμους εὐχαριστίας των. Ἀλλὰ τίς ἡ αἰτία τούτων ἁπάντων; Ἡ Ἑλληνικὴ σημαία κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν θριαμβευτικῶς ὑψοῦτο ἐπὶ τῶν φρουρίων Κερκύρας, ἡ δὲ θαλασσοκράτωρ Ἀγγλία διὰ τῶν ἑτοίμων εἰς ἀπόπλουν πελωρίων πλοίων της ἀπέδιδε τὰς εἰς τὴν σημαίαν τοῦ Σταυροῦ ὀφειλομένας τιμάς! Τοιοῦτος, Κύριοι, εἶναι ὁ λαὸς ὁ ἀπέναντι πάσης θυσίας ἐπιμόνως ἀπαιτήσας ἵνα μετὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἑλλάδος ἑνωθῇ πολιτικῶς, — ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὅστις ἀντὶ φρουρίων προσέφερεν εἰς τὴν ποθητὴν αὐτοῦ μητέρα ἀκραιφνῆ ἐθνισμὸν καὶ αὐταπάρνησιν — λαὸς ὅστις οὔτε προνόμια, οὔτε χάριτας ὡς ἀντάλλαγμα τῶν θυσιῶν του παρ’ ὑμῶν ἀπαιτεῖ — ὅστις δὲν ἐστάθμισεν οὔτε ὑπολόγισε τὰ ὑλικὰ αὐτοῦ συμφέροντα καὶ τὰς προφανεῖς ζημίας, ἃς ὤφειλε νὰ ὑποστῇ ὑπὲρ τῆς ἀνακτήσεως τῆς ἐθνικότητός του — ὅστις ὅμως δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ καὶ ἀπαιτεῖ ἀγαθὴν, τιμίαν καὶ πατριωτικὴν Κυβέρνησιν. Καί τοι τοιοῦτος ὁ προσαρτηθεὶς εἰς τὴν βασιλευομένην Ἑλλάδα λαὸς, δυστυχῶς ὅμως ἡ ἐμφιλοχωρήσασα μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων τῆς Κερκυραϊκῆς κοινωνίας διχόνοια καὶ αἱ διαδοθεῖσαι ἰδέαι ἠπείλουν τὴν διατάραξιν τῆς κοινῆς ἡσυχίας, ἥτις ἤθελεν ἐπιφέρει τὸν κατασπαραγμὸν ἁπάσης τῆς κοινωνίας τῆς φιλονόμου Κερκύρας. Ἵνα προληφθῶσιν οἱ ἀπειλούμενοι κίνδυνοι, ἱκανὸς ἀριθμὸς πολιτῶν ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐξαιτησάμενοι ὅπως, διὰ τῆς διαιρέσεως τῆς νήσου, ἡ πόλις καὶ τὰ προάστεια τύχωσιν ἰδιαιτέρας ἀντιπροσωπείας ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης· καὶ κατὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις παρέσχε τὴν ὑπὲρ τῆς νήσου βοήθειάν της, ἐκδόσασα τὸ περὶ διαιρέσεως τῆς νήσου Β. Διάταγμα. Πάρεργον θεωρῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος ν’ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ διατάγματος ἐκείνου, ἀλλὰ περιορίζομαι μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἀποσταλεὶς καὶ ἐλθὼν ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς πόλεως καὶ τῶν προαστείων Κερκύρας, καί τοι οὐχὶ ὁλόκληρος ὁ τῆς νήσου λαὸς, ἀλλὰ μία μόνη μερὶς αὐτοῦ μὲ ἐξελέξατο μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου κκ. Μαρκορᾶ καὶ Παδοβᾶ, οὐχ ἧττον ὅμως παρευρισκόμεθα ἐνταῦθα, οὐχὶ ὅπως ἀνάψωμεν τὴν δᾷδα τῆς διχονοίας, ἀλλ’ ὡς προάγγελοι εἰρήνης ἐπαναφέρωμεν καὶ παγιώσωμεν τὴν εἰλικρινῆ καὶ γενικὴν συμφιλίωσιν μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων τῶν πολιτῶν, ἀνακουφίζοντες τὰ δεινὰ καὶ θεραπεύοντες τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, καὶ ὑπογραμμὸν πρὸς τοῦτο ἔχοντες τὸ ὀφειλόμενον πρὸς τὸ τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα σέβας, οὕτω δὲ δυνηθῶμεν διὰ καταλλήλων δικαίων καὶ ὑπὸ τῶν περιστάσεων ὑπαγορευομένων προνοιῶν νὰ ἄρωμεν τὰ ἀληθῆ αἴτια τῆς διχονοίας. Ποιήσας μνείαν περὶ τῶν πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν διαδοθεισῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀλλοκότων καὶ ἐπικινδύνων ἰδεῶν, καὶ τῶν πρὸς πρόληψιν τῶν ἀπειλουμένων ἀτοπημάτων, αἰσθάνομαι ἐνδομύχως, Κύριοι, τὸ καθῆκον ἵνα πανδήμως ὁμολογήσω, ὅτι πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν παραδεχθεισῶν προνοιῶν μεγάλως συνέτεινε καὶ ὁ Κύριος Νομάρχης Κερκύρας, ὅστις διὰ παντοίων νομίμων καὶ ἐπιεικῶν μέσων συνετέλεσεν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ. Ὁ ἀνεκτίμητος ἀνὴρ, ὃν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπέστειλεν ἐν Κερκύρᾳ ὅπως διοικήσῃ τὴν νῆσον ἐν κρισίμοις περιστάσεσι, πᾶσαν ἀπ’ ἀρχῆς κατέβαλε προσπάθειαν, μὴ φεισθεὶς οὔτε κόπων, οὔτε ἀνενδότων ἀσχολιῶν ὑπὲρ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς κοινῆς ἡσυχίας καὶ τῆς εὐημερίας τῶν κατοίκων τῆς νήσου, δι’ ὧν μέσων ἐπέτυχε νὰ κατευνάσῃ τὰ ἐξημμένα πνεύματα καὶ διασκεδάσῃ τὰ προκαλέσαντα τὰς ἔριδας καὶ διχονοίας αἴτια. -Τὰ ἔργα τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου παρακολουθήσας, ἐδυνήθην ἐκ τῶν πράξεών του νὰ ἐκτιμήσω τὰ σπάνια προτερήματα καὶ τὰς περικοσμούσας αὐτὸν ἀρετάς. Οὐ μόνον ἐγὼ καὶ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργός, διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, ἐθεωρήσαμεν ὡς εὐτύχημα διὰ τὴν Κέρκυραν τὸν διορισμὸν τοῦ Κυρίου Δημητρίου Στ. Μαυροκορδάτου ὡς νομάρχου αὐτῆς, ἀλλ’ ἅπασα ἡ Κερκυραϊκὴ κοινωνία τοιαύτην ὑπὲρ αὐτοῦ συνέλαβεν ἰδέαν, καὶ μετ’ οὐ πολὺ ἀπὸ τῆς ἐκεῖ ἀφίξεώς του ἐμόρφωσε πεποίθησιν, καθ’ ἃ ἐπιμαρτυροῦσι τὰ ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ προσφάτως διατρέξαντα. Τοιούτου ὄντος τοῦ διοικοῦντος τὴν Κέρκυραν Νομάρχου, ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς δυστύχημα. Κατὰ κακὴν τύχην ἡ στιγμὴ ἴσως προσεγγίζει καὶ ὡς ἐκ τούτου, οἱαδήποτε ἔσεται ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλει νὰ προνοήσῃ ἐγκαίρως, καὶ ἐμβριθῶς μελετῶσα τὴν ἐν Κερκύρᾳ κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ν’ ἀναπληρώσῃ, εἰ δυνατὸν, καταλλήλως τὸ κενὸν ὃ θέλει συνεπιφέρει ἡ ἐκ Κερκύρας ἀπομάκρυνσις τοῦ νῦν Νομάρχου της. Ἐπειδὴ, Κύριοι, εἰς προηγουμένην τινὰ ἀγόρευσιν ἐγένετο λόγος περὶ τῆς διομολογηθείσης συνθήκης ἐν Λονδίνῳ περὶ Ἑπτανήσου, φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην μετὰ τῶν Εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων διαπραγματευομένη, ἐντίμως καὶ ἀξιοπρεπῶς ἀντιπροσωπευθεῖσα, πᾶσαν δυνατὴν κατέβαλε προσπάθειαν ὅπως μετριασθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν οἱ προταθέντες ἐπαχθέστεροι ὅροι τῆς συνθήκης ἐκείνης. Ὡς ἐκ τούτου οὔτε ἔχω, οὔτε δύναμαι νὰ ἐκφράσω παράπονα κατὰ τῆς τότε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ περὶ οὗ ἀνέφερον ἀντικείμενον καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως διεξήγαγε τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ὑψηλὴν ἐντολήν· μάλιστα δὲ συναισθάνομαι τὸ καθῆκον ἵνα ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρός τε τὴν τότε Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἔκτακτον αὐτῆς ἀπεσταλμένον, ὅστις, καθόσον τὸ ἐπέτρεπον αἱ περιστάσεις, ἀξιοπρεπῶς τε καὶ ἐντίμως τὴν ἐντολήν του ἐξεπλήρωσε. Μὴ λησμονήσωμεν δὲ ὅτι τὰ ἀδύνατα Κράτη δὲν δύνανται πάντοτε νὰ ἐπιτυγχάνωσι τὰς ἐπιθυμίας των, καί τοι δικαίας, ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν. Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἀφορῶσαν τὰ Β. Διατάγματα παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, παρατηρῶ μετὰ λύπης μου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εὐχαριστεῖται εἰς τὸ κείμενον τῆς παραγράφου ὡς ἐν τῷ ὑποβληθέντι σχεδίῳ τῆς πλειονοψηφίας ὑπάρχει συντεταγμένον. Ἡ ἐν λόγῳ παράγραφος δὲν εἶναι βεβαίως ὑπουργικὴ, οὐδὲ ὡς πρὸς τοῦτο δύναμαι ν’ ἀκολουθήσω τὰς τοῦ ὑπουργείου ἐπιθυμίας. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην καὶ τὸ καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω μίαν Κυβέρνησιν, ἐννοεῖται οἴκοθεν, Κυβέρνησιν πατριωτικὴν καὶ μεριμνῶσαν ὑπὲρ τῆς προόδου καὶ εὐημερίας τοῦ Ἔθνους· τὴν τάξιν ἐπιδιώκουσαν καὶ διὰ καταλλήλων προσώπων αὐστηρῶς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἐφαρμόζουσαν, διότι διὰ τοῦ συστήματος τούτου καὶ ὁ Θρόνος ἐνισχύεται καὶ παγιοῦται, ὅπερ ἐστὶν ἡ ἀσφαλεστέρα ἄγκυρα τῆς σωτηρίας ἡμῶν. Οἱ Ὑπουργοὶ, ὡς οὐ λανθάνει ὑμᾶς, ἀπαιτοῦσι σήμερον παρὰ τῆς Βουλῆς ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δυσχερὴς ἦτον ἡ θέσις των ὅτε ἀνέλαβον τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, ἔκτακτοι δὲ καὶ ἀνώμαλοι αἱ περιστάσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ νὰ προκαλέσωσι τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐν λόγῳ Β. Διαταγμάτων — καὶ καθόσον δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ παρίστανται ἐνώπιόν μας ὡς ὑπόδικοι. Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, πιστεύω ὅτι, μὴ προκειμένου ἐπὶ τοῦ παρόντος περὶ τῆς συζητήσεως τῆς οὐσίας καὶ τῶν λόγων τῶν ὑπαγορευσάντων τὴν ἔκδοσιν τῶν Β. Διαταγμάτων, δὲν δύναμαι σήμερον νὰ θεωρήσω ὡς ὑποδίκους τοὺς Κυρίους Ὑπουργούς, ἐνῷ τὸ περὶ τῶν διαταγμάτων ἐκείνων ζήτημα ἐξετάζεται καὶ συζητεῖται ὑπὸ τὴν γενικὴν αὐτοῦ ἔποψιν καὶ ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἐκδίδειν αὐτά. Ἑπομένως ἀσκόπως οἱ Ὑπουργοὶ παρεισάγουσι ζήτημα ξένον καὶ ὅλως ἄσχετον πρὸς τὴν περὶ ἧς πρόκειται συζήτησιν, καὶ ἀφ’ οὗ ἡ Βουλή, τὴν ἀξιοπρέπειάν της συναισθανομένη, δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ. Σήμερον, Κύριοι Ὑπουργοί, πρόκειται περὶ τῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως. Ὑμεῖς ἐπισπεύδετε παρεισάγοντες ζήτημα ἄσχετον μὲν ἀλλ’ ἀφορῶν ὑμᾶς αὐτοὺς, οὐδόλως προσέχοντες ποῦ βαδίζετε· ὥστε ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς ἐγκαταλείψω, μὴ θέλων νὰ συμβαδίσω μεθ’ ὑμῶν καὶ προσκόψω ἐπὶ κρημνῶν καὶ σκοπέλων. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, ἐνῷ ἁπλούστατον εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα τὸ ἀφορῶν τὴν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον σχεδιασθεῖσαν ἀπάντησιν, τίς ἡ ἀνάγκη, ποῖος ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου παρεισάγεται πάντη ἄσχετον καὶ ἀλλότριον ἀντικείμενον, οἷον τὸ περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, ἄνευ προηγουμένης καὶ λεπτομεροῦς ἐξετάσεως τῶν διαφόρων Β. Διαταγμάτων, ἅτινα προσφάτως καὶ ἀφοῦ εἶχεν ἤδη ἀρχίσει ἡ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως συζήτησις ἐτέθησαν ἁπλῶς ἐπὶ τῆς τραπέζης τῆς Βουλῆς, πλὴν οὔτε προσδιωρίσθη εἰσέτι ἡ τῆς σχετικῆς συζητήσεως ἡμέρα, οὔτε οἱ Βουλευταὶ διὰ τῶν συνήθων μέσων ἐτέθησαν ἐν καταστάσει ὅπως μετὰ τῆς προσηκούσης εἰς τοσοῦτον σπουδαῖον ἀντικείμενον ἐξετάσεως ἐκφέρωσιν ἀμερόληπτον καὶ εὐσυνείδητον ψῆφον; Μετὰ τὴν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπάντησιν δύναται ἴσως νὰ παρουσιασθῇ τὸ περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου ζήτημα, καὶ τότε μόνον θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀποφανθῶμεν ἐν γνώσει ἂν ἀναπόδραστος καὶ ἀκαταμάχητος ἀνάγκη ὑπηγόρευσε τὴν ἔκδοσιν ἁπάντων ἀνεξαιρέτως τῶν Β. Διαταγμάτων· τότε ἡ Βουλὴ θέλει δυνηθῆ ν’ ἀναγνωρίσῃ τοὺς λόγους καὶ τὸν σκοπὸν ἕνεκα τῶν ὁποίων, οὐχὶ τὰ κυριώτερα, ἀλλ’ ἅπαντα ἀνεξαιρέτως τὰ βασιλικὰ ἐκεῖνα διατάγματα ἐξεδόθησαν. Μετὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην καὶ διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν ὑποβληθησομένων λόγων θέλομεν ἐξακριβώσει ἂν τυχόν, καὶ ἀνάγκης μὴ ὑπαρχούσης, τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα δὲν ἐξεδόθησαν ἐπὶ σκοπῷ περιφρονήσεως τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὸν θεμελιώδη τοῦ Κράτους νόμον σεβασμοῦ, οὐδὲ ὅπως σφετερισθῇ ἐξουσία, ἀποκλειστικῶς εἰς ἕτερον σῶμα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπονεμομένη, οὔτε πρὸς ἐπιτυχίαν σκοπῶν ἀξίων ἐπικρίσεως. Ὑπὸ τῆς συζητήσεως διαφωτιζόμενοι, θέλομεν δεόντως καὶ μετὰ τῆς ἰδιαζούσης εἰς πᾶσαν ἐλευθέραν Βουλὴν ἀνεξαρτησίας ἐκτιμήσει ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις ἐξέλαβεν ἑαυτὴν ἐξουσιοδοτημένην καὶ ἐν δικαιώματι νὰ πράξῃ καθ’ ὃν χρόνον οὔτε Ἐθνοσυνέλευσις ὑπῆρχεν, οὔτε Βουλὴ εἶχε εἰσέτι καταρτισθῇ. Ἡ ἀπόλυτος, ἐπείγουσα καὶ ἐπικειμένη ἀνάγκη ἐδύνατο, ὡς προεξέθηκα, νὰ δικαιολογήσῃ ἐν ἀρχῇ τὴν ἔκδοσιν διαταγμάτων νομοθετικῆς φύσεως, μόνον ἐπὶ σκοπῷ τοῦ νὰ προληφθῶσι τά ἐκ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων καὶ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως, εἰς ἣν τότε διετέλει τὸ Κράτος, δυνάμενα νὰ προκύψωσιν ἄτοπα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ὀφείλει, en bloc, ἐνῷ ἀσχολεῖται εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑποβληθέντος σχεδίου τῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως, νὰ ἐπιληφθῇ καὶ λύσῃ τοιοῦτον σοβαρὸν ζήτημα, ὅπερ προώρως καὶ ἀκαταλλήλως οἱ Ὑπουργοὶ παρεισήγαγον, καὶ τὸ ὁποῖον ἐν καταλλήλῳ χρόνῳ ἐπιληφθησομένη ἡ Βουλὴ θέλει λύσει ἀμερολήπτως καὶ ἀξιοπρεπῶς, ἀποκρούουσα πᾶσαν τυχὸν ἄδικον κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐπίκρισιν. Σήμερον ὅμως, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν δυνάμεθα ἐν γνώσει καὶ εὐσυνειδήτως ν’ ἀποφανθῶμεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἅπαντα τὰ Β. Διατάγματα ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης καὶ ἐπὶ σκοπῷ τοῦ νὰ κανονισθῶσιν ἐπείγοντα τῆς ἐπικρατείας συμφέροντα. Ὁπωσδήποτε, ἂν τὸ ὑπουργεῖον νομίζῃ ὅτι ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς παράγραφος, ἡ τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα ἀφορῶσα, χρῄζει τροπολογήσεως, τοῦτο μᾶλλον ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ, οὐχὶ δὲ ν’ ἀποχωρίσῃ τὸ ζήτημα, καὶ τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου ἐγκαταλεῖπον, νὰ παρεισάγῃ ἄσχετον τοῦ θέματος πρότασιν, ἵνα οὕτω τύχῃ τῆς ὁποίας δεῖται ἐμπιστευτικῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δέ τινες φρονοῦσιν ὅτι, ἀρνουμένης ἐπὶ τοῦ παρόντος τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου, τοῦτο θέλει παραγάγει ἐπιβλαβῆ εἰς τὸ Κράτος ἀποτελέσματα· ἐὰν προβλέπωσι σπουδαίας ὑπουργικὰς μεταβολὰς, δύνανται ν’ ἀποφανθῶσιν ὡς μᾶλλον κατάλληλον κρίνουσιν. Ἐγὼ ὅμως τοιούτους φόβους δὲν δὲν συνέλαβον οὔτε δύναμαι νὰ πιστεύσω, διότι τὸ ἔθνος μᾶλλον ἡμῶν συναισθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναπαύσεως, τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς τάξεως, ὅπως προστατεύσῃ τὰ δικαιώματα καὶ συμφέροντά του πρὸς ἀνάπτυξιν πολλῶν καὶ διαφόρων στοιχείων δυναμένων νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν πραγματικὴν εὐημερίαν καὶ πρόοδον αὐτοῦ. Ὁ λαὸς ἐπείσθη ἤδη ὅτι διὰ τῶν ταραχῶν καὶ ἐπαναστάσεων δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὸν μέγαν σκοπὸν ἵνα ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἡγεμόνος της καταστῇ πρότυπον Βασιλείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου ἀπαιτεῖται ἡ σύμπραξις ἡμῶν, ὅπως οὕτω καὶ ὁ Ἡγεμὼν ὑποστηριχθῇ καὶ αἱ πρὸς τοῦτο προσπάθειαι αὐτοῦ εὐοδωθῶσι. Διὰ τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων εἰς ὑμᾶς, ἐλπίζω, ὅτι εὐκρινῶς ὑπέδειξα μετὰ ποίων δύναμαι νὰ συνεργασθῶ καὶ συνενοηθῶ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ ἔθνους, καὶ ποῖαι αἱ ἀρχαὶ ἃς πρεσβεύω· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι τὰ γεγονότα δὲν θέλουσι ποτὲ μὲ διαψεύσει. Αἱ ἰδέαι, ἃς ἐξέθηκα ὡς πρὸς τὰ Βασιλικὰ διατάγματα, συνᾴδουσι μὲ τὴν σχετικὴν παράγραφον τοῦ ὑποβληθέντος σχεδίου τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, μεθ’ ἧς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ. Συζητήσας δὲ ἐπὶ τοῦ θέματος ἐκείνου, δὲν ἐνόησα νὰ ἐκφράσω τὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τὴν ἰδιαιτέραν