1864.09.04
2.296 στίχοι · 19.119 λέξεις · 143 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 312.
Τῆς 4 Σεπτεμβρίου 1864.
(Παρασκευή.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωστοποιῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἀμφότεραι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐργάζονται ἀνενδότως, ἵνα φέρωσιν εἰς πέρας τὸ ἀνατεθὲν εἰς αὐτὰς ἔργον. Γνωρίζετε ὅμως, Κύριοι, ὅτι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν εἰς αὐτὰς εἶναι δυσχερῆ καὶ ὡς ἐκ τούτου σπεύδουσι μὲν αἱ ἐπιτροπαί, ἀλλὰ σπεύδουσι βραδέως. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀνεγνώσθη καὶ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη πρὸς ὑμᾶς ἡ σύμβασις μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας διὰ τὰς τηλεγραφικὰς γραμμάς. Κατὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· ἐπειδὴ δὲ ὁ ἐργολάβος θέλει νὰ δοθῇ τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὸ ταχύτερον ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Συνέλευσις, θέλω ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς τὴν σύμβασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος σύμβασιν καὶ τὸ σχετικὸν ψήφισμα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Παρεδέχθη. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§4ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Θὰ κάμω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Κ. Δήμαρχος Ἀθηνῶν χθὲς καὶ πρό τινων ἡμερῶν ἐδημοσίευσε διάταξιν ἰδίαν διὰ τῶν ἐφημερίδων, χθὲς μάλιστα προέβη καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν διοικητοῦ δι’ ἓν τάγμα τῆς ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν καὶ ἐλησμόνησε πάσας τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου καὶ ἐγένετο αὐτὸς νομοθέτης, χωρὶς νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, ὃ ὁ Νόμος προνοεῖ ἐπὶ τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως. Εἰς τοιαύτην λοιπὸν ἀντιποίησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι, ὡς θέλω ἀναπτύξει κατὰ τὴν συζήτησιν, ἐλησμόνησε καὶ τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸν Βασιλέα καὶ πᾶσαν ἐξουσίαν, ἐρωτῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πῶς θεωρεῖ τὰ τοιαῦτα μέτρα, πῶς τὰ ἐπιτρέπει καὶ ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἐπὶ τῆς ἀποσοβήσεως ὅλων τῶν κακῶς γενομένων. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ὑπουργόν· ἐπειδὴ δὲ ὁ Κύριος Δήμαρχος προέβη χθὲς εἰς τὴν ἐκλογὴν διοικητοῦ ἐναντίον τοῦ Νόμου τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἐθνοφυλακῆς καὶ τῶν ψηφισμάτων τῆς Προσωρινῆς κυβερνήσεως, ἐναντίον αὐτῶν τῶν διατάξεων καὶ τοῦ ψηφίσματος, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ἡ Συνέλευσις, προέβη χθὲς εἰς ἐκλογὴν καὶ διὰ νὰ κατορθώσῃ τοῦτο παρανόμως, ἀντιποιούμενος ἔργα νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἔκαμεν ἰδίαν ἐπιτροπὴν τῆς ἐκλογῆς του ἄνευ Νόμου, νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις δύναται ἀπὸ σήμερον ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι πρέπει ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐνέργειά του ἕως ἐδῶ, ἕως ὅτου ἡ Συνέλευσις, ἀφ’ οὗ ἀκούσῃ καὶ τὸν ὑπουργὸν, ἀποφανθῇ περὶ τοῦ πρακτέου. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ σήμερον ὁ ὑπουργὸς, διότι ὁ Κ. Δήμαρχος χθὲς ἕνεκα λυπηρῶν συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἕνεκεν τῆς παρανόμου ταύτης ἐκλογῆς, ἀνέστειλε τὴν ἐκλογὴν καὶ διέταξε νὰ ἐξακολουθήσῃ αὔριον τὴν 11ην ὥραν. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἀναφορὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς πολύστηλος εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως.
§5Σ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ἡ Συνέλευσις;
§7ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§8ΕΤΕΡΟΙ. Σήμερον.
§9Σ. ΜΑΚΡΗΣ. Πρέπει νὰ ἔλθῃ σήμερον, διότι αὔριον τὴν ἑνδεκάτην γίνεται ἡ ἐκλογή.
§10ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀναστολὴ ἢ μὴ τῆς ἐνεργείας τῆς ἐκλογῆς εἶναι ὅλως διόλου πρᾶξις διοικητικὴ, δὲν εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία νὰ ἀποφασίσῃ... (θόρυβος).
§11ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ ὑπουργείου ὁ Κ. Πετιμεζᾶς;
§12ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰμὶ πληρεξούσιος τῶν Καλαβρύτων, Κύριε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλ’ ἀπόφασις περὶ τοῦ πότε θὰ ἀπαντήσῃ ὁ ὑπουργός· τινὲς ζητοῦσι σήμερον, τινὲς αὔριον. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προσκληθῇ σήμερον ὁ ὑπουργὸς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ὀλίγοι) Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἔλθῃ αὔριον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ πλείονες) Παρεδέχθη. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Καραγιαννόπουλος δι’ ἑτέραν ἐπερώτησιν.
§14ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριε Πρόεδρε, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ διὰ τὴν σύστασιν τῆς κτηματικῆς Τραπέζης τοῦ Κ. Βαλτατζῆ· ἐνθυμεῖσθε προσέτι μὲ ὁποίαν ταχύτητα ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον τοῦτον· ἑπομένως ἠλπίζομεν, ὅτι καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ταχύτης τῆς ψηφοφορίας ἤθελε ταχύνει τὴν σύστασιν, ἀλλὰ δυστυχῶς μανθάνω, ὅτι, ἐν ᾧ τὸν νόμον περὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς εἰς κύρωσιν εἰς τὸν Βασιλέα, ὁ νόμος περὶ τῆς Τραπέζης τοῦ Βαλτατζῆ δὲν ὑπεβλήθη εἰσέτι. Παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν ὑπεβλήθη εἰς κύρωσιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἀπαντήσῃ αὔριον εἰς τοῦτο ὁ Κ. ὑπουργός;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 19 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἔχοντος ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 19. «Οὐδεμία προηγουμένη ἄδεια ἀπαιτεῖται πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ τὰς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἀξιοποίνους πράξεις αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν περὶ ὑπουργῶν εἰδικῶς διατεταγμένων». Ὁ Κ. Πετσάλης ζητεῖ τὸν λόγον διὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς συζητήσεως.
§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Προέτεινα πρὸ πολλοῦ δύο ἄρθρα, ὅπως προηγηθῶσι τοῦ ἄρθρου τούτου· δὲν ἐγνώριζον τὴν διάθεσιν τῆς Συνελεύσεως πρὸ πολλοῦ νὰ μὴν ἀπομακρυνθῇ διόλου ἀπὸ τὸ κείμενον· ἐθεώρησα τότε, ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ προηγηθῶσι τὰ ἄρθρα ταῦτα, καὶ ἂν εὐαρεστῆται ἡ Συνέλευσις, δύναται νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάπτυξιν. Ἰδού, Κύριοι, ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Ἄρθρ. 19. «Τὸ δημόσιον (fisc) καθὸ πρόσωπον ἠθικὸν δὲν πράττει ἀδίκημα οὔτε οἱονεὶ ἀδίκημα, ἑπομένως οὐδὲ εὐθύνεται εἰς ἀποζημίωσιν ἕνεκεν τῶν διαχειριστῶν αὐτοῦ, ἐξ ὧν ἐπήγασεν ἄδικος ζημία εἰς ἕτερον. Οἱ διαχειρισταὶ οὗτοι ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι εὐθύνονται ἀτομικῶς ἕνεκεν τοιούτων ζημιῶν πρὸς τοὺς ὑποστάντας αὐτάς.» Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, Κύριοι, γινώσκετε, ὅτι τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον συνετάχθη ἐπὶ δεσποτικῆς ἐποχῆς, καὶ ἑπομένως αἱ διατάξεις αὐτοῦ, αἱ σχέσιν ἔχουσαι μὲ τὴν πολιτείαν, εἶναι καθαρῶς δεσποτικαὶ καὶ αὐθαίρετοι· ἑπομένως παντοῦ, ὅπου ἐπεκράτησε τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, τὰ ἔθνη ἐπηρεάσθησαν ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τοὺς θεσμούς των καὶ εἰς ταῦτα ἐπεκράτησε ὁ Δεσποτισμός. Τὸ μόνον ἔθνος, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε σφοδρὰ ἡ πάλη πρὸς ματαίωσιν τῶν προσπαθειῶν τῶν ἡγεμόνων του, οἵτινες εὕρισκον ὠφέλειαν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ, εἶναι τὸ Ἀγγλικόν. Οἱ συνεταιρισμοὶ ὑπῆρξαν ἔκτοτε καὶ πρὸ αἰώνων, σκοπὸν ἔχοντες τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου ἐκ τῆς Ἀγγλικῆς Νομοθεσίας. Τὸ πνεῦμα τοῦ ἔθνους ἠννόησεν ἐγκαίρως τὰς ὠφελείας τοῦ ὑπάρχοντος Σαξωνικοῦ Νόμου. Τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον θεωρεῖ νόμον ὅ,τι ἀρέσκει τῷ ἡγεμόνι «jus est quod principi placet.» Ἐπεκράτησε καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, καὶ μάλιστα ἐκηρύχθη εἰς ἰσχὺν μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος· ἐπηρεάσθημεν ὡς ἐκ τούτου πολὺ εἰς διάταξιν οὐσιωδεστάτην, ἔχουσαν σχέσιν οὐχὶ μὲ τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς Κράτους καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἠθικήν. Δι’ ἑρμηνείας, ἣν Νομοδιδάσκαλος Γερμανὸς ἔδωκεν εἰς τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, ἐθεώρησε τὸ ἠθικὸν πρόσωπον, τὸ σύνολον τῆς πολιτείας ὑπεύθυνον εἰς ἀποζημίωσιν διὰ τὰς ἐλλείψεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐκ πρώτης ὄψεως, ἐκ πρώτης ἀφετηρίας, βλέπω τὸ ἄδικον, τὸ ἀνήθικον τοιαύτης ἰδέας, ἄλλος σφάλλει, καὶ ἄλλος πληρόνει. Ὁ πτωχὸς λαὸς, ἐκ τῶν ἱδρώτων τοῦ ὁποίου πληροῦται τὸ Ταμεῖον εἶναι καταδικασμένος νὰ πληρόνῃ καὶ τὰς ἐλλείψεις τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰ δημόσια πράγματα. Καταδικάζεται τὸ Δημόσιον πρὸς ἰδιώτας ἕνεκεν ἀδικημάτων ἢ οἱονεὶ ἀδικημάτων, συμβαινόντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν σᾶς λέγω ὑπερβολάς, ὅτι πολλάκις ὑπάρχουν καὶ δόλιαι συνεννοήσεις μεταξὺ ἀτόμων καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων ἵνα δυνηθῶσιν εὐκολώτερον νὰ λῃστεύσωσι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Δίκαι ἀκόμη ἐκκρεμεῖς ὑπάρχουν ἀξίας ἐπέκεινα τῶν 2,000,000 ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Τοιαύτη κατάστασις εἶναι ἀναξία ἔθνους ἐλευθέρου, εἶναι ἀναξία ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται διὰ τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους, διὰ τὴν τήρησιν τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ. Εἷς ὑπάλληλος, ὅστις γνωρίζει, ὅτι αὐτὸς δὲν εὐθύνεται, αὐτὸς δὲν μέλλει νὰ πληρώσῃ τι διὰ μίαν αἰσχρὰν πρᾶξίν του, πράττει ὅ,τι τῷ ἀρέσκει, ὅ,τι τὸ ἰδιοτελὲς συμφέρον του καὶ ἡ κακοήθεια τῷ ὑπαγορεύει. Ἐννοεῖτε πολὺ καλά, ὅτι εὐκόλως δύναται καὶ νὰ διαφθαρῇ καὶ νὰ ἐνεργῇ τοιαύτας πράξεις. Συνήθως εἰς τὴν Ἀγγλίαν, Κύριοι, εἰς τὸ εὔδαιμον αὐτὸ ἔθνος, οἱ ὑπάλληλοι εὐθύνονται διὰ τὰς πράξεις καὶ ὄχι τὸ δημόσιον· τὸ δημόσιον εἰς οὐδεμίαν περίστασιν δύναται νὰ ὑποφέρῃ, ἐκτὸς ἐπὶ τῶν ἐν ὀνόματί του συναλλαγμάτων, τῶν γινομένων διὰ τὴν περιουσίαν του καὶ ὅπου ὁ ὑπάλληλος δὲν ἡμάρτησεν· ὑποφέρει διὰ τὰς ἀμέσους σχέσεις του πρὸς τοὺς πολίτας, ὡς φερ’ εἰπεῖν διὰ τὴν φορολογίαν των, ὄχι ὅμως νὰ προσφέρῃ ἀποζημίωσιν διὰ πρᾶξιν προσώπων καταχρωμένων τῆς ἐντολῆς των, ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων. Ποτὲ δὲν ὑποτίθεται, ὅτι ἓν ἠθικὸν πρόσωπον ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ πράξῃ κακόν, ἤτοι ἔγκλημα ἢ ἀδίκημα. Τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ ἠθικοῦ προσώπου, ὡς καὶ εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ. Διὰ νὰ παύσῃ δὲ τοιαύτη κατάστασις, διὰ νὰ αἰσθανθῇ ἕκαστος ὑπάλληλος, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ἴδιος διὰ τὰς πράξεις του, ὁσάκις ἀπομακρύνηται ἀπὸ τὴν εὐθεῖαν ὁδόν, ἀπὸ τὴν διάταξιν νόμου τινός, διὰ νὰ διορθωθῇ ἡ διαφθορά, τὴν ὁποίαν δουλεία τεσσάρων αἰώνων καὶ διεφθαρμένη κυβέρνησις τοῦ παρελθόντος εἰσήγαγον ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐκ τούτου νὰ προέλθῃ ὁ πραγματικὸς σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὴν δημοσίαν ἠθικήν, διὰ νὰ παύσῃ ὁ λαὸς νὰ ᾖναι ἕρμαιον τῶν καταχρήσεων, δι’ ὅλα ταῦτα, λέγω, εἶναι ἀνάγκη ἐντὸς τοῦ Συντάγματος νὰ καταχωρίσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, ἥτις εἰς τὸ τέλος ἀπαλλάττει τὸ δημόσιον, ἀπαλλάττει τὴν κοινωνίαν, ἀπαλλάττει τὸν φορολογούμενον λαὸν ἀπὸ ἄδικον πληρωμήν, ἀπὸ ληστείας! διότι ἐγὼ κατὰ συνείδησιν θεωρῶ ὅλα ταῦτα ληστείαν. Αὐτὰ σκοπεῖ νὰ θεραπεύσῃ ἡ προτεινομένη διάταξις· ἀνήκει εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποφανθῇ περὶ ταύτης. Ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν. Εἰς οὐδὲν λογίζονται, Κύριοι, οἱ πολλοὶ τὴν διαίρεσιν τῶν ἐξουσιῶν, ὅλα τὰ συνταγματικὰ ἄρθρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα μετὰ τόσης περιπαθείας καὶ τόσου ζήλου κατεγείναμεν νὰ πρωτοκολλήσωμεν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ὅταν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν ᾖναι ἐξασφαλισμένη δι’ ἰσχυρᾶς ἐγγυήσεως. Μόλις τὰ 9% τῆς Ἑλλάδος φροντίζουν περὶ τοῦ ἂν θὰ ὑπάρχῃ Βουλὴ ἢ Γερουσία, ἂν ᾖναι διῃρημένη ἡ ἐξουσία, ἂν ᾖναι καλῶς ὡρισμένα τὰ ὅρια τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης, οἱ πολλοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ ἐξεύρουν, μᾶλλον ἂν εἰς τὴν ἀσφάλειαν τὴν προσωπικήν, εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἰδιοκτησίας, εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ἐχορηγήθησαν πραγματικαὶ ἐγγυήσεις, ἐὰν δηλ. διὰ τοῦ Συντάγματος συνίσταται νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ νὰ συντάττῃ καλοὺς νόμους, ποία ἡ ἀληθὴς ὠφέλεια, ἂν ἀφ’ ἑτέρου οἱ νόμοι οὗτοι δὲν ἐκτελῶνται, ἀλλὰ καὶ ἀκινδύνως παραβιάζωνται, ἂν ὑπάρχῃ εἶδος ἀνεύθυνον, οὕτως εἰπεῖν, διὰ τὴν παραβίασιν τῶν νόμων. Καὶ ὑπάρχει τὸ ἀνεύθυνον τοῦτο, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐντὸς τῆς κοινωνίας μία ἀρχή, ἥτις, ἐξῳκειωμένη μὲ τοὺς νόμους καὶ ἀνεξάρτητος, νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ περιστέλλῃ πᾶσαν ὁποιανδήποτε πρᾶξιν παρεκτρεπομένην τῶν νόμων, ὁσάκις τῆς ὑποβάλλεται αἴτησις; Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀρχὴ ἔχουσα γενικὴν δικαιοδοσίαν, ἤτοι ὅταν τὰ δικαστήρια δὲν περιβάλλωνται μὲ τοιαύτην γενικὴν καὶ ἀπόλυτον δικαιοδοσίαν, τί γίνονται παρακαλῶ τότε καὶ ποῦ στηρίζονται τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, τὰ ὁποῖα ἐντὸς τοῦ Συντάγματος ὑμεῖς καθιερώσατε; Ὅταν μετ’ ὀλίγον ἔλθωμεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν, ἐλευθερίαν, ἥτις ὑπῆρχε καὶ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος καθιερωμένη, ὁπότε ὑπῆρχε μόνον θεωρητικῶς καθιερωμένη, διότι οὐδεμία ἐγγύησις, οὐδεμία ποινή, οὐδεὶς νόμος, οὐδεμία ἀρχὴ ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ περιστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὑπῆρχε δημιουργημένη· ὅταν ἔλθωμεν, λέγω, καὶ πάλιν, νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν, ἐπὶ ποίων ἐγγυήσεων θὰ τὴν στηρίξωμεν, ὅταν δὲν δημιουργήσωμεν τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς τὰ δικαστήρια; Πρὸς τί ὠφελοῦν τὰ δικαιώματα ἄνευ ἐγγυήσεων; Δὲν φαινόμεθα μᾶλλον τότε, ὅτι εἴμεθα ἀβδηρῖται (μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν λέξιν) διότι δημιουργοῦνται θεωρητικὰ δικαιώματα; δὲν φροντίζομεν συνάμα καὶ νὰ τὰ ἐξασφαλίσωμεν; Τὰς προτάσεις μου ταύτας στηρίζω ἐπὶ τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας, ὅπου κατ’ ἐξαίρεσιν ὑπάρχει ἑδραιωμένη ἀληθὴς ἐλευθερία (ἀνησυχίαι τινές). Εἰς τὴν Ἀγγλίαν αὐτὴν, καὶ λυποῦμαι, διότι τινὲς ἀπαρέσκονται εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἀγγλίας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ᾖναι τὸ σεβαστότερον εἰς ὅλον τὸν κόσμον, διότι ἂν ἔλιπεν ἐξ αὐτοῦ ἡ Ἀγγλία, δὲν ἠξεύρω τί ἤθελε γίνει ὁ νεώτερος πολιτισμὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους (ἀνησυχίαι ἐκ δεξιῶν). Εἶναι εὐτύχημα μέγα, ὅτι ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἔθνος, διότι ἐν αὐτῷ εὑρίσκει ἄσυλον ἡ ἐλευθερία, ὅταν παντοῦ αὕτη καταδιώκηται (ἀνησυχίαι). Λυποῦμαι διὰ τὴν στασιμότητα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κεκλεισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸ φῶς, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν ἱστορίαν, οἱ ὁποῖοι δὲν βλέπουν τί λέγει ὁ ἄλλος εὐρωπαϊκὸς κόσμος δι’ αὐτὸ τὸ τρισεύδαιμον ἔθνος. Παρ’ αὐτῷ δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ ἀστικοῦ καὶ Συνταγματικοῦ δικαίου· πᾶσα παράβασις ἠμπορεῖ νὰ φερθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ὅπου δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἀποφάσεων αὐτῶν. Καὶ αὐτὸν τὸν πρωθυπουργόν, τὸν Παλμερστῶνα, δύναται νὰ σύρῃ ὁ ἰδιώτης εἰς τὸ δικαστήριον. Ἐνῷ λοιπὸν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι νόμοι ἐκεῖ καὶ παρ’ ἡμῖν τοιαῦτα προηγούμενα, νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν σήμερον νὰ καθιερώσωμεν, ὅτι πᾶσα ἀδικία, πᾶσα παράβασις νόμου, ἠμπορεῖ νὰ φερθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ νὰ δικασθῇ. Βεβαιωθῆτε, ὅτι τότε οὔτε ὑπερβάσεις θὰ γίνωνται, οὔτε παρανομίαι, ἕκαστος δὲ ὑπάλληλος θέλει προσέχει πολὺ νὰ μὴ παραβιάζῃ τὸν νόμον, διότι αὐτὸς θὰ ᾖναι προσωπικῶς ὑπεύθυνος. Κύριοι, ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν μου δευτέραν φορὰν ἐνώπιον ἐθνικῆς Συνελεύσεως, θεωρῶ ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, διότι παρίσταμαι ἤδη καὶ μὲ τὴν πεῖραν 20 ἐπέκεινα ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου κατηρτίσθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844. Παρεστάθην εἰς τὴν σύγχρονον ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὸ μέγα δρᾶμα, τὸ ὁποῖον ἐξετυλίχθη ἐνώπιον τοῦ εὐρωπαϊκοῦ κόσμου, ὅστις προσείχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, κινούμενος ὑπὸ αἰσθημάτων εὐγενῶν καὶ ὑπὸ ἰδεῶν φιλελευθέρων, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἐμπνεύσεων τοῦ δεσποτισμοῦ καὶ τῶν ἀνατρεπτικῶν σχεδίων, παρεστάθην, λέγω, ἐνώπιον τοῦ δράματος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε διδακτικὸν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ παραλάβῃ ἡ ἱστορία· διὸ ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ καθιερώσῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν κατὰ πεποίθησιν θεωρῶ οὐσιωδεστέραν ὅλων τῶν ἄλλων ἄρθρων, καθότι αὐτὴ εἶναι ἐκείνη, ἥτις θὰ δώσῃ τὸ κῦρος εἰς τὰ λοιπά. Προτείνω λοιπὸν τὴν παραδοχήν της.
§19ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἐκτιμῶ τὸ πνεῦμα, Κύριοι, καὶ τὰς διατάξεις τῶν προταθέντων ἄρθρων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐσκέφθην ἐπ’ αὐτῶν ἀρκούντως· μόλις ἐσκέφθημεν αὐτὰ κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Πετζάλης, τὰς ὁποίας νομίζω, ὅτι δὲν ἀνέπτυξεν ἀρκούντως. Σήμερον ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν διάσκεψιν, καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὁποιανδήποτε ἀξιολογότητα ἔχουν αὐτὰ τὰ ἄρθρα, ἂν θέλῃ ἡ Συνέλευσις αὐθημερὸν καὶ ἐκ τοῦ προχείρου ν’ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν, δὲν πρέπει, διότι ὅσην ἀξιολογότητα ἔχουν, τόσον περισσοτέρας συνεπείας δύνανται νὰ ἔχουν. Σήμερον ἡ Συνέλευσις, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ἀνάπτυξις δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γίνῃ ὁποιαδήποτε συζήτησις.
§20ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον· οἱ ὑπάλληλοι νὰ ᾖναι ὑπεύθυνοι διὰ τὰς παρανομίας των.
§21ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Δεύτερον ζήτημα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Πετζάλης ὑπέβαλεν εἶναι, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν πρέπει νὰ ὑποφέρῃ ζημίας τῶν πράξεων τῶν παρανομούντων ὑπαλλήλων. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ ἐννοήσω τὴν διάταξιν ταύτην· ἐντὸς τοῦ λαοῦ ὑπάρχει καὶ ὁ ἰδιώτης λαός, ὑπάρχει καὶ ὁ Πετσάλης καὶ ὁ Θεοχάρης καὶ ὁ Παλαμήδης. Ἐρωτῶ τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐλευθερίαν νὰ διορίζῃ ὁποιονδήποτε θέλει Νομάρχην καὶ διορίζει καὶ παύει, αἱ ζημίαι αἱ προερχόμεναι ἀπὸ τοιοῦτον ἄνθρωπον, δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνουν τὸ δημόσιον; αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ᾖναι φερέγγυος; Προτείνω λοιπὸν ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ν’ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἵνα σκεφθῶμεν ὡριμώτερον.
§22ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Λαμβάνω, Κύριοι, τὸν λόγον ἐντελῶς ἀπροπαρασκεύαστος. Προτείνουν, Κύριοι, σήμερον τὴν καθιέρωσιν τῆς πλέον δεσποτικῆς ἀρχῆς, τῆς πλέον ἀδίκου καὶ τερατώδους, καὶ παράδοξον εἶναι, ὅτι τὴν προτείνουν ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας. Σᾶς λέγει ὁ Κύριος Πετσάλης, ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίζῃ ὅποιον θέλει, ἀλλὰ διὰ τῆς πράξεως τῆς κακῆς τοῦ ὑπαλλήλου τὸ δημόσιον δὲν θέλει εὐθύνεσθαι Ἔρχεται ἓν πλοῖον, Κύριοι, καὶ ὁ λιμενάρχης τὸ ἐμποδίζει 15 ἡμέρας καὶ τοιουτοτρόπως τὸ πλοῖον ζημιοῦται ὁ λιμενάρχης εἶναι ἄνθρωπος ἀφερέγγυος. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης, τὰς ὁποίας ὁ Κύριος Πετσάλη ὑποστηρίζει, τὸ δημόσιον δὲν ὀφείλει καμμίαν ἀποζημίωσιν· ἂς εὕρῃ τὸν λιμενάρχην.
