1864.09.07
1,923 rows · 16,155 words · 112 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 314.
Τῆς 7 Σεπτεμβρίου 1864.
(Δευτέρα).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται. Πολλοὶ συσσωρεύονται περὶ τὸ Προεδρεῖον ζητοῦντες τὸν λόγον καὶ ἐγγραφόμενοι.
§4ΤΙΝΕΣ. Διὰ κλήρου, Κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταλάβετε τὰς θέσεις σας, Κύριοι.
§6ΖΕΡΒΑΣ. Ἔχω ἔνστασιν κατὰ τῆς ἐγγραφῆς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτος κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Διαμαντόπουλος. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι τὸ 22 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§8ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ κἀνείς. Προκαλῶ τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως ἂν θεωρῇ νόμιμον τὴν ἐγγραφὴν (θόρυβος).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι. Ἔχετε τὸν λόγον, Κ. Διαμαντόπουλε.
§10ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον ἐθνικοῦ αἱ μακραὶ συζητήσεις εἶναι περιτταί· ἕκαστος ἔχει ἐσχηματισμένην τὴν πεποίθησίν του.
§11ΖΕΡΒΑΣ. Μάλιστα νὰ μὴ γίνῃ καμμία συζήτησις (θόρυβος).
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑπάρχει, Κ. Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἐν ἀρχῇ περὶ Γερουσίας;
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συζητήσωμεν πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Γερουσίαν.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· κατ’ ἀρχὴν, ἂν θὰ ὑπάρξῃ, ναὶ, ἢ ὄχι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐμποδίσητε τοὺς ἀγορεύοντας τοῦ νὰ κάμουν λόγον περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι συναφῆ καὶ ἀναπόσπαστα· ὡς πρὸς τὴν θέσιν τῶν ζητημάτων ἄλλος λόγος.
§16ΛΟΥΖΗΣ. Νὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι κατ’ ἀρχὴν, ἀλλ’ ὁ ἀγορεύων δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὅπως θέλει.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἐπιβάλλητε εἰς κἀνένα τρόπον τοῦ συζητεῖν.
§18ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐὰν ἡ ἐξουσία τοῦ Κράτους διαιρῆται εἰς τρία.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· (θόρυβος).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, Κύριε Διαμαντόπουλε.
§21ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ προηγουμένου ἄρθρου καθιεροῦντος τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ ἔθνους, πρόκειται νὰ ἱδρύσωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἥτις βουλεύεται καὶ νομοθετεῖ· τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ Συντάγματος, διότι ἀποτελεῖ τὴν ἀμετάτρεπτον βάσιν τῆς πολιτείας καὶ διότι ἐκ τῆς καταλλήλου ῥυθμίσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας προλαμβάνεται πᾶσα ἀνωμαλία, προάγεται καὶ στερεοῦται ἡ ἐθνικὴ ἑνότης. Πολλὰ ὑπάρχουσι καὶ ὁσημέραι δημοσιεύονται συγγράμματα περὶ συνταγματικοῦ δικαίου, ἀλλ’ οὐδὲν μᾶς διδάσκει πῶς πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἀρχαὶ αὐτοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀπὸ τὰς ἐκτεθείσας θεωρίας εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1843 πηγάζει Γερουσία ἰσόβιος καὶ διοριζομένη ὑπὸ τοῦ βασιλέως· ἀλλὰ διὰ τῶν θεωριῶν τούτων, τὰς ὁποίας ἐκ τῶν προτέρων παρεδέχθησαν, ἐζήτησαν νὰ θέσωσι τὸ ἔθνος εἰς νόμους. Οὕτως ἐγένετο κατὰ τὰ πλεῖστα νομοθετήματα τῆς παρελθούσης περιόδου, καὶ ἑπομένως δὲν ἐπῆλθον οἱ ἐλπιζόμενοι καρποί. Νὰ νομοθετῇ τις μὴ ἐκτιμῶν δεόντως τὸ πνεῦμα, τὰς ἀνάγκας, καὶ τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ παραλύῃ καὶ καταστρέφῃ τὰς δυνάμεις τῶν κατοίκων τῆς Ἀραβίας, ἀναγκάζων αὐτοὺς νὰ καλλιεργῶσι καὶ σπείρωσι τὰς ἐρήμους της. Ἡ τριακονταετὴς παρελθοῦσα περίοδος δὲν διετύπωσεν ἐν τῇ πολιτείᾳ τὸ πνεῦμα τῆς Ἑλλάδος, διότι τὸ πνεῦμα οὐδαμοῦ ἔμεινεν ἐλεύθερον. Ὁ προϋπολογισμὸς, τὸ μόνον τῆς Κυβερνήσεως σύμβολον, ὑπῆρξεν ἐργαλεῖον καθαρᾶς ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἐδείκνυε τὴν προσωπικότητα, τὴν ὁποίαν διαρκῶς ὑπηρέτει. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ἄνευ πτυχῶν καὶ εὔγνωστος ἐν τῇ ὁλομελείᾳ αὐτῆς καταφαίνεται, ἱσταμένη δ’ ἐπὶ ὑψηλοῦ ὄρους, εἰς τὴν μίαν πλευρὰν ἔχει τὸ Καπιτώλιον καὶ εἰς τὴν ἄλλην τὸν Ταρπήϊον βράχον. Βάσις τῆς νέας τάξεως εἶναι ἡ ψηφισθεῖσα καὶ παραδεχθεῖσα ἀρχὴ, ὅτι ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ ἔθνους· τὴν ἀρχὴν ταύτην ἔθεσε τὸ ἔθνος εἰς ἐνέργειαν ἐν μέσῳ τῆς ἐπαναστάσεως, οὐχὶ δι’ ἀντιπροσώπων, ἀλλ’ αὐτοπροσώπως καὶ ὁμοφώνως κηρυττόμενον ὑπὲρ τῆς συνταγματικῆς βασιλείας. Ἐκ προοιμίων ἀναγνωρίζω εἰς τὸν βασιλέα τὸ δικαίωμα τῆς ἐν μέρει ἐνεργείας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἀδιαιρέτως μετὰ τῶν ἄλλων σωμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται σήμερον νὰ ἀποφασίσωμεν. Κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν πρῶτον παρουσιάζεται ζήτημα, διατὶ ἡ διαίρεσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς δύο ἕτερα σώματα; Ὑπάρχει διαίρεσις εἰς τὸ ἔθνος, ἥτις ἀποτελεσματικῶς ἀπαιτεῖ τὴν ἰδιαιτέραν αὐτῆς κατάταξιν εἰς τὸ πολίτευμα; Τὸ ἔθνος οὔτε πολιτικῶς οὔτε κοινωνικῶς διαιρεῖται· ἡ ἁρμονία καὶ ἡ ἑνότης τοῦ Ἑλληνικοῦ βίου πανταχοῦ παρουσιάζεται. Παράδοξον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν, ἐνῷ ὅλα τὰ ἔθνη τείνουσι πρὸς τὴν ἀπόλυτον ἑνότητα, ἡμεῖς τεχνικῶς ἠθέλομεν εἰσάξει τὴν διαίρεσιν εἰς τὴν κοινωνίαν διὰ τοῦ πολιτεύματος. Ἡ κοινωνικὴ τάξις προηγεῖται τῆς πολιτικῆς τάξεως· ὅθεν τὸ πολίτευμα πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἐντελεστέρα ἔκφρασις τῆς κοινωνίας. Πᾶσα ἀρχὴ, πᾶσα διάταξις ἐν τῷ πολιτεύματι ἢ ἔχει ἱστορικὴν γένεσιν, ἢ πρέπει νὰ ὑπαγορεύηται ἀπὸ τὸν νέον πολιτισμὸν καὶ τὰς παρούσας ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Τὰ πολιτεύματα τῆς ἀριστοκρατικῆς ἀρχαιότητος καί τινα τῶν νέων τῆς ἑσπερίας Εὐρώπης, ὅπου ὑπάρχει εἰσέτι ἡ μεσαιωνικὴ διαίρεσις τῆς κοινωνίας εἰς τάξεις, τὰ πολιτεύματα ταῦτα ἐμπεριέχουσι Γερουσίαν διαδοχικὴν ἢ ἰσόβιον, ἀντιπροσωπεύουσαν τὴν ἀριστοκρατίαν, ἰσχυρὰν οὖσαν καὶ ἀρνουμένην νὰ συγχωνευθῇ εἰς τὰς ἄλλας τάξεις. Οὔτε ὑπῆρξεν, οὔτε ὑπάρχει Γερουσία διαδοχικὴ ἢ ἰσόβιος εἰς ἔθνος, ἐν ᾧ ἡ διαίρεσις δὲν εἶναι καταφανὴς, ἐκτὸς μόνον τῆς ἀτυχοῦς Ἑλλάδος, ἥτις κατὰ τὸ παρελθὸν κατέστη ἐνίοτε ἀξιοδάκρυτον ἕρμαιον τῆς ξένης ῥᾳδιουργίας καὶ τῆς σκέψεως τῶν λογιωτάτων. Ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἀπόδειξιν δι’ ὀλίγων μόνον λέξεων ἐκ τῆς ἱστορίας. Οὔτε συγγραφεῖς ἐπικαλοῦμαι ἀγορεύων, οὔτε ἱστορικὴν ἐπίδειξιν ἐπιζητῶ, σπανιώτατα δὲ προστρέχω εἰς ξένην ἱστορίαν· ἀλλὰ πρόκειται ἤδη νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὴν φύσιν καὶ τὴν καταγωγὴν μιᾶς ἐξουσίας, ἥτις παρεισέφρυσεν εἰς ἡμᾶς ὡς ξένον φυτὸν, παράσιτον, τρεφόμενον ἄνευ καρποφορίας ἐκ τῶν χυμῶν τῆς ἐγχωρίου ζωῆς καὶ δηλητηριάζον τὴν ζωὴν ταύτην (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον· ἂν ἐκ δευτέρου παρεκτραπῇ, θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν αὐτοῦ.
§23ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, δὲν ἔχετε δίκαιον.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ καταβιβάσωμεν λοιπὸν τὸ ἀκροατήριον νὰ συζητήσῃ; (θόρυβος).
§25ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν θέλω ὁμιλήσει συντόμως, ἀφαιρέσατέ μου τὸν λόγον μόλις ἐνοχληθῆτε, καὶ θέλω ὑποχωρήσει παύων. —Εἰς τὰ πολιτεύματα τῆς Σπάρτης καὶ τῆς Ῥώμης μετὰ τὴν καθίδρυσιν τῶν δημάρχων, ὑπῆρχε Γερουσία ἰσόβιος· ἀλλὰ τίς νὰ ἀρνηθῇ δύναται, ὅτι τὰ πολιτεύματα ταῦτα ἦσαν ἀριστοκρατικά; Τίς ν’ ἀρνηθῇ δύναται τὴν ὑπάρχουσαν διαίρεσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ταύτῃ; Ἡ κοινωνία τῆς Σπάρτης καὶ τῆς Ῥώμης δὲν ἐξέφραζε τὴν ἁρμονίαν τῆς κοινωνίας τῶν Ἀθηνῶν, ἐν ᾗ ὁ μόνος τίτλος τοῦ πολίτου ἤρκει νὰ φέρῃ αὐτὸν εἰς τὴν Γερουσίαν ἀνανεουμένην ἐτησίως. Ὁ πατὴρ τοῦ συλλογισμοῦ καὶ τῆς κρίσεως ἀποκρούει τὴν ἰσόβιον Γερουσίαν τῆς Σπάρτης ὡς στοιχεῖον ξένον τοῦ ἐθνικοῦ ἑλληνικοῦ βίου. Τὸ τῆς Ἀγγλίας πολίτευμα εἶναι ὁ ἐκφραστικώτερος τύπος τῆς διαιρέσεως τῆς κοινωνίας εἰς τάξεις ἀγωνιζομένας νὰ συνταράσσωσι τὰ προνόμια, τὴν διαδοχὴν καὶ τὰ ἀποκλειστικὰ δικαιώματα. Ἀλλὰ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἤρχισεν ὁ ἀγὼν τοῦ πολιτικοῦ χριστιανισμοῦ πρὸς τὴν ἑνότητα. Ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων ἀπώλεσε τὴν ὁποίαν εἶχε κοινωνικὴν σημασίαν, πλησιάζει νὰ κατασταθῇ μόνον τὸ αἰσθητὸν σύμβολον τοῦ γενεαλογικοῦ δένδρου τῆς ἀριστοκρατίας καὶ ὁ διασωθεὶς κονιορτὸς τῆς φενάκης. Καὶ αὐτὸ τὸ πολίτευμα τῆς Ἀμερικῆς ὑπῆρχε συμβόλαιον, ἡ δὲ Γερουσία αὐτοῦ ἄλλην εἶχεν ἀποστολήν· ἡ Γερουσία τῆς Ἀμερικῆς δὲν ἀντεπροσώπευε τὸ ἔθνος, ἀλλὰ τὴν ὑλικὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους, διότι ἕκαστος Γερουσιαστὴς ἀντεπροσώπευε τὰ ὑλικὰ συμφέροντα ἑκάστης ὁμοσπονδιακῆς ὁμάδος. Τὸ Σύνταγμα τῆς Ἀμερικῆς ἀντὶ νὰ συντείνῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα, διέλυσε πάντα ἐθνικὸν δεσμὸν διὰ τῆς Γερουσίας, καὶ σήμερον διαλύεται ὡς ἀτυχὲς καὶ ἄτεχνον συμβόλαιον διὰ ποταμοῦ αἱμάτων! Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τῆς παραδοχῆς ἀκαταλλήλων ἐξουσιῶν! Ἡ ἱστορία τῆς Γαλλίας εἶναι ἡ μᾶλλον καθαρὰ καὶ ἐκφραστικὴ ἱστορία τῆς καταγωγῆς τῆς διαδοχικῆς καὶ ἰσοβίου Γερουσίας. Ἡ ἰσόβιος Γερουσία, ἤτοι ἡ Βουλὴ τῶν Πατρικίων τοῦ πολιτεύματος τῆς Γαλλίας τοῦ 1831 δὲν εἶναι καθαρᾶς θεωρίας ἀνακάλυψις, ἀλλὰ μετάβασις προοδευτικὴ τῆς νομοθεσίας πρὸς τὴν ἑνότητα. Οἱ Πατρίκιοι, ὁμότιμοι ὄντες καὶ σύντροφοι τῶν ἀρχαίων Βασιλέων τῆς Γαλλίας, ἀπετέλεσαν κατὰ τὸ πολίτευμα τοῦ 1814 ἰδιαίτερον σῶμα διαδοχικὸν, ἀντιπροσωπεῦον τὴν διαδοχικὴν τάξιν τῶν προνομίων· ἀλλὰ μία ἐπελθοῦσα δευτέρα ἐπανάστασις ἀφῄρεσε τὴν διαδοχὴν καὶ κατέστησε τὸ Σῶμα τοῦτο μόνον ἰσόβιον· ὁ νομοθέτης τῆς Γαλλίας τοῦ 1831, μὴ θέλων, ἢ μὴ δυνάμενος νὰ ἀποξενωθῇ ἐντελῶς τοῦ παρελθόντος, ἐπροσπάθησε νὰ συντηρήσῃ ὅσον ἠδύνατο καὶ ἔθεσεν ὡς θεμέλιον τὴν διασωθεῖσαν τέφραν, ἤτοι τὴν ἰσοβιότητα. Ἡ ἰσόβιος Γερουσία τοῦ 1831 τῆς Γαλλίας εἶναι ἀποτέλεσμα δύο προηγουμένων ἐπαναστάσεων, ἀποτέλεσμα ἀτυχὲς καὶ βεβιασμένον, τὸ ὁποῖον τρίτην ἐπέφερεν ἐπανάστασιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἴς τινα τῶν νέων πολιτευμάτων ἡ ἀντιπροσώπευσις τῶν τάξεων δὲν φαίνεται ὅλως ἀποκλειστικὴ καὶ καθαρὰ, ἀλλὰ τὸ φαινόμενον τοῦτο, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς προόδου πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα. Τὰ πολιτεύματα ταῦτα εἰσὶν ἀληθῶς συμβόλαια φιλίας καὶ εἰρήνης, ἢ μᾶλλον συνυποσχετικὰ ἀνακωχῆς μεταξὺ διαφόρων ἐμπολέμων τάξεων. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τὸ Σύνταγμα εἶναι ἡ κυριαρχικὴ ἔκφρασις λαοῦ ἀδιαιρέτου κοινωνικῶς καὶ πολιτικῶς, εἶναι τὸ προϊὸν πολυχρονίων ἀγώνων καὶ κόπων οὐχὶ μιᾶς τάξεως κατὰ τῆς ἄλλης, ἀλλ’ ὅλων συνάμα τῶν τάξεων, ἀγωνιζομένων ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως. Πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ πολιτεύματα ταῦτα εἰσὶ συμβόλαια φιλίας καὶ ἀνακωχῆς, δὲν παραπέμπω εἰς συγγραφεῖς δημοκράτας καὶ προοδευτικοὺς, οὔτε εἰς ῥητὴν μαρτυρίαν καὶ εἰς τεμάχια συγγραφέων, ἀλλ’ εἰς τὴν ἱστορίαν ἅπασαν καὶ εἰς ὁλόκληρα τὰ συγγράμματα περὶ πολιτισμοῦ τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Εὐρώπης τοῦ Πατριάρχου τῆς συντηρητικότητος καὶ τοῦ δογματισμοῦ Γυζώτου. Ἐκεῖ εὑρίσκομεν καὶ τὴν διηνεκῆ πάλην τῶν τάξεων καὶ τὴν καταγωγὴν τῶν ἀλληλοδιαδόχων συνθηκῶν τούτων ἢ Συνταγμάτων. Ὁ ἴδιος Γυζῶτος, γράφων περὶ τῆς ἐν Γαλλίᾳ δημοκρατίας, ἀγωνίζεται νὰ συντηρήσῃ ὅ,τι δύναται ὑπὸ τὰ ῥάκη τοῦ παρελθόντος. Ἐπιζητεῖ τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας, ἀγωνίζεται νὰ τὴν εὕρῃ, καὶ τὴν εὑρίσκει πάλιν εἰς τὴν διαίρεσιν καὶ εἰς τὰ διάφορα στοιχεῖα, ἐξ ὧν ἡ κοινωνία σύγκειται· ἀλλὰ στοιχεῖον τοῦ Γυζώτου δὲν εἶναι τὸ τῶν βιομηχάνων, τῶν ἐμπόρων, τῶν ἰατρῶν, ἀλλὰ τὰ μόνιμα, τὰ διαρκῆ κατ’ αὐτὸν στοιχεῖα, τὰ διαιροῦντα τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ἀποτελοῦντα πολίτας καὶ μὴ πολίτας, προνομιούχους καὶ ἀποκεκλεισμένους. Θέλω ἐλθεῖ ἀμέσως εἰς τὸ ἰδικόν μας ζήτημα, ἂν σᾶς ἐνοχλῶ......
§26ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, ἐξακολουθήσατε.
§27ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πολιτισμὸς τῆς Εὐρώπης εἶναι σχεδὸν ὁμοιόμορφος· δὲν ἐξηλείφθησαν εἰσέτι αἱ μεσαιωνικαὶ διαιρέσεις τῆς κοινωνίας, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δύο ἐκ τῶν νεωτέρων πολιτευμάτων τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Δανίας παρεδέχθησαν Γερουσίαν ἐκλεκτικὴν, ἔχουσαν 8 ἐτῶν διάρκειαν. Εἰς τὸ Βέλγιον καὶ εἰς τὴν Δανίαν ὑπάρχει πραγματικῶς ἡ ὑπεροχὴ τοῦ πλούτου, ἥτις καὶ εἰς τὰ πολιτεύματα ταῦτα ἀναγνωρίζεται· ἐπειδὴ ὅμως ὁ πλοῦτος δὲν εἶναι ἰσόβιος, οὔτε ἡ θέσις τοῦ Γερουσιαστοῦ ἐνομοθετήθη τοιαύτη. Τὰ πολιτεύματα τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Δανίας ἔχουσι διάφορον καταγωγήν· τὸ μὲν πηγάζει ἐκ τοῦ λαοῦ ἐν ἐπαναστάσει, τὸ δὲ ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ ἀοιδίμου Βασιλέως Φρεδερίκου. Ἀλλὰ καὶ λαοὶ καὶ Βασιλεῖς συμφωνοῦσιν, ὅταν ὁ πατριωτισμὸς φλέγῃ τὰ στήθη των. Ἡ ἱστορία μας μίαν μόνην ἀνέδειξεν ὑπεροχὴν, τὴν ὑπεροχὴν τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς ἀνδρίας ἐν τῷ ἱερῷ ἀγῶνι· ἀλλ’ οἱ πρόμαχοι οὗτοι τῆς ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας ἀγωνισταὶ ὁσημέραι ἐν ἀγωνίᾳ ἐκλείποντες, ὡς οἱ μάρτυρες τοῦ χριστιανισμοῦ, οὔτε προνόμια ἐπεζήτησαν, οὔτε προνομιοῦχον ἀπετέλεσαν τάξιν. Προλαμβάνω, Κύριοι, νὰ ἀντικρούσω μίαν ἀντίῤῥησιν, ἥτις βεβαίως θέλει μοὶ γίνει ὑπὸ τῶν ζητηματολόγων. Θὰ μοῦ εἴπωσι, κατέστρεψες τὰς ἱστορικὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, κατέστρεψες τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ κῦρός της, τὸ κατέστησες συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν τυχαίων καὶ πεπερασμένων συμφερόντων, διαλυομένων κατ’ ἀρέσκειαν ὑπὸ τῶν συμβαλλομένων. Ποῖον νῦν τὸ πολίτευμα; μήπως ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἐσπάσαμεν τὴν κεφαλὴν τοῦ Διὸς καὶ ἐξῆλθεν ἄλλη εὔρωστος καὶ σκιρτῶσα Ἀθηνᾶ; Ὄχι, Κύριοι, ὁ νοῦς διὰ θαυμάτων δὲν παράγει Συντάγματα. Ὁ νοῦς θαυματουργεῖ, ἀλλ’ ἱστορικῶς καὶ κατὰ βαθμούς. Ἡ ἀνθρωπότης ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἐμφανίσεώς της ἐβάδισε πρὸς τὴν ἀνακάλυψιν καὶ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ κοινωνικοῦ λόγου· ὁ κοινωνικὸς λόγος ἔλαβεν ἤδη μορφὴν ἐπιστημονικὴν καὶ διατυποῦται εἰς μίαν μόνην φράσιν· Ἐθνότης, Συνταγματικὴ Βασιλεία, καὶ Ἑνότης ἐσωτερικὴ τῆς κοινωνίας. Πᾶσα ἵδρυσις ἐξουσίας, φερούσης χαρακτῆρα ἀποκλειστικότητος, καὶ τοιοῦτον, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει, φέρει ἡ ἰσόβιος Γερουσία, εἶναι ὀπισθοδρόμησις, ῥίπτει τὸ σπέρμα τῆς διχονοίας καὶ τῆς διαιρέσεως, βαθμηδὸν ἀναπτυσσόμενον, καὶ προκαλεῖ μέλλοντας κοινωνικοὺς σάλους. Ἡ Γερουσία τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος εἶχε τρεῖς βάσεις, τὴν ἰσοβιότητα, τὰ προσόντα καὶ τὸν διορισμὸν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Αἱ τρεῖς αὗται βάσεις ἀποτελοῦσι χαρακτηριστικὰ ἰδιαίτερα ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ συστήματος· εἰς τὸ σύστημα τοῦτο οὔτε ἡ ἰσοβιότης, οὔτε τὰ προσόντα, οὔτε ὁ διορισμὸς δύναται νὰ λείψῃ, ἄλλως παρουσιάζεται τέρας δύσμορφον καὶ ἀκατανόητον. Ἀρχίζω τὴν ἐπίκρισιν ἐκ τῆς ἰσοβιότητος. Ἡ ἰσοβιότης, ὅσον ἐπιπολαίως καὶ ἂν ἐξετασθῇ, ἀποτελεῖ μίαν ἐξαίρεσιν, ἓν προνόμιον, ἀλλὰ κατὰ παντὸς τοιούτου προνομίου διαμαρτύρεται ἐκφραστικῶς ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ παροῦσα τῆς κοινωνίας κατάστασις. Ὁ εἰσερχόμενος εἰς Ἀθήνας διακρίνει μακρόθεν τὸ Θησεῖον, ὅπερ δὲν εἶναι μόνον ἀριστούργημα καλλιτεχνικὸν, ἀλλὰ καταπληκτικὸν, καὶ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο μνημεῖον εἰκονίζει ἐν τῇ τέχνῃ τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἁρμονίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ βίου. Ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία οὐδὲν ἔχει ἀμετακίνητον, ἀνανεοῦται καθ’ ἑκάστην ὡς ἡ νεκρὰ ὑλικὴ φύσις. Σήμερον παρουσιάζονται διὰ τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ἐργασίας πλούσιοι οἱ χθὲς πένητες· τὰ τέκνα τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ βιομηχάνου ἀναδεικνύονται ἄριστοι πολῖται, σοφοὶ καθηγηταὶ καὶ ῥήτορες. Δύναται νὰ ᾖναι ἰσόβιος εἰδική τις ὑπηρεσία, ὡσεὶ ἡ τοῦ δικαστοῦ, ἀλλ’ οὔτε ἡ ἱκανότης περὶ τὸ νομοθετεῖν, οὔτε ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ, οὔτε τὸ προοδευτικὸν πνεῦμα τῆς κοινωνίας δύνανται νὰ ᾖναι ἰσόβια πλεονεκτήματα τοῦ ἀτόμου. Τὸ ἄτομον, ἐκτὸς μικρῶν ἐξαιρέσεων, ἐξαντλεῖ τάχιστα τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις του, ἀντὶ δὲ νὰ ὁδηγῇ καὶ προάγῃ τὴν κοινωνίαν, ῥυμουλκεῖται παρ’ αὐτῆς. Εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1843 παρεδέχθη ἡ ἰσόβιος Γερουσία διὰ ψήφων 112 πρὸς 92.
