1864.08.14
3,469 rows · 28,027 words · 425 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 298.
Τῆς 14 Αὐγούστου 1864.
(Παρασκευή).
Ὥρα 9 Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
§1ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πρακτικὰ, Κύριε Πρόεδρε, ἀναγινώσκονται χωρὶς ἡ Συνέλευσις νὰ ᾖναι πλήρης.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὰ δωμάτια οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι.
§3ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι οὐδείς. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
§4ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα πλήρεις, Κύριε Πρόεδρε· δὲν εἰμποροῦν ν’ ἀναγνωσθοῦν αὐθαιρέτως τὰ πρακτικά,
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθουν οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι ἀπὸ τὰ δωμάτια. Ἡσυχία, Κύριοι, παρακαλῶ. Νομίζετε, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀντιπολιτεύεσθε ἐμέ; ἀντιπολιτεύεσθε ἡμᾶς αὐτούς.
§6ΣΤΑΜ. ΜΑΚΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κατάλογος ἀνεγνώσθη, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν. Νεωτερίζετε, Κύριοι, πολὺ σήμερον (θόρυβος).
§8ΚΑΛΟΣ. Ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος· πρέπει ν’ ἀναγνωσθοῦν πρότερον τὰ πρακτικὰ καὶ κατόπιν εἰς τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῶν, ἐὰν γείνῃ ἔνστασις, ὅτι δὲν εἶναι πλήρης ἡ Συνέλευσις, ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος (θόρυβος).
§9ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε......
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν.
§11ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μίαν λέξιν παρακαλῶ. Δὲν γίνεται τώρα ἡ ἔνστασις ἂν ᾖ πλήρης ἢ ὄχι ἡ Συνέλευσις. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη ἅπαξ, ὅτι ἀκριβῶς τὴν 9 ὥραν πρέπει τὸ Προεδρεῖον νὰ ἔχῃ καταλάβει τὴν θέσιν του, ν’ ἀρχίζῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν, ἐὰν δὲν ᾖναι πλήρης ἡ Συνέλευσις, τότε τὰ μὲν ὀνόματα τῶν μὴ προσελθόντων νὰ δημοσιεύωνται, συνάμα δὲ δὲν μισθοδοτοῦνται καθ’ ἃς ἡμέρας ἀπουσιάζουν, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§13ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι, ὅταν ἀρχίζωμεν νὰ συνεδριάζωμεν κατὰ τὴν 11ην ἢ 12ην, τότε οὔτε νὰ ἐργασθῶμεν δυνάμεθα, διότι μὲ αὐτὰ τὰ κυνικὰ καύματα, οὔτε νὰ συλλογισθῶμεν δυνάμεθα. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀρχίζωμεν ἀπὸ τῆς 9ης ἀκριβῶς.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι, διότι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, καὶ δὲν εἰμπορῶ παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον πάντες φωνάζομεν εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων μας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐὰν δὲν συνερχώμεθα τακτικῶς καὶ ἐὰν δὲν κανονίσωμεν τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν συνεδριάσεών μας, νὰ κατορθώσωμεν τὴν λύσιν τῶν διαφόρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται. Λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, δι’ ὅλα ταῦτα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ, καθὼς σᾶς εἶπον, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἦμαι ἐκτελεστὴς τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν τήρησιν μοὶ ἀνεθέσατε, δὲν δύναμαι πώποτε συνεδρίασιν, ἡ ὁποία γίνεται δυνάμει τῶν προηγουμένων ἀποφάσεων τῆς Συνελεύσεως, νὰ τὴν διαλύσω, εἰμὴ ὅταν ἤθελον πεισθῆ, ὅτι ἡ συγκρότησίς της εἶναι ἀδύνατος. Πρέπει νὰ ἤμεθα πρακτικοὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις μας. Εἰμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς, ἀλλ’ ἐν τούτοις νὰ μὴν ᾖναι δυνατὸν 5, 10, νὰ ἐκπληρώσωμεν αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν μας. Πρέπει λοιπὸν διὰ τοῦτο ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις νὰ σχολάζῃ; νομίζω, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν ἔχουν πρακτικὴν ἀξίαν. Πρέπει ἀρχόμενοι νὰ περιμένωμεν μέχρις ὅτου προσέλθωσι καὶ οἱ ἄλλοι, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας. Τὰ ἔργα μας εἶναι σπουδαῖα· ἡ Ἑλλὰς προσμένει ἀπὸ ἡμᾶς μεγάλα πράγματα, μεγαλειτέρας θυσίας παρὰ τὸ νὰ περιμένωμεν τοὺς συναδέλφους μας ἐπὶ 1 ἢ δύω ὥρας.
§15ΚΑΛΟΣ. Σᾶς κάμνω, Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν, ὅτι βεβαίως ἅμα ὁ Πρόεδρος κηρύξῃ, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, πλήρη τὴν Συνέλευσιν, πρέπει νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ, δὲν δύναται δὲ νὰ προβῇ εἰς τὴν κύρωσιν, ὅταν γείνῃ ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν εἶναι πλήρης.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τοῦτο δὲν ἀντιλέγω.
§17ΚΑΛΟΣ. Βεβαίως καθῆκον ἔχομεν πάντες νὰ ἐργαζώμεθα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων μας· ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν δεχθῶμεν ῥητῶς, ὅτι ἅμα ἡ Συνέλευσις καταστῇ πλήρης, οἱοσδήποτε ἀριθμὸς ὑπάρχῃ ἐν αὐτῇ ν’ ἀποτελῇ ἀπαρτίαν δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀκροασθῆτε τὸ τέλος τῶν πρακτικῶν.
§19ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κἀγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλοῦ· οἱοσδήποτε ἀριθμὸς εἶναι ν’ ἀποτελῇ νόμιμον ἀπαρτίαν. Ἐξακολουθεῖ ν’ ἀναγινώσκηται ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§21ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΓΛΑΡΑ ΚΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἶναι πλήρης ἡ Συνέλευσις· κάμνομεν τὴν ἔνστασιν ταύτην διὰ νὰ μάθουν οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι νὰ συνέρχωνται τακτικῶς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις εἶναι πλήρης. Προσκαλέσατε ἐκ τῶν δωματίων τοὺς Κ. Κ. πληρεξουσίους.
§23ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἰς τὴν ἔνστασιν, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης, δὲν ἀπαιτεῖται αὐτὴ ἡ ἀπάντησίς σας, ἀλλὰ ζητήσατε δύο ψηφολέκτας νὰ γείνῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου.
§24ΚΑΛΟΣ. Καλὸν ἦτο, Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴν ἐγένετο ἡ ἔνστασις· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔγεινε πρέπει νὰ τὴν σεβασθῆτε.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον.
§26ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τοὺς ἐνισταμένους, ὅτι κατὰ προλαβοῦσάν τινα συνεδρίασιν εἴχομεν κάμει τὴν ἔνστασιν πολλοὶ, ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις· ἀλλ’ ὅμως προέβησαν εἰς ψηφοφορίαν (θόρυβος).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλω ἀκολουθήσει τὸ αὐτό.
§28ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀπόφασιν, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀκριβῶς ὁ κανονισμός. Ὅπωςδήποτε καὶ ἂν ἔκαμνον ἄλλοι, μᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ἡμεῖς δὲν θέλομεν πράξει τὸ αὐτό. (θόρυβος μέγας).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν· ἡσυχάσατε, Κύριοι, παρακαλῶ.
§30ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὸν Κ. Πρόεδρον ν’ ἀναθέσῃ εἰς ἕνα γραμματέα νὰ σημειοῖ τὰ ὀνόματα τῶν ἀποχωρούντων κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παρόντες συμποσοῦνται εἰς 240, ὥστε νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι ὑπερπλήρης. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§32ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνεκρίθησαν. Κύριοι, ὑποβάλλεται πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφορῶσα τὴν κτηματικὴν Τράπεζα τοῦ Κ. Βαλτατζῆ· ἔχει ὡς ἑξῆς· Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει· Ἡ μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν Α. Κουμουνδούρου ἐξ ἑνὸς, καὶ τοῦ Ἐπαμινώνδα Ε. Μπαλτατζῆ, ἐνεργοῦντος δι’ ἑαυτὸν καὶ ὡς ἐπιτρόπου τῶν Κ.Κ. Ἑρμάνου Ὀπενχάϊμ καὶ Ἀρισ. Ε. Μπαλτατζῆ, Τραπεζιτῶν, ἀφ’ ἑτέρου συνομολογηθεῖσα σύμβασις περὶ παραχωρήσεως προνομίου πρὸς σύστασιν Τραπέζης κτηματικῆς πίστεως ἐφ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα ὡς καὶ προεξοφλητικῆς ἐν Ἑπτανήσῳ, συγκειμένη ἐξ ἄρθρ. 29, ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερ. καὶ πληρεξούσιος Μεσσηνίας.
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Τὸ ψήφισμα συνδέεται μὲ τὴν σύμβασιν, ἥτις εἶναι ἐκτεταμένη· νομίζει ὅτι ἡ ἀνάγνωσις εἶναι περιττή.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς ποίαν ἡμέραν προσδιορίζει; ἢ ζητεῖ τὸ κατεπεῖγον;
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Εἶναι κατεπεῖγον.
§37ΥΠΟΥΡΓ. ΕΣΩΤ. Τὸ νὰ ὑποστηρίξω τὸ κατεπεῖγον.
§38ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη· κατεπείγουσα εἶναι· μόνον νὰ τὸ ἀναπτύξητε.
§39ΥΠΟΥΡΓ. ΕΣΩΤ. Ἤρχισα λέγων, τὸ νὰ ὑποστηρίξω τὸ κατεπεῖγον καὶ τὴν χρησιμότητα καὶ ἀναγκαιότητα τῆς συστάσεως τῆς Τραπέζης αὐτῆς ἦτο ὅλως περιττὸν, διότι ὅλοι τὸ ἐννοεῖτε καὶ τὸ αἰσθάνεσθε· ἓν πρᾶγμα θὰ σᾶς παρακαλέσω μόνον, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ διὰ τὰς ἄλλας τὰς ἐκκρεμεῖς τὰς ἐνώπιόν σας νὰ καταργήσητε, ἂν εὐχαριστῆσθε, τὰς ἡμέρας τῆς ἀργίας, δηλ. Τρίτην καὶ Πέμπτην, καὶ νὰ τὰς ἀφιερώσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν τῶν Νομοσχεδίων.
§40ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§41ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ὑποβάλλονται, Κύριοι, ἄπειροι τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας ἕκαστος πρέπει νὰ μελετήσῃ προηγουμένως διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ ψηφίσῃ ἐν γνώσει καὶ ὄχι ὅπως ἔγεινεν ἐνίοτε, ὅτε ἡ Συνέλ. ἀπεφάνθη μὲν, ὅτι ἐφωτίσθη, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐδέησε νὰ γείνῃ ἀκολούθως μιᾶς ὥρας διακοπὴ, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἡ Συνέλευσις τὸ θέμα. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι εἶναι ἀναγκαία νὰ γίνηται μία παῦσις μιᾶς ἡμέρας εἰς τὸ μέσον, καθ’ ἣν νὰ δύναταί τις νὰ προπαρασκευάζηται.
§42ΚΑΛΟΣ. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς, Κύριοι, σᾶς παρέστησε τὴν ἀνάγκην τοῦ κατεπείγοντος, ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπεν ἓν, τὸ ὁποῖον τὸ λέγω ἐγώ. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Μπαλταζῆ μένει ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ 6 μῆνας· θὰ ἴδητε ἐκ τῆς τυπώσεως, ὅτι περιλαμβάνει ὑποχρεώσεις βαρείας διὰ τὸν Κύριον Βαλτατζῆν, δηλαδὴ αὐτὸς ὑποχρεοῦται ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ φέρῃ 10 ἑκατομμύρια. Ἐκτὸς τούτου πρόκειται νὰ προετοιμάσῃ τὸ καταστατικὸν, νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Εὐρώπην ἵνα συλλέξῃ τὰς ἀναγκαίας μετοχάς· ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναχωρήσῃ, ἀφοῦ περιέμενεν τοσοῦτον καιρὸν ἀπὸ τὴν κακὴν πρόθεσιν, ἰδίως τοῦ τελευταίου ὑπουργείου. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ χρειάζεται νὰ ἀναχωρήσῃ τὴν πέμπτην, νὰ συζητήσωμεν τὴν τρίτην αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον.
§43ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἐὰν διὰ τὴν προσεχῆ τρίτην, μάλιστα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Δαγρὲς ἔχει νὰ εἴπῃ τίποτε;
§45ΔΑΓΡΕΣ. Ὄχι, καὶ τὴν νύκτα, ἂν ᾖναι ἀνάγκη, νὰ ἐργαζώμεθα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις;
§47ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω ζητήματα ὑποβάλλονται· ὁ μὲν Κ. Κουμουνδοῦρος προτείνει νὰ καταργηθῶσιν αἱ δύω ἡμέραι τῆς ἀργίας πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ συζητῶνται κατ’ αὐτὰς διάφοροι προτάσεις ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος, θεωρούμεναι κατεπείγουσαι καὶ ἀφορῶσαι σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Δευτέρα πρότασις, μὴ ἀποκρούουσα τὴν πρώτην, τοῦ Κυρίου Καλοῦ, νὰ προσδιορισθῇ ἡ προσεχὴς τρίτη ῥητῶς πρὸς συζήτησιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται προτάσεως τῆς κτηματικῆς Τραπέζης. Θὰ ἐρωτήσω ἀλληλοδιαδόχως· καὶ πρῶτον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλοῦ· οἱ παραδεχόμενοι νὰ προσδιορισθῇ ἡ προσεχὴς τρίτη, διὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης τῆς κτηματικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ προηγουμένως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, νὰ ἐγερθῶσι. (ἀνίστανται πάντες). Χαίρω, ὅτι παμψηφεὶ ἡ Συνέλευσις τὸ παρεδέχθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ Βʹ.
§49ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἀποκλείεται ἀπὸ τὸ ἄλλο, Κύριε Πρόεδρε.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ καταργηθῶσιν αἱ δύω ἡμέρα τῆς ἀργίας πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ συζητῶνται κατ’ αὐτὰς προτάσεις ἀναγκαῖαι, ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§52ΠΟΛΛΟΙ. (Ἀριστερόθεν). Δὲν παρεδέχθη, ὄχι· (θόρυβος).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ἑτέρα πρότασις τοῦ ἰδίου ὑπουργοῦ. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθν. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Ἡ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν Κυρίου Α. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Κυρίου Γεωργίου Σταύρου συναφθεῖσα Σύμβασις ἐξ ἄρθρων ἑπτὰ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων τῆς 11 Ἀπριλίου 1859 καὶ 16 Δεκεμβρίου 1861 θέλει ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
καὶ Πληρεξούσιος Μεσσήνης
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Ἰδοὺ καὶ ἡ σύμβασις.
§54ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνωσθῇ. Νὰ τυπωθῇ.
§55ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, νὰ τὴν ἀκούσωμεν. Ἀναγινώσκεται ὡς ἑξῆς.
ΣΥΜΒΑΣΙΣ
Μεταξὺ τῶν ὑποφαινομένων, ἤτοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν Κυρίου Α. Κουμουνδούρου ἐξ ἑνὸς καὶ τοῦ Κυρίου Γεωργίου Σταύρου, Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐξ ἑτέρου, Συνεφώνησαν τὰ ἑπόμενα. Ἄρθρον 1. Τὰ τρία τέταρτα μέχρι τῶν τεσσάρων πέμπτων τοῦ μετοχικοῦ καὶ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου προσδιορίζονται ἀποκλειστικῶς εἰς δάνεια ἐν γένει ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων κτημάτων. Ἄρθρον 2. Ἐκ τῶν παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἀτόκων καὶ ἐντόκων καταθέσεων ἐπιτρέπεται ἡ χορήγησις δανείων εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν ἐπὶ ἐνεχύρῳ πολυτίμων μετάλλων, μετοχῶν ἢ ὁμολογιῶν τῆς ἰδίας Τραπέζης ἢ καὶ ἄλλων ἀξιοχρέων ἐγχωρίων ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Τὸ χορηγητέον ποσὸν ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω τίτλων δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ τρία τέταρτα τῆς τρεχούσης ἀξίας των, οὐδέποτε δὲ τὴν ὀνομαστικὴν αὐτῶν ἀξίαν. Ἄρθρον 3. Τὸ ποσὸν, ὅπερ δύναται νὰ δανεισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δι’ ἐκδόσεων ὁμολογιῶν κατὰ τοὺς ἀπὸ 11 Ἀπριλίου 1859 καὶ 16 Δεκεμβρίου 1861 Νόμους πρὸς τὸν σκοπὸν χορηγήσεως δανείων ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἐπεκτείνεται μέχρι τοῦ πενταπλασίου τοῦ διὰ τὰ ἐπὶ ὑποθήκῃ δάνεια προσδιωρισμένου μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου κατὰ τὸ ἄρθρον 1. Ἄρθρον 4. Αἱ δόσεις τῶν ἐπὶ ὑποθήκῃ χρεωλυτικῶν καὶ ἁπλῶν δανείων, περιλαμβάνουσαι τὸν τόκον ἢ καὶ τὸ χρεώλυτρον ἢ τὸν τόκον μόνον, θέλουσιν εἶσθαι τοῦ λοιποῦ ἐτήσιαι καὶ οὐχὶ ἑξάμηνοι· ἡ ἐποχὴ τῆς πληρωμῆς αὐτῶν ὁρίζεται παρὰ τοῦ Γενικοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης. Ἅπασαι δὲ αἱ περὶ ἑξαμηνιαίων δόσεων διατάξεις τῶν μέχρι τοῦδε περὶ Τραπέζης ἐκδοθέντων νόμων ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν ἐτησίων δόσεων. Ἄρθρον 5. Ὁ τόκος τῶν χρεωλυτικῶν καὶ ἁπλῶν ἐπὶ ὑποθήκῃ δανείων ὡς καὶ τῶν ἐπὶ ἐνεχύρῳ προσδιορίζεται κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 8 ταῖς ἑκατὸν κατ’ ἔτος. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ εἴδους τοῦ δανείου, χρεωλυτικοῦ ἢ ἁπλοῦ, ἀνήκει εἰς τὸν δανειζόμενον. Ἄρθρον 6. Αἱ διατάξεις τῶν δύο προηγουμένων ἄρθρων 4 καὶ 5 ἐφαρμόζονται ἐπὶ τῶν δανείων, ἅτινα ἤθελον χορηγηθῆ μετὰ τὴν κύρωσιν καὶ δημοσίευσιν τοῦ παρόντος Νόμου ἢ ἤθελον ἀνανεωθῆ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων. Ἄρθρον 7. Ἐὰν ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου δὲν δυνηθῇ ἡ Τράπεζα νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κτηματιῶν δέκα τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐκτὸς τῶν ἤδη ὑπαρχόντων, ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ τόκου ἐλαττοῦται, ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας ταύτης, εἰς 7% δι’ ἀμφότερα τὰ εἴδη τῶν ἐπὶ ὑποθήκῃ δανείων, ἤτοι χρεωλυτικῶν καὶ ἁπλῶν, ἅτινα ἤθελον συνομολογηθῆ τοῦ λοιποῦ. Ἡ παροῦσα ἐγένετο εἰς διπλοῦν καὶ ὑπεγράφη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν Κυρίου Α. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος Κυρίου Γεωργίου Σταύρου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 13 Αὐγούστου 1864.
Ὁ Ὑπουργ. τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς
Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος
Γ. ΣΤΑΥΡΟΣ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται τὸ κατεπεῖγον;
§57ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἄλλης συμβάσεως νὰ ἔλθῃ αὐτὴ κατόπιν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τοῦτο;
§59ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, ὑπάρχει ἓν προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἐχορήγησεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ δανείζῃ ἐπὶ ὁμολογιῶν ἐπὶ 7%. Τὸν νόμον αὐτὸν τῆς Τραπέζης ζητεῖ σήμερον νὰ τὸν τροπολογήσῃ· ἐνδέχεται αἱ προτάσεις της νὰ ᾖναι ὀρθαὶ ἢ ὄχι. Λοιπὸν δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ θεωρήσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην κατεπείγουσαν, διότι δὲν ὑπάρχει ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης ἐπὶ 6 μῆνας ὅπως ἡ ἄλλη. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι φέρουν περιπλοκάς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ τμήματα τὸ ταχύτερον ἵνα γνωμοδοτήσουν, καθόσον θὰ ἴδητε πόσον ἡ πρότασις αὕτη ἀντιφάσκει μὲ τὴν προηγουμένην.
§60ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Μετὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν θέλετε πληροφορηθῆ, ὅτι πραγματικὴ ἀντίθεσις οὐδεμία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύω συμβάσεων τῶν δύω τραπεζῶν. Ἀνταγωνισμὸς εἰμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ, καὶ πρέπει καὶ εὐχόμεθα νὰ ὑπάρχῃ. Ὁ σκοπὸς, Κύριοι, τῆς συμβάσεως αὐτῆς εἶναι νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Τράπεζα νὰ φέρῃ ἔξωθεν 10 ἑκατομμύρια ἐντὸς δύο ἐτῶν, καὶ νὰ ἀναπτυχθῶσιν ἀνωμαλίαι τινὲς, περὶ ὧν γίνεται λόγος. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι ἀρκεῖ ἡ τύπωσις ὡς καὶ τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὴν σύμβασιν, ἀρκεῖ νὰ ἐπιτρέψῃ κατόπιν εἰς συζήτησιν, διότι τίποτε ἀντιφατικὸν καὶ δύσκολον δὲν θέλετε ἀπαντήσει εἰς αὐτὴν τὴν νέαν σύμβασιν.
§61ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά!
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἠκούσατε, ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἐπιμένει νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βαλτατζῆ. Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Παρεδέχθη. Ὑποβάλλεται ἑτέρα πρότασις τοῦ Κυρ. Ἡλιοπούλου, ἥτις ἀφορᾷ ὁδόν· θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ τμήματα.
§63ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου Βουδούρη τροπολογία ἐπὶ τοῦ 19 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· θέλει τυπωθῆ καὶ συζητηθῆ μετὰ τὸ σχετικὸν ἄρθρον. Ὑποβάλλεται τροπολογία παρὰ τοῦ Κυρίου Κυπαρίσση ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου· ἐνδεχόμενον νὰ συζητηθῇ σήμερον, θέλω σᾶς τὴν ἀναγνώσει λοιπὸν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρου. Ὑπεβλήθη καὶ ἑτέρα τροπολογία παρὰ τοῦ Κυρίου Ἀθ. Πετσάλη ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου· θέλετε λάβει γνῶσιν αὐτῆς ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συζητήσεως. Ὁ Κύριος Βενετζάνος ζητεῖ ἑνὸς μηνὸς ἀπουσίας ἄδειαν· νὰ δοθῇ;
§65ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἷς Κερκυραῖος Ἀγωνιστὴς ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διὰ νὰ λάβῃ ἀποζημίωσίν τινα, ὅταν ληθῇ τὸ ζήτημα τοῦ ἀγῶνος· θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἀγῶνος. Ὀνομάζεται Νικόλαος Μαρίνου. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀπὸ καιροῦ ἤδη τηρεῖται ἀπὸ Ἐθνοφυλακὴν, διότι ὁ τακτικὸς στρατὸς δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Ἐθνοφυλακὴ κατέστη ὑποχρεωτικὴ, οὐδεμία ἀποζημίωσις δίδεται εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας Ἐθνοφύλακας. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τῆς Συνελεύσεως δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ νόμος, εἶναι καὶ ἔκτακτος καὶ πολὺ βαρεῖα· ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον οἱ Ἐθνοφύλακες νὰ λαμβάνουν μικρὰν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον καὶ ἄλλοτε. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω ἐντολὰς περὶ πληρωμῆς χωρὶς νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Συνελεύσεως. Ἔχω τὴν ἄδειαν;
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ γίνηται ἡ πληρωμὴ ἀπὸ τὴν Νομαρχίαν.
§68ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι πρέπει ὁ Φρούραρχος τῆς Συνελεύσεως νὰ ὑπογράφῃ.
§69ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ ὑπογράφῃ καὶ ὁ Πρόεδρος.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος ἐντέλλει.
§71ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ Φρούραρχος θὰ βεβαιώνῃ τὸ ποσόν.
§72Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Ὅταν μένουν μόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν θὰ πληρώνωνται.
§73ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐθνοφυλακῆς, ὡς γνωρίζετε πάντες, κατέστη ὑποχρεωτικὴ, ἕνεκα δὲ τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἀρχηγοῦ, ἡ ἐθνοφυλακὴ ἀκόμη τῶν Ἀθηνῶν δὲν συνεπληρώθη· εἰς ἕκαστον λόχον ὑπάρχουν 40 ἄνδρες μόλις ἐνδεδυμένοι, καὶ οἱ μὴ ἐνδεδυμένοι ὑπὸ τοῦ Φρουράρχου δὲν γίνονται δεκτοὶ, ὥστε ἔρχονται ἐθνοφύλακες μόνον ἐξ ἐθελοντῶν, διότι πρέπει νὰ πληρώνωνται οὐ μόνον ὅσοι κάθωνται 24 ὥρας, ἀλλ’ ὅσοι ἔρχονται καὶ τὰς ἡμέρας.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται λοιπὸν ἡ Συνέλευσις νὰ πληρόνωνται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου.
§75ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλλιγᾶς ἔχει τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§77ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀφ’ ὅτου συνεστήθη ἡ Συνέλευσις οὐδέποτε ἀπέτεινα ἐπερώτησιν, καὶ ὡς πρωτόπειρος, ἴσως δὲν ἔχω τὸ ἀπαιτούμενον θάῤῥος, ἐλπίζω ὅμως νὰ ἀντλήσω ἐκ τοῦ πράγματος τὸ ὁποῖον τὸ θεωρῶ κοινωφελὲς καὶ εἶναι τὸ ἑξῆς. Γνωρίζετε, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὴν Συνέλευσιν νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος· ἐσχάτως λοιπὸν, ἢ μᾶλλον διὰ τοῦ τελευταίου ταχυδρομείου ἔλαβον ἐπιστολὰς ἐκ Παρισίων, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ ἀναγγέλλουν σύστασιν ἑταιρίας Γαλλικῆς ἐκ 10 ἑκατομμυρίων φράγκων πρὸς ἐπιχείρησιν τοῦ ἔργου· μεταξὺ δὲ τῶν ἑταίρων ὑπάρχουσι καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν πολλάκις δείγματα μεγάλης ἱκανότητος. Γνωρίζετε, ὅτι τοιαῦται ἑταιρίαι δὲν δύνανται νὰ ἀναμένωσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον, καὶ ἐπικαλοῦμαι ἐκεῖνο τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐπεκαλέσθη ὁ Κύριος πληρεξούσιος τῆς Ἠπείρου, ὅτι δὲν δύνανται τὰ χρήματά των νὰ διατελῶσι ἐν ἀργίᾳ καὶ ἐν μετεώρῳ, ἅμα ἴδωσι βραδύτητά τινα, τότε ἐπιχειροῦσιν ἕτερα ἔργα, ἐνασχολοῦσιν ἀλλαχοῦ τὰ χρήματά των. Ἴσως τινὲς ἀμφιβάλλουσι περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς ἑταιρίας, περὶ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ προσφέρῃ· ἴσως δὲν ἔλθῃ αὐτὴ ἡ ἑταιρία διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον, εἰς τοῦτο δὲν ἐπεμβαίνω, πρὸ πάντων ἐρωτῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν ἔχῃ σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἢ νὰ τροπολογήσῃ αὐτὸ καὶ τροπολογημένον νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ συγχρόνως νὰ ἐκφρασθῇ ὁ κύριος ὑπουργὸς, ἂν ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Συνέλευσιν νὰ συντρέξῃ εἰς τοῦτο, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει ἔχει ἀποτελέσματα, ἂν οὐχὶ διὰ τὴν ἑταιρίαν, τοὐλάχιστον διὰ τὸν συναγωνισμόν. Σᾶς λέγω πρὸς τούτοις, ὅτι ὑπάρχει ἤδη καὶ ἡ ἐντολὴ τῆς καταθέσεως 100 χιλιάδων φράγκων πρὸς τὴν Τράπεζαν πρὸς ἀσφάλειαν, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι σπουδαία καὶ οὐχὶ ὡς ἔτυχεν. Εἶμαι βέβαιος δὲ, ὅτι καὶ ἄλλαι ἑταιρίαι θέλουν συστηθῆ καὶ ὡς ἐκ τούτου θέλει προκληθῆ ὁ συναγωνισμὸς πρὸς ἐπιχείρησιν τόσον μεγάλου ἔργου, ὃ θέλει συντελέσει μεγάλως εἰς τὴν βαμβακοφυτείαν καὶ θέλει, ὡς ἐκ τούτου, μένει πλοῦτος πολὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργ. Ἐσωτερ.). Ἐνασχοληθεὶς ἐπὶ προτάσεών τινων ἀφορωσῶν τὴν σύστασιν τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Βώλου μέχρις Ἀθηνῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ φέρω μίαν γνώμην καὶ νὰ δώσω ἀπάντησιν, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν δύναμαι νὰ ἐνασχοληθῶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ἔκαμε λόγον ὁ Κ. Καλλιγᾶς σήμερον. Λαβὼν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐκ προοιμίων λέγω, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς νὰ καλλιεργηθῇ, ὁπωσδήποτε ν’ ἀποξηρανθῇ ἡ Κωπαῒς λίμνη, σήμερον ὅμως δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ εἴπω τίποτε περὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου· θέλω δὲ νὰ ἐνασχοληθῶ μεθ’ ὅλης τῆς ἐπιμελείας ἐντὸς δέκα ἡμερῶν τὸ πολύ.
§79ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Προτήτερα.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν εἰμπορέσω καὶ αὔριον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποσχεθῶ· τὸ πολὺ ὅμως ἐντὸς 20 ἡμερῶν θέλω προσπαθήσει καὶ καταβάλει πάντα κόπον διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως μίαν γνώμην.
§81ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Γνωρίζετε ἐὰν ἐγένοντο προτάσεις ἄλλης ἑταιρίας περὶ τῆς ἀποξηράνσεως;
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠσχολήθην διόλου, καὶ δὲν γνωρίζω τίποτε· εἶδον μόνον μίαν ἐπιστολὴν ἐκ Παρισίων, διὰ τῆς ὁποίας βεβαιοῦται, ὅτι μία ἑταιρία, καταθέσασα κεφάλαια εἰς Παρισίους, σκοπὸν ἔχει νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου αὐτοῦ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέλευσις πιστεύω, ὅτι ἀρκεῖται εἰς τὰ λεχθέντα.
§84ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συσταίνω κ’ ἐγὼ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, διότι δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι πρόκειται σοβαρῶς αὐτὴ ἡ ἐργασία.
§86ΧΑΡΑΛ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον, τῇ ἀδείᾳ τῆς Συνελεύσεως, νὰ φέρω παρατήρησιν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἠξεύρει ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι ἤρχισεν ἡ συλλογὴ τῶν βαμβακίων, ὅτι ἀπαιτοῦνται μερικὰ ἔργα δημόσια διὰ νὰ ἐπισκευασθῇ ὁ δρόμος ἀπὸ Λεβαδείας, ὥστε νὰ μεταφέρωνται εὐκόλως τὰ βαμβάκια. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ δώσῃ μίαν γνώμην περὶ χαρακτηρισμοῦ τῆς ὁδοῦ ταύτης ὡς ἐθνικῆς. (θόρυβος).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ 5ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§88ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε, ἀφαιρέσατε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ὀδυσσέως.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Τρίτην.
§90Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Μὰ εἶναι σπουδαῖον καὶ ἠμπορεῖ ν’ ἀποφασισθῇ εἰς μίαν στιγμήν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἰμπορῶ ἐγώ· ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε διὰ τὸ Σύνταγμα.
§92ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω αὐθαιρέτως· εἶπον νὰ ἐρωτήσητε τὴν Συνέλευσιν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ τροποποιήσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§94ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§95ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§96ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε· ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως καὶ θὰ ὑποστηρίξω αὐτὴν ἐξαιρετικῶς· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν, καὶ τοιαύτης οὔσης τῆς προτάσεως, νὰ μὴ συζητηθῇ, καθ’ ἣν ἡμέραν συζητεῖται τὸ Σύνταγμα· διὰ τὴν τρίτην μάλιστα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν προτεινομένην τροπολογίαν τῆς ἡμερησίας διατάξεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. — Μεταβαίνομεν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§98ΛΑΠΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν Τρίτην....
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Καλαμίδας· πρὶν ὅμως ἀρχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του ἀναγινώσκω τινὰς τροπολογίας ὑποβληθείσας σήμερον εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Εἶναι πρῶτον τοῦ Κ. Πετσάλη. Ἄρθρ. 5. Ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται ἄνευ προηγουμένης ἐγγράφου καταμηνύσεως, συνοπτικῶς ἐκθετούσης τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα περὶ τῆς πράξεως καὶ τοῦ πράξαντος. Οὐδὲν ἔνταλμα κρατήσεως ἢ φυλακίσεως ἐκτελεῖται, ἐὰν ά) Δὲν πηγάζῃ παρ’ ἁρμοδίας ἀρχῆς. βʹ) Δὲν κοινοποιηθῇ συγχρόνως πρὸς τὸν συλλαμβανόμενον ἢ προφυλακιζόμενον, ἀφιεμένου αὐτῷ ὁλοσχεροῦς ἀντιγράφου. γʹ) Δὲν περιβάλληται μὲ τὰ λοιπὰ προσόντα κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν. Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος κρατηθεὶς ἀπολύεται μετὰ παρέλευσιν δύο ἑβδομάδων, ἐὰν ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ δὲν ἐκδοθῇ ἔνταλμα φυλακίσεως. Ἑπομένως πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος τις ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν, εἴτε πολιτικὸς, εἴτε στρατιωτικὸς, ὀφείλει νὰ ἐλευθερώσῃ αὐτὸν παραχρῆμα. Ἕκαστος δὲ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἢ Ἐφετῶν καὶ, τούτων κωλυομένων ἢ βραδυνόντων, ἕκαστος δικαστὴς, ἐντὸς τῆς περιφερείας τῶν ὁποίων ὑπάρχει παρανόμως κρατούμενός τις, ἅμα πληροφορηθῇ τοῦτο ἐξ ἀναφορᾶς οἱουδήποτε, ὀφείλει νὰ διατάξῃ ἀνυπερθέτως τὴν ἀπελευθέρωσίν του διὰ συνοπτικῆς ᾐτιολογημένης διαταγῆς, δίδων εἰδικὴν παραγγελίαν εἰς ῥητὸν κλητῆρα διὰ τὴν ἄμεσον ἐκτέλεσίν της. Πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἐπιστάτης φυλακῶν δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τινα εἰς κράτησιν ἄνευ προηγουμένης ἐν τῷ βιβλίῳ του ἐντελοῦς ἀντιγραφῆς τοῦ ἐντάλματος ἢ τῆς ἀποφάσεως, ὑποχρεοῦται δὲ νὰ παρουσιάζῃ τὸν κρατούμενον εἰς τοὺς συγγενεῖς ἢ φίλους του, ἐκτὸς μόνον δι’ ὅσον χρόνον ἤθελεν ὑπάρχει ἐναντία δικαστικὴ διαταγὴ, ἧς ἡ ἀντιγραφὴ ἐν τῷ αὐτῷ βιβλίῳ εἶναι ὡσαύτως ὑποχρεωτική. Εἶναι ἔνοχοι καὶ καταδιώκονται ἐπὶ παρανόμῳ κρατήσει οἱ αἰτήσαντες, διατάξαντες ἢ ἐκτελέσαντες παρανόμους συλλήψεις ἢ φυλακίσεις καὶ οἱ ὁπωσδήποτε συμπράξαντες, οἱ δεχθέντες δεσμοφύλακες καὶ ἐπιστάται φυλακῶν, οἱ κρατοῦντες παρὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ παρόντος νόμου τοὺς παραδοθέντας αὐτοῖς πρὸς φύλαξιν· ὡσαύτως οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκόν των δικασταὶ, καταδικάζονται δὲ καὶ εἰς χρηματικὴν ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τοῦ παθόντος ἀλληλεγγύως ἀποτισομένην.
ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ.
Δευτέρα τροπολογία ἐκ μέρους τοῦ Κ. Μαυρομαρᾶ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Προτείνω νὰ ἐπιψηφισθῇ καὶ καταχωρηθῇ εἰς τὸ 5 ἄρθρον τοῦ σχεδίου ἡ ἑξῆς προσθήκη· «Ὁ παρανόμως συλλαμβανόμενος ἢ προφυλακιζόμενος δικαιοῦται καὶ ν’ ἀντισταθῇ καὶ νὰ προκαλέσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν συν-
δρομὴν τῶν ἄλλων πολιτῶν.»
ΓΡ. Μ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ.
Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Καλαμίδας· συνιστῶ δὲ εἰς τοὺς ἀγορεύοντας συντομίαν, νὰ μὴ παρεκτρέπωνται τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.
§100ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Κύριοι! σᾶς ἀνέπτυξα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τὰς δύο πρώτας παραγράφους τῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 5 τροπολογίας μου, καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν τρίτην· σᾶς ἀναγινώσκω ὅμως ἐκ νέου τὴν τρίτην, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Κ. Πετσάλη, καὶ ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον συμφωνοῦμεν. «Οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων θεωροῦνται αὐτοδικαίως πεπαυμένοι τῆς θέσεώς των καὶ προσέτι τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει. Πᾶς δὲ πρόεδρος, ἢ εἰσαγγελεὺς ἐφετῶν, ἢ πλημμελειοδικῶν· πᾶς ἀνακριτικὸς κατὰ νόμον ὑπάλληλος, ὡς καὶ πᾶς ἀξιωματικὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς, προσκαλούμενος ὑπὸ τοῦ κρατουμένου, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἀποφυλακίζῃ ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος. Πᾶσα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀντίστασις θεωρεῖται ὡς ἀντίστασις κατὰ τῆς ἀρχῆς, καταδιώκεται δὲ καὶ τιμωρεῖται κατὰ τὰς σχετικὰς τοῦ ποινικοῦ νόμου διατάξεις.» Ἀρκοῦμαι μόνον εἰς τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς, διότι τὴν ἀνέπτυξα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, κ’ ἔρχομαι εἰς τὴν ἑπομένην, ἔχουσαν οὕτω· «Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν παραβατῶν ὑπάγεται καὶ ἕκαστος τῶν ἀνωτέρω σημειωθέντων ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἐὰν εἰδοποιηθεὶς περὶ τῆς παρανόμου τοῦ πολίτου κρατήσεως δὲν σπεύσῃ νὰ τὸν ἀποφυλακίσῃ. Ἡ παράγραφος αὕτη ἐτέθη πρὸς κύρωσιν τῆς προηγουμένης, καθόσον εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀποποιηθῶσι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀνώτεροι δικαστικοὶ καὶ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι νὰ παράσχωσι τὴν ὀφειλομένην πρὸς τὸν πολίτην συνδρομήν· τοῦτο δὲ εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον πιθανὸν, καθόσον, ὅτε συνελήφθην καὶ ἐῤῥίφθην εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἐῤῥίφθην, Κύριοι, ἄνευ ἐντάλματος φυλακίσεως καὶ χωρὶς ν’ ἀνακριθῶ, ἐπεκαλέσθην τὴν συνδρομὴν τῶν εἰσαγγελέων τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν πλημμελειοδικῶν, ἀλλ’ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις οὐδεμία· ἐὰν ὅμως εἶχον ὑπ’ ὄψιν ἐκ διατάξεως τοῦ συντάγματος, ὅτι ἦσαν αὐτοδικαίως πεπαυμένοι καὶ κατεδιώκοντο ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, βεβαίως δὲν ἤθελον κωφεύσει εἰς τὴν νόμιμον καὶ δικαίαν αἴτησίν μου. Μεταβαίνων ἤδη εἰς τὴν 5 παράγραφον τῆς τροπολογίας μου καὶ ἐπικαλοῦμαι σπουδαίως ἐπ’ αὐτῆς καὶ ἐφ’ ὅσων θὰ σᾶς εἴπω τὴν προσοχήν σας, διότι ἀφορᾷ τὴν τύχην πολλῶν χιλιάδων συμπολιτῶν μας· ἔχει δὲ οὕτως· «Οὐδενὸς πολίτου ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, πλὴν ἂν ἡ ἀνάκρισις περιλαμβάνῃ καὶ πρόσωπα, διαμένοντα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὅτε δύναται νὰ παραταθῇ κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐπὶ ἕξ μῆνας. Ἐὰν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος δὲν ἐκδοθῇ δικαστικὸν βούλευμα κατὰ τοῦ προπεφυλακισμένου, οὗτος θεωρεῖται προσωρινῶς ἀθῶος καὶ ἐπανέρχεται εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐφαρμοζομένων καὶ ἐνταῦθα, ἐν περιπτώσει περαιτέρω κρατήσεως, τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τοῦ παρόντος ἄρθρου.» Τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι χιλιάδες πολιτῶν διαμένουσιν ἐν ταῖς ἀνακριτικαῖς φυλακαῖς 2 καὶ 3 πολλάκις ἔτη; Τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι μετὰ μακρὰν προφυλάκισιν, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κηρύττονται ἀθῶοι, ἄλλοι δὲ παραπέμπονται εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, καὶ ἑπομένως ἀποφυλακίζονται, καὶ ἄλλοι καταδικάζονται εἰς φυλάκισιν κατωτέραν τῆς προφυλακίσεώς των;
§101ΘΕΟΦΙΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι πᾶσα διάταξις, μὴ ἔχουσα σχέσιν μὲ τὸ Σύνταγμα, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν. (θόρυβος).
