1864.08.03
1,847 rows · 15,302 words · 179 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 290.
Τῆς 3 Αὐγούστου 1864.
(Δευτέρα).
Ὥρα 9 Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προπαρελθούσης συνεδριάσεως.
§1ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ δὲν εἶναι πράγματα, εἶναι στενογραφήματα, τότε ν’ ἀναγινώσκωνται καὶ τὰ στενογραφημένα, ὁ Συντάκτης πρέπει νὰ κάμνῃ τὴν περίληψιν.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠξεύρετε, Κύριε Βαλτινὲ, καὶ ἐγὼ τὸ παρετήρησα ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως, καὶ ὑποθέτω, ὅτι αὐτὸ θὰ ἐξακολουθῇ δι’ ὅλης τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος, ὅπου θὰ ᾖναι σοβαραὶ αἱ συζητήσεις, καὶ μακροὶ οἱ λόγοι, ὥστε ἂν ἡ Συνέλευσις ἐπιτρέπῃ νὰ γίνεται ὄχι περίληψις, διότι αὐτὸ δὲν θὰ συμβιβάσῃ τὸ πρᾶγμα — παρατηρῶ ἐγὼ τὸν λόγον μου καὶ θέλω νὰ τεθῇ κἄτι τι, ἔρχεται ὁ ἄλλος καὶ θέλει καὶ αὐτὸς νὰ τεθῇ, καὶ γίνονται μεγάλα — ἀλλὰ νὰ τίθεται μόνον ἡ γνώμη ἑνὸς ἑκάστου, τὰ ἐπιχειρήματα νὰ μὴ ἐκτίθενται, ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα καὶ πᾶσα λέξις ὑπάρχει εἰς τὰ στενογραφικά.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τῶν ἀναγνωσθέντων πρακτικῶν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι;
§6ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί ἀπεφασίσθη, Κύριε Πρόεδρε, περὶ τῶν πρακτικῶν;
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ γνώμη μόνον νὰ τίθεται καὶ οὐχὶ τὰ ἐπιχειρήματα.
§8ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ἡ γνώμη μόνον δὲν εἶναι ἀρκετή.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κάμνομεν ἀπόπειραν εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ ᾖναι συντομώτερα μόνον, καὶ βλέπομεν πάλιν. Ἡσυχία παρακαλῶ, Κύριοι, διὰ ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ τοῦ Σαββάτου.
§10ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθοῦν τὸ Σάββατον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία δυσκολία νὰ γείνῃ δεκτὴ αὐτὴ ἡ πρότασις· ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις, ἀποφάσεις τινὲς, τὰς ὁποίας ἔκαμε τὸ παρελθὸν Σάββατον περὶ ἀναφορῶν καὶ συστάσεων, νὰ ἐκτελεσθῶσι.
§12Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ κανονισμὸς λέγει τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας νὰ ἀναγινώσκωνται, ὥστε αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ γίνεται ἀντίῤῥησις.
§14ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπερχομένης συνεδριάσεως θὰ ᾖναι λίαν σύντομα, ν’ ἀναγνωσθῶσι εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν. (θόρυβος).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ χάσωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν περισσότερον χρόνον, ὥστε ἂς ἀναγνωσθῶσιν. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ καταλάβητε τὰς θέσεις σας, Κύριοι. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§17ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἀπεστάλη, Κύριοι, διὰ τοῦ ταχυδρομείου μία ἀναφορὰ ἐκ Λευκάδος ἀπευθυνομένη πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Ἀντικείμενον αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς εἶναι παράπονα μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶχεν ἐπιφορτισθῆ νὰ συστήσῃ σύλλογον ἐν Λευκάδι ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἡ Ἀδελφότης»· τὴν σύστασιν τοῦ συλλόγου τούτου ἐμπόδισεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς διὰ χωροφυλάκων, διότι ἔκαμε κατάσχεσιν τῶν ἀρχείων, καὶ ἄλλας διαφόρους πράξεις, τὰς ὁποίας βλέπετε ἐν τῇ ἀναφορᾷ.
§19ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐξέθηκα ἐν περιλήψει τὴν ἀναφοράν.
§21ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργ. ἐσωτερ.). Ἐστάλησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διάφορα ἔγγραφα ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν· αἱ ἀρχαὶ, ἡ δικαστικὴ καὶ ἡ διοικητικὴ ἐνήργησαν κατάσχεσιν, ἔκαμαν ἓν πρακτικὸν, καὶ ἐζήτησαν κ’ ὑπέβαλον τὴν γνώμην εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἐὰν πρέπῃ νὰ καταδιωχθῇ ἢ ὄχι· ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ἀπαιτοῦμεν αὐστηρῶς νὰ ἐνεργήσουν ὅ,τι λέγει ὁ νόμος· τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον· ἐὰν ὁ νόμος θεωρῇ καταδιωκτέαν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, νὰ τὴν καταδιώξουν, καὶ ὄχι ν’ ἀφήσουν τοὺς ἀνθρώπους ἐλευθέρους.
§23ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος νόμος, ὁ Ἰόνιος ἢ ὁ Ἑλληνικός;
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Ἰόνιος, διότι αὐτὸς εἶναι ἐν ἰσχύϊ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως....
§26ΚΑΛΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις· διότι ὅπως ἔθεσεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τὸ ζήτημα, δὲν ἔχει καλῶς.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§28ΚΑΛΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν ὅτι διετάχθησαν αἱ ἀρχαὶ νὰ ἐνεργήσωσι τὰ κατὰ νόμον, τοὐτέστιν ἀφῆκεν αὐτὰ καὶ πάλιν ἐλευθέρα νὰ μείνωσιν εἰς ὅ,τι ἔπραξαν. Παρατηρῶ εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὰς συναθροίσεις, τὸν συνεταιρισμὸν ἢ τὴν σύστασιν συλλόγων δὲν ἰσχύουσιν αἱ προϋπάρχουσαι διατάξεις πλέον· (θόρυβος), ἐὰν ἐκεῖ προέβησαν περαιτέρω, τοὐτέστι συνέστησαν συλλόγους ὑπὸ ὁρκωμοσίαν, καὶ ἔχουν σκοπόν τινα ὑποκεκρυμμένον, τότε ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐπέμβῃ, ἐὰν ὅμως ἁπλοῦς συνέστη συνεταιρισμὸς ἢ σύλλογος, τότε πᾶσα παρεμπόδισις, εἶναι ἐναντίον τῶν γενικῶν ἀρχῶν, ἃς καθιέρωσεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ὀκτωβρίου.
§29ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ 8ον ἢ 9ον, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἄρθρον, εἰς τὸ σχέδιον τοῦ συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ, πρὶν ἔλθωμεν λοιπὸν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ καὶ ἀποφανθῇ ὁριστικῶς ἡ Συνέλευσις, ὁ Κ. Καλὸς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ λέγῃ τοῦτο, διότι κανὲν προηγούμενον ἄρθρον τῆς Συνελεύσεως τοῦ πρώην, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, δὲν καθιερώνει τὴν ἀρχὴν τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τὴν ἀρχὴν τῶν Κλοὺβ, συλλόγων.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριε Πετιμεζᾶ, νὰ σᾶς διακόψω· περὶ τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὑπάρχει νομοθεσία, καὶ πρὶν ἀκόμη ἔγεινε τὸ σύνταγμα ὑπάρχει· εἴτε σύμφωνος μὲ τὸ σχέδιον, εἴτε μὴ, ὑπάρχει.
§31ΚΑΛΟΣ. Καὶ ἄλλο τι, ἡ ἐπανάστασις καθιέρωσεν αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν.
§32ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Κ. Καλὸς δὲν ἔχει δίκαιον, διότι ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁμιλῶν δὲν ἀποφαίνομαι οὐσιαστικῶς κατὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλ’ ὁμιλῶ κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους μέχρι σήμερον ἔχομεν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι;
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν...
§34ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§35ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Γνωρίζει ὁ Κ. Καλὸς, ὅτι μέχρις οὗ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τὴν ὑπάρχοσυαν ἤδη Συνέλευσιν, ἰσχύουσι διὰ τὸ Ἰόνιον κράτος οἱ Ἰόνιοι νόμοι.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, εἰς αὐτὸ ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσετε.
§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι, διότι καὶ ἐγὼ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω. Ὑποβάλλεται μία ἀναφορὰ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, καὶ ὅτι διέταξε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Τώρα θέλω ἐρωτήσει τὴν Συνέλευσιν, εὐχαριστεῖται τυπικῶς εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἢ θέλει νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ τὸ συζητήσῃ τώρα;— Ἐπὶ τῆς θέσεως λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, Κύριε Μίληση.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω.
§40ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ γνωρίζῃ βεβαίως ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐν Κερκύρᾳ νομοθεσίας ἢ τῆς ἐν Λευκάδι. (θόρυβος).
§41ΣΕΡΒΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ταῦτα πάντα δύνανται νὰ ἐξομαλυνθῶσι διὰ μιᾶς μόνης παρατηρήσεως. Πρέπει νὰ γινώσκωσιν οἱ φίλτατοι συνάδελφοι, καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑπτανήσῳ ἀπαγορευτικὸς νόμος ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ὅτι πραγματικῶς εἰς ὅλας τὰς νήσους ὑπῆρξαν τοιοῦτοι σύλλογοι, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἦσαν προοδευτικοὶ καὶ πράγματι προσήγαγον καλὰ καὶ ἐπωφελῆ ἀποτελέσματα εἰς τὴν κοινωνίαν· ἐν τῇ προκειμένῃ ὅμως περιπτώσει δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν διοικητικῶν ζητημάτων, πρὶν ἢ αἱ κατάλληλοι ἀρχαὶ γνωρίσωσι τὰ πράγματα καὶ ἀποφανθῶσιν; Ὁ Κ. ὑπουργὸς, μοὶ φαίνεται, ὅτι προηγουμένως σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπιληφθεὶς τοῦ ἀντικειμένου ἔδωκε διαταγὴν, ὅτι πρέπει νὰ διεξαχθῶσιν αὐτὰ τὰ πράγματα ἐπὶ τῇ βάσει καὶ τῇ ὁδηγίᾳ τῶν Νόμων τῆς Ἐπικρατείας τῶν Ἰονίων, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουσιν.
§42ΚΑΛΟΣ. Τὸν λόγον.
§43ΣΕΡΒΟΣ. Καὶ διέταξε τὰ δέοντα, καὶ λοιπὸν αἱ ἀρχαὶ θὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ προκειμένου, θὰ ἰδοῦν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀπαγορευτικοὶ Νόμοι, δὲν ὑπάρχει παραβίασις τῶν ποινικῶν Νόμων, καὶ ἑπομένως θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν. Μετ’ αὐτὴν τὴν διασάφησιν νομίζω καλὸν νὰ διακοπῇ πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, Κύριε Καλέ.
§45ΚΑΛΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν ἔντιμον φίλον μας Κύριον Σέρβον, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν μᾶς εἶπεν ἄλλο, ἢ ὅτι ἀφῆκεν εἰς τὰς Ἀρχὰς ἐκείνας, αἵτινες παρεβίασαν τυχὸν τὸν Νόμον, νὰ ἐξηγήσουν αὐτὸν καὶ πάλιν, ὅπως θέλουν· τοῖς εἶπε, κάμετε ὅ,τι θέλετε. Ἀπατᾶται ὁ Κ. Πετμεζᾶς, λέγων, ὅτι δὲν καθιερώθησαν παρ’ ἡμῖν οἱ σύλλογοι· ἡ ἔξωσις τοῦ Ὄθωνος καθιέρωσε καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ τοῦ συναιτερίζεσθαι· ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις ἐπροσπάθησε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν σύστασιν τῶν συλλόγων, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσεν. Ὑπάρχει ἑπομένως κεκτημένον τὸ δικαίωμα τοῦ συναιτερισμοῦ. (θόρυβος).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐπεκράτησε ἡ συνήθεια, ὁσάκις φέρονται ἀναφοραὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, αἱ ὁποῖαι χρήζουν ἐνεργείας τινὸς, οὐχὶ νομοθετικῆς ὅμως, ἀλλὰ διοικητικῆς, νὰ πέμπωνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄλλαι μετὰ συστάσεως, ἄλλαι δὲ ἄνευ συστάσεως· πιστεύω, ὅτι δὲν ἐπεμβαίνω, ἐὰν νομίζετε ὅμως, ὅτι ἐπεμβαίνω, κάμετέ μοι τὴν παρατήρησιν, ἐὰν χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τίποτε ἄλλο ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ διοικητικῶς ζητεῖ διόρθωσιν καταχρήσεων, ἢ μὴ καταχρήσεων, παραπέμψωμεν αὐτὴν μετὰ θερμῆς συστάσεως τῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων τοῦ δικαίου.
§47ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§48ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ πρᾶξις.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη κατέστη πλέον, ὅπως φέρεται τὴν σήμερον, κατέστη ἁπλοῦν ζήτημα θεωρητικὸν, διότι ὁ σύλλογος ἐμποδίσθη ἤδη, ἐὰν θελήσωμεν νὰ συζητήσωμεν τώρα ἀμέσως τὸ δικαίωμα, δὲν συζητοῦμεν παρὰ μίαν θεωρίαν. Λοιπὸν μετὰ τὴν ἐνέργειαν ἕκαστος ἐκφράζει τὴν γνώμην του, καὶ ἡ Συνέλευσις ἀποφαίνεται. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως;
§50ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§51ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Δύω λέξεις παρακαλῶ· ἐξάγονται ἐκ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἀναφερομένων τούτων δύω, τὰ ἑξῆς, ἢ, ὅτι αἱ ἀρχαὶ ἐνήργησαν ἐντὸς τοῦ Νόμου ἐκεῖ, καὶ ἑπομένως ἔπραξαν νομίμως.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ ἠκούσατε, Κύριε Πετρινέ;
§53ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Μάλιστα, εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα θὰ ἀπολήξω μὲ μίαν παρατήρησιν. Ἐὰν ἐπετρέπετο κατὰ τοὺς Ἰονίους Νόμους καὶ ἂν τὰς ἐμπόδισαν αἱ ἀρχαὶ ἔπεται, ὅτι ἔκαμαν παρανομίαν. Ἔρχομαι λοιπὸν εἰς τὸ συμπέρασμα. Φρονῶ νὰ διευθυνθῇ μόνον ἡ ἀναφορὰ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τῷ ὄντι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀποδώσωμεν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν παρηνόμησαν ἐκεῖ, ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ὅτι ἐὰν αἱ ἀρχαὶ ἐναντίον τῶν νόμων τῆς Ἑπτανήσου ἐμπόδισαν αὐτὸν τὸν σύλλογον, νὰ τιμωρηθῶσιν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ προεδρεῖον θέλει στείλει μετὰ συστάσεως τὴν ἀναφορὰν ὅπως ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἂν ἐπῆλθε, παρανομία αὐστηρῶς νὰ τιμωρήσῃ τοὺς πράξαντας καὶ νὰ εἰδοποιηθῇ κατόπιν ἡ Συνέλευσις περὶ τοῦ ἀποτελέσματος.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον, Κύριοι, τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τῶν δύω ἄρθρων περὶ θρησκείας. Παρατηρῶ δὲ εἰς τὴν Συνέλευσιν, διότι χρεωστῶ νὰ τῇ παρατηρήσω, ὅτι εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων εἶχεν ὁρισθῆ ἡ Δευτέρα, ἡ σήμερον, πρὸς ἀνάπτυξιν μιᾶς προτάσεως τῶν πληρεξουσίων τῆς Κερκύρας.
