| 2129 | 1. | Ὁ Δημήτριος Γρίβας | εἰς τὸ Ναὶ | 2612 | καὶ εἰς τὸ ὄχι | 1024 | |
| 2130 | 2. | Ὁ Γεώργιος Γεροθανάσης | » | 1997 | » | 1639 | |
| 2131 | 3. | Ὁ Παναγ. Πετιμέζης | » | 1991 | » | 1645 | |
| 2132 | 4. | Ὁ Τατζ. Μαυρομμάτης | » | 1870 | » | 1760 | |
| 2133 | 5. | Ὁ Τάτσης Μαγγίνας | » | 1723 | » | 1912 | |
| 2134 | 6. | Ὁ Γεώρ. Τσέλιος | » | 1606 | » | 2030 | |
| 2135 | 7. | Ὁ Λεωνίδας Λογοθέτης | » | 1436 | » | 2200 | |
| 2136 | 8. | Ὁ Δημ. Βαρνακιώτης | » | 1379 | » | 2257 | |
| 2137 | 9. | Ὁ Π. Μοναστηριώτης | » | 1318 | » | 2316 | |
| 2138 | 10. | Ὁ Ν. Μαυρομμάτης | » | 1011 | » | 2625 | |
| 2139 | 11. | Ὁ Λαμ. Κομποτιάτης | » | 779 | » | 2854 |
1865.06.22
2,918 rows · 24,307 words · 1 table · 230 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10.
Τῆς 22 Ἰουνίου 1865.
(Τρίτη)
Ὥρα 10½ π. μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς, ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀφοῦ ἀνεγνώσθη τὸ περὶ Ἐμπειρίκου καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι ἔχει καλῶς ἡ ἐκλογὴ, μετὰ ταῦτα ἐπρότεινεν ὁ Κ. Τρικούπης καὶ ἔγεινεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε, δηλ. νὰ συζητηθῇ σήμερον κατ’ ἀρχὴν τὸ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν εἰς διαφόρους ἐπαρχίας.
§2ΠΑΔΟΒΑΣ. Παρακαλῶ νὰ διορθώσητε ἓν ἄλλο· ἡ πρώτη πρότασις ἀπροχώρητος, ἡ δευτέρα ἀπαράδεκτος.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. βουλευτὴς Λευκάδος Σταματόπουλος, ὑπέβαλεν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ δεκαήμερον ἄδειαν ἀπουσίας, παραδέχεται ἡ Βουλή;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ὅταν φίλοι τινὲς μοὶ διεκοίνωσαν τὰ παρὰ τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη κατ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ὁμολογῶ ὅτι ἐλυπήθην σφόδρα μὴ παρευρεθεὶς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Βουλῆς, ἵνα καταδείξω ἀμέσως τὴν ἀπάτην του. Ἄλλως τε χαίρω ὅτι δύναμαι νὰ τὸ πράξω σήμερον μετὰ πλειοτέρας ψυχρότητος ἀποφεύγων τὰς προσωπικότητας. Ἤθελα δὲ προτιμήσει νὰ σιωπήσω ἀφίνων εἰς αὐτὸν νὰ αἰσθανθῇ πόσον βλάπτεταί τις ὅταν σοφίζεται καὶ στρεψοδικῇ, ἂν δὲν ἐφοβούμην μὴ καὶ ἡ ἁβρότης μου αὕτη παρεξηγηθῇ, ἀφοῦ σήμερον τὰ πάντα παρεξηγοῦνται. Προκαλῶ τὸν Κύριον Δεληγεώργην, ἂν ἀληθῶς εἶναι εἰλικρινὴς νὰ καταδείξῃ ποῦ καὶ πότε ἀγορεύων ἐγὼ χθὲς ἐξεφράσθην κατὰ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν μας. Ἀπ’ ἐναντίας ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους μυριοτρόπως διετράνωσα τὴν ἀποστροφὴν ἣν διήγειρεν ἐν τῇ ψυχῇ μου ἡ συστηματικὴ καταδολίευσις τῶν θεσμῶν τούτων. — Εἶπα καὶ ἐπαναλέγω ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ νέου ἑλληνικοῦ πολιτεύματος στηρίζεται εἰς τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ ὅτι στοιχεῖον ἀπαραίτητον τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας εἶναι ἡ μετριοπάθεια. — Δὲν ὕβρισα λοιπὸν ἐγὼ εἰς τὸ ἔθνος, ἐγὼ ὅστις μέχρι λατρείας τὸ ἠγάπησα, ἐγὼ ὅστις ἤντλησα πάσας τὰς ἐμπνεύσεις μου ἐκ τῆς ἀεννάου πηγῆς τῶν παθημάτων του. Τὸ ὕβρισαν ἐκεῖνοι ὅσοι μέχρι τοῦδε τὸ ἐνέπεξαν ἢ τὸ μετεχειρίσθησαν ὡς στηλοβάτην ἵνα ἐπ’ αὐτοῦ ἀναβαίνοντες φανῶσιν ὑψηλότεροι. Ὡς πρὸς δὲ τὴν συμβουλὴν ἣν ὁ Κ. Δελιγεώργης ἀδελφικῶς μοὶ ἔδωκεν ἵνα ἀποσυρθῶ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἀσμένως τὴν ἀποδέχομαι καὶ ἂς πιστεύσῃ ὅτι ἔπραξα τὸ κατὰ δύναμιν ἵνα μὴ εὑρίσκομαι σήμερον ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἔφθασα καὶ μέχρι αὐτοδικίας, σχίσας τὸν κατάλογόν μου κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν οἱ συμπολῖταί μου ἤθελον νὰ τὸν προσαγάγωσιν. Ἀλλ’ ἂς μὴ σπεύδῃ ὁ Κύριος Δεληγεώργης, ἐλεύσεται ὥρα καθ’ ἣν ἡ ἀπελπισία θέλει ὑποχρεώσει πολλοὺς, πολλοὺς νὰ ζητήσωσι παραμυθίαν τινα ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς οἰκογενείας των. Ἦλθον ἐν Ἀθήναις φέρων μετ’ ἐμοῦ τὰ πτωχὰ τὰ εὐτελῆ κεφάλαια ἅπερ ἀπέκτησα ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου μου ἀπὸ δεκαπενταετίας ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῆς κοινῆς πατρίδος. Ἡ δὲ Ἰόνιος Βουλὴ ἐμπνεομένη ὑπὸ αἰσθημάτων πάντῃ διαφόρων, ἐκτιμήσασα τὰς προσπαθείας μου, καὶ γινώσκουσα τὰς πικρίας δι’ ὧν ἐποτίσθην, καὶ τὰς θυσίας ἃς ὑπέστην ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, ἐξέφρασε πρὸς ἐμὲ τὴν εὐγνωμοσύνην της. Δεινὸν τὸ περιαυτολογεῖν καὶ αὕτη εἶναι ἡ πρώτη βεβαίως ἐλπίζω δὲ καὶ ἡ τελευταία φορὰ καθ’ ἣν πίπτω εἰς τὸ ἄτοπον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐν ᾧ διακηρύττω τὴν μηδαμινότητά μου ἀπέναντι τοῦ μεγαλείου τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἂς μὴ πιστεύσῃ κανεὶς ὅτι τόσον εὐκόλως μὲ ἐξιππάζουσιν οἱ παριστάμενοι ὡς οἱ γίγαντες τῆς ἡμέρας. Λυποῦμαι κατάκαρδα ὅτι ἠναγκάσθην ν’ ἀπευθύνω τοὺς λόγους τούτους εἰς τὸν Κύριον Δεληγεώργην. Αἰσθάνομαι ἔμφυτον ἀποστροφὴν κατὰ τοιούτου εἴδους ἐγκλήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων, οὔτε ἤλπιζα ποτὲ ὅτι ἤθελε μὲ σύρει ἐπὶ τοῦ βορβορώδους τούτου πεδίου τῆς μάχης, συνάδελφος γινώσκων πόσον ἡ ἐλευθερία ζημιοῦται ὅπου δὲν ἐπικρατεῖ ἀπόλυτος πολιτικὴ ἀνεξιθρησκεία. Ἂς μείνῃ ὁ Κύριος Δεληγεώργης ἐπὶ τοῦ σημείου, ἐφ’ οὗ αὐτὸν μὲν ἀνεβίβασεν, ἐμὲ δὲ ἔφερεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης ἡ Ὀκτωβριανὴ μεταπολίτευσις. Ὅσον οὔπω, Θεοῦ εὐδοκοῦντος, θέλομεν συναντηθῆ καὶ τότε θέλει μάθει ὅτι πρὶν ἢ κηρυχθῶ ἀπόμαχος, δύναμαι ν’ ἀφιερώσω εἰς τὸ ἔθνος μου τοὺς τελευταίους παλμοὺς τῆς καρδίας μου.
§6ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐξ ἀριστερῶν). Αἱ πράξεις θὰ τὸ ἀποδείξουν.
§7ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Μάλιστα αἱ πράξεις μου καὶ αἱ πράξεις σας.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν ἔρχεται ἡ ἐκλογὴ Ἄργους.
§9ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις αὐτῆς, νομίζω ὅτι χθὲς ὁ Κύριος Τρικούπης ἠθέλησε νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς ἐκκρεμοῦς ζητήματος.
§10Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις αὐτὴ τώρα, ἔχει καλῶς, ἐὰν δὲν θέλετε, νὰ τὸ ἀναβάλλωμεν εἰς ἄλλην ἐκλογὴν ὅπου ὑπάρχει τὸ αὐτὸ ζήτημα.
§11ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ ἐκλογὴ Ἄνδρου ἀπεπερατώθη.
§12Ν. ΚΑΪΡΗΣ. Ἀπεπερατώθη ἡ ἐκλογὴ Ἄνδρου, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἔγκυρον, ὄχι ὅμως καθόσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν.
§13ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ αἴτησις καὶ ἐτελείωσε.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε Κύριε Τρικούπη.
§15Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς εἰς τὰ τμήματα ὑπῆρξεν διάκρισις μεταξὺ πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας, καὶ ἐγὼ ἐπεφορτίσθην ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ των βουλευτῶν, δι’ αὐτὸ ἠθέλησα χθὲς, παρουσιασθέντος τοῦ ζητήματος ἐπὶ ἄλλης ἐκλογῆς, νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἀσχέτως ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς· διότι, νομίζω, εἶναι ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρουσιαζόμενον εἰς πολλὰς ἐκλογὰς ἔχει γενικὸν χαρακτῆρα καὶ νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μὴν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ ἐλύσαμεν οὕτως ἢ ἄλλως πεισθέντες ἐκ προσωπικῶν λόγων· διὰ τοῦτο ἐὰν θέλετε, εἰμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἢ ἂν θέλετε δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι θὰ τὸ συζητήσωμεν ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν. Λέγουσί τινες, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν κατάρτισιν τῆς Βουλῆς· ἴσα ἴσα τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν θὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν κατάρτισιν τῆς Βουλῆς ἢ τώρα· τὸ ζήτημα εἶναι, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ ἐνόσῳ διατελεῖ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως νὰ ἐπιληφθῇ τοιούτων ζητημάτων;
§16ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§17ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ γνώμη σας ποία εἶναι;
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως ἔχει τὸ δικαίωμα· ἐὰν θέλετε λοιπὸν νὰ ἔλθω τώρα ἢ νὰ περιμένω νὰ μὲ ἀντικρούσῃ ἄλλος καὶ νὰ ἔλθω ἔπειτα;
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατὶ ν’ ἀρχίσωμεν τώρα τὴν συζήτησιν, ἐνῷ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἀττικῆς θὰ παρουσιασθῇ πάλιν καὶ θὰ χάσωμεν τὸν καιρόν.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πολὺ καλά.
§21Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἡ Βουλὴ, καλουμένη νὰ ἐξελέγξῃ τὰς ἐκλογὰς, τρία τινὰ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Πρῶτον, νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὡρισμέναι ἐκλογαὶ διεξήχθησαν νομίμως· δεύτερον, νὰ ἐξετάσῃ ἂν οἱ ἐκλεχθέντες ἔχουν τὰ προσόντα, καὶ τρίτον ἂν ἡ ἐπαρχία ἡ ὁποία ἀπέστειλε 2, 3 βουλευτὰς ἔχει τὸν ἀνήκοντα πληθυσμὸν καὶ ἑπομένως τὸ δικαίωμα νὰ ἀποστείλῃ καὶ ἄλλους· τὸ ζήτημα εἶναι σχετικὸν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐγένετο καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας Βουλὰς, καὶ τοῦτο ἂν θέλετε εἶναι τὸ ὑγιέστερον, τὸ ὁποῖον εἰς τὰς Βουλὰς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εὑρίσκει τις. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἄνδρου τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη σιωπηλῶς παραδεχθείσης τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἀπεδείχθη πληθυσμὸς μεγαλείτερος, ὅστις νὰ μὴ ἦτο ἀνάλογος πρὸς τοὺς ἐκλεχθέντας βουλευτάς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ, ὅ,τι σιωπηλῶς παρεδέχθη, καὶ εἶμαι σύμφωνος ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν Αἰγιαλείας καὶ εἰς τὰς ἄλλας μετ’ αὐτὴν δὲν ὑπῆρχε πληθυσμὸς ἀνώτερος, καὶ οὕτως ἀπεφασίσθη, τότε δὲν πρέπει πλέον νὰ γίνῃ λόγος· ἂν ὅμως ἔμεινε νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦ πληθυσμοῦ, καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἄλλον, τότε πρέπει νὰ ἐξετασθοῦν καὶ αἱ ἐκλογαὶ Ἀττικῆς, Βονίτζης καὶ Γορτυνίας.
§22ΔΗΜ. ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προσθήκης, πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν· διαφέρει πολὺ, κύριε Δημητριάδη, κατὰ συνέπειαν πρέπει πρῶτον νὰ νομιμοποιηθῶμεν ἡμεῖς.
§23Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, ἐγὼ ἐξηγῶ τὴν γνώμην μου, δὲν θέλω νὰ τὴν ἐπιβάλω εἰς κανένα. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐκεῖνος ὅστις προσδιώρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, δὲν εἶναι οὔτε ὁ Νομάρχης, οὔτε ὁ Δήμαρχος, οὔτε ὁ Ὑπουργός· εἶναι ὁ νόμος, ὁ νόμος ὁρίζει ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν κανονίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν· τὸ δεύτερον ἄρθρον λέγει ῥητῶς ὅτι, ἐπαρχία ἔχουσα πληθυσμὸν μέχρι 10,000 ψυχῶν δίδει ἕνα Βουλευτὴν, καὶ ἂν θελήσῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἢ ὁ Νομάρχης νὰ στείλῃ δύω, πράττει ἐναντίον τοῦ νόμου, καὶ οἱ ἐκλογεῖς δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δώσωσι τὴν παραμικρὰν προσοχὴν εἰς τὸ αὐθαίρετον αὐτὸ πρόσταγμα. Ὁ νόμος λοιπὸν εἶναι τὸ πρόγραμμα, τώρα δὲν ἔχει νὰ ἐξετασθῇ εἰμὴ ἐὰν ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ πληθυσμὸς, καὶ ἐὰν, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, δικαιοῦται ἡ ἐπαρχία νὰ ἀποστείλῃ ἀνάλογον ἀριθμόν. Τί εἴπατε ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἄνδρου; Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἴπατε τινὲς, ὅτι ἡ ἐπαρχία δὲν ἀπέδειξε τὸν ἀνώτερον ἀριθμὸν καὶ ἑπομένως παρεδέχθητε ὡς νομίμους τοὺς ἀνακηρυχθέντας. Ὁ γραμματεὺς ἀνέγνωσε τὴν ἔκθεσιν καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἔκθεσιν δι’ ἀναστάσεως μεγάλης, καὶ ἐλυπήθην μάλιστα, ὅτι μέγας καὶ πολὺς ἔγινε λόγος περὶ αὐστηρότητος· ὡμίλησαν περὶ παντὸς πάντες, ἔλεγον ἄπειρα, ἀλλ’ ὅταν ἐγένετο λόγος νὰ ἐξετάσουν τὰς ἐκλογὰς, ἔσπευσαν νὰ ἐγερθῶσιν ὅλοι, χωρὶς οὔτε νὰ ἀναγνώσωσιν μίαν ἀναφοράν. Ἐγὼ λοιπὸν πιστεύω, ὅτι χθὲς ὕστερον ἀπ’ αὐτὸν τὸν θόρυβον, τὸν πάταγον· τίποτε ἄλλο δὲν ἔγινε παρ’ ὅτι ἐπεκυρώθη ἡ ἔκθεσις. Ἔχετε τὸ δικαίωμα, κύριοι, νὰ παραδεχθῆτε ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ ἐξετάσητε ἐκ νέου; εἶσθε κύριοι νὰ τὸ πράξητε· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐλύθη αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἔμεινε, ἑωσοῦ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§25Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω. — Ἡ Βουλὴ δὲν ἔκαμε ποσῶς λόγον διὰ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ἡ ἐπαρχία νὰ στείλῃ καὶ τέταρτον Βουλευτὴν, ἐνθυμοῦμαι μάλιστα πολὺ καλὰ καὶ πιστεύω ὅτι ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, ὅτι ἀφοῦ ἐκήρυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τὸ ἀποτέλεσμα, ὁ κ. Τρικούπης ἐζήτησε τὸν λόγον ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ὅλοι εἴπαμεν αὔριον νὰ λυθῇ· πῶς θέλετε νὰ θεωρηθῇ ἀπολεσθὲν τὸ δικαίωμα μιᾶς ἐπαρχίας τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ; Τὰ πρακτικὰ λέγουν ὅτι τὸ πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως θέλει εἶναι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον νὰ λυθῇ· αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐπαρχία ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θὰ ἐξετάσῃ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖται. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ γενικὸν αὐτὸ δικαίωμα, ὅταν ἐξετάζετε τὴν γνώμην μου, λέγω, ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν νὰ συζητηθῇ εἰδικῶς, διότι παρατηρήσατε ὅτι θὰ ἔχωμεν τοσαύτας συζητήσεις ὅσαι εἶναι ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν αὐτὴν τὴν αὔξησιν ἑνὸς, δύω, τριῶν· τὸ ζήτημα δύναται νὰ ἐκταθῇ ὥστε ἑκάστη ἐπαρχία ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ νὰ στείλῃ ἀπὸ 2, 3, 4 βουλευτὰς περισσοτέρους. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ γενικῶς δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, εἷς εἶναι ὁ νόμος, ἓν εἶναι τὸ δικαίωμα, ὥστε δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν.
§26ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Διαφόρων ἐπαρχιῶν ἐδόθησαν, Κύριοι, ἀναφοραὶ πρὸς τὰ τμήματα, ἐν εἴδει ἐνστάσεων· ἀναφέρονται αἱ ἐπαρχίαι ὅπως προστεθῶσι περισσότεροι βουλευταὶ πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ ἁρμοδία διοικητικὴ ἀρχὴ ὑπέδειξεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς. Τὸ ζήτημα λοιπὸν καθὼς ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ Κ. Τρικούπης εἶναι τὸ ἑξῆς· καὶ νομίζω ὅτι εἰς τοῦτο καὶ μόνον πρέπει αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ περιορίσωμεν τὰς αἰτήσεις τῶν διαφόρων τούτων ἐπαρχιῶν· πρέπει νὰ τὰς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ τὰς συζητήσωμεν τόρα κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἢ ν’ ἀφήσωμεν ὥστε προηγουμένως νὰ ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον εἰσιτήρια καὶ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἶναι κατηρτισμένη, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν;
§27Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Ἐννοεῖτε περὶ τῶν προσθηκῶν ἢ περὶ τῶν ἐχουσῶν δικαιώματα κεκτημένα ἐπαρχιῶν;
§28ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἐγὼ λέγω περὶ τῶν αἰτήσεων δι’ ὧν ζητοῦνται προσθῆκαι· ἐπιτρέψατέ μοι λοιπὸν, Κύριοι βουλευταὶ, ὅπως διὰ δύο λέξεων μετὰ τῆς μεγαλειτέρας συντομίας ὑποβάλω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ χρονικὸν ζήτημα, ἐὰν τόρα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο, ἢ μετὰ ταῦτα; Ἴσως δύναται νὰ εἴπῃ τις καὶ διὰ μακρῶν τὸ εἶδον ἀναπτυσσόμενον εἰς μίαν τῶν ἐνταῦθα ἐκδιδομένων ἐφημερίδων, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία τόρα, διαρκουσῶν τῶν ἐξελέγξεων, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ ζήτημα· διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι κατηρτισμένη, ἡ Βουλὴ λοιπὸν πρόκειται, κατὰ τὴν ἰδέαν τῶν φρονούντων τὴν γνώμην ταύτην, νὰ ἐπικρίνῃ τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἀκόμη δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ, διὰ ταῦτα δὲν εἶναι εἰς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ αὐτὴ ἡ γνώμη· νομίζω πρῶτον, ὅτι ἐξετάζοντες αὐτὸ τὸ ζήτημα, δηλ. ἐὰν πρέπει νὰ προταθῶσι καὶ ἄλλοι ἢ ὄχι βουλευταὶ, δὲν εἶναι μία ἐπίκρισις κυβερνητικῆς πράξεως. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι κάθε τόσαι χιλιάδες, 10,000 ἂν δὲν ἀπατῶμαι, δημοτῶν, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ στείλουν ἕνα βουλευτήν. Αἱ ἁρμόδιαι διοικητικαὶ ἀρχαὶ ἔπρεπε νὰ ὑποδείξουν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἓν ὅριον. Τὸ ὑπουργεῖον στηριχθὲν ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὰ δημοτολόγια, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν ὑπέδειξε τὸν ἀριθμόν. Ἐὰν τυχὸν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἀκριβὴς, δὲν εἶναι ὀρθὸς, καὶ ὅτι μία ὁποιαδήποτε ἐπαρχία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλον βουλευτὴν, φρονῶ, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς βουλῆς δὲν εἶναι ἐπίκρισις τῆς κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ ἐξετάζουσα τὸ δικαίωμα μιᾶς ἐπαρχίας ἀποφαίνεται, ἐὰν τόσοι πρέπει νὰ ᾖναι οἱ βουλευταὶ ὅσοι ἔλαβον τὰ πληρεξούσια αὐτῶν, αὐτὸ εἶναι νόμος. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, νομίζω, δὲν εἶναι ὀρθόν. Τὸ ἄλλο τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι κατηρτισμένη, δὲν τὸ ἐννοῶ, σήμερον ἡ Βουλὴ δὲν ἐξετάζει τὰ εἰσιτήρια τῶν Κυρίων βουλευτῶν, δὲν ἀποφαίνεται, ἐὰν ὁ δεῖνα ἢ δεῖνα ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ᾖναι βουλευτής; Βεβαίως ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ὁριστικῶς καὶ ἡ ὁριστικὴ αὕτη ἀπόφασις ἔχει πλῆρες κῦρος· ἡ πρώτη ἐκλογὴ ἡ ὁποία ἐξετάσθη χθὲς ἦτο ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας, ἐγένετο ἡ ἀπόφασις ἀφ’ ὅλους ἡμᾶς ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι ἄδηλον ἂν θὰ εἴμεθα βουλευταὶ, καὶ μολαταῦτα ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐξεφέραμεν εἶναι ἰσχυρὰ, διότι τὸ Σύνταγμα δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφαίνεται περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν ἐὰν δύνανται τὰ δεῖνα πρόσωπα νὰ ᾖναι ἢ ὄχι βουλευταὶ, καὶ ἂν ἀποφανθῶμεν, ὅτι αὐτὰ τὰ πρόσωπα πρέπει νὰ προστεθῶσιν, ἡ Βουλὴ δὲν κάμνει ἄλλο παρὰ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ἰδίου ἑαυτῆς καταρτισμοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν φρονῶ ὅτι ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν μία αἴτησις ἡ ὁποία ὑποβάλλεται εἰς αὐτὴν διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ προστεθῇ καὶ ἕτερος βουλευτὴς ἐὰν ᾖναι ἢ δὲν εἶναι ἔγκυρος. Ὑποθέσατε τὸ ἐναντίον ζήτημα, ὅτι εἰς μίαν τῶν ἐπαρχιῶν εἶχεν ἀποδειχθῆ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας διοικητικῆς ἀρχῆς ἕνας ὡρισμένος ἀριθμὸς βουλευτῶν ὁ ὁποῖος ὅμως προσβάλλεται. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς προσδιορίζει ὁ νομάρχης 10 βουλευτὰς, καὶ ἔγεινε ἔνστασις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι 10 βουλευταὶ, διότι δὲν ὑπάρχουν 100 χιλιάδες κατοίκων, αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον. Ἐὰν ἠρχόμην ἐγὼ δέκατος βουλευτὴς δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ εἴπητε δὲν εἶσαι βουλευτὴς, διότι ἡ ἐπαρχία σου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ στείλῃ μόνον 9 βουλευτάς; ἂν λοιπὸν τότε εἴχομεν τὸ δικαίωμα, πῶς σήμερον δὲν τὸ ἔχομεν; δὲν βλέπω τὸν λόγον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τώρα εἶναι καταλληλοτέρα στιγμὴ, ὅτε ἀνεγινώσκονται ὅλαι αἱ αἰτήσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι, νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἑκάστοτε ν’ ἀποφαινώμεθα· διότι τοῦτο ὑπαγορεύει καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος.
§29ΚΩΝΣΤ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἡ παροῦσα στιγμὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τῆς ἐξελέγξεως τοῦ πληθυσμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας. Ὁ προσδιορισμὸς, Κύριοι, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν, εἶναι καθῆκον τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, προσδιορίσθη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ συντάγματος καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, πᾶν δὲ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἤθελε πράξει, ὑπάγεται ἑπομένως εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ νομοθετικοῦ τούτου Σώματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐλεύθερον νὰ τὸ ἐξετάσῃ εἰς πᾶσαν ὥραν καὶ στιγμήν. Ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, συνήλθομεν ἐνταῦθα, ἵνα ἐξελέγξωμεν τὴν ὕπαρξίν μας ἂν ᾖναι νόμιμος καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν τῆς τροχιᾶς αὐτῆς. Τὸ ἄρθρον 73 τοῦ συντάγματος λέγει ῥητῶς, ὅτι ἡ βουλὴ ἐξελέγχει τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν· τί ἄλλο δύναται σήμερον νὰ κάμῃ ἢ αὐτὸ τοῦτο, — νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν νομιμότητα ἢ μὴ τῶν ἐκλογῶν, τὰ πληρεξούσιά μας αὐτά· πῶς θέλομεν δικάσει τὰς πράξεις τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐὰν παραδείγματος χάριν εἰς μίαν ἐπαρχίαν προσδιωρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν νομίμως ἢ μὴ; αὐτὸ θέλομεν πράξει, ὅταν ἡμεῖς θὰ καταρτισθῶμεν, ὡς νόμιμοι βουλευταί· ὅταν ἡ βουλὴ ᾖναι νόμιμος, τότε θέλει ἐξελέγξει τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος εἰς τὸ ἄρθρον 1. προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ, τὸ δὲ ἄρθρον 36 λέγει ῥητῶς, ὅτι διὰ Β. διατάγματος προσδιορίζεται ὁ τόπος, ἡ ἡμέρα τῆς ψηφοφορίας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ ὁρίζουσι καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν.
§30ΕΙΣ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον.
§31ΚΩΝΣΤ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 36). «Τὸ περὶ ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας Β. διάταγμα ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ κοινοποιεῖ εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, προσδιορίζουσα καὶ τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, αὗται δὲ ἐκδίδουσι καὶ δημοσιεύουσιν ἐν ἅπασι τοῖς χωρίοις τοῦ δήμου, πέντε τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ὁρισθείσης, πρόγραμμα, ἀναφέρον ἀκριβῶς τὰς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως καὶ λήξεως τῆς ψηφοφορίας, τὰς ὥρας τῆς κατὰ πᾶσαν ἡμέραν διαρκείας αὐτῆς, τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ὑποψηφίων» Ὁ προσδιορισμὸς λοιπὸν εἶναι ἔργον τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, αὐτὴ τὸ ἐξετέλεσε· τὸ ἐξετέλεσε κακῶς ἢ καλῶς; αὐτὸ θὰ τὸ ἐξελέγξωμεν ἡμεῖς, ἀλλ’ ὄχι τώρα, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐπεξεργασθῶμεν τὰς ἐκλογάς μας καὶ ὅταν καταρτισθῶμεν νομίμως· ἀλλὰ τότε καὶ μόνον θέλομεν ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος ἂν ὁ ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος προσδιωρίσθη ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε, ἢ ὀλιγώτερος ἢ περισσότερος· τὸ δικαίωμά της ἡ ἐπαρχία δὲν τὸ χάνει, τὸ διατηρεῖ καὶ θὰ ἔλθωμεν κατόπιν νὰ τῇ τὸ ἀποδώσωμεν. Ὅταν τώρα ἐσπευσμένως ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος, δὲν μοὶ λέγετε ποίαν βάσιν θὰ λάβωμεν; τὸ ὑπουργεῖον προσδιώρισε τὸν ἀριθμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ, τὸν ὁποῖον ἠρύσθη ἐκ τῶν ἀπογραφικῶν πινάκων· ἂν ἐκεῖνον τὸν πληθυσμὸν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, τί θὰ πράξωμεν ἢ ὅ,τι καὶ τὸ ὑπουργεῖον; ἵνα τὸ ἐξελέγξωμεν, πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς ἀπογραφὴν καλλιτέραν, καὶ πῶς θὰ τὴν εὕρωμεν; θὰ ἀνατρέξωμεν νὰ ἐξελέγξωμεν καὶ τὰς ἀπογραφὰς τῶν ἐπαρχιῶν ἂν ἦναι ἀκριβεῖς, ναὶ ἢ ὄχι; Εἶναι καιρὸς νὰ τὸ κάμωμεν σήμερον, ναὶ ἢ ὄχι; φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος ἂν ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς ἢ ἐσφαλμένως προσδιώρισε τὸν δεῖνα ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων, ἄρα αὐτοῦ τοῦ ἔργου θὰ ἐπιληφθῶμεν κατόπιν διότι συνδέεται καὶ μὲ ἕτερον ζήτημα, τοὐτέστιν ἂν σήμερον ἤμεθα ἁρμόδιοι νὰ προσδιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν, ποῖοι θὰ λάβωσι τὴν θέσιν; ἔρχεται λοιπὸν τὸ ζήτημα τῶν ἐπιλαχόντων ἢ μή, ἢ ἐὰν θὰ γίνῃ δηλ. νέα ἐκλογὴ ἢ ὄχι· αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι μετὰ τὴν κατάρτισίν μας καὶ ὄχι σήμερον· μὲ αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν μας δὲν δυνάμεθα, ἐν ἀμφιβολίᾳ περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας εὑρισκόμενοι, νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ δικαιώματος τῶν ἄλλων καὶ νὰ καθιερώσωμεν νομικὰς ἀρχάς. Ἐπειδὴ ἴσα, ἴσα πρόκειται περὶ νομιμότητος τῶν ἐργασιῶν μας, διὰ τὴν ὁποίαν τόσοι λόγοι ἐλέχθησαν, καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἀπαιτεῖ ἰδιάζουσαν προσοχὴν, καὶ ἵνα μὴ μᾶς ἀποδοθῶσι προσωπικότητες, πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν κατόπιν μετὰ τὴν κατάρτισιν καὶ τότε νὰ τὸ ἐξετάσωμεν μὲ ἡσυχίαν, μὲ ἀπάθειαν καὶ μὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν.
