1864.08.11
2,122 rows · 17,010 words · 237 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 295.
Τῆς 11 Αὐγούστου 1864.
(Τρίτη).
Ὥρα 11 π. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνεκρίθησαν. Ὑπεβλήθησαν τινὲς προτάσεις. Πρότασις Μακρῆ, Βελιανίτου καὶ λοιπῶν. Ἄρθρ. 1. Τὰ καθήκοντα τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς Ἀστυνομίας, καὶ τὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑγειονομείου τὰ ἄχρι τοῦδε ἐν τῇ νήσῳ Παξῶν ἐξασκούμενα παρ’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, διαιροῦνται καὶ θέλει τοῦ λοιποῦ ἀνατεθῶσιν εἰς δύω πρόσωπα. Ἄρθρ. 2. Ὁ ἐν τῷ μισθολογίῳ τῆς Ἑπτανήσῳ ὡρισμένος μισθὸς θέλει ἑπομένως ἐξ ἴσου διανέμεται μεταξὺ τῶν εἰρημένων δύω ὑπαλλήλων. Κατὰ τὸν κανονισμὸν θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὰ τμήματα.
§4ΚΑΛΟΣ. Προσδιορίζεται ἡ ἡμέρα τῆς ἀναπτύξεως καὶ, ὅταν ἡ Συνέλευσις κηρύξῃ τὴν πρότασιν συζητήσιμον, τότε παραπέμπεται εἰς τὰ τμήματα.
§5ΜΑΚΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῆτε ἀμέσως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, Κ. Μακρῆ, ἡμέραν ἀναπτύξεως.
§7ΜΑΚΡΗΣ. Τὸ προσεχὲς Σάββατον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Πετιμέζη, ἥτις ἀφορᾷ ὁδὸν καὶ θέλει ἀκολουθήσει τὴν πρέπουσαν ὁδόν. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Μαρίνου. Πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθν. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν. Οἱ ὑποφαινόμενοι πληρεξούσιοι προτείνουσι τὸ ἑξῆς ψήφισμα. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθν. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Φροντίδι τῆς Κυβερνήσεως θέλει ὅσον τάχιον διοργανωθῆ ἐν ἑκάστῃ τῶν Ἰονίων νήσων ἡ Ἐθνοφυλακὴ κατὰ τὰ διατεταγμένα ὑπὸ τῶν περὶ τοῦ σώματος τούτου Νόμων καὶ Κανονισμῶν. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 11 Αὐγούστου 1864. Ἰωάννης Μαρῖνος, Ἀνδρέας Βλαντῆς, Τ. Μαράτος, Μάρκος Καλκάνης, Ι. Βελιανίτης, Ἀλέξανδρος Σταματόπουλος, Βαπτιστὴς Σάββα Ἄννινος, Α. Νικοκάβουρας, Ν. Λοῦβρος, Νικόλ. Παγκράτης, Φραγκῖσκος Κουερῖνος, Μηνᾶς Καρύδης, Δ. Ι. Πατέλης, Νικόλ. Μ. Βαλσαμάκης, Γεράσιμος Σέρβος, Περικλῆς Σταῦρος, Εὐστάθιος Πήλλικας.
§9ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νόμου, εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διοργανώσῃ ἀμέσως τὴν Ἐθνοφυλακήν.
§10ΚΑΛΟΣ. Εἶναι γενικὸς νόμος.
§11ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἅμα εἶναι ἀσπαστὴ ἡ πρότασις, νομίζω, ὅτι εἰμπορεῖ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἄνευ συζητήσεως.
§12Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὡς ἀρχὴ εἶναι βεβαίως περιττὸν τὸ ψήφισμα· ἂν ὅμως χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ ἐπισπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐκτέλεσίν του, δὲν εἶναι διόλου περιττόν. Ἑπομένως προτείνω ἀμέσως τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ.
§13ΚΑΛΟΣ. Φρονῶ ἡ πρότασις αὕτη νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρᾶξις, γνωμοδότησις.
§14ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Ὁ περὶ ἐθνοφυλακῆς νόμος τῆς Ἑλλάδος ἀναμιγνύει τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐθνοφυλακῆς. Δημοτικοὺς συμβούλους δὲν ἔχομεν. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἀναθέσωμεν τὰ καθήκοντα τοῦ Δημάρχου εἰς τὸν Ἔπαρχον.
§15ΜΑΡΙΝΟΣ. Αὐτὴν τὴν πρότασιν διάφοροι τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου προσηνέγκαμεν, διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀνάγκην, ὅπως εἰσαχθῇ καὶ εἰς τὰς Ἰονίους νήσους ὅσον τάχιον τὸ σύστημα τῆς ὑπάρξεως τοῦ σώματος τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μιᾶς προτάσεως, διότι ὁ περὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς νόμος καὶ τὰ ψηφίσματα, ὅπου ὑπάρχουν, ἐγένοντο ὅλα θεωρουμένου τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ὡς ἀπηρτίζετο πρότερον. Ἐκρίνομεν λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μιᾶς τινος προτάσεως ὅπως αὐτοὶ οἱ νόμοι ἐφαρμοσθῶσιν καὶ εἰς τὰς Ἰονίους νήσους. Τοῦτο καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τῶν εἰπόντων, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι περιττή. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας νομίζει ὁ Κ. Μιλιαρέσης, ὅτι δύνανται νὰ ἀναφυῶσιν, περὶ τούτου ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω παρ’ αὐτοῦ πρότασίν τινα συγκεκριμένην, διότι ἀγνοῶ καὶ ἐγὼ τὸν περὶ ἐθνοφυλακῆς καταστατικὸν νόμον. Εἶδον τῷ ὄντι, ὅτι αὐτὸ ἐνέχει καὶ τὴν ἐπέμβασιν δημάρχου καὶ ἐνίοτε δημοτικῶν τινων συμβούλων· ἐνόμισα δὲ, ὅτι ἐν τῇ ἐνεστώσῃ καταστάσει, καθὼς αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπάρχουσιν, αὐτὰ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς τὸν δήμαρχον καὶ εἴς τινας δημοτικοὺς συμβούλους, δύνανται εὐκόλως ν’ ἀναπληρωθῶσιν παρὰ τῶν ὑπαρχόντων ἐπαρχιακῶν, ἤτοι δημοτικῶν συμβούλων· ὥστε περὶ τὴν ἐφαρμογὴν δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ σπουδαία τις δυσκολία· ἀφ’ ἑτέρου ἡ Κυβέρνησις, προβαίνουσα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς τῆς προτάσεως, τοὐτέστιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ ἐθνοφυλακῆς νόμου εἰς τὴν Ἑπτάνησον, δύναται νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν ἐγχώριον Κυβέρνησιν ὁδηγίας, περὶ τῶν καθ’ ἕκαστα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ δυσκολία πρὸς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως. Ἀναγινώσκεται ἑτέρα πρότασις Ι. Ἀννίνου περὶ ἀστυνομικῶν μέτρων κ.τ.λ. ὡς ἑξῆς.
§16Ι. ΑΝΝΙΝΟΣ. Νὰ ἀνασταλῇ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν εἴπετε νὰ γείνῃ διόρθωσις τοιαύτη. Ἔστειλα τὰ πρακτικὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Τώρα λοιπὸν θέλω διαβιβάσει τὴν ἐπερώτησιν ταύτην εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Τὸ ἄλλο μέρος εἶναι πρότασις καὶ θέλει σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἀφομοιώσεως.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἠκούσατε τὴν πρότασίν τινων πληρεξουσίων, Ἀννίνου, Μαρίνου, Βλαντῆ καὶ λοιπῶν, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι· «Φροντίδι τῆς Κυβερνήσεως θέλει ὅσον τάχιον διοργανωθῇ ἐν ἑκάστῃ τῶν Ἰονίων νήσων ἡ ἐθνοφυλακὴ κατὰ τὰ διατεταγμένα ὑπὸ τῶν παρὰ τοῦ Σώματος τούτου Νόμων καὶ Κανονισμῶν.» Κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα ἀναπτύξεως. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσουν παρὰ τῆς Συνελεύσεως τὸ κατεπεῖγον· τότε θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§20ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λέγω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι πρωτοφανῶς ὑποβάλλονται εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἀκολουθοῦσι τὴν θέσιν τῶν τμημάτων καὶ τῶν ἐπιτροπῶν. Ἡ πρότασις ζητεῖ τὴν σύστασιν τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ὑπάρχει νόμος, ὅστις θέλει ἐφαρμοσθῆ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτάς, ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἡμεῖς ἕνα καταστατικὸν νόμον, πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ καταστατικὸς νόμος. Ἀλλ’ ὁ Κ. πληρεξ. ὁ προαγορεύσας εἶπεν, ὅτι τὰ καθήκοντα τῶν δημάρχων δύνανται ν’ ἀνατεθῶσιν εὐκόλως εἰς τὸν Ἔπαρχον. Ἡ Συνέλευσις, φρονῶ, ὅτι ἐπὶ ζητημάτων τοιούτων δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἐλαχίστην ἀντίῤῥησιν· ἀπολείπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ τὴν ἐθνοφυλακὴν καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ διαφορὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, τότε ἡ Κυβέρνησις συνεννοουμένη μὲ τὰς ἐκεῖ ἀρχὰς νὰ ῥυθμίσῃ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι ἁπλῶς ἡ Συνέλευσις νὰ στείλῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν παραγγέλλουσα αὐτὴν νὰ ἐπέλθῃ ὅσον τάχιον ἡ σύστασις τῆς ἐθνοφυλακῆς.
§21ΜΑΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀναφορὰ ἀλλὰ πρότασις ψηφίσματος.
§22ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε Κύριοι, ὅτι πρὸ καιροῦ εἶχον παρακαλέσει τὴν Συνέλευσιν νὰ εἰπῇ τί γίνεται περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἡ ἐθνοφυλακὴ τῶν ἐπαρχιῶν...
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴν ἀναμιγνύησθε εἰς αὐτό.
§24ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Θέλω νὰ τὸ συσχετίσω.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ νὰ μὴ τὸ συσχετίσητε· φέρετε μίαν πρότασιν. Ἐπειδὴ ἠγέρθη τὸ ζήτημα, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι νομοθετικὸν ἔργον, διὰ τοῦτο ἐπέτρεψα τὸν λόγον. Ἄλλως εἰμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε περὶ κατεπείγοντος.
§26ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριε πρόεδρε, ἀντίκειμαι ὅλως εἰς τὴν παραγγελίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διατάσσει, ἡ δὲ διοίκησις ἐκτελεῖ. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις δώσῃ παραγγελίαν, θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τοιοῦτον καθῆκον καὶ ἑπομένως θέλει τὴν ἐνισχύσει, ἐνῷ σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ἀντικείμενον νομοθετικὸν. Εἷς τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου εἶπεν, ὅτι κάλλιστα εἰμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ περὶ ἐθνοφυλακῆς νόμος εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διότι ὁσάκις καλοῦνται ὑπὸ τοῦ νόμου οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, δύνανται νὰ ἀναπληρωθοῦν διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορά. Πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰδικὸς νόμος καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι τοὺς δημάρχους, τοὺς ὁποίους θέλει τὸ δεῖνα ἄρθρον θὰ τοὺς ἀναπληρώσῃ ὁ Ἔπαρχος.
§27ΜΑΡΙΝΟΣ. Ζητῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ θεωρηθῇ κατεπείγουσα ἡ πρότασις, ὅπως συζητηθῇ εἰς τὴν πρώτην ἑπομένην συνεδρίασιν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν περὶ τοῦ κατεπείγοντος. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον νὰ ἐγερθῶσιν. (ἀνίστανται σχεδὸν ὅλοι) Ἑπομένως θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ λάβει θέσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὁ Κ. Ι. Ἄννινος δίδει μίαν πρότασιν εἰς τὸν Κύριον Πρόεδρον.)
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφασίσθη, Κύριε Ἄννινε, πλέον παρὰ τῆς Συνελεύσεως νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἀφομοιώσεως.
§30Ι. ΑΝΝΙΝΟΣ. Εἶναι μέτρα ἀστυνομικὰ, τὰ ὁποῖα βασανίζουν τὸν κόσμον.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνόμισεν ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἀφορᾷ τὴν νομοθεσίαν, καὶ τὴν παρέπεμψεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἀφομοιώσεως. — Ὁ πληρεξούσιος Κ. Λιβαδᾶς μοὶ ὑπέβαλε νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διαφόρους διασαφήσεις· πρέπει νὰ τὸ ἀναφέρω εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ νὰ ἀποφασίσῃ. Ἀναγινώσκονται δύω προτάσεις τοῦ αὐτοῦ πληρεξουσίου, δι’ ὧν ἐπιζητοῦνται καὶ ἔγγραφα ἐξ Ἑπτανήσου.
§32ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Πρὸς ποῖον σκοπόν;
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνέγνωσα «Τὰ ἔγγραφα ταῦτα θέλει χρησιμεύσουν ὡς πραγματικὴ καὶ ἐπίσημος ἀπόδειξις, πρὸς λύσιν σοβαρῶν ζητημάτων ἐπὶ προτάσεων, αἱ ὁποῖαι θέλω τὸ ταχύτερον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν σκέψιν καὶ ψῆφον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως.»
§34ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς συγχωνεύσεως, ἥτις, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην, θὰ τὰ ζητήσῃ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ Κ. Λειβαδᾶς δὲν χρήζει ἄλλης παρατηρήσεως, παρὰ ἐὰν ᾖναι εὔκολον νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα ἐξ Ἑπτανήσου· διότι τὸ νὰ ζητῇ ἐπίσημα ἔγγραφα νὰ ἔλθουν διὰ νὰ χρησιμεύσουν εἰς διαφώτισιν τῆς Συνελεύσεως, τοῦτο εἶναι ἁπλούστατον πρᾶγμα.
§36ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Ἡ ἐργασία εἶναι εὐκολοτάτη, διότι εἶναι τώρα διακοπαὶ, ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι δίχως ἐργασίαν, καὶ εἰμποροῦν μὲ μεγάλην εὐκολίαν νὰ ἔλθουν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, διότι θὲ νὰ ὑποστηρίξουν ζητήματα πολὺ σοβαρὰ διὰ τὰ κοινωνικὰ πράγματα τῆς Ἑπτανήσου καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων Κερκυραίων. Μᾶς εἶπον 20, 30 πληρεξούσιοι, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὴν Κέρκυραν εἶναι μία ἀδικία, καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς καὶ ἄλλοι εἶπον ὄχι, εἶσθε ψεῦσται, δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν. Λοιπὸν ὅταν ἔλθουν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα θέλει ἰδεῖ αὐτὰ τὰ πράγματα. Τί ὁρίζει ἡ εὐγενεία του; νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν ἐπιτροπήν; εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθουν ἐδὼ πάραυτα καὶ ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἔρχονται.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θέλω διαβιβάσει τὴν αἴτησιν αὐτὴν εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν, ὅστις βεβαίως θέλει ζητήσει τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ ἂν εὑρεθῇ δυσκολία, θὰ μᾶς εἰδοποιήσῃ. —Ἐπίσης ὁ αὐτὸς πληρεξούσιος ὑπέβαλε τροπολογίας εἰς ἄρθρα τινὰ τοῦ Συντάγματος. Θέλουσι τυπωθῆ. — Ὁ Κ. Πύρλας ἔχει τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§38ΠΥΡΛΑΣ. Ὑπάρχουν τινὲς τῶν πρώην Γερουσιαστῶν, λείψανα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν μεγαλειτέραν πενίαν καὶ ἀναγκάζονται πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ τείνωσι χεῖρα ἱκέτιδα. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη προηγουμένως κατὰ πρότασιν ἑνὸς πληρεξουσίου, μοὶ φαίνεται τοῦ Κυρίου Καλοῦ, διὰ νὰ δώσῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς πληροφορίας περὶ τῶν προσώπων αὐτῶν, δηλαδὴ τί μέτρα ἔλαβε πρὸς ἐξοικονόμησιν αὐτῶν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἐξακολουθήσωμεν, νὰ δώσωμεν μίαν πληροφορίαν εἰς τὸν ὁμιλοῦντα. Ὁ Κ. Καλὸς ἐπρότεινε νὰ προτιμηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Νόμου ἐκείνου τοῦ ἀφορῶντος τὴν πίστωσιν διὰ τοὺς Γερουσιαστὰς, ἐπειδὴ δὲ εἴχομεν ἄλλο ζήτημα, τὸ Κερκυραϊκὸν, εἶπεν ἡ Συνέλευσις, ὅτι ὅταν ἔλθῃ τὸ ά Νομοσχέδιον, τότε θὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις περὶ προτιμήσεως αὐτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου.
§40ΠΥΡΛΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι μόνον τὴν σύντονον ἐνέργειαν ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, διότι εἶναι λυπηρὸν αὐτοὶ νὰ λιμώττουν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, εἶναι ἐξακολούθησις τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἀναστολὴν τῶν καταδιώξεων. Παρακαλῶ· διὰ νὰ ἐνθυμηθῇ ἡ Συνέλευσις ἀναγινώσκομεν ἐκ νέου τὰς προτάσεις. ΨΗΦΙΣΜΑ κτλ. Ἡ Συνέλευσις λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τῶν πληρεξουσίων κερκύρας περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ά) Ἄχρις οὗ ἡ Συνέλευσις λάβῃ ὁριστικὰ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος Κερκύρας μέτρα, ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου τοῦ ὁρίζοντος τὴν προσωπικὴν κράτησιν τῶν ἐν Κερκύρᾳ χρεωστῶν ἀγροληπτικῶν μεριδίων, σολιοστίκων καὶ ἑτέρων χρηματικῶν παροχῶν. βʹ) Ἐξουσιοδοτεῖται ἡ Κυβέρνησις ὅπως διὰ διατάγματος ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων συλλήψεως, κωλύσῃ τὴν ἔκδοσιν ἑτέρων καὶ διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν ὑπὸ κράτησιν διατελούντων ὀφειλετῶν.
ΧΡΗΣΤΟΔ. ΠΟΦΑΝΤΗΣ, ΚΩΝΣΤ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ,
ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ.
Πρότασις. Τὸ ὑπὲρ τῆς Κερκύρας ζητούμενον μέτρον περὶ ἀναστολῆς καταδιώξεως δι’ ἰδιωτικὰ χρέη νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 8 Αὐγούστου 1864.
Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ, ΑΛΕΚΟΣ ΑΧΟΛΟΣ.
Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· Ἄρθρον 1. Μέχρι νεωτέρας διατάξεως ἀναστέλλεται ἡ προσωπικὴ κράτησις κατὰ τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀγροληπτῶν πρὸς ἀπότισιν χρεῶν πηγαζόντων ἐξ ἀγρομισθώσεως. Ἄρθρον 2. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατούμενοι ἀπολύονται. Ἄρθρον 3. Διὰ τῶν ἀνωτέρω διατάξεων οὐδόλως παραβλάπτονται τὰ κατὰ τῶν ἀγροληπτῶν τούτων δικαιώματα τῶν ἀγροδοτῶν ἢ τιμαριούχων.
Α. ΚΑΛΟΣ.
Αὗται εἶναι αἱ προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν πρῶτος ἠγόρευσε μετὰ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Λομβάρδος, πρῶτος ὡμίλησε κατὰ ὁ Κύρ. Κεχαγιᾶς, ἔπειτα ἀνέπτυξε τὴν πρότασίν του ὁ Κύρ. Καλός. Ὑπὲρ τῆς προτάσεως ὡμίλησεν ὁ Κύρ. Παντολέων καὶ, κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς, ὡς δεύτερος ἐγγεγραμμένος, ἔρχεται ὁ Κύριος Ἀθανάσιος Πετσάλης.
§42ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αἰσθάνομαι πολλὴν δυσχέρειαν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀκροσφαλοῦς αὐτῆς ὑποθέσεως, διότι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς τὰ αἰσθήματά μου καὶ ἡ διάθεσίς μου εἶναι ὑπὲρ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν οἱ ἔντιμοι πληρεξούσιοι Κερκύρας ὑπέβαλον εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ἀφ’ ἑτέρου ἀρχαί τινες αὐστηραὶ, παραδεδεγμέναι ὑπὸ τῶν πολιτισμένων κοινωνιῶν καὶ οἱ κανόνες τῆς αὐστηρᾶς λογικῆς, ἐφαρμοζομένης ἐπὶ τῶν πραγμάτων, μὲ ἀναγκάζουν νὰ ἀπομακρυνθῶ. Δὲν ἤθελον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, διότι ἐφοβούμην, ὅτι ἠδυνάμην νὰ παρεξηγηθῶ· αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέτρεψεν ἀπὸ τοῦ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῶν πρώτων συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τῶν πρώτων δύω ἄρθρων τοῦ Συντάγματος περὶ θρησκείας, καθόσον αἱ μεταβολαὶ ἐπροτείνοντο πάλιν ὑπὸ πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου. Μετὰ τὴν λογικὴν καὶ πλήρη ἰσχυρῶν ἐπιχειρημάτων ὁμιλίαν τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, πληρεξουσίου Ἀττικῆς, ἐθεώρουν τὴν ὑπόθεσιν ἐξηντλημένην, καὶ ὅτι ἡ Συνέλευσις ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν. Ὁ φίλος μου Κύριος Παντολέων, πληρεξούσιος Ἀδριανουπόλεως, ἐξέθεσε πολλὰ καὶ καλὰ πράγματα, πάντοτε βαδίζων ἐπὶ ἀρχῆς ἐλευθέρας, ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, δὲν ἐπλησίασεν κἂν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Τοιουτοτρόπως, ἀφοῦ ἀντιῤῥήσεις ἰσχυραὶ δὲν ἐγένοντο κατὰ τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ἠδύνατο ἡ ὑπόθεσις δικαίως νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξηντλημένη, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ λέγων εἶναι ἀδύνατον νὰ δυνηθῇ νὰ διατηρῇ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν προσοχὴν 300 ὡς ἔγγιστα ἀνδρῶν, ἐπαναλαμβάνων τὰ αὐτὰ πράγματα, εἴτε λέγων πράγματα οὐδενὸς λόγου ἄξια. Λέγω δὲ ταῦτα, καθόσον εἰς τὴν ὁμήγυριν ταύτην ὑπάρχουν καὶ ἄνδρες σπουδαῖοι, ἐξησκημένοι πολὺ εἰς τὰ νομοθετικὰ πράγματα καὶ εἰς τὴν λύσιν αὐτῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκαλέσθην νὰ ὁμιλήσω κατὰ συνέπειαν τῆς ὑπαρχούσης ἐγγραφῆς μου, διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, θέλω προσπαθήσει ὅσον οἷόν τε νὰ ἀναφέρω πράγματα κατὰ τὴν ἰδίαν μου κρίσιν, χωρὶς νὰ καταφύγω εἰς ἐπαναλήψεις· ἐὰν δὲ τὰ πράγματα ταῦτα θὰ ἦναι ἄξια τῆς ὑμετέρας προσοχῆς καὶ ἐκτιμήσεως ἢ ὄχι, αὐτὸ πλέον δὲν μένει εἰς ἐμὲ νὰ τὸ προμαντεύσω. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου δύω τόποι, ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Ἑπτάνησος ἐνεπνέοντο ὑπὸ σφοδρῶν αἰσθημάτων ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ἀλλὰ δυστυχῶς οὔτε ὁ εἷς τόπος ἐγνώριζε τὴν νομοθεσίαν, τὰ ἤθη καὶ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ ἑτέρου, οὔτε ὁ ἕτερος τοῦ πρώτου.
§43ΤΙΝΕΣ. (Ἐκ τῶν Ἰονίων). Ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν.
§44ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅ,τι γινώσκετε καὶ ὅ,τι γινώσκομεν εἶναι λίαν ἀτελές.
