1864.10.08
1,293 rows · 10,348 words · 167 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 337.
Τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1864.
(Πέμπτη.)
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν, Κ. Πρόεδρε.
§3ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Διασάφησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν δὲν γίνεται.
§4Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἐνόησα καλῶς τὴν ἀγόρευσίν του, ἔχω δικαίωμα ἢ ὄχι; (θόρυβος).
§5ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι, ὄχι.
§6Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μετὰ τὰ πρακτικά.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν.
§8Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἔχω μίαν πρότασιν, Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακρατηθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ ὑπάρχει, λοιπὸν τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλε τὴν κατάστασιν τῶν εἰς τὸν λιμένα Ἀμβέργης καταπλευσάντων Ἑλληνικῶν πλοίων ἀπὸ τοῦ 1857–1862, τὴν ζητηθεῖσαν ἀπὸ τὸν Κ. Θεοχάρην, θέλει τυπωθῆ.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, Κύριοι, περὶ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως χθὲς ἡ Συνέλευσις ἐξήγησε τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ προβῇ καὶ σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος.
§14ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§15Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§17Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Μετὰ βαθυτάτης λύπης, μὲ πάλλουσαν καρδίαν ἀναβαίνω, Κύριοι, εἰς τὸ βῆμα, ἵνα εἴπω κατὰ τὴν σπουδαιοτάτην ταύτην συνεδρίασιν ὀλίγα τινὰ, τὰ ὁποῖα νομίζω καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω εἰς τὴν Συνέλευσιν. Κύριοι, μετὰ τὸ χθεσινὸν γεγονὸς ἡ Συνέλευσις, ἥτις ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀγαπᾷ τὴν Βασιλείαν τοῦ Γεωργίου ὡς προελθοῦσαν ἐκ τῆς ἐλευθέρας καὶ παμψήφου ἐκλογῆς της, ὀφείλει, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ν’ ἀποῤῥίψῃ πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος, καὶ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἐκλεκτοῦ αὐτῆς Ἡγεμόνος πρὸς τὴν ταχεῖαν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος, ἐπιθυμίαν συνᾴδουσαν μὲ τὴν ἰδίαν αὑτῆς ἐπιθυμίαν, νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν ὑπολειπομένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Μετὰ τὴν περαίωσιν τοῦ πολιτεύματος καὶ μετὰ τὴν ὅρκισιν τοῦ Βασιλέως, ὅσοι φρονοῦν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον κακῶς ἔπραξε, καὶ μεταξὺ αὐτῶν εἶμαι καὶ ἐγὼ, ὅσοι φρονοῦν, λέγω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον κακῶς ἔπραξε συμβουλεῦσαν τὴν Βασιλείαν νὰ καταφύγῃ εἰς μέσον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ μόνη ἡ ἐσχάτη ἀπελπισία τοῦ ἔθνους, καὶ τοιαύτη κατ’ ἐμὲ δὲν ὑπῆρχε, μέσον, τὸ ὁποῖον, ἂν οὐχὶ ἄλλο, προσβάλλει τὴν φιλοτιμίαν τὴν ἐθνικὴν ἀπέναντι τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος, ὅσοι φρονοῦν, ὅτι κακῶς ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον, δύνανται νὰ φέρωσι πρότασιν ἀποδοκιμασίας κατ’ αὐτοῦ· προσθέτω δὲ, ὅτι ἐν ἐλλείψει ἄλλων ἐγὼ πρῶτος δὲν θέλω διστάσει νὰ φέρω τοιαύτην πρότασιν ἐναντίον ὑπουργείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἑδρεύουσι καὶ πολιτικοὶ φίλοι μου καὶ ἀτομικοί. (Εὖγε, εὖγε).
§18ΣΧΙΝΑΣ. Ἐθαύμασα, Κύριοι, ὅτι ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ἀγαπητός μοι συγγενὴς, ἤρχισε τὴν ἀγόρευσίν του ἄλλως καὶ ἐτελείωσε κατ’ ἐναντίον τρόπον· εἶπε δηλ. ὅτι κρίνει περιττὸν καὶ ἄτοπον νὰ γίνῃ σήμερον λόγος περὶ τοῦ διαγγέλματος, καθὼς ἡ Συνέλευσις ἔδειξε καὶ ἔχει διάθεσιν νὰ γίνῃ· ἐτελείωσε δὲ ἐξ ἐναντίας παραδεχόμενος τὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ λόγος καὶ ἀποδοκιμασία κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ διάγγελμα τοῦτο, ἀφοῦ ἐπιψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα· δηλ. ἐνῷ ἐπιβεβαιοῖ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον κάκιστα ἔπραξε, διότι ἀνεδέχθη αὐτὸς νὰ γίνῃ εἷς ἐκ τῶν πρώτων, ἂν οὐχὶ καὶ μόνος κατήγορος τοῦ ὑπουργείου, φρονεῖ κατὰ τὸ παρὸν, ὅτι πρέπει νὰ τοῦ δώσωμεν προσωρινὴν ἀμνηστείαν, ἔπειτα δὲ ὅταν ὁ Θεὸς εὐδοκήσῃ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα τοῦ Συντάγματος, νὰ κατακρίνωμεν τὴν διαγωγήν του. Κρίνω, Κύριοι, ὅτι ἡ θέσις τῶν τοιούτων ζητημάτων εἶναι πάντῃ ἀντίθετος. Χθὲς, Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐξ ἀπροόπτου τὸ ὑπουργεῖον ἐλθὸν ἔῤῥιψεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ διάγγελμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε καὶ τὸ συνώδευσεν ἐναντίον τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ ψηφίσματος, καθ’ ὃ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἐλθὼν ἐνταῦθα ἔδωκε τὸν ὅρκον, ἐναντίον, λέγω, τῆς ῥητῆς διατάξεως, ἥτις λέγει, ὅτι εἰς τὰ νομοθετήματα τῆς Συνελεύσεως ὁ Βασιλεὺς δίδει τὴν κύρωσιν εἰς ὅσα νομοθετήσει τὸ σῶμα τὸ βουλευτικὸν, ἐκτὸς τοῦ συντάγματος, δηλ. εἰς τὸ σύνταγμα πρέπει νὰ δώσῃ τὴν κύρωσιν. Ῥητὸν εἶναι τοῦτο εἰς τὸ ψήφισμα. Λοιπὸν ἐναντίον ταύτης τῆς ῥητῆς διατάξεως ἐλθὸν τὸ ὑπουργεῖον ἔῤῥιψε τὸ διάγγελμα συνοδεῦσαν αὐτὸ μὲ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερε καὶ τὸ ὁποῖον ἀντικαθίσταται εἰς τὸ ὑπόλοιπον μέρος τοῦ σχεδίου τοῦ συντάγματος, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἡ ἐπιτροπή. Πῶς λέγεται τοῦτο; δὲν εἶναι παράβασις προφανεστάτη τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου; διότι δὲν ἦλθον ὡς ὑπουργοὶ φέροντες πρότασιν.
§19ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡ. Ἀρχόμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ διαγγέλματος, ἢ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀναβολῆς;
§20ΣΧΙΝΑΣ. Ἔχω νὰ συμπεράνω ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Μαυροκορδάτου —καὶ ἔφερον αὐτὸ τὸ νέον σχέδιον οὐχὶ ὡς πληρεξούσιοι μὲ τὴν ὑπογραφήν των, ἀλλ’ ἀνυπόγραφον, καὶ μᾶς λέγουν, σᾶς στέλλομεν τοῦτο καὶ νὰ τὸ ψηφίσητε ἀντὶ τοῦ ἰδικοῦ σας. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται ἐπιπολαίως νὰ θεωρήσῃ τὸ πρᾶγμα τοῦτο, ἂν δὲν θελήσῃ ν’ ἀρνηθῇ ἑαυτὴν εἰς τὸ τέρμα τοῦ σταδίου της, νὰ ὑποστῇ αὐτὸ τὸ στίγμα καὶ ἀπέναντι ὑπουργείου, οὐχὶ ἀπέναντι Βασιλέως, διότι ὁ Βασιλεὺς ἐδῶ δὲν ἐνέχεται. Αὐτὸ εἶναι ὑπουργικὴ πρᾶξις καὶ ὡς τοιαύτην ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὴν κρίνωμεν, νὰ τὴν ἀναλύσωμεν καὶ τὴν κατακρίνωμεν. Ὑπουργικὴ λοιπὸν πρᾶξις εἶναι· διότι, Κύριοι, οὐδεὶς εἶναι θερμότερος ἐμοῦ ζηλωτὴς τῆς συνταγματικῆς Βασιλείας τοῦ Γεωργίου, ὅστις ἔστειλε μὲν ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν τὸ διάγγελμα τοῦτο, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν θερμότητα τῆς γνησίας ψυχῆς του μᾶς ἔστειλε προηγουμένως ἄλλα ἔγγραφα, γλυκύτατα καὶ τερπνότατα, τὸ μὲν ἀπὸ Κομπεχάγην, ὅταν ἐδέχθη τὸν θρόνον, τὸ δὲ ὅταν ἀπεβιβάσθη εἰς Πειραιᾶ. Συγκρίνατε τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα μὲ τὸ Διάγγελμα καὶ θέλετε ἰδεῖ, ἐκεῖ μὲν τὴν ψυχὴν τοῦ Γεωργίου, ἐδῶ δὲ ἄλλην. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε ν’ ἀναβάλλωμεν, οὔτε νὰ παραμελήσωμεν τὸ καθῆκον τοῦ νὰ συζητήσωμεν τὰ περὶ τοῦ διαγγέλματος τούτου, διότι εἶναι σοβαρώτατον· εἶναι ὑπουργικὸν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ῥίπτεται κατὰ τοῦ προσώπου τῆς συνελεύσεως μ’ ἀπειλὰς καὶ ἐκπλήξεις. Δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τοῦτο, δὲν πρέπει. Μὰ τοὺς ἐν Μαραθῶνι προκινδυνεύσαντας τῶν προγόνων δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἐγώ. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ δεχθῇ νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τοῦ διαγγέλματος, καὶ ἂν δεχθῇ τοῦτο παρακαλῶ τὸν Κ. πρόεδρον τότε τότε νὰ μοὶ δώσῃ τὸν λόγον διὰ τὴν ἀνάλυσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου.
§21ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἡ κυρία βάσις τοῦ λόγου τοῦ Κ. Σχινᾶ εἶναι ὁ ὅρκος, ὅστις λέγει, ὅτι περὶ συντάγματος προτάσεις γίνονται ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν· τὸ ἀνέγνωσα σήμερον κάλλιστα, καὶ λέγει, ὅτι αἱ προτάσεις περὶ τοῦ μέλλοντος Συντάγματος γίνονται ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀναβολῆς.
§23ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἔλθῃ μὲ μίαν αἰτιολογίαν, Κ. Πρόεδρε. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ Βασιλεὺς, ἂν ὡρκίσθη ἐπὶ τοῦ ὅρκου τούτου δὲν ἀπέβαλε τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ φέρῃ κρίσιν ἐπὶ τῶν γινομένων. Ἐν τούτοις, Κ. Σχινᾶ, θὰ μοῦ ὁμολογήσῃς ὁ ἴδιος ὅτι πολὺ ἠργήσαμεν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο.
§24ΘΕΟΧΑΡΗΣ. 23 συνεδριάσεις ἔχομεν.
§25Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς ὁμιλεῖς, Κ. Παλαμήδη;
§26ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. Ὁ Βασιλεὺς ὅμως ἠμπορεῖ νὰ μὴ γνωρίζῃ τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔκαμον ν’ ἀργήσωμεν. Ἐν τούτοις τὸ ἔγγραφον τὸ θεωρῶ βασιλικόν· ἐν τῷ δικαιώματί του...
§27Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὑπουργικόν· ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος (θόρυβος).
§28ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ὁ Ὄθων ὅταν ἔκαμνε παρατηρήσεις ἐν τῷ τέλει τοῦ Συντάγματος τὰς ἔκαμνε μὲ τὴν ὑπογραφήν του· ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ κανὼν, καὶ ὅτι πᾶν Βασιλικὸν ἔγγραφον ἐξηγοῦν τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως, πρέπει νὰ συνοδεύῃ ὑπογραφὴν τῶν ὑπουργῶν (θόρυβος)· ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα εἶναι οὐσιῶδες καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐβιάσθη νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, μολονότι ἐγὼ λέγω ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν κάμῃ καὶ προτήτερα, δύω χρόνια εἶναι ἀπὸ τῆς μεταβολῆς, δύω ἔτη Συνέλευσις, ὀκτὼ μῆνες ὑπάρχει τὸ σχέδιον. Λέγω λοιπὸν ὅτι σήμερον ἢ αὔριον ἢ μεθαύριον χωρὶς ἄλλο νὰ τελειώσῃ τὸ Σύνταγμα, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου· καὶ κατόπιν ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σχινᾶ καὶ Μαυροκορδάτου.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συμφωνῶ, Κύριοι, πληρέστατα μὲ τὸν Κ. Μαυροκορδᾶτον ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαρακτηρισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμε τοῦ ἐγγράφου τῆς 6 8βρίου. Δὲν συμφωνῶ ὅμως πρὸς αὐτὸν προτείναντα ν’ ἀπέχῃ ἡ Συνέλευσις πάσης εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἀπαντήσεως· καὶ δὲν συμφωνῶ ἴσα ἴσα διὰ τὸν σπουδαῖον, διὰ τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον τὰ ἐκ τοῦ ἐγγράφου τῆς 6 8βρίου προκύπτοντα ζητήματα παρουσιάζουν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι οὔτε συμφέρον εἰς τὴν Βασιλείαν, οὔτε εἰς τὸ ἔθνος, οὔτε τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς Συνελεύσεως νὰ παρίδῃ μίαν ἀπάντησιν, ὅταν βλέπῃ ἔνθεν μὲν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐξηπατήθη, ἔνθεν δὲ ὅτι ἡ Συνέλευσις δεινῶς ἐστιγματίσθη, καὶ τρίτον ὅταν βλέπῃ ὅτι τίθεται εἰς ἀμφιβολίαν αὐτὴ ἡ καλὴ πίστις τοῦ ἔθνους ἀπέναντι τοῦ Ἡγεμόνος· καὶ ἐνθυμίζω πάντας τοὺς συναδέλφους μου, ὅτι ἡ ἐξουσία αὐτῶν εἶναι περιωρισμένη καὶ ἔξω τῶν ὁρίων τοῦ ἀμεταθέτου τοῦ περιορισμοῦ τούτου εἶναι τὸ νὰ παραβλέψωσι τὴν τιμὴν τὴν ἐθνικὴν ὁσάκις αὕτη ὑβρίζεται.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι....
