1864.09.25
1,925 rows · 15,321 words · 235 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 327.
25 Σεπτεμβρίου 1864
(Παρασκευή).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΣΟΛΩΜΟΣ. Μίαν ἐπερώτησιν, Κύριε Πρόεδρε.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν. Ἐπειδὴ, Κύριοι, ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἐκδίκασιν τῶν παραπόνων, προκειμένου λόγου περὶ ἐπιτηδευμάτων, ἀφορᾷ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν φορολογουμένων, καὶ δὲν πρόκειται περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου, καὶ ἐπειδὴ πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει νὰ κάμῃ ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς αὐτὴν, ὑπαγορευομένην ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας....
§5ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Σύνταγμα καὶ ἀφομοίωσιν.
§6ΚΑΛΟΣ. Εἶναι ἀναγκαῖον, Κύριε Παλαμήδη.
§7ΤΙΝΕΣ. Εἶναι φόρος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ φορολογούμενος κάμνει παράπονα.
§9ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Φόρος εἶναι, καὶ ζητῶ τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε.
§10Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, νὰ τηρηθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα κάμνουσιν οἱ φορολογούμενοι.
§12ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Εἶσθε πρόεδρος, δὲν εἶσθε ὑπερασπιστὴς τοῦ ὑπουργείου, ἂν θέλετε νὰ συζητήσωμεν, θὰ μᾶς δώσητε τὸν λόγον.
§13ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τί θὰ εἰποῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιτείνουν· πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς· πρέπει νὰ συζητῶμεν ὁσάκις παρουσιάζεται ἀνάγκη, ὄχι τυχαίως.
§14ΖΕΡΒΑΣ. Ἰδοὺ, ἡ ἀντίῤῥησις γεννᾶται.
§15ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἀρχίσατε Σύνταγμα, Κ. Πρόεδρε.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται τροπολογία τοῦ Κ. Ἡλιοπούλου ἀφορῶσα τὸ 73 τοῦ Συντάγματος ἄρθρον. Πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν. Προτείνω ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος ὡς ἀκολούθως· Ἄρθρον 73. Ὑπάλληλος ἐκλεχθεὶς Βουλευτὴς παύει αὐτοδικαίως τῆς θέσεώς του, ἐκτὸς τῶν ὁρισθησομένων ἐξαιρέσεων ἐν τῷ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν Νόμῳ. Οὐδεὶς δὲ δήμαρχος ἐκλέγεται Βουλευτής, ἐκτὸς ἂν παραιτηθῇ τῆς θέσεώς του τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλευτικῆς ἐκλογῆς.
Ὁ πληρεξούσιος Λοκρίδος
Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ.
Τροπολογία τοῦ Κ. Ζωγράφου τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93. Ἄρθρ. 92. Ἑπταμελὴς ἐκ βουλευτῶν ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἥτις δικάζει αὐτοὺς εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν λαμβάνει μέρος εἰς τὴν δίκην. Εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει κλπ. Ἄρθρ. 93. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἡ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ κατηγορῇ αὐτοὺς, τὸ δὲ ὑπόλοιπον Βουλευτικὸν Σῶμα νὰ τοὺς δικάζῃ ἕνεκεν ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας κλπ.
Ὁ πληρεξούσιος Ἄργους
Λ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ.
Θέλουν τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων. Τροπολογία τοῦ Κ. Χρηστοπούλου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 68. «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ βουλευτῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν κατὰ τὸν ψηφισθησόμενον ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως περὶ ἐκλογῆς νόμον.» Τροπολογία ἑτέρα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν, κατὰ τὸν περὶ ἐκλογῆς συνταχθησόμενον παρὰ τῆς Συνελεύσεως νόμον. Ὁ Κ. Εὐμορφόπουλος ἐζήτησεν ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν, νὰ δοθῇ;
§17ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ΚΚ. ἀδελφοὶ Ἰακωβάτοι ἐζήτησαν καὶ ἔλαβον 10 ἡμερῶν ἀπουσίας ἄδειαν, γνωστοποιῶ τοῦτο κατὰ καθῆκον εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§19ΣΟΛΩΜΟΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς 20 Αὐγούστου εἶναι ἐγγεγραμμένη μία συζήτησις, ἥτις προῆλθεν ἀπὸ μίαν ἐπερώτησιν τοῦ Κ. Δαγρὲ, ἀφορῶσαν τὸν πρόξενον Βουκουρεστίου Κ. Γιάννην· ἐπειδὴ καὶ μοῦ γράφουν πολλὰ παράπονα δι’ αὐτὸν τὸν κλάδον, παρακαλῶ τὸν Κ. Δαγρὲ νὰ εἴπῃ τί ἔγεινε περὶ αὐτοῦ.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Ὑπουργὸς εἶναι ὁ Κ. Δαγρές;
§21ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Γινώσκετε, Κύριοι, ὅτι περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Κερκύρας ἡ Συνέλευσις ἔλαβε μέτρον ἵνα παραπεμφθῇ εἰς τὰ τμήματα· τὰ τμήματα συνῆλθον, ἐξέλεξαν τοὺς εἰσηγητάς των, ἵνα σχηματίσωσιν ἐπιτροπήν. Ὁ Κ. Πρόεδρος προσεκάλεσεν ἐντὸς τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίαν ἡμέραν, τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς δὲν συνῆλθον εἰμὴ τέσσαρες· ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠδυνήθησαν τὰ συνελθόντα μέλη νὰ προσδιορίσωσιν εἰς αὐτὴν ἀποτέλεσμα. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι λίαν περισπούδαστον, καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δι’ ὅσα θέλω καθυποβάλλει ἂν λάβω τὴν εὐτυχίαν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀφομοιώσεως, ἔχει πολλὰ σημεῖα ἐπαφῆς μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα, διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ά) Ὁ Κ. πρόεδρος νὰ προσκαλέσῃ ὅσον τάχιον αὐτὰ τὰ μέλη ἵνα συνέλθωσι καὶ βʹ) ἵνα ἡ Συνέλευσις ἀποφασίσῃ, ὅπως τὰ παρουσιασθησόμενα μέλη εἰς τὴν Συνεδρίασιν ταύτην ἔχουν τὴν ἐξουσίαν νὰ καθυποβάλλουν τὸ ἐξαγόμενον.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι ἀποφασισμένον· εἰς ὅλας τὰς ἐπιτροπὰς ὅσα μέλη συνέλθουν.
§23ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ὡς εἰσηγητὴς τοῦ 11ου τμήματος, μίαν δὲ μόνην φορὰν καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι προσεκλήθημεν παρὰ τοῦ Κ. Προέδρου, ἀλλ’ ἦτο Κυριακὴ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν συνήλθομεν. Εἰς οὐδὲν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης βλέπω κακὴν πρόθεσιν τοῦ νὰ μὴ συνέλθῃ νὰ παραιώσῃ τὸ ἔργον. Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν τὴν σπουδαιότητα τῶν ἔργων, ἀλλὰ κατόπιν τῆς προσκλήσεως ἐκείνης δὲν ἐγένετο ἄλλη· καθὼς γνωρίζετε, ἐπεκράτισε συνήθεια ὅλας τὰς ἐπιτροπὰς νὰ τὰς διευθύνῃ ὁ Κ. Πρόεδρος καὶ νὰ παρευρίσκεται ἐκεῖ· ἐὰν οἱ Κ. Κ. εἰσηγηταὶ ἐπιθυμοῦν νὰ συνέλθωμεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἐργασθῶ.
§24ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἂν δὲν συνέλθωμεν ὅλοι;
§25ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δέκα εἴμεθα, δὲν ἔχομεν κακὴν πρόθεσιν· ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν συνέλθει σήμερον καὶ οἱ δέκα καὶ ἐργαζόμεθα.
§26ΚΑΛΟΣ. Εἶναι ἀποφασισμένον ὅσοι συνέλθουν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἔλλειψις ἐκ μέρους μου.
§28ΚΑΛΟΣ. Ὄχι, καμμία.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω παρακαλέσει διὰ τὴν αὔριον ἐπίσης τὰς ἐπιτροπὰς ἐπὶ τῆς συγχωνεύσεως καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου νὰ συνέλθουν τὴν Κυριακήν.
§30ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐπιτροπῶν θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ νὰ προσκαλέσητε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς· ἔχω καταρτίσει τὸ σχέδιον τοῦ νόμου.
§31ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Καθόσον ἀφορᾶ τὸν δημοτικὸν νόμον....
§32ΠΟΛΛΟΙ. Σύνταγμα!
§33ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰ ἔργα της ἐκτὸς τοῦ λογιστικοῦ μέρους· καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἐμείναμεν σύμφωνοι, ἀνεθέσαμεν εἰς ἕνα νὰ κάμῃ τὸν σκελετὸν καὶ θὰ συνέλθωμεν τὴν δευτέραν.
§34ΔΑΓΡΕΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν περὶ τῶν Προξένων.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι σήμερον.
§36ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡ. Μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν.
§37ΔΑΓΡΕΣ. Πολὺ καλὰ μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ μὴ δώσῃ τὰ ἐκτελεστήρια τοῦ προξένου ἐκείνου.
§38ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Σημειώσατέ με ἀπὸ τοῦδε, Κ. Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου· νὰ ἔλθουν μὲ ἀποδείξεις ὄχι μὲ λόγια.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ Κ. Σαριπόλου ἡ ἐν τῷ Βουλευτικῷ ὅρκῳ, ἄρθρον 66 νὰ τεθῇ. «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδότως τὰ καθήκοντά μου.» Ὁ ὅρκος δίδεται ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει.
Ὁ Πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου
Ν. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ.
Ἡ τελευταία συνεδρίασις, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶχε διαλυθῆ συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 65. Ἄρθρον 65. Βουλευτὴς ἢ Γερουσιαστὴς, διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ σώματος, εἰς ὃ ἀνήκει· τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα. Προσωπικὴ κράτησις δὲν ἐνεργεῖται κατὰ Βουλευτοῦ ἢ Γερουσιαστοῦ, διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, τέσσαρας ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως καὶ τρεῖς μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτῆς. Ὑπῆρχον διάφοροι τροπολογίαι· μία τοῦ Σαριπόλου, ἥτις καὶ ἀπεῤῥίφθη, ἔχομεν δὲ καὶ τὰς ἑξῆς· τοῦ Κ. Κυπαρίση «ἡ λέξις κακουργήματα ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως ἀδικήματα, νὰ προστεθῇ δὲ ἐν τέλει ὁ ἑξῆς παράγραφος. Ἐὰν ὁ Βουλευτὴς τύχῃ διατελῶν ὑπὸ προσωπικὴν κράτησιν, ἀπολύεται ἀνυπερθέτως τέσσαρας ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου.» Ὁ Κ. Ἰακωβάτος προτείνει «νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν λέξιν κακουργήματα, ἀλλ’ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, περὶ τῆς ἀποφυλακίσεως τῶν Βουλευτῶν.» Ὁ Κ. Καλὸς ἔχει τὸν λόγον.
§40ΚΑΛΟΣ. Κύριοι μετὰ τὴν πάνδημον ἐκείνην ἔκφρασιν τῆς Συνελεύσεως κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, κρίνω περιττὸν νὰ ἐπανέλθω ἐγὼ εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον ἔχει καὶ μίαν διάταξιν, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο ἄλλοτε πολὺς λόγος. Ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα οἱ πληρεξούσιοι τῆς πρώην Ἑλλάδος, ὅτι προσῆλθεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὸ ζήτημα τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, τοῦ Κ. Μαστραπᾶ· κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἠγέρθησαν διάφοροι καὶ ποικίλαι γνῶμαι· ἐπὶ τέλους ἡ Συνέλευσις συνέστησεν ἐπιτροπὴν καὶ μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπέτρεψε τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τοῦ Μαστραπᾶ. Τότε ἀνθιστάμενος εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς παρετήρησα, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἄδεια, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ μὴ παύσῃ καὶ ἡ περαιτέρω ἐνέργεια τῆς ἀνακρίσεως κατὰ τοῦ Μαστραπᾶ. Πολλοὶ μοῦ ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν, ποῦ τὴν ηὗρες αὐτὴν τὴν ἀρχήν; ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844; ὄχι εἶπον, ἀλλ’ ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐν τῇ κυριαρχίᾳ της, καθὼς καὶ πᾶν νομοθετικὸν σῶμα, διότι ἐκπληροῖ καθήκοντα δικαστικὰ, δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν, καὶ νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἀνάκρισιν μόνον, καθόσον ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν ἐμποδίζεται νὰ πράξῃ τοῦτο· αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχουσιν ἵνα ἐξασφαλίσωσι τὸν Βουλευτὴν ἀπὸ πάσης πιέσεως καὶ φιμώσεως ἐκ μέρους οἱασδήποτε ἐξουσίας. Ὑπάρχουν πρὸς τὰ κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια καὶ στρατιωτικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις τῆς πλήρους ἀνεξαρτησίας, καὶ κατὰ τὸν στρατιωτικὸν ποινικὸν νόμον ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπέτρεψεν ὁ νόμος εἰς πολιτικὰ δικαστήρια. Ἐντεῦθεν εἶναι ἀνάγκη κατ’ ἐμὲ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος νὰ ὁρισθῇ ἂν οὐχὶ ἄλλο τοὐλάχιστον, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ποτε ἤθελεν ἀποφανθῆ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τοῦ Βουλευτοῦ διὰ λόγους πολιτικοὺς, νὰ μὴ εἰκάζηται ἢ νὰ μὴ πιστεύηται, ὅτι ἀναστέλλεται καὶ ἡ πρόοδος τῆς ἀνακρίσεως· ἡ ἀνάκρισις δύναται νὰ προβαίνῃ, καὶ τοι μὴ ἐπιτραπείσης τῆς ἀδείας, διότι ἐνδέχεται (θόρυβος) νὰ ᾖναι πολλοὶ οἱ κατηγορούμενοι, καὶ ἡ ἄρνησις τῆς Βουλῆς νὰ παρεμβάλλῃ προσκόμματα εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως κατὰ τῶν ἄλλων· ποτὲ δὲν πρέπει νὰ σταματᾷ ἡ ἐνέργεια τῆς δικαιοσύνης πρὸς χάριν κἀνενός· μόνον πρέπει νὰ μὴν ἀποσπᾶται ὁ Βουλευτὴς ἀπὸ τὴν Βουλήν· ἡ ἀνάκρισις πρέπει νὰ προβαίνῃ καὶ κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ, ὅστις δὲν δύναται ποτὲ διὰ τοῦτο νὰ θεωρῆται ὡς ἔνοχος· οὐδόλως δὲ προσβάλλεται ἡ Βουλὴ ἂν ἐπιτραπῇ ἡ ἀνάκρισις. Διὰ ταῦτα θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην «ἡ ἄρνησις ἀδείας δὲν ἀναστέλλει τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως»· τοιουτοτρόπως τίθεται ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ ἄρνησις δὲν σκοπεῖ ν’ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης οἱονδήποτε βουλευτὴν, ἀλλὰ μόνον νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ τῆς προφυλακίσεως. Ἔρχεται ἡ ἄλλη περίπτωσις περὶ ἧς προεῖδεν ἡ ἀναγνωσθεῖσα πρότασις, ὅταν πρὸ τῆς ἐκλογῆς του εὑρεθῇ τις ὑπὸ κράτησιν· ἀφοῦ ἀπεφάνθημεν, ὅτι προσωπικὴ κράτησις δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ κατὰ Βουλευτοῦ, ἐπίσης ν’ ἀποφανθῶμεν διὰ τοῦ Συντάγματος, ὅτι καὶ κρατούμενος ὁ Βουλευτὴς ἀπολύεται.
§41ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἡ πρότασις.
§42ΚΑΛΟΣ. Διὰ τῶν δύο τούτων προσθηκῶν σώζομεν καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προανάκρισιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ προσώπου τοῦ Βουλευτοῦ ἀπὸ τὴν κάθειρξιν ἕνεκα πολιτικῶν ἴσως λόγων.
§43ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Βούλευμα θὰ ἐκδίδηται;
§44ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὅταν ἐκδοθῇ Βούλευμα πρέπει κατ’ ἐμὲ ἡ Βουλὴ νὰ παραδίδῃ εἰς τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης τὸν Βουλευτήν. Δὲν θέλω νὰ προφυλακίζηται, διότι πολλάκις ἡ προφυλάκισις γίγνεται, καὶ ὁ κατηγορούμενος δὲν εἶναι ἔνοχος· ὅταν ὅμως ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, τότε ὑπάρχει πιθανότης ἐνοχῆς, καὶ συμφέρον εἶναι εἰς τὸ σῶμα νὰ τὸν παραδώσῃ. Αἱ προσθῆκαι αὗται καὶ τὴν Βουλὴν φυλάττουν καὶ τὴν δικαιοσύνην διατηροῦν ἀνεπηρέαστον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Παντολέων ἔχει τὸν λόγον.
§46ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω, Κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου τοῦ Κ. Καλοῦ, ὅτι νὰ προχωρῇ ἡ ἀνάκρισις, ἐνῷ δὲν ἐδόθη ἄδεια τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ νὰ ᾖναι ἓν μέρος τῆς Βουλῆς ὑπόδικον ἕνεκεν κακουργήματος ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως, καὶ ἐν τούτοις νὰ συνεδριάζῃ εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ ν’ ἀρνηθῇ ὅμως μία Βουλὴ τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, βεβαίως αὕτη ἡ Βουλὴ θὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ὑπὸ δύω ἐπόψεις, ὑπὸ μίαν ἔποψιν πολιτικὴν, μήπως δηλαδὴ πολιτικὸς λόγος θέλῃ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς ἕνα ῥήτορα ἄνθρωπον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἕνα Βουλευτὴν, ἢ μήπως ὑπάρχῃ περίπτωσις καθ’ ἣν οὐδὲν ἴχνος ἐνδείξεως ὑπάρχει, ἀλλ’ εἶναι μία πλεκτάνη καὶ συκοφαντία. Εἶναι λοιπὸν περιττὸν νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς, ὅτι ὅταν ἡ Βουλὴ ἀρνῆται τὴν ἄδειαν, δύναται μολαταῦτα ἡ ποινικὴ δίκη νὰ προβαίνῃ, καὶ ἔκαμε πολὺ ὀρθῶς τὴν παρατήρησιν ὁ Κ. Κολιάτσος, ὅτι τὶ θέλει γίνει, ὅταν ἡ ἀνάκρισις προχωρήσῃ καὶ ἔλθῃ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος; Περιωρίσθη ὁ ἔντιμος προλαλήσας νὰ εἴπῃ, ὅταν ἐκδοθῇ βούλευμα καὶ ἐγὼ δὲν ἀντιτείνω. Λοιπὸν ἵνα μὴ συγχύσωμεν τὴν δικαιοδοσίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας μὲ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστηρίων εἶναι καλὸν ἀφ’ οὗ ἡ Βουλὴ, ὡς πολιτικὸν σῶμα, ἀποφανθῇ ὅτι δὲν δίδει τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, νὰ σταματήσῃ ἡ ἀνάκρισις, καὶ θέλει ἀρχίσει μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου.
§47ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ εἶχε κηρυχθῆ περαιωμένη ἡ συζήτησις προχθές.
§49ΤΙΝΕΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ, Κ. Πρόεδρε.
§50ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ἀνάκρισις ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ σύμφωνα μὲ τὸν Κ. Καλὸν, καὶ λέγω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνηται πρόσκομμα, διότι συμβαίνει πολλάκις ὅλη αὕτη ἡ κατηγορία ἥτις γίνεται νὰ ἦναι ὅλως ψευδὴς καὶ ἡ πρόοδος τῆς ἀνακρίσεως θὰ ἀποδείξῃ τὸ ψεῦδος, ὅτι ἦτο ἓν ὕφασμα ψευδὲς ἡ κατηγορία. Συνέβη, Κ. Πρόεδρε, εἰς τὰ 48, ἤμην καὶ πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῆς τότε, καὶ ἔγεινε κατηγορία κατ’ ἐμοῦ ἐπὶ στάσει κατὰ τῶν καθεστώτων πρὸς ἔξωσιν τοῦ Βασιλέως ἀπὸ τοῦ θρόνου του, καὶ τῶν συνταγματικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων· τρομερωτέρα κατηγορία δὲν ἦτο, καὶ ἐπροχώρησεν ἡ ἀνάκρισις· ἐξεδόθη βούλευμα, ὅπερ ἔλεγεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐπειδὴ περιβάλλεται μὲ τὸν μανδύαν τὸν Βουλευτικὸν δὲν εἰσάγεται εἰς δίκην· ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὴν ἀνακοπὴν τοῦ βουλεύματος (θόρυβος). Ἐν τοσούτῳ ἡ ἀνάκρισις ἐπροχώρησε, καὶ ἐδείχθη, ὅτι ἦτο ὅλως ψευδές. Λοιπὸν διὰ τὸν Βουλευτὴν, ἡ ἀνάκρισις πρέπει νὰ προχωρήσῃ καὶ νὰ ἐκδοθῇ καὶ βούλευμα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖται ἡ Συνέλευσις εἰς τὰ λεχθέντα;
§52ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὰς ἑξῆς τροπολογίας, τοῦ Κ. Κυπαρίσση ἀντὶ τῆς λέξεως κακουργήματα νὰ τεθῇ ἀδικήματα, ἐν τέλει δὲ ἡ ἑξῆς παράγραφος. «Ἐὰν ὁ Βουλευτὴς τύχῃ διατελῶν ὑπὸ προσωπικὴν κράτησιν ἀπολύεται ἀνυπερθέτως τέσσαρας ἑβδομάδας πρὸς τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου.»
