1864.09.23
1.921 στίχοι · 15.224 λέξεις · 251 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 325.
Τῆς 23 Σεπτεμβρίου 1864
(Τετάρτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Ἀντύπας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγκρίνονται. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος Κ. Ι. Μεσσηνέζης.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ΚΚ. πληρεξούσιοι νὰ λάβωσι τὰς ἕδρας των. Κύριοι πληρεξούσιοι! Ἐπειδὴ ἡ σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου ἐθεωρήθη κατεπείγουσα, ἐπειδὴ ἡ σύμβασις αὕτη δύναται νὰ ᾖναι ὁμολογουμένως πρόξενος μεγάλων καλῶν, καὶ πᾶσα ἀναβολὴ, καθόσον ἀποβλέπει αὐτὴν, βλάπτει σπουδαίως τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, θέλω τὴν ἀναγνώσει πρὶν μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ θέλω ζητήσει τὴν ἐπιψήφισίν της.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, Κύριοι πληρεξούσιοι. Ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνομολογηθεῖσα ἐν Ἀθήναις τὴν ὀγδόην (εἰκοστὴν) Σεπτεμβρίου τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἑξηκοστοῦ τετάρτου ἔτους Σύμβασις περὶ ἀποσβέσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ διάπλου τοῦ Σκάλδιος ποταμοῦ διαγωγίου τέλους, συγκειμένη ἐκ πέντε ἄρθρων, μετὰ προσθέτου πρωτοκόλλου καὶ τριῶν προσηρτημένων αὐτῇ κειμένων, θέλει ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν. Ἐν Ἀθήναις τὴν
Ὁ ἐκ Γόρτυνος πληρεξούσιος
Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.
ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἄρθρον 1. Ἡ Ἑλλὰς συναινεῖ εἰς τὴν γενικὴν συνθήκην τῆς 16 Ἰουλίου 1863, τὴν συνομολογηθεῖσαν πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ διαγωγίου τέλος (péage) ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Σκάλδος, ἧς τὸ κείμενον προσαρτᾶται τῇ παρούσῃ Συμβάσει. Ἄρθρον 2. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Βέλγων ἀναδέχεται καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἡ Μεγαλειότης Του συνομολόγησε διὰ τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ μνημονευομένης συνθήκης. Ἄρθρον 3. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Βελγικὸν ταμεῖον διὰ τὴν ἀναλογίαν του εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ διαγωγίου τοῦ Σκάλδιως, τὸ ποσὸν εἰκοσιτριῶν χιλιάδων διακοσίων ὀγδοήκοντα φράγκων. Ἄρθρον 4. Ἡ ποσότης αὕτη πληρωθήσεται τῇ Βελγικῇ Κυβερνήσει διὰ συναλλαγματικῶν πληρωτέων ἐν Παρισίοις, εἰς δέκα ἐνιαυσίας δόσεις, ἐκ δύο χιλιάδων τριακοσίων εἴκοσι ὀκτὼ φράγκων ἑκάστη, καὶ ὧν ἡ μὲν πρώτη ἐστὶ πληρωτέα ἀτόκως, κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπικυρώσεων, αἱ δὲ ἐννέα ἕτεραι ἐνιαυσίως μὲ τόκον τέσσαρα τοῖς ἑκατὸν, ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῆς πρώτης δόσεως. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μένει ἐλευθέρα νὰ προκαταβάλῃ κατ’ ἀρέσκειαν τὰς δόσεις ταύτας, ὅπως ἀπαλλαχθῇ τῶν τόκων. Ἄρθρον 5. Ἡ παροῦσα Σύμβασις ἐπικυρωθήσεται, καὶ αἱ ἐπικυρώσεις αὐτῆς ἀνταλλαγήσονται ἐν Ἀθήναις ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἢ καὶ τάχιον εἰ δυνατὸν. Πρὸς πίστωσιν τούτου οἱ ἀμοιβαῖοι πληρεξούσιοι ὑπέγραψαν αὐτὴν, ἐφ’ ἧς ἔθηκαν τας σφραγίδας των. Ἐγένετο ἐν Ἀθήναις εἰς διπλοῦν πρωτότυπον, τὴν ὀκτὼ (εἴκοσι) Σεπτεμβρίου, χίλια ὀκτακόσια ἑξήκοντα τέσσαρα.
(Τ. Σ.) Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.
(Τ. Σ.) ΓΟΥΣΤΑΒΟΣ ΜΑΞ.
§7ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἶχον παρακαλέσει, ὅταν ὑπέβαλε τὴν πρότασιν ὁ Κ. ὑπουργὸς, νὰ ὑποβάλῃ στατιστικὸν πίνακα τῶν πλοίων τῶν Ἑλληνικῶν τῶν εἰσελθόντων εἰς τὸν Σκάλδιον ποταμόν· ἀγνοῶ ἂν ὁ Κύριος ὑπουργὸς ὑπέβαλε τοῦτο μέχρι σήμερον· πρὸς δὲ παρατηρῶ εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν σύμβασιν, ὅτι ὑπάρχει ἓν ποσὸν 3,000, τὸ ὁποῖον φιλονεικεῖται. Κατὰ τὴν σύμβασιν θὰ πληρώσωμεν 23,000 δραχμὰς· ἐὰν ὅμως ἀποδειχθῇ ὅτι ἓν πλοῖον ὑπὸ σημαίαν Ἑλληνικὴν τοῦ πλοιάρχου Μόριο, δὲν εἶναι Ἑλληνικὸν, ἡ Ἑλλὰς ὑποχρεοῦται μόνον 20.000 δρ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ περὶ τῆς ἐθνικότητος τοῦ εἰρημένου πλοίου διαφορὰ θέλει εὐκόλως ἐξομαλυνθῆ, διότι τὰ πλοῖα φέρουσι πάντα μεθ’ ἑαυτῶν τὰ ἔγγραφα τῆς ἐθνικότητός των. Παρακαλῶ καὶ ἐκ δευτέρου λοιπὸν τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν δὲν ὑπέβαλε τὸν ἄνω εἰρημένον στατιστικὸν πίνακα καὶ τὸν ἔχῃ πρόχειρον, νὰ τὸν ὑποβάλῃ διὰ νὰ πληροφορηθῶμεν ἐντὸς τῶν παρελθόντων ἐτῶν πόσα πλοῖα εἰσῆλθον Ἑλληνικὰ εἰς τὸν ποταμὸν ἐκεῖνον, καὶ νὰ γνωρίζωμεν μετὰ ταῦτα, ὁποιανδήποτε πρόοδον θὰ λάβῃ ἡ κίνησις τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν θὰ προσκαλέσω τὸν Κ. ὑπουργόν. Ἄρθρον 1. Ἡ Ἑλλὰς συναινεῖ εἰς τὴν γενικὴν συνθήκην τῆς 16 Ἰουλίου 1861, τὴν συνομολογηθεῖσαν πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ διαγωγίου τέλους (péage) ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Σκάλδιος, ἧς τὸ κείμενον προσαρτᾶται τῇ παρούσῃ Συμβάσει. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 2.
§9ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη κατ’ ἄρθρον, τὸ ὅλον νὰ ψηφισθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Βέλγων, ἀναδέχεται καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα τὰς ὑποχρεώσεις ἃς ἡ Μεγαλειότης Του συνωμολόγησε διὰ τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ μνημονευομένης γενικῆς συνθήκης. Ἄρθρον 3. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Βελγικὸν ταμεῖον, διὰ τὴν ἀναλογίαν του εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ διαγωγίου τοῦ Σκάλδιος τὸ ποσὸν εἰκοσιτριῶν χιλιάδων διακοσίων ὀγδοήκοντα φράγκων. Ἄρθρον 4. Ἡ ποσότης αὕτη πληρωθήσεται τῇ Βελγικῇ Κυβερνήσει διὰ συναλλαγματικῶν πληρωτέων ἐν Παρισίοις, εἰς δέκα ἐνιαυσίας δόσεις, ἐκ δύο χιλιάδων τριακοσίων εἴκοσι ὀκτὼ φράγκων ἑκάστη, καὶ ὧν ἡ μὲν πρώτη ἐστὶ πληρωτέα ἀτόκως κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπικυρώσεων, αἱ δὲ ἐννέα ἕτεραι ἐνιαυσίως, μὲ τόκον τέσσαρα τοῖς ἑκατὸν, ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῆς πρώτης δόσεως. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μένει ἐλευθέρα νὰ προκαταβάλῃ κατ’ ἀρέσκειαν τὰς δόσεις ταύτας, ὅπως ἀπαλλαχθῇ τῶν τόκων. Ἄρθρον 5. Ἡ παροῦσα Σύμβασις ἐπικυρωθήσεται καὶ αἱ ἐπικυρώσεις αὐτῆς ἀνταλλαγήσονται ἐν Ἀθήναις ἐντὸς ἕξ μηνῶν ἢ καὶ τάχιον εἰ δυνατόν. Πρὸς πίστωσιν τούτου οἱ ἀμοιβαῖοι πληρεξούσιοι ὑπέγραψαν αὐτὴν, ἐφ’ ἧς ἔθηκαν τὰς σφραγίδας των. Ἐγένετο ἐν Ἀθήναις εἰς διπλοῦν πρωτότυπον τὴν ὀκτὼ (εἴ-
κοσι) Σεπτεμβρίου χίλια ὀκτακόσια ἑξήκοντα τέσσαρα,
(Τ. Σ.) Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.
(Τ. Σ.) ΓΟΥΣΤΑΒΟΣ ΜΑΞ.
Οἱ παραδεχόμενοι τὴν σύμβασιν καὶ τὸ ψήφισμα νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τοὐτέστιν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ 58 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος γινομένου 57.
§11ΑΝ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, δύω λόγους.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ, σᾶς παρακαλῶ αὔριον.
§13ΜΕΤΑΞΑΣ. Παρακαλῶ, ὀλίγα θὰ εἴπω.
§14ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§15ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶμαι προσβεβλημένος, θέλω σήμερον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ζέρβας ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν.
§17ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βῆμα ποῖος τὸ κατέχει;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Μεταξᾶς, ἑπομένως νὰ ὁμιλήσῃ.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Ἄς ὁμιλήσῃ.
§20Α. ΜΕΤΑΞΑΣ. Χθὲς μοῦ ἔγεινε μία προσβολὴ μεγάλη, ἡ ὁποία μοῦ ἐπλήγωσε τὰ ἐνδότερα τῆς καρδίας, ἤγουν ἤμουν ὄρθιος, ἐβαστοῦσα ἕνα ῥαβδάκι ἐλαφρὸ, ἔρχεται ἕνας, διὰ μιᾶς ὁρμᾷ ἐναντίον μου, ἁρπάζει αὐτὸ τὸ ῥαβδὶ καὶ ἀρχινᾷ νὰ μὲ κτυπήσῃ· χρεωστῶ χάριν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐμπόδισαν, ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τὸ ὄνομά του, διότι δὲν εἶναι ἄξιος καὶ τίμιος, ἀλλ’ εἶναι ἄνθρωπος ὅπου εἶναι ἄξιος περιφρονήσεως, διότι δὲν πρέπει ἡμεῖς ὅπου εἴμεθα ἐδῶ νὰ κάμωμεν αὐτὰς τὰς πράξεις αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀτιμάζουν, δὲν ἀτιμάζουν μόνον ἕνα, ἀλλ’ ἀτιμάζουν ὅλους, τὶ ἔκαμα ἐγὼ ὅταν ἦλθεν αὐτὸς νὰ μοῦ ἁρπάξῃ αὐτὸ τὸ ῥαβδάκη καὶ νὰ μὲ κτυπήσῃ; ἂς μοῦ εἴπῃ ἐὰν τοῦ ἔδωσα ἀφορμήν. Εἶναι κατάστασις αὐτὴ καὶ ἠμπορεῖ ἕνας τίμιος ἄνθρωπος νὰ τὸ δεχθῇ; παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ διορθωθῶμεν, διότι ἔχομεν ἀνοικτὸν τὸν τάφον νὰ πέσωμεν εἰς αὐτὸν (εὖγε).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται τροπολογία τοῦ Κ. Ζέρβα. Τροπολογία τοῦ Κυρίου Ἰαλέμου. Ἄρθρο 58. Τῆς ἐπιψηφίσεως ἑκάστου νομοσχεδίου προηγεῖται ἡ ἑξῆς δοκιμασία. Ὁ ὑποβάλλων αὐτὸ ὑπουργὸς ἢ Βουλευτὴς καταθέτει τοῦτο εἰς τὸ προεδρεῖον, δὲν καθυποβάλλεται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, εἰμὴ ἀφοῦ παραπεμφθὲν εἰς τὰ τμήματα, τρία τοὐλάχιστον αὐτῶν ἀποφανθῶσιν, ὅτι δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τοῦ Σώματος, ὅπερ ἀκολούθως ἐν γενικῇ συνεδριάσει ἀποφαίνεται περὶ τούτου. Ἂν τὸ νομοσχέδιον κριθῇ ἄξιον συζητήσεως, παραπέμπεται ἐκ νέου εἰς τὰ τμήματα, ἐπανερχόμενον, μετὰ τὴν ἁρμοδίαν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῶν, εἰς τὴν γενικὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἀποφαινομένης ὁριστικῶς ἐπί τε τῆς ἀρχῆς τῶν καθέκαστα καὶ τοῦ συνόλου. Ἡ παραβίασις τῆς τάξεως ταύτης δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἤθελε προκαλέσει θεομηνία, ἢ ἄλλαι ἔκτακτοι περιστάσεις· ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίστασιν ἀπαιτεῖται τοὐλάχιστον ἡ ψῆφος τῶν τεσσάρων πέμπτων τῆς Βουλῆς. Ὁ Κύριος Καλὸς ἔχει τὸν λόγον.
§22ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς συντάξεως τοῦ Συντάγματος εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως, τοὐτέστι τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας, ἤθελε βεβαίως ἄλλως πῶς συντάξει τὸ προκείμενον ἄρθρον παρὰ ὅπως τὸ συνέταξεν· ἀνάγκη ἑπομένως ἐπέστη, καὶ τὴν προεῖδε κατὰ πρῶτον ὁ Κύριος Μίλησης, κατόπιν δὲ ἐγὼ καὶ ἄλλο, νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον εἰς τρόπον, ὥστε νὰ παρέχῃ ὅλας τὰς δυνατὰς ἐγγυήσεις ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν τῶν εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγομένων προτάσεων. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ἐπήνεγκαν οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι. Κατ’ αὐτὰς τρία συστήματα παρουσιάζονται, τὸ τοῦ Κυρίου Μίληση καὶ ἐμοῦ, τὸ ὁποῖον σχεδὸν εἶναι τὸ αὐτὸ, μὲ τὴν διαφορὰν μικρῶν τινῶν προσθαφαιρέσεων, δεύτερον τὸ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, καὶ τρίτον κατ’ ἐμὲ, ὅπερ ἀνέγνωσε τελευταῖον ὁ Κύριος Πρόεδρος το τοῦ Κ. Ἰαλέμου, ἂν καὶ δὲν φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ. Εἶναι συμφέρον εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ πρὸς καθοδήγησιν ἀκόμη τῆς Βουλῆς νὰ διακριθῶσι τὰ συστήματα ταῦτα καὶ νὰ διαφωτισθῇ ἐκείνη εἰς τὴν μέλλουσαν διαχείρισιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας της καὶ τὴν πορείαν της, καθόσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων· καὶ εἶναι ἀνάγκη καὶ ἡμεῖς νὰ γνωρίζωμεν καὶ οἱ Βουλευταὶ νὰ μάθωσιν ἐφεξῆς ποῖοι οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὸ ἓν σύστημα καὶ ποῖοι τὸ ἄλλο. Ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἀγορεύων προχθὲς ἐθαύμασε τὴν ἐπίνοιαν τοῦ Κυρίου Μίληση περὶ τοῦ κατεπείγοντος· ἐὰν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἤθελε λάβει τὸν κόπον νὰ ἐξετάσῃ τί γίνεται εἰς ἄλλα κράτη, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ὅπου τὸ πρῶτον εἰσήχθη αὐτὸ τὸ σύστημα, ὑπάρχει τὸ κατεπεῖγον· ἡ διάταξις αὕτη πολὺ κακὰ δύναται νὰ προλαμβάνῃ τὸ σύστημα τοῦτο· δὲν ὑπάρχει μόνον ἐκεῖ, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλο πολίτευμα ἐλεύθερον τὸ τῆς Γενεύης ἐν Ἐλβετίᾳ, ὅπου τὸ ηὗρε δὲ ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1848 τῆς Γαλλίας καὶ τὸ καθιέρωσε μὲ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ὁ Κύριος Μίλησης ἐδέξατο, καὶ τὰς ὁποίας ἡμεῖς σήμερον δὲν πρέπει καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ δεχθῶμεν, πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὰς Βουλὰς νὰ καθιερώσουν τὰς λοιπὰς διατάξεις διὰ τοῦ κανονισμοῦ της· ἡ Συνέλευσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ γενικάς τινας ἀρχὰς περὶ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἐπέμεινεν εἰς τὸ σχέδιόν του, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως διόλου ἀκανόνιστον καὶ ἀόριστον. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ δεσμευθῇ ἀπὸ τοῦδε ἡ Βουλὴ, ὡς πρὸς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θέλει συζητήσει τὰ νομοσχέδιά της, τουτέστι νὰ ὁρίζῃ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν πρέπει νὰ συζητῆται δευτέραν καὶ τρίτην φορὰν ἕκαστον νομοσχέδιον· ἔχομεν ὅμως τὸ δικαίωμα ἡμεῖς νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἐλάχιστον ὅρον, καὶ τοῦτο ἔπραξεν ὁ Κ. Μίλησης. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ κατεπεῖγον, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Μίλησης προτείνει, δὲν ἐπαρουσιάσθη ποτὲ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Καὶ ὅμως, ἐὰν ἤθελεν ἐξετάσει, ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι ἐπαρουσιάσθη πολλάκις, οὐδέποτε ἀπεδόθη τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ τῆς τάξεως, ἐψηφίσθησαν πολλάκις ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἡμέρας νομοσχέδια καὶ εἰς τὰς δύω Βουλὰς. Ἀλλὰ πῶς γίνεται ἐκεῖ; Διὰ νὰ μὴ παραβιάζηται ὁ κανονισμὸς λέγουν, ὅτι ἀναβάλλεται ὁ κανονισμὸς, τουτέστι θεωροῦν ὅτι δὲν ὑπάρχει, καὶ τότε ψηφίζονται ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας τὰ νομοσχέδια. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι παντοῦ τὸ κατεπεῖγον παρουσιάζεται, καὶ πρέπει νὰ παρουσιάζηται, καὶ δὲν πρέπει νὰ δεσμευθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι μιᾶς στραβῆς ἰδέας καὶ ἀπαλείψεως τῆς ἐξαιρέσεως λόγῳ τοῦ κατεπείγοντος. Ἐὰν διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερωθῇ ἡ συζήτησις εἰς χωρισμένας ἀπ’ ἀλλήλων ἡμέρας καὶ διὰ τοῦ κανονισμοῦ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα ὁρισθῇ ἀνὰ δέκα ἡμέρας, καὶ ἀνάγκη παρουσιασθῇ νὰ ψηφισθῇ αὐθημερὸν, πρῶτον πᾶς τις ἐρωτᾷ τί θὰ γίνῃ; πρέπει νὰ πάθωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἀπέναντι παραλόγου διατάξεως; ὄχι, διότι πολλάκις μιᾶς στιγμῆς πρόβλεψις σώζει τὸν τόπον. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι οὐδόλως θὰ δεχθῇ ἡ Συνέλευσις τὴν γνώμην τοῦ Κ. Καλλιγᾶ. Ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω διὰ τί καθιερώθη εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ τριπλοῦν αὐτὸ σύστημα· ὅταν κατὰ πρῶτον καθιερώθη, δὲν ὑπῆρχε ἀκόμη γνωστὴ ἡ ἐφεύρεσις τῆς τυπογραφίας, οἱ δὲ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν ἦσαν ἀγράμματοι. Ὑπάρχουν παραδείγματα, ὅτι τὰ τρία τέταρτα τῶν Βουλευτῶν δὲν ἤξευρον ν’ ἀναγινώσκουν. Εὑρέθη λοιπὸν τὸ σύστημα τῆς ἀναγνώσεως. Τὸ σύστημα τοῦτο καὶ δὲν τὸ κατήργησεν ἐφεξῆς ἡ Ἀγγλία, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ σύστημα τῆς τριπλῆς ἀναγνώσεως, ὡς λέγουν, ἔχει τρία μεγάλα προσόντα· 1ον ὅτι τὸ κοινὸν καὶ οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι πολλάκις δὲν κάθηνται εἰς τὰ κοινοβούλια, λαμβάνουν γνῶσιν, καὶ δύνανται νὰ φωτίσωσι τὴν συζήτησιν, δεύτερον νὰ δίδῃ καιρὸν εἰς τὸ νὰ συλλέγωσι ἢ ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς προτάσεως τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ τρίτον νὰ παράσχῃ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἥτις πολλάκις πιέζεται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, νὰ ὁπλίζηται καὶ συγκεντροῦται, ὅπως πολεμήσῃ τὸ Νομοσχέδιον. Τὸ σύστημα τοῦτο πρέπει νὰ καθιερωθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, μετὰ τὴν κατάργησιν μάλιστα τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ νὰ καθιερωθῇ διὰ ἀπαραβάτων ὅρων; Ὄχι, Κύριοι, ἀφήσατε νὰ προσδιορίσουν αἱ Βουλαὶ τὸν χρόνον, σεῖς δὲ καθιερώσατε μόνον, πόσον κατ’ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα πρέπει νὰ μεσολαβῇ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης συζητήσεως, δεχθῆτε δὲ καὶ τὸ κατεπεῖγον, διότι τοῦτο πολλάκις σώζει ὡς προεῖπον τὸν τόπον. Παραδεχόμενοι τὸ σύστημα τοῦτο, τί νομίζετε, ὅτι θὰ κάμῃ ἡ Βουλή; θὰ ἀναγνώσῃ ἁπλῶς τρεῖς καὶ νὰ ἀποφαίνεται μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν, ὅτι παρεδέχθη ἢ ὄχι τὸ Νομοσχέδιον; ὄχι. Ἡ Βουλὴ θὰ καταφύγῃ εἰς τὸν Ἀγγλικὸν κανονισμὸν ἢ εἰς τὸν τῆς Γενεύης τῆς Ἑλβετίας. Κατὰ τὸν Ἀγγλικὸν κανονισμὸν, ὑπάρχει διάταξις νὰ μὴ εἰσάγεται Νομοσχέδιόν τι παρὰ Βουλευτοῦ, ἐὰν δὲν ζητηθῇ ἡ συγκατάθεσις τοῦ σώματος· ἀλλ’ εἶναι τύπος ἁπλοῦς, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἀπέῤῥιψεν αἴτησιν τοιαύτην. Εἰσάγεται τὸ Νομοσχέδιον, κατὰ πρῶτον δίδεται ὁ λόγος εἰς τὸν εἰσάγοντα νὰ τὸ ἀναπτύξῃ, καὶ μετὰ ταῦτα εἰς τὸν ἐναντίον, συζητεῖται, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν λαμβάνουν μέρος καὶ ἄλλοι, προσδιορίζεται ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τὸ δεύτερον τῆς συζητήσεως τοῦ Νομοσχεδίου. Τὴν ἡμέραν ταύτην πολλάκις ἡ Βουλὴ μεταβάλλεται εἰς τμήματα· δὲν ὑπάρχουν ζητήματα ἐκεῖ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξωσι καὶ παρ’ ἡμῖν, διότι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς τριπλῆς συζητήσεως ἀπαλλάσσει τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν διαίρεσιν εἰς τμήματα. Ἡ Βουλὴ μεταβάλλεται λοιπὸν τρόπον τινὰ εἰς τμήματα, διότι καταβαίνει ὁ Πρόεδρος ἀπὸ τὴν ἕδραν του, διορίζεται εἰδικὸς Πρόεδρος, ὡς λέγουν, καὶ ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὸ Νομοσχέδιον διαλογικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ὡς ἐν συνομιλίαις, φέρονται τροπολογίαι ἢ προσθῆκαι. Μετὰ τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν προσάγονται εἰς τὸν Πρόεδρον αἱ μεταβολαὶ καὶ γίνεται ἡ δευτέρα συζήτησις. Καὶ ἡ δευτέρα αὕτη συζήτησις εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα, εἶναι τὸ πεδίον τῆς μάχης, εἰς τὴν ὁποίαν συγκρούονται τὰ δύω διαμαχόμενα στρατόπεδα. Μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, εἴτε κατισχύει ἡ μία μερίς, εἴτε ἡ ἄλλη, καὶ δὲν ἀποῤῥιφθῇ ὁπωσδήποτε Νομοσχέδιον, ἐπέρχεται ἡ τρίτη ἀνάγνωσις, ἡ ὁποία σχεδὸν κατέστη σήμερον ὡς τυπική. Καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τροποποιήσεις, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν περιορίζεται εἰς τὴν πρώτην ἢ δευτέραν ἀπόφασιν, δύναται νὰ ἐπενέγκῃ ἄλλην. Ἡ πρότασις τότε μόνον ἀποῤῥίπτεται, ὅταν κατὰ τὴν πρώτην ἢ κατὰ τὴν δευτέραν εἴπῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὴν ἀναβάλλει εἰς ἀόριστον χρόνον· συνήθως τὴν ἀναβάλλει ἐπὶ ἓξ μῆνας, ὅταν τὸ κοινοβούλιον δὲν ὑπάρχῃ, διότι ἐκεῖσε συνέρχεται τὸν Φεβρουάριον καὶ παύει τῶν ἐργασιῶν του κατὰ τὰς ἀρχὰς Αὐγούστου, ἢ τέλη Ἰουλίου, καθ’ ἡμᾶς. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον παραδέχεται ἡ Ἀγγλία. Εἰς τὴν Ἑλβετίαν εἰσάγεται τὸ Νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ τὴν Συνέλευσιν τῶν ἀντιπροσώπων παρὰ τοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὸ κατεπεῖγον, περὶ οὗ ἀποφαίνεται ἡ Συνέλευσις. Καὶ ἐκεῖ ἡ δευτέρα συζήτησις εἶναι σπουδαιοτέρα, διότι κατὰ τὴν πρώτην καὶ τὴν 3 δύναται ὁ ἀγορεύων ν’ ἀγορεύῃ δίς, κατὰ τὴν δευτέραν ἀγορεύει τρίς, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ δευτέρα θεωρεῖται σπουδαιοτέρα. Ὁ Πρόεδρος μετὰ τὴν πρώτην συζήτησιν θέτει τὸ ζήτημα ἐὰν θέλῃ ἡ Συνέλευσις νὰ προβῇ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ γενομένου παραδεκτοῦ προσδιορίζεται ἡμέρα ῥητῶς. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ Κ. Ἰάλεμος εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀντὶ νὰ διευκολύνῃ, ἀντὶ νὰ παράσχῃ εἰς τὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς προτάσεως, θέτει αὐτὸ ὑπὸ περιορισμὸν, ὁ ὁποῖος ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ κακὰς συνεπείας. Κατὰ τὸν Κ. Ἰάλεμον δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰσαχθῇ καὶ νὰ κριθῇ ἄξιον συζητήσεως ἓν νομοσχέδιον ἢ πᾶσα οἱαδήποτε πρότασις, ἐὰν 3 τῶν τμημάτων τῆς Βουλῆς δὲν τὸ κηρύξουν ἄξιον συζητήσεως. Ὅπως ἐξασκηθῇ κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πολυτιμώτερον τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἀπαιτεῖται νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐξάσκησιν σχεδὸν τὸ ἥμυσι τῶν Βουλευτῶν· ποῦ τότε ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως; Εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀδύνατον κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν νὰ εἰσαχθῇ πλέον πρότασις παρὰ Βουλευτοῦ· ἀκόμη σᾶς λέγω, ὅτι καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν νομοσχεδίων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντᾷ προσκόμματα, ἡ δὲ συζήτησις θὰ ἀποβαίνῃ κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ πολὺ δυσχερεστέρα, διότι οὐδέποτε τὸ κατεπεῖγον θὰ κατισχύῃ, καθόσον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰμὴ, ὅταν τρία τμήματα ἀποφανθῶσιν, ὅτι εἶναι δεκτὸν καὶ πολλάκις τὰ τρία τμήματα τὰ ὑπὲρ δύνανται νὰ σκεφθῶσι τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἐνῷ τὰ ἄλλα, ὡς συμβαίνει πάντοτε παρ’ ἡμῖν, νὰ μὴ σκεφθῶσι. Λοιπὸν διὰ νὰ ἀποφύγωμεν πᾶσαν δυσχέρειαν εἰς τὴν ἀκριβεστέραν, τὴν ταχυτέραν, καὶ ἀσφαλεστέραν συζήτησιν τῶν νόμων, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος Μίλησης ἐπρότεινε μὲ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἴδιος, ἢ τὴν ὁποίαν ἔφερον ἐγὼ, τουτέστι νὰ ἐξετάζηται ὑπὸ ἐπιτροπῆς τὸ κατεπεῖγον καὶ νὰ συζητῆται κατὰ 3 περιόδους διαχωρισμένας ἀπ’ ἀλλήλων ἀπὸ διάστημα τοὐλάχιστον 5 ἡμερῶν.
§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν κηρυχθῇ τὸ ἀπαράδεκτον, δὲν ἔρχεται πάλιν εἰς συζήτησιν;
§24ΚΑΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ πρότασις ἢ τὸ νομοσχέδιον θεωρεῖται ἀποῤῥιφθέν· μόνον, ὅταν τροποποιηθῆ, τότε φέρεται εἰς δευτέραν καὶ τρίτην φοράν. Πολλάκις μάλιστα εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἡ δευτέρα εἶναι τρίτη καὶ ἡ τρίτη πέμπτη, διότι γίνονται τόσαι συζητήσεις καὶ τροποποιήσεις, ὥστε παρατείνεται ἐπ’ ἄπειρον, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς δὲν θὰ καθιερώσωμεν παρὰ γενικὰς ἀρχὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἔλθῃ ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς διὰ τὰ καθέκαστα. Ὁ Κύριος Μίλησης παρέλειψε τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ ἄρθρου 58 Τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει πρέπει, καὶ γενομένης δεκτῆς τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς, νὰ γίνῃ πάλιν παραδεκτόν.
§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐνόησα νὰ ἀποκλείσω τὴν διάταξιν αὐτήν· ἐνόησα ἁπλῶς νὰ τεθῇ ὡς ἴδιον ἄρθρον.
§26ΚΑΛΟΣ. Πρέπει ἀπὸ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Μίλησης ὑπέβαλε, νὰ ἐξαλείψωμεν τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἔχει περὶ τμημάτων, διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ διαιρεθῇ εἰς τμήματα, ἀλλὰ νὰ σχηματισθῶσιν ἐπιτροπαί· εἶναι ἀναγκαῖον, διότι ἡ προεξέτασις τῆς ἐπιτροπῆς συντείνει εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ σώματος, παρὰ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἄνευ προεξετάσεως. Δι’ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λόγους σᾶς προτείνω νὰ δεχθῆτε τὴν δευτέραν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Μίλησης ἔκαμε, καὶ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀναγινώσκω. «Πᾶν νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὁριστικῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἰμὴ μετὰ προεξέτασιν ἐν τοῖς τμήμασι καὶ μετὰ τρεῖς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, χωριζομένας ἀπ’ ἀλλήλων διὰ χρονικοῦ διαστήματος, οὐχὶ βραχυτέρου 5 ἡμερῶν· ἐξαιροῦνται τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς κηρυττόμενα κατεπείγοντα ἕνεκα γενικοῦ συμφέροντος, δυναμένου νὰ πάθῃ ἐκ τῆς ἀναβολῆς». Ἐτέθη ὁ προσδιορισμὸς τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ἡ ἰδέα, ὅτι πᾶν νομοσχέδιον εἶναι κατεπεῖγον. Κατεπεῖγον εἶναι μόνον ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀναβολὴ ἐνδέχεται νὰ φέρῃ βλάβην εἰς τὰ γενικὰ συμφέρντα. Δι’ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λόγους προτείνω, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τοιαύτην τροπολογίαν.
§27ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ πᾶσαν συζήτησιν θὰ γίνεται ἀπόφασις;
§28ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα.
§29ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἡ πρόληψις ἥτις ἐπεκράτει κατὰ τῆς μιᾶς Βουλῆς ἦτο τοσούτῳ μεγάλη, ὥστε καὶ οἱ θερμότεροι αὐτῆς ὑπερασπισταὶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ καινοτομήσωσι κατὰ τὸ 1848, ὁπότε ἐσυζητεῖτο αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς σήμερον συζητοῦμεν. Δὲν ἐτόλμησαν νὰ καινοτομήσωσι καὶ νὰ καθιερώσωσι τὴν εἰδικὴν ἐκείνην ἀρχὴν, ἥτις πρέπει νὰ ἐπικρατῇ κατὰ τοὺς κανονισμοὺς τῶν σωμάτων· τοὐτέστι τὴν ὡριμότητα ὁμοῦ μὲ τὴν ταχύτητα, ἐνόμισαν, ὅτι ἀναπληροῦσι τὴν ἔλλειψιν τῆς δευτέρας Βουλῆς, διὰ τριῶν ἐπανειλημμένων διασκέψεων, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ἂν αἱ διασκέψεις θέλουσι θέσει τὸ ἐπιζητούμενον ἀποτέλεσμα, τὴν ὡριμότητα. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ ὡριμότης δὲν ἐπιτυγχάνεται εἰς διάσκεψιν δημοσίαν γενομένην, ὅσον εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ βασανίσωσι προηγουμένως εἰς τὰ τμήματα καὶ τὰς ἐπιτροπὰς τὸ νομοσχέδιον. Δι’ αὐτὸ προτείνω ὅτι πᾶν νομοσχέδιον, πᾶσα πρότασις νὰ καθυποβάλλεται προηγουμένως εἰς τὰ τμήματα. Ἂν εἰς τρία ἐξ αὐτῶν παραδεχθῇ ὅτι εἶναι ἀξία συζητήσεως ἡ πρότασις, τότε καθυποβάλλεται εἰς γενικὴν συνεδρίασιν, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ παραβλαφθῇ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων, διότι ὅλοι οἱ κανονισμοὶ παραδέχονται, ὅτι πρὶν συζητηθῇ πρότασίς τις γίνεται συζήτησις, ἂν πρέπῃ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀντὶ νὰ ὑπάγεται εἰς τὴν δοκιμασίαν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀποτύχῃ, καὶ ἡ ἀποτυχία της νὰ γίνεται περισσότερον ἐπαισθητὴ εἰς τὸν προτείναντα, ἐνόμισα καταλληλότερον νὰ καθυποβάλλεται εἰς μικράν τινα βάσανον, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἔρχεται εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν, ὁπόταν θὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τε τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν καθέκαστα. Ἀποκρούω, Κύριοι, τὸ σύστημα τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὸ χαρακτηρίζει ἄπειρος ἐλαφρότης, καὶ συγχρόνως θέλει βλάψει τὴν ὑπόληψιν ὅλου τοῦ σώματος. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Κ. Καλλιγᾶ ὑποτίθεται, ὅτι πᾶν νομοσχέδιον, πᾶσα πρότασις θέλει ὑπόκεισθαι εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν καθ’ ἕκαστα αὐτῆς, μετὰ τὴν δοκιμασίαν τὴν ὁποίαν θέλει ὑποστῆ πάλιν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν καθέκαστα, καὶ μετὰ τοιαύτην δημοσίαν σύσκεψιν καὶ συνεδρίασιν τότε θέλει ἐπέλθει ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα. Ἂν μετὰ τὴν δευτέραν ἢ τὴν τρίτην σύσκεψιν ἤθελεν ἐπέλθει σπουδαία τροποποίησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων, ἡ τροποποίησις ἤθελεν ἀποδοθῆ ἢ εἰς ἐλαφρότητα τοῦ Σώματος, ἢ εἰς ἀγενῆ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ἤθελον βλάψει τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ, διότι ὅσοι καὶ οἷοι ἂν ἤθελον εἶσθαι οἱ λόγοι τῆς τροπολογίας τῶν ἰδεῶν, πιθανὸν ἤθελον ἀποδοθῆ εἰς τοιαῦτα ἐλατήρια· ἐκτὸς τούτου περιέχει καὶ ἕνα κίνδυνον ἀκόμη· ἐὰν ἡ μειονοψηφία ἐφαίνετο κατωτέρα τῆς πλειοψηφίας κατὰ τέσσαρας ἢ πέντε ψήφους, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θέλει καταβληθῆ μεγίστη προσπάθεια ὅπως ἡ μειονοψηφία μεταβληθῇ εἰς πλειοψηφίαν. Τὸ σύστημά μου, Κύριοι, δὲν εἶναι πρωτοφανὲς, ἐπεκράτει ἀπὸ 1831 ἕως τοῦ 1848. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπεστηρίχθη ὑπὸ ἐξόχων καὶ διακεκριμένων ἀνδρῶν, οἷοι ὁ Κ. Λαβαλὲτ, κτλ. Ἡ μόνη ἔλλειψις, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παρουσιάσῃ, εἶναι αὕτη, τὴν ὁποίαν σᾶς καθυπέβαλεν ὁ Κύριος Καλὸς, ὅτι περιορίζει τὰ δικαιώματα τῆς προτάσεως· ἀλλὰ σᾶς εἶπον ἤδη, ὅτι θεωρῶ προτιμώτερον νὰ καθυποβάλλωνται αἱ προτάσεις εἰς τὴν προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν τῶν τμημάτων καὶ νὰ μὴ παραβλάπτεται ἡ ὑπόληψις ἐκείνου, ὅστις καθυποβάλλων αὐτὴν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, ἤθελε τὴν ἰδεῖ ἀποῤῥιπτομένην παρὰ νὰ καθυποβληθῇ εἰς τὴν προδιάσκεψιν, καὶ νὰ ὑποβληθῇ χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ἀξία συζητήσεως. Ἐκτὸς τούτου ἡ πρότασίς μου ἔχει τὸ ἑξῆς πλεονέκτημα μετὰ τὴν πρώτην γενικὴν συνεδρίασιν καὶ σύσκεψιν διευκολύνονται τὰ τμήματα, θέλουν εἶσθαι εἰς καλλιτέραν κατάστασιν νὰ διακρίνωσι τίνας νὰ ἐκλέξωσι μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ποῖοι ἤθελον εἶσθαι οἱ καταλληλότεροι νὰ συζητήσωσι τὸ νομοσχέδιον, θέλουσιν εἶσθαι εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ ἐπιφέρωσι τὰς καταλλήλους τροπολογίας. Τὸ σύστημα τῶν τμημάτων καὶ τὸ τῶν ἐπιτροπῶν, τὸ ὁποῖον παραδέχονται ὅλοι οἱ κανονισμοὶ, πρέπει νὰ προηγηθῇ· διότι ἡ δημοσία συνεδρίασις ἡ πρώτη εἶναι ἐλαττωματικὴ, καθ’ ὅσον δὲν εἶναι παρὰ τυπική. Ἠξεύρετε ὅλοι ὅτι εἰς τὰ τμήματα δὲν γίνεται ἡ ἀπαιτουμένη βάσανος, ἡ ὁποία κατορθοῦται διὰ τοῦ σχεδίου μου, καὶ ἡ ὁποία νομίζω ὅτι θέλει εἶσθαι ἀποτελεσματική. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ καὶ Μίληση δὲν διευκρινίζουν ἓν πρᾶγμα, πῶς ἐννοοῦν τὰς τρεῖς διασκέψεις· ἐννοοῦν εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν νὰ ψηφίζωνται καὶ τὰ ἄρθρα καὶ τὰ καθέκαστα; ἀλλὰ τότε δὲν βλέπω κἀμμίαν διαφορὰν μεταξὺ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ τῆς τοῦ Κ. Καλλιγᾶ. Ἡ πρότασίς των ἀντεγράφη ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1848. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐκείνου ἐφαρμοσθὲν εἰς τὴν πρώτην νομοθετικὴν Συνέλευσιν ἡρμηνεύετο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον «Ἡ πρώτη διάσκεψις θέλει ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν, ἡ δευτέρα τὰ ἄρθρα καὶ τὰς τροπολογίας αὐτῶν, καὶ ἡ τρίτη τὸ σύνολον». Ἀλλ’ αὐτὰ δὲν διευκρινίζονται κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλοῦ καὶ τοῦ Κ. Μίληση, ἤθελον τὴν ἀποδεχθῆ, ἂν ἦτο δυνατὸν ἢ δι’ ἑρμηνείας, ἥτις νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ἢ διά τινος ἑτέρας προσθήκης, νὰ διασαφηνισθῇ ἡ πρότασίς των. Θεωρῶ λοιπὸν προτιμωτέραν τὴν βάσανον εἰς δύω ἰδιαιτέρας συνεδριάσεις τῶν τμημάτων, καὶ δύω δημοσίους συνεδριάσεις, παρὰ τὴν βάσανον πρῶτα εἰς τὰ τμήματα, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀποτελέσματα, καὶ κατόπιν εἰς τρεῖς δημοσίας συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ διαφωτίζωσι τὰ ζητήματα. Ὁ Κ. Καλὸς καὶ ὁ Κ. Μίλησης παραδέχονται συγχρόνως τὸν περιορισμὸν τῶν 5 ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι περιείχοντο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1848. Νομίζω, ὅτι ὁ περιορισμὸς οὗτος θέλει βλάψει παρ’ ὅτι θέλει ὠφελήσει, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· μεταξὺ τῶν κατεπειγουσῶν προτάσεων, μεταξὺ τῶν προτάσεων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὸ κατεπεῖγον ἀνεγνωρίσθη καὶ ἀνεκηρύχθη παρὰ πάντων, πολλάκις καὶ ἐξ ἄλλων προτάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς κατεπείγουσαι, καὶ δὲν πρέπει νὰ χαρακτηρισθῶσιν, ἵνα μὴ γίνεται ἑκάστοτε χρῆσις τοῦ κατεπείγοντος, μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουν τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι μὲν δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς λίαν κατεπείγουσαι, ἂν καὶ ᾖναι τοιαῦται, ὥστε ἀνάγκη νὰ συζητηθῶσι ταχέως. Καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ παρουσιάσῃ πρότασιν ὡς κατεπείγουσαν θέλουν προφασίζεσθαι τὸν περιορισμὸν τῶν πέντε ἡμερῶν, καὶ θὰ ἔχουν δίκαιον νὰ τὸ προτείνουν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸν κίνδυνον τοῦτον ἀποφεύγομεν, ἂν ὁρίσωμεν, ὅτι μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ἢ μετὰ δύο ἐπέρχεται ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις· ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας θέλει γίνεσθαι ἡ δημοσία βάσανος τῶν προτάσεων, περιορίζει τὸ ἤδη πολὺ μικρὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ὥρισε τὸ σύνταγμα, τῶν ἓξ μηνῶν· καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ περιορισμὸς οὗτος θέλει βλάψει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν παρ’ ὅτι θέλομεν τὴν ὠφελήσει. Ὅσον περισσότερος καιρὸς ἀφίνεται εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν τόσον περισσότερον συμφέρον εὑρίσκει ἡ τάξις. Ἠξεύρετε ὅλοι, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὰς ἐποχὰς ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ σώματα ἀπουσίαζον κατὰ τὸ παρελθὸν, ἡ ἔναρξις προεμηνύετο πάντοτε θορυβώδης. Κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἔλειπον τὰ βουλευτικὰ σώματα, πολλὰ πάθη συνεσωρεύοντο, τὰ ὁποῖα δι’ ἐκρήξεως ἔπιπτον κατὰ τῆς ἐξουσίας. Ἂν λοιπὸν περιορίσωμεν ἔτι μᾶλλον τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ ἐλέγχου, νομίζω, ὅτι ἔτι μᾶλλον ἐπηυξήσαμεν τὰς θυέλλας καὶ τοὺς κλονισμοὺς τῆς κοινωνίας καὶ τὰ βάρη τῆς ἐξουσίας. