1864.09.24
2,511 rows · 20,739 words · 161 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 326.
24 Σεπτεμβρίου 1864.
(Πέμπτη).
Ὥρα 9 Π. Μ.
Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Ἀντιπρόεδρος Κύριος Ἀντύπας.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν αἱ ἑξῆς προτάσεις. Τροπολογία Μαυρογιάννη ἐπὶ τῆς προτάσεως Κωνσταντᾶ καὶ λοιπῶν. «Ἅπαντες οἱ νόμοι τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας θέλουσιν ἀντικατασταθῆ διὰ τῶν ἑλληνικῶν, ὡς θέλουσι τροπολογηθῆ οὗτοι ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἐντὸς ἓξ μηνῶν τὸ πολὺ μετὰ τὴν διάλυσίν της. Εἰδικοὶ νόμοι ἐκδοθησόμενοι ἀμέσω; θέλουσι κανονίσει τὰ περὶ τούτου. Ἐξαιροῦνται. ά.) Ὁ πολιτικὸς κώδηξ τῆς Ἑπτανήσου, ὅστις θέλει μένει ἐν ἰσχύϊ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας μεχρισοῦ συνταχθῆ τοιοῦτος δι’ ἅπαν τὸ ἑλληνικὸν Κράτος, τροποποιούμενος μόνον εἰς τὰς περὶ ἀγροληπτικῶν σχέσεων διατάξεις του. βʹ.) Τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ὁποῖον τηρεῖται προσωρινῶς· θέλει δὲ εἰσαχθῆ τὸ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύον, ἀφοῦ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς προσεχοῦς Βουλῆς τροποποιηθῆ οὐσιωδῶς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως.» Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν του ὁ Πρόεδρος Κ. Μεσσηνέζης.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ Κ. Ἀντωνιάδου. «Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· Ἡ Ἑλληνικὴ Νομοθεσία ἰσχύει καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον. Τίθεται δὲ εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1865. Μέχρι δὲ τῆς ἐποχῆς ταύτης θέλουν ἐπενεχθῆ εἰς τὴν Νομοθεσίαν ὅσαι τροπολογίαι ἤθελον κριθῆ ἀναγκαῖαι πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τὴν καλὴν διοίκησιν ἀμφοτέρων τῶν μερῶν. Δύναται δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ πρὸ τῆς προσδιωρισμένης ἐποχῆς Νόμους τινὰς, καθ’ ὧν δὲν ὑπάρχει εὔλογος ἔνστασις διὰ τὸ δυσεφάρμοστον αὐτῶν.» Τοῦ Κ. Α. Πετσάλη. «1. Αἱ ἑπτὰ νῆσοι τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας ἀποτελοῦν εἰς τὸ ἑξῆς μέρος ἀναπόσπαστον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι θέλουν τεθῆ ἐκεῖ εἰς πλήρη ἐνέργειαν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1865. 2. Ἡ δικαστικὴ καὶ διοικητικὴ διαίρεσις αὐτῶν θέλει ἐνεργηθῆ διὰ νόμου ἐντὸς τοῦ ἀνωτέρω χρονικοῦ διαστήματος. 3. Αἱ ἀναγκαῖαι διατάξεις πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας θέλουν κανονισθῆ ὑπὸ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1865. Τὰ διατάγματα ταῦτα θέλουσιν ἔχει ἰσχὺν νόμου, ἀλλὰ χωρὶς νὰ τροποποιῶσι ἢ μεταβάλλωσι τοὺς ἤδη ἰσχύοντας. Ἐν Ἀθήναις τὴν 24 Σεπτεμβρίου 1864. Τοῦ Κυρίου Ζέρβα.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ
Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· 1. Ἅπασα ἡ Ἑλληνικὴ Νομοθεσία ἐφαρμόζεται καθ’ ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἑπτὰ νήσων, πλὴν τοῦ φορολογικοῦ νόμου, ὅστις καταργεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν. 2. Ὁ φορολογικὸς νόμος τῆς Ἑπτανήσου ἐφαρμόζεται καθ’ ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν ἀντὶ τοῦ καταργηθέντος. 3. Τὸ παρὸν ψήφισμα ἰσχύει ἀπὸ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1865. Τοῦ Πυλαρινοῦ. Πρὸς τὴν Βʹ. ἐν Ἀθήναις τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Ὁ ὑποφαινόμενος πληρεξούτιος Κεφαλληνίας προτείνει τὴν διαγραφὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 91 ἄρθρου. Καθόσον κατὰ τὰ ἀμέσως ἑπόμενα ἄρθρα οὐ μόνον παραγγέλλεται μέλλουσα ἔκθεσις εἰδικοῦ «περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν» νόμου, ἀλλ’ ὁρίζεται καὶ ἡ ἐπ’ ἀορίστῳ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν, ἄρθρα καθιστῶντα περιττὸν ὅλως τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Τοῦ Κ. Κουμουνδούρου. «Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Χαρακτηρίζονται αἱ ἑξῆς ἐθνικαὶ ὁδοὶ εἰς προσθήκην τῶν διὰ τοῦ ἀπὸ 10 Ἰουνίου 1857 ὑπὸ στοιχ. ΥΙΔ νόμου χαρακτηρισθεισῶν δεκαεπτά. ά.) Ἡ ἀπὸ Θηβῶν εἰς Λεβαδείαν. βʹ) Ἡ ἀπὸ Ἄργους εἰς τοὺς Μύλους Ναυπλίου καὶ γʹ.) Ἡ ἀπὸ Καλαμῶν εἰς τὸν ὁμώνυμον ὅρμον παρὰ τῷ τελωνιακῷ καταστήματι.»
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη θέλει τυπωθῆ, διότι εἶναι ὁμοιόμορφος μὲ τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν περὶ ὁδῶν. Γνωστοποιῶ εἰς ἡμᾶς ὅτι ὁ Κ. Γούδας ἀπέσειλε 200 ἀντίτυπα ἑνὸς φυλλαδίου ἀφορῶντος τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος καὶ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐθνικοῦ χρέους διὰ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς ΚΚ. πληρεξουσίους. Διέταξα τὴν διανομὴν αὐτῶν καὶ νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Κ. Γούδαν διὰ τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους καταβάλλει, καὶ διὰ τὴν δωρεάν του.
§6ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ, Κύριοι, πρόκειται περὶ ἑνὸς ζητήματος λίαν σπουδαίου, τὸ ὁποῖον θέλει ἐξασκήσει ἐπιῤῥοὴν ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς παρούσης, ἀλλὰ καὶ τῆς μελλούσης τύχης καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἐθνικότητος, παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν οἱ θόρυβοι καὶ οἱ διακοπαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ τηρῶμεν τάξιν καὶ ἡσυχίαν καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν, ἥτις πρόκειται νὰ γίνῃ σήμερον, νὰ μὴ ἐπηρεαζώμεθα ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διακοπῶν, δηλ. ἀπὸ τὸν ἐρεθισμὸν, τὸν ὁποῖον πάντοτε ἐπιφέρουν αἱ διακοπαὶ, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις μας μετὰ ὥριμον σκέψιν, ὡς ἁρμόζει εἰς ἀνθρώπους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ν’ ἀποφασίσουν τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος. — Ἀποτεινόμενος δ’ εἰς τὸ ἀκροατήριον τὸ παρακαλῶ καὶ τὸ ἐπιτάττω ν’ ἀπέχῃ πάσης ἐπεμβάσεως εἰς τὴν συζήτησιν, πάσης ἀποδοκιμασίας ἢ ἐπιδοκιμασίας, διότι τοῦτο ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸ ὁ νόμος τῆς Συνελεύσεως, ὁ Κανονισμός. Παρατηρῶ δὲ εἰς τὸ ἀκροατήριον, ὅτι ὡς μ’ ἐπληροφόρησαν πολλοὶ εἰσέρχονται ἐντὸς αὐτοῦ ὡπλισμένοι· τὸ τοιοῦτον εἶναι πρᾶγμα βάρβαρον. Μόνος ὁ λόγος, Κύριοι ἀκροαταὶ, τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἰσχύῃ εἰς μέρος, ὅπου ἰσχύει ἡ ἐλευθερία. Τὸ νὰ εἰσέρχηται λοιπὸν ὁ ἀκροατὴς εἰς μέρος ὅπου πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ὁ λόγος μὲ μέσα βίας, εἶναι πρᾶγμα βάρβαρον, ἐπαναλαμβάνω. Δὲν ἀμφιβάλλω, ἐπειδὴ γνωρίζω τὸν ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ Ἕλλην νὰ προβῇ εἰς μίαν παρεκτροπὴν, ὅτε μάλιστα εὑρίσκεται ἀπέναντι τοῦ ἑλληνικοῦ συνεδρίου, ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταχειρισθῇ βίαια μέσα, ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἐνδεχόμενον χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ εἰς μίαν στιγμὴν ἐξάψεως νὰ κάμῃ πρᾶγμα, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ἤθελε μεταμεληθῆ καὶ ἡ Ἑλλὰς ἤθελε βλαφθῇ, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς Κ. ἀκροατὰς τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ προσέρχωνται ὡπλισμένοι. Ἄρχεται ἡ συζήτησις τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Πρῶτος κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Ἀθ. Πετσάλης, ἀλλὰ παρεχώρησεν εἰς τὸν Κ. Δαγρέν.
§8ΔΑΓΡΕΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον, Κύριοι, ἐπὶ ζητήματος λίαν σπουδαίου καὶ δυσκόλου, δυσκολωτάτου πάντων τῶν ὑπὸ συζήτησιν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων, ἀναλογίζομαι τὴν ἀδυναμίαν μου συγχρόνως καὶ τὸ ἀκροσφαλὲς τῆς θέσεώς μου, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ ν’ ἀποδοκιμασθῶ καὶ νὰ σφυριχθῶ καὶ νὰ γιουχαρισθῶ· εἶναι ἐνδεχόμενα ὅλα ταῦτα, Κύριοι, διότι κατὰ δυστυχίαν παρ’ ἡμῖν κατήντησε τὸ γιοῦχα καὶ ζήτω συμβαδίζοντα καὶ κατήντησεν ἡ συνήθης προσαγόρευσις πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνου, οἱ ὁποῖοι εἴτε ὀρθαὶ εἴτε σφαλεραὶ εἶναι αἱ αἱ πεποιθήσεις των ἔχουν τὸ καθῆκον καὶ τὴν ἐντολὴν ὁσάκις τὰς ἐκφράζουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τὰς σέβωνται καὶ οἱ ἔχοντες τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰς ἀκούουν καὶ οἱ ἀκροαταὶ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν μέρος τῆς ἑλλην. φυλῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐὰν εὐτυχήσω ν’ ἀποδοκιμασθῶ εἰς τὴν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον θέλω κάμει, θέλω τὸ θεωρήσει μὲ εὐχαρίστησίν μου, καὶ προσκαλῶ τοὺς στενογράφους καὶ τὸν συντάκτην τῶν πρακτικῶν νὰ σημειώσουν τὴν κατ’ ἐμοῦ ἀποδοκιμασίαν. Δὲν θέλω τίποτε προσθέσει παρὰ νὰ εὐχηθῶ καὶ εὔχομαι ν’ ἀποδοκιμασθῶ ἐπὶ ζητήματος, ὡς εἶπον, σπουδαίου καὶ δυσκόλου, τὸ ὁποῖον ὁσάκις κοινοβουλευτικὸν σῶμα προσεκλήθη νὰ λύσῃ εὑρέθη εἰς τὴν αὐτὴν δυσκολίαν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς σήμερον. Τὸ ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ συγχωνευθῶσι δύω λαοὶ τῆς αὐτῆς μὲν γλώσσης καὶ καταγωγῆς ἀλλὰ κεχωρισμένοι ἀπ’ ἀλλήλων πρὸ πολλῶν αἰώνων, καταδυναστευθέντες παρὰ διαφόρων λαῶν βαρβάρων καὶ πολιτισμένων, τῶν ὁποίων ἡ διοίκησις ἀναντιῤῥήτως καὶ κατὰ φυσικὴν συνέπειαν δὲν ἠδύνατο παρὰ ν’ ἀφήσῃ διαφορετικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ διαφόρους παραδόσεις αἱ ὁποῖαι ἐξασκοῦν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς συνηθείας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου...... (θόρυβος ἀριστερόθεν).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀπέχητε πάντες ἀπὸ θορύβων.
§10ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἀναπτύξω· κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὲ πιέσῃ· πρέπει ν’ ἀκούσητε ἂν θέλητε, καὶ τὸ λέγω ἀπὸ καρδίας καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ σεῖς θέλετε συμμερισθῆ τῆς εὐχῆς μου ταύτης, τοῦ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τοιαύτην θέσιν, εἰς οἵαν εὑρισκόμεθα καὶ σήμερον καὶ εἰς παρόμοιον ζήτημα, ὃ ἐστὶν εἰς τὴν συγχώνευσιν μιᾶς ἐπαρχίας τῆς ἄλλης εἰσέτι δούλης Ἑλλην. φυλῆς μετὰ 10 ἢ 15 ἔτη· εὔχομαι νὰ εὑρεθῶ εἰς τοιαύτην θέσιν καὶ πιστεύσατέ μοι, διότι εἶμαι ἀφωσιωμένος εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν περικλείει ἡ ἀπηνὴς διπλωματία τῆς Εὐρώπης, δὲν ἔχει ὕπαρξιν οὔτε διὰ τὸ παρὸν οὔτε διὰ τὸ μέλλον. Ἡ εὐχὴ λοιπὸν καὶ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν καὶ παντὸς Ἕλληνος τὴν καρδίαν καὶ τὴν καταγωγὴν δὲν εἶναι ἄλλη, παρὰ ἡ ἕνωσις ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Εὔχομαι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εὑρεθῶ καὶ μετὰ 10 ἔτη καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ βίου μου εἰς τοιαύτην, συζήτησιν, εἴτε ὡς ἐνεργὸν μέλος εἴτε ὡς θεατὴς, καὶ ἂς ὑποστῶ ἀποδοκιμασίας καὶ θῦμα ἀκόμη προσφέρομαι ἐὰν ποτὲ εὐτυχήσω νὰ ἴδω συζητούμενον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἤδη ζήτημα διὰ τὴν Θεσσαλίαν, τὴν Ἤπειρον, τὴν Μακεδονίαν, τὴν Κρήτην (θόρυβος ἀριστερόθεν)· διατὶ ἀπαρέσκεσθε, Κύριοι, τὴν εὐχὴν ταύτην, ἢ δὲν εἶσθε Ἕλληνες;
§11ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἀπαρεσκόμεθα νὰ πάρωμεν τὴν Πόλιν. (θόρυβος).
§12ΔΑΓΡΕΣ. Μὴ μὲ δίδετε ἀφορμὴν νὰ σᾶς πειράξω περισσότερον. Εὔχομαι λοιπὸν, Κύριοι, καὶ σεῖς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ τὸ ἀρνηθῆτε, διότι δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀδικήσω κανένα Ἕλληνα, ὅτι εἶναι τόσον ταπεινὸς καὶ περιωρισμένος ὥστε νὰ θέλῃ τὴν Ἑλλάδα ὅση εἶναι ἤδη. Ἄφετε λοιπὸν νὰ ἐξηγηθῶμεν. Ἐὰν λοιπὸν, Κύριοι, εὐτυχήσωμεν νὰ ἴδωμεν, εἴτε ὅλοι ὅσοι εἴμεθα σήμερον, εἴτε τινὲς, πιστεύω, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θὰ τὸ καταστήσωμεν ζήτημα πάθους, ζήτημα ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας, ἀλλὰ θὰ τὸ φέρωμεν εἰς τὴν θέσιν του τὴν ἐθνικὴν, ἥτις τῷ ἀνήκει, θὰ τὸ λύσωμεν μετὰ χαρᾶς ἀλλαλάζοντες καὶ ἐπευφημοῦντες, ὅπως ἐλύσαμεν τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως, καὶ ζητωκραυγοῦντες. Τοιαύτην λοιπὸν εὐχὴν, Κύριοι, δὲν ἐπιτρέπετε νὰ τὴν ἐκφράσω; σεῖς οἱ ἴδιοι τὸ αἰσθάνεσθε καὶ βλέπω τὴν συγκίνησιν εἰς τὸ πρόσωπόν σας. Δὲν θέλετε νὰ τὸ λύσωμεν συζητοῦντες μὲ ψυχρὸν αἷμα; Δὲν θέλετε νὰ τὸ λύσωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος ὅλης τῆς Ἑλλ. φυλῆς, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅστις κατήντησε πρὸ 40 ἐτῶν νὰ καθέξῃ ἐν τῇ Εὐρώπῃ καὶ τῷ Χριστιανισμῷ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ Ἰουδαϊσμός; ὡς οὗτος εἶνε διεσκορπισμένος εἰς διάφορα μέρη τῆς Εὐρώπης, οὕτω καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπὸ διαφόρους δορυκτήτορας κατοικεῖ ὅλα τὰ μέρη τῆς οἰκουμένης, καὶ δὲν εὐχαριστεῖσθε, Κύριοι, νὰ ἐκφρασθῇ μία εὐχὴ περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς; καὶ ὅταν αἰσθάνεσθε τὸ ζήτημα αὐτὸ, δὲν ἔχετε τὴν γενναιότητα νὰ εἴπητε, ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὸ λύσωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ μεγάλου συμφέροντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ;
§13ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ συζητήσωμεν σπουδαίως ἢ θὰ διαλυθῶμεν; φαίνεται ὅτι ἤλθομεν νὰ παρλάρωμεν.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε. (θόρυβος).
§15ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν σκέπτομαι ὡς ἄτομον οὔτε ὡς κερδοσκόπος, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος ἔθνους ὅπως σκέπτεται ἡ Συνέλευσις. Τὰ ἔθνη, ὅταν ἔρχωνται νὰ σκεφθῶσι περὶ τῆς ὑπάρξεώς των, περὶ τῆς συντηρήσεώς των, περὶ τοῦ μεγαλείου των, δὲν σκέπτονται ὡς κερδοσκόποι μήπως θυσιάσουν 10 δραχμὰς ἐκεῖ, 20 δραχμὰς ἐδῶ. Κύριε, διὰ νὰ πάρῃς τὴν Κρήτην εἰς τὰ 41 ἐξώδευσες ἀρκετά· ἐγὼ ἐπῆγα εἰς τὴν Κρήτην, ἢ ἐξεκίνησα νὰ χύσω τὸ αἷμά μου, τὸ ὁποῖον εἶναι πολυτιμώτερον ἀπὸ 500 χιλιάδ. δραχμάς. Διὰ νὰ πάρῃς τὴν Θεσσαλίαν εἰς τὰ 1854 ἐξετέθης εἰς δαπάνας· τὸ ἔθνος ἐκολαφίσθη ὁλόκληρον, καὶ ἐταπεινώθη ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς· καὶ ἔρχονται σήμερον νὰ ζητοῦν μιᾶς ἀδελφῆς ἐθνότητος, μιᾶς ἐπαρχίας, ἥτις ἐπολέμησε τὸ κατὰ δύναμιν ἀπέναντι μιᾶς ἰσχυρᾶς προστασίας, καὶ διεμαρτύρετο ἀείποτε ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν ἤθελε παρὰ τὴν ἕνωσιν (θόρυβος)· δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀπολύτου συγχωνεύσεως, Κύριοι, θέλω τὴν συγχώνευσιν, ἀλλὰ λογικὴν, νὰ ἔλθῃ ὁ Ἑπτανήσιος νὰ εἴπῃ ὅτι εἶμαι εὐχαριστημένος, δὲν θέλω οὔτε μία φωνὴ νὰ ὑψωθῇ ἐκ μέρους Ἑπτανησίου, ὅτι οἱ Ἕλληνες κακομετεχειρίσθησαν τοὺς ἀδελφοὺς Ἑπτανησίους, τοὺς θυσιάσαντας τὸ πᾶν χάριν αὐτῆς τῆς ἱερᾶς καὶ προσφιλεστάτης ἰδέας, καὶ νὰ τὸ ἀκούσουν οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας καὶ Κρήτης, νὰ εἴπουν ὅτι οἱ ἐλεύθεροι Ἕλληνες, ἡ χοῦφτα αὐτὴ τοῦ ἑλληνισμοῦ, μετεχειρίσθη τοιουτοτρόπως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι αὐθορμήτως καὶ μὲ τόσας θυσίας καὶ κινδύνους προσέφεραν θυσιάσαντες καὶ τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντά των διὰ τὴν ἐθνικὴν μεγαλειότητα. Ἐννοεῖτε κατὰ πόσον βλάπτετε τὰ συμφέροντα τὰ μεγάλα τοῦ Ἔθνους; Λέγω λοιπὸν, Κύριοι .... (θόρυβος) τὴν ἰσότητα οὐδεὶς διαφιλονεικεῖ. Ἐδῶ λέγομεν καθαρὰν καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν, μὴ μὲ φέρητε εἰς θέσιν νὰ εἴπω διὰ τὶ ὑπάρχει ἡ ἐπίθεσις ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἀφ’ ὅπου τοσαῦτα καθ’ ἡμῶν καὶ τῶν Ἑπτανησίων ἐξετοξεύθησαν.
§16ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Νὰ τὰ εἴπῃς. (θόρυβος).
§17ΔΑΓΡΕΣ. Διατί θορυβεῖσθε; Κύριοι, τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον σήμερον μᾶς διαιρεῖ, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ λυποῦμαι, καὶ ἰδιαιτέρως τὸ εἶπον καὶ δημοσίᾳ, καὶ εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν κρύπτουν ὅ,τι αἰσθάνονται, (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν). Θέλετε νὰ τὸ εἴπω, Κύριοι; ὅταν τινὲς ἐξ ὑμῶν ἦσαν πρωτουργοὶ τῆς 9 Φεβρουαρίου καὶ τῶν συμβάντων τοῦ Ἰουνίου, καὶ οἵτινες σήμερον ἡνώθησαν εἰς ἓν, ἐγὼ ἐστάθην εἰς αὐτὸ τὸ μέρος καὶ προέταξα τὸ στῆθός μου. Παύσατε λοιπὸν νὰ θορυβῆτε, ἐὰν ἔχετε φιλοτιμίαν, καὶ ἐὰν δὲν θέλετε ν’ ἀκούσητε ἀκόμη.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ προκείμενον λοιπὸν, Κ. Δαγρέ.
