Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Α · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 29

1865.07.21

2.854 στίχοι · 23.742 λέξεις · 2 πίνακες · 128 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1865.07.21
Προεδρεία
ΕΥΘ. ΚΕΧΑΓΙΑ
Περίοδος
Α
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α (1865)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29.

Τῆς 21 Ἰουλίου 1865.

(Τετάρτη).

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ τῶν Κυρίων βουλευτῶν ζητοῦν ἄδειαν ἀπουσίας, εἶναι περίπου 30. Τί φρονεῖ ἡ Βουλή;

§4ΤΙΝΕΣ. Νὰ σκεφθῶμεν μετὰ τὴν ἀπάντησιν.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κατάδικοι τοῦ Ναυπλίου εὑρισκόμενοι ἐντὸς τῶν φυλακῶν παραπονοῦνται διὰ τὴν κακὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, καὶ ἡ ὁποία προέρχεται βεβαίως ἀπὸ τὴν πληθὺν αὐτῶν, εἶναι περίπου 300. Ἔστειλαν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν φιλανθρωπίαν αὐτῆς.

§6ΤΙΝΕΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.

§7ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἔρχομαι κ’ ἐγὼ, Κύριοι, νὰ καταγγείλω ἐνώπιον ὑμῶν κακούργημα, ὅπερ, ἂν μείνῃ ἀτιμώρητον, δύναται νὰ σύρῃ ἐπὶ τῶν κεφαλῶν ἡμῶν τὴν δικαίαν κατάραν τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἀπαισία καὶ φοβερὰ νόσος καταμαστίζει τὴν Ἀνατολὴν ἅπασαν. Πρὸς ἀποφυγὴν τῆς καταστρεπτικῆς μάστιγος ἄπειροι οἰκογένειαι προσέρχονται αἰτοῦσαι παρ’ ἡμῖν ἄσυλον καὶ παραμυθίαν. Ἐννοῶ, ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς ἰδίας συντηρήσεως δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν αὐστηρότητα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις ἔκρινεν εὔλογον νὰ παραδεχθῇ πρὸς σωτηρίαν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ τοὺς ἐπὶ τῶν σκοπέλων ἀγωνιῶντας εἶναι δίκαιον νὰ τοὺς ἀκούωμεν νὰ βλασφημῶσι τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἔθεσαν τὸν πόδα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους; Ἡ πεῖνα κατατρώγει τὰ σπλάγχνα των, καὶ ἡ αἰσχροτέρα κερδοσκοπία ἐκμεταλλεύεται τὴν ὀδυνηρὰν θέσιν των.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω, ὅτι προκαλεῖτε συζήτησιν.

§9ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ὄχι, Κύριε Πρόεδρε. Καταθέτω ἐνώπιον ἡμῶν τεμάχιον ἄρτου ὡς δεῖγμα τῆς ἀπανθρωπίας ἐκείνων, οἵτινες ὡς τροφοδόται ἀνεδέχθησαν νὰ προμηθεύσωσιν εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους τὰ πρὸς ζωάρκειαν. Ἂς ἴδῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἂς κρίνῃ ἂν ᾖναι δυνατὸν ἐν τῇ ἐποχῇ, ἐν ᾗ ζῶμεν, εἰς ἀνθρώπινα ὄντα νὰ προσφέρεται τοιαύτη τροφή. Τοιοῦτον ἀνοσιούργημα προσβάλλει, Κύριοι, τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, εἶναι ὕβρις φοβερὰ κατὰ τῆς φύσεως, κατὰ τοῦ Θεοῦ, κατὰ τῆς ἀνθρωπότητος. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν κακούργων. Ἡ ἱκανοποίησις αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, διότι πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κόσμος, ὅτι τοιαύτη ἱεροσυλία δὲν ἔμεινεν ἀτιμώρητος. Ὁ ἄρτος ἐκεῖνος, δι’ οὗ τρέφονται οἱ ἐν τοῖς λοιμοκαθαρτηρίοις συνδιαιτώμενοι μετὰ τῆς χολέρας εἶναι ἱκανὸς νὰ καταδείξῃ τὴν παροῦσαν ἐλεεινότητά μας, καὶ δύναται νὰ μαρτυρήσῃ περὶ τῆς καταστάσεώς μας μετὰ πολλῆς μεγαλειτέρας ἀκριβείας παρ’ ὅσον ὅλαι ὁμοῦ αἱ συζητήσεις, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν.

§10ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (ὑπουργ. Ναυτικῶν). Ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς τῆς ἐπερωτήσεως, πρὸς καθησύχασιν αὐτῆς καὶ πρὸς ἐξάλειψιν ἐκείνης τῆς μομφῆς, ἥτις οὐχὶ μόνον ἤθελε πέσει κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλά, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀπὸ καρδίας εὐχαριστῶ τὸν Κύριον βουλευτὴν Λευκάδος διὰ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις τὰ αἰσθήματα ταῦτα συμμερίζεται. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κακουργήσας αὐτὸς ὑπάλληλος ἐπαύθη, διετάχθη ἡ παραπομπή του ἐνώπιον τοῦ εἰσαγγελέως, νὰ ἦσθε δὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι θέλει τιμωρηθῆ κατὰ τὸν νόμον, τὸ γεγονὸς δὲ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λευκάδος, εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς ἐλάβομεν.

§11ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑπάρχει πλοῖον ἐκεῖ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον σταθμεύει;

§12ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχει.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Δεληγεώργης, ἔχει τὸν λόγον.

§14Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, Κύριοι, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν συμμερίζεται τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασαν δύω συνάδελφοι χθὲς, ὁ Κ. βουλευτὴς Κέας καὶ ὁ Κ. βουλευτὴς Παξῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους αἱ συζητήσεις, εἰς ἃς σήμερον ἐνασχολούμεθα, εἶναι μάταιαι καὶ περιτταὶ, τὸ μὲν, διότι δι’ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, τὸ δὲ διότι δὲν δύναται νὰ ἐπανορθωθῇ ἡ ἀδικία ἡ γενομένη πρὸς τὸν Κ. Κυπριάδην κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν πληρεξουσίων! διότι, ἂν τοιαύτας ἰδέας καὶ τοιαύτας ἀρχὰς πρεσβεύωσιν οἱ βουλευταὶ, δὲν δύνανται οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ εὕρωσι θέσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι δὲν ἔχουν καμμίαν ἐντολὴν νὰ ἐκπληρώσωσι, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀπέλθωσιν. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ σκοποῦσι νὰ μὴ παραβιάσωσι τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ, νὰ ὑπερασπίζωνται καρτερικῶς καὶ μετὰ ζήλου τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἐν τῷ συντάγματι διετήρησεν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, δηλονότι τὸ ἥμισυ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι, εὑρόντες τὴν Ἑλλάδα εἰς ὑψηλὴν περιωπὴν, τὴν τῆς συνταγματικῆς πολιτείας, δὲν θέλουσι καταδεχθῆ ν’ ἀποδείξωσιν αὐτὴν ἀναξίαν τῆς θέσεως ταύτης. Λαβὼν τὸν λόγον κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως συζητήσεων, ἐξέφρασα τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔπρεπε ν’ ἀποφύγῃ τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν διαταγμάτων, διὰ τοὺς λόγους οὓς ἐξέθεσα τότε· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἐπεμβῆκεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν γενικὴν ταύτην συζήτησιν. Δὲν μὲ παρεκίνησεν εἰς τοῦτο, κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν προσωπικοτήτων, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ παρεξηγήσεως τῶν λόγων μου, διότι τὰ προσωπικὰ ζητήματα δὲν ἐνδιαφέρουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν Βουλὴν, καὶ ὁσάκις τὴν ἐνδιαφέρουσιν εἶναι δευτερευούσης ἀξίας. Ἀλλὰ θέλω ἐπασχολήσει τὴν Βουλὴν, ὅσον δύναμαι συντόμως, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ ἔφερεν εἰς μέσον. Δύω εἶναι ἰδίως τὰ ζητήματα ταῦτα, τὸ ζήτημα τῆς τάξεως, καὶ τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομίας· διότι ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, δίδων λόγον τῶν πεπραγμένων καὶ ὑπερασπίζων τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεώς του, ἐξέθεσεν, ὅτι πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πράξῃ ἄνευ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, προέβη εἰς τὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα προέβη, καὶ ὅτι ἐκτελῶν αὐτὰ ἐπρόσεξε πολὺ εἰς τὴν οἰκονομίαν, ὡς ὑπὸ πνεύματος τοιούτου ἐμφορούμενος. Ἐξετάζω κατὰ πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς τάξεως, ὄχι διότι ἡ οἰκονομία εἰς Κράτος ἐνδεὲς, καθὼς εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν, δὲν ἔχει πρωτίστην ἀξίαν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐπιθυμῶ οὔτε δι’ ὀλίγον ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς Συνελεύσεως νὰ μείνῃ μὲ τὴν εὐθύνην, ὅτι ἐγένετο αἰτία τῆς καταπατήσεως τοῦ θεμελιώδους νόμου, αὐτὴ, ἥτις ὑπερησπίσθη τὸν θεμελιώδη νόμον μὲ τόσην καρτερίαν, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ καὶ δὲν τὸν ἐφήρμοσεν, οὔτε παρέλαβεν αὐτὸν εἰς τὰς χεῖράς της διὰ νὰ τὸν φυλάξῃ. Ἐννοῶ, κύριοι, τὴν θέσιν τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ· ἐννοῶ, ὅτι, ἐπιχειρῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν καταπάτησιν τοῦ θεμελιώδους νόμου, ἐννοῶ, ὅτι εἶναι ἠναγκασμένος νὰ προσφύγῃ εἰς ἐπιχειρήματα στενοχωρημένα, δὲν ἐπίστευον ὅμως, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἤθελεν ἀναπτύξει μέχρι προσβολῶν κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀνταγωνίζεται, ἰσχυριζόμενος ὅτι τὸ πνεῦμα, αἱ ἀρχαὶ, αἱ τάσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης ἐνέπνεον φόβον διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως! Ἠδυνάμην, ἵνα δικαιώσω τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην καὶ ἀφοπλίσω τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τοῦ ὅπλου μεθ’ οὗ ὡπλίσθη, νὰ σταματήσω εἰς ταύτην μόνον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι τίποτε δὲν συνέβη εἰς τὸ Κράτος, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις διεμαρτυρήθη μὲν καὶ ἀπεχώρησεν ἀπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ δὲν ἔδωκε καμμίαν ἀφορμὴν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι μετέβαλε πολιτικὴν, διότι οὔτε ἄνευ λόγου ἀπεχώρησεν ἢ κρύφα, οὔτε ἀπεχώρησε διαῤῥήξασα πάντα δεσμὸν μετὰ τῶν καθεστώτων· ἐξεναντίας τὴν πέμπτην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλον τὰ ἔργα τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐπισφραγισθῶσι διὰ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ μέσῳ τῶν πληρεξουσίων, καὶ διὰ τῆς ὁρκωμοσίας αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ συντάγματος, ἡ ἀντιπολίτευσις προσῆλθε καὶ συνέπραξε μεθ’ ὅλων τῶν ἀντιπροσώπων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως, ἥτις ἔμελλε νὰ παγιώσῃ καὶ τὴν νέαν Βασιλείαν καὶ τὸ νέον πολίτευμα καὶ τὴν νέαν τάξιν τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ περιπλέον ἠδυνάμην νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, τί δικαίωμα ἔχετε νὰ ἐπιῤῥίπτετε τὴν μομφὴν ταύτην εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀφοῦ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο οὔτε εἷς ἕλλην καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὡπλίσθη, ὥστε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις τὸν ὥπλισεν, ἵνα διαταράξῃ τὴν τάξιν, καὶ εἰς καμμίαν ἐπαρχίαν ἡ τάξις δὲν ἐταράχθη, διὰ νὰ εἴπητε ὅτι ἕνεκεν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ τάξις ἐταράχθη, καὶ καμμία ἀντίπραξις δὲν ἐγένετο εἰς τὴν Διοίκησιν τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ μᾶς εἴπητε, σεῖς μοὶ ἀντιπράττετε, καὶ εἰς τὴν παράνομον εἴσπραξιν τῶν φόρων οὐδεμίαν ἀπηντήσατε δυσκολίαν, διὰ νὰ αἰτιαθῆτε τὴν ἀντιπολίτευσιν; Λέγω δὲ ταῦτα, ἐλπίζων ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς δὲν φρονεῖ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν βαρύνει διόλου εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς ἐν τῷ τόπῳ τάξεως, ὥστε τὴν διατήρησιν αὐτῆς κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ν’ ἀντιποιηθῇ ὁλόκληρον ἡ Κυβέρνησις. Δὲν βλέπω λοιπὸν, κύριοι, ἄλλο τι νὰ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φόβων του περὶ τάξεως ἢ μόνον τοῦτο· ὅτι ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσι ταύτῃ περιελαμβάνοντο τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες εἰργάσθησαν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ οὕτω ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν ἕξεις διαταράξεως τῆς τάξεως, ἀρυόμενος αὐτὰς ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι κατὰ τὴν ἐπανάστασιν ἔλαβε μέρος ἐνεργόν. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις, κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἐπαναστάσεις, ἔχει ἰδέαν καθαρὰν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ὀφείλει νὰ ἀγνοῇ, διότι εἶναι ἐπισήμως διατετυπωμένη· ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ ἐπαναστάσεις δὲν εἶναι ἔργον τῶν ἀτομικῶν θελήσεων· πρεσβεύει τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς 10 Ὀκτωβρίου προῆλθεν ἕνεκα τῆς διανοητικῆς προόδου τοῦ τόπου, καὶ ὅτι ἐτελείωσε καὶ ἐπέτυχε, διότι ὑπῆρχεν ὁμόθυμος καὶ γενικὴ πεποίθησις εἰς ὅλον τὸ ἔθνος περὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ πνεῦμα τῆς ἀταξίας, δὲν εἶναι ἡ μανία τοῦ νὰ εὑρίσκεται τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος αἰωνίως εἰς διαπληκτισμοὺς, εἰς διαιρέσεις, εἰς φόβους, εἰς δυστυχήματα, ἅτινα ἐνέπνεον τὴν ἀντιπολίτευσιν· ἀλλ’ ἡ 10 Ὀκτωβρίου ἦτο ἡ φυσικὴ φορὰ τῶν πραγμάτων, ἦτο ἡ πεποίθησις ἡ γενικὴ, ἡ ὁποία εἶχεν ἐξαπλωθῆ καθ’ ὅλον τὸ ἔθνος· καὶ ἂν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐνθυμηθῆ ὁποῖοι ἄνδρες ἔλαβον μέρος εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐπαναστάσεως, ἂν ἐνθυμεῖτο τὸν Κ. Βούλγαρην, τὸν Κ. Ῥοῦφον, τὸν Κ. Ζαΐμην καί τινα ἄλλα πρόσωπα, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν εἶχε τὸν χαρακτῆρα τοῦ ταραξίου ὁ Κ. Ῥοῦφος, ὁ Κ. Βούλγαρης, ὁ Κ. Ζαΐμης, ἄνθρωποι ταραξίαι, ὁρμηθέντες εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, διότι ἐνεφοροῦντο ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀταξίας! Ἠναγκάσθην, κύριοι, νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα, διότι τὸ ζήτημα ἐγγίζει δυνατὰ τὴν τιμὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ διότι ἐχρησίμευσεν ὡς ἐπιχείρημα πρὸς ὑποστήριξιν μιᾶς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἀποδοκιμάζει ἡ κοινὴ συνείδησις, τῆς παραβιάσεως τοῦ θεμελιώδους νόμου. Ὑπῆρξαν βεβαίως καὶ ἐπαναστάσεις τῆς ἀτομικῆς θελήσεως· ὑπῆρξάν ποτε καὶ κινήματα ἐμπνευσθέντα ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς ἀταξίας· ταῦτα ὅμως ἀφίνω διὰ τοὺς πυρπολητὰς τῶν ἀρχείων. Ἀλλὰ περιπλέον, εἶχε τάχα ἀφορμὴν νὰ φοβῆται ἡ κυβέρνησις, ὅτι ἡ τάξις ἠδύνατο νὰ κλονισθῇ κατὰ τὰς ἐκλογάς;—Οὐδαμῶς· διότι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν κατῆλθε κἂν ὡς Σῶμα εἰς αὐτὰς πολιτικὸν, καὶ οὔτε προκηρύξεις ἐξέδωκεν, οὔτε ὑποψηφίους ἔθεσεν, οὐδὲ συστηματικόν τι ἐνήργησε πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν διελύθη ἡ Συνέλευσις, ἢ καθ’ ἣν ἀπεχώρησεν ἡ ἀντιπολίτευσις, τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἠρνήθησαν τὸν ἀδελφικὸν ἀσπασμὸν πρὸς τὰ τῆς συμπολιτεύσεως, καὶ ἀρξαμένης τῆς προπαρασκευῆς τῶν ἐκλογῶν, ἐγένοντο ἄνευ δισταγμῶν καὶ μετὰ σπουδῆς οἱ συνδυασμοὶ καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, καὶ οὔτε ἡ μία, οὔτε ἡ ἄλλη μερὶς ἐδεσμεύθη ἐκ τοῦ πολιτικοῦ συστήματος, ὅπερ ἠκολούθει ἐν τῇ Συνελεύσει, καὶ τοὺς διαπληκτισμοὺς ἐλησμόνησαν οἱ πάντες, μόνον σκοπὸν προτιθέμενοι τὴν ἐπιτυχίαν των. Τούτων οὕτω γενομένων, ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ πλάσῃ τοιοῦτον ἐπιχείρημα πρὸς δικαιολόγησιν μιᾶς πράξεως τόσον τολμηρᾶς, ὁποία εἶναι ἡ καταπάτησις τοῦ Συντάγματος! Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν ἐν τῷ ἔθνει, οἱ ὁποῖοι εἶναι σύγχρονοι, οἱ ὁποῖοι βλέπουσι τὰ πράγματα, καὶ οἱ ὁποῖοι συμπράττουσι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς πείσητε, Κ. πρωθυπουργὲ, ὅτι ἡ αἰτία τῆς καταπατήσεως τοῦ Συντάγματος ἦτο ὁ φόβος τῆς διαταράξεως τῆς τάξεως; Ἂν δὲ ἰσχυρίζεσθέ τι διὰ τὴν λῃστείαν, καὶ νομίζω, ὅτι κἄτι ἰσχυρίσθητε, εἶναι ἀνάξιον λόγου τὸ ζήτημα, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔπαυσεν ἡ λῃστεία ποτὲ, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν περίστασιν ἡ λῃστεία δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων κατὰ τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἡ κοινὴ συνείδησις τοσοῦτον ἠγανάκτησεν. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐλήφθησαν ἔκτακτα μέτρα καὶ ἀντισυνταγματικὰ καὶ ἐναντία τῶν νόμων, ἐνῷ καθεὶς ἔλεγεν, ἂς μεταχειρισθῶμεν τὰ πλέον ἔκτακτα μέτρα, ἵνα ἀπαλλαχθῇ ὁ τόπος ἀπὸ αὐτὴν τὴν μάστιγα! Ὑπῆρξαν ἐνίοτε τοιαῦται περιστάσεις, ἀλλ’ ἡ σημερινὴ δὲν ἦτο τοιαύτη. Καὶ, ἂν ἐνθυμῆται ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς τὰ 1856 καὶ 1857, οἱ λῃσταὶ εἶχον περικυκλώσει τὴν πρωτεύουσαν καὶ εἶχον ὑψώσει τόσον ὑπερήφανον κεφαλὴν, ὥστε ἐτόλμησαν νὰ διαβῶσι τὴν θάλασσαν ἐνώπιον καὶ διὰ μέσου τῶν λιβυρνίδων καὶ τῶν φρουρίων καὶ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Χαλκίδα ἄνευ ἐναντιώσεως, καὶ νὰ λῃστεύσωσιν οἰκίαν κειμένην ἐν τῷ κέντρῳ τῆς πόλεως, παρούσης τῆς χωροφυλακῆς, παρούσης φρουρᾶς, καὶ νὰ αἰχμαλωτίσωσι καὶ νὰ ἀπέλθωσιν ἀνενόχλητοι. Εἰς τὰ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν πλεῖσται αἰχμαλωσίαι ἐγένοντο, καὶ μολαταῦτα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐδεμία ἀνάγκη παρουσιάσθη, ὅπως καταπατηθῇ τὸ Σύνταγμα, καὶ δὲν κατεπατήθη. Ἀναιρέσας κατὰ τὴν ἰδέαν μου τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀνάγκης, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν ν’ ἀσχοληθῶ εἰς τὰ διατάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνον ἐκ τῆς ἀνάγκης ταύτης δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσι. Μ’ ὅλον τοῦτο συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἐπασχολήσω ἔτι μικρὸν εἰς τὰ ζητήματα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας σχετικῶς μὲ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις θέλουσα, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, παρεβίασε τὰ ἄρθρα 60 καὶ 61 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 8 τοῦ κανονισμοῦ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τὸν νόμον περὶ μισθολογίου αὐτῆς, καὶ ηὔξησε τὴν Χωροφυλακὴν κατὰ 40 ἐνωμοτίας, ἑπομένως ηὔξησε καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἔκαμε λόγον περὶ τούτων, καὶ ἐνθυμεῖσθε τί εἶπεν·— ἐπεθύμουν νὰ τακτοποιήσω τὸ Κράτος, ἐπεθύμουν νὰ παραιτήσω ἀπὸ τὴν διαχείρισίν μου ποσὸν 230,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς δίδει διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν. — Ἐξετάζων τὰς δύω ταύτας ἰδέας, ἐπικαλοῦμαι ὅ,τι σᾶς εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς, δηλονότι ἐλπίζω, ὅτι οἱ βουλευταὶ, εὑρόντες τὴν Ἑλλάδα εἰς περιωπὴν τόσον ὑψηλὴν, ἐλευθέρου συνταγματικοῦ Κράτους, δὲν θέλουσι καταδεχθῆ ν’ ἀποδείξωσιν αὐτὴν ἀναξίαν τῆς θέσεως ταύτης. Ἠθέλησεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, παραβαίνων τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς εἰρημένους νόμους, νὰ τακτοποιήσῃ τὸ Κράτος! — Ἂν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἔλεγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς δικαιολόγησιν ἑνὸς νομοσχεδίου, ὅπερ ἐπαρουσίαζεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ἦτον ὅλως δικαιολογημένος, διότι ἡ τακτοποίησις τοῦ Κράτους εἶναι τῳόντι λόγος μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας, ἀλλ’ ἡ τακτοποίησις τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἡ ἀνάγκη ἐκείνη, ἡ ὁποία εἰς ἐκτάκτους καὶ σπανιωτάτας περιστάσεις ἐνδέχεται νὰ συγχωρήσῃ τὴν καταπάτησιν τοῦ θεμελιώδους νόμου; — Ἀφ’ ἑτέρου μήπως ἐβελτιώθη ἡ ὑπηρεσία; Δὲν πιστεύω ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι διετήρησε τὴν ἐθνοφυλακὴν μέχρι 20 Ἰουνίου ἕνα μῆνα μετὰ τὴν ἔλευσιν τῆς Βουλῆς, ὅτε διέλυσε τὰ ⅔, καὶ ὅτι τὸ ⅓ διέλυσε μόλις κατὰ τὴν 8 ἢ 10 Ἰουλίου, καὶ ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο εἶχε καὶ τὴν ἐθνοφυλακὴν καὶ τὴν χωροφυλακὴν εἰς ἐνέργειαν. Ἐπομένως δὲν εἶναι κἂν ἀληθὲς ὅ,τι σᾶς εἶπε· δὲν εἶναι ἀληθὲς οὔτε, ὅτι ἀντικατέστησε τὴν ἐθνοφυλακὴν διὰ τῆς χωροφυλακῆς πρὸς τακτοποίησιν, οὔτε ὅτι ἤθελε νὰ παραιτηθῇ τῆς διαχειρίσεως τῶν 230,000 δραχμῶν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διότι ταύτας οὐ μόνον ἐξήντλησεν, ἀλλὰ τὰς ἐξήντλησεν ἐντὸς 6 μηνῶν· διότι τοῦ ἔτους 1865 δὲν ἔχομεν παρὰ 6 μῆνας παρελθόντας, καὶ οὐ μόνον τὰς ἐξήντλησεν εἰς 6 μῆνας, ἀλλὰ καὶ ὑπερέβη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς τῷ ἐχορήγει, διότι ἐξώδευσε 260,000 δραχμῶν ἀντὶ 230! Ἀκούσατε, κύριοι, μετὰ πλείονος ἀκριβείας τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα, ἀθετοῦσα τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, εἰς ὁποῖον ἀποτέλεσμα ἔφερον οἰκονομικῶς.—

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
— Ὑπεβλήθη εἰς τὸ Συμβ. τῆς Ἐπικρατείας
ἀναπληρωματικὴ πίστωσις λόγῳ ἐξόδων
δημοσίας ἀσφαλείας δραχ.330,000
Ἐξηντήλθη ἡ πίστωσις διὰ τὴν δημόσιον
ἀσφάλειαν » 230,000
Ηὐξήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργ.
τῶν Στρατιωτικῶν λόγῳ δημοσίας ἀσφαλείας
ἐκ τοῦ μισθοῦ 40 ἐνωμοτιῶν » 240,000
Τὸ ὅλον δραχ.800,000

Ἔξοδα δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ ἔτους 1865 ἀντὶ δρ. 230 χιλιάδων κατὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐτακτοποίησε λοιπὸν τὸ Κράτος διὰ τῆς καταπατήσεως τοῦ θεμελιώδους νόμου; Καὶ τὶ περιπλέον, Κύριοι; — Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην δυνάμεώς τινος κατὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τῶν ἐκλογῶν, οὐχὶ διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὰ ἀνατρεπτικὰ σχέδια τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ διὰ νὰ προβλέψῃ μήπως συμβῶσι ταραχαὶ καὶ χυθῇ αἷμα, μάθετε, ὅτι εἶχε κλεισμένους ἐντὸς τῆς πόλεως Κερκύρας 536 στρατιώτας....... Τὸ βεβαιῶ τοῦτο, κύριοι. Καὶ ἐκτὸς τούτου γνωρίζετε, οὐδὲ πιστεύω νὰ τὸ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον διατηρεῖται στρατὸς, δαπανῶν 800,000 δραχ. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ σᾶς ἐνθυμίζω, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος ὁλόκληρος ἔχει διοικητικὴν Ἀστυνομίαν, ἧς ἡ ὕπαρξις μάλιστα, ὅπως εἶναι ὡργανισμένη, ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἥτις κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Κ. Σωτηροπούλου, δαπανᾷ κατ’ ἔτος 500,000. Παραλείπω τοὺς δισχιλίους νεοσυλλέκτους. Φόβος λοιπὸν, Κύριοι, ἐπαναστάσεως δὲν ὑπῆρχεν· ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν κατῆλθεν εἰς τὸν ἀγῶνα ὡς Σῶμα πολιτικὸν, ἀλλὰ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ συμπολιτευόμενοι κατῆλθον εἰς τὸν ἀγῶνα ὡς ἀδελφοὶ νὰ περαιώσωσι τὰς ἐκλογάς· ἡ λῃστεία δὲν παρουσίαζεν ἔκτακτόν τινα χαρακτῆρα καὶ μολαταῦτα ἐξωδεύσατε, χωρὶς νόμον, δι’ ἔξοδα δημοσίας ἀσφαλείας, δρ. 800 χιλ, ἐκτὸς τῶν ὑπερόγκων ἐξόδων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς Ἀστυνομίας. Ἐξαντλήσας, Κύριοι, τὸ ζήτημα περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὴν οἰκονομίαν. Θέλω ἐξετάσει, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἐξελθοῦσα τοῦ Συνταγματικοῦ νόμου, καὶ εὑρεθεῖσα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξέλθῃ, -τὸ παραδέχομαι διὰ μίαν στιγμὴν, — ἐσεβάσθη τὸν ἄλλον νόμον, τὴν ἄλλην ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἂν ἐσεβάσθη καὶ ἐφύλαξε τὸν νόμον τῆς οἰκονομίας. Θέλω ἐξετάσει κατὰ πρῶτον τὴν οἰκονομίαν ὡς πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν, καὶ μετέπειτα θέλει μὲ συγχωρήσει ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Διὰ νὰ πεισθῆτε, Κύριοι, ἂν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀφομοίωσιν ἠκολούθησε τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας, πρέπει νὰ παραβάλητε τὰ ἔξοδα ἅτινα ἡ Ἑπτάνησος ἐξώδευεν ὑπὸ τὴν προστασίαν, πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐξοδεύει ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου Κυρίου Κουμουνδούρου. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1865, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κύριος Σωτηρόπουλος. Κατὰ τὴν ἀφομοίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπρότειναν εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ τῆς ὁποίας δὲν ἀπεμακρύνθη ἡ Κυβέρνησις, ὁ προϋπολογισμὸς ἀναβαίνει εἰς 3,648,911 δραχ. εἰς τὰ ἔξοδα δὲ ταῦτα δὲν περιλαμβάνει ὁ Κ. ὑπουργὸς τὰς 600000 δραχ. τὰς ὁποίας ὑποθέτει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξοδεύῃ τὸ Κράτος διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑπτανήσου· ὑπέθετε δὲ, ὅτι ἤθελον ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἀφαιρεθῆ 500,000 διὰ τὴν Ἀστυνομίαν τῆς Ἑπτανήσου. Ἐν τούτοις ἡ Ἀστυνομία τῆς Ἑπτανήσου δὲν κατηργήθη, ὥστε τὸ ποσὸν μένει 3,648,911 δραχ. καὶ προσέτι πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς 600,000 δραχ. διὰ τὴν στρατ. ὑπηρεσίαν, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἀνέβησαν εἰς 800,000. Τοιουτοτρόπως τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῆς Ἑπτανήσου ἀναβαίνουσιν εἰς 4,148,911 δραχ. -Ἐπὶ δὲ τῆς προστασίας κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1862 τὰ ἔξοδα ἀναβαίνουν εἰς λίρας 174,753, τὸ 1863 εἰς λίρας 143, 131· ὥστε ὁ μέσος ὅρος εἶναι 4,450,000 δραχμαί, ἡ διαφορὰ εἶναι 1,089 δραχ. Δηλαδὴ ἡ ἄρτις τῆς προστασίας ἔφερεν ἐλάττωσιν εἰς τὰ ἔξοδα 1,089 δραχμάς. Ἀλλ’ ἡ κατάργησις τῆς προστασίας δὲν κατήργησε καί τινα ἔξοδα; Κατήργησε πρῶτον τὰ ἔξοδα τῆς Γερουσίας 120,000 δραχ. τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς 152,000, τὴν διαφορὰν τοῦ μισθοῦ τοῦ Ἁρμοστοῦ πρὸς τὴν Βασιλικὴν χορηγίαν 120,000 δραχ. Εἶναι προσέτι καὶ ἡ στρατιωτικὴ εἰσφορὰ, τὴν ὁποίαν ἐπλήρωνεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ Ἰόνιον κράτος διὰ νὰ τὸ κατέχῃ ἡ Ἀγγλία, ἀναβαίνουσα εἰς 25,000 λίρας. Ἐδῶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ εἰσφορὰ καταργεῖται, ἀλλ’ ἡ Ἑπτάνησος ἔχει ἀνάγκην στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω, ὅτι διὰ νὰ μὴν ἀδικήσω τὴν Κυβέρνησιν, διότι πρόκειται νὰ τὴν δικάσω, ἔχω μόνον τὸ δικαίωμα νὰ καταβιβάσω τὰς 500,000 δραχ. τῆς ὑψηλῆς Ἀστυνομίας, διότι ἡ Ἀστυνομία αὕτη, ὡς μὴ ὑπάρχουσα ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἰμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καὶ εἰς τὸ Ἰόνιον Κράτος, καὶ διότι ἡ ἰδία Κυβέρνησις, ὡς διαλαμβάνει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἐπρότεινεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἡ ὑψηλὴ Ἀστυνομία πρέπει νὰ καταργηθῇ. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, ἀναφαίνεται πλεόνασμα τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῶν ἐξόδων τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς κατοχῆς ἐκ δραχμῶν 890,911 ὡς ἀκολούθως.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Προϋπολογισμὸς ἐξόδων Ἑπτανήσου κατὰ τὴν
Κυβέρνησιν δραχ.3,648,911
Ἔξοδα στρατοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ δραχ. 800,000
Τὸ ὅλον διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Ἑπτανήσου δρχ. 4,458,911
Προϋπολογισμὸς ἐπὶ τῆς προστασίας
Μέσος ὅρος τῶν ἐτῶν 1862 καὶ 1863 δραχ.4,450,000
Ἐκπίπτονται ἕνεκα τῆς ἄρσεως τῆς προστασίας.
Ἔξοδα Γερουσίας δραχ. 120,000
Ἔξοδα Βουλῆς δραχ. 152,000
Διαφορὰ μισθοῦ τοῦ Ἁρμοστοῦ δρ. 120,000
Ὑψηλὴ Ἀστυνομία δραχ. 500,000
Τὸ ὅλον ἐκπίπτονται δραχ. 892,000
Τὸ ὅλον δραχ.3,558,000
Διαφορὰ ἐπὶ πλέον δραχ. 890,911

Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους εἶναι δύσκολος μὲν, οὐχὶ δὲ καὶ τοιαύτη, ὁποίαν ἐκ κακεντρεχείας οἱ ἀντίπαλοί του παρουσιάζουσιν αὐτὴν, καὶ ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ὁποίας θέλει ἀποδείξει τὴν ἀλήθειαν ταύτην· σπεύδει δὲ μάλιστα ἀπὸ τοῦδε νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν Βουλὴν, ἀναγγέλλων, ὅτι τὸ Κράτος ἐτράφη καὶ ἔζησε διὰ μόνων τῶν εἰσοδημάτων του, διότι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησεν, ἐχρησίμευσαν πρὸς ἐξόφλησιν ἀρχαιοτέρων δανείων Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, νὰ ἐξετάσω ἀμφότερα· ἀλλὰ πρὸ τούτου κάμνω τὴν παρατήρησιν, τὴν πολὺ δικαίαν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν παρέλειψε καθῆκον πολὺ φανερόν· ἀντὶ νὰ μᾶς παραπέμπῃ εἰς τὸ μέλλον, ἀντὶ νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι μετὰ 10 ἢ 15 ἡμέρας θέλει φέρει τὸν καθρέπτην τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ὤφειλε νὰ τὸν ἔχῃ ἡτοιμασμένον καὶ νὰ τὸν φέρῃ σήμερον, ὁπότε συζητεῖται μεταξὺ τῶν ἄλλων ζητημάτων καὶ τὸ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, καὶ ἀφοῦ ἐγνώριζεν, ὅτι εἰς ὅλα τὰ σχέδια τῆς ἀπαντήσεως ὑπάρχουν εἷς ἢ δύω §§ περὶ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἀφοῦ μάλιστα ὁ βασιλικὸς λόγος, ὅστις εἶναι ἔργον ὑπουργικὸν, πραγματεύεται περὶ τῶν οἰκονομικῶν. Δι’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, τίς δύναται νὰ τὸν βιάσῃ; δὲν ἔφερε τὴν ἔκθεσιν· πρέπει ἡμεῖς νὰ φροντίσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ παραγάγωμεν ἰδέαν τινὰ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, καὶ εἴμεθα δικαιολογημένοι ἐὰν σφάλωμεν· ἐλπίζω δὲ ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει σπεύσει τὰ σφάλματα ταῦτα νὰ τὰ ἐπανορθώσῃ. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι πολὺ χειροτέρα ἀφ’ ὅ,τι ὁ κύριος πρωθυπουργὸς τὴν παρουσιάζει. Ἀφίνω τὰ ἐλλείμματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ 1861–1864 ἀναβαίνουσιν εἰς 12,714,000 δραχ. Αὐτὸ τὸ ἔτος τὸ 1865 νομίζω, ὅτι θέλει παρουσιάσει ἔλλειμμα μεταξὺ πέντε–ἓξ ἑκατομ· καὶ ἐνῷ, ὅπως γνωρίζετε, ἀπὸ ἑνὸς μηνὸς καὶ περισσότερον τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον εἶναι κεκλεισμένον, ἀκούσατε ἀκόμη τί μᾶς περιμένει.

§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε ἦτο κλεισμένον.

§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κλειδωμένον μὲ κλειδιὰ, ἀλλ’ ἄνοιγε. Μὴ ὑποθέτετε, ὅτι, ἐκθέτων τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, θέλω ἐκ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, νὰ ἀποδείξω, ὅτι κατεστρέψατε τὴν οἰκονομίαν· θέλω ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐσφάλετε ὑπερβάντες τὰ ὅρια τῆς ἐπιτετραμμένης διαχειρίσεώς σας, σπαταλῶντες. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἐνθυμίσω, κύριε Σωτηρόπουλε, πόσαι πιστώσεις προερχόμεναι ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τῆς κυβερνήσεως τοῦ Ἰουλίου ἐπισωρεύονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν.

§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1864.

§18ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦ 1864 καὶ 1865, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλαι ἐξεδόθησαν, ἄλλαι εἶναι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἄλλαι περιμένονται ἀναποφεύκτως.

§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε πότε ὑπεβλήθησαν αἱ πιστώσεις τοῦ 1863· ὑπεβλήθησαν ἅμα ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν· θὰ εἴπῃ λοιπὸν ὅτι ἄλλος τὰς ἐδημιούργησε.

§20ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς αὐτὸ δὲν σᾶς ἀθωόνω· διότι ἀφ’ ἧς ἐγκαθιδρύθη ἡ νέα τάξις τῶν πραγμάτων, πλὴν τῶν πρώτων τεσσάρων μηνῶν τῆς ὑπουργείας τοῦ Κ. Βούλγαρη, οὐδεμίαν ἄλλην μερίδα τῆς ἡμετέρας θεωρῶ ὡς αἰτίαν τῶν καλῶν καὶ τῶν κακῶν.

§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ δέχομαι.

§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑμεῖς βέβαια δὲν εἶσθε ἀρχηγὸς μερίδος. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, κύριε Σωτηρόπουλε, τί ἠμπορεῖτε νὰ ἀπαντήσετε εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐξαντλήσεως τῶν ἰδιαιτέρων βοηθημάτων; Τὰ ἰδιαίτερα βοηθήματα ἀναβαίνουσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἰς 103,000 δραχ. ἐξωδεύσατε δὲ τὰς 100,000 μέχρι τέλους Μαΐου, ἤτοι ἐντὸς πέντε μηνῶν ἐκ τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο εὐκολώτερον δύναται νὰ οἰκονομηθῇ, ὅταν μία κυβέρνησις, προνοοῦσα διὰ τὴν διοίκησιν, βλέπῃ, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν οἱ πόροι της. Λοιπὸν, διαψεύδων τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι μὲν δύσκολος, ἀλλ’ ὄχι καὶ κακὴ, σᾶς λέγω, ὅτι τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον ἀπαιτεῖται αὔριον νὰ ἔχῃ διὰ τὰς τακτικὰς δαπάνας τῶν Ἀθηνῶν 845,000 δραχ. — καὶ προσέτι τὸ αὐτὸ ταμεῖον ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ληξιπρόθεσμα γραμμάτ. 1,350,000· ἤτοι τὸ ὅλον 2,195,000 ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐντὸς τοῦ Ἰουλίου. Τί ἄλλο συμβαίνει, κύριοι; Ἀπὸ τῆς πρώτης Αὐγούστου ἡ Ἑπτάνησος ἔχει ἀνάγκην νὰ λαμβάνῃ τὸ πρὸς διοίκησίν της χρηματικὸν ἐξ Ἀθηνῶν, διότι ἀπὸ τῆς ά. Αὐγούστου, διὰ τῆς ἀντισυνταγματικῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ κυβέρνησις, τὰ εἰσοδήματα τῆς Ἑπτανήσου μεταβαίνουσιν εἰς ἰδιωτικὰς χεῖρας, εἰς τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν, ἥτις θέλει τὰ εἰσπράττει. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος ἔχει μόνον ἕνα πόρον, τὰ τελωνεῖα, καὶ μεταξὺ τῶν τελωνείων τὰ μόνα ἄξια λόγου εἶναι τὰ τρία, τῆς Κερκύρας, τῆς Κεφαλληνίας καὶ τῆς Ζακύνθου. Ἀπὸ τῆς πρώτης λοιπὸν Αὐγούστου ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑπτάνησος νὰ τρέφεται ἀπὸ τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, καὶ τὰ ἔξοδά της κατὰ μῆνα εἶναι 350,000 δραχ. ὥστε ἀπαιτοῦνται τὸν μῆνα Ἰούλιον 2,545,000 νὰ εὑρίσκωνται ἐντὸς τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου, μόνον δι’ ἕνα μῆνα καὶ μόνον δι’ Ἀθήνας καὶ Ἑπτάνησον. — Τὴν ά. Σεπτεμβρίου ἀπαιτοῦνται τὰ ἑξῆς· ἡ μηνιαία δαπάνη, τὴν ὁποίαν σᾶς προανέφερα διὰ τὰ ἔξοδα ἐκ δραχ. 845,000 — πληρωμὴ ἐντόκων γραμματίων ληξιπροθέσμων δρ. 580,000 — διὰ τὴν Ἑπτάνησον ἐπὶ ἕνα μῆνα ἔξοδα 350,000 καὶ τὸ δάνειον τοῦ Βούρου, τὸ ὁποῖον ἀντισυνταγματικῶς ἡ κυβέρνησις συνωμολόγησε καὶ εἶναι πληρωτέον τὴν 1 Σεπτεμβρ. 100,000, ὥστε ἐντὸς 40 ἢ 50 ἡμερῶν ἀπαιτεῖται τὸ κεντρικὸν ταμεῖον νὰ ἔχῃ δραχ. 4,610,000. Ταῦτα, κύριοι, σᾶς τὰ βεβαιῶ, καὶ προκαλῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν νομίζῃ, ὅτι σφάλλω, νὰ τὰ διαψεύσῃ. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἡ κατὰ τὸν κύριον πρωθυπουργὸν δύσκολος μὲν, οὐχὶ ὅμως, ὡς οἱ κακεντρεχεῖς ἀντίπαλοι τῆς Κυβερνήσεως τὴν παριστάνουσιν. Μὴ λησμονήσητε δὲ, ὅπερ ἐν ἀρχῇ σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν 1861 μέχρι τῶν 1864 ὑπερβαίνει τὰ 12,000,000, τοῦ δὲ τρέχοντος ἔτους ἔσεται μεταξὺ 5 καὶ 6 ἑκατομμυρίων. Τὸ ὅλον δηλαδὴ 17–18 ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν δευτέραν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπόντος πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν καὶ ἐπιφυλάττεται νὰ σᾶς φέρῃ κατόπιν τὴν ἔκθεσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, σᾶς δίδει ὅμως ἀπὸ τοῦδε τὴν εὐάρεστον ἀγγελίαν, ὅτι ἐζήσαμεν μὲ τὰ εἰσοδήματά μας· καὶ δὲν εἶναι μικρὸν, εἶπε, νὰ μάθῃ ἓν ἔθνος, ὅτι τὰ εἰσοδήματά του ἐπήρκεσαν εἰς τὰς ἀνάγκας του. Ἡ διαβεβαίωσις αὕτη τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ στηρίζεται εἰς τὰ ἑξῆς. Ὁμολογῶ, λέγει, ὅτι ἐδανείσθην, ἀλλὰ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔλαβα, ἐχρησίμευσαν εἰς ἐξόφλησιν προγενεστέρων δανείων. Κατὰ πρῶτον θέλω ἐξετάσει τὶ ἐδανείσθη καὶ κατόπιν τὶ ἐπλήρωσεν, ἔπειτα πόσα χρειάζεται νὰ πληρώσῃ καὶ ποῦ θὰ τὰ εὕρῃ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντισυνταγματικῶς ἐδανείσθη 400,000 δραχ. ἀπὸ τὸν κ. Βοῦρον τὸν Μάρτιον τοῦ 1865, δηλαδὴ δύω μῆνας πρὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς Βουλῆς· ἐπίσης τὸν αὐτὸν μῆνα ἐδανείσθη παρὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης 1,000,000 δραχ. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε, ὅτι εἶναι μόνον αὐτοὶ οἱ ἔκτακτοι πόροι τοὺς ὁποίους ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ πορισθεῖσα διεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις. Πρῶτον εἶχε, καθὼς γνωρίζετε, τὴν ἄδειαν νὰ δανείζεται ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000, καὶ εἰσέπραξεν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως 617,000 δραχμάς. Δεύτερον, ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξάγεται, ὅτι ὠφείλοντο τὴν 25 Ἰουλίου 1864 ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων 2,913,322 δραχ. δηλαδὴ τόσα ἦταν εἰς κυκλοφορίαν, καθ’ ἣν ἡμέραν εἰσῆλθε τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὰ πράγματα, τὴν σήμερον δὲ εἶναι ἐξηντλημένον τὸ ποσὸν καὶ τῶν 3,000,000· εἰσέπραξε λοιπὸν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις 86,328 δραχ. δυνάμει τοῦ δανείου τῶν ἐντόκων γραμματίων. Ἠξεύρετε τρίτον, ὅτι ἐγένετο νόμος περὶ ἐκποιήσεως φθαρτῶν κτημάτων, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ πεμπτημόριον τοῦ τιμήματος καταβάλλεται εἰς χρήματα καὶ κατατίθεται εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ. Δὲν κατετέθη εἰς τὴν Τράπεζαν κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, διαχειρισθὲν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως εἰσέπραξε καὶ διαχειρίζεται ὑπ’ εὐθύνην της δραχ. 300,000, ἔκτακτον πόρον τοῦ Κράτους. Τέταρτον, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλος εἶχεν ἀναγγείλει εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ὅτι ἔμελλε νὰ εἰσπράξῃ ποσὸν 410,017 δραχ. ἀναλογοῦν εἰς τὴν εἰσφορὰν, τὴν ὁποίαν ἔμελλεν ἡ Ἑπτάνησος νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν αὐτῆς ἐπὶ μῆνας 7. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ γείνῃ ἡ ἀφομοίωσις, ὅπως ὑπελόγιζε, τὸν Δεκέμβριον 1864 ἐγένετο τὸν Φεβρουάριον 1865, ὅθεν εἰσέπραξε δραχ. 470,665 λόγῳ στρατιωτικῆς εἰσφορᾶς, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ τέταρτος ἔκτακτος πόρος, ὃν ἡ Κυβέρνησις εἰσέπραξεν. Ἐνταῦθα παρακαλῶ, κύριοι, νὰ ἐπιστήσετε τὴν προσοχήν σας. Τί δικαίωμα ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράττῃ παρὰ τῆς Ἑπτανήσου φόρον στρατιωτικῆς εἰσφορᾶς; Δυνάμει τίνος νόμου δύναται νὰ ζητήσῃ τὰς 25,000 λίρας παρὰ τῶν ταμείων τῆς Ἑπτανήσου; Δυοῖν θάτερον, ἢ ὑπάρχει ἀφομοίωσις πλήρης, ἢ δὲν ὑπάρχει· ἂν δὲν ὑπάρχῃ, δυνάμει τίνος νόμου ἐλάβετε παρὰ τοῦ Ἰονικοῦ ταμείου, ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Ἰονίου κράτους στρατιωτικὴν εἰσφοράν;

§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώτην φορὰν αὐτὸ ἐῤῥέθη εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀφ’ ἧς ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα.

§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἤμην ἀπών.

§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, ἐφέρομεν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ τοῦ ἔτους 1864 ἐκ δραχ. 880000 καὶ ἐπέκεινα. Εἰς τὴν ἔκθεσίν μου λέγω, πῶς συνέβη τὸ τῆς Ἑπτανήσου.

§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε δὲν εἶχον εἰσπραχθῆ αἱ 25000, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν κατόπιν.— Αἱ 25000 λίραι ἐπληρώθησαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας.

§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ἔγιναν λοιπὸν κύριε Σωτηρόπουλε;

§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι λογαριασμὸς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.

§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία δὲν εἶναι τῆς Κυβερνήσεως; Ἐνόμιζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύει καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, καί τοι μὴ λαβόντα τὸν λόγον εἰς τὰς συζητήσεις.

§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπολογισμὸν ἀκόμη δὲν παρουσιάσαμεν.

§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, λέγω, ὅτι εἰσεπράξατε, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ἡ ἁρμοδία ἐξουσία κατὰ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος σας 25000 λίρας ἀπὸ τὸ Ἰόνιον ταμεῖον διὰ στρατιωτικὴν εἰσφοράν· καὶ θαυμάζω πῶς, ἐνῷ ἐν τῇ κυβερνήσει ὑπάρχουσι καὶ μέλη τοῦ πρῴην Ἰονίου κράτους ἀνέχονται τοιαύτας εἰσπράξεις· διότι ἡ φορολογία αὕτη ἔχει καί τινα ἠθικὴν προσβολὴν τοῦ Ἰονίου κράτους, διότι, ἐνῷ τὸ Ἰόνιον κράτος πλέον δὲν ὑφίσταται, διὰ τῆς στρατιωτικῆς εἰσφορᾶς παρίσταται ὡς ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους διατελοῦν, καθὸ πληρῶνον φόρους στρατιωτικοὺς διὰ νὰ προστατεύεται, ὅπως ἐπλήρωνε καὶ εἰς τοὺς Ἄγγλους. Ἄνευ νόμου λοιπὸν, ἄνευ ἀδείας τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς τῆς πατρίδος σας, ἐνηργήσατε πράξεις, αἱ ὁποῖαι προσβάλλουσι καὶ τοὺς νόμους καὶ τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν. Ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτων τούτων πόρων ἐπορίσθητε ἕτερον ἔκτακτον πόρον· ἔκ τινος ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐσυστήσατε μετὰ τῆς τραπέζης, 300,000 δραχμῶν. Ἐθέσατε εἰς κυκλοφορίαν πρὸς ἰδιώτας ἔντοκα γραμμάτια δραχ. 300000 εὑρισκόμενα παρὰ τῇ τραπέζῃ καὶ ὠφεληθέντες ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τὰς ὁποίας ἡ τράπεζα ἔκαμεν ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῆς σμύριδος· ἐκ 500000 δραχ. ἐδανείσθητε δραχ. 300000 δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ. Οὕτως, οἱ ἔκτακτοι πόροι, τοὺς ὁποίους εἰσεπράξατε εἶναι δραχ. 3,204,743. Ἂν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν δυνηθῇ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐπλήρωσεν εἰς ἀρχαῖα δάνεια πλειότερα τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν δραχ. 3,204,713, τότε θέλει ἀληθεύσει, ὅπερ εἶπεν, ὅτι ἐζήσαμεν μὲ τὰ εἰσοδήματά μας· διότι τότε οἱ ἔκτακτοι πόροι ἐχρησίμευσαν εἰς ἐκτάκτους πληρωμάς. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω νὰ ἐπλήρωσεν ἄλλο τι παρὰ 1,000,000 δραχμῶν πρὸς τὰς τρεῖς Δυνάμεις· τοῦτο ὅμως δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι ἔξοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἑπομένως τακτικὸν ἔξοδον τοῦ κράτους. Διὰ τῆς συνθήκης, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ πληρωμῆς 1,000,000 κατ’ ἔτος εἰς τὰς Δυνάμεις, τὸ χρέος αὐτὸ θεωρεῖται τακτοποιημένον· ὥστε διὰ νὰ εἰπῇ μία Κυβέρνησις, «ἐκ τῶν εἰσοδημάτων μου ἔζησα,» θὰ εἰπῇ ὅτι ἐκ τῶν εἰσοδημάτων ἐπλήρωσεν ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ τακτικά· ἄρα δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ 1,000,000, εἶναι ἔκτακτος δαπάνη καὶ ὅτι διὰ τὴν πληρωμήν του δὲν εἶναι προωρισμένα τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ κράτους, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἐζήσαμεν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ κράτους· τοῦτο εἶναι ὁ μεγαλήτερος σολοικισμός· ἀπόκειται δ’ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δείξῃ, ποῖα ἄλλα χρέη ἐπλήρωσεν ὀφειλόμενα. Ὀφείλω μολαταῦτα νὰ κάμω ἀκόμη μίαν παρατήρησιν. Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπλήρωσε, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, 500,000 δραχμῶν εἰς χρέη προερχόμενα ἐκ δανείων, τὰ ὁποῖα εἶχε συνομολογήσει ἡ πρὸ αὐτοῦ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἀλλὰ πρῶτον, δὲν νομίζω νὰ ἔπραξε καὶ ταύτην τὴν ἀντισυνταγματικὴν πρᾶξιν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, τοῦ νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ νὰ πληρώσῃ δάνεια τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν ἐκνόμως. Διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Ἑπτανήσιοι, δὲν ἐδέχθητε, ὅτε ἐψηφίσατε τὴν ἕνωσιν, νὰ διοικῆσθε αὐτοκρατορικῶς, ἀλλὰ, μεγάλης συζητήσεως γενομένης, μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ μετὰ πολλοὺς διαπληκτισμοὺς ἐπεμείνατε εἰς τὸ σύστημα, ὅτι ἡ ἰόνιος ἐπικράτεια θέλει διέπεσθαι ὡς συνταγματικὴ πολιτεία κατὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν διοικεῖται ἡ Ἑλλὰς παρὰ τοῦ Γεωργίου, ἑωσότου τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τὸ Σύνταγμα. Πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐπλήρωσε δάνειον εἰς τὸ ὁποῖον δὲν συνέπραξεν ἡ Συνέλευσις, τὸ νομοθετικὸν Σῶμα; Εἶναι λοιπὸν ἡ πρᾶξις ἀντισυνταγματικὴ, ἂν ἔπραξεν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ προσέτι τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι δύω μικρὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐκνόμως εἶχον συνομολογηθῆ, ἐπληρώθησαν παρὰ τοῦ ταμείου τῆς Κερκύρας. Ὅθεν, κύριοι, δὲν ἐζήσαμεν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων μας, ἀλλὰ καὶ μέγα ἔλλειμμα μέχρι τοῦ 1864 εἴχομεν ἐκ δραχ. 12 ἑκατομμυρίων καὶ μέγα ἔλλειμμα προσθέτει τὸ 1865 ἐκ πέντε μέχρις ἓξ ἑκατομμυρίων, καὶ ἐκτάκτους πόρους ὑπὲρ τὰ τρία ἑκατομμύρια ἐδαπανήσαμεν διὰ νὰ ζήσωμεν, καὶ σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην μιᾶς δαπάνης 4,640,000 ἵνα προφθάσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς πρωτευούσης καὶ τῆς Ἑπτανήσου. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἑτέρου, τοῦ μόνου ζητήματος, ὅπερ μένει, ἂν ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐξέλθῃ τῶν συνταγματικῶν νόμων. Θέλω ἀποδείξει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, ἀλλὰ τὴν ἔπλασε. Λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὴν ἔπλασε, κύριοι, μολονότι δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἐψήφισε φορολογικὸν νόμον καὶ προϋπολογισμόν· διότι δὲν πιστεύω νὰ νομίζητε, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, καὶ ὅταν ἀκόμη χάσωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν των, καὶ ὅταν ἦναι ἠναγκασμένοι νὰ ἐνδίδωσιν εἰς πράξεις ἀντιβαινούσας εἰς τὴν συνείδησίν των, καὶ ὅταν ἀκόμη γίνεται ἐπέμβασις εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐδόθησαν παρὰ τοῦ ἔθνους, ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν χρεωστεῖ ἕκαστος τῶν πληρεξουσίων νὰ ἵσταται ψευδομάρτυς τῆς προσβολῆς τῶν θεσμῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς πατρίδος του, καὶ ὅτι δὲν ἔχει τὸ ἁπλούστατον τῶν δικαιωμάτων, νὰ εἴπῃ δὲν θέλω τοὐλάχιστον νὰ παρευρίσκωμαι ἐκεῖ, ὅπου σφαγιάζονται τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους. Σᾶς παρακαλῶ δὲ, ὁσάκις θέλετε νὰ ἐκτιμήσητε πράξεις ἄλλων, νὰ θέτετε τὸν ἑαυτόν σας εἰς τὴν θέσιν ἐκείνων, καὶ νὰ ἐρωτᾶτε τὴν συνείδησίν σας, ἂν εἰς παρομοίας εὑρεθέντες περιστάσεις δὲν ἤθελετε πράξει ὅ,τι ἔπραξαν ἐκεῖνοι. Ἀνεχώρησεν ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπὸ ἰδιοτροπίαν, ἀπὸ κακοήθειαν, διότι ἐζήτει τὰ χαρτοφυλάκια, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κέας; ἢ εὑρέθη εἰς ἀμυντικὴν θέσιν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνατεθῆ εἰς τὴν ψῆφόν της; Τί σκοπὸν, κύριοι, εἶχεν ἡ Συνέλευσις; τί σκοπὸν εἶχεν ἡ ἐπανάστασις; ἁπλούστατον, εἶναι ἁπλούστατος ὁ σκοπὸς οὗτος: νὰ μὴ ἐπανέλθῃ τὸ παρελθὸν, νὰ δοθῶσι τοιαῦται ἐξασφαλίσεις, τοιαῦται ἐγγυήσεις εἰς τὴν πολιτείαν, ὥστε τὸ παρελθὸν νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπανακάμψῃ. Μετὰ δὲ τὴν ἄφιξιν τοῦ Βασιλέως ἔλαβε πρὸς τούτοις τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν παρήγαγεν ἡ πρὸς αὑτὴν ἐπίκλησις τοῦ Βασιλέως, εἰπόντος «διδάξατέ με πῶς νὰ σᾶς κυβερνήσω.» Θέλω ἐξετάσει, Κύριοι, ἐν συντόμῳ, ἂν τῷ ὄντι ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπικαλεῖται σήμερον τὴν ἀνάγκην, ἂν ἐξετέλεσε τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβε παρὰ τοῦ λαοῦ, καὶ ἂν ἐσεβάσθη τὴν παράκλησιν, ἣν ἀπηύθυνεν ὁ Βασιλεύς. Θέλω περιορισθῆ, κύριοι, εἰς τρία μόνον γεγονότα σπουδαῖα, χαρακτηρίζοντα τὴν ἐποχὴν καὶ δυνάμενα κατὰ τὴν κρίσιν μου νὰ καταδείξωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα. Αἴφνης, κύριοι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐπαρουσιάσθη ὡς ἀποτέλεσμα τῆς μεταπολιτεύσεως μία κρυπτὴ ἐξουσία ὄπισθεν τῆς φανερᾶς καὶ νομίμου, ἡ ὁποία δι’ ἐξωτερικῶν πράξεων ἐδήλωσε τὴν διάθεσίν της τοῦ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου. Αἱ πράξεις αὗται φανερωθεῖσαι, ἐτάραξαν τὴν κοινὴν συνείδησιν. Τί ἔπραξεν ἡ ἀντιπολίτευσις, τὶ ἔπραξεν ἡ συμπολίτευσις; — Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐνόμισεν, ὅτι καθῆκόν της ἦτο ν’ ἀναχαιτίσῃ τὴν τάσιν, ἥτις παρουσιάσθη, νὰ τὴν καταγγείλῃ πρὸς τὸν Βασιλέα αὐτὸν, καὶ νὰ δώσῃ τὰς συμβουλὰς, τὰς ὁποίας αἱ ἀρχαὶ τοῦ Πολιτεύματος ἀπῄτουν, ὅπως τὰ πράγματα μὴ ὀπισθοδρομήσωσι πρὸς τὸ παρελθὸν, καὶ ὅπως μὴ ὁ Βασιλεὺς, ἀντὶ ὀρθῶν συμβουλῶν, λάβῃ στρεβλάς. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν τότε ὑπέβαλεν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἦτο ἡ ἑξῆς «Ἡ Συνέλευσις μετὰ τὰ λεχθέντα, εὐχομένη νὰ λείψῃ πᾶν ἀντισυνταγματικὸν πρόσκομμα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ποίαν περίστασιν;

§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἡ συζήτησις τῶν 89· οὕτως εἶναι γνωστή· εἶναι ἡ συζήτησις περὶ Σπόνεκ καὶ Φιλήμονος. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, ἐνῷ πρόκειται νὰ κρίνετε, ἂν τῷ ὄντι ἐπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ καταπατήσῃ τὸ Σύνταγμα, ἢ ἡ ἀνάγκη προεκλήθη παρ’ αὐτῆς, νὰ μοὶ συγχωρήσετε νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ σᾶς ὑποβάλω διὰ τίνων λόγων ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινε. Θέλετε διαγνώσει ἐν τοῖς λόγοις τούτοις, ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπερησπίσθη τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ μεταβολὴ, καὶ ἂν ἐφρόντιζε νὰ εὐχαριστήσῃ ἀληθῶς καὶ δικαίως τὴν διάθεσιν, ἣν ἔδειξεν ὁ Βασιλεύς. Ἀναγινώσκει. «Τίνες λόγοι μᾶς παρεκίνησαν, κύριοι, νὰ φέρωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα; παρεκινήθημεν ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ νὰ καθέξωμεν τὴν ἐξουσίαν, σᾶς εἶπεν εἷς τῶν ἀξιοτίμων ΚΚ. πληρεξουσίων. Ἀλλὰ τὶς εἶναι τυφλὸς καὶ δὲν βλέπει τὸ ἐναντίον; καὶ δὲν βλέπει, ὅτι αἱ πολιτικαὶ μερίδες, αἱ ὁποῖαι φέρουν εἰς μέσον τοιαῦτα ζητήματα, ἀπομακρύνονται ἀπὸ τῆς ἐξουσίας, δὲν τὴν πλησιάζουσιν! Ὁ χαρακτὴρ τῶν ἐπερωτήσεων τούτων εἶναι ἀκραιφνὴς πατριωτισμὸς, ἄνευ οὐδενὸς συμφέροντος οὔτε ἀμέσου, οὔτε ἐμμέσου. Ὁ μόνος σκοπὸς ὁ προκαλέσας καὶ ὑποστηρίξας τὴν ἐπερώτησιν, εἶναι νὰ μὴν ὑπάρχῃ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν παρέχουσι συνταγματικὰς ἐγγυήσεις ὡς μήτε ἐκλεχθέντες ὑπὸ τοῦ λαοῦ, μήτε ὁρκισθέντες ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, οὔτε νὰ ᾖναι πρὸς αὐτὸν ἀληθεῖς καὶ εἰλικρινεῖς σύμβουλοι, οὔτε εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος προσηλωμένοι, νὰ μὴ ὑπάρχῃ, λέγω, εἰς χεῖρας τοιούτων ἀνθρώπων ἡ διαχείρισις μιᾶς ἐξουσίας, ἡ ὁποία εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη εἶναι ἡ ἰσχυροτέρα ἐνεργὸς ἐξουσία, καὶ ἰδίως ἡ ἐξουσία ἡ ἀνήκουσα εἰς Βασιλέα, ὅστις πρώτην φορὰν βλέπει τὸ ἔδαφος τοῦτο, πρώτην φορὰν γνωρίζει τὸν τόπον καὶ ἀναλαμβάνει τὴν διοίκησιν Κράτους εἰς μίαν ἡλικίαν τόσον νεαράν. Ζητοῦμεν ν’ ἄρωμεν τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας ταύτης ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν παρέχουσι συνταγματικὰς ἐγγυήσεις· καὶ ποῦ ζητοῦμεν νὰ τὴν ἀποδώσωμεν; ζητοῦμεν νὰ τὴν ἀποδώσωμεν εἰς σᾶς τοὺς ἰδίους, οἱ ὁποῖοι εἶσθε ὑπουργοί. Τὸ κοινοβουλευτικὸν στάδιον εἶναι εὐρύ. Ἀγωνίζεται ἡ Συνέλευσις, ἀγωνίζονται οἱ ἐπερωτήσαντες πρὸς καθιέρωσιν τῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ νοθεύηται ἡ ἐξουσία· νοθεύεται δὲ ἡ ἐξουσία, ὅταν αὕτη ὑπάρχῃ εἰς τὰ πρόσωπα περὶ ὧν ὁ λόγος, ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως, εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐξελθόντες ἐκ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, ὡρκίσθησαν πίστιν καὶ ὑποταγὴν βασιλικοῦ συμβούλου. Τοιοῦτον δέ τι ὑποστηρίζουσα ἡ Συνέλευσις μιμεῖται τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ συνταγματικῇ ἐλευθερίᾳ ὀφείλουν τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν πρόοδον, τὴν εὐδαιμονίαν των. Βεβαίως, ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ πράττωμεν κατὰ τὰ γενόμενα ἐν Νεαπόλει, ἄλλας ἀρχὰς ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλην τόλμην, ἄλλαι ἰδέαι ἔπρεπε νὰ μᾶς κυριεύωσιν.» «Ὅταν θελήσητε νὰ ἐξέλθητε ἀπὸ τοῦ συστήματος τῆς νομιμότητος, ὅταν θελήσητε νὰ ἐπιτρέψητε, ἐναντίον τῶν θεσμῶν μας, τὴν ἐγκαθίδρυσιν εἴτε μιᾶς φανερᾶς, εἴτε μιᾶς μυστικῆς περιπλέον ἐξουσίας, τότε ἐπιτρέπετε τὴν πλέον φθοροποιὰν ἐπέμβασιν εἰς τὴν διοίκησιν, τότε πλησιάζετε πρὸς τὴν Νεάπολιν, πλησιάζετε πρὸς τὴν αὐλὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία κατέστρεψεν ἠθικῶς τοὺς ἡγεμόνας· πλησιάζετε εἰς τὴν αὐλὴν, ἡ ὁποία διὰ νὰ κερδήσῃ τοὺς σκοπούς της, διὰ νὰ φέρῃ τὸ στέμμα ἀπὸ τοῦ ἑνός εἰς τὸν ἄλλον διάδοχον, ἀπὸ τοῦ νομίμου εἰς τὸν μὴ νόμιμον διάδοχον, ἐνέβαλεν εἰς ἔχθραν πατέρα πρὸς υἱὸν καὶ ἔπραξε τοσαῦτα ἐγκλήματα, μετῆλθε πλείστας μηχανοῤῥαφίας καὶ διηνεκῶς ἀπεπλάνε τοῦ Βασιλέως τὴν συνείδησιν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπανεστατήσαμεν, διὰ τοῦτο ἐκινδύνευσεν ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν της; Διὰ τοῦτο ἐξετέθη εἰς τόσα δεινά; Οὕτως ἡ ἐπανάστασις κατέστρεψε τὸ παρελθόν; καὶ ὅταν λέγω, ὅτι τὸ παρελθὸν πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, δὲν λέγω τίποτε ἄλλο, παρὰ τοῦτο, ὅτι ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ ἔχῃ συμβούλους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους τὸ κοινοβούλιον, ἡ πλειονοψηφία αὐτοῦ, δίδει εἰς τὸν ἡγεμόνα ὡς ἀντιπρόσωπόν του. Αὐτὴν τὴν γνώμην, κύριοι, νομίζω, ὅτι τὴν ἔχουν πάντες, διότι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέψῃ ν’ αὐτοκυβερνηθῇ ὁ τόπος. «Ὄχι, Κύριοι, δὲν προαναγγέλλω τίποτε· δὲν ἔχω νὰ δείξω κανένα κίνδυνον ἐπικείμενον, ἀλλ’ ἀποκρούω μετ’ ἀγανακτήσεως τοὺς κομπασμοὺς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγγυῶνται τὰ ἐναντία. Καὶ ὅταν βλέπω ἀφορμὰς, αἱ ὁποῖαι τείνουν νὰ καταστήσωσι καὶ πάλιν ἔκρυθμον τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐννοῶ πῶς ἡ ἁβροφροσύνη καὶ ἄλλα τοιαῦτα αἰσθήματα κυριαρχοῦντα ἐν τοῖς σαλονίοις πρέπει νὰ φιμώσωσι τὰ στόματα τοῦ Κοινοβουλίου. Τῳόντι, κύριοι, δὲν ἀγνοεῖ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, ὅτι πολὺς καιρὸς δὲν παρῆλθεν, ἀφ’ ὅτου, τὸ ἐπαναλέγω, οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀντιδράσεως κατέκτησαν τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἀμέσως ἐτέθη τὸ μέγιστον ζήτημα, ἡ ὕπαρξις τῆς Συνελεύσεως, εἰς τὴν δημοσιότητα οὐχὶ βεβαίως ἀπὸ τοὺς ἐφημεριδογράφους, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ αὐλῇ. Καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει τὸ ἀρνηθῆ, ὅτι μεταξὺ τῆς Ἐλπίδος καὶ τῆς Αὐλῆς πολὺς ἐγένετο θόρυβος καὶ πάταγος ἐν τῇ δημοσιότητι περὶ τῆς διαλύσεως ἢ μὴ τῆς Συνελεύσεως, καὶ ὅτι ἐπιστολαὶ δημοσίᾳ ἀντηλλάγησαν ἀνυπόγραφοι μὲν, ἀλλ’ ἐκ τῆς Αὐλῆς πάντοτε προερχόμεναι, αἱ ὁποῖαι σὺν τοῖς ἄλλοις ἔλεγον τὸ ἑξῆς.... «Ἀλλὰ, κύριοι, τί ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις; Μολονότι ἡ ἐπερώτησις ἀναφέρει τὰ γεγονότα ταῦτα, μολονότι ὁ ἐπερωτήσας ἐζήτησε παρὰ τοῦ ὑπουργείου τὴν πληροφορίαν τί ἔπραξεν, ὅταν εἶδεν ἢ ὅταν βλέπῃ, ὅτι ἀπὸ ἀνθρώπους κατοικοῦντας ἐν τοῖς ἀνακτόροις ἐγεννήθησαν ἰδέαι τοιαῦται κατὰ τῆς Συνελεύσεως, ὅτι κατήντησε νὰ θεωρηθῇ ἡ Συνέλευσις παρ’ αὐτῶν ἐπὶ τοσοῦτον ἐστερημένη δικαιωμάτων, καὶ πρὸς τὸ ἔθνος καὶ πρὸς τὸν θρόνον, ὅτι ἐθεωρήθη ἐπὶ τοσοῦτον περιττὴ, ἐθεωρήθη τοσοῦτον εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ἐκπεσοῦσα, ὥστε δὲν ἵσταται καὶ δὲν ζῇ εἰμὴ μόνον ὡς ζυγὸς ἐπὶ τοῦ λαοῦ, ἐνώπιον δὲ τοῦ βασιλέως ὡς μία ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν ὁ ὅρκος του, οὐχὶ ὅμως ἡ πεποίθησις καὶ ἡ συνείδησίς του! Καὶ λυποῦμαι πολὺ, Κύριοι, ὄχι μόνον, διότι αἱ τοιαῦται ἰδέαι, προερχόμεναι ἀπὸ ἀνθρώπους ἐντεταλμένους τὰ ἔργα τῶν συμβούλων τοῦ στέμματος, φαρμακεύουσι τὴν ἁρμονίαν ἥτις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τοῦ Πανελληνίου τούτου Σώματος καὶ τῆς ἐξουσίας παρὰ τῇ ὁποίᾳ ἵστανται, ἀλλὰ καὶ διότι εἰς αὐτὰς τὰς φράσεις καὶ τὰς ἰδέας βλέπω μίαν ἐπιπολαιότητα, ἥτις δὲν προσήκει βεβαίως εἰς τοιαύτης περιωπῆς συμβούλους. Διότι μία καὶ μόνη ἰδέα ἤρκει νὰ περιστείλῃ τὴν χεῖρα τοῦ γράψαντος· ἰδέα, τὴν ὁποίαν δὲν ἀγνοεῖ ὁ ἔσχατος Ἕλλην, ὅτι, ὅταν ᾖναί τις ἠναγκασμένος νὰ ἔλθῃ εἰς συνεταιρισμὸν μετά τινος, δὲν ἀποφασίζει νὰ κηρύξῃ αὐτὸν χρεωκόπον, οὔτε παριστᾷ αὐτὸν μεστὸν ἐλαττωμάτων καὶ κακῆς πίστεως! Καὶ ἂν οἱ ἄνθρωποι, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξῆλθον οἱ λόγοι οὗτοι, δὲν αἰσθάνωνται μίαν τινὰ εὐγνωμοσύνην, οἱ ἄνθρωποι οἱ alter ego τοῦ Βασιλέως δὲν ἀναγνωρίζουσιν εὐγνωμοσύνην διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις, τὰς ὁποίας ἡ Συνέλευσις προσέφερεν εἰς τὸ ἔθνος πρὸ τῆς ἐλεύσεως, καὶ ἂν δὲν αἰσθάνωνται τὴν παραμικρὰν χάριν πρὸς τὸ Σῶμα τοῦτο, ὅπερ κατὰ προτίμησιν ἐπέθηκεν ἓν εὐκλεὲς στέμμα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ πρίγκηπος Γουλιέλμου Γεωργίου, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ αἰσθανθῶσιν, ὅτι, ἔχοντες καθῆκον νὰ στερεώσωσι βασίμως τὸν θρόνον ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, εἶχον ἀνάγκην τῆς συμπράξεως ἑνὸς Σώματος, τὸ ὁποῖον ἀπέδειξε καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ μετ’ αὐτὴν τὴν μεγίστην ἐκείνην δύναμιν καὶ ἰσχύν. Ἤρκει νὰ ῥίψωσι τὸ βλέμμα των ἐπὶ τοῦ παρελθόντος τῆς Συνελεύσεως, διὰ νὰ ἴδωσι διὰ τίνων κινδύνων καὶ περιπετειῶν, ἐναντίον ὁποίων καὶ ὁπόσων ῥᾳδιουργιῶν, ἐναντίον ὁποίων σχεδίων ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς μετριοπαθείας καὶ τοῦ συμβιβαστικοῦ χαρακτῆρός της, ἠδυνήθη νὰ φέρῃ εἰς ἀσφαλῆ λιμένα τὰ ἐμπεπιστευμένα εἰς αὐτὴν καθήκοντα, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς, διαῤῥήξασα ὅλας τὰς ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς συνθήκας, εἶχεν ἀναλυθῆ εἰς μίαν μόνην ἰδέαν, ὅτι ἔσεται συνταγματικὴ μοναρχία. Δὲν ἐχρειάζετο βεβαίως μέγας νοῦς, οὔτε μεγάλη ἱκανότης διὰ νὰ ἐννοήσῃ αὐτὰς τὰς ἀληθείας, καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι λυποῦμαι ἔτι χειρότερα, διότι παρὰ τῷ συμβούλῳ τοῦ βασιλέως ὑπάρχει τις ἐπιπολαιότης.» Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, αὐταὶ ἦσαν αἱ σκέψεις, αὐτὰ τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ὤθησαν τὴν ἀντιπολίτευσιν τότε εἰς τὸ νὰ συνέλθῃ εὐθὺς καὶ νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ εἰσάξῃ τὴν πρότασιν ἐκείνην ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Βασιλείας καὶ τῆς πατρίδος. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐνόμιζε καὶ φρονεῖ, ὅ,τι ἔλεγεν ὁ Μασιλλών· Qui trompe le Roi est aussi coupable comme s’ il voulait le détroner. Τὴν δὲ γνώμην αὐτῆς ἐφανέρωσεν ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος τῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον, ὁμολογήσατε, ἔπρεπε νὰ διοικῇ τὴν πολιτικὴν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ᾖναι τὸ καλλίτερον σχολεῖον διὰ τὸν νεαρὸν Βασιλέα. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων διὰ νὰ σᾶς φωτίσω, ἂν κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἡ ἀντιπολίτευσις ἐφέρθη εἰλικρινῶς ἢ ὡρμήθη ἀπὸ ἰδιοτελῆ συμφέροντα. Ἀλλὰ διατὶ νὰ παραλείψω, ὅτι μετὰ δέκα μῆνας πολλοὶ ἐκ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι κατεπολέμησαν τὴν πρότασιν ἐκείνην καὶ κατέκριναν τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὡμολόγησαν τότε ἐπισήμως, ἐντὸς τῶν ἀνακτόρων, ἐνώπιον ἑνὸς στενωτάτου συγγενοῦς τοῦ Βασιλέως, καὶ ὁ Κ. Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Χρηστίδης καὶ ὁ Κ. Τρικούπης καὶ ὁ Κ. Μαυροκορδάτος, ὡμολόγησαν, οἱ μὲν ὅτι ὁ Κόμης εἶναι ἀντισυνταγματικὸν πρόσκομμα, ὡς εἶχεν εἰπεῖ πρὸ δέκα μηνῶν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἡ δὲ ὅτι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ σύμβουλος τοῦ Βασιλέως, εἶναι πολιτικὴ φατριαστική. Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον σπουδαῖον γεγονὸς, τὸ διάγγελμα. Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐκαυχήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτε θεωρεῖ τιμήν του, τὸ ὅτι ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὸ διάγγελμα, εἰς ἓν ἔγγραφον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω μὲ πολλὴν ἐλευθερίαν καὶ ὅπως αἰσθάνομαι, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον προσέβαλε καὶ ἐδέσμευσε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Συνελεύσεως. Καὶ θαυμάζω πῶς ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, λέγων, ὅτι οὕτως ἐννόει νὰ περατώσῃ τὴν ἐπανάστασιν, ἀφοῦ πρόδηλον εἶναι, ὅτι ἀντὶ νὰ τὴν περατώσῃ τὴν ἀνέτρεψε διὰ τοῦ διαγγέλματος, αἰχμαλωτίσας δι’ αὐτοῦ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Μόνη ἡ ἐπίτευξις τῶν σκοπῶν μιᾶς πολιτικῆς ἐπαναστάσεως περατόνει αὐτὴν, παγιώνει τὴν τάξιν καὶ τίθησι στερεὰ θεμέλια τῆς εὐνομίας καὶ τῆς εὐημερίας· ἡ δ’ ἀποτυχία τοῦ σκοποῦ ἀφίνει τὰ πράγματα εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, ἀντὶ νὰ περατώσῃ τὴν ἐπανάστασιν. Καθὼς καὶ προχθὲς ἔλεγον, ὁμιλῶν περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ διαγγέλματος, δὲν ἔχω ἤδη σκοπὸν νὰ ἐπεμβῶ εἰς πολλὰς ἐρεύνας περὶ αὐτοῦ· παρατηρῶ μόνον εἰς τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὰ ἄτομα νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν θέλησίν των εἰς τὰ ἔθνη. Δυνατὸν εἶναι νὰ σκέπτωνται πολὺ ὀρθῶς· δύνανται τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα τοὺς παρακινοῦσι, νὰ ᾖναι οὐχὶ ἐπιλήψιμα· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν θέλησίν των εἰς τὰ ἔθνη. Διὰ νὰ δικαιολογήσω, Κύριοι, τὴν διαγωγὴν καὶ τότε πάλιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἤρκει νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελε νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως δὲν ἐπέτρεψε ν’ ἀναγνωσθῇ· τὴν παραιτῶ ὅμως, διότι εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον περιῆλθεν εἰς γνῶσιν πάντων. Μολοντοῦτο, ἂν θέλετε, δύναμαι νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω.