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τελειώνω. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω, λέγω, τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μαυροκορδάτου νὰ μὴ γίνῃ ἀπάντησις εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο· ὁ Κ. Μαυροκορδᾶτος ἐπρότεινεν ὅμως νὰ μὴ γίνῃ μὲν ἀπάντησις, ἀλλὰ ὑπεσχέθη, ὅτι καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἔχοντες τὸ ἴδιον φρόνημα μὲ αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἐπροξένησε τὴν ἰδίαν ἐντύπωσιν τὸ ἔγγραφον τοῦτο, θέλουν κάμει κατηγορίαν κατὰ τῶν ὑπουργῶν. Ἀποκρούω τὴν γνώμην ταύτην, καθ’ ὅσον τὴν συνέδεσε μὲ τὴν ἑτέραν πρότασιν τοῦ νὰ μὴ γείνῃ ἀπάντησις· ἡ Συνέλευσις εἶναι ἐλευθέρα, καὶ ἂν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ὑπουργοὺς, ἂς τὸ κάμῃ· ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ ἱερὸν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἔγγραφον, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐξηπατήθη, καὶ διότι τὸ ἔθνος προσβάλλεται, ἡ δὲ Συνέλευσις ἐξευτελίσθη· ὅσον δ’ ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν βραδύτητα, ἥτις δύναται νὰ ἐπέλθῃ, διὰ τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παρέμβῃ διακοπτομένης τῆς συζητήσεως τοῦ συντάγματος, θεωρῶ ἀναξίαν λόγου διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, καὶ ὄχι μόνον διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν φθείρει, ἀλλὰ σώζει, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν πιστεύω κανεὶς ἐν τῇ Συνελεύσει νὰ ἔχῃ σκοπὸν νὰ προτείνῃ, νὰ παρεμβάλῃ νομοθετήματα, νόμους ἄλλους, σχέδια ἄλλα, τὰ ὁποῖα νὰ παρεμποδίζωσι τὴν συντακτικὴν ἐργασίαν τῆς Συνελεύσεως. Εἴμεθα πάντες πρόθυμοι νὰ ἐξακολουθήσωμεν τοῦ συντάγματος τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ προθυμία δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ ὅρια τοῦ καθήκοντος· ἐπειδὴ δὲ ὁπωσδήποτε ἡ Συνέλευσις εἴτε σήμερον, εἴτε αὔριον, εἴτε ὁπωσδήποτε ἀποφασίσῃ νὰ σκεφθῇ περὶ ἀπαντήσεως, ἐὰν παραδεχθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ, ὅπως ἐγὼ συνιστῶ, πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν σχέδιον ὑπ’ ὄψιν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω ὅπερ συνέταξα.
§32ΤΙΝΕΣ. Πρόκειται περὶ ἀναβολῆς.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, δὲν παρεκτρέπομαι ἀπὸ τὸν κανονισμόν· ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Κ. Πρόεδρον πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ὑποβάλω σχέδιόν τι, ὅτε ὁ Κ. Μαυροκορδάτος εἶπεν, ὅτι ἐπεθύμει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὑπεχώρησα, ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἐπρότεινεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος, οὐδὲ ἀπάντησις εἰς αὐτό· ἐπολέμησαν ἄλλοι τὴν γνώμην του, τὴν πολεμῶ καὶ ἐγὼ, νομίζων, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἐνασχοληθῇ, ἂν δὲ σήμερον, ἢ ὄχι, τοῦτο θὰ ἀποφασίσωμεν.
§34Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὴν Συνέλευσιν νὰ μοὶ δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ ἐρωτήσω, ἂν καλῶς ἐνόησα τὸ διάγγελμα, καὶ ἤθελα νὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἡ Συνέλευσις εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται. Καὶ ὑμεῖς θέλετε νὰ ὑποβάλλετε ἔγγραφα;
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πταίω ἐγὼ, ἂν δὲν ὡμιλήσατε.
§36ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Πρὸ τῆς ἀναγνώσεως, Κ. Πρόεδρε, πάσης προτάσεως, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, εἴτε ἄλλος προτίθεται νὰ κάμῃ, ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι ἐγὼ ἐν ὀνόματι τῶν συναδέλφων μου μέλλω νὰ κάμω δήλωσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Μαυροκορδάτου, διότι φρονῶ, ὅτι ἐὰν ἡ Συνέλευσις ᾖναι διατεθειμένη νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ἑνὸς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεδήλωσαν τὴν ἐπιθυμίαν των κατὰ τοῦ διαγγέλματος, τότε ἔχω ἔνστασιν κατὰ πάσης ἀναγνώσεως, πάσης προτάσεως, διότι αἱ προτάσεις εἶναι προϊὸν τῶν γενομένων συζητήσεων καὶ διϊσχυρισμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ Κ. Δεληγεώργης κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας δύναται νὰ ἐκθέσῃ ἐν τῇ Συνελεύσει, καὶ ὡς συμπέρασμα νὰ φέρῃ τὴν πρότασίν του.
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις προτάσεων εἶναι ἀνεξάρτητος τῆς συζητήσεως καὶ προηγεῖται αὐτῆς καὶ ὅτι ἀφοῦ εἰσαχθῇ πρότασίς τις, ἔπειτα κατὰ τὴν συζήτησίν της δίδεται ὁ λόγος πρὸς ἀνάπτυξιν. Τὸ σχέδιον θέλω τὸ παραδώσει, καὶ ἡ Συνέλευσις θέλει διατάξει τὴν τύπωσιν.
§38ΜΕΤΑΞΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ ἡ ἀπάντησις;
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ἀποῤῥίψητε.
§40ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς τυπώσεως ἢ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Δεληγεώργης ἐπρότεινεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, παρατηρῶ, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι πρότασις νόμου, ἀλλ’ εἶναι σχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν ἡ Συνέλευσις, ἀποφασίσῃ νὰ συζητήσῃ· πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ ἑπομένως ἡ Συνέλευσις τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα τῆς ἀπαντήσεως, οὐδὲν σχέδιον οὔτε νὰ ἀναγνωσθῇ δύναται, οὔτε νὰ ὑποβληθῇ. Οὔτε πρέπει, Κ. Πρόεδρε, νὰ προστρέχωμεν εἰς τὴν σύγχυσιν τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως μὲ τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν προτείνει. Ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Διὰ ταῦτα ἐνίσταμαι καὶ κατὰ τῆς ἀναγνώσεως καὶ κατὰ τῆς τυπώσεως, καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ πρὸ πάντων τὸ ζήτημα, ἐὰν θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Συνέλευσις.
§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἤθελον, Κύριοι, ἐκπλαγῆ διόλου, ἂν εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν διεστρέφοντο τὰ δικαιώματα τοῦ πληρεξουσίου· ἀλλ’ ὅταν βλέπω, ὅτι ἀντίῤῥησις γίνεται ἐναντίον καὶ τῶν εἰθισμένων καὶ τοῦ κανονισμοῦ καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πληρεξουσίων ἐπὶ ζητήματος τοιούτου, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι αἰσθάνομαι ἐντύπωσιν ἀλγεινήν.
§42ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐκφράζω καὶ ἐγὼ, Κ. Πρόεδρε, τὴν βαθεῖαν λύπην μου ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ Κ. Δεληγεώργη, καθόσον θέλει νὰ προκαταλάβῃ καὶ νὰ ὑποβάλῃ γνώμην, ἥτις δὲν εἶναι συμπέρασμα μιᾶς συζητήσεως, καὶ διότι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δεληγεώργη ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ ζητήματος εἶναι μία προκατάληψις ἐπὶ πάσης συνειδήσεως καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως.
§43ΣΧΙΝΑΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα ἐπὶ τῆς συζητήσεως.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀφοῦ ἡ συζήτησις περιστρέφεται εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, νομίζω, ὅτι δύναται καὶ ὁ Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀνακαλῇ τὸν ἀγορεύοντα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς καὶ ὁποιονδήποτε τῶν Κ. πληρεξουσίων, νὰ κάμῃ παρατήρησιν πρὸς τὸν ἀγορεύοντα, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὴν οὐσίαν, πρὶν ἢ λυθῇ τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§45ΣΧΙΝΑΣ. Ἀναβολῆς ἐπὶ ῥητὴν ἡμέραν, Κ. Πρόεδρε, ὄχι ἀναβολῆς ἐπ’ ἀόριστον.
§46Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ ν’ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, Κ. πληρεξούσιον Μεσολογγίου, ἐὰν ἡ ἀπάντησις εἰς Βασιλικὸν λόγον, ἢ εἰς διάγγελμα ᾖναι μία ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας πράξεις, τὰς ὁποίας δύναταί ποτε κοινοβουλευτικὸν Σῶμα νὰ κάμῃ. Παρακαλῶ τὸν Κ. πληρεξούσιον Μεσολογγίου νὰ μὲ ἀπαντήσῃ, ἐάν ποτε τοιαύτη πρᾶξις γίνεται, εἰμὴ δι’ ἐπιτροπῆς σπουδαίας, συνήθως ψηφοφορηθείσης διὰ τοῦ σώματος καὶ εἰς τὴν ὁποίαν τὸ σῶμα ἀποδίδει μίαν μεγάλην καὶ οὐσιαστικὴν ἐντολήν· πῶς εἶναι ἑπομένως δυνατὸν νὰ αἰσθανθῇ τοιαύτην ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν ὁ Κ. πληρεξούσιος Μεσολογγίου, διότι εἰς περίστασιν, σπουδαιοτέραν ἴσως πολλῶν ἄλλων προηγουμένων ἡ Συνέλευσις δὲν ἐγκρίνει τὸ νὰ ἐπιληφθῇ ζητήματος τοιούτου μὲ τρόπον τόσον ἀπερίσκεπτον, καὶ νὰ παραχωρήσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγνωσθῇ πρὶν ἀποφασίσωμεν ἀκόμη ἐὰν θὰ γείνῃ ἀπάντησις καὶ πρὶν δεύτερον ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκλέξῃ ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἐρωτῶ τὸν Κ. πληρεξούσιον Μεσολογγίου νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν γνωρίζῃ κᾀνὲν προηγούμενον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δικαιολογηθῇ τοιαύτη πορεία τῆς Συνελεύσεως, ἐὰν γνωρίζῃ τοιοῦτον προηγούμενον εἴτε ἐν Ἑλλάδι, εἴτε ἐν ἄλλῃ ἐπικρατείᾳ, καθ’ ἣν σῶμα πολυμελὲς ἀπήντησεν εἰς Βασιλικὸν λόγον, ἢ εἰς Βασιλικὸν διάγγελμα διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν· ἑπομένως, Κ. Πρόεδρε, ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν δύναται νὰ βαδίσῃ ἄλλως πῶς, εἰμὴ λύουσα τὰ προηγούμενα προκαταρκτικὰ ζητήματα ἐὰν θὰ ἀπαντήσῃ, πῶς ν’ ἀπαντήσῃ, καὶ πότε θὰ ἀπαντήσῃ. Ὅταν θὰ ἐκλεχθῇ ἐπιτροπὴ, ὁ Κ. πληρεξούσιος Μεσολογγίου δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δύναται νὰ καθυποβάλλῃ τὰς σκέψεις του, τὰς ὁποίας δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει αὕτη ἐκτιμήσει.