γνώμην μου, ἐνῷ ἀγνοῶ ἂν καὶ τὰ ἕτερα τῆς πλειονότητος τῆς ἐπιτροπῆς μέλη, κατόπιν τῶν συζητήσεων καὶ ἀναπτύξεων αἵτινες ἔλαβον χώραν, συμφωνῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν ἢ ἐν μέρει μετ’ ἐμοῦ. Τὰς ἐκτεθείσας ἰδέας μου ἀναπτύξας, προεθέμην ν’ ἀποδείξω ὅτι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα ὅπερ προκαλεῖ ὁ Βασιλικὸς λόγος καὶ εἰς ὃν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τέλους ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρεισαγάγῃ νέα ζητήματα, ἅτινα πρὸς τοῖς ἄλλοις δὲν προτείνονται ὡς τροπολογίαι τοῦ κειμένου τῆς ὑπὸ συζήτησιν παραγράφου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινε κατάλληλον νὰ ὑπενθυμίσῃ διὰ τοῦ σχεδίου, ὅτι, κατὰ τὸν θεμελιώδη νόμον τοῦ Κράτους, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀπονέμεται, ὡς πάντες γινώσκομεν, εἴς τε τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ἵνα, ἐπαναλαμβανομένης τῆς θεμελιώδους ἐκείνης διατάξεως, ἡ Κυβέρνησις γνωρίσῃ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ διατηρήσῃ ἀπαραβίαστον τὸ ἀπονεμόμενον αὐτῇ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος δικαίωμα. Ἐκρίθη προσέτι ἀναγκαῖον ἵνα προστεθῇ ἐν τῷ σχεδίῳ, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἀναγνωρίζουσι τὸ ἔκτακτον καὶ ἀνώμαλον τῶν περιστάσεων, εἰς ἃς ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἐκτεθειμένη, καὶ δι’ ὧν μόνον δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσι τὰ ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ὑπαγορευθέντα νομοθετικῆς φύσεως Β. Διατάγματα. Τοῦτο κρίνασα ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγκαῖον νὰ προτείνῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἐνόησε βεβαίως ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ παραδεχθῇ ὅτι οἱονδήποτε Βασιλικὸν διάταγμα ὑπὸ τῆς ἀνάγκης προὐκαλέσθη, καὶ ὅτι διὰ τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων ἐκανονίσθησαν τὰ μόνον κατεπείγοντα ἀντικείμενα. Ὅπως φθάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τοιοῦτον συμπέρασμα ἀπαιτεῖται λεπτομερὴς καὶ κατ’ οὐσίαν συζήτησις ἐπὶ ἑκάστου Βασιλικοῦ διατάγματος, προσέτι δὲ καὶ ἐμβριθὴς ἔρευνα καὶ μελέτη τῶν προκαλεσάντων τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν αἰτίων, καὶ τότε μόνον ἡμεῖς ὑπὸ τῶν συζητήσεων διαφωτισθέντες, θέλομεν δυνηθῆ ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων ν’ ἀποφανθῶμεν ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξέδοτο αὐτὰ ὅπως κανονίσῃ ἀντικείμενα μὴ ἐπιδεχόμενα, ἄνευ προφανοῦς βλάβης τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἀναβολὴν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην. Τότε, ὡς ὑπεδείχθη καὶ ἐν τῇ παραγράφῳ τοῦ σχεδίου, δυνάμεθα νὰ σταθμίσωμεν τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν τῆς ἐκδόσεως ἑνὸς ἑκάστου Βασιλικοῦ διατάγματος, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ δικαιολογηθῇ ἀποδεικνύουσα ὅτι αἱ τοῦ Κράτους ἀνάγκαι δὲν τῇ ἐπέτρεπον νὰ παρατείνῃ ἢ ἀναβάλλῃ τὰ διὰ τῶν Β. διαταγμάτων ληφθέντα μέτρα μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς, οὐδ’ ὅτι ἐξέδοτο αὐτὰ ὅπως ἀθετήσῃ τὸν θεμελιώδη τοῦ Κράτους νόμον ἢ σφετερισθῇ τὰ εἰς τὸν Βασιλέα μετὰ τῆς Βουλῆς ἀνήκοντα ἀποκλειστικῶς δικαιώματα. Καὶ πολλῷ μᾶλλον νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν τοῦ ὑπουργείου, καθόσον ὁ Ἡγεμὼν διὰ τοῦ λόγου του ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος Βασιλικὰ διατάγματα θέλουσι τῇ ὑποβληθῇ, ἐξ οὗ ὑπονοεῖται ὅτι ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις πρέπει νὰ λάβῃ χώραν μετὰ τὴν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπάντησιν καὶ ὅτι τότε θέλει ταχθῆ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως καὶ ἐξετάσεως ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν. Προεθέμην, Κύριοι, τὸν σκοπὸν ἵνα, μεταβαίνων εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τῶν ἑτέρων παραγράφων τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, ἐπιληφθῶ καὶ ὑποβάλω πᾶν ὅ,τι τυχὸν πρὸς αὐτὰς σχετίζεται, συντόμως δὲ ἀναπτύξω τὰς κρίσεις μου. Ἐπειδὴ ὅμως πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὅλου σχεδίου ἤθελον ἐπεκτείνει τὸν λόγον, ὅπερ δὲν ἐπιθυμῶ ἵνα μὴ καταχρασθῶ τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν, περιορίζω τὸν λόγον μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, εἰς ὃ ἀσχολεῖται ἡ τοῦ σχεδίου δʹ. παράγραφος, καθότι θεωρῶ ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐπιθυμητὸν καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ παραταθῇ ἐπὶ πλέον ἡ τοῦ ἔργου διεκπεραίωσις. Τοῦτο ἀπαιτοῦσιν ὅ τε πρὸς τὸν Ἡγεμόνα ὀφειλόμενος σεβασμὸς, αἱ ἐπείγουσαι τοῦ Κράτους ἀνάγκαι καὶ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, ὅπως ἐπὶ τέλους ἐπιληφθῶμεν τῶν πρακτικῶν ἐργασιῶν μας πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ. Αἱ ἐργασίαι αὗται παρίστανται ἐπείγουσαι, καὶ ὀφείλομεν ἐπὶ τέλους ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὸ ἔθνος, ὅτι αἱ πρὸ μικροῦ ἐπελθοῦσαι μεταβολαὶ, τὸ νέον Σύνταγμα καὶ αἱ γενικαὶ ἐκλογαὶ πρὸς καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς ταύτης παρήγαγον τὰ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ἀποτελέσματα αὐτῶν. Περαίνων τὴν ἀγόρευσιν εὐελπίζομαι, ὅτι δὲν θέλω ἀναγκασθῆ ν’ ἀναβῶ καὶ αὖθις ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως ἐκφέρω γνώμην καὶ ἐπὶ τῶν ἑτέρων ἀντικειμένων ἅτινα αἱ συζητήσεις δύνανται νὰ προσκαλέσωσιν· ἀλλὰ πρὶν ἀπὸ τοῦ βήματος κατέλθω ἐπικαλοῦμαι τὴν συγγνώμην τῆς Βουλῆς, διότι παρεξέτεινα τὸν λόγον καταχρασθεὶς ἴσως τῆς ὑμετέρας ἀνοχῆς, πεποιθὼς ὅτι, παρουσιασθησομένης νέας εὐκαιρίας, καὶ τότε θέλετε μὲ ἀνεχθῆ ὅπως ἐν ὀλίγοις τὰς παρατηρήσεις μου ὑποβάλω, ὅσον ἔνεστι καθαρώτερα καὶ εὐληπτότερα ἐκφραζόμενος ἢ ὅσον ἐδυνήθην κατὰ τὴν πρώτην ταύτην φορὰν, καθ’ ἣν ἀναβὰς ἐπὶ τοῦ βήματος, τὰς δυνάμεις μου κατεμέτρουν πρὸς τὰς τῶν πρὸ ἐμοῦ ἀγορευσάντων ῥητόρων.
§46Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Κυνουρίας). Κύριοι, κατὰ τὴν παλαιὰν Γραφὴν 7 ἡμέραι ἤρκεσαν διὰ τὴν πλάσιν τοῦ παντὸς, καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς ἔχομεν ἤδη 7 ἡμέρας, καθ’ ἃς καταγινόμεθα περιστρεφόμενοι εἰς συζητήσεις μακρὰς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ ἀκόμη εὑρισκόμεθα ἐντὸς τοῦ λαβυρίνθου τῆς γενικῆς συζητήσεως χωρὶς νὰ ἐξέλθῃ τι ὁριστικὸν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο μικρά τις μερὶς Βουλευτῶν ἐστάθη ἁπλοῦς θεατὴς καὶ ἀκροατὴς τῶν λεγομένων ἀπὸ τοῦ βήματος· ἡ μερὶς αὕτη ἀφοῦ ἠκροάσατο τῶν διαφόρων ῥητόρων, διετύπωσεν ἰδίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ταύτην λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω ἐν ὀλίγοις. Κύριοι, παρετηρήσατε ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἶναι σχεδὸν τὸ ζήτημα περὶ τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ἀλλ’ οἱ ἀγορεύσαντες ἐξετάθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐντὸς αὐτοῦ περιέλαβον καὶ ἄλλα ζητήματα ὅλως διόλου ξένα ὡς πρὸς τὸ προκείμενον· παρετήρησα μάλιστα ὅτι τινὲς ἤλλαξαν θέσιν καὶ ἀπὸ κατήγοροι ἐγένοντο ὑπερασπισταὶ τοῦ ἑαυτοῦ των· πολλοὶ τῶν ῥητόρων ἦλθον εἰς τὸ βῆμα νὰ ὑπερασπίσωσιν τὸν ἑαυτόν των, ὡς νὰ ἦσαν αὐτοὶ κατηγορούμενοι. Ἐγὼ δὲν θέλω ἀκολουθήσει τὴν τακτικὴν αὐτῶν· θέλω περιορισθῆ ἐντὸς τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἐπὶ τόσας ἡμέρας τὴν Βουλήν. Οἱ μὲν τῶν προαγορευσάντων ὑπεστήριξαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξία ἀγχόνης, οἱ δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ στέφανον διὰ τὰς πράξεις της· ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ᾖμαι ἐναντίος καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας γνώμης. Δὲν δύναμαι νὰ πλέξω στέφανον τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐτήρησε τὴν τάξιν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐντεῦθεν, ἂν ἐφρόντισεν ὥστε νὰ ὑποστηριχθοῦν τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα καθιέρωσεν, ἂν δὲν ἐπεμβῆκεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της καὶ ἁπλῶς δυνάμεθα μόνον νὰ τῇ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην. Δὲν δύναμαι ἀφ’ ἑτέρου νὰ συμφωνήσω καὶ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπαγχόνισιν, διότι ἀφ’ ὅσα ἠκούσατε μέχρι τοῦδε δὲν εἶδον τινὰ νὰ ὑποστηρίξῃ κατηγορίαν τόσον βαρεῖαν· ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς μέτρα τινὰ, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις τῇ ἐπέβαλον καὶ ἅτινα ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὴν προθέσεις κακὰς ἢ ἰδιοτελεῖς σκοποὺς καὶ οὐδεὶς τοιοῦτόν τι τῇ ἀπέδωκεν. Ἑπομένως δύναταί τις νὰ ἐκφέρῃ καὶ τρίτην τινὰ γνώμην. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι ἄπορον τὸ νὰ ὑπάρξῃ μέσος ὅρος μεταξὺ τῶν δύω πρώτων ἰδεῶν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι δύναται. Εἶναι ὁμολογούμενον καὶ ἀπὸ τοὺς μὲν τῶν ἀγορευσάντων καὶ ἀπὸ τοὺς δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, διὰ νὰ λάβῃ τοιαῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὅτι μέτρα τινὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ διαμφισβητήσῃ. Εἴμεθα λοιπὸν σύμφωνοι πάντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς ἐκτάκτους καὶ ἀναποδράστους ἀνάγκας νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔρχεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ποῖος ὁ αἴτιος τοῦ νὰ εὑρεθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς αὐτὴν τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, διότι, ἂν ἤθελον εἰσέλθει εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἤθελον ἀνατρέξει εἰς ἐποχὴν, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ λοιπὸν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὅλας αὐτὰς τὰς πράξεις ὑπηγόρευσεν ἡ ἀνάγκη. Δὲν θέλω νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ζητήματος ἂν δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ᾖναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε τὰς ἀνάγκας ταύτας διότι αὐτὴ ἐπροκάλεσε τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, καθ’ ὅσον, ἐπαναλαμβάνω, εἴμεθα ἀναρμόδιοι σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· καὶ ἂν ἠθέλαμεν τὸ ἐξετάσει, οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ὁ κ. Δεληγιώργης εἶπεν ἤθελον εἶσθαι ἱκανοὶ πρὸς ἀπολογίαν τῆς μερίδος ἐκείνης, ἡ ὁποία ἠναγκάσθη νὰ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν. Ἤμην ἐκ τῶν τελευταίων ἀποχωρησάντων καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἐμείναμεν τελευταῖοι εἰς τὴν Συνέλευσιν μὲ τὴν ἰδέαν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὥστε ἡ Συνέλευσις νὰ ψηφίσῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπεμείναμεν ἐπί τινας ἡμέρας. Ἀφοῦ εἴδομεν ὅμως ὅτι δυσκόλως ἠθέλομεν ἐπιτύχει τοῦτο κατὰ τὰς ἀρχὰς ἃς ὑπεστηρίξαμεν, ἠναγκάσθημεν νὰ ἀποσυρθῶμεν, ἔχοντες τὴν ἰδέαν ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις ἤθελεν εὑρεθῇ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ μέτρα τινα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτει ἡ τήρησις τῆς τάξεως μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς· διὰ τοῦτο, κύριοι, καὶ ἤδη εἶμαι ἐναντίος τῆς ἰδέας, ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν πρέπει νὰ κηρύξωμεν τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκεν, ὡς ἀντισυνταγματικὰ καὶ ἀποῤῥιπτέα. Ἀλλά, κύριοι, θέτοντες τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς ἀνάγκην ἀναπόδραστον ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοιούτων Διαταγμάτων, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ τὴν κατατάξωμεν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην· διὰ τοῦτο ἡμεῖς παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης, ἐπιφυλαττόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὰς πράξεις ταύτας τῆς κυβερνήσεως, τὰς ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως μέχρι τοῦδε ἐκδοθείσας. Οὕτω πως ἡμεῖς παραδεχόμεθα τὴν ἀνάγκην· καὶ ἐπειδὴ σήμερον δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐξετάσωμεν ὅλας τὰς Κυβερνητικὰς πράξεις, ἵνα δώσωμεν μίαν ὁριστικὴν λύσιν, ἐπιφυλαττόμεθα ὅταν θὰ παρουσιασθῶσιν αἱ πράξεις αὗται, ὅπως καὶ ἡ παράγραφος τοῦ Βασιλικοῦ λόγου λέγει· τότε θέλομεν τὰς ἐκτιμήσει ὑπὸ πνεῦμα δικαιοσύνης, τότε θέλομεν ἰδῆ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε καὶ πράξεις τινὰς ἄνευ ἀνάγκης, ἀλλ’ ἴσως ἀπὸ ὑπερβολικὸν ζῆλον ὅπως προλάβῃ τοὺς φόβους οἱ ὁποῖοι ἠπείλουν τὴν τάξιν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο θὰ ἤμεθα ἐπιεικεῖς. Ἀλλά, κύριοι, παραδεχόμενοι σήμερον ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς αὐτὰ τὰ ἔκτακτα μέτρα, δὲν θέλομεν παραδεχθῇ ποτὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς ἄλλην περίστασιν νὰ λάβῃ χώραν ἡ τοιαύτη ἔκνομος κατάστασις. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ῥητῶς εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρεθεῖσα ἠναγκασμένη, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, νὰ παραδεχθῇ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται εἰς τὴν φύσιν τοῦ πολιτεύματος, δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι εἰς ἄλλην περίστασιν, ἀργούσης τῆς Βουλῆς, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ καταφύγῃ εἰς ἔκτακτα μέτρα χωρὶς νὰ προσβάλῃ κυριαρχικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ θεμελιώδης νόμος ἀνέθηκεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ἀρκετὰ ἀνεπτύχθη ἐνώπιόν σας καὶ κρίνω περιττὸν νὰ μακρολογήσω· εἶμαι δὲ πάντοτε σύντομος, διότι δὲν ἔχω καὶ τὴν εὐχέρειαν τοῦ λόγου, τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἔχουσι. Τελειόνων δὲ ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὥστε ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ν’ ἀποπερατώσῃ τὴν συζήτησιν αὐτὴν, καθόσον παρετήρησα ὅτι παρατεινομένη συνεπιφέρει ἕτερα ζητήματα καὶ περιπλέκεται, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ θέλομεν καταντήσει. Παρετήρησα, κύριοι, ὅτι ἡ μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως περιωρίσθη μόνον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν Διαταγμάτων· μὴ συμφωνῶν μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι πᾶν ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν εἶναι νόμιμον, καὶ θέλοντες νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς ψήφου μας, ὑποστηρίζομεν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν οὐδ’ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐπολέμησε, καὶ ἑπομένως ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλωμεν ἰδίαν τροπολογίαν, καὶ μένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὴν παραδεχθῇ ἢ ὄχι.