§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἐνόησα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ δικαιολόγησις τῆς ἀπαντήσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως εὕρηται εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ λόγον οὐ χρήζει. Ἡ ἀντιπολίτευσις δικαιολογεῖται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους ὑπουργούς. Ὁ Κύριος Λομβάρδος, ὅτε εἶδεν, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη χρῆσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως πρὸς ἐπιβολὴν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους ἦτο ἀδύνατον νὰ θελήσῃ τὸ ἔθνος καὶ ἡ Συνέλευσις, καί τοι ἀνήκων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἦλθε καὶ διεμαρτυρήθη· δὲν δύναμαι, εἶπε, νὰ ψηφίσω κατὰ συνείδησιν πλέον, ὅταν ἔρχεσθε οὐχὶ μόνον ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀπειλὰς ζητοῦντες τὴν ψῆφόν μου. Καὶ «μολονότι δὲν ἔχω, εἶπεν, ἀφορμὴν δυσπιστίας κατὰ τῶν ὑπουργῶν, ἐπειδὴ ὅμως γίνεται τοιαύτη χρῆσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως, καὶ πιέζεται ἡ συνείδησίς μας ἐπὶ πράξεως, ἡ ὁποία θέλει ἔχει τόσον μεγάλα ἀποτελέσματα, ὡς εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ νέου πολιτικοῦ Σώματος ἐντὸς τῆς πολιτείας, ἀναγκάζομαι νὰ δείξω δυσπιστίαν, καὶ προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Α. Μ. ὅπως ἐρωτήσῃ Αὐτὴν, ἂν ἡ θέλησίς Της εἶναι, ὅπως διεβεβαιώθη εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν. Ἂν δὲ ἡ πρότασίς μου πέσῃ, διαμαρτύρομαι καὶ ἀποσύρομαι.» Καὶ τῳόντι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Λομβάρδου ἔπεσε, καὶ ὁ Κ. Λομβάρδος διεμαρτυρήθη καὶ ἀπεσύρθη. Ὁ δὲ Κ. Δημήτριος Μαυροκορδᾶτος, ἀνήκων ἐπίσης εἰς τὴν συμπολίτευσιν, διεμαρτυρήθη καὶ αὐτὸς, καὶ πολλοὶ συμπολιτευόμενοι ἠρνήθησαν ψῆφον, καὶ τέλος, γενομένης τῆς ψηφοφορίας, μὲ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως, μ’ ὅλην τὴν πίεσιν, ἥτις κατεβλήθη, μία μόνη ψῆφος ἔδωκε δίοδον εἰς τὸ διάγγελμα ἐκεῖνο. Σᾶς ἐρωτῶ ἤδη νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ἡ ἐπιβολὴ θεσμοῦ εἰς μίαν Συνέλευσιν, ἥτις ἐγέννησε τὴν νέαν τῶν πραγμάτων κατάστασιν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον γενομένη, ἂν ἀποδεικνύει πρᾶξιν πατριωτικὴν, καὶ ἂν εἰς τοιαύτην περίστασιν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπητε, ὅτι συγχωρεῖται εἰς τὸ ἄτομον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους. Ἴσως τινὲς συγχωρῶσι τὴν πίεσιν ταύτην καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν, νομίζοντες, ὅτι δὲν ἔβλαψεν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ τὸ συγχωρήσωσι, θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ συγχωρήσωσιν αὐτὸ καὶ δευτέραν φορὰν, ὁπόταν τὰ ἀποτελέσματα ἔσωνται κακὰ, καὶ ἂν, ἐλθούσης τῆς ὥρας δὲν τὸ συγχωρήσωσι, τότε, ὅπως ἀφηρέθη ἀπὸ ἐκείνους ἡ ἐλευθερία, θὰ ἀφαιρεθῇ καὶ ἀπὸ αὐτούς. Ἀπέσχον, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐν τῇ ἀπαντήσει τὴν γνώμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως περὶ τοῦ διαγγέλματος τούτου, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ μή μοι ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς δείξω τοὐλάχιστον ἅπαντα ὅσα ἀπήγγειλεν ἡ ἐτυμηγορία τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Εὐρώπης, οὐχὶ ἡ ἐπίσημος, ἀλλὰ ἡ τοῦ λαοῦ τῆς Εὐρώπης. Προκειμένου περὶ κρισίμου καὶ σπουδαίου γεγονότος, πιστεύω, ὅλοι θὰ ἔχετε τὴν διάθεσιν νὰ ἀκούσητε πῶς ἐσκέφθη ὁ ἀμερόληπτος τύπος ἑνὸς ἔθνους πεφωτισμένου, καὶ μεταξὺ τοῦ τύπου τούτου τὸ φύλλον, τὸ ὁποῖον διαπρέπει κατὰ τὴν νομιμοφροσύνην καὶ σοφίαν του, τὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων. Ἅμα τὸ διάγγελμα τοῦτο ἔφθασεν ἐκεῖ, καθὼς καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐπικρατείας, παντοῦ θέλετε ἰδεῖ, μηδεμιᾶς ἐφημερίδος τόπου τινὸς ἐξαιρουμένης, ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις ἐξηγέρθη κατ’ ἐγγράφου περιέχοντος τὴν μεγαλητέραν κατάχρησιν τῶν θεσμῶν· καὶ προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δύναται νὰ φέρῃ μίαν ἐναντίαν ἀπόδειξιν. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ κατόπιν νὰ τὸ μεταφράσω, ἐπιθυμῶν, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ νομίσῃ ὅτι ἐγένετο μεταβολὴ εἰς τὴν μετάφρασιν.

§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ νομίσωμεν.

§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἀναγινώσκω λοιπὸν μεταφρασμένον· «Τὸ διάγγελμα τὸ ἀπευθυνθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν ἐθνικὴν Συνέλευσιν, εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θέλει καθέξει σπουδαίαν θέσιν μεταξὺ τῶν πλέον περιέργων πολιτικῶν ἐγγράφων τῆς ἱστορίας τῶν ἀντιπροσωπικῶν κυβερνήσεων. Ἀποκαμὼν ἐκ τῆς βραδύτητος μεθ’ ἧς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου προέβαινον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ὁ νέος Βασιλεὺς εἰδοποίησεν αὐτοὺς, ὅτι ὤφειλον νὰ περατώσωσι τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἐντὸς προθεσμίας δέκα ἡμερῶν· καὶ διὰ νὰ οἰκονομήσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν στενοχωρίαν τῆς συντάξεως τῶν ἄρθρων, τοῖς ἀνεκοίνωσε διὰ τοῦ διαγγέλματος σχέδιον συντεταγμένον ἐπίτηδες διὰ τὸ μέρος τοῦ συντάγματος, τὸ ὁποῖον μένει εἰσέτι «ἐλπίζω, ὅτι οὐδένα διαφεύγει ἡ ὑπομονὴ μεθ’ ἧς ἔκτοτε ὑπέμεινα τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν βασιλείας ἐχούσης παρ’ ἑαυτῇ ἐθνικὴν Συνέλευσιν λειτουργοῦσαν συγχρόνως καὶ ὡς συντακτικὴν καὶ ὡς Βουλὴν νομοθετικήν.» «Ἐννοοῦμεν βεβαίως τὸ αἴσθημα, ὅπερ ὑπηγόρευσε τοὺς λόγους αὐτούς. Οὐδὲν ἐπιβλαβέστερον εἰς ἓν κράτος ἢ ἡ παράτασις προσωρινοῦ πολιτικοῦ συστήματος· ἡ δὲ Ἑλλάς, περισσότερον παντὸς ἄλλου τόπου, πρέπει νὰ ἐπιθυμῇ, μετὰ τόσους κλονισμοὺς καὶ ἐπαναστάσεις, τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν, τὰς ὁποίας θέλει ἐξασφαλίσει εἰς αὐτὴν μία τακτικὴ Κυβέρνησις. Νομίζομεν ὅμως, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου δὲν ἐνεπνεύσθησαν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ οὔτε ἀπὸ τὰς ἀληθεῖς ἀρχάς, αἵτινες πρέπει νὰ κανονίζωσιν, ἐν συνταγματικῷ κράτει, τὰς σχέσεις τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Συνελεύσεως, οὔτε ἀκόμη ἀπὸ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ Στέμματος, τοῦ ὁποίου τὰ προνόμια ὑποστηρίζουσιν. Ἄνευ ἀνάγκης πασιφανοῦς καὶ ἀνυπερβλήτου, εἶναι πρᾶξις φρονίμου πολιτικῆς νὰ θέτῃ τις μίαν Συνέλευσιν, οὐ μόνον νομοθετικήν, ἀλλὰ καὶ συντακτικήν, εἰς τὴν ἀνάγκην ἢ νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς ἐπιτακτικὴν παραγγελίαν, ἢ νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν ἀξιοπρέπειάν της μὲ κίνδυνον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας; Ὁ Βασιλεὺς παραπονεῖται πικρῶς, ὅτι μετὰ χρονικὸν διάστημα ἑνὸς ἔτους ὁλοκλήρου δὲν ἐσυζητήθησαν, οὐδ’ ἐψηφίσθησαν ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἠδύνατό τις ν’ ἀντείπῃ εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ περίφημος ἡμῶν συντακτικὴ Συνέλευσις ἔδειξε περισσοτέραν βραδύτητα ἀκόμη· διότι αὕτη δὲν ἐπεψήφισεν ὁριστικῶς παρὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1791 τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος τὸ κατατεθὲν ἐν τῷ γραφείῳ της τὴν 27 Ἰουλίου 1789. Παραδεχόμεθα, ὅτι τὸ παράδειγμα δὲν εἶναι πειστικόν· ἀλλ’ ὑπάρχουν ἀντικείμενα, ἐν οἷς πρέπει ν’ ἀποκρούεται ἡ μεγάλη σπουδὴ, καὶ τὰ ὁποῖα ποσῶς δὲν κερδίζουν γινόμενα μετὰ σπουδῆς. Ὑπάρχουν πάλιν ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἴς τινας τόπους καὶ εἴς τινας περιστάσεις δὲν κερδίζουν ποσῶς λεγόμενα λίαν ἀποτόμως. .............................» Οὕτω τελειώνει τὸ βασιλικὸν διάγγελμα. Μᾶς ἐπανέφερε δ’ ἀκουσίως εἰς τὴν μνήμην τοὺς ἄλλως περιφήμους ἐκείνους λόγους, τοὺς ἀπαγγελθέντας ἄλλοτε κατὰ πρόσωπον τοῦ Mirabeau καὶ τοῦ Sieyes. «Ἐὰν κατὰ κακὴν μοῖραν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ φαντασθῶ, ἠθέλετε μ’ ἐγκαταλίπει εἰς τόσον λαμπρὸν ἔργον, μόνος θέλω κάμει τὸ καλὸν τοῦ ἔθνους μου, μόνος θέλω θεωρήσει ἐμαυτὸν ὡς τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ ἀντιπρόσωπον...... καὶ θέλω βαδίσει πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον θέλω νὰ ἐπιτύχω, μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος καὶ τὴν εὐστάθειαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ μοὶ ἐμπνεύσῃ»... Οἱ βασιλεῖς οἵτινες ὁμιλοῦν τοιαύτην γλῶσσαν δυνατὸν νὰ ἐμπνέωνται ἀπὸ εἰλικρινῆ ἀγάπην πρὸς τὸ δημόσιον καλὸν, δυνατὸν νὰ ἦναι προικισμένοι μὲ ὅλας τὰς ἀρετὰς τῶν εὐγενῶν καρδιῶν, δυνατὸν νὰ ἦναι πρότυπα, ὁ μὲν ἱπποτικῆς ὑπερηφανίας, ὁ δὲ ἀνεκφράστου ἀγαθότητος, δὲν ἐπλάσθησαν ὅμως διὰ νὰ ἦναι συνταγματικοὶ Μονάρχαι.» Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐσυμβούλευσαν τὸν Βασιλέα νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του οἱ σύμβουλοι τοῦ στέμματος (θόρυβος). Ἐὰν, Κ. Βουδούρη, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Debats, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ἐρνέστου Δοτὲν, τοῦ πρώτου συντάκτου τῆς ἐφημερίδος, ἥτις ἰσοδυναμεῖ μὲ μιᾶς ἐπικρατείας καὶ ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔθνους τὴν γνώμην....

§39Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καταδικάζουν ἄλλαι ἐφημερίδες τὴν διαγωγὴν τῆς Συνελεύσεως.

§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ἐὰν ᾖναι ἀνταποκρίσεις ἐξ Ἀθηνῶν μὲ ἔξοδα τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἔπειτα νὰ σᾶς εἰπῶ, Κ. Βουδούρη, ἂν δὲν σᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν, ὅτι ἐφέρατε τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς πατρίδος σας τότε εἰς τὴν ἐξευτελιστικὴν ἐκείνην θέσιν, ἢ ν’ ἀναγκασθοῦν νὰ ἐκλέξωσι μεταξὺ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ νὰ θέτητε τοιουτοτρόπως εἰς ἀντίθεσιν αὐτὰ τὰ δύω αἰσθήματα, ἅπερ ἔπρεπε νὰ συντρέχωσι καὶ νὰ ταυτίζωνται, οὐχὶ ἡ τοῦ Debats, ἀλλὰ κἀμμία φωνὴ δὲν δύναται νὰ διαπεράσῃ τὴν συνείδησίν σας (εὖγε, εὖγε ἐξ ἀριστερῶν, οἱ δὲ ὑπουργοὶ γελῶσι)· δὲν εἶχον κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι γέλωτα μόνον ἤθελον σᾶς προξενήσει οἱ λόγοι οὗτοι. Τέλος πάντων, κύριοι, καὶ μετὰ τὸ δεύτερον τοῦτο γεγονὸς ἐπῆλθε τὸ τελευταῖον, μεθ’ ὃ ἀμέσως ἡ ἀποχώρησις τῆς Συνελεύσεως, τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως. Ἐπιθυμῶ καὶ πάλιν νὰ κρίνητε, ἂν ὁ πόθος πρὸς τὰ χαρτοφυλάκια ἐκίνει τὴν συνείδησιν, καὶ ὑπηγόρευε τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἢ ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ἔδειξε καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, ὅπως διαρκῶς, ὅτι δὲν λησμονεῖ τὴν παράκλησιν τοῦ Βασιλέως καὶ τὸν σκοπὸν τῆς μεταβολῆς. Ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως. Τί ἐζήτει ἡ ἀντιπολίτευσις; — ἐζήτει ἰσότητα δικαιωμάτων καὶ ἰσότητα βαρῶν μεταξὺ τῶν δύω λαῶν. Ἐὰν δὲ πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἀποτελέσματος τούτου ἦτο ἀνάγκη εἴτε νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν οἱ ὑπάρχοντες νόμοι τῆς Ἑλλάδος, εἴτε νὰ εἰσαχθῇ ἑπτανησιακός τις νόμος ἐν Ἑλλάδι, εἴτε καί τινα νομοθετήματα νὰ γείνωσιν, ὅλα ταῦτα τὰ ἐδεχόμεθα. Πόθεν προῆλθεν ἡ σύγχυσις; προῆλθε, διότι ἡ συμπολίτευσις ἀπετέλει ἓν κρᾶμα ἰδεῶν ἀσυμβιβάστων· διότι ὅπως θέλετε ἰδεῖ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἄλλα ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις, ἄλλα οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κερκύρας, καὶ ἄλλα οἱ λοιποὶ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω κἀνὲν ἐκ τῶν τμημάτων τούτων, ὅτι ἐναντίον τῶν πεποιθήσεών του ἢ τῶν συμφερόντων τῶν ἰδιαιτέρων ἐπαρχιῶν, τὰς ὁποίας ἀντεπροσώπευον, ἔπραττον· ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Συνελεύσεως, ἕνεκα τῆς διαφωνίας πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν, φωλεὰν εἶχε τὴν συμπολίτευσιν· διότι, ἀφοῦ ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριξεν, ὅσον ἠδύνατο τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν σᾶς προεξέθεσα, μετέπειτα ἀπαυδήσασα, συνέταξεν ἔγγραφον διαμαρτυρήσεως καὶ εἶπε, παραιτῶ πλέον τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, κανονίσατέ το ὅπως θέλετε· δὲν σᾶς ἀρνοῦμαι τὴν σύμπραξίν μου, νὰ ἦμαι παροῦσα διὰ τὴν κατάρτισιν τῆς ἀπαρτίας· δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ συμπράξω εἰς ἓν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ τὸν λόγον μοῦ ἀφῃρέσατε, καὶ διαστροφὴν τῶν ἀποφάσεών μου ἐκάματε, καὶ διὰ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ προεδρείου πολλαχῶς μὲ κατεπιέσατε· διότι ἐπιθυμῶ ἀνεξαρτήτως νὰ ἀντιπροσωπεύω τὰς ἰδέας μου καὶ ὡς μόνην προφύλαξιν τῆς ἀνεξαρτησίας μου θεωρῶ τὸν κανονισμὸν, δὲν δύναμαι νὰ συμπράξω πλέον, ὅταν ὁ κανονισμὸς ᾖναι το ἀντικείμενον τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ προέδρου. Ἀλλὰ, κύριοι, ἠδυνήθησαν νὰ συμφωνήσωσιν οἱ ἐναπομείναντες; Ὄχι· ὁ Κ. Λομβάρδος ἦλθε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς λόγους καὶ οἱ Κεφαλλῆνες μετὰ τοῦ ὑπουργείου εἰς διαφωνίαν, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν Ἑπτανησίων τινὲς ἀπεσκίρτησαν ἐκ τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ὑποσχεθεῖσα τὸ κατ’ ἀρχὰς νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ νομοσχέδια, ἅπερ ἔφερεν, ἀφοῦ τὰ ἐπαρουσίασε, τὴν ἑπομένην ἡμέραν μετέβαλε γνώμην, καὶ ἐγέννησε τὴν διαίρεσιν ἐκείνην, ἥτις ἐπὶ τέλους ἐπέφερε τὴν ἀποχώρησιν τῶν 23 γνωστῶν πληρεξουσίων, εἰς τοὺς ὁποίους, τοὐλάχιστον δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδώσητε τὸν φατριασμὸν ὡς αἰτίαν τῆς ἀποχωρήσεως. Ὅθεν ἡ ἀντιπολίτευσις, προαισθανθεῖσα πολὺ πρὶν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ συμπράξῃ, ὅτι ἐλευθερίαν δὲν ἔχει εἰς τὴν ψῆφον καὶ τὴν συζήτησιν, ἀπεχώρησεν· οἱ 23 δὲν ἠθέλησαν νὰ κινηθῶσιν, ἀλλ’ εἶπον, θὰ μείνωμεν διὰ νὰ μὴ μένῃ τὸ κράτος ἄνευ φορολογικῶν νόμων καὶ προϋπολογισμοῦ. Ἦλθον λοιπὸν ἐν μέσῳ τῆς Συνελεύσεως, ἐκάθησαν, ἤρχισαν τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ προχωρήσωσιν ἕνεκα τῆς διαιρέσεως, μιᾶς διαιρέσεως οἰκτρᾶς· ἀπῆλθον καὶ ἐκεῖνοι διαμαρτυρηθέντες ἐπίσης, καὶ τοὐλάχιστον ἔχομεν δύω δημοσιευμένα ἔγγραφα διαμαρτυρήσεων καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου τμήματος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ περὶ τῶν δύω, ὅτι εἶχον πολιτικὴν φανεράν. Κύριοι, συγχωρήσατε ἐνταῦθα νὰ σᾶς ἐνθυμίσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τόσας παρεξηγήσεις. Εἶπον τότε, ὅτι τοὐλάχιστον, ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὑπουργοὶ ἤθελον συμβουλεύσει εἰς τὴν Α. Μ. νὰ φέρῃ μεταβολὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἂν ἤρχοντο, ἔστω καὶ ἀπὸ τοὺς δρόμους ἑπτὰ ὑπουργοὶ, τὸ ζήτημα ἤθελεν εἶσθαι εὐχερέστερον, διότι ἠδύναντο νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν ἀνάγκην καὶ λέγοντες ὁ Βασιλεὺς μᾶς ἐκάλεσεν εἰς τὰ πράγματα, τὸ νομοθετικὸν Σῶμα δὲν τὸ εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν μας, δὲν συνεπράξαμεν εἰς τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ, ἰδοὺ τί μᾶς ὑπεχρέωσε νὰ πράξωμεν ἡ ἀνάγκη ἡ ἀπόλυτος, καὶ δὲν ἐκάμαμεν ἄλλο τι παρὰ νὰ ἐκδώσωμεν τὰ διατάγματα, τὰ ἀπαιτοῦντα πιστώσεις ἀναγκαίας διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ κράτους, καὶ τὴν εἴσπραξιν τοσούτων φόρων, ὅσοι ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὸ κράτος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὄχι μόνον τοιαύτην πολιτικὴν δὲν ἠκολούθησαν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὄχι μόνον προσεκολλήθησαν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπεβλήθη τῷ Ἡγεμόνι παρὰ συγγενῶν καὶ φίλων ἡ ἀνάγκη νὰ ἀποσυρθῶσι, καὶ τότε ἀκόμη ὄχι μόνον δὲν εἰσήκουσαν τὴν συμβουλὴν τούτων, ἀλλὰ καὶ ἀντέπραξαν, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ἡ παραμικρὰ βελτίωσις. Βλέπετε, Κύριοι, πόσον τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ, εἶναι σοβαρὸν καὶ μέγα. Ἀλλ’ ἐπιμένων εἰς τὴν ἀρχικήν μου γνώμην, ἣν ὑπέβαλον διὰ τοῦ σχεδίου τῆς μειονοψηφίας καὶ ἣν ἐξέφρασα εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ἀπέφυγα νὰ ἐπεμβῶ εἰς τὰ καθέκαστα, περιορισθεὶς νὰ ἐξετάσω αὐτὰ μόνον, καθόσον μὲ ἠνάγκαζεν ἡ ἀπάντησις τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπεν εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον ἡ Βουλὴ νὰ περιορισθῇ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ βασ. διατάγματα, μόνον εἰς ὅ,τι ἀπῃτεῖτο, ὅπως γείνῃ ἀπάντησις ἀξιοπρεπὴς, χωρὶς νὰ προδικάζεται ἡ περὶ αὐτῶν εἰδικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἐνόμισα, ὅτι ἡ γνώμη, ἣν ἔχομεν ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Συνελεύσει διαμαρτυρηθέντες καὶ οἱ τὰς καταπιέσεις ἐκείνας παθόντες, δὲν ἔπρεπε νὰ προταθῇ ὡς κείμενον εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὶν ὑμεῖς οἱ νέοι ἀντιπρόσωποι κρίνετε τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως εἰς τὸ σύνολον αὐτῶν καὶ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν πράξεων ἐξαγάγετε, ἂν ἡ κυβέρνησις δὲν ὡδηγήθη ὑπό τινος αἰσθήματος καταφρονήσεως πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἢ ἂν μία ἀναπόδραστος ἀνάγκη τὴν ἠνάγκασε, χωρὶς νὰ θέλῃ, νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσίας αὐτῆς. Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ κρίνετε τὸ διάταγμα, μὴ λησμονήσητε ὅσα σᾶς ἐξέθεσα. Μὴ λησμονήσητε, ὅτι τὴν ἀνάγκην ἔπλασεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι ἐν τῇ πολιτικῇ της ταύτῃ ἠναγκάσθη νὰ καταπιέσῃ τὴν Συνέλευσιν καὶ νὰ στερήσῃ αὐτὴν τῆς ἀνεξαρτησίας της. Μὴ λησμονήσητε, ὅτι ἀπεμακρύνθη τοῦ σκοποῦ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ διήγειρεν ἐν τῇ πολιτείᾳ τὴν κατ’ αὐτῆς ἀντίδρασιν, καὶ οὕτω παρήγαγε τὴν σημερινὴν ἀνωμαλίαν, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε, ν’ ἀπολέσῃ ὁ θεμελιώδης νόμος τὸ κυριώτερον αὐτοῦ στήριγμα, τὸν σεβασμὸν, καταπατηθεὶς οὐ μόνον ὁσάκις ἡ πλασθεῖσα ἀνάγκη ἀπῄτει, ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀνάγκης.

§41Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Διὰ λόγου λίαν ἐντέχνου ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου κατώρθωσε προχθὲς νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ συμβάντων συνδεομένων μὲ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, τῆς διαλυθείσης περὶ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου. Πιστὸς εἰς τὴν ἰδίαν τακτικὴν καὶ σήμερον ἀκόμη ὁ κ. Δεληγιώργης, προσεπάθησε νὰ ὠθήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἰδίου προσφιλοῦς εἰς αὐτὸν πεδίου. Μοὶ εἶναι τόσον ὀλιγώτερον δυσάρεστον νὰ τὸν ἀκολουθήσω εἰς ταύτην τὴν ἐκδρομήν του, ὅσον μοὶ δίδεται εὐκαιρία, λησμονῶν προσκαίρως, ὅτι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τοῦ Σώματος τούτου, νὰ ἐνθυμηθῶ, ὅτι ἤμην πληρεξούσιος ἐν τῇ Συντακτικῇ ἐκείνῃ Συνελεύσει, ἐν ταῖς ἀναμνήσεσι τῆς ὁποίας τόσον ἀγαπᾷ νὰ ἐνδιατρίβῃ ὁ ἔντιμος φίλος μου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ μοὶ διαφιλονεικήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διεκδικήσω τὴν ἀκριβῆ γνῶσιν συμβάντων λαβόντων χώραν ἐνώπιον τῶν ἰδίων μου ὀφθαλμῶν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἴσως καὶ ἐγὼ δὲν ἔμεινα ξένος μικρᾶς τινος λαβῆς. Κατόπιν ἀγορεύσεων τοσοῦτον ἐκτενῶν καὶ ἐρχόμενος κατόπιν ῥητόρων, οἵτινες τοσοῦτον λεπτομερῶς ἀνέπτυξαν ὅλα τὰ ζητήματα, αἰσθάνομαι, ὅτι πρώτιστον καθῆκόν μου ὀφείλω νὰ θεωρῶ τὸ νὰ ᾖμαι πρακτικὸς καὶ πρὸ πάντων σύντομος. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐκτενῶς μᾶς ὡμίλησε περὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας ἀναντιῤῥήτως ἀκριβῶς γνωρίζει τὴν ἱστορίαν, καὶ τοὺς πόθους, καὶ τοὺς σκοπούς. Δὲν πιστεύει ἆρά γε ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἀντιπολίτευσις δύναται ὀρθῶς νὰ παραβληθῇ κατὰ ταύτην τὴν φάσιν τῆς πορείας της μὲ τὸ γνωστὸν ἔμβλημα ἢ σύμβολον τῶν αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου; Τὰ τελευταῖα συμβάντα τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ ἰδίως τὰ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου μὲ δικαιοῦσι νὰ τὴν παραβάλω μὲ τὸν Βυζαντινὸν ἀετὸν, διότι πραγματικῶς βλέπομεν δύω κεφαλὰς μελαγχολικῶς κυρτὰς καὶ εἰς ὅλως ἀντιθέτους διευθύνσεις ἐστραμμένας, σῶμα ἀρκετὰ ἀσθενὲς καὶ οὐρὰν οὐχὶ λίαν φουντωτὴν (γέλως). Δύναται τοὐλάχιστον ὁ κ. Δεληγιώργης νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ, ὅτι ἐν τῷ σώματι τοῦ δικεφάλου τούτου Ἀετοῦ ὑπάρχει μία μόνη καρδία; καὶ ὅτι αἱ δύω πτέρυγες αὐτοῦ ταὐτοχρόνως θὰ κινηθῶσι καὶ θὰ τὸν ὑψώσωσι; Μετὰ τὴν παραβολὴν ταύτην, ἔχω καὶ μίαν ἀδιάκριτον ἴσως ἐρώτησιν νὰ τῷ ἀπευθύνω. Ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις μειονοψηφήσασα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει, εἶχεν, ὅπως διατείνεται, μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ κυριάρχου ἐκείνου Σώματος, τὰς συμπαθείας τοῦ τόπου ὑπὲρ αὐτῆς, πῶς ἐξηγεῖ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου τὸ ἀναντίῤῥητον γεγονὸς, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδία ἀντιπολίτευσις προσέτρεξε κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ τελευταίου ἔαρος, εἰς συμμαχίαν, τὴν ὁποίαν, ἐὰν δὲν ἐπροτίμων νὰ ἦμαι μᾶλλον ἁβρόφρων ἢ ἀκριβὴς, ἤθελον ὀνομάσει τερατώδη; διότι, τῷ ὄντι, κύριοι, ἐὰν ἕκαστον τῶν δύω στοιχείων τῶν ἀποτελούντων τὴν συμμαχίαν ταύτην εἶχεν ἀναντίῤῥητον καὶ αὐθύπαρκτον ἀξίαν, αὕτη ἡ ἀξία ἠλαττώθη, ἐξητμίσθη, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῷ ἐφημέρῳ ἐκείνῳ ἀμαλγάματι τῷ ἐκπλήξαντι τὴν πολιτικὴν ἡμῶν κοινωνίαν. Ἀπὸ πότε, κύριε Βουλευτὰ Μεσολογγίου, οἱ καθ’ ὑμᾶς πανίσχυροι καταβιβάζονται εἰς ἀδικαιολογήτους ἐπιμιξίας; ἀπὸ πότε διὰ νὰ αὐξήσουν τὴν βαρύτητα καὶ τὴν δύναμιν τῶν ἀρχῶν των, τὰ πολιτικὰ κόμματα νοθεύουν τὰ προγράμματά των καὶ ἀλλοιώνουν τὴν πολιτικὴν των πίστιν; Ἄ! κύριοι, πόσον ὅλως ἀντίθετος ἡ διαγωγὴ τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἰσχυρὰ διὰ τῆς καταγωγῆς της, ἔχουσα ἀκλόνητον πίστιν ἐν ἑαυτῇ, διότι ἦτον ἀπαύγασμα τῆς πραγματικῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους, ἔμεινε μία καὶ ἡ αὐτὴ, χωρὶς ποτὲ οὔτε νὰ διαιρεθῇ, οὔτε νὰ προσπαθήσῃ πρὸς αὔξησιν τοῦ ὄγκου της, ν’ ἀποῤῥοφήσῃ ὅ,τι ἦτον ἀλλότριον καὶ μὴ πολιτικῶς συμφυὲς εἰς αὐτήν· ἡ ἑνότης τῶν πόθων της, αἱ συντηρητικαὶ τάσεις της, αὐτὰ ἦσαν τὸ μυστήριον τῆς ἰσχύος της, αὐτὰ ἔσονται πιθανῶς καὶ ὁ λόγος τῶν ἐπιτυχιῶν της. Καὶ τῷ ὄντι εἴτε ἐξετάσωμεν αὐτὴν τὴν πλειονοψηφίαν κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ῥωμαλέας νεότητός της, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ μαχητὴς τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ ἐξήσκει ἐπ’ αὐτῆς τὴν γοητείαν τῆς ἀνδρίας, εἴτε κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ὁ κ. Χρηστίδης ἐπιστρέψας ἐκ Γαλλίας ἐνετύπωνεν ἐν μέρει εἰς αὐτὴν τὸ διστάζον βάδισμα τοῦ ἰδίου του χαρακτῆρος, εἴτε κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν κεκοπιακυῖα ἀνεπαύετο ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν δαφνῶν τοῦ Ναυάρχου Κανάρη, εἴτε κατὰ τὴν τελευταίαν φάσιν τῆς ἐν τῇ Συνελεύσει ὑπάρξεώς της, ὅτε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ ἠλεκτρίσαντες αὐτὴν ἐκ νέου, τῇ ἐνέπνευσαν τὸ ὑπερήφανον καὶ γοργὸν, ἀλλ’ ἀξιοπρεπὲς βῆμα τῆς ἐλευθερίας, βαδιζούσης πρὸς τὴν τάξιν, ἡ πλειονοψηφία αὕτη ἔμεινε πάντοτε πιστὴ εἰς ἑαυτὴν καὶ εἰς τὰς ἀρχάς της. Ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας τὴν σήμερον ἐξελέγχονται αἱ πράξεις, τὸ ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, ἔλαβε ταύτην αὐτὴν τὴν πλειονοψηφίαν, ἐν αὐτῇ εὑρίσκει τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεώς του, ἐξ αὐτῆς ἕλκει τὰς δυνάμεις του καὶ τὴν ἄκαμπτον ἐπιμονήν του ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ καθήκοντος. Ἀναβὰς ἐπὶ τοῦ βήματος δὲν προτίθεμαι βεβαίως νὰ ἐλαττώσω οὔτε τὴν σπουδαιότητα τῶν ἐξελεγχομένων πράξεων, οὔτε τὴν βαρύτητα τῆς εὐθύνης τῆς ἐξ αὐτῶν πηγαζούσας. Ὅλως τὸ ἐναντίον, ἔρχομαι θαῤῥαλέως νὰ διεκδικήσω τὸ μέρος αὐτῆς τῆς εὐθύνης, ὃ μοὶ ἀνήκει ὡς σύμβουλος τοῦ Στέμματος. Ἐὰν αἱ πράξεις αὗται ἦναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης, εἰς ἣν ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη, ἐὰν αἱ πράξεις αὗται ἦναι ὡς ἐκ τοῦ νομοθετικοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν ἀναντιῤῥήτως ἀνώμαλοι, ἐπίσης ὅμως εἰσὶ, καὶ τὸ λέγω θαῤῥαλέως, ... μεγαλοφώνως, αἱ περγαμηναὶ αἱ ἀποδεικνύουσαι τὴν ἀφοσίωσίν μας πρὸς τὴν πατρίδα ἐν καιροῖς δυσκολιῶν καὶ κινδύνων, εἶναι οἱ τίτλοι οἱ ἀποδεικνύοντες, ὅτι ἀνυποκρίτως ἐπροτιμήσαμεν τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἢ τοὺς τύπους ἐκείνους, οἵτινες ἐξησφάλιζον μὲν ἡμᾶς δὲν ἔσωζον ὅμως οὔτε τὴν κλονιζομένην τάξιν, οὔτε τὰ κοινὰ συμφέροντα. Μετὰ τὴν ἀποχώρησιν.... εἶναι ἆρά γε αὕτη ἡ λέξις τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῶ; ἂς ᾖναι! μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς μειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως καὶ μετὰ τὴν ἄρνησιν αὐτῆς τοῦ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις, ἡ πλειονοψηφία εὑρέθη εἰς δυσχερείας ἴσως ἄνευ παραδείγματος ἐν τῇ ἱστορίᾳ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ Βασιλεὺς ἔμελλε νὰ διαλύσῃ τὸ συντακτικὸν ἐκεῖνο Σῶμα, τοῦ ὁποίου ἡ ὁμαλὴ καὶ ἡ ἀκριβῶς νόμιμος καὶ τυπικὴ πορεία εἶχεν ἤδη ἀποκατασταθῆ ἀνέφικτος διὰ τῆς λειποταξίας τῶν πληρεξουσίων τῆς μειονοψηφίας, ἥτις ἐμπόδιζεν οὕτω τὴν συγκρότησιν τῆς ἀπαιτουμένης ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ ἀπαρτίας. Ἡ Κυβέρνησις, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἤθελε σχηματισθῆ, θὰ εὑρίσκετο ἐνώπιον θυελλώδους μέλλοντος, ἄνευ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἄνευ φορολογικοῦ νόμου. Τότε, Κύριοι, ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ ἡ ἰδέα (καὶ πιστεύω, ὅτι δύναμαι δικαίως νὰ διεκδικήσω τὴν πρωτοβουλίαν αὐτῆς) ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς καὶ ὑπογραφῆς πράξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐνθαῤῥυνθῇ καὶ ἐξακολουθήσῃ τὸ δυσχερὲς ἔργον της κατὰ τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μεσολαβήσει μεταξὺ τῆς διαλύσεως τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς συγκροτήσεως τῆς νέας Βουλῆς. Ἡ πρᾶξις αὕτη παρ’ ἐμοῦ προταθεῖσα ὑπεγράφη παρὰ τοῦ μεγίστου μέρους τῶν πληρεξουσίων. Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω αὐτὴν εἰς ὑμᾶς. «Συνελθόντες οἱ ὑπογεγραμμένοι σήμερον τὴν 13 Νοεμβρίου ἐν τῷ καταστήματι τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ καταρτίσωμεν συνεδρίασιν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἀφορώντων τὴν Ἑπτάνησον ζητημάτων, διότι οἱ μὲν συνελθόντες ἀποτελοῦμεν ἀριθ. 199, ἀπῃτεῖτο δὲ ἡ παρουσία 203 πρὸς καταρτισμὸν συνεδριάσεως. Θεωροῦντες δὲ, ὅτι οὐδ’ αὔριον θέλει εἶσθαι πιθανὸν νὰ καταρτισθῇ συνεδρίασις, καὶ ὅτι ἐπερχομένης ἀναγκαίως τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως, θέλει μείνει ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ φορολογικοῦ νόμου· Ἐκρίναμεν καθῆκον νὰ βεβαιώσωμεν τὰ γεγονότα ταῦτα, πρὶν ἢ ἀπέλθωμεν. Καίτοι δὲ γνωρίζοντες, ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν, μὴ συμπληρωθείσης συνεδριάσεως, δὲν δύναται κατὰ τύπον νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ἐπειδὴ ὅμως ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Σώματος, δὲν διστάζομεν νὰ ἐκφράσωμεν αὐτὴν, δηλοποιοῦντες διὰ τῆς παρούσης πράξεώς μας, ὅτι συναινοῦμεν, ἵνα ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία προβῇ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, δυνάμει τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε, καὶ ἐντὸς αὐτοῦ, καὶ εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων, δυνάμει τῶν φορολογικῶν νόμων, οἵτινες ἦσαν ἐν ἰσχύϊ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1864· καὶ ταῦτα μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν ἀπόκειται ὁ διὰ νόμου κανονισμὸς τῶν περὶ τούτου. (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαί).

§42ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν..... ὑπεγράφη ἐν ταῖς ἰδιαιτέραις οἰκίαις, ὅπου τὴν ἐπεριφέρατε... (θόρυβος).

§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς δημόσιον ἔγγραφον τὸ θεωρεῖτε;.... (θόρυβος).

§44ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀπατᾶσθε, Κύριε Θεοχάρη, ὑπεγράφη ἐν ἑνὶ τῶν παρακειμένων δωματίων ὅπου συνεδριάζουν τὰ τμήματα. Μήπως ἠθέλετε μᾶλλον εὐχαριστηθῆ, ἐὰν ὑπεγράφετο ἐν τῇ προσφιλεῖ ἐκείνῃ κοίτῃ τῶν ὑπουργείων τῆς Νέας Σχολῆς;.... ἐννοῶ τοὺς δρόμους. Τὴν ἀξίαν του θεωρῶ σμικροτάτην κατὰ τύπους, μεγίστην ὅμως κατ’ οὐσίαν, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐνθάῤῥυνσιν, ἣν ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς πᾶσαν πατριωτικὴν Κυβέρνησιν, ἐπαναλαμβάνουσαν τὴν εὐγενῆ εὐθύνην τοῦ νὰ κρατήσῃ τὸ πηδάλιον τοῦ κράτους ἐν τῷ μέσῳ τρικυμίας, τὴν ὁποίαν πιστεύω, ὅτι αἱ προσπάθειαί μας ἐμπόδισαν νὰ στραφῇ εἰς λαίλαπα. Ἄν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, εἶχε κῦρος ἢ νόμιμον ὕπαρξιν, ἤθελε κατατεθῆ εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Συνελεύσεως, καὶ δὲν ἤθελεν εὑρίσκεσθαι εἰς χεῖράς μου.

§45ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Πόσοι τὸ ὑπέγραψαν;

§46ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀριθμὸς βεβαίως ἀνώτερος ἐκείνου τῶν ἀποχωρησάντων βουλευτῶν τῆς μειονοψηφίας.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι. (θόρυβος)....

§48ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οὐχ ἧττον τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἀντιπροσωπεύει γνώμην μεγάλης πλειονοψηφίας. Ἐγένετο παραδεκτὸν εἰς συνεδρίασιν, ἥτις καὶ κατὰ τύπους ἀκόμη ἤθελεν εἶσθαι νόμιμος ἂν δύω ἔτι μέλη ἤθελον παρευρεθῆ, ἢ μᾶλλον ἂν δύω ὀλιγώτερα ἤθελον φύγει. Εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρω ἐκ νέου εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὴν ἀγωνίαν αὐτῶν τῶν συνεδριάσεων; ἀγωνίαν, ἣν ηὔξανεν ἡ εἰκὼν μέλλοντος ἀβεβαίου καὶ πρὸ ἐμοῦ, κατὰ τὰς προῤῥήσεις πάντων, δραματικῶν περιπετειῶν καὶ ἀκαταλογίστων κινδύνων; ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, Κύριοι, ἐν αὐτῷ τῷ ἐγγράφῳ, καίτοι μὴ νομίμῳ, καὶ τὸ ὑπουργεῖον Κανάρη καὶ ἡ ἀργότερον σχηματισθεῖσα κυβέρνησις ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, δικαίως ἤντλησαν καὶ θάῤῥος καὶ δυνάμεις. Τὸ ἔθνος καὶ ὁ σχηματισμὸς τῆς σημερινῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐν αὐτῇ, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, πλειονοψηφία ἐγκρίνουν,.... ἐγκρίνουν, ἐλπίζω, τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ κάμω μίαν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν πνεῦμα δικαιοσύνης μοὶ ἐπιβάλλει, ὅπερ, ἐλπίζω, θέλει ἐκτιμηθῆ καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν ἑπτά, τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἀποτελούντων ὑπουργῶν, δύω μόνον, ὁ πρόεδρος αὐτῆς Κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κύριος Καρνάλης, ἦσαν μέλη τοῦ τότε ὑπουργείου Κανάρη· αὐτὰ τὰ δύω πρόσωπα καὶ ἐγὼ διορισθεὶς ὑπουργὸς κατόπιν πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀποχωρίσαντος Κυρίου Θ. Δεληγιάννη ὑπεγράψαμεν τὰ κυριώτερα τῶν διαταγμάτων ἐκείνων, ἅτινα τόσον ἀπηνῶς τὴν σήμερον ἐξελέγχονται παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τέσσαρες, ἤτοι Βράϊλας ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, Λομβάρδος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, Κρεστενίτης τῆς Δικαιοσύνης καὶ Ἀνάργυρος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσήχθησαν ἐν τῷ ὑπουργείῳ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς μεταῤῥυθμίσεώς του ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ὅλα τὰ μισητὰ αὐτὰ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν διατάγματα εἶχον ἤδη ὑπογραφῆ καὶ ἐν μέρει ἐκτελεσθῆ. Τῶν πραγμάτων οὕτως ἐχόντων, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ βεβαίως νὰ τῷ παραστήσω, ὅτι πλανᾶται ἀποδίδων εἰς τὴν δηλητηριώδη ἐπιῤῥοὴν τῶν Ἰονίων ὑπουργῶν τὴν καταχώρισιν δολίων διατάξεων καὶ τὴν παραδοχὴν μέτρων ἐμπνευσθέντων ἀπὸ λαοφθόρα τινὰ κατ’ αὐτὸν ἄρθρα τοῦ Ἰονικοῦ Συντάγματος τῶν 1817. Δύνασθε, Κύριε Ἰακωβάτε, νὰ θεωρήσητε αὐτὰ τὰ μέτρα, αὐτὰς τὰς διατάξεις ἀξίας τῶν Μαϊτλάνδων καὶ Οὐάρδων· ἀλλ’ οἱ Κύριοι Βράϊλας καὶ Λομβάρδος μεταγενέστεροι ὡς ὑπουργοὶ τῆς προτάσεως καὶ παραδοχῆς αὐτῶν, εἶναι ξένοι πάσης ἐνοχῆς καὶ εὑρίσκονται ἀπέναντι αὑτῶν εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν, εἰς ἣν ἤθελεν εὑρεθῆ πᾶς τις κεκλημένος νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων, κατόπιν τῆς γενομένης ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου Κανάρη παραδοχῆς των· καὶ ὑμεῖς ἀκόμη Κ. Ἰακωβάτε....

§49ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι αὐτοὶ εἰσήγαγον αὐτὰ τὰ μέτρα.

§50ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ εἴπετε, μετὰ λεπτότητος ὅμως· θέλετε δὲ, ἔντιμε βουλευτὰ Κεφαλληνίας, νὰ γνωρίσητε τὸν ἔνοχον αὐτῆς τῆς πράξεως; σᾶς τὸν λέγω· εἶναι κατὰ πρῶτον λόγον ἡ ἀποχωρήσασα μειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως, κατὰ δεύτερον ἡ πλειονοψηφία, ἥτις, ἵνα ἐξαγάγῃ τὸ ἔθνος ἐκ τῶν προφανῶς λυπηρῶν συνεπειῶν τῆς ἀποχωρήσεως ταύτης, ἐξέδωκε παρατύπως μὲν πρᾶξιν, δι’ ἧς οἱ ὑπογράψαντες αὐτὴν ὑπόσχονται νὰ ἐγκρίνουν ὄχι μόνον τὴν τότε, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν κυβέρνησιν, ἥτις πρὸ τῆς συγκροτήσεως τῆς νέας Βουλῆς ἤθελε διευθύνει τὰ τῆς πατρίδος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παρουσιασθέντος, ἀλλὰ μὴ συζητηθέντος καὶ παραδεχθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1865 καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν φορολογικῶν νόμων τοῦ 1864 ἔτους. Τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν ὑπογραφῶν πλειονοψηφοῦντα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει εὑρίσκονται κατὰ μέρος καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ τὴν σήμερον — τρανωτάτη, ἀλλ’ ἴσως καὶ διά τινας ἐξ ὑμῶν ἀπελπιστικὴ ἀπόδειξις, ὅτι τὸ ἔθνος ἐνέκρινε τὴν ἀποφασιστικὴν καὶ εἰλικρινῆ πορείαν αὐτῶν. Αὐτὰ εἶχον, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω σχετικῶς πρὸς ἔγγραφον, περὶ τοῦ ὁποίου ἀκροθιγῶς μόνον ἀνέφερεν ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ἥτις εἶναι ἀκριβὴς εἰκὼν ὄχι μόνον ὅλων τῶν πράξεών μας, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τῶν αἰσθημάτων, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα κατὰ τὰς ἐποχάς, καθ’ ἃς αἱ πράξεις αὗται ἀπεφασίζοντο. Ἂν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος νύξιν μόνον ἔκαμε περὶ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ θάῤῥους, μεθ’ οὗ ὁ ἔντιμος αὐτὸς φίλος μου ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην καὶ τὰς συνεπείας αὐτῶν τῶν πράξεων. Πιστὸς εἰς αὐτὸ τὸ παράδειγμα, διεκδικῶ καὶ ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τὴν εὐθύνην αὐτήν, ἣν ἄλλως τε εἰδικῶς ἐπιβαρύνει ἡ πρωτοβουλία ἐμοῦ τοῦ προτείναντος, ὡς πληρεξουσίου, τὴν παραδοχὴν καὶ ὑπογραφὴν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, καὶ προϊδόντος τὰς περιστάσεις ἐκείνας, αἵτινες ἔκαμον ἀναποφεύκτους τὰς πράξεις, ἃς σήμερον κατακρίνετε. Ἔτι μίαν λέξιν· δὲν ἔχομεν βεβαίως τὴν ἀδικαιολόγητον πρόθεσιν, ἣν ἀγορεύων μας ἀπέδωκεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὑπαινιττόμενος τὸ παράδειγμα τοῦ μεγαλεπιβούλου Θηβαίου στρατηγοῦ νὰ σᾶς εἴπωμεν, δώσατε τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν μας· «διότι παρηνομήσαμεν μὲν, ἐσώσαμεν δὲ τὴν πατρίδα,»· δικαιούμεθα ὅμως νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι ἡ θέσις τοῦ ὑπουργείου ἀπέναντι ὑμῶν, μετὰ τὴν εἰλικρινῆ καὶ εὐσυνείδητον ἐξιστόρησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, δύναται εὐλόγως νὰ παραβληθῇ μετ’ ἐκείνης τοῦ γνωστοῦ Ἱσπανοῦ φρουράρχου, ὅστις κληθεὶς νὰ ὑπερασπισθῇ φρούριον, τὴν προτεραίαν τῆς κατ’ αὐτοῦ τοῦ πολιορκοῦντος ἐχθροῦ ἐφόδου, ζητήσαντος ἀνακωχήν, προσεκάλεσεν ἐντὸς τοῦ φρουρίου τὸν ἀντίπαλον στρατηγόν, καὶ ἀφοῦ λεπτομερῶς κατέδειξεν εἰς αὐτὸν ὅλα τὰ τείχη, τὰ ὀχυρά τε καὶ τρωτὰ μέρη τοῦ φρουρίου, τῷ εἶπε, «σοὶ ἔδειξα τὴν πόλιν ἣν ὑπερασπίζομαι, τὴν γνωρίζεις τώρα, ὅπως καὶ ἐγὼ, μόνον εἰς τὸ ξίφος καὶ τὸν πατριωτισμόν μου βασιζόμενος θὰ σὲ ἀποκρούσω αὔριον». Καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, γνωρίζετε τώρα τὰς περιστάσεις εἰς ἃς εὑρισκόμεθα, ὅπως τὰς γνωρίζει καὶ τὸ ὑπουργεῖον· μόνον διὰ τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς ἀκριβοῦς παραστάσεως τῶν πραγμάτων ἐνισχυόμενοι θὰ ἀντικρούσωμεν τὴν ἐξέλεγξιν καὶ τὰς αἰτιάσεις ὑμῶν. Ἀναγνωρίζοντες δὲ καὶ θεωροῦντες ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τῆς λεπτομεροῦς κατ’ οὐσίαν ἐξελέγξεως ὅλων τῶν διαταγμάτων, νομίζομεν, ὅτι κατόπιν πολυημέρου συζητήσεως, καθ’ ἣν αὐστηρῶς ἐξητάσθη ἡ διαγωγή μας καὶ ἡ ἀνάγκη, ἥτις ἔδωκε χώραν εἰς τὰ ἐξελεγχόμενα διατάγματα, φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται χωρὶς ν’ ἀδικήσῃ ἡμᾶς ν’ ἀρνηθῇ ἀπόφασίν τινα διὰ τῆς ὁποίας ν’ ἀναγνωρισθῇ, πρὸ τῆς παραδοχῆς ἀκόμη τῶν διαφόρων παραγράφων τῆς ἀπαντήσεως, ἂν εἴμεθα ἐπιλήψιμοι ἢ μὴ διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ὑπὸ ἐξέλεγξιν διαταγμάτων. Ἀτομικῶς δὲ φρονῶ, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς καὶ ἡ καταδίκη ὑψώνει ἀντὶ νὰ ταπεινώσῃ τὸν κατηγορούμενον.

§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κ. προαγορεύσαντος συναδέλφου μου, διότι μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, μολονότι κατὰ πολὺ ξένην τοῦ ἀντικειμένου, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω. Ἡ ὁμιλία αὐτοῦ ἤγγισεν ὅλην τὴν πολιτικήν μας, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τοῦ ὑπουργείου, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι εἶναι δύσκολον ν’ ἀπαντήσω ἐκ τοῦ προχείρου ἐρχόμενος κατόπιν ῥήτορος τόσον εὐγλώττου· καὶ ὅμως θέλω προσπαθήσει. Μίαν ἔλλειψιν πολὺ οὐσιώδη παρετήρησα εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ὅτι ἀντὶ ν’ ἀποδεικνύῃ τοὺς ἰσχυρισμούς του ἀποφαίνεται μόνον. Ἐπολέμησε τὸν λόγον τῆς ἀνάγκης ὁ Κ. Δεληγεώργης, ἐπροσπάθησε νὰ παραστήσῃ τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος ὡς ὁμαλωτάτην, καὶ κατέφυγε, ποῦ; εἰς τὴν ἀρχικὴν σύστασιν τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως· ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ φοβώμεθα τὸ συντηρητικὸν πνεῦμα τοῦ Κ. Βούλγαρη καὶ τοῦ Κ. Ῥούφου, ὡσὰν, Κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ τούτων, ὡσὰν τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους μετὰ τὴν Συνέλευσιν νὰ τὴν ὑπηγόρευσε τὸ συντηρητικὸν πνεῦμα τῶν ἀνδρῶν τούτων ἢ καὶ ἄλλων, καὶ ὄχι τὰ πάθη τὰ ἀναπτυχθέντα ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς, ὁ ἐρεθισμὸς, μὲ τὸν ὁποῖον ἀνεχώρησεν ἡ Συνέλευσις, καὶ ἡ παντελὴς στέρησις, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ τὸ ἔθνος καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο, στέρησις ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ἵνα συγκροτηθῇ καὶ ἑδραιωθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ καθιέρωσις καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῆς τάξεως, καὶ ἡ παρεμπόδισις τῶν ἐγκλημάτων ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ἰδίως, οἵτινες, θέλουσι νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων μας. Πολλὴ σχέσις λοιπὸν δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύω διαφόρων ἐποχῶν, πρὸς ἃς ὁ Κ. Δεληγιώργης μὲ θέτει νὰ ἐξετάσω τὴν καλὴν, ἢ κακὴν κατάστασιν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ βεβαίως, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν συνεκρότουν τόσοι ἔντιμοι Κύριοι, ἔδιδε καὶ ὑπονοίας διαταράξεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρόκειται περὶ τούτου; ἀλλ’ ἐὰν ὑπόνοιαι διαταράξεως δὲν ὑπῆρχον, ἐὰν τὰ πάντα ἦσαν λίαν καλῶς, πόθεν ὁ συγγενὴς τῆς Α. Μεγαλειότητος, οἱ ἐπίσημοι ξένοι ἠναγκάσθησαν νὰ μεριμνήσωσι, νὰ ὑψώσωσι καὶ σημαίας μάλιστα, ἵνα ἐμποδίσωσι τὴν ἀταξίαν νὰ τοὺς πλησιάσῃ; Ποῖος ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐνέσπειρεν αὐτὴν τὴν μεγάλην ἀμφιβολίαν, ὅστις ἐπροκάλεσεν αὐτὰ τὰ ἔκτακτα μέτρα. Ἀλλ’ ἠθέλετε, μᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς, μὲ 400 ἀνθρώπους σεῖς νὰ ἐμποδίσητε ἐπανάστασιν; μὲ 400 μηδενικὰ ἠθέλετε περιστείλει τὴν ὁρμὴν τοῦ ἔθνου.! Δὲν εἴχομεν τοιαύτην ἰδέαν, δὲν πιστεύομεν, ὅτι ὑπῆρχον σπέρματα ἐπαναστάσεως, δὲν δύναταί τις ὅμως ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπῆρχον σπέρματα ἀταξίας, ὑπῆρχον ἐγκληματίαι, ὑπῆρχον τέκνα ἐχιδνῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβουλεύονται τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν καὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν, καὶ κατ’ αὐτῶν μόνον ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὀργανώσωμεν τὴν ἀστυνομίαν καὶ ν’ αὐξήσωμεν τὴν δύναμίν μας, ὅτε ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὃν πολλάκις εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ συμβουλεύωμαι ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ στρατιωτικῶν, πρὸς περιστολὴν τούτων ἐνόμισε κατάλληλον τὴν σύστασιν ἐκτάκτων ἀρχηγείων. Τὰ ἀρχηγεῖα ταῦτα ἤθελον σώσει τὴν τάξιν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους;

§52ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Διὰ διαταγμάτων; (ἱλαρότης).

§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, καὶ πιστεύετε, μᾶς ἔλεγεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι δὲν θὰ λάβουν χώραν πολλὰ κατὰ τὰς ἐκλογάς; ὅτι ἐγκλήματα δὲν θὰ καταμιάνωσι τὸν τόπον; νομίζετε, ὅτι τόσον ἡσύχως καὶ ὁμαλῶς θέλομεν διέλθει τὸ στάδιον αὐτό; ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ πιστεύσω, ὅτι τοσαῦτα κακὰ ἡ σύστασις ἀρχηγείων κατὰ τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν Στερεὰν ἠδύνατο νὰ προλάβῃ· οὕτως ἐν τούτοις ἐνόμιζεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου γνωρίζει καλῶς, καὶ πνεῦμα ἄπειρον ἔχει, καὶ πεῖραν μεγάλην. Ἀλλ’ ἤδη τὰ πράγματα εὐτυχῶς ἐτελείωσαν ἡσύχως, καὶ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὁποῖος μᾶς συνεβούλευσεν ὡς φίλος, δὲν μᾶς ἀναχαιτίζει τρέχοντας πρὸς τὸν κρημνὸν τῆς παρανομίας ὡς λέγει σήμερον, ἔρχεται ἤδη χάριν τοῦ νόμου, ζητῶν νὰ μᾶς στείλῃ εἰς τὴν ἀγχόνην! Κύριοι, εἰς τὴν συνείδησίν σας καὶ μόνον, εἰς τὰς ἀναμνήσεις σας καὶ μόνας, εἰς τὴν κρίσιν σας καὶ μόνην, ἀφίνω νὰ ἐκτιμήσητε τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ὑστερούμεθα καὶ χρημάτων καὶ στρατοῦ, οὐχὶ, Κύριοι, διότι εἰς τὸν στρατὸν δὲν ἔχομεν πλήρη καὶ ἀπόλυτον πίστιν, οὐχὶ, διότι ὁ στρατὸς δὲν ὑπηρέτησεν ἀξίως τῆς ἀποστολῆς του, ἀλλὰ διότι ὁ στρατὸς ἠραιώθη κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἦτο λίαν ἀνεπαρκὴς, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας. Καὶ εὔκολον εἶναι, κύριοι, νὰ λέγῃ τις πολλὰ, ὅταν ὅμως ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα, ὅταν ζητήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ, ὅτα εἶπε, πείθεται, ὅτι πολὺ ἀπέχουν αἱ φαντασίαι τῆς ἀληθείας.— Ἐνθυμοῦμαι περίεργόν τι· ὁ Ναπολέων γνωρίζετε, ὅτι εἶναι καὶ συγγραφεὺς περίβλεπτος, συνέγραψε πολλὰ περὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Φιλίππου καὶ σπουδαῖα· ἠξεύρετε τί ἔλεγε τότε; ἠξεύρετε εἰς τί μᾶλλον κατέκρινε τὴν κυβέρνησιν τοῦ Φιλίππου; εἰς τὸν πολὺν στρατόν. «Διὰ τί ἀποῤῥοφᾶτε, ἔλεγε, τὸν δημόσιον πλοῦτον, καὶ ἀφαιρεῖτε χεῖρας ἀπὸ τὴν γεωργίαν, ἀπὸ τὸ ἐμπόριον, ἀπὸ τὴν βιομηχανίαν κτλ.; ἐλαττώσατε τὸν στρατὸν, εἶσθε ἀνάξιοι τῆς Γαλλίας σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνετε αὐτήν.»—Ἠξεύρετε τί ἠναγκάσθη νὰ πράξῃ ὅμως, ὅτε ἀνηγορεύθη αὐτοκράτωρ; νὰ αὐξήσῃ τὸν στρατόν. Νομίζετε, ὅτι τοῦτο εἶναι φαντασία, ἢ ὅτι ἀστεϊσμοῦ χάριν ἐγένετο; ὄχι, κύριοι, ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν πραγμάτων τις δὲν δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας· διὰ νὰ ἴδητε εἰς ὁποίας δυσκολίας εὑρισκόμεθα σᾶς λέγω, ὅτι, ὅταν ἐπανῆλθον ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον, ὁ πρῶτος σκοπός μας ἦτο νὰ μεταθέσωμεν τὸ ἐκεῖ τάγμα, δὲν τὸ κατωρθώσαμεν ὅμως, διότι δὲν μᾶς ἦτο εὔκολον νὰ κενώσωμεν θέσεις καὶ νὰ περιμένωμεν ν’ ἀναπληρωθῇ ἀπὸ τὸ τάγμα, τὸ ὁποῖον ἤρχετο· κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀποστολῆς καὶ ἐλεύσεως ἤθελε μένει χάσμα, καὶ πολλαὶ ἀνάγκαι ἤθελον μένει ἀνικανοποίητοι, ἑπομένως μ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν εἴχομεν νὰ κάμωμεν τὴν μετακίνησιν, δὲν ἠδυνήθημεν.

§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς πρὸς τοῦ Ναπολέοντος, ὃ ἀνεφέρατε, ἐνθυμηθῆτε, ὅτι, ὅτε ὁ Παλμεστρὼν ὑπεστήριζε τὸ σχέδιον τῆς ὀχυρώσεως τῆς Ἀγγλίας, ἔλεγε, «μὴ ἀκούετε τὶ σᾶς λέγει ὁ Ναπολέων περὶ εἰρηνικῶν σκοπῶν, ἐκτιμήσατέ τον, ὅτε ἦτο ἁπλοῦς ἰδιώτης τὶ ἔγραφε περὶ τῶν Γάλλων κατὰ τῆς Ἀγγλίας.» Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὁ Ναπολέων εἶχε πάντοτε τὴν ἰδέαν τοῦ μεγάλου στρατοῦ.

§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ταῦτα ἐγὼ ἀντιτάττω τὰ ἴδια βιβλία τοῦ Ναπολέοντος, τὰ ὁποῖα ἔγραψεν ἰδίαις χερσί. Δὲν ἔπρεπε νὰ φοβώμεθα, εἶπε προσέτι ὁ κ. Δεληγιώργης, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐνήργησεν ὡς Σῶμα πολιτικὸν εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὥστε καὶ αἱ ἐνέργειαί της νὰ ᾖναι σπουδαῖαι· αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, διότι δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀντιπολίτευσις Σῶμα πολιτικὸν, ἦσαν ἄτομα, τὰ ὁποῖα συνεδέοντο, καθὼς αἱ περιστάσεις, καὶ τ’ ἀτομικὰ συμφέροντά των τὸ ὑπηγόρευον, ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ᾖναι πολιτικὸν Σῶμα, διότι ἀκόμη πολιτικὰ Σώματα δὲν συνεκροτήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἀνεχώρησε λοιπὸν ἐντεῦθεν, μετέβη εἰς τὰς ἐπαρχίας οὐχὶ ὡς Σῶμα, ἀλλ’ ὡς ἄτομα διὰ παντοίων μέσων προσπαθοῦντα νὰ ἐπιτύχωσιν. Ἠθέλησε προσέτι νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἔκαμε σχέδιον, δὲν ἔκαμε πρόγραμμα, δὲν παρουσιάσθη ὡς ὁμὰς ἀρχῶν, ἀλλὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν δὲν θεωροῦμεν ἐπικίνδυνον, ἀφοῦ διοργανισθῇ, οὔτε ὅτι ὡς ἀδύνατος εἶναι ἀνεπίφοβος· πολλὰ κακὴν ἰδέαν περὶ ἀντιπολιτεύσεως ἔχει ὁ κ. Δεληγιώργης· ὄχι, κύριοι, ταῦτα διόλου δὲν οὐδετεροῦν τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἰδέας μας, οὔτε μεταβάλλουσι τὴν τότε κατάστασιν, διότι, ἐπαναλέγω, δὲν φοβούμεθα τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς σῶμα, διότι δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ τοὺς ἀνθρώπους τῶν ἀγυιῶν, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέδεσαν τὸ συμφέρον των μὲ τὴν ἀταξίαν, οἵτινες δὲν ἡσυχάζουσιν, ἀδιακόπως ἐπιδιώκουσι μεταβολὰς καὶ ἀνατροπὰς χάριν τοῦ σκοποῦ των, διότι ἄλλως δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι· καὶ δὲν φοβούμεθα ἐπαναστάσεις ἀπὸ αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐγκλήματα, ἀταξίας. Ἔπρεπε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ ὅ,τι ἠδύνατο διὰ νὰ προλάβῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ λάβωσι χώραν. Καὶ δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ λόγος, ὅστις μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ καὶ ἕνας ἄλλος πολὺ σπουδαῖος καὶ πολιτικώτερος. Ἐνομίζομεν, Κύριοι, ὅτι ὁ στρατὸς ἐβλάβη, διότι, ὡς μὴ ὤφειλε, περιεπλέχθη εἰς ὑπηρεσίας καὶ ἔργα ξένα τῶν καθηκόντων του· ἐνομίζομεν, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ στρατιώτου διεφθείρετο, ἐνόσῳ ὁ στρατιώτης ἀντὶ νὰ μένῃ προσκολλημένος εἰς τὸ σῶμά του νὰ περιποιῆται τὸ ὅπλον του καὶ ν’ ἀνατρέφεται μὲ καθαρὸν στρατιωτικὸν πνεῦμα, προσεκαλεῖτο εἰς καταδιώξεις, εἰς εἰσπράξεις φόρων καὶ ἄλλα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα μετέδιδον εἰς αὐτὸν τὰς κοινὰς ἀντιπαθείας καὶ συμπαθείας καὶ ἐχαλάρωνον τὸ πνεῦμα τῆς πειθαρχίας. Ἓν τῶν πρώτων λοιπὸν καθηκόντων τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν τῶν ξένων αὐτῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ τὰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας τῆς κοινωνίας νὰ ἐπιφορτίσῃ εἰς ἓν ἰδιαίτερον σῶμα τὴν χωροφυλακήν. Ἐνόσῳ αὐτὸ δὲν γίνῃ, βεβαιωθῆτε, ὅτι στρατὸν, ὅπως ἀπαιτεῖτε, δὲν θέλετε ἔχει. Νομίζω, Κύριοι, περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐν μακροῖς ἀνέπτυξεν ὁ Κύριος Σωτηρόπουλος καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐὰν κατὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλάκων ἠμαρτήσαμεν, ἂς μᾶς συγχωρήσῃ ὅμως ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι εἶναι κατὰ φαντασίαν αὔξησις τῶν ἐξόδων ὅποιαν τὴν ὑπολογίζει, διότι ἡ αὔξησις αὕτη ἔλαβε χώραν πρὸ δύο μηνῶν, ἐχρησίμευσαν δὲ τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄλλως τὸ διάταγμα μένει ὑπὸ τὴν κύρωσίν σας, δύνασθε νὰ τὸ ἀκυρώσητε, καὶ τότε τὰ ἔξοδα ἐκλείπουσιν. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν χωρὶς νὰ διαλύσητε τὴν ἐθνοφυλακὴν ἐκάμετε τὴν χωροφυλακὴν, ἔχετε δύω ἔξοδα. Ἠξεύρετε πότε συνεπληρώθη ἡ χωροφυλακή; ἅμα οἱ ἄνδρες ἦσαν εἰς τὰς θέσεις των διετάχθη ἡ διάλυσις τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἀλλὰ πρὶν ἦτο δύσκολον, διότι ἡ ληστεία, ἡ ὁποία δὲν κάμνει καμμίαν ἐντύπωσιν εἰς τὸν Κύριον Δεληγιώργην, διότι δὲν εἶναι, ὡς λέγει, ἡ ἔκτακτος ἐκείνη ληστεία, ἡ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν συλλαμβάνουσα τοὺς πολίτας, ἡ ληστεία, λέγω, ὑπῆρχε, καὶ ἡμεῖς τὴν ληστείαν ἐθεωρήσαμεν ὡς κακὴν, ὀλεθρίαν πάντοτε, οὐχὶ μόνον, ὅταν πέριξ τῶν Ἀθηνῶν συλλαμβάνῃ· καὶ παντοῦ τὴν κατεδιώξαμεν καὶ τὴν περιεστείλαμεν, διελύσαμεν λοιπὸν τὴν ἐθνοφυλακὴν, ἅμα συνεκροτήθη ἡ χωροφυλακὴ, καὶ ἤδη ἀντὶ 600 ἐθνοφυλάκων ἔχομεν τριάκοντα μόνον ὁδηγούς. Ὁ Κ. Δεληγιώργης ὡς δεύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας του εἶχε τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν εἶμαι ἕτοιμος ὅσον ἤθελον, δὲν ἐγνώριζον νὰ φέρω καὶ ἐγώ μαζύ μου τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχεν ὁ Κ. Δεληγιώργης, διότι δὲν ἐπίστευον, ὅτι σήμερον ἤθελεν εἶσθαι περὶ τούτου συζήτησις, μολοντοῦτο θέλω, ὅσον ἐνθυμοῦμαι ἐκ μνήμης, ἀπαντήσει εἰς τὸν Κ. Δεληγιώργην· πρῶτον μᾶς κατακρίνει, διότι ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ Κ. Σωτηρόπουλος περὶ Ἑπτανήσου, εὑρίσκεται κατ’ αὐτὸν εἰς αὔξησιν ἀντὶ νὰ ἦναι εἰς μείωσιν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν αὐτὸ ἦναι ἀκριβὲς, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ὁμιλεῖ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς ἐνεργηθείσης ἀφομοιώσεως· ἡ ἀφομοίωσις ἔφερεν οἰκονομίας πραγματικὰς, ἑπομένως ὁ Κ. Δεληγιώργης κακῶς μᾶς κατηγορεῖ δι’ ἕνα προϋπολογισμὸν, δι’ ὃν δὲν εὐθυνόμεθα, τὸν ὁποῖον, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἰσχυρισμόν του ὁ Κ. Δεληγιώργης, μᾶς ἀπέδωκε· δὲν γνωρίζω δὲ, ὅτι ἔλαβε χώραν ἡ εἴσπραξις ἑνὸς ποσοῦ χωριστοῦ ὡς στρατιωτικὴ εἰσφορὰ εἰς τὴν Ἑπτάνησον· ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πρὶν ἀκόμη ἡ ὑπηρεσία ἡ οἰκονομικὴ, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληγον ὅλαι αἱ εἰσπράξεις, δὲν εἰσέπραξε χωριστὸν ποσὸν τῶν 25,000 λιρῶν, εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν εἰσπράττονται παρὰ μόνον οἱ φόροι οἱ κανονικοί· τὸν Κ. Δεληγιώργην ἠπάτησαν ὅσοι τῷ ἔδωσαν τοιαύτας πληροφορίας. Εἶπον, Κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐκάμαμεν σήμερον ἐχρησίμευσαν πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν πρὸ ἡμῶν. Ὁ Κ. Δεληγεώργης ἦλθε νὰ τὸ ἀναιρέσῃ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀκριβεῖς ἐπίσης πληροφορίας, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς κατηγοροῦσι πρῶτον, ὅτι ἐνηργήσαμεν ἀντισυνταγματικῶς, ἐνῷ ὑπάρχει εἷς νόμος ἀπὸ τὰς Βουλὰς ἐψηφισμένος καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα κυρωμένος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῶμεν πέντε ἑκατομμύρια.