§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν Κ. Βουδούρην, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησίν του τὸ ἄλγος αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐξήγησα, ἐξακολουθεῖ, ἴσως μάλιστα καὶ ηὔξησε, διότι ὁ Κ. Βουδούρης γνωρίζει πολὺ καλῶς τὴν Ἀγγλίαν, καθότι ποτὲ σχεδὸν δὲν τὸν ἤκουσα ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος χωρὶς νὰ στηριχθῇ εἰς παραδείγματα Ἀγγλικά. Ἠξεύρει λοιπὸν, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν οὐδέποτε ἔγγραφον, διάγγελμα, ἐπιστολὴ, ὁπωσδήποτε ὀνομάσατέ το, προελθὸν ἐκ τῆς Βασιλείας ἔμεινεν ἄνευ ἀπαντήσεως παρὰ τοῦ κοινοβουλίου. Δεύτερον Ἀγγλικὸν ἔθιμον εἶναι εἰς τοιαύτην περίστασιν ἡ ἀπάντησις εἰς τοιαῦτα ἔγγραφα, διαγγέλματα ἢ ἐπιστολὰς ἢ Βασιλικοὺς λόγους, νὰ γίνηται παρ’ ἑνὸς Βουλευτοῦ. Εἷς Βουλευτὴς παρουσιάζει εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως. Λοιπὸν τὸ ἄλγος ἐξακολουθεῖ, Κ. Βουδούρη, σᾶς προσθέτω ὅμως ἀκόμη, ὅτι ἔχομεν προηγούμενον μεταξὺ τῆς αὐτῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ αὐτοῦ Βασιλέως· καὶ ἂς μὲ συγχωρηθῇ νὰ ἐνθυμίσω εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ νὰ δικαιολογήσω ἔτι μᾶλλον τὰ δικαιώματά μου, τὴν ἐπιμονήν μου, ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ το, ὅτι ἐγὼ ἐπρότεινα ἄλλοτε, ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἔκαμεν ἁπλῆν ἐπιστολὴν, ἐπρότεινα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαντήσῃ καὶ ἀπήντησεν· εἶπον τότε, καὶ ἐπαναλέγω καὶ σήμερον, ὅτι ποτὲ, ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἀπευθύνηται εἰς τὸ κοινοβούλιον ἀντιπροσωπεῦον τὸ ἔθνος, δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἐστερημένος ἀπαντήσεως, διότι ποτὲ οἱ βασιλεῖς δὲν γράφουσιν ἁπλῶς διὰ νὰ παίζωσι, διὰ νὰ διασκεδάζωσιν, ἢ διὰ νὰ μὴ γράφουν πράγματα μὴ οὐσιώδη, πάντοτε γράφουν περὶ τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων, καὶ περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, καὶ ἂν ἀπευθύνωνται πρὸς τὸ κοινοβούλιον, ἀπευθύνονται, διότι πρέπει νὰ μάθωσι παρ’ αὐτοῦ κάτι τι, εἴτε τὴν γνώμην του, εἴτε τὴν ἀπόφασίν του, εἴτε τὴν ἰδέαν του. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι καὶ τὰ ἔθιμα τὰ ἐπικρατοῦντα παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης, ἣν προτείνω· καὶ τὰ προηγούμενα τῆς Συνελεύσεως εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς. Ὑπενθυμίζω δὲ καὶ πάλιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι δὲν νομίζω, πῶς προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, ὅπως τὸ περιέγραψεν ὁ ἀξιότιμος Κύριος Μαυροκορδάτος καὶ ὁ Κ. Σχινᾶς, πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις, αἱ ὁποῖαι παρά τινων ἔγειναν, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω τὴν πρότασιν ταύτην, ἡ ὁποία συγχρόνως ἔχει αὐτὸ τὸ καλὸν, ὅτι δὲν λύει τὸ ζήτημα τίνι τρόπῳ θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Συνέλευσις, πότε θὰ ἀπαντήσῃ καὶ τὰ λοιπά· ἐγὼ ἔχω δικαίωμα ὡς πληρεξούσιος νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σώματος ἓν ἔγγραφον ἀπαντήσεως, ὅταν προφανὲς ᾖναι, ὅτι πράγματι πρέπει νὰ γείνῃ ἀπάντησις, ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ πλειοψηφία εἴπῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ, ἡ μειοψηφία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, ὡς ἔχουσα ἐναντίαν γνώμην, καὶ θέλουσα νὰ ἀπαντήσῃ, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φανερώσῃ τὴν ἰδέαν της; (θόρυβος δεξιά). Κακῶς θέτετε τὸ ζήτημα μεταξὺ πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας· ὁ ἀγὼν εἰς τὸ ζήτημα τὸ προκείμενον δὲν εἶναι ποία ἰδέα θὰ ἐπικρατήσῃ, ἐὰν θὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἰδέα τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸ Βασιλικὸν διάγγελμα ἢ ἡ ἰδέα τῆς μὴ ἀπαντήσεως. Ἐντὸς τοῦ περιβόλου, Κύριοι, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἐλευθερία, καὶ ἐντὸς αὐτοῦ εἶναι ἴση καὶ ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα. Ὅταν ἡ μειοψηφία φρονῇ, ὅτι πρέπει ὁ Βασιλεὺς νὰ λάβῃ μίαν ἀπάντησιν, ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τῆς ἐπιτρέψητε νὰ καταθέσῃ αὐτὴν τὴν πρότασιν, νὰ τὴν ἀποῤῥίψητε ἠμπορεῖτε, ὄχι ὅμως νὰ τῆς ἀπαγορεύσητε νὰ τὴν καταθέσῃ ἐντὸς τοῦ περιβόλου, ἐντὸς τῆς οἰκογενείας ταύτης. Αὐτὸ ἤθελε καθιερώσει μίαν ἀνισότητα, τὴν ὁποίαν κανεὶς ἐξ ὑμῶν δὲν πιστεύω νὰ πρεσβεύῃ, εἴτε πλειοψηφία, εἴτε μειοψηφία. Τώρα ὡς πρὸς τὸ ἔγκαιρον ἢ μὴ τῆς καταθέσεως παρατηρῶ, ἂν μὲ ἀναγκάσητε νὰ τὴν καταθέτω τὴν ἡμέραν, ἥτις θέλει ὁρισθῆ πρὸς συζήτησιν, τότε θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ ματαιώσητε τὴν συζήτησιν, διότι ἀφοῦ κατατεθῇ τὸ σχέδιον, πρέπει νὰ τυπωθῇ κτλ. Διατὶ λοιπὸν ἀνακολούθως νὰ ἀποφασίζωμεν;
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, Κύριοι.
§50ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι περὶ τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως. Νομίζω....
§52ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἀφοῦ ἐζήτησεν ὁ Κ. Λομβάρδος τὸν λόγον, πρέπει νὰ τοῦ δοθῇ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ εἶναι ζήτημα τάξεως, καὶ νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἀγορεύῃ κατὰ τὴν συζήτησιν, εἰμὴ μόνον διὰ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐπαναγάγῃ τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὸ προκείμενον.
§54ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Νὰ εἰπῆτε ποῦ λέγει ὁ κανονισμὸς, ὅτι ὅταν ἕνας πληρεξούσιος ὑποβάλλῃ πρότασιν, ὅτι δὲν ἀναγινώσκεται!
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη κατὰ πρῶτον σήμερον πρότασις περὶ ἀναβολῆς πάσης συζητήσεως περὶ τοῦ διαγγέλματος, τοὐτέστιν ἡ Συνέλευσις νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, μετὰ δὲ τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτοῦ νὰ γίνῃ σκέψις περὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸ Βασιλικὸν διάγγελμα· ἀφοῦ ἔγεινε τοιαύτη πρότασις, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως πρέπει πρὸ παντὸς νὰ περιορισθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν πρότασιν ταύτην. Ὁ Κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἐὰν δὲν ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸν νὰ ἀναγνώσῃ τὸ σχέδιόν του, προσβάλλεται τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ὑποβάλλῃ ὁ Κ. Δεληγεώργης δὲν εἶναι πρότασις νομοθετικὴ, εἶναι μία πρότασις, ἡ ὁποία θὰ ᾖναι ἀποτέλεσμα μιᾶς συζητήσεως τῆς Συνελεύσεως· πρέπει κατὰ πρῶτον, ἀφοῦ πρόκειται περὶ πράξεως τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἀποφασισθῇ, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ κάμῃ ἀπάντησιν, καὶ κατόπιν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις πῶς θὰ τὴν κάμῃ, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην δύναται νὰ ὑποβληθῇ σχέδιον ἀπαντήσεως, διότι εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ἐπιτραπῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὁ ἀγορεύων προφορικῶς, προτείνω νὰ γίνῃ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἡ ἀπάντησις (θόρυβος ἀριστερά). Ἠδύνατο καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ ὁ Πρόεδρος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἀπεφασίσθη ἀκόμη νὰ γίνῃ ἀπάντησις, καὶ ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ λαλήσητε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, κατὰ μείζονα δὲ λόγον ἠμπορεῖ νὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι, Κύριε, δὲν δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε ἓν σχέδιον ἀπαντήσεως, πρὶν ἢ ἡ Συνέλευσις ἀποφασίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἀπάντησις. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι πρέπει τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα νὰ λυθῇ προηγουμένως.
§56ΣΧΙΝΑΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ Κ. Μαυροκορδάτος εἶπε μόνον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Πρόεδρος πρὸ ὀλίγου ἀνήγγειλε, δηλ. ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος εἰς τὸ τέλος τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος· ἐγὼ δὲ εἶπον, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἤδη χθὲς διὰ τῆς ἀποφάσεώς της εἶπεν, ὅτι θὰ σκεφθῇ προσεχῶς περὶ τῆς ἀπαντήσεως, πρέπει νὰ ὁρίσῃ λοιπὸν μίαν τῶν προσεχῶν ἡμερῶν, αὔριον ἢ μεθαύριον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ὁ Κ. Πρόεδρος νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ τὰ λεχθέντα.
§59ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἀρκετά.
§60ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ.
§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐγένετο πρότασις, ὅπως ἡ Συνέλευσις μὴ προβῇ εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος, ἀλλὰ νὰ ἀναβληθῇ μετὰ τὸ τέλος τοῦ Συντάγματος.
§62ΔΗΜ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ν’ ἀναβληθῇ πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ Συντάγματος.
§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλὰ, ἀλλὰ νομίζω νὰ ἤκουσα νὰ ἐξεφράσθη ἐπανειλημμένως ἡ ἰδέα ν’ ἀναβληθῇ πᾶσα ἀπόφασις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναβληθῇ· εἶναι ἔγγραφον Βασιλικὸν καὶ φερόμενον ἀπὸ τὸν ὑπουργόν· καίτοι οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν ὅλην τὴν εὐθύνην περὶ αὐτοῦ, οὐχ ἧττον εἶναι φωνὴ τοῦ Βασιλέως πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Ἡ Συνέλευσις λοιπὸν κατ’ ἐμὲ δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραβλέψῃ νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως αὐτοῦ. Ἄλλο τὸ ζήτημα ἐὰν πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ν’ ἀπαντήσῃ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπιφορτίσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἢ ἕνα πληρεξούσιον κατὰ τὰ ἔθιμα τῆς Ἀγγλίας, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρθησαν πρὸ ὀλίγου, καὶ τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι δὲν ἀνεφέρθησαν σωστὰ, διότι εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ἐπιφορτίζεται ἕνας μόνος Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἐπιφορτίζεται τότε, ὅταν προηγουμένως ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἀπάντησις· ἀλλὰ διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν, εἰμὴ μετὰ μίαν συζήτησιν περὶ τοῦ διαγγέλματος διὰ νὰ ᾖναι δικαιολογημένη ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι διὰ ν’ ἀποδείξωμεν τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλοι μας πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἔθνους, δὲν πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ· τοὐλάχιστον διὰ νὰ δείξωμεν, ὅτι ἐσκέφθημεν περὶ αὐτοῦ· ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ εἴπωμεν δὲν τὸ λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν σήμερον· εἶναι ἓν ἔγγραφον ἁπλοῦν, ἁπλούστατον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν; Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὸ κατὰ ἐμὲ, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν μετὰ ταῦτα ἂν πρέπῃ νὰ γίνῃ ἀπάντησις, καὶ πῶς πρέπει νὰ γίνῃ.
§64ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ποίαν γνώμην ἔχετε ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δεληγεώργη;
§65ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρεσβεύω ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ οἱονδήποτε πληρεξούσιον ἢ βουλευτὴν νὰ φέρῃ οἱανδήποτε πρότασιν· πρεσβεύω ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ πληρεξούσιόν τινα τοῦ νὰ καταθέσῃ ἐπὶ τῆς τραπέζης τῆς Συνελεύσεως οἱονδήποτε ἔγγραφον, ἢ, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν ἐδῶ Τράπεζαν εἰς τὴν μέσην, καθὼς εἰς τὴν Ἀγγλίαν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ προέδρου· ἀλλὰ πρεσβεύω ταυτοχρόνως, ὅτι ἡ σημερινὴ περίστασις εἶναι τοιαύτη, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει τὸ ν’ ἀναγνωσθῇ οἱονδήποτε ἔγγραφον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πρὶν προηγηθῇ μία συζήτησις, διότι πρεσβεύω ἀκόμη ὅτι ναὶ μὲν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ἀπὸ τὸν πληρεξούσιον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ καταθέσῃ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ προέδρου οἱονδήποτε ἔγγραφον, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπίσης δύναται ν’ ἀναιρέσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ νὰ εἴπῃ· δὲν θέλω ν’ ἀναγνώσω, νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν σήμερον· κατατίθεται εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Προέδρου, τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ τότε ποίαν σημασίαν θὰ ἔχῃ; Πρέπει κατὰ πρῶτον νὰ προηγηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ἐὰν θέλῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ διαγγέλματος, καὶ τότε, ἀφοῦ θὰ ᾖναι δικαιολογημένη ἡ ἀπόφασις, τότε νὰ ἀναγνωσθῇ· ὁ Κ. πρόεδρος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ κατ’ ἐμὲ τοῦ νὰ κατατεθῇ.