§102ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Θὰ συζητήσωμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ναὶ, ἤ ὄχι. — Τίς τέλος πάντων ἀγνοεῖ, ὅτι πάμπολλοι ἐξ αὐτῶν ἀποθνήσκουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ ἀφίνουσι χήρας καὶ ὀρφανὰ, ἄνευ προστασίας; Καὶ κατὰ τὸ παλαιὸν καὶ κατὰ τὸ νέον Σύνταγμα, οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου, ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτήν· καὶ ποῖος νόμος, Κύριοι, ὁρίζει νὰ σήπωνται ἐν ταῖς φυλακαῖς χιλιάδες πολιτῶν ἐπὶ 2 καὶ 3 ἔτη χωρὶς νὰ γνωρίζωσι τὴν τύχην των, ἐνῷ οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν, ὡς ἀποδεικνύεται τοὐλάχιστον ἐκ τῶν ὑστέρων, εἶναι ἀθῶοι; Ποία ἠθικὴ ἐπιτρέπει νὰ μένωσι τοσοῦτον χρόνον εἰς τὰς φυλακὰς, ἐνῷ οἱ πλεῖστοι μὲν αὐτῶν, ὡς προεῖπον, εἶναι ἀθῶοι, ἄλλοι δὲ ἄξιοι ἐλαχίστης ποινῆς; Καὶ ποῖος θ’ ἀποζημιώσῃ τοὺς οὕτω παθόντας, ὅταν οἱ συκοφάνται των οὐδὲν ἄλλο ἔχωσιν, ἤ τὴν μοχθηρὰν ψυχήν των; Θ’ ἀφήσητε λοιπὸν νὰ ἐξακολουθῇ καὶ ἐφεξῆς μία τοιαύτη πραγμάτων ἀθλία κατάστασις; Ἄλλως τε, Κύριοι, ἀφ’ οὗ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος παρεδέχθη νὰ μὴ παρατείνηται ἡ προφυλάκισις τῶν πολιτικῶς κρατουμένων πέραν τῶν 3 μηνῶν, δίκαιον εἶναι καὶ ἀπαραίτητον μάλιστα νὰ ληφθῇ ἡ αὐτὴ πρόνοια καὶ διὰ τοὺς ἐπὶ κοινοῖς ἐγκλήμασι κρατουμένους, οἵτινες εἶναι καὶ ἀσυγκρίτως τῶν ἄλλων πλειότεροι· καὶ τοῦτο ἔπραξα ἐγὼ, διδοὺς ὑμῖν ἀφορμὴν νὰ ἐξασφαλίσητε καὶ αὐτῶν τὴν τύχην. Ἡ παράγραφος αὕτη, ὡς βλέπετε, Κύριοι, περιέχει ἐν ἑαυτῇ καὶ τὴν ἀπαιτουμένην κύρωσιν· «Ἐὰν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος δὲν ἐκδοθῇ δικαστικὸν βούλευμα κατὰ τοῦ προφυλακισμένου, οὗτος θεωρεῖται προσωρινῶς ἀθῶος καὶ ἐπανέρχεται εἰς τὴν κοινωνίαν.» Καὶ γνωρίζετε καλῶς, ὅτι διάταξις νόμου ἄνευ κυρώσεως εἶναι γράμμα νόμου νεκρόν. Ἐνταῦθα ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ κάμω καὶ μίαν μικρὰν ἐκδρομὴν πρὸς τὸν ἔντιμον ἐκ Καλαβρύτων πληρεξούσιον Κ. Ζαΐμην· δὲν ἠξεύρω ἐὰν ᾖναι ἐδῶ.......
§103ΤΙΝΕΣ. Δὲν πειράζει.
§104ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ὁμιλῶν πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος, εἶπε πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ταῦτα· εἷς πληρεξούσιος, καὶ ᾐνίττετο βεβαίως ἐμὲ, διὰ μιᾶς προτάσεώς του ἐπρότεινε κώδικα νόμων. Εἶμαι πληρέστατα πεπεισμένος, ὅτι ἐὰν καὶ ὁ Κ. Ζαΐμης ἔπασχε τὸ παλλοστὸν μόνον τῶν ὅσα ἐγὼ καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως ἐπάθομεν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ τὰς ἐξορίας, ἤθελε συντάξει οὐχὶ ἕνα, ἀλλὰ δύω κώδικας. Τί ὅμως συνέβη; Ὁ Κ. Ζαΐμης περιήρχετο ἐλεύθερος τὰς Ἀθήνας (θόρυβος).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς μὴ καταντᾷ ἡ συζήτησις προσωπική.
§106ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὅλη ἡ κατάστασις τοῦ παθόντος πρέπει νὰ ἐκτίθεται ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι δὲν ἔχομεν σκοπὸν πλέον νὰ ζήσωμεν δοῦλοι, θέλομεν νὰ ζήσωμεν ἐλεύθεροι πολῖται.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε αὐτά· θέλετε τακτικὴν συζήτησιν;
§108ΜΑΚΡΗΣ. Ὅλας τὰς συζητήσεις τὰς θέλομεν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς ἀληθεῖς συζητήσεις καὶ ὄχι τῆς ἐπιδείξεως τὰς συζητήσεις· τὴν ἀλήθειαν θέλομεν. Πρόκειται περὶ τοῦ 5 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τί κοινὸν μεταξὺ τούτου καὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ Κ. Ζαΐμη;
§110ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαντήσω προσωπικῶς εἰς ὅ,τι προσωπικῶς εἶπε δι’ ἐμέ.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ προσωπικὰ ζητήματα λύονται κατὰ τὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναγεννῶνται.
§112ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Τὶ συνέβη λοιπὸν, Κύριοι; ὁ μὲν Κ. Ζαΐμης περιήρχετο ἐλεύθερος τὰς Ἀθήνας καὶ ἐκοιμᾶτο τὸν νήδυμον ὕπνον εἰς τὰς τρυφερὰς ἀγκάλας τῆς ἀξιοτίμου οἰκογενείας του, ἡμεῖς δὲ ἐκλειόμεθα εἰς τὰς φυλακὰς, μὴ βλέποντες εἰμὴ γῆν καὶ οὐρανὸν, καὶ ἐκοιμώμεθα ἐπὶ τῶν ψυχρῶν σανίδων τοῦ Μενδρεσὲ, τοῦ Γκαρμπολᾶ, τοῦ Παλαμηδίου, τοῦ Ἰτσκαλὲ, τοῦ Μπουρτσίου, τῶν Λουτρῶν τῆς Κύθνου, τῶν κατέργων τῆς Σύρου καὶ τῆς Τουρλιανῆς,—λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ θαυμάζητε, ἐὰν σήμερον ζητῶμεν ἡμεῖς νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου διὰ τοῦ συντάγματος, διότι ἐπάθομεν, καὶ εἶναι κίνδυνος μὴ πάθωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὅπερ ὁ θεὸς νὰ μὴ τὸ δώσῃ, καὶ δὲν φοβοῦμαι ποτὲ, ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ παροῦσα Βασιλεία· ἀλλὰ, κύριοι, θεσμοθετοῦμεν ὄχι δι’ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἀλλὰ δι’ αἰῶνας—ὁ μὲν Κ. Ζαΐμης ἔτρωγε καθαρὸν ἄρτον, καὶ ἔπινεν ὕδωρ διαυγές· ἡμεῖς δὲ ἐῤῥοκανίζομεν τὸ ξηρὸν τοῦ ναύτου παξιμάδιον, καὶ ἐπίνομεν ὕδωρ, τὸ ὕδωρ τῆς σιντίνας, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐχορήγει τότε ὁ διευθυντὴς τοῦ ἑλληνικοῦ Ἀτμοδρόμονος, ὁ περιβόητος Παλάσκας. Λοιπὸν πονοῦμεν, Κύριοι, καὶ διὰ τοῦτο ἐκρίναμεν ἀναγκαῖον νὰ ληφθῶσι τὰ καταλληλότερα μέτρα διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας.
§113ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Κ. Καλαμίδα (θόρυβος). Θέλω νὰ τὸν ἐρωτήσω ἐὰν συνώμοσε (θόρυβος).
§114ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ἔφερα τὴν σύγκρισιν μεταξὺ ἡμῶν τῶν παθόντων καὶ τῶν μὴ παθόντων, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν πλειότερον δίκαιον ἀπαιτοῦντες πλήρη ἐξασφάλισιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὡς στηριζόμενοι εἰς λυπηρὰν πεῖραν.
§115ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Ζαΐμης δὲν ἔχει δικαίωμα ἐπαναστάτου.
§116ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ὄχι, δὲν λέγω τοῦτο, λέγω, ὅτι, ἂν ἔπασχεν ὅ,τι ἐπάθομεν ἡμεῖς, δὲν ἤθελεν ὁμιλεῖ οὕτω. Μάρτυρας πρὸς ταῦτα πάντα ἐπικαλοῦμαι ὅσους ἐκ τῶν ἐντός τῆς Συνελεύσεως ἔπαθον μετ’ ἐμοῦ καὶ μετὰ πολλῶν ἄλλων· δὲν ἀναφέρω τὰ ὀνόματα αὐτῶν, διότι ὅλοι τὰ γνωρίζομεν. Ἀλλ’ ὁ Κ. Ζαΐμης εἶπεν, ὅτι συνέταξα κώδικα νόμων· καὶ τί ἄλλο ἔπραξε, κύριοι, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ συντάγματος;
§117ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ Ζαΐμη, δὲν εἶναι αὐτὸς τρόπος.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ἀλλ’ ἀφοῦ θεωροῦν τὴν κατάχρησιν ὡς ἐλευθερίαν λόγου.
§119ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Περὶ Ζαΐμη δὲν θὰ κάμω πλέον λόγον. Λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ τὶ ἄλλο ἔπραξεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ συντάγματος; αἱ διατάξεις αἱ περιεχόμεναι εἰς τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6 δὲν ἀνάγονται εἰς τοὺς κώδικας; Τὸ κατ’ ἐμὲ, ταύτην μόνην βλέπω τὴν διαφορὰν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ μὲν ἐπιτροπὴ κατεχώρησεν ἐν τῷ συντάγματι διατάξεις νεκρὰς, ἐγὼ δὲ φρονῶ, ὅτι δίδω εἰς αὐτὰς τὴν ζωήν· ἡ μὲν ἐπιτροπὴ τὰς περιέλαβεν ἐν τῷ συντάγματι, διὰ νὰ τὰς καταστήσῃ ἁπλῶς μόνον σεβαστὰς, ἐγὼ δὲ φρονῶ, ὅτι τὰς καθιστῶ καὶ ἐκτελεστὰς διὰ τῶν προτεινομένων κυρωτικῶν διατάξεων. Καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, λοιπὸν καὶ ἐγὼ κώδικα συνετάξαμεν, ἐπιδιώκοντες τὸν μόνον σκοπὸν τοῦ νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὅσον οἷόν τε πληρέστερον τὴν προσωπικὴν τοῦ πολίτου ἐλευθερίαν. Ἀλλὰ δὲν μὲ λέγετε, παρακαλῶ, τίνος χάριν ἐγένετο ἡ μεγάλη καὶ ἔνδοξος τῶν 21 ἐπανάστασις; Τίνος χάριν ἔλαβον χώραν τόσαι ἄλλαι ἐπαναστάσεις καὶ καθιερώθη τὸ σύνταγμα τῆς Γʹ. Σεπτεμβρ. ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος; τίνος χάριν, αὐτὸ τὸ θεῖον τοῦ οὐρανοῦ δῶρον, ὁ ἀληθὴς τῶν ἐλευθεριῶν Κέρβερος, ὁ τύπος, ἠγωνίσατο μετ’ ἀπαραμίλλου πατριωτισμοῦ κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τῆς ἐξουσίας ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, καὶ οἱ δημοσιογράφοι εἶχον πάντοτε κρεμαμένην εἰς τὰ δεσμωτήρια τὴν κάπαντων; Τίνος χάριν, Κύριοι, ἐξεπέμποντο κατὰ καιροὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας κεραυνοὶ κατὰ τῆς ἐξουσίας; Τίνος χάριν οἱ ξηροὶ καὶ ἀπροσπέλαστοι τῆς Ἑπτανήσου βράχοι ἐπληροῦντο ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀπὸ γνήσια τῆς πατρίδος τέκνα, ἀπὸ εὐγενεῖς ἐξορίστους; Τέλος πάντων, Κύριοι, τίνος χάριν τινὲς μὲν τῶν πολιτῶν ἐῤῥίφθημεν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ τὰς ἐξορίας, ὅλοι δὲ ὁμοῦ ἐδράξαμεν τὰ ὅπλα καὶ ὑψώσαμεν τὴν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ καθηρέσαμεν κατὰ τὴν ἔνδοξον νύκτα τῆς 10 πρὸς τὴν 11 8βρίου τὴν τριακονταετῆ δυναστείαν τοῦ Ὄθωνος; Βεβαίως χάριν αὐτῆς καὶ μόνης τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου.
§120ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§121ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Τοῦ πολίτου, ὅστις διὰ μὲν τῶν χρημάτων του ἀνταποκρίνεται εἰς ὅλας τὰς ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς τῆς πατρίδος ἀνάγκας, διὰ δὲ τῶν βραχιόνων του ὑποστηρίζει τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν καὶ προασπίζει τὰς ἐθνικὰς ἐλευθερίας, τοῦ πολίτου τέλος πάντων, ὅστις συγκεντρόνει ἐν ἑαυτῷ πᾶσαν τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν δύναμιν τοῦ ἔθνους. Καὶ ἔπειτα καθήμεθα καὶ φιλονεικοῦμεν σήμερον, ἂν πρέπῃ διὰ τοῦ συντάγματος νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ὡς ἂν ἦτον ἄλλη ἡ ἀποστολή μας. Ἀκούσατε δὲ καὶ τί μᾶς λέγει ὁ ἐκ Σπετζῶν ἔντιμος πληρεξούσιος καὶ σοφὸς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Κύριος Διομήδης Κυριακοῦ. «Ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ συμφέρον νὰ ἐπενεχθῇ περιορισμός τις νομοθετικῶς, τίς πιστεύει εὔκολον τὴν εἰσαγωγὴν, ψήφισιν καὶ κύρωσιν νόμου, διορθοῦντος τὰ κακῶς κείμενα»; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ἡ ἀπὸ τοῦ 1814 καὶ ἐντεῦθεν ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Εὐρώπης καταδολίευσις τῶν περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας συνταγματικῶν διατάξεων ἀπέδειξεν, ὅτι δι’ ἁπλῶν παραγγελμάτων οὐδόλως ἀσφαλίζονται τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα. Δι’ ὃ καὶ οἱ νεώτεροι συγγραφεῖς μιᾷ φωνῇ ἀποφαίνονται, ὅτι διατάξεις περὶ ἐλευθερίας, μὴ φέρουσαι ἰδίαν κύρωσιν, εἶναι χάρτης ἁπλοῦς· ἐκ τούτου δὲ καὶ ὁ Ὀδιλλὼν Βαρὼ ἀνακράζει τὶ δηλοῖ, κατὰ τὸ ἀστικὸν δίκαιον, συμβόλαιον μὴ ὑποχρεωτικόν; τί σημαίνει συνταγματικὴ ἐγγύησις, ἄνευ κυρώσεως; Τὰ κανονικώτερα κατ’ ἐπιστημονικὸν τύπον συντάγματα εἶναι τὰ ἐκ τοῦ γαλλικοῦ χάρτου τοῦ 1814, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, ἀντιγραφέντα· ἀλλ’ ὁ χάρτης οὗτος, ὁ ἁπλᾶ παραγγέλματα δίδων, οὐδεμίαν αὐθεντίαν, οὔτε ἐκ τῆς πηγῆς του, οὔτε ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων αὑτοῦ φέρει. Τοὐναντίον, οἱ ἀγγλικοὶ θεσμοὶ, οἱ καὶ πρακτικώτεροι καὶ μᾶλλον τελεσφόροι ἀναδειχθέντες, περιέχουσι σχεδὸν πάντοτε καὶ ὡρισμένην τῆς ἀθετήσεώς των ποινήν. Μνημονεύομεν δὲ πρὸς τοῦτο τῆς ἀπὸ 27 Μαΐου 1679 νομοθετικῆς πράξεως, δι’ ἧς συμπληρωθεισῶν τῶν ἀρχαίων διατάξεων τοῦ habeas corpus, ὁρίζεται, ὅτι αἱ ἀρχαί, αἱ τυχὸν ἀρνηθησόμεναι νὰ ἐκδώσωσι τὴν περὶ προσαγωγῆς τοῦ πεφυλακισμένου ἄδειαν (wrib et habeas corpus) εἰς τὸν ἁρμόδιον νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ νομίμου ἢ παρανόμου τῆς φυλακίσεως αὐτοῦ δικαστὴν, καταδικάζοντος πρὸς ὄφελος αὐτοῦ εἰς χρηματικὴν ποινὴν λιρῶν στερλινῶν πεντακοσίων· τὴν αὐτὴν δὲ ποινὴν ἐπιβάλλει καὶ κατὰ τρεῖς ἄλλας παραπλησίας περιπτώσεις.» Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι μόνον πρακτικὸν ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῶν θεσμῶν του, μεταξὺ πάντων τῶν ἐν Εὐρώπῃ ἐθνῶν, ἀναφαίνεται τὸ Ἔθνος τῆς Ἀγγλίας. Οἱ νοήμονες καὶ πρακτικώτατοι τοῦ μεγάλου τούτου ἔθνους πληρεξούσιοι ὄχι μόνον καθιέρωσαν ἐν ἰδίῳ χάρτῃ τὸ «habeas corpus», τὴν προσωπικὴν τουτέστιν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ προσδιώρισαν καὶ αὐστηροτάτας κατὰ τῶν παραβατῶν ποινάς. Καὶ ἡμεῖς φοβούμεθα νὰ μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὸ ὁμοούσιον, ἐξασφαλίζοντες διὰ τοῦ συντάγματος τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου; Λοιπὸν, Κύριοι, ἂν θέλετε καὶ ὑμεῖς νὰ ἔχητε καὶ δι’ ὑμᾶς αὐτοὺς, καὶ διὰ τὰ τέκνα σας, καὶ διὰ τοὺς συμπολίτας σας, ἀληθῆ ἐλευθερίαν τοῦ προσώπου, σᾶς ἐξορκίζω εἰς τὸ ὄνομα τῆς φιλτάτης ἡμῶν πατρίδος, διὰ τοῦ συντάγματος ἐξασφαλίσατε τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου· τοῦ πολυπαθοῦς πολίτου, ἀδιαφοροῦντες ὅλως ἐὰν αἱ περὶ ταύτης διατάξεις ἀνάγωνται εἰς τοὺς κώδικας ἢ ἀλλαχοῦ· μὴ ἀφήσητε καὶ ἐφεξῆς τὸν πολίτην ἀτυχὲς ἕρμαιον τῆς αὐθαιρεσίας τῆς ἐξουσίας, μὴ πρὸς Θεοῦ! Ταῦτα, κύριοι, ἔκρινα καλὸν καὶ ἀπαραίτητον νὰ σᾶς εἴπω μὲ τὴν γλῶσσαν τῆς καρδίας καὶ τῶν παθημάτων, πεποιθὼς, ὅτι συντρέχω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εἰς τὴν ὅσον οἷόν τε πληρεστέραν ἐξασφάλισιν τῆς προσωπικῆς τοῦ πολίτου ἐλευθερίας. Ἐὰν συμφωνῆτε καὶ ὑμεῖς, καὶ πιστεύω, ὅτι πάντες εἶσθε σύμφωνοι, θέλω λογίζεσθαι εὐτυχὴς, διότι παρέσχον ὑμῖν ἐλαχίστην ἀφορμὴν, ὅπως ἐξασφαλίσητε διὰ παντὸς τὴν πολύτιμον ἐλευθερίαν τοῦ προσώπου. Ἐὰν ὅμως, ὅπερ ἀπεύχομαι, δὲν εἰσακουσθῶ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὸ τοῦ εὐαγγελίου· «εἶπα καὶ ἐλάλησα, ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω».
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Πετζάλης.
§123ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Σαρίπολος ἀντιφωνεῖ;
§125ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νὰ προηγηθῇ ἄλλος, καὶ ἔπειτα.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ὀδυσσεύς.
§127ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, τὰ παθήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη ὁ Κ. Καλαμίδας, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὑπέστη ταῦτα, διότι τὸ παρελθὸν Σύνταγμα δὲν ἐξησφάλιζε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου; Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τὸ παρελθὸν σύνταγμα δὲν ἦτο ὑγιὲς; ἦτο ὑγιέστατον, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ στρατιῶται τῆς ἐλευθερίας, οἱ στρατιῶται τοῦ Συντάγματος ἐφάνησαν ἀσθενεῖς, Κύριοι, διότι ἠθέλησαν νὰ μὴν ἐκτελέσουν τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ νὰ ἐνδίδωσιν εἰς ὑποχρεώσεις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ συμφέρον νὰ ὑποστηρίζουν τὸ ἐναντίον σύστημα τοῦ Συντάγματος. Τί σᾶς λέγει τὸ παλαιὸν Σύνταγμα; σᾶς λέγει, οὐδεὶς προφυλακίζεται ἄνευ ᾐτιολογημένου ἐντάλματος· ποῖον εἶναι τὸ ᾐτιολογημένον ἔνταλμα, ποίαν περισσοτέραν ἐγγύησιν δύνασθε νὰ δώσητε εἰς ἕνα ἄλλον ὁρισμὸν παρὰ «ὅτι τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως, τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως...;» Διὰ τοῦτο θὰ σᾶς κάμω τὸν λόγον καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἦτον ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τοῦ ἄρθρου ἀπέναντι τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἢ διότι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὸ ἐξεπλήρωσαν; Ἂν ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Καλαμίδα ὅτι, ἂν στερηθοῦν εἰς τὸ ἑξῆς οἱ ὑπουργοὶ, ὅταν θὰ εὑρεθοῦν (θόρυβος) νομίζητε, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Καλαμίδα δὲν θὰ τύχῃ αὐτῆς τῆς δολιεύσεως, δὲν θὰ τύχῃ αὐτῆς τῆς καταπατήσεως; Τί σᾶς λέγει; πρέπει νὰ ἀναφέρεται ἡ μήνυσις· καὶ εἶναι δύσκολον δι’ ἕνα ἀνακριτὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπειδὴ ὁ Κύριος Καλαμίδας συνώμοσε μετὰ τοῦ δεῖνος καὶ δεῖνος ἐντελλόμεθα τὴν σύλληψίν του; τώρα θέλετε νὰ βάλωμεν ὅλην τὴν μήνυσιν, καὶ δὲν εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ βάλῃ τέσσαρας λέξεις, εἶναι πολὺ δυνατὸν, πολὺ βέβαιον, ὅτι θὰ καταπατηθῇ. Σᾶς λέγω, τι ὁποιανδήποτε λέξιν ἂν βάλητε εἰς τὸ Σύνταγμα, ἂν δὲν μορφωθῇ ἡ κοινωνίας μας, εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ τὸ Σύνταγμα, ἀπαιτεῖται ἡ ἠθικοποίησις τῆς κοινωνίας, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν τὴν βλέπομεν σήμερον, καὶ πάλιν τὸ Σύνταγμα θὰ καταπατηθῇ, διότι πιστεύω, ὅτι ἀκόμη δὲν ἠθικοποιήθημεν, τὰ βήματά μας τὸ δεικνύουν. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, νομίζω, ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς μόνον τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα καὶ ἔγραψε τὸ ἄρθρον· θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ πολλὰ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα δὲν θέλουν τύχει τῆς αὐστηρᾶς καταταδιώξεως· «ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν, ὅστις ὀφείλει ἐντὸς τὸ πολὺ τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς του εἴτε ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν, εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως·» ὅταν ἔχωμεν ὑπαλλήλους διεφθαρμένους, θὰ τὸ διαφθείρουν.
§128ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Λοιπὸν τότε νὰ μὴ κάμωμεν Σύνταγμα.
§129ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Τί εἶναι συνταγματικὴ ἐλευθερία; ὅταν σᾶς λέγουν, ὅτι οὐδεὶς φυλακίζεται ἄνευ δικαιολογημένου ἐντάλματος συλλήψεως, ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει νὰ τὸ δικαιολογήσῃ· δὲν σᾶς λέγει τὸ Σύνταγμα μὴ τὸ δικαιολογήσῃς, πᾶς ὅμως διεφθαρμένος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ κρατήσῃ τὴν ἐξουσίαν, δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, διότι δὲν εἶναι ὁ ἀληθὴς στρατιώτης τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ. Ἡ ἐλευθερία αὐτῶν τῶν στρατιωτῶν εἶναι πόρνη.
§130ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ τὸ ἀφήσωμεν λοιπὸν εἰς τὴν συνείδησιν;
§131ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Θὰ ἔλθῃ ἄλλος Σπετσερόπουλος νὰ τὴν φθείρῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ, Κύριοι, τοῦ Συντάγματος ἀπέβλεψε μόνον εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ὅπου ἔχει τὰ μεγαλείτερα συμφέροντα ἡ κοινωνία· ἐντὸς 3 ἡμερῶν ἅμα προσαχθῇ, λέγει, ὁ συλλαμβανόμενος, ὀφείλει ὁ ἀνακριτὴς νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, αἱ ἀνακριτικαὶ ἀρχαὶ τῆς Λεβαδείας συνέλαβον ἕνα κακοῦργον καὶ τὸν ἔστειλαν εἰς τὸν ἀνακριτὴν· ἐδῶ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου δεσμεύετε τὴν χεῖρα τῆς δικαιοσύνης, ὀφείλει ὁ ἀνακριτὴς ἐντὸς 3 ἡμερῶν, δυνάμει τοῦ νόμου, ὀφείλει νὰ τὸν ἀπολύσῃ, καὶ ὁ ἀνακριτὴς δὲν δύναται νὰ συλλέξῃ τὰς πληροφορίας ἐντὸς τοῦ μικροῦ τούτου χρόνου· καὶ διὰ νὰ ἐκδώσῃ ὁ ἀνακριτὴς ἔνταλμα φυλακίσεως, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐνδείξεις, τίποτε δὲν παρουσιάσθη διὰ νὰ πεισθῇ ἡ συνείδησις, ὅτι ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἔνοχος τῆς ἀποδιδομένης πράξεως καὶ νὰ τὸν στείλουν εἰς τὴν φυλακὴν, διότι ἄλλοτε μὲ μίαν ἀνάκρισιν τοῦ δημάρχου ὁ κατηγορούμενος ἐφυλακίζετο· τοῦτο εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Ἵνα ἐκδώσῃ ὁ ἀνακριτὴς ἔνταλμα φυλακίσεως, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐνδείξεις· ἀλλὰ πῶς νὰ ἔχῃ τὰς ἐνδείξεις ὅταν οἱ μάρτυρες κατοικοῦσι τρεῖς ἡμέρας μακρὰν τοῦ τόπου; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν ἀπὸ τὴν φυλακὴν. Σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέβλεψε μόνον εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἠμέλησε τὸ ἰδιωτικὸν ἔγκλημα, εἰς τὸ ὁποῖον πολὺ περισσότερον ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψῃ. Καταστρέφεται ἡ δικαιοσύνη. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἀπαιτεῖται, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχουν στρατιῶται τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ τότε αἱ λέξεις δὲν σημαίνουν τίποτε. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ 3 ἄρθρου εἰς τὰ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα εἶναι πολὺ μακράν.
§132ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἐννοεῖτε τὴν διάταξιν.
§133ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Τὴν ἐννοῶ πολὺ καλὰ, Κ. Διομήδη. «Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν, ὅστις ὀφείλει ἐντὸς τὸ πολὺ τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς του εἴτε ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν, εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως.» Ὑποθέσατε, ὅτι συνελήφθη εἷς εἰς τὴν Λεβαδείαν καὶ τὸν στέλλετε ἐνταῦθα ἵνα ἐκδώσῃ ὁ ἀνακριτὴς τὸ ἔνταλμα· ὀφείλει ἐντὸς 3 ἡμερῶν νὰ τὸ ἐκδώσῃ, ἀλλὰ πῶς νὰ τὸ ἐκδώσῃ ἂν δὲν ἔχῃ ἀποδείξεις; μὲ μόνην τὴν μήνυσιν τοῦ δημάρχου; τότε ἐτελείωσε· δὲν ἔχομεν ἐγγύησιν, διότι ἕκαστος δήμαρχος, ἂν παραδεχθῆτε τὸ σύστημα τῶν φορολογουμένων, ἀμέσως θὰ στέλλῃ ἐκθέσεις· βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ζητεῖτε ἐγγύησιν μὲ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἀφ’ ἑτέρου τὸν ἀφίνετε γυμνὸν· ἂν θέλητε λοιπὸν ἀποδείξεις ἵνα πεισθῇ ἡ συνείδησις τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀπαιτοῦνται μάρτυρες, ἀλλ’ οἱ μάρτυρες δυνατὸν νὰ κατοικῶσι μακρὰν· ἕως ὅτου λοιπὸν ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις, ἀπαιτοῦνται πέντε τοὐλάχιστον ἡμέραι. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι παρὰ πολὺ μικρὰ καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα καὶ προτείνω νὰ γείνῃ μιᾶς ἑβδομάδος τοὐλάχιστον.
§134ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω τὰς ἑξῆς ἐξηγήσεις.
§135ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἀναγνώσατε τὴν πρότασίν σας.
§136ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἰς τὴν πρότασίν μου λέγω, ὅτι πᾶς ὅστις συλλαμβάνεται ἢ προφυλακίζεται παρανόμως, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως, δυνάμει τοῦ φυσικοῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης, καὶ δύναται νὰ προκαλέσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν συνδρομὴν τῶν ἄλλων πολιτῶν. Συζητουμένου τοῦ Συντάγματος, Κύριοι, καὶ προκειμένου τοῦ ζητήματος τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἀπορῶ πῶς ἐλησμονήσατε διατὶ ἔγεινεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 8βρίου, καὶ ὅτι οὐδένα ἕτερον σκοπὸν εἶχε παρὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἕλληνος καὶ τὸ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ καταπάτησις τῶν Νόμων· ἂν ἀναγνωρίζητε αὐτὸν τὸν λόγον, τότε δὲν πρέπει νὰ ἀμφισβητηθῇ καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ, οὔτε νὰ δυσχεραίνητε ὅταν πολλοὶ πατριῶται ἔρχωνται καὶ σᾶς ἐκθέτουν ὅσα ὑπέφερον· τὰ παθήματά των πρέπει νὰ λάβητε ὡς γεγονότα, νὰ φιλοσοφήσητε ἐπ’ αὐτῶν, ὅπως ῥυθμίσητε τὸ μέλλον καλλίτερον· εἷς τῶν πολλὰ παθόντων ἦτον καὶ ὁ Κ. Καλαμίδας, ὅ,τι σᾶς εἶπεν, εἶναι ἀληθές. Δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ λάβητε τὰ πράγματα ὡς γενικὰς ἀρχὰς, ἀλλ’ ὡς γεγονότα, νὰ τὰ ἐξετάσητε, διὰ νὰ τὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφέρητε τὴν ψῆφόν σας· σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι ὅλαι αἱ τροπολογίαι τοῦ Κ. Καλαμίδα, διὰ πᾶν ὅ,τι πρακτικὸν περιέχουσι καὶ καλὸν, πρέπει νὰ γίνωσι δεκταί· ὅ,τι δὲ θεωρεῖται περιττὸν καὶ πλεονάζον νὰ παραλειφθῇ· καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ δευτέρα προσθήκη, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ Κ. Καλαμίδας, ὅτι «τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως πρέπει νὰ ᾖναι ᾐτιολογημένον καὶ νὰ περιέχῃ ἐν συνόψει τὸ ἐξαγόμενον τῆς προανακρίσεως, ὡς καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ὑπὲρ καὶ κατὰ μαρτύρων, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἀποκλείσῃ τὴν πρώτην προσθήκην, τοῦ νὰ στηρίζηται δηλ. τὸ ἔνταλμα, νὰ στηρίζηται εἰς καταθέσεις μαρτύρων, καὶ τὸ νὰ ᾖναι ᾐτιολογημένον τὸ ἔνταλμα καὶ νὰ περιέχῃ τὸ ἐξαγόμενον τῆς προανακρίσεως, καθὼς καὶ τὰ ὀνόματα τῶν μαρτύρων, εἶναι ἀρκετόν· αἱ ἄλλαι προσθῆκαι, τὰς ὁποίας προτείνει ὁ Κ. Καλαμίδας, φαίνονται ὑπερβολικαὶ, ἂν καὶ εἶμαι τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὰ συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἀφίνονται μόνον εἰς ἁπλᾶς ῥήσεις καὶ παραγγέλματα χωρὶς νὰ ζητῶσι καὶ μίαν ἀσφάλειαν τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ἐμπεριέχουσιν ἐν ἑαυτοῖς, μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὰ δὲν ἐπέτυχον, καθὼς σήμερον ὅλοι τὸ γνωρίζετε, καὶ ὅτι ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος Πετσάλης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξε, καὶ ἐκείνη τὴν ὁποίαν, ὁ Κ. Διομήδης Κυριακοῦ διὰ μακρῶν ὑποστηρίζει εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος ἐντύπους παρατηρήσεις του, καὶ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ πρακτικώτατος καὶ πολύπειρος Συντάκτης τῆς Ἐλπίδος ὑποστηρίζει εἰς τὴν ἐφημερίδα του, εἶναι μία ἀρχὴ πρακτικὴ, ἥτις πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν σπουδαίως. Ὅλοι ἀναγνωρίζετε, ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι τὸ θεῖον δῶρον εἰς τὸν ἄνθρωπον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ᾖναι σεβαστὸν παρὰ πάντων, παρὰ τοῦ ἡγεμόνος, παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ πανταχοῦ καὶ πάντοτε· ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ μόνη δὰς, ἥτις καταδεικνύει εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὅτι εἶναι πρόσωπον, ὅτι εἶναι αὐτόνομος καὶ αὐτεξούσιος, ἐξ οὗ καὶ ἐκπηγάζει πᾶν δικαίωμα, ἐξ οὗ ἀναπτύσσονται ὅλα τὰ δικαιώματα. Δὲν ἀμφισβητεῖταί τι σήμερον, οὔτε εἶναι ζήτημα ἂν πρέπῃ νὰ προστατεύσωμεν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν· ἀλλ’ ἐγείρεται μία ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προτάσεώς μου περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω ὡς ἀναγκαίαν νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα· μοὶ λέγουσιν, ὅτι ἀναγνωρίζουσιν ἅπαντες, ὅτι πολλάκις τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως οὐ μόνον εἶναι δίκαιον, ἀλλ’ εἶναι καὶ νόμιμον, καὶ τὰ δικαστήρια καὶ αἱ Κυβερνήσεις τὸ αὐτὸ ἀνεγνώρισαν, καὶ εἰς ὅλα τὰ κράτη δὲν ἔλειψαν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκδώσωσι τὰ δικαστήρια ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀντιστάσεως· δὲν θέλουσιν ὅμως νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, διὰ νὰ μὴ κατασταθῇ δικαστὴς ὁ συλλαμβανόμενος παρανόμως, ἢ ὁ προφυλακιζόμενος, διότι πάντοτε ὑπολείπεται τὸ ζήτημα, ὅτι αὐτὸς γίνεται δικαστὴς καὶ ἐξετάζει τὸ γεγονὸς καὶ θέλει μόνος του νὰ δικάσῃ τὰ ὅρια τῆς ἀμύνης· ἂν, Κύριοι, ἀναγνωρίζητε, ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἱερὰ, ἂν ἀναγνωρίζητε, ὅτι, ἂν Ἕλλην, παρανόμως καταδιωχθεὶς, παρανόμως συλληφθεὶς, ἀντισταθῇ κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐλθὼν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, θέλει κηρυχθῇ ἀθῶος, διὰ τὴν πρᾶξιν τῆς ἀντιστάσεως, τότε δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παραδέχεσθε ὡς λογικὸν καὶ δίκαιον, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ τὸ θέσητε εἰς τὸ Σύνταγμα. Διατί, Κύριοι, ἀρχὰς, τὰς ὁποίας παρεδέχθησαν ὅλαι αἱ συνελεύσεις καὶ τὰ ἔθνη, τὰς παρεδέχθησαν ὡρισμένως νὰ τὰς θέσωσιν εἰς τὰ Συντάγματα; διότι ἆρά γε δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὴν λογικὴν τοῦ ἀνθρώπου φύσιν; ἢ διότι ἡ ἐπιστήμη δὲν ἐξήτασεν αὐτὰς καὶ ἀνέπτυξεν; Ὄχι, ἡ λογικὴ φύσις τοῦ ἀνθρώπου λέγει εἰς αὐτὸν, ὅτι εἶναι ἐλεύθερος· ἡ ἐπιστήμη ἀνέπτυξεν ὅλας τὰς κοινωνικὰς ἀρχὰς καὶ κατέδειξεν ἐπὶ ποίων ἀρχῶν πᾶσα καλῶς κειμένη κοινωνία πρέπει νὰ βαίνῃ διὰ νὰ εὐδαιμονῇ· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὅλα τὰ ἐλεύθερα Κράτη ἐζήτησαν χάρτας καὶ ἠθέλησαν ῥητῶς νὰ θέσωσι τὰς ἀρχὰς αὐτῶν εἰς ἴδια πολιτεύματα. Ἂν λοιπὸν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως πηγάζει ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὸ αἴσθημα καὶ δικαίωμα τῆς αὐτοσυντηρήσεως τοῦ ἀτόμου, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ δικαίωμα τόσον φυσικὸν, τόσον λογικὸν τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἓν δικαστήριον δίκαιον, ἓν δικαστήριον ὀρθῶς σκεπτόμενον παρὰ νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι, δηλ. ἡ ἀντίστασις ἐπὶ παρανόμου συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως εἶναι δικαία καὶ νόμιμος, διὰ τί νὰ μὴ τὸ θέσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι;
§137ΜΠΟΥΣΚΟΣ. Ποῖος θὰ τὸ κρίνῃ;
§138ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὅταν δημοσίως νομοθετῶμεν, ὅταν συντάσσωμεν πολίτευμα, θέτοντες ἀρχὰς, ἀναγνωρίζομεν καὶ κυροῦμεν δικαιώματα· οὕτω δὲ θὰ εἴπωμεν καὶ ὅτι, πᾶς τις ἔχει δικαίωμα ἀντιστάσεως κατὰ τῆς παρανόμου συλλήψεώς του καὶ ἔχει πρὸς τούτοις δικαίωμα πάντα πολίτην ἐλεύθερον νὰ προσκαλέσῃ εἰς ὑπεράσπισίν του· (θόρυβος) ἂν σεῖς, οἱ ὁποῖοι φωνάζετε, ἦσθε νομιμόφρονες, ἐνταῦθα φαίνεται ἡ ἀληθὴς ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, καὶ προσέξατε.
§139ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μὲ τὸ νομιμώτερον ἔνταλμα ἂν ὑπάγῃ τις νὰ συλλάβῃ ἕνα ἄνθρωπον, ἕκαστος θὰ τὸ ὀνομάσῃ παράνομον.
