1865.06.25
3,052 rows · 26,211 words · 265 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13.
Τῆς 25 Ἰουνίου 1865.
(Παρασκευή.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§2ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Παγκράτης.
§3Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ συζήτησις, Κύριοι, τῆς χθὲς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων ἀπέληξεν εἰς μίαν ψηφοφορίαν· τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι εὑρέθησαν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν 58 ψῆφοι ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς, καὶ 57 κατὰ τοῦ ἀκύρου, τεσσάρων ἀρνηθέντων ψῆφον· λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι τὸ τοιοῦτον ζήτημα φέρεται εἰς ὑπόθεσιν ὅλως προσωπικήν, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ μεγάλης σπουδαιότητος, ὡς δυνάμενον νὰ παρουσιασθῇ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν περιπλέκονται ἴσως συμφέροντα πολιτικά. Τὸ ζήτημα τοῦτο παρουσιάσθη εἰς τὰ κατὰ καιροὺς κοινοβούλια ὅλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν κρατῶν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ παρὰ διὰ τοῦ κανόνος τῆς λογικῆς, τοῦ κανόνος τοῦ καταρτισμοῦ τῶν σωμάτων. Εἶναι ἀναμφίλεκτον, Κύριοι, ὅτι ὁ κανὼν, καθ’ ὃν μορφοῦνται αἱ ἀποφάσεις τῶν πολυμελῶν σωμάτων, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς πλειονοψηφίας· ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία δὲν εἶναι μία, διαιρεῖται εἰς τρία, εἶναι πλειονοψηφία σχετικὴ, ἀπόλυτος καὶ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός. Τὸ 50 ἄρθρον τοῦ συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ἐπαρκὲς διὰ νὰ πληρώσῃ ἕνα κανόνα τὸν ὁποῖον παρουσιάζει ὁ προσωρινὸς κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ καλλιτέρα λύσις τοῦ ζητήματος. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅταν ἐσυζητοῦμεν τὸν προσωρινὸν κανονισμὸν, ἡ Βουλὴ ἀπέκρουσε τὴν ἰδέαν τοῦ τρόπου δι’ οὗ ἐκδηλοῦται ἡ ἀπόφασις τοῦ σώματος, διότι ἐθεώρησεν ὅτι τὸ μέσον αὐτὸ τὸ ἀντιπροσωπεύει τὸ σύνταγμα. Τὸ σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 55 λέγει ῥητῶς· «ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν της,» τοῦτο ἀφορᾷ τὸν καταρτισμὸν τοῦ σώματος· καὶ τὸ δεύτερον δὲ ζήτημα λέγει «ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἄνευ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν.» Ἡ λέξις ἀπόλυτος ἦτον ἄσκοπος, ἐγὼ λέγω ὅτι εἶναι ἄσκοπος, διότι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπῃ ἀπόλυτος, ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπῃ πλειονοψηφία· λέγω ὅτι εἶναι ἄσκοπος ἡ λέξις ἀπόλυτος, διότι ἡ καταρτίσασα τὸ πολίτευμα συνέλευσις, δι’ ἐπανειλημμένων ἑρμηνειῶν τῆς ἐξήγησε τοῦτο, διότι ὁσάκις πρόκειται νὰ ᾖναι ἀπόλυτος πλειονοψηφία, πρέπει νὰ τὸ λέγῃ ῥητῶς. Τὸ παράδειγμα, Κύριοι, τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ σώματος εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εὑρίσκωμαι εἶναι ἡ ὡραιοτέρα λύσις τοῦ ζητήματος. Ἡ Βουλὴ συγκροτεῖται ἀπὸ 177 βουλευτάς.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑκατὸν ἑβδομήκοντα ὀκτώ.
§5Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἐσυγκροτεῖτο ἀπὸ 177· διὰ νὰ καταρτισθῇ τὸ σῶμα ἀπῃτεῖτο, κατὰ τὸν νόμον καὶ τὸ σύνταγμα, τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ 177 ποῖον εἶναι; εἶναι 88 καὶ ἥμισυ· ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ σῶμα συγκροτούμενον ἐξ ἀνθρώπων ἀπὸ 88 καὶ ἥμισυ; Ὄχι βέβαια. Θὰ παραδεχθῶμεν 89 καὶ ἥμισυ, διότι, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἀπαιτεῖται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς, ἀλλ’ ὑπάρχει ἄνθρωπος κατὰ τὸ ἥμισυ; Καὶ αὐτὸς ὁ μέγας συγγραφεὺς τῆς Γαλλίας, ὁ Λαβὼ, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τὸ ἔλυσεν ἀνεκκλήτως καὶ τὴν λύσιν αὐτὴν παρεδέχθησαν ὅλα τὰ κοινοβούλια. Λέγω λοιπὸν, ἐπειδὴ ἡμίσεια ψῆφος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, θὰ παραδεχθῶμεν 90 καὶ οὐχὶ 89 καὶ ἥμισυ, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ἀπαιτεῖται ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ 177 ὁ ἀριθμὸς 89, διότι ἄλλο τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς καὶ ἄλλο ἀπόλυτος πλειονοψηφία, διότι ἂν πάρωμεν τὸν ἀριθμὸν 51 τὸ ἥμισυ εἶναι 25 καὶ ἥμισυ, ὥστε 26 ψῆφοι ἀποτελοῦν τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ἀπόλυτον, διότι αἱ 26 εἶναι περισσότεραι τῶν 25. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου βλέπετε ὅτι ἡ χθεσινὴ ψηφοφορία παρουσίασεν τὸ φαινόμενον αὐτό· δύνανται νὰ μᾶς εἴπουν ὅτι οἱ ἀρνηθέντες εἶναι ἀκαταλόγιστοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν ψήφων, ὡς μὴ ἀντιπροσωπεύοντες οὔτε τὴν μίαν οὔτε τὴν ἄλλην γνώμην· ἀλλ’ οὕτω πως, Κύριοι, φιλονεικοῦμεν τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν, διότι ἐνῷ ὑπάρχουν, τοὺς ἀφαιρεῖται τὸ δικαίωμα τῆς συνειδήσεως τῆς ψήφου. Ὁ ἀρνούμενος ψῆφον, Κύριοι, ἐξήσκησεν τὰ δικαιώματά του, ὅπως καὶ οἱ ταυτιζόμενοι ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ ὑπὲρ τῆς ἄλλης γνώμης. Οἱ ἀρνούμενοι δὲν συμφωνοῦν οὔτε μὲ τὴν μίαν, οὔτε μὲ τὴν ἄλλην γνώμην, ὡς π. χ. ὁ Κ. Ῥούκης καὶ ἕτερός τις εἶχον ἰδέαν ἀκυρωτικὴν ἐφ’ ὅλης τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ παραδεχομένης τῆς ἀρχῆς, ὅτι οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον δὲν ἐκφράζουν ἰδέαν καὶ δὲν δύνανται νὰ συγκαταριθμηθοῦν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν παρόντων, ἠξεύρετε εἰς ποῖα ἀτοπήματα περιπίπτομεν; περιπίπτομεν εἰς τὴν ἀτοπίαν, ὅπως τὰς ἀποφάσεις τῶν πολυμελῶν σωμάτων ἐκφράζωμεν διὰ μιᾶς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ᾖναι σεβαστὴ οὔτε εἰς τὸ κοινὸν, οὔτε πουθενά· καὶ ἐπὶ παραδείγματι, Κύριοι, ἂν μεταξὺ τῶν χθὲς ψηφοφορησάντων, 60 ψῆφοι ἦσαν ἀρνητικαὶ, καὶ ἦτο πολὺ πιθανὸν νὰ ἦτον ἀρνητικαὶ, τότε ἤθελε παρουσιασθῆ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ σώματος ἐξεδηλώθη ὑπὸ 40 προσώπων ἀπέναντι 60 προσώπων, καὶ 15 κατηγορησάντων τὴν ἐκλογήν· τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, ἤθελε παραλύει πάντοτε τὰς ἀποφάσεις τοῦ σώματος, ἤθελε καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ὕπαρξιν τῶν πολυμελῶν σωμάτων, καὶ μὴ νομίσετε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐξεμεταλλεύθη ἄλλοτε· τὸ κατώρθωσαν, Κύριοι, εἰς μίαν ψηφοφορίαν σπουδαίαν ἐπὶ μεσοβασιλείας· ἠθέλησαν νὰ συνωμόσουν ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας καὶ νὰ παρουσιάσωσι 30–40 ψήφους ἀρνητικὰς ἵνα μὴ δυνηθῇ ἡ μία μερὶς νὰ σχηματίσῃ πλειονοψηφίαν ἀπόλυτον· δεκάκις ἐπανελάβομεν τὴν ἐκλογὴν ἕως ὅτου αἱ συνειδήσεις συνῆλθον καὶ συνεῖδον τὸ καθῆκόν των. Βλέπετε, Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι καθαρὸν, καθαρώτατον, ὅτι αἱ 58 ψῆφοι δὲν δύνανται ἐπὶ ἑνὸς σώματος συγκεκροτημένου ὅπως χθὲς ἐξ 119 ψήφων νὰ ἐπιβάλλουν τὴν θέλησίν των εἰς ψήφους 57 καὶ 4=61, διότι ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι τοιαύτη πλειονοψηφία ὀφείλει νὰ δεσπόζῃ, ὑπολογίσατε τὰς συνεπείας· δι’ ὅλα ταῦτα φρονῶ, ὅτι ἀκολουθοῦντες τοὺς κανόνας τῶν πολυμελῶν σωμάτων, παραδεχόμενοι τὴν ἑρμηνείαν τὴν ἐπίσημον τῶν μεγαλειτέρων τῆς Εὐρώπης συγγραφέων, δὲν θὰ θελήσετε νὰ ἀναλύσητε τὸ ζήτημα σύμφωνα πρὸς τὸ καθῆκον καὶ τὰ παραδεδεγμένα, καὶ σᾶς ἀναφέρω μερικὰ παραδείγματα ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ παρουσιάζεται τὸ τοιοῦτον κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ στενότης τοῦ τόπου μᾶς θέτει εἰς μεγάλας σχέσεις μεταξύ μας. Εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Θήρας ἐν τῇ Συνελεύσει ἐψηφοφόρησαν 133, ὑπὲρ 66, κατὰ 62, 5 ἠρνήθησαν ψῆφον, καὶ μόλα ταῦτα 66 ψῆφοι ἀπέναντι τῶν 62 δὲν ἐθεωρήθησαν μεγαλείτεροι ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν· εἰς τὴν Λακεδαίμονα ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 183, 92 ἦσαν ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς, 90 κατὰ, εἷς ἠρνήθη ψῆφον, καὶ ἐν τοσούτῳ ὁ ἀριθμὸς 92 ἐθεωρήθη μικρότερος τοῦ 90, διότι ὁ 90 προσθετόμενος εἰς τὸν ἕνα ἔκαμεν 91, καὶ ὁ 92 δὲν εἶναι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός· εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Θρακοβουλγάρων ἐψηφοφόρησαν 163, 80 πρὸς 79, 4 ἀρνηθέντων ψῆφον, καὶ μολαταῦτα οἱ 80 δὲν ἐθεωρήθησαν ὡς ἀποτελοῦντες τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν. Διὰ ταῦτα ὅλα, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἐνδεχόμενον, εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ παρουσιάζεται συχνὰ εἰς ζητήματα ἀποβλέποντα τὰ μεγαλείτερα συμφέροντα τῆς πολιτείας, καὶ ἑπομένως πολλάκις θὰ ἐπανέλθωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ βουλὴ ὤφειλε νὰ ὁμολογήσῃ ὅ,τι εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ πολίτευμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐθεωρήσαμεν ὑπάρχον τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ τὸ θέσωμεν εἰς τὸν κανονισμόν· κατὰ συνέπειαν προτείνω τὴν ἐπανάληψιν τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας.
§6Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, λυποῦμαι πολὺ, διότι πρόκειται νὰ ἐπιφέρω γνώμην ἐπὶ ἑνὸς νομικοῦ ζητήματος, ἐνῷ πρόκειται περὶ προσωπικῶν πραγμάτων καὶ μάλιστα τῆς ἰδίας μου ἐκλογῆς· τοῦτο δὲ θέτει τοὺς ὑπερασπιζομένους τὴν ἐναντίαν ἰδέαν εἰς ὑπεροχὴν ἠθικὴν, καὶ δὲν εἶναι μικρὰ ἡ ὑπεροχὴ αὕτη, διότι ἕκαστος ἄνθρωπος φύσει δὲν εὐχαριστεῖται τόσον πολὺ νὰ ἀκούῃ τὸν ἄνθρωπον, ὅστις λαλεῖ ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ του, ἂν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔρχεται σχετικὸν καὶ μὲ αὐτὸν τὸν νόμον, ἐνῷ εὐχάριστος εἶναι ἕτερός τις δρόμος, ὅταν τις ἀκούῃ λαλοῦντα ἄνθρωπον ὑπὲρ τοῦ νόμου καὶ κατὰ τοῦ ἀντιπάλου του. Εἶναι λοιπὸν δυσχερὴς κατὰ τοῦτο ἡ θέσις μου. Ἀλλὰ μόλα ταῦτα δὲν θέλω λείψει ἀπὸ τοῦ νὰ ὑπερασπίσω καὶ ἐμὲ αὐτὸν καὶ τὸν νόμον, ὅστις εἶναι ὑπὲρ ἐμοῦ· εὔκολον πρᾶγμα εἶναι νὰ ἑρμηνεύῃ τις ἕνα νόμον, καθόσον αὐτὸς ἤθελε τὸν νομίσει συμφέροντα εἰς αὐτόν, ἀλλὰ δύσκολον πρᾶγμα εἶναι νὰ ἐπιτύχῃ καὶ ἑρμηνείαν ἑρμηνεύουσαν τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν, αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ὁ προαγορεύσας ἔφερέ τινα παραδείγματα εἰς ὑπεράσπισιν τῆς ἰδέας του, τὰ ὁποῖα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ καταπίπτουν ἀμέσως ἀπέναντι τῆς ἀληθείας· ὅπως ὑποστηρίξῃ τὰ παραδείγματα, ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον 56 τοῦ συντάγματος· τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἰδέας μου· ἰδοὺ τί λέγει. «Ἡ βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἡμίσεως τῶν μελῶν αὐτῆς·» αὐτὸς εἶναι ὁ ὅρος, παρακάτω δὲ λέγει ἐν ἀπολύτῳ πλειονοψηφίᾳ τῶν παρόντων μελῶν, ἐν περιπτώσει δὲ ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται· αὐτὴ εἶναι ἡ χειροτέρα θέσις δι’ ἓν ζήτημα νὰ ἔλθῃ εἰς ἰσοψηφίαν· τί ὅμως ἐννοεῖ ἐνταῦθα ὁ νόμος παρόντας; παρόντας ὁ νόμος δὲν ἐθεώρησεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν γνώμην, παρόντας ὁ νόμος ἐνόησε νά ᾖναι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός, ἀλλὰ παρόντας, οἱ ὁποῖοι ἐκφέρουν γνώμην, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι νεκροί· πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ παραδείγματος τούτου τί σᾶς λέγει ὁ Πρόεδρος; ὑποθέσατε ὅτι εἰσὶν 100 ἀρνούμενοι ψῆφον καὶ 15 ψηφοφοροῦν, τότε λοιπὸν ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ἰσχυρά; ὄχι· διότι οἱ 15 δὲν ἀπαρτίζουν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς, διότι ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει, ὅταν 15 ζῶσι μόνον ἐντὸς ἑνὸς κοινοβουλίου. Οὕτω πως, Κύριοι, κανὲν ἔθνος δὲν δύναται νὰ κάμῃ καμμίαν πρᾶξιν· ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα ἡ διάνοια τοῦ ζητήματος εἶναι καθαρὰ, ἀπαιτεῖ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός· ἀπαιτεῖ τὴν συγκατάθεσιν τῶν παρόντων· ὅταν ἔχουν γνώμην, διατὶ ἀρνοῦνται ψῆφον; λέγει ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης ὅτι ἀμφιβάλλουν· καὶ κατὰ τὸ γενικὸν ἀξίωμα τῆς νομικῆς, πᾶσα ἀμφιβολία εἶναι ὑπὲρ τοῦ ζητήματος. Εὔκολον πρᾶγμα, Κύριοι, νὰ δώσωμεν κανόνας, μίαν ὁποιανδήποτε ἑρμηνείαν εἰς ἕνα νόμον, ἀλλὰ δυσχερέστατον νὰ εἰσδύσωμεν εἰς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. Καὶ ὅταν παρουσιασθῇ ἀμφιβολία, δὲν πρέπει νὰ τὴν ἐξηγῶμεν κατὰ τῶν προσώπων· διότι εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὴν διάνοιαν ὅλων τῶν νομομαθῶν, καὶ ἂν δὲν ἦμαι νομομαθὴς νὰ φέρω πολλὰ παραδείγματα, ἀλλὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου τὰς ἔμαθα· ἡ ἑρμηνεία λοιπὸν αὕτη δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἔχῃ καμμίαν ἰσχύν. Τί ἐσυζητήσαμεν εἰς τὸν προσωρινὸν κανονισμόν; ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, νὰ θεωρῶνται ὡς παρόντες καὶ οἱ ἐν τοῖς δωματίοις, καὶ ἂς μὴ ἔχουν ψῆφον, ἀλλὰ μόνον διὰ τὴν ἀπαρτίαν, οὐχὶ διὰ τὴν ἀπόφασιν· καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅ,τι προχθὲς ἐσυζητήσαμεν, διότι τὸ ἓν πρόσωπον δὲν ἀρέσκει εἰς τοὺς μὲν, τὸ δὲ ἄλλο, εἰς τοὺς δέ. Ἐγὼ, Κύριοι, τοιαύτην ἔχω τοὐλάχιστον ἰδέαν ὑπὲρ τοῦ νόμου, καὶ εἰς ὅσα συγγράμματα ἀνέγνωσα, αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἔγνων. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἰσχυρισμὸς 4 ἀνθρώπων νὰ καταστρέψῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς; Ποτὲ δὲν θέλω παραδεχθῆ τὸ τοιοῦτον. Δὲν ὁμιλῶ, Κύριοι, πολιτικῶς, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται νὰ ἀγορεύσω ἵνα μεταβάλω πεποιθήσεις, ἀλλὰ νὰ ὑπερασπισθῶ ἁπλῶς τὸν νόμον, ἴσως καὶ διὰ τελευταίαν φοράν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου, ὅτι ἐδῶ ὁ νομοθέτης ὑποθέτει παρόντας ἀνθρώπους ἐκφράζοντας τὴν γνώμην των. Πᾶς ὅστις δὲν ἐκφράζει γνώμην εἶναι νεκρὸς, ἀμφίβολος, καὶ ἡ ἀμφιβολία εἶναι ὑπὲρ τοῦ ζητήματος. Βεβαίως, Κύριοι, ἀπὸ ἐμὲ, καταγινόμενον ἀδιακόπως νὰ μελετῶ περὶ φρουρίων καὶ πυροβόλων δὲν θὰ ἐπεριμένατε νομικὰς γνώσεις.
§7ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σήμερον δὲν εἶναι ζήτημα προσωπικὸν, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικὸν, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὸν κόσμον ἐὰν ἔχωμεν Σύνταγμα, καὶ ἂν ἐννοῶμεν ὅτι τὸ Σύνταγμα αὐτὸ εἶναι διὰ πάντας ἰσχυρὸν, ἢ ἂν ἀπεναντίας ἐννοῶμεν αὐτὸ κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας ἡμῶν συμπαθείας, καθ’ ἃς ποτὲ μὲν ἔχει τὴν δεῖνα ποτὲ δὲ τὴν δεῖνα ἀντίθετον σημασίαν. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ δίδωμεν ζωὴν καὶ ἀληθῆ ὕπαρξιν εἰς τὸ Σύνταγμα, καθόσον ἄλλως δὲν ἐννοῶ πῶς θὰ δείξωμεν καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ εἰς τὸν κόσμον, ὅτι σεβόμεθα τοὺς καθεστῶτας νόμους. Πρίν, κύριοι, ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα ἢ ὄχι, ἂς ἐξετάσωμεν τὸ προδικαστικὸν ζήτημα τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ὁ ἴδιος μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπεθύμει νὰ μὴν εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον· ἀρκεῖ μόνον ὥστε ὁ ἀγορεύων νὰ ἦναι ὑπὲρ τῆς καλῆς καὶ νομίμου μερίδος. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ εἴπῃ εἶναι ὅτι ὁ ὑπὲρ ἑαυτοῦ λαλῶν ἀφίνει ἀμφιβολίας τινας ὑπὲρ τῶν ἰσχυρισμῶν του διὸ ἂς μᾶς ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πετιμεζᾶς νὰ ἀντικρούσωμεν τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ. Ἀφ’ ἑνὸς παραδέχεται οὗτος, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπεριόριστος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου λέγει, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀρχὴ τοῦ δεδικασμένου, ἥτις δεσμεύει τὴν Βουλήν. Δὲν ἐννοῶ πῶς δύναται νὰ συμβιβάσῃ τὰ δύο ταῦτα ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Μὴ συμφωνῶν δὲ οὔτε πρὸς τὸ ἓν, οὔτε πρὸς τὸ ἕτερον, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει φραγμοὺς ά.) τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον τὴν δεσμεύει, τὸ ὁποῖον καλὸν ἢ κακὸν, εἶναι ἀνώτερον πάσης θελήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ βʹ.) ἔχει καὶ ἄλλον φραγμὸν ἀνώτερον τοῦ Συντάγματος καὶ θελήσεως ὁσωνδήποτε καὶ ὁποιωνδήποτε προσώπων, τὴν ἰδίαν αὐτῶν συνείδησιν, τιμὴν καὶ ὑπόληψιν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φραγμοὶ ὑπὸ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ περιορίζεται κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἐνέργειαν. Δὲν εἶναι δεδικασμένον δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, διότι μαρτυροῦν τὰ πράγματα αὐτὰ, καὶ θέλω τὰ ἐκθέσει ἐν εἰλικρινείᾳ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἂς μὲ διαψεύσωσιν, ἂν δὲν εἴπω τὴν ἀλήθειαν, οἱ παρασταθέντες κατὰ τὴν χθὲς συζήτησιν, οἱ χθὲς παρόντες εἰς τὸ ἀκροατήριον καὶ τὰ στενογραφημένα πρακτικά. Ἐγένετο ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς, διὰ μακρῶν προσεπάθησεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ, πολλὰ ἐῤῥέθησαν ὑπὲρ τοῦ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς, ὀλίγαι τινὲς λέξεις παρὰ προσώπου μὴ ἀπ’ εὐθείας ἐνδιαφερομένου ἐῤῥίφθησαν ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου ψηφοφορία περὶ τούτου ἐγένετο καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι 58 πρόσωπα ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς, 57 κατὰ καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον, δηλαδὴ δὲν ἐξέθεσαν τὴν γνώμην των. Τὸ ὅλον τῶν παρόντων ἦτον 119, ὁ κ. Πρόεδρος βεβαιοῖ τοῦτο, οἱ ψηφολέκται ἐπιβεβαιοῦσι τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν πραγμάτων καὶ ὁ κ. Πρόεδρος ἀναγγέλλει ὅτι ἐκηρύχθησαν Βουλευταὶ οἱ δεῖνα καὶ οἱ δεῖνα. Ἐγὼ προχωρῶ περαιτέρω· ἐγὼ ὁ ἴδιος τὸν ἀξιότιμον κ. Λεωνίδαν Πετιμεζᾶν συνεχάρην, εἰπὼν, «καί τοι ἐναντίος, μόλον τοῦτο σᾶς συγχαίρω». Ἀλλὰ μόλα ταῦτα, κύριοι, εἶναι δεδικασμένον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀποφασισμένον ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη καὶ ἀνεγνώρισε τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Τὰ πρακτικὰ ἀναγινώσκονται σήμερον καὶ πρόκειται νὰ ἐπικυρωθῶσιν ὑπὸ τῆς βουλῆς· ὁ κ. Μαυρομιχάλης λαμβάνει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, καὶ λέγει, ἡ ἀπόφασις τοῦ Προέδρου εἶναι ἐναντία τοῦ Νόμου, ἀφοῦ δὲν ἐκυρώθη οὔτε χθὲς, οὔτε σήμερον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐκυροῦτο, καλὰ κακὰ, ἔννομα, παράνομα, ἡ Βουλὴ τὸ ἔπραξεν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη χθὲς, ὅτι εἶναι ἔγκυρος ἡ ψηφοφορία ἥτις ἐγένετο ἐν τῷ μέσῳ ἐκείνου τοῦ θορύβου καὶ τῆς ταραχῆς ἅτινα ἀσχημίζουν ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι λέγομεν, ὅτι εἴμεθα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δυνάμεθα νὰ κυβερνήσωμεν, νὰ θεσπίσωμεν τοὺς καλοὺς διὰ τὴν Ἑλλάδα νόμους καὶ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ μιμηθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι; Ἐν τῷ μέσῳ, λέγω, τοῦ θορύβου ἐκείνου ἦτον εὔκολον νὰ ἀκούσῃ τις τι ἐλέγετο; ἐξεδόθη τότε πρᾶξίς τις τῆς Βουλῆς; ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, ὅτι εἶναι ἔγκυρος καὶ ἀποτελεσματικὴ ἡ ψηφοφορία της; Διόλου δὲν ἀπεφάνθημεν τοῦτο. Ἡ Βουλὴ σήμερον θὰ ἀποφανθῇ ἐὰν οἱ νόμιμοι Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας εἶναι αὐτοί. Τὰ πρακτικὰ λέγουν, ὅτι ὁ Πρόεδρος μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, ἥτις ἐγένετο, ἀπεφάνθη, ὅτι εἶναι 58 πρὸς 57. Ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξε νομίμους Βουλευτὰς αὐτοὺς, ἀλλὰ δὲν λέγουν ἐὰν ἀπεφάνθη (θόρυβος). Μὴ μὲ διακόπτετε, σᾶς παρακαλῶ, αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου· ἂν θέλετε διὰ τῶν φωνῶν καὶ κραυγῶν νὰ συζητήσωμεν, παραιτῶ τὸ βῆμα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§9ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἦλθα νὰ ἐπιδιώξω συμφέροντα εἰς τὴν Βουλήν· λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη. Ἂν θελήσωμεν νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, θὰ εἴπωμεν ἓν ψεῦδος. Τὸ δεδικασμένον δὲν ὑπάρχει καὶ ἤδη ὅτε ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ δικαιούμεθα νὰ διορθώσωμεν ταῦτα, ἄλλως εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγινώσκωνται. Ὅταν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν λέγουν τὰ πρακτικὰ, ἀποτελοῦσι δεδικασμένον, μόνον καὶ μόνον διότι ἀναφέρεται ἐν αὐτοῖς ὅτι ὁ Πρόεδρος τὸ εἶπε, ἡ Βουλὴ τότε ἀντικαθιστᾶται ὑπὸ τοῦ Προέδρου. Ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ εἴπω μὲ ὅλον τὸ σέβας καὶ τὴν ὑπόληψιν, ἣν ἔχω πρὸς τὸν πρόεδρον, ὅτι οὔτε εἰς τὸν πρόεδρον, οὔτε εἰς κανένα δίδω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ποία εἶναι ἡ συνείδησίς μου. Δεδικασμένον λοιπὸν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη· σήμερον προσκαλεῖται νὰ εἴπῃ ἂν τὰ πρακτικὰ ἔχωσι καλῶς ἢ ὄχι, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη χθὲς ἢ ὄχι. Ἄλλως τε τί φόβον ἔχει ὁ κ. Πετιμεζᾶς; Ἔπρεπε μάλιστα νὰ εἴπῃ· «δὲν καλύπτομαι ὑπὸ τοὺς τύπους τῆς Πολ. Δικονομίας, δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ δεδικασμένον, λέγετε ὅτι δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή; ἂς ἀποφανθῇ σήμερον, ἐγὼ εἶμαι νόμιμος Βουλευτής. Ἐὰν σεῖς παρανόμως πράττοντες θέλετε νὰ μὴ μὲ ἀναγνωρίσητε, ἡ παρανομία ἔστω ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν», ἀλλὰ, κύριοι, τί ἐπικαλεῖται; τὸ δεδικασμένον, τὸ ὁποῖον προφανῶς εἶναι ἀνυπόστατον. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον θέλετε σήμερον νὰ κάμετε, εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα; Ἐφαρμόζομεν λοιπὸν αὐτὸ λέγοντες, ὅτι ἐπὶ 115, ψήφων, ὅτε 58 εἶναι ὑπὲρ καὶ 57 κατὰ καὶ 4 ἀδιάφοροι, λύεται τὸ ζήτημα; Θὰ πιστευθῶμεν, ὅτι θέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ μείνωμεν ὁπωσδήποτε Βουλευταί, εἴμεθα οἱ ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους μᾶς ἔστειλεν ὁ λαὸς νὰ βουλευθῶμεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ; Πρῶτος ἐγώ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ διστάσω, νὰ ἔχω τὴν ἀμφιβολίαν. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι καθαρὰ καθὼς ὁ ἥλιος ὁ σημερινός. «Ἄρθρον 56. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν». Τί μᾶς εἶπε, κύριοι, ὁ κ. Πετιμεζᾶς; ὅτι καθίσταται ἀμφίβολος ἡ ἑρμηνεία τοῦ Νόμου. Ἀπὼν εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις σιωπᾷ παρακαθήμενος μεθ’ ἡμῶν; Παρὼν θεωρεῖται ἐκεῖνος, ὅστις μένει ἐντὸς τῶν δωματίων τοῦ Βουλευτηρίου καὶ τὸν ὁποῖον προχθὲς ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἐναντίον τῆς γνώμης μου, εἶπεν ὅτι εἶναι παρών; Ὁ ἀπὼν ἐκεῖνος εἶναι παρών, καὶ ἀφοῦ, Κύριοι, ὁ ἀπὼν εἶναι παρών, θέλετε νὰ εἴπητε κατ’ ἀντίστροφον λόγον ἀπόντα ἐκεῖνον, ὅστις εἶναι ἐδῶ, ἐνώπιόν μας; ὅστις συσκέπτεται μεθ’ ἡμῶν καὶ ὅστις ἐρωτώμενος περὶ τῆς γνώμης του δὲν ἀπαντᾷ; Τότε δὲν καταλαμβάνω τὴν σημασίαν τῶν λέξεων, τότε νὰ κάμωμεν νέον λεξικὸν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἡ γλῶσσα εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ ἑξῆς «Ὁ παρὼν θεωρεῖται ἀπών,» καὶ τοῦτο οὐχὶ πάντοτε, ἀλλὰ σήμερον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ αὔριον κατ’ ἄλλον τρόπον, διότι ἄλλοτε ὁ ἀπὼν σημαίνει παρών, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὁρίσατε, κ. Βουλευταί, μὲ τοῦτο τὸ νέον λεξικόν, μὲ αὐτὴν τὴν λογικήν, μὲ αὐτὴν τὴν τιμιότητα καὶ εὐσυνειδησίαν νὰ κάμωμεν νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ κυβερνήσωσι τὴν Ἑλλάδα καὶ θὰ τὴν καταστήσουν τῷ ὄντι πρότυπον βασιλείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ! Τότε μάλιστα. Ἐν ὅσῳ ὅμως ἔχομεν Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ὡρκίσθημεν νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν εὐσυνειδήτως, πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν εἶναι ἰσχυρὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος· ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος πλειοψηφία τῶν παρόντων μελῶν. Ὅταν λοιπὸν παρατηρῆτε, ὅτι παρόντες εἶναι 119, ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν 119 ἀριθμητικῶς (δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχωμεν ἄλλην τινὰ ἀριθμητικὴν παρ’ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἕως τώρα γνωρίζομεν,) εἶναι 59½, καθότι ἂν προσθέσωμεν καὶ 1 γίνεται 60½, καὶ πάλιν ἂν προσθέσωμεν καὶ ½ διότι 60½ Βουλευταὶ δὲν ὑπῆρχον, γίνεται 61, τότε θὰ πεισθῆτε ὅτι ὁ ἀριθμὸς 58 δὲν ἀποτελεῖ τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα. Τοὐλάχιστον ἡ λογική, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ὁ Θεός, καὶ ἡ ἀριθμητικὴ τὴν ὁποίαν παιδιόθεν ἐσπούδασα, ἀποδεικνύει, ὅτι ἀριθμητικῶς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν 119 δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς 58. Πιστεύω λοιπόν, ὅτι διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ μᾶς φωνάξῃ ὁ κόσμος, ὅτι σφαγιάζομεν τὰ πολυτιμότερα δικαιώματα καὶ συμφέροντα, πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι χθὲς δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Προέδρου, στηριζομένη εἰς ψηφοφορίαν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ 56 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, δὲν ἀποτελεῖ ἔγκυρον πρᾶξιν τῆς Βουλῆς, καὶ κατὰ συνέπειαν, ὅτι ἀπαιτεῖται ἐπανάληψις τῆς ψηφοφορίας. Τί φοβεῖται ὁ κ. Πετιμεζᾶς; καὶ τὸ συμφέρον του τὸ ἠθικόν, καὶ ἡ ὑπόληψίς του ἀπαιτεῖ τοῦτο. Ἄλλως ἂς εἴπωμεν, ὅτι ἕκαστος, ὅστις εἰσέρχεται εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, δύναται νὰ πράττῃ καὶ νὰ ἀγορεύῃ ὅ,τι βούλεται, καὶ ὅτι οὐδένα ἔχει φραγμὸν εἰς τὰς ἐνεργείας του.
§10ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἴπομεν ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος, καὶ τὸ εἴπομεν χθὲς καὶ σήμερον δὲν εἰμποροῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν· ἄλλη ἡ χθὲς καὶ ἄλλη ἡ σήμερον. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι σύγκειται τὸ δεδικασμένον εἰς τὴν κύρωσιν τῶν πρακτικῶν; Πλανᾶσθε κύριε Μπαλάνε. Ἡ κύρωσις τῶν πρακτικῶν καὶ ἡ ἀνάγνωσις δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ ἡ ἔκθεσις τῶν γεγονότων τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, καὶ εἰμποροῦμεν μόνον νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν γραμματέα ἢ τὸν συντάκτην, ὅτι ἀντελήφθη κακῶς τὴν δεῖνα περικοπήν. Θὰ εἴπωμεν λοιπὸν ὅτι ὅσα ἔγραψεν ὁ συντάκτης δὲν εἶναι ἀληθῆ. Ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς ἐτελείωσε χθὲς καὶ εἶναι ἀτόπημα μέγιστον, τρὶς μέγιστον, νὰ θέλωμεν νὰ καταστρέψωμεν τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας καθιέρωσαν οἱ σοφοὶ τοῦ αἰῶνος, διότι ὑπὸ τὸ πρίσμα μιᾶς ἰδέας, μιᾶς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἀντελήφθημεν ὡς δῆθεν ἱερὰν, ὡς δῆθεν ἁγνὴν, θέλετε νὰ ὑποβάλητε αὐτὴν τὴν γνώμην. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, σημειώσατέ μας καὶ ἡμᾶς.
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργ. τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.). Καὶ ἐμὲ, Κ. πρόεδρε.