§23ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν μᾶς δίδετε κανὲν παράδειγμα, ὅτι τὸ δημόσιον ἀπεζημίωσε;
§24ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Εἶναι ὑπόχρεων τὸ δημόσιον νὰ ἀποζημιώσῃ. Ἡ ἀνοησία, τὴν ὁποίαν ἔχουν τινὲς νὰ ἴδουν νὰ καταδικάζωνται οἱ ὑπάλληλοι, εἶναι ἄτοπος. Τὸ δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅταν κοινοποιῆται μία ἀγωγὴ κατ’ αὐτοῦ, νὰ τὴν ἀνακοινώνῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ὅστις εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπόχρεως εἰς τὴν ἀποζημίωσιν. Δὲν εἶναι ἀτοπώτερον νομίζω, παρὰ κεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Κύριος Πετσάλης, μία Συνέλευσις νὰ παραδεχθῇ σήμερον, ὅτι ἕνας ὑπάλληλος ἠμπορεῖ νὰ κατεδαφίσῃ τὴν οἰκίαν ἑνὸς πολίτου καὶ τὸ δημόσιον νὰ μὴν ἦναι ὑπόχρεων νὰ ἀποζημιώσῃ, ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος. Ἀλλ’ ἡ ἀπορία μου δὲν συνίσταται μόνον εἰς τοῦτο· γνωρίζω πρὸ πολλῶν χρόνων τὸν Κύριον Πετσάλην, ὅστις εἶναι νομομαθής, καὶ ἐν τούτῳ ὡς εἶχε τὴν γενναιότητα νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ ἐνώπιον ἑνὸς συνεδρίου, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει πεπαιδευμένους νομικούς, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου ἐν ᾧ τοῦτο ἂν καὶ ἦναι δεσποτικὸν δίκαιον, ἔχει τὴν ἐναντίαν ἀρχήν. Δὲν εἶναι ὑπόχρεων τὸ δημόσιον, σᾶς λέγει, ὅταν πράξῃ ὁ ἐντολοδόχος καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, δὲν δεσμεύεται. Ἐγὼ σοῦ ἔδωσα ἐντολὴν νὰ ἐνεργήσῃς τὰ καθήκοντά σου, σύμφωνα μὲ τὸν Νόμον, ἐὰν ἔπραξες κἀμμίαν παρανομίαν, αὐτὴ δὲν μὲ δεσμεύει. Ἡ ἀρχὴ, διὰ τῆς ὁποίας εἶναι ὑπόχρεων τὸ δημόσιον, εἶναι ἀρχὴ τῶν νεωτέρων ἐτῶν. Εἰς τὰ δικαστήρια ἠναγκάσθησαν νὰ παραδεχθῶσι τῶν νεωτέρων ἐθνῶν τὴν ὁμολογίαν. Κατὰ τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν καὶ τὰς νεωτέρας, ὅταν ὁ πράκτωρ ἐνεργήσῃ μίαν πρᾶξιν παράνομον, ὑποχρεοῦται ἐκεῖνος, ὅστις τὸν διώρισε, καὶ ὁ ὑπάλληλος δὲν εἶναι παρὰ πράκτωρ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν, Κύριοι, νὰ καθιερώσητε τὴν ἄλλην ἀρχὴν, καταστρέφετε ὅλα τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις σήμερον, ἐπειδὴ ἔχει εὐθύνην, φροντίζει νὰ ἐκλέγῃ ἱκανὰ πρόσωπα, ὅταν ἠξεύρῃ, ὅτι διὰ τὰς παρανομίας τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην, ἠμπορεῖ νὰ διορίζῃ τὸν τυχόντα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ὅλως διόλου ἀπαράδεκτον αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἄλλως δὲν ἔχει τὸν τόπον του ἐν τῷ Συντάγματι, διότι ἀφορᾷ τὸ ἀστυκὸν δίκαιον. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, δικαιολογῶ τὸν Κύριον Πετσάλην, διότι ὅσον καὶ ἂν ἦναι φωτισμένος, ἕνεκα τῶν οἰκιακῶν του περιστάσεων ἀπεμακρύνθη τῆς πρακτικῆς· ἐλησμόνησε τὸ αʹ ἄρθρον τῆς πολιτικῆς δικονομίας, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι τὰ δικαστήρια εἶναι ἁρμόδια περὶ πάσης ἀγωγῆς, ἀφορώσης κεκτημένα δικαιώματα. Ἂν ἐννοῇ ὅμως νὰ συμπεριλάβῃ τὰ Συνταγματικὰ δικαιώματα, τότε αὐτὸ θὰ τὸ συζητήσωμεν μετὰ τὸ ἄρθρον 100, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ ὑπάρχουν διοικητικὰ δικαστήρια ἢ ὄχι· κατὰ τὸ παρὸν ὅμως, εἰς τὸν τίτλον περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, αὐτὴ ἡ διάταξις δὲν ἔχει χώραν· εἰς τὸ 103 ἄρθρον θὰ εἴπωμεν, ποῖαι ὑποθέσεις θὰ ἐξαιρεθοῦν ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια καὶ τότε ἠμπορεῖ νὰ διϊσχυρισθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν διοικητικὰ δικαστήρια ἤ ὄχι. Ἄλλως τε τὸ θεωρῶ καὶ ἄτοπον· δὲν γνωρίζω νομοθεσίαν ἐλευθερωτέραν παρὰ τὴν τοῦ Βελγίου· τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα ἐπιτρέπει εἰς τὰ δικαστήρια ὅλα τὰ ζητήματα τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ· ἀλλὰ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι καθαρῶς Συνταγματικά, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια; Ἄλλως ὑποθέσατε, ὅτι γεννᾶται ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα· ὑπάγει εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, εἰς τὸ Ἐφετεῖον, εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον; δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ· ἀλλὰ καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια πάλιν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἁρμόδιον· ἐκεῖ θὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον τὰ δικαστήρια πρέπει νὰ λάβουν μεγαλειτέραν δικαιοδοσίαν. Δύω λέξεις, Κύριοι, περὶ τούτου τοῦ αἰωνίως ἀναφερομένου δικαίου. Δὲν εἶμαι ἐγκρατής, καὶ πιστεύω, ὅτι οὔτε ὁ Κύριος Πετσάλης οὔτε ἄλλος τις, διότι εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν εἶναι ἐπιστήμη τὸ δίκαιον, εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐκεῖνοι εἶναι νομικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγαλειτέραν μνήμην· ἐνδέχεται νὰ ᾖναι ἀληθῆ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει ὁ Κ. Πετσάλης, ἀλλὰ τῷ ἐνθυμίζω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸν Λόκ, ὅστις ἐπεφορτίσθη νὰ συντάξῃ Σύνταγμα διὰ τὴν Καρολίναν καὶ ἔγραψε Σύνταγμα, ἀλλ’ ἦτο ἐκ τῆς Ἀγγλίας καὶ διήρκεσε μόνον 23 ἔτη· εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα ἦσαν αἰώνιαι στάσεις, καὶ ἀφοῦ τὸ κατήργησαν, τότε εὐδαιμόνησεν αὐτὸς ὁ τόπος. Ὅλα τὰ Συντάγματα δὲν εἶναι δι’ ὅλους τοὺς τόπους. Τί γίνεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀναφέρουν· καὶ διὰ τοῦτο ἀπορῶ πῶς σήμερον εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Πολιτεύματος δὲν παρουσιάζονται οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πεῖραν, διότι τὰ Συντάγματα τῶν ἄλλων ἐθνῶν ὅλοι τὰ ἀναγινώσκομεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔρχωνται οἱ ἔχοντες πεῖραν τοῦ τόπου νὰ μᾶς λέγουν πράγματα ἔχοντα σχέσιν μὲ τὸν τόπον. Τώρα πότε τὰ δικαστήρια ἐθεωρήθησαν ὅτι δὲν ἔχουσιν ἁρμοδιότητα; Ποία ὑπόθεσις ἔγεινε εἰς τὴν ὁποίαν ἔμεινεν εἰς ἀπορίαν ὁ πολίτης ποῦ νὰ καταφύγῃ;
§25ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Κἀνεὶς πλαστογράφος ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν δὲν κατεδικάσθη.
§26ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Κύριοι, τὴν πλαστογραφίαν ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, ἂν τὴν θεωρήσωμεν ὡς ἔγκλημα αὐτοτελές, τὴν δικάζουν τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἡ πλαστογραφία δὲν ἔχει κἀμμίαν ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἡ Βουλή. Ὅταν μία Βουλὴ ἐξετάσῃ καὶ ἀποφανθῇ, ὅτι μία πληρεξουσιότης εἶναι τακτικὴ ἤ ὄχι, ἠμπορεῖ νὰ ὑπερπηδήσῃ καὶ τὴν πλαστογραφίαν καὶ ὅλα τἆλλα, ἀλλὰ τὸ ἔγκλημα δὲν παραγράφεται· ἠμπορεῖ ἔπειτα ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ καταμηνύσῃ τὸν πλαστογράφον καὶ νὰ τιμωρηθῇ οὗτος, ἀλλ’ ἡ καταδίκη δὲν ἔχει κἀμμίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἐκλογήν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἀμφότερα τὰ ἄρθρα τοῦ Κ. Πετσάλη δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§27ΣΠ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπρότεινα μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ 19 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητοῦμεν, Κ. Ἀντωνιάδη, τὰ πρόσθετα ἄρθρα.
§29ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ἔχουν σχέσιν· «ῥητῶς ὅμως οἱ ὑπουργοὶ εἶναι προσωπικῶς ὑπεύθυνοι ὡς καὶ πᾶς ἄλλος δημόσιος λειτουργὸς διὰ τὰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις, τὰς προκυπτούσας ἐκ τῆς παραβάσεως ἢ παραλείψεως τῶν δημοσίων αὑτῶν καθηκόντων. Ἔπειτα § 3· «μόνον δὲ ἐπιβοηθητικῶς συντρέχει τὸ δημόσιον εἰς τὴν ἀποζημίωσιν». Ἡ προσθήκη, Κύριοι, τὴν ὁποίαν προτείνω, σκοπὸν ἔχει νὰ διορθώσῃ μίαν στρεβλὴν ἐφαρμογὴν τῆς γενικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη τὸ Σύνταγμα· κατὰ τὸ Σύνταγμα ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, δηλαδὴ ἕνας ἄνθρωπος, ὅστις ἔπραξεν ἓν ἔγκλημα, ὁποιασδήποτε τάξεως καὶ ἂν ᾖναι, ὁποιανδήποτε θέσιν καὶ ἂν κατέχῃ εἰς τὴν κοινωνίαν, πρέπει νὰ τιμωρηθῇ· εἷς πολίτης, εἷς ἄνθρωπος ὅταν ζημιωθῇ ἀπὸ ἄλλον οἱασδήποτε τάξεως καὶ ἂν ᾖναι, ὁποιανδήποτε τάξιν κατέχῃ εἰς τὴν κοινωνίαν, πρέπει ν’ ἀποζημιωθῇ ἀπὸ τὸν ἄλλον· αὐτὸ εἶναι ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε τὸ προκείμενον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· ἕνας ἄνθρωπος, ὅστις ἔλαβε μέρος εἰς μίαν παράνομον πρᾶξιν, αὐτὸς ἐπίσης τιμωρεῖται διὰ τὴν σύμπραξίν του· καὶ ἐν τοσούτῳ, Κύριοι, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τί γίνεται; Πολλοὶ ὑπάλληλοι ἔπραξαν ἐγκλήματα καὶ δὲν τιμωροῦνται, πολλοὶ πολῖται ὑπέφερον μεγάλας ζημίας ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ αὐτοὶ δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν κατὰ τὸν νόμον ἀποζημίωσιν· πολλοὶ ἔλαβον διαταγὰς παρανόμους καὶ τὰς ἐξετέλεσαν, καὶ ἦσαν ὅλως διόλου ἀνεύθυνοι διὰ τὸν συμμετέχοντα εἰς τὴν παράβασιν. Λοιπὸν, Κύριοι, σκοπὸν προέθετον νὰ προτείνω τὴν διόρθωσιν μεγάλης ἀντιφάσεως τῶν κατὰ μέρος διατάξεων μὲ τὴν γενικὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα, τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τῶν νόμων. Αὐτοὶ εἶναι, Κύριοι, οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ παρεκίνησαν νὰ κάμω αὐτὴν τὴν προσθήκην, καὶ σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι αὐτὴ ἡ προσθήκη εἶναι οὐσιωδεστάτη διὰ τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ παύσουν αἱ ἀδικίαι, τὰ ἐγκλήματα ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐὰν δὲν δύνανται νὰ τιμωρηθῶσι καὶ αὐτοὶ καθὼς τιμωροῦνται καὶ οἱ ἁπλοῖ πολῖται. Ὁ Κ. Πετζάλης ἀνέπτυξε πολὺ ὀρθῶς καὶ πολὺ ἀκριβῶς τὰς μεγάλας ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἐπροξενήθησαν εἰς τὸ δημόσιον ἀπὸ τὰς παραβιάσεις καὶ τὰς παραλείψεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των, καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ κάμουν μεγάλην ἐντύπωσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν· καὶ ἐγὼ ὡς ὑπάλληλος γνωρίζω, ὅτι τῷ ὄντι ἑκατομμύρια τὸ δημόσιον ἐζημιώθη ἕνεκα τῆς κακῆς πίστεως, τῆς παραλείψεως τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο ἔχω καὶ ἄλλας διαφόρους προσθήκας, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 19, διὰ τοῦτο περιορίζομαι εἰς αὐτό· τοῦτο μόνον προσθέτω, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν νομοθεσίαν μας, τὸν ποινικὸν νόμον, ὁ ὑπάλληλος, ὅταν ἐκτελῇ μίαν διαταγὴν παράνομον ἐκδοθεῖσαν ἀπὸ τὸν ἀνώτερόν του, καὶ ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητος αὐτοῦ, αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος ἀπαλλάττεται τῆς εὐθύνης, δὲν ἔχει νὰ ὑποστῇ καμμίαν τιμωρίαν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως διόλου παράλογον, δίδει ἀφορμὴν εἰς μεγάλας παρανομίας καὶ εἰς τὸν τόπον, ὅπου κατὰ δυστυχίαν αἱ παρανομίαι ἐπιπολάζουσι, εἶναι ἀνάγκη νὰ παύσουν αὐταὶ αἱ αἰτίαι, νὰ παύσουν αὐταὶ αἱ παρανομίαι, αἱ ὁποῖαι φέρουν μεγάλην ζημίαν, μεγάλην ἀδικίαν εἰς τὸν τόπον.
§30ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἐννοεῖτε, ὅτι ὑπάγονται καὶ οἱ δημοτικοί;
§31Σ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Πετσάλης διὰ τροπολογιῶν ὑποβληθεισῶν πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Συνέλευσιν, δημοσιευθεισῶν καὶ διανεμηθεισῶν, προτείνει τὰ ἑξῆς ἄρθρα. Ἄρθρ. 19. «Τὸ δημόσιον, καθὸ πρόσωπον ἠθικὸν, δὲν πράττει ἀδίκημα οὔτε οἱονεὶ ἀδίκημα, ἑπομένως οὐδὲ εὐθύνεται εἰς ἀποζημίωσιν ἕνεκεν τῶν πράξεων τῶν διαχειριστῶν αὐτοῦ, ἐξ ὧν ἐπήγασεν ἄδικος ζημία εἰς ἕτερον. Οἱ διαχειρισταὶ οὗτοι, ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, εὐθύνονται ἀτομικῶς ἕνεκεν τοιούτων ζημιῶν πρὸς τοὺς ὑποστάντας αὐτάς.» Ἄρθρ. 20. «Τὰ δικαστήρια ἔχουν καθόλου δικαιοδοσίαν κατὰ παντὸς ὑπευθύνου προσώπου καὶ ἐπὶ παραβάσεως παντὸς δικαιώματος, εἴτε ἀφορῶντος τὸ ἀστυκὸν, εἴτε τὸ δημόσιον πολιτικὸν ἢ συνταγματικὸν δίκαιον.»
§33Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀναγνώσατε καὶ τὴν τροπολογίαν μου.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία σας εἶναι εἰς τὸ 19 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν Κύριον Πετσάλην, θέλει κατασταθῇ 21. Τώρα συζητοῦνται τὰ 2 πρόσθετα ἄρθρα τοῦ Κ. Πετσάλη.
§35ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (εἰσηγητής). Θεωρῶ, Κύριοι, τόσον ὀλίγον σπουδαίας ἀμφοτέρας τὰς προτάσεις, ὥστε θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει εὐτραπέλως πως νὰ λαλήσω περὶ αὐτῶν. Γνωρίζετε τὴν κοινὴν παροιμίαν, ὅστις θέλει ν’ ἀγκαλιάσῃ πολλὰ ὀλίγον σφίγγει· καὶ τὴν ἄλλην, ὁ πολὺς ζῆλος εἶναι ἐπιβλαβής. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δύω παροιμιῶν θέλω κάμει τὴν συζήτησιν, καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι σφάλλουσιν ὁ μὲν Κύριος Ἀντωνιάδης ἐξ ὑπερβολῆς ζήλου, ὁ δὲ Κ. Πετσάλης, διότι νομίζει τοὺς βραχίονάς του τοσοῦτον μεγάλους, ὥστε νὰ δυνηθῇ δι’ αὐτῶν ν’ ἀγκαλιάσῃ τὸ πᾶν, καὶ ὅμως δὲν σφίγγει τίποτε, καὶ ἐπὶ τέλους εὑρίσκεται μὲ ἀέρα ἐν ταῖς ἀγκάλαις του. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας Κ. Κυπαρίσσης ἤλεγξεν εὐκρινῶς καὶ δι’ ὀλίγων τὴν πολυμάθειαν τοῦ Κ. Πετσάλη καὶ τὰς βαθείας περὶ τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον γνώσεις του· μετεχειρίσθη οὗτος μίαν ῥῆσιν ἐκ τοῦ προοιμίου τῶν εἰσηγήσεων τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ἐνῷ περὶ τοῦ τίνι ἀνῆκεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν αὐτοκρατορικῶν χρόνων οὐδόλως προὔκειτο, παρέλειψε δὲ τοὺς περὶ ἐντολῆς ὅρους τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, διότι ὡς αὐτοῦ δὲν προήγαγε τὰς μελέτας του. Δὲν θέλω ἐπαναλάβει τὰ καλῶς εἰρημένα ὑπὸ τοῦ Κ. Κυπαρίσση, ἄλλως τε καὶ φρονῶ, ὅτι προκειμένου περὶ Συνταγματικοῦ Δικαίου δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν τὰς ἐμπνεύσεις ἡμῶν ἐκ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, διότι τῇ ἀληθείᾳ πολὺ κακῶς ἠθέλομεν ἐμπνευσθῇ ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ κατὰ προτίμησιν πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν τί συμβαίνει κατὰ τὸ νεώτατον Δημόσιον Δίκαιον τῆς Ἑσπερίας Εὐρώπης. Ὀλίγιστα δὲ μόνον θέλω ἔτι παρατηρήσει, ὅτι στοιχειώδης ἀρχὴ τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου εἶναι, ὅτι οὐδέποτε τὰ ἠθικὰ πρόσωπα ὡς τοιαῦτα πράττουσιν ἀξιοποίνους πράξεις, καθόσον, κἂν ἅπαντα τ’ ἀπαρτίζοντα τὸ ἠθικὸν πρόσωπον μέλη ἀπὸ κοινοῦ πράξωσί τι, ἓν ἕκαστον αὐτῶν τὰς οἰκείας ὑπέχει εὐθύνας ὡς ἄτομον, οὐχὶ δέ ποτε συλλήβδην πάντα ὡς σωματεῖον ἢ ἠθικὸν πρόσωπον. Ὥστε ἡ φράσις, ἣν φέρει τὸ 19 πρόσθετον ἄρθρον τοῦ Κ. Πετσάλη, «ὅτι τὸ Δημόσιον, ὡς πρόσωπον ἠθικὸν, δὲν πράττει ἀδίκημα,» εἶναι ἀξία νὰ προκαλέσῃ τὸ μειδίαμα παντὸς πρωτοετοῦς μαθητοῦ τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου. Ἡ πολιτεία, Κύριοι, εἶναι πρόσωπον ἠθικὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον χρῄζει φυσικῶν ὀργάνων, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰ καθ’ ἑαυτὴν ἔργα, ὅθεν ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ καὶ εὕρῃ αὐτά· καὶ ὀφείλει μὲν ἕκαστον ὄργανον, πρὸς τὴν χρῆσιν δι’ ἣν εἶναι κατάλληλον, νὰ τὸ μεταχειρίζηται, ἀλλ’ ἆρά γε δύναται ὁ ὑπουργὸς δι’ ἕκαστον πρόσωπον νὰ λαμβάνῃ τοιαύτην πρόνοιαν, ὥστε καὶ διὰ τῆς κατωτάτης τάξεως τὸν ὑπάλληλον ν’ ἀπαιτῇ τοιαῦτα προσόντα, ὅπως οἱονεὶ ἐκ προκαταβολῆς διὰ τούτων ἀσφαλίζηται ἡ πολιτεία καὶ οἱ πολῖται, ὅτι δὲν θέλει προέλθει κατάχρησίς τις; ἴσα, ἴσα οἱ τῆς κατωτέρας τάξεως ὑπάλληλοι εἰσὶν ἐκεῖνοι, οἵτινες δύνανται νὰ προξενήσωσι τὰς μεγαλειτέρας βλάβας· ὀλίγον φοβοῦμαι ὡς ἄτομον τὸν Ὑπουργὸν, περισσότερον ὅμως φοβοῦμαι τὸν κλητῆρα· ὀλίγον φοβοῦμαι τὸν Ἀρειοπαγίτην, διότι ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ φῶτά του, φοβοῦμαι ὅμως περισσότερον τὸν Εἰρηνοδίκην μὴ τυχὸν ἐκδώσῃ μίαν στρεβλὴν ἀπόφασιν περὶ συντηρητικῶν μέτρων καὶ καταστρέψῃ τὴν ἰδιοκτησίαν μου. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἂν οὐχὶ διὰ τὸν πολίτην, διὰ τὸ ἄτομον ὅμως τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς πρὸς τὴν σπουδαιότητά των κατ’ ἀντίστροφον τῆς ἱκανότητος τοῦ ὑπαλλήλου λόγον· κατὰ τὰς προτάσεις λοιπὸν τῶν προαγορευσάντων πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ πλέον πεφωτισμένοι καὶ ἐνάρετοι καὶ φερέγγυοι πρέπει νὰ κατέχωσι τὰς κατωτέρας τῶν δημοσίων λειτουργιῶν θέσεις, διότι ἐξ αὐτῶν μεγαλειτέρα διὰ τὸ ἄτομον δύναται νὰ προκύψῃ ζημία, νὰ ζητῶμεν δ’ ὀλιγωτέρας ἐγγυήσεις διὰ τὰς ἀνωτέρας λειτουργίας, διότι ἥττων ὁ κίνδυνος, ὅπερ καὶ λογικῶς καὶ πολιτικῶς παράλογον, ἂν δὲ τὸ Δημόσιον εὐθύνηται διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων ἔχετε ἤδη πολὺ τὸ ἐνδόσιμον, ὅτι περὶ τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν θέλει καταβάλλει πᾶσαν πρόνοιαν ἵνα ἐκλέγῃ τοὺς κρείττονας, ὅπως μὴ ἑκάστοτε διακινδυνεύῃ ὅ τε δημόσιος πλοῦτος καὶ ἡ τιμή· κατὰ κανόνα δὲ τοῦ Δημοσίου Δικαίου, τὸ Δημόσιον εὐθύνεται διὰ μόνον ἐκείνας τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων του, τὰς ὁποίας οὗτοι πράττουσιν ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητός των· δὲν εἶναι δὲ τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους ἀσφαλιστική τις ἑταιρία ἀποζημιοῦσα τὸν παθόντα ἰδιώτην διὰ πᾶσαν τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ πρᾶξιν. Ὅθεν ἄν τις ὑπάλληλος πράξῃ ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητος αὑτοῦ, ἐννοεῖται, ὅτι τὸ Δημόσιον οὐδαμῶς ὑποκύπτει εἰς τὴν προξενηθεῖσαν ζημίαν, διότι λογικῶς εἰκάζεται, ὅτι δὲν ἔδωκεν ἐντολὴν πρὸς τὸν ὑπάλληλον εἰμὴ πρὸς ἐνέργειαν ὡρισμένης τινος δημοσίας λειτουργίας, δὸν δὲ τὴν ἐντολὴν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην, πρέπει νὰ ᾖ ὡς ἐντολοδότης ὑπεύθυνος διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ἐντολοδόχου παράβασιν, κατὰ τοὺς γενικοὺς περὶ ἐντολῆς κανόνας· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει πάντοτε τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγωγῆς κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου. Νῦν δ’ ἐρωτῶ, τίς ἡ μείζων διὰ τὸν ἰδιώτην ἐγγύησις, ἡ ἀπὸ τοῦ Δημοσίου, ἢ ἡ ἀπὸ τοῦ ἀφερεγγύου ἴσως ζημιώσαντος ὑπαλλήλου; καὶ ὅμως οἱ προτείναντες, σκοποῦντες δῆθεν ν’ ἀσφαλίσωσι τὸν ἰδιώτην, δὲν ἐννοοῦσιν, ὅτι πράγματι ἀφαιροῦσιν ἀπ’ αὐτοῦ τὴν μόνην ἀποχρῶσαν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ αὐτὸς οὗτος ὁ Κύριος Πετσάλης, ὅστις ἔρχεται νὰ ζητήσῃ τὴν εὐθύνην τῶν ὑπαλλήλων, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τὸν ἀναφέρω, ὅτι ἤμην δικηγόρος τοῦ Δημοσίου εἰς μίαν δίκην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Πετσάλης ἐζημίωσε τὸ δημόσιον οὐ σμικρὰ, μὴ πρεσβεύων ὅμως τότε ὅ,τι σήμερον φρονεῖ, ἀντέταξεν, ἐπὶ δικαστηρίου, ἀνακοινωθείσης αὐτῷ ὑπὸ τοῦ δημοσίου τῆς κατ’ αὐτοῦ κινηθείσης παρὰ τοῦ ζημιωθέντος ἰδιώτου ἀγωγῆς, ὅτι αὐτὸς ὡς ὑπάλληλος δὲν εὐθύνετο εἰς ἀποζημιώσεις, ὡς ὑπακούσας εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ ἀνωτέρου του ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητος αὐτοῦ δοθεῖσαν αὐτῷ. Ἰδοὺ δὲ πῶς διέτρεξαν τὰ πράγματα· ὁ Κ. Πετσάλης ἦν Νομάρχης ἐπὶ τῆς κατὰ τὸ 1854 κατοχῆς, ὡς τοιοῦτος δ’ ἐξαπατᾷ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, προφορικῶς ὅμως καὶ οὐχὶ ἐγγράφως, ὅτι δῆθεν συνενοήθη μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου οἰκίας τινὸς μεμισθωμένης ὑπὸ τοῦ δημοσίου διὰ πολιτικὰς φυλακὰς, διὰ νὰ διαλύσῃ πρὸ τοῦ συμπεφωνημένου διὰ τὴν μίσθωσιν χρόνου τὴν μετ’ αὐτοῦ ἐνοικίασιν, καὶ νὰ ἐνοικιάσῃ ἄλλην οἰκίαν· ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν Κ. Ῥήγας Παλαμήδης ἐπίστευσε τὸν Κ. Πετσάλην καὶ τῷ ἔδωκε τὴν ἄδειαν· καὶ ἄλλη μὲν οἰκία ἐξεμισθώθη, ἀλλ’ ὁ τῆς πρώτης οἰκίας κύριος κινεῖ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἀξιῶν τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου δι’ ὅλον τὸν ὑπολειπόμενον τῆς μισθώσεως χρόνον· ἀνακοινοῦται ἡ δίκη εἰς τὸν Κ. Πετσάλην, οὗτος ὅμως ἀρνεῖται ὅτι εἶπεν, ὅσα εἶχεν εἰπεῖ τῷ ὑπουργῷ, περὶ διαλύσεως τῆς πρώτης μισθώσεως, ἐπειδὴ δ’ ὡς εἶπον, οὐδὲν ὑπῆρχεν ὡς Νομάρχου ἔγγραφον αὐτοῦ καὶ τὸν ἐπαχθέντα αὐτῷ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ὅρκον ἔλαβεν ὁ Κ. Πετσάλης, κατεδικάσθη μὲν τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ τὰ ἐνοίκια, ὁ δὲ Κ. Πετσάλης εὐγῆκεν ὡς ἡ τρίχα ἀπὸ τὸ ζυμάρι, ἔλαβε μάλιστα καὶ δικαστικὰ ἔξοδα ἐπιδικασθέντα αὐτῷ κατὰ τοῦ δημοσίου, διότι γνωστὸν εἶναι τοῖς πᾶσιν, ὅτι ὁ Κ. Πετσάλης οὐδὲ λεπτὸν χαρίζει. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ἐκ τοῦ λίαν πειστικοῦ παραδείγματος τούτου, ὅτι τοὺς μὲν πολίτας ἥκιστα ἀσφαλίζετε, ἀλλ’ ἐκθέτετε μᾶλλον, προστατεύετε δὲ πάντα ἀφερέγγυον, ἢ ἐπιτήδειον ὡς τὸν Κ. Πετσάλην, ὑπάλληλον, κατὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἂν στρέψῃ τὰ ὅπλα ὁ ἰδιώτης οὐδὲν θέλει λάβει καὶ θέλει στερηθῇ καὶ τῆς παρεχομένης νῦν εὐθύνης παρὰ τοῦ Δημοσίου, τοῦ ἠθικοῦ δηλονότι προσώπου, τοῦ διορίζοντος τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ διὰ τοῦτο φέροντος τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών των· καὶ πρέπει δικαίως νὰ τὴν φέρῃ, διότι αὐτὸ τοὺς ἐκλέγει καὶ διορίζει, ἑπομένως ἂν αὐτὰ τὰ ὄργανά του σφάλλωσιν, αὐτὸ, ὅπερ ἐξελέξατο αὐτὰ, πρέπει καὶ νὰ ὑποστῇ τὴν τιμωρίαν. Ὅταν δ’ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ὃ ἡ πενταμελὴς ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως, ἧς ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, συνέταξε καὶ σᾶς ὑπέβαλεν, ἐκεῖ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι διὰ νὰ προλαμβάνωνται αἱ καταχρήσεις τῶν δημοσίων λειτουργῶν ὡρίσθησαν προσόντα ἀνάλογα πρὸς τὴν δι’ ἕκαστον κλάδον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἀπαιτουμένην ἱκανότητα. Ὁ δὲ Κ. Ἀντωνιάδης στηρίζει τὴν τροπολογίαν του εἰς τὸ ὅτι ὅλοι οἱ πολῖται πρέπει νὰ ὦσιν ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου· τοιαῦτά τινα λέγει καὶ ὁ Κ. Πετσάλης εἰσάγων τὸ πρόσθετον 20 ἄρθρον καὶ προτείνων, κατὰ τὰ αὐτῷ εἰθισμένα, εἰς παράδειγμα τὴν Ἀγγλίαν· ἀλλὰ καί τοι πολλάκις ἤλεγξα αὐτὸν ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὴν Ἀγγλικὴν ἱστορίαν, οὗτος ἀνεπανορθώτως ἐπιμένει· ἴδωμεν δὴ ἂν τὸ συνταγματικὸν ἡμῶν δίκαιον διαφέρει τοῦ ἐκείνης· μὴ γὰρ ἐὰν ὑπουργὸς σφετερισθῇ τὴν περιουσίαν μου δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κινήσω κατ’ αὐτοῦ ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους; μὴ γὰρ ἐὰν μὲ ὑβρίσῃ, ἐὰν μὲ ληστεύσῃ δὲν ἔχω τὸ αὐτὸ δικαίωμα, καὶ ταῦτα ἐν Ἑλλάδι ὡς καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ; ποῦ λοιπὸν καὶ ποία ἡ διαφορά; ποῦ δ’ ἡ παράβασις τῆς μεταξὺ πολιτῶν ἰσότητος; Ἡ δ’ ἐξαιρετικὴ διαδικασία διὰ τοὺς ὑπουργοὺς δὲν λαμβάνει χώραν κατὰ τὰ ἰδιωτικὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἀδικήματα, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ κατὰ τῆς πολιτείας μόνα χωρεῖ, ὅταν δηλαδὴ ὡς ὑπουργὸς παραβῇ τὸ Σύνταγμα, τότε δὲν δικάζουσιν αὐτὸν τὰ συνήθη δικαστήρια ἀλλ’ εἰδικόν ἐστὶ δικαστήριον, ἡ Γερουσία, ἢ ἂν δὲν δεχθῶμεν Γερουσίαν, δέον νὰ συστήσωμεν ὡρισμένον ἄλλο δικαστήριον ἀνώτερον· καὶ διατὶ τοῦτο; διότι αἱ παρεκτροπαὶ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου εἰσὶ πολὺ ἐκτεταμέναι, πολὺ ἐλαστικαὶ, καὶ διὰ τοῦτο ἐκ φύσεως ἀπροσδιόριστοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ περιλάβητε αὐτὰς ἐν κώδικι νόμων, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ἁρμόζει νὰ ὑποβάλητε αὐτὰς εἰς τὰ συνήθη καὶ τακτικὰ δικαστήρια, διότι ἂν παραπέμψητε, φέρ’ εἰπεῖν, τοὺς ὑπουργοὺς νὰ δικάζωνται ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου, βεβαίως ὁ ὑπουργικὸς ὄγκος θέλει διαφύγει τὴν καταδίκην· εἰ δὲ ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, τοῦ τ’ ἀπαιτούμενα φῶτα, ποῦ δ’ ἡ ἀναγκαία εἰς πάντα δικαστὴν ἀπάθεια; Ἀλλὰ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ τίς ὁ δικάζων τοὺς ὑπουργούς; μὴ γὰρ εἶναι ὁ Σερίφ; μὴ γὰρ εἷς τῶν δώδεκα δικαστῶν ἢ οἱ ἔνορκοι; ὄχι· καὶ ἐκεῖ εἶναι ἡ Βουλὴ τῶν λόρδων, δηλαδὴ ἓν σῶμα πολιτικὸν, πεφωτισμένον, κραταιὸν καὶ διαδοχικὸν, μάλιστα μία βουλὴ, ἥτις εἶναι ὁ φρουρὸς τοῦ Πολιτεύματος, ἥτις δύναται ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ ἐκ τῆς δίκης καὶ καταδίκης ν’ ἀποδείξῃ καὶ πείσῃ πάντα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος παρεβίασε τὸν συνταγματικὸν νόμον. Ὅταν λοιπὸν κατηγορῇ μία Βουλὴ, καὶ δικάζῃ μία Γερουσία, ἐπίκεινται αὐτὰ τὰ δύο στοιχεῖα ὡς ἡ σπάθη τοῦ Δαμοκλέους ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν ὑπουργῶν, ἵνα ἐμποδίζωσι πᾶσαν κατάχρησίν των. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, Κύριοι, διὰ τοὺς ὑπουργοὺς ἡ ποινικὴ εὐθύνη ἡ μᾶλλον ἐπίφοβος, μᾶλλον δὲ φοβοῦνται οὗτοι τὴν πολιτικήν· πολὺ περισσότερον φοβοῦνται μὴ ἀπολέσωσι τὴν πλειονοψηφίαν, παρὰ τὴν καταδίκην των εἰς προσωπικὴν κράτησιν. Ποῖον κακὸν λοιπὸν εὑρίσκετε εἰς ταῦτα; ποίαν κατάργησιν ἢ ποίαν παρέκβασιν ἀπὸ τοῦ ἄρθρου τοῦ Πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οἱ πολῖται εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου; καὶ ὁ ὑπουργὸς ὡς ἄτομον, ὡς πολίτης, εἶναι ἴσος πρὸς πάντα ἄλλον συμπολίτην του· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν μετέρχεται τὸ ὑπεύθυνον ὄργανον ἄλλου ἀνευθύνου προσώπου, εἰς ὃ δέδοται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δίδει λόγον καὶ ὑπέχει εὐθύνας ἐνώπιον εἰδικοῦ δικαστηρίου. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ συστήσω πρὸς ὑμᾶς, νὰ μὴ ζητήσητε νὰ καταστήσητε τὸ Πολίτευμα κώδικα νόμων, διότι δύνασθε νὰ καταστήσητε αὐτὸ μίαν συλλογὴν νόμων ἀπειραρίθμων, ἀλλὰ τότε ἀντὶ νὰ φέρητε τὴν σαφήνειαν θέλετε συγχύσει τὸ πᾶν, διότι θέλουσιν ὑπάρχει ἐν τῷ πολιτεύματι ἀντιφάσκουσαι διατάξεις· θέλετε δώσει χώραν νὰ ζητῆται ἑκάστοτε τὸ σχόλιον μιᾶς διατάξεως ἐξ ἄλλου ἄρθρου, καὶ τοῦτο θέλει γεννᾷ ἀμφιβολίας· καὶ ἐπαναλέγω ὅτι, ἂν θελήσητε νὰ περιλάβητε τὸ πᾶν ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν θέλετε πράξει ἄλλο παρὰ νὰ παραλύσητε πᾶσαν ἐξουσίαν. Ἀρκέσθητε λοιπὸν εἰς τὴν μόνην σωτηριώδη ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἡμῶν ἔκρινε καλὸν νὰ καταχωρίσῃ ἐν τῷ Συντάγματι, τὴν ἀρχὴν τοῦ 19 ἄρθρου τοῦ σχεδίου, ὅτι διὰ τὰς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν πράξεις τῶν δημοσίων λειτουργῶν οὐδεμία ἀπαιτεῖται ἄδεια τοῦ ὑπουργείου πρὸς εἰσαγωγὴν αὐτῶν εἰς δίκην· ποῖαι δ’ εἰσὶν αἱ πράξεις αὗται, ὁ νόμος καὶ ἡ διοικητικὴ πεῖρα δὲν ἀφίνουσιν ἀμφιβολίαν. Ὁ Κ. Ἀντωνιάδης κατέκρινε τὰς διατάξεις τοῦ Ποιν. Νόμου, ὅστις ἐν ἄρθ. 97 λέγει, ὅτι διὰ τὰς πράξεις ἐκείνας δι’ ἃς ὀφείλει ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ὑπακοὴν πρὸς τὴν ἱεραρχικῶς προϊσταμένην καὶ ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητός της διατάττουσαν αὐτὸν ἀρχὴν, ἡ μὲν προστάττουσα ἀρχὴ ὑπέχει μόνη τὰς εὐθύνας, ὁ δ’ ὑπείκων ὑπάλληλος ἐξαιρεῖται τῆς ποινῆς. Ἠπόρησα, Κύριοι, τὸ ὁμολογῶ, ὅτε ἤκουσα ἀνδρὸς τοσοῦτον περὶ τὰ διοικητικὰ, πεπειραμένου, οἷος ὁ ἔντιμος φίλος μου Κ. Ἀντωνιάδης, νὰ κατακρίνῃ τὴν διάταξιν ταύτην. Καὶ ὅμως ἀνάγκη εἶναι νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διάταξις, ἄλλως παραλύετε τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν ὁ ὑποδεέστερος ὑπάλληλος ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ καὶ ἐπικρίνῃ τὴν διδομένην αὐτῷ διαταγὴν τῆς προϊσταμένης αὑτοῦ ἀρχῆς, καὶ νὰ λέγῃ εἰς τὸν Ὑπουργόν, Κύριε Ὑπουργὲ, φοβοῦμαι τὴν εὐθύνην, δὲν ἐκτελῶ τὴν διαταγήν σου, βεβαίωσόν με ὅτι δὲν εὐθύνομαι, ἂν τὴν ἐκτελέσω, δὲν θέλει εἶσθαι παράλογον νὰ ὑπέχῃ εὐθύνας ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ διαταγὰς εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ὑπαλλήλους; Δὲν θέλετε ἆράγε καταστρέψει οὕτως ἄρδην πᾶσαν ἱεραρχικὴν τάξιν; δὲν ἐγείρετε οὕτω, καὶ δὲν κατασταίνετε τὸν ὑπάλληλον δικαστὴν τῶν παρὰ τοῦ ἀνωτέρου του διαβιβαζομένων πρὸς αὐτὸν διαταγῶν; Ὁ ὑπάλληλος λοιπὸν ὀφείλει ὑποταγὴν, καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητος τῆς προσταττούσης ἀρχῆς διαταγὰς, διότι εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ἐπιτάξας ἀνώτερος, ὁ δ’ ἀνώτερος οὗτος ὡς μᾶλλον πεφωτισμένος καὶ γινώσκων διὰ τίνων λόγων ἔχει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαταγὴν αὐτὴν, βεβαιώθητε, ὅτι θέλει σταθμίσει πολὺ καλλίτερον τὴν εὐθύνην παρὰ ὁ ὑποδεέστερος ὑπάλληλος· ἐὰν δὲ ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ἔπραξε χωρὶς νὰ λάβῃ διαταγὴν, ἢ ὑπήκουσεν εἰς διαταγὴν ἀνωτέρου τινὸς ὅλως ξένην τῇ ἁρμοδιότητι αὐτοῦ, τότε οὐδ’ ὁ ποινικὸς νόμος ἐξαιρεῖ τὸν ὑπάλληλον τῆς εὐθύνης, ἀλλὰ κατὰ τὰς περιστάσεις ἔσται συναυτουργὸς ἢ συνεργὸς τῷ ἐπιτάξαντι τὴν πρᾶξιν· οὕτως ἐν παραδείγματι, ἂν εὑρέθη μωρός τις ὑπουργὸς, ὅστις διέταξε τὸν ὑπάλληλόν του νὰ ἐπέμβῃ παρανόμως εἰς τὰς ἐκλογὰς, νὰ νοθεύσῃ τὰς κάλπας, ἢ νὰ φονεύσῃ τοὺς ἀντιπάλους τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ ὅμοια, ὤ! βεβαίως ἡ τοιαύτη διαταγὴ εἶναι προφανῶς ἀντιβαίνουσα εἰς τοὺς νόμους, ἐξέρχεται τῆς ἱεραρχικῆς ἁρμοδιότητος, καὶ ἂν ὁ ὑπάλληλος ἐκτελέσῃ αὐτὴν συνευθύνεται καὶ αὐτὸς τῷ ἀνωτέρῳ του. Διὰ ταῦτα προτείνω ὑμῖν, Κύριοι, ἀμφοτέρων τῶν ἄρθρων τοῦ Κ. Πετσάλη, ὡς καὶ τῆς τροπολογίας τοῦ Κ. Ἀντωνιάδου νὰ καταψηφίσητε, διότι ἄλλως θέλετε καθιερώσει τὴν καταστροφὴν πάσης τάξεως ἐν τῇ πολιτείᾳ, πάσης ὑποταγῆς, πάσης ἱεραρχίας, καὶ θέλετε καταστήσει τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος ἀληθῆ τραγέλαφον, καὶ τὴν Ἑλλάδα ἀληθῶς μοναδικὸν παράδειγμα ἔθνου; εἰς διηνεκῆ διατελοῦντες διάστασιν πρὸς τὸν ὀρθὸν λόγον, τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ πολίτου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μαρῖνος εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα;
§37ΜΑΡΙΝΟΣ. Βεβαίως εἶχον νὰ λαλήσω κατὰ τῶν προτάσεων τοῦ Κ. Πετσάλη, ἀλλ’ ἀφοῦ ὡμίλησεν ἄλλος ἐπιφυλάττομαι
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μετὰ τὸν Κ. Πετσάλην. Γνωστοποιῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὁμοία τροπολογία μὲ τὴν τοῦ Κ. Πετσάλη ὑπεβλήθη πρὸ ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ Κ. Ῥοντίρη· εἰς τὰς τροπολογίας τοῦ Κ. Ῥοντίρη εὑρίσκεται ὡς 21 ἄρθρον τὸ ἑξῆς. «Ἄρθρον 21. Πᾶσα ἐν γνώσει γινομένη προσβολὴ δικαιώματος οἱουδήποτε εἴτε ἀστικοῦ εἴτε πολιτικοῦ, διαπραττομένη ὑπὸ ὑπουργοῦ ἢ ὑπαλλήλου, ἢ καὶ προσώπου τινὸς οἱουδήποτε παράγει ὑπὲρ τοῦ ἀδικηθέντος ἀγωγὴν προσωπικὴν περὶ ἀποζημιώσεως ἢ ἱκανοποιήσεως· καὶ διὰ μὲν τὰ ἀστικὰ δικαιώματα τηροῦνται ὡς πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν οἱ σχετικοὶ νόμοι, διὰ δὲ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τὸ ποσὸν τῆς ἱκανοποιήσεως ὁρίζεται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν ὑλικῶν ζημιῶν· πάντοτε δὲ ἡ ἱκανοποίησις δὲν δύναται νὰ ᾖναι κατωτέρα τῶν 500 δραχμῶν.»
§39ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ὑπῆρξε μεγάλη σύγχυσις εἰς τοὺς ἀγορεύσαντας κατὰ τῶν προτάσεών μου· ἡ σύγχυσις αὕτη ἠμπορεῖ νὰ προέρχεται ἀπὸ μίαν ἰδιοπαθῆ κατάστασιν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐλάλησαν, ἢ ἀπὸ τὸ σύστημα τῶν ἰδεῶν των· καὶ ὅτι μὲν ἔχω δίκαιον ἀπόδειξις εἶναι αἱ ἴδιαι προτάσεις μου. Ἐγὼ τὸ ἄρθρ. 19 τὸ παραδέχομαι οἷον ὑπάρχει, καὶ τὸ ἀναφέρω παρακατιὼν καὶ εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, παντάπασι δὲν ἐμνήσθην τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ· τὸ ἄρθρον τὸ παραδέχομαι μὲ μίαν προσθήκην, ἀλλὰ περὶ τούτου γίνεται λόγος παρακατιών. Οὔτε λοιπὸν ὑπὸ τίνων πρέπει νὰ δικάζωνται οἱ ὑπουργοὶ, οὔτε, ποῖα εἶναι τὰ ἁρμόδια σώματα, διὰ νὰ δικάζουν τὰ τῶν ὑπουργῶν ἐγκλήματα, περιλαμβάνουν αἱ προτάσεις μου. Αὐτὰ εἶναι πράγματα τόσον κοινὰ, τόσον τετριμμένα, ὥστε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔρχονται νὰ κάμωσιν ἐπιδείξεις ἀπὸ τοῦ βήματος ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ὑποθέτουσι τὴν Συνέλευσιν, ὅτι πρώτην φορὰν ἀκούει περὶ Συντάγματος. Εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδείς ποτε ἠμφισβήτησε καὶ οὐδείς ποτε θέλει ἀμφισβητήσει· ἐγὼ ὡμίλησα καὶ ἰσχυρίσθην, μόνον καθόσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς ἰδιώτας, οὐχὶ τὰς σχέσεις αὐτῶν πρὸς ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, ὄχι τὰς σχέσεις αὐτῶν πρὸς τοὺς θεσμούς· διότι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ὁρίζονται εἰδικῶς εἰς τοὺς ποινικοὺς νόμους ἑκάστου ἔθνους· καὶ ἡ καταδίωξις καὶ ἀπόδειξις αὐτῶν εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς πρόσωπα ὡρισμένα· ἐνδιαφέρεται μὲν ἡ κοινωνία ὁλόκληρος, ἀλλ’ ἐνδιαφέρεται ἐμμέσως. Ὁ Κύριος πληρεξούσιος Ἰθάκης, ὁ ὁποῖος ἔχει μακροχρόνιον πεῖραν δικαστικὴν, διότι ὑπῆρξε καὶ Εἰσαγγελεὺς, καὶ Ἐφέτης, καὶ Δικηγόρος καὶ νῦν Ἀρειοπαγίτης, δύναμαι νὰ τῷ εἴπω μετὰ θάῤῥους, οὐδόλως διεσαφήνισε τὴν ὑπόθεσιν ὁμιλήσας. Ἐνῷ ἐπεκαλέσθην τὴν ἰδιαιτέραν πεῖραν τοῦ ἐδῶ τόπου, καὶ μάλιστα προεκάλεσα, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς ὅσοι κέκτηνται τὴν πεῖραν αὐτὴν νὰ ἔλθωσι νὰ διαφωτίσωσι τὴν Συνέλευσιν, αὐτὸς, εἷς τῶν παλαιοτέρων, κατ’ οὐδὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν ὀρθὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, διότι ἀναχωρήσας ἀπὸ μίαν ἰδέαν πολὺ σφαλερὰν καὶ πολὺ ψευδῆ, ὅτι δὲν εἶναι τὸ Ῥωμ. Δίκαιον, ὅπερ ὑποστηρίζει τὴν ἀρχὴν τῆς καταδίκης τοῦ Δημοσίου διὰ τὰ ἐγκλήματα τῶν ὑπαλλήλων, ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι τῶν φιλελευθέρων, τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν ἡ ἀρχὴ αὕτη. Ἀλλά, πρὸς Θεοῦ, ὁ Κ. Κυπαρίσσης μὲ τόσην μεγάλην πεῖραν 35 καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀγνοεῖ ὅτι, τὰ δικαστήρια ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐφαρμόζουν εἰμὴ μόνον τὸ Ῥωμ. Δίκαιον; Πόθεν ἀλλοῦ ἐπήγασαν ὅλαι αὐταὶ αἱ μέχρι σήμερον εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου καταδίκαι, αἵτινες ἀναβαίνουν εἰς ἓν ποσὸν 10,000,000 παρὰ ἀπὸ τὸ ἐν ἰσχύϊ παρ’ ἡμῖν Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον; Εἶναι προσβολὴ κατὰ τῶν δικαστηρίων ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν ἔχουσι κανόνα τῶν πράξεών των, ἀλλ’ ὅτι δικάζουσιν αὐθαιρέτως, διότι τὶ ἄλλο εἶναι, ὅταν λέγωμεν, ὅτι τὰ δικαστήριά μας δὲν ἐφαρμόζουν εἰς τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος δίκας τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, ἀλλὰ προστρέχουν εἰς ξένας φιλελευθέρας νομοθεσίας, εἰμὴ ὅτι δικάζουν αὐθαιρέτως; Ὁ δικαστὴς παρ’ ἡμῖν δὲν ἔχει καθῆκον νὰ ἐρευνᾷ ποία τῶν ξένων νομοθεσιῶν στηρίζεται εἰς ἀρχὰς φιλελευθερωτέρας, δικαιοτέρας, καὶ ἐκεῖθεν νὰ ὁδηγῆται εἰς τὰς ἀποφάσεις του, ἀλλ’ ἀναγκάζεται νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, ὡς στηριζομένους εἰς ἧττον φιλελευθέρας ἀρχάς, διότι τοιοῦτον καθῆκον τῷ ἐπιβάλλεται, ὅπως μὴ ἦναι αὐθαίρετος. Εἰξεύρω λοιπόν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἰσχύει εἰμὴ τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, καὶ πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, διὰ νὰ ἦναι νόμιμοι, δὲν δύνανται νὰ στηρίζωνται, εἰμὴ ἐπ’ αὐτοῦ. Ὅ,τι ἐλάλησα λοιπὸν καὶ ὅ,τι εἶπον κατὰ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, εἶναι ὀρθότατον, καὶ πραγματικώτατον. Συγχαίρω πολὺ τὸν πληρεξούσιον Κρήτης Κύριον Σπ. Ἀντωνιάδην, καὶ λαμβάνω ἤδη ἀφορμήν, ὄχι πρώτην φορὰν, ἀλλὰ πλειστάκις ἤδη νὰ ἀναγνωρίσω τὴν μεγάλην πεῖραν, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος Ἀντωνιάδης, διατελέσας ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους μέχρι τοῦ νῦν δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ διαπρέψας ἐν ταῖς μεγαλητέραις θέσεσιν, ἠμπόρεσε νὰ ἀποκτήσῃ. Ἐκ πολλῶν τεκμηρίων ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ Κύριος Ἀντωνιάδης δὲν ὑπῆρξεν ὄργανον τυφλὸν, τὸ ὁποῖον ὡς μηχανὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ ὠφεληθῇ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὄργανον ἠθικὸν, τὸ ὁποῖον ἐσπούδασεν αὐτὴν, καὶ ἀνεγνώρισε τὰς ἐλλείψεις της. Ὅθεν πεισθεὶς ὑπὸ τῶν ἐλλείψεων τούτων σήμερον, παρουσιασθείσης ἀφορμῆς, ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν προσοχήν της, ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι σοβαρώτατον. Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, τὸ λέγω μετὰ πλήρους πεποιθήσεως, ὅτι οὔτε ἐλευθερίαν ἕξομέν ποτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὔτε Κράτος ἀνεξάρτητον οἰκονομικῶς, ἐὰν βαδίζωμεν μὲ αὐτὴν τὴν ὀλιγωρίαν ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Πᾶσα ἀφαίρεσις ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ ἰδιώτου, ἐνασχολουμένου εἰς τὰ οἰκονομικά του, πᾶσα ἀφαίρεσις, ἥτις δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, εἶναι κλοπὴ, εἶναι ἁρπαγή. Ὁ λαὸς φορολογεῖται καὶ πρέπει νὰ φορολογῆται, καθόσον ἡ ἀνάγκη εἶναι νόμιμος, καθόσον εἶναι ἀποδεδειγμένη, δὲν εἶναι δὲ ἀποδεδειγμένη ἡ ἀνάγκη, δὲν εἶναι νόμιμος, ὅταν ὁ λαὸς καταδικάζεται νὰ πληρώνῃ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ὑπαλλήλων. Ποτὲ δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ διορθώσητε μίαν κακὴν Κυβέρνησιν, ποτὲ δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ συστήσητε ἠθικὴν Κυβέρνησιν ἐν ᾧ τόπῳ ἐν ὅσῳ δὲν ἰσχύει ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἕκαστος ὑπάλληλος εὐθύνεται διὰ τὰ ἔργα του. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι εἷς, ὅστις δὲν ἔχει τίποτε νὰ ἀπολέσῃ, ἠμπορεῖ εὐκολώτερον εὑρισκόμενος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ παρανομήσῃ· εἶναι ἐντελῶς ἄτοπον, διότι ὅστις δὲν ἔχει ἄλλο ἐπάγγελμα παρὰ τὸ τοῦ ὑπαλλήλου, ἔχει συμφέρον, φερόμενος καλῶς, νὰ διατηρηθῇ ὅσον ἔνεστι περισσότερον χρόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὁ τοιοῦτος τὴν ὑπηρεσίαν ἔχει ὡς πόρον ζωῆς. Ποῖος ἄρα εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει ἀποφασίσει νὰ καταστρέψῃ τὸν ἑαυτόν του, ἐν γνώσει τῶν συνεπειῶν τῆς πράξεώς του, ὅπως ἐπιφέρῃ ἄδικον ζημίαν κατὰ ἀτόμου, καὶ νὰ ἀπολέσῃ οὕτω τὴν ὑπηρεσίαν του, νὰ καταδιωχθῇ ὁ ἴδιος εἰς τὰ δικαστήρια δι’ ἀποζημίωσιν καὶ νὰ φυλακισθῇ; αὐτὴ εἶναι ἄτοπος ὑπόθεσις. Τέλος πάντων, Κύριοι, εἰρήσθω καὶ τοῦτο· τί πταίει ὁ λαὸς, ἐὰν μία Κυβέρνησις μεταχειρίζεται καὶ ἀφερεγγύους ὑπαλλήλους; Ποῖον εἶναι τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τοῦτο αὐτὸς ὁ δυστυχὴς λαός; Συνεβουλεύθη, ἠρωτήθη ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις διορίζει; Οὐδέποτε περὶ αὐτῶν ἐρωτᾶται, οὐδέποτε περὶ αὐτῶν συμβουλεύεται. Δὲν θέλω, διότι εἶναι πολὺ μικροπρεπὲς, νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ἐὰν γνωρίζω ἢ δὲν γνωρίζω τὴν Βελγικὴν νομοθεσίαν, αὐτὰ εἶναι παιδαριώδη ἐπιχειρήματα, μικρόλογα καὶ ἀνάξια ἀνθρώπων σπουδαίων ὁμιλούντων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Συνελεύσεως· ὅστις θέλει νὰ ἐξελέγξῃ τὸν ἄλλον σφάλλοντα δὲν πρέπει νὰ τὸν ἐξελέγξῃ διὰ λέξεων καὶ φράσεων πρέπει νὰ τὸν καταδεικνύῃ ψευδόμενον διὰ τῶν πραγμάτων καὶ διὰ μαρτυριῶν, ἐκτὸς δὲ, ὅτι αἱ συζητήσεις ἐνταῦθα εἶναι ἐλεύθεραι καὶ δημόσιαι, ἀλλὰ προσέτι ὑπάρχει ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου, εἰς τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ καταφύγῃ καὶ νὰ γράψῃ, διότι ἐνδέχεται ἐνταῦθα νὰ μὴν ἔχῃ πρόχειρα τὰ μέσα τοῦ νὰ ἐξελέγξῃ ἕτερον. Ἐὰν νομίζῃ ὅμως καὶ πιστεύῃ, ὅτι οὗτος λανθάνεται, καὶ δὲν ἔχει προχείρους τὰς ἀποδείξεις τίποτε δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ φέρῃ καὶ μετὰ ταῦτα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τοιαύτας ἀποδείξεις διὰ τοῦ τύπου. Εἶναι τῷ ὄντι ἁπλῆ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν πράττει ὁ Κ. Κυπαρίσσης, ὅτι δὲν γνωρίζει ἄλλο φιλελεύθερον Σύνταγμα ἀπὸ τὸ τοῦ Βελγίου· καὶ ἡμεῖς αὐτὸ ἀντεγράψαμεν κατὰ τὰ 44, αὐτὸ μέχρι τῆς τοῦ 8βρίου μεταπολιτεύσεως μᾶς ἐδιοίκησε. Δυσκολεύομαι ὅμως νὰ βεβαιώσω κατὰ πόσον αὐτὸ μᾶς ἔκαμε νὰ προοδεύσωμεν. Τὰ ἀποτελέσματά του εἶναι γνωστά. Κατ’ εὐτυχίαν ὅμως ἐγὼ γνωρίζω καὶ ἕτερον καλλίτερον Σύνταγμα, τὸ Ἀγγλικὸν, καὶ ἐπειδὴ εἶναι φυσικὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὅταν πρόκηται νὰ ἀπολαύσῃ τι, νὰ ζητῇ τὸ καλλίτερον, καὶ βεβαίως ἐνταῦθα δὲν πρόκειται νὰ ἀπολαύσωμεν ἀτομικόν τι, ἀλλὰ γενικὸν, ἀπὸ τοιούτου ζήλου κινούμενος, ἔλαβον τὴν τόλμην καὶ τὸ θάῤῥος νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ πόρισμα τῶν σκέψεών μου, τὸ ἐξαγόμενον τῶν ἐκ τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος ἰδεῶν μου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιχείρημα ἐὰν ὁ ὑπάλληλος ᾖναι ἀφερέγγυος, διότι αὐτὸ θὰ ᾖναι παράδειγμα σπάνιον μεταξὺ πολλῶν ἐναντίων· ὁσάκις νομοθετεῖται ἐκεῖνα δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν τὰ ὁποῖα σπανίως συμβαίνουν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτο ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι θὰ ᾖναι ἀφερέγγυοι, εἶναι ὑπόθεσις ἄτοπος, διότι τότε πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν πολὺ ἀλλέως συγκειμένην ἀφ’ ὅ,τι εἶναι ὅλαι αἱ κοινωνίαι τοῦ κόσμου, ὅπου οἱ ὑπάλληλοι λαμβάνονται ἐκ μιᾶς τάξεως τῆς κοινωνίας, ἥτις δὲν εἶναι πάντη ἄμοιρος, δὲν εἶναι ἐκ τῶν θητῶν. Ὅτε εἶπον, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀγγλίας ἠμπορεῖ νὰ φερθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, δὲν ἠννόησα νὰ φερθῇ δι’ ἔγκλημα, ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ ἀστικῆς ἀποζημιώσεως, περὶ ἀγωγῆς ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ὄχι περὶ κατηγορίας ποινικῆς, αὕτη ἀναμφισβητήτως δὲν δικάζεται ὑπὸ τῶν κοινῶν Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ὁ Κ. Κυπαρίσσης ὄχι βεβαίως δι’ ἰσχυρῶν ἀποδείξεων καὶ διὰ λογικῶν ἐπιχειρημάτων ἤθελε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὸ τοῦτο ὑπάρχει καὶ ἐν Ἑλλάδι. Τί νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι; Ζήσας καὶ ἐγὼ εἰς αὐτὸν τὸν τόπον καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀσχοληθεὶς ὡς δικηγόρος μέχρι τοῦ 43, εἶμαι μάλιστα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφήρμοσαν πρῶτοι τὴν νομοθεσίαν αὐτὴν τὴν ὑπάρχουσαν.
