1864.10.03
2.258 στίχοι · 18.474 λέξεις · 227 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 333.
Τῆς 3 Ὀκτωβρίου 1864.
(Σάββατον.)
Ὥρα 1 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα χθὲς, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ συζητουμένου, ἤκουσα ἐκ τῶν πρακτικῶν, ὅτι κατέληξα τὸν λόγον ὑποστηρίζων τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νὰ καθιερωθῶσιν οἱ ὅπως δήποτε ἐκλεγόμενοι Βουλευταὶ στρατιωτικοὶ ὡς ἐν κανονικῇ ἀδείᾳ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθῶσιν ὅπως πραγματικῶς χθὲς ὑπεστήριξα τὴν τροπολογίαν· εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς ἀπεσπασμένος εἰς ἔκτακτον ὑπηρεσίαν.
§2ΒΑΧΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ πολλοῦ εἶχον ὑποβάλλει εἰς τὴν Συνέλευσιν πρότασιν περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ μηχανικοῦ Δημ. Βρατσάνου, ἡ Συνέλευσις εἶχεν ὁρίσει τὸ ἐρχόμενον Σάββατον· ἔκτοτε παρῆλθον πολλὰ Σάββατα καὶ οὐδόλως ἐτέθη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ συζητηθῇ σήμερον ἢ νὰ ὁρισθῇ ἄλλη ἡμέρα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον πρόκειται ἡ Συνέλευσις νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, περὶ οὐδενὸς ἀντικειμένου δύναται νὰ γίνῃ σήμερον ἄλλος λόγος. Εἶναι μυρία ἄλλα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις ἔχει νὰ λύσῃ, προτιμᾷ ὅμως τὸ περὶ ἀφομοιώσεως ὡς σπουδαιότερον.
§4Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριε Πρόεδρε, νὰ σᾶς εἴπω μετὰ τὸ τέλος τοῦ ζητήματος περὶ ἀφομοιώσεως, ὅτι πρέπει νὰ προτάξωμεν τὸ περὶ ἀγωνιστῶν ζήτημα· διότι πολλοὶ τῶν ἀγωνιστῶν εἶναι ἐῤῥιμένοι εἰς τοὺς δρόμους (θόρυβος).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι.
§7ΒΑΧΛΑΣ. Ποίαν λοιπὸν ἡμέραν προσδιορίζει ἡ Συνέλευσις;
§8ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ ἀφομοιώσεως. Κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Χρηστόπουλος, παρεχώρησεν ὅμως εἰς τὸν Κ. Καπελλέτον. Πρὶν ὅμως σᾶς ὑποβάλω μερικὰς προτάσεις, ὑποβάλλεται ἡ πρότασις ἡ ἑξῆς· «Οἱ ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοὶ κατέρχονται αὐτοδικαίως εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τῆς σχετικῆς ἐπαρχίας των δύω μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν, ἀφοῦ προηγουμένως δηλώσωσι πρὸς τὴν ἄμεσον προϊσταμένην ἀρχὴν αὐτῶν, ἥτις ἀναμφιβόλως ὀφείλει νὰ χορηγήσῃ τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν ἀπουσίας. Ὁ ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικὸς, ἐκλεγόμενος Βουλευτὴς, θεωρεῖται ὡς ἀπεσπασμένος εἰς εἰδικὴν ὑπηρεσίαν καθ’ ὅλην τὴν βουλευτικὴν περίοδον.
Ε. ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ.
ΑΡΙΣΤΟΤ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ.
ΔΗΜ. ΜΙΛΙΑΡΕΣΗΣ.
ΚΩΝΣΤ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.
ΓΕΩΡΓ. ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ.
ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ.
ΦΡ. ΚΟΥΕΡΙΝΟΣ.
Ϛ. Σ. ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ.
Χ. ΜΑΡΑΤΟΣ.
Λ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ.
Γ. Α. ΜΑΝΤΖΟΥΝΗΣ.
ΓΕΡΑΣΙΜ. ΣΤ. ΛΕΙΒΑΔΔΣ.
ΔΗΜ. ΜΑΚΡΗΣ.
Ε. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ.
Ὑποβάλλεται ἡ ἑτέρα πρότασις περὶ τοῦ Λαζάρου Λεωτσάκου.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ.
Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Ὁ Κ. Λάζαρος Λεωτσάκος δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ ΡΕʹ ψηφίσματος καὶ κατὰ συνέπειαν θεωρεῖται ὡς Ἀνθυπασπιστὴς τοῦ Πεζικοῦ.
Γ. Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ.
Κ. Δ. ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ.
Κ. ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ἡ Συνέλευσις; Προτείνεται τὸ κατεπεῖγον; Νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν. —Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Παρεδέχθη. Ὑποβάλλεται ἑτέρα πρότασις περὶ ἐξαιρέσεων ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀφομοιώσεως ὑπὸ τοῦ Κ. Λομβάρδου. Πρότασις ἐξαιρέσεων ἐπὶ τῆς ἀρχῆς περὶ ἀφομοιώσεως. Ἐξαιροῦνται. 1. Οἱ περὶ φορολογίας νόμοι, μέχρις οὗ ὁ φορολογικὸς νόμος τοῦ 1865 ψηφισθῇ. 2. Ὁ Πολιτικὸς Κώδηξ καὶ οἱ λοιποὶ ἀστικοὶ νόμοι. Καταργοῦνται δὲ αἱ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεις αὐτοῦ, καὶ ἀναστέλλονται, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν νῆσον Κέρκυραν, αἱ διατάξεις τοῦ ἰδίου Κώδηκος, περὶ ἐπανελεύσεως ἀγροληπτικῶν καὶ ἐδαφονομικῶν κτημάτων, λόγῳ καθυστερουμένων! παροχῶν, ὡς καὶ ἡ τῆς περὶ ἀγεωργησίας καὶ κακογεωργησίας ἀγωγὴ μέχρις οὗ περαιωθῇ τὸ ἐκκρεμμὲς τῆς ἐν Κερκύρᾳ ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας ζήτημα. 3. Οἱ περὶ ἑταιριῶν ἐξοικονομικῶν Τραπεζῶν, Σωφρωνιστηρίων καὶ ἑτέρων φυλακῶν, φρενοκομείων, πτωχοκομείων, ἐνεχυροδανειστηρίων, ὀρφανοτροφείων καὶ θεραπείας ἐνδεῶν Νόμοι. 4. Οἱ περὶ Συμβολαιογράφων Νόμοι. 5. Αἱ διατάξεις περὶ ἐκτιμήσεως καὶ κατακυρώσεως τῶν ἀκινήτων ἐν τῇ καταναγκαστικῇ αὐτῶν ἐκποιήσει δι’ ἀστικὰ πιστώματα. 6. Οἱ περὶ πραγματογνωμόνων Νόμοι. 7. Οἱ περὶ διαρκείας πάσης ἀνακρίσεως διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ αἱ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ὑπερασπίζεσθαι ἐν προσωρινῇ ἐλευθερίᾳ δι’ ἐγγυήσεως. 8. Οἱ περὶ ἐκκλησίας καὶ ἱεροδικείων Νόμοι, μέχρις ἐκδόσεως νέου καταστατικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας Νόμου. 9. Οἱ ἐγχώριοι κανονισμοὶ ἑκάστης νήσου, καθ’ ὅσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ
πληρεξούσιος Ζακύνθου.
§11ΚΑΠΕΛΕΤΟΣ. Ἐπιτρέψατε εἰς πληρεξούσιον τῆς πρώην Ἑπτανήσου, καθὼς πρῶτος ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀφομοιώσεως ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐκ Ζακύνθου, Κ. Λομβάρδος, καὶ ἐν ὀνόματι τῶν ἐντολέων του Ἑπτανησίων ἦλθεν ἐδῶ διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπροτάθησαν, καὶ τὰς ὁποίας διὰ μακρῶν ἐσυζήτησε καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐντολέων του Ἑπτανησίων ὡμίλησε, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐντολέων τῶν ἰδικῶν μου, Ἑπτανησίων ἐπίσης, ὁμιλῶ καὶ ἐγὼ σήμερον, καὶ καθὼς θεωρεῖ, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του ἐκεῖνος νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπροτάθησαν, οὕτω θεωρῶ καὶ ἐγὼ καθῆκόν μου ν’ ἀποβάλω καὶ νὰ πολεμήσω τὰς ἐξαιρέσεις αὐτάς. Σέβομαι καὶ θέλω σεβασθῆ τὰς πεποιθήσεις ὅλων, ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐγὼ τὸν αὐτὸν σεβασμὸν εἰς τὰς πεποιθήσεις τὰς ἰδικάς μου, καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων μου, πρεσβευόντων τὰς αὐτὰς ἀρχὰς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διαιρεῖ. Καὶ καθὼς οἱ ἄλλοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ἐν εἰλικρινείᾳ ἐνεργοῦσι, παρακαλῶ νὰ σκεφθῶσιν ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐν εἰλικρινείᾳ ἐνεργοῦμεν. Θέλω ἐπασχολήσει ἐπ’ ὀλίγον τὸν λόγον μου ὡς πρὸς τὰς εἰδικὰς ἐξαιρέσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων γίνεται τοσοῦτος λόγος· ἀλλ’ ἐγγίχθη τὸ ζήτημα τῆς Ἑπτανήσου καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Ἑπτανήσου ὑπὸ τὴν μίαν ἔποψιν. Παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ θίξω ἐπ’ ὀλίγον τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὅτε ἡ Ἑπτάννησος, Κύριοι, ἐγερθεῖσα κατὰ πρώτην φορὰν, ἐξωτερίκευε τὸν πόθον τοῦ λαοῦ ἐκείνου τοῦ νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ ἔτος 1850, ἀνεδέχθη τὸν ἄνισον ἀγῶνα κατὰ τῆς ξενοκρατείας, ὅπως διὰ τοῦ λόγου τὴν καταβάλῃ. Ἡ Ἑλλὰς τότε εὑρίσκετο εἰς κατάστασιν οὐχὶ εὐχάριστον. Ἡ Ἑλλὰς ἐμαραίνετο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὑπὸ σύστημα φαῦλον, αἱ ἐλευθερίαι της καταδολιεύοντο, ὁ μαρασμὸς ἐνυπῆρχε καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, καὶ μόλον τοῦτο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ὑψώσαμεν τὴν φωνὴν τῆς ἑνώσεως ἐπροτιθέμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπταννήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος εἰς ὁποιανδήποτε καὶ εὑρίσκετο κατάστασιν, ἠθέλαμεν τὴν πολιτικὴν ἀνεξαρτησίαν μας, ἀλλ’ ἠθέλαμεν νὰ ταυτίσωμεν τὰ ἰδικά μας συμφέροντα μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἐπροτιμῶμεν νὰ προσκολληθῶμεν εἰς ἐκείνην τὴν κατάστασιν, διότι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν κοινὰς τὰς δοκιμασίας, κοινὰ τὰ συμφέροντα, κοινὰ τὰ παθήματα, καὶ μολονότι ἐμυκτηριζόμεθα, ὅτι ἠθέλαμεν ἑνωθῆ μετὰ τῆς Ἑλλάδος εἰς ἐποχὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου περιέγραψα, ἐμυκτηριζόμεθα, λέγω, ἀπὸ βῆμα κοινοβουλευτικὸν καὶ ἀπὸ ὑπουργοὺς, οὐχ ἧττον ἐφωνάξαμεν, ὅτι προτιμῶμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν παρὰ τὸ νὰ ἤμεθα ὑπὸ τὴν ξενοκρατείαν· θέλομεν νὰ γίνωμεν Ἕλληνες, ἀλλὰ νὰ γίνωμεν καθόλα Ἕλληνες· θέλομεν νὰ συμμεθέξωμεν καὶ τῶν καλῶν καὶ τῶν κακῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὐδεμία δοξασία συνυπῆρχεν, οὔτε χωρισμὸς ἐπῆλθε εἰς τὸν νοῦν μας τότε· χωρισμὸς συμφερόντων, χωρισμὸς δικαιωμάτων, χωρισμὸς βαρῶν, καὶ θείᾳ συνάρσει διὰ τῶν ἀγώνων τῶν Ἑπτανησίων καὶ τῆς μεγάλης μεταβολῆς τῆς 10 8βρίου, ἡ ὁποία ἐξήγαγε τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν μαρασμὸν καὶ ἀπὸ τὴν ἀθλιότητα εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν κατέφερεν ὁ ξένος, ὁ πεσὼν ἡγεμὼν, διὰ τὸν ἀγώνων, λέγω, τῶν Ἑπτανησίων διὰ τῆς ἐνδόξου μεταβολῆς τῆς 10 8βρίου, διὰ τῆς καλῆς διαθέσεως τῆς διπλωματίας, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, ἐκείνη ἡ ἐπιθυμία ἐπραγματοποιήθη, καὶ Ἑπτανήσιοι πληρεξούσιοι συνῆλθον εἰς τὸν περίβολον τοῦτον διὰ νὰ συμμεθέξωσι μετὰ τῶν ἄλλων συναδελφῶν των εἰς τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος. Τὴν ὁμοσπονδίαν, τὴν ὁποίαν οὐχὶ ἐν τοῖς λόγοις, ἀλλ’ ἐν τοῖς πράγμασιν ὑποστηρίζουν τινές, τὴν κατεπολεμήσαμεν, καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ὁμοσπονδίαν τὴν πραγματικὴν, τὴν ὁποίαν σήμερον θέλουν νὰ ἐπιφέρουν τινὲς, ἀλλ’ ἐκείνην τὴν ὁποίαν τότε εἰς τὴν Βουλὴν ἐμάθομεν, ὅτι ὁ ξένος εἶχε σκοπὸν νὰ ἐπιβάλῃ, τὴν ἐπολεμήσαμεν, καὶ ἐν τούτοις ὑμεῖς φέρετε σήμερον τὴν πραγματικὴν ὁμοσπονδίαν, καθ’ ὅτι ὅταν οἱ δύο λαοὶ, οἱ ὁποῖοι συνηνώθησαν, θὰ διάκεινται καὶ θὰ διέπονται μὲ διαφορετικοὺς νόμους, θὰ φορολογοῦνται διαφοροτρόπως, ὅταν καὶ κατὰ τὰς κοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς διαφορὰς καὶ ἐν τῇ Νομοθεσίᾳ καὶ ἐν τῇ φορολογίᾳ θὰ ἔχουν ἄλλην νομοθεσίαν, θὰ ἔχουν διαφορετικοὺς θεσμοὺς, ἐγὼ πιστεύω ὅτι εἶναι πραγματικὴ ὁμοσπονδία, ἢ ἂν δὲν ᾖναι ὁμοσπονδία ἐν τοῖς λόγοις, εἶναι ὁμοσπονδία ἐν τοῖς πράγμασιν, εἶναι διαίρεσις, εἶναι διχοτομίαν, δὲν εἶναι συγχώνευσις πλέον, συγχώνευσις, τὴν ὁποίαν εἴχομεν σκοπὸν καὶ ἀπ’ ἀρχῆς ἐπρεσβεύαμεν, συγχώνευσις, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν, καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁμόνοια, ἀδελφότης, ἡ ὁποία πραγματικῶς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ δύω λαῶν ἐχόντων τὴν αὐτὴν γλῶσσαν, τὰς αὐτὰς παραδόσεις, τοὺς αὐτοὺς σκοποὺς, τὸ αὐτὸ μέλλον. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ κατ’ ἐμὲ καὶ διὰ τοὺς ὀλίγους, οἱ ὁποῖοι ὁμοφρονοῦν μετ’ ἐμοῦ δὲν πιστεύω ὅτι ἡ Ἑπτάνησος θέλει αὐτὴν τὴν διαίρεσιν καὶ διχοτομίαν, δὲν πιστεύω ὅτι θέλει νὰ διάκειται ὑπὸ τὸ κράτος διαφορετικῆς Νομοθεσίας, οὔτε ὅτι θέλει νὰ ἔχῃ περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα βάρη, περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα δικαιώματα ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς Ἕλληνας, καὶ τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὅσον δὲν ἐγένετο ποτὲ λόγος περὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς πρώην Ἰονίου νομοθεσίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Κατὰ πρῶτον ἐδὼ ἠκούσθη· διότι κανεὶς, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ ἐκεῖ πράγματα, ἂν ἠκούσθη ποτὲ ἢ ἐγένετο λόγος ὅτι πρέπει νὰ διεπόμεθα μὲ τὴν προηγουμένην νομοθεσίαν· σήμερον φέρονται λόγοι, σήμερον φέρονται, λέγω, καὶ δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι κατὰ πεποίθησιν φέρεται κατὰ πρώτην φορὰν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ αὐτὴ ἡ διαίρεσις, αὐτὴ ἡ διχοτομία, ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πιστεύω ὅτι ποτὲ ἡ Συνέλευσις τῆς Ἑλλάδος θέλει δεχθῆ τοῦτο, ὁ λαὸς ὁ ὁποῖος ἐπεθύμει τόσον τὴν καθολοκληρίαν ἀφομοίωσιν, ὁ ὁποῖος θέλει κοινὰ καὶ τὰ βάρη καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς δοκιμασίας δὲν θέλει νὰ διαχωρισθῇ. Ἐγὼ κάμνω πρὸς στιγμὴν μίαν ὑπόθεσιν, τὴν καλλιτέραν νομοθεσίαν ἂν ἡ Ἑπτάνησος εἶχε πραγματικῶς, τὴν καλλιτέραν λέγω νομοθεσίαν τὴν εὐτοπίαν τοῦ Πλάτωνος, τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἀπῄτει νὰ ἑνωθῇ καὶ νὰ ἐγκολπωθῇ τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑλλάδος, ἔστω εἶχε καὶ τὴν καλλιτέραν, διὰ τί! διότι τὸ μέρος πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ ὅλον, καὶ πρέπει νὰ ὑποκύψῃ, οὐχὶ λόγῳ ἐκβιάσεως, πρέπει νὰ ὑποκύψῃ διὰ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, πρέπει νὰ ὑποκύψῃ διὰ τὸ ἐθνικὸν μεγαλεῖον, διότι ἡ διαίρεσις δὲν δύναται ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν διαρκέσῃ χωρὶς νὰ φέρῃ ζημίας πραγματικὰς εἰς τὸ Κράτος, καὶ τοῦτο εἶναι τόσον δίκαιον, ὥστε σᾶς κάμνω μίαν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν θέλουν τινὲς νὰ καταστήσουν πρᾶγμα. Ὑποθέσατε διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι πραγματικῶς θείᾳ συνάρσει, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, μία ἐπαρχία, ἡ Ἤπειρος, λόγου χάριν, διὰ θαύματος ἤθελεν ἑνωθῆ μετὰ τῆς Ἑλλάδος, οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἠπείρου πρὸς στιγμὴν ἤθελον σᾶς εἴπει. Εὐχόμεθα, Κύριοι, ἀλλὰ θέλομεν αἱ σχέσεις μας νὰ κανονίζωνται διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους εἴχαμεν ἐπὶ τουρκοκρατίας, θέλομεν νὰ διατηρῶμεν τὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν, θέλομεν ἡ ἐκκλησία μας νὰ διέπεται ὡς καὶ πρίν· οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἠδύναντο νὰ δεχθῶσι τοιαύτην πρότασιν; καὶ τί ἄλλο γίνεται σήμερον παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθ’ ὑπόθεσιν εἶπον ἐγὼ ὡς πρὸς τοὺς Ἠπειρώτας; τί γίνεται σήμερον ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν Ἑπτανησίων ἐνεργοῦσι, τί ἄλλο λέγουν, εἰμὴ ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Ἑπτανήσου ἀπαιτεῖ νὰ μείνωμεν διακεχωρισμένοι πρὸς στιγμὴν, νὰ διεπώμεθα ἀπὸ ἄλλους νόμους, νὰ ἔχωμεν ἄλλας ἐκλογὰς, ἄλλην νομοθεσίαν; τί εἶναι τοῦτο, Κύριοι, παρὰ μία διαίρεσις, μία διχοτομία, εἷς ἀποκλεισμὸς τῆς ἑνότητος; ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζετε ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ, νομίζετε, ὅτι, ἔχοντες τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι, νομίζετε, λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ καταστραφῇ ἀπὸ μίαν νομοθετικὴν διάταξιν; Νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ ἐξαιρέσεις, διότι εἶναι ἀναλλοίωτον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐγγίξῃ. Ὅταν ἔχωμεν τὸν νόμον τῶν νόμων, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει καὶ ἀποσκυβαλίζει αὐτὰς τὰς διαιρέσεις, αὐτὰ τὰ προνόμια, αὐτὰς τὰς ἐξαιρέσεις, ἠμπορεῖ νὰ νομοθετηθῇ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος πρέπει νὰ διέπηται ἀπὸ ἄλλην νομοθεσίαν, ἀπὸ ἄλλον δικαστικὸν ὀργανισμὸν, ἀπὸ ἄλλο φορολογικὸν σύστημα; νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ τὰ κάμῃ ἡ Συνέλευσις χωρὶς νὰ φέρῃ τὴν διχοτομίαν καὶ τὴν διαίρεσιν τοῦ Ἔθνους. Κύριοι, τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν περὶ ἀφομοιώσεως, καθιερώθησαν δύω ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠμποροῦν νὰ τροποποιηθῶσιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, ὡς νομοθεσία γενικὴ τοῦ Ἔθνους πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον· προσδιωρίσθη ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν ἡ νομοθεσία αὐτὴ πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύω μεγάλα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα καθιέρωσεν ἡ Συνέλευσις, καὶ ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν ἐξαιρέσεων, δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπὸν, ἄλλο ἀντικείμενον ὑπ’ ὄψιν παρὰ μόνον τὸ φορολογικὸν σύστημα τοῦ ἔτους 1864· ὅλα τ’ ἄλλα ἀπεσιωπήθησαν, διότι ἡ συνείδησις τῆς Συνελεύσεως τὰ ἀπέκρουε. Καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ ἐπρόκειτο καθιερώσαντες τὰς δύω μεγάλας αὐτὰς ἀρχὰς, νὰ ἐπέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ πρότασιν τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνομίσαμεν καθῆκόν μας νὰ ἐξαιρέσωμεν ὄχι τόσον διὰ τὸ ἄτοπον, ἀλλὰ διότι ἤθελε ζημιωθῆ τὸ Ἑλληνικὸν ταμεῖον ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ τοῦ ἔτους, καὶ διότι δὲν ἔπρεπε κηδόμενοι τοῦ συμφέροντος τοῦ ταμείου νὰ παραμελήσωμεν αὐτὸ, αἴφνης Κύριοι, μία ἐξαίρεσις ὑπαγορευομένη ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ ταμείου ἤνοιξε τὸ στάδιον εἰς τόσας ἄλλας ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι, τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, εἶναι ὅλη ἡ κοινωνικὴ ζωὴ μιᾶς πολιτείας· διότι ὅταν ἡ ἐξαίρεσις περιστρέφεται περὶ τὴν διοίκησιν τῆς ἐξουσίας, περὶ σχέσεων πολιτικῶν, ὅταν περιστρέφεται εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, καὶ ἀκόμη ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ τόπου, περὶ τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ νόμος, λέγω, ὅτι εἶναι διαίρεσις, διχοτομία πλήρης, δὲν εἶναι ἀφομοίωσις. Ἂς ἔλθωμεν ἐπ’ ὀλίγον νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὰς τὰς ἐξαιρέσεις, αὐτοὺς τοὺς θεσμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐθεώρησεν ὡς ἀναγκαίους ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ζακύνθου, διὰ τὴν ἀκύρωσιν τῶν ὁποίων μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἓν χάος. Καὶ πρῶτον καθόσον ἀφορᾷ τὸ φορολογικὸν σύστημα ὀλίγα θὰ εἴπω, διότι εἶναι ἀντικείμενον περὶ τοῦ ὁποίου θέλουν ἐπασχοληθῆ οἱ οἰκονομολόγοι τῆς Συνελεύσεως ταύτης. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἰσχυρίσθημεν ἡμεῖς, ὅτι ὁ Ἑπτανησιακὸς λαὸς δὲν φορολογεῖται· ἰσχυρίσθημεν μάλιστα, ὅτι φορολογεῖται καὶ ὅτι χρεωστεῖ νὰ φορολογῆται, διότι πρέπει νὰ προσφέρῃ καὶ αὐτὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἕκαστος εἰς τὴν πολιτείαν. Δὲν εἶναι λόγος νὰ φορολογῆται περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ὁ Ἕλλην, διότι ἴσα ἴσα ἡμεῖς ἀπαιτοῦμεν νὰ φορολογῆται ἴσα, διότι ἡ φορολογία δὲν προσβάλλει μόνον τὸ συμφέρον ἑνὸς λαοῦ, ὅταν ᾖναι ἐπαχθὴς, ἀλλὰ καὶ ὅταν δὲν διανέμεται καλῶς. Φορολογοῦνται οἱ Ἑπτανήσιοι, εἶναι δίκαιον ἴσα ἴσα νὰ ἐλαφρυνθοῦν, διότι ἡ τάξις, διὰ τὴν ὁποίαν λέγετε, ὅτι κήδεσθε, αὐτὴ ὑποφέρει ὅλους τοὺς φόρους· τὰς ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας θέλετε νὰ φέρητε, εἶναι ὑπὲρ τῶν προνομιούχων τάξεων, αἱ ὁποῖαι φέρουν τὴν ἀγανάκτησιν εἰς ἐκεῖνον τὸν λαὸν, διότι ἀδικεῖται ἕνεκα τούτου. Ὄχι, Κύριοι, νὰ φορολογῆται ὁ Ἕλλην καθὼς καὶ ὁ Ἑπτανήσιος. Πρὸς ὀλίγον ἠμπορεῖ κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ νὰ νεωτερίσωμεν, νὰ ἀποσιωπήσωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διότι ὅταν εἰσαχθῇ ἡ νέα φορολογία, θὰ ᾖναι φορολογημένα τὰ εἴδη ὅπως ἐφορολογοῦντο, καὶ ὅταν εἰσαχθῇ νέα φορολογία εἴτε αὕτη ἥτις εἶναι σήμερον, εἴτε ἄλλη, ἥτις θὰ ᾖναι κοινὴ καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὴν Ἑλλάδα, τότε βεβαίως καταστρέφεται ἐκεῖνο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καταθλίβει τὴν Ἑπτάνησον, καὶ τὴν καταθλίβει, διότι εἰσήγαγε τὰ προνόμια, τὰς ἐξαιρέσεις, τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν πλουσίων ἀπὸ τὴν φορολογίαν.