§13ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ἐν τιμῇ ὅτι δὲν εἶχον καμμίαν διάθεσιν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ προκειμένου. Ἐὰν μὲ βλέπετε κατά τι συγκεκινημένον, μὲ βλέπετε, διότι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ δικαίου, ὑπὲρ τοῦ ἀληθοῦς. Νὰ σεβασθῆτε τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν καθιέρωσαν σοφοὶ ἄνδρες καὶ διεκήρυξαν, ὅτι τὸ δεδικασμένον εἶναι δεδικασμένον. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι κατὰ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἡ ὁποία δὲν ἐπιδέχεται καμμίαν ἀντίῤῥησιν, μήτε τὴν ἐλαχίστην, μήτε κυβερνητικὴν, μήτε ἀντικυβερνητικὴν, μήτε ὅλου τοῦ κόσμου, δὲν εἰμπορεῖ ἡ Βουλὴ παρὰ νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι δεδικασμένον, διότι τὸ ἐναντίον ἀπέχει ὅσον ἡ γῆ ἀπὸ τὸν Οὐρανόν. Λέγει ὁ Κ. Μπαλάνος, καὶ τοῦτο εἶναι ἄντικρυς ἀντικείμενον εἰς τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ὁ πρόεδρος ἀνεκήρυξεν αὐτοὺς βουλευτὰς, καὶ ὄχι ἡ Βουλή. Τί εἶναι ὁ πρόεδρος, κύριοι; Ὁ πρόεδρος δὲν ἀπαγγέλλει παρὰ τὴν θέλησιν ἡμῶν, ἡμεῖς κατὰ μέρος ἕκαστος καὶ ὁ πρόεδρος ἐν συνόλῳ τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ἀπαγγέλλει. Σήμερον λοιπὸν πρόκειται νὰ ἐπικυρώσῃ ἡ Βουλὴ, ἢ χθὲς ἐπεκύρωσε; Τί σόφισμα ἀτυχὲς εἶναι αὐτό; Νομίζω λοιπὸν καὶ κατὰ τοῦτο ὁ Κ. Μπαλάνος πλανᾶται, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ θὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς τὸ ὁποῖον ἐξεφράσθη. Ἀλλά, κύριοι, παρουσιάζονται καὶ μᾶς λέγουν· ὅτι δῆθεν ὑπερασπίζονται τὸ Σύνταγμα, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπερασπισταὶ τοῦ Συντάγματος. Τουλάχιστον ἐγὼ, ὁ ὁποῖος πρώτην φορὰν εἰσέρχομαι εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ ἰδῆτε ὅτι καθ’ ὅλον τὸν βίον μου θὰ τὸ ἀκολουθήσω, θὰ τὸ ἔχω περισσότερον παρὰ κορωνίδα τῆς κεφαλῆς μου. Τὸ Σύνταγμα, κύριοι, παραβιάζεται. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ 56 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· τὸ ἠκούσατε ἀπὸ δύο προαγορεύσαντας καὶ θὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ, διότι νομίζω ὅτι συντείνει ἡ ἐπανάληψις. «ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν· ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται.» Ποῖοι εἶναι παρόντες, αὐτὸ τὸ Σύνταγμα δὲν μᾶς τὸ λέγει, ἄφησε τὴν Βουλὴν κυρίαν νὰ τὸ κρίνῃ. Λοιπὸν ἀφοῦ μᾶς ἄφησε κυρίους νὰ ἀποφασίσωμεν αὐτὸ, παραβιάζομεν τὸ Σύνταγμα παντάπασι; Μᾶς ἔδωκεν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν νὰ τὸ εἴπωμεν, καὶ θέλω σᾶς τὸ εἴπει, ὅτι δὲν εἶσαι παρὼν ὅταν ἀρνῆσαι ψῆφον· σὺ εἰμπορεῖς νὰ εἴπῃς εἶμαι ἀπὼν, εἶμαι νεκρὸς, εἶσαι ὁ μεγαλήτερος κυρίαρχης τοῦ ἑαυτοῦ σου. Ἀλλὰ τὸ ἐκανόνισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ; Δὲν τὸ ἐκανόνισεν. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, οὐσιαστικῶς δὲν τὸ ἐκανόνισεν, ἀλλὰ τυπικῶς, διότι εἶπεν ἐνδέχεται τινὲς ἐξ ἡμῶν νὰ ἀποσύρωνται διὰ πολιτικοὺς λόγους, καὶ ἑπομένως νὰ μὴν ὑπάρχῃ ἀπαρτία· εἰς τοιαύτην περίπτωσιν θεωρεῖ τοὺς εἰς τὰ δωμάτια εὑρισκομένους ὡς παρόντας· τοῦτο ὅμως εἶναι μία ἁπλῆ διατύπωσις, ἡ ὁποία δὲν ἔρχεται εἰς τὴν συνείδησιν, δὲν σὲ ἀναγκάζει νὰ φέρῃς ψῆφον. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν, κύριε βουλευτὰ, κάθησαι αὐτοῦ καὶ σιωπᾷς, καθὼς χθὲς 4 ἀξιότιμοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ συνειδήσει των ἠρνήθησαν τὴν ψῆφόν των, ἐν ὅσῳ αὐτοὶ κάθηνται ὡς νεκροί, ὡς ἀγάλματα, ὡς νὰ μὴ θέλουν νὰ φέρουν ἀπόφασιν, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτοὺς δὲν τοὺς θεωρεῖ κυρίους τοῦ ἑαυτοῦ των. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν χρῄζει ἐξηγήσεως αὐτό· 58 ὡς 57 εἶναι ἕνας περισσότερος· ἐὰν ἡ ἀριθμητικὴ ᾖναι ἀληθὴς, πρέπει τὰς ἀρχὰς μόνον τῆς ἀριθμητικῆς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἄλλως δὲν εἴμεθα λογικὰ ὄντα, ὡς ὁ πλάστης μᾶς ἔπλασεν, ὥστε τὸ 58 εἶναι ἀπόλυτος πλειοψηφία, καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν, καὶ, κατ’ ἐμὲ, πᾶσα ἐναντία ἐξήγησις δὲν εἶναι παρὰ παράνομος ἐπέμβασις εἰς τὴν συνείδησιν τῆς πλειοψηφίας. Ἐγὼ εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ δεχθῶ τὸν μεγαλύτερον ἐξορκισμὸν, ὅτι εἶμαι ἀδιστάκτως πεπεισμένος περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ὅτι πράγματι συνέβη μία ταραχή, ἀλλ’ ἐν τούτοις αὐτὸ δὲν προῆλθεν ἐκ μέρους τῶν ἐπιτυχόντων.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§15ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διαβεβαιῶ λοιπὸν εἰς τὴν τιμήν μου, ὅτι ἔλαβον πεποίθησιν. Μολαταῦτα καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχει τι, νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἔγκλημα ἀναξιοπρεπὲς, καταγέλαστον ν’ ἀναιρῇ ἓν Σῶμα ὅ,τι χθὲς ἐπεκύρωσε, νὰ λέγῃ ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπε, δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ σήμερον ἐσυλλογίσθη, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν; καὶ τότε σήμερον δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ ζήτημα τῆς Αἰγιαλείας; Εἶναι ἀπεριόριστος ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἔχει τέλος καὶ αὐτή. Ἀπεριόριστος εἶναι νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὴν ἁπλῆν ἐξέλεγξιν τῶν ἐγγράφων, νὰ πεισθῇ ἐκ διαφόρων γεγονότων, νὰ ἐξελέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ πιστεύσῃ ἢ νὰ μὴ πιστεύσῃ τὰ ἄτομα, ἀλλ’ ὄχι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις της. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι θὰ ᾖναι μία κηλὶς τὴν ὁποίαν θὰ προστρίψῃ τὸ Σῶμα εἰς ἑαυτὸ ἐὰν ἐπανέλθῃ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ πρὸς τούτοις ὅλαι αἱ συζητήσεις θὰ ἐπανέλθουν. Θέσατε πρὸς τιμὴν τοῦ Σώματος ἓν τέρμα εἰς αὐτὰ τὰ προσωπικὰ διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον μας, διότι μὰ τὸν Θεόν εἶναι, Κύριοι, ἔγκλημα νὰ καθήμεθα διὰ τοιαῦτα νὰ χρονοτριβῶμεν ὁλόκληρον ἡμέραν, καὶ νὰ μὴ τελειώσωμεν τὸ ἔργον μας μέχρι σήμερον καὶ νὰ ἔμβωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ δώσωμεν ἢ νὰ μὴ δώσωμεν ἀρωγὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν φέρεται καλῶς, νὰ καταψηφίσωμεν κατ’ αὐτῆς, ἐὰν δὲν ᾖναι συνταγματικὴ, ἐὰν δὲν ἀπαρτίζηται καθὼς πρέπει. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου καὶ γνωμοδοτῶ, ὅτι ὡς ἀπωτέρα γνώμη πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὑπὲρ τοῦ δεδικασμένου.
§16ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, λυποῦμαι πραγματικῶς, διότι λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ προσωπικὰ συμφέροντα, λυποῦμαι περισσότερον, διότι αὐτὰ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρονται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἶναι ἑκατέρωθεν φίλοι μου.
§17Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, ἐγὼ δὲν εἶμαι φίλος σου ἀπὸ χθὲς, ὅτε καὶ ἠρνήθης ψῆφον.
§18ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν μου δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀπειλὰς, διότι νομίζω ὅτι εἶμαι περιβεβλημένος μὲ τὴν ἰσχὺν τοῦ Συντάγματος (θόρυβος).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι.
§20ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω δύο λέξεις;
§21ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ μὲ διακόψετε.
§22Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τὴν ἀπειλὴν, διότι ὁρκίζομαι εἰς τὴν τιμήν μου οὐδὲν τοιοῦτον ὑπάρχει.
§23ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω δι’ ἐσᾶς. Κύριοι, ἡ θέσις μου εἶναι λίαν εὐχερὴς, διότι οἱ προαγορεύσαντες σᾶς ἔπεισαν καὶ δὲν ἄφησαν τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, καὶ σήμερον δὲν δύνασθε παρὰ νὰ ἀποφανθῆτε συμφώνως μὲ τὸν νόμον, συμφώνως μὲ τὴν νομολογίαν, καὶ νὰ παραδεχθῆτε ὅτι ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις δὲν εἶναι ἀπόφασις νόμιμος, καὶ κατὰ συνέπειαν δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία. Σήμερον, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, ἀλλὰ περὶ τοῦ θεμελιώδους νόμου, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ὡρκίσθημεν ὅτι θέλομεν διατηρήσει. Καὶ περὶ μὲν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα νὰ τὸ ἐξετάσωμεν σήμερον, διότι τὸ 56 ἄρθρον ῥητῶς ἀπαιτεῖ πρὸς νόμιμον ἀπόφασιν τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τῶν παρόντων· τί δὲ ἐννοεῖ μὲ τοῦτο, σᾶς τὸ ἐξήγησαν οἱ πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσαντες. Ἐὰν χθὲς 40 ἠρνοῦντο ψῆφον, ἠθέλατε παραδεχθῆ ὅτι ὑπάρχει πλειονοψηφία, ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ σήμερον τολμοῦν νὰ ἔρχωνται ἐνώπιόν σας καὶ νὰ λέγουν ὅτι εἶναι δεδικασμένον; καὶ ἂν δὲν συνέβαινε χθὲς ὅ,τι συνέβη, νὰ προσέλθουν οἱ Κ. Βαλασσόπουλος καὶ Μπούμπουλης, νὰ προστεθῶσιν εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, δὲν ἤθελε σηκωθῆ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς νὰ εἴπῃ πῶς μᾶς ἀποβάλλετε τῆς Βουλῆς, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει νόμιμος πλειονοψηφία;
§24ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔγεινεν ἔνστασις.
§25ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔγεινεν ἔνστασις, λέγουν· καὶ τί ἦτον αὐτὴ ἡ διαμαρτύρησις τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα καὶ ἔπεσεν ἡ Βουλὴ ὅλη ἐπάνω μου; Καὶ τολμᾶτε νὰ λέγετε ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου; Κύριοι, δὲν εἶναι μόνον τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τῆς Θήρας, Λακεδαίμονος, Θρακοβουλγάρων κλπ. Ἐνθυμεῖται ὁ Κύριος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος φωνάζει σήμερον, ὅτι ὁ Κ. Παντολέων εἰσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Συνελεύσεως καὶ τὸν συνεχάρη ὁ Κ. Ζῶτος, καὶ ἔπειτα ἐπειδὴ δὲν εἶχε τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν, ἐξῆλθεν ἔξω, καὶ τὴν δευτέραν ἡμέραν ἦλθεν ὁ Κύριος Λεβίδης. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἀκούσατε Κ. Ζῶτε. «Ἐν τῷ ἄρθρῳ 49 τοῦ προτέρου Συντάγματος ἐσκοπεῖτο μὲν ὁ κανονισμὸς διττῆς ἀπαρτίας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, τῆς μὲν πρὸς συνεδρίασιν, τῆς δὲ πρὸς ἀπόφασιν, καὶ ὅμως ὁ ἀριθμὸς τῆς πρὸς τὸ ἓν, ἤτοι τῆς συνεδριάσεως, ὡρίζετο· ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ συνεπλήρωσε τὴν διάταξιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 57 τοῦ σχεδίου, καθ’ ὃ ἡ μὲν τοῦ σώματος ἀπαρτία ὡρίσθη εἰς τὸ ἥμισυ καὶ ἓν τῶν μελῶν αὐτοῦ πρὸς νόμιμον συνεδρίασιν, ἡ δ’ ἀπόφασις αὐτοῦ ἕξει κῦρος ἅμα ὑπάρξῃ ἀπόλυτος πλειοψηφία ἐκ τῶν παρόντων μελῶν· π. χ. ἐξ 119 βουλευτῶν ἡ νόμιμος πρὸς συνεδρίασιν ἀπαρτία ἔσται 76, ἡ δὲ ἀπόφασις ἐπὶ 79 παρόντων ληφθήσεται κατὰ ψήφους 40, δι’ ἀπολύτου δηλονότι πλειονοψηφίας ἁπλῶς.» Ὅταν λοιπὸν, Κύριοι, ἔχετε αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν, θέλετε ἀκόμη ν’ ἀμφισβητήσητε ὅτι σήμερον δὲν παραβιάζετε τὸ Σύνταγμα; Ἀλλὰ, Κύριοι, διὰ νὰ καλύψωσιν αὐτὸ τὸ παράνομον τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ ὑποστηρίξουν, τί σᾶς λέγουν; Ἔνστασιν δεδικασμένου, καὶ ἕνας τῶν συναδέλφων μου δικηγόρος καὶ αὐτὸς καθὼς εἶμαι καὶ ἐγὼ, ἦλθε νὰ μᾶς ἀναπτύξῃ τί εἶναι τὸ δεδικασμένον. Λέγω λοιπὸν εἰς αὐτὸν, ὅτι τὸ δεδικασμένον ὑπάρχει ὅταν ἐκδίδεται μία ἀπόφασις, ἐξέρχεται τῶν χειρῶν τοῦ δικαστηρίου καὶ τίθεται εἰς τὸ γραφεῖον. Ἐὰν ὁ Κύριος Πρόεδρος σᾶς ἔλεγε χθὲς ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσατε, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἰπῆτε ὅτι τὸ ἀπεφασίσαμεν; ἢ ἂν ἔλεγεν ὁ Πρόεδρος, ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ, ἠθέλατε εἰπῆ τότε ὅτι εἶναι δεδικασμένον, καὶ οἱ φίλοι μας αὐτοὶ ἂς ὑπάγουν ἔξω, διότι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος; Αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν εἰμποροῦν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς λυόμενα κατὰ προσωπικὴν ἴσως συμπάθειαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔρχομαι καὶ εἰς ἕνα ἄλλο ἀκόμη. Ποῦ ὑπάρχει ἡ ἀπόφασις τοῦ Προέδρου; καὶ ἐρωτῶ τὸν Κύριον Πρόεδρον, τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας τὸ ὑπεγράψατε, Κύριε Πρόεδρε;
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§27ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ψηφολέκτης ὑπέγραψε; διατὶ λοιπὸν δὲν ὑπέγραψε; διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐγὼ ἠγέρθην καὶ ἐπέπεσαν πολλοὶ κατ’ ἐμοῦ, λέγοντες ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀπαγγείλῃ ἀποτέλεσμα, καὶ πολλοὶ ἐζήτησαν νὰ μὲ καταβιβάσουν, καὶ ὁ φίλος μου Κ. Λάππας ἀκόμη, καὶ ἄλλοι οἵτινες ἐψηφοφόρησαν κατὰ, ὁ δὲ Κύριος Μακρυγιάννης ἐκήρυττε τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐπιέσθη, οὕτως εἰπεῖν, τὸ Προεδρεῖον (θόρυβος).
§28ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Χρηστόπουλε, τὸ νὰ μὴ ὑπογράψῃ ὁ Κ. Πρόεδρος τὸ πρωτόκολλον εἶναι ἄρνησις τοῦ καθήκοντός του.
§29ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε, ἐνθυμεῖσθε χθὲς τί ἔγεινε· ἐρωτήσατε τὴν συνείδησίν σας, ἂν ἡ ἔκφρασις τοῦ Προέδρου εἶναι ἔκφρασις ἐλευθέρα, ἀλλὰ σᾶς τὸ χαρίζω καὶ αὐτό. Λέγετε δεδικασμένον, ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς. Ὅπως καὶ ἂν ψηφίσετε, Κύριοι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ καλυφθῆτε, τὸ ζήτημα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ὅταν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι τῆς ἀπολύτου πλειψηφίας τῶν παρόντων, εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος· ὅπως τὸ θέσατε, ἢ δεδικασμένον ἢ παρεμπίπτον, οἱ ψηφοφοροῦντες ψηφοφοροῦν κατὰ τοῦ συντάγματος, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, καὶ ὅπως τὸ θέτετε τὸ ζήτημα, θὰ φωνάξω πάντοτε ὡς ὁ Γαλιλαῖος, εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος.
§30ΖΩΤΟΣ. Σημειώσατέ με, παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε.
§31ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι ἂν καὶ ἐνδιαφέρωμαι ὑπὲρ προσώπων τινῶν ἀποτυχόντων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι εἷς ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθη κατὰ τὸ παρελθὸν μὲ τὴν μερίδα ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνήκω καὶ θὰ ἀνήκω (θόρυβος)· Ὄχι μὲ ψεύματα, ὄχι μὲ κολακείας, Κύριε Ζῶτε, ἀλλὰ μὲ πράγματα.
§32ΖΩΤΟΣ. Μοῦ ὁμιλεῖτε περὶ σταθερότητος, ἀλλὰ ἀνῆκες καὶ εἰς ἡμᾶς μίαν φοράν.
§33ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα ἀνήκω.... (θόρυβος μέγας; ὁ Κύριος Πρόεδρος κρούει τὸν κώδωνα διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἡσυχίαν).
§34ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, νομίζουν ὅτι διακόπτοντες θὰ μὲ κάμουν νὰ φύγω, ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ μακρηγορήσω, διότι ἀρκετὰ εἶπον. Τελειόνων λέγω, προσέξατε μήπως διὰ τῆς ἀποφάσεώς σας παραβιάσετε τὸ Σύνταγμα, διότι, μάθετέ το, δὲν εἶσθε σεῖς μόνον οἱ φύλακες τοῦ συντάγματος, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς. Ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους ἀνέθεσε τὴν φύλαξιν τοῦ συντάγματος καὶ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, καὶ ὁ λαὸς ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ μᾶς δικάσῃ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι ἐντὸς τῆς ἐκλογῆς, διότι ἀδιαφορῶ διὰ τὴν ἐκλογὴν, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐξεφράσθην οὔτε ἐκφράζομαι, θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα μονομερῶς καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ῥιζικὸν, λίαν σπουδαῖον καὶ ἔχει μεγάλας συνεπείας· καὶ Κύριοι ἐπιστήσατε πολὺ τὴν προσοχήν σας, διότι ἐὰν ἅπαξ ἀρχίσωμεν νὰ παραβιάζωμεν τὸν νόμον, δὲν θὰ ἔχωμεν ποῦ νὰ σταθῶμεν (θόρυβος ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ). Μὴ νομίσουν αὐθάδεις τινὲς καγχάζοντες ὅπου καὶ ἂν ᾖναι, ὅτι ἠμποροῦν διόλου νὰ ἐπηρεάσουν εἴτε τὴν ὁμιλίαν μου, εἴτε τὴν γνώμην μου· καὶ ἐξεύρετε, Κύριοι, ὅτι ὁ μᾶλλον κινδυνεύων, ὁ μᾶλλον πάσχων εἶναι ὁ παραβιάζων τοὺς νόμους, διότι ἀρνεῖται τὴν ἐγγύησιν εἰς τὸν ἑαυτόν του, καὶ θέτει ἀμέσως τὸν ἑαυτόν του ὑπὸ τὸ αὐθαίρετον, εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτικῆς, εἰς τὴν θέλησιν τῶν ἰσχυροτέρων. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσέξωμεν λίαν ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ἄπειρα κακὰ παραδείγματα καὶ ἐγνωρίσαμεν τὰς κακὰς συνεπείας τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων. Σήμερον δὲν εἶσθε πολιτικὸν σῶμα, ἀλλὰ δικαστικὸν καὶ ὀφείλετε νὰ ἐξετάσητε τὰ ζητήματα τὰ ἐκλογικὰ ὡς δικασταί, ἀπέχοντες ὅλως διόλου ἀπὸ πᾶσαν πολιτικὴν σκέψιν, ἀπὸ πᾶσαν πλαγίαν ἰδέαν· διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἐφροντίσαμεν νὰ ἀπέχωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, ἀπὸ τὰ ἐκλογικὰ, διότι εἴμεθα μᾶλλον ὑμῶν πολιτικοὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μας ἐνδέχεται νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἐκ τούτου ὡς δικασταί· ἀπεμακρύνθημεν λοιπόν. Προσέξατε διὰ μερικὰ ἰδίως ζητήματα, διότι Κύριοι, ἐὰν σεῖς ἀρχίσητε νὰ παραβιάζητε τὸν νόμον, κάκιστον θέλετε δώσει παράδειγμα εἰς τοὺς κάτωθεν ὑμῶν, καὶ ἡ κοινωνία κακὰ θὰ ἀρχίσῃ καὶ κακὰ θὰ τελειώσῃ. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Τί ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα παρόντας: Εἶναι δεδικασμένον τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται; Ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἰσχὺν τὸ δεδικασμένον ἐνώπιον τοῦ Συντάγματος; Ἰδοὺ, Κύριοι, τὰ τρία ζητήματα τὰ ὁποῖα θέλετε λύσει σήμερον, διότι ἐγὼ θέλω ἀναβιβάσει, ὡς θέλετε ἰδεῖ, τὸ ζήτημα ὑψηλότερα. Θὰ ἴδωμεν ἂν οἱ παρόντες καὶ μὴ ψηφοφοροῦντες ὑπολογίζωνται εἰς τὴν ἀπόφασιν. Καὶ πῶς συζητεῖτε σήμερον τοῦτο ἀφοῦ αὐτὸ τὸ σῶμα τὸ ὁποῖον συνέταξεν αὐτὸν τὸν νόμον, ἔλυσε τὸ ζήτημα χιλιάκις· χιλιάκις ἡ Συνέλευσις αὐτὴ ἡ ὁποία ἐκανόνισεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον, δὲν εἶπεν ὅτι ὑπολογίζει τοὺς παρόντας καὶ ἀρνουμένους διὰ ν’ ἀπαρτίσῃ τὴν πλειοψηφίαν; Βεβαίως ναί! Τί χρειάζονται λοιπὸν, Κύριοι, αἱ θεωρίαι καὶ σκέψεις, ἀφοῦ ἔχετε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ πρόχειρον; Κύριοι, νομίζω διὰ τοῦτο μὴ ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω ὅσα τῳόντι μὲ πολλὴν εὐφυΐαν σᾶς ἐξέθεσεν ὁ Κ. Μπαλάνος, καὶ ἡ παράβλεψις τῶν ὁποίων πιστεύσατέ μοι, ὅτι θὰ μᾶς καταστήσῃ καταγελάστους. Κατὰ τὸ Σύνταγμα λοιπὸν, Κύριοι, ἡ πλειοψηφία ἡ ἀποφασίζουσα ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν παρόντων ὅλων. Καὶ εἶναι τοῦτο τῆς οὐσίας τοῦ συστήματος τοῦ συνταγματικοῦ τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει. Τί ζητεῖται διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ καὶ τί εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος μέλλει νὰ διέπῃ τὴν κοινωνίαν; Ζητοῦμεν, Κύριοι, ἐν τῇ Βουλῇ νὰ καθιερώσωμεν, τὴν ἀλήθειαν, νὰ ἀνεύρωμεν τὸ δίκαιον. Δὲν ἔχετε, Κύριοι, τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλετε ὑποχρεώσεις καὶ Νόμους ὅταν ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ ἀμφιβάλλεται τί θέλει ἡ πλειονοψηφία· ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ἀντὶ 4, ἀρνηθέντων ἔχετε 20, 30 ἐπὶ ἀποφάσεως σπουδαίας, οἱ ὁποῖοι λέγουσι δὲν ἔχομεν φωτισμένην τὴν συνείδησίν μας, δὲν ψηφοφοροῦμεν· ἠθέλατε εἰπεῖ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τινῶν οἱ ὁποῖοι εἰσὶ περισσότεροι τῶν ἀντιθέτων, ἀλλ’ ὀλιγώτεροι τῆς ἀναγκαίας πλειονοψηφίας, εἶναι ἡ ἀλήθεια; πρέπει νὰ διέπῃ τὴν κοινωνίαν; ἂν εἴπητε αὐτὸ, τότε αἱ ἐλεύθεραι συζητήσεις, ἡ ψηφοφορία, δὲν ἀξίζει τίποτε, δὲν καθιερόνωμεν νόμους. Εἶναι δεδικασμένον τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται; ἰδοὺ ἡ β ἰδέα, ἐγὼ ἐπρόσεξα πολὺ, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφερον. Δὲν θέλω ἐξετάσει ἐὰν τὸ δεδικασμένον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Τὰ πρακτικὰ λέγουν ὅ,τι ἐψηφοφορήσατε, ὅτι εἴπατε 58 ναὶ, 57 ὄχι, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον· ὁ Κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἀληθῶς αὐτὸ εἶναι ἀπόφασις; εἶναι δεδικασμένον; ὄχι· εἴπομεν ἀνωτέρω πότε ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει· σήμερον οἱ 58 μεταξὺ 120 δύνανται νὰ ἀποτελέσουν ἀπόφασιν; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀντικείμενον περὶ οὗ γίνεται λόγος, ζητοῦμεν νὰ ἴδωμεν ἂν οἱ 58 ἀποτελοῦν ἀπόφασιν. Ὁ Κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι ἀποτελοῦν. Σᾶς ἐρωτῶ αὐτὴ ἡ ἀπαγγελία, ἡ μὴ ἀκριβὴς, ἀποτελεῖ τὸ δεδικασμένον; Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, εἶναι δεδικασμένον, διότι ἀπηγγέλθη χθὲς, ἀλλὰ συζητεῖται σήμερον, ἂν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπηγγέλθη χθὲς, ἀποτελεῖ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ Νόμος. Ὁ Κύριος Πρόεδρος λέγει ὅτι εἶναι δεδικασμένον· αὐτὸ ὑπάρχει δεδικασμένον τι ἀπέναντι τοῦ Συντάγματος; Ἰδοὺ τὸ μέγα ζήτημα. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐναντίον μιᾶς ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη νὰ ἔχῃ κῦρος; Ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, ἂν νομίζωμεν, ὅτι ὑπάρχει δεδικασμένον καὶ ἀπέναντι τοῦ Συντάγματος, ἔπρεπε τὸ καθαρὰ νὰ τὸ γνωρίζωμεν, νὰ τὸ ἐννοήσῃ ὁ κόσμος καὶ νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα, διότι δυνάμεθα νὰ πράξωμεν πολλὰς μεταβολάς. Λοιπὸν, κύριοι, θὰ θέσω ζήτημα καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, δύναται δι’ ἀποφάσεώς της, ν’ ἀναιρέσῃ ἓν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ῥητόν;
§37ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ζήτημα αὐτό.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἐν τούτοις εἶναι τὸ ζήτημα. Τί θέλετε σεῖς, οἱ ὁποῖοι λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα; θέλετε νὰ ἐξετάσητε τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος; Λέγετε, ὅτι εἶναι δεδικασμένον, διότι τὸ εἶπεν ὁ Κύριος Πρόεδρος, διότι ἐπεραιώθη ἡ ὑπόθεσις, ἀλλ’ εἶναι ἀπόφασις αὐτή; καὶ ἂν ᾖναι ἀπόφασίς τις ἀντιστρατευομένη κατὰ τοῦ Συντάγματος ἔχει ἰσχὺν; καὶ δυνάμεθα νὰ καθιερώσωμεν ἀρχὴν ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσῃ, νὰ ἀναιρῇ, νὰ καταστρέφῃ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος διότι τὸ Σύνταγμα, ὡς εἴρηται ἀπεφάνθη τί ἀπαιτεῖται διὰ νὰ καταρτισθῇ ἀπόφασις;
§39ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παραβιάζετε τὸ Σύνταγμα; οὐδεὶς εἶναι ἐναντίος.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ὁ Κύριος διακόπτων με ἐπρόσεχε περισσότερον, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐσυνήθεισε νὰ προσέχῃ δικηγόρος ὤν, ἤθελεν ἐννοεῖ ὅτι ἐγὼ ἤρχισα ἐξηγῶν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος· καὶ ὑποστηρίζων ὅτι ἡ φράσις τοῦ Συντάγματος εἶναι παρόντες ἐννοεῖ τοὺς λέγοντας τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι καὶ τοὺς σιωπῶντας. Λοιπὸν, Κύριοι, προσέξατε πολὺ προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος, ἕκαστος βεβαίως ἔχει ἀνεξάρτητον τὴν πεποίθησίν του, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι, ἂν κακῶς ἐξηγήσετε τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὁ κίνδυνος θέλει εἶσθαι μέγας. Σεῖς οἱ καθήμενοι ἐνταῦθα ὡς φρουροὶ τοῦ Συντάγματος, ὡς φύλακες αὐτοῦ, θὰ ἦσθε οἱ σκαπανεῖς τῆς ἀνατροπῆς τοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ὕπαρξις, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Ἀνεξαρτήτως λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν σκεφθῆτε καὶ ἀποφασίσατε· ἀλλὰ μετὰ προσοχῆς.
§41ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, παρουσιάζεται ἓν ζήτημα λογικὸν, ἓν ζήτημα ἑρμηνευτικόν. Καὶ ἐπειδὴ εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα πάντοτε ἀπεφάσισα νὰ παρεμβάλλω τὴν ἀσθενῆ μου κρίσιν εἰς τὴν λύσιν αὐτῶν, διὰ τοῦτο συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Δὲν ἔχω νὰ ἐρυθριάσω οὔτε ἀπέναντι τῆς δοξασίας τῶν μὲν, οὔτε ἀπέναντι τῆς σχετικῆς περιστάσεως μὲ τὴν ἐκλογὴν Καλαβρύτων, διότι δυστυχῶς χθὲς ἀνάγκη οἰκογενειακὴ κατεπείγουσα μὲ ἠνάγκασε νὰ μὴ παρευρεθῶ εἰς τὴν ψηφοφορίαν· βλέπετε κανεὶς ἀκόμη δὲν γνωρίζει τὴν γνώμην μου, διότι δὲν τὴν ἐξέφερον, ἂν ἦναι ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἐκλογῆς· ἑπομένως, πᾶν ὅ,τι θέλω εἰπεῖ εἶναι ὅλως διόλου ἀφῃρημένον, ἀνάγεται ἰδίως εἰς τὸ ζήτημα καὶ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν· Γίνεται δὲ, Κύριοι, μέγας λόγος περὶ κινδύνων παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, τὸ Σύνταγμα ὅμως ἔχει τόσας ἄλλας οὐσιωδεστέρας διατάξεις, ὥστε, ἂν ὅλαι μείνωσιν ἄθικτοι, ἐπὶ τῆς προκειμένης δὲ ἐπέλθῃ λογική τις ἑρμηνεία τῆς Βουλῆς, τὸ Σύνταγμα θέλει μείνει ἄθικτον, ἀκέραιον. Ἂς προσέχωμεν εἰς τὰ οὐσιώδη ζητήματα· ἐπὶ τῶν οὐσιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐλπίζω ὅτι θέλει γείνει λόγος προσεχῶς· ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τί εἶναι τὸ ὀρθόν. Ὅταν, Κύριοι, ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ὁ προσωρινὸς κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἰς τὴν κρίσιν μας παρουσιάσθη ἕνα χάσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ διορθωθῇ, νὰ προληφθῇ, τόσον μᾶλλον καθόσον, ὡς ἀνεπτύχθη τότε εἰς τὴν ἀπαρτίαν τῶν Βουλευτικῶν σωμάτων παρενέπιπτον τινὰ προσκόμματα, ἐπὶ ζητημάτων οὐσιωδῶν καὶ σπουδαίων, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ συντελέσω εἰς τὴν διόρθωσιν τοῦ χάσματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ προκύπτει ἐκ τῆς ἀορίστου ἐκφράσεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος· ἔδοσα νύξιν τότε περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς, ἐσκέφθην καὶ σᾶς ὑπέβαλον τότε, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ ἤδη τὴν ἐφεξῆς παρατήρησιν, ὅταν τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι «διὰ νὰ ἀποφασίσῃ καὶ συζητήσῃ ἀντικείμενόν τι ἡ Βουλὴ ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν», ἔχομεν σημεῖόν τι φυσικὸν, λογικὸν διὰ τοῦ ὁποίου νὰ προσδιορίσωμεν τὴν παρουσίαν τῶν μελῶν τῆς βουλῆς; Ἐνθυμεῖσθε ὅτι σᾶς εἶπα, ὅτι ἔχομεν ἓν νομικὸν σημεῖον, τουτέστι, τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν βουλευτῶν, τὸν ὁποῖον ἀναγινώσκει τὸ Προεδρεῖον πρὸ τῆς καταρτίσεως, καὶ ἅμα συμπληρωθῇ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ὁ πρόεδρος ἀπαγγέλλει ὅτι ἡ βουλὴ κατηρτίσθη καὶ ὑπογράφει αὐτὸν τὸν κατάλογον. Ἐρωτῶ λοιπὸν, τὸ Σύνταγμα ἀπαιτοῦν τὸ νὰ ᾖναι παρὼν τόσος ἀριθμὸς βουλευτῶν, ἐννοεῖ ὅτι θέλει βεβαιοῦσθαι τοῦτο ἐκ τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ὁ ὁποῖος περιέχει τὴν αὐτοπροαίρετον δήλωσιν ἑκάστου ὅτι εἶναι παρὼν καὶ θέλει νὰ ᾖναι παρών, ἢ ἔχομεν ἄλλο τι σημεῖον; δυστυχῶς τότε αὐτὴ ἡ γνώμη μου ἀπεκρούσθη καὶ δὲν ἐθεωρήθη ὅτι ὁ κατάλογος προκειμένου περὶ τῆς παρουσίας κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπόδειξις τοῦ ὅτι κατηρτίσθη τὸ σῶμα, τότε ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἔγεινεν ἡ ἄλλη παρατήρησις ὅτι παρόντες θεωροῦνται οἱ παριστάμενοι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ψηφοφορίας, ἀλλ’ ἐπαρατηρήθη ὅτι πολλάκις, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας μέλη τινὰ τῆς Βουλῆς μὴ ἔχοντα τὴν γενναιότητα ἢ τὴν θέλησιν ἢ τὴν συνείδησιν μορφωμένην, καὶ μὴ θέλοντα νὰ δώσωσι ψῆφον, ἀποσύρονται εἰς τὰ δωμάτια. Τί πρέπει νὰ γίνῃ περὶ τῶν βουλευτῶν αὐτῶν; θεωροῦνται παρόντες καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαρτίαν ἢ ἀπόντες; Εὐτυχῶς ἐπῆλθε λύσις εἰς τὸν κανονισμὸν καὶ εἴπομεν ὅτι, ἂν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς ψηφοφορίας καὶ οἱ βουλευταὶ ἀποσυρθῶσιν αὐτοὶ οἱ βουλευταὶ θεωροῦνται παρόντες καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαρτίαν, προσετέθη ὅμως ὅτι θεωροῦνται ὡς ἀρνούμενοι ψῆφον. Λοιπὸν, Κύριοι, ἔχομεν κανόνας, δι’ ἀποφάσεως ἰδικῆς μας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἔλαβον τὴν ἰσχὺν τοῦ δεδικασμένου. Ἑπομένως, ὅταν ἕνα πρόσωπον δὲν θέλῃ νὰ παρασταθῇ καὶ ἀποσύρεται εἰς ἓν δωμάτιον θεωρεῖται ὡς παρόν, ἀλλὰ, κύριοι, τὸ τοιοῦτον ἀπεφασίσθη καὶ διὰ τὴν ψηφοφορίαν; δυστυχῶς ὄχι· καὶ ἐνθυμεῖσθε τότε πόσοι ῥήτορες διδάσκαλοι τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου καὶ ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων τῆς βουλῆς, σᾶς εἶπαν ὅτι δὲν δυνάμεθα προκειμένου περὶ ψηφοφορίας νὰ ἀποδώσωμεν ψῆφον ὑπὲρ ἢ κατὰ, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀποσύρονται εἰς τὰ δωμάτια, ἔμεινεν ἄθικτον τὸ ζήτημα κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ποῖοι θεωρῶνται παρόντες· τότε, Κύριοι σᾶς ὑπέβαλλα καὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκρούσωμεν, πρέπει νὰ ἀποδοκιμάσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι βουλευτής τις ἐκλεχθεὶς ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν ἔχων ἐντολὴν νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ αὐτὴν καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, βουλευτής τις ἐρχόμενος καὶ παριστάμενος εἰς μίαν συζήτησιν λαμβάνων μέρος εἰς αὐτὴν, ἐκθέτων τὴν γνώμην του, καὶ παρὼν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν νὰ λέγῃ ἀρνοῦμαι ψῆφον, διότι τούτου διὰ παραβιάζει τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβε· ὁ βουλευτὴς ὀφείλει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου ζητήματος, δυστυχῶς ὅμως καὶ κατὰ τοῦτο ἡ γνώμη μου δὲν εἰσηκούσθη ἀλλὰ παρεδέχθη ὅτι ὁ Βουλευτὴς δύναται νὰ ἀρνῆται ψῆφον· καὶ δὲν καθιερώθη καὶ τοῦτο διὰ ῥητῆς διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ, ἀλλὰ διὰ τῆς φράσεως σημειοῦνται ὡς ἀρνούμενοι ψῆφον ψῆφον· ἐγένετο πλαγίως δεκτὴ ἡ ἀρχή. Ἤδη ὅτε παρουσιάζεται συγκεκριμένον τὸ ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς ἐρωτήσω τί ἐννοεῖ τὸ ἄρθρ. 56 τοῦ Συντάγματος διὰ τῶν λέξεων «πλειοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν; πότε θεωρεῖται παρὼν ὁ βουλευτὴς κατὰ τὴν ψηφοφορίαν; ὡς πρὸς τοῦτο, Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν καὶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ βουλευτὴς ὁ ὁποῖος θέλει φυσικῶς μὲν νὰ ᾖναι παρὼν ἀλλὰ νομικῶς, συνταγματικῶς νὰ μὴ ᾖναι, ὁ βουλευτὴς οὗτος ἐλησμόνησε τὴν ἐντολήν του, παρεβίασε τὸ καθῆκόν του. Δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ καμμίαν ἐπιῤῥοὴν τὸ τοιοῦτον πρόσωπον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Ἂν, Κύριοι, οἱ τέσσαρες βουλευταὶ οἱ ἀρνηθέντες ψῆφον εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσι ναὶ ἢ ὄχι, ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν λυπηρὰν αὐτὴν θέσιν σήμερον. Πῶς δύναται εἷς βουλευτὴς ἀρνούμενος ψῆφον νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἔχων κρίσιν καὶ συνείδησιν; Ἔχομεν εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξιν ὅτι παρόντες εἶναι οἱ φυσικῶς, οἱ διὰ τοῦ σώματος ἱστάμενοι εἰς τὰς ἕδρας αὐτῶν καὶ ἀρνούμενοι ψῆφον; δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἀρχήν. Τὸ Σύνταγμα προβλέπει περὶ ψηφοφορίας καὶ οὐχὶ περὶ ἀρνήσεως ψήφων. Τὸ Σύνταγμα ὁμιλῶν περὶ ψηφοφορίας, ὑποθέτει ὅτι ὅταν π. χ. ᾖναι παρόντες διακόσιοι, ἅμα ὑπάρχουν 101 ὑπὲρ τοῦ ζητήματος ὑπάρχει πλειοψηφία.