§40ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Μίαν διασάφησιν παρακαλῶ. Εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ ἐγκαλῆται ποινικῶς ὁ ὑπάλληλος;
§41ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὕστερον, ἀφοῦ τελειώσω. —Ὑπάρχει ἄρθρον τῆς πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀγωγὴ εἶναι δεκτὴ, ἀλλ’ ἐξαιρεῖ περίστασίν τινα, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν συγχωρεῖται εἰς τὰ δικαστήρια νὰ ἐπιληφθῶσιν. Ὁ Νομάρχης δύναται δι’ ἐγγράφου του ν’ ἀφαιρέσῃ τοιαύτην δίκην ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ὡς δῆθεν ὑπάρχοντος ἐν αὐτῷ διοικητικοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον μένει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς νὰ τὸ δικάσῃ· ἐκτὸς δὲ τούτου ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν τὸ παράδειγμα τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν αὐτὴν νομοθεσίαν ὡς ἡμεῖς, καὶ ἐπηρεαζόμεθα ἀπ’ αὐτὰ καὶ ποδηγετούμεθα. Εἶναι λοιπὸν βέβαιον καὶ τοῦτο, ὅτι πᾶν ὅ,τι σαφῶς δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν κοινῶν Δικαστηρίων ἡ ἐξουσία δύναται νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ ἐξ αὐτῶν, ὡς διοικητικόν. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχει καὶ ὁ περὶ κακοδικείου νόμος, περιορίζων τὸ δικαίωμα τῆς ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Κατὰ τὸ Ἀγγλικὸν Σύνταγμα, τὰ ἀστικὰ Δικαστήρια ἔχουν ἀπεριόριστον δικαιοδοσίαν καὶ ἁρμοδιότητα, δικάζουν περὶ πάσης ὑποθέσεως, καὶ ἑκάστη ὑπόθεσις δύναται νὰ διατυπωθῇ εἰς ἀγωγήν. Ἕνας, ὅστις εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀπεκλείσθη διὰ τῆς βίας ὑπὸ τῶν προϊσταμένων ἐπ’ αὐτῶν ὑπαλλήλων, δύναται νὰ φέρῃ ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον παρ’ ἡμῖν. Εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι μόνη ἡ σύγχυσις ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ εἴς τινας τὴν ἰδέαν, ὅτι θέλω ν’ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὰ νομοθετικὰ σώματα τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα αὐτῶν εἰς τὸ ἐλέγχειν τὰς ἐκλογὰς, ἀκυροῦν καὶ ἐπικυροῦν αὐτὰς καὶ ὅτι ζητῶ ἀναστολὰς καὶ ἀναβολὰς διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τῶν νομοθετικῶν σωμάτων εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν γενομένων ἐκλογῶν. Ὅλα ταῦτα ὑπάρχουν μόνον εἰς τὴν φαντασίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ εἶπον, ἐγὼ μόνον ἠθέλησα νὰ καθιερώσω τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως δι’ ἀστικῆς ἀγωγῆς· τὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα τῶν νομοθετικῶν σωμάτων μένουν ἀνεπηρέαστα, ὡς καὶ τὰ δικαιώματα τῶν Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἀσκοῦν ἐπὶ τῆς ἰδίας ὑποθέσεως καθήκοντα ἄλλης φύσεως, ἔπρεπε ὡσαύτως νὰ ἦναι ἀπαραβίαστα. Ὅταν, Κύριοι, νομοθετικὸν σῶμα κυρίαρχον, ὁποῖον τοῦτο, ὕστερον ἀπὸ ἐπανάστασιν καὶ μετὰ πεῖραν τοσούτων ἐτῶν σκανδαλώδη, δὲν ἔχῃ ὀλίγην φιλανθρωπίαν, ὀλίγην συνείδησιν δι’ αὐτὸν τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος γυμνόνεται, λῃστεύεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, πρέπει τῷ ὄντι νὰ ἀπελπισθῇ τις. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὑπῆρξαν συνεννοήσεις, καὶ τὸ λέγω μὲ πλήρη συνείδησιν, μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ ὑπαλλήλων διὰ νὰ φορολογήσωσι τοιουτοτρόπως τὸ δημόσιον, καὶ ἴσως ἀκόμη ὁλονὲν γίνονται. Ἀγωγαὶ τοιαῦται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καθ’ ἑκάστην εἰσάγονται, κατ’ αὐτὰς δὲ ἐπαρουσιάσθη τοιαύτη παρ’ ἑνὸς τῶν πληρεξουσίων τῆς συμπολιτεύσεως καὶ πενθεροῦ ἑνὸς τῶν ὑπουργῶν, διὰ 300,000 δραχμῶν, ἐνῷ οἱ ἐνάγοντες χρεωστοῦν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ διὰ τοιούτων ἀγωγῶν ζητοῦν ν’ ἀποφύγουν οὐ μόνον, ὅσα πράγματι ὀφείλουν, ἀλλὰ καὶ νὰ λάβουν. Ἡ πρώτη εὐλάβεια ἑνὸς νομοθετικοῦ σώματος εἶναι ἡ εὐλάβεια πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ πρὸ πάντων τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οὔτε φιλοδοξίαν, οὔτε ἀπαιτήσεις θέσεων, ἀλλ’ ἐργάζεται καὶ τρέφει τὴν ἄλλην κοινωνίαν.
§42ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡ εὐλάβεια πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν ἄλλων πολιτῶν εἶναι καθῆκον καὶ παντὸς ἰδιώτου, ἢ ὄχι;
§43ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς ἀνεγνωρισμένους ἀκαταλογίστους, ὡς σὲ, δὲν ἀπαντῶ. Ἐσὲ πάντοτε περιεφρόνησα.
§44ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Σεμνύνομαι, ὅτι δὲν καταλογίζομαι ἀπὸ ἀδίκων, καὶ ὅτι δὲν χαίρω τὴν εὔνοιάν σας.
§45ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Ἀντωνιάδης, τὴν αὐτὴν ἰδέαν ἐκφράζει, ἀλλὰ τὴν προσθέτει εἰς τὸ ἄρθρον 19, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε καὶ τὴν ἀνάπτυξιν· ἐγὼ ὅμως ἀποφεύγω τὰς εἰδικότητας, διότι αἱ εἰδικότητες δίδουν ἀφορμὴν εἰς ἀμφισβητήσεις. Τὰ εἰδικὰ εἶναι ἔργα τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ ἐφαρμόσουν τὴν ἀρχήν· ἐγὼ μόνον ἤθελον νὰ καθιερώσω τὴν ἀρχὴν, μίαν ἠθικὴν, συνταγματικὴν καὶ ἀστικὴν ἀρχὴν, ὅτι ἕκαστος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις του, καὶ ἐδῶ τὸ ἕκαστος δὲν ἀναφέρεται καὶ εἰς τὸ ἠθικὸν πρόσωπον, τὸν λαὸν, διότι σᾶς εἶπον ὅτι οὗτος οὔτε ἐρωτᾶται, οὔτε συμβουλεύεται περὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὑπαλλήλων της, ἀλλ’ ἀναφέρεται εἰς τὸ ἀμέσως ἐνεργοῦν πρόσωπον. Ἡ ἐντολὴ, ἥτις δίδεται ἀπὸ τὸν λαὸν εἰς σύστασιν Κυβερνήσεως, εἶναι ἐντολὴ γενική. Καὶ εἶναι μία τῶν ἀποφάσεων, εἰς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἔδωσεν ὁ λαὸς τοιαύτην ἐντολὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ὁ ὑπάλληλός της ζημιώσῃ τινά; Ἀλλὰ κυρίως δὲν εἶναι ἐντολὴ, ἐξ ἧς πηγάζει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι συμφωνία (pactum) Οἱ ἄνθρωποι θυσιάζουν ἓν μέρος τῶν ἐλευθεριῶν των καὶ ἀσφαλίζουν εἰς ἑαυτοὺς ἓν ἕτερον, αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγεται residuum. Τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο τῆς ἐλευθερίας των δὲν τὸ θυσιάζουν, δίδοντες εἰς τοὺς ἄλλους τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι λοιπὸν συμφωνία, δὲν εἶναι ἐντολή. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος παραβαίνω τὴν συμφωνίαν, εἶμαι ἀτομικῶς ὑπεύθυνος, δὲν εἶναι ὁ ἐμμένων ἐντὸς τῶν συμφωνιῶν. Ἔρχομαι τώρα, Κύριοι, εἰς τὸ Βʹ. ἄρθρον. Ἐπειδὴ ὁ Κ. Κυπαρίσσης μὲ προεκάλεσεν, ἀναγκάζομαι νὰ προτείνω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως μίαν ἀλήθειαν, καὶ προκαλῶ πάντας ἰδιαιτέρως μετὰ ταῦτα νὰ μελετήσουν νὰ μὲ ἐξελέγξουν ψευδόμενον. Ὅλοι οἱ Ἄγγλοι συγγραφεῖς, ὅσοι συνέγραψαν περὶ τῆς συνταγματικῆς ἱστορίας τῆς Ἀγγλίας, ἰσχυρίζονται, ὅτι ἄνευ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προτείνω ἐνταῦθα, ἤτοι τῆς ἀπολύτου δικαστικῆς δικαιοδοσίας καὶ τῆς χειραφετήσεως τῆς διοικητικῆς καὶ δημοτικῆς ἀρχῆς, παρ’ αὐτοῖς εἰς οὐδὲν ἤθελον χρησιμεύσει ὅλαι αἱ ἐλευθερίαι, διότι τὸ μόνον καταφύγιον, εἰς τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ προστρέχωσιν, εἶναι τὰ δικαστήρια διὰ πᾶσαν παρανομίαν. Αὐτὸ εἶναι, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ σεβαστὰ τὰ δικαιώματα πάντων, καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ὅταν ὑπάρχῃ μία παράνομος Κυβέρνησις, ἓν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν λογίζεται τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἠδυνήθη νὰ σχηματίσῃ πλειοψηφίαν ἐντὸς τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, κᾀμμία ἐγγύησις δὲν μένει εἰς τὸν πολίτην διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν προσωπικῶν του ἐλευθεριῶν, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν ἀνωτέρω ἐγγύησιν. Τὰ νομοθετικὰ σώματα, ἀπασχολούμενα ἐπὶ γενικῶν ἀντικειμένων, ὀλίγην προσοχὴν πολλάκις προσφέρουν εἰς ἰδιαίτερα παράπονα, ἐὰν δὲν ᾖναι παράπονα ἰσχυροῦ. Ἔχομεν παραδείγματα τοιαῦτα ἄπειρα εἰς τὴν ἱστορίαν. Μόνη δὲ ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ἐπιζητῶ δι’ ἕκαστον πολίτην, τὸ νὰ δύναται νὰ προστρέχῃ εἰς τὸ δικαστήριον διὰ τὴν παραβίασιν οἱωνδήποτε δικαιωμάτων του καὶ νὰ ζητῇ ἱκανοποίησιν, αὐτὸ εἶναι, τὸ ὁποῖον θὰ καταστήσῃ ἀσφαλῆ αὐτὰ τὰ δικαιώματά του. Ὅλως διόλου, Κύριοι, ἀνοικείως καὶ ἀναρμοδίως τις, πλαστογραφῶν καὶ νοθεύων πράγματα, διότι εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ ἀποδειχθοῦν, μοὶ ἀπέδωσεν ἰδέας καὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρξαν ποτέ. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον γνωρίζει ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἡ Συνέλευσις, οἱ Ἑπτανήσιοι δὲ πρὸ ὀλίγου, ἐθεωρήθη ἀείποτε ἀκαταλόγιστος διὰ τὴν τρέλλαν του καὶ διὰ τὰ ποταπὰ πάθη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κινεῖται.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ πρόκειται περὶ τοῦ Συντάγματος.
§47ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὲ προσέβαλε προσωπικῶς καὶ πρέπει νὰ ἀπαντήσω. — Ἀπορῶ μάλιστα διὰ τὴν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἀνοχὴν τῆς Συνελεύσεως· μέχρι τοῦδε ἐσώθη τοῦ νὰ κηρυχθῇ δι’ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως οἷος εἶναι, διότι γίνεται ἐναλλὰξ ὄργανον τυφλὸν καὶ ἐμπαθὲς σκανδάλου πότε ἀπὸ τὸ ἓν καὶ πότε ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, τούτου ἕνεκεν καὶ αἱ δύο μερίδες τὸν ἀνέχονται. Κύριοι, ἐπειδὴ ἀνέφερε πρᾶξίν μού τινα δημοσίαν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ, τὴν μαρτυρίαν τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ κατόπιν τοῦ Κ. Ῥήγα Παλαμήδη, οἵτινες εἶναι παρόντες. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, διότι ὑπερησπίσθην κατ’ αὐτοῦ μίαν χήραν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει νὰ καταπιέσῃ διὰ νὰ λάβῃ παρ’ αὐτῆς 50 δραχ... (ἡ ἀπόφασις εἶναι εἰς τὸ ἐνταῦθα πρωτοδικεῖον). Ἐνταῦθα ἀναβαίνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ Κ. Πυλαρινὸς ὡς γεροντότερος. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκηρύχθη κατ’ ἐμοῦ. Τούτου ἕνεκα ἐξηπάτησε τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν Κύριον Βούλγαρην καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσε πρὸς ἐκδίκησιν ἀγωγήν τινα τοῦ Μαντσάρη κατὰ τοῦ δημοσίου περὶ πληρωμῆς ἐνοικίων· ἐγὼ εἰς τὴν δοῦσαν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀγωγὴν ὑπόθεσιν ἤμην τόσον ξένος, ὅσον εἶσθε καὶ ὑμεῖς. Τί συνέβη; Ἐπὶ τῆς χολέρας ἤμην Νομάρχης.
§48ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν.
§49ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, Κύριοι· προσεβλήθην προσωπικῶς ὑπὸ παράφρονος καὶ θέλω νὰ ὁμιλήσω. Ἐπὶ τῆς χολέρας ἤμην Νομάρχης, ἔλαβον διαταγὴν ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ν’ ἀραιώσω τοὺς φυλακισμένους τοῦ Μενδρεσὲ καὶ κατὰ συνέπειαν τούτου ἐνοικίασα τὴν οἰκίαν τοῦ Καρπολᾶ, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐνοικιασμένη μέχρι τοῦδε, ἑπομένως μετέθεσα ἐκεῖ τοὺς φυλακισμένους, ἔμεινε μέρος κενὸν, δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἀνάγκην· ἔν τινι δὲ ἐπιθεωρήσει ὁ Κ. Ὀρφανίδης, Νομαρχ. Ἰατρὸς, μοὶ ἔκαμεν ἔκθεσιν λέγουσαν, ὅτι οἱ φυλακισμένοι διὰ πολιτικὰ χρέη εἰς τὸ κατάστημα ἐπὶ τούτῳ, διὰ τὴν κακὴν κατάστασιν αὐτοῦ, θὰ προσβληθοῦν ἀπαξάπαντες καὶ θὰ σχηματίσουν ἐπικίνδυνον ἑστίαν, διότι θὰ ἐπέλθῃ βλάβη εἰς τὴν πόλιν. Ἐπειδὴ εἶχον τόπον εὔκαιρον εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἄνευ βλάβης τοῦ Δημοσίου μετέφερον τοὺς φυλακισμένους ἐκεῖ. Ὑπῆρχε τότε διαφορὰ μεταξὺ Βοτζάρη καὶ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς οἰκίας. Ὅτε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔμελλε νὰ λάβῃ περὶ αὐτῆς ἓν οἱονδήποτε μέτρον, ἐγὼ δὲν ὑπῆρχον τότε Νομάρχης, ἤμην παρῃτημένος. Ὁ Κ. Βότζαρης ἔκαμε τότε ἀγωγὴν κατὰ τοῦ δημοσίου καὶ ἐζήτει νὰ πληρωθῇ τὰ ἐνοίκια, διότι οὔτε ἀγωγὴν τὸ δημόσιον ἐκίνησε κατ’ αὐτοῦ πρὸς διάλυσιν τοῦ συμβολαίου, οὔτε εἰς συμβιβασμόν τινα ἦλθον. Ὁ Κ. Σαρίπολος παρεκίνησε τὴν κατ’ ἐμὲ ἀνακοίνωσιν, ἀλλ’ ἔχασε καὶ εἰς τὰ τρία δικαστήρια, καὶ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Μαρῖνος.