§19ΔΑΓΡΕΣ. Λοιπὸν λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διαιρεῖ, εἶναι τὸ σύστημα τὸ φορολογικόν· κανεὶς δὲν διαφωνεῖ διὰ τὰ ἄλλα, οὔτε ἐνδιαφέρεται διὰ τὰ ἄλλα ὅσον δι’ αὐτό. Δὲ εἶναι κανεὶς παράλογος νὰ εἴπῃ ὅτι θέλει ἄλλην νομοθεσίαν ἐδῶ καὶ ἄλλην εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τὸ φορολογικὸν θέλετε νὰ τὸ λύσητε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ κερδοσκοπικοῦ συμφέροντος, ἢ τοῦ ἐθνικοῦ; Ἐὰν λοιπὸν θέλετε νὰ τὸ λύσητε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, νὰ μὴ προξενήσητε δυσαρέσκειαν, διότι εἶναι ἄτοπον νὰ εἴπῃ αὐτὸς ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου, ὅστις ὅ,τι ἠμπόρεσεν ἔκαμε διὰ τὴν ἕνωσιν αὐτὴν, ὅτι, ἀντὶ νὰ μὲ δεχθῶσιν ὡς ἀδελφὸν νὰ σκεφθῶσι καὶ συζητήσωσι μαζί μου, ἠθέλησαν εἴτε διὰ πιέσεων εἴτε διὰ φωνῶν καὶ κραυγῶν νὰ μοῦ ἐπιβάλλουν τὴν θέλησίν των. Τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, ποίαν ἐπιῤῥοὴν θέλει ἐξασκήσει εἰς τοὺς ἀδελφοὺς μας; συλλογισθῆτε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· διότι ὁ κόσμος συνηθίζει νὰ πιστεύῃ τὰς ὑπερβολάς· καὶ ἐπειδὴ οἱ Ἑπτανήσιοι εἶναι ὑπερβολικοὶ, καθὼς ἡμεῖς, τὸ ἓν θὰ τὸ κάμουν 10. Λοιπὸν τί πρέπει νὰ γείνῃ; μάλιστα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἤλπιζα ν’ ἀκούσω τὴν φωνὴν τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν μεγάλην ἐθνικὴν ἰδέαν, τὸν γηραιὸν καὶ σεβάσμιον Τρικούπην, τὸν ἀντιπροσωπεύοντα τὸν μεγάλον Ἑλληνισμὸν, τὸν Κ. Ἀφεντούλην τὸν ἀντιπροσωπεύοντα τὴν Θεσσαλίαν, τὸν Κ. Καλὸν τῆς Ἠπείρου, τόσους καὶ τόσους ἄλλους· ἤλπιζα ν’ ἀκούσω, λέγω, μίαν φωνὴν καὶ νὰ εἴπῃ, σταθῆτε, δὲν τὸ λύομεν τὸ ζήτημα μὲ τὸ πεῖσμα τῶν παθῶν μας, ὑπὸ τὸν στενὸν κύκλον τοῦ κερδοσκόπου, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν εὐρύτατον κύκλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ Κύριοι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὰ ἔθνη δὲν ἐξετάζουν τὰ ὑλικὰ συμφέροντα, ὡς τὰ ἐθνικά των, καὶ σᾶς τὸ ἀπέδειξεν ἡ ἐπιχείρησις τῆς Θεσσαλίας, τῆς Κρήτης. Σᾶς φέρω καὶ ἓν ἄλλο παράδειγμα· σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοῦ ἀποκριθῆτε, ἐὰν σήμερον μετροῦντες τὰς δυνάμεις μας εὑρίσκαμεν, ὅτι ἐδυνάμεθα νὰ ἀντιταχθῶμεν μὲ τὴν Ἀγγλίαν, ἵνα ἀποκτήσωμεν τὴν Ἑπτάνησον, σᾶς ἐρωτῶ, ἠθέλατε ἀποφασίσει νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον τῆς Ἀγγλίας τῆς ἴσης μὲ ἡμᾶς, ὅταν οἱ ἀδελφοὶ μας Ἑπτανήσιοι ὕψωναν τὴν φωνήν των καὶ ἔλεγαν «ἄφες μας νὰ ἑνωθῶμεν μὲ τοὺς ἀδελφούς μας» καὶ δὲν τοὺς ἄφινεν; ἂν λοιπὸν ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ πολεμήσωμεν τὴν Ἀγγλίαν, δὲν ἠθέλομεν κηρύξει τὸν πόλεμον, καὶ δὲν ἠθέλομεν ὑποβληθῆ εἰς μεγάλας θυσίας; (Θόρυβος). Καὶ κατὰ τοῦ Σουλτάνου, Κύριοι, ἐγὼ σήμερον, ἂν ἦτο εἰς κατάστασιν τὸ ἔθνος νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν δούλων ἀδελφῶν μας, σήμερον ἤθελον συμβουλεύσει τὸ ἔθνος νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, σταματῶ. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅταν πρόκηται νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ δύσκολον ζήτημα, πρέπει νὰ τὸ λύσωμεν ὑπὸ τὸν στενὸν κύκλον τῶν κερδοσκοπικῶν συμφερόντων; Τί πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ; Οἱ Ἑπτανήσιοι νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν παράλληλον, εἰς ἣν καὶ ἡμεῖς. Οἱ Ἑπτανήσιοι σᾶς λέγουν, νὰ τεθῶμεν εἰς τὴν αὐτὴν παράλληλον μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ἰδικόν σας· διότι τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ἰδικόν σας πιέζει ἀπεινῶς τὴν φορολογικὴν τάξιν, τὴν γεωργικήν. Τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας ἐπιβαρύνει ἡμᾶς, ἐπιβαρύνει τοὺς μεγαλοκτήμονας. Ὅτι ἐπιβαρύνει τοὺς πλουσίους τὸ σύστημα τῆς Ἑπτανήσου εἶναι ἀναντίῤῥητον, διότι ναὶ μὲν πληρόνει φόρους μεγάλους, μεγαλωτάτους διὰ τὴν ἐξαγωγὴν, δὲν πληρόνει ὅμως ὁ χωρικὸς ὅ,τι καταναλίσκει εἰς τὸν τόπον. Τί σοῦ λέγει ὁ πληρεξούσιος τῆς Ἑπτανήσου; σοῦ λέγει, -καὶ πληρεξουσίους, ἐννοῶ τὴν πλειονοψηφίαν, ἐννοῶ τὰ ⅘, ἠμποροῦν νὰ εἶναι καὶ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους ἐκτιμῶ. Τί μᾶς λέγουν λοιπόν; εἶσθε ἓν ἑκατομ. σεῖς τότοι, εἴμεθα 240,000 ἡμεῖς· πληρόνετε 25, 24 ἑκατομμύρια· εἴμεθα τὸ ⅕ θὰ πληρώσωμεν καὶ ἡμεῖς ὄχι τὸ ⅕, ἀλλὰ τὸ ¼ δεχόμεθα νὰ πληρώσωμεν· ἀλλ’ ἄφετε πρὸς τὸ παρὸν τὸ φορολογικόν μας σύστημα ἕως οὗ συντάξωμεν ἀπὸ κοινοῦ ἄλλο κατάλληλον. Ἐσυζήτησα, καὶ λέγω εἰλικρινῶς, ὅτι μὲ ἄλλας ἰδέας μετέβην χθὲς εἰς τὸν συλλογόν των, καθ’ ὅσον οὔτε κατὰ διάνοιαν δὲν ἀνέχομαι τὴν ἀνισότητα εἰς τὸν ἑαυτόν μου, καὶ μὲ ἄλλας ἰδέας ἀνεχώρησα. Λοιπὸν σοῦ λέγουν νὰ πληρώσουν 4 ἑκατομμύρια ἀναλόγως, ἂς προσθέσωμεν καὶ ἓν ἑκατομμύριον, θὰ τὸ πληρώσωμεν ἡμεῖς οἱ πλούσιοι, διότι δὲν θέλομεν νὰ φορολογῆται ὁ πτωχὸς, ὁ ἐνδεὴς λαὸς μὲ τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων τῶν ἰδικῶν μας. Βλέπετε, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι δημοτικόν, εἶναι ὅλως ἀντίθετον, διότι αὐτοὶ ἐνδιαφέρονται περὶ τῆς γεωργικῆς τάξεως, ἡμεῖς δὲν ἐνδιαφερόμεθα, καὶ τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον, διότι ἡ Συνέλευσις δὲν ἐσκέφθη περὶ τῆς γεωργικῆς τάξεως, περὶ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ. Ὁσάκις ἦλθον προτάσεις τοιαῦται εἴτε διὰ διακοπῶν, εἴτε διὰ χλευασμοῦ, εἴτε διὰ παρεξηγήσεων ἐῤῥίφθησαν εἰς τὰ ἀρχεῖα· προτάσεις ἀφορῶσαι τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ λαοῦ, λαοῦ τὸν ὁποῖον ἔχετε ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ ἐξασφαλίσετε· καὶ ὅταν εὑρίσκωνται οἱ πληρεξούσιοι μιᾶς, δύο, πέντε ἐπαρχιῶν, καὶ σοῦ λέγουν πραγματικῶς, ἀριθμητικῶς, ἀποτελεσματικῶς, ὅτι ἡμεῖς προτιμῶμεν νὰ πληρόνουν οἱ μεγαλοκτηματίαι, οἱ πλούσιοι, ἀλλὰ νὰ μένῃ ὁ λαὸς ἐλαφρωμένος, ἔχετε δικαίωμα νὰ εἴπετε, ὅτι ζητοῦν ἐξαίρεσιν, ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐκμεταλευθῆτε τὸ ζήτημα ὡς δημοτικόν; ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα αὐτὸ θελήσετε ἀπαθῶς, ἐθνικῶς, πατριωτικῶς, εἰλικρινῶς καὶ εὐσυνειδήτως νὰ τὸ λύσετε, δὲν πρέπει οὔτε νὰ ὑβρίσητε οὔτε νὰ ἐπηρεάσητε. Τοὺς Ἑπτανησίους τοὺς θεωρεῖτε, ὅπως τοὺς ἐδέχθητε, ὡς ἀδελφούς; ἐὰν τοὺς θεωρῆτε ὡς ἀνήκοντας εἰς τὴν μεγάλην ἑλληνικὴν φυλὴν, ὀφείλετε, καὶ τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, ἐὰν πρόκειται ἕνα μόνον ἑπτανήσιον νὰ λυπήσω διὰ τῆς ψήφου μου, ὅτι δὲν ἔλαδον ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις του, προτιμῶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου νὰ πληρώσω δεκάκις περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι πληρώνω σήμερον. Ἐὰν δὲ, Κύριοι, τοὺς Ἑπτανησίους πληρεξουσίους, καὶ κατὰ συνέπειαν τὴν Ἑπτάνησον, τοὺς θεωρήσωμεν ὡς ἀντιπάλους, ὡς ἐχθροὺς, τότε δικαία ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ ζητήματος τῆς ἀφομοιώσεως ὡς δημοτικοῦ, δίκαιαι αἱ ἐπιθέσεις, δίκαιαι αἱ πιέσεις ἀκόμη κατ’ αὐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν, ἂς ἀποφασίσωμεν ὡς πατριῶται, ὡς ἀδελφοὶ, νὰ σκεφθῶμεν τίνι τρόπῳ δυνάμεθα νὰ ἀφομοιώσωμεν τοὺς Ἑπτανησίους καὶ νὰ πληρώνουν καὶ αὐτοὶ ὅσα πληρώνομεν καὶ ἡμεῖς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἐξαίρεσις. Ἀλλὰ τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος πρέπει νὰ τὴν εὕρωμεν ἀπὸ κοινοῦ ὡς ἀδελφοὶ, ὡς συμπράκτορες, ὡς ὁμόφυλοι καὶ ὁμογενεῖς· οὔτε ἐγὼ, οὔτε οἱ φίλοι μου δὲν ἀνέχονται καμμίαν ἐξαίρεσιν, ἀλλὰ λέγω καὶ μειοψηφία καὶ ἀσθενεῖς ἐὰν ἦσαν οἱ Ἑπτανήσιοι, ἐγὼ ἤθελον διαμαρτυρηθῆ κατὰ τῆς Συνελ. ἐὰν προέβαινεν ἀποτόμως λύουσα αὐτὸ τὸ ζήτημα ἄνευ συζητήσεως. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ, ὅτι τὸ δυσκολώτερον ζήτημα εἰς μίαν ἐξουσίαν, εἰς ἓν σῶμα, εἶναι ἡ μεταβολὴ τῶν φορολογικῶν συστημάτων. Κύριοι, πῶς δὲν διεμαρτυρήθητε κατὰ τοῦ συστήματος τοῦ φορολογικοῦ ἐν Ἑλλάδι; Ἐγὼ τὸ ὀνομάζω ἀποτρόπαιον, τὸ ὀνομάζω ἔργον τοῦ ὀθωμανισμοῦ, ὡς εἶναι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ τὸ ἀρνηθῆτε, εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἐὰν μείνῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ καταπολεμῶ, καὶ τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰ δυνατὸν, θέλω νὰ μεταβληθῇ· ἀλλ’ εἶναι εὔκολος, Κύριοι, ἡ μεταβολὴ, καὶ εἰς τοιαύτας μάλιστα περιστάσεις; μὲ φαίνεται ὄχι. Ἐπεβάλομεν φόρον πέρυσι τῶν οἰκοδομῶν· ἐρωτῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐφηρμόσθη ἡ ἀπόφασίς μας αὕτη, ἡ ὁποία δὲν ἦτο καινοτομία, δὲν ἦτο νέα, ἐπῆλθε πρὸς διόρθωσιν τῆς φορολογίας, διότι ὑπῆρχεν ἀνισότης φόρων, καὶ τοῦτο τὸ ἠκούσατε τότε καὶ ἐπείσθητε· καὶ αὐτὸ ἴσια ἴσια ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ μὲν Ἑπτανήσιοι πληρεξούσιοι θέλουν νὰ ἀνακουφίσουν τὸν λαὸν, πληρώνοντες αὐτοὶ τὰ βάρη αὐτοῦ· ἡμεῖς δὲ πάντοτε ἐπιβαρύνομεν τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος ἐπλήρωνεν ἔγγειον φόρον 10% ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου του, καὶ οἱ μεγαλοκτήμονες, οἱ καθήμενοι ἐν τοῖς πόλεσιν, ἐπλήρωναν 4 εἰς τὸν καθαρόν· ἠθελήσαμεν λοιπὸν νὰ ἐξισώσωμεν τοὺς φόρους, καὶ ὅμως μοὶ φαίνεται, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν ἐφηρμόσθη. Τώρα λοιπὸν πῶς ἦλθε μία πατριωτικὴ πρότασις παρ’ ὑμῶν, ἡ ὁποία προχθὲς ἐχειροκροτήθη παρ’ ὑμῶν καὶ τοῦ ἀκροατηρίου, καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὸ ὄνομα τοῦ προτείναντος, διότι αἱ προτάσεις αὗται ἔρχονται ἀπὸ ἀνθρώπους ἀπηλπισμένους, ἔρχονται διὰ νὰ φέρουν καταστροφάς. Ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως ταύτης ἐπαναφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐποχὴν τοῦ Κλέωνος, ἐγκαθιδρύει τὴν ἀναρχίαν, καὶ δὲν πιστεύω ποτὲ ἡ Ἑλλὰς νὰ θέλῃ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς ἀναρχίας (θόρυβος ἀριστερά).
§20ΖΕΡΒΑΣ. Θὰ ἀποδείξω, ὅτι κερδοσκοπεῖς, διὰ νὰ λύσῃς τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ ἂν δὲν τὸ ἀποδείξω, νὰ ἦμαι ἄτιμος ἄνθρωπος.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
§22ΜΑΚΡΗΣ. Εἶπες τὴν λέξιν ἀπηλπισμένος, σὺ εἶσαι ἀπηλπισμένος.
§23ΔΑΓΡΕΣ. Πολὺ καλὰ ἂς εἶμαι, ἐγὼ τὸ δέχομαι, διότι ὑπάρχει κοινωνία, ὑπάρχει τόπος, ὑπάρχει συνείδησις καὶ ἂς κρίνῃ. Δὲν ἠμπορῶ εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν νὰ δώσω ἄλλην ἰδιότητα, παρ’ αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἔδωτα. Διότι φέρε μου ἓν παράδειγμα, ὅτι εἰς ἓν κοινοβούλιον εὑρέθη εἷς πληρεξούσιος ἢ βουλευτής, ἢ ἓν κόμμα, νὰ συμμερίζηται ὁμοίας προτάσεις καὶ νὰ τὰς ὑποστηρίζῃ.
§24ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Μάλιστα.
§25ΔΑΓΡΕΣ. Ἐὰν τὴν συμμερίζησθε, τότε σᾶς συγχαίρω, ὅτι ἐξεμεταλλεύθητε πολὺ καλὰ τὰ συμφέροντα τοῦ φορολογουμένου λαοῦ. Ὁ δημόσιος ἄνθρωπος, ὁ πολίτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ὀφείλει νὰ ἀντιταχθῇ ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης ἀρχῆς· καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἕνας λαὸς παρεσύρθη ἀπὸ τὴν ἰδέαν ταύτην, τίθεται ἀπέναντι αὐτῆς, ὀφείλει νὰ συντριβῇ. Κύριοι, ῥίπτοντες αὐτὸ τὸ δηλητήριον, αὐτὸ τὸ δόλωμα τῆς ἀσυδοσίας, εἰς ποίαν κατάστασιν φέρετε τὴν κοινωνίαν; εἰς μίαν μόνην περίστασιν ἐξεμεταλλεύθημεν τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ τὴν ἠξεύρετε· ἔχομεν σκοπὸν νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ; εἰπέτε το καθαρὰ, ὅτι θέλετε ν’ ἀναῤῥιπίσητε τὰ πάθη καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν, ὅ,τι πρὸ δύω ἐτῶν ἐπράξαμεν, ἀλλὰ συλλογισθῆτε, ὅτι τότε εἴχομεν δίκαιον, ἐνῷ τώρα δὲν ἔχομεν.
§26ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κυρίως λαὸς, Κ. Δαγρὲ, εἶναι φρόνιμος.
§27ΔΑΓΡΕΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, μάθετε, ὅτι ποτὲ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀποδώσω αὐτὴν τὴν ἄδικον ὕβριν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ὅτι προτιμᾷ νὰ ὠφεληθῇ 10, 20, 40, 50 δραχμὰς ὁ φορολογούμενος, διακινδυνεύων τὴν ἐθνικήν του ὕπαρξιν· καὶ διακινδυνεύει ἡ ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία, ὅταν καθιερώσητε τὴν ἀσυδοσίαν, καὶ καθιερόνετε τὴν ἀσυδοσίαν, καταργοῦντες τὴν φορολογίαν.
§28ΤΙΝΕΣ. (ἀριστερόθεν) Ἀσυδοσία εἶναι εἰς τὴν Ἑπτάνησον;
§29ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, ἤκουσα Ἑπτανησίους τῆς πλευρᾶς αὐτῆς πολεμοῦντας τὸ σύστημα αὐτὸ, οὐχὶ διότι παραχωρεῖ ἐξαιρετικὸν προνόμιον ὑπὲρ τῶν Ἑπτανησίων, ἀλλὰ διότι ἐπιβαρύνει τοὺς κτηματίας τῆς Ἑπτανήσου. Τὸ ἤκουσα πρὸ μιᾶς στιγμῆς, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα τοῦ πληρεξουσίου τούτου· θέλω, εἶπε, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φορολογικοῦ νόμου τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι, ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου τούτου σήμερον, ἡ Κέρκυρα ὠφελεῖται 2, 3 ἑκατομμύρια (θόρυβος ἀριστερά.)
§30ΤΙΝΕΣ. (ἀριστερόθεν). Διὰ τοῦτο τὸ κάμνομεν.
§31ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπολεμήσατε τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ἐξεμεταλλεύθητε, ἠθελήσατε νὰ ἐξεγείρετε τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ, διότι εἴπατε, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι ὠφελοῦνται· τώρα λέγετε, ὅτι ζημιόνονται· τί σημαίνει αὐτό; Σᾶς ἐννοοῦμεν.
§32ΤΙΝΕΣ. (ἀριστερόθεν) Θέλομεν ἰσότητα.
§33ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶσθε εἰλικρινεῖς, θέλετε τὴν ἀσυδοσίαν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐμβαίνετε εἰς τὰς διαθέσεις καὶ τοὺς σκοπούς· εἴπατε τί θέλετε.
§35ΔΑΓΡΕΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ ὅτι θέλετε τὴν ἀσυδοσίαν ἀποδεικνύεται ὅταν φέρετε μίαν πρότασιν νὰ εἰπῆτε καταστρέφομεν τὸ πᾶν, καὶ ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ ἀνασταθῇ αὐτὸ τὸ καταστραφὲν, τὸ δολοφονηθὲν, ἐπαναφέρομεν τοὺς φόρους. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι σκέψις αὐτὴ ἀνθρώπων ὑπηρετούντων τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος; (θόρυβος ἀριστερά)· Κύριοι, ἐὰν ἐπείραξα κἀνένα, σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι ἡ μόνη ἰδέα, ἥτις μὲ ἔφερεν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, εἶναι, διότι συλλογίζομαι, ὅτι ἡ κακὴ, ἡ ἄδικος λύσις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀπελπίσῃ τοὺς ἔξωθεν δούλους ἀδελφούς. (θόρυβος ἀριστερά).
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ δημοκοπῇς.
§37ΔΑΓΡΕΣ. Εἶσαι ἀνάξιος ἀντιπρόσωπος ὅταν μοῦ λέγῃς ὅτι δημοκοπῶ (χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου, θόρυβος μέγας).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον. Παρακαλῶ νὰ ἐπέλθῃ ἡσυχία· ἐπαναλαμβάνω εἰς τὸ ἀκροατήριον........
§39ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Τί ἐπαναλαμβάνετε, πρέπει νὰ ληφθοῦν αὐστηρὰ μέτρα· καὶ συνεδρίασις δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ὑπὸ τοιαύτην πίεσιν. (ποδοκροτήματα καὶ θόρυβος μέγας ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ.)
§40Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Τὰ ἀκροατήρια εἶναι ἐρεθισμένα καὶ ἀπὸ τὰ δύο μέρη, εἶναι καὶ πολλοὶ ἔνοπλοι.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Φρούραρχος λέγει, ὅτι τὰ ἀκροατήρια εἶναι ἐρεθισμένα, καὶ εἶναι καὶ τὰ μὲν, καὶ τὰ δὲ ὡπλισμένα, καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τὴν ἄδειαν νὰ τὰ ἐκκενώσῃ.
§42ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι (θόρυβος).
§43ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν πιστεύω ποτὲ, ὅτι τὸ ἀκροατήριον θὰ ἔχῃ τίποτε ἐπίφοβον διὰ τὴν Συνέλευσιν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν Κ. Φρούραρχον νὰ διατάξῃ τὴν ἀποβολὴν τοῦ πολίτου ἐκείνου, ὅστις ἐπεχείρησε πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὄχι μόνον ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀκροατήριον ὁλόκληρον κατεδίκασεν ὡς ἔγκλημα πρὸς τὴν Ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὅστις ἠθέλησε νὰ εἰσπηδήσῃ ἐντὸς τοῦ περιβόλου.
§45ΤΙΝΕΣ. Μὰ τὸ ἔκαμεν ἀπὸ φόβον (γέλως).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, ἀφοῦ ἡ ταραχὴ ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἄνδρες νὰ φοβηθοῦν, στοχασθῆτε ὁποία θὰ ἦναι ἡ θέσις τῶν Κυριῶν. (γέλως)
§47Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Κ. Πρόεδρε, κανεὶς δὲν φοβεῖται ἐδῶ· ἀλλ’ εἶναι ἀνάξιον νὰ γελῶμεν, ὅταν τὸ ἀκροατήριον δὲν φέρῃ τὴν θέσιν του. Κᾀνένα δὲν φοβούμεθα, ἀλλ’ εἴμεθα ἐθνικὴ Συνέλευσις, καὶ πρέπει νὰ φερώμεθα μὲ ὅλην τὴν σοβαρότητα, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία τῆς σπουδαιότητος τῶν καθηκόντων μας.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἑρμηνεύω τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως, λέγων πρὸς τὸ ἀκροατήριον, ὅτι, ἐὰν ἐπαναλάβῃ τὰς σκηνὰς, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἔκαμεν, ἡ Συνέλευσις θὰ διατάξῃ τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου.
§49ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἰδοποιῶ, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν ἐπανάληψιν τοιούτων σκηνῶν δὲν διατάξῃ τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου, ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ καθήσω πλέον ἐπὶ τῆς ἕδρας μου, διότι τότε καταλαμβάνετε, ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύω πλέον συνέδριον ἐλεύθερον, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύω ἓν συνέδριον, τὸ ὁποῖον ὑπείκει εἰς τὴν βίαν.
§51ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπείκει εἰς τὴν βίαν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοί μου, ὅταν γίνωνται τοιαῦται σκηναὶ, ἐγὼ πλέον δὲν ἠμπορῶ νὰ διευθύνω συνεδρίασιν· τὸ ἐννοεῖτε πολὺ καλά. Δὲν λέγω, ὅτι φοβεῖσθε· οὔτε ἐγὼ φοβοῦμαι, οὔτε σεῖς. Νὰ διαταχθῇ ἡ ἔξωσις παντὸς μὴ πληρεξουσίου ἀπὸ τὸν περίβολον τῆς συνελεύσεως καὶ ἀπὸ τὰ δωμάτια. Ὁ Κ. Δαγρὲς ἔχει τὸν λόγον.
§53ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, εἶχον φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμά μου, συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον, εἶπον ἐπανειλημμένως, θέλω ὑποστηρίξει οὐχὶ ἀπέναντι φωνῶν, οὐχὶ ἀπέναντι κινδύνων, καὶ ἀπέναντι ἑκατοντάδων λογχῶν, ἂν εὑρεθῶ, θέλω ὑποστηρίξει τὴν ἰδέαν μου, ἥτις εἶναι ἡ ἰσότης (θόρυβος), τὴν ἰσότητα καὶ τὴν συζήτησιν τὴν λογικὴν, τὴν δικαίαν, τὴν συμφέρουσαν εἰς τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ ἐλευθέρου καὶ μὴ ἐλευθέρου Ἕλληνος. Ἀπέκρουσα καὶ θέλω ἀποκρούσει, καὶ ἂν εὑρεθῶ δεκάκις εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκομαι, τὴν ἐπιβολὴν τῆς ἰδέας μου εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Ἑπτανησίους, τὴν ἐπιβολὴν τῆς ἰδέας ἔστω καὶ τῶν ⅘ τῆς Συνελεύσεως, ἀλόγως, ἄνευ συζητήσεως, διὰ πιέσεων. Ἐν τοιαύτῃ περιστάσει θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐντολέων μου, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύω, καὶ πιστεύω, Κύριοι, καὶ ἐκ τῆς ἰδικῆς μου ἐπαρχίας, ὅτι ὑπάρχουν χίλιοι ἢ 500 ἄνδρες, οἵτινες δύνανται νὰ ὑπερασπισθῶσι τὴν ἀντιπροσωπείαν των. Λέγω, Κύριοι, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν στενογράφον καὶ τὸν συντάκτην τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν νὰ σημειώσῃ, ὅτι ὁ πληρεξούσιος Καλαμῶν Κωνσταντῖνος Δαγρὲς, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὑποστηρίζων τὴν ἰσότητα ἐφ’ ὅλων ὑπὸ τὴν Πανελλήνιον ἔποψιν, ἀπεδοκιμάσθη παρὰ πληρεξουσίων καὶ ἐζητήθη ἡ κατάβασίς του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Δεληγεώργης, θέλετε νὰ ἀκούσητε προηγουμένως τὴν ἀνάγνωσιν μερικῶν προτάσεων σχετικῶν; Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ.
Περὶ ἀφομοιώσεως τῆς νομοθεσίας ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἄρθρον 1. Ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου 1865 τὸ βραδύτερον ἐφαρμόζονται ἐν Ἑπτανήσῳ ἅπαντες οἱ ἐν Ἑλλάδι καθεστῶτες Νόμοι, μετὰ τῶν μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ψηφισθησομένων. Ἄρθρον 2. Προσωρινῶς καὶ μέχρις οὗ ἀντικατασταθῇ τὸ ἰσχύον ἐν Ἑλλάδι σύστημα φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, δὲν ἐπιβάλλεται ἐν Ἑπτανήσῳ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν παραγομένων δημητριακῶν καρπῶν. Ἄρθρον 3. Εἰδικοὶ Νόμοι περὶ δήμων καὶ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ψηφισθήσονται πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνελεύσεως, καθὼ, ἀκόμη καὶ οἱ προσδιορίσοντες τὰς δημοσίας θέσεις τῶν διαφόρων κλάδων, οἷον Διοικήσεως, Δικαιοσύνης, Οἰκονομίας, Ἐκκλησίας καὶ Ἐκπαιδεύσεως. Ἄρθρον 4. Ἀπὸ τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ ἐποχῆς ἀκυροῦνται ὅλοι οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύοντες Νόμοι, πλὴν Αʹ. τοῦ Πολιτικοῦ Κώδηκος, καθόσον δὲν τροποποιεῖται διὰ τῶν εἰσαχθησομένων Νόμων. Βʹ. Τῶν Νόμων περὶ συντάξεων. Γʹ. Τῶν Νόμων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν εἰς Ἑταιρίας εἰδικὰ δικαιώματα ἢ προνόμια. Δʹ. Τῶν Νόμων περὶ ὁδοποιΐας καὶ Εʹ. Τῶν Νόμων περὶ Σωφρονιστικῶν φυλακῶν, περὶ φρενοκομείου καὶ περὶ Πτωχοκομείου.
ΕΥΘ. ΚΕΧΑΓΙΑΣ.
Ἰδοὺ ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Σωμάκη.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ
Ἀπὸ 1 Νοεμβρίου ε. ε. ἰσχύει ἐν ταῖς ἰονίοις νήσοις ἅπασα ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία ἐκτὸς τῶν γενησομένων τυχὸν ἐξαιρέσεων.
Α. ΣΩΜΑΚΗΣ.
Ἰδοὺ καὶ ἡ πρότασις τῶν Ἀννίνων. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Ἡ τελεία ἀφομοίωσις τῆς πρώην πολιτείας τῆς Ἑπτανήσου καθιεροῦται μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ὡς ἑπομένως· 1) Ἅπαντες οἱ ἐν ἰσχύϊ νόμοι τοῦ Βασιλείου καθιεροῦνται καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ Συντάγματος Ἐξαιρουμένων α) Τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὸν ἀπόλυτον πλειστηριασμόν. β) Τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἕως οὗ ἐπιτροπὴ μικτὴ ἐξ Ἑπτανησίων τε καὶ ἐκ τοῦ πρώην Βασιλείου, διορισθεῖσα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, μορφώσῃ ἓν κοινὸν φορολογικὸν σύστημα δι’ ἀμφότερα τὰ πρώην κεχωρισμένα Κράτη, συζητηθησόμενον καὶ ἐπιψηφισθησόμενον παρὰ τῆς μελλούσης Νομοθετικῆς Βουλῆς. Μέχρι δὲ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅπως καὶ ἡ Ἑπτάνησος συνεισφέρῃ τὸ ἀνάλογον αὐτῆς ποσοστὸν εἰς τό Κράτος, θέλουν ὑπολογισθῆ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς τελευταίας πενταετίας τῆς Ἑπτανήσου, καὶ τοῦ Βασιλείου, τὰ συνταχθέντα ποσὰ παρὰ τοῦ δημοσίου ἐν ἑκάστῳ ταμείῳ, καὶ συμπαραβληθῇ μὲ τὸν πληθυσμὸν ἑκάστης ἐπικρατείας, καὶ ἑπομένως τὸ τυχὸν ἔλλειπον συμπληρωθῇ διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος, πρώην κεχωρισμένας, καὶ τανῦν ἑνωμένας καὶ συγχωνευμένας διὰ ἐπιβαλλομένων φόρων ἐν αὐτῷ τοῦ ἐλλείποντος· εἴτε ἐν τῷ πρώην Βασιλείῳ ἀμέσων εἴτε ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ ἐμμέσων, καὶ τοῦτο προσωρινῶς, ἑωσοῦ συνέλθῃ ἡ νομοθετικὴ Βουλὴ καὶ τῇ καθυποβληθῶσι τὰ πάντα· 2). Οἱ ψηφισθησόμενοι παρὰ τῆς Συνελεύσεως ταύτης νόμοι. α) Περὶ ἐκλογῶν. β) Περὶ δήμων. γ) Ὀργανισμοὶ διοικήσεως. δ) Δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. ε) Δικαστικῆς διοργανώσεως. ἐφαρμοσθήσονται συγχρόνως καὶ ἄνευ ἀναβολῆς ἐπὶ ἀμφοτέρων τῶν πρώην κεχωρισμένων δύο ἐπικρατειῶν, καὶ τανῦν ἡνωμένων εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Βασίλειον.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΒΒΑ ΑΝΝΙΝΟΣ.
ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ ΣΑΒΒΑ ΑΝΝΙΝΟΣ.
Πληρεξούσιοι Κεφαλληνίας.
§55Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι! Δὲν θέλω συζητήσει τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ὅπως ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, διότι ὅλως διαφωνῶ πρὸς αὐτόν· νομίζω ὅτι ἡ ἐποχὴ τοῦ ζητήματος περὶ τῆς τύχης τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τοῦ ἐνεστῶτος, ὅπερ φαίνεται εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μου μαῦρον. Ἀπέχει ὅσον ἀπέχουσιν αἱ μεγάλαι ἀρεταὶ τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τοῦ ἡρωϊσμοῦ, διὰ τῶν ὁποίων τοιαῦτα ἔργα ἐκτελοῦνται, ἀπὸ τοῦ φατριασμοῦ καὶ τῶν ἰδιοτελῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα σήμερον διέπουσι τὸν τόπον τοῦτον. Θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα ὑπὸ ἔποψιν καθαρὰν, τὴν ἔποψιν ἂν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρει ἡ ἰσότης τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ, ἂν ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν Ἑπτανήσῳ ἄνισος φορολογία τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ εἶναι φορητή· θέλω ἐξετάσει αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου. Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις οὐδόλως ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῇ περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο· δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρήσῃ αὐτὸ ὡς ἔργον νομοθετικὸν, διότι φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα τὸ νομοθετικὸν λύσεως δὲν χρῄζει· ἀπορῶ δὲ πῶς ἐνησχολήθητε τέσσαρας ἡμέρας προσπαθοῦντες νὰ εὕρετε τὸν κατάλληλον νόμον ὅπως διατυπώσητε τὴν λύσιν αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι λελυμένον· τὸ ζήτημα περὶ ἐπεκτάσεως τῶν νόμων τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν νήσων τοῦ Ἰονίου Πελάγους εἶναι προαποφασισμένον, καὶ ἂν ἀπορῶ ἐπὶ τῇ ἀπορίᾳ τῆς Συνελεύσεως, ἀπορῶ ἔτι μᾶλλον διὰ τὴν ἀπορίαν τῶν ἀξιοτίμων πληρεξουσίων τῶν Ἰονίων, διότι ἡ ἀπόφασις τοῦ ζητήματος προῆλθεν ἐξ αὐτῶν τῶν ἰδίων. Τὸ μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προταθῇ, ἦτο, ὄχι ἂν πρέπῃ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ πότε νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ τὰς Νήσους ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, ἀλλ’ ἂν πρέπῃ νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐπέκτασις αὕτη καὶ ἂν πρέπῃ προσκαίρως νὰ μὴ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι, εἴτε τινὲς, εἴτε πάντες, εἰς τὰς Νήσους τοῦ Ἰονίου πελάγους. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ τελευταία τοῦ Ἰονίου Κράτους Βουλὴ, ἐν ᾗ πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας παρίσταντο· τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ τὸ ψήφισμα τῆς ἑνώσεως ἐξεδόθη, καὶ δι’ οὗ ἀποφασίζεται προσωρινῶς ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως τῆς Ἑπτανήσου. «Ἄρθρον 1. Ἅμα ἡ ἐν τῷ Κράτει τούτῳ, δυνάμει τῆς ἀπὸ 5 Νοεμβρίου 1815 ἐν Παρισίοις συνθήκης, ἱδρυθεῖσα Βρεττανικὴ Προστασία παύσῃ νομίμως καὶ μέχρι τῆς, παρεμβάσει καὶ τῶν Ἰονίων πληρεξουσίων, ἐγκαθιδρύσεως νέου συντάγματος τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ἡ Α. Μ. ὁ βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ἐξουσιοδοτεῖται νὰ ἐξασκῇ ἐπὶ τῶν Ἰονίων Νήσων καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτῶν πάντα τὰ δικαιώματα τῆς κυριαρχίας, ὅσα, οἷα καὶ ὡς θέλει ἐξασκεῖ καὶ ἐν τῷ λοιπῷ βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος. «Ἑπομένως θέλει παύσει ἡ ἐξάσκησις τῶν προνομίων καὶ ὑπουργιῶν τῆς Προστάτιδος Ἀνάσσης, τοῦ Λὸρδ Ἁρμοστοῦ, τοῦ Τοποτηρητοῦ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἐκλαμπροτάτης Γερουσίας. «Ἅπασαι αἱ λοιπαὶ τοῦ Κράτους ἀρχαὶ διατηροῦνται ἐνεργοῦσαι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων Ἰονίων νόμων ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκείων ὑπουργῶν τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος». Λοιπὸν οἱ Ἰόνιοι νόμοι προσωρινῶς μόνον ἰσχύουσι, διότι ἡ ἰσχὺς, ἥτις διὰ τοῦ ψηφίσματος τούτου ἀπεδόθη αὐτοῖς, διαρκεῖ ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ μεσοβασιλεία, χάριν τῆς ὁποίας τὸ ψήφισμα ἐξεδόθη. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἀρκεῖ τὸ ψήφισμα τοῦτο, ὑπάρχει ἕτερον, τὸ θεμελιῶδες, τὸ ψήφισμα τῆς ἑνώσεως.