§45Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§46ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψητε μάλιστα νὰ ἐκφρασθῶ μὲ τὴν ἐλευθερίαν, μὲ τὴν ὁποίαν συνηθίζω, ὡς γνωρίζουν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοί μου, μετὰ τῶν ὁποίων εἶμαι ἀπὸ πρότερον σχετισμένος, θέλω εἰπεῖ, ὅτι ἴσως ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης τῶν ἀπαιτουμένων γνώσεων, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ, οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου ὑπέπεσαν καὶ εἰς πολλὰς ἀποπλανήσεις ἐνταῦθα, ἐλθόντες εἰς τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἦσαν προηγουμένως ἐξοικειωμένοι μὲ τὰ πρόσωπα, ὄχι μόνον δὲ μὲ τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν αὐτοῦ. Ὀφείλομεν μεγάλην εὐγνωμοσύνην εἰς τὸν πληρεξούσιον Ἀττικῆς, Κύριον Καλλιγᾶν, ὅτι μεταβὰς εἰς Ἑπτάνησον πρὸ ὀλίγου ἐν τῇ συνοδείᾳ τῆς Α. Μεγαλειότητος, ἐφρόντισε νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται καὶ νὰ τὸ μελετήσῃ ὡς ἀνὴρ ἐπιστήμων ἐξ ἐπαγγέλματος τῆς νομικῆς, ὅσον αἱ περιστάσεις καὶ ἡ ὀλιγότης τοῦ χρόνου τῷ ἐπέτρεψαν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πολλοῦ γε καὶ δεῖ διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι καὶ μετὰ τὴν τόσον πλήρη ἀγόρευσιν τοῦ Κυρ. Καλλιγᾶ ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ θεωρῆται φωτισμένη, τουτέστι ὅτι κατέχει ὅλα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα, τόσον τὰ πραγματικὰ, καθὼς καὶ τὰ νομικὰ, διὰ νὰ ἐπιφέρῃ ἐν γνώσει ὀρθὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος πρότασις συνοδεύεται μὲ μίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία εἰς τὰς νεωτέρας κοινωνίας χρησιμεύει ὡς πρώτη βάσις αὐτῶν, μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀσφαλείας τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐρευνήσωμεν ὄπισθεν εἰς τοὺς αἰῶνας διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πηγὴν τῆς ἰδιοκτησίας, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸν κόσμον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἤδη εὐνομουμένην Εὐρώπην, πολλὰ δικαιώματα θέλομεν ἀπαντήσει σήμερον, δυνάμενα ν’ ἀμφισβητηθοῦν. Τὸ τιμάριον ἐχρησίμευσεν, ὡς εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὡς μορμολύκειον σειόμενον ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ τιμάριον εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅλων τῶν ἰδιοκτησιῶν τῆς Εὐρώπης. Εἰς τὴν παρακμὴν τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἀρχίζει ἡ πρώτη ἰδέα τοῦ τιμαρίου. Οἱ milites Castellani δηλ. στρατιῶται φρουροὶ, εἶνε οἱ στρατιῶται ἐκεῖνοι τῆς Ῥώμης, πρὸ πάντων βάρβαροι, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν Ῥωμαίων, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν γῆν ὑπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φυλάττουν τὰ ὅρια, νὰ φυλάττουν τὴν θέσιν, ἡ δὲ ἰδιοκτησία αὕτη μετέβαινε μὲ τὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς ἀπογόνους. Ὅταν δὲ μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἐπλημμύρησεν ὅλη ἡ Εὐρώπη ὑπὸ τῶν βαρβάρων, τότε τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ τιμαριωτικὸν ὠργανίσθη καὶ ἀναπτύχθη περισσότερον. Δὲν δύναμαι καὶ δὲν εἶμαι κάτοχος τῶν ἀπαιτουμένων γνώσεων διὰ νὰ ὁρίσω ἐὰν ἡ ἰδέα αὕτη τοῦ τιμαρίου μετεβιβάσθη ἀπὸ τοὺς βαρβάρους εἰς τοὺς Ῥωμαίους, ἢ οἱ βάρβαροι, διαδεχθέντες τοὺς Ῥωμαίους, τὴν παρέλαβον ἀπ’ αὐτοὺς καλλιεργήσαντες καὶ ἀνεπτύξαντες αὐτήν. Τὸ πρᾶγμα ὅμως ἔχει ὡς ἔγγιστα ὅπως λέγω, διότι καὶ τὸ φιλελεύθερον ἔθνος τῶν Ἄγγλων ἀπὸ τὸν καιρὸν ἀκόμη τῶν Σαξώνων εἶχε καὶ αὐτὸ ὁμοίαν ἰδιοκτησίαν. Ἡ ἰδιοκτησία αὕτη, τόσον ἐκεῖ, καθὼς καὶ εἰς μέρη τινὰ τῆς Εὐρώπης, μὲ τὴν πρόοδον τοῦ χρόνου καὶ δι’ εὐτυχῶν περιστάσεων ἐκκαθαρίσθη καὶ ἔγεινε ἡ ἰδιοκτησία, τὴν ὁποίαν βλέπομεν σήμερον, οὐδεὶς ὅμως ἤθελε τολμήσει εἰς τὴν Εὐρώπην νὰ παρουσιασθῇ σήμερον διὰ ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν νομιμότητά της. Θέλετε ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς πρὸ 2–3–5 ἢ καὶ περισσοτέρων αἰώνων καταστάσεως τῆς ἰδιοκτησίας διὰ νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτὴν ἂν ἦναι τιμάριον, ἂν ἦναι βαρωνία, ἂν ἦναι ἐμφύτευσις; εἶναι ὅλως διόλου περιττόν. Οἱ πολιτικοὶ νόμοι διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν κοινωνιῶν προσδιώρισαν διάστημα χρόνου, μετὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἰδιοκτησία, ὁποία δήποτε καὶ ἂν ἦτο εἰς τὴν ἀρχήν της, θεωρεῖται νόμιμος καὶ ἀπαραβίαστος. Δὲν λέγω, ὅτι ἀπολύτως ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ διὰ νὰ ῥυθμίσῃ ἀνώμαλόν τινα κατάστασιν τῆς ἰδιοκτησίας, ὅταν ἐξ αὐτῆς προσβάλλονται τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ μόνον ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν δύναται νομίμως νὰ παρέμβῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Καὶ τῳόντι, τοιαύτη ὑπάρχει εἰς τὴν Κέρκυραν, καθόσον ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδίας προτάσεως ἐξάγεται, ἡ κατάστασις τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, λίαν πολύπλοκος εἰς τὰς σχέσεις της, τοσούτῳ δὲ πολύπλοκος, ὥστε δύναταί τις εὐκόλως νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη φέρει ζημίαν οὐ μόνον εἰς τοὺς ἀγρολήπτας, ἀλλ’ εἰς ὅλην τὴν κοινωνίαν, ὀπισθοδρομεῖ τὴν πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν τῆς τοιαύτης ἰδιοκτησίας. Μόνον ἄρα ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἐπέμβῃ διὰ νὰ κανονίσῃ τὴν κατάστασιν μιᾶς ἰδιοκτησίας, καὶ νὰ τὴν καθαρίσῃ ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα τὴν περιβάλλουν. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς πολὺ ὀρθῶς, πολὺ ἀφελῶς παρέστησε τὰς ὑπαρχούσας σχέσεις βαθείας ψυχρότητος καὶ ἀντιπαθειῶν μεταξὺ ἰδιοκτητῶν τοῦ ἐδάφους καὶ καλλιεργητῶν, καὶ ἐκ τῆς παραστάσεως ταύτης ἐπορίσθην τὸ τεκμήριον τῆς ἀθλίας καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ἰδιοκτησία αὕτη. Ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐπεμβαίνουσα νὰ ῥυθμίσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἔχει καθῆκον νὰ σεβασθῇ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν σεβάζονται ὅλαι αἱ κοινωνίαι· δὲν δύναται νὰ προσβάλῃ τὰ κεκτημένα δικαιώματα, δὲν δύναται νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἰδιοκτησίαν ῥιζηδὸν ἢ νὰ παραγνωρίσῃ τὰ δικαιώματά της, διότι ἤθελεν εἶσθαι πρόκλησις εἰς ἀνατροπὴν τῆς κοινωνίας, ἤθελεν ἀποτελεσθῆ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν φέρει μεγίστας συνεπείας εἰς τὸ Κράτος. Σήμερον ἡ Ἑπτάνησος καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶναι μία ἐπικράτεια. Αἱ καλαὶ ἢ κακαὶ συνέπειαι δὲν περιορίζονται εἰς μόνην τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλ’ ἐκτείνονται καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἑπομένως, φρονῶ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία χάριν τῶν δημοσίων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει ν’ ἀπολαύσῃ ἡ κοινωνία ἐκ τῆς ῥυθμίσεως τῆς ἀνωμάλου αὐτῆς ἰδιοκτησίας, ὀφείλει νὰ παρεμβῇ κανονίζουσα διὰ συμβιβασμοῦ τὰ μεταξὺ ἰδιοκτητῶν τοῦ ἐδάφους καὶ ἰδιοκτητῶν τῆς ἐπιφανείας ὑφιστάμενα παράπονα. Ὁ συμβιβασμὸς ὁ μέλλων νὰ φέρῃ τὴν διόρθωσιν δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐκ τῶν γενικῶν αὐτῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἐξέθετα. Ὁ συμβιβασμὸς πρέπει νὰ στηριχθῇ ἢ ἐπὶ χρηματικῆς ἀποζημιώσεως, ὥστε νὰ μένῃ καθαρὰ καὶ πλήρης ἡ ἰδιοκτησία εἰς τοὺς χωρικοὺς, ἢ καὶ ἐπὶ χωρισμοῦ διὰ τῆς διαιρέσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ ζήτημα τόσον πολύπλοκον εἶναι, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ταχέως, ὅσον ἐπεθύμησαν οἱ πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν, νὰ λυθῇ παρὰ τῆς Συνελεύσεως. Ἴσως εἶναι τὸ δυσκολώτερον ζήτημα ἀφ’ ὅσα ἐπαρουσιάσθησαν καὶ ἀφ’ ὅσα μέλλουν νὰ παρουσιασθοῦν ἐνώπιον αὐτῆς, διότι δὲν πρόκειται μόνον νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ νὰ μάθωμεν προηγουμένως ἀκριβῶς τὸ πραγματικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον ἐντελῶς ἀγνοοῦμεν. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι καὶ ἡ ἐπεξεργασία, τὴν ὁποίαν τὰ τμήματα θὰ κάμουν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, καὶ αὐτὴ δὲν θὰ συντελέσῃ ποσῶς, ἀφοῦ στερούμεθα ὁλοκλήρως πραγματικῶν γνώσεων. Ταύτας δὲν δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν ἐκ μονομερίας μόνον, διότι ἡ ἀπόφασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε προβῆ ἡ Συνέλευσις ἀκούσασα μόνον τὸ ἓν μέρος, ἤθελεν εἶσθαι πάντῃ ἄδικος καὶ ἀπᾴδουσα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμεροληψίας καὶ δικαιοσύνης. Οἱ ἔντιμοι πληρεξούσιοι Κερκύρας μὲ τὴν ἀφέλειαν, ἥτις τοὺς χαρακτηρίζει, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀξιέπαινοι, μᾶς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἰδιαιτέρως ἀντιπροσωπεύουν τὴν μερίδα αὐτὴν τῶν ἀγροληπτῶν, καὶ ὅτι ἔδωσαν ὑπόσχεσιν πρὸς αὐτοὺς διὰ νὰ φέρωσι τὴν θεραπείαν, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς προτάσεώς των ζητοῦν. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἐνταῦθα δὲν ἀντιπροσωπεύει μόνον τὰς πλειοψηφίας τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων, ἀντιπροσωπεύει ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, καὶ ὁσάκις πρόκειται νὰ λάβῃ ἓν ὁποιονδήποτε μέτρον πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον καὶ τὰ δίκαια ὅλων τῶν τάξεων τῆς κοινωνίας. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι ὁ κανονισμὸς, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν σύνταξιν ἔλαβον καὶ ἐγὼ μέρος, συνετάχθη ἀτελῶς. Ὅλοι οἱ κανονισμοὶ τῆς Εὐρώπης......
§47ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Κύριε Πετσάλη, σήμερον ἔχομεν περὶ ἀναστολῆς.
§48ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ κανονίσητε τὸν τρόπον τῆς ὁμιλίας μου.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνέγνωσα τὰς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεις, ὁ ἀγορεύων πρέπει βεβαίως νὰ συμμορφωθῇ.
§50ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἕκαστος ἔχει ἴδιον τρόπον τοῦ πραγματεύεσθαι μίαν ὑπόθεσιν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, δὲν εἶναι τίποτε.
§52ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν ἡ Συνέλευσις ἀπαρέσκεται εἰς τὴν ὁμιλίαν μου.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, προχωρήσατε.
§54ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οἱ κανονισμοὶ, λέγω, τῶν νομοθετικῶν σωμάτων τῆς Εὐρώπης διορίζουν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ὁσάκις δὲν δύναται ἓν σῶμα νομοθετικὸν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ πραγματικὸν μέρος. Καὶ τῳόντι εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον, ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ δοθῇ ὀρθὴ καὶ δικαία λύσις, ἐὰν ἐπιτροπὴ ἐκ διαφόρων προσώπων τῆς Συνελεύσεως δὲν ἤθελε μεταβῆ ἐπιτοπίως εἰς Ἑπτάνησον, ὅπου νὰ ἐξετάσῃ, ὄχι μόνον ἐκ μονομερίας τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ ἀκούσασα καὶ τὰ δίκαια τοῦ ἑτέρου μέρους, νὰ λάβῃ δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὄχι μόνον τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, ἀλλὰ ν’ ἀνατρέξῃ μέχρι τῆς πηγῆς της, χωρὶς νὰ παραλείψῃ τὰ διάμεσα, εἴτε συμβόλαια εἶναι, εἴτε ἔγγραφα, εἴτε νόμοι, πάντα δὲ ταῦτα νὰ συμπεριλάβῃ εἰς ἔκθεσιν ᾐτιολογημένην ὁμοῦ μὲ τὴν γνωμοδότησίν της. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔγεινε μέχρι τοῦδε, θέλει εἶναι βεβαίως μέγιστον κώλυμα εἰς τὴν ὀρθὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ὑποθέσεως, θέλει ἀποδειχθῆ φανερὰ ἀπώλεια χρόνου, διότι καὶ μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν τμημάτων, ἀφοῦ ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις πάλιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν αὐτὴν ἀμηχανίαν. Ὁ Κ. Λομβάρδος, τὸν ὁποῖον πολὺ ἐκτιμῶ, ὄχι διὰ τὰς ἐσφαλμένας ἰδέας του, ἀλλὰ διὰ τὸν ἀκράδαντον χαρακτῆρά του, τὸ λέγω μετὰ παῤῥησίας. ὁ Κύρ, Λομβάρδος εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν πολὺ ἐπιπολαίως ἐξετίμησεν τὴν Συνέλευσιν καὶ τοὺς σπουδαίους ἄνδρας, οἵτινες παρακάθηνται ἐν αὐτῇ, ὅταν ἐζήτησε νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα τοιαύτη πρότασις περὶ ἀναστολῆς Νόμου, χωρὶς νὰ διατηρηθῶσιν αἱ διατυπώσεις τοῦ κανονισμοῦ, πρότασις δυναμένη νὰ ἔχῃ ὡς παρέστησα μεγάλας τὰς συνεπείας. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, οὔτε ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν καὶ ἄλλοτε παρεβιάσθη ὁ κανονισμὸς, σᾶς τὸ ὁμολογῶ μετ’ εἰλικρινείας, ἀλλὰ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέφερε δὲν εἶναι ἀκριβές. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἡ πρότασις περὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν εἶχεν ὑποβληθῆ πρὸ 2 ἢ 3 μηνῶν, τέλος πάντων πρὸ πολλοῦ χρόνου (θόρυβος).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρατηρῶ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κανονισμοῦ.
§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἕκαστος ἔχει τὸν τρόπον τοῦ ἀγορεύειν ἰδιαίτερον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν προσδιορίζω οὐδενὸς τὸν τρόπον τοῦ ἀγορεύειν. (θόρυβος)
§58ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία τέλος πάντων. Ὁ ἀγορεύων ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν ἐντὸς τοῦ θέματος νὰ ὁμιλήσῃ πολὺ διαφορετικῶς, ἀφ’ ὅτι ὡμίλησε ὁ πρὸ αὐτοῦ ἢ οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ζητήματα δεδικασμένα. Ἐξακολουθήσατε παρακαλῶ.
§60ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι! Ἐπειδὴ περὶ οὐδενὸς θεωρεῖτε τὴν παραβίασιν τοῦ κανονισμοῦ, θὰ μοὶ συγχωρήσητε νὰ σᾶς εἴπω, τί λέγει εἷς μέγας ἀνὴρ καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν λογικὸς ἐπὶ νομοθεσίας, ὁ Ἱερώνυμος Βενθάμ. Ἀποδίδει τὴν καταστροφὴν τοῦ βασιλείου τῆς Πολωνίας, θὰ σᾶς φανῇ μέγιστον τοῦτο, εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ κανονισμοῦ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων· διότι ἑκάστη φατρία, ὁσάκις ἐγίνετο πλειοψηφία, δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὴν μειοψηφίαν νὰ συζητῇ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινε, τὰ ὑφήρπαζεν.
§61ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐξ ἐναντίας, τὸ veto ὑπῆρχεν ἐκεῖ· ἡ μειοψηφία ἐκώλυε καὶ οὐδετέρονε τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας.
§62ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὰ ὑφήρπαζε καὶ τοιουτοτρόπως ἔφθασαν αἱ δύω φατρίαι εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ βασιλείου (θόρυβος). Ὁ κανονισμὸς, Κύριοι, εἶναι ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἔχουν μεταξύ των ἥ τε πλειονοψηφία καὶ μειοψηφία, ὡς καὶ ἕκαστον τῶν μελῶν. Ὅπως δὲν πρέπει νὰ παραβιάζηται τὸ Σύνταγμα ἑνὸς ἔθνους, τοιαύτη αὐστηρότης πρέπει νὰ τηρῆται καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς κανονισμοῦ τῆς Συνελεύσεως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὕστερον ἀπὸ τὴν πρᾶξιν τῆς Ἰονίου Βουλῆς, ἥτις ἐψήφισε τελείαν καὶ πλήρει ἕνωσιν, ἅμα ἐπάτησαν οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου τὰ χώματα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκάθησαν μεταξὺ ἡμῶν, ὤφειλον ἄνευ ἀναβολῆς νὰ ὑποβάλωσιν ψήφισμα, ὅπως τοῦτο ἐγένετο εἰς ἄλλα κράτη εἰς ὁμοίας περιπτώσεις, διὰ νὰ ζητήσωσι νὰ κηρυχθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς Ἰονίους νήσους. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται συγχώνευσις ἢ προσάρτησις· ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα προσαρτήσεως τόπων καὶ μάλιστα μιᾶς ἐποχῆς περὶ τέλος τοῦ παρελθόντος αἰῶνος· πλὴν τοιοῦτον παράδειγμα ὁποῖον παρίσταται σήμερον εἰς τὴν Συνέλευσιν τῶν Ἀθηνῶν, δὲν θέλετε οὐδαμοῦ ἀπαντήσει. Ἐκηρύχθη ἡ ἕνωσις τελεία, πλήρης, καὶ ἐν τούτοις εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἰσχύει εἰσέτι ἡ παλαιὰ νομοθεσία τῆς προστασίας, ἐνῷ εἰς τὴν Συνέλευσιν τῶν Ἀθηνῶν παρακάθηνται οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου.
§63ΣΟΛΩΜΟΣ. Καὶ ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὰ ὄργανα τῆς προστασίας.
§64ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ πρᾶξις τῆς ἑνώσεως!
§65Ι. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Οἱ Ἑπτανήσιοι γογγύζουν διότι δὲν ἔγεινεν εἰσέτι τελεία ἡ ἕνωσις.
§66ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶσθε ὁ μόνος ὁ ὁποῖος ἐννοήσατε τὸ καθῆκον αὐτὸ, καὶ ἐγράψατε περὶ αὐτῆς.
§67ΣΟΛΩΜΟΣ. Καὶ ἐγώ.
§68ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ὁ Κ. Σολωμός.
§69ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. (Ἑπτανήσιοι) Ἅπαντες.
§70ΜΟΡΜΟΡΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ κάμητε παρεκτροπὰς, ἄλλως ἀναχωρῶ. (Ἀναχωρεῖ).
§71ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁρίστε.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὁ ἀγορεύων ὁμιλῇ περὶ ἀφομοιώσεως εἶναι ἐντὸς τοῦ θέματος.
§73ΣΟΛΩΜΟΣ. Εἶναι ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαιόταται.
§74ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἂς μάθουν οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι τοὺς ἐκτιμῶ πολὺ καὶ διὰ τὸν πατριωτισμόν των καὶ διὰ τὴν εὐφυΐαν των, τὸ λέγω μὲ εἰλικρίνειαν· συνειθίζομεν ὅμως ἐδῶ νὰ λέγωμεν τὴν σκάφην σκάφην καὶ τὰ σῦκα σῦκα. Ἂν ἔκαμον παρατηρήσεις τινὰς, τὰς ἔκαμον πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον. Κατ’ ἀρχὰς ἐνόμιζον, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι τῆς πρότερον Ἰονίου πολιτείας καὶ νῦν πληρεξούσιοι τῆς Ἑλλάδος ἐθεώρουν, ὅτι τότε μόνον ἔπρεπε νὰ παύσῃ ἡ νομοθεσία της προστασίας, ὅταν ἤθελε τελειώσει τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ὁ Κύριος Λομβάρδος, προχθὲς ἐγερθεὶς ὡμολόγησεν καὶ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ ἔννοια της περὶ ἑνώσεως πράξεως τῆς Ἰονίου βουλῆς ἦτο νὰ παύσῃ ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου ἅμα ἤθελον ἐκλεχθῆ καὶ παρακαθήσει ἐν μέσῳ ἡμῶν οἱ πληρεξούσιοι, ν’ ἀντικατασταθῇ δὲ διὰ τῆς Ἑλληνικῆς. Θεωρῶ, Κύριοι, πιστεύω δὲ ὅτι δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἦτο δυνατὸν νὰ παρασταθῇ πλήρης καὶ τελεία ἡ ἕνωσις. Παραδείγματα αὐτοῦ τοῦ εἴδους, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, εὑρίσκονται πολλὰ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Εὐρώπης, ὅτι δι’ ἑνὸς γενικοῦ νόμου μετεβιβάσθη ἡ νομοθεσία τοῦ μεγαλειτέρου μέρους εἰς τὸ μικρότερον. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι τὸ μεγαλείτερον, ἡ Ἑπτάνησος εἶναι τὸ μικρότερον, πιστεύω δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐναντία ἀξίωσις περὶ τούτου καὶ περὶ τοῦ ὅτι ὁ Ἰόνιος λαὸς, (ὅπερ λέγω μὲ πλήρη πεποίθησιν) ζητήσας τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἠννόησε νὰ ὑποκύψῃ εἰς μίαν γενικὴν τύχην καθ’ ὅλα.
§75ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Βεβαίως.
§76ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ ὑποκύψῃ εἰς μίαν νομοθεσίαν, καὶ τὰ αὐτὰ βάρη, καὶ τὰ αὐτὰ δίκαια. Διατὶ λοιπὸν νὰ ἐξακολουθῇ ἀκόμη ὁ φραγμὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐμποδίζει τὴν πραγματικὴν συγχώνευσιν; — Ἤλθετε ἐνταῦθα καὶ ἀμέσως ἐζητήσατε τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ ἀφομοιώσεως τῆς νομοθεσίας μεταξὺ τῶν δύω τόπων. Κηρύττομαι ἐναντίος αὐτῆς τῆς πράξεως. Ἡ πρᾶξις αὕτη διατηρεῖ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν μίαν Ἀμφικτυονικὴν κατάστασιν· τὴν διατηρεῖ μέχρι σήμερον, καὶ δὲν ἠξεύρω μέχρι πόσου χρόνου θὰ ἐξακολουθῇ αὕτη. Ἐνόσῳ ἡ κατάστασις αὕτη ὑπάρχει, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐγένετο συγχώνευσις. Ὁ Κ. Μομφεράτος, χρεωστῶ νὰ τὸ εἴπω, ὡς καὶ ὁ Κ. Σολωμὸς, ἴσως καί τινες ἄλλοι, εἶναι οἱ μόνοι Ἰόνιοι πληρεξούσιοι, οἵτινες ἐξέφρασαν, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, τὸν ἀληθῆ τρόπον τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἑνώσεως. Ὁ Κ. Μομφεράτος ἐξέδωκε καὶ πρόγραμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκφράζει ῥητῶς τὴν ἰδέαν του ταύτην, ἥτις εἶναι ἰδέα ἐνταυτῷ ἱστορικὴ, εἶναι τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἕνωσις μεταξὺ δύω τόπων. —Ὅταν ἦλθεν ὁ Ὄθων ἐνταῦθα, εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος ἑτέρας νομοθεσίας, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἡ Ἀντιβασιλεία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὠργάνισε τὸν τόπον, καὶ τὸν ὠργάνισε μὲ πολὺ καλλιτέραν νομοθεσίαν, ἀναλόγως δὲ τῶν τότε περιστάσεων μᾶλλον φιλελευθέραν, σχετικῶς πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤρχετο ὁ Βασιλεὺς Ὄθων νὰ βασιλεύσῃ, ἀλλ’ οὐδεμίαν δυσκολίαν ᾐσθάνθημεν εἰς τὴν μεταβολὴν ταύτην τῆς νομοθεσίας. Ἂν ἦσαν πραγματικαὶ αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας προτείνουν τινὲς τῶν Ἰονίων πληρεξουσίων, τότε οὐδεμία νομοθεσία ἦτο δυνατὸν εὐκόλως νὰ μεταβάλληται ἐπὶ τὸ κρεῖττον. Αἱ νομοθεσίαι θὰ ἦτο τὸ βιβλίον τῶν Σιβυλλῶν. Ἐνδέχεται εἰς τὸν ὅλον ὀργανισμὸν τῆς Ἑπτανήσου νὰ ὑπάρχωσι καί τινες διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ παρουσιάζωσι δυσκολίαν προσωρινὴν εἰς τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ εἰς ἄλλα ἔθνη ὅτε ἐγένετο ὁ μεταβιβαστικὸς αὐτὸς νόμος, ἐπεφυλάχθη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων, τὸ ν’ ἀναβάλῃ μόνον ὡς πρὸς τοιοῦτο μέρος μέχρι τῆς καταλλήλου ὥρας. Ἀγνοῶ τὶ θέλει πράξει ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀφομοιώσεως, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι θὰ δεχθῶμεν τὴν μεταβολὴν τῆς νομοθεσίας μας, διὰ νὰ παραδεχθῶμεν ἐκ τῆς ὑμετέρας Τοῦτο δὲν θέλει γείνει, διότι ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ νομοθεσία ἡμῶν εἶναι καὶ μᾶλλον φιλελεύθερα, καὶ μᾶλλον οἰκονομικὴ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ σας νόμου. Ἀκόμη διατηρεῖτε ὑπερόγκους μισθοὺς εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐνῷ συνεδριάζετε ἤδη ἐντὸς τοῦ πανελληνίου συνεδρίου. Ὁ Ἔπαρχος ἐνταῦθα ἔχει 200 δραχμὰς, καὶ ἐκεῖ λαμβάνει 600, ὁ δικαστὴς ἐδῶ λαμβάνει 200 δραχμὰς καὶ ἐκεῖ 150 τάλληρα. Πῶς δὲν ἤλθετε, τοὐλάχιστον δι’ ἑνὸς ψηφίσματος, νὰ ζητήσητε νὰ ἐξισωθῇ ὁ μισθὸς ἐν Ἑπτανήσῳ πρὸς τὸν ἐν Ἑλλάδι; Δὲν εἶναι σκάνδαλον τοῦτο, δὲν εἶναι ζημία τοῦ Ἐθνικοῦ Ταμείου; Πρέπει πρῶτον νὰ μᾶς φέρῃ τὸ ἔργον της ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀφομοιώσεως, καὶ τότε ν’ ἀρχίσωμεν τὰς συζητήσεις, μετὰ δὲ τὰς παρατεταμένας συζητήσεις, διότι παρατεταμέναι θὰ ἦναι, θέλομεν ψηφίσει τὸν νόμον, ἂν γείνῃ δὲ δεκτὸς, θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, καὶ μετὰ ταῦτα θέλει λάβει χώραν ἡ ἐπιδιωκομένη ἀφομοίωσις τῆς νομοθεσίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον! Πότε θέλουν ἀποπερατωθῆ ὅλα ταῦτα; ἀγνοῶ. Συγχωρήσατέ μοι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἰονικοῦ λαοῦ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου.