§57ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ Σάββατον εἶναι προσδιωρισμένον διὰ πολλὰς ἄλλας ὑποθέσεις, προτείνω μίαν ἀπὸ τὰς ἡμέρας καθ’ ἃς δὲν συζητοῦμεν, ἐγὼ προτείνω τὴν Πέμπτην.
§58ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ ἔντιμοι πληρεξούσιοι Κερκύρας, ἀφορᾷ τὴν τύχην πολλῶν χιλιάδων λαοῦ· ἀπαιτεῖται λοιπὸν ὅσον τάχιστα μία ἀπὸ τὰς προσδιορισθείσας ἡμέρας πρὸς ἀνάπαυσιν τῆς Συνελεύσεως, νὰ τὴν προσδιορίσωμεν πρὸς αὐτὸ, καὶ προτείνω τὴν αὔριον, τὸ καθῆκον τῆς Συνελεύσεως εἶναι νὰ ἐργάζηται καὶ ὄχι νὰ κάθηται.
§59ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπίστευον, ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας ἃς προσδιωρίσαμεν κανὲν ἄλλο ἀντικείμενον δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν. Βλέπω ὅτι σήμερον γίνεται τὸ ἐναντίον· παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις (θόρυβος).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Κατσικαπῆ, ἐννοεῖτε ὅτι συνελάβετε σφάλλον τὸ προεδρεῖον;
§61ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὄχι· ἴσως ἐγὼ σφάλλω.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμβουλευθῆτε λοιπὸν μὲ τοὺς φίλους σας, ἢ μὲ ἄλλον. Λοιπὸν, Κύριοι, δύο προτάσεις εἶναι· ἄλλη λέγει τὴν τρίτην, ἄλλη τὴν πέμπτην.
§63ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Συγχωνεύω μετὰ τοῦ Κ. Θεοχάρη.
§64ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὸ Σάββατον, Κ. Πρόεδρε!
§65ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Μὰ δὲν ἠμπορεῖ τὸ Σάββατον, δὲν ἔχομεν καιρόν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ἡ μὲν εἶναι νὰ παραπεμφθῇ διὰ τὸ Σάββατον, ἡ δὲ διὰ τὴν τρίτην.
§67ΤΙΝΕΣ. Ὁ προτείνας εἶπε τὸ Σάββατον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἐρωτήσει τὴν Συνέλευσιν.
§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν νὰ ἐρωτηθῇ ὁ προτείνας.
§70ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐρωτηθῶμεν διὰ τὴν πρότασιν ταύτην.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἡμέραν τῆς ἀναπτύξεως τὴν ὁρίζει ὁ προτείνων· ὁ προτείνων τὴν ὥρισεν· ἐπειδὴ ὅμως ἡ Συνέλευσις αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἔχει ἄλλας ἐργασίας, τὰς ὁποίας νομίζει προτιμητέας, δὲν θέλει νὰ τὴν συζητήσῃ.
§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ τὸ Σάββατον, ἵνα μὴ παραβιάζωνται αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχουν πολλαὶ ἀλληλογραφίαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν διὰ τὸ Σάββατον. Κύριοι πληρεξούσιοι! Πολλοὶ τῶν Κ. Κ. Πληρεξουσίων περὶ τοὺς 50 ἢ 40 ὑπέβαλον τὴν ἑξῆς πρότασιν ἀφορῶσαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον. Πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Οἱ ὑποφαινόμενοι Πληρεξούσιοι προτείνουν ἵνα εἰς τὸ 2 ἄρθρον τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος προστεθῇ τὸ ἑξῆς ἐδάφιον· «Νέος περὶ διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας νόμος, διατηρῶν τὰς ἤδη ἐν τῷ Βασιλείῳ ὑπαρχούσας Ἀρχιερατικὰς ἕδρας, θέλει κανονίσει τὰ περαιτέρω ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων ὑπὸ τοῦ Κλήρου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 3 Αὐγούστου 1864. Δημήτριος Μηλιαρέσης, Ἰωάννης Μαρῖνος, Θεόδωρος Ζερβὸς, Γ. Μαράτος, Γεώργιος Κωζάκης Τυπάλδος, Ἰωάννης Σιδηροκαστρίτης, Σ. Α. Μεταξᾶς, Χριστ. Α. Ποφάντης, Σ. Ξ. Πυλαρινός, Ν. Φωκᾶς, Γεώργιος Μόρμορης, Ἰ. Βελιανίτης, Νικόλ. Μ. Βαλσαμάκης, Φραγκίσκος Κουερῖνος, Ἀνδρέας Τερτσέτης, Μηνᾶς Καρύδης, Εὐστάθιος Γιαννούσης, Παῦλος Ταβουλάρης, Διονύσιος Μεταξᾶς Σαντορίνης, Ἰωάννης Δομενεγίνης, Μιχαὴλ Ἰω. Νομικός, Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης, Γεώργιος Βελιανίτης, Κωνσταντῖνος Μακρῆς, Νικόλαος Κολυβᾶς, Ἀλέξανδρος Σταματόπουλο, Μ. Καλκάνης, Ἀλέξ. Τσαρλαμπᾶς, Ἀνδρ. Βλαντῆς, Γεράσιμος Σέρβος, Περικλῆς Σταῦρος, Εὐστάθιος Φίλιππας, Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Δ. Κόνδαρης, Δ. Ι. Πατέλλης, Κοσμᾶς Πανάρετος, Κωνστ. Λομβάρδος, Διονύσιος Κοκκίνης, Γεώργιος Λογοθέτης, Δημήτριος Μιχαλίτσης, Ἰωάννης Σούλης, Ἰωάννης Α. Μόζερας, Νικόλαος Μουζάκης, Δημήτριος Μακρῆς, Α. Καποδίστριας, Ἀρσένιος Ῥάλλης, Νικόλαος Λοῦβρος, Α. Κοντός, Ἰωάννης Γουλιαρμῆς, Σπυρίδων Χειμαριός, Ἀν. Νικοκάβουρας, Β. Μεταλινός, Εὐσ. Δρακόπουλος, Α. Σπ. Μεταξᾶς, Γεράσιμος Α. Λειβαδᾶς, Εὐστάθιος Πήλλικας.
§74ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Αὐτὴ ἀφορᾷ πᾶν ἄλλο ἀντικείμενον παρὰ τὸ Σύνταγμα.
§75ΜΑΡΙΝΟΣ. Πᾶσα παρατήρησις περὶ τοῦ καταλλήλου ἢ μὴ τῆς προτάσεως θέλει γείνει ὅταν ἀναπτυχθῇ.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι πληρεξούσιοι Σολιώτης καὶ Τσατσάρας προτείνουν τὴν ἑξῆς πρότασιν· Πρὸς τελειότερον καταρτισμὸν, κανονικωτέραν διαῤῥύθμισιν τῆς Ἐκκλησίας, εὐχερεστέραν συγχώνευσιν τῆς ἑνωθείσης Ἑπτανήσου καὶ τὴν βελτίωσιν ἐν γένει τοῦ κλήρου· Προτείνομεν ὅπως οἱ Σʹ. καὶ ΣΑʹ. ἐκκλησιαστικοὶ νόμοι μεταῤῥυθμισθῶσι, ψηφιζομένων ὡς νόμων τοῦ Βασιλείου εἴτε παρὰ τῆς Συνελεύσεως, εἴτε, ὅπερ ὀρθότερον καθ’ ἡμᾶς, παρὰ τῆς Αʹ. Βουλῆς, τῶν ἐπισυναπτομένων ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ νομοσχεδίων, ἤτοι ά. περὶ Ἱερᾶς Συνόδου καὶ διοικήσεως τῆς ἐκκλησίας, βʹ. Περὶ ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων, γʹ. Περὶ ἱερατικῶν σχολείων, καὶ δʹ. τὸ πρὸ καιροῦ παρὰ τῆς ἐπὶ τοῦ κλήρου ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως εἰσαχθὲν ψήφισμα περὶ συστάσεως ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ χορηγίας εἰς τὸν δευτερεύοντα Κλῆρον. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 3 Αὐγούστου 1864. Οἱ πληρεξούσιοι.
Χ. Ν. ΣΟΛΙΩΤΗΣ
Γ. ΤΣΑΤΣΑΡΑΣ
§77ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ Σύνταγμα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τελευταία συνεδρίασις ἔληξε μὲ τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κυρίου Καλληγᾶ εἰς ὃν παρεχώρησε τὴν θέσιν του ὁ Κύριος Καλός. Μετὰ τὸν Κύριον Καλὸν ἔρχεται ὁ Κύριος Παλαμήδης ὅστις εἶναι καὶ αὐτὸς κατά. Μετὰ τὸν Κύριον Παλαμήδην ἔρχεται ὁ Κύριος Σαρίπολος, εἶσθε Κύριε Σαρίπολε κατά;
§79ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριε πρόεδρε, εἶμαι κατὰ πασῶν τῶν προτάσεων καὶ τῶν ἀγορεύσεων καὶ νομίζω ὅτι ἐξετράπη ἡ συζήτησις εἰς ἀντικείμενα ἀλλότρια τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπιτρέψῃ, καὶ διότι ἔρχομαι κατὰ τὴν σειρὰν τοῦ λόγου, καὶ διότι ἂν ἄλλως δὲν ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις, θεωρῶ ἐμαυτὸν εἰσηγητὴν τῆς ἐκθέσεως, νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, δι’ οὓς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἁπλοποιήσω τὸ ζήτημα καὶ νὰ καταδείξω τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θέλει μᾶς φέρει εἰς πολλὰ ἄτοπα. Πρέπει ν’ ἀκούσητε ἐκ τίνων λόγων ὡρμήθη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἐδέχθη τὰ ἄρθρα ταῦτα τοῦ Συντάγματος ὡς ἔχουσι, διότι ἄλλως δὲν ἐννοεῖται συζήτησις, ὅταν δὲν γνωρίζετε τὸ πνεῦμα τῆς συνταξάσης τὸ ἄρθρον ἐπιτροπῆς.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσῃ τὶς εἶναι ὑπὲρ (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἔρχεται λοιπὸν ἡ σειρὰ τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου· ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἔχει τὸν λόγον.
§81ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Προχθὲς ὅμως, Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐφυλάξατε αὐτὴν τὴν τάξιν.
§82Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀδελφοὶ πληρεξούσιοι, θεωρήσαντες τὰ ἄρθρα τοῦ συζητουμένου Συντάγματος, καθῆκον εἴχομεν ὡς ἐκ τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν πράγματα, τὰ ὁποῖα νὰ τὴν διευθύνουν, καὶ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν καὶ νὰ προλάβωσι συγκρούσεις μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Βασιλείου, πρὸς εἰρηνοποίησιν καὶ τῶν συνειδήσεων. Ἡ Συνέλευσις δὲν εἶχεν ἀπόλυτον ἐξουσίαν νὰ θεσπίσῃ οἱαδήποτε ἄρθρα τοῦ Συντάγματος αὐτῆς, ἀπέναντι μιᾶς εὐρωπαϊκῆς συνθήκης, ἡ ὁποία κηρύττει μέρος ὁλοκληρωτικὸν ἑαυτῆς τὸ πρῶτον καὶ πέμπτον κεφάλαιον τοῦ Ἰονικοῦ Συντάγματος. Ἀναγνώσατε τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς συνθήκης, ἡ ὁποία ἑνώνει τὴν Ἑπτάνησον μὲ τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὸν ἀπαραίτητον ὅρον τῆς διατηρήσεως τῶν δύω κεφαλαίων τοῦ Ἰονικοῦ Συντάγματος Αʹ. καὶ Εʹ. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ 4 ἄρθρον τῆς περὶ ἑνώσεως συνθήκης, διὰ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον ἀπολύτως καὶ ἀορίστως διατηρεῖται ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς λατρείας ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀλλὰ δι’ οὗ πρέπει νὰ διατηρηθῇ καὶ ἡ καθεστῶσα κατάστασις τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς ὑπὸ τὴν πατρικὴν ἐξουσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Σᾶς ἐξέθεσα τὴν κατάστασιν τῶν δύω Ἐκκλησιῶν καὶ ἀπέδειξα, ὅτι πολὺ ὑπερτέρα εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου τῆς καταστάσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς πρώην Ἑλλάδος.