§51ΜΑΡΙΝΟΣ. Μετὰ τὰ ῥηθέντα, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, ἴσως ἀποβαίνει περιττὴ πᾶσα περαιτέρω ἀνάπτυξις· πλὴν, ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι τὸ θέμα ὑπὸ τὴν νομοθετικὴν αὐτοῦ ἔποψιν εἶναι σπουδαῖον, θέλω βραχέως καὶ ἐγὼ ἐκθέσει τινὰς ἰδέας. Πᾶς ὅστις ἀκούει καὶ ἤκουσε περὶ τῆς πικρᾶς πείρας, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἡ Ἑλλὰς ἔλαβε, τῶν καταχρήσεων τοῦ παρελθόντος, δὲν θαυμάζει βεβαίως βλέπων, ὅτι ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπεσωρεύθησαν πολλαὶ προτάσεις ἀλλότριαι αὐτοῦ του εἴδους τῆς νομοθεσίας· προτάσεις, αἵτινες ἀνήκουν εἰς ἄλλον κλάδον νομοθεσίας· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ πεῖρα ὑπεχρέωσε τοὺς παθόντας ἵνα, εἰ δυνατὸν, ἀνεύρωσιν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νέου Συντάγματος θεραπείαν καθ’ ὅλων εἰ δυνατὸν τῶν καταχρήσεων. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἂν καταχρήσεις ἔλαβον χώραν, ἀνάγκη ἡ θεραπεία νὰ ἐπιδιωχθῇ ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἁρμόδιον νὰ ζητηθῇ. Ὡς τοιαύτας θεωρῶ, συγχωρηθήτω νὰ τὸ εἴπω, τὰς προτάσεις τοῦ Κ. Πετζάλη, τὰς γενομένας ὅπως παρεμβληθῶσι πρὸ τοῦ 19 ἄρθρου. Τὸ 1ον τῶν ἄρθρων τούτων ἄρχεται μὲ μίαν ἰδέαν ἀκριβῆ· «Τὸ δημόσιον, καθὸ πρόσωπον ἠθικὸν, δὲν πράττει ἀδίκημα οὔτε οἱονεὶ ἀδίκημα». Ἀλλ’ ἡ συνέπεια, τὴν ὁποίαν ἐξάγει, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ὅλως διόλου ἄσχετος πρὸς τὸ 1ον μέρος τοῦ ἄρθρου καὶ ἀνυπόστατος. «Ἑπομένως οὐδὲ εὐθύνεται εἰς ἀποζημίωσιν ἕνεκα τῶν πράξεων τῶν διαχειριστῶν, ἐξ ὧν ἐπήγασεν ἄδικος ζημία εἰς ἕτερον». Αὐτὸς ὁ ὅρος τῶν διαχειριστῶν ὁ περιεχόμενος εἰς τὸ 5ον μέρος ἀποκαλύπτει τὸ πταῖσμα τὸ περιεχόμενον εἰς αὐτὴν τὴν προτεινομένην συνέπειαν· ὁμιλεῖ περὶ διαχειριστῶν τοῦ δημοσίου· Ἐκ τούτου συσχετίζει τὴν πρᾶξιν τῶν διαχειριστῶν μὲ τὴν εὐθύνην τοῦ δημοσίου. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, ἡ ἀρχὴ ἡ προτεινομένη διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀντίκειται βεβαίως εἰς τὰς ἐγνωσμένας ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Δὲν ἀνατρέχω εἰς ἱστορικὰς ἐρεύνας περὶ τῶν νόμων, ἀρκοῦμαι εἰς ὀλίγας τινὰς σκέψεις, αἵτινες ἀρκοῦσιν ἵνα λύσωσι τὸ ζήτημα. Οἱ διαχειρισταὶ τοῦ δημοσίου, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἶναι βεβαίως ἐντολοδόχοι τῆς Κυβερνήσεως, ἐντολοδόχοι τοῦ δημοσίου. Αὐτοὶ δὲν ἐνεργοῦσιν, εἰμὴ ὡς ἐντολεῖς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ἰδιώτης εἰς αὐτοὺς δὲν βλέπει, εἰμὴ τὴν Κυβέρνησιν ἐνεργοῦσαν. Ἂν λοιπὸν αὐτοὶ κατεχράσθησαν καὶ ἐζημίωσαν τὸν ἰδιώτην, δικαίῳ τῷ λόγῳ, κατὰ λογικὴν συνέπειαν, τὸ δημόσιον εὐθύνεται ἀπέναντι τοῦ ἰδιώτου· διότι, ἐὰν ἄλλως εἶχε τὸ πρᾶγμα, αἱ συνέπειαι ἤθελον εἶσθαι λίαν ὀλέθριαι πρὸς τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα, ἂς ἐνθυμηθῶμεν, ἂν ᾖναι ἰδιωτικὰ θεωρούμενα ὡς πρὸς ἕκαστον ἄτομον, τὸ σύνολον ὅμως αὐτῶν ἀποτελεῖ τὸ δημόσιον συμφέρον, καὶ ἂν σήμερον ζημιοῦται ὁ ἰδιώτης Α καὶ αὔριον ὁ ἰδιώτης Β, τελικὴ συνέπεια εἶναι, ὅτι ζημιοῦται ἡ κοινωνία ἅπασα. Ἂν λοιπὸν, Κύριοι, οἱ ὑπάλληλοι ᾖναι οἱ ἐπιτετραμμένοι παρὰ τοῦ δημοσίου, ὁ ἰδιώτης, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει δικαίωμα ἵνα, ἐν περιπτώσει βλάβης, ἀπαιτήσῃ ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ δημοσίου· ἄλλως, ἂν παρουσιασθῇ περίστασις καθ’ ἣν εἰς ἕνα τῶν ὑπαλλήλων ὁ ἰδιώτης νὰ μὴ εὕρῃ τὰ μέσα τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀπαιτήσεώς του, τίς θέλει τὸν ἀποζημιώσει; Φέρω ἓν παράδειγμα, Κύριοι· ὑπάρχουν ἀποθῆκαι τῶν ἐμπορευμάτων παρὰ τοῖς τελωνείοις· ἂν λοιπόν τις ἐκ τῶν φυλάκων, ἢ ἄλλος ὑπάλληλος καταχρασθῇ καὶ κλέψῃ, ἤ ἄλλως πως βλάψῃ ἕνα τῶν ἀποθεμένων πραγμάτων, ἐρωτῶ· ἐγὼ ὁ ἰδιώτης θὰ ἐνάξω τὸν φύλακα, ὅπως λάβω τὴν ἀποζημίωσίν μου; καὶ ἂν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι πολύτιμον, ἂν ὑπερβαίνῃ τὰς δυνάμεις τοῦ φύλακος, ὁ ἰδιώτης, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῇ πίστει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸν ἐξασφαλίζει, κατέθεσε τὸ πρᾶγμά του, μέλλει ν’ ἀπολέσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ πράγματος διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ ἀγωγὴ πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς μόνον τὸν ὑπάλληλον καὶ ὄχι νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐν τούτοις λαμβάνει δικαιώματα διὰ τὴν παρακατάθεσιν, ἥτις ἐγένετο; Τὰ ἀποτελέσματα ἤθελον εἶσθαι λίαν ὀλέθρια· ἡ Κυβέρνησις μὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου· δὲν ὀφείλει δὲ ὁ ἰδιώτης νὰ στρέφῃ τὸ δικαίωμά του κατ’ αὐτοῦ. Αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ ᾖναι περισκεπτικαὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ὑπαλλήλων των. Ἂν τὸ καθῆκόν των τοῦτο δὲν ἐκπληροῦν, ὤ! ἄλλως πως τὸ κακὸν τοῦτο θεραπεύεται. Πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς ἄλλας ἐρεύνας· πρέπει νὰ ἠθικοποιήσωμεν τοὺς διέποντας τὰ πράγματα, ὅπως φροντίζωσι καὶ περὶ τῆς καταλλήλου ἐκλογῆς τῶν ὑπαλλήλων. Ὑποστηρίζω, Κύριοι, καὶ πᾶς, ὅστις ὑποστηρίζει τὸ θέμα τοῦτο δὲν ὁρμᾶται βεβαίως ἐξ ἀδιαφορίας ὡς πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς κοινότητος· ὤ! πολλοῦ γε καὶ δεῖ· ἅπαντες ἐνδιαφερόμεθα ὑπὲρ τῶν κοινῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἐπίσης ἐνδιαφερόμεθα ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, ἥτις χρεωστεῖται εἰς ἕκαστον ἰδιώτην, ὅταν ἐν καλῇ πίστει πράττῃ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅταν ἐκπληροῖ ἐκεῖνα τὰ καθήκοντα, ἐκείνας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος τῷ ἐπιβάλλει ὡς πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀρκοῦσι ταῦτα, διότι δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τοῦ χρόνου τῆς Συνελεύσεως. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων ἐπὶ παντὸς οἱουδήποτε ζητήματος, εἴτε ἀστικοῦ, εἴτε πολιτικοῦ, εἴτε Συνταγματικοῦ, κρίνω περιττὸν νὰ ἀγορεύσω, μετὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ Κ. Κυπαρίσσης· καὶ νομίζω ἐν γένει, ὅτι ἡ καταχώρησις τοῦ ἄρθρου τούτου ἐν τῷ Συντάγματι εἶναι ὅλως διόλου ἀκατάλληλος. Ἂν δὲ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐπιδιορθώσεώς τινος ὡς πρὸς τοῦτο, δυνάμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν δικαστικὸν ὀργανισμόν.
§52Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐξηγήσητε τὴν ἑξῆς ἀπορίαν. Ἐξάγετε τὴν εὐθύνην τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ δημοσίου ἐκ τῆς Νομικῆς σχέσεως, ἡ ὁποία συνάπτεται μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκ τοῦ χαρακτῆρος, ὅτι εἶναι ἐντολεύς;
§53ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἀκαδημιακὴν συζήτησιν δὲν κάμνω ἐπὶ πολιτικῶν θεμάτων· ἂν ἀγαπᾶτε, ἔλθετε εἰς τὸ βῆμα νὰ μὲ ἀντικρούσητε.
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸν Κύριον Πετσάλην ἐγὼ ἀπαντῶ· δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος τὸ δημόσιον, πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος τὸν ἰδιώτην, καὶ μόνη ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο ὁ προλαλήσας νὰ δώσῃ, ἦτο παραδέχεσθε προνόμιον μεταξὺ ἰδιώτου καὶ δημοσίου πρὸς τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις ὡς ἔχοντος περιουσίαν, ὡς ἐξασκοῦντος ἓν ἐπάγγελμα; ἂν δὲν δέχεσθε προνόμιον καθιεροῦτε ἐν τούτοις ἓν προνόμιον καὶ οὐ μόνον προνόμιον, ἀλλὰ καὶ μονοπώλιον· θέλετε λοιπὸν νὰ καθιερώσητε εἰς τὸν τόπον τὸ μονοπώλιον τῆς ἀδικίας; ἕνας διαχειριστὴς, ἕνας ἰδιώτης, μία ἑταιρία, μία τράπεζα, ὅλας ταύτας τὰς ἰδιότητας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, θέλετε λοιπὸν τὸ τοιοῦτον ἠθικὸν πρόσωπον νὰ μὴ καθυποτάξητε εἰς τὸν νόμον, ὅστις ὅλους τοὺς ἰδιώτας, ὅλους τοὺς ἑταίρους θεωρεῖ ὑπευθύνους διὰ τὴν ἀδικίαν, ἣν ἐπέφερον. Ἀντὶ δὲ ὁ Κύριος Πετσάλης εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν νὰ ὑπερασπίζηται τὴν ἐλευθερίαν τοὐναντίον κάμνει· τὸ πνεῦμα τῆς προτάσεώς του εἶναι φιλελεύθερον ὀνόματι μόνον, διότι πρόκειται νὰ ὑποτάξῃ τὴν κοινωνίαν εἰς τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ἄλλων καὶ παντοῦ ἐπεμβαίνει καὶ εἰς τὴν ζωὴν αὐτὴν τῆς κοινωνίας. Πῶς θέλετε λοιπὸν ἕν τοιοῦτον πρόσωπον νὰ τὸ καταστήσητε ἀνεύθυνον;
§55ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη ἐπὶ τοῦ ά. προσθέτου ἄρθρου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἐφωτίσθη. Ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς ἐκ μέρους τοῦ Κ. Παλαμήδη. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς; (θόρυβος.) Θέλετε νὰ ἐρωτήσω καὶ περὶ τοῦ βʹ. ἄρθρου; Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη καὶ ἐπὶ τοῦ βʹ. ἄρθρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἐφωτίσθη. Ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἕδραν του ὁ Πρόεδρος Κύριος Ι. Μεσσηνέζης.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις λοιπὸν ἐφωτίσθη ἐπὶ τῶν 2 ἄρθρων.
§58ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἀνακαλῶ τὴν τροπολογίαν μου, διότι δὲν τὴν ἀνέπτυξα· δὲν μοὶ ἐδόθη ὁ λόγος.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Πετσάλη ὡς 19 ἄρθρον. «Τὸ δημόσιον, ὡς πρόσωπον ἠθικὸν, δὲν πράττει ἀδίκημα οὔτε οἱονεὶ ἀδίκημα, ἑπομένως οὐδὲ εὐθύνεται εἰς ἀποζημίωσιν ἕνεκεν τῶν πράξεων τῶν διαχειριστῶν αὐτοῦ, ἐξ ὧν ἐπήγασεν ἄδικος ζημία εἰς ἕτερον. Οἱ διαχειρισταὶ οὗτοι ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι εὐθύνονται ἀτομικῶς ἕνεκεν τοιούτων ζημιῶν πρὸς τοὺς ὑποστάντας αὐτάς. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Οὐδεὶς ἐγείρεται.) Ἀπεῤῥίφθη. Ἄρθρον 20 τοῦ ἰδίου. Ἄρθρον 20. Τὰ δικαστήρια ἔχουν καθ’ ὅλου δικαιοδοσίαν κατὰ παντὸς ὑπευθύνου προσώπου καὶ ἐπὶ παραβιάσεως παντὸς δικαιώματος, εἴτε ἀφορῶντος τὸ ἀστυκόν, εἴτε τὸ δημόσιον πολιτικὸν ἢ συνταγματικὸν δίκαιον.» Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονταί τινες ἐξ ἀριστερῶν). Ἀπεῤῥίφθη. Μεταβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὸ 19 ἄρθρον. Θέλω σᾶς ὑποβάλλει τὰς γενομένας τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου· ά. εἶναι ἡ τοῦ Κ. Βουδούρη, ἡ ἑξῆς. Ἄρθρον 19. «Δὲν ἀπαιτεῖται προηγουμένη ἄδεια πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ τας περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἀξιοποίνους πράξεις αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν περὶ ὑπουργῶν εἰδικῶς διατεταγμένων. Οὐδόλως δὲ ἀπαλλάττεται ὁ κατ’ ἀνωτέραν διαταγὴν ἐνεργήσας παράνομον πρᾶξιν τῆς ἀμέσου δικαστικῆς εὐθύνης, ἣν ὡς ἐκ τούτου ἀνέλαβεν. 13|20 Αὐγούστου 1864.
ΔΗΜ. ΜΠΟΥΔΟΥΡΗΣ.
Πληρεξούσιος Ὕδρας. Ἑτέρα εἶναι ἡ τοῦ Κ. Ζέζου· νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν λέξιν «δημοσίων καὶ δημοτικῶν». Ἑτέρα ἡ τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ. Μετὰ τὰς λέξεις «ἄνευ προηγουμένης ἀδείας» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς.» Ἑτέρα τοῦ Κ. Πετσάλη. Ἄρθρον 21. Οὐδεμία προηγουμένη ἄδεια ἀπαιτεῖται πρὸς εἰσαγωγὴν ποινικῆς δίκης κατὰ δημοτίων ὑπαλλήλων διὰ τὰς περὶ τὴν νομοθεσίαν ἀξιοποίνους πράξεις αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν περὶ Ὑπουργῶν εἰδικῶς διατεταγμένων. Ἡ περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὴ ὑπάρχει πάντοτε ἐλευθέρα.» Ἑτέρα τοῦ Κ. Ἀντωνιάδου ὡς καὶ τοῦ Κ. Ἀνίνου. Αʹ. Ἔχει τὸν λόγον, κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς, ὁ Κύριος Ἀγγελινίδης.
§60ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Κύριοι, καὶ ἡ σπουδαιότης τῶν προσώπων τῶν συνταξάντων ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Συντάγματος τὸ ἄρθρον 19 καὶ ἡ φυσιογνωμία τῆς Συνελεύσεως, μὲ κάμνει νὰ κατανοῶ ἐκ προοιμίων τὸ δύσκολον τοῦ ἀγῶνος, τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιληφθῶ. Ἐκ προκαταβολῆς λέγω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι σκοπὸν ἔχω προσθήκην τινὰ νὰ προτείνω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου καὶ οὐχὶ ἄρδην ν’ ἀνατρέψω τὴν βάσιν, ἥτις ἐτέθη διὰ τοῦ Συντάγματος τούτου ἐν τῷ σχεδίῳ· εἶπον, ὅτι ἐκ προκαταβολῆς λέγω τοῦτο, διότι ἴσως ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ καταβῶ τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ εἴπω λέξιν, διότι ὡς μέχρι τοῦδε παρετήρησα ἡ Συνέλευσις ἐσχημάτισε πεποίθησιν. Εἶναι ἀληθές, ἀληθέστατον, Κύριοι, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ διαμφισβητήσῃ πόθεν ὡρμήθη ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου· Ὅλοι γνωρίζομεν τὰ τοῦ παρελθόντος. Κατὰ τὸ παρελθόν, Κύριοι, εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἀπειράκις παρηνόμησαν καὶ οὐδεὶς τούτων ποτὲ ἔδωσε λόγον, καὶ ἂν ἔδωσέ τις λόγον, εἶναι μία ἐξαίρεσις. Ἑπομένως τὰ σεβαστὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἔχοντα ὑπ’ ὄψιν, κατήρτισαν τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ ἐγὼ τὸ ἀσπάζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι περιοριζομένη ἡ Συνέλευσις σήμερον εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως ἔχει, χωρὶς νὰ προσθέσῃ κἀμμίαν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, νομίζετε, ὅτι ἔκαμε τὸ πᾶν, νομίζετε ὅτι ἀπήλλαξε τὸν λαὸν ἀπὸ τὰς καταχρήσεις τῶν ὑπαλλήλων καὶ δὲν δύναται νὰ προέλθῃ ἕτερόν τι κακόν; Ἐγὼ λέγω ὄχι. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, διὰ νὰ στερεωθῇ ἡ διάταξις αὕτη, πρέπει νὰ δοθῇ καὶ ἐγγύησίς τις ὑπὲρ τοῦ ὑπαλλήλου. Κατὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν, δὲν ἀπαιτεῖται ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ ὑπαλλήλου· ἄρα ὁ ὑπάλληλος φέρεται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἀνακρίνεται, τέλος φέρεται, ὅπως φέρεται πᾶς πολίτας· π. χ. ἐγὼ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου εἶμαι ἐχθρὸς τοῦ Ἐπάρχου, συντάττω κατηγορίαν καὶ τὸν καταμηνύω, ἀποδίδων εἰς αὐτὸν ἐγκληματικὰς πράξεις, φερούσας τὸν χαρακτῆρα τοῦ κακουργήματος. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ κακουργήματι δι’ ἑνὸς ἐντάλματος συλλαμβάνεται καὶ δι’ ἑνὸς ἄλλου ἀποφυλακίζεται· ὑποθέσατε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τοῦτο γίνεται κατὰ τοῦ Ἐπάρχου· ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς τὸν ἁρπάζουν ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ τὸν ῥίπτουν εἰς τὰ μπουντρούμια τοῦ Βενετζάνου, ἂν ᾖναι εἰς τὴν Χαλκίδα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι παρὰ μία συκοφαντία. Ἴσως μοὶ εἴπῃ τις ἐνταῦθα ὅτι ἔχω ἐγγυήσεις, διότι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὁ συκοφαντήσας ὑπάλληλον δίδει λόγον τῆς πράξεώς του καὶ εἰς τὴν φυλακὴν δύναται νὰ τεθῇ· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἐγὼ ὁ σπουδάρχης, ὁ ῥαδιοῦργος εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, θὰ θέσω τὸν ἑαυτόν μου εἰς τὸν κίνδυνον αὐτόν; ἄπαγε· θὰ βάλω ἕναν ἄνθρωπόν μου, ὡς ἔλεγεν ὁ Γριτζιώτης, νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ τίποτε, καὶ εἰς τὰς φυλακὰς ἐγὼ θὰ ἔχω τὴν γενναιότητα νὰ τοῦ κάμνω τὰ ἔξοδα. Τί γίνεται, Κύριοι; Ὁ ἄλλος Ἔπαρχος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν καὶ ὁ ὁποῖος ἤθελε μάθει, ὅτι ἐγὼ κατεραδιούργησα τὸν Ἔπαρχον ἐκεῖνον, ὅστις ἐνήργει ἐντὸς τοῦ Νόμου, καὶ ἐγὼ κατεραδιούργησα διὰ νὰ τὸν στείλω εἰς τὰς φυλακὰς, δὲν θὰ φροντίζῃ νὰ ᾖναι φίλος μου; Μὴν ἀμφιβάλλητε, Κύριοι! Θὰ φροντίσῃ νὰ μάθῃ ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἕνας καλὸς ῥαδιοῦργος, καὶ ἠξεύρετε τί θὰ εἴπῃ νὰ ᾖναι φίλος μου; νὰ ᾖναι ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις μου, καὶ τότε, Κύριοι, θὰ κατασταθῶ ἐγὼ ἕνας τυραννίσκος.
§61ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ὑπάρχουν ὅμως οἱ ἀντίπαλοί σου, οἱ ὁποῖοι θὰ οὐδετερώσουν τὰς ἐνεργείας σου.
§62ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Τὸ αὐτὸ θὰ συμβαίνῃ ἄλλοτε εἰς ἐκείνους· διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ὑπάλληλος πρέπει νὰ ἔχῃ ἐγγύσεις, ὅταν θὰ συκοφαντηθῇ· ἄλλως ὅταν πράξῃ ἀξιόποινον πρᾶξιν καὶ πρέπει νὰ τιμωρηθῇ, νὰ παύηται τῶν καθηκόντων του, ν’ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ δίδεται καὶ τὸ παράδειγμα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, διότι πολλὰ παραδείγματα ἔχομεν τοῦ παρελθόντος. Φρονῶ, ὅτι τοιαύτη ἐγγύησις πρέπει νὰ δοθῇ, καὶ ἐγὼ δίδω μόνον μίαν τάξιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἄλλοι καλλίτεροί μου τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς καθυποβάλλω, δύνανται νὰ τὴν ἀναπτύξουν καλλίτερα. Ἀλλὰ τί νὰ γίνεται, Κύριοι; νὰ ἐνεργῆται ἀνάκρισις· ὁ ὑπάλληλος ὅμως τότε νὰ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὰ δημόσια καθήκοντά του, τότε νὰ παύσῃ τῶν καθηκόντων, ὁπόταν συνεπείᾳ τῆς δοθείσης ἐγκλήσεως τις ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως ἐκδοθῇ ἓν βούλευμα, τὸ ὁποῖον νὰ τὸν παραπέμπῃ· τοὐλάχιστον νὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν, ἀντὶ τῆς πρότερον ἀδείας τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου νὰ ἔχωμεν ἓν βούλευμα· ἂν εὑρεθῶσι καὶ τρεῖς δικασταὶ ἀσυνείδητοι, χωρὶς νὰ βασανίσωσι καλῶς τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ τὸ ἐξετάσωσι νὰ εἴπωσι, συλλάβετε αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον, ἄλλο πρᾶγμα. Προτείνω λοιπὸν ὡς προσθήκην, ἀντὶ τῆς ἄχρι τοῦδε εἰς δίκην εἰσαγωγῆς νὰ δεχθῶμεν, διὰ βουλεύματος.
§63ΔΗΜ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὡς ὅλοι γνωρίζετε, τὸ 19 ἄρθρον τοῦ σχεδίου ἐμπεριέχει διάταξιν ὅλως νέαν καὶ πρωτοφανῆ, λίαν ὅμως ἀναγκαίαν. Ἐνόμισα ὄχι ἄσκοπον νὰ προσθέσω συμπληρωτικὴν διάταξιν εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον, ἐξασφαλίζουσαν ἔτι περισσότερον τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν. Ὅτι δὲ ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν συνιστῶ, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα θεωρητικῆς φρενοτροπίας, ἀλλὰ συνέπεια βαθείας πεποιθήσεως, πρὸ καιροῦ προερχομένης ἐκ τῆς τῶν πραγμάτων πείρας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀποδείξω, μεταφράζων παρατήρησίν τινα, τὴν ὁποίαν εὗρον παρ’ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου ἐγγεγραμμένην ἐν τῇ πρώτῃ λευκῇ σελίδι βιβλιαρίου τινὸς, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐπάνω μου, ὅτε πρὸ 2½ ἐτῶν ἐφυλακίσθην μετὰ πολλῶν ἄλλων παρὰ τῆς τότε ἀσυνειδήτου ἐξουσίας. Εἶναι δυστυχῶς ἀγγλιστὶ γεγραμμένη, ἀλλὰ τὴν μεταφράζω. «Φυλακὴ τοῦ Καρμπολᾶ, 19,31 Μαρτίου. Ἂν ποτε ἡ τύχη μὲ φέρῃ ἐκ νέου, ὅπως κατὰ τὸ 1843, εἰς θέσιν νὰ ἐκφράσω γνώμην οἱανδήποτε ἀφορῶσαν τροποποιήσεις ἢ προσθήκας ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὑπόσχομαι νὰ προτείνω ὅπως οὐδέποτε τοῦ λοιποῦ διαταγὴ ἀνωτέρου ἀπαλλάξῃ κατώτερον ὑπάλληλον τῆς εὐθύνης διὰ παραβιάσεις τοῦ νόμου». Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι καὶ συμμορφοῦμαι ἀκριβῶς μὲ τὴν ἐκφρασθεῖσαν παρὰ τοῦ πληρεξουσίου Βάλτου σύστασιν, καὶ ὅτι δὲν ἔρχομαι ποσῶς νὰ ἐκφέρω ἰδέαν ἀπὸ βιβλία ἐρανισθεῖσαν, οὔτε εἰς ἰδιόῤῥυθμον θεωρίαν συνταγματικὴν βασιζομένην, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ συστήσω εἰς τὴν προσοχὴν ὑμῶν διάταξιν ἀπολύτως κατ’ ἐμὲ ἀναγκαίαν. Δὲν μὲ λανθάνει, Κύριοι, ποσῶς, ὅτι θὰ διεγείρω κατ’ ἐμοῦ τοὺς δογματιστάς μας ἐκείνους, οἵτινες φρονοῦν, ὅτι τὸ Σύνταγμα πρέπει μόνον νὰ ἐμπεριέχῃ γενικὰ συνταγματικὰ ἀποφθέγματα καὶ μεγάλας τινὰς ἀρχὰς, καὶ ποτὲ λεπτομερεῖς διατάξεις, αἵτινες εὑρίσκουσι μᾶλλον τὴν θέσιν ἐντὸς τῶν κωδήκων· οὐχ ἧττον ὅμως καὶ ἀπέναντι αὐτῆς ἀκόμη τῆς παρατηρήσεως ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου, τὴν ὁποίαν ἐπιτρέψατε νὰ ὑποστηρίξω καὶ διὰ μιᾶς ἀφελοῦς παραβολῆς. Ἐὰν, Κύριοι, ῥίψητε βλέμμα ἐπὶ τῶν νεωστὶ οἰκοδομηθεισῶν οἰκιῶν τῆς πρωτευούσης, θὰ ἴδητε, ὅτι αἱ κομψότεραι μεταξὺ αὐτῶν δὲν ἔχουσι παντζούρια· ἂν ὁμιλήσητε μετὰ τῶν ἀρχιτεκτόνων αὐτῶν περὶ τῆς ἐλλείψεως ταύτης, θὰ σᾶς εἴπουν, ὅτι τὰ παντζούρια εἶναι μὲν λίαν ὠφέλιμα, ἀφ’ οὗ ἀποκλείουν καὶ τὸ ψύχος ἐν ὥρᾳ χειμῶνος καὶ τὸν καύσωνα ἐν ὥρᾳ θέρους, ἡ παρουσία των ὅμως ἀπάδει πρὸς τὸν ἀρχιτεκτονικὸν ῥυθμὸν τοῦ οἰκοδομήματός των. Κατὰ συνέπειαν, χάριν μόνον τοῦ ῥυθμοῦ στεροῦνται πράγματος ὠφελιμωτάτου καὶ μεγίστην παρέχοντος ἄνεσιν καὶ εὐκολίαν εἰς τοὺς κατοικοῦντας τὴν οἰκίαν. Δὲν πιστεύετε, Κύριοι, ὅτι ὁμοιάζουσι μὲ τοὺς ἀπερισκέπτους αὐτοὺς ἀρχιτέκτονας οἱ θυσιάζοντες εἰς θεωρητικὰς ἰδέας καὶ εἰς συνταγματικὸν δῆθεν ῥυθμὸν διατάξεις ἀναγκαίας καὶ ἐξασφαλιζούσας τὰς ἐλευθερίας μας; Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς δώσω ἔτι σπουδαιότερον παράδειγμα τῆς ἀνάγκης αὐτῆς τῆς διατάξεως. Γνωρίζω πολλὰ πρόσωπα ἐδῶ παρόντα, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ συγκαταλέξω καὶ τὸν ἑαυτόν μου, τὰ ὁποῖα φυλακισθέντα ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως εὗρον ὡς ἀπάντησιν τῆς ἐνστάσεώς των κατὰ τοῦ ὅλως παρανόμου τούτου μέτρου τῆς ἐξουσίας, τὸν ἁπλούστατον λόγον «τὴν διαταγὴν ἀνωτέρου» γνωρίζω, μὲ εἶπεν ὁ συλλαβών με ἀνακριτὴς, τὸ δίκαιον τῆς ἐνστάσεώς σας, ὁμολογῶ, ὅτι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ ἔνταλμα συλλήψεως, ἀλλ’ ὑποκύπτω ὡς πτωχὸς ὑπάλληλος εἰς τὴν διαταγὴν τῶν ἀνωτέρων μου. Εἰσῆλθον, Κύριοι, εἰς τὴν φυλακὴν μὲ τὴν ἀκλόνητον πεποίθησιν, ὅτι ὁ δεσμοφύλαξ ἤθελεν ἀμέσως, ἀναγνωρίζων τὸ παράνομον τῆς συλλήψεώς μου, ἀνοίξει τὰς θύρας τῆς φυλακῆς ἅμα τῷ παρατηρήσω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ φυλακισθῇ, ἂν δὲν ἐγγραφῇ τ’ ὄνομά του ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν φυλακισμένων καὶ ἐὰν δὲν ἐπιδειχθῇ εἰς τὸν δεσμοφύλακα τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεώς του. Ὁ δεσμοφύλαξ λίαν φιλοφρόνως μοὶ ἀπήντησεν, ἀκούσας τὰ παράπονά μου, «διαταγὴ ἀνωτέρου δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ σᾶς ἀπολύσω». Εἰς μάτην διεμαρτυρήθην ἀναφέρων καὶ τὰ ἄρθρα ἀκόμη τῆς ποιν. δικονομ. τὰ ὁποῖα ἐφρούρουν τὸ δικαίωμά μου! Αἱ φωναί μου δὲν εὗρον παρὰ κωφοὺς ἀκροατάς! Μετὰ παρέλευσιν μιᾶς ἡμέρας εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐπειδὴ οὐδεὶς φυλακίζεται πλέον τῶν 24 ὡρῶν ἄνευ ἐντάλματος φυλακίσεως καὶ ἄνευ ἀπαγγελίας κατηγορίας τινὸς, ὁ ἴδιος δεσμοφύλαξ δὲν ἤθελε ποσῶς διστάσει νὰ ἀνοίξῃ τὰς θύρας τῶν φυλακῶν! Καὶ πάλιν ὅμως ἡ στερεότυπος ἀπάντησις, «διαταγὴ ἀνωτέρου δὲν μοὶ τὸ ἐπιτρέπει» Εἶναι περιττὸν, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὕτη ἡ σκληρὰ καὶ παράνομος ἀπάντησις ἐξηκολούθησε μέχρι τέλους καὶ ὅτι ἅπαντες οἱ ὑπάλληλοι τὸν ἴδιον σκληρὸν μονότονον λόγον ἀντέταξαν μέχρι τοῦ Εἰσαγγελέως. Ὅταν δὲ ἐμμέσως ἔφθασαν τὰ παράπονα ἐμοῦ καὶ τῶν ἐν φυλακῇ συντρόφων μου καὶ μέχρις αὐτοῦ ἀκόμη, ὁ διαβόητος αὐτὸς ὑπάλληλος ἔῤῥιψε τὴν εὐθύνην τῆς πράξεώς του εἰς τὴν διοικητικὴν Ἀστυνομίαν· ἂν ἦτο δὲ καὶ δυνατὸν ν’ ἀπευθύνωμε τότε ἐρώτησιν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν διοικητικὴν Ἀστυνομίαν, βεβαίως αὕτη ἤθελε μᾶς παραπέμψει εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Καὶ τόσον ἄνανδροι ἦσαν οἱ διέποντες τὰ τῆς πολιτείας κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ὥστε, ἂν εἶχέ τις τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐρωτήσῃ καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ ὑπουργεῖον περὶ τῶν ἀναιδῶν αὐτοῦ πράξεων, ἠξεύρετε ποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀπάντησις; Οἱ ὑπουργοὶ μακρὰν τοῦ ν’ ἀναλάβουν τὴν εὐθύνην αὐτῶν ἤθελον διὰ τοῦ ἀριστεροῦ ἢ τοῦ δεξιοῦ ὤμου των σᾶς ὑποδείξει ἐκφραστικῶς τ’ ἀνάκτορα, δίδοντες οὕτω νὰ ἐννοήσητε, ὅτι ἡ διαταγὴ ἐπήγασεν ἀπὸ μέρους καὶ ἀπὸ προσώπου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ποτὲ δὲν ἔπρεπε νὰ πηγάσῃ, οὔτε κἂν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δύναται νὰ πηγάσῃ!! Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι πείθεσθε ἐκ τούτου, ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν συνιστῶ ὡς προσθήκην εἰς τὸ 19 ἄρθρον τοῦ σχεδίου, συνδέεται οὐσιαστικῶς μὲ τὸν προηγούμενον § καὶ ἔχει λόγον ὑπάρξεως, προσθέτουσα μάλιστα νέαν οὐσιώδη καὶ ἀποτελεσματικὴν ἐγγύησιν εἰς τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου. Δύο λέξεις, Κύριοι, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος πληρεξουσίου Χαλκίδος. Ἀναγνωρίζω τὸ εὔλογον τῶν ἐνστάσεών του κατὰ τῶν προκειμένων διενέξεων, σχετικῶς μὲ τὴν τύχην καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς ἐνεργείας τῶν ὑπαλλήλων· παραδέχομαι ὡς πραγματικάς, ἂν θέλητε, καὶ τὰς ὑποθετικὰς ἀσχημίας καὶ πιθανὰς περιπτώσεις, ἃς περιέγραψε διὰ νὰ μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὴν παραδοχὴν τῶν προτεινομένων διατάξεων· προκειμένου ὅμως τοῦ λόγου περὶ ἐνδεχομένων καταχρήσεων, καὶ ἔχοντες νὰ προτιμήσωμεν μεταξὺ δύο κακῶν, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ σταθμίσῃ πρὶν προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασίν της, τὰς ἀσχημίας τῆς εἰκόνος, ἣν ἐζωγράφισεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Χαλκίδος, μὲ τὰς τῆς εἰκόνος, τὴν ὁποίαν ἐν ὀλίγοις ὡς παράδειγμα θέλω σκιαγραφήσει. Κατὰ τὰ 1860 διετάχθησαν νέαι ἐκλογαί, συνεπείᾳ τῆς διαλύσεως τῆς τότε πατριωτικῆς Βουλῆς. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ νόμος διατάττει τὴν κλήρωσιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ὁρίζων νὰ γίνηται ἐνώπιον τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐπισήμως συνεδριάζοντος, παρόντος τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Ἐπάρχου· ὁ νόμος εἶναι σαφέστατος καὶ ἀπαιτεῖ ὡς ἐγγύησιν τῆς πράξεως ταύτης τὴν πλήρη δημοσιότητα τῆς προσκλήσεως τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν πολιτῶν ἀκόμη· εἰς πολλὰ μάλιστα μέρη γίνεται ἡ πρόσκλησις ὄχι μόνον διὰ τοιχοκολλήσεως τῶν προσκλητηρίων, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διὰ τυμπανοκρουσίας. Τὸ δημοτ. Συμβούλιον Ὕδρας προσκαλεῖται ἀπὸ τὸν Ἔπαρχον εἰς συνεδρίασιν τὴν 9 ὥραν τῆς ὁρισθείσης ἡμέρας ἵνα προβῇ εἰς τὴν κλήρωσιν.