§28ΤΙΝΕΣ. Διὰ πλειοψηφίας μιᾶς ψήφου.
§29ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον καλλίτερον, σᾶς εὐχαριστῶ. — Παρεδέχθη μετὰ μίαν ματαιωθεῖσαν ψηφοφορίαν, καθ’ ἣν δὲν ἐφάνη ἀποτέλεσμα. Παραλείπω νὰ ἐκθέσω τὰ σκανδαλώδη περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν πρὸς σχηματισμὸν πλειοψηφίας, τὰ ἐνθυμεῖσθε ἅπαντες· ἀρκοῦμαι μόνον νὰ θίξω, ὅτι καὶ τότε ἡ πεποίθησις ἐκλονίζετο καὶ τὸ ζήτημα ἐφαίνετο δυσχερὲς καὶ ἀμφίβολον. Ὡς κυριωτέρα θεωρία ἐξετέθη εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1843, ὅτι μεταξὺ τῆς Βασιλείας καὶ τῆς ἀντιπροσωπείας, τῶν δύω ἀντιζήλων, ἡ ἰσόβιος Γερουσία συντηρεῖ τὸ πολίτευμα. Μὴ παραξενεύεσθε, Κύριοι, ἐξετάσατε τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης. Αἱ λέξεις αὗται ἦσαν προφητικαί. Δικαίως ὁ Ὄθων ἐθεωρήθη ὡς ἀντίζηλος τῆς ἀντιπροσωπείας· θέλων νὰ καταστρέψῃ τὸ πολίτευμα τὸ προσέβαλεν εἰς τὴν πηγήν του, διευθύνων ἐκ τῶν ἀδόξων κοιτώνων του τὴν κιβδηλίαν καὶ τὴν παραβίασιν τῶν ἐκλογῶν. Ἡ προσωποποιημένη διχόνοια δὲν ἠδύνατο ν’ ἀνακαλύψῃ τερατωδεστέραν θεωρίαν. Ποίαν καλὴν ἔκβασιν δύνανται νὰ ἔχουν αἱ ὑποθέσεις τῆς κοινωνίας ἐκείνης, τὸ πολίτευμα τῆς ὁποίας ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ὅτι μεταξὺ τῆς Βασιλείας καὶ τῆς ἀντιπροσωπείας ὑπάρχει ἀνέκαθεν τὸ ἀντίζηλον πνεῦμα, ἡ διαίρεσις καὶ ἡ διχόνοια, καὶ ὅτι τὰ νομοθετικὰ σώματα διατελοῦσιν εἰς ἀμφίβολον καὶ ἐχθρικὴν κατάστασιν; Τῆς πολιτικῆς ταύτης σωτήριον καὶ ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ νὺξ τῆς 10 8βρίου, ἥτις ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα, ὡς θέλει βεβαιώσει ἡ μέλλουσα ἱστορία. Συντήρησις διαδοχικὴ καὶ ἰσόβιος εἶναι μόνον ἡ συντήρησις τῆς διαιρέσεως τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἀναρχίας. Οἱ θρόνοι συντηροῦνται καὶ ἀκμάζουν διὰ τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ ἀκολουθοῦντες τὰ ἴχνη τῆς προόδου τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ὁδηγοῦσιν εἰς τὴν κοινὴν εὐημερίαν. Ἡ διαδοχικὴ καὶ ἰσόβιος Γερουσία δὲν ἔσωσε τὸν Κάρολον, Φίλιππον καὶ τὸν Ὄθωνα· καὶ αὐτὴ ἡ δημοκρατικὴ Γερουσία τῆς Γαλλίας δὲν ἠδυνήθη νὰ προασπίσῃ τὴν Δημοκρατίαν ἀπὸ τὰ σχέδια τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος. Ἡ Γερουσία δὲν θεωρεῖται ἀναγκαία διὰ τὸν λόγον τῆς συντηρήσεως· διότι ἡ δύναμις αὐτῆς οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ κατὰ τῶν διαθέσεων τῶν ἄλλων νομοθετικῶν σωμάτων. Ἄλλως καὶ αὐτὴ ἡ Γερουσία δύναται νὰ προκαλέσῃ ἔριδας καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτὰς κατ’ ἀρέσκειαν, ἐξασφαλιζομένη ὑπὸ τοῦ προνομίου τῆς ἀπαραβιάστου καὶ ἀνευθύνου ἰσοβιότητος. Ἡ συντήρησις καὶ ἡ πρόοδος τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ θρόνου ὑπάρχει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς μέσης τάξεως· ὁ προορισμὸς τῆς τάξεως ταύτης εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου τοῦ νέου κόσμου, ἤτοι ἡ ἐργασία καὶ ἡ ἐγκράτεια, πηγὴ τῆς ἀληθοῦς εὐδαιμονίας, ἡ δὲ πρόοδος αὐτῆς εἶναι ἡ πρόοδος τοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ μέση τάξις οὔτε κατακτᾶται, οὔτε βιαίως ἐπιδιώκει τὴν κατάκτησιν τῶν ἄλλων τάξεων, ἀλλὰ βαδίζει εἰρηνικῶς καὶ ἡσύχως πρὸς τὴν συγχώνευσιν ὅλης τῆς κοινωνίας. Πᾶσα προνομιακὴ ἐξουσία, μολονότι ἡ ἐπὶ τῆς κοινωνίας ἐνέργεια αὐτῆς δὲν εἶναι ἀμέσως καταληπτὴ, ἐπιφέρει τὸ στάσιμον τῆς κοινωνίας καὶ ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους τῆς φυσικῆς καὶ αὐτομάτου προόδου. Ἐὰν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι τρεῖς νομοθετικαὶ ἐξουσίαι, ἡ Βασιλεία, Βουλὴ καὶ Γερουσία, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὸν προορισμόν των, ἔπρεπε πρὸ πάντων νὰ ᾖναι ἀνεξάρτητοι ἀλλήλων, οὐδεμία ὑπὸ τῆς ἄλλης διοριζομένη. Ὁ τοιοῦτος διορισμὸς παράγει σχέσεις ὑποχρεώσεως καὶ ἐξαρτήσεις. Τὸ πνεῦμα τῆς διοριζούσης ἀναγκαίως ὑπάρχει εἰς τὴν διοριζομένην· διότι ἡ ταυτότης τῶν ἰδεῶν καὶ φρονημάτων ἀποφασίζει τὸν διορισμόν· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχομεν τρεῖς νομοθετικὰς ἐξουσίας, ἀλλὰ μόνον τὰ βάρη καὶ τὰς ὑπερόγκους δαπάνας μιᾶς ἐπιβλαβοῦς Γερουσίας. Ἡ ἰσοβιότης οὔτε κατέστησεν, οὔτε δύναται νὰ καταστήσῃ τοὺς Γερουσιαστὰς ἀνεξαρτήτους, ἀφ’ οὗ ὑπάρχουν πρῶτον ἀνάγκαι, καὶ δεύτερον τοσαῦτα ἐλατήρια φιλαρχίας καὶ ἄλλων συμφερόντων. Κατὰ πόσον, Κύριοι, ἡ Ἑλληνικὴ Γερουσία προήγαγε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Πολλάκις οἱ διορισμοὶ ἐξήγειραν τὸ δημόσιον πνεῦμα· οὔτε αὐτὰ τὰ τυπικὰ προσόντα καθ’ ὁλοκληρίαν ἐτηρήθησαν· ὑπῆρχον ἐν τῇ Γερουσίᾳ εὐάριθμα πρόσωπα ἀνεξάρτητα, ἐμπνεόμενα ὑπὸ πατριωτισμοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ παραβλέψωσιν ἄνευ μεγάλου σκανδάλου· ἀλλ’ αἱ φωναὶ τούτων ἦσαν ἡ ἐκφραστικὴ, ἡ διαρκὴς διαμαρτύρησις κατὰ τῆς ὑπάρξεως τοῦ σώματος τούτου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἄλλων ἀποδείξεων. Ἀναγνώσατε τοὺς λόγους τῶν ἀνεξαρτήτων ῥητόρων καὶ ἐξετάσατε τὸ αἰώνιον, τὸ διαρκὲς ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, διὰ νὰ σχηματίσητε πεποίθησιν. Ἀρκεῖ νὰ ἐνθυμηθῆτε μόνον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ἡ μόνη σπουδαία πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρελθούσης περιόδου, ἐν ᾗ ἠδύναντο νὰ διαγνωσθῶσιν εἰς τὸ μέλλον αἱ ἀνάγκαι, ὁ προορισμὸς καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς κοινωνίας, ὁ προϋπολογισμὸς μόνον ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ, τῇ τελευταίᾳ τῆς συνόδου, συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἀρκεῖ νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἀπόφασις τῆς Γερουσίας ἐπροσπάθησε νὰ δικαιώσῃ καλύπτουσα ὑπὸ νεκρικὴν σινδόνην τὸ ἁγνὸν αἷμα τῆς Ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως. Ἡ πτῶσις τοῦ Ὄθωνος κατέκλυσε καὶ τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβίου Γερουσίας, ἀποκύημα τῶν μεσαιωνικῶν ἐμπνεύσεων. Μία μόνη εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων· ἡ ἀνεύρεσις τοῦ κοινωνικοῦ λόγου· ἂς μοὶ δείξουν καὶ ἑτέραν ἀποστολὴν οἱ ὑπερασπιζόμενοι τὴν ἰσόβιον Γερουσίαν· ὁμιλῶ τὴν γλῶσσαν τοῦ διδασκάλου αὐτῶν Γυζώτου. Ὁ κοινωνικὸς λόγος δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὴν ἰσοβιότητα, οὔτε εἰς τὰ προνόμια· ὑπάρχει μόνον εἰς τὸ ἔθνος καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ τὸν ἀναζητήσωμεν. Εἰς τὰ ἔθνη, ὅπου ὑπάρχει ἡ διαίρεσις τῆς κοινωνίας εἰς τάξεις, ἐκεῖ καὶ ὁ κοινωνικὸς λόγος ὑποδιαιρεῖται· ἄλλον κοινωνικὸν λόγον ἐπιζητεῖ ἡ ἀριστοκρατία, ἄλλον κοινωνικὸν λόγον ἐπιζητεῖ ὁ κλῆρος, ἄλλον ἡ βασιλεία καὶ ἄλλον ὁ λαός. Ἀλλ’ ὁ κοινωνικὸς λόγος τῆς Ἑλλάδος εἶναι εἷς καὶ ἀδιαίρετος, καθὼς εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία. Ὁ διορισμὸς τῶν Γερουσιαστῶν, κατὰ πρότασιν τυχὸν τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἄλλην παράγει ἀνωμαλίαν, ἐξαρτῶνται οἱ διορισμοὶ τῶν Γερουσιαστῶν ἐκ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου· πλάττομεν νέον ψευδὲς σύστημα ἐμμέσου ἐκλογῆς. Οἱ Δημοτικοὶ Σύμβουλοι ἐκλεγόμενοι ὑπὸ τοῦ λαοῦ, εἰσὶν οἱ ἔμμεσοι ἐκλογεῖς τῶν προτεινομένων Δημάρχων, ἀλλὰ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον οὔτε ἐκλέγεται, οὔτε πρέπει νὰ ἐκλέγηται ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἐξουσιοδοτεῖται νὰ προτείνῃ καὶ τὴν σύστασιν τῆς τρίτης νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὁποία φρικώδης ἀνωμαλία! Τί ἄλλο εἶναι τὸ Σύνταγμα ἢ θεωρία ἢ ἐπιστήμη, αἱ ἀντιφάσεις τῆς ὁποίας μεταβάλλονται εἰς τὴν κοινωνίαν εἰς κοινωνικὰ καὶ νομοθετικὰ προσκόμματα; Καὶ ἄλλο μέγιστον δεινὸν δύναται νὰ πηγάσῃ ἐκ τῆς ἰσοβίου Γερουσίας, δεινὸν τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ παρελθὸν ἐματαίωσε τὸ ἀποῤῥοφητικὸν σύστημα τοῦ Ὄθωνος. Πρόκειται καὶ διὰ τῆς Γερουσίας νὰ ἱδρύσωμεν τὴν ἐξουσίαν τῶν 30 ἢ 40 τυράννων, ἐκτὸς ἐὰν ἀφήσωμεν πάλιν τὸ στάδιον ἀνοικτὸν τοῦ διορίζειν ἐπ’ ἄπειρον Γερουσιαστάς. Ἡ ἰσόβιος Γερουσία θὰ καταστρέψῃ διὰ παντὸς τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν. (εὖγε ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀπέχουν ἀπὸ ἐπιδοκιμασίας καὶ ἀποδοκιμασίας (θόρυβος.)
§31ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἀντισταθῇ εἰς τοιοῦτον ὀλιγάριθμον καὶ παντοδύναμον σῶμα, περιβεβλημένον διὰ τοῦ προνομίου τῆς ἰσοβιότητος; Ἕκαστος Γερουσιαστὴς θέλει εἶναι ὁ τοπάρχης τῆς ἐπαρχίας του, οἱ δὲ ὑπάλληλοι τὰ ὄργανά του. Οὔτε Νομάρχου, οὔτε βουλευτοῦ ἐκλογὴ δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοῦ λοιποῦ ἀνεξάρτητος. Καὶ ἔπειτα, Κύριοι, ἡμεῖς οἱ διδάσκαλοι τῆς ἠθικῆς ζητοῦμεν διὰ τοιούτων συστημάτων νὰ ἠθικοποιήσωμεν τὴν κοινωνίαν; Μεγάλως, Κύριοι, μὲ ἐπηρεάζει ἡ τύχη τῶν μελλουσῶν ἐκλογῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται, τὸ λέγω μετὰ θρησκευτικῆς πεποιθήσεως, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος. Δώσατέ μοι περὶ αὐτῶν ἀσφάλειαν καὶ θέλω ἀδιαφορήσει ὡς πρὸς πολλὰ ἄρθρα, ἀλλ’ οὐχὶ ὡς πρὸς τὴν Γερουσίαν, διότι ἡ Γερουσία εἶναι δηλητήριον, εἶναι Σατανᾶς. (εὖγε). Συνέπεσεν ἐκ παραδόξου τύχης νὰ διευθύνω ἐν τῷ χρόνῳ τῆς ἐπαναστάσεως τὰς ἐξωτερικὰς ἐκλογὰς, λέγω, Κύριοι, ἐκ παραδόξου τύχης, διότι οὔτε τὰ πλεονεκτήματα πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἔχω, οὔτε κλίσιν πρὸς τὸν δημόσιον βίον. Μὴ ὢν ὁ ἀντάρτης Προμηθεὺς, δὲν ἠδυνήθην νὰ κλέψω ἐκ τοῦ Ὀλύμπου τῆς διπλωματίας τὸ πῦρ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ συνεπὴς εἰς τὰς ἀρχάς μου ἐσπούδασα νὰ ἐμπνεύσω εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τὸ σέβας τῆς ψήφου των καὶ τὸ ἐνδιαφέρον εἰς τὰ πράγματα τῆς Πατρίδος. Μετεχειρίσθην ὅλα τὰ μέσα ὅπως καταστήσω τοὺς ἐκλογεῖς ἐλευθέρους καὶ ἀνεξαρτήτους· ἀπέκρουσα ἐπανειλημμένως τὴν ἰδίαν μου ἐκλογήν, καθὼς δύνασθε νὰ βεβαιωθῆτε καὶ εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν λέγω ὅτι ἐπέτυχα, ἡ ἐπιτυχία δὲν ἐξήρτητο παρ’ ἐμοῦ μόνον, ἦτον ἡ πρώτη ἀπόπειρα πρὸς ἐλευθέραν ἐκλογήν. Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθην νὰ φέρω ὀπαδοὺς, διὰ νὰ αὐξήσω τὴν ἀνωμαλίαν τῆς Συνελεύσεως, μὲ ἕνα ἄλλον ψευδοκομματάρχην. Ἐλεεινολογῶ τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν πρόκηται καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἔχῃ τοὺς κομματάρχας τοῦ παρελθόντος οἵτινες νὰ ἀρύωνται τὴν δύναμίν των οὐχὶ εἰς τὴν δύναμιν τῆς ἰδέας, ἣν ἀντιπροσωπεύουν, εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ εἰς τὴν ἰσχὺν τοῦ χαρακτῆρος, ἀλλ’ εἰς τὴν πολιτικὴν σωματεμπορίαν. Τί λέγω τοῦ παρελθόντος; Ῥίψατε ὅλα τὰ βέλη τῆς ὀργῆς σας ἐναντίον μου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ καλύψω ὅ,τι αἰσθάνομαι. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς συνειδήσεως ὑμῶν, τὴν ὁποίαν ἐκτιμῶ, καὶ τῆς ἀτομικῆς τιμῆς σας, τὴν ὁποίαν σέβομαι. Ὁμολογήσατε ἐὰν σήμερον μετεποιήθη τὸ σύστημα. Ὅλα τὰ στοιχεῖα παραγωγῆς ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν δυνάμεων παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσιν, ὑπηρετοῦντα τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα καὶ τὴν σπουδαρχίαν (εὖγε). Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ προβαίνει εἰς τὴν ἀκμήν της. Ὅστις, Κύριοι, δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς δὲν ποτίσῃ τὸ προσκέφαλόν του μὲ δάκρυα φλογερὰ μετανοίας, δὲν θέλει γίνει ὁ λυτρωτὴς τῆς Ἑλλάδος. (εὖγε) Τὰ ἀναγνωρισθέντα Βασιλικὰ συνταγματικὰ δικαιώματα ὑπὸ τῶν συγγραφέων τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, καὶ καθιερωθέντα ὑπὸ τῆς πολυετοῦς πείρας, εἰσὶν αἱ προνομίαι, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ἡ κύρωσις τῶν νόμων· ἀλλ’ ἐκ τούτων δὲν πηγάζει τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν Γερουσιαστάς. Εἰς τὰ πλεῖστα δὲ Συντάγματα τῆς Γερμανίας καὶ εἰς τὰ Συντάγματα τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Δανίας τοιοῦτον δικαίωμα δὲν χορηγεῖται. Ἡ Βασιλεία περιβαλλομένη μόνον διὰ τῶν 3 τούτων δικαιωμάτων καθίσταται ὑψηλή, παριστάνει τὸ ἐθνικὸν πνεῦμα καὶ οὐδὲν ἔχει ἀτομικόν. Καὶ εἰς αὐτὸν τὸν διορισμὸν τοῦ ὑπουργείου διακρίνεται μόνον ἡ ὑπερτάτη καὶ ἐμβριθὴς Βασιλ. διάγνωσις τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλ’ εἰς τὸν διορισμὸν Γερουσιαστῶν ἀναφύεται ἡ ἀτομικὴ ἐνέργεια καὶ ἡ προτίμησις μεταξὺ προσώπων, τὴν ὁποίαν ἀπωθεῖ ἡ συνταγματικὴ Βασιλεία ὡς ξένην τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ της. Ἐν πάσῃ κοινωνίᾳ ὑπάρχει, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἡ ὑπεροχὴ τοῦ πατριωτισμοῦ, τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἐμπειρίας. Ἐπεθύμουν, ὅπερ ὅμως εἶναι ἀδύνατον, ἐπεθύμουν ὥστε ἡ μία τῶν νομοθετικῶν ἐξουσιῶν, ὡς ἐκ τῆς συστάσεώς της, νὰ ἀντιπροσωπεύῃ ἀποκλειστικῶς τὰ στοιχεῖα ταῦτα, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ, οὔτε εἰς τὰ τυπικὰ προσόντα, καὶ εἰς τὰ διπλώματα δυνάμεθα ἐπιτυχῶς νὰ τὰ ἐπιζητήσωμεν. Ἀπέδειξα, Κύριοι, τὸ σαθρὸν τοῦ συστήματος, καταδείξας τὰ ἄτοπα τῆς ἰσοβίου Γερουσίας εἰς τὴν πηγήν, εἰς τὴν ἔκτασιν καὶ εἰς τὴν διάρκειαν, ἤτοι εἰς τὸν διορισμόν, εἰς τὰ προσόντα καὶ εἰς τὴν ἰσοβιότητα. Πῶς θέλομεν ἤδη ἱδρύσει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Δὲν εἴμεθα, Κύριοι, εἰς τὴν φιλοσοφικὴν ἐποχήν, δὲν νομοθετοῦμεν διὰ νὰ ἀνακαλύψωμεν τὴν ἀλήθειαν. Εἰς ἡμᾶς προηγήθησαν ἄγραφοι νομοθεσίαι καὶ συνταγματικὰ ἤθη· νομοθετοῦμεν διὰ νὰ τακτοποιήσωμεν τὰς ὑποθέσεις τοῦ Ἔθνους καὶ διὰ νὰ στερεώσωμεν τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας ἡ πανοῦργος ἐξουσία τοῦ παρελθόντος ἠθέλησε νὰ καταστρέψῃ, οὐχὶ διὰ τῆς δυνάμεως, διότι τὴν δύναμιν περιεφρονήσατε πάντοτε, ἀλλὰ διὰ τῆς διαφθορᾶς τῆς κοινωνίας, διὰ τῆς ἐξαχρειώσεως τῶν χαρακτήρων, διὰ τῆς ἐξαγορᾶς ψήφων καὶ συνειδήσεων. Μὴ ἀδιαφορήσητε, Κύριοι, εἰς τὴν ἐντελῆ ἐσωτερικὴν διακόσμησιν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Πολεμῶ ὅλαις δυνάμεσι τὰς ἰδέας ἐκείνων, οἵτινες περιμένουσι τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἔθνους ἀπὸ φαντασιώδεις ἐπιδρομὰς. Ἡ ζωὴ δὲν ἀναθάλλει μόνον ἐντὸς τῶν ἀπεράντων ἐκτάσεων. Ὅταν ὁ Μοντέσκιος ἔγραφεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι κόσμος ὁλόκληρος, ἑκάστη δὲ πόλις αὐτῆς Ἔθνος, δὲν κατεμέτρα μὲ τὸν διαβήτην τὰ στενὰ ὅριά της. Ἐσχημάτισα ἰδέαν ἀσθενῆ κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπὲρ δύο ἐκλεκτικῶν Βουλῶν, ἀλλὰ δὲν εἶμαι μακρὰν νὰ παραδεχθῶ μίαν μόνην μέ τινας ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας θέλομεν προσδιορίσει εἰς τὰ καθέκαστα. Μάλιστα ἐὰν προηγηθῇ τὸ ζήτημα τῆς μιᾶς Βουλῆς θέλω ψηφοφορήσει ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ τοιαύτην γνώμην ἐκφράζω καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες εὐνοϊκῶς ἀκροάζονται τοὺς λόγους μου. Ἡ πρότασις μόνον περὶ τῶν δύο Βουλῶν εἶναι ἐπιβοηθητική, διότι ὅπερ εἰς τὰς δύο βουλὰς ζητῶ δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν καὶ διὰ τῆς μιᾶς. Ὁ λόγος ὁ ἀπαγορεύων τὴν ἰδέαν τῆς ἐκλεκτικῆς Γερουσίας, ἥτις οὐδαμῶς διαφέρει τῆς Βουλῆς, διότι οὐδὲν ἄλλο προσὸν ἐκτὸς τῆς ἡλικίας παραδέχομαι, ὁ λόγος εἶναι μόνον τὸ ὥριμον τῆς ἀποφάσεως.
