1864.10.17
849 rows · 6,086 words · 77 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 345.
Τῆς 17 Ὀκτωβρίου 1864.
(Σάββατον.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἂν ἐπιτρέπῃ ἡ Συνέλευσις, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλὸν ἀντὶ τοῦ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἄρθρου νὰ τεθῇ τὸ ἄρθρον 83, καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔνστασις.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).
§4ΜΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Ἡ Συνέλευσις χθὲς ψηφίζουσα τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἐννοοῦσε τὴν ἀρχὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ τίποτε ἄλλο.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται, νομίζω ὅτι δὲν χωροῦσι, καθόσον ἀποβλέπει τὰ πρακτικά. Μετὰ ταῦτα, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ συνόλου δύνασθε νὰ φέρητε τροποποιήσεις, ἐπειδὴ πρακτικὰ ἐπὶ πρακτικῶν δὲν τηροῦνται· αἱ ἐξηγήσεις δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωστοποιεῖ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι αὔριον τελεῖται δοξολογία διὰ τὴν ἔλευσιν τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως.
§6Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ κληρωθῇ μία ἐπιτροπή.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ κληρωθῇ μία πρεσβεία διὰ νὰ παρευρεθῇ;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΒΑΣΣΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύω λέξεις. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν αὐριανὴν ἑορτὴ, ἤθελον μόνον παρακαλέσει τὴν Συνέλευσιν νὰ ὁρίσῃ τὰς ἑορτάς· ἐγὼ προτείνω μίαν ἐθνικὴν καὶ μίαν Βασιλικὴν, ὡς ἐθνικὴν τὴν 25 Μαρτίου, ὡς Βασιλικὴν δὲ τὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, εἴτε ἄλλην ἡμέραν, διὰ νὰ λείψωμεν ἀπὸ τὰς τελετάς.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παραδέχομαι πληρέστατα τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βάσσου, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ προσδιορισθῶσι σήμερον αἱ δύω ἑορταί.
§11ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα νὰ κάμωμεν ψήφισμα.
§12ΣΠΥΡ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐθνικὴν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὴν 25 Μαρτίου, ὡς πρὸς τὴν Βασιλικὴν ὅμως μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ.
§13ΚΑΛΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς λοιπὸν τὴν δευτέραν δύναται νὰ μᾶς φέρῃ πρότασιν, ἀφοῦ ἐρωτήσῃ τὸν Βασιλέα. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ κλήρωσις τῆς πρεσβείας ἐκ 12 μελῶν, ἥτις θέλει παρευρεθῆ εἰς τὴν δοξολογίαν. Ὁ Κ. Ἀντύπας ἐξάγει τὰ ψηφοδέλτια ὑπὸ τοὺς ψηφολέκτας Σούτσαν καὶ Πανούσην. Ἐκληρώθησαν δὲ τὰ ἑξῆς ὀνόματα. Παῦλος Καλλιγᾶς, Βάχλας, Ἀντ. Νομικός, Θ. Δηλιγιάνης (ὡς ὑπουργὸς ἐξῃρέθη) Ἠλ. Μαυρομιχάλης, Ν. Μαυροκορδάτος, Εὐθ. Πλαστήρας, Πάνος Κορωναῖος, Α. Σταθόπουλος, Α. Πιλαέτης (ἀπὼν) Ἀνδρ. Σιγοῦρος, Πάγκαλος, Κατσικαπῆς.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ζέρβας ἐζήτησε τὸν λόγον δι’ ἐπερώτησιν.
§15ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἔχω ἐπερώτησιν ὑπουργικήν. Ἀπὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862, εἴτε μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν, δημοσιογράφος τις, ἐν Τεργέστῃ διαμένων καὶ ἐκδίδων τὴν Ἑλληνικὴν ἐφημερίδα «ἡ Κλειώ», δὲν ἔπαυσε χλευάζων, ὑβρίζων τοὺς Ἕλληνας (θόρυβος). Ἂν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ ὑβρίσῃ ἓν ἄτομον, μίαν μερίδα, δὲν ἤθελον ὁμιλήσει, ἀλλὰ τὸ τελευταῖον φύλλον του εἰς τὸ ά. ἄρθρον, ἀναγνώσατέ το, καὶ θὰ πεισθῆτε πόσον προδίδει τὴν Ἑλλάδα· πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀποδοκιμασία ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, διότι εἶναι ἀνήκουστον, Κύριοι, ἄνθρωπος νὰ ὀνομάζηται Ἕλλην ν’ ἀναφέρῃ τοιαύτας βλασφημίας κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους (θόρυβος). Εἶναι ἀξιόμεμπτος αὐτὸς, καθὼς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνταῦθα ἀποστέλλουν εἰς αὐτὸν ψευδεῖς ἐκθέσεις· καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, καθὼς παρετηρήθη ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα, εἶναι μεμυημένοι εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐχεμύθειαν, ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι ὅλον τὸ διάγγελμα εἶναι εἰς αὐτὸ πρὶν ἐκδοθῇ· διὰ τοῦτο ἐξαιτοῦμαι πρὸς τιμὴν τῆς πατρίδος, πρὸς τιμὴν τῆς Συνελεύσεως ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὸν δημοσιογράφον αὐτὸν καὶ φέρω πρότασιν (ἀποδοκιμασίαι).
§16ΚΑΛΟΣ. Ἀντικρούω τὸν προλαλήσαντα καὶ τὸν ἀντικρούω καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς πληρεξούσιος. Συμφέρον εἶναι εἰς ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος πᾶς τις νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του καὶ νὰ ἐκφράζηται ἐλευθέρως· ὅσον ἐξύβριζε ἂν ἡ Συνέλευσις τοσοῦτον συνιστᾶται· ἡ ἱστορία θέλει κρίνει ἀργότερα περὶ αὐτῆς (ὁ Κ. Βρατσάνος ἐκ τῆς ἕδρας του δεικνύει εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου διαγράφον ἄρθρον.
§17ΒΑΣΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς ἐπικράτειάν τινα πρέπει ἡ ἀσφάλεια νὰ ᾖναι τὸ μεγαλείτερον πρᾶγμα, ἔφερον ἐπερώτησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ ἰδίως τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἀντιπροσωπεύω, καὶ ἐπιμένω νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως ἤδη, ὅτε ἐτελείωσε τὸ πολίτευμα, εἶναι καιρὸς νὰ ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου. Μοὶ ἐνεχειρίσθη ἀναφορὰ διαφόρων πληρεξουσίων, θέλει ἡ Συνέλευσις ν’ ἀναγνωσθῇ.
§19ΣΟΥΪΔΑΣ. Τί ἀφορᾷ;
§20ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Οἱ πληρεξούσιοι δὲν ἀναφέρονται, ἔχουσι τὸν λόγον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖτε νὰ ἀναγνωσθῇ;
§22ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι.
