1865.06.21
2.203 στίχοι · 18.255 λέξεις · 125 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9.
Τῆς 21 Ἰουνίου 1865.
(Δευτέρα)
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν κατ’ ἀλφαβητικὴν τῶν ἐπαρχιῶν τάξιν.
§4ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Βαλαωρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§6ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ὅσοι ἐκ τῶν παρευρισκομένων ἔλαβον μέρος ὡς πληρεξούσιοι ἐν τῇ δευτέρᾳ ἐθνικῇ τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσει, δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι μετὰ πόσης βίας καὶ ἐν μέσῳ τίνων περιστάσεων διετυπώθησαν αἱ διατάξεις, αἵτινες ὤφειλον νὰ κανονίσωσι τὸ σπουδαιότερον ἔργον, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιχειρήσῃ ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς μετὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος, καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς βασιλείας. Ἡ ἐφαρμογὴ συστήματος ὅλως ἀγνώστου, αἱ ἐλπίδες, αἵτινες δικαίως ἀνεφύοντο ὡς πρὸς τὴν ῥιζικὴν θεραπείαν ἀρχαίου νοσήματος, οἱ φόβοι μήπως αὗται διαψευσθῶσι πάλιν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, ἐνῷ ἐβαδίζομεν εἰς τὸ μέλλον, προὐκάλεσαν θερμοτάτας συζητήσεις αἵτινες ἀπέβλεπον κυρίως εἰς τὴν εὕρεσιν τῶν μέσων δι’ ὧν ἐδύνατο νὰ ματαιωθῇ ἐκ τῶν προτέρων πᾶσα πονηρὰ πρόθεσις καὶ νὰ τιμωρηθῇ πᾶς ὅστις ἤθελε πειραθῆ τὴν καταδολίευσιν τοῦ νόμου. Ὡς ἐκ τούτου, Κύριοι, καθιερώθησαν δρακόντειαι ποινικαὶ διατάξεις, ἐπ’ ἐλπίδι ὅτι τὸ μέγεθος τῆς τιμωρίας ἤθελεν ἀναχαιτίσει τοὺς ὅσους τυχὸν συνελάμβανον τὴν στυγερὰν ἰδέαν νὰ κακουργήσωσι πρὸς παράβασιν τοῦ νόμου καὶ πρὸς διαστροφὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐκλογῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ δευτέρα τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις, προαισθανομένη ἴσως τοὺς κινδύνους, οὓς ἤθελε διατρέξει κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐφαρμογὴν τὸ νέον ἐκλογικὸν σύστημα, προσεπάθησε παντοιοτρόπως νὰ ἐκφοβήσῃ τοὺς κακοβούλους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐφρόντισε νὰ προσδιορίσῃ καὶ τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς ἐκλογή τις ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος, καὶ τοιουτοτρόπως ἀφέθη ἐλευθέρα πάλιν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν κατάχρησιν, εἰς τὸ σόφισμα, εἰς τὴν στρεψοδικίαν. Μόνον εἰς τὸ 67 ἄρθρον τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου γίνεται ἐν παρόδῳ μνεία περὶ ἐπικυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως ἐκλογῆς τινος. Ἀγαθῇ τύχῃ! διότι ἐμφαίνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ τοὐλάχιστον κεκαλυμμένη μέν, ἀλλ’ ὑπάρχουσα βεβαίως ἐν τῷ νῷ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἡ πεποίθησις ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν ποινῶν αἵτινες ἤθελον ἐπιβάλλεσθαι εἰς τοὺς ὁπωσδήποτε ἐπιβουλευομένους τὸν νόμον, θὰ παρουσιάζοντο καὶ περιστάσεις ἀναγκαίως ἐπιφέρουσαι τὴν ἀκύρωσιν. Οὔτε εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καθ’ ὅσον θὰ ἐπρόκυπτε τότε τὸ ἀποτρόπαιον συμπέρασμα, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀκυρώσῃ ἐκλογήν τινα. Ἐντοσούτῳ, Κύριοι, τυγχάνει ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἔλλειμμά τι ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἡ Βουλὴ αὐτὴ προσκαλεῖται διὰ τῶν ἀποφάσεών της νὰ τὸ συμπληρώσῃ. Ἕκαστος ἡμῶν ἐργασθεὶς ἐν τῷ ἰδίῳ τμήματι, καὶ λαβὼν γνῶσιν τῶν ὅσων διέτρεξαν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι παρ’ ἐλπίδα καὶ ὅλως ἀπροσδοκήτως ἔν τισιν ἐπαρχίαις τοῦ Βασιλείου ἔλαβον χώραν καταχρήσεις ἱκαναὶ νὰ γεννήσωσι σπουδαιοτάτους φόβους, καὶ νὰ καταστρέψωσιν ἀπὸ τοῦδε πᾶσαν ἐλπίδα μελλούσης βελτιώσεως. Ἀπέναντι τοιούτων καὶ τηλικούτων κινδύνων νομίζετε ἆρά γε εὔλογον, νομίζετε πατριωτικὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, χωρὶς πρότερον νὰ λάβῃ χώραν γενική τις καὶ προκαταρκτικὴ συζήτησις ἥτις νὰ χρησιμεύσῃ καὶ πρὸς φωτισμόν, καὶ πρὸς διδασκαλίαν τοῦ ἔθνους, καὶ πρὸς καθοδήγησιν τῶν συνειδήσεών μας; Νομίζετε ὅτι θέτοντες ὑπὸ βάσανον μίαν πρὸς μίαν τὰς ἐκλογάς, καὶ γινώσκοντες πόσον εὐκόλως καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ δύναται νὰ εἰσχωρήσῃ ἡ συμπάθεια, ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ ἀμοιβαία παράβλεψις, δὲν κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν νομιμοποιουμένας ἁπάσας, καὶ τοιουτοτρόπως ματαιουμένας ἐκ μιᾶς πάσας τὰς ἐλπίδας, πάσας τὰς δικαίας τοῦ ἔθνους ἀπαιτήσεις; Κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν ἐξελέγξεων εὐλόγως παρίσταται σήμερον, ὑπὲρ πᾶν ἄλλο, σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον. Ἢ οἱ ἐλεύθεροι θεσμοί, οἱ καθιερωθέντες ἐν τῷ θεμελιώδει νόμῳ, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσι τιμίως καὶ εἰλικρινῶς, ἢ πρέπει νὰ προκύψῃ ὅτι τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας τὰς ἀπαιτοῦμεν ἵνα δι’ αὐτῶν ἐκμεταλλευώμεθα τὴν ἀγαθοπιστίαν ἢ τὴν νηπιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τοιαύτην μομφὴν ὑμεῖς ὀφείλετε, Κύριοι, νὰ τὴν ἀποκρούσητε. Ἑπομένως καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν βουλευτικοῦ καθήκοντος καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις δικαίως ἐγείρεται τρικυμιώδης, πρέπει πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, νὰ μὴ παραλείψωμεν οὐδὲν μέσον ἐξ ἐκείνων ἅτινα δύνανται νὰ σαφηνίσωσι καὶ διευκολύνωσιν ἐργασίαν δυσχερεστάτην ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὑτῆς καὶ ἀκροσφαλῆ. Ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἔχων ἀνὰ χεῖρας τὰς ἐκθέσεις τῶν τμημάτων, καὶ μορφώσας ἰδίαν πεποίθησιν ὡς πρὸς τὰ διατρέξαντα, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν τελευταίων βουλευτικῶν ἐκλογῶν, εὑρίσκεται νομίζω εἰς κατάστασιν νὰ προσδιορίσῃ τὰς περιπτώσεις αἵτινες δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποχρῶσαι αἰτίαι τῆς ἀκυρώσεως. Ὡς ἐκ τούτου, Κύριοι, γνωμοδοτῶ ἵνα μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, πρὶν τεθῶσι γενικαί τινες ἀρχαὶ αἵτινες, ἀνεξαρτήτως τῶν προσωπικῶν ζητημάτων, πρέπει νὰ ὑφίστανται καὶ νὰ καθοδηγῶσιν ἡμᾶς, ἂν πραγματικῶς ἐπιποθῶμεν νὰ ἴδωμεν περαιουμένην τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐν ἀμεροληψίᾳ καὶ νομιμότητι. Τόσον δὲ κατακυριεύομαι, Κύριοι, ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ ὀφείλει διὰ παντὸς τρόπου νὰ δείξῃ ὅτι συναισθάνεται τὴν βαρύτητα τῆς ἐντολῆς ἥτις τῇ ἀνετέθη, καὶ τόσον εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐκ τοῦ πρώτου τούτου βήματος ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τοῦ ὅλου πολιτεύματος, ὥστε ἐπικαλούμενος τὸν πατριωτισμὸν ὑμῶν, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ σπεύσητε, ἂν πέπρωται ποτὲ ἡ Βουλὴ αὐτὴ νὰ μὴ κατορθώσῃ ἄλλο τι, παρὰ νὰ σώσῃ ἐκ τοῦ ὀλέθρου θεσμὸν δικαίως θεωρούμενον, ὡς τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ ὅλου κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος, καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι θέλει κατακτήσει τὴν εὐγνωμοσύνην τῆς πατρίδος. Δὲν προτίθεμαι νὰ μακρηγορήσω τώρα καὶ ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου, νὰ ζητήσω τὸν λόγον, καὶ μετὰ πάσης τῆς παῤῥησίας νὰ ἐκθέσω τὰς πεποιθήσεις μου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος περιορίζομαι μόνον εἰς τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις καὶ συμπεραίνων ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐὰν ἐν γενικῇ τινι καὶ προκαταρκτικῇ συζητήσει δὲν ὁρισθῶσι ἀρχαί τινες αἵτινες νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς κανόνες καὶ αἵτινες ἐφαρμοζόμεναι μετὰ τῆς αὐστηροτέρας ἀμεροληψίας νὰ ἐκφέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπικυρώσεως, φοβοῦμαι μὴ τὸ ζήτημα τῆς ἐξελέγξεως, μυριοτρόπως περιπλεκόμενον, καὶ αὐθαιρέτως λυόμενον κατὰ τὰς ἐντυπώσεις τῆς στιγμῆς καταδείξῃ ἡμᾶς ἀναξίους τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἔθνους, καὶ θεωρηθῶμεν ἀληθὲς παράρτημα τῶν Βουλῶν ἐκείνων, αἵτινες ὑπῆρξαν ὁ μόνος λόγος τῆς ἠθικῆς ἐκπτώσεως, τῆς αἰσχροτέρας διαφθορᾶς καὶ τῆς ἀκατονομάστου ἐλεεινότητος, εἰς ἣν ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν περιῆλθε τὸ ἔθνος καὶ ὅθεν ἡμεῖς μόνοι δύνασθε νὰ τὸ σώσητε. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλαωρίτου ὡς ἑξῆς. «Νὰ ἐπιτραπῇ προκαταρκτικὴ συζήτησις, σκοπὸν ἔχουσα τὴν καθιέρωσιν ἀρχῶν τινων, ὅθεν ὁρμωμένη νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν αὐστηρὰν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ.
§7ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Λυποῦμαι διότι ἔρχομαι εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσω δύο λέξεις ἐναντίον τῆς βάσεως τὴν ὁποίαν θέλει νὰ θέσῃ ὁ προλαλήσας. Νομίζω, ὅτι ἕκαστος ὅστις ἦλθεν βουλευτὴς καὶ ἔδωσεν ἤδη ὅρκον θέλει ἔχει σχηματίσει ἰδίαν θέλησιν καὶ πεποίθησιν, καὶ ἕκαστος εἰς τοῦ ἄλλου τὸν πατριωτισμὸν δὲν δίδει τὸν πρῶτον τόπον. Αἱ συζητήσεις καὶ αἱ ἀναπτύξεις θὰ πείσουν ἑκάστου τὴν συνείδησιν νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ δείξῃ ποῖος ἐντίμως σκέπτεται, καὶ ποῖος ἀτίμως.
§8ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ προαγορεύσας ἔκαμε μόνον προοίμιον, εἰπὼν ὅτι κατὰ γενικὰς ἀρχὰς πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν.
§9ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ κατέδειξα, ὅτι ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἔλειμμα εἰς τὸν νόμον.
§10ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κάμετε μίαν ἐξήγησιν.
§11Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, νομίζω, ὅτι ἐπίκειται κίνδυνος μέγας εἰς τὴν πολιτείαν· ἐὰν ᾖναι ὀρθὸν τὸ ἐξαγόμενον θέλομεν ἰδῇ τὸ ἔθνος τιμώμενον παρὰ πᾶσι, θέλομεν ἰδῇ τὸ Σύνταγμα δεσπόζον, καὶ καταργουμένην τὴν αὐθαιρεσίαν· ἀλλ’ ἂν, ὃ μὴ γένοιτο, ἤθελεν ὑπερισχύσει ἡ ἄλλη ἀρχὴ, καὶ χαριζόμενος ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλλον, ἤθελεν ἐπικυρώσῃ τοῦ ἄλλου τὴν παράνομον ἐκλογὴν, τότε βεβαίως, θέλομεν ἀνανεώσει τὸ παράδειγμα τῶν Ὀθωνικῶν Βουλῶν, παράδειγμα τὸ ὁποῖον κατῄσχυνε τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι ἄνευ λόγου ἡ ἰδέα, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος, διότι κατ’ ἀρχὰς, ἐνῷ ὅλη ἡ δημοσιογραφία ἐφώναζεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξελέγξωμεν τὰς ἐκλογὰς μὲ ὅλην τὴν αὐστηρότητα, καὶ ὅλων τῶν χρωμάτων ὁ τύπος ἐκήρυττε τὸ αὐτὸ καὶ οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ αὐστηρότητα, καὶ πάλιν αὐστηρότητα, βλέπομεν αἴφνης ὅτι ἐπῆλθεν ἄνεσις, ἀνάπαυσις καὶ παῦσις, καὶ δὲν βλέπω πλέον οὔτε εἰς τὸν τύπον, οὔτε εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλὴ μέλλει νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν μὲ τὴν αὐστηρότητα, δὲν λέγω τῆς συνειδήσεως, τὴν ὁποίαν θέλω ἀκολουθήσει ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἀλλ’ οὔτε μὲ τὴν αὐστηρότητα τὴν τυπικὴν τοῦ νόμου. Ὅτι, Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, διότι ἀπ’ αὐτοῦ ἀποῤῥέουσι ἅπαντα τὰ νομοθετήματα τοῦ κράτους, εἶναι ἀναντίῤῥητον καὶ οὐδεὶς ἐν ἀρχῇ ἀμφισβητεῖ αὐτό. Σήμερον εἶναι ἡ γέννησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· καὶ καθὼς ἡ γέννησις τῶν βασιλοπαίδων περιστοιχίζεται ἀπὸ ὅλους τοὺς τύπους καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τείνουσι ν’ ἀποδείξωσι τὴν γνησιότητα τοῦ βασιλικοῦ γόνου, οὕτω καὶ σήμερον πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, ὅπως ἡ Βουλὴ ἡ γεννωμένη σήμερον ᾖναι ὁ γνήσιος τόκος τῶν ἐπαρχιῶν, ὅπως ἔχωμεν καλὴν Βουλὴν, ἢ γνησίαν, Ἑλληνικήν· καὶ καθὼς ἐὰν γόνος Βασιλικὸς ἦτον ὑποβολιμαῖος ὅλον τὸ κράτος ἤθελε τρομάζει εἰς τοιαύτην ἰδέαν, οὕτω καὶ τὴν σήμερον πρέπει νὰ μὴ ὑπάρξῃ Βουλὴ ὑποβολιμαῖα διὰ νὰ μὴ τρομάζουν καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Γνωρίζετε, ὅτι ὅλα τα ἔθνη τοῦ κόσμου εἰς αὐτὸ καὶ μόνον ἔθετον τὴν βάσιν ἑκάστης πολιτείας. Οἱ νόμοι τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων, οἱ νόμοι τῶν Ῥωμαίων, τῶν σημερινῶν ἐθνῶν οἱ νόμοι, Ἄγγλων καὶ Γάλλων καὶ Ἀμερικανῶν, εἰς τὴν γνησιότητα τῶν βουλῶν ἐναποθέτουσι τὰς ἐλπίδας τοῦ ἔθνους, καὶ ἂν παρατηρήσητε τοὺς ποινικοὺς νόμους τῶν ἄλλων ἐθνῶν καὶ ἡμῶν τῶν ἰδίων βλέπετε ὁποίας δρακοντείας ποινὰς ἐξακοντίζουσιν ἐναντίον τῶν παραβιαζόντων τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῶν ἐκλογῶν, ὅπως ἡ Βουλὴ ᾖναι γνησία, ἡ μέλλουσα νὰ νομοθετῇ ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Δὲν λέγω, κύριοι, τα τοιαῦτα ἀπὸ σκοποῦ, δὲν εἶναι θεωρία, ἀναχωρῶ ἀπὸ τὰ πράγματα, διότι πρὸ πολλοῦ χρόνου σημειῶ μίαν τάσιν καὶ εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν ἔμμισθον τύπον καὶ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκτὸς, καὶ εἰς τὸν σημαντικὸν τύπον καὶ εἰς τὰ σκύβαλα του τύπου, πολλῶν ἐπαρχιῶν ὅτι ὑπάρχει λέγω τάσις πρὸς κατάργησιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους, πρὸς κατάργησιν τῆς καθολικῆς ψήφου, πρὸς ἐξευτελισμὸν τῆς Βουλῆς. Διότι ὅταν ἡ Βουλὴ ἐξευτελίζεται μένει ἀπολύτως κυρία ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν γνώμην τοῦ τόπου· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν πταίει εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ νομίζεται ὅτι δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ, εἶναι πρόσωπα μόνον καὶ πρέπει νὰ κήδωνται περὶ τοῦ σώματος τῆς Βουλῆς ἥτις πρέπει νὰ κυβερνᾷ μετὰ τοῦ Βασιλέως ὡς νομοθέτης τοῦ τόπου. Φωνάζει ὁ εἷς ἀπ’ ἐδῶ, τὸ Ἑλλ. ἔθνος δὲν ἔχει ἀνάγκην συντάγματος ἵνα κυβερνηθῇ, φωνάζει ἡ Ἑλλ. ἐφημερὶς ἀπὸ ἐκεῖ ὅτι πρέπει νὰ περισταλῇ ἡ ψῆφος, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, καὶ βλέπομεν ὅτι τὰ σπέρματα αὐτῆς τῆς ἰδέας κατώρθωσαν ἐξ ὑφαρπαγῆς νὰ εἰσδύσωσι καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σύνταγμα· καὶ ἤθελον, κύριοι, ἀδιαφορήσει εἰς ὅ,τι ὁ τύπος ὁ μισθωτὸς, ἐννοῶ οἱ ἀχύρινοι ἄνθρωποι, οἱ ὑπεύθυνοι συντάκται τοῦ τύπου τί ἤθελον λέγει περὶ Συντάγματος, περὶ ἐλευθεριῶν, ἐὰν δὲν εὕρισκον κατὰ δυστυχίαν ἰδέας τινὰς καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς σημερινοὺς βουλευτὰς κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῶν τμημάτων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει ῥητῶς «ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν καὶ ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων». Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι κυρία τῶν ἐκλογῶν, δὲν περιορίζεται ἀπὸ κανένα νόμον, δὲν γνωρίζει ἀπόφασιν δικαστηρίου, δὲν γνωρίζει ἀπόφασιν ὑπουργείου, δὲ περιορίζεται οὐδ’ ἀπὸ αὐτὴν τὴν κοινὴν γνώμην τοῦ λαοῦ, διότι ἡ Βουλὴ ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν λαὸν νὰ δικάσῃ κατὰ συνείδησιν καὶ κατὰ νόμον εἶναι κυρία τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ τῆς ἁ. προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας μέχρι τῆς τελευταίας· μέχρι δηλ. τῆς ψηφοφορίας τοῦ ναὶ καὶ τοῦ ὄχι. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνταγματικὴ θεωρία, αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς τιμῆς· ἐκτὸς ταύτης πᾶσα ἄλλη εἶναι αὐθαιρεσία, εἶναι πρόθεσις, εἶναι θεωρία ἀντεθνική. Καὶ διατὶ λέγομεν ταῦτα; διότι ὡς προεῖπον κατὰ δυστυχίαν εἰς τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν τμημάτων, δὲν εὑρίσκω αὐτὰ ὁδηγούμενα ἀπὸ τῆς θεωρίας ταύτης· ἐξ ἀγνοίας βεβαίως.
§12ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ποῖα τῶν τμημάτων παρακαλῶ.
§13ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς τὰ καθέκαστα ἐρχόμεθα. — Ἡ τακτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἰσάγει τὴν ἰδέαν αὐτὴν εἰς τὸν νοῦν τῶν πολλῶν· διότι λέγουν ὥρισεν ὁ νόμος ἐπιτροπάς!
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργὸς). Τὸ εἴπομεν ἡμεῖς;
§15ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ σύστημα λέγω τῆς Κυβερνήσεως.
§16ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ καθέκαστα νὰ ἔμβωμεν.
§17ΓΕΩΡΓ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Οἱ ἐφημέριοι παρουσιάζουσι τοὺς καταλόγους τῶν δημοτῶν· ἐπαρουσιάσθησαν οἱ κατάλογοι; πρέπει, λέγουν, αὐτοὶ νὰ ᾖναι ὁριστικοί! ἡ ἐπιτροπὴ διορθόνει τοὺς καταλόγους; πρέπει πλέον οὗτοι οἱ κατάλογοι νὰ ᾖναι ὁριστικοί! Δικάζει τὸ πρωτοδικεῖον καὶ ἢ διαγράφει ἢ ἐγγράφει νέους ψηφοφόρους; οἱ κατάλογοι εἶναι πλέον ὁριστικοί! Ἐδημοσίευσε τὸ Πρωτοδικεῖον τὸν κατάλογον τῶν ὑποψηφίων; αὐτὸ εἶναι πλέον ὁριστικόν! ὁ Νομάρχης ἔκαμε τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα πρᾶξιν ἀφορῶσαν τὴν ἐκλογήν; αὐτὸ πλέον εἶναι ὁριστικόν! Τί μέλλομεν λοιπὸν ἡμεῖς ἐδῶ νὰ μεταβάλωμεν, νὰ πράξωμεν; τίποτε, εἰμὴ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πρακτικὰ τῶν ἐκλογῶν ἐὰν ὀρθῶς ἔχουν, καὶ τότε κατὰ τὸ ἐξαγόμενον τῶν πρακτικῶν νὰ ἀποφανθῶμεν. Θεωρία ὀλεθρία, θεωρία ἀντισυνταγματική, θεωρία, ἥτις μηδενίζει αὐτόχρημα τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν καθιστᾷ σῶμα ἄψυχον καὶ ἄνευ πνεύματος. (Θόρυβος) Δὲν λέγω λόγους ματαίους· ἀκούσατε εἰς τὴν ἁ. γνωμοδότησιν, τὶ ἀπαντῶμεν.
§18ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον, ἀφορᾷ ἐμὲ, εἶμαι ὁ εἰσηγητής.
§19ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ τμῆμα παρατηρεῖ «ὅτι ὁ διϊσχυρισμὸς οὗτος εἶναι ὅλως ἀβάσιμος καὶ παράλογος.» Καὶ ποῖος διϊσχυρισμός; ὅτι ἐψήφισαν 74 ἀνήλικες, ὅτι 16 δὶς ἐψηφοφόρησαν, ὅτι συνέβησαν δωροδοκίαι, ὅτι ἐγένοντο ἀπειλαὶ ὅτι περιήρχοντο καὶ διέσπειρον τὸν τρόμον φυγόδικοι, ὅτι ἐνηργήθησαν πιέσεις, καὶ μόλα ταῦτα τὸ τμῆμα παρατηρεῖ «ὅτι ὁ διϊσχυρισμὸς οὗτος εἶναι ὅλως ἀβάσιμος καὶ παράλογος, καθόσον καταστάντων ἅπαξ ὁριστικῶς τῶν βουλευτικῶν καταλόγων, πᾶσα περὶ ἀνηλικιότητος ἔνστασις κατ’ ἐκλογέων ἐγγεγραμμένων ἐν αὐτοῖς εἶναι παράνομος». Εἶναι λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀναρμοδία νὰ δικάσῃ, ἐὰν εἰς ἕνα δῆμον ὑπάρχουν χίλιοι ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδία, καὶ ὑπάρχει ὁριστικὸς κατάλογος μὲ 10,000 ψυχῶν! Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ παραδεχθῇ καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν σαπουνοκασέλων, τῶν σακκουλίων, καὶ τοῦ κοτέρου. Ἐπεμβαίνουν εἰς τὴν ἐκλογὴν οἱ ὑπάλληλοι; ὤ! αὐτὸ τὸ περιστατικὸν εἶναι ἀσήμαντον κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Δʹ. τμήματος σελ. δʹ. δύνανται μόνον νὰ καταγγελθῶσιν οἱ ἐπεμβαίνοντες ὑπάλληλοι, οἱ νοθεύσαντες τὰς ἐκλογάς, ἀλλὰ ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ θεωρηθῇ νόμιμος.
§20ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Εἶναι μόνον σοφίσματα αὐτά.
§21ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καλά! ὅ,τι θέλετε (θόρυβος).
§22ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸν βουλευτικὸν νόμον τὸν σέβεσθε, ναὶ ὄχι;
§23ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ναί.
§24ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὰ δεδικασμένα τῶν δικαστηρίων τὰ σέβεσθε, ναὶ ἢ ὄχι;
§25ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὰ σέβομαι διὰ τότε. Πλανᾶσθε ἀδελφὲ, πλανᾶσθε. Ἐγὼ θὰ φέρω τοὺς κανόνας, δι’ ὧν θὰ κρίνετε.
§26ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν εἴμεθα ἔνορκοι.
§27ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Δὲν περιοριζόμεθα ἀπὸ καμμίαν ἀπόδειξιν, τὴν φέρομεν εἰς τὴν συνείδησίν μας.
§28ΖΩΤΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ διακόπτωμεν, Κ. Πρόεδρε, εἶναι σπουδαιοτάτη ἡ συζήτησις.
§29ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Ἰακωβάτε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸ προεδρεῖον. Εἰς τὴν ἐκλογὴν ποίας ἐπαρχίας εὑρισκόμεθα;
§30ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§31ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἂν θέλετε, εἰς τὴν ά. ἐπειδὴ ὁ Κ. Βαλαωρίτης ἔκαμε προοίμιον χωρὶς πρότασιν.
§32ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐκεῖνο δὲν τὸ δέχομαι.
§33ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἔρχομαι νὰ προτείνω πράγματα, καὶ θέλετε μείνει εὐχαριστημένοι.
§34ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά, τ’ ἀσπαζόμεθα αὐτά.
§35ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μὴ σπεύδετε.
§36ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Περὶ τίνος πρόκειται σήμερον;
§37ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μὴ ταράττεσθε! νὰ ἀκούσητε τὸ συμπέρασμα. Ἅμα ἀφήκατε τὸν Κ. Βαλαωρίτην νὰ ὁμιλήσῃ, πρέπει ν’ ἀκούσητε καὶ ἐμὲ τώρα. (θόρυβος).
§38ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κ. Ἰακωβάτε, ἀντικρούετε τὸν Κ. Βαλαωρίτην.
§39ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι, τὸν ὑποστηρίζω. Τότε κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν ἔχετε τὸν λόγον (θόρυβος).