§140ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἵνα πεισθῇ ὁ Κύριος Παπαγεωργίου, λέγω, ὑποθέτει ἆρά γε ὅλα τὰ ἄτομα μιᾶς κοινωνίας κακούργους; Τοῦτο εἶναι μία βλασφημία καὶ δὲν ἤλπιζον ποτὲ, ὅτι ἤθελεν ἐξέλθει ἀπὸ τὸ στόμα του. Ἐλησμόνησας, Κύριε, ἢ τὸ ἀγνοεῖς, διότι βλέπω, ὅτι φωνάζεις, ἐλησμόνησας τὰ δεινὰ τοῦ παρελθόντος; ὅτι ἀκόμη εἶναι νωπαὶ καὶ πρόσφατοι ὅλαι αἱ ἄπειροι παρανομίαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο οὐχὶ ἐπὶ ἑνὸς ἢ δύο, ἀλλ’ ἐπὶ 200 καὶ ἐπέκεινα ἀτόμων; 40 ἡμέρας ἦσαν προφυλακισμένοι πλέον τῶν 50 συμπολιτῶν μας, τοὺς ὁποίους ἀφήρπασαν ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς Ἀθηναϊκῆς κοινωνίας, τοὺς ὁποίους ἐπροφυλάκισεν ἡ πεσοῦσα ἐξουσία, ἐξώρισε, καὶ οἱ ὁποῖοι ἠρώτων διατί μᾶς συλλαμβάνετε; διατί μᾶς προφυλακίζετε; καὶ ὅμως δὲν ἔχομεν νὰ σᾶς δώσωμεν λόγον, ἀπήντων, καὶ δὲν ἐξέδιδον τὰ ὄργανα τῆς Ὀθωνείου δυναστείας, οὔτε ἔνταλμα συλλήψεως, οὔτε ἔνταλμα φυλακίσεως. Θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἓν ἀρχαιότερον παράδειγμα καὶ πειστικώτερον. Ὁ Κύριος Ξένος εἶχε καταδιωχθῆ καὶ εἶχε σταλῆ ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Σμύρνην ἀνακριτὴς, ἵνα κάμῃ τὰς ἀνακρίσεις· τί νομίζετε; κατεδιώχθη ὁ Ξένος ἀδίκως, ἐφυλακίσθη καὶ ἔμεινεν εἰς τὰς φυλακὰς στενάζων 8 ὁλοκλήρους μῆνας καὶ ἔνταλμα οὐδὲν, οὔτε συλλήψεως, οὔτε φυλακίσεως δὲν εἶχεν εἰσέτι κατ’ αὐτοῦ ἐκδοθῆ. Δὲν σᾶς πείθουν τὰ παραδείγματα τοῦ παρελθόντος; ἂν δὲν σᾶς πείθουν, συλλογισθῆτε καλῶς, ἵνα μὴ πέσωσιν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σας τὰ κακὰ τῆς παρανομίας. Ἂν λοιπὸν ἦσθε συνεπεῖς καὶ ἀναγνωρίζητε, ὅτι ἀνετράπη ἐκείνη ἡ δυναστεία, διατί ἐλησμονήσατε τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἀνετράπη; Ἀνετράπη, διότι παρεβιάζοντο οἱ νόμοι, καὶ ἡ ἐπανάστασις τοῦ 8βρίου δὲν εἶχεν ἕτερον σκοπὸν παρὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Νόμων. Ὅσοι δὲν παραδέχονται τοῦτο, εἶναι ψευδεῖς ἀναμορφωταὶ τῆς κοινωνίας, δὲν θέλουν νὰ προστατεύσωσι καὶ παραστήσωσι τὰ δικαιώματα τῆς κοινωνίας. Ἅμα ὁ νόμος καταπατηθῇ ἀπὸ τὰς ἐκτελεστικὰς ἀρχὰς, ἀμέσως θὰ ἀναγκασθῶσιν οἱ ἀδικούμενοι νὰ γίνωσιν ἐπαναστάται ἐπὶ ἐλπίδι σωτηρίας καὶ βελτίονος τύχης, τοῦτο ἔγκειται τῇ φύσει τοῦ ἀνθρώπου τοῦ ἀληθῶς ἐλευθέρου· τότε γογγύζει ὁ λαὸς, ὅταν οἱ νόμοι καταπατῶνται. Ἐφαρμόσατε καλῶς τοὺς νόμους καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ γείνῃ τὸ καλλίτερον Κράτος, διότι ὁ Ἕλλην δὲν ὑποφέρει τὴν ἀδικίαν, οὐδέποτε δὲ παραπονεῖται, ὅταν ὁ νόμος ἐφαρμόζεται ἀμερολήπτως.
§141ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τίς λέγει τὸ ἐναντίον;
§142ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν λέγετε τὸ ἐναντίον, μολαταῦτα τὸ προτείνετε. Ἂν, κύριοι, ζητῆτε αὐστηρὰν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων, δικονομίαν ὁλόκληρον, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ τῆς ἐλευθερίας, καὶ οὐχὶ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Καλαμίδα, ὅλην τὴν ποινικὴν δικονομίαν θέσατε εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι τοῦτο εἶναι μάταιον· διαφέρει πολὺ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ κράτος Σύνταγμα ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ τοιοῦτον, διότι, ὅταν ἔχω ἔστω καὶ δικονομικὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας μοὶ διαγράφει ἕν πολίτευμα, τότε ἔχω δικαίωμα νὰ προστατεύσω ἐμαυτὸν, νὰ δικαιολογήσω καὶ τὴν ἐπανάστασιν. Ἔχω τὸ δικαίωμα, ὅταν παρανομῇ μία ἀρχὴ, νὰ εἴπω μὴ παρανομῇς, διότι θὰ σοὶ ἀνατρέψω τὸ κράτος σου. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος. Τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος στηρίζει πρὸ πάντων τὸ Σύνταγμά του εἰς τὰ ἔθιμα, καὶ ἡμεῖς δὲ, ἐὰν εἴχομεν τὴν ἀγγλικὴν ἀνατροφὴν καὶ τὰς ἕξεις τὰς συνταγματικὰς τῶν Ἄγγλων, ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀποσιώπησιν πολλῶν διατάξεων, διότι τὰ ἔθιμα τότε ἀναπληροῦσι καὶ φρουροῦσι πολλὰ δικαιώματα συνταγματικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι γεγραμμένα ῥητῶς ἐντὸς ἑνὸς χάρτου. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα καὶ ἡ Ἀγγλία ἔχει χάρτην ἀπὸ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Ἀκτήμονος, καὶ αὐτὸς ἀκόμη κατόπιν μετεῤῥυθμίσθη· (θόρυβος) ἀλλὰ καὶ οἱ χάρται αὐτοὶ φαίνονται ἀναγκαῖοι διὰ τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος, διότι συνεχῶς ἐν Ἀγγλίᾳ τοσαύτη λαμβάνεται πρόνοια διὰ τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, ὥστε ἡ πολιτεία ἐκείνη, ὁσάκις θέλει ν’ ἀναβιβάσῃ ἓν δικαίωμα συνταγματικὸν εἰς τὴν ὑψηλοτέραν περιωπὴν καὶ νὰ τὸ καταστήσῃ θεμελιώδη Νόμον, ὅστις νὰ μὴν ᾖναι ἄγνωστος οὔτε εἰς τὴν τελευταίαν γωνίαν τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους, γράφει πρακτικὰς ἀρχὰς, καὶ τὰς καθιεροῖ διὰ ῥητῶν ἄρθρων· τοῦτο δὲ συμβαίνει εἰς τὴν Ἀγγλίαν, διότι ἐκεῖ πάντοτε τὸ Κοινοβούλιον ἔχει καὶ δύναμιν συντακτικῆς ἐξουσίας, καὶ πάντοτε δύναται νὰ μεταβάλῃ καὶ διορθώσῃ τὸ Σύνταγμα. Μετὰ τόσα λοιπὸν παραδείγματα, καὶ μετὰ τόσας θλιβερὰς ἀναμνήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν, διὰ τί ἀρνεῖσθε νὰ καθιερώσητε ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, τὸ φυσικώτερον δικαίωμα τῆς ἀμύνης; Ὅταν, Κύριοι, ἔρχεται νὰ μὲ συλλάβῃ καὶ προφυλακίσῃ ἡ καταδιώκουσα ἀρχὴ παρανόμως, ἄνευ ἐντάλματος, ἐκείνου δηλ. τοῦ τύπου, δι’ οὗ δύναμαι νὰ ἐξασφαλισθῶ (διότι οἱ τύποι χρησιμεύουν εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματα)· διὰ τί νὰ μοῦ ἀρνηθῆτε τὸ δικαίωμα ν’ ἀντιστῶ κατ’ αὐτῆς τῆς παρανομίας;
§143ΠΑΠΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τὸ ἔχεις αὐτοδικαίως αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§144ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐκ τῆς λογικῆς αὐτοῦ φύσεως πολλὰ δικαιώματα, ἔχει τὸ θεμελιῶδες δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀναπτύσσονται ἄπειρα ἄλλα, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, ἐὰν αὐτὰ τὰ δικαιώματα δὲν τὰ ἀναγνωρίσῃ θεμελιώδης Νόμος, δὲν τὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ ῥητῶν διατάξεων, εἰς μάτην, Κύριοι! αἰωνίως θὰ ἦσαι δοῦλος, ποτὲ δὲν θὰ γείνῃς ἐλεύθερος· λοιπὸν τοῦτο ζητῶ, τοῦτο ἐξηγῶ καὶ ἀναπτύσσω. Μοῦ ἀναγνωρίζετε ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν κύρωσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ; Λοιπὸν δώσατε κύρωσιν καὶ ἀσφαλίσατέ το αὐτὸ ἐν τῷ Συντάγματι.
§145ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Κύριοι! νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ 5 ἄρθρου ἔπραξεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ, καὶ τοῦτο τὸ λέγω, διότι καυχῶμαι, καὶ πάλιν θὰ μοῦ εἴπουν, ὅτι περιαυτολογῶ, ὅτι ἀνήκω εἰς τοὺς ἄκρως φιλελευθέρους, ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς σχολῆς αὐτῶν, (θόρυβος). Ὑπάρχουσι σχολαὶ, ἐξ ὧν ἡ μὲν κλίνει πρὸς τὴν πλατυτάτην ἐλευθερίαν, ἡ δὲ εἶναι συντηρητικωτέρα. Ἐγὼ λοιπὸν διακηρύττω μὲ κίνδυνόν μου, ὅτι εἶμαι τῆς σχολῆς τῶν λίαν φιλελευθέρων, ἤτοι τοῦ τελευταίου ὁρίου τῆς Συνταγματικῆς Μοναρχίας, εἶμαι δηλ. τῆς σχολῆς τοῦ Ὀδυλὸν Βαρῶ, καὶ οὐχὶ τοῦ Γκιζῶ. Λέγω ὅμως, Κύριοι, ὅτι καλῶς ὡρίσθη ὅ,τι περιέχεται ἐν τῷ 5ῳ ἄρθρῳ καὶ δὲν ἀπαιτεῖται ἄλλο τι, διότι ἄλλως καταντῶμεν εἰς ἀτοπήματα. Τὸ μέγα σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν νομοθεσίαν μας καὶ προελήφθη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τοῦ σχεδίου εἶναι, ὅτι ἀφοῦ ἐξέδιδεν ὁ Κ. ἀνακριτὴς τὸ ἔνταλμα συλλήψεως, συνελαμβάνετο ὁ κατηγορούμενος, ἐκρατεῖτο ἐπὶ τόπου δύο τρεῖς ἡμέρας, μετέπειτα ἐφέρετο εἰς τὸν ἀνακριτὴν, ὅστις ἠδύνατο νὰ τὸν ἀφήσῃ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἐντάλματος τῆς συλλήψεως πολλὰς ἡμέρας, χωρὶς νὰ τὸν ἐξετάσῃ, προφασιζόμενος ὅτι ἔχει ἄλλας ἐργασίας, ἐνῷ τώρα περιορίζεται ὁ ἀνακριτὴς ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως, καὶ, ἢ νὰ ἀποφυλακίσῃ τὸν κατηγορούμενον, μηδενίζων τὸ ἔγγραφον τῆς συλλήψεως, ἢ νὰ τὸν φυλακίσῃ σπουδαίως, ἐκδίδων ἔνταλμα φυλακίσεως. Οὕτω λοιπὸν δὲν θὰ δύναται τοῦ λοιποῦ ὁ ἀνακριτὴς ν’ ἀφίνῃ 10, 20 ἡμέρας ἄνευ ἐξετάσεως τὸν ὑπὸ τὸ βάρος μόνον ἐντάλματος συλλήψεως διατελοῦντα, κινδυνεύων ἄλλως νὰ καταδιωχθῇ ἕνεκα τῆς ἀπαγορευτικῆς ταύτης διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἀπαντῶ δὲ εἴς τινας λέγοντας, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ διάταξις αὕτη, λέγων, ὅτι ὁ ποινικὸς νόμος δὲν ὁρίζει ῥητὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει ὁ ἀνακριτὴς νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ συλληφθέντος ἄρα δύναται νὰ καλύψῃ τὴν ἀμέλειάν του, λέγων, ὅτι εἶχε πολλοὺς ἄλλους φακέλλους, δεκαπέντε, νὰ ἐπεξεργασθῇ προηγουμένως κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας, ὅτι ὡς ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκην καὶ ἀναπαύσεως, ὅτι ἀπαιτοῦνται ὧραι ὁλόκληροι πρὸς ἐξέτασιν ἑνὸς ἑκάστου φακέλλου καὶ ἑπομένως δὲν ἔλαβε τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν καιρὸν ν’ ἀσχοληθῇ καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ δεῖνος κατηγορουμένου, ὅστις ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἔμεινεν 30 ἡμέρας ἀνεξέταστος καὶ ἔχομεν παραδείγματα σκανδαλωδέστατα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς 10 8βρίου· τοὐναντίον τώρα, ὅτε ὁρίζεται μία ῥητὴ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει ν’ ἀπολυθῇ ὁ κατηγορούμενος, ἢ νὰ ἐκδοθῇ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως, ὁ ἀνακριτὴς θὰ γείνῃ ἐπιμελέστερος· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦναι πολλαὶ συλλήψεις καὶ ἑπομένως μεγάλη ἐργασία δι’ ἕνα καὶ μόνον ἀνακριτὴν, τότε ὀφείλει ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διορίσῃ ἀντὶ ἑνὸς, 10, 20 ἀνακριτὰς, οἱ ὁποῖοι συγχρόνως νὰ ἐργάζωνται ἐν ἀνάγκῃ τινὶ, εἰμπορεῖ νὰ μετατρέψῃ τοὺς δικαστὰς τοῦ πρωτοδικείου εἰς ἀνακριτὰς, διότι ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ φιλανθρωπία ἀπαιτοῦν, ἅμα συλληφθῶ ἐγὼ ὁ πολίτης ὡς κατηγορούμενος, τὸ πολὺ πολὺ ἐπὶ δύο τρεῖς ἡμέρας νὰ μένῃ ἀβεβαία ἡ θέσις μου· χρεωστεῖ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ κοινωνία παντὸς ἀνθρώπου, ἅμα ἐγερθῶσιν ὑπόνοιαι κατ’ αὐτοῦ· διότι ἄλλως δύναται ὁ κακοῦργος νὰ καλύψῃ τὸ ἔγκλημα. Ἀλλ’ ἀντιτάττουσί τινες, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσῃ ἐντὸς 3 ἡμερῶν ἡ ἀνάκρισις; Ἄς διορίσῃ 40 ἀνακριτὰς ἡ Κυβέρνησις. Καὶ κατὰ τοῦτο μένει ἀναπολόγητος μὲ τὴν παράτασιν τῶν ἀδίκως κρατουμένων ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, τὰς πρὸ τῆς 10 8βρίου. Δὲν ἤρκει εἷς ἀνακριτὴς; ἔπρεπε νὰ διορίσῃ 5, 6, 10, καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ τοὺς ἀνθρώπους νὰ μένουν τόσας ἡμέρας ὑπὸ τὸ κράτος μόνου τοῦ ἐντάλματος. Ἀπαντῶ δὲ εἰς τὸν Κ. Ὀδυσσέα, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἔχει πλατύτητα εἰς τὴν ἐνέργειάν του, θέλει ἐξετάσει ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ἂν πιθανολογῶνται αἱ ὑπόνοιαι, τὰς ὁποίας συνέλαβεν ὅτε ἐξέδωκε τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως, καὶ τότε θέλει ἐκδώσει ἔνταλμα φυλακίσεως, ἄλλως θὰ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα καὶ τὸ κακὸν τὸ ἐκ τῆς ὀλιγοημέρου συλλήψεως δὲν θὰ ᾖναι μέγα. Ἀφ’ ἑτέρου δὲν θὰ τρέξῃ ἀθεράπευτον κίνδυνον ἡ κοινωνία, ἂν ἀπολυθῇ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ὁ κατηγορούμενος, ὃν δύναται καὶ κατόπιν πάλιν νὰ συλλάβῃ. Ὀφείλει λοιπὸν ὁ Ἀνακριτὴς ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ πράξῃ ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον· ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἂν δὲν ἀρκῇ εἷς ἀνακριτὴς, νὰ διορίσῃ πλειοτέρους. Ἐτέθη δὲ ὀρθῶς καὶ μία κύρωσις ποινικὴ, ἤτοι ἡ διάταξις, ὅτι ἡ παράβασις τιμωρεῖται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει· τοῦτο δὲ συνᾴδει μὲ τὸ σύστημα τὸ Ἀγγλικόν.
§146ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὶ λέγετε δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντιτάττει ὁ Ὀδυσσεύς;
§147ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, νὰ προσαγάγηται εἰς τὸν ἀνακριτὴν ὁ συλληφθεὶς καὶ ἐντὸς 3 ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς τῷ προσήχθη, νὰ πράξῃ τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον. Αἱ δὲ περιφέρειαι τῶν ἀνακριτῶν δὲν εἶναι πολὺ μεγάλαι.
§148ΤΙΝΕΣ. Ἐνδέχεται νὰ μὴ ἀρκοῦν τρεῖς ἡμέραι.
§149ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἐπελθοῦσα ἀσθένεια τὸν ἐμποδίσῃ νὰ ἐξετάσῃ τὸν προσελθόντα, ἢ μεσολαβῇ θάλασσα διαχωρίζουσα τὴν νῆσον, ἢ δὲν ὑπάρχουν πλοῖα νὰ ἀναχωρήσωσι, τὰ τοιαῦτα εἶναι σπάνια, ὁ δὲ ἀνακριτὴς ἐκ τῶν ἐνόντων θ’ ἀποφασίσῃ ἐντὸς τῶν τριῶν ἡμερῶν· ἂν δὲ βραδύνῃ, ὡς ἐκ τῶν λόγων τούτων, ἡ προσαγωγὴ τοῦ συλληφθέντος εἰς τὸν ἀνακριτὴν, ὡς ἂν δὲν ἔχῃ χωροφύλακας ἡ μοιραρχία νὰ συνοδεύσωσι τὸν συλληφθέντα, τότε θὰ δικαιολογηθῇ ἡ βραδύτης τῆς προσαγωγῆς του.
§150ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι συλλαμβάνεται ὁ κακοῦργος εἰς Λεβαδείαν εἰς τὸν δρόμον καὶ στέλλεται εἰς τὸν Ἀνακριτὴν ἐδῶ ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως, ἀπ’ ἐδῶ ἕως εἰς τὴν Λεβαδείαν εἶναι δύω ἡμέραι καὶ ὅμως ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ὀφείλει ὁ Ἀνακριτὴς νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα φυλακίσεως· τὶ θὰ κάμῃ τότε, ἀφοῦ δὲν ἔχει ἀναγκαίας ἐνδείξεις;
§151ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὁ ἀνακριτὴς μὴ ἔχων ἐνδείξεις δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα φυλακίσεως, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα. Ἐὰν συλληφθῇ παρὰ τοῦ τυχόντος ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργῶν τις τότε συνοδεύεται βέβαια ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας, ἀστυνομικοὺς ὑπαλλήλους, ἢ χωροφύλακας, καὶ μεταφέρεται ἐνταῦθα αὐτὸς ὁ Λεβαδεὺς μὲ μίαν ἔκθεσιν τοῦ Ἀστυνόμου καὶ τῶν ἄλλων, ὅσοι παρευρέθησαν εἰς τὴν σύλληψίν του· θὰ ὁδηγηθῇ λοιπὸν ὁ ἀνακριτὴς περὶ τοῦ πρακτέου ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ συλληφθέντος, ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν κλητευσάντων αὐτὸν καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἥτις τῷ ἐστάλη παρὰ τοῦ ἀστυνόμου. Ὁπωσδήποτε, Κύριε πληρεξούσιε, πρέπει νὰ ὑπάρχουν ἐνδείξεις τινὲς, ὅπως ὁ ἀνακριτὴς ἐκδώσῃ ἔνταλμα φυλακίσεως κατὰ πολίτου· ἂν ἡ ἔκθεσις, ἡ συνοδεύουσα τὸν συλληφθέντα, λέγῃ, ὅτι συνελήφθη κλέπτων ἤ δέρων κτλ. τότε ὁ ἀνακριτὴς θὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὴν, θὰ κρίνῃ καὶ ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ συλληφθέντος καὶ ἐξ ἄλλων πληροφοριῶν καὶ ἀνακρίσεων, ἂν θὰ κάμῃ ἐντὸς τῶν τριῶν ἡμερῶν, καὶ θὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι δέον, ἂν βλέπῃ σπουδαιότητα εἰς τὸ πρᾶγμα, θὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα φυλακίσεως, διότι δὲν εἶναι μέγα τὸ κακὸν, δυναμένου τοῦ εὐσυνειδήτου ἀνακριτοῦ νὰ προβῇ ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν εἰς τὴν τακτικωτέραν ἀνάκρισιν καὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ εἰς τὸ συμβούλιον περὶ ἀπολύσεως. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ Κ. Μαυρομαρᾶ, νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ ἄτοπον ἐντὸς τοῦ Συντάγματος νὰ τεθῇ ἀρχὴ, ἥτις ἁρμόζει μόνον εἰς Συντάγματα ἐπαναστατικὰ, ἢ δημοκρατικὰ, τὰ ὁποῖα εἰς ἐποχὴν ἐπαναστάσεων κοινωνικῶν τοῦ λαοῦ συντάσσονται, ὅπως ἐγένετο εἰς τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1789, ἀλλ’ εἰς σύνταγμα σπουδαῖον, συντηρητικὸν νὰ θέσωμεν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἕκαστος, ὅταν παρουσιασθῇ ὑπάλληλος τῆς ἀρχῆς, φέρων ἔνταλμα, νὰ δύναται νὰ τῷ δώσῃ δύο ῥαπίσματα κτλ.
§152ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἔρχεται ὁ χωροφύλαξ καὶ σᾶς ἀπάγει εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ δὲν ἔχει κἀνὲν δεῖγμα νομιμότητος, τί θὰ κάμητε; εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ὄθωνος πόσα ἐγένοντο! εἰς διάστημα 30 ἐτῶν ἀσχολεῖσθε εἰς τὰ ἔργα σας τὰ δικηγορικὰ, καὶ δὲν ἠξεύρετε τί συνέβη.
§153ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀδικεῖτε τὸν ἑαυτόν σας νομίζοντες, ὅτι ὢν 30 ἔτη εἰσαγγελεὺς, δικαστὴς, δικηγόρος καὶ καθηγητὴς, δὲν γνωρίζω τοὺς κινδύνους τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, καὶ ὅτι σεῖς ἐλευθεριάζοντες χθὲς, τοὺς γνωρίζετε. Νομίζετε, ὅτι ἀπαθὴς μένων, δὲν παρηκολούθουν τὰ ἐνταῦθα γενόμενα; ὑπὸ ἀπαθεστέραν ἴσως ἔποψιν φρονεῖτε, ὅτι δὲν ἐλάμβανα γνῶσιν τῶν παρανομιῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν συνήργησα καθ’ ὅσον ἠδυνάμην εἰς τὴν μετρίασιν αὐτῶν; Μὲ ἀδικεῖτε· ἀλλὰ μὴ μοῦ φέρετε ὡς παράδειγμα τοὺς τελευταίους μῆνας τοὺς πρὸ τῆς 10 8βρίου 1862, εἰς τοιαύτην ἔκτακτον ὅλως κατάστασιν ὅτιδήποτε καὶ ἂν ψηφισθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, εἶναι φόβος, ὅτι δὲν θέλει ἐκτελεσθῆ μεθ’ ὅλης τῆς ἀκριβείας καὶ τυπικότητος. Τὰ Συντάγματα γίνονται διὰ κανονικὰς καταστάσεις· καὶ χωρὶς νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα τῆς νομίμου ἀντιστάσεως, θέλει ἀναγνωρισθῆ καὶ ὑπὸ τῶν ἡμετέρων δικαστηρίων, ἀφοῦ ὑπάρχει καὶ κατὰ τὴν νομολογίαν τῆς Γαλλίας καὶ τοῦ Βελγίου, ἀφίνω τὴν Ἀγγλίαν καὶ Ἀμερικὴν, ὅπου οὐδεμία περὶ τούτου ἀμφισβήτησις οὐδέποτε ἐγένετο. Καὶ ἀληθῶς, ὅταν ἡ σύλληψις ἤ φυλάκισις γίνηται πάντη παρανόμως; ὅταν εἰσέρχωνται καὶ παραβιάζουν, τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας μου πολλὰ πρόσωπα, καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ τὸν ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι δύναμαι νὰ ἀντισταθῶ· τοῦτο καθιερώθη δι’ ἀποφάσεων τῶν ἐφετείων τῆς Γαλλίας καὶ τοῦ Βελγίου, ἠναγκάθη νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ καὶ τὸ Ἀκυρωτικὸν τῆς Γαλλίας, δηλαδὴ ὁ Ἄρειος Πάγος, καὶ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα ἀποφάσεως τοῦ Ἀκυρωτικοῦ, καθ’ ἣν ἐκηρύχθησαν ἀθῶοι, ὡς ἀμυνόμενοι, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀντέστησαν κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ τότε δικαιολογεῖται, ἐπαναλαμβάνω, δικαστικῶς ἡ ἀντίστασις ὡς νόμιμος ἄμυνα, ὅταν ἡ ἐκτέλεσις τῆς συλλήψεως ἤ ἡ εἰσχώρησις ἐν οἰκίᾳ γίνεται κατὰ προφανῆ καὶ ἐξωτερικὴν παρανομίαν· πᾶσα παρέκτασις φέρει διατάραξιν τῆς κοινωνίας καὶ ἐξασθένισιν τῶν νόμων· εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν τάξιν τὸ νὰ μένῃ πᾶς πολίτης, καὶ αὐτὸς ὁ ἐλάχιστος, μόνος κριτὴς τῆς νομιμότητος ἤ τοῦ παρανόμου τῆς πράξεως τῆς Ἀρχῆς.
§154ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ἄν δὲν ἔχῃ ἔνταλμα.
§155ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Αὐτὸ θὰ ἀποφασισθῇ ἀπὸ τὰ δικαστήρια· φροντίσατε νὰ συστήσητε δικαστήρια ἀνεξάρτητα, ἄλλως δὲν λύονται τοιαῦτα ζητήματα, ὡς συνεχόμενα ἑκάστοτε μετὰ πραγματικῶν γεγονότων. Τοιαύτη ὅμως ἀρχὴ δὲν ὑπάρχει εἰς κἀνὲν Σύνταγμα· μόνον τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1793, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσθη, περιέχει τὴν ἀρχὴν τῆς ἀντιστάσεως.
§156ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Περὶ τῆς Ἀγγλίας τί λέγετε;
§157ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ἄλλο σύστημα· ἐκεῖ ἔχει ἐγγυήσεις καὶ ὁ πολίτης εἰς τὸν δικαστὴν, καὶ ὁ δικαστὴς σέβεται τὴν ἐξουσίαν καὶ τὸν πολίτην. Φέρε μου μίαν τοιαύτην κοινωνίαν ἐν Ἑλλάδι, καὶ τότε μάλιστα. Φροντίσατε νὰ ἔχωμεν δικαστήρια τοιαῦτα, καὶ ἂς ἀφήσωμεν εἰς αὐτὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁσάκις λοιπὸν τὰ δικαστήρια, καὶ ἔχομεν τὸ καλόν, ὅτι τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια μιμοῦνται τὴν νομολογίαν τὴν Γαλλικὴν, ἀποκαλύπτουσιν, ὅτι ἡ σύλληψις πολίτου ἐγένετο μὲ προφανῆ παράβασιν τῶν οὐσιωδῶν τύπων, πιστεύω, ὅτι τὴν ἀντίστασιν θέλουν τὴν κηρύξει ἀκαταδίωκτον, ἐξομοιοῦντα αὐτὴν πρὸς τὴν νόμιμον ἄμυναν.
§158ΣΧΙΝΑΣ. Διὰ νὰ προϋπάρχῃ δικαίωμα ἀντιστάσεως, πρέπει νὰ γραφῇ εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου ἐντὸς τοῦ Συντάγματος.
§159ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι φυσικὸν, Κ. Σχινᾶ, τὸ δικαίωμα τῆς νομίμου ἀμύνης. Ἰδοὺ νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Ἐδῶ βλέπετε ἔχομεν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον τῶν νόμων, ἔχομεν νόμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνώτεροι τῶν διαταγμάτων· μολαταῦτα ἐὰν ἔλθῃ εἰς σύγκρουσιν νόμος μετὰ τοῦ Συντάγματος, θὰ ὑπερισχύσῃ ὁ νόμος; Τὸ ἀξίωμα τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅμως εἶναι καθιερωμένον καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Ὅταν λοιπὸν ὑπάρχῃ μία διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, ἤ ἐν τῇ ποινικῇ δικονομίᾳ, ἥτις λέγει, ὅτι κατὰ τὸν δεῖνα τρόπον πρέπει νὰ ἐνεργῆται ἡ σύλληψις, ἐὰν ἡ σύλληψις γείνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, εἶναι βεβαίως παράνομος. Καὶ τοῦτο ὑπάρχει καθιερωμένον.
§160ΣΧΙΝΑΣ. Ἀλλὰ διατὶ νὰ μὴ γραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα;
§161ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κ. Διομήδη, τὸ «οὐδεὶς συλλαμβάνεται ἄνευ ᾐτιολογημένου ἐντάλματος» τὸ θεωρεῖτε δικαίωμα τοῦ πολίτου ἤ ὄχι; καὶ τὸ θεωρεῖτε καθῆκον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας;
§162ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
§163ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τότε ἀφ’ οὗ εἶναι δικαίωμα πρὸς τὸν πολίτην, ὅστις κάμνει χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του, κάμνει χρῆσιν τῆς ἀμύνης· ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι καθιεροῦται τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης.
§164ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὅταν συνέρχωνται δύο ἄνθρωποι, καὶ ἔτι μᾶλλον ὅταν συνέρχωνται πολλοὶ πλειότεροι, δὲν δύναται παρὰ μία θέλησις νὰ ἰσχύῃ· δὲν δύναται ἑνὸς ἑκάστου τὸ συμφέρον νὰ κατισχύσῃ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος. Τὸ γενικὸν συμφέρον λέγει ἐνταῦθα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταδιώκηταί τις ἢ συλλαμβάνηται, εἰμὴ δι’ ἐντάλματος· ἀλλὰ δικασταὶ τοῦ συμφέροντος τούτου δὲν εἴμεθα εἷς ἕκαστος τῶν ἀποτελούντων τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ διορίζομεν πάντες μερικούς τινας ἐντολοδόχους, οἷον τὰ δικαστήρια, τὸν τύπον, τοὺς ὑπευθύνους ὑπουργοὺς, καὶ μόνοι οἱ ἐντολοδόχοι οὗτοι ἐντὸς ἕκαστος τῶν ὁρίων του προστατεύουν τὰ γενικὰ, ἐν οἷς καὶ τὰ μερικὰ συμφέροντα, οἱ δὲ πολῖται ὀφείλουν συνδρομήν.
§165ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀντικρούσῃ ὁ πολίτης;
§166ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα τὴν προφανῆ καὶ ἐπ’ αὐτοφώρῳ παρανομίαν νὰ μὴ ἀνεχθῇ.
§167ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὴ ἡ ἐξήγησις, παρακαλῶ, νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§168ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὁ Νόμος περὶ ξυλεύσεως τῶν δασῶν λέγει, ὅτι ὁ κατὰ παράβασιν τῶν ὅρων αὐτοῦ ξυλεύων τὰ δάση συλλαμβάνεται ἀπὸ δασοφύλακας, ἢ ἀπὸ χωροφύλακας, οἵτινες τὸν μεταφέρουν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Δασονόμου ὡς νομίζω· ὑπῆρξε λοιπὸν παράβασις τοιαύτη καὶ τοὺς παραβάτας συνέλαβον χωροφύλακες, οἵτινες ἀντὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσουν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ δασονόμου, ἐζήτουν νὰ τοὺς φέρωσιν εἰς τὸ Δημαρχεῖον· αὐτοὶ ἐναντιώθησαν καθ’ ὁδὸν, ἐκτυπήθησαν, ἐπήνεγκαν τραύματα· δικάζονται, καὶ τὸ Ἀκυρωτικὸν δι’ ἀποφάσεώς του εἶπεν, ὅτι δικαίως ἠναντιώθησαν, διότι ἦτο παράνομος ἡ μεταγωγή των εἰς ἄλλην ἀρχὴν παρ’ ἐκείνην ἣν ὁρίζει ὁ νόμος. Καὶ ἐν Ἑλλάδι λοιπὸν ἂν μὲ συλλάβουν παρανόμως ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Πετσάλης.
§170ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ, ὅτι δὲν βλέπω πάντας ἐμπνεομένους ἀπὸ τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος, ἐξ ὧν ἐξαρτᾶται ἡ μέλλουσα εὐδαιμονία αὐτῶν· βλέπω μάλιστα, ὅτι πολλάκις ὑπάρχει ὑπερβολικὸς ζῆλος εἰς ἄλλα ζητήματα, τῶν ὁποίων τὸ συμφέρον εἶναι μερικώτερον καὶ διαβατικόν. Βλέπω ὅλους ἀνυπομόνως νὰ φθάσωμεν τάχιστα εἰς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν μας, καὶ τὴν ἀνυπομονησίαν ταύτην οὐδόλως δύνανται νὰ καλύψωσι. Πιστεύω, ὅτι οἱ Κύριοι οὗτοι εἶναι ἀποπλανημένοι· ἐὰν δὲ δὲν ᾖναι ἀποπλανημένοι, λέγω, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐργάζονται εἰμὴ ὑπὲρ τῆς καταστροφῆς καὶ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς βασιλείας. Ἤμην, Κύριοι, πληρεξούσιος κατὰ τὸ 1844, καὶ ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔσπευδον εἰς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως· ἕνεκα μάλιστα τῆς ζωηρότητός μου εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ἤμην ἴσως ὁ πρωταγωνιστής. Ἠξεύρετε διατί; διότι ἐπίστευα, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων, ἀφοῦ παραδεχθῇ τὸ Σύνταγμα, ὡς ἄνθρωπος αὐστηρᾶς συνειδήσεως θέλει τὸ φυλάξει. Ἔλεγα λοιπὸν, κατηρτίσθη τὸ Σύνταγμα, διῃρέσαμεν τὰς ἐξουσίας, ἐθέσαμεν ἀρχὰς γενικὰς περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, τί περισσότερον χρειαζόμεθα; Ἂς τελειώσωμεν, νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις καὶ ἡ ἡσυχία, ἡ κανονικότης εἰς τὸ Κράτος. Δὲν παρῆλθον, Κύριοι, πολλοὶ μῆνες καὶ μετενόησα πικρῶς. Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν ἐξομολόγησιν ταύτην ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, καὶ πιστεύω νὰ ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς τὴν αὐτὴν ἀπάτην· (ἀκούεται συγκεχυμένη τινὸς ἀντίῤῥησις). Τέλος πάντων, ἐὰν ὑπῆρχον πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν κατανοοῦν σήμερον τὸ μέγα ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐπράξαμεν εἰς τὸ ἔθνος, διὰ τὴν πρᾶξίν μας ταύτην, ἐπαναλέγω ὅτι ἡ ταχύτης, μὲ τὴν ὁποίαν ἐσπεύδομεν τὰς ἐργασίας μας, εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις προῆλθε μετὰ 30 ἔτη. Κύριοι, ἀπορῶ πολὺ, ὅταν εἰς τὰ 1864, ὑπάρχουν ἀκόμη ἄνθρωποι ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Συνελεύσεως, φρονοῦντες, ὅτι αἱ γενικαὶ διατάξεις εἰς τὸ Σύνταγμα εἶναι ἀποχρῶσαι, καὶ ὅτι τὰς ἀσφαλίζουν οἱ κοινοὶ τῆς νομοθεσίας τύποι· τοῦτο οὐδεὶς σήμερον σπουδαῖος ἀνὴρ παραδέχεται ἐν Εὐρώπῃ. Καὶ ἱστορικοὶ καὶ συγγραφεῖς ἀσχοληθέντες εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Συνταγμάτων, ὁμοθυμαδὸν πάντες ἀποφαίνονται, ὅτι αἱ γενικαὶ διατάξεις καὶ θεωρίαι δὲν ἐξασφαλίζουν τίποτε, ἐὰν δὲν συνοδεύωνται ὑπὸ εἰδικῶν ἐγγυήσεων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τρεῖς λέξεις ἑνὸς αὐτῶν· ἀλλὰ τὰ αὐτὰ λέγει ὁ Μακωλεῦ, ὁ Φίσσελ, ὅλοι τέλος πάντων τὰ αὐτὰ λέγουν.
§171ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι οὗτος;
§172ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἕνας ἄλλος, (ἀστειευόμενος προσθέτει), λάβετε ἐμὲ ὡς κῦρος· ἰδοὺ τὶ λέγει «ὑπάρχει τῳόντι μέγα τι ἡ ἀναγραφὴ τῶν δικαιωμάτων τῶν λαῶν ἐντὸς τῶν θεμελιωδῶν νόμων, ἀλλ’ αὗται αἱ διακηρύξεις τῶν ἀρχῶν ἀποβαίνουσι φροῦδαι, ἐὰν δὲν ὑποστηρίζωνται ὑπὸ θεσμῶν ἰσχυρῶν καὶ μονίμων». Ὁ μέγας Χάρτης εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι οὐδεὶς φυλακιστέος αὐθαιρέτως, ἐπῆλθεν ὅμως ὁ περὶ τοῦ habeas corpus νόμος προσδιορίζων τὰ νόμιμα μέσα τῆς ἀπολαύσεως ἱκανοποιήσεως κατὰ ἀνόμου φυλακίσεως. Ὁ νόμος οὗτος ὁρίζει τοὺς δικαστὰς, πρὸς οὓς ἡ περὶ ἀποφυλακίσεως αἴτησις πρέπει νὰ διευθύνηται· πρὸ πάντων καταψηφίζει πρόστιμα ὑπὲρ τοῦ παθόντος καὶ κατὰ τῶν αὐτουργῶν, συναιτίων καὶ ἐκτελεστῶν αὐθαιρέτου φυλακίσεως. Τότε βεβαίως δυνάμεθα εἰπεῖν, ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου ἐτέθη ἐπὶ στερεᾶς ἐγγυήσεως, κατὰ τῶν καταχρήσεων τῆς ἐξουσίας.» (Βλάκστων) Τὴν αὐτὴν γνώμην παραδέχεται εἰς μίαν μονογραφίαν καὶ ὁ ἔντιμος Καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου παρ’ ἡμῖν, Κ. Διομ. Κυριακοῦ, ὅστις πρὸ ὀλίγου ὁμιλῶν εὑρέθη εἰς μικρὰν ἀντίφασιν πρὸς τὸν ἑαυτόν του καὶ τὰς ἐν τῷ φυλλαδίῳ ἰδέας του. Πάντες γινώσκετε, ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν σύνταγμα τμηματικῶς κατεσκευάσθη κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, καὶ κατὰ διαφόρους περιστάσεις. Τὸ πρῶτον τμῆμα αὐτοῦ εἶναι ὁ λεγόμενος Μέγας Χάρτης. Ἐπειδὴ βλέπω τὴν Συνέλευσιν πολὺ ἀνυπόμονον δὲν θέλω...
§173ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι.
§174ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν θέλω νὰ τὴν ἀπασχολήσω ἀναγινώσκων τὸν μέγαν χάρτην· ἐὰν τοῦτο ἔπραττον ἠθέλατε ἀπορήσει, ὅταν ἐντὸς αὐτοῦ ἠθέλατε ἰδεῖ ποικίλας διατάξεις, τοιαύτας διατάξεις, τὰς ὁποίας, ἐὰν ἡμεῖς ἠθέλαμεν ἀποφασίσει νὰ καταχωρήσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμά μας, εἰς πολλοὺς ἐξ ἡμῶν ἠμποροῦσε νὰ ἔλθῃ ἀποπληξία· (Ἱλαρότης.)
§175ΙΑΛΕΜΟΣ. Σᾶς παρακαλοῦμεν τότε νὰ τὸν ἀναγνώσητε.
§176ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Διὰ νὰ γλυττώσῃ τὸ ἔθνος ἀπὸ ἡμᾶς.
§177ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔχομεν ἰατροὺς ἐδῶ μέσα.
§178ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἐξεύρω ὅμως ποῖος θὰ σκάσῃ πρῶτος.