§12Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Ψεῦδος! Ζητῶ τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε· εἶναι προσωπικὸν αὐτό. (Θόρυβος).
§13ΚΑΠΕΛΕΤΟΣ. Ποία τάξις, Κύριοι, ἐφορολογεῖτο εἰς τὴν Ἑπτάνησον; ἂς τὸ εἴπωμεν φανερά· ἡ τάξις τῶν γεωργῶν, τῶν ἐργατικῶν, ἐκείνη ἐπιβαρύνεται· οἱ πλούσιοι, οἱ ἰδιοκτῆται τῶν οἰκιῶν, ποῖον φόρον πληρόνουν; ποίαν φορολογίαν ἔχουν τὰ ἐπιτηδεύματα, ἐκ τῶν ὁποίων ὠφελοῦνται οἱ ἐξασκοῦντες αὐτά; κανένα φόρον δὲν πληρόνουν. Τὸ σύστημα τῆς Ἐνετοκρατίας ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἐκείνην θέλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν; ὄχι! Θὰ ἐλαφρωθῇ ὁ ἐργατικὸς λαὸς, ἀναδεχόμενος τὰ βάρη τοῦ πρώην βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, διότι οὕτω πὼς ἐλαφρύνεται, διότι δὲν πληρόνεται τὸ 19½% ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς, ἥτις ἐπὶ τέλους εἶναι φόρος ἄμεσος, διότι ἂν δὲν φαίνεται, εἶναι ὅμως φόρος ὅστις ἐπιπίπτει ἐπὶ τῶν προϊόντων του· ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως εἶναι διάφορος, ἀλλ’ ἐπιβαρύνει τὸ προϊόν του. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν τὸ φορολογικὸν σύστημα τόσος πάταγος, τόσος ζῆλος, τόση ἀφοσίωσις; Δι’ αὐτὸ νὰ κατηγορῶμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τόσον ἐπαχθὲς οὔτε ἄδικον καὶ τυραννικὸν ἢ τουρκικὸν (Θόρυβος), διότι τὸ 5% ἔγγειος φόρος ἄμεσος δὲν εἶναι βαρὺς, ὅταν ἔχετε εἰς ἀντιπαράστασιν τὸν ἑπτανησιακὸν λαὸν πληρόνοντα 19½% ἐπὶ τῶν προϊόντων. Δὲν ἰσχυριζόμεθα νὰ μὴ ἀλλάξωμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα θὰ ἀλλαχθῇ, ἀλλὰ κοινῶς καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἐν τούτοις δὲν σᾶς εἶναι ἐμποδισμένον νὰ φέρετε ἓν σύστημα φορολογίας καὶ νὰ τὸ συζητήσῃ ἡ Συνέλευσις ἐφαρμοστέον εἰς τὰ 2 μέρη. Καὶ ἔπειτα, Κύριοι, σήμερον δὲν πρόκειται λόγος νὰ φορολογήσωμεν τὴν Ἑπτάνησον, νὰ φέρωμεν αὐτὴν τὴν καταστροφὴν, αὐτὸ τὸ χάος, ὄχι! καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ φορολογηθῇ ἡ Ἑπτάνησος, θὰ φορολογηθῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, καὶ καθ’ ὅλας τὰς τάξεις· διότι δὲν ἐννοῶ καμμίαν τάξιν κοινωνικὴν νὰ μὴ προσφέρῃ εἰς τὴν πολιτείαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλει. Δὲν σώζετε, Κύριοι, τὴν Ἑπτάνησον ὑποστηρίζοντες τὴν διχοτομίαν καὶ τὴν διαίρεσιν δι’ ὀλίγους καρποὺς δημητριακοὺς, τοὺς ὁποίους νομίζετε, ὅτι θὰ παράγῃ ἡ Ἑπτάνησος, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ φορολογηθῶσι κατὰ τὸ 1865. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη ἓν ἄλλο σύστημα νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον; διὰ τοῦτο μένετε εἰς πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὐσιῶδες, καὶ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐγὼ λέγω, Κύριοι, ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο κακὸ ἢ νὰ ἀδικηθῶσι, τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἐπροκάλει αὐτὴν τὴν ἀδικίαν. Ἔπρεπεν ἡμεῖς νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὰ βάρη τὰ ὁποῖα οἱ ἄλλοι Ἕλληνες ἔχουν, ἄλλως ἤθελεν εἶσθαι ἀξίωσις προνομίου νὰ παρεκτραπῶμεν ἀπὸ τὸν γενικὸν κανόνα, εἰς τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ Ἕλληνες ὑποβάλλονται. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο παύω. Ἔρχομαι εἰς τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ διατηρήσητε, ἔρχομαι εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἠξεύρω τὶ νὰ εἴπω· εἶναι βέβαιον ὅτι ὠθεῖσθε ἢ ἀπὸ ἄγνοιαν ἢ ἀπὸ συνήθειαν, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε καὶ τῆς ὁποίας δὲν θέλετε νὰ ἀπαλλαχθῆτε, εἶναι, Κύριοι, δυνατὸν ἔπειτα ἀπὸ τὴν γνῶσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τῆς Ἑπτανήσου νὰ ἐρχώμεθα ἡμεῖς θέλοντες νὰ συζητήσωμεν ζητήματα νομοθετικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι κανονισμένα καὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ καὶ νὰ συστήσωμεν τὴν δατήρησιν τῶν Ἰονικῶν νομοθετημάτων· ά) ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησίαν καὶ βʹ) ὡς πρὸς τοὺς Νόμους; Τὶ ἔχετε εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησίαν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καλὸν εἶναι καὶ δύναται νὰ ὑφίσταται, εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρχιερέων, γινομένη κανονικώτερον ἀπὸ τὸν κλῆρον. Ἀλλὰ μήπως οἱ Ἕλληνες σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ εἰσάξωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτὸ τὸ σύστημα; Δὲν τὸ παρεπέμψαμεν ἴσα ἴσα νὰ ἐκδοθῇ ψήφισμα ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ἢ ἀπὸ τὴν ἐρχομένην Βουλὴν νὰ κανονισθῇ ὁ τύπος τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων συμφώνως μὲ τὴν Ἑπτάνησον; Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι καὶ ἐκεῖ ἐξετελέσθη μὲ εἰλικρίνειαν, καθ’ ἣν ἐποχὴν διετέλει ἡ Ἑπτάνησος ὑπὸ τὴν ξενοκρατείαν; Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐκλογὸν τοῦ Τυπάλδου; Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐκεῖνος ἔλαβε τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν καὶ ἡ ἐξουσία τὸν ἀπεσκυβάλισεν, ἂν αὐτὸς ὁ θεσμὸς εἶναι καλός· ἐὰν ᾖναι καλὸς εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἡ Ἑλλὰς τὸν δέχεται εὐχαρίστως. Ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα ἀντικείμενα τὶ ἄλλο εἶναι οἱ ἀρχιερεῖς σας εἰμὴ ὄργανα τῆς προστασίας; Δὲν μᾶς ἀφώρισαν ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι εἰργάσθημεν διὰ τὴν ἕνωσιν; δὲν ἐξώρισαν τοὺς ἱερεῖς μας κατὰ διαταγὴν τῆς προστασίας; Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀνεξαρτησία, τὴν ὁποίαν βλέπετε εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὡς πρὸς τὸν κλῆρον, καὶ τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ φέρητε ὡς παράδειγμα διὰ τὸν κλῆρον τῆς Ἑλλάδος; Ἡ ἀστυνομία τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἦτο εἰς χεῖρας τῶν ἀρχιερέων, ὅταν ἤθελαν νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῶν φιλελευθέρων ἱερέων, δὲν τοὺς ἐξώριζαν; Αὐτὸ τὸ νομοθέτημα θέλετε νὰ διατηρῆτε; Ἔ! Κύριοι, δὲν τὰ λέγετε σπουδάζοντες! Νομίζετε ὅτι οἱ ἀρχιερεῖς ἠμποροῦν νὰ ᾖναι ἐφωδιασμένοι μὲ μίαν ἄλλην ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν οἱ Κανόνες δὲν δίδουν καὶ νὰ τοὺς κάμετε ἄνδρας πολιτικούς. Καὶ θέλετε νὰ διατηρήσητε αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων; Ἐρχόμεθα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα καὶ ἑπομένως τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ τὰ δικαστήριά των. Νομίζετε ὅτι εἶναι κίνδυνος διὰ τὴν Ἑπτάνησον νὰ εἰσαχθῶσι τὰ διαζύγια, καὶ νὰ δικάζωνται ἀπὸ τὰ δικαστήρια; Νομίζετε ὅτι δὲν ἔχουν ἐγγυήσεις τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ τὰ διαζύγια τῆς Ἑπτανήσου πῶς τ’ ἀποφασίζουν οἱ ἀρχιερεῖς Σας; Μὲ τὸν Νόμον, ἢ κατὰ συγκατάβασιν, καθ’ ὑπαγόρευσιν συμφερόντων καὶ ἀντιπαθειῶν; Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι ὁ γάμος δὲν εἶναι μυστήριον, ἀλλὰ τί ἔχει νὰ κάμῃ τὸ μυστήριον μὲ τὸ συμβόλαιον; Τὸ συμβόλαιον πρέπει νὰ δικάζηται, καὶ ἡ Ἑλλὰς τὸ δικάζει εἰς τὰ δικαστήρια, διότι ἐκεῖ εὑρίσκει τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δὲν εὑρίσκετε εἰς τὸν κλῆρον· ἄλλως τε, Κύριοι, αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν πρεσβεύετε, εἶναι καὶ ὀπισθοδρομικὴ, σήμερον εἰς τὸν ΙΘʹ. αἰῶνα νὰ ἀφίνητε ἐξουσίαν εἰς τὰ κληρικὰ δικαστήρια ἐπὶ σχέσεων πολιτικῶν εἶναι ἄδικον, εἶναι ὀπισθοδρομικὸν, εἶναι πρόληψις, καὶ ὡς τοιαύτη πρέπει νὰ ἀποσκυβαλισθῇ. Ὥστε, Κύριοι, καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τοὺς νόμους τῆς Ἑλλάδος· δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἕνας λαὸς δύω ἐκκλησίας, ἤθελεν εἶναι παρατράγῳδον. Ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ Κανονικὰ τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ διέπωσι καὶ τὴν Ἑπτάνησον, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι τόσον διῃρημέναι, καθότι Κανονικὴ Ὀρθόδοξος ἐκκλησία ἐκεῖ καὶ ἐδῶ· εἶναι δίκαιον νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησίαν εἴμεθα συμφωνότατοι. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ἡ Ἐκκλησία ἔχῃ ἀνάγκην μερικῶν τροπολογιῶν, ἢ θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι εἴτε νὰ ἐξασφαλίζουν περισσότερον τὴν ἀνεξαρτησίαν της, εἴτε νὰ ῥυθμίζουν τὴν ἐνέργειάν της καλλίτερον, οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ ᾖναι γενικοί. Τὸ στάδιον εἶναι ἀνοικτὸν, καὶ φέρετε ἕνα νόμον διά τε τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἑπτάνησον. Ἐρχόμεθα, Κύριοι, εἰς τὸν πολιτικὸν νόμον ἐκεῖ, λέγουν, εἶναι καταστροφή· ἐκεῖ ἀνοίγομεν ἓν χάος τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν πῶς νὰ τὸ ἀναπληρώσωμεν· ἐὰν εἰσάξωμεν τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον εἰς τὴν Ἑπτάνησον, θέλει ἀναστατωθῇ ἡ κοινωνία ἐκείνη Ἀλλὰ, Κύριοι, ταῦτα εἶναι λόγοι πτερόεντες. Ὅταν, Κύριοι, εἰσήχθη αὐτὴ ἡ νομοθεσία εἰς τὴν Ἑπτάνησον κατὰ τὰ 1841, δὲν ἐξανέστη ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου; ἐγνώριζε τί εἰσέρχεται εἰς τὸν τόπον, ποία νομοθεσία καθιεροῦται, καθὼς εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐστάλη ὁ Μουστοξύδης νὰ διαμαρτυρηθῇ κατ’ αὐτῆς τῆς βιαίας ἐπιβολῆς. Καὶ μᾶς λέγετε ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἓν χάος; Ὄχι, Κύριοι, δὲν ἀπατᾶται ἡ Ἑπτάνησος· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ νομοθεσία διάφορος, μάλιστα· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ εἰσαχθῇ νομοθεσία καταλληλοτέρα, προοδευτικωτέρα, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θέλει ἀνατρέψει τὰς σχέσεις τὰς μεταξὺ τῶν πολιτῶν. Ποῖα Νομοθετήματα νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀνατραπῶσι καὶ νὰ καταργηθῶσι, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ μία σύγχυσις, μία καταστροφή; ἐγὼ τὸ κατ’ ἐμὲ πιστεύω, ὅτι ἡ ἀκύρωσις ἐκείνου τοῦ Ἀστικοῦ κώδηκος, τὸν ὁποῖον θεωρεῖτε ὡς τὸ ἀπαύγασμα τῆς προόδου, καὶ τὸν ὁποῖον θέλετε ἀκόμη νὰ διέπῃ τὰς σχέσεις σας, εἶναι αὐτόχρημα ἐπιζήμιος διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἀπ’ ἐναντίας εἰσάγεται ἓν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον καθιερώθη ἀπὸ ὅλην τὴν Εὐρώπην ἐπὶ αἰῶνας, τὸ ὁποῖον λέγεται ὅτι ἦτο ὁ λόγος ὁ γραπτὸς, διότι καμμία περίστασις καὶ σχέσις δὲν ἀπολείπεται νὰ μὴ διέπηται ἀπὸ αὐτό. Καὶ δὲν ἔχομεν, Κύριοι, τὸν Ἀρμενόπουλον μόνον εἰς τὸν ὁποῖον καταφεύγομεν, ἀλλ’ ἔχομεν τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, νομοθεσίαν ἡ ὁποία εἶναι σοφωτάτη, ἀπὸ τὴν ὁποίαν συνάγουσιν ὅλα τὰ ἔθνη τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ὅταν σήμερον λόγῳ πατριωτισμοῦ, λόγῳ συμφέροντος τῆς πατρίδος, ἡ Ἑλλὰς θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴν τὴν νομοθεσίαν, σᾶς εὐεργετεῖ, Κύριοι, καὶ σεῖς τὸ ἀποποιεῖσθε ὄχι μὲ λόγους ἰσχυροὺς, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τὸ ἀποποιῆσθε! Ἄλλως τε, Κύριοι, εἶναι δυσκολία μεγάλη νὰ εἰσαχθῇ, διὰ τὸ ἀδύνατον δῆθεν τῆς ἐφαρμογῆς διὰ τόσον βραχυπρόθεσμον διάστημα; Ἔγεινε μεγάλη δυσκολία νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐκείνη ἡ Νομοθεσία, τὴν ὁποίαν ὁ ξένος μᾶς ἐπέβαλλε καὶ ἥτις δὲν εἶναι ἰδική μας; Ὄχι, Κύριοι. Ἔπειτα νομοθεσία, ἥτις καθιερώνει τὸ ἄνισον, τὴν ἀδικίαν, ὡς πρὸς τὰ κληρονομικὰ δικαιώματα, τὴν ἀδικίαν ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τοῦ ἀγροδότου καὶ ἀγρολήπτου εἶναι κατάπτυστος νομοθεσία, εἶναι ἐχθρικὴ νομοθεσία, δὲν εἶναι φιλανθρωπική. Ἔπρεπε νὰ ἰδῆτε κατὰ πόσον ἡ νομοθεσία ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι ἐντελεστέρα ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας· λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν πρόοδον τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἑλλὰς ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο καὶ τὴν πρόοδον τὴν ἰδικήν μας· εἴμεθα ἀκόμη εἰς τὰ σπάργανα. Οὗτοι δὲ προώδευσαν γιγαντιαίοις βήμασι, διότι ἔχουν νομοθεσίαν πολιτικὴν σύμφωνον μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ μὲ τὰς ἐνεστώσας ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης. Ἔπειτα ἡ νέα νομοθεσία δὲν θέλει καταστρέψει τὰς παλαιὰς σχέσεις καὶ τὰ τετελεσμένα, διότι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐκανονίσθησαν μὲ ἐκεῖνον τὸν Νόμον, θὰ ἀποφασίζωνται μὲ τὴν παλαιὰν νομοθεσίαν, διὰ δὲ τὰς νέας σχέσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ᾖναι κοιναὶ καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὴν Ἑλλάδα, αὐτὰς θὰ τὰς κανονίσῃ ἡ νέα Νομοθεσία. Ἤλθετε, Κύριοι, καὶ μᾶς εἴπατε, ὅτι ὁ ἀπόλυτος πλειστηριασμὸς εἶναι καταστροφὴ τοῦ τόπου. Ἐγὼ δὲ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ μίαν μόνον ἔποψιν· ποῦ βασιλεύει ὁ ἀπόλυτος πλειστηριασμός; εἰς τὰ πιστώματα πρὸ τοῦ ἔτους 1841. Ἀλλὰ ταῦτα πλέον σχεδὸν παρεγράφησαν ἢ ἐξηντλήθησαν· πιστώματα 24, 25 ἐτῶν βεβαίως δὲν ἔμειναν ἀπλήρωτα, θὰ ᾖναι τοὐλάχιστον ὀλίγιστα· ἀλλὰ τὰ πιστώματα τὰ καθιερωθέντα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκδόσεως τῆς νομοθεσίας ἔγειναν δι’ ἀπολύτου πλειστηριασμοῦ· ἐκτὸς τῶν τροποποιήσεων αἱ ὁποῖαι ἔγιναν τὸ ἔτος 57. Ὥστε, Κύριοι, ἐὰν διατηρήσωμεν τὸν ἀπόλυτον πλειστηριασμὸν διὰ τὰ πιστώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν, ἢ τοὐλάχιστον πολλὰ ὀλίγα, καὶ ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1841 συμπεριλαμβάνονται σχεδὸν ὅλα τὰ πιστώματα τὰ ἔχοντα τὸν ἀπόλυτον πλειστηριασμὸν καὶ τὸν ἔχουν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία εἰσήχθη κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, καὶ ἡ ὁποία καθὼς γνωρίζετε ἀπεῤῥόφησε σχεδὸν ὅλας τὰς ἰδιοκτησίας μας καὶ χαίρει τὸν ἀπόλυτον πλειστηριασμὸν καὶ τὸν χαίρουν ὅλα τὰ πιστώματα, τὰ ὁποῖα γίνονται διὰ μέσου ἐκείνης τῆς Τραπέζης, καὶ τὰ ὁποῖα ὅλα καταῤῥέουν εἰς ἐκείνην τὴν τράπεζαν, ὥστε δὲν ἀσφαλίζετε τὴν Ἑπτάνησον διὰ τῆς νομοθεσίας εἰσάγοντες τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἔχει κανονισμένον τὸν ἀπόλυτον πλειστηριασμόν.
§14ΚΑΛΟΣ. Δὲν δίδετε μίαν ἐξήγησιν διὰ νὰ ἐννοήσωμεν.
§15ΚΑΠΕΛΕΤΟΣ. Ἰδοὺ τί πρόκειται. Πραγματικῶς ἐπὶ Ἑνετοκρατείας ἴσχυεν ἐκεῖ ὁ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ δανειζόμενος θέλων νὰ πληρώσῃ, πρῶτον νὰ γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ ὑποθήκη εἰμὴ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1841 πρὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου ὅλα τὰ πιστώματα ἔχαιρον τὴν προτεραιότητα, ἡ ὁποία ἐπρόκυπτεν ἀπὸ τὴν ἐγγραφὴν τῶν πιστωμάτων εἰς βιβλίον τι, καὶ ἡ ἐγγραφὴ ἐκείνη ἔφερε μίαν γενικὴν ὑποθήκην ἐπὶ ὅλων τῶν κτημάτων. Κατὰ τὸ πίστωμα, τὸ ὁποῖον κατηρτίζετο πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν ἠδύνατο νὰ πληρωθῇ εἰμὴ κατὰ συνέπειαν ἐκτιμήσεως ἐπὶ τοῦ κτήματος τοῦ ὀφειλέτου, ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ παραδεχθῇ καὶ ὁ δανειστής, ὡς ἦτο ἐδὼ ὅταν εἰσήχθη ἡ νομοθεσία τοῦ ἔτους 1835, ὅπου ὁ δανειστὴς ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὸ κτῆμα μὲ τὴν ἐκτίμησιν ἡ ὁποία ἐγίνετο, ἀναλογιζομένης τῆς ἐκτιμήσεως ἐπὶ τὸ 4% εἶχε δὲ τὸ προνόμιον ὁ δανειστὴς, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ τέταρτον τοῦ πιστώματος ἐν κεφαλαίῳ ὑπὲρ αὑτοῦ, δηλ. ἐξεποιεῖτο ἓν κτῆμα δι’ ἓν πίστωμα 1000 διστήλων κεφάλαιον· ἔπρεπε νὰ ἐκποιηθῇ ἢ ἓν ἢ πολλὰ κτήματα, ἡ ἐκτίμησις νὰ γίνῃ μὲ τὸ 4% καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 250 τάλληρα ἔμενον πρὸς ὄφελος τοῦ δανειστοῦ. Αὐτὸς ἦτο ὁ κατ’ ἐκτίμησιν πλειστηριασμός· ἡ παροῦσα κατάστασις εἰσαχθεῖσα ἀπὸ τὸ ἔτος 1841 πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἀγγλικῆς τραπέζης, κατήργησεν αὐτὸν τὸν νόμον· καὶ εἶπεν ὅλη ἡ περιουσία τοῦ ὀφειλέτου εἶναι ὑποκειμένη εἰς τὸ δάνειον· ὁ δανειστὴς δὲν ὑποχρεοῦται νὰ παραλάβῃ τὸ κτῆμα εἰμὴ δι’ ὅσον θέλει· εἶναι νόμος καταστρεπτικὸς, τοῦ ὁποίου δὲν ἔχετε κἂν ἰδέαν, διότι ἐδὼ ἔχετε τὴν εἰδικὴν ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ κτήματος καὶ τὸ δάνειον πρέπει νὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὸ ὑποθηκευθέν. Ὁ σκοπὸς τῆς ξενοκρατίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἦτο νὰ συγκεντρώσῃ ὅλα τὰ κτήματα εἰς χεῖρας ὀλίγων, ἐν μέρει τὸ ἐπέτυχεν, ἀλλὰ δὲν ἔσωσε καὶ τὴν Ἑπτάνησον ὁ μὴ ἀπόλυτος πλειστηριασμὸς τὸν ὁποῖον θέλουν σήμερον νὰ τὸν ὑποστηρίξουν, διότι εἶναι διὰ τὰ πιστώματα πρὸ τοῦ 1841.
§16ΜΑΡΙΝΟΣ. Κύριε Καπελλέτε, ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τί ἰδέαν ἐξεφράσατε; ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος ποίαν ἀρχὴν καθιερώνει;
§17ΚΑΠΕΛΕΤΟΣ. Τὸν πρῶτον νόμον τὸν μὴ ἀπόλυτον· ἀλλ’ εἶπον πάλιν, καὶ τὸ ἐκόλασα, ὅτι σήμερον δάνεια δὲν γίνονται, καὶ ὅταν θέλῃ ὁ ἰδιοκτήτης νὰ δανεισθῇ, πηγαίνει εἰς ἕνα κεφαλαιοῦχον, ὁ ὁποῖος τὸν στέλλει εἰς τὴν τράπεζαν, τοῦ παρουσιάζεται ὡς ἐγγυητὴς καὶ ἐνδύεται τὰ δικαιώματα τῆς τραπέζης, ὥστε ἦτο ἀπόλυτος πλειστηριασμὸς εἰς τὴν Ἑπτάνησον σχεδὸν δι’ ὅλα τὰ πιστώματα.
§18ΑΝΝΙΝΟΣ. Οἱ τοκογλύφοι τὰ κάμνουν αὐτά; ὄχι ὅλοι.
§19ΚΑΠΕΛΕΤΟΣ. Δὲν ἐννόησα ὅλους. Ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς σᾶς ἐξαιρῶ βεβαίως, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς περιλάβω. Δὲν βλέπω μὰ τὴν ἀλήθειαν, Κύριοι, κατὰ πόσον αἱ σχέσεις μας, τὰ ἀτομικά μας συμφέροντα δύνανται νὰ διακινδυνεύσωσι μὲ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας· καὶ ἐννοῶ τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν ἐν γένει· συμπεριλαμβάνω, Κύριοι, καὶ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ σᾶς ὁμιλήσω, καὶ τὸν ἀστικὸν νόμον καὶ τὸν ποινικὸν νόμον καὶ τὴν ποιν. Δικ. καὶ τὸν ἐμπορικὸν νόμον, καὶ ὅσα ἄλλα νομοθετήματα ὑπάρχουν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐφαρμοστέα εἰς ἐκεῖνον τὸν τόπον, καὶ εἶναι ὅλα ἐφαρμοστέα, καὶ Κύριοι, μὴ ἀπατᾶσθε μὲ τὰς ἐξαιρέσεις τὰς ὁποίας ἐκάματε, δὲν μένουν νὰ ἐφαρμοσθοῦν παρὰ μόνον νόμοι ἰατρῶν καὶ φαρμακοποιῶν. Τὸ πᾶν, Κύριοι, τοῦ κοινωνικοῦ βίου, τὸ πᾶν τῶν σχέσεων τῶν ῥυθμιζομένων διὰ τῶν νόμων, ἐξῃρέσατε μὲ τὰς ἐξαιρέσεις τὰς ὁποίας ἐπροτείνατε καὶ τὰς ὁποίας ὑποστηρίζετε. Κύριοι, καὶ ἐδῶ ὑπῆρχον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀντιβασιλείας νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν καθιερωμένα κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀγῶνος, ὅσον ὀλίγα καὶ ἂν ἦσαν, Νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγε καὶ ἐκανόνισεν ὁ μακαρίτης Κυβερνήτης· καὶ ἦλθε δὲ ἡ ἀντιβασιλεία καὶ ἐξέδωκε τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων διεπόμεθα, ἀκόμη καὶ δὲν ἄργησε νὰ τοὺς εἰσάξῃ καὶ δὲν ἄργησε, Κύριοι, νὰ τοὺς βάλῃ εἰς ἰσχὺν, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ διαστήματα, τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔλαβε καιρὸν ν’ ἀναγνώσῃ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν ὁ Ἄρμανσπεργ καὶ ὁ Μάουρερ, καὶ μόλον τοῦτο ἀγογγύστως τοὺς ἐδέχθη, διότι ἦσαν νόμοι προοδευτικοί, διότι ἦσαν νόμοι κατάλληλοι· διὰ τὶ θέλετε νὰ γογγύσῃ ὁ Ἑπτανήσιος, ὅταν ἀνεξαρτήτως πάσης παρατηρήσεως, ὅταν τοῦ εἰσάγωμεν νόμους, τοὺς ὁποίους ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐδέχθη μετ’ εὐχαριστήσεως, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων προώδευσεν. Ἀλλά, Κύριοι, ἐπειδὴ δὲν ἔχω σκοπὸν εἰμὴ ἀκροθιγῶς νὰ ἐγγίξω, καὶ ἄλλοι μετὰ ταῦτα ἱκανώτεροι ἐμοῦ θέλουν ἐπεκτανθῆ περισσότερον, ἀλλ’ ὅταν ἔλθω εἰς τὸν Ποινικὸν νόμον, ὅταν ἔλθω εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν τὶ ἔχετε νὰ δικαιολογήσητε εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅπου διακείμεθα ὑπὸ βάρβαρον νομοθεσίαν, ὅπου στερούμεθα τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ἔχουν καὶ ἔχουν οἱ Ἀλγερῖνοι; Δύω δικασταί, τρεῖς δικασταί, ἡ πλειοψηφία αὐτῶν διοριζομένη ἀπὸ τὴν προστασίαν, αὐτὴ ἡ πλειοψηφία ἀποφασίζει περὶ τῆς ζωῆς μας, περὶ τῆς περιουσίας μας, περὶ τῆς ἐλευθερίας μας καὶ θέλετε ἐκεῖνο τὸ σύστημα νὰ διατηρηθῇ ἀκόμη, ὅτε ὁ Ἑπτανήσιος, δύω βήματα μακρὰν τῆς πατρίδος του, βλέπει τὸν Ἕλληνα δικαζόμενον ἀπὸ ἐνόρκους καὶ τὸν ἑαυτόν του ὑπὸ τὴν διάκρισιν δύω ἀνθρώπων!
§20ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ποῖος εἶπεν ὄχι;
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖ ν’ ἀντικρούσῃ τὰ πάντα διὰ νὰ διαφωτίσῃ τὴν Συνέλευσιν.
§22ΚΑΠΕΛΕΤΟΣ. Ἔχετε μὲ τὴν Ποινικὴν δικονομίαν νὰ μᾶς φέρητε τὸ μέγα σας καύχημα, τὴν δημοσίαν ἀνάκρισιν, καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ἐξερχόμενος ὁ κατηγορούμενος ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν, πίπτει εἰς τὴν διάκρισιν δύω δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποφασίζουν περὶ τῆς τύχης του; ἀλλ’ ἐδῶ ποίας ἐγγυήσεις δὲν ἔχει ὁ Ἕλλην; ἔχει τὴν ἀνάκρισιν, ἡ ὁποία, Κύριοι, δὲν εἶναι διὰ νὰ καταβάλλῃ τὴν ἀθωότητα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνιχνεύῃ καὶ νὰ προστατεύῃ αὐτήν, ἀνάκρισις, ἡ ὁποία δὲν ἰσχύει ἀπέναντι τῶν ἐνόρκων καὶ συνήθως δὲν τὴν λαμβάνουν κἂν ὑπ’ ὄψιν. Ὁ Ἕλλην δὲν δικάζεται ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν, ἡ ὁποία γίνεται, δικάζεται ἀπὸ ὅλας ἐκείνας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ποινικὴ Δικονομία καὶ ὁ Ποινικὸς Νόμος δίδει. Εἶναι τὰ βουλεύματα, τῶν ὁποίων κἂν ἰδέαν δὲν ἔχετε, εἶναι αἱ ἀνακοπαὶ βουλευμάτων καὶ ἀναιρέσεις τῶν βουλευμάτων, ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ Ἕλλην κατηγορούμενος εἰς τὸ ὁρκωτικὸν Δικαστήριον διὰ ν’ ἀποφασισθῇ ἡ τύχη του. Ὁ Ἕλλην διατρέχει ἓν στάδιον ἐγγυήσεων, τῶν ὁποίων οὐδὲ ἰδέαν δὲν ἔχομεν, ἐγγυήσεων αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς καθιερώνουν τὰς νέας ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ πρόοδος εἰσήγαγον. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν δέχησθε λοιπὸν τὸν Ποινικὸν Νόμον, πρέπει νὰ δεχθῆτε καὶ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ Ποινικὴ Δικονομία εἶναι πολὺ ὑπερτέρα ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας· ἐὰν δέχησθε, δὲν ἐνθυμοῦμαι, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν δέχησθε τὴν πολιτικὴν Δικονομίαν.
§23ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἀνεγνώσατε, φαίνεται, τὰς ἐξαιρέσεις.
§24ΚΑΠΕΛΕΤΟΣ. Κύριοι, πιστεύω, ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ οὔτε δέχομαι, οὔτε πρέπει νὰ δεχθῇ ἡ Συνέλευσις καμμίαν ἐξαίρεσιν, διότι βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὰς ἐξαιρέσεις ὅλας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς τὸ Προεδρεῖον, βεβαιωθῆτέ το, Κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον εἶναι ἄδικον, ἀλλ’ ἐγὼ πιστεύω, Κύριοι, ὅτι καὶ ἡ διοίκησις τοῦ τόπου θὰ ἦναι πολὺ δύσκολος, καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ θαυμάζω πολὺ πῶς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τὸ σημερινὸν καὶ τὸ διαδεχθησόμενον αὐτὸ, πῶς δύναται νὰ ἐξομαλύνῃ καὶ νὰ Κυβερνήσῃ τὸν τόπον ἐκεῖνον μὲ τὰς διαφόρους νομοθεσίας καὶ μὲ τὰς ἐξαιρέσεις. Ὤ, βεβαιωθῆτε το, ὅτι δὲν θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ κυβερνᾷ, θὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ν’ ἀποῤῥοφᾷ καὶ νὰ συγχωνεύῃ ὅλην τὴν διαχείρισιν τὴν Κυβερνητικὴν καὶ ὁ ὁποῖος νὰ ᾖναι Ὑπουργὸς διὰ τὴν Ἑπτάνησον, καθὼς ἐν Δανίᾳ ἦτο Ὑπουργὸς διὰ τὸ Σλέσβικ καὶ καθὼς ἐν Αὐστρίᾳ ἦτο Ὑπουργὸς διὰ τὴν Οὑγγαρίαν, δὲν ἠμπορεῖ Ὑπουργὸς Ἕλλην νὰ διοικήσῃ τὴν Ἑπτάνησον εἰμὴ μὲ τὴν νομοθεσίαν τὴν Ἑλληνικὴν καὶ πιστεύω, Κύριοι, ἀπὸ σήμερον ἀκόμη οἱ ὑπουργοὶ εἶναι πεπεισμένοι περὶ τούτου, διότι εἰς τὸ προσωπικὸν εὑρίσκουν χιλίας δυσκολίας καὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίσουν οὔτε τὸ προσωπικὸν, οὔτε τὸ πραγματικὸν τῆς Ἑπτανήσου, ἐὰν οἱ νόμοι οἱ Ἑλληνικοὶ δὲν ἐφαρμοσθοῦν καὶ ἐκεῖ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν καὶ αὐτὸ τὸ παρατράγωδον ἐν τῇ Ἑλλάδι, ὥστε ἄλλη Κυβέρνησις νὰ διέπῃ τρόπον τινὰ τὰ πράγματα μιᾶς ἐπαρχίας. Ὄχι, Κύριοι, δὲν εὐεργετεῖτε τοὺς Ἑπτανησίους, σᾶς τὸ λέγω μὲ εἰλικρίνειαν, παραχωροῦντες αὐτὰς τὰς ἐξαιρέσεις. Εἶναι ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, καὶ πρὸς τὸ ἰδιαίτερον συμφέρον των ἀποπτύσσουν, εἶναι ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἴσως τοὺς ἐβάλαμεν ἡμεῖς εἰς τὸν νοῦν, ἀλλὰ δὲν τὰς εἶχον. Ὁ Ἑπτανήσιος θέλει ἀφομοίωσιν πλήρη, θέλει συγχώνευσιν πλήρη, θέλει κοινὴν τύχην, κοινὰς δοκιμασίας, κοινὴν διαχείρισιν, κοινὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι εὔκολος, Κύριοι, ἡ εἰσαγωγὴ τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑλληνικῆς εἰς τὴν Ἑπτάνησον, εἶναι εὐχερεστάτη, διότι τὸ ἴδομεν καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, εἰσήχθη διὰ μιᾶς ἡ νομοθεσία, καὶ ἤδη ὄχι μόνον ἐκανόνισεν ἐπὶ 23 ἔτη τὰς σχέσεις μας, ἀλλὰ καὶ ἐναμβρύνεται καὶ καυχᾶται καὶ ὑποστηρίζεται, εἰσήχθη εἰς τὴν Ἑλλάδα μία νέα καὶ πλήρης νομοθεσία, καὶ εἰσήχθη διὰ μιᾶς, καὶ ὁ Ἕλλην δὲν ἐγόγγυσε, καθὼς δὲν θέλουν γογγύσει καὶ οἱ Ἑπτανήσιοι, εἰσήχθη εἰς τὴν Νίκαιαν, εἰς Σαβοΐαν, καὶ δὲν εἰσήχθη μὲ αὐτὰς τὰς συζητήσεις, τὰς ὁποίας κάμνομεν καὶ τὰς ὁποίας ἔπρεπε μάλιστα νὰ μὴ κάμωμεν, διότι ἔπρεπε ἐνθουσιωδῶς, αὐθορμήτως νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν νομοθετικὴν συγχώνευσιν, καθὼς τὴν ἔκαμαν εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ συγχωνεύσουν τὴν Νίκαιαν καὶ τὴν Σαβοΐαν, καὶ ἡ Νίκαια καὶ ἡ Σαβοΐα εἶχον καλλιτέραν νομοθεσίαν ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας, ἀλλὰ τὴν παραίτησαν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, καὶ διὰ τὸν κανόνα, ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ ᾖναι διῃρημένα δύω Κράτη, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ὑπὸ μίαν Κυβέρνησιν καὶ εἶναι διαίρεσις, ὅταν ὑπάρχῃ διαφορὰ νομοθεσίας, εἶναι διαίρεσις, ὅταν ὑπάρχῃ καὶ διαφορὰ Κυβερνήσεως. Καὶ ἄλλοι, Κύριοι, θὰ ὁμιλήσουν μετ’ ἐμὲ, διότι δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπεκτανθῶ περισσότερον· ἐδῶ ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι πληρεξούσιοι τῆς πρώην Ἑλλάδος, καὶ σᾶς λέγω δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μὴ δεχθῆτε αὐτὰς τὰς ἐξαιρέσεις, διότι δὲν ἐκπληροῦτε τὴν ἐντολήν σας, διότι ἐκβιάζετε τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν Ἰονίων, κανονίζετε τὴν διαφορὰν ἐντὸς τῶν σπλάγχνων τῆς κοινωνίας, διότι ἡ τύχη πρέπει νὰ ᾖναι ὁμοία, καὶ διὰ τὸν Ἕλληνα καὶ διὰ τὸν Ἑπτανήσιον, καὶ τοῦτο οἱ ἐντολεῖς σας δὲν θέλουν τὸ δεχθῆ μὲ εὐχαρίστησιν, καὶ εἰς ὑμᾶς τοὺς ἐντίμους συναδέλφους τῆς Ἑπτανήσου, ἐὰν ὑποθέτω πρὸς μικρὸν, ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπάρχουν προλήψεις, ὑπάρχουν φιλοτιμίαι, αἱ ὁποῖαι παρακινοῦν τὸν λαὸν ἐκεῖνον νὰ μὴ δέχηται εὐχαρίστως τὴν νομοθεσίαν τὴν Ἑλληνικὴν, φανῆτε ἀνώτεροι αὐτῶν τῶν προλήψεων, αὐτῶν τῶν φιλοτιμιῶν, καὶ ἐπ’ ὀνόματι τῆς πατρίδος θυσιάσατε αὐτὰς τὰς μικρὰς προλήψεις καὶ τὰς μικρὰς φιλοτιμίας, καὶ δεχθῆτε ὁμοφώνως αὐτὴν τὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ καὶ τοὺς δύω τόπους καὶ εἶναι δίκαιον νὰ τοὺς διέπῃ. Ἐγὼ τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐπειδὴ δὲν ἐνόησα νὰ ψηφίσω παρὰ μόνον τὴν ἀρχὴν τῆς ἀφομοιώσεως, τῆς πλήρους ἀφομοιώσεως, καθὼς ἐπίσης τὸ χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἢ μετὰ παρέλευσιν τοῦ ὁποίου πρέπει ἡ νομοθεσία ἡ Ἑλληνικὴ νὰ ἰσχύῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, δὲν ἠμπορῶ, Κύριοι, νὰ ἐπέλθω καὶ νὰ ἀποφασίσω περὶ ἄλλων ἐξαιρέσεων, εἰμὴ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπαινίττετο ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγκαταλείψας ὅλας τὰς ἄλλας, τοὐλάχιστον ἐκεῖνο ἦτο τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐνέπνεε τὴν ὁμιλίαν του, τὸ φορολογικὸν σύστημα, καὶ κυρίως τὴν ἐξαίρεσιν αὐτὴν τὴν δέχομαι μόνον, διότι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ φορολογίας, διότι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Ἑπτανήσιος λαὸς πρέπει νὰ φορολογηθῇ, ἐπειδὴ πρέπει νὰ ᾖναι κοινὰ καὶ δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τοὺς Ἕλληνας τὰ βάρη, καθὼς κοινὰ καὶ τὰ δικαιώματα, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῇ, καθὼς φορολογῆται ὁ Ἕλλην, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ φορολογία τῆς Ἑλλάδος. Ὅθεν, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπέλθω εἰς ψήφισιν καμμιᾶς ἄλλης ἐξαιρέσεως παρὰ μόνον τῆς φορολογίας. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, διετύπωσα μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία εἶναι μὲ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσωμεν καὶ ἐψηφίσαμεν τὰς δύω ἀρχὰς καὶ τὴν ἐξαίρεσιν περιοριζομένην ἁπλῶς, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησιν ὅλων, περιοριζομένην ἁπλῶς εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα, εἰς ἐκείνας μόνας θέλω καταλήξει, ὥστε νὰ ἀποβάλλω καὶ νὰ ἀποκλείσω πᾶσαν ἄλλην ἐξαίρεσιν, καὶ εἰς ἐκείνην μόνον νὰ περιορισθῶ, ὥστε παρακαλῶ τὸ γραφεῖον νὰ ἀναγνώσῃ τὴν πρότασίν μου (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀπέχητε ἀπὸ ἐπιδοκιμασίας καὶ ἀποδοκιμασίας, καὶ εἰς τὸ ἀκροατήριον ἀποτείνομαι· ἀφήσατε, μὴ ἐπεμβαίνετε εἰς τὴν συζήτησιν.
§26ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὰ, Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀθῶα, διότι εἶναι εὐνοϊκὰ ὑπὲρ τῶν φιλελευθέρων.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τὰ ἀθῶα προβαίνομεν εἰς τὰ σκανδαλώδη.
§28ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν πειράζει, καὶ τὰ σκάνδαλα τὰ οἰκονομοῦμεν. (Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καπελέτου.)
ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου τοῦ ἔτους 1864, ὡς ἀναγομένη εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν τῆς 1 Ἰανουαρίου 1865, θέλει γίνει κατὰ τοὺς ἐν Ἑπτανήσῳ κειμένους ἤδη Νόμους, οἱ δὲ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς Νόμοι ἐναπόκειται νὰ ψηφισθῶσι κοινοὶ καθ’ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν νῦν Κράτος.
ΙΩ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΑΠΕΛΕΤΟΣ.
Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ.
Π. ΘΕΡΜΟΓΙΑΝΝΗΣ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ὁ Κύριος Μεταξᾶς.
§30ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι! Ὅταν οἱ ἀντιπρόσωποι ἑνὸς ἔθνους συνέρχωνται διὰ νὰ πραγματευθοῦν περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῶν συναδέλφων των ὡς δικηγόροι, ὡς ἄνθρωποι, οἵτινες ἔχουν νὰ προστατεύσουν τὰ συμφέροντα ἑνὸς πελάτου, ἀλλ’ ὡς πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐμβρίθειαν, μὲ σοβαρότητα, μὲ γαλήνην ψυχικὴν, μὲ ὑπομονὴν ἔρχονται νὰ ἐξετάσωσι τὰ πράγματα, ἔρχονται νὰ ἐρευνήσωσι τί ἁρμόζει, τί τῆς πολιτείας τὸ συμφέρον ἀπαιτεῖ, καὶ ταῦτα συζητοῦσιν ἐξετάζοντες αὐτὰ ὑπ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Ὅταν τις συζητῇ περὶ δημοσίων πραγμάτων, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὴν λαὸν, πρέπει νὰ στοχασθῇ, ὅτι ὡς ἐκ τούτου καὶ μόνον τίθεται εἰς θέσιν πολλὰ ὑψηλὴν, εἰς περιοπὴν ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ καταπέσῃ, διότι ἐὰν καταβιβασθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ κομματικοῦ ἀνθρώπου ἢ τοῦ δικηγόρου, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα μόνον τῆς πελατείας του, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς του. Περὶ τίνος πρόκειται σήμερον, Κύριοι; περὶ ζητήματος ἁπλουστάτου. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ὅσα διεδόθησαν κατ’ αὐτὰς, δὲν θέλω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰ διαθρυλληθέντα, ὅτι τάχα τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως δὲν εἶναι ἁπλοῦν ζήτημα, ἔχον σκοπὸν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ὅτι ἐθεωρήθη ὡς μέσον πρὸς ἐπίτευξιν ἄλλου σκοποῦ. Ταῦτα πάντα ἀφήνω κατὰ μέρος· ἀποδίδω εἰλικρίνειαν εἰς ὅλους, πιστεύω ὅτι ὅλοι αἰσθάνονται ἀρκετὰ τὰς κρισίμους περιστάσεις τοῦ ἔθνους, ὥστε νὰ μὴ θέλουν νὰ ἐμπορεύωνται τὰ ναυάγια τοῦ Κράτους· καὶ βέβαια, ἐὰν εἴπω, ὅτι αἱ περιστάσεις τοῦ ἔθνους εἶναι κρίσιμοι, δὲν, θέλω πιστεύω, ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν. Περὶ τίνος πρόκειται σήμερον; περὶ ἁπλουστάτου πράγματος. Ἡνώθησαν δύο ὁμόφυλοι ἐπικράτειαι, κατὰ δυστυχίαν πρὸ πολλοῦ καιροῦ διακεχωρισμέναι. Αἱ κυβερνήσεις αὐτῶν εἶχον ὡς βάσιν τῆς πορείας των ἀρχὰς ὅλως διαφορετικάς. Ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γεννηθῶσι καὶ μερικαὶ διαφοραὶ μεταξὺ τῶν δύω λαῶν; Διετηρήθησαν ὅμως τὰ κυριώτερα, ὅσα ἀπαρτίζουσι τὸν ἐθνισμόν· διετηρήθη δηλαδὴ ἡ γλῶσσα, διετηρήθη ἀκέραιον τὸ αἴσθημα τοῦ ἐθνισμοῦ εἰς τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο μέρος. Ὅτε δὲ ἐπαρουσιάσθη ἡ εὐκαιρία ἐζήτησαν νὰ ἑνωθοῦν, καὶ αἱ περιστάσεις μᾶς συνέδραμον, ὅπως πραγματοποιήσωμεν αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ἡνώθησαν λοιπὸν καὶ εἶναι ἤδη ἡνωμέναι. Περὶ τίνος πρόκειται; Εἶναι δυνατὸν, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ μίαν στιγμὴν εἰς ἄλλην, μὲ τρόπον οὕτως εἰπεῖν ἀπότομον, ἐν ἀκαρεῖ, νὰ εἴπωμεν, ἐπειδὴ ἡνώθησαν τὰ δύο κράτη, πρέπει τὸ ἓν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ ἄλλο ὅλους τοὺς νόμους ἄνευ ἐξαιρέσεως, ἐν μιᾷ στιγμῇ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, καὶ νὰ καταστραφοῦν ὅλα τὰ συμφέροντα, ὅλαι αἱ σχέσεις, ὅλαι αἱ ἀνάγκαι, ὅλαι αἱ ἀναμνήσεις τοῦ ἑνὸς κράτους, ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ δὲ νὰ θέσωμεν μίαν νομοθεσίαν καθ’ ὁλοκληρίαν διάφορον; νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν οὔτε ἐγνώρισεν, οὔτε γνωρίζει, οὔτε ἠξεύρει πόθεν καὶ πῶς ἐπῆλθε διὰ μιᾶς; Δὲν θέλουν, λέγουν, οἱ Ἑπτανήσιοι νὰ ἀφομοιωθῶσιν, ἐνῷ ἡνώθησαν μὲ ἡμᾶς, καὶ οὐ μόνον δὲν θέλουν νὰ ἀφομοιωθῶσιν ἀφ’ οὗ ἡνώθησαν μεθ’ ἡμῶν, ἀλλ’ οὔτε τὰ βάρη μας θέλουσι νὰ συμμερισθῶσι· δὲν θέλουν νὰ πληρώσωσιν, ὅπως πληρώνομεν ἡμεῖς. Δὲν ἀρκοῦνται δὲ οὔτε εἰς τοῦτο· θέλουν καὶ προνόμια, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν ἦτο εὔκολον νὰ πιστευθῇ τοῦτο, διότι ἐπὶ τετρακόσια περίπου ἔτη ἔζησαν ὑπὸ μίαν ἀριστοκρατικὴν κυβέρνησιν, τὴν τῶν Ἑνετῶν· ἦλθε μετὰ ταῦτα ἡ αὐτοκρατορικὴ Ῥωσσία, ἡ ἀπολυτόφρων Ῥωσσία, ἦλθον ἔπειτα οἱ Γάλλοι, αὐτοὶ ὅμως δὲν ἔμειναν πολὺν καιρὸν, ἦλθον ἀμέσως οἱ Ἄγγλοι, καὶ οὗτοι ἀριστοκρατικοί· ἑπομένως οὐδόλως παράδοξον, ἂν ἔδωσαν εἰς τοὺς Ἑπτανησίους συνηθείας τινας καὶ ἕξεις ἀριστοκρατικὰς, καὶ νὰ ζητῶσιν ὡς ἐκ τούτου προνόμια. Ἐπιστεύθη λοιπὸν τὸ πρᾶγμα, καὶ σιγαλὰ, σιγαλὰ, διεδίδετο ἀπὸ τὸ Χαυτεῖον εἰς τὸ Ἀντιχαυτεῖον, καὶ ἐκεῖθεν μετέβη εἰς τοῦ Μπαλάνου τὸ ζαχαροπωλεῖον, καὶ ἐκεῖ τὰ ζαχαρωτὰ, καὶ ἐκεῖ τὰ ζυμαρικὰ κατεβροχθίζοντο τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου, καὶ ὑπὸ διασήμων ἀνδρῶν διεδίδοντο οὕτω τὰ ὡραῖα αὐτὰ πράγματα, καὶ διὰ ποίους; δι’ ἐκείνους, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι μετὰ καρτερίας, μετὰ θυσίας ὅλων τῶν συμφερόντων των ἐπέμειναν μαχόμενοι κατὰ μιᾶς ἰσχυρᾶς δυνάμεως, ἵνα κατορθώσωσι τοὺς ἐθνικοὺς σκοπούς των, ἀφοῦ σημαντικὸν ἔλαβον μέρος εἰς τὸν ἱερὸν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα, καὶ ἀείποτε ὑπῆρξαν μάρτυρες τοῦ ἑλληνισμοῦ. Δὲν εἶναι, ὡς παριστῶσιν, οἱ Ἑπτανήσιοι ξένοι, δὲν ἐμάχοντο ἀπὸ τοῦ 1821 ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ πρὸ 400 ἐτῶν! Δὲν εἶναι λοιπὸν, ὅπως παριστῶσιν οἱ Ἑπτανήσιοι ξένοι. Σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν Ἑπτάνησος, Ἑλλὰς δὲν ἤθελεν ὑπάρχει· σᾶς τὸ λέγω μεθ’ ὅλης τῆς πεποιθήσεως, διότι, ὅτε ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος κατεκλύετο ὑπὸ τοῦ βαρβαρισμοῦ, ὅτε πέπλος μαῦρος ἐκάλυπτεν ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, εἰς μίαν γωνίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὑπῆρχε τοὐλάχιστον ἡμιελευθερία· λέγω δὲ τοῦτο ἐπειδὴ, ἐὰν ἡ Ἑπτάνησος διετέλει ὑπὸ ζυγὸν, ἦτο τοὐλάχιστον ὁ ζυγὸς οὗτος χριστιανικός. Ἡ χώρα αὕτη λοιπὸν ἐχρησίμευσεν ὡς προπύργιον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὁ τόπος ὅστις ἔδωσεν Εὐγένιον τὸν Βούλγαρην, τὸν Θεοτόκην, τὸν Μηνιάτην, τὸν Καποδίστριαν καὶ τόσους ἄλλους μεγάλους ἄνδρας, ὁ τόπος αὐτὸς εἶναι Ἑλληνικὸς, καὶ ὅτε οὐδαμοῦ σχεδὸν ὑπῆρχε σχολὴ ἀξία λόγου, ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπῆρχεν ἡ Ἀκαδημία τῆς Κερκύρας, ὅπου ἐδίδαξαν πολλοὶ σπουδαῖοι λόγιοι τοῦ ἔθνους, ὅπου ἐσπούδασαν τόσοι ἄνδρες, οἵτινες μετὰ ταῦτα ἀνεφάνησαν χρήσιμοι εἰς τὸ ἔθνος· ἐπομένως κακῶς ἔκαμεν ὁ Κ. Λομβάρδος ὅπως προσβάλῃ αὐτήν. Ἡ Ἀκαδημία τῆς Κερκύρας ὑπῆρχεν ἡ ἑστία τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας. Εἶπεν ὅτι ἡ Ἰόνιος βουλὴ τὴν ἐκάκισεν, θὰ σᾶς ἐξηγήσω ὅμως διατὶ τὸ ἔκαμεν. Ὅτε ὑπῆρχεν ὁ ἀγὼν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ ῥιζοσπάσται δὲν ἤθελον νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ μία ἑστία φώτων, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἔρχηται ἡ νεολαία τῆς Ἑπτανήσου ἐνταῦθα εἰς τὸ πανεπιστήμιον τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα ἐξοικειοῦται μὲ τὴν γλῶσσαν καὶ τὰς Ἑλληνικὰς ἀρχὰς καὶ οὕτω νὰ προπαρασκευάσῃ τὴν Ἑπτάνησον ἵνα συνταυτισθῇ καθ’ ὅλα μετὰ τῆς Ἑλλάδος, τώρα ὅμως ἐξέλιπεν αὐτὸς ὁ σκοπὸς, καὶ διὰ τοῦτο, λέγω, ὅτι τὸ εἶπε κακῶς, διότι πρεσβεύω, ὅτι ἡ Ἀκαδημία τῆς Κερκύρας, ὡς ἓν ἵδρυμα ἱστορικὸν πρέπει νὰ διατελῇ οὐχὶ μόνον διὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἡ θέσις τῆς Κερκύρας εἶναι τόσον σπουδαία, ὥστε ἤθελε πράξει κακῶς ἡ Ἑλλὰς ἂν ἐστερεῖτο, καταργοῦσα τὴν Ἀκαδημίαν ταύτην, ἑνὸς μέσου φωτισμοῦ· ἡ Ἤπειρος, ἡ Ἀλβανία, τὸ Μαυροβοῦνι καὶ αἱ λοιπαὶ νοτιοσλαβικαὶ φυλαὶ ὀλίγον ἀπέχουσι τῆς Κερκύρας, καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν τούτων ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει πολλά. Διὰ τοῦτο πρεσβεύω ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ Ἀκαδημία, ἀλλὰ μάλιστα νὰ διατηρηθῇ καὶ νὰ βελτιωθῇ ὅπως δι’ αὐτῆς προσφέρῃ ἡ Ἑλλὰς τὸν διανοητικὸν ἄρτον εἰς τοὺς ὁμοφύλους καὶ ὁμοδόξους ἐκείνους λαούς. Αὐτὰς λοιπὸν τὰς ἐκδουλεύσεις προσήνεγκεν ἡ Ἑπτάνησος εἰς τὴν Ἑλλάδα· δὲν θέλω νὰ εἰπῶ τοὺς καταδιωγμοὺς τοὺς ὁποίους ὑπέφεραν πολλοὶ Ἕλληνες καὶ κατέφυγον εἰς αὐτήν· ὅλα ταῦτα τὰ ἀφήνω, καὶ θέλω μόνον νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀκούσητε, καὶ νὰ τὸ ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν· διότι ὑπῆρξε στιγμή, καθ’ ἣν ἤκουσα φωνὴν, ἐξελθοῦσαν ἐκ στόματος βεβήλου, κατ’ ἐμὲ, ἤκουσα τὴν λέξιν «φύγετε» καὶ ἂν θέλητε σᾶς λέγω καὶ τὸ ὄνομα ἐκείνου, ὅστις τὸ εἶπε (ὄχι, ὄχι)· ἁπλούστατος λόγος, τὸ εἶπεν, ὅτε ἠγόρευεν ὁ κ. Βλαντῆς. Ὁ κ. Βλαντῆς δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ εἴπῃ τίποτε κακόηθες· εἶναι ἄνθρωπος καλῆς ἀνατροφῆς καὶ μεγάλης παιδείας· δὲν εἶπε τίποτε ἐπιλήψιμον ἵνα εἴπητε τὸ «φύγετε» (θόρυβος). Ἐπὶ τέλους ἡνώθησαν οἱ Ἑπτανήσιοι μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Περὶ τίνος λοιπὸν πρόκειται σήμερον; πρόκειται περὶ τῆς ἀφομοιώσεως, καὶ τὴν ἀφομοίωσιν μᾶς λέγετε, ὅτι δὲν τὴν θέλομεν· ἐνθυμηθῆτε τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν πέρυσι μεταξὺ ἁρμοστοῦ καὶ τῶν βουλευτῶν τῆς Ἑπτανήσου· ἐπέμενεν οὗτος καὶ παρεξηγήθη, (τοῦτο δὲ λέγω πρὸς τιμὴν τῶν Ἄγγλων) ἐπέμενε λέγων ὁ Στὸρξ, ἁρμοστὴς τότε τῆς Ἑπτανήσου, ἀφήσατέ μας νὰ σᾶς ἐξασφαλίσωμεν μερικὰ πράγματα, καὶ νὰ τὰ καταχωρήσωμεν εἰς τὴν συνθήκην· ἡμεῖς ὅμως εἴπομεν τίποτε δὲν θέλομεν νὰ ἀσφαλίσωμεν, τίποτε, διότι πηγαίνομεν νὰ ἑνωθῶμεν μετὰ τῶν ἀδελφῶν μας. Τότε μερικοὶ ἔλεγον, ὅτι ὑπῆρχον, ἂν ὄχι ἀποδείξεις, τοὐλάχιστον ἐνδείξεις, περὶ σκοπῶν ὁμοσπονδικῶν. Τὸ κατ’ ἐμὲ εὑρεθεὶς τότε εἰς Κέρκυραν, ἔλεγον εἰς πολλοὺς τῶν φίλων μου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τοιούτους φόβους, αὐτοὶ ὅμως ἐπέμειναν κηρύττοντες, ὅτι θέλουν ἕνωσιν τελείαν, ἀπόλυτον· δὲν εὕρισκον μάλιστα λέξεις νὰ προσθέσωσιν πρὸς ἐντονωτέραν τῶν ἰδεῶν των ἔκφρασιν (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν). Μὴ θορυβεῖσθε, κύριοι· ὅτι ἐζητήσαμεν οἱ Ἑπτανήσιοι τὴν πλήρη συγχώνευσιν, δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε. Ἀλλὰ τώρα μᾶς λέγετε, ὅτι ζητοῦμεν ἀνισότητα εἰς τὴν φορολογίαν, καὶ προνόμια· σᾶς εἶπον ἤδη ὅτι ὅλα ταῦτα διεδόθησαν ἐπιτηδείως καὶ ἐπιστεύθησαν. Ἐπὶ τέλους ὅμως ἤρχισεν ἡ συζήτησις, ἔρχεται ἐνταῦθα ὁ κύριος Κεχαγιᾶς καὶ σᾶς παρουσιάζει πρότασιν (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν).