§23ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ναί.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὸ Σύνταγμα.
§25ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἂν ᾖναι διαμαρτύρησις, ἀπαγορεύεται. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ διαμαρτύρησις κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνελεύσεως.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Συνόλου τοῦ Συντάγματος.
§27ΓΕΩΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ἀναγινώσκωνται, Κύριε Πρόεδρε, καὶ τὰ σχετικὰ πρακτικά. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ
ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ ΤΡΙΑΔΟΣ.
Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴ Συνέλευσις Ψηφίζει. Περὶ Θρησκείας. Ἄρθρον 1. Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἀνεκτὴ καὶ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας. Ἄρθρον 2. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλε Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκεῖναι, τούς τε ἱεροὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις· εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα, ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας, τὰ κυριαρχικὰ αὑτῆς δικαιώματα, καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Οἱ ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ καθολικοῦ κλήρου πρέπει νὰ ὦσι πολῖται Ἕλληνες.
§28ΚΑΛΟΣ. Νὰ ἀπαλειφθῇ, Κ. Πρόεδρε, τοῦ Καθολικοῦ. Καθολικὴ λέγεται καὶ ἡ Ἡμετέρα Ἐκκλησία.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωστοποιῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα χθές, διὰ νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ λεκτικὸν τοῦ Συντάγματος, ἔκαμε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Τὸ ἄρθρον ἔλεγε, τοῦ Καθολικοῦ Κλήρου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ λέξις αὕτη δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος, παρεδέχθημεν νὰ τεθῇ πρὸς χαρακτηρισμὸν τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας τὴν λέξιν Ῥωμαϊκῆς, ἀλλὰ κατὰ τυπογραφικὸν λάθος ἔμεινε καὶ ἡ λέξις αὕτη. — Θέλει ἐξαλειφθῆ.
§30Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουρ. Ἐξωτ.). Ὅταν ἐψήφισεν ἡ Συνέλευσις τὸ τελευταῖον τοῦτο μέρος τοῦ ἄρθρ. 2. «Οἱ Ἀρχιεπίσκοποι, Ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ κλήρου πρέπει νὰ ὦσι πολῖται Ἕλληνες», δὲν ἤμην παρών. Ἦλθον καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Συνέλευσις τὸ ἐψήφιζε· καὶ ἐπειδὴ ἡ συζήτησις ἦτο περαιωμένη, ἐπεφυλάχθην κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ φέρω παρατήρησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἡ προσθήκη αὕτη, Κύριε Πρόεδρε......
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Διακόπτων), Κύριε πληρεξούσιε, κατὰ τὸν κανονισμόν, ἐπὶ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Συνόλου, οὐδεμία νέα πρότασις δύναται νὰ ὑποβληθῇ, ἀνατρέπουσα τὰ ὅσα ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν ἡ Συνέλευσις ἐπιτρέπῃ, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ κάμω παρατήρησίν τινα.
§33ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν ὑπάρχει συζήτησις.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ τεθῇ Ῥωμαϊκοῦ Κλήρου;
§35ΙΑΛΕΜΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀκούσωμεν τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§36ΒΑΣΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀκούσωμεν τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει μία ἐξαιρετικὴ περίστασις, ἐγὼ τὴν κατανοῶ, ἂς ἀφήσωμεν τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὕστερον ἀποῤῥίπτομεν τὴν πρότασίν του.
§37ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Οὐδεμία συζήτησις σκοπὸν ἔχουσα νὰ μεταβάλῃ διάταξιν οὐσιαστικὴν, ψηφισθεῖσαν ἤδη, ἐπιτρέπεται, ἐπὶ τοῦ συνόλου μόνον ἐπανόρθωσις παρεισφρύσαντός τινος λάθους, ἢ διόρθωσις γραμματικὴ ἐπιτρέπεται κατὰ τὸν κανονισμόν. Ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἁπλοῦς πληρεξούσιος καὶ ὀφείλει ὑπακοὴν εἰς τὸν κανονισμόν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται λοιπὸν ἡ Συνέλευσις νὰ τεθῇ Ῥωμαϊκοῦ κλήρου;
§39ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3. Ἄρθρον 3 Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου, καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των· μόνοι δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους. Εἰς πολίτας Ἕλληνας τίτλοι εὐγενείας ἢ διακρίσεως οὔτε ἀπονέμονται οὔτε ἀναγνωρίζονται.
§40ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3. «Εἰς πολίτας Ἕλληνας τίτλοι εὐγενείας ἢ διακρίσεως, οὔτε ἀπονέμονται, οὔτε ἀναγνωρίζονται» πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ἰδιαίτερον ἄρθρον (θόρυβος).
§41ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν. Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 20, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52. Ἄρθρον 4. Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος· οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται, εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει. Ἄρθρον 5. Ἐξαιρουμένου τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ᾐτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως. Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν, ὅστις ὀφείλει, ἐντὸς τὸ πολὺ τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς του, εἴ τε ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν, εἴ τε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως· παρελθουσῶν τῶν τριῶν ἡμερῶν χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως, πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικὸς ὑπάλληλος εἶναι, εἴτε στρατιωτικὸς, ὀφείλει ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν παραχρῆμα. Οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει. Ἄρθρον 6. Ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν, τῇ αἰτήσει τοῦ προφυλακισθέντος, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόλυσιν τούτου ἐπὶ ἐγγυήσει ὁριζομένῃ διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπή. Οὐδέποτε ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων τούτων ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν δύω μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, ὑποκειμένου καὶ τούτου εἰς ἀνακοπὴν, οὐδὲ μετὰ τὸ βούλευμα πέραν τῶν τριῶν μηνῶν. Ἄρθρον 7. Ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτήν. Ἄρθρον 8. Οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ. Ἄρθρον 9 Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀναφέρωνται ἐγγράφως εἰς τὰς ἀρχὰς, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἄρθρον 10. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία. Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται νὰ ἀπαγορευθῶσιν, ἂν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκηται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἄρθρον 11 Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν. Ἄρθρον 12. Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Οὐδεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται, εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει. Ἄρθρον 13. Ἐν Ἑλλάδι οὔτε πωλεῖται, οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος· ἀργυρώνητος, ἢ δοῦλος παντὸς γένους καὶ πάσης θρησκείας εἶναι ἐλεύθερος, ἅμα πατήσῃ ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ἄρθρον 14. Ἕκαστος δύναται νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς, ἐγγράφως καὶ διὰ τοῦ τύπου τοὺς στοχασμούς του, τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος. Ἡ λογοκρισία, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον, ἀπαγορεύεται. Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως ἡ κατάσχεσις ἐφημερίδων καὶ ἄλλων ἐντύπων διατριβῶν, εἴτε πρὸ τῆς δημοσιεύσεως, εἴτε μετ’ αὐτήν. Ἐπιτρέπεται δὲ κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ κατάσχεσις μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἕνεκα προσβολῆς κατὰ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας, ἢ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν ἀπὸ τῆς κατασχέσεως ὀφείλουσι καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ ὑποβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον, καὶ τοῦτο νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς διατηρήσεως ἢ τῆς ἄρσεως τῆς κατασχέσεως, ἄλλως ἡ κατάσχεσις αἴρεται αὐτοδικαίως. Ἀνακοπὴ κατὰ τοῦ βουλεύματος ἐπιτρέπεται εἰς μόνον τὸν δημοσιεύσαντα τὸ κατασχεθὲν, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὸν εἰσαγγελέα. Εἰς μόνον πολίτας Ἕλληνας ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις ἐφημερίδων. Ἄρθρον 15. Οὐδεὶς ὅρκος ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος καὶ τὸν τύπον αὐτοῦ. Ἄρθρον 16. Ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τοῦ Κράτους· εἰς δὲ τὴν δημοτικὴν συντρέχει καὶ τὸ Κράτος κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης τῶν δήμων. Ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συσταίνῃ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα, συμμορφούμενος μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἄρθρον 17. Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἄρθρον 18. Αἱ βάσανοι καὶ ἡ γενικὴ δήμευσις ἀπαγορεύονται. Ὁ πολιτικὸς θάνατος καταργεῖται. Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἐκτὸς τῶν συνθέτων, καταργεῖται. Ἄρθρ. 19. Οὐδεμία προηγουμένη ἄδεια τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἀπαιτεῖται πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ τὰς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἀξιοποίνους πράξεις αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν περὶ ὑπουργῶν εἰδικῶς διατεταγμένων. Ἄρθρ. 20. Τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν εἶναι ἀπολύτως ἀπαραβίαστον. Περὶ συντάξεως τῆς πολιτείας. Ἄρθρ. 21. Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ἄρθρ. 22. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς. Ἄρθρ. 23. Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ὅστις ἐνασκεῖ τοῦτο διὰ τῶν ὑπουργῶν. Ἄρθρ. 24. Οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν, ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου, πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς. Ἄρθρ. 25. Ἐὰν πρότασις νόμου ἀποῤῥιφθῇ ὑπὸ μιᾶς τῶν δύω νομοθετικῶν ἐξουσιῶν, δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν βουλευτικὴν Σύνοδον. Ἄρθρ. 26. Ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἄρθρ. 27. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων ὑπουργῶν. Ἄρθρ. 28. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται διὰ τῶν δικαστηρίων, αἱ δὲ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως. Περὶ τοῦ Βασιλέως. Ἄρθρ. 29. Τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀνεύθυνον καὶ ἀπαραβίαστον, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ αὐτοῦ εἶναι ὑπεύθυνοι. Ἄρθρ. 30. Οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ᾖναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος· ἐν περιπτώσει δὲ ἀλλαγῆς ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου, ἂν οὐδεὶς τῶν παυσάντων Ὑπουργῶν συγκατατεθῇ εἰς τὸ νὰ προσυπογράψῃ τὸ τῆς ἀπολύσεως τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ νέου Ὑπουργείου Διάταγμα, ὑπογράφονται ταῦτα παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ νέου ὑπουργείου, ἀφοῦ οὗτος, διορισθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δώσῃ τὸ ὅρκον. Ἄρθρ. 31. Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργοὺς αὐτοῦ. Ἄρθρ. 32. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Κράτους, ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, κηρύττει πόλεμον, συνομολογεῖ συνθήκας εἰρήνης, συμμαχίας καὶ ἐμπορίας ἀνακοινόνει δ’ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν ἀναγκαίων διασαφήσεων, ἅμα τὸ συμφέρον καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους τὸ ἐπιτρέψωσιν. Αἱ περὶ ἐμπορίας ὅμως συνθῆκαι καὶ ὅσαι ἄλλαι περιέχουσι παραχωρήσεις, περὶ τῶν ὁποίων κατ’ ἄλλας διατάξεις τοῦ παρόντος Συντάγματος δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ τι ἄνευ Νόμου, ἢ ἐπιβαρύνουσιν ἀτομικῶς τοὺς Ἕλληνας, δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 33. Οὐδεμία παραχώρησις ἢ ἀνταλλαγὴ χώρας δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ νόμου. Οὐδέποτε τὰ μυστικὰ ἄρθρα Συνθήκης τινὸς δύνανται νὰ ἀνατρέψωσι τὰ φανερά. Ἄρθρον 34. Ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμούς, διορίζει καὶ παύει ὡσαύτως τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν παρὰ τοῦ Νόμου ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν. Ἄρθρον 35. Ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα Διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· οὐδέποτε δὲ δύναται ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν, οὐδὲ νὰ ἐξαιρέσῃ τινὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου. Ἄρθρον 36. Ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς Νόμους. Νομοσχέδιον, ἐπιψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μὴ κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, λογίζεται ἀκυρωθέν. Ἄρθρον 37. Ὁ Βασιλεὺς συγκαλεῖ τακτικῶς ἅπαξ τοῦ ἔτους τὴν Βουλὴν, ἐκτάκτως δὲ, ὁσάκις τὸ κρίνει εὔλογον· κηρύττει αὐτοπροσώπως ἢ δι’ ἀντιπροσώπου τὴν ἔναρξιν καὶ λῆξιν ἑκάστης βουλευτικῆς Συνόδου καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν· ἀλλὰ τὸ περὶ διαλύσεως Διάταγμα, προσυπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, πρέπει νὰ διαλαμβάνῃ συγχρόνως καὶ τὴν συγκάλεσιν, τῶν μὲν ἐκλογέων ἐντὸς δύο, τῆς δὲ Βουλῆς ἐντὸς τριῶν μηνῶν. Ἄρθρον 38. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναβάλλῃ τὴν ἔναρξιν, ἢ νὰ διακόπτῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου. Ἡ ἀναβολὴ ἢ ἡ διακοπὴ δὲν δύνανται νὰ διαρκέσωσιν ὑπὲρ τὰς τεσσαράκοντα ἡμέρας, οὐδὲ νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐντὸς τῆς αὐτῆς Βουλευτικῆς Συνόδου ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 39. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χαρίζῃ, μεταβάλλῃ καὶ ἐλαττόνῃ τὰς παρὰ τῶν δικαστηρίων καταγινωσκομένας ποινὰς, ἐξαιρουμένων τῶν περὶ Ὑπουργῶν διατεταγμένων, πρὸς δὲ, καὶ νὰ χορηγῇ ἀμνηστείαν μόνον ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργείου. Ἄρθρον 40 Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπονέμῃ τὰ κανονισμένα παράσημα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ αὐτῶν νόμου. Ἄρθρον 41. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κόπτῃ νομίσματα κατὰ τὸν νόμον. Ἄρθρον 42. Ἡ Βασιλικὴ χορηγία προσδιορίζεται διὰ νόμου, ἡ δὲ πρὸς τὸν Βασιλέα Γεώργιον Αʹ. ἐτησία χορηγία, ἐν ᾗ συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ παρὰ τῆς πρώην Ἰονίου Βουλῆς ψηφισθὲν ποσὸν, ὁρίζεται εἰς δραχμὰς ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑκατὸν εἴκοσι πέντε χιλιάδας. Τὸ ποσὸν τοῦτο δύναται νὰ αὐξηθῇ μετὰ δεκαετίαν διὰ νόμου. Ἄρθρον 43. Ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ παρόντος Συντάγματος θέλει δώσει ἐνώπιον τῆς παρούσης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τὸν ἀκόλουθον ὅρκον. «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου τριάδος νὰ προστατεύω τὴν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν τῶν Ἑλλήνων, νὰ φυλάττω το Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ νὰ διατηρῶ καὶ ὑπερασπίζω τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀκεραιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.» Ἄρθρον 44. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας, εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνᾴδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι Νόμοι. Περὶ διαδοχῆς καὶ ἀντιβασιλείας. Ἄρθρον 45. Τὸ Ἑλληνικὸν στέμμα καὶ τὰ συνταγματικὰ αὐτοῦ δικαιώματα εἶναι διαδοχικὰ καὶ περιέρχονται εἰς τοὺς κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν γνησίους καὶ νομίμους ἀπογόνους τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Αʹ. κατὰ τάξιν πρωτοτοκίας προτιμωμένων τῶν ἀῤῥένων. Ἄρθρον 46. Μὴ ὑπάρχοντος διαδόχου κατὰ τὰ ἀνωτέρω ὡρισμένα, ὁ Βασιλεὺς διορίζει αὐτὸν μὲ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τούτῳ συγκαλουμένης, διὰ τῆς ψήφου τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν καὶ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας. Ἄρθρον 47. Πᾶς διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ἀπαιτεῖται νὰ πρεσβεύῃ τὴν θρησκείαν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἄρθρον 48. Οὐδέποτε τὰ στέμματα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἄλλης οἱασδήποτε Ἐπικρατείας δύνανται νὰ συνενωθῶσιν ἐπὶ τῆς αὐτῆς κεφαλῆς. Ἄρθρον 49. Ὁ Βασιλεὺς καθίσταται ἐνῆλιξ κατὰ τὸ δέκατον ὄγδοον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτοῦ συμπεπληρωμένον. Πρὶν ἢ ἀναβῇ τὸν Θρόνον, ὀμνύει ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν Ὑπουργῶν, τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τῶν ἐν τῇ Πρωτευούσῃ Βουλευτῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀνωτέρων ἀρχῶν, τὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 43 διαλαμβανόμενον ὅρκον. Ὁ Βασιλεὺς συγκαλεῖ τὸ πολὺ ἐντὸς δύο μηνῶν τὴν Βουλὴν καὶ ἐπαναλαμβάνει τὸν ὅρκον ἐνώπιον τῶν Βουλευτῶν. Ἄρθρον 50. Ἐν περιπτώσει ἀποβιώσεως τοῦ Βασιλέως, ἐὰν ὁ διάδοχος ᾖναι ἀνήλικος ἢ ἀπὼν καὶ δὲν ὑπάρχῃ ἀντιβασιλεὺς ἤδη ὡρισμένος, ἡ Βουλὴ, καὶ ἂν ἔληξεν ἡ περίοδος αὐτῆς, ἢ διελύθη, συνέρχεται ἄνευ συγκαλέσεως τὴν δεκάτην τὸ βραδύτερον ἡμέραν μετὰ τὴν ἀποβίωσιν τοῦ Βασιλέως· ἡ δὲ Συνταγματικὴ Βασιλικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ μέχρι τῆς ὁρκωμοσίας τοῦ Ἀντιβασιλέως ἢ τῆς ἀφίξεως τοῦ διαδόχου. Ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ τῆς ἀντιβασιλείας. Ἄρθρον 51. Ἐὰν, ἀποβιώσαντος τοῦ Βασιλέως, ὁ διάδοχος αὐτοῦ ᾖναι ἀνήλικος, ἡ Βουλὴ, καὶ ἂν ἔληξεν ἡ περίοδος αὐτῆς ἢ διελύθη, συνέρχεται διὰ νὰ ἐκλέξῃ ἐπίτροπον· ἐπίτροπος δὲ τότε μόνον ἐκλέγεται, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτος ἐκ διαθήκης τοῦ ἀποβιώσαντος Βασιλέως, ἢ ὅταν ὁ ἀνήλικος διάδοχος δὲν ἔχῃ μητέρα μένουσαν εἰς τὴν χηρείαν της, ἥτις καλεῖται τότε εἰς τὴν ἐπιτροπείαν τοῦ τέκνου της αὐτοδικαίως. Ὁ ἐπίτροπος τοῦ ἀνηλίκου Βασιλέως, εἴτε διορισθῇ διὰ διαθήκης, εἴτε ἐκλεχθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος. Ἄρθρον 52. Ἐν περιπτώσει χηρείας τοῦ Θρόνου, ἡ Βουλὴ, καὶ ἂν ἔληξεν ἡ περίοδος αὐτῆς, ἢ διελύθη, ἐκλέγει προσωρινῶς διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας ἀντιβασιλέα πολίτην Ἕλληνα τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος· τὸ δὲ Ὑπουργικὸν συμβούλιον ἐνεργεῖ ὑπὸ τὴν εὐθύνην του ἐν ὀνόματι τοῦ Ἔθνους τὴν Συνταγματικὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν μέχρι τῆς ὁρκωμοσίας τοῦ Ἀντιβασιλέως· ἐντὸς δύω μηνῶν τὸ βραδύτερον ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν πολιτῶν ἰσάριθμοι τῶν Βουλευτῶν ἀντιπρόσωποι, οἵτινες, εἰς ἓν μετὰ τῆς Βουλῆς συνερχόμενοι, ἐκλέγουσι τὸν Βασιλέα διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν δύω τρίτων τοῦ ὅλου καὶ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας.