§32ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Δὲν εἶναι τώρα αὐτὸ τὸ ζήτημα, εἶναι ἐὰν θὰ ᾖναι μία βουλή.
§33ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω μίαν Βουλὴν καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι ἡ ἐπιβοηθητικὴ πρότασίς μου δὲν ἀπομακρύνεται τῆς ἰδίας βάσεως (θόρυβος). Ἐὰν θέλητε, παύω.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ἐξακολουθήσατε.
§35ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους, τὸ Ἔθνος μόνον δύναται εὐτυχῶς νὰ ἐκλέξῃ καὶ τὰς δύω Βουλάς, ἐὰν παραδεχθῶμεν τοιαύτας. Ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ λαὸς ἐπέτυχε διὰ τῶν ἐκλογῶν, ὁσάκις ἀφέθη ἐλεύθερος· τὸ ἀπέδειξε σειρὰ ὁλόκληρος ἐκλογῶν ἀνεπηρεάστων καὶ ἀνεξαρτήτων εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ἄλλως, Κύριοι, τίς μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν περὶ τὸ ἐκλέγειν ἱκανότητα τοῦ λαοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου πηγάζει καὶ ἡ ἰδική μας ἐκλογὴ, τοῦ λαοῦ, ὅστις χθὲς ἐξῆλθε νικητὴς ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν. Εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εὑρίσκομεν ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα πολλοὶ τῶν πολιτικῶν δὲν ἔχουν, τὰ στοιχεῖα τῆς προόδου καὶ τῆς συντηρήσεως τοῦ Ἔθνους. Αἱ δύω Βουλαὶ παρέχουν ἐγγυήσεις διὰ τὸ ὥριμον τῆς ἀποφάσεως, μόνος λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου τοιαύτην ἐσχημάτισα ἰδέαν καὶ ἔδωκα τοιαύτην ἐπιβοηθητικὴν πρότασιν, ἀλλὰ τὸ ὥριμον τῆς ἀποφάσεως δυνάμεθα νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν καὶ διὰ τῆς μιᾶς μέ τινας ἐγγυήσεις. Δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς περισσοτέραν ἀνάπτυξιν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δύω Βουλῶν, ἀλλὰ θέλω λάβει πάλιν τὸν λόγον ἐν ἀνάγκῃ καὶ θέλω ἐκθέσει πλειότερον τὰς ἰδέας μου.
§36ΤΙΝΕΣ. Τώρα ἀμέσως.
§37ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν, Κύριοι, σπουδαῖοι καὶ μεγάλοι κοινωνικοὶ λόγοι ὑποστηρίζοντες τὴν παραδοχὴν μιᾶς μόνης Βουλῆς, καὶ τούτους θέλουν σᾶς ἐκθέσει ἄλλοι. Ἀπὸ ὑμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ ἀποφασίσητε ἐὰν πρέπῃ νὰ παραδεχθῆτε μίαν, ἢ δύω Βουλάς, ἐκλεγομένας ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος σᾶς ἐξορκίζω ἀποκρούσατε τὴν ἰσόβιον Γερουσίαν.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Μίαν, μίαν.
§39ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπεραίνων, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς μιᾶς Βουλῆς εὔχομαι, ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο νὰ ἐπιφέρῃ τὴν εὐδαιμονίαν τῆς Πατρίδος, ἥτις εἶναι ὁ μόνος παλμὸς τῆς καρδίας μου καὶ ὁ μόνος πόθος ὅλου τοῦ βίου μου. (Χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ μέρους τῶν πληρεξουσίων καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει, Κύριοι, νὰ φυλάξωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ὅλην τὴν σοβαρότητα, τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα ἀπαιτεῖ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀπέχητε ἀπὸ ἀποδοκιμασίας ἢ ἐπιδοκιμασίας· κατόπιν, Κύριοι, διὰ τῆς ψηφοφορίας λύεται τὸ ζήτημα. Ὄχι λοιπὸν φωνὰς καὶ ὀχλαγωγίας.
§41Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ἀνήκων εἰς τὴν τάξιν τῶν πληρεξουσίων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκηρύχθησαν καὶ θέλουν κηρυχθῆ ὑπὲρ τῶν δύω Βουλῶν, δὲν θέλω παρακολουθήσει τὸν πρὸ ὀλίγου καταβάντα τοῦ βήματος εἰς ὅλην τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας του, διότι δυστυχῶς ἡ ὁμιλία του περιεστράφη εἰς ἀντιφάσεις καθαρᾶς· περιωρίσθη μὲν πρῶτον εἰς τὸ νὰ ἀντικρούσῃ τὴν ἰσόβιον Γερουσίαν, ἐνῷ ἐπρόκειτο ἡ συζήτησις τῆς ἀρχῆς περὶ τῆς ὑπάρξεως μιᾶς, ἢ δύω Βουλῶν, καὶ ἐπολέμησε δι’ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων τὴν ἰσόβιον Γερουσίαν, κατέληξε δὲ ἔπειτα εἰς τὸ σύστημα δύω αἱρετῶν Βουλῶν, καὶ τέλος καταβὰς τοῦ βήματος ὑπεστήριξε τὴν μίαν Βουλήν. Βασιλεύς τις τῆς Ἱσπανίας, Κύριοι, ὅστις διεκρίθη διὰ τὴν τραχεῖαν τάσιν του πρὸς τὰς ἀπολύτους ἰδέας, πιεζόμενος ἡμέραν τινὰ ὑπὸ τῶν φίλων του εἰς τὴν παραδοχὴν δύω Βουλῶν, τοῖς εἶπεν, «ἀφήσατέ με ἥσυχον· πολὺ εἶναι ἡ μία Βουλὴ, δὲν ἐπιθυμῶ δύω.» Οὗτος ἦτον ὁ Φερδινάνδος Ζʹ. Οἱ πατέρες τῆς προτάσεως περὶ καταργήσεως τῆς Γερουσίας ἀνήκοντες εἰς τὴν Σχολὴν τῶν λεγομένων ἄγαν φιλελευθέρων συναπαντῶνται μὲ τὸν ἀπολυτόφρονα μονάρχην τῆς Ἱσπανίας· σύμπτωσις περίεργος, ἐπιβεβαιοῦσα τὴν ἀλήθειαν τοῦ Γαλλικοῦ λογίου· «τὰ ἄκρα πολλάκις ἐφάπτονται «les extrêmes se touchent.» Θέλει μοὶ ἐπιτρέψει ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ δόγματος τοῦ Φερδινάνδου Ζʹ. καὶ τοῦ ἰατροῦ Ῥεβελάκη, πρώτου προτείναντος τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας.
§42ΖΕΡΒΑΣ. Εἶμαι ὑπογεγραμμένος μὲ τὸν Κ. Ῥεβελάκην, καὶ ζητῶ τὸν λόγον.
§43Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ὅταν, Κύριοι, ὁ Μοντέσκιος κατέστησεν εἰς τὴν Ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην γνωστὸν τὸ θαυμαστὸν Ἀγγλικὸν πολίτευμα, ἡ Εὐρώπη ὅλη ἀνεῦρεν, ὅτι ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος τούτου ἔγκειται ἡ ἀληθὴς ἐλευθερία· ἡ δὲ διανομὴ τῆς νοθετικῆς ἐξουσίας μεταξὺ Βασιλέως, Βουλῆς ἐκλεγομένης ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ Γερουσίας, ἐθεωρήθη ὡς ἡ πρωτίστη βάσις καλοῦ πολιτεύματος· ἀλλὰ τὸ κοινωνικὸν συνάλλαγμα τοῦ Ῥουσσὼ ἐπελθὸν μετὰ ταῦτα ἐκλόνισε τὰς πεποιθήσεις τῶν λαῶν· τὰς ἐκλόνισεν ὅμως ἐπὶ μικρὸν χρόνον, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν ἐπικρατήσασαν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀπολύτου Δημοκρατίας μόνον εἴς τινα ἐποχὴν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Μολονότι αἱ ἀρχαὶ αὗται τῆς Δημοκρατίας ὑπεστηρίχθησαν διὰ μέσων βιαίων καὶ τρομερῶν, ἐπὶ τέλους ὅμως, Κύριοι, δὲν ὑπερίσχυσαν καὶ οἱ λαοὶ δὲν ἐβράδυναν νὰ κατανοήσωσιν, ὅτι ἀληθὴς ἐλευθερία ἔγκειται εἰς τὸν θαυμάσιον μηχανισμὸν τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος, καὶ ὀλίγοι ἔμειναν ἔκτοτε οἱ ὀπαδοὶ τῆς δημοκρατικῆς ἀρχῆς τῆς μιᾶς Βουλῆς· διότι, ἡ γνώμη αὕτη περὶ μιᾶς Βουλῆς ἀνήκει καθαρῶς εἰς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς, ἀντίκειται δὲ, εἶμαι, βέβαιος, εἰς τὴν πρὸς τὴν ἐλευθερίαν σφοδρὰν ἀγάπην τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῆς καλῆς πίστεως, τῶν ἀσπαζομένων αὐτήν· διότι ἡ ἀρχὴ αὕτη, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει, καταστρέφει τὴν ἐλευθερίαν. Ἔκτοτε λοιπὸν, Κύριοι, οἱ λαοὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐπίστευσαν, ὅτι ἡ ἐλευθερία δὲν εὑρίσκεται παρὰ εἰς τὸν μηχανισμὸν καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος· ὀλίγοι δὲ μόνον διεκρίθησαν οἱ πρεσβεύοντες τὴν ὕπαρξιν μιᾶς Βουλῆς, καὶ μόνος ὁ Ἰερεμίας Βένθαμ ἐναπέμεινε, διὰ νὰ χορηγήσῃ ἐπιχειρήματα εἰς τὸν φίλον μου Κύριον Βάσσον, ἀποκλίνοντα πρὸς τὸ νεωτερίζειν καὶ ἐλευθεριάζειν· διότι ἐσφαλμένως νομίζει, ὅτι ἡ ἐλευθερία ἔγκειται εἰς τὴν ὕπαρξιν μιᾶς Βουλῆς. Κύριοι! Ποῖος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ὀργανισμὸς ἑνὸς συστήματος ἀντιπροσωπείας; Ἐντὸς τοῦ ἀντιπροσωπικοῦ σώματος πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλα τὰ μεγάλα κοινωνικὰ συμφέροντα, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δίδεται ἡ προσήκουσα ὤθησις εἰς ὅλας τὰς ἠθικὰς δυνάμεις τῆς κοινωνίας πρὸς τὴν κοινὴν εὐημερίαν. Εἶναι εὔκολον νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο διὰ μιᾶς Βουλῆς; Τὸ νομίζω δύσκολον. Δὲν ἀποδέχομαι δὲ ὡς ἀληθὲς, ὅτι αἱ δύο Βουλαὶ, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ Κ. Διαμαντόπουλος, προϋποθέτουσιν ὕπαρξιν ἀριστοκρατίας. Δὲν ἐννοῶ, οὐδὲ παραδέχομαι, ὅτι ἡ Γερουσία προϋποθέτει εἰς ἓν Κράτος τὴν ὕπαρξιν τοιαύτης· δὲν ἀπορῶ διὰ τὸν Κ. Διαμαντόπουλον· διότι ἄνδρες πολὺ σημαντικώτεροι αὐτοῦ ὑπέπεσαν δυστυχῶς εἰς τὸ αὐτὸ λάθος· καὶ ὅταν, Κύριοι, σᾶς λέγουν, ὅτι ἡ Γερουσία προϋποθέτει τὴν ὕπαρξιν Ἀριστοκρατίας, τὸ παράδειγμα, ὅπερ σᾶς ἀναφέρουν, εἶναι πάντοτε ἡ Ἀγγλία· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι λάθος κατὰ μέγα μέρος· εἰς τὴν πανευδαίμονα ἐκείνην χώραν ἡ Γερουσία δὲν ἀντιπροσωπεύει μόνον τὴν Ἀριστοκρατίαν. Εἰς τοῦτο τὸ λάθος, ὑπέπεσαν πολλοὶ ἄνδρες, ἀλλὰ τὸ λάθος τοῦτο ἀνήρεσε διὰ τῶν πραγμάτων αὐτὴ ἡ Ἀγγλία· ἐσχάτως, Κύριοι, ὁ Κ. Περσινῆ ἐξεφώνησεν ἐπίσημόν τινα λόγον, εἰς τὸν ὁποῖον λέγει, ὅτι τὴν Ἀγγλίαν κυβερνᾷ τάξις Ἀριστοκρατίας, ἡ ὁποία παρέλαβεν ὅλας τὰς παραδόσεις ἀπὸ τὸν καιρὸν Γουλιέλμου τοῦ κατακτητοῦ· ἐναντίον τοῦ λόγου τοῦ Κ. Περσινῆ ἡ ἐπισημοτάτη καὶ γνωστὴ ἐφημερὶς ὁ Times κατεχώρησε σπουδαιότατόν τι ἄρθρον· εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ὁ Times ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Περσινῆ ἦτον ἐσφαλμένη, κατέδειξε δε, ὅτι τὴν Ἀγγλίαν δὲν κυβερνᾷ ἡ ἀριστοκρατία, τὴν κυβερνᾷ ὁ πλοῦτος καὶ ἡ διάνοια συνάμα, καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ὑπάρχουσι γεγονότα πολὺ σημαντικὰ καὶ οὐσιώδη, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐν τῇ Γερουσίᾳ τῆς Ἀγγλίας δὲν ἀντιπροσωπεύεται μόνη ἡ Ἀριστοκρατία· εἰς τὴν Γερουσίαν τῆς Ἀγγλίας ἀντιπροσωπεύεται, ὅ,τι διακεκριμένον ἔχει ἡ Ἀγγλία· εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν Λόρδων ἐξῆλθον ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ λαοῦ. Ἀπόδειξιν δὲ τούτου, λέγει ὁ Times, ἔχομεν τὸ ὅτι οἱ πλέον διακεκριμένοι τῶν ζώντων ἤδη πατρικίων εἶναι ἔμποροι ἐργαζόμενοι, τραπεζῖται ἐργαζόμενοι, δικηγόροι ἐργαζόμενοι, στρατιωτικοὶ ἐργαζόμενοι, ναυτικοὶ ἐργαζόμενοι· ἔρχεται δὲ ἔπειτα εἰς τὴν ἀρίθμησιν τῶν ὀνομάτων, ἐν οἷς θέλετε ἰδεῖ ἄνδρας σημαντικοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν Ἀριστοκρατίαν, ἀλλ’ εἰς τὰς τάξεις τοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβῶς ἀληθὲς ὅ,τι σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ Γερουσία ἀπαιτεῖ Ἀριστοκρατίαν διὰ νὰ ὑπάρχῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον θέλουν ν’ ἀνεγείρωσι, τί σᾶς παρουσιάζουν; σᾶς παρουσιάζουν μίαν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἓν νομοθετικὸν σῶμα· τίποτε ἄλλο, δὲν ὑπάρχει· τὸ ἓν σῶμα ἵσταται ἀντικρὺ τοῦ ἄλλου. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ ὕπαρξις ἑνὸς μόνου νομοθετικοῦ σώματος δὲν θέλει γεννήσει εἰς αὐτὸ τὸ σῶμα τὴν ἰδέαν τῆς παντοδυναμίας; καὶ ἡ παντοδυναμία αὕτη δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θέλει κάμει αὐτὸ τὸ σῶμα πολλάκις νὰ ἀποπλανηθῇ καὶ κατὰ τῆς Μοναρχίας καὶ κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν; Καὶ ὅταν σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ὕπαρξις ἑνὸς σώματος θὰ γεννήσῃ εἰς αὐτὸ τὴν ἰδέαν τῆς παντοδυναμίας, δὲν σᾶς λέγω λόγους θεωρητικούς. Ἐνθυμήθητε μίαν συζήτησιν κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν, ὅταν ὁ Κ. Ῥεβελάκης σᾶς εἶπεν «ἕκαστος ἡμῶν εἶναι Βασιλεύς». (Θόρυβος).
§44ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, καὶ λυποῦμαι βλέπων τὸν Κύριον Ζαΐμην καταφεύγοντα εἰς τοιαῦτα ἐπιχειρήματα. (Θόρυβος).
§45ΖΑΪΜΗΣ. Ἴσως ἄλλος τις τὸ εἶπεν. Ἀφίνω λοιπὸν τὸν Κ. Ῥεβελάκην ἥσυχον. Λέγω, ὅτι εἶναι πολὺ πιθανὸν, ὅτι ἓν νομοθετικὸν σῶμα θέλει κυριευθῆ ὑπὸ τῆς ἰδέας τῆς παντοδυναμίας του καὶ ἡ ἰδέα αὐτὴ δὲν εἶναι παράδοξον νὰ ὠθήσῃ τὸ σῶμα τοῦτο εἰς ἀποπλανήσεις. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν θεωρῶ μὲν βεβαίαν, ἀλλὰ πολὺ πιθανὴν, νομίζετε, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θέλει μένει ἀδιάφορος; ὅτι δὲν θέλει μεταχειρισθῆ μέσα ἐναντίον αὐτῆς τῆς σφετερισθείσης παντοδυναμίας; Θέλει ἀντιτάξει, Κύριοι, δύω μέσα, πρῶτον τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δι’ ὑλικῶν μέσων, καὶ δεύτερον τὸν ἐκφαυλισμὸν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Διὰ τοῦ πρώτου μέσου θέλετε ἔχει δύω γιγαντιαίας δυνάμεις, τῶν ὁποίων ὁ ἀνταγωνισμὸς θέλει εἶσθαι ἐπικίνδυνος, αἱ δὲ συνέπειαι τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τούτου θὰ ᾖναι θλιβεραί· εἰς ἓν κράτος δὲ μικρὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ κυβερνητικὴ ἐξουσία θέλει ἔχει πολλὰ μέσα, πεισθῆτε, ὅτι ἡ ἐπικράτησις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι βεβαία, ἡ ἐπικράτησις δὲ αὕτη δὲν θέλει εἶσθαι ἀποτέλεσμα τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλ’ ὑλικῆς δυνάμεως, καὶ τότε ἡ ἐλευθερία κινδυνεύει· ἐὰν δὲ ἀντιτάξωσι τὸ δεύτερον μέσον τὸν ἐκφαυλισμὸν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τότε δὲν θέλετε ἔχει Σύνταγμα, δὲν θέλετε ἔχει πολίτευμα ἐλεύθερον. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, τί θέλουν ἀντιτάξει κατὰ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων· θέλουν μοὶ εἴπει, ὅτι τότε θέλει κάμει χρῆσιν ὁ Ἡγεμὼν τῶν δύω Βασιλικῶν προνομίων τῆς ἀρνησικυρίας καὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλοίμονον ἂν εἰς ἓν Συνταγματικὸν πολίτευμα ὁ Ἡγεμὼν ᾖναι προωρισμένος νὰ γίνηται διδάσκαλος τοῦ νομοθετικοῦ σώματος διὰ τῆς διαρκοῦς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρνησικυρίας· καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι διὰ τῆς χρήσεως αὐτῆς θέλετε σταματήσει τὰ κακὰ, εἶσθε πολὺ ἀπατημένοι, διότι εἶναι δύσκολον νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἓν νομοθετικὸν σῶμα θέλει δεχθῇ μετὰ στωϊκῆς ἀπαθείας τὰ μαθήματα ταῦτα. Ἀλλὰ μοὶ λέγουν, ἂς προσφύγῃ ὁ Ἡγεμὼν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐν περιπτώσει συγκρούσεως, συνεχῶς μάλιστα ἐπαναλαμβανομένη, χάνει τὴν ἰσχύν της καὶ ἀντὶ καλοῦ γίνεται πρόξενος κακοῦ. Δὲν ἔχετε λοιπὸν νὰ ἀντιτάξητε εἰς τοιαύτην κατάστασιν παρὰ τὴν δευτέραν Βουλὴν, ἤτοι τὴν Γερουσίαν.