§83Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§84ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ μία Ἐκκλησία εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἡ ἄλλη δὲ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν μιᾶς λεγομένης αὐτοκεφάλου Συνόδου. Θαυμάζω, ὅτι δυσαρεστοῦνταί τινες ἀκούοντες (τῆς λεγομένης αὐτοκεφάλου Συνόδου), νομίζουσιν οἱ τοιοῦτοι, ὅτι προσβάλλω τὰ καθεστῶτα. Ἀλλ’ εἶναι σφάλμα ψηλαφητόν· δὲν ὑπάρχουσι καθεστῶτα νόμιμα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως· τὴν σήμερον ἀναπλάσσεται τὸ Κράτος καὶ ὀφείλει ἕκαστος καὶ μάλιστα πληρεξούσιος καὶ τὴν γνώμην του νὰ εἴπῃ καὶ τὸ παρὸν νὰ καταδικάσῃ ἢ νὰ ἐπαινέσῃ, καὶ νὰ προτείνῃ πράγματα ἄντικρυς ἐναντία εἰς τὰ ὑπάρχοντα; καθὸ καθεστῶτα ὡς πράγματα καὶ οὐχὶ ὡς δίκαια· «ἐκ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γνωσθήσεται» αὕτη ἡ λυδία λίθος, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δικαιοσύνην τῶν διεπόντων τὰς δύω Ἐκκλησίας νόμων· καὶ ἐὰν τὰ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς μιᾶς ἐπαρχίας ᾖναι πράγματα ὀρθότερα καὶ μᾶλλον σύμφωνα καὶ μὲ τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν καὶ μὲ τὴν συνείδησιν τῶν χριστιανῶν καὶ τὴν ἀρχὴν, ὀφείλετε νὰ προτιμήσητε τὸ καλλίτερον. Καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι γνώμη ἐμὴ, εἶναι γνώμη καὶ τοῦ ἀπεσταλμένου τῆς Κυβερνήσεως εἰς Ἑπτάνησον, τοῦ προαγορεύσαντος Κυρίου Ζαΐμη, ὅστις ῥητῶς σᾶς ἐξέθεσε τὸ θέμα. Ἐξετάσατε τὴν κατάστασιν τῶν δύω Ἐκκλησιῶν, καὶ ἂν εὕρητε, ὅτι καὶ τὰ ἀποτελέσματα καὶ οἱ νόμοι οἱ φέροντες τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα εἶναι καλήτερα εἰς τὴν μίαν ἐπαρχίαν, παρὰ εἰς τὴν ἄλλην, σᾶς συμβουλεύω νὰ ἐκλέξητε τὸ καλήτερον ἄνευ μικροφιλοτιμιῶν, καὶ ἂν μὲν ἐδῶ εὕρητε τὴν κατάστασιν καλλιτέραν ἐφαρμόσατε τοὺς νόμους, οἵτινες ἔφερον ταύτην, ἂν δὲ εὕρητε τὸ καλήτερον ἐν Ἑπτανήσῳ, τὴν κατάστασιν ἐκείνην σᾶς συμβουλεύω νὰ παραδεχθῆτε. Ἡμεῖς ἐθίξαμεν ἀκροθιγῶς, ὅτι, συζητουμένου τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἰδέα ἡμῶν ἡ προταθεῖσα ἦτο νὰ σᾶς καταδείξωμεν, ὅτι ἐπαρουσιάζετο ἀντικρὺ τοῦ συντάγματος, οὐχὶ σκόπελος, ἀλλ’ ἤπειρος, ἀντικρὺ τῆς ὁποίας ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ναυαγήσῃ· ἐναντίον τῆς Εὐρωπαϊκῆς συνθήκης κινδυνεύει νὰ ναυαγήσῃ καὶ τὸ νέον σύνταγμα, καὶ ἴσως νὰ περιπλεχθῶσιν αἱ διπλωματικαὶ σχέσεις τοῦ Βασιλείου ἡμῶν. Ὅθεν ὀφείλει ἡ Συνέλευσις νὰ ὁμολογῇ χάριτας, διότι ἐφωτίσαμεν αὐτὴν, καὶ ἂν ἐλέγομεν εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ σπεύδῃ, συγχρόνως ἐλέγομεν σπεῦδε βραδέως. Ἐναντίον, ὡς φαίνεται, αὐτῆς τῆς ἰδέας ἡμῶν ἀνέβη ν’ ἀγορεύσῃ ὁ ἔντιμος Κ. Χαρίλαος Τρικούπης. Μετ’ εὐχαριστήσεως εἴδομεν αὐτὸν κοσμίως συζητοῦντα τὴν ὑπόθεσιν. Εἴδομεν ἐκ τοῦ τρόπου, εἴδομεν ἐκ τοῦ συλλογισμοῦ, εἴδομεν ἐκ πάντων, καὶ ἐμείναμεν εὐχαριστημένοι· διότι ἂν τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ ἔτεινον ἐναντίον ἡμῶν, πλὴν τὸ συμπέρασμα μᾶς ἐδικαίωσε πληρέστατα. Ἀνέστη ἐναντίον τῆς γνώμης ἡμῶν ὁ πληρεξούσιος Κ. Κόκκινος, διὰ νὰ διορθώσῃ ἕνα ἱστορικὸν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἰδέαν του ἐπράξαμεν. Συνεπέρανεν ὅμως συμφώνως μετὰ τοῦ Κ. Τρικούπη ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν· καὶ ποία ἡ γνώμη ἡμῶν; Ὅτι ἐνόσῳ ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἀπολύεται ἀπὸ τῆς ἐξουσίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅ,τι καὶ ἂν νομοθετῆτε δὲν δύναται νὰ ἔχῃ χώραν· αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα· αὐτὸ ῥητῶς εἶναι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν πρεσβεύομεν. Ἐκεῖνος, ὅστις ἔφερε τὴν εὐγλωττίαν αὐτοῦ ἐναντίον τοῦ πληρεξουσίου Κ. Κοκκίνου, ὁ Κ. Σχινᾶς, εὐγλωττίαν ὡς ἔλαιον ἀψαφητεὶ ῥέον κατὰ Πλάτωνα, ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὰ ἐπιχειρήματα ἦσαν ὑπὲρ ἡμῶν, συνεπέρανε καθ’ ἡμῶν· δὲν ὁμιλῶ δὲ περὶ τοῦ ἐντίμου Κ. Παντολέοντος, διότι δὲν συνεπέρανεν οὐδὲν (γέλως). Ὁ ἔντιμος Κ. Λούζης ὡμίλησε μὲ εὐγλωττίαν καὶ μὲ ὕφος Ἀποστολικὸν ἅμα καὶ ἐθνικόν. Καὶ τοῦτο ἀρκεῖ εἰς αὐτόν. Ὁ Κ. Ζαΐμης πληρέστατα μᾶς ὑπερήσπισε, διότι συνεπέρανε, καὶ δημοσίως ἐξεφράσθη ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ὅτι διαπραγματεύεται ἡ Κυβέρνησις τοῦ Σεβαστοῦ Βασιλέως ἡμῶν μετὰ τῆς Μεγάλης ἐκκλησίας περὶ χειραφετήσεως τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας. Ἂν κατὰ τὸν Κ. Τρικούπην, καὶ τὸν Κ. Ζαΐμην, τῶν ὁποίων ὁ λόγος ἔχει βαρύτητα, τὸ ζήτημα δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ τελειωμένον εἰ μὴ μετὰ τὴν προηγουμένην χειραφέτησιν τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς Πατριαρχικῆς ἐξουσίας τῆς Μεγάλης ἐκκλησίας, βεβαίως τὸ ζήτημα ἐλύθη ὑπὲρ ἡμῶν· ἡμεῖς δὲ εἴπομεν, ὅτι ἂν ἡ Μεγάλη ἐκκλησία παραιτηθῇ τῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου, ἡμεῖς ὑποτασσόμεθα εὐχαρίστως· καὶ ἂν ἦτο κακὸν, ὡς εἶναι κακὸν, πάλιν ἠθέλαμεν ὑποταχθῆ. Τοιοῦτον πρέπει νὰ ᾖναι τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὰ γνήσια τέκνα τῆς ἐκκλησίας εἰς τὰς πράξεις καὶ τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ ἀρχιερέως καὶ τῆς Μεγάλης ἐκκλησίας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι. Δυνάμεθα ἄρα γε ἡμεῖς ἤδη νὰ νομοθετῶμεν, λαϊκοὶ καὶ ἁμαρτωλοὶ, περὶ ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, καὶ νὰ δώσωμεν τὸ σκάνδαλον ἡμεῖς οἱ ἀπὸ πάσης πολιτικῆς ἐξουσίας ἐλεύθεροι, νὰ δώσωμεν, λέγω, τὸ σκάνδαλον, ὅτι νομοθετοῦμεν περὶ Ἐκκλησίας, ὡς ἐνομοθέτουν οἱ Ἀρχιερεῖς εἰς τὸ 33, καὶ οἱ πολιτικοὶ εἰς τὰ 43 καὶ ἄλλοι εἰς τὰ 60 ὑπὸ τὴν πίεσιν καὶ τῆς Προπαγάνδας, καὶ τοῦ Ἰησουϊτισμοῦ; Ἐπιλαμβανόμενος τῆς οὐσίας τῶν ἀγορεύσεων τῶν διαφόρων ῥητόρων, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐπιχειρήματα δὲν εἶδον ἰσχυρὰ ἐναντίον τῆς ἰδέας ἡμῶν, οὔτε ἐκ μέρους τοῦ Κ. Τρικούπη, οὔτε ἐκ μέρους τοῦ Κ. Ζαΐμη. Διπλωματικῶς ὡμίλησεν ὁ Κ. Τρικούπης, καὶ εἶχον δίκαιον νὰ τῷ εἴπω, ἀνάλυσον τὴν συνθήκην, ἀνάγνωθι τὰ δύο κεφάλαια, τὸ ὁλοκληρωτικὸν μέρος ὄν τῆς Εὐρωπαϊκῆς συνθήκης. Ἀπόδειξον εἰς ἡμᾶς, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἐναντίον τῶν δύω συζητουμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, καὶ παραιτούμεθα. Ἀλλά, Κύριοι πληρεξούσιοι, πάντες ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι οὐδεμίαν ἀνάλυσιν ἔκαμε τῆς συνθήκης, οὐδόλως τὸ Ἰόνιον Σύνταγμα ἀνέγνωσε διὰ νὰ πληροφορηθῇ πολλῷ μᾶλλον τὸ ἀπεριόριστον σέβας, τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς τὴν Μεγάλην ἐκκλησίαν ὁ Βασιλεὺς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Μόνον ἐνησχολήθη νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ 4 ἄρθρον τῆς περὶ ἑνώσεως συνθήκης ἐτέθη τῇ αἰτήσει τοῦ Ῥώσσου Πρεσβευτοῦ, διὰ νὰ διατηρήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Αὐτοκράτορος πασῶν τῶν Ῥωσσιῶν ἐπὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος νὰ διαφωνήσω. Ἀνέφερε καὶ διακοίνωσίν τινα τοῦ πρεσβευτοῦ ἐκείνου, ὅτι ὤφειλεν ὁ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος νὰ φροντίσῃ περὶ τούτου, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ἐτέθη τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο. Δὲν συμφωνοῦμεν, καὶ ὁ λόγος εἶναι προφανής· ὅταν ἡ Μεγ. Βρεττανία ἔθετο οἴκοθεν, ἢ καὶ κατ’ αἴτησιν τοῦ λατίνου πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἤξευρεν οὐδέν. Οἴκοθεν ἡ Μεγάλη Βρεττανία καὶ ἡ Γαλλία τὸ ἐπρότεινον· καὶ ἂν ἀκολούθως ἐγένετο λόγος μεταξὺ τῶν Πρεσβευτῶν Ἑλλάδος καὶ Ῥωσσίας, οὐδὲν πρὸς τοῦτο. Ἡ ἀπόδειξις εἶναι αὕτη· ἡ συνθήκη τῆς 17/29 Μαρτίου 1864, δὲν εἶναι ἡ μόνη συνθήκη, ἡ ὁποία τὸ ἀναφέρει, ἀλλὰ τὸ περιέχει καὶ ἡ ἀπὸ 2/14 Νοεμβρίου 1863. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἰσχυρὸν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Κ. Τρικούπη, ὅτι ἐτέθη τὸ ἄρθρον αὐτὸ κατ’ αἴτησιν τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ῥωσσίας. Πρὸ τῆς συνθήκης τῆς 2/14 Νοεμβρίου 1863 ὑπῆρχον τὰ ἔγγραφα, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν παρεπονέθη οὐδόλως περὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς οὐδετερώσεως τῶν Νήσων, καὶ μᾶλλον περὶ τῆς κατεδαφίσεως τῶν φρουρίων, ἂν δὲ πρὸ τῆς συνθήκης τῆς 2/14 Νοεμβρίου 1863 ὑπῆρχε παράπονον καὶ ἔγγραφον τοῦ Ῥώσσου Πρεσβευτοῦ, ἀμφιβάλλω· ἄλλος ἄρα εἶναι ὁ λόγος τοῦ ἄρθρου τῆς συνθήκης τοῦ διατάσσοντος ἵνα ὑπόκηται ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου ὑπὸ τὴν πνευματικὴν ἐξουσίαν τῆς Μεγάλης ἐκκλησίας. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει οὕτως. Ἄρθρ. 1. «Ἡ Α. Μ. ἡ Βασίλισσα τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ τῆς Ἰρλανδίας, ἐπιθυμοῦσα νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν εὐχὴν, ἣν ἡ Βουλὴ τῆς ἡνωμένης πολιτείας τῶν Ἰονίων Νήσων ἐξέφρασεν ὑπὲρ τῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἑνώσεώς των, συνῄνεσεν ὑπὸ τοὺς παρακατιὸν διαλαμβανομένους ὅρους νὰ παραιτήσῃ τὴν προστασίαν τῶν Νήσων Κερκύρας, Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, Λευκάδος, Ἰθάκης κλπ.» Ἄρθρ. 5. «Ἡ μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις τῆς ἡνωμένης πολιτείας τῶν Ἰονίων Νήσων οὐδαμῶς ἀκυρώνει τὰς ὑπὸ τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας τῶν Νήσων καθιερωμένας ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας καὶ τῆς ἀνεξιθρησκείας·» δὲν ἤρκει τοῦτο· ἑπομένως εἰδικῶς καὶ συγκεκριμένως λέγει, «ἑπομένως τὰ καθιερωθέντα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια ὑπὸ τοῦ Αʹ. καὶ Εʹ. κεφαλαίου τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου τῆς Ἡνωμένης Πολιτείας τῶν Ἰονίων Νήσων, καὶ ἰδίως ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὀρθοδόξου ἑλληνικῆς ἐκκλησίας, ὡς ἐκκλησίας ἐπικρατούσης ἐν ταῖς Νήσοις, ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τῆς λατρείας ἡ χορηγουμένη εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κράτους τῆς προστάτιδος Δυνάμεως, καὶ ἡ πλήρης ἀνεξιθρησκεία ὡς πρὸς τὰς ἄλλας χριστιανικὰς κοινότητας ὑποσχεθεῖσα, διατηρηθήσονται καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ ἰσχύϊ.» Ὥστε καὶ μὲ τὴν πρώτην συνθήκην καὶ μὲ τὴν τελευταίαν πάντοτε πρέπει νὰ ἰσχύωσιν αὐτὰ, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Κ. Τρικούπης, καὶ ὁ Κ. Ζαΐμης προσέθηκαν ἐπὶ τέλους τῶν ἀγορεύσεών των, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τρόπον τινὰ διεθνὲς, καὶ μέλλει νὰ τελειώσῃ μὲ τὰς διαπραγματεύσεις, μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας.
§85Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν προσέθηκα τοιοῦτόν τι.
§86Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐκεῖνος, ὅστις ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἔθεσε τὸ ζήτημα τοῦ αὐτοκεφάλου ἢ μὴ τῆς πρώην Ἑλλάδος, εἶναι ὁ Κ. Τρικούπης ὅστις εἶπε, πρόκειται σήμερον νὰ νομοθετήσωμεν περὶ τοῦ αὐτοκεφάλου ἢ μὴ, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς προτάσεως ἐξήφθη ἡ φλόξ........
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λέγητε τῆς πρώην Ἑλλάδος, ἀλλὰ τῆς Ἑλλάδος.