§66ΚΑΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, δύω λέξεις μόνον ἐπὶ πάσης ὑποθέσεως δύναται ἐνώπιον τοῦ σώματος νὰ φέρῃ ἕκαστος πληρεξούσιος οἱανδήποτε πρότασιν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δεληγεώργη εἶναι πρότασις μὴ διαφεύγουσα τὰς κοινὰς προτάσεις τὰς ὑποβαλλομένας ἐπὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου, ἑπομένως φρονῶ, ὅτι καὶ χωρὶς νὰ λαλήσῃ, εἴτε ἀφοῦ λαλήσῃ, ἔχει τὸ καθῆκον ὁ Κ. πρόεδρος νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὴν ὡς πρότασιν, ἡ δὲ Συνέλευσις, ἀφοῦ γίνῃ συζήτησις ἐν τῇ κυριαρχίᾳ της εἶναι ν’ ἀποφασίσῃ εἴτε ἐὰν πρέπῃ νὰ κάμῃ ἀπάντησιν, εἴτε ὅ,τι δήποτε ἄλλο· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις. Ἀπαντῶ δὲ εἰς τὸν Κ. Λομβάρδον, ὅτι τὸ ἔγγραφον ὅσον περισσοτέραν σπουδαιότητα τοῦ ἔδωσε, τόσον περισσοτέρας χρήζει σκέψεως. Ἑπομένως ἐὰν τὸ θεωρήσῃ ὡς ἔγγραφον Βασιλικὸν, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ θεωρήσωμεν, ἀφοῦ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπουργῶν, εἶναι ὑπουργικὸν ἔγγραφον, συμφωνῶ καθόσον ἀποβλέπει αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἔργα μας, καὶ ἀφοῦ ἀποπερατώσωμεν τὸ Σύνταγμα δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἴτε εἰς ἀπάντησιν, εἴτε εἰς ὅ,τι δήποτε ἄλλο.
§67Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουρ. Ἐξωτερικῶν). Κ. πρόεδρε, ὁ Κ. Μαυροκορδάτος προέτεινε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη χθὲς εἰς τὴν Συνέλευσιν μέχρις οὗ ἡ Συνέλευσις συζητήσῃ καὶ ψηφίσασα περαιώσῃ τὸ Σύνταγμα, ὅτε ἡ Συνέλευσις θὰ ἀποστείλῃ τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Μεγαλειότητά του, καὶ δύναται νὰ συνδέσῃ αὐτὸ μετὰ τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸ διάγγελμα· ὁ Κ. Σχινᾶς ζητήσας τὸν λόγον διὰ νὰ ἀπαντήσῃ κατὰ τῆς ἀναβολῆς ἐξέτεινε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ διαγγέλματος, καὶ ἤρχισε πάλιν νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι τὸν πείθουσιν ὅτι τὸ διάγγελμα τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καὶ ἀντεθνικὴ πρᾶξις· ὁ Κ. Δεληγεώργης προέβη περισσότερον ἀπὸ τὸν Κ. Σχινᾶν καὶ ὄχι μόνον συνεμερίζετο ταῦτα, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἡτοιμάσθη νὰ σᾶς ἀναγνώσῃ σχέδιον ἀπαντήσεως. Τὸ εἶδος τοῦτο τῆς συζητήσεως, τὴν τακτικὴν ταύτην τῆς συζητήσεως δὲν δύναμαι, Κ. Πρόεδρε, ν’ ἀποδεχθῶ. Ἡ τάξις αὕτη τῆς συζητήσεως ἀφίνει ἀφ’ ἑνὸς μὲν μέρους ἀνυπερασπίστους ἐκείνους κατὰ τῶν ὁποίων ἐκτοξεύονται τὰ βέλη των, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπιτρέπει εἰς ἕκαστον ν’ ἀρχίσῃ ν’ ἀναπτύξῃ τὰς σκέψεις του, ἑπομένως τὸ κοινὸν θὰ μένῃ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν λόγων τούτων. Ἐκφράζοντες ὅτι εἴμεθα ὑπεύθυνοι εἰς τὸ διάγγελμα τῆς Α. Μ. πρὸς τὴν Συνέλευσιν, τὸ ὁποῖον χθὲς ἀνεγνώσθη, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο συνδέεται μετὰ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρομεν, ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν λόγον τῶν πράξεών μας καὶ σήμερον καὶ αὔριον ὁπόταν ἡ Συνέλευσις θέλῃ, δὲν ἔχομεν καμμίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς· ἐὰν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφανθῇ μετὰ τὸ Σύνταγμα, ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν λόγον τότε· ἐὰν θέλῃ νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφανθῇ σήμερον ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν λόγον σήμερον· οὐδέποτε ὅμως ἀνεχόμεθα νὰ ἄρχηται ἡ συζήτησις καὶ νὰ ἐκφράζωνται γνῶμαι χωρὶς νὰ ἀκουσθῶμεν· ἐὰν δὲ ἡ Συνέλευσις θέλῃ σήμερον νὰ ἀκουσθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δεληγεώργη, πρέπει νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀρκοῦσι τὰ λεχθέντα. Τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐπιτρέπει τὴν ἀναβολὴν τῆς ἀπαντήσεως.
§69ΤΙΝΕΣ. Πρῶτον περὶ τῆς ἀναγνώσεως.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν· οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Κ. Δεληγεώργη.
§71ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀναβληθῇ.....
§73ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κ. Πρόεδρε, τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶναι σπουδαῖα· μὴ βιάζεσθε νὰ ἐννοήσωμεν τί μᾶς ζητεῖτε.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω εἶναι τὰ ζητήματα. Ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, καὶ θὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας.
§75ΓΛΑΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον τὸ ζήτημα.
§77ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐννοήσωμεν, θέλουν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις σήμερον;
§78ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Θέλομεν, Κ. Πρόεδρε, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει ὁ κανονισμὸς, ὅτι πᾶς πληρεξούσιος εἰς ὁποιανδήποτε στιγμὴν καὶ ὥραν διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ πρότασιν (θόρυβος δεξιόθεν).
§79ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Νὰ ἐρωτήσητε ἂν πρέπῃ νὰ ἀναγνωσθῇ ναὶ ἢ ὄχι.
§80ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ κανονισμὸς λέγει τὰ ζητήματα τῆς ἀναβολῆς προηγοῦνται.
§81ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἡμεῖς ζητοῦμε νὰ ἀναγνωσθῇ, ἂν θέλετε ἀποῤῥίψατέ το.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργ. Ἐσωτ.). Φοβοῦμαι νὰ μὴ γίνῃ σύγχυσις. Δύο ὑπάρχουν τὰ ζητήματα· ἓν ζήτημα τὸ περὶ ἀναβολῆς δεύτερον ζήτημα τὸ περὶ ἀναγνώσεως. Ἐρωτῶ ἤδη. Προκειμένου, ὅπως εἴπετε, νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ζήτημα περὶ ἀναβολῆς, θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§83ΚΑΛΟΣ. (ἀριστερόθεν) Ὄχι.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν ὅταν τελειώσῃ τὸ ζήτημα τὸ περὶ ἀναβολῆς, θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τὸ περὶ ἀναγνώσεως, καὶ αὐτὸ ψηφοφοροῦμεν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἢ ὅπως θέλετε· ἀλλὰ νομίζω νὰ κάμωμεν τώρα μίαν ὀνομαστικὴν κλῆσιν ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον αὐτοὶ δὲν ἐπιμένουν, καὶ ἡμᾶς μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, νομίζω πῶς εἶναι χαμένος καιρός.
§85ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὅταν ὁ Κ. Δεληγεώργης ἡτοιμάζετο νὰ ἀναγνώσῃ τὴν πρότασίν του, εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ προαποφασισθῇ τὸ ζήτημα περὶ ἀναβολῆς· ἐντεῦθεν προέκυψεν ἀντίῤῥησις καὶ ζήτημα, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀναγνωσθῇ ἢ ὄχι· ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ, ἑπομένως ἅμα ὑπάρχει ἓν ζήτημα καὶ γείνῃ ἓν παρεμπίπτον, τὸ ζήτημα τὸ παρεμπίπτον εἶναι ἀρχὴ ὅλου τοῦ κόσμου. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ Κ. Δεληγεώργης δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου πρὶν ἀποφασισθῇ τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἀναβολῆς· ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἀναγνωσθῇ· αὐτὸ λοιπὸν θὰ ἀποφασισθῇ.
§86ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἄρχομαι λέγων ὅτι τὸ διάγγελμα εἶναι σπουδαιότατον ἔγγραφον, εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξασκήσῃ μεγάλην ἐπιῤῥοὴν καὶ κατὰ συνέπειαν πᾶσα ἀναβολὴ εἶναι κακή· πρέπει ἀμέσως νὰ συζητηθῇ ἀπὸ τοῦδε, νὰ γείνῃ ἔναρξις τῆς συζητήσεως. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἄλλο, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ σχεδίου τοῦ Κ. Δεληγεώργη, δὲν εἶναι ἡ ὥρα.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
§88ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Μὰ ἐπ’ αὐτοῦ λέγω οὔτε ψηφοφορία δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, περὶ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ σχεδίου τοῦ Κ. Δεληγεώργη, πρὶν ἢ ἀποφασισθῇ τὸ ἄλλο ζήτημα, πρέπει ἀμέσως νὰ προβῇ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ διαγγέλματος καὶ τότε θὰ ἔλθῃ ἄλλο ζήτημα κατὰ τίνα τρόπον θὰ προβῇ εἰς τὴν Βασιλικὴν ἀπαίτησιν, διὰ σχεδίου συντασσομένου ἀτομικῶς ὑπὸ ἑνὸς πληρεξουσίου, ἢ θὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ συντάξῃ σχέδιον, θὰ θεωρήσῃ τοῦτο ἡ Συνέλευσις ὡς ἔγγραφον Βασιλικὸν, ἢ ὡς ἔγγραφον ὑπουργικὸν, καὶ θὰ θεωρήσῃ τοὺς ὑπουργοὺς ὡς ὑπευθύνους. Εἶναι ὅλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι γεννηθῇ ἐπὶ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου. Πρῶτον λοιπὸν πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις ἐὰν θέλει ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἐγγράφου τούτου, αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον ζήτημα, ἄλλο ζήτημα δὲν δέχομαι, ἄλλο ζήτημα εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἀντικανονικὸν, ἀντιβαῖνον εἰς τὰ εἰθισμένα.
§89ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§90ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἀπορῶ διὰ τὶ ἡ ἐναντία μερὶς, ἡ πλειοψηφία πρὸ πολλοῦ δεικνύει μίαν τάσιν ν’ ἀποφεύγῃ τὴν ψήφισιν τῶν προτάσεών μας (θόρυβος δεξιὰ). Ἐλᾶτε νὰ ψηφοφορήσητε, νὰ εἴπητε ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ κάμωμεν προτάσεις, δὲν ἔχετε τὸ θάῤῥος.
§91ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν εἶναι πρότασις.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἐπιμένετε οἱ μὲν ζητοῦντες νὰ προταχθῇ τὸ περὶ ἀναγνώσεως ζήτημα, οἱ δὲ ζητοῦντες νὰ προταχθῇ ἡ ἔνστασις τῆς ἀναβολῆς, δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς λύσιν τινὰ εἰμὴ διὰ ψηφοφορίας.
§93ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ ἔφερον ἰδιαίτερον ζήτημα ἀναβολῆς, τὸ περὶ ἀναβολῆς τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἐγγράφου· (θόρυβος).
§94ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κανεὶς δὲν ὡμίλησε περὶ τῆς ἀμέσου συζητήσεως. Πῶς ἔκλεισεν ἡ συζήτησις;
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἔκλεισε. Θὰ θέσω τὸ ἑξῆς θέμα ψηφοφορίας. Οἱ παραδεχόμενοι τοῦ νὰ προταχθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἔρχεται τώρα τὸ ἑξῆς ζήτημα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. (Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 273, 160 εἶπον ναὶ, 112 εἶπον ὄχι· εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἄρα ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἐγένετο δεκτὴ μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συντάγματος.
§97ΣΧΙΝΑΣ. Ἐκφυγὴ μάχης εἶναι τοῦτο.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη ὡς πρὸς τὸ βʹ. ζήτημα· καθήσατε. Ἰδοὺ τί ζήτημα θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Κ. Δεληγεώργη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀνάπαλιν, νὰ σηκωθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ ἀναγνωσθῇ (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ συντάγματος. Πρῶτος ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὸ δικαστήριον, ὅπερ θὰ δικάζῃ τοὺς ὑπουργοὺς, ὁ Κ. Ἰάλεμος.