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὅλοι οἱ βουλευταὶ οἱ καλούμενοι νὰ ψηφοφορήσουν λέγουν ναὶ ἢ ὄχι, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σχετικὴ πλειονοψηφία. Αὐτοὶ ὅπου ἔκαμαν τὸ Σύνταγμα εἶχον ὑπ’ ὄψιν ἴσως τὴν περίστασιν, ὅτι ἠμποροῦν τινες νὰ ἀρνηθοῦν ψῆφον καὶ διὰ τοῦτο εἶπον «τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῶν παρόντων»· ὅταν λείψῃ ἡ περίστασις αὐτὴ πάντοτε ἡ πλειοψηφία εἶναι ἀπόλυτος (θόρυβος).
§43ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐρωτῶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι λέγουν τὴν λέξιν παρόντες, ποῖοι θεωροῦνται ὡς τοιοῦτοι καὶ ποῖον σημεῖον ἔχομεν νὰ βεβαιώσωμεν τὴν παρουσίαν των;
§44ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν ἔκφρασίν των.
§45ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Παντοῦ ὅπου ὑπάρχουν πολυμελῆ σώματα, ὅπου πρόκειται νὰ βεβαιωθῇ ἡ παρουσία τινὸς εἰς τὴν σύστασιν τοῦ σώματος ἢ εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ἡ φυσικὴ παρουσία δὲν ἐθεωρήθη ὡς ἀρκοῦσα. Δύναται διάδικος νὰ ᾖναι παρὼν, νὰ κάθηται εἰς τὴν ἕδραν του, καὶ ὅταν ὁ πρόεδρος τὸν ἐρωτήσῃ, εἶσαι παρὼν, δύναται νὰ εἴπῃ ὄχι, καὶ τότε δὲν δικάζεται ὡς παρών.
§46ΠΑΔΟΒΑΣ. Εἰς τὰ δικαστήρια πρόκειται περὶ τοῦ ἰδίου συμφέροντος, ἐνταῦθα εἶναι Βουλή.
§47ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τόσῳ περισσότερον, διότι εἰς τὴν Βουλὴν δύναταί τις διὰ τῆς διαγωγῆς του νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους.
§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προσβάλλετε τόσους ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν ψῆφον.
§49ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἄπαγε. Ἁπλῶς ἀπήντητα εἰς τὸν Κύριον Παδοβᾶν. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θέλω συγχωρήσει ποτὲ εἰς τὸν ἑαυτόν μου, δὲν θέλω ἐπαινέσει καὶ σᾶς αὐτοὺς ὅταν εὑρίσκεσθε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας εἰς μίαν συζήτησιν, νὰ ἔρχεσθε μετὰ ταῦτα νὰ λέγητε ἀρνοῦμαι ψῆφον. Παρόντας λοιπὸν ἔχομεν κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας προσκαλούμενοι νὰ ψηφοφορήσουν ψηφοφοροῦν. Ἰδοὺ τὸ μόνον σημεῖον τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ὅταν δὲ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν προσκαλούμενός τις λέγῃ, ὅτι δὲν εἶμαι παρὼν, δὲν σοὶ δίδω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν θεωρήσῃς παρόντα. Ἀφήσατέ τον εἰς τὴν μηδαμινότητά του. Ἐῤῥίφθησαν, Κύριοι, νέα τινὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἐναντίας ἰδέας, τινὲς σᾶς εἶπον ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς Θήρας ἄλλοτε ἀκυρώθη λογισθεισῶν καὶ τῶν ψήφων τῶν παρόντων καὶ ὅτι καὶ ἄλλα τοιαῦτα ζητήματα ἡ Συνέλευσις τὰ ἔλυσε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἤθελον παραδεχθῆ τὴν ὁμολογίαν τῆς Συνελεύσεως ἂν αὕτη ἐπήρχετο μετὰ τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ αἱ ἀποφάσεις της αὗται εἶναι προγενέστεραι τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἡ τελευταία πρᾶξίς της. Ἐπὶ τοῦ Συντάγματος νομολογία τῆς Συνελεύσεως δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως τὰ πεπραγμένα πρὸ τοῦ συντάγματος ἐπί τινων συγκεκριμένων ζητημάτων δὲν τὰ θεωρῶ ὡς ὑποχρεωτικά· ἔχομεν τὴν δύναμιν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν σήμερον ἂν θεωροῦντες παρόντας μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρόντες ψηφοφοροῦσι, παραβιάζομεν τὸ Σύνταγμα, ἢ ἂν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς ψηφοφοροῦντας καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καίτοι φυσικῶς παρόντες σιωποῦν ἢ ἀρνοῦνται ψῆφον; Καὶ ἐνόσῳ ἔχω α) τὴν συνείδησιν, τὴν λογικὴν, ὅτι ὀφείλει ὁ Βουλευτὴς ὅταν ᾖναι παρὼν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, ἐνόσῳ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος δὲν συμπεριλαμβάνεται ἡ ἀρχὴ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δύναται νὰ συζητῇ ἀλλὰ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν δύναται ν’ ἀρνῆται ψῆφον καὶ ἐνόσῳ ἐν τῷ ἄρθρῳ 56 τοῦ Συντάγματος περιλαμβάνεται ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ἡ πλειοψηφία τῶν παρόντων μελῶν, πάντοτε ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ Σύνταγμα προκειμένου περὶ ψηφοφορίας θεωρεῖ παρόντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας προσκαλούμενοι ἐκφράζουσι γνώμην ὑπὲρ ἢ κατὰ, καὶ ἑπομένως ὅταν ἔχω 58 παρόντας Ναὶ καὶ 57 Ὄχι, θεωρῶ ὅτι οἱ 58 εἶναι ἀνώτεροι τοῦ ἀριθμοῦ 57 καὶ ὅταν ἔχω τέσσαρας οἱ ὁποῖοι δὲν μοῦ λέγουσιν οὔτε ναὶ, οὔτε ὄχι· τοὺς θεωρῶ μὴ παρόντας, διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ ᾖναι παρόντες. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ζήτημα. Τώρα ἔρχεται τὸ ἄλλο ζήτημα ἐὰν τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τῶν Καλαβρύτων εἶναι τελεσιδίκως ἀποφασισμένον ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἢ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Θεωρῶ, Κύριοι, ὅτι τῷ ὄντι ἐδῶ πρέπει νὰ προσέξωμεν μήπως παραβιάζωμεν νόμους καὶ ἀρχὰς γενικὰς, αἱ ὁποῖαι διέπουν ὄχι μόνον τὰ νομοθετικὰ σώματα, ὄχι τὰ δικαστήρια ἀλλ’ ἐν γένει ὅλας τὰς κοινωνικὰς σχέσεις· καὶ ἂν παραβιάσωμεν αὐτὰς τὰς ἀρχὰς σήμερον, θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ τὰς παραβιάσωμεν καὶ κατόπιν, καὶ τότε πιστεύω ἴσως προκαλέσωμεν καθ’ ἡμῶν μομφὴν ἐκ μέρους καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῶν ἐντολέων μας. Σας εἶπον, Κύριοι, ὅτι ὁ Κ. Πρόεδρος ἀπήγγειλεν ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή· ἑπομένως ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Κ. Προέδρου δὲν ἔχει τὴν ἰσχὺν τῆς ἀποφάσεως τοῦ δεδικασμένου· μοὶ φαίνεται ἐδῶ δὲν συλλογιζόμεθα ὀρθῶς, διότι ὁ Κύριος Πρόεδρος ἐξήσκησεν ἓν δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς αὐτοὶ τῷ ἐδώκαμεν, καὶ ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦτο σήμερον ἡμεῖς τοῦ τὸ ἀρνούμεθα, τότε βέβαια προσβάλλομεν ἡμᾶς αὐτούς. Ποία εἶναι ἡ διάταξις ἐξ ἧς προκύπτει ὅτι ἐδώσαμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Πρόεδρον; εἶναι τὸ ἄρθρον 16 τοῦ κανονισμοῦ μας τὸ ὁποῖον λέγει «τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διασκέψεων τῆς Βουλῆς κτλ. Καὶ ὅσον θέλετε, Κύριοι, τινὲς μέμφεσθε τοὺς δικηγόρους καὶ τοὺς δικαστικοὺς τύπους· θεωρῶ ὅτι ἡ νομοθεσία εἶναι ἀπαύγασμα τῶν ὑγιεστέρων ἀρχῶν, εἶναι προϊὸν φιλοσοφίας, εἶναι ἔργον μεγάλων νόων εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα ἐκ τοῦ προχείρου νὰ λέγωμεν, μὰ τί τὰ λέγεις αὐτά· τί κάμνουν εἰς τὰ δικαστήρια· διασκέπτεται τὸ δικαστήριον, ὁ δὲ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει «διὰ ταῦτα καταδικάζω τὸν δεῖνα νὰ πληρώσῃ πρὸς τὸν Δημήτριον τόσας δραχμάς.» Αὐτὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου οὔτε ἀντεγράφη, οὔτε ὑπεγράφη, οὔτε τὰ πρακτικὰ ὑπεγράφησαν καὶ μολαταῦτα εἶναι ἀπόφασις. Θέλει εἶσθαι λίαν τολμηρόν, ἐὰν εἷς μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ Πρόεδρος ἐπέλθῃ καὶ εἴπῃ, ὅτι ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ δεῖνα δικαστὴς δὲν εἶχεν αὐτὴν τὴν γνώμην· ὁ Πρόεδρος θέλει τὸν ἀποκρούσει, θέλει ἀπαντήσει ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐδημοσιεύθη. Ἐὰν ἔχῃς ἔνδικα μέσα πρόσβαλέ την. Τί συμβαίνει, Κύριοι, ἐπὶ τῶν βουλευτικῶν σωμάτων; ἔχομεν καμμίαν διάταξιν, ἥτις νὰ λέγῃ ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἰσχύει τότε μόνον, ὅταν τὴν ἐπιοῦσαν ἀναγνωσθοῦν καὶ κυρωθοῦν τὰ πρακτικά; δὲν ἔχομεν· ἀπεναντίας ἔχομεν καθιερωμένον ἐν τῷ κανονισμῷ ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν τίθεται τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, ἡ Βουλὴ ψηφοφορεῖ καὶ ὁ Πρόεδρος διερμηνεύει τί ἀποφαίνεται ἡ Βουλή, ἀπαγγέλλει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Ἐδῶ τελειώνει ἡ ἀπόφασις· ἐάν τις ἤθελε παρατηρήσει ὅτι συνέβη μία πλάνη, ἓν λάθος, μία κακὴ ἀντίληψις καὶ κάμει τὴν ἔνστασίν του ἀμέσως, ἤθελα τὸν συγχωρήσει. Ἀλλὰ δὲν βλέπω σήμερον κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν ἐγειρόμενον αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ὁ Κ. Μπαλάνος εἶπεν ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἔλαβε πλήρη ἀντίληψιν τοῦ γεγονότος καὶ τόσην πεποίθησιν ἔσχε περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὥστε προσῆλθε καὶ συνεχάρη τὸν Κ. Πετμεζᾶν καὶ μολαταῦτα σήμερον λέγει, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν εἶναι τετελεσμένη. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ καὶ ἐλλείψεις, ἀφοῦ ὅμως ἐκυρώθη διὰ πλειοψηφίας, τὸ κῦρος αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως πρέπει νὰ τὸ ἀναγνωρίσωμεν ὅλοι καθὼς ἀνεγνωρίσαμεν καὶ τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς τῆς Γορτυνίας. Ἐνθυμεῖσθε πόσον ὁ Κ. Σακελαριάδης ἐσκανδαλίζετο ὁσάκις τὸν ἀνέφεραν τὸ ἀμφίβολον τῆς ἐκλογῆς καὶ ἤθελε νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἐξέλεγξιν· ἡ Βουλὴ τοῦ εἶπε δὲν ἔχεις ἀνάγκην, ἀπεφασίσθη πλέον. Σήμερον τί ἔχομεν νὰ πράξωμεν; νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ παρατηρήσωμεν μήπως παρελείφθη καμμία ἰδέα καὶ πρότασις κανενὸς βουλευτοῦ, καὶ ὅταν ἀποδειχθῇ ὅτι παρελείφθη τι, τότε διορθοῦνται τὰ πρακτικά· ἂν π. χ. εὕρητε ὅτι τὰ πρακτικὰ λέγουν, ὅτι ἐδόθησαν 60 ψῆφοι ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς, ἐνῷ πραγματικῶς ἐδόθησαν 58, τότε νὰ διορθωθοῦν τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ σημειωθῇ τότε νὰ εἴπητε ὅτι ἐδόθησαν 58. Ποῖον δὲ ἄλλο ἀτόπημα ἤθελε συμβῆ; χθὲς ἦσαν 58 κατὰ τοῦ ἀκύρου, 57 ὑπὲρ, καὶ 4 ἠρνήθησαν, καὶ σήμερον ἠμπορεῖ νὰ ἦναι 200· πρέπει λοιπὸν νὰ ἔρχωνται οἱ ἀπόντες βουλευταί, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἅπαξ μία πλειοψηφία παρεδέχθη νὰ τὸ ἀκυρώνουν; Τὸ τοιοῦτον νομίζω ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον. Ἠμπορεῖ νὰ ἔγεινε λάθος, κακὴ ἀντίληψις, ἀλλὰ τὸ ἔκαμεν ἡ πλειοψηφία, καὶ ἡ ἀπόφασις εἶναι σεβαστή· ἂς τὴν ἐπικρίνῃ ἡ κοινὴ γνώμη, διότι τότε δὲν θὰ ἔχωμεν ὅριον. Δὲν ἀποδέχομαι λοιπὸν παντάπασιν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπανελεύσεως εἰς τὰ ἅπαξ ἀποφασισθέντα.
§50ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Κύριοι, δὲν ἐκφέρω γνώμην ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τῆς οὐσίας· ἐκεῖνο ὁποῦ μὲ σκοτίζει ὀλίγον εἶναι ἡ ἰσχὺς, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὸ δεδικασμένον· 58 ἐδόθησαν ὑπὲρ, 57 κατὰ, 4 ἠρνήθησαν· ἀνεκηρύχθη τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ συμφωνοῦμεν ὅλοι, ὅτι ὁ Πρόεδρος εἶπεν ὅτι ἐκυρώθη ἡ ἐκλογὴ Καλαβρύτων, καὶ ὅτι ἐκηρύχθησαν βουλευταὶ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς καὶ οἱ ἄλλοι. Ὅμως τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἀνακήρυξις, τὴν κάμνει ὁ Πρόεδρος; Ἡ βουλὴ ἀποφαίνεται ὅτι 58 κτλ. Ἡ ἀνακήρυξις τοῦ Προέδρου δὲν εἶναι εἰμὴ ἡ χαρακτήρισις τῆς ὅλης ψηφοφορίας· ἐκ τούτου λοιπὸν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ψηφοφορίαν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπειδὴ ὁ Πρόεδρος ἀνεκήρυξε, αὐτὸ εἶναι δεδικασμένον, καὶ πρέπει νὰ ἰσχύσῃ; Δὲν ἰσχύει. Ἡμεῖς οἱ ἀνήκοντες σχεδὸν ὅλοι εἰς τὴν ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν δὲν ἀποδίδομεν τὸ ἀλάνθαστον μήτε εἰς τὸν Πάπαν· λοιπὸν μήτε εἰς τὸν Πρόεδρον πρέπει νὰ τὸ ἀποδώσωμεν. Ὁ Πρόεδρος δὲν κάμνει ἄλλο παρὰ νὰ ἀνακεφαλαιώσῃ τὰ γεγονότα τῆς ψηφοφορίας. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ἰσχύει ἡ ἔνστασις τοῦ δεδικασμένου, καὶ πρέπει νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα· ἐναντιοῦται εἰς τὸ σύνταγμα, ναὶ ἢ ὄχι; οἱ 58 ὑπὲρ κατασταίνουν τὴν πλειονοψηφίαν κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ συντάγματος; αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιῶδες, κατ’ ἐμέ.
§51ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκηρύχθη τὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ἰδοὺ τί συμβαίνει ἐνταῦθα. Ὁ Κ. Πρόεδρος ἔπρεπε νὰ ἴδῃ πόσοι οἱ παρόντες, καὶ ἂν τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ὑπὲρ τῶν ἀνακηρυχθέντων, τότε νὰ κηρύξῃ τὸ ἀποτέλεσμα· ἀλλ’ ὁ θόρυβος τὸν ἐξεβίασε· κατόπιν εἶδε τὸ ἁμάρτημά του· σήμερον, διὰ νὰ σαφηνισθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ὁ Κ. Πρόεδρος εἰς τὸ βῆμα, καὶ νὰ εἴπῃ ἐνώπιον τῆς βολῆς· Κύριοι, ἡμάρτησα, παρέβην τὸ σύνταγμα, καὶ παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ ημαρτημένα· καθότι πρὸ τῆς ἐγκρίσεως τῆς βουλῆς δὲν δύναταί ποτε τὸ ἀποτέλεσμα, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, νὰ θεωρηθῇ παρὰ τοῦ Προέδρου ἔγκυρον· πρέπει νὰ ἀποφανθῆτε πρῶτον σεῖς· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔγεινε, διὸ συνήφθη ἀμφοτέρωθεν πόλεμος. Ἐδῶ λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν Καλαβρύτων, οὔτε περὶ ἀτόμων, ἀλλὰ περὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ, ὅταν ἔδοσα τὸ ὄνομά μου εἰς τὸν Πρόεδρον, ἠτοιμαζόμην νὰ ἐπιφέρω τὴν κατηγορίαν μου κατὰ τοῦ ὑπουργείου· ἐνόμιζα ὅτι ὁ Κ. πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἀνέβαινε τὸ βῆμα νὰ ὑπερασπισθῇ τὸ σύνταγμα· ἀλλὰ μὲ προέλαβε, καὶ κατὰ τοῦτο τὸν εὐγνωμονῶ. Πρόκειται περὶ τοῦ συντάγματος· δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι οὔτε νὰ τὸ ἑρμηνεύσωμεν, οὔτε νὰ τὸ ἐξηγήσωμεν· 2 καὶ 2 κάμνουν 4, καὶ ὄχι ὅπως εἶπον 2 καὶ 2 κάμνουν 2½· αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμοὺς ποτὲ δὲν τοὺς ἔκαμα. Προκειμένου λοιπὸν περὶ συντάγματος, δὲν πρέπει νὰ ματαιοπονῶμεν· πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα. Ὁμολογεῖ ὁ Κ. Πρόεδρος ὅτι ἔκαμε σφάλμα, διὰ νὰ κηρύξῃ τὸ ἀποτέλεσμα παρὰ τὸ σύνταγμα; ὁμολογεῖ, νομίζω, διότι ἂν δὲν ὁμολογήσῃ, δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ ᾖναι καὶ Πρόεδρος. Περὶ δὲ τῆς ἐκλογῆς δὲν μὲ μέλει παντάπασιν, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ συντάγματος, πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα· διότι ἂν ἡμεῖς, οἵτινες ἐκλήθημεν νὰ ὑπερασπίσωμεν τὸ σύνταγμα, ἤλθομεν νὰ τὸ ἑρμηνεύσωμεν οὕτω σήμερον, καὶ οὕτως αὔριον, ἠμπορεῖ μία ἐξουσία ὡς καὶ ἡ σημερινὴ νὰ τὸ ἑρμηνεύσῃ ἄλλως πως, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν ἔχομεν σύνταγμα.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν Καλαβρύτων· τοὐλάχιστον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ἔδειξε εἰς τὴν χθεσινὴν πρᾶξιν, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρεται ποῖον τὸ ἐξαγόμενον τῆς ψηφοφορίας. Κατὰ τὴν στιμὴν τῆς ψηφοφορίας, ὅτε ἦτο φανερὸν, ὅτι αἱ πεποιθήσεις τῶν βουλευτῶν ἀμφιταλαντεύοντο, ὅτι αἱ ψῆφοι ἤθελε χωρισθῶσιν εἰς μίαν στενὴν ψηφοφορίαν, οἱ ὑπουργοὶ ἀπῆλθον, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἀπέδειξεν, ὅτι ἂν ἦταν παρόντες οἱ βουλευταὶ ὑπουργοὶ, τὸ ἐξαγόμενον ἤθελεν εἶσθαι διαφορετικὸν, διότι τοὐλάχιστον ἤθελον προστεθῆ 3 ψῆφοι περισσότεραι εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην γνώμην. Δὲν πρόκειται, ἐπαναλέγω, περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν Καλαβρύτων· πρόκειται περὶ τοῦ Συντάγματος καὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλα ἀποτελέσματα σοβαρὰ, καὶ δὲν συμφωνῶ διόλου μὲ τὸν προλαλήσαντα Κ. Κυπριάδην, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐκ τῶν ἐπουσιωδεστέρων, καὶ ὅτι πρέπει νὰ προσέχωμεν ἄλλας νὰ μὴ παραβιάσωμεν καὶ οὐχὶ τὴν παροῦσαν. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὸ ἐναντίον, καὶ λέγω, ὅλαι αἱ λοιπαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος νὰ παραβιασθῶσιν τὸ ὁποῖον οὔτε εὔχομαι, οὔτε θέλω τὸ ὑποστηρίξει ποτέ, ἀλλ’ ἂν παραβιασθοῦν ὅλαι αἱ ἄλλαι, δὲν θὰ ἔχουν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλει ἔχει ἡ παραβίασις τῆς διατάξεως ταύτης, διότι πρόκειται περὶ τῆς βάσεως τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βάσις τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τῆς γνώμης τῶν πλειόνων. Συγχωρήσατέ μοι νὰ ἀναπτύξω περισσότερον τὴν ἰδέαν ταύτην, καθότι μὲ προκαλοῦν εἰς τοῦτο οἱ μετὰ τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀγορεύσαντες, καὶ θέλοντες νὰ θεωρήσωμεν μηδαμινὴν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56. Καὶ τί ἄλλο εἶναι ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ τὰ ψηφίσματα, παρὰ νὰ γνωρισθῇ καθαρῶς καὶ ἀληθῶς ποία ἡ γνώμη τῆς πλειονότητος, καὶ οὐχὶ τῆς πλειονοψηφίας, καθὼς παίζοντές τινες ἀξιότιμοι δικηγόροι μὲ τὴν λέξιν, ἠθέλησαν νὰ δείξουν, ὅτι ἐπὶ τῆς καταλήξεως ψηφίας καὶ νότητος στηρίζουν τὸ ζήτημα; Οὐχὶ, πρόκειται περὶ πλειονότητος. Ῥητῶς διατάσσει τὸ Σύνταγμα, ὅτι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν παρόντων πρέπει νὰ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ ἑκάστης ἀποφάσεως. Καὶ ποῖοι οἱ παρόντες; Δὲν τὸ διεσαφηνίσαμεν εἰς τὸν κανονισμόν μας, λέγουν· καὶ δὲν ἠμπορούσατε νὰ τὸ ὁρίσετε, διότι τὸ ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἂν δὲν ἦτο καθαρὰ ἡ ἰδέα τοῦ Συντάγματος, πολὺ πλέον καθαρὰ τὴν διεσαφήνισεν ἡ διαγωγὴ τῆς Συνελεύσεως, ἥτις καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, Κ. Κυπριάδη, πολλάκις ἐφήρμοσε τὴν ἀρχὴν ταύτην, θεωροῦσα παρόντας καὶ ὡς καταλογιστέους τοὺς παρόντας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ τὸ ἐξηγήσατε περισσότερον σεῖς οἱ ἴδιοι διὰ τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ, εἰπόντες ὅτι παρόντες εἶναι ὄχι μόνον οἱ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ἀλλὰ καὶ οἱ ἐν τοῖς δωματίοις. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται διὰ κἄτι τι περισσότερον, οὐχὶ ἁπλῶς περὶ παρόντων καὶ μὴ ὁμιλούντων, καὶ νεκρῶν διαμενόντων, ἀλλὰ περὶ παρόντων καὶ λεγόντων, «ἀρνοῦμαι ψῆφον.» Καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν σήμερον ψηφοφοροῦντες, ἂν δὲν προσέξωμεν, ἂς τραβήξωμεν ὅλας τὰς συνεπείας τοῦ ζητήματος μέχρι τοῦ τελευταίου συμπεράσματος, καὶ ἂς ὁμιλήσωμεν καθαρά. Πολλάκις ὁ βουλευτὴς εὑρίσκεται ὑπὸ πίεσιν, εἴτε ἄνωθεν, εἴτε κάτωθεν· καὶ ὅστις διὰ πολλὰ ἔτη ὑπῆρξεν ἐντὸς βουλευτικοῦ περιβόλου δὲν θὰ μὲ ψεύσῃ εἰς τοῦτο. Πότε θὰ ᾖναι ἀποτελεσματικωτέρα ἡ ἐνέργεια τῆς θελήσεως ταύτης; Ὅταν ἡ πίεσις θέλῃ εἰπεῖ τοῦ βουλευτοῦ, λάλησον οὕτω καὶ ὄχι οὕτω, ἢ ὅταν τῷ εἴπῃ, σιώπησον; Ὑποθέσατε ὅτι ἡ πίεσις αὕτη κάμνει ὥστε ἀπὸ 80, 100 βουλευτὰς εὑρισκομένους, νὰ κλεισθοῦν εἰς τὰ δωμάτια οἱ 80, καὶ οἱ 20 μόνον ἐκφράζονται. Τοῦτο, Κ. Τσιριμῶκε, εἶναι ὅλως διόλου ἀδιάφορον; Δὲν εἶναι ἄξιον νὰ προσέξωμεν ἐπ’ αὐτοῦ; Ἡ ἔκφρασις αὐτῶν τῶν 20 θέλει εἶναι ἔκφρασις Βουλῆς Συνταγματικῆς, διότι ἐξησφαλίσαμεν τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας; Καὶ αἱ τύχαι τοῦ ἔθνους, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θέλει ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα τοῦ στόματος αὐτῆς τῆς μικρᾶς πλειοψηφίας ἀπέναντι τοῦ κλεισίματος τοῦ στόματος, τὸ ὁποῖον ἐπέτυχε εἴτε ἡ ἄνωθεν, εἴτε ἡ κάτωθεν πίεσις, τῶν 100 παρευρισκομένων καὶ σιωπώντων ἢ λεγόντων ἀρνοῦμαι ψῆφον; Τί εἶπον οἱ προλαλήσαντες; οὐχὶ οἱ σύμφωνοι μὲ τὴν γνώμην μας εἶπον ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται ψῆφον δὲν συμφωνεῖ οὔτε μὲ τὴν γνώμην τῆς μιᾶς μερίδος, οὔτε μὲ τὴν γνώμην τῆς ἄλλης. Ἂς ἐφαρμόσωμεν τόρα τὴν ἰδέαν ταύτην ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος· 58 ἐψήφισαν ὑπὲρ, 57 ἐψήφισαν κατὰ, ἔχετε λοιπὸν τὴν πλειονότητα μιᾶς ψήφου, καὶ κατέναντι αὐτῆς τῆς μιᾶς ψήφου ἐγείρονται τέσσαρες ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι σᾶς λέγουν οὔτε ἡ μία εἶναι ὀρθὴ, οὔτε ἡ ἄλλη· τοῦτο εἶναι τὸ ἐξαγόμενον τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιόν σας τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπέναντι τῆς γνώμης ἑνὸς τὴν γνώμην τεσσάρων οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται καὶ δὲν συμφωνοῦν οὔτε μὲ τὸν ἕνα οὔτε μὲ τὸν ἄλλον· καὶ εἶναι ὁριστικὴ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις καὶ δὲν πρέπει νὰ μὴ καθιερώσωμεν τὸ κακὸν, τὸ ἄθλιον προηγούμενον, ὅτι οὐδεμίαν βλάβην, οὐδένα φόβον ἔχει νὰ ὑποστῇ οὔτε τὸ ἄτομον, οὔτε ἡ Ἑλλὰς ἕως ὅτου βουλευταὶ κλείουν τὸ στόμα των, καὶ ὅτι ἡ πίεσις, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἐξασκηθῇ ἐπὶ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἐξασκηθῇ φανερά· πρέπει νὰ ἐξασκηθῇ ὥστε νὰ τὴν γνωρίζῃ ἕκαστος καὶ ὄχι νὰ μοῦ κρύβωνται μὲ κεκλεισμένον τὸ στόμα. Τοῦτο δὲν εἶναι πρᾶγμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ σκεφθῶμεν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προλάβωμεν; καὶ ἰδοὺ διατί, Κύριοι, σήμερον δύο μέλη τῆς Κυβερνήσεως καί τοι πρόκειται περὶ βουλευτικῆς ἐκλογῆς λαμβάνουν τὸ βῆμα καὶ σᾶς λέγουν βουλευταὶ προσέξατε ποῦ ἔρχεται νὰ μᾶς ῥίψῃ τὸ προηγούμενον αὐτὸ ἐὰν τὸ θεωρήσητε ὡς δεδικασμένον, καὶ τὸ καθιερώσητε ὡς προηγούμενον. Καὶ ἐπὶ τοῦ δεδικασμένου τούτου συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω μίαν λέξιν· πολλάκις ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῆς θεωρίας τοῦ δεδικασμένου, ἀλλ’ ἴσα ἴσα μ’ ἐμπόδισεν ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν εἴχομεν καὶ τότε περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν νὰ μένωμεν πάντοτε ἔξω, καθὼς ἔγινε καὶ εἰ τὰς ἐκλογάς· ἀλλ’ ἀφοῦ σήμερον πρόκειται νὰ καθιερωθῇ αὐτὸ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, λέγω ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰρηνοδικεῖον, δὲν εἶναι δικαστήριον· ἡ Βουλὴ δὲν δεσμεύεται ἀπὸ τίποτε, δὲν δεσμεύεται οὔτε ἀπ’ αὐτὴν τὴν θέλησίν της, ὅταν θέλῃ νὰ τὴν ἀλλάξῃ.
§53ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μόνον ἀπὸ τὸ Σύνταγμα.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα δεσμεύεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ὅταν ἴδῃ ἡ Βουλὴ καθὼς βλέπει καὶ καθὼς πρέπει νὰ ἴδῃ σήμερον, ὅτι ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις, καθὼς θέλουν νὰ τὴν παραστήσουν, παραβιάζει οὐχὶ ἄρθρον ἁπλῶς τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ αὐτὰς τὰς βάσεις του, πρέπει νὰ διστάσῃ μίαν στιγμὴν καὶ νὰ εἴπῃ, ἔχω δεδικασμένον ἐνώπιόν μου καὶ πρέπει νὰ σιωπήσω; καὶ ποῖα δὲ θὰ ᾖναι, Κύριοι, τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς ψήφου μας σήμερον; εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλειτωρίας; τοῦτο νὰ διαπιστευθῇ σήμερον· ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξεφράσθη ὑπὲρ τῆς ψηφοφορίας τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλειτορίας; καὶ τοῦτο ἐπίσης νὰ διαπιστευθῇ σήμερον. Καὶ εἰς τὴν δευτέραν ταύτην περίστασιν, ποῖα θὰ ᾖναι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθουν; θὰ ἐξασφαλισθῇ, Κύριοι, τὸ Σύνταγμα καὶ διάταξις βάσιμος θεμελιώδης τοῦ Συντάγματος, θὰ ἀκυρωθῇ μία ἐκλογή; δὲν διστάζω νὰ εἴπω καὶ δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἰδιαιτέρως ὅτι θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ λυπηθῶ πολὺ ἐὰν τὸ ἐξαγόμενον τῆς ψηφοφορίας θὰ ᾖναι νὰ στερηθῇ τὸ βῆμα τοῦτο τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Πετιμεζᾶ, ὁ ὁποῖος καὶ χθὲς καὶ σήμερον μᾶς ἔδειξεν ὁποῖα προτερήματα, ὁποῖα προσόντα ῥήτορος ἔχει καὶ πόσον θὰ ἠμπορέσῃ νὰ τ’ ἀναπτύξῃ καὶ νὰ τὰ καλλιεργήσῃ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν τὸ φοβοῦμαι· δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ὅλης ἐκλογῆς, καθὼς ὑπῆρχε μία πρότασις, πρόκειται περὶ τῆς ἀκυρώσεως, ἂν τυχὸν ἡ Βουλὴ ἐκφρασθῇ τοιουτοτρόπως, ἑνὸς μόνον δήμου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἤδη κατὰ τὰ ἐξαγόμενα τῶν πρακτικῶν τῆς ψηφοφορίας καὶ κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐδόθησαν, ἔχομεν τὴν πλήρη ἀπόδειξιν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι πλειοψηφοῦντες θά ἀποδειχθοῦν κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι σήμερον ἐντὸς τῆς Βουλῆς· δὲν βλέπω λοιπὸν τὸ μέγα κακὸν καὶ οὔτε πρόκειται περὶ προσώπων· ἐπαναλαμβάνω, πρόκειται νὰ σώσωμεν διάταξιν οὐσιώδη τοῦ Συντάγματος καὶ σκεφθῆτε ποῦ ἡ παραβίασις αὕτη δύναται νὰ μᾶς φέρῃ. Δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ἐξαγόμενον ὅτι μία ἐλαχίστη, μικρά, οὐτιδανὴ μειονότης νὰ διέπῃ μίαν ἡμέραν τὰς τύχας τοῦ ἔθνους, τὰς τύχας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν τοῦτο νομίζητε ὅτι δὲν ὀφείλετε νὰ τὸ προλάβητε, ψηφίσατε ὅπως θέλετε· ἐξεπλήρωσα κἀγὼ τὸ καθῆκόν μου συμφώνως μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συμμερίζονται τὴν γνώμην μου.