ΨΗΦΙΣΜΑ.
Ἡ Βουλὴ τῆς Ἑπτανήσου. «Ἐκλεχθεῖσα συνεπείᾳ προσκλήσεως τῆς Προστάτιδος Δυνάμεως, καὶ συνελθοῦσα ὅπως ὁριστικῶς ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Ἰονίου λαοῦ· πιστῶς δὲ ἐκδηλοῦσα τὸν διάπυρον πόθον καὶ τὴν ἀνέκαθεν σταθερὰν αὐτοῦ θέλησιν, καὶ συμφώνως πρὸς τὰς προηγηθείσας εὐχὰς καὶ διακηρύξεις τῶν ἐλευθέρων Ἰονίων Βουλῶν. Ψηφίζει· Αἱ Νῆσοι Κέρκυρα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, Λευκὰς, Ἰθάκη, Κύθηρα Παξοί, ὡς καὶ τὰ ἐξαρτήματα αὐτῶν, ἑνοῦνται μετὰ τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἐσαεὶ ἀποτελῶσιν ἀναπόσπαστον αὐτοῦ μέρος ἐν μιᾷ καὶ ἀδιαιρέτῳ πολιτείᾳ ὑπὸ τὸ συνταγματικὸν σκῆπτρον τῆς Α. Μ. τοῦ βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου τοῦ Αʹ. καὶ τῶν διαδόχων αὐτοῦ.» Ἀλλ’ ἄρα γε τὸ ψήφισμα τοῦτο ἀποφαίνεται, ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἰόνιον μετὰ τῆς νομοθεσίας του καὶ μεθ’ ὅλων τῶν ἀποτελούντων ἓν Κράτος στοιχείων ἔρχεται νὰ ἑνωθῇ μετὰ τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος; Ὄχι. Ἀποφαίνεται διαῤῥήδην ἡ Βουλὴ ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὸν Ἰόνιον λαὸν, ὅτι δὲν ἔρχεται ὡς Κράτος, ἀλλ’ ὡς Νῆσοι, ὡς λαὸς, ἐγκαταλείπων τοὺς νόμους του, ἐγκαταλείπων τὸ ἡμιανεξάρτητον Κράτος του, ἔρχεται νὰ ἑνωθῇ ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ Γεωργίου, ταυτίζων τὴν τύχην του μετὰ τῆς τύχης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑπὸ σκῆπτρον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐμπιστοσύνην, ὑπὸ θεσμοὺς τοὺς ὁποίους μακρόθεν ἡ Ἑπτάνησος ἐχαιρέτα καὶ ἐπόθει καὶ πρὸς ἀπόκτησιν τῶν ὁποίων πολλὰς ὑπέστη θυσίας! Μόνον δὲ διὰ τοῦτο, ἤτοι ἕνεκα τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν Ἰονίων νόμων, ἐπαρουσιάσθη ἀνάγκη τοῦ δευτέρου ψηφίσματος (ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἑπτανήσου ἀπῄτησε νὰ συμπράξῃ καὶ ὁ Ἰόνιος λαὸς εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος) ὅθεν ἤθελεν ὑπάρξει μεσοβασιλεία μέχρις οὗ τὸ σύνταγμα ἐγκαθιδρυθῇ, καὶ ἡ μεσοβασιλεία ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τοὺς νόμους της, καὶ πρὸς τοῦτο κατάλληλοι ἐκρίθησαν οἱ Ἰόνιοι νόμοι, οἵτινες ὅμως εἶχον ἀνάγκην ψηφίσματος, διότι αὐτοδικαίως κατηργοῦντο διὰ τῆς ἑνώσεως. Ἄλλως, ἂν οἱ Ἰόνιοι ἤρχοντο μετὰ τῆς νομοθεσίας των, ἦτο περιττὸν νὰ γίνῃ ψήφισμα περὶ τῆς ἰσχύος τῶν νόμων ἐπὶ τῆς μεσοβασιλείας, διότι καὶ ἐπ’ αὐτῆς καὶ μετ’ αὐτὴν ἤθελον ἰσχύει ἀλλὰ τότε ἠθέλομεν ἔχει πλήρη τὴν ὁμοσπονδίαν, ὅπερ οὐδέποτε ἠθέλησεν ὁ Ἰόνιος λαός. Τοῦτο δὲ τὸ γνωρίζομεν οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ψηφισμάτων, ἀλλὰ καὶ διότι ὅστις ἐξ ἡμῶν παρηκολούθησε τὰ γενόμενα, οἶδεν, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ὁμοσπονδίας, χωρὶς νὰ προφερθῇ τὸ ὄνομά της, ἐκυκλοφόρει εἴς τινων ἀνθρώπων τῆς Ἑπτανήσου τὰς κεφαλὰς, καὶ ῥαγδαία ἡ Βουλὴ ἐπετέθη ἐναντίον αὐτῶν καὶ ὁ τύπος, διότι ὁ Ἰόνιος λαὸς ἐζήτησε νὰ ἑνωθῇ «ἐσαεὶ ἐν μιᾷ καὶ ἀδιαιρέτῳ πολιτείᾳ ὑπὸ τὸ συνταγματικὸν σκῆπτρον τοῦ βασιλέως Γεωργίου». Τί θὰ εἰπῇ ἐν ἀδιαιρέτῳ πολιτείᾳ; εἶναι ἀδύνατον νὰ διαιρέσωμεν τὴν λέξιν ταύτην, καὶ τὰ μὲν ἄλλα τοῦ δι’ αὐτῆς καταργουμένου Ἰονίου Κράτους συστατικὰ νὰ θυσιάσωμεν εἰς τὸ ἀδιαίρετον τῆς πολιτείας, μόνην δὲ τὴν νομοθεσίαν νὰ ἐξαιρέσωμεν. Ἡ ἕνωσις πρέπει κατὰ πάντα νὰ ᾖναι ἀδιαίρετος, οὔτε τῆς νομοθεσίας ἐξαιρουμένης, διότι οὐδεμίαν τὸ ψήφισμα τῆς ἑνώσεως ἐπήνεγκεν ἐξαίρεσιν, τὸ δὲ ἕτερον ψήφισμα, μίαν μόνην ἐπενεγκὸν ἐξαίρεσιν καὶ ταύτην προσωρινὴν, ἔτι μᾶλλον ἐνίσχυσε τὸ πρῶτον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι μάταιος ὁ κόπος· ἔπρεπε νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ ἀποφασισθὲν καὶ νὰ περιμένωμεν τὴν ἔλευσιν τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν τὰ ἀποφασισθέντα παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἰονίου λαοῦ ἔμελλον νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία τότε αὐτοδικαίως ἤθελεν ἔχει ἰσχὺν καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐχρειάζετο παρὰ βασιλικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ δημοσιεύσῃ τοὺς νόμους· ἂν δὲ οἱ Κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἰονίου λαοῦ ἤθελον ἐμφανισθῆ ἐν τῷ μέσῳ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἤθελον εἰπεῖ «ὑπάρχει ἀνάγκη τινὸς τροποποιήσεως εἰς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέρος τῆς νομοθεσίας», ἡ τροποποίησις ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ, καὶ ἂν ἦτο δικαία, ἤθελε γείνει δεκτὴ, ὅπως ἔγεινε δεκτὸν παρὰ τῆς Συνελεύσεως ταύτης πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν Ἰόνιον λαὸν καὶ τὴν ἕνωσιν. Ἀλλ’ ὑπὸ ποίαν ἔποψιν ἤθελε γείνει δεκτόν; ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀναστολῆς. Ποῦ ὅμως εὑρισκόμεθα σήμερον; μᾶς προτείνουσι ν’ ἀποφασίσωμεν ὑπὸ τίνων νόμων θέλει κυβερνᾶσθαι ἡ Ἑπτάνησος. Μολονότι, Κύριοι, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπιδέχεται ἀντιῤῥήσεις, ἐπειδὴ ὅμως ἡ συζήτησις εἶναι πλήρης, εἶναι ἐκτεταμένη, ἐπειδὴ διόλου δὲν εἶναι ἄτοπον νὰ μεταβάλωμεν τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἂν δὲν ᾖναι ἀνάγκη νὰ ἀνασταλῶσιν οἱ νόμοι, διὰ τοῦτον τὸν λόγον συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Ἰθάκης Κ. Κυπαρίσση, ὅστις μὲ τόσην ἐμβρίθειαν καὶ εὐθύτητα ἀντιπαρέβαλε τὰς δύω νομοθεσίας καὶ εὑρῆκε καὶ κατέδειξε τὰς ἀρετὰς τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τὰ ἐλαττώματα τῆς Ἰονίου, εἶναι περιττὸν Κύριοι, ν’ ἀσχοληθῶ εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς αὐτῆς ἀληθείας· οὔτε πιστεύω, ὅτι σπουδαίως ἤθελέ τις ἀμφισβητήσει τὴν ὑπεροχὴν τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας καὶ τὸ ὑποδεέστερον τῆς Ἰονίου· διότι ἀναμφίβολον εἶναι ὅτι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία δύναται νὰ καταταχθῇ μὲ τὰς νομοθεσίας τῶν πλέον πεφωτισμένων ἐθνῶν. Τὴν ἀνάβασίν του εἰς τὸν θρόνον ὁ ἐκπεσὼν βασιλεὺς ἐγκαινίασε διὰ τῆς εὐεργεσίας ταύτης· ἄνδρες σοφοὶ, τοὺς ὁποίους ὁ πατήρ του μετ’ αὐτοῦ ἐξαπέστειλε, συνέταξαν νομοθεσίαν, ἥτις ἦτο ἡ τελειοτέρα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ὅσοι ἐξακολουθοῦν τὴν σπουδὴν τῆς ἐπιστήμης θέλουσιν ὁμολογήσει, ὅτι ἔκτοτε ὁ χρόνος δὲν ἐπαρουσίασε τοσοῦτον μεγάλας καὶ σπουδαίας ἀνακαλύψεις, ὥστε νὰ καταδικασθῇ ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ὡς παλαιά. Γνωρίζετε δὲ, Κύριοι, τὰ λοιπὰ μέρη τῆς ἑλλην. νομοθεσίας. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐθνικῆς παλλιγγενεσίας εἰσηγάγομεν τοὺς νόμους τῶν Αὐτοκρατόρων, μὲ τὴν ἄδειαν νὰ ἀντλῶμεν τὴν ὕλην τῆς ἑρμηνείας αὐτῶν ἐκ τῆς Ῥωμαϊκῆς νομοθεσίας, καὶ μὲ τὸ δικαίωμα νὰ διατηρῶμεν τὰ μακροχρόνια καὶ ἀδιάκοπα ἔθιμα ὡς νόμους τοῦ τόπου· συνειθίσαντες δὲ εἰς τὴν τελειότητα τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους οἱ Γερμανοὶ μᾶς ἔδωκαν, συνειθίσαντες εἰς τὴν τελειότητα τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, ἐπλάσαμεν καὶ ἡμεῖς ὅσους ἐπλάσαμεν κατόπιν νόμους πολιτικοὺς καὶ δικανικοὺς, ἀξίους τῆς λοιπῆς νομοθεσίας ἡμῶν καὶ κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν νεωτάτων νομοθεσιῶν. Ἡ νομοθεσία δι’ ὅλους τοὺς λόγους τούτους εἶναι ἀρκούντως τελεία, καὶ χωρὶς οὐδεμιᾶς μεταβολῆς θέλει μένει πάντοτε ἀξία ἔθνους ἐλευθέρου καὶ πολιτισμένου. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τοῦτο, ὑπάρχουν μυρίαι ἕτεραι ἀντιῤῥήσεις, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογήν. Λέγουν, ἡ νομοθεσία νὰ εἰσαχθῇ μικρὸν κατὰ μικρὸν, διότι ὁ Ἰόνιος λαὸς δὲν εἶναι συνειθισμένος. Θέλω ἐξετάσει πρῶτον ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσι μικρὸν κατὰ μικρὸν, καὶ ἔπειτα θέλω ἐξετάσει ἂν ὁ Ἰόνιος λαὸς εἶναι συνειθισμένος. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, εἶναι δύσκολον νὰ εἰσαχθῇ εἰς ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν ἄλλη, δι’ ἀντικαταστάσεως κεφαλαίου πρὸς κεφάλαιον ἢ τμήματος πρὸς τμῆμα ἢ κώδηκος πρὸς κώδηκα. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ νομοθεσία ἐκείνη ἤθελε γίνει κακίστη, ὁ νομοθέτης δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἐλεύθερος, ἤθελε περιπέσει εἰς ἀντιφάσεις καὶ ἤθελεν ἀφήσει κενὰ, ἐὰν μάλιστα ἠναγκάζετο νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον κατεσπευσμένως, ὡς πρόκειται ἤδη νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι δύσκολον μόνον· θέλω ὅμως σᾶς ἀποδείξει, ὅτι εἶναι καὶ ἀδύνατον· διατὶ ἀδύνατον; διότι ἕκαστον νέον τμῆμα νομοθεσίας, ὅπερ θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, μετὰ τίνος νομοθεσίας θὰ συνδυασθῇ; καὶ ἐπὶ τίνος νομοθεσίας θὰ ἐρείδεται; Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξωσι δέκα ἄρθρα εἰς μίαν νομοθεσίαν, τὰ ὁποῖα νὰ μὴν ἔχωσι συνδυασμὸν μὲ ἄλλα. Θὰ συνδυασθῇ λοιπὸν μὲ τὴν λοιπὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου; Ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ Ἰόνιος νομοθεσία εἶναι προωρισμένη νὰ ἐκλείψῃ, διότι τοῦτο δὲν ἀμφισβητεῖται· εἶναι ἀδύνατον λοιπὸν κατὰ τμήματα νομοθεσία νέα νὰ εἰσαχθῇ στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἰονίου, διότι ἡ νομοθεσία αὕτη μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἐκλίπῃ. Ἀλλ’ οὔτε ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς δύναται νὰ στηριχθῇ, διότι ἡ Ἑλληνικὴ δὲν θὰ ἰσχύῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅταν τὰ τμήματα τῆς νέας νομοθεσίας θὰ εἰσάγωνται· π. χ. ἂν εἰσαχθῇ μόνη ἡ πολιτικὴ δικονομία, αὕτη εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων τῆς Ἑπτανήσου· ἀλλ’ οὔτε χρησιμεύει, τὸ ὅτι στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων, διότι ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς δὲν ἰσχύει ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἔχετε δύο νομοθεσίας πλήρεις, τὴν μὲν ἐν Ἑπτανήσῳ, τὴν δὲ ἐν Ἑλλάδι· ἀλλ’ οὔτε τὴν ἄλλην δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ νομοθέτης τοῦ τμηματικοῦ συστήματος, ὅπως στηριχθῇ· ἂν λάβῃ τὴν Ἑλληνικὴν, αὕτη δὲν ἰσχύει, ἂν λάβῃ τὴν Ἰονικὴν, ἐπὶ τῆς ἄμμου κτίζει, διότι αὕτη μετ’ ὀλίγον θὰ πέσῃ. Ὅστις ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἡ ἐπιτροπὴ εἰσήγαγε περὶ δημοτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἑπτανήσου· παρετήρησεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησεν εἰς δέκα ἄρθρα νὰ εἰσαγάγῃ τοὺς δημοτικοὺς θεσμοὺς ἐν Ἑπτανήσῳ· ὅθεν ἠναγκάσθη νὰ συνδυάσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μὲ τὸν δημοτικὸν νόμον τῆς Ἑλλάδος, καὶ μὲ τὰ διατάγματα καὶ τὰς ὁδηγίας. Ἀλλὰ μὲ τοῦτο τί ἐκατώρθωσεν; τίποτε. Διότι ἡ ἐπιτροπὴ, οὐ μόνον παλαιὰν ἀντὶ νέας νομοθεσίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον εἰσάγει, ἀλλὰ νομοθεσίαν, ἥτις μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλει καταργηθῆ, ὡς γνωρίζετε. Ὅθεν ἡ τμηματικὴ εἰσαγωγὴ εἶναι ἀδύνατος. Ἐξετάζω ἤδη, Κύριοι, ἂν τῳόντι σπουδαῖον εἶναι τὸ ἐπιχείρημα, ἢ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ ἐρωτήσω, ἂν δὲν ᾖναι σόφισμα, τὸ νὰ λέγωσιν, ὅτι ὁ Ἰονικὸς λαὸς δὲν εἶναι συνειθισμένος καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ δεχθῇ τὴν νομοθεσίαν μας. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, λυποῦμαι, διότι θέλω ἀποδείξει αὐτοὺς ἀνακολούθους. Εἶναι ἀνακόλουθοι, Κύριοι, διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύοντες περὶ τῆς ἀπειρίας τοῦ Ἰονικοῦ λαοῦ, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀφομοιώσεως, ἐκήρυξαν τὸν Ἰόνιον λαὸν ἱκανὸν ν’ ἀντιληφθῇ καὶ νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν πλέον τεχνικὴν νομοθεσίαν. Λαμβάνω τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐν τοῖς Ἰονίοις νήσοις ἐκπαιδεύσεως. Τὸ πρῶτον ἄρθρον λέγει—«οἱ ἀπὸ 31 δεκεμβρίου καὶ ἀπὸ 6 Φεβρουαρίου 1834 νόμοι περὶ κανονισμοῦ τῶν Γυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν σχολείων νόμοι, ὡς καὶ τὰ σχετικὰ διατάγματα, ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τὰς νήσους τοῦ Ἰονίου πελάγους». Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἰδία, νομοθετοῦσα, κηρύττει, ὅτι ὁ Ἰόνιος λαὸς δύναται ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀσπασθῇ τὴν νομοθεσίαν τὴν διέπουσαν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐν Ἑλλάδι καὶ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἤτοι τὸν ὀργανισμὸν τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων. Οἱ νόμοι οὗτοι κανονίζουσι καὶ τὴν δημοσίαν καὶ τὴν ἰδιωτικὴν ἐκπαίδευσιν. Μεταβαίνω εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ κράτους. Ἄρθρ. 5 «τὰ καθήκοντα τοῦ διοικητικοῦ εἰσι τὰ ὁριζόμενα διὰ τοῦ ἀπὸ 5 10βρίου 1845 διατάγματος περὶ καθηκόντων τῶν νομαρχῶν, Βασιλικὸν δὲ διάταγμα δύναται νὰ τροποποιήσῃ ταῦτα». «Εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν ὑφίσταται ἐπαρχιακὸν συμβούλιον κατὰ τὸν περὶ τούτου νόμον». Νομίζετε λοιπὸν τὴν Ἑπτάνησον ἀξίαν, τὸν ἑπτανησιακὸν λαὸν δυνάμενον ἀμέσως νὰ δεχθῇ τοὺς περὶ διοικήσεως νόμους, τοὺς διαλαμβάνοντας τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῶν λαῶν, νομίζετε τοὺς Ἰονίους ἀξίους νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, (διότι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ Ἑπτανήσιοι θὰ ἦναι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι) καὶ ὅτι θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν οὐ μόνον ν’ ἀντιληφθῶσι καὶ νὰ ἐννοήσωσιν ἀλλὰ καὶ νὰ ἐφαρμόσωσιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ ὁλόκληρον τὸ διοικητικὸν σύστημα, αὐτὸ τὸ τεχνικὸν οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται παρ’ ἡμῖν, καὶ μόλα ταῦτα διατείνεσθε, ὅτι ὁ Ἰόνιος λαὸς εἶναι ἀσυνήθιστος, καὶ δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν! Λαμβάνω τὸν νόμον περὶ συστάσεως τῶν δήμων «αἱ διατάξεις τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1833 νόμου περὶ συστάσεως τῶν δήμων, καὶ πᾶσαι αἱ σχετικαὶ διατάξεις τῶν μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντων νόμων καὶ Βασιλικῶν διαταγμάτων, ἐφαρμόζονται, καθ’ ὅσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν παρόντα νόμον, καὶ εἰς τὰς νήσους Κέρκυραν, Κεφαλληνίαν, Ζάκυνθον, Λευκάδα, Ἰθάκην, Κύθηρα, Παξοὺς καὶ τὰ ἐξαρτήματα αὐτῶν»· ἐπίσης «δημοτικὸς δασμὸς ἐπιβαλλόμενος κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρ. 1=5 τοῦ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου 1847 νόμου περὶ δημοτικῶν φόρων καὶ εἰσπραττόμενος ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας τελωνιακῆς ἀρχῆς.» Καὶ τέλος λαμβάνω ἤδη τὸ οἰκον. νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρίσταται ὡς ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου· τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νόμου τούτου διατάττει τὰ ἑξῆς. «Ὁ ἀπὸ 10 Ἰουνίου 1857 ΥΛΓʹ. νόμος περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου ἐν Ἑλλάδι μετὰ τῶν πρὸς μεταῤῥύθμισίν τινων ἐκ τῶν διὰ τοῦ δασμολογίου τούτου ὁρισθέντων τελῶν ἐκδοθέντων μέχρι τοῦδε νόμων καὶ τῶν περὶ ἀποφύρου (τάρας) Βασιλικῶν Διαταγμάτων ἰσχύει καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη.» Τὸ δὲ ἄρθρον 4 διαλαμβάνει· «Οἱ νόμοι· ά) ἀπὸ 19 Μαρτίου 1843 περὶ ὀργανισμοῦ τῶν τελωνείων ἐν Ἑλλάδι· β) ὁ ἀπὸ 7 Αὐγούστου 1861 περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ τελων. ὀργανισμοῦ καὶ γʹ) ὁ ἀπὸ 8 Ἀπριλίου 1843 περὶ τελων. δικαιώματος τῶν μεταφερομένων ἐντὸς τοῦ Κράτους ἐμπορευμάτων· ἐπίσης δὲ καὶ τὰ Β. Διατάγματα κτλ.» Τὸ δὲ πάντων σπουδαιότερον, τὸ ἄρθρον 10 διατάττει τὰ ἑξῆς· «ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους νόμος ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1852 καὶ τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐκδοθέντα Β. Διατάγματα ἰσχύουσι καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ.» «Τὰ περὶ τῶν ταμιακῶν θέσεων καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ ἐν γένει τῶν κατὰ τὴν Ἑπτάνησον ταμείων θέλουσι κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος, ὅπερ ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐκδόσεώς του μεταποιούμενον εἰς νομοσχέδιον, ὑποβάλλεται, εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐπιψήφισιν.» «Ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νόμου τούτου καταργεῖται τὸ Γεν. Ἐλεγκτεῖον.» Ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος, ὅστις εἶναι ὁ δυσκολώτερος τῶν οἰκονομικῶν νόμων καὶ ὁ τεχνικώτερος, εἶναι ἐπιτήδειος διὰ τὴν Ἑπτάνησον καὶ πρόκειται ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογή του ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1865! Τί λοιπὸν τότε δὲν δύναται ὁ Ἰόνιος λαὸς νὰ ἐννοήσῃ; ἀφ’ οὗ δύναται νὰ ἐννοήσῃ ὅλους τοὺς νόμους, τοὺς ἀφορῶντας τὴν δημοτικὴν καὶ τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν, τὴν διοίκησιν καὶ ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα; δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ τίνι τρόπῳ θέλει φορολογεῖται; δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν φόρων, ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεώς των. Παρακαλῶ τὸν ἐναντίον νὰ τὸ εἴπῃ, ἂν ὁ Ἰόνιος λαὸς δὲν ἠμπορεῖ τοῦτο νὰ ἐννοήσῃ. Ἀλλὰ Κύριοι, δὲν πιστεύω κανεὶς σπουδαῖος, ἀφοῦ ἐτέθη τὸ ζήτημα, νὰ τολμήσῃ ποτε νὰ εἴπῃ το ἐναντίον. Ἀφίνων διὰ τοῦτο αὐτὸν τὸν νόμον, ὅστις εἶναι ἁπλούστατος, τὸν ὁποῖον γνωρίζουν οἱ παραμικρότεροι χωρικοὶ τῆς Ἑλλάδος, ἔρχομαι εἰς τοὺς δικανικοὺς νόμους, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται μέγιστος κοπετὸς καὶ πάταγος. Πῶς θὰ ἐννοήσῃ ὁ λαὸς ὁ Ἰόνιος τοὺς δικανικοὺς νόμους ἀπὸ τῆς άης Ἰανουαρίου 1865, λέγουσιν οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πολεμῶ. — Καὶ ποῖος λαὸς τοὺς γνωρίζει; τοὺς ἐρωτῶ· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κρυφθῶμεν, ἐξεναντίας πρέπει ἐπὶ τῆς ἀληθείας ν’ ἀποφασίσωμεν· τίς λαὸς γνωρίζει τοὺς δικανικοὺς νόμους; Ὑπάρχει ἓν νομικὸν τεκμήριον, ὅτι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ὁ νόμος εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστός· ἀλλὰ θὰ ἦναι ὁ μωρότερος τῶν ἀνθρώπων, ὅστις νομίζει, ὅτι ἀπὸ τῆς ὥρας, καθ’ ἣν κτυπᾷ τὸ τύμπανον εἰς τὴν πλατεῖαν, ὁ νόμος, ὡς εἶναι ὑποχρεωτικός, εἶναι καὶ γνωστός. Ἔπειτα μήπως αἴρουν τὴν δυσκολίαν διὰ τοῦ σοφίσματος τούτου; Ὅταν θὰ εἰσαχθῇ μίαν φορὰν ὁ ποινικὸς νόμος, θὰ εἰσαχθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ἢ ὅλος διὰ μιᾶς. Ἀλλ’ ἂς μὴ ἀδικῶσι, Κύριοι, τὸν λαὸν τῆς Ἑπτανήσου· ἂν καὶ δὲν τὸν γνωρίζω, ποτὲ ὅμως δὲν πιστεύω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν τοιαύτην, ἀφ’ οὗ ἡ νομοθεσία, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον καὶ κατ’ αὐτὴν συναλλάττεται, εἶναι καὶ αὐτὴ νομοθεσία εὐρωπαϊκή. Ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος τῷ 1833 ἐδέχθη ἀμέσως νομοθεσίαν Εὐρωπαϊκὴν, καὶ τὴν ἐδέχθη πλήρη καὶ διὰ μιᾶς. Εὐθὺς ἀμέσως εἰσήχθησαν νόμοι περὶ διοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, νόμος τελωνιακὸς, ὁ περὶ διαιρέσεως τοῦ Βασιλείου, ὁ ὀργανισμὸς τῶν Γραμματειῶν, τὸ φορολογικὸν σύστημα περὶ ἀποδεκατώσεως καὶ λοιπῶν προσόδων, ὁ διοργανισμὸς τῆς δημοσίας ὑπαλληλίας, ὁ των νομαρχιῶν, ἡ σύστασις σώματος χωροφυλάκων, ἡ σύστασις στρατιωτικῶν δικαστηρίων, ὀργανισμὸς ναυτικοῦ διευθυντηρίου, ὁ τῆς ἱερᾶς Συνόδου, ὁ τοῦ λόχου τῶν ἀπομάχων, οἱ τῶν σωμάτων πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ, ὀργανισμὸς τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, τῶν προξενείων, ὁ τῆς συστάσεως ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Βασιλικοῦ ναυτικοῦ, ὁ περὶ διαιρέσεως τῶν ἐπισκοπῶν, ὁ περὶ συστάσεως γυμνασίων, οἱ νόμοι περὶ φορολογίας καὶ περὶ ποιμνιακῶν φόρων, ὁ περὶ ἁρμοδιότητος τῶν εἰρηνοδικῶν, ὁ ποινικὸς κώδηξ, ὁ περὶ στρατολογίας κλπ. ἓν δὲ Διάταγμα ἔδωκεν εἰς τὸν λαὸν, πόσην προθεσμίαν νομίζετε διὰ νὰ μελετήσῃ τοὺς δικανικοὺς νόμους; 25 ἡμερῶν. Διατ. 1 Ἰανουαρ. —«Ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων καὶ συμβολαιογράφων ὁ ἀπὸ 21 Ἰανουαρ. (2 Φεβρ.) ὁ περὶ ποιν. δικονομίας νόμος ὁ ἀπὸ 10 (22) Μαρτίου, καθὼς καὶ ὁ περὶ πολ. δικον. ὁ ἀπὸ 2 (14) Ἀπριλίου π. ε. λαμβάνουν κῦρος καὶ ἐμβαίνουν εἰς ἐνέργειαν τὴν 25 Ἰανουαρ. (6 Φεβρ.) τ. ε.» Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, οὐχὶ σπουδαίως ὑποστηρίζουσιν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ διὰ μιᾶς, ἀλλὰ πρέπει κατὰ μικρὸν, καὶ ὅτι αἰτία τούτου εἶναι ὅτι ὁ Ἰόνιος λαὸς δὲν ἐσυνήθισεν αὐτὴν καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν ἐπιφέρῃ. Ἐλησμόνησα μίαν ἀντίῤῥησιν, ἥτις εἶναι τῷ ὄντι ἀναγκαῖον νὰ μὴ παραλειφθῇ. Ἐὰν σεῖς, μᾶς εἶπον, ἐλάβετε τὴν νομοθεσίαν διὰ μιᾶς, ἦτο καὶ μία ἀνάγκη σας, διότι δὲν εἴχετε νομοθεσίαν, ἐνῶ ἡμεῖς ἔχομεν. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἔλλειψις γνώσεως, διότι πρέπει νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δὲν ὑπῆρχε κενὸν εἰς τὴν νομοθεσίαν. Εἰμπορεῖ ἡ νομοθεσία ἐκείνη νὰ μὴ ἦτο τελεία κατὰ τὸν νομοθετικὸν τρόπον τῶν Εὐρωπαίων, ἴσως ὅμως ἦτο καὶ συμφωνοτέρα πρὸς τὰ ἤθη. Ἡ δὲ νομοθεσία, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀγωνίζονται, ἡ νομοθεσία, τὴν ὁποίαν ἔχουν, δὲν εἶναι ἀξιοζήλευτος, καὶ ἡ νομοθεσία, τὴν ὁποίαν εἴχομεν, δὲν ἦτο δ’ ὅλου κατωτέρα τῆς νομοθεσίας ταύτης. Διότι, τοὐλάχιστον, δὲν περιεῖχε τὴν ἀγχόνην ὡς ποινὴν, δὲν περιεῖχε τὸ κρυπτὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον θέλετε ἀκούσει. «Περὶ τῶν πρὸς ἀποτροπὴν τῶν ἀδικημάτων, λέγει ὁ ποινικὸς νόμος, προφυλακτικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διαταχθῶσι παρὰ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς Ἀστυνομίας». Εἰς τοῦτο σᾶς ἐφιστῶ τὴν προσοχήν· ἀκούσατε μίαν ἐξουσίαν, τὴν Ἀστυνομίαν, ἔχει ὅλα τὰ ἑξῆς δικαιώματα αὐτῆς ἀπομακρύνσεως, τῆς ἐγγυήσεως, τῆς ἰδιαιτέρας ἐπιτηρήσεως, τῶν ἐπιβοηθητικῶν ἔργων, τῆς ἐκ τοῦ Κράτους ἀπελάσεως.» «69. Ἡ ἀπομάκρυνσις συνίσταται εἰς τὴν ἐπιβαλλομένην ὑποχρέωσιν εἴς τινα τοῦ νὰ διαμένῃ μακρὰν, ὅπου δεῖ, τῆς κατοικίας ἄλλου τινὸς, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθῇ διὰ τοῦ μέσου τούτου, ἐπὶ ποινῇ κρατήσεως, ἂν παραβιασθῇ ἡ διαταγή.» «Τὸ μέτρον τοῦτο παύει ἕνεκα θανάτου τοῦ ὑπὲρ οὗ διετάχθη, ἢ ἐπὶ δηλώσει τῶν μερῶν ἐνώπιον τῆς διαταξάσης τὸ προφυλακτικὸν τοῦτο μέτρον ἀρχῆς, περὶ τῆς ἐντελοῦς συμφιλιώσεώς των.» «70. Ἡ ἐγγύησις εἶναι γενικὴ, ἢ εἰδική. «Ὁ εἰς γενικὴν ἐγγύησιν ὑποβεβλημμένος ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ ἀποχρῶσαν ἀσφάλειαν περὶ τῆς ἐπὶ προσδιωρισμένον χρόνον καλῆς διαγωγῆς του. «Ὁ εἰς εἰδικὴν ἐγγύησιν ὑποβεβλημμένος ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ ἀποχρῶσαν ἀσφάλειαν, περὶ τοῦ ὅτι δὲν θέλει βλάψει οὔτε τὸ πρόσωπον, οὔτε την περιουσίαν ὡρισμένου τινὸς ἀτόμου, ἢ οἰκογενείας. «Ἡ πρὸς ἐγγύησιν ποσότης, ἂν δὲν ὁρίζεται ἰδιαιτέρως ὑπὸ τοῦ νόμου, δὲν εἶναι μικροτέρα τῶν πέντε, οὔτε μεγαλειτέρα τῶν ἑκατὸν στερλινῶν λιτρῶν. «71. Ἐὰν ὁ εἰς γενικὴν ἐγγύησιν ὑποβεβλημένος καταδικασθῇ ἕνεκα πλημμελήματος ἢ κακουργήματος πραχθέντος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐγγυήσεως, οἱ ἐγγυηταὶ ἐκβιάζονται καὶ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως νὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ δημόσιον τὴν ἐν τῇ πράξει τῆς ἐγγυήσεως προσδιωρισμένην ποσότητα. «72. Ἐπὶ εἰδικῆς ἐγγυήσεως ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, ἂν ὁ εἰς ἐγγύησιν ὑποβεβλημένος καταδικασθῇ ἕνεκα πλημμελήματος, πραχθέντος ἐντὸς τοῦ εἰρημένου χρόνου πρὸς βλάβην τοῦ προσώπου, περιουσίας ἢ τῆς οἰκογενείας, ὑπὲρ ὧν ἡ ἐγγύησις ἐδόθη. «73. Ὁ ἐγγυητὴς δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐγγύησίν του, καθ’ οὓς τύπους καὶ προθεσμίας ὁρίζει ἡ ποινικὴ δικονομία. Ἀνακληθείσης δὲ τῆς ἐγγυήσεως, ὁ εἰς αὐτὴν ὑποβεβλημένος ὀφείλει νὰ δώσῃ ἄλλον ἐγγυητὴν διὰ τὸν ὑπολειπόμενον χρόνον. Τὸ αὐτὸ ἔχει χώραν καὶ ὅταν ὁ ἐγγυητὴς ἀποθάνῃ διαρκούσης τῆς ἐγγυήσεως. «75. Πᾶς ὁ εἰς ἐγγυοδοσίαν ὑποχρεωθεὶς ἂν δὲν δώσῃ τὴν ἐγγύησιν αὐτὸς ἢ δι’ ἄλλου, ὑποβάλλεται εἰς ἰδιαιτέραν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. «80. Ὅταν ἡ διάρκεια τῆς ἐγγυήσεως, τῆς ἰδιαιτέρας κρατήσεως καὶ τῶν ἐπιβοηθητικῶν ἔργων δὲν προσδιορίζεται ὑπὸ τοῦ Νόμου, τότε δὲν εἶναι μικροτέρα ἑνὸς οὐδὲ μεγαλητέρα τῶν πέντε ἐτῶν. «Μολοντοῦτο ὅταν τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ὑπεβλήθησαν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου εἴτε διὰ νὰ προλάβῃ ἀδικήματα, εἴτε διὰ νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἀμοιβαίας ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν, ἡ διάρκειά των δὲν δύναται ἑκάστοτε νὰ ὑπερβῇ τοὺς ὀκτὼ μῆνας.». Εἶναι καὶ ἓν ἄλλο εἶδος περιορισμοῦ. «ὁ ἐν οἴκῳ περιορισμὸς συνίσταται εἰς τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς τὸν καταδικασμένον ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ διαμένῃ ἐν τῷ οἴκῳ του, χωρὶς νὰ ἐξέρχεται, ἐπὶ συνεχῆ τινα χρόνον μὴ ὑπερβαίνοντα τὰς τριάκοντα ἡμέρας. «Ἐν περιπτώσει παραβάσεως, ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος τοῦ ἐν οἴκῳ περιορισμοῦ περιστέλλεται εἰς τὸ τρίτον, καὶ μεταβάλλεται εἰς κράτησιν.» Εἴπατε, Κύριοι, ἐὰν εἴχομεν ἡμεῖς τοιαύτην νομοθεσίαν, ὅτε τὴν ἐθυσιάσαμεν διὰ νὰ λάβωμεν τὴν νομοθεσίαν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἐποχῆς, καὶ διὰ μιᾶς οὐχὶ διὰ συνθήκης. Οὔτε εἴχομεν τὴν διάταξιν τοῦ Ἰονίου νόμου, οὔτε τὴν ἔχομεν σήμερον, καθ’ ἣν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἐκτιμᾶται καὶ ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἀργυρίου. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸν θεσμὸν, ὅστις λέγει, ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία θυσιάζεται μόνον χάριν τῶν ἐμπορικῶν συναλλαγῶν· τότε ἐπιτρέπεται ἡ δέσμευσις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Ἐπίσης, ἀλλὰ μόνον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου, ὅταν πρόκηται περὶ ἀποζημιώσεως προερχομένης ἀπὸ ἔγκλημα· μὲ ἐκτύπησες; κατέστην ἀνάξιος νὰ ἐργάζωμαι; ἠμπορεῖ τὸ δικαστήριον νὰ σὲ καταδικάσῃ εἰς ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν θέλεις ἀποτίσει, ἀποβάλλων τὴν προσωπικήν σου ἐλευθερίαν. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἰονίους νήσους αἱ χρηματικαὶ παροχαὶ ἀναλύονται ἀνὰ ἓν σελίνιον δι’ ἑκάστην ἡμέραν ἀποβολῆς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας· καὶ νομίζω πολὺ ἐσχάτως, μετὰ τὴν ἔλευσιν τῶν Ἰονίων πληρεξουσίων, παρουσιάσθη ἐδῶ μία τοιαύτη ἀνάλυσις καὶ κατήντησεν ὁ πολίτης νὰ ὀφείλῃ 500 περίπου ἡμερῶν στέρησιν τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας (θόρυβος). Οὔτε κἂν, Κύριοι, εἴχομεν τὸ σύστημα τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑμεῖς, αὐτὸ δηλ. τὸ ὁποῖον ὀνομάζουν τιμαριωτικὸν, καὶ τὸ ἄλλο τῆς ἀγροληψίας, τὰ ὁποῖα εἶναι καταγωγῆς, ἣν γνωρίζετε, καὶ τὰ ὁποῖα κρατοῦν τὸν τόπον εἰς στασιμότητα, ἐμποδίζοντα τὴν κυκλοφορίαν, σταματῶντα τὴν ζωὴν καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τοῦ γεωργοῦ, καὶ καταντῶντα τὸν καλλιεργητὴν δουλοπάροικον. Καὶ λαβὼν σήμερον τὴν ἐν Κερκύρᾳ ἐκδιδομένην ἐφημερίδα «ἡ Ἑλλὰς» ἐκδιδομένην παρ’ ἀνδρὸς σοφοῦ, ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν πάντες οἱ Ἑπτανήσιοι, ἕνα μόνον παράγραφον περὶ αὐτῆς τῆς καταστάσεως σᾶς ἀναγινώσκω, πραγματευόμενον τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Εἶναι ἔκθεσις, οὐχὶ ἄρθρον. «Διὰ τῆς ἐν τῷ 5 ἀριθμῷ καταχωρηθείσης ἐκθέσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος εἶδον οἱ ἡμέτεροι ἀναγνῶσται ποῖος εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τῆς παρ’ ἡμῖν ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, ποῖα τὰ ἐλλείματα αὐτῆς καὶ ποῖα ἔμελλε νὰ παραγάγῃ ἀποτελέσματα. Καὶ τὰ μὲν ἐλαττώματα εἶναι κατακερματισμὸς καὶ διασπορὰ τῶν κτημάτων, περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν ἀπαλλοτριώσεων, ἐλλειμματώδεις καὶ ὡς ἐκ τούτου δυσμενεῖς σχέσεις μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ γεωργῶν, περιπλεγμένα δικαιώματα, ὑποθηκευτικὰ βάρη, ἐν μέρει ἄγνωστα, οὐδεμία κτηματικὴ πίστις, καὶ ὡς ἐξαγόμενον πάντων τούτων, στασιμότης τῆς γεωργίας, καχεξία ἀγροτικῶν τάξεων, δηλ. τῶν ἀγροτικῶν οὐχ ἧττον ἢ τῶν πολιτῶν.» Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον εἰς τὴν Ἑπτάνησον.
§56ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Εἰς τὴν Κέρκυραν.
§57Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κέρκυρα δὲν εἶναι Ἑπτάνησος; Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγιστον κακὸν, τὸ ὁποῖον θέλει περιέλθει ἀπὸ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως περὶ ἀφομοιώσεως. Ἔχομεν δίκαιον λοιπὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν, εἶναι ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Ἰονίου λαοῦ. Κατηγορεῖτε δὲ ἀδίκως καὶ συκοφαντεῖτε, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὴν τὴν πρότασιν θέλουν, χάριν ὀλίγου ἀργυρίου, νὰ θυσιάσωσι τὰ συμφέροντα τῶν Ἑπτανησίων. Εἶναι σόφισμα· διότι κάλλιστα γνωρίζετε, ὅτι ἀποτέλεσμα τῆς ἐδικῆς μας προτάσεως θέλει εἶσθαι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ταμεῖον ὀλιγώτερα χρήματα, νὰ ἐξέλθωσιν ὀλιγώτερα χρήματα ἀπὸ τὸ θυλάκιον τῶν Ἑπτανησίων. Τὸ δὲ μέγα ἐλάττωμα τῆς ἰδικῆς σας εἶναι νὰ διαιωνίσητε διὰ παντὸς τὴν ἀκαταστασίαν καὶ τὴν ἐπανάστασιν, ἥτις ὑπάρχει ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς Ἑπτανήσου, θέλετε νὰ διαιωνίσετε τὴν ἀνισότητα μεταξὺ τάξεων καὶ τάξεων τοῦ Ἰονικοῦ λαοῦ, θέλετε νὰ τὴν ἐπεκτείνετε μεταξὺ λαοῦ καὶ λαοῦ· μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Ἑπτανησίων. (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου καί τινα ποδοκροτήματα.
§58ΔΑΓΡΕΣ. Ὡραία κατάστασις νὰ χειροκροτοῦν καὶ νὰ ποδοκροτοῦν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει Συνέλευσις, Κύριοι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§60Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ· μὲ συγχωρεῖτε νὰ παρατηρήσω, ὅτι οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχουν τὰς ἐπευφημίας τόσον ἀφθόνους· ἂς ἐπευφημοῦν τοὺς συμπολίτας των ὁσάκις πράττουν μεγάλα ἔργα· τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον πράττω τὴν στιγμὴν ταύτην, εἶναι ἁπλούστατον (πρὸς τὸ ἀκροατήριον). Σᾶς παρακαλῶ ἡσυχάσατε. Ἀλλὰ, Κύριοι, προβαίνων εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλων τῶν ἐνστάσεων καὶ ἀντιῤῥήσεων, τὰς ὁποίας ἐπάγουσι, φθάνω εἰς τὴν σπουδαιοτέραν, τὴν ἀφορῶσαν τὸ φορολογικὸν σύστημα. Δὲν θέλομεν, λέγουν, νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ φορολογικὸν σύστημά σας· καὶ ἂν εὑρίσκετε λόγους διὰ νὰ μᾶς πολεμήσετε ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη τῆς νομοθεσίας, πῶς ἠμπορεῖτε, ὡς πρὸς τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως; τὸ βάρβαρον τοῦτο σύστημα εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ ἀνεχθῇ ὁ Ἰονικὸς λαὸς, διότι δὲν τὸ ἐσυνείθισεν. —Εἰς τί δὲν ἐσυνείθισε, τοὺς ἐρωτῶ. —Εἰς τὴν δικαιοσύνην; διότι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ θέλετε νὰ ὑποστηρίξετε ἐν τῇ Ἰονίῳ ἐπικρατείᾳ, εἶναι τὸ ἀδικώτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὸ Ἰόνιον Κράτος δὲν ὑπάρχουν παρὰ μόνον 3 φόροι, καὶ οἱ 3 εἶνε ἔμμεσοι καὶ εἰσπράττονται εἰς τὰ τελωνεῖα· εἶνε ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου, ὁ τοῦ οἴνου καὶ ὁ τῆς σταφίδος.
§61Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Σαποῦνι καὶ Βελανίδι;
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναγινώσκω τὴν ἔκθεσιν· ἐὰν σφάλλω, θὰ σφάλλῃ ἡ ἔκθεσις· «κατὰ τὸ ἔτος 1862 αἱ γενικαὶ λεγόμεναι πρόσοδοι, ἤτοι τὰ κυρίως δημόσια ἔσοδα, ἀνέβησαν εἰς λίρας 174,753, σελιν. 12 καὶ δηνάρια 10, ἐξ αὐτῶν 51,688,104, προῆλθον ἀπὸ ἐξαγωγικὸν δασμὸν ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, λίρ. 28,227, 5, 3 ἐκ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου, καὶ λιρ. 753, 12, 10 ἐκ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἐξαχθέντων οἴνων τῶν νήσων». Τὰ δὲ κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος δημόσια ἔξοδα ἀνέβησαν εἰς λίρ. 160, 663, 9, 4. Τὰ τοῦ ἔτους 1863 ἔξοδα ἀνέβησαν εἰς λίρας 143, 131, 10, 4· ἐξ αὐτῶν λίραι 23, 737, 17, 8 προέρχονται ἐκ τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου· λίρ. 30, 533, 1, 7 ἐκ τοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ λίρ. 760, 17, 1 ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἰονίων οἴνων. Τῆς δὲ ἐγχωρίου διαχειρίσεως, ἥτις ἐν Ἑλλάδι δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὰ δημοτικὰ ταμεῖα, τὰ ἔσοδα τοῦ 1862 ἀνέβησαν εἰς λίρας 43, 439. 16. 3. ἐξ ὧν λίρ. 939, 7, 2. προέρχονται ἀπὸ ἐξαγωγικὸν δασμὸν τοῦ σάπωνος τῆς Ζακύνθου· λίρ. 13, 5, 6. ἀπὸ ἐξαγωγικὸν δασμὸν τοῦ βελανιδίου τῆς Κερκύρας· λίρ. 386, 12, 3. ἀπὸ λιμενικὰ δικαιώματα· λίρ. 1722, ἀπὸ εἰσαγωγικὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν Ἰονίων οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων· λίρ. 2,514. 17, 2, ἀπὸ εἰσαγωγικὸν δασμὸν τῶν ζώων, καὶ λίρ. 5,707, 1, 9, ἀπὸ ἕβδομον τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Τὰ δὲ ἔξοδα κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἀνέβησαν εἰς λίρ. 41.589, 7.» Ἐπιμένω λοιπὸν, ὅτι μόνοι οἱ τρεῖς οὗτοι φόροι ὑπάρχουσι, διότι οἱ λοιποὶ εἶναι ἔσοδα δημοτικά· καὶ, ἂν ἐχρησίμευον τοὐλάχιστον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου, ἠμπορούσαμεν νὰ θεωρήσωμεν καὶ αὐτὰ, τὸ βελανίδι καὶ τὸ σαποῦνι, ὡς φορολογίαν ὁμοίαν τῆς περὶ ἧς πρόκειται, ἀλλὰ δὲν περισσεύει τίποτε διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καθότι τὰ δημοτικὰ ἔξοδα εἶναι μεγαλύτερα τῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁπωσδήποτε ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐν Ἑπτανήσῳ, εἶναι ἔμμεσος, καὶ τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν τῆς ἐμμέσου φορολογίας εἶναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ κύριον αὐτῆς ἐλάττωμα διότι τοὺς ἐμμέσους φόρους, ὅπως γνωρίζετε, δὲν τοὺς αἰσθάνεται ὁ λαός. Διὰ τοῦτο τὸν λαὸν τῆς Ἑπτανήσου ἐπέτυχον νὰ φανακίσωσι, διότι ὁ Ἰόνιος λαὸς δὲν αἰσθάνεται τὴν φορολογίαν τὴν ἔμμεσον, ὅπως δὲν αἰσθάνεται αὐτὴν οὔτε ὁ Εὐρωπαῖος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑπερύψωσαν τοὺς ἐμμέσους φόρους εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε εἰς ἡμᾶς φαίνεται τῷ ὄντι παραμύθι τῆς Χαλιμᾶς. Αὐτό εἶναι τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν ἐκεῖ. Ἀλλά σᾶς ἐρωτῶ, τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν εἶναι ἀδικώτατον; διότι ποῖος φορολογεῖται εἰς τὴν Ἑπτάνησον διὰ τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους; ὅστις παράγει· καὶ οὗτοι εἶναι μόνοι οἱ καλλιεργοῦντες σταφιδαμπέλους καὶ ἐλαιῶνας, πάντες δὲ οἱ λοιποὶ, οἱ ἐπιτηδευματίαι πάντες, ἤτοι οἱ τοκισταὶ, οἱ ἔμποροι, οἱ βιομήχανοι, οἱ δικηγόροι, οἱ ἰατροὶ, οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν πληρώνει φόρον· οἱ ἰδιοκτῆται οἰκιῶν, οὔτε ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐνοικιάζουσιν, οὔτε ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας κατοικοῦσιν, οὐδὲν πληρώνουσιν· τέλος πάντων οὐδὲν ὑπάρχει ἴχνος ἀμέσου φορολογίας! Δὲν πρέπει λοιπὸν, Κύριοι, νὰ φαίνεται παράδοξον εἰς τοὺς ἐναντίους, ἂν ἡμεῖς, τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ διατηροῦν ἐν Ἑπτανήσῳ τὴν ἀνισότητα, τὸ ἀποκρούωμεν ὡς ἄδικον, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ἐπεκτείνωμεν καὶ ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ἡμέτερον, τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ δὲν εἶναι ἐκ τῶν πλέον τελείων, στηρίζεται ὅμως εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἰσότητα ὅσον εἶναι δυνατόν; διότι δὲν ὑπάρχει κανὲν σύστημα φορολογίας, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἰσότητα, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ θεωρία. Ὅσον δὲ διὰ τὴν δυσκολίαν, τὴν ὁποίαν προβάλλουσι, τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως, ἐγὼ νομίζω ὅτι σπουδαία δὲν εἶναι ἡ ἀντίῤῥησις. Διότι κατὰ τοὺς νόμους τοὺς τελευταίους καὶ τὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἡ Συνέλευσις, καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἀρκετὰ ἁπλοποιήθη. Ἐν πρώτοις, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι οὐδεμίαν θέλει ὑποστῆ ἀδικίαν ὁ Ἰόνιος λαὸς, διότι ὁ φόρος τοῦ 5%, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐπὶ τῶν καρπῶν τῶν δημητριακῶν, εἶναι κἄτι τι κατώτερος, νομίζω, ἀπὸ τὸν φόρον, ὅστις ὑπάρχει εἰς τὴν Γαλλίαν· λοιπὸν ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦτον δὲν θὰ ὑποστῶσι καμμίαν ἀδικίαν οἱ Ἰόνιοι. Ὡς πρὸς δὲ τὸν τρόπον τῆς φορολογίας, ἀφ’ ὅτου κατηργήθησαν αἱ ἀποθῆκαι καὶ αἱ εἰς εἶδος εἰσπράξεις καὶ μετεβλήθη ἡ φορολογία εἰς χρήματα, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως ἔχασε πολὺ τῆς κακίας, τὴν ὁποίαν εἶχε, καὶ δὲν δυνάμεθα, λέγοντες σήμερον ἀποδεκάτωσιν, νὰ ἐννοῶμεν ἕνα βάρβαρον θεσμόν. Ἡ δὲ λοιπὴ φορολογία στηρίζεται εἰς σύστημα ἐπιεικὲς, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἡ Συνέλευσις ὅλους τοὺς φόρους αὐτοὺς τοὺς ἠλάττωσε πρὸ ἑνὸς ἔτους· ὁ δὲ τρόπος τῆς εἰσπράξεώς των εἶναι ἁπλοῦς· διότι τινὲς ἐκ τῶν φόρων τούτων εἰσπράττονται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, οἱ δὲ λοιποί, οἱ κατ’ ἐκτίμησιν βεβαιούμενοι, εἶναι μηδαμινοὶ καὶ ἀνάξιοι λόγου, πλὴν τῶν ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, αἵτινες φορολογοῦνται κατὰ στρέμμα. Δὲν ἠμποροῦμεν, Κύριοι, νὰ εὕρωμεν φορολογικὸν σύστημα τέλειον. Καὶ ἕως πότε πρέπει νὰ ἀναβάλλωμεν; ἂς σκεφθῶμεν σπουδαίως παρακαλῶ, ἕως πότε πρέπει νὰ ἀναβάλλωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ἐν Ἑπτανήσῳ; ἕως πότε; Ἤκουσά τινας προτάσεις σήμερον, λεγούσας, ὅτι θέλομεν φροντίσει ἐν τοσούτῳ νὰ κάμωμεν νέον φορολογικὸν σύστημα, καὶ νὰ τὸ εἰσάξωμεν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. Κύριοι, δὲν γνωρίζω τίς ὁ εἰσαγαγὼν τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλ’ ὅστις δήποτε καὶ ἂν ᾖναι, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐπιπολαίως ἐσκέφθη, διότι ἂς ἐρωτήσῃ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, πρῶτον μὲν πόσος καιρὸς παρῆλθεν ἀφ’ ὅτου ἤρχισαν νὰ εἰσάξωσι νέον φορολογικὸν σύστημα ἑωσοῦ εἰσήγαγον αὐτό. Νὰ συντάξωμεν τὸν νόμον μοὶ φαίνεται δὲν εἶναι δύσκολον· ἠμπορούσαμεν μάλιστα καὶ νὰ τὸν ἀναθέσωμεν εἰς ἕνα σοφὸν οἰκονομολόγον Εὐρωπαῖον, ἐὰν δὲν ἐδυνάμεθα ἡμεῖς· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον ὁ νόμος νὰ συνταχθῇ. Τὸ Cadastre εἰς τὴν Γαλλίαν, ἐνῷ ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ 1808, ἐτελείωσε μόλις πρὸ μικροῦ· καὶ πόσα ἐξώδευσαν οἱ Γάλλοι διὰ τὸ Cadastre; ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 300 ἑκατομύρια φράγκων! Καὶ αὐτὸ δὲ τὸ ἐντελέστερον φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς ἕνα μοναδικὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, καὶ αὐτὸ ἀκόμη δὲν θεωρεῖται ἐντελές. Εἷς μάλιστα ἐκ τῶν πλέον διασήμων οἰκονομολόγων, ὁ Μίλλ, τὸ ψέγει τοσοῦτον, ὥστε λέγει, ὅτι δὲν ἔχει ἄλλο προτέρημα, παρ’ ὅτι δυνάμεθα ἐπιτυχῶς νὰ εὑρίσκωμεν εἰς αὐτὸ προσφυγὴν, ὁσάκις ἔκτακτοι ἀνάγκαι ἤθελον μᾶς ἀναγκάζει νὰ φορολογήσωμεν τὸν λαὸν ἀφθονώτερον· διότι ἔχομεν τὴν εὐκολίαν, ἀναβιβάζοντες τὴν ἀναλογίαν, νὰ φορολογῶμεν τὸν λαὸν περισσότερον. Ἀλλ’ ἀκούω ψιθυρισμοὺς δυσπιστίας· πρόχειρος εἶναι ἡ ἀπόδειξις. Ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται ὁ Μίλλ. «Ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸ φαινόμενον, παρουσιάζεται ὡς ὁ δικαιότερος πάντων, φοβοῦμαι ὅτι εἶναι, πράγματι, πολὺ ἀδικώτερος πολλῶν ἄλλων φόρων, οἵτινες, ἐκ πρώτης ὄψεως, φαίνονται πολὺ χειρότεροι ἀφ’ ὅ,τι εἶναι. Ἡ δὲ παρατήρησις αὕτη μὲ φέρει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ συμμερισθῶ τὴν γνώμην, ἥτις μέχρις ἐσχάτων συνήθως ὑπερίσχυσεν. Δηλ. ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος πρέπει νὰ φυλάσσωνται ὡς ἔκτακτον καταφύγιον προωρισμένον διὰ τὰς ἐκτάκτους ἐθνικὰς ἀνάγκας, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη πρὸς ἀνεύρεσιν νέων μέσων δεσπόζει ὅλων τῶν ἄλλων παρατηρήσεων». Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, Κύριοι, ἂν θέλουν λογικῶς νὰ συζητοῦν, δὲν ἐννοῶ πῶς ἠμποροῦν νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑλλάδος δὲν ἠμποροῦν νὰ τὸ εἰσάξωσιν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐνῷ μάλιστα δὲν εἶναι διόλου ἐπαχθές. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦναι, διὰ τί νὰ μὴ συμμερισθῇ τὸ ἐπαχθὲς τοῦτο καὶ ὁ Ἰόνιος λαός; θὰ ἤμην προδότης, ἂν ἤθελα νὰ ἐφαρμοσθῇ κακὸν φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διότι ἔχει ἀτελείας, διότι ἔχει ἐλλείψεις, νὰ μὴ μεταφερθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, στερουμένην φορολογικοῦ συστήματος, αὐτὸ θεωρῶ προδοσίαν. Ἐὰν ἦτο πρόχειρος ἡ ἀντικατάστασις καὶ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ, τὸ ἐννοῶ. Ἐὰν ἐδυνάμεθα ἐντὸς δύο μηνῶν νὰ μεταβάλωμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἤθελον σιωπήσει καὶ πᾶσαν ἄλλην πρότασιν ἀποκρούσει· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁμολογουμένως δὲν δυνάμεθα, τί ζητεῖτε; θέλετε νὰ διαιωνίσητε τὸ ἀφορολόγητον, νὰ διαιωνίσητε τὴν ἀνισότητα τῆς φορολογίας μεταξὺ τάξεως καὶ τάξεως, ἕως οὗ δυνηθῆτε, ὑμεῖς οἱ νάνοι, νὰ κατορθώσητε, εἰς ὀλίγον διάστημα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐντὸς μακροῦ χρόνου δὲν κατώρθωσαν οἱ πολιτισμένοι λαοί! Ἐκτὸς δὲ τούτου, Κύριοι, ἤθελεν εἶσθαι τὸ μεγαλύτερον σφάλμα ἐξ ὅσων δύναται νὰ πράξῃ ἓν κοινοβούλιον, ἂν, διότι εἶναι ἀτελὲς τὸ ἡμέτερον φορολογικὸν σύστημα, δὲν εἰσήγετο εἰς Ἑπτάνησον· ὁ Ἰόνιος λαὸς δὲν ἤθελε μετέχει τῶν ἀτελειῶν τούτων, δὲν θὰ ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν θὰ αἰσθανώμεθα ἡμεῖς, πιεζόμενοι ἀκαταπαύστως καὶ ἀγανακτοῦντες, οἱ δὲ ἀντιπρόσωποί του δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἔχωσι τὴν προθυμίαν ἡμῶν πρὸς θεραπείαν, διότι ἡ προθυμία ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀνάγκης καὶ συνδέεται μὲ δαπάνας. Διὰ νὰ ἠμπορέσητε, φερ’ εἰπεῖν, νὰ εἰσάξετε κτηματολόγιον δὲν ἠξεύρω ἂν ἐπαρκοῦν δέκα ἑκατομμύρια δρ. καὶ, ὃ χειρότερον, δὲν ἠξεύρω ἂν οἱ πληρεξούσιοι τοῦ ὁμοσπονδιακοῦ Κράτους θέλουν συναινέσει νὰ ἐπιψηφίσωσι τὴν δαπάνην ταύτην καὶ νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Ἰόνιον λαὸν μὲ τὸ τρίτον ἢ τὸ τέταρτον αὐτῆς. Οὔτε εἶναι, Κύριοι, δυνατὸν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Κράτος νὰ ὑπάρχωσι δύο φορολογίαι· δὲν εἶναι δυνατὸν ἰδίως διὰ τὴν Ἑλλάδα. Τὸ ἐννοῶ· εἰς ἓν μέγα Κράτος καὶ ἐκτεταμένον ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ αὐτὴ διαφορὰ· διότι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο τῆς ἐπικρατείας ἀλλάζει αὐτὸ τὸ κλίμα, ἀλλάζουσιν αὐταὶ αἱ ζῶναι τῆς γῆς. Ἀλλ’ εἰς μίαν ἐπαρχίαν, ὡς εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξωσι δύο φορολογικὰ συστήματα· καὶ ὅσοι ἀντιλέγουν, ἂς συλλογισθοῦν δύο τόπους ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, δύο τόπους, ἐγγὺς τὸν ἕνα τοῦ ἄλλου, εἰς οὓς νὰ ὑπάρχωσι τὰ δύο αὐτὰ φορολογικὰ συστήματα, διὰ νὰ ἐννοήσουν καλλίτερα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἑπτανήσου δὲν τοῖς προξενεῖ ἐντύπωσιν. Ἔχομεν π. χ. εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου μίαν πόλιν, τὸ Αἰτωλικὸν, καὶ ἡ ἄλλη εἶναι τὸ Μεσολόγγιον, δύο ὥρας ἀπ’ ἀλλήλων ἀπεχούσας. Εἰς ἀμφοτέρας πωλοῦμεν τὴν σταφίδα μας συνήθως πρὸς τρία τάλληρα ὀλιγώτερον τῆς τῶν Πατρῶν, διὰ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς κτλ. Ὑποθέσατε τώρα, ὅτι τὸ Αἰτωλικὸν εἶναι Ἑπτάνησος, ὅτι ἰσχύει ὁ νόμος ὁ Ἰόνιος· ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Ἑπτανησιακῆς εἶναι περίπου τρία τάλληρα 18 δραχμαί· πόσον τότε θὰ πωλήσῃ ὁ Αἰτωλικιώτης; — πρὸς 6 τάλληρα ὀλιγώτερον τῆς τῶν Πατρῶν· — ὁ δὲ Μεσολογγίτης πρὸς πόσα; πρὸς τρία ὀλιγώτερον. Εἶναι ζηλωτὴ αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη; αὐτὸς ὁ πολιτισμός; Μεταφέρετε τὴν δικαιοσύνην ταύτην ἐπὶ τῆς ῥάχεώς σας, εἰς τὸν τόπον σας τὸν ἴδιον, καὶ πιστεύω ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν εὐχαριστοῦνται εἰς τὴν ἀφομοίωσιν, πιστεύω ὅτι, ἂν ἤθελε συμβῆ εἰς τὴν ἐπαρχίαν των τὸ παράδειγμα, ὅπερ προανέφερα, ἤθελον τὸ αἰσθανθῆ πολὺ βαθέως. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ ἐπέκτασις τῆς ἰσχύος τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς Ἑπτάνησον, καθὼς σᾶς προεῖπον, εἶναι προαποφασισμένη, καὶ εἰς τὸ γεγονὸς τοῦτο στηριζόμενος, διὰ νὰ ἀποφράξω τ’ ἀντιλέγοντα στόματα, προτείνω, Κύριοι, πρότασιν, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς αὐτὸ τὸ ψήφισμα τῆς τελευταίας Βουλῆς τῆς Ἑπτανήσου. Τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, λέγει, ὡς σᾶς προεῖπον, ὅτι ἡ προσωρινὴ κατάστασις ἄρχεται ἀπὸ τῆς παύσεως τῆς προστασίας καὶ διαρκεῖ μέχρι τῆς, παρεμβάσει καὶ τῶν Ἰονίων πληρεξουσίων, ἐγκαθιδρύσεως τοῦ νέου συντάγματος τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ συνέπειαν ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν θέλω σᾶς ὑποβάλει, εἶναι· (μεταχειρίζομαι τὴν ἰδίαν φράσιν) «ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ νέου συντάγματος τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, θέλει ἰσχύει ἐν τῷ Ἰονίῳ Κράτει ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία.» Ἐπειδὴ δὲ ἡ νομοθεσία αὕτη βεβαίως ὑπόκειται εἰς μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὸ μέλλον, ἐπειδὴ δὲν θέλω κατ’ οὐδένα τρόπον ν’ ἀρνηθῶ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους πληρεξουσίους τῆς Ἑπτανήσου τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ζητήσωσιν οἱανδήποτε μεταβολὴν χάριν εὐκολωτέρας καὶ ἀσφαλεστέρας ἐφαρμογῆς τῆς νομοθεσίας ταύτης ἐν Ἑπτανήσῳ, μίαν μόνην ἀπαίτησιν ἔχω, τὸ νὰ φερθῇ πᾶσα πρότασις περὶ μεταῤῥυθμίσεως, νὰ συζητηθῇ ὡρίμως, καὶ ἂν ἐγκριθῇ, τότε νὰ γίνῃ δεκτή· ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ ἀνεχθῶ ποτὲ νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ ὡς πρὸς τὰ βάρη τῶν δύο λαῶν· διὰ τοῦτο ἡ πρότασίς μου δὲν περιορίζεται εἰς τὴν γενικὴν μόνον ἰδέαν περὶ ἀφομοιώσεως. Ἡμπορεῖ ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία, ἡ ὁποία θὰ ἦναι εἰς τὸ ἑξῆς ἀμφοτέρων τῶν λαῶν, ἠμπορεῖ νὰ χρῄζῃ μεταῤῥυθμίσεως· ἂς γίνουν μεταῤῥυθμίσεις· ἠμπορεῖ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ νέου συντάγματος ἄνευ τινὸς τροπολογίας, ἢ ἠμπορεῖ ν’ ἀπαιτῶνται νόμοι τινὲς μεταβατικοί· ἂς γίνουν οἱ νόμοι οἱ μεταβατικοί, ἂς γίνουν αἱ μεταῤῥυθμίσεις. Ἓν μόνον δὲν ἀνέχομαι, αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ, νὰ ὑπάρχῃ ἀνισότης ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ βάρη (εὖγε)· οὔτε αἱ μεταῤῥυθμίσεις τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὸ μέλλον, οὔτε οἱ μεταβατικοὶ νόμοι καὶ αἱ μεταῤῥυθμίσεις τῆς ἐφαρμογῆς, δὲν ἠμποροῦν νὰ καθιερώσωσι τὴν ἀνισότητα. Διὰ τοῦτο προσθέτω. «Πᾶσα δὲ εἰς αὐτὴν γενησομένη μεταβολὴ θέλει στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος ὡς πρό τε τὰ δικαιώματα καὶ τὰ βάρη τῶν δύο λαῶν». Καὶ προσθέτω, ἀκόμη. «Τὸ παρὸν ψήφισμα ἰσχύει ὡσανεὶ ἐμπεριείχετο ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ συντάγματος». Διότι νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι θεμελιώδης, εἶναι διάταξις συντακτική· διότι νομίζω, ὅτι, ἂν ἀπὸ τῆς διατάξεως ταύτης ἀπομακρυνθῶμεν, δὲν ἔχομεν πλέον τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμησεν ὁ Ἰόνιος λαός· δὲν ἔχομεν μίαν ἀδιαίρετον Ἑλληνικὴν πολιτείαν ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ Γεωργίου, ἀλλ’ ἔχομεν ὁμοσπονδίαν. Ἡ πρότασίς μου εἶναι αὕτη. «Ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ νέου Συντάγματος τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος θέλει ἰσχύει ἐν ταῖς Νήσοις Κερκύρας, Κεφαλληνίας Ζακύνθου, λευκάδος, Ἰθάκης, Κυθήρων, Παξῶν καὶ τῶν ἐξαρτιμάτων αὐτῶν, ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία. Πᾶσα δὲ εἰς αὐτὴν γενησομένη μεταβολὴ θέλει στηρίζεσθαι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος ὡς πρός τε τὰ δικαιώματα καὶ τὰ βάρη τῶν δύω λαῶν. «Τὸ παρὸν ψήφισμα ἰσχύει ὡσανεὶ ἐμπεριείχετο ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Συντάγματος.» Ἐάν, λέγω, εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Νομοθεσία, μικρᾶς τινος μεταβολῆς διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἐπί τινα χρόνον, τὴν δέχομαι· ἀλλὰ βαρῶν, δικαιωμάτων δὲν δέχομαι νὰ πλάσω διαφορὰν εἰς τοὺς δύο τόπους· ὀργανικοὺς νόμους, μεταβατικοὺς νόμους δὲν τοὺς ἀποκρούω, διότι θέλω τὴν εὐκολίαν· δὲν ἦλθον ἐδὼ ἐχθρὸς τῶν Ἑπτανησίων, ἐξ ἐναντίας εἶμαι φίλος αὐτῶν. Ἐὰν δὲ, Κύριοι, δὲν λάβωμεν τὸ μέτρον τῆς ταχείας ἐφαρμογῆς τῆς νομοθεσίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον, σᾶς ἐρωτῶ, ὁποία θέλει εἶσθαι ἡ κατάστασις τῆς Ἑπτανήσου, ἐὰν εὐθὺς μετὰ τὸ σύνταγμα ἡ Συνέλευσις ἀναχωρήσῃ, ἢ ὅταν ἔλθῃ τέλος πάντων ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ νέον σύνταγμα θὰ ἐγκαθιδρυθῇ; Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, θὰ μείνῃ ἡ παροῦσα κατάστασις; ἀλλ’ αὕτη εἶναι ἔκνομος καὶ ἀντισυνταγματική· διότι, (δὲν πιστεύω νὰ σφάλλω, ἐὰν ὅμως σφάλλω, παρακαλῶ νὰ μὲ διορθώσητε) ὑποθέτω ὅτι ἡ κυβέρνησις καὶ νομοθετικὰς ἀκόμη πράξεις ἀξιοῖ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἐνεργεῖ.
§63ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ Γερουσία εἶχεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ ἔπαυσε.
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ δυνάμει τίνων νόμων τώρα γίνονται αἱ εἰσπράξεις;
§65ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Δυνάμει τῶν ὑπαρχόντων.
§66ΜΑΡΙΝΟΣ. Δυνάμει σταθεροῦ νόμου.
§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατ’ ἔτος δὲν ψηφίζεται;
§68ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ὄχι, εἶναι πάγιος νόμος.
§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν, κατ’ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα παρατηρῶ, ἡ ἐπιθυμία, τὸ πνεῦμα, εἶναι νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει σήμερον τὸ πρᾶγμα· δηλαδὴ νὰ μείνῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον αὐτὴ ἡ κατάστασις ἡ σήμερον, ἡ ὁποία, ἐὰν τῷ ὄντι δὲν ὑπάρχῃ ἐπέμβασις εἰς νομοθετικὰ ἔργα, (καὶ τὸ παραδέχομαι ἀφοῦ τὸ ἀκούω) οὔτε εἰς δικαστικὰ, μολονότι ἔμαθον ὅτι δικαστὴν κωλυόμενον νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τὸν ἀνεπλήρωσεν ἡ κυβέρνησις, ὄχι παρανόμως, διότι εἶχε τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἡ Γερουσία, ὅπερ ὅμως κατὰ τοὺς ἡμετέρους νόμους εἶναι ἐπέμβασις εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἂν ἔχῃ οὕτω τὸ πρᾶγμα, λέγω ἐὰν σήμερον δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ σήμερον κατάστασις, μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν ὅμως τοῦ συντάγματος καθ’ ἣν ἐποχὴν παύουσιν αὐτοὶ οἱ νόμοι ἰσχύοντες διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ὅλως ἀντισυνταγματικὸν θὰ ᾖναι νὰ ζῇ ἡ Ἑπτάνησος ὅπως σήμερον ζῇ. Δὲν θὰ ἠμποροῦμεν πλέον νὰ εἰσπράξωμεν ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1863 τὸν παραμικρὸν φόρον, ἐὰν δημοσιευθῇ τὸ σύνταγμα πρὸ τῆς ά. Ἰανουαρίου 1865, διότι δημοσιευθέντος τοῦ Συντάγματος, ἔπαυσεν ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων τῶν Ἰονίων. Ποίους νόμους ἔχετε, Κύριοι; Λυποῦμαι, διότι τὸ ἐπροβλέψατε τότε καὶ δὲν τὸ προβλέπετε σήμερον· διότι εἴπατε ὅτι μόνον περὶ τῆς προσωρινῆς μεσοβασιλείας γίνεται ψήφισμα, τὰ δὲ λοιπὰ εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος πολιτεία. — Μάλιστα, Κύριε Μαρῖνε, μοὶ ἐνθυμίζετε μὲ αὐτὸ τὸ ὅσα καὶ οἷα ...
§70ΜΑΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§71ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ ἐνθυμίσατε κἄτι τι, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Ἰονίου λαοῦ, ὡς πρὸς τοῦτο, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι διφορουμένη. Διότι ὁ Ἰόνιος λαὸς δὲν ἠνέχθη οὔτε κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ κυβερνᾷ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ, πολὺ ὀλιγώτερον ἐννοεῖ νὰ τὸ δεχθῇ μετὰ τὴν παῦσιν τῆς μεσοβασιλείας. Ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις εἶχε προτείνει ν’ ἀνατεθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τῆς Ἑλλάδος, ν’ ἀνατεθῶσι καὶ νὰ τὰ διαχειρίζεται κατὰ τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον αὕτη ἡ ἰδία διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος ἤθελεν ὁρίσει, ἀλλ’ οἱ ἴδιοι πληρεξούσιοι, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἰονίου λαοῦ, δῆλον ὅτι ὁ Ἰόνιος λαὸς, εἶπεν· «ὄχι· αὐτὸ εἶναι ἔκνομον καὶ ἀνελεύθερον· ἡ διαχείρισις ὅλης αὐτῆς τῆς ἐξουσίας θέλει γίνεσθαι ὑπὸ τοῦ Βασιλέως συμφώνως τῇ δικαιοδοσίᾳ αὐτοῦ, «νὰ ἐξασκῇ ἐπὶ τῶν Ἰονίων Νήσων πάντα τὰ δικαιώματα ὍΣΑ, ΟἾΑ καὶ ὩΣ θέλει ἐξασκεῖ αὐτὰ καὶ ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος.» Μετὰ τὴν πρώτην λοιπὸν Ἰανουαρίου 1865 ἡμέραν τῆς δημοσιεύσεως π. χ. τοῦ Συντάγματος (διότι ἡ δημοσίευσις εἶναι ἡ ἐγκαθίδρυσις) ὁ Ἰόνιος λαὸς δὲν δέχεται νὰ διατελῇ ὑπὸ μεσοβασιλείαν, δὲν δέχεται νὰ ἰσχύῃ τῆς προστασίας ἡ νομοθεσία. Ὅθεν τί θέλει γίνει μετὰ τὸ Σύνταγμα; ὁ Ἰόνιος λαὸς ὁ ἴδιος σᾶς λύει τὸ ζήτημα. Ἂν δὲ νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ προβλέψητε ἄλλως περὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀναστολὴν μόνον δύνασθε νὰ κάμετε τῆς ἀποφάσεώς του, καὶ τὴν ἀναστολὴν ταύτην πρέπει νὰ ζητήσετε ἀπὸ τὸ κοινοβούλιον καὶ τὸν Βασιλέα. Τὸ ζήτημα λοιπὸν κακῶς τὸ ἐθέσατε· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν, ὅτι ἰσχύει ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, διὰ διατάγματος πρέπει νὰ δημοσιευθῇ καὶ νὰ ἰσχύῃ. Ἐὰν, Κύριοι, θελήσετε τώρα ὑπὸ ἔποψιν πολιτικωτέραν νὰ ἐξετάσητε τὸ αὐτὸ ζήτημα περὶ ἐπεκτάσεως ὁλοκλήρου τῆς νομοθεσίας, μὴ ἐξαιρουμένης οὐδὲ τῆς φορολογίας, θέλετε εὑρεθῆ εἰς περιωπὴν ὀλίγον ὑψηλοτέραν, καὶ θὰ ἰδῆτε καταφανέστερον ἀκόμη τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς γνώμης τῶν ἐναντίων θὰ προκύψῃ. Ποῖον εἶναι τὸ ἔργον τῶν ἀντιπροσώπων ἑνὸς λαοῦ; ποῖον εἶναι τὸ ἔργον τῶν πληρεξουσίων, οἵτινες εἶναι ἐδῶ σήμερον, τῆς Ἑπτανήσου; —Εἶναι πρῶτον νὰ νομοθετοῦν, εἶναι δεύτερον νὰ ἐξελέγχουν τὴν πορείαν τῆς κυβερνήσεως, ἀμφότερα συνταγματικὰ δικαιώματα. Τί νομίζετε, Κύριοι; εἶναι δυνατὸν μὲ ἐλευθέραν θέλησιν νὰ ἐξασκήσωσι καὶ τὸ μὲν καὶ τὸ δέ; ὄχι. Καὶ τὸ λέγω, ὄχι ἀναφερόμενος εἰς κἀνὲν πρόσωπον καὶ ὄχι διὰ νὰ προσβάλλω κἀνὲν πρόσωπον· ἀναφέρομαι εἰς φυσικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραβῇ κανείς. Ὅταν ὑπὸ ἄλλων νόμων διέπεται ἡ Ἑπτάνησος· ὅταν συμφέρῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον νὰ ἔχῃ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον φορολογικὸν σύστημα· ὅταν συμφέρῃ εἰς μίαν, δύο, τρεῖς, τέσσαρας, πέντε τάξεις τοῦ Ἰονίου λαοῦ νὰ διατηρῶσι προνόμια, τὰ ὁποῖα ἤδη ἔχουσι, τότε ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου θέλουν φροντίσει διὰ παντὸς μέσου νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ συστήματα καὶ τὰ δικαιώματα καὶ προνόμια αὐτὰ ἀπέναντι τοῦ ἄλλου Κράτους, καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ αἴσθημα δὲν εἶναι κακόν; Ὅταν ὑπάρχῃ ὁμοσπονδιακὸν σύστημα, αὐτὸ συμβαίνει πάντοτε· συνέρχονται οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπικρατειῶν, συσκέπτονται διὰ τὰ γενικὰ πράγματα, ἀλλὰ πάντοτε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ φυλάττουν νὰ μὴ προσβληθῶσι τὰ εἰδικὰ καὶ συνασπίζονται. Παρατηρήσατε εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦ Τουρίνου, ὅπου δὲν ὑπάρχει ὁμοσπονδία. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι δύο ἐπαρχιῶν ἐκ τῶν προστεθεισῶν, οἱ πληρεξούσιοι Λομβαρδίας καὶ Τοσκάνης, εἶναι συνησπισμένοι, καὶ εἶναι συνησπισμένοι χάριν φορολογικῶν συμφερόντων. Ἐὰν ἐπιτύχητε νὰ διατηρήσητε αὐτὸν τὸν χωρισμὸν εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ εἰς τὰ βάρη, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει τὴν σήμερον, ὦ Κύριοι! εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκπληρώσητε μὲ ὅσην θέλετε εὐσυνειδησίαν τὰ δύω ταῦτα καθήκοντα τοῦ νομοθετεῖν καὶ τοῦ ἐξελέγχειν· καὶ ὅ,τι λέγω διὰ τὴν Ἑπτάνησον ἐννοεῖται ὅτι τὸ λέγω διὰ πάντα τόπον, εὑρισκόμενον εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν, καὶ διὰ πάντα πληρεξούσιον, εὑρισκόμενον εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν. Ἡ θέσις του ὁποία θὰ ᾖναι πάντοτε; Θὰ ᾖναι πάντοτε πλησίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, καὶ ἑπομένως ἰσχυρὰ ἐν αὐτῷ, αὐτὴ μόνον δύναται νὰ τοὺς ὑποσχεθῇ ὅτι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προνόμια τῆς πατρίδος των δύνανται νὰ μένωσιν ἀκέραια· αὕτη μόνη δύναται νὰ ὑποσχεθῇ ὅτι θέλει ἀποτελεσματικῶς ἐνεργήσει ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῶν. Αὐτὸς ὁ πατριωτισμὸς λοιπὸν, Κύριοι, πρέπει νὰ λείψῃ, διότι εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ καθῆκον τὸ ἀληθές, εἶναι ἀσυμβίβαστος, μᾶλλον εἰπεῖν, πρὸς τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ τόπος. Ἂν μάλιστα ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας ἐπὶ τῆς διαφορᾶς περὶ τὴν φορολογίαν, τότε θὰ εὕρωμεν μεγάλα καὶ φοβερὰ τὰ ἀτοπήματα. Ἐν πρώτοις, τὸ σπουδαιότερον στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται ἡ ἐξέλεγξις τῆς κυβερνήσεως, εἶναι τὸ περὶ διαχειρίσεως τῶν φόρων. Ἀγνοῶ ὁποῖον ἐνδιαφέρον μέγα θέλουν ἔχει διὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτὴν πληρεξούσιοι ἀντιπροσωποῦντες τόπον, ὁ ὁποῖος μένει ἀφορολόγητος, καὶ ἀφορολόγητος σχεδὸν εἶναι ὁ φορολογούμενος εἰς τὸ τελωνεῖον μόνον. Ἄλλο φοβερώτερον ἀκόμη ἀτόπημα. Τὸ σύνταγμα οὐδέποτε θὰ λάβῃ κῦρος. Διότι μία μόνον ὑπάρχει κύρωσις, κατὰ τὰς ἀρχὰς τὰς συνταγματικάς. Ὅλη ἡ ἐξουσία τοῦ Κράτους εἶναι δεδομένη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅλη, ὁλόκληρος· ἓν δὲ μόνον δικαίωμα διετήρησαν οἱ λαοὶ, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀρνῶνται διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτῶν τοὺς φόρους. Οὐδεὶς τὸ ἀγνοεῖ τοῦτο· οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι ἐκεῖ ἐπαναπαύεται τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα· διότι λέγουν οἱ δημοσιολόγοι πάντες, ὅ,τι θέλει ἂς κάμῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὴν σήμερον, ὁπόταν ὅλαι αἱ ἀνάγκαι ἀναλύωνται εἰς ἀργύριον· διότι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ, ἀφοῦ τῆς ἀρνούμεθα τὰ μέσα τοῦ ζῆν· καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τούτου ἐπαναπαυόμενοι ἀφθόνως χαρίζουσι τῇ κυβερνήσει πᾶσαν ἐξουσίαν. Ποτὲ λοιπὸν ἀντιπρόσωποι, ὧν οἱ ἐντολεῖς δὲν ἔχουσιν αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον, ποτὲ δὲν ἠμποροῦν ν’ ἀποδείξουν διὰ τῆς διαγωγῆς των ἀλήθειαν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς χεῖράς των διαπεπιστευμένον. Ἐὰν δὲ συλλογισθῆτε Κύριοι, ὅτι τὴν σήμερον, ἐδῶ ἐν τῇ Συνελεύσει μεταφερομένη αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία ἐπιφέρει τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο εἶναι μέγα, ἀδικία μεγάλη καὶ πρὸς τὸν Ἰόνιον λαὸν καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· καὶ δὲν εἶναι μόνον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Βασιλέα. Συντάττομεν, Κύριοι, Σύνταγμα· διατί συντάττομεν Σύνταγμα; Δὲν ἔχομεν Σύνταγμα; Ποία εἶναι ἡ αἰτία τῆς συντάξεώς του; Ἡμεῖς εἴχομεν ἐλευθερίας ἐδῶ ἀπὸ τοῦ 1821· ἡμεῖς συνετάξαμεν σύνταγμα ἀπὸ τοῦ 1843· καὶ ἤδη τῷ 1864 συνερχόμεθα νὰ συντάξωμεν σύνταγμα πάλιν! Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἁπλοῦν. Συνήλθομεν λοιπὸν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ πρὸς ἕνα ὡρισμένον σκοπὸν, μὴ ἐγκείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843. Ποία εἶναι ἡ αἰτία, ποῖος ὁ σκοπὸς, ποία ἡ ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν ἔχομεν; Συνήλθομεν ἆράγε μόνον καὶ μόνον διότι ἐπῆλθεν εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ θελήσῃ θεωρητικῶς νὰ νεωτερίσῃ, ἢ ᾐσθάνθη πόνους δριμεῖς κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τοὺς δριμεῖς αὐτοὺς πόνους ἠθέλησε δι’ αὐτοῦ τοῦ ἰατρικοῦ νὰ θεραπεύσῃ; Ἡ πολιτικὴ, Κύριοι, τοῦ παρελθόντος ὑπῆρξε καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος· οὕτω τοὐλάχιστον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἐθεώρησεν. Ἐσωτερικῶς εἶχεν ἰδεῖ μίαν τάσιν πρὸς ἀποῤῥόφησιν καὶ πρὸς δεσποτισμόν· εἶχεν ἰδεῖ, ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν αὐτοῦ τοῦ ἀποτελέσματος, τοῦ δεσποτισμοῦ καὶ τῆς ἀποῤῥοφήσεως, δὲν ὑπῆρξε κακία, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, δὲν ὑπῆρξε παρανομία, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, καὶ τοιουτοτρόπως ἤρχισε νὰ εἰσέρχηται ἡ διαφθορὰ εἰς αὐτὰ τὰ σπλάγχνα τῆς κοινωνίας, ὥστε καὶ τὰ ἤθη, καὶ πάντα εἰς τὴν κοινωνίαν μικροῦ δεῖν διεφθάρησαν, ὁ δὲ τόπος ἤρχισε μὲ ὁρμὴν νὰ ὀπισθοδρομῇ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Εἶχεν ἰδεῖ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ὁμοίαν μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπαντῶμεν εἰς τὴν ἀρχαίαν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας, τῶν Στουαρτῶν, μίαν ἀδιάκοπον συμμαχίαν μὲ ξένας Δυνάμεις, ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς τῶν ὁποίων ἐθυσίαζε τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ αἱ ὁποῖαι εἰς ἀντάλλαγμα ὑπεστήριζον τὸν ἡγεμόνα ἐσωτερικῶς κλονιζόμενον, διότι ἤθελε νὰ δεσπόζῃ ἐναντίον τῶν θεσμῶν. Ἡ ἐπανάστασις ἐγένετο. Ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον μας; διατί συνήλθομεν ἐνταῦθα; Βεβαίως ἔχομεν καθαρὰν ἐντολὴν, καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ ἐντολή μας δὲν εἶναι ἄλλη, εἰμὴ νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων τὸ παρελθὸν νὰ μὴ δυνηθῇ πλέον νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ ἐπιβουλευθῇ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Ἀλλὰ πῶς συντάττεται τὸ σύνταγμα; — Τὸ ἓν τρίτον ἐκ τῶν παρόντων συναδέλφων εἶναι ἐκ τῶν νήσων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον αὐτὰς τὰς ἀφορμάς. Ἀλλὰ, Κύριοι, μολονότι εἴχομεν τοιαύτην ἐντολὴν παρὰ τοῦ λαοῦ, μολονότι δὲν ὑπῆρχε κἂν τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως ἐδῶ, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ παραμικρὰ πίεσις, ἡμεῖς ἐλευθέρως εἴπαμεν, ὅτι τὸ σύνταγμα δὲν θὰ τὸ συζητήσωμεν, ἀφοῦ ἐδήλωσαν οἱ Ἑπτανήσιοι ὅτι ἔχουν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ συμπράξωσι· καὶ ἐλυπήθην πολὺ, ὅταν ἤκουσα ἕνα πληρεξούσιον Ἑπτανήσιον προχθὲς νὰ ἐκφέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν βλάσφημον ἰδέαν, ὅτι θέλομεν νὰ κακώσωμεν τοὺς Ἑπτανησίους. Ῥίψε τὸ βλέμμα ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, ἐπὶ τῆς ἱστορίας ἀπὸ τῆς 10 8βρίου διὰ νὰ ἰδῇς ἐκ τῆς Συνελεύσεως, ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τοῦ Ἔθνους, νὰ ἰδῇς ποσάκις ἐξῆλθον εὐγενέσταται περιποιήσεις, ἄφθονοι παραχωρήσεις, μάλιστα αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνουν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἀπεφασίσαμεν, ἐπειδὴ τὸ εἴπαμεν, ἔστω, οὕτω καὶ θὰ γίνῃ. Ὑποφερτὸν νὰ ἔχωμεν νὰ παλαίσωμεν, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ, πρὸς τὴν ἄγνοιαν τῶν Κ. πληρεξουσίων· ἐπειδὴ ἀγνοοῦν τὰ γεγονότα, ἐκ τῶν ὁποίων ὁρμώμεθα, ἐπειδὴ δὲν ἔπαθον ἐξ αὐτῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ αἰσθανθοῦν, ὡς τὰ αἰσθανόμεθα ἡμεῖς. Ἂς ἔχωμεν νὰ παλαίσωμεν πρὸς τὴν ἄγνοιαν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ πρὸς τὸν πατριωτισμόν· δὲν πρέπει ὁ πατριωτισμὸς νὰ ᾖναι ἐμπόδιον, πρέπει ἡ ὑπεράσπισις τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος αὐτῶν εἰς οὐδὲν νὰ παρίσταται ὡς πρόσκομμα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς μας. Ἐπομένως, Κύριοι, χωρὶς νὰ θελήσω ν’ ἀποφανθῶ περὶ τῆς διαγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν, λέγω, ὅτι τὰ πράγματα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε, ἂν θέλωμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, ἂν θέλωμεν νὰ καταρτίσωμεν σύνταγμα, τὸ ὁποῖον τὴν κύρωσιν νὰ ἔχῃ εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς συνειδήσεως τῶν ἀντιπροσώπων, πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν, ἥτις καθιεροῖ τὴν καθίδρυσιν τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας ἐν Ἑπτανήσῳ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς μεταῤῥυθμίσεως αὐτῆς, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἰσότητος τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν βαρῶν. Τότε οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου εἶναι ἀντιπρόσωποι παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους· μὴ ἔχοντες ἴδια συμφέροντα ἰδίας πατρίδος νὰ ὑπερασπίσωσι, θέλουσι παρουσιασθῆ ὡς ἄτομα ἐν μέσῳ τοῦ ἐθνικοῦ Κοινοβουλίου, φέροντα τὸν ζυγὸν, ὃν τοῖς ἐπιβάλλει μόνον τὸ συμφέρον μιᾶς γενικῆς καὶ ἀδιαιρέτου πατρίδος. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο αἴτιον τῆς σημερινῆς ἀνωμαλίας· οὐδεὶς ἄλλος φόβος, μὴ ἀσυνειδήτως πολιτευθῶμεν, εἰμὴ μόνος αὐτὸς, διότι ἄλλως τὰ ἄτομα ἐκτιμῶ καὶ πρὸς οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἔχω τὴν παραμικρὰν δυσπιστίαν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ γίνῃ διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως ἐπὶ 10 λεπτά;
§73ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡ. Μάλιστα. Ὥρα 3 5/60. Γίνεται διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως ἐπὶ 10 λεπτ. ὥρα 3 30/60.