§99ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἡ σπουδαιότης τοῦ ἀντικειμένου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν εἶναι, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν τῶν νέων συναδέλφων μας Ἑπτανησίων ἐντελῶς φαινομενικὴ. Μὴ ἔχετε ποτὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι θέλει ποτὲ δικασθῆ ὑπουργὸς, καὶ τοῦτο εἶχον ὑπ’ ὄψιν ὅλοι οἱ νομοθέται, ὅτι οὐδέποτε ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι κατεδικάσθη ὑπουργὸς ἐκτὸς τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἀπέσχον νὰ ὁρίσωσι ῥητῶς καὶ ὡρισμένως εἰς τὰ συντάγματα ὅλας ἐκείνας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαιοῦν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ὅλα τὰ συντάγματα, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ 14 ὑπῆρξαν ἐλλειπῆ ὡς πρὸς τοῦτο· ὁ ἡμέτερος νομοθέτης τοῦ 43 ὑπῆρξε πολὺ ἐντελέστερος, διότι ὥρισεν, ὅτι μέχρις οὗ ἐκδοθῇ νόμος εἰδικὸς περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν οἱ ὑπουργοὶ θέλουσι κατηγορεῖσθαι διὰ τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα ἔγκλημα, διὰ τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα πλημμέλημα. Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ νομοθέται ὁρίσαντες ἄλλα δευτερεύοντα ἀφῆκαν ἀόριστον τὴν ποινὴν, παραλείψαντες τὴν σπουδαιοτέραν ἐγγύησιν διὰ τὸν κατηγορούμενον, καὶ διὰ τοῦτο ὅτε κατὰ τὰ 1848 ἡ Βουλὴ τῆς Γαλλίας ἐπρότεινε τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν ἑνὸς Γερουσιαστοῦ, ἡ Γερουσία ἀπεφάνθη ὅτι δὲν δίδει τὸ μέλος αὐτῆς εἰς δίκην, διότι δὲν δύναται νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν, καὶ ἡ Βουλὴ εἶχε πληρέστατον δίκαιον. Ἔπειτα, Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φροντίσητε περὶ ποινῆς, νὰ ὁρίσητε τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ πλημμελήματα διὰ τὰ ὁποῖα θέλουν κατηγορεῖσθαι οἱ ὑπουργοὶ, ὅταν κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θέλουν εἰσαχθῆ εἰς δίκην παρὰ τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχῃ τρόπος διαδικασίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσητε συγκρότησιν δικαστηρίου, ὅταν δὲν ἔχητε διὰ τίνος διαδικασίας θέλετε τοὺς δικάσει· ἂν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς δίκης ἐκδοθῇ ὁ νόμος ὁ εἰδικὸς ὁ προβλεπόμενος παρὰ τοῦ συντάγματος, ἐγγύησις εἰς τὸν κατηγορούμενον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ· μία μόνον δίκη ἀπαντᾶται εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη τῆς Ἠπείρου, ἡ δίκη ἡ πολύκροτος τοῦ Πολινιὰκ, ἀλλὰ κατὰ τὴν δίκην ἐκείνην, καὶ μὴ νομίσετε, ὅτι κάμνω ὑπαινιγμὸν εἰς γεγονός τι ἀνάλογον τῆς Συνελεύσεως, εἰς τὴν δίκην ἐκείνην προέβησαν ἀπὸ παρανομίας εἰς παρανομίαν, ἀποδειχθέντος ὅτι ἡ Γερουσία ἐκείνη ἥτις κατὰ τὸ 1828, δὲν ἔδωσε τὸ ζητηθὲν μέλος της ὅπως δικασθῇ, ἦτον ἐν τῷ δικαίῳ της. Ἡ αὐτὴ δὲ ἐκείνη Γερουσία ἠναγκάσθη ὑπὸ τῆς νέας καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῆς ἐπικρατησάσης τὸ 1830 ἀφοῦ ἀφῃρέθησαν παρ’ αὐτῆς 95 μέλη, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε νόμος ἵνα δικάσῃ, εὑρεθεῖσα ὑπὸ την πίεσιν τῆς ἐπαναστάσεως, νὰ παραιτήσῃ μέλη τινὰ αὐτῆς ὅπως δικασθῶσι, καὶ κατόπιν νὰ τὰ δικάσῃ. Δὲν ὑπάρχουν δίκαι ὑπουργῶν ἢ μόνον εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ χαρακτηρίζονται ὑπὸ τῆς αὐθαιρεσίας. Δύο συστήματα δικῶν ἐπεκράτησαν εἰς τὴν χώραν ταύτην αἱ δίκαι αἱ γινόμεναι διὰ τακτικῆς εἰσαγωγῆς καὶ κατηγορίας ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, καὶ αἱ καταδίκαι εἴτε προγραφαί· αἱ πρῶται διακρίνονται ἀπὸ τὰς δευτέρας δι’ ἑνὸς εἴδους κανονικῆς τρόπον τινὰ διαδικασίας καὶ φαίνονται περιέχουσαι ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅλας τὰς ἐγγυήσεις τὰς ἐξασφαλιζούσας καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὸν ὑπόδικον· ἐν τούτοις καὶ εἰς τὴν πρώτην περίστασιν ἡ Γερουσία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἀποφαίνεται καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαδικασίας καὶ περὶ τῆς ποινῆς καὶ περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα φυσικῶς ἀναφαίνονται εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις· καὶ εἶναι λογικώτατον, Κύριοι, εἰς τὴν Ἀγγλίαν νὰ συμβαίνῃ τοῦτο, διότι ἡ Γερουσία κέκτηται ἀνέκαθεν τὸ δικαίωμα τοῦ δικάζειν· τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ εἶχε πληρέστατον· κανεὶς δὲν ἐδύνατο νὰ τὸ περιορίσῃ· ἦτον αὕτη ὑπέρτατον δικαστήριον, ὁμοιάζον τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅστις ἐδίκαζεν ὡς ὑπέρτατος κριτὴς ἐν Ἀθήναις, καὶ τὴν ἀρχὴν τῶν Ἐφόρων, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὴν Σπάρτην· παντοῦ λοιπὸν, Κύριοι, αἱ δίκαι τῶν ὑπουργῶν ἐχαρακτηρίζοντο διὰ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω δὲν θέλω νὰ κάμω ὑπαινιγμοὺς ἐνταῦθα. Ἄν ποτε ἤθελε παρουσιασθῆ ἐκ νέου, ὅπερ ἀπεύχομαι, ἡ ὑπόθεσις τῶν ὑπουργῶν τοῦ αἵματος, εἶμαι ἕτοιμος νὰ φέρω ὑπ’ ὄψιν σας ὅλην τὴν δίκην τοῦ Πολινιὰκ, διότι ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν ὡς παράδειγμα ἐναντίον μας χαρακτηρίζονται ἰδίως ὑπὸ τῆς αὐθαιρεσίας· οὐδεμία ἐγγύησις ἐδόθη εἰς τοὺς ὑπολόγους, καὶ πρὸ πάντων ἡ ἐγγύησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται καὶ διὰ τὰς ἐλαχίστας δίκας, ἡ ἁπλουστέρα ἐγγύησις τοῦ νὰ ᾖναι προηγουμένως ὡρισμένη ἡ ποινὴ ἡ μέλλουσα νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἡ διαδικασία κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει γείνει ἡ δίκη· αὕτη ἡ ἐγγύησις δὲν ὑπῆρχεν οὔτε εἰς τὴν Γαλλίαν κατὰ τὰ 30, οὔτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν, οὔτε θέλει ὑπάρξει ποτέ. Ἡ Γερουσία ἐκεῖ εἶναι τὸ ἀνώτατον δικαστήριον καὶ ἀποφαίνεται ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως καὶ ἀνευθύνως. Εἰς τὴν Ἤπειρον μετέφεραν πᾶν ὅ,τι εὗρον εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλ’, ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν ἐνίοτε, μετεφέρθησαν ἐκεῖ λίαν ἀδεξίως θεσμοί τινες, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν ὅλα τὰ δι’ αὐτοὺς ἀπαιτούμενα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἀγγλίαν· ἁπλῆ ἀπόδειξις τῶν λεγομένων καὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον, ὅτι συνέβη κατὰ τὸ 28 εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅτε ἡ Γερουσία μὴ θελήσασα νὰ παραδώσῃ ἓν μέλος της, εἰς τὰ 30 πιεζομένη ἐνέδωκε νὰ καθιερώσῃ καὶ νὰ μετέλθῃ ἡ ἰδία τὴν παρανομίαν. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τοὺς διαφόρους τρόπους τῆς συγκροτήσεως τοῦ δικαστηρίου· τὸ θεωρῶ ἐντελῶς δευτερεῦον καὶ μάταιον. Ἐγὼ νομίζω δυσκολωτάτην τὴν συγκρότησιν καταλλήλου δικαστηρίου, ἂν δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτο πολιτικὸν ἔχον τὴν ὑπερτάτην δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Γερουσία ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλὰ ὑποθέσατε, ὅτι εὑρίσκετε τὸν κατάλληλον σχηματισμὸν τοῦ δικαστηρίου τούτου, ἡ Βουλὴ θέλει σταματήσει εἰς τὰ πρῶτα βήματά της, διότι δὲν εἰξεύρω διά τίνος διαδικασίας θέλει τοὺς εἰσαγάγει εἰς δίκην, ἂν ἐκείνην τὴν στιγμὴν παρουσιασθῇ ἡ Κυβέρνησις καθυποβάλλουσα τοιοῦτον νόμον ἁπλῶς κανονίζοντα τὴν διαδικασίαν, ἀφίνῃ δὲ πλήρη ἐλευθερίαν τῆς ποινῆς εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο, νομίζω ὅτι δὲν παρέχει καμμίαν ἐγγύησιν εἰς τὸ ὑπόδικον ὑπουργεῖον, διότι μία κακόβουλος Κυβέρνησις καὶ μία ἐπιτηδεία Βουλὴ δύναται διὰ τοῦ τρόπου τῆς διαδικασίας μόνον νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν τύχην τῶν ὑποδίκων ὑπουργῶν. Ἐπειδὴ λοιπὸν, Κύριοι, φρονῶ ὅτι δίκη ὑπουργῶν οὐδόλως θέλει ἀπαντηθῆ εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις ἐν τῇ Ἑλλάδι, καθὼς δὲν ἀπηντήθη οὐδ’ εἰς τὴν Εὐρώπην, οὔτε εἰς τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία ἦλθεν εἰς κλονισμοὺς κοινωνικοὺς καὶ πολιτικοὺς, ἐξ ὧν ἀναγκασθεῖσα νὰ δικάσῃ ὑπουργοὺς ἀπετράπη τούτου, διότι δὲν εἶχε νόμον· ἐπειδὴ ἡ Ἑλλὰς δὲν μέλλει νὰ ἔλθῃ ποτὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κατηγορήσῃ ὑπουργοὺς οὔτε νὰ δικάσῃ, φρονῶ, ὅ,τι πᾶν ὅτι καθιεροῦται εἰς τὸ Σύνταγμα εἶναι μάταιον. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν συμβῇ δίκη ὑπουργῶν, ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι καθαρῶς πολιτικὸν, ἀφίνω διὰ τῆς προτάσεώς μου εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν δίκην αὐτήν. Διετύπωσα λοιπὸν τὴν πρότασίν μου κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. «Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἀποφασίζουσα ἡ ἰδία περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὴν δίκην αὐτήν.» Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν μόνην δίκην, ἡ ὁποία ἀπηντήθη εἰς τὴν Ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην, εἰς τὴν δίκην τοῦ Πολινιάκ.
§100Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Τέστας εἰς τὰ 47.
§101ΙΑΛΕΜΟΣ. Ὁ Κύριος Δεληγιάννης μοὶ ἐνθυμίζει τὸν Τέσταν, ἀλλὰ τότε ἐδίκαζεν ἡ Γερουσία· δόσατέ μοι σῶμα πολιτικὸν καὶ δὲν θέλω τίποτε ἄλλο. Γερουσία δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δόσατέ μοι, λέγω, σῶμα πολιτικὸν καὶ ἀφίνω ἀνοικτὴν τὴν θύραν καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, τότε ἔχω ἐγγυήσεις διὰ τὴν πολιτείαν. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ σπουδαῖον περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαντᾶται ἐν τῇ Ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ εἰς τὴν δίκην τοῦ Πολινιάκ. Ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε διαδικασία, ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἐσυζήτησε τοῦτο τὸ θέμα ἡ Βουλή· τουτέστι ποῖα καθήκοντα ἔμελλε νὰ ἔχῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐξελέχθη ν’ ἀνακρίνῃ τοὺς ὑπουργούς· ἔμελλε νὰ ἔχῃ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Πλημμελειοδικεῖον; τὴν προδικαστικὴν συζήτησιν, ἢ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλα; Ἐσυζήτησεν ἂν ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ μόνη ν’ ἀπαγγείλῃ τὴν κατηγορίαν καὶ νὰ διαβιβάσῃ αὐτὴν διά τινων μελῶν της εἰς τὴν Γερουσίαν· ἐσυζήτησε τέλος πάντων πάντα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν διαδικασίαν. Ἑπομένως, ὅταν ἐπαρουσιάσθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐνώπιον τῆς Γερουσίας, ἦσαν προμεμελετημένα καὶ ἀποφασισμένα ὅλα τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ ἐπιβεβλημένος ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ἔμελλε νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον της ἡ Γερουσία. Λοιπὸν, Κύριοι, μὴν ἐμπιστευθῆτε εἰς κανὲν ἄλλο σῶμα ἂν δὲν ᾖναι πολιτικὸν, οὔτε τὸν τρόπον τῆς διαδικασίας, οὔτε κανὲν ἐξ ἐκείνων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναφαίνονται εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις· θὰ μοὶ εἰπῆτε ἴσως, ὅτι ἂν ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία εἰσάγει τοὺς ὑπουργοὺς εἰς δίκην, αὐτὴ ἀποφαίνεται περὶ πάντων τῶν ἀντικειμένων τούτων, δὲν ὑπάρχει ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου· τότε σᾶς ἀπαντῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἂν ἀφήσητε τὸ αὐθαίρετον εἰς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θέλετε συγκροτήσει καὶ μάλιστα δικαστήριον μὴ πολιτικὸν, δὲν ἔχομεν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς πολιτείας, καὶ ἂν, Κύριοι, παραδεχθῶμεν τὸ νὰ δικάζωνται οἱ ὑπουργοὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως πιστεύω θέλει ἐπιψηφισθῆ, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις, ἡ λέγουσα, εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τὴν διαδικασίαν τὴν ποινικὴν κτλ. θέλει καταστῆ περιττὴ, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος θέλει προβῆ παραβλέπων τὰς διατάξεις ταύτας, ἐφαρμόζων τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νομίσει κατάλληλον διότι δὲν ἔχει ἄλλην διέξοδον· ἀντὶ λοιπὸν ν’ ἀφήσητε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἢ εἰς τὸ δικαστήριον τῶν πλημμελειοδικῶν νὰ ὁρίζῃ τὴν διαδικασίαν καὶ τὴν ποινὴν, προτιμήσατε νὰ ἀναθέσητε τὰ πάντα εἰς τὸ πολιτικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσαγάγει εἰς δίκην τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ ὁρίζῃ ἑκάστοτε τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον.