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ κατεπεῖγον, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἐξουσίας, ὅπως φαίνεται ἐγκαταλείπει ὁ Κ. Μίλησης καὶ ὁ Κ. Καλὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ κατεπείγοντος. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ τοῦδε τὸ σύνταγμα δύναται νὰ ὁρίσῃ, ὅτι ὡς κατεπείγουσα ἀναγνωρίζεται ἡ περίστασις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην νὰ συνδράμῃ τὸν λαὸν διὰ μίαν θεομηνίαν, δι’ ἕνα σεισμὸν ἢ πλημμύραν, ὁπότε φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ οὐδὲν πρόσκομμα εἰς τὴν πορείαν τῆς Βουλῆς. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς λοιπὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας οἱ Κύριοι οὗτοι ὑπέμνησαν, χαρακτηρίσαντες αὐτὰς ὡς κατεπειγούσας, νομίζω, ὅτι αὗται πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς περισσοτέρας συζητήσεις, παρὰ τὰ κοινὰ νομοσχέδια, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι τὸ κατεπεῖγον τῶν περιστάσεων αὐτῶν πρέπει νὰ ὁρίζηται ἀπὸ τὰ ⅘ ἢ ἀπὸ τὰ ¾ τοῦ σώματος. Εἶναι πολὺ εὔκολον εἰς τὴν Κυβέρνητιν νὰ μεταβάλλῃ ὅλα τὰ ζητήματα εἰς ζητήματα γενικοῦ συμφέροντος· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε παρουσιάσει τοιοῦτόν τι, ὁ ἔλεγχος πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ μεγαλείτερος. Οὐδὲν δὲ μέγα συμφέρον τῆς ἐπικρατείας δύναται νὰ κινδυνεύῃ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα, διότι δὲν πρέπει νὰ ὑποθέτωμεν, ὅτι θέλει ἐπικρατεῖ ἡ δυσπιστία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, ἥτις ἐπεκράτει ἄλλοτε. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, σᾶς παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ διὰ τί νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τοῦ συντάγματος τοιαύτη ἐπανάληψις τῆς δημοσίας βασάνου τῶν νομοθετημάτων, ἀφοῦ ἡ σύστασις τῆς δευτέρας Βουλῆς, τῆς ὁποίας τὴν ἔλλειψιν, νομίζει, ὅτι ἀντικαθιστᾷ ὁ περιορισμὸς οὗτος, δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν ὡριμότητα τῶν νομοθετημάτων, ἡ σύστασις τῆς δευτέρας Βουλῆς, κατὰ τοὺς θερμοτέρους ὑπερασπιστὰς αὐτῆς ἔχει σκοπὸν νὰ προλαμβάνῃ τὴν ὁρμὴν, ἥτις ἀπαντᾶται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως· διότι ἡ ὡριμότης τῶν νομοθετημάτων ἐπέρχεται μετὰ τὴν διάσκεψιν, ἥτις προηγεῖται δι’ ἐπιτροπῆς διοριζομένης παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτροπῆς διοριζομένης ἐξ εἰδημόνων ἐπιστημονικῶν ἀνθρώπων, εἰς τοὺς ὁποίους συνήθως ἡ Κυβέρνησις προτείνει τὰ νομοσχέδια· ἔχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν προτάσεις παραδοξολόγους, διότι πᾶσα πρότασις κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθυπέβαλλον, ὑπάγεται εἰς τὴν διάσκεψιν τῶν τμημάτων, οὐδὲ θὰ ὑπάρχῃ ἐκείνη ἡ συῤῥοὴ τῶν τροπολογιῶν τῶν προτάσεων, ἥτις ἐφάνη εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην. Τόσον εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἡ δευτέρα Βουλὴ δὲν ἔχει σκοπὸν τὴν ὡριμότητα τῶν συνεδριάσεων, καθόσον ὁ θεμελιώδης νόμος ὅλων τῶν κρατῶν, καθὼς βλέπετε, συζητεῖται εἰς ἓν μόνον συνέδριον, καὶ εἰς μίαν μόνον δημοσίαν συνεδρίασιν. Ἑπομένως ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν ταύτην, ὅτι οἱ πλέον θεμελιώδεις, οἱ πλέον σπουδαῖοι νόμοι ἐσυζητήθησαν ἄνευ βασάνου εἰς μίαν συζήτησιν δημοσίαν, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα τοσοῦτον ἀπαιτητικοὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν νόμων καὶ προτάσεων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ σύστασις τῆς δευτέρας Βουλῆς δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν, ἐπαναλαμβάνω, παρὰ τὴν ἀναχαίτισιν τῆς ὁρμῆς, ἥτις δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ πρώτου σώματος, φρονῶ, ὅτι δύο δοκιμασίαι εἰς τὰ τμήματα καὶ δύω εἰς γενικὴν συνεδρίασιν ἀρκοῦσι πρὸς τὴν ὡριμότητα καὶ τὴν ταχύτητα τῶν διασκέψεων, ἅτινα πρέπει νὰ ᾖναι ὁ κύριος σκοπὸς τῶν κανονισμῶν.
§30ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. (Εἰσηγητής). Ἤκουσα μεθ’ ἐπιστασίας τῶν προαγορευσάντων, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐγενόμην ἐκλεκτικὸς, ἀφοῦ ἤκουσα ἀμφοτέρων τὰς γνώμας, ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ Κ. Ἰάλεμος εἶπεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Κ. Καλλιγᾶς ὑπέβαλεν ἐκ κουφότητος τὴν πρότασίν του· ἐξ ἐναντίας ἐγὼ θεωρῶ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ λίαν σπουδαίαν, καθόσον προκειμένου περὶ νομοθετημάτων, δὲν πρέπει ἐκ συναρπαγῆς νὰ ψηφίζωνται αὐτὰ, διότι τὸ ταχέως ἀποφασίζειν, κατὰ τὸν μέγαν Τάκιτον, εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸν τῶν βαρβάρων «Barbaris cunctatio, servilis; statim exsequi, regium videtur». Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον πείθομαι εἰς τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ τρεῖς διάφοροι συνεδριάσεις εἰσὶν ἀναγκαῖαι εἰς προμελέτην καὶ προδιάσκεψιν ὅπως καταρτισθῇ νομοσχέδιόν τι, ὅσῳ ἔλαβον ἀτυχῶς πεῖραν ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ Συνελεύσει, ὁπόσον ὀλέθριον τὸ σπεύδειν τὰς ἀποφάσεις. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ εἶναι λίαν σπουδαία, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου οὐδὲ ἡ ἔνστασις τοῦ Κυρίου Μίληση εἶναι ἀναξία τῆς προσοχῆς ὑμῶν. Διότι πραγματικῶς δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι περιστάσεις, καθ’ ἃς νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀνάγκη τοῦ κατεπείγοντος, οἷα ἐν παραδείγματι, τὸ νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν κήρυξιν πόλεώς τινος εἰς κατάστασιν πολιορκίας, ἐν καιρῷ στάσεως ἐμφυλίου, ἢ ἐξωτερικοῦ πολέμου, πρόδηλον, ὅτι ἓν τοιοῦτον νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ περιμείνῃ τὴν τριπλῆν ἀνάγνωσιν εἰς τρεῖς διαφόρους ἡμέρας, διότι ἐξ οἰκείας φύσεως τὸ τοιοῦτον εἶναι μάλα κατεπεῖγον. Ἐλανθάσθη ὅμως ὁ Κύριος Καλλιγᾶς εἰπὼν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἀγγλίας οὐδέποτε νομοσχέδιον διὰ τῆς τριττῆς ἀναγνώσεως καταρτίζεται ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει· πλεῖστα ὅσα bills ὑπάρχουσι περὶ τοῦ ἐναντίου μαρτυροῦντα, ὡς ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει γενόμενα διὰ τριῶν ἀλλεπαλλήλων ἀναγνώσεων· τὸ δ’ ἔθιμον τοῦτο, τὸ πάλαι μὲν εἰσαχθὲν διὰ τὸν λόγον ὃν εἶπεν ὑμῖν ὁ Κύριος Καλός, τῆς περὶ τὰ γράμματα δηλονότι ἀμαθείας τῶν πλείστων Βουλευτῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἐμορφοῦτο τὸ σύνταγμα ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐξακολουθεῖ ἔτι καὶ νῦν ἰσχῦον διὰ τὸ ὡριμώτερον τῆς σκέψεως· ἡ δὲ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ τρόπος τῆς τριπλῆς ἀναγνώσεως, ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, εἶναι κατὰ πολὺ προτιμώτερος τοῦ τῆς διαιρέσεως τῆς Βουλῆς εἰς τμήματα, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος τοῦ προεξεργάζεσθαι τὴν νομοθετικὴν πρότασιν ἐν εἰδικῇ ἐπιτροπῇ, εἶναι πολὺ κρείττων τοῦ παραπέμπειν πᾶσαν πρότασιν εἰς τὴν δῆθεν προεξεργασίαν τῶν τμημάτων· ἐπικαλοῦμαι τὴν πεῖραν ἣν ἔσχεν ἤδη ἡ ἡμετέρα Συνέλευσις. Ἐρωτῶ, ποία ἐργασία ἐμβριθὴς ἐγένετό ποτε ὑπὸ τῶν τμημάτων; Εἰ δέ ποτε εἰσηγηταὶ, ὅπερ σπανιώτατον, ἐξελέχθησαν ὑπ’ αὐτῶν, ὁποῖον τάχα ὡρίμασαν ἔργον, καὶ ἔφεραν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως; ἀπεναντίας δὲ ὁσάκις διωρίσθη ἐπιτροπὴ, καὶ τὸ ἔργον καλῶς ἐπεραιώθη, καὶ ἐπῆλθεν ἔκθεσις πρὸς τὴν Συνέλευσιν, καὶ ἐπ’ αὐτῇ σπουδαία ἐχώρησε συζήτησις. Προτιμότερον λοιπὸν εἶναι καὶ ἡ μέλλουσα Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὸ σύστημα τῶν ἐπιτροπῶν, παρὰ ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ σύστημα τῶν τμημάτων· τὰ τμήματα ἐφεῦρε πρώτη ἡ Γαλλία, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, διότι ἐκεῖ εἶχον ἱστορικὸν ταῦτα τοῦ εἶναι λόγον, ὡς ἀπομνημονεύοντα τὴν εἰς τρεῖς τάξεις, τοῦ κλήρου, τῶν εὐγενῶν καὶ τοῦ λαοῦ, διαίρεσιν τῆς κοινωνίας. Ἄλλα, Κύριοι, οὐδὲ συμφέρει, οὐδὲ πρέπει νὰ προδικάσωμεν ἀπὸ τοῦδε περὶ τοῦ μέλλοντος κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς νὰ συντάξῃ τὸν κανονισμὸν αὐτῆς, καὶ ἂν ὁ κανονισμὸς δὲν εὑρεθῇ ὀρθὸς, δὲν κριθῇ κατάλληλος, καὶ εἰς τὸ μέλλον ἡ Βουλὴ νὰ δύνηται νὰ τροπολογήσῃ αὐτόν. Σᾶς εἶπον τόσα, ὥστε πιστεύω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ συμπεράνω· πρὸς τοῦτο συνέταξα ὑποτροπολογίαν, συνέταξα τὸ ἄρθρον αὐτὸ κατ’ ἴδιον τρόπον, ἀφίνων, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐπεξεργασίας τῶν νομοσχεδίων. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὰ συνήθη νομοσχέδια, ἐκεῖνα δηλονότι, τὰ ὁποῖα δὲν κινδυνεύουσι ἂν ἀναβληθῶσι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἂν ἀπεδέχθη τὸ σύστημα τοῦτο ἡ Ἀγγλία, ἡμεῖς ὀφείλομεν ἔτι μᾶλλον νὰ τὸ ἀσπασθῶμεν, διότι ἐσμὲν πολὺ τῶν Ἄγγλων ζωηρότεροι.
§31ΚΑΛΟΣ. Ἀντὶ τῆς λέξεως καταρτίζεται προτιμωτέρα εἶναι ἡ λέξις ψηφίζει, διότι κατάρτισις νομοσχεδίου λέγεται, ὅταν ὅλα τὰ
§32ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι σύνολον ἐξ ἄρθρων συγκροτούμενον, ἀλλ’ ἔστω, οὐδὲν νομοσχέδιον ὁριστικῶς ψηφίζεται ἂν δὲν ψηφισθῇ ἄρθρον κατ’ ἄρθρον, κατὰ τρεῖς ἐπανειλημμένας καὶ διαφόρους συνεδριάσεις.... Πολὺ δ’ ὀρθῶς ὁ Κύριος Μίλησης περιορίζει τὸν κύκλον τοῦ κατεπείγοντος εἰς μόνα τὰ δημοσίου συμφέροντος νομοσχέδια· διότι ἄλλων νομοσχεδίων ἡ ἀναβολὴ δὲν παρέχει κίνδυνον εἰς τὸν τόπον· τὸ ψήφισμα λόγου χάριν περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Φεβρουαρίου ὑπουργῶν τοῦ Ὄθωνος, τὸ περὶ ἀποσφραγίσεως τῆς ἀλληλογραφίας αὐτοῦ καὶ ἄλλα τινὰ τοιαῦτα, οὐδόλως εἶχον τὸ κατεπεῖγον, διότι καὶ ἂν μὴ ἐψηφίζοντο ἀμέσως οὐ μόνον δὲν ἐκινδύνευεν ἡ πολιτεία, ἀλλὰ καὶ ἡ Συνέλευσις ὡς πρὸς τὴν κοινὴν τοῦ κόσμου γνώμην ἐκέρδαινεν. Οὕτω πως λοιπὸν συνταττομένου τοῦ ἄρθρου, νομίζω ὅτι ἀποφεύγομεν καὶ τὴν πολυλογίαν, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὰς διαφόρους προτάσεις, καὶ τὴν οὐσίαν ὅλων ἐν μιᾷ καὶ μόνη περιλαμβάνομεν.
§33ΜΙΛΗΣΗΣ. Μόνον δύο λέξεις θά προσθέσω, ἀπαντῶν εἰς τὰς γενομένας ἐνστάσεις κατὰ τῆς τροπολογίας μου. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐπολέμησεν ἰδίως τὸ κατεπεῖγον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μέρος τῆς προτάσεώς μου, ἀλλ’ ὁ Κύριος Καλὸς καὶ ὅλοι οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἀντέκρουσαν εὐστόχως τὰς ἰδέας αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀνασκευὴν αὐτῶν· ἄλλως τε εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐπείσθητε ἤδη ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς καὶ περὶ τούτου, καθ’ ὅσον ἡ φύσις τῶν πραγμάτων δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ δι’ αὐθαιρέτων διατάξεων. Μὴ ὁρίζοντες τὶ περὶ τοῦ κατεπείγοντος, δὲν θ’ ἀποκλείσωμεν βεβαίως διὰ τούτου τὰς κατεπειγούσας περιστάσεις, ἀλλὰ θὰ δείξωμεν καθαρὰν ἀπρονοησίαν. Δύο συστήματα ὑπάρχουν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ κηρύττεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ κατεπεῖγον· οἱ μὲν προτείνουν οὐ μόνον νὰ ᾖνε ἐντελῶς ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτιμᾷ ἑκάστοτε τὴν φύσιν τοῦ κατεπείγοντος, οἱαςδήποτε φύσεως καὶ ἂν ᾖνε ἡ πρότασις, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ εἰς αὐτὴν καὶ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ κηρύσσεται τὸ κατεπεῖγον, λέγοντες ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τῷ ἰδίῳ αὑτῆς κανονισμῷ πρέπει νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τοῦτον. Οἱ δὲ ἄλλοι θέλουν νὰ δεσμεύσουν τὴν Βουλὴν ἀποκλείοντες ἀπὸ τῆς κρίσεώς της τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κατεπείγοντος καὶ κανονίζοντες ἐκ τῶν προτέρων πότε μία πρότασις εἶνε κατεπείγουσα. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν ψῆφόν σας, ἀκολουθεῖ τὴν μέσην ὁδόν· πρῶτον ὁρίζει γενικόν τινα χαρακτηρισμόν, τὸν ὁποῖον πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ ἔχῃ, διὰ νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα, τουτέστιν ὅτι πρέπει νὰ ἀφορᾷ δημόσιον συμφέρον· οὕτως ἡ κρίσις τοῦ κατεπείγοντος δὲν μένει ἐντελῶς εἰς τὴν αὐθαίρετον ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς. Μὴ μοῦ ἀντιτάξῃ δὲ κανείς, Κύριοι, ὅτι πολλοὶ νόμοι δύνανται νὰ κηρυχθοῦν παραλόγως ὡς ἀφορῶντες δημόσιον συμφέρον, διότι τότε μοῦ ἀντιτάσσει τὴν κατάχρησιν, ἀλλὰ μὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἠμπορεῖ τις νὰ καταστρέψῃ ὅλας τοῦ Συντάγματος τὰς διατάξεις, διότι ὅλαι ἠμποροῦν νὰ παραβιασθοῦν. Ἀφοῦ ὅμως τίθεται ὁ γενικὸς οὗτος περιορισμός, ἀφίνεται κατόπιν ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ κατὰ τὰς περιστάσεις περὶ τοῦ κατεπείγοντος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἐκ τῶν προτέρων πρᾶγμα ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς φύσεως τῶν περιστάσεων. Δὲν δύνασθε ἐκ προοιμίων νὰ προΐδητε τὰς περιστάσεις διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ εἴπητε, ὅτι εἰς ταύτην τὴν εἰδικήν, τὴν συγκεκριμένην περίστασιν, τὸ νομοσχέδιον εἶνε κατεπεῖγον, διότι δὲν εἶσθε προφῆται· εἶσθε λοιπὸν ἠναγκασμένοι ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς τῶν πραγμάτων νὰ ἀφήσητε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τί ὅμως πρέπει νὰ πράξητε; Νὰ ζητήσητε ἐγγυήσεις ἐκεῖ ὅπου δύνασθε νὰ τὰς λάβητε, δηλαδὴ εἰς τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Βουλὴ, κηρύττουσα τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον. Ἐντεῦθεν καθίστανται λίαν ἀναγκαῖαι αἱ διατάξεις τοῦ ἑπομένου ἄρθρου τῆς τροπολογίας μου, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἐξελεγχθῇ, θὰ ἐξευρεθῇ καὶ θὰ κηρυχθῇ τὸ κατεπεῖγον. Τί ὁρίζει τὸ ἄρθρον τοῦτο; Ἡ πρότασις, λέγει, περὶ τοῦ κατεπείγοντος, πρέπει νὰ παραπέμπεται εἰς ἰδίαν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν, νὰ ὁρισθῇ δὲ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν κτλ. Γνωρίζετε τὰς κατὰ μέρος διατάξεις τοῦ ἑπομένου ἄρθρου καὶ εἶνε περιττὸν νὰ τὰς ἐπαναλάβω. Διὰ τῶν διατάξεων τούτων ποίαν ἐγγύησιν ἔχετε; τοῦ νὰ μὴ ἀποφασίζηται ἐκ συναρπαγῆς τὸ κατεπεῖγον. Αἱ διατάξεις δὲ αὗται εἶναι ἀπαραίτητοι, καὶ πρέπει νὰ καθιερωθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἐὰν ἀφήσητε τὴν βουλὴν ἐλευθέραν νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ κηρύττῃ τὸ κατεπεῖγον, ἐνθυμηθῆτε, ὅτι, καὶ ἐὰν ἐγγράψῃ ἡ βουλὴ εἰς τὸν κανονισμόν της ὀρθὰς διατάξεις περὶ τούτου, θὰ τὰς παραβιάζῃ εἰς πᾶν βῆμα, ὅπως ἡμεῖς, ὅπως πᾶσα βουλὴ πολλάκις παραβιάζει τὸν ἴδιον αὑτῆς κανονισμόν· ἄλλως τε δύναται εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ νομίμως νὰ τὰς μεταβάλῃ. Ὅπως λοιπὸν ἡ συντακτικὴ συνέλευσις ὁρίζει ἐν τῷ Συντάγματι γενικάς τινας κανονιστικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας θεωρεῖ σπουδαίας καὶ σωτηρίους, τοιουτοτρόπως ὀφείλει, καθιεροῦσα τὴν τριπλῆν ἀνάγνωσιν καὶ ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων καὶ τὸ κατεπεῖγον, νὰ ὁρίσῃ ἐν τῷ συντάγματι καὶ τὰς ἀναγκαίας κανονιστικὰς διατάξεις, δι’ ὧν θὰ κανονίζηται τὸ κατεπεῖγον. Σᾶς παρακαλῶ δὲ ἐπὶ τέλους νὰ ἐνθυμηθῆτε, Κύριοι, ὅ,τι καὶ εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου εἶπον, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος τοῦ 1848, ἀντιγραφεῖσαι λέξιν πρὸς λέξιν, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται συνεζητήθησαν ἐκεῖ παρ’ ἀνδρῶν εἰδημόνων, ὅτι ἐθεωρήθησαν σωτήριοι καὶ οὐδεμία ὑψώθη κατ’ αὐτῶν φωνὴ ἐν τῇ συντακτικῇ ἐκείνῃ συνελεύσει, ἥτις ὡς πρὸς τὰ φῶτα ἦτο ὑπερτέρα ὅλων τῶν Συνελεύσεων τῆς Εὐρώπης.