§77ΣΟΛΩΜΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι.
§78Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι οὕτως ὠφείλατε νὰ πράξητε, σᾶς παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν, νὰ ζητῆται ἀνατροπὴ διατάξεως νομοθεσίας εἰς ἕτερον Κράτος, νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν ἀγνοοῦμεν εἰσέτι καὶ σήμερον, νὰ ζητῆται, λέγω, ἡ ἀνατροπὴ ταύτης εἰδικῶς· διότι τί σημαίνει ἀναστολὴ, εἰμὴ προσωρινὴ κατάργησις τοῦ νόμου χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὕτη συνδέεται πρὸς τὸ ὅλον νομοθετικὸν οἰκοδόμημα; Τὰ μέρη μιᾶς νομοθεσίας συνδέονται ἀμοιβαίως· πῶς δυνάμεθα ἄρα νὰ ἐγγίξωμεν τὸ οἰκοδόμημα εἰς μίαν τῶν βάσεών του, χωρὶς νὰ προσβάλωμεν τὴν κανονισθεῖσαν ἁρμονίαν ἐν αὐτῷ; Σᾶς εἶπον, ὅτι πολὺ καλὰ ἠδύνασθε νὰ ζητήσητε τὴν ἐφαρμογὴν ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ δὲν τὸ ἐπράξατε· εἰς τοῦτο δὲν ἔβλεπον οὐδεμίαν δυσκολίαν. Μᾶς εἴπετε, ὅτι ὑπάρχει δυσκολία εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μέρους. Καὶ τί μᾶς ἐπροτείνατε ὡς λόγον; Τὰ συνοικέσια, ἀφοῦ ἡ Εὐρώπη ὅλη ὑπέβαλεν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια τὴν ἐκδίκασιν τῶν συνοικεσίων (θόρυβος). Ἐπαναλαμβάνω διὰ τοὺς ἀγνοοῦντας, ὑπέβαλον εἰς τὰ δικαστήρια τὰς δίκας ταύτας περὶ συνοικεσίων ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ κράτη.
§79ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Περὶ τίνος πρόκειται; (θόρυβος).
§80Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ σκανδαλίζωνται ὅσοι ἔχουν ἐναντίας ἰδέας Ἡμεῖς δὲν ἠθέλομέν ποτε ἀποφασίσει νὰ μεταβάλωμεν τὴν νομοθεσίαν μας, διότι ἡ νομοθεσία μας εἶναι ἡ μᾶλλον φιλελευθέρα ἐκ τῶν ἰσχυόντων εἰς τὴν Εὐρώπην, πλὴν τῆς Ἀγγλίας· ὥστε ματαιοπονία εἶναι ἡ ἐργασία τῆς ἀλλοιώσεως· ὅταν δὲ ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία ἐφηρμόζετο εἰς τὴν Ἑπτάνησον, μετὰ τὴν πλήρη καὶ τελείαν συγχώνευσιν, ἐὰν μετὰ ταῦτα ἐνομίζετε, ὅτι ἡ νομοθεσία μας εἶχεν ἀνάγκην μεταῤῥυθμίσεως, ὡς Ἕλληνες ἔχετε καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ κάμητε ὁποιασδήποτε προτάσεις περὶ μεταῤῥυθμίσεως αὐτῆς, οὐχὶ ὅμως πρότερον, διότι ἄλλως ἐνεργεῖτε ὡς ἰδιαίτερον Κράτος. Μία διάταξις τότε τῆς πολιτικῆς δικονομίας ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἑνώσεως ἤθελεν ἔχει λελυμένον τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ἤδη ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Σήμερον ὅμως ζητεῖτε ἰδιαιτέραν λύσιν· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι εὔλογον, ἀντίκειται εἰς τὸν νοῦν μας, εἰς τὴν συνείδησίν μας, ἂν καὶ ἔχωμεν πᾶσαν τὴν διάθεσιν νὰ σᾶς εὐχαριστήσωμεν· ἰδοὺ δὲ καὶ ἕτερος λόγος. Διαρκούσης τῆς ἐπαναστάσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὸ ἐμπόριον εἶχε χαλαρωθῆ, καὶ ἡ βιομηχανία εἶχε παύσει, τὰ δὲ κεφάλαια εἶχον ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν, πολλοὶ ἐκ τῶν ἐνταῦθα ὀφειλετῶν, εὑρέθησαν ἐκτεθειμένοι ἀπέναντι τῶν δανειστῶν των. Αἱ περιστάσεις ἦσαν πολὺ μᾶλλον δυσχερεῖς, καὶ ἡ αἴτησις ἀρκούντως ᾐτιολογημένη. Οἱ πάσχοντες ὑπέβαλον τότε ἀναφορὰν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἥτις δὲν τὴν παρεδέχθη· τὸ φρόνημά μου ἦτο τότε διαφορετικόν, διότι ἐγνώριζον, ὅτι καὶ εἰς Γαλλίαν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Συμβατηρίου τοιοῦτος νόμος ἐψηφίσθη ὑπὲρ τῶν ἀπορούντων ὀφειλετῶν. Μολοντοῦτο, τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῆς Συνελεύσεως, ἄνδρες μᾶλλον ἰσχυροὶ εἰς τὰς πεποιθήσεις των εἰς ὑπεράσπισιν τῆς ἀρχῆς, ἔμειναν ἀκλόνητοι ἀποκρούσαντες τὴν αἴτησιν. Πῶς θέλετε σήμερον, ἀφοῦ ἐνταῦθα ἀπεῤῥίφθη ὁμοία αἴτησις καὶ ἐφάνημεν ἀδυσώπητοι πρὸς τοὺς αἰτοῦντας, νὰ καμφθῶμεν εἰς τὴν ἰδικήν σας αἴτησιν, ὥστε νὰ παραδεχθῶμεν ὅ,τι δὲν παρεδέχθημεν εἰς πολὺ σοβαρωτέρας περιστάσεις; Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ μέσον τῆς θεραπείας εἶναι εὔκολον, πρέπει ὅμως νὰ ζητήσητε ἐν γένει τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐκτάκτων μέτρων, εἶπεν, ὅτι ταῦτα εἰσάγουν τὴν κακοήθειαν· πιστεύω, ὅτι αὐτὸ ἦτο παραδρομὴ γλώσσης· εἰς τὴν θερμότητα τῆς ὁμιλίας του τοῦ ἔφυγεν ἡ φράσις αὕτη. Τὴν φράσιν αὐτὴν καθ’ ὁλοκληρίαν δὲν ἀποδέχομαι, διότι βλέπομεν εἰς ἔθνη πολὺ μᾶλλον προωδευμένα ἡμῶν εἰς τὸν πολιτισμόν, εἰς τὰς ἐπιστήμας, τὰ ἔκτακτα μέτρα ἀνύψωσαν εἰς θεωρίαν συνταγματικῶν διατάξεων. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1848 εἰς τὴν Γαλλίαν τὰ καθιέρωσεν εἰς τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον συνέταξεν· Salus populi suprema lex. Τὸ ἄτομον εἶναι μηδὲν, ἡ κοινωνία, τὸ ἔθνος, εἶναι τὸ πᾶν. Ἐπίσης μετὰ τὴν Ἀγγλικὴν ἐπανάστασιν τὰ ἔκτακτα μέτρα ὑπῆρξαν πολὺ αὐστηρὰ, ὁμολογεῖται δὲ, ὅτι ἔσωσαν τὴν κοινωνίαν. Ὁ Κύριος Καλλιγᾶς προσέβαλε τὰ ἔκτακτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐν καιρῷ τῆς ἐπαναστάσεως, εἰς λίαν περιωρισμένα ὅρια ἐπρότεινον πρὸς ἀποσόβησιν τῶν παρουσιαζομένων κινδύνων. Ἂν ὁ Κ. Καλλιγᾶς εἶχε καλὸν διορατικὸν εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, διὰ νὰ μὴ εὑρίσκῃ τὴν ἀνάγκην τῶν ἐκτάκτων μέτρων, διότι δὲν προέβλεπε σοβαροὺς κινδύνους, τὸν συγχαίρω διὰ τὸ προορατικόν του πνεῦμα· δὲ δύναμαι ὅμως νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ταῦτα ἐν γένει εἰσάγουν τὴν κακοήθειαν. Ἐνῷ τότε ἤμην ὑπὲρ τῶν ἐκτάκτων μέτρων, σήμερον μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Βασιλείας, εἶμαι παντὸς ἄλλου μᾶλλον ἀδυσώπητος κατ’ αὐτῶν μᾶλλον αὐστηρὸς, ὅθεν εἶμαι διατεθειμένος διὰ νὰ ἀποκρούσω πᾶν τοιοῦτον μέτρον, μέτρον ἔκτακτον, ποτὲ δὲν θέλω ψηφίσει εἰς τὴν Συνέλευσιν ταῦτα, ὡς εἶναι καὶ τὸ προκείμενον. Ἐπειδὴ ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐπιχειρήματα κατὰ τὰ ἄλλα σπουδαιότατα καὶ ἰσχυρὰ, διὰ τοῦτο συνετάχθην μετὰ τῆς προτάσεώς του· ἀλλὰ σήμερον ἔρχομαι ἐνώπιόν σας νὰ κάμω νέαν πρότασιν, ἡ ὁποία θέλει διευκολύνει, νομίζω, τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Τὸ ζήτημα κεχωρισμένον εἶναι λίαν ἀσθενὲς, ὅπως δὲ παρεστάθη συνδέεται μετὰ τῆς ὅλης ὑποθέσεως στενῶς. Μὴ τὸ χωρίσωμεν λοιπὸν, ἀλλ’ ἂς τὸ συνδέσωμεν μὲ τὴν κυρίαν πρότασιν, παραπέμποντες αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη ἡ οὐσία τῆς προτάσεως· ἂς ζητήσωμεν δὲ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της τὸ ταχύτερον, τότε ἡ Συνέλευσις θέλει εὑρεθῆ εἰς καλλιτέραν κατάστασιν νὰ ἀποφασίσῃ. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν σήμερον ν’ ἀποφασίσωμεν ἐν γνώσει· διὰ τοῦτο προτείνω τὴν παραπομπὴν τῆς προτάσεως ταύτης εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Μίλησης.
§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, δὲν εὑρίσκομαι εὐτυχῶς εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ συμβιβάσω τὰς ἀτομικάς μου πεποιθήσεις μὲ τὰς ἀξιώσεις καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ κόμματος. Εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην εὑρέθη ὁ προαγορεύσας, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἔκαμε μακρότατον πρόλογον, ἐν ᾧ ἐθώπευσε τοὺς Ἑπτανησίους, τοὺς ὁποίους μετ’ ὀλίγον εἶχε σκοπὸν νὰ παραστήσῃ ὡς βεβηλοῦντας τοὺς νόμους. Ἐν ἐμοὶ ἡ ἀτομικὴ πεποίθησις καὶ τὸ κομματικὸν συμφέρον συμπίπτουν καὶ τώρα, ὡς πάντοτε· θὰ ἔλθω διὰ τοῦτο εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος ἀμέσως καὶ ἄνευ προλόγων. Ἐθαύμασα, Κύριοι — τὸ ὁμολογῶ — ἐθαύμασα κατὰ πρῶτο καὶ τὸν Κ. Καλλιγᾶν καὶ τὸν Κ. Πετσάλην, ὅταν τοὺς εἶδον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγωνιζομένους, οὐχὶ πῶς νὰ διαφωτίσωσιν, ἀλλὰ πῶς νὰ ἐπισκοτίσωσι τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Σκεφθεὶς ὅμως ἀμέσως εἶδον, ὅτι ἔχουν δίκαιον· ὑπάρχουν περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ πιστὴ ἀνάπτυξις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος βλάπτει, διότι οἱ ἀγορεύοντες δὲν δύνανται ν’ ἀντλήσουν ἐξ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης των· τὸ θέμα εἶναι δύσχρηστον καὶ στεῖρον· ἀναγκάζονται λοιπὸν ν’ ἀφήσουν αὐτὸ καὶ ἐπιλαμβανόμενοι ἄλλων ἀντικειμένων, ἀγωνίζονται νὰ διαχύσωσιν ἂν οὐχὶ φῶς, τοὐλάχιστον σκότος. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου κερδίζουν πάντοτε κἄτι τι· διότι εἰς μίαν πολυμελῆ Συνέλευσιν ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, εἴτε διότι δὲν προσέχουν εἰς τὴν συζήτησιν, εἴτε διότι δὲν ἔχουν τὰς ἀπαιτουμένας εἰδικὰς γνώσεις, εἴτε δι’ ἄλλην τινὰ αἰτίαν, δὲν δύνανται νὰ διασχίσωσι τὸ συσσωρευόμενον σκότος, ἵνα διΐδωσι τὴν ἀλήθειαν· θαμβοῦνται λοιπὸν ἀπὸ τὴν γοητείαν τοῦ ῥήτορος καὶ παρασύρονται. Καὶ ὁ μὲν Κ. Πετσάλης, γενναιότερος καὶ τολμηρότερος, περιεφρόνησεν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, καὶ μᾶς ὡμίλησε λίαν εὐγλώττως de omnibus rebus et de quibusdam aliis. Μᾶς ὡμίλησε περὶ κανονισμοῦ, περὶ διαζυγίων, περὶ ἰδιοκτησίας, περὶ ἐθνικότητος, περὶ τιμαριωτισμοῦ, περὶ ἀγγλοσαξώνων· περὶ δὲ τοῦ θέματος οὐδὲ λέξιν! ὁ δὲ Κ. Καλλιγᾶς, ἀτολμότερος, ἀλλ’ ἐπιτηδειότερος, δὲν ἐξῆλθεν ἐντελῶς τῶν ὁρίων τοῦ ζητήματος. Τί ὅμως ἔπραξεν; Παρέσυρε τὴν συζήτησιν καὶ περιώρισεν αὐτὴν εἰς τὴν κυρίαν πρότασιν, ἥτις κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς συγχωνεύσεως· ἀναπτύσσων δὲ ταύτην μετὰ μεγάλης λεπτομερείας, ἀνέτρεξεν εἰς τὰς πηγὰς τοῦ ἐν Κερκύρᾳ ἐπικρατοῦντος ἀγροτικοῦ συστήματος, καὶ σᾶς ἐξήγησεν, ὅτι τοῦτο εἶναι καθαρῶς μία διαρκὴς ἐμφύτευσις, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης ἀντὶ νὰ πληρώνῃ κανόνα ὡρισμένον, καταβάλλει συνήθως ποσοστόν τι ἐκ τῶν προσόδων τοῦ κτήματος. Κατόπιν διηγήθη μὲ πολλὴν χάριν τὰς ἐλλείψεις τῶν ἀρχόντων τῆς Κερκύρας καὶ τῶν χωρικῶν αὐτῆς, ζωγραφίσας μὲ ζωηρὰ χρώματα ἐκείνων μὲν τὴν ἀλαζονείαν καὶ ὑπερηφανίαν, τούτων δὲ τὴν ὀκνηρίαν καὶ φυγοπονίαν. Ὅταν δὲ ἐνόμισεν, ὅτι ἀρκετὰ ἤδη παρέσυρε τὴν Συνέλευσιν ἀπὸ τοῦ θέματος, ἰδοὺ ἐμφορεῖται αἴφνης ὁ ῥήτωρ ὑπὸ θείου πνεύματος, καὶ ἐκχέει τὴν ἀγανάκτησίν του καυστικὴν καὶ φοβερὰν κατὰ τῶν ἀντιπάλων. Παριστάνει τὸν ἀνδριάντα τῶν Νόμων—ὁποία ψυχρὰ ἀπεικόνισις ἀνάλογος μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τὴν ὑπηγόρευσε—καλυπτόμενον ὑπὸ μέλανος πέπλου. Ἐξανίσταται ὀργίλος κατὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς προτάσεως καὶ τῶν ὁμοφρονούντων αὐτῷ, ὡς ἱεροσύλων, ζητούντων ν’ ἁρπάσωσι τὴν ἱερὰν μάχαιραν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Θέμιδος· παριστάνει τὴν δυσπιστίαν εἰσαγομένην μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ γαιοκτημόνων, τὴν δημοσίαν πίστιν ἐντελῶς καταστρεφομένην, τὸν ἠθικὸν κόσμον ἕτοιμον νὰ καταπέσῃ, τὰ θεμέλια τῆς κοινωνίας δεινῶς ὑποσαλευόμενα, καὶ τοὺς καταῤῥάκτας τοῦ οὐρανοῦ διανοιγομένους, καὶ ἑτοίμους νὰ κατακλείσωσι καὶ τοὺς ἀκροατὰς, καὶ τὸν ῥήτορα, καὶ αὐτὸν τὸν πτωχὸν εἰσηγητὴν τῆς προτάσεως, ὅστις, χωρὶς βέβαια νὰ τὸ ἠξεύρῃ, εἶναι ὁ αἴτιος τηλικαύτης καταστροφῆς. Μάτην ἀναζητεῖ τις τὸ θέμα εἰς τὸ θελκτικὸν τοῦτο πανόραμα· μίαν μόνην στιγμὴν τὸ βλέπει διερχόμενον ὡς φάσμα πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του καὶ ἀμέσως τὸ χάνει. Ὁμολογήσατε, Κύριοι, ὅτι ἡ γόνιμος καὶ ζωηρὰ φαντασία δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸν προνόμιον μιᾶς μόνης ἡλικίας, τῆς νεανικῆς (γέλως).