§179ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐν γένει τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος, ὁσάκις ὑπὸ τῶν περιστάσεων εὑρέθη ἠναγκασμένον νὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίας πρὸς τοὺς βασιλεῖς του, δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, διὰ νὰ ἐπιφέρῃ ἐπ’ αὐτῶν τὴν διόρθωσιν. Ἐν γένει ὅπου ἐνόμιζεν ὅτι ὑπῆρξε κατάχρησις ἐζήτησε νὰ φέρῃ τὴν θεραπείαν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ μέγας χάρτης εἶναι πλήρης ποικίλων διατάξεων, ἀφορωσῶν διαφόρους τῶν πολιτῶν σχέσεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἓν τμῆμα· τὸ ἄλλο τμῆμα εἶναι ἕνας νόμος καλούμενος det aeagio non concedendo. Διὰ τούτου συνεφωνήθη, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ νέους φόρους ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ κοινοβουλίου. Αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ἁπλούστατος· διὰ τοῦτο δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἐπ’ αὐτοῦ τίποτε· ἔρχεται ὅμως ὁ τρίτος νόμος τοῦ habeas corpus. Τί νομίζετε ὅτι εἶναι αὐτὸ τὸ habeas corpus, τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις ἐτέθη παρ’ ἡμῖν εἰς ἓν ἄρθρον, διότι, ὅ,τι εἶναι ὅλον τὸ habeas corpus παρὰ τοῖς Ἄγγλοις, εἶναι τὸ ἄρθρον 5 εἰς ἡμᾶς. Πιστεύετε ὅτι κατὰ τὴν ἔκτασιν, κατὰ τὰς λεπτομερείας ἰσοδυναμεῖ αὐτὸ μὲ τὸν μέγαν χάρτην; Καὶ μολοντοῦτο ἐκεῖ δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς εἰμὴ περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ περὶ τῆς κτηματικῆς ἐλευθερίας. Ἐκεῖ βλέπετε σωρείαν διατάξεων, πῶς θὰ ἐκτελεσθῇ τὸ habeas corpus. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ἤρχετο καὶ ἔλεγε μόνον ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος καὶ ἔμενεν ἕως αὐτοῦ, παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπωσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ποία εἶναι ἡ ἀποτελεσματικὴ ὠφέλεια, ἥτις ἤθελε παραχθῆ ἐξ αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς προσθήκης, ὅτι τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως πρέπει νὰ ἐκδίδηται ᾐτιολογημένον δι’ ἀορίστου τρόπου;
§180ΙΑΛΕΜΟΣ. Νὰ σᾶς εἰπῶ ἐγώ· τὸν νόμον περὶ ἐλευθεροτυπίας τὸν ἐξησφάλισαν μὲ τὸν νόμον τοῦ 50, μὲ τὸ ἐμμέσως καὶ ἀμέσως.
§181ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ Ἀγγλικὸς νόμος περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὅστις νομίζει ἑαυτὸν παρανόμως κρατούμενον, δύναται νὰ προστρέξῃ εἰς τὸ δικαστήριον τῆς Βασιλίσσης τὸ ἑδρεῦον ἐν Λονδίνῳ, ἢ εἰς τὸ πολιτικὸν τμῆμα, Common Pleas.
§182ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Pleas Common.
§183ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Common pleas· τὰ Ἀγγλικὰ τοὐλάχιστον τὰ γνωρίζω καλλίτερον ἀπὸ σᾶς· (Ἱλαρότης). Λοιπὸν ζητεῖ διαταγὴν ἀπὸ τὸν Δικαστὴν, ἡ ὁποία διευθύνεται πρὸς τὸν φυλάττοντα τὸν παρανόμως κρατούμενον, καὶ τὸν διατάττει ἀσφαλῶς νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν μεταφοράν του εἰς Λονδῖνον, πέμποντα καὶ ὅλας τὰς ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, δικαιολογοῦσαι τὴν κράτησιν. Ὁ ποιῶν τὴν αἴτησιν ὀφείλει νὰ πληρώσῃ καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοιπορίας, τὰ ὁποῖα προκαταβάλλει, καθὼς ἡμεῖς προκαταβάλλομεν τὰ ἔξοδα τῶν μαρτύρων. Ὁ δὲ νόμος οὗτος προσδιορίζει ποινὰς ἐναντίον τῆς παραβιάσεως τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας καθιεροῖ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ποινὰς δὲ ῥητάς. Ἐγὼ σήμερον ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν παρέλειψα ἐκ σπουδῆς μεγάλης εἰς τὸ τέλος νὰ προσθέσω τῆς ποινῆς τὸ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ ὡρισμένον καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἐκεῖ εἶναι ἀπὸ 100 λιρῶν μέχρι 200, αἱ ὁποῖαι ἀποφασίζονται ὑπὲρ τοῦ παθόντος. Ἐρχόμεθα ὑστερώτερον ἐπὶ βʹ. Καρόλου, ὅτε ἔγεινεν ἡ αἴτησις τῶν δικαιωμάτων. Ἐὰν ἀναγνώσητε, Κύριοι, πάλιν αὐτὸν τὸν νόμον, τὴν αὐτὴν ἔκπληξιν θὰ λάβετε ἐκ τῆς σχοινοτενίας, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ τῶν διαφόρων καὶ ποικίλων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι περιέχονται ἐντὸς αὐτοῦ. Τοιοῦτος εἶναι καὶ ὁ νόμος ὁ γενόμενος ἐπὶ Γουλιέλμου γʹ. πάλιν τὴν αὐτὴν ἐπωνυμίαν λαβὼν νόμος τῶν δικαιωμάτων bill of wriyhts. Ὁ νόμος ὁ γενόμενος ἀκολούθως πρὸς τακτοποίησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ θρόνου, ὅτε οὗτος ἐδόθη εἰς τὸν Ἀνοβερικὸν κλάδον bill of settlement κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον συνετάχθη. Θὰ ἴδητε εἰς αὐτὸν ἐπανάληψιν τῶν αὐτῶν πραγμάτων, τῶν αὐτῶν διατάξεων, τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι πρὸ ἑνὸς αἰῶνος εἶχον καθιερωθῇ. Γίνεται μνεία καὶ ἀνακαθιέρωσις πάντων τούτων. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθῇ δικαίωμά τι, οὔτε αἱ λεπτομερεῖς ἐγγυήσεις θεωροῦνται περιτταὶ, οὔτε ἡ πολυλογία· ἡ πολυλογία δὲν βλάπτει, ὅταν χρησιμεύῃ εἰς μείζονα ἐξασφάλισιν τοῦ δικαιώματος. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς Κυρίους ἀνυπομόνως, οἱ ὁποῖοι ἀρκοῦνται εἰς μόνην τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἀπολύτων δικαίων ἐν τῷ συντάγματι, νὰ εὐαρεστηθοῦν νὰ μιμηθοῦν τὸ πρακτικὸν αὐτὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον κινεῖ τὸν θαυμασμὸν ὅλου τοῦ κόσμου, δι’ αὐτὰ τὰ ἴδια πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ζητοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν ὡς περιττὰ, νὰ τὰ ἀναπτύξωμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν νομοθεσίαν μας. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀναχωρῶν ἀπὸ ἄλλας ἀρχὰς, ἐμπνεόμενος ὑπὸ ἄλλων σκέψεων, καὶ φρονῶν, ὅτι τὰ πάντα πρέπει νὰ περιφρουρήσωμεν δι’ ἐγγυήσεων εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατὸν, ἐνόμισα, ὅτι ἡ Συνέλευσις τοῦ Πανελληνίου, ὁποία εἶναι ἡ σήμερον συνεδριάζουσα εἰς τὰς Ἀθήνας μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία ἐξεδίωξε μίαν μοναρχίαν, καὶ τὴν ἐξεδίωξεν, ὄχι βεβαίως διὰ νὰ φέρῃ μεταβολὴν μόνον εἰς τὸ πρόσωπον, ὅπως σύμφημι μετὰ πάντων τῶν ἀγορευσάντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ, διότι δυστυχῶς ἡ μοναρχία ἐκείνη παρεβίαζε τὰς ὑποσχέσεις της, παρεβίαζε τοὺς ὅρκους της, ἑπομένως τὸ ἔθνος ἀπεφάσισε νὰ δράμῃ εἰς τὰ ἔσχατα μέτρα, τὰ ὁποῖα πάντοτε καὶ παντοῦ πάντες οἱ φρόνιμοι ἀποφεύγουν καὶ δὲν ἀσπάζονται εἰμὴ, ὅταν πλέον ἡ κατάστασις ᾖναι ἀφόρητος, ἡ ἐπανάστασις αὕτη λέγω, εἶχεν ἴσα ἴσα σκοπὸν νὰ δημιουργήσῃ τοιαύτας ἐγγυήσεις. Δὲν ἐπρόκειτο ἁπλῶς ν’ ἀντιγράψωμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 44, ἢ νὰ ἐπιφέρωμεν μεταβολάς τινας εἰς λέξεις. Μὰ τὸν Θεὸν, τοιοῦτον ἔργον θὰ ἦτον ἀνάξιον ἡμῶν, ἀνάξιον 400 καὶ ἐπέκεινα ἀνδρῶν συνεδριαζόντων ἐνταῦθα. Ἡ ἀποστολή μας, Κύριοι, εἶναι πολὺ ὑψηλοτέρα, εἶναι πολὺ σπουδαιοτέρα, παρὰ τὸ ἔργον μιᾶς ἁπλῆς ἀντιγραφῆς, ἢ ἀπομιμήσεως, ἢ ἀφομοιώσεως· ἡ ἀποστολή μας ἔχει σκοπὸν ν’ ἀνορθώσῃ τὰ ἡμαρτημένα τοῦ παρελθόντος ἐμποδίζουσα, ἀπαγορεύουσα δι’ ἐγγυήσεων τὴν ἐπανάληψίν των. Ἤθελα ἐρωτήσει πολλοὺς τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα, τί ἦτο ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἐπὶ τῆς παρελθούσης τριακονταετίας; ἐὰν δὲν ἦτον σκιὰ, ἐὰν ἡ τύχη τοῦ σπουδαιοτέρου, τοῦ σημαντικωτέρου πολίτου, δὲν εὑρίσκετο εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἐξουσίας· ἐὰν αὐτὴ δὲν ἠρέθιζε διὰ νὰ λάβῃ ἀφορμὴν νὰ καταπιέζῃ, νὰ καταδιώκῃ, νὰ ἐκδικῆται χωρὶς νὰ ἔχῃ κανένα χαληνόν. Τί ἐκάμαμεν σήμερον προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσωμεν καλύτερον τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν; Ἀντεγράψαμεν τὸ ἄρθρον ὡς ὑπῆρχε, μὲ μικρὰς ἀσημάντους διαφοράς. Κατωρθώσαμεν λοιπὸν τὸν σκοπόν μας; ἐξεπληρώσαμεν τὸν σκοπὸν μιᾶς ἐπαναστάσεως, τῆς ὁποίας αἱ συνέπειαι ὑπῆρξαν μεγάλαι; Διότι μέγισται θυσίαι ἐγένοντο ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους καὶ ἀτομικαὶ καὶ δημόσιαι, καὶ ἀκόμη γίνονται. Δικαιολογοῦμεν λοιπὸν αὐτὰς τὰς θυσίας τοιουτοτρόπως νομοθετοῦντες; Καὶ δὲν εἶναι ἐντροπὴ, Κύριοι, ἐὰν ἡμεῖς μετὰ δύο αἰῶνας ἐρχόμενοι εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἦσαν οἱ Ἄγγλοι, ὅταν συνέταξαν τὸ habeas corpus, δὲν ἔχωμεν τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν, τὴν αὐτὴν φρόνησιν, τὰ ὁποῖα οἱ φιλοπάτριδες ἐκεῖνοι ἄνδρες ἔδειξαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος των, ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν των; Τί χρησιμεύει λοιπὸν διὰ τὸν κόσμον ἡ ἱστορία, ὅταν δι’ ἡμᾶς ᾖναι χάρτης νεκρὸς, ὅταν ἡμεῖς ἀποδεικνυώμεθα ἀνίκανοι νὰ ὠφεληθῶμεν ἐξ αὐτῆς; Πρεσβεύω λοιπὸν ἐνδομύχως, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν ὅλας ἐκείνας τὰς διατάξεις, ὅσαι θεωροῦνται κατάλληλοι, διὰ νὰ κατασταθῇ πράγματι καὶ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, διὰ νὰ ἐμποδίσωμεν εἰς τὸ μέλλον τὰς κατ’ αὐτῆς καταχρήσεις. Εἷς τῶν προαγορευσάντων, λύων πολὺ ταχύτερον τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν τὰς συζητήσεις, λύων τὸ ζήτημα διὰ τῆς ψηφίσεως ὁλοκλήρου τοῦ σχεδίου τοῦ συντάγματος, ὅπως ἔχει, ἐστηρίχθη, ὅτι οἱ νόμοι εἶναι περιττοὶ, ὁσάκις δὲν ὑπάρχει ἡ καλὴ πίστις εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας, δι’ ὃ πρέπει νὰ ἐπαναπαυθῶμεν εἰς τὴν καλὴν πίστιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὑπαλλήλων της. Ἐγὼ τὸν συγχωρῶ διὰ τὴν ἁπλότητά του, ἀλλὰ δὲν πιστεύω κανεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ ἐθεώρησε σπουδαίους αὐτοὺς τοὺς λόγους.
§184ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγώ.
§185ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ Κ. Καλλιγᾶς εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σπεύδουν εἰς τὸ τέλος τοῦ συντάγματος.
§186ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα. (Ἀκολουθεῖ).
§187ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ δὲν ἐπάθατε, καὶ εἶσθε εἰς θέσιν νὰ μὴ πάθητε. Τίθεσθε εἰς θέσιν νὰ προστατεύεσθε καὶ ἀπὸ τὸ ἓν καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος.
§188ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Αὐτὸ εἶναι προτέρημα.
§189ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅσοι ἄνθρωποι εἰμποροῦν νὰ ἔχουν αὐτὸ τὸ προτέρημα νὰ καθίστανται ἄτρωτοι περισσότερον αὐτοῦ τοῦ Ἀχιλλέως, αὐτοὶ εἰμποροῦν νὰ θεωροῦν περιττὴν καὶ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, περιττὸν τὸ σύνταγμα, ἢ νὰ θέλουν νὰ καταστήσουν τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος πραγματικὴν κωμῳδίαν, τὴν δὲ Συνέλευσιν Βουλὴν Κομεστάδων· πιστεύω ὅμως, ὅτι οἱ ἔντιμοι πληρεξούσιοι Ἑπτανήσιοι, οἱ ὁποῖοι τόσον ἠγανάκτησαν ἐναντίον τοιούτων βουλῶν, δὲν θὰ δώσουν τὴν συνδρομήν των διὰ νὰ κατασταθῇ καὶ ἡ Συνέλευσις τῶν Ἀθηνῶν τοῦ 1864, Συνέλευσις τῶν Κομεστάδων.
§190ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διατί ἀποτείνεσθε πρὸς ἡμᾶς;
§191ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ δώσητε τὴν συνδρομήν σας, (θόρυβος).
§192ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Διὰ νὰ τοὺς ἀφήσητε μόνους. Ἔρχονται εἰς λόγους ὁ Κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς καὶ ὁ Κ. Γλαράκης, (θόρυβος μέγας).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, Κ. Γλαράκη, σᾶς ἀνακαλῶ ἀμφοτέρους εἰς τὴν τάξιν.
§194ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου εἶναι ἱκανοὶ μόνοι των νὰ ὑπερασπίσουν ἑαυτούς· δὲν ἔχουν ἀνάγκην τοιούτων προστατῶν καὶ τοιούτων ῥητόρων (θόρυβος). Ἐγὼ ἀπετάνθην πρὸς αὐτοὺς, διότι πρώτην φορὰν, τὸ ὁμολογῶ, ἐπληροφορήθην τὴν ὡραίαν ἐκείνην Βουλὴν τῆς Ἑπτανήσου, ἐπὶ Μεϊτλάνδου, καὶ διὰ τοῦτο τοῖς χρεωστῶ μάλιστα χάριν, ὅτι μοὶ ἔδωσαν αὐτὸ τὸ παράδειγμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον νὰ ἐπωφεληθῶ ἀπέναντι τῶν ἰδίων, διὰ νὰ κάμω ἔφεσιν εἰς τὸν πατριωτισμόν των, καὶ νὰ τοῖς εἴπω, νὰ μὴ καταδεχθοῦν, διότι ἐδῶ ὑπάρχουν ἕτεροι τοιοῦτοι, νὰ γίνουν ὄργανα ἐξευτελισμοῦ τῆς Συνελεύσεως (θόρυβος μέγας).
§195ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔπρεπε ν’ ἀποτανθῆτε ἀδιακρίτως εἰς οἱονδήποτε πληρεξούσιον καὶ ὄχι ἰδιαιτέρως (θόρυβος).
§196ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὀλίγον πτοοῦνται (θόρυβος).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἢ νὰ διακόψω;
§198ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τότε νὰ τηρήσητε τὴν ἀπαιτουμένην ἡσυχίαν.
§200ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὀλίγον πτοοῦνται, ὅταν λέγουν τὴν ἀλήθειαν· ὑπάρχει δὲ πρόχειρον εἰς ἕκαστον τὸ μέσον τῆς ὑπερασπίσεως ἢ τῆς ἀπολογίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Νομίζω, ὅτι εἶμαι μάλιστα πολὺ μέτριος ὁμιλῶν περὶ τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου, ὄχι ἐγὼ μέτριος, ἀλλ’ ἅπασα ἡ Ἑλλὰς· εὔχομαι δὲ καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν ἡμέραν τινὰ ν’ ἀποκαλύψωμεν ὅ,τι τρέχει (θόρυβος).
§201ΠΟΛΛΟΙ. Σᾶς παρακαλοῦμεν.
§202ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐὰν αἱ ἀποκαλύψεις συντελοῦν εἰς τὴν διάδοσιν τῶν ἐλευθεριῶν, πρέπει νὰ τὰς ἀποκαλύψητε.
§203ΔΑΓΡΕΣ. Τώρα νὰ τὰ εἰπῆτε.
§204ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ κρέμαται ἀπὸ τὴν θέλησίν μου (θόρυβος μέγας). Ἐγὼ εὐχαριστοῦμαι ὅταν σᾶς βλέπω τεταραγμένους, διότι φαίνεται ὅτι αἰσθάνεσθε τὴν πληγήν.
§205ΜΑΡΙΝΟΣ. Πρὸς πολλοὺς ἡ σιωπὴ εἶναι ἡ καλλιτέρα ἀπάντησις.
§206ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν τροπολογιῶν (θόρυβος).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τάξιν, Κύριοι.
§208ΤΙΝΕΣ. Ἐξακολουθήσατε, Κύριε Πετσάλη, καὶ θὰ ἡσυχάσουν.
§209ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ ὅταν οἱ ἄλλοι θορυβοῦνται. Ὁ τελευταῖος πρὸ ἐμοῦ προαγορεύσας, ἔντιμος πληρεξούσιος Σπετσῶν, Κύριος Διομ. Κυριακοῦ, φαίνεται ὅτι ἐπηρεάσθη καὶ ὁ ἴδιος ὑπὸ τῆς ἰδέας τῆς καλῆς πίστεως, ἐφ’ ἧς πρέπει πρὸ πάντων νὰ στηρίζηται πᾶν πολίτευμα, ἂν καὶ γνωρίζω τὰ εἰλικρινῆ αἰσθήματα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τὰς ἐλευθέρας ἀρχὰς, ὑπὸ τῶν ὁποίων ὁ ῥήτωρ οὗτος ἐμπνέεται. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἐπὶ τοῦ βήματος, ἐνώπιον Συνελεύσεως, ἥτις ταραττομένη ἐκ τοῦ σάλου τῶν φατριαστικῶν παθῶν συνηθίζει πολὺ συνεχῶς νὰ διακόπτῃ τὸν ἀγορεύοντα, ἠναγκάσθη νὰ παραχωρήσῃ εἰς τοὺς ἐναντίους διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν θέσιν του εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην· ὅταν ὅμως, Κύριοι, ἡ καλὴ πίστις δὲν ᾖναι τὸ θεμέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἰμπορεῖ νὰ στηριχθῇ ποτὲ τὸ πολίτευμα ἑνὸς ἔθνους, ὡς ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν εἰς τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν Κυβερνήσεων καὶ δὲν δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη δὲν ἠξεύρουν τί κάμνουν μὴ ἐπαναπαυόμενα εἰς μόνην τὴν καλὴν πίστιν τῶν κυβερνήσεων, καὶ ὅτι μόνον ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες δικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν τὸν ἐγωϊσμὸν, ὅτι σκεπτόμεθα ὀρθότερον ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων. — Ἂν ἡ καλὴ πίστις τῶν κυβερνήσεων καὶ τῶν ὑπαλλήλων ἦτον ἀρκετὴ ἐγγύησις, τότε πρὸς τί βλέπομεν ὅλα τὰ ἔθνη ἐπὶ τόσους αἰῶνας παλαίοντα καὶ ἐπιβάλλοντα θεσμοὺς εἰς τοὺς βασιλεῖς των; Διατὶ μετὰ τὴν γαλλικὴν ἐπανάστασιν τὸ γαλλικὸν ἔθνος ἀποκτῆσαν τὰς ἐλευθερίας του ἐζήτησε νὰ συντάξῃ θεμελιώδεις νόμους διὰ τὴν πολιτείαν; Ὅλα τὰ ἔθνη εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅσα ἐπανέστησαν κατὰ τῶν κυβερνήσεών των, βλέπω ὅτι ἐζητοῦσαν νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματά των ἐπὶ θεμελιωδῶν νόμων. Εἶναι λοιπὸν μάταιον καὶ ἀνάξιον λόγου τὸ ἐπιχείρημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν καλὴν πίστιν τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν ὑπαλλήλων, ὡς μέτρον ἀσφαλείας· ἐπρόσθεσαν ἀκόμη καὶ ἕτερον λόγον, ὃν δὲν εὑρίσκω βάσιμον, ὅτι ὅταν κυβέρνησίς τις φθάσῃ εἰς τοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους εὑρέθη ἡ κυβέρνησις τοῦ Ὄθωνος κατὰ τὰ 1862, τότε πᾶσα ἐγγύησις ἀποβαίνει περιττή. Ἔχετε παράδειγμα δικαιολογοῦν τὴν ἀξίωσιν τοῦ προλαλήσαντος ἐντίμου πληρεξουσίου Σπετσῶν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Εὐρώπης; Ἀπ’ ἐναντίας παράδειγμα πολὺ ἰσχυρὸν διὰ ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον, διότι αἱ περιστάσεις, ἃς θέλω ἀναφέρει ὑπῆρξαν πολὺ πλέον σπουδαιότεραι, παρ’ ὅσον ὑπῆρξαν αἱ περιστάσεις τῆς κυβερνήσεως τοῦ Ὄθωνος κατὰ τὸ 1862. Ὅλοι γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἔλαβε χώραν συνωμοσία ὑπὸ τῆς ἀτυχοῦς ἐκείνης Μαρίας Στουάρτης, εὑρισκομένης ἐν φυλακαῖς ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ὅτι ἡ Ἐλισάβετ ἐπήγαγεν ἄνομον καταδίκην κατ’ αὐτῆς, μετὰ δὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐγένετο συνασπισμὸς τῶν καθολικῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης ἵνα καθαιρέσωσι τὴν Ἐλισάβετ, διὰ τὸ ἀνοσιούργημα, ὅπερ ἔλεγον ὅτι ἔπραξε κατὰ τῆς δυστυχοῦς αἰχμαλώτου, καὶ διότι ὑπῆρχεν ὁ φανατισμὸς τῆς καθολικῆς θρησκείας, ὅστις ἐνέπνεε τὰς κυβερνήσεις ταύτας. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὸ μεγαλεῖτερον κράτος ἦτον ἡ Ἱσπανία· ὁ Αὐτοκράτωρ αὐτῆς ἦτον, ἐὰν δὲν πλανῶμαι, καὶ αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας. Ἡνωμένη ἡ Ἱσπανία μετὰ τοῦ Πάππα ἐξώπλισαν μέγαν στόλον καὶ στρατὸν, ὁ ὁποῖος διευθύνθη κατὰ τῆς Ἀγγλίας. Ἐντὸς τῆς Ἀγγλίας ὑπῆρχε μεγίστη πληθὺς καθολικῶν καὶ ἐκ τῶν ἰσχυρῶν οἰκογενειῶν, ἡ δὲ ἱστορία τῆς συνωμοσίας ἐκείνης ἀποδεικνύει, ὅτι αὐτοὶ καὶ οἱ καθολικοὶ τῆς Ἀγγλίας εἶχον μέρος, μ’ ὅλα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία περιέπεσεν εἰς τοιοῦτον σοβαρὸν κίνδυνον, καὶ ἂν καὶ ἦτο εἰς μίαν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ συνταγματικαὶ ἐγγυήσεις δὲν εἶχον εἰσέτι ἀναπτυχθῆ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἔλαβε μέτρα προφυλακτικὰ κατά τινων καθολικῶν ἰσχυρῶν· τοὺς περιώρισε μόνον ἐντὸς τῶν κτημάτων των διὰ διαταγῶν· οὐδὲν πλέον· ἡ ἱστορία ἐπαινεῖ τὴν μετριοπάθειαν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν τροπολογιῶν μου. Ἂν καὶ κατ’ οὐσίαν συμφωνῶ μετὰ τοῦ Κυρίου Καλαμίδα, διαφωνῶ μόνον ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῶν ἐγγυήσεων· ὁ Κ. Καλαμίδας προτείνει εἰς τὸ ἔνταλμα τῆς κρατήσεως νὰ γίνηται μνεία δύο μαρτύρων. Ἐγὼ κηρύττομαι ἐναντίος αὐτῆς τῆς ἰδέας καὶ κηρύττομαι ἐναντίος, διότι φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς νὰ ἐκδικάζηται ἡ βάσις τῆς κατηγορίας, διότι προκειμένου λόγου ν’ ἀποφασίσωμεν μόνον ἂν ὑπάρχωσι βάσιμοι ὑπόνοιαι, λέγω, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἀπόδειξις ἀνωτέρα πάσης προσβολῆς, ὡς εἶναι ἡ ἀπόδειξις ἡ ἐκπηγάζουσα ἀπὸ τῆς καταθέσεως δύο μαρτύρων. Ἀλλὰ φρονῶ, Κύριοι, ἄλλως πως ν’ ἀντικαταστήσω τὴν ἐγγύησιν ταύτην. Γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν οὐδεμία καταδίωξις γίνεται ἂν δὲν ὑπάρχῃ καταμήνυσις, διότι τὸ ἔθνος τὸ Ἀγγλικὸν εἶναι φιλελεύθερον, ἑπομένως αἱ καταμηνύσεις δὲν γίνονται ἐν αὐτῷ ἐν σκότει καὶ παραβύστῳ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καταμήνυσις, εἴτε ἑνὸς ἰδιώτου, εἴτε μιᾶς ἀρχῆς. Ἀλλὰ σᾶς λέγω ἐν παρενθέσει, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν αἱ ἀρχαὶ εἶναι ὅλαι ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς περιορισμὸς, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμποδίσῃ τὸν πολίτην νὰ φέρῃ καὶ τὸν Παλμεστρῶνα, πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, δι’ ὑποθέσεις ἀναγομένας εἰς τὰ καθήκοντά του, ἐὰν ἐξ αὐτῶν ὑπέστη ζημίαν. Λέγω, ἐπειδὴ συνήθως αἱ καταχρήσεις γίνονται, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ γνωστὸς ὁ κατήγορος, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐγγύησίς τις, ὅταν γνωστὸν πρόσωπον ᾖναι ὁ καταμηνυτὴς, προτείνω ὅτι οὐδεμία ἐνέργεια νὰ μὴ δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ γνωστοῦ καταμηνυτοῦ, ἤτοι ἄνευ τυπικῆς καταμηνύσεως· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐνταῦθα δύναται νὰ χωρήσῃ κατάχρησις, ὅπως εἴδομεν ὅτι συνέβη κατάχρησις καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, ἐπὶ τῆς φράσεως ᾐτιολογημένον ἔνταλμα, διότι δύναται μὲ ἀόριστον αἰτιολογίαν νὰ παραβιασθῇ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, διὰ τοῦτο ἀπαιτῶ τὸ ἔγγραφον τῆς καταμηνύσεως νὰ περιέχῃ συνοπτικῶς τὰς ἀποδείξεις, διὰ νὰ δύναται νὰ ἐξαχθῇ, ἂν ὁ καταμηνύσας ἐσυκοφάντησεν, ἂν ὑπὸ δόλου ὡρμήθη, ὥστε νὰ γείνῃ καταδίωξις κατ’ αὐτοῦ. Θὰ μὲ εἰπῆτε δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας διεφθαρμένη κυβέρνησις νὰ εὕρῃ ποταπὰ ὄργανα, ἅτινα νὰ μεταχειρισθῇ ἐκ δευτέρου εἰς τοὺς ἀνοσίους σκοπούς της, νὰ εὕρῃ Στριφτόμπολας, Γιαννίσαρλας; ἐγὼ λέγω, ὅτι καὶ τώρα δύναται ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους νὰ εὕρῃ τοιούτους. Ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, ὅτε ἡ ἀχρεία ἐκείνη Κυβέρνησις κατεπάτει ἀσυστόλως τοὺς νόμους περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἄνευ ἐντάλματος αἰτιολογημένου, ἄνευ τηρήσεως οὐδεμιᾶς διατυπώσεως, συνελάμβανε κατ’ ἀρέσκειάν της οἱονδήποτε, τὸν ὁποῖον ἔῤῥιπτεν εἰς τὰς φυλακάς. Εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατεβλήθη μεγάλη προσπάθεια, καὶ πολλαὶ ὑποσχέσεις ἐδόθησαν εἰς ἀνθρώπους, ἵνα καταθέσωσι ψεύδη. Γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὴν φυλακὴν τοῦ Γκαρπολᾶ, ἕνας δυστυχὴς χωρικὸς, ὀνομαζόμενος Πήνης, εἶχε πληγωθῆ μίαν νύκτα εἴς τινα συμπλοκὴν, γενομένην εἰς τὸ χωρίον Χασιὰ· εὑρίσκετο εἰς τὴν φυλακὴν ἀπεριποίητος, ἡ ἐξουσία τοῦ ἔλεγε θὰ σὲ στείλω εἰς τὸ νοσοκομεῖον νὰ θεραπευθῇς, θὰ σοῦ δώσω καὶ 500 δραχμὰς, ἀρκεῖ νὰ εἴπῃς, ὅτι σὲ ἔβαλεν ὁ Ψύλλας καὶ ὁ Γούδας. Διὰ τοῦτο ἰσχυρίζομαι, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἐγγύησις εἰς ἐλευθέραν κοινωνίαν νὰ ὑπάρξῃ ὁ περιορισμὸς τῆς ἐγγράφου καταμηνύσεως ὑπὸ προσώπου ῥητοῦ, ἢ ἀρχῆς, διότι καὶ ἡ ἀρχὴ ἐνεργεῖται ὑπὸ προσώπου. Ὅταν προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος θὰ ζητήσω, οἱ ἄρχοντες νὰ δικάζωνται ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια ἀκωλύτως. Ἀπῄτησα ὥστε ἡ ἔγγραφος καταμήνυσις συνοπτικῶς νὰ περιέχῃ καὶ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, περὶ τῆς πράξεως ἢ τοῦ πράξαντος, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἕτερός τις περιορισμὸς κατὰ τῆς διαφθορᾶς, ὁπότε αὕτη ἤθελεν ἰσχύει. Κατά τινα διάταξιν τοῦ habeas corpus ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον εἰς ῥητὸν δικαστὴν, κατ’ αἴτησίν τινος νὰ στείλῃ νὰ ζητῇ ἐνώπιόν του τὸν κρατούμενον διὰ νὰ τὸν ἀκροάζηται· ἡμεῖς τοῦτο δὲν ἔχομεν καὶ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρχῃ, ἂν θέλωμεν νὰ ᾖναι ἀσφαλὴς ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία μας. Μεταβαίνω εἰς ἕτερον ἀντικείμενον. Ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς ὑπερῃσπίσθη ἀρχὴν, ἣν ὑπερασπίζομαι καὶ ἐγὼ, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν θέλει διαῤῥήδην ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ἐγὼ δὲ καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου τὴν ἔχω ὑπονοουμένην, διότι καὶ παρὰ τοῖς Ἄγγλοις ῥητὴ δὲν ὑπάρχει. Αὕτη εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως, ὅπερ ἐξάγεται ἐμμέσως ἐκ διατάξεών τινων. Τοιούτου δικαιώματος ἐγένετο χρῆσις πολλάκις ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἐφονεύθησαν ὑπάλληλοι καὶ ἠθωώθησαν οἱ φονεῖς, διότι τὸ ἔνταλμα δὲν ἦτο τακτικὸν, εἶχε λάθος εἰς τὸν τύπον. Εἶπον, ὅτι δὲν προβαίνω εἰς ἐκεῖνον τον βαθμὸν τοῦ νὰ θέσω σαφῆ καὶ ἐπιτακτικὴν διάταξιν, ἀλλ’ ἐκφράζομαι οὕτω πως «οὐδὲν ἔνταλμα κρατήσεως ἢ φυλακίσεως ἐκτελεῖται, ἐὰν ά) δὲν πηγάζῃ παρ’ ἁρμοδίας ἀρχῆς· βʹ) ἂν δὲν κοινοποιηθῇ συγχρόνως πρὸς τὸν συλλαμβανόμενον ἢ προφυλακιζόμενον, ἀφιεμένου αὐτῷ ὁλοσχεροῦς ἀντιγράφου.» Ὅταν συνελήφθην ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως τοῦ Ὄθωνος, εὑρισκόμην εἰς τὸ πλησίον τῶν Ἀθηνῶν κτῆμά μου ἐνασχολούμενος εἰς αὐτὸ μετὰ τοῦ υἱοῦ μου, νέου ἀνηλίκου, ὅτε αἴφνης περὶ τὴν ἑσπέραν ἔρχεται ἐνωμοτία χωροφυλάκων καὶ μὲ ἁρπάζει ἀπὸ τὸ ἄσυλόν μου· ὁ ἐνωμοτάρχης μοὶ δεικνύει διαταγὴν τῆς μοιραρχίας καὶ μοὶ λέγει, νὰ τὸν ἀκολουθήσω. Μὲ ἔφερον ἐνταῦθα τὴν νύκτα, μαζὺ μὲ τὸν υἱόν μου, μᾶς ὑπέβαλον εἰς ἀνακρίσεις καὶ μᾶς ἐφυλάκισαν. Ἂν ὑπῆρχε διάταξις τοιαύτη ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, δὲν ἐκτελεῖται διαταγὴ τοιαύτη, ἂν δὲν ἔχῃ αὐτὰ καὶ αὐτὰ τὰ προσόντα, ἕκαστος ἐννοεῖ, ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ εἰς νόμιμον ἄμυναν, ἤθελον εὑρεθῆ ἐντὸς τοῦ δικαιώματός μου ν’ ἀποκρούσω τὴν βίαν διὰ τῆς βίας, ἀλλὰ μὴ ὑπαρχούσης τοιαύτης διατάξεως ἤμην βέβαιος, ὅτι ἤθελον θεωρηθῆ ὡς ἀπειθὴς κατὰ τῶν νόμων καὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ δὲν πιστεύω εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ δικαστικὸν σύστημα, ὃ ἔχομεν, νὰ ἤθελεν εὑρεθῆ πλειοψηφία, ἥτις νὰ μὲ δικαιώσῃ· «γʹ) δὲν περιβάλλεται μὲ τὰ λοιπὰ προσόντα κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν.» Δὲν ἤθελον νὰ ὁρίσω τὰ προσόντα ταῦτα τῆς ποινικῆς δικονομίας· ὅταν θὰ καταχωρηθῇ διάταξίς τις ἐν τῷ Συντάγματι, ἀφορῶσα δικαστικοὺς τύπους, πρέπει νὰ ᾖναι γενικὴ, οὕτω πως ἐκτιθεμένη, ὥστε νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς ἀντίφασιν πρὸς μεταγενεστέρας πράξεις τῶν νομοθετικῶν σωμάτων· διότι προεῖπον, ὅτι οὐδόλως κωλύεται ἡ νομοθετικὴ ἐνέργεια, ἐὰν ἀποφασίσῃ νὰ ἔλθῃ κατόπιν εἰς ὑποστήριξιν τῶν καθιερωθεισῶν ἀρχῶν ἐν τῷ Συντάγματι. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν ἀπόδειξιν. Ὅταν ἀνεγνώσθη ἡ πρότασίς μου πολλοὶ τῶν φίλων μου ἐταράχθησαν, διότι αὐτοδικαίως θεωρῶ ἀπαλλαττόμενον τὸν κρατούμενον, ἂν μετὰ παρέλευσιν δύω ἑβδομάδων δὲν ἐκδοθῇ ἔνταλμα φυλακίσεως, ἀπαιτοῦν συντομωτέραν προθεσμίαν (θόρυβος) .... Βλέπετε ὅτι τινὲς δὲν εὐχαριστοῦνται, τινὲς μὲν εἰς τὸ πολὺ, ἕτεροι δὲ εἰς τὸ ὀλίγον. Ἀγνοοῦσιν, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐσάπησαν ἄνθρωποι, εἰς τὰς φυλακὰς μένοντες δύο καὶ τρία ἔτη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνακρίσεως. Μετὰ ταῦτα παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τῶν συνέδρων, τοῖς ἀφέθησαν αἱ ἁμαρτίαι, τοὺς εἶπον εἶσθε ἀθῶοι, ἀλλ’ ἐκεῖνοι ἐξῆλθον σκελετοὶ, μορμολύκεια ἀπὸ τὰς φυλακάς. Ἂν δὲ τυχὸν ἦσαν ἄνθρωποι τῆς κατωτάτης τάξεως ἐξῆλθον καὶ ἐχθροὶ τῆς κοινωνίας· ὅταν νομοθετῇ τις πρέπει νὰ ζητῇ πράγματα κατορθωτὰ, δυνατὰ, τὰ ἀκατόρθωτα ἐπισύρουν μῶμον κατὰ τοῦ νομοθέτου. Παραλείπω ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅ,τι ἔχω τὴν ἰδέαν νὰ ὑποστηρίξω ἀκολούθως ἐνώπιον τῆς συνελεύσεως, διὰ νέας προτάσεως, ἡ ὁποία κεῖται ἐκκρεμής. Θὰ ὑποστηρίξω τὸ σύστημα τῶν ὁρκωτῶν ἐπὶ τῆς κατηγορίας, διότι τὸ σύστημα ἐκεῖνο εἶναι τὸ παλλάδιον τῶν ἐλευθεριῶν παντὸς συνταγματικοῦ ἔθνους· θεωρῶ ἀνάξιον ἔθνος, οἷον τὸ Ἑλληνικὸν σήμερον μάλιστα, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς ἀγωνίζεται 40 ἔτη καὶ ἐπέκεινα διὰ τῶν ἰδίων της δυνάμεων ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ὑπὲρ τῆς παγιώσεως τῶν ἐλευθεριῶν της, σήμερον, λέγω, ἡ ἐθνικὴ αὐτῆς κυριαρχία, ἐνεργοῦσα διὰ τῆς συνελεύσεως, νὰ μὴν ἀνυψώσῃ ὀλίγον τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ νὰ θέλωμεν νὰ προστατεύσωμεν τὸν ἄνθρωπον κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκδικάσεως αὐτοῦ εἶναι μικρὸν δι’ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ ὅτι εἶναι προωρισμένον διὰ μεγάλας πράξεις, καὶ ἔχον ἔνδοξον παλαιὰν ἱστορίαν, διδάσκουσαν αὐτὸ, ὅτι κατάγεται ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐδίδαξαν τὰ γράμματα καὶ τὸν πολιτισμὸν εἰς τὸν κόσμον, εἶναι μηδὲν, λέγω, ἡ πρόνοια αὕτη ἀπέναντι τῶν προσβολῶν, τὰς ὁποίας πάσχει ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἀνακρίσεως. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι καὶ εὐκολώτερον εἶναι καὶ ταχύτερον καὶ ἀσφαλέστερον διὰ τὴν κοινωνίαν, διότι οἱ οἰκοκυραῖοι παρέχουν πολὺ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις, παρὰ δικασταὶ πρωτόπειροι λαμβανόμενοι πολλάκις ἀπὸ τὸν δρόμον· οἱ οἰκοκυραῖοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αἴσθημα πατριωτισμοῦ μεγαλείτερον καὶ συμφέροντα ἀνώτερα νὰ προστατεύσουν, καὶ ἀγαποῦν τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν περισσότερον παρὰ πάντα ἄλλον. Τούτου ἕνεκεν, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ἀποφαίνωνται ἔνορκοι περὶ τοῦ βασίμου τῆς κατηγορίας ἢ μὴ, δὲν εἶναι δυνατὸν ὀλιγώτερον ἀπὸ 2 ἑβδομάδας ν’ ἀποπερατοῦται ἡ ἐργασία αὕτη, διότι δυνατὸν ν’ ἀποτύχῃ ἡ πρώτη συγκάλεσις τῶν ἐνόρκων καὶ χρήζῃ δευτέρας. Καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ αὐτὸ γίνεται. Πῶς θέλομεν ἡμεῖς νὰ θέσωμεν ἄρα ὀλιγώτερον χρόνον, ὅταν θέλωμεν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα; ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς καὶ ἡ δικονομία, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, εἶναι προϊὸν τοῦ δεσποτισμοῦ. Ταῦτα ἐνομοθετήθησαν ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ τῆς αὐτοκρατορίας· ὡς ὀρθῶς παρέστησεν εἷς τῶν προλαλησάντων, δὲν εἶναι δυνατὸν, δὲν εἶναι κατορθωτὸν ἐντὸς ὀλιγωτέρου χρόνου νὰ δυνηθῇ ἐν γνώσει ὁ ἀνακριτὴς νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα φυλακίσεως. Τούτου ἕνεκα ἔθεσα τὴν προθεσμίαν δύο ἑβδομάδων, διότι ἀποβλέπω εἰς κατορθωτὰ πράγματα καὶ πρακτικά. Σᾶς ἀναγινώσκω ἕτερον παράγραφον. «Ἕκαστος δὲ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἢ Ἐφετῶν, καὶ τούτων κωλυομένων, ἢ βραδυνόντων, ἕκαστος δικαστὴς, ἐντὸς τῆς περιφερείας εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει παρανόμως κρατούμενός τις, ἅμα πληροφορηθῇ τοῦτο ἐξ ἀναφορᾶς οἱουδήποτε, ὀφείλει νὰ διατάξῃ ἀνυπερθέτως τὴν ἀπελευθέρωσίν του διὰ συνοπτικῆς ᾐτιολογημένης διαταγῆς, δίδων εἰδικὴν παραγγελίαν εἰς ῥητὸν κλητῆρα διὰ τὴν ἄμεσον ἐκτέλεσίν της». Ἂν δὲν παραδεχθῆτε τὴν διάταξιν ταύτην, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἡ ἐξουσία εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ δύναται νὰ φυλακίζῃ τοὺς ἀνθρώπους καὶ κανείς ποτε νὰ μὴ λαμβάνῃ πρόνοιαν περὶ αὐτῶν, οὔτε νὰ ὑπάρχῃ μέσον, ἵνα περισταλῇ ἡ αὐθαιρεσία καὶ κατάχρησις. Τοῦτο ἀντέγραψα σχεδὸν κατ’ ἔννοιαν ἀπὸ τὸν Ἀγγλικὸν νόμον· ἑτέρα διάταξις. «Πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἐπιστάτης φυλακῶν δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τινα εἰς κράτησιν, εἰμὴ προηγουμένης ἐν τῷ βιβλίῳ του ἐντελοῦς ἀντιγραφῆς τοῦ ἐντάλματος ἢ τῆς ἀποφάσεως· ὑποχρεοῦται δὲ νὰ παρουσιάζῃ τὸν κρατούμενον εἰς τοὺς συγγενεῖς ἢ φίλους του, ἐκτὸς μόνον δι’ ὅσον χρόνον ἤθελεν ὑπάρχει ἐναντία δικαστικὴ διαταγὴ, ἧς ἡ ἀντιγραφὴ ἐν τῷ αὐτῷ βιβλίῳ εἶναι ὡσαύτως ὑποχρεωτική». Προλαμβάνω τὴν ἔνστασιν, ἡ ὁποία μοὶ θέλει γίνει ἀπό τινας δικηγόρους, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ὑπάρχουν καταχωρημέναι ἐντὸς τῆς Ποιν. Δικονομίας· ἴσα, ἴσα ἐπειδὴ ὑπάρχουν καταχωρημέναι καὶ καθ’ ὅλον τὸ τριακονταετὲς διάστημα οὐδόλως ἐξετελέσθησαν, διὰ τὸν ἰσχυρὸν αὐτὸν λόγον, πρέπει νὰ καταχωρισθοῦν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ θεμελιώδους νόμου, ὅπου πρέπει ὅλαι αἱ καταχρήσεις νὰ διορθωθῶσι καὶ νὰ ἀναμορφωθῶσι. Λέγω, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ γείνῃ τοῦτο καὶ βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι ἂν θέσωμεν ἐντὸς τοῦ συντάγματος τὰς διατάξεις ταύτας, οὔτε οἱ χωροφύλακες θὰ παρουσιάζωνται νὰ συλλαμβάνουν, οὔτε ὁ δεσμοφύλαξ νὰ δέχηται ἐντὸς τοῦ δεσμωτηρίου, πρὶν ἐκδοθῇ νόμιμον ἔνταλμα, ὅπερ ὁ δεσμοφύλαξ ἀναγκάζεται τότε νὰ καταχωρίζῃ εἰς τὸ βιβλίον του. Ἀλλὰ θὰ μὲ εἰπῆτε τόσον καιρὸν αἱ ὑπάρχουσαι διατάξεις εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν δὲν ἐξετελέσθησαν ἄρα οὔτε αἱ τοῦ συντάγματος θὰ ἐκτελεσθοῦν. Βεβαίως οἱ ἄνθρωποι δὲν φθάνουν ματαίως, πολλάκις ἐζήτησαν ν’ ἀσφαλισθοῦν κατὰ τῶν καταχρήσεων τῆς αὐθαιρεσίας ἀλλ’ ἡ ἱστορία ἀποδεικνύει ὅτι αἱ προσπάθειαι δὲν ὑπῆρξαν πάντοτε ἀνωφελεῖς, ἄνευ καρπῶν. Καὶ αἱ διατάξεις αὗται ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος ὁδηγούμεθα, πρέπει ἀφεύκτως νὰ καταχωρισθῶσιν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ κατασταθῶσιν ἰσχυρότεραι περιβαλλόμεναι μὲ μεγαλείτερον κῦρος. Ἐρχόμεθα λοιπὸν τώρα εἰς τὰς λοιπὰς. «Εἶναι ἔνοχοι καὶ καταδιώκονται ἐπὶ παρανόμῳ κρατήσει οἱ αἰτήσαντες, διατάξαντες ἢ ἐκτελέσαντες καὶ ὅπως δήποτε συμπράξαντες»· διότι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ νόμος εἶναι πολὺ γενικὸς, μεταχειρίζεται τρεῖς φράσεις διὰ νὰ μὴ ἀποκλείσῃ κανένα. Πάντες ὅσοι συνέτρεξαν ὑποβάλλονται εἰς εὐθύνην. Ἐδῶ λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ μεταχερισθῶ τοιούτους ὅρους, ὥστε νὰ μὴ δύναται κανεὶς ν’ ἀποπλανηθῇ. Διὰ τοῦτο ἔβαλα καὶ τὸ «καὶ οἱ ὁπωσδήποτε συμπράξαντες·» ὥστε δὲν ἄφησα νὰ διαφύγῃ οὐδεὶς τὴν ποινικὴν ῥήτραν τοῦ νόμου. Προσέθηκα καὶ τὰ ἑξῆς. «Οἱ δεχθέντες δεσμοφύλακες καὶ ἐπιστάται φυλακῶν, οἱ κρατοῦντες παρὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ παρόντος νόμου τοὺς παραδοθέντας πρὸς φύλαξιν, ὡσαύτως οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκόν των δικασταὶ· καταδικάζονται καὶ εἰς χρηματικὴν ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τοῦ παθόντος, ἀλληλεγγύως ἀποτινομένην.» Οἱ Ἄγγλοι ἔχουν 100–500 λίρας, οἱ δὲ δικασταὶ εἰς τὴν μεγαλειτέραν ποινήν· ἐγὼ θεωρῶ περιττὴν τὴν κλίμακα, καὶ θέτω ὁριστικὸν ὅρον 6,000 δραχμὰς, δηλ. 200 λίρας, τὰς ὁποίας θὰ πληρώσουν ἀλληλεγγύως. Θέλετε μὲ συγχωρήσει ἐὰν ὑπὲρ τὸ δέον σᾶς ἀπησχόλησα· ὁ ζῆλος, τὸν ὁποῖον ἔχω, καὶ τὸν ὁποῖον ἐπεφυλάχθην εἰς ἐμαυτὸν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, μὲ ἠνάγκασε νὰ παρατείνω ἐπὶ τοσοῦτον τὸν λόγον· ἐπιφυλάττομαι καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἐὰν ἴδω περισσότερον ἐνδιαφέρον εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἄλλως σᾶς ἀφίνω ἐν ἀνέσει.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Σαρίπολος.