§31ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι νὰ μὴ διακόπτουν τὸν ἀγορεύοντα, παρετήρησαν βεβαίως μὲ πόσην θρησκευτικὴν ὑπομονὴν ἠκούαμεν τοὺς ἀγορεύσαντας ἐκ τῆς μερίδος των.
§32Σ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἔρχομαι μὲ ὀλίγας λέξεις εἰς τὸ ζήτημα. Ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς μετεχειρίσθη τὸ ἐπιχείρημα τὸ πλέον ἰσχυρὸν, τὸ ἐπιχείρημα τῶν ἀριθμῶν, ὥστε κατ’ αὐτοῦ δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τις οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν. Εἶπε δὲ, διατὶ φωνάζετε; Οἱ Ἑπτανήσιοι πληρώνουν 18 δραχ. ἀνὰ ἕκαστον ἄτομον, ἐνῷ σεῖς πληρώνετε 15, ἀφ’ οὗ προσφέρουν τόσα κατὰ μέσον ὅρον, ἕπεται ὅτι πληρώνουν περισσότερα ἀπὸ σᾶς. Κατόπιν ἦλθεν ἄλλος, ὁ Κ. Δαγρὲς ὅστις ὡμίλησε μὲ πολὺ αἴσθημα πατριωτισμοῦ, καὶ σᾶς εἶπέ τι τὸ ὁποῖον ἐφάνη παραδοξολογία κατ’ ἀρχὰς, ὅτι δηλαδὴ οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν ζητοῦν προνόμια, ὅτι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους νομίζετε ὡς προμάχους τῶν προνομίων δὲν ζητοῦν, παραιτηθέντες τοῦ τίτλου τοῦ κόμητος, πλαγίως νὰ καταλάβωσιν αὐτά. Ἀπεδείχθη ὅτι ἔρχονται νὰ ὑποστηρίξουν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει οὐχὶ τὸν λαὸν, ἀλλ’ αὐτοὺς μᾶλλον, καὶ δὲν εἶναι ἁπλῆ ἀφιλοκέρδεια, ἀλλὰ καὶ συμφέρον, ὡς κατόπιν θέλει ἀποδειχθῆ. Μετὰ τοῦτον ἦλθεν ὁ κ. Λομβάρδος, ὅστις διὰ μιᾶς σαφοῦς ἀναπτύξεως ἰδεῶν ἐξέθεσεν ὅλας ἡμῶν τὰς ἀξιώσεις, ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις, καὶ κατέδειξεν ὅτι αὗται καταλήγουσιν εἰς 3 ἢ 4 ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ γεννήσωσι τόσον θόρυβον, ἀφοῦ καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα θέλομεν ν’ ἀφομοιωθῶμεν, οὐχὶ διότι τὸ ζητεῖτε σεῖς, ἀλλὰ διότι τὸ θέλομεν ἡμεῖς, διότι τὸν διοικητικὸν ὀργανισμὸν τὸν δεχόμεθα, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον· ἐπίσης ἐκεῖ δὲν γνωρίζουν, τί ἐστὶ δημοτικὸν σύστημα, θέλομεν λοιπὸν καὶ τοῦτο, ὅλα ταῦτα ἡμεῖς πρῶτοι θέλομεν νὰ τὰ λάβωμεν· θέλομεν προσέτι ν’ ἀφομοιωθῶμεν, καὶ νὰ ἔχωμεν τὸν αὐτὸν ἐκλογικὸν νόμον, τὸν αὐτὸν ποινικὸν νόμον, τὴν αὐτὴν ποινικὴν δικονομίαν, τοὺς αὐτοὺς ὑγειονομικοὺς καὶ λιμενικοὺς κανονισμοὺς, τὸν αὐτὸν περὶ στρατολογίας νόμον. Ποῖα ἑπομένως καὶ πόσα ἐξαιροῦμεν; δὲν εἶναι ἀφομοίωσις αὐτή; Ζητοῦμεν μόνον νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ αὐτὸ φορολογικὸν σύστημα· ἡμεῖς σᾶς δίδομεν περισσότερα, τί σᾶς πειράζει; ἐγὼ ὀφείλω νὰ πληρώσω ἓν τάλληρον, ἂν τὸ ἐβγάλω ἀπὸ τὴν δεξιὰν ἢ ἀπὸ τὴν ἀριστερὰν τσέπην, βλάπτω τὸν δανειστήν μου; Ἐν τούτοις ὑπάρχουν, Κύριοί μου, πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι φωνάζουν, ὅτι δι’ ὅλων αὐτῶν ἀδικεῖται ὁ πτωχὸς λαός· δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τις ὀλίγας γνώσεις τῆς στατιστικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι τὸ σύστημα τῶν ἐμμέσων φόρων δὲν προσβάλλει τὴν παραγωγὴν ἐν γένει, ἀλλὰ τὸ πλεονάζον τῆς παραγωγῆς· προσβάλλει ἑπομένως τοὺς εὐπόρους, τοὺς ἔχοντας πλεόνασμα ἵνα ἐξάξωσι, καὶ ὄχι τοὺς ἀπόρους, οἵτινες καταναλίσκουσιν ὅ,τι παράγουσι, καὶ οὐδὲν τοῖς περισσεύει ἵνα ἐξάξωσιν. Ἀμφιβάλλετε, Κύριοι, ὅτι ἂν εἰς τὸν ἄπορον τοῦτον ὑπάγῃ ὁ Εἰσπράκτωρ ἢ ὁ Μηνύτωρ ὅπως κατάσχῃ τὸν ἔγγειον φόρον κτλ., δὲν θὰ τὸν καταπιέσῃ; Ἐγεννήθη, Κύριοι, πραγματικὴ πάλη εἰς τὰ 1819 μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑπτανήσου, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλῃ τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων φόρων· ἅμα ὅμως εἶδεν ἡ Ἀγγλία τὴν δυσαρέσκειαν, ἥτις ἠγέρθη, ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία εἶναι ἰσχυρὰ, ἀλλ’ εἶναι καὶ φρόνιμος, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἰσχυρὰ, εἶπεν. Ὅταν οἱ Ἑπτανήσιοι μοὶ δίδωσιν ὅσα χρήματα χρειάζομαι διὰ τὰς δαπάνας τῆς κυβερνήσεως, τί μὲ μέλλει ἂν δώσωσι ταῦτα διὰ τῶν ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων; Ἡ ἔμμεσος λοιπὸν φορολογία, Κύριοι, ὡς βλέπετε, εἶναι ἀσφαλεστέρα ἀπὸ τὴν ἄμεσον, εἶναι δὲ καὶ ὀλιγώτερον δαπανηρά. Ἂν εἴχομεν τοὺς ἀμέσους φόρους, δὲν ἠθέλομεν ἔχει τόσην ὀλίγην δαπάνην διὰ τὰς εἰσπράξεις, διότι παρ’ ἡμῖν εἷς ταμίας καὶ εἷς τελώνης εἰσπράττει ὅλα τὰ εἰσοδήματα μιᾶς νήσου· ὁ τρόπος δ’ οὗτος δὲν ἐπιδέχεται πρὸς τοῖς ἄλλοις οὔτε καθυστεροῦντα, διότι δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εὐκολύνεται νὰ τὰ πληρώσῃ τώρα, οὐδὲ ἄλλος δύναται νὰ εἴπῃ ἐστὲ συγκαταβατικοὶ, ἐπειδὴ εἶμαι φίλος τῆς κυβερνήσεως. Ἐκεῖ ὁ ἔμπορος ἅμα ἀγοράσῃ ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην καὶ ἐξάξῃ, πρέπει νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ τελωνεῖον. Ἰδοὺ λοιπὸν ἐκεῖ μὲ ὀλίγα ἔξοδα ἔχετε ὅλας τὰς εἰσπράξεις. Ἔπειτα, Κύριοι, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τις ὀλίγας γνώσεις, ἵνα γνωρίζῃ ὅτι ὅπου ὁ πληθυσμὸς εἶναι πεπυκνωμένος, ἐκεῖ δημητριακοὶ καρποὶ, ποίμνια, βοσκαὶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν, διότι ἀπαιτοῦνται γαῖαι ἐκτεταμέναι καὶ εὔφοροι. Ἡ Ἑπτάνησος ἔρχεται ἀμέσως μετὰ τὸ Βέλγιον ὡς πρὸς τὴν πυκνότητα τοῦ πληθυσμοῦ· ἔχει 4 χιλ. ψυχὰς κατὰ τετραγωνικὴν λεύγαν· πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ σπείρῃ σῖτον, κριθὴν καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα καταναλίσκονται εἰς τὸν τόπον; αὐτὸς προτιμᾷ νὰ καλλιεργῇ ἄλλα εἴδη, τὰ ὁποῖα ὡς μᾶλλον ἐπιζητούμενα, δύναται νὰ ἐξαγάγῃ. Εἰς τὴν Κεφαλληνίαν ὑπάρχουν, δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπάρχουν καὶ εἰς ἄλλας νήσους, μερικὰ χωρία, τὰ ὁποῖα σπείρουν ὀλίγον σῖτον, κριθὴν καὶ ὄσπρια. Χθὲς ὁ Κ. Λομβάρδος σᾶς τὰ ἐξέθεσεν· ἐξ ὅλων τούτων συνάγεται, ὅτι βαρυτέρα εἶναι ἡ θέσις ἐκείνου, ὁ ὁποῖος παράγει διὰ νὰ ἐξαγάγῃ, καὶ οὐχὶ ἐκείνου, ὅς τις παράγει διὰ νὰ καταναλώσῃ εἰς τὸν τόπον· ἑπομένως εἶναι πολὺ ἐλαφρυτέρα ἡ φορολογία διὰ τὸν λαὸν, παρ’ ὅ,τι εἶναι καὶ διὰ τοὺς εὐπόρους. Ἀλλὰ μοὶ λέγετε, ὅτι πάντοτε ὑπάρχει μία ἀνισότης, ἡ ὁποία δύναται νὰ γεννήσῃ καὶ σκάνδαλα· δὲν θέλομεν νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον διὰ παντός. Ἀλλ’ οὔτε ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἔμμεσον φορολογίαν διὰ παντὸς, ἐὰν εὑρεθῇ δικαιότερον σύστημα φορολογίας. Λάβετε πρόνοιαν, φροντίσατε, μελετήσατε, ἐξετάσατε, προσπαθήσατε νὰ εὑρεθῇ καταλληλότερον φορολογικὸν σύστημα διὰ τὸν τόπον, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν ἐστὲ βέβαιοι ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν θέλουν ἐξακολουθήσει ἀπαιτοῦντες τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην. Ἂς εὕρωμεν λοιπὸν ἓν ἄλλο σύστημα, ὀλιγώτερον καταθλιπτικὸν, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ συμβιβάζηται μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ σᾶς λέγω πάλιν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου θέλει τὸ παραδεχθῇ.
§33ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Τὸν γνωρίζετε;
§34ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶναι ἐνταῦθα ὀγδοήκοντα πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι τὸν γνωρίζουν, καὶ ἂν δὲν κάθημαι διαρκῶς ἐκεῖ, οὐδέποτε ὅμως ἔπαυσα φροντίζων περὶ αὐτοῦ τοῦ τόπου. Ὁ λαὸς εἶναι συνειθισμένος εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα, ἀφήσατέ τον λοιπὸν εἰς αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς φορολογίας, ἕως ὅτου εὑρεθῇ καλλίτερον. Ἀκούσατε, Κύριοι, γεγονὸς, τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον καὶ θετικώτατον· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νὰ ματαιώσωσι τὴν ἕνωσιν ἀπέστειλαν ἀνθρώπους εἰς ἅπασαν τὴν Ἑπτάνησον, οἵτινες ἔλεγον εἰς τοὺς χωρικοὺς «μάθετε, ὅτι ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν ἕνωσιν καὶ ἑνωθῆτε μετὰ τῆς Ἑλλάδος, θὰ σᾶς ἐπιβάλουν σύστημα φορολογικὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ πληρόνετε διὰ τὸ γαϊδοῦρι σας, διὰ τὸ μουλάρι σας». Μάθετε, Κύριοι, ὅτι ὅ,τι σᾶς λέγω, σᾶς τὸ λέγω μὲ τὸ χέρι εἰς τὴν καρδίαν, ἐν πάσῃ τῇ εἰλικρινείᾳ· διότι, ἀφ’ ὅτου ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ βίος μου τοιοῦτος ὑπῆρξε. Τί ἔκαμον τότε οἱ Ῥιζοσπάσται; Βλέποντες ὅτι οἱ χωρικοὶ ἤρχισαν νὰ δυσανασχετῶσι, καὶ γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν εἶναι σπουδαῖον, διότι ἂν ἐξετάσετε ὅλας τὰς ἐπαναστάσεις, προῆλθον αὗται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἕνεκα τῆς ἐπιβολῆς φόρων, οἱ Ῥιζοσπάσται, λέγω, ἀπέστειλαν καὶ αὐτοὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον «μὴ πιστεύετε τὰς φλυαρίας τῶν ἐχθρῶν τῆς ἑνώσεως· δὲν καταλαμβάνετε ὅτι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν τὴν ἕνωσιν; δὲν καταλαμβάνετε ὅτι εἶναι ῥᾳδιουργίαι; Τί ἀποδεικνύει τοῦτο, Κύριοι; Ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν θέλουν τὸ ἐνταῦθα ἐπικρατοῦν σύστημα τῆς φορολογίας. Πρέπει λοιπὸν νὰ φροντίσωμεν νὰ εὕρωμεν καλήτερον, ὅπως ἀφομοιωθῶμεν καὶ κατὰ τοῦτο. Καὶ ταῦτα περὶ τῆς φορολογίας. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ περὶ κλήρου. Ὁ Κ. Καπελέτος ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἠθικὸν βάρος καὶ τὴν ἠθικὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ μιᾶς κοινωνίας ἐξασκεῖ τὸ θρήσκευμα, ἐταράχθη καὶ ἐνόμισεν ἐν τῇ φαντασίᾳ του ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ διατηρήσωμεν διαφορὰν ὡς πρὸς τὸ θρήσκευμα. Ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις τοῦ ἑπτανησιακοῦ λαοῦ οὐδεμίαν θέλει διαφορὰν πρὸς τὴν τοῦ ἑλληνικοῦ· ὀρθόδοξοι εἶσθε ὑμεῖς ἐνταῦθα, ὀρθόδοξοι εἴμεθα καὶ ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ· ὅπως διοικεῖται ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, θέλομεν νὰ διοικῆται καὶ ἡ τῆς Ἑπτανήσου, μὲ μικρὰν μόνον διαφορὰν, τὴν ὁποίαν ἀπ’ ἀρχῆς ἐζητήσαμεν, τὸ νὰ διατηρηθῇ δηλαδὴ ὁ ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύων ἐκκλησιαστικὸς διοργανισμὸς, ἕως ὅτου νέον καταστατικὸν συνταχθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὅλον τὸ κράτος. Ἀφοῦ λοιπὸν ὅλοι συμφωνοῦμεν περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ συνταχθῇ νέον καταστατικὸν, τὶ σημαίνει ἂν μείνῃ ἡ Ἑπτάνησος εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐπὶ 5 ἢ 6 μῆνας ἕως ὅτου συνταχθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ τὸ καταστατικὸν τοῦτο; Ἔπειτα Κύριοι, δὲν εἶναι τόσον σοβαρὰ τὰ πράγματα. Ἔχομεν Ἀρχιερεῖς γέροντας· ὁ μὲν τῆς Κεφαλληνίας εἶναι 85 ἐτῶν, ὁ δὲ τῆς Ζακύνθου εἶναι ἄλλων τόσων, ὡς καὶ τῶν ἄλλων νήσων, μόνον ὁ Ἀθανάσιος δὲν εἶναι τόσον προβεβηκὼς τὴν ἡλικίαν. Στοχασθῆτε λοιπὸν ὅτι, ἂν εἷς ἐξ αὐτῶν τῶν Ἀρχιερέων ἀποβιώσῃ, καὶ ὁ Κ. Λόντος, ὁ νῦν ὑπουργὸς διορίσῃ ἄλλον κατὰ τὸ ἐδῶ σύστημα, τί θὰ συμβῇ; Σεῖς, ὡς βλέπω, εἶσθε ὑπουργικώτεροι καὶ ἀπὸ ἡμᾶς! Θέλετε νὰ διατηρήσωμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ παραδεχθῶμεν ἐν Ἑπτανήσῳ θεσμοὺς, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία περιῆλθεν εἰς τόσην ἐλεεινὴν κατάστασιν! Δὲν θέλω, Κύριοι, ν’ ἀπαριθμήσω τὰ σκάνδαλα ὅσα συνέβησαν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ τὸ καταστατικὸν τοῦ 1852, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ Ἐκκλησία τοῦ Βασιλείου ἐταπεινώθη, ἐμηδενίσθη· ὅλοι τὰ ἐνθυμεῖσθε. Οἱ παραίτιοι τῶν σκανδάλων τούτων δὲν εἶναι πολιτικοὶ φίλοι μου· παρασιωπῶ ὅμως τὰ ὀνόματά των, διότι τοῦτο δὲν ἤθελε χρησιμεύσει εἰς τίποτε. Μεταβαίνω ἑπομένως εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Τυπάλδου, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Καπελέτος ἀνέφερεν ὡς παράδειγμα τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ ἐπικρατοῦντος ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκκλησιαστικοῦ συστήματος. Ἤμην, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς Κεφαλληνίαν, καὶ μέρος ἐνεργητικὸν ἔλαβον εἰς τὴν ἐκλογὴν ταύτην, συντελέσας διὰ τῶν ψήφων, ὧν διέθετεν ὁ θεῖός μου ὁ ἱερεὺς, εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ ὑποψηφίου τῆς προστασίας· Ἀλλ’ ἐὰν ἡ παντοδυναμία τῆς Ἀγγλίας καὶ τὰ μέσα τῆς διαφθορᾶς, ὧν ἐγένετο χρῆσις ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐπέφερον τὴν προτίμησιν τοῦ ἐπιλαχόντος, τί πταίει ὁ κλῆρος τῆς Κεφαλληνίας, καὶ τί πταίει ὁ θεσμός;
§35ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν θὰ γίνεται τὸ ἴδιον;
§36Σ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον πατριάρχην, θὰ ἔχωμεν Σύνοδον ἀνεξάρτητον, διέπουσαν τὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ὁ θεσμὸς εἶναι πολὺ καλός. Ὁ Κ. Σχινᾶς τὸν ὁποῖον ἡμεῖς πολὺ ἀγαπῶμεν καὶ σεβόμεθα καὶ διὰ τὰς ἀρετάς του καὶ τὴν παιδείαν του, διεφώνησε πρὸς ἡμᾶς ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, εἰπὼν ὅτι ἡ πρότασίς μας, πρέπει μὲν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἀλλ’ εἰς ἄλλην περίστασιν καὶ οὐχὶ νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Φρονῶ δὲ ὅτι ὁ Κ. Σχινᾶς ἔχει ἄδικον, διότι ἐὰν δὲν εἶναι σύμφωνος ἡ πρότασίς μας μὲ τοὺς κανόνας τῶν Συνόδων, διὰ 400 ὅμως περίπου ἔτη ἐπεκράτησεν αὐτὴ ἡ συνήθεια εἰς τὰς Ἀνατολικὰς Ἐκκλησίας, νὰ ἐκλέγῃ ὁ κλῆρος τοὺς Ἀρχιερεῖς, καὶ τόσον ἀληθὲς εἶναι τοῦτο, ὥστε μετὰ τέσσαρας αἰῶνας, ἀπήτησεν ἡ ἐν Σάρδῃ, νομίζω σύνοδος, ν’ ἀποκλεισθῇ τῶν ἐκλογῶν τῶν ἀρχιερέων ὁ ὄχλος. Εἶναι λοιπὸν ὁ θεσμὸς πολὺ καλὸς, ἀλλὰ σᾶς λέγω, δὲν θέλομεν νὰ τὸν διατηρήσωμεν ἀπολύτως. Αὔριον, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ συνέλθωσιν οἱ ἀρχιερεῖς τοῦ κράτους, θὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν ὅλα ταῦτα, καὶ ἂν ἐγκρίνουν παραδέχονται τὸ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπικρατοῦν σύστημα, ἢ συντάσσουν ἄλλο καταστατικὸν ἐπὶ ἄλλων βάσεων. Ἔρχεται τώρα ἡ γʹ. ἐξαίρεσις ἡ φοβερά, ἥτις περιέχει ὅσα ὁ Κ. Τυπάλδος εἶπεν, δηλαδὴ ἡ τοῦ κώδηκος τοῦ ἀστικοῦ.