§83ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας εἶσθε σεῖς τώρα;
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Μάλιστα, διότι θέλω πρὸ πάντων νὰ διασκεδάσω τὴν ἀχλὺν, μὲ τὴν ὁποίαν περιεκάλυψαν τὸ ζήτημα. —Κατ’ εὐτυχίαν, Κύριοι, παρῆλθεν ἤδη ἀρκετὸς χρόνος ἀπὸ τῆς θαυμασίας ἐκείνης ἀγορεύσεως τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὥστε δυνάμεθα τώρα ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τῆς ἀπατηλῆς γοητείας τοῦ ῥητορικοῦ ἐκείνου πανοράματος νὰ ἴδωμεν τὰ πράγματα ὅπως ἀληθῶς ἔχουσι. Περὶ τίνος πρόκειται, Κύριοι; Σᾶς εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν Κερκύρᾳ ἐπικρατεῖ ἰδιόῤῥυθμόν τι σύστημα, ἔχον τὰς πηγάς του, κατ’ αὐτὸν τὸν Κ. Καλλιγᾶν, εἰς ἐποχὴν τιμαριωτικὴν, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται αἱ σχέσεις τῶν γαιοκτητῶν πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς τῶν γαιῶν. Δὲν εἶναι τώρα καιρὸς νὰ ἐξετάσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον τινὲς ἔσπευσαν νὰ λάβουν ἀπὸ τοῦδε ὑπὸ τὴν ὑπεράσπισίν των, λέγω μόνον, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ ὁ λαὸς τῆς νήσου ἐκείνης κατεστράφη καὶ ἐξηντλήθη οἰκονομικῶς, σήμερον δὲ εἶναι εἰς τὴν παραμονὴν τῆς ἀπογνώσεως. Οἱ πληρεξούσιοι τῆς Κερκύρας, ἢ μᾶλλον ὅλης τῆς Ἑπτανήσου, γνωρίζοντες τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, καὶ αἰσθανόμενοι τὴν ἀνάγκην τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ, ὑπέβαλον πρότασιν ζητοῦντες τὴν μεταβολὴν, ἢ τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ συστήματος ἐκείνου. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ κωφεύσωμεν εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην, ἀλλὰ θὰ λάβωμεν ἓν μέτρον ὁριστικὸν περὶ τούτου. Ἀλλὰ τὸ ἔργον, Κύριοι, δὲν εἶναι τόσον εὔκολον· ἡ μεταβολὴ νομοθεσίας τόσον ἀρχαίας, ἥτις ἐδημιούργησε τόσας ἐννόμους σχέσεις καὶ ἐκανόνισε τόσα δικαιώματα καὶ συμφέροντα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀμέσως καὶ ἐκ τοῦ παραχρῆμα· εἶναι ἀνάγκη καὶ σκέψεως μακρᾶς καὶ μελέτης συντόνου, διὰ νὰ πράξωμέν τι ἄξιον τῆς Συνελεύσεως καὶ ἱκανὸν νὰ ἐπουλώσῃ τὰς πληγὰς καὶ ὄχι νὰ τὰς ἀναξέσῃ· διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις, φρονίμως ποιοῦσα, παρέπεμψε τὴν πρότασιν ἐκείνην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς συγχωνεύσεως, ἀποδείξασα διὰ τούτου, ὅτι ἐννοεῖ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος μετὰ προηγουμένην σκέψιν καὶ μελέτην. Ἐν τούτοις οἱ δυστυχεῖς χωρικοὶ ὑποφέρουν, οἱ ἄρχοντες τοὺς προσωποκρατοῦν σωρηδὸν, καὶ τὸ κακὸν αὐξάνει καὶ ἐπιτείνεται ὁσημέραι, διότι μετὰ τὰς ἐκλογὰς πάθη ἄγρια ἐγεννήθησαν δυστυχῶς μεταξὺ τῶν δύω τάξεων· οἱ πληρεξούσιοι τῆς Κερκύρας φωνάζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ λαφθῇ προσωρινόν τι μέτρον, διότι ἄλλως κίνδυνος ἐπίκειται διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως· ἡ Κυβέρνησις ἐρωτηθεῖσα δὲν ἀνέφερε μὲν ὁριστικὰ γεγονότα, διότι τοιαῦτα δὲν ἔχει, ἀλλ’ οὐχ ἧττον σαφῶς ὑπέδειξεν, ὅτι ὑπάρχει ἐν Κερκύρᾳ ἔξαψις καὶ ἀναβρασμὸς τῶν πνευμάτων, δυνάμενος μέχρι τέλους νὰ ἀποβῇ ὀλέθριος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ὁ εἰσηγητὴς λοιπὸν τῆς προτάσεως οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν εἰμὴ νὰ διερμηνεύσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, ζητῶν διὰ τῆς προτάσεώς του τὴν προσωρινὴν ἀναστολὴν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν. Ἰδοὺ ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς προτάσεως. Τὸ μέτρον τοῦτο πρῶτον ἐπιβάλλεται, ὡς εἶπον, ὑπὸ ὁμολογουμένης πολιτικῆς ἀνάγκης, τῆς ἀσφαλίσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἐνῷ ὑπαγορεύεται ὑπὸ τῆς φιλανθρωπίας, συμβιβάζεται καὶ μὲ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς νομοθεσίας, καὶ σᾶς παρακαλῶ εἰς τοῦτο ἰδίως νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας. Ἡ προσωπικὴ κράτησις, Κύριοι, κατὰ τὴν καθολικὴν νομοθεσίαν ὅλων ἐν γένει τῶν κρατῶν τῆς Εὐρώπης ἐπὶ ὁμοίας φύσεως ἀπαιτήσεων δὲν ἐπιτρέπεται· μοὶ ἐφάνη δὲ ἰδιόῤῥυθμον τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ἀγωνισθέντος ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐμμέσως ἐπιτρέπει αὐτὴν ὁ ἡμέτερος νομοθέτης, διότι κατὰ τὴν δικονομίαν μας δύναται ὁ ἀγρολήπτης νὰ ὑποβάλῃ ἑαυτὸν διὰ συμφωνίας εἰς προσωπικὴν κράτησιν. Ὅ,τι λοιπὸν εἶπεν, ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὁ νομοθέτης, τοῦτο πράττει ἐμμέσως ὁ ἀγρολήπτης. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς βλέπει ἐντελῆ ἀναλογίαν μεταξὺ τῶν δύω περιστάσεων, ἀλλ’ ὁ κοινότερος νοῦς καθορᾷ μεταξὺ αὐτῶν τὴν διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἑκουσίου καὶ τοῦ ἀναγκαστικοῦ, μεταξὺ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνάγκης. Ἀναστέλλοντες λοιπὸν, Κύριοι, προσωρινῶς τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἐπὶ τοιούτων ἀπαιτήσεων, δὲν ἐκτρέπεσθε ἀπὸ τῶν ἀληθῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης, τοὐναντίον μάλιστα συμμορφοῦσθε μὲ αὐτὰς, καθιερωμένας ἤδη ὑπὸ τῆς ἀστικῆς σας νομοθεσίας, καὶ τείνετε εἰς τὴν συγχώνευσιν, τὴν ὁποίαν ἀνενδότως πρέπει νὰ ἐπιδιώκητε. Ἡ ἀναστολὴ λοιπὸν ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς δημοσίας τάξεως, ὑπαγορεύεται ὑπὸ τῆς φιλανθρωπίας καὶ ἐπιεικείας, ἥτις εἶναι ἡ ὡραιοτέρα ὄψις τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἱκανοποιεῖ τὰς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ ἀναγεγραμμένας ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Ποῖος βλάπτεται δι’ αὐτῆς; Οἱ δανεισταὶ ψιθυρίζουν· ἀλλὰ λησμονοῦν, ὅτι τὸ προσωρινὸν τοῦτο μέτρον τίποτε δὲν μεταβάλλει, τίποτε δὲν καταστρέφει· αἱ ἀποφάσεις διατηροῦν τὸ κῦρος των, τὰ δικαιώματα μένουν ἄθικτα, αἱ σχέσεις τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς τοὺς χωρικοὺς οὐδόλως ἀλλοιοῦνται. Ποῦ εἶναι ἡ βλάβη; Ἂν δὲ ἐπὶ 20 ἢ 30 ἡμέρας οἱ δανεισταὶ δὲν κάμουν χρῆσιν τοῦ ἐπαχθεστάτου ἐκείνου μέτρου τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, τὸ ὁποῖον φιλάνθρωποι καὶ σοβαροὶ συγγραφεῖς, ἀποκρούουν καὶ ζητοῦσι νὰ τὸ ἐκβάλωσιν ἐντελῶς τῆς ἀστικῆς νομοθεσίας, δὲν ζημιοῦνται ζημίαν ἀξίαν λόγου, ὅπως δὲν ζημιοῦνται οἱ παρ’ ἡμῖν δανεισταὶ τοιούτων ἀπαιτήσεων, οἱ ἀρχικῶς ἐστερημένοι τοῦ μέσου τούτου τῆς ἐκτελέσεως. Δυοῖν θάτερον, ἢ οἱ ὀφειλέται ἔχουν χρήματα καὶ ἐκ δυστροπίας δὲν πληρόνουν, καὶ τότε οἱ δανεισταὶ εὐκόλως ἐξαναγκάζουν τὴν πληρωμὴν διὰ τῆς κατασχέσεως καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκαστικῶν μέτρων, ἢ δὲν ἔχουν χρήματα, καὶ τότε ἡ κράτησις αὐτῶν εἶναι ἀπανθρωπία σκληρὰ καὶ ἄδικος. Ὁ νόμος τότε δὲν ὑπηρετεῖ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ τὰ πλέον ποταπὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου (εὖγε). Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ ζήτημα καθαρὸν, ἀπηλλαγμένον ἀπὸ τὰ σοφίσματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν νὰ τὸ ἐπισκοτίσουν. Πρόκειται ὡς βλέπετε, περὶ προσωρινοῦ ἁπλῶς μέτρου, ὑπαγορευομένου ὑπὸ τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς δικαιοσύνης μὴ παραβλάπτοντος τὰ δικαιώματα ἢ τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν, μὴ ἀλλοιοῦντος τὰς ὑφεστώσας ἐννόμους σχέσεις, ὠφελοῦντος δὲ τοὺς πάντας καὶ ἀσφαλίζοντος ἐπὶ πᾶσι τούτοις τὴν κλονιζομένην δημοσίαν τάξιν. Ποῦ μένουσι τώρα αἱ φοβεραὶ ἐκεῖναι αἰτιάσεις, ὅτι ζητοῦμεν νὰ συνταράξωμεν τὴν κοινωνίαν, νὰ βεβηλώσωμεν τοὺς νόμους, νὰ παραβιάσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Πετσάλης ἠγωνίσθη ν’ ἀποδείξῃ ἱερὰν πρὸ πάντων τῶν αἰώνων; (γέλως)· ποίαν σημασίαν ἔχουν ὅλα τὰ κενὰ καὶ ἕωλα ἐκεῖνα ῥήματα; Εἶχον, κύριοι, ἢ ὄχι δίκαιον νὰ σᾶς εἰπῶ ὅτι ἠγωνίσθησαν νὰ διαχύσωσι σκότος καὶ ὄχι φῶς εἰς τὴν συζήτησιν; Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἀποβλέπων εἰς τὸ ἐπάγγελμα τῶν δύο ἐντίμων ῥητόρων, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Λομβάρδου, φέρομαι νὰ φανῶ ἐπιεικὴς πρὸς αὐτούς.
§85ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ποῖον ἐπάγγελμα;
§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ δικηγορικόν. —Ἔχοντες κύριον μέλημα καὶ καθημερινὴν ἀσχολίαν τὴν μελέτην καὶ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, συνέλαβον φυσικὰ ὑπὲρ αὐτῶν τὴν τρυφερὰν ἐκείνην στοργὴν καὶ τὴν εὐσεβῆ εὐλάβειαν τὴν χαρακτηρίζουσαν τὴν κοινωνικὴν ταύτην τάξιν, εἰς ἣν σεμνύνομαι ὅτι ἀνήκω. Μ’ ὅλον ὅτι λοιπὸν φρονῶ, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὤθησαν τὴν τοιαύτην εὐλάβειαν εἰς δεισιδαιμονίαν, λησμονήσαντες τὸ ἀπόφθεγμα τῶν Ῥωμαίων summum jus summa injnria, μολοντοῦτο εἶναι συγγνωστὴ ἡ ὑπερβολὴ, ὡς φυσικὸν ἀποτέλεσμα τῶν ἀρχῶν καὶ τοῦ σεμνοῦ ἐπαγγέλματός των. Τί πρέπει ὅμως νὰ εἴπω περὶ τῶν θερμῶν ἐκείνων ἐπαναστατῶν, τῶν ὁποίων τὰ πρόσωπα ἐφαιδρύνοντο εἰς πᾶσαν φράσιν, εἰς πᾶσαν λέξιν τῶν ἐντίμων ἐκείνων ῥητόρων ὑπὲρ τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς ἀφοσιώσεως πρὸς τοὺς νόμους; τί νὰ εἴπω περὶ τῶν ἀνθρώπων τούτων, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀνεφάνησαν σφόδρα νομιμόφρονες, ἐπιδεικνύοντες τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησίν των κατὰ τῶν βεβηλούντων ἡμῶν τοὺς νόμους τῆς πολιτείας; Ἐλησμόνησαν λοιπὸν οἱ Κύριοι οὗτοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χθὲς ἔτι ἀπεκάλουν μετὰ στόμφου τὴν εὐλάβειαν καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς τοὺς κειμένους νόμους ταπεινὴν νομιμοφροσύνην; Καὶ ἐν ὀνόματι τίνος κοινωνικῆς ἀνάγκης ἐζητεῖτο τότε ἡ ἐκτροπὴ ἀπὸ τῶν κειμένων νόμων; ἐν ὀνόματι τίνος ἀρχῆς ἐζητεῖτο τότε ἡ καταπάτησις καὶ ἡ ἀσεβὴς βεβήλωσις τῶν νόμων; Τὸ ἐνθυμεῖσθε· δὲν ἐπρόκειτο τότε νὰ ἐπιχύσουν βάλσαμον φιλανθρωπίας, εἰς καμμίαν πληγὴν τῆς κοινωνίας, δὲν ἐπρόκειτο νὰ καθιερώσουν ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης ἱερὰς, παραβιαζομένας ὑπὸ τῆς θετικῆς νομοθεσίας, δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑπερασπίσουν τὴν πολεμουμένην ἀτομικὴν ἐλευθερίαν· ὄχι! ἐπρόκειτο μόνον νὰ ἀπομιμηθοῦν γελοίως καὶ εἰς τοῦτο, ὅπως καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα, μίαν ἀπαισίαν ἐποχὴν τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζει ὁ τρόμος καὶ τὸ αἷμα. Ἐν ὀνόματι λοιπὸν τῶν στυγερωτέρων ἀρχῶν, ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτικοῦ λόγου ὑπὸ τὴν εἰδεχθεστέραν του μορφὴν ἐζήτουν τότε μετὰ κραυγῶν καὶ ἀπειλῶν νὰ κοιμηθοῦν, νὰ περιφρονηθοῦν οἱ νόμοι. Καὶ σήμερον ὁποία μεταβολή; Παρατηρήσατε μὲ ποῖον ζῆλον, μὲ ποίαν παραφορὰν ζητοῦσιν οἱ φιλελεύθεροι τὴν αὐστηρὰν, τὴν ἀδυσώπητον ἐφαρμογὴν νόμων, τοὺς ὁποίους ἀποκρούει καὶ ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ δικαιοσύνη, διὰ νὰ συρθῶσι χιλιάδες ἀνθρώπων εἰς τὰς φυλακάς. Ἰδοὺ οἱ ἄνθρωποι! (εὖγε εὖγε). Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, τί οὗτοι αἰσθάνονται κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς των· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ αἰσθάνομαι, ὅτι ὅπως τότε προέταξα τὸ στῆθός μου ὑπὲρ τῶν νόμων, οὕτως ὀφείλω νὰ ὑψώσω τώρα τὴν ἀσθενῆ φωνήν μου ὑπὲρ τῆς φιλανθρωπίας, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς τάξεως. Ναὶ, Κύριοι, παρίσταται, ἐνίοτε παρίσταται ἀνάγκη νὰ κοιμηθῇ νόμος τις προσωρινῶς· τοῦτο δὲ συμβαίνει ὅταν τὸ ὑπαγορεύῃ ἡ φιλανθρωπία, ὅταν τὸ ἐπιβάλλῃ ἡ δικαιοσύνη, ὅταν τὸ ἐπιτάττῃ ἡ δημοσία ἀνάγκη πρὸς θεραπείαν πληγῆς τινος κοινωνικῆς ἢ πρὸς θρίαμβον τῆς ἐλευθερίας. Τοιαύτη ἀνάγκη παρίσταται ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Θὰ ψηφίσω λοιπὸν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Ζακύνθου. (ζωηρὰ ἐπιδοκιμασία).
§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ ἀγορεύσας ἔντιμος πληρεξούτιος τῆς Ἑρμιονίδος Κ. Μίλησης κατέκρινε πικρῶς τοὺς προαγορεύσαντας Κ. Κ. Καλλιγᾶν καὶ Πετσάλην διὰ τὴν τακτικὴν, τῆς ὁποίας ἔκαμον χρῆσιν ἀποκρούοντες τὴν προκειμένην πρότασιν. Ἀλλ’ ἐνῷ κατέκρινεν αὐτοὺς ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἴδιον σφάλμα, διότι ἂν ἀναλύσητε τὴν ὁμιλίαν του, τίποτε ἄλλο δὲν θὰ ἴδητε παρ’ ὅ,τι εἶπον οἱ προλαλήσαντες. Δὲν θέλω ἀκολουθήσει τὸ παράδειγμά του· θέλω ἀμέσως ἐπιληφθῆ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος τοὐτέστι περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως καὶ ἀποφυλακίσεως τῶν φυλακισμένων. Ὅταν, Κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐκ λευκάδος καὶ εὐφραδὴς ῥήτωρ Κ. Βαλαωρίτης μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατέστη ἐν Εὐρώπῃ ἀντικείμενον τοῦ χλευασμοῦ ἕνεκα τῆς κακῆς διοικήσεως καὶ πρὸ πάντων διὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς δημοσίας πίστεως, ἡ καρδία μου ἐθλίβετο· ἔλεγον κατ’ ἐμαυτὸν, ὅτι ἂν καὶ ᾖναι ὑπερβολὴ, εἶναι ὅμως πικρὰ ἀλήθεια. Ναὶ, κατέστη ἡ πατρίς μας τὸ ἀντικείμενον τοῦ χλευασμοῦ ἐν Εὐρώπῃ ἕνεκα τῆς ἀπωλείας τῆς δημοσίας πίστεως, διότι αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις οὐδόλως ἐσεβάσθησαν τὰς ὑποχρεώσεις των. Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἦλθεν ἡ 10 Ὀκτωβρίου, καὶ ἂν βλέπετε παραπτώματα, αὐτὰ τείνουν νὰ ἀποδείξουν καὶ δικαιολογήσουν τὴν ἐπανάστασιν, ἥτις ἔλαβε χώραν. Ἔσπευσεν ὅμως ἀμέσως νὰ μὲ παρηγορήσῃ καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς ἄλλους, διότι μᾶς εἶπεν, ὅτι ἤλθομεν ἐδῶ νὰ ἀγωνισθῶμεν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ Θρόνου καὶ τῆς Πατρίδος, ὑπὲρ τῆς διορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων, καὶ ἀμέσως μὲ παρηγόρησεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἐλπίς μου αὕτη ἦτο ματαία. Ἔπειτα ἀπὸ μίαν τοιαύτην σκανδαλώδη, ὅπως πολὺ ὀρθῶς τὴν ἐχαρακτήρησεν ὁ Κ. Ζαΐμης, πρότασιν, ἀπεπειράθησαν οἱ Μωϋσεῖς, οἵτινες ἦλθον νὰ μᾶς καθοδηγήσουν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἐπιδιώκουν σήμερον τὴν ὁδὸν τῆς ἀπωλείας, τὴν ὁδὸν τῆς καταστροφῆς (θόρυβος)· δὲν τὸ λέγω δι’ ὅλους, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν πρότασιν αὐτήν.
§88ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ Ἑπτανήσου). Ὅλοι, ὅλοι τὴν ὑποστηρίζομεν.
§89ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ῥίψε, Κύριε Κεχαγιὰ, ἄλλον σπόρον διχονοίας.
§90ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ναὶ, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ὄθωνος ἀπώλεσε τὴν δημοσίαν πίστιν, διότι δὲν ἐσεβάσθη τὰς ὑποχρεώσεις της· ἀλλὰ καί τοι τοιαύτη οὖσα ἐσεβάσθη τὰς ἰδιωτικὰς ὑποχρεώσεις. Οὐδέποτε ἐπεμβῆκεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ἢ μὴ τῶν ἰδιωτικῶν ὑποχρεώσεων· διὰ τοῦτο τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, ἡ Ἑλλὰς καί τοι κυβερνηθεῖσα ὑπὸ τοιαύτην δυναστείαν, ἡ Ἑλλὰς σήμερον, δύναμαι νὰ τὸ εἴπω, εὐδαιμονεῖ ἐνῷ ἔπειτα ἀπὸ τὸν πολυετῆ ἐκεῖνον ἀγῶνα αἱ πόλεις ἀπετεφρώθησαν, αἱ γαῖαι ἐκχερσώθησαν· ἂν περιέλθητε τὴν Ἑλλάδα σήμερον, θέλετε ἰδεῖ πόλεις μεγαλοπρεπεῖς, θέλετε ἰδεῖ τὰς γαίας καλλιεργημένας, μεταβεβλημένας εἰς ἀμπελῶνας, εἰς σταφιδαμπελῶνας καὶ τόσα ἄλλα πολύτιμα προϊόντα, τὰ ὁποῖα περιέχει ἡ Ἑλλάς. Σήμερον, κύριοι, 60,000,000 εἰσαγωγὴ ὑπόσχεται ἡ παραγωγὴ ἡ ἐφετεινή· πόθεν προήχθη αὐτὴ ἡ περιουσία; ἐκ μόνης τῆς ἐργασίας καὶ τῆς καλῆς πίστεως μεταξὺ τῶν ἰδιωτῶν. Εἰς αὐτὰ τὰ δύω ἐλατήρια ὀφείλεται ἡ ὑλικὴ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου, καὶ ἰδίως εἰς τὴν καλὴν πίστιν, διότι αἱ ἐργασίαι εἶναι συνέπειαι τῆς καλῆς πίστεως. Ἀδύνατον νὰ κινηθῇ ἄνθρωπος ἐργάτης, ἄνευ καλῆς πίστεως, τουτέστιν ἄνευ προκαταβολῆς κεφαλαίων. Θέλετε αὐτὸν τὸν μοχλὸν νὰ τὸν διασείσητε, νὰ τὸν καταστρέψητε, ἂν παραδεχθῆτε τὴν πρότασιν αὐτὴν περὶ ἀναστολῆς καταδιώξεως. Τί θὰ εἴπῃ, Κύριοι, ἀναστολὴ καταδιώξεως; τίποτε ἄλλο παρὰ σφετερισμὸς τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου. Βάζετε χεῖρα εἰς τὴν τζέπην τοῦ πολίτου, διὰ νὰ τὸ μεταφέρετε εἰς τὴν τοῦ ἄλλου· (θόρυβος) περιμένετε καὶ θέλετε τὸ ἰδεῖ.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον Ὁ προαγορεύσας ὡμίλησε μὲ ὅλην τὴν ἐλευθερίαν, διατὶ δὲν ἀφίνετε καὶ τὸν ἐπερχόμενον; εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ μὴ ἐγγίξῃ ὁ ἀγορεύων εἴτε τοὺς μὲν, εἴτε τοὺς δέ;
§92ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σᾶς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες περὶ τίνος πρόκειται· πρόκειται περὶ ἀναστολῆς προσωρινῆς καταδιώξεως· πρῶτον δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ἡ πρότασις δὲν ἔχει ὅρια, δὲν λέγει 20 ἢ 30 ἡμέρας, ἀλλὰ περὶ ἀναστολῆς, νὰ κοιμηθῇ ὁ νόμος, ὅστις προστατεύει τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου. Γνωρίζετε, Κ. Μίληση, τίς θὰ πάθῃ; ὁ δανειστὴς, ὁ ἔμπορος, ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ κεφαλαιοῦχος, ὅστις ἐδάνεισε καὶ ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτας του.
§93ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐμπορίου.
§94ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Γνωρίζετε, Κύριοι, ποίας ἄλλας ὑποχρεώσεις ἔχει ἐκεῖνος ὁ ἀγροδότης; ἂν αὐτὸς ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις, ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν δεῖνα ἐποχὴν, ὅτι θὰ συνάξῃ τόσα χρήματα διὰ νὰ πληρώσῃ ἕνα ἄλλον, καὶ ἂν δὲν εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ τὰ πληρώσῃ, ἑπομένως ἂν χρεωκοπήσῃ, νομίζετε εὔκολον τὴν θέσιν αὐτοῦ τοῦ δανειστοῦ; πῶς δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν δεινὴν θέσιν αὐτοῦ τοῦ πολίτου; Τί λέγουν; νὰ σώσωμεν αὐτούς. Κύριοι, καὶ ἄλλοι ὑπέπεσαν εἰς αὐτὸ τὸ σφάλμα, νομίζοντες, ὅτι σώζουν μίαν τάξιν, ἂν λάβουν μέτρον ν’ ἀπαγορεύσουν τὴν ἐνέργειαν τοῦ νόμου, ν’ ἀναστείλωσι τὴν καταδίωξιν. Εἶναι παλαιὰ τὰ μέτρα ταῦτα. Μεγαλειτέρα ζημία καὶ βλάβη ἐπίκειται εἰς αὐτὸν, τὸν ὁποῖον φαίνεσθε, ὅτι τὸν προστατεύετε. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς· ἡ πίστις ἐκλείπει· οὐδεὶς ἐμπιστεύεται τὸν ἄλλον, οὐδεὶς δίδει τὸ κτῆμά του εἰς καλλιέργειαν, διότι λαμβάνει πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι θὰ ἔλθῃ καὶ ἕνας ἄλλος νόμος, ὅστις θὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν, ὁ πολίτης, ὁ προστατευόμενος ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν ἀπὸ τοιαῦτα μέτρα, γίνεται ἀργὸς, ἀναπαύεται εἰς τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ παρέχει κακὴ ἐκτίμησις τῶν πραγμάτων. Εἷς συγγραφεὺς, ὁ Ῥοαγιὲ, μοὶ φαίνεται, ἐκθέτει τὴν κακὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν προῆλθον οἱ ἰδιοκτῆται μιᾶς ἐπαρχίας, ὅτε εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐθεωρήθη ὡς σωτήριον μέτρον τὸ προτεινόμενον, τουτέστι ν’ ἀνασταλῶσιν ἐπὶ 10 μῆνας αἱ καταδιώξεις. Τί λέγει; αὐτὸ ἦτο τὸ θανατηφόρον κτύπημα κατ’ αὐτῆς τῆς τάξεως τῶν κτηματιῶν. Μὴ νομίζετε, ὅτι τοῦτο σώζει· ἐξ ἐναντίας προετοιμάζει τὴν μεγαλειτέραν καταστροφήν· τοὺς παρηγορεῖτε προσωρινῶς, ἀλλ’ εἰς τὸ μέλλον τοὺς καταστρέφετε. Κύριοι, ἐπρότεινον, ὅτι ἐπαπειλοῦνται τόσαι ψυχαὶ νὰ φυλακισθῶσι. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω περὶ τούτου, ἂν ἔχηται ἀληθείας ἢ ὄχι· ἀλλ’ ἔμαθον, ὅτι ὀλίγιστοι εἶναι φυλακισμένοι· καὶ ἤθελον εἶναι εἰλικρινέστεροι, ἀκριβέστεροι, ἂν ἐπρότειναν μόνον τὴν ἀποφυλάκισιν, μόνον τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἀλλ’ ὄχι, Κύριοι. Ἄλλος σκοπὸς ὑποκρύπτεται, δὲν θέλουν τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὴν προσωπικὴν κράτησιν.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι, ὄχι· δὲν εἶναι ἔτσι.
§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τοιαύτη εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Λομβάρδου· ἀναστολὴ καταδιώξεως.
§97ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· ἀναγνώσατέ την.
§98ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ πρότασις. ΨΗΦΙΣΜΑ κτλ. Ἡ Συνέλευσις λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τῶν πληρεξουσίων Κερκύρας περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, Ψηφίζει· ά) Ἄχρις οὗ ἡ Συνέλευσις λάβῃ ὁριστικὰ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος Κερκύρας μέτρα, ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου τοῦ ὁρίζοντος τὴν προσωπικὴν κράτησιν τῶν ἐν Κερκύρᾳ χρεωστῶν ἀγροληπτικῶν μεριδίων, σολιοτικῶν καὶ ἑτέρων κτηματικῶν παροχῶν. βʹ) Ἐξουσιοδοτεῖται ἡ Κυβέρνησις ὅπως διὰ διατάγματος ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων συλλήψεως, κωλύσῃ τὴν ἔκδοσιν ἑτέρων καὶ διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν ὑπὸ κράτησιν διατελούντων ὀφειλετῶν.
ΧΡΙΣΤΟΔ. ΠΟΦΑΝΤΗΣ, ΚΩΝΣΤ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.
ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ.