§47ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ηὐτύχησα νὰ ἦμαι μαθητὴς τῆς ἰταλικῆς σχολῆς καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι οὔτε σχήματα πολύπλοκα νὰ κάμω, οὔτε τὴν φωνήν μου νὰ λαρυγγίζω. Περιορίζομαι ἁπλῶς εἰς τὰ πράγματα· ὁ λόγος εἶναι περὶ τῶν διαταγμάτων, καὶ ἐπ’ αὐτῶν θέλω περιορισθῆ. Δὲν θέλω νὰ ἐπιβάλω τὴν ἐπιῤῥοήν μου οὔτε εἰς τοὺς μὲν, οὔτε εἰς τοὺς δὲ (γέλως) ὅπως ψηφοφορήσωσι τὰ διατάγματα· ἔρχομαι μόνον διὰ νὰ κάμω παρατηρήσεις καθόσον ἀφορᾷ ῥήτρας τινας, αἵτινες μ’ ὑπενθυμίζουσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὸ ἀρχαῖον ἐκεῖνο νόμῳ καλὸν, νόμῳ κακόν. Τὰ διατάγματα ἀφοῦ τὰ παραδεχόμεθα κατὰ τὸ ἥμισυ, κατὰ τὸ ἄλλο ἥμισυ τ’ ἀποκρούομεν ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὁ κύριος Παδοβᾶς. Ἀφοῦ κατέκρινε τὰ διατάγματα τῆς ἀφομοιώσεως, τὰ περὶ τελωνείου, τὰ περὶ ταχυδρομείου, τὰ περὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων καί τινα ἄλλα, καὶ τὰ ἐθεώρησεν ὡς καταστρεπτικὰ διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἔρχεται ἀφ’ ἑτέρου καὶ μᾶς λέγει ὅτι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διῄρεσε τὴν Κέρκυραν καὶ τὴν Κεφαλληνίαν εἰς ἐκλογικὰς περιφερείας, εἶναι σωτήριον. Ἐγὼ νομίζω, καὶ τὸ λέγω παῤῥησίᾳ, ὅτι εἰς αὐτὸ μόνον τὸ διάταγμα ὑπάρχει ἡ μεροληψία, καὶ ἂν τὸ διάταγμα αὐτὸ ἐγκληματικὸν, τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος εἶναι καὶ ὁ Κύριος Παδοβᾶς καὶ ὁ Κύριος Ἰακωβᾶτος, διότι ἀποῤῥέουσιν ἐκ τοῦ διατάγματος τούτου. (Θόρυβος).
§48ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§49ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε ἄλλοτε τὴν φωνὴν, ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐνέργειαν, ἐνθυμεῖσθε τὴν συγκίνησιν τοῦ λαοῦ, ἥτις ἀνεπτύχθη κατὰ τὸ στάδιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ὁ λόγος ἦτον τότε περὶ ἀφομοιώσεως, καὶ συνεστήθη ἀμφοτέρωθεν μεγάλη πάλη· οἱ μὲν ἤθελον τὴν ἀφομοίωσιν, οἱ δὲ τὴν ἀπέκρουον, καὶ, διὰ νὰ εἴπω μίαν ἀλήθειαν, τὸ ὑπουργεῖον, ἂν καὶ ἐπρέσβευεν ἐν συνειδήσει τὴν ἀφομοίωσιν, οὐχ ἧττον διὰ νὰ ἔχῃ τοὺς 70 ἢ 80 ἐκείνους πληρεξουσίους εἰς ἓν στάδιον, ἐπροσποιεῖτο τρόπον τινὰ ὅτι θὰ τοῖς παραχωρήσῃ ἐξαιρετικὰ προνόμια (ἱλαρότης), καὶ τοιουτοτρόπως τοὺς ἐκράτει εἰς ἓν σημεῖον. Ἐντεῦθεν λοιπὸν, ἐπὶ τῆς δεινῆς ἐκείνης συζητήσεως, ἐξεδόθη τὸ διάγγελμα ἐκεῖνο, καὶ τὸ τοιοῦτον διάγγελμα τὸ ἐπροκάλεσεν ἡ σφοδρὰ ἐκείνη συζήτησις, ἕνεκα τῆς ὁποίας μικρὸν ἔλειψε διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς ῥῆξιν πᾶσα ἡ Συνέλευσις. «ἀλλ’ οὐκ ἔστι καλὸν κακότητος ἄμικτον.» Ἀληθὲς ὅτι ἡ Ἑπτάνησος μᾶς παρέχει ἕνα μέγαν, ἕνα εὐγενῆ λαόν· ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου εἶναι μία ἀφετηρία, οὕτως εἰπεῖν, καὶ μία ἐλπὶς διὰ τοὺς δεδουλωμένους ἡμῶν ἀδελφοὺς, οἵτινες στενάζουσιν εἰσέτι εἰς τὰ δεσμὰ τῆς τυραννίας, καὶ ἡμεῖς ἐρίζομεν σήμερον ἀντὶ νὰ ἐξετάσωμεν ποία ἡ κατάστασις αὐτῶν, ἀντὶ νὰ τοῖς χορηγήσωμεν ἠθικὰ μέσα· ἐρίζομεν περὶ ἐπουσιωδεστάτων, ὅπως οἱ πατέρες μας ἐφιλονείκουν ποτὲ, ἐκπολιορκουμένου τοῦ Βυζαντίου, περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου πνεύματος. Τὰ διατάγματα λοιπὸν ταῦτα ἐγεννήθησαν ἀπὸ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, διότι ὅπως ἀπεφάνθη τότε ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, καὶ ἦτον ὑποχρεωτικὴ αὐτὴ ἡ ἀπόφανσις πρὸς οἱονδήποτε ὑπουργεῖον, ὤφειλε, νομίζω, τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀφομοίωσιν· ἀλλὰ τί συνέβη; Συνέβη βεβαίως παρατυπία, κατ’ ἐμὲ, καὶ τὸ ὁμολογῶ ἐν πεποιθήσει· ἡ παρατυπία τότε ἠδύνατο διὰ νὰ ἔχῃ ἰσχύν τινα καὶ κῦρος, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα καὶ τὸ ὑπουργεῖον δὲν συνεκάλει τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ψηφίσῃ τοὺς νόμους αὐτοὺς, ἀλλ’ αὐθαιρέτως ἐξέδιδε τὰ διατάγματα αὐτὰ τῆς ἀφομοιώσεως. Τότε βεβαίως ἦτο μία παραβίασις, ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο παροῦσα, ἔπρεπε, Κύριοι, διὰ νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἀφομοίωσιν μετέωρον καὶ ἔπρεπεν οἱ δικασταὶ τῆς Ἑπτανήσου νὰ λαμβάνουν 300 καὶ 400 δίστηλα κατὰ μῆνα, καὶ οἱ εἰρηνοδίκαι 120, οἱ δὲ ἡμέτεροι 120, 300 ἢ ὅσας δήποτε δραχμάς; Ποτὲ βεβαίως τὸ τοιοῦτον δὲν ἔπρεπε διὰ νὰ τὸ ἀνεχθῇ οἱονδήποτε ὑπουργεῖον, καὶ ἂν τὸ ἀνείχετο, βεβαίως τὸ ὑπουργεῖον ἤθελεν εἶσθαι κατακριτέον. Ἀλλὰ τί σᾶς λέγει εἷς εὔγλωττος ῥήτωρ, ὁ κύριος Παδοβᾶς; Ἡμεῖς, λέγει, εἴχομεν νόμους πρὸ 400 ἐτῶν, καὶ δυνάμει τῶν νόμων αὐτῶν ἐδιοικούμεθα ἀσφαλῶς, ὥστε δὲν εἴχετε ἀνάγκην διὰ νὰ προβῆτε εἰς τοιαῦτα μέτρα. Λέγω ἓν ἄλλο, ὅτι ἔχετε καὶ ἔπιπλα πολλαχοῦ εἰς τὴν Ἑπτάνησον πρὸ 700 ἐτῶν, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ἦτο τέφρα ἕως χθὲς, καὶ μολαταῦτα οἱ νόμοι αὐτῆς, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς θέλομεν διὰ νὰ φέρωμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἤγειραν πόλεις, ἤγειραν καταστήματα, ἤγειραν δημοσίας ὁδοὺς· τέλος πάντων πρέπει νὰ καυχηθῶμεν καὶ ἀπέναντι ἄλλων πόλεων, ὅτι ὑπερέχομεν πολλῶν, καὶ ἃς ἦσθε ὑμεῖς ἐγκατεστημένοι πρὸ 400 ἐτῶν. Ἄρα λοιπὸν οἱ νόμοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες μεγαλύνουν καὶ εὐδαιμονοῦν τὰ ἔθνη. Εἴχετε νόμους, ἀλλὰ συλλογισθῆτε ὅτι εἴχετε τὸν νόμον τῆς ὑψηλῆς ἀστυνομίας ὅπου σᾶς λέγει......
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ τί τὰ λέγετε αὐτά; δὲν ἔχουν σχέσιν.
§51ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔχουν σχέσιν μεγάλην. Ὅπου σᾶς λέγει· περιορισθῆτε εἰς τὴν οἰκίαν σας, καὶ ἂν δὲν περιορισθῆτε, σᾶς ἐπιβάλλει πρόστιμον πέντε διστήλων, καὶ ἂν τολμήσητε ἐκ δευτέρου, σᾶς διπλασιάζει τὸ πρόστιμον. Τὴν νύκτα σᾶς φέρει ἓν πρᾶγμα διὰ νὰ τὸ βάλητε εἰς τὸ ἁμάξι, καὶ σᾶς λέγει «πηγαίνετέ το ἐκεῖ» καθὼς ἐπήγαινον οἱ μάρτυρες τῆς ἑνώσεως. Δὲν εἶναι ἔτσι;
§52ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἔπαυσαν αὐτά.
§53ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἄρα λοιπὸν τὸ δέχεσθε αὐτὸ, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπεν οὔτε αὐτὰ νὰ παύσουν, διότι τὸ διάταγμα θεωρεῖται καὶ αὐτὸ ἄκυρον καὶ ἀντισυνταγματικὸν καθ’ ὑμᾶς. Ἔχετε νόμους πρὸ 400 ἐτῶν, ἀλλὰ μία κλάσις ἀνθρώπων δὲν ἔχει ἰδιοκτησίαν, δὲν ἔχει καλύβην, δὲν ἔχει στέγην, δὲν ἔχει τίποτε, ἀλλ’ εἶναι ἔρημος ἐκεῖ, καὶ ἐν τούτοις πιέζεται, φυλακίζεται, τυραννεῖται. Ὤφειλε λοιπὸν, ἢ ὀφείλει ἡ Βουλὴ διὰ ν’ ἀφήσῃ αὐτοὺς τοὺς λαοὺς πιεζομένους ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀρχοντίσκων; Ἑπομένως ὁ Κ. Παδοβᾶς ἦλθεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν Δυνάμεων, ὡς νὰ ἦλθεν ἡ Βουλὴ ἐδῶ, ὡς νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς δικτατορίας τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κρίνῃ καὶ κατακρίνῃ τὰς δυνάμεις. Ἡμεῖς πρὸς τὰς δυνάμεις αὐτὰς ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ κηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετὰ πλήρους σεβασμοῦ. Πρὸ τοῦ ἔτους 1821 εἶχον μίαν ἱερὰν συμμαχίαν, καὶ ἐν τούτοις ἠνέχθησαν, καθὼς ὁ πατὴρ ἀνέχεται τὸ κτύπημα παρὰ τοῦ μικροῦ παιδὸς, οὕτως ἠνέχθησαν νὰ ξεσχίσωμεν μίαν συνθήκην τῆς ἱερᾶς συμμαχίας· ἑπομένως ἀκούονται μέχρι τοῦδε οἱ βομβολισμοὶ, φαίνεται ἐρυθρὰ ἡ θάλασσα ἀπὸ τὰ αἵματα τῶν υἱῶν της, ἀκούεται ὁ κρότος τοῦ τηλεβόλου εἰς τὴν Ἀδριανούπολιν, ἐκεῖ ὅπου ὑπεγράφη ἐπὶ τοῦ τυμπάνου ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδος. Δὲν δυνάμεθα ὅθεν νὰ ὑποφέρωμεν ποτὲ παράπονα κατὰ τῶν δυνάμεων, καὶ ἂν ποτὲ ἐξανίστανται καθ’ ἡμῶν, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὅτι τὸ κάμνουν διὰ τὸ καλόν μας, ποτὲ ὅμως ὅτι ἐπεμβαίνουν εἰς τὰ ἐσωτερικά μας, καὶ μὲ συγχωρεῖτε, ὀφείλω διὰ νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς καθόσον ἀφορᾷ τὸν φίλον μου Κ. Παδοβᾶν. Γνωρίζετε, ὁ Κ. Παδοβᾶς μετὰ δύω ἄλλων ἦτον ὡς μέλος μιᾶς ἐπιτροπῆς ἐνταῦθα· ὡς πρόεδρος τότε ὁ Κ. Παδοβᾶς, ἔγραφε μίαν ἐπιστολὴν ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς ἕνα ἱεράρχην, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπηλπίσθη ἀπὸ τοὺς πολιτικούς της καὶ δὲν περιμένει τὴν σωτηρίαν της, εἰμὴ ἀπὸ ἡμᾶς.
§54ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἄ! ἔχετε λάθος.
§55ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ τὸ ἀποδείξω. Οὐδεὶς τῶν Ἑλλήνων ἔχει παράπονον, καὶ ἐὰν ἄλλοτε, μὲ συγχωρεῖτε Κ. Παδοβᾶ, τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ὁποῖον ἔκ τινος χρόνου δὲν ἤθελε νὰ προβῇ εἰς πρακτικὰς ἐργασίας, συνερχόμενον ἀπέκρουε τὰς μεταῤῥυθμίσεις, δὲν ἔκαμνε τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ συσσωρεύῃ ἀγορεύσεις ἐπὶ ἀγορεύσεων, καὶ οὕτω νὰ διαλύεται· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν, διότι εἶναι ἐξ μῆνες ὅπου κρατοῦμεν τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος μετέωρον μὲ τὰς ἐκλογάς μας. Εἶναι δύω μῆνες ὅπου συζητοῦμεν καὶ δὲν ἔχομέν τι πραγματικὸν νὰ δείξωμεν εἰς τὸν λαὸν, καὶ τῇ ἀληθείᾳ ἐρυθριῶ, αἰσχύνομαι ὁσάκις λαμβάνω γράμματα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ μοῦ λέγουν, τί κάμνετε; (ἱλαρότης). Τοῦτο λοιπὸν παρατηρῶ, ὅτι ὁ Κ. Παδοβᾶς δὲν εἶχε δίκαιον, διὰ νὰ μετέλθῃ τοιοῦτον σύστημα ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεώς του. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸν Κ. Πετιμεζᾶν (ἱλαρότης). Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, κατακρίνων καὶ οὗτος τὰ διατάγματα, ἔπεσε κατ’ ἐμὲ, νομίζω, εἰς μίαν ἀντίφασιν. Λέγει δι’ ἑαυτόν· ἐγὼ ἔλαβον ἢ δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τῶν διαταγμάτων περὶ χωροφυλακῆς. Δὲν ἠξεύρω, ἂς μοῦ φέρουν μίαν ὑπογραφήν· ἀλλ’ ἐγὼ, λέγει, συνεβούλευσα ἀντὶ αὐτῶν νὰ κάμουν ἀρχηγεῖα, καὶ ἠξεύρετε τότε ὅτι ἐπρόκειτο διὰ νὰ ἀναδείξωμεν τυραννίσκους εἰς τὴν Πελοπόννησον, καὶ ἄλλους εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα· καὶ μάλιστα ἦσαν τινὲς, ὅπου μὲ τὴν φουστανέλλαν των ἐκάλυπτον αὐτὰς τὰς ἐκτάσεις, καὶ τοιουτοτρόπως ἤθελον τοὺς παρακολουθήσει καὶ ἄλλοι καὶ ἤθελον παρουσιάσει μεγάλας ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἔθνους ὀφείλεται εἰς αὐτοὺς, ὅτι αἱ ἀναιμάκτως ἐνεργηθεῖσαι ἐκλογαὶ ὀφείλονται εἰς τὴν σύνεσιν, εἰς τὴν δραστηριότητα τῶν πατριωτῶν αὐτῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ὑπουργεῖον δὲν τὸ ἤκουσεν. Ἀλλ’ ἐὰν τὴν συμβουλὴν ταύτην ἤθελε πραγματοποιήσει τὸ ὑπουργεῖον, δὲν ἤθελε παραβῆ ἐπίσης τοὺς κανόνας, δι’ οὓς κατακρίνεται σήμερον; Ἄρα ἐντεῦθεν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑφίστατο μία ἀνάγκη, καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἓν, εἰς τὸ ἕτερον μέτρον· ἐπροχώρησε λοιπὸν εἰς τὸ ὀλιγώτερον κακόν. Καλλίτερον, λέγει, διὰ νὰ κάμω τὴν χωροφυλακὴν αὐτὴν, νὰ διατηρῶ ὁπωσδήποτε τὴν τάξιν, παρὰ νὰ ἀναδείξω νέους τυραννίσκους νὰ μοῦ ζητοῦν νέα γραμμάτια, νέους βαθμοὺς, νέας γαίας καὶ ἐν γένει ἐκεῖνα τὰ συνήθη, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐγίνοντο, διότι ἠξεύρομεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ἐπεβαρύνθη ἀπὸ τοὺς στρατιώτας· οἱ στρατιῶται οἱ δυστυχεῖς ὑποφέρουν, ἀλλὰ τὸν ἐπιβαρύνουν ὀλίγοι τινὲς, διότι ἀπὸ μεταβολῆς εἰς μεταβολὴν καὶ προβιβασμοὶ, ἀπὸ ἐπανάστασιν εἰς ἐπανάστασιν καὶ πάλιν προβιβασμοὶ, αὐτοὶ τὸν ἐπιβαρύνουν, καὶ ἐνῷ δαπανῶμεν τοσαῦτα διὰ τὸν στρατὸν, δὲν ἔχομεν στρατὸν, διότι οἱ στρατιῶται δὲν πληρόνονται, ἀλλὰ τὰ ἀποῤῥοφοῦν, τ’ ἁρπάζουν ὅλα οἱ μεγάλοι ἀξιωματικοί (θόρυβος) ἀπὸ συνταγματάρχας καὶ ἐπάνω, ἂς ᾖναι. Κυβερνᾷ τὸ ὑπουργεῖον δικτατορικῶς, λέγει. Ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον ἔχει τόσην δύναμιν καὶ τόσην ἰσχὺν, ὥστε δὲν ἀφίνει τὴν κοινωνίαν διὰ νὰ παραλύσῃ ἀλλὰ τὴν κρατεῖ, καὶ τὴν κρατεῖ ἑδραίως, διὰ τοῦτο μάλιστα ὄχι δὲν ἔπρεπε διὰ νὰ κατακριθῇ, ἀλλὰ καὶ μάλιστα ἔπρεπε διὰ νὰ ἐπαινεθῇ, διότι, ἂν ἤθελεν ἀκουσθῆ μία ἐπανάστασις εἰς τὴν Μεσσηνίαν, εἰς τὴν Γορτυνίαν, Ἀκαρνανίαν ἢ Φθιώτιδα, τότε ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ κανείς· σὺ ὑπουργεῖον δὲν ἠμπορεῖς νὰ κρατῇς τὰς ἡνίας τῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἰδοὺ παντοῦ ἐπανάστασις καὶ θύελλα· ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ ἔνστασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Πετιμεζᾶς, νομίζω, δὲν ἔχει βάσιν. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, στρατιωτικὸς καὶ πεπαιδευμένος περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀνὴρ, δὲν ἠξεύρω κἄπως ἐδῶ, κατὰ τὴν ἰδέαν τὴν ἰδικήν μου, πιθανὸν καὶ νὰ ἀπατῶμαι, ἠθέλησε διὰ νὰ ἐγείρῃ μομφήν τινα κατὰ τῆς χωροφυλακῆς. Δὲν μὲ συνδέει κανένας δεσμὸς μὲ τὸν στρατὸν· ἀγαπῶ τὸ στρατιωτικὸν τῆς πατρίδος, καὶ τὸ θεωρῶ ὡς σύμβολον δόξης, καὶ θέλω νὰ ὑπάρχῃ καὶ νὰ ᾖναι στρατιωτικὸν τῷ ὄντι ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του καὶ τοῦ μεγαλείου. Ἀλλὰ καὶ ἡ χωροφυλακὴ αὕτη, νομίζω, εἰς πολλὰς περιστάσεις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ δὲν καταδιώκει τοὺς λῃστὰς, ἀλλὰ τοὺς καταδιώκει ὁ τακτικὸς στρατός. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς νὰ τῷ εἴπω, διότι ἂν καὶ στρατιωτικὸς, τὸν ὁποῖον εἰλικρινῶς ὑπολήπτομαι, δὲν ἔχει ἀκριβῆ γνῶσιν. Τοὺς λῃστὰς δὲν τοὺς καταδιώκει οὔτε ἡ χωροφυλακὴ, οὔτε ὁ στρατὸς· τοὺς καταδιώκει ὁ τόπος, καὶ τὸ λέγω ἐγὼ, διότι ἐγὼ κατεδίωξα λῃστὰς (ἱλαρότης). Μὴ ταράττεσθε καὶ δὲν γνωρίζετε τὴν Ἑλλάδα, μήτε τὰ ἔργα ἑνὸς ἑκάστου. Τότε μετέβην ὡς ἔπαρχος, καὶ ἐδῶ σώζονται πρόσωπα, ὁ Κ. Βούλγαρης, ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος· ὅταν μετέβην ὡς ἔπαρχος εἰς τὴν Μεγαρίδα κατὰ τὸ 1854, ἦσαν 42 λῃσταί· ἐπὶ κεφαλῆς τῶν 22 ἦτον ὁ Καραχάλιος, ἀλλ’ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶχε καταδιωχθῆ πάλιν ἀπὸ ἐμὲ εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν καὶ Βοιωτίαν, ὅταν τῷ ἐμήνυσα ὅτι θὰ τὸν καταδιώξω, ἔφυγε κακὴν κακῶς (ἱλαρότης). Θὰ ἀποδείξω εἰς τὸν Κ. Πετιμεζᾶν, ὅτι εἶμαι καὶ στρατιωτικὸς (ἱλαρότης). Εἴκοσι, κύριοι, ἔμειναν· τί γίνεται; ἐξεστράτευσα ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πολιτῶν καὶ δέκα χωροφυλάκων, τοὺς κατεδίωξα, ἐφονεύθησαν 4, οἱ δὲ 16 συνελήφθησαν καὶ τοὺς μετεφέραμεν ἐνταῦθα ἀγεληδόν. Καὶ ἠξεύρετε νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἕνα ἄλλο; Ἐπειδὴ πάντοτε ὑπεβλεπόμην, τί εἶπε τότε ἡ Αὐτῆς μεγαλειότης, ἡ Ἀμαλία; «Ἐπῆγεν ὁ δεῖνα καὶ συνέλαβε τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς γεωργοὺς, καὶ τοὺς ἔφερεν ἐνταῦθα διὰ νὰ πάρῃ σταυρόν.» Τότε εἶπον δι’ ἀναφορᾶς μου, ὅτι διὰ τὴν ἐκδούλευσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν προσέφερα εἰς τὴν πατρίδα, δὲν θέλω ἀμοιβήν· καὶ οἱ ποιμένες αὐτοὶ δικάζονται καὶ καταδικάζονται ὡς λῃσταὶ, ὁ δὲ Ὄθων τοὺς δίδει χάριν. Ἀναχωρεῖ ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ ἡ Ἀμαλία δικάζει αὐτοὺς δι’ ἄλλα ἐγκλήματα δῆθεν, καὶ κατεδικάσθησαν εἰς θάνατον, καὶ τοὺς ἐκρεούργησαν εἰς τὴν Μεγαρίδα καὶ εἰς τὰς Θήβας διὰ νὰ ἐμπνεύσουν τὸν τρόμον. Ἀκούεις, Κ. Δεληγεώργη, ποῖον τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον ἠθέλησες νὰ ἐγκωμιάσῃς! Κύριοι, ὅσα καὶ ἂν εἴπω εἶναι περιττά (ἱλαρότης μεγάλη). Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη, καὶ ἕκαστος τῶν βουλευτῶν, νομίζω, ἔχει σχηματισμένην πεποίθησιν περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διοικήσεως τοῦ ὑπουργείου. Αἱ συζητήσεις καὶ παραφράσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς κάμνομεν, δὲν ἀσχημίζουν τὸ ὑπουργεῖον, ἀσχημίζουν πλέον ἡμᾶς τὴν Βουλήν. Πρέπει διὰ νὰ δώσωμεν ἓν πέρας εἰς αὐτὴν τὴν πολυθρύλλητον συζήτησιν, διότι τῇ ἀληθείᾳ ἔγεινε σκάνδαλον. Καὶ ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ λαλήσω ἡμίσειαν ὥραν ἀκόμη μὲ τὰς μικράς μου δυνάμεις, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δώσωμεν ἓν πέρας, διότι ἀντὶ νὰ ἀσχημίζωμεν τὸ ὑπουργεῖον, ἀσχημίζομεν πλέον ἡμᾶς αὐτούς.
§56ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΑΝΔΡ. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ τόσην συζήτησιν, βεβαίως θὰ ἤμην πολὺ τολμηρὸς, ἐὰν ἀπησχόλουν τὴν προσοχήν σας ἐπὶ πολλὴν ὥραν. Θὰ ἦμαι πολὺ σύντομος καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς λύσιν τοῦ προκειμένου ζητήματος. Χαίρω πολὺ ὅτι εἷς τῶν προλαλησάντων λίαν ἐπιτυχῶς καὶ μὲ ὡραῖα χρώματα ἀληθῶς παρέστησεν εὐτυχῆ τῆς Ἑλλάδος ἡμέραν, τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ σημαία ἀνεπετάσσετο εἰς τὰ φρούρια τῆς Κερκύρας· ἀλλὰ συγχρόνως ὤφειλε νὰ ὑπομνήσῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὀφείλεται ἡ ὡραία ἐκείνη ἡμέρα εἰς τὸν συνταγματικὸν χάρτην, τὸν ὁποῖον πρώτην ἤδη φορὰν τώρα πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν· ὀφείλω νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι μόνη ἡ ἀληθὴς ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ φέρῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς εὐτυχεῖς καὶ ἄλλας ἀκόμη τοιαύτας ἡμέρας, τὰς ὁποίας ὅλοι ὡς ἀληθεῖς Ἕλληνες εὐχόμεθα νὰ ἴδωμεν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἰς πᾶν Συνταγματικὸν κράτος πρέπει νὰ ἰσχύωσι γενικαί τινες ἀρχαί. Τινὰς ἐκ τούτων θέλω ὑπομνήσει, αἵτινες ἀπολύτως χρησιμεύουσι, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, εἰς ὅσα θὰ ὑποβάλω εἰς σχηματισμὸν πεποιθήσεως. Νομίζω, ὅτι πᾶς συνταγματικὸς πολίτης, καὶ ἰδίως πᾶς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἐρχόμενος ἐνταῦθα διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἱερὰν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ὀφείλει συζητῶν τὰ πάντα, τὰ πάντα ἐν εἰλικρινείᾳ, ἐν συνειδήσει νὰ συζητῇ, καὶ τὴν πρόληψιν ταύτην δὲν πρέπει νὰ τὴν ἔχωμεν μόνον, ἐάν τις ἐκ τῆς δεξιᾶς ἢ ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος ὁμιλῇ. Ὀφείλομεν νὰ ἐρχώμεθα πάντες μὲ τὴν πρόληψιν, ὅτι ὅλοι ἔρχονται νὰ συνεισφέρουν καὶ τὸ μικρόν των μέρος πρὸς φωτισμὸν τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Βουλῆς τοῦ ἔθνους· νὰ μὴ λέγωμεν, οὔτε δικαιούμεθα ποτὲ νὰ λέγωμεν, διότι ὁμιλῇ τις ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, ἢ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ὅτι ἔρχεται μὲ τὴν πρόθεσιν μόνον νὰ κατηγορήσῃ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην πτέρυγα. Ὄχι, ἔρχεται ὡς κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ διὰ νὰ συνεισφέρῃ ὅ,τι καὶ ἂν δύναται πρὸς τὸ καλὸν τοῦ ἔθνους. Δευτέρα, Κύριοι, ἀρχὴ εἶναι, ὅτι ἐν Συνταγματικῷ κράτει ἑκάστη οἱαδήποτε ἐξουσία ὀφείλει νὰ τηρῇ αὐστηρῶς τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας, τὸν ὁποῖον οἱ κείμενοι νόμοι δώσουν εἰς αὐτήν. Ἅμα οἱαδήποτε ἐκ τῶν τοῦ κράτους ἐξουσιῶν ὑπερβῇ ἔστω καὶ κατὰ μικρὸν τὸν κύκλον τοῦτον, τότε ἐπέρχεται ἡ σύγκρουσις τῶν ἐξουσιῶν τούτων, καὶ ἐκ τῆς συγκρούσεως σύγχυσις καὶ τ’ ἄλλα παρεπόμενα αὐτῇ κακά. Ὀφείλει λοιπὸν ἑκάστη ἐξουσία, ὡς εἶπον, νὰ ἐξακολουθῇ τὸν κύκλον ὁ ὁποῖος αὐτῇ διεγράφη. Εἴτε συντακτικὴ Συνέλευσις ἐὰν ᾖναι, εἴτε Βουλή, εἴτε Κυβέρνησις, εἴτε οἱαδήποτε ἄλλη ἐξουσία, ὀφείλει νὰ περιορίζηται ἐντὸς τῶν στενῶν κύκλων τῆς ἐνεργείας της. Μὴ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι συντακτικὴ Συνέλευσις, ἐπειδὴ εἶναι μόνον συντακτική, εἶναι παντοδύναμος καὶ δύναται τὰ πάντα νὰ πράξῃ. Ὄχι· μόνον καθόσον ἐντὸς τοῦ συντακτικοῦ της καθήκοντος περιορίζεται, τότε εἶναι παντοδύναμος. Ἐπίσης ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μόνον ἐν ὅσῳ ἐντὸς τοῦ νομοθετεῖν εἶναι, τότε εἶναι παντοδύναμος. Εἴτε ὅμως συντακτικὴ Συνέλευσις, εἴτε νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅταν ὡς δικασταὶ ἐνεργῶσι, τότε τί ὀφείλουσι νὰ ἀκολουθῶσιν; Τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας τὸ αἰώνιον δίκαιον εἰς ἕκαστον δικαστήριον ἐπέβαλλεν. Διὰ τοῦτο ὀφείλω μετὰ λύπης νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὅτε ἴσως ἡ Συνέλευσις οὐχὶ ἐντὸς τοῦ δικαιώματός της κατεδίκασε τινὰς ἀναπολογήτους τοῦτο συναισθανομένη μετὰ ταῦτα, αὐτὴ ἡ ἰδία τὴν πρᾶξίν της ἀνεκάλεσε. Λέγω λοιπόν, εἴτε Συνέλευσις, εἴτε Βουλή, ὀφείλει ν’ ἀκολουθῇ ἀρχάς, τὰς ὁποίας τὸ αἰώνιον δίκαιον, τὸ κείμενον ὑπεράνω παντός, ἔθετε. Τὸ αἰώνιον δίκαιον καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὅταν δικάζωμεν, ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθῶμεν τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου, ὀφείλομεν δηλαδὴ νὰ ἀκούωμεν καὶ τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ μιᾶς κατηγορίας, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὡς εὐσυνείδητοι δικασταί, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀληθῶς ἐν συνειδήσει ἐδικάσαμεν. Ἄλλη ἀρχή, ἄλλως τε κοινοτάτη καὶ γενικωτάτη, εἶναι, ὅτι ἐν συνταγματικῷ κράτει ὑπάρχει Κυβέρνησις, ἥτις δίδει λόγον ἐνώπιον τῶν Βουλῶν ἢ τῆς Βουλῆς δι’ ὅλας τὰς πράξεις της.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω· μὴ μεταβάλετε τὸ βῆμα εἰς ἕδραν πανεπιστημίου, παρῆλθε τόση ὥρα καὶ δὲν ἤλθετε εἰς τὸ ζήτημα (θόρυβος ἀριστερά).
§58ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἤρχισα τὸν λόγον μόλις πρὸ πέντε λεπτῶν· δὲν τὸν ἤρχισα οὔτε μὲ φουντωτοὺς ἀετοὺς, οὔτε μὲ καρικεύματα, τὸν ἤρχισα μὲ ὅ,τι ἐγὼ νομίζω ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος. Δὲν διδάσκω κανένα, ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ στηρίξω τὸ συμπέρασμά μου· εἴχετε τὴν ὑπομονὴν ἄλλοτε νὰ ἀκούετε ἐπὶ ἓξ ὥρας, μόλις πέντε λεπτὰ ὁμιλῶ.
§59ΠΟΛΛΟΙ. Ἐξακολουθήσατε.
§60ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ὅταν κρίνωμεν, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ κρίνωμεν μίαν ὑπεύθυνον Συνταγματικὴν Κυβέρνησιν· δὲν ἔχομεν ποτὲ νὰ ἀναμίξωμεν τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως. Κύριοι, δύω ὑπάρχουσιν ἄκρα τοῦ προκειμένου ζητήματος· δύω γνῶμαι ὅλως ἀντίθετοι· ἡ μὲν λέγει, ὅτι πρέπει νὰ καταδικάσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅ,τι ἐνήργησεν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως μέχρι τοῦδε, εἶνε παράνομον, καὶ πρέπει τοῦτο νὰ τὸ κάμωμεν διὰ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασ. Λόγον· ἀλλὰ καὶ ἡ γνώμη αὕτη πάλιν διχογνωμεῖ, οἱ μὲν λέγουσιν, ὅτι ἀπολύτως οἱαδήποτε, ἔστω καὶ ἀναπόδραστος ἀνάγκη, ἂν ὑπῆρξε, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ σφετερισθῇ δικαιώματα νομοθετικῆς ἐνεργείας, οἱ δὲ λέγουσιν, ὄχι, δύναται ἐνίοτε ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅταν εὑρεθῇ εἰς ἔκτακτον περίστασιν, εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην. Ἔρχεται ἡ ἄλλη ἄκρα γνώμη, ὅλως τῆς προηγουμένης ἀντίθετος· τί σᾶς λέγει; πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀθωώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅσα ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως μέχρι τοῦδε ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅλα αὐτὰ εἶναι νόμιμα, καὶ ὅτι ἂν ἐσφετερίσθη ἡ Κυβέρνησις τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τὸ ἔπραξε διότι εὑρέθη εἰς ἀναποδράστους ἀνάγκας. Λέγω, Κύριοι, ὅτι καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη τῶν γνωμῶν δὲν εἶναι ὀρθή. Σᾶς εἶπον, ὅτι πρόκειται ὡς δικασταὶ ἤδη ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ νὰ δικάσωμεν μίαν Κυβέρνησιν, πρόκειται νὰ εἴπωμεν ἂν ὡρισμένη πρᾶξις ἦνε νόμιμος ἢ ὄχι. Λέγω ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ὅπως εὐσυνειδήτως δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας· λέγω τοῦτο, διότι τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν δὲν εἴμεθα εἰς γνῶσιν ὅλων τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν. Ἐγένετο ἀληθῶς ἀνάπτυξίς τις, ἐῤῥέθησάν τινα ὑπὲρ τινων πράξεων, καί τινα κατ’ αὐτῶν ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πάλιν ὡς εὐσυνείδητοι δικασταὶ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτήν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ᾖναι ἔνοχος ἢ ὄχι, διότι, ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι ἀθωοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, τότε δύναταί τις ἴσως νὰ μᾶς εἴπῃ, ἀλλά, Κύριοι, πῶς τὸ ἐκάματε, ἀφ’ οὗ δὲν σᾶς ὑπεβλήθησαν ἀκόμη αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις ὅλαι, καὶ ἀφ’ οὗ δὲν ἐλάβετε αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, δὲν τὰς ἐμελετήσατε καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασίν των, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι νομίμως ἐγένοντο; Δὲν δυνάμεθα πάλιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ πράξεις αὐταὶ παρανόμως ἐγένοντο, διότι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸν καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὰς πράξεις αὐτὰς καὶ τότε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐγένοντο ὀρθῶς ἢ ὄχι. Νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἠθέλαμεν πράξει ὀρθότερον, δικαιότερον, ἐὰν ἠκολουθοῦμεν τὴν γνώμην, καθ’ ἣν νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ μὴν ἀπαντήσωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος εἰς τὸν Β. λόγον. Ἐπειδὴ ἐν τῷ Βασ. λόγῳ γίνεται νύξις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, νομίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὑπόχρεοι νὰ ἀπαντήσωμεν, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι θέλομεν σκεφθῆ ὅταν μᾶς ὑποβληθῶσι τὰ Διατάγματα· αὐτὴ ἡ ἀπάντησις εἶνε ἀρκετή. Ἐὰν ὅμως εἴπωμεν εἴτε ὡς ἡ μία ἄκρα γνώμη, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ὡς ἡ ἑτέρα γνώμη, ὅτι καλῶς ἔπραξε, νομίζω, ὅτι παραβιάζομεν τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀπέναντι ἡμῶν τὸ αἰώνιον Δίκαιον ἔθηκεν. Ἐὰν, Κύριοι, περιορίζωμαι νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα ὡς πρὸς τὸ κύριον ζήτημα, τοῦτο τὸ κάμνω, διότι σήμερον πολλοὶ τῶν προλαλησάντων ὑπεστήριξαν τὴν γνώμην ταύτην, καὶ ἀρκετὰ καλὰ ἀνέφερον καὶ ἄλλα ἐκτὸς τῶν ἐμῶν ἰσχυρὰ καὶ ἱκανὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζω νὰ σᾶς ἔπεισαν περὶ τούτου. Ἐὰν ὅμως εἴπητε, ὅτι εἴμεθα ἀληθῶς εἰς καιρὸν νὰ δώσωμεν τὴν λευκὴν ἢ τὴν μέλαιναν ψῆφον εἰς τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, τότε θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἔλθω εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τῶν πράξεων αὐτῶν. Ἀληθῶς ἐπαινῶ τὸν Κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, διότι ὁμολογεῖ τὸ ἄλλως ὁμολογηθὲν, ὅτι πᾶσα τῆς Κυβερνήσεως πρᾶξις εἰς αὐτὸν ἑδρεύει, διότι ὁμιλεῖ συνταγματικῶς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἔρχομαι ὅμως νὰ ἐξετάσω......