§40ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ὁμιλήσῃ, θέλομεν νὰ τὸν ἀκούσωμεν ἀπὸ τὸ πρωῒ ἕως τὸ βράδυ.
§41ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἄλλο τμῆμα προτείνει, ὅτι ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ εἶναι κυρία τῶν ἐκλογῶν! δὲν ἀναφέρω ὀνόματα, ἀλλ’ ἀναφέρω τὴν ἀρχήν, διότι εἶναι ἀντισυνταγματική. Θέλει ἐξαρτᾶται τοῦ λοιποῦ ἀπὸ μίαν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν νὰ στέλλῃ βουλευτάς, θέλει ἐξαρτᾶσθαι τοῦ λοιποῦ ἀπὸ ἕνα Νομάρχην νὰ στέλλῃ βουλευτάς· ἀπὸ τὸν δήμαρχον νὰ πλάττῃ βουλευτὰς, καὶ ἀπὸ τὸν ἔσχατον τῶν ἐφημερίων νὰ στέλλῃ βουλευτάς. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ τύποι τοὺς ὁποίους βλέπω, ὅτι τινὲς ἐπικαλοῦνται εἶναι τύποι νόμιμοι, σεβαστοί· ἀλλὰ διὰ πότε; διὰ τότε καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὄχι ἐντὸς τῆς Βουλῆς· ἡμεῖς εἴμεθα οἱ νομοθέται τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὄχι οἱ ἐφημέριοι, ὄχι οἱ δήμαρχοι, ὄχι τὰ πρωτοδικεῖα, ὄχι οἱ Νομάρχαι. Σύμφωνοι ὅλοι εἴμεθα εἰς τὴν θεωρίαν, μὴ δυσανασχετῆτε λοιπόν. Ἔρχομαι εἰς τὴν τελευταίαν ἀπόδειξίν μου. Προσβάλλονται αἱ ἐκλογαὶ δύο νήσων ὡς ἀντισυνταγματικῶς γενόμεναι. Ἀδιάφορον· ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει. Νὰ ἴδωμεν, καὶ εἰς τοῦτο προκαλῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν νὰ ἴδωμεν ποία ἡ κατάστασις ἡ Συνταγματικὴ τοῦ νοὸς τῶν προτεινάντων εἰς τὰ τμήματα. Αἱ ἐνστάσεις αὗται, λέγει τὸ τμῆμα, ἀφορῶσιν εἰς τὴν κυβερνητικὴν πρᾶξιν, δι’ ἧς προοιμιαζόμενοι εἴπομεν, ὅτι ἡ Κέρκυρα διῃρέθη εἰς 3 ἐκλογικὰς περιφερείας, ὅτι ἡ λύσις τοῦ λίαν σπουδαίου τούτου ζητήματος καί τινων ἄλλων νήσων ἀδιαφιλονεικήτως ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐκβάσεως ἧς ἐν τῇ Βουλῇ θέλουσι τύχει αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις, αἵτινες ὑποβληθήσονται εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Ἰδοὺ οἱ νέοι Κομεστάδες! Καὶ λοιπὸν μέχρι τότε τί εἶναι αὐτοὶ οἱ βουλευταὶ περιβεβλημένοι;
§42ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐννοεῖται διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους Κερκύρας;
§43ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι, κατ’ ἀρχήν· δὲν ἐννοῶ κἀνένα, δὲν ἐννοῶ τὴν ἐπιτροπήν· τοῦτο μόνον μεταχειρίζομαι ὡς μέσον ἀποδεικτικὸν, ὅτι ὑπάρχουν καὶ συνάδελφοι ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπιληφθῶσι τοιούτων ἐκλογικῶν ζητημάτων, καὶ ἀπέναντι τοῦ Συντάγματος λέγουσιν, ὅτι ἀπέχουν ἀπὸ τὴν κρίσιν τοιούτων ζητημάτων. Ἀλλὰ δὲν σοὶ ἔδωκεν ἡ Βουλὴ ἐντολὴν νὰ δικάσῃς κατὰ τὴν συνείδησίν σου καὶ τὴν κρίσιν σου; βεβαίως ναὶ, διότι ἡ Βουλὴ φρονῶ, καὶ εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ τῆς ὑπάρξεώς της, ὅτι ἔχει δίκαιον, καὶ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων τῆς διαιρέσεως Κερκύρας καὶ Κεφαλληνίας· καὶ λοιπὸν σοὶ ἔδωκεν ἐντολὴν, καὶ ἂν δὲν εἶχες οἴκοθεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶσαι κύριος τῆς κρίσεώς σου ἔπρεπε νὰ σὲ πείσῃ ἡ ἐντολὴ τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιληφθῇς, καὶ ὄχι νὰ φέρῃς κρίσεις ὁποίας φέρεις ἄνευ προτάσεως ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων. Ἄλλο τμῆμα λέγει «ὅτι ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων γʹ. καὶ δʹ. τὸ τμῆμα οὐδεμίαν νομίζει, ὅτι ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἀποφανθῇ, οὔτε νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ τῆς γενομένης διὰ διαταγμάτων διαιρέσεως, εἰς ὑποστήριξιν τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις, ἐπιφυλαχθεῖσα μάλιστα ἐν αὐτῷ τῷ διατάγματι διὰ ῥητῆς ἐκφράσεως νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν, ἂς φέρῃ τότε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους, οἵτινες πρὸς τὸ μέτρον τοῦτο τὴν ὑπηγόρευσαν, καὶ ἂς ἀποδείξῃ ἂν ὑπὸ ἰδίων καὶ σπουδαίων περιστάσεων τῶν κατοίκων τῆς χώρας ἐκείνης προσεκλήθη πρὸς τοῦτο· ἂς παραστήσῃ αὕτη τέλος πάντων κατὰ πόσον προσεβλήθη ἢ μὴ ὁ ἐκλογικὸς νόμος· ἀλλὰ φρονοῦν, ὅτι ἔχει μίαν μόνην ἀποστολὴν, τὰ, κατὰ τὰς ἐκτεθείσας εἰς τὸν ἔλεγχον αὐτοῦ ἐκλογὰς, συμβάντα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων, ἐν αἷς περιλαμβάνεται καὶ ἡ διὰ τοῦ διατάγματος γενομένη διαίρεσις τῆς νήσου τῆς ἐπαρχίας, ἀποκειμένου εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐν ἰδιαιτέρῳ ζητήματι.» Ἀρνεῖται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, ἀλλ’ ἐν ἰδιαιτέρῳ ζητήματι περὶ τοῦ ἐκδοθέντος διατάγματος, περιλαμβάνοντος νομοθετικὰς διατάξεις.» Ἰδοὺ λοιπὸν δύο στρατόπεδα διακεκριμένα· τὸ μὲν τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ τῆς πρώτης προπαρασκευαστικῆς πράξεως μέχρι τῆς σήμερον· οἱ δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ἀριθμητικῶς τρόπον τινὰ νὰ ἀριθμήσῃ τὰ πράγματα καὶ τὴν ὀρθότητα τῶν πρακτικῶν, καὶ νὰ εἴπῃ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι· ἀλλὰ καίτοι φλογίζεται ὁ κόσμος ἐναντίον μιᾶς ἐκλογῆς ὡς παρανόμου, ὡς γενομένης παρατύπως, διὰ δωροδοκίας, διὰ βίας, διὰ κακώσεως δι’ ἀπάτης, διὰ ψεύδους, διὰ λῃστειῶν, φυγοδίκων, ἀδιάφορον! τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐν τάξει! (ἱλαρότης). Θὰ ἐκπέσῃ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὴν ὑψηλήν της θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν θέτει τὸ Σύνταγμα, ἀδιάφορον· δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ἄλλου θέματος εἰμὴ τῶν πρακτικῶν! Εἰς τίποτε ἄλλο δὲν ἀποβλέπω, ἐκθέτων ταῦτα, εἰμὴ νὰ καταστήσω προσεκτικὴν τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ συνάψῃ συζήτησιν ἐπὶ αὐτῶν τῶν ζητημάτων, καὶ ὄχι νὰ γίνωνται συζητήσεις, ἀγνοούντων τῶν μὲν τὴν δύναμίν των, ἀγνοούντων τῶν δὲ τὸ καθῆκόν των· εὐχῆς ἔργον ἦτον, ἐὰν εἴχομεν κανόνα τινὰ, καθ’ ὅν νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν ἐκλογῶν· εἷς κανὼν μόνον ὑπάρχει, ἡ συνείδησις, ἀλλ’ ἡ συνείδησις ἐκφραζομένη, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρῃ καὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ κρίνῃ τίς ἡ νόμιμος, καὶ τίς ἡ παράνομος. Καὶ θαῤῥύνομαι ἀπὸ τὴν συνείδησίν μου νὰ σᾶς καθυποβάλω εἰς τὴν διαίρεσιν τῶν ἐκλογῶν Κερκύρας καὶ Κεφαλληνίας τὰ μέσα ἃ ἔχομεν πρόχειρα. Αἱ ἀκυρότητες τῶν ἐκλογῶν ὑπάγονται κατὰ τὴν γνώμην μου εἰς τρία εἴδη, εἰς ἀκυρότητας παρατυπίας, ἀκυρότητας λόγῳ οὐσίας, καὶ ἀκυρότητας λόγῳ ἐλλείψεως βουλευτικῶν προσόντων καὶ ἰδοὺ ἀμέσως τὸ φῶς, ὅτι χύνεται εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν. Προτείνω, ἅμα εὕρωμεν παρατυπίαν ἀποδεικνυομένην ὁπωσδήποτε, καὶ μάλιστα ἐκ τῶν πρακτικῶν, παρατυπίαν οὐσιώδη, ἐπιῤῥοὴν ἔχουσαν ἐπὶ τῆς οὐσίας, πρέπει ἀμέσως νὰ καταδικάσωμεν τὴν ἐκλογήν.
§44ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, δὲν εἶναι ζήτημα αὐτό.
§45ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἄ! πρὸ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἦτο ζήτημα, καὶ ζήτημα μέγιστον. Οἱ τύποι σκέπουσι τὴν οὐσίαν, ἄνευ τύπων οὐσία δὲν δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ, ἄνευ τύπων οὐδεὶς δύναται νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δικαιώματά του· καὶ οἱ οὐσιωδέστεροι νόμοι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἦτον ἀδύνατον νὰ ἐνεργῶνται ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν Δικονομία, ἥτις δίδει ζωὴν εἰς τὴν οὐσίαν τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου· μὲ τὸ ζήτημα τῶν παρατυπιῶν, τὸ ὁποῖον παραδέχεσθε πληρέστατα, ἠξεύρετε ποῖα ἄλλα ζητήματα συνδέονται πληρέστατα; τὸ ζήτημα τῆς βίας· διότι ἡ βία δὲν εἶναι οὐσία· συνδέεται τὸ ζήτημα τῆς στάσεως καὶ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου· ἑπομένως ὅστις νομίζει, ὅτι διὰ παρατυπίαν πρέπει νὰ ἀκυροῦνται αἱ ἐκλογαί, πρέπει νὰ δεχθῇ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι καὶ λόγῳ ἐμφυλίου πολέμου πρέπει νὰ ἀκυροῦται ἡ ἐκλογή· ὅπου ἠκούσθη πυροβόλον, ὅπου ἔῤῥευσεν αἷμα, ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη· διότι μὲ ἐμφύλιον πόλεμον δὲν ὑπάρχει τύπος, δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία συνειδήσεως, δὲν ὑπάρχει ἔκφρασις τῆς συνειδήσεως τοῦ πολίτου.
§46ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Φοβεῖσαι τοὺς καυγάδες, δι’ αὐτὸ ἔφυγες.
§47ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Πότε; πέρυσιν; εἶσαι ἄλαλος! Ὅλαι αὗται αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν τμημάτων περιστρέφονται εἰς καλπονοθεύσεις, εἰς φυγοδίκους, ἀπειλὰς, εἰς δὶς ψηφοφοροῦντας, εἰς ἀδικίας, καὶ ἐν τοσούτῳ βλέπω, ὅτι εἰς ὀλίγας προτείνεται ἡ ἀκύρωσις! Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ αὐτὸ, ὅτι ὅταν δὲν ἀποδεικνύεται ἡ καλπονόθευσις, ἡ ἐπέμβασις τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἡ ἐπέμβασις φυγοδίκων, ὁ τρόμος, τὰ διάφορα μέσα τῆς πιέσεως, πρέπει νὰ ἐπικυροῦται· καὶ πρέπει νὰ κρίνωμεν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακριβώσωμεν τὸ ἔλλειμμα καὶ νὰ τὸ καταδικάσωμεν μέχρις ἐξοντώσεως. Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς, ὦ ἄνδρες βουλευταὶ, τὴν σήμερον ἦσθε δικασταὶ, ἐὰν ἦσθε δικασταὶ, πρέπει νὰ φωτίσητε τὴν συνείδησίν σας διὰ τῆς Ἀριστοτελικῆς λογικῆς, καὶ μὴ λησμονήσετε, ὅτι συνεδριάζομεν μεταξὺ Στοᾶς, Λυκείου, Περιπάτου καὶ Ἀκαδημίας! Ἔχομεν ἢ δὲν ἔχομεν μέσον πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν παρανομιῶν; Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα! καὶ ἐδῶ τείνω, καὶ ἐδῶ σπεύδω καὶ μὲ ἀναγκάζετε σεῖς νὰ μακρηγορήσω. Μὲ πείθει ἡ γνωμοδότησις πολλῶν τμημάτων τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα λέγουν ὅτι εἶναι ἀναπόδεικτοι αἱ δωροδοκίαι, αἱ βίαι, αἱ πιέσεις, αἱ λῃστρικαὶ ἐπιδρομαὶ καὶ ὅτι ἐὰν ἀπεδεικνύοντο βεβαίως ἠκυροῦντο αἱ ἐκλογαί. Τοῦτο εἶναι μαρτυρία τῆς συνειδήσεώς των, ἡ ἡ ὁποία εἶναι ἀκοίμητος, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς μαρτυρίας ὠφελοῦμαι διὰ νὰ σᾶς καταδείξω ὅτι ὅλοι ἔχετε τὸν αὐτὸν ἀκοίμητον σκώληκα τῆς συνειδήσεως ὅστις δὲν ἐγκαταλείπει οὐδένα τῶν θνητῶν εἰς τοῦτον τὸν κόσμον. Μεταβαίνω εἰς τὸ τρίτον εἶδος τῆς παρανομίας λόγῳ ἐλλείψεως τῶν βουλευτικῶν προσόντων. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα τότε θέλω σᾶς ἀποδείξει ἡλίου φαεινότερον ὅτι ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν ἐμφωλεύει συμμορία, ἡ ὁποῖα δι’ Ἰησουητικῶν μέσων θέλει νὰ ἄγῃ καὶ φέρῃ τὰς ἐπαρχίας ὡς τιμάρια καὶ ὡς ζαΐμια, συμμορία ἥτις δι’ ἑνὸς ἐγκατεστημένου ἐν Ἀθήναις θέλει διὰ τοῦ δεῖνος τὴν Κέρκυραν, διὰ τοῦ ἄλλου δεῖνος τὴν Κεφαλληνίαν, διὰ τοῦ ἄλλου δεῖνος τὴν Ζάκυνθον, διὰ τοῦ ἄλλου δεῖνος τὴν Ἁγίαν Μαύραν, διὰ τοῦ ἄλλου δεῖνος τὴν Καρυστίαν, διὰ τοῦ ἄλλου δεῖνος τὸ Ναύπλιον, καὶ ἄλλας ἐπαρχίας δι’ ἄλλων προσώπων, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα στέλλονται εἰς τὰς ἐπαρχίας διὰ νὰ ἄγωσι καὶ φέρωσιν αὐτὰς κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἐν Ἀθήναις ἐμφωλευόντων ὅλοι αὐτοὶ στεροῦνται τῶν βουλευτικῶν προσόντων, καὶ δι’ ἑνὸς ἄγουν τρεῖς καὶ τέσσαρας καὶ δέκα πολίτας τῆς νήσου ἐκείνης! καὶ θέλω σᾶς εἴπῃ πῶς εἷς δύναται νὰ σύρῃ δέκα.
§48ΠΑΔΟΒΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐκφρασθῆτε μὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν αὐτὸ, διότι κάθε ζήτημα τὸ ὁποῖον θήγει τὴν Κέρκυραν πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν εὐρέως καὶ μὲ ὅλην τὴν τιμιότητα, ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ἄθλιοι ἀντιπρόσωποι οἱ ὁποῖοι σύρονται παρ’ ἑνὸς ὑπουργοῦ· δὲν εἰμπορῶ νὰ ἀνεχθῶ καμμίαν προσβολὴν εἴτε ἄμμεσον εἴτε ἔμμεσον κατὰ τῆς Ἑπτανήσου· (θόρυβος) νὰ ἐκφράσῃς ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι σύρονται.
§49ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν εἰμπορῶ νὰ προσβάλω τὸν ἑαυτόν μου· ὄχι. Ἀρέσκει μοι, ὦ ἄνδρες Βουλευταὶ, νὰ ἐξακριβόνω τὰ γενόμενα, ἐξακριβώσας δὲ ὀφείλω νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου ἡ μὲν Βουλὴ θὰ καταστῇ ἀνεύθυνος ἐνώπιον τῶν ἐντολέων, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ περιορισθῇ εἰς τὸ καθῆκόν της καὶ ὁ λαὸς αὐτὸς θὰ φέρῃ σέβας εἰς τὴν Βουλὴν σέβας καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἴπομεν ὅτι ὁσάκις ἐξακριβοῦται παρατυπία πρέπει νὰ ἕπηται ἀκυρότης· ὁσάκις ἀποδεικνύεται ἔλλειψις βουλευτικῶν προσόντων καὶ πάλιν πρέπει νὰ ἕπηται ἀκυρότης;..... ἀλλ’ ἂν δὲν ἀποδεικνύεται· ὥστε βλέπετε ὅτι ὅλος μου ὁ λόγος ἠδύνατο νὰ ματαιωθῇ ὡς ἐκ τῆς ἐπισπεύσεώς σας· εἶναι ἓν ὅλον, ἓν σῶμα μὲ κεφαλὴν καὶ μὲ πόδας. Θέλομεν περιορισθῆ, ὡς πολλαὶ γνωμοδοτήσεις τῶν τμημάτων νὰ εἴπωμεν· εἶναι ἀναπόδεικτοι; Ὄχι· δὲν δύναμαι ν’ ἀποδείξω τὴν παρανομίαν........
§50ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Τὸν διδάσκαλον κάμνεις ἢ φέρεις πρότασιν;
§51ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Πρότασιν. Σᾶς εἶπον ὅτι εἶσθε δικασταί· καὶ ὅταν εἷς ἐκ τῶν δύω δικαζομένων σᾶς εἴπῃ ὅτι συνέβη καλπονόθευσις καὶ ὁ ἕτερος ἀρνεῖται τί πράττεται; ἐξαντλεῖται ὅλα τὰ μέσα καὶ ἐπὶ τέλους ἐπιβάλλεται ὅρκον. Καὶ τὸν ὅρκον αὐτὸν πρῶτος ἐγὼ τὸν κάμνω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐν συνειδήσει, ἐν Θεῷ καὶ ἐν τιμῇ! καὶ διατί τοῦτο; διὰ νὰ καταστήσω ἀνεύθυνον τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς τὸν κόσμον ὅτι εὐσυνειδήτως ἀπεφάσισα τὰς ἐκλογὰς καὶ ὅτι δὲν ἐχαρίσθη ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλλον· ὅτι ἐκρίναμεν μὲ συνείδησιν καὶ μὲ Σύνταγμα καὶ μὲ τιμήν. Ἰδοὺ ποῖον ὅρκον ὑποβάλλω εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν Βουλευτῶν.
§52ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τις δὲν ἔχῃ συνείδησιν, δύναται νὰ πάρῃ ἑκατὸν ὅρκους ὡς ἔκαμεν ὁ Ταλλεϋράνδος.
§53ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τότε εἶναι ψεύδορκος. Ἰδοὺ ὁ ὅρκος· ὁρκίζομαι εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τὴν τιμήν μου, ὅτι κατὰ τὴν ἐκλογήν μου, ὡς Βουλευτοῦ τῆς ἐπαρχίας (δεῖνος), δὲν μετεχειρίσθην οὐδὲν ἀθέμιτον ἢ κακόηθες μέσον πρὸς ἐπηρεασμὸν τοῦ λαοῦ ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας μου, ἢ τῆς ἀποτυχίας τῶν ἀνταγωνιστῶν μου διὰ παρατυπιῶν, βίας, ἀπειλῶν, πιέσεως, δωροδοκίας, ὑποσχέσεων, νοθεύσεως, ἀφαρπαγῆς, ψεύδους, ἢ ἀπάτης, οὔτε ἀμέσως οὔτε ἐμμέσως, (γέλως) (γελᾶτε), οὔτε διὰ κυβερνητικῶν ἢ δημοτικῶν μέσων καὶ ὅτι ἔχω τὰ νόμιμα βουλευτικὰ προσόντα.»
§54ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ὑπουρ. Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, τὸν λόγον. Ἐγὼ πάντοτε ὀλίγα λέγω, ἐλπίζω δὲ νὰ πείσω τὸν συνάδελφον κύριον Ἰακωβάτον νὰ μὴν ἐπιμένῃ ἀφοῦ πληροφορηθῇ, ὅτι ὅσα μᾶς παρέστησεν, ἀπέφυγε νὰ εἴπῃ περὶ συκοφαντιῶν τινων ἀποτυχόντων κατὰ νομίμων ἐκλογῶν· κατ’ ἐμὲ μᾶς ἔφερε παράδειγμα τὴν Πνύκα, τὸ Λύκειον, μᾶς ἐνθύμισε τὸν Δημοσθένην, τοῦ λέγω ὅμως καὶ ἐγὼ νὰ προσέξῃ νὰ μὴν ἀπατᾶται ἀπὸ ψεύδη καὶ καταψηφίζῃ κατὰ τῆς συνειδήσεώς του, μετὰ ταῦτα δὲ στήσῃ ἀνδριάντας. Νὰ μὴ βάλλῃ βάσιν εἰς κοῦφα πράγματα. Δὲν ἐσκέφθη περὶ ὅλων τῶν τμημάτων, διότι δὲν συνειργάσθη εἰς ὅλα. Δὲν γνωρίζει οἱ εἰσηγηταὶ καὶ φίλοι οἱ ὁποῖοι συνειργάσθησαν ποῖα μέσα μετεχειρίσθησαν καὶ ποίας ἐξετάσεις ἐν συνειδήσει ἔκαμαν, αὐτὸς συνειργάσθη εἰς ἓν τμῆμα, δὲν γνωρίζει τὶ ἔκαμαν τὰ ἄλλα ἂν κατὰ συνείδησιν καὶ κατὰ ἀκρίβειαν εἰργάσθησαν τὰ τμήματα, ἂν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὰς ἐνστάσεις καὶ ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων τούτων ἔφερον γνώμην. Μοὶ φαίνεται ὅτι εἰς τοιαῦτα πράγματα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν νὰ ἀποφασίσωμεν, οὕτω δὲ θέλομεν φθάσει εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας, μὴ προτρέχωμεν, διότι θὰ μετανοήσωμεν, μετὰ ταῦτα δὲ ὡς οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας θὰ στήνωμεν ἀνδριάντας διότι θέλομεν ἀδικήσει τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς βάλλοντες βάσιν εἰς τὰς συκοφαντίας, καὶ δὲν εἶναι, κύριοι, δίκαιον νὰ προδικάζωμεν τὴν συνείδησιν τῶν ἄλλων· οἱ Βουλευταὶ ὡρκίσθησαν, καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς παρουσιαζόμεθα μὲ συνείδησιν καθαρὰν καὶ οὐδεὶς δὲν πρέπει νὰ τίθεται ἀνώτερος τοῦ ἄλλου. Τὸν ὅρκον πάντες ἐδώσαμεν ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, δὲν πρέπει δὲ ἐνταῦθα ἐρχόμενοι νὰ κτυπῶμεν προϋπάρχοντας νόμους διότι τότε πρέπει νὰ ἀνακαλέσωμεν πάντα καὶ νὰ θέσωμεν νέους νόμους καὶ ὅλοι εἰς τοὺς νόμους δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπέμβωμεν. Νομίζω, λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ἐξελέγχωμεν κατὰ σειρὰν τὰς ἐκλογὰς καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις, καὶ κατὰ τὴν συνείδησίν του ἕκαστος νὰ δίδῃ γνώμην καὶ ὄχι νὰ προδικάζωμεν.
§55ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶμαι εἰσηγητὴς τοῦ Αʹ. τμήματος ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς πρώτης ἐκλογῆς τῆς Αἰγιαλείας, πιστεύω ὅτι θέλω σᾶς ἐπαναφέρει εἰς τὴν πρέπουσαν συζήτησιν, ἤτοι εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τῶν ἐκλογῶν κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν, ἀφοῦ ἀπαντήσω εἰς τοὺς δύο προλαλήσαντας, δύο σπουδαίους ἄνδρας προερχομένους ἐξ Ἑπτανήσου. Ὡς Βουλευταὶ ἦλθον σήμερον νὰ ἐξαντλήσωσιν ὅλην τὴν ῥητορικήν των δεινότητα καὶ νὰ ῥίψωσιν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν ζητήματα τιμῆς καὶ εὐσυνειδησίας· ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐξαντλήσωσι τὴν ῥητορικὴν αὐτῶν δεινότητα εἰς ἕτερα ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ φωτισθῶμεν· τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς καὶ τῆς εὐσυνειδησίας εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδέχεται οὐδεμίαν διδασκαλίαν. Τὸ παρελθὸν τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν ἀμφότεροι οἱ προαγορεύσαντες εἶναι ἕν τι τὸ ὁποῖον ὀλίγον γνωρίζουν ἢ ὀλίγην πεῖραν ἔλαβον καὶ ἔρχονται νὰ τὸ διδάξωσιν εἰς ἡμᾶς, εἰς ἡμᾶς, οἵτινες τὸ ἐδοκιμάσαμεν μυριοτρόπως. Καὶ ἦτο ἀνάγκη, κύριε Ἰακωβάτε, κύριε Βαλαωρίτη, νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι εἷς θρόνος κατέπεσεν ἴσα, ἴσα διὰ τὸ ζήτημα τῆς μὴ ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ πολίτου; ἦτο ζήτημα νὰ μᾶς διδάξετε ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικοὶ; ἵνα εἰς τὸ μέλλον καθιερώσωμεν τὴν ἰσχὺν τῶν Νόμων; καὶ ἔρχεσθε ὁ μὲν μὲ μίαν γενικὴν πρότασιν, ὁ δὲ μὲ περιωρισμένην, νὰ μᾶς διδάξητε τί νὰ κάμωμεν, νὰ περιορίσετε τὴν συνείδησιν, ὡσὰν ἡ συνείδησις νὰ ὑπέκειτο εἰς κανόνας! Καὶ μολαταῦτα ἐνῷ ἔρχεσθε σεῖς νὰ ὑποστηρίζητε διὰ τῶν προτάσεών σας τοὺς Νόμους, σεῖς πρῶτοι ἀσεβεῖτε πρὸς αὐτούς. Διότι ἀντὶ ῥητῶν διατάξεων τὰς ὁποίας ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἔχει, καὶ πρὸς τοῦτο ἐλάβετε ἐπιχείρημα τὴν γνωμοδότησιν τοῦ τμήματος, οὗ ἀπαρτίζω μέρος, λέγετε, ὅτι τὸ τμῆμα αὐτὸ ἀνοηταίνει. Τὸ τμῆμα αὐτὸ, κύριοι, ἀπέσχε τοῦ νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἐψηφοφόρησαν ἐνήλικοι ἢ ὄχι, καθόσον τοῦτο ἦτον ἀόριστον καὶ ἦλθεν ἁπλῶς εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς ἂν ὑπῆρχον ἄλλαι ἐνστάσεις· πᾶσα παραβίασις μιᾶς τοιαύτης διατάξεως τοῦ Νόμου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον μόνοι ἐψηφίσαμεν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου σήμερον θὰ δικάσωμεν, δὲν εἶναι πλέον σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους ἀλλ’ ἀσέβεια πρὸς αὐτούς. Ὁ κύριος Βαλαωρίτης ἠθέλησε νὰ διατυπώσῃ ἀρχὰς διὰ τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ βαδίζωμεν ἐπὶ τὴν ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἄλλα, κύριοι, ὅταν δὲν ἔχωμεν νόμον προκαταρκτικὸν ὁ ὁποῖος νὰ περιορίζῃ ἐντὸς ὁρίων τινῶν τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, θέλετε ἰδεῖ, Κύριοι, νὰ ἀναβάλλωμεν τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, νὰ καταρτίσωμεν νόμον προσωρινὸν, καὶ ὁ νόμος οὗτος θὰ ἀντιβαίνῃ πρὸς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, θέλετε, Κύριοι, νὰ ἐπιβάλλωμεν κανόνας ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν; Καὶ ὅταν λέγετε, ὅτι μιᾶς ἐκλογῆς παρεβιάσθησαν οἱ τύποι, ἢ παρεβιάσθη ἡ οὐσία, ἢ ἐξελέχθη πρόσωπον μὴ φέρον τὰ προσόντα τὰ ὑπὸ τοῦ συντάγματος κανονιζόμενα, δὲν πρέπει νὰ ἀφίσετε ἕκαστον βουλευτὴν νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἂν ᾖναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος ἡ ἐκλογή; Νομίζω ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν θέλει ὁδηγηθῆ ἀπὸ τὴν συνείδησίν του εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιστάσεων, αἵτινες θὰ ὑποβληθῶσιν ἐνώπιον αὐτοῦ. Κατὰ συνέπειαν πᾶσα πρότασις εἰσερχομένη σήμερον περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ἀντίκειται προφανῶς πρὸς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ὅν καὶ μόνον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν φρονῶ κατὰ συνέπειαν, ὅτι ἀμφότεραι αἱ προτάσεις εἶναι ἀποῤῥιπτέαι.