§88ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα. Δύναμαι πολλὰ νὰ εἴπω περὶ τῆς οὐσίας τῶν ἀγορεύσεων κατὰ τῆς ἡμετέρας γνώμης, ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, καὶ εἰς αὐτὴν θέλω περιορισθῆ ν’ ἀποδείξω ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ἱστορικῶς καὶ θρησκευτικῶς, καὶ ἐθνικῶς. Ἐνομίζομε, ὅτι ἔμελλε νὰ φέρῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τὴν σοβαρότητα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παρ’ αὐτοῦ περιεμένομεν, καὶ διὰ τὴν πολυμάθειάν του καὶ διὰ τὴν κοινωνικὴν θέσιν, καὶ διὰ τὰς πολιτικὰς ἀποστολὰς, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσεν ἐντὸς τοῦ βασιλείου. Ἀλλὰ μὲ θλίψιν ἡμῶν ὁμολογοῦμεν οὐδὲν τούτων εὕρομεν, εἰμὴ τὸν Φαρμακίδην ἐπὶ τούτου τοῦ βήματος ἀγορεύοντα, οὐδὲν τούτων εὕρομεν, εἰμὴ τὸν Λασκαράτον ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως· (γέλωτες) ἔπρεπε δὲ ἐὰν ἤθελε νὰ ἐφελκύσῃ τὸ σέβας καὶ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἡμῶν αὐτῶν νὰ δείξῃ τὰς πηγὰς τὰς εὐαγγελικὰς, τὰς ἱστορικὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ὁρμώμενος ἤθελε φέρει τὴν Συνέλευσιν εἰς τὸ νὰ ἀποσκορακίσῃ τὰς ἡμετέρας ἰδέας· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἔπραξεν, εἰμὴ μόνον ὑπὸ παντοτεινὴν ἔποψιν προτεσταντικῆς θεωρίας καθυπέβαλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γνωρίζουσι καὶ τὰ παιδάρια τῶν λυκείων τῆς Γερμανίας· ἀφοῦ ἴδομεν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά του ἐβεβαιώθημεν, ὅτι οὐδὲν ἔχει ὑγιές· πάντα σαθρὰ, καὶ ὁ νοῦς, καὶ ἡ καρδία, καὶ ἡ ἑλλην. γλῶσσα τὴν ὁποίαν ἀγνοεῖ. Ἡμεῖς, λέγει, ἠρύσθημεν τὰς θεωρίας ἡμῶν ἐν Παδούῃ. Δὲν γνωρίζω ποία πόλις εἶναι αὐτὴ ἡ Παδούη. Ἀνέπτυξα καὶ Στράβωνα, ἀνέπτυξα τὸν Πομπόνιον Μέλαν, τὸν Μαλτεμβροῦνιον, εἰς καμμίαν γεωγραφίαν τοῦ Κόσμου δὲν εὗρον τὴν πόλιν Παδούην· ἂν ὅμως ὑπάρχῃ εἰς τὴν γεωγραφίαν κανενὸς Στραβοστράβωνος, ἔστω· ἢ Παδούη, ἢ Παταύϊον ἢ Πάδοβα, οὐδέποτε ἐπλησιάσαμεν εἰς αὐτήν· φαίνεται ὅτι ἐνοστιμεύθη τῷ ὄντι ὁ Κύριος Καλλιγᾶς τὴν Παδούην, καὶ ἠρύσθη τὰς λαμπρὰς θεωρίας ἐναντίον καὶ τοῦ θρησκεύματος τοῦ Βασιλείου καὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς· ἐν ᾧ ἡμεῖς δὲν ἠρύσθημεν τὰς θεωρίας ἡμῶν ἐν Παδούῃ, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ ἐν Οὔντερ Ντὲν Λίντεν (γέλωτες). Ἰσχυρίσθη ὅτι ἐπίομεν τὸ δηλητήριον μέχρι πυθμένος· καὶ ἐγὼ τὸν εὐχαριστῶ, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ χριστιανοῦ. Ἰδοὺ τί ἀναγινώσκομεν εἰς τὸ κατὰ Μάρκον εὐαγγέλιον, Κεφ. 15, 18. Ἐπίομεν, καὶ τὸ δηλητήριον· ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ βλέπετε ὅτι καὶ ὁ νοῦς, καὶ ἡ καρδία, καὶ τὸ σῶμα, καὶ τὰ ἤθη ἡμῶν εἶναι εὔρωστα. Καὶ νὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον διὰ τί εἶναι εὔρωστα· ἰδοὺ τὸ ἅγιον πνεῦμα πῶς λαλεῖ «Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι παρακολουθήσει ταῦτα· ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι»· καὶ ἐλπίζω νὰ τοῦ τὰ ἐκβάλω· (γέλωτες ἄσβεστοι)· «γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς, ὄφεις αἰροῦσι» καὶ εἴδετε ποῖον φαρμάκιον ἐξέχεεν ὁ ὄφις οὗτος· «κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψῃ»· τὸ δηλητήριον τὸ ἀντίδοτον ὃ ἐπίομεν εἶναι ἡ ὀρθοδοξία, τὴν ὁποίαν ἐποτίσθημεν οὐχὶ ἐν Παδούῃ, ἢ ἐν Οὔντερ Ντὲν Λίντεν, ἀλλ’ εἰς τοὺς κόλπους τῆς μητρὸς ἡμῶν ἐκκλησίας, ἐν Βοσπόρῳ, ἂν θέλῃς, οὗτινος τὰ νάματα εἶναι καθαρώτατα, καὶ οὐχὶ θολὰ ὡς τὰ τῆς Δύσεως, καὶ ἰδίως τῆς Γερμανίας, ὅπου ὑπάρχει πλείστη θεολογία, καὶ οὐδεμία θρησκεία «ἐπὶ ἀῤῥώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι καὶ καλῶς ἕξουσι». Πλήρης δυσμενείας καθ’ ἡμῶν ὁ Κ. Καλλιγᾶς ὡμολόγησεν ὅτι ἐπληγώσαμεν τὴν καρδίαν αὐτοῦ εἰς τὸ ὑγιέστερον μέρος, καὶ, ἐὰν εἶχε μάχαιραν, ἀπέκοπτε τὸ πληγωθὲν μέρος, ἐκφράσας οὕτω τὴν πονηρίαν αὐτοῦ.— Ἀπαντῶμεν. Ὑπῆρχον καὶ ἐπὶ τῶν ἀποστόλων ἄνδρες τοιοῦτοι παραπονούμενοι διὰ τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας ἐλάμβανον ἀπὸ τοὺς λόγους τῶν Ἀποστόλων, καὶ ὁ Παῦλος τί ἀπεκρίνατο; «Τίς ὁ εὐφραίνων με, εἰμὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;» Σὲ ἀγαπῶ, Κύριε Καλλιγᾶ, καὶ τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς δυσαρεσκείας καὶ τῆς θλίψεώς σου εἶναι σημεῖον τῆς προσεχοῦς μετανοίας σου, καὶ, ἂν ἤθελες ἀποβλέψει εἰς τὸν διδάσκαλόν σου Φαρμακίδην, ἤθελες ἰδεῖ, ὅτι ἀπεβίωσε μετανοῶν, δι’ ὅσα εἰς τὴν ὁρμήν του ἐξέμεσεν ἐναντίον τῆς θρησκείας καὶ τῆς ἐκκλησίας.
§89ΚΑΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὡς ἔζησε καὶ ἀπεβίωσε· δὲν μετενόησεν.
§90ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶναι ἱστορικόν.
§91ΚΑΛΟΣ. Δὲν ἔχεται ἀληθείας.
§92ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀνασκευάσατέ το.
§93ΚΑΛΟΣ. Ἐὰν εἶχον τὸν λόγον.....
§94ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀκολούθως σᾶς τὸν παραχωρῶ. — Ἡ θεμελιώδης ἰδέα τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι, ὢν Καλλιγᾶς εἶναι καὶ Κάλχας, (γέλως), ἐνῷ ἄλλως Καλλιγᾶς δηλοῖ παπουτσῆς........
§95ΤΙΝΕΣ. (Ἀριστερόθεν) Αὐτὴ εἶναι ὕβρις, Κύριε Πρόεδρε. (θόρυβος).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.
§97ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐὰν γράφητε μὲ δύω λάμβδα......
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐξέφυγε, Κύριε Ἰακωβάτε, εἶναι προσβλητικός, εἶναι ἁπλῆ ὕβρις, χωρὶς νὰ συντελῇ οὔτε πρὸς τὴν γνώμην σας, οὔτε πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἐναντίων σας, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸν ἀνακαλέσητε.
§99Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Νὰ εἴπω τὸν λόγον καὶ τότε τὸν ἀνακαλῶ· ἐὰν γράφητε μὲ δύω λάμβδα, τότε θὰ εἰπῇ ὡραῖος ἄνθρωπος.... (θόρυβος).... χάνι.... (θόρυβος).... τὸ ἀνακαλῶ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὰς ἐκφράσεις τοῦ Κ. Καλλιγᾶ ἐναντίον ἡμῶν, ὅτι ἐξεφράσθην μὲ τὸν φανατισμὸν μιᾶς ψευδοῦς γνώμης· Ἂν τοῦτο ἔχῃ καλῶς, ἡμεῖς εἴμεθα φανατικοί, Ἰησουΐται, μαθηταὶ τοῦ Λοϋόλα· ἐμαθητεύσαμεν ἐν Παδούῃ! Καὶ αὐτὰ οἱ ὁμόφρονες τὰ θεωροῦν, ὅτι εἶναι ἀδιάφορα· ἐὰν ἡμεῖς εἴπωμεν, ὅτι τὸ ὄνομά του ἔχει ἄλλην σημασίαν, ἢ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δίδει διὰ τῆς ὀρθογραφίας, ἐχάλασεν ὁ κόσμος! δὲν εἶναι δικαιοσύνη αὐτή! Ὀφείλετε ν’ ἀκούσητε· οὐδεὶς μᾶλλον ἐμοῦ εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, διότι ἐγὼ δύναμαι ν’ ἀγορεύω πολὺν καιρὸν καὶ καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἑπομένως ἐγὼ ζητῶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ ἐδῶ τὸ λέγουν Συνέλευσις — λόγος μου καὶ λόγος σου. Μὲ τὸν φανατισμὸν ψευδοῦς γνώμης ἂν ὡμιλήσαμεν, ἀντιλέγω καὶ ἐγώ, ὅτι μὲ τὸν φανατισμὸν μιᾶς ψευδοῦς γνώμης ὑπερησπίσθη ὁ Κ. Καλλιγᾶς τὸ αὐτοκέφαλον, καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ αὐτοκεφάλου, ἐπιθυμῶ νὰ ἐξαγάγω τὴν Συνέλευσιν ἐκ μιᾶς πλάνης καὶ μιᾶς ἀπάτης· καὶ μὴ πρὸς βάρος σας, διότι δὲν εἶσθε Ἱερεῖς καὶ Ἀρχιερεῖς, ἀλλ’ εἶσθε λαϊκοί. Ἄλλο μὲν τὸ αὐτοκέφαλον τὸ ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν Ἀχρίδα καὶ τὴν Κύπρον καὶ εἰς ἄλλας ἐκκλησίας, ἄλλο δὲ τὸ σημερινὸν αὐτοκέφαλον· ὥστε συγχέουσι δύω πράγματα ἐκ διαμέτρου ἐναντία· τί ἦτο τὸ αὐτοκέφαλον ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ; ἁπλοῦς τίτλος τιμῆς. Ἡ πατρὶς τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἦτο πόλις τοῦ βασιλείου, καὶ ἡ πόλις δὲν διετέλει ἀνεξάρτητος, οὔτε ἀπὸ τὴν πνευματικὴν δοξασίαν, οὔτε ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐπομένως πρὸς τί ἀναφέρουσι τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἀχρίδος, τῆς Κύπρου, καὶ ἄλλων ἐκκλησιῶν; δὲν ἔχει νόημα τὸ τοιοῦτον, οὐδὲ εἶναι τὸ αὐτοκέφαλον περὶ τοῦ ὁποίου ποιοῦμεν λόγον σήμερον. Ὁ Πατριάρχης τῶν Ἱεροσολύμων, ὅστις δὲν μνημονεύει τὸν οἰκουμενικόν, ἀλλὰ πάσης ἐπισκοπῆς ὀρθοδόξων, δὲν εἶναι αὐτοκέφαλος κατὰ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλατε νὰ προσκολλήσητε ἐδῶ, ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο· τὸ σημερινὸν αὐτοκέφαλον εἶναι ἀνταρσία. Μὲ τοιαύτην ἰδέαν τοῦ αὐτοκεφάλου ἔρχεται ὁ Κ. αὐτὸς ὁ προαγορεύσας νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον ἡμῶν, ὅτι μὲ τὸν φανατισμὸν μιᾶς ψευδοῦς ἰδέας παρουσιάσθημεν ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου· καὶ ἐχαρακτήρισεν, ὅτι δὲν εἶναι ἰδέα προερχομένη ἐξ εἰλικρινείας, καὶ ὅτι ἂν θέλωμεν ν’ ἀναπνεύσωμεν τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας, ὀφείλομεν ν’ ἀναβῶμεν εἰς τὴν Ἀκρόπολιν τῶν Ἀθηνῶν.
§100ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖα.
§101ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ ἔκφρασις εἶναι ὡραία, ἀλλ’ ἡ ἰδέα εἶναι ψευδής. Ὁ χριστιανὸς δὲν ἔχει χρέος ν’ ἀναβῇ εἰς Ἀκροπόλεις διὰ νὰ λάβῃ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν αὔραν τῆς ἐλευθερίας, διότι αὐτὸ εἶναι ἄντικρυς ἐναντίον τοῦ εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖον κηρύττει, ὅτι, ὅπου πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία. Ὄχι λοιπὸν εἰς τὴν Ἀκρόπολιν τὴν σημερινὴν, ἀλλ’ οὐδὲ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ὑπῆρξέ ποτε ἡ ἐλευθερία ἡ ἐθνικὴ καὶ ἡ θρησκευτική· διότι τὸ πάλαι ὑπῆρχον ἐδῶ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου τὴν σήμερον εἶσθε ἐλεύθεροι, ὑπῆρχον 30,000 πολῖται καὶ 400,000 εἰλώτων, δούλων, σκλάβων· καὶ ἂν σεῖς ἦσθε ἐλεύθεροι, καὶ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν, δὲν τὸ χρεωστῶ εἰς τὴν Ἀκρόπολιν τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀκρόπολιν τῆς Σιὼν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προῆλθε τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας. (χειροκροτήματα). Ἡμεῖς ἐκληρονομήσαμεν ἀπὸ τοὺς πατέρας ἡμῶν ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀποτελοῦσι τὸ πρώτιστον ἔθνος τοῦ κόσμου, καὶ σεῖς παρημελήσατε αὐτὰ, διὰ τῶν ὁποίων παρουσιαζόμεθα οἱ ἐξοχώτεροι τῶν ἀνθρώπων, καὶ περιωρίζεσθε εἰς τὸ μαγειρεῖον τοῦ Ἄρνετ. Τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἐκκλησίας! καὶ γνωρίζει ὁ φέρων αὐτὴν τὴν γνώμην, ποίαν βλασφημίαν ἀπέναντι τῆς καθόλου ἐκκλησίας ἐκτοξεύει, καὶ ἀπέναντι ὄχι μόνον τοῦ ἰδίου ἔθνους ἀλλὰ πάντων τῶν χριστιανικῶν ἐθνῶν; εἶναι ψευδὴς γνώμη, μόνος ὁ φανατισμὸς τῶν σχολείων τὴν ὑποστηρίζει, ἀλλ’ αὐτὴ δὲν ἔχει ὑποστήριξιν οὔτε εἰς τὸ εὐαγγέλιον, οὔτε εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν, οὔτε εἰς τὴν κοσμικὴν ἱστορίαν· τὰ πράγματα τὴν ψεύδουσι, καὶ μὴ πλανᾶσθε ἀπὸ μίαν μικροφιλοτιμίαν, ὅτι θέλουσι νὰ μᾶς κάμωσι αὐτοκεφάλους, ἐνῷ θέλουσι νὰ μᾶς περιορίσωσι διὰ νὰ σβέσωμεν μεμονωμένοι. Γνωρίζετε Κύριοι! βεβαίως καλλίτερα ἐμοῦ, ὅτι ὑπῆρξεν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡ ἀνακάλυψις τοῦ Ἑλληνικοῦ πυρός· τὸ Ἑλλην. τοῦτο πῦρ γνωρίζετε πότε ἀνεκαλύφθη; Ἐπὶ τοῦ λεγομένου ἐν δύσει μέσου αἰῶνος, ἀλλὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ δὲν ὑπάρχει μέσος αἰὼν, μᾶς πλανῶσι τὰ ἐγχειρίδια τῆς δύσεως ὅταν θέλωσι νὰ ἐφαρμόσωσι εἰς τὴν Ἀνατολὴν μέσον αἰῶνα. Ὅταν ἤρχισεν ἐν τῇ δύσει ὁ μέσος αἰὼν, τὸ σκότος, ὅταν ἐξηλείφετο ἐκ τῆς δύσεως ἡ ἑλληνικὴ καὶ ῥωμαϊκὴ φιλολογία καὶ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου ἐμετριάζετο, τότε εἰς τὴν ἀνατολὴν ἔλαμπον αἱ ἐπιστῆμαι, αἱ τέχναι, ἡ καλλιτεχνία· τότε ἀνηγέρθη ἡ ἁγία Σοφία, τὸ ἐνδοξότερον κτίριον τοῦ κόσμου, καὶ διὰ τὴν τέχνην καὶ διὰ τὰς ἀναμνήσεις καὶ διὰ τὴν ἐλπίδα. Ἤδη δὲ ἔρχεται ὁ Κ. Καλλιγᾶς καὶ λέγει· ἡ ἰδέα σου εἶναι ἰδέα μεσαιωνική· εἶναι φρίκη, ἂν νομίζῃ τις ὅτι αἱ ἰδέαι τῶν Χρυσοστόμων καὶ τῶν Βασιλείων, τῶν Γρηγορίων καὶ τῶν Ἀθανασίων εἶναι ἰδέαι μεσαιωνικαὶ, ἐνῷ μεσαιωνικαὶ εἶναι αἱ ἀντίθετοι, τὰς ὁποίας πάντοτε ἠθέλησαν νὰ καθιερώσωσι μεταξὺ ἡμῶν· καὶ πάντοτε ἀπέτυχον. Γνωρίζετε λέγω τὸ ἑλληνικὸν πῦρ; τὸ ἑλληνικὸν πῦρ εἶναι ἡ εἰκὼν τοῦ ἑλληνικοῦ νοὸς, τὸ πῦρ τοῦ ἑλληνικοῦ νοὸς καὶ τὸ ἑλληνικὸν πῦρ δὲν σβύνεται μὲ ἄλλον τρόπον εἰμὴ μὲ γῆν, μὲ χῶμα. Ἐὰν τὸ ἑλληνικὸν πῦρ δὲν ἐσβύνετο εἰς τὰ κύματα τῆς μεσογείου, οὐδὲ εἰς τὰ κύματα τῆς Προποντίδος καὶ τοῦ Βοσπόρου, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιτεθῇ γῆ, χῶμα, οὕτω καὶ τὸ πῦρ τοῦ ἑλληνικοῦ νοὸς δὲν δύναται νὰ σβεσθῇ εἰμὴ διὰ τοῦ χώματος τῆς Κρήτης, τοῦ Βυζαντίου, τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου. (ὡραῖα). Ὡμίλησεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅτι ἑκάστη ἐκκλησία ἦτο αὐτοκέφαλος ἀπὸ τῶν χρόνων τῶν Ἀποστόλων μέχρι σήμερον· εἶπον καὶ διεμαρτυρήθην, ὅτι οὔτε ἱερεῖς εἴμεθα, οὔτε φιλολόγοι καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἀσφαλέστερον καὶ πατριωτικώτερον καὶ ἐθνικώτερον εἶναι νὰ μὴ κάμωμεν μνείαν τοιούτου ζητήματος καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν θρησκείαν ὅπως εἶναι, καταργουμένων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐπὶ τῆς εἰσβολῆς τῶν Βαυαρῶν, (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Α. Ζαΐμης). Ἑπομένως δὲν εἶχον καὶ ὄρεξιν νὰ φέρω τὰς μαρτυρίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας περὶ τῆς διοικήσεως τῆς ἐκκλησίας ἀπὸ τῶν χρόνων τῶν Ἀποστόλων, ἀλλ’ ὅ,τι ἔχω καθῆκον συνειδήσεως νὰ πράξω πρὸς ὑμᾶς, εἶναι ἐκ τοῦ προχείρου νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ εὐαγγέλιον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅταν ἐμνημόνευσα τὸ δηνάριον, ὅπερ ἕκαστος χριστιανὸς ὀφείλει νὰ δίδῃ εἰς τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν διὰ τοὺς πτωχοὺς, ἐξυβρίσθημεν· ἀλλὰ δὲν ἐνθυμεῖτο ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅτι ἐξύβρισεν τὸν ἅγιον Παῦλον καὶ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς τοῦ πρώτου αἰῶνος. Γράφων εἰς τοὺς Κορινθίους ὁ μακάριος Παῦλος, λέγει (Πρὸς Κορινθ. Αʹ. ΙϚʹ. 1) «Περὶ δὲ τῆς λογιᾶς τῆς εἰς τοὺς ἁγίους ὥσπερ διέταξα ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Γαλατίας, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιήσατε·» καὶ ἐν Μακεδονίᾳ εὑρισκόμενος ὁ Παῦλος διατάττει τὰς ἐκκλησίας τῆς Γαλατίας, τῆς Μακεδονίας, τῆς Ἀττικῆς, τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Ῥώμης καὶ ὅλου τοῦ Ἰλλυρικοῦ, διότι αὐτὸς ἦτο ὁ Ἀπόστολος τῆς ἀκροβυστίας, ὡς ὁ Πέτρος ἦτο ὁ τῆς περιτομῆς· ἑπομένως εἶχε δικαιοδοσίαν ἐφ’ ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν τῶν ἐκτὸς τῆς Παλαιστίνης «Κατὰ μίαν σαββάτου ἕκαστος ὑμῶν παρ’ ἑαυτῷ τιθέτω θησαυρίζων ὅ,τι ἐὰν εὐοδῶται ἵνα μὴ, ὅταν ἔλθω, τότε λογίαι γίνωνται· ὅταν δὲ παραγένωμαι, οὓς ἂν δοκιμάσητε δι’ ἐπιστολῶν, τούτους πέμψω ἀπενεγκεῖν τὴν χάριν ὑμῶν εἰς Ἱερουσαλήμ.» Καὶ λοιπὸν ἀπὸ Κορίνθου ἀπεστάλησαν αἱ βοήθειαι, τὰ δηνάρια τῶν χριστιανῶν εἰς τὴν Ἰερουσαλὴμ, καὶ ἡμεῖς, κατὰ τὸν Κ. Καλλιγᾶν, ἐβλασφημοῦμεν τὸ ἅγιον πνεῦμα, ἂν εἴπωμεν, ὑποστηρίξατε τοὺς ἁγίους τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει, «ἐὰν δὲ ἄξιον ᾖ τοῦ κᾀμὲ πορεύεσθαι σὺν ἐμοὶ πορεύσονται, ἐλεύσομαι δὲ πρὸς ὑμᾶς, ὅταν Μακεδονίαν διέλθω, Μακεδονίαν γὰρ διέρχομαι.» Καὶ ποῦ εἶσαι, Κύριε πληρεξούσιε, ἵνα ἀποδείξῃς ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ εὐαγγελίου, ὅτι αἱ ἐκκλησίαι ἦσαν ἀνεξάρτητοι ἡ μία ἀπὸ τῆς ἄλλης, καὶ ὅτι διὰ λόγους πολιτικοὺς ἔλαβον αἱ ἐκκλησίαι ἐξάρτησιν ἀμοιβαίαν; Εἶναι ψευδὴς γνώμη ὑποστηριζομένη ὑπὸ τοῦ φανατισμοῦ τῶν σχολείων καὶ τῆς νέας φιλοσοφίας. Προχωρῶν ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἐξετόξευσεν ἐναντίον ἡμῶν βέλη εἰπὼν, «ἀφοῦ ἐγνώριζες τὴν κατάστασιν αὐτὴν ὁπωσδήποτε τῆς ἐκκλησίας, τί ἐζήτησες τὴν ἕνωσιν;» ἀμέσως τότε ἀπήντησα «διὰ νὰ διορθώσω καὶ τὰ ἐδῶ.»
§102ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ εἶπεν!
§103ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ εἶπεν ἄλλος· καὶ αὐτὸ εἶπα στηριζόμενος εἰς τὸ εὐαγγέλιον. Ἀκούσατε τί συνέβαινεν ἐπὶ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Γράφων πρὸς Φιλιππησίους ὁ Παῦλος λέγει. «Τινὲς μὲν καὶ διὰ φθόνον καὶ ἔριν, τινὲς δὲ καὶ δι’ εὐδοκίαν τὸν Χριστὸν κηρύσσουσι·» Ὁ Χριστὸς ἐκηρύττετο δι’ ἔριν· «οἱ μὲν ἐξ ἀγάπης, εἰδότες ὅτι εἰς ἀπολογίαν τοῦ εὐαγγελίου κεῖμαι, οἱ δὲ ἐξ ἐριθείας Χριστὸν καταγγέλλουσιν οὐχὶ ἁγνῶς, οἰόμενοι θλίψιν ἐγείρειν τοῖς δεσμοῖς μου· Τί γάρ; ὅτι παντὶ τρόπῳ, εἴτε προφάσει, εἴτε ἀληθείᾳ, Χριστὸς καταγγέλλεται, καὶ ἐν τούτῳ χαίρω ἀλλὰ καὶ χαρήσομαι». Ἔπρεπε λοιπὸν, διότι ὑπάρχει ἀνωμαλία τις εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἡμεῖς νὰ τὴν κηρύξωμεν ξένην καὶ νὰ μὴ πλησιάσωμεν διὰ νὰ γίνῃ μία ἀδελφικὴ συνεννόησις; Ἦτο ποτὲ καιρὸς, ὅτε ὅλη ἡ Ἀσία ἐγένετο Ἀριανὴ, ὁ Ἱερώνυμος λέγει, ὅτι ἐξεπλάγη ὁ κόσμος ὅτε, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ, εὑρέθη Ἀριανός. Τί ἔπραττον οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας; ἐπλησίαζον, ἐδίδασκον, ἐκήρυξαν καὶ ἠκούσθησαν καὶ ἀκολούθως ὁ Χριστὸς ἐκηρύσσετο ὀρθοδόξως, ὅπως καὶ σήμερον κηρύττεται. Ἰδοὺ ὁ λόγος, Κ. Καλλιγᾶ, δι’ ὃν, μολονότι ἐγνώριζον τὴν ἀνωμαλίαν αὐτὴν ἤθελον τὴν ἕνωσιν, καὶ θέλω ἐξακολουθεῖ πολεμῶν μέχρι τῆς τελείας ὁμοιώσεως, μέχρι τῆς τελείας ἑνώσεως ὅλου τοῦ πληρώματος.)
§104ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον τοῦτο, τὸ εἶπεν ὁ Κύριος Ζαΐμης.
§105ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ προαγορεύσας πληρεξούσιος Κ. Σχινᾶς εἶπεν, ὅτι δύναται νὰ δώσῃ κατάλογον τῶν κακουργημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπράχθησαν μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς ἐκκλησίας κατὰ τὸ 1833· εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κατάλογος αὐτὸς μέλλει νὰ ᾖναι φρικτὸς, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ὅμως νὰ ἀναφέρω ἓν περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον δεικνύει τὸν διωγμὸν καὶ τὸν ἔσχατον διωγμὸν κατὰ τῆς θρησκείας τοῦ τόπου ὑπὸ τῶν ξένων τῶν Βαυαρῶν τῶν εἰσβαλόντων εἰς Ἑλλάδα. Ἐγένετο διάταγμα ἅμα τῇ ἀνακηρύξει τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς ἐκκλησίας, διάταγμα τῆς 25 Φεβρουαρίου 1834 περὶ γυναικείων μοναστηρίων, ἀποφασίσαν νὰ τὰ διαλύσουν. Διαλύσατέ τα. Θέλετε νὰ δημεύσητε τὴν περιουσίαν; Δημεύσατέ την, ἀδιαφοροῦμεν, ἀλλ’ ὅ,τι φέρει φρίκην εἶναι ὅτι ὁ νόμος ἐπιβάλλει χρέος εἰς τὸν ἐπίσκοπον νὰ ὑπανδρεύῃ τὰς νύμφας τοῦ Χριστοῦ, τὰς πτωχὰς μοναχάς. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνοσιούργημα μεγαλεῖτερον, παρθένους ἀφιερωμένας εἰς τὸν Θεὸν, νύμφας τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνον νὰ ὑπανδρεύητε, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποχρεοῦται ὁ πατὴρ καὶ κηδεμὼν, ὁ ἐπίσκοπος, νὰ τὰς ὑπανδρεύσῃ! κἄτι τι μεγαλεῖτερον παρὰ νὰ ὑποχρεώνῃ ὁ νόμος ἕνα πατέρα νὰ ἐκπορνεύῃ τὴν θυγατέρα. — Καὶ μετὰ τοιούτους καρποὺς νομίζουσί τινες, ὅτι ἐφυτεύθη τὸ δένδρον τῆς ὀρθοδοξίας κατὰ τὸ 1833. Παρατηρήσατε πόσον ἄτοπος ἦτο ἡ ἰδέα τοῦ αὐτοκεφάλου προϊόντος τοῦ χρόνου· τὸ ἐθνικὸν πνεῦμα ἀναζωοῦται μετὰ 10 ἔτη, τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα δὲν εἶναι πλέον τὸ αἴσθημα τῶν 1833, εἶναι ἄλλο· ἐπὶ τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς ἐκκλησίας κατὰ τὸ 1833 κηρύττεται ὁ τότε Βασιλεὺς ἀρχηγὸς τοῦ διοικητικοῦ μέρους τῆς ἐκκλησίας καὶ ὅλοι οἱ τότε συμπράξαντες ὑπερεπήνουν τοιαύτην διάταξιν· ἔρχεται τὸ 1843 καὶ πίπτει ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκκλησίας κατὰ τὸ διοικητικὸν μέρος· δὲν εἶναι πλέον ὁ Βασιλεὺς ἀρχηγὸς ὄχι μόνον τῆς ἐκκλησίας, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ τοῦ διοικητικοῦ μέρους, καὶ ἰδοὺ ἄμεσος πρόοδος· ποῦ ἀποδίδεται ἡ πρόοδος αὕτη; εἰς τὴν ἀναζώωσιν τοῦ ἐθνικοῦ πνεύματος. Ἀπὸ τὰ 1843 ἕως τὸ 1850 νέα πρόοδος, διότι ἐὰν εἰς τὰ 1843, κηρύττοντες αὐτοκέφαλον τὴν ἐκκλησίαν, ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ νομοθετῶσι, μετὰ 6 ἔτη, λέγουσι, πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν εὐλογίαν τοῦ Πατριάρχου. Δὲν εἶναι πρόοδος; δὲν κατηργήθη τὸ πνεῦμα τοῦ 43, ὡς κατηργήθη ἀπὸ τὸ ἔθνος τὸ πνεῦμα τοῦ 1833; ἤδη δὲ ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν κανονικὴν ζωὴν τοῦ ἔθνους, καὶ ἐὰν πραχθῇ τι ἀνωμάλως, εἰς τὰ 1874 θέλει διορθωθῇ, καὶ θέλει διορθωθῇ μὲ τὸν νέον διάδοχον, ὅταν βαπτισθῇ εἰς τὴν ὀρθόδοξον κολυμβήθραν. Ὁ προαγορεύσας πληρεξούσιος Ἀθηνῶν, Κύριος Καλλιγᾶς, εἶπεν, ἡμεῖς ἐλπίζομεν νὰ ἐκτείνωμεν τὰ ὅρια τοῦ βασιλείου δι’ ἄλλων μέσων, διὰ τοῦ πολιτισμοῦ, διὰ τῶν βιβλίων, διὰ τοῦ ἐμπορίου. Νομίζω, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι φενακισμοί. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ πορευθῶμεν διαφοροτρόπως, ἢ ὅτι πορεύονται τὰ ἄλλα ἔθνη καὶ νὰ κάμωμεν τόπον εἰς τὰς ξένας προπαγάνδας τὰς καταχθονίους, ἡμεῖς δὲ οὔτε κἂν τὸν σύνδεσμον τὸν ἐθνικὸν νὰ διατηρήσωμεν μετὰ τῶν ἄλλων ὁμοδόξων. Θέλεις Κύριε Καλλιγᾶ, νὰ σᾶς προτείνω ἐγὼ ἓν μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου εὐθὺς νὰ γίνῃς Κύριος τῆς μεγαλειτέρας αὐτοκρατορίας τοῦ κόσμου; ἐρωτῶ ν’ ἀποκριθῇς ἐν τιμῇ· ἐγὼ εἰξεύρω τὰ διανοήματά σου, προγνωρίζω τὴν ἀπάντησίν σου, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ τὴν εἴπω, διότι θέλω νὰ σεβασθῶ τὸ Πανελλήνιον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἀγορεύομεν καὶ σὺ καὶ ἐγώ· θέλεις μέσον; ἰδοὺ αὐτό· δύνασαι νὰ λάβῃς τὴν ἁγίαν Σοφίαν, δύνασαι νὰ γίνῃς Βεζύρης, δύνασαι νὰ γίνῃς στρατάρχης, μὲ ἕνα λόγον Ἀλλάχ, Ἀλλάχ (γέλωτες). Καὶ μὲ τοιαύτην λογικὴν, καὶ μὲ τοιαύτην ἐθνικὴν συνείδησιν ἤθελες συμβουλεύσει τὸν ἀγαπητὸν ἡμῶν Βασιλέα νὰ κάμῃ τὸ βασίλειον αὐτὸ πρότυπον τῆς Ἀνατολῆς. Παρακαλῶ, μᾶς εἶπες «εἶσαι μαθητὴς τοῦ Φαλμεράϋερ.» Ὄχι, Κύριε Καλλιγᾶ, ἐγὼ δὲν εἶμαι μαθητὴς τοῦ Φαλμεράϋερ, διότι Γερμανικὰ ἀγνοῶ· ἐγὼ εἶμαι διδάσκαλος τοῦ Φαλμεράϋερ. Γνωρίζω τὰ ὑπὸ τοῦ Φαλμεράϋερ γραφέντα πολὺ πρότερον ἢ ὅτι τὰ ἐσκέφθη ὁ Φαλμεράϋερ· σεῖς ἀγνοεῖτε τοῦ Πατριάρχου Νικηφόρου τὸ γρᾶμμα καὶ δὲν ἐννοεῖτε αὐτό, ἀλλ’ ἐγὼ τὸ εἶδον, τὸ ἐξήτασα, καὶ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θέλω σᾶς ἀποδείξει τί ἐννοεῖ τὸ γρᾶμμα τοῦ Νικηφόρου Πατριάρχου. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ λέγω εἰς τὸν Κύριον Καλλιγᾶν, εἶναι τοῦτο, ἢ καταβαίνει κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν ἀπὸ τὴν ὀσφὺν τοῦ Κόδρου καὶ τοῦ Λυκούργου, ἢ εἴμεθα ὅλοι ἐπείσακτοι, ἅμα εἴμεθα χριστιανοί, εἴμεθα γενναιότατοι Ἕλληνες. Ὁ σκοπὸς τῆς παρατηρήσεώς μου ἦτο, καὶ ὅλον τὸ πανελλήνιον μοὶ ἀποδίδει δικαιοσύνην, ὅτι, ὅταν εἶπον τὸν λόγον ἐκεῖνον, τὸν εἶπον ἀπὸ ἁπλοῦν πατριωτισμόν, διότι φρονῶ καὶ μετ’ ἐμοῦ ὅλοι φρονεῖτε, ὅτι ἅμα δύσῃ ὁ ἥλιος τῆς ὀρθοδοξίας, ἄλλο τι δὲν μένει ἢ ὅτι συνήλθομεν ἐκ τῶν 4 περάτων τοῦ κόσμου, ἄλλο τι δὲν μένομεν, εἰμὴ ἀγέλη περιγραφομένη ἐν τῷ ψαλμῷ τῷ λέγοντι, «ὁ ἥλιος ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ, ἐν αὐτῇ διαλύσονται πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ, σκύμνοι ὠρυόμενοι τοῦ ἁρπᾶσαι καὶ ζητῆσαι παρὰ τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς,» Οὕτω καὶ ἡμεῖς ἀποδυόμενοι τὴν ὀρθοδοξίαν, μένομεν ἀγέλη κτηνῶν, τὰ ὁποῖα δὲν θέλουσι φροντίζει πλέον, εἰμὴ περὶ τοῦ ἁρπᾶσαι καὶ ζητῆσαι παρὰ τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς. Ἓν τελευταῖον ἐπιχείρημα ὀφείλω νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Συνέλευσιν. Συμβουλεύομεν ἄρα γε ἡμεῖς νὰ πράξῃ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος πρᾶγμα νέον, πρᾶγμα ἴδιον, τὸ ὁποῖον ποτὲ ἄλλο ἔθνος τοῦ κόσμου δὲν μετεχειρίσθη, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἄρα γε νὰ μὴ ὑπάγωνται ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου; Ὄχι! Ὅ,τι προτείνομεν ἡμεῖς ἰσχύει εἰς ὅλα τὰ κράτη, εἰς ὅλας τὰς θρησκείας, εἰς ὅλους τοὺς καιρούς, καὶ εἰς ὅλους τοὺς τόπους. Ἡ μεγάλη Βρετανία ἔχει ὑπηκόους 8 ἑκατομμύρια καθολικούς· ποῦ ὑπάγονται οἱ καθολικοὶ οὗτοι; ποῖος ὁ ἀρχηγὸς τῆς θρησκείας αὐτῶν; ὁ Πάππας· καὶ ἡ Μεγάλη Βρεττανία ἡ ἀείποτε κακῶς διακειμένη κατὰ τοῦ Πάππα, ἡ ὁποία μηχανᾶται τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ, πώποτε δὲν ἀπεφάσισε ν’ ἀποσείσῃ τὸν ζυγόν, τὸν λεγόμενον ζυγὸν τῆς ξένης πνευματικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἰρλανδίας καὶ τῆς Ἀγγλίας ὑπόκεινται εἰς τὸν πνευματικὸν ἀρχηγὸν αὐτῶν, τὸν Πάππαν, καὶ ὁ Πάππας ὄχι μόνον διατηρεῖ τοὺς ἐπισκόπους αὐτοὺς ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ κάμνει διαγράμματα τοῦ ἐδάφους τῆς Ἀγγλίας, τὴν διαιρεῖ ἐπισκοπικῶς, τὴν ὀργανίζει, ὅπως ἡμεῖς ὀργανίζομεν διοικητικῶς τὰς ἐπαρχίας ἡμῶν. Ἡ ὀρθόδοξος αὐτοκρατορία τῆς Ῥωσσίας ἔχει 4 ἑκατομμύρια καθολικῶν, ἀναγνωριζόντων ἀρχηγὸν αὐτῶν ξένην πνευματικὴν ἐξουσίαν· μήπως μὲ τὸ ἀπόλυτον καὶ παντοδύναμον αὐτοῦ ὁ ὀρθόδοξος αὐτοκράτωρ ἀπεφάσισέ ποτε νὰ παραβῇ τὴν πίστιν καὶ τὸν λόγον του καὶ ν’ ἀποδιώξῃ ἀπὸ τῆς Πολωνίας τὴν πνευματικὴν ἐξουσίαν τοῦ ξένου ἀρχηγοῦ; Γνωρίζετε, ὅτι ὁ Πάππας δὲν εἶναι Πατριάρχης, καὶ ὅλαι αἱ ἐπαναστάσεις τῆς Πολωνίας πηγὴν ἔχουσι τὴν θρησκείαν τὴν καθολικήν· ποταμοὶ αἵματος ῥέουσι καὶ ποτὲ ἡ ὀρθόδοξος αὐτοκρατορία δὲν ἔκαμε βίαν ἐναντίον τῆς ξένης θρησκείας. Ἡ Ἀγγλία ἔχει 50 ἑκατομμύρια ὑπηκόων ἐν Ἰνδίαις Μωαμεθανῶν, καὶ οἱ Μωαμεθανοὶ αὐτοὶ ἀναγνωρίζουσι πνευματικὸν ἀρχηγὸν αὐτῶν τὸν Καλίφην, τὸν Σουλτάνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Νομίζετε, ὅτι ἡ ἀήττητος Ἀγγλία ἤθελέ ποτε νὰ στερήσῃ τοὺς 50 ἑκατομμύρια ὑπηκόους αὐτῆς ἀπὸ τῆς πνευματικῆς βοηθείας, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι παρὰ τοῦ Καλίφου αὐτῶν; Οὐδέποτε· καὶ μάλιστα συνέπεσεν, ὅτι, ὁσάκις εὑρέθη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐν Ἰνδίαις εἰς δυσχερῆ κατάστασιν, ἐζήτησε τὰς ὁδηγίας καὶ τὰς εὐλογίας τοῦ Καλίφου, τοῦ Σουλτάνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν ὁδηγιῶν ἐκυβέρνησε καὶ κυβερνᾷ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἡσυχίᾳ τὰς ἀνατολικὰς Ἰνδίας. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν ὅλα τὰ Ἔθνη τοῦ Κόσμου οὕτω διάγοντα, οὕτω βιοῦντα, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ πράξητε εἰμὴ συμφώνως μὲ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, μὲ τὴν τιμήν μας καὶ μὲ τὸ μέλλον μας, ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ καθυποβάλω εἰς τὸ Πανελλήνιον.
§106ΞΥΔΑΚΤΥΛΟΣ (Γραμματεύς). Ὁ Πρόεδρος διακόπτει διὰ 10 λεπτὰ. (Ὥρα 2 παρὰ 25). Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως Κύριος Ε. Δεληγεώργης).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ καταλάβητε τὰς θέσεις σας. Ὁ Κ. Παλαμίδης ἔχει τὸν λόγον.
§108ΡΗΓΑΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ περιμένητε ἐκ τούτου τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, οὔτε ἐκείνης τῶν διαφόρων αἰώνων, διότι καὶ πρὸ ἐμοῦ ἄλλοι ἀνέπτυξαν τὰ περὶ τούτου, καὶ καλλίτεροι μέλλουν νὰ τ’ ἀναπτύξουν. Θὰ ἔλθω ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν πραγματικότητα τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ 21 διὰ ν’ ἀποδείξω τὸ μέγα δίκαιον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν νὰ καταντήσωμεν εἰς ὅ,τι κατηντήσαμεν. Εὐγνωμονῶ εἰς τοὺς συναδέλφους μας Κυρίους Ἑπτανησίους, ὅτι εἰλικρινέστατα μᾶς ἐξιστόρησαν τὴν ἐκκλησιαστικὴν καὶ πραγματικὴν ταύτην κατάστασιν, τῆς πατρίδος των· αὐτὴ ἡ γνῶσις θέλει εἶσθαι ἀναγκαία, ἐφ’ ὅλων τῶν ἀντικειμένων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἐνασχοληθῶμεν, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ἡμεῖς ὠφελούμεθα ἐκ τῶν κατ’ αὐτοὺς, τῶν καλῶν καὶ τῶν ἐσφαλμένων, καὶ αὐτοὶ ἐκ τῶν ἰδικῶν μας· καὶ πιστεύω, ὅτι ὅταν ἡ ἐξήγησις γίνηται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ λαλήσαντες θὰ συμμορφωθοῦν καθὼς καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ προσήκοντος, ὥστε εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, τὸ σοβαρώτερον, νὰ φέρωμεν πάντες μίαν ψῆφον, διότι τοῦτο εἶναι τὸ ἀπαιτούμενον εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ὁ Κύριος Ἰακωβάτος μᾶς ἐξιστόρησε λεπτομερῶς τὰ τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκκλησίας ὑπὸ τὴν Κυριαρχίαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως· λέγω, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι ὑπῆρξαν εὐτυχεῖς πρὸς τοῦτο, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ ἐπ’ αὐτῶν προστασία ὑπῆρχεν ἰσχυρὰ, μὴ οὖσα δὲ καὶ ἀντιχριστιανικὴ ἐπὶ τῶν ἱερῶν αὐτῶν ἀντικειμένων, δὲν ἠθέλησε νὰ προσβάλῃ τὴν συνείδησίν των, ἀλλ’ ὑπερησπίσθη αὐτὴν δεόντως ἀφήσασα ἕκαστον μέρος ἐλεύθερον. Σήμερον ὅμως, Κύριοι, ὅταν ὁ Κύριος Ἰακωβάτος μάθῃ τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἔφερον ἡμᾶς εἰς τὴν περὶ αὐτοκεφάλου τῆς παρ’ ἡμῖν ἐκκλησίας ἀπόφασιν, καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης προσφυγῆς, πιστεύω, ὅτι θὰ μᾶς δικαιολογήσῃ καὶ θὰ πεισθῇ, ὅτι ἓν μέλος τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, προσθετόμενον εὐτυχῶς εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐλευθέρας σήμερον Ἑλλάδος, δὲν θὰ θελήσῃ βεβαίως οὔτε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους νὰ προσβάλλῃ, οὔτε τὰς παρελθούσας ἀνάγκας του νὰ παραγνωρίσῃ, ἐκτιμῶν ἀναλόγως καὶ τὰς παρούσας καὶ τὰς μελλούσας. Ὁ λόγος, Κύριοι, ἔρχεται ἀπὸ τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας. Ἂς πιστεύσῃ δὲ πᾶς τις, ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴχομεν καὶ διατηροῦμεν ἀκέραιον τὸ πρὸς τὸν Πατριαρχικὸν Θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως σέβας· καὶ ἂν ἀπεσπάσθημεν διοικητικῶς οὐχὶ δὲ πνευματικῶς, ἡ ψυχή μας εἶναι ἐνώπιόν του καὶ ἐκεῖνος μᾶς ἔχει εἰς τὴν καρδίαν του· ἀλλ’ ἀποβλέψαντες εἰς τὴν ἀνθρώπινον ἀδυναμίαν, ὡδηγήθημεν εἰς τὸ τοῦ αὐτοκεφάλου μέτρον. Ὁ λαλῶν εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ἴδῃ τὸν ἀείμνηστον Πατριάρχην Γρηγόριον κατὰ τὰς 14. Μαρτίου τοῦ 1821 τῇ προσκλήσει αὐτοῦ, ὅταν ἀφ’ ἑνὸς μέρους, εἶχεν ἤδη ἐκδώσει τὴν ἐπιτίμιον ἐκείνην ἐγκύκλιον κατὰ τοῦ τότε ἡγεμόνος Μολδαβίας ἀειμνήστου Μιχαὴλ Σούτζου, ὡς ἐπίσης καὶ κατὰ τοῦ ἀξιομνημονεύτου πρώτου στρατοπεδεύσαντος καὶ ὑψώσαντος ἅμα τὴν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας σημαίαν Ἀλεξάνδρου τοῦ Ὑψηλάντου εἰς τὰς ἐκεῖσε ἡγεμονίας. Μετὰ παλλούσης καρδίας μοὶ ἐνεχείρισε δύω Πατριαρχικὰ παραινετικὰ ἔγγραφα διὰ νὰ σπεύσω νὰ τὰ στείλω εἰς Πελοπόννησον πρὸς τοὺς ἀοιδίμους Μητροπολίτας Παλαιῶν Πατρῶν τὸν Γερμανὸν, καὶ Τριπόλεως τὸν Δανιήλ. Εἰς μάτην παρέστησα τῇ Παναγιότητί του τὸ δύσκολον καὶ κινδυνῶδες συνάμα τῆς ἐκπληρώσεως τῆς τοιαύτης ἐντολῆς του· καθόσον διέμενον ἐκεῖσε εἰσέτι κατ’ ἀνάγκην τῶν αὐτῶν περιστάσεων ἐν προφυλάξει. Ἀλλ’ οὗτος ὕστερον ἀπὸ ἐνθέρμους εὐχὰς καὶ ἐπιμόνους παρακλήσεις, μοὶ κατέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου ἀποστολῆς των μὲ οἱονδήποτε τρόπον, ὑποσχεθεὶς ὅτι θέλει καταβάλει καὶ πᾶν συμβησόμενον ἔξοδον πρὸς τοῦτο, ἐὰν οἱ Προεστῶτες τῆς Πελοποννήσου δὲν ἤθελον τὸ καταβάλει. Ἔπραττε δὲ τοῦτο, ὡς μοὶ ἐξηγήθη ἐμπιστευτικῶς, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας εἶχε δώσει τότε ἐγγυήσεως εἰς τὴν Πύλην ὑπὲρ ὅλου τοῦ ἔθνους, καὶ ἰδίως διὰ τὴν Πελοπόννησον, ἕνεκα τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης τοῦ νὰ σώσῃ τὸ ἔθνος ἀπὸ τῆς ἐπικειμένης σφαγῆς, ῥίπτων τοιουτοτρόπως στάκτην εἰς τὰ ὄμματα τῶν τυράννων. Τέλος δὲ, ὑπακούων