§61ΤΙΝΕΣ. Νὰ μὴν ᾖναι γραπτά;
§62ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶνε γραπτά, Κύριοι. Ἔρχομαι ὅμως νὰ σᾶς ἐκθέσω γνώμην τινὰ καὶ ἐπὶ τοῦ οὐσιώδους τούτου ζητήματος τῆς κατ’ οὐσίαν συζητήσεως. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἀναπόδραστος ἀνάγκη, τὴν ἀνάγκην ταύτην δύναται νὰ τὴν ἐπικαλεσθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ· «δόσατε λευκὴν ψῆφον, διότι εὑρέθην ὑπὸ τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην·» Λέγω, ὄχι· διότι εἶναι γνωστὸς ὁ κανὼν τοῦ Δικαίου, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς παρήγαγε. Λέγω τοῦτο καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Συνελεύσεως. Δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω πρὸς τιμήν της, ὅτι κατὰ τὰς κρισίμους ἐκείνας περιστάσεις ἔπραξεν ὡς ἄριστα τὸ ἑαυτῆς καθῆκον. Ἀλλ’ ἐπέρχεται διάγγελμα, τοῦ ὁποίου δύω ἦσαν τὰ κυριώτερα μέρη, τὸ περὶ συμβουλίου, περὶ οὗ δὲν πρόκειται ἤδη, καὶ τὸ δεύτερον περὶ ἐπιταχύνσεως καὶ περαιώσεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸ διάγγελμα ἐκεῖνο, ὡς πρὸς τὸ βʹ μέρος, εἶχέ τι πικρὸν, διότι ἔλεγεν, ὅτι ἡ παράτασις τῆς Συνελεύσεως παραλύει τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι τοιαύτη κατάστασις δὲν εἶναι πλέον ἀνεκτή. Παρετήρει λοιπὸν, ὅτι ἑνὸς μηνὸς προθεσμία εἶναι ἀρκετὴ, δεκαπέντε ἡμερῶν πρὸς περαίωσιν τοῦ Συμβουλίου, καὶ δεκαπέντε πρὸς τελείωσιν τοῦ βουλευτικοῦ καὶ δημοτικοῦ νόμου. Κύριοι, εἰς Συνταγματικὸν Κράτος τὸ κύριον, τὸ ὁποῖον περιορίζει τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἡ ἐγκατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἥτις, ὡς γνωστὸν, ἀπέκτησε τὸ λαμπρότερον Συνταγματικὸν πολίτευμα, τὸ ἀπέδειξεν ἡ ἱστορία, τὸ ἀπέκτησε μόνον καὶ μόνον διὰ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔδιδεν ἐτησίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαπανᾷ. Διὰ τοῦ μέσου τούτου περιώρισε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην· ὅταν ἔβλεπεν, ὅτι δὲν ἀνταπεκρίνετο εἰς τοὺς πόθους τοῦ ἔθνους, τότε ἠδύνατο νὰ τῇ ἀφαιρέσῃ τὴν ἀρχήν. Τοῦ κανόνος τούτου παραδείγματά τινα μᾶς παρέχει αὐτὴ ἡ Ἀγγλικὴ ἱστορία· διὰ τοῦτο, ὡς γνωρίζετε, πρότερον ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ὑπῆρχε ῥητὸς νόμος περὶ συγκαλέσεως Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως ἑκάστοτε τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠνάγκαζε τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐτησίως νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν, καὶ τελευταῖον μόνον ἐξεδόθη νόμος ἐντὸς τριῶν ἐτῶν νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλήν. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἓν ἐκ τῶν ἰσχυροτέρων μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Βουλὴ, εἶναι καὶ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι ἀνάγκη ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἄλλο. Τὸ διάγγελμα ἔλεγεν, ὅτι ἡ παράτασις τῆς Συνελεύσεως παραλύει τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ μόνη ἡ Κυβέρνησις ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ πνεῦμα τοῦ λαοῦ, νὰ γνωρίζῃ ἂν ἡ παράτασις μιᾶς Συνελεύσεως παραλύῃ τὸ Κράτος, καὶ τὴν κρίσιν αὐτὴν νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὸν Ἡγεμόνα; Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν, ὅταν ὑπογράφῃ τοιοῦτον διάγγελμα, ἀναλαμβάνει μίαν μεγάλην εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους· ἀλλὰ πρὸ τοῦ νὰ λάβῃ τὴν εὐθύνην αὐτὴν ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ὡρίμως, ἐὰν ἠδύνατο νὰ τὴν φέρῃ καὶ εἰς πέρας. Δὲν τὴν ἔφερεν εἰς πέρας· τὸ δεικνύει τὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ Συνέλευσις ἐν τῷ δικαιώματί της εἶπεν, ὅτι δὲν σοὶ δίδω φόρους, διὰ νὰ μὴ δύνασαι νὰ κυβερνήσῃς, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμά μου. Παρακολουθῶ τὴν ἐνέργειαν τῆς Συνελεύσεως· ἡ Συνέλευσις παρετάθη βεβαίως αὐτὴ ἐπὶ 2 ἔτη· ἀλλ’ ἔπταιεν αὐτὴ ἐὰν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἡγεμόνος ἠργοπόρησεν; Ὄχι· ἔπταιεν αὐτὴ, ἐὰν ἐβράδυνεν ἡ εὐτυχὴς ἐκείνη ἕνωσις μετὰ τῆς Ἑπτανήσου; Ὄχι. Ἡ ἕνωσις ἠξεύρετε, ὅτι ἐπέφερε τὴν διάλυσιν τῆς πρώην Ἰονίου Βουλῆς, ὅτι ἔφερε τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκλεχθοῦν νέοι ἀντιπρόσωποι, ὅπως λάβωσι μέρος μετὰ τῶν ἐνταῦθα λοιπῶν πληρεξουσίων. Ἀφ’ ὅτου οἱ Ἑπτανήσιοι πληρεξούσιοι ἦλθον ἐνταῦθα, παρῆλθε τόσον πολὺς χρόνος, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι παραλύει τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους; Ὄχι. Ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν νὰ περιορισθῇ ἡ ἐπιψήφισις νόμου περὶ Βουλευτῶν, νόμου δημοτικοῦ, ὅλου τοῦ Συντάγματος, τοῦ προϋπολογισμοῦ κλπ; Ὄχι. Ἤκουσα μετὰ λύπης ἕνα τῶν προαγορευσάντων καὶ νομικῶν, ὅτι, ἐὰν εἶχεν ἀνάγκην ἡ Συνέλευσις, ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ παράτασιν. Τὸ τοιοῦτον εἰς τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον βεβαίως εἶναι πρωτάκουστον. Ἐδόθη τότε βεβαίως μία παράτασις, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶδε τὸ ἀδύνατον. Δὲν δύνανται λοιπὸν νὰ εἴπωσιν οἱ ὑπουργοὶ, ὅτι ἐπῆλθεν ἀναπόδραστος ἀνάγκη, διότι τὴν ἀνάγκην αὐτὴν Σεῖς τὴν προεκαλέσατε, Κ. ὑπουργοὶ, καὶ διὰ τοῦτο τινὲς τῶν προλαλησάντων εἶπον, ἐὰν ἐπήρχετο ἄλλη Κυβέρνησις, ἐὰν ἤρχετο Κυβέρνησις τοῦ δρόμου, ἀλλὰ τοιαύτην βέβαια δὲν ἐννοῦμεν ποτὲ, τότε ἠθέλομεν εἰπῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὴν τοιαύτην κατάστασιν, δὲν δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην. Λέγουν ὅτι ἡ μειονοψηφία ὑπεχώρησεν· ἀλλ’ ὅταν μία κυβέρνησις δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸν ἑαυτόν της, ὥστε νὰ δύται ν’ ἀπαρτήσῃ καὶ ἀπαρτίαν ἐν τῇ Βουλῇ, τότε αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ (θόρυβος). Ἐὰν φαντασθῆτε, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ σχηματίσῃ ἀπαρτίαν, δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς;
§63ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ὅταν φεύγουν, ποτὲ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§64ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ τὸ σπουδαῖον ἐκεῖνο διάγγελμα, ὤφειλε νὰ ἀναλογισθῇ καὶ τὰς συνεπείας, ὅτι τυχὸν δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐνεργήσῃ τὰ ἀπαιτούμενα, διὰ νὰ δύναται μετὰ ταῦτα νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ὤφειλε μετὰ ταῦτα νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ εἴπῃ «ἢ θὰ τὸ κατορθώσω ἢ παραιτοῦμαι». Μᾶς εἶπέ τις τῶν προλαλησάντων ὑπουργῶν, ὅτι τότε παρῃτήθημεν, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησίς μας· τὸ τοιοῦτον δὲν τὸ ἀντικρούω, διότι δὲν εἶναι κοινοβουλευτικόν. Κύριοι, τὸ διάγγελμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπέφερε τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ διότι ἔπρεπε νὰ παύσῃ ἡ ἐπανάστασις· δὲν ἔπρεπε, τὸ λέγω καὶ ἐγὼ, νὰ παραταθῇ 2 καὶ 3 ἔτη. Ἑκάστη ἐπανάστασις, τὸ γνωρίζετε, ἔχει τὰς ἀντιδράσεις της, διότι, ὅταν ἔρχεται ἐπανάστασις εἰς κράτος, δὲν ἔρχεται μόνον διὰ πρόσωπα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ ἀρχὰς, καὶ ἵνα ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχάς της, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν ὀλίγον ὑλικὸν χρόνον· μία ἀναβολὴ τῆς ἐπαναστάσεως δύναται νὰ φέρῃ κακὰ ἀποτελέσματα. Παράδειγμα εἶναι ἡ Γαλλία τοῦ 92 καὶ 93. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν πρὸς στιγμὴν παραδεχθῶμεν, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ προκαλέσαντες αὐτὴν τὴν ἔκτακτον ἀνάγκην δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσιν αὐτὴν πρὸς δικαιολογίαν των, εἰμποροῦν ὅμως νὰ τὴν ἐπικαλεσθῶσι δι’ ὅλας των τὰς κυβερνητικὰς πράξεις; Ὄχι, βεβαίως. Ἀνάγκη ἀναπόδραστος, αἱ λέξεις αὗται σᾶς τὸ διδάσκουν, εἶναι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπολύτως ἀπαιτοῦνται πρὸς συντήρησιν τοῦ Κράτους· καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, ἐὰν παραδεχθῆτε τόσον εὐκόλως, ὅτι μία ἀνάγκη δύναται νὰ δικαιολογήσῃ 15, 20 νομοθετικὰ ἔργα, ἀλλοίμονον, Κύριοι! δὲν ἠξεύρω τότε ποία ἡ ἐγγύησις μελλούσης ἄλλης ἐφαρμογῆς. Ἴσως ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ πληρώσωμεν τὸν στρατὸν, τοὺς ὑπαλλήλους, νὰ εἰσπράξωμεν φόρους· τὸ παραδέχομαι· καὶ ἂν θέλητε, σᾶς λέγω, ὅτι ἐκάμετε καλῶς νὰ τὸ κάμητε διὰ Βασ. Διαταγμάτων, καὶ ὄχι νὰ τὰ ἀφήσητε νὰ τὰ ἐκτελέσουν οἱ ταμίαι καὶ οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι· αὐτὸ ἦτο μεγαλειτέρα παρανομία. Ἀλλὰ, Κύριοι ὑπουργοὶ, ἐκινδύνευε τὸ Κράτος, ἐὰν ἔλειπον οἱ 400 χωροφύλακες; ἐὰν ἔλειπον οἱ 100 κλητῆρες; οἱ δασοφύλακες; Δὲν βλέπω, Κύριοι, ποῖος κίνδυνος ὑπῆρχε, καὶ κίνδυνον ἐννοῶ ἀναπόδραστον· ἐὰν δὲν ἐχωρίζετο ἡ Κεφαλληνία καὶ ἡ Κέρκυρα, δὲν βλέπω ὅτι ἤθελον κινδυνεύσει τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ὅτι ἐκινδύνευε τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι μία γενικὴ, ῥητὴ ἀθώωσις, ἐντελὴς τῆς Κυβερνήσεως, ὅλων τῶν πράξεών της, ἤθελεν εἶσθαι ἀσυνεπὴς, δὲν ἤθελεν εἶσθαι δικαία. Διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι ὀφείλετε νὰ ἀναμείνητε νὰ σᾶς καθυποβληθοῦν αἱ πράξεις ὅλαι, καὶ δικάζοντες ἑκάστην αὐτῶν ἐπισταμένως καὶ ὡρίμως, νὰ εἴπητε ἂν ὑπῆρξεν ἀναπόδραστος ἀνάγκη ἢ ὄχι Καὶ τί σᾶς ζητεῖται, Κύριοι; διότι βλέπετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐντελῆ ἀθώωσιν καὶ ἀπολογίαν ζητεῖ, ὅτι ὑπῆρχεν ἀναπόδραστος ἀνάγκη, καὶ ὅτι τὰς πράξεις αὐτὰς τὰς ἐνήργησεν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνάγκης ταύτης. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον λέγω, ὅτι μία τοιαύτη ἀπόφασις ἤθελεν εἶσθαι ἄδικος, ὡς ἐπίσης ἤθελεν εἶσθαι ἄδικος μία ἐναντία ἀπόφασις, νὰ εἴπητε δηλαδὴ, ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι παράνομοι. Δὲν θέλω οὔτε τὸ ἓν ἄκρον, οὔτε τὸ ἄλλο, ἀλλὰ τὸ δίκαιον.
§65Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Παραδέχεσθε τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνάγκης;
§66Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Εἰς μέρη τὴν παραδέχομαι, ἀλλ’ ὄχι καὶ δι’ ὅλας τὰς κυβερνητικὰς πράξεις.— Κύριοι, παρετήρησέ τις τῶν κυρίων πρώην ὑπουργῶν, ὅτι καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ εἰς διαφόρους ἄλλους φορολογικοὺς νόμους περιέχεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται καὶ διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων νὰ αὐξάνῃ τὰ ἔξοδα· ναὶ, λέγω, ἀλλ’ ὁσάκις ἔχει ῥητὴν περὶ τούτου ἐντολήν. Ὅταν ὅμως τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπάρχει, τότε ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ σφετερισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐπεκαλέσθη ὁ πρωθυπουργὸς τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας· εἶχεν εὑρεθῆ ποτε εἷς ὑπουργὸς μειονοψηφῶν, ὅστις ἕνεκα τούτου ἐσκέπτετο ἢ νὰ διακόψῃ ἢ νὰ διαλύσῃ τὸ Κοινοβούλιον· καὶ ὅμως εἶχεν ἀνάγκην πιστώσεων, ἀλλὰ τὸ Κοινοβούλιον ἔκαμεν ἀμέσως ψήφισμα, καὶ εἶπεν, ὅστις ὑπάλληλος τολμήσει νὰ εἰσπράξῃ δυνάμει τῶν πιστώσεων αὐτῶν, νὰ τιμωρῆται. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ἐὰν ἔλθητε εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ὅτι ὑπάρχει προφανὴς καταπάτησις τοῦ Συντάγματος. Δέχομαι, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔκαμε τὰς πράξεις ταύτας μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ καταπατήσῃ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ τοῦτο ἐνδιαφέρει τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐὰν δὲν εἶχε τὴν πρόθεσιν καὶ μολοντοῦτο κατεπάτησεν ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, αὐτὸ καὶ μόνον βλάπτει τὸ ἔθνος. Σᾶς λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν εἶχε τοιοῦτον σκοπὸν, ἴσως ἠπατήθη· ἐγὼ ὅμως λέγω, ὅτι κακῶς ἠπατήθητε καὶ παρεβιάσατε τὸ Σύνταγμα. Κύριοι, σᾶς εἶπον, ὅτι μικρὸν αἱ συζητήσεις αὗται ἐνδιαφέρουν τὸν λαόν· ὁ λαὸς ἔχει ἀνάγκην πρακτικῶν νομοθετημάτων· σπεύσατε, ἀθωώσατε τὸ ὑπουργεῖον, διὰ νὰ ἔλθητε εἰς καιρὸν νὰ κάμητε πρακτικὰ ὠφελήματα εἰς τὸ ἔθνος. Σᾶς εἶπον αὐτὰ, ὡς ἐὰν ἡ καθόλου καὶ ἀληθὴς τήρησις τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι τὸ κύριον ἀγαθὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἰς αὐτὸ, Κύριοι, συνιστῶ τὴν προσοχήν σας· προσέξατε, διότι εἶναι πρώτη φορὰ, καὶ ἂν τὸ ἀφήσητε τώρα, αὔριον θὰ ἰδῆτε, ὅτι θὰ γείνουν μεγαλείτεραι καὶ περισσότεραι καταπατήσεις τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τοὺς μετὰ ταῦτα διαδόχους, καὶ δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τιμωρήσητε κανένα, διότι θὰ σᾶς εἴπουν, ἰδοὺ, ἔχομεν παράδειγμα τοὺς πρώτους, τοὺς ὁποίους σεῖς οἱ ἴδιοι ἐσυγχωρήσατε.