§56ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον ἐπειδὴ ἔγεινε λόγος περὶ τῆς ἐκλογῆς μου νὰ μὲ ἀφήσουν νὰ ὁμιλήσω δύω λέξεις. Κύριοι, δὲν εἶμαι ῥήτωρ οὔτε μικρὸς, οὔτε μέγας καὶ λυποῦμαι διὰ τοῦτο, διότι ἐπεθύμουν νὰ ἔχω κεραυνὸν ἐν τῇ γλώσσῃ, ὅπως καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ ἵνα κατακεραυνώσω τὸ σύστημα τῆς ἐκλογικῆς παρανομίας καὶ τοὺς ὑποστηρικτὰς αὐτῆς· ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ἄγαν ζῆλος τῶν προλαλησάντων, ἰδίως ἄρχομαι ἀπὸ τὸν Κύριον Βαλαωρίτην, μὲ ὑπέμνησε τὸν ῥήτορα τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων, ὅστις ἐγερθεὶς νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ καλῆς ὑποθέσεως διετάχθη ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἐκείνους προγόνους μας, ἀπὸ τὴν βουλὴν καὶ τὸν δῆμον, νὰ καθίσῃ καὶ νὰ ἀγορεύσῃ ἕτερος, ὅστις ἦτον ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ λαλήσῃ ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς· τοῦτο δὲ λέγω, Κύριοι, ἐν περιλήψει, ἔχω καὶ ὑπ’ ὄψιν τὰς κοινοβουλευτικὰς θεωρίας τοῦ Κυρίου Βαλαωρίτη, τὰς ὁποίας ἄλλοτε διὰ τοῦ τύπου ἐξέφερε, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποδεικνύουν ζῆλον συνταγματικόν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀμέσως παρηγορήθη ἡ ψυχὴ, διότι ἄλλος καταλληλότερος λάτρης καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα καὶ ὑπέβαλε κανόνας εἰς τὴν βουλὴν αὐτήν, τοὺς ὁποίους ἐγὼ καὶ ἐνώπιον τῆς βουλῆς καὶ ἐνώπιον ὅλου τοῦ λαοῦ· παρακαλῶ νὰ δεχθῶμεν καὶ νὰ ὀμόσωμεν τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος Ἰακωβάτος ἔφερεν. Μὴ ἐξιππασθῆτε ἀπὸ τὴν λέξιν ἐκλογικὴ νομιμότης, σᾶς λέγω ὅτι εἶμαι ὁ μεγαλείτερος πρόμαχος τῆς λέξεως ἐκλογικὴ νομιμότης· καὶ ἂν θελήσητε νὰ καταστρέψητε τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἐκλογικὴν νομιμότητα, τοῦτο θέλει εἶσθαι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλει μᾶς ἀπασχολήσει εἰς τὴν συζήτησιν μιᾶς ἑκάστης ἐκλογῆς. Λέγω καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν, ἡ ὁποία ἔρχεται πρώτη, καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς ἰδιώτης οὐδὲν μέσον, τὸ γνωρίζετε, ἐπηρεασμοῦ ἢ ἄλλης πιέσεως ἢ βίας εἶχον νὰ ἐξασκήσω παρὰ μίαν ξηρὰν ἰσότητα. Διὰ τοῦτο εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω ἐκ προκαταβολῆς τὸ παράδειγμα καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ἀδυσώπητον τῆς βουλευτικῆς ἀποφάσεως. Μίαν ὅμως δικαιοσύνην παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε ἂν εὕρητε τὴν ἐκλογήν μου τοιαύτην, ἢ ἂν οἱ Κύριοι χαρακτηρίζουν αὐτὴν νὰ εἴπητε κατὰ τὴν ἀρχαίαν φράσιν ἑνὸς ἡμετέρου ῥήτορος προγόνου. «Μηδὲ φωνὴν ἀνάσχησθε, μηδ’ εἰ πάντα τὰ κοινὰ ὑπὲρ εὖ πεπολίτευμαι, ἀλλ’ ἀναστάντες καταψηφίσασθέ μου ἀμέσως.» Παρακαλῶ μίαν δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν βίαν καὶ τὴν παρανομίαν καὶ τὴν δωροδοκίαν καὶ ὅλα ὅσα ἤθελεν εὕρει ἄτοπα εἰς τὴν ἐδικήν μου ἐκλογὴν καὶ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας, αὐτὴν τὴν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν ζητῶ παρ’ ὑμῶν.
§57Α. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Κύριοι, προσκαλεσθεὶς παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Παπαμιχαλοπούλου, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξηγηθῶ μετὰ πάσης τῆς σαφηνείας· ἐνῷ ἀποστρέφομαι ἐκ συστήματος καὶ ἐξ ἰδίας ἀνατροφῆς πάντα τὰ προσωπικὰ ζητήματα, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οὔτε τὰ ἀποφεύγω, οὔτε τὰ φοβοῦμαι, ὁσάκις μοὶ ῥίπτονται κατὰ πρόσωπον. Εὔκολον ἦτο νὰ προΐδῃ τις ὅτι, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ταύτης, πρῶτον σύνθημα πολέμου ἤθελεν ἐγερθῆ τὸ περὶ ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ζήτημα. Ἄμεσος ἢ ἔμμεσος Κυβερνητικὴ ἐπέμβασις, βία, διαφθορά, καταδολίευσις τοῦ ἱερωτέρου δικαιώματος ἀφ’ ἑνός, ἰσχυρισμὸς ἀφ’ ἑτέρου ὅτι πλήρης ἀμεροληψία, καὶ νομιμότης ἐπεκράτησε κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου ἐκλογικοῦ συστήματος, τοῦ καθιερωθέντος παρὰ τῆς δευτέρας ἐθνικῆς τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως. Ταῦτα πάντα, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπισήμων ἐνστάσεων, διαδίδονται πανταχόθεν, τὸ σκότος γίνεται παχύτερον, αὐξάνει ἡ σύγχυσις καὶ ἡ πατρὶς φαίνεται ἱσταμένη παρὰ τὸ στόμιον ἀχανοῦς βαράθρου, ὅθεν μόναι αἱ χεῖρες τῆς ἀντιπροσωπείας δύνανται νὰ τὴν σώσωσι. Εὐλόγως, Κύριοι. Διότι συναισθανόμεθα ἅπαντες ὅτι πρόκειται ν’ ἀποδειχθῇ οὐχὶ μόνον ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιδοκιμάζῃ ἢ ὄχι τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεώς του, ἀλλὰ πρόκειται ν’ ἀποδειχθῇ ἂν καὶ τὸ νέον σύνταγμά μας ὡς καὶ τὸ προγενέστερον αὐτοῦ, θὰ ᾖναι γελοιωδεστάτη κωμικὴ παράστασις, πρὸς ἐμπαιγμὸν τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας καὶ τῶν μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων. Τὸ ζήτημα τοῦτο περιλαμβάνει καὶ κυβερνῶντας καὶ κυβερνωμένους, θήγει τὸ ζωτικώτερον μέρος τῶν θεσμῶν μας καὶ περιέχει τὴν λύσιν εὐρυτέρου καὶ σπουδαιοτέρου ζητήματος. Πρόκειται δηλαδὴ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μάθῃ ποία θὰ ᾖναι ἡ τύχη του, ὑπό τὸ κράτος πολιτεύματος παρέχοντος κατὰ τὸ φαινόμενον πάσας τὰς ἐγγυήσεις, καὶ συνταχθέντος ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι τὰ ἱερώτερα τοῦ πολίτου δικαιώματα περιεφρουρήθησαν δι’ ἀπορθήτων χαρακωμάτων. Ἀνοίγεται λοιπὸν εὐρὺ τὸ στάδιον εἰς τὴν συζήτησιν. Εἶναι αὕτη ἡ πρώτη εὐκαιρία, καθ’ ἣν οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ ὀφείλουσι κατὰ καθῆκον νὰ ἐκφράσωσι τὰς πεποιθήσεις των ἄνευ περιαγωγῶν, μετ’ εὐσυνειδησίας, ὅπως προκύψῃ τέλος ἡ ἀδυσώπητος ἀλήθεια καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, λάβῃ τὸ ἔθνος τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς θεραπείαν τῶν δεινῶν του. Ὁ ἀγὼν εἶναι ἔντιμος, εἶναι ὑπὲρ πάντα ἄλλον σπουδαῖος. Οἱαιδήποτε δὲ καὶ ἂν ὦσιν αἱ δοξασίαι αἵτινες θέλουν κηρυχθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑμεῖς ὀφείλετε νὰ τὰς ἀκροασθῆτε μετ’ ἀνοχῆς. Διότι ἂν ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου πέπρωται νὰ μὴ ᾖναι πλήρης ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἂν οἱ παριστάμενοι ὡς μάρτυρες ἢ ὡς θεαταί, ἐν ταῖς παρούσαις δυσχερεστάταις περιστάσεσι, δὲν δείξωσι σεβασμὸν καὶ πρὸς πεποιθήσεις ἀντιθέτους, εἰς τὰς ἰδέας ἢ καὶ τὰς προλήψεις των, τότε λυποῦμαι νὰ τὸ εἴπω, ἐντὸς τοῦ θυσιαστηρίου τούτου τῆς ἐλευθερίας, θὰ ἴδωμεν καθημένην ἐπὶ τοῦ σιδηροῦ θρόνου της τὴν ἀποτροπαιοτέραν τυρανίαν. Πέποιθα ὅτι δὲν θέλουσιν ἐπανέλθει πλέον αἱ θλιβεραὶ σκηναί, αἵτινες τοσοῦτον καιρίως προσέβαλον τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως....
§58ΑΧΟΛΟΣ. Σεῖς τὰς ἐπροκαλέσατε.
§59ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ὁ δ’ Ἄχολος χολωθεὶς, νοῦσον ἀνὰ στρατὸν ὧρσε κακὴν, ὀλέκοντο δὲ λαοί..... καὶ αἵτινες διήγειρον ἄσβεστα πάθη μεταξὺ ἀδελφῶν, μεταξὺ τέκνων τῆς αὐτῆς μητρός. Αἱ ἀντιστρατευόμεναι μερίδες καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ταύτης ἀνήκοντες εἰς αὐτὰς, ἂς μὴ λησμονήσωσιν ὅτι ἡ κοσμιότης τῶν ἐκφράσεων καὶ ἡ σεμνότης τῆς συμπεριφορᾶς, εἶναι μέτρον δι’ οὗ σταθμίζεται ἡ πολιτικὴ ἀγωγὴ ἑνὸς ἔθνους. Οἱ προπηλακισμοί, αἱ ὕβρεις, οἱ χλευασμοί, εἶναι ὅπλα ἄτιμα, ἥκιστα ἰδιάζοντα εἰς λαὸν ἀληθῶς ἀνδρικὸν καὶ ἔχοντα σήμερον πλέον παρά ποτε ἀνάγκην νὰ δείξῃ, ὅτι ἄξιος εἶναι καλητέρας τύχης καὶ αἰσιωτέρου μέλλοντος. Ἂν ἡ Βουλὴ ἀσπάζεται τὰς προκαταρκτικάς μου ταύτας παρατηρήσεις, (καὶ περὶ τούτου οὐδόλως ἀμφιβάλλω) τότε Κύριοι, ἀσμένως θέλω προβῆ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ θέλω ἐκθέσει τὰς ἰδέας μου μετὰ πάσης τῆς παῤῥησίας οὐχὶ μόνον πρὸς ἐκπλήρωσιν βουλευτικοῦ καθήκοντος ἀλλὰ καὶ πρὸς ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησίν μου, καθόσον εὐηρεστήθησάν τινες, δολίως παρεξηγήσαντες τὴν εἰλικρίνειάν μου, νὰ μὲ παραστήσωσιν ὡς ἀπόστολον πολιτικοῦ δόγματος, τείνοντος νὰ ἐπιφέρῃ τὴν καταστροφὴν τῶν ἐλευθεριῶν μας. Ἀφοῦ ἐν τῷ θεμελιώδει νόμῳ τῆς ἐπικρατείας εἰσήχθησαν ἤδη καὶ καθιερώθησαν ἀρχαί τινες, ἀπολύτως μὲν ἱεραὶ, σχετικῶς δὲ πρὸς τὰς ἡμετέρας περιστάσεις ἴσως πρόωροι, οὐδὲν ἄλλο μέσον θεραπείας ὑπάρχει, πρὸς ἀποφυγὴν δεινῶν ἀκαταλογίστων, ἐκτὸς τῆς αὐστηρᾶς, τῆς ἀδυσωπήτου κρίσεως, ἣν ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ ἐκφέρῃ καθ’ οἱασδήποτε παρεκτροπῆς ἢ παρανομίας, ὅθεν καὶ ἂν προέρχεται, εἴτε ἄνωθεν, εἴτε κάτωθεν. Ἵνα δὲ ἡ Βουλὴ αὕτη ἀποβῇ ἀληθῶς χρήσιμος, ὀφείλει κατ’ ἐμὴν γνώμην, οὐ μόνον νὰ νομοθετῇ ἀλλὰ καὶ νὰ διδάσκῃ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, πρὸς φωτισμὸν λαοῦ κινδυνεύοντος νὰ γίνῃ ἕρμαιον τῆς ἀπάτης καὶ νὰ ἐξοικειωθῇ μετὰ τῶν καταχρήσεων, πιστεύων ἐν τῇ ἀθῳότητι αὐτοῦ, ὅτι ἡ ἀληθὴς ἐλευθερία κεῖται ἐν τῇ βίᾳ, ἐν τῇ ἀκολασίᾳ, ἐν τῇ διαφθορᾷ, ἐν τῇ παρανομίᾳ. Ἀναβαίνων ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ θέματος λίαν ἀκροσφαλοῦς καὶ σπουδαίου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας. Προθύμως δὲ ἀπὸ τοῦδε διαδηλῶ, ὅτι τὸ περὶ ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ζήτημα ἐγὼ τὸ θεωρῶ, ὡς ζήτημα ἐθνικῆς τιμῆς.....
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι, ὅλοι.
§61ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ὅλοι, Κύριοι. Πέποιθα περὶ τούτου, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δικαιοῦμαι νὰ καταταχθῶ κ’ ἐγὼ μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐσυνείθισαν νὰ παίζωσιν, οὔτε μὲ τὴν ἰδίαν τιμήν των, οὔτε μὲ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους των. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ καταγράψῃ τις μεταξὺ τῶν νεωτέρων εἰδήσεων τὰς μικρὰς συμπαθείας μου ὑπὲρ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος ὅπως μέχρι τοῦδε ἐφηρμόσθη ἐν Ἑλλάδι· ταύτας διετράνωσα πολλάκις καὶ πολλαχῶς εἴτε ὡς βουλευτὴς τοῦ Ἰονίου λαοῦ, ὅτε ἐμαχόμην ὑπὲρ τοῦ θριάμβου τῆς ἐθνικῆς ἰδέας καὶ ἔβλεπα τόσον τὰ ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ὅσον τὰ ἐν Ἑπτανήσῳ διατρέχοντα, εἴτε, ὡς πληρεξούσιον, τοῦ ἔθνους, ὅτε, ἀγαθῇ τύχῃ, μὲ ἀπέστειλεν ἡ πατρίς μου πρὸς κατάρτισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος καὶ ἔλαβα ἐκ τοῦ πλησίον ἀκριβεστέραν γνῶσιν τῶν πραγμάτων. Εὐδόμυχος πεποίθησις, βαθέως ῥιζομένη ἐν τῇ καρδίᾳ μου καὶ λαβοῦσα ἔκτοτε ἐν ἐμοὶ τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ κῦρος θρησκευτικοῦ δόγματος, μ’ ἐβίαζε νὰ πιστεύω ὅτι ἡ ἐλευθέρα μερὶς τοῦ ἡμετέρου ἔθνους ἐξήντλει ἀδιαλείπτως πάσας τὰς ζωτικὰς αὑτῆς δυνάμεις ἐν μέσῳ τῶν περισπασμῶν οἵτινες παρακολουθοῦσι τὸν πολιτικὸν βίον, ὑπὸ τὸ κράτος πολιτεύματος κυρίως στηριζομένου ἐπὶ τῆς πάλης καὶ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν στοιχείων ἅτινα ἀπαρτίζουσι τὴν μεγάλην κοινωνικὴν ἑνότητα. Συνεπείᾳ τῆς πεποιθήσεώς μου ταύτης διεκύρηξα, ὅτι ἂν ᾖναι ἀληθὴς ὁ προορισμὸς τῆς φυλῆς μας, ἂν πέπρωταί ποτε τὸ μικροσκοπικὸν τοῦτο βασίλειον νὰ γίνῃ κέντρον εὐρυτέρου τινος κύκλου, κατ’ ἐμὲ ἡ φύσις καὶ τὸ εἶδος τοῦ πολιτεύματος τούτου ἐκ συστήματος δολιευομένου, ἀνέστελλον ὀλεθρίως τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τῳόντι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δειλιάσῃ τις, ὅταν βλέπῃ ἐκ τοῦ πλησίον πάσας τὰς ἀσχημίας αἵτινες μέχρι τοῦδε ἀναφύονται παρ’ ἡμῖν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν θεσμῶν ἐν οἷς καθιερώθησαν τὰ τιμαλφέστερα δικαιώματα καὶ ὅπου διετυπώθησαν αἱ ὑγιέστεραι ἀρχαὶ τῆς ἐπιστήμης; Ἂν ῥίψῃ τις τὸ βλέμμα ἐπὶ τῆς πληθύος τῶν ἐφημερίδων αἵτινες πλημμυροῦσι τὴν Ἑλλάδα, καταλαμβάνεται, Κύριοι, ὑπὸ ἀνεκφράστου βαρυθυμίας, ἀναλογιζόμενος, ὅτι ἐνῷ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου παρεδόθη κυρίως καὶ ἐνεπιστεύθη ἡ πολιτικὴ ἀγωγὴ τῆς Ἑλλάδος, οὗτος δὲν ἐχρησίμευσε μέχρι τοῦδε, παρὰ νὰ ζωογονῇ τὴν ἐμπάθειαν, νὰ σπείρῃ τὸν σπόρον τῆς ἔριδος, νὰ καθιστᾷ δριμυτέρους τοὺς ἀνταγωνισμοὺς καὶ νὰ συνειθίζῃ τὸν λαὸν ἵνα τέρπεται καὶ ἐνασμενίζεται παριστάμενος θεατὴς θανασίμων προσβολῶν, ἀσέμνων ὕβρεων καὶ πικροτάτων διαπληκτισμῶν. Μὰ τὴν ἀλήθειαν, Κύριοι, τὰ φάρμακα ταῦτα δὲν θέλουσι ποτὲ συντείνει πρὸς θεραπείαν τῶν κοινωνικῶν πληγῶν μας. Καθ’ ἑκάστην ἀνοίγονται νέαι καὶ ῥέει ἐξ αὐτῶν τὸ αἷμα καὶ ἐξατμίζεται ἐκεῖθεν τὸ πνεῦμα τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι δὲ λυπηρὸν, ὅτι ἐνῷ ἐν τῷ θεμελιώδει νόμῳ, κηρύττεται ἀπαραβίαστον ἄσυλον ἡ κατοικία τοῦ πολίτου, ἐνῷ εἰς ἀνθρώπινον ὀφθαλμὸν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσχωρῇ ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου, ὅπου ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς θείας ἀντιλήψεως κυοφορεῖται καὶ ἀναπτύσσεται ἡ ἀνθρωπότης, ἔξεστι τοῖς καπηλευομένοις τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου νὰ εἰσβάλλωσιν ἐχθρικῶς, καὶ μετατρέποντες τὸν κάλαμον εἰς καταστρεπτικὴν σκαπάνην, νὰ ἐξορύττωσι τὰ θεμέλια τοῦ οἰκογενειακοῦ ναοῦ, διαῤῥιγνύοντες οὕτω πως τὰ δεσμὰ δι’ ὧν συνδέονται οἱ πολῖται καὶ ἐπιφέροντες θανάσιμα τραύματα εἰς τὴν ἑνότητα ἑνὸς ἔθνους, μὴ δυναμένου νὰ σωθῇ ἐκ τῶν πολιορκούντων αὐτὸ κινδύνων παρὰ διὰ μόνης τῆς ἀγάπης. Ἐξέλιπε, Κύριοι, πᾶσα σεμνότης, πᾶσα εὐπρέπεια. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἀκραιφνέστεροι χαρακτῆρες, ἂν ἔχωσι τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ συμμερίζωνται δοξασίας τινας, πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ βασανιστήριον ἐκεῖνο. Θὰ στιγματισθῶσιν ἐπὶ τοῦ μετώπου διὰ πυρακτωμένου σιδήρου, τὸ ὄνομα αὑτῶν θὰ ποδοπατηθῇ ἐν ταῖς τριόδοις, ἀλαλάζων καὶ εὐφραινόμενος ὁ ὄχλος πρέπει νὰ σύρῃ τὴν διαγωγήν των ἐν τῷ βορβόρῳ καὶ ὅταν ἡ σταύρωσις αὕτη πληρωθῇ, τότε κατὰ τὴν γνώμην τινων, τυγχάνει ἱκανοποιημένη ἡ Θεὰ ἐλευθερία, διότι ἡ ἰσότης, ἡ ἀπόλυτος ἰσότης, ἀπαιτεῖ ἵνα μὴ ὑπάρχωσι κοινωνικαὶ διακρίσεις, οὔτε ἠθικαὶ, οὔτε φυσικαί, ἀλλὰ πάντες νάνοι καὶ ἐλεεινοὶ καὶ ὑποκλινεῖς νὰ ζῶσι δουλωμένοι ὑπὸ τὸ σκῆπτρον παντοδυνάμου τινος βασιλίδος καὶ δεσποίνης ἀποκαλουμένης κοινῆς γνώμης. Κοινὴ γνώμη! Ἔλεγεν, ὁ ἀείμνηστος ποιητὴς Schiller ἂν ἀποσυνθέσῃ τις τὴν βροντὴν, θὰ εὕρῃ ὅτι σύγκειται ἐξ ἀσθενεστάτων τινων ἤχων, μὴ ὄντων οὔτε κἂν ἐπαισθητῶν εἰς τὴν ἀκοήν μας, ἂν κεχωρισμένοι ἀπ’ ἀλλήλλων ἤθελον τυχὸν τὴν προσβάλει. Ἐφαρμοζομένης ἐπὶ τοῦ προκειμένου τῆς θεωρία ταύτης, θὰ ἐμέναμεν φοβοῦμαι, Κύριοι, ὅλως ἐμβρόντητοι, παρατηροῦντες ἐκ τοῦ πλησίον ποῖα τὰ συνθετικὰ στοιχεῖα τὰ ἀπαρτίζοντα πολλάκις τὴν ἰδανικὴν ἐκείνην δύναμιν, ἣν ἀποκαλοῦμεν, Κοινὴν γνώμην. Καὶ μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι ταὐτοχρόνως κυκλοφοροῦσι καὶ δεσπόζουσι παρ’ ἡμῖν πάμπολλαι κοιναὶ γνῶμαι ποτὲ μὲν ἀντίθετοι πρὸς ἀλλήλλας, ποτὲ δὲ συγκερασμέναι παντοίῳ τρόπῳ καὶ παριστάνουσι θέαμα δυνάμενον μὲν νὰ τέρψῃ, ὡς ἐκ τῆς ἀπεριορίστου αὐτοποικιλίας, τὴν περιέργειαν τοῦ παρεπιδημοῦντος ξένου ἢ τοὺς κρυφοὺς καὶ φανεροὺς ἐχθρούς μας, ἱκανὸν ὅμως καὶ νὰ σπαράξῃ τὴν καρδίαν παντὸς ἀληθοῦς καὶ γνησίου τέκνου τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ λέγουσιν οἱ ἀφῃρημένοι δογματολόγοι, οἱ μύσται τῆς ἐπιστήμης, οἱ ἀπαιτοῦντες ἵνα τὰ πάντα κύπτωσιν ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῶν ἀπολύτων θεωρημάτων, κοινὴ γνώμη ἐπισήμως ἀναγνωρίζεται παρ’ ἡμῖν, ἡ διὰ τῆς καθολικῆς καὶ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκδηλουμένη θέλησις τῶν περισσοτέρων. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον Ἀπρίλιον ἀνέγνωσα, μετὰ πολλῆς ἐπιστασίας καὶ μεγάλης εὐχαριστήσεως, κύριον ἄρθρον καταχωρημένον ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 1421 φύλλῳ τῆς Αὐγῆς καὶ ἐπιγραφόμενον, τὰ ἄλυτα ζητήματα. Ὅταν αἱ ἀλήθειαι, ἔστωσαν καὶ πικραὶ, διασαλπίζονται μετὰ παῤῥησίας, θεραπεύουσι κατά τι τὴν ψυχὴν τοῦ ἀναγνώστου. Τουλάχιστον συλλαμβάνει τις τὴν ἐλπίδα μελλούσης ἐπανορθώσεως τὸ ψεῦδος, αἱ ἀπατηλαὶ ὑποσχέσεις, ἡ συστηματικὴ καὶ δολία στρέβλωσις παντὸς ζητήματος εἶναι ὄλεθρος, εἶναι ψυχικὸς θάνατος. Λέγει λοιπὸν ἡ Αὐγὴ καὶ λέγει ὀρθῶς. Ποία ποτε ἐκλογὴ ἀπὸ κτίσεως κόσμου ὑπῆρξεν ἐλευθέρα; Καὶ προβαίνουσα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ χρωμένη τοῖς παραδείγμασι τῆς ἱστορίας φθάνει εἰς τὸ ἀπελπηστικὸν συμπέρασμα ὅτι, παρὰ λαοῦ μὴ γινώσκοντος τὴν ἀξίαν τῆς ψήφου του καὶ μὴ ἐννοοῦντος ὅτι ἐκ τῆς μυστηριώδους ἐκείνης κάλπης πηγάζουσι καὶ γεννῶνται πάντα τὰ κακὰ ὅσα μαστίζουσι τὴν κοινωνίαν ταύτην, δὲν δύναται νὰ ἐλπίσῃ τις ἀληθῶς ἐλευθέραν καὶ ἀνεπηρέαστον ἐκλογήν.