§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠκυρώθη.

§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, ποτέ· εἶναι ἐν πλήρει ἰσχύϊ, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1860 ἔκαμε δάνεια δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου. Ἡ Συνέλευσις ἔκαμεν ἕνα νόμον διὰ δάνειον χρεωλυτικῶς ἐξοφλούμενον, ἐνῷ αὐτὸς ὁ νόμος προβλέπει δάνειον δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ· δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐνηργήθησαν δύω δάνεια· πῶς θεωρεῖτε ἀκυρωμένον αὐτὸν τὸν νόμον, καὶ διατὶ δὲν ἐπροτείνατε ἐγκαίρως, ἀλλ’ ἀφήσατε τὸ κοινὸν νὰ πλανηθῇ καὶ νὰ ἐνεργῆτε παρανόμως δάνεια; ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἀστειότητες. Λοιπὸν δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου συνωμολογήσαμεν δάνειον ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν· ἐὰν μελετήσητε τὸν νόμον, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς ἐγγύησιν καὶ εἰσπράξεις· παρηνομήσαμεν ἀληθῶς ὑποσχεθέντες μεγαλύτερον τόκον, ἀλλὰ συνεφωνήσαμεν μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ τὸν πληρώσωμεν ἐξ ἰδίων, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν τὸν ἐγκρίνῃ· συνεπείᾳ τοῦ νόμου τῆς Συνελεύσεως ἐνηργήσαμεν δάνειον ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, δηλαδὴ ἐπραγματοποιήσαμεν 500,000 ἐκ τοῦ δανείου τοῦ ἐθνικοῦ, 300,000 διὰ τῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Γράπεζαν, οὐχὶ δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, ἀλλὰ ἀντικαταστήσαντες τὴν ἐγγύησιν· συνωμολογήσαμεν καὶ ἄλλα δάνεια, τὰ ὁποῖα ὅλα συμποσοῦνται εἰς 2 ἑκατομμύρια καὶ 300 περίπου χιλιάδας τόσας δραχμάς· ἰδοὺ τὸ δάνειον. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τὶ ἐπληρώσαμεν δι’ αὐτοῦ; ἀκούσατε. Ὁ Κ. Δεληγιώργης μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπληρώσαμεν ἓν χρέος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε σημειωμένον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ. Ἐπληρώσαμεν ὅ,τι ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν, ἤτοι ἓν ἑκατομμύριον εἰς τὰς Δυνάμεις, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἐσημειοῦτο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ πληρωθῇ, ὡς καὶ δὲν ἐπληρώθη εἰμὴ ἅπαξ· 332,400 ὀφειλόμενα πρὸ ἡμῶν εἰς τὴν Ἰονικὴν τράπεζαν, 185699 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι παρακατατίθενται εἰς τὴν τράπεζαν ἐν Σύρῳ πρὸς πληρωμὴν τῆς δόσεως τοῦ δανείου πρὸς τὰς Δυνάμεις διὰ τὸ τρέχον ἔτος· 692,843 δραχμῶν ὀφειλόμενα εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν· διὰ τοῦ δανείου λοιπὸν ἐπληρώσαμεν χρέη προγενέστερα ἡμῶν· ἀλλὰ σᾶς λέγει ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὅτι τὰ χρέη τῆς Κερκύρας ἐπλήρωσε τὸ ταμεῖον τῆς Κερκύρας· τὶ ἐννοεῖ μὲ τοῦτο ὁ Κ. Δεληγεώργης; μήπως τὰ ταμεῖα τοῦ κράτους δὲν ἀποτελοῦσιν ἓν ἀδιαίρετον; ἐπλήρωσε τυχὸν αὐτὰ τὸ ταμεῖον Κερκύρας, δὲν πληρόνουσι τὰ ἄλλα ταμεῖα ἄλλα χρέη; Νομίζετε, ὅτι διὰ τοῦ δανείου τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν τράπεζαν ἐπληρώθη τὸ δάνειον τὸ πρὸς τὰς Δυνάμεις; ὄχι, τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα συγχωνεύονται, δὲν ἐνεργοῦνται διηρημένως αἱ πληρωμαί· ἕνεκα τούτου ἀντὶ τῆς Κερκύρας πληρώνομεν ἡμεῖς ἱκανά. Ἴσως, Κύριοι, σᾶς ἐνοχλοῦν οἱ ἀριθμοί, ἀλλ’ ἐπειδὴ τοὺς ἔφερον, ἐχρεώστουν καὶ ἐγὼ νὰ ἀντιτάξω, ἔστω καὶ ἀπρομελετήτως, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι, ὅσα σᾶς εἶπον ἦσαν ἀληθῆ, θέλω σᾶς φέρει σημείωσιν τῆς καταστάσεώς μας, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀνελάβομεν τὸ ὑπουργεῖον. Θέλετε ἴδει τότε ὅτι τὸ ταμεῖον εἶχεν ἐξαντληθῆ, ὅτι ἐκτὸς τῶν εἰσοδημάτων τρία ἑκατομμύρια γραμμάτια, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶχον τεθῆ εἰς κυκλοφορίαν, διὰ τοῦτο τώρα τὰ ὀφείλομεν, εἶχον ἐπίσης ἐξαντληθῆ, ὥστε καὶ δὲν εὕρομεν εἰς τὸ ταμεῖον παρὰ 86 χιλιάδας γραμμάτια, καὶ ὀλίγα μετρητά, αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασίς μας τότε. Θέλω δὲ σᾶς ἀποδείξει δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι μὲ τὰ εἰσοδήματά μας ἐθεραπεύσαμεν τὰς ἀνάγκας μας, ὅτι ἐζήσαμεν δι’ αὐτῶν, ὅτι τὰ δάνεια δὲν μᾶς ἐχρησίμευσαν εἰς τοῦτο, ὀφείλομεν ὀλιγώτερα ἤδη καὶ εἴμεθα εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, παρ’ ὅταν ἐμβήκαμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ἡ παροῦσα οἰκονομικὴ κατάστασίς μας δὲν εἶναι λοιπὸν ἀνθηρὰ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀπελπιστική, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀφ’ οὗ ἐξεπληρώσαμεν τὸ ἐτήσιον χρεωλύσιον καὶ τοὺς τόκους τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα πρὸ ἡμῶν εἶχον συνομολογηθῆ. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι εἰς τὸ ἀμέσως προσεχὲς μέλλον ἡ κατάστασίς μας θὰ βελτιωθῇ, καὶ ὅτι θέλομεν ἔλθει ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ συντόμως. Ποῖον εἶναι τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμά μας; Νομίζω, ὅτι εἶναι πλέον τῶν 3 ἴσως καὶ 4 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὴν διαφορὰν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, ἀλλὰ περὶ τούτου θέλουσι σᾶς δοθῆ ἐκτεταμέναι ἀναπτύξεις ἐν καιρῷ· τὸ ἔλλειμμα διαιρεῖται εἰς προσωρινὸν καὶ διαρκές. Ἰδοὺ τί θὰ ἐξετάσω καὶ θέλω σᾶς πείσει διὰ τῶν πραγμάτων, πῶς δυνάμεθα νὰ ἀναπληρώσωμεν τὸ διαρκὲς ἔλλειμμα καὶ φθάσωμεν εἰς κατάστασιν καλὴν, πῶς ἠμποροῦμεν νὰ πληρόνωμεν ὅλα τα ἀναγκαῖα ἔξοδά μας, νὰ ἀνταποκρινώμεθα εἰς ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις. Θέλω σᾶς ὑποβάλλει μέτρα τινὰ τῶν ὁποίων ἡ παραδοχὴ θέλει βελτιώσει τὴν κατάστασιν τοῦ Ταμείου μας. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα δὲν κρέμαται ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν χρεῶν τῶν κυματιζομένων. Ὄχι· διότι τότε θὰ ἦτο κατεστραμμένη ἡ Γαλλία, ἥτις τὸ ἥμισυ σχεδὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ της χρεωστεῖ διὰ τοιούτων γραμματίων· ἀλλὰ δὲν ὑπολογίζονται τοιουτοτρόπως τὰ χρέη αὐτὰ, τὰ χρέη δὲν θεωροῦνται ὡς ἐτήσια ἐλλείμματα ἀμέσως ἀπαιτητά· καὶ ἡ θέσις μας ἀναντιῤῥήτως εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν θέσιν τῶν ὀφειλόντων ἐθνῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς ὁ Κ. Δεληγιώργης δὲν εἶχεν ἀκριβεῖς πληροφορίας, καὶ ἂν δὲν πείθηται, ἂς λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἀναμένῃ τὴν ἰδιαιτέραν οἰκονομικὴν συζήτησιν, καθ’ ἣν δι’ ἀριθμῶν θέλετε πεισθῆ καὶ δι’ ἓν ἄλλο πρᾶγμα ἀκόμη, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ σᾶς εἰπῶ ἀπὸ τώρα, διότι πολλοὶ, οἵτινες δὲν ἐνησχολήθησαν εἰς αὐτὰ τὰ οἰκονομικά μας, λαλοῦν χωρὶς νὰ ἠξεύρουν, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον ἐν ἀγνοίᾳ νὰ συμβουλεύσωσι σπουδαῖα πράγματα. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι σπουδαίας οἰκονομίας δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος, τὰ ἔξοδά μας ηὔξησαν ἀπὸ ποσὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δύσκολον εἶναι νὰ μεταβάλωμεν. Ἂν μοὶ συγχωρῆται, νὰ σᾶς ἀναφέρω δύω, τρία παραδείγματα, διὰ νὰ πεισθῆτε. Ἔχομεν, Κύριοι, ἀπὸ Νόμους τοῦ 1852 αὔξησιν 1,600,000 δρ. περίπου εἰς συντάξεις· ἠμπορεῖτε νὰ τὰς μεταβάλητε; Ἔχομεν πληρωμὰς χρεωλυσίων καὶ τόκων ἓν ἑκατομμύριον καὶ διακοσίας περίπου χιλιάδας δραχμάς· διὰ τὰς ναυτικὰς νήσους πληρώνομεν 200,000 δραχμῶν· διὰ τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν καὶ καθεξῆς· ταῦτα εἶναι ἔξοδα ἐσχάτως προστεθέντα· δύνασθε εἰς ταῦτα νὰ κάμετε οἰκονομίας; Μετὰ ταῦτα ὁ Κ. Δεληγιώργης μᾶς ἐμέμφθη ἢ ἐξήτασε τὴν πολιτικὴν τῆς πλειονοψηφίας σχετικῶς καὶ κατεφέρθη κατὰ προσώπων τινῶν τῆς αὐλῆς. Ὁ Κ. Δεληγιώργης ἐλησμόνησεν, ὅτι τὴν Αὐλὴν, ὅπως ἔχει, τὴν παρεδέχθη καὶ τὴν ὑπεστήριξεν ἡ ἀντιπολίτευσις χωρὶς οὐδὲν νὰ κάμῃ τότε παράπονον, οὐδεμίαν παρατήρησιν· τὸ παράπονον τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἤρχισεν ἀφ’ ἧς ἀπεμακρύνθη τῶν πραγμάτων, ἡμεῖς δὲ, οἵτινες εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ τὴν διαδεχθῶμεν, ἀρνούμεθα, ὅτι πρόσκομμα ὑπάρχει, ὅτι καμμία ξένη ἐπιῤῥοὴ ἐπεμβαίνει εἰς τὴν ἐργασίαν μας, εἴμεθα πληρέστατα κύριοι τῶν ἐνεργειῶν καὶ σκέψεών μας καὶ ἐπικαλοῦμαι ὅλων τῶν ὑπηρετησάντων μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς τὴν ὁμολογίαν ἂν ἀπήντησαν πρόσκομμά τι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των, ἂν εἰς τὰς σχέσεις μὲ τὸν Βασιλέα δὲν εὗρον τὴν μεγαλειτέραν εὐχέρειαν, καὶ ἂν τῷ ὄντι αἱ σχέσεις των δὲν ἦσαν πάντοτε συνταγματικώταται. Λοιπὸν, κύριοι, ἐγείρατε τὸ ζήτημα τοῦ Κόμητος Σπόνεκ, ἀφ’ ἧς ὑπεθέσατε, ὅτι εἶναι πρόσκομμα νὰ ἔλθουν τινὲς εἰς τὴν ἐξουσίαν (θόρυβος ἀριστερόθεν). Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἓξ μῆνας ὑπηρέτησεν ἄνευ παραπόνου οὐδενὸς, ἔβλεπε τότε τὰ πράγματα ὡραῖα, καὶ τὴν αὐλὴν ἐξαίρετον.

§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τρεῖς μῆνας.

§59ΤΙΝΕΣ. Ὀκτὼ μῆνας.

§60ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πότε ἔγεινεν ἡ ὀχλαγωγία;

§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ δεχθῶμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐγνωρίζομεν ἀκριβῶς, ὅτι ὅ,τι ἐλέγετο, δὲν ἦτο ἀκριβὲς, νὰ δεχθῶμεν τὸ ἐναντίον, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς ὀρθὴν τὴν ἀπαίτησιν νὰ περιορισθῶσιν ἀπολύτως τὰ Βασιλικὰ δικαιώματα καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν ὑπηρετῶν τῆς αὐλῆς· ἐν τῷ μέσῳ τοιούτων ἀπαιτήσεων ἀνελάβομεν τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος, ἐν αὐτῷ ἐκανονίσαμεν τὰ δικαιώματα τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν καὶ τοῦ Ἡγεμόνος· ἡ ἐν τῇ Συνελεύσει μάχη ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς κερδοσκοπίας δὲν εἶχε λοιπὸν βάσιν, ἀλλ’ ἔθετε φραγμοὺς δυσαρέστους, ὡς πρὸς τὴν μέλλουσαν ἐνέργειάν της, ἡ μάχη, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἦτο δοκησοντικὴ ἀληθῶς· ἀναγνώσατε τὸ πρόγραμμα τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν τὸ θεωρηθὲν ὡς πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸ εἶναι προσωπικόν· πρόκειται νὰ φύγῃ εἷς ἄνθρωπος, καὶ νὰ ἔλθῃ εἷς ἄλλος· ἀπώλεσε λοιπὸν ἐντελῶς τὴν πολιτικὴν ἀξίαν του, δὲν εἶναι ζήτημα ἀρχῶν, ἡ ἀντιπολίτευσις φοβεῖται τὴν ἀντενέργειαν τοῦ Κόμητος Σπόνεκ, βλέπει ἐχθροὺς, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν, ἐχθροὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἡ ἰδία ἀντιπολίτευσις. Συζητεῖτε πρόσωπα καὶ οὐχὶ ἀρχάς. Ἕως τώρα ἐννοοῦμεν ἀφ’ ὅσα εἴπετε, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, καὶ εἰς προσωπικὰ ζητήματα δὲν θέλω νὰ ἐμπλεχθῶ. Ἰδοὺ τὶ ἔχομεν νὰ εἴπωμεν ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν συζήτησιν τὴν πολύκροτον, ἡ ὁποία μὲ τόσον πολυποίκιλα χρώματα ἐχρωματίσθη. Δεύτερον ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ διαγγέλματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ πάλιν ἔρχομαι. Τοῦτο πρέπει νὰ τὸ διαιρέσωμεν εἰς δύω, διότι ἐσκόπει δύω τινὰ ἀ.) νὰ θέση τέρμα εἰς τὴν ἐπαναστατικὴν κατάστασιν καὶ βʹ.) νὰ προσδιορίσῃ καὶ ὅρους, οὓς θέλομεν ἐξετάσει κατόπιν, καὶ κατὰ τοὺς ὁποίους ὁ Βασιλεὺς ἐδέχετο τὸ σύνταγμα. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, καυχῶμαι, διότι ἔθεσα τὴν ὑπογραφήν μου εἰς ἔγγραφον θέτον τέρμα εἰς τὴν ἐπαναστατικὴν κατάστασιν, ἔβλεπον, ὅτι ἡ ἐπανάστασις, ὅπου ἐπροχώρησεν, ἤθελεν ἀποτύχει, ἤθελε καταντήσει ἐπιβλαβὴς, ἀποτρόπαιος, ἠθέλησα λοιπὸν νὰ θέσω ἓν τέρμα, καὶ νομίζω ὅτι ἔσωσα οὕτω τὴν ἐπανάστασιν. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ ἐπαναστατικὴ κατάστασις, ἡ κατάστασις τῆς Συνελεύσεως διήρκει μέχρι τῆς σήμερον, καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ ἐπιθυμία τινῶν, τὸ λέγω ἐπισήμως, διότι ἐπισήμως μοὶ τὸ εἶπον. Ἂν ἡ Συνέλευσις διήρκει μέχρι τοῦδε, νομίζετε, ὅτι ἤθελεν ἐπιτύχει ἡ ἐπανάστασις; αὐτὸ ἤθελεν εἶσθαι καλὸν διὰ τὴν ἐπανάστασιν; τὸ κατ’ ἐμὲ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν· νομίζω, ὅτι καλῶς ἔπραξα λοιπὸν θέσας τέρμα εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ἀφοῦ ἤρχισε νὰ παρεκτρέπεται, καὶ οὕτως ἐσώθη ἡ πατρίς· ὑποθέσατε ἐνεργοῦσαν ἔτι τὴν Συνέλευσιν καὶ εἴπετέ μοι ποῦ ἠθέλαμεν εὑρίσκεσθαι! Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ διαγγέλματος, ὁ Βασιλεὺς ἀφοῦ παρεδέχθη ὅλα τὰ ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τὸ δημόσιον καὶ τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἀφοῦ οὕτω ἠσφαλίσθησαν ὅλα τὰ δικαιώματα, ἐνόμισεν, ὅτι δὲν συνέφερεν εἰς τὴν Πατρίδα, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ἐτίθετο ἡ Βασιλεία ἀπέναντι μιᾶς Βουλῆς χωρὶς τίποτε νὰ μεσολαβῇ· ὁ Βασιλεὺς ἐνόμισεν, ὅτι τοῦτο ἦτον ἐπικίνδυνον, καὶ πρὶν ἀκόμη ἀφήσῃ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐξαντληθῇ εἰς συζητήσεις, ν’ ἀποφανθῇ, καὶ κατόπιν νὰ ζητῇ ἀνατροπάς, ἐστοχάσθη εἰλικρινέστερον καὶ ἐπωφελέστερον μ’ ὅλον τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, θέλετε νὰ ὑπάρξῃ συνταγματικὴ βασιλεία ἐν Ἑλλάδι; οὕτω πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ· εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπῃ ὁ Βασιλεὺς, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ παρατηρήσεις, δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῇ ὅ,τι τῷ ἐπέβαλον, ἦτο συναλλαττόμενον μέρος, δέχομαι λοιπόν, εἶπε, νὰ ἦμαι συνταγματικὸς βασιλεύς σας, ὅταν δεχθῆτε αὐτὸν τὸν ὅρον. Ὑπάρχει τι κακὸν ἐνταῦθα; δὲν εἶναι αὐτὸ ἐντιμότερον, εἰλικρινέστερον, ἀξιοπρεπέστερον, παρὰ ἂν ὁ Βασιλεὺς ἔλεγε δέχομαι ὅ,τι μοὶ δώσετε μὲ πρόθεσιν νὰ τὸ παραβιάσω; Διότι ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι ἓν σύνταγμα, εἷς νόμος, τὸν ὁποῖον δέχεται τις ἐναντίον τῶν πεποιθήσεών του, θέλει σκοντάψει κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, διότι ἐκτελεῖται πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τῶν πεποιθήσεων τοῦ ἐκτελοῦντος· ἡ ἀντιπολίτευσις κατηγόρησεν ὡς μὴ εἰλικρινὲς τὸ σύστημα αὐτό, ὡς μὴ φιλόφρον, καὶ ἐπροτίμα καὶ ἤθελε τὸ ἕτερον τῆς ἀπολύτου, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ εἰλικρινοῦς παραδοχῆς. Ἄλλως παρατηρῶ ὅτι ἡ τακτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι προεξάρχοντος τοῦ Ἰακωβάτου κατὰ τῆς εἰλικρινείας, δὲν ἀποκρούει τὴν παρανομίαν, ὅταν δολίως ἐνεργῆται· τί σᾶς λέγουσιν ἀπό τινων ἡμερῶν; εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξετε φόρους· εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσητε τὴν χωροφυλακήν, ἀλλ’ εἰξεύρετε τί δικαίωμα δὲν εἴχατε; νὰ κάμετε νόμον καὶ νὰ ζητήσητε τὴν ἐπικύρωσίν του ἀπὸ ἡμᾶς. Ἠδύνασθε νὰ τὰ κάμητε χωρὶς νόμον. Διωρίσατε κλητῆρας, δὲν πειράζει, λέγει ὁ Κύριος Δημητριάδης, ἀλλὰ μὴ τὸ λέγετε· οὕτως ἐγίνετο καὶ ἄλλοτε κάμετε χωροφύλακας, ἀλλὰ νὰ μὴ τὸ γνωρίζωμεν ἡμεῖς. Τὸ κακόν σας εἶναι τὸ νὰ ἐνεργῆτε καὶ νὰ ἐπικαλῆσθε εἰλικρινῶς καὶ ἐπισήμως τὴν ἀπόφασίν μας.— Τὰ συντάγματα, Κύριοι, καὶ αἱ κοινωνίαι δὲν βλάπτονται, ὅταν ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν τῇ δημοσιότητι αἱ ἐξουσίαι ἐνεργοῦν, δὲν βλάπτονται, ὅταν οἱ ὑπουργοὶ πράττουν δημοσίως μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος, ὅ,τι νομίζουσιν ἀπολύτως ἀναγκαῖον, καὶ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· βλάπτονται, ὅταν δολιεύωνται αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν παρουσιάζωνται ὡς φυλάττοντες τὸν νόμον, καὶ κρυφίως ἐγκληματοῦσι καὶ δολίως τὸν παραβιάζουν, τὸν παραβιάζουν ἄνευ δημοσίου ἐλέγχου· οὕτω λέγει ὁ Κ. Δημητριάδης ἐνήργει τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ἐσώθη διὰ τοῦτο τὸ παρελθόν; Εἰσεπράξατε φόρους, αὐτὸ δὲν εἶναι κακόν, τὸ κακὸν εἶναι λέγουσιν, ὅτι διετάξατε νὰ εἰσπραχθοῦν, καὶ ἀποτείνομαι ἰδίως εἰς τοὺς ἐπαναστάτας· πιστεύουσιν, ὅτι ἔχουσι δίκαιον λέγοντες ταῦτα· πιστεύουσιν, ὅτι ἡ δημοσιότης ἀποτελεῖ τὸ ἔγκλημα τῆς παραβιάσεως· τότε ματαία ἦτον ἡ ἐπανάστασις, διότι βεβαιωμένον εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν τὰ παραπτώματα ἀπέφευγον τὴν δημοσιότητα καὶ τὸν ἔλεγχον· διατὶ λοιπὸν τὸ ἐπολέμησαν; Ἰδοὺ διὰ τί, Κύριοι, καὶ ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως ὑπέγραψα ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἰλικρινῶς καὶ δημοσίως κηρύττει εἰς τὸ ἔθνος ὑπὸ ποίους ὅρους θέλει νὰ καθίσῃ εἰς τὸν θρόνον τῆς Ἑλλάδος ὁ Βασιλεὺς, καὶ τὸ ὁποῖον ἔθεσε τέρμα εἰς τὴν παρεκτρεπομένην ἐπανάστασιν. Τρίτος λόγος τοῦ Κ. Δεληγεώργη δικαιολογῶν κατ’ αὐτὸν τὴν ἀποχώρησίν των, ἦτο ἡ ἀφομοίωσις, «Ἠθέλετε, Κύριοι, νὰ μᾶς ἐπιβάλλετε τὰς ἰδέας σας, δὲν ἠθέλατε τὴν ἀφομοίωσιν,» λέγει, ἐνῷ τὴν ἠθέλαμεν ἡμεῖς, μᾶς ἐπιέζετε, ἐφύγαμεν.» Τί νὰ εἴπωμεν ὅμως καὶ ἡμεῖς οἱ τοσάκις ἀπολέσαντες τὴν ὑπομονήν μας, ἕνεκα ὑμῶν; καὶ μᾶς ἀφήσατέ ποτε ἡσύχους νὰ σκεφθῶμεν; Ἀλλ’ ὑπάρχει λόγος κανεὶς εἰς τὸν κόσμον δικαιολογῶν μίαν μειονοψηφίαν, λέγουσαν, ὅτι παραιτῶ τὴν θέσιν μου, ἀφίνω τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον μοὶ προσδιώρισεν ἡ πατρὶς, διότι αἱ ἰδέαι μου, αἱ πεποιθήσεις μου δὲν ἰσχύουν; ὑπάρχει λόγος δικαιολογῶν ὑμᾶς ἀρνουμένους τὰ μέσα τῆς ζωῆς εἰς τὴν κυβέρνησιν, διότι ἡ ἀφομοίωσις, τὸ διάγγελμα δὲν ἐγένετο κατὰ τὰς πεποιθήσεις σας; λοιπὸν τί σημαίνει μειοψηφία καὶ πλειονοψηφία; ἔπρεπε νὰ παραλύσητε τὴν Συνέλευσιν; Νομίζω, ὄχι. Ἠδύνασθε νὰ παραιτηθῆτε, ἐὰν δὲν ἠρέσκεσθε εἰς τὰ γινόμενα, ἵνα ἐκλέξῃ ὁ λαὸς ἄλλους· ἀλλὰ νὰ κατέχητε τὴν θέσιν καὶ νὰ τὴν ἀποκαθιστᾶτε ἀργήν! νὰ ἐμποδίζητε τὸ ἔθνος νὰ κινηθῇ! Ἐστάλητε ἐνταῦθα, ἵνα μένετε εἰς τὴν θέσιν σας μέχρι τέλους, νὰ ὑποκύπτετε εἰς τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας, ἄλλως, κύριοι, εἶναι ἀναρχία, στάσις κατὰ τῶν καθεστώτων, καὶ στάσις ἡ πλέον ἐπικίνδυνος. Ἰδοὺ τί εἶχον ν’ ἀπαντήσω ἐν ὀλίγοις, βεβαίως λίαν ἀτελῶς καὶ ἀνεπιτηδείως, καθ’ ὃ ἀπάντησις πρόχειρος εἰς ἀπάντησιν ἐντίμου καὶ εὐγλώττου ῥήτορος τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη. Τελειώνω, Κύριοι, ἀφοῦ θὰ σᾶς εἴπω τί ζητοῦμεν ἐπὶ ὅρῳ ὑπάρξεως· ἐδῶ δὲν ὑπάρχει μέσος ὅρος, ἂν, ὅ,τι ζητοῦμεν δὲν νομίζετε καλὸν νὰ μᾶς τὸ δώσητε, θὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ἐγκρίνετε τὴν διαγωγήν μας. Τὸ θέτομεν λοιπὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Κύριοι, ἐζητήσατε νὰ μᾶς πολεμήσητε δι’ ἑνὸς ἐπιχειρήματος πολὺ σαθροῦ. «Τὴν τάξιν, καὶ τὴν ἀνάγκην, σᾶς εἶπον, φέρουν ὡς πρόφασιν· ἡ ἀνάγκη δὲν ὑπῆρξεν ἢ πρόφασις ὅλων τῶν ἐγκλημάτων, ὅλων τῶν τυράννων πάντοτε·» καὶ μήπως ἡ ἐλευθερία, λέγω ἐγὼ, δὲν ὑπῆρξε πρόφασις ὅλων τῶν ἐγκλημάτων; ἡ θρησκεία αὐτὴ δὲν ὑπῆρξε πρόφασις τόσων κακουργημάτων; Ἡμεῖς εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐπράξαμεν ὅσα ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε, ἵνα ἀσφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα καθιέρωσε, τὰ δικαιώματα αὐτὰ ἐσεβάσθημεν καὶ ἐνηργήσαμεν, ὥστε νὰ τὰ καταστήσωμεν ἐν γένει σεβαστά. Προσεπαθήσαμεν, καὶ εὐτυχεῖς λογιζόμεθα, ὅτι ἐπετύχαμεν, νὰ ἑδραιωθῇ ἡ ἀληθὴς τάξις ἡ ἀσφαλίζουσα τὴν ἐλευθερίαν, καὶ ἐν τούτοις εἶχον τὴν τόλμην νὰ μᾶς λέγουν, ὅτι ὅ,τι ἐπράξαμεν τὸ ἐπράξαμεν πρὸς κακοὺς σκοπούς· διὰ νὰ κλονίσωμεν τὴν τάξιν, διὰ νὰ καθιδρύσωμεν τὴν παρανομίαν· αἱ πράξεις, Κύριοι, ἐξετάζονται καὶ πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ὑπὸ δύω ἐπόψεις, ἡ σπουδαιοτέρα εἶναι ἡ ἔποψις τῶν νόμων τῆς τιμῆς, τῆς καλῆς πίστεως. Ἡ ἐπίκλησις τοῦ πατριωτισμοῦ ἁπλῶς δὲν δύναται νὰ σώσῃ τὴν τιμὴν, ἡ ἐπίκλησις πρέπει νὰ ᾖναι ἀληθὴς, εἰλικρινής. Ὑποθέσατε ὅτι ἔχετε φίλον, ὁ ὁποῖος σᾶς δίδει συμβουλὰς, σᾶς ἐμψυχώνει εἰς τὴν πορείαν σας, καὶ ὅμως ὅταν εὑρίσκωνται τινὲς ζητοῦντες τὴν καταδίκην σας δι’ αὐτὰς τὰς πράξεις σας καὶ παρουσιάζωνται ἐχθροὶ καθ’ ὑμῶν, ὁ φίλος σας αὐτὸς βλέπων ὑμᾶς ὠθουμένους πρὸς τὸν κρημνὸν σᾶς ὠθεῖ καὶ αὐτὸς, καὶ σᾶς λέγει ὅτι τὸ πράττει χάριν τῆς πατρίδος· καὶ ὅμως νομίζει, ὅτι ἐτήρησε τὸν νόμον τῆς τιμῆς! Ἐπιθυμοῦμεν λοιπὸν, Κύριοι, νὰ ἐξετάσητε τὰς πράξεις μας καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, 1) ἂν τῳόντι δικαιολογημένη ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ἡ ὁποία μᾶς ἠνάγκασε νὰ ἐνεργήσωμεν, ὅπως ἐνηργήσαμεν, καὶ, ἂν τῳόντι ἐνηργήσαμεν τηροῦντες τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς τιμῆς, καὶ σεβασθέντες τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς πολιτείας· ἐὰν πρὸς καλὸν σκοπὸν ἐνηργήσαμεν, ἀποφανθῆτε ὑπὲρ ἡμῶν, αἱ νομικαὶ διατάξεις δὲν σώζουσι τὴν κοινωνίαν, οὔτε τὰ συντάγματα αὐτὰ ὡς χαρτιὰ ἁπλᾶ· τὴν σώζει ἡ ὑποχρέωσις ἑκάστου τοῦ νὰ σέβηται τοὺς ὅρους τῆς τιμῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν τηροῦνται, παρ’ ὅταν εἰλικρινῶς ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀτόμου στηρίζηται εἰς τὸ συμφέρον καὶ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐσυγχωρήθησαν οἱ μεγάλοι ἄνδρες μας, οἱ ὁποῖοι ἡμάρτησάν ποτε, διότι ὁ σκοπός των καὶ ἡ ἐνέργειά των ἦτο ἐνάρετος, καὶ ὄχι διότι διὰ τῶν παραπτωμάτων ὠφέλησαν τὴν κοινωνίαν περισσότερον· τὰ παραπτώματα δὲν κρίνονται ἀναλόγως τῆς ὠφελείας, διότι ἡ κοινωνία εἶναι ὂν ἠθικὸν, καὶ ἐντὸς τῆς ἀνηθικότητος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ· δὲν δύνασθε νὰ κρίνητε τὰς πράξεις σχετικῶς πρὸς τὴν ὠφέλειαν, καὶ ὅταν κρίνετε καὶ ἀποφασίζετε, ὡς ἔθνος πρὸς τοὺς νόμους τῆς ἠθικῆς πρέπει νὰ παραβάλλετε τὰς πράξεις μας. Πρὸς αὐτοὺς τοὺς νόμους ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐξετάσητε τὴν διαγωγήν μας καὶ οὐχὶ τοὺς νόμους τῆς ἰδιοτελείας· ἐτηρήσαμεν ἀληθῶς τοὺς νόμους τῆς τιμῆς; ἐνεργήσαντες, ὅπως ἐνηργήσαμεν, ἐσεβάσθημεν καὶ ὑπεστηρίξαμεν τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος; ἐνηργήσαμεν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ναὶ, ἢ ὄχι; καὶ ἂν πεισθῆτε περὶ τούτου, τότε πρέπει νὰ μᾶς εἴπητε, ἡ διαγωγή σας δὲν εἶναι μεμπτὴ, διότι ἦτο εἰλικρινὴς καὶ τιμία. Δὲν δέχομαι καμμίαν τῶν τροπολογιῶν, οὔτε τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας, οὔτε τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας, διὰ τί; διότι θέλω νὰ γνωρίσω πλήρη τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ἔχω ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, ἄλλως δὲν εἶναι τῆς τιμῆς μας νὰ μένωμεν, καὶ νὰ κυμαίνεται ὁ τόπος, μὴ γνωρίζων, ἐὰν ἔχωμεν πλήρη τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι τῆς τιμῆς μας νὰ μένωμεν ὑπὸ τὸ βάρος τοιαύτης κατηγορίας, οὔτε σεῖς πρέπει νὰ τὸ θελήσητε· συζητεῖται ἐπὶ 10 ἡμέρας ἡ διαγωγή μας, ἐξητάσθη ὅλη καὶ ἀνεπτύχθησαν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ὅλα τὰ διατάγματα ἐξετάσθησαν· διὰ τὶ λοιπὸν νὰ μὴ ἔλθητε εἰς ἀπόφασιν; τί σκοπεῖτε; διὰ τὶ ἀποφεύγετε τὸν ἀγῶνα; θέλετε νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰς περιστάσεις; θέλετε νὰ εὕρετε καιρὸν κατάλληλον; ἡ πλειονοψηφία ἑκάστοτε μεταβάλλεται, εἶπεν ὁ Κύριος Δεληγεώργης, διότι ἄλλοτε φεύγουσιν οἱ Κύριοι Βουλευταὶ, ἄλλοτε δυσαρεστοῦνται, ἄλλοτε δὲ εἰσὶν ἀπόντες κτλ. Ἰδοὺ διατὶ ἀποφεύγουσι τὸν ἀγῶνα, δὲν ἔχουσι πεποίθησιν εἰς τὸ δίκαιόν των, εἰς ὑμᾶς θέλουσι νὰ εὕρωσι καιρόν. Χθὲς ἤλθετε, ἔχετε νωπὰς τὰς ἰδέας τῶν ἐπαρχιῶν. Εἰς ταύτας ἠκούσατε τί σκέπτεται περὶ ἡμῶν καὶ περὶ τῶν πράξεών μας ὁ λαὸς· ἀποφανθῆτε κατὰ τὰς ἐντυπώσεις σας, καὶ οὐχὶ κατὰ τὰς ἐντυπώσεις τῆς ἐγωϊστικῆς πολιτικῆς, οὐχὶ ἀφοῦ μολυνθῆτε ἀπὸ τὴν ἀτμοσφαῖραν τῶν Ἀθηνῶν.

§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἦλθεν ἡ χολέρα.

§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πλησίον εἶναι. — Δὲν ἐννοοῦμεν, Κύριοι, τὰς ὑπεκφυγάς, διὰ τοῦτο κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς εἰλικρινεστέρας προτάσεως (καὶ μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ προσβάλω κανένα), τοῦ Κ. Ἰακωβάτου ἡ πρότασις μετέχει εἰλικρινείας. Τί σημαίνει ἡ ἀναβολὴ αὔριον ἢ μεθαύριον; Ὅλας μας τὰς πράξεις ἐξητάσατε, διατὶ δὲν ἀποφαίνεσθε; ἡ ἀναβολὴ τῆς ἀποφάσεώς σας μὴ νομίσητε, ὅτι ὠφελεῖ τὸν τόπον.

§64Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀνεπτύχθησαν ὅλα τὰ θέματα.

§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλα. — Ἐπιθυμῶ νὰ ἐννοηθῶμεν καλῶς, ἐπειδὴ δὲν θέλω πλέον λάβει τὸν λόγον· δὲν ἐπιζητοῦμεν τὴν ὑπὲρ ἢ κατὰ ψῆφόν σας ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν νομοσχεδίων· ταῦτα μένουσι νὰ τὰ ἐξετάσητε καὶ ν’ ἀποφανθῆτε ἐπ’ αὐτῶν, ὅπως τὰ νομίζετε καλὰ ἢ κακὰ, κατόπιν· ἡμεῖς ζητοῦμεν καθαρὰ νὰ εἴπητε ἂν ἡ διαγωγή μας ἦτο καλὴ ναὶ ἢ ὄχι· αὐτὸ ζητοῦμεν, καὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν θέλομεν ἀπομακρυνθῆ· καὶ ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ἀναβολὴν, ἡ παραδοχὴ τοιαύτης προτάσεως δι’ ἡμᾶς εἶναι ζήτημα ὑπουργικὸν καὶ ἐμπιστοσύνης. Ὅ,τι σᾶς παρακαλῶ ἐπὶ τέλους, χωρὶς νὰ ἐμποδίσω κανένα ἐξ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσι, νὰ ἐπισπεύσητε, διότι σᾶς ἀναγγέλλω μὲ λύπην μου, ὅτι μᾶς περικύκλωσεν ἡ χολέρα, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἐνεργείας καὶ οὐχὶ λόγων, πράξεων καὶ οὐχὶ συζητήσεων, πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα, πᾶσα ἀναβολὴ βλάπτει. Ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι, ὃ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, αἱ συζητήσεις, αἱ ποικίλαι διαδόσεις γεννῶσι δυσκολίας περὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς κυβερνήσεως, περὶ τὴν εἴσπραξιν, πρέπει ὅλα ταῦτα νὰ θεραπευθῶσιν, ὅσον εἶναι τὸ δυνατὸν ταχύτερον· ἡ ἐκκρεμότης βλάπτει. Ἀποφανθῆτε ὅ,τι θέλετε, ἀλλ’ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἵνα ἀποφύγωμεν ὅλους τοὺς κινδύνους, οἵτινες μᾶς ἀπειλοῦσι καὶ ν’ ἀποφύγωμεν καὶ τὰς μομφάς· ἡ Βουλὴ εἶναι μία τῶν ἀγκυρῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος στηρίζεται· πρέπει ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν μομφὴν, πᾶσαν αἰτίασιν, δυναμένην νὰ τὴν ἐξασθενίσῃ· ἂς μὴ ἐξαντλώμεθα εἰς συζητήσεις ἀπεράντους καὶ ματαίας, εἰς ὁμιλίας εὐγλώττους μὲν καὶ τερπνὰς, ἀλλ’ ὁμιλίας ἀτελευτήτους καὶ ἀκάρπους, αἵτινες πάντοτε ἐξασθενοῦσι τὴν ἰσχύν μας τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ὑλικὴν, ἐλαττώνουσι τὴν ὑπόληψίν μας· ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην πραγμάτων. Κατὰ πρότασιν τοῦ Κ. Στράτου γίνεται διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας.

§66ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, διὰ τοῦ δευτέρου λόγου, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλεν ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἐκ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἐδίστασε νὰ ῥίψῃ καὶ ἐπ’ ἐμὲ εὐθύνην τινὰ τῶν κυβερνητικῶν αὐτοῦ πράξεων· προέβλεπεν ἴσως, ὅτι ἤθελον ἀκολουθήσει αὐτὸν εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ἀντικρούσω τὰ δικαιολογητικὰ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα, καὶ ἠθέλησεν ἐπιτηδείως νὰ μὲ δειλιάσῃ, πλὴν δὲν ἐπέτυχε. Χρεωστοῦμεν χάριτας εἰς τὸν Κ. Πετιμεζᾶν, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν συμβουλῶν του τοσάκις μᾶς ὠφέλησεν, εἶπεν ὁ Κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λαλῶν ἐντεῦθεν, ἤκουσα τὴν φράσιν ταύτην, τὴν ἐνόησα καὶ ἐμειδίασα, ἀλλὰ δὲν ἐξεπλάγην. Φρονῶ, ὅτι πᾶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι φίλος τῆς τιμῆς, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ὑποχωρῇ ἀπέναντι τῆς εὐθύνης τῶν πράξεών του πρέπει μάλιστα νὰ δέχηται εὐχαρίστως τὴν εὐθύνην τούτων, ὅταν αὗται ἀποβλέπωσι τὸν δημόσιον αὐτοῦ βίον. Μ’ ὅλον ὅτι αἱ γνῶμαι δὲν εἶναι πράξεις, μ’ ὅλα ταῦτα, ἐὰν ἐχρησίμευσαν ἐπὶ κακοῦ ἔχουσι καὶ αὗται εὐθύνην, ἣν ἀποδέχομαι, ἀποδεχόμενος ἀκόμη εὐθύνην καὶ διὰ τὰς φιλικὰς ἰδέας, ὅσας ἔδωσα, ἀφοῦ προηγουμένως οἱ ἐγκαλοῦντές με εἴπωσι καὶ βεβαιώσωσιν εἰλικρινῶς αὐτὰς ἀπὸ τοῦ βήματος. Εἶμαι λοιπὸν ἕτοιμος, κύριοι, καὶ ἀπέναντι ὑμῶν καὶ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους νὰ δώσω λόγον τῶν πράξεών μου, ἐὰν ἔπραξά τι, καὶ τῶν φιλικῶν ἰδεῶν μου, ἐὰν δι’ αὐτῶν συνεβούλευσά τι κακόν. Δυστυχῶς δὲν βλέπω ἐνταῦθα τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπεθύμουν δὲ νὰ παρέμενε καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὲ ἀντικρούσῃ, ἐὰν μὴ εἴπω τ’ ἀληθές. Αἱ μετὰ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως σχέσεις μου ἦσαν σχέσεις ὑπαλλήλου, λογίζονται δὲ, ἀφ’ ἧς διωρίσθην εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως διευθύνω τὴν δικαιοσύνην τοῦ στρατοῦ, κυρίως ὅμως παρεκλήθην εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως, ὅπως ἐφαρμόσω τὸν περὶ συντάξεων τελευταῖον νόμον, ὁ ὁποῖος ψηφισθεὶς ἐν βίᾳ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως παρουσίαζε τοσαύτας κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν δυσχερείας, ὥστε ἐφάνη ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἐσταμάτησε. Ταῦτα δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τις, μάλιστα δὲ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶδε τὰς μεγάλας προσπαθείας ὅσαι ἐχρειάσθησαν, ὅπως ἐννοηθῇ καὶ ἐκτελεσθῇ ὁ Νόμος οὗτος ὄχι μόνον παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἀλλὰ καὶ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Ἡ κυβέρνησις δὲν θέλει ἀρνηθῇ ποτὲ, ὡς πιστεύω, ὅτι ἡ λύσις τῶν νομικῶν ζητημάτων, ὅσα ἐγεννήθησαν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, συνεδέετο στενὰ μὲ τὴν τύχην τῶν ἀτόμων, ἅτινα ἔπρεπε νὰ μὴν ἀδικηθῶσι, μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἔπρεπε νὰ μὴ καταστραφῇ, μὲ τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου, ἅτινα ἔπρεπε νὰ μὴν ἐξογκωθῶσιν ἀδίκως, καὶ μὲ τόσα ἄλλα συμφέροντα, κοινὰ πρός τε τὰ ἄτομα καὶ τὸ δημόσιον. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς εὐχαριστήσας με δι’ ὅσας ἔδωκα πρὸς τὴν κυβέρνησιν αὐτοῦ συμβουλὰς, ἔπρεπε, νομίζω, νὰ σᾶς εἴπῃ, καὶ ποίας συμβουλὰς ἔδωκα ἵνα γείνῃ καταφανὲς ποίας ἐξ αὐτῶν ἀπεδέχθη καὶ ποίας δὲν ἀπεδέχθη, ὅπως κρίνετε ἀσφαλέστερον περὶ τῆς εὐθύνης ἑκάστου. Πλὴν, ἐὰν ἀπροσωπολήπτως με ἀκούσητε συντόμως ἀπολογούμενον, ταχέως θέλετε καταμάθει τὴν ἀλήθειαν. Κατηγοροῦμεν ἡμεῖς σήμερον τὴν κυβέρνησιν, ὡς γνωρίζετε, διὰ τὰ νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος διατάγματα, δι’ ὧν ἐπέβαλε τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, δι’ ὧν ὠργάνισε καὶ ἐκανόνισε τὴν χωροφυλακὴν, διῄρεσεν αὐθαιρέτως εἰς νέους διοικητικοὺς κύκλους τὴν Ἑπτάνησον, προσδιώρισε θητείαν διὰ τοὺς κλητῆρας τῆς ἀστυνομίας, τοὺς δασοφύλακας κτλ. Ἐὰν ταῦτα πάντα κατ’ ἐμὴν ἔπραξαν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ συμβουλὴν, δικαίως πρέπει νὰ ἐπισύρω εἰς ἐμαυτὸν τὸ ἀναλογοῦν τῆς εὐθύνης μέρος. Ἄλλως ἡ εὐθύνη αὐτοὺς καὶ μόνους πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς καρδίας ὀφείλει τις ἐνώπιόν σας ν’ ἀναβιβάσῃ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὰ χείλη. Ἑπομένως οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ ἐξηγηθῶσιν, ἀποδεικνύοντες ὅσας ἔδωκα αὐτοῖς συμβουλὰς, ἐὰν σπουδάζοντες ἀγορεύωσι πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ, ἐὰν οὗτοι σιωπῶσιν, εὐκόλως παρ’ ἐμοῦ θέλετε πεισθῆ, κύριοι βουλευταὶ, ἀκολουθοῦντές με φερόμενον ὄπισθεν αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ὁποίαν ἁρμοδιότητα, ὁποῖον καθῆκον εἶχον ἐγὼ ὡς στρατιωτικὸς ὑπάλληλος νὰ δώσω γνώμην περὶ ἀντικειμένων ξένων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, περὶ τὴν ὁποίαν ἴσως οὐδὲ ἐσκέφθην ποτέ; μόνον περὶ τοῦ ἀναδιοργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἦτο πιθανόν νὰ δώσω συμβουλήν τινα, ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου ὄχι μόνον δὲν μοὶ ἐζητήθη οὐδεμία συμβουλὴ, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἔλαβον γνῶσιν τῆς σπουδαίας αὐτῆς μεταβολῆς, παρὰ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ σχετικοῦ διατάγματος· περὶ δὲ τῆς βεβαίας αὐτῆς ἀληθείας ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ τε πρωθυπουργοῦ, καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοὺς ὁποίους προκαλῶ ἐπὶ τούτου εἰς τὸ βῆμα. Ἔδωκα, κύριοι βουλευταὶ, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀληθῶς δύω συμβουλὰς, συμβουλὰς σπουδαίας κατὰ τὴν κρίσιν μου, συνεβούλευσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας κατὰ τὴν προσέγγισιν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, διότι αἱ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας πληροφορίαι τοιαύτην τινὰ ὑπεδείκνυον τὴν ἀνάγκην, συνεβούλευσα δὲ προσέτι τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ εἰς ἁρμονίαν τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου μὲ τὴν συμπεριφορὰν, ἣν ἔπρεπε νὰ κρατήσῃ ὁ στρατὸς κατὰ τὰς πολιτικὰς ἐκλογάς. Τὰς συμβουλὰς ταύτας ἔδωκα ὄχι μόνον πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ πρὸς αὐτὸ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου μετὰ θάῤῥους καὶ εἰλικρινείας ὄχι μόνον ἀνέπτυξα τὰς ἰδέας μου, ἀλλὰ καὶ ἐν σχεδίῳ ὑπέβαλον αὐτὰς ὑπὸ τὴν συζήτησιν τῶν κυρίων ὑπουργῶν. Πάντες γνωρίζετε τὴν ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς ἁπάσας τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς, περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς ἐκλογάς· ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἦτο τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα τῆς μιᾶς συμβουλῆς μου· ἀλλὰ δι’ αὐτὴν τὴν ἐγκύκλιον κατήγγειλε κανεὶς ἐνώπιόν σας τὴν Κυβέρνησιν; ἐτόλμησε κανεὶς, λέγω, νὰ κατηγορήσῃ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην συνάδουσαν κατὰ πάντα καὶ μὲ τὸ γράμμα καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου; Ἀπεναντίας πολλοὺς ἤκουσεν ἡ Κυβέρνησις ἐπαίνους ἕνεκα αὐτῆς τῆς ἐγκυκλίου, καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς ὅμως σᾶς εἶπεν, ὅτι κατακρίνων τὰ διαταχθέντα περὶ χωροφυλακῆς ἐλησμόνησε τὰς περὶ ἀρχηγείων συμβουλάς μου. Ὄχι· δὲν τὰς ἐλησμόνησα, οὐδὲ τὰς λησμονῶ, ἂς μὴ λησμονήσῃ πλὴν καὶ αὐτὸς, ὅτι ἔλαβον ἀφορμὴν πρὸς τοῦτο ἀπὸ τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἐπιθυμῶν νὰ μάθῃ πιθανὸν, πῶς ἔκρινα τότε καὶ ὑπὸ τὴν πολιτικὴν καὶ ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἔποψιν τὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος μας, ἐζήτησε τὴν γνώμην μου. Δὲν ἐδίστασα ν’ ἀποφανθῶ μετ’ ἀμφιβολίας, καὶ ἐπειδὴ ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μου πρὸ πολλοῦ ἐφρόντισα σπουδάζων νὰ γνωρίσω τὰ στρατηγικὰ σημεῖα τῆς Πελοποννήσου καὶ στερεᾶς Ἑλλάδος, συνεβούλευσα κατὰ καθῆκον τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τοποθετήσῃ εἰς δύω τοιαῦτα σημεῖα δύω μοίρας ἐκ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως εἰς τρόπον, ὥστε δι’ αὐτῶν νὰ δύναται ν’ ἀπαντήσῃ ἀμέσως πάντα κίνδυνον κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως, ὅθεν καὶ ἂν ἤθελεν ἀναφανῆ οὗτος. (Θόρυβος). Ἔπραξα δὲ ταῦτα, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι εἰλικρινὴς ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ὅστις ἐρωτώμενος δὲν συμβουλεύει τὴν κυβέρνησιν πῶς δύναται νὰ προλάβῃ τοὺς κατ’ αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως ὑποτιθεμένους κινδύνους.

§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ παραδεχόμεθα, εἶμαι σύμφωνοι.

§68Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶπον ἀκόμη τότε εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἥτις ἐφοβεῖτο, (πόθεν δὲ καὶ διατὶ ἐφοβεῖτο δὲν ἦτον ἔργον ἐδικόν μου νὰ τὸ ἐξετάσω, διότι αὐτὴ καὶ μόνον, ὡς κυβέρνησις, ὡς ἠθικὸν πρόσωπον, συγκεντρώνει ὅλας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας διὰ τῆς ἐξουσίας εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, καὶ σκεπτομένη ἀποφασίζει ποῖον πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον· προκειμένου δὲ περὶ στρατιωτικοῦ μέτρου, ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ ἐμὲ βεβαίως, ὅστις ἤμην ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο, καὶ ὄχι τὸν πρόεδρον τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου) εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἐφοβεῖτο, καὶ ἐπειδὴ ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὑπόνοιαι διαταράξεως κατὰ τῆς ἡσυχίας ἐπαρουσιάζοντο κατά τε τὴν Ἀκαρνανίαν καὶ Μεσσηνίαν, νὰ θέσῃ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν στρατιωτικῶν τούτων σωμάτων ἄνδρας βαρύτητος καὶ ἐπιῤῥοῆς· ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὠνόμασε πάραυτα δύω στρατηγοὺς τοῦ ἀγῶνος.

§69ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Αὗται αἱ ὑπόνοιαι ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐξήγοντο;

§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως· αὕτη λοιπὸν ἦτον ἡ ἑτέρα τῶν συμβουλῶν μου, καὶ βλέπετε πόσον ἦτο καὶ αὕτη εἰλικρινὴς, διότι φίλος ἐγὼ τῆς τάξεως, ὡς σεῖς ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ μὲ γνωρίσετε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἔμεινα συνεπὴς μὲ τὸν ἑαυτόν μου. Πιθανὸν νὰ προσέκρουσα μὴ ἐννοήσας τοὺς ὑποκεκρυμμένους σκοποὺς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐκ τῶν πραγμάτων ὁδηγούμενος εἰλικρινῶς συνεβούλευσα αὐτὴν, ὑποδείξας ἐνταυτῷ καὶ τὰ μέσα, ὅπως ἐπανορθωθῇ ἡ τάξις, ἐὰν προσεβάλετο· οὐδέποτε δὲ ἐσκέφθην πῶς νὰ ἐπανορθωθῶσι πεπτωκυῖαι ὑπολήψεις κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κυρίου πρωθυπουργοῦ, διότι αἱ ἀληθεῖς ὑπολήψεις δὲν πίπτουν κατ’ ἐμὲ, αἱ ὑπολήψεις μάλιστα τοῦ ἀγῶνος εἶναι οἱ ἀδάμαντες τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, καὶ ἡ πολιτικὴ ῥαδιουργία εἶναι ἀνίκανος νὰ τὰς ἐπισκιάσῃ. Πλὴν ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς θέλει μὲ συγχωρήσει, νομίζω, ἐὰν τὸν ὑπομνήσω, ὅτι εἰς μίαν ἀπὸ αὐτὰς τὰς πεπτωκυίας ὑπολήψεις ἴσα, ἴσα, εὗρεν ὑποστήριξιν πρὸ ὀλίγου κλονιζόμενος, καὶ ὅτι χρεωστεῖ εἰς αὐτὴν τὴν σημερινὴν θέσιν του, χρεωστεῖ μάλιστα κἄτι τι περισσότερον. Πῶς ὅμως διέθεσε τὴν συμβουλήν μου ἡ κυβέρνησις; ἀκούσατε. Ἀντὶ νὰ διορίσῃ καὶ τοποθετήσῃ εἰς τὰ ὑποδειχθέντα σημεῖα στρατιωτικὰς μοίρας διοικουμένας ὑπὸ σοβαρῶν καὶ ἀνεξαρτήτων ἀνδρῶν, ὅπως ἐγὼ συνεβούλευσα, διώρισε καὶ ἐτοποθέτησε μικρὰ ἀποσπάσματα ὑπὸ τὴν διοίκησιν δύω μικρῶν ἀξιωματικῶν, ἑτοίμων νὰ συντρέξωσι, χωρὶς ἄλλην ἐξέτασιν, τοὺς ἰδίους αὐτῆς σκοπούς· ὠφεληθεῖσα δὲ ἀπὸ τὴν ἰδέαν μετεχειρίσθη αὐτὴν, ὄχι πρὸς τὴν κοινὴν, ἀλλὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς ὠφέλειαν. Ἐὰν δὲ σήμερον κατηγορῆται ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν στρατιωτικῶν ἐκείνων σωμάτων, τῶν ὁποίων τὴν σύστασιν ἐνήργησε, διαστρέψασα τὴν ἰδέαν μου, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπωφελήθη, ὅ,τι ἐνόμισε συμφερώτερον εἰς αὑτήν, εἶμαι ἆράγε διὰ τοῦτο ἐγὼ ὑπεύθυνος; Κύριοι, ὤφειλον ἀφεύκτως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν εὐγενῆ πρόσκλησιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐντέχνως εἰς τοῦτο μὲ ἐπροκάλεσεν ἀπέναντι καὶ ὑμῶν καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, ὤφειλον δὲ ν’ ἀπαντήσω καθαρῶς, διότι, ὅσον ἀνεπίφοβος εἶναι ἡ κατηγορία, ὅθεν καὶ ἂν προέρχηται, τόσον φοβερὰ εἶναι ἡ συκοφαντία, καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπονοῆται. Μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην παρέκβασιν, τὴν ὁποίαν κατέστησεν ἀναγκαίαν μία προσωπικὴ περικοπὴ τοῦ λόγου τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, ἔρχομαι ν’ ἀντικρούσω τὰ νέα ἐπιχειρήματα, ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὲρ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Πρὸς τοῦτο ἄρχομαι καὶ πάλιν ἀπὸ τὰς τελευταίας λέξεις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅστις, ἀφοῦ προχθὲς εἶπεν, ὅτι ἔσωσε τὸ ἔθνος διὰ τῶν περιβοήτων διαταγμάτων, σήμερον ἐπρόσθεσεν, ὅτι ἔσωσε τὴν ἐπανάστασιν, ἐπισπεύσας τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως. Μὲ λύπην μου παρατηρῶ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον πολεμούμενον ὑπὸ τῶν ἰδίων αὑτοῦ πράξεων, ἐσήμανε τρομακτικὴν ὑποχώρησιν ἐνώπιον αὐτῶν. Καταφεῦγον δὲ εἰς τὰς προφάσεις καὶ τὰς πράξεις τοῦ παρελθόντος δὲν εὑρίσκει ὀπισθοποροῦν οὐδὲ ὅρια, οὐδὲ τ’ ἀναγκαῖα προχώματα, ὅπως ἀντισταθῇ κατὰ τῆς ἐπερχομένης ἀληθείας. Ἡ ἐπανάστασις ἀπέβλεπεν εἰς ἀρχὰς καὶ οὐχὶ εἰς προσωπικὰ πράγματα, ἔλεγεν ὁ Κ. πρωθυπουργός· τὸ κατ’ ἐμὲ, ὅστις οὔτε ἐζήτησα ποτὲ ν’ ἀναβῶ, οὔτε ἀνέβην εἰς τὴν πολιτικὴν διεύθυνσιν τῆς πατρίδος μας, ἐπίστευσα εἰλικρινῶς εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτὰς τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ τὴν ἐβοήθησα, διότι ἐνόμισα, ὅτι πάντες τὴν συντρέχουσιν, ὄχι πρὸς χάριν προσωπικῶν συμφερόντων, οὐδὲ πρὸς χάριν αὐτῶν τῶν πολυθρυλλήτων χαρτοφυλακίων. Ἀλλ’ ὅπως πιστευθῶμεν ἐγώ τε καὶ ἅπαντες ὑπὸ τοῦ κοινοῦ, δὲν πρέπει μόνον νὰ λαλῶμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ λέγωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος, τουτέστι ν’ ἀποδεικνύωμεν ὅσα λέγομεν, ὄχι στρεψοδικοῦντες, ὅπως ἐξαπατήσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλ’ ἀληθεύοντες ὅπως σώσωμεν πραγματικῶς τὰς σωτηρίας αὐτὰς ἀρχάς. Κύριοι, δὲν ἐστάθην συνωμότης, καὶ τὴν συνωμοσίαν δὲν ἐπίστευον μέχρι τῆς Ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις, μετὰ τὴν ἔκρηξίν της καὶ τὴν συνωμοσίαν καὶ τὰς ἀρχὰς αὐτῆς, ἀπεκάλυψε δημοσίως. Δὲν ἐγνώριζα ἐπίσης οὐδὲ τὴν ἐπανάστασιν τῆς 10 8βρίου, πρὶν ἢ αὕτη ἐκραγῇ, μόνον τὴν ἐβοήθησα καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξεῤῥάγη· ἐὰν δὲ τὴν ἐβοήθησα σπουδαίως ἢ ὄχι, τοῦτο εἶναι πρᾶγμα ἀνῆκον εἰς τὴν ἱστορίαν. Δικαίως δύναταί τις νὰ μ’ ἐρωτήσῃ πόθεν ὁρμώμενος ἔλαβα τὸν δρόμον τῆς ἐπαναστάσεως; ἀπαντῶ, ὅτι ἐν τῷ σκότει δὲν ἐπορεύθην· ἐπίστευσα εἰς ὅσα σεῖς οἱ συνωμόσαντες ἐλέγετε, σεῖς, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν κηρυγμάτων σας ἐξεγείρατε τὸ δημόσιον πνεῦμα καὶ ἐῤῥίψατε τὴν δυναστείαν τοῦ πρώην Βασιλέως· δὲν πιστεύω νὰ ἐλησμόνησεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ὅστις ἦτο τότε συνωμότης τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, ἀλλὰ καὶ, ἂν ἐλησμόνησεν αὐτὰς, δὲν δυσκολεύομαι νὰ τὰς ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην αὑτοῦ· θέλομεν τὴν εὐθύτητα εἰς τὴν πολιτικὴν διοίκησιν, τὴν ἀλήθειαν εἰς τὰ δικαστήρια, τὴν εὐσέβειαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τὴν ἱκανότητα, τὴν τάξιν καὶ τὴν πειθαρχίαν εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν, τὴν ἀξιοπρέπειαν εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ἔκραζον τότε οἱ νῦν διευθύνοντες εἰς ἐναντίαν ὁδὸν τὰς ἀρχὰς ἐκείνας· θέλομεν οἰκονομίαν, πρὸ πάντων ἔλεγον, διότι ἡ πολυχρόνιος σπατάλη ἤνοιξε τρομερὸν βάραθρον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐκινδύνευε νὰ κατακρημνισθῇ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, οἰκονομίας καὶ πάλιν οἰκονομίας ἐσάλπιζον τὰ φύλλα τοῦ ἀνεξαρτήτου τύπου, ὑποστηρίζοντα τὴν συνωμοσίαν· αὗται ἦσαν τότε αἱ ἀρχαὶ τῆς ἐπαναστάσεως, χωρὶς νὰ προσθέσω τὰ περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου, τὰ περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Βουλῆς, τὰ περὶ ἐλευθερίας τοῦ τύπου, ἤτοι τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἔμελλον νὰ ἐκφράζωνται ἀπροκαλύπτως αἱ ἐπιθυμίαι τοῦ ἔθνους. — Αὐτὰς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας, ὡς ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐπιδιώκει καὶ νῦν ἔτι ἡ ἀντιπολίτευσις, τὴν ὁποίαν σήμερον παρακολουθῶ, αὐτὰς τὰς ἰδίας ἐκήρυττε καὶ ὁ νῦν πρωθυπουργὸς ἄλλοτε συνωμοτῶν. Εἰς αὐτὰς τὰς ἀρχὰς λοιπὸν πιστεύσας καὶ ἐγώ, ἔτρεξα ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως· ἔχω δὲ τὴν ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι ἂν αἱ ἀρχαὶ αὗται δὲν ἐφαρμοσθῶσιν εἰς αὐτὸ τὸ κράτος, ἡ τάξις ποτὲ δὲν θέλει στεραιωθῆ εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι ὁ νόμος θὰ ἦναι ψεῦδος καὶ τὸ ψεῦδος θὰ ἦναι ὁ νόμος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αὗται δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι διαρκούσης τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως· τὴν δὲ ἔλλειψιν ταύτην τῆς Συνελεύσεως ἡ Κυβέρνησις μετεχειρίσθη ὡς μίαν ἀπὸ τὰς μεγάλας προφάσεις, ὅπως ἐπιταχύνῃ τὴν διάλυσιν αὐτῆς. Τὸ ἔθνος καὶ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις κατὰ μέρος ἐπίστευσαν εἰς τὴν ὁμολογίαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ὅπως λάβῃ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον καὶ ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως, ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε νὰ ἀναβληθοῦν αἱ ἐκλογαὶ τῶν βουλευτῶν μέχρι τοῦ 8βρίου, τουτέστιν ἢ ὀκτὼ ἢ δέκα μῆνας. Ἡ Κυβέρνησις λαβοῦσα τὴν μακρὰν ταύτην προθεσμίαν, ὅπως τακτοποιήσῃ τὸ Κράτος, καὶ ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως, ἐτήρησεν ἆρά γε τὰς ὑποσχέσεις αὐτῆς, μείνασα ἐλευθέρα, καὶ διοικήσασα τὸ Κράτος καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ὡς ἀπόλυτος δικτατορία; Ἂς ἐξετάσωμεν· ὑπάρχει εἰλικρίνεια καὶ εὐθύτης εἰς τὴν πολιτικὴν διοίκησιν σήμερον; εἶναι ἀλήθεια ἡ ἐνέργεια τῶν δικαστηρίων; βασιλεύει ἡ εὐσέβεια εἰς τὴν ἐκκλησίαν; ἐπικρατεῖ ἡ πειθαρχία καὶ τάξις εἰς τὸν στρατόν, ὅν τινα κατακρίνομεν καθεκάστην, καθὼς καὶ εἰς τὸ ναυτικόν; διέπει τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἡ ἀπαιτουμένη ἀξιοπρέπεια; πρὸ πάντων ἐφηρμόσθη, ἂν ὄχι, αὐστηρόν, τοὐλάχιστον μέτρόν τι σύστημα εἰς τὴν οἰκονομίαν; ἀντ’ ἐμοῦ αὐτὰ τὰ πράγματα ἀποκρίνονται, ὄχι.

§71ΣΤΡΑΤΟΣ. Ποῖος τὸν κατηγόρησε τώρα!

§72ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀποκρίνομαι πρὸς σᾶς.

§73ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ λέγετε τὴν ἀλήθειαν καὶ ὄχι τὸ ψεῦδος.

§74Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ ἀνακαλέσητε τοὺς λόγους σας, νὰ μὴν ἐπανέλθητε δὲ ποτὲ εἰς τοιαύτας λέξεις, ἐὰν θέλητε νὰ μὴ μετανοήσητε.

§75ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅταν μετατρέπετε τὸν λόγον.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§77Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁμιλῶν, Κύριοι, διὰ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται τί ἐστὶν ἀλήθεια, δὲν ἐννοῶ ν’ ἀπαντήσω πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσιν ἄλλην γλῶσαν ἀπὸ τὴν γλῶσσαν τῶν ἰδίων παθῶν.

§78ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριε πρόεδρε, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ ἐξηγήσητε, ἂν ὑπῆρξε κἀνεὶς κατηγορήσας τὸν στρατόν.

§79Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλω σᾶς εὐχαριστήσει, ἀλλὰ πρέπει νὰ δείξητε μικρὰν ὑπομονήν, διότι εἰς μίαν εὔσχημον καὶ εὐγενῆ ἐρώτησιν θέλω βεβαίως ἀποκριθῆ. Ἐπανερχόμενος λοιπόν, Κύριοι, εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κἀμμία ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀρχὰς δὲν ἐπραγματοποιήθη καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ μακροχρόνιον διάστημα, εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησιν, ὁμολογεῖ δὲ τοῦτο ἀντ’ ἐμοῦ αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις, ἥτις βεβαιοῖ, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν εἶναι καλή Ἡ Κυβέρνησις, εἰσελθοῦσα διὰ τῶν ἀντισυνταγματικῶν διαταγμάτων ἅπαξ εἰς τὸν ὁρμητικὸν χείμαῤῥον τῆς ἀνομίας, καὶ μὴ δυναμένη πλέον νὰ ἐπαναπλεύσῃ εἰς τὸν γαλήνιον ποταμὸν τῆς νομιμότητος, δὲν ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ συκοφαντεῖ αὐτὰ τὰ πράγματα. Σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς νομίζω, ὅτι ἡ ληστεία, ἂν καὶ μεμακρυσμένη εἰς τὰ μεθόρια, ὤφειλε νὰ ἐξαλειφθῇ, καὶ ὅτι ἐξηλείφθη διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς μισθοδοσίας τῆς χωροφυλακῆς. Λυποῦμαι, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι παρὼν, ἄλλως διὰ τῆς ὁμολογίας αὐτοῦ ἤθελον σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ἓξ παράσημα ἐδόθησαν πρὸ ὀλίγου εἰς τοὺς ἄνδρας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς ληστείας· ἀποδεδειγμένως λοιπὸν, ὡς βλέπετε, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις συκοφαντεῖ αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἡ χωροφυλακὴ ὁμολογουμένως εἶναι ἀξιότιμος, σεβαστὴ διὰ τὰς πολυειδεῖς ἐκδουλεύσεις, τὰς ὁποίας πάντοτε προσέφερεν· εὑρίσκομαι μάλιστα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τὰς ἐκδουλεύσεις αὐτὰς, ἐξ αὐτῶν τῶν ἔργων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι αὕτη συντελεῖ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἐκτελεῖ δὲ τὰ πολλὰ καὶ σπουδαῖα αὐτῆς καθήκοντα μετὰ ζήλου, πλὴν ἡ χωροφυλακὴ εἶναι ἀνεπιτήδειος νὰ καταστρέψῃ τὴν ληστείαν, ὄχι βεβαίως δι’ ἔλλειψιν ἀνδρείας, καὶ γενναιότητος, διότι ὑπὸ τὰς διαταγάς μου πολεμοῦσα ἐν Ναυπλίῳ ἀπέδειξεν ἀρετὰς ἀξίας πάσης ὑπολήψεως, ἀλλὰ δι’ ἔλλειψιν καταλλήλου διοργανισμοῦ. Διὰ τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον, ὁσάκις ἀναθέτει εἰς αὑτὴν τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, τὴν μετασχηματίζει εἰς σῶμα μεταβατικὸν, τοὐτέστι μεταβάλλει τὴν ἰδιότητα τῆς χωροφυλακῆς καὶ καθιστᾷ αὐτὴν στρατὸν μεταβατικὸν, ὑπαγόμενον εἰς τὸν ὀργανισμὸν, τοὺς κανονισμοὺς καὶ τοὺς ποινικοὺς νόμους τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐχὶ τοὺς κοινοὺς νόμους καὶ τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας ἀνήκει μᾶλλον εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἡ καταστροφὴ αὐτῆς χρεωστεῖται εἰς αὐτόν· δι’ αὐτοῦ δὲ θέλομεν καὶ πάλιν ἀπαλλαχθῆ τῆς μάστιγος ταύτης καὶ οὐχὶ διὰ τῶν 400 ἀνθρώπων, ὅσους κατέταξαν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, διότι οὗτοι δὲν εἶναι στρατιῶται, ὡς στρατολογηθέντες ἄνευ προσοχῆς καὶ ἀπαραλλάκτως ὡς ἡ ἐθνοφυλακὴ, ἣν δι’ αὐτῶν ἀντικατέστησαν. Ὁποία λοιπὸν παρουσιάζεται ἐνταῦθα ἡ ἀνάγκη ἣν ἐπλάσατε διὰ νὰ καταπατήσητε τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ καταστρέψητε τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, τοῦ ὁποίου τὴν ὕπαρξιν ὁ μὲν Κ. Σωτηρόπουλος, καί τοι διατελέσας ὑπουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ διαφιλονεικῇ, ὁ δὲ Κ. Κυπριάδης ὁριστικῶς ἀρνεῖται, ἐνῷ ἐγήρασεν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἅτινα καθεκάστην δικάζουσι διὰ τοῦ νόμου τούτου; Ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς εἶναι νόμος δημοσιευθεὶς τὴν 29 Ὀκτωβρίου (10 Νοεμβρίου) 1833. Ὁ Νόμος οὗτος ἀναγνωρισθεὶς ἀπὸ τὰ δικαστήρια διέπει τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα δικαιώματα ὅσα δὲν ἠδύναντο νὰ κανονισθῶσιν ἄνευ νόμου. Ἐκπλήττεσθε ἴσως, διότι ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς εἶναι γεγραμμένος κατὰ τοὺς τύπους τῶν ἐκτελεστικῶν διαταγμάτων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, ὅτι μέχρι τοῦ 1843 οἱ νόμοι ἐγράφοντο διὰ διαταγμάτων τῇ ἁπλῇ μόνον γνωμοδοτήσει τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.