§37ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ διαζυγίων;
§38ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν περιέχεται εἰς τὴν πρότασίν μου· ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ ἐκτὸς ὀλίγων — Περὶ κώδηκος ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω δύω λέξεις, διότι θὰ ἀναπτύξουν τὸ θέμα τοῦτο ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὸν κώδηκα τῆς Ἑπτανήσου, καὶ εἶναι εἰς πολὺ καλλιτέραν κατάστασιν ἐμοῦ νὰ σᾶς εἴπουν ὅσα πρέπει. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος δὲν ἐπεμβαίνομεν εἰς τὴν οὐσίαν, δὲν πρόκειται δηλαδὴ περὶ τοῦ ἂν ὁ ἀστικὸς τῆς Ἑπτανήσου κώδηξ, εἶναι κατ’ οὐσίαν καλὸς ἢ κακός. Τί σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Λομβάρδος; ὅτι ἔχομεν τὸ Statuto Veneto, τὴν ἑνετικὴν νομοθεσίαν, μετ’ αὐτὴν ἦλθεν ὁ κώδηξ αὐτὸς, ὅστις μᾶς διέπει πρὸ 24 ἐτῶν· τώρα ἂν μᾶς ἐπιβάλληται τὴν ῥωμαϊκὴν νομοθεσίαν δι’ ὀλίγον καιρὸν θὰ ἔχωμεν τρεῖς διαφορετικὰς νομοθεσίας, καὶ μετέπειτα ὅταν ψηφισθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ ὁ Ἑλληνικὸς κώδηξ, ὅστις ἐπεξεργάζεται πρὸ πολλοῦ, θὰ μᾶς θέσετε ὑπὸ τὸ κράτος 4 νομοθεσιῶν. Πρὸς τί σᾶς παρακαλῶ; τίς ἡ ὠφέλεια ἡ πρακτική; Ὅταν σᾶς λέγομεν, ἀφομοιούμεθα κατὰ τὸ σύνταγμα, κατὰ τὸν διοικητικὸν ὀργανισμὸν, τὸν δικαστικὸν ὀργανισμὸν, τὸν ἐμπορικὸν νόμον, ἐν ἑνὶ λόγῳ καθ’ ὅλα, σᾶς παρακαλῶ, εἰπέτε μοι ἐν συνειδήσει, ἀξίζει τὸν κόπον νὰ κάμνωμεν τόσον θόρυβον καὶ νὰ διαπληκτιζώμεθα καὶ νὰ χάνωμεν τόσας ἡμέρας; Ἐὰν ἀντὶ τοῦ τοιούτου ἤρχετο ἡ συζήτησις τῶν σχεδίων τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ, δὲν ἠθέλομεν ἔχει ἤδη 3, 4 νόμους, καὶ δὲν ἤθελεν ἀρχίσει ἡ ἐφαρμογή των ἀπὸ τοῦδε; διὰ τοῦτο ἔκαμα αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§39Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ ἔχωμεν ἰδιαίτερα νομοσχέδια διὰ τὴν Ἑπτάνησον;
§40ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Περὶ νομίσματος, Κ. Μεταξᾶ δὲν λέγετε τίποτε εἰς τὴν πρότασίν σας.
§41ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὸ λέγω εἰς τὸ τέλος. — Δὲν θὰ γίνῃ, Κ. Πετζάλη, εἷς δημοτικὸς νόμος διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον; δὲν θὰ γίνῃ εἷς ἐκλογικός; αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν καταγίνονται, ἵνα καταστήσουν αὐτοὺς ἐφαρμοστέους ἐν Ἑλλάδ καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ; Τὸν ποινικὸν κώδηκα ἐφαρμόσατέ τον, ἀπὸ σήμερον, τὴν ποινικὴν δικονομίαν ὡσαύτως.
§42Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποία ἄλλα εἶναι;
§43ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν προέβημεν παντάπασιν εἰς τὴν συγχώνευσιν, καὶ ἀπωλέσαμεν τόσας ἡμέρας ἐπὶ ματαίῳ. Ἐὰν δὲν ἤθελε ῥιφθῇ ἐπὶ ματαίῳ αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ μᾶς ἐπασχολήσῃ τόσας ἡμέρας καὶ νὰ περιέλθωμεν εἰς τόσους διαπληκτισμοὺς, ἡ συγχώνευσις θὰ ἦτο πολὺ προχωρημένη. Ἡ πρότασις λοιπὸν εἶναι αὕτη. «Ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία θεωρεῖται ἀπὸ τοῦδε ὡς ἐφαρμοσθησομένη καὶ εἰς τὰς ἀρτίως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν προσαρτηθείσας νήσους τοῦ Ἰονίου. Ἐξαιροῦνται. 1) Τὸ ἐν Ἑπτανήσῳ τὰ τῆς ἐκκλησίας διέπον σύστημα· καὶ τοῦτο ἄχρις ὅτου ἐκδοθῇ νέον καταστατικὸν, ὅπερ θέλει ἐφαρμοσθῇ καθ’ ἅπασαν τὴν ἐπικράτειαν ἀνεξαιρέτως. 2) Ὁ ἀστικὸς τῆς Ἑπτανήσου κώδηξ, μέχρις οὗ καταρτισθῇ, συζητηθῇ, ψηφισθῇ καὶ κυρωθῇ ὁ ἤδη ἐπεξεργαζόμενος ἀστικὸς κώδηξ, ὅστις θέλει ἐφαρμοσθῆ ἐπίσης καθ’ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν κράτος. 3) Τὸ εἰς τὰς Ἰονίους νήσους ἐπικρατοῦν φορολογικὸν σύστημα, ἕως οὗ ληφθῇ πρόνοια περὶ νέου φορολογικοῦ συστήματος. 4) Οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύοντες νόμοι περὶ συντάξεων, οἱ νόμοι, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν εἰς ἑταιρίας εἰδικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια, οἱ νόμοι περὶ ὁδοποιΐας, οἱ νόμοι περὶ σωφρονιστικῶν φυλακῶν, περὶ φρενοκομείου καὶ πτωχοκομείου, καὶ περὶ νομισματικοῦ συστήματος.
Σ. Α. ΜΕΤΑΞΑΣ.
§44ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν, Κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύω λέξεις ἐπὶ τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως; δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς τὸν ἀκούσωμεν, Κύριοι.
§46Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως δὲν δίδεται ὁ λόγος διὰ νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις.
§47ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις ἂν θὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τῶν ἐξαιρέσεων, ἐννοοῦσα πολὺ καλὰ ὅλας τὰς ἀγορεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν σήμερον· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας ἐν Ἑπτανήσῳ ἀπὸ τῆς ά. Ἰανουαρίου 1865 μὲ ἐξαιρέσεις, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθωμεν σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὰς ἐξαιρέσεις· ἀλλὰ νὰ συζητῶμεν ἐν συνόλῳ, ὁ εἷς νὰ προτείνῃ τὰς μὲν, ὁ ἄλλος τὰς δὲ, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ φθάσωμεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἐὰν πρόκηται ἐν συνόλῳ νὰ ψηφοφορήσωμεν τὰς γενομένας ἐξαιρέσεις, ἐννοῶ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς συζητήσεως· ἀλλὰ κανεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν πιστεύω νὰ φρονῇ, ὅτι ἐν συνόλῳ θὰ τὰς ψηφοφορήσωμεν, ἀλλὰ μίαν πρὸς μίαν. Ἑπομένως αἱ προχθεσιναὶ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις περὶ ἐξαιρέσεων νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ χρησιμεύσουν ὡς βάσεις τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν ἐξαιρέσεων· διότι παρατηρῶ ἓν ἄλλο· παρουσιάσθησαν νέαι ἐξαιρέσεις μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐκείνην, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν· διότι πολλοὶ, οἵτινες παρεδέχθησαν τὴν ἀρχὴν τῶν ἐξαιρέσεων εἶχον, πρὸ ὀφθαλμῶν αὐτὰς καὶ μόνον (θόρυβος). Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς. Διὰ τοῦτο, Κ. Πρόεδρε, λάβετε πρὸ ὀφθαλμῶν τὰς προχθεσινὰς ὑποβληθείσας ἐξαιρέσεις καὶ ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης ζητήσατε τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψηφοφορίαν.
§48Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον νὰ ἀπαντήσω.
§49ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλομεν συζητήσεις.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω ἐγὼ εἰς τὸν Κ. Κεχαγιᾶ· δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, Κ. Πετσάλη, χωρὶς νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά σας.
§51Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχομεν ἐνστάσεις ἐπὶ τοῦ προκαταρκτικοῦ ζητήματος.
§52ΤΙΝΕΣ. Ἐφωτίσθημεν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ἔκαμε μίαν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὴν τάξιν.
§54Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσω· δώσατέ μοι τὸν λόγον νὰ ἀπαντήσω.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω ἐγώ.
§56Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν σεῖς συμφωνήσητε μὲ τὸν Κ. Κεχαγιᾶν, θὰ συμφωνήσωμεν ἡμεῖς. (θόρυβος).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἤρχισε γενικῶς καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ γενικῶς· ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ἔκαμε μίαν παρατήρησιν· οἱ ἀγορεύοντες ἂν θέλουν τὴν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν, ἂν δὲν θέλουν, ὄχι· ὅταν ἡ Συνέλευσις φωτισθῇ, τότε βλέπομεν.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος.
§60ΑΔ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι· Δύο λαοὶ λέγονται, καὶ εἶναι ἀληθῶς τότε ἡνωμένοι, ὅταν ζῶσιν ἐν τῷ αὐτῷ Κράτει· ζῶσι δὲ ἐν τῷ αὐτῷ Κράτει, ὅταν ἀπαραλλάκτως κατὰ τοὺς αὐτοὺς νόμους πολιτεύωνται καὶ κυβερνῶνται· διότι ἡ διαφορὰ τῶν νόμων προκαλεῖ διαφορὰν καὶ ἀντίθεσιν πολλάκις συμφερόντων, ἡ δὲ διαφορὰ αὕτη καὶ ἀντίθεσις συνέπειαν ἀναπόφευκτον ἔχει τὴν ἀκηδίαν τοῦ ἑνὸς λαοῦ εἰς ὅ,τι ὁ ἄλλος ἐνδιαφέρεται. Διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε, νομίζω, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐρίζωμεν συζητοῦντες τὶ πρέπει νὰ ἰσχύῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον κατ’ ἐξαίρεσιν, ἀλλὰ πρέπει μᾶλλον νὰ σκεφθῶμεν κατὰ ποίους κοινοὺς νόμους καὶ συμφέρον καὶ πρέπον εἶναι νὰ κυβερνῶνται δύο λαοὶ τῆς αὐτῆς φυλῆς εἰς ἓν κράτος ἤδη ἡνωμένοι. Τοῦτο θὰ ἐξετάσω, Κύριοι· καὶ πρὸ τούτου σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι, ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς ὅσα παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν ἐγένοντο, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς ὁμοίας περιστάσεις, ἡ Ἰόνιος νομοθεσία καὶ ἀξία ἂν ἦτο συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἂν ὑπερεῖχε τῆς ἡμετέρας, ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικήν. Ἀπόδειξις ἡ Γαλλία καὶ αἱ προστεθεῖσαι εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπαρχίαι τοῦ Πεδεμοντίου· τὸ Πεδεμόντιον ἐκυβερνᾶτο ἐλευθέρως ὑπὸ συνταγματικοὺς θεσμούς· ἀλλ’, ἐπειδὴ αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ἀποσπασθεῖσαι ἀπὸ τοῦ Πεδεμοντίου, προσετέθησαν εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ ὄχι ἡ Γαλλία εἰς αὐτὰς, ἐπειδὴ ὁ πληθυσμὸς αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν τῶν μικρῶν παραβαλλόμενος πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς Γαλλίας εἶναι μικρὸς, διὰ τοῦτο αἱ ἐπαρχίαι αὗται τοῦ Πεδεμοντίου ἀγογγύστως ἐγκατέλιπον τὸ σύνταγμά των καὶ τοὺς ἐλευθερίους Νόμους των, καὶ παρεδέχθησαν τὸ ἡμισυνταγματικὸν πολίτευμα τῆς Γαλλίας καὶ τοὺς Νόμους αὐτῆς.
§61ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Μετὰ πόσην παρέλευσιν καιροῦ;
§62ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντὸς ἓξ μηνῶν καὶ ἡμεῖς τρέχομεν ἤδη εἰς τοὺς πέντε. Καὶ παρεδέχθησαν τὴν νομοθεσίαν καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Γαλλίας ἄνευ τινὸς ἐξαιρέσεως· διότι αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν τῆς φύσεως· τὸ μέρος τὸ μικρὸν, τὸ προστιθέμενον εἰς ἓν κράτος, πρέπει νὰ παραδεχθῇ ἀσυζητητεὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους τούτου· καὶ ἄν τινες νόμοι καλοὶ εὑρίσκωνται εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τότε τὸ κράτος εἰσάγει τοὺς Νόμους αὐτοὺς δι’ ὅλην τὴν περιφέρειάν του, ὄχι, διότι ὑπῆρχον ἐκεῖ, ἀλλὰ διότι εἶναι ὠφέλιμοι εἰς τὸ Κράτος καὶ διότι, καὶ ἀλλοῦ ἂν ὑπῆρχον, ἤθελον εἰσαχθῆ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ συζητῶμεν, ἐὰν ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου πρέπῃ νὰ ὑποχωρήσῃ ὁλοσχερῶς εἰς τὴν ἡμετέραν.
§63ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν εἰς τὴν Ἀττικὴν ὑπάρχουν τὰ αὐτὰ ἔθιμα, εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὰ χωρία.
§64ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται ἰδίως περὶ ἐθίμων, ἀλλὰ περὶ νομοθεσίας· καὶ τὴν νομοθεσίαν ἐννοοῦμεν ἐν συνόλῳ. Εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, λέγω, ἐξακολουθῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν αἱ ἀποσπασθεῖσαι ἐπαρχίαι ἐκεῖναι πρὸς τὴν Γαλλίαν, εὑρίσκεται καὶ ἡ Ἑπτάνησος πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἑπτάνησος προστίθεται σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ οὐχὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν Ἑπτάνησον· ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑπτανήσου εἶναι τὸ μικὸν μέρος τοῦ ὅλου, τὸ δὲ μέγα εἶναι τὸ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος.
§65ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἐρωτήσω τι;
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§67ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἕξιν νὰ ἀπαντῶ εἰς τὰς διακοπάς. Ἐὰν δὲ τὸ Βασίλειον τῶν δύο Σικελιῶν, διότι θέλω νὰ ἀνατρέψω τι, τὸ ὁποῖον ἠδύναντο οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ ἐπικαλεσθῶσι καὶ ἐπεκαλέσθησαν· ἐὰν, λέγω, τὸ Βασίλειον τῶν δύο Σικελιῶν καὶ ἄλλα μικρὰ κράτη τῆς Ἰταλίας, τὰ ὁποῖα μετὰ τοῦ Πεδεμοντίου ἀπετέλεσαν τὸ ὅλως νέον Βασίλειον τῆς Ἰταλίας, δὲν ἐδέχθησαν, ὡς λέγουσιν, ὁλοσχερῶς τὴν νομοθεσίαν τοῦ Πεδεμοντίου, ἂς ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι τὸ Βασίλειον τοῦ Πεδεμοντίου παραβαλλόμενον πρὸς μόνον τὸ Βασίλειον τῆς Νεαπόλεως εἶναι πολὺ μικρότερον, πρὸς δὲ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἰταλίας μικρότατον. Ὥστε οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας ἐν Ἑπτανήσῳ τὰ γενόμενα ἐν Ἰταλίᾳ. Τὴν ὑπεροχὴν τῆς Γαλλίας ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας τὰς προστεθείσας αὐτῇ καὶ τὴν ὑπεροχὴν τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάνησον δὲν εἶχε βεβαίως τὸ Πεδεμόντιον, παραβαλλόμενον πρὸς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τῆς Ἰταλίας. Ἀλλά, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν καὶ κατ’ οὐσίαν τὰς δύο νομοθεσίας, πρῶτον καθ’ ὅλου, καὶ ἔπειτα ἰδίως ὡς πρὸς τὰς ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας προτείνουν. Ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, καὶ οὐδεὶς, νομίζω, δύναται νὰ ἀντιλέξῃ, ὅτι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία εἶναι νομοθεσία ἀξία ἔθνους αὐτονόμου καὶ συνταγματικοῦ, νομοθεσία προωρισμένη διὰ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὡς ὀρθῶς ἔλεγε κατὰ τὸ 1834 ὁ σοφὸς νομοθέτης ἡμῶν Μάουρερ· «ἐδώσαμεν, εἶπεν, εἰς τὴν Ἑλλάδα θεσμοὺς ἀξίους συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἵνα παρηγορήσωμεν τὴν ἐπὶ 12 ἔτη ἐν δημοκρατίᾳ ζήσασαν Ἑλλάδα διὰ τὴν ἐπί τινα χρόνον στέρησιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος». Ποῖοι δὲ οἱ νόμοι τῆς Ἑπτανήσου; Κατὰ τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου οἱ Ἑπτανήσιοι ἔχουν ὑψηλὴν ἀστυνομίαν, ἀξίαν τοῦ δεσποτισμοῦ.
§68ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει τώρα.
§69ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι οἱ διέποντες σήμερον τὰ πράγματα τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἔχουν τὰς ἕξεις αὐτὰς, διὰ τοῦτο δὲν ὑπάρχει, ἂν δὲν ὑπάρχῃ. Ἡ Ἰόνιος νομοθεσία εἶναι νομοθεσία προωρισμένη νὰ κρατῇ τὸν Ἰόνιον Ἕλληνα παρὰ τὴν θέλησίν του ὑπὸ τὴν ξένην κυριαρχίαν καὶ κατάκτησιν. Διῆλθον, Κύριοι, τὴν νομοθεσίαν της·
§70ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι, Κύριε Πρόεδρε, τὸ ⅓ τῆς Συνελεύσεως.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκροάζονται ὅσοι θέλουν· παντοῦ τοιουτοτρόπως γίνεται.
§72ΠΕΠΑΣ. Εἶναι πλήρης ἡ Συνέλευσις.
§73ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ψηφοφορήσωμεν.
§74ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουν διάθεσιν νὰ ἀκούσωσιν οἱ τῆς ὑπουργικῆς πλειονοψηφίας διότι προαπεφασίσθη τὶ πρέπει νὰ γίνῃ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι.
§76ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ νομοθεσία ἡ Ἑλληνικὴ, Κύριοι, δύναται νὰ ζήσῃ καθὼς ἔζησε, καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843· δύναται νὰ ζήσῃ, λέγω, καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν καὶ ψήφισιν συντάγματος· διότι, ὡς εἶπον, ἦτον ὑπὸ τοῦ νομοθέτου προωρισμένη διὰ συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἡ Ἰόνιος νομοθεσία δὲν δύναται, ὡς γενομένη διὰ πολίτευμα ἡμισυνταγματικὸν καὶ ἡμιδεσποτικὸν, ὡς γενομένη δι’ Ἁρμοστίαν ἐπιβεβλημένην καὶ οὐχὶ δι’ ἑλληνικὴν Βασιλείαν, ὡς γενομένη ἐπὶ ἀσφαλείᾳ ξένης προστασίας ἴσης τῆς κατακτήσεως, καὶ οὐχὶ ἐπὶ ὑπερασπίσει ἐθνικῆς αὐτονομίας. Ἡ Ἰόνιος νομοθεσία ἀντίκειται φανερῶς εἰς πολλὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας ἐψηφίσατε· καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος, πολὺ μέρος τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑπτανήσου θὰ παύσῃ νὰ ἰσχύῃ· ἡ ἀκύρωσις δὲ τοῦ μέρους τούτου, ὡς πάντοτε συμβαίνει, θὰ ἐπιφέρῃ ἐν πολλοῖς τὴν ἀχρηστίαν καὶ ἄλλου μέρους τῆς νομοθεσίας· ἀντίκειται π. χ. ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν 15, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ὅρκος ἐπιβάλλεται ἄνευ Νόμου ὁρίζοντος πάντοτε τὸν τύπον αὐτοῦ· διότι ἡ νομοθεσία ἡ Ἰόνιος πολλαχοῦ ἐπιτρέπει εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ὁρίζῃ τοῦ ὅρκου τὸν τύπον.
§77ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑπάρχουν νόμοι.
§78ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μικρὸν τοῦτο τὸ κακόν· ὑπάρχει καὶ ἄλλο μεγαλεῖτερον· ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν 28 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ὅλως ἀνεξάρτητος τῆς ἐκτελεστικῆς· διότι κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἐκείνην ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐπεμβαίνουσα εἰς τὰ τῆς δικαστικῆς, μεταβάλλει ἀποφάσεις, χαρακτηρίζουσα ἄλλως τὸ ἔγκλημα, καὶ ἑπομένως προκαλοῦσα ἄλλην ποινήν.
§79ΛΟΥΖΗΣ. Θὰ ἦναι καμμία ἀνέκδοτος νομοθεσία.