§55ΖΩΤΟΣ. Οἱ προλαλήσαντες πολὺ εὐγλώττως καὶ ἐπιτηδείως ἀνέπτυξαν τὸ ζήτημα αὐτὸ, εἰς ἐμὲ δὲν μένει παρὰ μόνον μικράς τινας παρατηρήσεις νὰ ἐπιφέρω· καὶ ἐν πρώτοις διαφωνῶ μὲ τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως ὡς πρὸς τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους ἔχει, μήπω μία Βουλὴ Ἑλληνικὴ ἄνωθεν ἢ κάτωθεν πιεζομένη, καταντήσῃ νὰ ἐκφέρῃ μόνον εἴκοσι γνώμας καὶ διὰ τοῦτο νὰ τὰς πνίξῃ ἐντὸς τοῦ στήθους της τοῦ ἀγενοῦς, τοῦ δειλοῦ. Σᾶς λέγω, Κύριε ὑπουργέ, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοτε περιστάσεις λίαν ἐπίφοβοι καὶ ἦλθεν ἡ πίεσις ἄνωθεν ἰσχυρὰ, ἰσχυρωτάτη, ἴσως καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις καὶ κάτωθεν, ἀλλὰ σπανίως καὶ εὐγενὴς ἡ κάτωθεν προερχομένη, καὶ μόλα ταῦτα οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, οἱ βουλευταί, δὲν ἐδειλίασαν, δὲν ἠρνήθησαν παρὰ πολλὰ ὀλίγοι ψῆφον, οἱ ὁποῖοι ἐκ πεποιθήσεως δὲν ἐγνώρισαν, ἐὰν πρέπει νὰ δώσωσιν ὑπὲρ τοῦ ναὶ ἢ τοῦ ὄχι γνώμην, οὐχὶ ὅμως νὰ καταντήσουν Βεδουΐνοι Κινέζοι, ἐννοῶ μίαν Βουλὴν ἐξ ἄλλων, ἡ ὁποία ἠμποροῦσε νὰ φοβηθῇ. Δὲν φοβοῦμαι λοιπὸν αὐτὴν, Κ. ὑπουργέ, τὴν πίεσιν, φοβοῦμαι ἕν ἄλλο, φοβοῦμαι μήπω ἀποφασίζοντες σήμερον περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα, καὶ τότε βεβαίως θὰ μεταμεληθῶμεν πολὺ περισσότερον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζομεν τὸ δεδικασμένον, πολὺ περισσότερον ἡμεῖς ἀπ’ ἐκείνους, οἵτινες λέγουν τὰ ἐναντία, ἀλλὰ δὲν φοβοῦμαι, διότι ἔχομεν τὸν νόμον, τὸν θεμελιώδη νόμον ὑπὲρ ἡμῶν. Δὲν μεταχειριζόμεθα σοφίσματα, Κύριοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν φοβούμεθα. Ἐκάμαμεν ἕνα κανονισμὸν, Κύριοι, τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα δὲν προεῖδε, καθὼς καὶ δὲν προεῖδον καὶ διάφορα ἄλλα Συντάγματα τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν τῆς Εὐρώπης· ἀνέγνωσα ποτὲ τὸν Lavalette καὶ ἄλλους συγγραφεῖς ἑρμηνεύοντας τὰ περὶ κανονισμῶν καὶ συνταγμάτων καὶ ηὗρον εἰς διαφόρους κανονισμοὺς, καὶ ἴσως καὶ εἰς Συντάγματα ὅτι τοὺς ἀρνουμένους ψῆφον τοὺς θεωροῦν ὡς μὴ παρόντας· τότε καὶ οἱ ἐν τοῖς δωματίοις τί εἶναι παρόντες ἢ ἀπόντες; ἢ ἡμεῖς θὰ λύσωμεν ἕν ψεῦδος. Ἕνεκα μιᾶς ἀνάγκης τοῦ νὰ σχηματίζεται ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης ταύτης παρεδέχθη πρὸ ἡμερῶν μία τροπολογία, ἀλλὰ τότε παρεδέχθη, ὅτι καὶ οἱ ἐν τοῖς δωματίοις καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ καταστήματος, ὄχι οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ, ὅταν λογίζωνται ὡς παρόντες εἶναι πράγματι παρόντες. Εἶναι ἀληθὲς κατὰ τὸν Κ. Λομβάρδον; δὲν εἶναι φύσει ἀπόντες; καὶ μολαταῦτα κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοὺς θεωροῦμεν παρόντας, ἡμεῖς γελῶμεν ὁ εἷς τὸν ἄλλον καὶ μία ἀνάγκη μᾶς ἔκαμε ἵνα βιασθῶμεν νὰ μὴν ἀποχωρήσωμεν, νὰ μὴ ματαιώνωμεν μίαν συνεδρίασιν ἢ μίαν συζήτησιν· δὲν φοβούμεθα λοιπὸν νὰ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα, δὲν φοβούμεθα νὰ πιασθῶμεν δι’ οὓς λόγους σᾶς εἴπομεν, διότι τότε θὰ ἤμεθα ἀνάξιοι νὰ ὀνομαζώμεθα Ἕλληνες. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι πολλὰ συντάγματα καὶ Κανονισμοὶ ἐθεώρησαν τοὺς ἀρνουμένους ψῆφον, ὡς ἀπόντας· πιστεύω, ὅτι καὶ κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, ὡς κάλλιστα οἱ προλαλήσαντες ἀνέπτυξαν, οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον βουλευταὶ θεωροῦνται παρόντες, μόνον, ὡς πρὸς τὸν σχηματισμὸν τῆς νομίμου ἀπαρτίας, οὐχὶ δὲ καὶ ὡς πρὸς τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματός μας, ἔρχεται εἰς ἐνίσχυσιν τούτου. Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος: «Ἄρθρον 56. Ἡ «Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς «παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐ«τῆς, καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν». Πολὺ καλὰ αὐτὸ ἐσυζητήθη καὶ ἀνεπτύχθη. «Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται». Ἔρχομαι εἰς αὐτὸ, διότι ὅλοι ἐπάνω κάτω καλλίτερον ἐμοῦ ἠξεύρετε νὰ κρίνετε καὶ νὰ σκεφθῆτε. Εἰς τὴν ἐκλογὴν Καλαβρύτων ὑπῆρξε μία μειονοψηφία καὶ μία πλειονοψηφία καὶ τέσσαρες ἠρνήθησαν· διὰ τῆς ἰσοψηφίας βεβαίως ἡ πρότασις τοῦ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς ἤθελεν ἀποῤῥιφθῆ, οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, διότι τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα, ἐὰν ἦσαν 58 πρὸς 58, ἡ πρότασις ἔπιπτε, τὸ ἄκυρον ἔπιπτεν, ἑπομένως ἴσχυε τὸ ἔγκυρον, ἀλλ’ οἱ τέσσαρες ψῆφοι ποῦ καταλογίζονται τότε; Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ Σύνταγμα θεωρεῖ, ὅτι οἱ μὴ ψηφοφορήσαντες θεωροῦνται, ὡς μὴ λαβόντες μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν, τώρα θέλετε νὰ μὴ θεωρήσωμεν ὡς δεδικασμένον, ἰσχυρὸν τὸ γεγονὸς τῆς ψηφοφορίας διότι εἶχε τὴν ἁμαρτίαν ἡ ἐκλογὴ νὰ ἔχῃ μίαν ψῆφον παραπάνω ὑπὲρ ἑαυτῆς; ἂν θέλετε, διότι εἶχε μίαν ψῆφον περισσότερον νὰ τὴν ἀκυρώσητε, ἄλλος λόγος, ἂν 58 πρὸς 58 εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας τότε ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται, δηλαδὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀκύρου, τώρα εἶναι 58 ὑπὲρ καὶ ἄλλαι 57 κατὰ τοῦ ἐγκύρου, εἶχε τὴν ἀτυχίαν ἡ ἐκλογὴ νὰ ἔχῃ μίαν ψῆφον παραπάνω, ἄρα πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ καὶ ἂν εἶχε τὸ εὐτύχημα νὰ μὴν ἔχῃ μίαν ὑπὲρ, τότε θὰ ἐπεκυρώνετο. Βλέπετε λοιπὸν, τὸ σύνταγμα μᾶς δίδει τὴν πορείαν μας καθαρὰν καὶ λέγει, ὅτι τοὺς μὴ ψηφοφορήσαντας τοὺς θεωρεῖ ὡς ἀπόντας· καὶ ἂν θέλετε καθαρώτερον πρᾶγμα ἀπὸ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο· ἂς μὴ προφασιζώμεθα λέγοντες, ὅτι πρέπει νὰ περιβάλωμεν τὸν ἑαυτόν μας μὲ ἀσπίδας συνταγματικὰς, διότι ὅλοι γνωρίζομεν τὸ καθῆκόν μας, ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι τὸ σύνταγμα πρέπει νὰ ᾖναι εὐαγγέλιον ἱερὸν ἄλλως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὔτε σύνταγμα, οὔτε Ἑλλὰς· γνωρίζετε ὅτι ἡ μειονοψηφία ἔχει ἀνάγκην νὰ θωρακισθῇ μὲ τὸ Σύνταγμα, δηλαδὴ μὲ τὴν δικαιοσύνην, δὲν θὰ ἤμεθα βεβαίως οἱ σκαπανεῖς τοῦ Συντάγματος, θὰ ἤμεθα μάλιστα πάντοτε ὑποστηρικταί· καὶ διὰ τοῦτο ποτὲ δὲν δεχόμεθα νὰ μᾶς λέγουν, ὅτι σήμερον μὲ αὐτὴν τὴν πρότασιν παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα· ἰδοὺ καὶ αὐτὸν τὸν τελευταῖον παράγραφον, ὅστις ἐπικυρώνει τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μας καὶ ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ εἶναι νομιμωτάτη καὶ ὅτι τὸ δεδικασμένον εἶναι δεδικασμένον καὶ ὄχι καθὼς οἱ Κύριοι ἐπρότειναν, ὅτι εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος.
§56ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ δυστύχημα εἶναι, Κύριοι, ὅτι ἡ κοινωνία περιῆλθεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε δὲν ἀναγνωρίζονται πεποιθήσεις, ὅτι τὰ ἀφηρημένα ζητήματα ἐκπροσωπεύονται πάντοτε, ὅτι εἰς οἱασδήποτε ἑρμηνείας τοῦ νόμου ἀποδίδονται καὶ εἰς τοὺς μὲν συμπάθειαι καὶ εἰς τοὺς δὲ ἀντιπάθειαι, καὶ ἐνόσῳ τὸ σύστημα τοῦτο, θὰ διέπῃ μίαν κοινωνίαν ἡ κοινωνία θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἀποσύνθεσίν της, εἰς ἣν ἐῤῥίφθη ἀπὸ τὴν κακὴν τύχην της. Τὸ προηγούμενον ζήτημα, ζήτημα ἀφηρημένον, ζήτημα καθαρῶς νομικὸν, ζήτημα τὸ ὁποῖον ὑπέστη συζητήσεις σπουδαίας, ὅπου καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἐλευθέρα πολιτεία, σήμερον θέλει νὰ περιβληθῇ μὲ τὸ εἰδεχθὲς φάσμα τῆς προσωπικότητος· ἤθελον λυπηθῆ κατάκαρδα ἂν τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπεστηρίζετο ἐκ μονομερείας, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο διαστρέφεται ἐξ ἑκατέρων τῶν πτερύγων. Λυποῦμαι, Κύριοι, διά τινα μέλη καὶ λυποῦμαι ἐγκαρδίως, δὲ ἀδικῶ τὸν Κύριον Κυπριάδην, διότι ὁ Κύριος Κυπριάδης δὲν ηὐτύχησε νὰ ἀνήκῃ, ὅταν ἐσυζητήθη τὸ πολίτευμα, εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν· ἀδικῶ τὰ μέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, παρασταθέντα καθ’ ὅλον τὸ δρᾶμα τῆς Συνελεύσεως, ἔρχονται σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διαψεύσουν, νὰ διαστρέψουν, ὅ,τι εἶναι ἀληθὲς, ὅ,τι εἶναι δίκαιον, ὅ,τι οἱ ἴδιοι ἀπεφάσισαν· δὲν δικαιοῦνται τὰ μέλη τὰ ὁποῖα παρελάθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἄλλοτε, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐθαιρεσίαι τῶν προέδρων ἐπρόδωκαν ἴσως τὰ τιμαλφέστερα συμφέροντα τῆς πατρίδος. Τὸ ζήτημα διῃρέθη εἰς ζήτημα δεδικασμένον καὶ ζήτημα παρόντων, ἔπρεπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Εὐρυτανίας νὰ ἐνθυμηθῇ τὰς ἀποφάσεις τοῦ προεδρείου, ὅταν αὐθαιρέτως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐκήρυττεν ἀποτελέσματα. Τότε ἠθέλατε ἴδει τὸν Κύριον Ζῶτον δικαίως ἐξοκείλοντα εἰς ὅ,τι δὲν ἀνάγεται εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ Κ. Ζῶτος καὶ οἱ παρακαθίσαντες ἄλλοτε εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ προεδρείου δὲν ἐδέσμευσαν πώποτε τὸ συντακτικὸν ἐκεῖνον σῶμα καὶ ἔρχονται σήμερον νὰ μᾶς θέσουν τὸ δεδικασμένον, διότι εἴτε μία ἄγνοια, εἴτε μία αὐθαιρεσία ἑνὸς προέδρου ἐκήρυξεν οἱονδήποτε ἀποτέλεσμα.
§57ΖΩΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σημειώσατέ με.
§58ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅταν ἡ ἀτυχὴς ἐκείνη πτέρυξ διεμαρτύρετο κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ προεδρείου τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη καὶ κατὰ τὴν κρίσιν μας δὲν ἀπεφάνθη, διότι δὲν ὑπῆρχε πλειονοψηφία. Σήμερον ἔρχονται μέλη τινα ἐκείνου τοῦ συνεδρίου ὄχι ἀπὸ πρόθεσιν κινούμενοι διότι δὲν ἀδικῶ τὸν πρόεδρον, ὅστις ἔζησε καὶ ἀνετράφη εἰς ἐπάγγελμα διάφορον ἐκείνου τὸ ὁποῖον σήμερον κατέχει, ἔρχονται μίαν καθαρὰν ἄγνοιαν τοῦ προεδρείου νὰ τὴν χαρακτηρίσουν ὡς ἀπόφασιν ἑνὸς ἐθνικοῦ σώματος καὶ νὰ διαταθῶσιν ὅτι, ἐὰν προταθῇ δεδικασμένον, δὲν ὑφίσταται πλέον οὔτε ἐλευθερία, οὔτε ἀτομικὰ δικαιώματα. Τίς ἀρνεῖται τὰ γεγονότα τῆς χθές, τίς ἦλθε, κύριοι, νὰ σᾶς ἀντιτάξῃ, ὅτι τὸ προεδρεῖον δὲν ἀνακήρυξε, δὲν κατελόγισε τὰς ψήφους, ὅτι δὲν ὠνόμασε τοὺς βουλευτάς; Ἤλθομεν νὰ σᾶς ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις 2, 3, καὶ 4 μελῶν τοῦ συνεδρίου τούτου, εἴτε πρόεδρος νὰ ᾖναι, εἴτε γραμματεὺς, εἴτε μέλος, δὲν δύναται νὰ κατισχύσῃ τῆς ἀποφάσεως ἑνὸς σώματος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν παρόντων, κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν παρόντων εἶναι ζήτημα ὑπάρξεως, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἄνθρωπός τις νὰ διαφιλονεικήσῃ, ἀλλὰ οἱ ἐπαγγελλόμενοι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, οἱ ἐπαγγελλόμενοι τὰ φυσικὰ δικαιώματα τὰ ἀρνοῦνται, ὅταν ἔχουν τὴν ἀμφιβολίαν, ὅταν δύνανται νὰ πάθουν.— Ἀναγνωρίζετε εἰς τὸν βουλευτὴν τὸ δικαίωμα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντάσσηται ἢ μὲ τὴν μίαν φατρίαν, ἢ μὲ τὴν ἄλλην φατρίαν, δὲν ἀναγνωρίζετε δὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, δὲν ἀναγνωρίζετε συνειδήσεις ἀνεξαρτήτους, δὲν ἀναγνωρίζετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, δὲν ἀναγνωρίζετε πεποιθήσεις, καὶ μετὰ τὰ διαδραματισθέντα ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ οἱ φρουροὶ τῶν ἐλευθεριῶν ἔρχονται σήμερον προτάττοντες, καλυπτόμενοι εἴτε ὑπὸ συμπαθείας, εἴτε ὑπὸ ἀντιπαθείας, καὶ σᾶς τὸ λέγω, κύριοι! οὔτε ἐγὼ αὐτὸς ἐξαιροῦμαι, ἔρχονται νὰ εἴπουν ὅτι τοιαῦτα ζητήματα δὲν ἀλλοιώνουν τὸν θεμελιώδη χάρτην τοῦ πολιτεύματος. Λυποῦμαι πολὺ, κύριοι, ὅτι ἡ ἀσθένεια ἑνὸς τῶν ἐντίμων φίλων μου τὸν ἀναγκάζει νὰ ἀπουσιάσῃ σήμερον ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ἑνὸς τῶν φίλων μου ἐκείνων οἵτινες ὡς ὅρον τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς των ἐχάραξαν τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, καὶ ὅστις εἰς τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔθετε ὡς ὅρον ὑποχρεωτικὸν εἰς τὸν βουλευτὴν τὴν σύνταξιν αὐτοῦ εἴτε μὲ τὴν μίαν γνώμην, εἴτε μὲ τὴν ἄλλην, ἐξέφερε τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο γνωμικὸν ὅτι θέλουν νὰ μᾶς πιέσουν τὴν συνείδησιν, θέλουν νὰ μᾶς ἀναγκάσουν νὰ γινώμεθα φατριασταὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς μερίδος ἢ τῆς ἄλλης, δὲν μᾶς ἀναγνωρίζουν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πεποιθήσεών μας καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπεμείναμεν τότε εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ κανονισμοῦ νὰ θέσωμεν τὴν ἀπόλυτον συνείδησιν, ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ σώματος, καὶ δι’ αὐτὸ ἐδικαιούμεθα νὰ προσβάλωμεν καὶ τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες μᾶς ἐθεώρουν παρόντας ἐν ταῖς δωματίοις, αἵτινες μᾶς ἐθεώρουν παρόντας ἐπὶ τῶν βάθρων, αἵτινες μᾶς ἐξηνάγκασαν, μᾶς παρέπειθον, μᾶς ἐπίεσαν νὰ συνταχθῶμεν ἢ μὲ τὴν μίαν μερίδα, ἢ μὲ τὴν ἄλλην. Τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα, κύριοι, δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχουν ἄνευ κομμάτων, τὰ κόμματα εἶναι τὸ ἰσοζύγιον τῆς διανομῆς τῶν διαφόρων συνταγματικῶν ἐξουσιῶν· ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει περισσότερα θέλγητρα ἀπὸ τὴν συμπολίτευσιν καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὸν τόπον μας ἔχει θέλγητρα, διότι ἔχει καθήκοντα σπουδαιότερα, πλέον αὐστηρὰ. Ἡ Κυβέρνησις ἐντελλομένη τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων δύναται νὰ τοὺς παρερμηνεύῃ, ὁσάκις ἡ παρερμηνεία ἐπιδιώκει τὸν σχηματισμὸν εἴτε πλειονοψηφίας, εἴτε ἄλλων συμφερόντων, ἡ ἀντιπολίτευσις καθῆκον ἔχει νὰ ἐξασκήσῃ τὴν αὐστηροτέραν ἐξέλεγξιν ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς ἐξουσίας, διότι ἀμιγὴς τῆς διευθύνσεως τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας μὴ πιεζομένη καὶ μὴ εὐθυνομένη διὰ τὴν τάξιν καὶ τὴν συντήρησιν, δικαιοῦται νὰ ἀπαιτῇ αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν καὶ ὅπου δὲν τὴν εὑρίσκει ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐλέγχῃ, νὰ τὴν κατακρίνῃ, νὰ τὴν καταδικάζῃ. Ἀλλὰ σήμερον, καὶ τοῦτο λέγων, δὲν ἐννοῶ κατὰ σῶμα νὰ προσβάλω οὔτε νὰ ὑπερασπίσω μερίδα, οὔτε τὴν συμπολίτευσιν, οὔτε τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι κατὰ τὸ στάδιον τὸ ὁποῖον διανύομεν δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὔτε ἀντιπολίτευσις εἴμεθα, οὔτε συμπολίτευσις εἴμεθα. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἢ ἡ συμπολίτευσις θέλει κατακριθῆ ἐπὶ τῶν καθαρῶς ζητημάτων, καὶ ὅπως λέγω, ὅπως ὁ ἄλλος παρακαθήμενος σήμερον εἴτε δεξιὰ εἴτε ἀριστερὰ μεταβῆ ἀπὸ τὴν μίαν ἕδραν εἰς τὴν ἄλλην καὶ δὲν δικαιοῦται σήμερον νὰ εἴπῃ ὄχι ἐκ προκαταλήψεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς σημερινῆς πολιτικῆς διαγωγῆς, ὅτι εἴμεθα εἴτε συμπολίτευσις εἴτε ἀντιπολίτευσις διότι διανύομεν στάδιον καθαρῶς δικαστικόν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει προκατάληψις, ἥτις ἐπιβεβαιοῦται δι’ ἐξωτερικῶν ἐντυπώσεων, διότι ἐν τῷ καταστήματι τούτῳ τὰ βάθρα κατείχοντο ἀποκλειστικῶς ἀπὸ μὲν δεξιὰ ἀπὸ τοὺς συμπολιτευομένους, τὰ δὲ ἀριστερὰ ἀπὸ τοὺς ἀντιπολιτευομένους. Ὑπάρχει πρόληψις ὅτι εἰς τοὺς καθημένους εἰς τὰ ἀριστερὰ σχηματίζεται τὸ κέντρον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὰ δεξιὰ τὸ κέντρον τῆς συμπολιτεύσεως. Εἶναι περίεργον κατὰ μίαν τοιαύτην προκατάληψιν μέλη τινὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν συμπολίτευσιν νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ ὑποστηρίζουν ἀντιθέτους ἰδέας, νὰ ἔρχεται μία Κυβέρνησις καὶ κυβέρνησις Ἑλληνικὴ, ἥτις ἔχομεν παραδείγματα ἄπειρα νὰ πιστεύσωμεν ὅτι παρερμηνεύει τοὺς νόμους πρὸς καταπάτησιν τῶν γενικῶν συμφερόντων, νὰ ἔρχεται μία συμπολίτευσις νὰ παρίσταται ἄλλοτε εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος καὶ μέλη τινὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ θέλουν νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἐναντίον. Τὰ γεγονότα αὐτὰ, Κύριοι, δὲν ἐπηρεάζουν διόλου, διότι ὡς ἐκ τῶν προτέρων εἶπα, εἶναι ζητήματα προσωπικά. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον εἶναι καθαρὰ ἑρμηνεία τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἐσεῖς αὐτοὶ ἐνταῦθα ἐψηφίσατε πρὸ 10 μηνῶν. Τὸ ζήτημα τοῦ δεδικασμένου, Κύριοι! ὅπως πολὺ εὐφυῶς ὁ Κ. Μπαλάνος ἀνέπτυξε καὶ ἡ ὕπαρξις τοῦ Κ. Μπαλάνου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀποκρούει μίαν ἄλλην ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἐσχημάτισεν ἄλλοτε ὑπὲρ τῶν καθηγητῶν, ὑπὲρ τῶν νομοθετῶν, ὑπὲρ τῶν λογίων, ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη πρακτικῶς, φρονίμως ἀπεδέχετο μίαν ἀρχὴν, ὅτι «οὐ παντὸς πλεῖν εἰς Κόρινθον» ὅτι τὸ νὰ ᾖναι τις καθηγητὴς, τὸ νὰ ᾖναί τις δικηγόρος, δὲν ἕπεται ὅτι εἶναι καλὸς πολιτευόμενος καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐν τῇ φρονήσει της παραβιάσασα μερικὰς θεωρητικὰς ἀρχὰς ἀπέκλεισε, Κύριοι! τοῦ περιβόλου τούτου καὶ καθηγητὰς καὶ ὑπαλλήλους καὶ ἰδιοκτήτας καὶ πολλὰς ἄλλας κατὰ θεωρίαν ἀναγκαίας ἰδιότητας πρὸς ἀντιπροσώπευσιν τοῦ ἔθνους. Φιλονεικεῖται, Κύριοι! τὸ ζήτημα τῶν παρόντων, ἐφιλονεικεῖτο καὶ ὅπου δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἰσχυρισμὸς, φιλονεικεῖτο μονομερῶς εἰς τὰς πρώτας περιστάσεις τῆς ἀπαρτίας, ἀνεγνωρίσαμεν τοὺς παρόντας, εἰς τὴν δευτέραν περίστασιν δὲν τοὺς ἀναγνωρίσαμεν, διατὶ, Κύριοι; διότι θέλουν φατρίας διότι θέλουν ἐξ ἀνάγκης νὰ συνδυάζωνται μὲ μίαν μερίδα ἢ μὲ τὴν ἄλλην. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο λογικὸν, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου; εἶναι ἀποτέλεσμα ἐλευθέρας συνειδήσεως καὶ πεποιθήσεως; Ἀλλά, Κύριοι! οἱ παρόντες καὶ ἀρνούμενοι ψῆφον τί εἶναι; εἶναι ἄνθρωποι ἢ δὲν εἶναι; φιλονεικοῦμεν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κ. Σωτηροπούλου, τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κ. Μπαλάνου· ἀλλ’ εἶναι λογικόν; Βλέπετε, Κύριοι, ἐξ ὅλων τούτων ὅτι τὰ προσωπικὰ ζητήματα φαρμακεύουν, ὅ,τι δύναται κανεὶς νὰ ἐλπίζῃ ἀπ’ αὐτὸν τὸν τόπον. Ἐξετέθησαν διάφορα ἐπιχειρήματα, ἐξετέθη ἡ κυριαρχία τοῦ σώματος, ὅτι δύναται νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει, ὅ,τι δὲν δύναται νὰ εἴπῃ. Σήμερον εἶναι ψεῦδος ὅ,τι γίνεται ἀλήθεια αὔριον, ἀλλὰ Κύριοι! δὲν γνωρίζετε, ὅτι τὸ συστατικὸν τῶν πολυμελῶν σωμάτων εἶναι ἡ βραδύτης, δὲν ἐνθυμεῖσθε σεῖς αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι πάντοτε προβάλλετε τὴν σπουδὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὁσάκις ἤρχοντο ἐξ ἐφόδου καὶ ὑφαρπαγῆς νὰ πάρουν τὰ ζητήματα, δὲν ἐνθυμεῖσθε σεῖς οἵτινες ἄλλοτε ἀπὸ τῶν βάθρων τούτων ἐζητήσατε συζήτησιν, βραδεῖαν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν! Τὰ ζητήματα τῆς σπουδῆς εἶναι ζητήματα ἐμφαίνοντα δεσποτισμόν, ζητήματα τὰ ὁποῖα πιέζουν τὰς συνειδήσεις, εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα ὑποσκάπτουσι τὰ θεμέλια παντὸς ἐλευθέρου πολιτεύματος, καὶ δὲν ἔχετε ῥητὰς διατάξεις ἐν τῷ πολιτεύματι, εἴτε μίαν ἀπόφασιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος περιβαλλομένην μὲ ὁλοκλήρους τοὺς τύπους τοῦ κύρους, ἔχει τὸ δικαίωμα, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴ ἡ Βουλὴ μετὰ ἡμέρας τινὰς νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἀντιθέτως· δὲν ἐνθυμεῖσθε ὅτι μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας ἐθεωρήθη, χάριν τῆς συνταγματικῆς ἰσοῤῥοπίας, καλὴ ἡ ἀναβολὴ τῶν συζητήσεων ἐπὶ ὡρισμένων ἀντικειμένων; καὶ σήμερον, κύριοι, ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν περιεβλήθη μὲ τὸ κῦρος τὸ ἐπίσημον τῆς ἀποφάσεως τοῦ σώματος θέλετε νὰ τὸ ἐπαναγάγητε ὡς ζήτημα δεδικασμένον; καὶ μεθαύριον ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὰ νομοθετικὰ ἔργα καὶ ἐπέλθωσι προτάσεις ἐκ μέρους αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τῶν Βουλευτῶν, δὲν ὀφείλομεν πιεζόμενοι ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ 3 διαφόρων συζητήσεων κεχωρισμένων εἰς διάφορα χρονικὰ διαστήματα καὶ εἰς τὸ πρῶτον στάδιον δύναται νὰ ᾖναι ἀκυρωτικὸν καὶ εἰς τὸ δεύτερον ἐπικυρωτικὸν καὶ ἡ τελευταία συζήτησις νὰ δώσῃ ἀποτέλεσμα ἀκυρωτικόν; ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι σπουδαῖον εἶναι τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ πᾶσαν τὴν ὑπόληψιν ἑνὸς πολυμελοῦς σώματος. Συμπεραίνων λέγω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ καίτοι προδικαστικῶς ὑπάρχουσα, ὀφείλει, ἂν θέλῃ νὰ ὑπάρχῃ, ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ ἱερὰς καὶ ἀπαρεγκλήτους τὰς συνταγματικὰς ἐκείνας θεωρίας, αἵτινες εὐδαιμόνησαν τὰς ἐλευθέρας πολιτείας, καὶ ἂν θέλῃ σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ κλέψῃ τὸ πῦρ τοῦ Προμηθέως ἀπ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ σφετερίσωσι δικαιώματα, πρέπει νὰ μάθῃ ὅτι ἐὰν κατέχῃ σήμερον τὸ πῦρ μία μόνον ἑτέρα ἐξουσία δύναται νὰ τῆς τὸ ἀφαιρέσῃ αὔριον,
§59Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπικυρώσεως ἢ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων ἤμην ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως. Σήμερον ἤλλαξε τὸ ζήτημα ὡς ὡμολόγησαν καὶ οἱ κ. ὑπουργοί, ὡς ὡμολόγησαν καὶ ὅλοι οἱ ῥήτορες, σήμερον δὲν πρόκειται ζήτημα περὶ προσώπων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀρχῶν. Ἐκ τῆς σημερινῆς συζητήσεως προκύπτουν 3 ζητήματα· 1) περὶ τῶν πρακτικῶν· 2) περὶ τοῦ δεδικασμένου· 3) περὶ τῶν παρόντων ἢ ἀπόντων εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Δὲν ἤθελον ζητήσει, ὅπως λάβω τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, ἂν δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀρχάς τινας, αἱ ὁποῖαι δὲν συμφωνοῦσι μὲ συλλογισμούς τινας τῶν σημερινῶν ῥητόρων, ἀλλ’ ἐξεναντίας ἀποκρούουσι καὶ ἀρχαί τινες αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Ἐπιλαμβάνομαι τοῦ πρώτου ζητήματος, τοῦ ζητήματος τῶν πρακτικῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅλως πραγματικόν. Τὰ πρακτικὰ εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς παρελθούσης συζητήσεως, ἐν ᾧ πιστῶς ἐξεικονίζονται τὰ χθεσινὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπικυρωθῶσιν. Ἂν δὲν ἐξεικονίζωσι πιστῶς τὰ πράγματα, τότε οἱοσδήποτε τῶν Βουλευτῶν δύναται νὰ κάμῃ τὴν παρατήρησιν καὶ ἡ Βουλὴ νὰ διορθώσῃ τὰ πράγματα τὰ κακῶς ἐκτεθειμένα· ἀλλ’ ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι μάρτυς, ὡμολόγησαν, ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς. Κατὰ τὰ πρακτικά, κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν καὶ ὁμολογίαν τῆς Βουλῆς, ἡ ἐκλογὴ τῶν Καλαβρύτων ἐπεκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς· δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πλέον, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἠπατήθη, ὅτι ἔσφαλε, ὅτι δὲν ἀνήγγειλε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, αὐτὸ δὲν συγχωρεῖται πλέον, διότι εἶναι ἐναντίον τῆς ἀληθείας. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἔγεινε τὸ πιστὸν ὄργανον τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπεφήνατο τὴν γνώμην αὐτῆς.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί ὠφελεῖ αὐτό;
§61Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ οἱ ῥήτορες οἱ σήμερον ὑπερασπιζόμενοι τὴν ἐναντίαν γνώμην, ἤτοι τῆς ἐπανελεύσεως εἰς τὸ δεδικασμένον, καὶ αὐτοὶ ὁμολογοῦν, ὄχι ὅτι χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως, ἀλλ’ ὅτι ἔσφαλεν, οὐχὶ ὁ πρόεδρος, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, παραβιάσασα τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ ζήτημα ἐκλογῆς ἔγεινε ζήτημα Συνταγματικόν· οὐδεμία ἄρα ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ἀπεφάνθη χθὲς ἡ Βουλή· ἄρα μένει νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ ἕτερον ζήτητα τοῦ δεδικασμένου, καὶ τῆς ἐπανελεύσεως εἰς τὸ δεδικασμένον. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κερκύρας κύριος Μαρκορᾶς ἀπεφάνθη, ὅτι ἐπειδὴ οὐδεὶς εἶναι ἀλάνθαστος, διὰ τοῦτο ἐνδεχόμενον εἶναι καὶ ἡ Βουλὴ χθὲς νὰ ἠπατήθη.
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Πρόεδρος.