§64ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§65Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀπατᾶσθε, ἀναφέρω παράδειγμα πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ λόγου μου. Ὁ Ἔπαρχος προσδιώρισε τὴν 9 ὥραν τῆς 3 ἡμέρας διὰ νὰ συνέλθῃ τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον, παρόντος αὐτοῦ καὶ τοῦ Δημάρχου, ἵνα γίνῃ ἡ κλήρωσις τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς. Τὴν 9 ὥραν, Κύριοι, ὁ Πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰ πλεῖστα μέλη αὐτοῦ παρουσιάζονται εἰς τὸ κατάστημα τῆς δημαρχίας, ὅπου ἀπιστεύτως πληροφοροῦνται, ὅτι ἡ κλήρωσις εἶχεν ἤδη γίνει! Καὶ πότε νομίζετε; 3 ὥρας πρὸ τῆς προσδιορισθείσης παρὰ τοῦ Ἐπάρχου, ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Προέδρου τοῦ δημοτ. Συμβουλίου καὶ τῶν ⅔ τῶν μελῶν αὐτοῦ!! Ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς προφανῆ πλαστογραφίαν διοικητικὴν, ἔχομεν πρᾶξιν κίβδηλον γενομένην ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων παρὰ κακοήθους Ἐπάρχου, παρὰ φαύλου Δημάρχου καί τινων μελῶν μόνον τοῦ δημοτ. Συμβουλίου· ἐξ ἄλλου ἔχομεν ἔντονον καταγγελίαν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ ἀπευθυνθεῖσαν παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ δημοτ. Συμβουλίου καὶ τῶν ⅔ τῶν μελῶν αὐτοῦ, ὑποστηριζομένην δὲ παρὰ 500 πολιτῶν. Τὸ λέγω, Κύριοι, πρὸς φωτισμὸν τῶν νέων ἐξ Ἑπτανήσου συναδέλφων μας. Ἡ καταγγελία αὕτη, ἂν καὶ ἐγένετο ἐπισήμως ἀπὸ τὸν λαὸν τῆς Ὕδρας πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν Νομάρχην, δὲν ἔφερεν οὐδὲν ἀποτέλεσμα! Ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔλαβον ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὴν καταγγελίαν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ κατὰ τῆς Διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀμέσως καὶ ἐμμέσως ἐνεθάῤῥυνε κατὰ τὰς θλιβερὰς ἐκείνας ἡμέρας τὰς παρανομίας τῶν ἀρχῶν, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ βδελυρὸν ἀποτέλεσμα Βουλῆς παρεχούσης εἰς αὐτὸ ἀντεθνικὴν παμψηφίαν, καὶ ἠρνήθη τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην ὁ πλαστογραφήσας Ἔπαρχος. Σᾶς ἐρωτῶ, τὰ συμβάντα, τὰ ὁποῖα σᾶς περιέγραψα, παριστάνουν ὀλιγωτέρας ἀσχημίας καὶ κινδύνους ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους σᾶς παρέστησεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας Κ. Ἀγγελινίδης; Ἑπομένως, ἐὰν οἱ λόγοι μου ἔχωσι τὴν ἐλαχίστην πραγματικὴν σπουδαιότητα, θὰ παραδεχθῆτε, φρονῶ, τὸ ἄρθρον 19 ὅπως ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Συντάγματος μὲ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλλω.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Παντολέων.
§67ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί· ἕτεροι φωνάζουν δὲν ἐφωτίσθημεν).
§69Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχω μίαν προσθήκην, Κ. Πρόεδρε.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, προηγοῦνται ἄλλοι.
§71Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Βιάζετε τὴν Συνέλευσιν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν βιάζω ἐγώ· πολλοὶ λέγουν, ὅτι ἐφωτίσθησαν.
§73ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν δίδει ἡ Συνέλευσις τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπτύξω τὴν πρότασίν μου, τὴν ἀνακαλῶ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἐγείρονται ἄπειρα παράπονα ἐναντίον μου, ὅτι δὲν δίδω τὸν λόγον εἰς ὅλους τοὺς ζητοῦντας καὶ φέροντας τροπολογίας καὶ προτάσεις, καὶ εἶναι ἄπειροι οἱ τοιοῦτοι· διὰ τοῦτο τυποῦνται αἱ τροπολογίαι καὶ διανέμονται, ὥστε οἱ ΚΚ. πληρεξούσιοι νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν αὐτῶν καὶ ἐν γνώσει νὰ ψηφίζωσι. Παρακαλῶ, Κύριοι, καθίσατε. Θὰ θέσω τὸ ζήτημα μόνον ὡς πρὸς τὸ ἂν ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 19, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι) Ἀπεῤῥίφθη. Ὁ Κ. Παντελέων ἔχει τὸν λόγον.
§75ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Νομίζω, Κύριοι, ἀφοῦ καθιερώσαμεν ἐν τῷ Πολιτεύματι ἡμῶν τὰς ἐλευθερωτέρας ἀρχὰς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκλείσωμεν κἀνένα τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις του ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι ἕκαστος θέλει περιορισθῆ νὰ φέρῃ ἐκείνας τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἐμελέτησε καλῶς, ἀφοῦ ἐθεώρησεν ἑαυτὸν ἁρμόδιον, εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὰς ὑποστηρίξῃ καὶ νὰ πείσῃ τὴν Συνέλευσιν. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔλαβον τὸν λόγον πολλοὶ τῶν Κυρίων πληρεξουσίων ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων, πολλῶν μάλιστα ἀναγομένων εἰς τὴν ἐπιστήμην τῶν νόμων· ἦτον ἑπόμενον νὰ ἀποπλανηθῶσιν οἱ περιελθόντες εἰς ἓν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτον ἐντελῶς γνωστὸν εἰς αὐτοὺς, καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσαμεν πολλὰς νομικὰς αἱρέσεις εἰς τὰς προγενομένας συζητήσεις. Δὲν θέλω βέβαια ἀκολουθήσει τοὺς προλαλήσαντας ῥήτορας, οὔτε θέλω φροντίσει νὰ κάμω μακρὰς ἀναπτύξεις, διότι, καθὼς ὁ Κ. Πρόεδρος συνιστᾷ καὶ ὅλοι ἀπαιτοῦμεν, πρέπει νὰ ἤμεθα λακωνικοί. Τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, προβλέπει μίαν περίστασιν, ἥτις ἐγέννησε προηγουμένως μεγάλα παράπονα. Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μία διάταξις, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν ἀδικούμενον πολίτην, ὑπὸ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου καὶ ἂν ἔπαθε διὰ πταίσματος, ἢ πλημμελήματος, ἢ κακουργήματος, νὰ τὸν ἐνάξῃ εἰς δίκην, ἂν δὲν ἀναφερθῇ εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν, ἥτις νὰ κάμῃ μίαν προανάκρισιν καὶ ἂν εὕρῃ, ὅτι ὑπάρχουν δεδομένα νὰ εἰσαχθῇ αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος εἰς δίκην, τότε δίδει τὴν ἄδειαν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια· αὐτὸ ἐθεωρήθη λίαν ἐπιβλαβές, διότι πολλοὶ πολῖται ἠδικήθησαν ἀπὸ δημόσιον ὑπάλληλον καὶ ἐζήτησαν δικαιοσύνην, ἀλλὰ σκανδαλωδῶς ἡ πεπτωκυῖα βασιλεία ἀπέῤῥιψε τὰς τοιαύτας αἰτήσεις καὶ ἑπομένως ἔμεινεν ἡ ἀδικία εἰς τοὺς πολίτας· λοιπὸν ἐγεννήθησαν μεγάλα παράπονα εἰς τὴν κοινωνίαν, ἑπομένως ἡ μεγάλη μεταβολὴ ἔπρεπε νὰ φέρῃ μίαν θεραπείαν αὐτοῦ τοῦ κακοῦ. Ἡ θεραπεία λοιπὸν αὕτη εἶναι ἡ διάταξις τοῦ 19 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι δὲν χρειάζεται ἡ ἄδεια τῆς ἀνωτέρας διοικητικῆς ἐξουσίας διὰ νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην εἷς ὑπάλληλος· ὅστις ἠδίκησε καὶ ἔβλαψε πολίτην. Εἶναι αὐτὴ ἡ θεραπεία καλή; Κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀρίστη. Ὑπάρχει ὅμως ἐν τῷ Γαλλικῷ δικαίῳ ἐναντία διάταξις, περὶ τῆς ὁποίας σας ὡμίλησαν καὶ ἥτις ἐχορηγήθη ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς Αὐτοκρατορίας, ὅτε ὁ Αὐτοκράτωρ Ναπολέων ἤθελε νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ὥστε, καὶ ἂν περιπίπτουν εἰς σφάλματα, νὰ μὴ δίδουν λόγον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀντεγράψαμεν πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὰς εὐρωπαϊκὰς νομοθεσίας ἀπερισκέπτως, χωρὶς νὰ βασανίσωμεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἐφαρμόζωνται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀντεγράψαμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν ἀπ’ ἐκεῖ· καὶ ἐπειδὴ ἡ πεσοῦσα δυναστεία εὗρεν αὐτὴν τὴν πρότασιν ἀρκετὰ ὠφέλιμον εἰς τοὺς σκοπούς της, τὴν παρέλαβεν εἰς τὴν νομοθεσίαν μας. Λοιπὸν ἔρχεται σήμερον ἡ μεταβολὴ ὡς μία συνέπεια καὶ λέγει, καταργεῖται αὐτὴ ἡ ἄδεια, διότι σκανδαλωδῶς ἠρνήθησαν αἱ παρελθοῦσαι Κυβερνήσεις νὰ δώσωσι τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι προφανέστατα ἦσαν ἐγκληματίαι. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι κατάλληλος καὶ ἑπομένως ἐφαρμοστέα. Ἀλλ’ ἔχει κανὲν ἄτοπον αὐτὴ ἡ διάταξις; Ἠξεύρετε, ὅτι πᾶς νόμος ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ καὶ τὰ ἀτοπήματά του. Πῶς θὰ ἀφήσω ἐγὼ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ τυχόντος νὰ τὸν στιγματίσῃ; Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξασφαλίσω αὐτὸν τὸν δημόσιον ὑπάλληλον, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἡ ἐγγύησις, τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον διασκέπτεται ὁλόκληρον, καὶ ἂν εὕρῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ εἰς κατηγορίαν, τότε παραδίδει τὸν ὑπάλληλον εἰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης. Ὅταν λοιπὸν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε κατηγορῆται ὁ ὑπάλληλος, ἠμπορεῖ νὰ παραλύσῃ ἡ ὑπηρεσία, τότε ἠμπορεῖ μία ἀντιπολίτευσις σοβαρά, ἰσχυρὰ, πολλὰς νὰ ῥίψῃ καταμηνύσεις κατὰ πολλῶν ὑπαλλήλων καὶ νὰ παραλύσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν τοῦτο εἶναι τὸ ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον φέρουν εἰς ὑποστήριξιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν, ὅτι πρέπει νὰ προηγῆται ἡ ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένοντο καταχρήσεις ἤθελεν εἶσθαι σωτήριον, ἐὰν ἤμεθα πεπεισμένοι, ὅτι τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θέλει διασκεφθῆ ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως τῆς γινομένης ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὅτι αὐτὴ θὰ ᾖναι δικαία καὶ εἰλικρινὴς, θ’ ἀποφασίσῃ δικαίως. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ παρελθοῦσαι Κυβερνήσεις δὲν εἶχον αὐτὰ τὰ προσόντα, καὶ δὲν ἐσυγχώρησαν τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἡ κοινὴ γνώμη ἐστιγμάτισεν ὡς ἐνόχους, διὰ τοῦτο εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδέα ἐν τῷ Πολιτεύματι, ὅτι δὲν χρειάζεται ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς. Ἡ ὠφέλεια δὲ, ἥτις περιμένεται εἰς τὴν κοινωνίαν ὡς ἐκ τῆς διατάξεως αὐτῆς, εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα τῆς βλάβης, ἥτις προσγίνεται κατὰ τὴν ἰδέαν τῶν ὀπισθοδρομικῶν· διότι αὐτὴ συμφωνεῖ μὲ τὰς ἀναλλοιώτους ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ὅτι ἕκαστος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ πράξεις, μ’ ὅλον ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ἄλλος, ἀλλ’ αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν ἐντολὴν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐγένετο τοσοῦτος λόγος· διότι ἐν τῷ δικαίῳ δὲν ἔχομεν μόνον τὴν εὐθύνην τοῦ ἀμέσως ἐνεργοῦντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ διατάξαντος. Ἡ καθιέρωσις λοιπὸν αὐτὴ, νὰ εἰσάγηται ἀμέσως εἰς δίκην ὁ ὑπάλληλος, ὅστις ἐγκληματίσῃ ἐναντίον τῶν πολιτῶν, εἶναι πολὺ ὠφελιμωτέρα καὶ ἀσφαλεστέρα καὶ ἔχει ὀλιγώτερα ἀτοπήματα ἀπὸ τὴν πρώτην θεσμοθεσίαν, τὴν ἀρνουμένην τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγήν. Ἀλλὰ θὰ μὲ εἴπητε, ὅτι αὐτὸς ὁ δυστυχὴς ὑπάλληλος νὰ παραδοθῇ εἰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης δέσμιος, ἀναπολόγητος; Ὄχι, Κύριοι, αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος, αὐτὸς ὁ Ἔπαρχος, τὸν ὁποῖον ὁ Κ. Ἀγγελινίδης ἐθεώρησεν ὅλως διόλου ἀδύνατον ἄνθρωπον, ὡς ἄνθρωπον κοινότατον καὶ ἀσθενέστατον ἀπέναντι τοῦ Εἰσαγγελέως, ἢ τοῦ Ἀνακριτοῦ, ἢ τοῦ δικαστικοῦ Συμβουλίου, εἶναι Ἔπαρχος, εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὰς σχέσεις του, τοὺς φίλους του, ἔχει τὸν Εἰσαγγελέα φίλον, δὲν θὰ πιασθῇ εἰς τὴν πλεκτάνην, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ τοῦ πλέξῃ ὁ Κ. δεῖνα ἢ δεῖνα· καὶ σημειώσατε, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος θὰ πάρῃ μίαν καταμήνυσιν ἐναντίον ἑνὸς Ἐπάρχου δι’ ἓν σοβαρὸν ἔγκλημα, διὰ λῃστείαν, διὰ κλοπὴν, διὰ φόνον, αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς, Κ. προλαλήσας, θὰ βασανίσῃ αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, θὰ ἐξετάσῃ ποῖος εἶναι ὁ φέρων αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, ποῖον εἶναι τὸ πρόσωπον, ποῖοι οἱ μάρτυρες, ποῖα τὰ τεκμήρια, ποῖαι αἱ περιστάσεις. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε θὰ πάρῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς, τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἢ ὁ Ἀνακριτὴς τὸν Ἔπαρχον, τὸν Νομάρχην νὰ τὸν ῥίψῃ εἰς τὰς φυλακὰς; Ὄχι, Κύριοι, ἔχει τὰς ἐγγυήσεις τὰς παρεχομένας ἀπὸ τὸν νόμον, καὶ ἴσως τὰς ἔχει πολὺ περισσότερον, παρ’ ἕνας ἁπλοῦς πολίτης. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὴ ἡ ζητουμένη ἐγγύησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας Κ. Ἀγγελινίδη, δὲν ἔχει καμμίαν ὑπόστασιν, ἑπομένως ἡ διάταξις εἶναι πολλὰ καλή. Ἔρχομαι ὅμως εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐντίμου Κ. Βουδούρη, πληρεξουσίου Ὕδρας. Εἰς τὴν τροπολογίαν του παρετήρησα, ὅτι ἔδωσε χώραν τὸ δυστύχημα τῆς φυλακίσεώς του κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐποχήν. Ἐν τῇ φυλακῇ εὑρισκόμενος ἐσημείωσεν ἔκτοτε ἀπὸ τὰ 61 ἢ 62, ὅτι ἐάν ποτε δυνηθῇ νὰ φέρῃ γνώμην ἐνώπιον τῆς πατρίδος του, νὰ εἴπῃ, ὅτι νὰ καταργηθῇ ἐκείνη ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, ὅτι ὁ κατώτερος ὑπάλληλος ἀπαλλάττεται τῆς εὐθύνης, διότι ἔλαβε διαταγὴν τοῦ ἀνωτέρου· καὶ διατί; διότι ἀφοῦ συνελήφθη ὁ Κ. πληρεξούσιος, δὲν εὕρισκεν ὑπεράσπισιν εἰς κανένα κατώτερον ὑπάλληλον, οὔτε ὁ Μοίραρχος ἔδιδε προσοχὴν εἰς αὐτὸν, οὔτε ὁ Ἀνακριτὴς, οὔτε ὁ Δεσμοφύλαξ, διότι ἔλεγε πρὸς αὐτοὺς, ἐγὼ ἀδίκως φυλακίζομαι, δὲν ὑπάρχει ἔνταλμα κατ’ ἐμοῦ, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα εἶχεν, ὅτι «οὐδεὶς συλλαμβάνεται κτλ.» ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο ἀρκετὰ ἐξησφαλίσαμεν τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου διὰ τῶν πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος 3, 5 κτλ. Ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην αὐτὴν λοιπὸν παρατηρῶ εἰς τὸν Κ. προλαλήσαντα, ὅτι αὐτὰ τὰ ζητήματα εἶναι λεπτὰ, εἶναι δικαστικά· δὲν εἶναι τῆς σφαίρας ἑκάστου, καθὼς δὲν εἶναι τῆς σφαίρας μου νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ Ἀτμοδρόμονος, καθὼς ὡμίλησεν αὐτὸς, ὡμίλησε καὶ ὁ Κ. Θεοχάρης. Ἐτόλμησεν ὁ Κ. Καρφιτζόγλους νὰ διακόψῃ τὸν Κ. Θεοχάρην καὶ τοῦ εἶπε «βλάχος στὸ βουνό, μπονάτσα στὸ γιαλό.» Λοιπὸν ἡ εὐθύνη αὐτὴ εἶναι τριῶν εἰδῶν· ἔχει πρῶτον ὁ ὑπάλληλος ἠθικὴν εὐθύνην ἐνώπιον τῆς ἱστορίας, ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης, ἔχει εὐθύνην συνταγματικὴν ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου, κινδυνεύει νὰ χάσῃ τὴν θέσιν του, ἔχει καὶ μίαν εὐθύνην, Κύριοι, νομικὴν, εὐθύνην πραγματικήν. Ἡ νομικὴ αὕτη εὐθύνη δὲν εἶναι ἄμεσος, καθὼς ὡμίλησαν οἱ προλαλήσαντες, καὶ μοὶ κακοφαίνεται, ὅτι ἦσαν καὶ ἐπιστήμονες νομικοὶ, εἶναι ἔμμεσος. Ἡ εὐθύνη ἀνάγεται εἰς τὸ ἠθικὸν πρόσωπον, τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἔχουσαν τὸ δικαίωμα τῆς ἄνω ἀγωγῆς κατὰ τοῦ ἀτόμου. Ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕνας ὑπάλληλος δημόσιος, εἶναι αὐτὴ ἡ νομικὴ εὐθύνη, διὰ τὴν ὁποίαν χρεωστεῖ λόγον ἀπέναντι τοῦ διορίσαντος αὐτὸν δημοσίου. Ποῖος τὸν διορίζει; Τὸν διορίζει ἡ Κυβέρνησις· Τί ἀντιπροσωπεύει ἡ Κυβέρνησις; Ἀντιπροσωπεύει τὸ δημόσιον τῆς Ἑλλάδος. Λοιπὸν, ἐὰν ἕνας ὑπάλληλος, ἐὰν ὁ Νομάρχης Ἀττικῆς λάβῃ μίαν διαταγὴν ἀπὸ τὸν ἀνώτερόν του διὰ νὰ διαλύσῃ τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον, ἢ νὰ παύσῃ τὸν Δήμαρχον, αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· χρεωστεῖ ὑπακοὴν, διότι ἄλλως παραλύεται ἡ ὑπηρεσία, καὶ πολὺ ὀρθῶς καὶ σαφῶς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι παραλύετε τὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν θελήσητε νὰ θέσητε τὴν εὐθύνην εἰς τὴν κατωτάτην βαθμίδα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σύντομα. Κ. Παντολέων.