§80ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἐγὼ, ὅτι ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς ἔγεινεν εἰς μίαν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἦσαν ἡνωμέναι.

§81ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἴδιον τὸ εἶπον καὶ ἐγώ.

§82Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πταίω διὰ τοῦτο ἐγὼ, φίλοι μου, ἂν δὲν διακρίνετε τοὺς νόμους ἀπὸ τὰ διατάγματα· ὠφείλετε νὰ ἐννοῆτε αὐτὴν τὴν διάκρισιν καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ Κύριος Κυπριάδης, καί τοι νομικὸς, δὲν τὸ ἐνόησε ἐγκαίρως.

§83ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς εἶναι μᾶλλον νόμος ἢ κανονισμός.

§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἐγὼ, ὅτι περιεῖχε ὀργανικάς τινας διατάξεις, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν, εἰμὴ διὰ νόμου, καὶ ἄλλας κανονιστικὰς, αἵτινες ἠμποροῦν νὰ μεταβληθοῦν διὰ διατάγματος· τὸ σύνολον εἶναι νόμος καὶ διάταγμα.

§85Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μόνον ὀργανίζεται διὰ διαταγμάτων, ἀλλὰ διὰ νόμου ὁρίζεται καὶ ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ μισθοδοσία.

§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰπέτε μοι λοιπὸν, ποία διάταξις νομοθετικὴ τοῦ κανονισμοῦ μετεβλήθη;

§87ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς τὸ εἶπον εἰς τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν μου. Ὁ Κ. πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Σωτηρόπουλος, θέλων νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς περὶ τῆς χωροφυλακῆς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς κυβερνᾶται διὰ διαταγμάτων ἀπὸ τὰ 1832· εἶναι θλιβερὸν, διότι εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἀπίστευτον σχεδὸν πλάνην ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς τοῦ Κράτους Κ. Σωτηρόπουλος, πλὴν εὐκόλως δύναμαι νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ στρατὸς κυβερνᾶται, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐχωρίσθη ἡ ἐκτελεστικὴ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ νόμων. Διὰ διαταγμάτων ἐκυβερνήθη ὁ στρατὸς, καθὼς καὶ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1843 χωρὶς ἀμφιβολίαν. Ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι 1847 δὲν ἔλαβε χώραν εἰς τὸν στρατὸν καμμία ὀργανικὴ μεταβολὴ, ἀπὸ τὸ 1847, ὅτε ἤρχισαν αἱ τοῦ στρατοῦ μεταβολαί, ἐψηφίζοντο αὗται ὑπὸ τῶν Βουλῶν, ὅπως δὲ βεβαιωθῆτε, ἀναγνώσατε τὴν συνοπτικὴν κατάστασιν, τὴν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, ἐμπεριλαμβανομένην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1847, καὶ παραδεχθεῖσαν, ἂν καὶ ἀτάκτως, κατὰ τὰς διατυπώσεις ὡς ὀργανισμός.

§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε τὸν νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ;

§89ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀναγνώσατε, ἰδού. Κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς παρεδέχθη ἡ σημειωθεῖσα δύναμις ὡς ὀργανισμὸς, μᾶλλον ὅτι αἱ διατυπώσεις, μὲ τὰς ὁποίας ἐψηφίσθη ὁ ὀργανισμὸς οὗτος, εἶναι ἀκανόνιστοι ἕνεκα τῆς ἀγνοίας, ἥτις ἐπεκράτει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὴν σύνταξιν τῶν νομοθετημάτων.

§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι προϋπολογισμός.

§91ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Εἰς ὅλους τοὺς εὐρωπαϊκοὺς στρατοὺς καὶ εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη τὰ πλέον φιλελεύθερα, ὡς τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Γαλλίαν κτλ. διοικεῖται ὁ στρατὸς κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον. Ἐπειδὴ ἕνας στρατὸς σύγκειται ἀπὸ ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος στρατιωτικοὶ, καὶ ἀπὸ ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ἐξ ὑποχρεώσεως νομικῆς ὑπηρετοῦσι χρόνον τεταγμένον, ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοθετικῶν Σωματίων Νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀναγκαιούντων ἀξιωματικῶν, καὶ ὁ Νόμος οὗτος εἶναι σχεδὸν πάγιος· κατ’ ἔτος δὲ παρουσιάζει ἕτερον Νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου προσδιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁπλιτῶν τοῦ στρατοῦ· ὁ δεύτερος οὗτος Νόμος δὲν εἶναι πάγιος, ἀλλὰ μεταβάλλεται, καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης ἀκόμη, διότι ἡ δύναμις ἑνὸς στρατοῦ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς σκοποὺς μιᾶς Κυβερνήσεως· καὶ διὰ τοῦτο αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις τῶν ἐθνῶν θεωροῦνται ὡς τὰ βαρόμετρα τῆς πολιτικῆς αὐτῶν. Ἐὰν θελήσετε π. χ. ὑμεῖς σήμερον νὰ σᾶς εἴπω πόσος στρατὸς ἀναγκαιοῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ ἠμπορέσω, διότι προηγουμένως πρέπει νὰ γνωρίζω τὶ σκέπτεσθε εἰς τὸν νοῦν σας, δηλ. ποῖον ἔχετε πολιτικὸν σκοπὸν, διότι ἡ δύναμις καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ κατὰ σῶμα ἐξαρτῶνται διόλου ἀπὸ τὸ εἶδος τῆς ἐπιχειρήσεως, ἀπὸ τὴν δύναμιν τῆς ἀντιστάσεως, ἀπὸ τὰς χώρας, εἰς ἃς μέλλει νὰ ἐνεργήσῃ, ἀπὸ τοὺς ἐδαφικοὺς σχηματισμοὺς, κτλ. Βλέπετε ἄρα, ὅτι ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις τοῦ στρατοῦ δὲν ἐξαρτᾶται, ὡς στοχάζονται τινὲς, ἀπὸ τὸν στενὸν κύκλον τῶν ἀναγκῶν τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, αἱ δὲ περὶ στρατοῦ ἀποφάσεις εἶναι ζητήματα ὑψηλὰ, λυόμενα ἑκάστοτε ἀπὸ τοὺς ἰσχυροτέρους νόας μιᾶς Κυβερνήσεως. Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου Σᾶς παρατηρῶ, ὅτι ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις κατὰ τὸ ἔτος 1847 θελήσασα νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰς διατυπώσεις τῶν μεγάλων ἐθνῶν ἔφερεν ἐνώπιον τῶν Βουλῶν ἀντὶ εἰδικῶν Νομοσχεδίων μίαν κατάστασιν ἀριθμητικὴν, συμπεριληφθεῖσαν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε τοὺς ὁπλίτας καὶ ἀξιωματικοὺς ὅσων εἶχεν ἀνάγκην, τοῦτ’ αὐτὸ ἔπραξαν δυστυχῶς καὶ κατὰ τὸ 1852. Ἀλλὰ κατὰ τὶ ἔσφαλεν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἀπὸ τὰς εὐρωπαϊκὰς; ἔσφαλε μόνον κατὰ τὰς διατυπώσεις, διότι αὐτὴ δὲν ἤξευρε τὶ ἔπραττε τυπικῶς, συγχύσασα εἰς μίαν κατάστασιν δύω Νόμους διαφορετικῆς ἐννοίας.

§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμόν;

§93ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, καὶ ἡ μὲν κυβέρνησις παρουσίασεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν σὺν τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέχθη αὐτὴν ὡς ὀργανισμὸν, καθὼς φαίνεται εἰς τὴν ὑποσημείωσιν λέγουσαν «Κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς παραδεχθείσης τὴν σημειωθεῖσαν δύναμιν ὡς ὀργανισμόν.»

§94ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κρατεῖτε, εἶναι προϋπολογισμός;

§95ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ἐνταυτῷ καὶ ὁ νόμος· εἰς κανένα ἄλλον προϋπολογισμὸν βεβαίως δὲν εὑρίσκετε αὐτὴν τὴν σύγχυσιν (θόρυβος.) Κύριε Σακελλαριάδη, μὴ στενοχωρεῖσθε, ἐὰν ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ φαίνεται ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι στενοτάτη ἡ συνάφεια ἡ δὲ σύγχυσις προέρχεται ἀπὸ τὴν ἄγνοιαν. Κύριοι! ἀπαντῶν ἀπαύστως πρὸς τὸν Κύριον Σωτηρόπουλον, ὅστις ἔῤῥιψε τὸ ζήτημα ὑπὸ συζήτησιν, χωρὶς νὰ τὸ μελετήσῃ καλῶς πρότερον, ὡς ἐκαυχήθη, ἀπέδειξα εἰς αὐτὸν, ὅτι ἂν δὲν εἶχε κατὰ τύπους πολλὴν ὁμοιότητα ἡ κατάστασις αὕτη μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ Νομοσχέδια, διότι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰ 1847 δὲν ἐγνώριζε τοὺς τύπους ἐκείνους, εἶχεν ὅμως οὐσιαστικῶς πληρεστάτην ὁμοιότητα.

§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν προϋπολογισμόν;

§97ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι προϋπολογισμὸς, ἐδῶ δὲν γίνεται διόλου λόγος περὶ χρημάτων, εἶναι ἡ ἀριθμητικὴ κατάστασις τῆς δυνάμεως. Ἰδοὺ, Κύριοι! τὶ ἀναγινώσκω ἐνταῦθα «Σύνοψις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν», ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐξόδων. Καὶ ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ ὁμολογήσητε τὴν ἀλήθειαν, δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι τοῦτο εἶναι νόμος ὀργανικὸς, ὅστις μὲ τὴν ὕπαρξίν του συναποδεικνύει ἐνταυτῷ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐναντίον τῶν ὀρθῶν διατυπώσεων ἔπραττε δυστυχῶς, πλὴν ὄχι καὶ ἐναντίον τῆς οὐσίας, ὡς ἔχουσι τὰ νῦν πεπραγμένα.

§98ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἤξευρε τοὺς τύπους.

§99ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπουργὸς ἦτο τότε ὁ Τζαβέλλας, ὅστις ἤξευρε νὰ νικᾷ εἰς τὴν Κλείσοβαν, εἰς τὴν Ἄμπλιανιν, ἦτο πιθανὸν, ἀκατάλληλος ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐνδοξότερος ἀπὸ ὅλους ἡμᾶς,— ἐξακολουθῶ· ἀπὸ τὰ 1847 καθιερώθη δυστυχῶς ἡ τάξις αὕτη, ἥτις ἔμεινε καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὁσάκις δὲ ἐπρόκειτο ὁ στρατὸς νὰ ὑποστῇ οὐσιώδη μεταβολὴν, τὴν μεταβολὴν ἐψήφιζον σὺν τῷ προϋπολογισμῷ αἱ Βουλαὶ τοῦ Κράτους· ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε χωρὶς νὰ προσβάλετε βαρέως τὴν ἀλήθειαν, ὅτι διὰ διαταγμάτων αἱ Κυβερνήσεις μετέβαλον, ὡς ἤθελον, τὸν στρατόν· ἄλλως τε τὰ πρακτικὰ τῶν Βουλῶν συλλήβδην ἀνατρέπουσι τοὺς ἰσχυρισμούς σας ὅλους. Λοιπὸν χωρὶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα, καὶ μελετήσητε αὐτὰ, πῶς ἐτολμήσατε νὰ εἴπητε Κ. Σωτηρόπουλε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν πράττει ὅ,τι θέλει, καὶ διοικεῖ τὸν στρατὸν ἄνευ Νόμου, ἄνευ ὀργανισμοῦ, ἐν ᾧ, ὡς σᾶς ἀπέδειξα, ὑπάρχει καὶ ὀργανισμὸς καὶ Νόμος;

§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκόμη δὲν ὑπάρχει.

§101Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λυποῦμαι πολὺ διὰ τὴν ἐπιμονήν σας, ἀλλὰ μάθετε, ὅτι δὲν θέλω ἐξακολουθήσει πασχίζων νὰ σᾶς πείσω, ἀφοῦ ὑμεῖς δὲν ἔχετε ἐκ προθέσεως ὄρεξιν νὰ πεισθῆτε. Ὅτι ἀπὸ τὸ ἔτος 1847 ὁ στρατὸς ἐδιοικήθη δι’ αὐτῶν τῶν κακῶς συντεταγμένων ὀργανισμῶν, ἀλλὰ πάντοτε νομίμων ὀργανισμῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς, Κύριε Σωτηρόπουλε, καθ’ ἣν διελύθη ἡ ὀροφυλακὴ, δὲν μένει πλέον οὐδεμία ἀμφιβολία, μένει ὅμως νὰ ἐξετάσωμεν ἐν τίνι δικαιώματι ὁ στρατὸς μετασχηματίζεται κατὰ τὸ δοκοῦν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ Βουλὴ δώσασα ἕνα Νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἅπαξ εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἔχει δικαίωμα πλέον νὰ ἐξετάζῃ, διατὶ ὁ στρατὸς σχηματίζεται εἰς τάγματα σήμερον, εἰς συντάγματα αὔριον, εἰς ταξιαρχίας, εἰς μοιραρχίας, ἢ σώματα στρατοῦ, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται διόλου ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ στρατὸς, κατὰ τὰς ἰδέας τῶν ἀρχηγῶν αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὰς πολεμικὰς ἀνακαλύψεις ἢ τὴν πεῖραν τῶν ἐκστρατειῶν, γενικῶς δὲ ἀπὸ τὰς τροποποιήσεις, εἰς ὅσας ὑποκύπτει ἡ πολεμικὴ τέχνη.

§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν γίνωνται συντάγματα, γίνονται γαλλωνάδες.

§103ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπέδειξα, ὡς νομίζω, ὅτι ἀπὸ τὸ ἔτος 1847 μέχρι τοῦ ἔτους 1853 ἐξηκολούθει ἡ αὐτὴ τάξις εἰς τὰς μεταβολὰς τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι ἐγίνοντο αὗται διὰ τρόπου νομίμου μὲν, ἀτόπου ὅμως, καὶ ἐνῷ ἡ εὐθύτης ὑπῆρχεν εἰς τὴν οὐσίαν, δὲν ὑπῆρχε παντάπασιν εἰς τὰς διατυπώσεις. Κατὰ τὸ ἔτος 1854, ὅτε ὑπὸ τὸ κράτος ξένης κατοχῆς, ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους ἐστέναζε καὶ ἡ ὀροφυλακὴ διελύθη καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτῆς μετετέθησαν εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν ὡς ὁ συνάδελφός μας κ. Λάπας, ἐσχηματίσθησαν ἀληθῶς δι’ Διαταγμάτων 4 ἀκροβολιστῶν τάγματα, κ. Σωτηρόπουλε· ματαίως ὅμως καταφεύγετε ὄπισθεν τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων περιστάσεων, ὅπως ἀποδείξητε, ὅτι τὸ πᾶν διὰ διαταγμάτων ἐξετελεῖτο ἐν τῷ στρατῷ, πρῶτον, διότι ἡ Κυβέρνησις διαλύσασα ἓν σῶμα καὶ μετασχηματίσασα αὐτὸ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῶν περιστάσεων, ἐξήσκησεν ἓν δικαίωμά της, ἐὰν δὲν ὑπερέβη τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Στρατοῦ· δεύτερον δὲ καὶ ἐὰν ὑπερέβη τὸν προϋπολογισμὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἔπραξεν ὅ,τι ἡ σκληρὰ ἀνάγκη ὑπηγόρευεν, ἡ δὲ ἀνάγκη κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον δὲν ἦτο ἰδανικὴ, δὲν ἦτο πρόφασις, ἀλλ’ ἵστατο ἐν Πειραιεῖ ἐπὶ τῆς αἰχμῆς 10 χιλιάδων λογχῶν. Προτάττοντες δὲ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν πράξεών σας, δὲν μᾶς χορηγεῖτε ἀσφαλῶς τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι ἐσημάνατε τρομακτικὴν ὑποχώρησιν, ὅπως εὕρητε προχώματα, ἵνα ἀντισταθῆτε κατὰ τῆς ἐπερχομένης ἀληθείας, εἰς τὰ βάθη τοῦ παρελθόντος; Πλὴν οὐδὲ τὰς πράξεις τοῦ παρελθόντος ἀφίνετε τοὐλάχιστον, ὡς εἶχον, διότι, ἐνῷ τὸ παρελθὸν εἶχε καλὸν ἢ κακὸν ἕνα τοὐλάχιστον ὀργανισμὸν, σεῖς ἐν τούτοις τὸ συκοφαντεῖτε. Ἀλλὰ, κ. Σωτηρόπουλε, ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔγεινεν ὅπως δήποτε κακόν τι, εἶναι τοῦτο ὁ λόγος, μὲ τὸν ὁποῖον ἔρχεσθε σήμερον, μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, νὰ δικαιολογηθῆτε;

§104ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς τὸ ἐκάμαμεν νομοθέτημα.

§105Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡραῖον νομοθέτημα, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Κατὰ τὰ 1859, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ μεταβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἡ Κυβέρνησις συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ αὐξήσῃ τὴν μισθοδοσίαν καὶ τὴν δύναμιν αὐτῆς ἐπροκάλεσε τὸν ἀπαιτούμενον νόμον—ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τοῦ παρελθόντος, κ. Σωτηρόπουλε.

§106ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εἶναι αὐτὸς ὁ νόμος;

§107Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι βεβαίως ἠναγκασμένος νὰ σᾶς πείσω περὶ τούτου, ἀφοῦ δὲν θέλετε νὰ πεισθῆτε. Πλὴν σᾶς λέγω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς τῆς 29 Μαΐου 1859 φέρει τὰ στοιχεῖα ΦΝʹ.

§108ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὀφείλετε νὰ τὸν διαβάσετε χάριν τῶν ἄλλων Βουλευτῶν καὶ ὄχι μόνον δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀξιωματικούς.

§109Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναγινώσκω. Οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ ἀναγκάσῃ εἰς τοῦτο ἐκτὸς τοῦ Προέδρου.

§110ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος κάμνω τὴν ἀπάντησιν, θέλω νὰ πληροφορηθῶ τὴν ἀλήθειαν.

§111ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος δύναται νὰ μᾶς κάμῃ τὴν καλωσύνην, ἐὰν θέλῃ.

§112Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ ὑποχρεώσῃ, χάριν αὐτοῦ, νὰ κάμω ὅ,τι δὲν θέλω. Ὁ κατὰ τὴν 29 Μαΐου τοῦ 1859 ὑπὸ στοιχεῖον ΦΝʹ. νόμος, ὅστις μετέβαλε τὴν δύναμιν καὶ μισθοδοσίαν, δὲν μετέβαλε παντάπασι καὶ τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, διότι τοῦτο ἐθεωρήθη, ὡς προεῖπον, λίαν ἐπικίνδυνον· τὰ καθήκοντα μ’ ὅλα ταῦτα τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἐδιστάσατε νὰ μεταβάλετε σεῖς διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου, καὶ πρὸς δικαιολόγησίν σας δὲν ἐδιστάσατε νὰ εἴπητε, κ. Σωτηρόπουλε, ὅτι μετηλλάξαμεν τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, διότι δὲν ἐθεωροῦμεν οὐσιώδη τὴν μεταλλαγὴν, ἀφοῦ εἷς ὑπουργὸς μὲ τὸν ἄλλον συνεννοούμενοι ἠδύναντο νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Σαθρὰ ἐπιχειρήματα, ἀδύνατοι λόγοι, κ. Σωτηρόπουλε· ἄλλως τί ἐχρειάζοντο οἱ εἰδικοὶ νόμοι δι’ ἕκαστον ὑπουργεῖον, ἀφοῦ οἱ ὑπουργοὶ κατὰ τὴν ἰδέαν σας, δύνανται συνεννοούμενοι νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα; Καὶ δὲν νομίζετε καλλίτερον νὰ καταργήσωμεν ὅλους τοὺς νόμους, ἀφοῦ οἱ ὑπουργοὶ συνερχόμενοι ἑκάστην ἡμέραν δύνανται διὰ τῆς θελήσεώς των μόνης νὰ κανονίζωσι τὸ δίκαιον; Ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἥτις εἶναι ἐναντία καὶ τοῦ νόμου καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, δύναται, μὰ τὸν Θεὸν, ν’ ἀντικαταστήσῃ διὰ μιᾶς ὅλας τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως· οὕτω λοιπὸν ἐνοήσαμεν τὴν εὐνομίαν; Ἀδικαιολόγητος ἀποβαίνει ὅλως διόλου ἡ ὑπεράσπισις τοῦ περὶ τῆς χωροφυλακῆς ἀντισυνταγματικοῦ διατάγματος, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ὁποῖον μόνον ἐπενοήθη ὅπως ἐπιβαρύνῃ μὲ 580,000 δραχμῶν τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι λόγοι ἀφανεῖς, οἵτινες θέλουσιν ἀναφανῆ πιθανὸν εἰς τὸ μέλλον. Δὲν εἶναι οὐδὲ πρέπον, οὐδὲ δίκαιον, κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἄλλοτε εἶπον ἐπανερχόμενος εἰς τὰ αὐτὰ θέματα, ἐὰν δὲ ἐπανῆλθον εἰς τὰ περὶ χωροφυλακῆς, αἴτιοι εἶναι ὅσοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ ὑποστηρίξω ἐκ νέου ἐνώπιόν σας τὴν μαύρην ἀλήθειαν ἀνηλεῶς ῥαπιζομένην. Πλὴν, κύριοι, δὲν ἐλησμονήσατε βεβαίως, ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως ἀνεφάνησαν, κατὰ τοὺς ὑπουργοὺς, αἱ ἐλλείψεις τοῦ δημοσίου ταμείου, αἵτινες διὰ τοῦτο τοὺς ἠνάγκασαν νὰ καταφύγωσι καὶ εἰς νομοθετικὰ ἔκτακτα μέτρα, ὅπως εἰσπράξωσι χρήματα· ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως, ἐὰν, ἀφοῦ εἰσέπραττον παρανόμως, ἐξώδευον τοὐλάχιστον νομίμως. Κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἑκάστοτε ψηφίζει ἡ Βουλὴ, εἶναι ἀλήθεια ἢ ψεῦδος; καὶ ἂν μὲν ᾖναι ἀλήθεια, πρέπει νὰ φυλάττεται αὐστηρῶς, ἂν δὲ ᾖναι ψεῦδος, πρὸς τί νὰ ψηφίζεται; Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲ μᾶς ἄφησαν καὶ περὶ τούτου εἰς δισταγμόν, ἐξώδευσαν ὄχι μόνον ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἠθέλησαν, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον αὐτοῦ, ὅπως ἐσύμφερεν αὐτοῖς, ἀποδείξαντες τὸν προϋπολογισμὸν ἀληθὲς ψεῦδος, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν, ἀκολουθήσατέ με εἰς αὐτὰ τὰ ἔργα τῶν ὑπουργῶν, ἅτινα συνηγοροῦσιν ὑπὲρ ἐμοῦ. Ἡ Συνέλευσις ψηφίζουσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1864 κατήργησε 5 ἢ 10 θέσεις ταγματαρχῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἀφοῦ πρῶτον ἔθεσε τοὺς ταγματάρχας εἰς ἀργίαν, μετ’ οὐ πολὺ ἀνεκάλεσεν αὐτοὺς εἰς ὑπηρεσίαν, χορηγήσασα τὸ περιπλέον τοῦ μισθοῦ ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπικαλουμένη πάντοτε τὴν φοβερὰν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἐὰν ἦτον ἀληθὴς ἀνάγκη, ὅπως ἐπαναφέρητε αὐτοὺς εἰς ὑπηρεσίαν, διατὶ δὲν ἀνεκαλέσατε αὐτοὺς εἰς ἐνέργειαν διὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τακτικῶς καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλ’ ἀνεκαλέσατε αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν παρανόμως διὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὸν σκανδαλωδέστερον τρόπον; δι’ αὐτῆς τῆς πράξεως ἡνώσατε δύω πράγματα ὅλως διόλου ἀντίθετα, τοὐτέστι τὴν ἀργίαν εἰς τὴν ἐνέργειαν, ἐναντίον τοῦ νόμου, διότι κατὰ τὸν νόμον ὁ ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικὸς εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν παρὰ τῷ στρατῷ ἄνευ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ν’ ἀνακαλῇ ῥητῶς αὐτὸν εἰς ἐνεργητικὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὁ ἀξιωματικὸς διατελῶν εἰς ἀργίαν δὲν ἐξασκεῖ τὰ δικαιώματα τῆς πειθαρχίας, παρὰ καθόσον ἀποβλέπει τὸ ἴδιόν του ἄτομον, καὶ οὐδὲ δύναται κατὰ νόμον νὰ διατάξῃ ἢ νὰ διαταχθῇ. Καὶ ὅμως ἐναντίον ὅλων τῶν στρατιωτικῶν νόμων καὶ τῶν ποινικῶν αὐτῶν διατάξεων ἀκόμη οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἐφέρθησαν παρανόμως εἰς ὑπηρεσίαν, διατελοῦντες νομίμως εἰς ἀργίαν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπλάσθη, διὰ νὰ εἴπω οὕτως, εἰδικὴ κατάστασις διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, χωρὶς νὰ μεταβληθῇ ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος· ὅλαι δὲ αἱ πράξεις αὗται ἐξετελέσθησαν κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης.

§113ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν διαταγμάτων τῆς νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος.

§114ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ καὶ περὶ πάσης ἄλλης σπατάλης, καὶ περὶ πάσης ἄλλης παραβάσεως τῶν νόμων, Κύριε Σωτηρόπουλε· ἀλλὰ διατὶ νῦν ταράττεσθε, ὅταν διὰ τῶν πράξεών σας ὑποστηρίζωμεν τοὺς λόγους μας; πνεῦμα εὐθύτητος καὶ οἰκονομίας ἐπροκάλεσε λοιπὸν τὰς πράξεις ταύτας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ἀφοῦ εἰσέπραττε χρήματα διὰ παρανόμων Διαταγμάτων ἀφ’ ἑνὸς ὅπως πληρώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἀφ’ ἑτέρου ἐξώδευε παρανόμως ὅπως ταχύτερον ἐκκενώσῃ αὐτό; δικαίως ἄρα σᾶς εἶπον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἀποπτύσασα τὸν χαλινὸν τοῦ νόμου, καὶ παρανόμως εἰσέπραττε καὶ παρανόμως ἐξώδευεν. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι ταῦτα μόνον τὰ ὅρια τῶν παρανόμων ἐξόδων τῆς Κυβερνήσεως· ὁ στρατὸς τῆς Ἑπτανήσου λαμβάνει ἐπιμίσθιον ὡς ἐν ἐκστρατείᾳ, κατὰ παράβασιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ ἐναντίον τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως προϋπολογισμοῦ· καὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν ἄνευ λόγου ἐπλάσθησαν θέσεις καθηγητῶν, ὑφηγητῶν, προέδρων σπουδαστικῶν συμβουλίων, κατηργήθησαν τὰ ἐνοίκια, διετάχθησαν νέα ἐπιμίσθια, διωρίσθησαν γραφεῖς, γραμματεῖς, ὑπηρέται ὑπεράριθμοι, ταῦτα δὲ πάντα ἔγειναν διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ ταμεῖον τοῦ δημοσίου ἢ διὰ νὰ κενωθῇ;

§115ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ὅμως τὰ ἔξοδα μένουν τὰ αὐτά.

§116Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πιθανὸν, ἐὰν ἀνεκαλύψατε νέαν μέθοδον, ὅπως διὰ τοῦ αὐτοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ πληρώσετε περισσότερα χρήματα καὶ εἰς περισσότερα πρόσωπα, ἐναντίον τῶν κανόνων τῆς ἀριθμητικῆς. Τὰ ἐπιχειρήματά σας ὅμως ταῦτα ὁμοιάζουσι τὰ παρὰ τὰς ὄχθας τῶν ποταμῶν φυόμενα χόρτα, τῶν ὁποίων εἰς μάτην ἐπιλαμβάνεται ὁ πνιγόμενος ἐντὸς τοῦ ποταμοῦ, ἵνα σωθῇ, οὕτω καὶ ὑμεῖς, Κύριοι ὑπουργοί, εἰσελθόντες ἅπαξ εἰς τὸν ποταμὸν τῆς ἀνομίας, εἰς μάτην ἐπιλαμβάνεσθε τῶν ἀσθενῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων. Τὸ ῥεῦμα τῶν παρανόμων πράξεών σας εἶναι ὁρμητικώτατον, καὶ κύριος οἶδε ποῦ θέλει σταματήσει. Εἶπον ἀρκετά, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅπως ἀνατραπῶσιν ἄρδην αἱ ἀντιῤῥήσεις, ὅσα προηγουμένως, μετὰ πολλῆς μὲν εἰλικρινείας, πλὴν ὄχι καὶ ἀκριβείας, ἐῤῥέθησαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν λόγων μου. Καὶ χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ νόμου καλῶς ἐπράξαμεν ν’ ἀποδείξωμεν, κύριοι, ὅτι ἐπὶ σαθροῦ θεμελίου ᾠκοδομήσατε. Ἤθελον εὐχαρίστως καταλήξει ἐδῶ τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, ἐὰν δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος ν’ ἀντικρούσω ἄλλα τινὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσι προσωπικῶς ἐμέ. Ὅταν ὁ ἔντιμος φίλος μου βουλευτὴς Τριφυλλίας χθὲς ἐλάλει περὶ τῆς ἀνάγκης ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπροκάλεσαν τὰ διατάγματα, εἰς ὑποστήριξίν του ἔφερεν ἓν παράδειγμα ἄξιον τῷ ὄντι περιεργείας. Λυποῦμαι, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διαφωνῶ μετ’ αὐτοῦ, πλὴν διαφωνῶ. Ἡ ἀνάγκη, σᾶς εἶπε, δὲν εἶναι συγκεκριμένον τι πρᾶγμα, ἀλλ’ ἀφῃρημένον, ἐξήρτηται δὲ ἀπὸ τὴν ἰδέαν ἑκάστου, διῄρεσε δὲ τὰ αἴτια τῆς ἀνάγκης, εἰς ἀνάγκην ἐξ ἀντικειμένου καὶ ἀνάγκην ἐξ ὑποκειμένου· μετὰ ταῦτα ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἐπρόσθεσεν, ὅτι, ἂν ἀντ’ αὐτῶν εὑρίσκοντο γενναιότεροι ἄνδρες εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς πολιτείας, εἶχον δὲ καὶ μεγάλα ξίφη, ὡς τὸ ἰδικόν μου, ἠδύναντο νὰ κόψωσιν ὅλα τὰ ἐμπόδια. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἀπὸ τὸ στόμα ἑνὸς τόσον ἐντίμου ἀνδρός, χρηματίσαντος καὶ ὑπουργοῦ πρότερον, διέφυγε τοιοῦτον ἔπος. Ἡ κυβέρνησις, Κύριε Σωτηρόπουλε, ἀντὶ κοινοῦ ξίφους ἔχει τὸ μέγιστον ἐξ ὅσων δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν, ἔχει τὸ ξίφος τῆς πατρίδος, ἔχει δὲ ὄχι μόνον τὸ μεγαλείτερον, ἀλλὰ καὶ τὸ φοβερώτερον ξίφος, τὸ ξίφος τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται, οὐδὲ πρέπει νὰ ᾖναι ὡπλισμένος, διότι δὲν εἶναι ἄτομον, εἶναι Κυβέρνησις, καὶ τὰ ξίφη ὅσα φέρουσι τὰ ἄτομα εὑρίσκονται ὅλα καὶ διὰ μιᾶς εἰς τὴν διάθεσίν του. Δὲν δύνασθε νὰ προφασισθῆτε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχετε ξίφη· ἂν ὅμως, ὡς εἴπετε, ἐξ ὑποκειμένου δὲν ἔχετε ἀνδρείαν, τοῦθ’ ὅπερ δὲν σᾶς διαφιλονεικοῦμεν, ἀφοῦ τὸ ὁμολογεῖτε, δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ δεχθῆτε νὰ κυβερνήσητε· ἡ γενναιότης τῆς ἀληθείας, τοῦ θάῤῥους καὶ τῆς δικαιοσύνης διὰ μίαν κυβέρνησιν πρέπει νὰ ᾖναι ἀκαταμάχητα, καὶ ἐκτὸς τοῦ φόβου τῆς ἀνομίας, εἰς μίαν Κυβέρνησιν ἄλλος φόβος δὲν πρέπει νὰ ᾖναι γνωστὸς ἐκτὸς ἐὰν αὕτη ἵσταται ἀπέναντι ὡπλισμένου ἐχθροῦ. Φόβοι κατὰ διάνοιαν, φόβοι ἐξ ὑποκειμένου δὲν εἶναι εἰς μίαν Κυβέρνησιν συγχωρημένοι. Καὶ μὲ ἐπιχειρήματα ἀνοήτων φόβων δὲν καταστρέφουσι τὰ Συντάγματα φιλοπάτριδες ὑπουργοί· τοιοῦτοι φόβοι εἶναι ἀσυγχώρητοι, διότι εἶναι ἄνανδροι, μάλιστα ὅταν διὰ τοιούτων φόβων πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος μὲ τὸν ἱερώτερον θεσμόν, ὅστις μᾶς συνδέει, διότι τότε μάλιστα ἔχομεν ἀνάγκην μεγαλειτέρας σταθερότητος καὶ μεγαλειτέρας ἀνδρείας. Ναί, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι χιλιάδας ἠνοίξαμεν τάφους καὶ ἄπειρα ἐξωδεύσαμεν χρήματα διὰ νὰ καταστήσωμεν τὸν νόμον ἀλήθειαν, καὶ ἐν τούτοις σεῖς τὸν κατεστήσατε ψεῦδος, χαριζόμενοι εἰς τοὺς ἐξ ὑποκειμένου φόβους σας, καὶ εἰς τὰς ἐκ τῶν φόβων τούτων ἀνάγκας σας. Ἡ ἀντιπολίτευσις, Κύριοι, λαλοῦσα ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ βήματος δὲν λαλεῖ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις μοὶ φαίνεται ὡς ν’ ἀνησυχῇ ἢ τὴν μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, λαλεῖ πρὸς τὸ ἔθνος, πρὸς τὸ ὁποῖον ὀφείλει εὐθύνας, πρὸς τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ καταγγείλῃ ἀνομίας ἢ ν’ ἀποκαλύπτῃ πράξεις, ἀνασύρουσα εἰς τὴν ἐπιφάνειαν πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ᾖναι συντελεστικὸν εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ λόγοι πρέπει νὰ φθάνωσιν εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ Βασιλέως, τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Εὐρώπης· ἐκπληροῦμεν ἄρα ἱερὸν καθῆκον ἀποκαλύπτοντες τὰς τόσας παρανομίας τῶν κυρίων ὑπουργῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐνοχλῶνται καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν. Πολλὰ ἐῤῥέθησαν, Κύριοι, περὶ τοῦ ἐὰν ἡ κοινὴ γνώμη ἠκολούθησεν ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως τὰς ἰδέας τῆς μειονότητος ἢ τῆς πλειονότητος· τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἐννοῶ ἄλλην ἱστορίαν ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῶν πραγμάτων, δηλ. τὴν ἱστορίαν τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων· ἀνέγνωτα ὅσον ἠδυνάμην αὐτὴν, καὶ εἶδον καὶ ἐπείσθην, ὅτι ἡ πλειονότης ἢ ἡ μειονότης ἑνὸς ἀντιπροσωπικοῦ Σώματος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ οἱ ἀντιπρόσωποι ἑνὸς ἔθνους, καὶ ὄχι τὸ ἔθνος. Καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ βεβαιώσωμεν μάλιστα ἀσφαλῶς, ὅτι τὰ ἔθνη δὲν παρακολουθοῦσι τὴν πλειονότητα ἢ τὴν μειονότητα τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, παρὰ καθόσον ἑκάστη τούτων λέγει τὴν ἀλήθειαν· τὴν ἀλήθειαν ἀκολουθοῦσι τὰ ἔθνη, ἡ ἀλήθεια σύρει τὸν λαὸν καὶ οὐδεὶς ἄλλος. Τοιαῦτα διδάσκει ἡ ἱστορία, ἡ φιλοσοφία μάλιστα τῆς ἱστορίας, περὶ τῆς ὁποίας κάλλιον ἐμοῦ δύναται νὰ μᾶς φωτίσῃ ὁ φιλόσοφος ὑπουργὸς Κ. Βράϊλας, ὅστις κοσμεῖ τὰς τάξεις σας.

§117ΒΡΑΪΛΑΣ. (ὑπουργ. Ἐξωτερικ.) Δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἀπὸ ἐμέ.

§118Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀλήθεια λοιπὸν, Κύριοι, δὲν εἶναι ἰδιοκτησία οὔτε τῆς πλειονότητος, οὔτε τῆς μειονότητος, καὶ ἡ περὶ τούτου ἔρις εἶναι περιττὴ· ἡ ἀλήθεια εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους, καὶ μόνη ἡ κοινὴ συγκατάθεσις αὐτοῦ εἶναι ἡ ἀπόδειξις αὐτῆς. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶπε ποτὲ διὰ τὸν Κύριον Δεληγιώργην, ὅτι ἀποφεύγει πάντοτε τὰς ἀποδείξεις τῶν πραγμάτων, ἐν ᾧ, ἐὰν προσεκτικῶς παρατηρήσετε, ἡ ἔλλειψις αὕτη, πρᾶγμα περίεργον, ἐπιβαρύνει σπουδαίως τὴ ἀπολογίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ μεγάλους μᾶς ἔσωσε κινδύνους, αἰωνίως ἀνακράζει ὁ πρωθυπουργός. Ποῖοι ὅμως ἦσαν καὶ ποῦ ἔκειντο οἱ φοβεροὶ αὐτοὶ κίνδυνοι ἀπὸ τοὺς ὁποίους μᾶς ἐλύτρωσε; δὲν τὸ ἀποδεικνύει. Ἔσωσα τὴν ἐπανάστασιν, ἀνακράζει πάλιν ἡ Κυβέρνησις, ἐπισπεύσασα τὸ τέλος τῆς Συνελεύσεως· ποῖοι δὲ κίνδυνοι προήρχοντο ἐκ τῆς Συνελεύσεως κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως; οὐδὲ φαίνονται, οὐδὲ ἀποδεικνύονται. Δὲν πάσχει, λέγουσιν οἱ ὑπουργοὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὄχι, ὁ λαὸς μόνον πάσχει, ὡς ἂν τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ᾖναι ἄλλο τι παρὰ τὸ ταμεῖον ἑνὸς ἑκάστου τῶν πολιτῶν· ἀφοῦ δὲ πάσχουσι τὰ ἰδιωτικὰ ταμεῖα, κύριοι ὑπουργοὶ, δὲν ἀσθενεῖ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Δὲν λαμβάνομεν, ἀκούομεν λέγοντας τοὺς ὑπουργοὺς, τὰ δάνεια, ὅπως τὰ ἐξοδεύσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας μας, ἀλλ’ ὅπως δι’ αὐτῶν πληρώσωμεν ὅσα χρεωστοῦμεν, ὡς ἂν τὰ δάνεια δύναται ποτὲ νὰ ᾖναι ἄλλο τι παρὰ χρέη· πόθεν ὅμως θέλουσι πληρωθῆ τὰ δάνεια ταῦτα, οἱ ὑπουργοὶ δὲν ὑποδεικνύουσι, φοβούμενοι ἴσως μήπως ἐννοήσωμεν, ὅτι, καίτοι μὴ πληρώνοντες, δὲν ἐπαύσαμεν χρεωστοῦντες. Κρίνατε λοιπὸν, ποῖος ἀποφεύγει μᾶλλον τὰς ἀποδείξεις τῶν πραγμάτων, Κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἀποφασίσατε, ἐὰν ἡ ἔλλειψις αὕτη δὲν ἐπιβαρύνῃ κατ’ ἀλήθειαν ἀποκλειστικῶς τὴν ἀπολογίαν τοῦ ὑπουργείου. Δανειζόμεθα, ὅπως πληρώσωμεν τὰ δάνεια, λέγετε, Κ. ὑπουργοὶ, καὶ πιστεύετε, ὅτι μᾶς ἀπατᾶτε; Τὰ χρέη δὲν ἀποσβέννονται διὰ νέων χρεῶν, ὥστε τὸ ἐπιχείρημά σας εἶναι λίαν ἀτυχὲς, δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο τὴν ἀνθηρὰν ἡμῶν κατάστασιν περὶ τῆς ὁποίας διὰ νὰ μᾶς πείσετε πρέπει νὰ μᾶς παρουσιάσητε πειστικὰς ἀποδείξεις. Μὴν ὑπεκφεύγετε δι’ ἀτόπων ἐπιχειρημάτων τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἔλθετε μὲ ἀριθμοὺς, μὲ πρακτικὰ ἔγγραφα, εἰς τὰ ὁποῖα ν’ ἀποδεικνύεται καθαρῶς ἡ ἀλήθεια. Πράξατε ὅπως ἡμεῖς, οἵτινες ἀντὶ λόγων κενῶν πρὸς ἀπόδειξιν φέρομεν νόμους καὶ διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων μ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲ σᾶς πείθομεν, οὐδὲ θέλομεν σᾶς πείσει, ἀφοῦ σεῖς δὲν ἔχετε συμφέρον νὰ πεισθῆτε· ἀλλ’ ἐὰν αὐτοὶ δὲν θέλουν νὰ πεισθῶσι σήμερον περὶ τῆς πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, Κ. βουλευταί, ἥτις μ’ ὅλα ταῦτα εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ ἔθνους, πρέπει νὰ πεισθῆτε ὑμεῖς, προσέχοντες εἰς ποῖον κακὸν σημεῖον εὑρισκόμεθα, διότι, ἐὰν δὲν λάβωμεν ἡμεῖς ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς θέσεώς μας καὶ ἀναζητήσωμεν τὰ πρὸς σωτηρίαν μέσα, δὲν μὲ λέγετε, ποῖος θὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς σώσῃ; Ἀντικρούσας, ὡς ἠδυνήθην, κάλλιον τοὺς λόγους, οὓς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπήγγειλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως ὁ πρωθυπουργός, πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν Κυβερνητικῶν αὑτοῦ πράξεων, δὲν ἠθέλησα νὰ ἐγγίσω παντάπασι τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, τὰ κείμενα ἐκτὸς τοῦ στρατιωτικοῦ κλάδου, διότι, ὡς γνωρίζετε, τὰ ζητήματα ταῦτα ἀνεπτύχθησαν καλῶς ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἴσως ἀναπτυχθῶσιν ἔτι καλλίτερον· ἀλλὰ καὶ ξένα εἶναι τοῦ ἰδικοῦ μου ἐπαγγέλματος. Μετὰ τὰς ἐπὶ τοσούτων ἀναπτυχθείσας καὶ ἀποδειχθείσας παραβάσεις τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπαναστάσεως, περίεργον ἀποβαίνει νὰ ἴδωμεν τί θέλουσι πράξει οἱ ἄνδρες τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἐπανεστάτησαν, πρεσβεύοντες τὰς ἀρχὰς τῆς Συνταγματικῆς ἀληθείας· αὐτοὶ οὗτοι πρέπει νὰ προσέξωσι, μήπως περιπέσωσιν εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸν ἑαυτόν των, ἢ μήπως καταψηφίσωσι τὰς ἀρχάς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἄλλοτε ἐπρομάχησαν. Ἂς ἀναλογισθῶμεν πάντες, ὅτι τόσον διὰ τὸ γενικόν, ὅσον καὶ διὰ τὸ μερικὸν συμφέρον ἑνὸς ἑκάστου, ἡ ἀπόφασις ἡμῶν πρέπει νὰ ᾖναι δικαιοτάτη σήμερον, ἄλλως θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι δὲν εἴμεθα ἄξιοι τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἐψήφισε πρὸ ὀλίγου ἡ Συνέλευσις, ἂς προσέξωμεν μήποτε λανθάνοντες βεβαιώσωμεν ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ τοῦ κοινοῦ, ὅτι εἶναι συνταγματικόν, εἶναι συγκεχωρημένον, ὅπως κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος οἱ ὑπουργοὶ δι’ ἰδιαιτέρων διαταγμάτων δύνανται νὰ διοικῶσι τὸ Κράτος, νομοθετοῦντες κατὰ βούλησιν. Ὀλίγας λέξεις εἶμαι νῦν ἠναγκασμένος νὰ εἴπω περὶ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον παρατυχόντες οἱ ἀμυνόμενοι ὑπουργοὶ ἔῤῥιψαν πρὸ αὑτῶν, ὅπως ἀντικρούσωσιν ὄπισθέν του τὰς ἐναντίον τῶν ἀντισυνταγματικῶν διαταγμάτων κατηγορίας τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ λογιστικὸς νόμος, ψηφισθεὶς ἀπὸ τὰς Βουλὰς κατὰ τὸ ἔτος 1852, δὲν δύναται βεβαίως ν’ ἀντιφάσκῃ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος· ἄλλως τε ὁ λογιστικὸς νόμος ἤθελεν εἶσθαι δεύτερον Σύνταγμα. Κατὰ τὰ ἄρθρα 15, 16 καὶ ἑπόμενα οὗτος ὁ νόμος χορηγεῖ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα, ὅπως εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ὡς π. χ. ἐν τῇ ἐπιδημικῇ νόσῳ τῆς χολέρας, λαμβάνωσιν εἰδικὰς πιστώσεις διὰ Βασιλικῶν διαταγμάτων ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας. Πλὴν οἱ ὑπουργοὶ ὄχι μόνον τὴν ὑπηρεσίαν ἐπεξέτειναν, ἀλλὰ καὶ νέαν παρὰ τὸν οἰκονομικὸν νόμον ἐδημιούργησαν, διότι τοιαύτην ἀποδίδουσιν ἰσχύν, ὡς φαίνεται εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον, ἀλλὰ τότε εἰλικρινέστερα δύνασθε νὰ εἴπητε, ἔχομεν ἓν Σύνταγμα, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕνα λογιστικὸν νόμον, ἀνατρέποντα τὸ Σύνταγμα.

§119ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό; ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐκ τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν, τινὰ ὑπάγονται εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον.

§120ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐδὲν, διότι ὅλα ἐπεκτείνουσι τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐκπηγάζουν ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀνατρέψουν τὰς διατάξεις αὐτοῦ· ὑμεῖς ἄνευ λόγου καὶ ἀνάγκης καὶ μόνον κατὰ τὴν ἰδέαν σας πορευόμενοι ἐτολμήσατε τοιαύτας παρεξηγήσεις. Ἀλλὰ διατὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις μὲ εὐχαρίστει πρὸ μικροῦ δι’ ὅσας ἔδωκα εἰς τὴν Κυβέρνησίν του ὠφελίμους συμβουλὰς, ἔφυγον ἐκ τοῦ πεδίου τῆς μάχης εἰς ἣν μ’ ἐπροκάλεσαν; Διατὶ δὲν φανερόνουσι τὰς συμβουλὰς, ὅσας ἐπισήμως ἢ καὶ ἰδιαιτέρως ἔδωκα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἴδωμεν ἐὰν ἕνεκα τῶν συμβουλῶν ἐκείνων κατακρίνωνται; Πρέπει ἆρά γε δικαιωματικῶς νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὅσα αὐτοὶ εἰς τὰς κατ’ οἶκον ἰδιαιτέρας συνεντεύξεις μοὶ εἶπον; Ποτὲ, οὔτε θέλω, οὔτε καταδέχομαι νὰ εἴπω τι περὶ ἐκείνων (θόρυβος). Μικρὸν ἀκόμη ἐπιχείρημα θ’ ἀντικρούσω τῶν ὑπουργῶν καὶ τελειόνω. Ἐνθυμεῖσθε τὶ σᾶς εἶπον δικαιολογούμενοι, διότι εἰσέπραξαν φόρους ἄνευ νόμου καὶ ἕνεκα τῆς ἀνάγκης; Σᾶς εἶπον, νομίζω, ὅτι τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ κατὰ τὰ 1843, ὅτε διελύθη ἡ Συνέλευσις. Ὄχι· τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1843 καὶ τὸ 102 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐκείνου, καθὼς καὶ ὁ λόγος τοῦ Κ. Ζωγράφου, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας παρετάθη ἐπὶ τρεῖς ἔτι μῆνας μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν φορολογικῶν νόμων. Καὶ ἐάν τις ἔχῃ ἀμφιβολίαν, ἂς ἐξετάσῃ τὰ πρακτικὰ τὰ ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς, καὶ θέλει βεβαιωθῇ.

§121ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν λέγουν τοιαῦτα πράγματα τὰ πρακτικὰ τοῦ 43.

§122Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται, Κ. Κυπριάδη, ὅτι σᾶς ἐξήγησα διατὶ ἔμεινε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἦτο μωρὰ, νομίζετε, ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, παρατείνασα τὴν ὕπαρξιν τοῦ Συμβουλίου ἄνευ σκοπῶν;

§123ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Διατὶ ἔμεινεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις; ἦτο μωρά;

§124ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὰ ἐπιχειρήματα ὅσα μετεχειρίσθησαν οἱ ὑπουργοὶ, ὅπως μᾶς πείσωσι περὶ τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης, δυνάμει τῆς ὁποίας παρεβίασαν τὸ Σύνταγμα, κατέπεσαν ἐλεεινῶς ἐνώπιόν σας, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ αἰσθανομένη τὸ καθῆκόν της, θέλει ἀποφασίσει κατὰ τὸν ὅρκον καὶ τοὺς νόμους, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ τῆς πατρίδος συμφέρον.

§125ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί συμπεραίνετε λοιπόν;

§126Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι ἐσυμπέρανα καὶ προχθές, νὰ μεμφθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν.

§127ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον, Κ. Πρόεδρε.