§63Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τότε ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἴδωμεν ὅμως πρῶτον ἂν ὑπάρχῃ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§65Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἂν ἐπρόκειτο τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔσφαλε, κακῶς ἐπράξατε νὰ φέρετε τὴν συζήτησιν εἰς τὸ πεδίον τὸ Συνταγματικόν· δὲν ἦτο ἀνάγκη πλέον νὰ λέγετε, ὅτι παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἀπεφήνατο τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ὁ Βουλευτὴς Κερκύρας εἶπεν ὅτι οὐδεὶς εἶναι ἀλάνθαστος, ἀποβλέπων εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο λέγει πρέπει νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ψηφοφορίαν. Ὑποθέσατε, ὅτι παρῆλθε μία ἡμέρα, δύο, δέκα, καὶ ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔμειναν ἀνυπόγραφα, ἠδυνάμεθα πλέον νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ πρόεδρος ἠπατήθη; οὐδόλως. Θεωρεῖτε ὅτι ἡ σημερινὴ συνεδρίασις εἶναι συνέχεια τῆς χθεσινῆς καὶ διὰ τοῦτο νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ ἐπιληφθῆτε ἐκ νέου τοῦ ζητήματος; ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν οὕτως τὰ πράγματα. Ἡ συνεδρίασις ἐτελείωσε, τὸ ἔργον ἐτελείωσεν, ἔγεινε πλέον γεγονὸς καὶ εἰς τὰ γεγονότα οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπανέλθῃ· λόγος οὗτος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν πρόκειται περὶ τοῦ δεδικασμένου, πρόκειται περὶ τετελεσμένου, καὶ εἰς τὰ τετελεσμένα οὐδεὶς δύναται πλέον νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα, καὶ Θεοὶ ἂν ἦσθε, δὲν δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὸ τετελεσμένον. Ἐπομένως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ τετελεσμένα. Δὲν εἶμαι ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐκεῖνος, ὅστις σᾶς ἐξέθεσα, ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπ’ οὐδενὸς τύπου περιορίζεται, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος κυρία. Δὲν ἔλαβον τὴν εὐχαρίστησιν ν’ ἀκούσω τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Παρνασίδος κύριον Κεχαγιᾶν, εἰπόντα, ὅτι κακῶς δὲν ἐδέχθημεν τὴν γνώμην τοῦ Ἰακωβάτου ἥτις ἔχει ὀρθῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπ’ οὐδενὸς τύπου περιορίζεται, καὶ ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τοῦ ἀπεριορίστου τῆς Βουλῆς σήμερον θέλετε νὰ ἐπιληφθῆτε, εἴτε τοῦ καθ’ ὑμᾶς δεδικασμένου, εἴτε τοῦ κατ’ ἐμὲ τετελεσμένου; Δὲν ἔχετε δίκαιον. Μὲ ὅλον τὸ ἀπεριόριστον τῆς Βουλῆς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν, οὔτε τοῦ δεδικασμένου, οὔτε τοῦ τετελεσμένου· καὶ ἅμα ἀκούσητε τὴν διάκρισιν ἡ ὁποία ὑπάρχει, ἀμέσως ἐλπίζω ὅτι ἡ πεποίθησις θέλει ἔλθει εἰς τὴν ψυχήν σας, θὰ παραιτηθῆτε τῆς τοιαύτης πεποιθήσεως, ἥτις δὲν περιποιεῖ τιμὴν οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε εἰς τὸ σύνταγμα. Τί εἶναι δεδικασμένον; Δεδικασμένον εἶναι πρᾶγμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπεφάνθη ἡ βουλή. Ἀλλ’ ἐπὶ πόσων εἰδῶν πραγμάτων ἀποφαίνεται ἡ βουλή; Ἐπὶ γεγονότων, ἐπὶ προσώπων καὶ ἐπὶ πραγμάτων. Διὰ νὰ διευκρινήσω τὴν ἰδέαν μου σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν λογικὴν τὴν δικαστικὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἰδιαιτέρα λογικὴ, ἀλλ’ εἶναι λογικὴ, ἡ ὁποία ἐφεδρεύει εἰς ὅλων τὰς κρίσεις, καὶ βουλῆς, καὶ δικαστηρίων καὶ λοιπῶν. Τί γίνεται εἰς τὴν κρίσιν αὐτὴν; Οὐδεὶς, οὔτε δικαστὴς, οὔτε βουλευτὴς, οὔτε σωματεῖον εἰς τὸν κόσμον δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῶν γεγονότων, τῶν προσωπικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ μόνον τοῦ δεδικασμένου τῶν ἀρχῶν. Ἂν ἐδίκασεν ἡ Βουλὴ, μὲ τὴν δεῖνα, ἢ δεῖνα ἀρχὴν, τὴν δεῖνα περίπτωσιν, κυρία εἶναι νὰ μεταβάλλῃ τὴν ἀπόφασίν της, δηλ. τὴν ἀρχὴν καθ’ ἣν ἐδίκασε. Προσέχετε, εἶναι οὐσιῶδες, θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν μομφὴν ὅλου τοῦ κόσμου. Ἅμα ἐδίκασεν ἡ βουλὴ καὶ ἐπεκύρωσε μίαν ἐκλογὴν, εἶναι γεγονὸς καὶ ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν ὀρθὸν λόγον, καὶ ἀπὸ τὸ σύνταγμα, νὰ ἐπιληφθῇ πλέον τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἀλλ’ ἐδίκασε μίαν ἐκλογὴν, μὲ τὴν δεῖνα, ἢ δεῖνα ἀρχὴν, κυρία εἶναι ἡ βουλὴ ἀπολύτως ἄλλην ἐκλογὴν νὰ δικάσῃ μὲ ἐναντίαν ἀρχήν. Καὶ ἀπόκειται εἰς αὐτὴν ἡ εὐθύνη, ἂν τὴν πρώτην ἢ τὴν δευτέραν φορὰν ἦτο κυρία τοῦ λογικοῦ της. Ἡ ἀρχὴ δὲ ὅτι εἶναι κυρία νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ἀρχὴν εἶναι ἀναντίῤῥητος, συνταγματικὴ, ἀπόλυτος, ἐφαρμοζομένη εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἀλλ’ ἀναντίῤῥητον εἶναι ἐπίσης, ὅτι εἰς ὅλον τὸν κόσμον δὲν δύναται ἄνθρωπός τις νὰ ἐπιληφθῇ τῶν γενομένων, διότι τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίνονται. Καὶ ἐπὶ τῶν γεγονότων, ἐπὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων εἶναι ἀδύνατον ἡ βουλὴ νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα. Τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν γίνεται ἡλίου φαεινότερον, ἂν οὐχὶ τοῦ σημερινοῦ ὅπως ἡ ἰδέα τοῦ Κ. Μπαλάνου, ἀλλὰ τοῦ μεσημβρινοῦ ἡλίου, τοῦ μεσημβρινοῦ, τοῦ θερινοῦ, δὲν εἶναι ἡλίου φαεινότερον εἰς ποίας περιπτώσεις ἡ βουλὴ ἐπιλαμβάνεται, καὶ εἰς ποίας ὄχι; Καθαρώτατον, καὶ ἐδῶ ἔγκειται τὸ ἀνεύθυνον τῆς βουλῆς· καὶ λοιπὸν τὸ ζήτημα ἔγκειται, εἰς τὸ τί ἐδίκασεν ἡ βουλὴ· ἀρχήν; Ἂν ἐδίκασεν ἀρχὴν, σύμφημι, συνομολογῶ, ὅτι δύναται καὶ νὰ ἀλλάξῃ γνώμην, δύναται νὰ ἀλλάξῃ ὁμολογίαν.
§66ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν δύναται νὰ μεταβάλλῃ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος (θόρυβος).
§67ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Σὲ ἐθέρισε (γέλως). Ποῖον δικαστήριον ποτὲ εἰς τὸν κόσμον δύναται ποτὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι δύναται νὰ ἀλλάξῃ τὴν ὁμολογίαν του, δύναται νὰ ἀλλάξῃ τὴν ἀπόφασίν του; Ἐδῶ εἶναι ἡ αὐστηρὰ λογικὴ, ἡ ἀπόλυτος. Ἔσφαλεν ἕνα δικαστήριον εἰς τὴν δεῖνα περίπτωσιν ἀποφασίσαν ἐναντίον τοῦ δικαίου, λυπηρὸν, ἐλεεινὸν τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις εἶναι ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος, ἐτελείωσε, καὶ ἰδοὺ τὸ τετελεσμένον εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀλλάξῃ. Ἐγυμνώθη ὁ πολίτης τῆς ἰδιοκτησίας του, ἀπεκεφαλίσθη ὁ πολίτης, λυπηρὸν καὶ ἐλεεινὸν, ἀλλὰ τετέλεσται. Πλὴν δικαστήριόν τι ἀποφασίσαν τὴν δεῖνα περίπτωσιν δι’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, δι’ αὐτῆς τῆς θεωρίας, κύριον εἶναι ἄνευ μομφῆς, ἄνευ εὐθύνης συμφώνως μάλιστα πρὸς τὸν λόγον, πρὸς τὴν πρόοδον τῆς ἐπιστήμης, πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ ἐν γένει, δύναται νὰ ἀλλάξῃ τὴν ὁμολογίαν. Ἑπομένως τί μένει εἰς τὸ σημερινὸν ζήτημα; οὐδὲν, δὲν ἔχετε ὕλην νὰ ἐπιληφθῆτε, δὲν ἔχετε ἀντικείμενον τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιληφθῆτε, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀρχῶν, πρόκειται περὶ γεγονότων, περὶ ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας οὔτε τῷ θεῷ δέδοται νὰ ἀλλάξῃ, δὲν θὰ δώσῃ τοῦτο τιμὴν εἰς τὴν βουλὴν καὶ τὸ σύνταγμα. Ἀπὸ τοῦ ζητήματος τούτου, ἔρχομαι εἰς ἕτερον ζήτημα, περὶ παρόντων. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπιλαμβάνεσαι τοῦ ζητήματος τοῦ τετελεσμένου, διότι φοβεῖσαι νὰ μεταβῇς εἰς τὸ ζήτημα τὸ συνταγματικὸν, διότι βλέπεις ὅτι ὑπάρχει παραβίασις τοῦ συντάγματος· ψευδέστατον, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι μεταβαίνω νὰ ἐπιληφθῶ καὶ τοῦ τρίτου ζητήματος, καὶ μάλιστα θέλω ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς θεωρίας, δι’ ἧς ἔλυσα τὰ δύω ζητήματα, δι’ αὐτῆς τῆς θεωρίας ἐξηγοῦντες τὸ σύνταγμα, καὶ τὸ ὑποστηρίζομεν, καὶ τὸ ἐνισχύομεν, καὶ τὸ καθιστῶμεν ἄτρωτον εἰς τὰ βέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ καιροῦ ῥίπτονται ἐναντίον του. Ἂν λέγωσι παραβιάσθη τὸ 56 ἄρθρον τοῦ συντάγματος, ποῦ μένουσιν αἱ θεωρίαι σου; Πρώτη ἀπάντησις, ἂν ᾖναι ὀρθαὶ αἱ ἐκτεθεῖσαι θεωρίαι οὐδεὶς φόβος εἶναι ἐπὶ τοῦ συντάγματος, καὶ ἐναντίαι δὲ ἂν ᾖναι, πρέπει νὰ ὑπάρξωσιν ὡς καὶ τὰ δικαστήρια ἂν ἀποφασίσωσι κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, ὡς καὶ ἡμεῖς κατὰ παράβασιν τοῦ συντάγματος, ἡ ἀπόφασις πρέπει νὰ μείνῃ ἀπρόσβλητος, διατί! Διότι πρόκειται περὶ γεγονότων. Εʹ. Ἀπεκεφαλίσθησαν δύω πολῖται τί νὰ κάμωμεν; Εἰς ἄλλην περίστασιν ἀποδίδομεν δικαιοσύνην.
§68ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁμολογεῖτε λοιπὸν ὅτι .... (θόρυβος).
§69ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι νὰ ζῇς, ἐγὼ μάλιστα ἐψήφισα καὶ ἀποφατικῶς, αὐτὸ τὸ εἶπον, διὰ νὰ ἴδητε πόσον σταθερῶς βαδίζω ἐπὶ τῆς γραμμῆς ἣν ἐχάραξα. Ἠξεύρετε πόθεν πηγάζει τὸ τρίτον ζήτημα, ἤτοι τὸ περὶ τῶν παρόντων; ἀπὸ μίαν πλάνην· ὀλισθαίνει ἕνας Βουλευτὴς πατῶν ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὕλης, διότι μεταβαίνομεν ἀπὸ μίαν ἐποχὴν εἰς ἄλλην, παραλαμβάνομεν τὰς ἱστορίας ἐκείνας, καὶ νομίζομεν ὅτι μὲ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐφύτρωσαν εἰς τὸν νοῦν μας, πρέπει νὰ ἑρμηνεύωμεν καὶ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι νέος νόμος. Προτοῦ τὸ ἀνελύσαμεν, θέλετε μὲ ἓν παράδειγμα νὰ εὐκολύνωμεν τὴν προσοχήν σας προφανῶς; Ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος· ἐρωτήσατε οἱονδήποτε θέλετε, ἐκτὸς ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους διεκοίνωσα τὰς ἰδέας μου· «διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην» καὶ τί ἄλλο; «νὰ κατάγεται ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν ὑφ’ ἧς ἐκλέγεται·» ψεῦδος, Κύριοι· ἰδοὺ τί λέγει τὸ Σύνταγμα. «Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς πρέπει νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην, ἐκ τῆς ἐπαρχίας παρ’ ἧς ἐκλέγεται·» ὢ λοιπὸν ἐκ τῆς ἐπαρχίας, οὐχὶ καταγόμενος. Συμπαραβάλετε τὸ ἄρθρον αὐτὸ μὲ τὴν συζήτησιν, καὶ εὑρίσκετε σύγκρισιν. Καὶ ἐπειδὴ τότε ἡ ἰδέα ἡ κοσμοπολιτικὴ τῆς γενικῆς πολιτογραφήσεως ἀνεπτύχθη εἰς τὸν νοῦν τινων ὅτι ἀρκεῖ καὶ νὰ κατάγεται, νομίζουν ὅτι ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἶναι ψεῦδος. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 56. «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὑτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν· ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται»· τῶν παρόντων δηλ. πρέπει νὰ ᾖναι ἐδῶ παρόντες ὑλικῶς, καὶ εἰς 2 συνεδριάσεις προηγουμένας τῆς Βουλῆς ἀνεπτύχθη αὐτὸ τῆς φυσικῆς παρουσίας. Δὲν ἔλαβον ποτὲ τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθην ἂν παρουσιασθῇ αὐτὴ ἡ ἰδέα ἐπὶ τῆς Βουλῆς νὰ τὴν προσβάλλω καὶ τὴν καταστρέψω. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι περὶ τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὑτῆς· τοῦτο ἀφορᾷ τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς. Ἐρχόμενοι εἰς τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῶν παρόντων μελῶν· ἰδοὺ τὸ πρόσκομμα. Διατὶ λέγουν νὰ τεθῇ τὸ ἀπόλυτον τῶν παρόντων; προφανὴς ἡ ἀπάντησις, τῶν παρόντων ἐτέθη καθ’ ἑαυτὸ διὰ νὰ ἀντικρούσῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον πρέπει νὰ ᾖναι ἀριθμοὶ καὶ αὐτοὶ τῶν παρόντων. Μεταβαίνομεν ἀπὸ μίαν ἐποχὴν εἰς ἄλλην· ὑπάρχει ἐν ἰσχύϊ ἐκείνη ἡ ἀρχή; Πῶς ἔπρεπε νὰ καταστραφῇ; διὰ μιᾶς παραγράφου, ὅτι οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον πρέπει νὰ ἀριθμῶνται, ἢ νὰ καταλογίζωνται οὕτως ἢ ἄλλως. Γραμματικῶς ποία εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ παρὼν; ὁμιλοῦμεν περὶ βουλευτῶν, ὅταν τις μὴ εὑρισκόμενος εἰς τὴν Βουλὴν, ἐρωτήσῃ ποῖοι ἦσαν παρόντες; ἰδοὺ ὁ κατάλογος· καὶ ὅλος ὁ κόσμος, ὅλα τὰ δικαστήρια, ὅλαι αἱ ἀρχαὶ κατὰ τὸν κατάλογον τῆς ψηφοφορίας εὑρίσκουν πόσοι εἶναι παρόντες. Καὶ λοιπὸν ἡ ψηφοφορία καθιστᾷ τὸ παρὼν καὶ τὸ ἀπὼν· εἶναι καθαρώτατον τὸ πρᾶγμα, ὄχι ἐὰν κάθηται εἰς τὴν δεῖνα ἕδραν ἓν σακκίον· ῥητῶς λέγει ὁ νόμος ἡ πλειοψηφία καὶ ἑρμηνεύεται κατωτέρω, ὅπου λέγει, ἰσοψηφίας δὲ οὔσης τῶν παρόντων, δηλ. τῶν ψηφοφορησάντων ἀκολουθεῖ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἐὰν ὑπάρχῃ ψηφοφορία, πρέπει νὰ ὑπάρχουν, ψηφοφοροῦν· καὶ λοιπὸν ἢ παρόντες ἢ ψηφοφοροῦντες εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Δὲν ἠξεύρω τὶς τῶν Κ. Βουλευτῶν εἶπε δὲν τὸ χωρεῖ ὁ νοῦς μου, νὰ ᾖναι παρὼν Βουλευτὴς φυσικῶς καὶ νὰ θεωρῆται ὡς ἀπών. Δὲν δύνασαι νὰ τολμήσῃς, ἀλλὰ καταλαμβάνω, ἐπειδὴ δὲν ἐννοεῖς τὴν ἀποστολήν σου, καὶ ὅταν Βουλευτὴς δὲν ἐννοῇ τὴν ἀποστολήν του, τίποτε δὲν κάμνει, ὁ Βουλευτὴς εἶναι Κύριος παντοῦ ἢ νὰ ᾖναι παρὼν ἢ ἀπών, ἢ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἢ ἐν τοῖς δωματίοις, ἢ ἐν Ἀθήναις, ἢ ὅπου θέλει· τοιοῦτον εἶναι τὸ Σύνταγμά μας, καὶ ἄνευ αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία Βουλευτοῦ, ἐδῶ στέκει ἡ ἐλευθερία, νὰ ἦμαι παρὼν, καὶ νὰ λέγω, ὅτι εἶμαι ἀπών. Καὶ διατί; — πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον διέφυγε τόσους νομικοὺς ἀνωτέρους μοῦ — διατὶ θέλετε νὰ μὴ ἀναγνωρίσητε εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν οἱ ὑπόδικοι, ἂν ὄχι οἱ δικηγόροι, ὅπως εἶπεν ὁ Κ. Παδοβᾶς; οἱ νόμοι ὑπάρχουν πρὸ 40 ἐτῶν ἐν Γαλλίᾳ· ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἡ ἑρμηνεία δικαίου. Ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῶν ποινικῶν παρουσιάζεται ὑπόδικος ἕτοιμος νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, ἀλλ’ ἢ δι’ ἕνα λόγον ἢ δι’ ἄλλον δὲν ἤθελε νὰ συζητήσῃ· ὁ εἰσαγγελεὺς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ γένους ἐκείνου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν σπλάγχνα, ἤθελε νὰ τὸν δικάσῃ ὡς παρόντα, καὶ ὁ πρόεδρος ἔκλινεν ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ εἰσαγγελέως. Τί θὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ, ὅταν τῆς εἴπω, ὅτι πρὸ τόσων ἐτῶν δὲν παρουσιάσθη τοιοῦτον ζήτημα εἰς τὰ δικαστήρια τῆς Γαλλίας, καὶ τότε πρώτην φορὰν, ἔπειτα ἀπὸ τόσα ἔτη πρόκειται νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἐὰν τὸ δικαστήριον ἔχει δικαίωμα νὰ δικάσῃ ὡς παρόντα τὸν παρόντα φυσικῶς καὶ ἀποποιούμενον; Ὁ ὑπόδικος εἶπε δικάζετέ με ὅσον θέλετε, διαμαρτύρομαι· μόνον ἡ ὑλικὴ βία μὲ κρατεῖ παρόντα· ἀλλ’ ἐγὼ δυνάμει τοῦ νόμου εἶμαι ἀπὼν, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ διενεργήσω τὰ δικαιώματά μου, ὡς δικαστικῶς ἀπών. Καὶ σεῖς βουλευταὶ ὄντες τῆς Ἑλλάδος μοὶ λέγετε, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἦσθε εἰς τὴν μοῖραν ἑνὸς ὑποδίκου; Θέλετε νὰ μηδενίσητε τοὺς βουλευτὰς καὶ τὴν Βουλὴν θέλετε νὰ τοὺς φέρητε εἰς τὴν θέσιν μαθητῶν ὑπὸ τὴν μάστιγα τοῦ διδασκάλου; ἑπομένως ποῦ ὁ τόσος θόρυβος, τὸν ὁποῖον ἔκαμαν οἱ δύο ἔξοχοι ὑπουργοὶ, τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζω καὶ τὰ φῶτα καὶ τὴν καλὴν πίστιν; ποῦ ὁ τόσος κρότος, ὅτι πρόκειται νὰ καταργηθῇ τὸ Σύνταγμα; διότι καθυπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅτι καὶ ὅλον τὸ Σύνταγμα ἂν καταργηθῇ, οὐδὲν ζημιοῦται ἡ πατρίς.
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπα τοῦτο.
§71ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δηλαδὴ, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν εἰς ἐμὲ ἀφήσατε νὰ παραβῶ ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, σεῖς ὅμως μὴ ἐγγίζετε τίποτε, διότι ἡ πατρὶς ἐχάθη. Ἐὰν δὲν ἤθελον ἀκούσει αὐτὴν τὴν ἰδέαν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐζήτουν τὸν λόγον κατὰ τὸ ἔθος μου, Ὀφείλετε καὶ εἰς ἐμὲ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἀλλ’ ὁμολογήσατε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὅστις κάμνει ὀλιγωτέραν χρῆσιν αὐτῆς εἶναι ὁ προτείνας καὶ καθιερώσας τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἑπομένως προτείνω νὰ ἀπέχῃ ἡ Βουλή.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς εἴπω δύο λέξεις, διότι, κατ’ ἐμὲ, ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα εἶναι σαθρά. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος σᾶς ὡμίλησε περὶ δεδικασμένου καὶ περὶ κύρους καὶ ἰσχύος αὐτοῦ. Κύριοι, δὲν ἐξετάζω αὐτὸ τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἔστω παραδέχομαι τοὺς λόγους τοῦ Κ. Ἰακωβάτου. Ἀλλ’ εἶναι ἐδῶ δεδικασμένον; Τί εἶναι δεδικασμένον; πότε ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει καὶ δικάζει; ὅταν ἐργάζηται κατὰ ἕνα ἀριθμὸν καὶ ἀποφασίζῃ· καὶ ὅταν ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δὲν ὑπάρχῃ εἰς τὴν συνεδρίασιν καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐρωτῶ τὸν Κ. Ἰακωβάτον ὑπάρχει ἀπόφασις τότε τῆς Βουλῆς; ἀπόφασις ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ τότε, ὅταν τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τὴν ἐκφέρῃ ὁ ἀριθμὸς ὁλόκληρος, ὃν ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα. Λοιπόν, Κύριοι, δὲν πρόκειται τώρα, ἐὰν τὸ δεδικασμένον εἶναι σεβαστὸν, ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι δεδικασμένον, καὶ ἡμεῖς λέγομεν ὅτι δὲν εἶναι δεδικασμένον, δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις, διότι διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ μεταξὺ 119 πρέπει νὰ ψηφοφορήσουν 60 ὑπὲρ τῆς μιᾶς γνώμης καὶ ἐψηφοφόρησαν μόνον 58. Ὁ Κ. πρόεδρος εἶπεν, ὅτι 58 βουλευταὶ κάμνουν μίαν ἀπόφασιν, καὶ ἔρχεται σήμερον νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφόν σας, καὶ θέλει νὰ εἴπητε ἂν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει, ἀναγνωρίζητε καὶ σεῖς ὅτι εἶναι ἀκριβές· ἐὰν ἡ ἀπόφασις αὕτη ἔχῃ κῦρος ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ἔχετε λοιπὸν τὸ δικαίωμα σεῖς ἤδη νὰ εἴπητε ὄχι, Κ. πρόεδρε, αὐτὴ δὲν ἦτο ἀπόφασις. Δὲν πρόκειται λοιπὸν σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ δεδικασμένου, καὶ ἡ λαμπρὰ θεωρία τοῦ Κ. Ἰακωβάτου εἶναι ἀνάρμοστος, ἄνευ βάσεως. Ἀφοῦ πεισθῆτε, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα οἱ 58 εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἠμποροῦν νὰ ἐκδώσουν μίαν ἀπόφασιν, τότε ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε λόγον περὶ τοῦ δεδικασμένου, ἄλλως ὅλη σας ἡ θεωρία πίπτει. Κάμετε λόγον πολλάκις περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἀπολύτου τοῦ βουλευτοῦ, τοῦ ἀτόμου· σᾶς εἶπαν, θέλετε νὰ δώσητε ὀλιγώτερα δικαιώματα εἰς τοὺς κακούργους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπουν ὅτι δὲν εἴμεθα παρόντες, καὶ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀπόντες χωρὶς κανεὶς νὰ δύναται νὰ τοὺς παραβιάσῃ; καὶ σεῖς τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἀρνεῖσθε εἰς τοὺς βουλευτάς; Κύριοι, ἠμπορεῖ νὰ μὴ ᾖναι παρών τις καὶ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιβάλλει ποινήν· ἕκαστος δύναται νὰ μὴ ἀποφαίνεται, νὰ μὴ δίδῃ ψῆφον, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἄρνησίς του, ἡ ἀπραξία του δὲν καταρτίζει ἀπόφασιν, ἥτις νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κοινωνίαν. Εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ μὴ ἔλθετε καὶ νὰ μὴ ψηφοφορήσητε, ἀλλὰ μὴ ψηφοφοροῦντες δὲν ἐκδίδετε μίαν ἀπόφασιν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐσεβάσθη πληρέστατα τὴν ἐλευθερίαν τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ πρὸς τῇ ἐλευθερίᾳ ἔδωκε καθήκοντα καὶ ἰσχὺν εἰς τὰς πράξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τύπους ἠμποροῦν νὰ λάβουν κῦρος καὶ ἰσχὺν ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ἐκτὸς τῶν τύπων αὐτῶν κάμνετε ὅ,τι θέλετε δὲν ἀποφασίζεται ποίαν ποινὴν σᾶς ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα· ἡ ἐλευθερία τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀπαραβίαστος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς κοινωνίας εἶναι ἐπίσης ἀπόλυτος, ἐξερχόμενοι τῆς Βουλῆς, ἢ μὴ ἐνεργοῦντες ὡς βουλευταὶ εἶσθε ἄτομα, ἄνευ νομοθετικῆς ἐξουσίας· ὁ νόμος ἀπαιτῶν πλειονοψηφίαν διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἀπόφασις, ὁ νόμος ἐννόησε ῥητὴν ἀπόφασιν τῶν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ καθημένων, δὲν ἔλαβε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἔθεσε τὴν διάταξιν αὐτὴν, τοὺς καθημένους καὶ ψηφοφοροῦντας, μόνον αἱ λέξεις ἀπόλυτος πλειοψηφία ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν ἀκολούθων· δὲν ὁμιλῶ μήτε περὶ τῆς προλαβούσης ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς· σᾶς ἐρωτῶ, ἠμποροῦν συγχρόνως νὰ ἐκφρασθοῦν 3 γνῶμαι; ὄχι· κάθε ζήτημα ψηφοφορεῖται μὲ τὸ ναὶ ἢ ὄχι· ἑπομένως μεταξὺ τῶν ψηφοφορούντων ὑπάρχουσι ποτὲ τρεῖς, ἑπομένως μεταξὺ δύω γνωμῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ παρὰ ἀπόλυτος πλειοψηφία καὶ οὐχὶ σχετική. Ἂν λοιπὸν κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ σχετικὴ πλειοψηφία, ἀλλὰ ἀπόλυτος, νὰ σᾶς εἴπω διὰ τί; διότι οἱ νομοθετήσαντες ἐγνώριζον ἐκ τῆς πείρας ὅτι ὑπάρχουν πάντοτε ἐδῶ τινες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν γνώμην περὶ τοῦ ἀμφισβητουμένου ζητήματος. Λοιπὸν ἐρωτῶ, ὅταν ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ παρὰ ἡ ἀπόλυτος πλειοψηφία καὶ ποτὲ σχετικὴ, ἡ λέξις ἀπόλυτος τιθεμένη εἰς τὸ Σύνταγμα εἶχεν ἕνα σκοπὸν, καὶ ὁ σκοπὸς εἶναι, ὅτι ἐδύναντο μερικοὶ νὰ μὴ ψηφοφορήσουν ὑπὲρ οὐδεμιᾶς γνώμης, καὶ τούτους τοὺς ὑπελόγισεν ἡ Συνέλευσις. Ἄλλως, Κύριοι, τὸ σύνταγμα ἂν δὲν εἶχεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, δὲν ἤθελεν ἀναφέρει ἀπόλυτον τὴν πλειονοψηφίαν, διότι οἱ πρῶτοι αὐτοὶ διὰ τῆς ἀρνήσεώς των κάμνουν ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀπόλυτος πλειοψηφία τῶν παρόντων. Τὸ δεύτερον λοιπὸν ἐπιχείρημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἐξαγάγῃ συμπέρασμα ὁ Κ. Ἰακωβᾶτος, δὲν ἔχει καμμίαν ἀφορμὴν ἢ ἔννοιαν εἰς τὴν περίστασιν· συμβαίνει νὰ ᾖναι 3 γνῶμαι διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ συνηθέστατα παρουσιάζονται 2 καὶ αὐταὶ ἠμπορεῖ νὰ συμπέσῃ νὰ ᾖναι εἰς ἰσοψηφίαν· ὁ νομοθέτης λοιπὸν ἠθέλησε νὰ ἐξηγήσῃ τι γίνεται εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον κανονίζει μίαν ἰδιαιτέραν περίστασιν, ἥτις πολὺ συντόμως λαμβάνει χώραν, δὲν ἐγγίζει διόλου τὸ ἕτερον ζήτημα, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ νομοθέται ἀπαιτοῦσι ἀπόλυτον πλειοψηφίαν ἀριθμητικῶς τῶν παρόντων ἐν τῇ αἰθούσῃ. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὅταν ἐσυζητήσαμεν ἐδῶ τὸν κανονισμὸν, αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν ἐτέθη διόλου. Τί ἐλέγαμεν τότε; οὐδεὶς ἀμφισβήτει περὶ τῶν παρόντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ὅτι ἐσκέπτετο νὰ τοὺς κατατάξῃ εἰς τοὺς ἀπόντας, τούτους ἀπεναντίας ἐπρόκειτο νὰ κατατάξωμεν μετὰ τῶν παρόντων. Λοιπὸν, Κύριοι, δὲν λέγω ὅτι προσεβάλετε σήμερον τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἐὰν θελήσητε νὰ ψηφίσητε ὅπως σᾶς συμβουλεύωσι θέλετε τὸ προσβάλλει· ἂν σήμερον εἴπητε ὅτι μεταξὺ τῶν 119 οἱ 58 ἐκδίδουν ἀπόφασιν. Αὐτὴ εἶναι κατ’ ἐμὲ ῥητὴ καὶ φανερὰ ἄρνησις ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· σήμερον λοιπὸν πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ προσβολὴ αὐτὴ, καὶ δι’ αὐτὴν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πολεμήσωμεν. Καὶ, Κύριοι, δὲν εἶμαι διόλου σύμφωνος, καὶ κανεὶς ἐξ ὑμῶν πιστεύω, μὲ τὸν Κύριον Ἰακωβᾶτον, ἰσχυρισθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ δεδικασμένον κατὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἂν, Κύριοι, παραδεχθῆτε ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀπόφασις ἐναντία τοῦ Συντάγματος καὶ αὐτὴ νὰ ᾖναι σεβαστὴ, τότε σᾶς λέγω ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ συνταγματικὸν σύστημα σᾶς ἄφησεν ὑγείαν.
§73ΖΩΤΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν τοῦτο.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἔλθετε νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, Κύριε Ζῶτε, τότε βλέπομεν, διότι δὲν θέλω ἀναγνωρίσει εἰς κανένα, ὅστις δὲν ηὐτύχησε παρὰ νὰ διανύσῃ τὴν ζωήν του ὅλην εἰς λόγια, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον εὔκολα, δὲν θέλω συγχωρήσει εἰς αὐτὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὰ αἰσθήματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διὰ πολλῶν ἀπέδειξαν τί εἶναι πράγματι καὶ τί ἔκαμεν. Αἴ, Κύριοι! ὅταν δὲν ἔχῃ τις ἱστορίαν, τότε πολλὰ εἰμπορεῖ νὰ εἴπῃ καὶ νὰ καυχηθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν ἴδωμεν καὶ εἰς τὰ πράγματα καὶ ἀπὸ αὐτὰ θέλομεν τὸν κρίνει Λοιπὸν, Κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, ἂν θέλετε ν’ ἀποτελεῖται ἀπαρτία ἀληθὴς, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ἐγκαίρως καὶ ἰσχυρῶς, προσέξατε νὰ ἀπομακρύνεσθε ἀπὸ τὰς διατάξεις Συντάγματος, νὰ μὴ προσκρούσητε εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ περὶ τούτου ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἔχει σπουδαίας συνεπείας, ἂν σφάλω ἐγὼ, ἂν παρηνόμισα, εἶσθε σεῖς ἐδῶ κύριοι σεῖς νὰ μὲ ἐξελέγξητε· ἂν ὅμως σεῖς οἱ ὁποῖοι εἶσθε τὸ ἔθνος καὶ ἀπεστείλατε νὰ φυλλάξητε τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα παρανομήσητε, καὶ παραβιάσητε τὸ Σύνταγμα, τότε καταφύγιον δὲν ὑπάρχει ἢ εἰς τὴν ἐπανάστασιν. Προσέξατε λοιπὸν, Κύριοι, αἱ ἀποφάσεις σας νὰ ᾖναι πάντοτε σεβασταὶ, καθὸ σύμφωνοι μὲ τὸν νόμον καὶ τὴν ἀλήθειαν.
§75Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Οἱ λόγοι τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ μὲ δίδουν ἀφορμὴν ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἓν ἐπιχείρημα περιπλέον· ὁ Κύριος ὑπουργὸς εἶπε τί δηλοῖ τὸ ἀπόλυτον πλειονοψηφίας, καὶ ἔρχομαι ν’ ἀπαντήσω ὅτι τὸ ἀπόλυτον ἔχει τὴν σημασίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἰς ἄλλο ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἔχει· ἂν καὶ τὸ αὐτὸ εἶναι, καὶ ἐτέθη μόνον ἵνα προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ αὐτὴν πλέον. Ἀνάγνωτε τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Συντάγματος «τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν εἶναι ἀπολύτως ἀπαραβίαστον» λέξις ματαία, καὶ τὸ πρῶτον Σύνταγμα τῶν 44 δὲν εἶχε τὸ ἀπολύτως, καὶ ἂν εἰπῆτε ὅτι, διότι δὲν ὑπῆρχε τὸ ἀπολύτως τότε, δι’ αὐτὸ παρεβιάζετο, τότε δικαιολογεῖτε ὅλας τὰς βίας, ὅλας τὰς παραβάσεις τοῦ ἀποῤῥήτου τῶν ἐπιστολῶν, αἵτινες συνέβαινον μέχρι τῆς μεταβολῆς· τὸ παραδέχεσθε; Ὄχι, οὐσιωδῶς λοιπὸν ἢ ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἀδιάφορον.
§76ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἰμπορῶ νὰ σᾶς διακόψω;
§77Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Λέγω, ὅτι δὲν μὲ διακόπτει κἀνείς.
§78ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μὰ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ σᾶς διακόψω, θέλω νὰ σᾶς βεβαιώσω· τὸ ἀπολύτως δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ πρῶτον Σύνταγμα, λοιπὸν δυστυχῶς ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη διετάχθησαν οἱ εἰσαγγελεῖς νὰ παραβιάσουν τὸ ἀπόῤῥητον καὶ ἔγεινε συζήτησις ἐν τῇ Γερουσίᾳ τριήμερος.
§79ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ ἕνα λόγον, ὅτι παρεβιάσθη τὸ ἀπόῤῥητον ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Κουμουνδούρου καὶ ἰδέτε εἰς τὴν ἐφημερίδα La Grèce.
§80ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν ἔχει μεγαλειτέραν σημασίαν τοῦτο, ἡ ἀλήθεια εἴτε μὲ σιγαλὴν φωνὴν ἐκφράζεται, εἴτε στεντωρείᾳ ἔχει τὴν αὐτὴν δύναμιν.
§81ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι.