§46ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἂν ἐκφαυλίσωσιν αὐτὴν, τί θὰ γίνῃ;
§47ΖΑΪΜΗΣ. Διὰ νὰ ἀποφύγητε λοιπὸν, Κύριοι, ἐνδεχόμενον κίνδυνον, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ καταφύγητε εἰς τὴν δημιουργίαν ἄλλου σώματος. Ἡ Γερουσία θέλει χρησιμεύει ὡς χαλινὸς μὲν κατὰ τῶν ἐπιθέσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὡς προμαχὼν δὲ καὶ ὁδόφραγμα κατὰ τῆς ἀποπλανήσεως τῆς Βουλῆς. Φέρονται καὶ ἄλλοι λόγοι ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τῶν δύω Βουλῶν, ὡς ὁ λόγος τῆς ὡρίμου σκέψεως καὶ ἄλλοι· παραλείπω ὅμως ὅλους τοὺς ἄλλους λόγους καὶ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ λόγου, ὃν ἀνέπτυξα ἐν ἐκτάσει, διότι τοῦτον θεωρῶ πολὺ σπουδαῖον. Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Διαμαντόπουλος, ὅτι καθιεροῦντες Γερουσίαν θέλετε νὰ φέρητε διαίρεσιν ἐντὸς τῆς κοινωνίας, ἥτις τείνει εἰς τὴν ἑνότητα. Ποία, Κύριοι, διαίρεσις ὑπάρχει, ἐὰν δημιουργηθῇ σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ περιέχῃ ὅ,τι διακεκριμένον ὑπάρχει ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ; οὐδεμία διαίρεσις δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἤδη, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πεῖραν καὶ τὴν ἡμετέραν ἱστορίαν, ἂς ἀφήσωμεν δὲ ἡσύχους τοὺς ἀρχαίους σοφοὺς, διαπραγματευομένους περὶ τῆς ἰσοβίου Γερουσίας τῆς Σπάρτης· καθόσον ἄλλη ἦτον ἡ ἀρχαία κοινωνία, διαφορετικὸς δὲ ἦτον ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς· δὲν δύνανται διὰ τοῦτο τὰ παραδείγματα ἐκεῖνα σήμερον νὰ μᾶς χρησιμεύσουν πολὺ εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς, εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου τῶν συστημάτων. Ἂς ἐξετάσωμεν δὲ τί διδάσκει ἡμᾶς ἡ πεῖρα, ἥτις πρέπει νὰ ᾖναι ὁ Κολόμβος, ὅστις δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ἀσφαλῆ λιμένα ἐντὸς τοῦ ἀχανοῦς πελάγους τῶν ξένων νομοθετημάτων καὶ παραδειγμάτων. Ἡ ἱστορία ἡμῶν παρουσιάζει μίαν Βουλὴν, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν. Ὅσοι ἔλαβον μέρος εἰς τὸ μέγα ἐκεῖνο δρᾶμα, ἢ ὅσοι ἀνέγνωσαν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, ἐνθυμοῦνται βεβαίως τὰς λυπηρὰς συγκρούσεις μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἐκτελεστικοῦ Σώματος καὶ πολλοὶ ἐνθυμοῦνται τὸ ἐλεεινὸν τέλος τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἥτις αὐτοχειριάσθη ἀποδεχθεῖσα τὴν διάλυσίν της ἡσύχως, ὅτε ἦλθεν ὁ Κυβερνήτης, ἂν καὶ 2 ἢ 3 φωναὶ ὑψώθησαν ὡς διαμαρτύρησις κατὰ τῆς διαλύσεώς της. Ἂς ἴδωμεν, ἂν ἡ Γερουσία τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς, τοῦτ’ ἔστι, ἂν ἐχρησίμευσεν ὡς χαλινὸς εἰς τὰς ἐπιθέσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ὡς ὁδόφραγμα κατὰ τῶν ἀποπλανήσεων τῆς Βουλῆς· τὴν τελευταίαν ἀποστολὴν ταύτην δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ, διότι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δυστυχῶς, δύναται νὰ εἴπῃ τις, δὲν ὑπῆρξε παρὰ εἰς βραχείας τινὰς ἐποχὰς, ἐχρησίμευσεν ὅμως ἡ Γερουσία ἐκείνη ὡς χαλινὸς εἰς τὰς ἐπιθέσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Αἱ ἐλευθερίαι, Κύριοι, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸν κλύδωνα αὐτὸν τὸν συγκεντρωτικὸν, τὸν ἀποῤῥοφητικὸν τοῦ παρελθόντος ἐκινδύνευσαν νὰ κατακλυσθῶσιν, εὗρον καταφύγιον εἰς τὴν Γερουσίαν ἐκείνην· αἱ ἐλευθερίαι, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας, ἔτυχον ὑπερασπίσεως ἐνθέρμου ἐντὸς τῆς Γερουσίας, καὶ ἡ φωνὴ τῶν Γερουσιαστῶν ἐκείνων, ἡ φωνὴ τοῦ Βούλγαρη, τοῦ Κανάρη, τοῦ Τρικούπη, τῶν Μαυρομιχαλέων, τοῦ Χρηστίδη, τοῦ Ῥήγα, αἱ φωναὶ ἐκεῖναι ἦσαν φωναὶ τοῦ ἔθνους καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι αὗται αἱ συζητήσεις τῆς Γερουσίας δὲν ἀπέβησαν ὠφέλιμοι εἰς τὸν τόπον, ἡ δὲ ὑπεράσπισις τῶν ἐθνικῶν ἐλευθεριῶν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Γερουσίας συνέτεινε μεγάλως εἰς τὸ νὰ δώσῃ κίνησιν καὶ ζωὴν εἰς τὸ ἐθνικὸν πνεῦμα· δεκαοκτὼ ὅλα ἔτη ἀντεπολιτεύετο τὸ σύστημα ἐκεῖνο ὁ Ψύλλας, ὀκτὼ δὲ ἔτη ὁ Κ. Χρηστίδης κατεκεραύνωσεν αὐτό. Ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Γερουσίας ἐξῆλθον αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔδιδον τροφὴν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, τὴν ὑπερασπίζουσαν τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου. Ναί, Κύριοι, τοῦτο εἶναι ἀληθές, καὶ ὅτε ἡ ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία ὑπερήσπισε μετὰ τοσαύτης θερμότητος τὰς ἐλευθερίας, μετὰ τὴν Ναυπλιακὴν ἐπανάστασιν εἶδεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπρώξῃ πολὺ τὰ πράγματα, ἡ δὲ σημαία τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐκυμάτιζε τοσοῦτον ζωηρὰ, ὡς πρότερον, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι αὐτὸς ὁ ὑπερήφανος πολίτης τῆς Ὕδρας Κ. Βούλγαρης ἀνέλαβε τὴν σημαίαν ταύτην καὶ ἡ δεκάτη Ὀκτωβρίου ἀνέτειλε. Ἐκ τούτων ἐξάγεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Γερουσία δὲν ἐχρησίμευεν εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν ἐλευθεριῶν καὶ ὡς χαλινὸς εἰς τὰς ἐπιδρομὰς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀνακαλῶ εἰς τὴν μνήμην τῆς Συνελεύσεως καὶ ἕτερον ἀξιομνημόνευτον γεγονός. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι 8 ἡμέρας μετὰ τὴν Ναυπλιακὴν ἐπανάστασιν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία παρουσίασε τὸ περίφημον ἐκεῖνο νομοσχέδιον περὶ διαιρέσεως τῶν δικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφήρπαζεν ἀπὸ τὴν κοινὴν δικαιοδοσίαν τοὺς στρατιωτικοὺς, οἱ ὁποῖοι μετὰ πολιτῶν εἶχον πράξει ἔγκλημα πολιτικὸν ἢ ἄλλο, καὶ τοὺς παρέδιδεν εἰς τὰ στρατοδικεῖα· τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δύω μόνον διαμαρτυρηθέντων κατ’ αὐτοῦ, τοῦ Κυρίου Μεσσηνέζη καὶ Ναύτη· ἦλθεν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ μ’ ὅλον ὅτι μία φουρνιὰ Γερουσιαστῶν εἶχε πρὸ ὀλίγου εἰσέλθει, ἐναυάγησεν ὅμως ἐντὸς τοῦ περιβόλου ἐκείνου καὶ δὲν κατέστη Νόμος. Ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς ἡ Γερουσία ἐχρησίμευσεν ὡς χαλινὸς κατὰ τῶν ἐπιθέσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπωσι διατί δὲν διέσωσε καὶ τὸ πολίτευμα αὐτό; διατί δὲν διέσωσε τὴν βασιλείαν τοῦ Ὄθωνος, ἀφοῦ ὁ προορισμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι νὰ συντηρῇ; Καὶ εἶναι, Κύριοι, λάθος τῆς Γερουσίας αὐτό; ὄχι. Ἡ Γερουσία ἔπραξεν ὅ,τι ἦτο τὸ καθῆκον αὐτῆς νὰ πράξῃ, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Ἑλλάδος ἐκάθητο τότε Βασιλεὺς, ὅστις ἐκώφευεν, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ νοήσῃ τὴν κίνησιν καὶ τὴν ζωὴν τὴν ἀναφαινομένην ἐντὸς τοῦ ἔθνους. Ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ὡμοίαζε τὸν Λουδοβίκον XVI, ὅστις εἰς τὸ ἡμερολόγιον, τὸ ὁποῖον ἐκράτει περὶ τῶν συμβάντων τῶν σημαντικῶν τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐκυριεύετο ἡ Βαστίλλη, ἔγραφε rien, τίποτε δὲν ἠκολούθησε, καὶ ὅμως κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ Γαλλία ἐκλόνιζε τὸ ἀρχαῖον οἰκοδόμημα καὶ ἐσάλευε τὰς βάσεις τῆς δυναστείας του. Τοῦτο ἔπαθεν ὁ Ὄθων· οὔτε τῆς κοινῆς γνώμης ἡ ἀνάπτυξις, οὔτε τῆς Γερουσίας ἡ διαγωγὴ ἠδύναντο νὰ τὸν κάμουν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ φωνὴ τοῦ ἔθνους ἀπήτει ἄλλο παρ’ ὅ,τι αὐτὸς ἔπραττε καὶ ἐφρόνει. Ὅταν λοιπὸν, συμβουλευθῆτε τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου σας, σᾶς ἀποδεικνύει τοῦτο, ὅπερ σᾶς εἶπον, δηλ. ὅτι ἡ Γερουσία ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν ἀποστολήν της, καὶ οἱαδήποτε ἂν ᾖναι ἡ γνώμη ἄλλων, ἐγὼ φρονῶ καὶ θέλω φρονεῖ πάντοτε, ὅτι ἡ Γερουσία τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος κατέστη ἀξία τῆς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης.
§48ΒΑΣΟΣ. Διαδέχομαι, Κύριοι, εὔγλωττον ῥήτορα καὶ μὲ ἄλλο μεγαλείτερον προσὸν περιβεβλημμένον, τὸ προσὸν τῆς προλήψεως καὶ τὸ προσὸν τῆς προφητείας· εἶναι προφήτης ὁ ἔντιμος Κ. Ζαΐμης, διότι χωρὶς νὰ μὲ ἀκούσῃ ἐπροφήτευσε τὶ θὰ εἴπω καὶ πόθεν συμπεραίνει τὰς ἰδέας μου, εἶναι δὲ παράδοξον εἰς τοιαύτην ἐποχὴν προφήτης. Προεῖπον δὲ ὅτι εἶναι περιβεβλημμένος μὲ πρόληψιν, διότι πρέπει νὰ γνωρίσητε, ὅτι ἡ πρόληψις εἶναι μία ἰσχυρὰ δύναμις, καὶ ἀληθῶς ὁ Κ. Ζαΐμης ἔχει μεγάλην ὑπεροχὴν εἰς τοῦτο. Θέλω ἀντείπει εἰς τὰς γνώμας τὰς ἐκτεθείσας παρὰ τοῦ Κ. Ζαΐμη, πρὶν ὅμως προβῶ εἰς τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω ἔναρξιν τοῦ λόγου μου ἄλλοθεν. Ὅλοι βεβαίως, Κύριοι, παρετηρήσατε, ὅτι πρὸ τινος καιροῦ, ὅτε ἤρχισε νὰ πλησιάζῃ ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἡ Συνέλευσις ἔμελλε νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τῆς Γερουσίας, εἰς τὸ κοινὸν τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτο σχεδὸν γενικὸν, εἰς τὰς ὁδοὺς, Κύριοι, εἰς τὰ καφφενεῖα, εἰς τοὺς δρόμους καὶ παντοῦ εἰς τὰς ἰδιαιτέρας συναναστροφὰς δὲν ἠκούετο εἰμὴ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὁλόκληρος ὁ τύπος ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τούτου, ἂν καὶ ὁ φίλος μου Κύριος Πετιμεζᾶς δὲν ἐδιάβασε διόλου περὶ τούτου, τὸ ἐσυζήτησε σπουδαίως. Μία δὲ γνώμη, ἀκουομένη πανταχόθεν, μία Βουλὴ, μὲ ἔκαμε, Κύριοι, ἐμὲ πραγματικῶς νὰ συλλογισθῶ, νὰ σκεφθῶ, νὰ λύσω πόθεν αὕτη ἡ γνώμη, (θόρυβος) νὰ ἐξετάσω καὶ ἐγὼ, τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ ἴδω πόθεν ἐσχηματίσθησαν αὗται αἱ στερεαὶ πεποιθήσεις, καὶ οὕτως εἰπεῖν ἐτυμηγορίαι ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας· δὲν εἶναι ὑπερβολὴ, ἀλλ’ ἀλήθεια καὶ πρᾶγμα. Κατέφυγον καὶ ἐγὼ ὅπου συνήθως καταφεύγουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, εἰς τὰ βιβλία· χάρις εἰς τὴν ἐφεύρεσιν τῆς τυπογραφικῆς τέχνης, δὲν εἶναι κἀνενὸς πλέον, ἀλλὰ κοινῆς χρήσεως τὰ βιβλία, δὲν εἶναι προνόμιον κἀνενὸς· καὶ πραγματικῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ κατανοήσω καὶ ὠφεληθῶ ἀπὸ τὰς θεωρίας, οὔτε νὰ ἠμπορέσω νὰ σχηματίσω θεωρητικὴν λύσιν διὰ νὰ δώσω εἰς τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἔλαβον θάῤῥος νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ζητήματος τούτου, πεποιθὼς εἰς τὸν πρακτικὸν τοῦ Σώματος νοῦν· διότι νομίζω, ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἐκτανθῇ κἀνεὶς εἰς θεωρίας, διὰ νὰ καταδείξῃ τὸ πλημμελὲς τοῦ θεσμοῦ τούτου· ἀλλ’ εἰς τὸν πρακτικὸν βίον, εἰς τὸ πρᾶγμα ἀδύνατον νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίας τινάς. Βλέπομεν ἀνθρώπους πολλῆς ὑπολήψεως, μετὰ πείρας, οἱ ὁποῖοι ἐγνωμοδότησαν ὑπὲρ τῶν δύω Βουλῶν, τοῦτο ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ πεποιθήσεις, νὰ κάμῃ τὸν ἄνθρωπον νὰ ἀμφιβάλῃ πρὸς στιγμήν· ἀλλὰ, Κύριοι, πιστεύσατε, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι γνώμη ἀνεπηρέαστος εἴς τινας, ἔχει τὴν πρόληψιν εἰς ἄλλους· πρέπει νὰ ἠξεύρητε, ὅτι ἡ αἴθουσα τῆς Γερουσίας ἔχει πολλὰ θρανία καὶ ἐγγυᾶται ἕνα ἰσόβιον πολιτικὸν μέλλον καὶ ὑλικὸν ἐὰν θέλετε. Κύριοι! Αἱ συνταγματικαὶ θεωρίαι μίαν βάσιν μόνον ἔχουν, καθόσον ἐγὼ ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ἀναλλοίωτον, τὸ μετέχειν τὸν λαὸν εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας δι’ οὗ τρόπου ὁρίζουν τὰ πολιτεύματα, διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας· καὶ ἂν παρατηρήσητε εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, μόνην τὴν βάσιν ταύτην θέλετε εὑρεῖ ὑπάρχουσαν, ὅπου δὲ λέγουσιν, ὅτι ὑπάρχουν Συντάγματα καὶ δὲν ὑπάρχει ἡ βάσις αὐτὴ, ἀλλὰ διορίζουν τοὺς Βουλευτὰς, ὡς εἰς τὴν Τουρκίαν ἀκόμη ὑπάρχει Σύνταγμα τὸ Χὰτ Χουμαγιοῦ καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν, ἐκεῖ τὰ Συντάγματα ταῦτα εἶναι ἐμπαιγμὸς τῶν λαῶν, δὲν εἶναι Συντάγματα. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, πιστεύσατε, ὅτι θὰ ἴδητε διαφορὰς ἀπὸ Γεωγραφικὸν εἰς Γεωγραφικὸν πλάτος. Τοῦτο τί ἀποδεικνύει; ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες ἐσκέφθησαν νὰ ἐφαρμόσουν τὰ πολιτεύματα, ἐσκέφθησαν νὰ τὸ ἐφαρμόσουν σχετικῶς μὲ τὰς ἀνάγκας των, μὲ τὰ ἤθη των. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι δύναταί τις νὰ ᾖναι ἐπωφελέστατος, ἐὰν τὸ ἐξετάσῃ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, δὲν εἶναι ζήτημα πρωτοφανές, ἀλλὰ πολὺ τετριμμένον, ἐξηντλημένον ἤδη· ἐθεωρήθη, ἐξητάσθη καὶ εἰς τὰ βιβλία καὶ τὰς Συνελεύσεις. Εἷς σεβάσμιος φίλος μου μὲ ἐπληροφόρησε, καὶ δὲν ἔλαβα τὸν καιρὸν νὰ τὸ ἴδω, ὅτι εἰς τὸ ά. Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐψήφισαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς ποίαν ἐποχὴν καλῶς, ὁ Κ. Βένθαμ, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ Κύριος Ζαΐμης, ἔστειλεν ἓν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον συνέστησε νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν ἡμεῖς τότε ἐδῶ, καὶ ὑπάρχει τὸ πρωτότυπον ἐδῶ, ὡς μοὶ εἶπεν ὁ ἴδιος φίλος μου Κ. Τρικούπης. Ἀλλὰ, Κύριοι, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὑπερασπισθέντες τὴν Γερουσίαν παντοῦ, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, δὶς, τρὶς, ὁσάκις συνεζητήθη τοῦτο, καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατέγεινα καὶ ἀνέγνωσα καὶ εἶδον ποῦ ἐστηρίχθησαν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑπολήπτομαι πολὺ, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὸν θεσμὸν τοῦτον· δὲν θὰ εὕρητε κᾀμμίαν διαφορὰν εἰς τὰ ἐπιχειρήματά των, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὰ ἴδια πράγματα εἶπον· θὰ ἴδητε, ὅτι ἀνέφερον παραδείγματα καὶ σήμερον, τοὺς Ἑβραίους, τοὺς Αἰγυπτίους, τὴν Καρχηδόνα, τὴν Τύρον, τὴν Ὁλλανδίαν, τὴν Βενετίαν, τόσα ἄλλα μέρη καὶ ἔπαιζον μὲ τὰς λέξεις· τοὺς ἔλεγον ἡ Ῥώμη εἶχε Γερουσίαν, ἄρα πρέπει νὰ ἔχητε καὶ σεῖς, διότι πῶς γίνεται Ἔθνος χωρὶς Γερουσίαν; ἔπαιζον μὲ τὰς λέξεις καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐξηγήσω τίς διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου καὶ τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον σήμερον ζητοῦν νὰ καθιερώσουν. Ἰσχυρισμὸν, Κύριοι, σπουδαῖον ἔφερεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ Κύρ. Ζαΐμης τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Πρὶν τούτου ὅμως ὤφειλε νὰ σᾶς ἐξηγήσῃ μίαν ἀρχὴν, ὅτι τὰ πολιτεύματα δὲν οἰκονομοῦν ποτε ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἄλλα γίνονται συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου· εἶναι σφαλερὰ ἡ ἰδέα νὰ δανείζηταί τις ἀπὸ ξένα Κράτη θεσμοὺς, χωρὶς νὰ ὑφίστανται αἱ ἀνάγκαι εἰς τὸν τόπον, νὰ οἰκοδομῇ τις ἀνάγκας, δαπάνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν. Τί σᾶς εἶπε, Κύριοι; Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει Γερουσία, εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὡσαύτως. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ θεσμὸς, τὸν ὁποῖον ζητοῦν σήμερον νὰ ψηφίσουν, εἶναι ὀρθὸς; Ποία εἶναι ἡ Γερουσία τῆς Ἀγγλίας; ά. Ἡ Γερουσία ὑπῆρξεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν πρὶν ὑπάρξῃ τὸ πολίτευμα, ἡ Γερουσία ὑπῆρχε πρὶν ἀκόμη γίνῃ ἡ Βουλὴ τῶν κοινοτήτων· ἡ Γερουσία εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶχε προνόμια, ἦτον εἷς θεσμὸς, μία τάξις, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποκλείσῃ τὸ πολίτευμα χωρὶς αὐτὸ τοῦτο νὰ κινδυνεύσῃ· λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ οἰκονομήσουν τὰς ἀνάγκας ταύτας. Ἔπειτα, Κύριοι, τὸ Ἀγγλικὸν πολίτευμα δὲν εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἡμεῖς νὰ καθιερώσωμεν, εἶναι πολὺ διαφορετικόν· ἡ Γερουσία ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν Ἀριστοκρατίαν καὶ σώζεται ἀπὸ τοὺς παλαιοτέρους χρόνους καὶ σήμερον διακρίνεται ἡ τάξις αὐτή. Ἀλλὰ μήπως εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἡ Γερουσία εἶναι σῶμα ὁποῖον σήμερον θέλουν νὰ τὸ ὑποστηρίξουν; ἡ Γερουσία εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι διαδοχικὴ καὶ ὁ σχηματισμὸς αὐτῆς ἔχει ἓν μέγα προνόμιον· ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον διαδοχικὴ, εἶναι ἰσόβιος διαδοχικὴ, εἶναι περιοδικὴ, αἱρετή. Εἶναι σχηματισμένη ἀπὸ διάφορα στοιχεῖα, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα, Κύριοι, ποῖον θεσμὸν θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν; Ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, δηλ. τὰ ⅔ ποῦ θὰ τὰ δώσωμεν; εἰς τὸν Ἡγεμόνα, διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θέλει διορίζει τοὺς Γερουσιαστάς· καὶ τί μένει εἰς τὸ Ἔθνος ἔπειτα; ἀφοῦ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία μένει ἐκεῖ, ἀφοῦ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας, τῆς ἐκκλήσεως εἰς τὸν λαὸν μένει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας προνόμιον, σήμερον νὰ δώσωμεν τὰ ⅔ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικήν! Ἀλλ’ εἶπον, Κύριοι, πῶς σεῖς θέλετε νὰ προβῆτε περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι προβαίνουν αἱ Δημοκρατίαι; εἰς τὴν Ἀμερικὴν εἶναι Δημοκρατία, καὶ ὁ Κ. Σαρίπολος τὸ φέρει ὡς ἐπιχείρημα εἰς τὸ σύγγραμμά του, καὶ μολαταῦτα ὁ μακαρίτης Οὐασιγκτὼν συνεβούλευσε νὰ γίνῃ Γερουσία. Ἀλλ’ ἠξεύρετε πῶς ἐσυμβούλευσεν ὁ Βάσιγκτων νὰ γίνῃ Γερουσία εἰς τὴν Ἀμερικήν; Ἠξεύρετε, ὅτι εἰς τὴν Ἀμερικὴν αἱ Πολιτεῖαι εἶναι ὅλως ἀνεξάρτητοι, εἶναι αὐτόνομοι ἑκάστη Πολιτεία· οἱ ἀντιπρόσωποί των οἱ ἀποστελλόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ ἑκάστην Πολιτείαν εἶναι κατ’ ἀναλογίαν τοῦ Πληθυσμοῦ τῶν Πολιτῶν, ὥστε ἡ ἀντιπροσωπεία τῶν Πολιτῶν δὲν ἦτον ἴση, ἀλλ’ ἄνισος εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ πολὺ σωστὰ ἐσκέφθη ὁ Οὐάσιγκτων νὰ εἴπῃ, ὅτι μίαν ἡμέραν εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ὡς ἐκ τούτου νὰ ἐπέλθουν ταραχαί, ἐμφύλιοι πόλεμοι· διὰ τοῦτο εἶπεν, ἑκάστη πολιτεία νὰ στέλλῃ ἕνα ἀριθμὸν Γερουσιαστῶν, τουτέστι, ἂν ἔχῃ 100,000 ἢ 1,000,000,000 νὰ στέλλῃ δύο Γερουσιαστὰς, δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσους, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀντιπροσωπεία τῶν Πολιτειῶν. Ὅταν λοιπὸν ὑπάρχῃ ἕνας λόγος, τὸ ἐννοῶ· ἀλλ’ ἐδῶ πῶς ζητεῖτε νὰ σχηματίσητε ἓν σῶμα, ἕνα θεσμὸν, τὸν ὁποῖον ἂν παραδεχθῶμεν διὰ μίαν στιγμὴν, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα νὰ τὸν σχηματίσωμεν; Πολὺ σωστὰ εἶπεν ὁ Κ. Διαμαντόπουλος, ὅτι ἡ γενεὰ τοῦ ἀγῶνος ἦτον ἡ μόνη τάξις προνομιοῦχος, ἥτις ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀντιπροσωπεύει μίαν τάξιν, διότι ὡς ἐνθυμεῖσθε σεῖς οἱ γεροντότεροι ἀπὸ ἡμᾶς, ἡ γενεὰ ἐκείνη τοῦ ἀγῶνος, εἶναι τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου, διέθετεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα· ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ἡ γενεὰ αὕτη ἐκλείπει ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν· Πόθεν λοιπὸν ἠμπορεῖτε νὰ σχηματίσητε τὴν Γερουσίαν; ἔχετε φυτώριον, οὕτως εἰπεῖν, νὰ σχηματίσητε τὴν Γερουσίαν, ὡς τὴν σχηματίζουν ὅλα τὰ ἔθνη; Ἡ Ἑλλὰς Κύριοι, εἶναι Κράτος μικρὸν, ἔχει ἀνάγκην κατ’ ἐμὲ εὐθηνοῦ πολιτεύματος, δὲν ἔχει ἐκτεταμένας διπλωματικὰς σχέσεις, δὲν ἔχει ἀνεπτυγμένην γεωργίαν, βιομηχανίαν, δὲν ἔχει διαρκεῖς πολέμους, δὲν ἔχει κἀνὲν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ χρόνου καὶ τῆς μακρᾶς ὑπηρεσίας νὰ σχηματίσῃ ἄτομα, ἀπὸ τὰς γνώσεις τῶν ὁποίων καὶ τὴν πεῖραν νὰ δύναται νὰ ὠφεληθῇ τὸ Κράτος· εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει οὐδὲν στοιχεῖον τοιοῦτον, εἶναι Κράτος μικρὸν καὶ ἔχει, ὡς προεῖπον, ἀνάγκην εὐθηνοῦ Πολιτεύματος· δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ καθιερώσωμεν ἕνα θεσμὸν, μίαν πληγὴν, νὰ πληρώνῃ τὸ Κράτος 600,000 δραχμὰς διὰ νὰ τρέφῃ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠξεύρομεν ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ᾖναι. Ἔχω ἐναντίαν γνώμην μὲ τὸν Κ. Ζαΐμην, καθόσον ἀφορᾷ τὸ σῶμα τῆς Γερουσίας· ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἄτομα ὑπάρχει διαφορά. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ σῶμα, ἔχω τὴν χειροτέραν ἰδέαν, θέλω τὸ ἀποδείξει ἀμέσως· κάμνω διάκρισιν μεταξὺ τῶν ἀτόμων· τὰ ἄτομα ἠμποροῦν νὰ ἔδειξαν ἀνεξαρτησίαν, ἀλλὰ τὸ σῶμα ποτέ. Τί λέγουν, Κύριοι; Λέγουν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μία Βουλή; καὶ ὁ Κ. Ζαΐμης εἶπεν, ὅτι ἡ Γερουσία πρέπει νὰ ᾖναι, οὕτως εἰπεῖν, ἓν σῶμα, διὰ νὰ ἀνθίσταται εἰς τὴν πλεονεξίαν τῆς Βουλῆς. Προσθέτουν ἀκόμη, Κύριοι, ὅτι ἡ ἰσόβιος αὕτη Βουλὴ, ὡς τὴν ὑποστηρίζει ὁ Κ. Ζαΐμης καὶ ἄλλοι ἴσως, ἔχει ἀνεξαρτησίαν, ὅτι εἶναι σῶμα συντηρητικόν· ἀλλὰ τώρα, Κύριοι, θὰ φέρω παραδείγματα διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἓν σόφισμα, τὸ ὁποῖον ζητοῦν διὰ θεωριῶν νὰ ὑποστηρίξουν, ἐνῷ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν ὅλως τὸ ἐναντίον. Τίς κατέλυσε, Κύριοι, τὴν Βασιλείαν εἰς τὴν Ῥώμην; δὲν τὴν κατέλυσεν ἡ Βουλή; προκαλῶ τὸν Κ. Ζαΐμην νὰ μοῦ φέρῃ ἓν παράδειγμα εἰς ὅλην τὴν ἱστορίαν ἑνὸς σώματος τοιούτου, τὸ ὁποῖον νὰ ἐφάνη συντηρητικὸν —καὶ μόνος του τὸ εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἀπὸ τὴν Γερουσίαν τῆς Ἑλλάδος ἐξῆλθον αἱ ἀντιπολιτεύσεις αἱ σφοδραὶ, ἐλήφθη ὁ σπόρος, οὕτως εἰπεῖν, τῆς μεταβολῆς. Οὐδαμῶς, Κύριοι· εἶναι σόφισμα καθαρὸν καὶ τίποτε περισσότερον.