§80ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπουργὸς Ἕλλην ἔπραξεν ἐδὼ τοῦτο πρὸ μικροῦ, μεταβαλὼν ἀπόφασιν ἀνακριτοῦ κατὰ τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος, Κύριοι, εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν θὰ δύνανται νὰ δικάζωσι τὰ κακουργήματα· διότι τὰ κακουργήματα δικάζονται κατὰ τὴν Ἰόνιον νομοθεσίαν ὑπὸ τακτικῶν δικαστηρίων, ἐνῷ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τὰ κακουργήματα καὶ τὰ τοῦ τύπου δικάζονται ὑπὸ ὁρκωτῶν. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος φρονῶ, ὅτι δὲν δύνανται, μὴ σᾶς ἐκπλήξῃ τὸ ἄκουσμα, δὲν δύνανται εἰμὴ κατὰ παράβασιν τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος νὰ φορολογηθῶσι καὶ οἱ λαοὶ τῆς Ἑπτανήσου καὶ οἱ λαοὶ τῆς Ἑλλάδος· διότι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ λέγομεν, ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, καὶ ἀδιακρίτως συνεισφέρουσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη. Κατὰ δὲ τὴν διάταξιν αὐτὴν ὁ νόμος τῆς Ἑπτανήσου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει φόρον ἐξαγωγῆς πολὺ μείζονα τοῦ φόρου τῆς ἐξαγωγῆς ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἀκυροῦται. Διὰ τί; διότι εἰσάγει τὴν ἀνισότητα· ὁ Ἑπτανήσιος θὰ δύναται νὰ εἴπῃ· «κατὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος συνεισφέρουν καὶ οἱ Ἑπτανήσιοι ἐξ ἴσου εἰς τὰ δημόσια βάρη· δὲν ἠμπορῶ λοιπὸν, δὲν εἶμαι ὑπόχρεως ἐγὼ νὰ πληρώσω περισσότερον παρ’ ὅσον πληρόνει καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος ὁ ἐξάγων ἔλαιον, σταφιδοκαρπὸν, κτλ.»· ὁ δὲ γεωργὸς τῆς πρώην μικροτέρας Ἑλλάδος δὲν δύναται ὡσαύτως διὰ νέου φορολογικοῦ νόμου νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρόνῃ φόρον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὅταν διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου ἀπαλλάττηται ὁ Ἑπτανήσιος τοῦ τοιούτου φόρου· διότι ὁ τοιοῦτος νόμος ἀντίκειται προφανῶς εἰς τὴν τρίτην διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ ἐλαττώματα τῆς μιᾶς νομοθεσίας καὶ τὰ προτερήματα τῆς ἄλλης. Ἔρχομαι εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα, εἰς τὰς προτεινομένας ἐξαιρέσεις. Καὶ πρῶτον σᾶς λέγω, ὅτι πολὺ ὀρθῶς ὁ Κ. Καπελέτος καὶ Κεχαγιᾶς παρετήρησαν, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ὁ Κ. πρόεδρος νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑποβληθῶσι καὶ ἄλλαι ἐξαιρέσεις, ἢ ὅσαι ὑπεβλήθησαν κατ’ ἀρχάς· ἀλλ’ ἐγένοντο τοιαῦται νέαι προτάσεις, καὶ νομίζω, ὅτι δι’ ὀλίγων δύναμαι νὰ τὰς ἀνασκευάσω. Ἀποκρούω τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἥτις ἔρχεται νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ ἐφαρμόζωνται οἱ περὶ ἐκλογῆς Ἀρχιερέων καὶ οἱ περὶ τῆς συμβιβαστικῆς ἐπὶ διαζυγίων ἁρμοδιότητος αὐτῶν νόμοι τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐφαρμοζόμενοι οἱ Ἰόνιοι. Ἀποκρούω τοῦτο, Κύριοι, διότι εὐτυχῶς οἱ Ἑπτανήσιοι μᾶς εὑρίσκουν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἔχει εὐλογημένην τὴν Ἐκκλησίαν μας· μᾶς εὑρίσκουν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ περὶ τούτων νόμοι περὶ ἐκλογῆς Ἀρχιερέων καὶ περὶ συμβιβαστικῆς ἐπὶ διαζυγίων ἁρμοδιότητος αὐτῶν, εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸν Τόμον, τὸν ὁποῖον παρελάβομεν παρὰ τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ὁ Κ. Μεταξᾶς τί σᾶς εἶπε; προσωρινῶς πρέπει νὰ ἐξακολουθῶσιν ἰσχύοντες αὐτοὶ οἱ νόμοι, διότι ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ τὸ μέγα δυστύχημα ν’ ἀποθάνῃ τις τῶν ἀρχιερέων τῆς Ἑπτανήσου, καὶ εἶναι καί τις πολὺ προβεβηκώς· ἠμπορεῖ, λέγει, νὰ συμβῇ τοῦτο! τί θὰ γείνῃ, προσθέτει, ἐὰν εὑρεθῇ ἡ Ἑπτάνησος ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου, καὶ ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς ἀπερισκέπτως προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς ἄλλου Ἀρχιερέως; Λοιπὸν πρέπει νὰ καταγινώμεθα εἰς ἐξαιρέσεις προσβαλλούσας τὴν πλήρη ἀφομοίωσιν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀποθάνῃ εἷς ἀρχιερεὺς, καὶ διότι ἡ νῆσος, ὅπου ἦτο, δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ἐπί τινα καιρὸν ἄνευ ἀρχιερέως! ἐὰν δηλαδὴ, καθὼς οἱ Ἑπτανήσιοι φρονοῦν καὶ καθὼς φρονῶ καὶ ἐγὼ, παραδεχθῶμεν ἴσως μετὰ καιρὸν δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς τὸ ὁποῖον ἔχουν εἰς τὴν Ἑπτάνησον! Προσετέθη καὶ ἄλλη ἐξαίρεσις· ἡ ἐξαίρεσις τοῦ νὰ ἰσχύῃ ὁ περὶ ἀναγκαστικῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν νόμος τοῦ Ἰονίου κράτους· διότι ὁ ἡμέτερος θὰ ᾖναι ἐπαχθὴς εἰς τοὺς Ἑπτανησίους· καὶ διὰ τὶ τοῦτο; διότι κατὰ τὴν νομοθεσίαν των ὁ δανειστὴς ἐνίοτε ἢ καὶ πολλάκις δὲν δύναται νὰ προκαλέσῃ ἐν ἐλλείψει ἄλλων προσφορῶν τὴν ἐπ’ ὀνόματί του κατακύρωσιν τοῦ κτήματος, ἐὰν αὐτὸς δὲν προσφέρῃ τοὐλάχιστον τὰ ¾ τῆς πραγματικῆς ἀξίας αὐτοῦ. Ἡμεῖς, Κύριοι, εἴχομεν καὶ ἄλλον ἐπωφελέστερον ἀκόμη διὰ τὸν ὀφειλέτην νόμον· μίαν διάταξιν, λέγω, τῆς πολιτικῆς δικονομίας, ἥτις ἐδημοσιεύθη τῷ 1835· ἀλλὰ δὲν παρῆλθεν ἔτος, καὶ συνῃσθάνθη ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ κοινὸν τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ καταργήσωσι τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ νὰ ἐπιτρέψωσι τὸν λεγόμενον ἀπόλυτον πλειστηριασμόν· διότι ἡ διάταξις αὕτη ἀπέτρεπε τοὺς δανειστὰς, τοὺς ἔχοντας χρήματα, νὰ ἐπασχολῶσιν αὐτὰ εἰς δάνεια, τοὺς ἠνάγκαζε νὰ τρέπωνται εἰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις καὶ ἐκ τούτου πολλοὶ ἐδυστύχουν, μὴ δυνάμενοι νὰ εὕρωσι χρήματα ἄνευ ὑπερόγκου τόκου· ἐμπόδιζε μὲ ἄλλους λόγους τὸ τοιοῦτον μέτρον τὴν κυκλοφορίαν τῶν χρημάτων. Τοῦτο, ὡς εἶπον, συνῃσθάνθη ἡ Κυβέρνησις καὶ κατήργησε τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐπιτρέψασα τὸν ἀπόλυτον πλειστηριασμὸν καὶ οὐδεὶς ἐγόγγυσε. Τοῦτο, πιστεύω, θὰ συμβῇ καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον· διότι, ἐὰν κατ’ ἀρχὰς τινὲς τῶν ὀφειλετῶν δυσαρεστηθῶσι, τὸ πλεῖστον ὅμως μέρος τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑπτανήσου θὰ αἰσθανθῇ τὰ καλὰ τῆς ἄρσεως ἑνὸς τοιούτου θεσμοῦ, καὶ θὰ παύσῃ πᾶς γογγυσμός. Σᾶς κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν, καὶ κάμνω ἰδίως αὐτὴν πρὸς ἐκείνην τὴν μερίδα, ἡ ὁποία θὰ δεχθῇ ἐξαιρέσεις· λέγω δηλαδὴ ἰδίως ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν διάταξιν, ἐὰν ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία θ’ ἀποδεχθῇ τοιαύτας ἐξαιρέσεις, νομίζῃ, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Ἑπτανήσου ὁ περὶ πλειστηριασμοῦ εἶναι κακὸς, τότε ἔχει τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσῃ γινόμενον τὸ κακὸν εἰς μέρος τοῦ Κράτους· διότι πλέον οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν εἶναι μόνον Ἑπτανήσιοι· διότι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑπτανήσου εἶναι συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, καθὼς καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος εἶναι συμφέροντα τῆς Ἑπτανήσου· δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα ὡς Ἑπτανήσιοι καὶ ὡς μὴ Ἑπτανήσιοι, πρέπει νὰ σκεπτώμεθα ὡς Ἕλληνες (εὖγε, εὖγε)· λέγω λοιπὸν, ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸν θεσμὸν αὐτὸν, διότι εἶναι καλὸς, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, πρέπει νὰ τὸν παραδεχθῆτε δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα· ἐὰν δὲ νομίζητε, ὅτι εἶναι κακὸς, πρέπει νὰ τὸν ἀποῤῥίψητε δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, διότι ἄλλως παραβαίνετε τὸ καθῆκον τοῦ φιλοπάτριδος καὶ τοῦ πληρεξουσίου τῆς Ἑλλάδος. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν κάμνω καὶ ὡς πρὸς ἄλλην ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι γελοία, κατὰ δὲ τὴν πλειονοψηφίαν ἠμπορεῖ νὰ μὴ ᾖναι· κατ’ ἐμὲ ἀπᾴδει εἰς τὴν δικαιοσύνην· τὴν πρότασιν λέγω ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχωσι δικαστήρια εἰς τὴν Ἑπτάνησον συνιστάμενα ἀπὸ εἰρηνοδίκου, προέδρου, καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ ποίου ἄλλου.
§81ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ὑπὸ συζήτησιν.
§82ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ὅμως πρότασις. Ἔρχομαι εἰς τὸν πολιτικὸν Κώδηκα, Κύριοι· Ὁ πολιτικὸς Κώδηξ τῆς Ἑπτανήσου εἶναι ἀντιγεγραμμένος ἀπὸ τὸν Νεαπολιτανικὸν, καὶ ὁ Νεαπολιτανικὸς ἀπὸ τὸν Γαλλικόν· εἶναι, λέγω, ἀντιγραφὴ τοῦ Κώδηκος τῆς Νεαπόλεως πλὴν τινων διατάξεων, καὶ τούτων, Κύριοι, διατάξεων τιμαριωτικῶν, ἀναξίων τῆς ἐποχῆς μας. Ὁ Κώδηξ ὁ Γαλλικὸς, καὶ ἑπομένως καὶ ὁ Κώδηξ τῆς Ἑπτανήσου καὶ ὁ τῆς Νεαπόλεως περιέχει πολλὰς διατάξεις τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου· δὲν εἶναι κώδηξ ξένος ὅλως τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου· ἀλλ’ ὁ Γαλλικὸς κώδηξ, καθὼς καὶ ὁ τῆς Ἑπτανήσου, περιέχουν καὶ ἔθιμα Γαλλικὰ, ἔθιμα ἀσυμβίβαστα πρὸς τὸν βίον καὶ τὰ ἤθη τοῦ Ἕλληνος. Τί δὲ περιέχει ἀκόμη ὁ Κώδηξ ὁ Ἰόνιος; Περιέχει ἴσως καί τινα ἔθιμα τῆς Ἰονίου πολιτείας· ἴσως λέγω, διότι ἀμφιβάλλω· ἀλλ’ ἐπειδὴ τοιοῦτος εἶναι ὁ Κώδηξ ὁ ἐν ἰσχύϊ ἐν Ἑπτανήσῳ, ὅ,τι Ῥωμαϊκὸν ἔχει, δὲν θέλει ἐκλείψει, ὅταν εἰσαχθῇ τὸ Βυζαντινὸν δίκαιον, τὸ δίκαιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον αὐτὴν ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας ἴσχυσε, καὶ βεβαίως ἐν ἐθίμοις ἀκόμη διατηρεῖται ἢ διετηρεῖτο τοὐλάχιστον μεχρισοῦ ἦλθεν αὐτὸς ὁ Κώδηξ καὶ διὰ τοῦ διατάγματος τῆς εἰσαγωγῆς του εἶπεν ὁ νομοθέτης «καταργῶ ὅλα τὰ γενικὰ καὶ τοπικὰ ἔθιμα»· δίδω εἰς τοὺς Ἑπτανησίους ἕνα κώδηκα, ὄχι διότι εἶναι Κώδηξ σύμφωνος πρὸς τὰ ἤθη των, πρὸς τὸν βίον των, ἀλλὰ διότι καλὸν εἶναι νὰ ἔχωσι διατάξεις τινὰς ἀναγεγραμμένας ἐν κώδηκι πρὸς εὐκολίαν των· κατηργήθη, Κύριοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλαι αἱ νομοθεσίαι, αἱ ἐπαξίως φέρουσαι τὸ ὄνομα τῆς νομοθεσίας, διετήρησαν, δηλ. τὰ γενικὰ ἔθιμα· καὶ αὐτὰ ὁ κώδηξ κατήργησε. Δὲν θέλει λοιπὸν βεβαίως κακόν τι αἰσθανθῆ ὁ Ἑπτανήσιος, ἐὰν εἰσαχθῶσιν ἐκεῖ οἱ Βυζαντινοὶ καὶ Ῥωμαϊκοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν καὶ παρ’ ἡμῖν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ αἰσθανθῇ ὁ Ἑπτανήσιος, καθὼς τὸ αἰσθάνεται καὶ ὁ Ἕλλην, εἶναι ὅταν ἔρχηται εἷς νόμος νὰ τοῦ καταργήσῃ ἀμέσως ἔθιμα. Ἀλλὰ τὰ ἔθιμα αὐτὰ ἴσα ἴσα ἡ νομοθεσία ἡμῶν σέβεται καὶ ἰσχυρότερα ἀκόμη κηρύττει καὶ αὐτῶν τῶν Βυζαντινῶν νόμων· ὥστε ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀφοῦ ἰσχύσῃ ἡ Βυζαντινὴ νομοθεσία, θέλουν ἰσχύει καὶ ὅσα ἔθιμα ἀνεγράφησαν τυχὸν εἰς τὸν κώδηκα· ὡς ἔθιμα δηλαδὴ θέλουν ἰσχύει αὐτά· ὁ Ἰόνιος θὰ παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ καὶ θὰ λέγῃ, ὅτι παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει ἔθιμον, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἐθίμου τούτου θὰ φέρῃ μόνον ἕνα ἢ δύο μάρτυρας, καὶ ὁ κώδηξ, ἡ ἀναγραφὴ, λέγω, τοῦ ἐθίμου τούτου εἰς τὸν κώδηκα θὰ συμπληροῖ τὴν ἀτελῆ ἐμμάρτυρον ἀπόδειξιν· ὥστε οἱ Ἑπτανήσιοι θὰ διατηρήσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε τοὺς κάμει νὰ γογγύσωσι· δηλ. ὅ,τι Ἑλληνικὸν, ὅ,τι Ἑπτανησιακὸν· θέλουν δὲ ἀποβάλει τὸ ξένον.
§83ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Εἶναι ξένον τὸ Βυζαντινὸν δίκαιον ἐν Ἑπτανήσῳ.
§84ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ξένον· διότι ἡ Ἑπτάνησος ἦτο μίαν φορὰν παράρτημα τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ δι’ ὅσους ἄλλους εἶπον λόγους. Ἔπειτα σᾶς παρατηρῶ, ὅτι συντάσσεται κώδηξ παρ’ ἡμῖν· ὁ κώδηξ αὐτὸς θὰ περιέχῃ κατὰ τὸ πλεῖστον Ῥωμαϊκὸν, Βυζαντινὸν δίκαιον, διότι ἄλλως δὲν θὰ ᾖναι ἄξιος τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀστικοῦ κώδηκος· τὸ πλεῖστον αὐτοῦ μέρος θὰ ᾖναι Βυζαντινὸν δίκαιον· Λοιπὸν, καὶ ἐὰν αὔριον γίνῃ ὁ νέος κώδηξ, δὲν θὰ εἰσαχθῇ δι’ αὐτοῦ νέον δίκαιον· ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγουν, ὅτι συντάσσεται κώδηξ, ὁ ὁποῖος αὔριον εἰσάγεται· διότι ἀπὸ πολλοῦ συντάσσεται καὶ ἐπὶ πολὺ ἀκόμη θὰ συντάσσηται· διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κάμῃ τις κώδηκα, ὅταν θέλῃ νὰ συντάξῃ ἴδιον κώδηκα καὶ ὄχι νὰ ἀντιγράψῃ. Ὁ Κώδηξ λοιπὸν, ὁ ὁποῖος ἀκόμη δὲν συνετάχθη, καὶ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ὁποίου θὰ βραδύνῃ πολὺ, ὁ κώδηξ αὐτὸς θὰ περιέχῃ κατὰ τὸ πλεῖστον Βυζαντινὸν δίκαιον· ὥστε οἱ εἰσαγόμενοι σήμερον εἰς τὴν Ἑπτάνησον Βυζαντινοὶ νόμοι θὰ ᾖναι νόμοι διαρκεῖς κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ οὐσιωδέστερον μέρος· θὰ ᾖναι νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐν μέρει περιέχει ὁ κώδηξ τῶν Ἰονίων, διότι ὁ κώδηξ των, ὡς σᾶς εἶπον, ἐν μέρει εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου· ἄλλαι δὲ διατάξεις τοῦ κώδηκος τῆς Ἑπτανήσου θὰ παραμείνωσιν ἴσως ἰσχύουσαι ὡς ἔθιμα. Δι’ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λόγους βλέπω, ὅτι καὶ ἡ πρότασις αὕτη τοῦ νὰ διατηρηθῇ ἐν ἰσχύϊ εἷς τοιοῦτος κώδηξ καὶ νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ νομοθεσίας μεταξὺ Ἑπτανήσου καὶ Ἑλλάδος, εἰς οὐδεμίαν ἀνάγκην στηρίζεται· διὰ τοῦτο καὶ τὴν τοιαύτην ἐξαίρεσιν θεωρῶ ὅλως περιττὴν, ματαίαν καὶ ἐπιβλαβῆ· διότι ἐπιβλαβὲς θεωρῶ πάντοτε τὸ νὰ πολιτεύωνται λαοὶ τοῦ αὐτοῦ κράτους κατὰ διαφόρους νομοθεσίας καὶ ἀντιθέτους. Ζητοῦν προσέτι νὰ σώσωσι τοὺς περὶ συντάξεων νόμους. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι περιττὸν κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον· δὲν ἠξεύρω πῶς ἔχουσιν οἱ περὶ συντάξεων νόμοι των· ἀλλὰ νομίζω, ἐὰν ἔχωσιν, ὡς ὅλοι οἱ νόμοι περὶ συντάξεων, ὅτι τότε εἶναι περιττόν.
§85ΑΝΝΙΝΟΣ. Δὲν τὸ ἐζητήσαμεν ἡμεῖς.
§86ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ὁ Κ. Μεταξᾶς.
§87ΑΝΝΙΝΟΣ. Ὄχι, σφάλετε· ὁ Κ. Κεχαγιᾶς.
§88ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω λοιπὸν διὰ δύω λέξεων, ὅτι τὸ θεωρῶ περιττόν· διότι ὅσοι ἀπέκτησαν κατὰ τοὺς ἰσχύοντας περὶ συντάξεων Ἰονίους νόμους τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, δὲν θὰ τὸ ἀπολέσωσιν, ὅσοι δὲ δὲν τὸ ἀπέκτησαν, δὲν θὰ ζημιωθῶσι, καθὼς νομίμως δὲν θὰ ζημιωθῶσιν οἱ σημερινοὶ ὑπάλληλοι ἐν Ἑλλάδι, οἱ μὴ ἔχοντες ἀκόμη τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἐὰν αὔριον ἔλθῃ εἷς νόμος περὶ συντάξεων καὶ τροποποιήσῃ ἢ ἀφαιρέσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Προτείνεται ἀκόμη καὶ ἡ διατήρησις τῶν νόμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πραγματεύονται περὶ δικαιωμάτων ἑταιριῶν....
§89ΑΝΝΙΝΟΣ. Εἶναι εἰς τὴν συνθήκην.
§90ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν δὲν καταργοῦνται. Ὡς πρὸς τοὺς νόμους περὶ ὁδοποιΐας, ἡμεῖς ἔχομεν νόμους καὶ νόμους ἀξιολόγους.
§91ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἶναι καλλίτεροι.
§92ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτεροι δὲν εἶναι. Ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς ἐρωτηθεὶς παρ’ ἐμοῦ, διὰ τί ἠθέλησε νὰ προτείνῃ τὴν προτίμησιν, εἶπε· «διότι εἰς τὴν Ἑπτάνησον εἶναι καλλίτεραι αἱ ὁδοὶ παρὰ αἱ ἰδικαί μας»· ἀλλὰ δὲν πταίουν διὰ τοῦτο οἱ νόμοι· ἂν ἐφηρμόζοντο οἱ νόμοι παρ’ ἡμῖν, θὰ εἴχομεν καὶ ἡμεῖς ἐπίσης καλοὺς δρόμους, καθὼς σεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι· ὥστε κατ’ οὐδὲν θὰ βλαφθῶσιν οἱ δρόμοι τῆς Ἑπτανήσου, ἐὰν θὰ ἔχωσιν οἱ Ἑπτανήσιοι εἰς τὸ ἑξῆς τοὺς περὶ ὁδοποιΐας νόμους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἡμεῖς. Προτείνουν ἀκόμη καὶ ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τοὺς νόμους περὶ τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν, περὶ φρενοκομείου, πτωχοκομείου κτλ. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι αὐτοὶ οἱ νόμοι, ὡς μὴ ἀντικείμενοι εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, κατ’ οὐδὲν θὰ καταργηθῶσι· διότι μόνον ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου, καθόσον ἀντίκειται εἰς τὴν ἰδικήν μας, θὰ καταργηθῇ.
§93ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λοιπὸν παραδέχεσθε ἐξαιρέσεις.
§94ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐξαίρεσις τοῦτο· διότι, καὶ ἂν οὐδὲν εἴπωμεν, δὲν θὰ καταργηθῶσι δι’ ὃν εἶπον λόγον· ἂν θέλετε, δυνάμεθα ὅμως νὰ εἴπωμεν εἰς τὸ ψήφισμα, ὅτι οἱ νόμοι δεῖνα, ὡς μὴ ἀντικείμενοι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, διατηροῦνται. Ἔπειτα θεωρῶ διατηρητέον τὸ σωφρονιστικὸν μάλιστα κατάστημα καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ὄχι μόνον, διότι εἶναι κατάστημα, κατὰ μίμησιν τοῦ ὁποίου θὰ γείνωσι καὶ ἄλλα ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἀξιολόγου, ἀλλὰ καὶ διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ σωφρονιστικὸν κατάστημα., δὲν δύνανται νὰ συμπληρώσωσι τὰς ποινάς των οἱ καταδικασθέντες μέχρι τοῦδε, διότι ἡ νομοθεσία των καὶ αἱ ποιναί των εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸ κατάστημα αὐτό. Κύριοι, διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν δύναμαι καὶ ἐγὼ, ὡς εἶπε καὶ ὁ Κ. Καπελέτος, νὰ παραδεχθῶ ἄλλην ἐξαίρεσιν παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ἡ εἰσαγωγὴ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐξέφρασε, δηλ. τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ νὰ φορολογηθῇ τὸ ἔλαιον καὶ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος κατὰ τοὺς ἐν ἰσχύϊ νόμους τῆς Ἑπτανήσου· τὸ ἔλαιον, λέγω, τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδίας. Ἐὰν δὲ ἡ πλειοψηφία νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ ὄχι μόνον ὡς πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς δὲν λέγω τοῦ ἔτους αὐτοῦ, ἀλλὰ τοῦ προσεχοῦς ἔτους, ἐξαίρεσίν τινα, τότε νομίζω, ὅτι τὸ περὶ τοιαύτης ἐξαιρέσεως ψήφισμα, προηγούμενον τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος, θ’ ἀκυρωθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος, ὡς ἀντικείμενον, ὡς εἶπον, εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπιμένω καὶ ἐγὼ μόνον εἰς τὴν ἐξαίρεσιν αὐτὴν, περὶ τοῦ ἐλαίου.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι πληρεξούσιοι, διὰ νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν ἐφωτίσθη.
§97ΑΝΝΙΝΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἐρωτήσητε· ἔχομεν τὸν λόγον.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐφωτίσθη.
§99ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§100ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα.
§101ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀκόμη δὲν ἠξεύρομεν εἰς τί ἐφωτίσθημεν, καὶ τί θὰ ψηφίσωμεν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις τὸ γνωρίζει. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἐφωτίσθη. Κύριοι, πληρεξούσιοι, κηρυχθείσης περαιωμένης τῆς συζητήσεως μεταβαίνομεν εἰς τὴν θέσιν τῶν ζητημάτων. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ μείνῃ συνεπὴς μὲ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ὅτε ἐκηρύχθη περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν προτάσεων περὶ ἀφομοιώσεως, λύσασα τὰ τρία ζητήματα, πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ νὰ λύσῃ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὴν διὰ τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι παρεδόθησαν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἰς τὸ γραφεῖον, πᾶσα ἄλλη πρότασις, ἡ ὁποία ἦλθε κατόπιν, καὶ ἡ ὁποία περιέχει ἐξαιρέσεις μήπω ὑποβληθείσας μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπαράδεκτος.
§103ΜΑΡΙΝΟΣ. Εἰς τὴν ὥραν τῆς θέσεως τῶν ζητημάτων, φέρετε, Κύριε Πρόεδρε, τοιαύτας προτάσεις;
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται ἂν θέλῃ νὰ παραδεχθῇ καὶ ἄλλας ἐξαιρέσεις.
§105ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Διατὶ λοιπὸν δὲν ἐξηκολούθησεν ἡ συζήτησις;
§106ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ μεταβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε τί εἶπον κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ θέσω τὰ ζητήματα, εἶπα ὅτι ἂν λυθῇ καταφατικῶς καὶ τὸ ζήτημα περὶ ἐξαιρέσεων, θέλει ἐπέλθει ἐξ ἀνάγκης μία συζήτησις ἐπὶ τῶν προταθεισῶν ἐξαιρέσεων, καὶ μετὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις θέλει προσκληθῆ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτῶν· ἀλλὰ δὲν ἐνόησα, ὅταν ἐτέθη τὸ ζήτημα, οὔτε ἡ Συνέλευσις, νομίζω, δύναται νὰ παραδεχθῇ ὅτι πᾶσα ἄλλη ἐξαίρεσις δὲν δύναται νὰ προταθῇ κατόπιν, συζητουμένων τῶν ὀργανικῶν νόμων. Μὴ νομίζετε δὲ, Κύριοι, ὅτι ὑπεβλήθησαν πολλαὶ καὶ σπουδαῖαι ἐξαιρέσεις. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τῆς Συνελεύσεως περὶ ἧς σᾶς ἔκαμον λόγον, καὶ ἡ ὁποία ἐκανόνισε καὶ ἔθεσε τὰ ὅρια τῆς συζητήσεως καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνελεύσεως, μετὰ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην ὑπεβλήθησαν ἐξαιρέσεις περὶ ὑποδικηγόρων, περὶ τοῦ νόμου τοῦ ἀφορῶντος τοὺς συμβολαιογράφους, περὶ τῶν περὶ διαρκείας πάσης ἀνακρίσεως διατάξεων, περὶ πραγματογνωμόνων· αἱ δὲ περὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, περὶ τῶν ἐγχωρίων κανονισμῶν, περὶ τοῦ κώδηκος, περὶ ἀναστολῆς καταδιώξεων διὰ τοῦ πλειστηριασμοῦ καὶ καθεξῆς, καί τινες ἄλλαι σπουδαῖαι ἐξαιρέσεις ὑπεβλήθησαν πρὸ τῆς συζητήσεως.
§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐννοεῖτε διὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, μόνον διὰ τοὺς δημητριακοὺς καρπούς;
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν δύο προτάσεις, ἡ μία εἶναι τοῦ Κ. Καλοῦ περὶ τῶν ἐγγείων φόρων· καὶ ἑτέρα τοῦ Κ. Μεταξᾶ, περιλαμβάνουσα ὁλόκληρον τὸ φορολογικὸν σύστημα· ἑτέρα δὲ εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, περιορίζουσα τὴν ἐξαίρεσιν μόνον καὶ μόνον εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρπούς· ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τοῦ Κ. Μίληση, ἡ ὁποία εἶναι τῆς αὐτῆς φύσεως μὲ τὴν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, καὶ διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται νὰ ἀναβληθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ἡ λύσις τοῦ φορολογικοῦ συστήματος μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ φορολογικοῦ νόμου τοῦ 1865· ὑπέβαλε καὶ ὁ Κ. Βαλσαμάκης τὴν ἑξῆς πρότασιν. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Ἄρθρον 1. Ἀπὸ τῆς 1 Μαρτίου 1865 τὸ βραδύτερον ἐφαρμόζονται ἐν Ἑπτανήσῳ ἅπαντες οἱ ἐν τῷ Κράτει καθεστῶτες νόμοι. Ἄρθρον 2. Εἰς τὴν πρώτην βουλευτικὴν σύνοδον θέλει ψηφισθῆ φορολογικὸν σύστημα ἐπὶ βάσεως ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν ἧττον ἐπαχθοῦς, μέχρι τότε δὲ θέλει ἰσχύει ἐν Ἑπτανήσῳ τὸ ἤδη ὑπάρχον. Ἄρθρον 3. Μέχρις ὅτου δὲν καθιερωθῇ Ἀστυκὸς Κώδηξ δι’ ἅπαν τὸ Κράτος θέλει ἰσχύει ἐν Ἑπτανήσῳ ὁ ἤδη ἐν ἰσχύϊ. Ἄρθρον 4. Μέχρις ὅτου ψηφισθῇ νέος καταστατικὸς νόμος κανονίζων τὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων, θέλει ἰσχύει ἐν Ἑπτανήσῳ ὁ ἤδη ἐνυπάρχων, ἐπικυρουμένης τῆς ἐκλογῆς παρὰ τῆς Συνόδου. Ἄρθρον 5. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ διοικητικοῦ συστήματος καὶ ἡ διαίρεσις τῆς χώρας εἰς δήμους θέλει ἐκτελεσθῆ ἐντὸς τοῦ ἐλευσομένου Ὀκτωβρίου. Ἄρθρον 6. Διὰ Βασιλικῶν διαταγμάτων θέλουσι κανονισθῆ τὰ δέοντα πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ λειτουργίαν τῆς ἄνωθεν νομοθεσίας.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ.