Καλὰ παραδέχομαι· ἤμην εἰς ἄγνοιαν, ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἔχει· εἰς τὴν Γαλλίαν εἰς τὰ 18, ὅταν ἔγεινεν ἡ ἐπανάστασις, καὶ ἐπροσωποκρατήθησαν πολλοὶ ὀφειλέται, κατέφυγον εἰς αὐτὸ τὸ μέσον· ἀλλὰ μόλις ἐφηρμόσθη ἐπὶ 20 ἢ 30 ἡμέρας, εἶδον ὅτι καταστρέφεται ἡ πίστις, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσαν εἰς τὴν διόρθωσιν· μὴ νομίσητε δὲ, Κύριοι, ὅτι εἰς μίαν γωνίαν τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸ τὸ μέτρον· ἡ πίστις εἶναι ὕποπτος, δὲν ὑποβάλλεται εἰς τοὺς κανόνας καὶ τῆς λογικῆς ἀκόμη, δὲν εἰμπορεῖτε νὰ εὕρητε τὸν λόγον. Σήμερον λέγουν, εἰς μίαν γωνίαν τῆς Ἑλλάδος ἐφαρμόζεται τὸ μέτρον τοῦτο, αὔριον ἐπεκτείνεται, καὶ μεθαύριον προχωροῦμεν μακρότερον· ἡ πίστις δὲν ἐπιβάλλεται, ἐμπνέεται, πάσχουν τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν......
§99ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν εἶναι δανεισταί· (θόρυβος).
§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐὰν δὲν ᾖναι δανεισταὶ, τότε λοιπὸν τὰ δικαστήρια ἦσαν περιττά· εἶναι ἀδιάφορον ἀπὸ τί προέρχονται, πάντα εἶναι δάνειον. — Κύριοι! ὄχι τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ ἡ αὐστηρὰ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ τὸν μέγιστον σεβασμὸν τῶν συμφωνιῶν τῶν ἰδιωτῶν, αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ αὐστηρὰ ἠθική.
§101ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τῆς Γαλλίας τὰ τιμάρια εἰς τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν δὲν κατηργήθησαν;
§102ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ καταργήσεως τιμαρίων, πρόκειται περὶ ἀναστολῆς καταδιώξεων· (θόρυβος).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ἔχω ἐνώπιόν μου πληρεξουσίους καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ὁμιλῶ τόσην ὥραν.
§104ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅ, τι μὲ ἔκαμε νὰ παραξενεύωμαι πολὺ, εἶναι τὸ ἑξῆς· αὐτὸ τὸ πάθημα τῶν πολιτῶν εἶναι πρωτοφανές; δὲν ὑπῆρχε καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν; διατί ἐρωτῶ τοὺς Κ. Κ. πληρεξουσίους δὲν ἐζήτησαν νὰ τὸ διορθώσουν πρὸ πολλῶν ἐτῶν;
§105ΑΡΙΣΤ. ΚΟΝΤΟΣ. Καὶ πῶς;
§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων τὸ εἶχεν ἡ Βουλή.
§107ΚΟΝΤΟΣ. Πολλάκις παρεπονέθημεν.
§108ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τότε λοιπὸν ὁ Κ. Λομβάρδος καὶ ὁ Κ. Βαλαωρίτης, οἵτινες, ὡς μᾶς εἶπον, ὅτι ἐπρόβαινον μετὰ μεγίστου θάῤῥους ἀπέναντι....
§109ΚΟΝΤΟΣ. Δὲν εἶχον τὴν πλειοψηφίαν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριε· θὰ ἔλθητε κατόπιν νὰ ἀντικρούσητε.
§111ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διατί, λέγω, ἀφοῦ εἶχον τόσον θάῤῥος κ’ ἐψήφιζον ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς προστασίας, ἐψήφισαν ἓν ζήτημα πολὺ σπουδαῖον, τοὐτέστιν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, διατὶ δὲν εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ προτείνωσιν ἕνα νόμον περὶ θεραπείας αὐτῶν τῶν κακῶν; διατί δὲν ἤθελον νὰ ῥίψουν τὸ σκάνδαλον ἐκεῖ, κ’ ἦλθον νὰ τὸ ῥίψουν ἐδῶ;
§112ΤΙΝΕΣ. Ἔγεινε.
§113ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ φέρητε τὸ ψήφισμα. — Ὑπεσχέθημεν, λέγει, καὶ πρέπει νὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν ὑπόσχεσίν μας. Ἄ! Κύριοι, συλλογισθῆτε, ἐὰν, διότι τινὲς τῶν πληρεξουσίων ἔδωσαν τοιαύτας ὑποσχέσεις εἰς τοὺς ἐντολεῖς των, ἐὰν, λέγω, αὐτὸς ὁ λόγος ἦναι ἱκανὸς νὰ πείσῃ τὴν Συνέλευσιν διὰ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐὰν σήμερον ὑπεσχέθησαν τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν χρεῶν, τὴν ἀποφυλάκισιν, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι αὔριον ἄλλοι λαοπλάνοι, ἀγύρται, θέλουσιν εἰπεῖ εἰς τὸν λαόν· (θόρυβος). Λέγω δι’ ἄλλους, ἀδελφέ· ἔχομεν ἐκλογὰς εἰς τὸ μέλλον. — Λοιπὸν ἐὰν μεθαύριον εἰς τὰς ἐκλογὰς οἱ τοιοῦτοι εἴπουν, ὅτι ἡμεῖς ὑποσχόμεθα νὰ κηρύξωμεν ἀσιδοσίαν, δώσατέ μας τὰς ψήφους σας.....
§114ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ Συνέλευσις θὰ τὸ ἀποφασίσῃ (θόρυβος.)
§115ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§116ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἴσα, ἴσα λοιπὸν λέγω, ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κατακέφαλα πρέπει νὰ κτυπήσωμεν τὰ τοιαῦτα σκάνδαλα, νὰ μὴ ἀναγεννηθῶσιν εἰς τὸ μέλλον, διότι συλλογισθῆτε τὰς συνεπείας· Κύριοι, γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος τὸ πρῶτον βῆμα συλλογίζεται, ἅμα παρεκτραπῇ εἰς τὸ πρῶτον, δὲν σταματᾷ, ἀπὸ ἀτοπήματος εἰς ἀτόπημα θὰ προβαίνῃ. Λοιπὸν εἰς τὴν ἀρχὴν πρέπει νὰ προλάβητε τὸ κακόν· δὲν τὸ ἐπρολάβετε· συλλογισθῆτε τὰς συνεπείας. Ἀλλ’ ὅ,τι, Κύριοι, μ’ ἔφερεν εἰς ἔκπληξιν εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς. Δὲν ἤμην παρὼν, ἀλλ’ ἔμαθον, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν ταύτην, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὴν μερίδα ἐκείνην, ἥτις κατηγορεῖ τὴν ἄλλην ὡς ἀναρχικήν. (θόρυβος) Ναὶ, Κύριοι! ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία οἰκειοποιεῖται δι’ ἑαυτὴν τὴν ἰδιότητα τῆς συντηρητικότητος, αὐτὴ ἔρχεται καὶ ὑποστηρίζει προτάσεις ἀντικοινωνικάς. Καὶ τί ἄλλο θὰ εἴπῃ κοινοκτημοσύνη; δὲν μοῦ λέγετε;
§117ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν ἀφαιροῦμεν ἀπὸ κἀνένα τίποτε.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συνεδρίασιν οὕτω, καὶ δὲν τὸ λέγω μόνον δι’ ὑμᾶς, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι διακόπτουν.
§119ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τί θὰ εἴπῃ κοινοκτημοσύνη; ἀφαίρεσις τῆς περιουσίας ἀπὸ τὸν ἕνα πολίτην καὶ παραχώρησις αὐτῆς εἰς ἕνα ἄλλον· ἰδοὺ τὶ πρόκειται νὰ κάμητε. Ὄχι, λέγετε, ν’ ἀφαιρέσητε, ἀφαιρεῖτε ὅμως τὴν χρῆσιν· δὲν εἶναι ἓν βῆμα τοῦτο; ἐὰν ἐγὼ εἶχον νὰ λάβω ἀπὸ ἕνα ἀγρολήπτην πέντε χιλιάδας δραχμὰς καὶ θέλω νὰ τὰς πάρω τώρα, διὰ νὰ τὰς μεταχειρισθῶ εἰς μίαν ἐπιχείρησίν μου, θὰ ἔβγῃ ὁ νόμος αὐτὸς καὶ θὰ εἴπῃ ὄχι· μὴ κάμνῃς χρῆσιν τῆς περιουσίας σου.
§120ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν θὰ εἴπῃ αὐτό. (θόρυβος)
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐρωτᾷ κἀνείς, οὔτε τὸν λόγον σᾶς ἔδωσα· δὲν ἠξεύρω ποῖος εἶναι αὐτός.
§122ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, περαίνων τὸν λόγον, συνιστῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν μεγίστην προσοχήν της ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· σᾶς εἶπον, ὅτι ἔχει συνεπείας ὀλεθρίας καὶ πολιτικὰς καὶ οἰκονομικάς. Μὴ θέλετε λοιπὸν ὑπὸ οἱονδήποτε λόγον, ὑπὸ οἱονδήποτε συμφέρον ν’ ἀδιαφορήσητε καὶ νὰ παραδεχθῆτε τὴν πρότασιν ταύτην, διότι, σᾶς τὸ ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἔχῃ συνεπείας ὀλεθρίας διὰ τὸν τόπον καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁλόκληρος, καθὼς εἶπον, ἡ Εὐρώπη ἀτενίζει τὰ βλέμματα εἰς τὰς πράξεις αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως. Οἱ κατήγοροι ἡμῶν, οἱ κατήγοροι τῆς Πατρίδος θὰ παραστήσουν τὸ πρᾶγμα πολὺ μεγαλείτερον, θὰ εἴπουν, ὅτι ἐκάμομεν ἓν βῆμα πρὸς τὴν κοινοκτημοσύνην. Καὶ λοιπὸν, καὶ διὰ πολιτικοὺς καὶ δι’ ὑλικοὺς λόγους συμφέρει νὰ τὸ ἀποκρούσωμεν μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἀγανάκτησιν. Τοῦτο ἔπραξε καὶ ἡ Συνέλευσις τῶν 43, ὅπως εἶπεν ὁ προλαλήσας, καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Συνέλευσιν ἐπαρουσίασαν ἀναφορὰν ὀφειλέται, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως.
§123ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ τοῦτο ἔγεινε.
§124ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Λοιπὸν ἡ Συνέλευσις τῶν 43 οὕτω πως ἐφέρθη· ἐπαρουσίασαν ἀναφορὰν ἀπὸ ἄπειρον πλῆθος πολιτῶν, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη κατανοοῦσα τὰς ἐπιβλαβεῖς συνεπείας, τὴν ἀπέκρουσεν· οὕτω πως πρέπει νὰ πράξῃ καὶ ἡ Συνέλευσις αὕτη.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς εἶναι ὑπέρ; Ὀδυσσέως, Ῥοντήρης, Κόκκινος, Χριστόπουλος, Ζαΐμης, Βελιανίτης.
§126ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑπέρ.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§128ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι! Ἂς ἀναβῶμεν ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως, ἵνα ἀναπνεύσωμεν ἀέρα ἐλευθερίας, ἔλεγε πρὸ ἡμερῶν ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἀποτεινόμενος πρὸς ἡμᾶς τοὺς νεωστὶ ἐλθόντας πληρεξουσίους τῆς Ἑπτανήσου. Ἐγὼ θέλω τὸν παρακολουθήσει καὶ θέλω ζητήσει παρ’ αὐτοῦ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς του, αὐτοῦ τοῦ διδάγματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔκαμεν. Ὁπότε κατὰ τὸ ἔτος 1848, ἢ 49 ἠλευθερώθη καὶ ἡ γλῶσσα τοῦ Ἑπτανησίου, καὶ ἐδόθη εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς ἀπὸ τότε ἤρχισε νὰ διασαλπίζηται καὶ τὸ κήρυγμα «Ἕνωσις» ἐντονώτερον. Ἀπὸ τότε ἀνεφάνησαν καὶ μάρτυρες αὐτῆς τῆς ἰδέας, καὶ τότε ἐξῆλθον κατήγοροι, οἵτινες ἔλεγον τοὺς μάρτυρας ἐκείνους, λαοπλάνους, ἀγύρτας, φρενήρεις, οἵτινες ἤθελον νὰ πολεμήσουν τὴν Ἀγγλίαν, διὰ νὰ τὴν ἐκδιώξουν ἀπὸ τῶν Ἰονίων νήσων. Ὁπότε δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1864 ἐγενικεύθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς εἰς ὅλας τὰς ἄλλας τάξεις τῆς Ἑπτανησιακῆς κοινωνίας, ἓν ἄλλο μέγα γεγονὸς παρουσιάζεται εἰς τὴν πρώην Ἰόνιον πολιτείαν. Σάλος καταλαμβάνει ἰδιαιτέρως τὴν Κέρκυραν· διαιρεῖται ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων ἐκείνης τῆς νήσου εἰς δύο διακεκριμένα στρατόπεδα, τὰ ὁποῖα καταμετροῦν τὰς δυνάμεις των, καὶ ἐκ τοῦ πολέμου τούτου ἐξέρχεται νικητὴς τὸ στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὴν ἀγροτικὴν τάξιν τῆς νήσου ἐκείνης.
§129ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Τὸ ὁποῖον θὰ βασιλεύσει πάντοτε. (θόρυβος).
§130ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κ’ ἔρχονται εἰς τοὺς κόλπους σας πληρεξούσιοι δι’ 8, διὰ 10 χιλιάδων ψήφων ἐκλελεγμένοι, κ’ ἔρχονται πληρεξούσιοι περιβεβλημένοι μὲ τοιαύτην ἐμπιστοσύνην, καὶ δὲν πιστεύομεν, ὅτι εἰς τοὺς πληρεξουσίους τούτους, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν ἐκεῖνο τὸ στοιχεῖον, δύναταί τις κοσμίως, δύναταί τις βασίμως ν’ ἀποδώσῃ μίαν πρώτην κατηγορίαν, ἕνα πρῶτον ψόγον, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ψεῦται; Τί σημαίνει ὁ σάλος οὗτος, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐξαίρεσιν ἀναφαίνεται εἰς τὴν Κέρκυραν· διατὶ τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν ἐπαληθεύθη καὶ εἰς τὰς ἄλλας νήσους; διατὶ ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη κατάστασις ἐν τῇ μόνῃ νήσῳ Κερκύρᾳ; ἰδοὺ τὸ μέγα γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν ἑκάστου, ὅστις δὲν θέλει νὰ ἴδῃ ματαιουμένην αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν προσκαλούμεθα νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν δι’ ἑνὸς Συντάγματος. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔχει τὰς ῥίζας του, ἔχει τὴν πηγήν του εἰς τὸ διάφορον σύστημα τῆς ἰδιοκτησίας, εἰς τὰς σχέσεις τῆς ἰδιοκτησίας, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐξαίρεσιν ἐπικρατοῦσιν εἰς τὴν Κέρκυραν μᾶλλον, ἢ εἰς τὰς ἄλλας νήσους. Τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον, εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ τὸ δικαιολογήσῃ καὶ ὁ ἔντιμος Κ. Καλλιγᾶς. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐξέτασιν, εἰς τὴν ἀνίχνευσιν τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν ν’ ἀνεύρῃ ὡς ἐξήγησιν τοῦ φαινομένου τούτου, δὲν ὡδηγήθη ἐξ ἐκείνων τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἠδυνήθη ν’ ἀρυσθῇ διαρκούσης τῆς ἐν Κερκύρᾳ ὀλιγοημέρου διαμονῆς του· καὶ τὸ λέγω τοῦτο μετὰ πεποιθήσεως, ἂν καὶ μετὰ δυσαρεσκείας, καθόσον Κύριοι, κ’ ἐγὼ παρευρέθην εἰς συνέντευξίν τινα μετὰ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὁπότε τὴν Κέρκυραν ἐπεσκέφθη, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ δύο περίπου ὥρας ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ γνωρίσῃ πολλὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἀπήγγειλε, καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλω ν’ ἀναπληρώσω, ὅπως ἕκαστος ὑμῶν δίδων ψῆφον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος δυνηθῇ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν πεποιθήσει, ἐν πεφωτισμένῃ συνειδήσει τὴν ψῆφον ταύτην ἔδωκε. Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι δὲν θέλω παρεκτραπῆ, εἰμὴ ἴσως ἀκουσίως ἀπὸ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ πρότασις, περὶ ἧς πρόκειται νὰ δώσωμεν σήμερον ψῆφον, καὶ κατὰ τοσοῦτον μόνον θέλω ψαύσει τὴν οὐσιώδη πρότασιν τὴν ἀφορῶσαν τὸ ἐν γένει ἀγροτικὸν σύστημα τῆς Ἑπτανήσου, καθόσον δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ διότι προεκαλέσθην εἰς τοῦτο ἀπὸ τοὺς προαγορεύσαντας Κ. Καλλιγᾶν καὶ τοὺς λοιποὺς ἀξιοτίμους Κ. Κ. πληρεξουσίους, καὶ τὸν Κ. Πετσάλην. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς μετὰ τοῦ Κ. Πετσάλη, μολονότι τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἀμφότεροι ὑπεστήριξαν, μολοντοῦτο δὲν εὑρέθησαν εἰς ἓν ἀντικείμενον σύμφωνοι· εἰς τὸ ἀντικείμενον τὸ ἀφορῶν τὴν νομοθεσίαν, ἥτις ἰσχύει μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς διϊσχυρίσθη, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς 13ης Βουλῆς, ἥτις ἐξεδόθη συνάμα μὲ τὸ ψήφισμα τῆς ἑνώσεως, αὐτὴ εἶναι ἓν ἀνυπέρβλητον πρόσκομμα εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως, περὶ ἧς πρόκειται, καθότι δυνάμει αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ κείμενοι νόμοι ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐνέργειάν των μεχρισότου ἀντικατασταθῶσι παρ’ ἄλλων. Ὁ Κ. Πετσάλης ἀπ’ ἐναντίας διϊσχυρίσθη, ὅτι, ἅμα γενομένης τῆς ἑνώσεως εὐθὺς μάλιστα ὤφειλε νὰ ἔλθῃ ψήφισμα, ἵνα ἀμέσως ἡ νομοθεσία ἡ Ἑλληνικὴ ἐφαρμοσθῇ ἐφ’ ὅλης τῆς Ἑπτανήσου. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ ψέξω τὸν Κ. Πετσάλην, ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου, πῶς νομομαθὴς τοσοῦτον ἐμβριθὴς δύναται νὰ διϊσχυρισθῇ, ὅτι μία νομοθεσία ἀτμοπλοϊκῶς δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ εἰς ἄλλην γῆν διὰ νὰ φέρῃ τὸν κλονισμὸν αὐτὸν τῆς κοινωνίας, τὸν ὁποῖον μᾶς παρέστησεν σήμερον, ὅτι ἡ ἁπλῆ πρότασις τῆς ἀναστολῆς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ. Τὸ βέβαιον εἶναι, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἰσχύουσιν οἱ Ἰόνιοι νόμοι μέχρι τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ἐννοεῖτε καλῶς, ὅτι καὶ ἀφοῦ ἐγκαθιδρυθῇ τὸ Σύνταγμα ἕως ὅτου οἱ εἰδικοὶ νόμοι δὲν τροπολογηθῶσιν, οἱ ὑπάρχοντες ἐν Ἑπτανήσῳ ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὴν πλήρη ἐνέργειάν των. Ἡ ἀπόφασις τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1863 εἶναι πολὺ σαφὴς διὰ νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν ἐνόχλησιν νὰ σᾶς τὴν ἐξηγήσω· ἀλλ’ ἴσως πρόκειται σήμερον νὰ ἐφαρμόσωμεν ἓν μέτρον καταστρέφον ἐν τάχει τοὺς νόμους διὰ νὰ ἤμεθα εἰς ἀντίφασιν αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἰονίου Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὡς πρῶτον ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς προτάσεως ὁ Κ. Καλλιγᾶς; Λοιπὸν τί ἡ πρότασις σκοπεύει, Κύριοι; σκοπεύει ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν ἀναστολὴν τὴν προσωρινὴν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰδικῶς τοὺς ὀφειλέτας τῶν ἀγρομισθώσεων καὶ τῶν ἄλλων ἐγγείων προσόδων τῆς νήσου Κερκύρας· καὶ ἂν, Κύριοι ἀκούσητε, ὅτι ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας, εἰς τὴν ὁποίαν διέκειντο αἱ Ἰόνιοι νῆσοι, πρὶν τῆς ἑνώσεώς των, ὄχι μόνον αἱ Βουλαὶ τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Γερουσία ἐπανειλημμένως τοιούτους νόμους κατὰ τὰς περιστάσεις ἐξέδωσε, τί θὰ εἰπῆτε, Κύριοι, πρὸς Θεοῦ περὶ ἐκείνων τῶν παρεκτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδόθησαν εἰς τὴν φύσιν τοῦ ζητήματος, περὶ τῶν διαστάσεων ἐκείνων, μὲ τὰς ὁποίας ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα, ὅτι πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς κοινοκτημοσύνης, περὶ σεισαχθείας, περὶ ἀνατροπῆς καὶ κλονισμοῦ τῆς κοινωνίας; ὅταν ἀκούσητε, ὅτι αὐτὴ ἡ Γερουσία ἐπανειλημμένως εἰς περιστάσεις παραπλησίας τοιούτους νόμους ἐξέδωσε; ἐκλονίσθη ἴσως ἡ κοινωνία, ἡ Ἑπτάνησος; εἰσήχθη ἡ σεισάχθεια, καὶ μᾶς λέγουσιν, ἔλθετε εἰς τὴν Ἀκρόπολιν ν’ ἀναπνεύσητε ἐλευθερίαν! (εὖγε).
§131ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Πολιτικήν.