§77ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Βλέπετε ὅτι σπανιώτατα μοὶ δίδεις τὸν λόγον, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ τώρα θὰ σᾶς ἐκδικηθῶ· δίδετέ μοι συνεχέστερον τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλῶ συντομώτερον (γέλως). Λοιπὸν, Κύριοι, ἡ διοικητικὴ εὐθύνη εἶναι αὐτὴ, εἰς τὴν ὁποίαν χρεωστεῖ νὰ ὑπακούσῃ ὁ κατώτερος ὑπάλληλος. Ἔρχεται καὶ ἡ νομικὴ εὐθύνη· λαμβάνει ὁ Νομάρχης μίαν διαταγὴν, ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, καθὼς ἔλαβε κατὰ δυστυχίαν εἰς τὰ 56· ὁ Κ. Δημητριάδης (τότε καὶ ἐγὼ ὡς δημοσιογράφος διεμαρτυρήθην καὶ ἐκραύγασα εἰς μάτην) διαταγὴν νὰ κρημνίσῃ τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν, διότι ἀσχήμιζον τὴν εἴσοδον τῆς πόλεως, παρεβίασε τὸ Σύνταγμα. Τότε αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος ἐκρήμνισε τὰς οἰκίας, ὑπήκουσεν εἰς μίαν διαταγὴν καταστρεπτικὴν· ἐκεῖ μάλιστα ἔχει εὐθύνην, διότι προσέβαλε ἀμέσως τὸ Σύνταγμα. Ὁ στρατιώτης χρεωστεῖ νὰ ὑπακούῃ, ἀλλ’ ὅταν ἕνας μεθυσμένος λοχαγὸς τὸν διατάττῃ νὰ πυροβολήσῃ κατὰ τῶν πολιτῶν, δὲν χρεωστεῖ νὰ ὑπακούσῃ. Ἰδοὺ ἡ λογικὴ πῶς λύει τὰ ζητήματα· οὐχὶ διὰ τῶν βιβλίων καὶ τῶν ἱστοριῶν, ἀλλὰ τοῦ μεγαλειτέρου καὶ λαμπροτέρου βιβλίου, τὸ ὁποῖον ὁ πλάστης ἔδωσε, διὰ τοῦ ὀρθοῦ λόγου. (Εὖγε.)
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος.
§79ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλὰ ὀλίγα θὰ εἴπω, Κύριοι. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁλοσχερῶς σύμφωνος μὲ τὴν διάταξιν τὴν περιλαμβανομένην εἰς τὸ Σύνταγμα· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ ἐξαιρέσεις τινάς. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ πολλὰ ἐναντίον τῆς περὶ καταδιώξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νέας διατάξεως τῆς εἰσαγομένης εἰς τὸ Σύνταγμα, ὁπωσδήποτε ὅμως, θεωρῶν τὴν μὲν Συνέλευσιν ἔχουσαν κατηρτισμένην γνώμην, τὴν δὲ συζήτησιν ἐξηντλημένην, ἀπέχω τοῦ νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ νὰ ἀναφέρω τὰς σκέψεις, ἐκ τῶν ὁποίων ὁρμώμενος, φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δύναται νὰ ἔχῃ κακὰς συνεπείας. Αἱ καταχρήσεις, Κύριοι, αἱ συμβᾶσαι εἰς τὸ παρελθὸν, ἠνάγκασαν τὴν ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος ἐπιτροπὴν κατὰ πλειονοψηφίαν νὰ προέλθῃ εἰς τοιοῦτον μέτρον. Αὕτη ἐνόμισεν, ὅτι εἰς τὴν ἄρσιν τῆς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσης διατάξεως περὶ τῆς μὴ καταδιώξεως τῶν ὑπαλλήλων ἄνευ ἀδείας τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς εὑρίσκει ἐγγύησιν κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τῆς ἐξουσίας, κατὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως· ἀλλ’ ἐὰν λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν τὸ παρελθὸν, σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν δὲν εὑρίσκετε τὰς ἐγγυήσεις. Ἐρωτῶ τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουν νῦν τὰς ἐγγυήσεις εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ποῦ εἶδον ταύτας, εἰς τὸ παρελθὸν ὅταν οἱ πολῖται ἐσύροντο εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἦσαν ἐν αὐταῖς καθειργμένοι ἐπὶ μῆνας ἄνευ ἐντάλματος φυλακίσεως; Πότε εὗρον τὰς ἐγγυήσεις ταύτας εἰς τοὺς Ἀνακριτὰς, καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς; Τίς ποτε Ἀνακριτὴς ἢ ἀνώτερος ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος ἀπεφυλάκισε κατὰ τὸ καθῆκόν του τοὺς ἄνευ ἐντάλματος φυλακίσεως ἐγκαθειργμένους καὶ προσφυγόντας πρὸς αὐτόν; Δὲν ἀρκοῦσι ταῦτα, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πολιτικῶν δικῶν ἔχομεν δυσάρεστα παραδείγματα μεροληπτικῶν ἀποφάσεων· ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ἀποζημιώσεις σκανδαλώδεις στρατιωτικῶν, ἀποφασισθείσας ἐναντίον τοῦ νόμου ὑπὸ τῶν δικαστηρίων καὶ ζημιωσάσας τὰ μέγιστα τὸ Δημόσιον. Δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας, διότι ἡ ἔκθεσις λεπτομερειῶν, εἰς ἣν μιγνύονται μάλιστα πρόσωπα, δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθή. Ἀπέχων δὲ, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, νὰ ἐκταθῶ, θέλω περιορισθῆ εἰς ὀλιγίστας παρατηρήσεις βαίνων ταχέως πρὸς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον φρονῶ, ὅτι εἶναι συμβιβαστικόν. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτοῦσι νὰ μὴ παρακινηθῆτε ἀπὸ τὰς καταχρήσεις τοῦ παρελθόντος καὶ εἰσαγάγητε εἰς τὸ πολίτευμα διάταξιν, ἡ ὁποία, ἐὰν ἐκ τῆς πείρας ἀποδειχθῇ ἐσφαλμένη, δὲν δύναται νὰ ἐπανορθωθῇ. Διὰ νὰ κατανοήσητε τὸ ἀκροσφαλὲς τῆς εἰσαγομένης διατάξεως σᾶς ἐρωτῶ· εἰς τίνα ἀνάγεται καταλληλότερον ἡ ἐκτίμησις πράξεώς τινος τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου; εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἠναγκασμένη ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων της νὰ μὴ προσέχῃ εἰς τοὺς καιροὺς καὶ εἰς τὰς περιστάσεις, ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον, ἤ εἰς τὴν διοικητικὴν, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ κατὰ τοὺς καιροὺς καὶ τὰς περιστάσεις, ἥτις γινώσκει τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπαλλήλου ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του, ἥτις δύναται νὰ κρίνῃ περὶ τῆς προαιρέσεως, ἐὰν ᾖναι δολία ἢ μή; Φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ἀξιόποινον τῆς πράξεως τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, ἥτις εἶναι ἄμοιρος τοσούτων εἰδικῶν περιστάσεων ἀναγκαίων εἰς ὀρθὴν κρίσιν περὶ τοῦ ἀξιοποίνου ἤ μή. Ἄλλως, Κύριοι, ἡ ἄνευ προηγουμένης ἀδείας εἰσαγωγὴ τῶν ὑπαλλήλων εἰς δίκην δύναται νὰ ᾖναι καὶ ἐπικινδυνωδεστάτη εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ὑποθέσατε, ὅτι εἰς τὴν Κέρκυραν σήμερον ὑπάρχουν σπουδαῖαι ὑπόνοιαι περὶ διαταράξεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅτι ἔχετε ἕνα Νομάρχην ἐκεῖ, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖται, καὶ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἐφετείου τοῦ Ναυπλίου, ἀγνοῶν τὰς ἐξαιρετικὰς ταύτας περιστάσεις τῆς Κερκύρας, προσκαλεῖ τὸν Νομάρχην εἰς Ναύπλιον ἵνα τὸν ἀνακρίνῃ καὶ τὸν ἀπομακρύνῃ τῆς ἕδρας του. Ὁποίας τοιαύτη δικαστικὴ ἐνέργεια δύναται νὰ ἔχῃ σοβαρὰς συνεπείας, οὐδεὶς ἀγνοεῖ· ἐν τούτοις τοιαῦτα ἀτοπήματα θέλουσι συμβῆ, ἐὰν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ ἰδίως οἱ διοικητικοὶ ἢ προξενικοὶ, καταδιώκωνται δικαστικῶς ἄνευ προηγουμένης ἀδείας περὶ τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς των. Ἴσως μάλιστα θέλει συμβῆ πολλάκις, ὥστε, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπαιτεῖται ἡ δραστηρία ἐνέργεια τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, νὰ συντελῇ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐν ἀγνοίᾳ της εἰς ἐπαύξησιν τῆς ἀνωμαλίας τῆς πολιτικῆς τῶν ἐπαρχιῶν διὰ τῆς κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν ἀπομακρύνσεως τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, προσκαλουμένων εἰς δίκην. Φέρω αὐτὰ τὰ παραδείγματα, ὄχι διότι ὁλοσχερῶς εἶμαι ἐναντίος αὐτῆς τῆς διατάξεως, ἀλλὰ ἵνα σᾶς καταδείξω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀκροσφαλὲς καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀφαιρεθῇ μὲν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα ἡ περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων διάταξις τοῦ ἄρθρου 19, νὰ περιληφθῇ δὲ αὕτη εἰς εἰδικὸν ψήφισμα, ὥστε ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ πεῖρα ἀποδείξει, ὅτι αὐτὴ ἔχει ἐπήρειαν εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, νὰ γίνῃ ἡ ἀναγκαία διόρθωσις, ἢ νὰ γίνουν ἐξαιρέσεις τινές.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὁ Κ. Διομήδης Κυριακοῦ τὸν λόγον.
§81ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Κύριοι, ὁ προλαλήσας ἔντιμος πληρεξούσιος πιστεύω, ὅτι, ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ μάθῃ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἐν Εὐρώπῃ, εἰς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα τοῦ νὰ μὴν εἰσάγωνται εἰς δίκην οἱ ὑπάλληλοι, εἰμὴ ἀδείᾳ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης, βεβαίως δὲν ἤθελεν ἔχει τὴν γενναιότητα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἐξάλειψιν τῆς περὶ τοῦ ἐναντίου διατάξεως, ἥτις συμπληρουμένη διὰ τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔκαμον, ἀφίνει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ περιβάλῃ μὲ ἄλλας τινὰς ἐγγυήσεις τοὺς ὑπαλλήλους κατὰ τῶν ἀδίκων καταμηνύσεων. Δὲν εἶναι ζήτημα, Κύριοι, ὅτι μόνον εἴς τινα ἔθνη ὑπάρχει ὁ θεσμὸς οὗτος, τοῦ νὰ μὴ δύνανται νὰ εἰσάγωνται οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι εἰς τὰ δικαστήρια ἄνευ προηγουμένης ἀδείας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Τοῦτο ὑπάρχει καθιερωμένον καὶ παρ’ ἡμῖν, τῆς ποινικῆς δικονομίας ὁριζούσης, ὅτι ἀδείᾳ τῆς καθαρᾶς διοικήσεως, ἤτοι τῶν κατὰ μέρος ὑπουργῶν ἢ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου, δύνανται οἱ ὑπάλληλοι οἱ διοικητικοὶ νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην. Πρὸς κατάργησιν λοιπὸν τῆς διατάξεως ταύτης ἐτέθη τὸ 19 ἄρθρον, διότι μακροχρόνιος πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι τὰ ὑπουργεῖα, ὁσάκις ζητῶνται νὰ δώσωσι τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων των, δὲν ὁρμῶνται εἰς τὴν περὶ τούτου ἀπόφασίν των ἀπὸ τὸ νόμιμον καὶ τὸ δίκαιον, οὔτε κἂν ἀπὸ σκέψεις πολιτικάς, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ χαρίζονται ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων των, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἐξ ἰδίου συμφέροντος δὲν δίδουν τὴν ἄδειαν, τουτέστιν ὅταν αὐτοὶ οὗτοι ἦναι καὶ οἱ παραίτιοι τῆς γενομένης ἀδικίας. Γίνονται π. χ. ἐκλογαί· ὁ δεῖνα ὑπουργὸς θέλων νὰ ἐπεμβῇ εἰς αὐτὰς, γράφει μὲν ἐπισήμως εἰς τὰς ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ἀρχὰς νὰ ἐνεργήσουν κατὰ τὸν νόμον, διαστρέφων ἴσως κατὰ μικρὸν καὶ τὸν νόμον, ἀλλ’ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον καταφεύγει, εἶναι τὸ νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν γαμβρὸν, ἢ ἀνεψιὸν, ἢ ἁπλοῦν φίλον του, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ ἀσφαλέστερον καὶ συνηθέστερον, νὰ γράψῃ οὗτος πρὸς τὸν Ἔπαρχον ἢ τὸν Νομάρχην, ὅτι ἡ ἐπιθυμία τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι νὰ γίνῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· τοιουτοτρόπως δὲν φοβεῖται νὰ κατηγορηθῇ ὁ ὑπουργὸς, ὡς δυνάμενος πάντοτε ν’ ἀπολογηθῇ, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔδωκε κἀμμίαν παραγγελίαν εἰς τὸν γράψαντα καὶ τὸ γραφὲν εἶναι εἰς βάρος μόνον τοῦ γράψαντος. Οὕτως ἐγένοντο, Κύριοι, αἱ ἐπεμβάσεις, καὶ τὸ λέγω δημοσίᾳ διὰ νὰ τὸ ἀκούσῃ ὅλος ὁ κόσμος, διότι ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν πολλὰ τοιαῦτα γεγονότα.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§83ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι πολλάκις εἶναι συναίτιοι μετὰ τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὰς γενομένας παρανομίας, νὰ δίδουν ἢ νὰ μὴ δίδουν τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων των; Ὄχι, δὲν πρέπει. Τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ νὰ μὴ εἰσάγωνται εἰς δίκην οἱ ὑπάλληλοι πρὶν ἢ δοθῇ ἄδεια παρὰ τῆς ἀνωτέρας διοικητικῆς ἀρχῆς ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Γερμανίαν. Τὸ δὲ περίεργον εἶναι, ὅτι καθιερώθη καὶ παρ’ αὐτῆς τῆς συντακτικῆς Συνελεύσεως τῆς Γαλλίας, ὡς ἐκ τοῦ πνεύματος τῆς συγκεντρώσεως, τὸ ὁποῖον ἐκ πλάνης εἶχεν ἐπικρατήσει καὶ παρὰ τοῖς τότε φιλελευθέροις τῆς Γαλλίας, ἐννοῶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1789. Μὴ κάμνετε, Κύριοι, εἰς τοῦτο ἀντίῤῥησιν· ἡ ἱστορία ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ τότε πνεῦμα ἦτο φιλελεύθερον, ἀλλ’ ὑπῆρξαν προλήψεις τινὲς, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξηκολούθουν οἱ πολλοὶ νὰ θεωρῶσι τὴν δημοκρατικὴν ἐξουσίαν ἐπίσης ἀπόλυτον, ὅπως οἱ βασιλικοὶ τὴν Μοναρχίαν. Ὡς ἐξ αὐτοῦ δὲ τοῦ πνεύματος ἐπεκράτησε καὶ κατὰ τοὺς θεσμοὺς τοὺς δημοκρατικοὺς τῆς Γαλλίας τὸ πνεῦμα τῆς συγκεντρώσεως· τὸ δὲ ἀντίθετον πνεῦμα τῆς ἀποκεντρώσεως, ἤτοι τῆς κατισχύσεως τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, εἶναι τῶν νεωτέρων χρόνων τῆς Γαλλίας ἔργον. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὗρεν ὁ Ναπολέων τὰ πράγματα, εὗρε δηλαδὴ μίαν διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1791, ἐπελήφθη ἀμέσως αὐτῆς καὶ ἐν τῷ Συντάγματι, τὸ ὁποῖον ἔγεινεν ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοήν του, ἤτοι ἐπὶ τῶν τριῶν ὑπάτων, ἐτέθη ῥητῶς, ὅτι δὲν δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην οἱ ὑπάλληλοι ἄνευ ἀδείας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον τότε ἔδιδε τὴν ἄδειαν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ οὐχὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως παρ’ ἡμῖν· τὸ δὲ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τότε ἦτον ἀνώτερον τῶν ὑπουργῶν, τοῦτο εἶναι ἱστορικώτατον καὶ δὲν φοβοῦμαι κανένα νὰ μὲ διαψεύσῃ. Κατὰ τὸ σύστημα λοιπὸν τοῦ Ναπολέοντος παρείχετο μία ἐγγύησις, ἀποφασίζοντος περὶ τῆς ἀδείας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς νὰ εἴπωμεν παρ’ ἡμῖν ἀποφασιζούσης τῆς Γερουσίας, ἤτοι ἀνωτάτου καὶ ἀνεξαρτήτου πολιτικοῦ σώματος. Κατόπιν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἠλλοιώθη, ἐταπεινώθη καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπον· ἀλλ’ ὅταν ἐτέθη ἡ διάταξις, περὶ ἧς ὁ λόγος, εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ ή. ἔτους, ὑπῆρχε τὸ Συμβούλιον αὐτὸ ἐν τῇ παντοδυναμίᾳ του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς δεσποτικῆς ταύτης διατάξεως ἐν Γαλλίᾳ, ἡ ὁποία ἰσχύει καὶ ἐν Γερμανίᾳ, ὄχι ὅμως καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ· περὶ τῆς Ἰταλίας καὶ Ἱσπανίας δὲν ἠξεύρω. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὅμως κατακρίνεται ὑπὸ τῶν φιλελευθέρων, διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν εἶναι μὲν δίκαιον νὰ μένῃ ὁ ὑπάλληλος, ὁ κυβερνῶν, εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ τυχόντος πολίτου· δὲν πρέπει νὰ ἀρκῇ ὥστε ὁ τυχὼν ἄνθρωπος νὰ καταμηνύῃ τὸν Ἔπαρχον Σπετσῶν ἢ τὸν Νομάρχην, ὥστε νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τῆς ἀνακρίσεως κατὰ τοῦ Ἐπάρχου ἢ τοῦ Νομάρχου ὁ Δημαστυνόμος, ἢ καὶ αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς, καὶ νὰ ἐκδώσῃ αἴφνης ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τῆς ἀνωτέρας ἀρχῆς ὁ διακοσιόδραχμος ἀνακριτὴς, ὅστις ἐνδέχεται νὰ ᾖναι καὶ νεανίας. Οἱ ἄρχοντες τῆς πολιτείας δι’ αὐτὸ τοῦτο, ὅτι ἐκπληροῦσιν ἀκριβῶς τὰ καθήκοντά των, ἐπισύρουν τὴν ὀργὴν καὶ τὴν καταφορὰν τῶν πολλῶν ἀνθρώπων. Οἱ ὑπάλληλοι εἶναι καὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι, ἔχοντες ἀτελείας, μόνος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦτον ἀναμάρτητος. Διὰ νὰ δύνανται λοιπὸν μὲ θάῤῥος νὰ ἐκπληροῦν τὰ καθήκοντά των, πρέπει νὰ προστατεύωνται κατὰ τῆς θρασύτητος καὶ μοχθηρίας ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δὲν ἀφίνουν νὰ πράττουν ὅπως θέλουν, μὴ προστατευόμενοι δὲ, ἀλλ’ ἐκτιθέμενοι εἰς τὴν καταφορὰν τοῦ τυχόντος, ὑπάρχει φόβος, ὅτι τότε θὰ προτιμοῦν νὰ παραβλέπουν τὸ καθῆκόν των διὰ νὰ μὴ κάμουν προσωπικοὺς ἐχθροὺς, ὅπερ εἶναι ὀλέθριον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Ὁμολογοῦμεν λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται κατὰ τῶν ὑπαλλήλων κατάχρησις τοῦ δικαιώματος ἑκάστου πολίτου νὰ καταμηνύῃ καὶ καταδιώκῃ ἀπευθείας εἰς τὰ δικαστήρια τὸν παραίτιον τῆς ζημίας του· ἀλλὰ πρέπει διὰ τοῦτο νὰ κλείσωμεν τὴν θύραν εἰς πᾶσαν καταμήνυσιν κατὰ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων; Πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον τὸ μέγα, τὸ μέγιστον σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μέχρι σήμερον; Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ποτὲ σχεδὸν δὲν κατεδιώχθη διοικητικὸς ὑπάλληλος ποινικῶς· καὶ ἀφίνω τοὺς ἄλλους, ἔρχομαι εἰς τοὺς Κυρίους Προξένους. Πόσα δὲν ἐλέχθησαν ἐπανειλημμένως κατ’ αὐτῶν ὡς παρεκτραπέντων τῶν καθηκόντων των; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσητε, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, οἱ ὄντες μακρὰν πάσης ἀμέσου ἐπιτηρήσεως ὡς μὴ ἐκλεγόμενοι ἐκ τάξεως τιμιωτέρας τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, δὲν ἔπταισάν ποτε, δὲν ἔπραξαν οὐδεμίαν παρανομίαν; Ἐν τούτοις δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ εἰσήχθησαν εἰς δίκην προξενικοὶ ὑπάλληλοι δι’ ἀδικίας γενομένας εἰς ὑπηκόους Ἕλληνας· καὶ ὁ λόγος εἶναι, διότι τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς των ἔπρεπε νὰ δώσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τὸ 19 ἄρθρον εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ὅπως ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη, φοβοῦμαι, ὅτι δύναται εἰς τὸ μέλλον νὰ δεσμεύσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν τῶν ἀδίκως ἢ συνεχῶς καταμηνυομένων ὑπαλλήλων. Ὅταν γενικῶς λέγῃ τὸ ἄρθρον, «οὐδεμία ἀπαιτεῖται ἄδεια πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τοῦ διοικητικοῦ ὑπαλλήλου», ἀπαγορεύει πᾶν μέτρον νομοθετικόν, τὸ ὁποῖον ἤθελε κανονίσει καὶ περιστείλει τὴν κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ πολίτου τοῦ καταμηνύειν τὰς κολασίμους πράξεις. Ἄρα δύναμαι αὔριον, ἐνῷ ἐνεργοῦνται αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, νὰ καταμηνύσω τὸν Ἔπαρχον ἐπὶ κακουργήματι, οἱ δὲ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι, δικαιούμενοι κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον νὰ ἐπιληφθοῦν ἀμέσως τῆς ἀνακρίσεως, δύνανται καὶ ὀφείλουν νὰ ἐκδώσουν κατὰ τοῦ Ἐπάρχου ἔνταλμα συλλήψεως· ὁ ἔπαρχος ἴσως εἶναι κατὰ πάντα ἀθῷος, καὶ ὅμως ἐγὼ ὁ καταμηνυτὴς ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ μου νὰ τὸν ἀπομακρύνω ἀπὸ τὰς ἐκλογάς. Σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, τὸν Κ. Ἑλλὼ, ὅστις εἶναι πολὺ φιλελεύθερος, ἀλλὰ καὶ συντηρητικός· εἶναι Ἀρεοπαγίτης καὶ πρότερον Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐν Γαλλίᾳ, ὅστις ἔγραψε τὸ γνωστὸν ἐν Εὐρώπῃ σύγγραμμά του, du regime Constitutionnel· ἐπικαλοῦμαι καὶ ἄλλους συγγραφεῖς, ὡς τὸν περίφημον Benjamin Constant, οἱ ὁποῖοι κατακρίνουν τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἂν πρέπῃ νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην ἢ ὄχι ὁ παρανομήσας ὑπάλληλος, ἀλλ’ ἀναγνωρίζουν, ὅτι πρέπει ἀφ’ ἑτέρου καὶ νὰ προστατευθοῦν οἱ ὑπάλληλοι κατὰ τῆς ἐμπαθείας τῶν ἰδιωτῶν. Ἡ ὀρθὴ γνώμη εἶναι, ὅτι ἀντὶ νὰ ἀφίνωμεν τὴν ἐκτίμησιν, ἂν πρέπῃ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια ἢ ὄχι, εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, λόγῳ ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσιν περὶ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὸ κράτος καὶ τὴν ἐπιῤῥοὴν τῶν ὁποίων ἔγεινε δῆθεν ἡ παρανομία, εἶναι ἀσφαλέστερον διὰ τοὺς παθόντας πολίτας νὰ τὴν ἀναθέσωμεν εἰς τὰς ἀνωτέρας δικαστικὰς ἀρχὰς, δηλαδὴ ἡ καταμήνυσις νὰ πέμπηται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὅστις νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, καὶ αὐτὸ νὰ ἀποφασίζῃ διὰ βουλεύματος ἂν πρέπῃ νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην ὁ ὑπάλληλος.
§84ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§85ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν μία ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἠμπορῇ νὰ καθιερώσῃ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Διὰ νὰ μένῃ λοιπὸν πλατύτης περὶ τούτου εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐπρότεινα, δηλαδὴ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἄδεια τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ὅπερ δὲν ἀποκλείει τὴν ἄδειαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἂν αὔριον κριθῇ ἀναγκαῖον νὰ ὁρισθῇ τοῦτο διὰ νόμου. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ καταφερώμεθα καὶ κατὰ τῶν δικαστικῶν μας ἀρχῶν, εἶναι μάλιστα θαῦμα πῶς ἠδυνήθη ὁ δικαστικὸς κλάδος νὰ διατηρηθῇ σχεδὸν ἀνεξάρτητος ἐν τῷ μέσῳ τῆς παραλυσίας τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ σχηματίσωμεν ἀληθῶς ἀνεξάρτητα δικαστήρια, τὰ ὁποῖα νὰ παρέχουν καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ εἰς τοὺς πολίτας τὴν δέουσαν ἐγγύησιν, διότι ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα μόνον διὰ τῶν δικαστηρίων δύναται νὰ προστατευθοῦν ἢ καταστραφοῦν. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν ἔθεσα, δὲν ἀποκλείει τὴν ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων νομοθετικὴν πρόνοιαν.