§54ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ Κ. Ἰακωβάτου λέγοντος «μετὰ τὴν λέξιν κακουργήματα νὰ προστεθῇ· ἀλλ’ ἐντὸς τῶν τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ τῆς ἀποφυλακίσεως τοῦ Βουλευτοῦ.» Τὴν ὑποστηρίζετε;
§56ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι), ἀπεῤῥίφθη. Ἔχομεν ἑτέραν τοῦ Κ. Κυπαρίσση λέγοντος «ἐὰν ὁ Βουλευτὴς τύχῃ διατελῶν ὑπὸ προσωπικὴν κράτησιν ἀπολύεται ἀνυπερθέτως 4 ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται πολλοί). Δὲν διακρίνω πλειονοψηφίαν· θὰ ἐρωτήσω τοὐναντίον· τὴν ἀναγινώσκω καὶ πάλιν. «Ἐὰν ὁ Βουλευτὴς τύχῃ διατελῶν 4 ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου.......
§58ΤΙΝΕΣ. Διὰ τί;
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι διὰ χρέη· λοιπὸν Κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλείονες) παρεδέχθη. —Μένει ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Καλοῦ, ὅστις λέγει «μετὰ τὰς λέξεις τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα νὰ προστεθῇ ἡ ἄρνησις τῆς ἀδείας δὲν ἀναστέλλει τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί)· ὑπάρχει ἀμφιβολία καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀνάπαλιν· οἱ μὴ παραδεχόμενοι ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι), ἐγένετο δεκτή. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν καταρτίζεται κατὰ τὰς παραδεχθείσας τροπολογίας ὡς ἀκολούθως «Βουλευτὴς, διαρκοῦσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ σώματος· τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματα· ἡ ἄρνησις τῆς ἀδείας δὲν ἀναστέλλει τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως...
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὑπάρχει ἀντίφασι, Κ. Πρόεδρε, (θόρυβος).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί δὲν λαμβάνετε τὸν λόγον νὰ φωτίσητε τὴν Συνέλευσιν; καὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ὑπάρχει καὶ μία ἀντίφασις (θόρυβος).
§62ΤΙΝΕΣ. Ἂς εἴπῃ ὁ Καλλιγᾶς 2 λέξεις.
§63ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχω παρατήρησιν ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν παρεδέχθητε· ἀλλὰ κατὰ τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὴν συναρμολογίαν τοῦ ἄρθρου νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίφασις. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι τοιαύτη ἀντίφασις ὑπάρχει, διότι τὸ ἄρθρον λέγει «οὐδεὶς καταδιώκεται.» Τί εἶναι ἡ ἀνάκρισις ἄλλη, εἰμὴ καταδίωξις, διότι ἡ λέξις καταδίωξις δὲν σημαίνει, ὅτι τρέχων τις καταδιώκει ἄλλον, ἀλλὰ ὅτι ἀπαγγέλλεται κατηγορία ἐναντίον αὐτοῦ. Ἰδοὺ ποῦ εἶναι ἡ ἀντίφασις. Λέγομεν ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου δὲν ἀπαγγέλλεται κατηγορία, καὶ κατόπιν λέγομεν γίνεται ἀνάκρισις, δηλαδὴ ἀπαγγέλλεται κατηγορία, περιμένω ὅμως νὰ ἀκούσω τὸν δημιουργὸν τῆς τροπολογίας πῶς θὰ τὰ συμβιβάσῃ αὐτά.
§64ΚΑΛΟΣ. Ὑπάρχουν τρεῖς διακεκριμμέναι περιστάσεις ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, καταδίωξις, σύλληψις καὶ φυλάκισις· καὶ κατὰ τὴν μὲν, καὶ κατὰ τὴν δὲ, καὶ κατὰ τὴν τρίτην ζητεῖται ἡ ἄδεια.
§65ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν ὅλοι, εἰς τὸ βῆμα καὶ μὴ βιάζεσαι.
§66ΚΑΛΟΣ. Ἡ καταδίωξις εἶναι ἁπλῆ ἀνάκρισις, καὶ ἀπαγγελία κατηγορίας κατὰ βουλευτοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄνευ ἀδείας τοῦ σώματος, ἔρχεται δευτέρα ἡ περίστασις, ἡ τῆς συλλήψεως, καὶ αὕτη δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ ἰδιαιτέρας ἀδείας, καί τοι δοθείσης τῆς ἀδείας πρὸς ἁπλῆν καταδίωξιν, τρίτη ἡ φυλάκισις, ὅτι ἂν ἔγεινε τὸ πρῶτον βῆμα τῆς καταδιώξεως τουτέστιν ἡ ἁπλῆ ἀνάκρισις, δὲν ἔπεται ἀναγκαίως ὅτι ἐπετράπη καὶ ἡ προφυλάκισις. Κατὰ τὴν τροπολογίαν μου θέλω νὰ τίθεται ἄδεια τοῦ σώματος ὑπὸ ἀνάκρισιν ὁ βουλευτὴς, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ προφυλακίζηται, καὶ ἡ προανάκρισις νὰ μὴ τὸν ἀποσπᾷ ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς Βουλῆς, διότι ἐνταῦθα ἐθεωρήθη ὅτι ἡ ἄδεια τῆς καταδιώξεως συνεπάγεται καὶ τὴν τῆς προφυλακίσεως.
§67ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἀπαγγέλλεται κατηγορία κατὰ τοῦ βουλευτοῦ;
§68ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα μὲ ἄδειαν τῆς Βουλῆς καὶ πρέπει νὰ ἀνακρίνηται πρὸ τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης.
§69ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Λοιπὸν καταδιώκεται;
§70ΚΑΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν γενικῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν ὁ Βουλευτὴς καὶ ἐγὼ θέλω νὰ ἀνακρίνηται (θόρυβος)· οὐχὶ ὅμως καὶ νὰ προφυλακίζηται.
§71ΖΕΡΒΑΣ. Ἐὰν μία Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ἀποσύρῃ ἕνα βουλευτὴν καὶ γείνῃ μία ἀνάκρισις εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ κράτους, τότε αὐτὸς ὁ ἀνακριτὴς ἔχει ἀνάγκην νὰ πάρῃ εἰς ἀντιπαράστασιν ἕνα ἄλλον, θὰ πάρῃ τὸν βουλευτήν;
§72ΚΑΛΟΣ. Ὄχι, δὲν τὸν πέρνει.
§73ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Τὸ καταδιώκειν σημαίνει κοινὴν ἀγωγήν, ὅταν ἀπαγορεύεται ἡ κίνησις τῆς ἀγωγῆς, πῶς ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀνάκρισις; Ὅταν ὁ νόμος λέγει κανεὶς δὲν ἀνακρίνεται, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δίκη;
§74ΚΑΛΟΣ. Διὰ τῆς ὁποίας κάμνω πρὸς ἄλλας ἐξαίρεσιν, δὲν θέλω κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως περὶ τῆς ἀδείας τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ βουλευτοῦ, καθὼς ἔλεγαν εἰς τὴν τοῦ Μαστραπᾶ, ἡ Συνέλευσις δὲν θέλω νὰ τὸν παραδώσῃ εἰς τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης, νὰ λέγωσι καὶ τότε ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρνουμένη τὴν ἄδειαν ἐνθαῤῥύνει τὰ κακουργήματα καὶ ἀρνεῖται τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου. Διὰ ταῦτα καθιεροῦντες τὴν ὁποίαν προτείνω ἀρχὴν, ἤτοι ἀρνουμένης τῆς Βουλῆς τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἀδείας, δὲν ἀναστέλλεται ἡ ἀνάκρισις καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναστέλληται πρὸς χάριν οὐδενός (θόρυβος).
§75ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅταν, Κύριοι, ἤκουσα τὸ ἀπροσδόκητον ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Καλοῦ, εἶπον εἰς τὸν παρακαθήμενον συνάδελφόν μου, ὅτι ᾐσθανόμην τύψιν συνειδότος, διότι, ὅσον αἱ ἀσθενεῖς δυνάμεις μοὶ ἐπέτρεπον, δὲν ἔσπευσα νὰ διαφωτίσω τὴν Συνέλευσιν, ποία θὰ ἦτο ἡ συνέπεια τῆς παραδοχῆς της· τὴν ἐνόμισα, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, τόσον ἀναξίαν συζητήσεως, ὥστε δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀντικρουσθῇ. Παρ’ ἐλπίδα ὅμως ἡ Συνέλευσις τὴν παρεδέχθη, καὶ τώρα πρόκειται νὰ ἴδωμεν εἰς ποίας συνεπείας θέλομεν καταντήσει μὲ τὴν πρότασιν αὐτήν. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον νὰ ἔρχεται μία τοιαύτη πρότασις καὶ νὰ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὸν Κ. Καλὸν, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται πάντοτε μὲ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἄκρων ἐλευθεριῶν, καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, τί εἶναι κατ’ οὐσίαν αὐτὴ ἡ πρότασις; εἶναι ἡ καθυπόταξις τοῦ κοινοβουλίου ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐξουσίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς. Ὁ Κύριος Καλὸς, ὅπως πρὸ ὀλίγου ἐξήγησεν ἀκριβέστερον τὴν πρότασίν του, ἔχει περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς δικαστὰς, ἀφ’ ὅ,τι ἔχει εἰς τὸ κοινοβούλιον· δὲν θέλει ἡ ἄρνησις τῆς ἀδείας νὰ ἐμποδίζῃ τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ μόνον τὴν προφυλάκισιν, τουτέστι δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου χορηγοῦντος ἢ ἀρνουμένου τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς ἑνὸς μέλους του, ἐμπιστεύεται ὅμως εἰς ἓν τριμελὲς δικαστήριον, τὸ ὁποῖον μὲ ὅσην ἀνεξαρτησίαν καὶ ἂν ἔχῃ, μὲ ὁποίας δήποτε ἐγγυήσεις καὶ ἂν ᾖ περιβεβλημένον, ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θέλει ἔχει τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ κοινοβούλιον ἀπέναντι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· καὶ μόλα ταῦτα ὁ Κύριος Καλὸς μᾶς λέγει, ὅτι, καὶ ὅταν τὸ κοινοβούλιον ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάκρισις, ὁ βουλευτὴς ἐξετάζεται ὡς κατηγορούμενος, ἀπαγγέλλεται κατ’ αὐτοῦ κατηγορία, παραπέμπεται εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον, ὅπερ ἐστὶ θέλει νὰ ὑποτάξῃ μίαν τῶν πρώτων ἐλευθεριῶν τοῦ κοινοβουλίου ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, διότι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, ὅταν ὑπάρχῃ ἓν βούλευμα, διὰ τοῦ ὁποίου παραπέμπεται ἓν τῶν μελῶν του, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρνηθῇ τὴν παράδοσίν του. Ὅπως καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξα καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ κατηγορία βάσιμος, ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ πολιτικός τις λόγος, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν, καὶ ὅμως ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Καλοῦ τὴν καθυποτάσσει τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐξέλεγξιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ πρώτη συνέπεια, τὴν ὁποίαν εἰσάγει ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Καλοῦ· κατ’ αὐτὴν ἡ προνομία ἡ κοινοβουλευτικὴ εἶναι ἀπολύτως μηδὲν, διατί; διότι εἰ μὲν ὁ ἐγκαλούμενος βουλευτὴς δὲν ἐξετέλεσε τὴν πρᾶξίν του, εἰς τίποτε δὲν τῷ χρησιμεύει, εἰ δὲ ἐξετέλεσεν αὐτὴν καὶ ὑπάρχουν λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ κοινοβούλιον παλαῖον ἀπέναντι μιᾶς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐπιτεθειμένης κατ’ αὐτοῦ, ἀρνεῖται νὰ παραδώσῃ εἰς τὰς καταδιώξεις της ἓν τῶν ἑαυτοῦ μελῶν κατ’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἡ παντοδυναμία τοῦ κοινοβουλίου δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, οἱ Κύριοι δικασταὶ δύνανται νὰ ματαιώσωσι τὰς ἀποφάσεις του, παραπέμποντες ἐκεῖνον, ὡς πρὸς τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἠρνήθη τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως· ἡ Συνέλευσις βλέπουσα εἰς ποῖα ἀτοπήματα δύναται νὰ φθάσῃ δὲν θέλει, φρονῶ, δυσκολευθῆ νὰ διορθώσῃ τὸ πρᾶγμα, μὴ δεχομένη τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλοῦ.
§76ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ Κύριος Σαράβας.
§77ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Συνέλευσις δὲν παραδέχεται νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις καταδιώκεται, καὶ ἡ προσθήκη ἐκείνη, ἐπειδὴ θεωρεῖται, ὅτι εἶναι εἰς ἀντίφασιν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ Σύνταγμα, λοιπὸν τὸ ἄρθρον 65 καταρτίζεται ὡς ἀκολούθως. Ἄρθρον 65. Βουλευτὴς, διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς συνόδου, δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ σώματος, τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα. Προσωπικὴ κράτησις δὲν ἐνεργεῖται κατὰ Βουλευτοῦ, διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, τέσσαρας ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως καὶ τρεῖς μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτῆς. Καί ἡ προσθήκη τοῦ Κυρίου Κυπαρίσση «ἐὰν ὁ Βουλευτὴς τύχῃ διατελῶν ὑπὸ προσωπικὴν κράτησιν, ἀπολύεται ἀνυπερθέτως 4 ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου».
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐξήγησιν παρακαλῶ, ἡ κράτησις διὰ χρέη;
§80ΠΟΛΛΟΙ. Ἐννοεῖται.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες.) Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 66. Ἄρθρον 66. Οἱ Βουλευταὶ ὀμνύουσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὑτῶν τὸν ἑξῆς ὅρκον· «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδότως τὰ καθήκοντά μου.» Ὁ ὅρκος δίδεται ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχομεν τὰς ἑξῆς τροπολογίας· τροπολογία τῶν Κυρίων Ἀννίνων εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσι. «Κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐντολήν.» Τροπολογία τοῦ Κυρίου Μαυρομαρᾶ. Ὁ ὅρκος νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς. «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ ἐκπληρώσω πιστῶς καὶ εὐσυνειδότως τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς ἐμὲ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐντολὴν, ὑπακούων εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ τηρῶν ἀπαρασαλεύτως τὸ συμφέρον τῆς Πα-
τρίδος.»
ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ.
§82ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐκ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔφερον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, παρατηρεῖτε, ὅτι διατυπόνω ὁλόκληρον τὸν ὅρκον ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, καὶ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ἐὰν ᾖναι ἀναγκαῖος ἢ οὔ ὁ ὅρκος, ὅπως πολλοὶ τὸ ἠμφισβήτησαν, ὅτι οὔτε διὰ τοὺς εὐσυνειδήτους, οὔτε διὰ τοὺς ἀσυνειδήτους εἶναι ἀναγκαῖος, διότι πρεσβεύω, ὅτι πᾶς, ὅστις ἔχει πίστιν πρὸς τὰ θεῖα, ἐρχόμενος νὰ ἐκτελέσῃ καθῆκον ὀφείλει νὰ ὁρκισθῇ. Ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ διατυπώσω ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸν ὅρκον, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ ὅρκος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν τῷ σχεδίῳ, καὶ ὅστις μετεφέρθη ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 44, ὅτι περιέχει, διὰ νὰ εἴπω τὴν ἔκφρασιν, σχολαστικὴν πολυλογίαν, καὶ, ἂν θέλετε ἀκόμη, εἶναι καὶ τόσον ἀόριστος ὥστε δὲν διευκρινίζει τὸ ἀντικείμενον διὰ τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἕκαστος Βουλευτὴς νὰ ἐξασκῇ τὰ ἔργα του, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ὁρκισθῇ. Ἂν ἐξετάσητε ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον, δὲν εὑρίσκετε πουθενὰ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ὁρκίζεται διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ νομοθετικά του ἔργα, διότι ἡ τελευταία ἔκφρασις εἶναι τόσον ἀόριστος, τόσον γενικὴ, ὥστε δὲν διαφέρει παντάπασιν ἀπὸ τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον δίδει ὁ κατώτερος δικαστικὸς κλητήρ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἀφοῦ ὁ Βουλευτὴς ἔρχεται νὰ ἐκπληρώσῃ νομοθετικὰ καθήκοντα, καὶ λαμβάνει ἰδιαιτέραν πρὸς τοῦτο ἐντολὴν ἀπὸ τὸν λαὸν, ὅτι ὀφείλει αὐτὴ ἡ ἐντολὴ νὰ ὑπάρχῃ διατυπωμένη ἐν τῷ ὅρκῳ, τὸν ὁποῖον δίδει, καθὼς καὶ ἡμεῖς διετυπώσαμεν ἀπαραλλάκτως τὸν ἴδιον ὅρκον, ὅταν εἰσήλθομεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὡς πληρεξούσιοι· ἐπειδὴ ὅμως ὡς πληρεξούσιοι ἐδώσαμεν ὅρκον, διότι ἔχομεν ἐντολὴν, καὶ τότε δὲ εἴχομεν ἐπαναστατικὸν καθεστὼς, καὶ ἐπειδὴ ὁ Βουλευτὴς θὰ ἔλθῃ νὰ ἐξασκήσῃ νομοθετικὰ ἔργα, εὑρισκόμενος ὑπὸ ἓν καθεστὼς, τοὐτέστιν ὑπὸ ἓν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον περιέχει ὅλας τὰς ἐξουσίας, καὶ αὐτὸν τὸν Βασιλέα, δι’ αὐτὸ προσέθεσα εἰς τὴν τροπολογίαν μου, ὅτι πρέπει νὰ ὁρκισθῇ, ὅτι θέλει ὑπακούει καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, τοὐτέστιν εἰς τὴν καθεστῶσαν ἐξουσίαν. Τώρα ἔρχεται μία ἄλλη προσθήκη εἰς τὸν παλαιὸν ὅρκον· νὰ ὑπακούῃ εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Νομίζω, ὅτι τοῦτο, μολονότι διὰ τὸν ἀκριβῆ παρατηρητὴν δὲν εἶναι ἀντίφασις, διότι δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος τοῦ παλαιοῦ, ὅτι σκοπεύει νὰ παρενείρῃ εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν, ὅτι εἰσερχόμενος ὡς Βουλευτὴς βεβαίως εἶναι πάντοτε καὶ πολίτης, καὶ δὲν δύναται ὡς τοιοῦτος νὰ παραβαίνῃ τοὺς νόμους, καὶ ὅτι ἐὰν ἡ πλειοψηφία τὸν νικήσῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ. Ἀλλ’ ὅπως εἶναι διατετυπωμένον ἐν τῷ σχεδίῳ, νομίζω, ὅτι ἕκαστος ἐννοεῖ, ὅτι δεσμεύεται ἀπὸ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους νὰ νομοθετήσῃ, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ ἐλευθέρως τὸ καθῆκόν του ὡς νομοθέτου. Διὰ τοῦτο λοιπὸν λέγω, ὅτι μοὶ φαίνεται ὅτι περιέχει μίαν πολυλογίαν, καὶ ὁλοσχερῶς αὐτὸς ὁ ὅρκος εἶναι ἀόριστος. Ὅταν ὁρκίζεται ὁ Βουλευτὴς, ὅτι βεβαίως θέλει ἐκπληρώσει τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν θέλει λάβει, ὅτι θέλει ἐξακολουθήσει νομοθετικὰ ἔργα, ὅτι ὡρκίσθη, ὅτι θέλει ὑπακούσει εἰς τὸ καθεστὼς, καὶ ὅτι θὰ τηρῇ ἀπαρασαλεύτως τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος του, τοὐτέστιν ἐξακολουθῶν πάντοτε τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν λαὸν, νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἐξελέγχῃ καὶ νὰ τιμωρῇ αὐτὴν, οὕτω πως ὁ ὅρκος εἶναι πλήρης.