§42ΚΑΛΟΣ. Δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ζητήσω προσθήκην ἢ ἀπάλειψιν· τὸ ἄρθρον, Κύριοι, ἔχει καλῶς, καὶ οὐδεμίαν δίδει χώραν παρερμηνείας ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν συνέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐκλέξῃ προσωρινὸν Ἀντιβασιλέα, ἢ ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν ἐτελείωσε τὴν περίοδόν της· ἀλλ’ ὅταν ἡ Βουλὴ εὑρεθῇ διαλελυμένη, ἢ ὅταν λήξῃ ὁ χρόνος της, συνέρχεται αὐτοδικαίως ἵνα ἐκπληρώσῃ ἔκτακτον ἀποστολὴν, τουτέστι νὰ ἐκλέξῃ ἀντιβασιλέα· ἅμα τοῦτο πράξῃ, δὲν δικαιοῦται νὰ παραμείνῃ πλέον, καὶ θὰ ἐκλεχθῇ ἴσος ἀριθμὸς βουλευτῶν, ἵνα μετὰ τούτων προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν Βασιλέως· τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει μόνον ἡ ζῶσα οὕτως εἰπεῖν Βουλὴ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει εἰς τὰ πρακτικὰ νὰ σημειωθῇ πρὸς ὁδηγίαν εἰς τὸ μέλλον, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ τελειώσῃ τὸν βίον της ἢ διαλυθῇ, θὰ συνέλθῃ μόνον διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀντιβασιλέως, καὶ θ’ ἀπέλθῃ μετὰ τὴν ἐκλογὴν, θὰ ἐνεργηθῶσι δὲ νέαι ἐκλογαὶ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλέξωσι τὸν Βασιλέα.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ ἐννοεῖται.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει, Κύριοι, ὁ Κανονισμός. «Τὸ συναρμολογηθὲν σχέδιον τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς πληρεξουσίους 24 τοὐλάχιστον ὥρας πρὸ τῆς ἀναγνώσεως. Ἐπὶ τῆς ἀναγνώσεως ταύτης οὐδεμία νέα πρότασις, ἢ ἐξ ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, καὶ οὐδεμία τροποποίησις δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς συζήτησιν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντικείμενον ἀποκλειστικὸν τὴν συζήτησιν τοῦ κειμένου.»
§45ΚΑΛΟΣ. Δὲν προτείνω, Κ. πρόεδρε, νὰ γίνῃ τροποποίησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, ἂν ἔχῃ καλῶς, νὰ μείνῃ οὕτω, μόνον νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἢ τῆς λήξεως τῆς διαρκείας της μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀντιβασιλέως, θὰ γίνωσιν ἐκλογαὶ διπλασίου ἀριθμοῦ βουλευτῶν.
§46Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουρ. ἐξωτερικῶν). Ἡ Συνέλευσις αὐτὸ ἐνόει ὅταν ἐψήφιζε τὸ ἄρθρον.
§47ΚΑΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι πάντες λοιπόν. Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 53, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 73. Ἄρθρον 53. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἕνεκεν ἀποδημίας ἢ νόσου κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν ἀντιβασιλείας, συγκαλεῖ πρὸς τοῦτο τὴν Βουλὴν καὶ προκαλεῖ διὰ τοῦ ὑπουργείου περὶ τούτου εἰδικόν νόμον. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ βασιλεύῃ, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συγκαλεῖ τὴν Βουλὴν, ἡ δὲ Βουλὴ συνερχομένη, ἐὰν διὰ τῆς πλειοψηφίας τῶν τριῶν τετάρτων τῶν ψηφοφορησάντων ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην, ἐκλέγει Ἀντιβασιλέα, καὶ χρείας καλούσης, Ἐπίτροπον, διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας. Περὶ τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 54. Ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν πρώτην τοῦ Νοεμβρίου μηνός, ἐκτὸς ἂν ὁ Βασιλεὺς τὴν συγκαλέσῃ πρότερον. Ἡ διάρκεια ἑκάστης Συνόδου δὲν δύναται νὰ ᾖναι βραχυτέρα τῶν τριῶν μηνῶν, οὐδὲ μακροτέρα τῶν ἕξ. Ἄρθρον 55. Ἡ Βουλὴ συνεδριάζει δημοσίᾳ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, δύναται ὅμως νὰ διασκεφθῇ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν κατ’ αἴτησιν δέκα ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἂν τοῦτο ἀποφασισθῇ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει κατὰ πλειονοψηφίαν, μετὰ ταῦτα δὲ ἀποφασίζεται ἂν ἡ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος συζήτησις πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν. Ἄρθρον 56. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν· ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται. Ἄρθρον 57. Οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας. Ἄρθρον 58. Οὐδεὶς αὐτόκλητος ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀναφέρῃ τι προφορικῶς ἢ ἐγγράφως· ἀναφοραὶ ὅμως παρουσιάζονται διά τινος Βουλευτοῦ, ἢ παραδίδονται εἰς τὸ γραφεῖον. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὰς διευθυνομένας πρὸς αὐτὴν ἀναφορὰς, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδωσι διασαφήσεις, ὁσάκις ζητηθῶσι, καὶ δύναται νὰ διορίζῃ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπάς. Ἄρθρον 59. Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἢ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ Βασιλέως. Ἄρθρον 60. Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ τὴν ναυτολογίαν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν ἑκάστης Συνόδου, ἡ δὲ ἐξέτασις αὐτοῦ γίνεται παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, καὶ ψηφίζεται ἅπαξ. Ἄρθρον 61. Οὐδεμία σύνταξις ἢ ἀμοιβὴ δίδεται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἄνευ νόμου. Ἄρθρον 62. Βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης ἢ ψήφου δοθείσης παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων. Ἄρθρον 63. Βουλευτὴς, διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ σώματος· τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα. Προσωπικὴ κράτησις δὲν ἐνεργεῖται κατὰ βουλευτοῦ διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, τέσσαρας ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως, καὶ τρεῖς μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτῆς. Ἐὰν ὁ Βουλευτὴς τύχῃ διατελῶν ὑπὸ προσωπικὴν κράτησιν, ἀπολύεται ἀνυπερθέτως τέσσαρας ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου. Ἄρθρον 64. Οἱ Βουλευταὶ ὀμνύουσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὑτῶν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ καὶ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν τὸν ἑξῆς ὅρκον· «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου.» Ἀλλόθρησκοι Βουλευταὶ ἀντὶ τῆς ἐπικλήσεως «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος» ὁρκίζονται κατὰ τὸν τύπον τῆς ἰδίας αὑτῶν θρησκείας. Ἄρθρον 65. Ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ κανονισμοῦ πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της. Ἄρθρον 66. Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν, δι’ ἀμέσου, καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ταύτης ψηφισθησόμενον περὶ ἐκλογῆς Νόμον, μεταβλητὸν ὄντα κατὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις αὐτοῦ. Αἱ Βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ διατάσσονται καὶ ἐνεργοῦνται ταὐτοχρόνως καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν. Ἄρθρ. 67. Οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἔθνος καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἐπαρχίαν ὑπὸ τῆς ὁποίας ἐκλέγονται. Ἄρθρ. 68. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς· οὐδέποτε ὅμως ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὅλου τῶν Βουλευτῶν δύναται νὰ ᾖναι ἐλάσσων τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα. Ἄρθρ. 69. Οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται κατὰ τετραετίαν. Ἄρθρ. 70. Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην, ἐκ τῆς ἐπαρχίας παρ’ ἧς ἐκλέγεται, ἢ πρὸ δύο ἐτῶν τοὐλάχιστον ἐγκατεστημένος ἐν αὐτῇ, ἀπολαμβάνων πρὸ διετίας τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα, ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἄρθρ. 71. Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τὰ τοῦ δημάρχου, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκλέγονται, ἀλλ’ ἐκλεχθέντες τίθενται εἰς διαθεσιμότητα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Βουλευτικῆς περιόδου, καὶ διατελοῦσιν εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν μέχρι τῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀνακλήσεώς των. Εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς χορηγεῖται, ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν, ὑποχρεωτικῶς πέντε καὶ ἡμίσεως μηνῶν κανονικὴ ἄδεια ἀπουσίας ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν. Ἄρθρ. 72. Βουλευταὶ διοριζόμενοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἔμμισθον πολιτικὴν ἢ στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἢ προβιβαζόμενοι κατ’ ἐκλογὴν καὶ δεχόμενοι, παύουσιν ἀμέσως τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων. Ἄρθρον 73 Ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν Βουλευτῶν καὶ ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωστοποιῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς διορθώσεως ἔκαμε μίαν μεταβολήν· τὸ παρὸν ἄρθρον 73 ἦτο 74, καὶ τὸ 74 ἦτο 73.