§74ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι! Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς γενικῆς ἀφομοιώσεως, ἀλλὰ πρέπει καλὰ νὰ συνεννοηθῶμεν ὡς πρὸς τὴν λέξιν «ἀφομοίωσις». Ἀφομοίωσις δύναται νὰ ᾖναι ὅταν ὁλόκληρος ἡ νομοθεσία μας ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, αὐτὸ ὀνομάζουν ἀφομοίωσιν, ἀφομοίωσις ἐπίσης δύναται νὰ ὀνομάζεται, ὅταν ἓν μέρος τῆς νομοθεσίας τροποποιηθῇ προηγουμένως καὶ μετὰ ταῦτα ἐφαρμόσωμεν τόσον εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὅσον εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν νόμον, ἑπομένως ἀφομοίωσις εἶναι καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην περίπτωσιν. Ὀφείλων δὲ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀφομοιώσεως, ἐπιτρέψατέ με νὰ ἀναιρέσω μίαν ψευδῆ ἰδέαν ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐῤῥέθη ἐνταῦθα καὶ ἐπιστεύθη ἀπὸ τὴν κοινωνίαν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὥστε καὶ ἔφερε τὴν διαίρεσιν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἀδελφῶν μας Ἑπτανησίων. Ἐῤῥέθη, Κύριοι, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν θέλουν τὴν φορολογίαν, δὲν θέλουν νὰ φορολογηθῶσιν· εἶναι πλάνη, Κύριοι, δὲν θέλουν τὸν τρόπον τῆς φορολογίας, ἀλλὰ διαφέρει, Κύριοι, πολὺ τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο· τί σημαίνει ἂν φορολογῶνται ἴσα καὶ πλειότερον ἀπὸ ἡμᾶς, κατόπιν θέλω σᾶς τὸ καταδείξει, ἐν γένει δὲν δέχονται, εὑρίσκουν κακὸν τὸν τρόπον τῆς φορολογίας. Διὰ τοῦτο, λέγουν, ὅτι δὲν θέλει νὰ φορολογῆται ἡ Ἑπτάνησος καὶ νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ ἄλλης ἰδέας· ναί, Κύριοι, παραδέχονται τὴν ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου τοὐτέστι τὴν ἐφαρμογὴν τῆς νομοθεσίας μας καὶ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Ἑπτανησίους, ἀλλὰ ποίας νομοθεσίας· τῆς νομοθεσίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς καὶ ἡ Συνέλευσις τοῦ ἔθνους εὑρίσκομεν ὀρθήν· ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, ὅταν ἡ Συνέλευσις καταδικάζῃ ἓν μέρος τῶν νόμων μας, εἶναι ὀρθὸν, εἶναι φρόνιμον, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ὅλα τὰ μέρη τῆς νομοθεσίας, τὰ ὁποῖα καθὼς σᾶς εἶπον, ἡμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ ἐξ ἴσου τὸ ἔθνος καταδικάζομεν ὁμοφώνως, νὰ ζητήσωμεν ἀμέσως τὸν ἐμφύτευσιν τῆς νομοθεσίας ταύτης εἰς ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας μας; Ἠθέλομεν πράξῃ τὸ μεγαλήτερον πολιτικὸν σφάλμα, ὅταν ἡμεῖς καθεκάστην, ὅτε παρουσιάζεται τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν, τὸ κατεδείξαμεν ὡς βάρβαρον, αὐτὸ τὸ σύστημα θέλομεν νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅταν ἡμεῖς καταδικάζωμεν τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους ὡς νόμους οἵτινες ἀνοίγουν τὴν θύραν εἰς τὴν ἐπέμβασιν, εἰς τὴν καλπονόθευσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ πρέπει νὰ ᾖναι δορυφόροι τοῦ συντάγματος καὶ ὅτι ἑπομένως ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν τῶν νόμων δὲν θεωροῦμεν, ὅτι ἐπεψηφίσθη τὸ σύνταγμα. Τί λέγουν καὶ αἱ δύο μερίδες; καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη δὲν θεωροῦν λίαν ἀναγκαίαν τὴν τροποποίησιν τῶν νόμων αὐτῶν τῶν δύω, ὡς θεωροῦν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συντάγματος; ὅταν λοιπὸν πάντες σύμφωνοι καταδικάζωμεν τὸν δημοτικὸν νόμον, τὸν βουλευτικὸν νόμον, τὸν τρόπον τῆς φορολογίας πρὸ πάντων τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὅλον τὸ σύστημα ἑνὶ λόγῳ, ὅλοι αὐτοὶ οἱ νόμοι, τουτέστι καὶ οἱ δημοτικοὶ καὶ οἱ περὶ ἐκλογῶν καὶ οἱ περὶ φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, εἶναι φρόνιμον τὸ τοιοῦτον; ἐγὼ δὲν τὸ εὑρίσκω ὁλοτελῶς φρόνιμον. Πρέπει νὰ ᾖναι δυνατόν, Κύριοι, ταὐτοχρόνως μὲ τὸ ψήφισμα περὶ ἀφομοιώσεως νὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ αὐτῶν τῶν τριῶν σπουδαίων ἀντικειμένων. Αὐτά, Κύριοι, θεωρῶ τὰ σπουδαιότερα ἀντικείμενα, τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους. Ὁ προαγορεύσας Κ. Δεληγεώργης, ὅστις ὑπεστήριξε τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, λέγει, ὅτι μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ πολιτεύματος πᾶσα ἡ νομοθεσία μας ἐφαρμόζεται καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀλλὰ κατόπιν δύναται νὰ τροποποιηθοῦν μερικοὶ νόμοι· τί θὰ εἴπῃ τοῦτο; ὅτι ἐπιφυλαττόμεθα τὸ δικαίωμα εἴτε ἡμεῖς εἴτε αἱ ἐπερχόμεναι βουλαὶ νὰ προτείνουν ὁποιασδήποτε τροποποιήσεις τῶν νόμων· δὲν εἶναι λοιπὸν θεραπεία τὸ νὰ λέγουν ὅτι ἐφαρμόζεται πᾶσα ἡ νομοθεσία, ἀλλὰ κατόπιν θέλομεν τροποποιήσῃ τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα εὑρίσκομεν πλημμελῆ, δὲν εὑρίσκω τὴν θεραπείαν εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιφύλαξιν, τὴν ὁποίαν κάμνουν, καὶ μάλιστα λέγουν ὅτι πᾶσα τροποποίησις, ἡ ὁποία μέλλει νὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον, πρέπει νὰ στηρίζεται εἰς τὴν ἰσότητα· εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ τὸ ἀναφέρωμεν εἰς τὸ ψήφισμα αὐτό; ἐλησμόνησε τὸ ἄρθρ. 3 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπεψηφίσθη, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἐνώπιον τοῦ νόμου ἴσοι, καὶ ὅλοι συνεισφέρουν ἀναλόγως τῆς περιουσίας των εἰς τὰ βάρη; εἶναι, λέγω, ἀναγκαῖον, ἔπειτα ἀπὸ ἓν τοιοῦτον ἄρθρον, νὰ ἐπιφυλαχθῇ, ὅτι πᾶσα τροπολογία, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ εἰς τὸ ἑξῆς, πρέπει νὰ στηρίζεται εἰς τὴν βάσιν τῆς ἰσότητος; τὸ θεωρῶ πάντη περιττόν.
§75ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Τὸ περιττὸν δὲν βλάπτει.
§76ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἦτο ὅλως ψευδὴς ἡ φήμη, ἡ ἰδέα, ὅτι οἱ ἑπτανήσιοι δὲν φορολογοῦνται ἢ δὲν θέλουν νὰ φορολογῶνται, ἐνῷ φορολογοῦνται καὶ φορολογοῦνται κατ’ ἀναλογίαν πλειότερον ἀπ’ ἡμᾶς· ἀλλ’ ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρατήρησεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι, ἐπειδὴ φορολογοῦνται περισσότερον, πρέπει ἡμεῖς νὰ εὐχαριστώμεθα, ἀλλὰ πρέπει ἡ φορολογία νὰ ἐπιστηριχθῇ εἰς τὴν ἰσότητα· φορολογοῦνται περισσότερον, τοῦτο τὸ λέγω διὰ νὰ διασκεδάσω τὴν κοινὴν γνώμην, ἥτις σᾶς εἶπον ἐδηλητηριάσθη μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ἑπτανήσιοι δὲν φορολογοῦνται καὶ δὲν θέλουν νὰ φορολογῶνται, καὶ θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι μεγίστη πλάνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπεσεν ἡ κοινὴ γνώμη, διότι ἔχει αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Ἠξεύρετε, Κύριοι, πόσα εἶναι τὰ εἰσοδήματα κατὰ μέσον ὅρον τῆς Ἑπτανήσου; εἶναι 4,500,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος κατὰ μέσον ὅρον, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 2,000,000 προέρχονται ἀπὸ ἐξαγωγικοὺς δασμοὺς τοῦ ἐλαίου, τῶν σταφίδων κλπ. προσέξατε, Κύριοι, εἰς τοῦτο, ὅτι τὰ 2 ἀπὸ τὰ 4,500,000 δραχμῶν προέρχονται ἀπὸ τὸν ἐξαγωγικὸν δασμὸν ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος, σάπωνος κλπ. πόσος δὲ εἶναι ὁ πληθυσμὸς αὐτῶν; εἶναι 250,000· ἠξεύρετε πόσα πληρώνει ἀναλόγως κάθε ψυχή; 18 δραχμάς· ἂς κάμωμεν τὸν λογαριασμὸν καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι πληρώνει περισσότερον ὁ ἑπτανήσιος.
§77ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμετε τὸν ὑπολογισμὸν κατ’ ἐπαρχίαν.
§78ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ διαιρῶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, ὁ Κ. Εὐθυμιόπουλος δύναται μετὰ ταῦτα νὰ μὲ ἀναιρέσῃ. Τὰ ἰδικά μας εἰσοδήματα τοῦ κράτους ἀναβαίνουν εἰς 25,000,000 δραχμάς.
§79ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ 6,000,000 τὰ δημοτικά.
§80ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἀνέφερον τὰ δημοτικὰ τῆς Ἑπτανήσου.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σεβασθῆτε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, μὴ διακόπτητε.
§82ΚΕΧΑΓΙΑΣ. 24,000,000 δραχ. λοιπὸν περίπου εἶναι τὰ εἰσοδήματα τοῦ δημοσίου εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκ τῶν ὁποίων 7 ἢ 8 ἑκατομμύρια προέρχονται ὄχι ἀπὸ τοὺς φόρους τῶν κατοίκων, ἀλλὰ ἀπὸ ἐθνικὴν περιουσίαν, καὶ διαφέρει τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο, τουτέστιν ἄλλο τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, τὸ ἐκμίσθωμα, καὶ ἄλλος ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον πληρώνει ὁ πολίτης· καὶ, Κύριοι, αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ περιουσία, τὸ λέγω νὰ τὸ μάθῃ τὸ κοινὸν, εἶναι ἀπέναντι ἑνὸς μεγάλου βάρους ἐθνικοῦ 300,000,000, βάρους, τὸ ὁποῖον ἔχουν καὶ οἱ ἑπτανήσιοι.
§83ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Τὸ ἀναδεχόμεθα.
§84ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς ὅλα λοιπὸν τὰ βάρη θὰ καταβάλῃ πᾶς τις τὸν ὀβολόν του, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἤμεθα διῃρημένοι, ἓν μόνον ταμεῖον κοινὸν Ἑπτανήσου καὶ Ἑλλάδος θέλει ἔχει ὅλα τὰ βάρη. Οἱ καθαροὶ λοιπὸν φόροι διὰ τοὺς κατοίκους εἶναι 16–17 ἑκατομμύρια· εἰς ἓν λοιπὸν ἑκατομμύριον καὶ 100 χιλιάδας ψυχὰς ἡ ἀναλογία ἔρχεται 15 περίπου δραχμὰς, ἐνῶ εἰς τοὺς Ἑπτανησίους ἔρχεται 18· ἀλλὰ συμφέρει ὁ τρόπος; καὶ ἐκείνων καὶ ἡμῶν εἶναι κακὸς, ἐν γένει ὅμως ἐκείνων εἶναι κάκιστος, ὅπως παρετήρησεν ὁ Κύριος Δεληγεώργης, διότι ἐπειδὴ εἰσπράττωνται οἱ φόροι μόνον εἰς τὰ τελωνεῖα δεσμεύεται τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ γεωργία καὶ φορολογεῖται μόνον μία τάξις, ἡ μικρὰ τάξις, διότι ναὶ μὲν, ὁ πολίτης ὁ ἁπλοῦς δὲν βλέπει τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου εἰς τὰ τελωνεῖα, ὑποφέρει ὅμως τὴν κατανάλωσιν· ὁ φόρος τῆς πρώτης τροφῆς, τοῦ ἄρτου, ἐνταῦθα εἶναι 40 λεπτὰ τὸ κοιλὸν, ἐκεῖ 58, 50% περισσότερον πληρώνει ὁ λαὸς διὰ τὴν τροφήν του, βλέπετε λοιπὸν πόσον μεγάλη εἶναι ἐκεῖ ἡ φορολογία. Τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας παραβαλλόμενον πρὸς τὸ τῶν Ἰονίων εἶναι καλλίτερον, δὲν εἶναι ἀμφιβολία. Ἀλλὰ, ἐπιζητοῦντες τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἰδικοῦ μας φορολογικοῦ συστήματος, οὐχὶ ὅμως καθαρῶς, πρὸ πάντων τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι καταδικάζομεν καὶ τὸ θεωροῦμεν βάρβαρον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτὸ τὸ βάρβαρον σύστημα τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰς τὴν Ἑπτάνησον; καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, πόσον ἀσήμαντον εἶναι τὸ ποσὸν τῆς φορολογίας (ἀνησυχίαι ἕνεκα συμπλοκῆς πολιτῶν συμβάσης εἰς τὴν αὐλὴν τῆς Συνελεύσεως). Οἱ δημητριακοὶ καρποὶ δὲν ὑπερβαίνουν τὸ ἓν ἑκατομμύριον κοιλῶν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, πρὸς 5% δὲ ὅπως θὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως δὲν θὰ εἰσπράξωμεν παρὰ 50,000 κοιλὰ, ἡ τιμὴ δὲ τῶν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 5 δραχμὰς εἶναι 250,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος, αὐτὸ εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξωμεν διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἑνὸς συστήματος βαρβάρου φορολογίας, ὅπερ δὲν ὑπάρχει εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου. Τὸ ἄλλο μέρος τῆς φορολογίας μας δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ τὸ κατακρίνωσι, διότι δὲν ἔχουν οὐδόλως νὰ παρενοχλῶνται ἀπὸ τὸν ἐνοικιαστὴν, διότι τὸ μεγαλύτερον τῶν προϊόντων φορολογεῖται ὡς καὶ τὸ ἰδικόν των κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ἡ σταφὶς, τὸ βαμβάκιον, ἡ μέταξα, τὸ βαλανίδιον καὶ τόσα ἄλλα προϊόντα. Λοιπὸν δὲν δύνανται νὰ παραπονεθῶσιν ἂν ἐπιβάλλεται αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅμοιον μὲ τὸ ἰδικόν των· ὡς πρὸς τὸ ἔλαιον ἡ φορολογία γίνεται δι’ ἐνοικιάσεως, ἀλλ’ ὁ ἰδιοκτήτης δὲν παρενοχλεῖται ὁλοτελῶς· διότι ὁ ἐνοικιαστὴς πηγαίνει κατὰ τὴν συλλογὴν τοῦ ἐλαιοκαρποῦ εἰς τὸ ἐλαιοτριβεῖον, καὶ ἐκεῖ προσφέρει ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐφέρθη, τὸ ἀνάλογον δὲ εἶναι 7%, ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἀκρίβεια. Αὐτὸ δὲ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἔχετε, καὶ τὸ ὁποῖον ἐσχολίασεν ὁ Κύριος Δεληγεώργης, ὑπάρχει τὸ μεγαλύτερον ἀδίκημα, διότι εἴτε παράξῃ ὁ ἰδιοκτήτης, εἴτε καλλιεργήσῃ, εἴτε μὴ, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ· ἐὰν, Κύριοι, λάβητε τὸ κτηματολόγιον, θέλετε ἰδεῖ τί παράπονα θέλουσιν ἐγερθῆ.
§85ΚΑΛΟΣ. Δὲν τὸ παραδέχεται καὶ ὁ Κύριος Δεληγεώργης;
§86ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει ζήτημα· ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους νόμους, τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, αὐτὸς εἶναι δικαιότατος νὰ ἐφαρμοσθῇ· ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει μία ἀδικία, ἐφορολογοῦντο μόνον οἱ ἐνοικιάζοντες τὰς οἰκοδομὰς, οἱ δὲ κατοικοῦντες εἰς αὐτὰς εἰς οὐδένα φόρον ὑπεβάλλοντο, καὶ οὕτω ὑπέφερε πάντοτε ἡ κατωτέρα τάξις, ἥτις δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ οἰκοδομήσῃ, διότι ὁ φόρος, δι’ ὃν ἐπεβαρύνετο ὁ ἰδιοκτήτης, ἐπιβαρύνει τὸν ἐνοικιαστὴν, ὅπως ὁ δασμὸς τοῦ τελωνείου ἐπιβαρύνει τοὺς καταναλωτάς· ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν εἶναι δικαιότατος, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ ὑπάρξωσι διακρίσεις τάξεων, οἱ μὲν νὰ φορολογῶνται καὶ οἱ ἄλλοι ὄχι· ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, Κύριοι, ὡσαύτως εἶναι δικαιότατος, διατὶ ἕνας δικηγόρος ἢ ἔμπορος ἢ ἕνας τραπεζίτης νὰ μὴ ὑποβάλληται εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ ἐπιτηδεύματός του, ἥτις εἶναι καὶ ἐλαφροτέρα; Δὲν βλέπω λοιπὸν κατὰ τί διαφωνοῦμεν εἰς αὐτὸ τὸ τελευταῖον ὡς πρὸς τοὺς δημητριακοὺς μόνον καρποὺς τῶν 250,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ ἂν ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε τὴν πρότασιν, θέλετε ἰδεῖ ὅτι οὐδεμία ζημία θὰ προκύψῃ εἰς τὸ δημόσιον, ἂν ἀφίσητε ἀπηλλαγμένον τὸν τόπον τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ δὲν θὰ ἔχωμεν οὐδεμίαν ζημίαν. Ὅταν ἀνεγνώσθη ἡ πρότασίς μου, εἷς τῶν Κυρίων πληρεξουσίων, ὅταν ἤκουσεν ὅτι παρατείνεται ἡ ἐφαρμογὴ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας μέχρις Ἰουνίου τοῦ 1865 τὸ βραδύτερον, — δύναται δὲ καὶ προτήτερα, ἀλλὰ διὰ τὶ ἔθεσα μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς; τὸ ἔθεσα, Κύριοι, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διὰ νὰ μὴ προκύψῃ οὐδόλως αὐτὸ τὸ παράπονον, διὰ τὶ οἱ Ἑπτανήσιοι νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, διὰ νὰ ὑποβληθῶσι εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ὑφισταμένων. Ἡ συγκομιδὴ ἐφέτος τοῦ ἐλαιοκαρποῦ εἶναι σημαντικὴ, εἰς 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια ὑπολογίζεται ἡ πρόσοδος τοῦ δημοσίου ἐκ μόνης τῆς Κερκύρας, ἐκ μόνου τοῦ ἐλαιοκαρποῦ· ὅταν λοιπὸν ἐφαρμόσωμεν τὴν νομοθεσίαν μας ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἐννοεῖται ὅτι εἰς 3, 4, καὶ 5 ἔτη θέλει ἀποζημιωθῆ τὸ δημόσιον, δι’ αὐτὰς τὰς 250,000 δραχμὰς, ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον εἶπον ὅτι ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς νὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς φορολογίας, διότι ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ οἱ τελωνειακοὶ δασμοὶ θὰ ἐπιβληθῶσι κατὰ τὸ ἰδικόν μας δασμολόγιον καὶ ἀπὸ τὴν ἑπτάνησον θὰ ἀρθῇ πᾶν βαρὺ εἰσαγωγικὸν τέλος, διότι δὲν ὑπάρχει παρὰ ἓν ἕως 2 τοῖς ἑκατόν· εἶπον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τοὺς νόμους ἐκείνους, πρὸ τῆς ψηφίσεως τῶν ὁποίων ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξίν της, δηλαδὴ τὸν ἐκλογικὸν καὶ δημοτικὸν νόμον. Θέλετε νὰ εἴπωμεν ἀμέσως νὰ ἐπιβληθῇ ἡ νομοθεσία μας ὁλόκληρος, καὶ ἑπομένως νὰ θεωρηθῇ ἰσχυρὸς ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς καταδικάζομεν, ὁ δημοτικὸς ὁ ὁποῖος στηρίζεται εἰς τὸ ἀδικότατον σύστημα τοῦ τιμήματος, τὸ ὁποῖον ἔδωσεν ἀφορμὴν τῶν μεγαλητέρων παραπόνων, τῶν μεγαλητέρων πλαστογραφημάτων; δὲν εἶναι φρόνιμον λοιπὸν νὰ ἀφήσωμεν ζῶντας ἐκείνους τοὺς νόμους πρὶν τοὺς μεταῤῥυθμίσωμεν. Λοιπὸν κατὰ τὸ 1 ἄρθρον λέγω.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ
«Περὶ ἀφομοιώσεως τῆς νομοθεσίας ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἄρθρον 1. Ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου 1865 τὸ βραδύτερον ἐφαρμόζονται ἐν Ἑπτανήσῳ ἅπαντες οἱ ἐν Ἑλλάδι καθεστῶτες Νόμοι, μετὰ τῶν μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ψηφισθησομένων. Ἄρθρον 2. Προσωρινῶς καὶ μέχρις οὗ ἀντικατασταθῇ τὸ ἰσχῦον ἐν Ἑλλάδι σύστημα φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, δὲν ἐπιβάλλεται ἐν Ἑπτανήσῳ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν παραγομένων δημητριακῶν καρπῶν. Ἄρθρον 3. Εἰδικοὶ Νόμοι περὶ δήμων καὶ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ψηφισθήσονται πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνελεύσεως, καθὼς ἀκόμη καὶ οἱ προσδιορίσοντες τὰς δημοσίας θέσεις τῶν διαφόρων κλάδων, οἷον Διοικήσεως, Δικαιοσύνης, Οἰκονομίας, Ἐκκλησίας καὶ Ἐκπαιδεύσεως. Ἄρθρον 4. Ἀπὸ τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἐποχῆς ἀκυροῦνται ὅλοι οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύοντες Νόμοι, πλὴν Αʹ. τοῦ Πολιτικοῦ Κώδηκος, καθόσον δὲν τροποποιεῖται διὰ τῶν εἰσαχθησομένων Νόμων. Βʹ. Τῶν Νόμων περὶ συντάξεων. Γʹ. Τῶν Νόμων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν εἰς Ἑταιρείας εἰδικὰ δικαιώματα ἢ προνόμια. Δʹ. Τῶν Νόμων περὶ ὁδοποιΐας καὶ Εʹ. Τῶν Νόμων περὶ Σωφρονιστικῶν φυλακῶν, περὶ Φρενοκομείου καὶ περὶ Πτωχοκομείου.» Εἶναι, Κύριοι, ἀναγκαῖαι αὐταὶ αἱ ἐξαιρέσεις, διότι ἄνευ αὐτῶν δὲν δύνανται νὰ διατηρηθῶσι τὰ καταστήματα ἐκεῖνα. Ὅταν εἴπητε, ὅτι ἀπὸ τῆς δεῖνα ἐποχῆς ἐφαρμόζεται ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, καταστρέφετε τὸ πᾶν. Ἔλθετε προηγουμένως νὰ προλάβητε αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα, καὶ τότε οὐδεὶς διαφωνεῖ ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἀφομοιώσεως· ἀλλ’ ὅταν μὲ ἰδέας ἀφῃρημένας παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, τί ἔγινε; τίποτε. Ἂν θέλωμεν τὴν ἀφομοίωσιν, πρέπει συγχρόνως νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων, διότι κατὰ τοῦτο καὶ μόνον διαφωνοῦμεν καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη πτέρυξ, οὐχὶ περὶ τῆς πραγματικῆς ἀφομοιώσεως. Δὲν ἔρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα. Λοιπόν, Κύριοι, τελειώνω. Ἂν θέλωμεν πραγματικῶς νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν ἀφομοίωσιν, πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν οὕτω, τοὐτέστι νὰ ἄρωμεν τὰ ὑφιστάμενα προσκόμματα, καὶ τότε ἀμέσως πραγματοποιεῖται, ἄλλως μὲ ἀφηρημένας ἰδέας τίποτε δὲν κατορθόνομεν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ἕπεται ὁ Κ. Καλλιγᾶς· εἶσθε σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα, Κ. Καλλιγᾶ;
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διαφωνῶ κατά τι.
§89ΚΑΛΟΣ. Ἅμα ἴδωμεν, ὅτι συμφωνεῖ, θὰ τὸν διακόψωμεν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ προηγηθῆτε, Κ. Καλὲ;
§91ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα.
§92ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διατηρῶ τὴν σειράν μου κατόπιν.