§83ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, δὲν χρήζει ἀναπτύξεως· ἡ πολιτικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα ἀνεξίθρησκοι καὶ νὰ χαίρωμεν μάλιστα ἐὰν ταχέως εὑρεθῶσι μεταξὺ ἡμῶν ὡς βουλευταὶ ἄνθρωποι πρεσβεύοντες καὶ ἑτέραν θρησκείαν, παρὰ τὴν ὀρθόδοξον, καὶ ἐννοοῦμεν βέβαια οὐχὶ μόνον τοὺς καθολικοὺς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὁρκισθῶσι κατὰ τὸν αὐτὸν τύπον τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος, καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι καὶ νῦν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ καὶ ἄλλους μὴ χριστιανούς. Ἂν εὑρεθῶσι δύο, τρεῖς, ἢ δέκα τοιοῦτοι, βεβαίως δὲν θέλει παρέξει φόβον θρησκευτικῶς ἡ ἐπιῤῥοή των. Πρέπει λοιπὸν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνοχῆς, ὅτι ἕκαστος θέλει ὁρκίζεται κατὰ τὸν τύπον τῆς ἰδίας του θρησκείας. Ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἥτις θέλει μᾶς περιποιήσει τιμὴν, πρέπει νὰ τεθῇ ἐν τῷ συντάγματι καὶ οὐχὶ ἁπλῶς νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Πᾶσαν περαιτέρω συζήτησιν θεωρῶ περιττὴν, διότι βλέπω ἐντελῶς συμμεριζομένους τὴν γνώμην μου τοὺς πλείστους.
§84ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ ἰδῇ ὁ κόσμος τὰς ἀρχάς μας.
§85ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔχω νὰ ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν ὡς πρὸς τὸ λεκτικὸν, καὶ ἐθεώρησα ἀναγκαίαν τὴν τροπολογίαν διὰ τὸ ἑξῆς· πᾶς πολίτης ὀφείλει νὰ ἀσπασθῇ τὸ Σύνταγμα, νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον ὡς θὰ τὸν δώσῃ ὁ ἡγεμών· οὕτω πρέπει νὰ τὸν δώσῃ καὶ ὁ πολίτης. Ὅλοι οἱ πολῖται θὰ ὁρκισθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἕνας Βουλευτὴς ὡς πολίτης ἔδωσε τὸν ὅρκον τῆς ὑπακοῆς εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν γίνεται Βουλευτὴς ἵνα ὑπακούσῃ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἵνα φυλάττῃ τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω ἐντὸς τοῦ Συντάγματος φυλάττει ἀντὶ ὑπακούει εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Συνταγματικοὺς νόμους. Αὐτὰ εἶχον νὰ προσθέσω εἰς τὸ ἄρθρον.
§86ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ὅρκος εἶναι κάλλιστος· νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ τὸ τελευταῖον νὰ ἐκπληρῶ τὰ καθήκοντά μου· διότι τὰ καθήκοντα εἶναι γραμμένα ἐδῶ· ἐδῶ λέγει, ὅτι ὁ Βουλευτὴς κάμνει τοὺς νόμους. Ἕνα μόνον παρατηρῶ, Κύριοι, ἐδῶ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνταῦθα ἐγένετο συνήθεια νὰ μένῃ ἂς μείνῃ «νὰ ὑπακούῃ εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.» Ἀλλ’ ὅταν ἔρχεται ἕνας Βουλευτὴς, δὲν ἔρχεται διὰ νὰ ὑπακούῃ εἰς τοὺς νόμους, ἔρχεται διὰ νὰ κάμῃ νόμους, αὐτὸς δύναται νὰ ξεσχίσῃ νόμους· τὸ νὰ ὑπακούῃ εἰς τοὺς νόμους θὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ χαλάσῃ.
§87ΖΑΛΩΝΗΣ. Πρέπει νὰ ὑπακούῃ μέχρις οὗ δὲν τοὺς μεταβάλλῃ.
§88ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Λέγει, ὅτι εἶναι ἀχρεῖος ὁ νόμος καὶ τὸν μεταβάλλω· πῶς λοιπὸν θὰ ὑπακούσῃ εἰς τοὺς νόμους;
§89ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ Κύριος Χρηστίδης, νομίζω, ὅτι πλανᾶται. Τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ νὰ ὑποχρεώσῃ διὰ τοῦ ὅρκου τὸν Βουλευτὴν εἰς τὸ νὰ ὑπακούῃ εἰς τοὺς νόμους ἐφ’ ὅσον εἶναι νόμοι, ὅπερ διόλου δὲν ἐμποδίζει τὴν μεταβολήν των. Θὰ μὲ εἴπητε «ποία ὑποχρέωσις προστίθεται διὰ τῆς φράσεως ταύτης τοῦ ὅρκου; Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει μόνον ἐντολὴν νὰ νομοθετῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν κειμένων νόμων. Ἐνταῦθα, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ εἰς τὸν ὅρκον, ὅτι ὀφείλει νὰ ὑπακούῃ εἰς τοὺς νόμους ὁ Βουλευτὴς, καὶ νὰ τοὺς καταστήσῃ κατὰ πάντα σεβαστούς. Διὰ τῆς φράσεως λοιπὸν ταύτης ἐννοεῖται τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει ὁ Βουλευτὴς εἰς τὸ νὰ ἐπιτηρῇ αὐστηρὰν καὶ θρησκευτικὴν παραφυλακὴν τῶν νόμων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὴ μεταβληθῇ παντάπασιν ὁ ὅρκος, ἀλλὰ νὰ προστεθῇ ἁπλῶς ἡ προσθήκη τοῦ Κ. Διομ. Κυριακοῦ περὶ τῶν ἀλλοθρήσκων.
§90ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ὁ Κύριος Μαυρομαρᾶς ἐπρότεινε τροπολογίαν εἰς τὸν ὅρκον, ἡ ὁποία ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται σπουδαία· ὁ ὅρκος ὅμως, ὅπως προτείνεται ἀπὸ τὸν Κύριον Μαυρομαρᾶν, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ ὁ Βουλευτής. Κατὰ τὸν ὅρκον, ὃν ὑπέβαλεν ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς, ὁ Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ φυλάττῃ τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ παρὰ τοῦ λαοῦ ἐντολήν· καὶ π. χ. ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς εἶναι Βουλευτὴς Τήνου, ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ παρὰ τοῦ λαοῦ ἐντολήν· κακῶς ὀνομάζεται ἐντολὴ ἡ ἀνάθεσις τῶν χρεῶν τοῦ Βουλευτοῦ· ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι ἐντολή· ἂν ἦτο ἐντολὴ, ἤθελεν ἦτο δυνατὴ καὶ νὰ ἀνακληθῇ, ἀλλὰ δὲν ἀνακαλεῖται· ἐξεναντίας ὅλοι οἱ συγγραφεῖς καταδικάζουσι τινὰ πληρεξούσια, τὰ ὁποῖα παραγγέλλουν εἰς τοὺς Βουλευτὰς τοῦ νὰ προτείνωσι τὸ νὰ γένῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο εἰς τὸν τόπον. Ὁ Βουλευτὴς, ἐρχόμενος ἐνταῦθα, πρέπει νὰ λησμονήσῃ, ὅτι εἶναι τοῦ δεῖνος τόπου, εἶναι Βουλευτὴς ὅλου τοῦ ἔθνους, εἶναι Βουλευτὴς τοῦ λαοῦ, καὶ πρέπει νὰ φωτίζηται ἀπὸ τῶν ἀγορεύσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ δίδῃ τὴν ψῆφόν του. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀποκρουστέα ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς, ὀρθοτάτη δὲ εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ Κύριος Διομήδης, καὶ ἡ προσθήκη αὕτη συμβιβάζεται ἐντελῶς μὲ τὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία εἶναι παραδεδεγμένη ἀπὸ τὴν λοιπὴν Νομοθεσίαν· ὅταν ἕνας Ὀθωμανὸς, ἢ ἕνας Ἰουδαῖος ἔρχηται νὰ ὁρκισθῇ εἴτε ὡς μάρτυς, εἴτε ὡς πραγματογνώμων, ὁρκίζεται κατὰ τὴν ἰδίαν θρησκείαν· ἀφοῦ λοιπὸν παρεδέχθημεν τὴν ἰσοπολιτείαν, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὴν ἀρχὴν αὐτήν.
§91ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.
§93ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει, Κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ πολλαὶ θεωρίαι εἶναι περιτταί. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον 66 κατὰ τὸ σχέδιον. Ἄρθρον 66. Βουλευταὶ καὶ Γερουσιασταὶ ὀμνύουσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὑτῶν τὸν ἑξῆς ὅρκον· «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδότως τὰ καθήκοντά μου.»
§95ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος.
§96ΕΤΕΡΟΙ (ἐγειρόμενοι). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπὸν, Κύριε Ἀντωνόπουλε, νὰ ὁμιλήσητε, πρέπει νὰ βαδίζωμεν συμβιβαστικῷ τῷ τρόπῳ.
§98Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἔχει δύω καθήκοντα, τοῦ πολίτου καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου, ὡς πολίτης ἔδωκεν ἅπαξ τὸν ὅρκον τῆς ὑποταγῆς του εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Γνωρίζετε ὡσαύτως, Κύριοι, ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τοῦ ὅρκου ἐπὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου φέρει τὸν ἐξευτελισμὸν αὐτοῦ, καὶ τὸν ἐκπεσμὸν τῆς ἀξίας αὐτοῦ, διότι ἡ συνήθεια καταβιβάζει τὴν βαρύτητα αὐτοῦ· ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν θεωρῶ ὀρθὴν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Χρηστίδης περὶ ἀπαλείψεως τῆς φράσεως «ὁρκίζομαι νὰ φυλάξω ὑπακοὴν εἰς τοὺς νόμους», τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Χρηστίδου περὶ ἀπαλείψεως τῆς φράσεως ταύτης, ὅσον ὁ Βουλευτὴς ὡς πολίτης ὡρκίσθη ὑπακοὴν εἰς τοὺς νόμους, ἐρχόμενος δ’ ὡς Βουλευτὴς δὲν ὑποτίθεται, ὅτι ἔρχεται νὰ κάμῃ στάσεις, νὰ κακουργήσῃ, νὰ ἀνατρέψῃ τὰ καθεστῶτα κλπ. ἀλλὰ νὰ τηρήσῃ πίστιν εἰς τὸ Σύνταγμα. Συμφωνῶ δὲ καὶ μὲ τὴν ἑτέραν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ἡρ. Πετιμεζᾶ καὶ Σαράβα, ὅτι ἀντὶ νὰ τεθῇ ἡ φράσις «νὰ τηρήσῃ ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα» νὰ τεθῇ «νὰ φυλάξῃ τὸ Σύνταγμα», διότι ὁ Βουλευτὴς εἶναι ὁ φύλαξ, ὁ φρουρὸς τοῦ Συντάγματος. Καὶ περὶ τῆς τηρήσεως τοῦ καθήκοντος τούτου ὀφείλει νὰ δίδῃ ὅρκον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὰς ἑξῆς τροπολογίας. Ὁ Κύριος Σαρίπολος ζητεῖ νὰ προστεθῇ «Συνταγματικὸν Βασιλέα». Ὑποβάλλω ὡς τροπολογίαν πρῶτον τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Μαυρομαρᾶ, ὁ ὁποῖος προτείνει ὁ ὅρκος νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς. «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ ἐκπληρώσω πιστῶς καὶ εὐσυνειδότως τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς ἐμὲ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐντολὴν, ὑπακούων εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τηρῶν ἀπαρασαλεύτως τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Ὁ Κ. Σαρίπολος θέλει νὰ προστεθῇ. «Συνταγματικὸν Βασιλέα». Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Ὁ Κύριος Σαράβας καὶ ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς προτείνουν ἀντὶ τῶν λέξεων «ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα» νὰ τεθῇ «νὰ φυλάττω τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους». Ὁ Κύριος Χρηστίδης προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τῆς φράσεως «καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους».
§100ΣΑΡΑΒΑΣ. Νομίζω, ἐὰν συμφωνῇ καὶ ὁ φίλος μου Κύριος Ἡρ. Πετιμεζᾶς, ὅτι εἶναι ἐκφραστικωτέρα ἡ λέξις «νὰ ᾖναι ὁ φρουρὸς τοῦ Συντάγματος».
§101ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ἔκφρασις «ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα» εἶναι δυνατωτέρα καὶ ὀρθοτέρα· ὁ λαὸς φρουρεῖ τὸ Σύνταγμα ὡς ἀνώτερος τούτου, ὁ βουλευτὴς ὑπακούει ἐν τῷ Συντάγματι ζῶν.
§102ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Χρηστίδης προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τῶν λέξεων «ὑπακοὴν εἰς τοὺς Νόμους», οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη· ὁ Κ. Σαράβας καὶ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς προτείνουν νὰ προστεθῇ «καὶ νὰ ᾖναι φρουρὸς τοῦ Συντάγματος», οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Οἱ ἀδελφοὶ Ἄννινοι προτείνουν νὰ προστεθοῦν αἱ λέξεις «κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐντολήν»: Ὑποστηρίζεται ἡ τροπολογία αὕτη;
§104ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Διομήδης Κυριακοῦ προτείνει νὰ προστεθῇ, μετὰ τὸ ἐδάφιον, τὸ περιέχον τὸν ὅρκον, «ὅτι οἱ ἀλλόθρησκοι Βουλευταὶ, ἀντὶ τῆς ἐπικλήσεως τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος» δύνανται νὰ ὁρκισθῶσι κατὰ τὸν τύπον τῆς ἰδίας των θρησκείας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ὁ Κ. Ἡλιόπουλος ἔχει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· νὰ ἑνωθοῦν ὁ πρῶτος καὶ ὁ τελευταῖος παράγραφος, ὥστε νὰ μείνῃ τελευταῖος ὁ ὅρκος, παραδέχεται ἡ Συνέλευσις;
§106ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν ἔχει ὡς ἑξῆς. Οἱ Βουλευταὶ ὀμνύουσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν τὸν ἑξῆς ὅρκον· «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδότως τὰ καθήκοντά μου.» «Ἀλλόθρησκοι Βουλευταὶ ἀντὶ τῆς ἐπικλήσεως «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος» ὁρκίζονται κατὰ τὸν τύπον τῆς ἰδίας αὐτῶν θρησκείας.» Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον «Ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ κανονισμοῦ πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της.» Πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Παρεδέχθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 68. Ὁ τίτλος «περὶ τῆς Βουλῆς»· ἐξαλείφεται. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν, κατὰ τὸν περὶ ἐκλογῆς νόμον.»
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Κ. Ζαλώνη «ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν κατὰ τὸν περὶ ἐκλογῆς συνταχθησόμενον παρὰ τῆς Συνελεύσεως Νόμον.» Τροπολογία τοῦ Κ. Χρηστοπούλου· «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν κατὰ τὸν ψηφισθησόμενον ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως περὶ ἐκλογῆς Νόμον.» Ὁ Κ. Χρηστόπουλος ἀναβαίνει τὸ βῆμα.
§109ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττὸν, Κ. Χρηστόπουλε, τὸ παραδεχόμεθα.
§110ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μὲ συγχωρεῖτε, θὰ εἴπω δύο λέξεις, θὰ ἦμαι λίαν σύντομος. Παρατηρῶ πραγματικῶς τὴν διάθεσιν τῆς Συνελεύσεως, ὅτι εἶναι νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω δύο λέξεις, καὶ πιστεύω νὰ μείνητε εὐχαριστημένοι. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπομιμνήσκει τὸν ἐκλογικὸν νόμον, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἐκλογῶν τοῦ παρελθόντος....
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Χωρὶς νὰ συζητήσωμεν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τελειώσωμεν, Κ. Χρηστόπουλε;
§112ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τελειώνω λοιπόν. Παρατηρῶ πραγματικῶς, ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐξηγήσω μίαν ἰδέαν. Ἰδοὺ τί ἐννοῶ· ὁ Νόμος ὁ ἐκλογικὸς ὁ ὑπάρχων γνωρίζετε, ὅτι εἶναι ὁ παραίτιος ὅλων τῶν παρανομιῶν τοῦ παρελθόντος· διὰ τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅλοι οἱ πληρεξούσιοι, δὲν θὰ ἀποχωρίσουν ἐντεῦθεν πρὶν συντάξουν τὸν ἐκλογικὸν νόμον στηριζόμενον ἐπὶ ὑγιεστέρων βάσεων.
§113ΠΟΛΛΟΙ. (ἑκατέρωθεν). Βεβαιότατα.
§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς λέγω, Κ. Χρηστόπουλε, νὰ μὴ ἀκολουθήσητε τὴν ὁμιλίαν σας, διότι θὰ βλάψετε· εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§115ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, οὔτε εἰς τὰ αἰσθήματα τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, οὔτε κανενὸς ἄλλου· κάμνω μόνον τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὅτι τεθέντος εἰς τὸ σύνταγμα «κατὰ τὸν ἐκδοθησόμενον Νόμον», ἐννοῶ πάντοτε ὅτι αὐτὸς ὁ Νόμος δύναται νὰ μεταβληθῇ ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§116ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ οὐσίαν εἴμεθα σύμφωνοι· θέλομεν μόνον νὰ ἐξηγηθοῦν δύω πράγματα, τὰ ὁποῖα συνοδεύουν ὅλας τὰς Νομοθετικὰς πράξεις, ά. ὅτι αὐτὸς ὁ Νόμος δύναται νὰ μεταβληθῇ καὶ βʹ. ὅτι αὐτὸς ὁ Νόμος ἠμπορεῖ, ὑποθέτω, ὅπως ὅλοι οἱ Νόμοι, καὶ νὰ τροπολογηθῇ· νὰ ᾖναι καθ’ αὑτὸ νομοθετικὴ πρᾶξις.
§118ΠΟΛΛΟΙ. (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§119ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ὁ ὑπάρχων Νόμος δὲν ὑπάρχει πλέον, ὅτι θὰ γίνῃ νέος.
§120ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§121ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Συνέλευσιν νὰ καταχωρήσῃ ὡς ἀπόφασίν της ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ὁ συνταχθησόμενος οὗτος Νόμος δύναται νὰ μεταβληθῇ.
§122ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§123ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε. Εἶμαι κατ’ οὐσίαν συμφωνότατος, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἐπιψηφίσῃ νέον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμον· λέγω μόνον, ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κατάλληλος τόπος δι’ αὐτὴν τὴν διάταξιν. Τὸ Σύνταγμα, Κύριε Πρόεδρε, ἔχει ἴδιον κεφάλαιον ἐν τέλει, ἔνθα καταχωροῦνται αἱ μεταβατικαὶ διατάξεις· ἐὰν λοιπὸν, ὡς λέγουν, δὲν φέρουν τὴν πρότασιν ταύτην ὡς ὑποψηφίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ῥίπτουν (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν) μὴ θορυβεῖτε παρακαλῶ· ἐγὼ ἀνακρίνω τὰ πράγματα, δὲν πιστεύω εἰς λόγους Πᾶσα παροδικὴ διάταξις προστίθεται εἰς τὸ τέλος τοῦ Συντάγματος, ὄχι εἰς τὸ σῶμα αὐτοῦ· ἐὰν λοιπὸν, Κύριοι, ἦναι εἰλικρινεῖς, ἐὰν δὲν φρονῆτε ἄλλα καὶ δὲν λέγητε ἄλλα, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἐδῶ δὲν εἶναι ὁ τύπος αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ἀναγράψητε εἰς τὰς μεταβατικὰς διατάξεις καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Συνέλευσις ὀφείλει νὰ συντάξῃ νέον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν Νόμον. Τὸ δὲ νὰ ἐγγράψητε αὐτὴν τὴν διάταξιν εἰς τὸ σῶμα τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ περιορισθῆτε εἰς ἁπλῆν σημείωσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι δὲν ἔχει συντακτικὴν δύναμιν, δὲν εἶναι σπουδαῖον, διότι τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι νόμος καὶ δὲν δημοσιεύουν κανένα. Δεχόμενος λοιπὸν κατ’ οὐσίαν τὴν πρότασιν προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴν ἐξαπατηθῇ, ἀλλὰ νὰ ἀποφανθῇ, ἔστω καὶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τοιαύτη διάταξις θὰ προστεθῇ εἰς τὰς τελευταίας διατάξεις τοῦ συντάγματος.
§124ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Διαμαντόπουλος.