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 4 καὶ

¼ Μ. Μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29.
2Τῆς 21 Ἰουλίου 1865.
3(Τετάρτη).
4Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθεί-
5σης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
6προηγουμένης Συνεδριάσεως.
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
8§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
9§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ τῶν Κυρίων βουλευτῶν ζητοῦν ἄδειαν
10ἀπουσίας, εἶναι περίπου 30. Τί φρονεῖ ἡ Βουλή;
11§4ΤΙΝΕΣ. Νὰ σκεφθῶμεν μετὰ τὴν ἀπάντησιν.
12§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κατάδικοι τοῦ Ναυπλίου εὑρισκόμενοι ἐντὸς
13τῶν φυλακῶν παραπονοῦνται διὰ τὴν κακὴν κατάστασιν, εἰς τὴν
14ὁποίαν εὑρίσκονται, καὶ ἡ ὁποία προέρχεται βεβαίως ἀπὸ τὴν πλη-
15θὺν αὐτῶν, εἶναι περίπου 300. Ἔστειλαν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βου-
16λὴν καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν φιλανθρωπίαν αὐτῆς.
17§6ΤΙΝΕΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
18§7ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἔρχομαι κ’ ἐγὼ, Κύριοι, νὰ καταγγείλω ἐ-
19νώπιον ὑμῶν κακούργημα, ὅπερ, ἂν μείνῃ ἀτιμώρητον, δύναται
20νὰ σύρῃ ἐπὶ τῶν κεφαλῶν ἡμῶν τὴν δικαίαν κατάραν τοῦ Θεοῦ
21καὶ τῶν ἀνθρώπων.
22Ἀπαισία καὶ φοβερὰ νόσος καταμαστίζει τὴν Ἀνατολὴν ἅπα-
23σαν. Πρὸς ἀποφυγὴν τῆς καταστρεπτικῆς μάστιγος ἄπειροι οἰ-
24κογένειαι προσέρχονται αἰτοῦσαι παρ’ ἡμῖν ἄσυλον καὶ παρα-
25μυθίαν. Ἐννοῶ, ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς ἰδίας συντηρήσεως δύναται
26νὰ δικαιολογήσῃ τὴν αὐστηρότητα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ κυ-
27βέρνησις ἔκρινεν εὔλογον νὰ παραδεχθῇ πρὸς σωτηρίαν τοῦ τό-
28που. Ἀλλὰ τοὺς ἐπὶ τῶν σκοπέλων ἀγωνιῶντας εἶναι δίκαιον
29νὰ τοὺς ἀκούωμεν νὰ βλασφημῶσι τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἔθεσαν τὸν
30πόδα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους;
31Ἡ πεῖνα κατατρώγει τὰ σπλάγχνα των, καὶ ἡ αἰσχροτέρα
32κερδοσκοπία ἐκμεταλλεύεται τὴν ὀδυνηρὰν θέσιν των.
33§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω, ὅτι προκαλεῖτε συζήτησιν.
34§9ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ὄχι, Κύριε Πρόεδρε. Καταθέτω ἐνώπιον ἡ-
35μῶν τεμάχιον ἄρτου ὡς δεῖγμα τῆς ἀπανθρωπίας ἐκείνων, οἵτι-
36νες ὡς τροφοδόται ἀνεδέχθησαν νὰ προμηθεύσωσιν εἰς τοὺς δυ-
37στυχεῖς ἐκείνους τὰ πρὸς ζωάρκειαν. Ἂς ἴδῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἂς
38κρίνῃ ἂν ᾖναι δυνατὸν ἐν τῇ ἐποχῇ, ἐν ᾗ ζῶμεν, εἰς ἀνθρώπινα
39ὄντα νὰ προσφέρεται τοιαύτη τροφή. Τοιοῦτον ἀνοσιούργημα
40προσβάλλει, Κύριοι, τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, εἶναι ὕβρις φοβερὰ
41κατὰ τῆς φύσεως, κατὰ τοῦ Θεοῦ, κατὰ τῆς ἀνθρωπότητος.
42Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν πρὸς ἀνακά-
43λυψιν τῶν κακούργων. Ἡ ἱκανοποίησις αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸ
44Ἑλληνικὸν ὄνομα, διότι πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κόσμος, ὅτι τοιαύτη
45ἱεροσυλία δὲν ἔμεινεν ἀτιμώρητος.
46Ὁ ἄρτος ἐκεῖνος, δι’ οὗ τρέφονται οἱ ἐν τοῖς λοιμοκαθαρτη-
47ρίοις συνδιαιτώμενοι μετὰ τῆς χολέρας εἶναι ἱκανὸς νὰ κατα-
48δείξῃ τὴν παροῦσαν ἐλεεινότητά μας, καὶ δύναται νὰ μαρτυρήσῃ
49περὶ τῆς καταστάσεώς μας μετὰ πολλῆς μεγαλειτέρας ἀκριβείας
50παρ’ ὅσον ὅλαι ὁμοῦ αἱ συζητήσεις, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἀπησχό-
51λησαν τὴν Βουλήν.
52§10ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (ὑπουργ. Ναυτικῶν). Ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι δὲν
53δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς τῆς ἐπε-
54ρωτήσεως, πρὸς καθησύχασιν αὐτῆς καὶ πρὸς ἐξάλειψιν ἐκείνης
55τῆς μομφῆς, ἥτις οὐχὶ μόνον ἤθελε πέσει κατὰ τῆς Κυβερνήσεως,
56ἀλλά, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους,
57ἀπὸ καρδίας εὐχαριστῶ τὸν Κύριον βουλευτὴν Λευκάδος
58διὰ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, δύναμαι δὲ νὰ διαβε-
59βαιώσω, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις τὰ αἰσθήματα ταῦτα συμ-
60μερίζεται. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κακουργήσας αὐτὸς ὑ-
61πάλληλος ἐπαύθη, διετάχθη ἡ παραπομπή του ἐνώπιον τοῦ εἰσ-
62αγγελέως, νὰ ἦσθε δὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι θέλει τιμωρηθῆ κατὰ
63τὸν νόμον, τὸ γεγονὸς δὲ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος βουλευ-
64τὴς Λευκάδος, εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας
65καὶ ἡμεῖς ἐλάβομεν.
66§11ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑπάρχει πλοῖον ἐκεῖ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁ-
67ποῖον σταθμεύει;
68§12ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχει.
69§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Δεληγεώργης, ἔχει τὸν λόγον.
70§14Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, Κύριοι, μὲ τὴν
71ἐλπίδα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν συμμερίζεται τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας
72ἐξέφρασαν δύω συνάδελφοι χθὲς, ὁ Κ. βουλευτὴς Κέας καὶ
73ὁ Κ. βουλευτὴς Παξῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους αἱ συζητήσεις, εἰς ἃς
74σήμερον ἐνασχολούμεθα, εἶναι μάταιαι καὶ περιτταὶ, τὸ μὲν,
75διότι δι’ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον τῶν
76ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, τὸ δὲ διότι δὲν δύναται νὰ ἐπανορθωθῇ
77ἡ ἀδικία ἡ γενομένη πρὸς τὸν Κ. Κυπριάδην κατὰ τὴν ἐκλο-
78γὴν τῶν πληρεξουσίων! διότι, ἂν τοιαύτας ἰδέας καὶ τοιαύτας
79ἀρχὰς πρεσβεύωσιν οἱ βουλευταὶ, δὲν δύνανται οἱ ἀντιφρο-
80νοῦντες νὰ εὕρωσι θέσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι δὲν ἔχουν
81καμμίαν ἐντολὴν νὰ ἐκπληρώσωσι, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀπέλθωσιν.
82Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ σκοποῦσι νὰ μὴ
83παραβιάσωσι τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ, νὰ
84ὑπερασπίζωνται καρτερικῶς καὶ μετὰ ζήλου τὸ δικαίωμα, ὅπερ
85ἐν τῷ συντάγματι διετήρησεν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, δηλονότι τὸ
86ἥμισυ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι,
87εὑρόντες τὴν Ἑλλάδα εἰς ὑψηλὴν περιωπὴν, τὴν τῆς συνταγ-
88ματικῆς πολιτείας, δὲν θέλουσι καταδεχθῆ ν’ ἀποδείξωσιν
89αὐτὴν ἀναξίαν τῆς θέσεως ταύτης.
90Λαβὼν τὸν λόγον κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως
91συζητήσεων, ἐξέφρασα τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔπρεπε ν’ ἀπο-
92φύγῃ τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν διαταγμάτων, διὰ τοὺς
93λόγους οὓς ἐξέθεσα τότε· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ὁ ἀξι-
94ότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἐπεμβῆκεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ
95ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν νὰ λάβω
96τὸν λόγον εἰς τὴν γενικὴν ταύτην συζήτησιν.
97Δὲν μὲ παρεκίνησεν εἰς τοῦτο, κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν προ-
98σωπικοτήτων, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ παρεξηγήσεως τῶν λό-
99γων μου, διότι τὰ προσωπικὰ ζητήματα δὲν ἐνδιαφέρουσιν ὡς
100ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν Βουλὴν, καὶ ὁσάκις τὴν ἐνδιαφέρουσιν
101εἶναι δευτερευούσης ἀξίας. Ἀλλὰ θέλω ἐπασχολήσει τὴν Βουλὴν,
102ὅσον δύναμαι συντόμως, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων, τὰ
103ὁποῖα ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ ἔφερεν εἰς
104μέσον.
105Δύω εἶναι ἰδίως τὰ ζητήματα ταῦτα, τὸ ζήτημα τῆς τά-
106ξεως, καὶ τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομίας· διότι ὁ Κ. πρωθυπουργὸς,
107δίδων λόγον τῶν πεπραγμένων καὶ ὑπερασπίζων τὴν πολιτικὴν
108τῆς Κυβερνήσεώς του, ἐξέθεσεν, ὅτι πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως
109εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πράξῃ ἄνευ τῆς νομοθετικῆς ἐξου-
110σίας, προέβη εἰς τὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα προέβη, καὶ ὅτι ἐκτε-
111λῶν αὐτὰ ἐπρόσεξε πολὺ εἰς τὴν οἰκονομίαν, ὡς ὑπὸ πνεύμα-
112τος τοιούτου ἐμφορούμενος.
113Ἐξετάζω κατὰ πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς τάξεως, ὄχι διότι ἡ
114οἰκονομία εἰς Κράτος ἐνδεὲς, καθὼς εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν, δὲν
115ἔχει πρωτίστην ἀξίαν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐπιθυμῶ οὔτε δι’ ὀλίγον
116ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς Συνελεύσεως νὰ μείνῃ μὲ τὴν εὐθύνην, ὅτι
117ἐγένετο αἰτία τῆς καταπατήσεως τοῦ θεμελιώδους νόμου,
118αὐτὴ, ἥτις ὑπερησπίσθη τὸν θεμελιώδη νόμον μὲ τόσην καρ-
119τερίαν, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ
120καὶ δὲν τὸν ἐφήρμοσεν, οὔτε παρέλαβεν αὐτὸν εἰς τὰς χεῖράς
121της διὰ νὰ τὸν φυλάξῃ.
122Ἐννοῶ, κύριοι, τὴν θέσιν τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ· ἐννοῶ,
123ὅτι, ἐπιχειρῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν καταπάτησιν τοῦ θεμε-
124λιώδους νόμου, ἐννοῶ, ὅτι εἶναι ἠναγκασμένος νὰ προσφύγῃ εἰς
125ἐπιχειρήματα στενοχωρημένα, δὲν ἐπίστευον ὅμως, ὅτι τὸ
126δικαίωμα τοῦτο ἤθελεν ἀναπτύξει μέχρι προσβολῶν κατὰ τῆς
127ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀνταγωνίζεται, ἰσχυριζόμε-
128νος ὅτι τὸ πνεῦμα, αἱ ἀρχαὶ, αἱ τάσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως
129ἐκείνης ἐνέπνεον φόβον διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως!
130Ἠδυνάμην, ἵνα δικαιώσω τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην καὶ
131ἀφοπλίσω τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τοῦ ὅπλου μεθ’ οὗ ὡπλίσθη,
132νὰ σταματήσω εἰς ταύτην μόνον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι τίποτε
133δὲν συνέβη εἰς τὸ Κράτος, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις διεμαρτυρήθη
134μὲν καὶ ἀπεχώρησεν ἀπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ δὲν ἔδωκε
135καμμίαν ἀφορμὴν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι μετέβαλε πολιτικὴν,
136διότι οὔτε ἄνευ λόγου ἀπεχώρησεν ἢ κρύφα, οὔτε ἀπεχώρησε
137διαῤῥήξασα πάντα δεσμὸν μετὰ τῶν καθεστώτων· ἐξεναντίας
138τὴν πέμπτην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλον τὰ ἔργα τῆς
139Συνελεύσεως νὰ ἐπισφραγισθῶσι διὰ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Βα-
140σιλέως ἐν τῷ μέσῳ τῶν πληρεξουσίων, καὶ διὰ τῆς ὁρκωμοσίας
141αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ συντάγματος, ἡ ἀντιπολίτευσις προσῆλθε καὶ
142συνέπραξε μεθ’ ὅλων τῶν ἀντιπροσώπων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς
143πράξεως, ἥτις ἔμελλε νὰ παγιώσῃ καὶ τὴν νέαν Βασιλείαν καὶ
144τὸ νέον πολίτευμα καὶ τὴν νέαν τάξιν τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ
145περιπλέον ἠδυνάμην νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν,
146τί δικαίωμα ἔχετε νὰ ἐπιῤῥίπτετε τὴν μομφὴν ταύτην εἰς τὴν
147ἀντιπολίτευσιν, ἀφοῦ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο οὔτε
148εἷς ἕλλην καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὡπλίσθη, ὥστε νὰ εἴπητε,
149ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις τὸν ὥπλισεν, ἵνα διαταράξῃ τὴν τάξιν,
150καὶ εἰς καμμίαν ἐπαρχίαν ἡ τάξις δὲν ἐταράχθη, διὰ νὰ εἴπητε
151ὅτι ἕνεκεν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ τάξις ἐταράχθη, καὶ καμμία
152ἀντίπραξις δὲν ἐγένετο εἰς τὴν Διοίκησιν τοῦ Κράτους, ὥστε
153νὰ μᾶς εἴπητε, σεῖς μοὶ ἀντιπράττετε, καὶ εἰς τὴν παράνομον
154εἴσπραξιν τῶν φόρων οὐδεμίαν ἀπηντήσατε δυσκολίαν, διὰ νὰ
155αἰτιαθῆτε τὴν ἀντιπολίτευσιν; Λέγω δὲ ταῦτα, ἐλπίζων ὅτι
156ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς δὲν φρονεῖ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις
157δὲν βαρύνει διόλου εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς ἐν τῷ τόπῳ τάξεως,
158ὥστε τὴν διατήρησιν αὐτῆς κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ν’ ἀντι-
159ποιηθῇ ὁλόκληρον ἡ Κυβέρνησις.
160Δὲν βλέπω λοιπὸν, κύριοι, ἄλλο τι νὰ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ
161ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φόβων του
162περὶ τάξεως ἢ μόνον τοῦτο· ὅτι ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσι ταύτῃ
163περιελαμβάνοντο τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες
164εἰργάσθησαν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ οὕτω ν’ ἀποδώσῃ εἰς
165αὐτὴν ἕξεις διαταράξεως τῆς τάξεως, ἀρυόμενος αὐτὰς ἐκ τοῦ
166γεγονότος, ὅτι κατὰ τὴν ἐπανάστασιν ἔλαβε μέρος ἐνεργόν.
167Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις, κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἐπαναστά-
168σεις, ἔχει ἰδέαν καθαρὰν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ὀφείλει νὰ ἀγνοῇ,
169διότι εἶναι ἐπισήμως διατετυπωμένη· ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι
170αἱ ἐπαναστάσεις δὲν εἶναι ἔργον τῶν ἀτο-
171μικῶν θελήσεων· πρεσβεύει τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ ἐπανάστα-
172σις τῆς 10 Ὀκτωβρίου προῆλθεν ἕνεκα τῆς διανοητικῆς προ-
173όδου τοῦ τόπου, καὶ ὅτι ἐτελείωσε καὶ ἐπέτυχε, διότι ὑπῆρχεν
174ὁμόθυμος καὶ γενικὴ πεποίθησις εἰς ὅλον τὸ ἔθνος περὶ τῆς
175ἀνάγκης αὐτῆς. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ πνεῦμα τῆς ἀταξίας, δὲν
176εἶναι ἡ μανία τοῦ νὰ εὑρίσκεται τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος αἰωνίως
177εἰς διαπληκτισμοὺς, εἰς διαιρέσεις, εἰς φόβους, εἰς δυστυχή-
178ματα, ἅτινα ἐνέπνεον τὴν ἀντιπολίτευσιν· ἀλλ’ ἡ 10 Ὀκτω-
179βρίου ἦτο ἡ φυσικὴ φορὰ τῶν πραγμάτων, ἦτο ἡ πεποίθησις
180ἡ γενικὴ, ἡ ὁποία εἶχεν ἐξαπλωθῆ καθ’ ὅλον τὸ ἔθνος· καὶ ἂν
181ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐνθυμηθῆ ὁποῖοι ἄνδρες ἔλα-
182βον μέρος εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐπαναστάσεως,
183ἂν ἐνθυμεῖτο τὸν Κ. Βούλγαρην, τὸν Κ. Ῥοῦφον, τὸν Κ. Ζαΐμην
184καί τινα ἄλλα πρόσωπα, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν εἶχε
185τὸν χαρακτῆρα τοῦ ταραξίου ὁ Κ. Ῥοῦφος, ὁ Κ. Βούλγαρης,
186ὁ Κ. Ζαΐμης, ἄνθρωποι ταραξίαι, ὁρμηθέντες εἰς τὴν ἐκτέλεσιν
187τοῦ ἔργου, διότι ἐνεφοροῦντο ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀταξίας!
188Ἠναγκάσθην, κύριοι, νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα, διότι τὸ
189ζήτημα ἐγγίζει δυνατὰ τὴν τιμὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ
190διότι ἐχρησίμευσεν ὡς ἐπιχείρημα πρὸς ὑποστήριξιν μιᾶς πρά-
191ξεως, τὴν ὁποίαν ἀποδοκιμάζει ἡ κοινὴ συνείδησις, τῆς παρα-
192βιάσεως τοῦ θεμελιώδους νόμου. Ὑπῆρξαν βεβαίως καὶ ἐπανα-
193στάσεις τῆς ἀτομικῆς θελήσεως· ὑπῆρξάν ποτε καὶ κινήματα
194ἐμπνευσθέντα ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς ἀταξίας· ταῦτα ὅμως
195ἀφίνω διὰ τοὺς πυρπολητὰς τῶν ἀρχείων.
196Ἀλλὰ περιπλέον, εἶχε τάχα ἀφορμὴν νὰ φοβῆται ἡ κυβέρνησις,
197ὅτι ἡ τάξις ἠδύνατο νὰ κλονισθῇ κατὰ τὰς ἐκλογάς;—Οὐδαμῶς·
198διότι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν κατῆλθε κἂν ὡς Σῶμα εἰς αὐτὰς πολι-
199τικὸν, καὶ οὔτε προκηρύξεις ἐξέδωκεν, οὔτε ὑποψηφίους ἔθεσεν,
200οὐδὲ συστηματικόν τι ἐνήργησε πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν.
201Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν
202διελύθη ἡ Συνέλευσις, ἢ καθ’ ἣν ἀπεχώρησεν ἡ ἀντιπολί-
203τευσις, τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἠρνήθησαν τὸν ἀδελ-
204φικὸν ἀσπασμὸν πρὸς τὰ τῆς συμπολιτεύσεως, καὶ ἀρξαμένης
205τῆς προπαρασκευῆς τῶν ἐκλογῶν, ἐγένοντο ἄνευ δισταγμῶν
206καὶ μετὰ σπουδῆς οἱ συνδυασμοὶ καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, καὶ
207οὔτε ἡ μία, οὔτε ἡ ἄλλη μερὶς ἐδεσμεύθη ἐκ τοῦ πολιτικοῦ
208συστήματος, ὅπερ ἠκολούθει ἐν τῇ Συνελεύσει, καὶ τοὺς δια-
209πληκτισμοὺς ἐλησμόνησαν οἱ πάντες, μόνον σκοπὸν προτιθέ-
210μενοι τὴν ἐπιτυχίαν των. Τούτων οὕτω γενομένων, ἐρωτῶ
211τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, πῶς ἦτο δυνατὸν
212νὰ πλάσῃ τοιοῦτον ἐπιχείρημα πρὸς δικαιολόγησιν μιᾶς πρά-
213ξεως τόσον τολμηρᾶς, ὁποία εἶναι ἡ καταπάτησις τοῦ Συν-
214τάγματος! Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, οἱ
215ὁποῖοι ζῶσιν ἐν τῷ ἔθνει, οἱ ὁποῖοι εἶναι σύγχρονοι, οἱ ὁποῖοι
216βλέπουσι τὰ πράγματα, καὶ οἱ ὁποῖοι συμπράττουσι, πῶς εἶναι
217δυνατὸν νὰ τοὺς πείσητε, Κ. πρωθυπουργὲ, ὅτι ἡ αἰτία τῆς
218καταπατήσεως τοῦ Συντάγματος ἦτο ὁ φόβος τῆς διαταρά-
219ξεως τῆς τάξεως;
220Ἂν δὲ ἰσχυρίζεσθέ τι διὰ τὴν λῃστείαν, καὶ νομίζω,
221ὅτι κἄτι ἰσχυρίσθητε, εἶναι ἀνάξιον λόγου τὸ ζήτημα,
222διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔπαυσεν ἡ λῃστεία ποτὲ, μὲ μόνην
223τὴν διαφορὰν, ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν περίστασιν ἡ λῃστεία δὲν
224εἶναι ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων κατὰ τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἡ
225κοινὴ συνείδησις τοσοῦτον ἠγανάκτησεν. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως
226ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐλήφθησαν ἔκτακτα μέτρα καὶ
227ἀντισυνταγματικὰ καὶ ἐναντία τῶν νόμων, ἐνῷ καθεὶς ἔλεγεν,
228ἂς μεταχειρισθῶμεν τὰ πλέον ἔκτακτα μέτρα, ἵνα ἀπαλλαχθῇ
229ὁ τόπος ἀπὸ αὐτὴν τὴν μάστιγα! Ὑπῆρξαν ἐνίοτε τοιαῦται
230περιστάσεις, ἀλλ’ ἡ σημερινὴ δὲν ἦτο τοιαύτη. Καὶ, ἂν ἐνθυ-
231μῆται ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς τὰ 1856 καὶ 1857, οἱ
232λῃσταὶ εἶχον περικυκλώσει τὴν πρωτεύουσαν καὶ εἶχον ὑψώσει
233τόσον ὑπερήφανον κεφαλὴν, ὥστε ἐτόλμησαν νὰ διαβῶσι τὴν
234θάλασσαν ἐνώπιον καὶ διὰ μέσου τῶν λιβυρνίδων καὶ τῶν
235φρουρίων καὶ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Χαλκίδα ἄνευ ἐναντιώσεως,
236καὶ νὰ λῃστεύσωσιν οἰκίαν κειμένην ἐν τῷ κέντρῳ τῆς πόλεως,
237παρούσης τῆς χωροφυλακῆς, παρούσης φρουρᾶς, καὶ νὰ αἰχμα-
238λωτίσωσι καὶ νὰ ἀπέλθωσιν ἀνενόχλητοι. Εἰς τὰ πέριξ τῶν
239Ἀθηνῶν πλεῖσται αἰχμαλωσίαι ἐγένοντο, καὶ μολαταῦτα κατὰ
240τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐδεμία ἀνάγκη παρουσιάσθη, ὅπως κατα-
241πατηθῇ τὸ Σύνταγμα, καὶ δὲν κατεπατήθη.
242Ἀναιρέσας κατὰ τὴν ἰδέαν μου τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀνάγκης,
243νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν ν’ ἀσχοληθῶ εἰς τὰ διατάγματα
244ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνον ἐκ τῆς ἀνάγκης ταύτης δύνανται νὰ
245δικαιολογηθῶσι. Μ’ ὅλον τοῦτο συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἐπασχο-
246λήσω ἔτι μικρὸν εἰς τὰ ζητήματα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας
247σχετικῶς μὲ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως.
248Ἡ Κυβέρνησις θέλουσα, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ Κ. πρω-
249θυπουργοῦ, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, παρεβίασε τὰ
250ἄρθρα 60 καὶ 61 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 8 τοῦ κανο-
251νισμοῦ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τὸν νόμον περὶ μισθολογίου
252αὐτῆς, καὶ ηὔξησε τὴν Χωροφυλακὴν κατὰ 40 ἐνωμοτίας, ἑπο-
253μένως ηὔξησε καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ὁ ἀξιότιμος πρωθυ-
254πουργὸς ἔκαμε λόγον περὶ τούτων, καὶ ἐνθυμεῖσθε τί εἶπεν·—
255ἐπεθύμουν νὰ τακτοποιήσω τὸ Κράτος, ἐπε-
256θύμουν νὰ παραιτήσω ἀπὸ τὴν διαχείρισίν
257μου ποσὸν 230,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ὁ
258προϋπολογισμὸς δίδει διὰ τὴν δημοσίαν
259ἀσφάλειαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερι-
260κῶν. — Ἐξετάζων τὰς δύω ταύτας ἰδέας, ἐπικαλοῦμαι ὅ,τι
261σᾶς εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς, δηλονότι ἐλπίζω, ὅτι οἱ βουλευταὶ, εὑ-
262ρόντες τὴν Ἑλλάδα εἰς περιωπὴν τόσον ὑψηλὴν, ἐλευθέρου
263συνταγματικοῦ Κράτους, δὲν θέλουσι καταδεχθῆ ν’ ἀποδείξωσιν
264αὐτὴν ἀναξίαν τῆς θέσεως ταύτης.
265Ἠθέλησεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, παραβαίνων τὸ Σύνταγμα
266καὶ τοὺς εἰρημένους νόμους, νὰ τακτοποιήσῃ τὸ Κράτος! — Ἂν
267τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἔλεγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς δικαιο-
268λόγησιν ἑνὸς νομοσχεδίου, ὅπερ ἐπαρουσίαζεν ὁ Κ. πρωθυπουρ-
269γὸς, ἦτον ὅλως δικαιολογημένος, διότι ἡ τακτοποίησις τοῦ
270Κράτους εἶναι τῳόντι λόγος μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας, ἀλλ’ ἡ
271τακτοποίησις τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἡ ἀνάγκη ἐκείνη, ἡ ὁποία εἰς
272ἐκτάκτους καὶ σπανιωτάτας περιστάσεις ἐνδέχεται νὰ συγχω-
273ρήσῃ τὴν καταπάτησιν τοῦ θεμελιώδους νόμου; — Ἀφ’ ἑτέ-
274ρου μήπως ἐβελτιώθη ἡ ὑπηρεσία; Δὲν πιστεύω ὁ ἀξιότιμος
275πρωθυπουργὸς ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι διετήρησε τὴν ἐθνοφυλακὴν μέχρι
27620 Ἰουνίου ἕνα μῆνα μετὰ τὴν ἔλευσιν τῆς Βουλῆς, ὅτε διέλυσε
277τὰ ⅔, καὶ ὅτι τὸ ⅓ διέλυσε μόλις κατὰ τὴν 8 ἢ 10
278Ἰουλίου, καὶ ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο εἶχε καὶ τὴν
279ἐθνοφυλακὴν καὶ τὴν χωροφυλακὴν εἰς ἐνέργειαν. Ἐπομένως δὲν
280εἶναι κἂν ἀληθὲς ὅ,τι σᾶς εἶπε· δὲν εἶναι ἀληθὲς οὔτε, ὅτι
281ἀντικατέστησε τὴν ἐθνοφυλακὴν διὰ τῆς χωροφυλακῆς πρὸς
282τακτοποίησιν, οὔτε ὅτι ἤθελε νὰ παραιτηθῇ τῆς διαχειρίσεως
283τῶν 230,000 δραχμῶν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διότι ταύτας
284οὐ μόνον ἐξήντλησεν, ἀλλὰ τὰς ἐξήντλησεν ἐντὸς 6 μηνῶν·
285διότι τοῦ ἔτους 1865 δὲν ἔχομεν παρὰ 6 μῆνας παρελθόντας,
286καὶ οὐ μόνον τὰς ἐξήντλησεν εἰς 6 μῆνας, ἀλλὰ καὶ ὑπερέβη
287τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς τῷ ἐχορήγει, διότι ἐξώ-
288δευσε 260,000 δραχμῶν ἀντὶ 230!
289Ἀκούσατε, κύριοι, μετὰ πλείονος ἀκριβείας τὰ μέτρα, τὰ
290ὁποῖα, ἀθετοῦσα τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, ἔλαβεν ἡ Κυ-
291βέρνησις, εἰς ὁποῖον ἀποτέλεσμα ἔφερον οἰκονομικῶς.—
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
292— Ὑπεβλήθη εἰς τὸ Συμβ. τῆς Ἐπικρατείας
293ἀναπληρωματικὴ πίστωσις λόγῳ ἐξόδων
294δημοσίας ἀσφαλείας δραχ.330,000
295Ἐξηντήλθη ἡ πίστωσις διὰ τὴν δημόσιον
296ἀσφάλειαν » 230,000
297Ηὐξήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργ.
298τῶν Στρατιωτικῶν λόγῳ δημοσίας ἀσφαλείας
299ἐκ τοῦ μισθοῦ 40 ἐνωμοτιῶν » 240,000
300Τὸ ὅλον δραχ.800,000
301Ἔξοδα δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ ἔτους 1865 ἀντὶ δρ. 230
302χιλιάδων κατὰ τὸν προϋπολογισμόν.
303Ἐτακτοποίησε λοιπὸν τὸ Κράτος διὰ τῆς καταπατήσεως
304τοῦ θεμελιώδους νόμου; Καὶ τὶ περιπλέον, Κύριοι; — Καὶ
305ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην δυνάμεώς τινος κατὰ τὰς
306ἐκτάκτους περιστάσεις τῶν ἐκλογῶν, οὐχὶ διὰ νὰ ἐμποδίσῃ
307τὰ ἀνατρεπτικὰ σχέδια τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ διὰ
308νὰ προβλέψῃ μήπως συμβῶσι ταραχαὶ καὶ χυθῇ αἷμα,
309μάθετε, ὅτι εἶχε κλεισμένους ἐντὸς τῆς πόλεως Κερκύρας
310536 στρατιώτας....... Τὸ βεβαιῶ τοῦτο, κύριοι.
311Καὶ ἐκτὸς τούτου γνωρίζετε, οὐδὲ πιστεύω νὰ τὸ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρ-
312νησις, ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον διατηρεῖται στρατὸς, δαπανῶν 800,
313000 δραχ. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ σᾶς ἐνθυμίζω, ὅτι ἡ
314Ἑπτάνησος ὁλόκληρος ἔχει διοικητικὴν Ἀστυνομίαν, ἧς ἡ ὕπαρ-
315ξις μάλιστα, ὅπως εἶναι ὡργανισμένη, ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγ-
316μα, καὶ ἥτις κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Κ. Σωτηροπούλου, δαπα-
317νᾷ κατ’ ἔτος 500,000. Παραλείπω τοὺς δισχιλίους νεοσυλ-
318λέκτους.
319Φόβος λοιπὸν, Κύριοι, ἐπαναστάσεως δὲν ὑπῆρχεν· ἡ ἀντιπο-
320λίτευσις δὲν κατῆλθεν εἰς τὸν ἀγῶνα ὡς Σῶμα πολιτικὸν, ἀλλὰ
321ἀντιπολιτευόμενοι καὶ συμπολιτευόμενοι κατῆλθον εἰς τὸν ἀγῶ-
322να ὡς ἀδελφοὶ νὰ περαιώσωσι τὰς ἐκλογάς· ἡ λῃστεία δὲν πα-
323ρουσίαζεν ἔκτακτόν τινα χαρακτῆρα καὶ μολαταῦτα ἐξωδεύσα-
324τε, χωρὶς νόμον, δι’ ἔξοδα δημοσίας ἀσφαλείας, δρ. 800 χιλ,
325ἐκτὸς τῶν ὑπερόγκων ἐξόδων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ
326τῆς Ἀστυνομίας.
327Ἐξαντλήσας, Κύριοι, τὸ ζήτημα περὶ δημοσίας ἀσφαλείας,
328μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὴν οἰκονο-
329μίαν. Θέλω ἐξετάσει, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἐξελθοῦσα τοῦ Συνταγμα-
330τικοῦ νόμου, καὶ εὑρεθεῖσα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξέλθῃ, -τὸ πα-
331ραδέχομαι διὰ μίαν στιγμὴν, — ἐσεβάσθη τὸν ἄλλον νόμον, τὴν
332ἄλλην ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἂν ἐσεβάσθη καὶ ἐφύλαξε τὸν
333νόμον τῆς οἰκονομίας. Θέλω ἐξετάσει κατὰ πρῶτον τὴν οἰκο-
334νομίαν ὡς πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν, καὶ μετέπειτα θέλει μὲ συγ-
335χωρήσει ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ τῆς οἰκο-
336νομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους.
337Διὰ νὰ πεισθῆτε, Κύριοι, ἂν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀφομοίω-
338σιν ἠκολούθησε τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας, πρέπει νὰ παραβά-
339λητε τὰ ἔξοδα ἅτινα ἡ Ἑπτάνησος ἐξώδευεν ὑπὸ τὴν προστασίαν,
340πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐξοδεύει ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀ-
341ξιοτίμου Κυρίου Κουμουνδούρου. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ
342τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1865,
343τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς
344τῶν οἰκονομικῶν κύριος Σωτηρόπουλος. Κατὰ τὴν ἀφομοίωσιν,
345τὴν ὁποίαν ἐπρότειναν εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ τῆς ὁποίας δὲν
346ἀπεμακρύνθη ἡ Κυβέρνησις, ὁ προϋπολογισμὸς ἀναβαίνει εἰς 3,
347648,911 δραχ. εἰς τὰ ἔξοδα δὲ ταῦτα δὲν περιλαμβάνει ὁ
348Κ. ὑπουργὸς τὰς 600000 δραχ. τὰς ὁποίας ὑποθέτει, ὅτι ἔπρε-
349πε νὰ ἐξοδεύῃ τὸ Κράτος διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τῆς
350Ἑπτανήσου· ὑπέθετε δὲ, ὅτι ἤθελον ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἀφαιρεθῆ
351500,000 διὰ τὴν Ἀστυνομίαν τῆς Ἑπτανήσου. Ἐν τούτοις ἡ
352Ἀστυνομία τῆς Ἑπτανήσου δὲν κατηργήθη, ὥστε τὸ ποσὸν μέ-
353νει 3,648,911 δραχ. καὶ προσέτι πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς
354600,000 δραχ. διὰ τὴν στρατ. ὑπηρεσίαν, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἀ-
355νέβησαν εἰς 800,000. Τοιουτοτρόπως τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως
356τῆς Ἑπτανήσου ἀναβαίνουσιν εἰς 4,148,911 δραχ. -Ἐπὶ δὲ
357τῆς προστασίας κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1862 τὰ ἔξο-
358δα ἀναβαίνουν εἰς λίρας 174,753, τὸ 1863 εἰς λίρας 143,
359131· ὥστε ὁ μέσος ὅρος εἶναι 4,450,000 δραχμαί, ἡ δια-
360φορὰ εἶναι 1,089 δραχ. Δηλαδὴ ἡ ἄρτις τῆς προστα-
361σίας ἔφερεν ἐλάττωσιν εἰς τὰ ἔξοδα 1,089 δραχμάς. Ἀλλ’
362ἡ κατάργησις τῆς προστασίας δὲν κατήργησε καί τινα ἔξοδα;
363Κατήργησε πρῶτον τὰ ἔξοδα τῆς Γερουσίας 120,000 δραχ.
364τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς 152,000, τὴν διαφορὰν τοῦ μισθοῦ τοῦ
365Ἁρμοστοῦ πρὸς τὴν Βασιλικὴν χορηγίαν 120,000 δραχ. Εἶναι
366προσέτι καὶ ἡ στρατιωτικὴ εἰσφορὰ, τὴν ὁποίαν ἐπλήρωνεν εἰς
367τὴν Ἀγγλίαν τὸ Ἰόνιον κράτος διὰ νὰ τὸ κατέχῃ ἡ Ἀγγλία,
368ἀναβαίνουσα εἰς 25,000 λίρας. Ἐδῶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις δύνα-
369ται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ εἰσφορὰ καταργεῖται, ἀλλ’ ἡ Ἑπτάνησος ἔχει
370ἀνάγκην στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω, ὅτι διὰ νὰ μὴν ἀδι-
371κήσω τὴν Κυβέρνησιν, διότι πρόκειται νὰ τὴν δικάσω, ἔχω
372μόνον τὸ δικαίωμα νὰ καταβιβάσω τὰς 500,000 δραχ. τῆς
373ὑψηλῆς Ἀστυνομίας, διότι ἡ Ἀστυνομία αὕτη, ὡς μὴ ὑπάρχουσα
374ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἰμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καὶ εἰς τὸ Ἰόνιον Κράτος,
375καὶ διότι ἡ ἰδία Κυβέρνησις, ὡς διαλαμβάνει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ.
376Σωτηροπούλου, ἐπρότεινεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἡ ὑψηλὴ Ἀστυ-
377νομία πρέπει νὰ καταργηθῇ. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, ἀναφαίνε-
378ται πλεόνασμα τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῶν ἐξόδων τῆς
379Ἑπτανήσου μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς κατοχῆς ἐκ δραχμῶν 890,911
380ὡς ἀκολούθως.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
381Προϋπολογισμὸς ἐξόδων Ἑπτανήσου κατὰ τὴν
382Κυβέρνησιν δραχ.3,648,911
383Ἔξοδα στρατοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ δραχ. 800,000
384Τὸ ὅλον διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Ἑπτανήσου δρχ. 4,458,911
385Προϋπολογισμὸς ἐπὶ τῆς προστασίας
386Μέσος ὅρος τῶν ἐτῶν 1862 καὶ 1863 δραχ.4,450,000
387Ἐκπίπτονται ἕνεκα τῆς ἄρσεως τῆς προστασίας.
388Ἔξοδα Γερουσίας δραχ. 120,000
389Ἔξοδα Βουλῆς δραχ. 152,000
390Διαφορὰ μισθοῦ τοῦ Ἁρμοστοῦ δρ. 120,000
391Ὑψηλὴ Ἀστυνομία δραχ. 500,000
392Τὸ ὅλον ἐκπίπτονται δραχ. 892,000
393Τὸ ὅλον δραχ.3,558,000
394Διαφορὰ ἐπὶ πλέον δραχ. 890,911
395Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν
396περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, μᾶς εἶπεν, ὅτι
397ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους εἶναι δύσκολος μὲν, οὐχὶ
398δὲ καὶ τοιαύτη, ὁποίαν ἐκ κακεντρεχείας οἱ ἀντίπαλοί του
399παρουσιάζουσιν αὐτὴν, καὶ ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θέλει ὑποβάλει
400εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ
401Κράτους, διὰ τῆς ὁποίας θέλει ἀποδείξει τὴν ἀλήθειαν ταύτην·
402σπεύδει δὲ μάλιστα ἀπὸ τοῦδε νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν Βουλὴν,
403ἀναγγέλλων, ὅτι τὸ Κράτος ἐτράφη καὶ ἔζησε διὰ μόνων τῶν
404εἰσοδημάτων του, διότι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις συν-
405ωμολόγησεν, ἐχρησίμευσαν πρὸς ἐξόφλησιν ἀρχαιοτέρων δανείων
406Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, νὰ ἐξετάσω ἀμφότερα· ἀλλὰ πρὸ τούτου
407κάμνω τὴν παρατήρησιν, τὴν πολὺ δικαίαν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς
408τῶν οἰκονομικῶν παρέλειψε καθῆκον πολὺ φανερόν· ἀντὶ νὰ μᾶς
409παραπέμπῃ εἰς τὸ μέλλον, ἀντὶ νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι μετὰ 10 ἢ
41015 ἡμέρας θέλει φέρει τὸν καθρέπτην τῆς οἰκονομικῆς κατα-
411στάσεως, ὤφειλε νὰ τὸν ἔχῃ ἡτοιμασμένον καὶ νὰ τὸν φέρῃ
412σήμερον, ὁπότε συζητεῖται μεταξὺ τῶν ἄλλων ζητημάτων καὶ
413τὸ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, καὶ ἀφοῦ ἐγνώρι-
414ζεν, ὅτι εἰς ὅλα τὰ σχέδια τῆς ἀπαντήσεως ὑπάρχουν εἷς ἢ
415δύω §§ περὶ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἀφοῦ μάλιστα ὁ βασιλικὸς
416λόγος, ὅστις εἶναι ἔργον ὑπουργικὸν, πραγματεύεται περὶ τῶν
417οἰκονομικῶν. Δι’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, τίς δύναται νὰ τὸν βιάσῃ;
418δὲν ἔφερε τὴν ἔκθεσιν· πρέπει ἡμεῖς νὰ φροντίσωμεν ἐκ τῶν
419ἐνόντων νὰ παραγάγωμεν ἰδέαν τινὰ περὶ τῆς οἰκονομικῆς κατα-
420στάσεως, καὶ εἴμεθα δικαιολογημένοι ἐὰν σφάλωμεν· ἐλπίζω
421δὲ ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει σπεύσει τὰ
422σφάλματα ταῦτα νὰ τὰ ἐπανορθώσῃ.
423Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι πο-
424λὺ χειροτέρα ἀφ’ ὅ,τι ὁ κύριος πρωθυπουργὸς τὴν παρουσιάζει.
425Ἀφίνω τὰ ἐλλείμματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀπὸ
426τοῦ 1861–1864 ἀναβαίνουσιν εἰς 12,714,000 δραχ. Αὐτὸ
427τὸ ἔτος τὸ 1865 νομίζω, ὅτι θέλει παρουσιάσει ἔλλειμμα με-
428ταξὺ πέντε–ἓξ ἑκατομ· καὶ ἐνῷ, ὅπως γνωρίζετε, ἀπὸ ἑνὸς
429μηνὸς καὶ περισσότερον τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον εἶναι κεκλει-
430σμένον, ἀκούσατε ἀκόμη τί μᾶς περιμένει.
431§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε ἦτο κλεισμένον.
432§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κλειδωμένον μὲ κλειδιὰ, ἀλλ’ ἄνοιγε. Μὴ
433ὑποθέτετε, ὅτι, ἐκθέτων τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, θέλω ἐκ
434τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, νὰ ἀποδείξω, ὅτι
435κατεστρέψατε τὴν οἰκονομίαν· θέλω ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐσφάλετε
436ὑπερβάντες τὰ ὅρια τῆς ἐπιτετραμμένης διαχειρίσεώς σας, σπα-
437ταλῶντες. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἐνθυμίσω,
438κύριε Σωτηρόπουλε, πόσαι πιστώσεις προερχόμεναι ἀπὸ τὴν δια-
439χείρισιν τῆς κυβερνήσεως τοῦ Ἰουλίου ἐπισωρεύονται εἰς τὸν
440προϋπολογισμόν.
441§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1864.
442§18ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦ 1864 καὶ 1865, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλ-
443λαι ἐξεδόθησαν, ἄλλαι εἶναι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας
444καὶ ἄλλαι περιμένονται ἀναποφεύκτως.
445§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε πότε ὑπεβλή-
446θησαν αἱ πιστώσεις τοῦ 1863· ὑπεβλήθησαν ἅμα ἤλθομεν εἰς τὴν
447ἐξουσίαν· θὰ εἴπῃ λοιπὸν ὅτι ἄλλος τὰς ἐδημιούργησε.
448§20ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς αὐτὸ δὲν σᾶς ἀθωόνω· διότι ἀφ’ ἧς ἐγ-
449καθιδρύθη ἡ νέα τάξις τῶν πραγμάτων, πλὴν τῶν πρώτων τεσ-
450σάρων μηνῶν τῆς ὑπουργείας τοῦ Κ. Βούλγαρη, οὐδεμίαν ἄλλην
451μερίδα τῆς ἡμετέρας θεωρῶ ὡς αἰτίαν τῶν καλῶν καὶ τῶν
452κακῶν.
453§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ δέχομαι.
454§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑμεῖς βέβαια δὲν εἶσθε ἀρχηγὸς μερίδος.
455Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, κύριε Σωτηρόπουλε, τί ἠμπορεῖτε νὰ
456ἀπαντήσετε εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐξαντλήσεως τῶν ἰδιαιτέρων
457βοηθημάτων; Τὰ ἰδιαίτερα βοηθήματα ἀναβαίνουσιν εἰς τὸν προϋ-
458πολογισμὸν εἰς 103,000 δραχ. ἐξωδεύσατε δὲ τὰς 100,000
459μέχρι τέλους Μαΐου, ἤτοι ἐντὸς πέντε μηνῶν ἐκ τοῦ κεφαλαίου
460ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο εὐκολώτερον δύναται νὰ οἰ-
461κονομηθῇ, ὅταν μία κυβέρνησις, προνοοῦσα διὰ τὴν διοίκησιν,
462βλέπῃ, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν οἱ πόροι της.
463Λοιπὸν, διαψεύδων τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἡ κατάστασις εἶ-
464ναι μὲν δύσκολος, ἀλλ’ ὄχι καὶ κακὴ, σᾶς λέγω, ὅτι τὸ Κεντρι-
465κὸν Ταμεῖον ἀπαιτεῖται αὔριον νὰ ἔχῃ διὰ τὰς τακτικὰς δα-
466πάνας τῶν Ἀθηνῶν 845,000 δραχ. — καὶ προσέτι τὸ αὐτὸ
467ταμεῖον ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ληξιπρόθεσμα γραμμάτ. 1,350,000·
468ἤτοι τὸ ὅλον 2,195,000 ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐντὸς τοῦ Ἰουλίου.
469Τί ἄλλο συμβαίνει, κύριοι; Ἀπὸ τῆς πρώτης Αὐγούστου ἡ
470Ἑπτάνησος ἔχει ἀνάγκην νὰ λαμβάνῃ τὸ πρὸς διοίκησίν της χρη-
471ματικὸν ἐξ Ἀθηνῶν, διότι ἀπὸ τῆς ά. Αὐγούστου, διὰ τῆς ἀν-
472τισυνταγματικῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ κυβέρνησις, τὰ
473εἰσοδήματα τῆς Ἑπτανήσου μεταβαίνουσιν εἰς ἰδιωτικὰς χεῖρας,
474εἰς τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν, ἥτις θέλει τὰ εἰσπράττει.
475Γνωρίζετε, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος ἔχει μόνον ἕνα πόρον, τὰ τε-
476λωνεῖα, καὶ μεταξὺ τῶν τελωνείων τὰ μόνα ἄξια λόγου εἶναι
477τὰ τρία, τῆς Κερκύρας, τῆς Κεφαλληνίας καὶ τῆς Ζακύνθου.
478Ἀπὸ τῆς πρώτης λοιπὸν Αὐγούστου ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑπτάνη-
479σος νὰ τρέφεται ἀπὸ τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, καὶ τὰ ἔξοδά της
480κατὰ μῆνα εἶναι 350,000 δραχ. ὥστε ἀπαιτοῦνται τὸν μῆνα
481Ἰούλιον 2,545,000 νὰ εὑρίσκωνται ἐντὸς τοῦ Κεντρικοῦ Τα-
482μείου, μόνον δι’ ἕνα μῆνα καὶ μόνον δι’ Ἀθήνας καὶ Ἑπτάνη-
483σον. — Τὴν ά. Σεπτεμβρίου ἀπαιτοῦνται τὰ ἑξῆς· ἡ μηνιαία
484δαπάνη, τὴν ὁποίαν σᾶς προανέφερα διὰ τὰ ἔξοδα ἐκ δραχ.
485845,000 — πληρωμὴ ἐντόκων γραμματίων ληξιπροθέσμων δρ.
486580,000 — διὰ τὴν Ἑπτάνησον ἐπὶ ἕνα μῆνα ἔξοδα 350,000
487καὶ τὸ δάνειον τοῦ Βούρου, τὸ ὁποῖον ἀντισυνταγματικῶς ἡ κυ-
488βέρνησις συνωμολόγησε καὶ εἶναι πληρωτέον τὴν 1 Σεπτεμβρ.
489100,000, ὥστε ἐντὸς 40 ἢ 50 ἡμερῶν ἀπαιτεῖται τὸ κεντρι-
490κὸν ταμεῖον νὰ ἔχῃ δραχ. 4,610,000. Ταῦτα, κύριοι, σᾶς τὰ
491βεβαιῶ, καὶ προκαλῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν,
492ἂν νομίζῃ, ὅτι σφάλλω, νὰ τὰ διαψεύσῃ.
493Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἡ κατὰ τὸν κύ-
494ριον πρωθυπουργὸν δύσκολος μὲν, οὐχὶ ὅμως, ὡς οἱ κακεντρεχεῖς
495ἀντίπαλοι τῆς Κυβερνήσεως τὴν παριστάνουσιν. Μὴ λησμονήση-
496τε δὲ, ὅπερ ἐν ἀρχῇ σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν 1861
497μέχρι τῶν 1864 ὑπερβαίνει τὰ 12,000,000, τοῦ δὲ τρέχον-
498τος ἔτους ἔσεται μεταξὺ 5 καὶ 6 ἑκατομμυρίων. Τὸ ὅλον δη-
499λαδὴ 17–18 ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα.
500Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν δευτέραν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου
501ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπόντος πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν καὶ
502ἐπιφυλάττεται νὰ σᾶς φέρῃ κατόπιν τὴν ἔκθεσιν τῆς οἰκονομικῆς
503καταστάσεως τοῦ Κράτους, σᾶς δίδει ὅμως ἀπὸ τοῦδε τὴν εὐάρε-
504στον ἀγγελίαν, ὅτι ἐζήσαμεν μὲ τὰ εἰσοδήματά μας· καὶ δὲν
505εἶναι μικρὸν, εἶπε, νὰ μάθῃ ἓν ἔθνος, ὅτι τὰ εἰσοδήματά του
506ἐπήρκεσαν εἰς τὰς ἀνάγκας του. Ἡ διαβεβαίωσις αὕτη τοῦ ἀ-
507ξιοτίμου πρωθυπουργοῦ στηρίζεται εἰς τὰ ἑξῆς. Ὁμολογῶ, λέγει,
508ὅτι ἐδανείσθην, ἀλλὰ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔλαβα, ἐχρησίμευσαν
509εἰς ἐξόφλησιν προγενεστέρων δανείων. Κατὰ πρῶτον θέλω ἐξε-
510τάσει τὶ ἐδανείσθη καὶ κατόπιν τὶ ἐπλήρωσεν, ἔπειτα πόσα
511χρειάζεται νὰ πληρώσῃ καὶ ποῦ θὰ τὰ εὕρῃ.
512Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντισυνταγματικῶς ἐ-
513δανείσθη 400,000 δραχ. ἀπὸ τὸν κ. Βοῦρον τὸν Μάρτιον τοῦ
5141865, δηλαδὴ δύω μῆνας πρὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς Βουλῆς· ἐπί-
515σης τὸν αὐτὸν μῆνα ἐδανείσθη παρὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης
5161,000,000 δραχ. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε, ὅτι εἶναι μόνον αὐτοὶ
517οἱ ἔκτακτοι πόροι τοὺς ὁποίους ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ πο-
518ρισθεῖσα διεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις. Πρῶτον εἶχε, καθὼς γνωρί-
519ζετε, τὴν ἄδειαν νὰ δανείζεται ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000,
520καὶ εἰσέπραξεν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως 617,000
521δραχμάς. Δεύτερον, ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
522κονομικῶν ἐξάγεται, ὅτι ὠφείλοντο τὴν 25 Ἰουλίου 1864 ἐκ
523τῶν ἐντόκων γραμματίων 2,913,322 δραχ. δηλαδὴ τόσα ἦταν
524εἰς κυκλοφορίαν, καθ’ ἣν ἡμέραν εἰσῆλθε τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὰ
525πράγματα, τὴν σήμερον δὲ εἶναι ἐξηντλημένον τὸ ποσὸν καὶ
526τῶν 3,000,000· εἰσέπραξε λοιπὸν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις 86,
527328 δραχ. δυνάμει τοῦ δανείου τῶν ἐντόκων γραμματίων. Ἠ-
528ξεύρετε τρίτον, ὅτι ἐγένετο νόμος περὶ ἐκποιήσεως φθαρτῶν
529κτημάτων, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ πεμπτημόριον τοῦ τιμήματος
530καταβάλλεται εἰς χρήματα καὶ κατατίθεται εἰς τὴν Τράπεζαν
531ἐπὶ τόκῳ. Δὲν κατετέθη εἰς τὴν Τράπεζαν κατὰ παράβασιν τοῦ
532νόμου, διαχειρισθὲν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως εἰσέπραξε
533καὶ διαχειρίζεται ὑπ’ εὐθύνην της δραχ. 300,000, ἔκτακτον
534πόρον τοῦ Κράτους. Τέταρτον, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ.
535Σωτηρόπουλος εἶχεν ἀναγγείλει εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ὅτι
536ἔμελλε νὰ εἰσπράξῃ ποσὸν 410,017 δραχ. ἀναλογοῦν εἰς τὴν
537εἰσφορὰν, τὴν ὁποίαν ἔμελλεν ἡ Ἑπτάνησος νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλ-
538λάδα διὰ τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν αὐτῆς ἐπὶ μῆνας 7.
539Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ γείνῃ ἡ ἀφομοίωσις, ὅπως ὑπελόγιζε, τὸν Δεκέμ-
540βριον 1864 ἐγένετο τὸν Φεβρουάριον 1865, ὅθεν εἰσέπραξε
541δραχ. 470,665 λόγῳ στρατιωτικῆς εἰσφορᾶς, καὶ αὐτὸς εἶναι
542ὁ τέταρτος ἔκτακτος πόρος, ὃν ἡ Κυβέρνησις εἰσέπραξεν.
543Ἐνταῦθα παρακαλῶ, κύριοι, νὰ ἐπιστήσετε τὴν προσοχήν σας.
544Τί δικαίωμα ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράττῃ παρὰ
545τῆς Ἑπτανήσου φόρον στρατιωτικῆς εἰσφορᾶς; Δυνάμει τίνος
546νόμου δύναται νὰ ζητήσῃ τὰς 25,000 λίρας παρὰ τῶν τα-
547μείων τῆς Ἑπτανήσου; Δυοῖν θάτερον, ἢ ὑπάρχει ἀφομοίωσις
548πλήρης, ἢ δὲν ὑπάρχει· ἂν δὲν ὑπάρχῃ, δυνάμει τίνος νόμου
549ἐλάβετε παρὰ τοῦ Ἰονικοῦ ταμείου, ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα τοῦ
550Ἰονίου κράτους στρατιωτικὴν εἰσφοράν;
551§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώτην φορὰν αὐτὸ ἐῤῥέθη εἰς τὴν Συν-
552έλευσιν ἀφ’ ἧς ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα.
553§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἤμην ἀπών.
554§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, ἐφέρομεν
555ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ τοῦ
556ἔτους 1864 ἐκ δραχ. 880000 καὶ ἐπέκεινα. Εἰς τὴν ἔκθεσίν
557μου λέγω, πῶς συνέβη τὸ τῆς Ἑπτανήσου.
558§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε δὲν εἶχον εἰσπραχθῆ αἱ 25000, ἀλλ’
559εἰσεπράχθησαν κατόπιν.— Αἱ 25000 λίραι ἐπληρώθησαν ἐπὶ
560τῶν ἡμερῶν σας.
561§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
562§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ἔγιναν λοιπὸν κύριε Σωτηρόπουλε;
563§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι λογαριασμὸς τῆς στρατιω-
564τικῆς ὑπηρεσίας.
565§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία δὲν εἶναι
566τῆς Κυβερνήσεως; Ἐνόμιζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύει
567καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, καί τοι μὴ λαβόντα τὸν
568λόγον εἰς τὰς συζητήσεις.
569§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπολογισμὸν ἀκόμη δὲν παρουσιάσαμεν.
570§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, λέγω, ὅτι εἰσεπράξατε,
571χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ἡ ἁρμοδία ἐξουσία κατὰ τοὺς νόμους τῆς
572πατρίδος σας 25000 λίρας ἀπὸ τὸ Ἰόνιον ταμεῖον διὰ στρα-
573τιωτικὴν εἰσφοράν· καὶ θαυμάζω πῶς, ἐνῷ ἐν τῇ κυβερνήσει
574ὑπάρχουσι καὶ μέλη τοῦ πρῴην Ἰονίου κράτους ἀνέχονται τοι-
575αύτας εἰσπράξεις· διότι ἡ φορολογία αὕτη ἔχει καί τινα ἠθικὴν
576προσβολὴν τοῦ Ἰονίου κράτους, διότι, ἐνῷ τὸ Ἰόνιον κράτος πλέον
577δὲν ὑφίσταται, διὰ τῆς στρατιωτικῆς εἰσφορᾶς παρίσταται ὡς
578ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους διατελοῦν,
579καθὸ πληρῶνον φόρους στρατιωτικοὺς διὰ νὰ προστατεύεται,
580ὅπως ἐπλήρωνε καὶ εἰς τοὺς Ἄγγλους. Ἄνευ νόμου λοιπὸν, ἄνευ
581ἀδείας τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς τῆς πατρίδος σας, ἐνηργήσατε πρά-
582ξεις, αἱ ὁποῖαι προσβάλλουσι καὶ τοὺς νόμους καὶ τὴν ἐθνικὴν
583φιλοτιμίαν.
584Ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτων τούτων πόρων ἐπορίσθητε ἕτερον ἔκτα-
585κτον πόρον· ἔκ τινος ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐσυ-
586στήσατε μετὰ τῆς τραπέζης, 300,000 δραχμῶν. Ἐθέσατε εἰς
587κυκλοφορίαν πρὸς ἰδιώτας ἔντοκα γραμμάτια δραχ. 300000
588εὑρισκόμενα παρὰ τῇ τραπέζῃ καὶ ὠφεληθέντες ἀπὸ τὰς εἰσ-
589πράξεις τὰς ὁποίας ἡ τράπεζα ἔκαμεν ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῆς
590σμύριδος· ἐκ 500000 δραχ. ἐδανείσθητε δραχ. 300000 δι’ ἀ-
591νοικτοῦ λογαριασμοῦ.
592Οὕτως, οἱ ἔκτακτοι πόροι, τοὺς ὁποίους εἰσεπράξατε εἶναι
593δραχ. 3,204,743. Ἂν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν δυ-
594νηθῇ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐπλήρωσεν εἰς ἀρχαῖα δάνεια πλειότερα
595τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν δραχ. 3,204,713, τότε θέλει ἀληθεύσει,
596ὅπερ εἶπεν, ὅτι ἐζήσαμεν μὲ τὰ εἰσοδήματά μας· διότι τότε οἱ
597ἔκτακτοι πόροι ἐχρησίμευσαν εἰς ἐκτάκτους πληρωμάς. Ἀλλὰ
598δὲν γνωρίζω νὰ ἐπλήρωσεν ἄλλο τι παρὰ 1,000,000 δραχ-
599μῶν πρὸς τὰς τρεῖς Δυνάμεις· τοῦτο ὅμως δὲν δύ-
600ναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι ἔξοδον τοῦ προϋ-
601πολογισμοῦ, ἑπομένως τακτικὸν ἔξοδον τοῦ κράτους. Διὰ τῆς
602συνθήκης, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ πληρωμῆς 1,000,000 κατ’ ἔ-
603τος εἰς τὰς Δυνάμεις, τὸ χρέος αὐτὸ θεωρεῖται τακτοποιημένον·
604ὥστε διὰ νὰ εἰπῇ μία Κυβέρνησις, «ἐκ τῶν εἰσοδημάτων μου
605ἔζησα,» θὰ εἰπῇ ὅτι ἐκ τῶν εἰσοδημάτων ἐπλήρωσεν ὅλα τὰ
606ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ τακτικά· ἄρα δὲν ἠμποροῦμεν
607νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ 1,000,000, εἶναι ἔκτακτος δαπάνη καὶ ὅτι
608διὰ τὴν πληρωμήν του δὲν εἶναι προωρισμένα τὰ τακτικὰ ἔσο-
609δα τοῦ κράτους, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἐζήσαμεν ἐκ τῶν εἰσοδημά-
610των τοῦ κράτους· τοῦτο εἶναι ὁ μεγαλήτερος σολοικισμός· ἀπό-
611κειται δ’ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δείξῃ,
612ποῖα ἄλλα χρέη ἐπλήρωσεν ὀφειλόμενα.
613Ὀφείλω μολαταῦτα νὰ κάμω ἀκόμη μίαν παρατήρησιν. Ὁ
614Κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπλήρωσε, δὲν ἐνθυμοῦμαι
615καλῶς, 500,000 δραχμῶν εἰς χρέη προερχόμενα ἐκ δανείων,
616τὰ ὁποῖα εἶχε συνομολογήσει ἡ πρὸ αὐτοῦ Ἑλληνικὴ Κυβέρνη-
617σις ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἀλλὰ πρῶτον, δὲν νομίζω νὰ ἔπραξε καὶ
618ταύτην τὴν ἀντισυνταγματικὴν πρᾶξιν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις,
619τοῦ νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ νὰ πληρώσῃ δάνεια τὰ ὁποῖα συνωμο-
620λογήθησαν ἐκνόμως. Διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Ἑπτανήσιοι,
621δὲν ἐδέχθητε, ὅτε ἐψηφίσατε τὴν ἕνωσιν, νὰ διοικῆσθε αὐτο-
622κρατορικῶς, ἀλλὰ, μεγάλης συζητήσεως γενομένης, μετὰ πολ-
623λοῦ ζήλου καὶ μετὰ πολλοὺς διαπληκτισμοὺς ἐπεμείνατε εἰς
624τὸ σύστημα, ὅτι ἡ ἰόνιος ἐπικράτεια θέλει διέπεσθαι ὡς συν-
625ταγματικὴ πολιτεία κατὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν διοικεῖται ἡ Ἑλ-
626λὰς παρὰ τοῦ Γεωργίου, ἑωσότου τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τὸ Σύν-
627ταγμα. Πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐπλήρωσε δάνειον εἰς τὸ ὁποῖον δὲν
628συνέπραξεν ἡ Συνέλευσις, τὸ νομοθετικὸν Σῶμα; Εἶναι λοιπὸν ἡ
629πρᾶξις ἀντισυνταγματικὴ, ἂν ἔπραξεν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις.
630Ἀλλὰ προσέτι τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι δύω μικρὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα
631ἐκνόμως εἶχον συνομολογηθῆ, ἐπληρώθησαν παρὰ τοῦ ταμείου
632τῆς Κερκύρας.
633Ὅθεν, κύριοι, δὲν ἐζήσαμεν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων μας, ἀλλὰ
634καὶ μέγα ἔλλειμμα μέχρι τοῦ 1864 εἴχομεν ἐκ δραχ. 12 ἑκα-
635τομμυρίων καὶ μέγα ἔλλειμμα προσθέτει τὸ 1865 ἐκ πέντε
636μέχρις ἓξ ἑκατομμυρίων, καὶ ἐκτάκτους πόρους ὑπὲρ τὰ τρία
637ἑκατομμύρια ἐδαπανήσαμεν διὰ νὰ ζήσωμεν, καὶ σήμερον ἔχο-
638μεν ἀνάγκην μιᾶς δαπάνης 4,640,000 ἵνα προφθάσωμεν τὰς
639ἀνάγκας τῆς πρωτευούσης καὶ τῆς Ἑπτανήσου.
640Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἑτέρου, τοῦ μόνου ζη-
641τήματος, ὅπερ μένει, ἂν ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπό-
642δραστον ἀνάγκην νὰ ἐξέλθῃ τῶν συνταγματικῶν νόμων. Θέλω
643ἀποδείξει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν,
644ἀλλὰ τὴν ἔπλασε. Λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὴν ἔπλασε, κύριοι,
645μολονότι δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἐψήφισε φορολογι-
646κὸν νόμον καὶ προϋπολογισμόν· διότι δὲν πιστεύω νὰ νομίζητε,
647ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, καὶ ὅταν ἀκόμη χάσωσι τὴν
648ἀνεξαρτησίαν των, καὶ ὅταν ἦναι ἠναγκασμένοι νὰ ἐνδίδωσιν
649εἰς πράξεις ἀντιβαινούσας εἰς τὴν συνείδησίν των, καὶ ὅταν ἀκό-
650μη γίνεται ἐπέμβασις εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν
651Συνέλευσιν ἐδόθησαν παρὰ τοῦ ἔθνους, ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πε-
652ρίστασιν χρεωστεῖ ἕκαστος τῶν πληρεξουσίων νὰ ἵσταται ψευ-
653δομάρτυς τῆς προσβολῆς τῶν θεσμῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς
654πατρίδος του, καὶ ὅτι δὲν ἔχει τὸ ἁπλούστατον τῶν δικαιωμά-
655των, νὰ εἴπῃ δὲν θέλω τοὐλάχιστον νὰ παρευρίσκωμαι ἐκεῖ, ὅ-
656που σφαγιάζονται τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους. Σᾶς παρακαλῶ
657δὲ, ὁσάκις θέλετε νὰ ἐκτιμήσητε πράξεις ἄλλων, νὰ θέτετε τὸν
658ἑαυτόν σας εἰς τὴν θέσιν ἐκείνων, καὶ νὰ ἐρωτᾶτε τὴν συνείδησίν
659σας, ἂν εἰς παρομοίας εὑρεθέντες περιστάσεις δὲν ἤθελετε πρά-
660ξει ὅ,τι ἔπραξαν ἐκεῖνοι.
661Ἀνεχώρησεν ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπὸ ἰδιοτροπίαν, ἀπὸ κακοή-
662θειαν, διότι ἐζήτει τὰ χαρτοφυλάκια, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος
663βουλευτὴς Κέας; ἢ εὑρέθη εἰς ἀμυντικὴν θέσιν ὑπὲρ τῶν δικαιω-
664μάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνατεθῆ εἰς τὴν ψῆφόν της; Τί σκοπὸν,
665κύριοι, εἶχεν ἡ Συνέλευσις; τί σκοπὸν εἶχεν ἡ ἐπανάστασις; ἁ-
666πλούστατον, εἶναι ἁπλούστατος ὁ σκοπὸς οὗτος: νὰ μὴ ἐπα-
667νέλθῃ τὸ παρελθὸν, νὰ δοθῶσι τοιαῦται ἐξασφαλίσεις, τοιαῦται
668ἐγγυήσεις εἰς τὴν πολιτείαν, ὥστε τὸ παρελθὸν νὰ μὴ ἦναι δυ-
669νατὸν νὰ ἐπανακάμψῃ. Μετὰ δὲ τὴν ἄφιξιν τοῦ Βασιλέως ἔλα-
670βε πρὸς τούτοις τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν παρήγαγεν ἡ πρὸς αὑ-
671τὴν ἐπίκλησις τοῦ Βασιλέως, εἰπόντος «διδάξατέ με πῶς νὰ σᾶς
672κυβερνήσω.»
673Θέλω ἐξετάσει, Κύριοι, ἐν συντόμῳ, ἂν τῷ ὄντι ἡ κυβέρνη-
674σις, ἡ ὁποία ἐπικαλεῖται σήμερον τὴν ἀνάγκην, ἂν ἐξετέλεσε
675τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβε παρὰ τοῦ λαοῦ, καὶ ἂν ἐσεβάσθη τὴν
676παράκλησιν, ἣν ἀπηύθυνεν ὁ Βασιλεύς. Θέλω περιορισθῆ, κύριοι,
677εἰς τρία μόνον γεγονότα σπουδαῖα, χαρακτηρίζοντα τὴν ἐποχὴν
678καὶ δυνάμενα κατὰ τὴν κρίσιν μου νὰ καταδείξωσι τὴν ἀλή-
679θειαν καὶ νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα.
680Αἴφνης, κύριοι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐπαρουσιάσθη ὡς ἀποτέλεσμα
681τῆς μεταπολιτεύσεως μία κρυπτὴ ἐξουσία ὄπισθεν τῆς φανερᾶς
682καὶ νομίμου, ἡ ὁποία δι’ ἐξωτερικῶν πράξεων ἐδήλωσε τὴν διά-
683θεσίν της τοῦ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου. Αἱ πρά-
684ξεις αὗται φανερωθεῖσαι, ἐτάραξαν τὴν κοινὴν συνείδησιν. Τί
685ἔπραξεν ἡ ἀντιπολίτευσις, τὶ ἔπραξεν ἡ συμπολίτευσις; — Ἡ
686ἀντιπολίτευσις ἐνόμισεν, ὅτι καθῆκόν της ἦτο ν’ ἀναχαιτίσῃ τὴν
687τάσιν, ἥτις παρουσιάσθη, νὰ τὴν καταγγείλῃ πρὸς τὸν Βασιλέα
688αὐτὸν, καὶ νὰ δώσῃ τὰς συμβουλὰς, τὰς ὁποίας αἱ ἀρχαὶ τοῦ
689Πολιτεύματος ἀπῄτουν, ὅπως τὰ πράγματα μὴ ὀπισθοδρομή-
690σωσι πρὸς τὸ παρελθὸν, καὶ ὅπως μὴ ὁ Βασιλεὺς, ἀντὶ ὀρθῶν
691συμβουλῶν, λάβῃ στρεβλάς. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν τότε ὑπέ-
692βαλεν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἦτο ἡ ἑξῆς «Ἡ Συνέλευσις μετὰ τὰ
693λεχθέντα, εὐχομένη νὰ λείψῃ πᾶν ἀντισυνταγματικὸν πρόσκομ-
694μα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμε-
695ρησίαν διάταξιν.»
696§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ποίαν περίστασιν;
697§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἡ συζήτησις τῶν 89· οὕτως εἶναι
698γνωστή· εἶναι ἡ συζήτησις περὶ Σπόνεκ καὶ Φιλήμονος.
699Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, ἐνῷ πρόκειται νὰ κρίνετε, ἂν τῷ ὄντι
700ἐπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ καταπατήσῃ τὸ
701Σύνταγμα, ἢ ἡ ἀνάγκη προεκλήθη παρ’ αὐτῆς, νὰ μοὶ συγχω-
702ρήσετε νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ σᾶς ὑπο-
703βάλω διὰ τίνων λόγων ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριξε τὴν πρότα-
704σιν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινε.
705Θέλετε διαγνώσει ἐν τοῖς λόγοις τούτοις, ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις
706ὑπερησπίσθη τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ μεταβολὴ,
707καὶ ἂν ἐφρόντιζε νὰ εὐχαριστήσῃ ἀληθῶς καὶ δικαίως τὴν διά-
708θεσιν, ἣν ἔδειξεν ὁ Βασιλεύς. Ἀναγινώσκει.
709«Τίνες λόγοι μᾶς παρεκίνησαν, κύριοι, νὰ φέρωμεν τὰ ζητή-
710ματα ταῦτα; παρεκινήθημεν ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ νὰ καθέξω-
711μεν τὴν ἐξουσίαν, σᾶς εἶπεν εἷς τῶν ἀξιοτίμων ΚΚ. πληρεξου-
712σίων. Ἀλλὰ τὶς εἶναι τυφλὸς καὶ δὲν βλέπει τὸ ἐναντίον; καὶ
713δὲν βλέπει, ὅτι αἱ πολιτικαὶ μερίδες, αἱ ὁποῖαι φέρουν εἰς μέ-
714σον τοιαῦτα ζητήματα, ἀπομακρύνονται ἀπὸ τῆς ἐξουσίας, δὲν
715τὴν πλησιάζουσιν! Ὁ χαρακτὴρ τῶν ἐπερωτήσεων τούτων εἶναι
716ἀκραιφνὴς πατριωτισμὸς, ἄνευ οὐδενὸς συμφέροντος οὔτε ἀμέ-
717σου, οὔτε ἐμμέσου. Ὁ μόνος σκοπὸς ὁ προκαλέσας καὶ ὑποστη-
718ρίξας τὴν ἐπερώτησιν, εἶναι νὰ μὴν ὑπάρχῃ εἰς χεῖρας ἀνθρώ-
719πων, οἱ ὁποῖοι δὲν παρέχουσι συνταγματικὰς ἐγγυήσεις ὡς
720μήτε ἐκλεχθέντες ὑπὸ τοῦ λαοῦ, μήτε ὁρκισθέντες ἐνώπιον τοῦ
721Βασιλέως, οὔτε νὰ ᾖναι πρὸς αὐτὸν ἀληθεῖς καὶ εἰλικρινεῖς σύμ-
722βουλοι, οὔτε εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος προσηλωμένοι, νὰ
723μὴ ὑπάρχῃ, λέγω, εἰς χεῖρας τοιούτων ἀνθρώπων ἡ διαχείρισις
724μιᾶς ἐξουσίας, ἡ ὁποία εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη εἶναι ἡ
725ἰσχυροτέρα ἐνεργὸς ἐξουσία, καὶ ἰδίως ἡ ἐξουσία ἡ ἀνήκουσα εἰς
726Βασιλέα, ὅστις πρώτην φορὰν βλέπει τὸ ἔδαφος τοῦτο, πρώτην
727φορὰν γνωρίζει τὸν τόπον καὶ ἀναλαμβάνει τὴν διοίκησιν Κρά-
728τους εἰς μίαν ἡλικίαν τόσον νεαράν. Ζητοῦμεν ν’ ἄρωμεν τὴν
729διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας ταύτης ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν πα-
730ρέχουσι συνταγματικὰς ἐγγυήσεις· καὶ ποῦ ζητοῦμεν νὰ τὴν ἀπο-
731δώσωμεν; ζητοῦμεν νὰ τὴν ἀποδώσωμεν εἰς σᾶς τοὺς ἰδίους, οἱ
732ὁποῖοι εἶσθε ὑπουργοί. Τὸ κοινοβουλευτικὸν στάδιον εἶναι εὐρύ.
733Ἀγωνίζεται ἡ Συνέλευσις, ἀγωνίζονται οἱ ἐπερωτήσαντες πρὸς