§49ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἡ Γερουσία εἶπεν.
§50ΒΑΣΣΟΣ. Τί βγαίνει ἀπὸ τὸ ὄνομα Γερουσία ἢ Βουλή. Ἡ ἰσοβιότης, λέγει, δίδει ἀνεξαρτησίαν. Κύριοι, μοὶ ἐνθυμίζει μίαν ἐποχὴν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἴσως πολλοὶ ἔντιμοι καὶ σεβαστοὶ συνάδελφοι ἐδῶ ἦσαν παρόντες, μοὶ ἐνθυμίζει μίαν ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἰς τὴν Γερουσίαν τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ ἰδῆτε ὁποία ἦτον ἡ ἀνεξαρτησία, ἐπρόκειτο περὶ τοῦ πλέον τιμαλφοῦς τῆς Ἑλλάδος πράγματος, ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐποχῆς ἴσως τοῦ ὑπομνήματος· ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι μίαν ἡμέραν αὐτὸ τὸ σῶμα, οὕτως εἰπεῖν, ἀφηνίασε, καὶ ἔτσι ἔλεγεν ὁ κόσμος τότε, ἀφηνίασε, δὲν ὑπακούει πλέον, καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑσπέρας ἠγάλλοντο ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σχεδὸν, διότι ἔβλεπον πράγματι, ὅτι ἐφάνη ἐθνικὴ πλειονοψηφία, τὴν ἄλλην ἡμέραν —ἴσως τὸ ἐνθυμεῖται ὁ Κ. Γρηγοριάδης, ὁ ὁποῖος μὲ κυττάζει —ἐγύρισε καὶ ἔκαμε τὸ ἐναντίον, ἀφ’ ὅ,τι ἔκαμε τὴν προηγουμένην· καὶ διὰ τί; διότι ἠγοράζοντο ἄτομα μὲ χιλίας δραχμάς.
§51ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι ὁ Γρηγοριάδης.
§52ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι, ὄχι ὁ Γρηγοριάδης.
§53ΒΑΣΟΣ. Ἀδικεῖτε τὸν ἑαυτόν σας, ἐὰν τὸν θέσητε πρὸς στιγμὴν εἰς ἀμφιβολίαν. Λοιπὸν, Κύριοι, λέγω μὲ χιλίας δραχμάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνεξαρτησία, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, τοῦτο μόνον; ἠξεύρετε ἡ Γερουσία τί ὀλέθρια ἀποτελέσματα ἀφῆκεν εἰς τὸν τόπον; Ἦτο μία τῶν σπουδαιοτέρων ἀφορμῶν τῆς διαφθορᾶς τοῦ τόπου, διότι διὰ νὰ γίνῃ τις Γερουσιαστὴς, καὶ ἰδίως ἀποτείνωμαι πρὸς τοὺς νέους συμπατριώτας μου, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν τὸ ἠξεύρουν, ἔπρεπε νὰ δουλεύῃ τοὐλάχιστον 10 χρόνια ὡς πειθήνιον ἀρνίον διὰ νὰ δώσῃ δείγματα ἀφοσιώσεως, ὅτι θέλει ὑπακούει καὶ ψηφίζει......
§54ΤΙΝΕΣ. Come sta.
§55ΒΑΣΟΣ. Μάλιστα Come sta, νὰ πράττῃ ὅτι καὶ ἂν ἤθελον, ἐὰν ἦτο καθηγητὴς, ἢ βουλευτὴς, ἢ εἰς θέσιν νὰ γίνῃ Γερουσιαστὴς, διότι μίαν φορὰν ἐὰν ἀπειθοῦσε, δὲν τὸν ἔβαζαν μέσα· καὶ τί ἔγεινε; διέφθειρον τὸν χαρακτῆρα, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι πάντοτε ἄνθρωποι καὶ ὅτι αἱ Βασιλεῖαι καὶ ἐξουσίαι εἶναι ἰσχυραὶ, διαθέτουν πολλὰ πράγματα καὶ ἔχουν πολλὰ μέσα νὰ διαφθείρουν τοὺς χαρακτῆρας. Ὀλίγοι ἦσαν αἱ χαρακτῆρες ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὴν Ἱστορίαν τοῦ κόσμου, οἵτινες ἐφάνησαν ἀδιάφθοροι καὶ θαυμάζονται σήμερον, φέρονται ὡς παράδειγμα. Καὶ τί ἐγίνετο ἀκόμη; ἤρχοντο εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Γερουσίας καὶ ἠκούετο μία κοινὴ κατακραυγὴ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον. Οἱ βουλευταὶ πηγαίνουν καὶ ζητοῦν θέσεις καὶ πωλοῦν τὴν ψῆφόν των, διὰ νὰ κάμουν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ νὰ διορίσουν τοὺς συγγενεῖς των εἰς τὰς θέσεις, τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον· ἀλλ’ ἠξεύρετε τί συνέβαινεν; οἱ Γερουσιασταὶ ἦσαν αἱ διαρκεῖς πληγαί· αὐτοὶ, ἐπειδὴ ἦσαν ἰσόβιοι καὶ εἶχον ἀνάγκην αὐτῶν πάντοτε αἱ Κυβερνήσεις, δι’ αὐτοὺς τὰ ῥοσφέτια ἦσαν ἄφθονα καὶ διαρκῆ, δὲν ἠμποροῦσε καμμία Κυβέρνησις νὰ τοὺς τὰ ὑστερήσῃ. Καὶ τί ἐγίνετο ἀκόμη, Κύριοι; Πιστεύσατε, ὅτι ὅσοι Γερουσιασταὶ ἀνήκουν εἰς ἐπαρχίας, ἐννοεῖται, ὅτι οἱ κανόνες ἔχουν καὶ ἐξαιρέσεις, ἦταν καὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς ἐπαρχίας των ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως ἦσαν ἰσχυροὶ, ἀνῆκον εἰς οἰκογενείας σεβαστὰς, ἠγαπήθησαν ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ εἶχον ἐπιῤῥοὴν, ἀλλ’ ἀργότερον ἐνεπαίχθη τὸ ἔθνος, ἐνεπαίχθη ἡ ἐπανάστασις καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Γερουσίας ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπῆγαν ποτὲ εἰς τὸ κυνήγιον καὶ εἰσῆλθον ὡς ἐκπορθηταὶ φρουρίων (γέλως)· μάλιστα, Κύριοι, ἐνεπαίχθη καὶ ἡ ἐπανάστασις, καὶ αὐτοὶ ἦσαν τιμαριῶται εἰς τὰς ἐπαρχίας των, τιμαριῶται καθαροί· οἱ υἱοί των ἦσαν Βουλευταί, οἱ ἀνεψιοί των Νομάρχαι, κατεῖχον ὅλον τὸ Κράτος, καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ὅσον καὶ ἂν ἐπροσπαθοῦσε κανεὶς νὰ ἀναδειχθῇ, ἔπρεπε νὰ πάῃ εἰς αὐτὸν τὸν τιμαριοῦχον διὰ νὰ τὸν ἀναδείξῃ· αὐτοὶ δὲ τί ἦσαν; ὄργανα τυφλὰ τῆς θελήσεως τοῦ ἡγεμόνος, ἐπήγαινον εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ ἐρωτοῦσαν τί νὰ ψηφίσω σήμερον εἰς τὸ ζήτημα αὐτό; Νὰ εἰπῆτε αὐτό. Ἤρχετο καὶ τὸ ἔλεγε. Τοιοῦτον, Κύριοι, ἦτο τὸ σῶμα τῆς Γερουσίας εἰς τὴν Ἑλλάδα καθαρῶς· ἀλλὰ δὲν κατηγορῶ τὰ ἄτομα, διότι ὑπῆρξαν χαρακτῆρες ἀληθῶς εὐγενεῖς, χαρακτῆρες ἄξιοι σεβασμοῦ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀτομικῶς ἔχω εὐγνωμοσύνην εἰς ἄτομά τινα τοῦ σώματος, ὡς σῶμα δὲ τὴν αἰσχροτέραν ἔχω ἰδέαν· διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁπόταν ἤρξαντο πλέον ἀπροκαλύπτως οἱ καταδιωγμοὶ, αἱ φυλακίσεις, ὁπόταν ἤμεθα καθειργμένοι εἰς τὸ Ναύπλιον, ἐνθυμοῦμαι τότε εἰς τὴν Γερουσίαν ὁ ἔντιμος σεβαστὸς φίλος μου, νομίζω ὁ Κ. Γρηγοριάδης καὶ ἄλλοι ὕψωσαν θαῤῥαλέαν φωνὴν διὰ τὰς καταπιέσεις, διὰ τὰς ἀδικίας, διότι μᾶς ἐστέρησαν τὸ φῶς, μᾶς ἐστέρησαν τὴν τροφὴν, ἐκάρφωναν μὲ σανίδας τὰ παράθυρα διὰ νὰ μὴ βλέπωμεν φῶς διόλου· ἀλλὰ δύναται ὁ Κ. Γρηγοριάδης, ἢ ὁ Χρηστίδης, ἢ ὁ Βούλγαρης, δύναται νὰ ἐξαγιάσῃ τὸν βίον ἑνὸς ὁλοκλήρου σώματος; καὶ, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τῶν χαρακτήρων τῶν ἀνδρῶν τούτων, τοὺς ὁποίους σᾶς ὠνόμασα καὶ ἄλλων τινῶν ἀκόμη, ὅτι ἦτον ἀποτέλεσμα τῆς ἰσοβιότητος; Ὄχι, Κύριοι, διότι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἦσαν ἀνεξάρτητοι· μακρὺς βίος τὸ ἀποδεικνύει, ὁ μακρὺς βίος τῆς ἐπαναστάσεως· εἶχον εἰς τὰ πρόσωπά των ὁλόκληρον ἱστορίαν, ᾐσθάνοντο ἑαυτοὺς· δὲν ἦτο προσὸν τῆς ἰσοβιότητος ἡ ἀνεξαρτησία, οὔτε ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι, διότι, καθὼς σᾶς προεῖπον, μία ἐξουσία ἔχει τόσα μέσα, δύναται τὰ πάντα νὰ διαθέτῃ. Ἔπειτα, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι ἡ Γερουσία, ἡ ἰσόβιος Γερουσία, ὁπόταν ὑπάρξῃ κακὴ πρόθεσις, νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ἀνεξαρτησίαν; Ποῖαι ἦσαν, Κύριοι; ἦσαν ἀνεξάρτητοι αἱ παλαιαὶ Γερουσίαι τῆς Ῥώμης ἐπὶ τῶν Αὐτοκρατόρων; Σήμερον δὲν εἶναι ἰσόβιος Γερουσία εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ μολαταῦτα ἠκούσατέ ποτε μίαν φωνὴν ἀνεξάρτητον ἐντὸς τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας; Ποτὲ, Κύριοι, καμμία δὲν ὑπάρχει ἀνεξαρτησία· ἀλλὰ θὰ εἴπητε, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν σήμερον ὑπάρχει Κυβέρνησις, ἠξεύρω ἐγὼ, ὄχι καθ’ ὅλα συνταγματικὴ, καθὼς τὴν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν προμηνύω κακὰ, τὶς ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἐγγυηθῇ, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνας Ἡγεμὼν μετὰ 20, 40 ἔτη, ἕνας διάδοχος τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, νὰ θελήσῃ νὰ κυβερνήσῃ αὐτογνωμόνως; Εἶναι τάχα ἀπίθανον; Καθ’ ὅλα ἔχομεν τόσα παραδείγματα εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ κόσμου. Ὥστε ἡ ἰσοβιότης δὲν εἶναι ἀνεξαρτησία, εἶναι ψευδὴς ἰδέα. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὶ προσὸν ὑπάρχει εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουν; Ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τοῦ προσθέτειν Γερουσιαστὰς, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ λείψῃ, τώρα θὰ σᾶς εἴπω διὰ τί. Λοιπὸν ἐὰν παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν μίαν Γερουσίαν ἀνεξάρτητον, δύναταί ποτε ὡς σῶμα νὰ ἔχῃ ἀνεξαρτησίαν, ὅταν ἔχῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διαλύῃ, οὕτως εἰπεῖν; διότι εἶναι διάλυσις τῆς πλειοψηφίας, ὁπόταν σχηματισθῇ μία πλειοψηφία καὶ τὴν οὐδετερώσῃ δι’ ἄλλων ψήφων. Ποτὲ δὲν ἠμπορεῖ, αἰωνίως θὰ ᾖναι πειθήνιον σῶμα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἴσως θὰ εἴπητε, ὅτι περιορίζομεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ὅτι δὲν ἀφίνομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ πάντοτε νὰ ᾖναι συμπεπληρωμένος ὁ ἀριθμός. Αὐτὸ εἶναι σολοικισμός. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίπτει ἕνα νόμον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκκλήσεως εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ὁ λαὸς συμφωνεῖ μὲ τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως καὶ ἀποστέλλει Βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ ὑποστηρίξουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ἡ καθεστῶσα ἐξουσία. Ἡ Βουλὴ τὸ ὑποστηρίζει, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὸ Ἔθνος, ὑποβάλλεται εἰς τὴν Γερουσίαν, ἡ Γερουσία τὸ ἀκυρόνει. Δὲν εὑρίσκετε τὴν οὐδετέρωσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκκλήσεως πρὸς τὸν λαόν; Βεβαίως, διότι ὅταν ἡ Γερουσία συμφωνήσῃ μὲ τὴν Βουλὴν, δὲν μένει ἄκυρον τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως; Ἀλλὰ, Κύριοι, δύω εἶναι αἱ θέσεις τῆς Γερουσίας, ἢ θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν Βουλὴν, καὶ τότε θὰ ᾖναι περιττὴ, ἢ θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὸν Ἡγεμόνα καὶ τότε εἶναι ἐπικίνδυνος. Δὲν ἐννοῶ, εἶναι καθιέρωσις, εἶναι πρόληψις, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὑπάρχει καὶ συμφέρον, διότι ἐγὼ συνηθίζω καὶ τὰ λέγω ὅλα. Ἀκούσατε νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ τώρα τί συμβαίνει ἐδῶ, ὑπάρχουν καὶ πεποιθήσεις, δὲν ἀρνοῦμαι εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὰς πεποιθήσεις, ἀλλ’ ὑπάρχουν κατὰ τὸ πλεῖστον συμφέροντα. Παρατηρήσατε, Κύριοι, ὅσοι εἶναι ἄνθρωποι παλαιοὶ καὶ οὐχὶ νέοι, ἄνθρωποι παλαιῶν, σκουργιασμένων ἰδεῶν, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τὸ φῶς, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν τὸν συναγωνισμὸν, ἄνθρωποι ὅμως φίλαρχοι, φιλόδοξοι, μάταιοι, ἄπληστοι, κόλακες, διεφθαρμένοι, κλέπται, τὰ πάντα, τὶ νομίζετε, ὅτι θέλουν; δὲν θέλουν νὰ καταβοῦν εἰς τὸν συναγωνισμὸν, δὲν ἠμποροῦν νὰ ζήσουν αἱ ἰδέαι των εἰς τὸν κόσμον, δὲν τὰς ἀποδέχεται ἡ ἐποχή· τὶ ζητοῦν λοιπόν; ζητοῦν νὰ πολιτεύωνται εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐπειδὴ διὰ τῆς ἀγάπης, διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ νὰ ἔλθουν εἰς τὸν περίβολον ὅπου ἀναδεικνύονται αἱ ἱκανότητες καὶ οἱ ἀληθεῖς ἄνθρωποι δὲν δύνανται, θέλουν εἰς τὸ σκότος, ἐν γωνίᾳ καὶ παραβύστῳ, κολακεύοντες χαμερπῶς, προδίδοντες τὰ πάντα, θεῖα καὶ ἀνθρώπινα, νὰ ἔχουν θέσιν, νὰ ἔλθουν εἰς μίαν ἄλλην Βουλὴν, νὰ πολιτεύωνται ἀναξίως, διότι εἶναι ἄνθρωποι οἱ τοιοῦτοι κατ’ ἐμὲ ἀνάξιοι νὰ ὑπάρχουν εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας. Κύριοι, κατ’ ἐμὲ ἕνα λόγον θεωρῶ σπουδαῖον καὶ δὲν τὸν εἶπε κἀνεὶς ἀκόμη, ἴσως μετ’ ἐμὲ ἔλθῃ κἀνεὶς νὰ τὸν εἴπῃ, τοὐλάχιστον ὁ Κ. Ζαΐμης δὲν εἶπέ τι περὶ τούτου· μίαν μόνον ἀληθῆ βάσιν, ἓν μόνον ἀληθὲς ἐπιχείρημα ὑπάρχει εἰς τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν Γερουσίαν καὶ δύω Βουλάς. Εἶναι, Κύριοι, ἡ βάσανος τῶν νόμων. Κατ’ ἐμὲ τοῦτο τὸ ἀναγνωρίζω, καὶ οὐχὶ ἐγὼ μόνον, ἀλλὰ πολλοὶ ἄνθρωποι σπουδαιότεροι ἐμοῦ καὶ συγγραφεῖς καὶ ἄλλοι. Ἀλλὰ, Κύριοι, προτεινόμενον τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι εἰλικρινὲς, καὶ αὐτὸ σόφισμα εἶναι, διότι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ἐπολιτεύθησαν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον εἰς τὸ παρελθὸν, ἔτυχον ἄλλοτε νὰ ὁμιλῶ περὶ τῶν δύω Βουλῶν, — ἀλλὰ ποῦ ἤλπιζον ἐγὼ, ὅτι θὰ καταντήσῃ νὰ γίνῃ συζήτησις νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ ἐλπίζωμεν, τοὐλάχιστον ἐγὼ σταθερὰν πεποίθησιν ἔχω, ὅτι κηδεύεται σήμερον ἡ Γερουσία. —
§56ΤΙΝΕΣ. Αἰωνία της ἡ μνήμη.
§57ΒΑΣΣΟΣ. Ἔτσι ἐλπίζω. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι βασανίζονται οἱ νόμοι, ὁ Βένθαμ αὐτὸς λέγει, ὅτι, ὅταν τὰ σώματα ᾖναι μονὰ, ἁρπαπάζουν τὰ ζητήματα. Ἠξεύρετε; 92 νόμους ἐπέρασεν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία εἰς ἕνα μῆνα· αὐτὴ εἶναι ἡ βάσανος τῶν νόμων; Ἐγὼ δὲν τὴν ἐννοῶ. Ἐὰν ἐξαιρέσητε τοὺς καθολικοὺς, οὕτως εἰπεῖν, νόμους, τὰς νομοθεσίας, αἵτινες δὲν λείπουν ἀπὸ ὅλα τὰ Κράτη, καὶ αὐταὶ τέλος πάντων σήμερον ἐπάνω κάτω, ὑποθέτω τοὐλάχιστον, δὲν εἶμαι δικανικὸς, οὔτε περὶ τὰ νομικὰ καταγίνομαι, ἀλλ’ εἶναι κοιναὶ, τὸ ἕν Κράτος δανείζεται ἀπὸ τὸ ἄλλο, οἱ ἰδιαίτεροι νόμοι, τοὺς ὁποίους ὑπαγορεύουν αἱ τοπικαὶ ἀνάγκαι καὶ τὰ Κράτη, πρέπει νὰ βασανίζωνται βεβαίως, ἀλλὰ δὲν εἶναι τρόπος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον μᾶς ὑποβάλλουν διὰ νὰ βασανίζωνται· θέλετε οἱ νόμοι νὰ ᾖναι ἐπωφελεῖς εἰς τὴν πολιτείαν; πρέπει πρῶτον νὰ αἰσθανθῇ ἡ κοινωνία τὴν ἀνάγκην ἑνὸς νόμου, πρὶν τὸν φέρητε εἰς ἡμᾶς ἐδῶ, διὰ νὰ εἰπῆτε ψηφίσατε αὐτὸν τὸν νόμον τὸν πρωτοφανῆ, ὁ ὁποῖος καὶ ἂν ψηφισθῇ, ἐξέρχεται εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ δὲν ἠξεύρει ὁ κόσμος τί τρέχει· βλέπει ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος κανονίζει εἰς τὸν πολίτην τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ πολιτευθῇ ἐπὶ τῆς δεῖνα ἢ δεῖνα περιστάσεως, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην. Λοιπὸν οἱ κυβερνῆται, ἐὰν θέλουν τῷ ὄντι τὴν βάσανον τοῦ νόμου, δύνανται νὰ προετοιμάζουν τοὺς νόμους δι’ ἀνθρώπων εἰδημόνων, νὰ τοὺς ῥίπτουν εἰς τὴν κοινωνίαν, νὰ ἐπιφέρῃ ἡ κοινωνία τὴν κρίσιν της, καὶ ὁ τύπος ὡς συνέβη εἰς τὸ πολίτευμα, ὅπως ἡ κοινωνία ἐσχημάτισε γνώμην, καὶ ἔκαμαν παρατηρήσεις ὀρθὰς καὶ ὑγιεῖς, διότι ἡ γνώμη ἡ δημόσιος σπουδαίως λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ σοβαρῶν πραγμάτων πρὸ πάντων. Λοιπὸν ὅταν ὁ νόμος βασανισθῇ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἡ κοινωνία φέρῃ τὴν γνώμην της, τότε φέρετε τὸν νόμον αὐτὸν εἰς τὸ κοινοβούλιον νὰ συζητηθῇ, νὰ ψηφισθῇ. Ἐπὶ τέλους θέλετε τὴν βάσανον τῶν νόμων; πράξατε ὅπως θέλετε, διορθώσατέ το ὅπως νομίζετε, ἀλλὰ μὴ κάμητε ἰσόβιον Γερουσίαν, μὴ κάμητε δύω Βουλὰς, διότι ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι εἰλικρινὴς, εἶναι ἰδιοτελέστατος καὶ ἐπιβλαβής. Ἔπειτα, Κύριοι, τί νομίζετε, ὅτι θέλετε πράξει, ἐὰν τοιοῦτον θεσμὸν καθιερώσητε εἰς τὸν τόπον σας; Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ περάσουν πολλὰ χρόνια, δὲν προβαίνω πολὺ μακρὰν νὰ ἐξετάσω τί θὰ συμβῇ μετὰ γενεὰς, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ περάσουν πολλὰ χρόνια καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ ἔχωμεν κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν τὰ ἴδια τῆς συγχωρημένης, θὰ ᾖναι μία ἀφορμὴ, ἥτις θὰ φέρῃ τὸν τόπον εἰς νέας ταραχὰς καὶ νέας δοκιμασίας.
§58ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Τὸ ἐναντίον.
§59ΠΟΛΛΟΙ. Μίαν, μίαν.
§60ΒΑΣΟΣ. Ἐὰν εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι δύναται νὰ σχηματισθῇ μία Γερουσία ἀπὸ ἄνδρας καθὼς τὸν Κ. Πάγκαλον, τότε βεβαίως θὰ παρεδεχόμην τὴν γνώμην του, ἀλλὰ μὲ ἐγγυᾶται ὁ Κ. Πάγκαλος, ὅτι θὰ γίνουν Γερουσιασταὶ σὰν αὐτόν; βεβαίως ὄχι. Δὲν ἐπεριμένατε βεβαίως ἀπὸ ἐμὲ οὔτε ὑψηλὰς ἰδέας, οὔτε θεωρίας, ἀλλ’ ἦλθον νὰ σᾶς εἴπω εἰλικρινῆ γνώμην, νὰ σᾶς εἴπω πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀληθῆ καὶ πρέπει νὰ τὰ πιστεύσητε, εἶναι ἀληθέστατα. Περαίνων λοιπὸν σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι μὴ θελήσητε νὰ ἐγκαταστήσητε εἰς τὴν Ἑλλάδα ἓν κηφηνεῖον. Φαντάζομαι τὴν αἴθουσαν μόνον τῆς Γερουσίας καὶ μὲ πιάνει τρομάρα, διότι σᾶς βεβαιῶ, ἀπάνω κάτω καταλαμβάνω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα πῶς ἔγεινεν, εἴμεθα ἄνθρωποι ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἠξεύρομεν· λοιπὸν μόνον ἀπὸ τὴν θέσιν τρομάρα μὲ πιάνει. Ἐκτὸς τούτου μὴ θελήσητε νὰ καθιερώσητε εἰς τὸν τόπον σας ἕνα θεσμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου τὴν καταστροφὴν τὰ παιδιά σας, οἱ ἀπόγονοί μας θὰ κάμουν τὰς μεγαλειτέρας θυσίας, καὶ εἰς κάθε θυσίαν θέλουν μᾶς βλασφημεῖ καὶ μᾶς ἀναθεματίζει. (Εὖγε, εὖγε)
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος.