§126ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν διασάφησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὀρθὴν, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀμετάβλητος, ἀναγκάζομαι νὰ φέρω εἰς τὸ ἄρθρον τροπολογίαν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον εἶναι λίαν ἀόριστον καὶ κενόν· τεκμαίρεται ἐκ τούτου ἢ ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει πεποιθήσεις, ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὴν ὕλην ταύτην. Δὲν ἀπήντησα τοιαύτην ἀοριστίαν εἰς κἀνὲν πολίτευμα· τὸ τῆς Δανίας πολίτευμα καθιεροῖ δύο ἀρχάς· τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν καὶ τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν διὰ τοὺς βουλευτάς. Τὸ πολίτευμα τοῦ Βελγίου καθιεροῖ ἐπίσης 2 ἑτέρας ἀρχάς. Ἡμεῖς ῥίπτομεν ἐν τῷ μέσῳ ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἡ Βουλὴ ἐκλέγεται ὑπὸ τῶν πολιτῶν ὡς νὰ ὑπάρχουν καὶ ὄντα ἄλλα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐκλέγωσι Βουλευτάς. Ἀφίνομεν τὴν αὐτὴν βάσιν τοῦ ἄρθρου εἰς τὴν τύχην, εἰς δὲ τὰς ἰδιοτροπίας μιᾶς Βουλῆς, καὶ εἰς ῥᾳδιουργίας ἑνὸς ὑπουργείου νὰ προσδιορίζουν διὰ νόμου πότε τὴν ἄμεσον καὶ πότε τὴν ἔμμεσον ἐκλογὴν, νὰ πλάττουν διὰ νόμου πολίτας, πότε τοὺς φορολογουμένους καὶ πότε ἄλλους. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσωμεν, εἶναι τὸ ἑξῆς· ἡ ἄμεσος ἐκλογὴ καὶ ἡ καθολικὴ ψηφοφορία εἶναι ἀρχὴ ἢ ὄχι; Ἐὰν ᾖναι, ἀρχὴ πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ διὰ τοῦ συντάγματος. Φρονῶ, ὅτι εἶναι ἡ ὑπερτάτη πασῶν τῶν ἀρχῶν, ὅτι εἶναι τὸ μητρῷον τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τόσον ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, ὅσον καὶ ἡ ἄμεσος ἐκλογή. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἡ ἐλαστικότης τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ ὁ περιορισμὸς τῆς ψηφοφορίας ἐπέφερον εἰς ἄλλα κράτη ἐπαναστάσεις. Τοῦ Φιλίππου ἡ πτῶσις ὀφείλεται εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Θέτοντες εἰς ἀμφιβολίαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς καὶ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας θέτομεν εἰς ἀμφιβολίαν αὐτὴν τὴν τάξιν, ἀφίνομεν ἀνοικτόν τι στάδιον τῶν ἐπαναστάσεων. Τί σημαίνει ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ κυριαρχία ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος; εἶναι ἰδέα μόνον; Ἡ ἐφαρμογὴ, ἡ πρακτικὴ τῆς ἀρχῆς ταύτης εἶναι ἡ ἄμεσος ἐκλογὴ καὶ ἡ καθολικὴ ψηφοφορία. Τὸ ὑψηλότατον κυρίαρχον ἔθνος πρέπει νὰ κηδεμονεύητε ἀπὸ ὀλίγους μᾶλλον φορολογουμένους; καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποῖον δικαίωμα ἔχουν αἱ ἄλλαι τῆς κοινωνίας τάξεις; Φοβοῦμαι μήπως ἐπέλθῃ ἡ φρενοβλάβεια εἰς κἀνὲν ὑπουργεῖον ἢ εἰς Βουλήν τινα νὰ καθιερώσουν τὸ τίμημα. Ὁ φόβος οὗτος μὲ κάμνει νὰ φέρω τὴν τροπολογίαν. Φοβοῦμαι μήπως ἐπαναφέρωσι τὴν ἔμμεσον ἐκλογὴν τῶν δημάρχων, τοὺς καταλόγους τῶν μᾶλλον φορολογουμένων, οἵτινες εἶναι συνέπεια τῆς πλαστογραφίας καὶ τῆς διαφθορᾶς τῶν διοικητικῶν καὶ δημοτικῶν ἀρχῶν. Ἂν θεωρῆτε ἀρχὴν τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν, καὶ τὴν καθολικὴν, ψηφοφορίαν, πρέπει νὰ τὴν καθιερώσητε εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἄλλως καθιερώσατε ἄλλην ἀρχὴν, μὴν ἀφήσητε ὅμως ἀνοικτὸν τὸ στάδιον τῶν καταχρήσεων τοῦ παρελθόντος, τῶν πλαστογραφιῶν, τῆς ἀνηθικότητος καὶ τῆς ἐξαχρειώσεως ἑνὸς λαοῦ. Ἡ κτηματικὴ περιουσία ἔχει ἀνάγκην ἀποκλειστικῆς ἀντιπροσωπείας εἰς τὰ νομοθετικὰ Σώματα· ἡ κτηματικὴ περιουσία εἶναι τὸ μόνον κοινωνικὸν στοιχεῖον, ὅπερ ἔχει τὴν μεγαλειτέραν ἐξασφάλισιν, ἀρκεῖ μόνος ὁ ἀστικὸς κώδηξ νὰ τὴν ἐξασφαλίσῃ. Δὲν ὑπάρχει κἀνὲν στοιχεῖον εἰς τὴν κοινωνίαν ἧττον κινδυνεῦον ὅσον ἡ κτηματικὴ περιουσία. Τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην πρὸ πάντων νὰ ἔχωσι μέρος εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν, εἶναι τὸ ἐμπόριον, ἡ βιομηχανία, αἱ τέχναι καὶ αἱ ἐπιστῆμαι, διότι στεροῦνται τῆς ὑπερασπίσεως, τῆς ὁποίας ἀπολαμβάνει ἡ ἰδιοκτησία, καὶ διότι ταῦτα πρὸ πάντων θριαμβεύουν εἰς τὴν εὐνομίαν καὶ εἰς τὴν τάξιν. Μὴ λησμονήσητε ποτὲ, ὅτι τὸ φορολογικὸν τίμημα εἶναι λείψανον τοῦ φεουδαλικοῦ συστήματος. Ἡ γῆ ἄλλοτε ὑπῆρχε τὸ πᾶν, ἀλλὰ τὸ πᾶν σήμερον εἶναι ἡ διάνοια, καὶ αὕτη πρέπει νὰ διέπῃ τὴν κοινωνίαν. Κατὰ τὴν παρ’ ἐμοῦ προτεινομένην τροπολογίαν ματαιοῦται ἡ συζήτησις, ἂν πρέπει σήμερον νὰ ἀποφασισθῇ ποῖον σῶμα θὰ ψηφίσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ ἂν θέλωμεν τὸν ψηφίσει ἀμέσως ἢ μετὰ τὸ τέλος τοῦ Συντάγματος. Τὰ λοιπὰ προσόντα, ἤτοι ἡ ἐγκατάστασις, τὰ γνωρίσματα τῆς ἐγκαταστάσεως, αἱ ἐξαιρέσεις τῶν ἀπολεσάντων τὰ πολιτικὰ δικαιώματα θέλουν προσδιορισθῆ διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου (θόρυβος). Ἰδοὺ ἡ τροπολογία μου «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν ἐκλεγομένων ἀμέσως καὶ διὰ μυστικῆς καὶ καθολικῆς ψηφοφορίας ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πολιτῶν κτλ....»
§127ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, κατὰ πρώτην ἔποψιν ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ προαγορεύσας, φαίνεται δημοτικὴ καὶ μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι τὸ μόνον σύστημα τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας εἶναι τὸ παρέχον τὰ ἐχέγγυα τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως; τοῦ καθήκοντος τοῦ λαοῦ ἀπέναντι τῆς ἐξουσίας· μὴ νομίσητε, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς ψηφοφορίας ἐφανερώθη ἡ ἄμεσος ἔκφρασις τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Πολλοὶ σήμερον, γηράσαντες εἰς τὴν μελέτην τῶν κοινωνικῶν σφαλμάτων, ἔχουσι τὴν ἐναντίαν ἰδέαν ὡς πρὸς τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν· ἄλλοι ἀποδέχονται τὸν τρόπον τοῦτον καὶ ἄλλοι δὲν θεωροῦσιν ἀληθῶς τὴν ἀληθῆ ἔκφρασιν τοῦ λαοῦ καὶ ζητοῦσι νὰ εὕρωσιν ἄλλον· τινὲς λέγουσιν, ὅτι ἡ καθολικὴ ψηφοφορία ὅπως ἐνεργεῖται σήμερον εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην ὁμοιάζει τὸν τυφλὸν, ὅστις δὲν ἠξεύρει, ἐὰν ᾖναι ἡμέρα ἢ νύξ· ὁ ἀγράμματος ἐκλογεὺς, λέγουν, ὁμοιάζει τὸν τυφλὸν τοῦτον, διότι λαμβάνει ἓν δελτίον καὶ τὸ ῥίπτει εἰς τὴν κάλπην, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ποῖον ψηφοφορεῖ. Ἐνδέχεται ἡ κοινωνία αὔριον νὰ ἐξεύρῃ ἄλλον τρόπον τῆς ἐκφράσεως τῆς καθαρᾶς καὶ εἰλικρινοῦς θελήσεως, καὶ ἴσως δὲν δύναται νὰ μοὶ ἀρνηθῇ κἀνεὶς, ὅτι ἡ διὰ τῶν ἀγραμμάτων ψηφοφορία εἶναι ὁ καταλληλότερος τρόπος.
§128ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν ἠκούσαμεν.
§129ΚΑΛΟΣ. Λέγω, ὅτι ἡ ἀγράμματος ψηφοφορία ἐξηγεῖ καθαρώτερα ἴσως τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ· ἀλλ’ ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν σήμερον, δὲν ἕπεται, ὅτι μετὰ 10 ἔτη μία Βουλὴ δὲν δύναται νὰ τὸ θεωρήσῃ καταλληλότερον. Δὲν συμφέρει λοιπὸν σήμερον νὰ καθιερώσωμεν τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν διὰ τοῦ συντάγματος· καθιεροῦμεν ταύτην ἐν τῷ Νόμῳ, ἤτοι τὴν προσθήκην εἰς τὸ ὑπὸ τὸ συζήτησιν ἄρθρον «κατὰ τὸν ψηφισθησόμενον ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως νόμον», μετὰ τὰ λεχθέντα τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νομίζω περιττὸν νὰ ὑποστηρίξω. Σύμπασα ἡ Συνέλευσις ἀπεδέχθη τὴν ἰδέαν ταύτην. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ ψηφισθησόμενος νόμος δύναται νὰ μεταβληθῇ ἐφεξῆς διὰ πράξεως νομοθετικῆς. Τρίτην ἀρχὴν ἴσως πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὴν κατ’ ἴσην ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ ἐκλογὴν τῶν βουλευτῶν.
§130ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι παρακάτω.
§131ΚΑΛΟΣ. Ἡ διάταξις ἡ παρακάτω ἔχει ἄλλον λόγον, δηλ. τὸ ἄρθρον 70 ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν ἐν συνόλῳ σχετικῶς μὲ τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους, ἤτοι κανονίζει πόσους κατ’ ἐλάχιστον ὅρον θὰ ἔχωμεν βουλευτάς· (θόρυβος). Συμπεραίνων, λέγω νὰ μὴ παραδεχθῶμεν νὰ καθιερώσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι τὰς ἀρχὰς τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ μόνον τὴν διάταξιν «κατὰ τὸν περὶ τούτου ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ψηφισθησόμενον Νόμον»· καὶ ἂν ἐγκριθῇ «τὴν προσθήκην περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας κατ’ ἴσην ἀναλογίαν ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ».
§132ΠΟΛΛΟΙ. Καὶ ὑποκείμενον εἰς μεταβολήν.
§133ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιπροσωπεία καλὴ εἶναι ἀναντιῤῥήτως, Κύριοι, ἐκείνη, ἥτις ἐκφράζει τὰς θελήσεις ἐκείνων, οἵτινες καλοῦνται ὑπὸ τοῦ συντάγματος νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν πολιτείαν τοὐτέστι τῶν πολιτῶν, δὲν δύνασθε δὲ νὰ θεωρῆτε ἀντιπροσώπους τῆς ἐθνικῆς θελήσεως ἐκείνους οἵτινες ἐξηλέχθησαν ὑπὸ ὀλίγων προνομιούχων οὔτε αἱ πράξεις τῶν τοιούτων ἀντιπροσώπων δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ὁλομελείας, ἥτις ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων της ἀποφασιζόμενα· εἶναι σεβασταὶ αἱ ἀποφάσεις ἑνὸς Σώματος, ὅταν ἀντιπροσωπεύῃ διὰ τῆς καθολικῆς ἐκλογῆς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῶν πολιτῶν τοῦ Κράτους. Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ τὸ ἀντικείμενον τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Ἡ κοινωνία, Κύριοι, καὶ μάλιστα ἡ Ἑλληνικὴ ἀπέκρουσε πάντοτε τὴν ἀριστοκρατίαν, δὲν ἐθεώρησε τὴν ἱκανότητα, τὴν νοημοσύνην εἰς μόνον τὸν πλοῦτον ἢ καὶ εἰς πλεονεκτήματά τινα τῆς τύχης, δηλ. τῆς γεννήσεως κτλ.
§134ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἐπολέμησε κανεὶς αὐτὴν τὴν ἰδέαν.
§135ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐπολέμησεν ὁ Κ. Καλός.
§136ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν πρέπει νὰ καθιερωθῇ εἰς τὸ σύνταγμα αἰωνίως καὶ διαρκῶς.
§137ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία ἀνεγνώρισε πάντοτε καὶ ἀναγνωρίζει τὴν ἱκανότητα εἰς πάντας τοὺς πολίτας Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξαιροῦνται ὑπὸ τοῦ νόμου λόγῳ διανοητικῆς νομίμως ἀνεγνωρισμένης ἀνικανότητος, οἷον παραφροσύνης κλπ. ἢ λόγῳ καταδίκης ἐπὶ κακουργήματι ἢ ἐπὶ ἀτιμωτικῇ πράξει. Ἡ ἀρχὴ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας συνάδουσα, κύριοι, μὲ τὰ ἤθη τοῦ ἔθνους μας, εἶναι σωτήριος στηριζομένη ἐπὶ τῶν δημοσίων δικαίων τοῦ πολίτου· δὲν δύνασθε ἑπομένως νὰ ἐξαιρέσητε δικαίως οὐδένα πολίτην ἀπὸ τὴν διὰ τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροσώπων συμμετοχήν του εἰς τὰ τῆς πολιτείας· διότι ἕκαστος πολίτης ἐπιβαρύνεται ἀπὸ πάντα Νόμον, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἀπαιτεῖται νὰ δώσῃ τὴν ἐντολήν του εἰς τὸν νομοθέτην, ὅστις θέλει νομοθετήσει· ὁ πολίτης ἔχει, ὡς οἴδατε, ὠφελείας, ἀλλὰ συγχρόνως βάρη, ὑποχρεώσεις καὶ καθήκοντα μεγάλα πρὸς τὴν κοινωνίαν, τῆς ὁποίας μέρος ἀποτελεῖ. Ὁ πολίτης ὁ ἀνέστιος καλεῖται νὰ φρουρήσῃ διὰ τῆς λόγχης τοῦ ἐθνοφύλακος τὴν πατρίδα του, καὶ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, καλεῖται νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας του, καὶ εἰς τὸν στρατὸν διὰ τῆς ἀπογραφῆς. Ἐκτὸς τούτου ἔχει ἕκαστος πολίτης πλῆθος ἄλλων βαρῶν, τὰ ὁποῖα κρίνω περιττὸν νὰ ἀπαριθμήσω. Προτάττουσι τινὲς, ὅτι ὁ ἀνέστιος πολίτης δὲν ἔχει συμφέρον σπουδαῖον εἰς τὴν ὑλικὴν εὐημερίαν, καὶ ἑπομένως τὴν ψῆφον θέλει δίδει οὐχὶ μετὰ βαθεῖαν σκέψιν, ἀλλ’ οἱ τοιαύτην ἔχοντες δόξαν ἀπατῶνται· ἕκαστος ἔχει συμφέρον ἄμεσον ἢ ἔμμεσον εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς πατρίδος. Διότι ἐκ τῆς καλῆς καταστάσεως καὶ ἐκ τῆς γενικῆς εὐημερίας ἐξαρτᾶται ἡ βελτίωσις τῆς τύχης παντὸς πολίτου, ὠφελουμένου ἐμμέσως διὰ τῶν κερδῶν τῆς προσωπικῆς ἐργασίας του, ἅτινα εἰσὶν ἀνάλογα πρὸς τὴν ὑλικὴν ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνίας ἐν ᾗ ζῇ. Ἡ ἀρχὴ ἡ ἐναντία, Κύριοι, εἶναι καταστρεπτικὴ τῶν κοινωνιῶν, εἶναι ὀπισθοδρομικὴ, εἶναι ἀρχὴ τοῦ φεουδαλισμοῦ, τείνουσα εἰς τὴν εὐημερίαν μὲν τῶν ὀλίγων τῶν ἐχόντων ψῆφον εἰς τὰς ἐκλογὰς, τουτέστι τῶν προνομιούχων, εἰς τὴν δυστυχίαν δὲ τῶν λοιπῶν θεωρουμένων ὡς παριῶν. Δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, ποῖον κράτος καὶ κοινωνία παρεδέχθη τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν Βουλευτῶν; Ἀπαντῶν πρὸς ταῦτα, ἐρωτῶ πότε αἱ κοινωνίαι συνεβουλεύθησαν εἰς τὰ περὶ τούτου ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὸν πλοῦτον; Πότε ἐκ συμφώνου οἱ εἰς διαφόρους κατηγορίας καταστάσεως ἢ μᾶλλον κοινωνικῆς θέσεως ὑπαγόμενοι ἀπεφάσισαν τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν μὴ ἀποδιδόντων ὡρισμένον ἢ ἀνάλογον ἄμεσον φόρον εἰς τὸ δημόσιον; Πάντοτε οἱ πλουσιώτεροι συνῆλθον καὶ ἀπεφάσισαν ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἀποκλείσαντες τοὺς λοιποὺς ἀπὸ τὴν σύσκεψιν περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων. Πάντοτε οἱ πλούσιοι φροντίζοντες ὑπὲρ ἑαυτῶν, καὶ θέλοντες νὰ διατηρήσωσιν εἰς ἑαυτοὺς ὑπεροχήν τινα ἐπὶ τῶν λοιπῶν, ἀπεστέρησαν τὸ πλεῖστον μέρος τῶν πολιτῶν ἀπὸ τὴν ἀνάμιξίν των εἰς τὰς τῆς πολιτείας διὰ τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δήμων ἢ τῶν ἐπαρχιῶν. Μετὰ τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ δικαίου τῶν πολιτῶν εἰς καθολικὴν ψηφοφορίαν ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἂν πρέπῃ νὰ τεθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἐν τῷ πολιτεύματι ὡς ἀναλλοίωτος, ἢ νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ περὶ ἐκλογῆς Νόμῳ, ὑποκειμένῳ εἰς τροποποίησιν. Σᾶς εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὑφίσταται πάλη τις μεταξὺ ἐξουσίας καὶ πολιτῶν. Ἡ ἐξουσία πάντοτε, Κύριοι, συμφέρον ἔχει εἰς τὴν περιστολὴν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλογέων, ὡς καὶ εἰς τὴν τῶν ἀντιπροσώπων, διότι ὅσον ὀλιγώτερα τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα συνέρχονται νὰ ἐκλέξουν, ὅσον ὀλιγώτεροι εἶναι οἱ ἐκλεχθέντες, τόσῳ πλείονας εὐχερείας ἔχει ἡ ἐξουσία εἰς τὴν διὰ τῆς διαφθορᾶς καταπάτησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου. Ἕνεκα τούτου σήμερον ὀφείλετε νὰ προνοήσητε οὐχὶ μόνον περὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ περὶ τοῦ μέλλοντος ἐξασφαλίζοντες τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν διὰ τῆς ἐν τῷ πολιτεύματι καταχωρίσεως τῆς ἀρχῆς ταύτης ὡς ἀναλλοιώτου. Ὀφείλετε νὰ ἐξασφαλίσητε τὸ μέλλον ἀπὸ μίαν πληθὺν ὑπενεργειῶν κατὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ὀφείλετε νὰ ἐξασφαλίσητε τὸ μέλλον κατ’ ἀντιθέτου Βουλευτικῆς ποτὲ πλειοψηφίας ἐνδεχομένης, τὴν ὁποίαν δύναται ποτὲ νὰ σχηματίσῃ ἡ ἐξουσία, καὶ ἥτις θέλει περιορίσει τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα εἰς ὀλίγα ἄτομα ἀποκλείοντα τὸ πλεῖστον μέρος τῶν πολιτῶν. Σᾶς εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ἐὰν τῆς ἀρχῆς τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ὁριζομένης οὐχὶ ἐν τῷ πολιτεύματι, ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ, κατορθώσῃ ποτὲ ἡ ἐξουσία νὰ σχηματίσῃ πλειονοψηφίαν, καὶ τροποποιήσῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην διὰ νόμου, ἄ! τότε βεβαιωθῆτε, ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον θέλει ἀφαρπασθῆ διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς διατάξεως τῆς καθιερούσης τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ τὸ ἀνακτήσητε· καθ’ ὅσον εἰς τὴν ἀνάκτησίν του θέλει εἶσθαι πρόσκομμα ἀνυπέρβλητον ἡ ἀρνησικυρία. Ἕνεκα τούτου ζητῶ τὴν ὑπὲρ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἐγγύησιν ἐν τῷ πολιτεύματι, ἕνεκα τούτου ζητῶ νὰ θέσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν ὡς ἀρχὴν ἀναλλοίωτον, ἀρχὴν ἡ ὁποία θέλει διδάξει τὴν κοινωνίαν περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων της πρὸς τὴν πολιτείαν. Ὁ πολίτης λαμβάνων μέρος εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων, εἰσέρχεται εἰς τὸ σχολεῖον τῆς πολιτικῆς, συσκέπτεται, συζητεῖ, διδάσκεται, βελτιοῦται εἰς τὰς ἰδέας του, καὶ γίνεται τῳόντι χρηστὸς καὶ ἄξιος πολίτης, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ ἐναντία ἀρχὴ, ἡ ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν ἀποκλείουσα τὴν πολυαριθμοτέραν τάξιν, ἀποκαθιστᾷ τὴν τάξιν αὐτὴν δούλην, αἰωνίως ταπεινὴν, ἀναμένουσαν τὰ πάντα ἀπὸ τῆς ἐξουσίας καὶ μὴ φροντίζουσάν ποτε περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας, ὑπὲρ ἧς ὀφείλει πᾶς τις κατὰ καθῆκον καὶ ὡς ἐκ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος νὰ μεριμνᾷ σπουδαίως· διότι ἡ ἀδιαφορία καὶ ἀκηδία τῶν πολιτῶν φέρει εἰς Συνταγματικὴν κωμῳδίαν, τουτέστι εἰς μοναρχίαν ἀπόλυτον ὑπὸ τὴν μορφὴν συνταγματικῆς πολιτείας· τοιαύτη δέ τις πολιτικὴ κατάστασις εἶναι, ὡς ἐννοεῖτε, πολλῷ χείρων τῆς ἀπολύτου μοναρχίας. Κύριοι, διὰ τοῦ Συντάγματος τὶ ἤλθετε νὰ καθιερώσητε; Νὰ ἀνακηρύξητε καὶ νὰ καθιερώσητε ἀρχὰς ἀναλλοιώτους. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν περὶ δικαίων τῶν πολιτῶν ἄρθρων τοῦ πολιτεύματος πάντα τὰ λοιπὰ αὐτοῦ ἄρθρα δὲν περιέχουσιν ἀρχὰς, οἵας αἱ περὶ τῶν δικαίων τοῦ ἀτόμου ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἀλλὰ διατάξεις τεινούσας εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαίων τούτων ἀπὸ πάσης καταπατήσεως. Διατὶ τὰς διατάξεις ταύτας περιελάβετε ἐν τῷ πολιτεύματι; διότι ἐκρίνετε ταύτας ἀπαραιτήτως ἀναγκαίας εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαίων τοῦ πολίτου, καὶ φοβηθέντες πᾶσαν νομοθετικὴν ἐπίδρασιν, ἠθελήσατε ν’ ἀποκλείσητε ταύτην. Εἰς τὴν Πρωσσίαν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν,
§138ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ποία εἶναι ἐν Πρωσσίᾳ; εἶναι ἡ καθολικὴ ψηφοφορία.