§32ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἀπὸ χθὲς ἀκόμη, ἐῤῥίφθησαν ἰδέαι αἱ ὁποῖαι δύνανται, ἐν ὅσῳ δὲν λυθῶσιν ὁριστικῶς, νὰ παρατείνωνται ἀσκόπως αἱ συζητήσεις τοῦ σώματος. Ἀπὸ χθὲς παρουσιάσθησαν δύο θεωρίαι, ἡ θεωρία τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ βουλευτηρίου καὶ ἡ θεωρία ἂν ἀναδέχεται τὸ ἔθνος διὰ τῆς Βουλῆς νὰ περιβληθῇ νέα δικαιώματα, ἢ ἂν πρόκηται διὰ τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα ὁ χάρτης ἐχάραξε νὰ διεκδικήσῃ ἑκάστη ἐξουσία χωριστὰ τὸ στάδιόν της· σήμερον ἐπαναλαμβάνονται αἱ θεωρίαι αὗται, καὶ παρουσιάζεται τὸ σῶμα ἀναρμόδιον ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς· αὐτὴ εἶναι μία θεωρία, κατ’ ἐμὲ ἐσφαλμένη, ὅτι τὸ σῶμα πρέπει πρὶν καταρτισθῇ νομίμως νὰ ἀπέχῃ πάσης ἑρμηνείας, πάσης ἐξελέγξεως ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν ἔργων· ὡς ἀρχὴν ἀπόλυτον δὲν τὴν ἀναγνωρίζω, ἀναγνωρίζω μόνον, ὅτι ἐνόσῳ νομίμως δὲν καταρτισθῇ τὸ σῶμα, δὲν δύναται νὰ ἐκφέρῃ κατηγορίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ἀποφάσεις μομφῆς, νὰ θέση ζητήματα ἐμπιστοσύνης· ἐκτὸς τοῦ ὅρου τούτου πᾶσα πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, συνδεομένη στενῶς μὲ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν τίθεται ὑπὸ τὴν ἄμεσον βάσανον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. — Παρουσιάζεται τὸ ζήτημα τοῦ πληθυσμοῦ, τὸ ὑπαγόμενον εἰς τὴν θεωρίαν ἐφαρμογῆς νόμων· τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἔχει μόνον ἡ Κυβέρνησις. Ἀναγνωρίζω τὴν θεωρίαν αὐτὴν ὡς τυπικὴν, ἡ ὁποία μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα ἐν καιρῷ καὶ καταλλήλως νὰ φέρω γνώμην ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ἐξελέγξω πράξεις κυβερνητικὰς συνδυασμένας μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ πληθυσμοῦ, ἔχω καθῆκον νὰ τὰς ἐξελέγξω ἂν ὥρισε καλῶς ἢ κακῶς ἡ Κυβέρνησις τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν. Ἀποκρούω τὴν θεωρίαν τῆς ἀναρμοδιότητος τοῦ σώματος καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦ πληθυσμοῦ κατ’ ἀρχήν· τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ πληθυσμοῦ δὲν εἶναι κεκτημένον δικαίωμα, εἶναι δικαίωμα ἰδανικὸν, τὸ ὁποῖον τότε μόνον ἐξασκεῖται, ὅταν ἡ πραγματικότης ἀποδείξῃ τὸν πληθυσμὸν εἰς τοιοῦτον ἀριθμὸν ἢ τοιοῦτον· ἐνόσῳ ἔγγραφα ἐπίσημα, ἐνόσῳ ἀπαριθμήσεις ἐπίσημοι, δὲν καταδείξωσι τὸν πληθυσμὸν ἔχοντα οὕτως ἢ ἄλλως, ὁ πληθυσμὸς δὲν εἶναι κεκτημένον δικαίωμα, εἶναι δικαίωμα τοῦ κλίματος, τῆς ἀτμοσφαίρας, καὶ μία ἐπαρχία ἔχουσα σήμερον πληθυσμὸν 10,000 δύναται αὔριον νὰ ἔχῃ 5,000· καὶ μία ἔχουσα πέντε νὰ ἔχῃ αὔριον εἴκοσι. Κεκτημένα δικαιώματα ταῦτα δὲν εἶναι· τὸ δικαίωμα θὰ παρουσιασθῇ ὅταν συγκεκριμένως ἐπὶ τῶν καταλόγων ἢ ἐπὶ τῶν στατιστικῶν πινάκων ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ἐπαρχία ἔχῃ δέκα, εἴκοσι, τριάκοντα χιλιάδας. Ἔρχεται ἤδη τὸ ζήτημα, θὰ λύσωμεν τοῦτο κατ’ ἀρχήν, ἢ καθόσον παρουσιάζεται; Ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ τὸ λύσωμεν κατ’ ἀρχήν, διότι ἄλλως εἶναι κίνδυνος μὴ γίνωμεν ὄργανα, εἴτε συμπαθειῶν, εἴτε ἀντιπαθειῶν. Τὸ ζήτημα τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι ζήτημα πρακτικὸν, δὲν δύναται ἄλλως νὰ ἀποδειχθῇ, παρὰ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅταν τοιαῦτα προσαχθῶσιν· ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει, καὶ νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ ἐκεῖ ὅπου δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ· Ἂν ἡ Ἄνδρος ἀποδείξῃ, ὅτι φέρει ἀνώτερον πληθυσμὸν, ἐκείνου, ὃν ὥρισεν ἡ ἀρχὴ, ὀφείλει νὰ καταδείξῃ ἐπισήμως, οὐχὶ δι’ ἁπλῶν πληροφοριῶν, οὔτε δι’ ἄλλων ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι συμφέρον σήμερον μὲν νὰ ὁρίσωσι μεγαλεῖτερον ἀριθμόν, καὶ αὔριον, ὅταν θὰ δώσῃ στρατευσίμους ὀλιγώτερον. Ἐπὶ ποίου δὲ ἀντικειμένου θὰ βασισθῶμεν ἵνα ἐξελέγξωμεν τὸν πληθυσμόν; ἐπὶ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν· πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον χρησιμεύουν τὰ δημοτολόγια· ὑπάρχει ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 61· ἡ Κυβέρνησις ὁρίσασα τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ δημοτολόγια ἢ τὰς ἀπογραφὰς, καὶ παρεδέχθη τὸν μεγαλεῖτερον ἀριθμόν. Ἂν ἀποδείξω ἐγὼ σήμερον ὁ ἐνδιαφερόμενος εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἄνδρου, καὶ αὔριον τῆς Οἰτύλου, ὅτι ἡ ἐπαρχία κέκτηται πληθυσμὸν ἀνώτερον, πεισθῇ δὲ ἡ Βουλὴ, τὶ θὰ συμβῇ ἀκολούθως, εἶναι ζήτημα νέον. Λοιπὸν λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ κατ’ ἀρχὴν, κατ’ ἐμὴν κρίσιν οὕτω πως. Ἐν ὅσῳ αἱ ἰσχυριζόμεναι ἐπαρχίαι, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα προσθήκης, δὲν καταδείξωσι τὸν ἀνώτερον πληθυσμὸν, οἱ ἰσχυρισμοί των εἶναι ἀνυπόστατοι· σᾶς εἶπον δὲ, ὅτι θὰ καταδείξω πρῶτον διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, καὶ δεύτερον διὰ τῆς λογικῆς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ χωρίζεται εἰς δύο κατηγορίας· ά.) περὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι σήμερον πρόκειται νὰ δώσωσι περισσοτέρους Βουλευτὰς, καὶ περὶ ἐκείνων, αἵτινες ἔδιδον ἄλλοτε περισσοτέρους. Ἐγὼ, Κύριοι, καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν εἶμαι ὁ αὐτὸς, καὶ θέλω ἡ Βουλὴ, ὅταν πεισθῇ περὶ τοῦ ἀληθοῦς ἀριθμοῦ ἐπαρχίας τινὸς, νὰ ἀπονείμῃ τὸ δικαίωμα. Εἶπον δὲ ὅτι τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως εἶναι τὰ δημοτολόγια καὶ ἡ ἀπογραφή. Νομίζω δὲ, ὅτι ὅπου τὰ ἐπίσημα μέσα δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν, ἡ λογικὴ καλῶς ἐννοουμένη δύναται νὰ λύσῃ εὐκόλως τὸ ζήτημα. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, πρὶν ἢ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, νὰ διαιρέσῃ τὸ ζήτημα εἰς δύο· εἰς ἐπαρχίας αἱ ὁποῖαι πρώτην φορὰν πρόκειται νὰ δώσουν περισσοτέρους βουλευτὰς, καὶ εἰς ἐπαρχίας, αἵτινες ἔδιδον περισσοτέρους. Ἂν δὲ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον δὲν ἐπαρκῶσι νὰ ἀποδείξωσι τὸ ἀνώτερον τοῦ πληθυσμοῦ, φρονῶ, ὅτι ἡ πεῖρα τῶν Κυρίων ἀντιπροσώπων, αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἕνεκα τῶν κοινωνικῶν των σχέσεων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἕνας πληθυσμὸς, ἂν δὲν παρουσιασθῇ τι ἔκτακτον, αὐξάνει κατὰ πρόοδον, κατὰ διαστήματα χρονικά, δύνανται εὐκόλως νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα.
§33ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δυνάμεθα νὰ τὸ θέσωμεν οὕτω, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ σήμερον κατ’ ἀρχὴν ναί, ἢ ὄχι; Ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ὅτι δύναται νὰ λυθῇ σήμερον, δύναται νὰ λάβῃ σήμερον τὰς πληροφορίας; Ὄχι. Κατὰ συνέπειαν, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλέξῃ ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία νὰ ζητήσῃ ὅλας τὰς πληροφορίας καὶ ἐρεύνας.
§34Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐγὼ, Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀναβολῆς, διότι φρονῶ τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται μὲ τὴν ὅλην ἐκλογὴν, καθόσον τὸ πρόγραμμα τοῦ νομάρχου τὸ ὁποῖον προσδιώρισε τὰ ἐκλεκτέα πρόσωπα εἶναι ἐξελέγξιμον, ὡς ἀπαρτίζον μέρος τῶν πρακτικῶν τῆς ἐκλογῆς. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ τὸ σῶμα γενικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ εἰς ἑκάστην ἐκλογὴν, ἡ ὁποία φέρει τὴν ἔνστασιν ἢ τὴν ἀπαίτησιν, νὰ προστεθῇ βουλευτὴς εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον, εἴτε ὁ νομάρχης, ἔκαμε τὸ ἀδίκημα νὰ προσδιορίσῃ μικρότερον ἀριθμὸν, παρ’ ὅσον ἡ ἐπαρχία ἐδικαιοῦτο νὰ ἐκλέξῃ. Ὅτι δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται μὲ τὴν ὅλην ἐκλογικὴν πρᾶξιν ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως λέγουν ῥητῶς, ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θέλουν λαμβάνεσθαι ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀπογραφὴ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ τὰ δημοτολόγια· ὥστε ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ παρεβίασε τὰς διατάξεις ταύτας τῆς Συνελεύσεως, διότι ἐστηρίχθη ἐπὶ πληθυσμοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἐξακρίβωσις ἄλλον προτίθεται σκοπὸν καὶ ἥτις ἄλλως δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀληθής· οἱ ἀπογραφικοὶ πίνακες τοῦ 1861 σκοπὸν εἶχον νὰ ἐξεύρωσι τοὺς κατοίκους κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ δήμου Ἀθηνῶν, κατ’ αὐτὴν δε τῷ 1861 αἱ Ἀθῆναι εἶχον δημότας κατοίκους 21,000 ψυχὰς, ἀλλὰ ὡς γνωρίζετε πάντες, ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων εἶχε δημότας ὄχι μόνον ἐνταῦθα, ἀλλὰ εἰς Κωνσταντινούπολιν, Σμύρνην, Λονδῖνον, καὶ ἄλλας πόλεις καὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ἀναβαίνει εἰς 20–21 χιλιάδας· τοῦτο ἀποδεικνύεται ὄχι μόνον ἐκ τῶν δημοτολογίων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν παρὰ τῆς νομαρχίας ἐκδοθέντων διαβατηρίων. Ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις τῆς 10 Ὀκτωβρίου ἐχορήγησεν εἰς τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος κατοικοῦντας Ἕλληνας τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιπροσωπευθῶσιν. Ὁ ἐκλογικὸς ὅμως νόμος παρέπεμψεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐπαρχίαν εἰς ἣν ἀνῆκον, ἑπομένως δὲν δύνασθε, Κύριοι, ἄνευ μεγάλης ἀδικίας πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς, ν’ ἀποκλείσητε ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δημοτῶν Ἀθηνῶν τοὺς παρεπιδημοῦντας δημότας του, ἐκείνους δηλαδὴ, οἵτινες ἐκπροσωποῦν τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς τὰς χώρας ἐκείνας εἰς ἃς ἄλλοτε ὁ Ἑλληνισμὸς ἐκυριάρχει.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰσήλθομεν, Κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος ἐνῷ εἴχομεν ἀποφασίσει νὰ τὸ ἀναβάλωμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς, ἰδοὺ ὁ προαγορεύσας ἔφερε παραδείγματα ἐξ αὐτῆς τῆς Ἀττικῆς. Ὁ Κ. Δημητριάδης ἀντέκρουσε τὸν προαγορεύσαντα Κύριον Μπαλάνον, εἰπὼν, ὅτι ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ ἀπὸ τῆς σήμερον τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος, τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ἐπεμβαίνει εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὅτι ἐξελέγχει αὕτη τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἣν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξῃ, εἰμὴ ἀφοῦ καταρτισθῇ. Ἡ Βουλὴ ἔχει σήμερον ἓν δικαίωμα πλῆρες καὶ ἀπεριόριστον — τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀποφανθῇ ἂν βουλευτής τις ἐξελέχθη νομίμως, καὶ ἂν ἐπαρχία τις ἀντιπροσωπεύεται νομίμως. Τὸ δικαίωμα τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ τῆς τὸ περιορίσῃ· τὰ πάντα θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν, ἵνα φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα ἀληθές. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ὄχι μόνον τὰ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν συμβάντα, ἀλλὰ πρὸς τούτοις καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις καλῶς διεξήγαγε τὰς ἐκλογάς, ἂν ἐνηργήθησαν τὰ τοῦ νόμου, καὶ ἂν αἱ διαταγαὶ τῆς Κυβερνήσεως δὲν προσέκρουσαν εἰς τὸν νόμον. Ἡ ἐξουσία τῆς Βουλῆς ἐπεκτείνεται καὶ πέραν τῆς ἐξετάσεως τοῦ νόμου, ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Βουλὴ ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκεν ἐν ἁρμοδίῳ χρόνῳ τὸ διάταγμα τῆς συγκαλέσεως τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων, διότι ἐνῷ τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι τὸ διάταγμα πρέπει νὰ ἐκδοθῇ τουλάχιστον 50 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὸ ἐκδώσῃ πρὸ 20 ἢ 15 ἡμερῶν. Νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ διὰ τοῦ προγράμματός της ὥρισε καλῶς τὰ τῆς ἐκλογῆς, ὅπως ὁ νόμος τὰ ὥρισεν; ἂν π. χ. ὡρίσθη τετραήμερον διάστημα τῆς ψηφοφορίας, καὶ ἐντὸς τοῦ τετραημέρου ἡ ψηφοφορία νὰ διαρκῇ καθ’ ἑκάστην ἐπὶ 8 ὥρας; νομίζετε, ὅτι ἡ παράβλεψις ἑνὸς τούτων δὲν ἤθελεν ἀρκέσει νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν, ἂν ἀπεδεικνύετο, ὅτι εἶχεν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος; ὅπως ἔχει τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῶν πράξεων τούτων, τὰς ὁποίας ἀνέφερον, οὕτως ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον δύναται νὰ σφάλλῃ εἴτε προσδιορίζουσα μεγαλείτερον, εἴτε μικρότερον ἀριθμόν. Ὅταν προσδιορίσῃ ἀριθμὸν μεγαλείτερον τότε νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἡ συνέπεια ἣν ἀνέφερεν ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς, τοῦ νὰ μὴ ἀνακηρυχθῇ βουλευτὴς ὁ πλεονάζων· νομίζω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅλη ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, διότι ἐπηρεάζεται ἐκ τοῦ πλεονάζοντος ἀριθμοῦ· δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ πρῶτος πλειοψηφήσας εἶναι νόμιμος βουλευτὴς, διότι ἡ ἐκλογὴ συνετάχθη εἰς ἀριθμὸν μεγαλείτερον, καὶ ἴσως αὐτὸς ἐξελέχθη διὰ τῆς πλεοναζούσης ψήφου, ὅταν δὲ ὁ ἀριθμὸς ᾖναι μικρότερος, τότε ἐπηρεάζεται κατά τι ἡ ἐκλογὴ διὰ τῆς ἐλλείψεως τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι διὰ τοῦτο καὶ ἀκυρωτέα. Ταῦτα πάντα, Κύριοι, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν χωρὶς νὰ νομίζουσί τινες, ὅτι διὰ τούτου προσβάλλουσι τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο εἶναι συνέπεια τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή· εἶναι καλὸν νὰ εἴπωμεν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὴν ἰδέαν νὰ ἀποδώσῃ τὴν μομφὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐφάνη μεροληπτική. Ὡς πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θέλομεν προβῆ εἰς αὐτὴν τὴν ἐξέλεγξιν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορίσωμεν ἀπὸ τοῦδε κανόνας καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τοὺς ἀπογραφικοὺς πίνακας τοῦ 1861, καὶ ἐν μέρει τὰ δημοτολόγια· διότι αὐτοὶ οἱ ἀπογραφικοὶ πίνακες τῷ ὄντι δίδουν ἓν ἀποτέλεσμα ἀρκετὰ γνήσιον ἀλλὰ ἀτελὲς, διότι δὲν περιέχουν τοὺς ἀπόντας δημότας καὶ τὴν διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι σήμερον δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Πρὸς τούτοις ὡς πρὸς τὰ δημοτολόγια ὅλοι ἠξεύρομεν εἰς ποίαν κατάστασιν τηροῦνται· ἐπειδὴ ὁ Κύριος Κυριακὸς ἀνέφερε τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγώ· ἐνῷ αἱ ἀρχαὶ αἱ δημοτικαὶ φέρουσι τὸν πληθυσμὸν τῶν Ἀθηνῶν εἰς 42,000 καὶ τοῦτο βασιζόμεναι εἰς τὰ δημοτολόγια, μετὰ ταῦτα ὁμολογοῦσιν, ὅτι τὰ δημοτολόγια περιέχουσι μόνον δώδεκα χιλιάδας, δηλαδὴ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν οἰκογενειῶν καὶ ἐκ τούτων λαμβάνοντες τοὺς ἐγγάμους κάμνουσιν ὑπολογισμὸν, ὅτι ὁ πληθυσμὸς φθάνει εἰς τόσας χιλιάδας. Τὰ δημοτολόγια περιέχουν μόνον τὸ ἓν τέταρτον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτῶν· πρὸς τούτοις ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἀπόδειξις, ὅτι τὰ δημοτολόγια εἶναι ἐσφαλμένα, ὑπάρχει ὁ ὁριστικὸς κατάλογος τῶν ἐκλογέων ὅστις παρέχει μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις. Μᾶς λέγουν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ὅτι ἀρχηγοὶ οἰκογενειῶν εἶναι 12,000, καὶ ὁ ὁριστικὸς κατάλογος περιέχει ὡς ἀρχηγοὺς μόνον 6,000· βλέπετε λοιπὸν ὅτι αἱ πληροφορίαι τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν εἶναι κατὰ τὸ ἥμισυ ἐσφαλμέναι. Ἐπίσης ὡς πρὸς τὸν Πειραιᾶ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἀναφέρει δύω χιλιάδας ἀρχηγοὺς οἰκογενειῶν ἐγγεγραμμένους εἰς τὰ δημοτολόγια καὶ ὁ ὁριστικὸς κατάλογος παριστᾷ μόνον 999. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ παραστήσω περαιτέρω, πόσον ἐσφαλμέναι εἶναι αἱ ἐπὶ τῶν δημοτολογίων πληροφορίαι. Πρὸς τούτοις αὗται αἱ πληροφορίαι ἀντιφάσκουσι καὶ εἰς τὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα· διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκήρυξεν, ὅτι ὑπάρχει πληθυσμὸς οὐχὶ ἀνώτερος τῶν 42,000. Βεβαίως πολὺ ἀσφαλέστερος εἶναι ὁ δεύτερος τρόπος τοῦ ὑπολογισμοῦ, ὁ τῶν ἀπογραφικῶν πινάκων. Ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁσάκις πρόκειται νὰ δώσῃ ἓν δικαίωμα εἰς ἐπαρχίαν τινὰ, νὰ προστεθῇ δηλ. εἷς βουλευτὴς, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ πολὺ ἀκριβέστερον, ν’ ἀναθέτῃ δηλ. τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν προσθήκην· ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ ἀφαιρέσῃ ἕνα βουλευτὴν, τότε νομίζω ὅτι τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως ἀπόκειται εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ζητεῖ τὴν ἀφαίρεσιν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ χωρὶς νὰ λάβῃ ἐπισήμους πληροφορίας, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν νομίζω, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ Κ. Μαυρομιχάλης ἐξαναστὰς κατὰ τοῦ κεκτημένου δικαιώματος, διότι τὸ κεκτημένον δικαίωμα θεωρεῖται μόνον ὡς πρὸς τὸν ἀνώτερον ἀριθμόν. Τώρα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει ἐπὶ ἑκάστης ἐκθέσεως νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, λέγω ὅτι ἂν διὰ τῆς ἐκθέσεως ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ περὶ πληθυσμοῦ δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἀμέσως, ἂν ὅμως τὰ στοιχεῖα ᾖναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἀποδεικνύεται τὸ ἀβάσιμον τῆς αἰτήσεως τότε ἀποῤῥίπτει αὐτήν· ἀλλ’ ἐὰν ἴδωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία, δυνάμεθα νὰ παραπέμψωμεν τὴν ἐξέτασιν εἰς ἐπιτροπήν.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Εἰς τὴν πρᾶξιν περὶ ἧς πρόκειται ἡ κυβέρνησις ὑποχρεωμένη ἀπὸ τὸν νόμον νὰ προσδιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας, δὲν ἔκαμεν παρὰ μίαν ἁπλῆν ἀπαρίθμησιν, τὴν ὁποίαν ἐξήγαγεν ἀπὸ τὰ διδόμενα, τὰ ὁποῖα αἱ ἐπιτόπιαι ἀρχαὶ ἔφερον εἰς γνῶσίν της· διὰ τοῦτο ὄχι διότι θέλω νὰ ἀποφύγω κἀνὲν ζήτημα ἀφορῶν τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν πορείαν τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι ὅλα τὰ ζητήματα πρέπει νὰ ἐξετάζωνται κατὰ τὴν φύσιν των, διὰ τοῦτο τὴν πρᾶξιν αὐτὴν δὲν τὴν θεωροῦμεν ἡμεῖς ὡς πρᾶξιν κυβερνητικὴν ὑπαγομένην εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικὸν, καὶ ἑπομένως ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἰσχυριζόμεθα, ὅτι δὲν ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἐὰν ᾖναι ἐναντία τῆς ἰδικῆς μας, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἔθετεν ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν μίαν νέαν βάσιν οὐχὶ τοῦ πληθυσμοῦ ἀπολύτως, ἀλλὰ τῶν δημοτῶν, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν, λέγω, ποῖοι εἶναι οἱ δημόται καὶ ποία ἡ ἀναλογία τῶν βουλευτῶν, διότι ἄνευ ταύτης δὲν ἠδύναντο αἱ ἐπαρχίαι νὰ γνωρίζουν πόσον ἀριθμὸν θὰ ἐκλέξουν, καθόσον μέχρι τοῦδε τοὺς ἐξέλεγον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ ἐν γένει καὶ οὐχὶ τῶν δημοτῶν. Διὰ νὰ κάμωμεν τὴν ἀπαρίθμησιν αὐτὴν ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν ποῖα ἀποδεικτικὰ μέσα ἔχομεν, ποῖα στοιχεῖα ἐδύναντο νὰ μᾶς ὁδηγήσουν· καὶ στοιχεῖα εἴχομεν τὰ δημοτολόγια καὶ τοὺς ἀπογραφικοὺς πίνακας, οἱ ὁποῖοι προσδιορίζουν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν καὶ τὸν ἀριθμὸν τοῦ πληθυσμοῦ. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ λοιπὸν ἐλάβομεν ὡς βάσιν καὶ ἐστηρίχθημεν ἐπὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐδείκνυε περισσότερον ἀριθμόν· κατ’ αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν μὴ ἐξετάσαντες ὁποῖα ἦσαν τὰ προηγούμενα, ἀπεφάνθημεν· καθὼς εἶπεν καὶ ὁ Κύριος, Τρικούπης, τὰ προηγούμενα ἦτο μία πρόληψις οὐχὶ δικαίωμα ἀναμφισβήτητον. Μὴ λαβόντες λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν μήτε προηγούμενα, μήτε κεκτημένα δικαιώματα ἐκάμαμεν τὴν ἀναλογίαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δημοτῶν. Τί μᾶς ἔλεγον εἰς τὰς Ἀθήνας; δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι ὁ ἀριθμὸς εἶναι μεγαλήτερος, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἐπαρχίαν, ἥτις δίδει 12 χιλιάδας ψηφοφόρους νὰ ὑπάρχῃ ἀριθμὸς 40 χιλιάδων δημοτῶν. Καὶ ὅμως τί βλέπομεν εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας; εἰς τὴν Ζάκυνθον εἶναι 13 χιλιάδες ψηφοφόροι πρὸς 43 χιλιάδες κατοίκους· ἐπεμείναμεν λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν. Ἀλλὰ Κύριοι, δὲν λέγομεν· διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ βουλὴ ἐὰν δι’ ἄλλων μέσων ἐπίσης νομίμων καὶ ἰσχυρῶν εὕρῃ, ὅτι ἡ ἀναλογία δὲν εἶναι ἀληθής, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὴν μεταβάλλῃ. Ἡ βουλὴ λοιπὸν δικαιοῦται νὰ σεβασθῇ τὸ μεγαλήτερον δικαίωμα τοῦ νὰ δώσῃ ἑκάστη ἐπαρχία τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν τὸν ἀναλογοῦντα εἰς τὸν πληθυσμόν, καὶ νὰ μὴ σταματήσῃ ἀπέναντι ἐσφαλμένων ὑπολογισμῶν τυχὸν τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἓν ζήτημα ἠμποροῦσε νὰ γεννηθῇ καὶ τὸ θέτω ὑπ’ ὄψιν σας. Τὰ μέσα τῆς ἀπαριθμήσεως εἶναι κανονισμένα νομοθετικῶς; Ἕως τώρα γνωρίζομεν ὅτι αἱ βάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουσι τὸν πληθυσμόν, εἰσὶν αἱ δεῖνα καὶ δεῖνα. Τώρα ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ ἡ ἀμφιβολία ὅτι ἀφοῦ διὰ νόμου ἔχετε ἀναγνωρισμένην μίαν ἀπόδειξιν, δὲν ἠμπορεῖτε ἐνόσῳ συντάττεται νόμος, διότι ἔτι δὲν νομοθετεῖτε, νὰ ἀντικαταστήσητε εἰς αὐτὴν τὴν νόμιμον ἀπόδειξιν μίαν ἄλλην κοινοβουλευτικήν; καὶ διὰ νὰ ἀποδείξωμεν τὸ ἐσφαλμένον τῆς σύμφωνα μὲ τὸν νόμον ἐνεργηθείσης ἀπαριθμήσεως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς ἄλλου νόμου, ὅστις νὰ καθιστᾷ τὴν νόμιμον ἀπόδειξιν διὰ μιᾶς ἄλλης τοιαύτης; καὶ νόμον δὲν δικαιοῦται ἡ βουλὴ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν νὰ συντάξῃ; Ἰδού, Κύριοι, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μὲ κάμνει νὰ ἀμφιβάλλω ἂν ὁ παρὼν εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ ἤθελον κλίνει ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἂν δὲν εἶχον ἕνα ἄλλον ἰσχυρὸν λόγον, ὅστις μὲ κάμνει νὰ μὴ ἀποφανθῶ ἢ νὰ μὴ ἐπιμένω ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν πρέπει ἡ βουλὴ νὰ καταστρέψῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν αἱ ἐπαρχίαι. Ὁ λόγος δὲν εἶναι ὅτι τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθημεν ἡμεῖς εἶναι πολὺ ἀρχαῖα· δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ κάμωμεν ἄλλως, διότι ἠμπορούσατε δικαίως νὰ μᾶς κατηγορήσητε ἐπὶ αὐθαιρεσίᾳ καὶ νὰ μᾶς εἴπητε ἔπρεπε νὰ μείνετε εἰς ἕνα γενικὸν κανόνα, ποῖα δὲ εἶναι τὰ στοιχεῖα ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθημεν; τὰ δημοτολόγια, ἀπὸ τοῦ 52 ἀναθεωρηθέντα ἐν μέρει εἰς τὸ 56 καὶ ἡ ἀπογραφὴ ἥτις ἐνηργήθη εἰς τὰ 1861 καὶ ποῦ μὲν ἐνέδωκεν ἡ ἀπογραφὴ καὶ ὑπερίσχυσαν τὰ δημοτολόγια, ποῦ δὲ τὸ ἐναντίον ἐδέχθημεν, τὸ στοιχεῖον τὸ παρουσιάζον περισσότερον πληθυσμόν.
§37ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποίαν βάσιν ἐλάβετε; τοῦ 61 ἢ τοῦ 56.
§38ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὴν Ἀττικὴν τί ἐλάβετε;
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἀττικῆς ἐγεννήθη ἡ ἀμφιβολία, ἂν ἡ ἀπαρίθμησις τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν δὲν ἦτον ἀκριβής, διότι οἱ παρουσιαζόμενοι ἐκλογεῖς εἰς τὸν βουλευτικὸν κατάλογον ἦτον μέγας ἀριθμός, ἀλλ’ ὁμοίαν ἀναλογίαν κατοίκων πρὸς ἐκλογεῖς, ὁποίαν εἰς Ἀθήνας, εὕρομεν καὶ ἀλλοῦ, εἰς Ζάκυνθον π. χ. εἶναι ἐκλογεῖς 11000, περίπου καὶ δημόται 42000.
§40Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ νομάρχου εἶναι μεταξὺ τῶν ἐγγράφων.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι μᾶς παρουσιάσθη ἡ ἔκθεσις τοῦ Κυρίου Νομάρχου ἡ ὁποία βεβαιοῖ τὸ ἐναντίον ἐξαγόμενον, ἀλλ’ ὁ χρόνος ἰδίως καθ’ ὃν διετάχθη μᾶς ἔκαμε νὰ προτιμήσωμεν ἀντ’ αὐτῆς τὰ ἄλλα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι πλέον ἀπομεμακρυσμένης ἐποχῆς καὶ ἐπιμελέστερον πραγματευθέντα αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον· ἐπροτιμήσαμεν λοιπὸν τὰ δημοτολόγια ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου, ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τοὺς νόμους τῆς φύσεως ὁ πληθυσμὸς αὐξάνει, ἐπιτρέπεται νὰ παρουσιασθῶσιν ἐναντίαι ἀποδείξεις, βεβαιοῦσαι τὴν ἀλήθειαν ἀπέναντι τῶν ἀρχαίων ἀποδείξεων, ἐφ’ ὧν ἡμεῖς ἐστηρίχθημεν. Ἀλλ’ ἓν ἄλλο ζήτημα πρέπει νὰ λύσωμεν πρίν· ἔχουσιν ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι τὸ δικαίωμα νὰ κάμουν ἐνστάσεις τοιαύτας;
§42ΠΟΛΛΟΙ. Ὅλαι.
§43ΕΤΕΡΟΙ. Ὅσαι ἐζήτησαν.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν τὸ ἔχωσιν ὅλαι, τότε θὰ γεννηθῇ μία ἀμφιβολία, πρέπει ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαίωμα εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα πρὶν τελειώσουν καὶ αὐταὶ τὰς νέας ἐκλογάς των, αἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀποτελέσματα πλέον τοῦ ἑνὸς τρίτου, καὶ ποῦ θὰ σταθῶμεν ἐὰν δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμουν ἤδη νέας ἀπαριθμήσεις; εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος κατὰ νέαν ἐπὶ τούτου ἀπαρίθμησιν θὰ εὑρεθῇ τρία ἑκατομμύρια. Νομίζω λοιπὸν ὅτι παραδεχόμενοι, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἤδη, πρέπει νὰ περιορισθῶμεν ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔκαμον τὴν ἔνστασιν, διότι δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἐπαρχία ἥτις ἔκαμε τὴν ἔνστασιν ᾐσθάνθη τρόπον τινὰ ἓν δικαίωμά της, ἐνῷ ἐὰν τὸ δώσωμεν τώρα προσκαλοῦμεν τὰς ἐπαρχίας εἰς τὴν ἀπαίτησιν αὐτήν.
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι μερικὰ δικαιώματα ἀπὸ τῶν ὁποίων δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραιτηθῇ μία ἐπαρχία.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω, ὅτι παραδεχθέντες αὐτὴν τὴν ἀρχὴν πρέπει νὰ τὴν περιορίσωμεν τοιουτοτρόπως· τοὐλάχιστον ἔχομεν πρόληψιν κατ’ αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν ὅτι δὲν παραπονέθησαν, διότι δὲν αἰσθάνονται τὸ δικαίωμά των· ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν νομίζω, ὅτι πρέπει ἂν θέλετε νὰ ἐξετάσητε ἀνὰ μίαν τὰς προτάσεις ὅπως φέρονται ἐνώπιόν σας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν καὶ πρὸς τὰς ἐπαρχίας αἱ ὁποῖαι μᾶς ἔκαμον ἤδη αἰτήσεις. Διὰ τὰς ἐπαρχίας τὰς ἐχούσας τὸ δικαίωμα καὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀφῃρέθη, ἐγὼ παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ Κ. Τρικούπη· βεβαίως ἡ πρόληψις εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν καὶ πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον.
§47ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Συμφωνῶ, κύριοι, μὲ τὸν προαγορεύσαντα.
§48ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Κυρίου Βαλαωρίτη ὀφείλει ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀντικειμένου ἤ μετὰ τὴν κατάρτησίν της; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§49ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις Κύριοι, ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ ἀναβάλλει τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ προσθήκης βουλευτῶν ζητήματος μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν.» Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω, ὅτι δηλ. ἠθέλησα νὰ καθιερώσω τὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται παντάπασιν νὰ ἐξετάσῃ καμμίαν περιττὴν πρᾶξιν παρὰ νὰ προχωρήσῃ ἐμπρός· ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅταν ὁ Κύριος Ἰακωβάτος ἠθέλησε ν’ ἀναγνώσῃ μίαν ἐπιστολὴν, ἐγὼ πρῶτος ὕψωσα φωνὴν ν’ ἀναγνωσθῇ, ἀλλ’ ἐδῶ ἐννοῶ ἄλλα, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἐξετάσωμεν, διότι θὰ μεταβληθῶμεν αὐτὴν τὴν ὥραν εἰς ἀπογραφικοὺς ὑπαλλήλους, θὰ διακόψωμεν τὴν τακτικὴν ἐργασίαν μας καὶ θὰ ἐκτελέσωμεν καθήκοντα ἀπογραφικά.