εἰς τὰς διαταγάς του, παρέλαβον τὰ ἐν λόγῳ ἔγγραφα, καὶ ἀσπασάμενος τὴν ἁγίαν αὐτοῦ δεξιὰν, ἠδυνήθην νὰ ἀναχωρήσω μετὰ κινδύνου τὴν αὐτὴν, ὡς νομίζω, ἑσπέραν διὰ Πελοπόννησον· διερχόμενος τῶν Σπετζῶν κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἀπριλίου, ὅτε ἡ ἐπανάστασις εἶχε διαδοθῆ καθ’ ὅλην τὴν Πελοπόννησον καὶ ἐν Σπέτζαις διέλαμπεν ἡ ἱερὰ τῆς ἐλευθερίας σημαία, ἐθεώρησα περιττὴν τὴν τῶν ἐν λόγῳ ἐγγράφων παράδοσιν, καθόσον ὁ εἷς τῶν εἰρημένων ἀρχιερέων ἐστέναζεν εἰς τὰ δεσμωτήρια ἐν Τριπόλει, ὁ δὲ προέτρεπε τοὺς λαοὺς εἰς τὴν σωτηρίαν καὶ εὐόδωσιν τοῦ μεγάλου τῆς ἐπαναστάσεως ἔργου· ἐφ’ ᾧ ἐγκαταλείψας τὰ πράγματά μου εἰς Σπέτζας καὶ διατηρήσας τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὰ ἀρχεῖά μου ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἱστορίαν, ἐῤῥίφθην εἰς τὸ στάδιον τοῦ ἀγῶνος. Λοιπὸν ὁ ἀείμνηστος Πατριάρχης Γρηγόριος, ὁ τολμηρὸς, ὁ ἀποφασιστικὸς, μολοντοῦτο, διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ποιμνίου του ἀπεφάσισε νὰ ἐκδώσῃ ἓν ἐπιτίμιον, ἐν ᾧ ἡ καρδία του ἔπαλλεν ὑπὲρ τῆς παλιγγενεσίας τοῦ ἔθνους του. Κατ’ ἀρχὰς δὲ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐπὶ πολὺν χρόνον δὲν ἐφαντάσθημεν τοιοῦτόν τι· πάντοτε ἡ πεποίθησίς μας ἦτον ὅτι ἡ Μεγάλη ἐκκλησία διέπει καὶ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἴδομεν αὐτὸν τὸν Πατριάρχην Γρηγόριον, καί τοι συμμορφωθέντα προνοητικῶς μὲ τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὅτι ἐκρεμάσθη πρὸς ἀμοιβὴν μεθ’ ὅλων τῶν μελῶν τῆς ἱερᾶς ἐκείνης Συνόδου· ὅταν ἴδομεν ὅτι καὶ ὁ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει διαδεχθεὶς αὐτὸν Πεισιδίας ἐξέδωκε καὶ αὐτὸς τοιοῦτον ἀφοριστικὸν γενικώτερον, καὶ μὴ θεωρῶν τοῦτο ἀρκετὸν διὰ νὰ κατευνάσῃ τὴν κατὰ τοῦ ἔθνους μας ἄμυναν καὶ τοὺς φόβους τῆς ἐκεῖ ἐξουσίας, δὲν ἔλειψε πρὸς παραδειγματισμὸν συνάμα καὶ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν νὰ κουβαλίσῃ ὁ πρῶτος ἐπὶ τῶν ὤμων του χῶμα καὶ πέτρας ὑπὲρ τῆς καταρτίσεως ἑνὸς ἀνεγειρομένου τότε ἐν Κωνσταντινουπόλει προμαχῶνος· ὅταν ἴδομεν καὶ εἰς ὅλους τοὺς μετὰ ταῦτα ἀλλεπάλληλον τὸ αὐτὸ τοῦ ἀφορισμοῦ δρέπανον, χωρὶς νὰ ἐκλείπῃ ποτὲ ἡ τοιαύτη τῆς ἐξουσίας ἐκείνης τάσις· ὅταν, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος ἐγίνετο ἡ ἐν τῇ νήσῳ Πόρῳ διάσκεψις περὶ ὁρίων τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἡ μὲν Πύλη ἀπῄτησε νὰ πεμφθῶσιν, ὡς καὶ ἐγένετο, ὑπὸ τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἀρχιερεῖς τινες πρὸς ἐξέτασιν δῆθεν τῆς θελήσεως τῶν κατοίκων, καὶ μάλιστα τῆς τῶν περὶ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν τῆς Στερεᾶς, ἀλλὰ πρὸς ἀποπλάνησιν κυρίως αὐτῶν, ὁ δὲ Κυβερνήτης, κατὰ καθῆκον ἁγνὸν ἐνόμισε νὰ ὑπενθυμίσῃ πρὸς αὐτοὺς τὴν πρὸς τὴν πατρίδα ἀφοσίωσίν των, διορίσας νὰ μεταβῇ εἰς Ὑπάτην πρὸς τοῦτο ὁ τότε ἔκτακτος ἐπίτροπος τῆς ἀνατολικῆς Ἑλλάδος Κ. Κωνσταντῖνος Μεταξῆς. Καὶ ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ πάντες οἱ τότε προεξάρχοντες στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ, οἱ μακαρῖται Μῆτζος, Κοντογιάννης, Δημάκης, Ἱερομνήμων καὶ λοιποὶ, καὶ πάντες, λέγω, οἱ κάτοικοι ἐπεβεβαίωσαν τὴν ἀκαταμάχητον καὶ ἀναλλοίωτον τῆς ἐλευθερίας ἀπόφασίν των. Παρουσιασθέντων δὲ μετὰ ταῦτα δύω ἐκ τῶν ἐν λόγῳ σταλέντων Ἀρχιερέων, ἀφοῦ κατ’ ἀρχὰς μὲν ἀντεποιήθησαν οἱ ῥηθέντες τὰς ὑπὲρ τῆς ὑποταγῆς των εἰς τὴν Πύλην προτροπὰς των, οὐ μόνον ἠσπάσθησαν αὐτοὶ προφορικῶς τε, ἀλλὰ καὶ διὰ γενικῆς αὐτῶν ἀναφορᾶς ἐδήλωσαν ἅμα οἱ ἀρχιερεῖς ἐκεῖνοι ἐπέδειξαν αὐτοῖς τὸν ὁποῖον ἔφερον κατὰ τῶν ἐναντιουμένων ἀφορισμὸν Πατριαρχικὸν ὡς τὸ ἀποτελεσματικώτερον ὅπλον· ταῦτα πάντα δὲν ἦσαν βεβαίως τῆς ἐγκαρδίου προαιρέσεως καὶ τῶν ποιμεναρχῶν ἐκείνων, ἀλλὰ τὶ τὸ ποιητέον πρὸς τὴν ἀνθρώπινον ἀδυναμίαν; Τὴν ἀδυναμίαν ταύτην λοιπὸν ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, καὶ τὸ συμφέρον ἡμῶν, ἐσκέφθημεν, ἂν καὶ βραδέως πως, ὅτι ἡ ἀποχώρησίς μας ἀπὸ τὴν Μεγάλην ἐκκλησίαν διοικητικῶς ἦτο μία ἀποτελεσματικὴ καὶ γενικὴ ὠφέλεια καὶ ὡς πρὸς τὴν Μεγάλην ἐκκλησίαν καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ὑποτεταγμένην λοιπὴν φυλὴν, διὰ τῆς ἄρσεως τῶν καθ’ ἑκάστην ἐπηρεασμῶν, ἐνοχλήσεων καὶ ἐκδικήσεων τῆς ἐπικειμένης ἐξουσίας. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἴδατε, ὅτι καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἔθνους, κατὰ τὴν ἐν Ἀθήναις Συνέλευσιν τῆς 3 Σεπτεμβρίου, μακρὰν τοῦ νὰ ἐνδειχθῇ ὑπὲρ τοῦ πνευματικοῦ χωρισμοῦ, παρεδέχθη ὁλοψήφως τὸν διοικητικὸν μόνον. Ταῦτα δὲ ἐπεσφραγίσθησαν καὶ τῇ ὁμοφώνῳ παραδοχῇ οὐ μόνον τῆς Μεγάλης ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ πασῶν τῶν ἄλλων ὁμοδόξων ἐκκλησιῶν. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ κατάστασις μᾶς ὡδήγησε νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν τοιαύτην θεραπείαν ἐπὶ τοῦ παρόντος, χωρὶς νὰ ἀποφύγωμεν τὰς βουλὰς τοῦ Κυρίου, εἰς ὃν ἀποκλειστικῶς ἀνήκει τὸ γνῶναι χρόνους καὶ καιροὺς καὶ τὸ πλήρωμα τῶν ἀποφάσεών του, διότι ἄλλως ἠθέλομεν εὑρεθῆ ἐντὸς ἑνὸς κυκεῶνος, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐκκλησιαστικῶς ἐσωτερικὴν διεύθυνσιν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ ἀείμνηστος Κυβερνήτης καθιέρωσε προσωρινήν τινα τοιαύτην. Ὅταν δὲ ἐγκαθιδρύθη κατὰ τὸ 1833 ἡ βασιλεία, προέβη καὶ εἰς ἐκτενέστερον μέτρον. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, Κύριοι, ἡ ἐξηγηθεῖσα καθ’ ἡμῶν τάσις καὶ διάθεσις διὰ τοιούτου μέσου, μετὰ προσθήκης καὶ ποικίλων συκοφαντιῶν, ἐξετοξεύθη πολλάκις, ὡς μὴ ὤφειλε καὶ μάλιστα κατὰ τὰ 1854. Ἐὰν ἡ Ἑπτάνησος ἔμεινεν ἀνεξάρτητος, εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ μένῃ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴν διοίκησιν ὅπως εὑρέθη· ἀλλὰ σήμερον ἑνουμένη μὲ τὴν Ἑλλάδα, μὲ τὸ κεντρικὸν σῶμα αὐτῆς, καὶ ἡ ὁποία ἂν καὶ δὲν ἔχῃ, ὡς νομίζω, νὰ ὑποφέρῃ πλέον ἀπὸ τοὺς αὐτοὺς φόβους καὶ τὰς περιπετείας ἃς ἀπήντησεν εἰς τὸ παρελθὸν, δὲν δύναται ὅμως ἀφ’ ἑτέρου νὰ προσδιορίσῃ τὰ τοῦ μέλλοντος, πρέπει, λέγω, ἡ Ἑπτάνησος, νὰ ἑνωθῇ πληρέστατα· καὶ πέπεισμαι, ὅτι ὁ Κ. Ἰακωβάτος θέλει ἐγκρίνει ὡς ὀρθὴν τὴν εἰς τὸ τοιοῦτον μέτρον προσφυγήν μας. Ἠγέρθησαν δὲ κατὰ τὰς αὐτὰς ἀγορεύσεις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου καὶ ἄλλων ἀξιοτίμων πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου παρατηρήσεις, καὶ κατὰ τῆς παρ’ ἡμῖν διαχειρίσεως πολλῶν ἐκ τῶν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἀναγομένων ἀντικειμένων· τὰ περὶ τούτων νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν, ἀλλ’ ἰδιαιτέρας μᾶλλον νομοθεσίας, ὡς τοιαῦται δι’ εἰδικῶν νόμων ἐκανονίσθησαν, καὶ πᾶσα ἐπ’ αὐτῶν ἐξέτασις καὶ μεταῤῥύθμισις ἀπαιτεῖ χρόνον ἀνάλογον μετὰ τῆς δεούσης ἐπιστασίας· οὐδὲ ἀμφισβητῶ περὶ τῶν ἐνδεχομένων εἰς αὐτὰ ἐλλείψεων, καὶ τὸ ὁποῖον ἂς ἀποδώσωμεν ἐν πλήρει δικαιοσύνῃ εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις δὲν ἀρνοῦμαι ἀλλὰ καὶ πέπεισμαι, ὅτι ἡ νέα βασιλεία, ἡ νέα Κυβέρνησις, αἱ ἀποφάσεις τῆς ἐθνοσυνελεύσεως, θέλουν λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰ πρὸς ἀνόρθωσιν μέτρα, διὰ πάνθ’ ὅσα ἀπεμακρύνθησαν τυχὸν ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, καὶ αὐτὴ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὡς πλημμελῆ. Οὕτω πρέπει νὰ πράξωμεν σήμερον, καὶ ἂς ᾖναι πεπεισμένος ἕκαστος, ὅτι οὐδεὶς θέλει τολμήσει νὰ παραβῇ τὰ παρὰ τῆς ἐκκλησίας ὁριζόμενα. Ἂν, Κύριοι, εἴχομεν τὴν τύχην νὰ διατηρῆται ἡ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας τόλμη εἰς τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, βεβαίως δὲν ἠθέλαμεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθημεν κατάστασιν, διὰ τὴν ὁποίαν σήμερον παραπονούμεθα· τοῦτο δὲ μᾶς ὁδηγεῖ, ὅτι, πάντοτε τὴν τοιαύτην τόλμην πρέπει νὰ διατηρῶμεν ἀναλλοίωτον ὑπὲρ τῶν δικαίων καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους· διότι ἂν τότε, ὅτε ἦλθεν ὁ Ὄθων καὶ ἔμεινεν 7 σχεδὸν ἡμέρας ἐν τοῖς πλοίοις εἰς τὸν λιμένα τοῦ Ναυπλίου, οἱ παρουσιασθέντες ἐν τέλει ἄνδρες ἔλεγαν αὐτῷ τὸ, καλῶς ὥρισες· ἀλλ’ εὐσεβάστως ἔφερον συγχρόνως εἰς γνῶσίν του, ὅτι, εἰς τὸ εὐκρινῶς ἐκεῖθεν θεωρούμενον ἐντὸς τῆς πόλεως Ναυπλίου, τὸ λεγόμενον τσαμίον τοῦ ἀγᾶ πασᾶ, ὅτι ἐν αὐτῷ ὑπῆρξε μία ἐθνικὴ Συνέλευσις Πέμπτη ὀνομασθεῖσα, ἥτις ὑπ’ ὄψιν λαβοῦσα τὴν προκειμένην νὰ βασιλεύσῃ Ἑλλάδα συνέταξε πρὸς τοῦτο καὶ σύνταγμα· ἂν, λέγω, οἱ αὐτοὶ τοῦ συνεπεδείκνυον καὶ τὴν θέσιν τοῦ προαστείου τῆς Προνοίας λεγομένης καὶ τὴν ἐν αὐτῇ θέσιν τοῦ σκηνώματος, ὅπου τελευταῖον συνεκροτήθη ἑτέρα τις Συνέλευσις, ἥτις προκαλέσασα ῥητῶς τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ τούτου τοῦ Ὄθωνος, ἀπεφάσισε νὰ συντάξῃ συμπεπληρωμένον καὶ ἁρμοδιώτερον διὰ τὴν συνταγματικὴν βασιλείαν σύνταγμα, μετὰ τοῦ κανονισμοῦ καὶ ἄλλων σπουδαίων ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀντικειμένων, ὡς πρὸς τὴν διανομὴν τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ ἄλλων τοιούτων, ἅτε ἐν τῷ μεταξὺ τῆς τοιαύτης πορείας της, παρουσιασθέντος διαγγέλματος διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος τοῦ ἀπαιτήσαντος ἀπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ τῆς Βαυαρίας τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ συντάγματος, μέχρις οὗ προσεχῶς ἔλθῃ διὰ νὰ λάβῃ μέρος καὶ ὁ ἐκλεχθεὶς Βασιλεὺς, καὶ ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη συμμορφωθεῖσα μὲ ταύτην περιωρίσθη εἰς προσδιορισμὸν ἐπιτροπῶν διὰ τὴν δέουσαν προπαρασκευὴν τῶν διαφόρων ἀντικειμένων, ἀλλὰ φεῦ! ἔκτακτόν τι γεγονὸς κατ’ αὐτῆς, προσωπικοτήτων, φέρει κηλίδας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ῥίπτω πέπλον, ἀνέβαλε τὰ περαιτέρω, ἂν, λέγω οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι παρετήρουν εἰς τὸν πρῶτον αὐτὸν Βασιλέα, ὅτι ἀμφότεραι αἱ Συνελεύσεις ἐκεῖναι τὸν αὐτὸν ἔχουσαι σκοπὸν, συνεπλήρουν τὴν παμψηφίαν τοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς αὐτὸν τὸ καθῆκον, ἡ ἐκ τῶν πρώτων συγκάλεσις τῶν πληρεξουσίων τοῦ ἔθνους διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν δικαίων αὐτοῦ ἐπιθυμιῶν, βεβαίως ἠθέλαμεν εἶσθαι εἰς καλλιτέραν θέσιν, καθόσον ὡς εἷς τῶν ῥητόρων μᾶς εἶπεν ὑπῆρχον μετ’ αὐτοῦ καί τινα ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἀντιβασιλείας μεγάλης παιδείας καὶ ἐμβριθείας, καὶ δὲν ἦτον ἀμφιβολία, ὅτι ἤθελον χρησιμεύσει μεγάλως.