§49ΠΟΛΛΟΙ. Καλὰ, καλά. Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80. Ἄρθρον 74. Ἡ Βουλὴ ἐκλέγει ἐκ τῶν Βουλευτῶν, κατὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης Βουλευτικῆς Συνόδου, τὸν πρόεδρον, τοὺς ἀντιπροέδρους καὶ τοὺς γραμματεῖς αὐτῆς. Ἄρθρον 75. Οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ χρέη των Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην τακτικὴν Σύνοδον δραχμὰς δισχιλίας. Ἐν περιπτώσει ἐκτάκτων Συνόδων, ἀποδίδονται αὐτοῖς μόνα τὰ ἔξοδα τῆς ἀφίξεως καὶ τῆς ἐπανόδου. Ἄρθρον 76. Οἱ Βουλευταὶ, οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἢ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι, δὲν λαμβάνουσιν εἰμὴ τὸ τυχὸν ἐλλεῖπον μέχρι τῆς ἀνωτέρω ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως. Περὶ τῶν Ὑπουργῶν. Ἄρθρον 77. Οὐδεὶς ἐκ τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας δύναται νὰ διορισθῇ Ὑπουργός. Ἄρθρον 78. Οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσιν εἴσοδον ἐλευθέραν εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ ἀκούονται ὁσάκις ζητήσωσι τὸν λόγον· ψηφοφοροῦσι δὲ μόνον ἐὰν ᾖναι μέλη αὐτῆς. Ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν παρουσίαν τῶν Ὑπουργῶν· Ἄρθρον 79. Ποτὲ διαταγὴ τοῦ Βασιλέως ἔγγραφος ἢ προφορικὴ δὲν ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης τοὺς Ὑπουργούς. Ἄρθρον 80. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐνώπιον ἐπὶ τούτῳ δικαστηρίου, ὅπερ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, θέλει συγκροτηθῆ ἐκ δώδεκα ἄλλων μελῶν, ἅτινα θέλουσι κληρωθῆ ἐξ ὅλων τῶν ὑπαρχόντων πρὸ τῆς κατηγορίας ἀρειοπαγιτῶν, ἐφετῶν καὶ προέδρων αὐτῶν. Ἡ κλήρωσις θέλει γείνει ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει· τὴν δὲ διαδικασίαν θέλει ὁρίσει μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ περὶ τούτου νόμου αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαστήριον. Εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τὰ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, τὰς ἐπιβλητέας ποινὰς καὶ τὴν διαδικασίαν· ὁ νόμος δὲ οὗτος θέλει καθυποβληθῆ καὶ ψηφισθῆ εἰς τὴν πρώτην συγκροτηθησομένην βουλευτικὴν Σύνοδον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ γίνῃ «ὅπερ προεδρεύεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ θέλει συγκροτηθῆ.»
§51ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 81, 82, 83. (Ἀριστερόθεν ὤ! ὤ!) 84, 85, 86 (Ἀριστερόθεν ὤ! ὤ!) Ἄρθρον 81. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορῇ αὐτοὺς καὶ τὸ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον δικαστήριον νὰ τοὺς δικάζῃ ἕνεκεν ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, παρανόμου εἰσπράξεως καὶ πάσης παραβάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των. Ἄρθρον 82. Ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ ἀπονείμῃ χάριν εἰς ὑπουργὸν καταδικασθέντα κατὰ τὰς ἀνωτέρω διατάξεις μόνον ἐπὶ τῇ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς. Περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἄρθρον 83. Καθίσταται πρὸς παρασκευὴν καὶ βάσανον τῶν νομοσχεδίων σῶμα συμβουλευτικὸν, ὀνομαζόμενον Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἑδρεῦον ἐν Ἀθήναις. Ἄρθρον 84. Πάντα τὰ ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως εἰσαχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, τὰ μὴ συνταχθέντα ἢ προβασανισθέντα ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας, καὶ πάντα τὰ ὑπὸ βουλευτῶν εἰς τὴν Βουλὴν προταθέντα, μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς αὐτῶν θέλουσι παραπέμπεσθαι ὑπὸ ταύτης εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὡσαύτως ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἐγκρίνῃ, δύναται νὰ παραπέμπῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ πάντα τὰ ὑπ’ αὐτῆς τροπολογηθέντα νομοσχέδια. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, λαβὸν τὰ ὡς εἴρηται διαβιβασθέντα εἰς αὐτὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχέδια, θέλει μελετᾷ τὰς διατάξεις αὐτῶν καὶ θέλει ἐκφέρει γνώμην ἐφ’ ἑκάστης τῶν διατάξεών των, τὴν ὁποίαν θέλει διαβιβάζει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ λεπτομεροῦς ἐκθέσεως ἐντὸς δέκα ἡμερῶν. Ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν παράτασιν τῆς ταχθείσης προθεσμίας, δύναται νὰ ζητήσῃ τοιαύτην παρὰ τῆς Βουλῆς, ἥτις δύναται νὰ παρατείνῃ αὐτὴν ἐπὶ δέκα καὶ πέντε ἡμέρας. Ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπὶ τῶν διατάξεων νομοσχεδίου τινὸς γνώμην του ἐντὸς τῆς εἰρημένης προθεσμίας, ἡ Βουλὴ προβαίνει καὶ ἄνευ ταύτης εἰς τὴν περαιτέρω συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἄρθρον 85. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐλάσσων τῶν δέκα καὶ πέντε, οὐδὲ μείζων τῶν εἴκοσι, ὁ δὲ μισθὸς ἑκάστου αὐτῶν προσδιορίζεται εἰς δραχμὰς ἑπτὰ χιλιάδας κατ’ ἔτος. Ἄρθρον 86. Τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διορίζονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον προσυπογράφει τὰ διατάγματα τοῦ διορισμοῦ των. Ἡ ὑπηρεσία ἑκάστου αὐτῶν εἶναι δεκαετὴς, ἐκεῖνοι δὲ τῶν ὁποίων ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας ἔληξε, δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐκ νέου. Τὰ καθήκοντα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰσὶν ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα παντὸς δημοσίου ὑπαλλήλου, πλὴν τῶν τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. (Θόρυβος Ἄ! Ἄ!)