734καθιέρωσιν τῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ νοθεύηται ἡ ἐξουσία·
735νοθεύεται δὲ ἡ ἐξουσία, ὅταν αὕτη ὑπάρχῃ εἰς τὰ πρόσωπα περὶ
736ὧν ὁ λόγος, ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς πλειο-
737νοψηφίας τῆς Συνελεύσεως, εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐξελθόντες
738ἐκ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, ὡρκίσθησαν πίστιν καὶ ὑποταγὴν βασι-
739λικοῦ συμβούλου. Τοιοῦτον δέ τι ὑποστηρίζουσα ἡ Συνέλευσις
740μιμεῖται τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ συνταγματικῇ ἐλευθε-
741ρίᾳ ὀφείλουν τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν πρόοδον, τὴν εὐδαιμονίαν των.
742Βεβαίως, ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ πράττωμεν κατὰ τὰ γενόμενα ἐν Νεα-
743πόλει, ἄλλας ἀρχὰς ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλην τόλμην, ἄλλαι
744ἰδέαι ἔπρεπε νὰ μᾶς κυριεύωσιν.»
745«Ὅταν θελήσητε νὰ ἐξέλθητε ἀπὸ τοῦ συστήματος τῆς νομι-
746μότητος, ὅταν θελήσητε νὰ ἐπιτρέψητε, ἐναντίον τῶν θεσμῶν
747μας, τὴν ἐγκαθίδρυσιν εἴτε μιᾶς φανερᾶς, εἴτε μιᾶς μυστικῆς
748περιπλέον ἐξουσίας, τότε ἐπιτρέπετε τὴν πλέον φθοροποιὰν
749ἐπέμβασιν εἰς τὴν διοίκησιν, τότε πλησιάζετε πρὸς τὴν Νεά-
750πολιν, πλησιάζετε πρὸς τὴν αὐλὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία κατέστρε-
751ψεν ἠθικῶς τοὺς ἡγεμόνας· πλησιάζετε εἰς τὴν αὐλὴν, ἡ ὁποία
752διὰ νὰ κερδήσῃ τοὺς σκοπούς της, διὰ νὰ φέρῃ τὸ στέμμα ἀπὸ
753τοῦ ἑνός εἰς τὸν ἄλλον διάδοχον, ἀπὸ τοῦ νομίμου εἰς τὸν μὴ
754νόμιμον διάδοχον, ἐνέβαλεν εἰς ἔχθραν πατέρα πρὸς υἱὸν καὶ
755ἔπραξε τοσαῦτα ἐγκλήματα, μετῆλθε πλείστας μηχανοῤῥαφίας
756καὶ διηνεκῶς ἀπεπλάνε τοῦ Βασιλέως τὴν συνείδησιν. Διὰ τοῦτο,
757κύριοι, ἐπανεστατήσαμεν, διὰ τοῦτο ἐκινδύνευσεν ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ
758τοσοῦτον χρόνον καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν της; Διὰ τοῦτο ἐξετέθη
759εἰς τόσα δεινά; Οὕτως ἡ ἐπανάστασις κατέστρεψε τὸ παρελθόν;
760καὶ ὅταν λέγω, ὅτι τὸ παρελθὸν πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, δὲν λέγω τί-
761ποτε ἄλλο, παρὰ τοῦτο, ὅτι ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ ἔχῃ συμ-
762βούλους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους τὸ κοινοβούλιον, ἡ πλειονοψηφία
763αὐτοῦ, δίδει εἰς τὸν ἡγεμόνα ὡς ἀντιπρόσωπόν του. Αὐτὴν τὴν
764γνώμην, κύριοι, νομίζω, ὅτι τὴν ἔχουν πάντες, διότι οὐδεὶς ἀμ-
765φισβητεῖ, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέψῃ ν’ αὐ-
766τοκυβερνηθῇ ὁ τόπος.
767«Ὄχι, Κύριοι, δὲν προαναγγέλλω τίποτε· δὲν ἔχω νὰ δείξω
768κανένα κίνδυνον ἐπικείμενον, ἀλλ’ ἀποκρούω μετ’ ἀγανακτήσεως
769τοὺς κομπασμοὺς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγγυῶνται τὰ ἐναντία. Καὶ
770ὅταν βλέπω ἀφορμὰς, αἱ ὁποῖαι τείνουν νὰ καταστήσωσι καὶ
771πάλιν ἔκρυθμον τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐννοῶ πῶς ἡ
772ἁβροφροσύνη καὶ ἄλλα τοιαῦτα αἰσθήματα κυριαρχοῦντα ἐν τοῖς
773σαλονίοις πρέπει νὰ φιμώσωσι τὰ στόματα τοῦ Κοινοβουλίου.
774Τῳόντι, κύριοι, δὲν ἀγνοεῖ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, ὅτι πολὺς καιρὸς
775δὲν παρῆλθεν, ἀφ’ ὅτου, τὸ ἐπαναλέγω, οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀντι-
776δράσεως κατέκτησαν τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἀμέσως ἐτέθη τὸ μέγι-
777στον ζήτημα, ἡ ὕπαρξις τῆς Συνελεύσεως, εἰς τὴν δημοσιότητα
778οὐχὶ βεβαίως ἀπὸ τοὺς ἐφημεριδογράφους, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἀν-
779θρώπους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ αὐλῇ. Καὶ δὲν πιστεύω,
780ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει τὸ ἀρνηθῆ, ὅτι
781μεταξὺ τῆς Ἐλπίδος καὶ τῆς Αὐλῆς πολὺς ἐγένετο θόρυβος καὶ
782πάταγος ἐν τῇ δημοσιότητι περὶ τῆς διαλύσεως ἢ μὴ τῆς Συνε-
783λεύσεως, καὶ ὅτι ἐπιστολαὶ δημοσίᾳ ἀντηλλάγησαν ἀνυπόγρα-
784φοι μὲν, ἀλλ’ ἐκ τῆς Αὐλῆς πάντοτε προερχόμεναι, αἱ ὁποῖαι
785σὺν τοῖς ἄλλοις ἔλεγον τὸ ἑξῆς....
786«Ἀλλὰ, κύριοι, τί ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις; Μολονότι ἡ
787ἐπερώτησις ἀναφέρει τὰ γεγονότα ταῦτα, μολονότι ὁ ἐπερω-
788τήσας ἐζήτησε παρὰ τοῦ ὑπουργείου τὴν πληροφορίαν τί ἔπρα-
789ξεν, ὅταν εἶδεν ἢ ὅταν βλέπῃ, ὅτι ἀπὸ ἀνθρώπους κατοικοῦν-
790τας ἐν τοῖς ἀνακτόροις ἐγεννήθησαν ἰδέαι τοιαῦται κατὰ τῆς
791Συνελεύσεως, ὅτι κατήντησε νὰ θεωρηθῇ ἡ Συνέλευσις παρ’
792αὐτῶν ἐπὶ τοσοῦτον ἐστερημένη δικαιωμάτων, καὶ πρὸς τὸ
793ἔθνος καὶ πρὸς τὸν θρόνον, ὅτι ἐθεωρήθη ἐπὶ τοσοῦτον περιττὴ,
794ἐθεωρήθη τοσοῦτον εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ἐκπεσοῦσα, ὥστε δὲν
795ἵσταται καὶ δὲν ζῇ εἰμὴ μόνον ὡς ζυγὸς ἐπὶ τοῦ λαοῦ, ἐνώπιον
796δὲ τοῦ βασιλέως ὡς μία ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει εἰς
797αὐτὸν ὁ ὅρκος του, οὐχὶ ὅμως ἡ πεποίθησις καὶ ἡ συνείδησίς
798του! Καὶ λυποῦμαι πολὺ, Κύριοι, ὄχι μόνον, διότι αἱ τοιαῦται
799ἰδέαι, προερχόμεναι ἀπὸ ἀνθρώπους ἐντεταλμένους τὰ ἔργα τῶν
800συμβούλων τοῦ στέμματος, φαρμακεύουσι τὴν ἁρμονίαν ἥτις
801πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τοῦ Πανελληνίου τούτου Σώματος καὶ
802τῆς ἐξουσίας παρὰ τῇ ὁποίᾳ ἵστανται, ἀλλὰ καὶ διότι εἰς αὐ-
803τὰς τὰς φράσεις καὶ τὰς ἰδέας βλέπω μίαν ἐπιπολαιότητα, ἥ-
804τις δὲν προσήκει βεβαίως εἰς τοιαύτης περιωπῆς συμβούλους.
805Διότι μία καὶ μόνη ἰδέα ἤρκει νὰ περιστείλῃ τὴν χεῖρα τοῦ
806γράψαντος· ἰδέα, τὴν ὁποίαν δὲν ἀγνοεῖ ὁ ἔσχατος Ἕλλην, ὅτι,
807ὅταν ᾖναί τις ἠναγκασμένος νὰ ἔλθῃ εἰς συνεταιρισμὸν μετά τι-
808νος, δὲν ἀποφασίζει νὰ κηρύξῃ αὐτὸν χρεωκόπον, οὔτε παριστᾷ
809αὐτὸν μεστὸν ἐλαττωμάτων καὶ κακῆς πίστεως!
810»Καὶ ἂν οἱ ἄνθρωποι, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξῆλθον οἱ λόγοι οὗτοι,
811δὲν αἰσθάνωνται μίαν τινὰ εὐγνωμοσύνην, οἱ ἄνθρωποι οἱ alter
812ego τοῦ Βασιλέως δὲν ἀναγνωρίζουσιν εὐγνωμοσύνην διὰ τὰς
813ἐκδουλεύσεις, τὰς ὁποίας ἡ Συνέλευσις προσέφερεν εἰς τὸ ἔθνος
814πρὸ τῆς ἐλεύσεως, καὶ ἂν δὲν αἰσθάνωνται τὴν παραμικρὰν χά-
815ριν πρὸς τὸ Σῶμα τοῦτο, ὅπερ κατὰ προτίμησιν ἐπέθηκεν ἓν
816εὐκλεὲς στέμμα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ πρίγκηπος Γουλιέλμου
817Γεωργίου, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ αἰσθανθῶσιν, ὅτι, ἔχοντες κα-
818θῆκον νὰ στερεώσωσι βασίμως τὸν θρόνον ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ
819ἐδάφους, εἶχον ἀνάγκην τῆς συμπράξεως ἑνὸς Σώματος, τὸ ὁ-
820ποῖον ἀπέδειξε καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ μετ’ αὐτὴν τὴν
821μεγίστην ἐκείνην δύναμιν καὶ ἰσχύν. Ἤρκει νὰ ῥίψωσι τὸ βλέμ-
822μα των ἐπὶ τοῦ παρελθόντος τῆς Συνελεύσεως, διὰ νὰ ἴδωσι
823διὰ τίνων κινδύνων καὶ περιπετειῶν, ἐναντίον ὁποίων καὶ ὁπό-
824σων ῥᾳδιουργιῶν, ἐναντίον ὁποίων σχεδίων ἐξωτερικῶν καὶ ἐσω-
825τερικῶν, διὰ τῆς μετριοπαθείας καὶ τοῦ συμβιβαστικοῦ χαρα-
826κτῆρός της, ἠδυνήθη νὰ φέρῃ εἰς ἀσφαλῆ λιμένα τὰ ἐμπεπιστευ-
827μένα εἰς αὐτὴν καθήκοντα, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς, διαῤ-
828ῥήξασα ὅλας τὰς ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς συνθήκας, εἶχεν ἀ-
829ναλυθῆ εἰς μίαν μόνην ἰδέαν, ὅτι ἔσεται συνταγματικὴ μοναρ-
830χία. Δὲν ἐχρειάζετο βεβαίως μέγας νοῦς, οὔτε μεγάλη ἱκανότης
831διὰ νὰ ἐννοήσῃ αὐτὰς τὰς ἀληθείας, καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι
832λυποῦμαι ἔτι χειρότερα, διότι παρὰ τῷ συμβούλῳ τοῦ βασι-
833λέως ὑπάρχει τις ἐπιπολαιότης.»
834Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, αὐταὶ ἦσαν αἱ σκέψεις, αὐτὰ τὰ ἐλα-
835τήρια, τὰ ὁποῖα ὤθησαν τὴν ἀντιπολίτευσιν τότε εἰς τὸ νὰ
836συνέλθῃ εὐθὺς καὶ νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ εἰσάξῃ τὴν πρότασιν ἐκεί-
837νην ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Βασιλείας καὶ τῆς πατρίδος. Ἡ
838ἀντιπολίτευσις ἐνόμιζε καὶ φρονεῖ, ὅ,τι ἔλεγεν ὁ Μασιλλών·
839Qui trompe le Roi est aussi coupable comme s’ il voulait le
840détroner. Τὴν δὲ γνώμην αὐτῆς ἐφανέρωσεν ἡ ἀντιπολίτευσις
841ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος τῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον, ὁμολο-
842γήσατε, ἔπρεπε νὰ διοικῇ τὴν πολιτικὴν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε
843νὰ ᾖναι τὸ καλλίτερον σχολεῖον διὰ τὸν νεαρὸν Βασιλέα.
844Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων διὰ
845νὰ σᾶς φωτίσω, ἂν κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἡ ἀντιπολίτευ-
846σις ἐφέρθη εἰλικρινῶς ἢ ὡρμήθη ἀπὸ ἰδιοτελῆ συμφέροντα.
847Ἀλλὰ διατὶ νὰ παραλείψω, ὅτι μετὰ δέκα μῆνας πολλοὶ ἐκ τῶν
848πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι κατεπολέμησαν τὴν πρότασιν ἐ-
849κείνην καὶ κατέκριναν τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὡ-
850μολόγησαν τότε ἐπισήμως, ἐντὸς τῶν ἀνακτόρων, ἐνώπιον ἑνὸς
851στενωτάτου συγγενοῦς τοῦ Βασιλέως, καὶ ὁ Κ. Ζαΐμης καὶ ὁ
852κ. Χρηστίδης καὶ ὁ Κ. Τρικούπης καὶ ὁ Κ. Μαυροκορδάτος,
853ὡμολόγησαν, οἱ μὲν ὅτι ὁ Κόμης εἶναι ἀντισυνταγματικὸν
854πρόσκομμα, ὡς εἶχεν εἰπεῖ πρὸ δέκα μηνῶν ἡ ἀντιπολίτευσις,
855ἡ δὲ ὅτι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ σύμβουλος τοῦ
856Βασιλέως, εἶναι πολιτικὴ φατριαστική.
857Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον σπουδαῖον γεγονὸς, τὸ διάγγελμα.
858Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐκαυχήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτε
859θεωρεῖ τιμήν του, τὸ ὅτι ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὸ διάγ-
860γελμα, εἰς ἓν ἔγγραφον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν θέλω
861νὰ χαρακτηρίσω μὲ πολλὴν ἐλευθερίαν καὶ ὅπως αἰσθάνομαι,
862ἀλλὰ τὸ ὁποῖον προσέβαλε καὶ ἐδέσμευσε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς
863Συνελεύσεως. Καὶ θαυμάζω πῶς ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐνό-
864μισεν, ὅτι δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, λέγων, ὅτι οὕτως ἐννόει
865νὰ περατώσῃ τὴν ἐπανάστασιν, ἀφοῦ πρόδηλον εἶναι, ὅτι ἀντὶ
866νὰ τὴν περατώσῃ τὴν ἀνέτρεψε διὰ τοῦ διαγγέλματος, αἰχ-
867μαλωτίσας δι’ αὐτοῦ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Μόνη ἡ ἐπί-
868τευξις τῶν σκοπῶν μιᾶς πολιτικῆς ἐπαναστάσεως περατόνει
869αὐτὴν, παγιώνει τὴν τάξιν καὶ τίθησι στερεὰ θεμέλια τῆς εὐ-
870νομίας καὶ τῆς εὐημερίας· ἡ δ’ ἀποτυχία τοῦ σκοποῦ ἀφίνει
871τὰ πράγματα εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, ἀντὶ νὰ περατώσῃ
872τὴν ἐπανάστασιν. Καθὼς καὶ προχθὲς ἔλεγον, ὁμιλῶν περὶ
873τοῦ χαρακτῆρος τοῦ διαγγέλματος, δὲν ἔχω ἤδη σκοπὸν νὰ
874ἐπεμβῶ εἰς πολλὰς ἐρεύνας περὶ αὐτοῦ· παρατηρῶ μόνον εἰς
875τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς
876τὰ ἄτομα νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν θέλησίν των εἰς τὰ ἔθνη. Δυνατὸν
877εἶναι νὰ σκέπτωνται πολὺ ὀρθῶς· δύνανται τὰ ἐλατήρια, τὰ
878ὁποῖα τοὺς παρακινοῦσι, νὰ ᾖναι οὐχὶ ἐπιλήψιμα· ἀλλὰ δὲν εἶναι
879ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν θέλησίν των εἰς τὰ ἔθνη.
880Διὰ νὰ δικαιολογήσω, Κύριοι, τὴν διαγωγὴν καὶ τότε πάλιν
881τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἤρκει νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀπάντησιν,
882τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελε νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν Βασι-
883λέα, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως δὲν ἐπέ-
884τρεψε ν’ ἀναγνωσθῇ· τὴν παραιτῶ ὅμως, διότι εἶναι ἔγγραφον,
885τὸ ὁποῖον περιῆλθεν εἰς γνῶσιν πάντων. Μολοντοῦτο, ἂν θέλετε,
886δύναμαι νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω.
887§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
888§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἐνόησα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ δικαιολόγη-
889σις τῆς ἀπαντήσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως εὕρηται εἰς αὐ-
890τὰ τὰ πράγματα καὶ λόγον οὐ χρήζει. Ἡ ἀντιπολί-
891τευσις δικαιολογεῖται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους ὑπουργούς.
892Ὁ Κύριος Λομβάρδος, ὅτε εἶδεν, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη χρῆσις
893τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως πρὸς ἐπιβολὴν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους
894ἦτο ἀδύνατον νὰ θελήσῃ τὸ ἔθνος καὶ ἡ Συνέλευσις, καί τοι
895ἀνήκων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἦλθε καὶ διεμαρτυρήθη· δὲν δύ-
896ναμαι, εἶπε, νὰ ψηφίσω κατὰ συνείδησιν πλέον, ὅταν ἔρχεσθε οὐχὶ
897μόνον ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀπειλὰς ζητοῦν-
898τες τὴν ψῆφόν μου. Καὶ «μολονότι δὲν ἔχω, εἶπεν, ἀφορμὴν
899δυσπιστίας κατὰ τῶν ὑπουργῶν, ἐπειδὴ ὅμως γίνεται τοιαύτη
900χρῆσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως, καὶ πιέζεται ἡ συνείδησίς
901μας ἐπὶ πράξεως, ἡ ὁποία θέλει ἔχει τόσον μεγάλα ἀποτελέ-
902σματα, ὡς εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ νέου πολιτικοῦ Σώματος ἐντὸς τῆς
903πολιτείας, ἀναγκάζομαι νὰ δείξω δυσπιστίαν, καὶ προτείνω
904εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν
905Α. Μ. ὅπως ἐρωτήσῃ Αὐτὴν, ἂν ἡ θέλησίς Της εἶναι, ὅπως διε-
906βεβαιώθη εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν. Ἂν δὲ ἡ πρό-
907τασίς μου πέσῃ, διαμαρτύρομαι καὶ ἀποσύρομαι.» Καὶ τῳόντι
908ἡ πρότασις τοῦ Κ. Λομβάρδου ἔπεσε, καὶ ὁ Κ. Λομβάρδος διε-
909μαρτυρήθη καὶ ἀπεσύρθη.
910Ὁ δὲ Κ. Δημήτριος Μαυροκορδᾶτος, ἀνήκων ἐπίσης εἰς τὴν
911συμπολίτευσιν, διεμαρτυρήθη καὶ αὐτὸς, καὶ πολλοὶ συμπολι-
912τευόμενοι ἠρνήθησαν ψῆφον, καὶ τέλος, γενομένης τῆς ψηφοφο-
913ρίας, μὲ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως, μ’ ὅλην
914τὴν πίεσιν, ἥτις κατεβλήθη, μία μόνη ψῆφος ἔδωκε δίοδον εἰς
915τὸ διάγγελμα ἐκεῖνο.
916Σᾶς ἐρωτῶ ἤδη νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ἡ ἐπιβολὴ θεσμοῦ εἰς μίαν
917Συνέλευσιν, ἥτις ἐγέννησε τὴν νέαν τῶν πραγμάτων κατάστασιν,
918κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον γενομένη, ἂν ἀποδεικνύει πρᾶξιν πατριω-
919τικὴν, καὶ ἂν εἰς τοιαύτην περίστασιν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ
920εἴπητε, ὅτι συγχωρεῖται εἰς τὸ ἄτομον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλη-
921σίν του εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους. Ἴσως τινὲς συγχωρῶσι τὴν
922πίεσιν ταύτην καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν, νομίζοντες, ὅτι δὲν ἔβλα-
923ψεν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ τὸ συγχωρήσωσι, θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ συγ-
924χωρήσωσιν αὐτὸ καὶ δευτέραν φορὰν, ὁπόταν τὰ ἀποτελέσματα
925ἔσωνται κακὰ, καὶ ἂν, ἐλθούσης τῆς ὥρας δὲν τὸ συγχωρήσωσι,
926τότε, ὅπως ἀφηρέθη ἀπὸ ἐκείνους ἡ ἐλευθερία, θὰ ἀφαιρεθῇ καὶ
927ἀπὸ αὐτούς.
928Ἀπέσχον, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐν τῇ ἀπαντήσει τὴν
929γνώμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως περὶ τοῦ διαγγέλματος τούτου,
930ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ μή μοι ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς δείξω τοὐλά-
931χιστον ἅπαντα ὅσα ἀπήγγειλεν ἡ ἐτυμηγορία τῆς κοινῆς γνώ-
932μης τῆς Εὐρώπης, οὐχὶ ἡ ἐπίσημος, ἀλλὰ ἡ τοῦ λαοῦ τῆς Εὐρώ-
933πης. Προκειμένου περὶ κρισίμου καὶ σπουδαίου γεγονότος, πι-
934στεύω, ὅλοι θὰ ἔχετε τὴν διάθεσιν νὰ ἀκούσητε πῶς ἐσκέφθη
935ὁ ἀμερόληπτος τύπος ἑνὸς ἔθνους πεφωτισμένου, καὶ μεταξὺ
936τοῦ τύπου τούτου τὸ φύλλον, τὸ ὁποῖον διαπρέπει κατὰ τὴν
937νομιμοφροσύνην καὶ σοφίαν του, τὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος τῶν
938Συζητήσεων. Ἅμα τὸ διάγγελμα τοῦτο ἔφθασεν ἐκεῖ, καθὼς καὶ
939εἰς ὅλας τὰς ἐπικρατείας, παντοῦ θέλετε ἰδεῖ, μηδεμιᾶς ἐφημε-
940ρίδος τόπου τινὸς ἐξαιρουμένης, ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις ἐξηγέρ-
941θη κατ’ ἐγγράφου περιέχοντος τὴν μεγαλητέραν κατάχρησιν
942τῶν θεσμῶν· καὶ προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δύναται νὰ φέ-
943ρῃ μίαν ἐναντίαν ἀπόδειξιν. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω
944καὶ κατόπιν νὰ τὸ μεταφράσω, ἐπιθυμῶν, ὥστε ἡ Κυβέρνησις
945νὰ μὴ νομίσῃ ὅτι ἐγένετο μεταβολὴ εἰς τὴν μετάφρασιν.
946§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ νομίσωμεν.
947§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἀναγινώσκω λοιπὸν μεταφρασμένον·
948«Τὸ διάγγελμα τὸ ἀπευθυνθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλά-
949»δος πρὸς τὴν ἐθνικὴν Συνέλευσιν, εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θέλει
950»καθέξει σπουδαίαν θέσιν μεταξὺ τῶν πλέον περιέργων πολιτι-
951»κῶν ἐγγράφων τῆς ἱστορίας τῶν ἀντιπροσωπικῶν κυβερνήσεων.
952»Ἀποκαμὼν ἐκ τῆς βραδύτητος μεθ’ ἧς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ τό-
953»που προέβαινον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ὁ νέος
954»Βασιλεὺς εἰδοποίησεν αὐτοὺς, ὅτι ὤφειλον νὰ περατώσωσι τὴν
955»ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἐντὸς προθεσμίας δέκα ἡμερῶν· καὶ διὰ νὰ
956»οἰκονομήσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν στενοχωρίαν τῆς συντάξεως τῶν
957»ἄρθρων, τοῖς ἀνεκοίνωσε διὰ τοῦ διαγγέλματος σχέδιον συντε-
958»ταγμένον ἐπίτηδες διὰ τὸ μέρος τοῦ συντάγματος, τὸ ὁποῖον
959»μένει εἰσέτι «ἐλπίζω, ὅτι οὐδένα διαφεύγει ἡ ὑπομονὴ μεθ’
960»ἧς ἔκτοτε ὑπέμεινα τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν βασιλείας ἐχού-
961»σης παρ’ ἑαυτῇ ἐθνικὴν Συνέλευσιν λειτουργοῦσαν συγχρόνως
962»καὶ ὡς συντακτικὴν καὶ ὡς Βουλὴν νομοθετικήν.»
963«Ἐννοοῦμεν βεβαίως τὸ αἴσθημα, ὅπερ ὑπηγόρευσε τοὺς λό-
964»γους αὐτούς. Οὐδὲν ἐπιβλαβέστερον εἰς ἓν κράτος ἢ ἡ παρά-
965»τασις προσωρινοῦ πολιτικοῦ συστήματος· ἡ δὲ Ἑλλάς, περισ-
966»σότερον παντὸς ἄλλου τόπου, πρέπει νὰ ἐπιθυμῇ, μετὰ τόσους
967»κλονισμοὺς καὶ ἐπαναστάσεις, τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν,
968»τὰς ὁποίας θέλει ἐξασφαλίσει εἰς αὐτὴν μία τακτικὴ Κυβέρ-
969»νησις. Νομίζομεν ὅμως, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως Γεωρ-
970»γίου δὲν ἐνεπνεύσθησαν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ οὔτε ἀπὸ τὰς
971»ἀληθεῖς ἀρχάς, αἵτινες πρέπει νὰ κανονίζωσιν, ἐν συνταγματι-
972»κῷ κράτει, τὰς σχέσεις τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Συνελεύσεως,
973»οὔτε ἀκόμη ἀπὸ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ Στέμματος, τοῦ
974»ὁποίου τὰ προνόμια ὑποστηρίζουσιν. Ἄνευ ἀνάγκης πασιφα-
975»νοῦς καὶ ἀνυπερβλήτου, εἶναι πρᾶξις φρονίμου πολιτικῆς νὰ
976»θέτῃ τις μίαν Συνέλευσιν, οὐ μόνον νομοθετικήν, ἀλλὰ
977»καὶ συντακτικήν, εἰς τὴν ἀνάγκην ἢ νὰ ὑποχωρήσῃ
978»εἰς ἐπιτακτικὴν παραγγελίαν, ἢ νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν ἀξιοπρέ-
979»πειάν της μὲ κίνδυνον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας; Ὁ Βασι-
980»λεὺς παραπονεῖται πικρῶς, ὅτι μετὰ χρονικὸν διάστημα ἑνὸς
981»ἔτους ὁλοκλήρου δὲν ἐσυζητήθησαν, οὐδ’ ἐψηφίσθησαν ὅλα τὰ
982»ἄρθρα τοῦ Συντάγματος.
983» Ἠδύνατό τις ν’ ἀντείπῃ εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ περίφημος ἡμῶν
984»συντακτικὴ Συνέλευσις ἔδειξε περισσοτέραν βραδύτητα ἀκόμη·
985» διότι αὕτη δὲν ἐπεψήφισεν ὁριστικῶς παρὰ τὴν 30 Σε-
986» πτεμβρίου 1791 τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος τὸ κατα-
987» τεθὲν ἐν τῷ γραφείῳ της τὴν 27 Ἰουλίου 1789. Παραδεχό-
988» μεθα, ὅτι τὸ παράδειγμα δὲν εἶναι πειστικόν· ἀλλ’ ὑπάρχουν
989» ἀντικείμενα, ἐν οἷς πρέπει ν’ ἀποκρούεται ἡ μεγάλη σπου-
990» δὴ, καὶ τὰ ὁποῖα ποσῶς δὲν κερδίζουν γινόμενα μετὰ σπου-
991» δῆς. Ὑπάρχουν πάλιν ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἴς τινας τόπους καὶ
992» εἴς τινας περιστάσεις δὲν κερδίζουν ποσῶς λεγόμενα λίαν
993ἀποτόμως.
994».............................»
995» Οὕτω τελειώνει τὸ βασιλικὸν διάγγελμα. Μᾶς ἐπανέφερε
996» δ’ ἀκουσίως εἰς τὴν μνήμην τοὺς ἄλλως περιφήμους ἐκείνους
997» λόγους, τοὺς ἀπαγγελθέντας ἄλλοτε κατὰ πρόσωπον τοῦ
998» Mirabeau καὶ τοῦ Sieyes. «Ἐὰν κατὰ κακὴν μοῖραν, τὴν
999» ὁποίαν δὲν θέλω νὰ φαντασθῶ, ἠθέλετε μ’ ἐγκαταλίπει εἰς
1000» τόσον λαμπρὸν ἔργον, μόνος θέλω κάμει τὸ καλὸν τοῦ ἔθνους
1001» μου, μόνος θέλω θεωρήσει ἐμαυτὸν ὡς τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ ἀντι-
1002» πρόσωπον...... καὶ θέλω βαδίσει πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν
1003» ὁποῖον θέλω νὰ ἐπιτύχω, μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος καὶ τὴν εὐστά-
1004» θειαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ μοὶ ἐμπνεύσῃ»... Οἱ βασιλεῖς
1005» οἵτινες ὁμιλοῦν τοιαύτην γλῶσσαν δυνατὸν νὰ ἐμπνέωνται
1006» ἀπὸ εἰλικρινῆ ἀγάπην πρὸς τὸ δημόσιον καλὸν, δυνατὸν νὰ
1007» ἦναι προικισμένοι μὲ ὅλας τὰς ἀρετὰς τῶν εὐγενῶν καρδιῶν,
1008» δυνατὸν νὰ ἦναι πρότυπα, ὁ μὲν ἱπποτικῆς ὑπερηφανίας, ὁ
1009» δὲ ἀνεκφράστου ἀγαθότητος, δὲν ἐπλάσθησαν ὅμως διὰ νὰ
1010» ἦναι συνταγματικοὶ Μονάρχαι.»
1011Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐσυμβούλευσαν
1012τὸν Βασιλέα νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του οἱ σύμβουλοι τοῦ
1013στέμματος (θόρυβος).
1014Ἐὰν, Κ. Βουδούρη, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Debats, κατὰ
1015τὴν γνώμην τοῦ Ἐρνέστου Δοτὲν, τοῦ πρώτου συντάκτου τῆς
1016ἐφημερίδος, ἥτις ἰσοδυναμεῖ μὲ μιᾶς ἐπικρατείας καὶ ἑνὸς
1017ὁλοκλήρου ἔθνους τὴν γνώμην....
1018§39Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καταδικάζουν ἄλλαι ἐφημερίδες τὴν δια-
1019γωγὴν τῆς Συνελεύσεως.
1020§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ἐὰν ᾖναι ἀνταποκρίσεις
1021ἐξ Ἀθηνῶν μὲ ἔξοδα τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἔπειτα νὰ σᾶς
1022εἰπῶ, Κ. Βουδούρη, ἂν δὲν σᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν, ὅτι ἐφέρατε
1023τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς πατρίδος σας τότε εἰς τὴν ἐξευτελι-
1024στικὴν ἐκείνην θέσιν, ἢ ν’ ἀναγκασθοῦν νὰ ἐκλέξωσι μεταξὺ τῆς
1025ἀγάπης πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν πα-
1026τρίδα, καὶ νὰ θέτητε τοιουτοτρόπως εἰς ἀντίθεσιν αὐτὰ τὰ
1027δύω αἰσθήματα, ἅπερ ἔπρεπε νὰ συντρέχωσι καὶ νὰ ταυτίζων-
1028ται, οὐχὶ ἡ τοῦ Debats, ἀλλὰ κἀμμία φωνὴ δὲν δύναται νὰ
1029διαπεράσῃ τὴν συνείδησίν σας (εὖγε, εὖγε ἐξ ἀριστερῶν, οἱ
1030δὲ ὑπουργοὶ γελῶσι)· δὲν εἶχον κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι γέ-
1031λωτα μόνον ἤθελον σᾶς προξενήσει οἱ λόγοι οὗτοι.
1032Τέλος πάντων, κύριοι, καὶ μετὰ τὸ δεύτερον τοῦτο γεγονὸς
1033ἐπῆλθε τὸ τελευταῖον, μεθ’ ὃ ἀμέσως ἡ ἀποχώρησις τῆς Συνε-
1034λεύσεως, τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως. Ἐπιθυμῶ καὶ πάλιν νὰ
1035κρίνητε, ἂν ὁ πόθος πρὸς τὰ χαρτοφυλάκια ἐκίνει τὴν συνεί-
1036δησιν, καὶ ὑπηγόρευε τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἢ
1037ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ἔδειξε καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην,
1038ὅπως διαρκῶς, ὅτι δὲν λησμονεῖ τὴν παράκλησιν τοῦ Βασιλέως
1039καὶ τὸν σκοπὸν τῆς μεταβολῆς.
1040Ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως. Τί ἐζήτει ἡ ἀντιπολί-
1041τευσις; — ἐζήτει ἰσότητα δικαιωμάτων καὶ ἰσότητα βαρῶν
1042μεταξὺ τῶν δύω λαῶν. Ἐὰν δὲ πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἀποτελέσμα-
1043τος τούτου ἦτο ἀνάγκη εἴτε νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν οἱ ὑπάρχον-
1044τες νόμοι τῆς Ἑλλάδος, εἴτε νὰ εἰσαχθῇ ἑπτανησιακός τις νό-
1045μος ἐν Ἑλλάδι, εἴτε καί τινα νομοθετήματα νὰ γείνωσιν, ὅλα
1046ταῦτα τὰ ἐδεχόμεθα. Πόθεν προῆλθεν ἡ σύγχυσις; προῆλθε,
1047διότι ἡ συμπολίτευσις ἀπετέλει ἓν κρᾶμα ἰδεῶν ἀσυμβι-
1048βάστων· διότι ὅπως θέλετε ἰδεῖ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀφο-
1049μοιώσεως ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἄλλα ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις, ἄλλα
1050οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κερκύρας, καὶ ἄλλα οἱ λοιποὶ πληρεξού-
1051σιοι τῆς Ἑπτανήσου. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω κἀνὲν ἐκ τῶν
1052τμημάτων τούτων, ὅτι ἐναντίον τῶν πεποιθήσεών του ἢ τῶν
1053συμφερόντων τῶν ἰδιαιτέρων ἐπαρχιῶν, τὰς ὁποίας ἀντεπρο-
1054σώπευον, ἔπραττον· ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ αἰτία, διὰ τὴν
1055ὁποίαν ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Συνελεύσεως, ἕνεκα τῆς διαφω-
1056νίας πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν, φωλεὰν εἶχε τὴν συμπολίτευσιν·
1057διότι, ἀφοῦ ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριξεν, ὅσον ἠδύνατο τὴν
1058ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν σᾶς προεξέθεσα, μετέπειτα ἀπαυδήσασα,
1059συνέταξεν ἔγγραφον διαμαρτυρήσεως καὶ εἶπε, παραιτῶ πλέον
1060τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, κανονίσατέ το ὅπως θέλετε·
1061δὲν σᾶς ἀρνοῦμαι τὴν σύμπραξίν μου, νὰ ἦμαι παροῦσα
1062διὰ τὴν κατάρτισιν τῆς ἀπαρτίας· δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως
1063νὰ συμπράξω εἰς ἓν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ τὸν λόγον
1064μοῦ ἀφῃρέσατε, καὶ διαστροφὴν τῶν ἀποφάσεών μου ἐκά-
1065ματε, καὶ διὰ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ προεδρείου πολλαχῶς μὲ
1066κατεπιέσατε· διότι ἐπιθυμῶ ἀνεξαρτήτως νὰ ἀντιπροσωπεύω
1067τὰς ἰδέας μου καὶ ὡς μόνην προφύλαξιν τῆς ἀνεξαρτησίας μου
1068θεωρῶ τὸν κανονισμὸν, δὲν δύναμαι νὰ συμπράξω πλέον, ὅταν
1069ὁ κανονισμὸς ᾖναι το ἀντικείμενον τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ προέδρου.
1070Ἀλλὰ, κύριοι, ἠδυνήθησαν νὰ συμφωνήσωσιν οἱ ἐναπομείναν-
1071τες; Ὄχι· ὁ Κ. Λομβάρδος ἦλθε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς
1072λόγους καὶ οἱ Κεφαλλῆνες μετὰ τοῦ ὑπουργείου εἰς διαφωνίαν,
1073καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν Ἑπτανησίων τινὲς ἀπεσκίρτησαν ἐκ τῆς
1074Συνελεύσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ὑποσχεθεῖσα τὸ κατ’ ἀρ-
1075χὰς νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ νομοσχέδια, ἅπερ ἔφερεν, ἀφοῦ τὰ
1076ἐπαρουσίασε, τὴν ἑπομένην ἡμέραν μετέβαλε γνώμην, καὶ
1077ἐγέννησε τὴν διαίρεσιν ἐκείνην, ἥτις ἐπὶ τέλους ἐπέφερε τὴν
1078ἀποχώρησιν τῶν 23 γνωστῶν πληρεξουσίων, εἰς τοὺς ὁποίους,
1079τοὐλάχιστον δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδώσητε τὸν φατριασμὸν
1080ὡς αἰτίαν τῆς ἀποχωρήσεως. Ὅθεν ἡ ἀντιπολίτευσις, προαισθαν-
1081θεῖσα πολὺ πρὶν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ συμπράξῃ, ὅτι ἐλευθερίαν
1082δὲν ἔχει εἰς τὴν ψῆφον καὶ τὴν συζήτησιν, ἀπεχώρησεν· οἱ 23
1083δὲν ἠθέλησαν νὰ κινηθῶσιν, ἀλλ’ εἶπον, θὰ μείνωμεν διὰ νὰ μὴ
1084μένῃ τὸ κράτος ἄνευ φορολογικῶν νόμων καὶ προϋπολογισμοῦ.
1085Ἦλθον λοιπὸν ἐν μέσῳ τῆς Συνελεύσεως, ἐκάθησαν, ἤρχισαν τὴν
1086συζήτησιν, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ προχωρήσωσιν ἕνεκα τῆς
1087διαιρέσεως, μιᾶς διαιρέσεως οἰκτρᾶς· ἀπῆλθον καὶ ἐκεῖνοι διαμαρ-
1088τυρηθέντες ἐπίσης, καὶ τοὐλάχιστον ἔχομεν δύω δημοσιευμένα
1089ἔγγραφα διαμαρτυρήσεων καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου τμήμα-
1090τος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ περὶ
1091τῶν δύω, ὅτι εἶχον πολιτικὴν φανεράν.
1092Κύριοι, συγχωρήσατε ἐνταῦθα νὰ σᾶς ἐνθυμίσω ἐκεῖνο, τὸ
1093ὁποῖον εἶπον κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγέν-
1094νησε τόσας παρεξηγήσεις. Εἶπον τότε, ὅτι τοὐλάχιστον, ἐὰν
1095αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὑπουργοὶ ἤθελον συμβουλεύσει εἰς τὴν Α. Μ. νὰ
1096φέρῃ μεταβολὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἂν ἤρχοντο, ἔστω καὶ
1097ἀπὸ τοὺς δρόμους ἑπτὰ ὑπουργοὶ, τὸ ζήτημα ἤθελεν εἶσθαι
1098εὐχερέστερον, διότι ἠδύναντο νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν ἀνάγκην καὶ
1099λέγοντες ὁ Βασιλεὺς μᾶς ἐκάλεσεν εἰς τὰ πράγματα, τὸ νομο-
1100θετικὸν Σῶμα δὲν τὸ εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν μας, δὲν συνεπράξαμεν
1101εἰς τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ, ἰδοὺ τί μᾶς
1102ὑπεχρέωσε νὰ πράξωμεν ἡ ἀνάγκη ἡ ἀπόλυτος, καὶ δὲν ἐκά-
1103μαμεν ἄλλο τι παρὰ νὰ ἐκδώσωμεν τὰ διατάγματα, τὰ ἀπαι-
1104τοῦντα πιστώσεις ἀναγκαίας διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ κράτους,
1105καὶ τὴν εἴσπραξιν τοσούτων φόρων, ὅσοι ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ
1106εἰσπραχθῶσι διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὸ κράτος.
1107Ἀλλὰ, Κύριοι, ὄχι μόνον τοιαύτην πολιτικὴν δὲν ἠκολούθησαν
1108οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὄχι μόνον προσεκολλήθησαν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ
1109καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπεβλήθη τῷ Ἡγεμόνι παρὰ συγγενῶν καὶ φί-
1110λων ἡ ἀνάγκη νὰ ἀποσυρθῶσι, καὶ τότε ἀκόμη ὄχι μόνον δὲν
1111εἰσήκουσαν τὴν συμβουλὴν τούτων, ἀλλὰ καὶ ἀντέπραξαν, ὅπως
1112μὴ ἐπέλθῃ ἡ παραμικρὰ βελτίωσις.
1113Βλέπετε, Κύριοι, πόσον τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ,
1114εἶναι σοβαρὸν καὶ μέγα. Ἀλλ’ ἐπιμένων εἰς τὴν ἀρχικήν μου
1115γνώμην, ἣν ὑπέβαλον διὰ τοῦ σχεδίου τῆς μειονοψηφίας καὶ ἣν
1116ἐξέφρασα εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ἀπέφυγα νὰ ἐπεμβῶ
1117εἰς τὰ καθέκαστα, περιορισθεὶς νὰ ἐξετάσω αὐτὰ μόνον, καθόσον
1118μὲ ἠνάγκαζεν ἡ ἀπάντησις τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ. Ἐνόμισα, ὅτι
1119ἔπρεπεν εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον ἡ Βουλὴ
1120νὰ περιορισθῇ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ βασ. διατάγματα, μόνον εἰς
1121ὅ,τι ἀπῃτεῖτο, ὅπως γείνῃ ἀπάντησις ἀξιοπρεπὴς, χωρὶς νὰ προ-
1122δικάζεται ἡ περὶ αὐτῶν εἰδικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἐνόμισα,
1123ὅτι ἡ γνώμη, ἣν ἔχομεν ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Συνελεύσει διαμαρτυ-
1124ρηθέντες καὶ οἱ τὰς καταπιέσεις ἐκείνας παθόντες, δὲν ἔπρεπε
1125νὰ προταθῇ ὡς κείμενον εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὶν ὑμεῖς οἱ νέοι
1126ἀντιπρόσωποι κρίνετε τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως εἰς τὸ σύν-
1127ολον αὐτῶν καὶ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν πράξεων ἐξαγάγετε, ἂν ἡ
1128κυβέρνησις δὲν ὡδηγήθη ὑπό τινος αἰσθήματος καταφρονήσεως
1129πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἢ ἂν μία ἀναπόδραστος ἀνάγκη τὴν ἠνάγ-
1130κασε, χωρὶς νὰ θέλῃ, νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσίας αὐτῆς.
1131Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ κρίνετε τὸ διάταγμα, μὴ λησμονήσητε
1132ὅσα σᾶς ἐξέθεσα. Μὴ λησμονήσητε, ὅτι τὴν ἀνάγκην ἔπλασεν
1133ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι ἐν τῇ πολιτικῇ της ταύτῃ ἠναγκάσθη νὰ
1134καταπιέσῃ τὴν Συνέλευσιν καὶ νὰ στερήσῃ αὐτὴν τῆς ἀνεξαρ-
1135τησίας της. Μὴ λησμονήσητε, ὅτι ἀπεμακρύνθη τοῦ σκοποῦ τῆς
1136ἐπαναστάσεως καὶ διήγειρεν ἐν τῇ πολιτείᾳ τὴν κατ’ αὐτῆς
1137ἀντίδρασιν, καὶ οὕτω παρήγαγε τὴν σημερινὴν ἀνωμαλίαν, τῆς
1138ὁποίας ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε, ν’ ἀπολέσῃ ὁ θεμελιώδης νόμος τὸ
1139κυριώτερον αὐτοῦ στήριγμα, τὸν σεβασμὸν, καταπατηθεὶς οὐ
1140μόνον ὁσάκις ἡ πλασθεῖσα ἀνάγκη ἀπῄτει, ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς
1141ἐλαχίστης ἀνάγκης.
1142§41Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Διὰ λόγου
1143λίαν ἐντέχνου ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου κατώρθωσε
1144προχθὲς νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ συμβάντων συνδεομέ-
1145νων μὲ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, τῆς
1146διαλυθείσης περὶ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου. Πιστὸς
1147εἰς τὴν ἰδίαν τακτικὴν καὶ σήμερον ἀκόμη ὁ κ. Δεληγιώργης,
1148προσεπάθησε νὰ ὠθήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἰδίου
1149προσφιλοῦς εἰς αὐτὸν πεδίου. Μοὶ εἶναι τόσον ὀλιγώτερον δυσά-
1150ρεστον νὰ τὸν ἀκολουθήσω εἰς ταύτην τὴν ἐκδρομήν του, ὅσον
1151μοὶ δίδεται εὐκαιρία, λησμονῶν προσκαίρως, ὅτι δὲν ἔχω τὴν
1152τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τοῦ Σώματος τούτου, νὰ ἐνθυμηθῶ, ὅτι
1153ἤμην πληρεξούσιος ἐν τῇ Συντακτικῇ ἐκείνῃ Συνελεύσει, ἐν ταῖς
1154ἀναμνήσεσι τῆς ὁποίας τόσον ἀγαπᾷ νὰ ἐνδιατρίβῃ ὁ ἔντιμος
1155φίλος μου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ μοὶ διαφιλονεικήσῃ τὸ δι-
1156καίωμα τοῦ νὰ διεκδικήσω τὴν ἀκριβῆ γνῶσιν συμβάντων λα-
1157βόντων χώραν ἐνώπιον τῶν ἰδίων μου ὀφθαλμῶν καὶ ἐπὶ τῶν
1158ὁποίων ἴσως καὶ ἐγὼ δὲν ἔμεινα ξένος μικρᾶς τινος λαβῆς.
1159Κατόπιν ἀγορεύσεων τοσοῦτον ἐκτενῶν καὶ ἐρχόμενος κα-
1160τόπιν ῥητόρων, οἵτινες τοσοῦτον λεπτομερῶς ἀνέπτυξαν ὅλα
1161τὰ ζητήματα, αἰσθάνομαι, ὅτι πρώτιστον καθῆκόν μου ὀφείλω
1162νὰ θεωρῶ τὸ νὰ ᾖμαι πρακτικὸς καὶ πρὸ πάντων σύντομος. Ὁ
1163ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐκτενῶς μᾶς ὡμίλησε περὶ τῆς
1164ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας ἀναντιῤῥήτως ἀκριβῶς γνωρίζει
1165τὴν ἱστορίαν, καὶ τοὺς πόθους, καὶ τοὺς σκοπούς. Δὲν πιστεύει
1166ἆρά γε ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἀντιπολίτευσις δύναται
1167ὀρθῶς νὰ παραβληθῇ κατὰ ταύτην τὴν φάσιν τῆς πορείας της
1168μὲ τὸ γνωστὸν ἔμβλημα ἢ σύμβολον τῶν αὐτοκρατόρων τοῦ
1169Βυζαντίου; Τὰ τελευταῖα συμβάντα τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῷ
1170περιβόλῳ τούτῳ, καὶ ἰδίως τὰ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου
1171μὲ δικαιοῦσι νὰ τὴν παραβάλω μὲ τὸν Βυζαντινὸν ἀετὸν, διότι
1172πραγματικῶς βλέπομεν δύω κεφαλὰς μελαγχολικῶς κυρτὰς καὶ
1173εἰς ὅλως ἀντιθέτους διευθύνσεις ἐστραμμένας, σῶμα ἀρκετὰ ἀ-
1174σθενὲς καὶ οὐρὰν οὐχὶ λίαν φουντωτὴν (γέλως). Δύναται τοὐλά-
1175χιστον ὁ κ. Δεληγιώργης νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ, ὅτι ἐν τῷ σώματι
1176τοῦ δικεφάλου τούτου Ἀετοῦ ὑπάρχει μία μόνη καρδία; καὶ
1177ὅτι αἱ δύω πτέρυγες αὐτοῦ ταὐτοχρόνως θὰ κινηθῶσι καὶ θὰ
1178τὸν ὑψώσωσι; Μετὰ τὴν παραβολὴν ταύτην, ἔχω καὶ μίαν
1179ἀδιάκριτον ἴσως ἐρώτησιν νὰ τῷ ἀπευθύνω. Ἐὰν ἡ ἀντιπολί-
1180τευσις μειονοψηφήσασα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει, εἶχεν, ὅπως
1181διατείνεται, μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ κυριάρχου ἐκείνου Σώματος,
1182τὰς συμπαθείας τοῦ τόπου ὑπὲρ αὐτῆς, πῶς ἐξηγεῖ ὁ ἔντιμος
1183Βουλευτὴς Μεσολογγίου τὸ ἀναντίῤῥητον γεγονὸς, ὅτι αὐτὴ ἡ
1184ἰδία ἀντιπολίτευσις προσέτρεξε κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ
1185τελευταίου ἔαρος, εἰς συμμαχίαν, τὴν ὁποίαν, ἐὰν δὲν ἐπροτίμων
1186νὰ ἦμαι μᾶλλον ἁβρόφρων ἢ ἀκριβὴς, ἤθελον ὀνομάσει τερα-
1187τώδη; διότι, τῷ ὄντι, κύριοι, ἐὰν ἕκαστον τῶν δύω στοιχείων
1188τῶν ἀποτελούντων τὴν συμμαχίαν ταύτην εἶχεν ἀναντίῤῥητον
1189καὶ αὐθύπαρκτον ἀξίαν, αὕτη ἡ ἀξία ἠλαττώθη, ἐξητμίσθη, οὕ-
1190τως εἰπεῖν, ἐν τῷ ἐφημέρῳ ἐκείνῳ ἀμαλγάματι τῷ ἐκπλήξαντι
1191τὴν πολιτικὴν ἡμῶν κοινωνίαν. Ἀπὸ πότε, κύριε Βουλευτὰ Με-
1192σολογγίου, οἱ καθ’ ὑμᾶς πανίσχυροι καταβιβάζονται εἰς ἀδι-
1193καιολογήτους ἐπιμιξίας; ἀπὸ πότε διὰ νὰ αὐξήσουν τὴν βαρύ-
1194τητα καὶ τὴν δύναμιν τῶν ἀρχῶν των, τὰ πολιτικὰ κόμματα
1195νοθεύουν τὰ προγράμματά των καὶ ἀλλοιώνουν τὴν πολιτικὴν
1196των πίστιν; Ἄ! κύριοι, πόσον ὅλως ἀντίθετος ἡ διαγωγὴ τῆς
1197πλειονοψηφίας ἐκείνης τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἰσχυρὰ διὰ
1198τῆς καταγωγῆς της, ἔχουσα ἀκλόνητον πίστιν ἐν ἑαυτῇ, διότι
1199ἦτον ἀπαύγασμα τῆς πραγματικῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους,
1200ἔμεινε μία καὶ ἡ αὐτὴ, χωρὶς ποτὲ οὔτε νὰ διαιρεθῇ, οὔτε νὰ προσ-
1201παθήσῃ πρὸς αὔξησιν τοῦ ὄγκου της, ν’ ἀποῤῥοφήσῃ ὅ,τι ἦτον ἀλ-
1202λότριον καὶ μὴ πολιτικῶς συμφυὲς εἰς αὐτήν· ἡ ἑνότης τῶν
1203πόθων της, αἱ συντηρητικαὶ τάσεις της, αὐτὰ ἦσαν τὸ μυστή-
1204ριον τῆς ἰσχύος της, αὐτὰ ἔσονται πιθανῶς καὶ ὁ λόγος τῶν
1205ἐπιτυχιῶν της. Καὶ τῷ ὄντι εἴτε ἐξετάσωμεν αὐτὴν τὴν πλειο-
1206νοψηφίαν κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ῥωμαλέας νεότητός της,
1207καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ μαχητὴς τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ ἐξήσκει ἐπ’
1208αὐτῆς τὴν γοητείαν τῆς ἀνδρίας, εἴτε κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν
1209ὁ κ. Χρηστίδης ἐπιστρέψας ἐκ Γαλλίας ἐνετύπωνεν ἐν μέρει εἰς
1210αὐτὴν τὸ διστάζον βάδισμα τοῦ ἰδίου του χαρακτῆρος, εἴτε
1211κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν κεκοπιακυῖα ἀνεπαύετο ὑπὸ τὴν σκιὰν
1212τῶν δαφνῶν τοῦ Ναυάρχου Κανάρη, εἴτε κατὰ τὴν τελευταίαν
1213φάσιν τῆς ἐν τῇ Συνελεύσει ὑπάρξεώς της, ὅτε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ
1214σημερινοῦ ὑπουργείου καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ ἠλεκτρίσαντες αὐτὴν
1215ἐκ νέου, τῇ ἐνέπνευσαν τὸ ὑπερήφανον καὶ γοργὸν, ἀλλ’ ἀξιοπρεπὲς
1216βῆμα τῆς ἐλευθερίας, βαδιζούσης πρὸς τὴν τάξιν, ἡ πλειονοψηφία
1217αὕτη ἔμεινε πάντοτε πιστὴ εἰς ἑαυτὴν καὶ εἰς τὰς ἀρχάς της.
1218Ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας τὴν σήμερον ἐξελέγχονται αἱ πράξεις,
1219τὸ ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, ἔλαβε
1220ταύτην αὐτὴν τὴν πλειονοψηφίαν, ἐν αὐτῇ εὑρίσκει τὸν λόγον
1221τῆς ὑπάρξεώς του, ἐξ αὐτῆς ἕλκει τὰς δυνάμεις του καὶ τὴν
1222ἄκαμπτον ἐπιμονήν του ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ καθήκοντος. Ἀναβὰς
1223ἐπὶ τοῦ βήματος δὲν προτίθεμαι βεβαίως νὰ ἐλαττώσω οὔτε
1224τὴν σπουδαιότητα τῶν ἐξελεγχομένων πράξεων, οὔτε τὴν βα-
1225ρύτητα τῆς εὐθύνης τῆς ἐξ αὐτῶν πηγαζούσας. Ὅλως τὸ ἐναν-
1226τίον, ἔρχομαι θαῤῥαλέως νὰ διεκδικήσω τὸ μέρος αὐτῆς τῆς εὐ-
1227θύνης, ὃ μοὶ ἀνήκει ὡς σύμβουλος τοῦ Στέμματος. Ἐὰν αἱ πρά-
1228ξεις αὗται ἦναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης, εἰς ἣν
1229ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη, ἐὰν αἱ πράξεις αὗται ἦναι ὡς ἐκ τοῦ νο-
1230μοθετικοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν ἀναντιῤῥήτως ἀνώμαλοι, ἐπίσης
1231ὅμως εἰσὶ, καὶ τὸ λέγω θαῤῥαλέως, ... μεγαλοφώνως, αἱ περ-
1232γαμηναὶ αἱ ἀποδεικνύουσαι τὴν ἀφοσίωσίν μας πρὸς τὴν πα-
1233τρίδα ἐν καιροῖς δυσκολιῶν καὶ κινδύνων, εἶναι οἱ τίτλοι οἱ ἀπο-
1234δεικνύοντες, ὅτι ἀνυποκρίτως ἐπροτιμήσαμεν τὸ συμφέρον τῆς
1235πατρίδος ἢ τοὺς τύπους ἐκείνους, οἵτινες ἐξησφάλιζον μὲν ἡμᾶς
1236δὲν ἔσωζον ὅμως οὔτε τὴν κλονιζομένην τάξιν, οὔτε τὰ κοινὰ
1237συμφέροντα.
1238Μετὰ τὴν ἀποχώρησιν.... εἶναι ἆρά γε αὕτη ἡ λέξις τὴν
1239ὁποίαν ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῶ; ἂς ᾖναι! μετὰ τὴν ἀποχώ-
1240ρησιν τῆς μειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως καὶ μετὰ τὴν ἄρνησιν
1241αὐτῆς τοῦ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις, ἡ πλειονοψηφία
1242εὑρέθη εἰς δυσχερείας ἴσως ἄνευ παραδείγματος ἐν τῇ ἱστορίᾳ.
1243Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ Βασιλεὺς ἔμελλε νὰ διαλύσῃ τὸ συντα-
1244κτικὸν ἐκεῖνο Σῶμα, τοῦ ὁποίου ἡ ὁμαλὴ καὶ ἡ ἀκριβῶς νόμι-
1245μος καὶ τυπικὴ πορεία εἶχεν ἤδη ἀποκατασταθῆ ἀνέφικτος διὰ
1246τῆς λειποταξίας τῶν πληρεξουσίων τῆς μειονοψηφίας, ἥτις ἐμ-
1247πόδιζεν οὕτω τὴν συγκρότησιν τῆς ἀπαιτουμένης ὑπὸ τοῦ κα-
1248νονισμοῦ ἀπαρτίας.
1249Ἡ Κυβέρνησις, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἤθελε σχηματισθῆ, θὰ εὑ-
1250ρίσκετο ἐνώπιον θυελλώδους μέλλοντος, ἄνευ προϋπολογισμοῦ,
1251καὶ ἄνευ φορολογικοῦ νόμου. Τότε, Κύριοι, ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ
1252ἡ ἰδέα (καὶ πιστεύω, ὅτι δύναμαι δικαίως νὰ διεκδικήσω τὴν
1253πρωτοβουλίαν αὐτῆς) ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς καὶ ὑπογραφῆς πρά-
1254ξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐνθαῤῥυνθῇ καὶ
1255ἐξακολουθήσῃ τὸ δυσχερὲς ἔργον της κατὰ τὸ διάστημα, τὸ ὁ-
1256ποῖον ἤθελε μεσολαβήσει μεταξὺ τῆς διαλύσεως τῆς ἐθνικῆς
1257Συνελεύσεως καὶ τῆς συγκροτήσεως τῆς νέας Βουλῆς. Ἡ πρᾶξις
1258αὕτη παρ’ ἐμοῦ προταθεῖσα ὑπεγράφη παρὰ τοῦ μεγίστου μέ-
1259ρους τῶν πληρεξουσίων. Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω αὐτὴν
1260εἰς ὑμᾶς.
1261«Συνελθόντες οἱ ὑπογεγραμμένοι σήμερον τὴν 13 Νοεμβρίου
1262ἐν τῷ καταστήματι τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ καταρ-
1263τίσωμεν συνεδρίασιν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπι-
1264ψήφισιν τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ
1265τῶν ἀφορώντων τὴν Ἑπτάνησον ζητημάτων, διότι οἱ μὲν συν-
1266ελθόντες ἀποτελοῦμεν ἀριθ. 199, ἀπῃτεῖτο δὲ ἡ παρουσία 203
1267πρὸς καταρτισμὸν συνεδριάσεως.
1268»Θεωροῦντες δὲ, ὅτι οὐδ’ αὔριον θέλει εἶσθαι πιθανὸν νὰ κα-
1269ταρτισθῇ συνεδρίασις, καὶ ὅτι ἐπερχομένης ἀναγκαίως τῆς δια-
1270λύσεως τῆς Συνελεύσεως, θέλει μείνει ἡ νομοτελεστικὴ ἐξου-
1271σία ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ φορολογικοῦ νόμου·
1272»Ἐκρίναμεν καθῆκον νὰ βεβαιώσωμεν τὰ γεγονότα ταῦτα,
1273πρὶν ἢ ἀπέλθωμεν. Καίτοι δὲ γνωρίζοντες, ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν,
1274μὴ συμπληρωθείσης συνεδριάσεως, δὲν δύναται κατὰ τύπον νὰ
1275θεωρηθῇ ὡς ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ἐπειδὴ ὅμως ἡμεῖς ἀπο-
1276τελοῦμεν τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Σώματος, δὲν διστάζομεν νὰ
1277ἐκφράσωμεν αὐτὴν, δηλοποιοῦντες διὰ τῆς παρούσης πράξεώς
1278μας, ὅτι συναινοῦμεν, ἵνα ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία προβῇ εἰς
1279τὴν πραγματοποίησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, δυνάμει τοῦ
1280προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε, καὶ ἐντὸς αὐτοῦ, καὶ εἰς
1281τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων, δυνάμει τῶν φορολο-
1282γικῶν νόμων, οἵτινες ἦσαν ἐν ἰσχύϊ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος
12831864· καὶ ταῦτα μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν
1284ἀπόκειται ὁ διὰ νόμου κανονισμὸς τῶν περὶ τούτου.
1285(Ἕπονται αἱ ὑπογραφαί).
1286§42ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν.....
1287ὑπεγράφη ἐν ταῖς ἰδιαιτέραις οἰκίαις, ὅπου τὴν ἐπεριφέρατε...
1288(θόρυβος).
1289§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς δημόσιον ἔγγραφον τὸ θεω-
1290ρεῖτε;.... (θόρυβος).
1291§44ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀπατᾶσθε, Κύριε Θεοχάρη, ὑπεγράφη ἐν ἑνὶ
1292τῶν παρακειμένων δωματίων ὅπου συνεδριάζουν τὰ τμήματα.
1293Μήπως ἠθέλετε μᾶλλον εὐχαριστηθῆ, ἐὰν ὑπεγράφετο ἐν τῇ
1294προσφιλεῖ ἐκείνῃ κοίτῃ τῶν ὑπουργείων τῆς Νέας Σχολῆς;....
1295ἐννοῶ τοὺς δρόμους. Τὴν ἀξίαν του θεωρῶ σμικροτάτην κατὰ
1296τύπους, μεγίστην ὅμως κατ’ οὐσίαν, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐνθάῤῥυν-
1297σιν, ἣν ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς πᾶσαν πατριωτικὴν Κυβέρνησιν,
1298ἐπαναλαμβάνουσαν τὴν εὐγενῆ εὐθύνην τοῦ νὰ κρατήσῃ τὸ πη-
1299δάλιον τοῦ κράτους ἐν τῷ μέσῳ τρικυμίας, τὴν ὁποίαν πιστεύω,
1300ὅτι αἱ προσπάθειαί μας ἐμπόδισαν νὰ στραφῇ εἰς λαίλαπα.
1301Ἄν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, εἶχε κῦρος
1302ἢ νόμιμον ὕπαρξιν, ἤθελε κατατεθῆ εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς
1303Συνελεύσεως, καὶ δὲν ἤθελεν εὑρίσκεσθαι εἰς χεῖράς μου.
1304§45ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Πόσοι τὸ ὑπέγραψαν;
1305§46ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀριθμὸς βεβαίως ἀνώτερος ἐκείνου τῶν ἀ-
1306ποχωρησάντων βουλευτῶν τῆς μειονοψηφίας.
1307§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι. (θόρυβος)....
1308§48ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οὐχ ἧττον τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἀντιπροσω-
1309πεύει γνώμην μεγάλης πλειονοψηφίας. Ἐγένετο παραδεκτὸν εἰς
1310συνεδρίασιν, ἥτις καὶ κατὰ τύπους ἀκόμη ἤθελεν εἶσθαι νόμιμος
1311ἂν δύω ἔτι μέλη ἤθελον παρευρεθῆ, ἢ μᾶλλον ἂν δύω ὀλιγώτερα
1312ἤθελον φύγει. Εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρω ἐκ νέου εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν
1313τὴν ἀγωνίαν αὐτῶν τῶν συνεδριάσεων; ἀγωνίαν, ἣν ηὔξανεν ἡ εἰ-
1314κὼν μέλλοντος ἀβεβαίου καὶ πρὸ ἐμοῦ, κατὰ τὰς προῤῥήσεις πάν-
1315των, δραματικῶν περιπετειῶν καὶ ἀκαταλογίστων κινδύνων; ὅ-
1316πως καὶ ἂν ἔχῃ, Κύριοι, ἐν αὐτῷ τῷ ἐγγράφῳ, καίτοι μὴ νομίμῳ,
1317καὶ τὸ ὑπουργεῖον Κανάρη καὶ ἡ ἀργότερον σχηματισθεῖσα κυ-
1318βέρνησις ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, δικαίως
1319ἤντλησαν καὶ θάῤῥος καὶ δυνάμεις. Τὸ ἔθνος καὶ ὁ σχηματι-
1320σμὸς τῆς σημερινῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐν αὐτῇ, ἐπὶ τοῦ παρόντος
1321τοὐλάχιστον, πλειονοψηφία ἐγκρίνουν,.... ἐγκρίνουν, ἐλπίζω, τὸ
1322πνεῦμα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, κατὰ ταύτην τὴν
1323στιγμὴν νὰ κάμω μίαν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν πνεῦμα δικαιοσύ-
1324νης μοὶ ἐπιβάλλει, ὅπερ, ἐλπίζω, θέλει ἐκτιμηθῆ καὶ παρὰ τῆς
1325Βουλῆς. Ἐκ τῶν ἑπτά, τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἀποτελούν-
1326των ὑπουργῶν, δύω μόνον, ὁ πρόεδρος αὐτῆς Κ. Κουμουνδοῦρος
1327καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κύριος Καρνάλης, ἦσαν μέλη
1328τοῦ τότε ὑπουργείου Κανάρη· αὐτὰ τὰ δύω πρόσωπα καὶ ἐγὼ
1329διορισθεὶς ὑπουργὸς κατόπιν πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀποχω-
1330ρίσαντος Κυρίου Θ. Δεληγιάννη ὑπεγράψαμεν τὰ κυριώτερα
1331τῶν διαταγμάτων ἐκείνων, ἅτινα τόσον ἀπηνῶς τὴν σήμερον
1332ἐξελέγχονται παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τέσσαρες, ἤτοι Βράϊ-
1333λας ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, Λομβάρδος ὑπουργὸς τῆς Παι-
1334δείας, Κρεστενίτης τῆς Δικαιοσύνης καὶ Ἀνάργυρος ἐπὶ τῶν Ἐσω-
1335τερικῶν εἰσήχθησαν ἐν τῷ ὑπουργείῳ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς με-
1336ταῤῥυθμίσεώς του ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Κυρίου Κουμουνδού-
1337ρου, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ὅλα τὰ μισητὰ αὐτὰ εἰς τὴν ἀντιπο-
1338λίτευσιν διατάγματα εἶχον ἤδη ὑπογραφῆ καὶ ἐν μέρει ἐκτε-
1339λεσθῆ. Τῶν πραγμάτων οὕτως ἐχόντων, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς
1340Κεφαλληνίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ βεβαίως νὰ τῷ παραστήσω, ὅτι
1341πλανᾶται ἀποδίδων εἰς τὴν δηλητηριώδη ἐπιῤῥοὴν τῶν Ἰονίων
1342ὑπουργῶν τὴν καταχώρισιν δολίων διατάξεων καὶ τὴν παραδο-
1343χὴν μέτρων ἐμπνευσθέντων ἀπὸ λαοφθόρα τινὰ κατ’ αὐτὸν ἄρθρα
1344τοῦ Ἰονικοῦ Συντάγματος τῶν 1817. Δύνασθε, Κύριε Ἰακωβάτε,
1345νὰ θεωρήσητε αὐτὰ τὰ μέτρα, αὐτὰς τὰς διατάξεις ἀξίας τῶν
1346Μαϊτλάνδων καὶ Οὐάρδων· ἀλλ’ οἱ Κύριοι Βράϊλας καὶ Λομβάρ-
1347δος μεταγενέστεροι ὡς ὑπουργοὶ τῆς προτάσεως καὶ παραδοχῆς
1348αὐτῶν, εἶναι ξένοι πάσης ἐνοχῆς καὶ εὑρίσκονται ἀπέναντι αὑ-
1349τῶν εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν, εἰς ἣν ἤθελεν εὑρεθῆ πᾶς τις κεκλημένος
1350νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων, κατόπιν τῆς
1351γενομένης ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου Κανάρη παραδοχῆς των· καὶ ὑμεῖς
1352ἀκόμη Κ. Ἰακωβάτε....
1353§49ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι αὐτοὶ εἰσήγαγον αὐτὰ τὰ μέτρα.
1354§50ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ εἴπετε, μετὰ λεπτότητος ὅμως· θέλετε
1355δὲ, ἔντιμε βουλευτὰ Κεφαλληνίας, νὰ γνωρίσητε τὸν ἔνοχον αὐτῆς
1356τῆς πράξεως; σᾶς τὸν λέγω· εἶναι κατὰ πρῶτον λόγον ἡ ἀποχω-
1357ρήσασα μειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως, κατὰ δεύτερον ἡ πλειονο-
1358ψηφία, ἥτις, ἵνα ἐξαγάγῃ τὸ ἔθνος ἐκ τῶν προφανῶς λυπηρῶν συνε-
1359πειῶν τῆς ἀποχωρήσεως ταύτης, ἐξέδωκε παρατύπως μὲν πρᾶ-
1360ξιν, δι’ ἧς οἱ ὑπογράψαντες αὐτὴν ὑπόσχονται νὰ ἐγκρίνουν ὄχι
1361μόνον τὴν τότε, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν κυβέρνησιν, ἥτις πρὸ τῆς συγ-
1362κροτήσεως τῆς νέας Βουλῆς ἤθελε διευθύνει τὰ τῆς πατρίδος ἐπὶ
1363τῇ βάσει τοῦ παρουσιασθέντος, ἀλλὰ μὴ συζητηθέντος καὶ πα-
1364ραδεχθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1865 καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν φο-
1365ρολογικῶν νόμων τοῦ 1864 ἔτους. Τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν ὑπο-
1366γραφῶν πλειονοψηφοῦντα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει εὑρίσκονται κα-
1367τὰ μέρος καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ τὴν σήμερον — τρανωτάτη,
1368ἀλλ’ ἴσως καὶ διά τινας ἐξ ὑμῶν ἀπελπιστικὴ ἀπόδειξις, ὅτι τὸ
1369ἔθνος ἐνέκρινε τὴν ἀποφασιστικὴν καὶ εἰλικρινῆ πορείαν αὐτῶν.
1370Αὐτὰ εἶχον, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω σχετικῶς πρὸς ἔγγραφον, περὶ
1371τοῦ ὁποίου ἀκροθιγῶς μόνον ἀνέφερεν ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑ-
1372πουργικοῦ συμβουλίου εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ἥτις εἶναι ἀκριβὴς εἰ-
1373κὼν ὄχι μόνον ὅλων τῶν πράξεών μας, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τῶν αἰ-
1374σθημάτων, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα κατὰ τὰς ἐ-
1375ποχάς, καθ’ ἃς αἱ πράξεις αὗται ἀπεφασίζοντο. Ἂν ὁ Κ. Κου-
1376μουνδοῦρος νύξιν μόνον ἔκαμε περὶ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, τοῦτο
1377προέρχεται ἐκ τοῦ θάῤῥους, μεθ’ οὗ ὁ ἔντιμος αὐτὸς φίλος μου ἀ-
1378ναλαμβάνει τὴν εὐθύνην καὶ τὰς συνεπείας αὐτῶν τῶν πράξεων.
1379Πιστὸς εἰς αὐτὸ τὸ παράδειγμα, διεκδικῶ καὶ ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς
1380τὴν εὐθύνην αὐτήν, ἣν ἄλλως τε εἰδικῶς ἐπιβαρύνει ἡ πρωτο-
1381βουλία ἐμοῦ τοῦ προτείναντος, ὡς πληρεξουσίου, τὴν παραδοχὴν
1382καὶ ὑπογραφὴν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, καὶ προϊδόντος τὰς περι-
1383στάσεις ἐκείνας, αἵτινες ἔκαμον ἀναποφεύκτους τὰς πράξεις, ἃς
1384σήμερον κατακρίνετε.
1385Ἔτι μίαν λέξιν· δὲν ἔχομεν βεβαίως τὴν ἀδικαιολόγητον
1386πρόθεσιν, ἣν ἀγορεύων μας ἀπέδωκεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς
1387Καλαβρύτων, ὑπαινιττόμενος τὸ παράδειγμα τοῦ μεγαλε-
1388πιβούλου Θηβαίου στρατηγοῦ νὰ σᾶς εἴπωμεν, δώσατε τὴν
1389ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν μας· «διότι παρηνομήσαμεν μὲν, ἐσώ-
1390σαμεν δὲ τὴν πατρίδα,»· δικαιούμεθα ὅμως νὰ σᾶς εἴ-
1391πωμεν, ὅτι ἡ θέσις τοῦ ὑπουργείου ἀπέναντι ὑμῶν, μετὰ τὴν
1392εἰλικρινῆ καὶ εὐσυνείδητον ἐξιστόρησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυ-
1393βερνήσεως, δύναται εὐλόγως νὰ παραβληθῇ μετ’ ἐκείνης τοῦ
1394γνωστοῦ Ἱσπανοῦ φρουράρχου, ὅστις κληθεὶς νὰ ὑπερασπισθῇ
1395φρούριον, τὴν προτεραίαν τῆς κατ’ αὐτοῦ τοῦ πολιορκοῦντος
1396ἐχθροῦ ἐφόδου, ζητήσαντος ἀνακωχήν, προσεκάλεσεν ἐντὸς τοῦ
1397φρουρίου τὸν ἀντίπαλον στρατηγόν, καὶ ἀφοῦ λεπτομερῶς κα-
1398τέδειξεν εἰς αὐτὸν ὅλα τὰ τείχη, τὰ ὀχυρά τε καὶ τρωτὰ
1399μέρη τοῦ φρουρίου, τῷ εἶπε, «σοὶ ἔδειξα τὴν πόλιν ἣν
1400ὑπερασπίζομαι, τὴν γνωρίζεις τώρα, ὅπως καὶ ἐγὼ, μόνον εἰς
1401τὸ ξίφος καὶ τὸν πατριωτισμόν μου βασιζόμενος θὰ σὲ ἀπο-
1402κρούσω αὔριον». Καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, γνωρίζετε τώρα τὰς περι-
1403στάσεις εἰς ἃς εὑρισκόμεθα, ὅπως τὰς γνωρίζει καὶ τὸ ὑπουρ-
1404γεῖον· μόνον διὰ τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς ἀκριβοῦς παραστάσεως
1405τῶν πραγμάτων ἐνισχυόμενοι θὰ ἀντικρούσωμεν τὴν ἐξέλεγξιν
1406καὶ τὰς αἰτιάσεις ὑμῶν.
1407Ἀναγνωρίζοντες δὲ καὶ θεωροῦντες ἀκέραιον τὸ δικαίωμα
1408τῆς λεπτομεροῦς κατ’ οὐσίαν ἐξελέγξεως ὅλων τῶν διαταγ-
1409μάτων, νομίζομεν, ὅτι κατόπιν πολυημέρου συζητήσεως, καθ’ ἣν
1410αὐστηρῶς ἐξητάσθη ἡ διαγωγή μας καὶ ἡ ἀνάγκη, ἥτις ἔδωκε
1411χώραν εἰς τὰ ἐξελεγχόμενα διατάγματα, φρονοῦμεν, ὅτι ἡ
1412Βουλὴ δὲν δύναται χωρὶς ν’ ἀδικήσῃ ἡμᾶς ν’ ἀρνηθῇ ἀπόφα-
1413σίν τινα διὰ τῆς ὁποίας ν’ ἀναγνωρισθῇ, πρὸ τῆς παραδοχῆς
1414ἀκόμη τῶν διαφόρων παραγράφων τῆς ἀπαντήσεως, ἂν εἴμεθα
1415ἐπιλήψιμοι ἢ μὴ διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ὑπὸ ἐξέλεγξιν διαταγ-
1416μάτων. Ἀτομικῶς δὲ φρονῶ, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς
1417καὶ ἡ καταδίκη ὑψώνει ἀντὶ νὰ ταπεινώσῃ τὸν κατηγορούμενον.
1418§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, συγχωρήσατέ
1419μοι νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κ. προαγορεύσαντος συν-
1420αδέλφου μου, διότι μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ
1421Μεσολογγίου, μολονότι κατὰ πολὺ ξένην τοῦ ἀντικειμένου, αἰ-
1422σθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω. Ἡ ὁμιλία αὐτοῦ ἤγ-
1423γισεν ὅλην τὴν πολιτικήν μας, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔχω
1424τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τοῦ ὑπουργείου, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι
1425εἶναι δύσκολον ν’ ἀπαντήσω ἐκ τοῦ προχείρου ἐρχόμενος κατό-
1426πιν ῥήτορος τόσον εὐγλώττου· καὶ ὅμως θέλω προσπαθήσει.
1427Μίαν ἔλλειψιν πολὺ οὐσιώδη παρετήρησα εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ
1428Κ. Δεληγεώργη, ὅτι ἀντὶ ν’ ἀποδεικνύῃ τοὺς ἰσχυρισμούς του
1429ἀποφαίνεται μόνον. Ἐπολέμησε τὸν λόγον τῆς ἀνάγκης ὁ Κ.
1430Δεληγεώργης, ἐπροσπάθησε νὰ παραστήσῃ τὴν κατάστασιν τῆς
1431Ἑλλάδος ὡς ὁμαλωτάτην, καὶ κατέφυγε, ποῦ; εἰς τὴν ἀρχικὴν
1432σύστασιν τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως· ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ,
1433ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ φοβώμεθα τὸ συντηρητικὸν πνεῦμα τοῦ
1434Κ. Βούλγαρη καὶ τοῦ Κ. Ῥούφου, ὡσὰν, Κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ
1435τούτων, ὡσὰν τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους μετὰ τὴν Συνέ-
1436λευσιν νὰ τὴν ὑπηγόρευσε τὸ συντηρητικὸν πνεῦμα τῶν ἀνδρῶν
1437τούτων ἢ καὶ ἄλλων, καὶ ὄχι τὰ πάθη τὰ ἀναπτυχθέντα ἐντὸς
1438τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς, ὁ ἐρεθισμὸς, μὲ τὸν ὁποῖον ἀνεχώρησεν ἡ
1439Συνέλευσις, καὶ ἡ παντελὴς στέρησις, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ τὸ ἔθνος
1440καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο, στέρησις ὅλων τῶν μέσων, τὰ