§139ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Πρωσσίαν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐπιτρέπεται ἡ τροποποίησις συνταγματικῶν διατάξεων, νομοθετικῶς. Ἐκεῖ αἱ Βουλαὶ ἐκ συμφώνου μετὰ τῆς Κυβερνήσεως δύνανται νὰ μεταβάλλωσι τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν ἐδέχθητε τοιαύτην ἀρχὴν, ἐδέχθητε τὴν ἑτέραν. Εἴπετε, ὅτι τὰς ἐν τῷ πολιτεύματι ἀρχὰς καὶ διατάξεις θέλομεν ἀναλλοιώτους, καὶ μία κεραία ν’ ἀλλάξῃ δὲν ἐπιτρέπομεν ἄνευ τῆς ἀποφάσεως μιᾶς ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Συνεπεῖς πρὸς τὴν ἀρχήν σας ταύτην ὀφείλετε νὰ ἐγγράψητε ἐν τῷ πολιτεύματι καὶ τὴν σπουδαιοτάτην ὑπὲρ τοῦ δικαίου τοῦ πολίτου ἀρχὴν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας οὔσης ἀποῤῥοίας τῆς παραδεχθείσης ἀρχῆς περὶ ἰσότητος τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω, Κ. Κόκκινε, καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ εἴδους τῆς ψηφοφορίας ἐν Πρωσίᾳ. Ἄλλως, Κύριοι, ἴδετε, μόλις ἐλθόντες οἱ Ἑπτανήσιοι ἀντιπρόσωποι περὶ τὸν Ἀπρίλιον ἐνταῦθα νὰ συνενοηθοῦν μὲ τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν περὶ τῆς ψηφοφορίας ἐν Ἑπτανήσῳ εἰς ἐκλογὴν πληρεξουσίων, καὶ ὁμοφώνως οὗτοι ἐζήτησαν τότε τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν. Ἀπόῤῥοια δὲ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας εἶσθε ὑμεῖς, ἀπόῤῥοια τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας εἶναι οἱ νεωστὶ ἐλθόντες συνάδελφοί μας, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς καὶ ἐκεῖνοι καὶ ἡμεῖς παρουσιάζομεν νομικῶς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους. Ἂν, Κύριοι, παραλείψητε νὰ ἐγγράψητε ἐν τῷ πολιτεύματι αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἐὰν ἀφήσητε αὐτὸ τὸ σημαντικώτερον δικαίωμα τοῦ πολίτου μετέωρον, σᾶς λέγω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὰ πολυτιμώτερα δικαιώματά σας δὲν ὑπάρχουσιν ἐξησφαλισμένα, ἀλλ’ εἰς τὴν διάκρισιν ἄλλων καὶ αἱ ἐλευθερίαι σας δύνανται νὰ κατασταθῶσι προβληματικαί. Δὲν θέλετε δὲ ἔχει ἐλευθερίας ἑδραίας, δὲν θέλετε ἴδει ἀκριβῶς ἐφηρμοσμένας τὰς ψηφισθείσας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐὰν δὲν ἔχητε μίαν καλὴν ἀντιπροσωπείαν, καὶ δὲν θέλετε ἔχει μίαν καλὴν ἀντιπροσωπείαν ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε ἀντιπροσώπους, στηριζομένους μένους εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχετε ἀντιπροσώπους ἀρυομένους τὰς δυνάμεις των ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τοῦ ἔθνους αὐτοῦ. Ἐὰν, Κύριοι, οἱ ἀντιπρόσωποι ἀρύωνται τὴν ἰσχὺν ἀπὸ μίαν μικρὰν μερίδα ἐκλογέων πολιτῶν εἶναι ἀνίσχυροι, εἶναι μηδὲν, δὲν δύνανται νὰ ἀνθέξουν εἰς τὴν ἐξουσίαν, τοὐναντίον διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας θέλετε ἔχει πάντοτε μίαν κοινὴν γνώμην· ἡ κοινὴ γνώμη ἀναπτυσσομένη καὶ συζητοῦσα, ἔχουσα δὲ συναρωγὸν καὶ τὸν τύπον θέλει προασπίζει καὶ ὑποστηρίζει τὰς ἐλευθερίας σας. Ἐὰν περιορισθῆτε εἰς ὀλίγους ἐκλογεῖς, δὲν θέλετε ἔχει, παρὰ τὸ κακὸν νὰ καταστήσετε μίαν μειονοψηφίαν ἀριστοκρατικὴν, ἤτοι μειονοψηφίαν πολιτῶν προνομιούχων, νὰ ἀπομακρύνητε δὲ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους ἀπὸ τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, καὶ νὰ βλάψητε πολυειδῶς τὴν πατρίδα. Πάντες, ὡς συμπεραίνω ἐκ τῆς ὄψεως τῆς ἐθνοσυνελεύσεως, εἴμεθα σύμφωνοι περὶ τῆς ἀρχῆς, διαφέρουσι δ’ ὀλίγοι τινὲς κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν θεωροῦσι καλὸν νὰ τεθῇ αὕτη εἰς τὸ Σύνταγμα ἀλλ’ εἰς νόμον· ἀλλὰ διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω ἐν ἐκτάσει, θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὡς ἐξασφαλιζομένου τοῦ πολυτιμωτέρου δικαιώματος τοῦ πολίτου ἀπὸ πάσης ἐπιδράσεως. Ἐνισχύομαι, Κύριοι, εἰς τοῦτο καὶ ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς Δανίας. Εἰς τὴν Δανίαν ὑπάρχει ἐν τῷ πολιτεύματι ἐγγεγραμμένη ἡ ἀρχὴ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Δανικοῦ Συντάγματος, «ἐκλογεὺς τῶν Βουλευτῶν εἶναι πᾶς μὴ ἐκπεσὼν, ἀπολαύων τῶν δικαιωμάτων Δανοῦ πολίτου καὶ ἔχων ἡλικίαν τριάκοντα ἐτῶν κλπ.» Ἐὰν, Κύριοι, εἰς τὴν Δανίαν ὁ Βασιλεὺς ὁ ἴδιος δίδων σύνταγμα εἰς τὸ Δανικὸν κράτος ἀνέγραφεν ἐν αὐτῷ ὡς ἀρχὴν ἀναλλοίωτον τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, ὑμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους θέλετε παραδεχθῆ νὰ μὴν καθιερώσητε ἐν τῷ πολιτεύματι τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἀλλὰ νὰ καταστήσητε τὴν διαρκῆ ὕπαρξίν της προβληματικήν; Θέλετε ὑμεῖς ἐγκρίνει νὰ καταστήσητε ἀμφίβολον τὴν διάρκειαν τοῦ πολυτιμωτέρου δικαιώματος τοῦ πολίτου; Ποτὲ δὲν πιστεύω νὰ προέλθητε εἰς τοσοῦτον σφάλμα, προδήλως ἀντικείμενον εἰς τὴν καταγωγήν σας καὶ εἰς τὰς ἐλευθερίους ἀρχὰς, αἵτινες ὡδήγησαν τὴν Συνέλευσιν εἰς τὰς ἀποφάσεις της ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος. Κρίνων περιτὸν νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ πλέον, τελευτῶ ἀποφαινόμενος, ὅτι ὑποστηρίζω ὅλαις δυνάμεσι νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ὡς ἀναλλοίωτος καὶ δικαία πρὸς τὸν ὀργανισμὸν ἢ τὸν προορισμὸν τοῦ ἀτόμου ἡ ἀρχὴ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κόκκινος ἔχει τὸν λόγον.
§141ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἶχον, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ δημοτικοῦ καὶ τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου, τὴν ὁποίαν προήδρευεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Μαυροκορδάτος. Τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἔτυχε μέλος καὶ ὁ προλαλήσας Κ. Ἀντωνόπουλος. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἶχε συζητηθῆ διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα τῆς καθολικῆς καὶ τῆς περιωρισμένης ψήφου, καὶ ἐκεῖ διὰ πρακτικῶν λόγων ἐλύθη ὑπὲρ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ ἐλύθη διὰ τὴν δυσχέρειαν τῆς εὑρέσεως καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ ἑνὸς ἀληθινοῦ τιμήματος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων φορολογικῶν νόμων. Κανὲν ἀπὸ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, καὶ πρῶτος ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος, δὲν ἐδίστασε νὰ δεχθῇ τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἀπέβαινε δυσεύρετον τὸ ἀληθὲς τίμημα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐλαττωματικοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Τοῦτο, Κύριοι, ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, τὸ ζήτημα τοῦ τιμήματος, τὸ ζήτημα τῶν ἱκανοτήτων, ζητήματα ὅλα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἐκλογῶν, τῶν δημοτικῶν ἢ τῶν βουλευτικῶν, δὲν ἀποτελοῦσι ζητήματα ἀπόλυτα, ἀλλὰ ζητήματα σχετικά, τὰ ὁποῖα πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἀποφασίζῃ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος, φωτιζομένη ἀπὸ τὸν ὀρθὸν λόγον. Καὶ ἂς μὴ νομίσῃ, Κύριοι, ὁ προλαλήσας συνάδελφος Κ. Ἀντωνόπουλος, ὅτι ἐν τῇ καθολικῇ ψηφοφορίᾳ ἔγκειται ἡ σωτηρία τῆς πολιτείας.
§142ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§143ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, ὅπως καὶ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῇ βάσει τιμήματος, ὅπως ἡ ψῆφος ἡ ἀπονεμομένη εἰς τὴν ἱκανότητα ἀποτελεῖ μέσον, καὶ οὐδέποτε ἀρχήν. Οἱ θεσμοὶ δοκιμάζονται πάντοτε εἰς τὸ χωνευτήριον τῆς ἱστορίας. Μᾶς εἶπε πολλὰ ὑπὲρ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ὁ Κ. Σ. Ἀντωνόπουλος, φερόμενος ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ἁγνόν, διότι εἶναι νεόπνευστος. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἔρχομαι νὰ κατηγορήσω τὴν καθολικὴν ψῆφον. Τοὐναντίον, ὅπως τὰ πράγματα ἔχουσι παρ’ ἡμῖν, ἐγὼ πρῶτος τὴν ἀσπάζομαι, καὶ τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν. Πολεμῶ ὅμως τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κυρίου Ἀντωνοπούλου, ζητοῦντος νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι ὡς ἀρχὴ ἀπόλυτος, ἀναλλοίωτος, καὶ ἀμετάβλητος. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὅμως ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ καὶ ἡ Συνέλευσις νὰ εἴπω, ὅτι τὰ Βουλευτικὰ σώματα, τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον ἀπὸ στενωτέραν βάσιν, ἀπὸ ψηφοφόρους ὑποκειμένους εἰς τίμημα, ὅτι αὐτὰ ἀπεδείχθησαν σχεδὸν πάντοτε ἀκραιφνέστεροι ὑπέρμαχοι τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ἀφ’ ὅτι ἀπεδείχθησαν ἐν τῇ νεωτέρᾳ τουλάχιστον ἱστορίᾳ τὰ Βουλευτικὰ ἐκεῖνα σώματα, τὰ ὁποῖα ἐπήγασαν ἐκ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας λάμπει εἰς τὰς ὄψεις ὅλων ἡμῶν ὡς βουλή, ἥτις ὑπερμαχεῖ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ πολὺ ἀποτελεσματικώτερον, ἀφ’ ὅ,τι ὑπερμαχοῦν τὰ νομοθετικὰ σώματα τῆς Γαλλίας. Τὸ κοινοβούλιον τοῦ Βελγίου, τὸ ὁποῖον ὡσαύτως δὲν εἶναι προϊὸν καθολικῆς ψηφοφορίας, ἀποδεικνύεται ζηλωτὴς καὶ ὑπέρμαχος τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ εἰς βαθμὸν πολὺ ἀνώτερον, ἀφ’ ὅτι ἀποδεικνύονται τὰ κοινοβούλια ἄλλων λαῶν, οἵτινες βάσιν τῆς ἐξασκήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἔχουσι τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν. Ὡμίλησεν ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος περὶ τῆς Πρωσσίας, καὶ ἀπορῶ ἀπὸ ἄνδρα πεπειραμένον περὶ τὴν διοίκησιν, ἀπὸ ἄνδρα, ὅστις γινώσκει ξένας γλώσσας, νὰ τὸν ἀκούσω νὰ φέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν Πρωσσίαν ὡς παράδειγμα λαοῦ, διατελοῦντος ὑπὸ τὸ βάρος τῆς περιωρισμένης ψηφοφορίας· ἡ Πρωσσία ἔχει ὡς βάσιν τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, καὶ σεῖς, Κύριε Ἀντωνόπουλε, ὅστις καὶ τὴν Γερμανικὴν γλῶσσαν γινώσκετε, καὶ ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός σας ἔπρεπε νὰ λαμβάνητε γνῶσιν τῶν ξένων νομοθετημάτων καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὰ διοικητικά, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίζητε παραδείγματα ἀνύπαρκτα. Ἀλλ’ ἔστω· λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὸ κοινοβούλιον τὸ Πρωσσικόν, καὶ σᾶς ἐρωτῶ τίνος κοινοβουλίου σᾶς θέλγουν περισσότερον τὰ παραδείγματα, τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ Βελγικοῦ, ἢ τοῦ Γαλλικοῦ καὶ τοῦ Πρωσσικοῦ; Λυποῦμαι, κύριοι, διότι εὑρίσκω τόσην εὐχέρειαν περὶ τὴν μελέτην τόσον σπουδαίων ζητημάτων εἰς τὸν φίλον μου Κ. Ἀντωνόπουλον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν τὴν ἐπερίμενα. Ἀλλά, Κύριοι, συμφέρει νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Συντάγματι ὡς ἀναλλοίωτον καὶ ἀμετάβλητον ἀρχήν, ὡς βάσιν ἀμετάθετον τὸ δικαίωμα τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας; Πολλὰ σᾶς εἶπεν ἄλλος ἀξιότιμος συνάδελφός μας ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ταύτης. Πραγματικῶς, Κύριοι, τὰ ἔθνη τείνουσιν εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἀλλὰ τὰ δικαιώματα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἐκληφθῶσιν ἀπόλυτα. Δὲν εἶναι ὁ καθημερινὸς καὶ ἐπιούσιος ἄρτος, ὅπως εἶναι τὰ ἀστικὰ δικαιώματα. Τὰ πολιτικὰ δίκαια, δὲν εἶναι δικαιώματα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπολύτως, εἶναι δικαιώματα ἀνθρώπων ζώντων ἐν ὡρισμένῃ πολιτικῇ κοινωνίᾳ, καθιερούμενα καὶ ἀπονεμόμενα πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας καὶ οὐχὶ ἕνεκα τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος. Ὅθεν δὲν εἶναι κοινὸν κτῆμα, δὲν ἀποτελοῦσι τὴν νομικὴν ἀτμοσφαῖραν παντὸς προσώπου, βιοῦντος ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅπως τὰ ἀστικὰ δικαιώματα, καὶ ἰδίως τὰ δικαιώματα τῆς προσωπικότητος. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀναγράφοντες τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν ὡς ἀπόλυτον, ὡς ἀναφαίρετον δικαίωμα παντὸς ἀνθρώπου, ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πολιτείᾳ, ἠθέλατε περιπέσει εἰς σπουδαίαν παραγνώρισιν τῆς φύσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Καὶ ὁ φιλελευθερώτερος τῶν νεωτέρων δημοσιολόγων, ὁ Ι. Στουὰρτ Μὶλλ, πραγματευόμενος ἐν τῇ ἀξιολόγῳ περὶ τοῦ ἀντιπροσωπικοῦ πολιτεύματος συγγραφῇ του, περὶ τῶν τρόπων τῆς ἐνασκήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, καὶ περὶ τῆς ἐπιῤῥοῆς τῶν διαφόρων τούτων τρόπων ἐπὶ τῶν δημοσίων ἠθῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, ἀποφαίνεται μὲν ἐναντίον τοῦ τιμήματος, παραδέχεται ὅμως, ὅτι ἡ ψῆφος δὲν δύναται νὰ ᾖναι καθολικὸν καὶ κοινὸν δίκαιον ἑκάστου ἀνθρώπου ζῶντος ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ζητεῖ διὰ τὴν Ἀγγλίαν νὰ καθιερωθῇ ἡ πολιτικὴ ψῆφος ὄχι ὡς προσωπικὸν τοῦ τυχόντος δικαίωμα, ἀλλ’ ὡς προνομία ἀχώριστος ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν, ἀπὸ τὸ τεκμήριον τῆς ὀρθῆς καὶ σώφρονος χρήσεως· διὰ τοῦτο καταλύων ἀφ’ ἑνὸς τὸ τίμημα, προτείνει ἀφ’ ἑτέρου τὴν παραδοχὴν τῶν λεγομένων ἱκανοτήτων, ὄχι μόνον διὰ τὸ παθητικὸν τῆς ἐκλογῆς δικαίωμα, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐκλεξιμότητα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐνεργητικοῦ τῆς ἐκλογῆς δικαιώματος. Προτείνει νὰ γίνωνται δεκτοὶ ὡς ψηφοφόροι μόνον ὅσοι δύνανται νὰ γράφωσι καὶ νὰ ἀναγινώσκωσιν. Ὅταν οἱ Ἄγγλοι δὲν ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ παραδεχθῶσι τὴν καθολικὴν ψῆφον ὡς ἀπόλυτον δίκαιον θέλετε νὰ κατατολμήσωμεν ἡμεῖς τὸ παράλογον τοῦτο ἐγχείρημα, καὶ ταὐτίζοντες τὴν πολιτικὴν μὲ τὴν ἀστικὴν ἱκανότητα, νὰ δείξωμεν ἀσύγγνωστον ἰδεῶν καὶ πραγμάτων σύγχυσιν; Δὲν δύνασθε νὰ ἀναιρέσητε τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἴτε ἡ περιουσία, εἴτε ἡ νοημοσύνη ὁρίζουσιν ὡς ἀναγκαίας διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.
§144ΔΡΟΣΟΣ. Θέλει νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς τὰς γυναῖκας ὁ συγγραφεὺς αὐτός.