§50ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Πόθεν, μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν θὰ λάβωμεν αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον;
§51ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σήμερον, Κύριοι, συζητοῦντες μίαν ἐκλογὴν, δὲν θὰ εἴμεθα εἰς κατάστασιν ἀμέσως, χωρὶς νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν πρόοδον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἑπομένων ἐκλογῶν, νὰ ἔχωμεν τὰς ἀποδείξεις τὰς ἀναγκαιούσας καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν. Εἴπομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὡς βάσιν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της, καθὼς εἶπε καὶ ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, τοὺς ἀπογραφικοὺς πίνακας τοῦ 61 καὶ τὰ δημοτολόγια τοῦ 62. Τόρα βλέπετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς μίαν ἀμφιβολίαν, δὲν εὗρεν ἰσότητα, δὲν εὗρεν ἀκρίβειαν μεταξὺ τῶν δημοτολογίων καὶ τῶν ἀπογραφικῶν πινάκων, διότι οὐδέποτε, καὶ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἔγινε ἀπογραφὴ πληθυσμοῦ ἀκριβής· τόρα ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἄλλα στοιχεῖα διὰ νὰ λάβωμεν πληροφορίας. Θὰ τὰ λάβωμεν ἀπὸ ἰδιαιτέρας πληροφορίας διὰ νὰ ἀνασκευάσωμεν τὰς ἀποδείξεις τὰς καθιερωμένας διὰ νόμου. Θὰ ἀρυσθῶμεν τὰς πληροφορίας μας ἀπὸ τὰ ἴδια ἐκεῖνα ἔγγραφα τῆς κυβερνήσεως. Λοιπὸν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, ὥστε πρέπει νὰ εὕρωμεν νέα στοιχεῖα ἀποδείξεως. Τότε λοιπὸν θὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ, θὰ διακόψωμεν τὰς ἐξελέγξεις καὶ θὰ περιμείνωμεν νὰ λάβωμεν τὰς πληροφορίας ἀπὸ τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, τοὺς ἐπάρχους καὶ τοὺς δημάρχους. Ὅ,τι ἔφερε ἕκαστος βουλευτὴς ἐδῶ, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ συμφέρον, σᾶς λέγω ὅτι καὶ ἡ ἐπαρχία Καρυστίας ἀξιοῖ ἕνα βουλευτὴν περισσότερον, καὶ ἔχει καὶ ἐνστάσεις· εἶναι ἀπ’ ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ὅτι ἔφερον ἐνστάσεις.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι πρέπει νὰ καταδικάσωμεν τὰς ἐνστάσεις αὐτάς.
§53ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πολὺ καλὰ, ἀλλὰ τότε θὰ μεταβληθῶμεν εἰς ὑπαλλήλους ἀπογραφικούς. Τόρα λοιπὸν πρέπει νὰ τελειώσωμεν τὴν ἐξέλεγξιν, νὰ περαιώσωμεν τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας, καὶ τότε νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὰ, ὅτε ἐν ἀνάγκῃ, δυνάμεθα νὰ διορίσωμεν καὶ ἐπιτροπὴν νὰ ἐξελέγξῃ τὰς διαφόρους ἀποδείξεις· ἔπειτα καθὼς ὡραιότατα εἶπεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς πῶς θέλετε νὰ φέρετε δύω διακεκριμένα δικαιώματα, ὡς πρὸς τοὺς μὲν νὰ ἔχετε τοὺς πίνακας τοῦ 56 καὶ 61 καὶ διὰ τοὺς δὲ τοὺς τοῦ 65. Ἔκαμαν ἔνστασιν, λέγουν, καὶ μήπως ἐὰν εἴξευρον ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι ὅτι πρόκειται ἤδη καὶ περὶ προσθήκης ἄλλων βουλευτῶν δὲν ἠδύνατο ἑκάστη νὰ παρουσιάσῃ ἀποδείξεις περὶ τοῦ πληθυσμοῦ της; τινὲς προῆλθον εἰς ἐνστάσεις, θέλετε εἰς αὐτὰς μόνον νὰ χορηγήσετε δικαιώματα πλειότερα καὶ νὰ ἀφήσετε τὰς ἄλλας; καὶ τέλος πάντων ἐὰν παραδεχθῆτε τοῦτο, συγκατανεύω καὶ ἐγὼ εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς μολονότι δὲν εἶναι νόμιμον, εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλ’ ἔστω τὸ παραδέχομαι, ἀλλὰ ποῦ αἱ πρόσφοροι καὶ ἀναντίῤῥητοι ἀποδείξεις; καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν προσθήκην ἀριθμοῦ βουλευτῶν τί θὰ κάμωμεν; ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα ποίους θὰ προσλάβωμεν, τοὺς ἐπιλαχόντας; Ἔκαμεν ὁ Κύριος Μπαλάνος μίαν παρατήρησιν τὴν ἑξῆς, ὑποθέσατε ἡ Κυβέρνησις εἴς τινα ἐπαρχίαν προσδιώρισεν ἀνώτερον ἀριθμὸν καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ὀλιγώτερος, τί θέλει γείνει διὰ τὸν πλεονάζοντα; νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα· εἰς τοιαύτην περίπτωσιν προκειμένου περὶ βουλευτοῦ ἐκλεχθέντος παρὰ τὸν νόμον κατὰ πλεονασμόν, ἡ βουλὴ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς σχετικῆς ἐκλογῆς ἀποβάλλει τὸν ἔχοντα τὰς ὀλιγωτέρας ψήφους ὡς πλεονάζοντα τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ. Μετὰ τοὺς λόγους τούτους λέγω ὅτι, ἐπειδὴ δύω ζητήματα σπουδαῖα δύνανται νὰ σχετισθῶσιν καὶ συζητηθῶσιν κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν ἐπιπολαίως καὶ ἀνακριβῶς ἴσως, πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἐξέτασιν τοῦ πράγματος ἀφοῦ καταρτισθῶμεν, ἡ ὑπόθεσις τότε θὰ λυθῇ μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς καὶ θὰ φέρῃ περισσοτέρας ἀποδείξεις περὶ τῆς νομιμότητός της καὶ περὶ τῆς ἀπροσωποληψίας μας.
§54ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, τὸ δικαίωμα τὸ βουλευτικὸν ὡρίσθη ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ἰδίως ἐπὶ τὸ ἀριθμοῦ, εἶναι λοιπὸν καθιερωμένον ὁριστικῶς, καὶ δὲν ἐπιδέχεται καμμίαν ἀμφισβήτησιν καὶ καμμίαν ἀπαίτησιν, διότι οὔτε ἡ ἐξουσία δύναται νὰ τὸ παραλλάξῃ οὔτε ἡ Βουλή, μήτε κατὰ τὸ ἔλαττον μήτε κατὰ τὸ πλέον, ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα τὸ καθιέρωσεν εἰς τὸν ἀριθμόν. Πᾶσα πληθὺς 10 χιλιάδων ψυχῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἕνα ἀντιπρόσωπον, ἀλλ’ ἤδη εἰς τὴν δυσκολίαν ὅπου εὑρισκόμεθα, ἔχομεν ἀνάγκην ἀποδείξεων, ὑπ’ ὄψιν ἔχομεν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἓν καθῆκον ὡρισμένον ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ νὰ ἐκτελῇ τοὺς νόμους, ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς εἶναι εἷς ἀπὸ τοὺς νόμους τοὺς οὐσιώδεις, ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ ἐκτελοῦσα τὸν νόμον ἡ κυβέρνησις, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν κατὰ 10 χιλ. καθὼς ἐφάνησαν ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα δημοτολόγια ἀπὸ τοὺς ὑπάρχοντας ἀπογραφικοὺς πίνακας· οὕτω καὶ ὥρισε τὸν ἀριθμόν. Τὸν τελευταῖον ἀπογραφικὸν πίνακα τοῦ 61, λέγει ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ἔκαμε αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν· εἶναι ἡ ἀναλογία αὕτη ἀπρόσβλητος; ὄχι· εἶναι ἀμφισβητήσιμος, ἀμφισβητεῖται, ἐξελέγχεται· ἀλλὰ περὶ τούτου χρειάζονται ἀποδείξεις, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τί θέλει ὁ νόμος· ὁ νόμος θέλει τὸν ἀριθμὸν· πόθεν θὰ ἐξάξωμεν τὸν ἀριθμόν; θὰ τὸν ἐξάξωμεν ἀπὸ τὰ δημοτολόγια, ἀπὸ τὴν ἀπαρίθμησιν, ἀλλὰ δὲν βλέπω τίποτε ἐνώπιόν μας, αὐτὰ ὅλα εἶναι λόγια πτερόεντα, τὰ ὁποῖα λέγομεν καὶ δὲν βλέπω ἕνα πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐξάξωμεν τὸ συμπέρασμα. Ὁ συνάδελφός μου βουλευτὴς Ἀττικῆς, λέγει ὅτι, τὸ δημοτολόγιον τῶν Ἀθηνῶν ἔχει μέγιστον ἀριθμόν· διότι λέγει τὸ δημαρχεῖον ἔχει δώσει διαβατήρια πολλὰ διὰ τὸ Λιβερπούλ, τὴν Κωνσταντινούπολιν, διὰ τὴν Καλκούταν, ἀλλὰ διὰ τὸν ᾅδην πόσα διαβατήρια δὲν ἔχει δώσει; ποῖος τοὺς ἐξήγαγε, ἤτοι διέγραψε τοὺς ἀποβιώσαντας; οὐδείς· καὶ λοιπὸν βλέπετε ἕνα κυκεῶνα ζώντων, ἀποβιωσάντων ἀποδημούντων ἀκαθάριστον—δὲν βλέπω διὰ ταῦτα πῶς εἰμποροῦμεν ἀσφαλῶς νὰ κάμωμεν μίαν ἐκκαθάρισιν· νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν ἕνα καιρὸν νὰ μᾶς σταλῶσι τὰ βιβλία καὶ οἱ ἀπογραφικοὶ πίνακες νὰ ἴδωμεν ἀπὸ ποίας ἐποχῆς μένουν ἀνεξέλεγκτα τὰ δημοτολόγια· Ταῦτα ἔλαβον τὴν ὕπαρξίν των, ἀπὸ τὰ 34, δὲν λέγομεν ἀπὸ τότε πόσοι ἀπεδήμησαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον, καὶ ὅμως ὑπάρχουν εἰς τὰ δημοτολόγια τῆς πρωτευούσης καὶ εἶναι ὅλοι οἱ τῆς πρώτης ἡλικίας ἐγγεγραμμένοι, διότι τότε τὸ δικαίωμα τῶν μᾶλλον φορολογουμένων ἔδιδε τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν, καὶ πρῶτοι οὗτοι ἐνεγράφησαν οἵτινες σήμερον δὲν ζοῦν πλέον. Λοιπὸν ἂς ἔλθουν τὰ δημοτολόγια νὰ παραβάλωμεν αὐτὰ μὲ τὴν ἀπογραφὴν καὶ ἂν δὲν ἀνευρίσκηται ἀπὸ ἐκεῖ, ἂς γίνῃ καὶ νέα ἀπογραφή. Λέγω ὅτι ἄνευ τῶν νομίμων καὶ τακτικῶν πειστηρίων δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φέρωμεν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς οὐσίας· καὶ ἂν θέλετε ν’ ἀποφασίσωμεν ἂς προσδιορισθῇ μία ἐποχὴ, μετὰ τὴν ὁποίαν ἀφοῦ παρουσιασθοῦν τὰ ἔγγραφα ἐδῶ ν’ ἀποφασίσωμεν ἐν γνώσει.
§55ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ζήτημα τὸ σημερινὸν δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν ὅσον φαίνεται διὰ νὰ συζητηθῇ ἀμέσως· καθότι ὅσα καὶ ἂν εἴπωσιν οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ, δὲν θ’ ἀρνηθῇ κανεὶς ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται καὶ μὲ κυβερνητικὰς πράξεις· ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ σταθῶμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἄρχεται ἡ εὐθύνη τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐξουσίας· πῶς θὰ χωρίσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ εἴπωμεν σταθῆτε ἐδῶ, διότι ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα δὲν προχωροῦμεν, διότι εἶναι εὐθύνη τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καθότι ἡμεῖς ἔχομεν πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν τὴν ἐκλογικὴν ἐνέργειαν, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν κανὲν δικαίωμα ἀκόμη, διὰ νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν Ἑπτάνησον δι’ ἑνὸς διατάγματος ἀπεφάσισε ἐκλογικὰς περιφερείας νέας, διότι δὲν εἶχεν οὔτε τὸν ὑλικὸν καιρὸν, οὔτε προηγουμένην διαίρεσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ βασισθῇ· ὁ δὲ Κ. Ἰακωβάτος προχθὲς ἐκάλεσε τὸ τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, κομεστάδες, διότι λέγει εἴπομεν ἐκεῖ, ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν σήμερον ἐπὶ τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ ὅλας τὰς κυβερνητικὰς πράξεις· καὶ εἴχομεν δίκαιον, Κ. Ἰακωβάτε, διότι ἐὰν ἡ Βουλὴ σήμερον ὁμοφώνως ἀναγνωρίζῃ, ὅτι δὲν ἀνέλαβεν ἀκόμη τὸν χαρακτῆρα ἐκεῖνον, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἐξελέγξῃ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, πῶς θέλετε νὰ τὸν ἔχῃ τὸ τμῆμα; τώρα δύνασθε νὰ μοῦ εἴπητε σήμερον, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι εἰς συνάφειαν μὲ τὸν νόμον τὸν ἐκλογικὸν, εἶναι εἰς συνάφειαν· λοιπὸν τὶ θὰ εἴπωμεν; ὅτι ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Κερκύρας δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἐξελέγξωμεν, νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι καλῶς ἔγειναν αἱ ἐκλογαὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν διαταγμάτων, καὶ θὰ παραδεχθῶμεν τοὺς βουλευτάς· ἔπειτα θὰ εἴπωμεν ἐὰν εἶχεν ἢ δὲν εἶχε δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ κάμῃ· συνδέεται ἢ δὲν συνδέεται μὲ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις;
§56ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Συνδέεται, ἀλλ’ ὄχι, διὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῶμεν.
§57ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα σήμερον νὰ κατακρίνωμεν τὴν Κυβέρνησιν.
§58ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἔχομεν.
§59ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι.
§60ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κατὰ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον ἔχομεν.
§61ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν λέγω, Κ. Ἰακωβάτε, ὅτι ἂν καὶ δὲν ἔχω πολλὴν γνῶσιν τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχω, διότι ἔχω πολλὰς γνώσεις διὰ τὰ κανόνια, ὅπου δὲν ἔχουν ἄλλοι, λέγω ὅμως, ὅτι σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ, καθόσον πρέπει νὰ φθάσωμεν πρῶτον εἰς τὸ τέλος τῆς ἐξελέγξεως, ὁπότε ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις νὰ ἐξελέγξῃ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λοιπὸν προτείνω τὴν ἀναβολὴν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος νὰ γίνῃ εἰς τὸ τέλος, ἀφοῦ προηγουμένως καταρτισθῇ ἡ Βουλή· καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἄλλην πρότασιν, ἡ ὁποία ἔγεινεν, ὅτι καὶ ἂν ἐπιληφθῶμεν, νὰ ἐπιληφθῶμεν δι’ ὀλίγας ἐπαρχίας αἱ ὁποῖαι ἔφερον ἐνστάσεις, τοῦτο τὸ ἀποκρούω, διότι ἡ ἔνστασις περὶ τοῦ πληθυσμοῦ, δὲν εἶναι ἔνστασις ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ ἐκλογικὸς νόμος περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς. Ἀλλ’ εἶναι ἔνστασις περὶ δικαιωμάτων πολὺ ἀνωτέρων· εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου θέλετε εὕρει ὅτι μία ἐπαρχία, ἐὰν ἠδικήθη ἀπὸ μίαν κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, ποῦ τὸ εὑρίσκετε αὐτὸ ὅτι αὐτὴ ἡ ἔνστασις, ἐὰν δὲν γίνῃ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἢ πέντε ἡμέρας μετὰ τὴν ἐκλογὴν, ὅτι εἶναι ἄκυρος; αὐτὸ τὸ δικαίωμα λοιπὸν εἰμπορεῖ μία ἐπαρχία νὰ τὸ ζητῇ πάντοτε καὶ εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον ἐξαιτοῦμαι ἀπὸ τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐξελέγξεως ὅλων τῶν ἐκλογῶν τότε νὰ ἐπιληφθῶμεν.
§62ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τοῦ Κ. Δημητριάδου «ἡ Βουλὴ ἀναβάλλει τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ προσθέτων βουλευτῶν ζητήματος μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν.
§64ΖΩΤΟΣ. Κ. πρόεδρε, μίαν ἐξήγησιν θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν Κ. Δημητριάδην, ἐνδέχεται μία ἐκλογὴ ἢ δύο νὰ μείνουν ἐκκρεμεῖς, ἀνεξέλεγκτοι, καὶ ἑπομένως τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ λυθῇ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν, ἡ ὁποία εἰμπορεῖ νὰ ἀργήσῃ· παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τεθῇ μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προεδρείου.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε τώρα εἰς τὰς προτάσεις. Ἀναγινώσκονται αἱ προτάσεις τῶν Κ. Ῥηγοπούλου, Δαρειώτου, Μαυρομιχάλη καὶ Μπαλάνου. Αʹ. Ἂν δύναται σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦ πληθυσμοῦ κατ’ ἀρχήν; Βʹ. Ἂν παραδεχθῇ σήμερον τὴν λύσιν κατ’ ἀρχὴν νὰ ἐκλέξῃ ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐντὸς χρονικοῦ τινος διαστήματος νὰ ἐρευνήσῃ ἂν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ πληθυσμὸς ἀνώτερος τοῦ ὁρισθέντος καὶ πόσος ὑπάρχει. Γʹ. Εἰς τὴν συζήτησιν ἑκάστης ἐκλογῆς νὰ γίνεται λόγος καὶ περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐπαρχίας ἂν ὑπάρχουν ἐνστάσεις.
ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ.
Προτείνω ὅπως κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν ἑκάστης ἐκλογῆς εἰς ἣν ὑπάρχει αἴτησις περὶ προσθήκης καὶ ἑτέρων βουλευτῶν, ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ ἂν ᾖναι δεκτὴ ἢ μὴ, ἡ τοιαύτη αἴτησις.
ΜΠΑΛΑΝΟΣ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπωτέρα ὅλων τῶν προτάσεων εἶναι ἡ τοῦ Κ. Δημητριάδου, τὴν ὁποῖον ἀναγινώσκομεν μὲ μίαν τροποποίησιν, ἡ Βουλὴ ἀναβάλλει τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ προσθέτων βουλευτῶν ζητήματος μετὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ ὁριστικοῦ προεδρείου· οἱ παραδεχόμενοι....
§67ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, μεταξὺ τῶν προτάσεων αἱ ὁποῖαι ἀνεγνώσθησαν ἤδη ὑπάρχει καὶ μία ἡ ὁποία ζητεῖ νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι ἀξιοῦσι νὰ προσθέσουν ἕνα βουλευτὴν ἢ καὶ πλειοτέρους, τοὐτέστιν, εἰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον κεκτημένον τὸ δικαίωμα καὶ ἑπομένως ὑπάρχει πρόληψις, καὶ εἰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιζητοῦσι σήμερον αὐτό· Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη, ἡ ὁποία θέλει τὴν διαίρεσιν, καὶ ἂν ἀποῤῥιφθῇ, φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀπωτέραν, τοὐτέστι τὴν ἀναβολήν.
§68Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι μόνον δύο ἐπαρχίαι, τῆς Βονίτζης καὶ τοῦ Οἰτύλου.
§69ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι καὶ τῆς Σύρου.
§70ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἡμεῖς, Κ. Μαυρομιχάλη, εἴμεθα σύμφωνοι.
§71ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι σύμφωνοι· ἐγὼ ἤθελον ὥστε αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ θίγεται, καθόσον παρουσιάζεται ἐν μιᾷ ἐπαρχίᾳ, καθόσον ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἤδη ἐνίστανται περὶ προσκτήσεως δικαιώματος, ἐὰν μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς κυρίως ἐκλογῆς, ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἔγκυρος, τότε ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς προσκτήσεως βουλευτῶν· ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν παρουσιασθῇ μέσον ἀποδεικτικὸν, ὅτι ὁ τόπος δικαιοῦται νὰ τοῦ δοθῇ ἀφῃρημένως τὸ δικαίωμα· λέγω ἀφῃρημένως, ὥστε ἡ λύσις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, νὰ μὴ συνεπάγηται τὴν εἴσοδον τοῦ ἐπιλαχόντος, εἶναι ζήτημα ὅλως χωριστόν. Ἐὰν π. χ. κατὰ τὴν ἐκλογὴν Βονίτζης, ἡ ὁποία μέχρι τῆς προχθὲς ἀντεπροσωπεύετο διὰ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῆς παρουσιασθῶσιν ὅλαι αἱ νόμιμαι ἀποδείξεις, ὅτι ἡ ἐπαρχία αὕτη ἐξακολουθεῖ ἔχουσα τὸ δικαίωμα, τότε πρέπει νὰ τὸ δώσωμεν. Ἐνῷ καθ’ ὑμᾶς ἡ πρότασίς σας λέγει ὅτι διὰ τὰς μὴ ἐνισταμένας ἐπαρχίας νὰ θίγεται τὸ ζήτημα μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐξελέγξεων. Ἐγὼ δι’ αὐτὸ διῄρεσα τὸ ζήτημα εἰς ἐπαρχίας ἐχούσας τὸ δικαίωμα καὶ εἰς ἐπαρχίας ζητούσας τὸ δικαίωμα.
§72ΠΟΛΛΟΙ. Ἡ ἀναβολή.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῶν ΚΚ. βουλευτῶν, Δημητριάδου, Καλλιφρονᾶ καὶ Πετιμεζᾶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί·) θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀνάπαλιν, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀμφιβολία. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί).
§74ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐν περιπτώσει ἀμφιβολίας πρέπει νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουν Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι Ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ περὶ ἀναβολῆς πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 85 κατὰ 67. Ἔρχεται ἤδη ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαυρομιχάλη. «Προτείνω τὸ περὶ πληθυσμοῦ ζήτημα νὰ διαιρεθῇ, 1) Εἰς τὰς ἐπαρχίας αἵτινες ἔσχον τὸ δικαίωμα ν’ ἀντιπροσωπεύωνται διὰ περισσοτέρου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. 2) Εἰς τὰς ἤδη ἐνισταμένας ἐπαρχίας τοῦ ν’ ἀντιπροσωπεύωνται διὰ περισσοτέρου ἀριθμοῦ βουλευτῶν.»
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, αἵτινες ἔδιδον ἀνώτερον ἀριθμὸν βουλευτῶν, δὲν τὸν ἔδιδον ὡς ἐκ προνομίου τινὸς, ὡς συμβαίνει σήμερον εἰς τὰς Σπέτσας, Ὕδραν, Νέα Ψαῤῥά. Τώρα ἐβεβαιώθη, ὅτι ὁ πληθυσμὸς εἶναι κατώτερος τοῦ πληθυσμοῦ, ὃν εἶχον τότε· καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις καλῶς ποιοῦσα στηριζομένη εἰς τὴν ἀληθῆ ἐκτίμησιν τοῦ ἀριθμοῦ, ἔκαμε διάκρισιν· ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι ἔχουν τὸ αὐτὸ δικαίωμα, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος, καὶ δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως.
§78ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἂν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἶχε τὴν καλοσύνην νὰ προσέξῃ κατὰ τὴν συζήτησιν, δὲν ἤθελεν ὑποστῇ τὴν ἔλλειψιν, τὴν ὁποίαν ἡ μικρὰ ἀγόρευσίς του παρουσιάζει. Οὐδεὶς ἐπαρουσιάσθη μὲ ἰδέας προνομίων, ὑποβάλλων τὸ ἔθνος εἰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀποκρούει. Ἡμεῖς ζητοῦμεν, καὶ ζητοῦμεν ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ἰσότητος δικαίωμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι ὑπάρχει, δὲν θὰ ᾖναι δὲ ἡ Βουλὴ ἐθνικὴ, ἂν παραδεχθῇ δικαιώματα μὴ ὑπάρχοντα. Τὸ ζήτημα τοῦ πληθυσμοῦ ὑπήγαγον εἰς δύω κατηγορία, εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δυνάμει τοῦ πληθυσμοῦ των εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀποστείλωσι περισσοτέρους ἀντιπροσώπους, καὶ εἰς ἐκείνας αἱ ὁποῖαι σήμερον ἐν τῷ δικαιώματι τοῦ πληθυσμοῦ, ζητοῦσι πρόσκτησιν τοιούτου δικαιώματος. Διὰ τοῦτο κατακρίνω τὴν φράσιν κεκτημένα δικαιώματα· διότι τὸν πληθυσμὸν δὲν τὸν ὑπάγω εἰς τὴν διάταξιν τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων, καθόσον ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα δυνάμει τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ οὐχὶ δυνάμει προνομίων νὰ στέλλῃ 4 καὶ τοῦτο τὸ στηρίζω εἰς τὸ δημοτολόγιον καὶ εἰς τὴν ἀπογραφήν· καὶ ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, θὰ ἀποδείξω, ὅτι παρουσιάζει πληθυσμὸν ἀνώτερον τοῦ ὁρισθέντος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἦλθον νὰ λύσω τὸ ζήτημα ἀποτόμως, ἦλθον, ὅπως παραδεχθῇ ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας ἀποδειχθῇ μείζων τοῦ ὁρισθέντος, νὰ μὴ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται εἰς ὅλας τὰς διατάξεις τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Δὲν ἔρχομαι νὰ ζητήσω, ὅτι ἐπειδὴ ἔδιδε, πρέπει νὰ δώσῃ· ἔρχομαι νὰ ἀποδείξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, ἔχει πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 30,000. Ἦλθον νὰ ἄρω τὴν μομφὴν, ἡ ὁποία ἀπεδόθη εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, ὅτι ζητεῖ προνόμια, δὲν ζητοῦμεν προνόμια, ἀλλ’ ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δικαιώματος καὶ τῆς ἰσότητος.
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ὁ κ. Μαυρομιχάλης μὲ παρενόησε καὶ ὡς ἐκ τούτου προέβη εἰς συλλογισμοὺς καὶ κρίσεις πρὸς χωρισμὸν τῆς προτάσεώς του, οὓς δὲν ἤθελε κάμει, ἂν ἤθελεν ἀκούσει τὶ εἶπον· ἐγὼ εἶπον, ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἵτινες πρὶν ἔδιδον πλειοτέρους Βουλευτὰς, τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν πηγάζει ἐκ προνομίου τινὸς, ἀλλ’ ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ. Τότε πρὸς τὶ ἡ διάκρισις νὰ διαιρέσωμεν τὰς ἐπαρχίας ταύτας ἀπὸ τὰς ἄλλας; Ἂν ἡ Βόνιτσα, ἡ Σύρος ἔχωσι πληθυσμὸν τοσοῦτον, ὥστε νὰ δώσωσι πλειοτέρους Βουλευτὰς, τότε τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ διὰ τὴν Ἄνδρον καὶ διὰ τὴν Ἀττικήν. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἀπολύτως δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ πρότασις, ἣν ἔφερεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, εἶναι ἀλυσιτελὴς, ἡ ἐξέτασις πρέπει νὰ γείνῃ δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ά. § τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μαυρομιχάλη λέγει· «τὸ περὶ πληθυσμοῦ ζήτημα νὰ διαιρεθῇ εἰς τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιπροσωπεύωνται διὰ περισσοτέρου ἀριθμοῦ βουλευτῶν.»
§81ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἡ ἀπωτέρα εἶναι ἡ ἰδική μου.
§82ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅταν ἐθέτατε τὸ ζήτημα περὶ ἀναβολῆς ἐν γένει περὶ ὅλων τῶν ἐκλογῶν, σᾶς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ διαιρεθῇ, δὲν ἐθέσατε ὅμως οὕτω πως τὸ ζήτημα· ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἀποφάσεώς της τί εἶπεν; ὅτι δὲν ἀναβάλλει καμμίαν, ἅμα ἔρχεται κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν ἡ ἐκλογὴ θὰ τὴν συζητῇ· ἡ παρουσιαζομένη λοιπὸν πρότασις εἶναι περιττή.
§83ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἡ Βουλὴ σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν ἑκάστης ἐκλογῆς νὰ διαφωτίζηται, καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἀνώτερον ἢ τὸν κατώτερον ἀριθμὸν τοῦ πληθυσμοῦ; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκλέξῃ μίαν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος δύναται νὰ φέρῃ ἓν ἀποτέλεσμα.
§84ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἡμεῖς ἐννοούσαμεν σχετικὴν τὴν πλειοψηφίαν.
§85ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὄχι ἀπόλυτον.
§86ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἡ Βουλὴ, Κύριοι, ἀπέῤῥιψε τὸ περὶ ἀναβολῆς ζήτημα, ἑπομένως δὲν μένει ἢ νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ὅπου ἀπαντῶμεν τὸ ζήτημα τῆς προσθήκης ἐκεῖ νὰ γίνεται συζήτησις.
§87ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν ἤθελον, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν διαφόρων τούτων ἀντικειμένων, ὅταν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐτέθησαν ἐπὶ τῆς τραπέζης οὐκ ὀλίγαι προτάσεις· αἱ προτάσεις αὗται ὑπάρχουσιν ἐπὶ τῆς τραπέζης, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη εἰσέτι ἐπ’ αὐτῶν. Παρακαλῶ, θέλω νὰ φωτισθῶ, διότι ἀφοῦ ὑπάρχουν προτάσεις ἐπὶ τῆς τραπέζης· ἂν ὁ προτείνας δὲν τὰς ἀπέσυρεν, ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα καὶ ὀφείλει νὰ τὰς συζητήσῃ καὶ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν. Ἐνῷ ὑπῆρχον τόσαι προτάσεις, ἐπέρχεται καὶ μία περὶ ἀναβολῆς· ἀπεῤῥίφθη. Τί θὰ συζητήσωμεν, Κύριοι, ἤδη; ἀνεκάλεσαν ὅλας τὰς προτάσεις οἱ προτείναντες αὐτὰς, ναὶ ἢ ὄχι; Προτείνω λοιπὸν νὰ ἀναγνωσθῶσιν ὅλαι αἱ προτάσεις, ἵνα ἴδωμεν ποία ἡ πρώτη, ποία ἡ δευτέρα κτλ.
§88ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δύο λέξεις ἔχω, Κύριοι, νὰ εἴπω, τὸ ζήτημα ἐτέθη καθαρὸν, ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ· ἡ Βουλὴ δὲν τὴν παρεδέχθη, ὁ φίλος μου Κύριος Παδοβᾶς ἦλθεν ἤδη καὶ σᾶς ὑπέμνησε προτάσεις, αἵτινες εἶναι κατατεθειμέναι ἐπὶ τῆς τραπέζης, εἶχε φαίνεται ὑπ’ ὄψιν τὸν κανονισμὸν τοῦ κοινοβουλίου τῆς Ἑπτανήσου κατὰ τὸν ὁποῖον συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται ὅλαι αἱ προτάσεις, καθὼς μάλιστα συνέβη εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως. Ὁ Κύριος Λομβάρδος ἦτον ἔνθερμος θιασώτης τῆς ἑνώσεως, ἄλλος τις ὑπέβαλε πρότασιν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως καὶ ἐκεῖνος. Ὁ Κύριος Λομβάρδος ὁ ἔνθερμος θιασώτης τῆς ἑνώσεως εὑρίσκετο ἐκτὸς τῆς προτάσεως αὐτῆς· (γέλως. Ὁ Κ. Λομβάρδος κάμνει χειρονομίας ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν τοῦ πράγματος.)
§89Α. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§90ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁμιλῶ, Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῶν συζητήσεων· εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἑπτανήσου ὑπῆρχε τὸ σύστημα ὅταν ὑπεβάλλοντο διάφοροι προτάσεις, ἐσυζητοῦντο καὶ ἐπεψηφίζοντο ἅπασαι, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν ἐνταῦθα νομοθεσίαν ἀντίθετον· ὅταν ἡ ἀπωτέρω τῶν προτάσεων ψηφισθῇ αἱ ἄλλαι θεωροῦνται ἄκυροι, κατὰ συνέπειαν δὲν δύνανται ὅλαι αἱ προτάσεις αἵτινες κατετέθησαν ἐπὶ τῆς τραπέζης νὰ ψηφισθῶσιν, ἀποῤῥιφθείσης τῆς ἀναβολῆς (θόρυβος) σᾶς ἀνέφερα τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως.
§91ΒΙΛΑΕΤΗΣ. Ἐχάσατε τὴν σειράν σας.