§82ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὴν αὐτήν. —Ἐὰν εἰπῆτε, ὅτι χωρὶς τὸ ἀπολύτως δὲν ὑπάρχει τὸ ἀπαραβίαστον θὰ εἰπῆτε, ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ παρανομήσουν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τῳόντι τότε παρεβιάζετο τὸ ἀπόῤῥητο, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὑπαλλήλων, τῶν εἰσαγγελέων ν’ ἀπέχουν ἀπὸ τὴν παραβίασιν τοῦ ἀποῤῥήτου· δὲν διαφωνοῦμεν εἰς τὴν ἀρχήν, δὲν λέγω πῶς τὸ ἀπολύτως ἔχει σκοπὸν σφοδρότερον νὰ ἐκφράσῃ, ἀλλ’ ὄχι ὅτι διὰ τοῦτο τὸ πρὶν Σύνταγμα ὅπερ ἐστερεῖτο αὐτῆς τῆς ἐκφράσεως, τῆς λέξεως, συνεχώρει τὴν παραβίασιν· καὶ λοιπὸν ἐὰν λέγῃ ἐδῶ ὅτι ἐννοεῖ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν θὰ εἴπῃ, προσέχετε, βουλευταί, μὴ λείψατε ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ἀκριβῆ πλειονοψηφίαν, διότι μεταξὺ ἀπολύτου καὶ σχετικῆς δὲν ὑπάρχει λόγος εἰς αὐτὸ τὸ μέρος. Ἀπὸ τὴν εἰς ἄτοπον ἀπαγωγὴν ἀρυόμεθα νέον ἐπιχείρημα· ἐννενήκοντα βουλευταὶ ἀπαρτίζομεν Βουλὴν ναὶ ἢ ὄχι; ναί· εἴμεθα πλειοψηφία· πόσοι θὰ ψηφοφορήσωμεν μὲ τὴν πλειοψηφίαν τῶν παρόντων, εἴτε καὶ ἂν θέλετε μὲ τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῶν παρόντων; Παραδεχθῆτε ὅτι καὶ οἱ 90 ψηφίζομεν· κατ’ ἐμέ, οἱ ψηφίζοντες εἶναι οἱ παρόντες· ὑποθέσατε πρᾶγμα πιθανώτατον, ὅτι 46 ἀποτελοῦσι τὴν πλειονοψηφίαν τῶν 90· οἱ 44 τὴν μειοψηφίαν· ἀλλ’ ἐὰν οἱ 40 ψηφίσουν ὑπὲρ καὶ 30 ψηφίσουν κατὰ καὶ δὲν ᾖναι ἄλλοι παρόντες, εἴτε ἀρνούμενοι ψῆφον; ........
§83ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία τότε.
§84ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἄ! Ναὶ ἔχετε δίκαιον, τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη ὁ Κ. Πετιμεζᾶς τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἥτις σύγκειται ἐκ διακοσίων καὶ οἱ 101 ψηφίζουν ὑπὲρ καὶ οἱ 99 κατά, οἱ 99 νικῶνται, ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι οἱ 98 ψηφίζουν ὑπὲρ, οἱ 90 κατὰ καὶ 12 ἀρνοῦνται ψῆφον· ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ἀρνούμενοι ψῆφον, ἀλλ’ ὑπὲρ ψηφοφοροῦντες εἶναι 98 καὶ κατὰ 90, ὑπάρχει ἀπόφασις νόμιμος καὶ συνταγματική· ἐὰν ὅμως συγχρόνως ὑπάρχουν καὶ 12 ἀρνούμενοι ψῆφον, τί θὰ ἀκολουθήσῃ; Οἱ 98 ὑπὲρ θὰ νικηθῶσι, ὑπὸ τῶν 90 τῶν κατά, διότι ὑπάχουν δώδεκα ἑρμαφρόδιτοι.
§85ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν νικῶνται, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία.
§86ΡΟΥΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου παραδείγματος εἴπατε δὲν εἶναι 90, 40 εἴπατε ψηφοφοροῦν ὑπὲρ, 30 κατὰ, 20 εἶναι ἐν τοῖς δωματίοις· διὰ νὰ γείνῃ ἀπαρτία καὶ κατὰ τὸν προχθεσινὸν κανονισμὸν τί γίνεται τότε; θέλω νὰ μοῦ ἀποδείξητε κατὰ τὸ παράδειγμά σας, διότι εἶμαι εἷς τῶν ἑρμαφροδίτων.
§87ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κ. Ἰακωβάτε, εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐφέρατε, κατὰ τὸ Σύνταγμα, 90 πρέπει νὰ ᾖναι διὰ νὰ σχηματίζηται ἀπαρτία Βουλῆς.
§88ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θέλετε τώρα νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὸ παράδειγμα, ἐνῷ ἔχω ἄλλα παραδείγματα διὰ τῶν ὁποίων νὰ σᾶς ἀποκρούσω;
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀκούσατε· 90 πρέπει νὰ ᾖναι δι’ ἀπαρτίαν κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δὲν ἐπιδέχεται καμμίαν ἀντίῤῥησιν· ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ ᾖναι 46 σύμφωνοι δι’ ἀπόφασιν· ἐὰν δὲν ᾖναι 46, ἀπόφασις δὲν ὑπάρχει· ὑποθέσατε τώρα κατὰ τὸ παράδειγμά σας, ὅτι 40 ψηφίζουν ὑπὲρ, 30 κατὰ, 20 φαίνονται παρόντες, εἴτε σιωπῶντες, εἴτε ἀρνούμενοι ψῆφον· ἡ ἀπόφασις αὕτη τῶν 40 ἔχει κῦρος.
§90ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι, μὰ εἶναι ἐναντίον σας αὐτό· οἱ 40 δὲν ἐκδίδουν ἀπόφασιν καὶ οἱ 30 μὲ τὴν ἐπικουρίαν τῶν ἄλλων ἐκδίδουν ἀπόφασιν.
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καταστρέφεται ἡ ἀπόφασις.
§92Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. ΚΚ Βουλευταί! Τὸ ζήτημα νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ καθαρόν. Ἀκούσατε, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου τὴν ἰδέαν τὸ ζήτημα εἶναι ἀνεπίδεκτον πάσης φιλονεικίας, τὰ πράγματα εἶναι τόσον καθαρὰ, ὥστε μόνον ὅποιος θέλει νὰ εἴπῃ ὅτι τώρα εἶναι νύκτα, αὐτὸν δὲν δύναται κανεὶς διὰ τῆς λογικῆς νὰ πείσῃ, ὅτι εἶναι ἡμέρα. Πενῆντα ὀκτὼ καὶ πενῆντα ἑπτὰ κάμνουν 115,115 βουλευταὶ εἶναι πλέον τῆς νομίμου ἀπαρτίας διὰ νὰ καθιερώσουν ἀπόφασιν καὶ οἱ 8 βουλευταὶ εἶναι οἱ λεγομένη πλειοψηφία· ἀποφαίνετε αὕτη ἡ πλειοψηφία καὶ πῶς λέγει ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος, οἱ 57 σᾶς λέγουν ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, οἱ δύο ἀριθμοὶ μαζὺ εἶναι 115 βουλευταὶ, ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νομίμως, ἀλλὰ, Κύριοι, τί λέγουν; ὑπάρχουν τέσσαρες ἄνθρωποι, ποῦ δὲν ἔδωσαν ψῆφον καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισε τίποτε· μὰ ὄχι· ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισεν τίποτε, τί μὲ τοῦτο πρὸς τὴν Βουλήν; Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ἐδῶ, ὅτι θέλοντες νὰ ἐπαναφέρουν ὄχι τὸν κίνδυνον τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ὑφίσταται εἰς τίποτε, καὶ ὅλο αὐτὸ δὲν εἶναι παρὰ τεχνικοὶ ὅροι, τεχνικὰ ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὸν σκοπὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ φθάσουν εἰς τὸν ἄλλον σκοπὸν, νὰ καταστρέψουν τὴν ἀπόφασιν τῆς βουλῆς τὴν χθεσινήν· διατί; διότι ἔτσι θέλουν, καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον μία πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ΚΚ. ὑπουργοὺς ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ μήτε ἡ ἱστορία, μήτε τὸ Σύνταγμα, μήτε ἡ ἀλήθεια θὰ εἴπῃ εἰς αὐτοὺς ἔχετε δίκαιον. Δύσκολον εἶναι βεβαίως, Κύριοι, εἰς ἐμὲ νὰ λαλήσω περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, μὲ ὅλην ἐκείνην τὴν ἔκτασιν, μὲ τὴν ὁποίαν ὡμίλουν καὶ οἱ ἄλλοι, διότι ἐγὼ τρόπον τινὰ ἤμην ἀπολογούμενος· καὶ ἔρχεται μὲν ὁ εἷς καὶ λέγει, ὅτι τὸν ἀπειλῶ νὰ τὸν κόψω, ὁ ἄλλος λέγει, διατί δὲν ἀφίνεις νὰ ξαναδικασθῇς; Λέγω, ὅτι δὲν ἀφίνω, διότι δὲν θέλω ν’ ἀφήσω τὴν Βουλὴν νὰ παρανομήσῃ· δὲν θέλω νὰ δικάσῃ δύο φορὰς ἡ Βουλή. Λοιπὸν ἐγὼ φοβοῦμαι; τότε καὶ οἱ ἄλλοι φοβοῦνται· ἐλᾶτε ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τῶν ἐκλογῶν ἀπ’ ἀρχῆς· δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ ὅτι φοβοῦμαι· δὲν φοβοῦμαι· ἀμέσως νὰ μοῦ εἰπῆτε νὰ φύγω ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι σᾶς ἐπαναλέγω ἐν τῇ βουλευτικῇ θέσει δὲν περιορίζω τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνδρός. Κύριοι, βλέπετε ὅτι ἐδῶ δὲν ἔρχονται παρὰ μὲ συμπεράσματα νὰ σᾶς εἴπουν, κινδυνεύει τὸ Σύνταγμα· δὲν σᾶς φέρουν ὅμως καὶ πράγματα νὰ σᾶς εἴπουν, ὅτι παραβαίνοντες τὸ ἄρθρον τοῦτο, φθάνετε ἐκεῖ, ἀλλὰ σᾶς λέγουν φοβούμεθα μήπως γίνετε οἱ σκαπανεῖς· καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι φοβοῦμαι μήπως ἐὰν παραδεχθῆτε νὰ ἐπανέρχεσθε εἰς τὸ δεδικασμένον, γίνητε οἱ σκαπανεῖς καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, φοβοῦμαι ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον τίποτε, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν μειονοψηφίαν· διότι πάντοτε μία πλειονοψηφία θὰ λέγῃ, ὅ,τι εἶπον χθὲς δὲν εἶναι ἀληθὲς, θὰ τὸ χαλάσω, καὶ φοβηθῆτε πολὺ μήπως γίνητε καὶ πράγματι σκαπανεῖς τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Τί πιστεύετε; ὅταν παραδεχθῆτε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ὅτι θὰ διαμείνητε ἐδῶ; Ὄχι· ἡ μάχαιρα αὕτη ἐπαπειλεῖ τοὺς πάντας, καὶ ὅταν σεῖς θὰ ἦσθε μειονοψηφία, δύναται νὰ ἔλθῃ μία πλειονοψηφία νὰ σᾶς εἴπῃ, κατὰ λάθος ἐκαθήσατε χθὲς, καὶ τότε συλλογισθῆτε καλὰ, ὅτι ἀκονίζετε μίαν μάχαιραν κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς, κατὰ τοῦ ἔθνους. Τί σᾶς λέγουν Κύριοι; πότε σᾶς ὀνομάζουν σῶμα πολιτικὸν, πότε δικαστικόν· τώρα σᾶς λέγουν δὲν εἶσθε παρὰ δικασταί, ἔπειτα τί σᾶς λέγουν; μὰ δὲν πρέπει νὰ δικάσητε ὡς δικασταὶ μὲ τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων· εἶσθε μόνον δικασταὶ διὰ νὰ δικάσητε αὐτὸ τὸ ζήτημα· ἀλλὰ μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τί λέγουν οἱ νόμοι ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἐδῶ εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα πίπτουν εἰς ἀντίφασιν καὶ μὲ τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω περισσότερον ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μὲν ἐμμέσως τὸ ἔθνος, ἀμέσως δὲ ἐμὲ, καὶ τοῦτο, διότι ἔχω τὴν ὑπερηφάνειαν νὰ μὴ ἀπελπίζωμαι παντάπασιν· ἐὰν μοῦ πάρητε ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον χθὲς μοῦ ἐδώκατε, ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος διὰ τῆς φωνῆς ὑμῶν μοῦ ἔδωκε, θὰ ᾖναι διὰ σᾶς αὐτὴ ἡ καταδίκη καὶ ὄχι δι’ ἐμὲ, διότι σεῖς μὲ ἀνεκηρύξατε, καὶ ἔρχεσθε σήμερον νὰ μὲ ἀφαιρέσητε. Καὶ τί σᾶς λέγουν διὰ νὰ σᾶς πείσουν; ὅτι ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξεν ἓν ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος δὲν κηρύττει ποτὲ ἀποτέλεσμα, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοῦ ὑπαγορεύει ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς· χθὲς αὐτὸ ἔγεινε, καὶ κανεὶς δὲν ἔκαμεν ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ σήμερον σᾶς λέγουν ἔγεινε θόρυβος· ἔγεινε θόρυβος; καὶ ὁσάκις γίνεται θόρυβος, ἡ ἀπαγγελία τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς εἶναι ψεῦμα; Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι σοφίσματα ἐπὶ σοφισμάτων, προφάσεις ἐπὶ προφάσεων συνεσωρεύθησαν, διὰ νὰ κρημνίσουν ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον χθὲς προῆλθεν ἀπὸ τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς. Καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ μὲν δὲν δύναμαι νὰ ἀντισταθῶ κατὰ τοῦ ὄγκου, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ἐναντίον μου, προσθέτω ὅμως διὰ τοῦτο, ὅτι καὶ ἂν χάσω τὸ ζήτημα θὰ ἐξέλθω πλέον ὑπερήφανος παρ’ ὅ,τι εἰσῆλθον, διότι ἐξέρχομαι κατὰ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου, κατὰ τοῦ δικαιώματός μου. Καὶ λέγω, Κύριοι, ὅτι χωρὶς νὰ ἔχω κᾀμμίαν πρόθεσιν, χωρὶς νὰ διανοοῦμαι τίποτε διὰ κανένα, ἀλλ’ ὡς πολίτης καὶ ἄνθρωπος, ὅστις καὶ ἐγὼ εἴτε ὀλίγον, εἴτε πολὺ συνετέλεσα εἰς τὸ νὰ ἔλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ τοῦ βουλευτικοῦ σώματος, διότι ὅταν ἐσείετο ἡ μεγάλη πύλη τῆς ἐπαναστάσεως, ὅταν τὴν ἔσειον οἱ γέροντες ἐκεῖνοι, καὶ ἐγὼ ἔδοσα τὸν γρόνθον μου, διὰ νὰ πέσῃ αὕτη ἡ πύλη κάτω. Διὰ ταῦτα λοιπὸν θέλω νὰ ᾖναι σεβαστὴ, ὄχι δι’ ἐμὲ· βγάλετέ με ἔξω, πλὴν φοβηθῆτε, μήπως ἐνῷ σᾶς λέγουν προσέξατε μὴ χαλάσητε τὸ Σύνταγμα, φοβηθῆτε μὴ ἐπαναστατήσητε κατὰ τοῦ νόμου, ἡ δὲ ἐπανάστασις κατὰ τοῦ νόμου διὰ τῆς ψηφοφορίας γίνεται, δὲν γίνεται διὰ τῶν ὅπλων· προσέξατε μὴ πλανηθῆτε καὶ ἐπαναστατήσετε κατὰ τοῦ νόμου, διότι θλιβεραὶ θὰ ἦναι αἱ ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας θὰ δώσητε ἔξω εἰς τὸν κόσμον. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε, ἐὰν δὲν θέλητε σεῖς οἱ ἴδιοι νὰ δώσητε εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Βουλῆς μίαν κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον μομφὴν καὶ νὰ εἴπητε εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, διότι δὲν πιστεύω νὰ συνέβη εἰς τὴν Εὐρώπην τοιοῦτόν τι, νὰ εἴπητε, ἐλᾶτε ὅλη ἡ Εὐρώπη νὰ μάθητε, ὅτι ἐγὼ συζητῶ καὶ ἀποφασίζω καὶ ἀνακηρύττω βουλευτὰς καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν τοὺς λέγω· πηγαίνετε ἔξω ἀπὸ ἐδῶ καὶ θὰ φέρω ἄλλους. Αὐτὴ λοιπὸν, Κύριοι, ἡ περίστασις εἰς ἐμὲ δὲν φέρει καμμίαν ἀνησυχίαν, ἐγὼ καὶ πάλιν στρατιώτης τῆς πατρίδος πάντοτε θὰ εὕρω τόπον νὰ τὴν ὑπηρετήσω, πάντοτε θὰ εὕρω θέσιν ἐντὸς τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας· ἀλλὰ σεῖς θ’ ἀφήσητε εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς τὴν μομφήν· ἐγὼ δὲ πάλιν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε μὲ ἠγάπησε, πάλιν ἐντός αὐτοῦ θὰ ζήσω καὶ θὰ ζήσω ἐντίμως ὑπερασπιζόμενος καὶ μὴ ἀγανακτῶν ποτε κατὰ τῆς πατρίδος μου. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ νομίζω, ὅτι πᾶσα περαιτέρω ὑπεράσπισις ἐκ μέρους μου εἶναι ματαία, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀπόφασις· διὰ τοῦτο παραιτῶ τὸν λόγον καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει.
§93ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπῃ νὰ λάβω καὶ γʹ φορὰν τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε.
§94ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§95ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὑπάγω τὸ ζήτημα εἰς μίαν πρόκλησιν, ἀναθέτω τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εἰς μίαν πρόκλησιν· ἄλλο τι δὲν σκανδαλίζει τοὺς ζητοῦντας τὴν ἀκύρωσιν καὶ τὴν ἀναψηλάφησιν τοῦ τετελεσμένου, εἰμὴ ἡ ἐπικουρία τῶν ἀρνουμένων ψῆφον· ἐὰν τῳόντι αὐτοὶ πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τοὺς ψηφοφορήσαντας τὸ ὄχι, ὁμολογῶ ὅτι ἔχομεν ἄδικον· παραχωρῶ τὸ ζήτημα ὅταν μοῦ ἀποδείξωσι μὲ κείμενον τοῦ Συντάγματος ἢ καὶ τοῦ κανονισμοῦ, ὅτι οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον εἶναι καὶ παρόντες, καὶ περιπλέον ἡ ψῆφός των εἶναι ὑπὲρ τοῦ ναὶ ἢ ὑπὲρ τοῦ ὄχι. Καὶ ἐρωτῶ πρῶτον· διατὶ τοὺς ὑπολογίζετε ὡς ψηφοφόρους; δεύτερον, διατὶ θέλετε νὰ ᾖναι ἐπικουρία τῶν ψηφοφορούντων; τρίτον, ἐν τίνι λόγῳ καὶ δικαιώματι ἀποδεικνύετε, ὥστε ἡ ψῆφος τῶν ἀρνουμένων νὰ ᾖναι ὑπὲρ ἢ νὰ ᾖναι κατὰ, καὶ ποτε νὰ ᾖναι ὑπὲρ καὶ πότε νὰ ᾖναι κατά; Διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μὰ εἰς κανὲν μέρος τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει· τόσαι συζητήσεις ἐγένοντο, καὶ οὐδὲ εἰς τὸν νοῦν τινος ἐπῆλθεν αὐτὸ, ὅτι οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον εἶναι ψηφοφόροι καὶ ψηφοφόροι, σημειώσατε, κατὰ τὴν συνείδησιν τῶν ἄλλων. Τίς δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι γνωρίζει καρδίαν καὶ νεφροὺς τοῦ μὴ ψηφοφοροῦντος; οὐδεὶς· ἐν τίνι λόγῳ θὰ τοὺς ὑπολογίσετε ψηφοφοροῦντας ὑπὲρ ἢ ψηφοφοροῦντας κατά; Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ῥητὸν κείμενον εἰς τὸ σύνταγμα ἢ εἰς τὸν βουλευτικὸν Νόμον, ἢ εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὅτι οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον θεωροῦνται ὡς ψηφοφοροῦντες ὑπὲρ ἢ κατὰ· εἰς οὐδὲν τῶν κειμένων τούτων ὑπάρχει μία τοιαύτη οὐσιώδης καί συνταγματικὴ διάταξις, καὶ ἡμεῖς θέλομεν μὲ συζητήσεις, μὲ ἀκροάσεις, μὲ συμπεράσματα, μὲ πιθανότητας νὰ προσθέσωμεν εἰς τοὺς 20 ἄλλους 30, καὶ θέλετε νὰ τοὺς θεωρήσωμεν παρόντας καὶ νὰ καταστρέψωμεν τὸ Σύνταγμα. «Διαρκούσης τῆς ψηφοφορίας» λέγει ὁ κανονισμὸς, οἱ Βουλευταὶ οἵτινες εὑρίσκονται ἐν τοῖς δωματίοις τῆς Βουλῆς προσκαλοῦνται ὀνομαστὶ ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἵνα ψηφοφορήσωσιν, ὅσοι δ’ ἐξ αὐτῶν δὲν προσέλθωσι σημειοῦνται ὡς ἀρνηθέντες ψῆφον.» Δὲν λέγει ὁ κανονισμὸς ὅτι ψηφοφοροῦσιν ὑπὲρ ἢ κατά. Πῶς δυνάμεθα νὰ ἀναπληρώσωμεν τὴν σιωπὴν τοῦ Νόμου; Νόμου βουλευτικοῦ, Νόμου συνταγματικοῦ; Παρακαλῶ τοὺς νομικοὺς νὰ ἀποφανθῶσι, παρακαλῶ τοὺς Βουλευτὰς ἀδιακρίτως. Οὐδεὶς ἀπαντᾷ· καὶ λοιπὸν ποῦ εἶναι ἡ Συνταγματικὴ διάταξις ὅτι οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον θεωροῦνται ὑπὲρ ἢ κατὰ; Ἀλλὰ λέγουν διὰ ποῖον λόγον νὰ τεθῶσιν εἰς τὸν κανονισμὸν ὡς ἀρνούμενοι ψῆφον; ἵνα τοὺς παραδώσωμεν εἰς στιγματισμὸν, ἂν ᾖναι στιγματισμὸς καὶ οὐχὶ τιμὴ, διότι ἡ ἐκπλήρωσις τῆς συνειδήσεως τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι πάντοτε τιμὴ· εἴτε ἀρνεῖταί τις ψῆφον, εἴτε ἐκφράζει τὴν γνώμην του, εἶναι ἔντιμος. Ἄτιμος εἶναι ὅστις πωλεῖ τὴν συνείδησίν του. Ἀλλὰ τοῦτο μακρὰν ἀπ’ ἐδῶ. «Περὶ τούτου γίνεται μνεία ἐν τοῖς πρακτικοῖς κατονομαζομένου τοῦ Βουλευτοῦ,» ἰδοὺ ὅλη ἡ ποινὴ, ὅλα τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀρνουμένων ψῆφον, ἀλλ’ οὐχὶ ἀποτέλεσμα τοιοῦτον τὸ ὁποῖον νὰ μεταβάλλῃ τὴν ψηφοφορίαν. Δὲν ὑπάρχει εἰς κανὲν κείμενον τοῦ Νόμου, δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀναπληρώσητε, οὔτε μίαν κεραίαν δύνασθε νὰ προσθέσητε, καὶ πολὺ μάλιστα εἰς τοιαύτας οὐσιώδεις συνταγματικὰς διατάξεις.
§96ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν δύο γνῶμαι τίθενται ὑπ’ ὄψιν, ἐγὼ ὡς Βουλευτὴς νομίζω ὅτι ἀμφότεραι εἶναι ἐσφαλμέναι· δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον;
§97ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐμὲ ἐρωτᾶτε; Ὅταν ἐλλείψεις εὑρίσκει ὁ δικαστὴς εἰς τὸν Νόμον, ὁ δικαστὴς ἢ ὁ βουλευτὴς, νομίζετε, ὅτι θέλει δώσει λόγον; dura lex, sed lex.
§98ΡΟΥΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς λύσω τὴν ἀπορίαν, διατὶ τὸ Σύνταγμα ἔχει τὴν φράσιν ἐκείνην, διότι ὑποθέτει ὅτι εἰς ζήτημά τι, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη, δὲν ὑπάρχουσι δύο γνῶμαι, ἀλλὰ τρεῖς. Τὸ σύνταγμα δὲν δύναται νὰ καταναγκάσῃ κανένα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ νὰ ταχθῇ μὲ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην γνώμην· ἔγεινεν ἡ ψηφοφορία, ἐγὼ χθὲς ἤμην τῆς γνώμης νὰ ἀκυρωθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐκλογὴ· πῶς θέλετε δὲ εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα νὰ μὲ ἀναγκάσετε νὰ ταχθῶ ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου; (θόρυβος) Δὲν δύνασθε παρὰ νὰ καταλογίσητε καὶ τοὺς ἀρνηθέντας, διότι καὶ οὗτοι ἔχουν γνώμην.
§99ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ παραπονῆσθε ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες τὴν γνώμην σας θέλουν νὰ μεταχειρισθοῦν ἐναντίον τοῦ σκοποῦ σας, οὐχὶ κατ’ ἐμοῦ ὅστις θέλω νὰ ἦσθε ἐλεύθερος.
§100ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀρκοῦσι, νομίζω, τὰ λεχθέντα.
§101ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου. Δὲν θέλω ἐπαναλάβει ὅσα εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου σᾶς ἐξέθεσα· ἐπανέρχομαι ἵνα συμπληρώσω μίαν ἰδέαν καὶ ἀποκρούσω ἑτέραν, ἡ ὁποία μετὰ πολλῆς ἐπιτηδειότητος σᾶς ὑπεβλήθη. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς δὲν ἐνησχολήθη νὰ ἀναιρέσῃ τὰς περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ δεδικασμένου ἐκτεθείσας ἀρχάς. Σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ζήτημα δὲν περιστρέφεται εἰς τὸ ἂν ὑπάρχῃ ἰσχὺς εἰς τὸ δεδικασμένον ἢ ὄχι, ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι δεδικασμένον, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι, διότι χθὲς ἡ Βουλὴ εἶπε μόνον ὅτι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλειτωρίας ἔπεσε, διότι ἐψηφοφόρησαν 58 κατὰ 57· τώρα μένει ἄλυτον τὸ ζήτημα, ἂν οἱ 58 πρὸς τοὺς 57 ἀποτελοῦν πλειονοψηφίαν, ἀποτελοῦν νόμιμον ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ναί ἢ ὄχι; Καὶ ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, τότε βεβαίως εὑρισκόμεθα εἰς προδικαστικὸν ζήτημα, καθὼς π. χ. ἂν ὑπάρχῃ ἔνορκον δικαστήριον, καὶ σύνεδροι, καὶ ἔρχωνται μὲν οἱ ἔνορκοι καὶ λέγουν Ναί, εἶναι ἔνοχος ὁ κατηγορούμενος, ἀλλ’ ἀκόμη οἱ σύνεδροι δὲν ἐξέφερον τὴν ἀπόφασιν, δὲν ἐπέβαλον τὴν ποινὴν, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει ἀπόφασις πλήρης, διότι οἱ σύνεδροι μετὰ τῶν ἐνόρκων ἐκδίδουν τὴν ὁριστικὴν καὶ τελεσίδικον ἀπόφασιν· ἑπομένως καὶ ἡμεῖς ἔχομεν νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι ὑπάρχουσιν ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς 58 ψῆφοι, καὶ 57 κατὰ τοῦ ἀκύρου. Δυνάμει τοῦ Συντάγματος τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα εἶναι πλῆρες ἢ ὄχι; (θόρυβος).... Ὁ Κ. Πρόεδρος δὲν εἶναι ψηφολέκτης, ὁ κρατῶν τὰ πρακτικὰ τοῦ Ναί καὶ τοῦ ὄχι· αὐτὴ εἶναι ἐργασία τῶν γραμματέων, καὶ ὁ Κ. Πρόεδρος μετὰ τὴν ἐργασίαν αὐτῶν ἀποφαίνεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διασκέψεως τῆς Βουλῆς, ἐν ὀνόματι αὐτῆς. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἐξασκεῖ ὁ πρόεδρος, ἐν ὀνόματι αὐτῆς ἀποφαίνεται. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων διὰ ψήφων 58 κατὰ 57, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι αἰτιολογία, δὲν εἶναι ἀπόφασις, διότι πόσαι εἶναι οἱ ψῆφοι τὸ ἐμφαίνουν τὰ πρακτικά· ὁ Πρόεδρος διορίζει ψηφολέκτας, ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν δύναται νὰ ὑπάγῃ νὰ ἴδῃ τὸν ἀριθμὸν ἂν ὁ Πρόεδρος ἔσφαλεν ἢ διέστρεψε τὰ πράγματα, δύναται νὰ προσκληθῇ νὰ δώσῃ λόγον. Ὅταν ὅμως ὁ πρόεδρος λέγῃ, διὰ πλειονοψηφίας παρεδέχθη τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ὅταν τοῦτο τὸ βεβαιοῦν τὰ πρακτικά, ἐπέρχεται πλῆρες τὸ δεδικασμένον· ὁ κανονισμὸς λέγει «Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διασκέψεων τῆς Βουλῆς ἀπαγγέλλεται παρὰ τοῦ Προέδρου ὡς ἐφεξῆς «ἡ Βουλὴ παρεδέχθη»· «ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.»
§102ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ποῖος ἀπεφάσισε;
§103ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ προεδρεῖον.
§104ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἂν ὁ πρόεδρος δὲν εἴπῃ τὸ ἀποτέλεσμα;
§105ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τότε ἡ Βουλὴ θὰ τοῦ κάμῃ τὴν παρατήρησιν.
§106ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ κάμνομεν καὶ ἡμεῖς.
§107ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, εἶναι ἄλλο τὸ ἀντικείμενον, τοῦτο ἔπρεπε νὰ γένῃ χθές. Τώρα, κύριοι, προβαίνω καὶ περιπλέον. Εἶπεν ὁ Κ. πρόεδρος, καὶ τὸ εἶπε, διότι ὤφειλε νὰ τὸ εἴπῃ, ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύθη διὰ πλειονοψηφίας 58 κατὰ 57, σᾶς ἐδήλωσε δὲ συγχρόνως, ὅτι τέσσαρες ἠρνήθησαν ψῆφον. Τί θὰ εἰπῇ τοῦτο, κύριοι; Ὅτι ἡ Βουλή, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐῤῥύθμισε τὸν ἀριθμὸν τῶν παρόντων, τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφορησάντων καὶ εὑρέθησαν ὅλοι 57 καὶ 58 = 115 μεταξὺ τῶν ψηφοφορησάντων αὐτῶν ὑπῆρχον καὶ 4 ψῆφοι τινῶν οἵτινες, καί τοι παρόντες, δὲν ἔδοσαν ψῆφον. Τοὺς κατεδικάσατε χθὲς, καὶ εἴπατε, ὅτι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ καταλογισθῶσι καὶ τὸ ἐκάματε κυριαρχικῶς. (θόρυβος.) Χθὲς ἐσφαλμένως ἢ ὀρθῶς εἴπατε, ὅτι παρόντες ἦσαν 115, 58 ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς, καὶ 4 δὲν ἐλογαριάσατε ὡς ἀπαρτίζοντας τὸν ἀριθμὸν ἐξ οὗ πρέπει νὰ ἐξαγάγητε τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἀφ’ οὗ τὸ εἴπατε χθὲς, διὰ ποῖον λόγον χθὲς ὅτε ἔλεγεν ὁ πρόεδρος 58 ὑπὲρ, 57 κατὰ, 4 οὐδέτεροι, δὲν εἴπατε, ὅτι ἀπέναντι τῶν 119 οἱ 58 δὲν εἶναι πλειονοψηφία; τὰ πρακτικὰ τουλάχιστον δὲν ἔχουν καμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§108ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔγεινε τοιαύτη ταραχὴ, ὥστε δὲν ἠδύναντο νὰ διατηρηθῶσι πιστῶς τὰ πρακτικά. (θόρυβος).
§109ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔλυσεν ἡ Βουλὴ, πρέπει νὰ τὸ θεωρήσῃ σεβαστὸν, καὶ νὰ μὴ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν μειονοψηφίαν τὴν ἑτέραν ἡμέραν νὰ καταρτίζεται πλήρης καὶ νὰ τὸ ῥίπτῃ, διότι δὲν ἠξεύρομεν τότε ποῦ θὰ καταντήσωμεν, δὲν θὰ ἔχωμεν βεβαιότητα οὔτε περὶ τῆς ὑπάρξεώς μας.
§110ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν τὸ ἔλυσεν ἡ Βουλὴ διὰ ψήφων 58, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν 119.
§111ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ 58 εἶναι περισσότερον το 57 καὶ τοὺς 4 θεωρῶ ἀνυπάρκτους, καὶ τὸ ἐθεώρησεν ὀρθότατον ἡ Βουλή.
§112ΡΟΥΚΗΣ. Ἡ αὐθαιρεσία τοῦ προέδρου, καὶ ὄχι ἡ Βουλή.