§67ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργὸς ἐκκλησιαστικῶν καὶ παιδείας). Ὑποθέτω, κύριοι, καὶ πιστεύω μάλιστα, ὅτι ἡ συζήτησις πλησιάζει νὰ κλείσῃ, καὶ δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον ἐὰν δὲν μὲ παρεκινοῦσε μετ’ εὐχαριστήσεως ὁ λόγος τοῦ ἀξιοτίμου ἀντιπροσώπου Κερκύρας κ. Κουρῆ, καὶ ὁ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Τὰ ἄλλα ὅσα εἰπώθησαν ἀρκετὰ ἀνῃρέθησαν· ἠκούσαμεν πολλὰ σοβαρὰ, πολλὰ εὔγλωττα καὶ εὔμορφα λόγια, εἰς τὰ ὁποῖα, μὰ τὸ ναὶ, νὰ ἀντιτάξῃ τις τὶ εἶναι περιττόν. Τί νὰ εἴπῃ τὶς περὶ στεφάνων, περὶ Ἠπείρου, περὶ Θεσσαλίας, περὶ τόσων ἄλλων ὅλως ξένων τοῦ προκειμένου; Ἡ αἰτία, ἥτις μὲ προκαλεῖ νὰ λάβω τὸν λόγον, εἶναι αὕτη· ἐφέραμεν τὸ ζήτημα ἁπλῶς καὶ μόνον ὡς ζήτημα συνταγματικὸν τῆς ἐνεστώσης πολιτικῆς. Τὸ μεταφέρουσιν ὡς ζήτημα συνταγματικὸν παρελθούσης ἐποχῆς, καὶ τίθεται τὸ ζήτημα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουρῆ. Ζητεῖ νὰ τὸν φωτίσω, καὶ καθῆκον ἔχω νὰ τὸν φωτίσω. Ἂν ὁ προλαλήσας ἤθελεν ὁμιλήσει εἰς τρόπον ὥστε νὰ φωτισθῇ ὁ κ. Κουρῆς, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον. Τίθεται τὸ ζήτημα ἂν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἔπλασε τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἥτις ἐπέφερε τὴν ἀνάγκην τῶν Διαταγμάτων· ἂν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἂν ἡ Κυβέρνησις πραγματικῶς τὴν ἀνάγκην ταύτην ἔπλασε, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ἀξία καταδίκης εἶναι. Πρεσβεύω τὴν ἀρχὴν, ὅτι διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ἕνα συνταγματικὸν πολίτευμα νὰ ἦναι ὠφέλιμον εἰς ἕνα τόπον, ἰδιαιτέρως, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα νὰ ἦναι ὠφέλιμον διὰ τὴν Ἑλλάδα, πρέπει ἡ Κυβέρνησις καὶ αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ ἐνεργοῦν ὡς ἂν ἐπρόκειτο αὔριον νὰ γείνουν ἀντιπολιτεύσεις, καὶ αἱ κατὰ καιροὺς ἀντιπολιτεύσεις νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ ἐνεργοῦν ὡς ἂν ἐπρόκειτο αὔριον νὰ γείνουν Κυβερνήσεις. Ἂν ὅθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ᾖναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἔπλασε τὰς ἀναποδράστους ἀνάγκας, ἐγὼ πρῶτος, τὸ ἐπαναλέγω, θέλω τὴν καταδικάσει· θέλω σᾶς εἰπῆ, μαζὺ μὲ ἐκείνην καταδικάσατε καὶ ἐμὲ, διότι ἔγεινα στοιχεῖον ἐκείνης. Ἀλλ’ ἂν ᾖναι τὸ ζήτημα ἄλλο, (καὶ ἡμεῖς δὲν τὸ ἐφέραμεν, σεῖς τὸ ἐφέρατε) καταδικάσατε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπέφερον τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ πιστῶς τὸ Σύνταγμα. Πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν ἡμεῖς χωρὶς κανένα ἐρεθισμὸν, χωρὶς κἂν νὰ ἔχωμεν εἰς τὸν νοῦν μας νὰ προσβάλωμεν ἢ νὰ ἐπικρίνωμεν τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναφέρωμεν τὴν ἱστορίαν ἀπαθῶς καὶ ψυχρῶς. Τὸ Διάγγελμα, λέγουν, ἦτον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διέκοψε τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως καὶ δὲν τῆς ἔδωκε καιρὸν νὰ τὰς ἀποπερατώσῃ. Τὸ Διάγγελμα ἐγένετο μὲ τὸ πνεῦμα, μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπέλθῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸ Διάγγελμα· ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς διανοίας τῶν ἄλλων. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑποβάλω εἰς ἐξήγησιν παρὰ τὰ γεγονότα, καὶ ἤθελον πράξει πολὺ κακὰ, ἐὰν ἐναντίον τῶν γεγονότων αὐτῶν ἤθελον προσπαθήσει νὰ δώσω εἰς ἄλλους συλλογισμοὺς καὶ ἰδέας μὴ ἐξαγομένας ἀπὸ τὰ γεγονότα. Εἰργάζετο ἡ Συνέλευσις, (καὶ σήμερον δὲν εἴμεθα μέλη τῆς Συνελεύσεως καὶ ἑπομένως δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν ἐλευθέρως περὶ αὐτῆς) καὶ ὅλον τὸ ἔθνος ἐφώναζεν ὅτι παρετάθη παρὰ πολὺ ἡ ζωή της ὅτι δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ τὴν ὑποφέρῃ περαιτέρω καθὼς καὶ ὅλος ὁ τύπος, (ἂς ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν τύπον) ἐφώναζεν ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ τυραννία τῶν τριακοσίων.
§68ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν, διότι τὸ ἔθνος εἴμεθα ἡμεῖς, τὸ ἔθνος ἐπεκρότησε τὴν ἐπανάστασιν.
§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἔθνος εἶσθε ὑμεῖς;
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἐπαναστάσεως ὁ ῥήτωρ, ὁμιλεῖ περὶ τῆς διαρκείας τῆς Συνελεύσεως.
§71ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐπαναστάσεως· ὁμιλῶ περὶ τοῦ τύπου καὶ εἶπον τί ὁ τύπος τότε ἐφώναζεν. Ἴσως ἔλθει περίστασις νὰ ὁμιλήσω καὶ διὰ τὸ ἕνα καὶ διὰ τὸ ἄλλο· πέπεισμαι δὲ ὅτι ὁ Κύριος Λεωτσάκος καὶ ὅλοι μας, διὰ νὰ δώσωμεν τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ἀληθῶς περὶ συνταγματισμοῦ ἀγωνιζόμεθα, θέλει μὲ ὅλην τὴν ἀπάθειαν ἀκούσει ὁ ἕνας τὴν γνώμην τοῦ ἄλλου, διότι Σύνταγμα καὶ συνταγματικὴν ἐλευθερίαν δὲν θέλομεν καθιερώσει, ὅταν δὲν ἀνεχόμεθα μεταξύ μας ὁ εἷς τοῦ ἄλλου τὴν γνώμην. Ἴσως ἄλλας ἐφημερίδας ἀνέγνωσεν ὁ Κύριος Λεωτσάκος καὶ ἄλλας ἐγώ, ἀλλ’ εἶδον πολλὰς καὶ μαζὺ μὲ ἐμὲ καὶ ἄλλοι πολλοί, αἵτινες ἐφώναζον ὅτι παρετάθη ὑπὲρ τὸ δέον ἡ ὕπαρξις τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ἀνάγκη ἐθνικὴ ἦτον τὰ ἔργα τῆς Συνελεύσεως νὰ τελειώσωσι, καὶ ἡ φωνὴ αὕτη δὲν ἠκούετο μόνον ἐντὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐπεκτείνετο καὶ ἐκτὸς τῶν συνόρων αὐτῆς. Ἐνῶ τοιαύτη ἦτον ἡ θέσις τῶν πραγμάτων ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως, ποία ἡ θέσις αὐτῶν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, ὅτε τὸ διάγγελμα ἦλθεν (θόρυβος δεξιόθεν); Ἂν δὲν ἦναι ἐλευθέρα ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν προεκαλέσαμεν ἀλλὰ σεῖς, καταβαίνω ἀπὸ τὸ βῆμα.
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθήσατε.
§73ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς ποίαν θέσιν εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως; καὶ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ αἴτια, ἀναφέρω ἁπλῶς τὰ γεγονότα. Μία πλειονότης ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, μία μειονότης ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἡ μειονότης ἐστοχάζετο τὰς ἰδέας αὐτῆς καλλιτέρας ἀπὸ τὰς τῆς πλειονότητος, ἐστοχάζετο ὅτι καλλίτερον καὶ ὀρθότερον καὶ ἀληθέστερον ἀντιπροσωπεύει τὰς ἰδέας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, καὶ ἑπομένως ἀπῄτει εἰς τὰς ἰδέας αὐτῆς νὰ ὑποχωρῇ καὶ ὑπακούῃ ἡ πλειονότης· καὶ ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ ἡ πλειονότης ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἐστοχάζετο, ὅτι αἱ ἰδέαι της ἦσαν ὀρθότεραι, τί συνέβαινεν; Ὁσάκις ἤρχετο πρότασις ὑποστηριζομένη ἀπὸ τὴν πλειονότητα, ἐτίθεντο παρὰ τῆς μειονότητος ὅλα τὰ ἐμπόδια, ὅπως μὴ φθάσῃ εἰς ψηφοφορίαν παρ’ ὅταν ἐπιθανολογεῖτο πλειοψηφία ὑπὲρ τῆς μειονότητος. Ὅταν δὲ ἐγνώριζον, ὅτι δὲν ἤθελεν ὑπερισχύσει ἡ μειονότης, ἐζήτουν τὴν κατ’ ὀνομαστικὴν κλίσιν ψηφοφορίαν, μόλις δὲ ἡ ψηφοφορία ἤρχιζεν, ἀπήρχοντο καὶ ἔμενεν ἡ Συνέλευσις χωρὶς ἀπαρτίαν· τοῦτο ἐπανελήφθη πολλάκις. Τὴν παραμονὴν δὲ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἦλθε τὸ διάγγελμα, ὅτε ἐπανελήφθη αὐτὸ τὸ γεγονὸς τοῦ ἀποχωρισμοῦ τῆς μειονότητος, ἡ πλειονότης τῆς Συνελεύσεως (καὶ ὑπάρχουσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς πολλὰ μέλη ἐκείνης παρευρεθέντα εἰς τὰ γεγονότα) συνῆλθε εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Προέδρου Κυρίου Μεσσηνέζη, ἵνα σκεφθῇ περὶ τοῦ πρακτέου ἐν τῇ φάσει ταύτῃ τῶν πραγμάτων. Εἰπώθη εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, (εἰς ἣν, ἐπαναλέγω, παρευρίσκετο ὅλη ἡ πλειονότης τῆς Συνελεύσεως) ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὰς διαφορὰς μεταξὺ μειονότητος καὶ πλειονότητος, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὰς λύσωμεν μὲ τὸν συνταγματικὸν τρόπον, διότι δὲν εἴχομεν τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν πρὸς σχηματισμὸν ἀπαρτίας, διότι ἡ μειονότης δὲν ἔμενεν ὅπως ψηφοφορήσῃ. Διάφοροι γνῶμαι ἐσυζητήθησαν· μεταξὺ τούτων μία ἴσως ἦτον φρόνιμος, ἀλλὰ τότε ἡ κατάστασις τῶν πνευμάτων τὴν ἀπέκρουσε, τὸ νὰ συστηθῇ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ μεταβῇ νὰ εὕρῃ τὴν μειονότητα, νὰ τὴν παρακαλέσῃ, νὰ τῆς συστήσῃ ὅπως ἐπὶ τὸ συνταγματικώτερον λυθῶσι τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Ἡ πρότασις ἀπεκρούσθη ἕνεκα τοῦ ἐρεθισμοῦ τῶν πνευμάτων, διότι ἐθεωρήθη ὡς ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὴν πλειονότητα νὰ ἔλθῃ εἰς τοιαύτας μετὰ τῆς μειονότητος συνδιαλλαγάς. Εἰς ἓν ἐσυμφώνησαν καὶ ἀπεφάσισαν, νὰ συνέλθωσι νὰ ἐκθέσωσιν ἐγγράφως τὰ γεγονότα, καὶ διαμαρτυρόμενοι ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος, ν’ ἀποχωρήσωσι καὶ νὰ μὴ συνέλθωσι πλέον εἰς τὴν Συνέλευσιν. Εἰς τοιαύτην στάσιν ἦτον τὰ πράγματα, ὅτε ἦλθε τὸ διάγγελμα τοῦ Βασιλέως, τὸ ὁποῖον ἐβάσταξε καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο μέρος, καὶ οὕτως ἠδυνήθημεν νὰ ἀποπερατώσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ διάγγελμα λοιπὸν ἐκεῖνο (καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε μέλος αὐτῆς) τὸ διάγγελμα ἐκεῖνο, καὶ κατ’ ἐμὲ, ἔσωσε τὴν ἐπανάστασιν, διότι, κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην, καθόσον ἀντιλαμβάνομαι τὰ πράγματα καὶ τὰ ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὴν στάσιν εἰς ἣν εὑρισκόμεθα τότε, ἐὰν τὸ διάγγελμα δὲν ἤρχετο, ἡ Συνέλευσις ἤθελε διαλυθῆ χωριζομένη εἰς δύω μέρη, καὶ ὁ κόσμος ἤθελε μᾶς ἰδῆ, ὅτι ἐκάμαμεν μίαν ἐπανάστασιν λόγῳ ἵνα καθιερώσωμεν τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς ἐν Ἑλλάδι καὶ ὅτι συνήλθομεν ἐν Συνελεύσει ἐπὶ δύω ἔτη καὶ δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ψηφίσωμεν Σύνταγμα, καὶ νὰ σημειώσωμεν ἐπὶ τοῦ χάρτου τὰς ἀρχὰς ἃς ἡ ἐπανάστασις ἐζήτησε. Σᾶς ἀφίνω νὰ κρίνητε, ἂν ἐγένετο τὸ διάγγελμα ἐπὶ σκοπῷ καταστροφῆς τοῦ Συντάγματος ἢ σωτηρίας αὐτοῦ.
§74ΖΩΤΟΣ. Τὸ διάγγελμα ἐγένετο τὸν 8βριον.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διασαφήσεις καὶ αἱ πληροφορίαι δὲν εἶναι διακοπαὶ, ἀλλ’ εὐκολύνουν μάλιστα τὴν συζήτησιν.
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρὸς τὸν Κ. Λομβάρδον). Νὰ μᾶς εἰπῆτε, παρακαλῶ, ἂν διεμαρτυρήθητε, ὅταν τὸ διάγγελμα ἦλθεν εἰς τὸ περὶ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας.
§78ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅταν ἐπρόκειτο περὶ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, εἶπον τότε καὶ ἐξακολουθῶ νὰ λέγω, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας δὲν τὸ θεωρῶ ὡς κἄτι τί μέγα· ὅτι δηλαδὴ θὰ δυνηθῇ νὰ συντείνῃ ὑπὲρ τῆς καλλιτερεύσεως τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τοὺς μὲν, ἢ ὅτι θέλει ἀποῤῥοφήσει τὸ Σύνταγμα καὶ τὰ πάντα, κατὰ τοὺς δὲ· εἶπον καὶ λέγω διὰ τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὅτι δὲν ἀξίζει οὔτε ἐντεῦθεν οὔτε ἐκεῖθεν νὰ γίνηται τόσος θόρυβος. Ἐζήτησα τὸν λόγον τότε διὰ νὰ ἐκφράσω αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ διὰ νὰ πεισθῶσι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι τότε ἔλεγον, ὅτι δὲν ἦτο ἀληθὲς ὅτι γίνεται πρότασις ἀπὸ τὸν Βασιλέα· εἶναι, ἔλεγον, καταχθόνιον ἔργον τοῦ τότε ὑπουργείου καὶ μᾶς φέρουν ἐμπρὸς τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως. Ἐζήτησα τότε νὰ ἐκλεχθῇ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ ὑπάγῃ νὰ συνδιαλεχθῇ μετὰ τῆς Α. Μ.—Ἠρνήθην ψῆφον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, διότι δὲν μὲ ἄφησαν νὰ ὁμιλήσω ὅπως ἐκφράσω καὶ διασαφήσω τί ἐφρόνουν (θόρυβος εἰς τὸ ἀκροατήριον).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀποβληθῇ ὁ ἀτακτήσας ἀμέσως.
§80ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δυνατὸν νὰ ἐξετίμησα κακῶς τότε τὰς περιστάσεις, ἀλλ’ ὅτι τὸ διάγγελμα ὑπεκινήθη μὲ σκοπὸν τοῦ νὰ καταβληθῇ ἡ πάλη ἐκείνη (θόρυβος). Ἴσως ὑπῆρχε τότε, εἴτε ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, εἴτε ἐκτὸς, μερὶς ἡ ὁποία νὰ ἐθεώρησεν ἐν εἰλικρινείᾳ ὡς δυστύχημα τὸ διάγγελμα· ἀλλὰ τὸ μεγαλείτερον μέρος ἐθεώρησεν αὐτὸ ὡς εὐτύχημα, ὡς μίαν εὐτυχῆ περίπτωσιν, ἡ ὁποία ἤρχετο νὰ κάμῃ ὥστε ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποτελειώσῃ τὸ ἔργον της καὶ νὰ σωθῇ ἡ ἐπανάστασις.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ τί εἴπατε ὅταν ἐσυζητεῖτο τὸ διάγγελμα· «ὅταν μοὶ θέτετε ἐνώπιόν μου αὐτὴν τὴν ῥήτραν, ὅτι ἂν δὲν ψηφίσωμεν τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὁ Βασιλεὺς δὲν θέλει ὑπογράψει τὸ Σύνταγμα, καὶ ἑπομένως θὰ ἐκτεθῇ ὁ τόπος εἰς ὅλας τὰς συνεπείας τὰς προκυπτούσας ἕνεκα μιᾶς συγκρούσεως μεταξὺ Συνελεύσεως καὶ Βασιλείας, δὲν θὰ ἔχω ἐλευθέραν τὴν συνείδησιν ἵνα ψηφίσω ὡς μοῦ ὑπαγορεύει ἡ συνείδησίς μου. Λοιπὸν ἀνάγκη ἡ Συνέλευσις νὰ τεθῇ εἰς συνάφειαν μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος, νὰ τὸν ἀκούσῃ. Ἂν δὲ ἡ Συνέλευσις τὴν στιγμὴν ταύτην θελήσῃ νὰ προβῇ, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ διαδηλῶ ὅτι ἀποσύρομαι καὶ δὲν ψηφίζω.»
§82ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα, τὸ ἀποσύρομαι δηλαδὴ ἀπὸ τὸ νὰ ψηφίσω, αὐτὸ δὲν εἶναι διαμαρτύρησις. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὁ διακόπτων με ἵνα ἀναγνώσῃ τεμάχιόν τι ἀγορεύσεώς μου ἐκ τῶν στενογραφημένων συζητήσεων τῆς Συνελεύσεως, ἀνέγνωσε καὶ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, ὅπως ἐπικρίνῃ τὸ διάγγελμα, τεμάχιόν τι τῆς ἐφημερίδος τῶν συζητήσεων· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ συνάδελφος νὰ τοῦ ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ ἕνα ἄλλο τεμάχιον ἄλλης ἐφημερίδος, ἣν μετέφρασα διότι ἦτον ἀγγλιστὶ γεγραμμένη, ἐφημερίδος τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ Κ. Δεληγεώργης σέβεται πολὺ περισσότερον καὶ ἐκτιμᾷ παρὰ τὴν ἐφημερίδα τοῦ Debats.
§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πόθεν τὸ ἠξεύρετε;
§84ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τώρα θὰ τὸ μάθητε. Ἰδοὺ τὶ λέγει ἡ ἐφημερὶς αὕτη· «Διεξαγαγόντες εἰς ἐποχὴν μεγάλων κινδύνων τῆς πατρίδος τοσοῦτον μεγάλα ζητήματα, ἀφορῶντα πολύτιμα συμφέροντα τῆς πατρίδος, εἶναι δίκαιον ἡμεῖς οἱ διεξαγαγόντες τοιαῦτα ζητήματα εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ καταστείλωμεν αὐτὴν τὴν ὁρμὴν, ἥτις εἰς τοιαῦτα ζητήματα εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἔμφυτος, καὶ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δύσκολον.» Προσέχετε Κύριοι, διότι σᾶς ἐπαναλέγω, ὅτι τὴν ἐφημερίδα ταύτην ὁ Κύριος Δεληγεώργης τὴν σέβεται μᾶλλον πάσης ἄλλης ἐφημερίδος.
§85ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχεσθε εἰς τὴν διάνοιάν μου.
§86ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προσμένετε· ἔχω ἀποδείξεις ὅτι τὴν Ἐφημερίδα ταύτην τὴν σέβεσθε παρὰ πᾶσαν ἄλλην. Ἰδοὺ πῶς ἀκολουθεῖ ἐκφραζομένη ἡ Ἐφημερὶς αὕτη. «Δύω ἀρχαὶ διέπουν καὶ τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, ὅπως καὶ τῶν πεφωτισμένων Ἐθνῶν, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, καὶ ἡ ἐπικράτησις τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας· ὅταν μοὶ ἀφαιρέσητε τὴν ἐπικράτησιν τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, δὲν ὑπάρχει συνταγματικὸν πολίτευμα. Σεβόμενοι τὰς δύω ταύτας ἀρχὰς, δυνάμεθα ὅλας τὰς δυσκολίας νὰ ὑπεκφύγωμεν.» Ἠξεύρετε ποία εἶναι ἡ ἐφημερὶς αὕτη; εἶναι ἡ ἐφημερὶς τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἀρθρογράφος τοῦ τεμαχίου ὃ σᾶς ἀνέγνωσα, εἶναι ὁ Κύριος Δεληγεώργης, τότε Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως. (Στενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως. Τόμος πέμπτος, Σελὶς 263.)