1441ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ἵνα συγκροτηθῇ καὶ ἑδραιωθῇ ἡ Κυβέρνησις,
1442ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ καθιέρωσις καὶ ἡ ἐνίσχυ-
1443σις τῆς τάξεως, καὶ ἡ παρεμπόδισις τῶν ἐγκλημάτων ἐκ μέρους
1444τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ἰδίως, οἵτινες, θέλουσι νὰ ἐμποδίσωσι τὴν
1445ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων μας. Πολλὴ σχέσις λοι-
1446πὸν δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύω διαφόρων ἐποχῶν, πρὸς ἃς ὁ Κ.
1447Δεληγιώργης μὲ θέτει νὰ ἐξετάσω τὴν καλὴν, ἢ κακὴν κατά-
1448στασιν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ βεβαίως, ὅτι ἡ κυβέρνησις
1449ἐκείνη, τὴν ὁποίαν συνεκρότουν τόσοι ἔντιμοι Κύριοι, ἔδιδε καὶ
1450ὑπονοίας διαταράξεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρόκειται περὶ τούτου;
1451ἀλλ’ ἐὰν ὑπόνοιαι διαταράξεως δὲν ὑπῆρχον, ἐὰν τὰ πάντα ἦσαν
1452λίαν καλῶς, πόθεν ὁ συγγενὴς τῆς Α. Μεγαλειότητος, οἱ ἐπί-
1453σημοι ξένοι ἠναγκάσθησαν νὰ μεριμνήσωσι, νὰ ὑψώσωσι καὶ ση-
1454μαίας μάλιστα, ἵνα ἐμποδίσωσι τὴν ἀταξίαν νὰ τοὺς πλησιάσῃ;
1455Ποῖος ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐνέσπειρεν αὐτὴν τὴν μεγάλην ἀμφιβολίαν,
1456ὅστις ἐπροκάλεσεν αὐτὰ τὰ ἔκτακτα μέτρα. Ἀλλ’ ἠθέλετε, μᾶς
1457εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς, μὲ 400 ἀνθρώπους σεῖς νὰ ἐμποδί-
1458σητε ἐπανάστασιν; μὲ 400 μηδενικὰ ἠθέλετε περιστείλει τὴν
1459ὁρμὴν τοῦ ἔθνου.! Δὲν εἴχομεν τοιαύτην ἰδέαν, δὲν πιστεύομεν,
1460ὅτι ὑπῆρχον σπέρματα ἐπαναστάσεως, δὲν δύναταί τις ὅμως
1461ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπῆρχον σπέρματα ἀταξίας, ὑπῆρχον ἐγκλημα-
1462τίαι, ὑπῆρχον τέκνα ἐχιδνῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβουλεύονται
1463τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν καὶ τῆς περιουσίας
1464αὐτῶν, καὶ κατ’ αὐτῶν μόνον ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ
1465ὀργανώσωμεν τὴν ἀστυνομίαν καὶ ν’ αὐξήσωμεν τὴν δύναμίν μας,
1466ὅτε ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὃν πολλάκις εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ
1467συμβουλεύωμαι ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ στρατιωτικῶν, πρὸς
1468περιστολὴν τούτων ἐνόμισε κατάλληλον τὴν σύστασιν ἐκτάκτων
1469ἀρχηγείων. Τὰ ἀρχηγεῖα ταῦτα ἤθελον σώσει τὴν τάξιν ἀπέ-
1470ναντι τοῦ ἔθνους;
1471§52ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Διὰ διαταγμάτων; (ἱλαρότης).
1472§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, καὶ πιστεύετε, μᾶς ἔλεγεν ὁ
1473Κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι δὲν θὰ λάβουν χώραν πολλὰ κατὰ τὰς ἐκ-
1474λογάς; ὅτι ἐγκλήματα δὲν θὰ καταμιάνωσι τὸν τόπον; νομί-
1475ζετε, ὅτι τόσον ἡσύχως καὶ ὁμαλῶς θέλομεν διέλθει τὸ στά-
1476διον αὐτό; ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ πιστεύσω, ὅτι το-
1477σαῦτα κακὰ ἡ σύστασις ἀρχηγείων κατὰ τὴν Πελοπόννη-
1478σον καὶ τὴν Στερεὰν ἠδύνατο νὰ προλάβῃ· οὕτως ἐν τούτοις
1479ἐνόμιζεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ
1480τόπου γνωρίζει καλῶς, καὶ πνεῦμα ἄπειρον ἔχει, καὶ πεῖραν
1481μεγάλην. Ἀλλ’ ἤδη τὰ πράγματα εὐτυχῶς ἐτελείωσαν ἡσύ-
1482χως, καὶ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὁποῖος μᾶς συνεβούλευσεν ὡς φί-
1483λος, δὲν μᾶς ἀναχαιτίζει τρέχοντας πρὸς τὸν κρημνὸν τῆς
1484παρανομίας ὡς λέγει σήμερον, ἔρχεται ἤδη χάριν τοῦ νόμου,
1485ζητῶν νὰ μᾶς στείλῃ εἰς τὴν ἀγχόνην!
1486Κύριοι, εἰς τὴν συνείδησίν σας καὶ μόνον, εἰς τὰς ἀναμνή-
1487σεις σας καὶ μόνας, εἰς τὴν κρίσιν σας καὶ μόνην, ἀφίνω
1488νὰ ἐκτιμήσητε τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, εἰς ἐποχὴν
1489καθ’ ἣν ὑστερούμεθα καὶ χρημάτων καὶ στρατοῦ, οὐχὶ, Κύ-
1490ριοι, διότι εἰς τὸν στρατὸν δὲν ἔχομεν πλήρη καὶ ἀπόλυτον
1491πίστιν, οὐχὶ, διότι ὁ στρατὸς δὲν ὑπηρέτησεν ἀξίως τῆς ἀπο-
1492στολῆς του, ἀλλὰ διότι ὁ στρατὸς ἠραιώθη κατὰ τὴν ἐπανά-
1493στασιν, ἦτο λίαν ἀνεπαρκὴς, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς
1494τὰς ἀνάγκας. Καὶ εὔκολον εἶναι, κύριοι, νὰ λέγῃ τις πολλὰ, ὅταν
1495ὅμως ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα, ὅταν ζητήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ, ὅτα
1496εἶπε, πείθεται, ὅτι πολὺ ἀπέχουν αἱ φαντασίαι τῆς ἀληθείας.—
1497Ἐνθυμοῦμαι περίεργόν τι· ὁ Ναπολέων γνωρίζετε, ὅτι εἶναι καὶ
1498συγγραφεὺς περίβλεπτος, συνέγραψε πολλὰ περὶ τῆς Βασιλείας
1499τοῦ Φιλίππου καὶ σπουδαῖα· ἠξεύρετε τί ἔλεγε τότε; ἠξεύρετε εἰς
1500τί μᾶλλον κατέκρινε τὴν κυβέρνησιν τοῦ Φιλίππου; εἰς τὸν πολὺν
1501στρατόν. «Διὰ τί ἀποῤῥοφᾶτε, ἔλεγε, τὸν δημόσιον πλοῦ-
1502τον, καὶ ἀφαιρεῖτε χεῖρας ἀπὸ τὴν γεωργίαν, ἀπὸ τὸ ἐμπό-
1503ριον, ἀπὸ τὴν βιομηχανίαν κτλ.; ἐλαττώσατε τὸν στρατὸν,
1504εἶσθε ἀνάξιοι τῆς Γαλλίας σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνετε αὐ-
1505τήν.»—Ἠξεύρετε τί ἠναγκάσθη νὰ πράξῃ ὅμως, ὅτε ἀνηγορεύθη
1506αὐτοκράτωρ; νὰ αὐξήσῃ τὸν στρατόν. Νομίζετε, ὅτι τοῦτο
1507εἶναι φαντασία, ἢ ὅτι ἀστεϊσμοῦ χάριν ἐγένετο; ὄχι, κύριοι,
1508ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν πραγμάτων τις δὲν δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς
1509ἀληθεῖς ἀνάγκας· διὰ νὰ ἴδητε εἰς ὁποίας δυσκολίας εὑρισκό-
1510μεθα σᾶς λέγω, ὅτι, ὅταν ἐπανῆλθον ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον, ὁ πρῶ-
1511τος σκοπός μας ἦτο νὰ μεταθέσωμεν τὸ ἐκεῖ τάγμα, δὲν τὸ
1512κατωρθώσαμεν ὅμως, διότι δὲν μᾶς ἦτο εὔκολον νὰ κενώσωμεν
1513θέσεις καὶ νὰ περιμένωμεν ν’ ἀναπληρωθῇ ἀπὸ τὸ τάγμα, τὸ
1514ὁποῖον ἤρχετο· κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀποστολῆς καὶ ἐλεύσεως
1515ἤθελε μένει χάσμα, καὶ πολλαὶ ἀνάγκαι ἤθελον μένει ἀνικανο-
1516ποίητοι, ἑπομένως μ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν εἴχομεν νὰ κάμω-
1517μεν τὴν μετακίνησιν, δὲν ἠδυνήθημεν.
1518§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς πρὸς τοῦ Ναπολέοντος, ὃ ἀνεφέρατε,
1519ἐνθυμηθῆτε, ὅτι, ὅτε ὁ Παλμεστρὼν ὑπεστήριζε τὸ σχέδιον τῆς
1520ὀχυρώσεως τῆς Ἀγγλίας, ἔλεγε, «μὴ ἀκούετε τὶ σᾶς λέγει ὁ
1521Ναπολέων περὶ εἰρηνικῶν σκοπῶν, ἐκτιμήσατέ τον, ὅτε ἦτο
1522ἁπλοῦς ἰδιώτης τὶ ἔγραφε περὶ τῶν Γάλλων κατὰ τῆς Ἀγγλίας.»
1523Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὁ Ναπολέων εἶχε πάντοτε τὴν ἰδέαν τοῦ
1524μεγάλου στρατοῦ.
1525§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ταῦτα ἐγὼ ἀντιτάττω τὰ ἴδια βι-
1526βλία τοῦ Ναπολέοντος, τὰ ὁποῖα ἔγραψεν ἰδίαις χερσί.
1527Δὲν ἔπρεπε νὰ φοβώμεθα, εἶπε προσέτι ὁ κ. Δεληγιώργης,
1528διότι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐνήργησεν ὡς Σῶμα πολιτικὸν εἰς
1529τὰς ἐκλογὰς, ὥστε καὶ αἱ ἐνέργειαί της νὰ ᾖναι σπουδαῖαι·
1530αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, διότι δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀντιπολίτευσις Σῶμα
1531πολιτικὸν, ἦσαν ἄτομα, τὰ ὁποῖα συνεδέοντο, καθὼς αἱ πε-
1532ριστάσεις, καὶ τ’ ἀτομικὰ συμφέροντά των τὸ ὑπηγόρευον, ἄλλως
1533δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ᾖναι πολιτικὸν Σῶμα, διότι ἀκόμη πολιτι-
1534κὰ Σώματα δὲν συνεκροτήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ ἀντιπολί-
1535τευσις ἀνεχώρησε λοιπὸν ἐντεῦθεν, μετέβη εἰς τὰς ἐπαρχίας
1536οὐχὶ ὡς Σῶμα, ἀλλ’ ὡς ἄτομα διὰ παντοίων μέσων προσπα-
1537θοῦντα νὰ ἐπιτύχωσιν. Ἠθέλησε προσέτι νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι
1538ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἔκαμε σχέδιον, δὲν ἔκαμε πρόγραμμα, δὲν
1539παρουσιάσθη ὡς ὁμὰς ἀρχῶν, ἀλλὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν δὲν
1540θεωροῦμεν ἐπικίνδυνον, ἀφοῦ διοργανισθῇ, οὔτε ὅτι ὡς ἀδύ-
1541νατος εἶναι ἀνεπίφοβος· πολλὰ κακὴν ἰδέαν περὶ ἀντιπο-
1542λιτεύσεως ἔχει ὁ κ. Δεληγιώργης· ὄχι, κύριοι, ταῦτα διόλου
1543δὲν οὐδετεροῦν τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἰδέας μας, οὔτε μεταβάλ-
1544λουσι τὴν τότε κατάστασιν, διότι, ἐπαναλέγω, δὲν φοβούμεθα
1545τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς σῶμα, διότι δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ τοὺς
1546ἀνθρώπους τῶν ἀγυιῶν, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέδεσαν τὸ συμ-
1547φέρον των μὲ τὴν ἀταξίαν, οἵτινες δὲν ἡσυχάζουσιν, ἀδιακόπως
1548ἐπιδιώκουσι μεταβολὰς καὶ ἀνατροπὰς χάριν τοῦ σκοποῦ των,
1549διότι ἄλλως δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι· καὶ δὲν φοβούμεθα ἐπανα-
1550στάσεις ἀπὸ αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐγκλήματα, ἀταξίας. Ἔπρεπε λοιπὸν ἡ
1551Κυβέρνησις νὰ κάμῃ ὅ,τι ἠδύνατο διὰ νὰ προλάβῃ ὅλα ἐκεῖνα
1552τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ λάβωσι
1553χώραν. Καὶ δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ λόγος, ὅστις μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν
1554αὔξησιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ καὶ ἕνας ἄλλος
1555πολὺ σπουδαῖος καὶ πολιτικώτερος. Ἐνομίζομεν, Κύριοι, ὅτι ὁ
1556στρατὸς ἐβλάβη, διότι, ὡς μὴ ὤφειλε, περιεπλέχθη εἰς ὑπηρεσίας
1557καὶ ἔργα ξένα τῶν καθηκόντων του· ἐνομίζομεν, ὅτι τὸ πνεῦμα
1558τοῦ στρατιώτου διεφθείρετο, ἐνόσῳ ὁ στρατιώτης ἀντὶ νὰ μένῃ
1559προσκολλημένος εἰς τὸ σῶμά του νὰ περιποιῆται τὸ ὅπλον του
1560καὶ ν’ ἀνατρέφεται μὲ καθαρὸν στρατιωτικὸν πνεῦμα, προσεκα-
1561λεῖτο εἰς καταδιώξεις, εἰς εἰσπράξεις φόρων καὶ ἄλλα τοιαῦτα,
1562τὰ ὁποῖα μετέδιδον εἰς αὐτὸν τὰς κοινὰς ἀντιπαθείας καὶ συμ-
1563παθείας καὶ ἐχαλάρωνον τὸ πνεῦμα τῆς πειθαρχίας. Ἓν τῶν
1564πρώτων λοιπὸν καθηκόντων τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἀπαλλάξῃ
1565τὸν στρατὸν τῶν ξένων αὐτῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ τὰς πολιτικὰς
1566ὑπηρεσίας τῆς κοινωνίας νὰ ἐπιφορτίσῃ εἰς ἓν ἰδιαίτερον σῶμα
1567τὴν χωροφυλακήν. Ἐνόσῳ αὐτὸ δὲν γίνῃ, βεβαιωθῆτε, ὅτι
1568στρατὸν, ὅπως ἀπαιτεῖτε, δὲν θέλετε ἔχει.
1569Νομίζω, Κύριοι, περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐν μακροῖς ἀ-
1570νέπτυξεν ὁ Κύριος Σωτηρόπουλος καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδει-
1571κνύεται, ὅτι ἐὰν κατὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλά-
1572κων ἠμαρτήσαμεν, ἂς μᾶς συγχωρήσῃ ὅμως ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς
1573νὰ τῷ εἴπω, ὅτι εἶναι κατὰ φαντασίαν αὔξησις τῶν ἐξόδων
1574ὅποιαν τὴν ὑπολογίζει, διότι ἡ αὔξησις αὕτη ἔλαβε χώραν
1575πρὸ δύο μηνῶν, ἐχρησίμευσαν δὲ τὰ ἔξοδα τῆς δημο-
1576σίας ἀσφαλείας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄλλως τὸ διά-
1577ταγμα μένει ὑπὸ τὴν κύρωσίν σας, δύνασθε νὰ τὸ ἀκυρώσητε,
1578καὶ τότε τὰ ἔξοδα ἐκλείπουσιν.
1579Ἀλλὰ σᾶς λέγουν χωρὶς νὰ διαλύσητε τὴν ἐθνοφυλακὴν ἐκά-
1580μετε τὴν χωροφυλακὴν, ἔχετε δύω ἔξοδα. Ἠξεύρετε πότε συνε-
1581πληρώθη ἡ χωροφυλακή; ἅμα οἱ ἄνδρες ἦσαν εἰς τὰς θέσεις των
1582διετάχθη ἡ διάλυσις τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἀλλὰ πρὶν ἦτο δύσκο-
1583λον, διότι ἡ ληστεία, ἡ ὁποία δὲν κάμνει καμμίαν ἐντύπωσιν
1584εἰς τὸν Κύριον Δεληγιώργην, διότι δὲν εἶναι, ὡς λέγει, ἡ ἔκτα-
1585κτος ἐκείνη ληστεία, ἡ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν συλλαμβάνουσα τοὺς πο-
1586λίτας, ἡ ληστεία, λέγω, ὑπῆρχε, καὶ ἡμεῖς τὴν ληστείαν ἐθεωρή-
1587σαμεν ὡς κακὴν, ὀλεθρίαν πάντοτε, οὐχὶ μόνον, ὅταν πέριξ τῶν
1588Ἀθηνῶν συλλαμβάνῃ· καὶ παντοῦ τὴν κατεδιώξαμεν καὶ τὴν
1589περιεστείλαμεν, διελύσαμεν λοιπὸν τὴν ἐθνοφυλακὴν, ἅμα συν-
1590εκροτήθη ἡ χωροφυλακὴ, καὶ ἤδη ἀντὶ 600 ἐθνοφυλάκων ἔχομεν
1591τριάκοντα μόνον ὁδηγούς.
1592Ὁ Κ. Δεληγιώργης ὡς δεύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας του εἶχε τὰ
1593οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν εἶμαι ἕτοι-
1594μος ὅσον ἤθελον, δὲν ἐγνώριζον νὰ φέρω καὶ ἐγώ μαζύ μου τοὺς
1595ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχεν ὁ Κ. Δεληγιώργης, διότι δὲν ἐπί-
1596στευον, ὅτι σήμερον ἤθελεν εἶσθαι περὶ τούτου συζήτησις, μο-
1597λοντοῦτο θέλω, ὅσον ἐνθυμοῦμαι ἐκ μνήμης, ἀπαντήσει εἰς τὸν
1598Κ. Δεληγιώργην· πρῶτον μᾶς κατακρίνει, διότι ὁ προϋπολο-
1599γισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ Κ. Σωτηρόπουλος περὶ Ἑ-
1600πτανήσου, εὑρίσκεται κατ’ αὐτὸν εἰς αὔξησιν ἀντὶ νὰ ἦναι εἰς
1601μείωσιν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν αὐτὸ ἦναι ἀκριβὲς, ἀλλὰ λέγω, ὅτι
1602ὁμιλεῖ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς ἐνεργηθείσης ἀφομοιώ-
1603σεως· ἡ ἀφομοίωσις ἔφερεν οἰκονομίας πραγματικὰς, ἑπομένως
1604ὁ Κ. Δεληγιώργης κακῶς μᾶς κατηγορεῖ δι’ ἕνα προϋπολογι-
1605σμὸν, δι’ ὃν δὲν εὐθυνόμεθα, τὸν ὁποῖον, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν
1606ἰσχυρισμόν του ὁ Κ. Δεληγιώργης, μᾶς ἀπέδωκε· δὲν γνωρίζω
1607δὲ, ὅτι ἔλαβε χώραν ἡ εἴσπραξις ἑνὸς ποσοῦ χωριστοῦ ὡς στρα-
1608τιωτικὴ εἰσφορὰ εἰς τὴν Ἑπτάνησον· ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ
1609διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πρὶν ἀκόμη ἡ ὑ-
1610πηρεσία ἡ οἰκονομικὴ, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληγον ὅλαι αἱ εἰσ-
1611πράξεις, δὲν εἰσέπραξε χωριστὸν ποσὸν τῶν 25,000 λιρῶν,
1612εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν εἰσπράττονται παρὰ μόνον οἱ φόροι οἱ
1613κανονικοί· τὸν Κ. Δεληγιώργην ἠπάτησαν ὅσοι τῷ ἔδωσαν τοι-
1614αύτας πληροφορίας. Εἶπον, Κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ
1615δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐκάμαμεν σήμερον ἐχρησίμευσαν πρὸς ἀπόσβε-
1616σιν χρεῶν πρὸ ἡμῶν. Ὁ Κ. Δεληγεώργης ἦλθε νὰ τὸ ἀναιρέσῃ
1617χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀκριβεῖς ἐπίσης πληροφορίας, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς
1618κατηγοροῦσι πρῶτον, ὅτι ἐνηργήσαμεν ἀντισυνταγματικῶς, ἐνῷ
1619ὑπάρχει εἷς νόμος ἀπὸ τὰς Βουλὰς ἐψηφισμένος καὶ ἀπὸ τὸν
1620Βασιλέα κυρωμένος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ
1621δανεισθῶμεν πέντε ἑκατομμύρια.
1622§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠκυρώθη.
1623§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, ποτέ· εἶναι ἐν πλήρει ἰσχύϊ, καὶ ἀπό-
1624δειξις εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1860 ἔκαμε δάνεια δυνάμει
1625αὐτοῦ τοῦ νόμου. Ἡ Συνέλευσις ἔκαμεν ἕνα νόμον διὰ δάνειον
1626χρεωλυτικῶς ἐξοφλούμενον, ἐνῷ αὐτὸς ὁ νόμος προβλέπει δάνειον
1627δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ· δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐνηργήθησαν
1628δύω δάνεια· πῶς θεωρεῖτε ἀκυρωμένον αὐτὸν τὸν νόμον, καὶ
1629διατὶ δὲν ἐπροτείνατε ἐγκαίρως, ἀλλ’ ἀφήσατε τὸ κοινὸν νὰ πλα-
1630νηθῇ καὶ νὰ ἐνεργῆτε παρανόμως δάνεια; ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἀστειό-
1631τητες. Λοιπὸν δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου συνωμολογήσαμεν δά-
1632νειον ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν·
1633ἐὰν μελετήσητε τὸν νόμον, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δυνάμεθα νὰ δώ-
1634σωμεν εἰς ἐγγύησιν καὶ εἰσπράξεις· παρηνομήσαμεν ἀληθῶς ὑπο-
1635σχεθέντες μεγαλύτερον τόκον, ἀλλὰ συνεφωνήσαμεν μὲ τὴν ἀπό-
1636φασιν νὰ τὸν πληρώσωμεν ἐξ ἰδίων, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν τὸν ἐγκρίνῃ·
1637συνεπείᾳ τοῦ νόμου τῆς Συνελεύσεως ἐνηργήσαμεν δάνειον ἐξ ἑνὸς
1638ἑκατομμυρίου δραχμῶν, δηλαδὴ ἐπραγματοποιήσαμεν 500,000
1639ἐκ τοῦ δανείου τοῦ ἐθνικοῦ, 300,000 διὰ τῶν γραμματίων, τὰ
1640ὁποῖα ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Γράπεζαν, οὐχὶ δι’ ἀνοικτοῦ λογαρια-
1641σμοῦ, ἀλλὰ ἀντικαταστήσαντες τὴν ἐγγύησιν· συνωμολογήσαμεν
1642καὶ ἄλλα δάνεια, τὰ ὁποῖα ὅλα συμποσοῦνται εἰς 2 ἑκατομμύ-
1643ρια καὶ 300 περίπου χιλιάδας τόσας δραχμάς· ἰδοὺ τὸ δάνειον.
1644Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τὶ ἐπληρώσαμεν δι’ αὐτοῦ; ἀκούσατε.
1645Ὁ Κ. Δεληγιώργης μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπληρώσαμεν ἓν χρέος, τὸ
1646ὁποῖον ὑπῆρχε σημειωμένον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ διὰ
1647τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ. Ἐπληρώσαμεν ὅ,τι ὀφείλομεν
1648νὰ πληρώσωμεν, ἤτοι ἓν ἑκατομμύριον εἰς τὰς Δυνάμεις, τὸ ὁ-
1649ποῖον ἀληθῶς ἐσημειοῦτο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ διὰ νὰ
1650μὴ πληρωθῇ, ὡς καὶ δὲν ἐπληρώθη εἰμὴ ἅπαξ· 332,400
1651ὀφειλόμενα πρὸ ἡμῶν εἰς τὴν Ἰονικὴν τράπεζαν, 185699
1652δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι παρακατατίθενται εἰς τὴν τράπεζαν ἐν
1653Σύρῳ πρὸς πληρωμὴν τῆς δόσεως τοῦ δανείου πρὸς τὰς
1654Δυνάμεις διὰ τὸ τρέχον ἔτος· 692,843 δραχμῶν ὀφειλό-
1655μενα εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν· διὰ τοῦ δανείου λοιπὸν
1656ἐπληρώσαμεν χρέη προγενέστερα ἡμῶν· ἀλλὰ σᾶς λέγει ὁ
1657Κ. Δεληγεώργης, ὅτι τὰ χρέη τῆς Κερκύρας ἐπλήρωσε τὸ τα-
1658μεῖον τῆς Κερκύρας· τὶ ἐννοεῖ μὲ τοῦτο ὁ Κ. Δεληγεώργης;
1659μήπως τὰ ταμεῖα τοῦ κράτους δὲν ἀποτελοῦσιν ἓν ἀδιαίρετον;
1660ἐπλήρωσε τυχὸν αὐτὰ τὸ ταμεῖον Κερκύρας, δὲν πληρόνουσι τὰ
1661ἄλλα ταμεῖα ἄλλα χρέη; Νομίζετε, ὅτι διὰ τοῦ δανείου τὸ
1662ὁποῖον ἐλήφθη ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν τράπεζαν ἐπληρώθη τὸ δάνειον
1663τὸ πρὸς τὰς Δυνάμεις; ὄχι, τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα συγχωνεύ-
1664ονται, δὲν ἐνεργοῦνται διηρημένως αἱ πληρωμαί· ἕνεκα τούτου
1665ἀντὶ τῆς Κερκύρας πληρώνομεν ἡμεῖς ἱκανά.
1666Ἴσως, Κύριοι, σᾶς ἐνοχλοῦν οἱ ἀριθμοί, ἀλλ’ ἐπειδὴ τοὺς ἔφε-
1667ρον, ἐχρεώστουν καὶ ἐγὼ νὰ ἀντιτάξω, ἔστω καὶ ἀπρομελετή-
1668τως, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι, ὅσα σᾶς εἶπον ἦσαν ἀλη-
1669θῆ, θέλω σᾶς φέρει σημείωσιν τῆς καταστάσεώς μας, καθ’ ἣν ἐπο-
1670χὴν ἀνελάβομεν τὸ ὑπουργεῖον. Θέλετε ἴδει τότε ὅτι τὸ ταμεῖον
1671εἶχεν ἐξαντληθῆ, ὅτι ἐκτὸς τῶν εἰσοδημάτων τρία ἑκατομμύρια
1672γραμμάτια, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶχον τεθῆ εἰς κυκλοφορίαν,
1673διὰ τοῦτο τώρα τὰ ὀφείλομεν, εἶχον ἐπίσης ἐξαντληθῆ, ὥστε
1674καὶ δὲν εὕρομεν εἰς τὸ ταμεῖον παρὰ 86 χιλιάδας γραμμάτια,
1675καὶ ὀλίγα μετρητά, αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασίς μας τότε. Θέλω δὲ
1676σᾶς ἀποδείξει δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι μὲ τὰ εἰσοδήματά
1677μας ἐθεραπεύσαμεν τὰς ἀνάγκας μας, ὅτι ἐζήσαμεν δι’ αὐτῶν,
1678ὅτι τὰ δάνεια δὲν μᾶς ἐχρησίμευσαν εἰς τοῦτο, ὀφείλομεν ὀλιγώ-
1679τερα ἤδη καὶ εἴμεθα εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, παρ’ ὅταν ἐμ-
1680βήκαμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ἡ παροῦσα οἰκονομικὴ κατάστασίς
1681μας δὲν εἶναι λοιπὸν ἀνθηρὰ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀπελπιστική, καὶ
1682εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀφ’ οὗ ἐξε-
1683πληρώσαμεν τὸ ἐτήσιον χρεωλύσιον καὶ τοὺς τόκους τῶν δα-
1684νείων, τὰ ὁποῖα πρὸ ἡμῶν εἶχον συνομολογηθῆ.
1685Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι εἰς τὸ ἀμέσως προσεχὲς μέλλον ἡ κα-
1686τάστασίς μας θὰ βελτιωθῇ, καὶ ὅτι θέλομεν ἔλθει ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ
1687συντόμως. Ποῖον εἶναι τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμά μας; Νομίζω,
1688ὅτι εἶναι πλέον τῶν 3 ἴσως καὶ 4 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα
1689προέρχονται ἀπὸ τὴν διαφορὰν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, ἀλ-
1690λὰ περὶ τούτου θέλουσι σᾶς δοθῆ ἐκτεταμέναι ἀναπτύξεις ἐν
1691καιρῷ· τὸ ἔλλειμμα διαιρεῖται εἰς προσωρινὸν καὶ διαρκές. Ἰδοὺ
1692τί θὰ ἐξετάσω καὶ θέλω σᾶς πείσει διὰ τῶν πραγμάτων, πῶς
1693δυνάμεθα νὰ ἀναπληρώσωμεν τὸ διαρκὲς ἔλλειμμα καὶ φθάσωμεν
1694εἰς κατάστασιν καλὴν, πῶς ἠμποροῦμεν νὰ πληρόνωμεν ὅλα τα ἀ-
1695ναγκαῖα ἔξοδά μας, νὰ ἀνταποκρινώμεθα εἰς ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις.
1696Θέλω σᾶς ὑποβάλλει μέτρα τινὰ τῶν ὁποίων ἡ παραδοχὴ θέλει
1697βελτιώσει τὴν κατάστασιν τοῦ Ταμείου μας. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα
1698δὲν κρέμαται ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν χρεῶν τῶν κυ-
1699ματιζομένων. Ὄχι· διότι τότε θὰ ἦτο κατεστραμμένη ἡ Γαλ-
1700λία, ἥτις τὸ ἥμισυ σχεδὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ της χρεωστεῖ
1701διὰ τοιούτων γραμματίων· ἀλλὰ δὲν ὑπολογίζονται τοιουτο-
1702τρόπως τὰ χρέη αὐτὰ, τὰ χρέη δὲν θεωροῦνται ὡς ἐτήσια ἐλ-
1703λείμματα ἀμέσως ἀπαιτητά· καὶ ἡ θέσις μας ἀναντιῤῥήτως εἶ-
1704ναι ὁμοία πρὸς τὴν θέσιν τῶν ὀφειλόντων ἐθνῶν.
1705Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς ὁ Κ. Δελη-
1706γιώργης δὲν εἶχεν ἀκριβεῖς πληροφορίας, καὶ ἂν δὲν πείθηται,
1707ἂς λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἀναμένῃ τὴν ἰδιαιτέραν οἰκονομικὴν
1708συζήτησιν, καθ’ ἣν δι’ ἀριθμῶν θέλετε πεισθῆ καὶ δι’ ἓν ἄλλο
1709πρᾶγμα ἀκόμη, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ σᾶς εἰπῶ ἀπὸ τώρα, διότι
1710πολλοὶ, οἵτινες δὲν ἐνησχολήθησαν εἰς αὐτὰ τὰ οἰκονομικά μας,
1711λαλοῦν χωρὶς νὰ ἠξεύρουν, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον ἐν ἀγνοίᾳ νὰ
1712συμβουλεύσωσι σπουδαῖα πράγματα. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι
1713σπουδαίας οἰκονομίας δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐπὶ τοῦ παρόν-
1714τος, τὰ ἔξοδά μας ηὔξησαν ἀπὸ ποσὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δύ-
1715σκολον εἶναι νὰ μεταβάλωμεν. Ἂν μοὶ συγχωρῆται, νὰ σᾶς
1716ἀναφέρω δύω, τρία παραδείγματα, διὰ νὰ πεισθῆτε. Ἔχομεν,
1717Κύριοι, ἀπὸ Νόμους τοῦ 1852 αὔξησιν 1,600,000 δρ. περίπου
1718εἰς συντάξεις· ἠμπορεῖτε νὰ τὰς μεταβάλητε; Ἔχομεν πλη-
1719ρωμὰς χρεωλυσίων καὶ τόκων ἓν ἑκατομμύριον καὶ διακοσίας
1720περίπου χιλιάδας δραχμάς· διὰ τὰς ναυτικὰς νήσους πληρώνο-
1721μεν 200,000 δραχμῶν· διὰ τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν καὶ
1722καθεξῆς· ταῦτα εἶναι ἔξοδα ἐσχάτως προστεθέντα· δύνασθε εἰς
1723ταῦτα νὰ κάμετε οἰκονομίας;
1724Μετὰ ταῦτα ὁ Κ. Δεληγιώργης μᾶς ἐμέμφθη ἢ ἐξήτασε τὴν
1725πολιτικὴν τῆς πλειονοψηφίας σχετικῶς καὶ κατεφέρθη κατὰ προ-
1726σώπων τινῶν τῆς αὐλῆς. Ὁ Κ. Δεληγιώργης ἐλησμόνησεν, ὅτι
1727τὴν Αὐλὴν, ὅπως ἔχει, τὴν παρεδέχθη καὶ τὴν ὑπεστήριξεν ἡ
1728ἀντιπολίτευσις χωρὶς οὐδὲν νὰ κάμῃ τότε παράπονον, οὐδεμίαν
1729παρατήρησιν· τὸ παράπονον τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἤρχισεν ἀφ’
1730ἧς ἀπεμακρύνθη τῶν πραγμάτων, ἡμεῖς δὲ, οἵτινες εἴχομεν
1731τὴν τιμὴν νὰ τὴν διαδεχθῶμεν, ἀρνούμεθα, ὅτι πρόσκομμα ὑ-
1732πάρχει, ὅτι καμμία ξένη ἐπιῤῥοὴ ἐπεμβαίνει εἰς τὴν ἐργασίαν
1733μας, εἴμεθα πληρέστατα κύριοι τῶν ἐνεργειῶν καὶ σκέψεών μας
1734καὶ ἐπικαλοῦμαι ὅλων τῶν ὑπηρετησάντων μέχρις αὐτῆς τῆς
1735στιγμῆς τὴν ὁμολογίαν ἂν ἀπήντησαν πρόσκομμά τι εἰς τὴν ὑ-
1736πηρεσίαν των, ἂν εἰς τὰς σχέσεις μὲ τὸν Βασιλέα δὲν εὗρον τὴν
1737μεγαλειτέραν εὐχέρειαν, καὶ ἂν τῷ ὄντι αἱ σχέσεις των δὲν
1738ἦσαν πάντοτε συνταγματικώταται. Λοιπὸν, κύριοι, ἐγείρατε τὸ
1739ζήτημα τοῦ Κόμητος Σπόνεκ, ἀφ’ ἧς ὑπεθέσατε, ὅτι εἶναι πρόσ-
1740κομμα νὰ ἔλθουν τινὲς εἰς τὴν ἐξουσίαν (θόρυβος ἀριστερόθεν).
1741Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἓξ μῆνας ὑπηρέτησεν
1742ἄνευ παραπόνου οὐδενὸς, ἔβλεπε τότε τὰ πράγματα ὡραῖα, καὶ
1743τὴν αὐλὴν ἐξαίρετον.
1744§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τρεῖς μῆνας.
1745§59ΤΙΝΕΣ. Ὀκτὼ μῆνας.
1746§60ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πότε ἔγεινεν ἡ ὀχλαγωγία;
1747§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ δε-
1748χθῶμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐγνωρίζομεν ἀκριβῶς, ὅτι ὅ,τι ἐλέγετο,
1749δὲν ἦτο ἀκριβὲς, νὰ δεχθῶμεν τὸ ἐναντίον, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ
1750θεωρήσωμεν ὡς ὀρθὴν τὴν ἀπαίτησιν νὰ περιορισθῶσιν ἀπολύ-
1751τως τὰ Βασιλικὰ δικαιώματα καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν
1752ὑπηρετῶν τῆς αὐλῆς· ἐν τῷ μέσῳ τοιούτων ἀπαιτήσεων ἀνε-
1753λάβομεν τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος, ἐν αὐτῷ ἐκανονίσα-
1754μεν τὰ δικαιώματα τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν καὶ τοῦ Ἡγεμόνος·
1755ἡ ἐν τῇ Συνελεύσει μάχη ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς
1756κερδοσκοπίας δὲν εἶχε λοιπὸν βάσιν, ἀλλ’ ἔθετε φραγμοὺς
1757δυσαρέστους, ὡς πρὸς τὴν μέλλουσαν ἐνέργειάν της, ἡ μά-
1758χη, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἦτο δοκησοντικὴ ἀληθῶς· ἀναγνώσατε
1759τὸ πρόγραμμα τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν
1760τὸ θεωρηθὲν ὡς πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως διὰ νὰ πεισθῆτε
1761περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸ εἶναι
1762προσωπικόν· πρόκειται νὰ φύγῃ εἷς ἄνθρωπος, καὶ νὰ ἔλθῃ
1763εἷς ἄλλος· ἀπώλεσε λοιπὸν ἐντελῶς τὴν πολιτικὴν ἀξίαν του,
1764δὲν εἶναι ζήτημα ἀρχῶν, ἡ ἀντιπολίτευσις φοβεῖται τὴν ἀντενέρ-
1765γειαν τοῦ Κόμητος Σπόνεκ, βλέπει ἐχθροὺς, ὅπου δὲν ὑπάρ-
1766χουσιν, ἐχθροὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἡ ἰδία ἀντιπολίτευσις.
1767Συζητεῖτε πρόσωπα καὶ οὐχὶ ἀρχάς. Ἕως τώρα ἐννοοῦμεν ἀφ’ ὅ-
1768σα εἴπετε, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, καὶ εἰς προσωπικὰ
1769ζητήματα δὲν θέλω νὰ ἐμπλεχθῶ. Ἰδοὺ τὶ ἔχομεν νὰ εἴπωμεν
1770ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν συζήτησιν τὴν πολύκροτον, ἡ ὁποία μὲ τόσον
1771πολυποίκιλα χρώματα ἐχρωματίσθη.
1772Δεύτερον ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ διαγγέλματος ἐπὶ
1773τοῦ ὁποίου καὶ πάλιν ἔρχομαι. Τοῦτο πρέπει νὰ τὸ διαιρέσωμεν
1774εἰς δύω, διότι ἐσκόπει δύω τινὰ ἀ.) νὰ θέση τέρμα εἰς τὴν ἐπα-
1775ναστατικὴν κατάστασιν καὶ βʹ.) νὰ προσδιορίσῃ καὶ ὅρους, οὓς θέ-
1776λομεν ἐξετάσει κατόπιν, καὶ κατὰ τοὺς ὁποίους ὁ Βασιλεὺς
1777ἐδέχετο τὸ σύνταγμα.
1778Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, καυχῶμαι,
1779διότι ἔθεσα τὴν ὑπογραφήν μου εἰς ἔγγραφον θέτον τέρμα εἰς
1780τὴν ἐπαναστατικὴν κατάστασιν, ἔβλεπον, ὅτι ἡ ἐπανάστασις,
1781ὅπου ἐπροχώρησεν, ἤθελεν ἀποτύχει, ἤθελε καταντήσει ἐπιβλα-
1782βὴς, ἀποτρόπαιος, ἠθέλησα λοιπὸν νὰ θέσω ἓν τέρμα, καὶ νομί-
1783ζω ὅτι ἔσωσα οὕτω τὴν ἐπανάστασιν. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ ἐπανα-
1784στατικὴ κατάστασις, ἡ κατάστασις τῆς Συνελεύσεως διήρκει μέ-
1785χρι τῆς σήμερον, καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ ἐπιθυμία τινῶν, τὸ λέγω
1786ἐπισήμως, διότι ἐπισήμως μοὶ τὸ εἶπον. Ἂν ἡ Συνέλευσις διήρ-
1787κει μέχρι τοῦδε, νομίζετε, ὅτι ἤθελεν ἐπιτύχει ἡ ἐπανάστασις;
1788αὐτὸ ἤθελεν εἶσθαι καλὸν διὰ τὴν ἐπανάστασιν; τὸ κατ’ ἐμὲ
1789ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν· νομίζω, ὅτι καλῶς
1790ἔπραξα λοιπὸν θέσας τέρμα εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ἀφοῦ ἤρχισε νὰ
1791παρεκτρέπεται, καὶ οὕτως ἐσώθη ἡ πατρίς· ὑποθέσατε ἐνεργοῦσαν
1792ἔτι τὴν Συνέλευσιν καὶ εἴπετέ μοι ποῦ ἠθέλαμεν εὑρίσκεσθαι!
1793Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ διαγγέλματος, ὁ Βασιλεὺς
1794ἀφοῦ παρεδέχθη ὅλα τὰ ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τὸ δημόσιον καὶ τὸ
1795ἰδιωτικὸν δίκαιον ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἀφοῦ οὕτω ἠσφαλίσθη-
1796σαν ὅλα τὰ δικαιώματα, ἐνόμισεν, ὅτι δὲν συνέφερεν εἰς τὴν Πα-
1797τρίδα, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὸ σχέδιον τοῦ
1798Συντάγματος, καθ’ ὃ ἐτίθετο ἡ Βασιλεία ἀπέναντι μιᾶς Βουλῆς
1799χωρὶς τίποτε νὰ μεσολαβῇ· ὁ Βασιλεὺς ἐνόμισεν, ὅτι τοῦτο
1800ἦτον ἐπικίνδυνον, καὶ πρὶν ἀκόμη ἀφήσῃ τὴν Συνέλευσιν νὰ
1801ἐξαντληθῇ εἰς συζητήσεις, ν’ ἀποφανθῇ, καὶ κατόπιν νὰ ζητῇ
1802ἀνατροπάς, ἐστοχάσθη εἰλικρινέστερον καὶ ἐπωφελέστερον μ’
1803ὅλον τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, θέλετε νὰ ὑπάρξῃ συνταγματικὴ βασι-
1804λεία ἐν Ἑλλάδι; οὕτω πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ· εἶχε τὸ δικαίω-
1805μα νὰ τὸ εἴπῃ ὁ Βασιλεὺς, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ παρα-
1806τηρήσεις, δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῇ ὅ,τι τῷ ἐπέβαλον,
1807ἦτο συναλλαττόμενον μέρος, δέχομαι λοιπόν, εἶπε, νὰ ἦμαι συν-
1808ταγματικὸς βασιλεύς σας, ὅταν δεχθῆτε αὐτὸν τὸν ὅρον. Ὑπάρ-
1809χει τι κακὸν ἐνταῦθα; δὲν εἶναι αὐτὸ ἐντιμότερον, εἰλικρι-
1810νέστερον, ἀξιοπρεπέστερον, παρὰ ἂν ὁ Βασιλεὺς ἔλεγε δέχομαι
1811ὅ,τι μοὶ δώσετε μὲ πρόθεσιν νὰ τὸ παραβιάσω; Διότι ἀναντίῤ-
1812ῥητον εἶναι, ὅτι ἓν σύνταγμα, εἷς νόμος, τὸν ὁποῖον δέχεται τις
1813ἐναντίον τῶν πεποιθήσεών του, θέλει σκοντάψει κατὰ τὴν ἐκ-
1814τέλεσιν, διότι ἐκτελεῖται πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τῶν πε-
1815ποιθήσεων τοῦ ἐκτελοῦντος· ἡ ἀντιπολίτευσις κατηγόρησεν ὡς
1816μὴ εἰλικρινὲς τὸ σύστημα αὐτό, ὡς μὴ φιλόφρον, καὶ ἐπροτίμα
1817καὶ ἤθελε τὸ ἕτερον τῆς ἀπολύτου, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ εἰλικρινοῦς
1818παραδοχῆς. Ἄλλως παρατηρῶ ὅτι ἡ τακτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύ-
1819σεως εἶναι προεξάρχοντος τοῦ Ἰακωβάτου κατὰ τῆς εἰλικρινείας,
1820δὲν ἀποκρούει τὴν παρανομίαν, ὅταν δολίως ἐνεργῆται· τί σᾶς
1821λέγουσιν ἀπό τινων ἡμερῶν; εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξετε
1822φόρους· εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσητε τὴν χωροφυλακήν, ἀλλ’
1823εἰξεύρετε τί δικαίωμα δὲν εἴχατε; νὰ κάμετε νόμον καὶ νὰ ζη-
1824τήσητε τὴν ἐπικύρωσίν του ἀπὸ ἡμᾶς. Ἠδύνασθε νὰ τὰ κάμητε
1825χωρὶς νόμον. Διωρίσατε κλητῆρας, δὲν πειράζει, λέγει ὁ Κύριος
1826Δημητριάδης, ἀλλὰ μὴ τὸ λέγετε· οὕτως ἐγίνετο καὶ ἄλλοτε κά-
1827μετε χωροφύλακας, ἀλλὰ νὰ μὴ τὸ γνωρίζωμεν ἡμεῖς. Τὸ κα-
1828κόν σας εἶναι τὸ νὰ ἐνεργῆτε καὶ νὰ ἐπικαλῆσθε εἰλικρινῶς καὶ
1829ἐπισήμως τὴν ἀπόφασίν μας.— Τὰ συντάγματα, Κύριοι, καὶ αἱ
1830κοινωνίαι δὲν βλάπτονται, ὅταν ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν τῇ δη-
1831μοσιότητι αἱ ἐξουσίαι ἐνεργοῦν, δὲν βλάπτονται, ὅταν οἱ
1832ὑπουργοὶ πράττουν δημοσίως μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος, ὅ,τι νομίζουσιν
1833ἀπολύτως ἀναγκαῖον, καὶ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς
1834Βουλῆς· βλάπτονται, ὅταν δολιεύωνται αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν πα-
1835ρουσιάζωνται ὡς φυλάττοντες τὸν νόμον, καὶ κρυφίως ἐγκλη-
1836ματοῦσι καὶ δολίως τὸν παραβιάζουν, τὸν παραβιάζουν ἄνευ
1837δημοσίου ἐλέγχου· οὕτω λέγει ὁ Κ. Δημητριάδης ἐνήργει τὸ πα-
1838ρελθόν, ἀλλ’ ἐσώθη διὰ τοῦτο τὸ παρελθόν; Εἰσεπράξατε φό-
1839ρους, αὐτὸ δὲν εἶναι κακόν, τὸ κακὸν εἶναι λέγουσιν, ὅτι διετά-
1840ξατε νὰ εἰσπραχθοῦν, καὶ ἀποτείνομαι ἰδίως εἰς τοὺς ἐπαναστά-
1841τας· πιστεύουσιν, ὅτι ἔχουσι δίκαιον λέγοντες ταῦτα· πιστεύουσιν,
1842ὅτι ἡ δημοσιότης ἀποτελεῖ τὸ ἔγκλημα τῆς παραβιάσεως· τότε
1843ματαία ἦτον ἡ ἐπανάστασις, διότι βεβαιωμένον εἶναι, ὅτι κατὰ
1844τὸ παρελθὸν τὰ παραπτώματα ἀπέφευγον τὴν δημοσιότητα καὶ
1845τὸν ἔλεγχον· διατὶ λοιπὸν τὸ ἐπολέμησαν;
1846Ἰδοὺ διὰ τί, Κύριοι, καὶ ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι
1847μετ’ εὐχαριστήσεως ὑπέγραψα ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἰλικρινῶς
1848καὶ δημοσίως κηρύττει εἰς τὸ ἔθνος ὑπὸ ποίους ὅρους θέλει νὰ
1849καθίσῃ εἰς τὸν θρόνον τῆς Ἑλλάδος ὁ Βασιλεὺς, καὶ τὸ ὁποῖον
1850ἔθεσε τέρμα εἰς τὴν παρεκτρεπομένην ἐπανάστασιν.
1851Τρίτος λόγος τοῦ Κ. Δεληγεώργη δικαιολογῶν κατ’ αὐτὸν
1852τὴν ἀποχώρησίν των, ἦτο ἡ ἀφομοίωσις, «Ἠθέλετε, Κύριοι, νὰ
1853μᾶς ἐπιβάλλετε τὰς ἰδέας σας, δὲν ἠθέλατε τὴν ἀφομοίωσιν,»
1854λέγει, ἐνῷ τὴν ἠθέλαμεν ἡμεῖς, μᾶς ἐπιέζετε, ἐφύγαμεν.» Τί
1855νὰ εἴπωμεν ὅμως καὶ ἡμεῖς οἱ τοσάκις ἀπολέσαντες τὴν ὑπο-
1856μονήν μας, ἕνεκα ὑμῶν; καὶ μᾶς ἀφήσατέ ποτε ἡσύχους νὰ
1857σκεφθῶμεν; Ἀλλ’ ὑπάρχει λόγος κανεὶς εἰς τὸν κόσμον
1858δικαιολογῶν μίαν μειονοψηφίαν, λέγουσαν, ὅτι παραιτῶ τὴν
1859θέσιν μου, ἀφίνω τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον μοὶ προσδιώρισεν ἡ
1860πατρὶς, διότι αἱ ἰδέαι μου, αἱ πεποιθήσεις μου δὲν ἰσχύουν;
1861ὑπάρχει λόγος δικαιολογῶν ὑμᾶς ἀρνουμένους τὰ μέσα τῆς ζωῆς
1862εἰς τὴν κυβέρνησιν, διότι ἡ ἀφομοίωσις, τὸ διάγγελμα δὲν ἐγέ-
1863νετο κατὰ τὰς πεποιθήσεις σας; λοιπὸν τί σημαίνει μειοψηφία
1864καὶ πλειονοψηφία; ἔπρεπε νὰ παραλύσητε τὴν Συνέλευσιν; Νο-
1865μίζω, ὄχι. Ἠδύνασθε νὰ παραιτηθῆτε, ἐὰν δὲν ἠρέσκεσθε εἰς τὰ
1866γινόμενα, ἵνα ἐκλέξῃ ὁ λαὸς ἄλλους· ἀλλὰ νὰ κατέχητε τὴν θέσιν
1867καὶ νὰ τὴν ἀποκαθιστᾶτε ἀργήν! νὰ ἐμποδίζητε τὸ ἔθνος νὰ
1868κινηθῇ! Ἐστάλητε ἐνταῦθα, ἵνα μένετε εἰς τὴν θέσιν σας μέχρι
1869τέλους, νὰ ὑποκύπτετε εἰς τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας, ἄλ-
1870λως, κύριοι, εἶναι ἀναρχία, στάσις κατὰ τῶν καθεστώτων, καὶ
1871στάσις ἡ πλέον ἐπικίνδυνος.
1872Ἰδοὺ τί εἶχον ν’ ἀπαντήσω ἐν ὀλίγοις, βεβαίως λίαν ἀτελῶς
1873καὶ ἀνεπιτηδείως, καθ’ ὃ ἀπάντησις πρόχειρος εἰς ἀπάντησιν ἐν-
1874τίμου καὶ εὐγλώττου ῥήτορος τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη.
1875Τελειώνω, Κύριοι, ἀφοῦ θὰ σᾶς εἴπω τί ζητοῦμεν ἐπὶ ὅρῳ
1876ὑπάρξεως· ἐδῶ δὲν ὑπάρχει μέσος ὅρος, ἂν, ὅ,τι ζητοῦμεν δὲν
1877νομίζετε καλὸν νὰ μᾶς τὸ δώσητε, θὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ἐγκρίνετε
1878τὴν διαγωγήν μας. Τὸ θέτομεν λοιπὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
1879Κύριοι, ἐζητήσατε νὰ μᾶς πολεμήσητε δι’ ἑνὸς ἐπιχειρήμα-
1880τος πολὺ σαθροῦ. «Τὴν τάξιν, καὶ τὴν ἀνάγκην, σᾶς εἶπον, φέρουν
1881ὡς πρόφασιν· ἡ ἀνάγκη δὲν ὑπῆρξεν ἢ πρόφασις ὅλων τῶν ἐγ-
1882κλημάτων, ὅλων τῶν τυράννων πάντοτε·» καὶ μήπως ἡ ἐλευθε-
1883ρία, λέγω ἐγὼ, δὲν ὑπῆρξε πρόφασις ὅλων τῶν ἐγκλημάτων; ἡ
1884θρησκεία αὐτὴ δὲν ὑπῆρξε πρόφασις τόσων κακουργημάτων;
1885Ἡμεῖς εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐπράξαμεν ὅσα ἐπρά-
1886ξαμεν μέχρι τοῦδε, ἵνα ἀσφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ
1887Σύνταγμα καθιέρωσε, τὰ δικαιώματα αὐτὰ ἐσεβάσθημεν καὶ ἐνηρ-
1888γήσαμεν, ὥστε νὰ τὰ καταστήσωμεν ἐν γένει σεβαστά. Προσεπα-
1889θήσαμεν, καὶ εὐτυχεῖς λογιζόμεθα, ὅτι ἐπετύχαμεν, νὰ ἑδραιωθῇ
1890ἡ ἀληθὴς τάξις ἡ ἀσφαλίζουσα τὴν ἐλευθερίαν, καὶ ἐν τούτοις εἶ-
1891χον τὴν τόλμην νὰ μᾶς λέγουν, ὅτι ὅ,τι ἐπράξαμεν τὸ ἐπράξαμεν
1892πρὸς κακοὺς σκοπούς· διὰ νὰ κλονίσωμεν τὴν τάξιν, διὰ νὰ κα-
1893θιδρύσωμεν τὴν παρανομίαν· αἱ πράξεις, Κύριοι, ἐξετάζονται καὶ
1894πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ὑπὸ δύω ἐπόψεις, ἡ σπουδαιοτέρα εἶναι ἡ
1895ἔποψις τῶν νόμων τῆς τιμῆς, τῆς καλῆς πίστεως. Ἡ ἐπίκλησις
1896τοῦ πατριωτισμοῦ ἁπλῶς δὲν δύναται νὰ σώσῃ τὴν τιμὴν, ἡ
1897ἐπίκλησις πρέπει νὰ ᾖναι ἀληθὴς, εἰλικρινής.
1898Ὑποθέσατε ὅτι ἔχετε φίλον, ὁ ὁποῖος σᾶς δίδει συμβουλὰς,
1899σᾶς ἐμψυχώνει εἰς τὴν πορείαν σας, καὶ ὅμως ὅταν εὑρίσκωνται
1900τινὲς ζητοῦντες τὴν καταδίκην σας δι’ αὐτὰς τὰς πράξεις σας
1901καὶ παρουσιάζωνται ἐχθροὶ καθ’ ὑμῶν, ὁ φίλος σας αὐτὸς βλέ-
1902πων ὑμᾶς ὠθουμένους πρὸς τὸν κρημνὸν σᾶς ὠθεῖ καὶ αὐτὸς,
1903καὶ σᾶς λέγει ὅτι τὸ πράττει χάριν τῆς πατρίδος· καὶ ὅμως
1904νομίζει, ὅτι ἐτήρησε τὸν νόμον τῆς τιμῆς!
1905Ἐπιθυμοῦμεν λοιπὸν, Κύριοι, νὰ ἐξετάσητε τὰς πράξεις μας
1906καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, 1) ἂν τῳόντι δικαιολογημένη ὑπῆρ-
1907χεν ἀνάγκη, ἡ ὁποία μᾶς ἠνάγκασε νὰ ἐνεργήσωμεν, ὅπως ἐνηρ-
1908γήσαμεν, καὶ, ἂν τῳόντι ἐνηργήσαμεν τηροῦντες τὸν ἀνώτατον
1909ὅρον τῆς τιμῆς, καὶ σεβασθέντες τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώ-
1910ματα τῆς πολιτείας· ἐὰν πρὸς καλὸν σκοπὸν ἐνηργήσαμεν, ἀπο-
1911φανθῆτε ὑπὲρ ἡμῶν, αἱ νομικαὶ διατάξεις δὲν σώζουσι τὴν κοι-
1912νωνίαν, οὔτε τὰ συντάγματα αὐτὰ ὡς χαρτιὰ ἁπλᾶ· τὴν σώζει
1913ἡ ὑποχρέωσις ἑκάστου τοῦ νὰ σέβηται τοὺς ὅρους τῆς τιμῆς, οἱ
1914ὁποῖοι δὲν τηροῦνται, παρ’ ὅταν εἰλικρινῶς ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀτόμου
1915στηρίζηται εἰς τὸ συμφέρον καὶ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος. Καὶ διὰ
1916τοῦτο, Κύριοι, ἐσυγχωρήθησαν οἱ μεγάλοι ἄνδρες μας, οἱ ὁποῖοι
1917ἡμάρτησάν ποτε, διότι ὁ σκοπός των καὶ ἡ ἐνέργειά των ἦτο ἐνά-
1918ρετος, καὶ ὄχι διότι διὰ τῶν παραπτωμάτων ὠφέλησαν τὴν κοι-
1919νωνίαν περισσότερον· τὰ παραπτώματα δὲν κρίνονται ἀναλόγως
1920τῆς ὠφελείας, διότι ἡ κοινωνία εἶναι ὂν ἠθικὸν, καὶ ἐντὸς τῆς
1921ἀνηθικότητος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ· δὲν δύνασθε νὰ κρίνητε
1922τὰς πράξεις σχετικῶς πρὸς τὴν ὠφέλειαν, καὶ ὅταν κρίνετε καὶ
1923ἀποφασίζετε, ὡς ἔθνος πρὸς τοὺς νόμους τῆς ἠθικῆς πρέπει νὰ
1924παραβάλλετε τὰς πράξεις μας. Πρὸς αὐτοὺς τοὺς νόμους ἐπιθυ-
1925μοῦμεν νὰ ἐξετάσητε τὴν διαγωγήν μας καὶ οὐχὶ τοὺς νόμους
1926τῆς ἰδιοτελείας· ἐτηρήσαμεν ἀληθῶς τοὺς νόμους τῆς τιμῆς; ἐνερ-
1927γήσαντες, ὅπως ἐνηργήσαμεν, ἐσεβάσθημεν καὶ ὑπεστηρίξαμεν τὰ
1928δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος; ἐνηργήσαμεν πρὸς
1929αὐτὸν τὸν σκοπὸν ναὶ, ἢ ὄχι; καὶ ἂν πεισθῆτε περὶ τούτου,
1930τότε πρέπει νὰ μᾶς εἴπητε, ἡ διαγωγή σας δὲν εἶναι μεμπτὴ,
1931διότι ἦτο εἰλικρινὴς καὶ τιμία. Δὲν δέχομαι καμμίαν τῶν τρο-
1932πολογιῶν, οὔτε τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας, οὔτε τὸ σχέδιον
1933τῆς μειονοψηφίας, διὰ τί; διότι θέλω νὰ γνωρίσω πλήρη τὴν
1934γνώμην τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ἔχω ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς,
1935ἄλλως δὲν εἶναι τῆς τιμῆς μας νὰ μένωμεν, καὶ νὰ κυμαίνεται
1936ὁ τόπος, μὴ γνωρίζων, ἐὰν ἔχωμεν πλήρη τὴν ὑποστήριξιν τῆς
1937Βουλῆς, δὲν εἶναι τῆς τιμῆς μας νὰ μένωμεν ὑπὸ τὸ βά-
1938ρος τοιαύτης κατηγορίας, οὔτε σεῖς πρέπει νὰ τὸ θελήσητε· συ-
1939ζητεῖται ἐπὶ 10 ἡμέρας ἡ διαγωγή μας, ἐξητάσθη ὅλη καὶ ἀνε-
1940πτύχθησαν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ὅλα τὰ διατάγματα ἐξετά-
1941σθησαν· διὰ τὶ λοιπὸν νὰ μὴ ἔλθητε εἰς ἀπόφασιν; τί σκοπεῖτε;
1942διὰ τὶ ἀποφεύγετε τὸν ἀγῶνα; θέλετε νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰς
1943περιστάσεις; θέλετε νὰ εὕρετε καιρὸν κατάλληλον; ἡ πλει-
1944ονοψηφία ἑκάστοτε μεταβάλλεται, εἶπεν ὁ Κύριος Δεληγεώργης,
1945διότι ἄλλοτε φεύγουσιν οἱ Κύριοι Βουλευταὶ, ἄλλοτε δυσαρε-
1946στοῦνται, ἄλλοτε δὲ εἰσὶν ἀπόντες κτλ. Ἰδοὺ διατὶ ἀποφεύγουσι
1947τὸν ἀγῶνα, δὲν ἔχουσι πεποίθησιν εἰς τὸ δίκαιόν των, εἰς ὑμᾶς
1948θέλουσι νὰ εὕρωσι καιρόν. Χθὲς ἤλθετε, ἔχετε νωπὰς τὰς
1949ἰδέας τῶν ἐπαρχιῶν. Εἰς ταύτας ἠκούσατε τί σκέπτεται περὶ
1950ἡμῶν καὶ περὶ τῶν πράξεών μας ὁ λαὸς· ἀποφανθῆτε κατὰ τὰς
1951ἐντυπώσεις σας, καὶ οὐχὶ κατὰ τὰς ἐντυπώσεις τῆς ἐγωϊστικῆς
1952πολιτικῆς, οὐχὶ ἀφοῦ μολυνθῆτε ἀπὸ τὴν ἀτμοσφαῖραν τῶν
1953Ἀθηνῶν.
1954§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἦλθεν ἡ χολέρα.
1955§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πλησίον εἶναι. — Δὲν ἐννοοῦμεν, Κύριοι,
1956τὰς ὑπεκφυγάς, διὰ τοῦτο κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς εἰλικρινεστέρας
1957προτάσεως (καὶ μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ προσβάλω κανένα), τοῦ
1958Κ. Ἰακωβάτου ἡ πρότασις μετέχει εἰλικρινείας. Τί σημαίνει ἡ
1959ἀναβολὴ αὔριον ἢ μεθαύριον; Ὅλας μας τὰς πράξεις ἐξητάσατε,
1960διατὶ δὲν ἀποφαίνεσθε; ἡ ἀναβολὴ τῆς ἀποφάσεώς σας μὴ νομί-
1961σητε, ὅτι ὠφελεῖ τὸν τόπον.
1962§64Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀνεπτύχθησαν ὅλα τὰ θέματα.
1963§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλα. — Ἐπιθυμῶ νὰ ἐννοηθῶμεν καλῶς,
1964ἐπειδὴ δὲν θέλω πλέον λάβει τὸν λόγον· δὲν ἐπιζητοῦμεν τὴν
1965ὑπὲρ ἢ κατὰ ψῆφόν σας ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν νομοσχεδίων· ταῦ-
1966τα μένουσι νὰ τὰ ἐξετάσητε καὶ ν’ ἀποφανθῆτε ἐπ’ αὐτῶν, ὅ-
1967πως τὰ νομίζετε καλὰ ἢ κακὰ, κατόπιν· ἡμεῖς ζητοῦμεν καθαρὰ
1968νὰ εἴπητε ἂν ἡ διαγωγή μας ἦτο καλὴ ναὶ ἢ ὄχι· αὐτὸ ζητοῦ-
1969μεν, καὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν θέλομεν ἀπομακρυνθῆ· καὶ ἂν
1970ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ἀναβολὴν, ἡ παραδοχὴ τοιαύτης προτά-
1971σεως δι’ ἡμᾶς εἶναι ζήτημα ὑπουργικὸν καὶ ἐμπιστοσύνης.
1972Ὅ,τι σᾶς παρακαλῶ ἐπὶ τέλους, χωρὶς νὰ ἐμποδίσω κανένα
1973ἐξ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσι, νὰ ἐπισπεύσητε, διότι
1974σᾶς ἀναγγέλλω μὲ λύπην μου, ὅτι μᾶς περικύκλωσεν ἡ χολέρα,
1975ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἐνεργείας καὶ οὐχὶ λόγων, πράξεων καὶ οὐ-
1976χὶ συζητήσεων, πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα, πᾶσα ἀναβολὴ βλά-
1977πτει. Ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι, ὃ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, αἱ συζητή-
1978σεις, αἱ ποικίλαι διαδόσεις γεννῶσι δυσκολίας περὶ τὴν ἐνέργειαν
1979τῆς κυβερνήσεως, περὶ τὴν εἴσπραξιν, πρέπει ὅλα ταῦτα νὰ θερα-
1980πευθῶσιν, ὅσον εἶναι τὸ δυνατὸν ταχύτερον· ἡ ἐκκρεμότης βλά-
1981πτει. Ἀποφανθῆτε ὅ,τι θέλετε, ἀλλ’ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον,
1982ἵνα ἀποφύγωμεν ὅλους τοὺς κινδύνους, οἵτινες μᾶς ἀπειλοῦσι καὶ
1983ν’ ἀποφύγωμεν καὶ τὰς μομφάς· ἡ Βουλὴ εἶναι μία τῶν ἀγκυ-
1984ρῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος στηρίζεται· πρέπει ν’ ἀποφύγῃ πᾶ-
1985σαν μομφὴν, πᾶσαν αἰτίασιν, δυναμένην νὰ τὴν ἐξασθενίσῃ· ἂς μὴ
1986ἐξαντλώμεθα εἰς συζητήσεις ἀπεράντους καὶ ματαίας, εἰς ὁμι-
1987λίας εὐγλώττους μὲν καὶ τερπνὰς, ἀλλ’ ὁμιλίας ἀτελευτήτους
1988καὶ ἀκάρπους, αἵτινες πάντοτε ἐξασθενοῦσι τὴν ἰσχύν μας τὴν
1989ἠθικὴν καὶ τὴν ὑλικὴν, ἐλαττώνουσι τὴν ὑπόληψίν μας· ὁ τό-
1990πος ἔχει ἀνάγκην πραγμάτων.
1991Κατὰ πρότασιν τοῦ Κ. Στράτου γίνεται διακοπὴ τῆς συνε-
1992δριάσεως ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας.
1993§66ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, διὰ τοῦ δευτέρου
1994λόγου, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλεν ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἐκ τοῦ
1995βήματος τούτου, δὲν ἐδίστασε νὰ ῥίψῃ καὶ ἐπ’ ἐμὲ εὐθύνην τινὰ τῶν
1996κυβερνητικῶν αὐτοῦ πράξεων· προέβλεπεν ἴσως, ὅτι ἤθελον ἀ-
1997κολουθήσει αὐτὸν εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ἀντικρούσω τὰ δικαιολο-
1998γητικὰ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα, καὶ ἠθέλησεν ἐπιτηδείως νὰ μὲ δει-
1999λιάσῃ, πλὴν δὲν ἐπέτυχε. Χρεωστοῦμεν χάριτας εἰς τὸν Κ. Πετι-
2000μεζᾶν, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν συμβουλῶν του τοσάκις μᾶς ὠφέλησεν,
2001εἶπεν ὁ Κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λαλῶν ἐντεῦθεν, ἤκουσα
2002τὴν φράσιν ταύτην, τὴν ἐνόησα καὶ ἐμειδίασα, ἀλλὰ δὲν ἐξεπλά-
2003γην. Φρονῶ, ὅτι πᾶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι φίλος τῆς τιμῆς,
2004δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ὑποχωρῇ ἀπέναντι τῆς εὐθύνης τῶν πράξεών
2005του πρέπει μάλιστα νὰ δέχηται εὐχαρίστως τὴν εὐθύνην τού-
2006των, ὅταν αὗται ἀποβλέπωσι τὸν δημόσιον αὐτοῦ βίον. Μ’ ὅλον
2007ὅτι αἱ γνῶμαι δὲν εἶναι πράξεις, μ’ ὅλα ταῦτα, ἐὰν ἐχρησίμευ-
2008σαν ἐπὶ κακοῦ ἔχουσι καὶ αὗται εὐθύνην, ἣν ἀποδέχομαι, ἀπο-
2009δεχόμενος ἀκόμη εὐθύνην καὶ διὰ τὰς φιλικὰς ἰδέας, ὅσας ἔδωσα,
2010ἀφοῦ προηγουμένως οἱ ἐγκαλοῦντές με εἴπωσι καὶ βεβαιώσωσιν
2011εἰλικρινῶς αὐτὰς ἀπὸ τοῦ βήματος. Εἶμαι λοιπὸν ἕτοιμος, κύ-
2012ριοι, καὶ ἀπέναντι ὑμῶν καὶ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους νὰ δώσω λό-
2013γον τῶν πράξεών μου, ἐὰν ἔπραξά τι, καὶ τῶν φιλικῶν ἰδεῶν
2014μου, ἐὰν δι’ αὐτῶν συνεβούλευσά τι κακόν. Δυστυχῶς δὲν βλέπω
2015ἐνταῦθα τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπεθύμουν δὲ νὰ παρέ-
2016μενε καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὲ ἀντικρούσῃ, ἐὰν
2017μὴ εἴπω τ’ ἀληθές. Αἱ μετὰ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως σχέσεις
2018μου ἦσαν σχέσεις ὑπαλλήλου, λογίζονται δὲ, ἀφ’ ἧς διωρίσθην
2019εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως διευθύνω τὴν δι-
2020καιοσύνην τοῦ στρατοῦ, κυρίως ὅμως παρεκλήθην εἰς τὴν θέσιν
2021αὐτὴν ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως, ὅπως ἐφαρμόσω τὸν περὶ συντάξεων
2022τελευταῖον νόμον, ὁ ὁποῖος ψηφισθεὶς ἐν βίᾳ ὑπὸ τῆς Συνελεύ-
2023σεως παρουσίαζε τοσαύτας κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν δυσχερείας, ὥστε
2024ἐφάνη ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἐστα-
2025μάτησε. Ταῦτα δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τις, μάλιστα δὲ ὁ ὑπουρ-
2026γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶδε τὰς μεγάλας προσπαθείας
2027ὅσαι ἐχρειάσθησαν, ὅπως ἐννοηθῇ καὶ ἐκτελεσθῇ ὁ Νόμος οὗτος
2028ὄχι μόνον παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἀλλὰ καὶ
2029παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Ἡ κυβέρνησις δὲν θέλει ἀρνηθῇ
2030ποτὲ, ὡς πιστεύω, ὅτι ἡ λύσις τῶν νομικῶν ζητημάτων, ὅσα
2031ἐγεννήθησαν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, συνεδέετο στενὰ
2032μὲ τὴν τύχην τῶν ἀτόμων, ἅτινα ἔπρεπε νὰ μὴν ἀδικηθῶσι, μὲ
2033τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἔπρεπε νὰ μὴ καταστραφῇ,
2034μὲ τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου, ἅτινα ἔπρεπε νὰ μὴν ἐξογκωθῶσιν
2035ἀδίκως, καὶ μὲ τόσα ἄλλα συμφέροντα, κοινὰ πρός τε τὰ ἄτομα
2036καὶ τὸ δημόσιον. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς εὐχαριστήσας με δι’ ὅσας
2037ἔδωκα πρὸς τὴν κυβέρνησιν αὐτοῦ συμβουλὰς, ἔπρεπε, νομίζω,
2038νὰ σᾶς εἴπῃ, καὶ ποίας συμβουλὰς ἔδωκα ἵνα γείνῃ καταφανὲς
2039ποίας ἐξ αὐτῶν ἀπεδέχθη καὶ ποίας δὲν ἀπεδέχθη, ὅπως κρί-
2040νετε ἀσφαλέστερον περὶ τῆς εὐθύνης ἑκάστου. Πλὴν, ἐὰν ἀπρο-
2041σωπολήπτως με ἀκούσητε συντόμως ἀπολογούμενον, ταχέως
2042θέλετε καταμάθει τὴν ἀλήθειαν. Κατηγοροῦμεν ἡμεῖς σήμερον
2043τὴν κυβέρνησιν, ὡς γνωρίζετε, διὰ τὰ νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος
2044διατάγματα, δι’ ὧν ἐπέβαλε τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, δι’ ὧν ὠργά-
2045νισε καὶ ἐκανόνισε τὴν χωροφυλακὴν, διῄρεσεν αὐθαιρέτως εἰς
2046νέους διοικητικοὺς κύκλους τὴν Ἑπτάνησον, προσδιώρισε θητείαν
2047διὰ τοὺς κλητῆρας τῆς ἀστυνομίας, τοὺς δασοφύλακας κτλ.
2048Ἐὰν ταῦτα πάντα κατ’ ἐμὴν ἔπραξαν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ συμ-
2049βουλὴν, δικαίως πρέπει νὰ ἐπισύρω εἰς ἐμαυτὸν τὸ ἀναλογοῦν
2050τῆς εὐθύνης μέρος. Ἄλλως ἡ εὐθύνη αὐτοὺς καὶ μόνους πρέπει
2051νὰ ἐπιβαρύνῃ. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς καρδίας ὀφείλει τις
2052ἐνώπιόν σας ν’ ἀναβιβάσῃ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὰ χείλη. Ἑπομέ-
2053νως οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ ἐξηγηθῶσιν, ἀποδεικνύον-
2054τες ὅσας ἔδωκα αὐτοῖς συμβουλὰς, ἐὰν σπουδάζοντες ἀγορεύωσι
2055πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ, ἐὰν οὗτοι σιωπῶσιν, εὐκόλως παρ’
2056ἐμοῦ θέλετε πεισθῆ, κύριοι βουλευταὶ, ἀκολουθοῦντές με φερόμε-
2057νον ὄπισθεν αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ὁποίαν ἁρμοδιότητα,
2058ὁποῖον καθῆκον εἶχον ἐγὼ ὡς στρατιωτικὸς ὑπάλληλος νὰ δώσω
2059γνώμην περὶ ἀντικειμένων ξένων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας,
2060περὶ τὴν ὁποίαν ἴσως οὐδὲ ἐσκέφθην ποτέ; μόνον περὶ τοῦ ἀνα-
2061διοργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἦτο πιθανόν νὰ δώσω συμβου-
2062λήν τινα, ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου ὄχι μόνον δὲν μοὶ ἐζητήθη
2063οὐδεμία συμβουλὴ, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἔλαβον γνῶσιν τῆς σπουδαίας
2064αὐτῆς μεταβολῆς, παρὰ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ σχετικοῦ
2065διατάγματος· περὶ δὲ τῆς βεβαίας αὐτῆς ἀληθείας ἐπικαλοῦμαι
2066τὴν μαρτυρίαν τοῦ τε πρωθυπουργοῦ, καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν
2067Στρατιωτικῶν, τοὺς ὁποίους προκαλῶ ἐπὶ τούτου εἰς τὸ βῆμα.
2068Ἔδωκα, κύριοι βουλευταὶ, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀληθῶς δύω
2069συμβουλὰς, συμβουλὰς σπουδαίας κατὰ τὴν κρίσιν μου, συνε-
2070βούλευσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ
2071τῆς δημοσίας ἀσφαλείας κατὰ τὴν προσέγγισιν τῶν βουλευτι-
2072κῶν ἐκλογῶν, διότι αἱ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας πληροφορίαι τοιαύτην
2073τινὰ ὑπεδείκνυον τὴν ἀνάγκην, συνεβούλευσα δὲ προσέτι τὴν
2074Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ εἰς ἁρμονίαν τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ
2075Νόμου μὲ τὴν συμπεριφορὰν, ἣν ἔπρεπε νὰ κρατήσῃ ὁ στρατὸς
2076κατὰ τὰς πολιτικὰς ἐκλογάς. Τὰς συμβουλὰς ταύτας ἔδωκα
2077ὄχι μόνον πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ πρὸς
2078αὐτὸ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου μετὰ θάῤ-
2079ῥους καὶ εἰλικρινείας ὄχι μόνον ἀνέπτυξα τὰς ἰδέας μου, ἀλλὰ
2080καὶ ἐν σχεδίῳ ὑπέβαλον αὐτὰς ὑπὸ τὴν συζήτησιν τῶν κυρίων
2081ὑπουργῶν. Πάντες γνωρίζετε τὴν ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργείου τῶν
2082Στρατιωτικῶν πρὸς ἁπάσας τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς, περὶ τῆς
2083συμπεριφορᾶς τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς ἐκλογάς· ἡ ἐγκύκλιος αὕτη
2084ἦτο τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα τῆς μιᾶς συμβουλῆς μου· ἀλλὰ
2085δι’ αὐτὴν τὴν ἐγκύκλιον κατήγγειλε κανεὶς ἐνώπιόν σας τὴν Κυ-
2086βέρνησιν; ἐτόλμησε κανεὶς, λέγω, νὰ κατηγορήσῃ τὴν πρᾶξιν ἐκεί-
2087νην συνάδουσαν κατὰ πάντα καὶ μὲ τὸ γράμμα καὶ μὲ τὸ
2088πνεῦμα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου; Ἀπεναντίας πολλοὺς ἤκουσεν ἡ
2089Κυβέρνησις ἐπαίνους ἕνεκα αὐτῆς τῆς ἐγκυκλίου, καὶ ἐγὼ ὁμολο-
2090γῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
2091Ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς ὅμως σᾶς εἶπεν, ὅτι κατακρίνων τὰ
2092διαταχθέντα περὶ χωροφυλακῆς ἐλησμόνησε τὰς περὶ ἀρχηγείων
2093συμβουλάς μου. Ὄχι· δὲν τὰς ἐλησμόνησα, οὐδὲ τὰς λησμονῶ,
2094ἂς μὴ λησμονήσῃ πλὴν καὶ αὐτὸς, ὅτι ἔλαβον ἀφορμὴν πρὸς
2095τοῦτο ἀπὸ τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἐπι-
2096θυμῶν νὰ μάθῃ πιθανὸν, πῶς ἔκρινα τότε καὶ ὑπὸ τὴν πολιτι-
2097κὴν καὶ ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἔποψιν τὴν κατάστασιν τῆς πα-
2098τρίδος μας, ἐζήτησε τὴν γνώμην μου. Δὲν ἐδίστασα ν’ ἀποφανθῶ
2099μετ’ ἀμφιβολίας, καὶ ἐπειδὴ ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μου
2100πρὸ πολλοῦ ἐφρόντισα σπουδάζων νὰ γνωρίσω τὰ στρατηγικὰ
2101σημεῖα τῆς Πελοποννήσου καὶ στερεᾶς Ἑλλάδος, συνεβούλευσα
2102κατὰ καθῆκον τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τοποθετήσῃ
2103εἰς δύω τοιαῦτα σημεῖα δύω μοίρας ἐκ τῆς στρατιωτικῆς δυνά-
2104μεως εἰς τρόπον, ὥστε δι’ αὐτῶν νὰ δύναται ν’ ἀπαντήσῃ ἀμέσως
2105πάντα κίνδυνον κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως, ὅθεν καὶ ἂν ἤθελεν
2106ἀναφανῆ οὗτος. (Θόρυβος). Ἔπραξα δὲ ταῦτα, διότι νομίζω, ὅτι
2107δὲν εἶναι εἰλικρινὴς ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ὅστις ἐρωτώμενος δὲν
2108συμβουλεύει τὴν κυβέρνησιν πῶς δύναται νὰ προλάβῃ τοὺς κατ’
2109αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως ὑποτιθεμένους κινδύνους.
2110§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ παραδεχόμεθα, εἶμαι σύμφωνοι.
2111§68Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶπον ἀκόμη τότε εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἥτις
2112ἐφοβεῖτο, (πόθεν δὲ καὶ διατὶ ἐφοβεῖτο δὲν ἦτον ἔργον ἐδικόν μου
2113νὰ τὸ ἐξετάσω, διότι αὐτὴ καὶ μόνον, ὡς κυβέρνησις, ὡς ἠθι-
2114κὸν πρόσωπον, συγκεντρώνει ὅλας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας
2115διὰ τῆς ἐξουσίας εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, καὶ σκεπτομένη
2116ἀποφασίζει ποῖον πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον· προκειμένου δὲ περὶ
2117στρατιωτικοῦ μέτρου, ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ ἐμὲ βεβαίως, ὅστις ἤ-
2118μην ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο, καὶ ὄχι τὸν πρόεδρον τοῦ ἐλεγκτι-
2119κοῦ συνεδρίου) εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἐφοβεῖτο, καὶ ἐ-
2120πειδὴ ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὑπόνοιαι διαταράξεως κατὰ τῆς ἡ-
2121συχίας ἐπαρουσιάζοντο κατά τε τὴν Ἀκαρνανίαν καὶ Μεσσηνίαν,
2122νὰ θέσῃ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν στρατιωτικῶν τούτων σωμάτων ἄν-
2123δρας βαρύτητος καὶ ἐπιῤῥοῆς· ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
2124ὠνόμασε πάραυτα δύω στρατηγοὺς τοῦ ἀγῶνος.
2125§69ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Αὗται αἱ ὑπόνοιαι ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐξή-
2126γοντο;
2127§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως· αὕτη λοιπὸν ἦτον ἡ ἑτέρα τῶν συμ-
2128βουλῶν μου, καὶ βλέπετε πόσον ἦτο καὶ αὕτη εἰλικρινὴς, διότι
2129φίλος ἐγὼ τῆς τάξεως, ὡς σεῖς ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ μὲ γνωρί-
2130σετε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως τῶν
2131πραγμάτων, ἔμεινα συνεπὴς μὲ τὸν ἑαυτόν μου. Πιθανὸν νὰ προσ-
2132έκρουσα μὴ ἐννοήσας τοὺς ὑποκεκρυμμένους σκοποὺς τῆς Κυβερ-
2133νήσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐκ τῶν πραγμάτων ὁδηγούμενος εἰλικρινῶς
2134συνεβούλευσα αὐτὴν, ὑποδείξας ἐνταυτῷ καὶ τὰ μέσα, ὅπως ἐπα-
2135νορθωθῇ ἡ τάξις, ἐὰν προσεβάλετο· οὐδέποτε δὲ ἐσκέφθην πῶς
2136νὰ ἐπανορθωθῶσι πεπτωκυῖαι ὑπολήψεις κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ
2137Κυρίου πρωθυπουργοῦ, διότι αἱ ἀληθεῖς ὑπολήψεις δὲν πίπτουν
2138κατ’ ἐμὲ, αἱ ὑπολήψεις μάλιστα τοῦ ἀγῶνος εἶναι οἱ ἀδάμαντες
2139τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, καὶ ἡ πολιτικὴ ῥαδιουργία εἶναι ἀνίκα-
2140νος νὰ τὰς ἐπισκιάσῃ.
2141Πλὴν ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς θέλει μὲ συγχωρήσει, νομίζω, ἐὰν
2142τὸν ὑπομνήσω, ὅτι εἰς μίαν ἀπὸ αὐτὰς τὰς πεπτωκυίας ὑπολή-
2143ψεις ἴσα, ἴσα, εὗρεν ὑποστήριξιν πρὸ ὀλίγου κλονιζόμενος, καὶ
2144ὅτι χρεωστεῖ εἰς αὐτὴν τὴν σημερινὴν θέσιν του, χρεωστεῖ μά-
2145λιστα κἄτι τι περισσότερον.
2146Πῶς ὅμως διέθεσε τὴν συμβουλήν μου ἡ κυβέρνησις; ἀκούσα-
2147τε. Ἀντὶ νὰ διορίσῃ καὶ τοποθετήσῃ εἰς τὰ ὑποδειχθέντα ση-