§211ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητής). Ὁμολογουμένως, Κύριοι, εὑρισκόμεθα περὶ τὴν συζήτησιν ἑνὸς τῶν σπουδαιοτέρων ἄρθρων τοῦ πολιτεύματος· ὁμολογουμένως ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἡ βάσις ὅλων τῶν ἄλλων ἐλευθεριῶν, καθόσον ταύτης περιοριζομένης, ἡ ἐνάσκησις παντὸς ἄλλου δικαιώματος τοῦ ἀνθρώπου ἐκμηδενίζεται· διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡμῶν σύντονον κατέβαλε προσοχὴν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ 5 καὶ 6 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Δυνάμεθα δὲ νὰ ἔλθωμεν ἐνώπιόν σας ὑπερήφανοι, καὶ νὰ σᾶς εἴπωμεν, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα Ἕλληνες, καὶ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν εὗρον ἠχὼ οἱ στεναγμοὶ τῶν φυλακισθέντων, καὶ τὰς ψυχὰς ἡμῶν τὰ δάκρυα αὐτῶν συνεκίνησαν.
§212ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐδάκρυσε (θόρυβος).
§213ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Παρ’ ὑμῶν Κ. Γλαράκη δὲν προσεδόκων τοιαύτην ἄρνησιν, ὅτι δὲν ἐδακρύσαμεν ἐφ’ ὑμᾶς· εὐτυχῶς ὅμως εὑρίσκονται μεταξὺ ἡμῶν οἱ Κύριοι Κορωναῖος, Δημ. Γρίβας, καὶ Χαρ. Ζυμβρακάκης, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μαρτυρήσωσιν, ἂν, ὅτε πρὸς πολλοὺς τῶν νομομαθῶν ἀπετάθησαν ἐν Παλαμιδίῳ κρατούμενοι, ὅπως ὑπερασπίσωσιν αὐτοὺς, δὲν εὗρον τὰς καρδίας των κεκλεισμένας καὶ ἀσυμπαθεῖς πρὸς τοὺς πόνους των, εὑρέθησαν δὲ μόνον πέντε δικηγόροι μεταξὺ τῶν ὁποίων καυχῶμαι ὅτι καταλέγομαι καὶ ἐγὼ, οἱ δ’ ἄλλοι τέσσαρες ἦσαν οἱ Κύριοι Δεληγεώργης, Καλλιγᾶς, Παντολέων καὶ Διαμαντόπουλος, οἵτινες ἔσχομεν τὴν γενναιότητα τότε νὰ τοὺς ὑπερασπισθῶμεν, καὶ νομίζω, ὅτι ἀδίκως ἐγένετο ἡ προσβολὴ, τὴν ὁποίαν δωρεὰν ἐξετοξεύσατε, ὅτι δὲν ἐδακρύσαμεν, καὶ δὲν ἐσυμπαθήσαμεν........
§214ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἦσθε Δικηγόρος καὶ ἐμοῦ, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐδακρύσαμεν.
§215ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἂν δὲν ἐδακρύσατε σεῖς, ἐδακρύσαμεν ὅμως ἡμεῖς, διότι ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου παρεβιάζετο· καὶ τὰ πάντα παρατύπως καθ’ ὑμῶν καταθλίψεως ἕνεκεν ἐγίνοντο. Χαίρω, ὅτι παρενόησα τὸν λόγον σας, Κ. Γλαράκη, καὶ εὐχαριστῶ ὑμῖν διὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν θέλω ἀκολουθήσει τὰς ἐκδρομὰς, τὰς ὁποίας κάμνει πάντοτε ὁ προαγορεύσας εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἀγγλίας, δὲν θέλω τὸν ἀκολουθήσει, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ μεγαλειτέρα του καταδίκη εἶναι αὐτὰ τὰ στενογραφήματα· τὰ στενογραφήματα ταῦτα θέλουσι τὸν καταδείξει, ὅτι τὴν ἱστορίαν ἀναγινώσκει ἀναστροφάδην. Αἱ ἐλευθερίαι τῆς Ἀγγλίας βέβαια εἶναι εὐρεῖαι, μεγάλαι· ἀλλὰ πρῶτον μὲν νομίζω ὅλως ἔκτοπον νὰ φέρῃ τις, περὶ Ἑλλάδος λαλῶν, ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὸ μέσον τὸ πολίτευμα τῆς Ἀγγλίας καὶ τὸ ἔθνος τῶν Ἄγγλων, περὶ τοῦ ὁποίου προσφυέστατα εἶπεν ὁ Λατῖνος ποιητὴς «et penitus toto divisos orbe Britannos,» ἤτοι «τοὺς ἀπὸ πάσης σχεδὸν τῆς οἰκουμένης κεχωρισμένους Βρετανούς,» εἶτα δὲ παρατηρῶ, ὅτι τὸ πολίτευμα τῆς μακαρίας Ἀλβιῶνος τὴν βάσιν του κυρίως εἰπεῖν δὲν ἔχει εἰς τοὺς νόμους, ἀλλ’ εἰς τὰ ἤθη· εὐκολώτερον βεβαίως ἐστί μοι ἢ τῷ προαγορεύσαντι νὰ ἐπιδειχθῶ ὑμῖν γινώσκων τὸ πολίτευμα τῆς γενετείρας τοῦ συνταγματισμοῦ χώρας, καὶ προχειρότατα ἠδυνάμην νὰ κατακλύσω ὑμῶν τὰς ἀκοὰς δι’ ἀπομνημονεύσεως τίτλων νόμων, καὶ τούτων οὐχὶ φύρδην μίγδην ὡς ὁ προλαλήσας, ὅστις καὶ τὸ bill of settlement, ἤτοι τὸν περὶ διαδοχῆς νόμον, ὡς ὁ πίθηκος τοῦ Αἰσώπου ὁ τὸν Πειραιᾶ ὡς ἄνθρωπον ἐκλαβὼν, ἐσύγχυσε πρὸς τὸ bill of the rights, ἐνῷ ὁ περὶ διαδοχῆς περὶ ἄλλου προνοεῖ καὶ οὐχὶ περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας· ἀλλὰ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἱστορικῶν καὶ πολιτικῶν γνώσεων τοῦ Κ. Πετσάλη ἔχετε ἤδη πεῖραν ἐξ ὅσων ἄλλοτε εἶπε καὶ προχθὲς ἀκόμη περὶ τοῦ veto τῶν Πολωνῶν μεγιστάνων. Ἀλλ’ ἀφίνω αὐτὸν ἐκλαμβάνοντα πάντας ἡμᾶς ὡς χωρικοὺς τοῦ Ξηροχωρίου, καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι οἱ νόμοι, οἵτινες ἐν Ἀγγλίᾳ ἀσφαλίζουσι κυρίως τὴν προσωπικὴν τῶν πολιτῶν ἐλευθερίαν, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ μέγα εὐεργέτημα τοῦ γνωστοῦ ὑπὸ τ’ ὄνομα habeas corpus νόμου συνέβη πολλάκις, ἐν ὅλως ἐκτάκτοις περιστάσεσι, καὶ κατὰ τὰ συμφέροντα τῆς πολιτικῆς, νὰ κηρυχθῇ σχολάζον· καὶ τοῦτο ἐγένετο εἰς χρόνους οὐχὶ πολὺ ἡμῶν ἀφεστηκότας καὶ εἰς περιστάσεις αἵτινες συνέβησαν οὐχὶ πρὸ αἰώνων, ἀλλ’ εἰς τὰς ἡμέρας ἡμῶν, εἰς τὰ 1821, εἰς τὰ 1831, εἰς τὰ 1848, ὅτε ὁ τοῦ habeas corpus νόμος ἔπαυσε προσωρινῶς τοῦ νὰ ἰσχύῃ. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἠθέλομεν ἡμεῖς ἀναγράψει ἐν τῷ Συντάγματι, βεβαίως δὲν ἠθέλετε τὸ δεχθῆ, διότι, ὡς πιστεύομεν, οὐδόλως ἐστὲ διατεθειμένοι νὰ παραδεχθῆτε τὴν παντοδυναμίαν τῶν μελλόντων νομοθετικῶν τῆς Ἑλλάδος σωμάτων, ὡς οἱ Ἄγγλοι τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπερ κατὰ τὸν Coke δύναται νὰ πράξῃ τὸ πᾶν, ἐκτὸς τοῦ νὰ μεταβάλῃ τὸ ἄῤῥεν εἰς θῆλυ, τουτέστι μόνα ὅρια ἔχει τὰ φυσικῶς ἀδύνατα. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν πρακτικωτέρα, ἀλλαχοῦ ἐζήτησε ν’ ἀπομιμηθῇ τὴν Ἀγγλίαν, καὶ ἐνέγραψεν ἐν τῷ σχεδίῳ τὸ ἄρθρ. 96, ὡς τὸ κράτιστον τῆς προσωπικῆς τοῦ πολίτου ἐλευθερίας ἀσφάλιον, ὡς τὸ βέλτιστον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἐχέγγυον. Ὡς λοιπὸν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ πρώτη κρηπὶς τῆς ἐλευθερίας δὲν εἶναι, οὔτε ὁ μέγας χάρτης, οὔτε τὸ bill of the rights, οὔτε τὸ writ τοῦ habeas corpus, ἀλλ’ ἡ ἀνεξαρτησία τῶν δικαστηρίων, οὕτω καὶ ἐν Ἑλλάδι ἔστω φαεινὴ κρηπὶς ἐλευθερίας, ἔστω ἡ πρώτη βάσις τοῦ πολιτεύματος, ἔστω ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηρίζηται τῆς πολιτείας ἡ εὐδαιμονία, ἡ τῆς δικαιοσύνης ἀνεπηρέαστος ἀπονομὴ, διὰ δικαστῶν ἀνεξαρτήτων, διότι ἐσαεὶ ἔσται ἀκαταγώνιστος ἀλήθεια τὸ «ἐν γὰρ δικαιοσύνῃ συλλήβδην πᾶσ’ ἀρετή ἐστὶν.» Ὅ,τι κατακρίνει ὑπέροχον τὴν Ἀγγλίαν ὑπὲρ τὰ λοιπὰ ἔθνη εἶναι τοῦτο, δὲν εἶναι δὲ οὔτε τὸ μέγεθος τοῦ Κράτους, οὔτε τὸ διάδημα, τοῦ ὁποίου ἡ λάμψις ἀκτινοβολεῖ ἐπὶ τῶν πέντε ἠπείρων τῆς γηΐνης σφαίρας, καὶ ὁ ἥλιος δὲν δύει ἐπὶ τῶν χωρῶν ἐφ’ ὧν κυματίζει ἡ Ἀγγλικὴ σημαία, ἀλλ’ οὔτε τὰ πλούτη της, καὶ ὁ ἐπὶ τούτοις αὐθάδης κομπασμὸς τῶν Ἄγγλων, παρ’ οἷς ὡς δόγμα εἷς διάσημος αὐτῶν πολιτικός, ὁ Bulwer, ἐξέφερε, δόγμα τὸ ὁποῖον, ἂν τὸ ἐλέγομεν ἡμεῖς, ἠθέλετε μᾶς ἐκλάβει ὡς ἀριστοκράτας, δόγμα ἀντίστροφον ὅλως τῷ ὑπὸ τοῦ Ἡροδότου περὶ τῆς Ἑλλάδος ἐξενεχθέντι, ὅτι τῇ Ἑλλάδι ἡ μὲν πενία ἀείποτε σύντροφος σύνεστιν, ἡ δ’ ἀρετὴ ἐπακτή ἐστὶν· ὁ Bulwer λοιπὸν λέγει «ὅστις εἶναι πτωχὸς παρ’ ἡμῖν τοῖς Ἄγγλοις ἐξ ἀνάγκης εἶναι καὶ ἄμοιρος ἀρετῆς». Καὶ ἂν σᾶς ἐλέγομεν ἡμεῖς τοιοῦτόν τι, τί ἠθέλετε μᾶς εἴπῃ; δὲν τὸ λέγομεν ὅμως. Λοιπὸν τὰ δικαστήρια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀσφαλίζουσι τὰς ἐλευθερίας τῆς Ἀγγλίας. Εἰς τοῦτο καὶ ἡμεῖς ἐστρέψαμεν τὴν προσοχήν μας κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος, καὶ διὰ τοῦτο θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐνεγράψαμεν ἐν τῷ Συντάγματι καὶ τὸ ἰσόβιον τῶν δικαστῶν, καὶ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, καὶ ὅλας τὰς ἄλλας ἐγγυήσεις κατὰ τῶν δικαστικῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἐκτάκτων δικαστηρίων, ἐνῷ τὴν σύστασιν τούτων ἐπιτρέπουσιν ἐνίοτε τῆς Ἀγγλίας οἱ νόμοι. Ἀλλὰ Κύριοι, δὲν ὑπῆρχεν ἆρά γε τὸ habeas corpus, ἐν ὅλῃ μάλιστα αὐτοῦ τῇ νεότητι, ὅτ’ ἐδίκαζεν ὁ Jeffreys καὶ συνεκροτοῦντο αἱ αἱμοχαρεῖς τῶν συνέδρων σύνοδοι; τὸ ἐσεβάσθη ἆρά γε οὗτος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ; τὸ ἐσεβάσθη Ἰάκωβος ὁ δεύτερος; δὲν ἐτυράννησεν οὗτος μὲ ὅλον τὸν μέγαν χάρτην, καὶ τὸ de tallagio non concedendo, καὶ τὸ habeas corpus, καὶ πάντας τοὺς λοιποὺς νόμους, οἵτινες τὰς προσωπικὰς καὶ θρησκευτικὰς τῆς Ἀγγλίας ἐλευθερίας ἠσφάλιζον; Ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο! καὶ ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ἔχῃ Jeffreys δικαστὰς, καὶ τύραννον ὡς τὸν Ἰάκωβον, σᾶς λέγω, ὅτι καὶ τὸ σύνταγμα τοῦτο κἂν ἐν αὐτῷ πάσας τὰς προτεινομένας προσθήκας ἐγγράψητε θέλει μένει νεκρόν· ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου μὲ δικαστὰς εὐσυνειδήτους καὶ ἀνεξαρτήτους καὶ χωρὶς habeas corpus ἀσφαλεῖς θέλετε ἔχει πάσας ὑμῶν τὰς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ καὶ οἱ δικασταὶ ὡς ἐκ τοῦ ἔθνους λαμβανόμενοι ἔχουσι καὶ τοῦ ἔθνους τὰ ἤθη· μορφώσατε λοιπὸν τὰ ἤθη σας καὶ πρὸς τὰ ἤθη ὑμῶν μορφώσατε τὰ τέκνα σας, καὶ τότε θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἐλευθερία θέλει κυριαρχεῖ, ἂν ὅμως ζητήσητε νὰ βιάσητε τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς ἐν τῇ διαφθορᾷ τῶν ἠθῶν, σᾶς τὸ λέγω ἀπροκαλύπτως, ὅτι ἐκπορνεύετε τὴν ἐλευθερίαν, καὶ τὰς χάριτας αὐτῆς διὰ παντὸς θέλετε στερεῖσθαι. Κατ’ ἐμὴν γνώμην πᾶσαι αὗται αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται ὑμῖν, δὲν παρουσιάζουσιν εἰς τὸν νοῦν μου εἰμὴ τὴν οἰκτρὰν εἰκόνα τῆς φυγαδευομένης ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν, οἱ τὰς προσθήκας ταύτας καὶ τροπολογίας προτείνοντες, διὰ τῆς βίας καὶ ὡς ἀπὸ τῶν πλοκάμων αὐτῆς σύροντες θέλουσι βίᾳ νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὄχι! οὕτω δὲν ἔρχεται! Ἄλλο; ἐξετραγῴδησε τὰ δυστηχήματα τῶν ἐπὶ πολιτικοῖς ἀδικήμασι κατηγορουμένων. Διατί τοσοῦτον ἀνυπόμονοι οἱ ἀγορεύσαντες; διατί δὲν ἀναγινώσκουσι καὶ τὸ 6 ἄρθρον, ὅπερ διὰ τὰ κατὰ τῆς πόλεως ἀδικήματα εἰδικώτερον ἐνεγράψαμεν; βεβαιώθητε δὲ, Κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπόζει πολὺ πλέον ἐλευθερίας παρὰ τὰς ὁμοίας διατάξεις τῆς Ἀγγλικῆς Νομοθεσίας· διότι κατὰ μὲν τὰς διατάξεις τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας πρέπει, ὅταν παρέλθῃ μία σύνοδος συνέδρων, ἤτοι τρεῖς μῆνες νὰ προσαχθῇ ὁ κατηγορούμενος ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου κατὰ τὴν πρώτην τῆς συνόδου ἡμέραν, ὅτε καὶ δικαστήριον τοῦ oyer and terminer, ἤτοι τοῦ ἀκροάζεσθαι καὶ περατοῦν, ὀνομάζεται, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπόλυσίν του, ἐνῷ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρ. 6 μετὰ παρέλευσιν ἴσου χρόνου αὐτοδικαίως ἀπολύεται, ἐκτὸς ἂν διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος, ὑποκειμένου καὶ τούτου εἰς τὰ ἔννομα τῆς προσβολῆς μέσα, διαταχθῇ ἡ περαιτέρω κράτησις αὐτοῦ. Ἤδη ἂς ἐξετάσωμεν, ἂν ὅλα τὰ ἐξασφαλιστικὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας μέτρα, τὰ σπουδαῖα ἐννοῶ, δὲν τὰ εὑρίσκητε ἐν αὐτῷ τῷ 5 ἄρθρῳ. Εἶπέ τις τῶν προαγορευσάντων, ὅτι εἶναι ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τοῦ παλαιοῦ πέμπτου, τοῦτο μὲ πείθει, ὅτι οὔτε τὸ παλαιὸν γνωρίζει, οὔτε τὸ ἐν τῷ σχεδίῳ ἐπισταμένως ἐμελέτησε, διότι τὸ μὲν παλαιὸν πέμπτον ἄρθρ. εἶχεν ὡς ἑξῆς. «Ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται, εἰμὴ δι’ ᾐτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως.» Ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἐπρόσθεσεν εἰς ταῦτα. «Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος κρατηθεὶς προσάγεται ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν, ὅστις ὀφείλει ἐντὸς τὸ πολὺ τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς του, εἴτε νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν, εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως· παρελθουσῶν τῶν τριῶν ἡμερῶν χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως, πᾶς δεσμοφύλαξ, ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικὸς ὑπάλληλος εἶναι, εἴτε στρατιωτικὸς, ὀφείλει ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν παραχρῆμα· οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει.» Διατί, ἴσως ἐρωτήσει τις, δὲν ἐτάξαμεν ὡρισμένον χρόνον διὰ τὴν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ προσαγωγὴν τοῦ συλληφθέντος; διότι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπῆρχον ἄνδρες πρακτικοὶ καὶ τὰς θεωρίας πρὸς τὰ συμβαίνοντα συνδυάζοντες· γινώσκοντες λοιπὸν τὴν ἀπόστασιν τῶν τόπων καὶ τὰ τῆς συγκοινωνίας ἐν Ἑλλάδι μέσα, ἀναγνωρίζοντες φερ’ εἰπεῖν, ὅτι ἡ δικαιοδοσία τοῦ πρωτοδικείου Λαμίας ἐκτείνεται μέχρι τῆς Παρνασσίδος, μέχρι τοῦ Γαλαξειδίου· γνωρίζοντες, ὅτι ἡ τοῦ Μεσολογγίου μέχρι τῆς Βονίτζης καὶ τῶν Ἀγράφων, καὶ ὅτι ἡ περιφέρεια τοῦ πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ἐκτείνεται μέχρι τῆς Λεβαδείας, πεῖραν δ’ ἔχοντες, ὅτι πολλάκις ἐν Ἑλλάδι, 3, ἢ 4 ἡμέραι δαπανῶνται διὰ νὰ μεταβῇ τις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τοῦ αὐτοῦ νομοῦ, διὰ τοῦτο ἐθέσαμεν προσάγεται ἄνευ ἀναβολῆς· δὲν ἠθελήσαμεν ὅμως ν’ ἀφήσωμεν ἀπροσδιόριστον καὶ τὸν χρόνον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλει ὁ ἀνακριτὴς νὰ προανακρίνῃ τὸν συλληφθέντα καὶ ἢ ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν, ἢ νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ τὸ τῆς φυλακίσεως ἔνταλμα· δὲν ἐπετρέψαμεν εἰς αὐτὸν νὰ βραδύνῃ πλέον τῶν τριῶν ἡμερῶν, εἰ δὲ πρός τινας βραχὺς ὁ χρόνος οὗτος φανῇ, λέγομεν, ὅτι ἂν περὶ σπουδαίου ἀδικήματος συνελήφθη τις ἐν τρισὶν ἡμέραις εὐκόλως συνάγονται τὰ πρῶτα περὶ τῆς αὐτοῦ ἐνοχῆς στοιχεῖα, εἰ δὲ περὶ μικροῦ, οὐδεὶς κίνδυνος ἐκ τῆς προσωρινῆς ἀπολύσεως τοῦ συλληφθέντος νὰ προέλθῃ πιθανὸν ᾖναι· πιστεύομεν δὲ, ὅτι εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν οἱ ἀνακριταὶ δὲν θέλουσιν ἐκδίδει ἐντάλματα φυλακίσεως, πρὸς ἄρσιν τῶν ὁποίων προσδεήσει νὰ ἐκδίδωνται βουλεύματα τοῦ συμβουλίου τῶν πλημμελειοδικῶν, ὑποκείμενα εἰς ἀνακοπὴν, εἴτε ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως, εἴτε ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν μᾶλλον φίλη τῆς προσωπικῆς τοῦ πολίτου ἐλευθερίας ἀναδεικνύεται παρὰ ὁ Κ. Πετσάλης, ὅστις προτείνει ἐντὸς δύω ἑβδομάδων· ἡμεῖς λέγομεν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν μόνον· ἔπεται λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι πλέον φιλελευθέρα παρὰ τοὺς ἀγορεύσαντας, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἀκατασχέτῳ αὐτῶν ὁρμῇ τοῦ νὰ εἰσάγωσι τροπολογίας, δὲν ἐμελέτησαν μετ’ ἐπιστασίας τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον κατεδίκασαν νομίζω χωρὶς κἂν νὰ τὸ ἀναγνώσωσι. Παρῆλθον ὅμως αἱ τρεῖς ἡμέραι καὶ ἔνταλμα φυλακίσεως δὲν ἐξεδόθη, τί λέγει τότε τὸ σχέδιον; «Παρελθουσῶν τῶν τριῶν ἡμερῶν χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως, πᾶς δεσμοφύλαξ, ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικὸς ὑπάλληλος εἶναι, εἴτε στρατιωτικὸς, ὀφείλει ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν παραχρῆμα». Θέλετε πλείονα ταύτης ἐλευθερίαν; Ἐπὶ τέλους προσεθέμεθα καὶ τὴν κύρωσιν τῶν διατάξεων τούτων «οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει». Ὁ δὲ Ποινικὸς ἡμῶν νόμος διαλαμβάνει τὰς ποινὰς κατὰ τῶν παρανόμως ἀποστερούντων τῆς ἐλευθερίας, καὶ αἱ διατάξεις αὗται, ἱκανῶς αὐστηραὶ, μένουσιν ἐν πλήρει ἰσχύϊ. Δὲν ἐνεγράψαμεν ὅμως, καὶ τοῦτο πρὸς σκοπὸν, τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς ἐξέφρασε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀφοῦ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐξήνεγκεν αὐτὴν καὶ ἀπεῤῥίφθη, ὅτι δηλαδὴ δύναται ὁ παρανόμως προσωποκρατούμενος ν’ ἀντισταθῇ χρώμενος τῇ βίᾳ. Καὶ ὁ Κ. Διομήδης σᾶς εἶπε, καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὑμῖν, ὅτι, ἂν τοῦτο, ὅπερ ἀπεύχομαι, καθιερωθῇ, οἱ πλεῖστοι καθ’ ὧν ἤθελεν ἐνεργεῖσθαι ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἤθελον τίθεσθαι εἰς ἀντίστασιν· σᾶς ἐχαρακτήρισαν δὲ, — καὶ ἐθαύμασα τῳόντι, ὅτι νομικοὶ ἄνδρες τὸ εἶπον,—τὴν τοιαύτην ἀντίστασιν ὡς ἄμυναν. Καὶ τί ἐστὶν ἄμυνα; Ἡ χρῆσις τῶν φυσικῶν δυνάμεων πρὸς ἀποτροπὴν κινδύνου ἀμέσου ζωῆς ἢ ἁγνείας, κινδύνου τὸν ὁποῖον δὲν δύναταί τις ἄλλως ν’ ἀποφύγῃ, ἅτε στερούμενος τῆς προχείρου καὶ ἀμέσου προστασίας καὶ ἀρωγῆς τῆς ἀρχῆς. Ὅταν λοιπὸν ἐδῶ εἶναι μία ἀρχὴ, ἥτις ἐνεργεῖ, ὅταν οὐδεὶς κίνδυνος ζωῆς ἢ ἁγνείας ἐπίκειται, πάντως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄμυνα, κατὰ τοὺς κανόνας τοὐλάχιστον τῆς λογικῆς καὶ τοῦ ποινικοῦ δικαίου. Ἄμυνα, τὸ λέγουσιν ὅλοι οἱ ποινικολόγοι, δὲν ὑπάρχει εἰμὴ, ὅπου ἀρχὴ προστατευτικὴ δὲν δύναται νὰ ἐμφανισθῇ. Λοιπὸν ἄμυνα κατὰ τῆς ὑπὸ τὰ σύμβολα τῆς προστατευούσης ἐξουσίας παρουσιαζομένης ἀρχῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, ὅ,τι δ’ ἄν τις ἐναντίον εἴπῃ εἶναι ἄντικρυ παραλογισμός. Ἄμυνα λοιπὸν δὲν ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἂς ἐνδιατρίψωμεν ἐπὶ μίαν ἔτι στιγμὴν περὶ ταῦτα, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπησχόλησε πολὺ τοὺς ποινικολόγους· ἐὰν δηλ., ὅταν ἐκδίδηται ἓν ἔνταλμα συλλήψεως, δύναται, ὁ καθ’ οὗ πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ, νὰ ἐξετάσῃ ἂν ᾖναι κατὰ τοὺς νομίμους τύπους ἐκδεδομένον ἢ ὄχι; Δὲν ἀγνοῶ ὅτι τινὲς ὑπεστήριξαν τὴν ἐναντίαν γνώμην, ἀποφανθέντες ὅτι δύναται ὁ καθ’ οὗ ἐξεδόθη ν’ ἀντισταθῇ· ἀλλὰ κίνδυνος πολὺ μείζων διά τε τὴν πολιτείαν καὶ τὸ ἄτομον ἔκαμε τοὺς ἐμβριθεστάτους τῶν νομικῶν νὰ εἴπωσιν, ὅτι εἶναι προτιμώτερον νὰ στερηθῇ ἐπὶ μίαν ἡμέραν τῆς ἐλευθερίας του ὁ πολίτης, παρὰ νὰ διακινδυνεύῃ ἑκάστοτε στάσεις ἡ πολιτεία, καὶ νὰ ἐκτίθηται ὁ πολίτης περισσότερον· διότι, ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἔρχεται κλητήρ τις μὲ ἔνταλμα τακτικὸν, καὶ ὁ καθ’ οὗ πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ αὐτός τε ἀνθίσταται καὶ ἄλλων τὴν συνδρομὴν ἐπικαλεῖται, γίνεται συμπλοκὴ, φόνοι δὲ ἢ τραύματα ἐπιφέρονται, καὶ ὅμως τὸ ἔνταλμα, ὡς εἶπον, εἶναι τακτικόν· ἐρωτῶ ἂν τότε ὁ ἀντιστὰς καὶ οἱ σὺν αὐτῷ δὲν ὑπέπεσαν καὶ εἰς δεύτερον ἔγκλημα; ἂν δὲν ἔκαμαν οὕτως ἀντίστασιν κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκδούσης τὸ ἔνταλμα αὐτὸ νομίμως καὶ τακτικῶς; Καὶ ποῖος θέλει εἶσθαι Κύριοι, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αὐτὸς ὁ ἀντιστάς; ἄνθρωπος χωρικὸς, ἁπλούστατος ἄνθρωπος, ἀμαθὴς συχνότατα, ἄνθρωπος ἐν ἑνὶ λόγῳ, οὔτε τί ἐστὶν ἔνταλμα δυνάμενος νὰ γνωρίζῃ, οὔτε νὰ τὸ ἀναγνώσῃ εἰς κατάστασιν ὤν, πόθεν δὲ θέλει ἀρυσθῇ τὰς νομικὰς γνώσεις περὶ τῆς νομιμότητος ἢ ὄχι τοῦ ἐντάλματος; Δὲν αἰσθάνεσθε, ὅτι θέλετε ἐγκαταστήσει τὴν ἀναρχίαν ἐν τῷ κράτει; Ἄλλως τε πρόδηλον, ὅτι οὐδεὶς ἀθῶος καὶ συνετὸς πολίτης θέλει ἀντιτάξει τὴν βίαν, ἀλλὰ βίας θέλει ποιεῖται χρῆσιν πάντοτε σχεδὸν ὁ ἔνοχος καὶ κακότροπος ἄνθρωπος. Ἱκανὴ λοιπὸν ἡ ἐγγύησις ἣν φέρει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι οἱ παραβάται τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 διατάξεων θέλουσι τιμωρεῖσθαι ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει· διότι οὕτως ὁ ὑποδεέστερος ὑπάλληλος, πρὸς ὃν θέλει δοθῆ ἐντολὴ νὰ ἐκτελέσῃ παρανόμως παρὰ τύπους συντεταγμένον ἔνταλμα, ὡς γνωρίζων ἱκανὰ γράμματα διὰ ν’ ἀναγνώσῃ τὸ Σύνταγμα, ἐν ᾧ θέλει εὑρεῖ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, καὶ πεῖράν τινα καὶ γνώσεις τῆς ὑπηρεσίας αὑτοῦ ἔχων, ἢ κτησάμενος, ὅπως διακρίνῃ τὸ κατὰ τύπους τοῦ παρατύπου ἐντάλματος, ὡς παράνομα διαταττόμενος νὰ πράξῃ, θέλει εἰπεῖ, δὲν ἀναδέχομαι αὐτὴν τὴν εὐθύνην.
§216ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἡ ἱστορία τοῦ Συνταγματικοῦ βίου τὸ ἀποδεικνύει αὐτό;
§217ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπον, Κ. Μαυρομαρᾶ, ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ πολιτεύματος ἔγκειται εἰς τὰ ἤθη τοῦ ἔθνους καὶ ὄχι εἰς τὸ γράμμα τοῦ Νόμου· καὶ τὸ ἀπέδειξα, ἴσως δὲν εἶσθε ἐνταῦθα, ὅτι δὲν ἐπροστάτευσαν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τὸ habeas corpus, ὅταν ὁ Jeffreys προΐστατο τῶν δικαστηρίων τῆς Ἀγγλίας, ὅταν οἱ ὅμοιοι τῷ Jeffreys δικασταὶ, ὡς ὁ Jones, καὶ εἰσαγγελεῖς ὡς ὁ Thomas Powis, τῶν ὁποίων ἀπεθανάτισεν ἡ ἱστορία τὰ ὀνόματα διὰ τὴν φαυλότητά των, διεχειρίζοντο τὰ τῆς δικαιοσύνης, ποῦ ἔμενε τότε τὸ habeas corpus; (θόρυβος). Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα, Κύριοι, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, καὶ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις πολιτείαις δὲν ἠκούσθησαν παράπονα, διότι καὶ οἱ ὀλοφυρμοὶ τοῦ Κ. Καλαμίδα, καὶ ἡ ἀπεραντολογία τοῦ Κ. Πετσάλη περιεστράφησαν εἰς τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα. Τέλος, Κύριοι, θέλετε τῆς τε προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν ἄλλων δικαίων τὸ τελευταῖον ἀσφάλιον; καὶ τοῦτο ἔχετε ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ πολιτεύματι. Ἄλλοτε, ὅτε ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου ἐδίδασκον τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον, ἡ ἐξουσία ἐδυσανεσχέτει κατ’ ἐμοῦ, διότι ὑπὲρ ὅ,τι αὕτη ἐφρόνει ἀνέπτυσσον ἐγὼ τὰς ἐγγυήσεις ἃς παρέχει τὸ Σύνταγμα, καὶ τὸ τελευταῖον ἄρθρον αὐτοῦ ὡς κορωνίδα τῶν ὅλων ἀνέγραφον, ἦν δὲ τοῦτο τὸ γραφὲν καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς ὡς τελευταῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καὶ ἡ καρδία καὶ οἱ βραχίονες ὑμῶν τε καὶ τῶν μεθ’ ὑμᾶς θέλουσι τὸ προστατεύσει. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν πίστιν εἰς οὐδεμίαν Κυβέρνησιν, ἐπιφέρουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, τὸ Σύνταγμα λέγουσιν, εἶναι δυσπιστίας καθαρὰ ἔνδειξις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ὡς δυσπιστίαν ἐκλαμβάνητε τὸ Σύνταγμα ὑμεῖς, ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ θεωρῶ ὡς τοιαύτην, ὡς οὐδὲ ὅταν μετὰ φίλου μου εἰσέρχωμαι εἰς Συμβολαιογραφεῖον ὅπως συντάξωμεν ἓν συμβόλαιον, οὐδ’ ἐγὼ ἐμφαίνω δυσπιστίαν πρὸς αὐτὸν, οὐδ’ ἐκεῖνος πρὸς ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον, σκοποῦμεν ἀμφότεροι νὰ διαγράψωμεν τά δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν τοῦ ἑτέρου πρὸς τὸν ἕτερον, ὧν ἀποτέλεσμα ἔσται νὰ ζήσωμεν πρὸς ἀλλήλους ἐν ἁρμονίᾳ καὶ ὁμονοίᾳ. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁποῖόν τι εἶναι καὶ τὸ Σύνταγμα, εἶναι χάρτης διαγράφων τὸ ὅριον ἑκάστης ἐξουσίας, ὅριον, ὅπερ ὅστις ὑπερπηδήσῃ παρανομεῖ. Δὲν ἔχετε πίστιν, λέγετε, εἰς οὐδεμίαν Κυβέρνησιν; Καὶ ὅμως εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν παρέχετε ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ προστατεύσῃ τὴν περιουσίαν σας, τὴν τιμήν σας· δίδετε αὐτῇ στρατὸν πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς χώρας, καὶ ἀστυνομίαν, ἥτις περιπολεῖ, ἐνῷ ἡμεῖς κοιμᾶσθε· διατὶ δὲν φοβεῖσθε μήπως αὕτη θέσῃ νύκτωρ πῦρ εἰς τὰς οἰκίας σας καὶ σᾶς καύσῃ; Μὴ λοιπὸν λέγωμεν καὶ παραλογισμούς· πᾶσα πολιτεία ἐξ ἀνάγκης ἔχει πίστιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὑτῆς, διότι ἄλλως πολιτεία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ.