§52ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶναι ἑπόμενον ν’ ἀκούωμεν τέτοια, ἀφ’ οὗ εἶναι τοιοῦτοι οἱ φωνάζοντες. Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 87, 88, 89, 90, 91, 92, 93 94, 95. Περὶ Δικαστικῆς Ἐξουσίας. Ἄρθρον 87. Ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ δικαστῶν διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸν νόμον. Ἄρθρον 88. Οἱ Ἀρειοπαγῖται καὶ Ἐφέται, καθὼς καὶ τὰ ψῆφον ἔχοντα μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καθίστανται ἰσόβιοι μετὰ παρέλευσιν τετραετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Συντάγματος, οἱ δὲ Πρωτοδίκαι μετὰ παρέλευσιν ἑξαετίας. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς οἱ δικασταὶ καὶ τὰ ψῆφον ἔχοντα μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατασταθῶσιν ἰσόβιοι, δὲν δύνανται νὰ παυθῶσιν ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἄρθρον 89. Τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ τῶν ψῆφον ἐχόντων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, θέλουσιν ὁρισθῆ δι’ εἰδικοῦ νόμου ἐντὸς τριετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Συντάγματος. Ἄρθρον 90. Εἰσαγγελεῖς, ἀντεισαγγελεῖς καὶ εἰρηνοδίκαι δὲν ἀπολαύουσι τῶν δικαιωμάτων τῆς ἰσοβιότητος. Ἄρθρον 91. Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα δικαστήρια, ὑφ’ ὁποιονδήποτε ὄνομα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσιν. Ἄρθρον 92. Αἱ Συνεδριάσεις τῶν δικαστηρίων εἶναι δημόσιαι, ἐκτὸς ὅταν ἡ δημοσιότης ἤθελεν εἶσθαι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη ἢ τὴν κοινὴν εὐταξίαν· ἀλλὰ τότε τὰ δικαστήρια ὀφείλουσι νὰ ἐκδίδωσι περὶ τούτου ἀπόφασιν. Ἄρθρον 93. Πᾶσα ἀπόφασις πρέπει νὰ ᾖναι ᾐτιολογημένη καὶ ν’ ἀπαγγέλληται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἄρθρον 94. Τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα διατηρεῖται. Ἄρθρον 95. Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ τύπου, ὁσάκις ταῦτα δὲν ἀφορῶσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 96, 97, 98. Ἄρθρον 96. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δικαστὴν νὰ δεχθῇ καὶ ἄλλην ἔμμισθον ὑπηρεσίαν, ἐκτὸς τῆς τοῦ καθηγητοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημείῳ. Ἄρθρον. 97. Τὰ περὶ στρατοδικείων, ναυτοδικείων, πειρατείας καὶ ναυταπάτης κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων. Ἄρθρον 98. Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, ἕνεκα γήρως ἢ διαρκῶν νοσημάτων.
§53ΚΑΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, πρὸ τοῦ ἄρθρου 99 εἶναι καλὸν νὰ τεθῇ τίτλος Γενικαὶ Διατάξεις· διότι πρὸ τοῦ ἄρθρου 101 ὑπάρχει ἡ ἐπιγραφὴ Εἰδικαὶ Διατάξεις. Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 99, 100, 101, 102, 103, 104 105, 106. Γενικαὶ διατάξεις. Ἄρθρον 99. Ἄνευ νόμου στρατὸς ξένος δὲν εἶναι δεκτὸς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν, οὐδὲ δύναται νὰ διαμένῃ εἰς τὸ Κράτος, ἢ νὰ διέλθῃ δι’ αὐτοῦ. Ἄρθρον 100. Μόνον ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ, τῶν τιμῶν καὶ τῶν συντάξεών των. Ἄρθρον 101. Αἱ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, παρ’ ὧν δικάζονται ὡς κατεπείγουσαι· αἱ ἄρσεις συγκρούσεως δικάζονται παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὐδὲν δικαστήριον, οὐδεμία δικαιοδοσία τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἄνευ εἰδικοῦ νόμου. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν νόμων ἰσχύουσιν οἱ ὑφιστάμενοι περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας. Ἄρθρον 102. Δι’ ἰδιαιτέρων νόμων, καὶ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον, θέλει ληφθῆ πρόνοια περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀποσβέσεως τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δημοσίων χρεῶν. Δι’ ἰδιαιτέρων ἐπίσης νόμων καὶ ἐντὸς τῆς πρώτης Βουλευτικῆς περιόδου θέλει ληφθῆ πρόνοια· 1) Περὶ συντάξεως νόμου κανονίζοντος τὰ προσόντα ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων· καὶ 2) Περὶ ἱκανοποιήσεως τῶν ἀγωνιστῶν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Ἄρθρον 103. Ὅλοι οἱ Νόμοι καὶ τὰ διατάγματα, καθ’ ὅσον ἀντιβαίνουν εἰς τὸ παρὸν Σύνταγμα, καταργοῦνται. Εἰδικαὶ διατάξεις. Ἄρθρον 104. Ἡ πρώτη βουλευτικὴ Σύνοδος θέλει συγκροτηθῆ μέχρι τῆς πρώτης Ὀκτωβρ. ἐπιόντος ἔτους, τὸ βραδύτερον. Ἄρθρον 105. Ἡ ἐκλογὴ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν θέλει γίνεσθαι δι’ ἀμέσου, καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας. Ἄρθρον. 106. Ἡ ἐθνοφυλακὴ διατηρεῖται.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα ἔγεινε μετάθεσις. Τὸ ἄρθρον 109 ἦτο πρὸ τοῦ ἄρθρου περὶ Ἐθνοφυλακῆς. Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 107, 108, 109, 110. Ἄρθρον 107. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος· ὡρισμέναι ὅμως διατάξεις αὐτοῦ, ἐκ τῶν μὴ θεμελιωδῶν, δύνανται ν’ ἀναθεωρηθῶσιν, ἀλλ’ ἀφοῦ παρέλθωσι δέκα ἔτη ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του, καὶ ἀφοῦ μετὰ ταῦτα βεβαιωθῇ προσηκόντως ἡ ἀνάγκη αὕτη. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως θεωρεῖται βεβαία, ἐὰν ἡ Βουλὴ κατὰ δύο συνεχεῖς βουλευτικὰς περιόδους διὰ τῶν τριῶν τετάρτων τῶν ψήφων τοῦ ὅλου αὐτῆς ἀριθμοῦ ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν δι’ ἰδίας πράξεως ὁριζούσης τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις. Ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως, διαλύεται ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ, καὶ συγκαλεῖται νέα εἰδικῶς πρὸς τοῦτο, συγκειμένη ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ἥτις ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Ἄρθρον 108. Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἄρθρου εἰς τὴν προσεχῆ Βουλευτικὴν Περίοδον, ἂν τὸ ζητήσωσι τὰ τρία τέταρτα τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 109. Τὸ παρὸν Σύνταγμα ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν, ἅμα ὑπογραφῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· τὸ δ’ Ὑπουργικὸν συμβούλιον ὀφείλει νὰ δημοσιεύσῃ αὐτὸ διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν μετὰ τὴν ὑπογραφήν. Ἄρθρον 110. Ἡ τήρησις τοῦ παρόντος Συντάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων.