§110ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγώ, Κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλα πρότασιν πρὶν κλείσῃ ἡ συζήτησις, ὅτι ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου θέλει ἰσχύει ἐν Ἑπτανήσῳ ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, καὶ τὸ πρῶτον τοῦτο μέρος ἐγένετο δεκτόν. Δεύτερον, ὅτι ἂν γίνουν ἐξαιρέσεις ἢ τροπολογίαι, αὗται δὲν πρέπει νὰ παραβιάζωσι τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ βάρη· ὅθεν σᾶς ὑπομιμνήσκω καὶ τώρα τὰ αὐτά.
§111ΜΙΛΗΣΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἀπαντῶ εἰς τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀποδεχθεῖσα τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, ὅπως τὴν ἐννοοῦσι.....
§112ΠΟΛΛΟΙ. (ἐξ ἀριστερῶν) Ὄχι, ὄχι.
§113ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὴ φωνάζετε, Κύριοι. Ἂν ὁ Κ. Δεληγεώργης ἐννοῇ τὴν ἰσότητα ὅπως τὴν ἐνόησεν ἡ Συνέλευσις, ἀναγράψασα αὐτὴν εἰς τὸ ά. κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος, τουτέστιν οὐχὶ ἀπόλυτον ἀριθμητικὴν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν φυσικῶν διαφορῶν, περιττὴ καὶ κενὴ ἡ ἐπανάληψίς της ἐδῶ· ἂν δ’ ἐννοῇ ἰσότητα ἀπόλυτον, αὐτὴν τὴν ἰσότητα ἡ Συνέλευσις δὲν τὴν ἐδέχθη, ἀφοῦ ἐδέχθη τὰς ἐξαιρέσεις.
§114ΠΟΛΛΟΙ. (ἐξ ἀριστερῶν) Ὄχι, ὄχι.
§115ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ὄχι, ὄχι δὲν σημαίνει τίποτε. Ἂν ἡ Συνέλευσις, Κ. Πρόεδρε, ψηφίσῃ τὴν ἰσότητα ἐν τῇ ἀφομοιώσει, ὅπως τὴν ἐννοοῦν, ἀπόλυτον, ἀριθμητικὴν, τότε παραδεχομένη τὰς ἐξαιρέσεις, δὲν ἤξευρε τὶ ἔκαμεν· προτιμῶ ὅμως νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἓν ἄτομον ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως δὲν γνωρίζει τὶ προτείνει, παρὰ νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις δὲν γνωρίζει τὶ ψηφίζει.
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ περισσότερον σεβασμὸν πρέπει νὰ ὁμιλῆτε καὶ περὶ ἀτόμων καὶ περὶ Συνελεύσεως, διότι τοῦτο συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀνατροφὴν τὴν καλὴν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ πληρεξούσιος.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν Κ. Δεληγεώργην· μὲ ἠρώτησεν ἂν ἐννοῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασίν του. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασίς του δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων τούτων. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δεληγεώργη ἀφορᾷ πάντα νόμον, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἐπιψηφίσει ἡ Συνέλευσις, καθόσον ἀποβλέπει τὸ Ἰόνιον κράτος. Τὴν σήμερον βεβαίως πᾶς νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιψηφισθῇ, θὰ ψηφίζεται ἐπὶ τῆς ἰσότητος, δὲν πρόκειται ὅμως περὶ νόμων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀναστολῆς ἑνὸς νόμου, ὅπως ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑπτάνησον, οὗτος θὰ διατηρηθῇ ἐκεῖ, ὥστε τὸ δικαίωμα τῆς ἰσότητος δὲν χωρεῖ, ἐδῶ εἶναι τῆς ἰσονομίας. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀφορμὴ νὰ προκληθῇ ἀπόφασις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι αἱ παρατηρήσεις ἃς ἐκάματε δὲν εἶναι σύμφωνοι μὲ τὴν πρότασίν μου, σᾶς ἀπαντῶ. Ὅπως διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος, παραδέχομαι, ἂν ἡ Συνέλευσις πεισθῇ, ὅτι ἵνα ἐφαρμοσθῶσιν εὐστόχως οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπάρχει ἀνάγκη εἴτε μεταῤῥυθμίσεων, εἴτε μεταβατικῶν νόμων, νὰ γίνουν· δὲν τοὺς ἀποκρούω· ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐμπέσω ἐντὸς ἐξαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παραβιάζωσιν καὶ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τὸ πολιτικόν. Λοιπὸν εἶπον, ὅτι ἡ ἰσότης καὶ εἰς τὰ βάρη ὡς καὶ εἰς τὰ δικαιώματα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Πρέπει λοιπὸν νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν ἡ Συνέλευσις, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ Ἑπτανήσου καὶ Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ βάρη διότι, ὡς σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, διατὶ ἐνταῦθα νὰ πληρώνῃ ὁ δεῖνα βιομήχανος, ὁ δεῖνα τεχνίτης φόρον, ἐκεῖ δὲ παντάπασι νὰ μὴ πληρώνῃ;
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἀποκρούετε τὴν πρότασιν.
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι ἄλλως, πρόκειται νὰ ἀνατρέψωμεν τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐρείδεται τὸ πολίτευμα. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ προχθὲς ὅτε ἐθέσατε εἰς ψηφοφορίαν τὰ ζητήματα, σᾶς ἐρώτησα τὶ ἐννοεῖτε ἐξαίρεσιν; εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα περὶ μεταφορᾶς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας, ἢ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον τὸ περὶ τῆς χρονολογίας; καὶ μοὶ εἴπατε «ἁπλῶς θέτω τὰς ἐξαιρέσεις καὶ δὲν δίδω ἐξήγησιν» καὶ σᾶς λέγω, ἀναφερόμενος εἰς τὴν συνείδησίν σας, ἂν κανείς ποτε ἐν γνώσει, ἐν γνώσει τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐν γνώσει τοῦ ἀκροατηρίου....
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀναφέρετε τὸ ἀκροατήριον, δὲν συζητεῖ αὐτὸ μετὰ τῆς Συνελεύσεως.
§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοὺς ἀναφέρω μόνον ὡς ἀκροασθέντας καὶ πολὺ προσέξαντας.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπῆρχε πρότασις περὶ τούτου.
§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι ὑπῆρχε πρότασις, διὰ τοῦτο ἔκαμα τὴν παρατήρησιν καὶ εἶπον τίνας ἐξαιρέσεις θέτετε εἰς ψηφοφορίαν.
§125ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη τοῦ νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασίς του δὲν κωλύει ἐμὲ τοῦ νὰ προτείνω μίαν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου γενικῶς κατὰ τῶν ἐξαιρέσεων.
§126ΤΙΝΕΣ. (ἐκ δεξιῶν) Εἶσθε ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος;
§127ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶσθε ἀνυπόμονος, δὲν μοὶ δίδετε καιρὸν νὰ ἐξηγηθῶ. Κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, καὶ κατὰ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανονισμούς, ὁσάκις γίνωνται προτάσεις, αἱ ὁποῖαι προσβάλλουν συνταγματικοὺς νόμους, αἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, αὗται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς συζητήσεως δύνανται ν’ ἀποκρουσθοῦν διὰ μιᾶς ἐνστάσεως προκαταρκτικῆς question prealable, διότι οὐδεὶς ἐπιτρέπει νὰ τίθενται ζητήματα, ἐνώπιον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, τῶν ὁποίων μία ἐναντία λύσις δύναται νὰ καταστρέψῃ τὸ Σύνταγμα, ὡσαύτως δὲν εἶναι δεκταὶ ψηφοφορίαι κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ. Ἀφοῦ πάντες ἡμεῖς ἐνταῦθα καὶ οἱ πληρεξούσιοι τῶν Ἰονίων νήσων καὶ οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑλλάδος συνεψηφίσαμεν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν ἰσότητα ἐνώπιον τοῦ νόμου, καὶ μὲ ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ὁ Κύριος Μίλησης διὰ σοφισμάτων, καὶ λέξεων κενῶν, τὸ γράμμα τοῦ Νόμου μένει ἀναλλοίωτον.
§128ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διὰ τὴν καλὴν χρῆσιν, ἣν κάμνετε τῆς κοινοβουλευτικῆς ἁβροφροσύνης, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε πάντοτε (γέλως).
§129ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταβάλλωνται αἱ ἔννοιαι τοῦ Συντάγματος, δύνανται νὰ σοφίζωνται οἱ ἄνθρωποι ὅσα θέλουν ἐπὶ τῶν ἄλλων νόμων, οὐδέποτε ὅμως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἡ ἔννοια αὕτη εἶναι ἀναμφίλεκτος, ὅταν ὁ νόμος ὁ συνταγματικὸς καθιεροῖ τὴν ἰσότητα, οὐδεμία ἐξαίρεσις δύναται νὰ ὑπάρχῃ διὰ κανένα λόγον, ὡς ἄριστα ἐξήγησεν ὁ Κύριος Δεληγεώργης, δύνανται νὰ ὑπάρξουν μεταβατικοὶ νόμοι οἱ ὁποῖοι νὰ εὐκολύνουν τὴν ἐφαρμογὴν ἑτέρων νόμων, ἀλλ’ οὐδέποτε δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἑτέρα νομοθεσία ἀπέναντι τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Αὐτὸ τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει κανεὶς ὅστις θέλει νὰ τὸ φιλονεικήσῃ, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος Καπελέτος ἀγορεύσας μετὰ πολλῆς λογικῆς καὶ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων ἐσυμπέρανε προτείνας, ὅτι πρὸ πάσης ἄλλης ψηφοφορίας πρέπει νὰ λυθῇ τὸ προκαταρκτικὸν αὐτὸ ζήτημα, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ παραβιάζῃ τοὺς κανονισμοὺς καὶ τὰ συντάγματα, δὲν πρέπει νὰ πηδᾷ ὑπὲρ τὰ ἐσκεμμένα. Τοιαῦτα τολμήματα τῶν νομοθετικῶν σωμάτων εἶναι πραξικοπήματα καθαρὰ, ἂν μία πλειοψηφία θέλει πλαγίως, ἐμμέσως ν’ ἀποκρούσῃ τὴν ἔνστασιν καὶ νὰ πιέσῃ τὴν μειονοψηφίαν αἱ συνέπειαι μιᾶς τοιαύτης διαγωγῆς εἶναι ἀνυπολόγιστοι (θόρυβος). Παρακαλῶ μὴ ταράττεσθε. Καὶ διὰ νὰ αἰσθανθῶσι καὶ διὰ νὰ ἐννοήσουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θορυβοῦν, ὅτι ἐκ τοιαύτης καταστάσεως ἑνὸς νομοθετικοῦ σώματος δύνανται νὰ προκύψωσιν ὀδυνηραὶ συνέπειαι, φέρω ὡς παράδειγμα τὸν πρὸ ὀλίγου ἐμφύλιον πόλεμον τῆς Ἀμερικῆς (ὤ, ὤ, ἐκ δεξιῶν). Ὅσοι δὲν ἐγκύψατε πολὺ εἰς τοὺς λόγους τοὺς προκαλέσαντας αὐτὸ τὸ λυπηρὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ σήμερον καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν ὅλου τοῦ πολιτισμένου κόσμου, αὐτοὶ μόνον ἠμποροῦν ν’ ἀποδώσουν τὸν πόλεμον ἐκεῖνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς δουλείας. Τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν αὐτὰς τὰς ὀλεθρίας συνεπείας εἶναι, ὅτι ἐσχηματίσθη μία πλειονοψηφία τῶν βορείων, ἡ ὁποία ἐπίεζε τοὺς νοτίους. Δὲν θέλω λοιπὸν νὰ κάμω καμμίαν ἀναφορὰν, καὶ οὐδεμίαν κοινὴν σχέσιν καὶ ταὐτότητα τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀμεροληψίαν καὶ τὴν φρόνησιν τῆς Συνελεύσεως νὰ μὴ θελήσῃ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νὰ παραβιάσῃ τὸν κανονισμὸν, νὰ παραβιάσῃ τὰ παραδεδεγμένα παρ’ ὅλοις τοῖς συνταγματικοῖς ἔθνεσιν ἔθιμα, τὸ νὰ ψηφίσητε τὴν πρότασιν τῆς ἀναστολῆς, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν, ὅτι ὅλαι ἀνεξαιρέτως αἱ προταθεῖσαι ἐξαιρέσεις ἀντιβαίνουν εἰς τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος περὶ ἰσότητος μεταξὺ πολιτῶν Ἑλλήνων, καὶ ἑπομένως ὡς τοιαύτας δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς ἐξαιρέσεις, διότι ὅλαι αἱ ἐξαιρέσεις ἀντίκεινται εἰς τὴν ἰσότητα. Ἐξαίρεσις μόνον, ἥτις δὲν ἀποτελεῖ διαφορὰν ἀρχῶν, δὲν εἶναι ἐξαίρεσις, εἶναι μία ἀνάγκη φυσική· (θόρυβος) ἐπροσδιωρίσαμεν τὴν 1 Ἰανουαρίου, ἐν τούτοις τὶ πρέπει νὰ γίνῃ μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς διὰ τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων; Ἀδύνατα φυσικῶς κανεὶς δὲν πρέπει ν’ ἀπαιτήσῃ, καὶ ὅσοι εὑρίσκουν τοῦ τοιούτου εἴδους τὰς ἐξαιρέσεις, εἴτε ὡς ἀντιφατικὰς εἰς τὴν ἀρχὴν, ἣν ἔθεσα, εἴτε ὡς παρατράγῳδόν τι, δὲν ἐσυλλογίσθησαν καλῶς, αὕτη εἶναι ἡ ἐξαίρεσις, ἣν ἐπρότεινεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἕνα προσωρινὸν καὶ μεταβατικὸν νόμον. Τὰς λοιπὰς δὲ προτάσεις τὰς ἀποκρούω ὡς ἀντικειμένας εἰς τὸ ἄρθρον τρίτον τοῦ Συντάγματος, καὶ τὰς ἀποκρούω, ὡς εἶπον, διὰ μιᾶς γενικῆς ἀποκλείσεως.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Μίλησης.
§131ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ δὲν αἰσθάνομαι ἐν ἐμοὶ ἀρκοῦσαν δύναμιν, ἵνα ἀκολουθήσω τὸν προλαλήσαντα εἰς τὰ ὅρια τοῦ γελοίου, εἰς τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ σπρώξῃ τὴν συζήτησιν, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ψηφοφορήσῃ τὴν πρότασίν του, διὰ νὰ ἔλθωμεν τέλος πάντων εἰς τὰ σπουδαῖα.
§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα .......
§133ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀλλὰ πρῶτον νὰ συνενοηθοῦν μεταξὺ των ὁ Κ. Δεληγεώργης μὲ τὸν Κ. Πετσάλην.
§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πιθανὸν ὅμως νὰ ἦλθε συνειθισμένος..... (θόρυβος) Ἡ ἐδική μου πρότασις εἶναι τοιαύτη ὄχι ὅτι ἀποκρούω ἐκ προοιμίων πᾶσαν πρότασιν ἐξαιρέσεως ὡς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀποκρούω ἂν θέλετε πᾶσαν πρότασιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ θὰ ἀποφασίσωμεν τοῦτο, ὅταν ἔλθωμεν εἰς μίαν πρὸς μίαν ἐκ τῶν προτάσεων, τότε θὰ ἀποφαινώμεθα ἂν ἀντιβαίνῃ ἢ ὄχι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ψηφοφορηθῇ εἶναι, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ παραδεχθῶμεν διακρίσεις καὶ ὡς πρὸς τὰ βάρη καὶ τὰ δικαιώματα μεταξὺ Ἑπτανησίου καὶ Ἕλληνος.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκαδημίαν θὰ κάμωμεν τὴν Συνέλευσιν; (θόρυβοι.)
§136ΖΕΡΒΑΣ. Ἕκαστος, παραδεχομένης τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις ἀντιβαίνει εἰς τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§137ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς μὴν τὰς ψηφίσῃ.
§138ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (ὑπουρ. ἐσωτερικῶν) Διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, Κ. Πρόεδρε, ἂν ψηφοφορήσωμεν ἐναντίον τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ὅτι καταστρέφομεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς εἴπουν τί ἐννοοῦν ἰσότητα; ἐγὼ ἐννοῶ τὸ νὰ ὑπακούῃ ἕκαστος εἰς τὸν Νόμον τὸν ὁποῖον ἐθέσαμεν· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν Κ. Δεληγεώργην καὶ λοιποὺς, ἔχομεν ἰσότητα καὶ ὁμοιόμορφον νομοθεσίαν ἐν Ἑλλάδι; αἱ ἐλαῖαι τῆς Παρνασίδος δὲν φορολογοῦνται, ὅπως αἱ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος· τὰ σῦκα τῆς Μεσσηνίας δὲν πληρόνουν εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἐν ᾧ τὸ γέννημα τοῦ τόπου πληρόνει. Λοιπὸν, Κύριοι, ἰδοὺ μία ἀνισότης· ἐὰν λοιπὸν ἐννοοῦν αὐτὴν τὴν πλήρη τὴν ἀπόλυτον ἰσότητα, θὰ εἴπωμεν, ὅτι καταστρέφομεν ὅλα καὶ παραδεχόμεθα ἓν σύστημα γενικῶς. Ἀλλὰ τώρα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἰσότητος καὶ ἀνισότητος, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖον. Ἄλλως σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ θεωρητικὸν δὲν ἔχει καμμίαν ἐφαρμογὴν ἐδῶ, δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ ἐφαρμοσθῇ· διότι ἤδη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξακολουθῇ ἤδη τὸ ἐναντίον σύστημα.
§139ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν Κ. Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ ἓν σύστημα πρὸς τὸ ἄλλο· νομίζω ὅτι τὰ νομοθετικὰ σώματα, ὁσάκις παρετήρησαν, ὅτι ὑπάρχει σπουδαία ἀφορμὴ ἀφορίας, φέρ’ εἰπεῖν, προερχομένης ἐκ τοῦ ἐδάφους, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, ἀφοῦ ἐξέτασαν ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς, ἀπεφάσισαν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία ἐξαίρεσις τῆς φορολογίας, ἀλλ’ ἐξέτασαν εἰδικῶς τὸ ζήτημα καὶ ἡ ἀπόφασίς των προῆλθεν ἐκ φυσικῶν αἰτίων ἀνυπερβλήτων καὶ δὲν εἶναι, ἀκριβῶς ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, οὐδεμία ἀνισότης. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται νὰ διατηρήσωμεν ἓν ὁλόκληρον φορολογικὸν σύστημα· διαφέρει τὸ ἔδαφος, τὸ ὁποῖον προσετέθη εἰς τὴν Ἑλλάδα; ἐξητάσατε καὶ εὑρήκατε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρόνουν διότι τὸ ἔδαφος δὲν εἶναι γόνιμον; ἐτέθησαν τὰ ζητήματα οὕτω πως, ὥστε ἐν τῷ μέσῳ τῆς γενικῆς ἰσότητος νὰ παρουσιάζηται ἓν ζήτημα ἐξαιρέσεως, ἥτις νὰ ταὐτίζηται μὲ τὴν δικαιοσύνην; ὄχι· ἀλλὰ πρόκειται σήμερον νὰ συνταχθῇ νόμος, ὅστις εἶναι ἡ συνθήκη τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος· μὴ ἀπατᾶσθε, ὅτι πρόκειται περὶ διαφορᾶς φορολογίας. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι κοινωνικὸν, καὶ θέλουν νὰ τὸ καταστήσουν πολιτικόν.
§140ΠΟΛΛΟΙ. Ποσῶς.
§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ εὕρητε αἰτίαν, διὰ νὰ κάμητε ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς Ἑπτανήσου.
§142ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ προσθέσω μίαν λέξιν, Κ. Πρόεδρε, διότι ὁ Κ. Δεληγεώργης πλανᾶται ὡς πρὸς τὰ πράγματα. Σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι, ὅπως τὸ περιώρισεν, δὲν εἶναι ἐξαίρεσις. Ἐρωτῶ ποῖος λόγος τοιοῦτος μᾶς ἀναγκάζει νὰ μὴ φορολογῶμεν τὰ λεμόνια τοῦ Πόρου; Ποῖος λόγος τοιοῦτος γονιμότητος τοῦ ἐδάφους μᾶς ἀναγκάζει νὰ μὴ φορολογῶμεν τὰς ἐλαίας τῆς Ἀμφίσσης; τὴν κατανάλωσιν τῶν σύκων κτλ; Τί πρόκειται λοιπὸν σήμερον; λέγουν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερώσητε μίαν ἄκαμπτον ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐνθυμηθῆτε νὰ ἐφαρμώσητε, ὅτι αὐτὴν τὴν ἀρχὴν θὰ τὴν ὑποβάλητε εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς παραγωγῆς τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ. Λοιπὸν, σᾶς λέγουν νὰ καθιερώσητε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ ἀφ’ οὗ ἐξετάσετε τὰς διαφόρους περιστάσεις. Ὥστε ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουν εἶναι ὅλως ἀπαράδεκτος.
§143ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§144ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρῶτος σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον.
§145Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ ἔλθῃ πρῶτον ἡ πρότασις αὕτη, Κύριε Πρόεδρε.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις θὰ τὸ ἀποφασίσῃ· ἐφέρετε μίαν πρότασιν, ἡ Συνέλευσις θὰ ἀποφανθῇ, ποία θὰ προηγηθῇ, ἡ ἐδική σας ἢ αἱ ἄλλαι. Ἡ Συνέλευσις ἐπροχώρησεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐξαιρέσεων· ἑπομένως πρῶτον πρέπει νὰ ἀποφασισθοῦν αἱ ἐξαιρέσεις (θόρυβος.)
§147ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ὅταν προτείνηται τὸ ἀπαράδεκτον ὅλων τῶν ἐξαιρέσεων προηγεῖται (θόρυβος).
§148ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ Κ. Μαρῖνος.
§150ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πέντε λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Ὁ Κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι τὰ βουλευτικὰ σώματα ἔχοντα ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰδικὰς περιστάσεις ἑνὸς ἑκάστου τόπου, πολλάκις ἐψήφισαν διάφορον τρόπον φορολογίας. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τῷ ἀναμνήσω, ὅτι οὐχὶ τὰ βουλευτικὰ σώματα, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις ἐψήφισεν ἐσχάτως ἕνα Νόμον, ὅστις παραβιάζει τὴν ἀρχὴν οὐχὶ τῆς ἰσότητος ἀλλὰ τῆς ἀναλογίας. Τί εἴπομεν εἰς τὸ σύνταγμα; ἕκαστος συνεισφέρει ἀναλόγως τῆς περιουσίας, τοὐτέστιν, ἐὰν ᾖναι πλούσιος, θὰ συνεισφέρῃ ἀναλόγως τῆς περιουσίας περισσότερον, ἐὰν πτωχὸς ὀλιγώτερον. Τί εἴπομεν ὅμως διὰ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν; ὅτι αἱ οἰκοδομαὶ, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι πρόσοδον μέχρι τόσου ποσοῦ μένουσιν ἀφορολόγητοι. Ἐδῶ βέβαια ἰσότης ὑπάρχει, ἀλλὰ παραβιάζεται ἡ βάσις τῆς ἀναλογίας. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ ἰδία Συνέλευσις ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰδικὰς περιστάσεις ὄχι μόνον τῶν τόπων, ἀλλὰ καὶ τῶν τάξεων δύναται νὰ κάμῃ ἐξαιρέσεις, καὶ ἑπομένως αἱ παρουσιασθεῖσαι ἐξαιρέσεις, ἐὰν ἔχωσι τὰ προσόντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὴν Συνέλευσιν ἢ καὶ τὰ Νομοθετικὰ Σώματα νὰ κάμουν ἐξαιρέσεις ὄχι εἰς εἰδικοὺς τόπους ἀλλ’ εἰς τάξεις, δύναται νὰ προβῇ εἰς ἐξαιρέσεις.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μαρῖνος.
§152ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§153ΜΑΡΙΝΟΣ. Τρεῖς λέξεις θὰ εἴπω.
§154ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, δύο λέξεις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ. Εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν τὸ σύνθημα τῆς ἀνισότητος. Παρατηρῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει· ὑπάρχει ἀνισότης, ὅταν ἐξαιρῆται μερικοὺς τόπους. Ἐνῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, τί εἶπεν ἡ νομοθεσία; ὅτι ἐξαιρῶ μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτῶν ἀδιαφόρως ὅπου εὑρίσκονται (θόρυβος)· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπρότειναν, εἶνε τρόπος τῆς φορολογίας· ἡμεῖς φιλονεικοῦμεν διὰ τὴν βάσιν τῆς ἰσότητος.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μαρῖνος.
§156ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§157ΖΑΪΜΗΣ. Θέσατε, Κ. Πρόεδρε, τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετσάλη· ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος, θὰ ψηφίσω ἐναντίον αὐτῆς· δὲν ἐννοῶ ὅμως τὴν ἐπιμονήν σας, διατί δὲν θέλετε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Αὕτη, καὶ ἡ θεωρητικὴ πρότασις τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ἂς τεθοῦν εἰς ψηφοφορίαν· ἕκαστος ἔχει τὰς πεποιθήσεις του, δὲν φοβεῖται οὔτε ἀπειλὰς οὔτε τίποτε.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Πετσάλης ποίαν πρότασιν ἔχει;
§159ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοῦ Κ. Καπελέτου· ὅτι ὅλαι αἱ ἐξερέσεις εἶναι ἀπαράδεκτοι. (θόρυβος).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τόσα ζητήματα· πῶς θὰ ψηφοφορηθῇ πρότασις (θόρυβος). Ἡ Συνέλευσις ἔλυσε μόνον τρία γενικὰ ζητήματα (θόρυβος).