§34ΖΕΡΒΑΣ. (θόρυβος).
§35ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ ἐφωτίσθημεν.
§36ΖΕΡΒΑΣ. Εἶμαι ἐναντίος τοῦ κατεπείγοντος· δὲν ἠμπορεῖτε Κ. Πρόεδρε, νὰ μὲ ἀρνηθῆτε τὸν λόγον.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§40ΖΕΡΒΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀποκλείσητε τὸν πληρεξούσιον νὰ ἀναπτύξῃ τὴν γνώμην του.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ὡς πρὸς τὰς τροπολογίας, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς προτάσεις.
§42ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἄρθρον εἶνε σπουδαῖον καὶ ἂν ὁμιλήσουν ἀκόμη δύω δὲν βλάπτει.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνώσω πρῶτον τὰς τροπολογίας. Τοῦ Κ. Σαριπόλου· «οὐδὲν νομοσχέδιον καταρτίζεται ὁριστικῶς ἂν δὲν ψηφοφορηθῇ ἄρθρον κατ’ ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν καὶ εἰς τρεῖς διαφόρους ἡμέρας, ἐξαιρέσει ἐκείνων ἅτινα ἤθελον κηρυχθῆ κατεπείγοντα λόγῳ δημοσίου συμφέροντος, καὶ ἀφοῦ προεξετασθῶσιν ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐπὶ τούτῳ ἐκλεγομένης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ συνταττούσης ἔκθεσιν περὶ τοῦ «κατεπείγοντος.» Τοῦ Κ. Ζέρβα «οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν οὔτε ψηφοφορεῖται ἂν δὲν ἀναγνωσθῇ, ἀναπτυχθῇ καὶ συζητηθῇ εἰς τρεῖς συνεδριάσεις, διακεκομμένας ἀπ’ ἀλλήλων πέντε τοὐλάχιστον ἡμέρας.
§44ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ Ζέρβας τὸ κατεπεῖγον δὲν τὸ παραδέχεται.
§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ πρότασίς σας, Κύριε Ζέρβα, εἶναι ἀπαράλλακτος μὲ τὴν τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν τὴν ἀντεγράψατε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ Κ. Καλλιγᾶ «οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν, ἂν δὲν ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας.»
§47Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε, ὅτι ὑπάρχουν μερικαὶ ἰδέαι αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀναπτυχθοῦν.
§48ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς ἐγένετο ἀνεπτυγμένη συζήτησις· μόνον θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἥτις ὑποστηρίζει τὴν βάσιν καὶ διόρθωσιν τοῦ νομοσχεδίου (θόρυβος) ὅ,τι εἶπεν ὁ Κ. Ζέρβας τὸ ὑπεστήριξαν ὅλοι καὶ Καλλιγᾶς καὶ Καλὸς καὶ Μίλησης· εἶναι δηλ. ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς νὰ εἰσάγωνται τρεῖς φοραῖς τὰ νομοσχέδια.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογίαι τοῦ Κ. Μίληση καὶ Καλοῦ· «οὐδὲν νομοσχέδιον δύναται νὰ ψηφισθῇ ὁριστικῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰμὴ μετὰ προεξέτασιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ μετὰ τρεῖς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ χωριζομένας ἀπ’ ἀλλήλων διὰ χρονικοῦ διαστήματος οὐχὶ βραχυτέρου τῶν 5 ἡμερῶν. Ἐξαιροῦνται τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς κηρυττόμενα κατεπείγοντα ἕνεκα γενικοῦ συμφέροντος, δυναμένου νὰ πάθῃ ἐκ τῆς ἀναβολῆς. Ὁ Κ. Μίλησης προσθέτει καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ κατεπεῖγον ἀλλ’ εἰς ἰδιαίτερον ἄρθρον τὰ ἑξῆς.
§50ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατόπιν περὶ τούτου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μίληση, τοῦ Κ. Καλοῦ.
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τὸ κατεπεῖγον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεπτύχθη.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμίλησαν περὶ τούτου ὁ Κ. Ἰάλεμος, ὁ Κ. Καλλιγᾶς....
§54ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον συνδεόμενον μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως περὶ τῆς διαρκείας τῆς Συνόδου, τῶν Σωμάτων. Εἶναι δὲ ἀνάγκη ν’ ἀναπτυχθῇ, διότι ἡ ἀπόφασίς σας θέλει ἔχει μεγάλας συνεπείας ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, μὴ ἐναπολειπομένου εἰς τὴν βουλὴν τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου ὡς ἐκ τῆς ὁρισθείσης ἐν τῷ πολιτεύματι ἀνωτάτης προθεσμίας, τῆς διαρκείας ἑκάστης συνόδου. (θόρυβος).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χωρίζομεν τὴν τακτικὴν συζήτητιν ἀπὸ τὴν περὶ τοῦ κατεπείγοντος. Τροπολογία τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου. Ἄρθρ. 58. Οὐδὲν νομοσχέδιον, πλὴν τῶν κατεπειγόντων, ψηφίζεται, πρὶν ἢ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ γνωμοδότησιν ἐπιτροπῆς ἐπὶ τούτῳ διωρισμένης· πάντα τὰ νομοσχέδια ψηφοφοροῦνται ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Ἡ Βουλὴ ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ προκαλῇ κατά τινα προσεχῆ συνεδρίασιν δευτέραν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν σπουδαίων νομοσχεδίων, ψηφισθέντων ἤδη.
§56ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ νομίζετε ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν διαφέρει (θόρυβος).
§57ΖΕΡΒΑΣ. Θὰ ἀποδείξω ὅτι τὸ κατεπεῖγον ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ.
§58Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δύναμαι νὰ ὁμιλήσω, Κύριε Πρόεδρε;
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τί;
§60ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Διὰ νὰ ἀγορεύσῃ ὁ Κ. Ζέρβας.
§61ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ἂς ἀγορεύσουν Κ. Πρόεδρε (θόρυβος).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπέρχεται σύγχυσις, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§63ΠΟΛΛΟΙ. Πάλιν συζήτησις;
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι συγκεχυμέναι αἱ ἰδέαι.
§65ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι πολὺ σπουδαῖον. (θόρυβος). Μὴ φωνάζετε, Κύριοι· νὰ ἐξηγηθῶμεν ὀλίγον καθαρά. Ἐπειδὴ κανονιστικὰς διατάξεις τῶν βουλῶν εἰσάγομεν εἰς τὸ σύνταγμα, τοὐτέστι τὰς καθιστῶμεν παγίους καὶ ἀμεταβλήτους, τότε ἀνάγκη πᾶσα ταυτοχρόνως νὰ σκεφθῶμεν μήπως δεσμεύσωμεν (θόρυβος). Λοιπὸν κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ τὴν πλειοψηφίαν νὰ μὴ κλείσῃ τὴν συζήτησιν, διότι τοιαύτη ἀπόφασις θὰ παρεξηγηθῇ.
§67ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ κλείσουν τὴν συζήτησιν, ἐπιθυμῶ ν’ ἀναπτυχθῶσιν ὅλαι αἱ γνῶμαι, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ τίθεται μία τάξις εἰς τὴν συζήτησιν, αἱ παρατηρήσεις νὰ μὴν ἐπέρχωνται μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως· ἀλλ’ ὁσάκις θέλουν τὸν λόγον καὶ ἔχουν διαφορετικὰς ἰδέας νὰ ἔρχωνται πρὶν ἡ Συνέλευσις ἀποφανθῇ· τόσῳ δὲ περισσότερον, Κ. Πρόεδρε, καθόσον ἐδῶ βλέπετε, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου ὑπεβλήθησαν διάφοροι προτάσεις. Αἱ προτάσεις ὅμως αὐταὶ, Κύριε Πρόεδρε, στηρίζονται εἰς δύω γενικὰς ἀρχὰς, ἡ μία εἶναι, ἥτις ἐπιθυμεῖ τὴν ἐπανάληψιν τῆς συζητήσεως τρὶς, ἡ δὲ ἄλλη νὰ γίνεται ἀπὸ τὰ τμήματα, ἐζήτησα καὶ ἐγὼ τὸν λόγον καὶ δὲν μοὶ ἐδόθη.
§68ΖΕΡΒΑΣ. Τρεῖς θεμελιώδεις ἀρχαὶ ἐτέθησαν ὑπὸ συζήτησιν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν, τῶν τμημάτων, τοῦ κατεπείγοντος καὶ τῆς διαρκείας τῆς συζητήσεως. Ἐκ τῶν τριῶν αὐτῶν νομίζω, ὅτι αἱ δύω εἶναι ὅλως διόλου περιτταὶ, καὶ ὅτι ἁπλῶς καὶ καθαρῶς πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν μίαν δι’ οὓς λόγους ἀκολούθως θὰ ἐκθέσω· τὸ δὲ νὰ θέσωμεν εἰς διάταξιν τοῦ συντάγματος διαδικασίαν, ἢ, κάλλιον εἰπεῖν, μίαν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν τῶν εἰσαγομένων νομοσχεδίων εἶναι ὅλως διόλου ἄτοπον, διότι τοῦτο θὰ διαταχθῇ, ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐπίσης, Κύριοι, καὶ διὰ τὸ κατεπεῖγον ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐκ τούτου δεικνύεται τὸ κατεπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ νομοσχέδιον μὴ ἔχον τὸ κατεπεῖγον, ἐκ τοῦ νὰ μὴ διευθύνεται εἰς ἰδιαιτέραν προπαρασκευήν. Τί λέγομεν; πρέπει νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ συζητηθῇ, ἐὰν δὲν ᾖναι κατεπεῖγον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ τμήματα. Λοιπὸν οὐδὲ πρέπει νὰ γείνῃ λόγος περὶ τμημάτων, εἶναι ἴδιον τοῦ κανονισμοῦ τοῦ σώματος. Τὸ κατεπεῖγον ὅμως, ὅπως τὸ φέρουν οἱ ΚΚ. σήμερον, δίδουν μίαν ἄλλην σημασίαν· θεωροῦν κατεπεῖγον τὴν συζήτησιν πλέον, ὄχι ἂν πρέπῃ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν προπαρασκευήν. Ἡ πεῖρα, Κύριοι, ἡ πολυχρόνιος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου μᾶς ἐφώτισε πολὺ κατὰ τοῦτο, νὰ ἐννοήσωμεν τί θὰ εἴπῃ κατεπεῖγον καὶ μὴ, καὶ διατί ἐγένετο κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, Κύριοι, τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Μίληση καὶ Καλοῦ, καθὼς καὶ τοῦ Κ. Σαριπόλου, ὅτι δῆθεν τὸ σῶμα νὰ μὴ δεσμευθῇ καὶ νὰ δύναται νὰ κηρύξῃ ἓν νομοσχέδιον κατεπεῖγον, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὅλα τὰ νομοσχέδια μέχρις ἑνὸς, ὅταν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ τὰ κηρύξῃ κατεπείγοντα. Τὰ ὑπουργεῖα ἔχουν τόσην εὐρυΐαν, ὥστε ἂν δὲν ἠμπορέσουν νὰ εἰσάξουν τὸ κατεπεῖγον διὰ τῆς θύρας, τὸ εἰσάγουν διὰ τοῦ παραθύρου, καὶ ἂν δὲν δυνηθοῦν ἀπὸ τὴν ὀροφήν. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐπιστήσητε πολὺ τὴν προσοχήν σας. Ὁ σκοπὸς τοῦ νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν συζήτησιν ποῖος εἶναι; ἐδῶ πρέπει νὰ σκεφθῆτε. Εἰς ἐμὲ θὰ ἦτο ὅλως διόλου ἀδιάφορον, ἢ θέλω ἀφήσει τὸν καιρὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸν προσδιορίσῃ, ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγμάτων ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι θέλομεν σήμερον νὰ ἐξασφαλίσωμεν διὰ τοῦ καιροῦ αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον προσδιορίζομεν, τὸν καιρὸν τῆς σκέψεως τοῦ Βουλευτοῦ νὰ ἔλθῃ μὲ ὥριμον σκέψιν νὰ ψηφοφορήσῃ, καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς μίαν πλειοψηφίαν μιᾶς τυχὸν Βουλῆς κομεστάτης ἢ σαβούρας νὰ δύναται κάθε ἡμέραν νὰ ἀποκλείσῃ τὴν μειοψηφίαν διὰ τοῦ κατεπείγοντος, αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον θέτομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ ἓν νομοσχέδιον εἰς τρεῖς συζητήσεις καὶ ἀναπτύξεις· διότι τότε, ὅταν ᾖναι ἀπαραβίαστος θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ ἡ πλειοψηφία καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν μειοψηφίαν, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν δεῖνα δημοσίαν ἀνάγκην εἶναι κατεπεῖγον, ἢ ὄχι. Ἐὰν ᾖναι κατεπεῖγον, θὰ ὑποστῇ τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν διὰ τὴν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν καὶ ὄχι ὅπως ὁ Κ. Μίλησης εἶπεν, ἐὰν ᾖναι κατεπεῖγον νὰ σταλῇ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν νὰ ἀποφασίσῃ τὸ κατεπεῖγον. Ποῦ εἶναι λοιπὸν τώρα τὸ κατεπεῖγον; Ἐγὼ σοῦ λέγω, Κύριε Μίληση, ὅτι τὸ κρατεῖ ἡ ἐπιτροπὴ 10 ἡμέρας καὶ σοῦ λέγει ἀκόμη, ὅτι δὲν ἐσκέφθη ἐὰν ᾖναι κατεπεῖγον· ποῦ ὑφίσταται τώρα τὸ κατεπεῖγον; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ χρόνος ὁ προσδιωρισμένος εἰς τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν Βουλευτὴν τῆς μειοψηφίας διὰ νὰ ἔχῃ τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ καλῶς τὸ νομοσχέδιον, νὰ μάθῃ ἡ κοινωνία τὸ περιεχόμενον, ν’ ἀποφανθῇ ὁ τύπος, καὶ ὅταν τὰ πάντα ὡριμάσωσι νὰ ἔλθῃ ὑπὸ ψηφοφορίαν· διότι ἄλλως μία πλειοψηφία ὅλα τὰ νομοσχέδια, καὶ τί τὰ θέλετε τὰ προηγούμενα; τὸν ἑαυτόν μας πάρετε παράδειγμα. Σᾶς βεβαιῶ, ὅλα τὰ κατεπείγοντα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν ἐδῶ, δὲν ἦσαν τοιαῦτα· ποία ἐκ τῶν ἀποφασισθεισῶν προτάσεων ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ κράτος ἐχάνετο ἐὰν δὲν ἐψηφίζετο; Λοιπὸν ὁ σκοπὸς εἶναι αὐτὸς ὅπου σᾶς εἶπον, ἑπομένως κατεπεῖγον δὲν ἠμπορεῖ κατ’ ἐμὴν ἰδέαν νὰ ὀνομασθῇ κἀνὲν νομοσχέδιον. Θὰ μὲ εἰπῆτε διατί; ἂς μοῦ εἰπῇ ὁ ἄλλος διατί εἶναι κατεπεῖγον.
§69ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ ἀφομοίωσις εἶναι κατεπείγουσα;
§70ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν τὴν ἐφέραμεν ὡς κατεπείγουσαν (θόρυβος). Λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι κἀνὲν νομοσχέδιον δὲν εἶναι κατεπεῖγον. Τὰ νομοσχέδια τί ἐμπεριέχουν; πρὸ πάντων ἀφορῶσι τὴν διάταξιν τῆς εἰσπράξεως ἢ πληρωμῆς. Δὲν πιστεύω, κύριοι, φέρετέ μου ἓν νομοσχέδιον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐμπεριλαμβάνηται ἡ πληρωμὴ, ἡ εἴσπραξις· μία ἐξουσία καὶ ἓν κατάστημα νὰ συστήσῃ τί ἄλλο εἶναι ἢ πληρωμή; Τί θὰ εἴπῃ, ὅταν ἀποφασισθῇ δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου τὸ σῶμα νὰ συστήσῃ μίαν οἰκοδομήν; Ἀποφασίζει τὴν οἰκοδομήν. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ νομοσχέδιον κατεπεῖγον, ὅπως τὸ ἐνόησαν οἱ προτείνοντες· τὸ κατεπεῖγον συνίσταται εἰς τὸ νὰ μὴ σταλῇ, δὲν τὸ θεωροῦν ἄξιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν καὶ τὸ φέρουν ὑπὸ συζήτησιν. Ἡμεῖς λοιπὸν ἐδῶ θέλομεν, ὥστε ῥητῶς καὶ καθαρῶς νὰ μὴ δεσμευθῇ ποτε ἡ σκέψις τῆς μειοψηφίας τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, καὶ πρέπει νὰ εἴπῃ ῥητῶς, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι αὐτὸς ὁ καιρὸς δοσμένος· διότι ἄλλως τὰ πάντα θὰ ᾖναι κατεπείγοντα, καὶ εἶναι ματαία αὕτη ἡ διάρκεια.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰαλέμου, ἀναπτυχθεῖσαν καὶ ὑποστηριγμένην. Ἄρθρον 58. Τῆς ἐπιψηφίσεως ἑκάστου νομοσχεδίου προηγεῖται ἡ ἑξῆς δοκιμασία. Ὁ ὑποβάλλων αὐτὸ ὑπουργὸς ἢ βουλευτὴς καταθέτει τοῦτο εἰς τὸ προεδρεῖον, δὲν καθυποβάλλεται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν εἰμὴ ἀφοῦ παραπεμφθὲν εἰς τὰ τμήματα, τρία τοὐλάχιστον αὐτῶν ἀποφανθῶσιν ὅτι δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τοῦ σώματος, ὅπερ ἀκολούθως ἐν γενικῇ συνεδριάσει ἀποφαίνεται περὶ τούτου. Ἂν τὸ νομοσχέδιον κριθῇ ἄξιον συζητήσεως, παραπέμπεται ἐκ νέου εἰς τὰ τμήματα, ἐπανερχόμενον, μετὰ τὴν ἁρμοδίαν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῶν, εἰς τὴν γενικὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἀποφαινομένης ὁριστικῶς ἐπί τε τῆς ἀρχῆς τῶν καθέκαστα καὶ τοῦ συνόλου. Ἡ παράβασις τῆς τάξεως ταύτης δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἤθελε προκαλέσει θεομηνία, ἢ ἄλλαι ἔκτακτοι περιστάσεις· ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν ἀπαιτεῖται τοὐλάχιστον ἡ ψῆφος τῶν τεσσάρων πέμπτων τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι τοῦ Κ. Ἰαλέμου, ὑποστηριζομένη καὶ ὑπὸ τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ.