§62ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν (θόρυβος).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταλάβετε τὰς θέσεις διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡσυχία.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουρ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, πρώτην ἤδη φορὰν λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ ἔρχομαι ὄχι μὲ ἕτοιμον λόγον καὶ προμεμελετημένον, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ σᾶς ἐκφράσω πεποιθήσεις τινὰς, διότι κρίνω ἱερὸν καθῆκον, προκειμένου περὶ τοσούτου μεγάλου ζητήματος, νὰ ἐκφράσω πλήρη καὶ ὅλην τὴν πεποίθησίν μου, καὶ ἀπέναντι οἱωνδήποτε κινδύνων καὶ δυσκολιῶν, ἐναντίον πολλῶν καὶ φιλικῶν τῶν πλείστων ἀντιθέτων πεποιθήσεων· ὁμιλῶ δὲ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρεξηγηθοῦν οἱ λόγοι, σᾶς ὁμιλῶ, χρεωστῶ νὰ σᾶς τὸ προειδοποιήσω, ὡς ἁπλοῦς, ἁπλούστατος πληρεξούσιος, ἀκολουθῶν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀρχῆς καθιερώσαμεν μεταξύ μας, διότι πιστεύομεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα θέλει εἶσθαι ἀλήθεια τότε μόνον, ὅταν ᾖναι τὸ προϊὸν τῆς ἐλευθέρας καὶ καθαρᾶς πεποιθήσεως τοῦ Ἔθνους, χωρὶς οὔτε ἡ πολιτικὴ, οὔτε κἀνεὶς ἄλλος πλάγιος λόγος νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ πολιτεύματος· διὰ τοῦτο ἀπεφασίσαμεν ἀμετατρέπτως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος νὰ λάβωμεν μέρος ὡς ἁπλοῖ καὶ καθαροὶ πληρεξούσιοι.
§65ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Διότι φοβεῖσθε.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ ὑπουργικὰ ζητήματα δὲν τὰ φοβούμεθα, ὅποιος θέλει ἂς τὰ θέσῃ, καὶ τὰ δεχόμεθα ἑτοίμως καὶ εὐχαρίστως.
§67ΚΑΛΟΣ. Δὲν τὸ ἐθεωρήσαμεν κἀνεὶς ὡς τοιοῦτον.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ πᾶσα λέξις ἐξερχομένη ἀπὸ στόμα ὑπουργοῦ ἠμπορεῖ νὰ παρεξηγηθῇ, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω τὴν διασάφησιν αὐτὴν ἀποβλέπων εἰς μεγάλα τῆς πατρίδος συμφέροντα.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι!
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προκειμένου νὰ ἀποφασίσητε σήμερον κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ καταρτίσητε τὸ πολίτευμά σας καὶ νὰ ἀσφαλίσητε μόνιμον καὶ ἑδραίαν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸν τόπον σας, μὴ ἀναχωρεῖτε ἀπὸ προλήψεις, ἀπὸ κακόν τι παρελθὸν, καὶ μὴ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν κακὴν χρῆσιν καὶ κακὴν κατάστασιν μιᾶς ἐξουσίας παρελθούσης· ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιῶδες, οὐσιωδέστατον διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας θέλετε νὰ καθιερώσητε, δὲν πρέπει νὰ κανονίζητε συνεπείᾳ προλήψεων, διότι ἂν ἀναχωρήσητε ἀπὸ τὰς προλήψεις αὐτὰς, ἂν θέλητε σήμερον νὰ δικάσητε τὰς ἐξουσίας τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ παρελθὸν, ἀμφιβάλλω ἂν ὑπὲρ οὐδεμιᾶς δύνασθε νὰ δώσητε λευκὴν ψῆφον. Καὶ ποῖαι ἐξουσίαι δὲν ἡμάρτησαν κατὰ τὸ παρελθόν; λοιπὸν ἔλθετε νὰ ζητήσητε τὴν κατάργησιν αὐτῶν ὅλων, διότι χρῆσιν κακὴν ἔκαμον τῆς ἐξουσίας! Τὰ παραπτώματα τοῦ παρελθόντος ἂς μὴ ᾖναι ὁ ὁδηγὸς εἰς ὑμᾶς μέλλοντας νὰ καθιερώσητε σήμερον τὰς ἐξουσίας καὶ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἀσφαλίσωσι τὰς ἐλευθερίας, καὶ νὰ διοργανίσητε τὴν πολιτείαν· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καθαρῶς καὶ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ πᾶσαν πρόληψιν καὶ ἀπὸ πᾶσαν μικρολογίαν εὐτελῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας σᾶς παρουσιάζουν ὡς ἐπιχείρημα. Τίποτε δὲν εἶναι, Κύριοι, χιλιάδες τινὲς δραχμῶν, προκειμένου διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου· μὴ τὰς λάβητε λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ σκεφθῆτε τί εἶναι καλὸν καὶ ἀναγκαῖον νὰ πράξωμεν. Κύριοι, ἡ ἐλευθερία εἰς ἕνα τόπον ἑδραιοῦται, ὅταν στηρίζηται εἰς τὴν ἀντίθεσιν καὶ εἰς τὴν πάλην καὶ τὸν συνδυασμὸν πολλῶν θελήσεων, πολλῶν δικαιωμάτων, πολλῶν συμφερόντων. Ἡ μονομέρεια, Κύριοι, εἶναι ἢ δεσποτισμὸς, ἢ ἀναρχία. Ἡ ἐλευθερία δὲν ἔχει ἑδραίας βάσεις, παρὰ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ συνδυασμοῦ καὶ τῆς ἀντιθέσεως, ἐντὸς τοῦ πολλαπλοῦ· ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν ἐθνῶν, βλέπομεν, ὅτι τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ διοικηθῶσι τακτικῶς καὶ νομίμως, τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματα αὑτῶν ἐστήριξαν ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἰδεῶν, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Ἡ διαίρεσις καὶ τὸ πολλαπλοῦν τῶν ἐξουσιῶν, ὡς ἀμοιβαία ἐγγύησις καὶ φραγμὸς τῶν ἐξουσιῶν, ὑπάρχει παντοῦ καὶ πάντοτε μέχρι σήμερον ἀπ’ ἀρχῆς ὁ θεσμὸς ὁ ἐγγυώμενος καὶ ἀσφαλίζων τὰς ἐλευθερίας εἰς τῆς Εὐρώπην. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰσοβίου Γερουσίας, δὲν εἶμαι, διότι αὐτὴ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν οὐχὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον, διότι χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἂν ἡ ἐξουσία εἰς τὸ παρελθὸν εὗρεν ἀντίστασίν τινα, τὴν εὗρεν ἐντὸς τοῦ σώματος αὐτοῦ, καὶ ἐντὸς αὐτοῦ ἡ ἐλευθερία εὗρε πολλάκις ἄσυλον· ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἰσοβίως διοριζομένης Γερουσίας, διότι διὰ νὰ ἔχῃ σπουδαῖα ἀποτελέσματα ἡ μεσολάβησις ἑνὸς σώματος, μιᾶς ἐξουσίας τοιαύτης μεταξὺ τῶν μεγάλων ἐξουσιῶν, πρέπει νὰ ᾖναι ἀληθῶς ἀνεγνωρισμένη ἐντὸς τῆς κοινωνίας καὶ νὰ ἔχῃ βάσεις βαθείας καὶ ἑδραίας· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ ἐξουσία ἐνεργοῦσα ὡς νομοθετικὸν σῶμα καὶ ἀποστολὴν ἔχουσα νὰ περιστέλλῃ τὰ δύω ἕτερα σώματα, τὴν Βασιλείαν καὶ τὴν Βουλήν, δὲν δύναται νὰ ᾖναι σῶμα ἐκπηγάζον ἀπὸ διπλώματα, καὶ στηριζόμενον εἰς τυχαῖον διορισμόν· ἀφοῦ ἀφηρέσατε τὴν διαδοχήν, τὴν ἐκλογήν, ἐξουσία σπουδαία καὶ ἰσχυρὰ δὲν ὑπάρχει, ἔκτοτε ἔπαυσεν ἡ Γερουσία ν’ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ διορισμοῦ της, παντοῦ δὲν ἠδυνήθη, ὅπου ὑπῆρξεν οὕτω συγκεκροτημένη νὰ μετριάσῃ ἢ ν’ ἀσφαλίσῃ τὰς κοινωνίας καὶ τὰς Βασιλείας, καὶ ὑπαρχούσης ἰσοβίου Γερουσίας, ὅταν ἐπελθῇ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, καὶ αἱ βασιλεῖαι κατέπεσαν καὶ αἱ κοινωνίαι ἀνεστατώθησαν· σύστημα τοιοῦτον, Γερουσία τοιαύτη δὲν ἠδυνήθη ποτὲ νὰ μετριάσῃ τὰς παρεκτροπὰς καὶ ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐξουσιῶν καὶ τὴν ἡσυχίαν τῶν κοινωνιῶν· καὶ αἱ βασιλεῖαι καὶ αἱ κοινωνίαι ἀνετράπησαν, διότι τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔθεσαν ὡς φραγμόν, ἦτο σῶμα ἀσθενὲς, ἀνίκανον νὰ ἐμποδίζῃ τὸν χείμαῤῥον, ὁ ὁποῖος ἤρχετο νὰ καταπλημμυρήσῃ τὴν κοινωνίαν. Μηδαμοῦ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, αἱ Γερουσίαι αἱ διοριζόμεναι ἰσόβιοι δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς σωτηρίαν, οὔτε ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν κοινωνιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐστηρίχθησαν ἐπ’ αὐτῶν. Δὲν εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, οὕτω συγκεκροτημένου, διότι τὸ θεωρῶ ἀνωφελὲς, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὲς καὶ ἐπικίνδυνον, διότι νοθεύει τὴν καθαρὰν ἔκφρασιν τοῦ ἔθνους διὰ τῶν προσθηκῶν καὶ ἀνανεώσεων. Δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, διότι, ὅταν ἀκόμη ἡ ἠθικὴ καὶ πολιτικὴ ἀνατροφὴ ἑνὸς ἔθνους δὲν προώδευσεν, αἱ ἕδραι τοῦ ἰσοβίου χρησιμεύουν συνήθως οὐχὶ πρὸς γενικοὺς σκοποὺς, ἀλλὰ πρὸς σκοποὺς ἰδιαιτέρους, βλάπτουν ἀντὶ νὰ ὠφελήσουν, αἱ ἀτομικαὶ ἐξαιρέσεις ὑπάρχουν πολλὰ σπάνιαι· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἱστορίαν, ἐνόσῳ ἡ ἕδρα αὕτη δὲν κατέχεται ἀπὸ ἀνθρώπους αἰσθανομένους τὸ ὑψηλὸν καὶ μέγα καθῆκον πρὸς τὴ Πατρίδα, βλάβην μόνον πρέπει νὰ περιμένωμεν· διὸ οὐδὲν ἐκπηγάζει ἐξ αὐτῶν εἰμὴ ἀτοπήματα, συγκρούσεις, ἐμπόδια ὑπὲρ ἰδιοτελῶν συμφερόντων· δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς Γερουσίας αὐτῆς (καὶ ὁμιλῶ περὶ τοῦ τόπου, τοῦ ὁποίου τὴν κατάστασιν τὴν μὴ λίαν προωδευμένην ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἀνατροφὴν δὲν πρέπει ν’ ἀρνούμεθα.) Διότι ἡ Γερουσία, διοριζομένη ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, θέλει ἀντιπροσωπεύει ἀποκλειστικῶς μίαν μόνην ἰδέαν, καὶ ἑπομένως εἰς πᾶσαν μεταβολὴν πρὸς οὐδετέρωσιν εἶναι ἀνάγκη προσθήκης νέων Γερουσιαστῶν, φουρνιῶν. Ἐκπηγάζουσα δὲ ἀπὸ τὸν Βασιλέα, ἐπειδὴ αἱ ἀξιώσεις εἶναι πολλαὶ καὶ δὲν θέλουν ἱκανοποιηθῆ αὗται, θέλομεν ἔχει παράπονα καὶ ἐχθροὺς, ἑπομένως καὶ ἡ Βασιλεία ἀντὶ νὰ ἰσχυροποιῆται, κινδυνεύει καὶ ζημιοῦται εἰς τὰ αἰσθήματα πολλῶν· Εἶμαι λοιπὸν κατὰ τῆς Γερουσίας αὐτῆς τῆς ἰσοβίου, διότι ὑποκειμένη αἰωνίως εἰς τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας τὸ ἐπικρατοῦν πνεῦμα τῆς πολιτικῆς τῇ ἐπιβάλλει, δὲν ἀντιπροσωπεύει μονίμως οὐδεμίαν ἰδέαν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν δὲν παρίσταται εἰμὴ ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν θελήσεων μόνης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία μορφόνει καὶ σχηματίζει τὸ πνεῦμά της διὰ προσθήκης νέων μελῶν. Ὡς τοιαύτη λοιπὸν, ὡς ὑπάλληλος τῆς ἐξουσίας, δὲν χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ μετριάζῃ τὰς ἐκδρομὰς τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἐξουσίας καὶ νὰ προφυλάττῃ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν εἰσροὴν τοῦ ὑλικοῦ στοιχείου, διότι θεωρεῖται ὡς σῶμα ἐκφράζον τὰς ἰδέας τῆς ἐξουσίας, διότι οὕτω μορφόνεται, ἑπομένως οὔτε ἐπισημότητα, οὔτε σημασίαν, οὔτε ἀξίαν τινὰ αἱ ἰδέαι του καὶ αἱ ἀποφάσεις του ἀπολαμβάνουσι, καὶ ἐνθυμήθητε, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ ἀποφάσεις τῆς Γερουσίας, ἐνόσῳ δὲν ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὸ ἐπικρατοῦν πνεῦμα τῆς κοινωνίας, ἦσαν ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν καταφρόνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβάλλοντο καὶ αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἑτέρου σώματος· ποτὲ, Κύριοι, εἰς τὴν Γερουσίαν δὲν ἀπεδόθη, ὡς σῶμα, ὁ σεβασμὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ πᾶν σῶμα διὰ νὰ ἐπιδρᾷ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, οὔτε αἱ ἀποφάσεις της ἐνέπνεον σέβας καὶ ἐμπιστοσύνην. Εἶμαι λοιπὸν ἀμεταθέτως πεπεισμένος, ὅτι ἡ ἰσόβιος διοριζομένη Γερουσία εἶναι ἀσύμφορος εἰς τὴν Πατρίδα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀμφιβάλλω καὶ ἂν συμφέρῃ ἢ ᾖναι ἐπωφελὴς ἡ μία Βουλή. Ὅταν αἱ κοινωνίαι παλαίουν, ὅταν εὑρίσκωνται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἀγῶνος καὶ τῆς πάλης καὶ τῶν ὀδύνων, ἐνόσῳ ἐξακολουθοῦν ὑπάρχουσαι ἐν ἐπαναστάσει, τότε ἡ μία Βουλὴ εἶναι ἀναγκαία, εἶναι ὁ καιρὸς τῆς καταστροφῆς καὶ τὸ ἔθνος ἔχει ἀνάγκην νὰ συγκεντρώσῃ εἰς ἑαυτὸ ὅλας τὰς δυνάμεις του, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ πλήρη τὴν κατεδάφισιν· ἀλλ’ ὅταν ἐπέλθῃ ὁ καιρὸς τῆς τακτοποιήσεως καὶ τοῦ μονίμου διοργανισμοῦ καὶ ἡ κοινωνία ἔχῃ ἀνάγκην ἐγγυήσεων διὰ ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὰ δικαιώματά της, τότε ἡ μία Βουλὴ παύει· τότε ἔρχονται αἱ πολλαὶ ἐξουσίαι καὶ ὁ καταμερισμὸς, διότι εἰς τὸ πολλαπλοῦν δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος τοῦ σφετερισμοῦ· ὅταν ἡ Convention ἤθελε νὰ κλείσῃ τὴν ἐπανάστασιν, κατήργησε τὴν μίαν Βουλὴν καὶ ἐθεσμοθέτησε τὸ πολλαπλοῦν, ἤτοι τὴν Γερουσίαν. Συνειθίζομεν, Κύριοι, ὅταν φέρωμεν πρὸς ὑποστήριξίν τινος ἰσχυρισμοῦ παραδείγματα ξένων ἐθνῶν, νὰ γελῶμεν· τί γίνεται εἰς τὴν Εὐρώπην, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν διότι διαφέρομεν αὐτῆς καὶ κατὰ τὴν ἀνατροφὴν καὶ κατὰ τὰ ἤθη κλπ. λέγομεν, ἂς ἐμβλέψωμεν εἰς ἑαυτοὺς, καὶ εἶναι ὀρθὸν τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι μερικαὶ ἀρχαὶ καὶ ἰδέαι, αἵτινες ἔχουσι τόσον γενικὴν ἐφαρμογὴν, ὥστε παντοῦ καὶ πάντοτε δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσι, διότι ἐκπηγάζουσιν ἀπὸ τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, τοιαύτη ἀρχὴ εἶναι καὶ ἡ τοῦ πολλαπλοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἥτις δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφ’ ὅλου τοῦ κόσμου καὶ εἰς πάντα καιρόν· μελετήσατε τὴν ἰδέαν καὶ θέλετε πεισθῇ, ὅτι παραβιάζετε τὴν ἱστορίαν καὶ διαστρέφετε τὰ γεγονότα ἀκολουθοῦντες ἓν σύστημα ἐπαναστατικόν. Πᾶσα ἐξουσία, Κύριοι, ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ συγκροτουμένη ἀπὸ ἀνθρώπους τείνει νὰ ἀποῤῥοφήσῃ καὶ νὰ δεσπόζῃ. Ὁ Κ. Ζαΐμης σᾶς ἔφερε τὸ παράδειγμα τοῦ Κ. Ῥεβελάκη· ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς φέρω ἄπειρα, καὶ τῆς Συνελεύσεως μάλιστα, ἡ ὁποία πολλάκις ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ τὴν παντοδυναμίαν της· ἂν, Κύριοι, δέχησθε τοῦτο ὡς ἀληθὲς, διότι εἶναι ἀληθὲς καὶ μαρτυρεῖται παρὰ πάντων καὶ παρὰ τῆς ἱστορίας, δύω ἐξουσίαι ἡ μία ἀπέναντι τῆς ἄλλης τιθεμέναι καὶ εἰς αἰωνίαν συνάφειαν καὶ ἐπαφὴν μὲ τὴν τάσιν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ἀδιάκοπον τῆς ὑπερισχύσεως, ἀφεύκτως ἡ μία θέλει κατισχύσει τῆς ἄλλης καὶ τότε θέλετε ἔχει τὴν ἀναρχίαν ἢ τὸν δεσποτισμόν. Οὐδεὶς, Κύριοι, ἠθικὸς περιορισμὸς δύναται νὰ τεθῇ μεταξὺ δύω μεγάλων σωμάτων καὶ δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ ἐλπίσῃ παρ’ αὐτῶν ὥστε νὰ θέσουν ὅρια εἰς τὰς ἐνεργείας των, τὰ ὁποῖα ἑκουσίως νὰ μὴ ὑπερβῶσι· θέλετε ἀπαιτήσει πρᾶγμα ἀδύνατον, τὸ ὁποῖον οὐδαμοῦ ἐπέτυχε· διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀντὶ τούτου παντοῦ ἐζήτησαν πραγματικὰς καὶ αὐθυπάρκτους ἐγγυήσεις καὶ φραγμούς. Θέτοντες λοιπὸν τὰς δύω ἐξουσίας παραλλήλως καὶ ἀντιθέτως ἀμέσως εἰς ἀδιάκοπον ἐπαφὴν καὶ ἀμοιβαῖον ἔλεγχον, θέλετε γεννήσει τὴν σύγκρουσιν, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας θέλει εἶσθαι ὁ δεσποτισμὸς, πλήρη μὲ τὸν τύπον τοῦ Συντάγματος, ἢ τὴν ἀναρχίαν καὶ τὸ ὀλιγώτερον τὴν Δημοκρατίαν μὲ τὸν ἁπλοῦν τύπον τὸν μοναρχικὸν καὶ ἀντὶ τοῦ πολλαπλοῦ θέλετε ἔχει τὸ ἁπλοῦν, ἀλλὰ τὸ ἁπλοῦν εἶναι καὶ ὁ δεσποτισμὸς, ὁ ἀπολυτισμὸς, ἀλλὰ τὸ ἁπλοῦν ὡς ἀπολυτισμὸν δὲν τὸ θέλετε βεβαίως. Ἀμφιβάλλω λοιπὸν, Κύριοι, ἂν ἡ μία Βουλὴ ᾖναι ἐπωφελὴς, ἀμφιβάλλω ἀκόμη, διότι φοβοῦμαι μίαν ἄλλην ἔλλειψιν ἐνυπάρχουσαν ἐντὸς ἑκάστης τῶν δύω ἐξουσιῶν αὐτῶν. Ἠξεύρετε, Κύριοι, διατὶ ἔπεσεν ἡ παρελθοῦσα ἐξουσία; Διότι ἔκαμε προσωπικὴν τὴν πολιτικήν της, διότι ἔκαμε κατάχρησιν τῆς Μοναρχικῆς ἀρχῆς, τὴν ἐξέτεινε πέραν τοῦ δέοντος. Νομίζετε, ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις δὲν ἐβλάφθη ποιήσασα μεγάλην χρῆσιν τῆς ἀρχῆς τῆς δημοτικῆς; λέγων ταῦτα περὶ Συνελεύσεως ἀποτείνομαι εἰς τὴν συνείδησίν σας. Νομίζετε δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ, θέλουσα νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς ἀρχῆς της τῆς Δημοκρατικῆς, νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ ἐπιζήσῃ; δὲν θέλει πέσει εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους ἡ κατάχρησις, δὲν θέλει τὴν βλάψει; Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκτὸς τούτου, πιστεύετε, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ ἑδραιώσητε νομιμότητα εἰς τὸ ἔθνος; Ὅταν διὰ τῆς μιᾶς Βουλῆς, αἰωνίως μεταβαλλομένης καὶ κινουμένης, καθιερώσητε τὸ ἀβέβαιον καὶ τὸ ἀεικίνητον εἰς τὴν κοινωνίαν, δὲν νομίζετε, ὅτι ἡ διαδοχὴ καὶ ἡ συνέχεια ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἵνα προοδεύσῃ ἓν ἔθνος καὶ βελτιωθῇ; Ἐὰν αἱ Μοναρχίαι ἀπόλλυνται ἐπιμένουσαι εἰς τὸ τετριμμένον routine, ἀπόλλυνται ἐπίσης καὶ αἱ Δημοκρατίαι δι’ ἔλλειψιν μονιμότητος καὶ διαρκείας. Θέλετε λοιπὸν προκαλέσει διὰ τῆς μιᾶς καὶ τὴν ἑτέραν ἀδυναμίαν, τὴν ἀδυναμίαν τοῦ αἰωνίως μεταβαλλομένου, τοῦ ἀεικινήτου τῶν πραγμάτων σας. Δὲν θέλετε οὕτω τίποτε καθιερώσει μόνιμον καὶ στερεόν. Εἶμαι Κύριοι, ὡς ἐννοήσατε ἐκ τούτων, ὑπὲρ τῆς ἰδέας δύω Βουλῶν ἀνεξαρτήτων καὶ ἄνωθεν καὶ κάτωθεν, καὶ διὰ τοῦ κάτωθεν ἐννοῶ ἀπὸ τὰ μικρὰ συμφέροντα τὰ ἐπιτόπια, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας δύο Βουλῶν, διὰ τῶν ὁποίων πιστεύω, ὅτι θ’ ἀντιπροσωπεύηται ἀληθῶς ὅ,τι ἱκανὸν καὶ ὅ,τι ἔξοχον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, θέλω τὴν αἱρετὴν Βουλὴν, Κύριοι, ὡς νέαν δύναμιν ἐν τῇ πολιτείᾳ οὐχὶ ἵνα μετριάζῃ ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ ἵνα ἐκφράζῃ ζωηρῶς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας καὶ νὰ τὰς κάμῃ σεβαστὰς καὶ ἀποδεκτὰς ἀμέσως. Κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἡ Γερουσία τότε δύναται νὰ ἔχῃ ἀξίαν καὶ τότε μόνον ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ δύναμιν καὶ ἀποστολὴν σπουδαίαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅταν ὡς νέα δύναμις ἐκφράζῃ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀληθεῖς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας καὶ ᾖναι εἰς κατάστασιν τὰς ἀνάγκας αὐτὰς ν’ ἀποκαταστήσῃ σεβαστάς. Διὰ τί, Κύριοι, νομίζετε εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἡ ἐπανάστασις, αἱ ταραχαὶ καὶ αἱ συγχύσεις δὲν εἶναι γνωσταὶ, ἐλησμονήθησαν; Διότι ὑπάρχουν μέσα ἐκεῖ, ὥστε αἱ ἀληθεῖς, αἱ γνήσιαι ἀνάγκαι τοῦ λαοῦ νὰ φθάσουν εἰς τὰς ἀνωτέρας σφαίρας τῆς ἐξουσίας καὶ πραγματοποιοῦνται. Δὲν ἔχει ἀνάγκην τότε κᾀνεὶς νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ νόμου, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ κοινωνία νὰ κλονισθῇ, διότι εἶναι βεβαία, ὅτι αἱ ἀνάγκαι της θέλουσι τύχει πλήρη τὴν πραγματοποίησιν· διὰ τοῦτο θέλω τὴν Γερουσίαν καὶ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ χρήσιμος εἰς τὸν τόπον. Ἤκουσα ἐπαναλαμβανομένην αἰωνίως μίαν ἀντίῤῥησιν, ἥτις ἐθεωρήθη σπουδαία, διότι εἶναι ἀντίῤῥησις ληφθεῖσα ἔξωθεν καὶ μὴ ἐξετασθεῖσα. Ὑποθέτουν, ὅτι ἡ Γερουσία, τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ σῶμα, ἐν τῇ κοινωνίᾳ δὲν πρέπει, δὲν δύναται νὰ ᾖναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν σῶμα ἀντίπαλον, ἓν σῶμα ἀντιπροσωπεῦον ἴδια συμφέροντα, ἰδίας ἀνάγκας, ἴδια δικαιώματα, καὶ παλαῖον ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ διὰ τῆς πάλης συντηροῦν καὶ ἀντισταθμίζον τὰς ἄλλας ἐξουσίας. Ὅταν ζητῆτε ἐχθρικὸν σῶμα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, τοιοῦτον δὲν τὸ εὑρίσκετε, ζητεῖτε νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ὁ ἐχθρὸς ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἐνῷ ἐχθρὸς δὲν ὑπάρχει· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται ἡμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ βάλλωμεν ἕνα χαλινὸν εἰς ἑαυτούς. Ὅπως, Κύριοι, ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰ πάθη του ἔχει χαλινὸν τὴν συνείδησιν, οὕτω τὸ ἔθνος αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ πρέπει νὰ βάλλῃ ἕνα χαλινὸν εἰς τὸν ἑαυτόν του. Τὸ ἔθνος ἔχει δημοκρατικὰς ἕξεις, εἴμεθα ἔθνος δημοκρατικὸν, ἔχομεν τάσεις καὶ κλίσεις ἀπολύτου ἰσότητος. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι αὐτὰς τὰς ἕξεις, τὰς τάσεις πρέπει νὰ τὰς ὠθήσωμεν ἐπ’ ἄπειρον; δὲν νομίζετε, ὅτι καὶ εἰς ταύτας πρέπει νὰ βάλλωμεν ἕνα χαλινόν. Λοιπὸν, Κύριοι, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς σώματος, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιχέῃ ψυχρὸν ὕδωρ εἰς τὰς ὁρμὰς τοῦ ἔθνους; Καὶ εἰς ἔθνος ζωηρὸν, εὐμετάβλητον δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τι μονιμώτερον καὶ διαρκές; Ἐνθυμήθητε, Κύριοι, ὅτι εἴμεθα ἔθνος μικρὸν, ἔθνος πτωχὸν, ἔθνος ὑπὸ ἀναγκῶν πολλῶν πιεζόμενον, ἐνθυμήθητε, ὅτι ἀπέναντί μας ἔχομεν τὴν συγκέντρωσιν πληρεστάτην, συγκέντρωσιν διοικητικὴν, συγκέντρωσιν οἰκονομικὴν, συγκέντρωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ζωὴν, συγκέντρωσιν εἴτε εἰς τὸν θάνατον, συγκέντρωσιν ἑαυτοῦ, ἐνθυμήθητε, ὅτι ἡ ἐξουσία εἶναι παντοῦ παροῦσα καὶ ὅλων προεξάρχουσα, ἀπεῤῥοφήθημεν ἀπὸ τὴν συγκέντρωσιν, διότι τοιαύτη μετὰ τὴν ἐπανάστασιν εὑρέθη ἡ κοινωνία οἰκονομικῶς εἰς χεῖρας τοῦ δημοσίου, ἡ δὲ κατόπιν νομοθεσία πρὸς τὴν συγκέντρωσιν ἔτεινεν. Ὑποθέτετε, Κύριοι, τώρα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπέναντι αὐτῆς τῆς συγκεντρώσεως τῆς μεγάλης, νομοθετικὸν σῶμα, ἐκπηγάζον ἀπὸ περιωρισμένην περιφέρειαν, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγωνισθῇ, καὶ δὲν θέλει ὑποκύψει εἰς τὴν πάλην κατὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἂν ὑποκύψῃ, ποῦ θέλει καταντήσει, καὶ τί θέλομεν πράξει; τοῦτο ἐγὼ οὔτε τολμῶ νὰ τὸ συλλογισθῶ, οὔτε θέλω νὰ τὸ εἴπω, θὰ ᾖναι ὅμως τοιαύτη ἡ ἀναπόδραστος μοῖρα τοῦ τόπου καὶ τὸ ἀναπόδραστον πεπρωμένον, ὥστε συνέπειαι κακαὶ θέλουσιν εἶσθαι, ὅταν δὲν ἐφαρμοσθῇ πλῆρες, πληρέστατον τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα εἰς τὴν Ἑλλάδα· καὶ ὅταν ἀπέναντι μιᾶς ἄκρας συγκεντρώσεως καὶ ἄκρας παντοδυναμίας θέσωμεν μίαν Βουλὴν μίαν καὶ μόνην ἀπέναντι ἐλέγχουσαν καὶ ἐπιτηροῦσαν, πιστεύετε, ὅτι ἐπιτυγχάνομεν τοῦ σκοποῦ; Ἀμφιβάλλω λοιπὸν, Κύριοι, ἂν ἀσφαλὲς ᾖναι νὰ καθιερώσωμεν μίαν καὶ μόνην Βουλὴν εἰς τὸν τόπον καὶ ἂν ὑπηρετῶμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος τὴν ἐλευθερίαν. Ἂς μὴ πλανώμεθα, Κύριοι, μὲ ἐξωτερικοὺς τύπους, οἱ ὁποῖοι φαίνονται, ὅτι καθιεροῦσι δικαίωμα ἰσότητος, ἐλευθερίας. Ὑπὸ τὰς μορφὰς αὐτὰς συνηθέστατα κρύπτεται τὸ σπουδαιότερον ὄργανον τοῦ δεσποτισμοῦ· ἂν ἦτο καιρὸς, ἤθελον σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς δημοκρατικὸν, σπουδαῖον, δικαίωμα ἱερὸν τοῦ λαοῦ, αὐτὸ ἐχρησίμευσε πολλάκις πρὸς καθιέρωσιν τοῦ ἀπολυτισμοῦ, ὅπου ἐφηρμόσθη. Μὴ πλανᾶσθε λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν, ἐξετάσατε τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων· δὲν εἶναι ἡ μία Βουλὴ ἡ ἔκφρασις τῆς καθαρᾶς ἐλευθερίας, δὲν εἶναι ἀληθὴς ἐγγύησις, ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ἀσφάλεια περισσοτέρα ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς ἓν Ἔθνος, ὅταν συγκροτήσῃ μίαν Βουλὴν, ὅσον ἔνεστι σπουδαιοτέραν καὶ ἀνεξάρτητον· εἶμαι ὑπὲρ τῆς αἱρετῆς Γερουσίας, δεκαετοῦς τοὐλάχιστον, ἀπὸ τοὺς νομοὺς ἐκλεγομένης, διότι φρονῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ σῶμα, οὕτω συγκροτούμενον, δίδει περισσοτέρας καὶ καλλιτέρας ἐγγυήσεις.
§71ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐνδέχεται Νομοὶ νὰ μὴν ὑπάρχωσι.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περιφέρειαν μεγαλειτέραν τέλος πάντων ἐννοῶ, τώρα ἔχομεν Νομούς.
§73ΖΕΡΒΑΣ. Θέλεις Γερουσίαν ἢ ὄχι; αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὔτε σεῖς, Κύριε Ζέρβα, οὔτε κἀνεὶς ἄλλος θὰ μὲ ὁδηγήσῃ τίνι τρόπῳ θὰ ὁμιλήσω, καὶ θέλω νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ψηφοφορῶν ὑπὲρ δύω Βουλῶν, τὶ ψηφοφορῶ. Θέλω λοιπὸν, Κύριοι, αἱρετὴν Γερουσίαν.
§75Ι. ΑΝΝΙΝΟΣ. Εἴπετε περὶ αἱρετικῆς Γερουσίας.
§76ΤΙΝΕΣ. Αἱρετῆς.
§77Ι. ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἂς ᾖναι αἱρετῆς. Τίνι τρόπῳ θὰ γίνῃ ἡ ἐκλογή;
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μὲ ἀφήσατε νὰ τελειώσω. Εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς αἱρετῆς Γερουσίας· αον) διότι δὲν ἐννοῶ ἐξουσίαν δυναμένην ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ δώσωμεν, παρὰ τὴν ἐκπηγάζουσαν ἀπὸ τὴν ἐκλογήν· βον) διότι πιστεύω, καὶ ἐπιφυλάττομαι νὰ ἀναπτύξω ἀκριβέστερον αὐτὸ τὸ σύστημα εἰς τὰς λεπτομερείας, ἂν δεχθῇ ἡ ἀρχὴ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς μίαν μεγάλην ἐκλογικὴν περιφέρειαν καὶ εἰς μίαν πληθὺν ἐκλογέων νὰ μὴν ἐξέλθῃ ὁ καλλίτερος τοῦ τόπου· ὁ ῥαδιοῦργος, ὁ μικρὸς ἄνθρωπος, ὁ ἄγνωστος εἰς ἕνα μεγάλον κύκλον, ὅπως εἶναι ὁ Νομὸς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτύχῃ· καὶ γον) φοβοῦμαι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας μου, πρέπει νὰ σᾶς τὸ ὁμολογήσω, τὰ μικρὰ συμφέροντα, τὰ ἐπιτόπια πάθη εἶναι ὁ ἀσπονδότερος ἐχθρὸς τῶν ἐλευθεριῶν, τὸ συμφέρον τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς Δημάρχου, ἑνὸς φύλακος καὶ τὰ παρόμοια μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπῆρξαν ἐπικίνδυνα. Λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω, ὅτι εἰς μεγαλείτερον κύκλον ἐκλογέων αὐτὸς ὁ κίνδυνος τῆς ἐξαγορᾶς τῶν ψήφων διὰ τῆς ἱκανοποιήσεως μικρῶν συμφερόντων ἀποφεύγεται, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, ὅτι ὁ κόσμος ὁ πολὺς εὐκόλως δὲν διαφθείρεται, διότι ἕνας ἄνθρωπος εἶναι δύσκολον νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀπαιτήσεις ἑνὸς Νομοῦ ὁλοκλήρου καὶ νὰ ἐπιτύχῃ οὕτω τὴν ἐκλογήν του. Διὰ τοῦτο οἱ ἄνθρωποι, οἱ θέλοντες νὰ ἐκλεχθῶσι τοιουτοτρόπως Γερουσιασταὶ, θέλουν φροντίσει ν’ ἀποκτήσουν ἐν τῇ κοινωνίᾳ διὰ μιᾶς διαγωγῆς ἀξιοπρεποῦς καὶ πατριωτικῆς ἀναγνώρισιν γενικωτέραν καὶ μεγαλειτέραν. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι τοιουτοτρόπως τὰς προσπαθείας των οἱ ἐνασχολούμενοι εἰς τὰ πολιτικὰ, κατ’ ἀνάγκην καὶ διὰ τὸ συμφέρον των, θέλουσι τὰς στρέψει πρὸς γενικωτέρας ἰδέας, θέλουσι προσπαθήσει διὰ κοινωφελοῦς διαγωγῆς νὰ γίνωσι γνωστοὶ καὶ ἀγαπητοὶ πρὸς τὸν λαόν. Ἐλπίζω νὰ ἐπέλθῃ ἠθικοποίησις σπουδαία, διότι προσκαλούμενος νὰ ψηφοφορήσω περὶ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω προσωπικῶς, θέλω στηριχθῆ εἰς τὴν κοινὴν φήμην καὶ τὴν γενικὴν ὑπόληψιν· οὕτω καὶ ὁ λαὸς αὐτὸς θὰ μάθῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ σκέπτηται καὶ ν’ ἀναζητῇ τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἡ κοινωνία ἔδειξεν ὡς ἄνθρωπον ἄξιον τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης της. Ἀλλὰ, Κύριοι, θέλει συμβῆ καὶ ἓν ἕτερον, εἶναι τοῦτο μία τῶν ἀδυναμιῶν μου, δὲν ἀρέσκει ἴσως εἰς πολλοὺς, ἀλλ’ ἐμὲ μὲ ἐπηρεάζει. Θέλω ν’ ἀφαιρέσω ὀλίγον τὴν μεγάλην συγκέντρωσιν ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἥτις ἐξωγκώθη ὡς κεφαλὴ καὶ ἀπεῤῥόφησε τὴν ἰκμάδα ὅλου τοῦ σώματος· θέλω λοιπὸν σπουδαῖα κέντρα ἐνεργείας καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας· ἡ ζωὴ, καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διαδιδομένη, θέλει μεγάλως ὠφελήσει. Ἰδοὺ, βλέπετε πλήρη τὴν ὁμολογίαν μου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιζητῶ καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη. Εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐνασχολουμένους μὲ τὰ πολιτικὰ, εἰς τοὺς θέλοντας ν’ ἀφιερώσωσι τὴν ζωήν των εἰς αὐτὰ, θέλω νὰ δώσωμεν ὡς ἀμοιβὴν ἓν στάδιον ὑψηλότερον, ἕνα προβιβασμὸν καὶ ἕνα τύπον ἀναπαύσεώς τινος. Ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ πείθουσι νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς αἱρετῆς Γερουσίας, διότι εἰς αὐτὴν ά. ἐπιτυγχάνουσιν ὅλα τὰ καλὰ ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ δὲν κάμνω λόγον, διότι ἄλλοι μετ’ ἐμὲ θὰ κάμουν λόγον περὶ ὅλων τῶν καλῶν τῶν δύο Νομοθετικῶν σωμάτων· καὶ βʹ, διότι ἐλπίζω διὰ τῆς αἱρετῆς Γερουσίας, ὅτι θέλει καθιερωθῆ ἐντὸς τῆς κοινωνίας μία δύναμις ἠθικὴ καὶ ἰσχυρὰ, δυναμένη νὰ στηρίξῃ τὸ δημοτικὸν στοιχεῖον ἀπέναντι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ νὰ ἐπιβλέπῃ πράγματι, τὸ ὁποῖον ἡ πρώτη Γερουσία δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ, ὄχι διότι δὲν εἶχε τὴν θέλησιν, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχε τὴν δύναμιν, δὲν ἦτο μία ἐξουσία ἀληθὴς ἐντὸς τῆς κοινωνίας· καὶ μολονότι ἐμπεριεῖχε σοβαρὰ καὶ ἐπίσημα πρόσωπα, διακριθέντα καὶ ἀναγνωρισθέντα ἐν τῇ μεγάλη ἐπαναστάσει μας, (πολλάκις ἐν τῷ σώματι τούτῳ ὑψώθησαν φωναὶ πατριωτικαὶ) ἀλλ’ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα, δὲν ἐτόλμησεν ἡ Γερουσία τίποτε, διότι δὲν ἠδύναντο· δὲν ἠδύνατο, ὅταν ἔβλεπε τὴν ἐξουσίαν καταῤῥέουσαν, νὰ τὴν κρατήσῃ, οὔτε τὴν κοινωνίαν ἐγειρομένην νὰ κατευνάσῃ, δὲν ἐτόλμησαν λέγω νὰ θέσουν τὴν χεῖρά των, διότι ᾐσθάνοντο τὴν ἀδυναμίαν των· ἔθεσαν μόνον οἱ Κ. Γερουσιασταὶ τὸ πῦρ εἰς τὴν θρυαλλίδα καὶ ὅταν ἐπλησίαζεν ἡ ἐκπυρσοκρότησις, ἀπεμακρύνθησαν· πολλὰ φυσικῶς, διότι ἡ Γερουσία δὲν ἦτο δύναμις ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Διὰ τοῦτο εἶμαι μόνον ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὅτι ἀναγκαιοῦν εἰς τὸν τόπον δύο Βουλαὶ αἱρεταί.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Καλός.
§80ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§81ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§82ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, ποτὲ δὲν ἐπίστευον ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε προτείνει τὴν σύστασιν Γερουσίας, ἢ ὅτι ἤθελον λάβει ἄλλοι τὸν λόγον ἵνα ὑπερασπισθῶσι τὴν ὕπαρξιν σώματος, κατὰ τοῦ ὁποίου τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἀπὸ τοῦ 1843 εἶχεν ἐκφρασθῇ πανδήμως. Δὲν ἤλπιζόν ποτε, ὅτι μετὰ τὴν ἔνδοξον ἐκείνην νύκτα τῆς 10 8βρίου ἤθελε παρουσιασθῆ ὡς ὑπάρχον ἐν τῇ κοινωνίᾳ ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβέ ποτε ὕπαρξιν, οὔτε θὰ λάβει· δὲν ἐπίστευόν ποτε ὅτι ἤθελεν εὕρει σήμερον προμάχους σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐὰν κατά τι συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ὑπερασπισθῇ τὰς ἐλευθερίας, ἀφ’ ἑτέρου συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὸ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν πρόοδον τοῦ Ἔθνους. Ἐὰν οἱ δύο προαγορεύσαντες, ὅ,τε Κ. Ζαΐμης καὶ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, δὲν ἤρχοντο εἰς ἐκδρομὴν περὶ τοῦ σώματος τῆς Γερουσίας παρ’ ἡμῖν, ἤθελον θεωρήσει περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα κατὰ μέρος ὁ ἀ. λαλήσας ἐξέφερεν· ἀλλ’ ἡ ἐκδρομὴ ἐκείνων δίδει καὶ εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα, νὰ ζητήσω ἀπὸ ὑμᾶς τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσητε· θέλω ἐξετάσει λοιπὸν πῶς συνεστήθη ἡ Γερουσία, καὶ ποία τις ὑπῆρξεν ἡ ἐκ ταύτης ὠφέλεια.
§83ΤΙΝΕΣ. Ἐν συντομίᾳ.
§84ΚΑΛΟΣ. Ἐν συντομίᾳ, Κύριοι, καὶ καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν θέλω παραλείψει πολλά.
§85ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· ὅλα, ὅλα.