§102ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅσοι ὑποστηρίζουσι τὴν γνώμην νὰ δικάζωνται οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον ἐννοοῦσι προφανῶς, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἀμφισβητήσεως, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος θέλει δικάζει ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ ὅπως τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας· τὰ δὲ περὶ τῆς συλλογῆς τῶν ἀποδείξεων καὶ τῆς παραπομπῆς εἰς δίκην, τουτέστιν τοῦ βουλεύματος, ταῦτα θὰ διεξάγωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὁ Ἄρειος Πάγος μόνον ἐπὶ τῆς οὐσίας θέλει δικάζει· αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἐνόμισα καλὸν νὰ σᾶς κάμω, ὅπως σᾶς πείσω, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προδικασίας ὑπάρχει ἀμφισβήτησις.
§103ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἐνταῦθα λέγετε ὅτι «εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τὰ περὶ τῆς διαδικασίας.» Ὁπωσδήποτε γνωμοδοτῶ, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαδικασίας εἰς τὴν βουλὴν, ἥτις νὰ λύῃ ὅλα τὰ ζητήματα· διότι ὑποθέτω, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἂν ἤθελε παρουσιασθῆ τοιαύτη περίστασις, ὁ Ἄρειος Πάγος ἢ οἱονδήποτε δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἤθελε συγκροτηθῆ, ἤθελε προβῆ εἰς ἀντιποίησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει· καὶ ἐπειδὴ ἔχω ὑπόψιν, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ὅλα αὐτὰ ἐλύθησαν ὑπὸ τῆς βουλῆς, νομίζω ὅτι τὸ παράδειγμα τοῦτο δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀκινδύνως.
§104ΚΑΛΟΣ. Ἔρχομαι νὰ ἀντικρούσω τοὺς πρὸ ἐμοῦ 3 ἀγορεύσαντας· τὸν Κ. Σαράβαν, τὸν Κ. Λούζην καὶ τὸν Κ. Ἰάλεμον. Ὁ Κ. Σαράβας, ὡς νὰ ἐπρόκειτο νὰ ἀνατεθῇ, κατὰ τὴν πρότασιν τὴν ἐμὴν καὶ ἐκείνην τοῦ Κ. Διομήδους, ἡ δίκη τῶν ὑπουργῶν εἰς ἄλλους παρὰ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ προσδιορίσει ὁ νόμος ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι εὑρίσκει κακὴν τὴν πρότασιν αὐτὴν, διότι ἔνορκον δικαστήριον νὰ δικάζῃ τοὺς ὑπουργοὺς δὲν εὑρίσκει οὐδαμοῦ, ἐν ᾧ οὕτω ἐξασφαλίζεται μᾶλλον καὶ ἡ κοινωνία καὶ οἱ ὑπουργοί. Ἡ πρότασίς μου καὶ ἡ τοῦ Κ. Διομήδους παρέχουν περισσότερα ἐχέγγυα, ἑπομένως δὲν βλέπω κατὰ τί εἶναι παράλογος, καὶ μᾶλλον συμφέρουσα εἶναι καὶ μᾶλλον λογική. Ἔρχεται ὁ Κ. Λούζης καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τοῦ μέρους ἀποκρούει τὴν ἐνώπιον τακτικῶν δικαστῶν κατηγορίαν κατὰ τῶν ὑπουργῶν· ἀλλὰ τὰ δικαστήρια τῆς πρώην Ἑλλάδος ἔδειξαν ἀείποτε χαρακτῆρα εὐθυδικίας καὶ ἀνεξαρτησίας, καὶ ἑπομένως παρέχουν τὰς μεγαλητέρας ἐγγυήσεις, παρὰ τοὺς ἄλλους πολίτας. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἄλλο σῶμα πολιτικὸν βεβαίως ἔπρεπεν ἐκεῖ νὰ καταφύγωμεν, ἀφοῦ ὅμως δὲν ὑπάρχει, τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ οἱ ἐφέται παρέχουσι μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις. Ὁ Κ. Ἰάλεμος, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ἐζήτησε νὰ ἀπαλειφθῇ σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος, διότι δὲν βλέπει ποτὲ δυνατὴν τὴν ἐπιτυχίαν μιᾶς κατηγορίας, ἀφ’ ἑτέρου προτείνει νὰ σχηματίζεται τὸ δικαστήριον ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν βουλὴν, δηλ. αὐτὴ ἡ ἰδία νὰ ἐξελέγχῃ τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν, νὰ τοὺς δικάζῃ καὶ νὰ τοὺς καταδικάζῃ καὶ εἰς θάνατον. Δὲν βλέπω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται τοιαύτη πρότασις καὶ νὰ ὑποστηρίζεται μάλιστα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Κήδεται τῆς κοινωνίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν ὑπουργῶν, καὶ μολαταῦτα καταδιώκει τὴν μίαν τάξιν, προστατεύει τὴν ἄλλην. Δὲν θὰ συνταχθῇ, λέγει, ποτὲ νόμος περὶ εὐθύνης. Ναὶ, Κύριοι, καὶ πρὸς ὠφέλειαν τῆς κοινωνίας, διότι ἡ κοινωνία πρέπει πάντοτε νὰ προστατεύηται ἀπέναντι τῶν ὑπουργῶν κατὰ τὰς περιστάσεις. Ἡ πρότασίς μου δίδει εἰς τὸ δικαστήριον δύναμιν οὐχὶ πέραν τῶν κανονισμένων ὁρίων. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν, ἡ πρότασις τοῦ Κ. Διομήδους λύει τὸ ζήτημα· διότι λέγει ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ δικάζῃ κατὰ τὴν συνήθη διαδικασίαν. Δὲν εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ τὶ θέλει γίνει μετὰ τὴν ἀπόφασίν της, ἢ νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν περαιτέρω, ἅμα ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της νὰ παραπεμφθῇ ὁ ὑπουργὸς εἰς δίκην τὰ περαιτέρω εἶναι δικαίωμα του Ἀρείου Πάγου. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐμμένω εἰς τὴν πρότασίν μου, ἢ μᾶλλον τὴν συγχωνεύω εἰς τὴν τοῦ Κ. Διομήδους, εἰς τρόπον ὅμως ὥστε τὸ δικαστήριον νὰ ᾖναι δωδεκαμελὲς καὶ ὄχι δεκατριμελές, διότι ἐπιθυμῶ ἡ ἀπόφασις κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ νὰ ἀπαρτίζηται ἀπὸ 7 ἀπέναντι 5, ὅπως ἀπαιτεῖται τοῦτο καὶ παρὰ τοῖς ἐνόρκοις.
§105ΤΙΝΕΣ. Ἐὰν ᾖναι ἰσοψηφία;
§106ΚΑΛΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τότε εἶναι ἀθῷος.
§107ΣΑΡΑΒΑΣ. Αὐτὸ τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ἀπὸ ποῖον δικαστήριον συνέδρων θὰ διευθύνηται;
§108ΚΑΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην Συνέδρων· ἔχομεν ἐγγυήσεις μεγαλητέρας, Κ. Σαράβα, κατὰ τὴν πρότασίν μου· διαφωνοῦμεν μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι σεῖς θέλετε νὰ ᾖναι γνωστοὶ οἱ δικασταὶ ἐκ τῶν προτέρων ἐγὼ δὲ ἄγνωστοι.
§109ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§110ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι! Ἀπὸ τὴν μακρὰν συζήτησιν ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, δύο τινὲς γνῶμαι ἀνεφύησαν. Οἱ μὲν φρονοῦν ὅτι τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ δικάσῃ τοὺς ὑπουργοὺς πρέπει νὰ ᾖναι πολιτικόν, οἱ δὲ ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι κοινὸν, ἀλλ’ ἱστάμενον ἀρκετὰ ὑψηλὰ, ὥστε νὰ δικάζῃ τοὺς ὑπουργούς. Θὰ ἐξετάσω τὰ δύω συστήματα ἐν γένει· διότι ἅμα ἡ βάσις ἑκατέρων τούτων ἀποδειχθῇ ἐσφαλμένη, πάντα τὰ μετ’ αὐτῶν συνδεόμενα ζητήματα πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῶσι. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι οἱ λέγοντες, ὅτι τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάζῃ τοὺς ὑπουργοὺς, πρέπει νὰ ᾖναι πολιτικόν, πλανῶνται· Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς. Δύω εἰδῶν εὐθύναι παρακολουθοῦσι τοὺς ὑπουργοὺς, ἡ μία Κοινοβουλευτικὴ ἢ πολιτικὴ καὶ ἡ ἄλλη ποινικὴ ἢ δικαστική. Ἡ ά. ἐλέγχηται ὑπὸ τῶν πολιτ. σωμάτων, δηλ. ὑπὸ τῶν Βουλῶν, καὶ κυροῦται διὰ τῆς ἀποπομπῆς τῶν ὑπουργῶν ἀπὸ τῆς δημοσίας θέσεως, ἡ δὲ βʹ. ἡ δικαστικὴ ἐλέγχεται ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων καὶ κυροῦται διὰ τῆς ἐπιβολῆς ὡρισμένης ποινῆς εἰς τοὺς ὑπουργούς. Τώρα ἡ θεωρία, ἡ ἀπαιτοῦσα πολιτικὸν δικαστήριον, συγχέει προφανῶς τὰς δύω ταύτας εὐθύνας, καὶ ἐκ τῆς συγχύσεως ταύτης προέκυψεν ἡ πλάνη. Ὑποθέτουν, ὅτι πρόκειται περὶ κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης· ἀλλ’ αὐτὴ καθ’ ἑκάστην στιγμὴν παρακολουθεῖ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ἐλέγχεται διηνεκῶς ὑπὸ τῶν Νομοθετικῶν σωμάτων. Ὅταν ἐκτὸς αὐτῆς πρόκηται νὰ καταγνωσθῇ ἡ ποινὴ, τότε πρέπει νὰ ἀποφανθῇ κυρίως ἡ δικαστικὴ ἀρχή. Μὴ σᾶς παρασύρῃ δὲ ἡ ἰδέα ὅτι ἡ Γερουσία, ἥτις ἐδίκαζε τοὺς ὑπουργοὺς ἦτο πολ. Σῶμα, διότι ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων τῆς Ἀγγλίας, ὅθεν ἐλήφθη ἡ διάταξις αὕτη, ἔχει ἴδιον τμῆμα δικαστικὸν, καὶ εἰς τοῦτο παραπέμπονται οἱ ὑπουργοὶ, ὥστε ἡ Γερουσία ἐδίκαζεν ὡς δικαστήριον τακτικόν. Ἡ παρατήρησις αὕτη σᾶς πείθει ἐκ προοιμίων, ὅτι ὅλα τὰ δικαστήρια τὰ πολιτικὰ, τὰ ὁποῖα ἐπροσπάθησαν νὰ σχηματίσουν, εἶναι εἰς τὴν βάσιν των ἐσφαλμένα. Καὶ ἀπόδειξις ἡ οἰκτρὰ ἀμηχανία, εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ ὀπαδοὶ τῆς θεωρίας ταύτης εἰς τὸ νὰ εὕρουν αὐτὸ τὸ πολιτικὸν δικαστήριον. Οἱ μὲν τὸ ζητοῦν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, δηλ. θέλουν ἡ ἰδία Βουλὴ νὰ κατηγορῇ καὶ νὰ καταδικάζῃ τοὺς ὑπουργούς· ἄλλοι αἰσθάνονται τὸ ἄτοπον τῆς συγχύσεως εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον τοῦ κατηγόρου καὶ δικαστοῦ, καὶ νομίζουν, ὅτι διορθόνουν τὸ σφάλμα, ἐὰν δώσουν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκλέγῃ εἰς ἑκάστην εἰδικὴν περίπτωσιν τοὺς δικαστὰς εἴτε ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς μελῶν, εἴτε καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου αὐτῆς. Ἀλλ’ εἶναι προφανὲς ὅτι καὶ οὕτω συντρέχει τὸ αὐτὸ ἀτόπημα· διότι μία πλειονοψηφία, ἥτις θέλει νὰ κρεμάσῃ τοὺς ὑπουργοὺς, θὰ ἐκλέξῃ καὶ τὰ κατάλληλα πρὸς τοῦτο ὄργανα εἴτε ἐκ τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς.