§132ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πολιτικὴν δὲν ἐννοῶ ἀφηρημένα, εἰμὴ ὁσάκις αὐτὰ τὰ ἀφηρημένα δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὰ πράγματα. Ποῖοι εἶναι οἱ ὀφειλέται, πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ πρότασις αὕτη προσκαλεῖ ὑμᾶς ἵνα δώσητε χεῖρα βοηθείας διὰ τῆς προσωρινῆς ἀναστολῆς τοῦ μέτρου τούτου; Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἐξέφρασε μίαν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ μάλιστα δύο· τὴν μὲν μίαν, «ἐγὼ, λέγει, θὰ κάμω λάθη ἐπὶ τούτῳ διὰ νὰ μὲ διορθώσητε»· καὶ δυσαρεστοῦμαι, διότι χρηματίσας μαθητὴς τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, εὑρίσκομαι κατὰ πρώτην φορὰν ἀπέναντί του εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἵνα ἐκπληρώσω τὴν εὐχήν του· ἐξ ἄλλου, δευτέραν ἀλήθειαν ὡμολόγησεν, ὅτε, ἀποτεινόμενος εἰς τοὺς ΚΚ. πληρεξουσίους Κερκύρας, εἶπεν ὅτι δὲν τοὺς γινώσκει, καὶ ἀληθῶς δὲν τοὺς γινώσκει, καθόσον εἰς τὴν ὀλιγοήμερον ἐν Κερκύρᾳ διαμονήν του δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν, μὲ ποίους Κύριοι; μὲ τὰ στοιχεῖα τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουν αὐτοὶ οἱ παρακαθήμενοι ἐνταῦθα (εὖγε). Ἐὰν, Κύριοι, ἤθελε τεθῆ εἰς ἐπαφὴν μὲ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, καὶ ὤφειλε νὰ τεθῇ, ἤθελε γνωρίσει, ὅτι οἱ ὀφειλέται, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ἡ Συνέλευσις νὰ δώσῃ μικράν τινα παραμυθίαν διὰ τῆς ὀλιγοημέρου ἢ καὶ ὀλιγομήνου ἀναστολῆς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, εἶναι, Κύριοι, τὰ 15/20 τῶν κατοίκων τῆς Κερκύρας, ὅτι οἱ ὀφειλέται αὐτοὶ δὲν εἶναι ὀφειλέται οὔτε ἐκ συναλλαγμάτων, οὔτε ἐξ ἑτέρας συναλλαγῆς ἢ ἄλλης ὑποχρεώσεως, ἀλλ’ εἶναι ὀφειλέται μεριδίων, κανόνων, καὶ ἄλλων κτηματικῶν παροχῶν, αἱ ὁποῖαι, Κύριοι, ἔχουν τὴν καταγωγήν των εἰς πηγὰς, τὰς ὁποίας ἡ Συνέλευσις, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὅταν θέλῃ ἀκούσει κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς οὐσιαστικῆς προτάσεως, θέλει φρικιάσει, καθόσον εἰσέτι δὲν ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα ὡς φρονῶ, καὶ ὡς πρέπει νὰ ἀναπτυχθῇ· ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ σήμερον δὲν πρόκειται· ὅταν τὸ ἀναπτύξωμεν, θέλετε ἀκούσει· καὶ δὲν δύναμαι εἰμὴ τοῦτο νὰ ἐκπληρώσω, καὶ θέλω θίξει ἐκείνας τὰς αἰτίας, τὰς ὁποίας ἀνεῦρεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Καλλιγᾶς εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν αἱ σχέσεις τῆς ἰδιοκτησίας ἐν τῇ νήσῳ Κερκύρας· καὶ εἶμαι εἰς κατάστασιν, Κύριοι, τοῦτο νὰ πράξω καὶ ὡς ὢν ἰδιοκτήτης ἐν τῇ νήσῳ Κερκύρας, καὶ ὡς ἐξασκῶν τὴν ἐπιστήμην ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας γνωρίζω τὰ καθέκαστα. Γνωρίζω τοὺς ἀλλεπαλλήλους καταδιωγμοὺς, γνωρίζω τὰς στερήσεις, γνωρίζω τὴν σκληρὰν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ χωρικὸς εὑρίσκεται ἀπέναντι τοῦ ἰδιοκτήτου, ἕνεκα τῶν συστημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὴν πηγήν των εἰς αἴτια, ἅτινα θέλετε ἀκούσει Δὲν πρόκειται, κύριοι, εἰς τὴν σχέσιν τὴν ὑπάρχουσαν ἐν Κερκύρᾳ μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ γεωργοῦ περὶ τῆς ἁπλῆς ἐκείνης σχέσεως, ἥτις ὑπάρχει ὡς ἐκ τοῦ συστήματος μιᾶς ἀγροληψίας, μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ ἀγρολήπτου, ὡς ὑπάρχει ἐνταῦθα, ὡς ὑπάρχει ἐν Γαλλίᾳ, ὡς ὑπάρχει εἰς τὰ ἄλλα μέρη. Διότι, βλέπετε, ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύει ἕνας κώδηξ, ὅστις κατὰ μέγα μέρος εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Ναπολεοντείου ἢ τοῦ Νεαπολετανικοῦ κώδηκος. Ἴσως αἱ σχέσεις ἐν πράγματι ὑπάρχουν τοιαῦται, ὁποῖαι προνοοῦνται παρ’ αὐτοῦ τοῦ κώδηκος, καὶ ἴσως δύναμαι ἐπὶ τοῦ βήματος ἐρχόμενος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐταὶ αἱ σχέσεις αἱ καθιδρυμέναι διὰ τοῦ κώδηκος, εἶναι σχέσεις παράνομοι καὶ σχέσεις ὑποστηρίζουσαι παράλογόν τι; τὰ πράγματα ὅμως δὲν ἔχουσιν ὡς ἐνταῦθα προνοοῦνται εἰς τὸν κώδικα· τὰ πράγματα ἔχουσιν ἄλλως καὶ εἶχον ἄλλως, ὁπόταν μὲ τὰς χειροκροτήσεις τὰς συνήθεις, μὲ τὰς ὁποίας ἐχειροκρότουν αἱ Βουλαὶ τῶν Κομεστάδων εἰς τὴν Ἑπτάνησον, εἰσήχθη ὁ κώδηξ διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ· διότι οὗτος εἰσήχθη ἄνευ συζητήσεως καὶ ἐχειροκροτήθη· τὰ πράγματα ὅμως δὲν ἔχουσιν οὕτως, οὔτε εἶχον καθ’ ὃν καιρὸν εἰσήχθη ὁ κώδηξ εἰς τὴν ἁπλῆν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιστήμη θεωρεῖ καὶ εὑρίσκει τὰς σχέσεις μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ καλλιεργητοῦ, μεταξὺ ἀστοῦ καὶ χωρικοῦ, ἀπεναντίας τὰ πράγματα ἔχουσιν ἄλλως. Καὶ τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι σπουδαῖον, πολὺ εὐρὺ, καὶ θέλετε ἀκούσει τὰς διαστάσεις καὶ τὴν ἀνάπτυξιν, καθότι ἦλθεν ὁ καιρός. Τί θέλετε εἰπεῖ, ὅταν ἰδῆτε ἐν πράγματι τὸ αὐτὸ κτῆμα βεβαρυμένον ἀπὸ τὴν συνεισφορὰν τόσων μεριδίων, ὥστε συλλεγομένων ὅλων αὐτῶν καὶ προσθετομένων ἐξαντλεῖται ὅλη ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παρέξῃ αὐτὸ καὶ περιπλέον; Τί θέλετε εἰπεῖ ὅταν εὕρητε ἐπ’ αὐτοῦ ⅒, 1/80, ⅒, 1/20, ⅕, ¼ καὶ ἓν ἐδαφονόμιον, καὶ ἀριθμήσητε ὅλα ταῦτα, θέλετε ἰδεῖ ὅτι δὲν ἐξάγουν τὴν μονάδα; τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν περισσοτέρων κτημάτων, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εἰσήχθη ὁ κώδηξ· καὶ εἰξεύρετε πόθεν προέρχεται ἡ κατάστασις αὕτη; Ἡ κατάστασις αὕτη ἔχει τὴν πηγήν της εἰς μεμακρυσμένην ἐποχήν. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἁπλῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας ῥυθμίζει ἡ ἐπιστήμη, καὶ τὰς ὁποίας προνοεῖ εἷς κώδηξ, πρέπει νὰ ἴδωμεν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Κέρκυρα· καὶ αὕτη δὲν εἶναι μῦθος εἶναι πρᾶγμα. Ἐπισκεφθῆτε τὴν Κέρκυραν διὰ νὰ τὰ ἰδῆτε.
§133ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τὰ κτήματα ἦναι βεβαρυμένα, διατὶ δὲν τὰ ἐγκαταλείπουν;
§134ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ σᾶς ὁμιλήσω καὶ περὶ αὐτοῦ. Διατὶ προεῖπον, ὅτι θέλει φρικιάσει ἡ Συνέλευσις, ὅταν ἀκούσῃ τὴν λεπτομερῆ ἔκθεσιν τῶν γεγονότων. Ἀλλὰ μοὶ κακοφαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι καιρός.
§135ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐξηγηθῆτε σαφέστερον.
§136ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη.
§137ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶσθε ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος δύνασθε νὰ μᾶς φωτίσητε· δὲν εὑρέθητε ὅμως σύμφωνος μὲ ἕνα ἄλλον εἰς τὴν Κέρκυραν, ὅτε ἤμεθα ἐκεῖ.
§138ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τότε μὲ ἐδικαιώσατε· καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐκεῖνος, μετὰ τοῦ ὁποίου δὲν εὑρέθην σύμφωνος, ἀπέτυχεν εἰς τὰς ἐκλογάς· ὥστε ἀπεδοκιμάσθη (ἐπιδοκιμασίαι). Κύριε Κεχαγιᾶ, μοὶ φαίνεται, ὅτι μ’ ἐννοήσατε πολὺ καλὰ, ὅταν εἶπον, ὅτι καὶ τοὺς πρώτους μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι ἐφώναξαν τὴν ἕνωσιν τοὺς εἶπον λαοπλάνους· δὲν εἶναι παράξενον νὰ εἴπουν καὶ αὐτοὺς λαοπλάνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ βάλουν τάξιν εἰς τὴν ἀταξίαν τῶν κτηματικῶν σχέσεων Κερκύρας. Ἡ πηγὴ τῆς καταστάσεως εἰς ἣν εὑρίσκονται χρῄζει βεβαίως μιᾶς διορθώσεως· ποίας; ἄλλο τὸ ζήτημα, ἀλλὰ χρῄζει μιᾶς διορθώσεως, διότι ἐπαπειλεῖ αὐτὴ ἡ ἐξακολούθησις τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων τὰ θεμέλια τῆς κοινωνίας, ἐπειδὴ πρέπει νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι δὲν εὑρίσκεσθε ὑπὸ τὸ κράτος ἰσχυρᾶς δυνάμεως.
§139ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐθνικῆς δυνάμεως.
§140ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐθνικῆς. Ἐν τούτοις αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων......
§141Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὴ ἡ κατάστασις ἀπὸ πότε ἄρχεται;
§142ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπροσέξατε εἰς ὅσα εἶπον. Ὅτε εἰσήχθη ὁ Κώδηξ τὴν εὗρε. Σᾶς ζητοῦμεν μέτρον ὑπὲρ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους νομίζουσί τινες, ὅτι θὰ ὑπερασπίσωμεν· τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον σᾶς ζητεῖτε, δὲν εἶναι ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, εἶναι ὑπὲρ τῶν πολιτῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν· καὶ τοῦτο θέλω ἀποδείξει. Ἡ διόρθωσις τῆς καταστάσεως τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Κερκύρᾳ εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ὠφελήσει αὐτοὺς τοὺς πολίτας, αὐτοὺς τοὺς ἰδιοκτήτας. Μὴ λαμβάνετε ὅμως τὸ μέρος νὰ διαστρέφητε τοὺς διαλογισμούς μου. Αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν σχέσεων τῆς ἰδιοκτησίας, Κύριοι, ἔχει, ὡς εἶπον, τὰς πηγάς της εἰς ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς ἐκείνας τὰς μεμακρυσμένας ἐποχάς, ὡς ἠκούσατε ἀπὸ τὸν πληρεξούσιον Κερκύρας, ὅστις σᾶς ἔκαμεν νύξιν ἱστορικῶν τινων ἀποδείξεων. Πρώτη πηγὴ εἶναι τὰ τιμάρια· ἀλλὰ δέν εἶναι αὐτὰ καὶ μόνα ἡ πηγή. Αἱ πιστωτικαὶ συναλλαγαὶ μετεβλήθησαν εἰς κτηματικὰ δικαιώματα. Ὁ χωρικός, τὸ πάλαι, ὅστις ἤθελε νὰ δανεισθῇ, παρεχώρει ἓν μερίδιον τῆς ἰδιοκτησίας του εἰς τὸν πιστωτὴν καὶ μετεβάλλετο λοιπὸν αὐτὸ εἰς μερίδιον κτηματικόν, καὶ τότε εὑρίσκετο τὸ κτῆμα βεβαρυμένον ἐκτὸς τοῦ τιμαρίου, ἐκτὸς τοῦ πρώτου μεριδίου καὶ μὲ ἕτερον, τὸ ὁποῖον πηγὴν εἶχεν ἓν πίστωμα καὶ οὐχὶ κτηματικήν· ἀκολούθως ὑποθέσατε, ὅτι ἐπῆλθε τοιοῦτόν τι ἐπαναλαμβανόμενον διηνεκῶς. Τί ἐπῆλθεν ἐκ τούτου; Ὑποθέσατε ἀγρολήπτην, ὅστις κληρονομεῖ τὴν περιουσίαν τοῦ πατρός του, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περιουσίαν ὑπάρχει τοιοῦτόν τι κτῆμα· ἐξουσιοδοτεῖται ἴσως ν’ ἀφήσῃ τὸ κτῆμα; τὸ κτῆμα τοῦτο περιέχει διάφορα κτηματικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα συμπεριλαμβανόμενα, ἀφαιροῦσι τὴν μονάδα τῆς προσόδου.
§143ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ.
§144ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν δύναται· εἶναι αὐτὸς καὶ οἱ κληρονόμοι του, οἱ διάδοχοί του ἀλληλεγγύως ὑποχρεωμένοι εἰς τὴν συνεισφοράν.
§145ΠΟΛΛΟΙ. Ἐπανάλαβέ το.
§146ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ νόμος τοὺς ἐμποδίζει· πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πατρικὴν περιουσίαν του ὁλόκληρον, ν’ ἀποβάλῃ αὐτὴν (θόρυβος). Σᾶς κάμνει φρίκην. Ἄ!! θέλω σᾶς ἀναφέρει ἕνα δεύτερον παράδειγμα, ἵνα ἰδῆτε ἕως ποῦ φθάνωσιν, οὐχὶ τὸ σύστημα δὲν τὸ ψέγω· ἤθελον ψέξει τὸ καλλίτερον ἔργον τοῦ αἰῶνος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ Γαλλικὸς κώδηξ.
§147ΔΙΟΜ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Εἶναι Νεαπολιτανός.
§148ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ ψέγω καὶ ἐλεεινολογῶ αὐτὴν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ νῆσος καὶ ὑπάρχει, καὶ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ῥυθμίσωμεν, οὐχὶ δὲ τὰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς τὸν κώδηκα. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ὁ προκάτοχός μου ἔλαβεν ἀπὸ τὸν προκάτοχόν τινος ἕνα ἀγρὸν χέρσον, ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει νὰ συνεισφέρῃ ἢ ἓν μερίδιον ἐλάχιστον, ἢ ἓν ἐδαφονόμιον, τὸ ὁποῖον εἶναι κανὼν ὡρισμένος· τὸν ἐκαλλιέργησεν ὁ προκάτοχός μου, ἔχυσε τοὺς ἱδρῶτας καὶ τὰ χρήματά του, τὸν κατέστησε περιβόλαιον, τὸ ὁποῖον σήμερον κινεῖ τὴν πλεονεξίαν τοῦ διαδόχου τοῦ πρώτου ἀγροδότου. Ἀρκεῖ τοῦτο καὶ μόνον, ἀρκεῖ νὰ κινηθῇ ἡ πλεονεξία, νὰ ὀρεχθῇ ἵνα λάβῃ τὸν ἀγρόν, διότι εὐχερὲς εἶναι τὸ μέσον νὰ τὸν ἀπολαύσῃ· μία ἁπλῆ ἐγκατάλειψις ἑνὸς ἐλαχίστου μέρους τῆς καλλιεργείας αὐτοῦ τοῦ ἀγροῦ, ἢ ἡ μὴ πληρωμὴ (θόρυβος). Ἡσυχάσατε, κύριοι, θέλω σᾶς ἀποδείξει τὴν μὴ ἰσονομίαν ἀρκεῖ τοῦτο ἵνα ἀμέσως ἐπαναληφθῇ. Ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχει μία μικρὰ κακογεωργία· λαμβάνει ἐκτιμητὰς καὶ ἐξάγει, ὅτι ὑπάρχει κακογεωργεία τις ἐλαχίστη τοῦτο ἀρκεῖ ἵνα ἀποβάλῃ τὸν ἀγρολήπτην ἀπὸ τοῦ ἀγροῦ, τὸν ὁποῖον ἐκαλλιέργησεν ἀπὸ χέρσου, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἔχυσε τοὺς ἱδρῶτας ὁ προκάτοχός του καὶ τὰ χρήματα (συγκίνησις). Ἀπεναντίας, Κύριοι, ὅταν ἡ τύχη ἤθελε νὰ περιέλθῃ εἰς ἐμὲ κτῆμα βεβαρυμένον, ὡς προανέφερον, μὲ τόσα βάρη, ἐγὼ νὰ μὴ δύναμαι νὰ ἦμαι εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ ἰδιοκτήτης· βλέπετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσονομία μεταξὺ ἀγροδότου καὶ ἰδιοκτήτου· ἀλλὰ μὲ τὴν κληρονομίαν τοῦ πατρὸς ὀφείλει ὁ δυστυχὴς ἀγρότης νὰ κληρονομήσῃ καὶ ὅλας τὰς πληγὰς τοῦ Φαραώ, τὰς ὁποίας οἱ προκάτοχοί του ἔθηκαν εἰς τὸν ἀγρόν· εἶναι ἰσονομία αὕτη, Κύριοι; (συγκίνησις).
§149ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Τὰ τιμάρια κατέχονται ἀπὸ τοὺς κληρονόμους τοῦ ἀρχικοῦ τιμαρίου, ἢ μετεβιβάσθησαν καὶ εἰς ἕτερα πρόσωπα διὰ κληρονομίας ἢ ἀγοραπωλησίας;
§150ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δύνανται νὰ ἦναι καὶ κληρονόμοι· ὡς ἐκ τούτου βλέπετε, ὅτι ἡ ἐξαιρετικὴ κατάστασις τῆς νήσου Κερκύρας, δὲν προκύπτει, Κύριοι, ἐκ τῆς ὀκνηρίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Κ. Καλλιγᾶς ὑπέδειξεν καθὸ πηγήν, εἴτε τῶν ἀστῶν εἴτε τῶν χωρικῶν· ἡ ὀκνηρία αὕτη, καὶ ἡ ἐγκατάλειψις τῆς γεωργίας, ὡς εἶναι ὁμολογούμενον ἔχει τὰς ῥίζας της καὶ τὴν πηγήν της εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εἰς αὐτὴν τὴν ἀθλίαν περιπλοκὴν καὶ τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐν πράγματι ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ. Ἡ ὀκνηρία εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα καὶ οὐχὶ ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς καταστάσεως· ἡ ἐγκατάλειψις τῆς καλλιεργείας, ἡ μὴ κυκλοφορία τῶν κτημάτων, ἡ ὁποία ἐπιφέρει τὸν μαρασμὸν κατὰ μέγα μέρος ἐκείνης τῆς νήσου, ἔχει τὰς ῥίζας της εἰς αὐτὴν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν καὶ τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, καὶ αἵτινες ἀνατρέχουν εἰς αὐτὰ τὰ γεγονότα τῶν αἰώνων. Τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ ἀφοῦ ἡ κοινωνία ἐκείνη ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην μιᾶς μεταῤῥυθμίσεως, (δὲν ἐκτιμῶ σήμερον τὸ μέτρον τῆς μεταῤῥυθμίσεως, θέλει ὅμως ἔλθει καιρὸς καθ’ ὃν θέλω λάβει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μέτρου)· ἀλλὰ λέγω, τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ μόλις ᾐσθάνθη ὁ λαὸς ἐκεῖνος τὴν ἐλευθερίαν του ἀμέσως ἐκηρύχθη καὶ ἐκραύγασε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κοινωνικοῦ ζητήματος, ἐπὶ τῆς διορθώσεως καὶ ἀναθεωρήσεως αὐτῶν τῶν σχέσεων. Τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον ἔδειξεν ἡ νῆσος ἐκείνη κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἶναι φαινόμενον τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη, ἵνα λάβῃ χεῖρα νὰ τὴν βοηθήσῃ εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν σχέσεων τῆς ἰδιοκτησίας, εἶναι ἔκφρασις ἀνάγκης, καὶ σκεφθῆτε καλῶς, εἶναι ἔκφρασις ἀνάγκης ἀπαιτούσης ἵνα ῥυθμισθῶσιν αἱ σχέσεις τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ὡς ὑπάρχουν τὴν σήμερον εἶναι ἀνώμαλοι δὲν ὁμοιάζουν οὔτε μὲ τὸ σύστημα τῶν λοιπῶν νήσων, οὔτε μὲ τὸ σύστημα τῆς ἀδελφῆς Ἑλλάδος· εἶναι σχέσεις ὅλως διαφορετικαὶ καὶ ἔκρυθμοι, αἱ ὁποῖα ἐπέφερον αὐτὸν τὸν κοινωνικὸν μαρασμόν, αἱ ὁποῖαι ἐπέφερον τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς γεωργίας, τὴν μὴ ἐλευθέραν κυκλοφορίαν τῶν κτημάτων. Αὐτὴ ἡ ἔκφρασις τῆς ἀνάγκης ἐξελήφθη κατὰ πρῶτον ὡς σπινθὴρ, ὁ ὁποῖος μέλλει ν’ ἀνάψῃ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἐπαπειλῶν νὰ ἐξαπλώσῃ τὰς κοινωνιστικὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἐξῆλθον ἀπὸ τὸν μέγαν κρατῆρα τῆς Γαλλ. ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα· μετὰ ψυχρότητος καὶ μετὰ σκέψεως βεβαίως ὀφείλομεν νὰ μελετήσωμεν τὸ κοινωνικὸν αὐτὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμούς μας ἐπραγματοποιήθη, διότι πρόκειται σήμερον νὰ κάμωμεν νόμον, ὅστις ὑποθέτει ἰσονόμους ὅλους τοὺς ὑπηκόους καὶ ὅλους τοὺς πολίτας οὐχὶ μόνον ὑπὸ τὴν γενικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ ὑπὸ τὰς σχέσεις τῆς ἰδιοκτησίας. Ὁ ἀξιότιμος Κ. Πετσάλης, μὲ δίδει ἓν ἀπὸ τὰ ἰσχυρώτερα ἐπιχειρήματα, ἵνα ἀντικρούσω τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον περιῆλθεν. Ὁ Κ. Πετσάλης ἐξέφρασε τὸν θαυμασμὸν ἅμα, διότι ἡμεῖς ἀμέσως δὲν ἐζητήσαμεν τὴν ἐφαρμογὴν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπάρχει καὶ διάταξις τῆς πολιτικῆς δικονομίας, ἂν δὲν σφάλλω, καθ’ ἣν ἡ προσωπικὴ κράτησις ἀπαγορεύεται ἐπὶ τῶν τοιούτων χρεῶν, καὶ μόνον ἐπιτρέπεται καθ’ ἃς περιπτώσεις ἤθελε ῥητῶς συνομολογηθῇ ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου· καὶ ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι, καὶ οἱ Ἑπτανήσιοι, ζητοῦντες τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἔπρεπεν ἐξ ὑπαρχῆς νὰ παραδεχθῶμεν ἀμέσως καὶ τὰς τύχας καὶ τὰς περιπετείας, καὶ τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑλλάδος· καὶ μᾶς ἀρνεῖσθε, Κύριοι, τὴν ἐπίκλησιν ὡς πρόσκαιρον ἐφαρμογὴν ἑνὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία χορηγεῖ;
§151ΠΟΛΛΟΙ. (Ἐξ ἀριστερῶν). Τὸ ὅλον, ὄχι ἓν μέτρον.
§152ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ μοὶ λέγουσι, διὰ νὰ καταπαύσωσι τὴν δύναμιν τοῦ ἐπιχειρήματος, ἢ μᾶλλον τοῦ διλήμματος, διατί δὲν δέχεσθε εὐθὺς ὅλην τὴν νομοθεσίαν; Πλὴν εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, εὐθὺς νὰ γίνῃ τοῦτο; (θόρυβος). Εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, ὑπὸ δύω ὄψεις. (θόρυβος) Ἠξεύρω νὰ ὑποστηρίζω ὅσα λέγω, διότι τὰ λέγω μὲ πεποίθησιν· δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη καὶ ἐψήφισεν ἤδη τὴν συγκρότησιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπὶ τούτου ὤφειλε νὰ ἐνασχοληθῇ (θόρυβος). Μὴ νομίζετε, ὅτι θὰ μὲ θέσητε εἰς ἀντίφασιν· μὴ νομίζητε, ὅτι δύναται διὰ μιᾶς μία νομοθεσία ἑνὸς οἱουδήποτε μέρους τοῦ Βασιλείου νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου, χωρὶς νὰ καταστραφοῦν πολλὰ καὶ σπουδαῖα συμφέροντα καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ σύγχυσις, διότι ἓν μέρος τῆς Νομοθεσίας συνεπιφέρει καὶ τὴν μεταῤῥύθμισιν ἄλλου μέρους.
§153ΠΟΛΛΟΙ. (ἀριστερόθεν). Ὅλα νὰ ὑπαχθῶσι.
§154ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, σᾶς εἶπον, ὅτι καὶ αἱ Βουλαὶ καὶ ἡ Γερουσία παραπλησίας ἀναστολὰς ἔπραξαν, καὶ ὄχι μόνον περὶ τούτων, ἀλλὰ καὶ περὶ πληρωμῆς ὀφειλῶν προερχομένων ἐκ προστυχίων, ὁσάκις ἀπετύγχανον αἱ ἐλαιοσοδεῖαι εἴτε ἡ Βουλὴ, εἴτε, σχολαζούσης τῆς Βουλῆς, ἡ Γερουσία ἕνεκα τῶν νομοθετικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1817 ἔχαιρε, ἐξέδιδε νόμους, διὰ τῶν ὁποίων ἀνέστελλε τὴν πληρωμὴν μέχρι τῆς ἐλεύσεως ἄλλης ἐσοδείας. Ἡ ἀναστολὴ ἄλλοτε ἴσως ἐθεωρήθη παρά τινων ὡς κλονισμὸς κοινωνικὸς, ὡς καταστροφὴ καὶ κατάπαυσις τοῦ Νόμου; δυνάμει αὐτῆς τῆς διατάξεως, ἥτις εἶναι καθιδρυμένη ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 17, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν δύναται ἡ Κυβέρνησις σήμερον νὰ πράξῃ, καθ’ ὅσον ἤθελεν ἐξουσιοδοτηθῆ παρὰ τῆς συνελεύσεως, διότι τὸ μέτρον τῆς ἀναστολῆς εἶναι ἔργον νομοθετικὸν, καὶ ἐξετείνετο παρὰ τῆς Γερουσίας, καθ’ ὃ περιβεβλημένης τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, δυνάμει αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, λέγω, ἡ ἀναστολὴ εἶναι καὶ βάσιμος καὶ νόμιμος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ὑποστηρίξας τὴν πρότασιν, Κύριος Λομβάρδος, καὶ πάντες ὅσοι ὡμίλησαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, σᾶς ἀνέφεραν, ὅτι κοινωνικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ τοῦ μέτρου. Ναὶ, Κύριοι, ἡ κοινωνικὴ ἀνάγκη εἶναι πραγματικὴ ἕνεκα τῆς ἐκβάσεως τῶν ἐκλογῶν. Ἡ δυσπιστία, ἥτις ὑπῆρχε μεταξὺ πολιτῶν καὶ χωρικῶν ἔλαβε μεγάλην ἀνάπτυξιν· ὡς ἐκ τούτου τὰ πνεύματα ἔτι μᾶλλον ἐξήρθησαν, καὶ ἀλλεπάλληλοι φυλακίσεις ἐνεργοῦνται εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ πραγματοποιηθῇ πληρωμὴ αὐτῶν τῶν δανείων ἐκεῖνοι, οἵτινες ζητοῦσι τὴν ἐξαργύρωσιν αὐτῶν τῶν ὀφειλῶν τὸ γινώσκουσιν ἐκ προοιμίων, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ὁ χωρικὸς τῆς Κερκύρας στερεῖται καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, διότι ἡ μὲν πρόσοδος, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας καὶ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του ὀφείλουν νὰ ζήσουν, εἶναι τὸ ἔλαιον· καὶ ἔλαιον δὲν ὑπάρχει, καὶ πρὸς τούτους αἱ φυλακίσεις αὐτῶν ἐπαναλαμβάνονται καθ’ ἡμέραν.