2148μεῖα στρατιωτικὰς μοίρας διοικουμένας ὑπὸ σοβαρῶν καὶ ἀνε-
2149ξαρτήτων ἀνδρῶν, ὅπως ἐγὼ συνεβούλευσα, διώρισε καὶ ἐτοποθέ-
2150τησε μικρὰ ἀποσπάσματα ὑπὸ τὴν διοίκησιν δύω μικρῶν ἀξιω-
2151ματικῶν, ἑτοίμων νὰ συντρέξωσι, χωρὶς ἄλλην ἐξέτασιν, τοὺς
2152ἰδίους αὐτῆς σκοπούς· ὠφεληθεῖσα δὲ ἀπὸ τὴν ἰδέαν μετεχειρίσθη
2153αὐτὴν, ὄχι πρὸς τὴν κοινὴν, ἀλλὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς ὠφέλειαν.
2154Ἐὰν δὲ σήμερον κατηγορῆται ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐνέργειαν
2155τῶν στρατιωτικῶν ἐκείνων σωμάτων, τῶν ὁποίων τὴν σύστασιν
2156ἐνήργησε, διαστρέψασα τὴν ἰδέαν μου, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπωφελήθη,
2157ὅ,τι ἐνόμισε συμφερώτερον εἰς αὑτήν, εἶμαι ἆράγε διὰ τοῦτο ἐ-
2158γὼ ὑπεύθυνος;
2159Κύριοι, ὤφειλον ἀφεύκτως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν εὐγενῆ πρόσ-
2160κλησιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐντέχνως εἰς τοῦτο μὲ
2161ἐπροκάλεσεν ἀπέναντι καὶ ὑμῶν καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, ὤφει-
2162λον δὲ ν’ ἀπαντήσω καθαρῶς, διότι, ὅσον ἀνεπίφοβος εἶναι ἡ κα-
2163τηγορία, ὅθεν καὶ ἂν προέρχηται, τόσον φοβερὰ εἶναι ἡ συκο-
2164φαντία, καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπονοῆται.
2165Μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην παρέκβασιν, τὴν ὁποίαν κατέστησεν
2166ἀναγκαίαν μία προσωπικὴ περικοπὴ τοῦ λόγου τοῦ Κ. πρωθυ-
2167πουργοῦ, ἔρχομαι ν’ ἀντικρούσω τὰ νέα ἐπιχειρήματα, ὅσα
2168ἐλέχθησαν ὑπὲρ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Πρὸς τοῦτο ἄρχο-
2169μαι καὶ πάλιν ἀπὸ τὰς τελευταίας λέξεις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ,
2170ὅστις, ἀφοῦ προχθὲς εἶπεν, ὅτι ἔσωσε τὸ ἔθνος διὰ τῶν περιβοή-
2171των διαταγμάτων, σήμερον ἐπρόσθεσεν, ὅτι ἔσωσε τὴν ἐπανάστα-
2172σιν, ἐπισπεύσας τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως. Μὲ λύπην μου
2173παρατηρῶ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον πολεμούμενον ὑπὸ τῶν ἰδίων αὑτοῦ
2174πράξεων, ἐσήμανε τρομακτικὴν ὑποχώρησιν ἐνώπιον αὐτῶν. Κα-
2175ταφεῦγον δὲ εἰς τὰς προφάσεις καὶ τὰς πράξεις τοῦ παρελθόντος
2176δὲν εὑρίσκει ὀπισθοποροῦν οὐδὲ ὅρια, οὐδὲ τ’ ἀναγκαῖα προχώ-
2177ματα, ὅπως ἀντισταθῇ κατὰ τῆς ἐπερχομένης ἀληθείας. Ἡ ἐπα-
2178νάστασις ἀπέβλεπεν εἰς ἀρχὰς καὶ οὐχὶ εἰς προσωπικὰ πράγ-
2179ματα, ἔλεγεν ὁ Κ. πρωθυπουργός· τὸ κατ’ ἐμὲ, ὅστις οὔτε ἐζή-
2180τησα ποτὲ ν’ ἀναβῶ, οὔτε ἀνέβην εἰς τὴν πολιτικὴν διεύ-
2181θυνσιν τῆς πατρίδος μας, ἐπίστευσα εἰλικρινῶς εἰς τὰς ἀρχὰς
2182αὐτὰς τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ τὴν ἐβοήθησα, διότι ἐνόμισα, ὅτι
2183πάντες τὴν συντρέχουσιν, ὄχι πρὸς χάριν προσωπικῶν συμφε-
2184ρόντων, οὐδὲ πρὸς χάριν αὐτῶν τῶν πολυθρυλλήτων χαρτοφυ-
2185λακίων. Ἀλλ’ ὅπως πιστευθῶμεν ἐγώ τε καὶ ἅπαντες ὑπὸ τοῦ
2186κοινοῦ, δὲν πρέπει μόνον νὰ λαλῶμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ λέγωμεν ἀπὸ
2187τοῦ βήματος, τουτέστι ν’ ἀποδεικνύωμεν ὅσα λέγομεν, ὄχι
2188στρεψοδικοῦντες, ὅπως ἐξαπατήσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλ’
2189ἀληθεύοντες ὅπως σώσωμεν πραγματικῶς τὰς σωτηρίας αὐτὰς
2190ἀρχάς. Κύριοι, δὲν ἐστάθην συνωμότης, καὶ τὴν συνωμοσίαν δὲν
2191ἐπίστευον μέχρι τῆς Ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις, μετὰ τὴν
2192ἔκρηξίν της καὶ τὴν συνωμοσίαν καὶ τὰς ἀρχὰς αὐτῆς, ἀπεκάλυ-
2193ψε δημοσίως. Δὲν ἐγνώριζα ἐπίσης οὐδὲ τὴν ἐπανάστασιν τῆς 10
21948βρίου, πρὶν ἢ αὕτη ἐκραγῇ, μόνον τὴν ἐβοήθησα καθ’ ἣν στιγμὴν
2195ἐξεῤῥάγη· ἐὰν δὲ τὴν ἐβοήθησα σπουδαίως ἢ ὄχι, τοῦτο εἶναι
2196πρᾶγμα ἀνῆκον εἰς τὴν ἱστορίαν. Δικαίως δύναταί τις νὰ μ’ ἐ-
2197ρωτήσῃ πόθεν ὁρμώμενος ἔλαβα τὸν δρόμον τῆς ἐπαναστάσεως;
2198ἀπαντῶ, ὅτι ἐν τῷ σκότει δὲν ἐπορεύθην· ἐπίστευσα εἰς ὅσα
2199σεῖς οἱ συνωμόσαντες ἐλέγετε, σεῖς, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν κηρυγ-
2200μάτων σας ἐξεγείρατε τὸ δημόσιον πνεῦμα καὶ ἐῤῥίψατε τὴν
2201δυναστείαν τοῦ πρώην Βασιλέως· δὲν πιστεύω νὰ ἐλησμόνησεν
2202ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ὅστις ἦτο τότε συνωμότης τὰς ἀρχὰς
2203ἐκείνας, ἀλλὰ καὶ, ἂν ἐλησμόνησεν αὐτὰς, δὲν δυσκολεύομαι νὰ
2204τὰς ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην αὑτοῦ· θέλομεν τὴν εὐθύτητα
2205εἰς τὴν πολιτικὴν διοίκησιν, τὴν ἀλήθειαν εἰς τὰ δικαστήρια,
2206τὴν εὐσέβειαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τὴν ἱκανότητα, τὴν τάξιν
2207καὶ τὴν πειθαρχίαν εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν, τὴν ἀξιο-
2208πρέπειαν εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ἔκραζον τότε οἱ νῦν
2209διευθύνοντες εἰς ἐναντίαν ὁδὸν τὰς ἀρχὰς ἐκείνας· θέλομεν οἰ-
2210κονομίαν, πρὸ πάντων ἔλεγον, διότι ἡ πολυχρόνιος σπατάλη
2211ἤνοιξε τρομερὸν βάραθρον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐκινδύνευε νὰ κα-
2212τακρημνισθῇ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, οἰκονομίας καὶ πάλιν
2213οἰκονομίας ἐσάλπιζον τὰ φύλλα τοῦ ἀνεξαρτήτου τύπου, ὑπο-
2214στηρίζοντα τὴν συνωμοσίαν· αὗται ἦσαν τότε αἱ ἀρχαὶ τῆς ἐπανα-
2215στάσεως, χωρὶς νὰ προσθέσω τὰ περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου, τὰ
2216περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Βουλῆς, τὰ περὶ ἐλευθερίας τοῦ τύπου,
2217ἤτοι τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἔμελλον νὰ ἐκφράζωνται
2218ἀπροκαλύπτως αἱ ἐπιθυμίαι τοῦ ἔθνους. — Αὐτὰς τὰς ἀρχάς, τὰς
2219ὁποίας, ὡς ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐπιδιώκει καὶ νῦν ἔτι ἡ ἀντιπολίτευ-
2220σις, τὴν ὁποίαν σήμερον παρακολουθῶ, αὐτὰς τὰς ἰδίας ἐκήρυττε
2221καὶ ὁ νῦν πρωθυπουργὸς ἄλλοτε συνωμοτῶν. Εἰς αὐτὰς τὰς ἀρ-
2222χὰς λοιπὸν πιστεύσας καὶ ἐγώ, ἔτρεξα ὑπὲρ τῆς ἐπαναστά-
2223σεως· ἔχω δὲ τὴν ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι ἂν αἱ ἀρχαὶ
2224αὗται δὲν ἐφαρμοσθῶσιν εἰς αὐτὸ τὸ κράτος, ἡ τάξις ποτὲ
2225δὲν θέλει στεραιωθῆ εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι ὁ νόμος θὰ ἦναι
2226ψεῦδος καὶ τὸ ψεῦδος θὰ ἦναι ὁ νόμος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ
2227ἀρχαὶ αὗται δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι διαρκούσης
2228τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως· τὴν δὲ ἔλλειψιν ταύτην τῆς Συνελεύ-
2229σεως ἡ Κυβέρνησις μετεχειρίσθη ὡς μίαν ἀπὸ τὰς μεγάλας
2230προφάσεις, ὅπως ἐπιταχύνῃ τὴν διάλυσιν αὐτῆς. Τὸ ἔθνος καὶ
2231αὐτὴ ἡ Συνέλευσις κατὰ μέρος ἐπίστευσαν εἰς τὴν ὁμολογίαν
2232ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ὅπως λάβῃ τὸν ἀπαιτούμενον
2233χρόνον καὶ ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως, ἐζήτησε
2234καὶ ἐπέτυχε νὰ ἀναβληθοῦν αἱ ἐκλογαὶ τῶν βουλευτῶν μέχρι
2235τοῦ 8βρίου, τουτέστιν ἢ ὀκτὼ ἢ δέκα μῆνας. Ἡ Κυβέρνησις λαβοῦ-
2236σα τὴν μακρὰν ταύτην προθεσμίαν, ὅπως τακτοποιήσῃ τὸ Κρά-
2237τος, καὶ ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως, ἐτήρησεν ἆρά
2238γε τὰς ὑποσχέσεις αὐτῆς, μείνασα ἐλευθέρα, καὶ διοικήσασα τὸ
2239Κράτος καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ὡς ἀπόλυτος δικτατορία;
2240Ἂς ἐξετάσωμεν· ὑπάρχει εἰλικρίνεια καὶ εὐθύτης εἰς τὴν πολιτι-
2241κὴν διοίκησιν σήμερον; εἶναι ἀλήθεια ἡ ἐνέργεια τῶν δικαστη-
2242ρίων; βασιλεύει ἡ εὐσέβεια εἰς τὴν ἐκκλησίαν; ἐπικρατεῖ ἡ πει-
2243θαρχία καὶ τάξις εἰς τὸν στρατόν, ὅν τινα κατακρίνομεν καθεκά-
2244στην, καθὼς καὶ εἰς τὸ ναυτικόν; διέπει τὴν ἐξωτερικὴν πολιτι-
2245κὴν ἡ ἀπαιτουμένη ἀξιοπρέπεια; πρὸ πάντων ἐφηρμόσθη, ἂν ὄχι,
2246αὐστηρόν, τοὐλάχιστον μέτρόν τι σύστημα εἰς τὴν οἰκονομίαν;
2247ἀντ’ ἐμοῦ αὐτὰ τὰ πράγματα ἀποκρίνονται, ὄχι.
2248§71ΣΤΡΑΤΟΣ. Ποῖος τὸν κατηγόρησε τώρα!
2249§72ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀποκρίνομαι πρὸς σᾶς.
2250§73ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ λέγετε τὴν ἀλήθειαν καὶ ὄχι τὸ ψεῦδος.
2251§74Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ ἀνακαλέσητε τοὺς λόγους σας,
2252νὰ μὴν ἐπανέλθητε δὲ ποτὲ εἰς τοιαύτας λέξεις, ἐὰν θέλητε νὰ
2253μὴ μετανοήσητε.
2254§75ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅταν μετατρέπετε τὸν λόγον.
2255§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
2256§77Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁμιλῶν, Κύριοι, διὰ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ
2257ὁποῖοι αἰσθάνονται τί ἐστὶν ἀλήθεια, δὲν ἐννοῶ ν’ ἀπαντήσω
2258πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσιν ἄλλην γλῶσαν ἀπὸ τὴν
2259γλῶσσαν τῶν ἰδίων παθῶν.
2260§78ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριε πρόεδρε, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ
2261ἐξηγήσητε, ἂν ὑπῆρξε κἀνεὶς κατηγορήσας τὸν στρατόν.
2262§79Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλω σᾶς εὐχαριστήσει, ἀλλὰ πρέπει νὰ
2263δείξητε μικρὰν ὑπομονήν, διότι εἰς μίαν εὔσχημον καὶ εὐγενῆ
2264ἐρώτησιν θέλω βεβαίως ἀποκριθῆ.
2265Ἐπανερχόμενος λοιπόν, Κύριοι, εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου,
2266ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κἀμμία ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀρχὰς δὲν ἐπραγ-
2267ματοποιήθη καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ μακροχρόνιον διάστημα, εἰς τὴν ἐν
2268γένει διοίκησιν, ὁμολογεῖ δὲ τοῦτο ἀντ’ ἐμοῦ αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρ-
2269νησις, ἥτις βεβαιοῖ, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν εἶναι καλή
2270Ἡ Κυβέρνησις, εἰσελθοῦσα διὰ τῶν ἀντισυνταγματικῶν δια-
2271ταγμάτων ἅπαξ εἰς τὸν ὁρμητικὸν χείμαῤῥον τῆς ἀνομίας, καὶ
2272μὴ δυναμένη πλέον νὰ ἐπαναπλεύσῃ εἰς τὸν γαλήνιον ποταμὸν
2273τῆς νομιμότητος, δὲν ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ συκοφαντεῖ
2274αὐτὰ τὰ πράγματα. Σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς,
2275ὡς νομίζω, ὅτι ἡ ληστεία, ἂν καὶ μεμακρυσμένη εἰς τὰ μεθό-
2276ρια, ὤφειλε νὰ ἐξαλειφθῇ, καὶ ὅτι ἐξηλείφθη διὰ τῆς αὐξήσεως
2277τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς μισθοδοσίας τῆς χωροφυλακῆς. Λυποῦμαι,
2278διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι παρὼν, ἄλλως
2279διὰ τῆς ὁμολογίας αὐτοῦ ἤθελον σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ἓξ παρά-
2280σημα ἐδόθησαν πρὸ ὀλίγου εἰς τοὺς ἄνδρας τοῦ τακτικοῦ στρα-
2281τοῦ διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς ληστείας· ἀποδεδειγμένως λοι-
2282πὸν, ὡς βλέπετε, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις συκοφαντεῖ αὐτὰ τὰ
2283πράγματα. Ἡ χωροφυλακὴ ὁμολογουμένως εἶναι ἀξιότιμος, σε-
2284βαστὴ διὰ τὰς πολυειδεῖς ἐκδουλεύσεις, τὰς ὁποίας πάντοτε
2285προσέφερεν· εὑρίσκομαι μάλιστα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τὰς ἐκ-
2286δουλεύσεις αὐτὰς, ἐξ αὐτῶν τῶν ἔργων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὐ-
2287δεὶς ἀρνεῖται, ὅτι αὕτη συντελεῖ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς δη-
2288μοσίας τάξεως, εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἐκτελεῖ δὲ τὰ
2289πολλὰ καὶ σπουδαῖα αὐτῆς καθήκοντα μετὰ ζήλου, πλὴν
2290ἡ χωροφυλακὴ εἶναι ἀνεπιτήδειος νὰ καταστρέψῃ τὴν λη-
2291στείαν, ὄχι βεβαίως δι’ ἔλλειψιν ἀνδρείας, καὶ γενναιότητος, διό-
2292τι ὑπὸ τὰς διαταγάς μου πολεμοῦσα ἐν Ναυπλίῳ ἀπέδειξεν ἀρε-
2293τὰς ἀξίας πάσης ὑπολήψεως, ἀλλὰ δι’ ἔλλειψιν καταλλήλου
2294διοργανισμοῦ. Διὰ τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον, ὁσάκις ἀναθέτει εἰς αὑ-
2295τὴν τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, τὴν μετασχηματίζει εἰς σῶ-
2296μα μεταβατικὸν, τοὐτέστι μεταβάλλει τὴν ἰδιότητα τῆς χω-
2297ροφυλακῆς καὶ καθιστᾷ αὐτὴν στρατὸν μεταβατικὸν, ὑπαγό-
2298μενον εἰς τὸν ὀργανισμὸν, τοὺς κανονισμοὺς καὶ τοὺς ποινικοὺς
2299νόμους τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐχὶ τοὺς κοινοὺς νόμους καὶ τὰ τα-
2300κτικὰ δικαστήρια.
2301Ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας ἀνήκει μᾶλλον εἰς τὸν στρα-
2302τὸν, καὶ ἡ καταστροφὴ αὐτῆς χρεωστεῖται εἰς αὐτόν· δι’ αὐ-
2303τοῦ δὲ θέλομεν καὶ πάλιν ἀπαλλαχθῆ τῆς μάστιγος ταύτης καὶ
2304οὐχὶ διὰ τῶν 400 ἀνθρώπων, ὅσους κατέταξαν εἰς τὴν χωρο-
2305φυλακὴν, διότι οὗτοι δὲν εἶναι στρατιῶται, ὡς στρατολογηθέν-
2306τες ἄνευ προσοχῆς καὶ ἀπαραλλάκτως ὡς ἡ ἐθνοφυλακὴ, ἣν
2307δι’ αὐτῶν ἀντικατέστησαν. Ὁποία λοιπὸν παρουσιάζεται ἐν-
2308ταῦθα ἡ ἀνάγκη ἣν ἐπλάσατε διὰ νὰ καταπατήσητε τὸ Σύν-
2309ταγμα, διὰ νὰ καταστρέψητε τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, τοῦ
2310ὁποίου τὴν ὕπαρξιν ὁ μὲν Κ. Σωτηρόπουλος, καί τοι διατελέ-
2311σας ὑπουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ διαφιλονεικῇ, ὁ δὲ Κ. Κυπριάδης
2312ὁριστικῶς ἀρνεῖται, ἐνῷ ἐγήρασεν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἅ-
2313τινα καθεκάστην δικάζουσι διὰ τοῦ νόμου τούτου; Ὁ κανονι-
2314σμὸς τῆς χωροφυλακῆς εἶναι νόμος δημοσιευθεὶς τὴν 29 Ὀκτω-
2315βρίου (10 Νοεμβρίου) 1833. Ὁ Νόμος οὗτος ἀναγνωρισθεὶς ἀπὸ
2316τὰ δικαστήρια διέπει τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, καὶ
2317τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα δικαιώματα ὅσα δὲν ἠδύναντο νὰ κανο-
2318νισθῶσιν ἄνευ νόμου. Ἐκπλήττεσθε ἴσως, διότι ὁ κανονισμὸς τῆς
2319χωροφυλακῆς εἶναι γεγραμμένος κατὰ τοὺς τύπους τῶν ἐκτε-
2320λεστικῶν διαταγμάτων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, ὅτι
2321μέχρι τοῦ 1843 οἱ νόμοι ἐγράφοντο διὰ διαταγμάτων τῇ ἁπλῇ
2322μόνον γνωμοδοτήσει τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
2323§80ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἐγὼ, ὅτι ὁ κανονισμὸς τῆς χωρο-
2324φυλακῆς ἔγεινεν εἰς μίαν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία
2325καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἦσαν ἡνωμέναι.
2326§81ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἴδιον τὸ εἶπον καὶ ἐγώ.
2327§82Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πταίω διὰ τοῦτο ἐγὼ, φίλοι μου, ἂν
2328δὲν διακρίνετε τοὺς νόμους ἀπὸ τὰ διατάγματα· ὠφείλετε νὰ
2329ἐννοῆτε αὐτὴν τὴν διάκρισιν καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ Κύριος Κυ-
2330πριάδης, καί τοι νομικὸς, δὲν τὸ ἐνόησε ἐγκαίρως.
2331§83ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς εἶναι μᾶλλον
2332νόμος ἢ κανονισμός.
2333§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἐγὼ, ὅτι περιεῖχε ὀργανικάς τινας
2334διατάξεις, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν, εἰμὴ διὰ νό-
2335μου, καὶ ἄλλας κανονιστικὰς, αἵτινες ἠμποροῦν νὰ μεταβλη-
2336θοῦν διὰ διατάγματος· τὸ σύνολον εἶναι νόμος καὶ διάταγμα.
2337§85Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μόνον ὀργανίζεται διὰ διαταγμάτων, ἀλλὰ
2338διὰ νόμου ὁρίζεται καὶ ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ μισθοδοσία.
2339§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰπέτε μοι λοιπὸν, ποία διάταξις νομο-
2340θετικὴ τοῦ κανονισμοῦ μετεβλήθη;
2341§87ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς τὸ εἶπον εἰς τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν
2342μου. Ὁ Κ. πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Σωτηρόπουλος,
2343θέλων νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς περὶ τῆς χωροφυλακῆς πράξεις τῆς
2344Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς κυβερνᾶται διὰ
2345διαταγμάτων ἀπὸ τὰ 1832· εἶναι θλιβερὸν, διότι εὑρίσκεται
2346εἰς τοιαύτην ἀπίστευτον σχεδὸν πλάνην ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκο-
2347νομικῶν ὑπουργὸς τοῦ Κράτους Κ. Σωτηρόπουλος, πλὴν εὐκό-
2348λως δύναμαι νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ στρατὸς κυβερνᾶται, ἀφ’ ἧς
2349στιγμῆς ἐχωρίσθη ἡ ἐκτελεστικὴ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ
2350νόμων. Διὰ διαταγμάτων ἐκυβερνήθη ὁ στρατὸς, καθὼς καὶ ὅλον
2351τὸ ἔθνος ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1843 χωρὶς ἀμφιβολίαν. Ἀπὸ
2352τοῦ 1843 μέχρι 1847 δὲν ἔλαβε χώραν εἰς τὸν στρατὸν καμμία
2353ὀργανικὴ μεταβολὴ, ἀπὸ τὸ 1847, ὅτε ἤρχισαν αἱ τοῦ στρα-
2354τοῦ μεταβολαί, ἐψηφίζοντο αὗται ὑπὸ τῶν Βουλῶν, ὅπως δὲ
2355βεβαιωθῆτε, ἀναγνώσατε τὴν συνοπτικὴν κατάστασιν, τὴν περὶ
2356τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιω-
2357τῶν, ἐμπεριλαμβανομένην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1847,
2358καὶ παραδεχθεῖσαν, ἂν καὶ ἀτάκτως, κατὰ τὰς διατυπώσεις ὡς
2359ὀργανισμός.
2360§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε τὸν νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ
2361στρατοῦ;
2362§89ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀναγνώσατε, ἰδού. Κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς
2363Βουλῆς παρεδέχθη ἡ σημειωθεῖσα δύναμις ὡς ὀργανισμὸς, μᾶλ-
2364λον ὅτι αἱ διατυπώσεις, μὲ τὰς ὁποίας ἐψηφίσθη ὁ ὀργανισμὸς
2365οὗτος, εἶναι ἀκανόνιστοι ἕνεκα τῆς ἀγνοίας, ἥτις ἐπεκράτει κατὰ
2366τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὴν σύνταξιν τῶν νομοθετημάτων.
2367§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι προϋπολογισμός.
2368§91ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Εἰς ὅλους τοὺς εὐρωπαϊκοὺς
2369στρατοὺς καὶ εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη τὰ πλέον φιλελεύ-
2370θερα, ὡς τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Γαλλίαν κτλ. διοικεῖται ὁ στρατὸς
2371κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον. Ἐπειδὴ ἕνας στρατὸς σύγκειται
2372ἀπὸ ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος στρατιωτικοὶ,
2373καὶ ἀπὸ ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ἐξ ὑποχρεώ-
2374σεως νομικῆς ὑπηρετοῦσι χρόνον τεταγμένον, ὁ ὑπουργὸς τῶν
2375στρατιωτικῶν ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοθετικῶν
2376Σωματίων Νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀναγ-
2377καιούντων ἀξιωματικῶν, καὶ ὁ Νόμος οὗτος εἶναι σχεδὸν πά-
2378γιος· κατ’ ἔτος δὲ παρουσιάζει ἕτερον Νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου
2379προσδιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁπλιτῶν τοῦ στρατοῦ· ὁ δεύτερος
2380οὗτος Νόμος δὲν εἶναι πάγιος, ἀλλὰ μεταβάλλεται, καὶ ἐν καιρῷ
2381εἰρήνης ἀκόμη, διότι ἡ δύναμις ἑνὸς στρατοῦ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς
2382πολιτικοὺς σκοποὺς μιᾶς Κυβερνήσεως· καὶ διὰ τοῦτο αἱ στρα-
2383τιωτικαὶ δυνάμεις τῶν ἐθνῶν θεωροῦνται ὡς τὰ βαρόμετρα τῆς
2384πολιτικῆς αὐτῶν. Ἐὰν θελήσετε π. χ. ὑμεῖς σήμερον νὰ σᾶς
2385εἴπω πόσος στρατὸς ἀναγκαιοῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ ἠμπο-
2386ρέσω, διότι προηγουμένως πρέπει νὰ γνωρίζω τὶ σκέπτεσθε εἰς
2387τὸν νοῦν σας, δηλ. ποῖον ἔχετε πολιτικὸν σκοπὸν, διότι ἡ δύ-
2388ναμις καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ κατὰ σῶμα ἐξαρτῶνται
2389διόλου ἀπὸ τὸ εἶδος τῆς ἐπιχειρήσεως, ἀπὸ τὴν δύναμιν τῆς
2390ἀντιστάσεως, ἀπὸ τὰς χώρας, εἰς ἃς μέλλει νὰ ἐνεργήσῃ, ἀπὸ
2391τοὺς ἐδαφικοὺς σχηματισμοὺς, κτλ.
2392Βλέπετε ἄρα, ὅτι ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις τοῦ στρατοῦ δὲν ἐξαρ-
2393τᾶται, ὡς στοχάζονται τινὲς, ἀπὸ τὸν στενὸν κύκλον τῶν ἀναγ-
2394κῶν τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, αἱ δὲ περὶ στρατοῦ
2395ἀποφάσεις εἶναι ζητήματα ὑψηλὰ, λυόμενα ἑκάστοτε ἀπὸ τοὺς
2396ἰσχυροτέρους νόας μιᾶς Κυβερνήσεως.
2397Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου Σᾶς παρατηρῶ,
2398ὅτι ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις κατὰ τὸ ἔτος 1847 θελήσασα νὰ συμμορ-
2399φωθῇ μὲ τὰς διατυπώσεις τῶν μεγάλων ἐθνῶν ἔφερεν ἐνώπιον
2400τῶν Βουλῶν ἀντὶ εἰδικῶν Νομοσχεδίων μίαν κατάστασιν ἀριθ-
2401μητικὴν, συμπεριληφθεῖσαν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ
2402τῆς ὁποίας ἐζήτησε τοὺς ὁπλίτας καὶ ἀξιωματικοὺς ὅσων εἶχεν
2403ἀνάγκην, τοῦτ’ αὐτὸ ἔπραξαν δυστυχῶς καὶ κατὰ τὸ 1852.
2404Ἀλλὰ κατὰ τὶ ἔσφαλεν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἀπὸ τὰς εὐ-
2405ρωπαϊκὰς; ἔσφαλε μόνον κατὰ τὰς διατυπώσεις, διότι αὐτὴ δὲν
2406ἤξευρε τὶ ἔπραττε τυπικῶς, συγχύσασα εἰς μίαν κατάστασιν
2407δύω Νόμους διαφορετικῆς ἐννοίας.
2408§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμόν;
2409§93ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, καὶ ἡ μὲν κυβέρνησις παρουσία-
2410σεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν σὺν τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ δὲ Βουλὴ
2411παρεδέχθη αὐτὴν ὡς ὀργανισμὸν, καθὼς φαίνεται εἰς τὴν ὑπο-
2412σημείωσιν λέγουσαν «Κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς παρα-
2413δεχθείσης τὴν σημειωθεῖσαν δύναμιν ὡς ὀργανισμόν.»
2414§94ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κρατεῖτε, εἶναι προϋ-
2415πολογισμός;
2416§95ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ἐν-
2417ταυτῷ καὶ ὁ νόμος· εἰς κανένα ἄλλον προϋπολογισμὸν βεβαίως
2418δὲν εὑρίσκετε αὐτὴν τὴν σύγχυσιν (θόρυβος.) Κύριε Σακελλα-
2419ριάδη, μὴ στενοχωρεῖσθε, ἐὰν ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ φαί-
2420νεται ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι στενοτάτη ἡ συνάφεια
2421ἡ δὲ σύγχυσις προέρχεται ἀπὸ τὴν ἄγνοιαν.
2422Κύριοι! ἀπαντῶν ἀπαύστως πρὸς τὸν Κύριον Σωτηρόπουλον,
2423ὅστις ἔῤῥιψε τὸ ζήτημα ὑπὸ συζήτησιν, χωρὶς νὰ τὸ μελετήσῃ
2424καλῶς πρότερον, ὡς ἐκαυχήθη, ἀπέδειξα εἰς αὐτὸν, ὅτι ἂν δὲν
2425εἶχε κατὰ τύπους πολλὴν ὁμοιότητα ἡ κατάστασις αὕτη μὲ τὰ
2426εὐρωπαϊκὰ Νομοσχέδια, διότι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰ 1847 δὲν
2427ἐγνώριζε τοὺς τύπους ἐκείνους, εἶχεν ὅμως οὐσιαστικῶς πληρε-
2428στάτην ὁμοιότητα.
2429§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν προϋπολογισμόν;
2430§97ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι προϋπολογισμὸς, ἐδῶ δὲν γίνε-
2431ται διόλου λόγος περὶ χρημάτων, εἶναι ἡ ἀριθμητικὴ κατάστα-
2432σις τῆς δυνάμεως. Ἰδοὺ, Κύριοι! τὶ ἀναγινώσκω ἐνταῦθα «Σύ-
2433νοψις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρα-
2434τιωτῶν», ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συνετάχθη ὁ προϋπολογι-
2435σμὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐξόδων. Καὶ ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ ὁμολο-
2436γήσητε τὴν ἀλήθειαν, δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι τοῦτο εἶναι
2437νόμος ὀργανικὸς, ὅστις μὲ τὴν ὕπαρξίν του συναποδεικνύει ἐν-
2438ταυτῷ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐναντίον τῶν ὀρθῶν διατυπώ-
2439σεων ἔπραττε δυστυχῶς, πλὴν ὄχι καὶ ἐναντίον τῆς οὐσίας, ὡς
2440ἔχουσι τὰ νῦν πεπραγμένα.
2441§98ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἤξευρε τοὺς τύπους.
2442§99ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπουργὸς ἦτο τότε ὁ Τζαβέλλας, ὅστις ἤξευρε
2443νὰ νικᾷ εἰς τὴν Κλείσοβαν, εἰς τὴν Ἄμπλιανιν, ἦτο πιθανὸν,
2444ἀκατάλληλος ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐνδοξότερος ἀπὸ ὅλους ἡμᾶς,— ἐξα-
2445κολουθῶ· ἀπὸ τὰ 1847 καθιερώθη δυστυχῶς ἡ τάξις αὕτη, ἥτις
2446ἔμεινε καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὁσάκις δὲ ἐπρόκειτο ὁ στρατὸς νὰ
2447ὑποστῇ οὐσιώδη μεταβολὴν, τὴν μεταβολὴν ἐψήφιζον σὺν τῷ
2448προϋπολογισμῷ αἱ Βουλαὶ τοῦ Κράτους· ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν
2449δύνασθε νὰ εἴπητε χωρὶς νὰ προσβάλετε βαρέως τὴν ἀλήθειαν,
2450ὅτι διὰ διαταγμάτων αἱ Κυβερνήσεις μετέβαλον, ὡς ἤθελον,
2451τὸν στρατόν· ἄλλως τε τὰ πρακτικὰ τῶν Βουλῶν συλλήβδην
2452ἀνατρέπουσι τοὺς ἰσχυρισμούς σας ὅλους. Λοιπὸν χωρὶς νὰ λά-
2453βητε ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα, καὶ μελετήσητε αὐτὰ, πῶς
2454ἐτολμήσατε νὰ εἴπητε Κ. Σωτηρόπουλε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν
2455στρατιωτικῶν πράττει ὅ,τι θέλει, καὶ διοικεῖ τὸν στρατὸν ἄνευ
2456Νόμου, ἄνευ ὀργανισμοῦ, ἐν ᾧ, ὡς σᾶς ἀπέδειξα, ὑπάρχει καὶ ὀρ-
2457γανισμὸς καὶ Νόμος;
2458§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκόμη δὲν ὑπάρχει.
2459§101Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λυποῦμαι πολὺ διὰ τὴν ἐπιμονήν σας, ἀλλὰ
2460μάθετε, ὅτι δὲν θέλω ἐξακολουθήσει πασχίζων νὰ σᾶς πείσω,
2461ἀφοῦ ὑμεῖς δὲν ἔχετε ἐκ προθέσεως ὄρεξιν νὰ πεισθῆτε. Ὅτι
2462ἀπὸ τὸ ἔτος 1847 ὁ στρατὸς ἐδιοικήθη δι’ αὐτῶν τῶν κακῶς
2463συντεταγμένων ὀργανισμῶν, ἀλλὰ πάντοτε νομίμων ὀργανι-
2464σμῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς, Κύριε Σωτηρόπουλε, καθ’ ἣν διελύθη
2465ἡ ὀροφυλακὴ, δὲν μένει πλέον οὐδεμία ἀμφιβολία, μένει ὅμως
2466νὰ ἐξετάσωμεν ἐν τίνι δικαιώματι ὁ στρατὸς μετασχηματί-
2467ζεται κατὰ τὸ δοκοῦν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως;
2468Ἡ Βουλὴ δώσασα ἕνα Νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ
2469ἅπαξ εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἔχει δικαίωμα πλέον νὰ ἐξετάζῃ,
2470διατὶ ὁ στρατὸς σχηματίζεται εἰς τάγματα σήμερον, εἰς συν-
2471τάγματα αὔριον, εἰς ταξιαρχίας, εἰς μοιραρχίας, ἢ σώματα
2472στρατοῦ, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται διόλου ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευσιν,
2473τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ στρατὸς, κατὰ τὰς ἰδέας τῶν ἀρχηγῶν
2474αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὰς πολεμικὰς ἀνακαλύψεις ἢ
2475τὴν πεῖραν τῶν ἐκστρατειῶν, γενικῶς δὲ ἀπὸ τὰς τροποποιήσεις,
2476εἰς ὅσας ὑποκύπτει ἡ πολεμικὴ τέχνη.
2477§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν γίνωνται συντάγματα, γίνονται γαλ-
2478λωνάδες.
2479§103ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπέδειξα, ὡς νομίζω, ὅτι ἀπὸ τὸ ἔτος 1847
2480μέχρι τοῦ ἔτους 1853 ἐξηκολούθει ἡ αὐτὴ τάξις εἰς τὰς με-
2481ταβολὰς τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι ἐγίνοντο αὗται διὰ τρόπου νομί-
2482μου μὲν, ἀτόπου ὅμως, καὶ ἐνῷ ἡ εὐθύτης ὑπῆρχεν εἰς τὴν οὐ-
2483σίαν, δὲν ὑπῆρχε παντάπασιν εἰς τὰς διατυπώσεις.
2484Κατὰ τὸ ἔτος 1854, ὅτε ὑπὸ τὸ κράτος ξένης κατοχῆς, ἡ
2485κυριαρχία τοῦ ἔθνους ἐστέναζε καὶ ἡ ὀροφυλακὴ διελύθη καὶ
2486οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτῆς μετετέθησαν εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν
2487ὡς ὁ συνάδελφός μας κ. Λάπας, ἐσχηματίσθησαν ἀληθῶς δι’
2488Διαταγμάτων 4 ἀκροβολιστῶν τάγματα, κ. Σωτηρόπουλε· μα-
2489ταίως ὅμως καταφεύγετε ὄπισθεν τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων περι-
2490στάσεων, ὅπως ἀποδείξητε, ὅτι τὸ πᾶν διὰ διαταγμάτων ἐξε-
2491τελεῖτο ἐν τῷ στρατῷ, πρῶτον, διότι ἡ Κυβέρνησις διαλύσασα
2492ἓν σῶμα καὶ μετασχηματίσασα αὐτὸ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῶν
2493περιστάσεων, ἐξήσκησεν ἓν δικαίωμά της, ἐὰν δὲν ὑπερέβη τὸν
2494προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Στρατοῦ· δεύτερον δὲ καὶ
2495ἐὰν ὑπερέβη τὸν προϋπολογισμὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἔπραξεν
2496ὅ,τι ἡ σκληρὰ ἀνάγκη ὑπηγόρευεν, ἡ δὲ ἀνάγκη κατ’ ἐκεῖνον
2497τὸν χρόνον δὲν ἦτο ἰδανικὴ, δὲν ἦτο πρόφασις, ἀλλ’ ἵστατο ἐν
2498Πειραιεῖ ἐπὶ τῆς αἰχμῆς 10 χιλιάδων λογχῶν. Προτάττοντες
2499δὲ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν πράξεών σας,
2500δὲν μᾶς χορηγεῖτε ἀσφαλῶς τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι
2501ἐσημάνατε τρομακτικὴν ὑποχώρησιν, ὅπως εὕρητε προχώματα,
2502ἵνα ἀντισταθῆτε κατὰ τῆς ἐπερχομένης ἀληθείας, εἰς τὰ βάθη τοῦ
2503παρελθόντος; Πλὴν οὐδὲ τὰς πράξεις τοῦ παρελθόντος ἀφίνετε
2504τοὐλάχιστον, ὡς εἶχον, διότι, ἐνῷ τὸ παρελθὸν εἶχε καλὸν ἢ
2505κακὸν ἕνα τοὐλάχιστον ὀργανισμὸν, σεῖς ἐν τούτοις τὸ συκοφαν-
2506τεῖτε. Ἀλλὰ, κ. Σωτηρόπουλε, ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔγεινεν ὅπως
2507δήποτε κακόν τι, εἶναι τοῦτο ὁ λόγος, μὲ τὸν ὁποῖον ἔρχε-
2508σθε σήμερον, μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, νὰ δικαιολογηθῆτε;
2509§104ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς τὸ ἐκάμαμεν νο-
2510μοθέτημα.
2511§105Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡραῖον νομοθέτημα, ἄνευ τῆς συγκαταθέ-
2512σεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Κατὰ τὰ 1859, ὅτε ἐπρόκειτο
2513νὰ μεταβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἡ Κυβέρνησις
2514συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ αὐξήσῃ τὴν μισθοδοσίαν καὶ τὴν δύναμιν
2515αὐτῆς ἐπροκάλεσε τὸν ἀπαιτούμενον νόμον—ἡ Κυβέρνησις ἐκεί-
2516νη τοῦ παρελθόντος, κ. Σωτηρόπουλε.
2517§106ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εἶναι αὐτὸς ὁ νόμος;
2518§107Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι βεβαίως ἠναγκασμένος νὰ σᾶς
2519πείσω περὶ τούτου, ἀφοῦ δὲν θέλετε νὰ πεισθῆτε. Πλὴν σᾶς λέγω
2520ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς τῆς 29 Μαΐου 1859 φέρει τὰ στοιχεῖα ΦΝʹ.
2521§108ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὀφείλετε νὰ τὸν διαβάσετε χάριν τῶν ἄλλων
2522Βουλευτῶν καὶ ὄχι μόνον δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀξιωματικούς.
2523§109Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναγι-
2524νώσκω. Οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ ἀναγκάσῃ εἰς τοῦτο ἐκτὸς τοῦ
2525Προέδρου.
2526§110ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος κάμνω τὴν ἀπάντησιν, θέλω
2527νὰ πληροφορηθῶ τὴν ἀλήθειαν.
2528§111ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος δύναται νὰ μᾶς κάμῃ
2529τὴν καλωσύνην, ἐὰν θέλῃ.
2530§112Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι
2531οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ ὑποχρεώσῃ, χάριν αὐτοῦ, νὰ κάμω ὅ,τι δὲν
2532θέλω.
2533Ὁ κατὰ τὴν 29 Μαΐου τοῦ 1859 ὑπὸ στοιχεῖον ΦΝʹ. νόμος,
2534ὅστις μετέβαλε τὴν δύναμιν καὶ μισθοδοσίαν, δὲν μετέβαλε
2535παντάπασι καὶ τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, διότι τοῦτο
2536ἐθεωρήθη, ὡς προεῖπον, λίαν ἐπικίνδυνον· τὰ καθήκοντα μ’ ὅλα
2537ταῦτα τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἐδιστάσατε νὰ μεταβάλετε σεῖς
2538διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου, καὶ πρὸς δικαιολόγησίν σας δὲν
2539ἐδιστάσατε νὰ εἴπητε, κ. Σωτηρόπουλε, ὅτι μετηλλάξαμεν τὰ κα-
2540θήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, διότι δὲν ἐθεωροῦμεν οὐσιώδη τὴν
2541μεταλλαγὴν, ἀφοῦ εἷς ὑπουργὸς μὲ τὸν ἄλλον συνεννοούμενοι
2542ἠδύναντο νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Σαθρὰ ἐπιχει-
2543ρήματα, ἀδύνατοι λόγοι, κ. Σωτηρόπουλε· ἄλλως τί ἐχρειάζον-
2544το οἱ εἰδικοὶ νόμοι δι’ ἕκαστον ὑπουργεῖον, ἀφοῦ οἱ ὑπουργοὶ
2545κατὰ τὴν ἰδέαν σας, δύνανται συνεννοούμενοι νὰ φθάσωσιν εἰς
2546τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα; Καὶ δὲν νομίζετε καλλίτερον νὰ κα-
2547ταργήσωμεν ὅλους τοὺς νόμους, ἀφοῦ οἱ ὑπουργοὶ συνερχόμενοι
2548ἑκάστην ἡμέραν δύνανται διὰ τῆς θελήσεώς των μόνης νὰ κα-
2549νονίζωσι τὸ δίκαιον; Ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἥτις εἶναι ἐναντία καὶ τοῦ
2550νόμου καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, δύναται, μὰ τὸν Θεὸν, ν’ ἀντικα-
2551ταστήσῃ διὰ μιᾶς ὅλας τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως· οὕτω
2552λοιπὸν ἐνοήσαμεν τὴν εὐνομίαν; Ἀδικαιολόγητος ἀποβαίνει
2553ὅλως διόλου ἡ ὑπεράσπισις τοῦ περὶ τῆς χωροφυλακῆς ἀντι-
2554συνταγματικοῦ διατάγματος, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ὁποῖον μόνον
2555ἐπενοήθη ὅπως ἐπιβαρύνῃ μὲ 580,000 δραχμῶν τὸ δημόσιον
2556ταμεῖον, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι λόγοι ἀφανεῖς, οἵτινες
2557θέλουσιν ἀναφανῆ πιθανὸν εἰς τὸ μέλλον.
2558Δὲν εἶναι οὐδὲ πρέπον, οὐδὲ δίκαιον, κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω
2559ὅσα ἄλλοτε εἶπον ἐπανερχόμενος εἰς τὰ αὐτὰ θέματα, ἐὰν δὲ
2560ἐπανῆλθον εἰς τὰ περὶ χωροφυλακῆς, αἴτιοι εἶναι ὅσοι μὲ ἠνάγ-
2561κασαν νὰ ὑποστηρίξω ἐκ νέου ἐνώπιόν σας τὴν μαύρην ἀλή-
2562θειαν ἀνηλεῶς ῥαπιζομένην. Πλὴν, κύριοι, δὲν ἐλησμονήσατε
2563βεβαίως, ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως ἀνεφάνησαν,
2564κατὰ τοὺς ὑπουργοὺς, αἱ ἐλλείψεις τοῦ δημοσίου ταμείου, αἵ-
2565τινες διὰ τοῦτο τοὺς ἠνάγκασαν νὰ καταφύγωσι καὶ εἰς νομο-
2566θετικὰ ἔκτακτα μέτρα, ὅπως εἰσπράξωσι χρήματα· ἂς ἐξετά-
2567σωμεν ὅμως, ἐὰν, ἀφοῦ εἰσέπραττον παρανόμως, ἐξώδευον τοὐ-
2568λάχιστον νομίμως. Κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἑκά-
2569στοτε ψηφίζει ἡ Βουλὴ, εἶναι ἀλήθεια ἢ ψεῦδος; καὶ ἂν μὲν
2570ᾖναι ἀλήθεια, πρέπει νὰ φυλάττεται αὐστηρῶς, ἂν δὲ ᾖναι
2571ψεῦδος, πρὸς τί νὰ ψηφίζεται; Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲ μᾶς ἄφη-
2572σαν καὶ περὶ τούτου εἰς δισταγμόν, ἐξώδευσαν ὄχι μόνον ἐκτὸς
2573τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἠθέλησαν, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον αὐτοῦ,
2574ὅπως ἐσύμφερεν αὐτοῖς, ἀποδείξαντες τὸν προϋπολογισμὸν ἀ-
2575ληθὲς ψεῦδος, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν, ἀκολουθήσατέ με εἰς αὐτὰ
2576τὰ ἔργα τῶν ὑπουργῶν, ἅτινα συνηγοροῦσιν ὑπὲρ ἐμοῦ.
2577Ἡ Συνέλευσις ψηφίζουσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1864 κα-
2578τήργησε 5 ἢ 10 θέσεις ταγματαρχῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἡ δὲ
2579Κυβέρνησις, ἀφοῦ πρῶτον ἔθεσε τοὺς ταγματάρχας εἰς ἀργίαν,
2580μετ’ οὐ πολὺ ἀνεκάλεσεν αὐτοὺς εἰς ὑπηρεσίαν, χορηγήσασα τὸ
2581περιπλέον τοῦ μισθοῦ ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπι-
2582καλουμένη πάντοτε τὴν φοβερὰν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἐὰν ἦτον ἀλη-
2583θὴς ἀνάγκη, ὅπως ἐπαναφέρητε αὐτοὺς εἰς ὑπηρεσίαν, διατὶ δὲν
2584ἀνεκαλέσατε αὐτοὺς εἰς ἐνέργειαν διὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρα-
2585τιωτικῶν τακτικῶς καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλ’ ἀνε-
2586καλέσατε αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν παρανόμως διὰ τοῦ ὑπουρ-
2587γείου τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὸν σκανδαλωδέστερον τρόπον; δι’ αὐ-
2588τῆς τῆς πράξεως ἡνώσατε δύω πράγματα ὅλως διόλου ἀντίθετα,
2589τοὐτέστι τὴν ἀργίαν εἰς τὴν ἐνέργειαν, ἐναντίον τοῦ νόμου, διότι
2590κατὰ τὸν νόμον ὁ ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικὸς εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνα-
2591λάβῃ ὑπηρεσίαν παρὰ τῷ στρατῷ ἄνευ διατάγματος, τὸ ὁποῖον
2592ν’ ἀνακαλῇ ῥητῶς αὐτὸν εἰς ἐνεργητικὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὁ ἀξιω-
2593ματικὸς διατελῶν εἰς ἀργίαν δὲν ἐξασκεῖ τὰ δικαιώματα τῆς πει-
2594θαρχίας, παρὰ καθόσον ἀποβλέπει τὸ ἴδιόν του ἄτομον, καὶ οὐδὲ
2595δύναται κατὰ νόμον νὰ διατάξῃ ἢ νὰ διαταχθῇ. Καὶ ὅμως ἐ-
2596ναντίον ὅλων τῶν στρατιωτικῶν νόμων καὶ τῶν ποινικῶν αὐ-
2597τῶν διατάξεων ἀκόμη οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἐφέρθησαν παρα-
2598νόμως εἰς ὑπηρεσίαν, διατελοῦντες νομίμως εἰς ἀργίαν, καὶ τοι-
2599ουτοτρόπως ἐπλάσθη, διὰ νὰ εἴπω οὕτως, εἰδικὴ κατάστασις διὰ
2600τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, χωρὶς
2601νὰ μεταβληθῇ ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος· ὅ-
2602λαι δὲ αἱ πράξεις αὗται ἐξετελέσθησαν κατὰ παράβασιν τοῦ
2603νόμου ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης.
2604§113ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν διαταγμάτων τῆς
2605νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος.
2606§114ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ καὶ περὶ πάσης ἄλλης σπατάλης,
2607καὶ περὶ πάσης ἄλλης παραβάσεως τῶν νόμων, Κύριε Σωτηρό-
2608πουλε· ἀλλὰ διατὶ νῦν ταράττεσθε, ὅταν διὰ τῶν πράξεών σας
2609ὑποστηρίζωμεν τοὺς λόγους μας; πνεῦμα εὐθύτητος καὶ οἰκονο-
2610μίας ἐπροκάλεσε λοιπὸν τὰς πράξεις ταύτας τῆς Κυβερνήσεως,
2611ἥτις, ἀφοῦ εἰσέπραττε χρήματα διὰ παρανόμων Διαταγμάτων
2612ἀφ’ ἑνὸς ὅπως πληρώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἐπαρκέσῃ εἰς
2613τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἀφ’ ἑτέρου ἐξώδευε παρανόμως
2614ὅπως ταχύτερον ἐκκενώσῃ αὐτό; δικαίως ἄρα σᾶς εἶπον, κύριοι
2615βουλευταί, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἀποπτύσασα τὸν χαλινὸν τοῦ νό-
2616μου, καὶ παρανόμως εἰσέπραττε καὶ παρανόμως ἐξώδευεν. Ἀλ-
2617λὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι ταῦτα μόνον τὰ ὅρια τῶν παρανόμων
2618ἐξόδων τῆς Κυβερνήσεως· ὁ στρατὸς τῆς Ἑπτανήσου λαμβάνει
2619ἐπιμίσθιον ὡς ἐν ἐκστρατείᾳ, κατὰ παράβασιν τοῦ λογιστικοῦ
2620νόμου καὶ ἐναντίον τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως προϋ-
2621πολογισμοῦ· καὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν ἄνευ λόγου ἐ-
2622πλάσθησαν θέσεις καθηγητῶν, ὑφηγητῶν, προέδρων σπουδαστι-
2623κῶν συμβουλίων, κατηργήθησαν τὰ ἐνοίκια, διετάχθησαν νέα ἐ-
2624πιμίσθια, διωρίσθησαν γραφεῖς, γραμματεῖς, ὑπηρέται ὑπεράριθ-
2625μοι, ταῦτα δὲ πάντα ἔγειναν διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ ταμεῖον τοῦ
2626δημοσίου ἢ διὰ νὰ κενωθῇ;
2627§115ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ὅμως τὰ ἔξοδα μένουν τὰ αὐτά.
2628§116Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πιθανὸν, ἐὰν ἀνεκαλύψατε νέαν μέθοδον,
2629ὅπως διὰ τοῦ αὐτοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ πληρώσετε περισσότε-
2630ρα χρήματα καὶ εἰς περισσότερα πρόσωπα, ἐναντίον τῶν κανό-
2631νων τῆς ἀριθμητικῆς. Τὰ ἐπιχειρήματά σας ὅμως ταῦτα ὁμοιά-
2632ζουσι τὰ παρὰ τὰς ὄχθας τῶν ποταμῶν φυόμενα χόρτα, τῶν ὁ-
2633ποίων εἰς μάτην ἐπιλαμβάνεται ὁ πνιγόμενος ἐντὸς τοῦ ποταμοῦ,
2634ἵνα σωθῇ, οὕτω καὶ ὑμεῖς, Κύριοι ὑπουργοί, εἰσελθόντες ἅπαξ εἰς
2635τὸν ποταμὸν τῆς ἀνομίας, εἰς μάτην ἐπιλαμβάνεσθε τῶν ἀσθε-
2636νῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων. Τὸ ῥεῦμα τῶν παρανόμων πράξεών
2637σας εἶναι ὁρμητικώτατον, καὶ κύριος οἶδε ποῦ θέλει σταματήσει.
2638Εἶπον ἀρκετά, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅπως ἀνατραπῶσιν ἄρ-
2639δην αἱ ἀντιῤῥήσεις, ὅσα προηγουμένως, μετὰ πολλῆς μὲν εἰλι-
2640κρινείας, πλὴν ὄχι καὶ ἀκριβείας, ἐῤῥέθησαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Σω-
2641τηροπούλου πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν λόγων μου. Καὶ χάριν τοῦ
2642κοινοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ νόμου καλῶς ἐπράξαμεν ν’ ἀποδεί-
2643ξωμεν, κύριοι, ὅτι ἐπὶ σαθροῦ θεμελίου ᾠκοδομήσατε.
2644Ἤθελον εὐχαρίστως καταλήξει ἐδῶ τὸν λόγον, κύριοι βουλευ-
2645ταί, ἐὰν δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος ν’ ἀντικρούσω ἄλλα τινὰ ἐπι-
2646χειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσι προσωπικῶς ἐμέ. Ὅταν ὁ ἔντι-
2647μος φίλος μου βουλευτὴς Τριφυλλίας χθὲς ἐλάλει περὶ τῆς ἀνάγκης
2648ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπροκάλεσαν τὰ διατάγματα, εἰς ὑποστήριξίν του
2649ἔφερεν ἓν παράδειγμα ἄξιον τῷ ὄντι περιεργείας. Λυποῦμαι,
2650διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διαφωνῶ μετ’ αὐτοῦ, πλὴν δια-
2651φωνῶ. Ἡ ἀνάγκη, σᾶς εἶπε, δὲν εἶναι συγκεκριμένον τι πρᾶγμα,
2652ἀλλ’ ἀφῃρημένον, ἐξήρτηται δὲ ἀπὸ τὴν ἰδέαν ἑκάστου, διῄρεσε
2653δὲ τὰ αἴτια τῆς ἀνάγκης, εἰς ἀνάγκην ἐξ ἀντικειμένου καὶ ἀ-
2654νάγκην ἐξ ὑποκειμένου· μετὰ ταῦτα ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἐ-
2655πρόσθεσεν, ὅτι, ἂν ἀντ’ αὐτῶν εὑρίσκοντο γενναιότεροι ἄνδρες εἰς
2656τὴν διεύθυνσιν τῆς πολιτείας, εἶχον δὲ καὶ μεγάλα ξίφη, ὡς τὸ
2657ἰδικόν μου, ἠδύναντο νὰ κόψωσιν ὅλα τὰ ἐμπόδια. Λυποῦμαι,
2658Κύριοι, διότι ἀπὸ τὸ στόμα ἑνὸς τόσον ἐντίμου ἀνδρός, χρημα-
2659τίσαντος καὶ ὑπουργοῦ πρότερον, διέφυγε τοιοῦτον ἔπος. Ἡ κυ-
2660βέρνησις, Κύριε Σωτηρόπουλε, ἀντὶ κοινοῦ ξίφους ἔχει τὸ μέγι-
2661στον ἐξ ὅσων δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν, ἔχει τὸ ξίφος τῆς πατρί-
2662δος, ἔχει δὲ ὄχι μόνον τὸ μεγαλείτερον, ἀλλὰ καὶ τὸ φοβερώτε-
2663ρον ξίφος, τὸ ξίφος τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται,
2664οὐδὲ πρέπει νὰ ᾖναι ὡπλισμένος, διότι δὲν εἶναι ἄτομον, εἶναι
2665Κυβέρνησις, καὶ τὰ ξίφη ὅσα φέρουσι τὰ ἄτομα εὑρίσκονται
2666ὅλα καὶ διὰ μιᾶς εἰς τὴν διάθεσίν του. Δὲν δύνασθε νὰ προ-
2667φασισθῆτε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχετε ξίφη· ἂν ὅμως, ὡς εἴπετε, ἐξ
2668ὑποκειμένου δὲν ἔχετε ἀνδρείαν, τοῦθ’ ὅπερ δὲν σᾶς διαφιλο-
2669νεικοῦμεν, ἀφοῦ τὸ ὁμολογεῖτε, δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ δεχθῆτε
2670νὰ κυβερνήσητε· ἡ γενναιότης τῆς ἀληθείας, τοῦ θάῤῥους καὶ
2671τῆς δικαιοσύνης διὰ μίαν κυβέρνησιν πρέπει νὰ ᾖναι ἀκατα-
2672μάχητα, καὶ ἐκτὸς τοῦ φόβου τῆς ἀνομίας, εἰς μίαν Κυβέρνησιν
2673ἄλλος φόβος δὲν πρέπει νὰ ᾖναι γνωστὸς ἐκτὸς ἐὰν αὕτη ἵστα-
2674ται ἀπέναντι ὡπλισμένου ἐχθροῦ. Φόβοι κατὰ διάνοιαν, φόβοι ἐξ
2675ὑποκειμένου δὲν εἶναι εἰς μίαν Κυβέρνησιν συγχωρημένοι. Καὶ
2676μὲ ἐπιχειρήματα ἀνοήτων φόβων δὲν καταστρέφουσι τὰ Συν-
2677τάγματα φιλοπάτριδες ὑπουργοί· τοιοῦτοι φόβοι εἶναι ἀσυγχώ-
2678ρητοι, διότι εἶναι ἄνανδροι, μάλιστα ὅταν διὰ τοιούτων φόβων
2679πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος μὲ τὸν
2680ἱερώτερον θεσμόν, ὅστις μᾶς συνδέει, διότι τότε μάλιστα ἔχο-
2681μεν ἀνάγκην μεγαλειτέρας σταθερότητος καὶ μεγαλειτέρας ἀν-
2682δρείας. Ναί, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι χιλιάδας ἠνοίξαμεν τάφους καὶ
2683ἄπειρα ἐξωδεύσαμεν χρήματα διὰ νὰ καταστήσωμεν τὸν
2684νόμον ἀλήθειαν, καὶ ἐν τούτοις σεῖς τὸν κατεστήσατε ψεῦδος,
2685χαριζόμενοι εἰς τοὺς ἐξ ὑποκειμένου φόβους σας, καὶ εἰς τὰς ἐκ
2686τῶν φόβων τούτων ἀνάγκας σας. Ἡ ἀντιπολίτευσις, Κύριοι,
2687λαλοῦσα ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ βήματος δὲν λαλεῖ πρὸς τὴν πλειονο-
2688ψηφίαν, ἥτις μοὶ φαίνεται ὡς ν’ ἀνησυχῇ ἢ τὴν μειονοψηφίαν
2689τῆς Βουλῆς, λαλεῖ πρὸς τὸ ἔθνος, πρὸς τὸ ὁποῖον ὀφείλει εὐθύ-
2690νας, πρὸς τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ καταγγείλῃ ἀνομίας ἢ ν’ ἀπο-
2691καλύπτῃ πράξεις, ἀνασύρουσα εἰς τὴν ἐπιφάνειαν πᾶν ὅ,τι δύνα-
2692ται νὰ ᾖναι συντελεστικὸν εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν πραγμάτων
2693τῆς πατρίδος. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ λόγοι πρέπει νὰ
2694φθάνωσιν εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ Βασιλέως, τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Εὐ-
2695ρώπης· ἐκπληροῦμεν ἄρα ἱερὸν καθῆκον ἀποκαλύπτοντες τὰς τό-
2696σας παρανομίας τῶν κυρίων ὑπουργῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν
2697πρέπει νὰ ἐνοχλῶνται καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν.
2698Πολλὰ ἐῤῥέθησαν, Κύριοι, περὶ τοῦ ἐὰν ἡ κοινὴ γνώ-
2699μη ἠκολούθησεν ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως τὰς ἰδέας τῆς μειο-
2700νότητος ἢ τῆς πλειονότητος· τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἐννοῶ ἄλλην
2701ἱστορίαν ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῶν πραγμάτων, δηλ. τὴν ἱστο-
2702ρίαν τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων· ἀνέγνωτα ὅσον ἠδυνάμην αὐ-
2703τὴν, καὶ εἶδον καὶ ἐπείσθην, ὅτι ἡ πλειονότης ἢ ἡ μειο-
2704νότης ἑνὸς ἀντιπροσωπικοῦ Σώματος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο
2705παρὰ οἱ ἀντιπρόσωποι ἑνὸς ἔθνους, καὶ ὄχι τὸ ἔθνος. Καὶ δυνά-
2706μεθα νὰ εἴπωμεν καὶ βεβαιώσωμεν μάλιστα ἀσφαλῶς, ὅτι τὰ
2707ἔθνη δὲν παρακολουθοῦσι τὴν πλειονότητα ἢ τὴν μειονότητα
2708τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, παρὰ καθόσον ἑκάστη τούτων λέγει
2709τὴν ἀλήθειαν· τὴν ἀλήθειαν ἀκολουθοῦσι τὰ ἔθνη, ἡ ἀλήθεια σύ-
2710ρει τὸν λαὸν καὶ οὐδεὶς ἄλλος. Τοιαῦτα διδάσκει ἡ ἱστορία, ἡ
2711φιλοσοφία μάλιστα τῆς ἱστορίας, περὶ τῆς ὁποίας κάλλιον ἐμοῦ
2712δύναται νὰ μᾶς φωτίσῃ ὁ φιλόσοφος ὑπουργὸς Κ. Βράϊλας, ὅστις
2713κοσμεῖ τὰς τάξεις σας.
2714§117ΒΡΑΪΛΑΣ. (ὑπουργ. Ἐξωτερικ.) Δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἀπὸ
2715ἐμέ.
2716§118Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀλήθεια λοιπὸν, Κύριοι, δὲν εἶναι ἰδιο-
2717κτησία οὔτε τῆς πλειονότητος, οὔτε τῆς μειονότητος, καὶ ἡ περὶ
2718τούτου ἔρις εἶναι περιττὴ· ἡ ἀλήθεια εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους,
2719καὶ μόνη ἡ κοινὴ συγκατάθεσις αὐτοῦ εἶναι ἡ ἀπόδειξις αὐτῆς.
2720Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶπε ποτὲ
2721διὰ τὸν Κύριον Δεληγιώργην, ὅτι ἀποφεύγει πάντοτε τὰς ἀπο-
2722δείξεις τῶν πραγμάτων, ἐν ᾧ, ἐὰν προσεκτικῶς παρατηρήσετε,
2723ἡ ἔλλειψις αὕτη, πρᾶγμα περίεργον, ἐπιβαρύνει σπουδαίως τὴ
2724ἀπολογίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ μεγάλους μᾶς ἔσωσε
2725κινδύνους, αἰωνίως ἀνακράζει ὁ πρωθυπουργός. Ποῖοι ὅμως
2726ἦσαν καὶ ποῦ ἔκειντο οἱ φοβεροὶ αὐτοὶ κίνδυνοι ἀπὸ τοὺς ὁ-
2727ποίους μᾶς ἐλύτρωσε; δὲν τὸ ἀποδεικνύει. Ἔσωσα τὴν ἐπανά-
2728στασιν, ἀνακράζει πάλιν ἡ Κυβέρνησις, ἐπισπεύσασα τὸ τέλος
2729τῆς Συνελεύσεως· ποῖοι δὲ κίνδυνοι προήρχοντο ἐκ τῆς Συνε-
2730λεύσεως κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως; οὐδὲ φαίνονται, οὐδὲ ἀποδει-
2731κνύονται. Δὲν πάσχει, λέγουσιν οἱ ὑπουργοὶ τὸ δημόσιον τα-
2732μεῖον, ὄχι, ὁ λαὸς μόνον πάσχει, ὡς ἂν τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ
2733ᾖναι ἄλλο τι παρὰ τὸ ταμεῖον ἑνὸς ἑκάστου τῶν πολιτῶν· ἀ-
2734φοῦ δὲ πάσχουσι τὰ ἰδιωτικὰ ταμεῖα, κύριοι ὑπουργοὶ, δὲν
2735ἀσθενεῖ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Δὲν λαμβάνομεν, ἀκούομεν
2736λέγοντας τοὺς ὑπουργοὺς, τὰ δάνεια, ὅπως τὰ ἐξοδεύσωμεν εἰς
2737τὰς ἀνάγκας μας, ἀλλ’ ὅπως δι’ αὐτῶν πληρώσωμεν ὅσα χρεω-
2738στοῦμεν, ὡς ἂν τὰ δάνεια δύναται ποτὲ νὰ ᾖναι ἄλλο τι παρὰ
2739χρέη· πόθεν ὅμως θέλουσι πληρωθῆ τὰ δάνεια ταῦτα, οἱ ὑπουρ-
2740γοὶ δὲν ὑποδεικνύουσι, φοβούμενοι ἴσως μήπως ἐννοήσωμεν, ὅτι,
2741καίτοι μὴ πληρώνοντες, δὲν ἐπαύσαμεν χρεωστοῦντες. Κρίνα-
2742τε λοιπὸν, ποῖος ἀποφεύγει μᾶλλον τὰς ἀποδείξεις τῶν πραγ-
2743μάτων, Κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἀποφασίσατε, ἐὰν ἡ ἔλλειψις αὕτη
2744δὲν ἐπιβαρύνῃ κατ’ ἀλήθειαν ἀποκλειστικῶς τὴν ἀπολογίαν
2745τοῦ ὑπουργείου.
2746Δανειζόμεθα, ὅπως πληρώσωμεν τὰ δάνεια, λέγετε, Κ. ὑπουρ-
2747γοὶ, καὶ πιστεύετε, ὅτι μᾶς ἀπατᾶτε; Τὰ χρέη δὲν ἀποσβέν-
2748νονται διὰ νέων χρεῶν, ὥστε τὸ ἐπιχείρημά σας εἶναι λίαν ἀ-
2749τυχὲς, δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο τὴν ἀνθηρὰν ἡμῶν κατάστασιν
2750περὶ τῆς ὁποίας διὰ νὰ μᾶς πείσετε πρέπει νὰ μᾶς παρουσιά-
2751σητε πειστικὰς ἀποδείξεις. Μὴν ὑπεκφεύγετε δι’ ἀτόπων ἐπι-
2752χειρημάτων τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἔλθετε μὲ ἀριθμοὺς, μὲ πρακτικὰ
2753ἔγγραφα, εἰς τὰ ὁποῖα ν’ ἀποδεικνύεται καθαρῶς ἡ ἀλήθεια.
2754Πράξατε ὅπως ἡμεῖς, οἵτινες ἀντὶ λόγων κενῶν πρὸς ἀπόδειξιν
2755φέρομεν νόμους καὶ διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων μ’ ὅλα
2756ταῦτα οὐδὲ σᾶς πείθομεν, οὐδὲ θέλομεν σᾶς πείσει, ἀφοῦ σεῖς
2757δὲν ἔχετε συμφέρον νὰ πεισθῆτε· ἀλλ’ ἐὰν αὐτοὶ δὲν θέλουν νὰ
2758πεισθῶσι σήμερον περὶ τῆς πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἡμῶν
2759καταστάσεως, Κ. βουλευταί, ἥτις μ’ ὅλα ταῦτα εἶναι γνωστὴ
2760εἰς τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ ἔθνους, πρέπει νὰ πεισθῆτε ὑμεῖς,
2761προσέχοντες εἰς ποῖον κακὸν σημεῖον εὑρισκόμεθα, διότι, ἐὰν
2762δὲν λάβωμεν ἡμεῖς ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς θέσεώς μας καὶ ἀναζη-
2763τήσωμεν τὰ πρὸς σωτηρίαν μέσα, δὲν μὲ λέγετε, ποῖος θὰ ἔλθῃ
2764νὰ μᾶς σώσῃ;
2765Ἀντικρούσας, ὡς ἠδυνήθην, κάλλιον τοὺς λόγους, οὓς ἀπὸ
2766τοῦ βήματος τούτου ἀπήγγειλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως
2767ὁ πρωθυπουργός, πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν Κυβερνητικῶν αὑτοῦ
2768πράξεων, δὲν ἠθέλησα νὰ ἐγγίσω παντάπασι τὰ οἰκονομικὰ ζη-
2769τήματα, τὰ κείμενα ἐκτὸς τοῦ στρατιωτικοῦ κλάδου, διότι,
2770ὡς γνωρίζετε, τὰ ζητήματα ταῦτα ἀνεπτύχθησαν καλῶς ὑπὸ
2771τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἴσως ἀναπτυχθῶσιν ἔτι καλλίτερον·
2772ἀλλὰ καὶ ξένα εἶναι τοῦ ἰδικοῦ μου ἐπαγγέλματος.
2773Μετὰ τὰς ἐπὶ τοσούτων ἀναπτυχθείσας καὶ ἀποδειχθείσας παρα-
2774βάσεις τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπαναστάσεως, περίεργον ἀποβαίνει νὰ ἴ-
2775δωμεν τί θέλουσι πράξει οἱ ἄνδρες τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε
2776ἐπανεστάτησαν, πρεσβεύοντες τὰς ἀρχὰς τῆς Συνταγματικῆς
2777ἀληθείας· αὐτοὶ οὗτοι πρέπει νὰ προσέξωσι, μήπως περιπέσωσιν
2778εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸν ἑαυτόν των, ἢ μήπως καταψηφίσωσι
2779τὰς ἀρχάς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἄλλοτε ἐπρομάχησαν. Ἂς ἀναλο-
2780γισθῶμεν πάντες, ὅτι τόσον διὰ τὸ γενικόν, ὅσον καὶ διὰ τὸ
2781μερικὸν συμφέρον ἑνὸς ἑκάστου, ἡ ἀπόφασις ἡμῶν πρέπει νὰ
2782ᾖναι δικαιοτάτη σήμερον, ἄλλως θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι δὲν
2783εἴμεθα ἄξιοι τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἐψήφισε πρὸ ὀλίγου ἡ Συν-
2784έλευσις, ἂς προσέξωμεν μήποτε λανθάνοντες βεβαιώσωμεν ἐνώ-
2785πιον τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ τοῦ κοινοῦ, ὅτι εἶναι συνταγ-
2786ματικόν, εἶναι συγκεχωρημένον, ὅπως κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ
2787νομοθετικοῦ Σώματος οἱ ὑπουργοὶ δι’ ἰδιαιτέρων διαταγμάτων
2788δύνανται νὰ διοικῶσι τὸ Κράτος, νομοθετοῦντες κατὰ βούλησιν.
2789Ὀλίγας λέξεις εἶμαι νῦν ἠναγκασμένος νὰ εἴπω περὶ τοῦ λογι-
2790στικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον παρατυχόντες οἱ ἀμυνόμενοι ὑπουργοὶ
2791ἔῤῥιψαν πρὸ αὑτῶν, ὅπως ἀντικρούσωσιν ὄπισθέν του τὰς
2792ἐναντίον τῶν ἀντισυνταγματικῶν διαταγμάτων κατηγορίας
2793τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ λογιστικὸς νόμος, ψηφισθεὶς ἀπὸ
2794τὰς Βουλὰς κατὰ τὸ ἔτος 1852, δὲν δύναται βεβαίως ν’ ἀν-
2795τιφάσκῃ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος· ἄλλως τε
2796ὁ λογιστικὸς νόμος ἤθελεν εἶσθαι δεύτερον Σύνταγμα. Κα-
2797τὰ τὰ ἄρθρα 15, 16 καὶ ἑπόμενα οὗτος ὁ νόμος χορηγεῖ εἰς
2798τοὺς ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα, ὅπως εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις,
2799ὡς π. χ. ἐν τῇ ἐπιδημικῇ νόσῳ τῆς χολέρας, λαμβάνωσιν
2800εἰδικὰς πιστώσεις διὰ Βασιλικῶν διαταγμάτων ἄνευ ἐπεκτά-
2801σεως τῆς ὑπηρεσίας. Πλὴν οἱ ὑπουργοὶ ὄχι μόνον τὴν ὑπηρεσίαν
2802ἐπεξέτειναν, ἀλλὰ καὶ νέαν παρὰ τὸν οἰκονομικὸν νόμον ἐδημι-
2803ούργησαν, διότι τοιαύτην ἀποδίδουσιν ἰσχύν, ὡς φαίνεται εἰς τὸν
2804λογιστικὸν νόμον, ἀλλὰ τότε εἰλικρινέστερα δύνασθε νὰ εἴπη-
2805τε, ἔχομεν ἓν Σύνταγμα, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕνα λογιστικὸν νό-
2806μον, ἀνατρέποντα τὸ Σύνταγμα.
2807§119ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό; ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐκ
2808τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν, τινὰ ὑπάγονται εἰς
2809τὸν λογιστικὸν νόμον.
2810§120ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐδὲν, διότι ὅλα ἐπεκτείνουσι τὴν ὑπη-
2811ρεσίαν, καὶ κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐκπηγά-
2812ζουν ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀνατρέψουν τὰς
2813διατάξεις αὐτοῦ· ὑμεῖς ἄνευ λόγου καὶ ἀνάγκης καὶ μόνον κατὰ
2814τὴν ἰδέαν σας πορευόμενοι ἐτολμήσατε τοιαύτας παρεξηγή-
2815σεις. Ἀλλὰ διατὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ Πρωθυ-
2816πουργὸς, ὅστις μὲ εὐχαρίστει πρὸ μικροῦ δι’ ὅσας ἔδωκα εἰς τὴν
2817Κυβέρνησίν του ὠφελίμους συμβουλὰς, ἔφυγον ἐκ τοῦ πεδίου
2818τῆς μάχης εἰς ἣν μ’ ἐπροκάλεσαν; Διατὶ δὲν φανερόνουσι τὰς συμ-
2819βουλὰς, ὅσας ἐπισήμως ἢ καὶ ἰδιαιτέρως ἔδωκα εἰς τὴν Κυβέρ-
2820νησιν, ὅπως ἴδωμεν ἐὰν ἕνεκα τῶν συμβουλῶν ἐκείνων κατακρί-
2821νωνται; Πρέπει ἆρά γε δικαιωματικῶς νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὅσα
2822αὐτοὶ εἰς τὰς κατ’ οἶκον ἰδιαιτέρας συνεντεύξεις μοὶ εἶπον; Ποτὲ,
2823οὔτε θέλω, οὔτε καταδέχομαι νὰ εἴπω τι περὶ ἐκείνων (θόρυβος).
2824Μικρὸν ἀκόμη ἐπιχείρημα θ’ ἀντικρούσω τῶν ὑπουργῶν
2825καὶ τελειόνω. Ἐνθυμεῖσθε τὶ σᾶς εἶπον δικαιολογούμενοι, διότι
2826εἰσέπραξαν φόρους ἄνευ νόμου καὶ ἕνεκα τῆς ἀνάγκης; Σᾶς εἶπον,
2827νομίζω, ὅτι τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ κατὰ τὰ 1843, ὅτε διε-
2828λύθη ἡ Συνέλευσις. Ὄχι· τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1843
2829καὶ τὸ 102 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐκείνου, καθὼς καὶ ὁ λό-
2830γος τοῦ Κ. Ζωγράφου, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς
2831ἐπικρατείας παρετάθη ἐπὶ τρεῖς ἔτι μῆνας μόνον καὶ μόνον
2832διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν φορολογικῶν νόμων. Καὶ ἐάν τις ἔχῃ
2833ἀμφιβολίαν, ἂς ἐξετάσῃ τὰ πρακτικὰ τὰ ἐν τῷ γραφείῳ τῆς
2834Βουλῆς, καὶ θέλει βεβαιωθῇ.
2835§121ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν λέγουν τοιαῦτα πράγματα τὰ πρακτικὰ
2836τοῦ 43.
2837§122Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται, Κ. Κυπριάδη, ὅτι σᾶς ἐξή-
2838γησα διατὶ ἔμεινε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἦτο μωρὰ,
2839νομίζετε, ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, παρατείνασα τὴν ὕπαρξιν τοῦ Συμ-
2840βουλίου ἄνευ σκοπῶν;
2841§123ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Διατὶ ἔμεινεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις; ἦτο μωρά;
2842§124ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὰ ἐπιχειρήματα ὅσα με-
2843τεχειρίσθησαν οἱ ὑπουργοὶ, ὅπως μᾶς πείσωσι περὶ τῆς ἀναπο-
2844δράστου ἀνάγκης, δυνάμει τῆς ὁποίας παρεβίασαν τὸ Σύνταγμα,
2845κατέπεσαν ἐλεεινῶς ἐνώπιόν σας, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ
2846αἰσθανομένη τὸ καθῆκόν της, θέλει ἀποφασίσει κατὰ τὸν ὅρκον
2847καὶ τοὺς νόμους, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ τῆς πατρίδος συμ-
2848φέρον.
2849§125ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί συμπεραίνετε λοιπόν;
2850§126Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι ἐσυμπέρανα καὶ προχθές, νὰ μεμφθῶ-
2851μεν τὴν Κυβέρνησιν.
2852§127ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον, Κ. Πρόεδρε.
2853§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 4 καὶ
2854¼ Μ. Μ.)