§73ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πλὴν τοῦ τελευταίου κώλου, τὸ ὁποῖον λέγει «ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν περίπτωσιν κλ.»
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφόν σας τὰς προτάσεις ἀλληλοδιαδόχως, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα. Τροπολογία τοῦ Κ. Σαριπόλου· οὐδὲν νομοσχέδιον καταρτίζεται ὁριστικῶς, ἂν δὲν ψηφοφορηθῇ ἄρθρον κατ’ ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν καὶ εἰς τρεῖς διαφόρους ἡμέρας, ἐξαιρέσει ἐκείνων, ἅτινα ἤθελον κηρυχθῆ κατεπείγοντα, λόγῳ δημοσίου συμφέροντος, καὶ ἀφοῦ προεξετασθῶσιν ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐπὶ τούτῳ ἐκλεγομένης ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ συνταττούσης ἔκθεσιν περὶ τοῦ κατεπείγοντος»· οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι) ἀπεῤῥίφθη. Τροπολογία τοῦ Κ. Ζέρβα. «Οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν οὔτε ψηφοφορεῖται, ἐὰν δὲν ἀναγνωσθῇ, ἀναπτυχθῇ καὶ συζητηθῇ εἰς τρεῖς συνεδριάσεις διακεκομμένας ἀπ’ ἀλλήλων, τοὐλάχιστον 5 ἡμέρας». Αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν ἀποκλείει τὸ κατεπεῖγον, ἀλλὰ λύει ὁριστικῶς τὸ κύριον ζήτημα, καὶ κατόπιν ἔχομεν προτάσεις περὶ τοῦ κατεπείγοντος.
§75ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλλιγᾶ εἶναι ἡ πασῶν ἀπωτέρα, διότι ἡ παραδοχὴ αὐτῆς ἀποκλείει ὅλας τὰς ἄλλας. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλλιγᾶ θέτει ὡς ἀρχὴν, ὅπως ὅλαι αἱ ἄλλαι, τὴν τριπλῆν ἐπιψήφισιν, δὲν παραδέχεται ὅμως εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν ἐξαιρέσεις. Αὐτὴ λοιπὸν ἀποκλείει ὅλας τὰς ἄλλας, διότι αἱ ἄλλαι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον παραδέχονται ἐξαιρέσεις τῆς ἀρχῆς· προτείνω ἑπομένως νὰ ψηφοφορηθῇ πρῶτον ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ ὡς ἀπωτέρα.
§76ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος, διότι εἶναι ἡ ὀρθοτέρα.
§77ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἐὰν θὰ τεθῇ εἰς ψήφισιν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλλιγᾶ πρέπει νὰ σαφηνισθῇ, ἐὰν κατὰ τὰς τρεῖς συζητήσεις ἐννοοῦνται αἱ συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων καθέκαστα, κατὰ σύνολον καὶ κατὰ ἀρχήν· διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι πολὺ κατὰ τῆς ὑπολήψεως τῶν σωμάτων νὰ γίνωνται τρεῖς συζητήσεις.
§78ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι τοῦ κανονισμοῦ.
§79ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀρχίσητε κατὰ σειρὰν τὰς προτάσεις νὰ ψηφοφορήσητε, διότι πολλαὶ περιέχουν ἀρχὰς κατὰ μέρος παραδεκτὰς καὶ κατὰ μέρος ἀποῤῥιπτέας, ἀλλὰ νὰ τὰ πάρετε κατ’ ἀρχὴν ά) περὶ τῶν συνήθων προτάσεων β) περὶ τοῦ κατεπείγοντος (θόρυβος).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ πολύ· ἐπειδὴ δὲ πραγματικῶς τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ εἶναι ἀπωτέρα, θὰ θέσω αὐτὴν πρῶτον εἰς ψηφοφορίαν. Ἔχει ἡ πρότασις αὕτη ὡς ἀκολούθως· «Οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν, ἂν δὲν ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας.
§81ΖΕΡΒΑΣ. Νὰ μᾶς διαλύσῃς μίαν ἀπορίαν· ὁ Κ. Καλλιγᾶς λέγει νὰ ψηφοφορηθῇ· ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ ψηφοφορηθῇ ἓν νομοσχέδιον καὶ γείνῃ δεκτὸν, πῶς θὰ συζητηθῇ ἐκ δευτέρου;
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς δὲν θὰ ἐπιμείνῃ νὰ ψηφοφορηθῇ τρὶς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ συζητηθῇ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀκούσατε, οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν, ἐὰν δὲν συζητηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) παρεδέχθη. Ὅλαι αἱ ἄλλαι προτάσεις ἀποκλείονται.
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, ἐψηφοφορήθη τὸ κατεπεῖγον;
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§86ΤΙΝΕΣ. Ἔπεσε.
§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν;
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις νομίζω, ὅτι παραδεχθεῖσα τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλλιγᾶ ἐννοεῖ ν’ ἀποῤῥίψῃ πᾶσαν ἐξαίρεσιν.
§89ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§90ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Συνέλευσις δὲν ἐνόησεν αὐτό (θόρυβος)
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ἐξαίρεσιν τοῦ κατεπείγοντος νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§92ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ ὅταν ἔλθῃ ἕνας σεισμὸς καὶ καταστρέψῃ μίαν πόλιν, θὰ κάμῃ τρεῖς συζητήσεις (θόρυβος).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 59....
§94ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε, ὑπάρχει προσθήκη εἰς τὸ προηγούμενον.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε.
§96ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, παρακαλῶ, μὴ νομίσητε, ὅτι ἀπεκλείσατε τὸ κατεπεῖγον, διότι δὲν κατηργήθη τὸ κατεπεῖγον, μένει πλῆρες.
§97ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.
§98ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοοῦμεν, ὅτι τὸ κατεπεῖγον ἀπεκλείσθη ἢ εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ εἰς τὰ πρακτικὰ (θόρυβος).
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ψηφοφορήσαντες τὴν πρότασιν, ἠκούσαμεν, ὅτι ἀποκλείομεν ῥητῶς τὸ κατεπεῖγον.
§100ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα τὴν Συνέλευσιν καὶ ἀπέῤῥιψε τὸ κατεπεῖγον.
§102ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ζήταμα εἶναι σπουδαῖον, παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις ῥητῶς ἐὰν ἐννοῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται διὰ τοῦ κανονισμοῦ της νὰ χαρακτηρίσῃ κᾀνὲν νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ἐξαίρεσιν περὶ τοῦ κατεπείγοντος νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἄρθρον πρόσθετον........
§104ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἀκούω.
§106ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι σπουδαῖον, μίαν λέξιν. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, μίαν θεομηνίαν, ἕνα πόλεμον ἐξωτερικὸν (θόρυβος).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ σᾶς ἀκούσῃ, ἀπεῤῥίφθη τὸ κατεπεῖγον.
§108ΜΑΡΙΝΟΣ. Ὅταν τὴν δευτέραν φορὰν ἠρωτήσατε, δὲν ἠκούσαμεν τί ἠρωτήσατε.
§109ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρός.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον πρόσθετον τοῦ Ἰακωβάτου, «οὐδεμία συζήτησις περατοῦται, ἐὰν δὲν ἀγορεύσωσι πάντες οἱ ἐγγραφέντες καὶ μὴ παραιτούμενοι Βουλευταί.» (θόρυβος). Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις;
§111ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§112ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀναγνώσατε τὰ ὀνόματα τῶν συνυπογραψάντων, καὶ βλέπετε.
§113ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, ἐὰν συζητοῦμεν Σύνταγμα· τώρα ἦλθεν αὐτὴ ἡ πρότασις, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὴν γνωρίσω.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἔχετε δίκαιον. Ἡ πρότασις θέλει τυπωθῆ καὶ θέλει συζητηθῆ εἰς ἑπομένην συνεδρίασιν. Ἄρθρον 50. Οὐδεὶς αὐτόκλητος ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀναφέρῃ τι προφορικῶς ἢ ἐγγράφως· ἀναφοραὶ ὅμως παρουσιάζονται διά τινος Βουλευτοῦ ἢ παραδίδονται εἰς τὰ γραφεῖα. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὰς διευθυνομένας πρὸς αὐτὴν ἀναφορὰς, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδωσι διασαφήσεις, ὁσάκις ζητηθῶσι· δύναται δὲ νὰ διορίζῃ ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς ἐξεταστικὰς τῶν τμημάτων ἐπιτροπάς.
§115ΜΠΟΥΣΚΟΣ. Τὸν λόγον.
§116ΠΟΛΛΟΙ. Καλὸν εἶναι τὸ σχέδιον.
§117ΜΠΟΥΣΚΟΣ. Θέλω νὰ τεθῇ μία ἐξαίρεσις. Θέλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία εἶχεν ἀλλοῦ τὸν τύπον, ἀλλὰ τοῦτο τὸ κάμνω διὰ νὰ προειδοποιήσω τὴν Συνέλευσιν, ἵνα μὴ, ἀποφασίζουσα τὰ ἄρθρα, προδικάσῃ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ προδεσμεύσῃ. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι πᾶς κανὼν ἔχει τὴν ἐξαίρεσιν. Ἐνταῦθα θέτομεν κανόνα, ὅτι οὐδεὶς αὐτόκλητος ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ κάμω, εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅταν ἡ Βουλὴ ἐξετάζῃ τὰ πληρεξούσια τῶν Βουλευτῶν, εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν παραδέχεται ὁμιλοῦντας μόνον τοὺς ἐπιτυχόντας Βουλευτάς, ἀποκλείει πάντα ἄλλον. Καὶ ἠξεύρετε τί συμβαίνει εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν; οἱ ἐπιτυχόντες μηδενίζουν ὅλας τὰς ἐνστάσεις, καὶ ἡ βουλὴ ἐν ἀδείᾳ ἀποῤῥίπτει αὐτάς· καὶ τοιουτοτρόπως δὲν ἔχει ἀπόφασιν, παρὰ κατ’ ἐρήμην (θόρυβος).
§118ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Περὶ ἀναφορῶν εἶναι ὁ λόγος.
§119ΜΠΟΥΣΚΟΣ. Ὄχι, καὶ περὶ ἐνστάσεων· ἔπρεπεν εἰς τὸ ἄρθρον 76 νὰ γίνῃ (θόρυβος). Θὰ ἴδητε, ἔχετε ὑπομονήν. Ἤθελα, Κύριοι, νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ Συνέλευσις, διατηροῦσα αὐτὸν τὸν κανονισμὸν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι πολὺ καλὸν νὰ παραδεχθῇ καὶ μίαν ἐξαίρεσιν, καὶ νὰ εἴπῃ. «Κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων κατὰ μιᾶς βουλευτικῆς ἐκλογῆς, ἔχει καὶ ἡ ἀποτυχοῦσα μερὶς τὸ δικαίωμα νὰ ἀποστέλλῃ ἕνα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἐνστάσεων» (θόρυβος). Ἐγὼ λέγω τὴν παρατήρησίν μου, καὶ ἂν θέλετε παραδεχθῆτέ την· οἱ ἀποτυχόντες πρέπει νὰ παραστήσουν, ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν συνέβη ἡ δεῖνα καὶ δεῖνα παρανομία· καὶ τότε θὰ ἀποκαλυφθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλη ἡ διαδικασία τῶν ἐκλογῶν, καὶ θὰ ἀποφασίσῃ ἐν γνώσει καὶ ἐν συνειδήσει. Θέτω ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως αὐτὴν τὴν παρατήρησιν καὶ τὴν παρακαλῶ, ἂν τὴν ἐγκρίνῃ, νὰ τὴν παραδεχθῇ.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ὁ Κ. Σαρίπολος ζητεῖ τὸν λόγον διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ ἄρθρου.
§121ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Τὰ γράφει εἰς τὸ σύγγραμμά του, τί χρειάζεται νὰ μᾶς τὰ εἴπῃ καὶ ἀπ’ ἐδῶ;
§122ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Συμφωνῶ, ὅτι εἶναι περιττὸν ν’ ἀγορεύσω· τοῦ ἄρθρου ἡ διάταξις εἶναι λίαν σαφὴς καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει τὸ ψηφίσει ὡς ἔχει.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον νὰ ἀναγνωσθῇ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 59. Αὐτὸ διαγράφεται. Ἄρθρον 60. «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.» Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Κ. Ζέρβα «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται ἂν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ καταχωρισθῇ κατ’ ἔτος εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.»
§124ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπὶ πολλὰ, Κύριοι, ἔτη ἤμην βουλευτὴς, καὶ σεῖς δὲ πάντες γνωρίζετε, ὅτι ἐψηφοφοροῦντο νόμοι φορολογικοὶ, ἀλλ’ ἠξεύρετε τί συνέβαινε, ἅμα ἡ ἐξουσία ἔπερνεν ἕναν νόμον φορολογικὸν, σημειώσατε ὅμως, καὶ τοῦτο· ὅτι αἱ Βουλαὶ ὁσάκις ἐψήφιζον ἕναν φορολογικὸν νόμον, τὸν ἐψήφιζον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους· τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους μᾶς ἔφερνεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν καὶ μᾶς ἔλεγεν, ὅτι θέλει 20 ἑκατομμύρια διὰ τὸ ἔτος 64, τί ἔκαμνεν ἡ Βουλή; ποία ἦτον ἡ κυρία ἐντολή της; νὰ παρατηρήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, καὶ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὰ ἀνάλογα ἔσοδα. Ὑπάρχουν νόμοι ἐτήσιοι, ὡς ὑπάρχουν καὶ νόμοι πάγιοι, τί ἔκαμνεν ἡ ἐξουσία; μᾶς παρουσίαζε προϋπολογισμὸν ἐξόδων 20 ἑκατομμύρια, καὶ ἐσύναζε 30, καὶ ἀφοῦ ἐπερίσσευαν τὰ ἔδιδε κατὰ διαβόλου διὰ τῶν πιστώσεων. Πᾶσα πίστωσις εἰς ἓν ἑκατομύριον ὅλα εἰς ἔξοδα περιττὰ, ὅταν ἔβλεπαν, ὅτι παρουσιάζετο περίσσευμα τὸ ἐξώδευαν, ὅταν δὲ πάλιν παρουσιάζετο ἔλλειμμα ἤξευραν νὰ τὸ συμπληρώνουν, ὅταν ἐπερίσσευαν δὲν ἔφεραν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὰς Βουλὰς, ἀλλ’ ἐσύναζαν τοὺς φόρους δυνάμει τῶν προϋπαρχόντων νόμων, μόνον τὸν φόρον τῶν ζώων ἔφεραν κατ’ ἔτος, καὶ τὸν ἔγγειον, λοιπὸν ὁ σκοπὸς τῆς τροπολογίας μου εἶναι αὐτὸς, θέλω ὥστε κατ’ ἔτος νὰ ᾖναι διάταξις τοῦ ἔθνους διὰ νὰ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν εἰς τὰ 64, νὰ εἰσπραχθῇ εἰς τὰ 65, πρέπει νὰ ἐπέρχεται κατ’ ἔτος ἀπόφασις, διότι δύνανται νὰ περισσεύσουν χρήματα. Διατί λοιπὸν νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν ἐξουσίαν νὰ εἰσπράττῃ, πρέπει νὰ ἔρχεται κατ’ ἔτος καὶ τότε νὰ εἰσπράξῃ, ὅταν θεωρηθῇ ἀνάγκη πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Θέλω λοιπὸν ὄχι μόνον οἱ φόροι νὰ νομοθετῶνται, ἀλλὰ νὰ ᾖναι εἰσπρακτέοι, καὶ ὅταν καταχωρηθῶσιν ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ γίνωσι παραδεκτοὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§125ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δύο λέξεις ἀρκοῦν νὰ σᾶς πείσουν. Ὅ,τι ἐπιζητεῖ ὁ Κ. Ζέρβας αὐτὸ καὶ ἐγένετο· κατ’ ἔτος ὅλοι οἱ φόροι ἐψηφίζοντο μηδενὸς ἐξαιρουμένου, διότι ὅλοι εἰσήγοντο, καὶ ἦσαν κατατεταγμένοι εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἀνοίξατε τὸν προϋπολογισμὸν, ἵνα ἴδητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν μνημονεύεται, εἴτε πάγιος εἶναι, εἴτε ἐτήσιος. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραττόμενα ταῦτα δὲν εἶναι γνωστὰ, ἀλλ’ ἐκτίθενται καθ’ ὑπόθεσιν, καὶ ἐνδέχεται τῳόντι νὰ εἰσπραχθῶσιν ὀλιγώτερα, ἐνδέχεται νὰ εἰσπραχθῶσι περισσότερα, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν μεταβάλλει τὴν ἀπόφασιν τῆς βουλῆς παντάπασι. Κύριοι, ὅταν ψηφίσωσιν αἱ Βουλαὶ αὐτὰ καὶ πραγματοποιηθῶσι, ἐπειδὴ ἐνδεχόμενον νὰ ψηφισθῶσιν ὀλιγώτερα, ὑπάρχει ἄρθρον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸ ὁποῖον λέγει· ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν ἐξόδων γίνεται ἀπὸ τὰ εἰσπραττόμενα ἔσοδα, καὶ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον, ἀπὸ ὅλας τὰς προηγουμένας χρήσεις· δὲν ὑπάρχει ἡ κατάχρησις, ἣν ὑπέμνησεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι δηλ. ὁσάκις εἰσπράττονται περισσότερα, διενέμοντο ἄνευ ἀντιστάσεως, ὄχι, αὐτὰ ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφιζε καὶ ἐνέκρινεν· ὅπως ἐνέκρινε τὸν προϋπολογισμὸν, οὕτως ἐνέκρινε καὶ τὰς πιστώσεις τὰς ἐκτάκτους, τόσον ὅσον καὶ τὰς τακτικάς· κἀμμία ἀνωμαλία δὲν ὑπῆρχεν· ἡ ψήφισις ἐγίνετο ἑκάστοτε ἀπὸ τὰς Βουλάς. Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναφέρει ῥητῶς 5 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὰ τελωνεῖα δυνάμει τοῦ δεῖνος νόμου κλπ. ὅστις βουλευτὴς ἤθελεν, ἠδύνατο ν’ ἀρνηθῇ αὐτοὺς τοὺς φόρους, ἠδύνατο νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ φόρος τῶν τελωνείων δὲν πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ, καὶ ἂν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπεφάσιζεν ἀπεῤῥίπτετο, ἀλλὰ συνήθως κανεὶς φόρος δὲν ἀπεῤῥίπτετο, δὲν κατηργεῖτο, διότι ὑπάρχει εἰς τὴν φορολογίαν μία ἀναλογία, καὶ ὅταν ἀπροσέκτως θίξῃ τις ἕνα φόρον, ἔρχεται μία τάξις βαρυνομένη πλειότερον, καὶ ἄλλη ποσῶς μὴ βαρυνομένη· διὰ τοῦτο κατ’ ἔτος οἱ ἴδιοι φόροι ἐγκρίνονται καὶ εἰσπράττονται· καμμία ἀνωμαλία δὲν ὑπάρχει, καὶ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει.
§126ΖΕΡΒΑΣ. Δύο λέξεις· ὁ Κ. Χρηστίδης δὲν εἶπεν ὅλην τὴν ἀλήθειαν. Συνήθως πρὶν ἔλθωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν οἱ φόροι τῶν ζώων εἰσεπράττοντο.