§55ΚΑΛΟΣ. Προτείνω, Κ. Πρόεδρε, νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ σύνολον δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· (θόρυβος) διότι εἶναι συμφέρον νὰ ὑπάρχῃ ἑνὸς ἑκάστου γνωστὴ ἡ ψῆφος, καὶ οὐχὶ δι’ ἀναστάσεως· ἐγὼ ἕνεκα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶμαι ἐναντίος, καὶ δὲν θέλω ὑπογράψει.
§56ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συνόλου τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§57ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι, ὄχι.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες.) Παρεδέχθη.
§59ΚΑΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, δὲν ἐγένετο παμψηφεὶ δεκτὸν, ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἐκαθήμεθα.
§60ΙΩ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐκαθήμην, Κ. Πρόεδρε.
§61ΤΙΝΕΣ. Φωνάζουν ὄχι, ὄχι, νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη τὸ σύνολον τοῦ Συντάγματος καὶ συγχαίρω τὴν Συνέλευσιν· εὔχομαι ὁ θεμελιώδης οὗτος Νόμος νὰ γίνῃ πρόξενος πολλῶν ἀγαθῶν. Ζήτω τὸ Ἔθνος, Ζήτω ὁ Βασιλεὺς, Ζήτω ἡ Συνέλευσις. (Τὰς φράσεις ταύτας τοῦ Προέδρου ὑπεδέχθη ἡ Συνέλευσις διὰ ζητωκραυγῶν καὶ ἐπευφημιῶν, συνεπευφημοῦντος καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§63ΚΑΛΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον· ἂν καὶ δὲν συμμερίζωμαι αὐτὸ, φρονῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ· εἶναι δικαίωμα αὐτῶν, καὶ δὲν δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀνάγνωσιν. Ἀναγινώσκεται ὑπὸ τοῦ Θάνου Κανακάρη, ἀ........ ἕνεκα τοῦ θορύβου δὲν ἀκούεται ὁ ἀναγινώσκων........ ........................................... ........................................... ἐκ τῆς ἐλευθέρας ψήφου..........................
§64ΠΟΛΛΟΙ. (ἐκ δεξιῶν) Ψεύματα, ψεύματα. Διακόπτεται ἡ ἀνάγνωσις.
§65ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου. Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν ὁ Κ. Μακρῆς ἐν μέσῳ παρατεταμένου θορύβου τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης πτέρυγος.
§66ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν δύνανται νὰ ἀναγνωσθῶσι τοιαῦτα ἔγγραφα. Ὁ Κ. Μακρῆς ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν (ποδοκροτήματα τινά.) Ὁ Κ. Πρόεδρος λαμβάνει τὸ ἔγγραφον ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Κ. Μακρῆ.
§67ΡΟΥΚΗΣ. Νὰ τυπωθῇ ἡ διαμαρτύρησις αὕτη καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου πρέπει νὰ ἀγαλλώμεθα καὶ ὄχι νὰ διαπληκτιζώμεθα.
§69ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ διαμαρτύρησις εὐθύνει μόνον τοὺς ὑπογράψαντας.
§70ΜΑΚΡΗΣ. Ἡ διαμαρτύρησις κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐπιδοκιμάζεται ὑφ’ ὅλου τοῦ Ἔθνους (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος τοῦ ἀκροατηρίου.) Φοβοῦνται νὰ ἀκούσουν τοὺς λόγους κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (ἐκ δεξιῶν ὤ, ὤ, ὤ.)
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ προκάτοχός μου Κ. Μωραϊτίνης, ὁ τοσοῦτον ἀξιότιμος διὰ πολλοὺς λόγους, ἐπαναλαμβάνει τὴν παράκλησίν του πρὸς τὴν Συνέλευσιν (θόρυβος).
§72ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον.
§73ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Κ. Πρόεδρε, σᾶς παρουσίασα μίαν διαμαρτύρησιν, καὶ ἐπιμένω νὰ τὴν ἀναγνώσητε.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ πληρεξούσιοι δὲν ἀναφέρονται, ἔχουν τὸ βῆμα (θόρυβος παρατεταμένος.) Ἐν τῷ μέσῳ τοῦ θορύβου ἀναβαίνει εἰς τὸ βῆμα ὁ Σιδηροκαστρίτης.
§75ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΙΤΗΣ. Θέλω νὰ σᾶς ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, τὴν τελευταίαν ἡμέραν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτελέσθη τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναβῶ ἐπὶ τοῦ βήματος. Γνωρίσατε καλῶς ὅτι, ψηφίσας τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ σύνολον, ἡ ψυχή μου δὲν ἠθέλησε ποτὲ νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ τὸ κατηραμένον Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας (ποδοκροτήματα καὶ χειροκροτήματα ῥαγδαῖα.)
§76ΡΟΥΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ Συντάγματος ἐννοοῦμεν, ὅτι δὲν παραδεχόμεθα τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαλύσω τὴν συνεδρίασιν· οἱ παραδεχόμενοι τὴν διάλυσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (ὥρα 2 καὶ 20′ Μ.Μ.)
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Ν. Καμπάνης. Α. Νικολαΐδης.