§87ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ· τοῦτο ἐγένετο, ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ, ὅταν ἤρχισαν αἱ πρῶται συνεδριάσεις τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἐκείνων τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Συνελεύσει. Παρουσιάσθη ἡ ἐξέλεγξις σκανδαλώδους ἐκλογῆς, τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας. Τότε ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἠρνήθην πάντοτε νὰ προεδρεύσω τῶν συζητήσεων τῆς Συνελεύσεως, προκειμένου περὶ αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς, ἀπεσύρθην καὶ κατέλαβε τὴν ἕδραν μου ὁ ἀντιπρόεδρος· ἐγένετο δὲ τοιοῦτος θόρυβος, ὡς ἦτον ἑπόμενον, ὥστε ἔλαβον τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καὶ ἀπηύθυνα προτρεπτικούς τινας κατὰ τὸ καθῆκόν μου πρὸς τὴν Συνέλευσιν λόγους. Εἶπον, ὅτι εἶναι περιττὸς ὁ θόρυβος, εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχημίζηται ἡ Συνέλευσις, ὅτι ὑπάρχουν δύω ἀρχαὶ, ἀλλὰ μὴ διαστρέφετε τοὺς λόγους μου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὅταν τίθεται ἕνας πληρεξούσιος, ἢ μία μειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως, ἢ μία πλειοψηφία μεταξὺ τῆς ἀνάγκης νὰ καταφρονήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἢ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ σέβας, τὴν ἀγάπην τὴν ὁποίαν ὀφείλει πρὸς τὸν Βασιλέα, εὑρίσκεται εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν. Σᾶς εἶπον, ὅτι διὰ τῶν διακοπῶν, διὰ τῆς χρήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως....
§88ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ λέγετε τώρα.
§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε, εἶμαι συνεπὴς· δὲν ἔχεις κανὲν δικαίωμα νὰ μὲ ἐπικρίνῃς.
§90ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα (θόρυβος.)
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
§92ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς παραθέτει ἓν τεμάχιον μιᾶς ὁμιλίας μου, ὡς προέδρου, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι παλινῳδῶ· τί ἔχει νὰ κάμῃ ὁ Κύριος Κυπριάδης;
§93ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀποδείξω αὐτὸ, λάβετε ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσητε.
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἐχρεώστουν νὰ δώσω τὴν διασάφησιν αὐτῶν, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω συγχρόνως ποῦ ἐστήριξα τὴν ἰδέαν μου.
§95ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ μᾶς δώσητε καὶ ἡμᾶς τὸν λόγον.
§96ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς Συνελεύσεως, Κύριε Κυπριάδη.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Θεοχάρη, μὴ διακόπτετε· δὲν γίνεται συζήτησις οὕτω πως.
§98ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐφέρθη ἓν τεμάχιον τοῦ λόγου τοῦ Κ. Δεληγεώργη...
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (κρούει τὸν κώδωνα.) Κύριε Θεοχάρη, πρέπει νὰ ὑπακούσητε τὸν κανονισμόν· ἐὰν δὲν ὑπακούσητε, εἶναι περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.
§100ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ δείξω εἰς ἀντίφασιν τὸν Κύριον Δεληγεώργην. Παρακαλῶ τοὺς Κυρίους Βουλευτὰς νὰ σκεφθῶσιν ὡρίμως ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ λόγου τούτου τοῦ Κ. Δεληγεώργη, μετὰ τοῦ ὁποίου μάλιστα συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι δηλαδὴ χωρὶς ἐλευθερίαν λόγου καὶ χωρὶς τὴν ἐπικράτησιν τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας Συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐκφράζεται ἡ γνώμη αὕτη τῆς πλειονότητος, εἴτε πιεζομένη, εἴτε παρασυρομένη, εἴτε ἀπαιτουμένη, τόσον καλλίτερα διὰ τὴν μειονότητα. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς τὴν μειονότητα τὸ βίαιον μέσον τῆς ἀποχωρήσεως, τὸ βίαιον μέσον τοῦ νὰ σταματήσῃ ἡ πρόοδος τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς. Ἂν θέλωμεν τὸν Συνταγματισμὸν, καὶ βεβαίως τὸν θέλομεν ὅλοι, πρέπει νὰ τὸν θέλωμεν μὲ ὅλας του τὰς συνεπείας, τὰς καλὰς καὶ τὰς καλὰς, καὶ μία ἀπὸ τὰς κακὰς συνεπείας εἶναι ἀκόμη καὶ ἐκείνη τοῦ νὰ ὑποστηρίζῃ ἐνίοτε ἡ πλειονότης (δὲν ἐξαιρῶ δὲ τοῦτο καὶ διὰ τὴν μειονότητα), νὰ ὑποστηρίζῃ, λέγω, ἡ πλειονότης καὶ ἐσφαλμένας τυχὸν ἰδέας· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἡ μειονότης θὰ παραλύσῃ τὴν πλειονότητα μὲ τὸ βίαιον μέσον τοῦ ἀποσυρμοῦ, τουτέστι μὲ τὴν βιαίαν παράλυσιν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς; Τοῦτο κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εἶναι συνταγματικὸν, τοῦτο θὰ κάμῃ ὥστε τὸ Συνταγματικὸν δένδρον, ἂς μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ μίαν ποιητικὴν ἔκφρασιν, νὰ μὴν ἀνθίσῃ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ θὰ μαράνῃ καὶ θὰ μαράνῃ γλήγορα, καὶ μὲ αὐτὰ τὰ μέσα φοβοῦμαι μὴ δώσωμεν ἢ ἠθέλαμεν δώσει τότε ἐπιχείρημα εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουν ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ διὰ Συνταγματικοὺς θεσμούς. Τὸ πιστεύουν καὶ ἐκεῖνοι ἐν πεποιθήσει, εἶναι καὶ αὐτοὶ πατριῶται, δὲν τοὺς κατηγορῶ διὰ τὴν ἰδέαν των, ἀλλ’ ἐγὼ ὅστις πρεσβεύω, ὅτι ὅσα κακὰ καὶ ἂν ἔχῃ Συνταγματικὴ πολιτεία, ἡ Ἑλλὰς εἶναι πάντη ἀδύνατον ἄνευ Συντάγματος νὰ κυβερνηθῇ, ἐγὼ δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ ἐπαινέσω καὶ νὰ παραδεχθῶ κινήματα, οἷα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φέρουν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ σταματήσῃ ἡ Συνταγματικὴ μηχανὴ, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φέρουν ὡς ἐξαγόμενον τὸ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ ὑπάρξῃ Συνταγματικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξησφάλισε τὸ Διάγγελμα ἐκεῖνο, ἄνευ τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκοντο τὰ πράγματα, Σύνταγμα παρὰ τῆς Συνελεύσεως δὲν ἤθελε ψηφισθῆ. Μακρὰν ὅθεν τοῦ νὰ πλάσῃ δυσκολίας καὶ ἀνάγκας, ἀφῄρεσε τὰς τότε ὑπαρχούσας. Ἐὰν τὸ διάγγελμα ἐκεῖνο ἠρέθισε, καὶ ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ ὑποθέσω ἴσως δικαίως, τὴν μειονότητα, διατὶ τότε δὲν τὸ ἔλεγε; διατὶ τότε δὲν ἐφανέρονεν ὅλας τὰς ἐνστάσεις, ἃς εἶχον ἐναντίον τοῦ διαγγέλματος ἐκείνου, ὅπως τοὐλάχιστον φωτίσῃ καὶ τοὺς ἄλλους, φωτίσῃ τὸ ἐπίλοιπον μέρος τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησε σωτήριον τὸ διάγγελμα ἐκεῖνο, ὡς σπρῶξαν τὴν Συνέλευσιν νὰ τελειώσῃ τὰ ἔργα της; Καὶ ἡ μετὰ ἕνα μῆνα ἐπελθοῦσα παράλυσις τῆς Συνελεύσεως δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ διάγγελμα; Ἀλλ’ ἐπρόσθεσαν, ἀπεσύρθησαν διότι ἐζητοῦσαν τὴν ἀφομοίωσιν· ἤθελον τὴν ἀφομοίωσιν καθὼς τὴν ἐζητοῦσαν, καὶ ὄχι καθὼς τὴν ἤθελεν ἡ πλειονότης, καὶ ἐδῶ πάλιν ὁμολογοῦσιν ὅτι ἤθελον νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην τῆς μειονότητος, ἀρνούμενοι τὴν βάσιν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὴν ἐπικράτησιν τῆς γνώμης τῆς πλειονότητος· διότι δὲ ἡ μειονότης τὴν γνώμην της, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐπιβάλῃ, ἐδικαιολογεῖτο νὰ ἀποσυρθῇ, ἀρνουμένη νὰ ψηφίσῃ προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς Νόμους; Ποῖος ἔπλασεν τώρα τὴν ἀνάγκην; Τὸ βλέπετε καθαρὰ, καταδικάσετέ τον, συμφωνῶ μαζί σας, τὸν καταδικάζω καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ λέγει ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ἠρνήθησαν προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς Νόμους, διότι ἤθελον νὰ δώσωσι ψῆφον μὴ ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἓν ἀπὸ τὰ ἰσχυρὰ ὅπλα τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τῆς Συνταγματικῆς Βουλῆς εἶναι βεβαίως ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ Βουλὴ, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἀρνηθῇ προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς Νόμους, τίθεται οὐχὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν κατάστασιν, ἀλλ’ εἰς κατάστασιν διαφορετικὴν, εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ἥτις ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως ἐν ἀρχῇ καὶ ἐν τῇ ἰδανικότητι αὐτῆς θεωρουμένης, ἀρνεῖται μὲ ἄλλας λέξεις τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως.
§101ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Βλασφημία συνταγματικὴ πάλιν!
§102ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπειδὴ δὲ σήμερον τὸ ὄνομα τῆς Ἀγγλίας ἀναφέρεται ὡς πρότυπον συνταγματισμοῦ, καὶ ἔχει οὕτω, ἐπειδὴ προχθὲς μᾶς ἔφερον καὶ τὴν Ἄνναν Μπολέναν καὶ τὸν Ἑῤῥίκον τὸν 8 καὶ ὅλην σχεδὸν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς φέρω καὶ ἐγὼ ἓν μόνον παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, προχθεσινὸν, τῶν ἡμερῶν μας. Τὸ προκάτοχον τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου τῆς Ἀγγλίας, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Δέρβη, δὲν εἶχε πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ· ἐστοχάσθη νὰ κάμῃ ἔκκλησιν εἰς τὸν λαὸν καὶ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Παρουσιάζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ πρωθυπουργὸς καὶ λέγει· ἐγὼ θὰ σᾶς διαλύσω. Τότε ὁ Πάλμερστων τοῦ λέγει, δὲν εἶναι ὥρα νὰ διαλύσῃς ἀκόμη· εἰμπορεῖς νὰ συμβαδίσῃς ἀκόμη μὲ αὐτὴν τὴν Βουλήν· — ὁ Πάλμερστων ὁ ὁποῖος ἐνήργει διὰ νὰ κρημνίσῃ τὸν Δέρβην ὅπως λάβῃ τὴν ἐξουσίαν. — Ὁ Δέρβης ἀπαντᾷ· δὲν τὸ νομίζω, θὰ σᾶς διαλύσω. Παύσατε λοιπὸν κάθε ἄλλην ἐργασίαν καὶ ψηφίσατέ μου τὸν προϋπολογισμὸν, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ μένῃ τὸ Κράτος χωρὶς προϋπολογισμόν· καὶ οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤκουον τὴν ἀγγελίαν τῆς διαλύσεώς των, ἀφίνουν πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν καὶ ψηφίζουν τὸν προϋπολογισμόν, διὰ νὰ μὴ ἀφήσουν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς κατεδίκαζε, νὰ μὴ τὴν ἀφήσουν χωρὶς μέσον, διότι οἱ πατριῶται ἐκεῖνοι ἤξευρον νὰ κάμνουν διάκρισιν μεταξὺ Δέρβη καὶ Ἀγγλίας, καθὼς καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν νὰ κάμωμεν διάκρισιν μεταξὺ Κανάρη, Κουμουνδούρου καὶ Ἑλλάδος, καὶ τὴν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν θὰ φέρωμεν ἐναντίον τῶν ὑπουργῶν, νὰ μὴ τὴν φέρωμεν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ἐν ἀρχῇ. Ἡ ἄρνησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ἄρνησις τῶν φορολογικῶν νόμων, ἦτον ἄρνησις τῆς ὑπάρξεως Κυβερνήσεως, ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ τὴν ἀνάγκην ταύτην τὴν ἐπροκάλεσεν ἡ Κυβέρνησις; Τὴν ἐπροκάλεσε τὸ ὑπουργεῖον Κανάρη; Ἀλλοίμονον εἰς τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν λέγουν τὴν ἀλήθειαν, μᾶς εἶπε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευτὴς Καλαβρύτων Κύριος Πετιμεζᾶς. Τὸ παραδέχομαι, ἀλλ’ ἀλλοίμονον ἐπίσης λέγω καὶ εἰς τὰς βουλευτικὰς συζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν βασιλεύει ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο· καὶ ἐὰν τὴν ὅλην ἀλήθειαν σήμερον δὲν θέλωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν, εἰλικρινῶς ἂς ὁμολογήσωμεν τοὐλάχιστον ἐκεῖνο ὅπερ ἡ Ἑλλὰς δὲν πιστεύω νὰ τὸ ἐλησμόνησε, διότι εἶναι ἐνώπιόν της τὰ γεγονότα, ὅτι δηλαδὴ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔπειτα ἀπὸ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως εὑρέθη εἰς ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ διατάγματα, τὴν ἀνάγκην αὐτὴν δὲν τὴν ἔπλασεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀφ’ ὅτου ἀπεχώρησεν ἡ μειονότης ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, τὸ ἐνθυμοῦνται ὅλοι, παρῆλθον πρὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ ἔλθῃ ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης νὰ ὁρκισθῇ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, παρῆλθον 6–7 ἡμέραι. Συνηρχόμεθα ἐδῶ καθ’ ἡμέραν οἱ τῆς πλειονότητος, ἔτρεχεν ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος νὰ παρακαλέσῃ νὰ ἔλθητε, δύω μόνον ἔλλειπον διὰ νὰ σχηματισθῇ ἀπαρτία. Τοὺς ἔλεγον, δὲν πρόκειται παρὰ μόνον καὶ μόνον νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμόν, νὰ ψηφίσωμεν τοὺς φορολογικοὺς νόμους, —δὲν πρόκειται περὶ ἀφομοιώσεως, ἀφ’ οὗ ἅπαξ δὲν τὴν θέλετε καθὼς τὴν ἐννοοῦμεν, ἀφ’ οὗ καὶ ἡ πλειονότης δὲν τὴν θέλει καθὼς τὴν ἐννοεῖτε. Τίποτε ἄλλο δὲν κάμνομεν, σᾶς δίδομεν τὸν λόγον μας, ἀλλ’ ἔλθετε νὰ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς νόμους.
§103ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἴχομεν ἀποχωρήσει πρὸ 10 ἡμερῶν.
§104ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀξιόλογα. Ὁμιλῶ ὅπως διευκρινισθῇ, φίλε συνάδελφε Κ. Κουρῆ, ἐὰν αὐτὴ ἡ δύσκολος θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις, ἐπλάσθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἢ ἐπλάσθη ἀπὸ γεγονότα τὰ ὁποῖα δὲν τὰ κρίνω σήμερον, τὰ ἐξιστορῶ ἁπλῶς καὶ μόνον, ἀλλὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα εἶναι ἱστορικὰ, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν συνεδέοντο μὲ τὴν διαγωγὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως.
§105ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὥστε ἡμεῖς δὲν ἐνεχόμεθα εἰς αὐτά.
§106ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν κατηγορῶ κανένα.
§107ΚΟΥΡΗΣ. Ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμὲ λέγετε αὐτὰς τὰς ἰδέας;
§108ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐζητήσατε πληροφορίας. Εἴπατε, ὅτι θέλετε νὰ φωτισθῆτε. — Μᾶς εἶπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς πρὸς τούτοις· ἔχετε ἓξ ἢ ἑπτὰ μῆνας τὴν δικτατορίαν εἰς τὰς χεῖράς σας, ἀλλὰ τί ἐκάματε εἰς τὸ διάστημα τοῦτο, διὰ νὰ ἔχητε τὴν τόλμην νὰ ζητήσητε νὰ σᾶς ἀπαλλάξωμεν τῆς εὐθύνης, ὅτι παρανόμως ἐνηργήσατε; Ἀνεπλάσατε ἴσως τὴν κοινωνίαν; ἐφηρμόσατε τὰ ἤθη; ἐφέρατε τὴν δημοσίαν πίστιν; ἐδιορθώσατε τὴν γεωργίαν; ἐκαλλιτερεύσατε τὴν κατάστασιν τῆς θρησκείας; καὶ δὲν ἠξεύρω πόσα ἄλλα ἠρώτησεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἂν ἔκαμε τὸ τωρινὸν ὑπουργεῖον διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ζητήσῃ, ὡς εἶπε, τὸν στέφανον. Δὲν πρόκειται λόγος περὶ στεφάνου, φίλε Κ. Πετιμεζᾶ.—Σᾶς λέγω μόνον, ὅτι ἐὰν πιστεύητε, ὅτι εἴχετε ἢ ὅτι ἔχετε ἀπὸ σήμερον καὶ ἕως νὰ παρέλθουν ἓξ μῆνες τὰ μέσα ἢ τὴν δύναμιν τοῦ νὰ ἠμπορέσητε νὰ διορθώσητε τὴν κατάστασιν ἐκείνην τῆς Ἑλλάδος, ἥτις, σεῖς οἱ ὁποῖοι τὴν γνωρίζετε, λέγετε ὅτι ἐμορφώθη εἰς τὸ διάστημα τριάκοντα ἑνὸς ἔτους παρελθόντος καταχθονίου, ἐθνοφθόρου καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο ἀκόμη, ἐὰν ἔχητε τὴν δύναμιν νὰ διορθώσητε τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία, ὡς ὅλαι αἱ ἐπαναστάσεις, ἦτον ἀναπόφευκτον νὰ ἀνακατώσῃ τὴν κοινωνίαν, καὶ ἡ ὁποία μεταξὺ τῶν ἄλλων μᾶς ἔφερεν εἰς μίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν ὄχι τόσον εὐχάριστον, ἂν καὶ ὄχι τόσον ἀπελπιστικήν, ἐὰν ἔχητε τὴν δύναμιν, ἢ τὰ μέσα ἢ τοὺς τρόπους νὰ κάμητε αὐτὰ ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ σήμερον, ὅτε ἡ κατάστασις εἶναι καλλιτέρα ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν εὗρε τὰ δημόσια καὶ τὸ ὑπουργεῖον Κανάρη καὶ τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, ὅταν ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν, ἔλθετε, Κύριε Πετιμεζᾶ, σᾶς παραχωροῦμεν ἀμέσως τὴν Κυβέρνησιν· ἀκόμη περισσότερον, θέλομεν παρακαλέσει καὶ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὸν Βασιλέα ν’ ἀποσύρῃ πρὸς στιγμὴν τὸ σύνταγμα, νὰ σᾶς ἀφήσῃ νὰ κυβερνήσετε ἐν πράγματι δικτατορικῶς. Ἂν ταῦτα ἐντὸς ἓξ μηνῶν κατορθώσητε, τότε ἐγὼ πρῶτος εὐχαριστοῦμαι νὰ μᾶς καταδικάσετε οὐ μόνον εἰς τὴν φυλακὴν διότι δὲν κατωρθώσαμεν αὐτά, ἀλλὰ παραδέχομαι νὰ μᾶς καταδικάσητε εἰς τὴν καταδίκην ἐκείνην, ἣν ἐπρότεινεν ἄλλος τις τῶν φίλων σας πρότερον, τοὐτέστιν εἰς τὴν ἀγχόνην, καθότι τότε ἐνῷ θὰ μᾶς ἀπαγχονίζετε, θὰ εἴπω στρέφων ὄπισθεν, ζῇ ἡ πατρίς μου, εὐτυχεῖ καὶ εὐδαιμονεῖ ὕστερον ἀπὸ ἓξ μηνῶν διοίκησιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ ἢ οἱουδήποτε ἄλλου.