§161ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀφ’ οὗ ἡ Συνέλευσις θέλει νὰ προβῇ εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Πετσάλη, θέσατέ την, Κ. Πρόεδρε, τέλος πάντων εἰς ψηφοφορίαν, διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑμεῖς λέγετε τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετσάλη.
§163ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τοῦ Καπελέτου.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καπελέτου· «νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Συνελεύσεως πρὸ πάσης ἄλλης ἐξαιρέσεως, ὅτι ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ βάρη οὐδεμία θέλει ὑπάρχει κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος ἀνισότης κλπ. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως ταύτης, τί πρακτικὸν ἀποτέλεσμα δύναται νὰ ἔχῃ; (θόρυβος).
§165Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ δύο λέξεις. Ἐὰν ἐννόησα ἀκριβῶς τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου Κ. Πετσάλην, ἡ πρότασις αὐτὴ, ὅτι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν, ἦτο θέμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Σᾶς εἶπε λοιπὸν ὅτι προτείνει κατὰ συνέπειαν τὸ ζήτημα τὸ προκαταρκτικὸν, τὸ ὁποῖον ἑκάστοτε δύναται νὰ προτείνῃ ἕκαστος, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ὁ Κ. Πετσάλης ἐπρότεινεν ἄλλην πρότασιν καὶ ταύτην, νομίζω, χρεωστεῖτε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀπαράδεκτον τῶν ἐξαιρέσεων.
§167ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§168Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἰδέα ἡ ἰδική μου εὑρίσκεται διατετυπωμένη εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καπελέτου, (Δεξιόθεν μπὰ, μπά!) δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί σᾶς ἐμποδίζει, ἀφ’ οὗ δέχεσθε νὰ ψηφοφορήσητε τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου; Τί περιέχει ἡ πρότασις τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἰσότητος.
§169ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἐκεῖ ἔχετε ἐξαίρεσιν.
§170Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ πρότασις εἶναι ἀνάπτυξις μεγαλειτέρα τῆς ἰδέας μου (δεξιόθεν μπὰ, μπὰ!) Ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ ἡ λέξις πρότασις προκαταρκτικὴ καὶ τότε νὰ ἐννοηθῇ;
§171ΠΟΛΛΟΙ. Ἐζητήσατε τὸ ἀπαράδεκτον.
§172Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τέλος πάντων, Κύριοι, λέγω ἐγὼ, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέλησις ἀληθῶς νὰ ψηφοφορηθῇ· (δεξιόθεν, ἀπὸ σᾶς) ἡ πρότασις ἥτις κατετέθη σήμερον ἀπ’ ἀρχῆς τῶν συζητήσεων, καὶ ἥτις ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις ἡμῶν καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν· ὡμίλησεν, ὁ Κ. Τυπάλδος καὶ ἄλλοι ἀποκρούοντες τὰς ἐξαιρέσεις, καὶ ὅλοι ἐστηρίχθησαν εἰς τὸν αὐτὸν λόγον, ἐθεώρησαν ἀνίσους τὰς προτεινομένας ἐξαιρέσεις, προσβαλλούσας τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, καὶ οὐδεὶς τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τῶν ἐξαιρέσεων παρέλειψε νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα. Τί περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον περιλαμβάνει ἡ πρότασις ὅπως ὑπάρχει διατετυπωμένη; Προσέτι δὲ διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία κενοτομία ἢ πλαγία σκέψις, ὑπάρχω ὁ ἴδιος ὑπογεγραμμένος μετὰ τοῦ Κ. Καπελέτου. Ἐγὼ ὅστις ὑπέγραψα τοιαύτην ἀρχὴν καὶ συνεννοήθην, καὶ ἐξηγήθην μετὰ τοῦ Κ. Καπελέτου, καὶ λοιπὸν σᾶς ὁμιλῶ ἐν εἰλικρινείᾳ. Τέλος πάντων δὲν βλέπω τίποτε παρὰ μίαν φιλονεικίαν λέξεων, ἥτις εἶναι ἀναξία μιᾶς σπουδαίας Συνελεύσεως. Ἀφ’ οὗ ὅμως ἡμεῖς ἐδώσαμεν τὴν ἐξήγησιν τῆς προτάσεως ταύτης, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ σᾶς μένῃ οὐδεμία ἀμφιβολία.
§173Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουρ. ἐξωτ.). Πιστεύω πληρέστατα τὸν Κ. Πετσάλην, ὅτι ὑπέγραψε τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Καπελέτος εἶχεν ὑποβάλει· ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον πιστεύω ἐπίσης εἶναι, ὅτι ὁ Κ. Πετσάλης ἐλησμόνησεν ἀρχήν τινα ἥτις κανονίζει τὰς ἐργασίας τῶν κοινοβουλίων. Τὰ κοινοβούλια, Κ. Πρόεδρε, εἴτε συντακτικὰ, εἴτε νομοθετικὰ, ἀποφαίνονται κατ’ ὡρισμένον τινα τρόπον καὶ ἢ νομοθετοῦσιν ἔργα κείμενα ἢ ἐκδίδουσιν ἡμερησίας διατάξεις. Τὸν φίλον μου Κ. Πετσάλην, ὅστις εἶναι πλέον δεινὸς περὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τὸν παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπῃ, ἂν ὁ ἴδιος δὲν ἐπεκαλέσθη εἰς ἄλλην περίστασιν τὸν κανόνα, ὅστις διέπει τὰ κοινοβούλια. Ἐὰν σήμερον προτείνῃ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Καπελέτος ὑπέβαλε, ἡ Συνέλευσις τί κάμει; εἶναι ἀκαδημία φιλοσοφικὴ, ἥτις ἀποφαίνεται καὶ ἀπαγγέλλει δόγματα; εἶναι συνέδριον τὸ ὁποῖον ἀπονέμει βραβεῖα; σήμερον ἐγὼ παραδέχομαι εἰς μίαν στιγμὴν, ὅτι ἤθελε ψηφοφορηθῆ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετσάλη καὶ ὅλη ἡ Συνέλευσις ἤθελεν εἰπεῖ ναὶ, ὅτι δὲν θέλει ἀπομακρυνθῆ οὐδέποτε τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ψηφίζουσα τὸ ἄρθρ. 3 τοῦ Συντάγματος, καὶ ὕστερον ἐρχόμεθα εἰς τὰς ἐξαιρέσεις. Ὁ λιμενικὸς νόμος τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἢ ὄχι; καὶ θὰ ψηφίσῃ ὄχι, καὶ θὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὅστις παραβαίνω τὴν ἀρχὴν ταύτην. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ψῆφος τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Καπελέτου, ἐὰν δύναται νὰ δεσμεύσῃ τὴν Συνέλευσιν εἰς τὰς ἀποφάσεις της· λοιπὸν ἤθελε ματαιοπονήσῃ ψηφίζουσα ἓν δόγμα φιλοσοφικόν· τὸ ἔθεσε διὰ τοῦ Συντάγματος. Λοιπὸν σήμερον ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ψηφοφορήσῃ τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Πετσάλης
§174ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§175ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Γνωμοδοτεῖτε, Κ. Δεληγιάννη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ ἰδική μου; (θόρυβος)
§176ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δύο λέξεις ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, ὅπως θέσω τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἀληθῆ αὑτοῦ θέσιν. Πρέπει τῳόντι νὰ ᾖναι τις ὅλως ἄπειρος τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, ἵνα μὴ ἐννοήσῃ μετὰ πόσης εὐστοχίας οἱ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος θέλουσι νὰ φέρωσι κατὰ προτίμησιν εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καπελέτου, ὡς πρότασιν προβουλευτικοῦ δῆθεν ζητήματος, ὅπερ οἱ Γάλλοι καλοῦσι question préalable. Τὸ οὕτω πολιτεύεσθαι ὀνομάζεται ὑπὸ τῶν πολιτικῶν σόφισμα πολιτικόν. Τὸ πολιτικὸν τοῦτο σόφισμα ἔρχομαι πρῶτον νὰ καταδείξω, καὶ ἀκολούθως νὰ πολεμήσω. Καὶ δὴ πρῶτον· εἶναι τῆς τάξεως καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν κοινοβουλίων τὸ ν’ ἀποκλείηταί τις πλέον νὰ προτείνῃ τὸ προβουλευτικὸν ζήτημα ἅμα ἡ συζήτησις ἤρξατο ἐπί τινος ἀντικειμένου· καὶ ὅμως οἱ ἐναντίοι ἔρχονται νὰ προτείνωσι τοῦτο, ἀφοῦ ἀπὸ δεκαπέντε ἤδη ἡμερῶν συζητοῦμεν τὸ περὶ τῆς ἀφομοιώσεως, ὡς ὠνομάσθη, ἀκανθῶδες ζήτημα. Δεύτερον δὲ, ἡ πρότασις τοῦ προβουλευτικοῦ ζητήματος ἐμφαίνει αὐτὴ καὶ μόνη κατάκρισιν καὶ ἀποψήφισιν, κηρύττουσα ἀνάξιον πάσης συζητήσεως τὸ προτεινόμενον οὐσιαστικὸν ζήτημα· καὶ ὅμως, τοῦτο δὴ τὸ μέγα παράδοξον! αὐτοὶ οἱ τὸ προβουλευτικὸν ἐπικαλούμενοι ζήτημα, ἔχουσιν ἄλλας τε οὐσιαστικὰς προτάσεις καὶ τὴν τοῦ Κ. Καπελέτου, ἣν οὐκ οἶδά πως σκεπτόμενοι μεταμφιεννύουσιν ὡς πρότασιν προβουλεύσεως. Τρίτον· τοῦ προβουλευτικοῦ ζητήματος ἅμα προταθέντος ἀπαγορεύεται ὑπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων πᾶσα ἐκδρομὴ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν ἄλλων προτάσεων· ἐνταῦθα ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς πτέρυγος ταύτης (τῆς δεξιᾶς), καὶ τὴν καλὴν πίστιν τῆς ἑτέρας πτέρυγος (τῆς ἀριστερᾶς), ἂν οἱ ἀγορεύσαντες συνεμορφώθησαν πρὸς τὸν κανόνα τοῦτον. Τέλος δὲ Κύριοι, παρατηρῶ, ὅτι τὸ προβουλευτικὸν ζήτημα, ὁσάκις προτάττεται, πρέπει μὲν νὰ ἔχῃ τοῦτο τὴν προτεραιότητα, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι φύσει διατετυπωμένον ἐν τῷ κανονισμῷ, καὶ κατ’ αὐτὸ οὐδεμία εἰδικὴ παρουσιάζεται ἔγγραφος πρότασις ἄλλη. Οἱ θέλοντες λοιπὸν ὑπὸ τὴν πρόφασιν τοῦ προβουλευτικοῦ ζητήματος νὰ φέρωσιν εἰς ψηφοφορίαν μίαν τῶν διατετυπωμένων ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος πρότασιν, οἵα ἡ τοῦ Κ. Καπελέτου, κατ’ ἐμὴν κρίσιν,—ἐν τῷ δικαιώματί των ἴσως,—ζητοῦσι νὰ καταστρατηγήσωσι τὴν Συνέλευσιν· ἂς γρηγορῶσιν ὅμως οἱ ἐναντιοφρονοῦντες ἵνα μὴ καταῤῥαδιουργηθῶσι. Πρέπει λοιπὸν εἰλικρινῶς νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι οἷον κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν των τὸ ἐχαρακτήρισαν, ὅ τε Κ. Δεληγεώργης καὶ ὁ Κ. Πετσάλης· ὁ τελευταῖος ὅμως κατὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσίν του ἠθέλησε νὰ τὸ διαστρέψῃ, ὅπως ἐξ ἐφόδου ὑπὲρ τῆς οὐσίας ἐξαρπάσῃ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως. Ἡ ἀληθὴς ἄρα θέσις τοῦ ζητήματος, ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην μου, εἶναι ἡ πρώτη, καὶ ἰδοὺ πῶς· ὁ Κ. Δεληγεώργης καὶ ὁ Κ. Πετσάλης ἀμφότεροι εἶπον, ὅτι προτείνουσι τὸ προβουλευτικὸν ζήτημα, διότι πᾶσα πρότασις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καὶ τὴν κατ’ αὐτὸ ἰσότητα τῶν πολιτῶν ἁπάντων πρὸς ἀλλήλους, εἶναι ἀπαράδεκτος. Αὕτη εἶναι Κύριοι ἡ μόνη εἰλικρινὴς θέσις τοῦ ζητήματος· ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη δὲν βλέπω τῇ ἀληθείᾳ πῶς νὰ στηριχθῇ δύναται ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Καπελέτου, προτάσεως ὅλως τῆς οὐσίας καὶ ὁριζούσης ὁποῖον μέτρον τῶν ἐξαιρέσεων, ὧν τὴν ἀρχὴν ἐψηφίσασθε προχθὲς, δέχεται, ἐνῷ ἡ τῆς προβουλεύσεως ἔνστασις, ὡς προεῖπον, πᾶσαν ἐν γένει ἐξαίρεσιν ἀποκρούει. Συμπεραίνων λοιπὸν λέγω, ὅτι οὕτω πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα. Τῆς Συνελεύσεως παραδεχθείσης τὴν ἀρχὴν τῶν ἐξαιρέσεων, προσβάλλεται ἡ κατὰ τὸ Σύνταγμα πρὸς ἀλλήλους τῶν πολιτῶν ἰσότης; οἱ μὲν θέλουσιν εἰπεῖ ναὶ, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐξαίρεσις ἀδιακρίτως ἀντίκειται εἰς τὴν ἰσότητα, οἱ δὲ ὄχι· καὶ ἐγὼ εἰμὶ τῆς γνώμης ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουσιν εἰπεῖ, ὅτι οὐδόλως προσβάλλει τὴν ἰσότητα ἐξαίρεσίς τις ὅλως προσωρινὴ καὶ ὑπὸ ἀκαταγωνίστου ἀνάγκης ὑπηγορευμένη· τὸ summum jus, summa injuria, ὑπὲρ τῶν τοιούτων περιπτώσεων σοφῶς εἴρηται· πρόδηλον δὲ, ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις, περὶ ὧν ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι φέρουσι γενικὴν μεταβολὴν εἰς τὴν καθόλου οἰκονομίαν τῆς πολιτείας. Ἡ ἐπὶ τοῦ προβουλευτικοῦ λοιπὸν ζητήματος ἔνστασις δὲν πρέπει νὰ στηριχθῇ ἐπ’ οὐδεμιᾶς τῶν ἐγγράφων προτάσεων, ἀλλ’ αὐτοτελῶς νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ὁ Κ. Παντολέων ἀναβαίνει ἐπὶ τοῦ βήματος.
§177ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, ἐφωτίσθημεν.
§178ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι· (θόρυβος).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἐπιμένει, ὅτι ἐφωτίσθη.
§180ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρωτῶ· οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη νὰ ἐγερθῶσι· (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι)· ἐφωτίσθη. Λοιπὸν, Κύριοι, θέλετε νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, ὡς εἶπεν ὁ Κ. Σαρίπολος;
§182ΠΟΛΛΟΙ. (Ἀριστερόθεν) ὄχι· ἡ πρότασις τοῦ Καπελέτου.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ τρόπος τῆς θέσεως τῶν ζητημάτων ἀποφασίζεται ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν.
§184ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, πῶς θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα (θόρυβος ἀριστερά).
§186ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ὁ Κ. Πετσάλης λέγει, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν τοῦ Κ. Καπελέτου (θόρυβος δεξιὰ).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι! Σᾶς παρακαλῶ· κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὅταν ἐγείρεται ἀμφισβήτησις ἐπὶ τῆς θέσεως τῶν ζητημάτων, γίνεται συζήτησις καὶ κατόπιν ἀποφασίζει ἡ Συνέλευσις.
§188ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ἡ πρότασις τοῦ Καπελέττου νὰ ψηφοφορηθῇ (θόρυβος δεξιὰ).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέλετε σεῖς, ἀλλὰ δὲν τὸ θέλει ἡ Συνέλευσις (θόρυβος ἀριστερὰ). Ἐννοεῖτε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὅτι εἶναι μία βία, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐξασκήσητε ἐναντίον μου.
§190ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε! Μίαν καὶ μόνην πρότασιν ἔχετε τοῦ Κ. Καπελέττου· ἐὰν ὁ Κ. Σαρίπολος ἔκαμε μίαν πρότασιν, ἀλλάζει τὸ ζήτημα.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω μόνην τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετσάλη, καὶ τοῦ Κ. Καπελέττου, ἀλλ’ ἔχω καὶ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαριπόλου, ἔχω καὶ τὰς προτάσεις περὶ ἐξαιρέσεων· λοιπὸν θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις.
§192ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε! Ἐγὼ δὲν ἔκαμα πρότασιν, ἐζήτησα ποῖον εἶναι τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τῆς προτάσεως τῶν ΚΚ. Πετσάλη καὶ Δεληγεώργη.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ εἶναι ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος.— Παρακαλῶ, Κύριοι, ἐγὼ δὲν βλέπω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, παρὰ ἐὰν εἰλικρινῶς ἐκφρασθῶμεν τὶ θέλομεν. Γίνεται μία πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας χαρακτηρίζονται, οὕτως εἰπεῖν, ἐμμέσως ὅλαι αἱ ἐξαιρέσεις ὡς ἀπαράδεκτοι, διότι καθιεροῦσιν ἀνισότητα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἓν ἐκ τῶν δύω· ἢ θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα· — διότι τὰ ζητήματα λύονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, δὲν λύονται θεωρητικῶς —ἢ θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπροτάθησαν, ὅλαι ἐν γένει εἶναι ἀπαράδεκτοι, διότι παραβιάζουν τὸ δικαίωμα τῆς ἰσότητος, ἢ θὰ προβῶμεν εἰς ἐξαίρεσιν κατόπιν ἐξαιρέσεως, καὶ ἐπὶ ἑκάστης θὰ εἴπωμεν, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι ἀντίκειται εἰς τὴν ἰσότητα ἢ δὲν εἶναι, διότι δὲν ἀντίκειται.
§194ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν... (θόρυβος).
§196ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Τοῦ Καπελέττου τὴν πρότασιν.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ Κ. Καπελέττου ἡ πρότασις εἶναι μία θεωρητικὴ πρότασις (θόρυβος ἀριστερὰ). Θέλετε ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις ἢ θέλετε νὰ διαλυθῶμεν χωρὶς νὰ προέλθωμεν εἰς ἀποτέλεσμα;
§198Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε! Καταβῆτε ἀπὸ τὴν ἕδραν σας! (θόρυβος) Θέλετε νὰ μᾶς πιέζητε (θόρυβος).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε σᾶς πιέζω, οὔτε σᾶς ἀφήνω νὰ πιέσητε τοὺς ἄλλους.
§200ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε! Κατόπιν τῶν ἐξαιρέσεων ἦλθεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ Καπελέττου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι καμμίαν ἄλλην ἐξαίρεσιν δὲν θέλει, παρὰ τὴν τοῦ ἐλαίου. Λοιπὸν δὲν εἶναι μία πρότασις πολλὰ πρακτική; (θόρυβος)
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γίνεται συζήτησις πλέον· ἀπέκαμεν ἡ Συνέλευσις, καὶ ἐγὼ πρῶτος. Οἱ Κύριοι ἰσχυρίζονται, ὅτι τὸ θέμα πρέπει νὰ τεθῇ, καθὼς τὸ διετύπωσεν ὁ Κ. Καπελέττος καὶ Πετσάλης.
§202ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι τὸ θέμα πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ἀκολούθως. (θόρυβος ἀριστερὰ) Οἱ θεωροῦντες, ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις εἶναι ἀπαράδεκτοι.... (θόρυβος ἀριστερὰ) Ἡσυχία, Κύριοι, διὰ τῆς βίας δὲν θὰ κάμητε τίποτε.
§204ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε! Ἐπαναλαμβάνω... (θόρυβος)
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε, τὸ καταλαμβάνετε; Ἀφοῦ ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, δὲν μὲ ἀφίνουν νὰ ἐκφράσω γνώμην· μὲ τὰς φωνὰς θέλουν νὰ ἐπιβάλουν τὴν γνώμην των (θόρυβος ἀριστερὰ). Δὲν ἀφίνετε οὔτε τὴν γνώμην μου νὰ ἐκφράσω· ἐξασκεῖτε μίαν βίαν ἀνήκουστον (θόρυβος ἀριστερὰ).
§206ΔΑΓΡΕΣ. Τί θέλουν; Ἂς ἐγερθῇ ἕνας· διότι ἀκολουθοῦντες νὰ φωνάζουν, ὑποθέτομεν, τοὐλάχιστον ἐγώ, ὅτι θέλουν νὰ διαλυθῇ ἡ Συνέλευσις αὕτη, χωρὶς νὰ τελειώσωμεν. (θόρυβος).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ἀκολούθως· οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις αἱ προταθεῖσαι εἶναι ἀπαράδεκτοι καὶ ἀποῤῥιπτέαι, λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουν ὄχι. (θόρυβος ἀριστερόθεν).
§208ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν ἀρνοῦμαι ἐγώ, ἀλλ’ ἡ θέσις τῶν ζητημάτων ἀποφασίζεται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν.
§210ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερ.). Κύριε Πρόεδρε! Ὅλαι αἱ προτάσεις δὲν ψηφοφοροῦνται ὑποχρεωτικῶς ἐδῶ· εἶναι καὶ μερικαὶ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ ἦναι—δὲν λέγω περὶ αὐτῆς—ἠμποροῦν νὰ ἦναι τόσον παράλογοι, τόσον γελοῖαι, ἠμποροῦν νὰ ἦναι — ἐπαναλαμβάνω δὲν τὸ λέγω δι’ αὐτὴν— τόσον κακαὶ, ὥστε ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ψηφοφορήσῃ αὐτάς. Λοιπὸν ἰδοὺ τί θέλομεν νὰ ψηφοφορήσωμεν. Θέσατε αὐτὸ τὸ ζήτημα, διὰ νὰ εὐχαριστήσωμεν καὶ τοὺς Κυρίους· ἡμεῖς ἐπιμένομεν, ὅτι αἱ προτάσεις αὐταὶ εἶναι ἀπαράδεκτοι· ψηφοφοροῦμεν λοιπὸν τὸ παραδεκτὸν ἢ ἀπαράδεκτον αὐτῶν. (θόρυβος ἀριστερά).
§211ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Πᾶσα πρότασις, ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται ἀπὸ δέκα, τίθεται εἰς ψηφοφορίαν πάντοτε· αὐτὴν τὴν ὑποστηρίζομεν 110. (θόρυβος).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅταν δὲν ἰσχύῃ ὁ λόγος, ὅταν δὲν ἰσχύῃ ἡ θέλησις τῆς πλειονοψηφίας, Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ (θόρυβος ἀριστερά). Λοιπὸν, Κύριοι, κατὰ τὴν κρίσιν μου τὸ θέμα θὰ τεθῇ ὡς ἀκολούθως· οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις εἶναι ἀπαράδεκτοι λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι (θόρυβος ἀριστερά). Δύω ψηφολέκται διὰ νὰ τελειώσωμεν. (θόρυβος ἀριστερά). Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ τεθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ ἔθεσα, νὰ σηκωθῶσιν· ἐγείρονται οἱ περισσότεροι, θόρυβος μέγας, φωναὶ ἀριστερόθεν ὄχι, ὄχι, χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἐνταῦθα οἱ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος Κ. πληρεξούσιοι ἀποχωροῦσι σχεδὸν πάντες τῆς αἰθούσης.
§213ΜΙΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε! Πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς των· τί Συνέλευσις εἶναι αὐτή;
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως τῆς ἀπαραδέκτου, ἐὰν ἡ Συνέλευσις θεωρῇ τὰς ἐξαιρέσεις ὡς ἀπαραδέκτους, διότι ἀντίκεινται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἰσότητος.
§215ΣΤ. ΜΑΚΡΗΣ. Δὲν εἴμεθα πλήρεις.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§217ΜΑΚΡΗΣ. Πῶς ἐλύσατε τὸ ζήτημα, ἐνῷ ἡμεῖς ἠθέλομεν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθόσον δὲν ἠθέλετε τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· τὴν βίαν ἠθέλετε· θὰ σᾶς κρίνῃ ἡ Ἑλλὰς μίαν ἡμέραν.
§219ΜΑΚΡΗΣ. Ἐσὺ θὰ δικάσῃ, ὁ ὁποῖος κάθεσαι εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὡς διάδικος;
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔλθουν δύω ὡς ψηφολέκται διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἤμεθα πλήρεις. Λοιπὸν, Κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις εἶναι ἀπαράδεκτοι....
§221ΜΑΚΡΗΣ. Τὸ πρῶτον ζήτημα τὸ ἔλυσες μόνος σου λοιπόν;
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔλυσεν ἡ πλειοψηφία. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις εἶναι ἀπαράδεκτοι ὡς ἀντικείμεναι εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰσότητος, λέγουν ναὶ, οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαράδεκτοι, διότι δὲν ἀντίκεινται, λέγουν ὄχι.
§223ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς τὸν δίδω· ἐτελείωσε· δύω ψηφολέκται. Ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης θέλει νὰ ἔλθῃ ψηφολέκτης; Σμόλεντς; Κλίμακας; ποῖος θέλει; ὁ Κύριος Ἰωαννίδης; Οὐδεὶς τῶν προσκαλουμένων προσέρχεται ὡς ψηφολέκτης. Ἕνας ἄλλος λοιπὸν ἀπ’ ἐδῶ ἀκόμη, διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§225ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔρχομαι. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ λειποταξία, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνεται· δὲν εἴμεθα πλήρεις. Ἡ Συνέλευσις νὰ συνέλθῃ τὴν Δευτέραν καὶ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ πρακτέου· διότι ἡ πλειοψηφία ἔχει εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀφήσῃ τὸ ἔθνος νὰ μείνῃ ἀσύντακτον καὶ ἄνευ νόμων ἀφομοιώσεως, διότι ἡ μειοψηφία δὲν θέλει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της.
§227ΤΙΝΕΣ. Νὰ δημοσιευθοῦν τὰ ὀνόματα τῶν ἀποχωρησάντων. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 6 μ. μ.
Ὁ Προεδρεύων Ἀντιπρόεδρος
ΕΥ. ΑΝΤΥΠΑΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Α. Ζατουνίτης.