§218ΠΟΛΛΟΙ. Σύντομα, Κ. Σαρίπολε, παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§219ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Συντέμνω ὅσον δύναμαι· ἀλλ’ ἤκουσα τοιαῦτα παρατράγωδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθην νὰ μὴ ἀντικρούσω, καὶ μάλιστα παρὰ δῆθεν νομικῶν ἐκφερόμενα.
§220ΙΑΛΕΜΟΣ. ... (θόρυβος).
§221ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Παρηγοροῦμαι ὅμως ἀναλογιζόμενος, ὅτι ἡ μεγαλητέρα κατ’ αὐτῶν καταδίκη εἶναι αὐτὰ τὰ στενογραφήματα, ἃ θέλουσι διαιωνίσει τοὺς παραλογισμούς των. Ὁ Κ. Πετσάλης σᾶς εἶπεν ὅτι αἱ ἐλευθερίαι παραχωροῦνται ὑπὸ τοῦ νομοθέτου. Ἀλλ’ ἔχει ἆρά γε ὁ νομοθέτης, (καὶ δὲν εἶναι νομοθετικὴ ἀλλὰ συντακτικὴ ἡ συγγράφουσα τὸ Σύνταγμα ἐξουσία) ἀλλ’ ἆρά γε ὁ νομοθέτης, κατὰ τὸν Κ. Πετσάλην, ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα; Ὤ! εἶσθε εἰς μεγίστην ἀπάτην ἂν τὸ πιστεύητε, εἰδ’ ἄλλο ἐννοεῖτε, δὲν κυριολεκτεῖτε, διότι σαφῆ δὲν ἔχετε γνῶσιν Κ. Πετσάλη! Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, ὄχι, δὲν τὸ ἔχετε, ὅπως παραχωρήσητε ἐλευθερίας, διότι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἐκ φύσεως παρὰ τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν ἄνθρωπον θεόσδοτον δῶρον, συγγράφοντες δὲ τὸ Σύνταγμα ἐντολὴν μόνον παρὰ τοῦ ἔθνους ἔχετε νὰ ῥυθμίσητε τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου, καὶ νὰ θέσητε αὐτὴν ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ πολιτεύματος, ἤτοι τῆς τοῦ ἔθνους κυριαρχίας· ἀλλὰ τὸ πολίτευμα ἐπαναλέγω, ῥυθμίζει, δὲν δημιουργεῖ ὅμως τὴν ἐλευθερίαν. Κύριοι, Καίτοι πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ Κ. Καλαμίδας δὲν ἐμμένει πλέον μετὰ τοσαύτης σφοδρότητος εἰς τὰς προτάσεις του, μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του, ὅτι τὸ ἔνταλμα πρέπει νὰ περιέχῃ τὰς καταθέσεις δύο τοὐλάχιστον μαρτύρων, ὀφείλω νὰ τὴν ἀντικρούσω· καὶ δὴ λέγω πρὸς αὐτὸν· ἂν Κύριε Καλαμίδα, συναντήσῃ τις ὑμῖν ἔν τινι ἀγρῷ καὶ σᾶς ἀφαιρέσῃ τὸ ὡρολογιόν σας καὶ τὸ βαλάντιόν σας, καὶ δὲν ἔχετε ἐκεῖ παρόντα ἄλλον μάρτυρα, ὁ κλέπτης οὗτος πρέπει νὰ μείνῃ ἀκαταδίωκτος; Τὸ παράλογον λοιπὸν τῆς Ἑβραϊκῆς ἀρχῆς unus testis nullus testis θέλετε νὰ καθιερώσητε ἐν Ἑλλάδι παλινδρομοῦντες αὐτὴν πρὸς τὴν βαρβαρότητα, ἢ ἴσως τὸ θέλετε μόνον διότι τοιαύτη ἀρχὴ ἔτι καὶ νῦν ἰσχύει εἰς τὰς περὶ ἐσχάτης προδοσίας δίκας ἐν Ἀγγλίᾳ;
§222ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Εἰς αὐτὸ τὸ μέρος εἶπον δὲν ἐμμένω, διότι εἶναι καθιερωμένον πρὸ ἓξ αἰώνων τὸ σημερινὸν μαρτυρικὸν σύστημα, ὅτι ἀφίνεται εἰς τὸ δικαστήριον νὰ ἐκτιμήσῃ.
§223ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πολὺ καλά· ἀλλ’ ἀποσύρατε καὶ τὴν ἄλλην πρότασιν ὑμῶν, ὅτι τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως πρέπει νὰ περιέχῃ ἐν ἑαυτῷ ἐν συνόψει τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἀνακρίσεως, ὡς καὶ περίληψιν ὅλων τῶν καταθέσεων τῶν ὑπὲρ καὶ κατὰ μαρτύρων, καὶ ταῦτα οὐ μόνον εἰς τὰς ἐπὶ ἰδιωτικοῖς ἐγκλήμασιν εἰσαγγελίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς πολιτικὰς δίκας, τοὐτέστιν εἰς τὰς δίκας διὰ τὰ κατὰ τῆς πολιτείας ἀδικήματα. Καὶ νομίζετε ὅτι δύναται ἡ προανάκρισις ἐν τρισὶν ἡμέραις νὰ συλλέξῃ, κατατάξῃ καὶ γνωστοποιήσῃ ταῦτα πάντα; Καὶ ταῦτα ἐνῷ πολλάκις ἡ μυστικότης εἶναι ἐπί τινα χρόνον ἀναγκαία, ὅπως συναχθῶσιν ὅλαι τοῦ ἀδικήματος αἱ κλωσταὶ εἰς χεῖρας τῆς ἐξουσίας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου;
§224ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὡμίλησα περὶ φανερᾶς ἀνακρίσεως (θόρυβος).
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Καλαμίδα, ὁ Κ. Σαρίπολος σᾶς ἤκουσε ἡσύχως.
§226ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ Κ. Καλαμίδα ἀντικρούω τὰς προτάσεις σας, διότι αὐταὶ πρόκειται νὰ ψηφισθῶσιν καὶ οὐχὶ τὴν ἀγόρευσίν σας; Τὶ δὲ νὰ εἴπω περὶ τῆς σχοινοτενοῦς καὶ λαβυρινθώδους προτάσεως τοῦ Κ. Πετσάλη; Ἀφίνω αὐτὴν εἰς τὴν ἐκτίμησιν ὑμῶν, διότι αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἀνάγνωσίς της μ’ ἀπαλλάττει πάσης ἀναιρέσεως. Ὅλαι λοιπὸν αὐταὶ αἱ τροπολογίαι εἰσὶ περιτταὶ καὶ μάταιαι· ὅ,τι χρήσιμον, ὅ,τι σπουδαῖον ὑπὲρ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας περιελήφθη ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς· ἄρα εἰσὶν ὅλαι αἱ λοιπαὶ προτάσεις μάταιαι. Εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον ἐξησφαλίσαμεν περισσότερον ἀκόμη τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐπὶ πολιτικοῖς ἀδικήμασι κατηγορουμένων, ὑπολαμβάνοντες, οὐχὶ ἀδίκως ἴσως, ὅτι ἐπειδὴ ἡ κυβερνῶσα ἀρχὴ εἶναι ἡ καταγγέλλουσα τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ὠφείλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν περισσότερον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου τοῦ καταγγελομένου ἐπὶ πολιτικῷ ἀδικήματι παρὰ τὴν τοῦ κατηγορουμένου ἐπὶ ἰδιωτικῷ ἐγκλήματι. Μὴ ἐκλάβητε ὅμως τὴν ἐπιτροπὴν Κύριοι, ὡς ἐρωτοτρόπως ἔχουσαν πρὸς τὰ κατὰ τῆς πολιτείας ἀδικήματα, ὄχι, διότι καὶ ἡμεῖς φιλοῦντες τὴν ἐλευθερίαν δὲν θέλομεν τὴν ἀκολασίαν, ἀλλ’ ἀγαπῶμεν τὴν ἁρμονικὴν καὶ σώφρονα ἐλευθερίαν, οὐχὶ δὲ τὴν ἐξέγερσιν τῶν παθῶν, οὐδεμίαν δὲ πρὸς τὰς στάσεις, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον πρὸς τὰς ἐπαναστάσεις, κλίσιν ἔχομεν· τοὺς δ’ ἀνθρώπους ἐκείνους, παρ’ οἷς κατήντησε πλέον μονομανία τὸ ἐξεγείρεσθαι κατὰ πάσης ἐξουσίας, ἀπεχθανόμεθα, καὶ οὐδόλως ἐννοοῦμεν ν’ ἀφήσωμεν τὴν τάξιν τῆς πολιτείας εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ταραξίου.
§227ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Οὔτε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι μονομανεῖς ὑπὲρ τῆς ἐξουσίας.
§228ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔχετε δίκκιον, ὑπάρχουσι καὶ τοιοῦτοι· ἀλλὰ καὶ τῆς μονομανίας διάφοροι οἱ βαθμοὶ καὶ τὰ εἴδη· ὅθεν τὰ μὲν ἀστειότερα, τὰ δὲ μᾶλλον ἐπικίνδυνα· φρονῶ δὲ ὅτι ὀλιγώτερον κινδυνεύει ἡ τάξις τῆς πολιτείας ὑπὸ τῶν εὐθύμων ἀφωσιωμένων παρὰ ὑπὸ τῶν μανιωδῶν ἐπαναστατῶν.
§229ΓΛΑΡΑΚΗΣ. ...... (Θόρυβος).
§230ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐπειδὴ πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου γίνεται χρῆσις τῆς Ἀγγλικῆς ἱστορίας, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ μνημονεύσω πρὸς σύγχυσιν τῶν θορυβούντων τὴν εἰκόνα τοῦ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐπαναστάτου, ἣν ποιεῖται ὁ μέγας τῆς Ἀγγλίας ἱστορικὸς Μακώλεϋ ...... (Θόρυβος).
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μ’ ἀναγκάσητε οἱ θορυβοῦντες νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν.
§232ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χρεωστῶ δὲ νὰ σᾶς γνωστοποιήσω ὅτι αὔριον πρέπει νὰ γίνῃ συνεδρίασις (θόρυβος).
§234ΤΙΝΕΣ. Μὰ ποία κατεπείγουσα ἀνάγκη ὑπάρχει;
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐγνωστοποίησάν τινες συνάδελφοι, ὅτι προτίθενται αὔριον δι’ ἐπερωτήσεις νὰ ζητήσωσι καὶ μάθωσι παρὰ τοῦ ὑπουργείου, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ἢ ὄχι, ὅτι πρὸς τὴν Α. Μ. ἐγράφη παρὰ πληρεξουσίου μέλους τῆς Ἐθνικῆς ταύτης τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως ἐγράφη ἐπιστολὴ, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς τὸν σεβασμὸν τὸν ὀφειλόμενον εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, καὶ ἡ ὁποία περιλαμβάνει πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀπειλητικὰ κατὰ τοῦ Βασιλέως καὶ κατὰ τῆς τάξεως (θόρυβος).
§236ΠΟΛΛΟΙ. (Δεξιόθεν). Μάλιστα αὔριον.
§237ΕΤΕΡΟΙ. (Ἀριστερόθεν) Τώρα ἀμέσως (θόρυβος μέγας.)
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συγκαλῶ συνεδρίασιν διὰ τὴν αὔριον. (Θόρυβος).
§239ΠΟΛΛΟΙ. Τώρα.
§240ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Προτείνω νὰ γείνῃ διακοπὴ διὰ νὰ προσκληθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι πληρεξούσιοι.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χαίρω, ὅτι βλέπω τὴν ἀγανάκτησιν, ἥτις καταλαμβάνει καὶ τὰς δύω πτέρυγας· εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἱκανοποίησις πρὸς τὸν Βασιλέα, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ τώρα· αὔριον.
§242ΠΟΛΛΟΙ. Τώρα.
§243ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Προτείνομεν καὶ ἡμεῖς τώρα.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν διὰ 5 λεπτά. (θόρυβος μέγας).
§245ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Τώρα, τώρα. (θόρυβος).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν ἠμπορῶ νὰ διευθύνω συνεδρίασιν. (θόρυβος).
§247ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θέλομεν σήμερον, ἀλλὰ νὰ διακοπῇ ἡμίσειαν ὥραν ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ προσκαλέσητε τοὺς ἀπόντας (θόρυβος).
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖτε, ὅτι ὅταν ὅλοι ἀπευθύνεσθε πρὸς τὸν Πρόεδρον συγχρόνως, οὔτε σεῖς ἀκούετε τί λέγετε, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ὁ Πρόεδρος εἶναι δυνατὸν ν’ ἀκούσῃ 40 ὁμιλοῦντας. Καθήσατε λοιπόν. Κύριοι πληρεξούσιοι, τῆς διακοπῆς ὑπάρχει ἀνάγκη, διότι δὲν ἔχω ἀκόμη ἀνὰ χεῖράς μου τὴν ἐπιστολήν· ἐντὸς 10 λεπτῶν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν αὐτὴν, καὶ τότε ἀναγνωσθείσης αὐτῆς προβαίνομεν.
§249ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι... (θόρυβος). Ἐνταῦθα ἔρχονται εἰς λόγους θορυβωδῶς οἱ Κύριοι Δαγρὲς καὶ Ἀγγελινίδης (θόρυβος μέγας).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐὰν κατασταθῇ θορυβώδης ἡ συζήτησις, θὰ τὴν διακόψω διὰ τοῦτο καὶ μόνον· ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ τὴν διακόψω, διότι θὰ ὑποθέσητε, ὅτι ἠθέλησα νὰ φθάσω εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα διὰ πλαγίου μέσου, καὶ δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Ἐξακολουθήσατε Κ. Πετσάλη.
§251ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἀπαυδήσεως καὶ τοῦ ἐρεθισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ Συνέλευσις, ἤθελον παρακαλέσει τοὺς Κυρίους νὰ δεχθῶσι τὴν ἀναβολὴν τῆς ὑποθέσεως, καὶ μάλιστα ὑποθέσεως πολλοῦ λόγου ἀξίας καὶ σοβαρᾶς. Οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ κατέρχωνται εἰς τὸν ἀγῶνα ἄνευ προκαταλήψεων, ἄνευ ἐρεθισμοῦ. Τὸ συνέδριον τοῦτο ἀντιπροσωπεύει τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους· πρέπει λοιπὸν εἰς τὴν διαγωγήν του νὰ ᾖναι ἀξιοπρεπὲς, νὰ ᾖναι σοβαρόν. Ἀφ’ ἑτέρου λέγω εἰς τοὺς ἐπισπεύδοντας τὴν συζήτησιν, ἂς προσέξουν νὰ μὴν ἀνοίξωσιν ἓν στάδιον προώρως, εἰς τὸ ὁποῖον ἴσως τινὲς σπεύδουν διὰ νὰ δείξωσιν ἀρχὰς γνωστάς.
§252ΤΙΝΕΣ. Τί εἴπατε;
§253ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Γνωστὰς, φιλοβασιλικάς· διότι ὑπάρχουν πολλοὶ σήμερον, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ καταστήσουν μονοπώλιον ἰδικόν των αὐτὰ τὰ αἰσθήματα. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν, ἐκοπίασαν καὶ ἐκινδύνευσαν διὰ νὰ φέρουν αὐτὴν τὴν Βασιλείαν, καὶ ἄλλοι παρίστανται σήμερον φίλοι της.
§254ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Διὰ νὰ μᾶς καταπραΰνετε τὰ λέγετε αὐτά; (θόρυβος).
§255ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς μιᾶς μερίδος καὶ τῆς ἑτέρας, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀναβολὴ, νὰ σκεφθῇ καὶ ἡ μία μερὶς καὶ ἡ ἄλλη, ἐὰν συμφέρῃ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τοιοῦτον ζήτημα. Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ὀλέθριον διὰ τὸ συμφέρον τοῦ κράτους. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν νὰ δεχθῇ τὴν ταπεινήν μου γνώμην· δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε περισσότερον (νὰ εἴπω).
§256ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, εἴθε νὰ μὴν ἤρχετο τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθε, καθῆκον ἔχομεν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἦλθεν εἴτε παρὰ τοῦ Προέδρου, εἴτε παρὰ πληρεξουσίου, εἴτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, διότι τὸ αὐτὸ συμφέρον ἐνυπάρχει εἰς τὴν μίαν μερίδα καὶ εἰς τὴν ἄλλην. Ἡ τάξις, ἡ ἀφοσίωσις, δὲν ἀνήκει εἰς κανένα. Ἤθελον συμφωνήσει μετὰ τοῦ Κ. Πετσάλη, ἐὰν δὲν ἤρχετο, ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἦλθε, συμφέρον ἔχομεν νὰ μὴ ἀναβληθῇ· διότι αὔριον δύναται νὰ θελήσῃ κανεὶς νὰ καταδείξῃ, ὅτι μία μερὶς ἐργάζεται πρὸς ἐξόντωσιν τῆς Δυναστείας. Ὄχι, Κύριοι! ἡ μερὶς, τὴν ὁποίαν θεωροῦν τοιαύτην ἐμάχησε καὶ θέλει μάχεσθαι ὑπὲρ τῆς Βασιλείας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Βρατσάνος ἔχει τὸν λόγον, εἶναι κατά;
§258ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος.
§259ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐὰν συμφέρῃ νὰ γίνῃ ἀναβολὴ μέχρι τῆς αὔριον, ἂς γίνῃ· ἐὰν σκοπὸν ἔχομεν τὸ ζήτημα νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον, πρέπει νὰ κάμητε διακοπήν τινα καὶ νὰ προσδιορίσητε τοὐλάχιστον μετὰ μίαν ὥραν, διὰ νὰ προσκαλέσητε ὅλους τοὺς πληρεξουσίους.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κόκκινος;
§261ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀμέσου συζητήσεως μὲ μίαν μικρὰν διακοπήν.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δύο προτάσεις εἶναι, νὰ συζητηθῇ σήμερον μὲ μίαν διακοπὴν ἡμισείας ὥρας.........
§263ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Εἶναι ἀπηυδισμένη ὅλη ἡ Συνέλευσις. Ἐὰν διακόψητε βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ κανείς.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, δύω ἢ μᾶλλον τρεῖς προτάσεις ὑπάρχουσιν, νὰ συζητηθῇ σήμερον μὲ μίαν διακοπὴν μιᾶς ὥρας ἢ ἡμισείας, δευτέρα πρότασις νὰ συζητηθῇ αὔριον, τρίτη πρότασις νὰ συζητηθῇ τὴν Δευτέραν· λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ συζητηθῇ σήμερον μετὰ μίαν διακοπὴν ἡμισείας ὥρας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) παρεδέχθη. Διακόπτω λοιπὸν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. Ὥρα 3 καὶ ¼. Ὥρα 5 παρὰ 20.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταλάβετε τὰς ἕδρας σας, Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐλπίζω, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία πρόκειται ν’ ἀρχίσῃ, θὰ ἐπικρατήσῃ τάξις καὶ ἡσυχία, ὅτι θ’ ἀπέχωμεν ἀπὸ διαπληκτισμοὺς, θ’ ἀπέχωμεν ἀπὸ θορύβους, θ’ ἀπέχωμεν ἀπὸ πᾶν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ὁποιονδήποτε ἐρεθισμὸν, καὶ νὰ κάμῃ νὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι ἡ ἀπόφασις, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ περιέλθωμεν δὲν θὰ ᾖναι ἀποτέλεσμα ὡρίμου σκέψεως. Ὁ Κ. Δαγρὲς ἔχει τὸν λόγον διὰ νὰ κάμῃ τὴν ἀναγγελθεῖσαν ἐπερώτησιν.
§266ΔΑΓΡΕΣ. Ἀπὸ τῆς 12 ὥρας, Κύριοι, ἐπληροφορήθην παρὰ πολλῶν, ὅτι ἐπιστολή τις τοῦ συναδέλφου ἡμῶν πληρεξουσίου Κ. Πλαστήρα ἐστάλη εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἦτο ὑβριστικὴ καὶ ἀπειλητική· διὰ τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς ἐγένετο παρατήρησις εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι, ὅπως ὁ ἔκπτωτος Ἡγεμὼν τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ὄθων ἐπιώρκισε, παραβιάσας τὰς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος, οὕτω λαμβάνει χώραν καὶ σήμερον, καὶ ὅπως τὸ Ἔθνος ἐδίωξεν ἐκεῖνον, οὕτως εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅτι θὰ διώξῃ καὶ αὐτόν. Δὲν ἠξεύρω τὰς λεπτομερείας.
§267ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Μὰ τί λέγετε αὐτὰ τὰ πράγματα ὅταν δὲν ἦσθε βέβαιος; (θόρυβος).
§268ΔΑΓΡΕΣ. Οὕτω πῶς μοὶ παρεστάθη, Κύριοι, παρὰ πολλῶν· συνεννοήθην μετὰ τοῦ Κυρίου Προέδρου, καὶ μετ’ ἄλλων φίλων μου διὰ νὰ μάθωμεν περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως· καὶ ἂν μὲν λέγῃ ἀληθείας, θέλω ἐπιδοκιμάσει τὸν γράψαντα αὐτὴν, ἄλλως ὀφείλομεν νὰ στιγματίσωμεν ὡς ψεύδη καὶ συκοφαντίας ἐκφραζόμενα μὲ τοσοῦτον θράσος. Διὰ τοῦτο ἐπερωτῶ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ παρακαλῶ νὰ προσέλθῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς πληροφορήσωσιν, ἐὰν ἔχηται ἀληθείας, καὶ τί μέτρα ἔλαβον.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς τῶν ὑπουργῶν θέλει ν’ ἀπαντήσῃ;
§270Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργ. τῶν ἐξωτ.) Ὅ,τι ἠμπορῶ νὰ βεβαιώσω, Κύριοι, τὴν Συνέλευσιν εἶναι, ὅτι πραγματικῶς ἐγράφη καὶ ἀπεστάλη πρὸς τὴν Α. Μ. ἐπιστολή τις ὑπό τινος τῶν συναδέλφων Κυρίων πληρεξουσίων· ἂν ἡ ἐπιστολὴ φέρῃ τὴν ἰδιότητα, περιέχῃ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος Κ. Δαγρὲς πρὸ μικροῦ διέγραψε, θέλετε εὑρεθῆ εἰς θέσιν νὰ τὸ κρίνητε ὑμεῖς μετ’ οὐ πολὺ, ὅτε αὕτη θέλει ἀναγνωσθῆ. Ἴσως ἦτο περιττὴ ἡ ἐπερώτησις τοῦ Κ. Δαγρὲ, διότι καὶ ἄνευ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἤθελε βεβαίως περιέλθει εἰς γνῶσιν ὑμῶν. Δυστυχῶς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη δὲν εἶναι εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, τὴν περιμένομεν καὶ μετ’ οὐ πολὺ ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἀναγνωσθῆ πρὸς ὑμᾶς.
§271ΖΕΡΒΑΣ. Πῶς ἠδυνήθη νὰ μάθῃ ὁ Κ. Δαγρὲς τὸ περιεχόμενον τῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ἰδιαιτέρας ταύτης ἐπιστολῆς; Ὁ Κ. ὑπουργ. τῶν ἐξωτερ. μετὰ μικράν τινα διακοπὴν γενομένην ἐπιστρέφει φέρων τὴν ἐπιστολήν.
§272Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργ. ἐξωτ.) Κύριοι, πληρεξούσιοι! Σᾶς κάμνω γνωστὸν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς προὐτίθετο νὰ ἐγχειρίσῃ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, περὶ ἧς ὁ λόγος, εἰς τὸν Κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως, τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτε ἔμελλε νὰ δεχθῇ αὐτὸν μετὰ τοῦ λοιποῦ Γραφείου τῆς Συνελεύσεως· μαθὼν δὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Συνελεύσεως τοῦ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, μὲ ἐπεφόρτισε νὰ ἐγχειρίσω ἐγὼ αὐτὸς αὐτήν. (Ἐγχειρίζει τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὸν Κ. Πρόεδρον, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος Βρατσάνος ἀναγινώσκει ὡς ἑξῆς, ἐν μέσῳ βαθυτάτης σιγῆς).
ΒΑΣΙΛΕΥ!
Ἀπεφασίσαμεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες νὰ παίξωμεν εἰς τοὺς κύβους τὴν τύχην τῆς πατρίδος μας καὶ νὰ ἐξώσωμεν ἕνα ἡγεμόνα, ὃν ὡς ἄτομον ἐξετιμῶμεν ἀγαθὸν, τὸν Ὄθωνα, διότι ἡ βασιλεία του κατέστη φατριαστική.
ΒΑΣΙΛΕΥ!
Ἅπασα ἡ πρωτεύουσα τοῦ Βασιλείου καὶ ἐντὸς δύω ἡμερῶν ὅλη ἡ Ἑλλὰς εἶναι μεστὴ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἡ Αὐλή Σου κατέβη σύσσωμος εἰς τὴν πολιτικὴν παλαίστραν, κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ σκανδαλωδῶς μετεχειρίσθη τὸ ὄνομά Σου.
ΒΑΣΙΛΕΥ!
Ὁ περὶ τοῦ προέδρου ἀγὼν ἀπέβλεπε καθαρῶς τὴν διόρθωσιν τῆς Αὐλῆς Σου, ἥτις πρὸ πολλοῦ ἀντιστρατεύεται τῷ ὅρκῳ, ὅνπερ πρὸς τὸ ἔθνος ἔδωκεν ὁ Συνταγματικὸς Βασιλεὺς, καὶ μία μεγάλη πλειονοψηφία εἰργάζετο νὰ τὴν ἐπαναφέρῃ ὁμαλῶς καὶ ἡσύχως εἰς τὴν τροχιάν της. Ἡ διαφθορὰ ὅμως ἐνίκησεν! Ἀλλ’ ἡ νίκη τῶν Αὐλικῶν εἶναι βλάβη τοῦ Βασιλέως καὶ συμφορὰ τοῦ ἔθνους.
ΒΑΣΙΛΕΥ!
Τοιαύτη πολιτικὴ χωρίζει τὴν Βασιλείαν ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ λαοῦ, ἥτις ἠθέλησας νὰ ᾖναι ἡ ἰσχύς Σου. Τοιαύτην πολιτικὴν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνεχθῇ ἡ Ἑλλὰς, καὶ ὁ ἐλάχιστος ἐγὼ ὑπήκοός Σου, ἀπὸ εἰλικρινῆ πρὸς τὴν Βασιλείαν καὶ τὴν πατρίδα ἀγόμενος πόνον, καθικετεύω τὴν Μεγαλειότητά Σου νὰ σώσῃ ἀπὸ νέας περιπετείας τὴν πατρίδα, ἐν ᾗ ἐπεθύμησας νὰ ζήσῃς καὶ νὰ ἀποθάνῃς ὡς Ἕλλην. Τῆς Υ. Μεγαλειότητος εἰλικρινὴς καὶ εὐπειθέστατος ὑπήκοος
ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ.
(πληρεξ. Ναυπακτίας).
§273ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Νὰ προσκληθῇ ὁ γράψας νὰ ὁμολογήσῃ τὸ γνήσιον.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Πλαστήρας ἀναγνωρίζει τὴν ἐπιστολήν;
§275ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Μάλιστα! δι’ αὐτῆς τῆς ἐρωτήσεως ὅμως δεικνύετε ὀλίγην πίστιν πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Κυβέρνησιν. (θόρυβος).
§276Α. ΛΟΝΤΟΣ. (ὑπουρ. τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν). Κύριοι, σᾶς βλέπω συγκεκινημένους ὅλους καὶ ἀγανακτοῦντας· καὶ ἐγὼ τὴν στιγμὴν ταύτην κατέχομαι ὑπὸ τοῦ ἰδίου αἰσθήματος· ἡ ἐπιστολὴ, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἂν οὐχὶ ἄλλο, εἶναι πρᾶξις μεγάλης ἀσεβείας, πρωτοφανοῦς ἀσεβείας καὶ ἀντισυνταγματικότητος· τὴν οὐσίαν της πιστεύω δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ κρίνωμεν· εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ὅταν περιέλθῃ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, ἀνήκει νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ προκαλέσῃ ἐκείνην τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἀποτελεῖ. Τοιαύτη ἐπιστολὴ, Κύριοι, δὲν εἶναι δίκαιον καὶ συμφέρον νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ἐνώπιον τοῦ σεβαστοῦ τούτου Συνεδρίου. Ὅλοι αἰσθανόμεθα πόσον ἀπεριόριστον σεβασμὸν ὀφείλομεν πρὸς τὴν βασιλείαν καὶ τὸν ἐκλεκτὸν τοῦ λαοῦ Βασιλέα ἡμῶν Γεώργιον καὶ ὅλοι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοιοῦτοι ἐκτραχηλισμοὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχουν εἰμὴ ἐλεεινὰς, θλιβερωτάτας συνεπείας διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως τῆς πατρίδος, τὴν ὁποίαν ἀφ’ ὅλα τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος πάντες ἐκφράζουσιν, ὅτι ἐπιθυμοῦσι. Κύριοι! χωρὶς ἄλλως πως νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἐπιστολὴν, ἡ ἀνάγνωσίς της ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι τὸ ὀλιγώτερον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εἴπῃ τις περὶ αὐτῆς εἶναι, ὅτι αὕτη περιέχει μίαν ἀκροτάτην ἀσέβειαν. Διὰ τοῦτο προτείνω εὐσεβάστως εἰς τὸ Συνέδριον νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἄκραν καὶ βαθυτάτην αὐτοῦ ἀγανάκτησιν κατὰ τοῦ τρόπου (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν) καὶ τοῦ ἐμπεριεχομένου τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, ἐπιφυλαττομένου τοῦ δικαιώματος τῆς ἁρμοδίας δικαστικῆς ἀρχῆς νὰ ἐπιληφθῇ καὶ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος.
§277ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα.
§278ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἄνευ συζητήσεως.
§279ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ γίνῃ συζήτησις.
§280ΒΑΣΣΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μᾶς ἀφαιρέσητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι μέγα δικαίωμα τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ παραβιάσητε· ἐνόσῳ κάθημαι ἐπὶ τῆς ἕδρας ταύτης δὲν δύναμαι νὰ παραβιάσω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου· νομιμότης λοιπὸν, Κύριοι! (θόρυβος ἐκ δεξιῶν). Αἱ ἀποδοκιμασίαι δὲν θέλουν μὲ ἐμποδίσει ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου! Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Βάσσος.
§282Τ. ΒΑΣΣΟΣ. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς, ἥτις πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνεγνώσθη· διότι τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι δικαίωμά μου, ἀλλὰ δικαίωμα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον, ἂν ἀναλάβῃ ἡ Συνέλευσις, θέλει σφετερισθῆ ξένα δικαιώματα. Ἦλθον ὅμως νὰ ἀντικρούσω τὸν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργὸν, ὅστις ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ν’ ἀποδοκιμάσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἐπιστολὴν, ἐνῷ συγχρόνως εἶπεν, ὅτι αὕτη θέλει λάβει τὴν νόμιμον ὁδὸν αὐτῆς, δηλαδὴ προκαλεῖ ἡμᾶς νὰ προδικάσωμεν ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, καὶ ἀκολούθως ἡ δικαιοσύνη νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῆς. (θόρυβος) Τοιοῦτος λόγος, Κύριοι, ἐξερχόμενος ἀπὸ τοῦ στόματος ἀνθρώπων, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ ἡγεμὼν ἐνεπιστεύθη τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης, εἶναι σφάλμα μέγιστον! Ὑπάρχουσί τινες, τὸ παρετήρησα εἰς τὰς ἰδιαιτέρας ὁμιλίας, οἵτινες ὑπὸ δύω ὄψεις ἐξετάζουν τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ εἶναι ἄνδρες πολλῆς παιδείας καὶ ἄξιοι μεγάλης ὑπολήψεως, διαφιλονεικοῦντες καὶ λέγοντες, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα εἷς ὑπήκοος, εἷς πληρεξούσιος, ἀδιάφορον, χωρὶς νὰ κάμω διάκρισιν, τοῦ ἀναφέρεσθαι πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τοῦ ἀποτείνειν πρὸς αὐτὸν συμβουλὰς ἢ νὰ δεικνύῃ εἰς αὐτὸν γεγονότα ὁποιαδήποτε ἀφορῶντα τὴν Πολιτείαν· σᾶς λέγω, ἄνθρωποι πολλῆς ὑπολήψεως μοὶ ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν ταύτην, μοὶ εἶπον ἀκόμη, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ νομίζω, ὅτι τὴν γνώμην ταύτην ἀκολουθοῦντες θέλουν προκαλέσει τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς Συνελεύσεως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ποία διαφορὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τοῦ προφορικοῦ ἢ γραπτοῦ λόγου; Εἰς τὸν ἡγεμόνα εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ δέχηται τοὺς ὑπηκόους αὑτοῦ, νὰ ὁμιλῇ μετ’ αὐτῶν, νὰ φωτίζηται ἀπ’ αὐτοὺς, νὰ μανθάνῃ ὅσα δυσκόλως ἡγεμόνες δύνανται νὰ μάθωσιν, ὡς καθήμενοι ὑψηλά; εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ παρίστανται εἰς τοὺς ἡγεμόνας οἱ ὑπήκοοι αὐτῶν; μοὶ φαίνεται ὄχι· τοὐλάχιστον τὰ εἰθισμένα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀποδεικνύουν τὸ ἐναντίον, διότι καθ’ ἑκάστην παρουσιάζονται εἰς τὸν ἡγεμόνα, ἄνευ τῆς παραστάσεως τῶν ὑπουργῶν, ὅπως ὁμιλήσωσι πρὸς Αὐτὸν περὶ διαφόρων ὑποθέσεων, καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν παρουσιάσθητε εἰς τὸν ἡγεμόνα καὶ ὡμιλήσατε μετ’ Αὐτοῦ χωρὶς οὐδεὶς τῶν ὑπουργῶν νὰ παρίσταται. Ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ προφορικοῦ καὶ γραπτοῦ λόγου; ποία διαφορὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἂν ὁμιλήσω πρὸς τὸν ἡγεμόνα διὰ ζώσης φωνῆς ἢ δι’ ἐγγράφου; τὸ κατ’ ἐμὲ, ἀποκρούω τὴν συνταγματικὴν ταύτην θεωρίαν, τὴν ἀποκρούω ἐγώ, τὴν ἀπέκρουσεν αὐτὸς ὁ ἡγεμὼν, διότι δύναμαι νὰ βεβαιώσω μεθ’ ὅλης τῆς ἐπισημότητος, ὅτι ἐδέχθη ἐπιστολάς, ἐδέχθη ὑπομνήματα ἐπισήμως, καὶ δὲν τὰ ἀπέκρουσε ποσῶς, ὥστε ἡ ἰδέα, ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀνήθικος, θέλει νὰ καθιερώσῃ ἀξιώματα ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν πολιτείαν· οἱ ταῦτα φρονοῦντες θέλουσι νὰ ἀφήσωσι τὸν ἡγεμόνα εἰς τὸ σκότος καὶ τὴν ἄγνοιαν.
§283ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἐγὼ ἔδωσα καὶ ἄλλα ὑπομνήματα. (γέλως ἐκ δεξιῶν.)
§284ΒΑΣΣΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐν πλήρει πεποιθήσει, εἶναι ἀρχὴ ἀπολυτοφροσύνης! τί ἐπιλήψιμον εὑρίσκεται εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ ἐντίμου ἀντιπροσώπου τῶν Ναυπακτίων, χωρὶς ἀκόμη νὰ ἐξετάσωμεν τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς; ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδὲν εὑρίσκω ἄτοπον εἰς τοῦτο. Πρὶν ἔτι προβῶ εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς — καὶ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ προβῶ, ἂν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης μὲ ἐπιπολαιότητα, ἥτις δὲν πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ ἕνα Κυβερνήτην δὲν ἤθελε ζητήσει ν’ ἀποδοκιμασθῇ καθαρῶς ἡ ἐπιστολὴ, ἐπιλαμβανόμενος οὕτω τοῦ περιεχομένου χωρὶς νὰ σκεφθῇ, ὅτι μᾶς σπρώχνει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ καταβῶμεν εἰς στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον εὐχῆς ἔργον ἦτο νὰ μὴ καταβῶμεν—.
§285ΛΟΝΤΟΣ. Δεχόμεθα τὴν πάλην.