§92ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Κύριος Λομβάρδος ἦτον εἷς τῶν ἐνθερμοτέρων θιασωτῶν τῆς ἑνώσεως. Τέλος πάντων ὁ Κύριος Δάνδολος ἐπαρουσίασε καὶ αὐτὸς πρότασιν ἑνώσεως. Ὁ δὲ Κύριος Λομβάρδος δὲν ἐψήφισε, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ Κ. Λομβάρδος ἦτον ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐψηφίσθη τοῦ Κυρίου Δανδόλου, ὁ Κ. Λομβάρδος ἐζήτει νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν καὶ ἡ ἰδική του, ἀλλὰ δὲν παρεδέχθη, διότι τὰ ἀκροατήρια ἀμέσως ἐκραύγασαν, ἐπευφήμησαν καὶ οὕτω διελύθη ἡ Βουλή· (θόρυβος).
§93ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, ἀπεπλανήθη μεγάλως, θέλω τὸ ἐπαναφέρει εἰς τὴν θέσιν του. Ἀποσταλέντες λοιπὸν, Κύριοι, ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐνταῦθα, κινδυνεύομεν νὰ καταστήσωμεν τὸ Βουλευτήριον αὐτὸ, καθὼς ἔλεγε ὁ Γκιζὼ, θέατρον εἰς τὸ ὁποῖον συνέρχονται ὑποκριταὶ ἵνα διασκεδάσωσιν ἀέργους θεατάς. Χθὲς ἐχάσαμεν μίαν ἡμέραν εἰς ματαίας καὶ ἀσκόπους συζητήσεις, σήμερον ἤλθομεν νὰ ἐξελέγξωμεν τὸ δικαίωμα τὸ καθαρῶς ἀνακριτικὸν, καθαρῶς δικαστικόν· τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον τώρα συζητοῦμεν εἶναι ὅλως διόλου νομοθετικὸν, συνταγματικόν· θέλετε λοιπὸν νὰ ἤμεθα καθ’ ὅλα ἄτοποι; Σᾶς ἐρωτῶ, παραδεχόμενοι σήμερον ἓν δικαίωμα τὸ ὁποῖον διὰ νὰ λάβῃ τὸ νόμιμον κῦρος πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ εἰς ἑτέραν περίοδον, πῶς θέλετε τὸ ἐφαρμόσει, θέλετε εἰσαγάγει τοὺς ἀποτυχόντας; καὶ ποῖον δικαίωμα ἔχετε; Τοῦτο εἶναι δικαίωμα τοῦ λαοῦ, ἄλλως ἐὰν ἀποφασίζητε νὰ παραδεχθῆτε τὸ μέτρον τοῦτο, ἐπειδὴ ἀδικεῖται καὶ ἡ ἰδική μου ἐπαρχία νὰ ἐπαναληφθῇ ἐκ νέου, διότι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ νὰ προσδιορίσωμεν μίαν ἡμέραν διὰ νὰ γίνῃ χωριστὴ συζήτησις.
§94ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὀρθῶς, Κύριοι, παρετήρησεν ὁ προλαλήσας ὅτι τῷ ὄντι ἀπεπλανήθημεν· ἐνθυμεῖσθε πῶς ἦλθε τὸ ζήτημα κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως· παρουσιάσθησαν βουλευταί τινες, οἱ ὁποῖοι διϊσχυρίσθησαν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τῶν προσθέτων Βουλευτῶν διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν εἶναι κατηρτισμένη· ἡ ἰδέα αὕτη ἀπεκρούσθη διότι καὶ ἡ ἰδία Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει εὐθύνη αὐτῆς, ἂν ἡ Βουλὴ καὶ τοι μὴ ἀποκατασταθεῖσα νομίμως ἐπιφέρῃ ἐναντίαν ἀπόφασιν ἐκείνης τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις· παρεδέχθη λοιπὸν ἡ Βουλὴ ὅτι δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου· κατόπιν ἠγέρθη ἰδέα τῆς ἀναβολῆς, διότι λέγουν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τ’ ἀναγκαῖα στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζομένη νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της. Κατόπιν παρουσιάσθη ἄλλη πρότασις περὶ διαιρέσεως τῶν Ἐπαρχιῶν εἰς δύο κατηγορίας, τοὐτέστιν εἰς ἐπαρχίας αἱ ὁποῖαι εἶχον κεκτημένον τὸ δικαίωμα καὶ ἔστελλον καὶ ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος καὶ ἐν καιρῷ τῆς Συνελεύσεως διπλάσιον ἀριθμὸν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις κακῶς ποιοῦσα, ὅπως θέλουν κατὰ τὴν συζήτησιν τὸ ἀποδείξει, ἠλάττωσε τὸν ἀριθμόν. Λοιπὸν τί εἶπεν ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης; Νὰ διαιρεθοῦν εἰς δύο κατηγορίας αἱ τοιαῦται ἐκλογαί, εἰς ἐκλογὰς τῶν ὁποίων αἱ ἐπαρχίαι εἶχον κεκτημένον τὸ δικαίωμα καὶ εἰς ἐκλογὰς τῶν ὁποίων αἱ ἐπαρχίαι ζητοῦν προσθήκην στηριζόμεναι καὶ αὗται εἰς τὸν πληθυσμόν· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὴν διαίρεσιν εἰποῦσα ὅτι δὲν ἀποβάλλω καμμίαν.
§95ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· ὄχι.
§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑπάρχει ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἐψηφοφορήσαμεν.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μία εἶναι πρότασις γενικῆς ἀναβολῆς, ἡ δὲ ἄλλη μερικῆς.
§98ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ πρότασις ὑπάρχει, ἂς ἀναγνωσθῇ.
§99ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἄντικρυς αὐτῆς ὑπάρχει καὶ ἄλλη.
§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλὰ περιλαμβάνεται εἰς αὐτήν· ὅταν ἀποῤῥιφθῇ ἡ γενικὴ πρότασις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ἡ μερική. Ἀλλὰ τέλος μὴ νομίζετε ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεώς μας αὐτῆς ὑπεπέσαμεν εἰς κανένα λαβύρινθον· θὰ ἔλθῃ ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἄνδρου, ἥτις ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ καὶ τέταρτος ἀντιπρόσωπος· ἡ Βουλὴ ἐὰν ἴδῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ὅτι δὲν ἔχει στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζομένη νὰ παραδεχθῇ τὸν τέταρτον, ἐννοεῖται ὅτι ἢ θ’ ἀποῤῥίψῃ ἢ θ’ ἀναβάλλῃ ἕως ὅτου συλλέξῃ πληροφορίας. Θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Σύρου, ἥτις εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ σήμερον δικαιοῦται, διότι θὰ σᾶς παρουσιάσῃ τοιαῦτα ἔγγραφα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ μορφώσῃ πεποίθησιν ὅτι ἡ ἐπαρχία αὐτὴ ἔχει δικαίωμα, θὰ τὸ παραδεχθῇ. Νομίζετε λοιπὸν ὅτι διὰ τῆς ἁπλῆς διαιρέσεως θὰ παραδεχθῇ καὶ τὸν πρόσθετον; ὄχι, θὰ γίνῃ συζήτησις. Λοιπὸν ἂς προβῶμεν καὶ προτείνω τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως.
§101Ν. ΚΑΪΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ἐπειδὴ τὰ ἔγγραφα δὲν εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀναβληθῇ διὰ μίαν ἄλλην ἡμέραν διὰ νὰ ζητηθοῦν τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον.
§102ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἴπομεν ὅτι ἀνεβλήθη ἡ ἐξέτασις, τώρα εἰς πᾶσαν συζήτησιν ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦτο· ἐπὶ τῆς Ἄνδρου ἐχθὲς τὸ ἀφήσαμεν, διότι ἐστοχαζόμεθα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ γενικῶς. Τώρα τί γίνεται ἡ Ἄνδρος; μένει; χάνεται;
§103ΤΙΝΕΣ. Θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ.
§104ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἦναι κατατεθειμένα εἰς τὸ γραφεῖον ἂς ἀναγνωσθοῦν, ἄλλως ἂς ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον· τὸ τμῆμα λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἔγγραφά τινα ἀφορῶντα τὴν προσθήκην ἑνὸς βουλευτοῦ. Ἀναγινώσκεται τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐκθέσεως. «Ὅτι ὁ ἐπιλαχὼν ὑποψήφιος τῆς ἐπιτυχούσης μερίδος Νικόλαος Ἐμπειρῖκος ὑπέβαλεν εἰς τὸ τμῆμα ἀναφορὰν, ἐξαιτούμενος ν’ ἀναγνωρισθῇ τέταρτος Βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Ἄνδρου ἐπὶ λόγῳ, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῶν δημοτῶν αὐτῆς ὑπερβαίνει τὰς τριάκοντα χιλιάδας.» «Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου οὐδεμίαν προσήγαγεν ἀπόδειξιν, τὸ τμῆμα δὲν ἔλαβε καθ’ ὅλου ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν του.»
§105ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τώρα θέλομεν νὰ γεννήσωμεν παρεμπίπτοντα ζητήματα. Ἐγνωρίζετε, Κύριε Καΐρη, ὡς ἐνδιαφερόμενος ὅτι ὑπῆρχεν ἓν παράπονον ἐναντίον σας καὶ ἐφροντίσατε νὰ εὕρετε τακτικὰ τὰ ἔγγραφά σας· οἱ ἄλλοι ἀπέδειξαν τὸ ἐναντίον καὶ ἡ Βουλὴ ἐδίκασεν, ἐγνωρίζατε συγχρόνως ὅτι ἔγεινε μία ἔνστασις περὶ προσθήκης βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐφροντίσατε διότι τὴν ἐθεωρήσατε ὡς πάρεργον καὶ δὲν ἐφέρατε κανὲν ἔγγραφον.
§106ΚΑΪΡΗΣ. Παρεκάλεσα τὸν πρόεδρον νὰ ζητήσῃ τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον.
§107Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπροτείναμεν τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος διότι εἴχομεν εἰς τὴν διάνοιάν μας ὅλας αὐτὰς τὰς δυσκολίας, ἀλλὰ ἡ ἀναβολὴ ἀπεῤῥίφθη, τώρα ἔρχεται ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἄνδρου, ὑποθέσατε ὅτι μᾶς φέρουν καὶ πέντε χαρτία τὰ ὁποῖα θὰ τὰ φιλονεικήσωμεν; Τί θὰ κάμωμεν;
§108ΠΟΛΛΟΙ. Θὰ τὰ ἀποῤῥίψωμεν.
§109ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλά. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι τῆς ἰδέας διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὰς ἐργασίας μας, ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ μίαν ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξέλεγξιν ὅλων τῶν ἐγγράφων.
§110ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ τμῆμα ἦτον ἐπιτροπή.
§111ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐρωτήσατε ἂν ἡ Βουλὴ θέλει τὴν ἀναβολήν.
§112Δ. ΖΩΤΟΣ. Εἶμαι μέλος, Κύριοι, αὐτοῦ τοῦ τμήματος· πραγματικῶς μία ἀναφορὰ ὑπάρχει περὶ τετάρτου Βουλευτοῦ· ἠρωτήσαμεν περὶ ἐγγράφων καὶ μᾶς εἶπον ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ἤκουσα τὸν Κύριον Καΐρην χθὲς ὅτι ἐζήτησε, Κύριε πρόεδρε, ἀπὸ ὑμᾶς νὰ γράψετε εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἔλθουν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Ἡ ἔλλειψις τῶν ἐγγράφων δὲν εἶναι κανὲν ἔγκλημα μέγα κατὰ τὸν Κύριον Κυπριάδην, εἶναι μία ἀναβολὴ ὀλίγου χρόνου τὸν ὁποῖον θὰ κερδίσωμεν συζητοῦντες τὰς ἑπομένας ἐκλογὰς ἕως οὗ ζητηθῶσι τὰ λοιπὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον.
§113ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι περιττὸν εἰς πᾶν γεγονὸς τὸ ὁποῖον παρίσταται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ γίνεται τόσον μακρὰ συζήτησις καὶ νὰ προέρχεται μάλιστα ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ μὴ προκαλῶσι τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ ἦναι ἕτοιμοι εἰς τὸ νὰ ἀποδείξωσιν ὅλους τοὺς ἰσχυρισμούς των. Ὁ Κύριος Καΐρης ἐγνώριζε ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἄνδρου εἶναι ἐκ τῶν πρώτων, ἐγνώριζεν ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἔνστασις εἰς τὸ τμῆμα ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισε νὰ συλλέξῃ τὰ ἔγγραφα· ὁ Κ. Καΐρης ἔπρεπε νὰ δείξῃ ὅτι φροντίζων περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῆς ἐπαρχίας του καὶ νὰ ἔχῃ ἕτοιμα τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως. Εἰς τὰς Ἀθήνας εὑρίσκονται καὶ ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ νὰ τὰ λάβῃ τὰ ἔγγραφα. Ὅταν πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς ἔχομεν ὅλην τὴν προθυμίαν, ὅταν δὲ πρόκειται περὶ τῆς ἐπαρχίας μας δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι. Λοιπὸν πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν δυνάμει τῶν ὑπαρχόντων ἐγγράφων.
§114Ν. ΚΑΪΡΗΣ. Φαίνεται ὅτι ὁ Κύριος Μπαλάνος δὲν ἀντελήφθη τὶ εἶπα, διὰ τοῦτο καὶ μοῦ ἀπέδωσε μομφάς τινας διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου. Εἶπα ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν τὸ ἐζήτησεν ἡ ἐπαρχία τώρα, ἀλλὰ πρὸ τριῶν μηνῶν· ἀνεφέρθησαν οἱ δήμαρχοι εἰς τὸν Ἔπαρχον ὁ Ἔπαρχος εἰς τὸν Νομάρχην καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέφυγε ν’ ἀποφανθῇ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα τωρινὸν καὶ δὲν ἠμποροῦσα νὰ ἐκρατοῦσα τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν τσέπην μου, εἶναι εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου· τὰ ἐζήτησα ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ προέδρου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ τὸ ζήτημα.
§115ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θεωρῶ πολὺ σκανδαλῶδες νὰ ἐπιβληθῇ ἓν μέγα πρόσκομμα εἰς τὴν πρόσοδον τῶν ἐργασιῶν μας. Τότε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μιχαλοπούλου καὶ θὰ ἔλθουν ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι περὶ τῶν ὁποίων οὐδεὶς δὲν ἔκαμε λόγον εἰς τὸ τμῆμα καὶ τότε φθάνομεν εἰς τὸ ἀχανὲς πέλαγος. Διὰ τοῦτο ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ἐὰν αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν τὸ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τὴν ὁποίαν ἔχομεν, τότε φρονῶ, ὅτι οὔτε ἁρμόδιοι εἴμεθα, οὔτε δυνάμεθα πλέον νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ἄλλο ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου πολὺς λόγος, νὰ προβῶμεν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἡ κυρίαρχος βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὰς κατὰ τὰς ἐκλογὰς δοθείσας ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι περιστρέφονται εἰς δωροδοκίας, εἰς παρατυπίας, εἰς βίαν, εἰς ὑποσχέσεις, εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν. Λοιπὸν, Κύριοι, μίαν διαδικασίαν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν εἰς ὅλα. Δὲν ἤκουσα καμμίαν τοιαύτην πρότασιν, π. χ. ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς Ἄνδρου, ὅτι ὑπάρχει ἔνστασις δωροδοκίας, πρότασις, ἥτις νὰ σᾶς εἴπῃ σταθῆτε νὰ σᾶς φέρωμεν ἀποδείξεις τῆς δωροδοκίας αὐτῆς. Σήμερον λοιπὸν ἔχομεν μίαν ἄλλην ἔνστασιν, ὅτε ἡ ἐπαρχία τῆς Ἄνδρου πρέπει νὰ δώσῃ καὶ τέταρτον βουλευτήν· αὐτὴ ἡ ἔνστασις συνοδεύεται μὲ κανὲν στοιχεῖον νὰ μορφώσωμεν τὴν πεποίθησίν μας; τότε πρέπει τὸ στοιχεῖον τοῦτο νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ ἢ νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ἢ νὰ τὸ ἀποῤῥίψωμεν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐὰν ᾖναι ἔνστασις καθὼς π. χ. ὅτε ἐξελέχθησαν τέσσαρες ἐνῷ ἔπρεπε τρεῖς, ἤθελομεν εἶσθαι ἀναρμόδιοι νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι παράνομος ὁ τέταρτος; ὄχι. Τώρα λοιπὸν μᾶς λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ νέος βουλευτής· ἔχει τὰς ἀποδείξεις; μίαν ἀναφορὰν μόνον παρουσίασε καὶ μάλιστα ὁ ἐπιλαχών.
§116ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐπιείκεια τρομερὰ αὐτὴ, ἀπὸ χθὲς ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο, ἂς γίνῃ νέα πρότασις.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ τῆς ἀναβολῆς διὰ νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα......
§118ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἑκατὸν φορὰς ἀναβολὰς δὲν ἔχομεν. Κύριοι, πρὸ μιᾶς στιγμῆς παρετέθησαν πρὸς τὸ Προεδρεῖον διάφοραι προτάσεις καὶ μία, ἥτις ἐζήτησε τὴν ἀναβολήν. Ἡ βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν ἀναβολὴν ζητήσασα τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως ἐφ’ ἑκάστης ἐκθέσεως. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ὅστις ἀνῆκον ἀναποσπάστως εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐψήφισα κατὰ τῆς ἀναβολῆς, διότι δὲν ἤθελα ποτὲ νὰ μένουν ἐκκρεμεῖς ἐκλογικαὶ ἀπαιτήσεις. Πρέπει νὰ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα· ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐπαρχία; ὄχι· οὐδεμίαν στιγμὴν δὲν πρέπει ν’ ἀναβάλλωμεν.
§119ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§120ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπεφασίσαμεν νὰ ἐξετασθῇ ἑκάστη ἐκλογὴ κατ’ ἀλφαβητικὴν σειράν· ἦτο χθὲς ἡ σειρὰ τῆς Ἄνδρου· ἦλθε τὸ ζήτημα περὶ τῆς προσθήκης τοῦ νέου βουλευτοῦ. Τί εἶπεν ἡ βουλή; αὐτὸ θὰ τὸ ἀναβάλω μαζὺ μὲ τὰς ἄλλας.........
§121ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§122ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ αὐτὸ ἐννόησα. Τί ἀπεφασίσθη σήμερον; Ὅτι δὲν δέχεται τὴν ἀναβολὴν ἡ βουλή· οἱ προτείναντες τὴν ἀναβολὴν εἶχον ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς δυσκολίας, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει δυσκολίας. Τώρα λοιπὸν τί θὰ γίνῃ ἡ τῆς Ἄνδρου πρόσθετος ἀπαίτησις; καλύπτεται ἢ ὄχι; Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Καΐρη εἶναι λογικὴ, καὶ ἐπιφυλάσσεται νὰ φέρῃ ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας σήμερον δὲν εἶχε, διότι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἄλλων τμημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπρότειναν, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα ὡς λίαν ἀκανθῶδες πρέπει νὰ ἀναβληθῇ καὶ ἐξετασθῇ συστηματικῶς μετὰ τὴν κατάρτισιν τῆς βουλῆς. Θέλετε λοιπὸν τώρα νὰ μὴ τῷ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔγγραφα;
§123ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§124ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καλὰ πράξατε ὅ,τι ἐγκρίνετε, ἀλλὰ ἐγὼ προτείνω νὰ δοθῇ προθεσμία.
§125ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ πῶς τὸ πλέον μεγαλείτερον ἐκ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἷς λαὸς θέλομεν νὰ τὸ ἀφαρπάσωμεν καὶ ν’ ἀποκλείσωμεν μίαν ἐπαρχίαν ἀπὸ τὸ δικαίωμά της· ἔγεινε μία συζήτησις τριῶν ὡρῶν καὶ χθὲς καὶ σήμερον, ἐὰν πρέπῃ νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἄλλους ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ τόρα ἔρχονται ἄνθρωποι καὶ μάλιστα δικανικοὶ ἄνθρωποι νὰ λέγουν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχουν τὰς ἀποδείξεις ἑτοίμους. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον καὶ δὲν εἶναι οὔτε βουλευτικὸν, νὰ εἴπητε εἰς ἕνα βουλευτὴν, ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὰ ἔγγραφα πρόχειρα, ἀποῤῥίπτεται ἡ ἔνστασις Χθὲς ἦτο τὸ ζήτημα ἄλλως, σήμερον ἐπανήλθαμεν εἰς τὸ δεδικασμένον καὶ ἀπεφασίσαμεν διαφορετικὰ, εἴπομεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα κατ’ ἀρχὴν καὶ εἴπομεν, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι ὅσαι εἶχον τὸ δικαίωμα καὶ τὸ ἐζήτησαν, αὐτὸ τὸ ζήτημα σήμερον νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Ἄνδρος ἐξελέγχθη πρώτη πρέπει νὰ τὴν στερήσωμεν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, αὐτὸ δὲν εἶναι λογικὸν, δὲν εἶναι οὔτε πολιτικόν· καὶ δὲν πιστεύω ποτὲ ἡ Βουλὴ νὰ θελήσῃ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν τὸ δικαίωμα τὸ ἱερώτερον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ. Αὐτὴ εἶναι ἔνστασις διὰ εἰρηνοδικεῖα· δὲν εἶναι σπουδαία διὰ Βουλάς.
§126ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αἱ ἀποδείξεις τοῦ Κ. Καΐρου ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἰδιωτικαὶ, ἂν θέλῃ νὰ φέρῃ διὰ τοῦ ὑπουργείου ἀποδείξεις, τότε ἐρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς.
§127ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Φρονῶ Κύριοι, ὅτι ἡ λογικὴ ὑπαγορεύει τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν εἶναι δικανικὴ ἔνστασις, ὅπως ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Λακεδαίμονος ἀνέφερεν, εἶναι παρατήρησις πηγάζουσα ἐκ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, πηγάζουσα ἐκ τῆς λογικῆς· ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ κάμωμεν κἄτι τι ἐνταῦθα καὶ νὰ μὴ χρονοτριβῶμεν εἰς μάτην. Ὁ Κ. Καΐρης μᾶς εἶπεν, ὅτι πρὸ τριῶν μηνῶν ἐγείρεται αὐτὸ τὸ ζήτημα· ποῦ ἦτον ὁ Κ. Καΐρης τότε, ὁ ὁποῖος ἐφρόντισε νὰ γείνῃ ἀντιπρόσωπος καὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ ἔχῃ μίαν ἀπόδειξιν ἓν ἔγγραφον καὶ νὰ μᾶς τὰ φέρῃ; ἰδοὺ, Κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἀττικῆς· θὰ ὑποστηρίξω τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἠδικήθη ἡ ἐπαρχία τῆς Ἀττικῆς ἐκλεχθέντων 5· ἀλλὰ δὲν θὰ ζητήσω ἀναβολὰς καὶ ἐχθὲς θὰ ἔφερον τὰς ἀποδείξεις, καὶ σήμερον θὰ τὰς φέρω· ἔχω τὰς ἀποδείξεις ἑτοίμους καὶ ὡς εὐσυνείδητοι ἄνθρωποι θὰ πεισθῆτε καὶ ἂν πεισθῆτε θὰ τὸ παραδεχθῆτε. Ὁ Κ. Καΐρης δὲν ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ Κ. Δημητριάδης περὶ ἄλλης ἐκλογῆς. Ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἐπαρχίας του. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ τμῆμα. Ἐὰν ζητήσῃ προθεσμίαν καὶ παραδεχθῶμεν τὴν προθεσμίαν καὶ μᾶς φέρῃ ἔγγραφον αὔριον καὶ δὲν τὸ θεωρήσωμεν ἱκανὸν, θὰ μᾶς ζητήσῃ καὶ ἄλλην προθεσμίαν καὶ ἔπειτα ἐν ὁμοίᾳ περιπτώσει καὶ ἄλλην· καὶ ἐν τούτοις ἡ πατρίς μας — εἶναι ἀδιάφορον. Πρέπει ν’ ἀποῤῥίψωμεν αὐτὴν τὴν αἴτησιν.
§128ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Καΐρου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§130Ν. ΚΑΪΡΗΣ. Κύριοι, δυνάμει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος ἡ ἐπαρχία Ἄνδρου ἐνόμισεν, ὅτι ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ της, ὁ ὁποῖος πράγματι ὑπάρχει πλέον τῶν 30000 ψυχῶν, καὶ ἐὰν ὑπῆρχον ὑπ’ ὄψιν σας αἱ ἐπίσημοι τακτικαὶ ἀπογραφαὶ καὶ αὐτὸ τὸ δημοτολόγιον, ἠθέλατε πεισθῆ, ὅτι ἔχει πραγματικῶς τὸν πληθυσμὸν αὐτὸν καὶ κατὰ συνέπειαν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ τέσσαρας βουλευτάς. Οἱ δήμαρχοι καὶ διάφοροι ἄλλοι ἀνεφέρθησαν ἐγκαίρως πρὸς τὸ ἐπαρχεῖον, ἀναφέρων ἕκαστος τὸν πληθυσμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ δῆμός του ἔχει, καὶ ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν βασισθὲν τὸ ἐπαρχεῖον καὶ ἐξετάσαν ἀκριβῶς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του εἰς τὸν Νομάρχην καὶ αὐτὸς εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν τῶν δημάρχων. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς φαίνεται, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἄνδρου ὑπερβαίνει τὰς 30000 ψυχῶν, εἶναι ἀληθὲς καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀποκρύψω, ὅτι κατὰ τὰ δημοτολόγια τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν κατὰ τὰ 51 ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν ψυχῶν τῆς Ἄνδρου ἀναβαίνει μέχρι τῶν 23000 ψυχῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ 51 καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἐγένετο ποτὲ ἡ ἀναθεώρησις, ἀπεναντίας μάλιστα ἀπεδείχθη προφανῶς, ὅτι δὲν ἐσημειώθησαν ὅλοι οἱ ἀποδημοῦντες κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν καὶ πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ παρόντες, καὶ ἐὰν θέλετε μάλιστα δὲν ἐσημειώθησαν καὶ ὅλοι οἱ ἀπόντες ἐντὸς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκτὸς, διότι πολλοὶ ἐξέρχονται καὶ μόνον ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας πρέπει νὰ ἦναι 1,500. Ἐὰν εἴχατε τὴν καλοσύνην νὰ ζητήσητε τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, ἠθέλατε ἰδεῖ ὅτι ὁ ἔπαρχος, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς ξένην ἐπαρχίαν καὶ ἔχει συμφέρον νὰ ἐξακριβώνῃ τὴν ἀλήθειαν, παριστᾷ δι’ ἐκτενοῦς ἀναφορᾶς, ὅτι ἔχει ἡ ἐπαρχία πληθυσμὸν πλέον τῶν 30,000 χιλ. ψυχῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα αὐτό.