§127ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ποτέ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐψηφίζετο ἐντὸς τοῦ ἔτους. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει, δὲν εἶναι ἀκριβές· ὅταν δὲν ἐπρόφθανον νὰ ψηφισθῶσιν οἱ προϋπολογισμοὶ, ἐβεβαιοῦτο μόνον οἱ φόροι, δὲν εἰσεπράττοντο. Ἐκτὸς τοῦ φόρου τῶν χοίρων, ὅστις κατὰ τὸν περὶ ζώων νόμον, πάντοτε τοῦ προηγουμένου ἔτους εἰσπράττονται περὶ τὰ τέλη αὐτοῦ. Ἐγὼ ἤμην 3 ἔτη ὑπουργὸς καὶ ποτὲ δὲν ἔγεινε τὸ τοιοῦτον. (θόρυβος).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις νομίζω, ὅτι ἐφωτίσθη.
§129ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Ζέρβα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονταί τινες). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 61 «Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ· ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν.» Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Κ. Λομβάρδου. «Ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἀπολογισμὸς τοῦ Κράτους καθυποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τοῦ πρώτου μηνὸς τῆς συνόδου της.»
§131ΚΑΛΟΣ. Ὅτε ἐσυζητοῦμεν, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 23 παρελείψαμεν ἐκεῖ διατάξεις τινὰς, αἵτινες εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῶσιν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ. Ὁ Κύριος Λομβάρδος ἐξέφρασε τότε ἰδέαν, τὴν ὁποίαν φρονῶ, ὅτι ἀσπάζεται καὶ σήμερον καθολοκληρίαν ἡ Συνέλευσις, ἤτοι ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης συνόδου. Πρέπει μετὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως ἐπὶ τρεῖς διακεχωρισμένας ἐποχὰς νὰ φέρωμεν μίαν ἐξαίρεσιν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀπολογισμοῦ, ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἀπολογισμὸς ἐν Ἀγγλίᾳ ὅπου ὑπάρχει τὸ σύστημα τῆς τριπλῆς συζητήσεως δὲν συζητεῖται, ἀλλ’ ἐξετάζεται ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ παρ’ ἡμῖν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἔργον ὅλως εἰδικῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ φέρωσιν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία νὰ συζητηθῇ. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν. Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν ἐτήσιον προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, καὶ περὶ τῆς στρατολογίας καὶ ναυτολογίας, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ· ὥστε ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ κράτους πρέπει νὰ σημειοῦνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν· ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται ἐντὸς τοῦ πρώτου μηνὸς ἑκάστης συνόδου· ἡ ἐξέτασις αὐτοῦ γίνεται παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ψηφίζεται ἅπαξ.
§132ΠΟΛΛΟΙ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§133ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον καθαρῶς, δὲν μεταβάλλεται παντάπασιν. Ἡμεῖς παρεδέχθημεν, Κύριοι, τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον εἰς τὰ 52, ὃν ἡ Γαλλία ἀπὸ τὰ 38 παρεδέχθη. Ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ τὸν προϋπολογισμὸν δύω μῆνας πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ, ὥστε αὐτὸς νὰ τὸν εἰσαγάγῃ πρὸ ἑνὸς μόνον μηνὸς ἕνεκα δυσκολιῶν ἀκαταμαχήτων, καὶ ἰδοὺ παράβασις ἑνὸς ὅρου τοῦ Συντάγματος. Διὰ ποῖον λόγον νὰ βάλωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντὸς τοῦ νόμου; Ἂν ἀναβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἢ ὑποβληθῇ προτήτερα, τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ ἕνεκα περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν συχνάκις νὰ ἐπαναλαμβάνωνται. Ὁ ὑπουργὸς ἔχει συμφέρον νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πολὺ πρότερον τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν εἶναι δύσκολον εἰς ἕνα Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ προϋπολογισμὸν, τὸ δύσκολον εἶναι νὰ λάβῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖ νὰ μεταχειρισθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Πάντοτε, Κύριοι, οἱ προϋπολογισμοὶ εἰσήγοντο ἐν καιρῷ εἰς τὰς Βουλάς. Εἰς τὴν Γερουσίαν μόνον δὲν ἤρχοντο τακτικῶς, καὶ τοῦτο συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, διότι ἡ Βουλὴ βαστᾷ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν μελετᾷ· διότι ὁ προϋπολογισμὸς χρησιμεύει ὡς ἕνα στοιχεῖον ἐξελέγξεως τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅλως περιττὸν νὰ εἴπητε εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅ,τι εἶναι καθαρῶς ἐκπεφρασμένον εἰς τὸν νόμον, καὶ κατὰ τὸ φαινόμενον παρεβαίνετο, ὁσάκις παρεβαίνετο, ἕνεκα ἐκτάκτων περιστάσεων.
§134ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὑπεβάλλετο ὁ προϋπολογισμός· ἤμην Βουλευτὴς καὶ τὸ γνωρίζω. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου.
§135ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ ἐνθυμεῖται ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἰσήρχετο εἰς τὴν Βουλὴν ἐν καιρῷ, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ τὸν ἀνέβαλλε πάντοτε· καὶ τοῦτο γίνεται καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην. Δεύτερον ἡ τροπολογία λέγει νὰ εἰσέρχεται ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἀπολογισμὸς 2 μῆνας πρὸ τοῦ ἔτους. Εἰς κἀνὲν μέρος, Κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἰσέρχεται μὲ τὸν ἀπολογισμὸν ὁμοῦ· ὁ ἀπολογισμὸς ἔχει ὡρισμένην περίοδον, εἰς τὴν ὁποίαν...
§136ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τοῦ παρελθόντος ἔτους.
§137ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τοῦ παρελθόντος ἔτους εἰσάγεται τὸν Ἀπρίλιον μόνον, διότι λήγει ἡ χρῆσις τὸ δεύτερον ἔτος, 31 8βρίου, ὁ προϋπολογισμὸς τὸ ταχύτερον δύναται νὰ ὑποβληθῇ τὸν Μάρτιον ἢ τὸν Ἀπρίλιον· καμμίαν σχέσιν δὲν ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἀπολογισμός. Ἂν θέσωμεν τοιοῦτον πρᾶγμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν θὰ κατασταθῶμεν γελοῖοι.
§138ΚΑΛΟΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς θὰ ᾖναι δύο ἐτῶν προηγουμένως...
§139ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς δὲν ἔχει ἔτος ἔχει χρῆσιν, ἡ χρῆσις του εἶναι 22 μηνῶν, δὲν εἰμπορεῖ τὸν 8βριον νὰ ἔλθῃ προϋπολογισμός· ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἔλθῃ τὸν Ἀπρίλιον.
§140ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητής). Κύριοι, ἤμην κατὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου διὰ τὴν μακροτέραν διάρκειαν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδέχθη τοῦτον ἡ Συνέλευσις, ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Λομβάρδου, ὡς λίαν λογικὴν, ὡς λίαν συντελεστικήν. Ὁ Κύριος Χρηστίδης ἀληθῶς εἶναι ὁ πατὴρ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, νόμου ἀληθῶς ἀξιολόγου· ἐννοῶ ἑπομένως τὸν ἰδιάζοντα καὶ πάντοτε νεάζοντα ἔρωτα, τὸν ὁποῖον τρέφει πρὸς τὸ ἔργον του τοῦτο, ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἂν ἔχῃ ἐρωτοτρόπως πρὸς τὸ ἔργον του, δὲν πρέπει ὅμως νὰ νομίζῃ, ὅτι καὶ προλαμβάνει πάντα τὰ κακὰ, ἓν καλὸν δὲ, τὸ ὁποῖον δὲν περιέχει, εἶναι, ὅτι ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1852 ὑπάρχει οὗτος ἐν ἐνεργείᾳ, οἱ προϋπολογισμοὶ οὐδέποτε εἰσήγοντο ἐν καιρῷ, καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ δὲν ὑπεβάλλοντο πρὸς ἐξέλεγξιν.
§141ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ποτέ.
§142ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πήγαινε νὰ τοὺς διαβάσῃς (θόρυβος).
§143ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἴσως, καί τοι ἀμφιβάλλω, ὁ Κύριος Χρηστίδης ἦτο ὁ ἀκριβὴς Ὑπουργὸς, ὅστις ὑπέβαλλε τοὺς προϋπολογισμοὺς τακτικῶς, οἱ διάδοχοί του ὅμως δὲν ἐμιμήθησαν αὐτόν· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν Κ. Χρηστίδην, ἐπαρουσίασέ ποτε ἀπολογισμὸν εἰς τὰς Βουλὰς; (συνομιλίαι περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ὑπὸ τῶν πληρεξουσίων, πέριξ τῆς τραπέζης τῶν στενογράφων, θόρυβος καὶ διακοπαὶ ὑπὸ τοῦ Κ. Χρηστίδου, κατέπνιγον τὴν φωνὴν τοῦ ῥήτορος).
§144ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, παρακαλῶ ἀκούσατε τί λέγει ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς καὶ μὴ καταργηθείς. «Ὁ Γενικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὑποβάλλεται εἰς τὰς Βουλὰς διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργείου, ψηφίζεται καὶ κυροῦται ἐντὸς τῆς συνόδου τῆς ληγούσης πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους τοῦ ὁποίου ἀφορᾷ τὰς ἀνάγκας ὁ προϋπολογισμός.» Τουτέστιν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 65 ψηφίζεται εἰς τὴν σύνοδον τοῦ 64 (θόρυβος). Μὰ, Κύριοι, τί θέλεις νὰ κάμῃς ἐδῶ; Νόμον; Νόμος εἶναι· τὴν κατάχρησιν δύνασαι νὰ τὴν διορθώσῃς; ἔχεις Βουλὴν ἤ ὄχι; τί ἔκαμες σὺ ὡς Συνέλευσις, ἔχεις 5 ἐτῶν, τοῦ 58,59,60,61 καὶ 62 ἀπολογισμούς· δύο ἔτη εἶπες ἐδῶ, ἐζήτησες τίποτε;
§145ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κακὰ ἔκαμε.
§146ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Θὰ παύσῃ καὶ ἐκεῖνος. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ 55 ἄρθρον. «Τὸ περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπολογισμοῦ ἑκάστης χρήσεως νομοσχέδιον κτλ. Ὥστε βλέπετε ὁ νομοθέτης προεῖδε καὶ τὴν ἐποχὴν τὴν κατάλληλον, καθ’ ἣν νὰ εἰσαχθῶσιν οἱ ἀπολογισμοὶ καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ, καὶ ἐὰν δὲν ὑπεβλήθησαν, εἶναι μία κατάχρησις· ἐγὼ ἐφώναζον κατ’ ἔτος νὰ φέρουν ἀπολογισμούς.
§147Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ δὲν εἰσαγάγουν τὸν προϋπολογισμὸν (θόρυβος).
§148ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Φέρετε, παρακαλῶ, τὸ 93 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 93 μέχρι τῆς ἐκδόσεως κτλ. Ἄρθρον 93. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν Νόμου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορῇ αὐτοὺς, καὶ ἡ Γερουσία νὰ τοὺς δικάζῃ ἕνεκεν ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, παρανόμου εἰσπράξεως καὶ πάσης παραβιάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν Νόμων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των.
§150ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. «Καὶ τῶν νόμων». Λοιπὸν, Κύριοι, παρεβιάσθη αὐτὸς ὁ νόμος; τί ἔκαμεν ἡ Βουλή; Νομίζετε, διότι θὰ τὸ θέσητε εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλάσσει τὸ ζήτημα φάσιν; θὰ συνειθίσητε ἀπ’ ἐναντίας τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τὰς Βουλὰς νὰ παραβιάζουν, ὅταν πολὺ τοὺς στενοχωρήσητε. Κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι πολλοὶ ὑπουργοὶ ἀλληλοδιαδόχως, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, προσεπάθησαν νὰ φέρουν ἀπολογισμοὺς καὶ ἐστάθη ἀδύνατον· εἶναι ἡ φύσις τῶν πραγμάτων τοιαύτη. Τί θέλετε λοιπὸν διοικητικὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐξαρτῶνται ἀπὸ μίαν κατάλληλον κατάρτισιν προσωπικοῦ, ἀπὸ ἕνα σχηματισμὸν κατάλληλον ὑπουργείου, τί θέλετε αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ τὰ θέσητε εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν μεταβάλλεται; Ἀφήσατέ τα νὰ κανονισθοῦν μὲ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἠθῶν, μὲ τὴν πρόοδον τοῦ χρόνου· μὴ τὰ βάζητε ἐδῶ, διότι θὰ ἀναγκάσητε τοὺς ἀνθρώπους νὰ κάμωσι παραβάσεις. Λέγω λοιπὸν μὴ στενοχερῆτε πολὺ τὴν Κυβέρνησιν ἥτις ἔρχεται, καὶ τὴν Βουλὴν ἥτις ἔρχεται· δὲν θὰ εἴμεθα ἐδῶ ἡμεῖς μετ’ ὀλίγον καὶ ὅ,τι θέλουν αἱ βουλαὶ, αὐτὸ θὰ κάμουν· ἐπαναπαυθῆτε εἰς μόνον τὸ προνόμιον, ὅπερ ἐδόθη εἰς τὴν Ἑλλάδα· τὸ ποῖον; νὰ γίνητε δημοσία συζήτησις· τὸ αὐτὸ εἶναι ἡ ψυχὴ παντὸς συνταγματικοῦ ἀντιπροσωπικοῦ πολιτεύματος. Ἐδῶ θὰ θέσωμεν τὴν βάσιν· θὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, ἥτις θὰ ἀγαπᾷ τὴν πατρίδα, ὅπως καὶ ἡμεῖς, θὰ προνοῇ διὰ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, ὅπως καὶ ἡμεῖς, καὶ θὰ φροντίζῃ διὰ τὴν ὑπόληψίν της, ὅπως καὶ ἡμεῖς διὰ τὴν ἰδικήν μας, καὶ πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ὅσῳ προοδεύει ἡ κοινωνία, ἐπὶ τοσοῦτον οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔρχωνται ἐδῶ, ἂν θέλητε, πολὺ φωτισμένοι ἀπὸ ἡμᾶς καὶ φοβούμενοι περισσότερον τὸν τύπον ἀφ’ ὅτι ἡμεῖς. Ὁ τύπος εἶνε ἕνας ἄγρυπνος φύλαξ· ἡ δημοσία συζήτησις εἶναι τὸ πᾶν, ἡ ψυχὴ, ὡς λέγει εἷς τῶν δημοσιογράφων σημαντικὸς, τοῦ ἀντιπροσωπικοῦ πολιτεύματος. Προτήτερα εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ἵνα κάμω μίαν παρατήρησιν εἰς τὸν Κ. Ἰάλεμον, ὅστις εἶπε μυστικὴν συζήτησιν· ἡ μυστικὴ συζήτησις εἶναι μηδὲν· ἐντρέπεσαι σὺ νὰ συζητήσῃς; μὴ φέρῃς προτάσεις· διότι ὅταν δὲν θέλῃς δημοσίαν συζήτησιν, τότε τὰ προϊόντα σου, οἱ καρποί σου εἶναι φροῦδα, εἶναι μηδέν. Διὰ τοῦτο ἀφήσατε τὸν Νόμον ὅπως ὑπάρχει, νόμον τὸν ὁποῖον δὲν ἔχουν οἱ Ἄγγλοι, οἵτινες ἔστειλαν εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ μελετοῦν νὰ παραδεχθοῦν αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν ἕως τῆς ὥρας τὸ παρέλαβον.
§151ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ Αὐστρία τὸ παρέλαβεν.
§152ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μάλιστα· εἶναι ἕνας θεσμὸς ὡραιότατος, καὶ χρειάζεται προσπάθειαν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ, διότι εἶναι ἀλληλουχία τοῦ ἐλέγχου, ὅστις ἐπιβάλλεται εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ διοίκησιν τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν ἐδῶ διοικητικὰς διατάξεις· θὰ συνειθίσωμεν τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος καὶ εἶναι κακὸν· κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§153ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§154ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς ὅλως ἀντίθετον θέσιν τῶν ἰδεῶν τοῦ προλαλήσαντος Κ. Χρηστίδου, καὶ μάλιστα τῶν τελευταίων, περὶ τοῦ ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτήν.
§155ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§156ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Διότι αὐτὴ θὰ ἠθικοποιηθῇ, θὰ διοικῇ σύμφωνα μὲ τὰς εὐχὰς τοῦ Ἔθνους (θόρυβος).
§157ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Νομίζω, ὅτι ὁ Κ. Καλὸς ἀφήρεσεν ἀπὸ τὴν τροπολογίαν του, τὰ περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ· ὥστε εἶναι περιττὴ αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἐκτὸς ἂν θέλητε, Κ. Παντολέων, σεῖς νὰ φέρητε τροπολογίαν.
§158ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ἐγὼ νὰ κάμω παρατηρήσεις εἰς τὸν Κ. Καλὸν (θόρυβος)· φρονῶ ὅτι ὅταν συντάσσηται τὸ πολίτευμα, εἶναι ὁ θεμελιώδης νόμος, ὅστις μέλλει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς ἀπαράβατος εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Χρηστίδης νὰ μὴ περιορίζητε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους εἰς τὸν ά. ἢ βʹ. μῆνα τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς, ἐμπιστευθῆτε ἀνέκραξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὸν Νόμον τὸν λογιστικὸν περὶ ἀπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε. Ἀλλά, Κύριοι, οἱ νομοθέται δὲν συνέρχονται διὰ νὰ κάμνουν ἓν ἄρθρον. δι’ οὗ νὰ εἴπουν, ἐμπιστευόμεθα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἀπερχόμεθα· συνέρχονται καὶ μάλιστα ἓν Κυρίαρχον σῶμα, μία Συνέλευσις, ὅταν πρόκηται νὰ ἀποφασίσῃ τὸ πολίτευμα, συνέρχονται ἵνα ψηφίσουν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καί τοὺς θεμελιώδεις καὶ ἀπαραβάτους, καὶ αὐτὸ τὸ κυρίαρχον σῶμα ἀπὸ μίαν ὑψηλὴν περιωπὴν παρατηρεῖ, ποῖαι ἐλλείψεις ὑπάρχουν εἰς τὴν κοινωνίαν, κατὰ τὶ ἥμαρτεν αὐτὴ ἡ κοινωνία εἰς τὸ παρελθόν, ποῖα ὑπάρχουσιν τὰ βλάπτοντα τὴν κοινωνίαν, καὶ ταῦτα συμπληροῦνται καὶ διορθοῦνται. Τὶ συνέβη, Κύριοι, εἰς τὸ παρελθόν; ὁ νόμος τοῦ λογιστικοῦ τοῦ 52· ἀλλὰ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔφερε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπλησίαζεν ἡ λῆξις τῶν Βουλῶν καὶ ἐζήτει ἀσυζητητεὶ νὰ κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς· λοιπὸν τὶ θέλει ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις σήμερον; θέλει νὰ διορθώσῃ αὐτὸ τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ἐφάνη εἰς τὴν κοινωνίαν· θέλει νὰ περιορίσῃ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα φροντίζῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς Βουλῆς νὰ εἰσάγῃ τὸν προϋπολογισμὸν (θόρυβος, συνομιλίαι διάφοροι).
§159ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἶνε συνέλευσις αὕτη, Κ. Πρόεδρε;
§160ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Βλέπετε, Κ. Παντολέων, ὅτι σᾶς ἀκροώμεθα μετὰ μεγάλης προσοχῆς.