§145ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Προτιμότεραι αἱ γυναῖκες ἀπὸ τοὺς ἀκτήμονας, τοὺς ἀγραμμάτους καὶ τοὺς ὑπηρέτας. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν φίλον μου Κύριον Δρόσον νὰ μὴ σκανδαλίζηται ἕνεκα τῶν γυναικῶν. Δὲν ὁμιλοῦμεν ἤδη περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ γενικωτέρου ζητήματος. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς, τὸ ὁποῖον ἐπίσης σᾶς ἐζήτησεν ὁ Κ. Σ. Ἀντωνόπουλος νὰ ἐγγράψητε ὡς ἀρχὴν ἀναλλοίωτον καὶ ἀμετάβλητον. Ἤμην, Κύριοι, καὶ εἶμαι καὶ ἔσομαι ὑπέρμαχος τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς, διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ ἔμμεσος ἐκλογὴ ἀνατρέπει τοὺς ὅρους τῆς εὐθύνης, οἵτινες πρέπει νὰ ὑφίστανται μεταξὺ τοῦ ἐκλογέως καὶ τοῦ ἐκλεγομένου. Ἀλλὰ ὅσον προσφιλὴς καὶ ἂν ᾖναι εἰς ἐμὲ ἡ ἄμεσος ἐκλογὴ, ὅσον καὶ ἂν ᾖμαι πρόθυμος καὶ ἕτοιμος εἰς πᾶσαν περίστασιν, καὶ ἐντὸς τοῦ Βουλευτικοῦ περιβόλου καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ νὰ ὑπερμαχῶ ὑπὲρ αὐτῆς, ποτὲ δὲν ἐννοῶ νὰ ἀνακηρύξω τὴν γνώμην μου ὡς ἀπόλυτον ἀρχὴν καὶ νὰ τὴν ἐγγράψω εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ποτὲ ἡ θεωρία τῶν μέσων δὲν εἶναι δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον θεωρία περὶ ἀρχῶν. Προτιμῶ τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν, ἀλλὰ θεωρῶ τὸ περὶ αὐτῆς ζήτημα ὄχι ὡς ἀρχικὸν καὶ πρωτεῦον, ἀλλὰ ὡς ἰδέαν δευτερεύουσαν καὶ ὑπάλληλον, διὰ τοῦτο τὸ ἀναθέτω εἰς τὴν κρίσιν τῆς πείρας, εἰς τὴν ἀψευδῆ τῆς ἱστορίας γνώμην, καὶ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω οὐδὲ ὡς πρὸς αὐτὸ μὲ ἐκείνους, οἵτινες δίδουσι καὶ εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ζήτημα τὴν τιμητικὴν θέσιν τῶν ἀπολύτων ἀρχῶν, ἀναγράφοντες αὐτὸ ὡς κανόνα ἀμετάβλητον εἰς τὸ Σύνταγμα.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Παντολέων.
§147ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συζητοῦμεν τὸ περὶ καταχωρήσεως εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν συζητοῦμεν τὴν ἀρχήν· ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἴμεθα σύμφωνοι.
§148ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ἐάν, Κύριοι, δὲν καθιερώσητε ἐν τῇ πολιτείᾳ τὰς δύω μεγάλας ἀναλλοιώτους ἀρχὰς, βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ πολίτευμά σας θέλετε τὸ ῥίψει εἰς τὸν ἀέρα. Τοῦ πολιτεύματος οἱ δύω ἀκράδαντοι στύλοι εἶναι ἡ ἄμεσος ἐκλογὴ καὶ ἡ πάνδημος ψηφοφορία.
§149ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ Ἀγγλία λοιπὸν δὲν ἔχει Σύνταγμα.
§150ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Τὴν Γαλλίαν καὶ Πρωσσίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν μὴ μᾶς τὰς φέρῃς ἐδῶ, ἐδῶ εἶναι ἡ Ἑλλάς, νομολογοῦμεν περὶ Ἑλλάδος (ἱλαρότης) καὶ Ἑλλήνων, δὲν νομολογοῦμεν περὶ Βέλγων καὶ Πρώσσων. Τί εἶναι, Κύριοι, τὸ πολίτευμα; τὸ πολίτευμα εἶναι τὸ συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς ἔκαμε καί κάμνει μετὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· τὸ πολίτευμα ποῖος τὸ ψηφίζει εἰς τὴν στιγμὴν ταύτην; τὸ ψηφίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ναὶ ἢ ὄχι;
§151ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§152ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Πενελλήνιον.
§153ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Πανελλήνιον, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἶναι σχολαστικὰ πράγματα.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, αἱ διακοπαὶ παρατείνουν τὴν συζήτησιν καὶ ἀφαιροῦν τὴν σοβαρότητα τῆς συζητήσεως.
§155ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ὁ Ἑλληνικὸς λοιπὸν σήμερον λαὸς ψηφίζει τὸ πολίτευμά του, ψηφίζων τὸ πολίτευμά του βεβαίως θέλει νὰ τὸ ἐξασφαλίσῃ, πῶς, Κύριοι, νὰ τὸ ἐξασφαλίσῃ; Σᾶς παρακαλῶ, ἐξασφαλίζει τὸ πολίτευμα μερικῶς ἀπὸ τοὺς μὲν ἢ ἀπὸ ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ἐὰν, Κύριοι, δὲν καθιερώσητε ἐν τῷ πολιτεύματι τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θέλετε τὴν ἔχει, βεβαιωθῆτε, ὅτι αὐτὴ ἡ καθολικὴ ψηφοφορία θέλει μεταβληθῆ διὰ τῶν μεταγενεστέρων νόμων, πᾶν ὅ,τι εἶναι καθιερωμένον ἐν τῷ πολιτεύματι, αὐτὸ μόνον θὰ μείνῃ ἀμετάβλητον· λοιπὸν πρέπει νὰ ἐμβῇ ἡ καθολικὴ ψηφοφορία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἂν δὲν καθιερωθῇ, σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ μεταβληθῇ. Κύριοι, ὅταν εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων ἐξασφαλίσωμεν διάφορα δικαιώματα τοῦ πολίτου Ἕλληνος, δὲν εἶναι καὶ αὐτὸ ἓν τῶν δημοσίων δικαίων τοῦ πολίτου νὰ ψηφοφορῇ αὐτὸς ὁ λαὸς ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν του, ὑπὲρ τῶν ἀντιπροσώπων του; καὶ ἄρα αὐτὸ ὡς καθολικὸν, ὡς δημόσιον δίκαιον πρέπει καὶ ἁρμόζει νὰ καταχωρηθῇ ἐν τῷ πολιτεύματι διὰ νὰ μένῃ ἀναλλοίωτον, νὰ μένῃ δικαίωμα ἀναφαίρετον ἀπὸ τὸν πολυπαθῆ Ἑλληνικὸν λαὸν, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸς ὁ λαὸς νὰ ἐκλέγῃ τὸν βουλευτήν του, τὸν πολίτην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπάγῃ νὰ ψηφίσῃ νόμους, θὰ ὑπάγῃ νὰ κρίνῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὁ ὁποῖος θὰ τοῦ ἐπιβάλῃ φόρους· πρέπει λοιπὸν αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ ᾖναι καθιερωμένον ἐν τῷ πολιτεύματι, ὄχι μόνον διὰ τὴν πάνδημον ψηφοφορίαν, νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ἄμεσος ψηφοφορία, διότι παρατηρήσατε, ὅτι ἕνας νόμος ἔχει διαφόρους διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ ᾖναι σπουδαῖαι καὶ ὄχι τόσον σπουδαῖαι· αἱ σπουδαιότεραι διατάξεις, αἱ κεφαλαιώδεις διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου εἶναι αὐτὰ τὰ δικαιώματα· ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἄμεσος ψηφοφορία· ἐκάματε ἔμμεσον ψηφοφορίαν, διεφθείρατε τὴν ἐκλογὴν, δὲν εἶσθε βέβαιοι, ἂν ᾖναι τὸ καθαρὸν ἀποτέλεσμα τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι αὐτὰ ὡς κεφαλαιώδη ζητήματα πρέπει νὰ τεθῶσιν ἐν τῷ πολιτεύματι, ἵνα ὁ μέλλων χρόνος μὴ δυνηθῇ νὰ τὰ ἀνατρέπῃ, νὰ μένουν ἱερὰ καὶ ἀναλλοίωτα, καὶ βεβαιωθῆτε, Κύριοι, Σᾶς ἀφαιροῦνται, ἂν σήμερον δὲν καθιεροῦνται· μὴ κάμητε τὰ πράγματα ἐπιπολαίως, μελετήσατε τὴν ἱστορίαν καὶ τὰ ἤθη καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομοθετεῖτε, ἀνεγνώσατε ἕνα συγγραφέα, τὸ λέγει αὐτὸς, ἄρα νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ἔχουν εἰς τὸ Βέλγιον, νὰ τὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα! Ἄν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐὰν τὸ δώσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν ἠμποροῦμεν ποτὲ νὰ ἀρνηθῶμεν μετὰ 5, 10, 20 ἔτη, ἀρνούμενοι τοῦτο θὰ ἀρνηθῶμεν τὴν πρόοδον τὴν κίνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Λοιπὸν σήμερον καθιεροῦντες αὐτὸ, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν θὰ ἀλλάξῃ μετέπειτα διὰ τῆς ἐμμέσου ψηφοφορίας. Σᾶς λέγουν, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀμφισβητεῖται εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, πολλὰ ἔθνη ἔκαμον διαφόρους δοκιμασίας καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν αὐτὴν ποτὲ εἶχον τὴν ἄμεσον, ποτὲ τὴν ἔμμεσον· ὅταν εἶχον τὴν ἄμεσον, ἐνόμισαν ὅτι ἔσωσαν τὴν Γαλλίαν, ὅτι ἔκαμον τὸν ἄριστον νόμον· δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ ἐννόησαν τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔπεσαν, διότι εἰς τὴν ἔμμεσον ψηφοφορίαν ὑπάρχουν δύω ψηφοφορίαι, ὑπάρχει μία ψηφοφορία, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζεις ἂν ᾖναι εἰλικρινὴς, δὲν περιλαμβάνεται κατ’ εὐθεῖαν ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων. Ἡ ἄμεσος ψηφοφορία, Κύριοι, δύναται νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τοὺς γνησίους, τοὺς καθαροὺς Βουλευτὰς, τοὺς Βουλευτὰς, οὓς θέλει ὁ λαός. Καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἄλλο σύστημα, ἵνα μὴ ἡ ἐξουσία σκανδαλίζῃ εἰς τὸ μέλλον, διότι, Κύριοι, ἡμεῖς ἐδῶ νομοθετοῦμεν τὸ πολίτευμα, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλας τὰς ὑποψίας. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει νὰ ᾖναι πάντοτε ἐμπνευσμένος μὲ ὑπονοίας κατὰ τῆς ἐξουσίας. Ἡ ἄμεσος ψηφοφορία θέλει παρουσιάσει εἰς τὸ κοινὸν ἄνδρας ἀνεξαρτήτους, ἄνδρας ἀκραδάντων χαρακτήρων. Πρέπει τὴν ἄμεσον ψηφοφορίαν νὰ τὴν καθιερώσητε ἐν τῷ πολιτεύματι, ἵνα τὴν καταστήσητε ἀίδιον, τώρα εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀντικρούσω τοὺς λόγους τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος Κ. Κοκκίνου.........
§156ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι, ὄχι.
§157ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ἂν ἡ Συνέλευσις λοιπὸν νομίζῃ, ὅτι τοὺς θεωρεῖ ἀναξίους ἀντικρούσεως, καταπαύω ἐνταῦθα τὸν λόγον μου.
§158ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ θέσις μου, Κύριοι, εἶναι ὁμολογουμένως δύσκολος, δὲν εὑρίσκω ἐν ἐμοὶ ἀρκετὴν δύναμιν, ὥστε ν’ ἀναιρέσω ἀκαταμάχητον ἰσχὺν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ προαγορεύσας δεινὸς ῥήτωρ ἐπεσώρευσεν ὑπὲρ τῆς γνώμης του. Πῶς θέλετε τῳόντι νὰ πολεμήσω τὸ τρομερὸν ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ καθολικὴ ψηφοφορία εἶναι ὁ ἀκράδαντος στύλος τοῦ Συντάγματος, τοῦ πολιτεύματος; ὁ ῥωμαλαῖος προαγορεύσας δι’ ἑνὸς μόνον βαρέος κτύπου κατώρθωσε νὰ καταῤῥίψῃ δύω Συντάγματα, τῆς Ἀγγλίας καὶ τοῦ Βελγίου, τὰ ὁποῖα στεροῦνται αὐτοῦ τοῦ πολυτίμου στύλου, τὰ ὁποῖα ὁ κοινὸς κόσμος ἐθεώρει ὡς πολὺ στερεὰ συντάγματα. Ἔπειτα, Κύριοι, δὲν εἶχον βλέπετε, καὶ καιρὸν νὰ μελετήσω ἐπισταμένως καὶ πραγματικῶς, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, τὸ ζήτημα, συνδέων αὐτὸ μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐξεύρωμεν ἐν μιᾷ στιγμῇ τὴν πραγματικὴν τοῦ τόπου κατάστασιν, χωρὶς νὰ μελετήσωμεν τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν, τὰ ἰδέας, τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἀνάγκας του; Διὰ τὸν Κ. Παντολέοντα διαφέρει· ὁ Κ. Παντολέων εἶναι εἰς ἄμεσον καὶ διηνεκῆ σχέσιν καὶ συνάφειαν μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· καὶ ἐσπούδασεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰς πραγματικάς του ἀνάγκας (γέλως).
§159ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ἐγὼ ἠγωνίσθην ἀείποτε ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.... (θόρυβος).
§160ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν κατώρθωσα, Κ. Παντολέων, νὰ σᾶς ἐννοήσω ἀγορεύοντα, φαντασθῆτε ἂν δύναμαι νὰ σᾶς ἐννοήσω διακόπτοντα. Εὐτυχῶς, Κύριοι, δι’ ἐμὲ ὑπάρχει μία διέξοδος, ὅτι δὲν πρόκειται τώρα περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος.
§161ΜΑΚΡΗΣ. Περὶ τῆς οὐσίας πρόκειται, περὶ ἐξασφαλίσεως.
§162ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας, καὶ ἂς φωνάζουν ὅσον θέλουν· δὲν πρόκειται τῳόντι ν’ ἀποφανθῶμεν σήμερον ἂν πρέπῃ νὰ δεχθῶμεν τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν ἢ τὴν περιωρισμένην· τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο, καὶ πρέπει νὰ τεθῇ καθαρῶς. Ἡ καθολικὴ ψηφοφορία πρέπει ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὡς ἀξίωμα πολιτικὸν, ὡς δόγμα ἀναλλοίωτον, ναὶ, ἢ ὄχι; ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πλεονεκτήματα, ἢ μειονεκτήματα τοῦ συστήματος τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, κατ’ ἀντιπαραβολὴν πρὸς τὸ ἀντίθετον σύστημα. Τοῦτο τὸ ζήτημα θὰ ἐξετάσῃ ἡ Συνέλευσις, ὅταν συζητήσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἐπεθύμουν λοιπὸν οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες εἰς τοῦτο ἰδίως νὰ ἐξαντλήσωσι ὅλην τὴν ῥητορικήν των δεινότητα, εἰς τὸ νὰ μᾶς ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ καθολικὴ ψηφοφορία εἶναι ἀξίωμα πολιτικὸν ἀναλλοίωτον, ἀρχὴ ἀπόλυτος, ἡ ὁποία ἔχει ἰσχὺν ἐν παντὶ χρόνῳ καὶ νῦν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ οὗτοι ἐξήντλησαν τὰ ἐπιχειρήματά των, ἵνα μᾶς πείσωσι περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Καὶ τίς πολεμεῖ αὐτήν; Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ παρόντος κατάστασιν, μὲ τὸ ἐπικρατοῦν φορολογικόν της σύστημα, δὲν δύναται εἰμὴ κατ’ ἀνάγκην νὰ παραδεχθῇ τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν. Ἀποκρούω ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν ψευδῆ ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ καθολικὴ ψηφοφορία εἶναι ἀξίωμα πολιτικὸν καὶ συμβαδίζει ἀείποτε μὲ τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν. Ἡ ἱστορία, αὐτὴ ἡ σύγχρονος ἱστορία τὴν διαψεύδει. Διὰ τὶ κλείετε τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ δὲν βλέπετε τῆς ἐποχῆς σας τὰ γεγονότα; διατὶ δὲν βλέπετε, ὅτι τὸ φιλελευθερώτερον τῶν ἐθνῶν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς χθὲς ἵστατο εἰς τὴν ἐμπροσθοφυλακὴν τῆς ἐλευθερίας, διὰ τῆς γενικῆς ψηφοφορίας κατῆλθεν εἰς τὸν ἀπολυτισμόν; διατὶ δὲν βλέπετε τὴν Αὐτοκρατορίαν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ἀκραδάντου στύλου; Τὰ πράγματα λοιπὸν διαψεύδουν τὴν θεωρίαν σας· ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀπαραίτητον προσὸν τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας, ὄχι· ὁ Κ. Κόκκινος σᾶς εἶπεν ὀρθότατα, ὅτι ἡ καθολικὴ ψηφοφορία εἶναι μέσον, καὶ πᾶν πλέον μέσον τὸ ὁποῖον σήμερον ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι κατάλληλον νὰ σᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν, αὔριον δύναται νὰ καταντήσῃ ἄχρηστον καὶ ἀκατάλληλον. Τοιαῦτα εἶναι πάντα τὰ μέσα· ἔχουσι ζωὴν προσωρινὴν καὶ ὅλως σχετικὴν μεταβαλλόμενα ἐν χρόνῳ, καὶ δὲν μένουν πάντοτε, ὡς αἱ ἀρχαὶ ἀναλλοίωτοι, ἀΐδιοι, ἀμετάβλητοι. Ἀλλὰ τοὺς ἐννοῶ· ἐλαύνονται ὑπὸ ἀκρατήτου δυσπιστίας, ἡ ὁποία κατήντησε δι’ αὐτοὺς πάθος· δυσπιστία πρὸς τὴν ἐξουσίαν, δυσπιστία πρὸς τὴν Βουλὴν, δυσπιστία πρὸς τὸν λαὸν, δυσπιστία πρὸς ἡμᾶς αὐτούς. Ἰδοὺ τὸ πολιτικόν των σύστημα· ὡραῖον σύστημα τὸ στηριζόμενον εἰς τὴν δυσπιστίαν πρὸς τὸν λαὸν καὶ ζητοῦν νὰ τὸν δεσμεύσῃ ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ. Καὶ σεῖς τίνες εἶσθε λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι, διότι ποθεῖτε τὴν ἐλευθερίαν, ἀξιοῦτε νὰ τὴν ἐπιβάλετε εἰς τὸν λαὸν, δυσπιστεῖτε ὅτι τὴν θέλει; (θόρυβος.) Θορυβεῖτε, δὲν αἰσθάνεσθε λοιπὸν, ὅτι δυσπιστεῖτε καὶ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, οἵτινες θὰ ψηφίζουν τοὺς νόμους, καὶ πρὸς τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος θὰ τοὺς στέλλῃ, καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, οἵτινες αὔριον θὰ ψηφίσετε τὸν ἐκλογικὸν νόμον; Δυσπιστοῦντες δὲ τί πράττετε; ἀγωνίζεσθε ν’ ἀναγράψητε τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ ὀργανικοῦ νόμου εἰς τὸ Σύνταγμα, νομίζοντες, ὅτι οὕτω τὰς σώζετε ἀπὸ τὸν κίνδυνον· λάβετε τότε ὅλας τὰς διατάξεις τῶν ὑπαρχόντων νόμων καὶ ἀναγράψατέ τας εἰς τὸ Σύνταγμα, ἔπειτα δὲ ἐξαπλωθῆτε ἀμέριμνοι καὶ κοιμηθῆτε ὑπὸ μανδραγόραν· θὰ ᾖναι ἠναγκασμένος νὰ μένῃ ἐλεύθερος ὁ Ἑλληνικὸς λαός! Αἴ, Κύριοι, ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ πλέον ζηλότυπος ἐρωμένη· ἀπαιτεῖ διηνεκῆ, ἀδιάλειπτον θεραπείαν καὶ προσοχήν· ὁ λαὸς, ὅστις νομίζει, ὅτι ἠσφάλισε τὰς ἐλευθερίας του καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιβουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων του καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν του ἀκηδίαν, διότι κατόρθωσε νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὸ Σύνταγμα τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῶν νόμων του, ὁ λαὸς οὗτος δὲν εἶναι ἄξιος ἐλευθερίας. Καὶ ὅταν λαός τις δὲν ᾖναι πραγματικῶς ἄξιος ἐλευθερίας, 5, ἤ 10 ἤ 100 ἤ 1000 δὲν θὰ τοῦ τὴν ἐπιβάλουν. Ἡ ἐλευθερία δὲν ἐπιβάλλεται, ὄχι· ἡ ἐλευθερία βιάζεται, ὅπως ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, βιασταὶ τὴν ἁρπάζουσιν. Ἐλευθερίαν λοιπὸν πραγματικὴν θὰ ἔχητε μόνον, ἐὰν ἐξακολουθῆτε ἀδιακόπως ἀγρυπνοῦντες, προσέχοντες καὶ ἐπιτηροῦντες τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας θὰ καταστήσετε, ὄχι δὲ περιορίζοντες ἐκ τυφλῆς δυσπιστίας τὴν ἐλευθέραν αὐτῶν ἐνέργειαν. Τί πράττετε δὲ διὰ τῆς μανίας τοῦ ν’ ἀναγράψητε εἰς τὸ Σύνταγμα τὰς ὀργανικὰς διατάξεις τῶν νόμων; Δεσμεύετε ἀσυνέτως τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἔθνους, καὶ διακωλύετε τὴν κανονικὴν ἀνάπλασιν τοῦ βίου του. Νομίζετε, ὅτι κατέχετε σεῖς ὅλην τὴν ἀλήθειαν, ὄχι τὴν σχετικὴν, ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτον, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖτε νὰ ἐμποδίσητε πᾶσαν μεταβολὴν εἰς τὴν Νομοθεσίαν· εἰσάγετε οὕτως εἰς τὴν πολιτείαν τὸν θάνατον, ὄχι τὴν ζωὴν, τὴν στασιμότητα, ὄχι τὴν κίνησιν. Διὰ τοῦ τρόπου δὲ τούτου ἠξεύρετε τί κάμνετε; Ὑποσκάπτετε τὰ θεμέλια τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον τόσον ἐρωτικῶς ἀγαπᾶτε, γεννῶντες αὐτῷ ἐχθροὺς, καὶ ἐχθροὺς τοὺς φοβερωτέρους. Ποίους; Τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Ὅταν ἐμποδίσητε τὴν μεταβολὴν τῶν κειμένων νόμων· καὶ τὴν ἐμποδίζετε καθιεροῦντες ὅλας τὰς γενικὰς αὐτῶν ἀρχὰς ἐν τῷ Συντάγματι, νομίζετε ὅτι θὰ ἐμποδίσητε τὸ Ἔθνος νὰ βαδίσῃ καὶ ἀναπτυχθῇ; ὄχι, Κύριοι. Τὸ Ἔθνος θὰ προχωρήσῃ. Τί θὰ γίνῃ ὅμως; ἐπειδὴ θὰ βλέπῃ, ὅτι δὲν ἔχει νόμιμον διέξοδον ἡ ἀνάπτυξίς του, θὰ συντρίψῃ τὰ δεσμὰ, καὶ θὰ θραύσῃ τὰ προσκόμματα. Γεννᾶτε λοιπὸν κινδύνους εἰς τὴν πολιτείαν, διατί; διότι τυφλῶς δυσπιστοῦντες θέλετε νὰ μεταφέρετε εἰς τὸ Σύνταγμα ἀρχὰς καθαρῶς ὀργανικὰς, λησμονοῦντες, ὅτι αὗται ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενον νόμων, μεταβαλλομένων ἑκάστοτε κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἔθνους, διότι οἱ ὀργανικοὶ νόμοι εἶναι ὡς τὰ ἐνδύματα τῶν Ἐθνῶν, μεταβαλλόμενα κατὰ τὴν ἡλικίαν αὐτῶν, καὶ ῥιπτόμενα ἅμα παλαιωθῶσιν, ὡς ἄχρηστα ῥάκη.