§131ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τοῦ τμήματος περὶ τοῦ τετάρτου βουλευτοῦ Ἄνδρου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη· ὥστε ὁ τέταρτος βουλευτὴς ἀπεῤῥίφθη. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος περὶ τῆς ἐκλογῆς Ἄργους.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει κἀμμία ἀντίῤῥησις;
§134ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἄργους νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες) παρεδέχθη· βουλευταὶ εἶναι οἱ ΚΚ. Τσώκρης, Λαμπρινίδης καὶ Μανουσάκης. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς Πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ Βʹ. τμῆμα τῆς Βουλῆς, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς καὶ διεξελθὸν τὰς γενομένας ἐμπροθέσμως ἐνστάσεις πρὸ τῶν κατὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς λαβόντων χώραν, γνωμοδοτεῖ παμψηφεὶ ὑπὲρ τῆς κυρώσεως τῆς εἰρημένης ἐκλογῆς καὶ τῆς ἀποῤῥίψεως τῶν εἰρημένων ἐνστάσεων ὡς μὴ βασίμων. Αἱ κυριώτεραι ἐνστάσεις, γενόμεναι ὑπὸ τοῦ ἐπιλαχόντος Α. Γούδα, συγκεφαλαιοῦνται εἰς τὰ ἑξῆς, ἐφ’ ἑκάστου τῶν ὁποίων τὸ τμῆμα φέρει τὴν γνώμην αὐτοῦ. ά) Ὅτι παρελείφθησαν πλείονες τῶν 400 ψηφοφόρων νὰ σημειωθῶσιν εἰς τὸν κατάλογον καὶ ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τοῦ πρωτοδικείου. Τὸ τμῆμα δὲ παρατηρεῖ, ὅτι ἡ ἔνστασις αὕτη οὐδόλως ὑποστηρίζεται ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς ἐκλογῆς, οὐδὲ ἀπόδειξίν τινα προσήγαγεν ὁ ἐνιστάμενος. Τοὐναντίον μάλιστα, αἱ ὑπ’ ἀριθ. 3904 καὶ 3908 ἀναφοραὶ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, τὰς ὁποίας ὁ ἐνιστάμενος ἐπικαλεῖται, ἀποδεικνύουσι τὴν πρόνοιαν τοῦ δημάρχου, ὅπως μηδεὶς παρὰ νόμον στερηθῇ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. βʹ) Ὅτι ἔλαβον χώραν προσθῆκαι ὀνομάτων, ἀφαιρέσεις καὶ ἐναλλαγαὶ ἐπιθέτων καὶ ἐπαγγελμάτων, καὶ ὅτι ταῦτα ἐπλαστογραφήθησαν ἐν γνώσει καὶ οὐχὶ ἐκ παραδρομῆς. Ἐπίσης καὶ ἡ δευτέρα αὕτη ἔνστασις καταδεικνύεται ἀνυπόστατος, καθόσον ἐκ τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου δὲν ἀποδεικνύονται πλαστογραφήσεις, ὀλιγώτερον δὲ ἐκ προθέσεως ἀφαίρεσις ἢ προσθήκη ἢ ἐναλλαγὴ ὀνόματος. Ἀληθῶς παρατηρεῖται ἐν τῷ καταλόγῳ τούτῳ ἡ ἐναλλαγὴ τοῦ ἐπαγγέλματος δύο ἐκλογέων, ἡ ἐναλλαγὴ τοῦ ὀνόματος ἑνὸς ἑτέρου καὶ τῆς κατοικίας δύο ἄλλων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι τὰ σφάλματα ταῦτα ἐγένοντο δολίᾳ προαιρέσει, ἐπάγονται μὲν εὐθύνην κατὰ τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν παράλειψιν, κατ’ οὐδὲν ὅμως δύνανται νὰ προσβάλωσι τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς, καθ’ ὅσον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐντεῦθεν στερηθέντων τοῦ δικαιώματος αὐτῶν ἐκλογέων εἶναι τόσον μικρὸς, ὥστε οὐδεμίαν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ τελικοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς. γʹ) Ὅτι εἰς πολλοὺς δήμους τῆς Ἀττικῆς δὲν ἐτηρήθησαν πρωτόκολλα ἠριθμημένα καὶ μονογραφημένα ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ἡ ἔνστασις αὕτη ἐξελέγχεται ἐκ τῶν πραγμάτων ὅλως ἀντικειμένη εἰς τὴν ἀλήθειαν, καθόσον τὰ πρωτόκολλα τῆς ψηφοφορίας ὅλων τῶν δήμων Ἀττικῆς ὑπάρχουν μονογεγραμμένα ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. δʹ) Ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Περικλῆς Πετράκης στερεῖται τοῦ προσόντος τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ἐδῶ ἐπίσης οὐδεμίαν προσήγαγεν ἀπόδειξιν ὁ ἐνιστάμενος τῆς ἀκτημοσύνης τοῦ Περικλέους Πετράκη. Τοὐναντίον μάλιστα αὐτὸς εἶναι πασίγνωστον ὅτι συζῇ μετὰ τοῦ πατρός του, ὅστις κέκτηται ἀκίνητον περιουσίαν. Τὸ τμῆμα ἐθεώρησεν ἐπίσης ὡς ἀποῤῥιπτέαν καὶ τὴν ἔνστασιν τοῦ ὑποψηφίου Ἀναστασίου Ι. Κουλουριώτου, ὅτι ἐπὶ τῶν καλπῶν τῶν διαφόρων δήμων καὶ ἐκλογικῶν τμημάτων τῆς Ἀττικῆς δὲν ἐπεγράφη τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ κύριον ὄνομα «Ἀναστάσιος», ἀλλ’ ἐνηλλάγη διὰ τοῦ «Ἄγγελος», καὶ ὅτι τούτου ἡ διόρθωσις ἐγένετο ἐν μὲν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων μετὰ τὴν μεσημβρίαν τῆς 14 Μαΐου, ἐν δὲ τοῖς λοιποῖς δήμοις δύο ἡμέρας μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας. Τοῦτο δὲ, ὡς ἀξιοῖ, ἤσκησεν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας, διότι τὸν ἐστέρησε τῶν ψήφων τῶν μέχρι τῆς διορθώσεως τοῦ ὀνόματός του προσελθόντων νὰ ψηφοφορήσωσιν ἐκλογέων. Ἐν πρώτοις δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὰ ἐκλογικὰ τμήματα τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἐγένετο ἡ διόρθωσις μετὰ μεσημβρίαν μόνον τῆς 14 Μαΐου· ἡ διόρθωσις ἐγένετο ἐν ἅπασι τοῖς τμήμασιν αὐτοῖς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας, ἐν δὲ τοῖς λοιποῖς δήμοις, ποῦ μὲν πρὸ, ποῦ δὲ μετὰ μεσημβρίαν τῆς 15 Μαΐου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπὲρ τοῦ Ἀναστασίου Κουλουριώτου καταλογισθῶσι πᾶσαι αἱ ψῆφοι, αἱ ῥιφθεῖσαι πρὸ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀληθοῦς ὀνόματός του ἐν τοῖς διαφόροις δήμοις, πάλιν καταφαίνεται ὡς λαβὼν 2500 ψήφους ὀλιγώτερον τοῦ τελευταίου τῶν πέντε πρώτων σχετικῶς πλειονοψηφησάντων. Διὰ ταῦτα τὸ τμῆμα, ἀποῤῥίπτον ὡς ἀβασίμους τὰς εἰρημένας ἐνστάσεις, προτείνει ὁμοφώνως εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ἡ αὐτὴ ὁμοφωνία δὲν ἐπῆλθεν ἐν τῷ τμήματι ὡς πρὸς τὰς γενομένας ἐνστάσεις καὶ παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρὰ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς ἐκλεκτέων βουλευτῶν. Δύο ἐνστάσεις, ἡ μὲν παρουσιασθεῖσα ὑπὸ τῶν ἐπιλαχόντων ὑποψηφίων Γεωργίου Σκούφου καὶ Ἀγγέλου Βλάχου, ἑτέρα δὲ ὑπὸ τοῦ ἄλλου ἐπιλαχόντος Φιλίππου Ψύλλα, ἀξιοῦσιν, ὅτι ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς ὡς ἔχουσα πληθυσμὸν κατὰ πολὺ ἀνώτερον τοῦ ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ὁρισθέντος τῶν 41,000 ψυχῶν, δικαιοῦται ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου ἐκλογικοῦ νόμου, οὐχὶ πέντε, ἀλλ’ ἑπτὰ, κατὰ τοὺς δύο πρώτους, ὀκτὼ δὲ ἀντιπροσώπους, κατὰ τὸν ἕτερον τῶν ἐνισταμένων Φ. Ψύλλαν, καὶ τὸν προφορικῶς ὑποστηρίξαντα τὴν τελευταίαν ταύτην πρότασιν ἐνώπιον τοῦ τμήματος Τιμολέοντα Φιλήμονα, προσαγαγόντα ἐπὶ τούτῳ καὶ ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ δημάρχου Πειραιῶς, δηλοῦντος ὅτι ὁ πληθυσμὸς τοῦ δήμου Πειραιῶς ἀναβαίνει εἰς πλέον τῶν ἐννέα χιλιάδων ψυχῶν. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπὸ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς ἐκλεκτέων βουλευτῶν τὸ τμῆμα ἀποφαίνεται κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅτι ἀπαράδεκτος ἡ ἀξίωσις περὶ αὐξήσεως τοῦ διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθέντος ἀριθμοῦ. Οἱ αἰτοῦντες τὴν αὔξησιν δὲν προσάγουσιν οὐδὲ δύνανται νὰ προσαγάγωσιν ἀποδείξεις περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐπαρχίας, στηριζομένας ἐπὶ τῶν δημοτολογίων, διότι, ὡς αὐτὰ τὰ παρ’ αὐτῶν ὑποβληθέντα ἐπίσημα ἔγγραφα ἀποδεικνύουσι, δημοτολόγια περιέχοντα ἀκριβῆ καταγραφὴν ὅλων τῶν ψυχῶν τῶν εἰς οἰκογενείας δημοτῶν ἀνηκουσῶν δὲν τηροῦνται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς, ὅπως οὐδ’ ἐν τοῖς δήμοις τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους· αἱ δὲ εἰς τὸ τμῆμα ὑποβληθεῖσαι περὶ πληθυσμοῦ ἐκθέσεις τῶν δημάρχων ἀντιφάσκουσι καὶ πρὸς τὰς ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων διοικητικῶν ἀρχῶν δοθείσας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπισήμως πληροφορίας, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς κατὰ τὴν 23 Μαρτίου ε. ε. συνεδριάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, κατὰ τὰ δημοτολόγια, εἶναι ψυχαὶ 41,679, αἱ δὲ προῤῥηθεῖσαι ἐκθέσεις τῶν δημάρχων οὐδὲν ἄλλο μαρτυροῦσιν ἢ τὴν ἀτομικὴν αὐτῶν γνώμην σχηματισθεῖσαν, ὡς αὐτοὶ οὗτοι ὁμολογοῦσιν, ἐξ ὑπολογισμῶν καὶ πιθανολογιῶν μηδὲν παρεχόντων ἐχέγγυον ἀκριβείας. Ὡς ἐκ τούτου οἱ αἰτοῦντες τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν οὐδὲ πρὸς ἀλλήλους σύμφωνοι εἶναι ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐπαρχίας καὶ ἑπομένως καὶ ὡς πρὸς τὸν προσθετέον ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν. Ἐκ τῶν ὑπαρχόντων στοιχείων πρὸς διάγνωσιν τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους τὸ παρέχον ἐχέγγυά τινα ἀκριβείας καὶ ἀμεροληψίας εἶναι ἡ ἐν ἔτει 1861 γενομένη ἀπογραφή· ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐγένετο αὕτη μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας καὶ δι’ ἀρίστης μεθόδου, ὡς μαρτυροῦσιν οἱ διευθύναντες τὸ ἔργον ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τῶν δημοσιευθέντων πινάκων (ὅρα σελ. 1). Δικαίως ἄρα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τοὺς πίνακας τούτους ὡς ὁδηγὸν περὶ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ πίνακες συνετάχθησαν πρὸ τεσσάρων ἐτῶν, καὶ δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἐπῆλθεν ἔκτοτε διαφορά τις εἰς τὸν πληθυσμὸν ἐπαρχιῶν τινων, δυναμένη νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα αὐτῶν· εἶναι δὲ ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι εἰς τοὺς πίνακας σημειοῦται μόνον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ διαμενόντων δημοτῶν, ἐνῷ εἰς προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν πρέπει νὰ ὑπολογίζωνται καὶ οἱ ἀπόντες δημόται. Ἀλλ’ ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς εἶχε, κατὰ τοὺς πίνακας, ἐν ἔτει 1861 πληθυσμὸν παρόντων δημοτῶν ψυχὰς 41726, τουτέστι πληθυσμὸν μόλις παρέχοντα δικαίωμα ἐκλογῆς πέντε βουλευτῶν, ἀπελείποντο δὲ 8275 ψυχαὶ εἰς συμπλήρωσιν τοῦ ὅρου τοῦ παρέχοντος δικαίωμα εἰς ἐκλογὴν ἕκτου βουλευτοῦ. Αἱ δοθεῖσαι πρὸς τὸ τμῆμα πληροφορίαι περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀπόντων δημοτῶν καὶ περὶ τῆς πιθανῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν οὐ μόνον δὲν ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ὡς ἀποδεικνύουσαι αὔξησιν ἐκ τῶν δύο τούτων κεφαλαίων ἴσην ἢ ἀνωτέραν τοῦ ἄνωθι ἀριθμοῦ, ἀλλ’ ἀπεναντίας, προστιθέμεναι εἰς τὰς ἄλλας πληροφορίας, τὸ ἔπεισαν ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῶν δημοτῶν τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς διατελεῖ κατώτερος τῶν πεντήκοντα χιλιάδων ψυχῶν. Ἡ δὲ μειονοψηφία τοῦ τμήματος ἐπιφέρει τὰ ἑξῆς. Κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1823 ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2837 ὁμοίαν τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, διευθυνθείσας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ τμῆμα, ἐτηρήθησαν τακτικῶς καὶ ὑπάρχουσι δημοτολόγια τοῦ δήμου τούτου. Ἡ ἐπίσημος αὕτη διαβεβαίωσις οὐδεμίαν ἐπιδέχεται ἀμφιβολίαν, ἡ δὲ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας περὶ τοῦ ἀνυπάρκτου δημοτολογίων δὲν στηρίζεται εἰς ἀσφαλῆ βάσιν, ἀντίφασις δὲ μεταξὺ τῶν εἰς τὸ τμῆμα ὑποβληθεισῶν πληροφοριῶν τοῦ Δημάρχου Ἀθηνῶν καὶ τῶν ὑπὸ τοῦ Νομάρχου δοθεισῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑφίσταται, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς μειοψηφίας. Ἐπειδὴ ἐκ τῶν δημοτολογίων τούτων προκύπτει, κατὰ τὰς παραστάσεις τῶν ἀρχῶν, ἀνενδοιάστως, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῶν δημοτῶν Ἀθηναίων εἶναι δώδεκα χιλιάδες, ἐξ ὧν 7000 ἔγγαμοι οἰκογενειάρχαι καὶ 5000 ἄγαμοι, ἡ δὲ παραδεδεγμένη ἀναλογία τῆς οἰκογενείας πρὸς τὰ συγκροτοῦντα αὐτὴν μέλη εἶναι ἓν πρὸς πέντε· ἕπεται ὅτι προστιθεμένων καὶ τῶν δημοτῶν Ἀμαρουσίου, μὴ συμπεριλαμβανομένων εἰς τὰ δημοτολόγια ταῦτα, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Δημάρχου, ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἔχει δημότας 42,070 προσθετέον ά). δημότας Πειραιῶς, κατὰ τὴν ἐπίσημον διαβεβαίωσιν τοῦ Δημάρχου στηριζομένην εἰς τὰ δημοτολόγια 9,500 βʹ). δημότας τῶν ἀγροτικῶν δήμων, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Νομάρχου 14,495 Τὸ ὅλον τῶν δημοτῶν τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς 66,065. Πρὸς τούτοις καὶ κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων δύνανται νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν ἀνωτέρω ἀριθμὸν καὶ 20,000 δημόται Ἀθηναῖοι, ἐξ ὧν οἱ μὲν παρελείφθησαν νὰ σημειωθῶσιν ἐν τοῖς δημοτολογίοις, καὶ οὗτοι εἶναι οἱ αὐτόχθονες Ἀθηναῖοι, οἱ δὲ ἀποδημοῦντες δὲν ἐνεγράφησαν. Ἐκ τούτων καταφαίνεται ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν Ἀττικῆς εἶναι πολὺ ἀνώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν ὁρισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, καὶ ἑπομένως ἤθελεν εἶσθαι προφανὴς ἀδικία καὶ παραβίασις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου τὸ νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας ταύτης εἰς πέντε, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ ταῦτα προτείνει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποστείλῃ πλείονας τῶν πέντε βουλευτάς. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 14 Ἰουνίου 1865. Τὰ Μέλη Αὐγερ. Ἀβέρωφ, Δ. Μ. Βότσαρης, Χ. Α. Χρηστόπουλος, Χ. Στεριόπουλος, Ἰω. Πλαίσας, Α. Κοντόσταυλος, Ι. Ν. Φλέσας, Χαρ. Τρικούπης, Δ. Τσιτσάρας, Λ. Πετροπουλάκης, Ν. Καναβός, Λ. Πετιμεζᾶς, Σωτ. Πετιμεζᾶς, Ἰω. Λ. Κορφιωτάκης, Κ. Κυπριάδης, Χ. Σακελλαριάδης. Ὁ Εἰσηγητὴς Α. Ῥηγόπουλος
§136ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Νομίζω ὅτι προηγουμένως νὰ γείνῃ ἡ ἐπικύρωσις ἢ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς καὶ ἔπειτα τὸ περὶ ἀριθμοῦ.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει κἀμμία ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὸ ἔγκυρον;
§138ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες) παρεδέχθη· νόμιμοι βουλευταὶ εἶναι οἱ κύριοι, Μακρυγιάννης, Πετράκης, Καλλιφρονᾶς, Κυριακὸς καὶ Μπαλάνος. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀριθμοῦ. Ὁ Κ. Ῥηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§140ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐν εἰλικρινείᾳ ὀφείλω νὰ σᾶς ἐκφράσω ἐνδομύχόν τινα εὐχαρίστησιν ὅτι ἐξελέχθην παρὰ τοῦ 2 τμήματος εἰσηγητὴς τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς. Αἱ Ἀθῆναι εἶναι ὄχι μόνον ἡ προσωρινὴ πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἓν ἀπὸ τὰ κέντρα τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τὸ μᾶλλον ἀκτινοβόλον. Ἡ πόλις αὕτη πρόδρομος τοῦ Χριστιανισμοῦ, Μεσσίας τοῦ ἀρχαίου κόσμου, ἀπηλευθέρωσε πρώτη τὸ ἀνθρώπινον γένος ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς Ἀσιατικῆς φυσιοκρατίας, ἀπὸ τὸν δεσποτισμὸν καὶ ἀπὸ τὴν βαρβαρότητα. Ὁ Ἀριστείδης, ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Σωκράτης εἶναι οἱ πρῶτοι πατέρες, ἐν τῷ πνεύματι καὶ ἐν τῇ κοινωνικῇ ἐφαρμογῇ, τοῦ δόγματος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Πρὸς τούτοις, Κύριοι, αἱ μάχαι τοῦ Καραϊσκάκη καὶ τοῦ Φαβιὲ καὶ ἡ πολιορκία ἡ τεράστιος τῆς Ἀκροπόλεως ἀνύψωσαν ἔτι μᾶλλον τὴν ἀγωνιζομένην Ἑλλάδα εἰς τὰ ὄμματα τῶν πολιτισμένων λαῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχει καὶ ἀνάμνησις εὐάρεστος ἀτομική. Εἰς ἐποχὴν σύγχρονον θλιβερὰν συνηγωνίσθην τὸ κατὰ δύναμιν μετὰ τῆς νεολαίας τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν πρὸς ἀπολύτρωσιν τῆς πατρίδος μας ἀπὸ ἓν σύστημα πολιτικῆς ἐθνοφθόρον καὶ ἀπὸ μίαν δυναστείαν, ἥτις ἔχυνε, σιγὰ σιγὰ καὶ διὰ πάσης τῆς τέχνης, τὸν θάνατον εἰς τὸ πολυπαθὲς ἔθνος μας. Εὔχομαι δὲ, Κύριοι, τὰ πολυχρόνια παθήματα καὶ αἱ φοβεραὶ δοκιμασίαι νὰ μᾶς συνετίσωσιν ἐπὶ τέλους ὅλους μας, καὶ ἡ ὑψηλὴ γαλήνη, ἥτις ἀποπνέει ἀπὸ τὰς στήλας τοῦ Παρθενῶνος νὰ διαχυθῇ εἰς τὸ πνεῦμά μας καὶ φωτίσῃ τὴν ψυχικὴν ἡμῶν συγκίνησιν, ἥτις εἶναι ἀναγκαία πάντοτε πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ ἀληθοῦς καὶ δικαίου. Καὶ ὅπως εἰς τὰ μνήματα ὡμίλουν μετὰ παῤῥησίας ὑπὲρ τῶν κοινῶν συμφερόντων, θέλω καὶ ἐνώπιον ὑμῶν ὁμιλήσει μὲ τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν εἰς ὁποιονδήποτε ζήτημα καὶ ἂν πρόκηται. Ἀπὸ τῆς 3 Σεπτεμβρίου πρώτην φορὰν ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ἐγένοντο ἐλεύθεραι ἐκλογαί. Ἓν δὲ ἀπὸ τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν νὰ γίνωσιν ὀλιγώτεραι συγκρούσεις καὶ νὰ ἀναφανῇ ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως, ἀναντίῤῥητον ὑπάρχει, ὅτι εἶναι ἡ νέα μέθοδος τῆς ψηφοφορίας, ψηφοφορίας, τὴν ὁποίαν 16 ἔνδοξα ἔτη μετεχειρίσθησαν εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὴν ηὗραν κοινωφελῆ. Αὕτη εἶναι ἡ λαμπρὰ μηχανὴ, διὰ τῆς ὁποίας ἤρχισε νὰ γίνεται κυρίαρχος ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ὡς ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ τυφλοῦ, καὶ ὁ τυφλὸς ἤρχισε νὰ ἀναβλέπῃ. Ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ὡμίλησαν χθὲς δύω ἀξιότιμοι συνάδελφοι ὁ Κ. Ἰακωβάτος καὶ ὁ Κ. Βαλαωρίτης· ἐνόμιζον δὲ, ὅτι ὁ Κ. Ἰακωβάτος ὅταν ἔκαμε τὴν θεωρίαν τῆς συνειδήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἐδύνατο ποσῶς νὰ τεθῇ εἰς ὅρια, ἐνόμιζον ὅτι πιθανώτερον ἦτον νὰ λήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ νὰ διαλυθῶμεν καὶ νὰ γίνωσι νέαι ἐκλογαὶ εἰς ὅλον τὸ κράτος, παρὰ εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ νὰ ὁρκισθῇ καὶ πάλιν ἕκαστος βουλευτὴς, διότι νομίζω εἰς κἀνένα μὴ διεφθαρμένον ὁ ὅρκος δὲν εἶναι ἀναγκαῖος· πολὺ δὲ μᾶλλον καθόσον δὲν ἀπαιτοῦνται, κατὰ τὸν Χριστιανισμὸν, οἱ πολλοὶ ὅρκοι, διότι ὅταν τις ᾖναι τίμιος, δύναται νὰ μὴ δώσῃ τὸν ὅρκον καὶ νὰ πράξῃ κατὰ συνείδησιν. Ἔπειτα ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ Ταλλεϋράνδος ἔδωκε κατὰ τὸ διάστημα τοῦ βίου του ὅρκους ἀρκετοὺς, καὶ ὅταν ὁ Λουδοβῖκος Φίλιππος τὸν ἠρώτησεν, ἀπήντησεν ὁ πολυμήχανος διπλωμάτης «Εἶναι, νομίζω, ὁ 13ος ὅρκος τὸν ὁποῖον δίδω». Καθ’ ὅσον λοιπὸν ἀφορᾷ τὴν ἐξέλεγξιν, εἶμαι σύμφωνος καθ’ ὅλα, ὅτι πρέπει νὰ κτυπήσωμεν τὰς παρανομίας ὅπου τὰς εὕρωμεν, πρὸς παραδειγματισμὸν, διὰ μικρὰς δὲ παρατυπίας, αἵτινες ἐγένοντο ἐν ἀγνοίᾳ ἢ ἕνεκα παραδρομῆς δὲν πρέπει νὰ τὰς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐνιστάμενοι θεωροῦν ἑαυτοὺς, ὡς ἀδίκως ἀποτυχόντας· ἀλλ’ εὗρον, Κύριοι, καὶ ἕνα πολλὰ δίκαιον μεταξὺ τῶν ἐνισταμένων μιᾶς ἄλλης ἐπαρχίας, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο νομιμωτάτη, ἀλλ’ ὁ λαὸς σήμερον δὲν τὸν ἠθέλησε αὐτὸν καὶ τοὺς λοιποὺς ἀποτυχόντας, καὶ ὅτι δύναται μὲν ὁ λαὸς νὰ μετανοήσῃ, ἀλλὰ σήμερον τοῦτο εἶναι τὸ ἀληθές. Δύναμαι καὶ νὰ σᾶς τὸν ὀνομάσω· εἶναι ὁ Κ. Πύρλας ὁ ἰατρός. Ἔρχεται ἤδη τὸ ζήτημα τοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ πλειονοψηφία, Κύριοι, ἐστηρίχθη εἰς τὴν πρόληψιν, ὅτι τὰ δημοτολόγια εἶναι κατ’ αὐτὴν ὅλως διόλου ἀτελῆ, καὶ στηριζομένη εἰς τὸν ὑπολογισμὸν, ὅστις ἔγεινεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, παρεδέχθη τὴν γνώμην ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνώτερος ὁ πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Ἡ μειονοψηφία ὅμως, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέρος φρονεῖ ὅλως διόλου διαφορετικά. Κατὰ τὸ πρακτικὸν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου φαίνεται, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐστηρίχθη εἰς τὰς πληροφορίας τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν. Ὑπάρχει δὲ εἰς τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ τῆς ἐκλογῆς ἀναφορὰ τοῦ Νομάρχου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑπάρχει ὁ ἑξῆς ἀριθμὸς δημοτῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς.... τὸ σύνολον δημοτῶν 65 περίπου χιλιάδες· εἶναι δὲ καὶ ἀναφορὰ τοῦ δημάρχου Ἀθηνῶν δίδουσα τὰς αὐτὰς πληροφορίας καὶ ἀναβιβάζουσα μάλιστα τὸν ἀριθμὸν εἰς 80 χιλιάδας δημοτῶν.
§141ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχουν;
§142ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μία 2 Μαρτίου 1865 καὶ ἡ ἑτέρα 9 Μαρτίου· ἐπ’ αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν ἐστηρίχθη τὸ ὑπουργεῖον. Ἰδοὺ τὶ λέγει ἡ ἀναφορὰ τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς.
§143ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐδώκατε πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας αὐτάς;
§144ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἂν δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τότε ποῖοι θὰ ᾖναι ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ μᾶς φωτίσωσι;
§145ΖΩΤΟΣ. Ἔχετε τὸ δημοτολόγιον;
§146ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐδόθη. Ἡμεῖς ἐστηρίχθημεν εἰς αὐτὰ τὰ δύω ἐπίσημα ἔγγραφα τῆς διοικητικῆς καὶ δημοτικῆς ἀρχῆς· ὑμεῖς δὲ λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅ,τι θέλετε. Καὶ ἐπὶ τούτων στηριχθέντες ἐσχηματίσαμεν πεποίθησιν καὶ γνώμην ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς εἶναι ἀνώτερος τοῦ ὁρισθέντος ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον. Διὰ νὰ μὴ νομίσῃ δὲ κανεὶς, ὅτι κινοῦμαι ἴσως ἀπὸ λόγους προσωπικοὺς, ἀποφαίνομαι, ἀπὸ τοῦδε, ὅτι, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, πρέπει νὰ γίνῃ νέα ἐκλογή. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ σᾶς εἴπω καθόσον ἀφορᾷ τὸν πληθυσμόν. Οἱ ἀντίθετοι οἱ ὁποῖοι δὲν φρονοῦν τὸ τοιοῦτο, δύνανται νὰ ἐκφρασθῶσιν ἐπὶ τίνων βάσεων στηρίζονται. Τελειόνων, Κύριοι, ὀφείλω νὰ σᾶς προσθέσω ὀλίγας λέξεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐργασίας μας καὶ τὴν ἀποστολήν μας. Νομίζω, ὅτι τὸν πολύτιμον καιρὸν δὲν πρέπει νὰ τὸν χάνωμεν, διότι μάθετε, ὅτι ὁ λαὸς ὁ ἑλληνικὸς εὑρίσκεται εἰς μεγάλην ἀπελπισίαν. Ὁ λαὸς ἀπηύδησε. Φρονῶ, ὅτι πνεῦμα δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἐπιλάμψῃ εἰς τὰς κρίσεις μας καὶ λογισμοὶ ὑπέρτεροι νὰ ἐξεγερθῶσιν εἰς τὴν ψυχήν μας. Πρέπει νὰ παύσωμεν ὑπηρετοῦντες προσωπικὰ καὶ ἰδιοτελῆ συμφέροντα. Πρέπει νὰ ὀργανισθῶμεν, νὰ συντάξωμεν νόμους ἐθνικοὺς καὶ δικαίους, διευκολύνοντας τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ λαοῦ. Εἴμεθα εἰς χάος καὶ ἀναρχίαν τριάκοντα ἤδη ἔτη, διότι ἡ ἀναρχία δὲν ἔρχεται μόνον κάτωθεν ἀλλὰ καὶ ἄνωθεν. Σήμερον δὲ ἡ Εὐρώπη καὶ τὸ γένος μας αὐτὸ εὑρίσκονται εἰς τὰς παραμονὰς μεγάλων συμβεβηκότων. Πρέπει νὰ βάλωμεν αὐτὸ εἰς τὸν νοῦν μας. Πρέπει νὰ συλλογισθῶμεν ποῖος εἶναι ὁ τελικὸς καὶ ὁ ὑπέρτατος σκοπὸς τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος. Τὰ ἔθνη βαδίζουσι μὲ πολὺν πατριωτισμὸν καὶ νοημοσύνην καὶ προετοιμάζονται, ἡμεῖς ὅμως φιλονεικοῦμεν πάντοτε περὶ προσωπικοτήτων καὶ ἰδιοτελειῶν καὶ τίποτε περισσότερον. Ἴσως, κύριοι, ὅλα τὰ ἔθνη σήμερον περιμένουν νὰ ἀκούσουν: «Ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται,» ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ἐλεεινοὶ καὶ ἀνέτοιμοι ἐγωϊσταὶ καὶ ἄφρονες. Δὲν πταίει δὲ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις εἶναι τὸ θῦμα ὀλίγων· οἱ ὀλίγοι ἐκεῖνοι ἔπρεπε νὰ συνετισθῶσι, διότι ἂς ἐνθυμηθῶσιν ὅτι ὑπῆρξε καὶ μία ἄλλη ἐποχὴ τῆς ἀνθρωπότητος, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀλίγοι ἄνθρωποι ἐπῆραν εἰς τὸν λαιμόν των τὸ ἔθνος των, ἂς ἐνθυμηθῶσι τοὺς Φαρισαίους ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ θεανθρώπου Ἰησοῦ. Διότι δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀκούσουν τὴν φωνὴν τῆς σωτηρίας, μετὰ 70 χρόνους, ἀπὸ τὴν σταύρωσιν τοῦ Ἐλευθερωτοῦ, κατεσκάφη ἡ Ἱερουσαλὴμ, καὶ οἱ μὲν ἐσφάγησαν, οἱ δὲ περιεπλανήθησαν ἐλεεινοὶ αὐτοὶ καὶ οἱ ἀπόγονοί των μέχρι τοῦ νῦν. Καὶ δὲν πρόκειται μὲν σήμερον νὰ κατασκαφῇ ἡ Ἑλλὰς, ἀλλὰ δύναται νὰ ὀπισθοδρομήσῃ, ἐνῷ τὰ ἄλλα ἔθνη προβαίνουσιν εἰς τὸν προορισμόν των. Πρέπει λοιπὸν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος περιμένει διοργάνωσιν, ὁ ὁποῖος εἶναι πτωχὸς ..... (θόρυβος). Ἂν σήμερον δὲν ζητήσωμεν νὰ φέρωμεν βελτίωσιν εἰς τὴν τύχην του, θὰ ἔλθῃ ἴσως ἡμέρα νὰ λάβῃ μόνος τὰς ἡνίας...... (θόρυβος καὶ φιλονεικία). Αὐτοὺς τοὺς σκοποὺς εἶχεν ἡ Ὀκτωβριανὴ ἐπανάστασις (θόρυβος) Τὸ ἔθνος, ὁ λαὸς, δὲν ἀπήλαυσε τοὺς καρποὺς τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης. Ἂν τινὲς νομίζωσιν ὅτι καὶ σήμερον φέρουν τὴν σημαίαν τοῦ ὀκτωβρίου, ἀπατῶνται. Ἴσως ὑπὸ τὴν σημαίαν αὐτὴν ἄλλο τι ὄνομα κρύπτεται καὶ τοῦτο εἶναι ὁ ὀθωνισμός· αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου, ὀφείλω νὰ τὴν ἐκφράσω. Πρέπει λοιπὸν νὰ φροντίσωμεν νὰ κάμωμεν τὸ ταχύτερον φορολογικὸν νόμον δίκαιον καὶ νὰ ἀρχίσωμεν δημόσια ἔργα (θόρυβος). Ἂν δὲν δοθῇ καὶ σήμερον ὤθησις πρὸς βελτίωσιν πραγματικὴν τῆς Ἑλλάδος, θέλει μόνος του ζητήσει ὁ λαὸς τὴν βελτίωσιν· θέλει μόνος του ἀνακτήσει τὸν παράδεισον, τὸν καταχωθέντα ἀπὸ τοὺς ὀλίγους, καὶ θέλει ἐκτυλίξει ἐπὶ τῆς πύλης, ὡς ἄλλος ἀρχάγγελος, τὴν φλογοβόλον ῥομφαίαν, ἐνῷ οἱ προδόσαντες αὐτὸν θὰ περιπλανῶνται μακρὰν, μακρὰν, ἐκεῖ ὅπου ἡ ματαία μετάνοια καὶ ὁ πικρότατος ἔλεγχος. — Ταῦτα, Κύριοι, ὤφειλον νὰ σᾶς εἴπω. Ἂν ᾖναι αἱ ἀλήθειαι πικραὶ εἰς ἐποχὴν διαφθορᾶς, τοῦτο εἶναι εἰς ἐμὲ ἀδιάφορον. Τὸ δὲ ἔθνος ἂς κρίνῃ.
§147Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔλαβον καὶ πρότερον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ὅταν ἐπρόκειτο τὸ ζήτημα τὸ γενικὸν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῇ τοιούτων ζητημάτων. Καὶ ὅσα τότε εἶπον, δύνανται νὰ χρησιμεύσουν ὡς ἀπάντησις εἰς τὰ ἤδη παρὰ τοῦ Κ. Ῥηγοπούλου ῥηθέντα. Ἐπειδὴ εἶμαι εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ ἀπαντήσω ἐκ νέου εἰς τὰ ἤδη ῥηθέντα. Ὁ Κ. Ῥηγόπουλος ἔφερε τρεῖς ἀποδείξεις. Ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς, ἔγγραφον τοῦ δημάρχου Ἀθηνῶν, καὶ ἕτερον τοῦ δημάρχου Πειραιῶς. Οὐδὲν τῶν ἐγγράφων τούτων ἐστάλη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ προσκλήσει αὐτῆς, ἀλλ’ αὐτεπαγγέλτως, διότι αἱ ἀρχαὶ αὗται ἤθελον νὰ ὑποστηρίξωσιν ἰδίας γνώμας. Τοῦτο ἐξάγεται καὶ ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ Κ. Ῥηγόπουλος. Τοῦτο καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου ἐγγράφου τοῦ δημάρχου Πειραιῶς ὁ ὁποῖος ἀπηύθυνεν ἁπλῶς πληροφορίας πρὸς τὸν Τιμολέοντα Φιλήμονα, διότι ἠρωτήθη. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἀντιφάσκουσι πρὸς τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε, καὶ τὰς ὁποίας ἐδημοσίευσεν ἐν τῷ ἀποσπάσματι τοῦ πρακτικοῦ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὡς εἶπον ἀντιφάσκουσι καὶ πρὸς ἄλληλα. Διότι ὡς πρὸς τὸν πληθυσμὸν Πειραιῶς, ὁ νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας λέγει ὅτι εἶναι 6000 χιλιάδες ὁ δὲ δήμαρχος 9000. Πρὸς τούτοις τὰ ἔγγραφα ἀποδεικνύουν ὅτι ὅσα ἀναφέρουν κεῖνται ἐπὶ βάσεων ἰδανικῶν. Αὐτὸς ὁ νομάρχης λέγει ὅτι δὲν ὑπάρχουν πλήρη δημοτολόγια, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Καὶ τὰς πληροφορίας ἀρύεται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ παρουσιάζει ὑπολογισμοὺς οἵτινες δὲν εἶναι ποσῶς ὀρθοί. Ἔχομεν ὅμως ἕνα πίνακα ἐπίσημον περιβεβλημμένον διὰ πολλῶν ἐγγυήσεων, τὸν ἐκλογικὸν πίνακα. Οὗτος συνετάχθη πρὸ ὀλίγου χρόνου. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἀκριβέστατος, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ ἔχωμεν ἀκριβέστερον. Τὸν πίνακα τοῦτον συγκρίνοντες πρὸς τὰς πληροφορίας τοῦ νομάρχου καὶ δημάρχου, εὑρίσκομεν αὐτοὺς πολὺ ἐσφαλμένους. Ὥστε βλέπομεν ὅτι αἱ πληροφορίαι αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν περὶ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, διαψεύδονται παρὰ τῶν ὁριστικῶν καταλόγων. Ὅλοι ὁμολογοῦσιν ὅτι τὰ δημοτολόγια δὲν παρέχουν πλήρη πίστιν· εἰς πολλὰς ἐπαρχίας δὲν ὑπάρχουν δημοτολόγια. Ἐγένοντο μερικὰ κατὰ τὸ 1852 προσετέθησαν δὲ καί τινα ὀνόματα κατὰ τὸ 1856. Ποίαν βάσιν λοιπὸν ἔχομεν σήμερον, ἵνα ῥυθμίσωμεν τὴν ἀπόφασίν μας; Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε διττὴν βάσιν· ἔλαβεν ἀφ’ ἑνὸς τοὺς ἀπογραφικοὺς πίνακας τοῦ 1861, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐν τῷ ὑπουργείῳ παρὰ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν. Ὡς πρὸς τὰ ἐξαγόμενα τῶν δημοτολογίων, μικρὰν πίστιν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν· ὥστε καὶ περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει δυσκολία. Δύνανται ὅμως τινὲς νὰ εἴπωσιν, ὅτι οἱ πίνακες οὗτοι συνετάχθησαν πρὸ 4 ἐτῶν, καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὴν αὔξησιν, ἥτις ἐγένετο. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλοι πίνακες ἐκτὸς τῶν ἀπογραφικῶν πινάκων, συντεταγμένοι παρὰ τοῦ αὐτοῦ γραφείου τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, παριστῶντες ποία εἶναι ἡ ἐτησία ὑπέρβασις τῶν γεννήσεων ἐπὶ τῶν θανάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία πηγή. Ἂν εἴπῃ τις ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπάρχουσι καὶ ξένοι, ἀλλὰ δὲν ἐνεγράφησαν, αὐτοὶ εἶναι ἑτεροδημόται. Παρατηροῦντες τοὺς πίνακας τῆς ὑπερβάσεως τῶν γεννήσεων ἐπὶ τῶν θανάτων εὑρίσκομεν ὅτι κατὰ τὸ 1860 ἀντὶ ὑπερβάσεως τῶν γεννήσεων ἐπὶ τῶν θανάτων, ἔχομεν τῶν θανάτων ἐπὶ τῶν γεννήσεων. Ἐκ τούτου εἰκάζομεν ὅτι δὲν ὑπερέβη ὁ ἀριθμός. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οἱ αἰτοῦντες τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ δὲν αἰτοῦσι καθιέρωσιν δικαιωμάτων, ἀλλὰ ζητοῦσι προνόμια, προνόμια τὰ ὁποῖα θέλετε ἀποκρούσει, διότι ἀποκρούονται καὶ ἀπὸ τὸ γράμμα καὶ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ συντάγματος.