§113ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἀντιτάττουν, τοῦ νὰ λέγουν ὅτι ὁ βουλευτὴς, ὅταν δὲν ἔχῃ γνώμην, συγκαταριθμεῖται. Νομίζω ὅτι δὲν εἰμπορεῖ ἓν νομοθετικὸν σῶμα, ἓν πολυμελὲς Σῶμα νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα, ὅταν ἕκαστος ἔχῃ τὰς ἰδιοτροπίας του. Διὰ τοῦτο εἶναι ἐλεύθερος ἕκαστος βουλευτὴς νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην του, νὰ ὑποστηρίζῃ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτὴν, νὰ προκαλῇ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεώς του· ἅμα ὅμως αὕτη πέσῃ, χρεωστεῖ νὰ σεβασθῇ τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἂν ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην του, δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάζῃ αὕτη τὴν ψηφοφορίαν, δὲν δίδει γνώμην, εἶναι ἰδιότροπος βουλευτὴς, δὲν σέβεται τὴν συνείδησιν τῶν περισσοτέρων, καὶ ἂν δυνηθῇ νὰ δικαιολογηθῇ οὗτος εἰς τοὺς ἐντολεῖς του, θὰ δικαιολογηθῇ ψευδῶς. Σέβομαι τὴν γνώμην τοῦ Κ. Ῥούκη, καὶ πιστεύω, ὅτι ἠρνήθη ψῆφον, διότι εἶχε τρίτην ψῆφον, ἀλλὰ συνήθως συμβαίνει ὅτι ἡ ἄρνησις τῆς ψηφοφορίας δὲν προέρχεται ὡς ἐκ τῆς τρίτης γνώμης, ἀλλ’ ἢ ἐκ μιᾶς ἀνανδρίας, ἢ ἄλλων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν περιποιοῦν τιμὴν εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ βουλευτοῦ, διότι πρέπει νὰ περιφρονήσῃ τὴν πίεσιν, καὶ μὲ μέτωπον ἄμεμπτον νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην του· τοιοῦτον θέλω τὸν βουλευτὴν, καὶ δὲν θέλω νὰ πιέζηται ἄνωθεν ἢ κάτωθεν. Τέλος, Κύριοι, ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, ὅταν λέγῃ, ὅτι τὰ ζητήματα λύονται διὰ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων. Πρῶτον, πολὺ εὐφυῶς, πολὺ λογικῶς, ἀκαταμαχήτως ὁ ἔντιμος Ἰακωβάτος σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ διατακτικαὶ λέξεις δὲν καθιστῶσι τὴν ἔννοιαν, ἀλλ’ ἐνισχύουν αὐτήν. Ἐγὼ φρονῶ, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ ἐπιτυχὲς τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ λέξις ἀπόλυτος πλειοψηφία διὰ Βουλὴν δὲν ἔχει ἔννοιαν, διότι ἐν τῇ Βουλῇ τὰ ζητήματα δὲν λύονται, παρὰ διὰ τοῦ ναὶ ἢ τοῦ ὄχι. Ἀλλὰ ποῦ εὑρῆκαν αὐτὸν τὸν κανόνα, ὅτι δὲν δύναται ὁ πρόεδρος νὰ θέσῃ ἄλλως τὸ ζήτημα, παρὰ ὁ βουλευτὴς νὰ λέγῃ ναὶ ἢ ὄχι; καμμία διάταξις, οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα, οὔτε εἰς τὸν κανονισμὸν δὲν ὑπάρχει. Δὲν εἶναι ὅμως πιθανὸν νὰ συμβῇ ἐκείνη ἡ περίστασις ἣν σᾶς ἀνέφερεν ὁ Κ. Ῥούκης, ἐνῷ τίθεται ἕνα ζήτημα καὶ ἕτερον ἀντίθετον, νὰ ἔρχεται τρίτον, καὶ ἑπομένως νὰ ἦναι τρία τὰ ψηφοφορούμενα, καὶ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ψηφοφορουμένων καὶ τῶν τριῶν, ἂν τὸ ἓν ἔλαβε τὰς πλειοτέρας σχετικῶς ψήφους; Αὐτὸ λύεται διὰ τῆς σχετικῆς ψηφοφορίας, αὐτὴν τὴν περίπτωσιν θέλει τὸ Σύνταγμα νὰ ματαιώσῃ, νὰ εἴπῃ, ὅτι τρεῖς γνῶμαι δὲν δύνανται νὰ ὑπερισχύσουν, διὸ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἀπόλυτος πλειονοψηφία. Ἀνεξαρτήτως τούτου ὑπάρχουν ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ναὶ ἢ ὄχι, ὡς εἶναι τὰ προσωπικὰ, ὡς εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου κτλ. Τὸ Σύνταγμα ἤθελε νὰ καθιερώσῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν πρέπει νὰ τὰ λύσῃ διὰ σχετικῆς, ἀλλὰ δι’ ἀπολύτου. Ἰδοὺ ὅτι ὑπάρχει καὶ περίπτωσις εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα δὲν τίθεται ναὶ, ἢ ὄχι, καὶ μολαταῦτα δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, ἂν διὰ σχετικῆς ἢ ἀπολύτου πλειονοψηφίας δύναται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα σᾶς λέγει, ὅτι θέλει ἀπόλυτον πλειοψηφίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ κατακερματίσητε τὸν ἀριθμὸν, νὰ μὴ τὸν ἐξετάσητε εἰς τὸ σύνολον (θόρυβος). Τὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ ἄρθρου 56 ἤθελε νὰ καθιερώσῃ, ὅτι τὰ ἐθνικὰ ζητήματα δὲν λύονται διὰ τῆς παρουσίας ὀλίγων τινῶν, ὅτι ἐνδέχεται, καὶ συμβαίνει συνήθως, ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ μὴ παρευρίσκωνται, νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ παρευρεθῶσι· τί ἔκαμεν ὁ νομοθέτης; καθιέρωσε πρῶτον τὴν ἀρχὴν, ὅτι, ἅμα τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν βουλευτῶν εἶναι παρὸν εἰς μίαν συνεδρίασιν, εἰς ἕνα ζήτημα, δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἓν ἀντικείμενον. (θόρυβος). Παραδέχομαι λοιπὸν, Κύριοι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ, ὅστις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν νόμιμον ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς, τότε δὲν ὑπάρχει πλειοψηφία, καὶ τὸ ζήτημα διαλύεται· ὅταν ὅμως ἀντὶ 90 βουλευτῶν, καὶ ἀντὶ 46, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ τὸ σύνταγμα πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, ἔχομεν 200, καὶ ἔχομεν ὄχι 46, ἀλλὰ 90, 100 ὑπὲρ τοῦ ζητήματος, αὐτοὶ οἱ 100 δὲν ἠμποροῦν νὰ λύσουν ἐπιτυχῶς, σεβαστῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, ἀφοῦ μόνον 46, ἐὰν θελήσουν, τὸ λύουν νομίμως; Λοιπὸν συγκεφαλαιόνω τὴν ἰδέαν μου λέγων, ὅτι, ὅταν ψηφοφορῇ περισσότερος ἀριθμὸς ἐκείνου, ὅστις ἀπαιτεῖται κατ’ ἐλάχιστον διὰ τὴν ἀπαρτίαν τῆς βουλῆς, ἡ ἀπόφασις τῆς βουλῆς εἶναι σεβαστὴ καὶ νόμιμος.
§114ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δύω λέξεις, παρακαλῶ, νὰ σᾶς φέρω ἓν πρακτικὸν παράδειγμα. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου γίνεται δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας· ὑποθέτω, ὅτι ψηφοφοροῦμεν 120, κατὰ δὲ τὴν διαλογὴν παρουσιάζονται 20 χαρτιὰ ἄγραφα καὶ εἰς τὸν ἕνα Πρόεδρον δὲν δίδονται παρὰ μόνον 50 ψῆφοι· εἶναι Πρόεδρος αὐτός; ὄχι βέβαια. Θὰ εἰπῇ λοιπὸν, ὅτι τὰς ψήφους τὰς ἀγράφους τὰς κατελογίσαμεν. Ποία δὲ εἶναι ἡ ἄγραφος ψῆφος; ἡ τοῦ ἀρνουμένου. Ἂς ἀπαντήσωσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν.
§115ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μὲ ἐπιτρέψῃ ἡ βουλὴ νὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν Κ. Σακελλαριάδην, ὅστις κατεδίκασε τὸν Πρόεδρον, διότι ἀπήγγειλε τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἀπήτησε νὰ καταβῇ ὁ Πρόεδρος ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ ζητήσῃ συγγνώμην. Παρακαλῶ τὴν βουλὴν, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ὑπερασπισθῶ ὡς βουλευτής.
§117ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττὸν, δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται πολύ· ἐγὼ δὲν εἰμπορῶ νὰ δεχθῶ μίαν τοιαύτην μομφήν· ἐστάθην πάντοτε τίμιος ἄνθρωπος καὶ τὸ ἀποδεικνύω.
§119ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ.
§120ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τί εἶπον ἐγὼ, καὶ εἰς τί προσέβαλα τὸν Κύριον Πρόεδρον διὰ νὰ τὸ ἀνακαλέσω; Διηγήθην τὰ χθὲς γεγονότα, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐτελείωσε κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ συντάγματος καὶ ὁ Πρόεδρος δὲν ὤφειλε νὰ τὸ ἀπαγγείλῃ, καθὼς ἔχομεν παραδείγματα δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος Προέδρου ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου παρόμοιον ζήτημα παρουσιάσθη καὶ προεκαλέσθη ὑφ’ ὅλης τῆς πλειοψηφίας, καὶ μολαταῦτα, καίτοι ὑπουργικὸς Πρόεδρος ἐκεῖνος, ἐπειδὴ ἀντέβαινεν εἰς τὸ σύνταγμα, εἶπεν, ὅτι δὲν ἠμπορῶ ποτὲ νὰ τὸ ἀπαγγείλω. Σᾶς φέρω κατόπιν τὸν Κ. Παλαμήδην κατὰ τὸ 1846. Ζήτημα παρόμοιον παρουσιάσθη, προκαλεῖται ἀπὸ ὅλην τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κωλέττου ν’ ἀπαγγείλῃ τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἐπειδὴ ἀντέβαινεν εἰς τὸ σύνταγμα, δὲν τὸ ἀπήγγειλεν οὗτος. Τοιαύτη περίστασις παρουσιάζεται καὶ ἤδη· πρόκειται περὶ τοῦ συντάγματος. Καὶ ἂν ὑμεῖς ἠγωνίσθητε Κ. Πρόεδρε, μολαταῦτα ἐλάβατε καὶ βαθμοὺς καὶ τιμὰς, ἀλλ’ ἐγὼ ὅστις ἠγωνίσθην ἐπὶ 20 ἔτη, ἐκληροδοτήθην μὲ ἐξορίας καὶ φυλακίσεις.
§121ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν λέγονται αὐτά· ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§122ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸν Κ. Πρόεδρον δὲν ἠθέλησα νὰ τὸν προσβάλω, καθόσον τὸν τιμῶ καὶ τὸν ὑπολήπτομαι.
§123ΠΟΛΛΟΙ. Καλὰ, καλὰ, ἀρκεῖ.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατρέχω διὰ νὰ μὴ κατατρίβω τὴν πολύτιμον ὥραν σας. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἕνας ἐξ ἐκείνων, ὅστις ἔκαμα τὴν μεταβολὴν τῆς 3ης Σεπτεμβρίου καὶ εἰργάσθην καὶ ὑπέφερα, καὶ ὅ,τι ἀπήλαυσα τὸ ἀπήλαυσα δικαίως.
§125ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν τὸ φιλονεικεῖ κανείς.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν λοιπὸν, Κύριοι, τρεῖς προτάσεις, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλειτωρίας· ἀ.) τὴν ἑξῆς· «δύναται νὰ προταθῇ τὸ δεδικασμένον ἀπέναντι ῥητῆς καὶ σαφοῦς.......
§127ΠΟΛΛΟΙ. Τίνος εἶναι;
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν φέρει καμμίαν ὑπογραφήν.
§129ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν τὴν δεχόμεθα.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ.) Πρότασις. «Εἶναι δεδικασμένον διὰ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας τῆς βουλῆς, ὅτι ἐκυρώθη ἡ ἐκλογὴ Καλαβρύτων;»
§131ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι τὸ σωστὸν καὶ τὸ ἐξαγόμενον τῆς συζητήσεως.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη πρότασις. «Ἡ χθὲς ἀπαγγελθεῖσα ὑπὸ τοῦ προέδρου ἀνακήρυξις τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλειτωρίας ὡς καὶ ἡ παρ’ αὐτοῦ γενομένη ἀνακήρυξις τῶν ΚΚ....... ὡς βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς κατηρτισμένη διὰ νομίμου πλειονοψηφίας. Ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ δευτέρα.
§133ΠΟΛΛΟΙ. Καλλίστη, καλλίστη, καὶ αὐτὴ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§134ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§135ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πρὶν ἀναγνωσθοῦν καὶ κυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ, Κ. Πρόεδρε, τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως, νὰ ψηφοφορήσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, εἶναι ἄτοπον.
§136ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§137ΕΤΕΡΟΙ. Ἔχει δίκαιον ὁ Κύριος Κυπριάδης· προηγεῖται ἡ κύρωσις τῶν πρακτικῶν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὰ πρακτικὰ.....
§139ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι αὐτὸ τὸ θέμα· τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μπαλάνου.
§140Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ ὅστις ἔφερα ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, ὅταν παρὰ τοῦ Προέδρου ἐζητήθη ἡ κύρωσις, ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη ἔφερε συζήτησιν, ἥτις διήρκεσε μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς. Ἐκ τῆς συζητήσεως τί προκύπτει; Ὅλοι οἱ ῥήτορες καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης γνώμης τὸ ὑπεστήριξαν, οἱ μὲν, ὅτι εἶναι δεδικασμένον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς 58 εἶναι ἀπόλυτος πλειονοψηφία· ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα τὸ ἐναντίον. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀπόῤῥοια τῆς συζητήσεως, καὶ οὐχὶ ἡ κύρωσις τῶν πρακτικῶν. Δὲν δυνάμεθα, ἀκολουθοῦντες τὰς κοινοβουλευτικὰς συνθήκας, νὰ παρεκτραπῶμεν εἰς τὴν λύσιν τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένων παρεμβάλλοντες ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο λόγος. Διὰ τῆς κυρώσεως τῶν πρακτικῶν τί ζητεῖτε; Νὰ δώσητε τὸ ἐπίσημον κῦρος τῆς ψηφοφορίας· ἡμεῖς, τὸ ἐναντίον, ζητοῦμεν διὰ τῆς νέας ψηφοφορίας νὰ καταδικασθῇ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπίσημον κῦρος ἡ ψηφοφορία, ἥτις δὲν ἐνηργήθη κατὰ τοὺς νόμους. Βλέπετε, ἡ διαφορά μας εἶναι καθαρά. Δὲν ἦλθε κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ γραφόμενα ἐν τοῖς πρακτικοῖς εἶναι ψευδῆ· ἐγὼ διϊσχυρίσθην ὅτι αἱ 58 ψῆφοι δὲν εἶναι πλειοψηφία.
§141ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐὰν σήμερον δὲν θέσωμεν τὸ ζήτημα τῶν πρακτικῶν καὶ ἀποφανθῇ ἡ βουλὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπως τὸ θέλετε, τί θὰ γείνουν τὰ πρακτικὰ, θὰ καταστραφοῦν;
§142ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγένοντο τὰ πρακτικὰ, ἐπειδὴ ἔγεινεν ὅμως καὶ ἕνα ἄλλο, τὸ ὁποῖον δὲ δύνασθε νὰ μᾶς ἀρνηθῆτε...
§143ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν λέγω τί ἔγεινε, ἀλλὰ τί θὰ γείνῃ· θὰ σβεσθοῦν ὅλα τὰ χθεσινὰ πρακτικά;
§144ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι, ὄχι, δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν παρὰ ἐπὶ ἀντικειμένων τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν.
§145ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι τοὐλάχιστον ἐγὼ ἐκ τῆς μικρᾶς μου πείρας καὶ τῶν ὀλίγων γνώσεών μου, ἐκ τῆς μελέτης τὴν ὁποίαν ἔκαμα αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ, λέγω καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἕνας Συνταγματικὸς σολοικισμὸς, ἕνας παραλογισμὸς πρὶν ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως καὶ πρὶν κυρωθοῦν νὰ ἀποφασίσωμεν σήμερον ζήτημα, ὄχι μόνον νέον, ἀλλὰ ἀναγόμενον εἰς τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα. Ἔχομεν τὸ ἄρθρ. 10 τοῦ κανονισμοῦ τὸ ὁποῖον λέγει «Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν ὁ Πρόεδρος ἀναγγέλλει τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως.» Τὰ πρακτικὰ ἀνεγνώσθησαν, μένει τώρα ἡ ἔγκρισις, ἢ ὄχι. Τὶ σᾶς εἶπε ὁ Κ. Μαυρομιχάλης; ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ζήτημα ἐπὶ ἀντικειμένου ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐγένετο λόγος. Φαίνεται ὅτι ἐλησμόνησε πόθεν ἔλαβεν ἀφορμὴν ν’ ἀρχίσῃ τὸν λόγον του· διότι πρὶν ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ, ἐὰν ἐζήτει τὸν λόγον νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἤθελον τῷ εἰπεῖ, ὅτι παραβιάζομεν τὸν κανονισμὸν, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ σὲ ἀκούσω, ἄφησε νὰ ἴδω τὶ ἔγεινε χθὲς καὶ μετὰ ταῦτα ζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλεις. Ἔχω δίκαιον, ζητῶ τὸ τοιοῦτον, διότι ἐγὼ καί τινες ἄλλοι δὲν γνωρίζομεν νομίμως καὶ τακτικῶς τὶ παρεδέχθη ἡ Βουλὴ χθές.
§146ΤΙΝΕΣ. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικά.
§147ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ οἱ μὲν τὰ λέγουν ψευδῆ, οἱ δὲ ἀληθῆ· ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ἐκφέρω μίαν γνώμην, ἐὰν τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα ἀποτελοῦν δεδικασμένον.
§148ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν κυρωθοῦν, ποίαν συνέπειαν θὰ ἔχουν;
§149ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ζητῶ νὰ κυρωθοῦν, ἀλλὰ νὰ ἀκυρωθοῦν, διότι ἄλλοι θὰ ψηφοφορήσουν κατὰ τὴν μίαν καὶ ἄλλοι κατὰ τὴν ἄλλην περίπτωσιν.
§150ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἀμφισβήτησις καὶ διὰ τοῦτο ἠπόρησα διὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κυπριάδου, διότι ἡμεῖς εἴπαμεν χθὲς, ὅτι ἔλαβον ἁπλᾶ γεγονότα χώραν, δηλ. ἡ Βουλὴ διὰ 58 ψήφων εἶπε τοῦτο, διὰ 57 ἐκεῖνο, διὰ 4 τίποτε· αὐτὸ λέγομεν ἡμεῖς, ὅτι δὲν παρεδέχθη· διότι λέγοντες παρεδέχθη θὰ εἰπῇ ὅτι ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, καὶ ἡμεῖς λέγομεν δὲν ἀπεφάνθη, διότι 58, καὶ 57, 4 ἀρνηθέντων, δὲν κάμνουν μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§151ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ν’ ἀμφισβητήσῃ κἀνεὶς, ὅτι ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ἐναντία τοῦ Συντάγματος ἢ συμφωνεῖ μὲ τὸ Σύνταγμα, τὸ ἐννοῶ, καὶ τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα· τώρα ὅμως νὰ θελήσουν νὰ διαστρέψουν τὴν ἀλήθειαν, ν’ ἀρνηθοῦν ἓν γεγονὸς αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ· τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι παρὰ ἱστορία τῶν χθὲς συμβάντων· εἶναι λοιπὸν ἀληθῆ αὐτὰ τὰ ὁποῖα συνέβησαν χθές; ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς διὰ ψήφων 58, κατὰ 57; Ἐὰν εἴπωμεν ὄχι, εἶναι μία ἄρνησις τῆς ἀληθείας τῶν γεγονότων.
§152ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἔθεσε τὸ ζήτημα, δὲν ἐπιμένει εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀναιρέσῃ τὰ χθὲς πραχθέντα· ἀμφισβητοῦν τὴν λέξιν παρεδέχθη· δὲν εἶσθε ὅμως χθὲς ἐδῶ, παρουσιάσθη ὁ Κ. Στράτος καὶ πολλοὶ ἄλλοι, καὶ τὸ πλεῖστον τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπῄτουν νὰ ἀπαγγελθῇ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἀνεκηρύχθησαν ὡς νόμιμοι Βουλευταί κλ. Δὲν ἔκαμαν τὴν ἐλαχίστην ἔνστασιν, ὁ Πρόεδρος τοὺς ἐπεκύρωσε τῇ αἰτήσει τῆς Βουλῆς· ἀφοῦ παρεδέχθη λοιπὸν τὴν ἀπόφασιν, πῶς θέλετε ν’ ἀναιρέσωμεν τὴν παραδοχὴν; ἐὰν ᾖναι καλὴ ἢ κακὴ ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀδιάφορον, ἀλλ’ ὅτι τὸ κείμενον τῶν πρακτικῶν εἶναι πιστὸν, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§153ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος· 58 ἐψήφισαν ὑπὲρ, 57 κατὰ, καὶ 4 ἠρνήθησαν. Συμφωνῶ, ὁ Πρόεδρος καλῶς ἢ κακῶς ἐκήρυξεν αὐτὰ τὰ γεγονότα, ὅμως δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ζήτημα, τὰ ζητήματα εἶναι δύω. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀνακήρυξις τοῦ Προέδρου, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἢ δὲν παρεδέχθη; Αὐτὸ εἶναι.
§154ΤΙΝΕΣ. Τὰ πρακτικὰ, ἐὰν λέγουν τὴν ἀλήθειαν.
§155ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ δεδικασμένου δὲν ἀντίκειται εἰς αὐτὴν τὴν ἔρευναν, τότε ἔρχεται.
§156ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὠλισθήσαμεν πράγματι ἀπὸ τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησε· τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει κυρίως νὰ τεθῇ, εἶναι ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ, διότι τὸ 10 ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ λέγει ῥητῶς, ὅτι πρέπει νὰ κυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ, ἐὰν ἔχωσι καλῶς, καὶ μετὰ ταῦτα ἄρχεται ἡ συζήτησις· λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ κανονισμοῦ. Σήμερον τὶ ἐγένετο; Ἀφοῦ ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ, πρὸ τοῦ κυρωθοῦν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης εἶπεν, ἔχω ἔνστασιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, δὲν ἔθεσε νέον ζήτημα, καὶ ὅλη ἡ συζήτησις μετὰ ταῦτα περιεστράφη, καὶ ἂν θέλετε, ἐπεξετάθη εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τὸ χθεσινόν· ἀλλ’ ἡ συζήτησις δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν περιλαμβάνουν τὰ χθὲς γενόμενα, ἀλλ’ ἐπεξετάθη ἐὰν τὰ χθὲς, ὅπως ἐγένοντο, ἐγένοντο κατὰ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἔφυγε τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν θέσιν του.
§157ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Τί ἐννοεῖς νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν; ἐὰν ἔχουν ἀληθῶς τὰ πρακτικὰ, ἢ νὰ κυρωθοῦν;
§158ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὄχι· ἐγὼ, ἠξεύρετε, σᾶς ἐνόησα· καὶ ἴσα, ἴσα ἡ διάνοιά σας ἦτο πολὺ καθαρά· θὰ τεθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα συμφώνως μὲ τὸν κανονισμὸν, καὶ ἂν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν ἔχουν καλῶς, τότε νὰ γίνῃ διόρθωσις ὅπως τὴν θέλει ἡ Βουλή.
§159ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ βουλὴ παρεδέχθη τὰ πρακτικὰ, εἰμπορεῖ κατόπιν νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἡ βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν ἐκλογὴν, ἀφοῦ τὰ πρακτικὰ, ὅπως εἶναι συντεταγμένα, λέγουσιν ὅτι τὴν παρεδέχθη;
§160ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὄχι, θὰ τεθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα, ἐὰν ἔχουν τὰ πρακτικὰ καλῶς, καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχονται ὅσα ζητήματα θέλετε. Δὲν εἰμποροῦμεν ὅμως νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ.
§161ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, δύω εἶναι κατ’ ἐμὲ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐσυζητήσαμεν σήμερον· πρῶτον ἐὰν τὰ πρακτικὰ ἀπεικονίζουσιν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγεινε χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ, δεύτερον, ἐὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χθὲς ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι νόμιμον. Ὁ Κανονισμὸς δὲν μᾶς ἀφίνει νὰ ἐκφύγωμεν, λέγουν τινὲς, ἀπὸ τὴν κύρωσιν τῶν πρακτικῶν καὶ ἔπειτα νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἄλλα· ἂς ὁμιλήσωμεν, Κύριοι, ἐν ἀγαθοπιστίᾳ· πρόκειται ἀπὸ τὴν κύρωσιν τῶν πρακτικῶν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν μετὰ ταῦτα ψῆφον τῆς βουλῆς;
§162ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§163ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε ἐπανέρχομαι καὶ σᾶς λέγω, ὅτι διὰ νὰ ἀποδείξωμεν τοῦτο, καὶ δὲν πρόκειται λόγος νὰ ἀποδείξωμεν τὰς ἀρχάς μας, πιστεύω, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀποδείξωμεν νομικῶς, διότι ἐγὼ μ’ ὅλον ὅτι μὴ νομικὸς, εἰς τὰ ζητήματα τοῦ τύπου ἀρέσκομαι. Δὲν ἤμην παρὼν χθὲς κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας καὶ σᾶς εἶπον προτήτερα διατὶ δὲν ἤμην· ἀλλὰ βεβαιοῦμαι ἀπὸ πολλοὺς ἐκ τῶν παρόντων, ὅτι ἅμα ἐμετρήθησαν αἱ ψῆφοι καὶ ἐφάνη, ὅτι 58 ἦσαν ὑπὲρ, καὶ 57 ἦσαν κατὰ καὶ 4 ἀρνηθέντες ψῆφον, πλεῖστοι βουλευταὶ μοὶ εἶπον, ἐφώναξαν δὲν εἶναι ἔγκυρος, δὲν εἰμπορεῖ ν’ ἀπαγγείλῃ ἀποτέλεσμα.
§164ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι (θόρυβος).
§165ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔτσι μοῦ εἶπον, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ θορύβου.
§166ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλη ἡ φιλονεικία χθὲς περιεστράφει εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Κ. Βαλασσοπούλου.
§167ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀρκεῖ, Κύριοι, 10, 8, 5, 4, 2, εἷς βουλευτὴς νὰ λέγῃ, θόρυβος ἐγένετο· ἐζήτησαν, ὅτι ἡ ἀπόφασις δὲν εἶναι ἔγκυρος, δὲν εἶναι Συνταγματικὴ, δὲν εἰμπορεῖ ν’ ἀπαγγελθῇ.
§168ΠΟΛΛΟΙ. Κανεὶς δὲν τὸ εἶπεν.
§169ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ μία πτέρυξ ἵστατο ἐπὶ ποδὸς καὶ ἡ ἄλλη.
§170ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἰδοὺ τὰ πρακτικὰ τὰ στενογραφημένα.
§171ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τὰ στενογραφημένα ἰδοὺ τὶ λέγουν. (Τὰ ἀναγινώσκει).
§172ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ τελευταῖος θόρυβος ἐγένετο ἀπὸ τὴν εὐχαρίστησιν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθη ἡ βουλὴ διὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῶν βουλευτῶν.
§173ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν διὰ νὰ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ προστεθοῦν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγουν τὰ στενογραφημένα, ὅτι ἐγένετο θόρυβος, καὶ μὲ τὴν ῥητὴν διαδήλωσιν, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ ἔχῃ κἀνὲν ἀποτέλεσμα εἰς τὴν μετὰ ταῦτα ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§174ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, πρωτοφανὲς εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον· ἀνήκω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν κατὰ, ἀλλ’ εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐπαρουσιάσθη ὁ Κ. Βαλασσόπουλος καὶ ἔδωκε καὶ ἐκεῖνος τὴν ψῆφόν του, καὶ τότε ἔγεινε λόγος ἐδῶ, οἱ μὲν εἶπον, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του, οἱ δὲ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει. Λοιπὸν πολλοὶ ὡμίλησαν, εἶπον δὲ κ’ ἐγὼ, ὅτι μέχρις ὅτου δὲν ἀπαγγελθῇ τὸ ἀποτέλεσμα, ἴσα, ἴσα ἡ ἐκφώνησις τοῦ καταλόγου εἶναι νὰ προσέλθῃ κανεὶς νὰ ψηφοφορήσῃ, εἰμπορεῖ νὰ ψηφοφορήσῃ καὶ μετὰ ταῦτα. Τοιουτοτρόπως ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἡ ψῆφος τοῦ Κ. Βαλασσοπούλου, μετὰ ταῦτα ἐγένετο ἡ διαλογή· γενομένης τῆς διαλογῆς, ἐφάνη ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τοῦτο, ὅπερ ἔχουν τὰ πρακτικὰ, ὅτι 57 εἴμεθα κατὰ τῆς παραδοχῆς, 58 ἦσαν ὑπέο. Ἡ πλειοψηφία λοιπὸν παρεδέχθη, ἐδῶ τότε ἔγεινε θόρυβος· ὁπωσδήποτε δὲν ἔγεινε κανένας θόρυβος ὥστε νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας (θόρυβος). Ἰδοὺ τώρα ὅτι διακόπτεται ὁ λόγος μου, αὐτὸ γίνεται πάντοτε. Τώρα ποία ἦτον ἡ τάξις; ἡ τάξις εἶναι, ὅτι ἀναγινώσκονται σήμερον τὰ πρακτικὰ, μετὰ ταῦτα κυροῦνται. Τώρα ἐμεσολάβησε κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον, εἰς τὸ σύνταγμα; Ἄλλο ζήτημα, ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ δὲν εἰμποροῦν νὰ μένουν ἄκυρα, τὰ πρακτικὰ θὰ κυρωθῶσι, καθόσον δὲν ἔχουν ψευδῆ πράγματα μέσα· τὰ πρακτικὰ ὅπως βλέπετε δὲν ἔχουν παρὰ τὸ γενόμενον χθές. Τώρα, ἐὰν καλῶς ἔγεινεν ἢ κακῶς, ἐὰν ἔχουν ὡς πρὸς τὸ σύνταγμα ἐπιῤῥοὴν, εἶναι ἄλλη συζήτησις, ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ εἶναι καθαρὰ εἰκὼν τῶν χθὲς γενομένων. Λοιπὸν τὰ πρακτικὰ ὑπογράφονται, κυροῦνται.........
§175ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ λείψῃ ἡ λέξις παρεδέχθη καὶ νὰ εἴπῃ πόσοι ἐψηφοφόρησαν.
§176ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Αὐτὸ εἶναι γνωστόν· ἐὰν θέλητε νὰ εἰπῆτε, ὅτι κακῶς ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλεσμα, μάλιστα, ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ ποτὲ δὲν μένουν ἐκκρεμῆ. Καὶ μήπως τελειόνουν ὅλαι αἱ ἀποφάσεις κατ’ ἀμοιβαίαν εὐχαρίστησιν; φεύγουν, λειποτακτοῦν, διαλύουν τὴν συνεδρίασιν καὶ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὰ πρακτικά, τὰ πρακτικὰ κυροῦνται καὶ πρέπει νὰ ὑπογραφοῦν, καὶ ἔπειτα ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ἀντιβαίνουν εἰς τὸ σύνταγμα ναὶ ἢ ὄχι.
§177ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ τὶ ἀμφισβητεῖται σήμερον. Ζητοῦμεν τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν, νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§178ΤΙΝΕΣ. Νὰ τιμωρηθῇ ὁ Πρόεδρος.
§179ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς τιμωρηθῇ. Σεῖς λέγετε ὅτι οἱ 58 ἀπέναντι τῶν 57 καὶ ἀπέναντι τῶν 4 εἶναι ἀπόφασις τῆς βουλῆς, ἡμεῖς δὲ λέγομεν, ὅτι δὲν εἶναι.
§180ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι αὐτὸ ἔγεινε χθές. Ἐὰν δὲν ἦναι καλὸν, εἶναι ἄλλος λόγος.
§181ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ λέγω πῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐγράψατε εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν τὸ ἐκάματε· διότι σεῖς λέγετε, ὅτι εἶναι ἀπόφασις τῆς βουλῆς, ἡμεῖς λέγομεν ὄχι.
§182ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Αὐτὸ ἔγεινε χθές.
§183ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ δὲν ἔγεινε, τὸ φιλονεικοῦμεν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐκάματε χθὲς, τὸ ἔκαμαν 58, καὶ ὄχι ἡ βουλή· ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι 58 εἶπον ναὶ, 57 εἶπον ὄχι, 4 ἠρνήθησαν ψῆφον.
§184ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύω λέξεις. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς διατείνεται, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν πρέπει νὰ ἐμπεριλαμβάνεται ἡ φράσις, ὅτι ἡ βουλὴ παρεδέχθη. Ἐτέθη ὡς ἀρχὴ καὶ παρεδέχθη παρὰ πᾶσιν, ὅτι τὰ πρακτικὰ εἶναι ἱστορία τῶν χθὲς γενομένων. Σᾶς προκαλῶ, ὡς Πρόεδρον, νὰ εἰπῆτε ἐκηρύξατε τὸ ἀποτέλεσμα ἐν ὀνόματι τῆς βουλῆς, ὅτι ἡ βουλὴ παρεδέχθη ὡς ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν, ναί, ἢ ὄχι;
§185ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἀρνεῖται κανεὶς, ἀρνεῖται μόνον ἡ βουλὴ, ὅτι παρανόμως ἐγένετο αὐτό.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς συζητήσεως, περὶ τοῦ δήμου Κλειτωρίας προέβημεν εἰς τὴν κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ψηφοφορίαν. Ἡ ψηφοφορία ἐγένετο, καὶ ὅτε ἔκλεισεν ἡ ψηφοφορία καὶ ἤρχισεν ἡ ἀπαρίθμησις, ἀμέσως, ἐν ᾧ μόλις εἴμεθα εἰς τὸν ἀριθμὸν 10, παρουσιάσθη ὁ Κ. Βαλασσόπουλος καὶ εἶπε θέλω νὰ δώσω ψῆφον· θόρυβος ἐγένετο, καὶ τέλος παρεδέχθημεν τὴν ψῆφον αὐτήν· μετὰ ταῦτα ἐπανελήφθη πάλιν ἡ διαλογὴ, παρουσιάζεται ὁ Κ. Μπούμπουλης καὶ ζητεῖ νὰ δώσῃ ψῆφον, καὶ παρεδέχθημεν καὶ αὐτόν· προέβημεν τέλος πάντων τὸ ἀποτέλεσμα ἀνέδειξε 57 κατὰ, καὶ 58 ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου. Μετὰ ταῦτα ἤρχισεν ὁ θόρυβος· ἐνῷ ἡμεῖς κατεγινόμεθα τέλος πάντων ἐδῶ νὰ ἀπαγγείλωμεν τὸ ἀποτέλεσμα, ὅλη ἐν γένει ἡ βουλὴ ἵστατο ἐπὶ τῶν ποδῶν της, καὶ ὅλοι ἀδιακρίτως ἐφώναζον· τὸ προεδρεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἡσυχίαν, ἔκρουε τὸν κώδωνα, ἐφώναζεν, ἀλλ’ ὅλα ἦταν μάταια. Ἡ μόνη ἀλήθεια εἶναι αὐτὴ, ἂς φέρω μάρτυρας· σεῖς δὲν μὲ ἠκούετε, παρὰ ἐφωνάζετε τὸ «ἀποτέλεσμα»· εἰς τὸ γραφεῖόν μου ἐπίσης ὅλοι ἵσταντο καὶ ἔλεγον «τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὑπέρ·» ὅλοι οἱ λοιποὶ ἐφώναζον ἔτι περισσότερον. Ἐφρόντιζον διὰ νὰ ἴδω ἂν ἦμαι ἐντὸς τοῦ δικαίου, ἢ ὄχι. Οἱ ἀδιάκοποι λοιπὸν θόρυβοι τῶν Κ. Βουλευτῶν, ἡ ἀνυπομονησία τῶν Κ. Βουλευτῶν διὰ νὰ πάρουν τὸ ἀποτέλεσμα μὲ ἐστενοχώρησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἤμην καὶ εἰς στιγμὴν νὰ ῥίψω ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ βιβλίου. Τέλος πάντων τὸ μόνον τὸ ὁποῖον μὲ ἔβαλεν εἰς θέσιν νὰ ἀποφανθῶ ἦτο τὸ 57 καὶ 58. Βλέπω λοιπὸν τὸν ἀριθμὸν πλεονάζοντα, ἐπείσθην κατὰ συνείδησιν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια, καὶ ἐκήρυξα τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπως εἶναι συντεταγμένον εἰς τὰ πρακτικά. Τώρα εἴτε ἐσφαλμένον εἶναι τοῦτο, εἴτε δίκαιον, τοῦτο εἶναι ζήτημα δευτερεῦον. Σᾶς λέγω μόνον τοῦτο τὸ ὁποῖον ἠρωτήθην, καὶ τὸ λέγω κατὰ συνείδησιν, καὶ ἀνέγνωσα καὶ τὰ ὀνόματα τῶν βουλευτῶν, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἀνεγίνωσκεν ὁ Κ. Μακρυγιάννης, καὶ τὰ ἐπανελάμβανα, διότι ἤμην τοσοῦτον τεταραγμένος. Πιστεύω, ὅτι εἶσθε μάρτυρες τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου.
§187ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Πᾶς τίμιος ἄνθρωπος χρεωστεῖ νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ πρὸ πάντων ἔρχομαι εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν τῶν ἄλλων περὶ τοῦ δεδικασμένου. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔκαμα λόγον ἀπὸ τὴν ἕδραν μου. Ἡ περαιτέρω ὁμιλία τοῦ Κυρίου Προέδρου δὲν ἠδύνατο νὰ σημειωθῇ ὑπὸ τῶν στενογράφων ἕνεκα συνομιλιῶν γενομένων πέριξ αὐτοῦ.