§163ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Προσθέτατε, ὅτι τὰ ἐνδύματα εἶναι καὶ κατὰ τὴν ἡλικίαν.
§164ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοῦτ’ αὐτὸ εἶπον, Κ. Σαρίπολε. Ἂς μείνωμεν λοιπὸν, Κύριοι, εἰς τὰ ὅρια τοῦ ὀρθοῦ, τοῦ νομίμου, τοῦ δυνατοῦ, ἀναγράφοντες εἰς τὸ Σύνταγμα μόνον γενικὰς ἀρχὰς ἀναλλοιώτους, ἀξιώματα πολιτικὰ, διότι προβαίνοντες περαιτέρω, ἐκφεύγομεν ἀπὸ τῆς ἀληθείας, καὶ ῥίπτομεν τὴν πολιτείαν εἰς ἀτοπήματα, εἰς κινδύνους, καὶ εἰς τὸ χάος (εὖγε).
§165ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν, Κύριοι, νὰ εἴπω πολλὰ, θὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀναλλοίωτος ἀρχὴ εἶναι ἡ καθιέρωσις τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἐν Ἑλλάδι· διότι δὲν θὰ ἔχωμεν γνησίους ἀντιπροσώπους, ἐὰν δὲν καθιερωθῇ ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, ἀλλ’ ἀφήσωμεν τὸ τίμημα. Οὐδὲ ὅμως, Κύριοι, εἶναι ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, ἄνευ τῆς κρυπτῆς ψηφοφορίας· διότι ἄλλως οὐδὲν θὰ ἔχωμεν ἀποτέλεσμα. Προτείνω λοιπὸν Καθολικὴν, κρυπτὴν, διὰ κυάμων ψηφοφορίαν.
§166ΛΟΥΖΗΣ. Ἤθελον ἐννοήσει Κύριοι! εὐκόλως μίαν οἱανδήποτε διχογνωμίαν ἐπὶ τοῦ ἀληθῶς σοβαροῦ τούτου ζητήματος —τοῦ σοβαρωτέρου ἀφ’ ὅσα μέχρι τοῦδε ἐσυζητήσαμεν, καθότι, πρὸς τοῖς ἄλλοις, μέγα μέρος τῶν πολλῶν ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐσυζητήθησαν, ἐν θεωρίᾳ ἐσυζητήθησαν, τοῦτο δὲ καὶ ἐν πράξει δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, καθότι ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τὸ μέγα πλεονέκτημα τῆς πείρας—ἤθελον, λέγω, ἐννοήσει εὐκόλως μίαν οἱανδήποτε διχογνωμίαν ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου ζητήματος, ἐὰν δὲν ἤθελον προηγηθῆ ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως, αἱ ὁποῖαι τρόπον τινὰ μᾶς δεσμεύουσι, καὶ ἂν εἰς αὐτὸ τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, δὲν ὑπῆρχον ἄλλαι διατάξεις ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀπεφάνθημεν εἰσέτι, οὐχ ἧττον παρ’ ἡμῶν ἐξαρτᾶται νὰ τὰς παραδεχθῶμεν ἢ τροπολογήσωμεν. Πρέπει νὰ δεικνυώμεθα συνεπεῖς μὲ τὰς προηγουμένας ἀποφάσεις μας. Ἡμεῖς Κύριοι! ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀρχῆς ἐδείξαμεν, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, ἄκραν δυσπιστίαν, ψηφίζοντες τὸ σύνταγμα· ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἴχαμεν καὶ ἄδικον νὰ μὴ δυσπιστῶμεν; διότι τὸ ζήτημα εἶναι οὐχὶ ἐὰν δυσπιστοῦντες ψηφίζομεν, ἀλλ’ ἐὰν οὕτω πως ψηφίζοντες ἔχομεν ἄδικον. Μᾶς ἠνάγκασεν εἰς τοῦτο ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος, καὶ ἡ ἀκροτάτη ἀνάγκη, ἵνα, κατὰ τὸ ἐφικτὸν, ἐξασφαλίσωμεν τὸ μέλλον. Ἐκ τοῦ πνεύματος τῆς δυσπιστίας ὁδηγούμενοι, ὅτε τὰ περὶ ἀτομικῆς ἐλευθερίας ἐκανονίζομεν, ἠναγκάσθημεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ σύνταγμα δικονομικοὺς τύπους, καθιεροῦντες οὕτω πως τὸ ἀναλλοίωτον αὐτῶν. Ἅπαντες συνησθάνθημεν τότε, ὅτι αἱ ἀποφάσεις μας ἔχουν τὴν ὀσμὴν ποινικῆς δικονομίας μᾶλλον ἢ συνταγματικοῦ θεσμοῦ, καὶ μολοντοῦτο ἅπαντες εἴπομεν ὄχι, πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς τὸ Σύνταγμα· τὸ παρελθόν μας εἶναι διδάσκαλος, καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ ὠφελούμεθα ἀπὸ τὰ μαθήματα τοῦ παρελθόντος· βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἅπασα ἡ Συνέλευσις καθιέρωσε τὴν ἀρχὴν τῆς δυσπιστίας, καὶ ὀρθῶς καὶ δικαίως ἔπραξεν. Ἐκτὸς δὲ τῶν δικονομικῶν ἐκείνων διατάξεων, παρεδέχθημεν καὶ καθιερώσαμεν ἤδη καὶ ἄλλας ἀρχὰς· εἴπαμεν, ἀπεφασίσαμεν, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ τὸ τοῦ συνεταιρίζεσθαι· καθιερώσαμεν δηλ. ἀναλλοιώτως ἐν τῷ Συντάγματι τὰ ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Ἕλληνος ἀναφαίρετα ταῦτα δίκαια. Καὶ ἠθέλαμεν εἶσθαι συνεπεῖς, Κύριοι, ἂν, ἐνῷ ἅπαντες ἀναγνωρίζομεν καὶ ἀσπαζόμεθα μίαν ἀκροτάτην ἀρχὴν, ἐνῷ τῆς ἀναγνωρίσεώς μας ταύτης αἰτία εἶναι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς δυσπιστία μας, ἠθέλαμεν, λέγω, εἶσθαι συνεπεῖς, ἠθέλαμεν εἶσθαι δικαιολογημένοι ἂν τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν ἐκαθιερόναμεν ἀναλλοιώτως ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος; ἰδοὺ ποῦ ἵσταται τὸ ζήτημα. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον, ἐὰν καλὴ ἢ κακὴ εἶναι ἡ καθολικὴ ψῆφος, καθότι, πρὸς τοῖς ἄλλοις, οὐδὲ ἁρμόδιοι, οὐδὲ κἂν ἐπιτρέπεται, ἵνα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἀποφανθῶμεν ἡμεῖς, οἵτινες εἴμεθα τὸ ἀπαύγασμα τῆς καθολικῆς ψήφου· ὄχι, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ θέσωμεν εἰς ἀμφιβολίαν τὸ ἀναφαίρετον τοῦτο τοῦ λαοῦ δικαίωμα χωρὶς ν’ ἀρνηθῶμεν αὐτὴν τὴν καταγωγήν μας. Δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ζήτημα καὶ δὲν θέλει ποτὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, τοὐλάχιστον εἰς τὴν γενεάν μας ταύτην, παρέξει ἀντικείμενον συζητήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,— τὸ ζήτημα εἶναι, πῶς νὰ προφυλάξωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, διότι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, εἶμαι ἀδιάφορος ἂν μία ἐκλογικὴ ἐπιτροπὴ θὰ ἀπαρτίζηται ἐκ δύο ἢ τριῶν ἀτόμων, ἢ ἂν διὰ τῆς δεξιᾶς ἢ διὰ τῆς ἀριστερᾶς χειρὸς θὰ ψηφίζουν οἱ ἐκλογεῖς, τοῦτο, ἂν τυχὸν δὲν κανονισθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως δύναται νὰ κανονισθῇ ὑπὸ τῆς μελλούσης Βουλῆς· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι ἀδιάφορος, χωρὶς νὰ προδώσω, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, τὴν ἐντολήν μου, δὲν δύναμαι λέγω νὰ ἦμαι ἀδιάφορος ὡς πρὸς τὴν καθιέρωσιν τῆς ἀρχῆς ἐν τῷ Πολιτεύματι, καθότι μόνη ἡ καθιέρωσις αὕτη καθίστησιν αὐτὴν ἀναλλοίωτον καὶ σεβαστὴν ἐκ μέρους τῶν ἐπερχομένων Βουλῶν. Δὲν ἀγνοῶ, Κύριοι! τὰς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου διαφόρους θεωρίας, ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται ἵνα διὰ θεωριῶν καὶ συστημάτων λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἐν τῷ Πολιτεύματι ἀναγραφῆς τῆς ἀρχῆς. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἤκουσα πολλάκις ἐπαναλαμβανομένας λίαν εὐφυῶς ὡραίας θεωρίας, καὶ τὸ μνημονικὸν καὶ τὸ εὐφυὲς τῶν ῥητόρων ἐμακάρισα, ἄκραν τηρήσας σιωπήν. — Δὲν ἀγνοῶ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀντίθετοι θεωρίαι καὶ συστήματα ἐπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀντικειμένου, δὲν ἀγνοῶ τὶ πράττει ἡ Ἀγγλία, τὸ Βέλγιον καὶ Πρωσσία, τὶ πράττει ἡ Ἀμερικὴ, ἀλλὰ θεσμοθετοῦμεν ἆρά γε ἡμεῖς διὰ τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος, διὰ τοὺς Βέλγους, διὰ τοὺς Πρώσσους, διὰ τοὺς Ἀμερικανούς; Καὶ ἂν δὲν θεσμοθετῶμεν δι’ αὐτοὺς, ἀλλὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐρωτῶ εἰς ποῖον σημεῖον θέλομεν περιέλθει, ἂν παραγκωνίζωμεν τὴν πεῖραν καὶ τὴν πραγματικότητα, παρακολουθήσωμεν τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα θεωρίαν; ἄβυσσος, κύριοι, πρὸ τῶν ποδῶν μας ἀνοίγεται, ἂν ὡς κανὼν τῶν θεσμοθετημάτων μας δὲν χρησιμεύσῃ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος καὶ αὐτὴ ἡ πραγματικότης. Ὑπάρχει Κύριοι! εἰς τὸ τέλος τοῦ συντάγματος διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ἡ ἀναθεώρησις αὐτοῦ μετὰ τὴν τριακονταετίαν· δυνάμεθα νὰ συντέμνωμεν τὸν χρόνον· δὲν ἐπελήφθημεν εἰσέτι τῆς διατάξεως ἐκείνης· δυνάμεθα νὰ συντέμνωμεν τὸν προτεινόμενον τῆς ἀναθεωρήσεως χρόνον θὰ, φέρῃ ἆρά γε ἀλλότρια ἀποτελέσματα ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐντὸς τοῦ Συντάγματος; ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως θὰ μᾶς διδάξῃ ἡ πεῖρα τῶν 10, τῶν 12 ἐτῶν πρὸς διόρθωσιν τοῦ τυχὸν προκυψομένου κακοῦ. Ἀλλὰ μὴ λησμονήσητε Κύριοι! ὅτι ἐὰν οἱ ὄντως φιλοπάτριδες ἄνδρες τοῦ 1844 δὲν ἤθελον λησμονήσει τὴν καθιέρωσιν τῆς θεσμοθεσίας ταύτης, πολλὰ κακὰ ἤθελον ἐπέλθει βεβαίως εἰς τὸ ἔθνος.
§167ΤΙΝΕΣ. Τὴν ἔχουν τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν.
§168ΛΟΥΖΗΣ. Ἂν ἤθελον καὶ ἐκείνην τὴν περίπτωσιν ἐπιληφθῇ συγχρόνως τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ δημοτικοῦ νόμου, καὶ ἐκριζώσει τὴν πηγὴν ἐκείνην τοῦ κακοῦ, τὸ σύνταγμα τοῦ 1844 δὲν ἤθελε τοσοῦτον εὐκόλως παραβιασθῆ· ἐδυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν μομφήν τινα εἰς τὸ ἐθνικὸν ἐκεῖνο συνέδριον, κατὰ τὴν ἀσθενῆ γνώμην μου, αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλητέρα. Κύριοι! ἂς μὴ ἐπαναπαυώμεθα εἰς ὅ,τι θέλει γίνει μετὰ τὴν Συνέλευσιν, ἀλλ’ εἰς ὅ,τι αὐτὴ ἡ Συνέλευσις θέλει κάμει. — Καὶ ὡς πρὸς τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως οὐδόλως, Κύριοι, διστάζω· πλὴν καὶ κατὰ τοῦτο προσέξατε καλῶς, καθότι ναὶ μὲν ἡμεῖς ἴσως θέλομεν ψηφίσει τὸν δημοτικὸν καὶ ἐκλογικὸν νόμον, ἀλλὰ τὸ ἔργον μας καθ’ ὃ νομοθετικὸν, θέλει ὑπάγεσθαι εἰς ἀλλοιώσεις· ἑπομένως οὐδόλως καθησυχάζουσιν ἡμᾶς οἱ λέγοντες, ὅτι ἡμεῖς αὐτοὶ θὰ ψηφίσωμεν τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους, ἐντὸς τῶν ὁποίων θέλομεν καθιερώσει τὴν ἀρχὴν· ἀλλὰ Κύριοι! τὸ τοιοῦτον εἶναι αὐτόχρημα πλάνη, καθότι ὁ νόμος ἐκεῖνος, καί τοι ψηφιζόμενος παρ’ ἡμῶν, οὐχ ἧττον εἶναι νόμος Βουλευτικὸς καὶ μεταβλητέος. Ἡμεῖς καθιερώσαμεν ἤδη τὴν ἀρχὴν τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἔθνους, ἀνάγκη λοιπὸν, ἵνα ἐν τῷ συντάγματι καθιερώσωμεν καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἥτις δὲν εἶναι ἄλλον, εἰμὴ ἡ ἐξωτερίκευσις καὶ ἡ πραγματοποίησις τῆς κυριαρχίας. — Τὸ παρ’ ἡμῶν ψηφισθὲν ἄρθρον περιέχει τὴν θεωρίαν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἀποβαίνει ἀναγκαῖον, ἵνα καθιερωθῇ καὶ ὁ τρόπος δι’ οὗ ἐξωτερικεύεται καὶ ἐνεργεῖται ἡ ὑψηλοτάτη τοῦ λαοῦ βούλησις, ἀποβαίνει ἀναγκαῖον ἵνα εἰς τὴν θεωρίαν δώσωμεν ὕπαρξιν καὶ ζωήν. Τὸ ἐπαναλέγω, Κύριοι, εἰς ἡμᾶς δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον οὐδεμία συζήτησις ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς καθολικῆς ψήφου, καθότι αὐτὴ ἡ ἐξέτασις ἤθελεν εἶσθαι ἀναίρεσις τῆς γεννήσεώς μας. Καὶ περαιτέρω, φρονῶ ὅτι ἂν καὶ αὐτὴ ἡ γέννησίς μας ἦτο διάφορος, οὐχ ἧττον εἴχομεν καθῆκον νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἐν τῷ συντάγματι. Τί ἔκαμε, Κύριοι, τὸ παρελθὸν ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ; τί ἐν Ἑλλάδι; τί ἐδημιούργησε;
§169ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας διεφθάρη.
§170ΛΟΥΖΗΣ. Ὄχι, διὰ τῆς ἐμπαιξέως καὶ νοθεύσεως τοῦ δικαιώματος τῆς καθολικῆς ψήφου ἡ κοινωνία διεφθάρη.
§171ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§172ΛΟΥΖΗΣ. Τὸ κατεδολιεύθησαν οἱ ἀρχολίπαροι καὶ ἐνεπαίχθη πανταχόθεν αὐτὸς ὁ νόμος καὶ αὐτὴ ἡ καθολικὴ ψηφοφορία. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπητε ποίαν κοινωνίαν ἐμορφώσατε μὲ τὸ εἶδος ἐκεῖνο τῆς καθολικῆς ψήφου, ποίαν κοινωνίαν ἐμορφώσαμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Ἑπτάνησον μὲ τὴν ψηφοφορίαν τὴν περιωρισμένην, τὴν ὁποίαν εἴχαμεν; Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι κατὰ τοῦτο τοὐλάχιστον ὑπῆρξεν ἰσονομία μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν.
§173ΤΙΝΕΣ. Ἀφομοίωσις.