§111ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην ἕνας ὑπουργὸς, νὰ συγκροτηθῇ τὸ δικαστήριον ἀπὸ μίαν τάξιν τῶν δικηγόρων ἢ ἄλλων δικαστῶν. Ὁρίζει αὐτὴ ἡ ἰδέα πρόσωπα;
§112ΜΙΛΗΣΗΣ. Θὰ ἔχετε πάντοτε ἔκτακτον δικαστήριον καὶ σχεδὸν γνωστὰ τὰ μέλη του. Περιττὸν θεωρῶ, Κύριοι, νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ ἑκάστης τῶν προτάσεων, αἵτινες στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἰδέας τοῦ πολιτικοῦ δικαστηρίου, ἅπασαι εἶχον, ὡς βλέπετε βάσιν σαθράν. Ἐκ τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἀντιθέτου συστήματος, καθ’ ὃ τακτικὴ δικαστικὴ ἀρχὴ πρέπει νὰ δικάζῃ τοὺς ὑπουργοὺς, ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατηγορουμένους, τινὲς ὑποβάλλουν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν δὲν παραδέχομαι. Ὁ πρῶτος εἰσαγαγὼν τὴν τροπολογίαν ταύτην εἶναι ὁ Κ. Διομήδης, καὶ λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι παρὼν νὰ τῷ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν.
§113ΙΑΛΕΜΟΣ. Εἶναι ὁ Κ. Καλός.
§114ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποῦ κατώρθωσεν ὁ Κ. Διομήδης νὰ εὕρῃ αὐτὰ τὸ καινοφανὲς δικαστήριον τὸ ὁποῖον διὰ τῆς τροπολογίας του προτείνει; ἐρωτῶ αὐτὸν ἢ τὸν ἀντιπρόσωπόν του Κ. Καλὸν, εἰς ποῖον μέρος ἀπήντησεν, ὅτι διὰ κληρώσεως συνιστᾶται τακτικὸν δικαστήριον.
§115ΚΑΛΟΣ. Ἐνταῦθα, ὅταν τὸ σχηματίσει ἡ Συνέλευσις.
§116ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον πρώτην φορὰν ἀπαντῶ δικαστήριον τακτικὸν συνιστάμενον διὰ κληρώσεως. Ἤξευρα μέχρι τοῦδε, ὅτι μόνον ὁρκωτὸν δικαστήριον ἔχον ἀποστολὴν ν’ ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ζητημάτων δύναται διὰ κληρώσεως νὰ συνιστᾶται, καὶ ὅτι παρ’ αὐτῷ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἓν τακτικὸν δικαστήριον, ἐφαρμόζον τὸν νόμον, ἀφ’ οὗ βεβαιωθῇ τὰ γεγονότα ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους. Μοὶ ἐπεφυλάσσετο νὰ μάθω, ὅτι τακτικὸν δικαστήριον ἄνευ δικαστηρίου συνέδρων δύναται νὰ συστηθῇ διὰ κληρώσεως. Εὐχαριστῶ τὸν νομομαθῆ καθηγητὴν τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου διὰ τὸ πολύτιμον τοῦτο μάθημα (γέλως). Ἡ μόνη λοιπὸν, Κύριοι, ὀρθὴ ἰδέα κατ’ ἐμὲ εἶναι, ὅτι, ἀφ’ οὗ κατηργήσαμεν τὴν Γερουσίαν, ἥτις ἔμελλε νὰ δικάσῃ τοὺς ὑπουργοὺς ὡς δικαστήριον, δὲν μᾶς μένει ἄλλο παρὰ νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τὸν Ἄρειον Πάγον· τὸ δικαστήριον τοῦτο θὰ δικάζῃ κατὰ τὴν ἰδίαν του διαδικασίαν, ἐκτὸς τῶν μεταῤῥυθμίσεων, τὰς ὁποίας θὰ εἰσαγάγῃ ὁ εἰδικὸς νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Καὶ διὰ τί, Κύριοι, φοβεῖσθε νὰ ἀναθέσητε εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑπουργῶν; Ἂν ἔχητε σκοπὸν νὰ καταστήσητε τοὺς δικαστὰς ἰσοβίους, τί φόβος ὑπάρχει; ἐγὼ μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν βλέπω τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ζητοῦν νὰ ἀποκρούσουν, καταφεύγοντες εἰς συστήματα καινοφανῆ καὶ παράλογα. Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαράβα, ὅπως ἔχει, διότι αὐτὴν καὶ μόνην θεωρῶ καὶ πρακτικὴν καὶ ὀρθήν.
§117ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§118ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δύω λέξεις, Κύριοι.
§119ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§120ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον.
§121ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε Πρόεδρε. Ἐρωτήσατε.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε λοιπὸν, Κύριοι, νὰ ἐρωτήσω. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου, Κύριοι, ὑπάρχουσιν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι τοῦ Κ. Σαράβα. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις δικάζει αὐτοὺς, συγκροτούμενος ἐξ ὅλων τῶν τακτικῶν αὐτοῦ μελῶν καὶ τῶν Προέδρων τῶν ἐφετείων τοῦ Κράτους. Εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τὰ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τὰς ἐπιβλητέας ποινὰς καὶ τὴν διαδικασίαν.
Ὁ πληρεξούσιος Οἰτύλου
Δ. ΣΑΡΑΒΑΣ.
Εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὴν πρότασιν τῶν ὑπουργῶν.
§123ΜΙΛΗΣΗΣ. Δηλαδὴ ἡ πρότασις τῶν ὑπουργῶν εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν τοῦ Κ. Σαράβα.
§124ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὴν πρότασίν μου εἶχον ὑποβάλει πρὸ 5, 6 ἡμερῶν.
§125ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἐδικήν μου ἂν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σαράβα ᾖναι σύμφωνος μὲ τὴν τῶν ὑπουργῶν, ἢ τἀνάπαλιν εἶναι τὸ ἴδιον.
§127ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις τοῦ Κ. Διομήδους. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐνώπιον ἐπὶ τούτῳ δικαστηρίου, ὅπερ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, θέλει συγκροτηθῆ ἐκ δώδεκα ἄλλων μελῶν, ἅτινα θέλουσι κληρωθῆ ἐξ ὅλων τῶν ὑπαρχόντων πρὸ τῆς κατηγορίας Ἀρειοπαγιτῶν, Ἐφετῶν καὶ Προέδρων αὐτῶν. Ἡ κλήρωσις θέλει γίνει ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει· τὴν δὲ διαδικασίαν θέλει ὁρίσει μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ περὶ τούτου Νόμου αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαστήριον.
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ.
Ὁ Κ. Χρηστόπουλος νομίζει, ὅτι διέγραψε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὴν πρότασιν. Ἠξεύρω, Κύριε Διομήδη, ὅτι ἔχετε μίαν πρότασιν φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν καὶ τὴν τοῦ Κ. Χρηστοπούλου, τὴν ὁποίαν ἐζητήσατε, καὶ ἀντὶ ταύτης μοὶ ἐφέρατε μίαν ἄλλην φέρουσαν μόνον τὴν ἐδικήν σας ὑπογραφήν. Πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐνώπιον δωδεκαμελοῦς δικαστηρίου, συγκροτουμένου διὰ κληρώσεως μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων καὶ ὑπαρξάντων μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων. Εἰδικὸς νόμος κλπ.
Α. ΚΑΛΟΣ.
Τοῦ Κ. Κ. Πετσάλη. Ἅμα γίνῃ πρότασις περὶ κατηγορίας τῶν ὑπουργῶν, θέλει σχηματίζεται δωδεκαμελὲς δικαστήριον ἐκ Βουλευτῶν διὰ κλήρου προσδιοριζομένων, οἵτινες μὴ λαμβάνοντες μέρος εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς παραπομπῆς θέλουσι δικάζει τοὺς ὑπουργούς.
Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ.
Τοῦ Κ. Παντολέοντος. Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τῶν ὑπουργῶν. Ἐκλέγει ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ 3 ἐκ τῶν μελῶν της διὰ νὰ ἀνακρίνωσι τὴν κατὰ τῶν ὑπουργῶν κατηγορίαν· ἕτερα δὲ τρία μέλη διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν κατηγορίαν ἥτις δικάζεται ὑπὸ 36 Βουλευτῶν ἐκλεγομένων διὰ κλήρου. Ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ ποινῶν καὶ περὶ διαδικασίας. Ἀθήνῃσι, τὴν 7 Ὀκτωβρίου 1864.
Ὁ πληρεξούσιος Ἀδριανουπόλεως
Ν. ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ.
§129ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὁ Κ. Παντολέων ἔχει καὶ ἑτέραν· πρέπει νὰ μᾶς εἴπῃ ποίαν ἐκλέγει.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δευτέρα πρότασις τοῦ Κ. Παντολέοντος. «Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τῶν ὑπουργῶν, ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν συγκαλοῦνται οἱ ἐκλογικοὶ σύλλογοι ἑκάστης ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, καὶ ἐκλέγει ἕκαστος αὐτῶν ἕνα δικαστήν· οἱ οὕτως ἐκλεχθέντες συνέρχονται εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ δικάζουσι δημοσίᾳ συνεδριάσει τοὺς ὑπουργούς. Ἰδιαίτεροι Νόμοι θέλουσι κανονίσει τὰ περὶ ἐκλογῆς τῶν δικαστῶν, τὰ τῆς δικαιοδοσίας καὶ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ἀθήνῃσι 7 8βρίου 1864.
Ὁ πληρεξούσιος Ἀδριανουπόλεως
Ν. ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ.
§131ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Δηλαδὴ αὐτὴ ἀφίνει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν λαόν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ Κ. Ζωγράφου. «Ἑπταμελὴς ἐκ Βουλευτῶν ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἥτις δικάζει αὐτοὺς εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν λαμβάνει μέρος εἰς τὴν δίκην. Εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει κτλ. Τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου. «Νὰ ἀντικαταστήσωσι τὰς λέξεις Γερουσία καὶ Γερουσιασταὶ αἱ λέξεις Ἄρειος Πάγος καὶ Ἀρειοπαγῖται». Τροπολογία τοῦ Κ. Ζέζου. «Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον δικαστηρίου συγκροτουμένου ὑπὸ Προέδρων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τοῦ Κράτους ἴσου τὸν ἀριθμὸν πρὸς τὰς Ἐπαρχίας αὐτοῦ. Πρὸς συγκρότησιν δὲ τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἑκάστης Ἐπαρχίας, κατὰ πρόσκλησιν τοῦ διοικοῦντος αὐτὴν, ἐκλέγουσι διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ἕνα ἐκ τῶν παρέδρων αὐτῶν· πρὸς ἀπαρτίαν δὲ ἑκάστης ἐκλογικῆς συνελεύσεως ἀπαιτοῦνται τὰ τρία τέταρτα τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν δημοτικῶν συμβούλων. Τὸ δικαστήριον τοῦτο συνεδριάζει ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βασιλείου καὶ προεδρεύεται ὑπὸ προέδρου, ἐκλεγομένου δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ἐκ τῶν μελῶν του· πρὸς συγκρότησιν δὲ συνεδριάσεως ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον τὰ τρία τέταρτα τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν του. Εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τὰ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, τὰς ἐπιβλητέας ποινὰς καὶ τὴν διαδικασίαν. Τοῦ Κ. Παλαμήδη. «1. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατηγοροῦνται οἱ ὑπουργοὶ εἴτε ἐκ Βουλευτῶν εἴτε ἐκ τῶν πολιτῶν. 2. Ὑπ’ αὐτῆς διορίζεται διὰ κληρώσεως ἑπταμελὴς ἐπιτροπὴ, ἥτις κάμνει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐξετάσεως, ἤτοι περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς πρὸς κατηγορίαν ὕλης. Ἡ δὲ Βουλὴ ἀποφαίνεται περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ἢ μὴ ταύτης. 3. Μετὰ τὸ παραδεκτὸν αὑτῆς παραπέμπεται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον συγκείμενον ἐκ τῶν ὅλων μελῶν αὐτοῦ καὶ τῶν προέδρων τῶν Ἐφετῶν, εἰς δὲ τὴν ἐκδίκασιν προεδρεύει ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Τοῦ Κ. Λούζη. «Ἐνώπιον εἰδικοῦ ὁρκωδικείου ἀπαρτιζομένου ἐξ 25 μελῶν, τῶν μὲν 24 ἐκλεγομένων ἐξ ἴσου παρά τε τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κατηγορουμένου ὑπουργοῦ, τοῦ δὲ 25 διὰ κληρώσεως μεταξὺ ἓξ ὀνομάτων, τριῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ τριῶν ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου ὑπουργοῦ. Οὐδεὶς τοῦ δικαστικοῦ συλλόγου δύναται νὰ ᾖναι μέλος τοῦ ὁρκωδικείου τούτου». Τοῦ Κ. Νάζου. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις δικάζει αὐτοὺς, συγκροτούμενος ἐξ ὅλων τῶν τακτικῶν αὑτοῦ μελῶν καὶ ἐκ τῶν προέδρων τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους. Εἰδικὸς Νόμος θέλει ὁρίσει τὰ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τὰς ἐπιβλητέας ποινὰς καὶ τὴν διαδικασίαν. Ὁ Νόμος δὲ οὗτος θέλει καθυποβληθῆ καὶ ψηφισθῆ εἰς τὴν πρώτην συγκροτηθησομένην Βουλευτικὴν Σύνοδον. Ἂν μοὶ ἐπιτρέπητε, θὰ ὑποβάλλω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαράβα.
§133ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§134ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἀπωτέρω εἶναι ἡ τοῦ Κ. Διομήδους.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν βλέπω διὰ τί εἶναι ἀπωτέρα. Ἐλησμόνησα Κύριοι, ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους τῶν προτάσεων νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰαλέμου. «Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς, ἀποφασίζουσα αὐτὴ ἡ ἰδία περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὴν δίκην αὐτῶν.»