§93ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, ἂν δὲν προηγοῦντο συζητήσεις λίαν σπουδαῖαι ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως καταδικάζασαι οὐχὶ διὰ λόγων, ἀλλὰ διὰ πραγμάτων τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τῶν δύω διαφερομένων κομμάτων διαφωνίαν, τότε βεβαίως ἡ σημερινὴ συζήτησις ἤρκει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τοῦ Ἰονίου λαοῦ καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἡ σημερινὴ συζήτησις περιεστράφη ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ περιστραφῇ ἀπ’ ἀρχῆς, εἰς τὸ ζήτημα, κατὰ τί διαφέρουν οἱ Ἑπτανήσιοι, τοὐτέστιν οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου, ἀπέναντι τῶν ἄλλων πληρεξουσίων, τῶν ζητούντων τὴν πλήρη καὶ ἄμεσον ἐφαρμογὴν τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, ὅπως ἡ βουλὴ τοῦ ΙΓʹ. κοινοβουλίου τῆς Ἑπτανήσου ἀπεφάνθη. Ὁ Κ. Δεληγεώργης ἂν καὶ ἀνέπτυξε πολὺ ἐμβριθῶς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπαγορεύουν τὴν πλήρη ἀφομοίωσιν, κατέκρινεν ὅμως τὴν πρότασιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπρότειναν νὰ ἰσχύσῃ ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία μετὰ ὡρισμένον τινὰ χρόνον· ἡ πρότασις φαίνεται πραγματικῶς οὕτως ἐλθοῦσα, ἀλλ’ ἐπροκλήθη ἀπὸ τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐμίλησεν ὁ Κ. Δεληγεώργης· διότι ἀπὸ τῆς καθιδρύσεως τοῦ πολιτεύματος, τοὐτέστιν ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὡρκίσθη ὁ Βασιλεὺς εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν ὑπάρχουν νόμοι ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀλλ’ ἄρχονται ἰσχύοντες οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι. Διὰ νὰ μὴ ὑποπέσωμεν λοιπὸν τῷ ὄντι εἰς χάος, καὶ ἔλθωσι προσκόμματα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πάντες ὀφείλομεν νὰ μεριμνῶμεν, διὰ τοῦτο ἦλθεν ἡ πρότασις ὅπως παρατείνῃ τὴν ἰσχὺν τῶν Ἰονίων νόμων ἐπί τινα χρόνον, ἤτοι μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1865, καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης νὰ ἰσχύσῃ ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, ἤτοι νὰ κατισχύσῃ ἡ ἰδέα τῆς πλήρους ἀφομοιώσεως. Ἀπὸ τὰς γενομένας συνομιλίας, ἀπὸ τὴν γενομένην σήμερον συζήτησιν ἐξάγεται πληρέστατα, ὅτι μία διαφωνία ἔμεινεν ὑφισταμένη, ἡ τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, κατὰ τὰ λοιπὰ εὗρον ἐγὼ καὶ ἄλλοι τοὺς πλείστους ἐκ τῶν Κυρίων πληρεξουσίων τῶν Ἰονίων συμφώνους, ἐδέχθησαν καὶ τοῦ πολιτικοῦ κώδικος τὸν θάνατον, καὶ μόνον ζητοῦσι δικαίως, ὅπως αἱ ἐκτελέσεις τῶν συναλλαγῶν, αἵτινες συνήφθησαν διὰ τοῦ ὑπάρχοντος ἐκεῖσε νόμου, ἰσχύωσι καὶ εἰς τὸ μέλλον, αἱ δὲ διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας ἰσχύωσιν εἰς τὸ μέλλον, διὰ τὰς συναφθησομένας ἐφεξῆς συναλλαγάς.
§94ΛΟΥΖΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀνόητος ὅπου τὸ εἶπε;
§95ΚΑΛΟΣ. Εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν καὶ ἂν συμπέσῃ ἡ ἐκτέλεσις κατὰ κανόνα γίνεται κατὰ τὸν νέον νόμον, οὐχὶ κατὰ τὸν παλαιὸν, εἶναι ἀνάγκη ὅθεν νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν συναλλαγῶν, αἵτινες συνήφθησαν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν παλαιῶν νόμων, θέλει γίνει ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν καὶ οὐχὶ τῶν νέων.
§96ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§97ΚΑΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη (θόρυβος). Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν τοιαύτη πραγματικῶς ᾖναι ἡ πεποίθησις τῶν πλείστων Ἰονίων καὶ τῶν λοιπῶν, πρὸς τί ἀμφιβάλλομεν καὶ διστάζομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν, ὅπως ἐνταῦθα ἔρχεται; τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐξομοίωσιν καθ’ ὅλα τῆς πρώην Ἑλλάδος μὲ τὴν νέαν; Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ διάκρισις αὕτη εἰς τὴν λοιπὴν νομοθεσίαν τὴν πολιτικὴν, πρέπει μία καὶ μόνη νομοθεσία νὰ ἰσχύῃ· δὲν πρέπει, ὡς ἤτουν τινὲς τῶν τοῦ ΙΓʹ. Κοινοβουλίου Βουλευτῶν τῆς Ἑπτανήσου, ἐνταῦθα μὲν νὰ κυβερνᾷ ὁ Βασιλεὺς Συνταγματικῶς, ἐκεῖ δὲ κατ’ ἰδίαν βούλησιν· καὶ ἂν δὲν ἐπέλθῃ ἕνας νόμος, ὅστις νὰ φέρῃ τὴν ἐξομοίωσιν, θέλει ἐξακολουθεῖ ἐπάπειρον τὸ ἐπάρατον ἐκεῖνο σύστημα τῆς προστασίας, διότι ῥητῶς ἔλεγον καὶ λέγουν οἱ Ἰόνιοι, ὅτι ὑπὸ τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐλευθερία. Λοιπὸν τί θὰ γείνῃ; ἀφοῦ πᾶσα Ἑλληνικὴ νομοθεσία δὲν εἰσάγεται, θὰ ἐξακολουθεῖ κυβερνῶσα τὸν ἴδιον λαὸν κατ’ ἐξαίρεσιν αὐθαίρετος πολιτική. Ἀλλ’ ὁ τελευταῖον ἀγορεύσας ἠθέλησε νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι διὰ τῆς ἀπαιτήσεως τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, δὲν ὠφελεῖται πολὺ ἡ πρώην Ἑλλὰς, βλάπτεται μᾶλλον, διότι μικρὰ εἶναι ἡ προσθήκη ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν· τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς τοιαύτης τοῦ ταμείου ὠφελείας δὲν πρέπει νὰ παραβλέψωμεν τὴν γενικὴν ἀρχὴν τῆς ἴσης διανομῆς τῶν φόρων. Κατὰ τὸ ὑπάρχον ἐκεῖ σύστημα φορολογεῖται ἴσως περισσότερον ἡ Ἑπτάνησος, ἀλλ’ ὄχι ὅλη, καὶ πρέπει νὰ λείψῃ τοιαύτη ἄνισος φορολογία. Καθιερώσατε τὴν ἴσην φορολογίαν, καὶ δι’ αὐτῆς θέλετε ἐξομοιώσει καθ’ ὅλα τοὺς δύω λαούς· ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ ἀποδέχομαι τοῦτο, ἡ τοιαύτη φορολογία τῶν δημητριακῶν καρπῶν δύναται νὰ παραγάγῃ κακὰ ἀποτελέσματα, δεχθῆτε ἕνα ὅρον, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιον, τὸν ὅρον ὅτι ἀναβάλλεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ περὶ δημητριακῶν καρπῶν φορολογικοῦ νόμου μέχρις ὡρισμένου τινὸς χρόνου, καὶ τὸν χρόνον ὁρίσατε μέχρι τῆς λήξεως τῆς πρώτης Βουλευτικῆς Συνόδου· ἂν ἐντὸς αὐτῆς τῆς Συνόδου εἰσαχθῇ νόμος εἴτε παρὰ Βουλευτῶν, εἴτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, κανονίζων τὴν ἴσην διανομὴν τῶν φόρων ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καλῶς· ἄλλως, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κἀμμία ἐξαίρεσις, καὶ πρέπει τότε νὰ ἰσχύῃ ἡ παρ’ ἡμῖν ὑφισταμένη νομοθεσία. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πιστεύω καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ θέλουν συμβιβασθῆ, δὲν παραβλάπτονται οὔτε τὰ δικαιώματα τῶν πρώην Ἑλλήνων οὔτε τῶν Ἰονίων. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν ἑξῆς πρότασιν. «1.) Ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1865 εἰσάγεται καὶ εἰς τὸ πρώην Ἰόνιον Κράτος πᾶσα ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία. 2. Αἱ περὶ ἐκτελέσεως ὅμως διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δὲν ἰσχύουσι διὰ τὰς συναλλαγὰς, αἵτινες συνήφθησαν ὑπὸ τὸ Κράτος τῶν ἐκεῖσε κειμένων νόμων. 3. Ἀναβάλλεται μέχρι τῆς λήξεως τῆς ά. Βουλευτικῆς Συνόδου ἡ ἰσχὺς τοῦ περὶ δημητριακῶν καρπῶν νόμου, ἐκτὸς ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Συνελεύσεως Νόμος, περὶ μεταβολῆς καὶ τῆς ἴσης διανομῆς τῆς φορολογίας ταύτης. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Συνόδου δὲν ψηφισθῆ τοιοῦτος νόμος, θέλουν εἰσαχθῆ τότε καὶ εἰς τὸ πρώην Ἰόνιον Κράτος οἱ περὶ ταύτης Ἑλληνικοὶ Νόμοι.» Βλέπω τινὰς ἀντιλέγοντας εἰς τὸ 2 ἄρθρον· τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον, διότι ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ γενικὸν κανόνα αἱ περὶ ἐκτελέσεως διατάξεις κατισχύουσι τῶν προγενεστέρων (θόρυβος)· καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ τῶν ἰονίων πληρεξουσίων ἰσχυρίζονται, ὅτι οὕτω παραβλάπτονται κεκτημένα δικαιώματα τῶν ὀφειλετῶν, οἱ δὲ δανεισταὶ οὐδόλως παραβλάπτονται, ἐὰν κηρύξωμεν, ὅτι αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δὲν ἰσχύουσι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν προηγηθεισῶν ὑποχρεώσεων, φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον, καὶ ῥητῶς πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν παλαιῶν συναλλαγῶν θέλει ἰσχύει ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὁποίου συνήφθησαν αὗται.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Καλλιγᾶς.
§99ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐρχόμενος νὰ λαλήσω μετὰ τοσούτους εὐγλώττους ῥήτορας, μικρόν τι μέλλω νὰ σταχυολογήσω· καὶ πρὸ πάντων εὑρίσκομαι ἐν ἀπορίᾳ μὴ φωτισθεὶς καὶ παρὰ τῶν πρὸ ἐμοῦ λαλησάντων, ποῖον εἶναι καθαρῶς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν. Γνωρίζετε, ὅτι ἤρχισεν ἤδη συζήτησις, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, καὶ ἐν τῷ μέσῳ, ἢ μᾶλλον πρὸ τῆς ἀρχῆς, παρενέβη ἄλλη συζήτησις περὶ τῆς τάξεως, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὴ εἶναι σήμερον ἡ ἐκκρεμής.
§100ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§101ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὡμίλησαν περὶ πάντων.
§102ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Περὶ ἀφομοιώσεως εἶναι ἡ συζήτησις, οὐχὶ περὶ τάξεως (θόρυβος).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα τὸ κύριον τῆς συζητήσεως εἶναι, ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος περὶ ἀφομοιώσεως, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ διάφοροι προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀφομοιώσεως, ἢ ἂν πρέπῃ ἡ Συνέλευσις νὰ περιορίσῃ τὴν συζήτησίν της καὶ ἐπιψηφίσῃ τὴν μοναδικὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ Κ. Κωνσταντᾶς καὶ ἄλλοι. Μετὰ τὴν συζήτησιν ὅμως ἐῤῥέθη, ὅτι πρὸς φωτισμὸν τῆς Συνελεύσεως, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐννοήσῃ ποίαν ἐκ τῶν δύω προτάσεων πρέπει νὰ παραδεχθῇ, ἐκείνην, ἥτις λέγει, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν μόνης τῆς προτάσεως τοῦ Κωσταντᾶ, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τὴν λέγουσαν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον ἡ πρότασις τοῦ Κωνσταντᾶ, ἀλλὰ καὶ αἱ ἄλλαι τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ καὶ ἄλλων πληρεξουσίων, πρέπει νὰ γείνῃ μία εὐρεῖα συζήτησις, ὅπως ἡ Συνέλευσις, ἐπαναλαμβάνω, φωτισθῇ.
§104ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἐλησμονήσατε, Κύριε Πρόεδρε, τὶ εἶπε χθὲς ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ᾖναι εὐρεῖα, ἵνα φωτισθῇ ἡ Συνέλευσις, ἐπαναλαμβάνω.
§106ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Εἴμεθα εἰς τὴν οὐσίαν.
§107ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἐπιδιώκετε τὴν ἀναβολήν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει κἀνεὶς συμφέρον (θόρυβος). Ἐννοεῖτε καλῶς, ὅτι, ἐὰν ἡ Συνέλευσις παραδεχθῇ τὴν γνώμην σας, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρῶτον ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κωσταντᾶ, τότε ἡ συζήτησις ἂν γίνῃ κατόπιν θὰ ᾖναι μηδέν· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ εἶναι 16 προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι σχετικαὶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Κωσταντᾶ, δὲν ἠμπορεῖτε ποτὲ, χωρὶς νὰ γίνῃ μήτε συγχώνευσις μήτε ἀνάλυσις τῶν διαφόρων ζητημάτων, νὰ προβῆτε εἰς τὴν λύσιν ὁριστικῶς τοῦ ζητήματος.
§109ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ ἡ Συνέλευσις νὰ κάμῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχουν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα.
§111ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ κανονίσω τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως, οὔτε σκοπὸν ἔχω προοιμιάζων καὶ ἐξηγῶν τὴν πορείαν τῆς Συνελεύσεως, τὴν ὁποίαν ἴσως τινὲς ἐλησμόνησαν, διότι ἐπανελήφθησαν πολλαὶ συνεδριάσεις, νὰ μεταβάλλω τὸ θέμα τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ παρακολουθήσω καὶ ἐγὼ πάντας ὅσοι ὡμίλησαν ἐν γένει περὶ τοῦ πράγματος, ὁμιλῶν καὶ ἐγὼ, ὡς ἐκεῖνοι, εὐρύτατα. Δὲν ἀποφεύγω νὰ πραγματευθῶ καὶ ἐγὼ περὶ τῆς οὐσίας αὐτῆς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ τάξις τῆς συζητήσεως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅτι ἐξ ἐκείνου τοῦ σημείου ὡρμήθημεν, καὶ κατείδομεν ὅλοι, ὅτι ἦτον ἀδύνατον νὰ φέρωμεν λύσιν τινὰ, ἐὰν δὲν προχωρήσωμεν εἰς τὸ νὰ κατερευνήσωμεν τὸ ζήτημα κατὰ βάθος. Πρόωρα λοιπὸν ἀνησυχάσατε νομίζοντες, ὅτι θέλω ν’ ἀποφύγω τὴν σπουδαίαν συζήτησιν, ἢ ὅτι θέλω νὰ φυγομαχήσω, οὕτως εἰπεῖν, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἀνέφερα τὸ ζήτημα τῆς τάξεως. Θέλω ὅμως νὰ μεταχειρισθῶ καὶ τοῦτο ὡς τεκμήριον, ὅτι ἐζητήσατε νὰ περιορισθῇ ἡ Συνέλευσις εἰς μίαν μοναδικὴν πρότασιν, ἥτις εἶναι τόσον στενὴ καθ’ ἑαυτὴν, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἐπιθυμίας τῆς Συνελεύσεως καὶ τὰς εὐχὰς καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ· ἐὰν δὲ λαμβάνω τὸν λόγον διὰ νὰ καταδείξω διαφωνίαν τινὰ, τὸν λαμβάνω κυρίως διὰ νὰ καταδείξω τὸ σφάλμα τοιαύτης προτάσεως, καὶ ὅτι ὑπάρχει παράλογος, μοναδικὴ, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὰ χρονικὰ τοῦ Κόσμου. Συζητοῦμεν περὶ ἀφομοιώσεως καὶ φαίνεται τάχα ὅτι οἱ μὲν θέλουν τὴν ἀφομοίωσιν, οἱ δὲ τὴν ἀπωθοῦν, ἐν ᾧ ὁ τρόπος καθ’ ὃν συζητοῦμεν εἶναι παραίτιος μεγάλων μεταξὺ ἡμῶν διχονοιῶν καὶ διαφωνιῶν καὶ ἐξεγείρονται πάντες, ὄχι ἐξ ἄλλης αἰτίας, παρὰ διότι δὲν φθάνομεν εἰς μίαν συνεννόησιν καὶ ἐξακολουθοῦμεν ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας συνεδριάσεις νὰ νομίζωμεν, ὅτι ὑπάρχουν τινὲς, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν τὴν ἀφομοίωσιν· ἐγὼ δὲν ἤκουσα ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐλάλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἕνα τοὐλάχιστον νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν παραδέχεται τὴν ἀρχὴν τῆς ἀφομοιώσεως. Ἤκουσα ὅμως πολλοὺς διαφωνοῦντες περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀφομοιώσεως, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν εἶδα τοὐλάχιστον δύο ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐλάλησαν, νὰ συμφωνήσουν πρὸς ἀλλήλους περὶ τοῦ τρόπου τούτου. Ἠκούσατε τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κωσταντᾶ· ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἤκουσα παρὰ τίνος ἀνεπτύχθη. Πλησιάζει πολὺ πρὸς αὐτὴν ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Μεσσολογγίου, ἀλλὰ διαφέρει κατά τι ἡ πρότασις τῶν ΚΚ. Καλοῦ, Παλαμήδου, Ζέρβα, Καλλιγᾶ· ὅλαι βλέπετε αὗται αἱ προτάσεις ἀντίκεινται πρὸς ἀλλήλας. Δὲν ἐννόησα λοιπὸν καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, πῶς λέγουν ὅτι ὑπάρχουν δύω ἀντίθετοι γνῶμαι ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, ἐνῷ ὑπάρχουν πολλαί. Ἴσως ὑπάρχουν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως δύω ἀντίθετοι μερίδες, ἀλλ’ ὄχι καὶ δύω γνῶμαι· οὐδεμία αὐτῶν τῶν μερίδων ὑποστηρίζει μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην ἀποκλειστικῶς, ἀλλ’ ἑκάστη μερὶς προτάσσει πολλάς. Πόθεν, Κύριοι, προῆλθον αὗται αἱ πολλαὶ προτάσεις; διότι ὑπάρχουσι τινὲς, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀφομοιώσεως δύναται νὰ τελεσθῇ διὰ μιᾶς λέξεως, καὶ ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀφομοιώσεως δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ ἡ ἐπιψήφισις μίας καὶ μόνης φράσεως καὶ αὐτὴ ἡ φράσις δύναται νὰ μεταβάλῃ διὰ μιᾶς τὰ πάντα. Ὅταν ἔρχωνται ὅμως νὰ δείξουν ὅτι δυσκολίαι δὲν ὑπάρχουν, τότε αἱ δυσκολίαι ἀναφαίνονται, καὶ τότε δυσανασχετοῦμεν κατὰ τῶν δυσκολιῶν, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ καταγίνωμεν νὰ ἐξομαλύνωμεν τὰς δυσκολίας παροργιζόμεθα κατὰ τῶν καταδεικνυόντων αὐτὰς καὶ ἐκφραζόμεθα βαρέως κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τολμοῦν νὰ φέρουν παρατηρήσεις περὶ αὐτῶν. Ἐγὼ διὰ μίαν στιγμὴν ὑποθέτω, ὅτι διὰ μιᾶς φράσεως ἀποφασίζει τῷ ὄντι ἡ Συνέλευσις νὰ παραδεχθῇ τὴν φορολογίαν, νὰ παραδεχθῇ τὴν ἐφαρμογὴν ἁπάσης τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας, καὶ ἤθελον ἐρωτήσει ἐκείνους τοὺς νομικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν πρὸ ἐμοῦ, πῶς θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁ δεῖνα, ἢ ὁ δεῖνα νόμος, πῶς θέλει ἐφαρμοσθῆ τὸ ἁπλούστερον πάντων λόγου χάριν, ὁ νόμος περὶ ὑποθηκῶν; Ὁ ἡμέτερος νόμος περὶ ὑποθηκῶν, ὅταν εἰσήχθη εἰς ἐνέργειαν, ἂν ῥίψετε βλέμμα, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἔλαβεν ἀνάγκην τριῶν προπαρασκευαστικῶν νομοθετημάτων, δι’ ὧν ἐκανονίσθη ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς. Ποῖον νόμον θέλετε νὰ λάβω ὡς παράδειγμα; Εἶναι δυνατὸν ὁποιοσδήποτε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν ἀκαρεῖ, hic et nunc, ὡς διὰ τηλεβόλου, διὰ τῆς αὐτῆς ταχύτητος, δι’ ἧς ῥίπτεται ἡ σφαῖρα; Τί λέγομεν λοιπὸν, ὅσοι ἐπεφέραμεν παρατηρήσεις, ὅσοι ἤλθομεν μίαν στιγμὴν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἀφομοίωσις πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὅρους; Λέγομεν, ἀνοίξατε τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἰδέτε τὰ πραγματικὰ προσκόμματα, συμβουλευθῆτε ἐν συνειδήσει περὶ αὐτῶν τῶν προσκομμάτων, ὁμιλήσατε εἰλικρινῶς, πῶς αὐτὰ τὰ προσκόμματα ὑπερνικῶνται· ὑπερνικῶνται διὰ τῆς περιφρονήσεως, ὑπερνικῶνται διὰ τῆς ἀγνοίας, ὑπερνικῶνται διὰ τῆς ἀδιαφορίας; ὄχι, Κύριοι, δὲν ὑπερνικῶνται τοιουτοτρόπως ἐν ταῖς ἐλευθέραις κοινωνίαις, διότι πιστεύω ὅτι δὲν θέλετε, οὔτε ἀνέχεσθε νὰ δώσητε οὔτε κόκκον ὀλιγώτερον ἐλευθερίας, ἢ ὅσον ἡμεῖς ἀπολαμβάνομεν, εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ἀνέχεσθε, λέγω, ὥστε νὰ μὴ τηρηθοῦν ἐκεῖναι αἱ σοφαὶ διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων προπαρασκευάζεται ἡ εἰσαγωγὴ τῶν νόμων; Ὅσαι λοιπὸν τροπολογίαι ὑπάρχουν ἐδῶ, τί ἄλλον σκοπὸν ἔχουν, παρὰ αὐτόν; Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀνεπτύχθη σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως μοναδικόν· καὶ χρεωστῶ χάριν, πιστεύω δὲ ὅτι χρεωστεῖ καὶ ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις, εἰς τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ἐξήγαγε τὴν συζήτησιν ἐξ αὐτοῦ τοῦ διαπληκτισμοῦ τῶν παθῶν, καὶ ἔφερεν αὐτὴν εἰς λογικὴν ἀνάλυσιν τῶν πραγμάτων διατυπώσας ἐπιχειρήματα ὅπως καταδείξῃ διὰ συλλογισμῶν πῶς ἐννοεῖ τὸ ζήτημα, εἴτε κατὰ τὴν γενικὴν αὐτοῦ ἔννοιαν, εἴτε κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του· ἀλλὰ παραδεχόμενος τὸν εὔσχημον καὶ εὐγενῆ τρόπον τῆς συζητήσεως τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Μεσολογγίου, ἐλπίζω ὅτι θέλει μοὶ ἐπιτρέψει νὰ φέρω καὶ ἐγὼ ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ καταδείξω, ὅτι ἡ κυρία βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζετο, καὶ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη, εἶναι ἐναντίον τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε ν’ ἀναπτύξῃ. Ὡρμήθη πρὸ πάντων ἐκ τούτου, ὅτι ἡ ἀφομοίωσις δὲν ὑπάρχει, ὅτι ἤδη ἐψηφίσθη ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐν τῇ ΙΓʹ. Ἰονίῳ Βουλῇ, καὶ ἂν σήμερον ὑπάρχῃ ζήτημα ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, ἀλλὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Προστρέξας εἰς τὸ κείμενον, ἐνόμισεν ὅτι μέχρι ἐκείνης τῆς στιγμῆς αὐτὸ τὸ μέρος τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἰονίου Βουλῆς οὐδεὶς εἶχεν ἐννοήσει· καὶ μάλιστα ἀπορῶν πῶς εἶχε διαφύγει ἡ ἔννοια αὐτοῦ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐψήφισαν, ἔκρινε δέον νὰ ὑποστοῦν τὴν μομφὴν ὅτι εἶναι σήμερον ἀνακόλουθοι, καὶ ὅτι ὑποπίπτουν εἰς ἐκεῖνο τὸ σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ὑποπίπτουν ὅσοι λησμονοῦν ὅ,τι ἔπραξαν, τοῦτ’ ἔστιν ἐλαυνόμενοι ὑπὸ συμφερόντων ὑποστηρίζουν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ἀφομοίωσις δὲν ὑπάρχει, ὅτι παρ’ αὐτῶν δὲν ἐψηφίσθη. Πόθεν, Κύριοι, ἐξάγει ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μεσολογγίου ὅτι ἐν τῇ Ἰονίῳ Βουλῇ ἐψηφίσθη ἡ ἀφομοίωσις τῶν Νόμων ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ Συντάγματος; Τὸ ἐξάγει, Κύριοι, ἐκ τῶν λέξεων περὶ τῆς ἐξουσίας τῆς διδομένης εἰς τὸν ἡγεμόνα. «Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ἐξουσιοδοτεῖται νὰ ἐξασκῇ ἐπὶ τῶν Ἰονίων Νήσων καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτῶν, πάντα τὰ δικαιώματα τῆς κυριαρχίας ὅσα καὶ οἷα καὶ ὡς θέλει ἐξασκεῖ αὐτὰ καὶ ἐν τῷ λοιπῷ βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος» Ὅταν προσδιορίζεται ἡ ἐξουσία τοῦ ἡγεμόνος, ἐρωτῶ, δι’ αὐτοῦ τί προσδιορίζεται; Τί κοινὸν πρὸς τὸν πολιτικὸν κώδηκα καὶ πρὸς τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἡγεμόνος; ἔχει τίποτε κοινόν; Τί κοινὸν πρὸς τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἡγεμόνος; Τί κοινὸν πρὸς τὴν Πολιτικὴν δικονομίαν; Τί κοινὸν πρὸς τοὺς Δημοτικοὺς Νόμους; Οὐδέν.
§112ΤΙΝΕΣ. Παρακάτω.
§113ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔρχομαι καὶ παρακάτω. Ἐννόησαν βεβαίως, ὅσοι μοὶ λέγουν παρακάτω, ὅτι ἐξ αὐτοῦ τοῦ μέρους δὲν ἐξάγεται τοῦτο. Λοιπὸν εὐχαριστῶ πολὺ, διότι μὲ ἀπαλλάττουν νὰ ὁμιλήσω πλέον περὶ τούτου, καὶ ἑπομένως προβαίνω καὶ ἐγὼ, συμφώνως μὲ τὴν ἐπιθυμίαν των, παρακάτω (γέλωτες). «Αἱ λοιπαὶ τοῦ Κράτους ἀρχαὶ» ἐδῶ εἶναι τὸ παρακάτω (γέλωτες). «Ἅπασαι αἱ λοιπαὶ τοῦ Κράτους ἀρχαὶ διατηροῦνται ἐνεργοῦσαι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Ἰωνίων νόμων, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκείων ὑπουργῶν τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος.» Ἰδοὺ τὸ παρακάτω, τὶ εἶναι; ὅτι ἅπασαι αἱ ἀρχαὶ διαμένουν ἐνεργοῦσαι ὑπὸ τὸ Κράτος τῶν Ἰονίων Νόμων. Ἀφοῦ πρῶτον ἐκανονίσθησαν τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας τοῦ ἡγεμόνος, δεύτερον ἐκανονίσθησαν τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας τῶν Ἀρχῶν, τί κοινόν;
§114ΤΙΝΕΣ. Παρακάτω.
§115ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Παρακάτω δὲν ὑπάρχει ἄλλο (γέλωτες).
§116ΤΙΝΕΣ. Παρακάτω.
§117ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τώρα θὰ τὸ ἀναγνώσω ὁλόκληρον «Ἅμα, ἡ Βρετανικὴ προστασία παύσῃ νομίμως, καὶ μέχρι,» Τοῦτο εἶναι παραπάνω (γέλως) «καὶ μέχρι τῆς παρεμβάσει καὶ τῶν Ἰονίων πληρεξουσίων ἐγκαθιδρύσεως νέου Συντάγματος τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ἐξουσιοδοτεῖται νὰ ἐξασκεῖ ἐπὶ τῶν Ἰονίων Νήσων καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτῶν πάντα τὰ δικαιώματα τῆς κυριαρχίας ὅσα, οἷα καὶ ὡς θέλει ἐξασκεῖ αὐτὰ καὶ ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος.» Αὐτὸ τοῦτο σᾶς ἀνέγνωσα.
§118ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ μέχρι.
§119ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ μέχρι. Δὲν λέγει τίποτε περὶ τῶν νόμων, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Ἡγεμόνος βλέπετε, Κύριοι, ὅτι καὶ παρακάτω κατέβην, καὶ παραπάνω ἀνέβην καὶ ὅλον τὸ ἀνέγνωσα, καὶ τὶ εὑρήκαμεν; εὑρήκαμεν δύω πράγματα· καὶ ἠμπορεῖτε νὰ ζητῆτε πολὺν καιρὸν ἐντὸς αὐτῶν τῶν λέξεων, καὶ τίποτε περισσότερον δὲν θὰ εὕρητε, παρὰ δύω πράγματα. Ὅτι ἡ Ἰόνιος Βουλὴ, ψηφίζουσα τὴν ἕνωσιν, προβλέπει μέχρι τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ Συντάγματος ὁποία μέλλει νὰ ᾖναι ἡ ἐξουσία τοῦ νέου κυριάρχου, μετὰ τὴν παῦσιν τῆς προστασίας, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσητε ὅτι ἡ Ἰόνιος Βουλὴ εἶχε σκοπὸν νὰ ψηφίσῃ ἄλλο τι, παρὰ τοῦτο. Τὶ ἄλλο νὰ ψηφίσῃ ὅτε ἀπεσύρετο ἡ προστασία, μεταβαλλομένης τῆς κυριαρχίας, πλὴν περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἡ νέα κυριαρχία μέλλει νὰ ἐξασκῆται; Τὸ νὰ λέγητε, ὅτι ἐκ τοῦ οἷα καὶ ὅσα ἐξάγεται ὅλη ἡ νομοθεσία, εἶναι ὅλον τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ μοὶ λέγετε, ὅτι ἀρκεῖ νὰ εἴπῃ τις, ποῖος εἶναι ὁ ἡγεμὼν, καὶ ἀμέσως ἐξεύρομεν ἐκ τούτου ποῖα εἶναι ἡ νομοθεσία.