§174ΛΟΥΖΗΣ. Ἐντελεστάτη, διεφθείραμεν τὴν κοινωνίαν καὶ ἐκ τῆς διαφθορᾶς ταύτης ἐνταῦθα μὲν ἑνώθησαν ὀλίγαι τινὲς ὁμάδες, ἐκεῖ ἐσώθη τὸ μεγαλήτερον σῶμα τῆς κοινωνίας, ἅπαντες οἱ ἀγράμματοι μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγεται πλῆθος ἐντίμων οἰκοκυρίων ἐκείνης τῆς κοινωνίας, διότι ἀπεκλείσθησαν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, διότι κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον ἀπῃτεῖτο καὶ τὸ προσὸν τῆς γραφῆς. Ἐγὼ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ δημοτικοῦ νόμου ἐξέφρασα τὴν ἰδέαν, ἵνα ἐγγραφῇ εἰς τὸν νόμον τὸ προσὸν τοῦτο, καὶ οἱ ἔντιμοι συνάδελφοί μου τὸ συμμερίζοντο, ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἀπέκρυψα καὶ τὰς πλημμελείας καὶ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς πείρας ἐγίνωσκον. Εἶπα φανερὰ πρὸς τοὺς συναδέλφους μου, προσέξατε καλῶς μὴ διὰ τοῦ προσόντος τούτου ἀποκλείσωμεν τοὺς ἐντίμους οἰκοκυραίους, καὶ παραδεχθῶμεν τοὺς καφετζῆδας, μὴ ἀποκλείσωμεν τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς κοινωνίας, τὸ ὁποῖον δὲν ἔβαψε τὴν χεῖρα εἰς τὴν κατάχρησιν, ἀλλ’ ἔμεινεν ἀμίαντον, παρθένον, ἀμιγὲς εἰς τὴν καταδολίευσιν τοῦ νόμου, καὶ εἰς τὴν διαφθοράν· ὄχι, Κύριοι, τὶ λέγω; ἂς καθιερώσωμεν ἐνταῦθα τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἂς καθιερώσωμεν ἐνταῦθα τὸ συνοικέσιον τῶν δύω τούτων τάξεων, ἐκείνης, ἥτις ἔμεινεν ἀμιγὴς εἰς τοὺς δόλους καὶ ἐμπαιγμούς, μὲ ἐκείνην, ἥτις εἶχε διαφθαρῆ, καὶ ἴσως, Κύριοι, ἡ ἠθικότης τῆς μιᾶς θέλει νικήσει τὴν ἄλλην καὶ θέλει σώσει τὴν κοινωνίαν. Ναὶ, τὸ ἐλπίζω, διότι εἶναι ἡ μερὶς ἐκείνη τῆς ὁποίας τὸ ἀνήθικον μέρος ἔχει συνεχεστέραν ἀνάγκην, εἶναι οἱ οἰκοκυραῖοι. Ἡ καθολικὴ ψηφοφορία λοιπὸν ὄχι μόνον εἶναι ἀσπαστὴ, ὄχι μόνον δὲν ὑπάγεται σήμερον εἰς ἀμφισβήτησιν, ἀλλ’ ἕκαστος φιλόπατρις ἱερὸν ἔχει καθῆκον ἵνα καθιερώσῃ αὐτὴν ἐντὸς τοῦ συντάγματος· καὶ ἐπεθύμουν, Κύριοι, ὥστε νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς τοῦτο μόνον, ἐπεθύμουν νὰ καθιερώσωμεν ὡς ἀρχὴν, ἐννοεῖται ἀνθρώπινον, μεταβλητὴν, καθότι καὶ ἡμεῖς διὰ τοῦ συντάγματος παραδεχόμεθα τὸ μεταβλητὸν, νὰ καθιερώσωμεν καὶ τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν.
§175ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§176ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐξ ἐφόδου τὰ τοιαῦτα δὲν πέρνονται.
§177ΛΟΥΖΗΣ. Ἀκούω φωνὴν λέγουσαν, τὰ τοιαῦτα δὲν πέρνονται ἐξ ἐφόδου.
§178ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Διὰ κυάμων.
§179ΛΟΥΖΗΣ. Αὐτὸ ἐννοῶ. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ἐξ ἐκείνων οἵτινες ἐξ ἐφόδου συνειθίζουσι νὰ ἐπιπίπτωσιν ἐπὶ τῆς συνελεύσεως, ὅπως ἀφαρπάσωσι τὴν ψῆφόν της· ἐξαιρουμένων τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, εἰς τὰ λοιπὰ ἐτήρησα σιωπὴν μεγαλητέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ὁ πατὴρ τῆς προδρόμου, ἄλλως τε οὐδὲ κἂν περίπτωσις ἦτον ἵνα ἐξ ἐφόδου λυθῇ τὸ ζήτημα, καθότι ὅτε εἶπον διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, καὶ ἐννόουν τὴν διὰ κυάμων, δὲν εἶπον πρᾶγμα νέον, ἀλλὰ καλῶς γινωσκόμενον ὑπὸ πάντων, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐσυζητήσαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ τὸ παρεδέχθημεν ὁμοφώνως, καὶ προσηγάγομεν νομοσχέδιον ἐν ᾧ καθιεροῦται ὁ τρόπος οὗτος τῆς ψηφοφορίας.
§180ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§181ΛΟΥΖΗΣ. Ἐπεθύμουν λοιπὸν, ὅπως ἐκλείψωσι τὰ ἄτοπα, διὰ τὰ ὁποῖα τοσοῦτον παραπονούμεθα, νὰ καθιερωθῇ ἐν τῷ συντάγματι καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς. Ἂς μὴ λησμονήσωμεν τοῦ μεγάλου ἐκείνου λογίου τοῦ Λεϊβνιτίου «τὸ παρὸν εἶναι γέννημα τοῦ παρελθόντος καὶ ἔγκυον τοῦ μέλλοντος», ἐπιθυμῶ διδασκόμενοι ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος νὰ ἐγγαστρωθῶμεν μόνην τὴν ἀλήθειαν, ὅπως ὀψέποτε μόνην τὴν ἀλήθειαν κυήσωμεν—νὰ εὐεργετήσωμεν ὡς ἀληθῶς τὸ ἔθνος διὰ τῆς ἠθικοποιήσεως, εἰς αἰώνιον καταδικάζοντες θάνατον τοὺς φαύλους (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα εἰς τὸ ἀκροατήριον).
§182ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς γνωστοποιῶ, ὅτι ἡ μία τροπολογία γεννᾷ τὴν ἄλλην.
§184ΔΙΟΜ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἔλαβα τὸν λόγον.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Πύρλας μοὶ παρέδωκε πρὸ μικροῦ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν.
§186ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ Κ. Διομήδης θέλει νὰ ὁμιλήσῃ (θόρυβος).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δηλιγιάννης θέλει νὰ ὁμιλήσῃ.
§188Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὀφείλω, Κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύω λέξεις εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὄχι, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἐπηρεάσω τὰς πεποιθήσεις τῶν ἐντίμων συναδέλφων μου πληρεξουσίων, διότι βλέπω αὐτὰς ἐσφαλμένας, ἀλλὰ μόνον ἵνα διασώσω ἱστορικῶς τὴν πεποίθησιν, ἣν μελέτη τοῦ ζητήματος ἀφῃρημένη, μελέτη προελθοῦσα καὶ κατ’ ἐφαρμογὴν ἐπὶ τὰ πράγματα, μοὶ ἐγέννησε. Τοσοῦτον δὲ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα τοῦτο μετ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ἐν ἄλλῃ ἐπικρατείᾳ ἦσαν ἐντεταλμένοι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐπικρατείας ἐκείνης νὰ ἐφαρμόσουν τὸ σύστημα ἐκεῖνο· οἱ λόγοι μου, τοὺς ὁποίους ἐπρότεινα πρὸς αὐτοὺς, ἦσαν τοιοῦτοι, ὥστε τοὺς ἠνάγκασα νὰ σιωπήσουν. Ἐννοῶ, Κ. Πρόεδρε, ὅτι μοὶ εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ ἔλθω ἀγορεύων μετὰ τὸν ἔντιμον Κ. Λούζην· μοὶ εἶναι ἀκόμη λίαν δύσκολον νὰ ἔλθω καὶ φέρω ἀντιῤῥήσεις εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν πανταχόθεν βλέπω τὴν διάθεσιν νὰ ἀφίνηταί τις εἰς τὸ ῥεῦμα τοῦ καιροῦ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ δημόσιος ἄνθρωπος, ὅταν ἔχῃ πεποιθήσεις χωριστὰς καὶ ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ῥεύματος, πρέπει νὰ ἀνθίσταται, καὶ νὰ τὰς λέγῃ, ἵνα μὴ φέρῃ ἐπὶ τῶν ὤμων του ὡς ἄτομον τὴν εὐθύνην.
§189ΛΟΥΖΗΣ. Ὁμιλεῖτε ὡς ὑπουργός;
§190Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§191ΛΟΥΖΗΣ. Ἤκουσα, δημόσιος ἄνθρωπος.
§192ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἐδήλωσα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτε τὸ πρῶτον ὡμίλησα ἐπὶ διατάξεων τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὁσάκις ἀγορεύω ἐπὶ τοῦ σχεδίου ἀγορεύω ὡς πληρεξούσιος ἀπεκδυόμενος τὴν ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν τυχαίως φέρω κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην. Εἶπον δὲ ὡς δημόσιος ἄνθρωπος, διότι οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ φέρῃ δημόσιον χαρακτῆρα καὶ ἐντολὴν παρὰ ὁ ἀντιπροσωπεύων τὴν κοινωνίαν.
§193ΛΟΥΖΗΣ. Ζητῶ συγγνώμην, Κ. ὑπουργὲ, ἐγὼ περιέπεσον εἰς σφάλμα.
§194ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Μίαν ἀντίθεσιν, Κύριε Πρόεδρε, συμπερασμάτων παρατηρῶ μεταξὺ τοῦ συμπεράσματος, ὅπερ συνήγαγεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, καὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον θέλω συναγάγει καὶ ἐγώ· ὅ,τι δὲ εἶναι πλέον ἄξιον παρατηρήσεως εἶναι, ὅτι ἡ ἀντίθεσις αὕτη τῶν συμπερασμάτων προέρχεται καὶ ἀπὸ πεῖραν ἀντίθετον. Ὁ Κ. Λούζης, ὅστις ἀνήκει εἰς τὴν πρώην Ἰόνιον πολιτείαν, ὅστις εἶδε ἐφαρμοζόμενον ἐκεῖ σύστημα ἐκλογικοῦ νόμου, μὴ καθιεροῦντος τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, ἔλαβε πεῖραν ἄλλην, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς πείρας ταύτης εἶναι γνωστὰ εἰς τὸ πανελλήνιον τοῦτο συνέδριον· ἐγὼ δὲ ἔχω πεῖραν ἄλλην, τὴν πεῖραν συνταγματικοῦ συστήματος 19 ἐτῶν ἐν τῇ πατρίδι μου. Ὑπῆρχε καθολικὴ ψηφοφορία, καὶ δὲν ἐλησμόνησαν οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἄνδρες οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1843 τὴν λαοσωτήριον ταύτην κατὰ τὸν Κ. Λούζην ἀρχὴν, τὴν ἐνέγραψαν εἰς τὸ Σύνταγμα· καί, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παραλείψει ἱερὸν πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, ἐὰν ἐσιώπων τὴν ἰδέαν ταύτην (θόρυβος).
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρετε, Κύριοι, πόσον χάνει ἡ συζήτησις μὲ τὰς διακοπάς.
§196ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἡ τοιαύτη πεποίθησις εἶναι προϊὸν μελέτης, τὴν ὁποίαν ἔκαμνον ἐν τῷ σπουδαστηρίῳ μου, εἶναι προϊὸν ἀκόμη παθημάτων, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκλογεὺς καὶ ἐκλεγόμενος ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔπαθον εἰς ἐποχὴν πολὺ παρελθοῦσαν, καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν αὐθάδειαν νὰ ἀντιταχθῶ κατ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐξουσία παρελθοῦσα ὑπεστήριζεν εἰς ἐκλογικὴν πάλην. Ἔλαβον πεῖραν τῶν συνεπειῶν τοῦ τότε ἰσχύοντος συστήματος τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας· ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν λίαν ἔντιμοι, εἰς τὴν ἠθικότητα τῶν ὁποίων οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ ἀμφιβάλλω, οἱ ὁποῖοι μὲ θυσίας δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτιμήσουν τὰ δικαιώματά των, οὐδὲ νὰ δυνηθῶσι νὰ τὰ ὑπερασπίσωσι, ἐγένοντο θῦμα τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνέπεια ἀναγκαία τοῦ συστήματος ἐπέφερον τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον σᾶς παρέστησα. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἰπῆτε, Κ. Πρόεδρε, κηρύττεσθε σήμερον κατὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας; Ὄχι· εἶμαι ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλ’ εἶμαι ὑπὲρ αὐτῆς ὡς ὑπὲρ ἀνάγκης, καὶ θέλω εἶσθαι αἰωνίως ὑπὲρ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ὡς μέτρον, τὸ ὁποῖον αἱ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν πατρίδα μου. Βεβαίως τὸ σύστημα τοῦ τιμήματος, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ εἶχεν ἐγκαθιδρυθῆ, ἡ ἀτέλεια τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἡ διαφθορὰ, ἡ ἐξαχρείωσις, δι’ ὅλα ταῦτα οὐδέποτε θέλω ὑποστηρίξει βάσιν τιμήματος, ἐν ὅσῳ δὲν ἐγκαινιασθῇ ἐν τῇ πατρίδι μου φορολογικὸν σύστημα παρέχον πλήρεις ἐγγυήσεις· ἀλλὰ διότι εἶμαι ὑπὲρ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δεσμευθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς πατρίδος μου, νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν τελειότητα ὁσάκις αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψωσιν. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου δὲν ἔχουν σκοπὸν νὰ καταπείσωσιν οὐδένα, διότι ἴσως αἱ πεποιθήσεις των εἶναι ἐσχηματισμέναι. Ἴσως αἱ πεποιθήσεις των εἶναι ἐπίσης εἰλικρινεῖς ὡς καὶ ἡ ἰδική μου, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει ἔλθει καιρὸς καθ’ ὃν ἴσως θέλουν μετανοήσει, διότι ἐδέσμευσαν ἀπὸ τοῦδε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τῆς πατρίδος των.
§197ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε Πρόεδρε.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Κύριοι, ὡς ἠκούσατε διὰ τῶν τροπολογιῶν, αἵτινες ὑπεβλήθησαν ἐγγράφως, καὶ ἀνεπτύχθησαν, ζητοῦνται τέσσαρα τινά· ά. νὰ προστεθῇ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ γίνεται ἄμεσος· βʹ. ὅτι γίνεται διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας· γʹ. ὅτι γίνεται μυστικῶς διὰ σφαιριδίων....
§199ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν συζητοῦνται τώρα. (θόρυβος ἀριστερόθεν).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέταρτον, ἐὰν πρέπῃ νὰ προστεθῇ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος «κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐπιψηφισθησόμενον νόμον ὑποκείμενον εἰς τροποποίησιν». Ὁ Κύριος Πύρλας προσθέτει «ἐξαιροῦνται τῆς γενικῆς ψηφοφορίας οἱ μὴ γνωρίζοντες γράμματα».
§201ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπαράδεκτος.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθ’ ὅλων δὲ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν προτείνεται μία ἔνστασις ἀπαραδέκτου, ἐκτὸς καθόσον ἀποβλέπει τὸ «κατὰ νόμον ψηφισθησόμενον ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως»· ὡς πρὸς ὅλας τὰς ἄλλας τροπολογίας προτείνεται, ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον.
§203ΜΙΛΗΣΗΣ. Κ. Πρόεδρε, τὸ ζήτημα εἶναι ἡ πρότασις αὐτὴ, τὴν ὁποίαν τώρα ἀνεγνώσατε.
§204ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ψηφισθησόμενον εἶναι ξεχωριστόν.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον καὶ ἐγὼ, ὅτι καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ ψηφισθησόμενον, νομίζω, ὅτι δὲν ἐγένετο ἔνστασις, οὐδὲ ἀντίῤῥησις.
§206ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ ἠμφισβήτησα αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§207ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ ἑξῆς, διότι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι μεταβλητός.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ ὁ Κ. Μίλησης ἔκαμεν ἔνστασιν καὶ καθόσον ἀποβλέπει τὸν νόμον τὸν ψηφισθησόμενον, θὰ ἐρωτήσω κατὰ πρῶτον ὡς πρὸς τοῦτο.
§209ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀποκρούω κατ’ οὐσίαν τὴν πρότασιν, ἐπρότεινα μόνον, ὅτι ὁ τόπος δὲν εἶναι κατάλληλος, πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ τελευταῖον τοῦ Συντάγματος. (θόρυβος). Καὶ ἂς ἀποφανθῇ ἀπὸ τοῦδε ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἡ ἰδία θὰ ψηφίσῃ ἐκλογικὸν νόμον (θόρυβος).
§210ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ ψηφισθησόμενον ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς λύσεως τῶν πρώτων δύω ζητημάτων, διότι ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὀφείλει νὰ γραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ καθολικὴ ψηφοφορία καὶ ἡ μυστικὴ, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπωμεν κατὰ τὸν ἐπιψηφισθησόμενον νόμον.
§211ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ἄλλο αὐτό.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ θέσω κατὰ πρῶτον τὸ ἑξῆς ζήτημα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 68 κατὰ τὸν ψηφισθησόμενον ὑπὸ τῆς Συνελ. ἐκλογικὸν νόμον...
§213ΜΙΛΗΣΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἰδοὺ τί ἐπρότεινα, ἐγὼ ἐπρότεινα νὰ ἀποφανθῇ μὲν ἀπὸ τοῦδε ἡ Συνέλευσις ὅτι ἡ ἰδία θὰ ψηφίσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἀλλ’ ἡ περὶ τούτου διάταξις νὰ τεθῇ εἰς τὸ τελευταῖον κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ σηκωθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραδέχονται τὴν ἐναντίαν γνώμην. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον κατὰ τὸν νόμον τὸν ψηφισθησόμενον ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Παρεδέχθη. Ὡς δεύτερον ζήτημα θὰ θέσω τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου κατὰ τῶν προσθηκῶν.
§215ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ, Κ. Πρόεδρε, ὅλη ἡ συζήτησις περιεστράφη ἂν πρέπῃ νὰ τεθοῦν.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔνστασις τοῦ ἀπαραδέκτου ἐὰν γίνῃ δεκτὴ, μὲ ἀπαλλάττει τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν...
§217ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὁ Κ. Πρόεδρος ὡς νομίζω κακῶς ἐκφράζεται, χαρακτηρίζων αὐτὴν ὡς ἔνστασιν ἀπαραδέκτου, δὲν εἶναι τοιαύτη· ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς· πρέπει ἐν τῷ ἄρθρῳ τῷ 68 τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ κανονισθῇ ὡς συνταγματικὴ ἀρχὴ τὸ ἄμεσον, καθολικὸν, μυστικὸν καὶ διὰ σφαιριδίων τῆς ψηφοφορίας; ναὶ ἢ ὄχι;
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ σᾶς ἐρωτήσω ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν μίαν πρὸς μίαν;
§219ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὰς ἀρχὰς πρέπει νὰ λέγητε, Κ. Πρόεδρε, ἀνὰ μίαν δὲ αὐτῶν νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν κατὰ πρῶτον ἂν πρέπει νὰ τεθοῦν ὅλα αὐτὰ εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προστεθῶσιν αἱ τροπολογίαι αἱ παραδεχθησόμεναι εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ὄχι εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἐκεῖνοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) Παρεδέχθη. Λοιπὸν μεταβαίνομεν εἰς τὰ καθέκαστα. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον, ὅτι ἡ ἐκλογὴ γίνεται ἀμέσως, ἐκεῖνοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ ᾖναι μυστικὴ ἡ ψηφοφορία παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη.
§221ΣΑΡΑΒΑΣ. Καὶ τὸ ζήτημα τῶν σφαιριδίων (Θόρυβος).
§222ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐρωτήσατε διὰ τὸ ζήτημα τῶν σφαιριδίων (Θόρυβος).
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ποῖος μὲ ἀκούει, ἐὰν ἐρωτήσω τώρα.
§224ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πρέπει νὰ συζητηθῇ πρῶτον.
§225ΠΟΛΛΟΙ. Διὰ σφαιριδίων (θόρυβος).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας νὰ ἐπέλθῃ ἡσυχία διὰ νὰ θέσω τὸ ζήτημα. Προσέξατε, Κύριοι, θὰ ἐρωτήσω. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ γίνεται ἡ μυστικὴ ψηφοφορία διὰ σφαιριδίων, ἐκεῖνοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. (Χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Πύρλα ὑποστηρίζεται;
§227ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε νὰ ἀναγνώσω τὸ σύνολον διὰ νὰ μὴν ἀκολουθήσῃ κανὲν λάθος.
§229ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κ. Πρόεδρε, σᾶς ὑπέβαλον μίαν πρότασιν.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ζητεῖ νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον «Αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ διατάσσονται καὶ ἐνεργοῦνται ταυτοχρόνως καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν».
§231ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες) παρεδέχθη. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§233ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅλαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι καταψηφισθῆ, ἀλλὰ χάριν τῶν τύπων καὶ πρὸς τήρησιν τοῦ κανονισμοῦ πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι καὶ νὰ ψηφισθῶσι κατὰ μέρος ἑκάστη (θόρυβος).
§234ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ σύνολον.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ σύνολον «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων πρὸς τοῦτο δικαίωμα πολιτῶν δι’ ἀμέσου καθολικῆς, μυστικῆς, καὶ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐπιψηφισθησόμενον ἐκλογικὸν νόμον, ὑποκείμενον κατὰ τὰ λοιπὰ εἰς τροποποιήσεις. Αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ διατάσσονται καὶ ἐνεργοῦνται ταυτοχρόνως καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν». Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες) παρεδέχθη (ζητωκραυγαὶ καὶ χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐγείρονται ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.) Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 5 μ. μ.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Α. Ζατουνίτης.