§161ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Λέγω λοιπόν, Κύριοι ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ Νομοθέτου εἶναι νὰ περιορισθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς ἓν καθῆκον πολὺ σπουδαῖον καὶ ἀναγκαῖον διὰ τὴν πολιτείαν· ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ συντεταγμένον τὸν προϋπολογισμὸν τὸν Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον τὸ βραδύτερον, νὰ τὸν εἰσάγῃ ὡς πρῶτον καὶ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μελετηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπ’ αὐτῆς. Ἐδῶ, Κύριοι, ἔρχομαι νὰ ἀντικρούσω καὶ μίαν παρατήρησιν τῶν προλαλησάντων ῥητόρων, τῶν προνομιούχων, τῶν λαλούντων καθ’ ἑκάστην, περὶ τοῦ ὅτι ὁ νόμος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄν καὶ εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον καὶ κυριώτερον ἔργον τῆς Βουλῆς, αὑτὸς ὁ νόμος δὲν εἶναι ἀνάγκη κατὰ τὴν γνώμην τινῶν νὰ ὑποστῇ τρεῖς συζητήσεις καὶ ἐπιψηφίσεις, ὡς οἱ λοιποὶ νόμοι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ νὰ ἀναγινώσκηται καὶ νὰ διέρχηται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ πρέπῃ νὰ σκεφθῇ περὶ Νόμων, ἐὰν ὑπάρχῃ Νόμος δύσκολος, ποικίλος, οὐσιώδης, ὑπάρχει ὁ νόμος, δι’ οὗ φορολογεῖται ὁ λαὸς, αὐτὸς ὁ νόμος πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν βάσανον τῶν τριῶν συζητήσεων καὶ ἐπιψηφίσεων· καὶ τοῦτο οὐδεὶς, πιστεύω, δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Τώρα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὰς θεωρίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Κ. Σαριπόλου περὶ ἀπολογισμοῦ· μοῦ κακοφαίνεται, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν τῶν ῥητόρων, συνεχῶς ποιοῦσι παρεκβάσεις, ἢ ἂν θέλητε κατὰ τοὺς σημαντικοὺς ῥήτορας ἐκδρομὰς, ὡς στρατιωτικοὶ δηλαδὴ (θόρυβος). Κάμνομεν, Κύριοι, παρεκβάσεις πολλὰς καὶ πολλάκις εὑρισκόμεθα εἰς χώρας ἀγνώστους ὅλως διόλου καὶ περιπλανώμεθα, καὶ δὲν γνωρίζομεν ποῦ εὑρισκόμεθα, ὡς ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπον, ὅστις ἀναγκάζεται νὰ ἐξέρχηται καὶ νὰ τρέχῃ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ μάλιστα νὰ περιπίπτῃ εἰς τόπους, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπλησίασέ ποτε. Εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐφάνη καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας Κ. Σαρίπολος, τοῦ ὁποίου, βέβαια, αἱ γνώσεις καὶ συγγραφαὶ καὶ διδασκαλίαι εἶναι γνωσταὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἀλλὰ οἰκονομολογικὰς γνώσεις ὁ Κ. Σαρίπολος οὔτε ἐδίδαξέ ποτε, οὔτε συνέγραψεν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι σὺ, ὅστις κατακρίνεις τὴν ἐκδρομὴν τῶν ἐξόχων ῥητόρων ἢ τὰς παρεκβάσεις τῶν διδασκάλων, σὺ εὑρίσκεσαι δηλαδὴ ἐντὸς τοῦ στοιχείου αὐτοῦ;
§162ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὸ προκείμενον.
§163ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω εἰδικότητα εἰς τὸ ἀντικείμενον, ἀλλὰ προφυλάττομαι καὶ δὲν πλησιάζω εἰς τὰς χώρας, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζω, εἰς τὰς ὁποίας ποτὲ δὲν εἰσῆλθον, οὔτε ἄλλος μὲ ὡδήγησεν. Ἐξ ὅσων ὅμως ἤκουσα παρὰ τοῦ Κυρίου Χρηστίδη, ὅστις ἠμπορῶ νὰ εἴπω χωρὶς δισταγμὸν εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ ἐξ ὅσων ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγὼ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως χωρὶς νὰ κάμω εἰδικὴν σπουδὴν περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει ὡς πρώτιστον ἔργον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὰς Βουλὰς τὸν προϋπολογισμόν. Εἴδετε, κύριοι, ὅτι ὁ Κ. Σαρίπολος εὑρέθη εἰς μίαν μεγάλην δυσκολίαν, δὲν ἠμπόρεσε νὰ σᾶς εἴπῃ, πῶς ἦτον δυνατὸν ὁ προϋπολογισμὸς νὰ συμβαδίζῃ μὲ τὸν ἀπολογισμὸν, δηλ. πῶς ἦτο δυνατὸν ὁ ἐπιστάτης σας, ὅστις σᾶς παρουσιάζει ἕνα λογαριασμὸν τῶν ἐσόδων, συγχρόνως νὰ σᾶς δίδῃ καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐξόδων.
§164ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοεῖτε.
§165ΠΟΛΛΟΙ. Τί πράγματα εἶναι αὐτά;
§166ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν λογικῶς καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων ὁ ἀπολογισμὸς νὰ ἔλθῃ συνάμα μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι μία ὑπόθεσις μελλόντων ἐξόδων, ὁ δὲ ἀπολογισμὸς βεβαίως τῶν γενομένων ἐξόδων. Θὰ ἔλθῃ λοιπὸν ἕνας ἀπολογισμὸς προηγουμένης χρήσεως. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 63 τελειόνει εἰς τὰς 31 8βρίου 1864, ἀλλὰ δὲν φθάνει τοῦτο, θὰ διέλθῃ δι’ ἐξεταστικῶν ἄλλων σωμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ τὸν συνοδεύσουν μὲ παρατηρήσεις καὶ ἀκολούθως θέλει ἔλθει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι τοῦτο εἶναι μία ἀντινομία, πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ ὑπὸ τὴν ὑποτροπολογίαν τοῦ ἐντίμου ῥήτορος τῆς Ζακύνθου Κ. Λομβάρδου, καὶ πρέπει μόνον νὰ περιορισθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐντὸς τῶν 2 πρώτων μηνῶν τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς νὰ παρουσιάζῃ τὸν προϋπολογισμόν· θέσατέ το ἂν θέλητε εἰς τὸ τέλος τῆς Βουλευτικῆς περιόδου, ὥστε νὰ ἦναι καὶ αὐτὸς προμελετημένος διὰ νὰ ἐξετασθῇ, καὶ ἀποφασισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν· νομίζω, λοιπὸν Κύριοι, ὅτι τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐντὸς 2 μηνῶν, κατόπιν δὲ περὶ τὸ τέλος τῆς Βουλευτικῆς περιόδου νὰ παρουσιάζηται ὁ ἀπολογισμός· ὁ δὲ προϋπολογισμὸς αὐτὸς νὰ ὑποβάληται εἰς τὰς 3 συζητήσεις, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι νόμοι. Γνωμοδοτῶν λοιπὸν τοιουτοτρόπως δὲν εἶμαι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§167ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἰδοὺ αἱ τροπολογίαι τοῦ Κ. Λομβάρδου «ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, καθυποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τοῦ πρώτου μηνὸς τῆς συνόδου της.» Τοῦ Κ. Καλοῦ «κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν ἐτήσιον προσδιορισμὸν τῆς ναυτικῆς καὶ στρατιωτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ ναυτολογίαν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ· ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν πρώτων δύο μηνῶν ἑκάστης συνόδου· ἡ ἐξέτασις αὐτοῦ γίνεται παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ ψηφίζεται ἅπαξ. Τοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου «ὁ μὲν προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους καθυποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύω πρώτων μηνῶν τῆς Βουλευτικῆς συνόδου, ὁ δὲ ἀπολογισμὸς τῆς ληξάσης χρήσεως ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαρτίου τὸ βραδύτερον.» Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἕν ἀποτέλεσμα ἐκτὸς ἂν παραδέχηται ἡ συνέλευσις τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Καλοῦ.
§169ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀναγινώσκω καὶ πάλιν.
§171ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε! Ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Καλοῦ περιέχει πολλὰ ζητήματα, καὶ ἐάν τινων δυνάμεθα νὰ ἤμεθα σύμφωνοι, π. χ. ἐπὶ τοῦ ζητήματος νὰ ψηφισθῇ ἅπαξ ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἐφ’ ὧν δὲν εἴμεθα σύμφωνοι· τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ ὑποβληθῇ ἐντὸς τοῦ ά. μηνὸς τῆς συνόδου ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἀπολογισμός.
§172ΚΑΛΟΣ. Ἀφῄρεσα τὸν ἀπολογισμόν.
§173ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔστω· καὶ ὡς πρὸς τοῦτο διαφωνοῦμεν τινες. Λοιπὸν νὰ χωρισθοῦν τὰ ζητήματα, διὰ νὰ ψηφοφορήσῃ ἕκαστος κατὰ τὴν πεποίθησίν του.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῶν τροπολογιῶν προκύπτουσι τὰ ἑξῆς ζητήματα, ἐὰν εἰς τὸ προκείμενον ἄρθρον πρέπῃ νὰ τεθῇ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ψηφίζηται κατ’ ἔτος ὁ προσδιορισμὸς τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως καὶ ἡ στρατολογία καὶ ναυτολογία· οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο νὰ ἐγερθῶσιν· (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ὁ προϋπολογισμὸς νὰ εἰσάγηται ἐντὸς τῶν δύω πρώτων μηνῶν τῆς συνόδου.
§176ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐρώτησε τίνος ἔτους;
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ ἐλευσομένου.
§178ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, προσέξατε καλὰ, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 64 θὰ εἰσαχθῇ τὸν 9βριον τοῦ 63; ὄχι θὰ εἰσαχθῇ τοῦ 65. Ἡ σύνταξις ἑνὸς προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι ἔργον τυχαῖον, θὰ συλλέξῃ πληροφορίας ὁ ὑπουργὸς 5 ἐτῶν προηγουμένων. Θὰ λάβῃ ὅμως ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας τὴν κατάστασιν, τὴν εἴσπραξιν καὶ τὴν δαπάνην. Λοιπὸν στοχασθῆτε καλὰ, πρέπει αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 65 νὰ συνταχθῇ εἰς τὰ 63 τὸν Ἰούνιον, τὸν Μάϊον. Λοιπὸν στοχασθῆτε πόσον μακρὰν ὑποχρεοῦτε τὸν ὑπουργὸν, μακρὰν ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς δαπάνης καὶ τῆς εἰσπράξεως νὰ σκεφθῇ, καὶ μάλιστα ἡ εἴσπραξις τοῦ 65 θὰ γενῇ τὸν Μάϊον τοῦ 65. Ἕως τὸν Μάϊον θὰ προβλέψῃ αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς, συντάττων τὸν Μάϊον καὶ Ἰούνιον τοῦ 63 τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 65, θὰ προβλέψῃ ποία θὰ ᾖναι ὡς ἔγγιστα ἡ ἐσοδεία τοῦ Μαΐου τοῦ 65· δηλαδὴ πρὸ τριῶν ἐτῶν. Αὐτὸ τὸ ἄτοπον, αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα, θέλων ὁ νομοθέτης ν’ ἀποφύγῃ, τί εἶπεν; ὑπεχρέωσε τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐντὸς τῆς συνόδου τοῦ ἑπομένου ἔτους, ὥστε τοὐλάχιστον νὰ ἠμπορῇ νὰ τὸν συντάττῃ τὸν Ἰανουάριον, τὸν Φεβρουάριον τοῦ 64. Ἐπειδὴ ὅμως τώρα ἐκάματε τόσον στενὸν τὸν κύκλον, θὰ εὑρεθῇ κομματάκι δύσκολος, διὰ τοῦτο ἄφετε τὴν ἐξουσίαν νὰ ἴδωμεν πότε θὰ ἠμπορέσῃ νὰ φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐντὸς τῆς συνόδου, πάντοτε τῆς προηγουμένης συνόδου.
§179ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τῳόντι παράδοξον φαίνεται, ὅπως τὸ παρέστησεν ὁ Κ. Χρηστίδης, καὶ καθεὶς φοβεῖται εἰς τὰ 64 θὰ θεωρήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 65· ἀληθῶς ἔχει ὀλίγην ἀμφιβολίαν ἐδῶ ἀλλὰ λέγω διὰ τοῦτο ζητεῖται καὶ τίθεται αὐτὸς ὁ ὅρος, ὅτι εἰς τοὺς πρώτους δύω μῆνας ὀφείλει νὰ φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ἐὰν ἴσως ἡ σύνοδος τοῦ 63 συγκαλεῖται τὸν 9βριον, δὲν εἶναι ἀνάγκη πλέον νὰ ἔλθῃ τὸ 65. Ποίαν χρῆσιν ἔκαμον τότε οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ, ὅταν ἐσυζητήσαμεν κλειστοῖς ὄμμασι τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ εἴπομεν, ὅτι οὗτος θὰ ἔχῃ ἰσχὺν καὶ εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος; Καὶ ὅταν τοὺς ἐδώσαμεν αὐτοὺς τοὺς δύω προϋπολογισμοὺς, ἐκοιμήθηκαν τὸ ἄλλο ἔτος ὁλόκληρον καὶ δὲν μᾶς ἔφερον προϋπολογισμὸν, καὶ μετὰ δύω ἔτη εὑρέθημεν πάλιν ὄπισθεν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν εἴτε τοῦ ἑπομένου ἔτους ὁ προϋπολογισμὸς συζητηθῇ εἴτε τοῦ τρίτου, ἡ διάταξις τοῦ νὰ ὑποβάλληται ἐν καιρῷ εἶναι πολλὰ ἀναγκαία. Καὶ ὅταν δὲν ἔχῃ τὰς ἀναγκαίας γνώσεις διὰ νὰ συντάξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ τρίτου ἔτους ἐντὸς τῶν δύω μηνῶν, τί θὰ φωτισθῇ ἐντὸς τῶν 5, θὰ ἀφήσῃ μόνον νὰ παρέλθῃ, καὶ θὰ τὸν φέρῃ τὸν τελευταῖον μῆνα, διὰ νὰ μὴ συζητηθῇ, ἐνῷ ἐὰν τὸν φέρῃ ἐν καιρῷ, ἐκεῖνα τὰ ὀλίγα φῶτά του θὰ συμπληρωθοῦν· καὶ τί φῶτα; μισθοδοσία, καὶ μισθοδοσία, καὶ φορολογία καὶ φορολογία, ἡ ἐπικαρπία, τὸ δέκατον κτλ. Λοιπὸν ὁ ὅρος εἶναι ἀναγκαῖος ἀλλ’ ὅσον ἀναγκαῖος εἶναι ὁ ὅρος αὐτὸς διὰ τὸν ἀπολογισμὸν, τόσον ἀκατόρθωτος εἶναι, ὄχι μόνον ὠφελεῖ, ἀλλὰ καὶ βλάπτει. Τί ἔχετε νὰ ἐξετάσητε; εἶναι πεῖρα λυπηρὰ τοῦ παρελθόντος, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω. Ἠξεύρετε τί θὰ εἰπῇ ἀπολογισμός; ἐφωνάζαμεν εἰς τὰς Βουλὰς νὰ φέρουν.
§180ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπανῆλθεν, Κ. Πρόεδρε, ἡ συζήτησις;
§181ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τώρα θὰ μάθῃς.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διδασκαλίας.
§183ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Συνέλευσιν ἐὰν μὲ ἀφίνῃ νὰ ὁμιλήσω.
§184ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§185ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἡμεῖς, Κ. Πρόεδρε, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φωτισθῶμεν, ἐγὼ εὑρέθην εἰς τὴν Ἰόνιον Βουλὴν, καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν ἐπαρουσίαζον πάντοτε τὸν ἀπολογισμὸν, καὶ ἐντὸς τῆς ἕκτης τὸν προϋπολογισμόν.
§186ΑΧΟΛΟΣ. Ἀκολουθεῖτε, Κ. Καλλιφρονᾶ.
§187ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κατὰ τὸν λογιστικὸν, Κύριοι, νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐργασία ἀξιέπαινος, διότι εἶναι συλλεγμένος ἄλλοθεν ἀπὸ φωτισμένα ἔθνη, ἠξεύρετε τί διατάττει περὶ ἀπολογισμοῦ; Ὁ ἀπολογισμὸς, ὄχι ἓν σύμπλεγμα ἀκατάληπτον, ἀλλὰ κατειργασμένος, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι τὸ ἀνέκκλητον ἐφετεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφασίζῃ, ὁ ἀπολογισμὸς πρέπει νὰ διέλθῃ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσῃ κατὰ λεπτομέρειαν ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα....
§188ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Μὰ δὲν τὰ θέλομεν αὐτά.
§189ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὰ θέλω ἐγώ.
§190ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κ. Πρόεδρε, μᾶς ἐρωτήσατε, καὶ εἴπαμεν, ὅτι ἐφωτίσθημεν (θόρυβος ἀριστερά). Ὁμιλῶ πρὸς τὸν Πρόεδρον, καὶ ὄχι πρὸς σᾶς.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ τί ἔγεινε κατὰ τὸ παρελθὸν, ἢ ἵνα ἀποφασίωμεν περὶ τοῦ μέλλοντος; (θόρυβος).
§192ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ Συνέλευσις ἔδωκε τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ἀγορεύοντα νὰ τελειώσῃ τὸν λόγον του.
§193ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, Κύριοι, ὁ ἀπολογισμὸς πρέπει ά.) νὰ διέλθῃ τὸν ἔλεγχον τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ μόνον δικαίωμα ἔχει νὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος, καὶ καταδικάσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, τὸν τελώνην, ὄχι ὅμως ποτὲ καὶ τοὺς δικτάκτορας, τοὺς ὑπουργοὺς, διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία βλέπει τὸν ἀπολογισμὸν καὶ ἐκεῖ ἂν ἴδῃ ὅτι ἔγεινε παράνομος δαπάνη, τότε ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ ἢ ἐπικυρόνει ἢ καταδικάζει, πρὶν τούτου δὲν γίνεται οὐδέν. Κυρίως ὁ λογιστικὸς νόμος διατάττει, ὅτι τότε ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀπολογισμὸς, διότι ἄνευ τῆς προεξετάσεως εἶναι ἓν χάος. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐσφετερίσθημεν τοὺς ἀπολογισμοὺς, ἀλλὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μένει 10 ἔτη ὄπισθεν. Ἐὰν λοιπὸν ζητήσητε νὰ ὑποβάλλωνται ἀπολογισμοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν διῆλθον τὴν ἐξέτασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ δὲν ἀποδειχθοῦν τὰ καλῶς καὶ κακῶς ἔχοντα, ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, παρὰ ἐγκρίνω· λοιπὸν ὁ ἀπολογισμὸς, δὲν δύναται, δὲν πρέπει, δὲν συμφέρει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὶν πρῶτον ἐξετασθῇ, διὰ τοῦτο λέγω ὁ ἀπολογισμὸς νὰ ἔρχηται ἐν τάξει, διότι ἄλλως θὰ ἔρχεται μόνον διὰ νὰ ἀπατήσῃ, διὰ νὰ σκεπάσῃ.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, θέλω ἐρωτήσει τὴν Συνέλευσιν ἐὰν παραδέχηται ά.) νὰ τεθῇ μία προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ εἰσάγηται ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ βʹ.) ἐντὸς ποίας προθεσμίας. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ ὁρισθῇ προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ εἰσάγηται ὁ προϋπολογισμὸς, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προθεσμίαν......
§195ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐννοοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 65 νὰ ἀποφασίζῃ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία συνέρχεται τὴν 1 9εμβρίου τοῦ 1863.
§196ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ ἐννοοῦμεν (θόρυβος).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικονομίαν κάμνομεν ἢ Σύνταγμα; (θόρυβος).
§198ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νὰ παρουσιάζῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένου τῆς συνόδου ἔτους, διότι ἡ Σύνοδος ἡ ὁποία συνέρχεται τὸ 63, εἶναι ἡ τοῦ 64, ἡ συνερχομένη τὸ 64 εἶναι τοῦ 65 καὶ οὕτως ἐφεξῆς·
§199ΔΡΟΣΟΣ. Ἀφοῦ ἐτέθη προθεσμία περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι καλὸν τῳόντι νὰ εὐκρινισθῇ· ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐννοοῦμεν τὴν σύνοδον τοῦ 64, ἠμπορεῖ αὕτη ν’ ἀρχίσῃ τὴν ά. 9βρίου, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιασθῇ ἐντὸς τῶν δύω πρώτων μηνῶν δὲν θὰ ὑπάρχῃ καιρὸς ὑλικὸς εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτὸν, καὶ ὅταν ἀρχίσῃ τὸ ἔτος δὲν θὰ ἔχωμεν προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὸν ὁρισμὸν τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ παρουσιάζηται ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν σύνοδον, ἡ ὁποία λήγει πρὸ τοῦ ἔτους, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ὁ προϋπολογισμός.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ὑπάρχει νόμος ῥητὸς, τί θέλετε εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ θέτετε διατάξεις τοιαύτας. Τρίτον ζήτημα. «Ἡ ἐξέτασις τοῦ προϋπολογισμοῦ γίνεται ἐφ’ ἅπαξ.» Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη.
§201ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἔχω τροπολογίαν ὡς πρὸς τὸν ἀπολογισμόν.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Παπαμιχαλόπουλος θέλει νὰ ὁρισθῇ καὶ προθεσμία διὰ τὸν ἀπολογισμόν. Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο νὰ γερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Λοιπόν, Κύριοι, τὸ ἄρθρον θέλει καταρτισθῆ ὡς ἀκολούθως· Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 63. Ἄρθρ. 63. Οὐδεμία σύνταξις ἢ ἀμοιβὴ δίδεται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἄνευ νόμου. Ἀντίῤῥησις ὑπάρχει;
§203ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§204ΚΑΛΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, τὴν ἀναγινώσκω. Ἄρθρον 64 τοῦ σχεδίου. Πᾶς Βουλευτὴς εἶναι ἀνεύθυνος καὶ ἀπαραβίαστος ἕνεκα γνώμης, ἐγγράφων, ἢ ψήφου, δοθέντων παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων.