§86ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§87ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καὶ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις δύναται διὰ ψηφίσματος νὰ ἀποφασίσῃ, ὅτι πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων θέλει ἐκδίδεσθαι ἑκάστοτε βούλευμα τῶν Ἐφετῶν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ τεθῇ ἐδῶ εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἐνδέχεται νὰ εὑρεθοῦν ἄλλα μέτρα, παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ σᾶς ἀνέφερα ὡς παράδειγμα ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων· πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ τούτῳ συζήτησις ἢ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἢ εἰς τὰς Βουλάς. Μὴ φοβεῖσθε, ὅτι, ἂν δὲν ἀποφασίσῃ περὶ τούτου ἡ Συνέλευσις, δὲν θὰ ληφθῇ ὑπὸ τῶν Βουλῶν πρόνοια. Ἄλλα εἶναι τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παραπεμπόμενα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν κινδυνεύουσι νὰ μὴ ληφθοῦν ποτὲ ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀντικείμενον ἐνδιαφέρονται πολλοὶ ἄνθρωποι, διότι ὑπάλληλοι πολλοὶ ὑπάρχουν ἤδη ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ ἴσως θὰ ὑπάρξουν καὶ εἰς τὰς Βουλάς. Ἕκαστος δὲ ὑπάλληλος ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ καὶ πολλοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους μεταξὺ τῶν μελλόντων Βουλευτῶν, καὶ πάντες οὗτοι θὰ φροντίσουν ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ τὸ δημόσιον συμφέρον ἀπαιτεῖ τοῦτο. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ παραδεχθῇ τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ μετ’ αὐτοῦ καὶ τὴν προσθήκην τὴν ἰδικήν μου.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ἐκτὸς τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα ἤδη πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὑπεβλήθησαν ὡς πόρισμα τῶν ἀγορεύσεων αἱ ἑξῆς· Α. τοῦ Κ. Ἀντωνοπούλου· νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19 ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ γίνῃ εἰδικὸν περὶ ταύτης ψήφισμα. Τροπολογία τοῦ Κ. Ἀγγελινίδου. Μετὰ τὴν λέξιν πράξεις αὐτῶν νὰ προστεθῇ «οὐδὲ παύοντα προσωρινῶς ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος» ὁ Κ. Βουδούρης θέλει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ἑξῆς· «Οὐδόλως ἀπαλλάττεται ὁ κατ’ ἀνωτέραν διαταγὴν ἐνεργήσας παράνομον πρᾶξιν τῆς ἀμέσου δικαστικῆς εὐθύνης, ἣν ὡς ἐκ τούτου ἀνέλαβε.» Περὶ ταύτης ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸν ποινικὸν Νόμον. Τοῦ Κ. Ζέζου ἡ τροπολογία συμφωνεῖ μὲ τὴν τοῦ Κ. Γιολδάση· μετὰ τὴν λέξιν «δημοσίων νὰ προστεθῇ καὶ «δημοτικῶν». Ὁ Κ. Πετσάλης προτείνει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου, ὅτι «ἡ περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὴ ὑπάρχει πάντοτε ἐλευθέρα.» Ὑπάρχει καὶ ἡ τοῦ Κ. Ἀντωνιάδου, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἴδιος· νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «τῶν περὶ ὑπουργῶν εἰδικῶς διατεταγμένων», «οἵτινες ὅμως εἶναι προσωπικῶς ὑπεύθυνοι, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος δημόσιος λειτουργός, διὰ τὰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις τὰς προκυπτούσας ἐκ τῆς παραβιάσεως ἢ παραλείψεως τῶν δημοσίων αὐτῶν καθηκόντων· μόνον δὲ ἐπιβοηθητικῶς συντρέχει τὸ δημόσιον εἰς τὴν ἀποζημίωσιν». Θὰ ἐρωτήσω ἀλληλοδιαδόχως. Αʹ. Εἶναι ἡ τοῦ Κ. Ἀντωνοπούλου, ἡ ὁποία λέγει νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19 ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ γίνῃ εἰδικὸν περὶ ταύτης ψήφισμα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Ἕπεται ἡ τοῦ Κ. Βουδούρη, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε. Οἱ παραδεχόμενοι ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Ἕπεται ἡ τοῦ Κ. Ζέζου καὶ Γιολδάση. Νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν λέξιν «δημοσίων» καὶ «δημοτικῶν». Οἱ παραδεχόμενοι ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ πρότασις παρεδέχθη. Ὁ Κ. Διομήδης προτείνει νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ πρότασις παρεδέχθη. Ὁ Κ. Πετσάλης προτείνει νὰ προστεθῇ «ἡ περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὴ ὑπάρχει πάντοτε ἐλευθέρα». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγιστοι). Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη.
§89Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ά μέρος τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ἀντωνιάδου ἂν ἐτίθετο μόνον εἰς ψηφοφορίαν, ἴσως ἤθελε γίνει δεκτόν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ά μέρος εἶναι τὸ ἑξῆς· μετὰ τὴν λέξιν «ἐκτὸς τῶν περὶ ὑπουργῶν εἰδικῶς διατεταγμένων» νὰ προστεθῇ «οἵτινες ὅμως εἶναι εἰδικῶς ὑπεύθυνοι, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος δημόσιος λειτουργός, διὰ τὰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις τὰς προκυπτούσας ἐκ τῆς παραβάσεως ἢ παραλείψεως τῶν δημοσίων αὐτῶν καθηκόντων, μόνον δὲ ἐπιβοηθητικῶς συντρέχει τὸ δημόσιον εἰς τὴν ἀποζημίωσιν.» Αὐτὴ ἀπεῤῥίφθη (θόρυβος). Δὲν ἐννοοῦμεν ὅμως ποτὲ, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀποῤῥίπτεται ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀντικείμενον νομοθετήματος· ἀποῤῥίπτεται μόνον, διότι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἕπεται ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Ἀγγελινίδου. «Οὐδεὶς παύεται προσωρινῶς ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος». Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον διὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω μετὰ ταῦτα τὴν προσθήκην «Οὐδεμία προηγουμένη ἄδεια τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας ἀπαιτεῖται πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ὑπαλλήλων διὰ τὰς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἀξιοποίνους πράξεις αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν περὶ ὑπουργῶν εἰδικῶς διατεταγμένων». Ὁ Κύριος Ἀγγελινίδης ζητεῖ νὰ προστεθῶσι. «Οὐδεὶς παύεται προσωρινῶς ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος».
§91ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Πολλοὶ ἰσχυρίζονται, ὅτι τοῦτο «δὲν παύεται προσωρινῶς», θὰ τεθῇ εἰς ἕτερον Νόμον, «τὸν περὶ τῶν προσόντων τῶν ὑπαλλήλων», ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ περίπτωσις· ἐκεῖνο πρόκειται ν’ ἀσφαλίσῃ τὸν ὑπάλληλον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τὸ νὰ μὴ δύναται νὰ τὸν παύῃ, παρ’ ὅπως ὁ Νόμος ὁρίζει· αὐτὴ ὅμως ἡ διάταξις πρόκειται νὰ προστατεύσῃ τὸν ὑπάλληλον ἀπὸ τὴν κατηγορίαν τοῦ ἰδιώτου· καὶ δὲν πρέπει νὰ μένῃ ὁ ὑπάλληλος ἕρμαιον τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι οὐδεὶς πρέπει νὰ παύηται ἕνεκα τῆς κατηγορίας.
§92ΣΕΡΒΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος. Τὸ ά. μέρος τοῦ ἄρθρου ἔχει οὕτως «Οὐδεμία προηγουμένη ἄδεια ἀπαιτεῖται πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ τὰς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἀξιοποίνους πράξεις αὐτῶν· τὸ μέρος δὲ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προσθέσῃ ἐνταῦθα ὁ Κύριος Ἀγγελινίδης εἶναι, ὅτι «οὐδὲ παύεται». Τὸ μέρος αὐτὸ τὸ βʹ. εἶναι ἐναντιωματικὸν τοῦ ά., οὐχὶ σύμφωνον μὲ τὸ λεκτικὸν καὶ πρέπει νὰ διορθωθῇ καταλλήλως.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα ταῦτα θέλουν συναρμολογηθῆ μετὰ ταῦτα. (θόρυβος).
§94ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παύσῃ τὸν ὑπάλληλον;
§95ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπιθυμῶ, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐννοηθῇ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ὅλη ἡ ἔκτασις, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ καθιερώσῃ ὁ Κ. Ἀγγελινίδης· ὅπως τὴν ἠννόησα ἐγὼ τοὐλάχιστον, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ παντός. Κατὰ τὸν Κύριον Ἀγγελινίδην ὁ ὑπάλληλος ὁ διοικητικὸς, ὁ κατηγορηθεὶς καὶ φυλακισθεὶς, δὲν δύναται νὰ παυθῇ, εἰμὴ διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος. Ἂν ὁ Κ. Ἀγγελινίδης ἔφερε μίαν ἀρχὴν γενικὴν περὶ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς συντάξεως τῶν προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καθιέρωσεν, εἰποῦσα, ὅτι οὐδεὶς ὑπάλληλος δύναται νὰ παυθῇ, ἂν δὲν τιμωρηθῇ πειθαρχικῶς, ἤθελον τὸ ἐννοήσει κάλλιστα, ἀλλὰ νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις ὅλως εἰδικὰ ἐπὶ τῶν κατηγορηθέντων διοικητικῶν ὑπαλλήλων, τῇ ἀληθείᾳ καταντᾷ ἀκατανόητον. Ὁ ὑπουργὸς, Κύριοι, ἔχει τὴν ἄδειαν κατὰ τὸ καθεστὼς δίκαιον, νὰ παύσῃ οἱονδήποτε διοικητικὸν ὑπάλληλον, χωρὶς νὰ δώσῃ λόγον εἰς κᾀνένα. Ὁ Κύριος Ἀγγελινίδης θέλει αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὸ ἔχῃ ὁ ὑπουργὸς, ὅταν ὁ ὑπάλληλος κατηγορηθῇ.
§96ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Δὲν ἐννοῶ αὐτό. Ζητῶ τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§97ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀρχὴ τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος· περὶ δὲ τῶν περιστάσεων, καθ’ ἃς μόνας νὰ δύναται νὰ παύῃ ὁ ὑπάλληλος, δύναται νὰ γίνῃ ἰδιαιτέρα σκέψις καὶ ἰδιαιτέρα μελέτη, ὅταν ἔλθῃ ὁ νόμος περὶ τῶν προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· ὥστε νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ προτεινομένη τροπολογία.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἀγγελινίδου, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ εἰσαγόμενοι εἰς δίκην δὲν παύονται προσωρινῶς ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (θόρυβος).
§99ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διασαφηνισθῇ καλλίτερον. Ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ παύῃ· αὐτὴ ἡ παῦσις ἡ προσωρινὴ, ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος, ἀφορᾷ τὸν κατηγορούμενον ὑπάλληλον, ἀφορᾷ τὴν δικαστικὴν παῦσιν, δὲν ἔχει σχέσιν παντάπασι μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον.......
§100ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί θὰ εἴπῃ, Κύριοι, ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία γνωρίζει τὴν νομοθεσίαν, ὅταν, ἐνῷ εἰς τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως οὐδεὶς νόμος δεσμεύει τὸν ὑπουργὸν, ἴδῃ, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, ἂν κατηγορηθῇ ἕνας ὑπάλληλος διὰ κακούργημα, ἂν προφυλακισθῇ, δὲν δύναται νὰ παυθῇ, ἕως οὗ μετὰ ἕνα χρόνον, ὡς συμβαίνει ἐνίοτε, ἐκδοθῇ βούλευμα ὁριστικὸν; τί θὰ εἴπῃ ἡ κοινωνία; (θόρυβος).
§101ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἅμα εἰσαχθῇ εἰς δίκην ἕνας ὑπάλληλος, εἶναι ἄρθρον ῥητὸν, ὅτι διακόπτεται ἡ ὑπηρεσία του.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τοῦ Κ. Ἀγγελινίδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν ἔχει οὕτω πως. Ἄρθρον 19. Οὐδεμία προηγουμένη ἄδεια ἀπαιτεῖται πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν δημοσίων καὶ δημοτ. ὑπαλλήλων διὰ τὰς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἀξιοποίνους πράξεις αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν περὶ ὑπουργῶν εἰδικῶς διατεταγμένων. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 20 ἄρθρον. Ἄρθρον 20. Τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν εἶναι ἀπολύτως ἀπαραβίαστον.
§103ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 21. Περὶ Συντάξεως τῆς Πολιτείας. Ἄρθρον 21. Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ἐπὶ τούτου ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Ῥοντήρης.
§105ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Βλέπω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει νὰ μεταβῇ εἰς τὸ 21 ἄρθρον, ἀλλὰ θέλων τὴν ἐλευθερίαν τοῦ βήματος, τὴν θέλω καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου. Τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον προτείνω, κατ’ ἐμὲ εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ.
§106ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς ποῖον ἄρθρον εὑρισκόμεθα, Κ. Πρόεδρε;
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ῥοντήρης προτείνει ἰδιαίτερον ἄρθρον.
§108ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ προτείνω τὸ ἄρθρον αὐτὸ, διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις. Κύριοι, συγγραφεῖς διάσημοι, αὐθεντίας μεγίστης, μεταξὺ αὐτῶν ὁ Κ. Φῆσελ, βεβαιοῖ, ὅτι,— καὶ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος τοῦ δημοσίου δικαίου— ὅτι ἡ βαθυτάτη, καθὼς ἐκφράζεται, διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Συντάγματος τῆς Ἀγγλίας καὶ τῶν Ἠπειρωτικῶν δὲν ἔγκειται οὔτε εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ κοινοβουλίου, οὔτε εἰς τὴν σύστασιν Γερουσίας, οὔτε εἰς τὰ προνόμια τοῦ Στέμματος, διότι ταῦτα μετεφυτεύθησαν καὶ εἰς τὴν Ἤπειρον, ἀλλ’ εἶναι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας κεῖται ἡ βαθυτάτη διαφορὰ τοῦ σημερινοῦ ἀγγλικοῦ πολιτεύματος πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς Ἠπείρου. Ἐνταῦθα κεῖται ὁ λόγος τῆς αὐταρχίας, τῆς ἐπαναπαύσεως τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ. Γοητεία τις θαυμασία ἔγκειται εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν. «Ὅπου ὑπάρχει δικαίωμα, ἐκεῖ δίδεται καὶ ἓν ἔνδικον μέσον.» Αὐτή ἡ ἀρχὴ δὲν ἰσχύει εἰς τὴν Εὐρώπην. Τὰ σπουδαῖα τῶν δικαιωμάτων δὲν προστατεύονται εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ εἶναι ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι οἱ φύλακες τῶν ἄλλων, τὰ πολιτικὰ δικαιώματα.
§109ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ποῦ εὑρισκόμεθα, Κ. Πρόεδρε;
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ῥοντήρης θέλει νὰ προστεθῇ ὡς 21 ἄρθρον τὸ ἑξῆς ἄρθρον. «Ἄρθρον 21. Πᾶσα ἐν γνώσει γενομένη προσβολὴ δικαιώματος οἱουδήποτε, εἴτε ἀστικοῦ, εἴτε πολιτικοῦ, διαπραττομένη ὑπὸ ὑπουργοῦ, ἢ ὑπαλλήλου, ἢ καὶ προσώπου τινὸς οἱουδήποτε, παράγει ὑπὲρ τοῦ ἀδικηθέντος ἀγωγὴν προσωπικὴν περὶ ἀποζημιώσεως ἢ ἱκανοποιήσεως· καὶ διὰ μὲν τὰ ἀστικὰ δικαιώματα τηροῦνται ὡς πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν οἱ σχετικοὶ νόμοι, διὰ δὲ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τὸ ποσὸν τῆς ἱκανοποιήσεως ὁρίζεται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν ὑλικῶν ζημιῶν· πάντοτε δὲ ἡ ἱκανοποίησις δὲν δύναται νὰ ᾖναι κατωτέρα τῶν 500 δραχμῶν.»
§111ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ ἀπεῤῥίφθη.
§112ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι, δὲν ἀπεῤῥίφθη. Ἡ πρότασις τοῦ Πετσάλη ἦτο σπουδαιοτάτη· ἀπεῤῥίφθη ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, δὲν τὴν ἐπαναφέρω. Καθὼς ἠξεύρετε, Κύριοι, ἐκτὸς τῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων ὑπάρχουν καὶ πολιτικὰ, καὶ καθὼς ὑπηνιξάμην προτήτερα, τὰ πολιτικὰ δικαιώματα φυλάττουν τὰ ἀστικά· ἀλλ’ ἐνῷ τὰ ἀστικὰ τηροῦνται ἱερὰ, τὰ πολιτικὰ πάντοτε παραβιάζονται, τὸ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, τὸ ἐξ ἴσου φορολογεῖσθαι, τὸ στρατεύεσθαι καὶ ἄλλα· ὁ Κύριος Πετσάλης εἶπεν, ἡ ἔκτασις τῆς δικαιοδοσίας τῶν δικαστηρίων νὰ περιλάβῃ ἐκτὸς τῶν ἀστικῶν καὶ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα. Κατ’ ἀρχὴν αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἡ πρότασίς μου εἶναι διαφορετική. Δὲν θέλω νὰ γίνῃ ἄλλος ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων, διότι εἶναι δύσκολον καὶ νὰ εἰσαχθοῦν ἄλλαι ἀρχαὶ, εἰς τὰς ὁποίας νὰ ὑπόκηται τὸ δημόσιον δίκαιον· θεωρῶ ἀκόμη ἐπικίνδυνον νὰ ἀναγνωρίσω ὡς δικαιώματα ἀναμφισβήτητα ἐν Ἑλλάδι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτι τὸ δημόσιον δίκαιον εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ ἀνθρωπίνου δικαίου καὶ οὐδεμία διάκρισις ὑφίσταται καὶ ὑπάγεται εἰς τὸ ἀστικὸν καὶ τὸ δημόσιον δίκαιον εἰς τὰ δικαστήρια, διότι τὸ δημόσιον παράγεται ἀπὸ τὸ ἀστικὸν δίκαιον· ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ λύσω αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀκόμη· καθιερῶ μίαν ἄλλην ἀρχήν. Ἂν ἀδικηθῶ περὶ τὴν ἰδιοκτησίαν μου ἔχω ἀγωγήν; Μάλιστα. Ἂν ἀδικηθῶ περὶ τὴν ψῆφόν μου; Ὄχι. Ἡ πρότασίς μου λοιπὸν ἔχει σκοπὸν νὰ δώσῃ εἰς ἐμὲ δικαίωμα ἀγωγῆς, ἂν ἀδικηθῶ περὶ τὴν ψῆφόν μου· ἂν μὲ βιάσουν νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου εἰς τὸν Κύριον Πλατὺν καὶ ὄχι εἰς τὸν Κ. Διαμαντόπουλον, νὰ ἔχω δικαίωμα ἀγωγῆς. Ἂν τὰ καθέκαστα, Κύριοι, δὲν ἔχουν ἀσφάλειαν περὶ τὰ δικαιώματά των, ἂν δὲν ἀσφαλίσωμεν εἰς τὸ ἄτομον αὐτὰ τὰ δικαιώματα, οὐδὲ ἡ πολιτεία εἶναι ἐξησφαλισμένη. Καὶ, Κύριοι, ἡ πρότασίς μου δὲν ἀφορᾷ μόνον τοὺς ὑπουργοὺς ἢ τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀδικίας τὰς γενομένας ἀπὸ πρόσωπον εἰς πρόσωπον· ἂν εἰς μίαν βουλευτικὴν ἐκλογὴν πλούσιός τις παρουσιασθῇ δωροδοκῶν καὶ κερδίσῃ ψήφους τινάς, γεννᾶται ἀγωγὴ ὑπὲρ τοῦ παθόντος καὶ εἰσάγεται εἰς τὰ δικαστήρια· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἀφοῦ γεννᾶται ἀγωγὴ, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον προστατεύει ἡ ἀγωγὴ, εἶναι ἐξησφαλισμένον καὶ ἱερόν. Δὲν προβαίνω εἰς γενικὰς ἀναπτύξεις, διότι δὲν θέλω παρὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν Συνέλευσιν, διότι ἡ Συνέλευσις σπεύδει. Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα. Σᾶς λέγω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος· καθὼς εἶπα, ἡ διαφορὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος εἶναι αὐτὴ ἀπέναντι τῶν ἄλλων, ἡ δικαιοδοσία τῶν δικαστηρίων.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἀνίστανται οἱ περισσότεροι) Παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προκειμένην προσθήκην νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἀνίστανται ὀλίγοι τινὲς) Ἀπεῤῥίφθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 21 ἄρθρον.
§115ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, δὲν ἐτελείωσεν. Εἰς τὸ μέρος τοῦτο, Κύριοι, περὶ ἀτομικῶν δικαιωμάτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα πρό τινων ἡμερῶν, καὶ θέλω, ἐπειδὴ τὸ μέρος εἶναι τὸ κατάλληλον, νὰ τὴν ἀναπτύξω. Ἡ τροπολογία εἶναι αὕτη· «Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· Δι’ εἰδικοῦ νόμου δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸς εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ ἀλλοδαπὸς, ὁσάκις πρόκειται περὶ τεχνικῶν, ἐπιστημονικῶν καὶ φιλολογικῶν ἔργων. Τὸ παρὸν ψήφισμα ἔχει συνταγματικὴν ἰσχύν.
§116ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα τώρα. Φέρετε ἓν ψήφισμα.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ἀντωνιάδης προτείνει ἓν ψήφισμα καὶ θέλει παρεμπιπτόντως νὰ τὸ συζητήσῃ ἡ Συνέλευσις.
§118ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μεταβαίνομεν εἰς τὸ 21 ἄρθρον. Ὁ Κ. Μομφεῤῥάτος ἔχει μίαν τροπολογίαν, τὴν ἑξῆς· «Ἡ κυριαρχία ἐνυπάρχει εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς αὐτὸ μόνον ἀνήκει· πᾶσα ἐξουσία πηγάζει ἐξ αὐτοῦ, καὶ ἐνεργεῖται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα.»
§120ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Καθὼς βλέπετε, Κύριοι, ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν φέρω μετὰ τοῦ Κ. Βάσσου, δὲν παρεισάγει οὐσιωδῶς νέαν τινὰ ἔννοιαν εἰς τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ τείνει μᾶλλον εἰς διασάφησιν καὶ διευκρίνησιν αὐτοῦ. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία δὲν ἔχει ἀνάγκην συνταγματικῆς διατάξεως διὰ νὰ ὑπάρξῃ· αὐτὴ ὑπάρχει καθ’ ἑαυτὴν καὶ εἶναι ἀδιαφιλονείκητος. Εἶναι μολοντοῦτο ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ Σύνταγμα ἐγγεγραμμένη, διὰ νὰ καταδεικνύῃ, μεταξὺ τῶν ἄλλων, εἰς τὰς διαφόρους ἀρχὰς τοῦ Κράτους πόσον ὀφείλουσιν εἰς αὐτὴν σεβασμόν. Κύριοι, διέτρεξα τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, καὶ παρετήρησα, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον φέρει ἡ τροπολογία, φέρει ῥητῶς καὶ ἡ ἔκθεσις. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν, νομίζω, κᾀμμία οὐσιώδης ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ὑποθέσω ὅτι, ἀφοῦ μία μεταπολίτευσις ἔγεινεν ἐν ὀνόματι τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ πρὸς στήριξιν αὐτῆς, καὶ ἐνῷ ἡ Συνέλευσις καταγίνεται πρὸς ῥύθμισιν αὐτῆς τῆς μεταπολιτεύσεως, θέλει διστάσει ποσῶς νὰ παραδεχθῇ μίαν ἀρχὴν, ἥτις εἶναι ἡ σημαία της.
§121ΤΙΝΕΣ. Ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἄρθρου καὶ τῆς τροπολογίας;
§122ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Διαφορὰ δὲν εἶναι ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν, ἀλλ’ εἶναι μᾶλλον μία διευκρίνησις, ἥτις εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ. Καὶ ἐπειδὴ ζητεῖτε διασάφησιν, ἐπιτρέψατέ με νὰ σᾶς τὴν δώσω.
§123ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§124ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Εἶναι ἐννοούμενον ὅτι, ἀφοῦ ὅλαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἀπὸ τὸ ἔθνος, τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶναι κυρίαρχον· ἀλλὰ τοῦτο, λέγω, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκφράζηται ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ δὲν ἐμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι περιττόν. Διατρέξατε καὶ ἄλλα Συντάγματα, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι αὐτὸ τοῦτο εἶναι καθιερωμένον, ἰδίως δὲ καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Τροιζῆνος. Δὲν εἶναι λοιπὸν νέα ἀρχή, ἀλλὰ μᾶλλον διασάφησις τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου. Ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν θέλῃ νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν, δύναται νὰ κάμῃ ὅπως ἀγαπᾷ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινηθῇ ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία. «Η κυριαρχία ἐνυπάρχει εἰς τὸ Ἔθνος καὶ εἰς αὐτὸ μόνον ἀνήκει· πᾶσα ἐξουσία, πηγάζει ἐξ αὐτοῦ, καὶ ἐνεργεῖται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα.»
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε, Κύριοι, τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ Κ. Μομφεράτος πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐν τῷ σχεδίῳ ἄρθρου· οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ὑπάρχει ἀμφιβολία· θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀνάπαλιν.
§126ΛΟΥΖΗΣ. Ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις; τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ. (θόρυβος).
§127ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει νὰ γίνῃ περαιτέρω συζήτησις ἡ Συνέλευσις;
§129ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§130ΛΟΥΖΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Θέλομεν.
§131ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὀλίγων λέξεων.
§132ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§133ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δύναται νὰ παρεξηγηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως· πρέπει νὰ δοθῶσί τινες ἐξηγήσεις· εἶναι πολὺ σπουδαῖον τὸ ζήτημα, καθ’ ὅσον ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Μομφεράτου κατ’ οὐσίαν οὐδόλως διαφέρει τοῦ 21 ἄρθρου τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω. Οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Σαρίπολος νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη.
§135ΠΟΛΛΟΙ. Ἀποφανθῆτε, ἂν ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν ἢ ὄχι.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν καὶ ἡ Συνέλευσις ἂς λύσῃ τὸ ζήτημα.
§137ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἐρωτᾶται ἡ Συνέλευσις καὶ ἐγείρεται, θὰ εἴπῃ πλαγίως, ὅτι ἐφωτίσθη· διὰ τὶ νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν;
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, θὰ ἐρωτήσω ἀντιθέτως τὴν Συνέλευσιν· θὰ παρακαλέσω νὰ σηκωθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχονται τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Μομφεράτου. Λοιπὸν οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Μομφεράτου νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Λοιπὸν ἡ τροπολογία ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 22 ἄρθρον. Πολλοὶ συσσωρεύονται ἐπὶ τοῦ Προεδρείου, ζητοῦντες τὸν λόγον καὶ ἐγγραφόμενοι.
§139ΠΟΛΛΟΙ. Κανένα μὴ γράφῃς, Κ. Πρόεδρε. Αὔριον, ὅταν συζητήσωμεν τὸ ἄρθρον, πρέπει νὰ ζητήσουν τὸν λόγον.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι, νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν πίστωσιν.
§141ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι πλήρης ἡ Συνέλευσις.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις;
§143ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρα 3 καὶ ½ Μ. Μ.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Γ. Πετρούλιας. Λ. Π. Λασκαρίδης.