§286ΒΑΣΣΟΣ. Τί ἐνόμισεν ὁ ὑπουργός; ὅτι τυφλοῖς ὄμμασιν ἠθέλομεν παραδεχθῇ τὴν γνώμην του, ἤ ὅτι ἀγνοοῦμεν τὰ ἁπλᾶ γράμματα, καὶ ἀδυνατοῦμεν νὰ σταθμίσωμεν τὰς ἰδέας καὶ τὰς φράσεις τῆς ἐπιστολῆς; σᾶς εἴπομεν, ὅτι δὲν ἠθέλαμεν νὰ καταβῶμεν εἰς τὸ σκανδαλῶδες τοῦτο στάδιον· τί εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς σᾶς ἐσύστησε, καὶ σᾶς προεκάλεσε νὰ δικάσητε καὶ νὰ ἐκδώσητε ἀπόφασιν, προδικάζοντες, οὕτως εἰπεῖν, ἐνῷ προσέθηκεν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη θὰ ἐπιληφθῇ τοῦ πράγματος; ἢ πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἀθωωθῇ τὸ Σῶμα ἀπὸ καμμίαν ἐνοχὴν, καὶ ἦλθεν ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι δικάσατε, ἀποδοκιμάσατε, ὅτι δὲν συμμερίζεσθε τὰς γνώμας ἑνὸς ὑβριστοῦ τοῦ ἡγεμόνος; ἔστω, ὑποθέτω, ὅτι ὑβρίζει ἀπρεπῶς τὸν ἡγεμόνα ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, εἰς τί ἐνέχεται ἡ Συνέλευσις; (θόρυβος ἐκ δεξιῶν)· ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐὰν ἄτομόν τι τῆς κοινωνίας ἢ μέλος τι τῆς Συνελεύσεως ὑποθέσατε, ὅτι ἐτρελλάθη (φωναὶ ἐκ δεξιῶν ὤ! ὤ! γέλως) ὑποθέσατε χωρὶς νὰ δώσω προσοχὴν εἰς τοὺς καγχασμούς σας, ὅτι ἓν μέλος τῆς Συνελεύσεως ἐτρελλάθη, καὶ διὰ χειροτέρων λέξεων ὑβρίζει τὸν ἡγεμόνα νομίζετε, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς ἀποδοκιμασίαν κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἀτόμου αὐτοῦ; ἐγὼ νομίζω ὄχι· διότι διὰ νὰ προβῇ ἡ Συνέλευσις εἰς τοιοῦτον θέμα θέλει ν’ ἀθωώσῃ ἑαυτὴν ἀπὸ ἐνοχήν τινα, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποκρούω· ἄλλως τε, Κύριοι, σᾶς διαφιλονεικοῦμεν τὸ δικαίωμα· δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ δικάσετε, παρὰ τὰς πράξεις, αἵτινες ἀφορῶσιν ὑμᾶς αὐτούς, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῆτε ἄλλης πράξεως· ἂν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου καὶ φίλου μου Κ. Πλαστήρα ἔχῃ ὑβριστικόν τι, ἰδοὺ τὸ δικαστήριον, σεῖς δὲν εἶσθε δικαστήριον, σεῖς εἶσθε ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, συνήλθατε νὰ συντάξετε τὸ Πολίτευμα, ἡμεῖς ἔχομεν νόμους καὶ κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν, ἔχομεν δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπιληφθῶσι τῶν ὑποθέσεων τούτων καὶ δικάσωσιν αὐτόν· ἂν δὲ ἀπαιτῆται ἡ ἄδεια τοῦ Σώματος, ἂς προσέλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ταύτην, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν της. Μὴ δειλιάσητε, Κύριοι! διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι μία ἀπὸ τὰς συνήθεις ψευδαφοσιώσεις τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, ὅτι εἶναι μία ἀπὸ τὰς ἀφοσιώσεις ἐκείνας, αἵτινες ἀείποτε ἐχαρακτήρισαν τὰ ἄτομά της! Μὴ δειλιάσητε· θὰ σᾶς εἴπουν, ὅτι θὰ δυσαρεστήσητε τὸν Ἠγεμόνα, θέλει λυπηθῆ ὁ Ἡγεμών· ὄχι Κύριοι, ὁ ἡγεμὼν ὅταν ὑπερασπίζεσθε καὶ ὅταν συνηγορῆτε ὑπὲρ τῶν νόμων· ἀγάλλεται καὶ δὲν λυπεῖται, (ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν)· δὲν γνωρίζω ποῖον ἀποτέλεσμα ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων θέλει φέρει, δὲν πιστεύω ὅμως, εἶναι ἀδύνατον μία λογικὴ συζήτησις, μία ἀπαθὴς κρίσις, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τοὺς νόμους, νὰ ᾖναι ἐναντία τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω· εἶναι ἔνοχος; ἂς ἔλθουν οἱ ὑπουργοὶ νὰ τὸν ζητήσουν ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐγὼ σᾶς προεῖπον ὅτι θέλομεν τότε πράξει τὸ καθῆκόν μας, ἀλλὰ τώρα πῶς ζητεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς νὰ προδικάσωμεν καὶ ν’ ἀποδοκιμάσωμεν τὴν πρᾶξιν καὶ νὰ ἐκδώσωμεν οὕτως εἰπεῖν μίαν προδικαστικὴν ἀπόφασιν, ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; δὲν ἀπαιτοῦνται οὔτε ἐκτεταμέναι γνώσεις, οὔτε μέγας νοῦς, ἀπαιτεῖται ἁπλῆ κρίσις, ἀπαιτεῖται ὁ κοινὸς νοῦς, ἵνα ἐκτιμήσῃ τις τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τούτων. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν, Κύριοι, εἰς τὴν ἐπιστολὴν (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, ἡσυχάσατε, ὅλα ὅσα θὰ εἴπω, εἶναι διὰ λογαριασμόν μου, ἤθελα καὶ ἐγὼ νὰ σταματήσω τὸν λόγον ἐδῶ, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ ἐνταῦθα τὸν λόγον· ἀλλ’ ἐπειδὴ γνωρίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν θὰ σταματήσῃ ἐδῶ, ἐπειδὴ γνωρίζω, ὅτι θέλει ἐπιληφθῆ τῆς ἐπιστολῆς, θέλω ἀναλύσει τὴν ἐπιστολὴν παράγραφον πρὸς παράγραφον. Ἄρχομαι πράττων τοῦτο. Τὸ κατ’ ἐμὲ πληρέστατα συμμερίζομαι τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς, (θόρυβος ἐκ δεξιῶν).
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται νὰ κρίνητε ὡς ἀπαθεῖς δικασταὶ, μὴ ἐκφράζητε ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας.
§288ΒΑΣΣΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω στεντωρείᾳ τῇ φωνῇ, ἂν καὶ κινδυνεύω ἴσως νὰ πέσω εἰς τὴν δυσμένειαν τοῦ εὐγενοῦς Κόμητος, ὅτι συμμερίζομαι τὴν ἐπιστολὴν, συμμερίζομαι τὸ περιεχόμενον αὐτῆς· ἀλλὰ δὲν ἔγραψα ἐγὼ τὴν ἐπιστολήν· ζηλεύω τὸν Κ. Πλαστήραν, ὅτι ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν. Τὶ λέγει αὐτή; λέγει πρὸς τὸν Βασιλέα καθαρῶς, εἰλικρινέστατα, «Βασιλεῦ ἀπεφασίσαμεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες νὰ ἐκδιώξωμεν τὸν Ὄθωνα, διότι ἐγένετο ἀρχηγὸς φατρίας». Ἐρωτῶ ὑμᾶς εἶναι ψεῦδος; ἂς ὑψωθῇ μία φωνὴ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ψεῦδος· (σιγὴ βαθεῖα) οὐδεὶς ἀποκρίνεται! διότι εἶναι μία ἀλήθεια. Ἔρχομαι εἰς τὸν δεύτερον παράγραφον· «ἅπασα ἡ πρωτεύουσα τοῦ Βασιλείου καὶ ἐντὸς δύο ἡμερῶν ὅλη ἡ Ἑλλὰς εἶναι μεστὴ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἡ αὐλή Σου κατέβη σύσσωμος εἰς τὴν πολιτικὴν παλαίστραν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, καὶ σκανδαλωδῶς μετεχειρίσθη τὸ ὄνομά Σου» ... (θόρυβος).
§289ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ψεῦδος.
§290ΒΑΣΣΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δυστυχῶς.......
§291ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θέλω προτείνει εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ παραιτήσῃ ὁ Κ. Πρόεδρος τὴν ἕδραν του, διότι ἀφορᾷ καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον.
§292ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§293ΕΤΕΡΟΣ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι. (θόρυβος).
§294ΒΑΣΣΟΣ. Δυστυχῶς, Κύριοι, εὑρισκόμην πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἰς τὸ κτῆμά μου, καὶ δὲν παρευρέθην κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ περιεχόμενον τοῦ δευτέρου παραγράφου ᾖναι ἀληθὲς ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἔστω, Κύριοι, ὑποτεθείσθω, ὅτι εἶναι ἀληθὲς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ παραγράφου.
§295ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ψεῦδος, δὲν εἶν’ ἀληθές.
§296ΒΑΣΣΟΣ. Τὶ εὑρίσκετε εἰς αὐτὸν προσβάλλον τὴν βασιλικὴν ἀξιοπρέπειαν ἢ τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα; Εὑρίσκετέ τι ὑβριστικόν; εὑρίσκετέ τι, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποδεικνύῃ, ὅτι δὲν ἐτηρήθη ὁ ὀφειλόμενος εἰς τὸν ἡγεμόνα σεβασμός; κατ’ ἐμὲ ἐν συνειδήσει σᾶς λέγω, ὅτι δὲν τὸ εὑρίσκω. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ δευτέρου παραγράφου. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἤμην ἐδῶ, ἀλλ’ ὁ δεύτερος παράγραφος λέγει, ὅτι ἡ αὐλὴ καὶ οἱ αὐλικοὶ ἐπεμβαίνουν εἰς τὰ πολιτικά· τοῦτο τὸ συμμερίζομαι πληρέστατα, τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον, τὸ γνωρίζω ἐξ ἄλλων περιστάσεων· ὁ σύμβουλος τοῦ ἡγεμόνος εἶναι ἀρχηγὸς φατρίας, ὁ σύμβουλος τοῦ ἡγεμόνος ἔχει πολιτικὸν κόμμα, ὁ σύμβουλος τοῦ ἡγεμόνος συμβουλεύει κάκιστα τὸν ἡγεμόνα, ὁ σύμβουλος τοῦ ἡγεμόνος ἔσεται ἐπιβλαβέστατος τῇ Ἑλλάδι καὶ τῷ ἡγεμόνι· καὶ ἡ διαγωγὴ τοῦ συμβούλου αὐτοῦ, Κύριοι, ἐκ τῆς Κοπεγχάγης ἀκόμη ὑπῆρξε σκανδαλώδης καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν πατρίδα. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἦλθεν εἰς τὸν δυστυχισμένον αὐτὸν τόπον, εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ἑωσφορικὴ ἐκείνη ἐπιστολὴ τοῦ Κόμητος Σπόνεκ, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης πιστεύσατέ με, ἤρχισα νὰ ὑποπτεύωμαι τὸν γράψαντα· ἀλλὰ δὲν ἤθελα νὰ προδικάσω.
§297ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως.
§298Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κάμνω μίαν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀγορεύοντα, παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, Κ. Πρόεδρε, καὶ τὴν Συνέλευσιν, νὰ ἐπιτρέψητε νὰ μὲ ἀκούσητε, ὅτι ὁ ἀγορεύων ἐπιλαμβάνεται ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἀντιβαίνουσιν εἰς ὅλους τοὺς θεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι μᾶς διέπουν. Ἂν ὑπάρχῃ σύμβουλος τοῦ Βασιλέως, ἂν αἱ πράξεις αἱ ἐκπορευόμεναι ἐκεῖθεν φέρωσι παράνομον ἢ ἐπιβλαβῆ χαρακτῆρα, ὑπάρχει κυβέρνησις, ἥτις φέρει τὴν εὐθύνην. (εὖγε εὖγε) Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μὴν ἐπιτρέπωνται πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀντιβαίνουσιν εἰς τὰς συνταγματικὰς ἀρχάς.
§299ΒΑΣΣΟΣ. Ὀφείλω, Κύριοι! νὰ δικαιολογήσω τοὺς λόγους μου, ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω ἐν τίνι δικαιώματι παρεξετράπην κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ, τῷ ὁποίῳ δίδω ἀφορμὴν νὰ δώσῃ νέα δείγματα ἀφοσιώσεως καὶ δουλοφροσύνης διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μὲ εὐχαριστῇ. Τί σᾶς εἶπον, Κύριοι; σᾶς εἶπον, ὅτι πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν, ἥτις λέγει εἰς τὸν δεύτερον παράγραφον, ὅτι ἡ αὐλὴ ἀναμιγνύεται εἰς τὰ πολιτικά· τὶ ἄλλο εἶναι ὁ Κόμης Σπόνεκ, εἰμὴ αὐλικός; ἐν τίνι δικαιώματι ἀναμιγνύεται εἰς τὰ πολιτικὰ ἀπ’ εὐθείας; ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Κόμης Σπόνεκ νὰ συμβουλεύῃ τὸν Βασιλέα τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα· ἡ θέσις του δὲν εἶναι νομοθετημένη, εἶναι μόνον ἀνεκτή· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἡγεμὼν ἦτο νέος, εἶχεν ἀνάγκην ἑνὸς συμβούλου, οἱ Ἕλληνες ἠνέχθησαν, δύνανται ν’ ἀνεχθῶσιν αὐτὸν τὸν σύμβουλον, τὸν ὁποῖον ὁ πατὴρ τοῦ Βασιλέως, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῆς Δανίας, ἐνεπιστεύθη τῷ υἱῷ του, ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἀμέσως καὶ ἀπ’ εὐθείας ν’ ἀναμιγνύηται τόσον φανερὰ εἰς τὰ πολιτικά· ἀλλὰ καὶ τοῦτο, Κύριοι, θὰ ἦτο ἀνεκτὸν, ἐὰν δὲν ἐπρόβαινε μέχρι τοῦ ἀρχηγοῦ φατρίας! νομίζει ἀκόμη, ὅτι δὲν ἔχομεν καθῆκον, ὅταν βλέπωμεν τόσον σκανδαλώδη τὴν διαγωγὴν τοῦ εὐγενοῦς Κόμητος καὶ ἐπιβλαβῆ τῇ πατρίδι καὶ τῷ Ἡγεμόνι, δὲν ἔχομεν καθῆκον νὰ τὴν στηλιτεύσωμεν μετὰ θάῤῥους· μέγα εὐτύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα τῷ ὄντι εἶναι, καὶ ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἡγεμὼν εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν γεγονότων τούτων. Οὐδέποτε ὁ νεαρὸς ἡμῶν Βασιλεὺς εἰς τοῦ ὁποίου τὸ πρόσωπον ὑπάρχει ἡ εἰλικρίνεια, ὅστις ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ βήματος ὡρκίσθη μετὰ τοσοῦτον σταθερᾶς φωνῆς ἀποδεικνυούσης τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν εἰς ἑαυτὸν νὰ τηρήσῃ ἀπαρεγκλήτως τὸν ὅρκον του, ἤθελεν ἀνεχθῆ τοσοῦτον τὸν Κόμητα Σπόνεκ, ὅσον καὶ τοὺς ἑτέρους περὶ αὐτὸν αὐλικούς, ν’ ἀναμιγνύωνται σκανδαλωδῶς εἰς τὰ πολιτικά. Ἔχω ἀκόμη λόγους νὰ γνωρίσω, ὅτι οἱ αὐλικοὶ ἀναμιγνύονται εἰς τὰ πολιτικὰ καὶ ἐπιμένω πάντοτε εἰς αὐτὸ τὸ μέρος τῆς ὁμιλίας μου, ὅπερ καὶ ὁ παράγραφος οὗτος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου λαλῶ, πραγματεύεται.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι, ἐὰν ἡ ἐπιστολὴ ᾖναι τοιαύτη ἢ ὄχι.
§301ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἀφήσατέ τον, Κ. Πρόεδρε!
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε, ὅτι δὲν τὸν ἐμποδίζω διόλου.
§303ΒΑΣΣΟΣ. Λέγει, Κύριοι! ὅσα σᾶς προεῖπον, ὅτι «ἡ πόλις σύμπασα καὶ μετὰ δύο ἡμέρας ἡ Ἑλλὰς εἶναι μεστὴ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι οἱ αὐλικοί Σου ἀμέσως καταβαίνουν εἰς τὴν πολιτικὴν παλαίστραν.» Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κάμω μίαν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἄν τις θελήσῃ νὰ τὴν ἀκούσῃ μὲ καλὴν πίστιν, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ τὴν παραδεχθῇ, πρέπει νὰ κάμω μίαν διάκρισιν, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ αὐλῆς καὶ ἡγεμόνος, ἄλλο εἶναι οἱ αὐλικοὶ καὶ ἄλλο ὁ ἡγεμὼν, κάμνω τὴν διάκρισιν ταύτην μήπως παρεξηγηθῶ ἀπὸ ἐπιθυμοῦντας νὰ μὲ παρεξηγήσωσιν. Τί περιλαμβάνει ὁ τρίτος παράγραφος; «ὁ περὶ προέδρου ἀγὼν ἀπέβλεπε καθαρῶς τὴν διόρθωσιν τῆς αὐλῆς Σου, ἥτις πρὸ πολλοῦ ἀντιστρατεύεται τῷ ὅρκῳ, ὅν περ πρὸς τὸ ἔθνος ἔδωκεν ὁ Συνταγματικὸς Βασιλεὺς, καὶ μία μεγάλη ἐθνικὴ πλειονοψηφία εἰργάζετο νὰ τὴν ἐπαναφέρῃ ὁμαλῶς καὶ ἡσύχως εἰς τὴν τροχιάν της»· ὅταν, Κύριοι, ᾖναι εἰς τὰς πεποιθήσεις μου, καὶ βεβαίως εἰς τὰς πεποιθήσεις τοῦ Κ. Πλαστήρα ἦτο, ὅτι ἡ αὐλὴ ἀναμιγνύεται εἰς τὰ πολιτικὰ, εἶναι ἐγκληματικὸν ἐὰν ἐγὼ καταγίνωμαι νὰ ἐπαναφέρω ὁμαλῶς καὶ ἡσύχως τὴν αὐλὴν εἰς τὴν τροχιάν της; παραδέχεσθε σεῖς ἡ Συνέλευσις, ὅτι πρέπει ἡ αὐλὴ νὰ ἀναμιγνύεται εἰς τὰ πολιτικὰ ἢ ὄχι; εἰς τὴν πεποίθησιν ὑμῶν ὅμως ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ αὐλὴ ἀναμιγνύεται εἰς τὰ πολιτικά· λοιπὸν εἶναι σφάλμα! ὅταν τις καταγίνεται προσπαθῶν ὁμαλῶς καὶ ἡσύχως νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν αὐλὴν εἰς τὴν τροχιάν της; Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐδῶ δὲν ὑπάρχει τι ἐγκληματικὸν· «ἡ διαφθορὰ ὅμως ἐνίκησεν, ἀλλ’ ἡ νίκη τῶν αὐλικῶν εἶναι βλάβη τῆς βασιλείας καὶ συμφορὰ τῆς πατρίδος.»
§304ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ποῦ εἶναι ἡ διαφθορά;
§305ΒΑΣΣΟΣ. Ἰδοὺ! ἡ διαφθορὰ ὅμως ἐνίκησεν, ἐδῶ ὁ γράφων ἐννοεῖ, καὶ βεβαίως ὅλοι τὸ παραδέχεσθε, ὅτι ἡ αὐλὴ ἐπιρεάζει τὰς συνειδήσεις.
§306ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ποίας συνειδήσεις; Μὴ μᾶς προσβάλητε!
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κ. Κόκκινε! θὰ λάβητε τὸν λόγον νὰ ὑπερασπίσητε ὑμᾶς καὶ τοὺς ὁμοφρονοῦντας.
§308ΒΑΣΣΟΣ. Κύριοι, δὲν προσβάλλω κανένα· ἀναγινώσκω τὴν ἐπιστολήν· μὲ ἐρωτᾶτε, Κ. Κόκκινε, ποίας συνειδήσεις; ἂν ἤξευρα, ὅτι εἶσθε σεῖς ὁ ἴδιος, θὰ τὸ ἔλεγα κατὰ πρόσωπον.
§309ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐψηφοφόρησα ὑπὲρ τοῦ Κ. Μεσσηνέζη καὶ νομίζω ἐμαυτὸν ἀνώτερον ὅλων....
§310ΒΑΣΣΟΣ. Πιστεύσατε, Κύριοι, καὶ τὸ ἐννοεῖτε, ὅτι ἐγὼ δὲν κάμνω ἄλλο παρὰ νὰ ἀναγινώσκω.
§311ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἀναγινώσκετε, ἀλλὰ δὲν δικαιολογεῖτε.
§312ΒΑΣΣΟΣ. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, μὲ ἐρωτᾶτε, ποίους νομίζω διεφθαρμένους· ἂν ἐγνώριζον, ὅτι σεῖς ὁ ἴδιος εἶσθε, θὰ τὸ ἔλεγον, πιστεύσατε, ὅτι ἔχω τὸ θάῤῥος. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ τελευταίου παραγράφου «ἡ νίκη τῶν αὐλικῶν εἶναι βλάβη τῆς Βασιλείας καὶ ἡ συμφορὰ τῆς Ἑλλάδος.» Τὸ πρῶτον μέρος, καθὼς σᾶς προεῖπον, δὲν γνωρίζω πῶς ἔλαβε χώραν, δὲν γνωρίζω πῶς συνέβη· καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὰς τελευταίας γραμμὰς, ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι, ὁσάκις οἱ αὐλικοὶ ἀναμιγνύονται εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, καὶ νίκη ἂν ἐπέλθῃ, ἡ νίκη αὐτὴ εἶναι ἐπιβλαβής! καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἂν ἄλλην μίαν ἔτι τοιαύτην νίκην νικήσωσιν, ἀπολώλασιν. (ἀποδοκιμασίαι δεξιόθεν).
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι, θὰ σᾶς δοθῇ ὁ λόγος καὶ θὰ ἀναιρέσητε τὰ πάντα.
§314ΒΑΣΣΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ὁμιλῶ ὑπὲρ τῆς ἰδέας, καὶ πιστεύω, ὅτι ὅλοι τὴν παραδέχεσθε.
§315ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν εἶναι νίκη, διότι σεῖς ἐνικήθητε ἀπὸ τοῦδε· ἀπὸ τῆς πρώτης νίκης εἶσθε χαμένοι. (γέλως).
§316ΒΑΣΣΟΣ. Ἔρχεται, Κύριοι, ὁ τελευταῖος παράγραφος «Τοιαύτη πολιτικὴ χωρίζει τὸν Βασιλέα ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ λαοῦ, ἥτις ἠθέλησε νὰ ᾖναι ἡ ἰσχύς σου.» Οὔτε εἰς τοῦτο, Κύριοι, δὲν εὑρίσκω οὐδὲν ἐγκληματικόν· λέγει εἰς τὸν Βασιλέα, ὅστις ὡς ἀξίωμα ἀληθὲς καὶ πραγματικὸν τοῦ μεγάλου μακαρίτου ἐκείνου τοῦ Βασιλέως τῆς Δανίας εἶπεν, ὅτι «ἡ ἰσχὺς τῶν ἡγεμόνων εἶναι ἡ ἀγάπη τῶν λαῶν των». Τὸ ἀξίωμα τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον, καὶ βεβαίως ἐάν τις δύναται νὰ ὑποθέσῃ, νὰ διανοηθῇ τὸ ἐναντίον, τότε ἔρχονται ἡμέραι δυστυχίας διὰ τοὺς ἡγεμόνας. Τοιοῦτόν τι εὐτυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει ἀκόμη, δὲν πιστεύω εἰς τὴν Εὐρώπην νὰ ὑπάρχῃ ἡγεμὼν ἀγαπώμενος ὑπὸ τοῦ λαοῦ του ὡς ὁ ἡγεμὼν τῆς Ἑλλάδος Γεώργιος ὁ Αʹ. ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας· ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν δολιεύωνται τὸν ἡγεμόνα οἱ ἄνθρωποι τοῦ οἴκου του, τότε, Κύριοι, διὰ τοὺς θρόνους δύναταί τις νὰ προΐδῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Κ. Πλαστήρας, δὲν φοβοῦμαι νὰ σᾶς τὸ εἴπω, τὸ λέγει ἡ ἐπιστολὴ· ἡ τοιαύτη πολιτικὴ χωρίζει τὸν Βασιλέα ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ λαοῦ, ὅταν οἱ αὐλικοὶ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, εἶναι διαζύγιον μεταξὺ τῆς πολιτείας καὶ τοῦ ἡγεμόνος. Ἐὰν σεῖς πρεσβεύητε ἄλλως πως, κηρύξατέ το· «τὴν τοιαύτην πολιτικὴν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνεχθῇ ἡ Ἑλλάς» καὶ εἶναι ἀληθέστατον, διότι τὸ ἀπέδειξε, δὲν τὴν ἠνέχθη· αὐτὴ ἡ πολιτικὴ εἶναι, ἥτις ἔφερε τόσους κλονισμοὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα, τῆς ὁποίας τὸ ἔδαφος ἀκόμη κυμαίνεται ἀπὸ τὰς ἐπαναστάσεις. «Τοιαύτην πολιτικὴν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνεχθῇ ἡ Ἑλλάς· καὶ ὁ ἐλάχιστος ἐγὼ ὑπήκοός σου ἀπὸ εἰλικρίνειαν πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὴν πατρίδα ἀγόμενος πόνον, καθικετεύω τὴν Μεγαλειότητά Σου, ἵνα σώσῃ ἀπὸ νέας περιπετείας τὴν πατρίδα, ἐν ᾗ ἐπεθύμησας νὰ ζήσῃς καὶ νὰ ἀποθάνῃς ὡς Ἕλλην». Οὐδεὶς, Κύριοι, ἢ ὀλίγιστοι δύνανται νὰ ἔχωσι τὸν ἐγωϊσμὸν, ὅστις καταφαίνεται εἰς τὴν ἐπιστολὴν ταύτην τοῦ γράψαντος, διότι ὀλίγιστοι, Κύριοι, ὑπέστησαν τὰς δυστυχίας, τὰς καταδρομὰς, ἃς ὑπέστη ὁ ἔντιμος οὗτος συνάδελφος, καὶ εἶχε πολὺν δίκαιον ἐγωϊσμὸν νὰ εἴπῃ ταῦτα· διατί; διότι συνειργάσθη καὶ ὑπέστη, ὅσα οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὑπέστη διὰ τὴν ἀνατροπὴν μιᾶς αὐθαιρέτου καὶ αὐτογνώμονος δυναστείας, καὶ διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῆς νέας. (θόρυβος). Ἀλλὰ τὸν συμμερίζομαι πληρέστατα καὶ ἀναγνωρίζω δίκαιον τὸν ἐγωϊσμὸν αὐτοῦ τοῦ πολίτου, νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Βασιλέα του· Βασιλεῦ, σὲ πονῶ! ὑπέφερα, ὑπέστην τόσα διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ θρόνου σου.
§317ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ὤ! ὤ!
§318ΒΑΣΣΟΣ. Καὶ ἔρχομαι μὲ μεγάλον θάῤῥος νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Μεγαλειότητά Σου, ὅ,τι εἶπον εἰς τὴν ἐπιστολήν μου ταύτην, κινδυνεύων ἴσως νὰ τύχω τῆς δυσμενείας τῶν περικυκλούντων Σε. Καὶ τοιαύτη ἡ ἐπιστολὴ κατ’ ἐμέ. Ἀλλὰ σεῖς νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν ἐγὼ τὴν ἐξηγῶ, ὅπως ἐγὼ τὴν νομίζω; Νομίζετε, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῆτε ὁποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἐπιστολὴ, νὰ δώσητε εἰς αὐτὴν ἕνα χαρακτηρισμόν; Ἐπαναλαμβάνω καὶ σᾶς λέγω, ὅτι μία πλειονοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἠξεύρητε, ὅτι ὅλα τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα ἔχουν τὰ ὅριά των, μόνον τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπεριόριστα· δύνασθε νὰ προβῆτε καὶ νὰ χαρακτηρίσητε τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, λέγοντες, ὅτι εἶναι ἐπιλήψιμος ἢ ἔχει αὐτὸν ἢ ἐκεῖνον τὸν χαρακτῆρα; τίς σᾶς ἔδωκε τὴν ἐντολὴν ταύτην; ἔχετε μόνον τὴν ἐντολὴν νὰ συντάξητε τὸ πολίτευμά σας, νὰ ἦσθε σῶμα νομοθετικὸν (ἀποδοκιμασίαι δεξιόθεν).
§319ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἔχομεν δικαίωμα νὰ φροντίσωμεν διὰ τοῦ λαοῦ τὰς ἐλευθερίας.
§320ΒΑΣΣΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι διαφεύγει τῆς ἁρμοδιότητος ὑμῶν νὰ ἐπιληφθῆτε καὶ νὰ δώσητε οἱονδήποτε χαρακτῆρα εἰς τὴν ἐπιστολὴν ταύτην. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ᾖναι ἐγκληματικὴ, καὶ ἂν συνεπάγῃ τὰς μεγαλειτέρας ποινὰς διὰ τὸν γράφοντα, τοῦτο δὲν εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ τὸ ἀποφασίσητε· δύναται ἡ ἐξουσία νὰ τῆς δώσῃ τὴν νόμιμον ὁδὸν, καὶ νὰ προσέλθῃ ἐδῶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς προφυλακίσεως, ἢ ἄλλο τι ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ἂν ἡ δικαιοσύνη νομίζῃ, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὕτη εἶναι ἐπιλήψιμος. Δὲν δύνασθε ὅμως νὰ ἀποφασίσητε, χωρὶς νὰ πράξητε τὴν μεγαλειτέραν παρανομίαν, τὴν μεγαλειτέραν αὐθαιρεσίαν, χαρακτηρίζοντες τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, καὶ προδικάζοντες ἐπ’ αὐτῆς, ἐκπληροῦντες ἔργα δικαστοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνέθηκεν ὑμῖν ὁ λαός!
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Βρατζάνος, ἀλλὰ τὸν παραχωρεῖ εἰς τὸν Κ. Κόκκινον. Μήπως τις τῶν ὑπουργῶν θέλει νὰ ἀπαντήσῃ;
§322Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα.
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§324ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐπίδοσις, Κύριοι, τοῦ συνταγματικοῦ συστήματος ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ, στηρίζεται ἰδίως ἐπὶ τῆς διατηρήσεως τῆς ἰσοῤῥοπίας, καὶ ἐὰν μὲν αὕτη φαίνεται διατηρουμένη, ἐκεῖ πρέπει νὰ προσδοκᾷ τις τὴν ἐπιτυχίαν τῶν θεσμῶν τούτων, ἐὰν δὲ βλέπῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν ταύτην διαταρασσομένην, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἄφευκτος ἡ ἀποτυχία αὐτῶν. Ἡ ἐπίδοσις, Κύριοι, λέγω, τοῦ συνταγματικοῦ συστήματος, στηρίζεται εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων ἑκάστης τῶν δυνάμεων τῶν ὑπαρχουσῶν ἐν τῇ πολιτείᾳ. Ὅταν ὅμως αὐτὴ ἡ ἰσοῤῥοπία διαταραχθῇ, τότε δὲν ὑπάρχει συνταγματικὸν πολίτευμα, τότε γεννᾶται ἓν ἐκ τῶν δύο ἄκρων, τὰ ὁποῖα γεννῶνται καὶ προάγονται ὡς ἄμεσον συμπέρασμα τῆς διαταράξεως τῆς ἰσοῤῥοπίας τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἰσχυρίσθη, Κύριοι, ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὅτι ἡ πρὸς τὸν βασιλέα ὑποβληθεῖσα ἐπιστολὴ ὑπό τινος τῶν πληρεξουσίων, ὅτι δὲν ἀντιβαίνει τελείως εἰς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς. Δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι διηρμήνευε τὰς πεποιθήσεις του, διότι πολλάκις ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὁ Κ. Βάσος, διηρμήνευσεν ἐντεῦθεν πεποιθήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν προϊὸν μελέτης περιεσκεμμένης τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἄλλοτε ὁ Κ. Βάσσος, ὁρίζων τὴν ἀποστολὴν τοῦ στρατοῦ, ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ὁρισμὸν, ὅστις, ἂν ἠλήθευε, Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἠθέλομεν ἔχει οὐχὶ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἀλλ’ ἀναρχικὸν πολίτευμα. Καὶ σήμερον ὁ Κ. Βάσσος ἰσχυρίσθη ἐντεῦθεν, ὅτι εἷς πληρεξούσιος δύναται νὰ ἀπευθύνῃ ἐπερώτησιν ἐκεῖ, ὅπου αἱ ἐπερωτήσεις δὲν πρέπει, οὐδὲ δύνανται νὰ φθάσωσι. Καὶ τί ἄλλο, Κύριοι, εἶναι ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, εἰμὴ καθαρὰ ἐπερώτησις, ἐξάσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾶν, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Πλαστήρας εἶχεν ἀληθῶς ὡς πληρεξούσιος δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ ἐξασκήσῃ, εἰμὴ μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; τοιαύτην δὲ ἐπερώτησιν ἠδύνατο νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν Βασιλέα; Ἐὰν ὁ Κ. πληρεξούσιος εἶχε πεποιθήσεις τοιαύτας, ὁποίας ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐξέθετεν, ἔπρεπεν ἐδῶ νὰ καταγγείλῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἔπαυσαν φέροντες βαρεῖαν ἐνώπιον ὑμῶν τὴν εὐθύνην, καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι πρὸς τὸν Βασιλέα εἶναι ἱερὸν, καθιερωμένον ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν τὸν Ἡγεμόνα περὶ πράξεων, εἰς τὰς ὁποίας μένει πάντοτε ἀμέτοχος, αἵτινες, ἂν ἐπράχθησαν, ἢ, ἐάν ἦτο δυνατὸν νὰ πραχθῶσιν, ἤθελον βαρύνει διὰ τῆς εὐθύνης ἄλλους παρὰ τὸν Ἡγεμόνα. Ἀλλ’ ὁ Κ. Βάσσος σᾶς προτρέπει νὰ ἀπέχητε πάσης κρίσεως ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, διότι σᾶς εἶπεν, ἐὰν ὑμεῖς ἐκφέρητε κρίσιν ἐπ’ αὐτῆς, θέλετε προδικάσει ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλει ὑπαχθῆ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ προκληθῆτε νὰ φέρητε γνώμην περὶ τοῦ ἀξιοποίνου ἢ μὴ πράξεως τινός, βεβαίως δὲν ἤθελον σᾶς συμβουλεύσει νὰ ἐπιληφθῆτε τῆς ἐξετάσεως τοῦ πράγματος· ἀλλ’ ἐὰν ἡ πρᾶξις ᾖναι ἀξιόποινος ἢ ὄχι, δὲν πρόκειται σήμερον ν’ ἀποφανθῆτε ὑμεῖς, διότι καλεῖσθε ν’ ἀποφανθῆτε μόνον, ἐὰν ᾖναι συνταγματικὴ ἢ ἀντισυνταγματική· σεῖς δὲ μόνον εἶσθε οἱ φύλακες τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, καὶ μόνοι δύνασθε ν’ ἀποφανθῆτε, ἐὰν ἡ τοιαύτη ἀπότασις πρὸς τὸν Ἡγεμόνα φέρῃ τοὺς τύπους συνταγματικῆς ἐνεργείας. Αἱ εὔγλωττοι ἀληθῶς συνταγματικαὶ θεωρίαι τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος ὤθησαν αὐτὸν τοσοῦτον, ὥστε ἐλησμόνησε προσέτι καὶ ἄλλην οὐσιωδεστέραν ἀρχὴν τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, καθ’ ἣν οὐδεὶς δύναται νὰ πραγματευθῇ περὶ προσώπων ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ βήματος, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὑπεύθυνα. Ὁ Κ. Βάσσος ἐλησμόνησεν αὐτὴν ἀποταθεὶς ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ζητήσας τὴν ψῆφόν μας περὶ προσώπων καθαρῶς ἀνευθύνων· ἐλησμόνησεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποταθῇ κατ’ ἄλλων. Ἴσως ὁ ὑπερβολικὸς ζῆλος, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ψέξω, οὐδὲ θέλω ν’ ἀποδώσω εἰς πλαγίους σκοποὺς, τὸν ὤθησεν· ἀλλὰ δὲν τὸν ὤθησεν ὁ ζῆλος· ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τὸν ὤθησεν ἡ πλάνη περὶ τὴν γνῶσιν τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων. Δὲν ἤθελα, Κύριοι, ἀξιώσει νὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως τῆς οὐσίας τῆς ἐπιστολῆς τοῦ πληρεξουσίου, περὶ ἧς πρόκειται· ὁ ἔντιμος προαγορεύσας μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐνθυμηθῶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα ἄλλοτε, ὅτι ὤφθησαν σχολιασταὶ ἐνίοτε, οἵτινες κάμνουσι τὸν ἀναγνώστην νὰ μὴ ἐπιθυμήσῃ ν’ ἀναγνώσῃ τὸν συγγραφέα. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι, ἐὰν ὁ Κ. Βάσσος, ὅστις ἐσχολίασε τὴν περίφημον ταύτην ἐπιστολὴν, ἤθελεν ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιδώσει, ὥστε νὰ ὑπερβῇ τὸν συγγραφέα, καὶ οὐ μόνον νὰ ἐννοήσῃ ἐντελῶς, ἀλλὰ καὶ νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἐννοίας αὐτοῦ (εὖγε, ὡραῖα)· καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ σχολιαστὴς τοῦ ἐγγράφου σᾶς ὡμολόγησε δημοσίᾳ, ὅτι δὲν γνωρίζει τὰ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου διατρέξαντα, διότι ἦτο μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μόλα ταῦτα σᾶς εἶπεν, ὅτι συμμερίζεται τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, εἰ καὶ ἀπὼν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ αὐτό· τῇ ἀληθείᾳ, ὁ σχολιαστὴς ὑπερέβη τὸν συγγραφέα! Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι φωναὶ τοιαῦται ἀκούονται ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἥτις ἔχει τὴν μετριοφροσύνην νὰ διακηρύσσῃ, ὅτι ἀνέλαβε τὸ δυσχερὲς ἔργον τῆς προασπίσεως τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν· ἡ πτέρυξ ἐκείνη ἔπρεπε πρώτη νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα τοῦ πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα ἄκρου σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ ἐπιβάλλουν, καὶ οὐδέποτε νὰ λησμονήσῃ, ὅτι ἐκεῖνος κάθηται ἄνω πάντων ἡμῶν καὶ ἄνω τῶν ἀμφισβητήσεων καὶ διαφωνιῶν ἡμῶν. Καὶ, ἐὰν ἓν τῶν μελῶν της συνέβαινέ ποτε νὰ δείξῃ συμπτώματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ὁ Κ. Βάσσος ὑπέθεσεν, ἔπρεπεν ἡ πτέρυξ ἐκείνη πρώτη ν’ ἀποκρούσῃ ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅλοι ἀποκρούετε. Σεῖς, Κύριοι, κάλλιον παντὸς ἄλλου εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γινώσκητε, ἐὰν ἡ διαφθορὰ εἰσέδυσεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην· σεῖς εἶσθε εἰς θέσιν νὰ μαρτυρήσητε, ἐὰν αἱ 182 ψῆφοι ἦσαν προϊὸν διαφθορᾶς ἢ πιέσεως ἄνωθεν προερχομένης. Ὑπάρχουν, Κύριοι, ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα φρονῶ, ὅτι ἕκαστος πρέπει νὰ θίγῃ μετὰ πολλῆς προσοχῆς· ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἰσχυρισμοὶ, τῶν ὁποίων τὴν ὑποστήριξιν δὲν πρέπει νὰ ἀναλαμβάνῃ, εἰ μὴ ἀφοῦ σχηματίζῃ πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνει ἐξ ἀκριβοῦς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων. Εἰς τὰ κοινοβούλια αἱ ὑποθέσεις, αἱ ἀφορῶσαι τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ἡγεμόνος, πρέπει μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ ἴσου σεβασμοῦ νὰ θίγωνται, ὥστε νὰ μὴ προκαλῶνται συζητήσεις καὶ ἐξηγήσεις γνωμῶν ὅμοιαι μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ προαγορεύσας ἐξέθηκεν. Ἐὰν, Κύριοι, ἠδυνάμην νὰ μεταφέρω τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα, τὸν σχολιαστὴν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Κ. Πλαστήρα, καὶ αὐτὸν τὸν συγγραφέα Κ. Πλαστήραν, ἐὰν ἠδυνάμην νὰ τοὺς μεταφέρω εἰς τὰς αἰθούσας τοῦ κοινοβουλίου τοῦ Ἀγγλικοῦ, ἤθελον ἀκούσει μετὰ πόσου σεβασμοῦ προφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἤθελον ἀκούσει ἀκόμη ποίας κρίσεις κάμνουσιν ἐκεῖ καὶ ποῦ ἀπευθύνουσι τὰ βέλη των, ὁσάκις λαμβάνουσιν ἀφορμάς. Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἑκάστοτε ἀφίνουσιν ἐντεῦθεν φωνὰς, καὶ διατείνονται, ὅτι τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο καὶ τοὺς ἐκεῖ πολιτευομένους ἔχουσιν ὑπογραμμὸν, ἀναγκάζομαι νὰ συμβουλεύσω αὐτοὺς νὰ μὴ λησμονῶσι τὸ παράδειγμα ἐκείνων, ὅταν μάλιστα πρόκηται νὰ δικαιολογήσωσιν ἐνταῦθα ἰδέας, τὰς ὁποίας οὔτε αὐτοὶ πιστεύουσιν. Ὅ,τι, Κύριοι εὔχομαι ἀπὸ καρδίας εἶναι νὰ ἐπιδείξητε ὑμεῖς, ὅτι δὲν στερεῖσθε ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ὁ γράψας τὴν ἐπιστολὴν στερεῖται. Εὔχομαι νὰ τὸ ἀποδείξητε, μὴ παρατείνοντες συζητήσεις ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι εἶναι ἀληθέστερα τῆς ἀληθείας, καὶ ἐξασκοῦντες τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν νομίμως ἔχετε διὰ νὰ ἀναγκάζητε ἕκαστον νὰ περιορίζηται ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων του, νὰ μὴν ἐξέρχεται δὲ τοῦ κύκλου του διαταράσσων τὴν συνταγματικὴν ἰσοῤῥοπίαν.
§325ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§326ΕΤΕΡΟΙ (Ἀριστερόθεν). Δὲν ἐφωτίσθημεν· τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον.
§327ΕΤΕΡΟΙ (δεξιόθεν). Ἀρκετά. (θόρυβος μέγας).
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς ἀκούσωμεν ἀκόμη ἕνα, δύω.
§329ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ἐφωτίσθημεν. (θόρυβος).
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι! ἂς παύσῃ ὁ θόρυβος.
§331ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν). Ἂς ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη ἡ συζήτησις.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ῥοντήρης ἔχει τὸν λόγον.