§148ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Καὶ προηγουμένως, Κύριοι, σᾶς εἶπον, ὅτι ὅταν γίνῃ λόγος περὶ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς θέλω σᾶς ὑποβάλει τινά. Ἀποκρούω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, διότι ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν προνόμια, καὶ οὔτε εἰς καμμίαν ἐπαρχίαν νὰ καθιερώσωμεν προνόμιον, ἐννοοῦμεν ν’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην καὶ ἀνωτέραν δικαιοσύνην καὶ τίποτε περισσότερον. Θέλετε, Κύριοι βουλευταί πεισθῆ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θέλω σᾶς ὑποβάλει, ὅτι ἠδικήθη ἡ ἐπαρχία αὕτη, καὶ πρέπει νὰ τῇ ἀποδώσητε δικαιοσύνην. Ἂν εὕρητε, ὅτι ὁ πληθυσμὸς δὲν εἶναι ἀνώτερος, τότε νὰ εἰπῆτε 4 βουλευταὶ καὶ ὄχι περισσότεροι. Καὶ οἱ προλαλήσαντες καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐστηρίχθη εἰς τὰ δημοτολόγια· καθόσον ἀφορᾷ ταῦτα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σας εἴπω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ὅτι ταῦτα δὲν δύνανται νὰ παρουσιάσωσι οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀπόδειξιν, καὶ δύναταί τις νὰ πεισθῇ εἰς τοῦτο, ἀρκεῖ νὰ ἴδῃ τὰ δημοτολόγια τῶν Ἀθηνῶν· θέλετε ἰδεῖ 2 βιβλία, τὸ ἓν ἄρχεται ἀπὸ τὸ 1834 καὶ λήγει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὰ 1843, τὸ δὲ ἕτερον ἄρχεται ἀπὸ τὰ 44 καὶ λέγει μέχρι τοῦδε. Τὸ πρῶτον εἶναι βιβλίον, καὶ ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ πᾶσαν πίστιν, ἂν δὲν ὑπῆρχον μερικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦσι πᾶσαν ἀξιοπιστίαν. Αὐτὸ τὸ πρῶτον εἶναι δεδεμένον μονογραφημένον, πλῆρες ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους· δὲν ἠξεύρω ὅμως πῶς εἶναι φύλλα τινὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς δυσανάγνωστα, ἀνανάγνωστα· ἐῤῥίφθη φαίνεται ὁλόκληρον τὸ μελανοδοχεῖον ἐπ’ αὐτῶν, ἡνώθησαν τὰ φύλλα ταῦτα, μετὰ ταῦτα ἀπεσπάσθησαν καὶ οὕτω δὲν δύναταί τις οὐδὲν ν’ ἀναγνώσῃ, βλέπετε ἐγγραφὰς, διαγραφάς· ἑπομένως κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν παρουσιάζει τὸ βιβλίον τοῦτο καμμίαν ἀξιοπιστίαν. Τὸ ἀπὸ τοῦ 44 δὲ καὶ ἐφεξῆς εἶναι τὸ πλεῖστον μέρος φύλλα φύλλα, πῶς δ’ ἔγεινεν οὕτω, πότε, τί συνέβη, δὲν ἠξεύρω τίποτε. Ἐκτὸς αὐτῆς τῆς καταστάσεως τῶν δημοτολογίων εἶναι μία ἄλλη παρατήρησις, ἡ ὁποία θὰ μᾶς δώσῃ τὸ ἐνδόσιμον, ὥστε νὰ μὴ θέσωμεν καμμίαν βάσιν εἰς αὐτά. Τὰ δημοτολόγια ἤρχισαν ἀπὸ τοῦ 1834 καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγραφέντων δὲν δύναται νὰ μᾶς δώσῃ ἀφορμὴν, ὥστε νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ δημόται εἶναι 12000. Πόσοι ἀπεβίωσαν; Εἰς τὰ πρῶτα βιβλία ἦσαν οἱ περισσότεροι Γερμανοὶ, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐνταῦθα καὶ ἐνεγράφησαν, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι ἀπεβίωσαν ἢ ἀνεχώρησαν. Ἔπειτα, Κύριοι, πλεῖστοι ὅσοι δὲν ἐνεγράφησαν· ἐζήτησα ἐντιμοτάτους πολίτας καὶ δὲν τοὺς εὗρον, π. χ. τὸν Κ. Ψύλλαν· καὶ τοῦτο συνέβαινε διότι δὲν ἐνεγράφοντο, παρ’ ὅταν ὑπῆρχεν ἀφορμή τις· π. χ. ἵνα λαμβάνωσι τὸ ἔγγραφον τῆς πενίας, καὶ μὴ πληρώνωσι τὰς δαπάνας τοῦ χαρτοσήμου. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶναι ἐγγεγραμμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἤδη δὲν εἶναι δημόται, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δημόται αὐτόχθονες ἔχοντες ἅπαντα τὰ δικαιώματα δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι. Λοιπὸν αὐτὴν τὴν βάσιν τὴν θεωρῶ ὅλως διόλου ἀναξιόπιστον. Ἀλλὰ, Κύριοι στηρίζομαι εἰς μίαν ἄλλην βάσιν ἀλάνθαστον κατ’ ἐμὲ, ἥτις ἀποδεικνύει τὸν ἀληθῆ πληθυσμὸν καὶ τῶν δημοτῶν. Ἔχω ἀνὰ χεῖράς μου δύο στατιστικοὺς πίνακας τοῦ Κυρίου Σπυλιωτάκη τοῦ φιλοπονωτάτου αὐτοῦ ἀνδρός. Θέλετε ἰδεῖ κατὰ τὸ 1852 ὅτι ἡ Ἀττικὴ περιεῖχεν ἄτομα 40362 δημότας καὶ μή. Κατὰ τὸ 1856 εἶχε κατοίκους 50565 δηλ. ηὔξησεν ὁ πληθυσμὸς εἰς διάστημα 4 ἐτῶν κατὰ 10 χιλιάδας. Τόρα ἔχομεν ἄλλον στατιστικὸν πίνακα τοῦ Κυρίου Σούτζου, ὅστις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνεκρίθη ὑπ’ αὐτῆς καὶ ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἔτους 1862. Κατ’ αὐτὸν κατὰ τὸ ἔτος 1861 ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς, ἄνδρες 36229, γυναῖκες 27497, τὸ ὅλον 63726, δηλ. σταθερῶς κατοικοῦντες εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Κατὰ τὸ 1852,40 χιλιάδες κάτοικοι κατὰ τὸ 1856, 50 χιλιάδες, κατὰ τὸ 1861, 63000. Ἀπὸ τὸ 1861 μέχρι τοῦ 1864, δὲν ἔχω ἀποδείξεις διότι δὲν ἔγινεν ἀπογραφὴ, ἀλλ’ ἔχω ἀποδείξεις τὰς στηριζομένας εἰς τὰ πράγματα τὰς ὁποίας ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1852 μέχρι τοῦ 1856 ηὔξησε κατὰ 10 χιλιάδας ὁ ἀριθμὸς, ἀπὸ τοῦ 1856 ἕως τὸ 1861 κατὰ 13 χιλιάδας, δηλ. εἰς τοὺς 20 ἀνὰ εἷς· εἰς διάστημα πέντε ἐτῶν ἄρα εἰς τὸ διάστημα τοῦ ἑνὸς ἔτους τὸ πέμπτον δηλ. ἀνὰ εἷς εἰς τοὺς 20· ἐὰν κάμετε τὴν ἀναλογίαν καθὼς τὴν ἔκαμα, κατὰ τὸ 1865 ἔγιναν 78000 χιλιάδες οἱ κάτοικοι. Αὐτὴν τὴν πρόοδον τὴν ἀποδεικνύει ἓν ἄλλο περιστατικόν· ὅλοι ζῶμεν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ καθ’ ἑκάστην βλέπομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν οἰκιῶν αὐξάνοντα. Ὅταν λοιπὸν παραδεχθῶμεν τὸν ἀριθμὸν 78000 κατὰ τὸ 1864, νομίζω ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν πρέπει νὰ προσθέσωμεν πολλὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν κατεγράφησαν εἰς τοὺς πίνακας· πάντοτε θεωρῶ τὰς στατιστικὰς ἐλλειπεῖς καὶ οὐχὶ πλεοναζούσας· πρέπει λοιπὸν νὰ προσθέσωμεν καὶ ἓν ποσὸν ἀνθρώπων μὴ κατεγραφέντων. Ἀλλὰ ἂς τὸ ἀφήσωμεν αὐτὸ κατὰ μέρος· εἰς τὰς 78000 χιλιάδας περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἑτεροδημόται καὶ ἂν τοὺς ἀφαιρέσωμεν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 63000 χιλιάδων. Ἀλλὰ δὲν πρέπει πάλιν νὰ προσθέσωμεν τοὺς ἀπόντας δημότας; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 78000 χιλιάδων πρέπει νὰ προσθέσωμεν τοὺς ἀπόντας, πρέπει δὲ νὰ ἀφαιρέσωμεν τοὺς ἑτεροδημότας· κάμνοντες αὐτὰς τὰς προσθήκας καὶ τὰς ἐλαττώσεις δὲν μένομεν εἰς τὸν τῶν 62000 χιλιάδων ἀλλὰ τῶν 65,000, καθὼς μᾶς λέγει ὁ Νομάρχης, καὶ τόσοι ἄλλοι; Πιστεύω ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι ὀρθή. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι; ὡς ὅλος ὁ κόσμος λέγει καὶ φωνάζει, οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ἦσαν ἐλλειπέστατοι· ἄνθρωποι γνωστότατοι δὲν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένοι· ὁ ἀξιότιμος Κύριος Κρασᾶς πρόεδρος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Δʹ. τμήματος δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος· ὁ Γιαννούλης Λελούδας αὐτόχθων Ἀθηναῖος δὲν εἶναι· ὁ ἀξιότιμος Ἰατρὸς Πάλλης μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του, οἱ δύο Ἀσώπιοι πατὴρ καὶ υἱὸς δὲν εἶναι καὶ τόσοι ἄλλοι, καὶ ἄλλοι. Λοιπὸν θὰ μοὶ εἴπετε ὅτι αὐτοὶ οἱ κατάλογοι ἀποτελοῦν ἀπόδειξιν τοῦ πληθυσμοῦ; εἰς τὸ τμῆμα τῆς Νεαπόλεως ἐὰν παρατηρήσητε τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον ἀναφέρει μόνον 281 καὶ ἐν τούτοις ἡ Νεάπολις, ἥτις κατέχει ὅλην αὐτὴν τὴν πλευρὰν τῆς πόλεως ἔχει τοὐλάχιστον 1000 ὡς ἐκ τῶν ἐθνοφυλάκων προκύπτει· σᾶς βεβαιῶ ὅτι πλέον τῶν 100 κατοίκων ἦλθον εἰς ἐμὲ παραπονούμενοι ὅτι καί τοι ὄντες δημόται καὶ ἀνταποκρινόμενοι εἰς ὅλους τοὺς φόρους, μόλα ταῦτα δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου. Λοιπὸν μὴ βάλετε βάσιν κᾀμμίαν εἰς τοὺς καταλόγους· λάβετε ὑπ’ ὄψιν τοὺς πίνακας καὶ τὴν ἀναγκαίαν αὔξησιν· πεισθῆτε εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς λέγει ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Δήμαρχος, ὅτι τοὐλάχιστον 62000 δημόται ὑπάρχουν, δεχθῆτε αὐτὴν τὴν βάσιν ἥτις στηρίζεται εἰς τοὺς πίνακας καὶ τότε θέλετε παραδεχθῆ ὅτι πραγματικῶς ἠδικήθη ἡ ἐπαρχία καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι πράττοντες ἔργον δικαιοσύνης θὰ παραδεχθῆτε τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας καὶ θέλετε δώσει εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἀκόμη δύο βουλευτάς. Μὴ νομίζετε, ὅτι ὁμιλῶ ἕνεκα προσωποληψίας· ἂν παραδεχθῆτε τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν πιστεύω ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σας ὅτι θέλετε παραδεχθῆ, θέλετε ἰδεῖ ὅτι θέλω ὑποστηρίξει νὰ γείνῃ νέα ἐκλογὴ καὶ νὰ μὴ ἔλθουν οἱ ἐπιλαχόντες. Ὥστε ὁμιλῶ περὶ δικαιώματος τῆς ἐπαρχίας καὶ ἡ ἐπαρχία θέλει ἀποφανθῆ ποῖοι εἶναι ἱκανοὶ νὰ συγκαθήσωσι μεθ’ ὑμῶν.
§149ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μολονότι ὁ Κ. πρωθυπουργὸς πολὺ καλὰ ἐξήγησε τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν κατὰ χρέος ἐπῆρε τὸ ὑπουργεῖον, δὲν εἶναι νομίζω ἄσκοπον νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ἐν συντομίᾳ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον θέλον νὰ φέρῃ καὶ νὰ διατηρήσῃ ἰσότητα, ἐπῆρε μίαν ἐποχὴν χρονικὴν, ἐπῆρε τοῦ 1861 τοὺς ἀπογραφικοὺς πίνακας, μαζὺ μὲ τὰ δημοτολόγια, καὶ περισσότερον ἀριθμόν· ἡ πρώτη ἀρχὴ εἶναι ὅτι ἀναδεχόμεθα μίαν ἐποχὴν τοῦ 1861, καθ’ ἣν μᾶς παρουσιάσθησαν ἔγγραφα. Ἐδῶ φέρομεν μίαν ἔνστασιν, διότι ὅλον τὸ ἄλλο κράτος ἐπῆρε τὴν βάσιν τοῦ 1861· διὰ τὴν Ἀττικὴν δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ λάβωμεν τὸ 1865, διότι τότε ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι ἤθελον παραπονεθῆ, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ διατηρήσωμεν μίαν δικαιοσύνην, ἀλλὰ πάλιν καὶ τούτου γενομένου καὶ μέχρι τοῦ 1865 ἐλπίζομεν νὰ πείσωμεν τὸν Κ. Μπαλάνον ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, ἀλλὰ περισσότερον δίκαιον ἔχει ὁ Κύριος Τρικούπης, ὅστις πολὺ καλὰ γνωρίζει τὰς γενομένας καταμετρήσεις εἰς τὴν Ἀττικήν· Τὴν Ἀττικὴν νὰ μὴ τὴν θεωρῶμεν ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων, διότι εἶναι ἓν κῦμα, τὸ ὁποῖον κινεῖται κατὰ τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται. Ὑπάρχει τὸ δημοτολόγιον μέχρι τοῦ 1861. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι ἔχει τοὺς δημότας γεγραμμένους κατὰ τάξιν, ἔκαμε πολὺ καλὴν ἀναλογίαν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ὅταν ἔκαμε τὴν ἀναλογίαν τῶν ἐχόντων δικαίωμα ψήφου, ἔκαμε τὴν σύγκρισιν τῆς Ζακύνθου, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὰς 13,000 ψηφοφόρους καὶ δὲν εἶναι περισσότερον οἱ κάτοικοι τῶν 45,000, ἔκαμε τὴν σύγκρισιν τῆς Ἠλείας, ἥτις καὶ αὐτὴ εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν. Λοιπὸν ὁ Κ. Μπαλάνος δὲν ἔχει δίκαιον νὰ ζητῇ αὔξησιν, διότι ποτὲ δὲν ὑπερβαίνει 45,000, ἀλλ’ ἐξεναντίας πάλιν λέγω, ὅτι μίαν τοιαύτην διάκρισιν δὲν πρέπει νὰ τὴν ζητῇ, διάκρισιν, τὴν ὁποίαν αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι δὲν ἔχουν. Πρέπει νὰ λάβωμεν μίαν βάσιν, ἥτις θὰ ἦναι τοῦ 1861 δι’ ὅλον τὸ κράτος· τότε αὐτὴ ἡ αἴτησις καταντᾷ ἓν προνόμιον. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι κατὰ τοὺς στατιστικοὺς πίνακας τοὺς ἐπισήμους τῶν δημοτολογιῶν δὲν ἠμπορεῖ ἡ Ἀττικὴ νὰ ζητήσῃ περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι τῆς ἐδόθη. Ἡ γνώμη λοιπὸν τοῦ ὑπουργείου εἶναι ὅτι δὲν ἔγραψε παρ’ ὅσα ἐπείσθη ἀπὸ τὴν συνείδησίν του, ὅτι εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ ἰσότης ὅλου τοῦ κράτους, ὡς δὲ βουλευτὴς λέγω εἰς τὸν Κύριον Μπαλάνον δὲν νομίζω νὰ ἦναι αἱ πληροφορίαι του ἀληθεῖς, καὶ ὅτι ἁμαρτάνει, διότι λαμβάνει καὶ τοὺς ξένους ὅλους. Οἱ δημόται δὲν εἶναι περισσότεροι· εἶπεν ὅτι πολλοὶ εἰς τοὺς καταλόγους δὲν εἶναι, τοῦτο συνέβη εἰς ὅλους τοὺς καταλόγους, δὲν ἠμποροῦν νὰ γραφοῦν ὅλοι καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι οἱ κατάλογοι γραφόμενοι κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν καὶ ὄχι κατὰ συνοικίας δὲν γίνονται πλήρεις, διότι ἕνας φεύγει ἀπὸ τοῦ Ψυρῆ καὶ πηγαίνει ἐπάνω εἰς τοῦ Μιαούλη, ἀπὸ τὸ ἓν ἄλφα εἰς τὸ ἄλλο, καὶ ὅταν κάμνῃ τὴν ἔνστασιν, ὁ καιρὸς ἐμποδίζεται. Διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, ὅτι ἡ Ἀττικὴ δὲν ἔχει περισσότερον τῶν 45,000. Ἐὰν ἡ βουλὴ θέλῃ νὰ τῇ δώσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ παλαιὰς ἐκδουλεύσεις, διὰ τὸ ἐπίσημον τῆς πόλεως, τοῦτο εἶναι ἄλλο πρᾶγμα.
§150ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ὁ κύριος Μπαλάνος τὴν ἀξίωσίν του ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ τὴν ἐστήριξεν ἐπὶ τοῦ ἀπογραφικοῦ πίνακος, καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἀποδείξει ὅτι δὲν στηρίζεται ἐπ’ αὐτοῦ. Δύο ἀπογραφικοὺς πίνακας τοῦ 1856 καὶ 1861 ἔχομεν. Κατὰ τὸ 1861 διέταξεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄνω ἀπαρίθμησιν ὥστε οἱ πάρεδροι καὶ ἐν γένει οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι νὰ καταγράψωσι τοὺς δημότας. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῆς διατάξεως τῆς Κυβερνήσεως ἐξετελέσθη ἡ καταγραφὴ καὶ ἐνεγράφησαν οἱ κάτοικοι ἀκριβέστερον, διετάχθησαν ὅμως ἐπίσης νὰ κάμωσι διάκρισιν τῶν δημοτῶν ἀπὸ τοὺς ἑτεροδημότας. Ὁ πίναξ τὸν ὁποῖον μᾶς παρουσίασεν μᾶς ἀναφέρει ὅτι δημόται τῶν Ἀθηνῶν ὑπάρχουσιν 23302 χιλιάδες, ἑτεροδημόται 15064, Πειραιῶς δημόται 5598, Μαραθῶνος 2080, Κρωπίας 3380, Περαίας 1729, Λαυρίου 1860, Φυλῆς 1615 καὶ Ἀχαρνῶν 2160 τὸ ὅλον οὐχὶ περισσότερον τῶν 41 χιλιάδων ἂς προσθέσωμεν καὶ 3 ἢ 4 χιλιάδες ἀπόντας.
§151Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Οὔτε ἐπὶ ἀναμνήσεων ἀρχαίας δόξης, οὔτε ἐπὶ νεωτέρων ἀνδραγαθιῶν ἐγὼ στηρίζω τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῆς ἰσότητος, καθόσον εἶμαι ἄσπονδος ἐχθρὸς τῶν προνομίων· λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ ἐπαρχία μου ἠδικήθη πρῶτον διότι κακῶς ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔλαβεν ὡς βάσιν τὴν ἀπογραφὴν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ λάβῃ τὰ δημοτολόγια κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν, διότι ταῦτα καὶ μόνα ἀποδεικνύουσιν ἀλανθάστως τούς τε κατοίκους καὶ παρεπιδημοῦντας δημότας· Ἡ ἀπογραφὴ κατ’ ἐμὲ εἶναι ὅλως διόλου ἐσφαλμένη καὶ στηρίζεται ἐπὶ ψευδῶν βάσεων, διότι πολλοὶ δημόται ἀποκρύπτουσι τὴν δημοτικότητά των πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἀπαλλάξωσι τὰ τέκνα των ἀπὸ τὴν στρατεύσιμον ὑπηρεσίαν· ἄλλως τε δὲ παρατηρῶ, κύριε πρόεδρε, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ προσδιορίσῃ καὶ νὰ φορολογήσῃ μὲ τὸν φόρον τοῦ αἵματος τὴν ἐπαρχίαν, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπογραφὴν ἀλλὰ τὰ δημοτολόγια καὶ κατ’ αὐτὰ ἐφορολόγησε τὸν δῆμον τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ κύριος Μπαλάνος δὲν ἠξεύρω ἂν παρετήρησεν τὰ δημοτολόγια καὶ εἶδε τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ὡμολόγησεν· ἐγὼ πρὸ διετίας εἶδα τὰ δημοτολόγια καὶ τὰ εἶδα εἰς πολὺ καλὴν κατάστασιν· οὔτε διαγραφὰς, οὔτε μελανώματα εἶδα· τὸ διετὲς αὐτὸ διάσττμα ἴσως ἐπέφερεν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα. Ὅταν, κύριε πρόεδρε, ἐπρόκειτο ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ ὁρίσῃ τὸν ἐκλεκτέον ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας, ἐζήτησα παρὰ τοῦ κυρίου νομάρχου ἐν περιπτώσει ἀμφιβολίας τῶν δημοτολογίων νὰ γράψῃ εἰς Κωνατινούπολιν, Σμύρνην, Λονδῖνον, Μασσαλίαν, ὅπου ὑπάρχουσι δημόται διὰ νὰ εὕρωσιν τὸν ἀληθῆ πληθυσμὸν τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου Ἀθηνῶν, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διατί δὲν παρεδέχθη τὴν αἴτησίν μου· Νομίζω ὅτι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸν ὀρθὸν λόγον νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἡ ἐπαρχία τῆς Ἄνδρου κατοικεῖται ἀπὸ 32000 δημότας καὶ ὅτι ἡ ἐπαρχία τῆς Ἀττικῆς ἡ πρωτεύουσα τοῦ βασιλείου, τὸ κέντρον τῆς ὅλης Ἑλληνικῆς ἑνότητος, ἔχει μόνον 41000 ψυχὰς (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Πιστεύω λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ μέλλει νὰ δικαιώσῃ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἀττικῆς, διότι ὁ νόμος τῆς χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο· προνόμια δὲν ζητοῦμεν, ἀλλὰ ζητοῦμεν ὅ,τι ὁ νόμος μᾶς χορηγεῖ. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἢ νὰ παραδεχθῇ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομάρχου, ἢ νὰ ἀναβάλλῃ τὴν ἀπόφασίν της μέχρις ὅτου προσενεχθῶσι τὰ δημοτολόγια ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Χριστόπουλος.
§153ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κυρίου Κυριακοῦ.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ ἐπαρχία Ἀττικὴ ἔχει ἀνώτερον πληθυσμὸν καὶ δικαιοῦται νὰ δώσῃ περισσοτέρους τῶν πέντε βουλευτῶν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι τινές).
§155ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἀλλ’ ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολὴν, Κ. πρόεδρε, καὶ περὶ ταύτης πρέπει νὰ ἐρωτήσητε πρῶτον.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη τὸ ζήτημα (θόρυβος).
§157Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ ἀναβολὴ τί ἔγεινε, Κ. πρόεδρε;
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναβολὴ ἀπεῤῥίφθη.
§159ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἀπεῤῥίφθη; δὲν ἐτέθη διόλου τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς.
§160ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ, Κ. πρόεδρε, εἶμαι ἐναντίος ἀλλ’ ἀπόφασις δὲν ἔγεινε.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτομεν, κύριοι, τὸ ζήτημα ἐκ νέου.
§162ΠΟΛΛΟΙ. (Ἀριστερόθεν) ὄχι, ὄχι, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
§163ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς πρῶτον, Κ. πρόεδρε.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναβολὴ ἀπεῤῥίφθη, διότι ἀπεῤῥίφθη καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἄνδρου.
§165Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τόρα ἔρχεται τὸ κύριον θέμα.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν οὐσίαν εἴμεθα καὶ ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε (θόρυβος). Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπαρχίας Βάλτου.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§168ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Βάλτου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον καὶ νομίμους βουλευτὰς τοὺς Στράτον καὶ Καραϊσκάκην. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος περὶ τῆς ἐκλογῆς Βονίτσης. Πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ ΣΤʹ. τμῆμα τῆς Βουλῆς, ἐπεξεργασάμενον τὰ ἐκλογικὰ ἔγγραφα τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης, σχηματιζομένης ἀπὸ τοὺς δήμους Ἀνακτορίων, Ἐχίνου, Ἀστακοῦ, Οἰνιάδος καὶ Σολίου, ἐξάγει· Ὅτι ἐκ τῶν ὁριστικῶν καταλόγων τῶν πέντε δήμων, συνταχθέντων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν νόμου, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγεγραμμένων ψηφοφόρων εἶναι ἐν ὅλῳ 4316. Ὅτι ἡ ψηφοφορία ἤρξατο καθ’ ὅλους τοὺς ἄνω μνησθέντας δήμους κατὰ τὸ ἀπὸ 8 Μαρτίου ε. ε. Β. διάταγμα καὶ τὸ κατὰ συνέπειαν τούτου ἐκδοθὲν πρόγραμμα ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου Βονίτσης, καὶ ἐπεραιώθη τὴν 17 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς, ψηφοφορησάντων κατὰ τὸ τετραήμερον τοῦτο διάστημα, ὡς ἐκ τῶν πρωτοκόλλων τῆς ἐνεργηθείσης ψηφοφορίας ἀποδεικνύεται, εἰς τὰς πέντε ἐκλογικὰς περιφερείας ἐκλογέων 3635. Ὅτι γενομένης τῆς κατὰ τὸ ἄρθρ. 57 καὶ 58 τοῦ εἰρημένου νόμου ἀπαριθμήσεως τῶν ἐν ταῖς κάλπαις ψήφων καὶ τοῦ ἀθροίσματος αὐτῶν, ἀπεδείχθη τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα· ὅτι δηλαδὴ ἔλαβον ψήφους·
| 1. | Ὁ Δημήτριος Γρίβας | εἰς τὸ Ναὶ | 2612 | καὶ εἰς τὸ ὄχι | 1024 |
| 2. | Ὁ Γεώργιος Γεροθανάσης | » | 1997 | » | 1639 |
| 3. | Ὁ Παναγ. Πετιμέζης | » | 1991 | » | 1645 |
| 4. | Ὁ Τατζ. Μαυρομμάτης | » | 1870 | » | 1760 |
| 5. | Ὁ Τάτσης Μαγγίνας | » | 1723 | » | 1912 |
| 6. | Ὁ Γεώρ. Τσέλιος | » | 1606 | » | 2030 |
| 7. | Ὁ Λεωνίδας Λογοθέτης | » | 1436 | » | 2200 |
| 8. | Ὁ Δημ. Βαρνακιώτης | » | 1379 | » | 2257 |
| 9. | Ὁ Π. Μοναστηριώτης | » | 1318 | » | 2316 |
| 10. | Ὁ Ν. Μαυρομμάτης | » | 1011 | » | 2625 |
| 11. | Ὁ Λαμ. Κομποτιάτης | » | 779 | » | 2854 |
Ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ἀπὸ 20 Μαΐου ε. ε. πρωτοκόλλου τοῦ συνταχθέντος σύμφωνα πρὸς τὸ ἄρθρ. 58 τοῦ εἰρημένου νόμου ὑπὸ τῶν προέδρων τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν, δηλαδὴ τοῦ ἐπάρχου, εἰρηνοδίκου καὶ δημάρχου τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, περὶ τοῦ ἀθροίσματος τῶν ψήφων, ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ λαβόντες τὴν σχετικὴν πλειονοψηφίαν εἰσὶν οἱ Κύριοι Δημήτριος Γρίβας, Γεώργιος Γεροθανάσης καὶ Παναγ. Πετιμέζης, καὶ ὅτι τοὺς τρεῖς τούτους ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεκήρυξεν ὡς βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας ταύτης ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αὕτη τρεῖς ἀρχῆθεν ἔδιδε βουλευτὰς, καὶ διότι ὁ πραγματικὸς ἀριθμὸς τῶν ἐπαρχιωτῶν ὑπερβαίνει τὰς 20 χιλ., καί τοι φαινόμενος ἐλάσσων ὡς ἐκ τῆς πλημμελοῦς καὶ ἀνακριβοῦς συντάξεως τῶν ἀρχαίων δημοτολογίων καὶ τῆς ἐλλειποῦς ἀπογραφῆς τοῦ 1861. Ὁ ἔπαρχος ὅμως Βονίτσης μειονοψηφῶν παρετήρησεν, ὅτι, κατὰ τὴν ἀπὸ 29 Μαρτίου ε. ε. ἐγκύκλιον τοῦ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργείου καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἡ ἐπαρχία αὕτη θὰ δώσῃ μόνον δύο βουλευτὰς κατὰ τὸν νόμον διότι ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς εἶναι ἐλάσσων τῶν 20 χιλ. κατοίκων. Ἑπομένως εἰς τοὺς δύο μόνον, Γρίβαν καὶ Γεροθανάσην, ἔδωκεν εἰσιτήρια. Κατὰ τῆς ἐκλογῆς ταύτης ἐγένοντο αἱ ἐφεξῆς ἐνστάσεις. Ὁ μὲν Γεώργιος Φλῶρος διὰ τῆς ἀπὸ 19 Μαΐου ε. ε. ἀναφορᾶς του προσέβαλε τὴν ἐκλογὴν ταύτην ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἰς μὲν τὸν δῆμον Ἀστακοῦ ἐψηφοφόρησαν 190 Καραγκούνιδες, εἰς δὲ τὸν δῆμον Οἰνιάδος ἐψηφοφόρησαν 92, οἵτινες ἐκτὸς 20 –30 Σκουτέριδων λεγομένων, δημοτῶν ὄντων, οἱ λοιποὶ οὐ μόνον εἰς οὐδένα δῆμον εἶναι ἐγγεγραμμένοι, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς βάρος τι ὑπεβλήθησαν, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ λόγος ἀποχρῶν ὅτι συμπεριελήφθησαν εἰς τὸν ὁριστικὸν κατάλογον, διότι ἡ Βουλὴ ἐν τῇ κυριαρχίᾳ της δύναται καὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου νὰ ἐπιληφθῇ. Ὁ δὲ Νικόλαος. Π. Μαυρομμάτης διὰ τῆς ἀπὸ 21 Μαΐου ε. ε. ἀναφορᾶς του προσέβαλε τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς ταύτης, διότι δὲν εἶναι προϊὸν τῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς τῶν κατοίκων, ἀλλὰ τῆς βίας, καθότι ἡ ἐπιτυχοῦσα μερὶς συλλέξασα περὶ ἑαυτὴν πλέον τῶν ἑκατὸν φυγοδίκων καὶ λῃστῶν, διέσπειρε τούτους ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ πρὸς θήραν ψήφων, καὶ ἐνέπνευσε πανταχοῦ τὸν φόβον καὶ ἐπῆλθεν οὕτω τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐνστάσεως τὸ τμῆμα παρατηρεῖ, ὅτι αὕτη εἶναι ἀβάσιμος, καθόσον ἐκ τῶν πρωτοκόλλων τῆς ψηφοφορίας ἀποδεικνύεται ὅτι πάντες οἱ ψηφοφορήσαντες ἐκλογεῖς εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς ὁριστικοὺς καταλόγους τῶν πέντε ἐκλογικῶν περιφερειῶν, καὶ ἑπομένως νομίμως ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν ταύτην. Ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐνστάσεως ἐπίσης παρατηρεῖ, ὅτι οὐδεμία ἀπόδειξις προσήχθη περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἐν αὐτῇ ἐκτεθειμένων, οὔτε κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας ἐγένετο ὑπό τινος ὑποψηφίου ἢ ἐκλογέως τοιαύτη ἐνώπιον τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἐκ τῶν ἀπὸ 14 καὶ 15 Μαΐου ἐκθέσεων τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς του δήμου Ἐχίνου ἐξάγεται, ὅτι ὁ Ν. Π. Μαυρομμάτης, ὡς ἐνιστάμενος ὑπάλληλος ὤν, διέμεινε παρὰ τὰ διατεταγμένα εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς, ὅπως διὰ τῆς παρουσίας του ἐνισχύσῃ τὴν μερίδα τῶν ἀποτυχόντων. Ὅτι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς κατὰ τὸ 1847 ἀ. συνόδου τῆς βʹ. Βουλευτικῆς περιόδου, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἀπογραφικῶν πινάκων, παρ’ οὐδενὸς τότε προσβληθέντων, ὅτι ὁ ὁλικὸς πληθυσμὸς τῆς Ἀκαρνανίας ἀναβαίνει εἰς 23769 καὶ κατὰ συνέπειαν τούτου ἡ Βουλὴ παρεδέξατο ἔκτοτε καὶ μέχρις ἐσχάτων τρεῖς ἐκ τῆς ἐπαρχίας ταύτης βουλευτάς· ἡ δὲ Βʹ. ἐν Ἀθήναις Συνέλευσις, τὸν διπλάσιον ἀριθμὸν παραδεξαμένη, εἰς ἓξ πληρεξουσίους ὥρισε τὴν ἀντιπροσώπευσιν τῆς ἐπαρχίας ταύτης. Μέχρις ὅτου δὲ ἀποδειχθῇ ἀδιαφιλονεικήτως τὸ ἐναντίον, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ στερηθῇ ἡ ἐπαρχία αὕτη τοῦ παρὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν νόμου χορηγουμένου αὐτῇ δικαιώματος, οἱ δὲ ἀνακηρυχθέντες τρεῖς βουλευταὶ ἔχουσι τὰ παρὰ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα. Διὰ τοὺς λόγους τούτους τὸ τμῆμα γνωμοδοτεῖ, ἵνα κηρυχθῇ νόμιμος καὶ κῦρος ἔχουσα ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς νόμιμοι βουλευταὶ αὐτῆς οἱ Κύριοι Δημήτριος Γρίβας, Γεώργιος Γεροθανάσης καὶ Π. Πετιμέζης. Ἐν Ἀθήναις, 12 Ἰουνίου 1865.