§155ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ὁ νόμος περὶ φυλακίσεως ὑπάρχει εἰς τὰ ἄλλας νήσους;
§156ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν αἱ αὐταὶ περιστάσεις. (θόρυβος). Ἐκτιμῶ τὰς φιλελευθέρους ἀρχὰς τοῦ Κυρίου, ὅστις μὲ διέκοψεν, ὅτι δὲν θέλει οὐδόλως τὸ δικαίωμα τῆς φυλακίσεως· ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ καταργήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς φυλακίσεως, ἀλλὰ περὶ ἀναστολῆς. Κύριοι! δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως ταύτης περισσότερα τῶν ὅσων ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τοὺς προηγουμένους ῥήτορας, καὶ ἀφ’ ὅσα σᾶς ἀνέφερα ἠθέλησα νὰ καταδείξω τὸ ἐπάναγκες, τὸ κατεπεῖγον περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ μέτρου τῆς ἁπλῆς ἀναστολῆς καὶ οὐχὶ τῆς καταργήσεως· μέτρου ἀναστολῆς, τὸ ὁποῖον ἐν οὐσίᾳ εἶναι παραδεδεγμένον καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν Ἑλληνικὴν δικονομίαν, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς παραπέμπετε. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα θέλετε δώσει χεῖρα βοηθείας ὑπὲρ μιᾶς ἐκτεταμένης κλάσεως τῶν κατοίκων νήσου, ἥτις ἐξαιρετικῶς ἀπὸ τὰς ἄλλας εὑρίσκεται εἰς κρίσιμον περίστασιν νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἀρωγὴν τῆς Συνελεύσεως.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Λούζης ἔχει τὸν λόγον.
§158ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἐφωτίσθημεν.
§159ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ἐὰν ἐφωτίσθη.
§160ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι, ὄχι.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι νὰ καταλάβουν τὰς θέσεις των.
§162ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σήμερον συνεδριάζομεν ἐκτάκτως διὰ ν’ ἀναπτυχθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Ὁ Κύριος Λούζης ἀναβαίνει τὸ βῆμα.
§163ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἐφωτίσθημεν, ἐφωτίσθημεν.
§164ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὴ ἐρωτᾶτε, Κύριε Πρόεδρε· μὴ θέλετε νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν μιᾶς ὑποθέσεως, ἥτις θέλει διαφωτίσει τὴν Συνέλευσιν.
§165ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, ἐφωτίσθημεν, ἐφωτίσθημεν.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι, καταλάβετε τὰς θέσεις σας.
§167ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἰμπορεῖτε νὰ ἐρωτήσητε.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε· δὲν θὰ γείνῃ τίποτε παράνομον· μὴ θορυβῆτε· νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ μὲν διὰ τί εἰμπορῶ νὰ ἐρωτήσω, καὶ ὁ ἄλλος διὰ τὶ δὲν εἰμπορῶ. Προτείνουν τινὲς, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ἐὰν ἐφωτίσθη· ἐγένοντο ἀντιῤῥήσεις, ὅτι δὲν εἰμπορῶ νὰ ἐρωτήσω, καὶ πρέπει νὰ μοὶ εἴπωσι τὸν λόγον.
§169ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Πρέπει ν’ ἀναπτυχθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§170ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει, Κύριε Πρόεδρε, νὰ προχωρήσητε εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§171ΛΟΥΖΗΣ. Δύω λέξεις, Κύριοι, παρακαλῶ. Ἂν δὲν μὲ ἀφήσητε νὰ ὁμιλήσω, θὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου· μὲ θέτετε εἰς κατάστασιν νὰ καταψηφίσω μιᾶς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐν ἀρχῇ παραδέχομαι. (θόρυβος).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν.
§173ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν· ὡμίλησαν ὅλοι οἱ ξένοι. (θόρυβος).
§174ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Συνεδριάσεως ἐγένετο ἐπίκλησις, ὅτι ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα πρὸ παντὸς ἄλλου τὸν κανονισμόν· ὁ κανονισμὸς λέγει καὶ ἐπιβάλλει, ὅταν πολλοὶ ἀποφαίνωνται, ὅτι ἐφωτίσθησαν, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Κ. Πρόεδρος νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Συνέλευσιν.
§175ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Διὰ τὶ φοβεῖσθε νὰ ὁμιλήσῃ; (θόρυβος.)
§176ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις ὅτι δὲν ἐφωτίσθη, νὰ μοὶ συγχωρήσῃ νὰ ὁμιλήσω δύο λεπτὰ δι’ ἓν προσωπικόν.
§177ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ὄχι· ἐφωτίσθημεν, Κ. πρόεδρε. Ἐρωτήσατε τὴν Συνέλευσιν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἐρωτήσει τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐφωτίσθη, καὶ θὰ ἐγερθῶσι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφωτίσθησαν· λοιπὸν ὅσοι νομίζουν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη νὰ ἐγερθῶσιν. (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι) Ἀπεῤῥίφθη.
§179ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, μετὰ τὸν ἀγορεύσαντα ἔρχεται ὁ ἀντιλέγων· λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Κ. Λούζης ἂν ᾖναι ὑπὲρ ἢ κατά!
§180ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι κατά.
§181ΛΟΥΖΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας πληρεξούσ. Παξῶν μοὶ ἔδειξε τώρα τὴν πρότασιν, καθὼς διενοεῖτο νὰ τὴν ἐκθέσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, δηλ. μίαν τροπολογίαν· φαίνεται ὅτι ἡ ἔξαψις τῆς συζητήσεως τὸν ἔκαμε νὰ λησμονήσῃ νὰ προτείνῃ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν· ἐπεθύμουν νὰ διαδηλώσῃ ἂν προτίθηται νὰ φέρῃ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, τότε καὶ ἡ συζήτησις ἤθελεν ἐπιληφθῆ αὐτοῦ τοῦ νέου παρεμπίπτοντος· ἐπειδὴ ἕως τώρα ἡ πρότασις ἐσυζητήθη, καθὼς ἐφέρθη παρὰ τοῦ Κ. Λομβάρδου.
§182ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ τοῦ Καλοῦ.
§183ΛΟΥΖΗΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὁ Κ. Βελλιανίτης ἔχει μίαν νέαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐλησμόνησε.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε, Κ. Βελλιανίτη, τροπολογίαν;
§185ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀφ’ οὗ δὲν τὴν ἔφερα!
§186ΛΟΥΖΗΣ. Θὰ εἰπῇ βέβαια, ὅτι δὲν τὴν ἐφέρατε· ἐνόμισα, ὅτι ἠθέλετε νὰ τὴν κάμω ἐγώ.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τινὲς τῶν ἀγορευσάντων ἔκαμον χρῆσιν τοιούτων τινῶν προτάσεων, ὅτι τὰ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως ἐν Ἑλλάδι νὰ ἰσχύουν καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ. Μοὶ παρουσιάσθησαν καὶ σχετικαὶ προτάσεις· θέλετε νὰ τὰς ἀναγνώσω;
§188ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μία πρότασις εἶναι τοιαύτη· «Ἄρθρον 1 Ἀπὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1864 ἰσχύει καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ, ά) τὸ προσωρινὸν τῆς Ἑλλάδος σύνταγμα κατὰ τὸ ψήφισμα ΞΗʹ. β) Ἅπασα ἡ λοιπὴ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, ἐξαιρουμένου τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ὅπερ εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει. Ἑτέρα πρότασις. «Ἄρθρον 1. Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος ψηφίσματος ἰσχύουν καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ αἱ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεις τῆς τε πολιτικῆς δικονομίας καὶ τῶν λοιπῶν ἰδιαιτέρων νόμων τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. «Πᾶσα ἐναντία διάταξις ἰσχύουσα μέχρι τοῦδε ἐν Ἑπτανήσῳ καταργεῖται. Ἄρθρ. 2. Πᾶσα διάταξις ἀποφάσεως ἐκδοθείσης προηγουμένως, ἐπιβάλλουσα προσωπικὴν κράτησιν διὰ χρέη, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλην. πολιτικὴ δικονομία καὶ οἱ ἰδιαίτεροι νόμοι δὲν ἐπιτρέπουσι ταύτην, θεωρεῖται ἀνίσχυρος καὶ ἀνεπίδεκτος ἐκτελέσεως ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο».
§190ΤΙΝΕΣ. Εἶναι λελυμένον τοῦτο.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἤκουσα αὐτὸ, καὶ ἔφερον ἐξεπίτηδες τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ ἀκούσῃ ἡ Συνέλευσις. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅστις θέλει, ἂς παρατηρήσῃ τὰ πρακτικὰ, ὅτι ὁ Κ. Χρηστόπουλος ἐπρότεινε τὴν παραπομπὴν τῆς προτάσεως, τῆς κυρίας, τῆς οὐσιαστικῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς συγχωνεύσεως. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἄλλην εἶπεν, ὅτι ἀπέχει νὰ προτείνῃ, συνιστᾷ ὅμως εἰς τὴν Συνέλευσιν πολλὴν προσοχὴν, διότι πρόκειται περὶ σπουδαίου πράγματος· περὶ δὲ τῆς τοῦ Κ. Λομβάρδου δὲν ἐπρότεινε τίποτε· ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν μόνον τὸ κατεπεῖγον, καὶ ἡ Συνέλευσις τὸ παρεδέχθη· ζήτημα περὶ παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἐτέθη.
§192ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δύο λέξεις, Κ. Πρόεδρε. Ἀπορῶ μὲ τὸν Κ. Πετσάλην, ὅστις χθὲς ἔφερε πρότασιν ἀπαραδέκτου μιᾶς προτάσεως, ἥτις ἐμμέσως εἶχε παραπεμφθῆ ὅπως καὶ ἡ σημερινὴ, καὶ σήμερον ἔρχεται, εὑρισκόμενος εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸν ἑαυτόν του, καὶ λέγει νὰ παραπεμφθῇ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις...
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συζητοῦμεν.
§194ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἐζήτησε καὶ ἀπεφάσισε νὰ συζητηθῇ χθές.
§195ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις θέλει, τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐδῶ· ἐπαναλαμβάνω εἰς τοὺς Κ. Κ. πληρεξουσίους, ὅσοι ἔχουν ἀνάγκην ὁμιλίας ἢ ἀναψυχῆς, νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ δωμάτια. Ἡσυχία, παρακαλῶ.
§197ΛΟΥΖΗΣ. Ἡ πρότασις, Κύριοι, ἐπὶ τῆς ὁποίας τοσαῦτα πανταχόθεν ἐῤῥέθησαν, ἔχει οὕτω. Ἐπιτρέψατέ μοι καὶ πάλιν νὰ τὴν ἀναγνώσω. ΨΗΦΙΣΜΑ κτλ. Ἡ Συνέλευσις λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τῶν πληρεξουσίων Κερκύρας περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Ψηφίζει· ά) Ἄχρις οὗ ἡ Συνέλευσις λάβῃ ὁριστικὰ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος Κερκύρας μέτρα, ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου τοῦ ὁρίζοντος τὴν προσωπικὴν κράτησιν τῶν ἐν Κερκύρᾳ χρεωστῶν ἀγροληπτικῶν μερίδων, σολιοτίκων καὶ ἑτέρων κτηματικῶν παροχῶν. βʹ) ἐξουσιοδοτεῖται ἡ Κυβέρνησις ὅπως διὰ διατάγματος ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων συλλήψεως, κωλύσῃ τὴν ἔκδοσιν ἑτέρων καὶ διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν ὑπὸ κράτησιν διατελούντων ὀφειλετῶν.
ΧΡΙΣΤΟΔ. ΠΟΦΑΝΤΗΣ, ΚΩΝΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.
ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ.
Κύριοι, ἕως οὗ πρόκειται νὰ κηρυχθῶ εἰς πτώχευσιν, τὸ ἀνέχομαι, διότι αἱ περιστάσεις τῆς τύχης μὲ ἔφερον εἰς αὐτὴν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν· ἂν ὅμως πρόκηται νὰ κηρυχθῶ εἰς χρεωκοπίαν, ἐξανίσταμαι, καθότι τότε ἐνδιαφέρεται καὶ τὸ ἠθικὸν μέρος. Ἐὰν πρόκηται, Κύριοι, νὰ χύσωμεν τὸ ἔλαιον τοῦ Σαμαρείτου ἐπὶ τῶν πληγῶν τῆς Κερκύρας, πρῶτος ἐγὼ καὶ πρόθεσιν καὶ νὰ τὸ κάμω καθῆκον ἔχω, ἂν πρόκηται ὅμως νὰ καλυφθῇ κἄτι τι ἄλλο διὰ τῆς ἐπιχύσεως τοῦ ἐλαίου τούτου, πρῶτος ἐγὼ ἀποποιοῦμαι. Καὶ βλέπετε, Κύριοι, ἡ ἀποποίησίς μου δὲν εἶναι ἀκίνδυνος. Ζῶ ἐν Κερκύρᾳ 15 ἔτη, ἔχω τέκνα ἐκεῖ καὶ οἰκογένειαν, ἀλλ’ ἔχω καὶ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ὁ εἰλικρινὴς καὶ τίμιος πολίτης πρέπει νὰ ἔχῃ. (εὖγε). Ποῖοι ἐπάγονται λόγοι πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως ταύτης; Ἀντεκδικήσεις ἕνεκα τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, αἵτινες ἀπολήγουσιν εἰς ἐντάλματα κρατήσεων, καὶ ἤδη εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Κερκύρας εὑρίσκονται 300 φυλακισμένοι, καὶ ἡμέραν παρ’ ἡμέραν αὐξάνει ὁ ἀριθμός, καὶ ῥῆξις ἐπίκειται, τὴν ὁποίαν ὀφείλει τὸ ἔθνος νὰ προλάβῃ. Ἄλλος λόγος δὲν φέρεται πρὸς ὑποστήριξιν ταύτης τῆς προτάσεως, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ προαγορεύσαντες νὰ τοῖς παρατηρήσω, ὅτι πολὺ τοῦ θέματος παρεξετράπησαν. Ἠθέλησαν νὰ συζητήσουν σήμερον ἐπὶ τῆς Ἰονίας νομοθεσίας, ἐνῷ ὑπάρχει ἤδη ὑπὸ τὴν διάσκεψιν μιᾶς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, συστηθείσης ὁμοφώνως παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως διὰ τὴν συγχώνευσιν τῆς νομοθεσίας, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμψαμεν τὸ νομοσχέδιον τὸ προταθὲν παρὰ τῶν πληρεξουσίων Κερκύρας· ἠθελήσαμεν νὰ προλάβωμεν τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως δῆθεν χύσωμεν φῶς ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ τὴν ἐσυστήσαμεν περισσότερον. Οἱ λόγοι, οἵτινες ἐπάγονται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως, εἶναι λόγοι πραγματικοί, Κύριοι, ἀνεξάρτητοι πάσης θεωρίας, πάσης ἱστορίας, πάσης νομοθετικῆς ἐρεύνης· ἐὰν ὁ νόμος ἔχῃ καλῶς ἢ κακῶς, θέλομεν τὸ ἰδεῖ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι· ἅπαντες συμφωνοῦμεν ἐν ἀρχῇ, ὅτι μία θεραπεία ὀφείλεται καὶ πρέπει νὰ λάβῃ χώραν· ἀλλὰ σήμερον ὁ νόμος ὑπάρχει, καὶ ἕνεκα τοῦ νόμου μᾶς λέγουν, ὅτι φυλακίσεις ἐκτελοῦνται, καὶ ἕνεκα τῶν φυλακίσεων ἀπαιτεῖται ἡ θεραπεία τῆς ἀναστολῆς· πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξακριβώσωμεν τὴν πραγματικότητα, τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ τοῦ πραγματικοῦ γεγονότος. Δὲν ἔχω, Κύριοι, σκοπὸν νὰ ἐπιτεθῶ κατ’ οὐδενός, οὐδὲ νὰ προσβάλω κἀνένα, καὶ μολονότι, ἀπέναντι αὐτῶν τῶν διαδηλώσεών μου, εὐκόλως παραμορφοῦνται οἱ λόγοι μου, οὐχὶ δι’ ἕτερόν τινα λόγον, ἀλλ’ ὅπως ἐπ’ αὐτῆς τῆς παραμορφώσεως δημιουργηθῶσι νέαι ἀγορεύσεις, καὶ μοὶ ἔδωσε τὸ παράδειγμα ὁ φίλος μου Κ. Καλλιγᾶς, πάντῃ ἀλλότριαι τῶν λόγων μου, μολοντοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ ἐπιμένων νὰ κάμνω αὐτὴν τὴν διαδήλωσιν, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ προσβάλω κἀνένα, οὔτε νὰ ἐπιτεθῶ κατ’ οὐδενός· ἀλλ’ ἔχω καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, τὴν ἀλήθειαν Κύριοι, καθὼς ἐγὼ τὴν αἰσθάνομαι, καθὼς ἠδυνήθην νὰ τὴν ἀντιλάβω μὲ τὸν νοῦν μου, καὶ ἐνδέχεται νὰ ἤμην εἰς πλάνην. Εὔχομαι νὰ μὲ διαδεχθῇ ἄλλος ὅπως διορθώσῃ τὴν πλάνην ταύτην, ἀλλὰ δυσκόλως δύναται νὰ μὲ διαδεχθῇ ὁ διορθόνων τὴν πλάνην, καθότι ἐξαιρουμένης τῆς ἑκουσίου πλάνης, οὐδεμία ἄλλη δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, μόνη ἡ ἀπὸ σκοποῦ πλάνη, ἡ ἀπὸ σκοποῦ ἀποσιώπησις τῆς ἀληθείας, καθότι ἔρχομαι ἀπὸ Κέρκυραν ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν, ἔρχομαι ἀπὸ Κέρκυραν ἔνθα ἐπὶ 15 ἔτη ἐξήσκησα καὶ ἐξασκῶ τοῦ δικηγόρου τὴν ἐπιστήμην. Πᾶσα ἄρα πραγματικὴ πλάνη ἀποκλείεται, ἐκτὸς μόνον, ἐὰν τὴν ὑποθέσητε πλάνην ἀπὸ σκοποῦ, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, οὔτε συμφέρον οὔτε σκοπὸν ἔχω νὰ διασύρω, οὔτε νὰ διαβάλω κἀνένα, οὔτε νὰ παραμορφώσω τὰ πράγματα. Ὅτε ἀπεδήμουν ἐκ Κερκύρας ὅπως εἰσέλθω ἐνταῦθα δὲν ἐγνώριζον νὰ ὑπάρχῃ ἔνταλμα φυλακίσεως μετὰ τὴν ἐκλογὴν, εἰμὴ ἓν μόνον, τὸ ὁποῖον ἅπαντας δυσηρέστησε, καὶ σχεδὸν ἅπαντες οἱ δικανικοὶ ἐπετέθημεν κατὰ τοῦ ἐπισπεύσαντος αὐτό· εἴπομεν ἅπαντες, ὅτι ἦτον μικροπρέπεια, ὅτι ἦτο τρέλλα. Ἓν μόνον λοιπὸν, Κύριοι, ἔνταλμα φυλακίσεως ἐγίνωσκον ἐγὼ ὡς Δικηγόρος, καὶ οὐχὶ, Κύριοι, ἐκ τῶν εὐτελεστέρων, ἐνδέχεται τὸ ἓν νὰ ἐπολλαπλασιάσθῃ ἔκτοτε, καὶ νὰ ἔγειναν 300· δὲν τὸ ἀναιρῶ· ἐνδέχεται αἱ ἐπιστολιμαῖαι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον οἱ πληρεξούσιοι τῆς Κερκύρας καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὰ, νὰ ᾖναι τοιαῦται. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι εἰς τοὺς μὴ γινώσκοντας νὰ διακοινώσω, εἰς δὲ τοὺς γινώσκοντας νὰ ὑπενθυμίσω ἓν γεγονὸς, ἔχον σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον· καὶ χαίρω, ὅτι πολλοὶ τῶν βουλευτῶν τῆς 12ης Βουλῆς ἑδρεύουσιν ἐνταῦθα ὡς πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου. Κατὰ τὴν 12ην Βουλὴν, Κύριοι, τῆς Ἑπτανήσου, τὸ αὐτὸ ζήτημα ἐφέρθη εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην. Ἦτον ἄγονος ὁ χρόνος, εἶχον ἐκδοθῇ διάφορα ἐντάλματα φυλακίσεως, ἕνεκα καθυστερουσῶν ἐγγείων προσόδων, καθότι κατὰ τὴν Ἰόνιον νομοθεσίαν δι’ ὅλας τὰς ἐγγείους προσόδους εἴτε ἐξ ἐμφυτεύσεως εἶναι, εἴτε ἐξ ἀγροληψίας, εἴτε ἐκ μισθώσεως, ἐπιτρέπεται ἡ προσωπικὴ κράτησις. Μέγας πάταγος ἠγέρθη ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, καὶ μολονότι ἀξιότιμοι βουλευταὶ τῆς Κερκύρας ἑδρευούσης τῆς Βουλῆς ὑπεστήριξαν τὴν ἀνάγκην ἵνα ἐκδοθῇ ἀπόφασις πρὸς ἀναστολὴν τῆς προσωποκρατήσεως, πρὸς ἀναστολὴν τῶν ἐνταλμάτων, ἀποφυλάκισιν τῶν μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης φυλακισθέντων, μολοντοῦτο, Κύριοι, δὲν ἐξελήφθη ὡς προσβολὴ, ὁπόταν ἑτέρα μερὶς τῆς Βουλῆς ἀπῄτησεν, ὥστε εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ κράτους νὰ παρέξωσιν ἐπίσημον καταστατικὸν τῶν φυλακισθέντων· οὐδεὶς τῶν βουλευτῶν, Κύριοι, οὔτε τῶν προτεινάντων, οὔτε τῶν ὑποστηριξάντων τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἐξελήφθη ὡς προσβεβλημένος, καθότι οἱ ἄλλοι εἶπον, ἂς μᾶς στείλῃ καταστατικὸν τὸ δικαστήριον, ἂς μᾶς στείλῃ καταστατικὸν ἡ ἀστυνομία, ἂς μᾶς στείλῃ καταστατικὸν ἡ ἐκλαμπροτάτη Γερουσία, διὰ νὰ ἐξακριβώσωμεν ἐὰν πραγματικῶς ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ φυλακίσεις, καὶ διὰ τί; Καθότι οὐχὶ μόνον δι’ ἔγγειους προσόδους ἐπιτρέπεται ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἀλλὰ καὶ διὰ δικαστικὰ ἔξοδα.
§198ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ διὰ τὸ πρόστιμον.
§199ΛΟΥΖΗΣ. Ἐννοεῖται καὶ διὰ τὸ πρόστιμον, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶναι πολλὰ καὶ μεγάλα, καὶ τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν πληρόνονται. Ἠθέλησε λοιπὸν τὸ κοινοβούλιον τότε νὰ ἀρυσθῇ αὐτὰς τὰς ἀποδείξεις καὶ οὐδεὶς τῶν βουλευτῶν ἐξελήφθη ὡς προσβεβλημένος· καὶ σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐν Κερκύρᾳ παρόντων βουλευτῶν Κερκυραίων, καὶ τῶν λοιπῶν βουλευτῶν εἴτε γινωσκόντων τὰ τοῦ πλησίον, εἴτε δυναμένων νὰ λάβωσι γνῶσιν ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν, ἐκ τῶν διαφόρων ἀρχείων τῆς Κερκύρας. Καὶ σήμερον, Κύριοι, ῥίπτεται ἡ πρότασις ἐντὸς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ ῥίπτεται ἔπειτα ἀφοῦ σᾶς εἶπον, ὅτι ὅταν ἀπεδήμουν ἀπὸ Κερκύρας, ἓν μόνον ἔνταλμα ὑπῆρχε, καὶ ἐπειδὴ εἶχε τὴν ὀσμὴν τῆς ἐκδικήσεως, ἐπετέθημεν ὅλοι κατ’ ἐκείνου, ὅστις τὸ ἔλαβε, ῥίπτεται σήμερον ἐνταῦθα ἡ πρότασις εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ὅπου οἱ πλεῖστοι οὐδὲν γινώσκετε περὶ τῶν πραγμάτων μας (εὖγε)! καὶ τὴν ὑποστηρίζετε μολοντοῦτο! Ἐγὼ πρῶτος, Κύριοι, ἤθελον τὴν ὑποστηρίξει, ἀλλ’ ἐν γνώσει· ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη βαλσάμου, ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη ἐλαίου, ἐγὼ πρῶτος νὰ τὸ χύσω, ἀλλ’ ἐὰν ὑποκρύπτῃ κἄτι τι ἄλλο, ὄχι, Κύριοι· ἐγὼ πρῶτος τὸ ἀποποιοῦμαι. (εὖγε!)