§86ΚΑΛΟΣ. Ἐπειδὴ, Κύριοι, παρακάθηνται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης Πληρεξούσιοι μὴ γνωρίζοντες ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὸ παρελθὸν τῆς Γερουσίας, τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων συνεστήθη αὕτη, νομίζω ὅτι θέλουσιν ἔχει τὴν ὑπομονὴν καὶ οἱ λοιποὶ τῶν συναδέλφων μου νὰ μὲ ἀκούσουν.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§88ΚΑΛΟΣ. Δὲν εἶναι, Κύριοι, νομοθέτημα ἀρχαῖον ἡ Γερουσία, ἀλλὰ νέον, μεταφυτευθὲν παρ’ ἡμῖν διὰ τῆς ξένης διπλωματίας. Ἡ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων τῆς γʹ. Σεπτεμβρίου Συνέλευσις σχεδὸν παμψηφεὶ ἐζήτει μίαν καὶ μόνην Βουλὴν, καὶ ὅταν ἐνώπιον αὑτῆς ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως τῆς Γερουσίας, σχεδὸν τὰ ¾ τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ἦσαν κατὰ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς. Πιστεύσατέ με, Κύριοι, διότι καὶ τότε καθὼς καὶ σήμερον ἀνεμιγνυόμην εἰς τὰ τῆς πολιτείας, καὶ παρευρισκόμην εἰς τὰς συζητήσεις καὶ εἰς τὰ διαβούλια, ὅτι δὲν ἐξῆλθεν ἐξ Ἐθνικῆς θελήσεως, ἀλλ’ ἐκ πιέσεως καὶ διαφθορᾶς. Οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ἐὰν ἔχῃ τιμὴν ἐν ἑαυτῷ. Δύο τῶν προστατίδων, ὡς ἔλεγον τότε, Δυνάμεων, σήμερον δ’ εὐεργετίδων, αἱ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας, καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως παρέστησαν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν θέλουν ἀναγνωρίσει τὸ πολίτευμα ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ Γερουσία, διότι ἐνόμιζον ὅτι διὰ τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας ἐξησφαλίζετο καὶ ἐνισχύετο ἡ Βασιλεία εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἀγγλικὴ δὲ Κυβέρνησις προέβη καὶ εἰς ἔγγραφον, περὶ τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας, παραίνεσιν· ἀλλὰ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς καὶ τῆς Γαλλίας ἠπατήθησαν ἀπάτην μεγίστην. Εἷς τῶν πρέσβεων ἐκείνων ἔτρεχεν νυχθημερὸν, ἵνα καταπείσῃ τοὺς πάντας ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς Γερουσίας. Ἡ συζήτησις ὑπῆρξε σπουδαία, καὶ σχεδὸν ἐκφραστικὴ κατὰ τῆς Γερουσίας, καὶ ὅμως πίεσις ἐλθοῦσα ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν διὰ διορισμῶν, καὶ διὰ προβιβασμῶν, ἔφερε τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα, νὰ γείνῃ παραδεκτὴ ἡ σύστασις Γερουσίας δι’ ὀλίγων ψήφων. Ἡ ὕπαρξις τῆς Γερουσίας δὲν εἶναι ἔμφυτος εἰς τὸν Ἕλληνα, ἀλλὰ ξένον φυτὸν, μεταφυτευθὲν καὶ μὴ παραγαγὸν καρπούς. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπῆρξε κατὰ πρῶτον τὸ σύστημα τοῦτο. Ἐκεῖ οἱ Ἀγγλοσάξωνες εἶχον μίαν, οὕτως εἰπεῖν, Συνέλευσιν, ἀπαρτιζομένην ἐκ τῶν νουνεχεστέρων κατ’ ἀρχὰς ἢ εὐπαιδεύτων, ἀργότερα ἐλάμβανον μέρος εἰς αὐτὴν καὶ οἱ Βαρῶνοι· ἡ ἐπαύξησις αὐτῶν ἔφερε τὴν διαίρεσιν μετὰ ταῦτα εἰς δύο Βουλάς. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως τῶν δύω Βουλῶν, ἡ Κάτω ἐψήφιζε κατὰ τὰς διαθέσεις τῆς Ἄνω. Ἐπὶ τῆς Ἐλισάβετ δὲ ἐψήφιζε φανερὰ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἄνω Βουλῆς. Ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1640 καὶ τότε τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος ἐκήρυξεν, ὅτι διὰ τῆς Βουλῆς τῶν κοινοτήτων ἀντιπροσωπεύονται τὰ δικαιώματα τοῦ Ἔθνους, ἡ δὲ Βουλὴ τῶν Λόρδων δὲν ἀντιπροσωπεύει ἢ προσωπικὰ δικαιώματα· καὶ ἂν σήμερον ἐπήρχετο βιαία τις μεταβολὴ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἤθελε καταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, ὡς ἀντιπροσωπεῦον πλέον ἀτομικὰ συμφέροντα, χωρὶς νὰ παρεμποδισθῇ ἡ κίνησις τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς. Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ Δισραέλης, ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Τόρυδων εἰς τὴν Κάτω Βουλὴν, περὶ τῆς Βουλῆς τῶν λόρδων. Ἀκούσατέ το. «Πᾶσα ἡ δύναμις τοῦ ἔθνους συγκεντροῦται εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων καὶ ὁ Μονάρχης δημοσίᾳ διεκήρυξαν καὶ ἀνεγνώρισαν, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ὁριστική. Ἁπλῆ ψηφοφορία κατὰ τὸ 1832 ὑπεχρέωσε τὸν δοῦκα Βελιγκτῶνα νὰ διακηρύξῃ εἰς τὴν ἄνω Βουλὴν, ὅτι ἔβλεπεν ἑαυτὸν ἠναγκασμένον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν κύριόν του εἰς τὰς δυσκολωτέρας καὶ ἐπικινδυνωδεστέρας περιστάσεις. Τὸ Κοινοβούλιον εἶναι ἀπόλυτον· τὸ Κράτος εἶναι αὐτό. Ἀπὸ τὴν ὑπάρχουσαν Βουλὴν τῶν Λόρδων δὲν ἐξέρχεται πλέον μέτρον ἐνδιαφέρον τὸ Κράτος· εἶναι προωρισμένη αὕτη νὰ ἐνεργῇ ὡς ἁπλοῦν σῶμα ἀναγραφῆς, καὶ ἂν ποτὲ τολμήσῃ νὰ φέρῃ ἀθλίας τινὰς μεταβολὰς εἰς τὰ καθέκαστα ἄρθρου τινὸς νομοσχεδίου, ὁποία τότε εὐθυμία καὶ χαρὰ καταλαμβάνει τὸ συντηρητικὸν αὐτὸ κόμμα! ἐγκαυχᾶται τότε ἐπὶ τῇ δυνάμει τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων!» Δὲν εἶναι μόνον αὐτὸς, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι πολιτικοὶ λέγουν, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ δύναμις σήμερον ἐκπροσωπεύεται παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ἔθνους, διὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Ὅ,τι σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Ζαΐμης περὶ Περσινὺ δὲν εἶναι ἀληθές. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν κατακρίνουν τὸν Κ. Περσινὺ, διότι ἀνέτρεξεν εἰς ἐποχὴν πολὺ προγενεστέραν, μεσαιωνικήν. Σήμερον ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ὑπάρχει δύναμις ἐν τῇ Βουλῇ τῶν λόρδων, ἤτοι εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν, ἀλλ’ εἰς τὸν λαὸν, διότι ὁ λαὸς ἀναδεικνύει κατὰ μέγα μέρος τοὺς καταλαμβάνοντας τὰς ἕδρας τῶν Λόρδων. Ἀλλά, Κύριοι, παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα; ὑπάρχουν οἱ Βαρῶνοι, τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ καθίσωμεν σήμερον εἰς τὰς ἕδρας τῶν Γερουσιαστῶν; Ὑπάρχουν Κόμητες, ἢ αἱ φυλαὶ τοῦ Ἀαρὼν καὶ τοῦ Λευΐ, αἵτινες μόναι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ὦσιν Ἀρχιερεῖς καὶ ποιμενάρχαι; Τίποτε, Κύριοι· ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει ἰσότης, καὶ οὐχὶ δημοκρατία εἰς τὴν κακὴν αὐτῆς σημασίαν. Ὑπάρχει ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἰσότητος καὶ τῆς τάξεως. Ὅπως, Κύριοι, ἡ ἵδρυσις τῆς Γερουσίας κατὰ τὸ 1843 ἔψευσε τὰς προσδοκίας τῶν ξένων πρὸς στερέωσιν τῆς Βασιλείας, τοιουτοτρόπως καὶ σήμερον σᾶς λέγω, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως αὐτῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς, θέλουσι ψευσθῇ οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος, καὶ τὸ Ἔθνος θέλει προοδεύσει (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἀφοῦ, Κύριοι, ὡς σᾶς εἶπον οὐδεμίαν σήμερον ἔχει ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχὺν ἡ Βουλὴ τῶν λόρδων, θέλετε νὰ ἔχῃ σημασίαν παρ’ ἡμῖν; Πιστεύετε, ὅτι ἐνιδρύοντες τὴν Γερουσίαν θὰ ἐνισχύσητε τὴν Βασιλείαν; ἐξεναντίας, ἀντὶ νὰ τὴν ἐνισχύσετε θέλετε τὴν ἐξασθενήσει, ἀντὶ νὰ στερεώσητε τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ Βασιλείας καὶ λαοῦ, θέλετε τὴν διαταράξει, διότι θέλετε ἐξεγείρει τὸν λαὸν κατὰ τῆς Βασιλείας, ἂν καὶ οἱ διορισμοὶ θὰ πηγάζωσιν ἐκ τοῦ ὑπουργείου. Ὅλων τὸ μῖσος καὶ ἡ κατακραυγὴ θὰ στραφῶσι κατὰ τῆς βασιλείας. Κύριοι, παντοῦ ἡ ἔντιμος τοῦ Γερουσιαστοῦ ἕδρα δὲν καταλαμβάνεται παρ’ ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις διατρέχει τὴν ὁδὸν τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν συνέβη τὸ ἐναντίον, καὶ θέλει συμβῆ. Συνεστήθη ἡ Γερουσία τὸ πρῶτον ἐκ τριάκοντα ἓξ, καὶ μετ’ οὐ πολὺ νέα ἐγένετο προσθήκη, οὐχὶ ἐκ προσώπων ἐν γένει ἐθνικῆς ὑπολήψεως καὶ διακεκριμένης ἱκανότητος, ἄνευ ἀνάγκης καὶ πρὸς βλάβην τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, διότι ὑψώθησαν τρεῖς, τέσσαρες φωναὶ ὑπὲρ τῶν καταπατηθέντων δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὕψωσαν τὴν φωνήν των τινὲς τῶν Γερουσιαστῶν, ἀλλὰ πρὸς αἶσχος τῆς Γερουσίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐφημώθησαν τὰ στόματά των, Οὐδέποτε αἱ φωναὶ τῆς Γερουσίας ἔφερον ἀποτέλεσμα. Ἡ ἐξουσία κατὰ τὸ 1847 διέλυσε τὴν Βουλήν, ἡ δὲ διάλυσις ἐκείνη ἐπροκάλεσε ταραχὰς, καὶ πάλιν ὑψώθη ἡ φωνὴ τινῶν Γερουσιαστῶν, ἀλλὰ δὲν κατίσχυσε νὰ ὀπισθοδρομήσῃ τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὸν ὄλεθρον, εἰς ὃν ἔφερε καὶ ἑαυτὴν καὶ τὸ Ἔθνος. Ἐπῆλθε κατόπιν μεταβολή τις ὑπουργικὴ, καὶ τὸ νέον ὑπουργεῖον διὰ μικροῦ λόγου νομοσχέδια, ἔφερε καὶ νέαν προσθήκην Γερουσιαστῶν, καὶ ἡ προσθήκη αὕτη ἐπέβαλε σιωπὴν εἰς τὰ στόματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Διαλύεται τὸ 1861 ἡ Βουλὴ, καὶ ἄνευ ἀνάγκης νέα προσθήκη Γερουσιαστῶν λαμβάνει χώραν, ἡ δὲ Γερουσία νεκροῦται, καὶ τοιαύτη ἔμεινεν ἑωσοῦ ἐπῆλθεν ἡ ἐκδίωξις τοῦ Ὄθωνος καὶ ἡ κατάργησις αὐτῆς. Ἡ ὕπαρξις Γερουσίας εἰς Ἔθνος, οὕτως εἰπεῖν, δημοκρατικὸν δὲν δύναταί ποτε νὰ παρουσιάσῃ δύναμιν ἀντιστάσεως, ἐν περιπτώσει παρεκτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ συγκρούσεως μετὰ τῆς Βασιλείας. Εἶναι μόνον σῶμα βλάβης καὶ οὐχὶ ὠφελείας. Ὅπου τὸ δημοκρατικὸν στοιχεῖον ἐπικρατεῖ, εἰς μάτην ζητεῖτε διὰ πλαστῆς τοῦ νόμου δυνάμεως νὰ καταστήσητε ἄλλο σῶμα ἰσχυρὸν καὶ ἔξοχον. Σώματος τοιούτου ἡ ἐγκατάστασις, ἐπαναλαμβάνω, διαταράττει τὴν ἀναγκαίαν ἁρμονίαν μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλείας. Αἱ πλασταὶ αὐταὶ ἐξοχαὶ διὰ τοῦ νόμου οὐδὲν ἄλλο κάμνουν, εἰμὴ νὰ ἐξεγείρουν τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν κατὰ τοῦ διορίζοντος. Ἡ κανονικὴ καὶ πραγματικῶς συγκερασμένη ἰδέα εἰς τὰ τοιαῦτα Ἔθνη, ὡς τὸ ἡμέτερον, ἐνυπάρχει εἰς τὴν ἐκ τοῦ λαοῦ πηγάζουσαν ἐλευθέραν Βουλήν. Ὅταν ἔχητε τοιαύτην Βουλὴν, μὴ φοβεῖσθε ποτὲ, ὅτι θέλει ἐξοκείλει· δὲν ἔχετε παράδειγμα τοιοῦτον· καὶ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις, τὴν ὁποίαν κατηγόρησαν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς, καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὡς δῆθεν τείνουσαν εἰς τὸ νὰ διαρπάσῃ Βασιλικὰ δικαιώματα, δὲν ἐξώκειλε. Πῶς λοιπὸν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι μία Βουλὴ ἐκλογῆς ἐλευθέρας θέλει ἁρπάσει δικαιώματα ἡγεμονικά; Ὄχι, Κύριοι! Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδειξεν εὐθὺς μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ὄθωνος, ὅτι ἐπιθυμεῖ Βασιλέα. Ἔχετε παραδείγματα τὴν ἄμεσον συγκάλεσιν Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ λαοῦ τοῦ νὰ ἴδῃ ὅσον τάχιον ἐν μέσῳ αὐτοῦ τὸν Βασιλέα· ἔχετε τὸ παράδειγμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἀλφρέδου· 243,000 ἐψηφοφόρησαν, καὶ ἐξ αὐτῶν εὑρίσκετε μόνον 93 ψηφοφορήσαντας ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας, καὶ ἦσαν ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἤθελον τὸν Ἀλφρέδον ὡς Βασιλέα. Φοβεῖσθε δῆθεν μὴ ἐκ τῶν παρεκτροπῶν τῆς Βουλῆς ὁ ἀνώτατος ἄρχων ἁρπάσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ; Αἴ, Κύριοι! καὶ ἂν τὰ ἁρπάσῃ, ἐπὶ πολὺ ὀλίγον θὰ τὰ χαρῇ. Εἰς τὸν τόπον τοῦτον δὲν δύναταί ποτε νὰ ἐπικρατήσῃ ὁ δεσποτισμός· καὶ ὁ ἰσχυρότερος νοῦς τοῦ ἀπολυτισμοῦ, ἐὰν ἔλθῃ ἐδῶ, δὲν θὰ ἐπικρατήσῃ περισσότερον τοῦ ἑνὸς ἔτους. Ἔχετε τὸ παράδειγμα τῆς ἀρχαίας ἡμῶν ἱστορίας, τῆς Ῥώμης, τοῦ δεσποτισμοῦ τῶν Τούρκων. Ἐὰν τότε ἡ Ἑλλάς, εὑρισκομένη ὑπὸ ζυγὸν τοσοῦτον σκληρόν, ὑπὸ καταθλίψεις τοσαύτας, ὑπὸ ἁρπαγὰς καὶ σφαγάς, ἀνέστη καὶ ἀπετείναξε τυραννίαν τρομάξασαν σύμπασαν τὴν Εὐρώπην, πιστεύετε σεῖς σήμερον νὰ ἔλθῃ οἱοσδήποτε ξένος καὶ νὰ δεσπόσῃ; πολὺ ἀπατᾶσθε! μὴ πιστεύετε, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς Γερουσίας θέλει ἐξασφαλίσει τὰς ἐλευθερίας καὶ διατηρήσει τὴν τάξιν, ἐξ ἐναντίας θέλει συντρίψει εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς τάξεως καὶ τῆς Βασιλείας. Ὁ τελευταῖος ἀγορεύσας Κ. Κουμουνδοῦρος ἐπολέμησεν ἴσως μὲ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα τὴν ὕπαρξιν τῆς Γερουσίας, ἀλλ’ ἐν ᾧ οὕτω ἐλάλησε, περιῆλθεν ἔπειτα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως δύω Βουλῶν, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν εὑρίσκει μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς δὲ τὴν μίαν καὶ μόνην Βουλὴν εὑρίσκει τὸν κίνδυνον τῆς διαταράξεως τῆς τάξεως καὶ τῆς ἁρμονίας. Ἀλλά, Κύριε Κουμουνδοῦρε, πόθεν ἐξάγετε τοῦτο; Ἐὰν ἡ μία τῶν δύω Βουλῶν ἦτον ἑτέρας καταγωγῆς, τότε ἤθελον πεισθῆ καὶ ἐγώ, ὅτι ἐνδέχεται νὰ συντελέσῃ αὕτη εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ· ἀλλ’ ὅταν ἀμφότεραι ἔχωσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν καταγωγήν, τότε πιθανώτερον εἶναι νὰ ἀντιπροσωπεύωσιν ἀμφότεραι τὰς αὐτὰς ἰδέας καὶ νὰ ἔχωσι τὰς αὐτὰς πεποιθήσεις. Ἂν ὑπάρξουν δύο Βουλαὶ ἀντιθέτων φρονημάτων, θέλομεν ἔχει πάντοτε ἀντιζηλίας, φθόνους, καὶ συγκρούσεις μεταξὺ αὐτῶν. Καὶ ὅταν, Κύριοι, ἀμφότεραι αἱ Βουλαὶ ἔχωσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν καταγωγήν, πῶς δύνασθε νὰ δεχθῆτε, ὅτι αὐτὰ τὰ δύο σώματα δὲν θέλουσι συμβαδίσει καθ’ ὁλοκληρίαν; Τὸ βεβαιότερον εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ δύο σώματα, ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς πηγάζοντα, θέλουσιν ἔχει μίαν καὶ τὴν αὐτὴν διάθεσιν καὶ ἐπιθυμίαν ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ ἀπέναντι τῆς ἐξουσίας. Μὴ σᾶς ἐπηρεάσῃ παντάπασιν ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ ὕπαρξις δύο Βουλῶν σώζει τὴν Βασιλείαν καὶ τὰς ἐλευθερίας, ἡ δὲ τῆς μιᾶς καταστρέφει αὐτά. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει δύο μεγάλα δικαιώματα, τὸ τῆς κυρώσεως τῶν νόμων, καὶ τὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ὁσάκις ἡ Βουλὴ παρεκτραπῇ καὶ ζητήσῃ ν’ ἁρπάσῃ τὰ δικαιώματά του, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς θὰ κρίνει καλλίτερα, θέλει ἀρνηθῆ τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς τὰ μέλη τῆς Βουλῆς αὐτῆς, καὶ θέλει ἐκλέξει ἄλλους. Ἐὰν πάλιν φαύλη τις ἐξουσία ζητήσῃ ν’ ἁρπάσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ὁ λαὸς διὰ τῆς ἐκλογῆς του θ’ ἀναδείξει πάλιν τοὺς διαλυθέντας, καὶ ὅταν οὗτοι ἐμμείνουν εἰς ὅ,τι ἐπροκάλεσε τὴν διάλυσιν, ὀφείλει ἡ Βασιλεία νὰ ὑποχωρήσῃ, ὀφείλει νὰ κύψῃ τὸν αὐχένα ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἄλλως ἐπέρχεται ὅπερ συνέβη τὴν 10 8βρίου, τὸ ἔθνος ἐξεγείρεται καὶ ἀποτεινάζει πέραν τῶν ὁρίων του ἐκεῖνον, ὅστις τολμήσει νὰ καταπατήσῃ τὰς ἐλευθερίας του (γενικαὶ ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήσεις).... Φοβεῖται ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τὴν συγκέντρωσιν διὰ τῆς ὑπάρξεως μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς, ἀλλὰ μήπως διὰ τῶν δύω Βουλῶν ἐπέρχεται ἡ ἀποσυγκέντρωσις; Ἂν τὸ ἔθνος ἀνέχεται τὴν συγκέντρωσιν οὐδόλως θὰ ἐπέλθει ἡ ἀποσυγκέντρωσις διὰ τῶν δύω Βουλῶν. Ἂν θὰ πιέζεται ὑπὸ τῶν Βουλῶν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, προτιμώτερον νὰ πιέζηται ὑπὸ μιᾶς καὶ οὐχὶ ὑπὸ δύο. Κύριοι, ἐὰν θέλητε ν’ ἀνταποκριθῆτε εἰς τὰς ἐθνικὰς ἐπιθυμίας καὶ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους, ἐὰν θέλητε τὸ ἔθνος νὰ προοδεύσῃ καὶ νὰ μὴν ἀπαντᾷ οὐδὲν πρόσκομμα εἰς τὴν πορείαν του, ἐὰν θέλητε ν’ ἀπομακρύνετε πᾶσαν ἐνδεχομένην σύγκρουσιν μεταξὺ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἤτοι μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, ψηφίσατε ὑπὲρ τῆς μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς. Ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν ὕπαρξιν Γερουσίας, θ’ ἀρχίσει ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ψηφίσεως ἡ ἀντιπάθεια μεταξὺ τῆς Βασιλείας καὶ τοῦ λαοῦ. Ἀναμνήσθητε ὅτι κατὰ τὸ 1844 εἰς τοὺς δρόμους διεσύροντο οἱ ἄνθρωποι τῆς Γερουσίας· πάντες ἐμυκτηρίζοντο, πάντες ἐχαρακτηρίζοντο ζῶα, καὶ πιστεύσατε, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ψηφίσεως τῆς Γερουσίας ἐῤῥίφθησαν τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς καταστροφῆς τοῦ θρόνου τοῦ Ὄθωνος. Τότε ὑψώθησαν ἀναθέματα λίθων κατὰ τῶν ψηφισάντων τὴν Γερουσίαν, σήμερον θὰ ῥιφθῶσι λίθοι καθ’ ἡμῶν. Μὴ φοβῆσθε τὴν μίαν Βουλὴν, φοβηθῆτε μᾶλλον τὴν Γερουσίαν, διότι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιδιώκωσι τὴν θέσιν τοῦ Γερουσιαστοῦ, θέλουν εἶσθαι πάντοτε τὰ ποταπώτερα καὶ τὰ αἰσχρότερα ὄργανα τῆς ἐξουσίας, οἱ φαυλότεροι συκοφάνται, οἱ χαμερπέστεροι κόλακες. Θέλουσιν ἴσως φθάσει καὶ μέχρι τῆς καταπροδόσεως τοῦ ἀδελφοῦ των. Ἔχομεν ἄπειρα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω σήμερον. Διὰ τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας ἀντὶ νὰ ἠθικοποιήσωμεν τὸν λαὸν, θέλομεν τὸν διαφθείρει. Ὁ Κ. Ζαΐμης σᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Γερουσίαν θέλουσι διορισθῆ οἱ ἐξοχώτεροι τῶν Ἑλλήνων, οἱ ἱκανότεροι· δυστυχῶς τὸ παρελθὸν μαρτυρεῖ τὸ ἐναντίον. Ὀλίγοι κατέλαβον τὴν ἕδραν τοῦ Γερουσιαστοῦ δικαιώματι μεγάλων ἐκδουλεύσεων πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ ἱκανότητος. Ὁ γέρων Ναύαρχος Κανάρης ἐπαρουσίασεν, ἐὰν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, κατὰ τὸ 1849 πρότασιν περὶ διορισμοῦ Γερουσιαστῶν τῶν ΚΚ. Μαυροκορδάτου, Μιχαὴλ Σούτσου καὶ Μεταξᾶ· ὁ Ὄθων τὸν λέγει «ἐσκέφθητε, Κύριε Ναύαρχε, περὶ αὐτῆς τῆς προτάσεως; Ὁ Ναύαρχος ἀπαντᾷ, μάλιστα, καὶ τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν. Σᾶς παρακαλῶ, Κ. Ναύαρχε, τὸν ἀπαντᾷ ὁ Ὄθων, ἀναβάλετε εἰς αὔριον τὴν πρότασίν σας. Ὁ Ναύαρχος ἀπέρχεται εἰς τὴν οἰκίαν του, σκέπτεται καὶ πείθεται, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ πρότασίς του, εἶναι μάλιστα ἀπόδοσις δικαιοσύνης. Ἐπανέρχεται τὴν ἐπαύριον εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ ἐπιμένει εἰς τὴν πρότασιν, ὁ Ὄθων τότε τοῦ λέγει «Ἄ, δὲν ἐσκέφθητε καλῶς, Κ. Ναύαρχε· ἐὰν εἰσέλθωσιν ὁ Μαυροκορδάτος καὶ ὁ Μεταξᾶς εἰς τὴν Γερουσίαν, σεῖς δὲν θὰ εἶσθε ποτὲ εἰς τὴν ἐξουσίαν». Καὶ ὁ Μαυροκορδάτος καὶ ὁ Μεταξᾶς, καί τοι δικαιούμενοι, καί τοι μὴ ἐπιβαρύνοντες τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἔμειναν ἐκτὸς τῆς Γερουσίας, διότι ἡ παρουσία των ἤθελεν ἀνατρέπει πολλάκις τὰ σχέδια τῆς Βασιλείας. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐὰν θέλητε νὰ σώσητε τὸ Ἔθνος ἀπὸ τὴν διαφθορὰν, ἀπὸ ἔξοδα, ἀπὸ καταθλίψεις, ἀπὸ ταραχὰς ψηφίσατε κατὰ τῆς Γερουσίας· ψηφίσατε τὴν ὕπαρξιν μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς, Βουλῆς ἐκλεγομένης ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως παρὰ τοῦ λαοῦ.
§89ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σπουδαιότατον τὸ ἀντικείμενον (θόρυβος).
§91ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ἐφωτίσθημεν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ὁμιλήσει ὁ Κ. Χρηστίδης (θόρυβος μέγας).
§93ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ Κ. Χρηστίδης ἀκόμη.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ἐφωτίσθημεν (θόρυβος μέγας καὶ ποδοκροτήματα).
§96ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν φοβοῦμαι νὰ μεταβάλλουν τὰς πεποιθήσεις των ἐκ τοῦ λόγου τοῦ Κ. Χρηστίδου, δὲν θέλομεν ὅμως...... (θόρυβος).
§97ΠΟΛΛΟΙ. Εἶσθε μόνος.
§98ΔΑΓΡΕΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§99ΠΟΛΛΟΙ. (Ποδοκροτοῦντες) Κάτω, κάτω.
§100ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπιτρέψατε νὰ ὁμιλήσῃ εἷς τῶν Γερουσιαστῶν, ὁ ὁποῖος πάντοτε ὑπεστήριξε τὰς ἐλευθερίας· (θόρυβος μέγας καὶ ποδοκροτήματα. Φωναὶ κάτω, κάτω!) νὰ ὁμιλήσῃ καὶ δὲν θὰ μεταβάλλῃ τὰς πεποιθήσεις μας· (θόρυβος).
§101ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε λοιπὸν νὰ ἐρωτήσω. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) Ἐφωτίσθη· (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ζητεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία;
§103ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐπέλθῃ ἡσυχία διὰ νὰ ἀκούσητε πῶς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἴδητε, ἐὰν θὰ ψηφίσητε ὑπὲρ τοῦ ναὶ ἢ ὑπὲρ τοῦ ὄχι. Τὸ ζήτημα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ἀκολούθως. Οἱ παραδεχόμενοι μίαν καὶ μόνην Βουλὴν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§105ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ ἱστάμενοι. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν μίαν Βουλὴν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἱ θέλοντες τὴν Βουλὴν λέγουν ναὶ, οἱ θέλοντες τὴν Γερουσίαν λέγουν ὄχι. (θόρυβος).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγετε τὸ αὐτὸ μὲ ἄλλας λέξεις.
§109Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὅσοι θὰ ψηφοφορήσουν, ὅτι θέλουν μίαν Βουλὴν, θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν θέλουν Γερουσίαν. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἀκούσητε τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 274, 211 εἶπον ναὶ, 62 ὄχι καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον.
§111ΑΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ζήτω τὸ ἔθνος. (Ζητωκραυγαὶ ἐνθουσιώδεις καὶ χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ μέρους τῶν πληρεξουσίων καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν θὰ ἔχῃ ὡς ἀκολούθως. Ἄρθρον 22. «Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς.» Ἐνταῦθα ἐπαναλαμβάνονται αἱ ζητωκραυγαὶ καὶ αἱ χειροκροτήσεις. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 3, 28/60.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Γ. Πετρούλιας Α. Ζατουνίτης.