§189ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν τὰ πρακτικὰ ἔχουν καλῶς, ἢ δὲν ἔχουν καλῶς, συγχρόνως δὲ, Κύριοι, ἐβεβαιώθησαν μερικὰ γεγονόνα τῶν ὁποίων ὀλίγοι ἤμεθα εἰς γνῶσιν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων πιστεύω ὅτι ἐπείσθημεν, ἀφ’ οὗ ἠκούσαμεν ὅσα ἐῤῥέθησαν, καὶ ἀφοῦ ἀνεγνώσαμεν καὶ τὰ στενογραφημένα πρακτικά. Λοιπὸν, ἐὰν ἐπιτρέπετε, δώσατέ μοι τὴν ἄδειαν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν βουλὴν τὴν ἑξῆς διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν. «Ἡ Βουλὴ ἐρωτηθεῖσα» λέγουν τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐκυρώθησαν «ὑπὸ τοῦ προέδρου δι’ ἀναστάσεως ἀπέῤῥιψε τὴν περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας γνώμην·» Πιστεύω, ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὡς ἑξῆς. «Μετὰ ὀνομαστικὴν δὲ κλῆσιν γενομένην ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κτλ. ἀπεδείχθη ὅτι 58 ψῆφοι ἦσαν ὑπὲρ, 57 κατὰ, τεσσάρων ἀρνηθέντων ψήφων·» αὐτὸ εἶναι ἀληθές· «ζητούντων δὲ πολλῶν Βουλευτῶν τὸ ἀποτέλεσμα καὶ θορύβου γενομένου καὶ τοῦ Κ. Χριστοπούλου προτείνοντος, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀποτέλεσμα·» τὸ λέγουν τὰ στενογραφούμενα πρακτικά.
§190ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἰς τὴν Συνέλευσιν δὲν τὰ ἐλαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν.
§191ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Εἶναι πρακτικὰ καὶ αὐτὰ ἐπίσημα.
§192ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἔκαμα τὴν πρότασιν.
§193ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γράφονται εἰς τὰ περιληπτικὰ πρακτικὰ οἱ θόρυβοι.
§194ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ μόνος, ὅστις εἶπε νὰ μὴ κηρύξωμεν ἀποτέλεσμα, ἦτο ὁ Κύριος Πεῤῥωτῆς.
§195ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἦτο ὁ Κύριος Χριστόπουλος (θόρυβος).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ διαφωτίσῃ ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα.
§197ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ ἂν πρῶτον τὰ πρακτικὰ ἔχωσι καλῶς ἢ ὄχι.
§198ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ θέλω ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ προκαταρκτικοῦ ζητήματος, διότι ἔχει συνέπειαν ὡς πρὸς τὰς ἐκκρεμεῖς προτάσεις.
§199ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ψηφοφοροῦμεν τὰ πρακτικὰ, ὅπως τὰ διώρθωσεν ὁ Κ. Μπαλάνος.
§200ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἡμεῖς ὅπως ἔχουσι.
§201ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς θεωροῦμεν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα.
§202ΖΩΤΟΣ. Τί ζητοῦν νὰ κάμωμεν συνθήκας εἰς ἀντικείμενα, καὶ γεγονότα, τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι ὑπουργοὶ ὁμολογοῦν, ὅτι δὲν ἦσαν χθὲς καὶ δὲν ἀντελήφθησαν; Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν τακτικὴν, ἐγὼ φρονῶ, ὅ,τι γίνεται γράφεται εἰς τὰ πρακτικὰ, καὶ πρέπει τὴν σήμερον νὰ ἐπικυρωθῶσι καὶ ὑπογραφῶσιν. Οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ ζητοῦν τόρα ν’ ἀνανεώσωμεν τὴν πρότασιν, ἑπομένως τὶ θέλουν νὰ εἴπουν; ὅ,τι ἔγεινε χθὲς εἶναι ψεῦδος; καὶ τότε Κύριοι δυνάμεθα πᾶσαν ἀπόφασιν νὰ τὴν μεταβάλλωμεν. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ εὐγνωμονῶμεν εἰς τὴν εἰλικρίνειάν σας, ἂν καὶ ἐκάματε τὸ καθῆκόν σας. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἓν ἰῶτα νὰ παραλλάξῃ ἀφ’ ὅ,τι ἔγεινε χθὲς, δὲν δυνάμεθα νὰ συνθηκολογήσωμεν ἢ νὰ παραδεχθῶμεν ψεύδη· ὅστις, Κύριοι, θέλει, ἂς παραδεχθῇ τὸ ψεῦδος, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπατε. Μετὰ τὴν διαλογὴν τῶν ψήφων ἐκηρύξατε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν Καλαβρύτων εἶναι ἔγκυρος, ὁ Κ. Μπαλάνος μάλιστα, τὸν ὁποῖον σέβομαι, συνεχάρη τὸν Λεωνίδαν Πετιμεζᾶν. Τί θὰ εἰπῇ αὐτό; Καὶ ἐγὼ, Κύριε Πρόεδρε, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη χθὲς τὸ πρωΐ, καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἠλείας καὶ ἄλλαι πολλαὶ ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Πῶς δύναται ἡ Βουλὴ ἐν συνηδείσει, ἐν εἰλικρινείᾳ, ἐν νομιμότητι νὰ ἔλθῃ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν; (θόρυβος).
§203ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Διαφωνῶ πρὸς τὸν Κ. Ζῶτον, καὶ εἶμαι σύμφωνως μετὰ τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ συνθηκολογήσωμεν μετὰ ταῦτα, ἀφοῦ ψηφοφορήσωμεν τὸ ἔγκυρον ἢ τὸ ἄκυρον τῶν πρακτικῶν, διότι, ὅπως λέγει ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ζήτημα σύνθετον, καὶ τὴν διόρθωσιν καὶ τὴν ἀκύρωσιν· ζητῶ τὴν διαίρεσιν, ἀλλὰ νὰ ψηφοφορήσωμεν πρῶτον τὰ πρακτικὰ ἂν ἔχωσι καλῶς ἢ ὄχι.
§204ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι, Κύριοι, πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκούω τὴν θεωρίαν τοῦ συνθέτου καὶ τοῦ διαιρετοῦ, καὶ προτεινομένης τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν δύναται τὸ σύνθετον νὰ διαιρεθῇ, Κύριοι, αὐτὴ ἡ θεωρία εἶναι πραγματικῶς πρωτοφανὴς, ἐκφερομένη ἀπὸ τὸν Κ. Θεοχάρην· ἐνθυμοῦμαι πάντοτε τὸν Κ. Δεληγεώργην ἐφ’ ὅλων τῶν κοινοβουλευτικῶν ζητημάτων, ὅταν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τῶν διαφόρων ζητημάτων ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν παρίστατο σύνθετον ζήτημα, καὶ πολλάκις ἡ ψηφοφορία μᾶς ἐπέβαλλε νὰ ψηφοφορήσωμεν συνθέτως, τί μᾶς ἔλεγεν; Ἐπειδὴ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῶν τμημάτων ὑπῆρχον διάφοροι γνῶμαι, οἱ μὲν ἐζήτουν τὴν ἀκύρωσιν ἑνὸς δήμου, οἱ δὲ τοῦ ἄλλου, ἔλεγεν, ὅτι διαιρετῶς θὰ λύσωμεν τὰ ζητήματα, καὶ ὅταν χθὲς εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἠλείας ὁ Κ. Πρόεδρος ἤθελε νὰ θέσωμεν ζήτημα, ἐνθυμεῖσθε τὶ εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης· τὸ σύνθετον μᾶς πιέζει, διότι μᾶς ἐξαναγκάζει νὰ ἀρνηθῶμεν ψῆφον· δι’ αὐτὸ θὰ ψηφίσωμεν καὶ ἐνταῦθα διαιρετῶς τὸ ζήτημα τῆς κυρώσεως τῶν πρακτικῶν. Ποία εἶναι ἡ Συνταγματικὴ θεωρία ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐβασίσθη ὁ Κ. Θεοχάρης; ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν δύνανται νὰ διαιρεθῶσι. Τὰ πρακτικὰ εἶναι εἰκὼν τῶν γεγονότων, ἀλλὰ τὰ γεγονότα τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως εἶναι δύο, τρία, δέκα· ἡμεῖς ἐνιστάμεθα καὶ λέγομεν, ὅτι τὸ ἓν γεγονὸς εἶναι ἀληθὲς, τὸ τρίτον ἴσως δὲν εἶναι.
§205ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παραγραφὴ δὲν ἔγεινε.
§206Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑπάρχει ἠθικὴ παραγραφὴ (φιλονεικία θορυβώδης μεταξὺ Βαλασσοπούλου καὶ Μαυρομιχάλη). Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω πρότασιν, ἡ ὁποία μὲ πιέζει, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὸ κῦρος ἐπὶ πράξεων ἐπὶ τῶν ὁποίων βλέπω παρανομίαν. Τί θέλετε νὰ μὲ καταδείξητε; ὡς ἄνθρωπον ἀσυνεπῆ, ὡς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν εἰξεύρει νὰ σκέπτηται καὶ νὰ πολιτεύηται; Δὲν θέλω νὰ μὲ δεσμεύητε οὕτω πῶς, ὥστε νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ με κατηγορήσητε, καὶ δι’ αὐτὸ ἔρχομαι νὰ ζητήσω τὸ διαιρετὸν· δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν παραγράφων ναὶ, ἢ ὄχι. Τὰ χθεσινὰ γεγονότα εἶναι πολλαπλᾶ, διότι, ἅμα ἔλθωμεν εἰς τὸ τελευταῖον γεγονὸς ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνιστάμεθα, ἡμεῖς λέγομεν ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος Πρόεδρος ἐκήρυξε καὶ τὸ ὁποῖον περιέχουν τὰ πρακτικὰ, εἶναι παράνομον· ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν Καλαβρύτων σεῖς π. χ. θὰ εἴπητε, ὅτι ἔχουσι καλῶς, ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἔχουσι καλῶς.
§207ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀξίωσις τοῦ νὰ τεθῇ ζήτημα, ἂν ἔχωσι καλῶς τὰ πρακτικὰ, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα. Ποία εἶναι ἡ τάξις; τί γίνεται συνήθως; ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ, ἂν ἔχῃ παρατήρησίν τινα κατὰ τῶν πρακτικῶν· ἅμα τις εἴπῃ ἔχω τὴν δεῖνα παρατήρησιν, θὰ ψηφοφορηθῇ αὕτη ἡ διόρθωσις. Σήμερον νὰ θέσωμεν τὸ ζήτημα, ἂν τὰ πρακτικὰ ἔχωσι καλῶς ἢ ὄχι, εἶναι μάταιον, διότι ἅμα ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὅτι ὑπάρχει λάθος, αὐτὴν τὴν ἀντίῤῥησιν θὰ ψηφοφορήσωμεν· καὶ ἅμα ἡ ἀντίῤῥησις ἐκείνη πέσῃ, θὰ ἐρωτήσῃ ὁ Πρόεδρος, ὑπάρχει ἑτέρα; ἅμα δὲν ὑπάρχῃ, ἐπέρχεται τὸ κῦρος. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης νὰ τεθῇ ζήτημα ἂν τὰ πρακτικὰ ἔχωσι καλῶς ἢ ὄχι. Φρονῶ ὅμως, ὅτι δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μπαλάνου. Καθόσον καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην ἐκ τῆς σημερινῆς συζητήσεως, εἶδον, ὅτι τὰ πρακτικὰ εἶναι ἀκριβῆ κατὰ τὴν ἀλήθειαν, οὐχὶ ὅμως κατὰ τὴν ἔκφρασιν. Τὰ πρακτικὰ λέγουν, ἡ Βουλὴ ἐρωτηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Προέδρου δι’ ἀναστάσεως ἀπέῤῥιψε τὴν περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς γνώμην. Τοῦτο τὸ βεβαιοῖ ἡ Βουλή. Μετὰ ταῦτα ὁ Πρόεδρος ἔθεσε τὸ ζήτημα, εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ τῶν Καλαβρύτων ναὶ ἢ ὄχι, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι ἐψηφοφόρησαν κατὰ τοῦ ἀκύρου 58 καὶ ὑπὲρ 57, ἀρνηθέντων 4, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογήν. Ἐδῶ εἶναι ἡ ἀμφιβολία· τὸ εἶπεν ἢ ὄχι; ἐγὼ δὲν ἤμην ἐδῶ· εἰπέτε το σεῖς. Τότε πρέπει νὰ διαιρεθῇ τὸ ζήτημα ἐπὶ τῶν πρακτικῶν (θόρυβος).
§208ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, Κύριε Πρόεδρε.
§209ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ Κύριος Ἀντ. Μαυρομιχάλης ἀναβὰς τὸ βῆμα τί σᾶς εἶπε; δὲν παραδέχομαι διαιρετὸν τὸ ζήτημα, διότι δεσμεύομαι νὰ ψηφοφορήσω, ἐπρότεινε δὲ νὰ διαιρεθῇ τὸ ζήτημα οὕτω πῶς, μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου, ὅπου λέγει, ὅτι ἐγένετο ψηφοφορία, καὶ νὰ ψηφοφορηθῶσιν ἂν ἔχωσι καλῶς ἢ ὄχι, μετὰ δὲ ταῦτα νὰ ψηφοφορηθῇ, ἂν νομίμως ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξε τὸ ἀποτέλεσμα ἢ ὄχι· ἑπομένως ὁ ἴδιος παρεδέχθη τὸ σύστημα τῆς διαιρέσεως. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι ἐκ τῶν ἀδυνάτων νὰ τεθῇ ἄλλως πῶς, ἢ ὅπως ὁ κανονισμὸς ὁρίζει. Πρέπει νὰ ψηφοφορήσωσιν οἱ βουλευταὶ ῥητῶς καὶ σαφῶς ἂν τὰ πρακτικὰ ἔχωσι καλῶς, ἢ ὄχι· καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ἡ ἔνστασις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης, ἂν δηλ. εἴπωμεν, ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς, θὰ διαιρεθῶσιν εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος ὅπου ἔγεινεν ἡ ἔνστασις, διότι αὐτὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης, ὅτι ἔλαβον χώραν καὶ δεσμεύεται νὰ ψηφοφορήσῃ ναὶ ἢ ὄχι, δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἔνστασιν. Ἡ ἔνστασις ἔγεινε κατὰ τῆς ἀνακηρύξεως· αὐτὸ ἐξετάζεται ἤδη, αὐτὸ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Πρέπει νὰ τεθῇ σαφῶς τὸ ζήτημα, ἔχουσι καλῶς τὰ πρακτικὰ τὰ ἀναγνωσθέντα ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἔχουσι καλῶς, τότε θὰ διορθωθῶσιν εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον προσεβλήθησαν.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἂν δι’ ἀναστάσεως ἢ ὄχι θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα.
§211ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ προδικαστικὴ πρότασις πρέπει νὰ προταθῇ, καὶ ἡ διόρθωσις μετὰ ταῦτα.
§212ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἀμφισβητοῦν καὶ τοῦτο, Κ. πρόεδρε, ἂς ψηφηφορήσωμεν, ποῖον θὰ ψηφίσωμεν πρῶτον, τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μπαλάνου, ἢ ἂν τὰ πρακτικὰ ἔχωσι καλῶς.
§213ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ θέσωμεν τὸν κανονισμὸν εἰς ψηφοφορίαν;
§214Δ. ΖΩΤΟΣ. Καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι καλά, τότε θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα.
§215ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἀπώτερον ψηφοφορεῖται πάντοτε.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως θέλετε νὰ γείνῃ ψηφοφορία;
§217ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς τεθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα.
§218ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Θὰ τεθῇ ἡ τροπολογία τοῦ Μπαλάνου, διότι τὰ πρακτικὰ εἶναι πρότασις καὶ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ἔρχεται ἡ τροπολογία αὐτή.
§219Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ πρακτικά, Κύριοι, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἱστορία τὴν ὁποίαν δὲν ἀμφισβητεῖ κἀνεὶς, μήτε ὁ πρόεδρος, μήτε ἡ Βουλή. Εἶναι λοιπὸν μία ἀλήθεια. Τί θέλετε τώρα; Νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ ἀλήθεια αὐτὴ δὲν εἶναι ἀλήθεια; Πρέπει λοιπὸν νὰ εἴπητε α) ὅτι τὰ πρακτικὰ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἱστορία τῶν χθὲς συμβάντων. Τώρα ἐπειδὴ τὰ πρακτικὰ περιέχουν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καθ’ ὑμᾶς ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, θὰ προχωρήσωμεν, ὅτι αὐτὸ τὰ πρᾶγμα, καί τοι ὑπάρχον εἰς τὰ πρακτικὰ, δὲν εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§220ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ νὰ μὴ φαίνηται εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§221ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἶναι, ἀλλὰ θὰ τὴν ἀνατρέψωμεν ὕστερον.
§222ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶμαι τόσον εἰλικρινὴς, ὥστε σᾶς ὁρκίζομαι εἰς τὴν τιμήν μου, ὅτι ἐνδιαφέρομαι περισσότερον διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ νόμου παρὰ διὰ τὸν ἑαυτόν μου. Σεῖς λοιπὸν, ἡ Βουλὴ, ἤθελεν ὑποπέσει εἰς ἓν τρομερὸν ἄτοπον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι ἀλήθεια. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ καθὼς ἔχουν, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ φέρετε τὸ δεύτερον ζήτημα, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἀπόφασις.
§223ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ φιλονεικοῦμεν καὶ ἡμεῖς καὶ λέγομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπόφασις.
§224ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς κατὰ τοῦτο εἰμποροῦμεν νὰ ἐνδιαφερώμεθα, Κ. ὑπουργὲ, νὰ μείνῃ ἡ ἀλήθεια ἐπάνω εἰς τὸν τάφον καὶ εἰς τὴν πλάκα ἥτις θὰ μᾶς πλακώσῃ. Λέγω λοιπὸν, ἀφοῦ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ, ἐλᾶτε εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα.
§225ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ φιλονεικοῦμεν ἴσα, ἴσα, ὅτι τὸ ὁποῖον τὰ πρακτικὰ λέγουν δὲν εἶναι ἀκριβές· ἡ ἀπόφασις τῶν 58, μεταξὺ τῶν 119, δὲν εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ὅταν λοιπὸν ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι τὸ φιλονεικοῦμεν εἴπωμεν, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, τότε τί γίνεται; Ὁ Κ. πρόεδρος ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἀναγνωρίσωμεν. Καὶ τοῦτο ἡμεῖς φιλονεικοῦμεν ἐξ ἀρχῆς λέγομεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῶν 58 δὲν εἶναι ἀπόφασις. Ὅταν εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ἀπόφασις, τί θὰ εἴπωμεν κατόπιν; Παίζομεν, Κύριοι, ἢ σπουδάζομεν; Ἐὰν λοιπὸν ἤμεθα ὅλοι εἰλικρινεῖς, ἂς ψηφοφορήσωμεν εἰς τὴν διαφορὰν τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀναμεταξύ μας.
§226ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε τὰ πρακτικὰ καὶ ἀκολούθως νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι νόμιμος ἡ ἀπόφασις.
§227ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦ κάκου, Κύριοι· δὲν συμφωνοῦμεν, ἂν θέλητε νὰ μᾶς ἐπιβάλλητε νὰ βεβαιώσωμεν ψευδῶς· διότι ἡμεῖς λέγομεν καὶ ἐπιμένομεν καὶ αὐτὸ θέλομεν νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ἐψηφοφόρησαν 58 ὑπὲρ, 57 κατὰ, καὶ 4 ἠρνήθησαν, καὶ ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ νὰ μᾶς ὑποχρεώσητε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ δὲν τὸ λέγομεν. Σεῖς ζητεῖτε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Βουλή παρεδέχθη ἐκεῖνο, ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι 58 δὲν ἀποτελοῦν τὴν Βουλήν. Λοιπὸν ἐὰν ἤμεθα εἰλικρινεῖς, ἂς εἴπωμεν, ὅτι 58 εἶπον οὕτω, 57 ἄλλως καὶ 4 τίποτε· ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις τῶν 58 εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι δὲν εἶναι, διότι χθὲς δὲν ἦτο Βουλή.
§228ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, τί ἀπαιτεῖται πρὸς ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν, Ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἐγείρεται ὅστις νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ κείμενον τῶν πρακτικῶν καὶ κάμνει τὰς παρατηρήσεις του. Λοιπὸν ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἔχει ὡς ἑξῆς. «Μετὰ τὴν γενομένην ὀνομαστικὴν κλῆσιν........ Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό; ὄχι· δὲν παρεδέχθη· ὁ Κ. Μπαλάνος διορθόνων λέγει ἀπεδείχθη ὅτι 58 ψῆφοι ἦσαν ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλειτωρίας, 57 κατὰ, 4 ἀρνηθέντων κλπ. Λοιπὸν ἂς συνταχθοῦν τὰ πρακτικὰ οὕτω·
§229ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ διατρίψω ὀλίγας στιγμὰς καθόσον ἐνδιαφέρομαι. Ἐὰν τὰ πρακτικὰ ᾖναι ἡ ἀληθὴς ἀφήγησις τῶν ὅσα χθὲς ἔλαβον χώραν, δὲν ἐννοῶ διατί νὰ μὴ ἀποφασίσωμεν νὰ τὰ κυρώσωμεν; Ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης ἀναβὰς σήμερον τήν πρωΐαν ἐπὶ τοῦ βήματος ἔθεσε τὸ ζήτημα, ὅτι δὲν ἔχουσι καλῶς τὰ πρακτικὰ καὶ προσέβαλε τὸ τελευταῖον μέρος, ἑπομένως πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν, ἐὰν ἔχωσι καλῶς τὰ πρακτικὰ, καί, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ἔχουσι καλῶς, τότε νὰ ἴδωμεν ποῖον τὸ μέρος τὸ πάσχον καὶ νὰ τὸ θεραπεύσωμεν· (θόρυβος, διάφοροι συνομιλίαι καὶ συνδιαλέξεις).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, εἰς τὰς ἕδρας σας διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§231Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διαμαρτύρομαι, Κύριοι, ἐπὶ πάσης τροποποιήσεως τὴν ὁποίαν προτείνουν κατὰ τῶν πρακτικῶν. Κάμετε ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ τὰ χθεσινὰ συνετάχθησαν καὶ παρουσιάσθησαν εἰλικρινέστατα καὶ ἀκριβέστατα καὶ εἶναι ἀπαύγασμα τῶν πράξεων τῆς Βουλῆς. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ Κυρίου Μπαλάνου, ὅστις ἐψηφοφόρησε κατὰ τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν ἦλθε καὶ μοὶ εἶπε σὲ συγχαίρω, Κύριε Λεωνίδα, καίτοι ψηφοφορήσας κατὰ τῆς ἐκλογῆς. Σᾶς λέγω, ὅτι εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ πρότασις παρεδέχθη, καὶ ὅτι ἡ ἐκλογὴ Κλειτωρίας ἀκυρώθη, τὸ εἶπον εἰς διαφόρους, τόσον δὲ εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὥστε καὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν τροπολογίαν τῶν πρακτικῶν ἐνόμιζον ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἠκυρώθη. Λοιπὸν σήμερον αὐτὰ εἶναι στρεψοδικίαι, ἑπομένως ἐγὼ διαμαρτύρομαι κατὰ πάσης τροποποιήσεως ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Σήμερον ἠκούσατε τὸν Κύριον Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος ὡμολόγησεν ὅτι μετὰ τὴν γενομένην ψηφοφορίαν ἀνεκήρυξε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπως ὅλη ἡ Βουλὴ θορυβοῦσα μάλιστα ἐζήτει νὰ τὸ κηρύξῃ. Σήμερον ἐγὼ τώρα τὸ πρωΐ ἐπῆγα εἰς τὸ γραφεῖον καὶ τὸν ἠρώτησα καὶ εἶπον. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπῃς πρὸς φωτισμὸν ἰδικόν μου, διότι πλέον δὲν ἐνδιαφέρομαι ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν νόμον, νὰ μοῦ εἴπῃς πρὸς φωτισμὸν ἰδικόν μου, ἐὰν χθὲς ἐβιάσθης ὑπό τινος, ἢ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος σὺ ὁ ὁποῖος δύνασαι νὰ βιασθῇς, ἢ νὰ φοβηθῇς, καὶ μοῦ λέγει οὔτε ἐβιάσθην ἀπὸ κανένα, οὔτε τολμᾷ κανεὶς νὰ μὲ βιάσῃ. Λοιπὸν ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξε τὸ ἀποτέλεσμα. Τώρα πρὸς τί ἔρχονται αὐταὶ αἱ ἐνστάσεις; θέλει ἡ πλειοψηφία νὰ κάμῃ αὐθαίρετα πράγματα, νὰ παρανομήσῃ διὰ τῆς βίας, νὰ ἐπιβάλλῃ; ἂς τὸ κάμῃ. Ἐντοσούτῳ ἐγὼ διαμαρτύρομαι ἐνώπιόν σας καὶ ἀποφασίσατε ὅ,τι θέλετε.
§232ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. (θόρυβος). Ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι διαμαρτύρησις δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, λοιπὸν ἐπερίμενα ἐνῷ τὸ ἠκούσατε τοσάκις, Κ. Πρόεδρε, νὰ τὸ ἐλέγατε, καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸ εἴπατε ὑμεῖς, δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον ἐγὼ νὰ τὸ εἴπω.
§233ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, δύο προτάσεις ὑποβάλλονται· μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ συμβιβάσωμεν κἄτι τι. Ὅταν ἠγόρευσα ἐγὼ, ἀπέδειξα ὅτι παρεδέχθητε οἱ ἐναντιούμενοι, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῶν πρακτικῶν δὲν εἶναι ἀληθής· ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, ἔκαμα μίαν τροπολογίαν, ὁ δὲ Κ. Μπαλάνος ἔκαμε μίαν ἄλλην, λοιπὸν ἠκούσατε καὶ τὰς δύο. Ἡ ἰδική μου μόνον δὲν ἔχει, ὅτι ὁ Κύριος Χρηστόπουλος ἔκαμεν ἔνστασιν.
§234ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνδεχόμενον ὁ Κύριος Χρηστόπουλος νὰ τὸ εἶπε, καὶ ἐνδεχόμενον μερικοὶ νὰ τὸ ἤκουσαν, καὶ μερικοὶ ὄχι. Πῶς θὰ ψηφοφορήσω λοιπὸν ἐγὼ, ὅστις ἤμην παρὼν καὶ τὸ ἤκουσα;
§235ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§236ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τοῦτο τί ἐννοεῖτε νὰ κάμωμεν;
§237ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θέσατε τὸ ζήτημά σας.
§238ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐννοῇ, ὅτι αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ κανὲν ἀποτέλεσμα.
§239ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ζήτημα αὐτό.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροποποίησιν τοῦ Κυρίου Κυπριάδου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) παρεδέχθη· ἐγκρίνονται ὡς ἐτροποποιήθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως πρὸς ὑπογραφήν;
§241ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τόρα ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα, εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μπαλάνου. «Ἡ χθὲς ἀπαγγελθεῖσα ὑπὸ τοῦ προέδρου ἀνακήρυξις τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλειτωρίας, καὶ ἡ παρ’ αὐτοῦ γενομένη ἀνακήρυξις τῶν Κυρίων........... ὡς Βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, κατηρτισμένη διὰ νομίμου, κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ συντάγματος, πλειοψηφίας;» (θόρυβος ἀριστερά.)
§243ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὴ ἡ πρότασις εἶναι ὕβρις εἰς τὸ προεδρεῖον, ὅτι ὁ πρόεδρος δὲν εἶναι πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἐξεφράσθη οἴκοθεν.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιβάλλῃ μίαν ποινήν.
§245Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος δὲν ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ λάβω τὸν λόγον, καθ’ ὅσον ὅλοι ὅσοι ἀνεδέχθησαν, εἴτε τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ζητήματος εἴτε τὴν κατὰ τοῦ ζητήματος ἀγόρευσιν ἀνέπτυξαν τὸ ζήτημα καὶ καλῶς καὶ μετὰ πολλῆς λογικῆς. Δὲν ἔλαβον λοιπὸν τὸν λόγον διότι ἐὰν θέλωμεν τὰ ζητήματα νὰ λύωνται καλῶς νομίζω, ὅτι ὀλιγώτεροι πρέπει νὰ ὁμιλήσουν. Λαμβάνω ὅμως τόρα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ἐπελήφθησαν τινὲς τῆς ἐξηγήσεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ συντάγματος. Κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, Κύριοι, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἐξήγησις τοῦ συντάγματος δὲν πρέπει νὰ ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἕνεκα τούτου φρονῶ, ὅτι οἱονδήποτε καὶ ἐὰν ᾖναι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον θέλομεν ψηφοφορήσει, δὲν πρέπει νὰ ἐμπεριλαμβάνῃ καὶ ἄρθρα τοῦ συντάγματος. Δύνασθε νὰ θέσετε, ὅπως θέλετε τὸ ζήτημα, εἴτε περὶ τοῦ δεδικασμένου, εἴτε περὶ τοῦ τετελεσμένου, ἀλλὰ μέσα μὴ βάλλετε, ἐὰν ᾖναι σύμφωνον μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ συντάγματος. Διότι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ σᾶς λέγω θὰ ἀρνηθῶ ψῆφον, ὄχι διότι δὲν θέλω νὰ ἐξηγήσω τὴν ἰδέαν μου, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ψηφοφορήσω ἐπὶ ζητήματος θέντος εἰς ἀμφιβολίαν τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἀφαιρεθῇ, νὰ μὴ περιλαμβάνεται εἰς τὸ θέμα οἱαδήποτε καὶ ἐὰν ᾖναι ἡ σημείωσις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ συντάγματος.
§246ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ εὐκολύνωμεν τὴν πρόοδον τῆς ψηφοφορίας θέτοντες αὐτὸ τὸ ζήτημα. Καὶ ἀρχίζω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μου. Ἐγὼ ἀνέπτυξα τὴ ἰδέαν, ὅτι τοὺς ἀρνουμένους νὰ δώσουν ψῆφον εἰς μίαν ψηφοφορίαν, δὲν τοὺς λογαριάζω εἰς τὸ σύνολον τοῦ ἀριθμοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ διεξαγάγωμεν τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν. Λοιπὸν σήμερον ἐρωτῶμεν, ἀφ’ οὗ ὑπάρχει μία ψηφοφορία ἔχουσα 58 ψήφους ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου, καὶ 57 κατὰ τοῦ ἀκύρου, εἴμεθα εἰς εὐάρεστον θέσιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου αὐτὴ ἡ ψηφοφορία εἶναι νόμιμος, καὶ ἔχω πάλιν καὶ τὴν ἄλλην ἰδέαν τοῦ ὅτι, ἐπειδὴ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς τὰς ἀπαγγέλλει ὁ Πρόεδρος, ἐπίσης δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τὴν ὁποίαν ἀπήγγειλεν ὁ Κ. Πρόεδρος, εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὸ Σύνταγμα, εἶναι καλῶς ἀπηγγελμένη. Τώρα ὅσοι ἔχετε τὴν ἰδίαν γνώμην μὲ ἐμὲ, ψηφοφορήσατε μαζύ μου, οἱ ἄλλοι θὰ ψηφοφορήσουν κατ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως. Διατὶ φιλονεικοῦμεν λοιπόν; ὑποθέσατε ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν τὴν γνώμην αὐτὴν, ὅτι ἡ ψηφοφορία εἶναι νόμιμος, ὑποθέσατε ὅτι κερδίζομεν, ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ θέσωμεν τρίτον ζήτημα· δεσμεύεται ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὸ δεδικασμένον ἢ εἰμπορεῖ νὰ ἐπανέλθῃ; Τώρα καθεὶς ἡμῶν εἰμπορεῖ νὰ εἴπῃ ἐὰν μία ψηφοφορία εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν 58 κατὰ 57, 4 δὲ ἄφωνοι, ἐὰν αὐτὴ ἦτο νόμιμος. Ἐδῶ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μπαλάνου λέγει· «ἡ χθὲς ἀπαγγελθεῖσα ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἀνακήρυξις τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλειτωρίας», αὐτὸ τὸ πρῶτον περιλαμβάνει τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς «καὶ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ γενομένη ἀνακήρυξις τῶν Κυρίων...... ὡς βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς κατηρτισμένη διὰ νομίμου κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος πλειοψηφίας;» (θόρυβος ἀριστερὰ) ἐγὼ λέγω Ναί! Διατί δὲν ἔχετε τὸ θάῤῥος καὶ ὑμεῖς νὰ εἰπῆτε Ναί;
§247ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Κύριε Κυπριάδη, νομίζομεν, ὅτι προηγεῖται ἡ ἄλλη πρότασις τοῦ δεδικασμένου.
§248ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μὰ διὰ νὰ μάθωμεν, ὅτι εἶναι δεδικασμένον, πρέπει νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις. Λοιπὸν ἡ πρότασις αὕτη μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορήσωμεν συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν.
§249ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐὰν φοβοῦνται τὸ ἄρθρον ἂς τὸ βγάλουν.
§250ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Λοιπὸν νὰ τὸ βγάλωμεν «ἐὰν ᾖναι ἀπόφασι κατηρτισμένη διὰ νομίμου ψηφοφορίας;»
§251ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (Θ. Κανακάρης). (ἀναγινώσκει τὴν πρότασιν). «Ἡ χθὲς ἀπαγγελθεῖσα ὑπὸ τοῦ προέδρου ἀνακήρυξις τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλειτωρίας, καὶ ὑπ’ αὐτοῦ γενομένη ἀνακήρυξις τῶν ΚΚ...... ὡς βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς κατηρτισμένη διὰ νομίμου πλειονοψηφίας;
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι...... (θόρυβος)........ ὑπάρχει καὶ πρότασις τοῦ Κ. Ζάνου. «Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα ναὶ ἢ ὄχι;
§253ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§254ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὕστερον ἀπὸ τοιαύτην συζήτησιν τίς ἐπερίμενε νὰ φέρεται τοιαύτη πρότασις;
§255ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ ἰδική μας, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἀπόφασις. (Θόρυβος)
§256ΖΑΝΟΣ. Ἡ ἀπόφασίς μου εἶναι ἀπωτέρα, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.
§257ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀνεπτύχθη τοιαύτη πρότασις.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε λοιπὸν τὴν πρότασιν. «Ἡ χθὲς ἀπαγγελθεῖσα ὑπὸ τοῦ προέδρου ἀνακήρυξις τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλειτωρίας καὶ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ γενομένη ἀνακήρυξις τῶν ΚΚ.... ὡς βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς κατηρτισμένη διὰ νομίμου πλειονοψηφίας;» Οἱ παραδεχόμενοι λέγουν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§259ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ μίαν ἐξήγησιν, τὸ ζήτημα εἶναι τοῦ κανονισμοῦ, ἢ εἶναι κυβερνητικόν; (θόρυβος)
§260ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα ἐρωτηματικῶς (θόρυβος.
§261ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Προτείνω ἐγὼ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως, πρέπει νὰ μὲ ἀκούσητε, θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως τί προέκυψε; Τὸ ἑξῆς· ἂν τὰ παρὰ τοῦ προέδρου ἀπαγγελθέντα ἦτο μία ἀπαγγελία τῶν γεγονότων τῶν λαβόντων χώραν (θόρυβος, διακόπτεται ὁ ἀγορεύων). Θέλομεν νὰ μάθωμεν λοιπόν, ἂν τὰ ὑπὸ τοῦ προέδρου ἀπαγγελθέντα εἶναι ἀγγελία τοῦ προέδρου ἢ τῆς Βουλῆς. Γίνεται φιλονεικία μέχρι τοῦδε ἡ ἑξῆς, ὅτι δὲν εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Πρόκειται τώρα ν’ ἀποφασίσωμεν τὸ ἑξῆς, εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἢ ὄχι; δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν εἶναι κατηρτισμένη νομίμως.
§262ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς θὰ μᾶς ἐπιβάλλετε πῶς νὰ τὸ εἴπωμεν; εἶναι πρότασις ἰδική μας. Ἀναγινώσκεται ἐκ νέου ἡ πρότασις ἐρωτηματικῶς. Ἡ χθὲς ἀπαγγελθεῖσα ὑπὸ τοῦ προέδρου ἀνακήρυξις τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλειτωρίας καὶ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ γενομένη ἀνακήρυξις τῶν ΚΚ...... ὡς βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς κατηρτισμένη διὰ νομίμου πλειονοψηφίας;
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσι ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλογῆς γενομένης ἐψηφοφόρησαν, Κύριοι, βουλευταὶ, 140, 59 εἶπον ναὶ, 82 ὄχι καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν ἡ χθεσινὴ ψηφοφορία ἀπεῤῥίφθη.
§265ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον θὰ τὴν ἐπαναλάβωμεν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 7 παρὰ ¼.