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφέρομαι εἰς ὅ,τι προεῖπον.
§201ΛΟΥΖΗΣ. Κύριοι, ἐὰν τὴν πρότασιν ταύτην δὲν ἐγίνωσκον ἀφ’ ὅτου ἤμην εἰς Κέρκυραν, ἤθελον τοὺς πιστεύσει· δὲν ἤθελον διστάσει, Κύριοι, καθόλου, ἀλλὰ μὲ εἰλικρίνειαν ὁμιλῶ, τὴν πρότασιν τὴν γινώσκω εἰς Κέρκυραν, καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν, ὅταν ἤμην, ἓν μόνον ἔνταλμα ὑπῆρχε. Κύριοι, μὴ πρὸς Θεοῦ ἀποβάλητε τὴν πρότασιν ταύτην, μὴ ἀναδεχθῆτε τὴν εὐθύνην ταύτην, ἀλλ’ ὅ,τι θὰ πράξητε, πράξατέ το ἐσκεμμένως καὶ ἐν γνώσει, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος, ἐὰν περιμείνητε ὀλίγον· αὐτοὶ οἱ προτείναντες ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν ὅπως προμηθευθῶσιν ἐγγράφων· ποῦ τὰ ἔγραφα, τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύθητε;
§202ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§203ΛΟΥΖΗΣ. Ἐπῆλθεν ἡ στιγμή, ἐπῆλθε τὸ Σάββατον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις, καὶ ὁ Κ. Κωνσταντᾶς ὁ ἴδιος ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι περιμένει νὰ λάβῃ ἔγγραφα ἀπὸ Κέρκυραν· ποῦ τὰ ἔγγραφα, Κύριοι;
§204ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ψεύδεσαι.
§205ΛΟΥΖΗΣ. Εἶναι ἴδιον ἰδικόν σας, ὄχι ἐμοῦ, μὲ χαρίζεις τὰ ἰδικά σου. — Δὲν ὑποβάλλω, Κύριοι, τὴν πρότασιν ταύτην, ὄχι διότι ἀναδέχομαι εὐθύνην, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἕνεκα ἀναβολῆς 8, 10, 15 ἡμερῶν, δὲν θὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος· ἂς μᾶς φέρουν ἀπὸ Κέρκυραν τὰ καταστατικὰ τ’ ἀποδεικνύοντα τὰς κρατήσεις ταύτας, καὶ ἐγὼ πρῶτος, Κύριοι, τὴν ὑποστηρίζω ὅλαις δυνάμεσι, μολονότι τὴν γινώσκω ἀπάδουσαν εἰς τὸν νόμον, μολονότι γινώσκω, ὅτι θέτω τὴν χεῖρα εἰς τὸ βαλάντιον τοῦ τρίτου, ὅστις οὔτε κἂν ἐδῶ ὑπάρχει. Ποία γενναιότης! καὶ ἰδοὺ διατὶ σᾶς ἔλεγον, δὲν μὲ μέλει, ἂν μὲ εἴπουν πτωχεύοντα, μὲ μέλει πολὺ πλὴν, ἂν μὲ εἴπουν δόλιον χρεωκόπον. Καὶ πότε, Κύριοι, ῥίπτεται εἰς τὸ μέσον αὐτὴ ἡ πρότασις; ὁπόταν κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω παρὰ λίαν ἀξιοτίμων φίλων μου.......
§206ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Πελατῶν σας;
§207Γ. ΛΟΥΖΗΣ. Ἐνταῦθα ἑδρευόντων καθὸ πληρεξουσίων. Εἶχον, Κύριοι, ἕτοιμον πρότασιν συμβάσεως, καὶ ἴσως, ἴσως κἄποιος ἐξ αὐτῶν προὐτίθετο νὰ μεταβῇ εἰς Κέρκυραν, ὅπως πραγματευθῇ τὸ ἀντικείμενον, καὶ μᾶς φέρῃ τὴν συναίνεσίν των κατὰ τῶν δανειστῶν διὰ τὴν ἀναστολήν. Ναί! Κύριοι! δὲν ἀποκρύπτω οὔτε τὸ ὄνομα· ἰδοὺ, ὁ Κ. Σπυρίδων Βαλαωρίτης, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποκρύψω, καθότι εἶναι σπουδαία ἡ περίστασις· διεπραγματεύθη καὶ ἀνεδέχθη αὐτὸς ὁ Κύριος, ὅστις δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ κολακεύσῃ, οὐδὲ νὰ κάμῃ ἀγυρτίαν, ἀνεδέχθη νὰ πορευθῇ εἰς Κέρκυραν, νὰ ὁμιλήσῃ μὲ τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ ὁ λόγος του, Κύριοι, ἔχει βαρύτητα, ὅπως ἐπέλθῃ μία λύσις τοῦ ζητήματος τιμία, Κύριοι, ν’ ἀκουσθοῦν τοὐλάχιστον καὶ αὐτοί. Βλέπετε 25 χιλιάδας κατοίκων ἔχει ἡ πόλις καὶ τὰ προάστεια τῆς Κερκύρας· ἐδῶ διασύρονται ὡς τύραννοι τοῦ μεσαιῶνος· θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ καὶ θέλω λάβει τὸν λόγον, ἐπειδὴ τὸ ὑπεσχέθην ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, καὶ θέλει ἀκούσετε ποῖοι εἶναι οἱ τύραννοι ἐκεῖνοι, νὰ τοὺς ἀκούσητε, καὶ ν’ ἀκούσητε ποῖα τὰ μεσαιωνιακὰ φρονήματά των, καὶ ν’ ἀκούσητε ποία ἡ κατάστασίς των καὶ ποῖον τὸ αἴτιον. Δουλοπάροικοι οἱ χωρικοὶ τῆς Κερκύρας! εὑρέθη κἀνεὶς σας, Κύριοι, εἰς τὴν Κέρκυραν ἐν περιπτώσει ἐλαιοεσοδείας; ἐὰν εὑρέθη κἀνεὶς, θὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τοῦ νὰ προβῶ περαιτέρω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§208ΤΙΝΕΣ. Προχωρήσατε.
§209ΛΟΥΖΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, πρὶν τῆς ὥρας, Κύριοι, ὄχι· τὸ ὑπόσχομαι, κρατεῖτέ με ὑποχρεωμένον. — Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ἀφοῦ αὗται αἱ διαπραγματεύσεις ὑπῆρχον, ἀφοῦ ἤδη εἶχε πεισθῆ ὁ ἔντιμος Κ. Βαλαωρίτης νὰ ἀπέλθῃ εἰς Κέρκυραν, νὰ τελειώσῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, δὲν ἠξεύρω διατὶ ῥίπτεται αὐτὴ ἡ πρότασις καὶ ἐπισπεύδεται τὸ κατεπεῖγον! διὰ νὰ μὴ ἀναχωρήσῃ τὸ ἀτμοκίνητον, διότι ἀναχωρεῖ εἰς τὰς 6· δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, ἐγὼ, Κύριοι, ἀπεποιήθην νὰ ψηφίσω ἐπὶ τοῦ κατεπείγοντος, ἐκλείσθην εἰς τὴν γραμματείαν, διότι ἔβλεπον, ὅτι παραδέχεται τὸ κατεπεῖγον, κ’ ἔλεγον, «ἅγιος ὁ Θεὸς», ἂς περάσῃ νὰ συζητηθῇ, ν’ ἀποπερατωθῇ διὰ λόγους στηριζομένους ἐπὶ τῆς ἀληθείας, νὰ φωτισθῇ ἡ Συνέλευσις καὶ οὕτω νὰ πράττῃ εἰς ὅλα τὰ ζητήματα τ’ ἀφορῶντα τὴν Ἑπτάνησον, κ’ ἔπειτα ἂς ἀποφασίσῃ, διότι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι τὴν τύχην μας τὴν ἀπεφασίσαμεν πρὸ πολλοῦ, τὴν συνεδέσαμεν μὲ τὴν ἰδικήν σας.
§210ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἄκοντες.
§211ΛΟΥΖΗΣ. Ἑκόντες, καὶ ἂν ὑπάρχῃ μερὶς ἄκουσα, ἐγὼ δὲν ἔκαμον καλύβην μὲ αὐτὴν ποτέ· μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτῆς οὐδεμία ὑπῆρξε ποτὲ σχέσις. Νὰ ἐξετάσωμεν λοιπὸν τὸ ζήτημα· θὰ ἔλθουν βεβαίως τὰ ἔγγραφα· 15 ἡμέραι καὶ ἴσως 8 ἀρκοῦσι, διότι ἐὰν δοθῇ διαταγὴ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἀτμοκίνητον νὰ μείνῃ μίαν ἡμέραν εἰς τὴν Κέρκυραν, τὰ λαμβάνει· διὰ τοῦ τηλεγράφου εἰδοποιοῦνται, τὰ ἑτοιμάζουσι καὶ οὕτως ἔρχονται ἀμέσως μὲ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἀτμοπλοίου· καὶ προσέξατε ἐπὶ ἑνὸς τοσούτου σοβαροῦ ἀντικειμένου· θαυμάζω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν, καθὼς λέγουσιν, ἐπαπειλῆται μία στάσις, οὐδὲν ὀλιγώτερον· προσκαλεῖται ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς, ὅπως δώσῃ ἐπισήμως πληροφορίας, καὶ τὶ σᾶς εἶπεν; — Ἐπίσημον δὲν ἔχω τίποτε, τὰς πληροφορίας ὅπου ἔχω, μοῦ τὰς ἔδωκαν οἱ πληρεξούσιοι Κερκύρας. Θαυμάζω, Κύριοι, καθότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ τῆς Κερκύρας συνωμότουν εἰς τὴν στάσιν ταύτην, κ’ ἑπομένως κρατοῦν τὴν κυβέρνησιν ἐνταῦθα εἰς τὸ σκότος· ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ὑπάρχῃ τι τοιοῦτον, τὰ καταστατικὰ, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν, θὰ ἦναι ἀκριβῆ καὶ εἰλικρινῆ, διότι εἶναι ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, καὶ δὲν φοβοῦμαι τὰ δικαστήρια· θὰ μᾶς στείλῃ ἐνταῦθα ἡ προεδρεία τοῦ δικαστηρίου τῆς Κερκύρας, καὶ ἂν θέλητε, ἂς προσθέσωμεν καὶ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, ὅπου ἑδρεύουσιν ἄνδρες διακεκριμένοι, οὐχὶ μόνον διὰ τὰ φῶτα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἐπισήμους νὰ παρέξῃ πληροφορίας, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι προσβάλλομεν τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα πληρεξούσιον, ἐὰν ἀπαιτήσωμεν αὐτὰς τὰς πληροφορίας, πρὶν ἢ κηρύξωμεν, ὅτι θὰ σιγήσῃ ὁ νόμος; Κύριοι, δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. Κεχαγιᾶν καθόλου, ὅτι μὲ τοῦτο θὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος, δὲν χαλάει ὁ κόσμος, ὄχι, Κύριε Κεχαγιᾶ, δὲν ἐχάλασε τὰ 48, ὅτε ἡ Τράπεζα, καθὼς ἠξεύρετε, ἐπὶ ἓν ἔτος ἀνέστειλε τὰς πληρωμάς της.
§212ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἦτο στάσις εἰς τὴν Λεβαδείαν.
§213ΛΟΥΖΗΣ. Τὸ ἠξεύρω· ἀλλὰ δὲν θὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος, ἐὰν ἡμεῖς ἀναστείλωμεν ἐπὶ 4 μῆνας αὐτὰ τὰ ἐντάλματα· ἀλλ’ ἐνῷ δὲν συμφωνῶ, ἀπαιτῶ ἐν γνώσει νὰ πράξω, καθότι θέλω νὰ ἦμαι δικαιολογημένος ἐνώπιον τοῦ κόσμου, θέλω ἡ πρᾶξίς μου νὰ ἐκληφθῇ οὐχὶ ὡς προσβολὴ εἰς κεκτημένα δικαιώματα, ἀλλ’ ὡς ἔλεος, τὸ ὁποῖον πράττω ὡς χριστιανὸς, χωρὶς νὰ παραβλάψω τὸ δικαίωμα κἀνενὸς, καθότι δὲν παραβλάπτονται ἀναστελλομένης τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐπὶ ὡρισμένῳ χρόνῳ. Δὲν πρόκειται νὰ κηρύξω τὸ ἄκυρον τῶν πιστώσεων, οὐδὲ νὰ καταργήσω τὸν νόμον τὸν ἐπιτρέποντα τὴν προσωπικὴν κράτησιν, τοῦτο θέλει ἀπαρτίσει ἀντικείμενον ἑτέρας συζητήσεως ἐν δέοντι· τώρα πρόκειται περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐνεργείας τοῦ νόμου ἐπί τινα χρόνον· ἐπειδὴ δὲ ἕνεκα τῆς, ἔστω, καὶ προσκαίρου ταύτης ἀναστολῆς, ἐλαττοῦνται αἱ ἐγγυήσεις τοῦ πιστωτοῦ, ἀποβαίνει ἀναγκαῖον ἵνα τὸ μέτρον ᾖναι ἀποχρώντως δικαιολογημένον. Ὁ νόμος φαίνεται λίαν δεσποτικὸς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐρωτήσητε καὶ ἡμᾶς τοὺς Ἑπτανησίους, διατὶ φαίνεται τοιοῦτος. Τὸ δύσκολον, Κύριοι, σχεδὸν τὸ ἀδύνατον τῆς πραγματοποιήσεως τῶν δανείων, ἕνεκα τῆς ἀτάκτου περιπλοκῆς τῆς νομοθεσίας, πολλάκις ὁ δανειστὴς νὰ νομίζῃ, ὅτι ἦλθεν ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν θὰ λάβῃ τὸ ἔνταλμα εἰς κατοχὴν τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ κατασχεθέντος κτήματος, καὶ ἀπεναντίας τότε, ἑτέρα εἰσάγεται δίκη, πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ὁποίας ἀπαιτοῦνται 10 καὶ ἐπέκεινα ἔτη! ἀφοῦ διήνυσε λοιπὸν ὅλην τὴν σειρὰν τῶν πράξεων, ἀφοῦ ἐδικάσθη τὸ πίστωμά του, ἀφοῦ ἐκάλεσεν ὅλους τοὺς πιστωτὰς τοὺς ἐγγεγραμμένους, ὅπως δηλώσωσιν, ἐὰν θέλουν νὰ προτιμηθοῦν ἐπὶ τοῦ κτήματος, ἀφοῦ ὁ πλειστηριασμὸς καὶ ἡ κατακύρωσις ἐξετελέσθη, ἰδοὺ νέα ἀγωγὴ εἴτε καταπιστευματικὴ, εἴτε κυριότητος, ἕνεκα τῆς ὁποίας 10 ἄλλα ἔτη παιδεύεται, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ εἰς τὴν κατοχὴν, καὶ τοιαῦτα δάνεια, Κύριοι, ὑπάρχουν, πρᾶγμα τῳόντι ἀπίστευτον, ἀλλ’ ἀληθέστατον, ὑπάρχουν εἰσέτι ἀνεξόφλητα ἀπὸ ἑνετοκρατίας καὶ δὲν εἶναι σπάνια εἰς Κέρκυραν....
§214ΚΟΝΤΟΣ. Κ’ εἶναι τοσάκις πληρωμένα καὶ ἀκόμη εἶναι ἀπλήρωτα.
§215ΛΟΥΖΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο πλεονέκτημα.
§216ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Καὶ δὲν παραγράφονται;
§217ΛΟΥΖΗΣ. Τ’ ἀνενέονον.
§218ΛΟΥΖΗΣ. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἐνῷ ἤθελεν εἶσθαι σκληρὸν ν’ ἀποβληθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις, ὡσαύτως ἤθελεν εἶσθαι.... δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ τὸ ὀνομάσω.
§219ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κουφότης.
§220ΛΟΥΖΗΣ. Εἶναι παρὰ πολὺ ἐλαφρὰ ἡ λέξις κουφότης. Νὰ τὴν παραδεχθῶμεν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐρεύνης, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως ὡς πρὸς τὰς ἀτομικὰς φυλακίσεις καὶ ἐκδικήσεις, ἀλλ’ ἐπὶ μόνῃ τῇ ῥήσει τῶν Κυρίων πληρεξουσίων στηριζόμενοι, ῥήσεις, ἥτις, ὡς ἐκ τοῦ ἐνδιαφέροντος, οὐδεμίαν ἔχει βαρύτητα. Σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος Κύριος Βελιανίτης, ὅτι δύο στρατόπεδα κατηρτίσθησαν ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ὅτι τὸ ἓν ἀνεδείχθη νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος· ἂν ἄρα ὑπάρχωσι τὰ δύο ταῦτα ἐχθρικὰ στρατόπεδα, ἂν ὁμολογουμένως δυσμενῶς διάκεινται μεταξύ των, δὲν ἐννοῶ πῶς δύναται νὰ ἐκληφθῇ ὡς προσβολὴ, ἂν ἡμεῖς ἐπιμένωμεν ἀπαιτοῦντες τὰς πραγματικὰς ἀποδείξεις τῶν λόγων, ἐφ’ ὧν ἡ πρότασις ἐρείδεται· ὁ ὀρθὸς νοῦς, ἡ συνείδησις μᾶς λέγει νὰ μὴ καταπιέσωμεν ἀνεξετάστως τὴν ἡττηθεῖσαν μερίδα.
§221Α. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν ἔλθωσιν εἰς ῥῆξιν, τότε νὰ ἔλθητε νὰ ὁμιλήσητε.
§222ΛΟΥΖΗΣ. Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν μονομερῶς νὰ δικάσωμεν τὸ ζήτημα· δὲν δυνάμεθα νὰ καταδικάσωμεν ὁμάδα σημαντικὴν τῆς κοινωνίας· καὶ ποίαν Κύριοι; τὴν ἡττηθεῖσαν. Ἰδοὺ ποία ἡ γενναιότης τῆς προτάσεως καὶ τῶν ὑποστηρικτῶν αὐτῆς. Νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν καταστροφὴν, τὴν ἀστικὴν, τὴν καταστροφὴν τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Γενναιότης μεγάλη, Κύριοι.
§223Α. ΚΟΝΤΟΣ. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς συμφέροντα.
§224ΛΟΥΖΗΣ. Τὰ εἴπετε· νὰ τὰ εἰπῆτε καὶ πάλιν, ἀλλὰ νὰ εἰποῦν καὶ ἐκεῖνοι τὰ δίκαιά των· ἐνταῦθα ὡς ἄλλοι Ἀρειοπαγῖται, κεκαλυμμένῳ προσώπῳ, χωρὶς νὰ ἐμβλέπωμεν εἰς πρόσωπα, νὰ δικάσωμεν τὰ πράγματα. Ζητῶ λοιπὸν ν’ ἀνασταλῇ ἡ πρότασις αὕτη, ἕως ὅτου ἔλθωσιν αἱ ἀπαιτούμεναι πληροφορίαι ἐκ μέρους τοῦ προεδρείου Κερκύρας καὶ τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου τῆς δικαιοσύνης. Ἂν δὲ τὴν πρότασίν μου ταύτην δὲν παραδεχθῇ ἡ Συνέλευσις, τότε παρακαλῶ αὐτὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὸ ἀόριστον τῆς προτεινομένης ἀναστολῆς, ὅπως μὴ περιέλθωμεν εἰς ἕτερον σφάλμα, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιφέρει, Κύριοι, οὐχὶ ὀλιγωτέρας καταστρεπτικὰς συνεπείας. Ἰδοὺ Κύριοι· προσέξατε· «ἄχρις οὗ, λέγει ἡ πρότασις, ἄχρις οὗ ἡ Συνέλευσις λάβῃ ὁριστικὰ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος Κερκύρας μέτρα,» ἀόριστος, Κύριοι ὁ χρόνος. — Εὔχομαι, ὅπως τὰ μέτρα ταῦτα ληφθῶσιν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, ὅπως μᾶς φερθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινον οἱ ἔντιμοι πληρεξούσιοι Κερκύρας, ἢ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εὕρει κατάλληλον ἡ ἐπιτροπή. Τὸ εὔχομαι· ἀλλ’ ἀποκλείεται, ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ φερθῇ, ὅτι καὶ ἂν φερθῇ, αἱ συζητήσεις ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ᾖναι ἀπέραντοι καὶ σχοινοτενεῖς; Ἔχετε τὴν βεβαιότητα παρακαλῶ, ὅτι εἰς ἕνα, εἰς δύο, εἰς τρεῖς εἰς τέσσαρας μῆνας τὸ πρᾶγμα θὰ ἐξαντληθῇ; Ἂν ἔχητε τὴν βεβαιότητα ταύτην, ψηφίσατε τὴν πρότασιν ὡς ὑπάρχει, ἀλλ’ ἂν δὲν τὴν ἔχητε, τότε ἂς προσδιορισθῇ ὁ καιρὸς τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐνταλμάτων. Τοῦ χρόνου δὲ προσδιοριζομένου καὶ παρεχομένων τῶν νομίμων ἀποδείξεων τῶν ᾀδομένων κρατήσεων, ἐγὼ αὐτὸς θέλω ὑποστηρίξει καὶ ὑπερψηφίσει τὴν πρότασιν.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λούζη, κάμετε ἔγγραφον πρότασιν.
§226ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις λοιπὸν θεωρεῖται περαιωμένη. Ἀκούσατε τὸ ζήτημα· ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ὑπεβλήθησαν τρεῖς προτάσεις· μετέπειτα σᾶς ἀνέγνωσα ἑτέρας τέσσαρας προτάσεις. Θέλουν προταχθῆ τῶν οὐσιαστικῶν προτάσεων αἱ ἀναβλητικαί· ἡ μία εἶναι τοῦ Κ. Πετσάλη, καὶ ἡ ἑτέρα τοῦ Κυρίου Λούζη. Ἡ μὲν τοῦ Κυρίου Πετσάλη ἀφορᾷ τὸ νὰ ἀπεκδυθῇ ἡ Συνέλευσις τῆς προτάσεως, καὶ νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἡ δὲ ἑτέρα τοῦ Κυρίου Λούζη ἐπίσης ἀφορᾷ νὰ μὴ ἀπεκδυθῇ τῆς προτάσεως, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν μέχρις οὗ ζητηθῶσιν ἔγγραφα παρὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου.
§228Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος συγχωνεύω τὴν πρότασίν μου μετὰ τοῦ Κ. Λούζη.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω θέσει εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λούζη.
§230ΑΡ. ΚΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΕΠΤΑΝ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κ. Πρόεδρε.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ θέμα· «Προτείνω, ἵνα ἀνασταλῇ ἡ ψῆφος ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν Κυρίων Λομβάρδου, Ποφάντη καὶ Κωνσταντᾶ, ἕως οὗ λάβωμεν παρὰ τοῦ προεδρείου τῶν δικαστηρίων Κερκύρας καὶ παρὰ τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου καταστατικὸν ὅλων τῶν παρὰ τῶν ἁρμοδίων δικαστηρίων ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων προσωποκρατήσεως δι’ ἐγγείους προσόδους, καὶ τῶν πραγματικῶς ἐκτελεσθέντων, πρὸς δὲ τῶν πρὸ ἑνὸς μηνὸς φυλακισθέντων διὰ καθυστερούσας ἐγγείους προσόδους». Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως· ὅσοι τὸ παραδέχονται λέγουσι ναὶ, ὅσοι δὲν τὸ παραδέχονται λέγουσιν ὄχι. Ὁ Κ. Ζυμβρακάκης, ἐπειδὴ θέλει ν’ ἀναχωρήσῃ, ζητεῖ νὰ ψηφοφορήσῃ.
§232ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως.
§233ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ ψηφοφορήσω πρῶτος, ἐπειδὴ θ’ ἀναχωρήσω. Ὄχι. Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ γίνηται τὸ τοιοῦτον, Κ. Πρόεδρε. Ὁ θέλων νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του πρέπει νὰ μείνῃ μέχρι τέλους· δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχή.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐγένετο ἀντίῤῥησις. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου· ὅταν ἐξεφωνήθη τὸ ὄνομα τοῦ Κ. Πλαστήρα, εἶπεν, ὅτι δὲν ψηφοφορεῖ, διότι ἔχει ἰδίαν γνώμην.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 272· ναὶ εἶπον 151, ὄχι 118. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ Κ. Λούζη ἐγένετο δεκτή. Ἐγείρονται πολλοὶ διὰ ν’ ἀναχωρήσουν.
§236ΑΡ. ΚΟΝΤΟΣ. Ἐπειδὴ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἡ πρότασίς μας ἀπεῤῥίφθη, παρακαλῶ τὸν Κ. Πρόεδρον νὰ μᾶς εἴπῃ ἐπισήμως, μὲ ποῖον διαπραγματεύεται τὴν ἀποστολὴν ὁ Κ. Βαλαωρίτης (θόρυβος).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρα 4 παρὰ 20′.
Ὁ Πρόεδρος
Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
Οἱ γραμματεῖς Α. Νικολαΐδης.