§62ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω.
§63ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ὄχι .... ποτέ.
§64ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι καταστροφὴ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγεται διὰ τὸν λαόν.
§65ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Εἶναι πολὺ μεγαλητέρα ἡ ὠφέλεια τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἀπολαμβάνει ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, παρὰ ἐκ τῆς παραδοχῆς τινων νομοσχεδίων. Ἂν εἰς τὰς σκέψεις ταύτας τῆς Αὐγῆς προσθέσῃ ἕκαστος ἡμῶν τὰς ἰδιαιτέρας κρίσεις του, ἂν ὡς ὑποψήφιος ἢ ὡς ὄργανον μερίδος τινος ἢ ὡς μάρτυς αὐτόπτης καὶ ἀδιαφόρος ἐπισυνάψῃ τὰς ἐνδομύχους καὶ εἰλικρινεῖς πεποιθήσεις του βεβαίως κύριοι, οὐδεὶς θέλει τολμήσει νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ ἱερὸν δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν διενεργεῖται παρ’ ἡμῖν μετὰ τῆς ἀνεξαρτησίας ἐκείνης ἥτις ἀπαιτεῖται καὶ παρὰ τοῦ νόμου καὶ παρὰ τῆς ἐπιστήμης ὅπως ἐναργῶς προκύπτωσιν αἱ ὑπερισχύουσαι πολιτικαὶ δοξασίαι. Ὅταν προσεγγίσῃ ἡ ὥρα καθ’ ἣν ἀναπτύσσεται συνήθως ὁ ἐκλογικὸς παροξυσμὸς τότε ἡ κοινωνία αὕτη παρίστησι ἀληθῶς ἐλεεινὸν καὶ σπαραξικάρδιον θέαμα. Ὀχλαγωγοὶ καὶ συκοφάνται παντὸς εἴδους περιφέρονται εἰς τὰς ἀγυιάς, εἰσέρχονται νύκτωρ ἐντὸς τῆς καλύβης τοῦ φιλησύχου ἐργάτου, ἐπιχειροῦσι τὴν στρέβλωσιν τῆς διανοίας του, κατηχίζουσιν αὐτὸν ἐν παραβύστῳ, ῥίπτουσιν εἰς τὴν ἀθώαν ψυχήν του ἢ τὸν σπόρον τοῦ μίσους, ἢ τὸ δέλεαρ τῶν ἀπατηλῶν ἐλπίδων, ἢ τὸ δηλητήριον τῆς ἀμέσου διαφθορᾶς, δεσμεύουσι τὴν συνείδησίν του διὰ φοβερῶν ὅρκων. Καὶ ὁ πολίτης ἐκεῖνος ὅστις μέχρι χθὲς παρακολουθῶν τὰς ἀγαθὰς ὁρμάς του ἦτο ἴσως εἰς κατάστασιν νὰ διακρίνῃ τὸ φῶς ἀπὸ τοῦ σκότους, τῇ ἐπαύριον τυφλὸς τὸν νοῦν δίδεται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐπιβούλων εἰσηγήσεων αἵτινες τὸν παρεμόρφωσαν ἢ καὶ τὸν ἐξηγρίωσαν. Τότε ἐφευρίσκονται καινοφανῆ τεχνάσματα, διασπείρονται ἀλλόκοτοι φῆμαι ἐξυπνοῦνται καὶ ἐρεθίζονται ἀρχαῖαι πληγαὶ καὶ ἐν μέσῳ τοῦ ἀκατονομάστου τούτου στροβίλου, τελεῖται, Κύριοι, τὸ μυστήριον τῆς ἐκλογῆς, πληροῦται ἡ κάλπη, ἥτις εἶναι ἡ μήτρα τῆς πολιτείας, συλλαμβάνεται καὶ κυοφορεῖται ὁ προσδοκώμενος ἀντιπρόσωπος, γεννᾶται τὸ προσφιλὲς τέκνον τοῦ λαοῦ, κηρύττεται ὁ Μεσσίας τῆς ἐθνικῆς σωτηρίας, τὸ παρθενικὸν ἀπαύγασμα τῆς κοινῆς γνώμης. Μὴ ἀπατώμεθα πρὸς Θεοῦ πιστεύοντες ὅτι, αἱ ἐκλογαὶ ὡς διενηργήθησαν μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν, εἶναι τὸ δυναμόμετρον τῶν πολιτικῶν μας πεποιθήσεων. Δὲν ὑπῆρξαν, ἐκτὸς μικρῶν ἐξαιρέσεων, παρὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς αὐθαιρεσίας τῶν τοπικῶν περιστάσεων καὶ τῆς περὶ τὸ ἐξαπατᾶν καὶ ῥαδιουργεῖν καὶ διαφθείρειν μεγαλητέρας ἱκανότητος. Αὐτὴ εἶναι ἡ πικρὰ ἀλήθεια καὶ ἐκ τῆς ἀληθείας ταύτης πηγάζει τὸ πικρότερον συμπέρασμα, ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα βασιζόμενον κυρίως εἰς τὴν θέλησιν τῶν περισσοτέρων, δὲν ὑπῆρξεν ἐν Ἑλλάδι παρὰ φενακισμὸς καὶ χλεύη, ἀφοῦ οἱ περισσότεροι οὗτοι ἀνακηρύττονται ὡς οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν περιστάσεων, τῆς στιγμῆς, καὶ ὑπὸ τὸ πρίσμα προσκαίρου τινὸς καὶ τεχνητῆς προκαταλήψεως. Ἰδού, Κύριοι, καὶ ἕτερος λόγος ὅστις μὲ ἐβίαζε νὰ φοβοῦμαι ὅτι οὕτω πως ἐφαρμοζομένου τοῦ πολιτεύματος, ἐδύνατο νὰ ᾖναι παραίτιον ἀκαταλογίστων δεινῶν, ἰδοὺ διατὶ ἐπρέσβευα ὅτι, τὰ ἀληθῆ, τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἐκτίθενται, εἰς τὴν ἰδιοτροπίαν τῶν κυβερνώντων, ἰδοὺ διατὶ συνήθως οἱ τιμιώτεροι, οἱ ἁγνότεροι τὴν καρδίαν, ἀποκλείονται τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων πραγμάτων. Ἐκ τῆς πτώσεως μιᾶς μερίδος καὶ ἐκ τῆς ἀνεγέρσεως ἄλλης, ἐδίσταζα, Κύριοι, ὡς ἐκ τούτου νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελε ποτὲ ἀπολαύσει ἀνακούφισιν ἀληθῆ καὶ πρόοδον. Ἀπ’ ἐναντίας μὲ κατέλαβεν ἡ ἰδέα ὅτι σκληρὰ μοῖρα τὸν κατεδίκασε νὰ παρίσταται θεατής, νέων καταχρήσεων, νέων διωγμῶν, νέας σπατάλης τοῦ δημοσίου πλούτου. Οὔτε ἔπταισαν, οὔτε πταίουσι κατὰ τοῦτο οἱ ἀρχηγοὶ τῶν μερίδων. Ἢ πρέπει νὰ παραιτήσωσι τὸ πολιτικὸν στάδιον ἢ πρέπει νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς ὅρους ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως ἢ μὴ τῶν ὁποίων κρέμαται ἡ ὕπαρξίς των. Αὐτὴ εἶναι ἡ σκληρὰ ἐναλλαγὴ ἥτις ὡς φόβητρον παρουσιάζεται πάντοτε εἰς τοὺς κυβερνῶντας καὶ ἥτις θέλει ἀεννάως διατηρεῖ τὴν τρισαθλίαν Ἑλλάδα μετέωρον, ἀσυνάρτητον, καχεκτικήν. Καὶ διατὶ Κύριοι; Ἂς τὸ εἴπωμεν ἀποτόμως διότι καὶ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια δὲν δύναται πλέον νὰ ᾖναι κατά τι ὠφέλιμος εἰμὴ ἀποτόμως ἐκφερομένη. Διατὶ Κύριοι; Διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἀληθεῖς καὶ πραγματικαὶ διαστάσεις αἵτινες χωρίζουσι τὰς ἀντιστρατευομένας μερίδας, οὔτε σύνθημά τι πολιτικὸν ἐκ τῆς ὑπερισχύσεως τοῦ ὁποίου, νὰ ἐλπίσῃ τις ἐγκαινιαζομένην νέαν τινα ἐποχήν. Ὡς ἐκ τούτου βλέπομεν καθ’ ἑκάστην συμμαχίας καὶ συνδυασμοὺς ἀλλοκότους. Οἱ παριστάμενοι ὡς ἄσπονδοι καὶ ἀδιάλλακτοι πολιτικοὶ ἀντίπαλοι ἀκατανοήτως πως συζεύγονται ἐκ μιᾶς ἐν ἀδελφότητι καὶ τοὺς κρυφιωτέρους αὐτῶν διαλογισμοὺς ἀνταλλάσσουν ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ πίστει, ὡσὰν μὴ ἦσαν αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες πρὸ μικροῦ ἐδιώκοντο μέχρις ἐξοντώσεως. Τοῦτο ἀποδεικνύει ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἔμφυτον ἀγαθότητά μας καὶ τὰς ἀληθῶς χριστιανικὰς διαθέσεις μας ὅπως συγχωρῶμεν ἀλλήλοις τὰ παραπτώματα, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου καταδεικνύει καὶ τὴν ἀσθένειαν τῶν πολιτικῶν μας πεποιθήσεων. Χώρα ὡς ἡ Ἑλληνικὴ μαστιζομένη ἀπὸ μυρίας ἀνάγκας, λαὸς ὡς ὁ Ἑλληνικὸς διατηρήσας σῶον τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα τῶν ἐμφυλίων διαιρέσεων καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν ἀντιζηλιῶν, ἀποβλέπει εἰς τὴν κατάκτησιν τῆς ἐξουσίας ὡς εἰς τὴν ἐκπόρθησιν ἰσχυρᾶς ἀκροπόλεως, ὅπου νὰ διάγῃ ἐν ἀσφαλείᾳ καὶ ὅθεν ἐν περιπτώσει ἀνάγκης νὰ ἐπιχειρῇ ἀκινδύνως καί τινα ἐκδρομὴν κατὰ τῶν γειτόνων. Καὶ οὗτος εἶναι ἴσως, Κύριοι, λόγος φυσικὸς ἐν τῇ ἀκροσφαλῇ θέσει ἐν ᾗ περιῆλθον τὰ ἡμέτερα πράγματα· καθόσον ἕκαστος ὀφείλει νὰ κήδεται περὶ τῆς ἰδίας συντηρήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ λόγος πολιτικὸς, διότι οἱ πολιτικοὶ ἀγωνισταὶ φέρουσιν ἐπὶ τῆς σημαίας των γεγραμμένας ἀρχὰς καὶ οὐχὶ ἰδιοτέλειαν. Αἱ ἀρχαὶ αὗται ἂν δὲν ἐλλείπουσιν ὁλοσχερῶς, βεβαίως ὅμως διαλάμπουσιν ἀσθενῶς ὑπὸ τὴν ὁμίχλην τῶν προσωπικῶν ζητημάτων. Ἀπωθούμεναι δὲ συνέῤῥευσαν καὶ περιστοιχίσθησαν ἐντὸς τῶν σπλάγχνων τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας ὅθεν ἀναντιῤῥήτως θέλουσι βλαστήσει ἀειθαλεῖς καὶ ἀκμαῖαι. Ἡ ἐπανάστασις τῆς 10 Ὀκτωβρίου ἐπεχείρησε νὰ τὰς καθιερώσῃ ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχεν. Ἴσως διότι ἐπὶ τοῦ νοσήματος δὲν ἐφήρμοσε τὰ κατάλληλα φάρμακα. Ἐθεράπευσε μόνον ἐξωτερικῶς τὴν ἐπιδερμίδα, ἀλλὰ τὸ νόσημα ἔμεινε κρυμμένον καὶ σήμερον ἀναφύεται πάλιν. Κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς μεταπολιτεύσεως ἀνέτειλαν ἀνθηραί τινες ἰδέαι πλήρεις ζωῆς καὶ νεότητος καὶ ὁ κόσμος ἐσκίρτα καὶ ἡ χαρὰ ἦτο καταφανὴς ἐπὶ τοῦ μετώπου της Ἑλλάδος, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἐξηγέρθησαν πάλιν αἱ ἀρχαῖαι ἕξεις καὶ ἡ πολιτικὴ βουλημία κατεβρόχθισε τοὺς νεογνοὺς τῆς ἐπαναστάσεως μόλις ἀναπτερουμένους. Μὴ παραπονούμεθα λοιπὸν κατ’ οὐδενός, ἂς αἰτιώμεθα καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς οἵτινες ἐπιστεύσαμεν ὅτι ψυχραί τινες ῥῆτραι καθιερωθεῖσαι ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι, ἤθελον ἐπαρκέσει πρὸς μόρφωσιν τῶν ἠθῶν μας, πρὸς ἐπούλωσιν τῶν κοινωνικῶν πληγῶν μας, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῆς ἐθνικῆς εὐημερίας μας εἰς τὸ πεῖσμα παντὸς προσκόμματος, εἴτε ἔσωθεν, εἴτε ἔξωθεν, εἴτε ἄνωθεν, εἴτε κάτωθεν προερχόμενου. Ἐπὶ τῆς θλιβερᾶς ταύτης καταστάσεως ἂν ἐπιστήσῃ τις τὴν προσοχήν του, Κύριοι, εὑρίσκει ὅτι, ἐνῷ οὐδὲν ἔθνος ἐκ τῶν ὅσων αὐτοκυβερνῶνται ἀπολαμβάνει ἴσως τοσαύτης πολιτικῆς ἐλευθερίας, ὅσον τὸ Ἑλληνικόν, ἀφ’ ἑτέρου ἀναγνωρίζει ὅτι, μ’ ὅλους τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς μας, δὲν εἶναι πολλὰ τὰ ἔθνη ἅτινα πραγματικῶς χαίρουσιν ὀλιγωτέραν ἐλευθερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ. Καὶ διατὶ τοῦτο; διότι εἶναι ἱστορικὸν ἀπόφθεγμα, ὅτι, πέραν τινων ὁρίων ἡ ἐλευθερία συνήθως μεταβάλλεται εἰς ἀληθῆ δεσποτείαν. Ἡ ἀκολασία τοῦ τύπου κατέστησε τὴν δημοσιογραφίαν φόβητρον ἀντὶ νὰ ᾖναι τὸ θελκτικὸν κάτοπτρον τῆς ἀληθείας. Ἡ καθολικὴ ψῆφος, παρέδωκεν εἰς τὰς χεῖραι ὀλίγων πολιτικῶν κερδοσκόπων τὰ σμήνη τῶν ἐκλογέων, οἵτινες, οὔτε κἂν νὰ συλλαβίσωσι γινώσκουσι τὰς λέξεις, ἐν αἷς διατυποῦνται αἱ πολιτικαὶ ἔννοιαι. Ἰδοὺ διατὶ βλέπομεν τάξιν τινα ἀτόμων, πρὸς τὸ ἀποκλειστικὸν αὐτῶν συμφέρον, ἐκμεταλλευομένων τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς μας, καὶ ἄλλην τάξιν καταδεδικασμένην νὰ παρακολουθῇ πειθηνίως τὰ ἴχνη τῶν προπορευομένων, ἢ νὰ διαμένῃ ἐν τῇ παθητικῇ ἐκείνῃ ἀδρανείᾳ, ἥτις εἶναι φοβερώτατον σύμπτωμα εἰς τὴν ζωὴν τῶν ἐθνῶν. Ταῦτα ἐξέθηκα, Κύριοι, μετὰ παῤῥησίας οὐ μόνον διότι ᾐσθανόμην τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσω τοὺς δισταγμοὺς καὶ τοὺς φόβους οὓς διήγειρε ἐν τῇ ψυχῇ μου τὸ σύστημα δι’ οὗ μέχρι τοῦδε ἐκυβερνήθη ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ διότι καθῆκον καὶ βουλευτοῦ καὶ πολίτου, μὲ ὑποχρεοῖ λαλοῦντα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, νὰ λέγω ὅ,τι νομίζω ἱκανὸν νὰ σαφηνίσῃ τὴν θέσιν του καὶ νὰ φωτίσῃ τὴν ζοφερὰν ἀτμοσφαίραν ὑφ’ ἧς περικυκλοῦται. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρεβίασε τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν καθ’ ὅσον μοὶ προκύπτει, οὔτε ἠθέλησε δι’ ἀθεμίτων μέσων νὰ ἐπέμβῃ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φίλων της, ἀλλὰ ἡ ἐπέμβασις αὕτη καὶ ἡ ὑποστήριξις ἔρχεται ἀφ’ ἑαυτῆς ἐν Ἑλλάδι ἀνεξαρτήτως καὶ αὐτῆς τῆς θελήσεώς της, οὔτε θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ Συνταγματικὴ Κυβέρνησις, τόσον μωρὰ καὶ ἀνόητος, ὥστε νὰ τιμωρῇ καὶ νὰ ἀποκηρύττῃ ἐκείνους οἵτινες ὅπως δήποτε ἐνδιαφέρονται ἵνα τὴν σώσωσι καὶ τὴν ἐνισχύσωσι. Ἂν θελήσωμεν λοιπὸν, Κύριοι, νὰ δικάσωμεν ἀπολύτως τὸ περὶ ἐκλογῶν ζήτημα, καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν πάσας τὰς ἐνστάσεις, πάντα τὰ παράπονα, πάσας τὰς μεμψιμοιρίας τῶν ἀποτυχόντων, προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ἵνα ἴδωμεν ἂν οἱ παριστάμενοι σήμερον ὡς οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ εἶναι πραγματικῶς τὸ ἁγνὸν ἀπαύγασμα τῆς ἀνεπηρεάστου καὶ ἐλευθέρας θελήσεώς του, τότε εὐσυνειδήτως καὶ πατριωτικῶς πράττοντες, ἔπρεπεν ἅπαντες καὶ συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι νὰ παραιτήσωμεν τὰς ἕδρας μας, κηρύττοντες μετ’ εἰλικρινείας, ὅτι μέγα μέρος τῶν σφαιριδίων ἅτινα μᾶς ἐδόθησαν, ἢ πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὑπερτοκισμὸς τῶν χρημάτων μας, ἢ ὡς ἀμοιβὴ τοῦ ἐμπορευομένου σίτου μας, ἢ ὡς ἀντάλλαγμα τῶν ῥαδιουργιῶν καὶ τῆς δημοκοπίας μας, ἢ ὡς δῶρον τῶν συγγενικῶν μας σχέσεων, ἢ ὡς ἀντίτιμον τῶν μυστικῶν ὑποσχέσεων καὶ ὑποχρεώσεών μας. Ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν θέλετε νὰ ἐξελέγξητε τὰς ἐκλογάς. Μολονότι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἦτο ἴσως σωτήριον ἂν ἡμεῖς αὐτοὶ ὡμολογούσαμεν τὰ πταίσματά μας καὶ ἂν ἰδίαις χερσὶν ἐγράφαμεν τὴν καταδίκην μας. Πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ἐζημιοῦτο τὸ ἔθνος. Ἂν ὅμως τὸ περὶ ἐξελέγξεως τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ζήτημα τεθῇ ὑπὸ βάσανον οὐχὶ ἀπολύτως, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὰς πεπαλαιωμένας καὶ κακὰς ἕξεις μας, πρὸς τὸ ἔκρυθμον τῶν περιστάσεων, τότε, Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἀκινδύνως δυνάμεθα νὰ φανῶμεν εἰλικρινέστεροι καὶ μετριοπαθέστεροι. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπέτυχεν ἴσως διὰ θεμιτῶν μέσων νὰ ὑποδείξῃ τοὺς φίλους καὶ τοὺς ὁμόφρονάς της, ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι θὰ ἐτόλμησε νὰ παραβιάσῃ τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Βασιλέως καὶ νὰ μεταχειρισθῇ ἄτιμα μέσα πρὸς ἐκβίασιν τῶν συνειδήσεων καὶ πρὸς καταδολίευσιν τοῦ νόμου. Ἂν τοῦτο πρὸς στιγμὴν ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω, ἐγὼ πρῶτος ἤθελα φέρει ῥητὴν κατ’ αὐτῆς κατηγορίαν καὶ ἤθελα χαρακτηρίσει τὴν διαγωγὴν ταύτην, ὡς προσβολὴν καιρίαν κατὰ τῆς Βασιλικῆς ἀξιοπρεπείας, ὡς καταχθονίαν ἐνέργειαν, ὑποσκάπτουσαν τὰ θεμέλια τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου. Δύναμαι, Κύριοι, νὰ μένω ἀπαθὴς καὶ ἀδιάφορος ὡς πρὸς τὴν ἧτταν ἢ τὴν νίκην μιᾶς μερίδος, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀνεχθῶ τὴν ἐλαχίστην ἀθέτησιν εἰς τὰς παραγγελίας τοῦ Ἡγεμόνος, ὅταν δι’ αὐτῶν ἐκδηλοῦνται τὰ ἁγνώτερα αἰσθήματα καὶ αἱ καθαρώτεραι προθέσεις. Ἂς μάχωνται καὶ ἂς παλαίουν κατ’ ἀλλήλων οἱ πολιτικοί μας, Κύριοι. Τὸ παιγνίδιον τοῦτο μέχρι τινος δύναται νὰ μᾶς ἐνδιαφέρῃ· ἀλλ’ ὅταν ὁ ἀρχηγὸς μιᾶς Κυβερνήσεως, ἀποβλέπων εἰς ἰδιοτελεῖς σκοποὺς, ἐκθέτει ἐμμέσως τὴν ἱερότητα τῆς Βασιλικῆς Μεγαλειότητος, ὤ! τότε οὔτε συμπάθεια εἰσχωρεῖ εἰς τὴν ψυχήν μου, οὔτε παράβλεψις. Διότι πιστεύω ὅτι, ἐν μέσῳ τῶν πολιτικῶν συγκρούσεων, καὶ τῶν ἐρίδων μας, κύριον μέλημα εἰς ἕκαστον ἡμῶν ἐπιβάλλεται, ἀλώβητος καὶ σεβαστὴ καὶ ἀμίαντος νὰ διασωθῇ ἡ στιλπνότης τῆς Βασιλείας. Ἐξ αὐτῆς εἰλικρινῶς συνδυαζομένης μετὰ τοῦ καθαρῶς δημοτικοῦ στοιχείου, ἐλπίζω εἰς τὸν θεὸν ὅτι θέλει προέλθῃ ἡ σωτηρία μας. Ταύτην θέλομεν λάβει ὅταν ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ὡς σύμβολον νομίμων προσπαθειῶν, καὶ δι’ αὐτῆς καὶ μετ’ αὐτῆς ἡμεῖς ἢ οἱ ἀπόγονοι ἡμῶν θὰ εὕρωσι πάλιν τὴν ἀρχαίαν ὁδὸν ἥτις καλύπτεται σήμερον ὑπὸ τὰς ἀκάνθας τεσσάρων αἰώνων ἐρημώσεως καὶ καταστροφῆς. Πέποιθα λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι βιαία ἐπέμβασις εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἀληθὴς καταδολίευσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔλαβε χώραν. Ἴσως νὰ ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν συνήθη τινα μέσα ἐξ ἐκείνων ἅτινα εὐκολύνουσι τὴν ἐπιτυχίαν ἀλλὰ δὲν προσβάλλουσι τοὐλάχιστον τὴν δημοσίαν αἰδὼ οὔτε πιέζουσιν ἀποτόμως τὴν συνείδησιν τοῦ ἐκλογέως. Βεβαίως, Κύριοι, θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἦτο τοσοῦτον ἀνεπτυγμένος καὶ τοσοῦτον ἀνεξάρτητος ὥστε νὰ μένῃ πάντη ἀνεπηρέαστος ἀπέναντι οἱουδήποτε πειρασμοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ὄνειρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι ἀπραγματοποίητον. Ἄλλως τε μὴ λησμονήσωμεν τί συμβαίνει καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ τῇ πατρίδι ταύτῃ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ὅσοι δὲ ἐξ ἡμῶν κηρύττονται θιασῶται καὶ ἐρωτόληπτοι μιμηταὶ τῶν θεσμῶν καὶ τῶν ἐθίμων τῆς τρισολβίας ἐκείνης χώρας, ἂς προετοιμασθῶσιν ἀπὸ τοῦδε ἵνα μὴ ἐξιππάζωνται ἂν βλέπωσι καὶ παρ’ ἡμῖν ἐκθεμένας ἐνίοτε εἰς φανερὰν πλειοδοσίαν τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων ἢ τελουμένην τὴν ψηφηφορίαν ὑπὸ τὴν χάλαζαν ἡρακλείων γρονθοκοπημάτων ἢ ἐν μέσῳ τῶν καπνῶν τῆς μέθης καὶ τῆς κραιπάλης, ὅταν εἰσαχθῶσι καὶ ἐν Ἑλλάδι τὰ ἐκλογικὰ ἐκεῖνα συσσίτια ἐν οἷς ἡ διάνοια παράλυτος καὶ νεκρὰ, τίθεται εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ τυχόντος. Οὐδὲν τοιοῦτον ἔλαβε χώραν, ἀγαθῇ τύχῃ, τοὐλάχιστον ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἡ ἐκλογὴ ἐτελέσθη ἡσύχως, ἐδόθη παρὰ τοῦ νόμου εἰς τὸν ἐκλογέα τὸ μέσον νὰ περιφρουρήσῃ τὸ δικαίωμά του καὶ ἀνεξαρτήτως νὰ τὸ ἐξασκήσῃ. Ἂν κακῶς ἐξεπλήρωσε τὰ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντά του, ἂς μὴ αἰτιᾶται οὐδένα. Πᾶσα ἡ εὐθύνη πίπτει ἐπ’ αὐτοῦ· Ἡμεῖς ἀφ’ ἑτέρου πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν ἀποδεχόμενοι τ’ ἀναπόφευκτα ἀποτελέσματα συστήματος ὅπερ ἐξῆλθεν ἐκ τῶν χειρῶν μας καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ ἀνετέθη εἰς ἡμᾶς. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν γένει· ἂν ὅμως κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν τελευταίων βουλευτικῶν ἐκλογῶν εἴτε ἕνεκεν τοπικῶν τινων ἐξαιρέσεων, εἴτε ἕνεκεν πεπαλαιωμένων κακῶν ἕξεων, εἴτε λόγῳ ἀχαλινώτου τινος τάσεως πρὸς τὴν βιαιοπραγίαν, ἔλαβον χώραν γεγονότα ἐξ ἐκείνων ἅτινα αἴρουσι πᾶσαν ἀμφιβολίαν καὶ ἀπέναντι τῶν ὁποίων δὲν ὑφίσταται οὐδεμία δικαιολόγησις, ὤ, τότε, Κύριοι, ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη μὴ ἀποβλέπουσα εἰς πολιτικὰς συμπαθείας, ἢ ἀντιπαθείας, πρέπει νὰ φανῇ ἀδυσώπητος καὶ νὰ ἐκφέρῃ παραδειγματικὴν καταδίκην. Διότι, Κύριοι, μετὰ τῆς αὐτῆς παῤῥησίας μεθ’ ἧς διεκήρυξα σήμερον ἀπέναντι ὑμῶν τὰς μικρὰς συμπαθείας μου ὑπὲρ πολιτεύματος ὅπερ ἐγὼ ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἔβλεπα ὅτι παρέλυε τὴν ἀληθῆ πρόοδον τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, μετὰ τῆς αὐτῆς παῤῥησίας διακυρήττω ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ τὸ ἔθνος μου ἔκρινεν εὔλογον νὰ τὸ ἀσπασθῇ, ἀποβαίνει εἰς ἐμὲ σεβαστὸν, οὔτε θέλω ἀνεχθῆ ποτε τὴν παραβίασιν καὶ τὴν καταδολίευσίν του. Ἐὰν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὡς ἐφηρμόσθη παρ’ ἡμῖν ἐπίστευσα ὅτι ἀπέτρεπεν ἡμᾶς τοῦ μεγάλου καὶ ἱεροῦ σκοποῦ εἰς ὃν πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν, ἂν ἐφοβούμην μὴ δι’ αὐτοῦ αἱ ζωτικαὶ ἡμῶν δυνάμεις κατακερματιζόμεναι διὰ τῆς διαιρέσεως, χαλαρωθῶσι, ἂν τρομάζω, βλέπων τὸν λαὸν τοῦτον ἀεννάως διασπώμενον καὶ ἀποκλειστικῶς ἀτενίζοντα εἰς τὴν κατάσχεσιν προσκαίρου καὶ ἐλεεινῆς ἐξουσίας, πολὺ περισσότερον μὲ ἀπελπίζει ἡ ἰδέα ὅτι, εἰς τὸ στοιχεῖον τῆς διαφθορᾶς ὅπερ αὐτοφυῶς πως περιέχεται καὶ ὑποκώφως κυκλοφορεῖ ἐντὸς τῶν ἀρτηριῶν τοῦ πολυμόρφου τούτου πλάσματος τῆς νεωτέρας πολιτικῆς ἐπιστήμης πρόκειται νὰ προστεθῇ πρὸς ἐντελῆ αὐτοῦ καὶ ὁλοσχερῆ παραποίησιν ἡ διαφθορὰ καὶ ἡ δολιότης ἐκείνων, οἵτινες προΐστανται ἢ τοῦ λαοῦ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὁποίου παρεδόθη καὶ διεπιστεύθη ἡ ἐφαρμογή του. Τότε δὰ τὸ κακὸν θὰ ἦτο ἀνυπόφορον καὶ θὰ ἐπέφερεν ἀναντιῤῥήτως τὸν ὄλεθρόν μας. Ἀπαιτῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν αὐστηροτέραν τιμιότητα, τὴν αὐστηροτέραν νομιμότητα. Ἐδρεύοντες σήμερον, ὡς δικασταὶ, πρέπει νὰ παρασταθῶμεν ἀδιασπάστως συνενωμένοι πρὸς περιφρούρησιν τοῦ νόμου. Πρέπει τὰ ἐγκαίνια τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν μας, ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μολυνθῶσι. Ἔνορκοι στρατιῶται ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ πρέπει νὰ φανῶμεν ἄκαμπτοι, διότι ἐξαγνιζομένης τῆς ἀντιπροσωπείας, τότε μόνον αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ταύτης θὰ ἔχωσι τὸ ἐθνικὸν ἐκεῖνο κῦρος, δι’ οὗ ἀγογγύστως λύονται τὰ ἀκροσφαλέστερα ζητήματα. Ἀλλὰ μὴ πρὸς Θεοῦ ἐξοκείλωμεν εἰς ῥωμαντικὰς θεωρίας, μὴ ματαιώσωμεν τὰ πάντα ἐπιδιώκοντες ἀδύνατον καὶ ἀπραγματοποίητόν τινα ἰδανικότητα, ἣν πρὸ μικροῦ σᾶς ὑπέδειξεν ὁ φίλος μου κ. Ἰακωβάτος, Κατ’ ἐμὲ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις τῶν τμημάτων καὶ μελετήσας τὰ διατρέξαντα μετ’ ἐπιστασίας, δύο τινὰς περιπτώσεις ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, τὴν βίαν ὅταν αὕτη εἶναι ἀποτελεσματικὴ καὶ τὸν δόλον. Διὰ μὲν τῆς πρώτης καταναγκάζεται ἡ συνείδησις τοῦ ἐκλογέως, διὰ δὲ τῆς δευτέρας μεταβάλλεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Μέχρις οὗ ὁ ἐκλογεὺς ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς μυστικότητος διατελεῖ ἐλεύθερος πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματός του οὐδεὶς δύναται νὰ τεκμαίρεται τὶ διέπραξεν ἡ χεὶρ αὐτοῦ εἰσαγομένη ἐντὸς τῆς κάλπης. Ἀλλὰ ἡ πολιτεία δικαιοῦται νὰ θεωρῇ ἄκυρον ἐκλογὴν ἥτις παρεμορφώθη, εἴτε διὰ τῆς βίας, εἴτε διὰ τοῦ δόλου, καθόσον τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τότε ἀντίθετον τῆς διαθέσεως τῶν ψηφοφορησάντων. Βία λοιπὸν καὶ δόλος εἶναι κατ’ ἐμὲ οἱ ὅροι οὓς ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, προβαίνοντες εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι καὶ ἡ μὴ ἀκριβὴς τήρησις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, καὶ ἡ δωροδοκία καὶ ἡ ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως, δύνανται πολλάκις νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποχρῶσαι αἰτίαι ἀκυρώσεως. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν μὴ ἀκριβῆ τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, (ἐννοεῖται οἴκοθεν ἂν δὲν εἶναι οὐσιώδης) νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ φανῇ συγκαταβατικὴ καὶ ἐπιεικὴς, προκειμένου λόγου περὶ ἐφαρμογῆς συστήματος πρώτην ἤδη φορὰν εἰσαγομένου ἐν Ἑλλάδι καὶ καθισταμένου πολυπλόκου ὡς ἐκ τῶν πολλῶν τύπων οἵτινες τὸ συνοδεύουσι. Περὶ δὲ τῆς δωροδοκίας, ἐνῷ πρέπει νὰ θεωρῆται ἀείποτε, κατ’ ἐξοχὴν ἐν Ἑλλάδι ὡς μέσον καταισχύνον πᾶσαν ψηφηφορίαν, ἐνῷ καθιερούμενον ἢ ἀνεχόμενον ὀλεθρίως δύναται ν’ ἀλλοιώσῃ τὰ ἤθη τοῦ τόπου τούτου, ἐνῷ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δι’ αὐτοῦ ἐκπορνεύονται καὶ ἡ πατρὶς ἐκτίθεται ὡς εἰς πλειοδοσίαν ἀσέμνων μνηστήρων, ἐνῷ ἅπαντες φρικιῶμεν προαισθανόμενοι ποῦ δύναται νὰ καταντήσῃ λαὸς τείνων ἀναιδῶς τὴν χεῖρα εἰς τὸν βουλόμενον νὰ τὸν ἀγοράσῃ, ἀφ’ ἑτέρου μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι δυσχερεστάτη ἀποβαίνει σχεδὸν πάντοτε ἡ διάγνωσις καὶ συνήθως ἐκφεύγει τὴν καταδίκην. Πιστεύω δὲ ὅτι, ἐπ’ τηλικούτου ἀνομήματος ὀφείλει ἡ βουλὴ ν’ ἀπαιτῇ πάντοτε μαρτυρίας ἀναντιῤῥήτους καὶ γεγονότα ἀναμφισβήτητα. Ἔπειτα, κύριοι, πῶς νὰ διακρίνῃ τις τῆς ἠθικὴν τῆς ὑλικῆς διαφθορᾶς; Νομίζετε ἆρά γε ὅτι, ὁ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐκλογῆς δολίως ἐφευρίσκων στυγεράν τινα κατὰ τοῦ ἀντιπάλου του συκοφαντίαν καὶ δι’ αὐτῆς ἐκμεταλλευόμενος τὴν ἀγαθοπιστίαν καὶ τὴν νηπιότητα τῶν ἐκλογέων, καθίσταται ὀλιγώτερον ἔνοχος, τοῦ διὰ χρημάτων ἐπιχειροῦντος τὴν διαφθοράν; Πιστεύετε ὅτι, αἱ ὑποσχέσεις αἵτινες δίδονται, οἱ φόβοι οἵτινες ἐνσπείρονται, αἱ εὐωχίαι, αἱ χάριτες, δὲν ἐπιφέρουσι πολλάκις διαφθορὰν μεγαλητέραν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀργυρίου, τόσον περισσότερον ὅσον καὶ πτωχοὶ καὶ πλούσιοι δύνανται δωρεὰν νὰ προστρέξωσιν εἰς τὰ μέσα ταῦτα; Ὡς πρὸς τὴν δωροδοκίαν λοιπὸν ἐνῷ ἐκφράζω τὴν ἀποστροφήν μου, οὐχ ἧττον θεωρῶ ὅτι πᾶσα Βουλὴ πρέπει μετὰ μεγίστης προφυλάξεως ν’ ἀποδέχηται τὰς αἰτιάσεις τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς τὴν παραδοχὴν αὐτῆς ὡς μέσου ἀκυρώσεως εἰμὴ μόνον ὅτε τὸ βδελυρὸν τοῦτο ἔγκλημα δὲν ἐπιδέχεται ἀντίῤῥησιν. Ὡς πρὸς τὴν ἠθικὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως, (καθόσον ὅταν ᾖναι καταναγκαστικὴ τότε περιβάλλεται τὸν χαρακτῆρα τῆς βίας,) νομίζω ἐπίσης, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὴν διαγωγὴν τῶν ἀρχῶν ὑπὸ γενικήν τινα ἔποψιν καὶ νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς σχολαστικὰς ἐρεύνας τοπικῶν τινων γεγονότων, ἅτινα βεβαίως θὰ ἔλαβον χώραν ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς της. Τίς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὸν συγγενῆ ἢ τὸν φίλον ὑπουργοῦ τινος ἢ ἄλλου ὑπαλλήλου κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας, ὅταν αἰσθάνεται τὸν κίνδυνον τῆς ἀποτυχίας νὰ μὴ ποιήσῃ χρῆσιν τῆς ἐνεργείας του; Τίς θὰ ἀνιχνεύσῃ ποτε τὰ μέσα δι’ ὧν ἡ ἀρχὴ ὠφελεῖται κερδοσκοποῦσα ἐπὶ τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καὶ εἰσδύουσα δι’ ἀγνώστων ὁδῶν ὅπου ἐμφωλεύει ἡ πενία καὶ ὅπου ἡ ἐλαχίστη περίθαλψις ἀφαρπάζει τὰς συνειδήσεις; Ἄλλως τε, Κύριοι, ἡ μυστικότης, ἥτις ἀρκούντως ἐξασφαλίζεται διὰ τοῦ εἰσαχθέντος συστήματος, παρέχει εἰς τὸν ἐκλογέα τὸ μέσον ἵνα ματαιώνῃ πᾶσαν ἠθικὴν πίεσιν, καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐκλάβω ὡς δειλοὺς ἢ ὡς διεφθαρμένους ὅσους ἐν παραβάσει τῶν πεποιθήσεών των κύπτουσι τὸ τράχηλον εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπομένει ἡ βία, ἀπομένει ὁ δόλος ὡς μόνοι λόγοι, ἐφ’ ὧν ὀφείλομεν νὰ προσηλώσωμεν τὴν προσοχήν μας καθ’ ὅσον δι’ αὐτῶν μεταβάλλεται ἐκ βάθρων τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Βεβαίως, Κύριοι, ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν ἔκτακτον καὶ ἀνώμαλον κατάστασιν οὐχὶ μόνον τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν πνευμάτων, ἀναλογιζόμενοι ὅτι μόλις κατέπαυσεν ὁ σάλος τριετοῦς ἐπαναστάσεως, ἥτις ἐκλόνισε τὰς βάσεις τοῦ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος, καὶ ἕνεκεν τῆς ὁποίας ἐπῆλθον δριμύταται συγκρούσεις, σταθμίζοντες ἐπιεικῶς καὶ δεόντως τὴν ἰδιαιτέραν φυσικὴν κατασκευὴν τοῦ Ἕλληνος καὶ καταμετροῦντες τὸν βαθμὸν τῆς θερμότητος τοῦ αἵματός του, δὲν δικαιούμεθα νὰ δίδωμεν τὸν χαρακτῆρα τῆς βίας εἰς πᾶν ὀχλαγωγικὸν κίνημα, εἰς πᾶσαν συμπλοκὴν, ἥτις τυχὸν ἔλαβε χώραν ἐν στιγμῇ γενικοῦ ὀργασμοῦ καὶ ψυχικῆς ἐξάψεως. Ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας πλεῖστα γεγονότα μαρτυροῦντα ὅτι πολλαχοῦ τῆς ἐπικρατείας ἔλαβον χώραν καὶ συγκρούσεις καὶ φόνοι. Ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει, Κύριοι, τὰ τοιαῦτα ἀπευκταῖα ἀλλ’ ἀναπόφευκτα συμβάντα, νὰ τὰ ἐκλαμβάνωμεν πάντοτε, ὡς λόγους ἱκανοὺς νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἀκύρωσιν ἐκλογῆς τινος. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ βία ἰσχύει πρὸς ματαίωσιν τῆς ψηφοφορίας τότε μόνον ὅταν καθίσταται ἐπιχαρακτήριστος συνοδευομένη διὰ τῆς ὑλικῆς καταναγκάσεως ἢ τοὐλάχιστον ἀποβαίνει πασιφανές, ὅτι ὑπὸ τὴν πίεσιν ἀνωτέρας τινος δυνάμεως διετέλουν οἱ ἐκλογεῖς, κατεχόμενοι ὑπὸ τοῦ τρόμου. Νομίζω ὅτι ἐν τοιαύταις περιπτώσεσιν ἡ ἐκλογὴ δὲν δύναται οὐδόλως νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ ἀπαύγασμα τῶν πεποιθήσεων τοῦ ἐκλογικοῦ σώματος, καθόσον ἡ μυστικότης τοῦ συστήματος δὲν ἰσχύει πλέον, ὅπως περιφρουρήσῃ τὴν θέλησιν τοῦ πολίτου. Τί δὲ εἴπωμεν περὶ τοῦ δόλου, ὅστις ἐν ἑαυτῷ περιέχει πάντα τὰ ὀλέθρια στοιχεῖα τῆς τε διαφθορᾶς καὶ τῆς βίας, συνάμα δὲ περιλαμβάνει καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς χαμερπεστέρας κακοηθείας καὶ παρίσταται ὡς σύμπτωμα ἀνιάτου ψυχικοῦ νοσήματος; Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ ἀγῶνος φανατικοί τινες διατελοῦντες ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς ἐκλογικῆς μονομανίας, δύνανται νὰ φθάσωσι μέχρι τῶν ἐσχάτων παρεκτροπῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι κακοῦργοι ἐν παραβύστῳ ἱεροσυλοῦντες καὶ φέροντες ἐκ προμελέτης βέβηλον χεῖρα ἐντὸς τῆς ἱερᾶς θήκης ὅπου κατασταλάζουσιν οἱ κρυφιώτεροι πόθοι, αἱ ἁγιώτεραι ἐλπίδες, αἱ νομιμώτεραι ἀπαιτήσεις; Ὅπου ἀποταμιεύονται τὰ δάκρυα τοῦ ὀρφανοῦ καὶ τοῦ πένητος, ὁ ἱδρὼς τοῦ ἐργάτου, τὸ αἷμα τοῦ ἀπομάχου, τὸ μέλλον τῆς πολιτείας; Ὅπου περικλείονται παρήγοροι ὄνειροι, μυστηριώδεις εὐχαὶ καὶ ὅπου ἐνίοτε ῥίπτονται μετὰ τοῦ μολύβδου δικαιώταται κατάραι; Ὁ δόλος λοιπὸν καὶ ἡ βία, ὁσάκις ἐπιφέρουσι μεταλλαγήν τινα εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφηφορίας, εἶναι κατ’ ἐμὲ οἱ μόνοι λόγοι οὓς ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἐξελέγχοντες τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν πολλῶν ζητημάτων ἅτινα ἠγέρθησαν κατὰ τὴν ἐν τοῖς τμήμασι προεξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν διακρίνεται, Κύριοι, ἀναντιῤῥήτως καὶ τὸ ἀφορῶν τὸ διαιρετὸν ἢ τὸ ἀδιαίρετον βουλευτικῆς τινος ἐκλογῆς. Ἡ κατὰ δήμους τελεσθεῖσα ψηφηφορία ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐξελέγξεως, θὰ θεωρηθῇ ἆρά γε ὡς ἀπαρτίζουσα ἓν καὶ ἀχώριστον σύνολον, ἢ ἀπ’ ἐναντίας θέλει ἐκληφθῆ, ὡς ἄθροισμα συγκείμενον ἐκ διαφόρων μονάδων μὴ συνδεομένων δι’ οὐδεμιᾶς ἀλληλλεγγύης; Ἐν ἄλλαις λέξεσι πλημμέλημά τι διαπραχθὲν κατὰ τὴν ψηφηφορίαν δήμου τινός, ἱκανὸν δὲ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀκύρωσιν, θὰ θεωρηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ὡς μολύνον καὶ διαστρέφον τὴν ἐκλογὴν ἅπασαν τῆς ἐπαρχίας, ἢ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς ἀνεξάρτητον καὶ ἰδιαίτερον κακὸν, μὴ ἐπιδεχόμενον παρὰ τοπικὴν θεραπείαν; Προσκληθεὶς ἐκ τοῦ προχείρου παρὰ τῶν ἐν τῷ τμήματι συναδέλφων μου ἵνα ἀποφανθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, οὐδόλως ἐδίστασα, Κύριοι, νὰ γνωμοδοτήσω ὑπὲρ τοῦ ἀδιαιρέτου τῆς ἐκλογῆς. Οἱ λόγοι ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ δοξασία μου αὕτη πηγάζουσιν οὐ μόνον ἐξ ἰδιαιτέρας τινος καὶ ἐνδομύχου πεποιθήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς πολυχρονίου ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ἐκλογικοῦ συστήματος ἐν Ἑπτανήσῳ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐφαντάσθη ποτε ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ ὁμοιούσιον οὕτως εἰπεῖν καὶ τὸ ἑνιαῖον ψηφοφορίας τινός, καί τοι τελουμένης κατ’ ἐκλογικὰ τμήματα ὅλως ἀπ’ ἀλλήλων ἀνεξάρτητα. Ἂν ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ, πιστεύω ὅτι οὐδέποτε κατὰ τὸ διάστημα δεκαπέντε ἐτῶν ἐπαρουσιάσθη ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ νὰ δικάσῃ ἐπὶ τοιαύτης ἀπορίας. Ἐξ ἀναλογίας ὅμως σκεπτόμενοι καὶ ὁδηγούμενοι ἔκ τινων διατάξεων τοῦ νόμου, δυνάμεθα ἀνενδοιάστως νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἂν τοιοῦτον ζήτημα ἤθελέ ποτε ὑποβληθῇ εἰς τὰς κρίσεις τῆς ἀντιπροσωπείας, ἀναμφιβόλως αὕτη ἤθελεν ἀποφανθῆ συμφώνως πρὸς τὴν γενικὴν πεποίθησιν. Οὕτω, λόγου χάριν, ἔδιδε παρ’ ἡμῖν ὁ νόμος τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ἔπαρχον ἐν ἐκτάκταις περιστάσεσι νὰ συγχωνεύῃ εἰς ἓν ὅλον, πάντα τὰ ἐκλογικὰ τμήματα καὶ νὰ προσδιορίζῃ πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ψηφοφορίας ἓν μόνον κέντρον, ὅπου ὤφειλον νὰ προσέλθωσιν οἱ ἐκλογεῖς. Ἡ διάταξις αὕτη πολλάκις τεθεῖσα εἰς ἐνέργειαν καταδεικνύει πασιφανῶς, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐθεώρει τὴν ἐκλογὴν ὡς ἀπαύγασμα μιᾶς καὶ μόνης ἰδανικῆς θελήσεως ἀποῤῥεούσης ἐκ τοῦ ἠθικοῦ ἐκείνου ὄντος, ὅπερ ἀποκαλοῦμεν ἐκλογικὸν σῶμα. Ἡ διαίρεσις τῆς ψηφοφορίας κατὰ τμήματα παρεδέχθη ἑπομένως ὡς μέσον τεῖνον νὰ ἄρῃ πολλὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἤθελον συμβαίνει ἐκ τῆς ἐπὶ τῷ αὐτῷ συμπυκνώσεως ἁπάντων τῶν ἐκλογέων, ἐκ τῶν μεγάλων διαστάσεων αἵτινες πολλάκις ἤθελον παρέχει δικαίαν πρόφασιν ἀποχῆς, καὶ κυρίως πρὸς ἀποφυγὴν συγκρούσεων, αἵτινες ἤθελον βεβαίως λαμβάνει ἐπίφοβον χαρακτῆρα ἂν ἐφέροντο μεταξὺ στρατοπέδων ἀντιπαραταττομένων ἐν πάσῃ αὐτῶν τῇ ἰσχύϊ. Ἐπὶ οὐδενὸς ἄλλου λόγου ἐρείδεται, Κύριοι, ἡ κατὰ τμήματα διαίρεσις τῆς ἐκλογῆς οὔτε ἐφαντάσθημέν ποτε ὅτι ἡ διαπιστευομένη εἰς τὸν βουλευτὴν ἐντολὴ εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς δεῖνα ἢ δεῖνα συνοικίας καὶ ὄχι τοῦ ὅλου ἐκλογικοῦ σώματος τῆς ἐπαρχίας. Τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο ὥστε ἡ ἐπιτυχία ἢ ἡ ἀποτυχία ὑποψηφίου τινὸς δὲν προκύπτει εἰμὴ ἐκ τοῦ ἀθροίσματος τῶν ψήφων ἃς ἔλαβεν ἐν τῷ συνόλῳ, θεωρεῖται δὲ ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ αὐτῶν τῶν τμημάτων ὅπου τυχὸν ἤθελε καταψηφισθῆ. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογήν, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, τὸ δεύτερον τμῆμα, π. χ., περιλαμβάνον 1400 περίπου ἐκλογεῖς, κατεψήφισε τοὺς δύο συναδέλφους μου, μου, Κύριον Σταματόπουλον καὶ Κύριον Σέρβον, οὐχ’ ἧττον ὅμως οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι νόμιμοι ἀντιπρόσωποι καὶ τῆς περιφερείας ἐκείνης θεωροῦνται οἱ παρὰ τῶν λοιπῶν ἐκλογέων ἀνακηρυχθέντες ὡς τοιοῦτοι. Κατ’ ἀντίστροφον λόγον ἑπομένως ἂν δὲν ὑπολογίζεται ἡ ἀποτυχία τοῦ ὑποψηφίου ἔν τινι ἐκλογικῷ τμήματι ὡς ἱκανὴ νὰ καταστρέψῃ τὴν ἑνότητα τῆς ἐκλογῆς, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι πᾶν τὸ μολύνον, ἔστω καὶ διακλάδωσίν τινα, δὲν δύναται παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς παραβλάπτον τὸ ὅλον. Ἡ ἐκλογὴ δὲν εἶναι ὥς τινες παρετήρησαν, σύνθετόν τι ἀκινδύνως κερματιζόμενον, εἶναι ἠθικὸν προϊὸν, μὴ ὑφιστάμενον παρὰ ἐν τῇ ἑνότητι αὐτοῦ. Ὁ ἀποτυχὼν εἰς πάντας, τῆς ἐπαρχίας αὑτοῦ, τοὺς δήμους, εὐτυχήσας δὲ εἰς ἕνα μόνον νὰ λάβῃ τόσας ψήφους ὅσαι ἀναγκαιοῦσι πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ, κηρύττεται μολοντοῦτο βουλευτής. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπολαμβάνει πλεονεκτήματος πηγάζοντος μόνον ἐκ τῆς ἰδέας τοῦ ἀδιαιρέτου τῆς ἐκλογῆς, πρέπει ἀναγκαίως νὰ ὑποκύψῃ καὶ εἰς ἀντιστοιχοῦσαν τινὰ βλάβην, προκύπτουσαν ἐκ τῶν πλημμελημάτων ἅτινα ἤθελον τυχὸν ἀνακαλυφθῆ ὁπουδήποτε τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας. Ἀλλὰ, λέγουσιν οἱ πρόμαχοι τοῦ ἀντιθέτου συστήματος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικάσῃ τις ἐπαρχίαν ἀκεραίαν λόγῳ παρανομίας διαπραχθείσης ἔν τινι ὡρισμένῳ καὶ γνωστῷ κύκλῳ; Δὲν θὰ ἦτο ἄδικος ἡ προσβολὴ καὶ ἀνυπόφορος ἡ καταισχύνη, ἥτις ἤθελε πέσει κατὰ τιμίων πολιτῶν σεβασθέντων τὸν νόμον, ἂν ἡ Βουλὴ ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ ἀποφάσει συνταυτίσῃ καὶ ἀθώους καὶ ἐνόχους καὶ εἰς τὴν μομφὴν ὅλου τοῦ ἔθνους παραδώσῃ ἀνηλεῶς καὶ ἀδιακρίτως τούς τε κακουργήσαντας καὶ τοὺς ἀληθῶς παθόντας ἐκ τῆς δολιεύσεως τοῦ νόμου; Ἄλλως τε καθιερουμένης τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀδιαιρέτου, δὲν θὰ προέκυπτον σοβαροὶ κίνδυνοι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ἐνεθαῤῥύνοντο οἱ κακόβουλοι οἵτινες προαισθανόμενοι τὴν ἀποτυχίαν αὐτῶν ἐν πᾶσι τοῖς ἐκλογικοῖς τμήμασι, ἀθρόοι θὰ συνέῤῥεον ἐν τῷ τελευταίῳ ὅπως διὰ τοῦ δόλου, διὰ τῆς βίας ἢ παντὸς ἄλλου μέσου καταδολιευόμενοι τὸν νόμον, ἐπιτύχωσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἢ χάριν χαμερποῦς ἐκδικήσεως ἢ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπιφυλάξωσι τὰς ἐλπίδας τῆς ἐπιτυχίας ἀποδυόμενοι εἰς νέον ἀγῶνα; Αὗται εἶναι αἱ οὐσιώδεις ἐνστάσεις ὅσων μάχονται ὑπὲρ τοῦ διαιρετοῦ τῆς ἐκλογῆς καὶ κατ’ αὐτῶν προβαίνω ν’ ἀντιτάξω τὰς παρατηρήσεις μου. Ἡ ἀκύρωσις μιᾶς ἐκλογῆς νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς τιμωρία· καθόσον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην θὰ ἦτο πάντοτε ἄδικος ἐφαρμοζομένη καὶ καθ’ ἑνὸς μόνου δήμου, ὅπου ἀναμφιβόλως περιλαμβάνονται ἐν μέσῳ πολλοτάτων ἀγαθῶν καὶ τιμίων ὀλίγιστοι πονηροὶ καὶ φαῦλοι. Ἡ ἀκύρωσις μιᾶς ἐκλογῆς εἶναι ἀναπόφευκτον ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται παραβάλλουσα τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου πρὸς τὸ ἐξαγόμενον τῆς ψηφοφορίας. Αἱ ποινικαὶ καταδιώξεις ἀνήκουσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν καὶ εἰς ταύτην μόνην ἀπόκειται νὰ ἀνεύρῃ τοὺς ἐνόχους. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἀντίῤῥησιν, ὅτι δῆθεν παραδεχομένης τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀδιαιρέτου θὰ ἐξετίθετο πᾶσα ἐκλογὴ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν κακοβούλων, παρατηρῶ ὅτι ἐν θεωρίᾳ ὑποτίθεται ὅτι μέχρις οὗ λάβῃ χώραν ἡ διαλογὴ τῶν ψήφων, οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ τεκμαίρεται ἂν συναριθμῆται μεταξὺ τῶν ἐπιτυχόντων. Τουλάχιστον ἐν Ἑπτανήσῳ, Κύριοι, τοιαῦται προγνώσεις δὲν ὑφίστανται κατὰ γενικὸν κανόνα. Γίνονται μὲν ὑπολογισμοί τινες ἀλλ’ ἀπεδείχθησαν πολλάκις ἐσφαλμένοι. Ἀφ’ ἑτέρου ἂν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι τόσον εὐκόλως ὑποψήφιός τις δύναται νὰ ὑπολογίσῃ τὰς δυνάμεις του, ἐπέρχεται τὸ συμπέρασμα ἢ ὅτι ἡ μυστικὴ ψηφοφορία εἶναι ἄσκοπος, ἢ ὅτι ἀνοήτως πράττων θ’ ἀπεδύετό τις εἰς τὸν ἀγῶνα χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων μαθηματικὴν ὡς πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ θετικότητα. Ἀλλὰ καὶ δικαιολογημένη ἂν ἦτο ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη δὲν θὰ συνέβαινε κἄτι χειρότερον, κἄτι ὀλεθριώτερον ἂν ἡ Βουλὴ ἐθέσπιζε τὸ ἔγκυρον μιᾶς ἐκλογῆς κατὰ τὰ ἐννέα αὐτῆς δέκατα, ἄκυρον δὲ κατὰ τὸ ἓν μόνον; Δὲν θὰ κατέπιπτον μανιακοὶ οἱ ὑποψήφιοι ἐπὶ τοῦ ὡρισμένου ἐκείνου πεδίου τῆς μάχης καὶ δὲν θὰ κατέφευγον πρὸς κατάκτησιν τῶν ψήφων εἰς πάντα τὰ μέσα, ὅσα ἡ ἰδέα τῆς ἐπιτυχίας ἤθελε ὑπαγορεύσει; Ἐκεῖ ἀναίσχυντος διαφθορά, ἐκεῖ βιαιοπραγία, ἐκεῖ συγκέντρωσις Κυβερνητικῆς ἐνεργείας, ἐκεῖ χάος καὶ καταστροφὴ βεβαία. Ἡ δὲ Βουλὴ δύναται ποτὲ προβλέπουσα καὶ προαισθανομένη τὰ τοιαῦτα οὐ μόνον νὰ τὰ προκαλέσῃ, ἀλλὰ τρόπον τινὰ ἐκ τῶν προτέρων καὶ νὰ τὰ καθιερώσῃ; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μόνος ὁ λόγος οὗτος θὰ ἐξήρκει πρὸς ἀποβολὴν τῆς ἰδέας, ἣν ἔχουσί τινες περὶ διαιρετοῦ τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ ὑπάρχει, Κύριοι, καὶ ἄλλος λόγος ἐπίσης σπουδαῖος ἵνα πείσῃ ἡμᾶς ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ διαιρετοῦ εἶναι ἀπαράδεκτος, καθόσον τείνει εἰς τὴν ἀναπόφευκτον καταστροφὴν τοῦ ὅλου ἐκλογικοῦ συστήματος. Τὸ κυριώτερον πλεονέκτημα τοῦ συστήματος τούτου ἔγκειται εἰς τὴν μυστικότητα, δι’ ἧς περιφρουρεῖται ἡ συνείδησις τοῦ ἐκλογέως. Ἀφοῦ ἡ μυστικότης αὕτη παραβιασθῇ, τότε ἀποβαίνει περιττὸς ὁ Νόμος. Καὶ δὲν παραβιάζεται ἆρά γε καὶ δὲν καταπίπτει ἡ κυρία βάσις αὐτοῦ, ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὸ διαιρετὸν τῆς ψηφοφορίας καὶ προκαλέσῃ ἐκλογὴν ἧς τὰ ἀποτελέσματα ὑπάρχουν κατὰ μέγα μέρος ἐπισήμως γνωστὰ καὶ ἐφ’ ὧν βασιζόμενος ὁ ὑποψήφιος θέλει ἀναντιῤῥήτως κερδοσκοπήσει πρὸς κατάκτησιν τοῦ ἀγνώστου; Γινώσκω, Κύριοι, ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τοιαῦτα ζητήματα περιβάλλονται σχεδὸν πάντοτε διὰ παχυτάτης ὁμίχλης. Δι’ ὃ καὶ παρηγκωνίσθησαν, ὡς ὅπλα ἄχρηστα καὶ σεσαθρωμένα ἐν ταῖς βουλευτικαῖς συμπλοκαῖς. Ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς, οἵτινες αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι οἷαι δήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ δοξασίαι μας, δὲν φέρουσι τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀτομικότητος, ὅτι αὗται πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τὸ ἀπαύγασμα τῶν φρονημάτων ὑφ’ ὧν κατέχονται αἱ ὁμάδες, αἵτινες διεπιστεύθησαν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐντολήν των καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἀποβαίνουσι σεβασταὶ, ὀφείλομεν νὰ θεωρήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἐξελέγξεως, ὡς μόνην ἄγκυραν σωτηρίας δυναμένην νὰ σώσῃ τὸ σκάφος τῆς πολιτείας, ὠθούμενον ἐπὶ τῶν σκοπέλων ὑπὸ φοβερᾶς τρικυμίας. Συγχωρήσατε, Κύριοι, ἂν καταχρώμενος τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν, παρέτεινα τὸν λόγον πέραν τοῦ δέοντος, ἀλλὰ ἡ νέα φάσις εἰς ἣν εἰσέρχεται ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία, αἱ περιστοιχοῦσαι ἡμᾶς δυσχέρειαι ἀπαιτοῦσι παρ’ ἡμῶν παῤῥησίαν καὶ θάῤῥος. Μετὰ παῤῥησίας καὶ μετὰ θάῤῥους ἐξέθηκα τοὺς φόβους, καὶ τὰς πεποιθήσεις μου. Ἂν περιῆλθα εἰς ἀπάτην τινα, ἂν διαγινώσκων τὰ κοινωνικά μας νοσήματα ἀκουσίως ἐπίκρανά τινας ἐκ τῶν συναδέλφων μου, μὴ πρὸς Θεοῦ πιστεύσητε, ὅτι μὲ ἐτύφλωσε πονηρόν τι αἴσθημα. Ἀπ’ ἐναντίας πιστεύσατε, ὅτι ἄλλο τι δὲν μὲ καθωδήγησε, παρὰ ἡ ἰδέα τῆς ἐκπληρώσεως τῶν πρὸς τὴν πατρίδα καθηκόντων μου. Πρὶν δὲ παραιτήσω τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπερ εὐχαρίστως παραχωρῶ εἰς ἄλλους ἱκανωτέρους ἐμοῦ, ἐπιτρέψατε ἵνα μὴ τηρήσω κεκρυμμένην ἐν τῇ καρδίᾳ μου ἀμετάτρεπτόν τινα πεποίθησιν, ἥτις ἀπαγγελλομένη μὲ ἐπαναγάγει εἰς τὴν ὁδὸν, ἣν ἀπαρασαλεύτως ἐβάδισα ἐν τῇ Ἰονίῳ Βουλῇ καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ θέλω ἀκολουθήσει μετ’ ἀφοσιώσεως εἰλικρινοῦς καὶ μετὰ πίστεως ἀμετατρέπτου. Ὁ διάσημος ἱστορικὸς Γερβῖνος, πραγματευόμενος τὸ περὶ Γερμανικῆς ἑνότητος ζήτημα καὶ συμπαθῶν πρὸς τὸν Στάϊν, ὅστις κατὰ τὸ 1815 μετ’ ἀκαθέκτου πατριωτισμοῦ εἰργάσθη πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ γιγαντιαίου τούτου σκοποῦ, λέγει. «Ὁ βίος ἐντὸς μικροῦ τινος κράτους, περιορίζει καὶ ἐξασθενεῖ τὸ πνεῦμα, παραλύει τοὺς χαρακτῆρας, ταπεινώνει τὸν ἄνθρωπον καὶ διατηρεῖ αὐτὸν πολιορκημένον ἐντὸς τοῦ στενοτάτου κύκλου τῆς αὐλῆς του. Λαὸς διῃρημένος καὶ μὴ ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν μεγάλα γενικὰ συμφέροντα, στερεῖται ἐξ ἀνάγκης δημοσίου πνεύματος, δὲν ἀναφύονται ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἰδέαι ἐθνικοῦ μεγαλείου, δὲν δύναται νὰ ἀπολαύσῃ ἑδραίαν πολιτικὴν ἀγωγὴν καὶ δὲν φθάνῃ ποτὲ νὰ καταστήσῃ οὔτε παντοδύναμόν τινα κοινὴν γνώμην, οὔτε τὴν πρακτικὴν ἐκείνην πεῖραν, οὔτε τὸ πολεμικὸν ἦθος, ἅτινα εἰσὶ τὰ ἐλατήρια καὶ οἱ μοχλοὶ, δι’ ὧν παράγονται ἡ δόξα τῶν ἐθνῶν καὶ τὰ μεγάλα ἔργα.» Οἱ λόγοι οὗτοι ἔπρεπε χρυσοῖς γράμμασι νὰ χαραχθῶσιν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα ἕκαστος ἡμῶν ἐνθυμῆται, ποία ἡ ἀληθὴς ἀποστολὴ τοῦ Ἕλληνος, κατ’ ἐξοχὴν ὅταν ἑδρεύῃ ἐντὸς τοῦ βουλευτικοῦ περιβόλου. Μέχρις οὗ ἡ μεγαλουργὸς ἰδέα τῆς μεγάλης ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως δὲν πραγματοποιεῖται, θὰ προβαίνωμεν, κύριοι, ἀπὸ δοκιμασίας εἰς δοκιμασίαν. Συμπυκνωθέντες ἤδη ἐντὸς στενωτάτου κύκλου ἀγανακτοῦμεν, πάσχομεν ὡς ἐκ δυσπνοίας. Ἡ ἀτμοσφαῖρα τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος δὲν ἀρκεῖ πλέον νὰ διαθρέψῃ τοὺς πνεύμονάς μας. Ἐπομένως διηνεκεῖς ὁρμαὶ πρὸς τὸν νεωτερισμὸν, διότι ἐν τῷ νεωτερισμῷ ὑπάρχει τὸ δέλεαρ τῆς ἐλπίδος. Ἐπερχομένης τῆς διαψεύσεως, ἐπέρχεται πάλιν ὁ ὀργασμὸς καὶ οὕτω ἀεννάως. Αὕτη εἶναι ἡ καταδίκη μας. Διὰ τοῦτο δὲν μὲ φοβίζουν οὔτε αἱ ταραχώδεις ἐκδηλώσεις τῆς τεθλιμμένης ψυχῆς τοῦ ἔθνους μου, οὔτε τὰ μυστηριώδη φαινόμενα, ἅτινα παρακολουθοῦσι τὸν πυρετώδη βίον του. Ἀλλὰ ἡ κατάστασις αὕτη δὲν δύναται νὰ διαιωνισθῇ. Ἡ ὥρα θὰ ἔλθῃ καὶ εἰς τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο σημεῖον ἀποβλέποντες, πρέπει νὰ προπαρασκευασθῶμεν ἀναδεικνυόμενοι ἄξιοι τοῦ προορισμοῦ μας. Πρέπει νὰ μετριάσωμεν τὰς ἀπαιτήσεις μας, πρέπει νὰ ταπεινωθῇ ἡ ἄλογος ὑπεροψία μας, πρέπει εἰλικρινῶς νὰ συναισθανθῶμεν τὴν ἀδυναμίαν καὶ τὴν ἐλεεινότητά μας. Φρικιῶ, κύριοι, ἀναλογιζόμενος ὅτι, ἂν σήμερον ἐξ ἀπροόπτου αἱ μεγάλαι χριστιανικαὶ εὐεργέτιδες τῆς Ἑλλάδος Δυνάμεις μᾶς προσεκάλουν ἵνα λάβωμεν κατοχὴν τῆς κληρονομίας τῶν πατέρων μας, ἡμεῖς....... Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου καὶ χεῖρα περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου. Πάντα φροῦδα καὶ μάταια καὶ ἀνωφελῆ ὅσα γράφονται, ὅσα λέγονται, ὅσα ἐνεργοῦνται σήμερον ἐν Ἑλλάδι. Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι, καὶ ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τοῦ τύπου καὶ ἡ καθολικὴ καὶ μυστικὴ ψηφοφορία καὶ τὰ προγράμματα τῶν συμπολιτευομένων καὶ τῶν ἀντιπολιτευομένων, ἂν ταῦτα πάντα δὲν τείνουν εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι ταχυτέραν ἀποφυλάκισίν μας. Αὕτη ἡ ἰδέα πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνεται διαρκῶς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, οὐχὶ χάριν ῥητορικῆς ἐπιδείξεως, ἄπαγε τῆς βλασφημίας! ἀλλ’ ὡς ἔκφρασις ἀναποδράστου ἀνάγκης ἵνα, τῇ ἀρωγῇ τοῦ Ὑψίστου, οἱ τοσαύτας ὑποστάντες ὑπὲρ ἡμῶν θυσίας συναισθανθῶσι τὴν ἀλήθειαν ταύτην καὶ τείνωσι πάλιν πρὸς ἡμᾶς χεῖρα βοηθὸν καὶ ἐλεήμονα. Ἄλλως.... οὐκ ἔστι σωτηρία.
§66ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι ἡ θέσις μου εἶναι λίαν δυσάρεστος καὶ δυσχερής, καθόσον ὑποχρεοῦμαι ν’ ἀγορεύσω μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐντίμων προλαλησάντων, αἵτινες, ἀφοῦ διήρκεσαν ἐπὶ τρεῖς ὥρας καὶ ἐπέκεινα, βεβαίως πρέπει νὰ ἐφώτισαν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ἅπαντας. Ἀλλά, κύριοι, ἂς ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἐμὲ οὐχὶ ἐπὶ σκοπῷ βεβαίως νὰ φωτίσω τὴν Βουλὴν ταύτην, ἀλλ’ ἵνα τακτοποιήσω τὴν συζήτησιν, νὰ εἴπω τι διότι εἶδον ἀναφυόμενα πλεῖστα καὶ πάμπολλα ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὔτε πρότασις ὑπάρχει, οὔτε πρόκλησις εἰς συζήτησιν. Ἐπιτρέψατε λοιπὸν, κύριοι, καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις, αἵτινες σκοπὸν κύριον ἔχουσι νὰ τακτοποιήσωσι τὴν συζήτησιν, περὶ ἧς ὁ λόγος. Ποῖον εἶναι τὸ ἀποκλειστικὸν ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συζητήσεως; Ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν· καὶ ἑπομένως, κατὰ λογικὸν τρόπον, ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωμεν τὴν ἀνάγνωσιν ἑκάστης ἐκθέσεως ἐκλογῆς κατ’ ἰδίαν· καὶ κατὰ τὰς γνώμας καὶ τὰς συζητήσεις ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτῆς. Καὶ ἐνῷ, κύριοι, αὐτὸ ἦτο τὸ ἀποκλειστικὸν ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς, εἶδον ὅτι ἀνεφάνησαν δύω προτάσεις, ἐξ ὧν ἡ μία εἶναι γενικὴ ἀπόλυτος καὶ ἀφῃρημένη, ἡ ἄλλη δὲ ἔχει συγκεκριμμένον τι κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα· πρὶν ὅμως αὕτη εἰσαχθῇ ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ, εἴτε καταφατικῶς, εἴτε ἀποφατικῶς ἐπὶ τῆς πρώτης γενικῆς προτάσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἔκβασιν αὐτῆς ἠδύνατο νὰ δώσῃ χώραν εἰς συζήτησιν καὶ πρότασιν δευτέραν· ἐξηγοῦμαι. Ποία εἶναι ἡ πρότασις ἡ πρώτη; εἶναι πρότασις ἀφῃρημένη καὶ γενική. Ὅταν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν παραδεχθῇ γενικούς τινας ὅρους, γενικάς τινας ἀρχὰς, καὶ παραδεχθῇ αὐτοὺς τοὺς γενικοὺς ὅρους ἐκ τῶν προτέρων καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ποῖον εἶναι τὸ εἰδικὸν ἀντικείμενον ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκαλεῖται ἡ ἀπόφανσις ἢ συζήτησις τῆς Βουλῆς, ματαιοπονεῖ, διότι ἐνόσῳ ἀποπλανώμεθα εἰς τὸ γενικὸν καὶ ἀχανὲς πεδίον τῶν γενικοτήτων, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν εἰμὴ γενικὰς συνεπείας, καὶ γενικὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἅπαντες γνωρίζετε ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται, οὔτε δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς οἱονδήποτε εἰδικὸν ἀντικείμενον, διότι ἅπαντα τὰ ἀντικείμενα ἐκτὸς τούτου ἔχουσι καὶ γενικάς τινας ἀρχὰς, ἰδιαιτέρας ὡς πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντικειμένου, αἵτινες δύνανται νὰ διευκολύνωσι τὴν λύσιν ἐκείνου. Ὡς ἐκ τούτου, κύριοι, εἰς ποῖον λογικὸν, εἰς ποῖον νόμιμον συμπέρασμα δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν; καὶ ὅταν, κύριοι, ὁμιλῶμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς ἀφῃρημένα καὶ γενικὰ, ἀλλ’ εἰς πραγματικὰ καὶ πρακτικά· διότι τὰ ἀφῃρημένα καὶ γενικὰ ἴσως ἀνήκουσιν εἰς ἄλλα βήματα, ἀλλ’ εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς ἁπλῶς ἡ πραγματικότης πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, διότι ἅπαντες πρέπει νὰ παραδεχθῶσιν ὅτι ἡ Βουλὴ γνωρίζει τὰς λογικότητας (εὖγε, εὖγε). Τόρα, κύριοι, ποῖον ἤθελεν εἶσθαι τὸ γενικώτερον; ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου εἶναι τὸ βουλευτικὸν, διότι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποχωρίσωμεν τὸ βουλευτικὸν ἀπὸ τὸ λογικόν. Ποῖον τὸ βουλευτικὸν ἀποτέλεσμα, ποία ἡ βουλευτικὴ ἀπόφανσις, ἥτις ὤφειλε καὶ ἠδύνατο νὰ δοθῇ ἐπὶ τῆς γενικῆς αὐτῆς καὶ ἀφῃρημένης προτάσεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου κυρίου Βαλαωρίτου; ὀφείλομεν, κύριοι βουλευταὶ, τὸ ὀλιγώτερον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι ἄσκοπος, εἶναι ματαία ἀλυσιτελὴς, καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ προτείνωμεν τὸ ἀπροχώρητον τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἡ ἐσπευσμένη συζήτησις τοῦ ἀντικειμένου δὲν μοὶ ἐπέτρεψεν ἵνα προτείνω τὸ ἀπροχώρητον, τὸ προτείνω ὅμως ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ βουλὴ θέλει παραδεχθῆ τὴν πρότασίν μου αὐτὴν, διότι κύριοι, βουλευταὶ, πρότασις ἡ ὁποία πρόκειται νὰ φέρῃ περιορισμὸν εἰς τὴν συνείδησιν ἢ εἰς τὸ λογικὸν ἢ εἰς τὴν ψῆφον, σᾶς προσβάλλει καὶ σᾶς ἀτιμάζει· (εὖγε, εὖγε). Λοιπὸν αὐτὴ ἡ πρότασις ὡς γενικὴ, ὡς ἀφῃρημένη, ὡς ματαία, ὡς ἀλυσιτελὴς πρέπει νὰ κηρυχθῇ ἀπροχώρητος, καὶ βλέπετε, κύριοι βουλευταὶ, (ἐπιτρέψατέ μοι ἐν παρενθέσει αὐτὴν τὴν παρατήρησιν) νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἂν οἱ συζητοῦντες εἶχον ὑπ’ ὄψιν ὅσα εἶπον δὲν ἠθέλομεν ἀπολέσει τὸν πολύτιμον χρόνον, τῶν 4 ὡρῶν, διότι ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφανθῆ κατὰ τοῦ προχωρητοῦ τῆς προτάσεως, δὲν ἤθελον ἀκουσθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄλλαι πολλαὶ καὶ διάφοροι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς ἐντίμους συναδέλφους μου, ἤθελον εἰπεῖ νὰ τὰς ἐπιφυλάξωσι διὰ τοὺς μαθητὰς, καὶ ὄχι διὰ τοὺς βουλευτὰς, (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἀφοῦ πάντες, κύριοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡμαρτήσαμεν, διότι ἠνέχθημεν τοιαύτην συζήτησιν, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ ῥίψωμεν καὶ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν λοιπῶν προτάσεων, αἵτινες ὑποθέτουν τὴν παραδοχὴν τῆς γενικῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου ἀντιπροσώπου Λευκάδος. Τόρα παρατυπία ἐπὶ παρατυπίας. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, μὴ τας ἀποδώσητε εἰς ἄλλην αἰτίαν αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις μου, εἰμὴ εἰς τὴν αἰτίαν τῆς τακτοποιήσεως τῆς συζητήσεως. Πρὶν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς πρώτης γενικῆς προτάσεως, εἴτε καταφατικῶς, εἴτε ἀποφατικῶς, ἀνεφύησαν ἄλλαι προτάσεις· ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κεφαλληνίας, ἥτις ἔληξε μὲ τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον ἐπήγαγεν εἰς τοὺς ἐντίμους ἀντιπροσώπους καὶ τὸν ὁποῖον ἐγὼ μὴ δυνάμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀπολακτίσω, ἀναπολίζων τὰ δικανικά μου μαθήματα θέλω εἰπεῖ, ὅρκον διχοτομικὸν, ἀποφασιστικὸν, βουλευτικόν. Ἀλλ’ εὑρίσκομαι εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου νὰ μὲ βοηθήσῃ, ἢ ἐὰν δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν αὐτὸς, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀρωγὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ αὐστηρῶς φερομένη κατ’ ἐμοῦ ἀρνηθῇ, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀρωγὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἐλπίζω ὅτι, ὑποστηριζόμενος ἢ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἢ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θέλω λύσει τὸν γόρδιον αὐτὸν δεσμὸν, χωρὶς νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ξίφος τοῦ Ἀλεξάνδρου. Νὰ ὁρκισθῶσι τὸν διχοτομικὸν ἢ ἀποφασιστικὸν ὅρκον; οἱ διάφοροι βουλευταὶ ἀθρόως, διότι ὄχι καθὼς ἠξεύρετε ὁ ἀποφασιστικὸς ὅρκος αὐτὸς εἶναι δικηγορικὸν ζήτημα, δὲν ἀφορᾷ παρὰ τὸν ἑαυτόν μας· δὲν εἰμπορῶ βεβαίως ἐγὼ νὰ ὁρκισθῶ ὅτι ὁ Α. ἢ ὁ Β. ἔπραξαν ἢ οὕτως ἢ ἄλλως· πρέπει νὰ ὁρκισθῶ ἐγὼ τί ἔκαμα ἢ τί γνωρίζω, τί οἱ ἄλλοι ἔπραξαν. Ἐγὼ σοῦ λέγω, φίλε, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ κάμω αὐτὸν τὸν ὅρκον καὶ ὄχι ἐνώπιον θεοῦ, διότι ὁ θεὸς ἔχει μεγάλην μακροθυμίαν καὶ πολλάκις συγχωρεῖ καὶ τοὺς ἐπιόρκους, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς τιμιότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἀλλά, κύριοι, ἓν ζήτημα πολὺ σπουδαῖον ἀναφύεται ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν ἢ μὴ αὐτοῦ τοῦ προτεινομένου ὅρκου, καὶ εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ συζητήσω τὰ καθέκαστα μιᾶς γενικῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρομεν ἂν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἢ ἀπέβαλε, καὶ αὐτὸ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω ἕνεκα τοῦ παρατύπου τῆς συζητήσεως· ἀλλ’ ἐπὶ τίνι βάσει θὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς βουλευτὰς νὰ ὁρκισθῶσι; διότι βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν εἰς ὅρκον τινὰ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ νόμος ὅστις νὰ ἐπιβάλλῃ αὐτὸ τὸ θρησκευτικὸν καὶ κοινωνικὸν καὶ ἠθικὸν καθῆκον εἰς ἕκαστον. Καὶ ἂν βεβαίως ἡμεῖς θέλωμεν νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν μεγάλην κυριαρχίαν τῆς Βουλῆς, ὀφείλομεν οὐχὶ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἐκ προοιμίων νὰ καθιερώσωμεν νόμον ὅστις νὰ ὑποχρεώσῃ πάντας νὰ ὁρκισθῶσιν, ὅτι κατὰ τὴν ἐκλογήν των οὔτε παρατυπία, οὔτε παρανομία ἔλαβε χώραν· χωρὶς λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ νόμος δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν λύσιν τοῦ δευτέρου ζητήματος, ἐπιβάλλοντες εἰς νομοθέτην ἐκλεχθέντα αὐτὸν τὸν ὅρκον; καὶ ἂν ὁ νόμος δὲν ὑπάρχῃ, δὲν δυνάμεθα εἰμὴ ἓν ἠθικὸν καθῆκον νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν ἐκλεχθέντα βουλευτὴν, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύναται βεβαίως νὰ ὑποβληθῇ ὁ βουλευτής. Ἐν γένει λοιπὸν, κύριοι, προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον αὐτῆς τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐνόσῳ νόμος θετικὸς δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀποβλέποντες καὶ εἰς ἄλλα τινὰ, ἐκτιμῶντες δηλ. τὸ κῦρος, τὴν ἰσχὺν, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὅρκου, εἴτε θρησκευτικῶς, εἴτε κοινωνικῶς, εἴτε καὶ ποινικῶς, ἐρχόμεθα εἰς ἄλλας συνεπείας, τὰς ὁποίας βεβαίως ἅπαντες ἡμεῖς πρέπει μεγάλως νὰ ἐκτιμήσωμεν, καὶ αἱ ὁποῖαι φέρουσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ὁ ὅρκος εἶναι μάταιος, ἀπαράδεκτος καὶ ἀλυσιτελὴς, ἢ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι παραδεχθέντος ἅπαξ τοῦ ὅρκου, ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ νόμου εἶναι πάντη μάταιαι, ἀπαράδεκτοι καὶ ἀνωφελεῖς. Ἐξηγοῦμαι· καὶ μὴ ὑποθέσητε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει ἀνάγκην ὅλης τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι σοβαρὸν καὶ ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα καὶ ὡς πρὸς τὰς ἰδιότητας αὐτοῦ. Ποίαν δύναμιν, ἀξιότιμε συνάδελφε, θέλεις νὰ δώσῃς εἰς αὐτὸν τὸν ἀποφασιστικὸν ὅρκον; καὶ κατὰ πρῶτον παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇς, διότι ὅταν συζητῶμεν ἐνώπιον μιᾶς Βουλῆς, πρέπει νὰ συζητῶμεν καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου καὶ βαδίζοντες ἐπὶ τῆς θετικῆς πραγματικότητος· ποίαν ἰσχὺν, ποῖον κῦρος καὶ ποίαν ἀποτελεσματικότητα θέλεις νὰ δώσῃς εἰς αὐτὸν τὸν ὅρκον, εἴτε ἀποφασιστικὸν τὸν χαρακτηρίσητε, εἴτε συμπληρωτικόν; καὶ παρακαλῶ, κύριοι, μὴ ἐξιππάζεσθε ἐὰν ἐγὼ φέρω ἀρχὰς δικαίου, διότι διὰ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου προσκαλούμεθα νὰ λύσωμεν ζήτημα ὅλως συνταγματικὸν καὶ πολιτικόν. Τὸ Σύνταγμα, κύριοι, ἄλλον ὅρκον δὲν γνωρίζει εἰμὴ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἅπαντες ἡμεῖς ἐξετελέσαμεν· ἕπεται ἑπομένως ὅτι αὐτὸς ὁ σήμερον προταθεὶς ὅρκος δὲν εἶναι οὔτε συνταγματικὸς, οὔτε βουλευτικὸς, ἄρα ἐὰν δὲν ἔχῃ αὐτὰ τὰ δύο χαρακτηριστικὰ, πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ προβῆτε εἰς τὰς διατυπώσεις τὰς κανονιζούσας τὸν ἀστικὸν ὅρκον, τὸν ὅρκον τὸν προβλέποντα τὰς διενέξεις μεταξὺ πολίτου καὶ πολίτου, οὐχὶ μεταξὺ ἀντιπροσώπου καὶ ἔθνους. Ἐὰν λοιπὸν πρέπῃ νὰ εὕρωμεν ἀρχὰς κανονιζούσας αὐτὸν τὸν ὅρκον, ἐὰν αὐτὸς ὁ ὅρκος ἐκ πρώτης ἀφετηρίας δὲν θὰ στιγματισθῇ ὡς μάταιος, ὡς ἀναποτελεσματικός, ποῦ νὰ κατατάξωμεν αὐτὸν τὸν ὅρκον; θὰ ᾖναι ἀποφασιστικὸς ὅρκος, καὶ τότε ἠξεύρετε ὅτι, ἐάν τις ὑποβάλῃ τὴν λύσιν ἑνὸς ζητήματος εἰς ἕνα ἀποφασιστικὸν ὅρκον, ὅλα τὰ ἄλλα δὲν ἔχουσι καμμίαν ἰσχὺν καὶ κῦρος, ἄρα ὅλαι αἱ πράξεις, αἵτινες ἔγειναν, καθόσον ἀφορᾷ εἴτε τὴν παρανομίαν, εἴτε τὴν μὴ παρανομίαν, δὲν πρέπει οὐδόλως νὰ ἐκτιμηθῶσι παρὰ τῆς ἐντίμου ταύτης Βουλῆς, δὲν πρέπει ἐπίσης οὔτε αἱ ἐνστάσεις, οὔτε αἱ προφορικαὶ, οὔτε αἱ γραπταὶ νὰ ἔχωσι καμμίαν ἰσχὺν μεταξὺ ἡμῶν, διότι ὁ ὅρκος ἐκεῖνος καλύπτει τὰ πάντα. Ἄρα ὁ ὅρκος οὗτος ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν εἶναι πάντῃ ἀπαράδεκτος, ἀλλὰ θέλομεν, Κύριοι, νὰ δώσωμεν καὶ ἄλλον χαρακτηρισμόν, καὶ ἄλλην ἰδιότητα εἰς αὐτὸν τὸν ὅρκον; δὲν θέλομεν νὰ τὸν ἐκλάβωμεν ὡς ἀπολύτως κλείοντα τὰ ἐπίδικα, διὰ νὰ εἴπω οὕτω, ζητήματα, δὲν θέλομεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὸν τὸ κῦρος τῆς ἀπολύτου λύσεως τοῦ ζητήματος; πρέπει τότε λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸν τὸν ὅρκον, ὡς συμπληρωματικόν τι, τὸ ὁποῖον θεραπεύει τὰς πλημμελείας τῶν ἀποδείξεων, τῶν προερχομένων ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων ἢ ἐκ τῶν γεγονότων. Ἀλλά, Κύριοι, ἂν ἡμεῖς θὰ δώσωμεν αὐτὸ τὸ κῦρος εἰς αὐτὸν τὸν ὅρκον, εἰς ποῖον ἄλλο ἀτόπημα ἠθέλαμεν ὑποπέσει; εἰς ἕνα ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ καθὸ Βουλευτὴς, οὔτε Συνταγματικῶς, οὔτε Βουλευτικῶς δύναμαι νὰ παραδεχθῶ· καὶ τῳόντι, δυοῖν θἄτερον, ἢ τὰ ἔγγραφα ἀποδεικνύουσιν ἐναργῶς τὰς πλημμελείας τῆς ἐκλογῆς, καὶ τότε δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν εἰμὴ τὸ συμπέρασμα τῶν ἐγγράφων, ἢ ἀπεναντίας τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα καὶ τὰ γεγονότα ἐπὶ τῶν ὁποίων προκαλεῖται ἡ συζήτησις, ἡ ψήφισις καὶ ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς, δηλ. τοῦ δικαστοῦ καὶ τοῦ δικαζομένου, αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, λέγω, δὲν παρέχουν τὴν ἐντελῆ ἀπόδειξιν τῆς πλημμελείας, τῆς παρατυπίας, τοῦ δόλου, τῆς βίας, εἴτε ἠθικῆς εἴτε φυσικῆς καὶ ὅλων τῶν ἄλλων πλημμελειῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἀκυρωτέαν ψῆφον· καὶ τότε, Κύριοι, δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἐγὼ νὰ σᾶς προείπω· ἡ εἰκασία ὑπάρχει ὑπὲρ τοῦ κηρυχθέντος καὶ ἐκλεχθέντος Βουλευτοῦ. Διότι βεβαίως ἐκεῖνος ὅστις ἐμφαίνεται μεταξὺ ἡμῶν ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλλ. λαοῦ, ἐκεῖνος, ὅστις φέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν του, αὐτὸς ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τὴν εἰκασίαν τοῦ νόμου ἄνευ ἀνάγκης ὅρκου ὅστις οὕτως ἢ ἄλλως οὐδόλως δύναται νὰ ἰσχύσῃ μεταξὺ ἡμῶν, διότι αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, αὐτὰ τὰ τεκμήρια, τὰ ὁποῖα εἶναι juris, ἔχουσι κῦρος καὶ πραγματικὴν ἰσχύν· αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ. Ἐκτὸς τούτων, Κύριοι, βλέπετε καὶ μὴ λησμονήσητε καὶ τὰς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀπέναντι αὐτῶν τῶν πράξεων καὶ αὐτῶν τῶν γεγονότων ὑμεῖς δύνασθε εὐκόλως νὰ ἐννοήσητε εἰς ποίαν δυσάρεστον θέσιν εὑρίσκεται ἢ δύναται νὰ εὑρεθῇ ὁ Βουλευτής. Δὲν θέλω νὰ θίξω περαιτέρω αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ συμπεραίνω, ὅτι ὁ προταθεὶς ὅρκος εἴτε ὑπὸ τὴν πρώτην ἔποψιν, εἴτε ὑπὸ τὴν δευτέραν μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὴν ἐναντίαν γνώμην τοῦ ἐντίμου ἀντιπροσώπου Κεφαλληνίας, δὲν εἶναι ὅρκος, δὲν εἶναι μέσον ἀποφάσεως, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλή. Τί λοιπόν, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν ἀπὸ τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα; Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς πραγματικότητος, χωρὶς νὰ διατρέξω θεωρίας, ὅτι ἡ πρώτη πρότασις τοῦ ἐντίμου ἀντιπροσώπου Λευκάδος εἶναι ἀπροχώρητος, καὶ προτείνω τὸ ἀπροχώρητον αὐτῆς.
§67ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα ἀπαράδεκτος.
§68ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἡ δευτέρα ἀφοῦ ἐσυζητήθη εἶναι ἀπαράδεκτος.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§70ΠΑΔΟΒΑΣ. Τόρα λοιπὸν, Κύριοι, ἀφοῦ ἡ πρώτη εἶναι ἀπροχώρητος, ἀφοῦ ἡ δευτέρα εἶναι ἀπαράδεκτος, πρὸς συζήτησιν τῶν ἐξελέγξεων, ἕκαστος δύναται ν’ ἀποφανθῇ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ θέλησιν καὶ γνώμην καὶ ἂς ᾖναι μεταξὺ ἡμῶν δικαζόντων καὶ δικαζομένων δικαστὴς αὐτὴ ἡ κοινὴ γνώμη, ἥτις εἶναι ὑπεράνω ἡμῶν.
§71ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶναι καὶ ἡ συνείδησις.
§72ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἡ συνείδησις εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ τὸν Βουλευτὴν ἀφοῦ πατήσῃ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου· καὶ ἐκεῖνος ὅστις, ἀφοῦ ἐμβῆκεν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου, δὲν ἔχει ὡς ὁδηγὸν τῶν διαβημάτων αὑτοῦ τὴν συνείδησίν του, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι αὕτη, διότι καὶ ἡ συνείδησις δὲν εἶναι τύπος ἀλάνθαστος τῆς ἀληθείας, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ συνείδησίς του, ἂς δώσῃ λόγον εἰς αὐτήν.
§73ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§74ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν, Κύριοι, διὰ νὰ μὴ πολυλογῶμεν, καὶ νὰ μὴ θίξωμεν ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα θέλουν μᾶς φέρει βεβαίως εἰς συζήτησιν πολὺ ἀκροσφαλῆ, προτείνω τὸ ἀπροχώρητον τῆς πρώτης, τὸ ἀπαράδεκτον τῆς δευτέρας προτάσεως· καθεὶς ἂς κρίνῃ περὶ τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὴν ἰδίαν θέλησιν καὶ συνείδησιν.
§75ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Νὰ προχωρήσωμεν Κ. Πρόεδρε εἰς τὰς ἐξελέγξεις.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ζητήσει τὸν λόγον.
§77ΤΙΝΕΣ. Παραιτοῦνται ὅλοι.
§78ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε δύο λέξεις νὰ εἴπω. Πρὶν ἀκούσω ἔλεγα μετ’ ἐμοῦ ποῦ εἴμεθα καὶ ποῦ πηγαίνομεν διότι νομίζω ὅτι περαιτέρω δὲν ἔχομεν ἀνάγκην συζητήσεως, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γνωρίσωμεν καὶ νὰ ὁρίσωμεν τί τὸ πρακτέον. Δύο προτάσεις ἔχομεν ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ, μίαν νὰ θέσωμεν ἀρχάς· ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος, ὁ προλαλήσας εἶπε ἀρκετὰ καὶ ἐγὼ δὲν ἐπαναλαμβάνω, μόνον λέγω ὅτι τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Κυρίου Βαλαριώτου ἔχει κάτι τι ἐλεῖπον τοῦ ὁποίου δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ εἰμὴ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι Ὡς πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς ἡ παρατυπία, καὶ αὐτὸ τὸ ἠξεύρει ἕκαστος ὅτι μία ἀποτελεσματικὴ ἀπάτη φέρει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς εἶναι ἀρχὴ ἐγκεχαραγμένη εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ καθενὸς Βουλευτοῦ. Ὡς πρὸς τὸν ὅρκον εἶπον ὅτι δὲν γνωμοδοτῶ, διότι ἐγνωμοδότησεν ἀρκούντως ὁ προλαλήσας. Ἐγὼ, Κύριοι γνωρίζετε ὅτι τὸ ὄνομά μου ἦτο εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐκλογίμων παρουσίασα ἔγγραφον τυπωμένην τὴν παραίτησίν μου, καὶ αὐτὸ εἶναι πασίγνωστον, καὶ τοὺς παρεκάλεσα ἕνεκα τῆς ἡλικίας μου νὰ μὲ ἀφήσωσι, τοὺς εἶπα μάλιστα καὶ αὐτὸ «ἔργα νέων, βουλαὶ δὲ μέσων, εὐχαὶ δὲ γερόντων» ὅμως αὐτὸ ἐστάθη μάταιον· ἐγὼ λοιπὸν τώρα νὰ ὑποχρεωθῶ εἰς ὅρκον· ὄχι, δὲν ὁρκίζομαι σᾶς βεβαιῶ· καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε νὰ μὲ καταβιβάσῃ ὥστε νὰ ὁρκισθῶ, ἤθελα εἰπεῖ δότε μου τὴν παραίτησίν μου, ἀλλὰ δὲν ὁρκίζομαι.
§79Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν μὲ ἐνόησαν, Κύριοι, μὲ παρεξήγησαν, δὲν θέλω νὰ ἐπιβάλω τὸν ὅρκον εἰς τὴν Βουλὴν, εἶπα ὅτι ὅταν ἐξακριβοῦται μία παρατυπία ἀποφαίνεται ἡ βουλὴ καὶ ἢ ἐπικυροῖ ἢ ἀκυροῖ, λοιπὸν ματαιοπονοῦσι ὅσοι νομίζουσι ὅτι ὅρκος ἐπιβάλλεται· ὅταν ἐξακριβοῦται ἡ δωροδοκία ἢ βία ἢ πίεσις δὲν ἀπαιτεῖται ὅρκος, διότι ὑπάρχει ἀπόδειξις· ἀλλὰ παρουσιάζεται μία περίπτωσις καθ’ ἣν δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν τὴν ἀλήθειαν, εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν νὰ μᾶς δώσῃ οὐχὶ ὅρκος, ἀλλὰ διαβεβαίωσιν, εἶναι λόγος τιμῆς καὶ συνειδήσεως. Ὑποθέσατε ὅτι πρόκειται περὶ ἡλικίας, κατηγορεῖταί τις ὅτι δὲν ἔχει τὰ 30 ἔτη συμπεπληρωμένα· τοῦτο εἶναι καθεστώς· ὅστις θέλει νὰ ἀποδείξῃ ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ φέρῃ ἔγγραφα καὶ φέρει ἔγγραφα 26 ἐτῶν, ὁ ἄλλος ἀνταποδεικνύει καὶ μὲ ἄλλα δημόσια ἔγγραφα λέγει ὅτι εἶναι 35 ἐτῶν.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφορᾷ ἐκείνην τὴν περίστασιν.
§81ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁμιλῶ ὡς πρὸς τὸν Κ. Παδοβᾶν, ὅστις ἐνόμιζεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἔχει εἰς τὸν νοῦν της ἀκυρωμένην τὴν νομοθεσίαν τὴν Ἰόνιον. (ἱλαρότης) Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν πῶς θὰ μορφώσῃ πεποίθησιν ἡ Βουλὴ, πῶς θὰ ἀποφανθῇ ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἐξελέγξεως μιᾶς ἢ δύο ἢ πέντε ἐκλογῶν; ἢ προτείνει κατὰ τὸ ἀγγλικὸν σύστημα νὰ συστήσωμεν ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ μάρτυρας καὶ αὐτοὺς τοὺς ὑποψηφίους ἐνώπιον μιᾶς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς; Σᾶς παρακαλῶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῶσι μάρτυρες, τὸ τμῆμα ἔδιδε, ἢ δὲν ἔδιδε τὸν ὅρκον εἰς τοὺς μάρτυρας; τὸν ἔδιδε· δὲν ἤθελε καθυποβάλει εἰς ἐξέτασιν καὶ ὅρκον καὶ αὐτὸν τὸν ὑποψήφιον; καθημέραν γίνεται καὶ οὕτως ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς νὰ πράξωμεν· καὶ ἡ μία ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς δύναται νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, εἴτε ν’ ἀπαιτήσῃ διαβεβαίωσιν ἢ λόγον τιμῆς ἀπὸ τὸν βουλευτήν· καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ δὲν δύναται λέγει ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν βουλευτὴν νὰ διαβεβαιώσῃ ἐν τιμῇ ὅτι ἔχει τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν, ἄλλως δὲν γνωρίζει εἰμὴ αὐτὸς καὶ ὁ πατήρ του, οἱ ἀδελφοί του· εἶναι ἀλυσιτελὴς αὐτοῦ ἡ διαβεβαίωσις, αὐτὸς ὁ ὅρκος καὶ τρομάζει τὴν Βουλὴν μὲ ποινικὰς καταδιώξεις; πρέπει νὰ ὑποθέτῃς τοὺς βουλευτὰς ἐνόχους δωροδοκίας, ψεύδους, δόλου, ἀπάτης διὰ νὰ τοὺς εἴπῃς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶσι τὴν διαβεβαίωσιν αὐτήν· τροποποιήσατε ἂν θέλετε τὸν τύπον, μὴν εἴπητε ὅτι ὁρκίζεται, ἀλλ’ ὅτι διαβεβαιοῖ, ὅτι δίδει λόγον τιμῆς, ἀλλ’ ὅταν ἔλθωμεν εἰς συγκεκριμένα ζητήματα, αὐτὴ ἡ συνείδησίς σας θ’ ἀπαιτήσῃ αὐτὸ τὸ ἴδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ζητῶ.
§82ΤΙΝΕΣ. Τότε βλέπομεν.
§83ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι τότε· γνωρίζετε ὅτι καμμία ὕλη δὲν ὑποκύπτει εἰς ἐξέλεγξιν χωρὶς ὁ νοῦς νὰ προσδιορίζῃ, ποῖον τὸ κριτήριον μὲ τὸ ὁποῖον θὰ κριθῇ· ὥστε ἂν θέλητε μίαν μεταλλαγὴν εἰς τὸν τύπον, μάλιστα· ἀλλ’ ἐὰν λέγητε, ὅτι εἷς βουλευτὴς εἰσερχόμενος διὰ τῆς παρανομίας, στερούμενος τῶν βουλευτικῶν προσόντων, δὲν πρέπει νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι τὰ ἔχει ἢ ὄχι, αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι καὶ ἀντιλογικὸν καὶ ἀντισυνταγματικόν.
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε! Μὲ συγχωρεῖτε δύω λέξεις νὰ εἴπω.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, τινὰς λέξεις νὰ εἴπω. Ἐν πρώτοις, καθόσον ἀφορᾷ τὸν ὅρκον, ὑπάρχει ἀρχὴ παραδεδεγμένη παρ’ ὅλων τῶν πολιτισμένων ἐθνῶν, ὅτι οὐδεὶς ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἠθικὸν καταναγκασμὸν τοῦ νὰ δώσῃ ὅρκον περὶ πράγματος, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν τιμήν του, τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ τιμήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἰδιωτικὰς συναλλαγὰς, ὁ ἐνδιαφερόμενος ὑποβάλλεται εἰς ὅρκον· ὅσον ὅμως ἀφορᾷ πράξεις, αἱ ὁποῖαι περιέχουν εἴτε ἐγκληματικότητα εἴτε προσβολὴν τῆς τιμῆς, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα εἰς κανὲν πολιτισμένον ἔθνος, ὅπου νὰ ὑποβάλλεται τὸ ἄτομον εἰς τὸν ἠθικὸν καταναγκασμὸν τοῦ νὰ ἐπικαλῆται τὸν Θεὸν εἰς μαρτυρίαν ἕνεκα γεγονότος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ τὸν κηλιδώσῃ, καὶ νομίζω, ὅτι κατὰ παραδρομὴν ἢ ἐκ λάθους ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν αἱ ἐπιτροπαὶ ἐπιβάλλουσιν ὅρκον εἰς τὸν ἐκλεχθέντα. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐπιβάλλουσιν ὅρκον εἰς τοὺς μάρτυρας, ὄχι ὅμως εἰς τὸν ὑποψήφιον βουλευτήν.
§87Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὴν ὁμολογίαν.