§120ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Λέγει μέχρι τῆς ἐγκαθιδρύσεως.
§121ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λέγει, ὅτι μέχρι τῆς ἐγκαθιδρύσεως ὁ Βασιλεὺς θέλει ἐξασκεῖ τόσην ἐξουσίαν, περὶ νόμου δὲν λέγει λέξιν (θόρυβος ἀριστερά.) Ὅταν ἔρχεταί τις ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ στηρίξῃ γνώμην, χάριν τῆς ὁποίας ἐπικαλεῖται ἐπιχείρημα ὡς θεμέλιον ὅλου τοῦ συστήματός του, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὅσοι συμμερίζονται αὐτὴν τὴν γνώμην πρέπει νὰ ἔχουν τὴν ἀνοχὴν νὰ ἀκούσουν, ἐὰν αὐτὸ τὸ θεμέλιον εἶναι στερεὸν, διότι, ἐὰν ἀφαιρέσητε αὐτὸ τὸ θεμέλιον, δὲν μένει ἄλλο παρὰ τὸ νομικὸν οἰκοδόμημα τὸ ὁποῖον ἠγέρθη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θεμελίου· ἐὰν σᾶς τέρπῃ μόνον τὸ νομικὸν οἰκοδόμημα ἄνευ τοῦ θεμελίου, τότε μάλιστα, εἶναι περιτταὶ αἱ παρατηρήσεις. Ἀλλ’ ἄλλος ἐδῶ διακόπτων μὲ λέγει ὅτι δὲν συμβιβάζονται οἱ νόμοι τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὸ σύνταγμα, προσθέτων νέας ἀντιῤῥήσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἀπήντησα ἀκόμη, ἐπιφυλάττομαι ὅμως ν’ ἀπαντήσω κατόπιν. Τώρα ἐξετάζω τὴν προβληθεῖσαν γνώμην περὶ τῆς Ἰονίου νομοθεσίας ὅτι ἀπεφασίσθη ἤδη ἡ κατάργησις αὐτῆς ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐγκαθιδρύεται τὸ σύνταγμα. Τὸ ζήτημα εἶναι λοιπὸν ἂν πρόκειται ν’ ἀναστείλωμεν τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν ἀνωτέρων νόμων. Ποῦ ἐθεμελιώθη ἡ γνώμη αὕτη; Ἐπὶ τῶν ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Ἰονίου Βουλῆς· ἐπὶ ῥητοῦ δῆθεν νόμου. Καὶ ἐγὼ κατέγινα πολλάκις εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων καὶ δὲν εἶμαι ἐντελῶς ἄπειρος τοιούτων πραγμάτων.
§122ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Μὲ σοφίσματα.
§123ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Γνωρίζω ὅτι δὲν ἀπολαμβάνω τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κ. Γλαράκη.
§124ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα, εἶσθε καὶ διδάσκαλός μου.
§125ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε!
§126ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πάντοτε ἐπιθυμῶ νὰ φωτίζω τὴν συνείδησίν μου καὶ ἐπιθυμῶ εἰλικρινῶς νὰ ἐρευνῶ τὰ πράγματα καὶ τῶν ἄλλων τὰς γνώμας ἂν ἀντέχουν εἰς τὴν λογικήν· ἐὰν τὸ νὰ ἐξετάζῃ τις ξένην γνώμην θίγων αὐτὴν ὑπὸ τὴν βάσανον τῆς λογικῆς θεωρήσητε ὡς σοφιστίαν, μάλιστα δέχομαι νὰ μὲ λέγετε σοφιστήν, καὶ τὸ θεωρῶ καύχημά μου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθές, οὔτε μία λέξις, οὔτε μία φράσις ἐνυπάρχει ἐν αὐτῷ τῷ ψηφίσματι, ἡ ὁποία νὰ μαρτυρῇ ὅτι ἡ Ἰόνιος Βουλὴ κατήργησε τὴν νομοθεσίαν καὶ τὴν κατήργησε καθ’ ὡρισμένον χρόνον, ἀπὸ τῆς ἐνιδρύσεως τοῦ συντάγματος. Ἡ Ἰόνιος Βουλὴ προέβλεψε μόνον νὰ ὁρίσῃ ποία εἶναι ἡ ἐξουσία τοῦ Ἡγεμόνος μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θέλει κανονισθῇ διὰ τοῦ συντάγματος, προέβλεψε δὲ συγχρόνως καὶ περὶ τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν θέλουν ἐξασκεῖ αἱ ἀρχαὶ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν τὸ σύνταγμα θέλει ἐγκαθιδρυθῇ. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος Μεσολογγίου, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν αὐτὸ ἐν τῇ Ἰονίῳ Βουλῇ, εἶναι σήμερον ἀνακόλουθοι, παρὰ τίνος; παρὰ τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ὡς πρόεδρος τῆς ἐθνοσυνελεύσεως τὴν αὐτὴν ἀπέδωκεν ἔννοιαν εἰς τὸ ψήφισμα αὐτό. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς καταδείξω, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μεσολογγίου εἶχε πρὸ πολλοῦ, δὲν εἶναι ὁμοία μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὅταν συνέστη, Κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀφομοιώσεως, ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη καὶ ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, πολὺ πιστὸς εἰς τὸ καθῆκόν του, πολὺ ἀκριβὴς εἰς τὸ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως, διέγραψε τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ἔργα. Ἀνέθεσε λοιπὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐντολὴν τῆς Συνελεύσεως καὶ συνώδευσε διά τινων ἐξηγήσεων τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ μὴ τυχὸν παρεκκλίνῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ἢ νὰ μὴ ἀποπλανηθῇ. Τί λέγει λοιπὸν εἰς ἐκείνην τὴν περίστασιν; Ἰδοὺ, Κύριοι, τί λέγει· «αἱ εἰρημέναι ἐπιτροπαὶ θέλουσι σκεφθῇ περὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ παρὰ τῆς Συνελεύσεως ἀνατεθεῖσα αὐταῖς ἐντολὴ περὶ τῆς δυνατῆς ἀφομοιώσεως τῆς νομοθεσίας.» Περὶ τῆς δυνατῆς. Εἶχε λοιπὸν τότε ὁ Κ. Πρόεδρος ἀμφιβολίας, ἐὰν ἡ ἀφομοίωσις αὕτη εἶναι ἐφικτὴ ἢ δὲν εἶναι, καὶ δὲν ἐθεώρει, ὅτι ἐδικάσθη τὸ ζήτημα ὑπὸ τῆς Ἰονίου Βουλῆς. «Ἑκάστη δὲ τῶν ἐπιτροπῶν θέλει ἐξετάσει ἰδίως τὰ ἑξῆς ζητήματα ὡς πρὸς τὸν κλάδον, περὶ οὗ θέλει γνωμοδοτήσει· ἤτοι. Εἶναι ἀνάγκη ἀμέσου μεταῤῥυθμίσεως καὶ διατί; Δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ μεταῤῥυθμίσεων ὁ οἰκεῖος ἑλληνικὸς νόμος, ἢ πρέπει καὶ οὗτος νὰ μεταῤῥυθμισθῇ καὶ κατὰ τί; Τίνι τρόπῳ θέλει συμβιβασθῇ, μεχρισοῦ ἐπέλθῃ ἐντελὴς ἀφομοίωσις, ἡ διαφορὰ τῆς νομοθεσίας τῶν δύω τόπων; Τίνες τῶν μὴ μεταῤῥυθμιστέων νόμων τῆς Ἑπτανήσου δύνανται καὶ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα;» Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, ποῖος εἶναι ἀνακόλουθος; εἶναι ἀνακόλουθοι οἱ βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὥρισαν τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἡγεμόνος καὶ τὸν κύκλον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ἐνεργοῦν αἱ ἀρχαὶ, ἢ εἶναι ἀνακόλουθος ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ὡς πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως καθωδήγει τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, καὶ ὡς πρόεδρος ἀνήγγειλεν εἰς αὐτὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφομοίωσις, δὲν εἶναι δεδικασμένη ἡ ἀφομοίωσις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν εἶναι ἐφικτὴ, ὄχι μόνον ἐν γένει, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἕκαστον κλάδον ἰδίως, καὶ ἂν καθ’ ἕκαστον κλάδον δύναται νὰ εἰσαχθῇ ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία καὶ μέχρι τίνος δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο;
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κ. Καλλιγᾶ, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω;
§128ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα!
§129ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι προσκλητήριον ἰδικόν μου, τοῦ Προέδρου, δὲν φέρει τὴν ὑπογραφήν μου κἂν, εἶναι μία σημείωσις, τὴν ὁποίαν, ὅτε συνεστήσατε τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ αὐτὴ συνῆλθεν ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου, τότε ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἶχεν ὡρισμένον θέμα, τὸ παρὰ τοῦ Κ. Βελιανίτου προταθέν. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βελιανίτου ἦτο τοιαύτη, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρόκειτο νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βελιανίτου.
§130ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δηλ. ἡ Συνέλευσις δὲν ἔλυσε κανὲν ζήτημα, ἀλλ’ εἶπε· συνιστῶ ἐπιτροπὴν νὰ ἐπεξεργασθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βελιανίτου, ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βελιανίτου δὲν παραδέχεται τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἐκλήθη ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῆς, τότε ἐγὼ δὲν ἔκαμον καμμίαν πρότασιν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ κάμω· ὁ Πρόεδρος δὲν εἶναι ὁδηγὸς τῶν ἐπιτροπῶν ποτὲ, ὁδηγὸς τῶν ἐπιτροπῶν εἶνε τὸ σύστημα τὸ παραπεμφθὲν παρὰ τῆς Συνελεύσεως· δεύτερον δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ πιστεύσητε, ὅτι τόσοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι συνεκρότουν αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι αὐτοὶ ἤθελον δεχθῆ παρ’ ἐμοῦ νὰ τοῖς θέσω τὰ ζητήματα. Ὄχι· συνεζήτησεν ἡ ἐπιτροπή· ὁ ἕνας εἶπε τὴν μίαν γνώμην, ὁ ἄλλος εἶπε τὴν ἄλλην· λοιπὸν ἂς συνταχθοῦν τὰ ζητήματα, εἶπον, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται εἰς αὐτὸν τὸν κύκλον καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ σκεφθῶμεν· διηρημένου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατὰ τὰς γνώμας τὰς προταθείσας ἐγράφησαν, δὲν εἶνε ἔγγραφον ἰδικόν μου, τὸ ὁποῖον ἔκαμον αὐθαιρέτως εἰς τὴν οἰκίαν μου ὡς πρόεδρος, κανὲν δικαίωμα δὲν ἔχει ὁ πρόεδρος ἐπὶ τῶν ἐπιτροπῶν· διευθύνει τὴν συνεδρίασιν, δίδει τὸν λόγον, δὲν ἔχει ὅμως κανὲν δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἐπιτροπῶν.
§132ΤΙΝΕΣ. Ἔτσι εἶναι.
§133ΜΑΡΙΝΟΣ. Ὑμεῖς τὸ συνετάξατε· ἤμην παρὼν, ὅτε τὸ ἐγράφετε.
§134ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, εἶμαι πολὺ μακρὰν......
§135ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἡ ἰδέα μάλιστα τῆς διακρίσεως εἰς τμήματα ἦτον ἰδέα τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη. Εἶπεν ὅπως διευκολυνθῇ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς... (θόρυβος ἀριστερά).
§136ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶμαι μακρὰν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ νὰ θέλω κἂν πόῤῥωθεν νὰ ἐπικρίνω, ἢ καὶ νὰ μεμφθῶ ὅ,τι ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μεσολογγίου ἔπραξε, πρόεδρος τότε ὢν τῆς Συνελεύσεως, οὔτε τὸ ἀνέφερον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον· εὗρον ἔντυπον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, περιέχει τὴν ἐργασίαν, τὴν κατατομὴν τῆς ἐργασίας εἰς ἕκαστον τμῆμα, μοὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ πιστεύω, ὅτι τοιοῦτον ἔγγραφον ἤθελε τυπωθῆ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ προέδρου.
§137ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ τὸ κάμνετε θέμα. Τὸ ἐκάμαμεν ἡμεῖς, δὲν τὸ ἔκαμεν ὁ πρόεδρος.
§138ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὄχι, μόνος του τὸ ἔκαμε, τὸν προκαλῶ. (θόρυβος).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀδιάφορον αὐτὸ· ἡσυχία, Κύριοι.
§140ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν ἄλλοι μᾶς λέγουν ἀνακολούθους, ὅταν οὐδεμία ὕβρις, δυναμένη νὰ λεχθῇ, δὲν ἔλειψε, σᾶς ἐρωτῶ, δὲν μᾶς ἐπιτρέπετε νὰ ἐρωτήσωμεν καὶ ἡμεῖς, νὰ ἐξετάσωμεν, τί πράττουν οἱ ἄλλοι; Ἡμεῖς δὲν ἐρχόμεθα νὰ μεμφθῶμεν τινά· ἐρχόμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν τοῦτο· ὁ Κ. πληρεξούσιος Μεσολογγίου ἦτο πρόεδρος· ἐν ἀγνοίᾳ του ἐτυπώθη τὸ πρόγραμμα τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ ἐν γνώσει; Αὐτὸ ἐρωτῶ, καὶ μοὶ φθάνει τοῦτο, μοὶ φθάνει, ὅτι ἔγεινεν ἐν γνώσει, μοὶ φθάνει νὰ καταδείξω, ὅτι ἐν τῇ Συνελεύσει ὑπῆρχεν ὡρισμένη ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐδίστασεν, ὅτι ἔμελλε νὰ γίνῃ ἀφομοίωσις· ἕκαστος ὅμως ἐσκέπτετο κατὰ ποῖον τρόπον ἐπρόκειτο, ἢ ἠδύνατο νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἀφομοίωσις, καὶ ἕκαστος ἤθελε νὰ συντρέξῃ τὸ καθ’ ἑαυτὸν εἰς τὸ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἀφομοίωσις ὅσον ἔνεστι πλήρης καὶ τελεία· καὶ μετὰ ταῦτα ἐπῆλθεν ἡ νέα ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναφαίνεται νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον λέγει· ἢ γίνεται ἡ ἀφομοίωσις διὰ μιᾶς καὶ μόνης λέξεως, ἢ ἀπόδειξις ὑπάρχει, ὅτι δὲν θέλετε τὴν ἀφομοίωσιν· ἢ γίνεται ἡ ἀφομοίωσις διὰ μιᾶς καὶ μόνης φράσεως, ἢ δὲν θέλετε τὴν ἀφομοίωσιν.
§141ΤΙΝΕΣ. (Ἀριστερόθεν). Ναί.
§142ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ τὸ σύστημα ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ καταδείξω εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ ἂς τὸ κρίνῃ ἡ Συνέλευσις, δὲν θέλω νὰ τὸ κρίνω ἐγὼ, καὶ ἂς μὴ δυσανασχετοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔφερον αὐτὸ τὸ σύστημα, ὅταν ἀκούουν αὐτὸ προφερόμενον· μοὶ ἀρκεῖ νὰ ὑποφέρητε, νὰ τὸ ἀκούσητε. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφίνω πλέον ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα στηρίζονται εἰς ἑρμηνείαν πεπλανημένην, τὰ ὁποῖα εἰσάγουν εἰς τόσον σαφὲς καὶ τόσον βραχύλογον κείμενον ἔννοιαν, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει, καὶ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα κατ’ οὐσίαν, ὅπως τὸ ἐξέτασε καὶ ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μεσολογγίου. Εἶναι ἀδύνατον, λέγει, νὰ εἰσαχθῇ μικρὸν κατὰ μικρὸν νομοθεσία. Καὶ ποῖος εἶπε νὰ εἰσάξῃ νομοθεσίαν μικρὸν κατὰ μικρόν; Ἠκούσατε τροπολογίαν τοιαύτην; Πῶς ἐνόησε τὸ μικρὸν κατὰ μικρὸν τῆς εἰσαγωγῆς τῆς νομοθεσίας; Ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς τὸ ἐξήγησε· ἐπειδὴ λέγετε, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ τὸ εἰσάξω, ἀκούσατε πῶς τὸ ἐξήγησεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μεσολογγίου. Πῶς εἶπε, δύνασθε, νὰ εἰσάξητε ἓν μέρος τῆς πολιτικῆς δικονομίας καὶ νὰ μὴ εἰσάξητε τὸ ἄλλο; Αὐτὸ εἶναι τὸ μικρὸν κατὰ μικρόν. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσάξητε τὸ πρῶτον, τὸ δεύτερον βιβλίον, καὶ νὰ μὴ εἰσάξητε τὸ ὅλον; ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν κατέκρινε τοὺς ἀντιφρονοῦντας, διότι, ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι μικρὸν κατὰ μικρὸν εἶναι νὰ εἰσάξῃ τις πρῶτον τὴν πολιτικὴν δικονομίαν, δεύτερον τὴν ποινικὴν, δὲν εὕρισκε πλέον ἀντίφασιν. Ἠθέλησεν ὅμως νὰ εὕρῃ ἀντίφασιν ἐν τοῖς πράγμασι, καὶ δὲν κατώρθωσεν ἄλλως πως, εἰμὴ λέγων, ὅτι οὕτω μικρὸν κατὰ μικρὸν ζητεῖτε νὰ εἰσαχθῇ ἡ νομοθεσία; εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ μόνον τὸ περὶ ἁρμοδιότητος καὶ ὄχι τὸ περὶ τῶν ἐνδίκων μέσων; τότε μόνον ὑπάρχει ἀντίφασις, οὐχὶ ὅταν λέγετε, σήμερον εἰσάγω τὸν ποινικὸν νόμον, αὔριον τὴν πολιτικὴν δικονομίαν, τότε δὲν εἶναι ἀντίφασις. Λοιπὸν ἢ δὲν ηὕρατε καμμίαν ἀντίφασιν καὶ τότε σᾶς εὐχαριστῶ, ἢ ἐὰν ηὕρατε τοιαύτην, ἐλάβετε αὐτὴν ἐκ τοῦ τρόπου τοῦ πεπλανημένου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνομίσατε ὅτι ὑπάρχει τις προτείνων τὴν εἰσαγωγὴν τῆς νομοθεσίας. Κατασκευάζετε ἐπίτηδες ἐσφαλμένην ἰδέαν διὰ νὰ τὴν κολαφίσητε, ἀλλ’ ἐκολαφίσατε τὴν ἰδίαν ὑμῶν ἐσφαλμένην ἰδέαν, δὲν ἐκολαφίσατε τὴν πραγματικήν. Δὲν ὑπάρχει σκοπὸς νὰ εἰσαγάγωμεν μικρὸν κατὰ μικρὸν μέρη τινὰ τῆς νομοθεσίας, ὅλοι λέγομεν νὰ εἰσαγάγωμεν ὅλην τὴν νομοθεσίαν, ἀλλὰ νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὴν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ δώσωμεν καιρὸν αὐτὴ ἡ νομοθεσία νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ διαταράξεως τῶν πραγμάτων διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ ὁ πολίτης τῶν Ἰονίων νήσων ἐν ἀπορίᾳ, ἐρωτῶν ποῖα νομοθεσία ἰσχύει σήμερον, ποῖος εἶναι ὁ προστάτης τῶν δικαιωμάτων μου. Ὅταν ἐφαρμόζεται νομοθεσία ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, γνωρίζετε κάλλιστα ὅτι ὀφείλετε νὰ δώσητε συμβουλὰς καὶ νὰ καταδείξητε εἰς τὸν πολίτην πῶς κανονίζονται τὰ συμφέροντα, διότι ἄλλως θέλετε εὑρεθῆ εἰς θέσιν νὰ εἰπῆτε, ὅτι, καί τοι νομικὸς, ἀγνοῶ τὶ νὰ συμβουλεύσω. Ἀλλ’ ἐπέρχεται ἡ ἰδέα τῆς ἰσότητος, ἰδέα, τὴν ὁποίαν βεβαίως πρέπει νὰ ᾖναι τις μωρὸς διὰ νὰ τὴν φιλονεικήσῃ εἰς τὸν 19ον αἰῶνα, ὡς νὰ ὑπῆρχον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ἄλλη ἐλευθερία θέλομεν νὰ ὑπάρχῃ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἄλλη ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις. Ἀλλ’ ἂν λέγουν νὰ ὑπάρχῃ πρὸς στιγμὴν διὰ 3 διὰ 5 διὰ 6 μῆνας διαφορὰ τῆς νομοθεσίας, νομίζετε ὅτι εἶναι μέγα σημεῖον ἀνισότητος; καὶ νομίζετε ὅτι ἡ ἀνισότης προβαίνει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχει ὁμοσπονδία καὶ οὐχὶ ἕνωσις; εἶναι λοιπὸν ὁμοσπονδία τῶν δικονομιῶν, ὁμοσπονδία τῶν φορολογικῶν νόμων, ὁμοσπονδία τῶν ποινικῶν νόμων, ὁμοσπονδία τῶν νόμων τῶν ὑποθηκῶν. Τοιαύτην ὁμοσπονδίαν, τοιαῦτα φάσματα παριστάνετε εἰς τὸ ἀνήσυχον πνεῦμα τοῦ λαοῦ, καὶ ἐκ τοιούτων φασμάτων κατασκευάζετε τὸ μορμολύκιον τῆς ὁμοσπονδίας; Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὰ καθέκαστα, καὶ πρῶτον περὶ διοικητικῶν νόμων. Γνωρίζετε κάλλιστα, ὅτι οὐδεὶς Ἑπτανήσιος ἀρνεῖται κατὰ τοῦτο τὴν πλήρη ἀφομοίωσιν. Ἰδοὺ τὶ λέγουν οἱ Ἑπτανήσιοι, αὐτὸ τὸ διοικητικὸν σύστημα μέχρι τοῦδε μᾶς ἐπίεζε καὶ εἶναι ὅλον ἔργον τῆς προστασίας, ἐπινόημα τυραννικὸν, καὶ ἐφεύρημα τοῦ Μέτλαν· ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ συστήματος μέχρι τοῦδε ἐστέναζεν ὁ Ἰόνιος λαὸς, καὶ οὐδεὶς θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅστις νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ διατηρηθῇ τὸ διοικητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ ἀντικείμενον τοῦ γενικοῦ μίσους, μίσους φανατικοῦ, καὶ δύναταί τις τῳόντι νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι εἶναι σύστημα σατανικὸν, τὸ ὁποῖον καλύπτει ἐντέχνως τὴν ἀπεριόριστον ἐνέργειαν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ὥστε φαίνονται μὲν πολλὰ ὄργανα λειτουργοῦντα, ἀλλὰ πάντα κινοῦνται ὡς νευρόσπαστα. Τὸ διοικητικὸν ἡμῶν σύστημα εἶναι ἕτοιμος νὰ δεχθῇ προθύμως ἡ Ἑπτάνησος. Ἀλλὰ, Κύριοι, διότι τὸ διοικητικὸν σύστημα ἐκείνων εἶναι κακὸν, νομίζετε, ὅτι τὸ ἡμέτερον εἶναι τέλειον, καὶ νομίζετε ἄτοπον νὰ συζητήσωμεν καὶ περὶ τοῦ διοικητικοῦ συστήματος τῆς Ἑλλάδος καὶ θέλετε ἐκ προοιμίων νὰ κακίσητε πρότασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἡμετέρου διοικητικοῦ συστήματος, καὶ οὕτως εἰπεῖν, νὰ τὴν καταδικάσητε ἄνευ συζητήσεως; Ἤκουσα τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον Ξηροχωρίου, ὅστις εἶπεν, ὅτι τὸ νομαρχιακὸν σύστημα εἶναι ἡ μεγαλητέρα ἐγγύησις τῶν ἐλευθεριῶν, καὶ ὅτι δὲν εἶναι σύστημα συγκεντρωτικὸν, ὡς εἶναι τὸ σύστημα τῶν διοικήσεων· ἔμεινα ἐκστατικὸς καὶ ἐν πλήρει ἀπορίᾳ, διότι ἐφαίνετο, ὅτι, ὅστις εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικήσεων, ἔπραξε τοῦτο ἐπιβούλως, διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν Ἑλλήνων μίαν τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν. Τὸ νομαρχιακὸν σύστημα, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, εἶναι ἐντελῶς ἀνεφάρμοστον ἐν Ἑλλάδι. Τὶ εἶναι, Κύριοι, ἡ οὐσία τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος ἐν ὀλίγαις λέξεσιν; ὄχι, ὅπως εἶπεν ὁ ἔντιμος Κ. Πετσάλης, ὁ ὁποῖος πολλὰ ἄλλα δύναται νὰ μὲ διδάξῃ, δὲν ἠθέλησεν ὅμως νὰ μὲ διδάξῃ καὶ τοῦτο. Ὁ Κύριος Πετσάλης ἐκάκισεν ὡς συγκεντρωτικὸν τὸ σύστημα τῶν διοικήσεων, ἐνῷ δὲν εἶναι τοιοῦτο τὸ νομαρχιακόν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ διαφορὰ, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι διὰ τοῦ νομοῦ σχηματίζεται περιφέρεια κοινῶν συμφερόντων μεγαλητέρα καὶ συμφερόντων ἀνωτέρων τῶν τῆς ἐπαρχίας. Αὐτὰ τὰ συμφέροντα τῆς μεγαλητέρας περιφερείας ὅμως πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύωνται διὰ συμβουλίου ἐκλεγομένου παρὰ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ νομοῦ πολιτῶν, καὶ αὐτὸ τὸ συμβούλιον ἑκάστοτε θέλει συζητῆ τὰ μεγαλήτερα τοπικὰ συμφέροντα, τὰ συμφέροντα τῶν δημοσίων ὁδῶν, τὰ συμφέροντα περὶ φορολογίας καὶ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, θέλει συντελεῖ εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν νόμων. Τοῦτο ὅμως δὲν δύνανται νὰ πράξουν αἱ ἐπαρχίαι. Ὅτε κατὰ τὸ 1845 εἰσήχθη τὸ νομαρχιακὸν σύστημα, ἔγραψα κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸ ἐνθυμεῖται καὶ ὁ Κύριος Καλὸς, καὶ ἔκτοτε προεῖπον, ὅτι τὸ νομαρχιακὸν σύστημα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§143ΕΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟΥ. Κάτω, κάτω, (θόρυβος καὶ φωνὴ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου κάτω, κάτω, σάλος μέγιστος ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ συγκρούσεις μεταξὺ ἐθνοφυλάκων καὶ πολιτῶν ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ).
§144ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μᾶς ἀπειλοῦν, Κύριε Πρόεδρε, φανερά· (θόρυβος καὶ φιλονεικίαι θορυβώδης μεταξὺ τῶν πληρεξουσίων τῆς δεξιᾶς καὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§145ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Κύριοι, προτείνω τὴν ἀλλαγὴν τοῦ Φρουράρχου. (θόρυβος).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιαύτην πρότασιν δὲν δύναμαι νὰ ὑποβάλλω (θόρυβος).
§147ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὸν Κύριον Τριτάκην ἀφίνομεν τὴν εὐθύνην τῆς ἰδέας του. (Τὸ δεξιὸν ἀκροατήριον κενοῦται ὑπὸ τῶν Ἐθνοφυλάκων).
§148ΠΟΛΛΟΙ. Ποῖος ἔδωκε διαταγὴν ὅπως κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον;
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταξύ των ἐμάλωσαν, δὲν τοὺς ἐπείραξε κανείς. Διορίζω μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ τὸν Κύριον Φρούραρχον, ἀπὸ τὸν Κύριον Χρηστίδην, ἀπὸ τὸν Κύριον Μομφεράτον, ἵνα μεταβῇ ἔξω νὰ ἐξετάσῃ πόθεν προῆλθεν ἡ ἀταξία εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§150ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν εἶναι ἀνάγκη. Εἶναι περιττόν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ πληροφοροῦμαι, ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία......
§152ΠΟΛΛΟΙ. Κᾀμμία.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω μόνος ἐξέλθει ἵνα ἐξετάσω τί ἔτρεξε. (Ἐγκαταλείπει τὴν ἕδραν του καὶ ἐξέρχεται καὶ μετ’ ὀλίγας στιγμὰς ἐπανέρχεται). Ἐκ τινων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον περὶ τῶν διαδραματισθέντων ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ τῷ γενικῷ, ἐξήγαγον τὰ ἑξῆς. Ὅτι ἡ φρουρὰ τῆς Ἐθνοφυλακῆς ἔκαμε παρατήρησιν εἰς ἕνα, ὁ ὁποῖος ἐφώναζε, τότε ἐξηγέρθησαν πέντε ἢ δέκα, οἱ ὁποῖοι εἶπον, δὲν φωνάζει αὐτὸς φωνάζομεν καὶ ἡμεῖς· κατόπιν ἐφώναζον ὅλοι· τότε ἐπῆλθε σύγκρουσις μεταξὺ φρουρᾶς καὶ τῶν ἀκροατῶν.
§154Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ποῖος διέταξε τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου; Διὰ τί παραλείπετε τὸ καθῆκόν σας;
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Φρούραρχος τῆς Συνελεύσεως. Ὑπάρχουσι, κύριοι, ἐνίοτε στιγμαὶ, καθ’ ἃς δὲν ἠξεύρει τις τί κάμνει· ἵνα προλάβῃ μεγαλειτέραν σύγκρουσιν διέταξε νὰ ἐξέλθωσι.
§156ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἂς ἐπανέλθῃ τὸ ἀκροατήριον.
§157ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἂν θέλετε νὰ συζητήσητε μὲ τὸ ἀκροατήριον πηγαίνετε ἔξω.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕνεκα τοῦ ἐρεθισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθε, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις. Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις;
§159ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα.
§160ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις, (ὥρα 5 παρὰ 5.)
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Γ. Πετρούλιας.