§136ΙΑΛΕΜΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἀπωτέρα.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ἄλλοι φωνάζουν, ὅτι εἶναι τοῦ Κ. Διομήδους, λοιπὸν τὰς ψηφοφοροῦμεν ὅλας διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§138ΑΘΑΝ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, δύω συστήματα παρουσιάζονται. Τὸ μὲν ἓν ἰσχυρίζεται ὡς καλὸν, ὡς παρέχον ἐγγυήσεις τὸ νὰ δικάζωνται οἱ κατηγορούμενοι ὑπουργοὶ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων Ἀρείου Πάγου, Ἐφετῶν καὶ λοιπῶν, τὸ δὲ ἕτερον σύστημα ἰσχυρίζεται ὅτι πρέπει νὰ δικάζωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἄλλο σύστημα δὲν ὑπάρχει· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι κατ’ ἀντιπαράθεσιν πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπαλλαττόμεθα καὶ ἀπὸ περιττὰς ψηφοφορίας.
§139ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§140ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δηλαδὴ ἢ ὑπὸ δικαστῶν, ἢ ὑπὸ Βουλῆς καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεται αὐτὸ τὸ σύστημα ἡ Συνέλευσις;
§142ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν κατὰ πρῶτον, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀπώτερον, ἐὰν ἡ Συνέλευσις παραδέχεται νὰ δικάζωνται ἀπὸ δικαστάς. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ δικάζωνται οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ δικαστήριον συγκείμενον ἐκ δικαστῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Παρεδέχθη. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπετε τώρα, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἐὰν παραδέχηται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαράβα.
§144ΠΟΛΛΟΙ. Τοῦ Κ. Διομήδους.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ τοῦ Κ. Διομήδους ἔχει μικτὸν σύστημα.
§146ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἴσα ἴσα διὰ τοῦτο ἔχει περισσοτέραν ἐγγύησιν καὶ ὁ ὑπουργὸς καὶ ἡ κοινωνία.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Διομήδης λέγει. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐνώπιον ἐπὶ τούτῳ δικαστηρίου, ὅπερ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, θέλει συγκροτηθῆ ἐκ δώδεκα ἄλλων μελῶν, ἅτινα θέλουσι κληρωθῆ ἐξ ὅλων τῶν ὑπαρχόντων πρὸ τῆς κατηγορίας Ἀρειοπαγιτῶν, Ἐφετῶν καὶ Προέδρων αὐτῶν. Ἡ κλήρωσις θέλει γίνει ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει· τὴν δὲ διαδικασίαν θέλει ὁρίσει μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ περὶ τούτου Νόμου αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαστήριον. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί.) Τὸ γραφεῖον ἀμφιβάλλει. Τὸ ἀνάπαλιν θὰ παρακαλέσω, δὲν παρακαλῶ ἀκόμη, θὰ παρακαλέσω νὰ σηκωθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχονται τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ. Λοιπὸν οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί.) Τὸ γραφεῖον ἀμφιβάλλει πάλιν, λοιπὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ λέγουν, Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, Ὄχι.
§148ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐρωτήσατε πάλιν τὸ ἀνάπαλιν ἴσως διευκρινισθῇ.
§149ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§150ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν θὰ ἐρωτήσητε πάλιν δι’ ἀναστάσεως, νὰ ᾖναι τὸ γραφεῖον ἐσχηματισμένον καὶ ἐκ τῶν δύω μερίδων.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπὸν δύω ἐξ αὐτῆς τῆς μερίδος. Δι’ ἀναστάσεως θὰ ἐρωτήσω ἐὰν παραδέχεται ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ.
§152ΔΕΠΑΣΤΑΣ. Ἀναγνώσατέ την πάλιν, παρακαλῶ.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐνώπιον ἐπὶ τούτῳ δικαστηρίου, ὅπερ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, θέλει συγκροτηθῆ ἐκ δώδεκα ἄλλων μελῶν, ἅτινα θέλουσι κληρωθῆ ἐξ ὅλων τῶν ὑπαρχόντων πρὸ τῆς κατηγορίας Ἀρειοπαγιτῶν, Ἐφετῶν καὶ Προέδρων αὐτῶν. Ἡ κλήρωσις θέλει γίνει ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει· τὴν δὲ διαδικασίαν θέλει ὁρίσει μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ περὶ τούτου Νόμου αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαστήριον. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ὅλαι αἱ ἄλλαι τροπολογίαι ἀποῤῥίπτονται.
§154ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶναι τοῦ Κ. Νάζου.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Νάζος ἔχει μίαν προσθήκην λέγουσαν, ὅτι, Εἰδικὸς Νόμος θέλει ὁρίσει τὰ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τὰς ἐπιβλητέας ποινὰς καὶ τὴν διαδικασίαν. Ὁ Νόμος δὲ οὗτος θέλει καθυποβληθῆ καὶ ψηφισθῆ εἰς τὴν πρώτην συγκροτηθησομένην Βουλευτικὴν Σύνοδον.
§156ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς ποῖον Κράτος ἐπεψηφίσθη νόμος περὶ εὐθύνης; τὰ ἀδύνατα θὰ ζητήσωμεν;
§157Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Πρόεδρε, ὁ Κ. Διομήδης σᾶς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν πρὸ τῆς ψηφοφορίας ὅτι ἐξ ἕνδεκα δικαστῶν θὰ συγκροτεῖται τὸ δικαστήριον· εἰς τὴν πρότασιν φαίνεται ἐκ δώδεκα.
§158ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσεν αὐτό.
§159ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐὰν δὲν τὸν ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, τί θὰ γίνῃ.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠξεύρω ἐγώ; Ἰδοὺ τί λέγει ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Νάζου. Εἰδικὸς Νόμος θέλει ὁρίσει τὰ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τὰς ἐπιβλητέας ποινὰς καὶ τὴν διαδικασίαν. Ὁ Νόμος δὲ οὗτος θέλει καθυποβληθῆ καὶ ψηφισθῆ εἰς τὴν πρώτην συγκροτηθησομένην Βουλευτικὴν Σύνοδον. Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν θὰ ἔχῃ ὡς ἀκολούθως. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐνώπιον ἐπὶ τούτῳ δικαστηρίου, ὅπερ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, θέλει συγκροτηθῆ ἐκ δώδεκα ἄλλων μελῶν, ἅτινα θέλουσι κληρωθῆ ἐξ ὅλων τῶν ὑπαρχόντων πρὸ τῆς κατηγορίας Ἀρειοπαγιτῶν, Ἐφετῶν καὶ Προέδρων αὐτῶν. Ἡ κλήρωσις θέλει γίνει ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει· τὴν δὲ διαδικασίαν θέλει ὁρίσει μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ περὶ τούτου Νόμου αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαστήριον. Εἰδικὸς Νόμος θέλει ὁρίσει τὰ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τὰς ἐπιβλητέας ποινὰς καὶ τὴν διαδικασίαν. Ὁ Νόμος δὲ οὗτος θέλει καθυποβληθῆ καὶ ψηφισθῆ εἰς τὴν πρώτην συγκροτηθησομένην Βουλευτικὴν Σύνοδον.
§161ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητὴς). Ἔλαβα τὸν λόγον ἵνα παρατηρήσω ὑμῖν, ὅτι τὴν Ἑλλάδα πραγματικῶς θέλει περιβάλει μεγάλη τιμὴ ἂν κατορθώσῃ νὰ συντάξῃ καλὸν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμον, τὸν ὁποῖον ἑξάκις ἐν διαστήματι ἑπτὰ ἐτῶν συνεζήτησαν ἐν Γαλλίᾳ καὶ ὅμως οὐδέποτε κατώρθωσαν νὰ φέρωσιν εἰς πέρας, διότι εἶδον ὅτι δι’ αὐτοῦ ἢ περιωρίζετο ἡ ὑπουργικὴ ἐνέργεια ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δυσχερῆ κατέσταινε τὴν διοίκησιν ἢ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη πράγματι ἐματαιοῦτο, διότι οἱ ὑπουργοὶ τότε εὐκόλως ἤθελον διαφεύγει τὴν κατηγορίαν ὡς αἱ ἰσχυραὶ καὶ μεγάλαι μυῖαι διατρυπῶσι τὰ ἀράχνια· θέλω τῳόντι θαυμάσει τὴν πρώτην βουλὴν ἂν κατορθώσῃ νὰ τὸν συγγράψῃ, καλὸν ὅμως καὶ τοιοῦτον ὥστε νὰ ἱκανοποιῇ τήν τε ἐπιστήμην καὶ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Ὁ σκοπὸς τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ὑπουργικῶν εὐθυνῶν δὲν εἶναι οὔτε ὅπως ἐφαρμόσῃ ἐξαιρετικοὺς νόμους, οὔτε ὅπως καθιερώσῃ διαδικασίαν διάφορον τῆς συνήθους· ἀλλὰ κυρίως ἵνα τὸ εἰδικὸν τοῦτο δικαστήριον ᾖ τοιοῦτον, ὥστε νὰ διατελῇ ἀνεπηρέαστον δι’ ἣν κατέχει ἐν τῇ πολιτείᾳ ὑψηλὴν θέσιν, καὶ διὰ τῶν φώτων αὐτοῦ ᾖ τὸ καταλληλότερον ἵνα κρίνῃ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ διακρίνῃ περὶ τῶν ἐγκλημάτων εἰς ἃ ὑπέπεσαν καὶ πλήρη ἀπονείμῃ δικαιοσύνην· τούτων δὲ τῶν λόγων ἕνεκεν ὡς δικαστήριον τοιούτων εὐμοιροῦν προσόντων παρὰ ταῖς δυσὶ Βουλαῖς συγκεκροτημέναις πολιτείαις συνήθως κρίνεται τὸ ἕτερον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, τὸ κεκτημένον τὸ ἰσόβιον. Δὲν πλάττονται ὅμως διὰ τοῦτο νέαι κατηγορίαι ἀδικημάτων πολιτικῶν ἄλλαι παρὰ τὰς ἐν τῷ ὑπάρχοντι ποινικῷ νόμῳ περιλαμβανομένας, παρὰ τὰς κατηγορίας δὲ τούτων κεῖνται καὶ αἱ ποιναί. Ἀπόδειξις δὲ τῶν λόγων μου, ὅτι καὶ πρὸς τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν καὶ κατηγορητήριον κατὰ τῶν ὑπευθύνων διαχειριζομένων τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδοθῇ δύναται καὶ ὑπουργικὴ δίκη καὶ καταδίκη νὰ λάβῃ χώραν, ποιναὶ δ’ αἱ κείμεναι ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ νὰ καταγνωσθῶσιν, οὐχὶ δ’ ἄλλαι καὶ αὐθαίρετοι, διότι ἡμεῖς αὐτοὶ ἔχομεν καὶ ἕτερον ἄρθρον ὅπερ ἐψηφίσαμεν προχθὲς ὅτι, οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου προηγουμένως ὁρίζοντος αὐτήν. Ὅθεν δυοῖν θάτερον, ἢ θεωρεῖτε ὅτι ὁ συνταχθησόμενος νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, αὐτὸ τὸ μέλλον ἀριστούργημα τῆς Ἑλληνικῆς εὐφυΐας, εἶναι ὁ μόνος ὅστις θέλει ῥυθμίσει τὰς πράξεις δι’ ἃς ἐπιβέβληνται τοῖς ὑπουργοῖς αἱ εὐθύναι καὶ τότε οὐδεὶς δύναται νὰ δικάσῃ ὑπουργὸς πρὶν ἢ συνταχθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἢ νομίζετε ὅτι ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, καὶ τότε ὁ νόμος ὑπάρχει ἤδη.
§162ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡ παραβίασις τοῦ συντάγματος πῶς τιμωρεῖται διὰ τοῦ ποινικοῦ νόμου;
§163ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος ὑπὸ ὑπουργῶν μάλιστα κατατολμωμένη τί ἄλλο εἶναι εἰμὴ σκοπὸς πρὸς μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος; καὶ ὅμως μ’ ἐρωτᾶτε, ἔντιμε συνάδελφε, νομικὸς ὑμεῖς, πῶς αἱ κατὰ τῶν καθεστώτων πράξεις τιμωροῦνται κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους; Ἀποκρούω λοιπὸν πᾶσαν τροπολογίαν, διότι τὸ σχέδιον ἔχει λίαν καλῶς.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰαλέμου καὶ Χρηστοπούλου, ἔχει οὕτω. «Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου διὰ μὲν τὰς λοιπὰς κατηγορίας θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι αἱ ποιναὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου, διὰ δὲ τὰς παραβάσεις τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως». Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον. Ἄρθρον 94. Ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ ἀπονείμῃ χάριν εἰς ὑπουργὸν καταδικασθέντα μόνον ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς Βουλῆς. Οἱ παραδεχόμενοι, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Ἐρχόμεθα ὕστερον εἰς τὴν τροπολογίαν τῶν πληρεξουσίων καὶ ὑπουργῶν περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§165ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§166ΙΑΛΕΜΟΣ. Προτείνω ἡ Συνέλευσις νὰ κηρυχθῇ διαρκὴς μέχρι πρωΐας. Ἐγείρονται πολλοὶ ν’ ἀναχωρήσωσι.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Παρακαλῶ τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους νὰ ἔλθωσιν αὔριον τὴν 10 ὥραν.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Α. Ζατουνίτης.