§205ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ τροπολογία;
§207ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 65. Βουλευτὴς διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς συνόδου, δὲν καταδιώκεται οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ σώματος· τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφόρῳ κακουργήματα. Προσωπικὴ κράτησις δὲν ἐνεργεῖται κατὰ Βουλευτοῦ, διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς Συνόδου, τέσσαρας ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως καὶ τρεῖς μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτῆς.
§209ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ᾖναι εἰς τὴν φυλακὴν ὁ Βουλευτὴς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου ἀπολύεται;
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§211ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ ὅταν εἶναι ὅλοι εἰς τὴν φυλακὴν, τότε τὶ γίνεται;
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιαύτη Βουλὴ καλλίτερον νὰ μὴ ᾖναι (γέλωτες).
§213ΖΕΡΒΑΣ. Πῶς; δὲν καταλαμβάνω, πῶς ἕνας Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος εἰσέτι δὲν συνελήφθη, δὲν ἠμπορεῖ νὰ φυλακισθῇ καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ βγῇ;
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συζητηθῇ. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ· «Ἀλλ’ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ τῆς ἀποφυλακίσεως τῶν Βουλευτῶν».
§215ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητής). Ἔχω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ· «Βουλευτὴς διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς Συνόδου δὲν καταδιώκεται ποινικῶς οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἐπὶ ἀδικήματι ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς· τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τὰ ἐπ’ αὐτοφόρῳ ἐγκλήματα». Ν’ ἀπαλειφθῶσι δ’ αἱ λέξεις προσωπικὴ κράτησις δὲν ἐνεργεῖται κτλ. μέχρι τέλους τοῦ ἄρθρου. Ἡ τροπολογία μου αὕτη, Κύριοι, εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν λογικὴν καὶ μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ βουλευτικοῦ σώματος, εἰδ’ ἔν τισι ξένοις συντάγμασι τοιαύτη ὑπάρχει καὶ ἂν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1844 συμπαθὴς πρὸς πολλοὺς ἀνθρώπους ὀφειλέτας, κατεχώρησε τοιαύτην διάταξιν ἀτοπωτάτην ...... (θόρυβος μέγας).
§216ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι ὕβρις κατὰ τοῦ ἔθνους καὶ ὀφείλει νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ.
§217ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ λαλῆσας.
§218ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§219ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀσέβεια κατὰ τοῦ ἔθνους εἶναι αὐτὴ, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἐννοῶ. Ἡ Συνέλευσις δὲν τὴν ἀνέχεται κατ’ οὐδένα τρόπον.
§220ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§221ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν πρότασίν μου καὶ παρακαλῶ τὸν Κύριον Σαρίπολον ν’ ἀνακαλέσῃ ὅτι εἶπε.
§222ΖΕΡΒΑΣ (καὶ πλεῖστοι πληρεξούσιοι). Νὰ ἀνακαλέσῃ.
§223ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Οἱ λόγοι μου οὐδένα δύνανται νὰ σκανδαλίσωσι, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὅστις δὲν εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν δὲν εὑρέθη οὐδὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἀπαραβιάστου· (θόρυβος παρατεταμένος καὶ φωναὶ) ν’ ἀνακαλέσῃ ν’ ἀνακαλέσῃ.
§224ΖΕΡΒΑΣ. Ὁ Μαυροκορδάτος ὁ Τρικούπης ὁ........ (θόρυβος) δὲν καταδιώκονται διὰ πολιτικὰ χρέη;
§225ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸν τόσον θόρυβον ἀφοῦ οὐδένα προσβάλλω, μόνον ἐγγυήσεις ζητῶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ σώματος.
§226ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Ἢ ν’ ἀνακαλέσῃ ἢ νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἡ Συνέλευσις· (θόρυβος).
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐννόησε νὰ προσβάλῃ κανένα ἀπὸ τοῦ βήματος.
§228ΜΙΛΗΣΗΣ. Θὰ ἀνακαλέσῃ· ἄλλως δὲν δεχόμεθα νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν λόγον.
§229ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀνακαλέσῃ, ν’ ἀνακαλέσῃ (θόρυβος).
§230ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Μὴ θορυβῆτε, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ τί θέλετε ν’ ἀνακαλέσω, δὲν ἐννόησα νὰ προσβάλω τὴν Συνέλευσιν τοῦ 14, διότι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἤγειρε μνημεῖον ἐπὶ τοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης οἷον ἐγὼ, ὅστις ὁλοκλήρους ἐνιαυτοὺς διῆλθον σχολιάζων τὸ ἔργον της...... (Πληρεξούσιοι τινὲς ὁμιλοῦσιν ἰδίᾳ πρὸς τὸν Πρόεδρον.)
§231ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ ὑβρίζωμεν τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας τὰ πλεῖστα μέλη ἀπέθανον ἐπὶ τῆς ψάθης....
§232ΜΙΛΗΣΗΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνεχθῶμεν τὴν ὕβριν.
§233ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ Κύριος Σαρίπολος δὲν ἀνακαλεῖ προτείνω ν’ ἀποδοκιμασθῇ.
§234ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐννοῶ ὅτι φοβεῖσθε τὴν πρότασίν μου καὶ ἐγείρετε Ἰουδαϊκὸν θόρυβον.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ζητεῖ Κύριε Σαρίπολε ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν, ἂν εἴπετε, ὅτι ἡ Συνέλευσις τοῦ 44 κατάχρεος οὖσα, ἐζήτησε νὰ τεθῇ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο.
§236ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τώρα κατὰ πρῶτον μανθάνω παρὰ τοῦ Κυρίου Προέδρου, ὅτι εἶπον ἐγὼ, ὅτι ἡ Συνέλευσις τοῦ 44 κατάχρεος οὖσα κατεχώρισε τοῦτο τὸ ἄρθρον. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἴπω ἐγὼ, ἐγὼ ὅστις κατεδαπάνησα τὰς ὡραιοτέρας ἡμέρας τῆς νεότητός μου σχολιάζων τὸ ἔργον αὐτῆς· αὐτὸς εἶναι ὁ μεγαλείτερος ἔπαινος, τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ τῇ κάμω. Ἄλλην ἔννοιαν εἶχον οἱ λόγοι μου, καὶ δὴ ἐξηγοῦμαι. Εἰς τὸ νέον Σύνταγμα ἡμῶν θέλω νὰ ἐγγραφῇ, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες μέρος τοῦ Βουλευτικοῦ Σώματος εἶναι ἀπαραβίαστοι ποινικῶς μόνον, διὰ τὰ πολιτικὰ ὅμως χρέη οὐδεὶς ἔστω ἀπαραβίαστος.
§237ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα δὲν περιέχει αὐτό.
§238ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν μὲ ἐννοήσατε, ἡ γνώμη μου εἶναι ὅπως ὅστις ἔχει χρέη ἀπαιτητὰ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως καὶ δὲν θέλει νὰ τὰ πληρώσῃ αὐτὸς νὰ φυλακίζηται. Μόνον ποινικῶς νὰ μὴ καταδιώκηται ὁ βουλευτὴς ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, διότι κυρίως ἀπὸ τῆς κακοβουλίας τῆς ἐξουσίας πρέπει ν’ ἀσφαλίσωμεν τὸν βουλευτὴν, διὰ τὰ ἰδιωτικὰ ὅμως χρέη, δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην τοῦ ἀπαραβιάστου, ἤτοι τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας.
§239ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ἀναγνώσατέ το τὸ ἄρθρον· (τὸ ἀναγινώσκει Γαλλιστί).
§240ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔστω! Δὲν θέλω νὰ διαβάσω τίποτε, ὁ Κ. Κυπαρίσσης μοὶ ἔφερε Συντάγματα ἀκυρωθέντα, ἐγὼ ἐννοῶ τὰ νέα Συντάγματα, ἂν ὁ Κ. Κυπαρίσσης θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ συνταγματικῆς ἀρχαιολογίας, τοῦτο εἶναι ἄλλο πρᾶγμα, ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω τὸ Σύνταγμα τοῦ 1852, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ. Τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, ἐπειδὴ τῆς Ἑλλάδος τὴν πολιτείαν συντάσσομεν, θέλω νὰ καθιερώσῃ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς μόνον ποινικῶς εἶναι ἀκαταδίωκτος, διότι εἶναι ἄτοπον, Κύριοι, ἄνθρωποι ἔχοντες ἀποφάσεις κατὰ βουλευτοῦ νὰ μὴ δύνανταί ποτε νὰ τὰς ἐκτελέσωσι, οἱ δὲ βουλευταὶ νὰ καταχρεώνωνται καὶ ποτὲ νὰ μὴ πληρώσωσι· θέλετε νὰ ἐξακολουθῇ τοῦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἐν ᾧ εἰς τ’ ἄλλα Κράτη τοιοῦτοι βουλευταὶ δὲν ὑπάρχουσιν; Ἐγὼ διεκδικῶ τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος, ἡ Πατρὶς δὲν θέλει χρεωκόπους βουλευτὰς, ἂν πραγματικῶς κηδόμεθα τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, διότι ἄνθρωπος ὅστις ἔχει χρέη τοιαῦτα, ὥστε καὶ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ν’ ἀπηγγέλθη κατ’ αὐτοῦ ἡ προσωπικὴ κράτησις, δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος, δὲν εἶναι ἄνθρωπος ἱκανὸς εἰς τὸ νὰ καθήσῃ ἀξιοπρεπῶς ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς· ἀφοῦ μάλιστα καὶ ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἀποστερεῖ τὸν πτωχεύσαντα τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι. Ἄνθρωπος λοιπὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπόχρεως δι’ ὀλίγας δραχμὰς, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ, καί τοι ὑπὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀπειλούμενος, εἶναι ἀνάξιος νὰ συγκαθήσῃ εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Ἔθνους.
§241ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Σεῖς δὲν χρεωστεῖτε;
§242ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὄχι, Κύριε, ὅστις καὶ ἂν ἦται· ἂν ἠκούσατε τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ εἰπόντος πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι ἔχω ἀνοικτὸν λογαριασμὸν μετὰ τῆς Τραπέζης, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἔχω χρέη, διότι καὶ περιουσίαν ἀκίνητον ἔχω ἱκανὴν, καὶ μετοχὰς εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν τράπεζαν ἔχω, καὶ οὐδενὶ χρεωστῶ, μάλιστα δὲ δι’ ἀποφάσεως ἀπαγγελλούσης προσωπικὴν κράτησιν. Τοὺς δ’ ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς μὲ τὴν τράπεζαν ἔχουσι καὶ οἱ εὐπορώτατοι, καὶ τοῦτο ἵνα μὴ κρατῶσι χρήματα εἰς τὸ ταμεῖόν των ἀργὰ, ἔχουσι δὲ πρόχειρα ἐν παντὶ καιρῷ καὶ πάσῃ ὥρᾳ, διότι καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς, καὶ ὁ βαθύπλουτος Σκουζὲς, καὶ τόσοι ἄλλοι ἔχουσιν ἀνοικτὸν λογαριασμὸν μὲ τὴν Τράπεζαν· τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἔχουσι περιουσίαν. Ἴσως εἴπωσί τινες, ὅτι ἡ ἀρετὴ δὲν παρακολουθεῖ τὸν πλοῦτον, καὶ ὅτι καὶ πένητες ἐνάρετοι ὑπάρχουσι· συμφωνῶ, ἄλλο ὅμως ἔντιμος πενία καὶ ἄλλο χρέη, οἷα τὰ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως ἀπαιτητά· τὰ τοιαῦτα χρέη εἶναι χρέη ἐκ διαφθορᾶς καὶ οὐχὶ ἐξ ἀρετῆς πενομένης προερχόμενα· μὴ σοφιζώμεθα, γνωριζόμεθα οἱ Ἕλληνες, καὶ ἡ συνείδησις πάντων ὑμῶν ἂς μαρτυρήσῃ ἂν ᾖναι ἔντιμα καὶ ἐξ ἐντίμου πενίας προερχόμενα τὰ χρέη ἅπερ πρὸς τοὺς τοκογλύφους πολλοὶ τῶν παρ’ ἡμῖν πολιτευομένων συνάπτουσιν, ἐμπορευόμενοι τὴν ἐλευθερίαν των ὑπογράφοντες συναλλαγματικάς. Διαψεύσατέ μου τοὺς λόγους, ἂν δύνασθε, δὲν δέχομαι ὅμως τὸ σόφισμα τῆς πενομένης ἀρετῆς. Ἄλλως τε βλέπετε ὅτι καὶ τὸ σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον, δὲν ἀπαγορεύουσι γενικῶς καὶ ἀπολύτως τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἀλλ’ ἐπί τινα χρόνον ἀναβάλλουσι τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, ἡ πρότασίς μου λοιπὸν κατ’ οὐδὲν ἄλλο νεωτερίζει, εἰμὴ ὅτι ἐν παντὶ χρόνῳ ἐπιτρέπει τὴν προσωπικὴν τοῦ Βουλευτοῦ κράτησιν διὰ πολιτικὰς ὀφειλάς. Συμπεραίνω λοιπὸν ὅτι μόνον ἐπὶ ἐγκλήματι ὅταν κατηγορῆται ὁ Βουλευτὴς ἀπαιτεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, εἰ δ’ ὑπάρχῃ κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασις διὰ πολιτικὰ χρέη, αὐτὴ πρέπει νὰ ἐκτελῆται.
§243ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, δὲν μᾶς φθάνουν αἱ ἀνικανότητες τοῦ ἄρθρου 22, ἀλλ’ ἦλθεν ὁ Κ. Σαρίπολος νὰ μᾶς ἐπιβάλλῃ καὶ ἑτέρας ἀνικανότητας· ποίας; τὴν ἀνέχειαν· Κύριε Σαρίπολε, ὅσοι ἔχουν χρήματα, εἶναι ἀπόδειξις ὅτι εἶναι τίμιοι ἄνθρωποι, καὶ ὅσοι δὲν ἔχουν εἶναι ἄτιμοι καὶ θέλετε νὰ τοὺς ἀποβάλητε ἀπὸ τὴν Βουλήν; Κύριοι, ἐγὼ δὲν χρεωστῶ, ἀλλὰ δὲν εἶμαι πλούσιος, θὰ εἰπῇ ὅτι εἶμαι ἄτιμος; Εἴδομεν, Κύριοι, πολλοὺς τρέχοντας τὸν πολιτικὸν βίον καὶ ἔχοντας χρήματα νὰ ἦναι δοῦλοι, προδόται τῶν καθηκόντων των, (εὖγε, εὖγε). Εἴδομεν ἀνθρώπους μὴ ἔχοντας τὸν ἐπιούσιον ἄρτον νὰ μὴ δύνανται νὰ δελεασθῶσι μὲ ὅσα καὶ ἂν τοὺς ἔκαμνον.
§244ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ὁ Καρακατσάνης.
§245ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζετε, λοιπὸν, Κύριε Σαρίπολε, αὐτὸ τὸ κλίμα τὶ γεννᾷ· ἀναγινώσκετε τὰ χαρτιὰ καὶ ἔρχεσθε νὰ σχολιάζητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζουν, πρέπει νὰ σπουδάσητε τοὺς ἀνθρώπους· σὲ λέγω, ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἀναφέρεις· εἶπες, ὅτι ὅσοι ἔκαμον τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἰς τὰ 1843 ἦσαν ἄνθρωποι χρεωκόποι, τὸ ἄρθρον ὅμως ἐκεῖνο δὲν ἔγεινεν ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν, ἔγεινεν ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, καὶ ἡ πλειοψηφία ἐκείνης τῆς Συνελεύσεως ἦσαν οἱ μεγαλόσχημοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὴν ἐπανάστασιν καὶ ἂν εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῶσιν 100 δραχμὰς εἶναι ἀνάξιοι νὰ παρακάθωνται εἰς τὸν περίβολον τὸν ἐθνικὸν καὶ νὰ βουλεύωνται περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους; πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ὑπάρχουν καὶ τὴν σήμερον ζῶντες καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπέκτησαν τίποτε, ἐκ τῶν ἀποθανόντων οἱ πλεῖστοι ἀπέθανον ἐπὶ τῆς ψάθης· δὲν δύναμαι νὰ ἐμπιστευθῶ εἰς πλουσίους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἰς πρώτην ἀνάγκην θὰ σηκωθοῦν νὰ φύγουν, ν’ ἀφήσουν τὴν Ἑλλάδα, δὲν πρέπει ν’ ἀποδίδωμεν τιμὴν μόνον εἰς τοὺς πλουσίους, διότι οὕτω καθιεροῦμεν προλήψεις ἀνδρείας· ἡ πτώχια, ἡ λιτότης εἶναι τὸ πλεονέκτημα τοῦ Ἕλληνος, διὰ τοῦτο, Κύριε Πρόεδρε, προτείνω νὰ μὴ δεχθῶμεν καθόλου τοιαύτην πρότασιν, προτείνω νὰ τὴν σχίσητε ὡς ἀπαράδεκτον, εἶναι ἄντικρυς μία βλασφημία πρὸς τὸ ἔθνος, προτείνω λοιπὸν τὴν ἀπόῤῥιψιν.
§246ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Τινὲς ἐξ ὑμῶν ἐνδέχεται νὰ παρασυρθῶσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ Κ. Σαριπόλου, πιστεύοντες, ὅτι τῷ ὄντι τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει εἰς κἀνὲν Σύνταγμα, καὶ ὅτι ἡμεῖς κατ’ ἐξαίρεσιν οἱ Ἕλληνες τὴν καθιερώσαμεν τὸ 1843, ὁρμηθέντων τῶν πληρεξουσίων τότε ἀπὸ δεινὰς δῆθεν προσωπικὰς των περιστάσεις, ὅπερ μὴ ἀληθὲς παντάπασιν· ἂν τῷ ὄντι ἡ διάταξις αὕτη εἶχε τεθῆ κατὰ πρώτην φορὰν εἰς τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, ἤξιζε τὸν κόπον νὰ σκεφθῶμεν, ἂν ἔπρεπε νὰ διατηρήσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν ἢ νὰ τὴν ἀπαλείψωμεν, ἀλλ’ ἐλανθάσθη ὁ Κ. Σαρίπολος, ἐλησμόνησε τὰς διατάξεις τὰς ῥητὰς τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ Γαλλικοῦ, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ὡς βάσιν εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἡμέτερον εἰς τὰ 1843, καὶ τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον τὸ εἴχαμεν ὡς βάσιν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχουν ὡς βάσιν ὅλα τὰ γραπτὰ Συντάγματα. Τὸ σύνταγμα λοιπὸν τὸ Γαλλικὸν λέγει μὲ μεγάλα γράμματα, δηλαδὴ τὸ τοῦ 1814 καὶ τὸ τοῦ 1830, ὅτε ἀνεθεωρήθη, ὅτι προσωπικὴ κράτησις δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ κατὰ Βουλευτοῦ διαρκούσης τῆς συνόδου καὶ ἓξ ἑβδομάδας πρὸ τῆς συνόδου, ἢ μετ’ αὐτήν. Τί ἐκάμομεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς παρὰ νὰ ἀντιγράψωμεν τὰς διατάξεις ἑνὸς ἔθνους, ὁποῖον τὸ Γαλλικόν; Ἔπειτα, Κύριοι, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς καλλιτέραν θέσιν παρ’ ὅ,τι εἶναι οἱ Γάλλοι, τὸ αὐτὸ περίπου, Κύριοι, λέγει καὶ τὸ Βελγικὸν, δηλαδὴ κατ’ οὐσίαν, ἂν οὐχὶ κατὰ τύπον, διότι ἀναθέτει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ ἢ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ Βουλευτοῦ. Ἡμεῖς λοιπὸν δὲν ἐκάμαμεν κἀνένα νεωτερισμόν. Ἐπροτιμήσαμεν δὲ τὸ γενικώτερον τῆς Γαλλίας σύστημα, μὲ τὸ ὁποῖον συμφωνοῦν καὶ ἄλλα συντάγματα τῆς Εὐρώπης, διότι κατὰ τὸ Βελγικὸν σύστημα μένει εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς πλειονότητος τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τίνων ν’ ἀρνηθῇ τὴν καταδίωξιν, κατ’ ἄλλων δὲ νὰ τὴν ἐπιτρέψῃ.
§247ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σαριπόλου ὑποστηρίζεται;
§249ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. κυπαρίσσης ἔχει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν.
§251ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Αὔριον, αὔριον, δὲν εἴμεθα πλήρεις, (ἐγείρονται καὶ φεύγουν). Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 4 καὶ 5 λεπτά.
Ὁ Προεδρεύων Ἀντιπρόεδρος
ΕΥ. ΑΝΤΥΠΑΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Σ. Λογιωτατίδης, Γ. Πετρούλιας.