Ὁ Πρόεδρος
Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ,
Ὁ Εἰσηγητὴς Σ. Λεωνταράκης. Τὰ μέλη Δ. Παπαλουκᾶς, Δ. Τσαμόπουλος, Δ. Τσόκρης, Ν. Βουδούρης, Α. Λογιωτατίδης, Ἀλ. Βιλαέτης, Δ. Καραλίβανος, Π. Μοδινὸς, Σ. Καραμάνος, Κ. Μελαχρινὸς, Δ. Θεοχάρης, Α. Δημητριάδης, Β. Σκαλτσοδῆμος, Χρ. Μαστραπᾶς, Π. Γουζούασης.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον κἀνεὶς ἐκ τῶν κυρ. βουλευτῶν;
§171ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριε πρόεδρε· εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν παρουσιάζεται, κύριοι, ἓν ζήτημα μεγάλης σπουδαιότητος. Μὲ ὅλον τὸ σέβας, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὰ ἔντιμα μέλη τοῦ τμήματος τοῦ ἐξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν, ἂς μὲ συγχωρηθῇ, κύριοι, νὰ καταδείξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι τὸ τμῆμα κατὰ τὴν στενὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων του ἐξῆλθε τῶν νενομισμένων ὁρίων. Δὲν ἔρχομαι, κύριοι, νὰ φιλονεικήσω τὸν πληθυσμὸν τῆς ἐπαρχίας Βονίτζης, ἔρχομαι μόνον νὰ προσβάλω ἕνα, τὸν τελευταῖον παράγραφον τοῦ τμήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνακηρύττονται βουλευταὶ περισσότεροι τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὁπωσδήποτε ἡ κυβέρνησις ὥρισε, καὶ ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος τὸ ὁποῖον δὲν ἐξεδικάσθη, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐπιλαχόντος, λέγω, ὅτι τὸ τμῆμα κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἡ ὁποία δυνατὸν νὰ ᾖναι καὶ ἐσφαλμένη δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἀνακηρύξῃ βουλευτάς. Καὶ οὕτως ἔθιξεν ἓν ζήτημα καὶ τὸ ἐθεώρησε δεδικασμένον, ζήτημα τὸ ὁποῖον ὀφείλει σπουδαίως νὰ ἀπασχολήσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ σώματος. Ἀναγνωρίζω ἴσως προληπτικῶς τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πληθυσμὸν τῆς ἐπαρχίας Βονίτζης νὰ παρέξῃ πλείονας τῶν δύω βουλευτῶν, δὲν ἀναγνωρίζω ὅμως, ὅτι οὔτε αἱ ἐπιτόπιαι ἐπιτροπαί, οὔτε κατὰ συνέπειαν τὸ τμῆμα ἐδικαιοῦτο ν’ ἀνακηρύξῃ βουλευτὴν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ ἐκ τῶν προτέρων ἀπέκλεισε. Πρόκειται ἴσως εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν νὰ λύσωμεν κατ’ ἀρχὴν τὸ ζήτημα τῶν ἐπιλαχόντων, λέγω τὸ ζήτημα τῶν ἐπιλαχόντων καὶ τὸ λέγω διὰ τὸν λόγον τοῦτον, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἐκτελούσης τὰς παραγγελίας τῆς νομοτελεστικῆς, ἐξέδοτο τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν καὶ εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο δὲν ὑπῆρχον πλείονες τῶν δύω, καὶ κατὰ συνέπειαν κηρύττω ὅτι καὶ αἱ ἐπιτόπιαι ἀρχαὶ ἔσφαλον σπουδαίως ἀνακηρύξασαι τὸν τρίτον ὡς βουλευτὴν καὶ κατὰ μείζονα λόγον, ἓν μέρος τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἐδίκασεν αὐτὴν τὴν ἐκλογήν. Τὸ ζήτημα σήμερον θὰ λυθῇ, εἶναι ζήτημα σχετικόν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὴν ἐπαρχίαν τῆς Βονίτζης ἀλλὰ καὶ ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ κράτους, καὶ πρέπει νὰ λυθῇ ὁμοιομόρφως καθόσον ἀφορᾷ τὸν πληθυσμόν, τὸ δὲ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τὸ ἀποδέχομαι πληρέστατα. Ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἐπιλαχόντων ἐπιθυμῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσετε πάλιν τὸν λόγον.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης.
§173Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κάμω ἐνώπιόν σας, ἰσχυρίσθην ὅτι εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν τρία τινὰ ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ· ά.) ἐὰν ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη νομίμως, βʹ.) ἐὰν οἱ ἐκλεχθέντες ἔχουν τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, γʹ.) ἐὰν ὁ πληθυσμὸς ᾖναι ἀνάλογος πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεχθέντων βουλευτῶν. Τὰ τρία αὐτὰ εἶναι ἀχώριστα. Τὸ τμῆμα κατὰ τοῦ ὁποίου ἔφερεν αἰτιάσεις ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν ἔπραξε τίποτε, ἀλλ’ ἐξέφρασεν ὅτι ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη νομίμως, ἐξέτασε ἑπομένως ἐὰν οἱ ἐκλεχθέντες ἔχουσι τὰ προσόντα, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχεν ἀντίῤῥησις καμμία, ἐπειδὴ ἦσαν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν κατάλογον καὶ ὡς ἔχοντες τὴν ἡλικίαν, καὶ ὡς δημόται, καὶ ὡς κτηματίαι, τοὺς παρεδέχθη· ἐξέτασε ἔπειτα τὸν πληθυσμὸν καὶ εἶπε ὅτι ἡ ἐπαρχία Βονίτζης εἶχε τὸ δικαίωμα ἀνέκαθεν νὰ ἀποστέλλῃ τρεῖς βουλευτάς, ἦσαν τρεῖς συνδυασμοί, ἀλλὰ καὶ οἱ τρεῖς ἀνὰ τρεῖς εἶχον κηρυχθῆ· ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ διατάγματος αὑτῆς, καλέσασα τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην νὰ ὀνομάσῃ τοὺς ὑποψηφίους της, δὲν εἶπε πόσοι εἶναι, φαίνεται ὅτι ἀπὸ τὸν πίνακα ἐκεῖνον ἡ κυβέρνησις ὑπεδείκνυεν, ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ παραδεχθῇ μόνον δύω, ἀνεφέρθησαν οἱ κάτοικοι εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἀναφέροντες προηγούμενα δικαιώματα καὶ ἀπέδειξαν ὅτι εἶχον δικαιώματα ἀνωτέρου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, καὶ ἐξηκολούθουν λέγοντες, ὅτι δὲν θέλομεν ποτὲ ἀκούσει τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν νὰ μᾶς εἴπῃ νὰ ἐκλέξωμεν δύω, θὰ ἐκλέξωμεν τρεῖς, διότι ὁ πληθυσμός μας εἶναι ἀνώτερος, διότι τρεῖς ἀπεστείλαμεν ἀνέκαθεν· καὶ διότι δὲν ἀναγνωρίζομεν εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ κανονίζῃ αὐθαιρέτως τὸ δικαίωμα τῶν ἀτόμων· ἔπραξεν οὕτω καὶ ἀφῆκεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα· τὸ τμῆμα δὲ ἐθεώρησεν ὡς σχετικὸν σχετικώτατον ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητός του νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ἐξέτασε καὶ ἐπρότεινε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπικύρωσιν. Ἔρχονται τώρα καὶ σᾶς λέγουν· ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ ἐπαρχία αὕτη δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τρεῖς ἀντιπροσώπους, πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὸν ἐπιλαχόντα; δὲν εἶναι ἐπιλαχών, εἶναι ὑποψήφιος τὸν ὁποῖον ἐψηφοφόρει ἀπ’ ἀρχῆς μὲ τὴν βεβαίαν, τὴν εὔλογον καὶ νόμιμον προσδοκίαν ὅτι ἡ βουλὴ θὰ παραδεχθῇ αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι καὶ ἂν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ προσδιώριζε δύω μόνον καὶ ἀπεδεικνύετο ἀκολούθως ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι τρεῖς, ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὸν ἐπιλαχόντα, διότι ἡ ψηφοφορία εἶναι σχετική, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ διατάξωμεν νέαν ἐκλογήν. Τοῦτο εἶναι τόσον ἀληθὲς ὅσον δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἕως τώρα νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι ὅταν πράξῃ ἡ κυβέρνησις τὸ ἐναντίον πρέπει νὰ ἀκυροῦται ὅλη ἡ ἐκλογή. Ὑποθέτω ὅτι μία ἐπαρχία ἔχει τὸ δικαίωμα δυνάμει τοῦ πληθυσμοῦ αὑτῆς νὰ ἐκλέξῃ πέντε βουλευτάς· ἡ κυβέρνησις ἐλπίζουσα πολὺ ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ δέκα, τοὺς ἐκλέγει· παραπέμπεται ἡ ἐκλογὴ εἰς τὸ τμῆμα, ἐξετάζεται ὁ πληθυσμὸς καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι διὰ πέντε μόνον ἔχει δικαίωμα· πρέπει νὰ ἐκβάλλωμεν καὶ τοὺς δέκα, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε παρανομίαν; ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠξεύρω πόθεν ὁρμώμενοι προτείνουσι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς, ἄλλως ὀφείλουν νὰ τὸ ἀποδείξουν ποῦ στηρίζουν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ζητοῦντες ἄκυρον τὴν ἐκλογὴν διότι προσετέθησαν περισσότεροι. Ἐὰν δὲν εὕρωσι τοιαύτην διάταξιν, δὲν ἐννοῶ διατὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρὸν δὲν θέλουν νὰ παραδεχθοῦν τὸν ἐπιλαχόντα. Ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἔγκυρος καὶ ὅτι νόμιμοι βουλευταὶ εἶναι ἐκεῖνοι περὶ τῶν ὁποίων ἐπρότεινε τὸ τμῆμα, οἱ τρεῖς. Ἐγώ, ἐμμένων πιστῶς εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος, ἀποκρούω τὰς κατὰ τῆς ἐκθέσεως αἰτιάσεις τοῦ προλαλήσαντος.
§174ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, βλέπω ὅτι ζυγίζοντες τὸ βάρος τῶν ἐκλογῶν δὲν μεταχειριζόμεθα τὴν αὐτὴν στάθμην, ἐνῷ ἐγὼ σκοπεύω, προτίθεμαι τοὐλάχιστον τὰς αὐτὰς ἀρχὰς εἰς ὅλας τὰς δεδομένας περιπτώσεις νὰ μεταχειρισθῶ. Πρὸ ὀλίγου ἐπλέξαμεν τὰ ἐγκώμια αὐτῆς τῆς ἀπογραφῆς καὶ εἴπομεν ὅτι διὰ τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν δημοτολογίων καὶ δι’ ἔλλειψιν ἀκριβεστέρας στατιστικῆς, αὐτὸς ὁ πίναξ τὸν ὁποῖον συνέταξεν ἡ Κυβέρνησις, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι τῇ συνδρομῇ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων, αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευσεν ὡς ὁδηγὸς εἰς τὰς ἀποφάσεις, καὶ τοὺς προσδιορισμοὺς τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ πίναξ ἐπίσης ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς βασιζόμενοι θέλομεν λύσει τὰ ζητήματα τὰ περιστρεφόμενα εἰς τὰς προτάσεις περὶ αὐξήσεως τῶν βουλευτῶν τινῶν ἐπαρχιῶν. Συζητεῖται ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἀττικῆς, καὶ ἐπειδὴ ὁ πίναξ αὐτὸς ἀπεδείκνυε ὅτι δὲν ἔχει πληθυσμὸν δημοτῶν ἀνώτερον τῶν 41 χιλιάδων κατεψηφίσαμεν τὴν πρότασιν τοῦ ν’ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν. Εἰς μάτην ἀπέβησαν αἱ παρατηρήσεις τοῦ ὅτι ὑπάρχουν δημοτολόγια, ὅτι ὑπάρχουν ἔγγραφα τῶν ἀρχῶν τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ δημάρχου· ἡ Βουλὴ εἶπεν ἕνα γνώμονα θὰ μεταχειρισθῶ, θὰ σεβασθῶ τὰς πράξεις τῆς Κυρνήσεως, ἀναγνωρίζω καὶ εἰς αὐτὰς μίαν φρόνησιν ἕνα ὁδηγόν. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1861 παρεδέχθη ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἀττικὴ νὰ δώσῃ περισσοτέρους τῶν 5 βουλευτῶν· ἔρχομαι ὅμως εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Βονίτζης καὶ ἐδῶ ἔχομεν πρῶτον τὴν πρᾶξιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τὴν ὁποίαν τόσον θερμῶς ὑπεστήριξεν, ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκθέσας ἐνώπιόν σας ὅτι, διὰ νὰ φυλαχθῇ πλήρης δικαιοσύνη, διὰ νὰ μὴν ἀδικηθῇ ἐπαρχία τις καὶ δικαιωθῇ ἄλλη, ἀνέτρεξαν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1861, ἐβασίσθησαν εἰς τοὺς ἀπογραφικοὺς πίνακας τοῦ 1861 καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἀρχῆς προσδιώρισαν τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν· ἔχομεν λοιπὸν πρῶτον καὶ τὸ ἠκούσαμεν, τὴν κρίσιν καὶ τὴν βεβαίωσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἔχομεν δεύτερον ἐντὸς τῆς ἐκθέσεως ἓν ἔγγραφον τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τοῦ ἐπάρχου τῆς Βονίτζης, ὁ ὁποῖος λέγει ἀρνοῦμαι νὰ ἀναγνωρίσω τὴν ἐκλογὴν τρίτου βουλευτοῦ.
§175ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ στατιστικὴ πόσους παρουσιάζει;
§176ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. 16,000.
§177ΓΡΙΒΑΣ. Τοῦ 1849 εἶχε 21,000· τί ἔγειναν οἱ ἄλλοι;
§178ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θὰ ἔλθω. Λοιπὸν ἔχομεν ἓν ἔγγραφον τοῦ Κ. ἐπάρχου Βονίτζης ὁ ὁποῖος ἀποδοκιμάζει, ἀποκρούει τὴν ἀξίωσιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐκλέξουν τρεῖς βουλευτὰς ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Βονίτζης ἀντὶ δύο, ἔχομεν κατὰ συνέπειαν ἄρνησιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς τοῦ νὰ δώσῃ εἰσιτήριον, ἔχομεν ὅμως ἐναντίαν ἐνέργειαν, ἔχομεν τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία δίδει τὸ εἰσιτήριον εἰς τὸν τρίτον βουλευτὴν, καὶ ἔχομεν τὸ τμῆμα τὸ ὁποῖον μᾶς λέγει «ὅτι ἐξάγεται ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς κατὰ τὸ 1847 ά. συνόδου τῆς β. βουλευτικῆς περιόδου, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἀπογραφικῶν πινάκων, παρ’ οὐδενὸς τότε προσβληθέντων, ὅτι ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῆς Ἀκαρνανίας ἀναβαίνει εἰς 23,769 καὶ κατὰ συνέπειαν τούτου ἡ Βουλὴ παρεδέξατο ἔκτοτε καὶ μέχρι ἐσχάτων τρεῖς ἐκ τῆς ἐπαρχίας ταύτης βουλευτάς.» Μᾶς λέγει δὲ τὸ τμῆμα ὅτι εἰς τὴν ἀπογραφὴν, εἰς τὸν πίνακα τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 61, ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν φαίνεται ἐλάσσων τῶν 20 χιλιάδων· ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ τμήματος, αὐτὸ συμβαίνει ἐκ τῆς πλημμελοῦς καὶ ἀνακριβοῦς συντάξεως τῶν ἀρχαίων δημοτολογίων καὶ ἐκ τῆς ἐλλειποῦς ἀπογραφῆς τοῦ 61. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ καταδίκη τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 61.
§179ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι γνώμη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ὄχι τοῦ τμήματος.
§180ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ δὲ τμῆμα τί παραδέχεται; Λοιπὸν τὶ μᾶς λέγει ἐδῶ, καὶ τί ὑποβάλλεται ἐνώπιόν σας; Σᾶς ἐπροτάθη ὅτι καὶ ἐδῶ ἡ ἐπαρχία αὕτη ἐξήσκησε δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε δυνάμει τῆς γενικῆς βάσεως τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία βάσις αὕτη ἐχρησίμευσεν ὡς γνώμων εἰς τὰ δικαιώματα ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν· ἐὰν τοῦτο μᾶς λέγουν, εἶμαι σύμφωνος νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἡ ἐπαρχία αὕτη ἐξήσκησε τὰ δικαιώματά της. Ὅμως ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ λέγει· μὰ δὲν τὴν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1861· τὸ δημοτολόγιον εἶναι ἄθλιον, τὸ δὲ τμῆμα ὑποστηρίζει τοῦτο καὶ λέγει ἀνατρέχω εἰς τὰ βουλευτικὰ πρακτικὰ τοῦ 47· ἐὰν αὐτὰ τὰ πρακτικὰ ἦναι ἀκριβῆ, καὶ τῳόντι ἡ ἐπαρχία αὕτη εἶχεν 23 ψυχῶν, τότε μοῦ κακοφαίνεται διατὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας σήμερον παραβλέπουν τὰ δικαιώματά της· εἰς διάστημα τόσων ἐτῶν πρέπει ν’ ἀνέβῃ ὁ πληθυσμὸς εἰς 47 χιλιάδας. Δὲν πολεμῶ τὰ δικαιώματα· τὰ δικαιώματα ὁσάκις ἀποδεικνύονται θὰ τὰ ὑποστηρίξω, πολεμῶ μόνον τὴν κακὴν ἀρχὴν, τὴν σκολιὰν ὁδόν· θέλω τὴν εὐθεῖαν ὁδόν· πείσατέ με ὅτι ἡ ἐπαρχία ἔχει δικαιώματα διὰ 5 βουλευτὰς, καὶ πρῶτος θὰ τοὺς ψηφίσω· ὅταν ὅμως δὲν μὲ πείθετε, ὅταν ἀφίνετε τὴν μόνην βάσιν, τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 61, διὰ ν’ ἀνατρέξω εἰς τὴν τοῦ 47, τότε συγχωρήσατέ μοι ν’ ἀμφιβάλω.
§181ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς Συνελεύσεως.
§182ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Λεωνταράκη, νομίζετε ὅτι δὲν νοιώθω τί λέγω; Λοιπὸν δὲν δέχομαι τὴν ἀρχὴν τοῦ δεδικασμένου, δὲν θὰ ἔλθω ποτὲ νὰ ψηφίσω ἐδῶ ἐπὶ τῇ βάσει ὅτι τὸ ἀπεφάσισε μία ἄλλη Βουλὴ, χρεωστῶ μόνον νὰ σέβωμαι τοὺς κειμένους νόμους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸν τύπον τῶν νόμων· τόρα καταφεύγουν εἰ κρίσεις ἄλλων Βουλῶν, καὶ μάλιστα Βουλῶν ἐκείνης τῆς ἐποχῆς (θόρυβος). Λοιπὸν, Κύριοι, ὁ πίναξ αὐτὸς τὶ ἀποδεικνύει; Ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 61 λέγει ὅτι ἡ Βόνιτσα κατὰ τὰ 46 εἶχεν εἰς τὸν δῆμον Ἀνακτωρίων 5,061 κατοίκους, εἰς τὸν δῆμον Ἀστακοῦ 3,292, εἰς τὸν Αἰνειάδος 1,599, εἰς τὸν Ξηρομερίου 1,803 καὶ εἰς τὸν Αἰχίνου 4,568· τὸ ὅλον 16,323 καὶ σύμφωνον μὲ αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ δημοτολόγιον· ἀλλ’ ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ λέγει ὅτι ἄθλιον εἶναι τὸ δημοτολόγιον, ἄθλιος ὁ ἀπογραφικὸς αὐτὸς πίναξ καὶ ἀνατρέχει εἰς τὰ 47 καὶ εὑρίσκει ὅτι ἔδοσε 3 Βουλευτὰς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ θέλει τρεῖς Βουλευτὰς τοὺς ὁποίους βεβαίως σέβομαι καὶ ἐπιθυμῶ νὰ παρακάθηνται μεθ’ ἡμῶν, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους ἡ συνείδησις δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ δεχθῶ, πρὶν πεισθῶ ὅτι ἔχει δίκαιον ἡ Ἐπαρχία νὰ ψηφίσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἱ πέντε, ἕξ, προλαλήσαντες δὲν ὡμίλησαν· τώρα ἐπὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος, ἐὰν πρέπῃ νὰ γείνουν δεκτοὶ οἱ ἐπιλαχόντες ἢ νὰ γείνῃ νέα ἐκλογὴ, καὶ πρὸς αὐτὸ ἐγὼ διχογνωμῶ μὲ τοὺς προλαλήσαντας, καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου. Ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκλέξῃ μία ἐπαρχία τοὺς ἀντιπροσώπους της δὲν εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἰμπορεῖ νὰ τοὺς χαρίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἐκ τῆς ὑπάρξεώς της καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὁ ἐκλογικὸς νόμος δὲν λέγει, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κανονίζει πόσους Βουλευτὰς θὰ δώσῃ ἑκάστη ἐπαρχία. Τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ ἐκλογικὸς νόμος λέγει, ὅτι ἑκάστη ἐπαρχία ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ της ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ τόσον ἀριθμὸν ἀντιπροσώπων· ἂν ἑπομένως σήμερον εἶχον τὴν βεβαίωσιν, εἶχον τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ἡ ἐπαρχία της Βονίτσης ἔχει 23,000 κατοίκων δημοτῶν, τότε ἤθελον εἴπει ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπαρχία μὴ περιορισθεῖσα ἀπὸ τὴν ἐσφαλμένην ἢ ὁπωσδήποτε μὴ ὀρθὴν κρίσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἐκλέξασα ἀμέσως τοὺς τρεῖς ἀντιπροσώπους, ἐθεώρησεν ὅτι πράττει ἐν τῷ δικαιώματί της. Ἐξέλεξεν ἀντιπροσώπους καὶ τοὺς ἀπέστειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξήσκησε δηλ. δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς ἐκ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νόμου, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν καταδικάσωμεν, ὅτι ἐξήσκησε τὸ δικαίωμά της. Διστάζω νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην ταύτην, ἂν ἦτο τὸ πρῶτον σύστημα τῆς ψηφοφορίας. Κατὰ τὸν πρῶτον ἐκλογικὸν νόμον ἕκαστος ἐκλογεὺς προσκαλούμενος ἐχρεώστει νὰ γράφῃ εἰς τὸ ψηφοδέλτιόν του τόσα πρόσωπα μόνον, ὅσος ἦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀντιπροσώπων, οὓς ἔπρεπε νὰ στείλῃ ἡ ἐπαρχία, π. χ. εἰς Ἀττικὴν τὸ ψηφοδέλτιον ἔπρεπε νὰ περιέχῃ 5, οἱ πλεονάζοντες δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν. Τὸ αὐτὸ ὅμως σύστημα δὲν ἀκολουθεῖται σήμερον. Τήν σήμερον 2 εἶναι οἱ βουλευταὶ, δύνανται νὰ ἐκτεθῶσι 8, 10, 15, κάλπαι καὶ ἑπομένως ἕκαστος ἐκλογεὺς ἔρχεται καὶ ψηφίζει εἰς ὅλους, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα κατὰ τὴν γνώμην τῶν περισσοτέρων τοῦτο ἐνδύει τὸν ἐκλέξιμον μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Ἀρκεῖ ὅτι οἱ ἐκλογεῖς ἐξήσκησαν τὸ δικαίωμά των, ὅτι ἔδοσαν ψῆφον εἰς ὅλους τοὺς ἐκλεχθέντας, ἀρκεῖ ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς γνώμης τῶν πλειοτέρων σχετικῶς ἐθεωρήθη ὅτι ἔχει τὸν μεγαλείτερον ἀριθμόν. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ σεβασθῇ τὴν πρᾶξιν τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς, ὀφείλει νὰ τὴν παραδεχθῇ, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος, ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐγκρίνει.
§183ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Κυνουρ.). Κύριοι, ὁ τελευταῖος καταβὰς τοῦ βήματος μὲ ἀπήλλαξε τοῦ βάρους νὰ ὑποστηρίξω τὸ σπουδαιότερον ζήτημα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παρουσιασθῇ· τοὐτέστιν ἂν παραδεχομένης τῆς Βουλῆς ὅτι ἐπαρχία ἔχουσα δικαίωμα νὰ στείλῃ πλειότερον ἀριθμὸν βουλευτῶν, παρὰ ἀπὸ τὸν ὁρισθέντα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δύνανται νὰ ἔλθουν οἱ ἐπιλαχόντες, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ γίνῃ νέα ἐκλογή. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ ἤδη ἡ Βουλὴ ἂν ἡ ἐπαρχία Βονίτσης ἔχῃ πληθυσμὸν ἀνώτερον, καὶ ἂν δικαιοῦται ὁ Κ. Πετιμέζης ὅστις ἔρχεται ἐπιλαχὼν νὰ ἀναγνωρισθῇ Βουλευτὴς Βονίτσης. Τὸ τμῆμα τὸ ἐπεξεργασθὲν τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν δὲν ἐξῆλθε τῶν ὁρίων, διότι προσῆλθε νὰ γνωμοδοτήσῃ, ἂν ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη νομίμως, καὶ οἱ ἐκλεχθέντες ἔχουσι τὰ προσόντα, ἢ ἡ ἐπαρχία ἔχει πληθυσμὸν ὥστε νὰ ἀποστείλῃ τόσους βουλευτάς. Τὸ τμῆμα ἐστηρίχθη εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα, προσκεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐν ὅσῳ δὲν φέρει τις τὴν ἐναντίαν ἀπόδειξιν, θεωροῦνται διατηρούμενα εἰσέτι· λέγω κεκτημένα δικαιώματα διότι θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἀπὸ τὰ 1847 ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὅτι ἡ ἐπαρχία Βονίτσης ἔχει πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 20,000 χιλιάδων καὶ ἔδιδε τρεῖς Βουλευτάς. Τοῦτο παρεδέχθη καὶ ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις. Θὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ, ἂν ἀποφάσεις τῶν Βουλῶν τοῦ 1847 δύνανται νὰ χρησιμεύσουν ὡς βάσεις ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ἐπαρχία Βονίτσης ἔχει τὸν πληθυσμὸν τὸν ὁποῖον παρεδέχθησαν καὶ αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι, ἢ ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἑτέρων ἀποδείξεων· ἐδῶ θὰ περιορισθῇ τὸ ζήτημα. Πιστεύω ὅτι ἐξ ὅσων θέλω σᾶς ἐκθέσει, θέλετε ἰδεῖ ὅτι οἱ λόγοι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν παραδοχὴν τοῦ τρίτου Βουλευτοῦ εἶναι τόσον ἰσχυροὶ, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῶσι Βουλευταὶ νὰ δώσωσιν ἐναντίαν ψῆφον. Κατὰ τὸ 1847 ἐνηργήθη ἐκλογὴ εἰς τὴν Βόνιτσαν, παρουσιάσθησαν τρεῖς βουλευταὶ, ὁ μακαρίτης Γρίβας, Μοναστηριώτης, καὶ Πετιμέζης, ὁ πατὴρ, ὅστις τότε, ὡς ὁ υἱός του τὴν σήμερον εὑρέθη εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος, «Ὅτι ἡ ἐπαρχία Βονίτζης ἔχει πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 20,000 ψυχῶν καὶ δικαιοῦται νὰ ἐκλέξῃ τρεῖς βουλευτάς.» Ἔρχεται ἡ συζήτησις τῆς ἐκλογῆς, καὶ καθὼς παρετηρήσατε, τὸ τμῆμα δὲν λέγει, ἢ ὅτι ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἀνώτερος. Τότε ἠρωτήθη τὸ τμῆμα ποῦ ἐστηρίχθη, καὶ παρεδέχθη ἀνώτερον ἀριθμὸν τῶν 20 χιλιάδων; Τότε ὁ εἰσηγητὴς ἀναβαίνει τὸ βῆμα καὶ λέγει τὰ ἑξῆς. «Ὅτι ἐκ τῆς στατιστικῆς καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων τὰ ὁποῖα προσήχθησαν ἐξάγεται ὅτι ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἀνώτερος τῶν 20,000.» Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης, Κύριοι, λοιπὸν τοῦ 1847 μέχρις ἐσχάτων, εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς εἰσήρχοντο τρεῖς Βουλευταὶ, καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν εἰσῆλθον ἓξ πληρεξούσιοι. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἐπισήμου ἀποδείξεως, σήμερον τὶ παρουσιάζεται; Ποία ἀπόδειξις προσάγεται, ἵνα ἐλαττώσῃ τὸν ἰσχυρισμὸν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς; Ἵνα δὲ ἐλαττωθῇ ὁ πληθυσμὸς ἐπῆλθε νόσος, ἐπιδημία, ἢ πόλεμος; Ἀλλ’ εἰς τὴν Βόνιτσαν τοιοῦτόν τι δὲν συνέβη. Ἑπομένως θέλομεν παραδεχθῆ ὅτι ὁ πληθυσμὸς ἐξηκολούθει νὰ αὐξάνῃ. Ἡ ἐπαρχία μάλιστα εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ φέρῃ 4 Βουλευτὰς, διότι ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 30 χιλιάδας ἂν ἐξετάσωμεν ἀκριβῶς. Τόρα ἐκτὸς αὐτῶν τὰ ὁποῖα σᾶς ἀναφέρω, ἔρχομαι καὶ εἰς ἕτερόν τι Ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι τῶν Κυρίων Βουλευτῶν εἶσθε πληρεξούσιοι, πόσαι ἀμφιβολίαι ἐγεννήθησαν, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, ὡς πρὸς τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ πληθυσμοῦ. Εἰς τὴν ἀμηχανίαν εἰς ἣν εὑρέθη ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν αὐτὴν εὑρέθη καὶ ἡ Κυβέρνησις· δὲν ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸ πρακτικὸν τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν, ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ πληθυσμοῦ. Καὶ ἔλαβεν ὡς μέτρον τὸ νὰ δίδωσιν αἱ ἐπαρχίαι, ὡς ἔδιδον. Νομίζω ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ δεσμεύσῃ τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ καὶ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐπαρχία τις, ἔχουσα κεκτημένα δικαιώματα, δύναται νὰ στείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀνώτερον ἀριθμὸν Βουλευτῶν· ἑπομένως νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ ἐπαρχία Βονίτζης ἔχει τοιοῦτον πληθυσμὸν, ὥστε νὰ ἐξέλθῃ καὶ τρίτος Βουλευτής. Ἔχομεν τὰς ἀποδείξεις πρὸς τοῦτο τόσων ἐτῶν, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ὑπάρχουν ἐπίσημα ἔγγραφα μεταξὺ ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ἂν αἱ πληροφορίαι αὗται, δὲν ὑποστηρίζωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαρχίας νὰ στείλῃ τρεῖς Βουλευτάς. Ἐπειδὴ, Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι παρὼν, θέλω σᾶς ἀναγνώσει ἀντίγραφον ἐπισήμου ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐφρόντισεν ὁ Κ. Πετιμεζῆς καὶ ἔλαβεν. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον.) Ἐκ τοῦ ἐγγράφου βλέπετε ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης, ὑπερβαίνει τὰς 20 χιλιάδας, κατὰ τὰ ὑπάρχοντα δημοτολόγια. Τόρα, Κύριοι, ἀφοῦ ἔχομεν τοιαύτας ἀποδείξεις, ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας Βονίτζης, συγκείμενος ἀπὸ 7 δήμων, δύναται νὰ ᾖναι ὀλιγώτερος τῶν 20 χιλιάδων; Ὑποστηρίζω λοιπὸν ὅτι ἡ ἐπαρχία αὕτη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποστείλῃ τρεῖς Βουλευτὰς, καὶ θέλετε παρατηρήσει τὸ πρωτόκολλον τῆς διαλογῆς, ἐνῷ ὁ Πρόεδρος λέγει· συνεπείᾳ τοῦ γενικοῦ ἀποτελέσματος, οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης εἰσὶν Γρίβας, Γεροθανάσης, καὶ Παναγιώτης Πετιμεζῆς διότι ἡ ἐπαρχία τρεῖς ἔχει Βουλευτάς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρκούντως ἐπείσθη, ὅτι ἡ ἐπαρχία δικαιοῦται νὰ ἀποστείλῃ τρεῖς Βουλευτὰς, καὶ ὅτι θέλει παραδεχθῇ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§184ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μᾶς εἴπῃ ποῦ ἐστηρίχθη.