§333ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶμαι πολὺ μακρὰν, Κύριοι, νὰ νομίζω ἐπιλήψιμον τὴ; ἐπιστολὴν περὶ ἧς πρόκειται, διότι εἶμαι εἰς θέσιν καλλίτερον παντὸς ἄλλου νὰ γνωρίζω τὴν καθαρὰν πηγὴν τῶν αἰσθημάτων, τοῦ ἀκραιφνοῦς πατριωτισμοῦ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου Κ. Πλαστήρα, τὴν πηγὴν, λέγω, ἥτις ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς. Νομίζω μάλιστα, Κύριοι, ὅτι δικαιοῦμαι ἀντὶ νὰ ζητήσω ἀπὸ σᾶς τὴν μέμψιν ἢ τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς ἐπιστολῆς, δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω ὑπὲρ τοῦ Εὐθ. Πλαστήρα τὸν στέφανον τοῦ πατριωτισμοῦ! (ὤ! ὤ! θόρυβος καὶ γέλωτες). Οὐ κοινὸς πατριωτισμός, Κύριοι, χρειάζεται διὰ νὰ ἐκτεθῇ τις ἀπέναντι τοιούτων ἀντιπάλων, ἀπέναντι τοιούτων ἀνδρῶν, οὓς κατὰ πεποίθησιν ὁ Κ. Πλαστήρας θεωρεῖ ἐπιβουλευομένους τὸ τιμαλφέστερον ἡμῶν κειμήλιον, τὴν Βασιλείαν, διὰ τῆς διαγωγῆς των. Οἱ ἐχθροὶ, τοὺς ὁποίους ἠθέλησε νὰ στιγματίσῃ, καὶ τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ἐχθροὺς τῆς Βασιλείας, εἶναι ἰσχυροί. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἐγὼ δὲν ἤθελον τὸ κάμει ποτέ. Κύριοι, ὁ Κ. Πλαστήρας γνωρίζει πολὺ καλὰ τὴν θέσιν του, γνωρίζει τὸ διαζύγιον τὸ ὁποῖον ἔγραψε διὰ χειρός του μεταξὺ ἑαυτοῦ καὶ τῆς Αὐλῆς, καὶ τῶν Αὐλικῶν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Λαμίας, Κ. Βάσσος, νὰ κάμω τὴν διάκρισιν μεταξὺ Αὐλικῶν καὶ τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν Ἄρχοντος, τοῦ ὁποίου ὅλοι εἴμεθα πιστοὶ καὶ εὐπειθέστατοι ὑπήκοοι. Τὸ διαζύγιον, λέγω, αὐτὸ τὸ γνωρίζει πολὺ καλὰ, ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, καὶ τὸ λέγω μὲ μεγάλην φωνὴν, τὸν ἠνάγκασε νὰ ἔλθῃ εἰς ἓν τοιοῦτον βῆμα, οὐχὶ νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν, καθὼς εἶπεν ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προτήτερα, ἀλλὰ νὰ κάμῃ καταγγελίαν. Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι τὸ καθῆκον τῆς καταγγελίας εἶναι ἐκ τῶν μικρῶν· εἶναι τὸ μέγιστον· ἡ ἀδιαφορία περὶ τὰ πράγματα τῆς πατρίδος εἶναι φθίσις, εἶναι σκώληξ φθοροποιός. Κύριοι, ἔρχονται στιγμαὶ καθ’ ἃς ὁ θρόνος εἶναι ἡ πατρὶς αὐτή. Καὶ εἶναι πάντοτε· λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἠδύνατο ὁ Κ. Πλαστήρας νὰ μείνῃ ἀδιάφορος ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἤθελε παραβιάσει μάλιστα τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του, νὰ βλέπῃ πράγματά τινα, νὰ αἰσθάνηται, ὅτι ὅλα βαίνουν κακῶς καὶ νὰ μὴ μετέλθῃ πᾶν μέσον εἰς θεραπείαν των. Ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς, καθὼς τὸν γνωρίζετε, εἶναι φύσει βασιλικός· (θέλω ν’ ἀποδείξω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐντολὴ ἡ ἱερὰ, ἡ πλέον αὐστηρὰ τοῦ Πλαστήρα ἦτο αὐτὴ ἡ στερέωσις, ἡ παγίωσις, ἡ κραταίωσις τοῦ θρόνου). Λέγω λοιπὸν, ὅτι ὁ λαὸς εἶναι φύσει βασιλικός· διότι ἡ βασιλεία εἶναι τάξις, καὶ ἡ τάξις εἶναι πανταχοῦ, ὅπου ἰδιοκτησία, καὶ ἡ ἰδιοκτησία εἶναι διανεμημένη εἰς σύμπαντα τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀσπάζεται τὴν βασιλείαν καὶ νὰ μὴ τὴν ἀγαπᾷ μετὰ φίλτρου φλογεροῦ. Ἡ βασιλεία εἶναι ἀσπαστὴ, καὶ ἐν τούτοις ἡ βασιλεία εἰς χεῖρας ἀφοσιωμένων ἐπὶ 30 ἔτη μᾶς κατεπάτει τὰ δικαιώματα, ἐσύλησε τὰς μονὰς, ἐνόθευε τὰς κάλπας, προεκάλεσεν 14 ἐπαναστάσεις, πολλαὶ πεδιάδες, Κύριοι, ἐποτίσθησαν μὲ αἷμα ἑλληνικὸν πολλάκις ἀπὸ τὰ 44 μάλιστα καὶ ἀπὸ τὰ 33 μέχρι τοῦ 62, καὶ ὅλοι ἠνέχθημεν τὴν βασιλείαν διὰ τὴν βασιλείαν καὶ μὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ δεινὰ παραπτώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσε· βασιλείαν περὶ πολλοῦ ποιούμεθα πάντες καὶ τὴν βασιλείαν πρέπει νὰ περιφρουρήσωμεν καὶ διὰ τῶν συμβουλῶν καὶ τῶν καταγγελιῶν μας.
§334ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Λοιπὸν οἱ πληρεξούσιοι ἐστάλησαν, διὰ νὰ γείνουν καταδόται.
§335ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Καὶ πρέπει νὰ στιγματίζωμεν ἐκείνους, οἵτινες κατεβάζουν τὴν βασιλείαν εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ τὴν μεταχειρίζονται ὡς μέταλλον πενιχρὸν τῶν φατριαστικῶν συμφερόντων των. Ἔπρεπεν ὁ Κ. Πλαστήρας νὰ προβῇ εἰς τοῦτο, Κύριοι. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐξήγησιν, ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν ἐπαναστατῶν, καθὼς καὶ ὁ Κ. Πλαστήρας· ὁ Κ. Πλαστήρας μάλιστα ὑπέστη τὰς ἀλγηδόνας μακρῶν ἐγκαθείρξεων. Ἂν δὲ καὶ ἐφάνημεν ἐπὶ δύο ἔτη περιπτυσσόμενοι τόσον δυνατὰ εἰς τὰς ἀγκάλας ἡμῶν τὴν ἐπανάστασιν, ὥστε ἠκούσαμεν πολλὰ καὶ δεινὰ, οὐχ ἧττον τὴν ἐπανάστασιν τὴν ἐθεωρήσαμεν πάντοτε ὡς κακόν τι καὶ ἡμεῖς καὶ ὅλος ὁ κόσμος, καὶ τὸ Κράτος ᾐσθάνθη τοὺς κλονισμοὺς τῆς ἐπαναστάσεως· καὶ ἐμελετήσαμεν κατὰ βάθος, καθὼς ὅλοι ἐμελετήσατε, τὰς αἰτίας τοῦ κακοῦ αὐτοῦ. Ἡ βασιλεία ἤθελεν εἶσθαι ἀκράδαντος, καὶ ὁ Βασιλεὺς Ὄθων θὰ ἦτο ἐδῶ ἀκόμη, καὶ τὸ κακὸν τῆς ἐπαναστάσεως θὰ ἔλειπεν, ἐὰν οἱ αὐλικοὶ τοῦ ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν πάντες ἡμεῖς τοῦ ἐλέγομεν τὴν ἀλήθειαν. Δυστυχῶς ἐκρύπτετο ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τὸν Ἡγεμόνα, ἐκρύπτετο τὸ ποῦ ἐβαδίζομεν, ποῦ ἐτρέχομεν! καὶ ἰδοὺ ἡ βασιλεία ἔβαινε κατὰ κρημνῶν, καὶ μετὰ τῆς βασιλείας καὶ τὸ ἔθνος ἦλθεν εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον, καὶ ὅλοι ἐφωνάζομεν, ὅτι καθῆκον παντὸς πολίτου εἶναι νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν Βασιλέα, νὰ καταγγέλλῃ τοὺς ὑπηρετοῦντας τὸν Βασιλέα οὐχὶ διὰ τὴν βασιλείαν, ἀλλὰ διὰ τὰ καλὰ τῆς βασιλείας. Περὶ τὸν Βασιλέα Ὄθωνα ἦσαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι, Κύριοι, ὑπηρέτουν συμφέροντα ἰδικά των, καὶ οὐχὶ τοῦ Ὄθωνος αὐτοὶ ἐσχημάτιζον τοὺς καταλόγους τῶν Βουλευτῶν, αὐτοὶ ἐπέμβαινον εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, αὐτοὶ ἐδημιούργουν χιλίας δυσκολίας· αὐτοὶ προεκάλεσαν τόσα κακά. Τὸ ἔθνος βδελύττεται πλέον τοιαύτην κατάστασιν, καὶ ἕκαστος ἡμῶν ἔχει καθῆκον νὰ προλάβῃ τὴν θύελλαν, καὶ, ὅσον μακρὰν καὶ ἂν ᾖναι, νὰ τὴν προείπῃ. Ὁ νεαρὸς ἡμῶν Βασιλεὺς εἶναι ἁγνὸς δὲν μᾶς γνωρίζει εἰσέτι· θὰ μᾶς γνωρίσῃ ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς μας, θὰ μᾶς μάθῃ ἐκ τῶν ἐξηγήσεών μας· λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐντολὴ τοῦ Κ. Πλαστήρα ἦτο νὰ καταγγείλῃ τὴν ἐπέμβασιν τῶν αὐλικῶν· ἐντολὴ ὀδυνηρὰ κατ’ αὐτὸν καὶ κατ’ ἐμὲ ἀκόμη. Οἱ αὐλικοὶ πολλάκις ἀνεμίχθησαν εἰς τὰ πολιτικὰ σκανδαλωδῶς. Ἀφοῦ εἶχεν αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, καθῆκον εἶχεν ἀναπόδραστον ὁ Κ. Πλαστήρας νὰ τὴν καταγγείλῃ· ἔπραξε δὲ, λέγω, μίαν μεγάλην θυσίαν διὰ τὸν ἑαυτόν του, νὰ γίνῃ αὐτὸς τὸ θῦμα ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, νὰ προκαλέσῃ τὴν δυσμένειαν καὶ τὴν ποινὴν ὁλοκλήρου φατρίας· πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν τὸ ἔκαμνον.
§336ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύετε, ὅτι ἡ αὐλὴ τοῦ Γεωργίου κάμνει ὅσα ἔκαμνεν ἡ τοῦ Ὄθωνος;
§337ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Μάλιστα· ὁ Πλαστήρας, Κύριοι, εἶχεν ἐντολὴν νὰ καταγγείλῃ πάντας, οἱ ὁποῖοι προσπεποιημένως ὑπηρετοῦσι τὴν Βασιλείαν διὰ τὰ συμφέροντά των, καὶ τὸ ἔπραξε. Κύριοι, ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἔπρεπεν ὁ Κ. Πλαστήρας νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ἐὰν ἐπίστευεν, ὅτι οἱ αὐλικοὶ ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ τί ἐπερώτησιν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ; Οἱ αὐλικοὶ κατὰ τὰς ἰδέας τὰς ἐπικρατούσας παρ’ αὐτοῖς τοῖς ὑπουργοῖς δὲν εἶναι παντάπασιν ὑπάλληλοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἐπ’ αὐτῶν καμμίαν δικαιοδοσίαν, καμμίαν ἐπιτήρησιν. Εἰς τί εὐθύνεται λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἐπερώτησιν ὁ Κ. Πλαστήρας κατ’ αὐτῆς; Αὐτοὶ εἶναι ἄνθρωποι ἰδιῶται, ὑπηρέται τοῦ Βασιλέως· ἀλλ’ εἶναι τόσον ἐγγὺς τοῦ Βασιλέως ὥστε ἐὰν αὐτοὶ ᾖναι μόλυσμα, εἶναι πάντοτε κακόν τι διὰ τὴν Βασιλείαν. Ἐπερώτησιν λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ, δὲν ἦτο δυνατὸν κανένα ἄλλον τρόπον νὰ ἐκλέξῃ παρὰ ὃν τρόπον ἐξέλεξεν. Ἀλλ’ ἐνεθυμήθην, Κύριοι, ὅτι οἱ ἄλλοτε ἀφωσιωμένοι καὶ οἱ ἄλλοτε αὐλικοὶ ἐταύτιζον τὴν αὐλὴν μετὰ τοῦ προσώπου τοῦ Ἡγεμόνος, τὴν αὐλὴν μετὰ τοῦ Βασιλέως· καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ὑπῆρχον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρουν τὰς παραμικρὰς ἐκφράσεις κατὰ τῆς αὐλῆς ὡς ἀσέβειαν κατὰ τοῦ Βασιλέως. Ὄχι, Κ. Λόντε, ὁ Βασιλεὺς κάθηται πολὺ ὑψηλὰ εὐτυχῶς, διαφωνοῦμεν μόνον πρὸς τὴν αὐλὴν, ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ περιορίζηται εἰς τὰ καθήκοντά της ἀναμιγνύεται εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ σύρει πολὺ χαμηλὰ τὴν Βασιλικὴν πορφύραν, καταχρωμένη τῆς θέσεώς της. Ἀσέβεια ἤθελεν εἶσθαι ἡ παράλειψις τοῦ καθήκοντος, τοῦ νὰ εἴπῃ τις τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸ οὖς τοῦ Ἡγεμόνος. Κύριοι! Διατὶ νὰ λέγωμεν περὶ τόσον μεγάλης ὑποθέσεως κενὰς ἐκφράσεις ἄνευ οὐσίας; Δύο ὑπουργοὶ ἐλάλησαν, εὗρον ἀσεβῆ τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν· δὲν μᾶς ἔκαμαν ὅμως κᾀμμίαν ἀνάλυσιν, ἵνα ἴδωμεν ποῦ εἶναι ἡ ἀσέβεια. Ἐξ ἐναντίας, ἐὰν παύσουν τὰ φατριαστικὰ πάθη, ἐὰν ἕκαστος κατ’ ἰδίαν τὸ ἑσπέρας ἀναγνώσῃ αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν μόνος του, θὰ ἀνακαλύψῃ φλογερὸν πατριωτισμὸν, ὅτι ἦτο τὸ κύριον ἐλατήριον τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, πραγματικὴ ἀφοσίωσις καὶ ὄχι πονηρὰ καὶ δολία εἰς τὸν θρόνον. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ τρίτος παράγραφος «ὁ περὶ τοῦ Προέδρου ἀγὼν ἀπέβλεπε καθαρῶς τὴν διόρθωσιν τῆς αὐλῆς σου, ἥτις πρὸ πολλοῦ ἀντιστρατεύεται τῷ ὅρκῳ, ὅν περ πρὸς τὸ ἔθνος ἔδωκεν ὁ Συνταγματικὸς Βασιλεὺς, καὶ μία μεγάλη πλειονοψηφία εἰργάζετο νὰ ἐπαναφέρῃ ὁμαλῶς καὶ ἡσύχως εἰς τὴν τροχιάν της. Ἡ διαφθορὰ ὅμως ἐνίκησεν, ἀλλ’ ἡ νίκη τῶν αὐλικῶν εἶναι βλάβη τοῦ Βασιλέως καὶ συμφορὰ τοῦ ἔθνους.»
§338ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν μοὶ λέγετε, τί θέλει εἰς τὴν παράγραφον αὐτὴν ὁ ὅρκος τοῦ βασιλέως;
§339ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ ἐγώ. (Θόρυβος).
§340ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ Βασιλεὺς καὶ θέλει, καὶ ὡρκίσθη νὰ βασιλεύσῃ συνταγματικῶς. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι νεαρὸς, εἶναι νεογνόν· κυβερνοῦν ὅμως ἄλλοι. Οἱ κυβερνῶντες λοιπὸν κυβερνῶσιν ἐπιόρκως καὶ ἀντισυνταγματικῶς, καὶ κυβερνῶσιν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως.
§341ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε κρεμάσατε τοὺς ὑπουργούς.
§342ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μὰ δυστυχῶς δὲν κυβερνοῦν οἱ ὑπουργοί. «Τοιαύτην πολιτικήν....» πρὶν φέρωμεν τὴν συζήτησιν, Κύριοι, ἦλθον διάφοροι ἐδῶ ἀπεσταλμένοι καὶ εἶπον, ἡ ἐπιστολὴ αὕτη εἶναι μία ἀπειλὴ κατὰ τοῦ Βασιλέως, εἶναι ὕβρις κατὰ τοῦ Βασιλέως. Ἰδοὺ τί προκύπτει ἐκ τῆς τελευταίας παραγράφου τῆς ἐπιστολῆς· Θέλετε δικάσει σεῖς, ἐὰν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη προδίδει ἄνθρωπον ἀπειλοῦντα, περιφρονοῦντα τὴν Βασιλείαν, ἢ ἄνθρωπον πονοῦντα, κατατρυχόμενον ἀπὸ πόνον μὴ πάθῃ οὔτε ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς τοῦ Βασιλέως. «Τοιαύτην πολιτικὴν εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνεχθῇ ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ ἐλάχιστος ἐγὼ ὑπήκοός σου ἀπὸ εἰλικρινῆ πρὸς τὴν Βασιλείαν καὶ τὴν πατρίδα ἀγόμενος πόνον καθικετεύω τὴν Μεγαλειότητά Σου.» Ἔτσι ἀπειλοῦν, ἔτσι ὑβρίζουν; ὑπῆρξέ ποτε ἄνθρωπος ὑβρίζων, ὁ ὁποῖος νὰ γονατίζῃ ἐνώπιον τοῦ ἄλλου καὶ νὰ τοῦ λέγῃ. «Καθικετεύω τὴν Μεγαλειότητά σου νὰ σώσῃ ἀπὸ νέας περιπετείας τὴν πατρίδα, ἐν ᾗ ἐπεθύμησας νὰ ζήσῃς καὶ ν’ ἀποθάνῃς ὡς Ἕλλην». Ἠθέλησάν τινες νὰ προκαταλάβωσι τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως καὶ προεκάλεσαν τοσοῦτον θόρυβον· ἀλλὰ, Κύριοι! ἡ ἐπιστολὴ εἶναι ἐδῶ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχομεν οὔτε ἀσέβειαν ἐν τῇ ἐπιστολῇ, οὔτε ἀπειλὴν, οὔτε ὕβριν· καὶ ὁ Κ. Πλαστήρας δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ προβῇ εἰς ἀσέβειαν· εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος διεκινδύνευσε καὶ τὴν ζωήν του ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ὑπὲρ τῆς Βασιλείας τοῦ Γεωργίου· εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἠξεύρει ἴσως ν’ ἀποθάνῃ καλλίτερον ἀπὸ πολλοὺς, ἐὰν ὁ παραμικρὸς κίνδυνος ὑποφαίνηται κατ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ὁ Πλαστήρας δὲν ᾖναι ἔνοχος, ἐὰν κατ’ ἐμὲ προέβη εἰς θυσίαν τινὰ σημαντικὴν διὰ νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ ἓν καθῆκόν του, ἐὰν λέγω, τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἐπιστολῆς, θὰ περιορισθῶμεν ἕως ἐκεῖ; Κατ’ ἐμὲ, ὄχι Κύριοι! Εἷς πληρεξούσιος καταγγέλλει εἰς τὸν Βασιλέα, (δὲν ἐπερωτᾷ), καταγγέλλει, ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως οἱ αὐλικοὶ ἐφατρίασαν, ἀνεμίχθησαν σκανδαλωδῶς μετῆλθον μέσα· κατεχράσθησαν τῆς καλῆς πίστεως πολλῶν. Ἠπείλησαν, Κύριοι, καθὼς τὸ γνωρίζετε....
§343ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ψεύματα, δὲν γνωρίζομεν τίποτα.
§344ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι ἄτιμοι συκοφάνται, ἐὰν δὲν ὀνομάσουν ποῖοι εἶναι αὐτοί! εἶναι γνωστὴ ἡ πλειονοψηφία· 164 ψῆφοι ἦσαν τὴν προτεραίαν· προσετέθησαν οἱ τοῦ Κ. Ζαΐμη καὶ τοῦ Προέδρου, καὶ ἔγειναν 182. Εἶναι γνωστὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐψήφισαν καὶ δημοσίᾳ τὸ ὁμολογοῦν.
§345ΣΤ. ΜΑΚΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑβρίζει κατ’ εὐθεῖαν τοὺς πληρεξουσίους. (Θόρυβος).
§346ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἐκεῖνος ὑβρίζει.
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μά τί νὰ κάμω ἐγώ· ἀφ’ οὗ ῥίπτονται τοιαῦτα σκάνδαλα εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅταν λέγῃ, ὅτι μία μερὶς ὁλόκληρος διεφθάρη.... (θόρυβος)
§348ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ὀνομαστί· ἕνα ἂς ἀναφέρῃ ὀνομαστί! (θόρυβος).
§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι, ἐὰν δεικνύετε τοιοῦτον πάθος δὲν εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ κρίνετε περὶ τῆς πράξεως, καὶ τότε πράγματι πρέπει νὰ παραπέμψωμεν εἰς ἄλλο δικαστήριον.
§350ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅταν ὑβρίζῃ τὴν Συνέλευσιν.
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις δὲν ὑβρίζεταί ποτε· ὁ ὑβρίζων ὑβρίζει ἑαυτὸν. Εἰς τὴν τάξιν.
§352ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἦλθον νὰ κάμω ὑπαινιγμοὺς· ἦλθον νὰ εἴπω πράγματα· ἦλθον νὰ καταγγείλω καὶ νὰ ζητήσω ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως· ἦλθον νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα θὰ καταγγείλω, καὶ νὰ κάμῃ διάγγελμα ἡ Συνέλευσις εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς θεραπείαν, κατὰ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, διότι ὁ πρῶτος σύμβουλος τοῦ Βασιλέως εἶναι ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων, ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων, καὶ δύναται εἰς πᾶσαν περίπτωσιν διὰ διαγγέλματος νὰ ἀναγγείλῃ τὰς ἰδέας της. Ἡ Βασιλεία εἶναι ἀδάμας, ἀλλὰ μία ἐρυσίβη δεινὴ ἀγωνίζεται νὰ ἐγκαθιδρυθῇ περὶ αὐτήν. Ἡμεῖς θέλομεν τὴν Βασιλείαν γρανίτην στερεὸν μὲ βάσεις στερεάς. Εἴμεθα ἄνθρωποι, οἵτινες οὔτε ἐντρεπόμεθα, οὔτε φοβούμεθα κανένα. (θόρυβος). Καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ ἀποδειλιάσῃ ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ καθῆκόν της καὶ ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Βασιλέα..... (θόρυβος ἐκ δεξιῶν).
§353ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ στιγματίσητε τὴν διαφθορὰν, καὶ ἄν τινες τῶν συναδέλφων ὑπέκυψαν εἰς τὸ ἄτοπον, οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον, νὰ τὸ ἀναγγείλητε· δὲν πρέπει ὅμως νὰ λέγητε ἀόριστα, πρέπει νὰ ὁρίσητε καὶ τὰ πρόσωπα καὶ πράγματα.
§354ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κύριοι, ἐμβαίνω εἰς τὴν ὑπόθεσιν· ἤκουσα καὶ ἐγὼ καὶ τὸ ἐπίστευσα· δύναμαι νὰ ᾖμαι ἠπατημένος (θόρυβος) θέλει ἀποδειχθῆ ἂν ᾖμαι ἠπατημένος, διότι ὅλος ὁ κόσμος τὸ ἐπίστευσε........ (θόρυβος μέγας ἐκ δεξιῶν, καὶ ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).
§355ΠΟΛΛΟΙ. (ἐκ δεξιῶν) Ψεῦδος.
§356ΕΤΕΡΟΙ. (ἐκ δεξιῶν) Ὡρισμένα πράγματα ἀναφέρετε.
§357ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Μὴ ταράττεσθε, Κύριοι· δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κατηγορήσω κανένα, ὅτι ἔλαβε χρήματα, ἀλλ’ ὅτι κατεχράσθησάν τινες τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς καλῆς πίστεως πολλῶν πληρεξουσίων. Ἤκουσα καὶ τὸ πιστεύω, ὅτι ὑπασπιστής τις τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Κύριον Σπόνεκ... (θόρυβος).
§358ΠΟΛΛΟΙ. (ἐκ δεξιῶν) Τὸ ὄνομα, τὸ ὄνομα.
§359ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Καὶ μετέβη εἰς ὁμήγυριν πληρεξουσίων.
§360ΠΟΛΛΟΙ. (ἐκ δεξιῶν) Ποίαν; ὡρισμένα πράγματα.
§361ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ὀφείλετε νὰ ὁρίσητε ποίαν.
§362ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, δὲν ἐτελείωσα εἰσέτι τὸν λόγον μου...... τὴν προεδρείαν τὴν θέλομεν καθαρὰν, δὲν τὴν θέλομεν συνέπειαν φατριασμοῦ. Μετέβη ὑπασπιστὴς τοῦ Βασιλέως καὶ εἶπεν εἰς τὴν ὁμήγυριν αὐτήν......
§363ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ὑπασπιστής; (θόρυβος).
§364ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν καὶ θὰ τὸ μάθετε.
§365ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὅτι ἂν ὁ Δεληγεώργης ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, ἂν ἐκλέξητε τὸν Δεληγεώργην, ἀναχωρεῖ ὁ Κόμης Σπόνεκ, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἀναχωρεῖ καὶ ὁ Βασιλεύς. (καγχασμοὶ ἐκ δεξιῶν).
§366ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ποῖος τὸ εἶπε; (σάλος).
§367ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ πολιτικὸς βίος δι’ ἔντιμον ἄνθρωπον εἶναι ὅλος θυσία.... καὶ ἐγὼ θὰ τὸ εἴπω μὲ πᾶσαν θυσίαν μου...
§368ΠΟΛΛΟΙ. (ἐκ δεξιῶν) Τὴν ὁμήγυριν;
§369ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μὴ ταράττεσθε, Κύριοι! ἂν δὲν ἠθέλατε νὰ περιέλθητε εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, νὰ ταράττεσθε δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ κάμετε......(σάλος)
§370ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Σεῖς τὰ προεκαλέσατε. (σάλος)
§371ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὴν 6 ὥραν τῆς αὐγῆς εἰς τὸ Ξενοδοχεῖον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ὑπῆγεν ὁ Κ. Γεράσιμος Μεταξᾶς, ὁ ὑπασπιστὴς τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος καὶ εἶπε...... (γενικὸς θόρυβος, σάλος μέγας)......
§372ΠΟΛΛΟΙ. (ἐκ δεξιῶν) Πρὸς ποίους;
§373ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Πρὸς Ἑπτανησίους...... (Ἐνταῦθα πάντες οἱ Ἑπτανήσιοι ἐξεγείρονται μετ’ ἀγανακτήσεως κατὰ τοῦ ῥήτορος· ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς)
§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι! (θόρυβος μέγας, ἀποδοκιμασίαι ἐκ δεξιῶν, ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).
§375ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Διαμαρτύρομαι (Περὶ τὸ βῆμα ἔνθα ἵσταται ὁ ῥήτωρ, ὁ Μαρῖνος, οἱ δύο ἀδελφοὶ Βαλαωρῖται, Νικοκάβουρας, Βελιανίτης καὶ πολλοὶ ἄλλοι Ἑπτανήσιοι, πλήρεις θυμοῦ καὶ ἀγανακτήσεως ἔρχονται, λέγοντες πρὸς τὸν ῥήτορα «Εἶσαι ψεύστης!»
§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία Κύριοι! Ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος! (ὁ ῥήτωρ καταβαίνει τοῦ βήματος σάλος, μέγιστος) καθήσατε! δείξατε, ὅτι ἔχετε πατριωτισμόν!
§377ΑΡΙΣΤ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. ........ νὰ φύγωμεν!....... (ἐγείρονται πολλοὶ τῶν Ἑπτανησίων ἵνα ἀναχωρήσωσι).
§378ΠΟΛΛΟΙ. (ἐκ δεξιῶν) ὄχι, ὄχι.
§379ΜΑΡΙΝΟΣ. Σεβασθῆτε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν Ἑπτανησίων.
§380ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Καθήσατε, Κύριοι, νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν, (θόρυβος γενικός· συνομιλίαι θορυβώδεις μεταξὺ τῶν πληρεξουσίων καθ’ ὅλην τὴν αἴθουσαν).
§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις.....
§382ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι!
§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ συνεδριάσωμεν. (θόρυβος)
§384ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Νομίζετε, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν, διὰ νὰ σκοτωθῶμεν ἐδῶ μέσα; (θόρυβος, πάντες ὁμιλοῦσι, πάντες ἀγορεύουν καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ γενικοῦ τούτου σάλου ἀκούονται αἱ λέξεις «προδόται!... ψεῦσται!... «διαμαρτυρόμεθα!» Ὁ Πρόεδρος φορεῖ τὸν πῖλόν του καὶ ἀνίσταται ἐκ τῆς ἕδρας του.
§385ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα, πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§386ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις (κρούεται ἀδιακόπως ὁ κώδων· ἐξάγει ὁ Πρόεδρος τὸν πῖλόν του καὶ κάθηται· ἡ τάξις ἐπανέρχεται).
§387Σ. ΜΑΚΡΗΣ. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἱερότητα τοῦ βήματος πάντες! διότι δευτέραν φορὰν δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψωμεν εἰς κανένα νὰ διακόπτῃ. (θόρυβος)
§388ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Καὶ ὁ ἀγορεύων νὰ σέβηται τὴν ἱερότητα τοῦ βήματος.
§389ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Μὰ ὅ,τι εἶπον περὶ ἐπεμβάσεως τῆς αὐλῆς, δὲν ἐννοῶ διαφθορὰν, εἶμαι πολὺ μακρὰν νὰ τὸ πιστεύσω. Ἦλθεν ἡ ὁμιλία μου κατόπιν εἰς τὸ ὅ,τι ἡ αὐλὴ ἐνήργησεν· ἐπέμενε μία μερὶς νὰ εἴπω ὀνόματα, εἶπον, ὅ,τι ἤξευρον. Τώρα νὰ ἰδῶμεν τὶ εἶπον· ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας μετεχειρίσθην καὶ θὰ τὰς ἐπαναλάβω· λυποῦμαι δὲ, ὅτι ὅλως διόλου ἀντίθετον αἴσθημα ἀπεδόθη εἰς ἐμὲ ἀφ’ ὅ,τι ἐγὼ εἶχον πρὸς τοὺς Ἑπτανησίους, ὅλως διόλου ἀντίθετον. Τοὺς Ἑπτανησίους, Κύριοι, τῆς Ζακύνθου καὶ τῆς Λευκάδος ἐγὼ τοὺς ἔχω πατριώτας, ἐγὼ εἶμαι ἀστυγείτων· θὰ μὲ ἀπαντήσωσι χιλιάκις εἰς τὸν βίον καὶ χιλιάκις θὰ τοὺς ἀπαντήσω· εἶναι ἓν πήδημα ἀπὸ τὸ Μεσολόγγιον ἕως εἰς τὴν Ζάκυνθον. Τὸν φλογερὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑπτανησίων ἐγὼ ἐξετίμησα πάντοτε, καὶ ὅταν ἄλλοτε ἦλθον ἐνταῦθα καὶ ἐγένετο λόγος διὰ τὸ φλογερὸν αἴσθημα τοῦ ῥιζοσπαστισμοῦ, ὅπερ ἐθεωρεῖτο ἀπό τινας χίμαιρα, ἐγὼ ἔλεγον ὅτι ἡ ἰδέα εἶναι κραταιὰ, καὶ μίαν φορὰν θὰ ἀνακαινίσῃ τὴν Ἑλλάδα· ποῖα τὰ μέσα; ἔχω τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν παντοδυναμίαν τῆς ἰδέας. Ἐγὼ νὰ περιφρονήσω Ἑπτανήσιον! καὶ τὶ εἶπον, Κύριοι; Εἶπον κατεχράσθησαν οἱ αὐλικοὶ τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς εὐπιστίας τινῶν πληρεξουσίων· ὁ πατριωτισμὸς εἶναι ὄνειδος, τὸ ὁποῖον ἀποδίδω.
§390ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἶπες καὶ τῆς καλῆς πίστεως, ὅτι αἱ ψῆφοι ἐδόθησαν συνεπεία τῆς ἀπειλῆς.... (θόρυβος)
§391ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Εἶσθε ἢ δὲν εἶσθε ἀποφασισμένοι νὰ ψηφοφορήσητε τὸν Μεσσηνέζην ἢ Δεληγεώργην, εἶναι ἀδιάφορον· ἐγὼ εἶπα, ὅτι κατεβλήθη τὸ μέσον, ἴσως ἀπατῶμαι, ἂν γίνῃ ἀνάκρισις θὰ φανῇ· αὐτὸ θὰ προτείνω.... (θόρυβος) δὲν κάμνω διάκρισιν μεταξὺ Ἑπτανησίου καὶ ἑτέρου τινός. Ἐγὼ νὰ περιφρονήσω τοὺς Ἑπτανησίους; σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εὑρέθην εἰς ἀλγεινοτέραν θέσιν· ἀλλὰ προεκλήθην· ποῖος; ποῖος; μὲ ἠρώτων· εἶπον ὅ,τι τρέχει. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἔχουν πατριωτισμόν, εἶπον, ὅτι δὲν μᾶς γνωρίζουν, καὶ ὅτι δύνανται εἰς χεῖρας τῶν αὐλικῶν ν’ ἀποπλανηθῶσιν.
§392ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Οὔτε αὐλικὸν, οὔτε σὲ, οὔτε κανένα γνωρίζω.
§393ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἂν ἐπήρχετο ἡ ἰδέα, ὅτι ἐπεκρέματο ὁ μέγας αὐτὸς κίνδυνος εἰς τὴν Ἑλλάδα, βεβαίως θὰ ὑπέκυπτον καὶ ἐγὼ, καὶ βεβαίως θὰ ὑπέκυπτε πᾶς τις, διότι τοῦτο εἶναι ἔργον πατριωτισμοῦ· καὶ ἂν ὑπέκυψαν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐν καλῇ τῇ πίστει ὑπέκυψαν· εἶναι μάλιστα ἓν τεκμήριον ἀκραιφνοῦς πατριωτισμοῦ ἡ τοιαύτη τῶν Ἑπτανησίων διαγωγή. Ταῦτα ἤθελα νὰ ὑποστηρίξω· καὶ προτείνω νὰ γείνῃ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν νὰ ἐκλέξῃ ὁ Κ. Πρόεδρος, ἀπὸ 12 μέλη, ἡ ὁποία νὰ κάμῃ τὴν ἀνάκρισιν τῆς διαγωγῆς τῶν αὐλικῶν, ἂν ἐπενήργησαν ὅπως δήποτε εἰς τὰς ἐκλογάς· (θόρυβος).
§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον, (ἐγείρονται πολλοὶ ἐκ δεξιῶν λέγοντες ἐφωτίσθημεν). Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἐφωτίσθησαν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.
§395ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἐφωτίσθη. (ἐγείρονται ἐξ ἀριστερῶν πολλοὶ νὰ ἀναχωρήσωσι.)
§396ΜΑΚΡΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως προτείνω, ἂν ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις.
§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλεσμα. (πολλοὶ ἐξ ἀριστερῶν ἀναχωροῦσι).
§398ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. (εἰσερχόμενος δρομαίως εἰς τὴν αἴθουσαν). Κύριε Πρόεδρε! μᾶς ἀπειλοῦσιν ἔξω, (θόρυβος).... δὲν μᾶς ἀφίνουν ἔξω ν’ ἀναχωρήσωμεν.... (ἐγείρεται σάλος μέγιστος ἐκ τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§399ΒΑΣΟΣ. Δὲν εἶναι τίποτε.....
§400ΜΑΚΡΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§401ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Προτείνω νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις καὶ ν’ ἀρχίσῃ αὔριον, καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν νὰ διαρκέσῃ. (θόρυβος).
§402ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς προϊὸν τῆς συζητήσεως ὑποβάλλονται δύο προτάσεις... (θόρυβος).
§403ΚΑΛΟΣ. Πρέπει νὰ μᾶς δοθῇ ὁ λόγος, διότι ἐνδιαφέρεται τὸ κράτος... ἡ καταπίεσις τῆς πλειοψηφίας κατὰ τῆς μειοψηφίας (θόρυβος).
§404Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ν’ ἀποβάλλωμεν τὰ σωματεῖα (θόρυβος).
§405ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἔχω πρότασιν ὅλως διόλου ἰδιαιτέραν.... (θόρυβος).
§406ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀφήσατε ὅλην τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου!
§407ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε τελευταῖοι· οὐδεὶς σᾶς διέκοψεν· εἴπατε πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς προσβολαὶ κατὰ τῆς Συνελεύσεως......
§408ΚΑΛΟΣ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐξέθεσεν ἀρχὰς, τὰς ὁποίας δὲν ἀσπαζόμεθα· ὀφείλετε νὰ μᾶς ἀκούσητε (θόρυβος).
§409ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ Κ. Καλοῦ δὲν ἔχουσιν ὑπόστασιν· ἡ Συνέλευσις δὲν ἔγεινε μόνον διὰ τὸν Κύριον Καλόν. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου) Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον! Ὡμίλησαν ἐκ τῆς μερίδος ταύτης δύω δεινοὶ ῥήτορες..... (Τινὲς πληρεξούσιοι προσέρχονται εἰς τὸ βῆμα λέγοντες εἰς τὸν Πρόεδρον). Δὲν ἔχομεν ἀσφάλειαν! δὲν μᾶς ἀφίνουν νὰ ἐξέλθωμεν!
§410ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διορίζω τὸν Κ. Σχινᾶν, τὸν Κ. Μαυρομιχάλην, καὶ τὸν Κ. Σ. Ἀντωνιάδην, διὰ νὰ ἐξέλθωσι νὰ παρατηρήσωσιν ἐὰν ἀληθῶς ἐμποδίζεται ἡ ἔξοδος τῶν πληρεξουσίων. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξελθοῦσα μετ’ ὀλίγον ἐπανέρχεται.
§411ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ Κ. Πρόεδρος μὲ προσεκάλεσε νὰ ὑπάγω νὰ παρατηρήσω ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἐδόθη διαταγὴ νὰ ἐμποδίζωσι τοὺς πληρεξουσίους νὰ ἐξέρχωνται· καὶ ἐμάθομεν, ὅτι χωρὶς νὰ δώσῃ διαταγὴν οὔτε ὁ Κ. Πρόεδρος, οὔτε ὁ Κ. Φρούραρχος, ὅτι κἄποιος ἔδωσε τοιαύτην διαταγήν.
§412ΖΩΤΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἀσφάλειαν! (θόρυβος).
§413ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπαναλαμβάνετε, ὅτι ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου μετεχειρίσθησαν βίαν ἐπὶ τῶν προσώπων τῶν πληρεξουσίων, ἐπειδὴ τὸ τοιοῦτον εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ, ὅτι διατελεῖ ἡ Συνέλευσις ὑπὸ τὴν πίεσιν οἱουδήποτε, πολὺ περισσότερον τῶν ἀνθρώπων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ἡ φύλαξις της Συνελεύσεως, καὶ ὅτι ἡ Συνέλευσις προέβη ὑπὸ τὴν πίεσιν εἰς οἱανδήποτε ἀπόφασιν, πολὺ περισσότερον, ὅταν πρόκηται περὶ ἑνὸς πληρεξουσίου καὶ περὶ τῆς διαγωγῆς αὐτοῦ πρὸς τὸν ἀνώτατον Ἄρχοντα, προτείνω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διαλύσω τὴν συνεδρίασιν.
§414ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι. (Ἀριστερόθεν ἀναχωροῦν πάντες).
§415Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὅταν ἡ πλειοψηφία θέλῃ νὰ συζητήσωμεν, θὰ συζητήσωμεν.
§416ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶσθε πλήρεις.
§417ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§418ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ πέντε λεπτὰ διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγουν· (ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης καὶ μετ’ ὀλίγον ἐπανέρχεται). Σᾶς λέγω, ὅτι εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ φύγητε, ὅσοι θέλετε· ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ διαλύσω τὴν συνεδρίασιν, ἂν δὲν μοῦ δώσῃ τὴν ἄδειαν ἡ πλειοψηφία. Ἡσυχία λοιπὸν, Κύριοι, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἤμεθα πλήρεις. Δύω ψηφολέκται (προσέρχονται ὡς τοιοῦτοι οἱ Κύριοι Καλὸς καὶ Πανούσης). Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§419ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης.
§420ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον.
§421ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν δευτέραν.
§422ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἶναι ἡμέρα συνεδριάσεως· ἐγὼ θὰ ἦμαι εἰς τὴν ἕδραν μου, καὶ ἂν ἔλθητε, θὰ συνεδριάσωμεν.
§423ΚΑΛΟΣ. Δὲν δύναται ν’ ἀποφασισθῇ τίποτε, μὴ οὔσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως.
§424ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν αὔριον νὰ συνεδριάσωμεν ἕνεκα τῆς ἑορτῆς.
§425ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 7 καὶ 25 Μ.Μ.)
Ὁ Πρόεδρος,
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς, Σ. Λογιωτατίδης.