§109ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, εἰς τὴν ἐξουσίαν σας δὲν εἶναι νὰ καταργήσητε τὸ Σύνταγμα (ἱλαρότης).
§110ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ Κ. Κουρῆς, ὅστις δὲν μᾶς θεωρεῖ ὑποδίκους, (τὸν εὐγνωμονῶ) ὁ Κ. Κουρῆς ὅμως δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραδεχθῇ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν γνώσει, ὅτι ἐν σατανικῷ σκοπῷ ἐνεργήθησαν ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐνεργήθησαν διὰ νὰ καταστραφῇ τὸ Σύνταγμα, μολονότι, εἶπε, δὲν μᾶς γνωρίζει ὅλους. Γνωρίζει ὅμως μερικοὺς ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς ὑπουργοὺς, καὶ τοὺς γνωρίζει βεβαίως, ὅτι διὰ τὴν συνταγματικὴν ἐλευθερίαν ἀρκούντως ἠγωνίσθησαν. Ἀλλὰ λέγει, μᾶς προσκαλεῖτε νὰ ψηφίσωμεν, καὶ αὐτὴν τὴν ἰδέαν νομίζω ὅτι τὴν ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, μᾶς προσκαλεῖτε νὰ ψηφίσωμεν διὰ μιᾶς, καὶ θέλετε νὰ μᾶς παραστήσετε καὶ ἡμᾶς ὅτι εἴμεθα τυφλοὶ παρακόλουθοι τοῦ ὑπουργείου Φίλε συνάδελφε κύριε Κουρῆ, μεῖνε βέβαιος, ὅτι τοὐλάχιστον μεταξὺ τῶν παλαιῶν καὶ σημερινῶν συναδέλφων μου, τοὺς ὁποίους καὶ σὺ γνωρίζεις καὶ αὐτοὶ σὲ γινώσκουν, οὔτε εἰς ἕνα ἠμπορεῖ νὰ περάσῃ ἡ ἰδέα τοῦ νὰ σύρῃ ἄλλους διὰ νὰ ψηφίζωσι τὰς προτάσεις τυφλοῖς ὄμμασιν· οὔτε στιγμὴν ἤθελον κρατήσει, τοὐλάχιστον ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμὲ, τὸ χαρτοφυλάκιον, ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι μᾶς ὑποστηρίζει μία πλειονοψηφία μόνον καὶ μόνον διότι εἴμεθα ὑπουργοὶ, οὔτε ἤθελε μᾶς περάσει ἡ ἰδέα τοῦ νὰ θελήσωμεν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ en bloc, ὡς εἴπατε, αὐτὰ τὰ διατάγματα. Τὴν συζητουμένην πρότασιν τὴν ἐφέραμεν, πότε; ὅταν ἠνοίχθη, οὐχὶ ἀπὸ ἡμᾶς, γενικὴ συζήτησις, ὅταν ἤρχισαν καὶ ἀνέλυσαν ἓν πρὸς ἓν τὰ διατάγματα ταῦτα, καὶ ὅταν ἐσυμπέρανον ὅτι καταδίκης ἄξιον τὸ ὑπουργεῖον δι’ αὐτὰ τὰ διατάγματα. Τί περισσοτέραν ἀνάλυσιν προσμένετε, φίλε συνάδελφε, νὰ γείνῃ ἀπὸ αὐτὴν ἥτις ἔγεινε; Κατὰ τὶ προσβάλλεται ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς, ἐάν, ἔπειτα ἀπὸ μίαν τόσον ἐκτεταμένην συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνελύθησαν τὰ διατάγματα ταῦτα καὶ εἰς τὴν πλέον παραμικράν των ἔννοιαν καὶ περίοδον, εἴπωμεν, κατηγορούμεθα; Τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς τὴν σεβόμεθα, καὶ θὰ εἴμεθα ἀνάξιοι ὑπουργοὶ, ἐὰν τὴν ἀξιοπρέπειαν ταύτην δὲν ἠθέλομεν τὴν σεβασθῆ· ἀλλ’ ἐπίσης καὶ σεῖς, φίλοι, καὶ ἰδιαιτέρως σὺ, φίλε καὶ συνάδελφε Κύριε Κουρῆ, ἐπίσης καὶ σεῖς πρέπει νὰ μᾶς συμβουλεύσητε νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τὴν ἰδικήν μας, ἐπίσης καὶ σὺ ἔπρεπε νὰ μᾶς εἴπῃς πρῶτος τῶν ἄλλων, τώρα πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, τώρα πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν δέχηται ἢ δὲν δέχεται τὴν ἀθώωσίν σας, ἐὰν σᾶς θεωρῇ, ὅτι μὲ σατανικοὺς καὶ καταχθονίους σκοποὺς πρὸ καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος ἤλθατε, ἢ ἐὰν ἡ ἐσχάτη ἀνάγκη σᾶς ἔσπρωξε νὰ κάμετε τὰ διατάγματα ταῦτα· οὔτε στιγμὴν, τοῦτο ἐπερίμενον νὰ μοῦ εἴπῃς, οὔτε στιγμὴ δὲν πρέπει νὰ κρατήσητε τὸ χαρτοφυλάκιον, ἀφοῦ μένει ἀμφίβολος ἡ ἔκφρασις τῆς Βουλῆς. Τοῦτο τουλάχιστον λέγει εἰς ἡμᾶς ἡ ἐδική μας ἀξιοπρέπεια· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κρατήσωμεν τὸ ὑπουργεῖον οὔτε στιγμὴν, ὅταν ἀμφίβολος καὶ ἀμφιῤῥεπὴς μένῃ ἡ ἔκφρασις τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλομεν νὰ ὑπεκφύγωμεν. Ἐδέχθημεν εἰς δυσκόλους τῆς πατρίδος περιστάσεις, καὶ ὅσα καὶ ἂν θέλουν νὰ εἴπουν σήμερον, αἱ δύσκολοι ἐκεῖναι περιστάσεις ὑπῆρχον· ἡ τύχη μας, ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος ἐβοήθησε νὰ διέλθωμεν τὸν κίνδυνον· κανένας κίνδυνος δὲν ὑπάρχει σήμερον, φίλε Κύριε Κουρῆ. Ἐὰν τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον ἀλλάξῃ καὶ ἔλθῃ ἓν ἄλλο, κίνδυνος δὲν ὑπάρχει εὐθὺς διὰ τὴν πατρίδα, κίνδυνος ὅμως ὑπάρχει δι’ ἡμᾶς, διὰ τὸ φιλότιμόν μας. Ἐκφρασθῆτε, Κύριοι, καὶ ἐκφρασθῆτε καθαρῶς. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐδῶ καὶ καθαρὰ λέγουσι, καταδικαστέον τὸ ὑπουργεῖον.
§111ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ὑπουργ. δικαιοσ.). Μεμπτέον.
§112ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μεμπτέον, καταδικαστέον καὶ κρεμαστέον ἀκόμη, φίλε Κύριε Κρεστενίτη (γέλως). Τοὺς ἐννοῶ. Σέβομαι τὰ αἰσθήματα καὶ τὴν ἀμφιβολίαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι λέγουν, δὲν θέλομεν νὰ ἐκφρασθῶμεν, θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, μολονότι, ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν νὰ τοῖς τὸ εἴπω, καὶ τοῖς τὸ λέγω μ’ ὅλον τὸ θάῤῥος χωρὶς νὰ φοβηθῶ ὅτι θὰ παραξενευθῶσιν ἄλλοι, διότι ἀποτείνομαι πρὸς ἀρχαίους συναδέλφους, τοῖς λέγω, ἐὰν ἡ ἑπταήμερος συζήτησις δὲν σᾶς ἤρκεσε διὰ νὰ φωτισθῆτε, συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω, ὅσον καὶ ἂν συζητῆτε, δὲν θὰ ἀρκέσῃ νὰ φωτισθῆτε. Σέβομαι τὴν ἀμφιβολίαν, ἀλλὰ συλλογισθῆτε καὶ τὴν θέσιν μας. Δὲν εἶναι ἰδέα μας νὰ σύρωμεν κανένα, δὲν εἶναι ἰδέα μας νὰ ἐπιτεθῶμεν· οἱ φίλοι μας οἱ ἴδιοι θὰ μᾶς καταφρονήσωσι καὶ θὰ μᾶς ἐγκαταλείψουν. Δὲν θὰ ἤμεθα ἄξιοι τῆς ὑποστηρίξεώς σας πλέον, δὲν εἴμεθα ἄξιοι τῆς φιλίας σας, ἐὰν ἐνώπιον τοιούτων προσβολῶν, ἐὰν ἐνώπιον τοιούτων κατηγοριῶν σᾶς εἴπωμεν σταματήσετε, μὴ ὁμιλήσετε ἀκόμη, δόσετε καιρὸν 5, 6, 10 ἡμέρας διὰ νὰ εἴπουν, ὅτι ἐτρέξαμεν καὶ παρεκαλέσαμεν καὶ ὑπεσχέθημεν διὰ νὰ μᾶς ἀθωώσουν Ὄχι, τοιαύτην θέσιν δὲν θέλομεν, εἶναι νόθος. Φανερὰ λοιπὸν, ἐκφρασθῆτε, καὶ ἂς μὴ τρομάξῃ κανένα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κουρῆς. Μὴ φόβους· βάλετε τὰς χεῖρας εἰς τὴν συνείδησίν σας, εἰπέτε ἐὰν ἡμεῖς ἢ τὸ ὑπουργεῖον Κανάρη, ἐὰν τὰ ὑπουργεῖα ταῦτα μὲ δόλιον σκοπὸν εἰς τὸ νὰ καταπατήσουν τὸ Σύνταγμα προέβησαν εἰς τὰς πράξεις εἰς ἃς προέβησαν. — Καταδικάσατέ μας! δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀμφίβολον θέσιν, εἰς ἣν θέλουν νὰ θέσουν τὸ ὑπουργεῖον.— φόβοι δὲν ὑπάρχουσιν. — Ἐπαναστάσεις, φίλε κύριε Κουρῆ, οἱ λαοὶ δὲν κάμνουν καθ’ ἡμέραν. — Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην νὰ ἡσυχάσῃ· ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην νὰ ἴδῃ τὸ Σύνταγμά της νὰ ἐνεργήσῃ, ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην πρὸ πάντων νὰ ἴδῃ τὴν Βουλὴν της ἐργαζομένην, νὰ ἴδῃ τὴν Βουλὴν της νὰ θεραπεύσῃ τὰς πληγὰς, ἃς ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπε νὰ φέρῃ μία ἐπανάστασις, καὶ ἡ Ἑλλὰς βλέπει, ὅτι παρῆλθον δύο μῆνες, ὅτι παρῆλθον τὰ ⅔ τῆς πρώτης συνόδου διὰ τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον νὰ λογομαχῇ, καὶ ὡς αἴτιον τῆς λογομαχίας ταύτης τί παριστάνεται; τὰ 7 ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὸ χαρτοφυλάκιον, καὶ ἰδίως τὸ ἓν τοῦτο ἄτομον, τὸ ὁποῖον ἵσταται ἐπὶ κεφαλῆς. Ἐὰν αὐτὸ ᾖναι τὸ ἐμπόδιον, αὐτὸς πρῶτος, καὶ ἡμεῖς κατόπιν ἀποχωροῦμεν καὶ ἀφίνομεν τὴν ἕδραν εἰς τοὺς καλλιτέρους, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπαμεν προχθὲς παῤῥησίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ἐπαναλαμβάνομεν καὶ σήμερον· δὲν τὸ λέγομεν κρύφα, ἐντὸς κοιτῶνος, τὸ λέγομεν νὰ τὸ ἀκούσῃ ὅλος ὁ κόσμος· θέλομεν σᾶς ὑποστηρίξει, κύριοι, ὄχι μὲ σοφίσματα, χωρὶς νὰ σᾶς φέρωμεν κάθε στιγμὴν ἐμπόδια, ἀλλὰ θέλομεν σᾶς ὑποστηρίξει ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ πατριωτισμῷ, ἂν ἴσως καὶ τὰ σχέδιά σας εἶναι καλλίτερα ἀπὸ τὰ ἐδικά μας, ὅπως ἐπὶ τέλους ἠμπορέσῃ νὰ ἀνακύψῃ ἡ πατρίς· ὁ λαὸς ὅστις εἰργάσθη καὶ ἐργάζεται διὰ νὰ μᾶς πληρόνῃ νὰ τραγουδῶμεν ἐδῶ μέσα καθ’ ἡμέραν, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ καὶ αὐτὸς ὁ λαὸς ὀλίγον νὰ ἐλαφρωθῇ· φοβοῦμαι δὲ μήπως ἀκούσωμεν ὡς τὸν τέτιγα τοῦ Αἰσώπου· ἀφ’ οὗ ἕως τώρα δὲν ἐκάματε ἄλλο παρὰ νὰ τραγουδᾶτε, ἀρχήσατε τώρα νὰ χορεύετε. Ἂς λυθῇ τέλος πάντων τὸ ζήτημα.
§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ὕστερον ἀπὸ ἓξ ἡμερῶν πολυώρους συνεδριάσεις τῷ ὄντι ἐξηντλήθη, διότι πολλὰ ἐλέχθησαν ἑκατέρωθεν ἀπὸ ῥήτορας εὐγλώττους. Ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω ἐν συντόμῳ τροπολογίαν τινὰ, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον μετὰ τοῦ κ. Βαλασσοπούλου. Ὀφείλω ὅμως, πρὶν ἐμβῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας μᾶς ἀπασχολεῖ, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις πιστεύω ὅτι θὰ θεωρηθῇ εὔλογος παρ’ ὅλων τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Δὲν πιστεύω ὅτι μία Βουλὴ, ἥτις ἔχει περιωρισμένα καὶ διαγεγραμμένα ἀπὸ τὸ Σύνταγμα δικαιώματα, ἐδύνατο νὰ ἐξελέγξῃ μετὰ τοσαύτης πικρίας τὴν διαγωγὴν μιᾶς Συνελεύσεως· ἡ διαγωγὴ τῆς Συνελεύσεως ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν. Διεφιλονείκησαν, κύριοι, πρὸς τοῖς ἄλλοις τινὲς καὶ τὴν νομιμότητα τῆς Συνελεύσεως. Κακῶς συνεκροτήθη, εἶπεν ὁ Βουλευτὴς Κέας· καὶ λησμονεῖ ὅτι φιλονεικῶν τὴν νομιμότητα τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, φιλονεικεῖ τόσα ἄλλα μεγάλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς. Ἐξέθεσεν ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἐπὶ μακρὸν διήρκεσε, καὶ ἐλησμόνησεν ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον χρόνον μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῆς Βασιλείας. Ἐβράδυνε, λέγουν, νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐλησμόνησαν ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, περιμένουσα πρῶτον μὲν νὰ λάβῃ μέρος καὶ ὁ Ἡγεμὼν, κατόπιν δὲ καὶ οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου· καὶ ὡς εἶναι γνωστὸν, ἅμα ἀφίχθησαν ἐνταῦθα τὴν 20 Ἰουλίου 1864, ἀμέσως ἤρξατο ἡ συζήτησις τοῦ πολιτεύματος, καὶ μολονότι εἶχεν ὑπὸ συζήτησιν σπουδαῖον ἔργον ἡ Συνέλευσις, προέβαινε μετὰ μεγάλης ταχύτητος, διότι ἐντὸς ὀλίγων συνεδριάσεων συνεζήτησεν 72 ἄρθρα τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ἔκαμε καὶ ἄλλας ἐργασίας νομοθετικὰς ἀναγκαίας διὰ τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου. Ἐν ᾧ δὲ εὑρίσκετο περὶ τὸ τέρμα σχεδὸν τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ὑπελείποντο εἰμὴ 30 ἄρθρα, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 10 ἦσαν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ὅστις κατηργήθη, τὰ ὁποῖα ἐντὸς 3 ἢ 5 συνεδριάσεων ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῶσι, τότε ἔρχεται ἓν διάγγελμα, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον συνεβούλευσε τὸν Βασιλέα νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, τὸ ὁποῖον προσέβαλλε καὶ ὕβριζε τὸ ἔθνος ὁλόκληρον. Ἠσθάνθη τῷ ὄντι ἡ μεγάλη μειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως τὸ ἄλγος αὐτοῦ τοῦ πραξικοπήματος, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ φέρῃ δυσκολίας εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐνόμισε πρέπον νὰ κάμῃ ὅ,τι μετ’ ὀλίγον ἔκαμεν· ἐξηκολούθει λοιπὸν τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ καμμία δύναμις, κύριοι, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα, οὔτε ἄνωθεν, οὔτε κάτωθεν, οὔτε ἐντεῦθεν, οὔτε ἐκεῖθεν νὰ πιέσῃ τὴν Συνέλευσιν. Ἡ Συνέλευσις ὡς Σῶμα κυρίαρχον εἶχε τὸ δικαίωμα μόνη της νὰ θέσῃ τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν της. Κακῶς λοιπὸν τότε οἱ σύμβουλοι συνεβούλευσαν τὸν Βασιλέα, καὶ ὅλοι ἐνθυμεῖσθε πόσον πικρῶς κατέκρινε τὸ διάγγελμα ἐκεῖνο ὄχι μόνον ὁ ἐξωτερικὸς τύπος, ἀλλὰ καὶ ὁ τύπος τῆς Ἑλλάδος.
§114ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἴμεθα πλήρεις, κ. Πρόεδρε.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξέλθουν οἱ κ. Βουλευταὶ ἀπὸ τὰ δωμάτια.
§116ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε, ἐξακολουθοῦμεν.
§117Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐκταθῆτε πολὺ, κύριε Παπαμιχαλόπουλε;
§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τουλάχιστον δύω ὥρας.
§119ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διαλύεται ἡ συνεδρίασις· (ὥρα 5 παρὰ 10 M. M.)