§185ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. (ὑπουργ. Δικαιοσ.) Τὸ Ὑπουργεῖον ἐστηρίχθη εἰς τὰ ὑπάρχοντα δημοτολόγια.
§186ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ ἔχω νὰ ἐπιπροσθέσω δύο λέξεις ἐπὶ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος Χρηστόπουλος ἐξέφρασεν. Ἡ ἐπαρχία τῆς Βονίτζης καὶ Ξηρομέρου ὡς καὶ ἡ τοῦ Βάλτου ἔχουν τὸ δυστύχημα νὰ εὑρίσκωνται ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς, λέγω δὲ δυστύχημα, διότι εὑρίσκεται ἐκτεθειμένη εἰς τὰς λῃστρικὰς ἐπιδρομάς· εἶναι δὲ εὐτύχημα δι’ αὐτὴν, ὅτι ἑκάστοτε προσέρχονται, ἐκ Πρεβέζης, ἐξ Ἄρτης, καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν τῆς Τουρκίας οἰκογένειαι, καὶ ἐγκαθίσταται εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Ὡς ἐκ τούτου ἂν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μίαν στατιστικὴν τῶν μερῶν ἐκείνων, ἠθέλατε παρατηρήσει μετ’ ἐκπλήξεως, ὅτι εἰς διάστημα 10 ἐτῶν ἢ 12 ἐδιπλασιάσθη ὁ πληθυσμὸς, καὶ τῆς μιᾶς ἐπαρχίας, καὶ τῆς ἄλλης. Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον θέλον νὰ διανείμῃ πανταχοῦ καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας δικαιοσύνην, μὲ τὴν αὐτὴν πλάστιγγα, ἔλαβεν ὡς βάσιν τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1861 καὶ τὸ δημοτολόγιον τοῦ 1856. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο ὑπάρχει διαφορὰ ἐπαισθητὴ, διότι ἡ μὲν τοῦ 1861 φέρει πληθυσμὸν 16,300, τὸ δὲ τοῦ 1859, 17,300. Ἀπὸ τοῦ 1859 μέχρι σήμερον εἶναι 6 ἔτη, δὲν προσθέτετε αὔξησιν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ τῶν γεννήσεων καὶ τῶν ἐγκαταστάσεων, αἱ ὁποῖαι μάλιστα τελευταῖον, ἕνεκα τῶν ἐπιδρομῶν, τῶν ἐν τῇ Ἠπείρῳ γενομένων συμβάντων; Πρὸς δὲ τούτοις ἔρχονται καὶ ἐγκατάστατοι ὄχι μόνον ἐκ τῶν Τουρκικῶν μερῶν, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς Ἑπτανήσου. Εἰς τὰς ἐπαρχίας Ξηρομέρου καὶ Βάλτου θέλετε ἰδεῖ πλείστας οἰκογενείας, ἑπτανησιακὰς, πρὸς τούτοις, Κύριοι, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἕτερα αἴτια τὰ ὁποῖα θέλουσι σᾶς πείσει, ὅτι ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 20,000. Εἰς τὸ Ξηρόμερον εἶναι ἐγκατεστημένοι οἱ Καραγκούνιδες πρὸ 100 ἐτῶν· ἐκ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς παρατηροῦμεν, ὅτι δὲν ἐψηφοφόρησαν εἰμὴ 190 Καραγκούνιδες, ἐνῷ ἂν ζητήσητε πληροφορίας ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι περίπου 600 οἰκογένειαι, οἱ Καραγκούνιδες οὗτοι εἶναι πολῖται Ἕλληνες, πληρώνουν φόρους, ὑφίστανται ὅ,τι καὶ οἱ λοιποὶ πολῖται Ἕλληνες. Εἰς τοὺς δημοτολογικοὺς ὅμως καταλόγους δὲν ὑπάρχουν εἰμὴ 190 μόνον. Δὲν παραδέχεσθε δὲ ὅτι εἰς 5 δήμους δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ λάθος 1000 ψυχῶν; Ὥστε, Κύριοι, παρατηροῦντες ἀκριβῶς τὸν πληθυσμὸν τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης εὑρίσκομεν αὐτὸν μεγαλείτερον τῶν 20,000. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ νὰ παραδεχθῶμεν τρεῖς βουλευτάς.
§187ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι, λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐκλογῆς, μολονότι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα συνώδευσαν αὐτήν, ἀπὸ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν τοῦ Κ. Στράτου. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀπόλυτον καθῆκον, ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ προαγορεύσας, καὶ ἡ ἐπαρχία ἐκείνη τῆς ὁποίας συζητοῦμεν τὸ κῦρος. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι αἱ μεθόριαι ἐπαρχίαι ἔχουν πλεονεκτήματα, ἀποκτοῦν κατοίκους, οὐχὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν γεννήσεων, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι, ὡς μεθόριοι, δέχονται ἀπὸ τὴν ἀλλοδαπὴν ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἐγκαθίστανται ἐκεῖ. Μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν ἣν ἔχω, τοῦτο δὲν συμβαίνει εἰς τὴν ἐπαρχίαν φθιώτιδος τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς μᾶλλον κειμένην ἐπὶ τῶν συνόρων.
§188ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι νοσώδης ὁ τόπος.
§189ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι πολὺ εὐφυὴς ἡ ἔκφρασις, ἀλλὰ μάθετε, ὅτι ἡ Βόνιτσα εἶναι νοσωδεστέρα τῆς φθιώτιδος, ὥστε τὸ ἐπιχείρημά σας καταπίπτει. Οἱ ἄπειροι συλλογισμοὶ, τὰ ἄπειρα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς μᾶς ἔφερε, δὲν μᾶς πείθουσιν. Ἡ Βουλὴ δὲν θὰ δικάσῃ μὲ ὑποθέσεις ἀλλὰ μὲ πράγματα· θὰ δικάσῃ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων γεγονότων. Κάμνουν τὴν ὑπόθεσιν τινὲς, ὅτι ἀφοῦ ἦσαν τόσοι κατὰ τὴν δεῖνα ἐποχὴν, τὴν σήμερον θὰ ὑπερέβη ὁ ἀριθμός· μὲ τοιοῦτον συλλογισμὸν δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ ἐπαρχία μου δύναται νὰ φέρῃ 4–5 βουλευτάς. Μᾶς ἔφερον μόνον, τί ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1847, κανὲν ὅμως μέσον δὲν μᾶς ἔφερον θετικόν, ὁριστικὸν δὲν μᾶς ἔφερον.
§190ΓΡΙΒΑΣ. Ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον τοῦ ἐπάρχου.
§191ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μόνη αὐθεντικότης εἶναι τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀπεφάσισε μαζῆ μὲ τὸν στρατάρχην Γρίβαν νὰ εἰσέλθῃ καὶ ὁ Πετιμεζῆς, ὁ πατὴρ τοῦ ἤδη ὑποψηφίου βουλευτοῦ.
§192ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν ἦτο τότε στρατάρχης ὁ πατήρ μου.
§193ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔστω, ἐγὼ ἁπλῶς ἀποδίδω φόρον εὐγνωμοσύνης εἰς τὴν μνήμην του. Ἴσως τότε ἐν τῇ Βουλῇ πεπλανημέναι περιστάσεις, μὴ ἀκριβεῖς πληροφορίαι, καλυφθεῖσαι ὑπὸ τὸ πρόσχημα μιᾶς νομιμότητος, παρεστάθησαν εἰς τὴν τότε Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐξηπατήθη. Ἑτέρας ἀποδείξεις ἔχετε;
§194ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς Βουλὰς 56–59, 61 καὶ 62.
§195ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε. Λέγω ὅτι ἐνδέχεται περιστάσεις ὅλως διάφοροι, ὅλως ἐξαιρετικαὶ νὰ συνέτρεξαν τότε, καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἂς μὴ ἀποδώσω κακὴν πρόθεσιν εἰς κανένα, παρεδέχθη μὲ πεποίθησιν, πράγματα ὡς ἀληθῆ, μὴ ἀληθῆ, θέλετε λοιπὸν εἰς τὴν πεπλανημένην ἐκείνης συνείδησιν νὰ δώσωμεν ψῆφον μὴ ὀρθήν; Ὁ ἀπογραφικὸς πίναξ τοῦ 61 κανονίζει τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς διὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἔγγραφον ἐπίσημον, αὐθεντικότης, εἰς τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ὑποβληθῶμεν, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ σεβασθῶμεν. Διότι οὕτω στερεοῦνται τὰ ἔθνη, ὅταν ὑπακούωσιν οἱ πολῖται εἰς τοὺς νόμους. Δὲν ἔχομεν ἐναργῆ ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ πληθυσμὸς κατὰ τὸ 61 ἔπρεπε νὰ ᾖναι 20,000, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τρίτον βουλευτήν. Διατί, Κύριοι, εἰς ἡμᾶς ὅλους τοὺς ἄλλους νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 61, καὶ εἰς τὸ Ξηρόμερον καὶ Βόνιτσαν νὰ ληφθῇ ὡς βάσις τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον προσάγεται, καὶ τὸ ὁποῖον φέρει χρονολογίαν τοῦ 1865. Αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις ἤθελεν εἶσθαι πρᾶξις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν συνάδει μὲ τὸ καθῆκόν της. Φρονῶ, Κύριοι, ἀποῤῥιπτέον τὸ προκείμενον ζήτημα, ἐκ τῶν ὅσων ἀνεπτύχθησαν, διότι θὰ ἀκούσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην, ὅταν ἡ ἀπόφασίς μας δὲν ᾖναι σύμφωνος μὲ τὴν συνείδησίν μας νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ βουλὴ δὲν ἐξετέλεσεν ὁλόκληρον τὴν ἀποστολὴν της. Εἰς τὴν ἀπόφασίν της ἐκάλυψε τοὺς ὀφθαλμούς της. Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ τοῦτο ὡς τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων, καὶ ἐν θεωρίᾳ καὶ ἐν πράξει. Καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ πείσω τὴν συνείδησίν μου κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον, ἄλλως τε, ἂν ἤμην βέβαιος ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὴν προσθήκην τοῦ τρίτου βουλευτοῦ, ἦσαν ἀληθῆ, μὲ τὸ μεγαλείτερον θάῤῥος, μὲ τὴν μεγαλειτέραν εὐχαρίστησιν ἤθελον εἰπεῖ, ναί. Ἀλλὰ μὲ συμπεράσματα καὶ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν παρέχουν πλήρη πίστιν καὶ αὐθεντίαν, φρονῶ ὅτι ἡ βουλὴ δὲν πρέπει νὰ πεισθῇ.
§196ΛΑΠΑΣ. Αὐτὰ εἶναι πράγματα.
§197ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι πράγματα δι’ ὑμᾶς. Τώρα ὅμως ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐπιλαχόντων τὸ ὑπουργεῖον προσδιώρισε δύω βουλευτὰς ὅπως ψηφοφορηθῶσιν· ἑπομένως ἡ συνείδησις τῶν περισσοτέρων ἦτο νὰ ψηφίζωσι δύω. Ἐὰν λοιπὸν ἠμποροῦμεν νὰ μαντεύσωμεν καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν διάνοιαν τῶν ψηφοφόρων πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ δύω αὐτοὶ εἶναι τὸ ἀπαύγασμα τῶν ψηφοφόρων. Δὲν λαμβάνω περισσότερον τὸν κόπον, διότι φρονῶ ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν δύνανται νὰ σκεφθῶσιν ἐμβριθέστερον ἐμοῦ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἀπαιτεῖται νέα ἐκλογὴ διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ τρίτος εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν λύσετε καταφατικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο. Νομίζω ὅμως καὶ ἀποκρούων τὸν ἀγορεύσαντα, Κύριον Χριστόπουλον καὶ Κύριον Κυπριάδην, λέγω ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν πρέπει νὰ γίνῃ νέα ἐκλογὴ καὶ νὰ βεβαιωθῇ ἡ συνείδησις τῶν ψηφοφόρων.
§198ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κύριος βουλευτὴς Φθιώτιδος σᾶς ἔφερε τόσα ἐπιχειρήματα διὰ νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι δὲν στηριζόμεθα εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ ἠπόρησα ἀκούσας αὐτὸν ὑποστηρίζοντα ὅτι ἔφερα ὡς παραδεδεγμένα τὰ πρακτικὰ τοῦ 1847. Ἴσως δὲν ἦτον ἐδῶ ὁ Κύριος βουλευτής· ἐγὼ δὲν ἀνέφερα διὰ τὰ πρακτικὰ τοῦ 1847, ἀλλὰ τοῦ 1850, 53, 56, 59, 61 καὶ 62. Εἰς τὰς βουλὰς ἐκείνας τότε ἐξητάσθη περισσότερον τὸ ζήτημα, διότι ἦτο τὸ σύστημα νὰ ἐλαττώνουν τὸν ἀριθμὸν, ὑπῆρχε καὶ μάλιστα μία ἐπιτροπή, ἥτις συνέταξε νομοσχέδιον δι’ οὗ περιώριζε τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν εἰς μόνον 80. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον ὁ Κύριος βουλευτὴς πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Κυπριάδου δὲν εἶπε παρὰ τὴν πεποίθησίν του, οὔτε ἔφερεν ἐπιχειρήματα ν’ ἀντικρούσῃ. Μ’ ὅλον τὸ σέβας ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην του ἂν δὲν φέρῃ ἐπιχειρήματα.
§199ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι......
§201Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ζητῶ τὴν διαίρεσιν τῶν ζητημάτων,
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ διαφέρει καθ’ ὁλοκληρίαν ὅλων τῶν ἄλλων· ἐνταῦθα βλέπομεν ὅτι ἡ ἐπαρχία ἄλλοτε εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ τρεῖς βουλευτάς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἥτις ἐξήλεγξε τὴν ἐκλογὴν θεωρεῖ καὶ τὰ τρία πρόσωπα ὡς ἔχοντα ἓν καὶ τὸ αὐτὸ δικαίωμα· κατὰ συνέπειαν τὸ Προεδρεῖον εὑρίσκεται εἰς δυσκολίαν νὰ κάμῃ διαίρεσιν.
§203Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν δικαιοῦσθε, Κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς σας νὰ ἐπιβάλλητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸν τρόπον. Τὰ ζητήματα εἶναι πρῶτον τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, δεύτερον ὁ πληθυσμὸς καὶ τρίτον ἡ ἰδέα τοῦ ἐπιλαχόντος. Μέχρι τοῦδε παρουσιάσθησαν τὰ δύω ζητήματα. Ἡ ἐπαρχία αὕτη ἔχει τὸ πλεονέκτημα ἢ τὸ ἐλάττωμα νὰ παρουσιάσῃ τρεῖς ἰδέας· ἑκάστη τῶν ἰδεῶν αὐτῶν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐθέσαμεν τὸ ζήτημα οὕτω πως διὰ τὸν λόγον νὰ ἀκούσω τὸν λόγον τῆς βουλῆς· ἀπὸ ποῦ λοιπὸν νὰ ἀρχίσωμεν.
§205ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπὸ τὸ ἔγκυρον.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τρίτον βουλευτὴν τῆς ἐπαρχίας ταύτης.....
§207ΤΙΝΕΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἔχει ἀνώτερον πληθυσμὸν τῶν 20,000.
§208ΕΤΕΡΟΙ (ἀριστερόθεν.). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἔχει πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 20,000, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί)· (συγχρόνως δὲ ἀριστερόθεν πολλοὶ φωνάζουν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.)
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι παρεδέχθη τὸ ζήτημα.
§211ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι ἐντροπή, Κ. πρόεδρε, ὅλοι φωνάζομεν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, (θόρυβος.)
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ζητήματα τὰ ἔθεσα τὸ ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου· μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ δευτέρου ζητήματος ἐπέμενον καὶ ἐζήτουν καὶ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§213Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἠθελήσατε νὰ ἀκούσητε, Κ. Πρόεδρε, (θόρυβος).
§214ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ νὰ εὐχαριστήσωμεν ὅλους τὸ τρίτον ζήτημα νὰ λυθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος.)
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ εὐχαριστήσωμεν πάντας ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα· ἐπαναλαμβάνομεν λοιπὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως τὴν ψηφοφορίαν.
§216ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν) δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κ. Πρόεδρε.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο ψηφολέκται (προσέρχονται ὡς τοιοῦτοι οἱ. ΚΚ. Π. Μαυρομιχάλης καὶ Χρηστόπουλος.) Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης εἶναι πλέον τῶν 20000, θέλουν ἐκφωνεῖ τὸ ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τοῦτο θέλουν λέγει τὸ ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπουν οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ τοὺς εἴπω κἄτι τι ἐν ὀλίγοις. Ὁ μακαρίτης Β. Χρηστακόπουλος φίλος μας ἀρχαῖος τοῦ ἀγῶνος διελθὼν ὅλα τὰ ἀξιώματα τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ζωήν· κατὰ συνέπειαν παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκλέξῃ μίαν ἐπιτροπὴν νὰ συνοδεύσῃ τὴν ἐκφορὰν τοῦ νεκροῦ.
§219ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης εἶναι πλέον τῶν 20000, διὰ ψήφων 103 κατὰ 30· ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Μαυρομιχάλης.
§221ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μετὰ τὴν λύσιν τῶν δύω προκαταρκτικῶν ζητημάτων ἔρχεται ἑπομένως τὸ τρίτον. Ἐγὼ ὅταν τὸ πρῶτον ἀνέβην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶπον ὅτι τὰ ζητήματα τὰ θεωρῶ διαιρετὰ, δὲν κάμνω μνείαν περὶ ὅλων· καθόσον συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται, κατὰ τοσοῦτον ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ. Τὸ ζήτημα τῶν ἐπιλαχόντων εἰς τὴν προκειμένην ἐκλογὴν παρουσιάζεται μὲ διαφοράς τινας αἱ ὁποῖαι προκύπτουν ὡς ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐνδείξεων τὰς ὁποίας αἱ κατὰ τόπους ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαὶ περιέβαλον τὸν τρίτον ἀνακηρυχθέντα. Φρονῶ, Κύριοι, διὰ νὰ προβῶμεν ἀποτελεσματικῶς καὶ ὡς ὀφείλεται εἰς τὴν ἀποστολὴν τοῦ σώματος, εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν δικαίων παραπόνων τῶν προερχομένων εἴτε ἀπὸ ἄτομα, εἴτε ἀπὸ κοινότητας, νὰ καθαρίσωμεν τὰ ζητήματα ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν ἐκλογῶν. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπαρχίας Βονίτζης εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐπιλαχόντος Κ. Πετιμέζη παρουσιάζει μίαν διαφοράν, ἥτις ἴσως δὲν ὑφίσταται εἰς τὰς ἄλλας ἐκλογάς, ὅτι ὁ κατ’ ἐμὲ ἐπιλαχὼν Κ. Πετιμέζης δὲν φέρει ὁλόκληρον τὴν ἰδέαν τοῦ ἐπιλαχόντος ἀλλὰ περιβάλλεται μὲ ἐπισήμους ἀποδείξεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι οὐδετεροῦσι σπουδαίως τὰς ἰδιότητας τοῦ ἐπιλαχόντος. Ὡς ἀρχὴ ἀφηρημένη ἡ ὑπόθεσις τῶν ἐπιλαχόντων εἶναι ὑπόθεσις καταδικαστέα· ἐπιλαχὼν εἶναι λέξις ἄγνωστος καὶ εἰς τὸ πολίτευμα καὶ εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ποῖα εἶναι τὰ μεγάλα ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα προέτειναν ἐνώπιόν σας οἱ δι’ ὀλίγων ἐκθέσαντες τὰς ἰδέας των ὑπὲρ τῶν ἐπιλαχόντων; εἶναι δύω ἰδέαι κατ’ ἐμὴν γνώμην σαθραὶ καὶ ἀνυπόστατοι, εἶναι ἡ ἰδέα τῆς συνειδήσεως τῶν ψηφοφόρων ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν μᾶς παρουσιάζουν τὴν ἐλαχίστην ἀπόδειξιν. Μᾶς λέγουν, ὅτι προληπτικῶς ἡ συνείδησις τῶν ψηφοφορησάντων ἐψηφηφόρησε τρεῖς, καὶ ἐγὼ τοὺς ἀπαντῶ προκαταληπτικῶς ἡ συνείδησις τῶν ψηφηφόρων καὶ δι’ ἐξωτερικῶν ἐντυπώσεων ἐψηφηφόρησε 15, 20, ὅσαι κάλπαι ἐτίθεντο· τίς δύναται νὰ μοὶ ἀποδείξῃ ὅτι εἰς τρεῖς κάλπας ἔδωκαν ναὶ καὶ ὄχι εἰς 7, 8; ἐνόσῳ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύεται δὲν δύναται κανεὶς νὰ πείσῃ τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐψηφοφόρησαν εἰς τρεῖς κάλπας. Δεύτερον ἐπιχείρημα, τὸ σύστημα τῶν συνδυασμῶν, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κ. Δημητριάδης. Ποῖοι εἶναι οἱ ἐκτεθέντες εἰς τὴν ἐκλογὴν Βονίτζης; εἶναι 2, 3, 4, ἀκριβῶς; ὄχι, εἶναι εἷς ἀριθμὸς ὅστις δὲν ἀποτελεῖ συνδυασμὸν ἐκ τριῶν, εἶναι ἕνδεκα καὶ ὁ ἀριθμὸς οὗτος ὁ ἀθροιζόμενος ἀνὰ τρεῖς δὲν παρουσιάζει συνδυασμοὺς ἀνὰ τρεῖς· ἄρα ἡ ἰδέα τοῦ συνδυασμοῦ δὲν παρουσιάζεται, ὁ λόγος τοῦ συνδυασμοῦ δὲν ὑφίσταται. Ἂν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βονίτσης κατ’ ἐξαίρεσιν ἔγεινε συνδυασμὸς εἰς τρεῖς, ἐξάγεται ὅτι αὐτὸ τὸ παράδειγμα τῆς ἐπαρχίας Βονίτζης ἠκολούθησαν ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι; Ἰδού, ἐγώ, ὅστις εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἥτις ὡρίσθη νὰ δώσῃ 3, δὲν συνεδυάσθην παρὰ μὲ ἕνα, ἐνῷ τὸ ἐγνώριζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὥρισε τρεῖς· τὸ αὐτὸ τοῦτο ἴσως συνέβη καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ὡς εἰς τὴν Ἄμφισσαν· μολονότι ἔδωκε τρεῖς, ὁ συνδυασμὸς ἦτο ἐκ δύω· καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἐξῆλθον πέντε βουλευταί, ἐνῷ οἱ συνδυασμένοι ἦσαν ἑπτὰ, ἢ ὀλιγώτεροι. Βλέπετε ὅτι τὸ ζήτημα τῶν συνδυασμῶν δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παρουσιασθῇ ὡς μία γενικὴ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ πρόληψις τῆς συνειδήσεως τῶν ἐκλογέων ἐξεφράσθη, ἀλλά, Κύριοι, τίς δύναται νὰ μὲ ἐγγυηθῇ ὅτι ὁ συνδυασμὸς ὁ γενόμενος οὕτως ἢ ἄλλως δὲν δύναται νὰ ἀλλοιώσῃ τὰ ἀποτελέσματα; καὶ νὰ σᾶς φέρω πρόχειρον παράδειγμα ἂν ἡ ἐκλογὴ ἐνηργεῖτο δι’ ἄλλου συστήματος τμηματικῶς, ἂν ἡ Κυβέρνησις διέταττε καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος ὅ,τι διέταξεν εἰς τὸ τμῆμα τῆς Ἑλλάδος τὴν Ἑπτάνησον, -ἐκλογικὰς περιφερείας νέας, νομίζετε, Κύριοι, ὅτι σήμερον ἤθελον παρακάθηνται ἐνώπιόν μας ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον παρακαθήσει ἐὰν ἡ διαίρεσις τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν ἦτο ἄλλη; Ὄχι, Κύριοι, νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω εἰς τὸ πρόσωπόν μου. Δὲν ἤθελον ἔχει τὴν τιμὴν νὰ παρευρεθῶ ἐνώπιόν σας ἐὰν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν μου ἐγίνετο ἐκλογικὴ διαίρεσις ἄλλη, διότι εἰς κανένα δῆμον τῆς ἐπαρχίας μου δὲν ἔλαβον ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν καὶ ἐὰν οἱ 5 δῆμοι ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσουν 3, ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ ἤμην βουλευτής. Βλέπετε ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἐκλογικὸν τὸ παραδεχόμενον ἐπενεργεῖ σπουδαίως ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος, ὅταν ἐκ τῶν προτέρων ἡ θέλησις τῶν κατοίκων ᾖναι ὡρισμένη ἀπὸ τὰς διατάξεις ἑνὸς νόμου τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου ἐντέλλεται μόνον ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ νὰ ἐξασκήσῃ. Νομίζετε, ὅτι ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ὅτι δύναται μία πρόληψις οἱαδήποτε νὰ ἀλλοιώσῃ τὰ ἀποτελέσματα, καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ συνείδησις τῶν ψηφοφορούντων ἐξηπατήθη εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ προγράμματος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ ὅτι τοῦτο δὲν αἴρει τὴν εὐθύνην ἀπὸ πᾶσαν πρᾶξιν κυβερνητικὴν ἥτις δὲν ἐσχηματίσθη ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου; Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι δυνάμει τοῦ πολιτεύματος ὑπάρχει μία κυβέρνησις, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐντέλλεται ἀποκλειστικῶς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ ἐποπτεύει ἐφ’ ὅλων τῶν ὑφισταμένων ἀρχῶν. Οὐδεὶς δύναται ἐνόσῳ ὑπάρχει πολίτευμα, τὸ ὁποῖον διαιρεῖ τὰς ἐξουσίας καὶ ἀναγνωρίζει δικαιώματα εἰς μίαν ἑκάστην, νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰς σκέψεις τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἀποῤῥεούσας πάντοτε ἀπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ἀρχῶν τῆς κοινωνίας δὲν δύναται νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι ὅταν δὲν ἀναγνωρίσῃ κυβέρνησιν καὶ ὑφισταμένας ἀρχάς, δὲν ἀναγνωρίζει τὸ καθεστώς· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἴσα, ἴσα προσκαλεῖσθε σεῖς σήμερον, καὶ θὰ προσκληθῆτε μεθαύριον ὅταν θὰ περιβληθῆτε τὸ κῦρος τῆς νομιμότητος νὰ φέρετε δίκην ἐπὶ τῶν πράξεων ὅλων τῆς κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν μετεβλήθημεν ὁριστικῶς εἰς νομοθετικὸν σῶμα ὀφείλομεν μέχρις ἑνὸς ὁρίου πάντοτε νὰ σεβασθῶμεν ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς ἐξελέγξεως μερικὰς πράξεις ἀναγκαίας εἰς τὴν συγκρότησιν ἑνὸς σώματος. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἐπιλαχόντος εἶναι ζήτημα ἰδανικόν· ἂν πρόκηται νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ ἐπιλαχόντος εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Βονίτσης θὰ παρουσιασθῇ μία καινοτομία· ἡ καινοτομία αὕτη παρουσιάζεται, διότι ὁ νόμος κάμνει μνείαν, ἡ ἀνακήρυξις τῶν βουλευτῶν κατὰ τὸν νόμον γίνεται παρὰ τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν.
§222ΤΙΝΕΣ. Παρὰ τοῦ δικαστηρίου.
§223Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ πρόεδρος τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Βονίτσης περιβάλλει τὸν κατὰ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν ἐπιλαχόντα μὲ τοὺς εἰδικοὺς τύπους τῆς νομιμότητος μὲ τοὺς ὁποίους περιβάλλει καὶ τοὺς δύο πλειονοψηφήσαντας· εἶναι μία διάκρισις χωριστὴ, δὲν εἶναι ζήτημα ἀπόλυτον ἐπιλαχόντος, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ νόμου περιεβλήθη μὲ ἕνα τύπον ἔννομον· ἀλλά, Κύριοι, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦ ἐπιλαχόντος ἀπολύτως συνδυάζεται στενῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἐπιλαχόντος καὶ περιβεβλημένον μὲ μερικὰ περιστατικὰ νομιμότητος, εἶναι ζήτημα ἀδιαίρετον, δι’ αὐτὸ ἴσα ἴσα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἀπολύτως ἐπιλαχόντος καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἂν ἀναγνωρίζῃ δυνάμει τοῦ πολιτεύματος, τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν νόμου, ἐπιλαχόντα, καὶ ὅταν λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο κατ’ ἀρχὴν ὅπως τὸ ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, τὸ Σύνταγμα, τότε ἐρχόμεθα εἰς τὰς εἰδικὰς περιπτώσεις τοῦ ἐπιλαχόντος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Βονίτσης, ὅστις παρουσιάζει μερικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα δὲν παρουσιάζουν οἱ λοιποὶ ἐπιλαχόντες. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐπιλαχόντος πρέπει νὰ τὴν καταδικάσητε, διότι δὲν εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ νόμου, εἶναι ἀπόῤῥοια ἥτις ἐξασκεῖται δυνάμει συμπαθειῶν, ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ λείψουν νὰ ἐπενέγκωσι καὶ ἐπὶ τοῦ σώματος τούτου τὴν αὐτὴν κηλίδα, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκαν καὶ ἐπὶ τῶν παρελθουσῶν βουλῶν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ Κ. Πετιμέζης ἐξελέχθη τρίτος βουλευτὴς Βονίτσης...
§225ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Νὰ ἐξετασθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα ἐὰν ᾖναι ἐπιλαχὼν ὁ Κ. Πετιμέζης.
§226ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται ἐὰν ᾖναι ἐπιλαχών.
§227ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Τότε δὲν ἔχει κἀνὲν ἄλλο δικαίωμα περισσότερον ὁ Κ. Πετιμέζης ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἐπιλαχόντας. Ἡ Κυβέρνησις προσδιώρισε παντοῦ τὸν ἀριθμόν· ἐδῶ παρουσιάζεται εἷς περιπλέον· σήμερον παρουσιάζεται τὸ ζήτημα διαφορετικόν, ὅτι ὁ Κύριος Πετιμέζης δὲν εἶναι ἐπιλαχών· λοιπὸν θέλομεν νὰ εἰξεύρωμεν τί δικαιώματα περισσότερα ἔχει ὁ Κ. Πετιμέζης. Λέγουν τινὲς ὅτι τὸν ἀνεκήρυξεν ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπή. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἐναντίον τοῦ Βασ. Διατάγματος νὰ ἐκλέξῃ τρίτον, δι’ αὐτὸ θέλω νὰ διευκρινισθῇ ἂν ὁ Κύριος Πετιμέζης ᾖναι ἐπιλαχών.
§228ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§229ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δυνάμει τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν νόμου ἐν ἄρθρῳ 58, ὅπερ λέγει ὡς ἀκολούθως «τὴν ἐπιοῦσαν δὲ τῆς ἐλεύσεως ἁπάντων τῶν προέδρων τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν κτλ.» ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως αὐτὸ ἐτήρησαν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Κ. Πετιμέζη. Κατὰ συνέπειαν ὁ Κ. Πετιμέζης δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιλαχών.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ Κ. Πετιμέζης ἐξελέχθη ὡς τρίτος βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐνταῦθα κληροῦται ἡ ἐπιτροπὴ ἡ μέλλουσα νὰ συνοδεύσῃ τὴν κηδείαν τοῦ Γερουσιαστοῦ Χρηστακοπούλου, συνισταμένη ἐκ τῶν Κυρίων Βαλαωρίτου, Κουντουριώτου, Μελαγχρινοῦ, Σαφάκα καὶ Φαρμάκη. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 6 παρὰ τέταρτον μ. μ.