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὰ τμήματα ἠκολουθήσαμεν ἐφέτος, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἰδίας βουλῆς, τὸ σύστημα τοῦ νὰ καλῶμεν ὄχι μόνον τοὺς ἀποτυχόντας ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπιτυχόντας αὐτοὺς, καὶ νὰ ζητῶμεν διασαφήσεις, ὅπερ ἐγένετο παρ’ ὅλων τῶν τμημάτων. Ὑποτίθεται, ὅτι αἱ διασαφήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσαν, ἐδόθησαν μὲ τὴν διαβεβαίωσιν τῆς τιμῆς· ὥστε καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἤδη ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Ἰακωβάτος τοῦ νὰ ζητῇ ἀντὶ ὅρκου ἁπλῆν ὁμολογίαν, τοῦτο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, τοῦ νὰ ἐρωτῶνται οἱ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐνδιαφερόμενοι, ἔγεινεν ἤδη παρ’ ἡμῶν. Θὰ ἔλθουν πρὸς τούτοις οἱ βουλευταὶ ἐνώπιον τῆς βουλῆς καὶ τοῦ κοινοῦ νὰ ὑπερασπίσουν τὴν ἐκλογήν των καὶ θὰ διαβεβαιώσουν ὅ,τι βεβαίως ἐν τοῖς τμήμασι διεβεβαίωσαν. Αὐτὸ ἐπέχει λόγον τιμῆς, πιστεύω· διότι, τί τιμιώτερον παρὰ τὴν ὑπόληψιν, ἡ ὁποία βεβαίως προσβάλλεται, ὅταν, ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ καὶ ἐνώπιον ἑνὸς ἐπισήμου Σώματος ψεύδεταί τις. Ἡ δὲ προσβολὴ αὕτη θὰ μείνῃ ἐδῶ, καὶ διὰ τῶν πρακτικῶν θὰ μεταδοθῇ εἰς τοὺς ἐπερχομένους. Ὥστε νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Ἰακωβάτου ἐκπληροῦται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ δὲν καθιεροῦμεν τὴν ἐξαίρεσιν κανόνος, ὅστις ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη, τοῦ νὰ ἐπιβάλλωμεν, φέρ’ εἰπεῖν, εἰς τὸν Δεληγεώργην τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὁρκισθῇ ἐνώπιον τῆς βουλῆς, ἐὰν τῷ ὄντι ἔκαμε πρᾶξιν κατὰ τὴν ἐκλογὴν, ἥτις τοῦ ἐπιῤῥίπτει μῶμον ἴσως δὲ καὶ ποινήν. Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἄλλο θέμα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κανεὶς δὲν περιμένει νὰ γείνῃ τοσοῦτον ἀκριβὴς ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν, ὥστε οἱ πάντες νὰ μείνωσιν εὐχαριστημένοι, ἐννοῶ οἱ ἀδιάφοροι, διότι οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν θὰ μείνωσι ποτὲ εὐχαριστημένοι, ἀποτυχόντες. Ἀλλὰ τοῦτο ἔγκειται εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν, τῶν ἐξελέγξεων· διότι τῷ ὄντι ἀκολουθοῦμεν ἓν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἁμαρτωλοὶ δικάζουσι τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἐδῶ ἔγκειται τὸ κακόν· διότι, ἐκτὸς ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἐλαττωματικὸν κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι περιβεβλημένον καὶ μὲ τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαντῶνται εἰς ἄλλα ἔθνη, ἰδίως εἰς τὴν Ἀγγλίαν· διότι εἰς τὴν Γαλλίαν οὐδεμία ὑπάρχει ἐγγύησις ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν αἱ ἐξελεγκτικαὶ ἐπιτροπαὶ συγκροτοῦνται ἀπὸ βουλευτὰς, κατὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο καμμία ἔνστασις· καὶ δεύτερον, αἱ ἐπιτροπαὶ αὐταὶ, αἱ οὕτω συγκεκροτημέναι, ἔχουσι μεγάλην δικαιοδοσίαν, ἐνεργοῦσιν ἀνακρίσεις καὶ ὑποβάλλουσι τοὺς μάρτυρας εἰς ὅρκον, καὶ περιπλέον ἡ ψευδορκία ἡ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν ἐπιτροπῶν γινομένη, καταδιώκεται ἀπαραλλάκτως, ὅπως ἡ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Αὗται εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἀλλοῦ, καὶ τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν τὰς ἔχομεν. Ἑπομένως, ἂς μὴ τὸ καυχηθῶμεν, εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἐξέλεγξις, ὅπως ἀπαιτεῖται· διότι τὸ πρῶτον στοιχεῖον τῆς καλῆς ἐξελέγξεως, αἱ ἀποδείξεις, μᾶς λείπουσιν. Πρέπει ὅμως διὰ τοῦτο νὰ σταθῶμεν πολλὰ προσεκτικοὶ εἰς τὴν ἐξάσκησιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδωκε τὸ σύνταγμα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι πολλὰ ἀξιέπαινοι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μας, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἔφεραν τὴν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας προκαλοῦν τὴν βουλὴν νὰ θέσῃ τινὰς ἀρχὰς πρὸς ἐξέλεγξιν· διότι, ἂν τῷ ὄντι ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῶσιν ἀρχαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας νὰ λυθῶσι τὰ ζητήματα εἰς ὅλας τὰς ἐκλογὰς, τότε ἀναμφισβητήτως ἤθελον ἐξελεγχθῆ αἱ ἐκλογαὶ ἄριστα· διότι χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσωπα, χωρὶς νὰ ἐπηρεαζόμεθα ἐκ τῶν προσωπικοτήτων, ἠθέλαμεν καθιερώσει τὰς ἀρχὰς ταύτας καὶ ἠθέλομεν λύσει τὰς δυσκολίας. Τὴν πρότασιν ταύτην θεωρῶ ἐν μέρει κατορθωτὴν καὶ ἐν μέρει ἀκατόρθωτον· διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος Κ. Παδοβᾶ, καθ’ ὃν πρέπει ἡ βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι ἀπροχώρητος καὶ ἀπαράδεκτος. Δὲν τὴν θεωρῶ ἀπροχώρητον καὶ ἀπαράδεκτον, τὴν θεωρῶ ὅμως ἀνεπίδεκτον ὁλοσχεροῦς πραγματοποιήσεως· νομίζω δηλ. ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ βουλὴ νὰ λύσῃ, πλὴν ὀλίγων καὶ ἀσημάντων, τὰ ζητήματα τῆς ἐξελέγξεως διὰ γενικῶν ἀρχῶν· δὲν ἐννοῶ ὅμως πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ κηρύξῃ ἀπαράδεκτον μίαν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ τεθῶσι γενικαὶ ἀρχαὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν. Πρὸς ἀπόδειξιν τῶν λόγων μου θέλω ἐξετάσει τὰς γενικὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας σᾶς ἐπρότειναν πρὸς καθιέρωσιν. Σᾶς εἶπον ἐν πρώτοις «ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς δήμου συνεπιφέρει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας.» Τοῦτο εἶναι ζήτημα κατὰ τὴν ἰδέαν μου, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἰδικῶν περιστάσεων αἱ ὁποῖαι συνοδεύουσι τὴν ἐκλογήν. Καὶ ἐκεῖ ὅπου ἐπικρατεῖ ἡ ἀρχὴ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀκυρώσεως τῶν ἐκλογῶν ὅταν ᾖνε ἐλαττωματικὴ ἡ ἐκλογὴ ἑνὸς τμήματος, καὶ ἐκεῖ ἐξετάζεται ἂν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν τὸ τμῆμα ἐκεῖνο καὶ ἂν συντρέχωσιν ἄλλαι περιστάσεις δυνάμεναι νὰ ἐπενεργήσωσιν ἐπὶ τοῦ γενικοῦ ἀποτελέσματος. Ἔρχομαι εἰς ἄλλην ἀρχὴν, ἥτις ἴσως καταφανέστερον εἰμπορεῖ νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἄτοπον «αἱ παρατυπίαι ἐπιφέρουν ἀκυρότητα ὅταν ᾖναι οὐσιώδεις». Πότε εἶναι οὐσιώδεις; Αὐτὸ εἶναι τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ μάθῃ ἡ Βουλή. Ζητεῖ νὰ μάθῃ πότε εἶναι οὐσιώδεις αἱ παρατυπίαι, καὶ ὅταν κατορθώσητε νὰ δείξετε ἀπολύτως καὶ ἐκ τῶν προτέρων πότε εἶναι οὐσιώδεις, τότε ἡ Βουλὴ θέλει σᾶς χρεωστῇ εὐγνωμοσύνην ὅτι τοῖς παρέξατε μίαν λαβὴν διὰ τὴν νόμιμον ἐξέλεγξιν· ἄλλως ἡ πρότασις, ὅπως μᾶς ἐπροτάθη, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ζήτημα λογικῆς· ἀλλὰ τὴν λογικὴν οὐδεὶς τίθησιν ὑπὸ συζήτησιν, καὶ οὐδεὶς κατ’ αὐτῆς δέχεται νὰ ψηφίσῃ. — Μεταβαίνω εἰς ἑτέραν ἀρχήν. Εἶπέ τις «ὅταν ἐγένετο πόλεμος εἰς μίαν ἐκλογὴν δὲν εἰμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἐκλογή,» ἀλλὰ τὶ ἐννοεῖτε πόλεμον; ἐννοεῖται πόλεμον, ἐὰν ἐπληγώθησαν ἢ ἂν ἐφονεύθησαν ἄνθρωποι, ἐὰν ὁ πόλεμος διήρκεσεν μίαν ὥραν ἢ δύο, μίαν ἡμέραν ἢ δύο, ἐὰν ἔγεινεν εἰς μίαν γωνίαν τῆς ἐπαρχίας ἢ εἰς δύο ἢ καὶ τρεῖς, ἐὰν ἄνευ πληγώσεων καὶ ἄνευ θανάτων ἀντηλλάχθησάν τινες τουφεκισμοί; εἰμποροῦμεν νὰ λύσωμεν ἐκ τῶν προτέρων τὸ ζήτημα ποῦ εἶναι πόλεμος καὶ πότε εἶναι πόλεμος; Εἰς ἑκάστην ἐκλογὴν, φρονῶ, ἡ Βουλὴ θὰ ἐκτιμήσῃ τὰς περιστάσεις καὶ θὰ εἴπῃ: Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἐξήσκησεν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ὁλοκλήρου, καὶ διὰ τοῦτο ἀκυρῶ αὐτὴν καθ’ ὁλοκληρίαν. Τοιαῦτα εἶναι σχεδὸν ὅλα τὰ ζητήματα τῶν ὁποίων ἡ λύσις ἤθελεν χρησιμεύσει ὡς κανὼν καὶ ὡς νόμος. Ὑπάρχουν ὅμως καί τινα ζητήματα τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ δύναται νὰ λύσῃ ἐκ τῶν προτέρων π. χ. ἐὰν εἷς βουλευτὴς εὑρεθῇ ὅτι δὲν ἔχῃ τὰ προσόντα, θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογὴ ἢ θὰ ἔλθῃ ὁ ἐπιλαχών; Τοῦτο τὸ ζήτημα δύναται νὰ λυθῇ ἐκ τῶν προτέρων, καὶ νὰ λυθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸ τέλος γενικῶς καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κανὼν διὰ πάσας τὰς ἐκλογάς. Ἐπίσης θὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦ πληθυσμοῦ, ποίας βάσεις θὰ θέσῃ ἡ Βουλή· θὰ ἀπαιτήσῃ ἐπισήμους ἀποδείξεις ἢ θὰ κάμῃ ὑπολογισμοὺς καὶ, παραδεχθέντος, ὅτι μία ἐπαρχία πρέπει νὰ ἔχῃ περισσοτέρους βουλευτὰς, θὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τοὺς ἐπιλαχόντας ἢ θὰ προκαλέσῃ νέαν ἐκλογήν; Αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύναται ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν προτέρων νὰ λύσῃ· ὥστε ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἠννόουν καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ, ἐγὼ κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς προτάσεώς των ὅσον ἀφορᾷ τὰ τελευταῖα καὶ ὄχι μόνον ὅσα ἀνέφερα, ἀλλὰ καὶ ἄλλα παρόμοια· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰ πρῶτα, ποτὲ δὲν δυνάμεθα, νομίζω, νὰ διατυπώσωμεν κανόνας καὶ ἀρχὰς, δυναμένας νὰ ἐφαρμοσθῶσι καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις. Κύριοι, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα, νομίζω, ὅτι εἶναι ὅλως ἄτοπον νὰ ἀφήσω νὰ παρέλθωσιν ἀπαρατήρητοι καὶ ἀνεξέλεγκτοι λόγοι τινὲς, οἱ ὁποῖοι ἐῤῥίφθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μόλον ὅτι σκοπὸν δὲν ἔχω νὰ καταστήσω αὐτοὺς ἀντικείμενον σπουδαίας συζητήσεως· ὀλίγας λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Ἐννοήσατε ἀμέσως, Κύριοι, ὅτι ἐνθυμήθην τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κυρίου Βαλαωρίτου. Τὸ πρῶτον μέρος, Κύριοι, τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου Κυρίου Βαλαωρίτου δὲν τὸ κατασταίνω ἀντικείμενον σπουδαίας συζητήσεως, διότι δὲν ἐπιθυμεῖ βεβαίως ἡ Βουλὴ νὰ τὸ καταστήσῃ τοιοῦτον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τοὐλάχιστον, οὐδὲν ἄλλο ἐξήγαγον ὡς πρακτικὸν συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας ἐκείνης παρὰ μίαν ὁμολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου Κυρίου Βαλαωρίτου, ὅτι εἶναι παράνομος βουλευτής. Εἶπεν ὅτι τὰ σφαιρίδια, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, τὰ χρεωστεῖ εἰς τοὺς τόκους τῶν χρημάτων του.
§89ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὡς παράδειγμα τὸ ἔφερον.
§90ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν τὸ εἶπεν ὡς παράδειγμα· καὶ τὸ ὑποθέτω, διότι τὸ ἐφήρμοσεν καὶ εἰς ἕνα συνάδελφόν του, τοῦ ὁποίου εἶναι ἀντίθετος, καὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὁποίου δὲν εἶχε κᾀνὲν δικαίωμα ὁ Κύριος Βαλαωρίτης νὰ θέσῃ εἰς ἀμφιβολίαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν τὸν κατακρίνω διὰ τοῦτο· διότι ὁ Κύριος Βαλαωρίτης συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς λεπτομεροῦς ἐξελέγξεως, ἐσύστησε τὴν αὐστηρὰν βάσανον τῶν ἐκλογῶν· καθὼς δὲν κατακρίνω καὶ τὸν ἀξιότιμον Κύριον Ἰακωβάτον ὁ ὁποῖος ἐπίσης εἶναι προϊὸν παρανόμου ἐκλογῆς, διότι καὶ αὐτὸς ζητεῖ νὰ ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ μὲ τὴν μεγαλειτέραν αὐστηρότητα. Ἀλλὰ, παρὰ τοῦτο, ἐνθυμεῖσθε πόσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Κ. βουλευτὴς Λευκάδος! εἶπε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε κᾀνὲν δικαίωμα νὰ εἴπῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· καὶ βασανίσας πολὺ τὸν νοῦν μου, δὲν εἰμπόρεσα νὰ εὕρω αἰτίαν κᾀμμίαν ἄλλην, διὰ τὴν ὁποίαν τὰ εἶπε, παρὰ μίαν τύψιν συνειδήσεως. Τὸ μόνον, περὶ τοῦ ὁποίου ἀμφιβάλλω, εἶναι, ἐὰν ἡ συνείδησις ἐκείνη ἐδιορθώθη ὑπὸ τῶν τύψεων ἢ ἐὰν μένῃ ἡ αὐτὴ ὁποία ἦτο καὶ πρίν· ὑπὲρ τῆς μιᾶς λύσεως συνηγορεῖ τοῦτο τὸ ὅτι εἶπε σήμερον τὰ ἐναντία ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν αἴθουσαν εἶπεν. Εἶπε σήμερον ὅτι ἀπεχθάνεται τὸ Σύνταγμα, μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι κακῶς ἐφαρμόζεται ἐν Ἑλλάδι. Ὑπὲρ δὲ τῆς δευτέρας λύσεως συνηγορεῖ, τὸ ὅτι μετὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτὴν ἐσώρευσε μυρίας προσβολὰς καὶ περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν πολιτευομένων καὶ περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ λαοῦ καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἔθνους καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τρόπον τινὰ τοὺς λόγους του καὶ διὰ νὰ ἐνισχύσῃ καὶ πιστευτὰ καταστήσῃ ὅσα κατεσώρευσε κατὰ τῶν πλέον τιμίων τὰ ὁποῖα ἔχομεν, κατηγόρησεν αὐτὸς ἑαυτὸν ἔπειτα, ἰσχυρισθεὶς ὅτι εἶναι νόθου ἐκλογῆς προϊὸν. Κύριοι, δὲν ἀξιῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τοιαύτας προσβολὰς, οὔτε κἂν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ καταδεχθῇ νὰ καταστήσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ζήτημα, τὸ ὁποῖον, συζητούμενον προσβάλλει τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους καὶ προσβάλλει καὶ τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Προσβάλλει τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, διότι τὸ ἔθνος δὲν ἐπιτρέπει νὰ συζητῆται παρ’ ἡμῶν ζήτημα, τὸ ὁποῖον τὸ ἔλυσε τοσάκις αὐτὸ τὸ ἴδιον καὶ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ὁποίου ἐπιμένει μὲ τόσην ἐπιμονὴν, διότι πάντοτε εἰς οὐδὲν ἐλογίσατο καὶ τοὺς κινδύνους καὶ τὸ ἄδηλον, ἅπερ ἠνοίγοντο ἐνώπιόν του· ἐννοῶ τὸ ζήτημα ἐὰν πρέπει νὰ κυβερνᾶται συνταγματικῶς καὶ ἐλευθέρως· καὶ δὲν ἔχει διόλου δικαίωμα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λευκάδος νὰ εἴπῃ ὅτι ἀπεχθάνεται τὸ Σύνταγμα διότι ἐφαρμόζεται κακῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ Ἑλλὰς ἴσα, ἴσα διότι εὗρεν, ὅτι κακῶς ἐφηρμόζετο ἐδίκασε καὶ κατεδίκασε τὸ παρελθὸν καὶ μολονότι εἶδεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον καὶ βλέπει ὅτι κακῶς ἐφαρμόζεται, ἐμμένει πολεμῶν πρὸς τὰς δυσκολίας. Ὅθεν δὲν μένει ἄλλο τι εἰς τὸν ἀξιότιμον Κύριον Βαλαωρίτην εἰμὴ νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς στρατιώτης ἓν ἔθνος, τὸ ὁποῖον τόσον ἀγωνίζεται καὶ τόσον ἠγωνίσθη ὑπὲρ αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων· πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς στρατιώτης ἐὰν ᾖναι Ἕλλην· οὐδὲ ὑπάρχει ἐντιμότερον εἰμὴ ν’ ἀκολουθῇ τὴν πατρίδα του εἰς τὸν ἔντιμον τοῦτον ἀγῶνα· ἐὰν δὲ παραιτήσῃ τὸ ὅπλον τοῦτο χάνει τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος δὲν εἶναι πλέον Ἕλλην. Ἐὰν ὅμως ὁ Κύριος Βαλαωρίτης χρώμενος τῇ ἄκρᾳ ἐλευθερίᾳ, τὴν ὁποίαν ὁ πλάστης ἔδωσεν εἰς αὐτόν, θέλει νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ ἐκείνας τοῦ ἔθνους του τὰς θελήσεις, τότε ἡ Ἑλλὰς ἓν μόνον ἐπιτρέπει εἰς αὐτὸν νὰ εὕρῃ μέσον καὶ οὐδὲν ἄλλο· νὰ μὴ ζητῇ νὰ γίνεται ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ νὰ κάθηται εἰς τὴν ἰδιωτικήν του οἰκίαν νὰ ζῇ ὡς ἄνθρωπος μὲ τὰς προσόδους του μὲ τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους τῷ παρέχει ἡ φύσις καὶ ὄχι νὰ ζῇ ὡς πολίτης καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος. Ἐὰν λοιπὸν αἰσθάνεται ἀποστροφὴν πρὸς τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας καὶ δὲν γλυκαίνει τὸ πάθος τοῦτο τὸ γάλα μὲ τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς, ἥτις φρονεῖ τὰ ἐναντία, τὸν ἔθρεψε, πρέπει νὰ παραιτήσῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ γίνεται ἀντιπρόσωπος τῶν Λευκαδίων. (εὖγε, εὖγε.)
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν δύο προτάσεις. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου........
§92ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὄχι, κύριε πρόεδρε, δὲν ἦλθον αἱ προτάσεις νὰ συζητηθοῦν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρετε τὴν πρότασίν σας, Κύριε Ἰακωβάτε;
§94ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι· ἀντὶ τοῦ ὁρκίζομαι θέτω, ὁμολογῶ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν τοῦ Κυρίου βουλευτοῦ Κεφαλληνίας περὶ τῆς ὁμολογίας αὐτῆς νὰ ἐγερθῶσιν (οὐδεὶς ἐγείρεται.) Ἀπεῤῥίφθη. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ὁ ἁρμόδιος εἰσηγητὴς νὰ ἔλθῃ ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν.
§96ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ τὸ ἄλλο ζήτημα θὰ μείνῃ ἄλυτον; (θόρυβος).
§97ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπεῤῥίφθη.
§98ΠΑΔΟΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§99ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπεφάνθη.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη παμψηφεὶ, διότι οὐδεὶς ἐσηκώθη. Προσέξατε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως.
§101ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν ν’ ἀναγινώσκωνται αἱ ἐκθέσεις διότι εἶναι τυπωμέναι.
§102ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι ν’ ἀναγνωσθοῦν. (Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ πρώτου τμήματος περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς Αἰγιαλείας.)
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§104ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ διάφορα τμήματα τῆς Βουλῆς, Κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἀλλοῦ μὲν ἐπιφέρουν τὴν μάχαιραν τῆς ἀνατομίας καθ’ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς λέξεως μέχρι τοῦ μυελοῦ τῶν κοκκάλων, ἀλλοῦ δὲ ἡ μάχαιρα αὕτη μόλις ἔσχισε τὸ δέρμα. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ὅταν θέλῃ ἀποφασίσει περὶ μιᾶς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ῥίψῃ πᾶσαν προκατάληψιν καὶ ἑπομένως νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γεγονότων, ἤτοι αὐτῆς τῆς ἀληθείας. Περὶ αὐτοῦ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα θέλετε ἐπιστήσει ὅλην τὴν προσοχήν σας εἰς τὸ ὁμοιόμορφον τῶν ἀποφάσεων, εἰς τὸ ὁμοειδές· τὸ δὲ δεδικασμένον θεωρεῖται πάντοτε ἱερὸν, καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντὸς τοῦ δικαστηρίου καὶ διὰ τὰ μέλη αὐτοῦ τοῦ δικαστηρίου, τὸ δεδικασμένον ἐθεωρήθη καὶ εἶναι ἱερόν, ἀπαραβίαστον. Ἐννοῶ λοιπὸν νὰ εἴπω τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους καὶ διὰ τὰς αὐτὰς πράξεις αἱ ὁποῖαι ἔφερον τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα νὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ τοῦ νὰ εἴπῃ —ἐδῶ εἶναι τὸ καλὸν, ἐκεῖ δὲ εἶναι τὸ κακὸν, διότι ἐκ τοῦ λίθου τῆς ἀληθείας θέλομεν πέσει εἰς τὸν λίθον τῆς πλάνης καὶ κατὰ συνέπειαν θέλομεν ἀφαιρέσει τὴν πεποίθησιν ἐκ τῆς ἀντιφάσεως αὐτῆς, τὴν πεποίθησιν ἥτις δύναται νὰ ᾖναι ἰσχυρὰ εἰς τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους· ὡς πρὸς τὴν ὑπόληψιν εἰς αὐτὴν καὶ μόνην ἐπεθύμουν νὰ σύρω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι τὸ θεωρῶ οὐσιῶδες, εἰς τὸ αὐτὸ δικαστήριον τὴν αὐτὴν πρᾶξιν ἐδῶ νὰ τὴν καταδικάσωμεν καὶ ἐδῶ νὰ νὰ τὴν στεφανώσωμεν. (Ὁμιλῶ γενικῶς). Διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἐπεθύμουν νὰ σύρω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐννοῶ τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδεχομένη μίαν ἐκλογὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον χώραν ὡρισμέναι πράξεις, ά. βʹ. γʹ. καὶ καθεξῆς, ἐννοῶ ὅτι δὲν παραδέχεται ὅτι τὰ περιστατικὰ αὐτὰ ἔχουν ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὴν φιλοσοφικὴν ἰδέαν τῆς ἐπιῤῥοῆς τῶν πνευμάτων τῶν ἐκλογέων. Τοῦτο λοιπὸν θέλω νὰ ἐννοήσω ὅτι τὰ αὐτὰ πράγματα νὰ φέρουν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα βεβαίως ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις. Τοῦτο λοιπὸν θέλω νὰ ἐξηγήσω καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει μὲ δικαιώσει νὰ ζητήσω εἰς τὴν ἐτυμηγορίαν της ἐπὶ τῶν αὐτῶν περιστάσεων, ἐπὶ τῶν αὐτῶν δεδομένων περιστάσεων τὴν αὐτὴν ἀπόφασιν, τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, διότι ἡ δικαιοσύνη εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος καὶ δὲν ἠμπορεῖ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα νὰ ᾖναι εἰς μίαν περίστασιν δίκαιον, καὶ ἄδικον εἰς τὴν ἄλλην.
§105ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀναφέρεται τὸ μέρος αὐτὸ εἰς τὴν ἔκθεσιν.
§106Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁμιλῶ ἀκαδημαϊκῶς, δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς τὰ πράγματα, παρ’ ὅταν τὰ πράγματα αὐτὰ μὲ βιάσουν νὰ ἔλθω εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν πραγμάτων, ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ ὁμοειδὲς τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν αὐτῶν περιστάσεων.
§107ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω. Τόσον μόνον λέγω, ὅτι ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐκλογῆς οὐδεὶς τῶν διαφερομένων παρουσιάσθη ἵνα ὑποστηρίξῃ τὰς ἐνστάσεις του. Ἐγὼ, Κύριοι, ὡς εἰσηγητὴς ἐπεξειργάσθην τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν καὶ τὸ τμῆμα ἐμπιστευθὲν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν ἣν ἔκαμα ἐδέχθη τὴν ἔκθεσίν μου καὶ τὴν ὑπέβαλα. Ὁ Κύριος Σωτήριος Πετιμεζᾶς ἔρχεται ἤδη νὰ εἴπῃ, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος πρέπει νὰ φανῇ πολὺ προσεκτικὴ ὥστε αὔριον νὰ μὴ ἐμπέσῃ εἰς τὴν παγίδα τῆς ἀντιφάσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐξαρτᾶται ὅλως διόλου, ἀπὸ τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις, διότι δυνατὸν δύο ζητήματα νὰ ᾖναι τῆς αὐτῆς φύσεως, ἀλλ’ εἶναι διαφορετικὰ καθόσον ἀφορᾷ ἰδιαιτέρας περιστάσεις, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ Βουλὴ οὐδόλως ἐμποδίζεται νὰ ἐκφέρῃ ἀπόφασιν διαφορετικὴν ἐπὶ ζητήματος τοῦ αὐτοῦ μὲν ἀλλ’ ὑπὸ διαφορετικὰς περιστάσεις.
§108ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἶχεν οὐσίαν ἡ παρατήρησις ἣν ἔκαμεν ὁ Κύριος Σ. Πετιμεζᾶς, καθόσον σήμερον εἰς τὰ ἀόριστα ἐπεκτάνθημεν πολὺ, παρὰ πολὺ, καὶ εἰς τὰς γενικὰς θεωρίας. Ἡμεῖς ἔχομεν ἕνα νόμον, ἔχομεν καὶ προηγούμενα, (θόρυβος). Ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἐνεργουμένων ἐνστάσεων· τὰ πάντα ὅθεν εἶναι ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν πάντα καὶ τοὺς καταλόγους καὶ πάντα τῆς ἐκλογῆς τὰ ἔγγραφα καὶ ἀποφαίνεται, (θόρυβος). Οἱ προλαλήσαντες εἶπον ὅτι τὸ παρελθὸν εἶχε κακὰ, καὶ ἡμεῖς πρῶτοι τὸ ἐπολεμήσαμεν, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν εἶχε καί τινα καλὰ. Ἂν λάβετε τὰ τότε πρακτικὰ θέλετε ἰδεῖ ὅτι τότε πολλαὶ ἐκλογαὶ ἀκυρώθησαν διὰ τὴν παρανομίαν των.
§109ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἠκυρώθησαν ἵνα ἐξέλθουν οἱ μὲν καὶ εἰσέλθουν οἱ δὲ, ὑποψήφιοι τῆς αὐλῆς. (φιλονεικία μεταξὺ Καλλιφρονᾶ καὶ Σακελαριάδη)· Τοιοῦτον τὸ παρελθόν.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐρωτήσατε, Κύριε Πρόεδρε.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· Ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν Αἰγιαλείας· νόμιμοι δὲ Βουλευταὶ εἰσὶν οἱ Κ. Θεοδώρου, καὶ Μ. Μιχαλόπουλος. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· ἐρωτῶ οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον, νόμιμος ἀντιπρόσωπος παρεδέχθη ὁ Κ. Αἰακὸς Λογιωτατίδης. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἄνδρου.
§113ΑΝΤΩΝ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι τὸ τμῆμα τὸ ἐξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἄνδρου ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπάρχου πρὸς τὴν κυβέρνησιν. Ἀποσπάσματα δύο ἐκθέσεων τοῦ ἐπάρχου μοὶ ἐπεδόθησαν ἐν οἷς καταγγέλλονται δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπηρέται κατὰ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν δὲν ἐσεβάσθησαν, οὔτε τὰς ποινὰς, οὔτε τὰς διατάξεις ἃς ὁ δημοτικὸς νόμος ἐπιφέρει. Ἐπειδὴ, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ αἱ καταγγελίαι αὗται ἔχουσιν ὑπόστασιν, διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ δείξῃ ἀνοχὴν ὥστε νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ἐκθέσεις αὗται, καὶ συστηθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τιμωρήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους της ἐκείνους, οἵτινες ἔδειξαν τοιαύτην διαγωγήν.
§114ΝΙΚΟΛ. ΚΑΪΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ φέρωσι τὰς ἐκθέσεις ταύτας νὰ τὰς ἀναγνώσωσιν, ἵνα ἴδῃ ἡ βουλὴ, ὅτι τὰ πάντα εἰσὶ ψευδῆ.
§115ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κ. Καμπάνης μὲ παρεκάλεσε ν’ ἀναγνώσω ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν.
§116Τ. ΡΟΥΚΗΣ. Δὲν ἀναγινώσκονται τοιαῦτα πράγματα.
§117ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ πρέπει ἀμερολήπτως νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀλήθειαν.
§118ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Τοιαῦτα πράγματα δὲν ἀναγινώσκονται.
§119Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω, εἶναι νὰ ὁμολογήσωσιν οἱ ἴδιοι βουλευταὶ ὅτι εἶναι ἀθῶοι. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν.
§120ΡΟΥΚΗΣ. Ὁ Κ. Καμπάνης παρεστάθη εἰς τὸ βῆμα καὶ τὰ ἠξεύρωμεν ὅλα.
§121Ν. ΚΑΪΡΗΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς εἴπω πολλά. Ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἄνδρου, ὅπως παρετηρήθη καὶ ἀπὸ τὰς ἐνστάσεις τοῦ Καμπάνη, εἶναι μία ἀπὸ τὰς ἁγνοτέρας ἐκλογὰς, αἱ ὁποῖαι ἐνηργήθησαν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος· διότι εἶναι ἐκλογὴ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει καμμία παραβίασις, ἀλλ’ ἐνηργήθη πανηγυρικώτατα. Παραπονοῦνται αὐτοὶ ὅτι ἀπέτυχον· ἀλλὰ 8 ἐξετέθησαν, καὶ ἐξ ὅλων τούτων τρεῖς βέβαια μόνον ἔπρεπε νὰ ἐπιτύχωσι. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ἐκλογῆς σᾶς διαβεβαιοῖ πόσον νομίμως ἐνηργήθη. Εἰς τὸν Δῆμον Γαυρίου ἔλαβον αὐτοὶ 500 ψήφους, ἐνῷ ἂν παρατηρήσητε ὅλας τὰς προηγουμένας ἐκλογὰς, ἀπὸ τὸ 1843, θέλετε ἰδεῖ ὅτι δὲν ἐλάμβανον οἱ ἀντίθετοι πλέον τῶν 17, τὸ νὰ λάβωσιν ἤδη τόσον ἀριθμὸν διαβεβαιοῖ τὴν νομιμότητα, καὶ ἐλευθερίαν, μεθ’ ἧς ἐνηργήθη ἡ ἐκλογὴ (θόρυβος)· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, ὅτι πολλοὶ ὑπάλληλοι δὲν συνεμορφώθησαν μὲ τὸν νόμον, δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ (θόρυβος).
§122ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά. Ἐρωτήσατε, Κύριε Πρόεδρε.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ πρότερον περὶ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἀναφορᾶς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀναφορᾶς νὰ ἐγερθῶσιν (ὀλίγιστοι ἐγείρονται) ἀπεῤῥίφθη.— Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Ἄνδρου καὶ ὡς νομίμους Βουλευτὰς τοὺς Κ. Κ. Ἀναγνώστ. Γιαννουλίδην, Μ. Δ. Καΐρην, καὶ Ν. Π. Καΐρην, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἄργους.
§124Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐκλογῇ Ἄνδρου παρουσιάζεται τὸ ζήτημα πρώτην φορὰν περὶ προσθήκης Βουλευτῶν, νομίζω ὅτι εἶναι καλόν......
§125ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον (ἐγείρονται καὶ ἀναχωροῦσι). Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 3 καὶ 10 Μ. Μ.)