§109ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτά.
§110ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ παρουσιασθέντες, ἂν καί τινες ἐξ αὐτῶν ὑπῆρξαν ἐκ τῶν τολμηροτέρων πρωταγωνιστῶν τῆς τολμηροτέρας ἀποφάσεως εἰς τὴν κατάλυσιν τετρακοσίων ἐτῶν τυραννίας, ἐκθαμβωθέντες, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τὸ μεγαλεῖον τῆς Βασιλείας, ἐσιώπησαν, περιορισθέντες εἰς φιλοφροσύνας καὶ περιποιήσεις. Οὕτω δὲ εἰσελθοῦσα ἡ ἀντιβασιλεία εἰς τὸ κέντρον τοῦ ἔθνους, τὸ διῴκησε μᾶλλον κατὰ μόνας τὰς θελήσεις της καὶ τὰς ὁποίας ἦτον ἐφωδιασμένη προλήψεις, εἰσηγήσεις, καὶ συκοφαντίας ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος περὶ τῶν ἀπείρων της ἀναγκῶν καὶ τῆς καταστάσεώς της. Οὕτω δὲ καὶ αἱ πρῶται πράξεις αὐτῆς ἤρχισαν ἀπὸ τὰς φυλακίσεις τῶν ἐπιζώντων ἐνδοξοτέρων στρατιωτικῶν ἀνδρῶν, τὴν διάλυσιν τῶν διαφόρων καὶ ἀεικινήτων στρατιωτικῶν σωμάτων καὶ ἀπὸ ἄλλα τοιαῦτα σοβαρὰ ἀντικείμενα διὰ τῆς αὐτῆς ἀπερισκεψίας καὶ τάσεως, καὶ ἑνὶ λόγῳ ἡ αὐθαιρεσία τῆς τοιαύτης ἐξουσίας ἐπεκράτησεν εἰς τὴν Κυβερνητικὴν πορείαν καὶ μέχρι τοῦ 1843· οὐδεμία ἐθνικὴ θέλησις ἐσεβάσθη ἀκραιφνῶς· ἂν καὶ ἐνίοτε ἀνεφέρετο εἰς τὰς πράξεις της εἰς τὰ ἄρθρα τῶν κατὰ καιρὸν Συνελεύσεων, ἔπραττε καὶ τοῦτο ἀκροθιγῶς καὶ πρὸς ἐπίδειξιν μᾶλλον. Μεταβαίνων δὲ εἰς τὸ ψήφισμα τῆς ἐν Ἄργει Βʹ. Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, περὶ οὗ ἀνέφερεν ὁ αὐτὸς ῥήτωρ πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἀντιβασιλείας ἐπὶ τῶν περὶ διαλύσεως τῶν μοναστηρίων πράξεών της, ὅτι δηλαδὴ ἐθεμελίωσε ταῦτα εἰς τὰς βάσεις αὐτοῦ, λέγω, ὅτι δὲν ἔχει οὕτως, ἀλλὰ μόνον δι’ αὐτοῦ ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ εἴσπραξις τῶν εἰς φιλανθρωπικὰ καὶ κοινωφελῆ καταστήματα κληροδοτημάτων, ἡ διεύθυνσις τῶν αὐτῶν τούτων καταστημάτων καὶ ἡ σύστασις γαζοφυλακίου πρὸς βελτίωσιν τοῦ κλήρου, προικισμὸν τοῦ ὀρφανοτροφείου, σύστασιν σχολείων κλπ. Ἀλλ’ ἔστω, ὅτι καὶ ἡ ἀντιβασιλεία καλῶς ἔπραξε διαλύσασα τὰς μὴ ἀρτίους μονάς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν πρᾶξιν ταύτην· ἑπομένως γνωρίζετε καὶ τί ἔπραξε, τὰ μὲν κτήματα παρημελήθησαν ὡς νὰ μὴ ἦσαν, καὶ ἤδη ἀκόμη ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εὕρωμεν ποῦ κεῖνται, τὰ δὲ κινητὰ καὶ ἰδίως, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὰ ἱερὰ ἄμφια, τὰ δισκοποτήρια, τὰ ἀρτεμήσια καὶ τὰ τοιαῦτα, ἐπωλήθησαν ἅπαντα εἰς τὰς δημοπρασίας, μὲ χλευασμόν, μὲ ζημίαν, μὲ σκάνδαλον ἀνήκουστον. Ὅθεν σᾶς λέγω, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ ἀντιβασιλεία, ἐνεργήσασα οὕτως. Ἀλλὰ τὰ ζητήματα ταῦτα οὐδόλως μᾶς ἐμποδίζουσιν εἰς συζήτησιν τοῦ συντάγματος, καὶ οὐδὲ ἀνάγκη ὑπῆρχε τοιαύτη, ὥστε νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν τὸ ἔθνος διὰ νὰ δεχθῇ ἀρχάς, τὰς ὁποίας καὶ μεγάλη ἀνάγκη ἀνέστειλε, τὸ δὲ μέλλον ἄδηλον. Ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἡμῶν Κ. Ἰακωβάτος ὡμίλησε καὶ ὁμιλεῖ ὡς νὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπὸ τὴν προστασίαν εἰσέτι. Ἡ Ἑπτάνησος ὅμως συνδεθεῖσα ἤδη μεθ’ ἡμῶν ἕπεται νὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς ἰδέας περὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀναγκῶν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ τὸν παρακαλέσωμεν νὰ δεχθῇ τὰ δύω θεμελιώδη ταῦτα ἄρθρα· καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς μετὰ τὴν Συνέλευσιν τῆς 3 Σεπτεμβρίου παρεπομένους αὐτῶν νόμους καὶ διατάξεις, τὸ ἔθνος δὲν ἀρνεῖται τὴν βελτίωσιν αὐτῶν· πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ ἐθνικῆς φιλοτιμίας, τοῦ ν’ ἀπέχωμεν ἀπὸ πᾶσαν ἐπ’ αὐτῶν φιλονεικίαν, καὶ νὰ μένωμεν σύμφωνοι, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ διορθωθῶσι καὶ τὰ τῆς Ἐκκλησίας προσφόρως.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ἔρχεται ὁ Κ. Σαρίπολος· ἐπειδὴ ὅμως εἶναι κατά, ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Λομβάρδος, ὅστις ἐν μέρει ὑποστηρίζει τὴν πρότασιν.
§112ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐσκόπευον, Κύριοι, νὰ λάβω καθόλου τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, καὶ διότι δὲν ἤθελον νὰ θέσω τὴν ὑπομονήν σας εἰς τὴν σκληρὰν δοκιμὴν τοῦ νὰ ὑποφέρητε νὰ μὲ ἀκούητε, καὶ διότι παραδέχομαι καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν παρ’ ἄλλου ἐῤῥέθη, ὅτι δηλ. ἤδη παρῆλθεν ὁ καιρὸς τῶν λόγων καὶ ἐπῆλθεν ὁ καιρὸς τῶν ἔργων, καὶ διότι ἐπίστευον, ὅτι πολλοὶ ἄλλοι ἀξιώτεροι ἐμοῦ ἤθελον ἀναπτύξει τὸ ζήτημα καθ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ὡς καὶ τὸ ἀνέπτυξαν. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀναπτύξεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ ζήτημα τοῦτο, προκαλεῖται καὶ ἄλλη ἀνάπτυξις· ὡς ἐκ τούτου λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ὅπως ἐκπληρώσω καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν ἰδέαν μου τὸ καθῆκόν μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Αἰσθάνομαι τὸ δύσκολον τῆς θέσεώς μου, ἐγὼ ταπεινὸς ἰατρὸς νὰ ἔρχωμαι ἔπειτα ἀπὸ τόσους δεινοὺς καὶ μεγάλους ῥήτορας, ἰδιαιτέρως ἔπειτα ἀπὸ τὸν Κύριον Καλλιγᾶν, τὸν Ἀχιλλέα, ὄχι βεβαίως κατὰ τὸ ἀνάστημα, ἀλλὰ τὸν Ἀχιλλέα κατὰ τὴν ῥητορικὴν δεινότητα καὶ τὴν ῥητορικὴν εὐφράδειαν. Ἀλλὰ τὸ δύσκολον τῆς θέσεώς μου θὰ τὸ εὐκολύνητε ὑμεῖς διὰ τῆς ἀνοχῆς σας, παραχωροῦντες ἐλευθερίαν λόγου, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν θέλει μοὶ ἀρνηθῆ· ἐλευθερίαν ὅμως λόγου ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀγωγῆς καὶ ἀξιοπρεπείας, οὐχὶ ἐλευθερίαν λόγου ὑπερβαίνουσαν τὰ ὅρια ταῦτα· καὶ ἂν τυχόν, χωρὶς νὰ τὸ θέλω, κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, τὰ ὅρια ταῦτα ὑπερβῶ, παρακαλῶ τὸν ἔντιμον Πρόεδρον ἀμέσως νὰ μὲ ἀνακαλέσῃ διὰ νὰ διορθώσω τὸ σφάλμα μου, καὶ τὴν ἐλευθερίαν ταύτην ἐξαιτοῦμαι ἰδίως παρὰ τῶν προαγορευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων μας, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τοὺς ἐντίμους Κ. Ἰακωβάτον, τὸν Κ. Λούζην, Κ. Ζαΐμην, καὶ τὸν Κ. Καλλιγᾶν, καὶ τὴν ἐλευθερίαν ταύτην τοῦ λόγου μεταχειριζόμενος, λέγω πρὸς ὑμᾶς, ἀξιότιμοι Κ. Κ. Ἰακωβάτε, Λούζη, Ζαΐμη, Καλλιγᾶ, ὅτι, ἂν αἱ ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας οἱ ῥητορικοί σας λόγοι ἐπέφερον, ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ ἐξαλειφθῶσι διὰ τῆς διαγραφῆς τῶν λόγων σας ἐκείνων ἀπὸ τὰ πρακτικά, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει ταπεινῶς νὰ συγκατατεθῆτε εἰς τὴν διαγραφὴν ταύτην καθὼς ἄλλοτε ἐπρότεινον τὴν διαγραφὴν ἄλλων γεγονότων. Ἤκουσα τοὺς λόγους ἐκείνους μετὰ μεγάλης προσοχῆς, ἀφήρπασαν καὶ ἐμὲ ὡς καὶ ἄλλους, ἀλλ’ ἔμεινα ἀνάλγητος ἐπὶ τῆς θέσεώς μου, δὲν ἐχειροκρότησα, ὅταν ἐχειροκροτήσατε οἱ μὲν, δὲν ἐξέφρασα ἀποδοκιμασίας, ὅταν ἀπεδοκίμαζον οἱ δέ· μολονότι μετὰ τὸ τέλος τῶν ἀγορεύσεων τινὰς τῶν συναδέλφων μας τοὺς συνεχάρην. Καὶ ἤμην ἀνάλγητος ἐπὶ τῆς θέσεώς μου, διότι ἐσκεπτόμην καὶ ἔλεγα ἐν ἐμαυτῷ, εἰς μίαν τοιαύτην στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δύο μέλη χωρισμένα τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς οἰκογενείας συνέρχονται διὰ νὰ πέσωσι τὸ ἕνα εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ ἄλλου, εἰς τοιαύτην στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ξένοι περίεργοι, ἂν οὐχὶ ἄλλο τι, προσκρούουσι τὸ ὄμμα ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ταύτης διὰ νὰ ἴδωσι τί ἐκ τῆς πρώτης ταύτης συναντήσεως προκύπτει, ποῖαι ἰδέαι ἐξέρχονται ἀπὸ τὰ μέλη ταῦτα τῆς Ἑλληνικῆς ἐκείνης φυλῆς, ἥτις ἀξιοῖ νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ἐμπιστευθῇ τὴν Ἀνατολὴν καὶ ὡς ἐκ τούτου τὴν ἡσυχίαν τῆς Εὐρώπης, εἰς τοιαύτην στιγμὴν τὰ δύο ταῦτα σημαντικώτερα μέλη τῆς Ἑλληνικότητος νὰ συνέρχωνται ἵνα ἐξελεγχθῶσι μετ’ ἀλλήλων, καὶ νὰ εἴπωσι τί ἔπραξας σὺ καὶ τί ἔπραξα ἐγώ; Καὶ εἰς τοῦτο νὰ ὑποπίπτωσι 4 ἐκ τῶν μᾶλλον ἐξόχων μελῶν τῆς Συνελεύσεως! Ἰδοὺ διατί οὔτε ἐχειροκρότησα, οὔτε ἀπεδοκίμασα, ἀλλ’ ἀκίνητος ἐπὶ τῆς θέσεώς μου ἔμεινα. Εἷς τῶν ἐντίμων ἀγορευσάντων, ὁ σοφὸς Καθηγητὴς Κ. Καλλιγᾶς, ἀπαντῶ εἰς τοὺς προαγορεύσαντας, ἠθέλησε νὰ διϊσχυρισθῇ, ὅτι τὸ ἐξαγόμενον τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἦτο ἀποτέλεσμα τῶν Πανεπιστημίων εἴτε τῆς Παδούης, εἴτε τοῦ Παταυΐου, ἦτο ἀποτέλεσμα Ἰησουϊτικῆς ἐπιῤῥοῆς. Κατ’ ἐμὲ ὅμως — καὶ τοῦτο τὴν στιγμὴν ταύτην τῆς ἑνώσεως! — ἡ Συνέλευσις ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει παρέστησε τὴν εἰκόνα τοῦ Βυζαντινισμοῦ, καὶ τοῦ χαμηλοῦ Βυζαντινισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐν ᾧ ὁ Μωάμεθ ἔκρουε τὰς θύρας τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὸν πέλεκυν, ἐκεῖνος κατεγίνετο νὰ ἐξετάζῃ τί ἔψαλλον οἱ μὲν, καὶ τί ἔψαλλον οἱ δέ. Κατεγίνετο εἰς τὸ νὰ διαιρῇ τοὺς ὑπερασπιστὰς τοῦ Βασιλείου εἰς πρασσίνους καὶ λευκοὺς καὶ κιτρίνους, νὰ συζητῇ ἂν πρέπῃ νὰ προχωρήσῃ ἡ λιτανεία ἕως τὸ Α. ἢ ἕως τὸ Β. σημεῖον. Τὰς ἐντυπώσεις ταύτας μοὶ ἔκαμεν ἡ συζήτησις ἐκείνη, διότι τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρισκόμεθα εἰς θέσιν παρομοίαν ἐκείνης. Τὴν στιγμὴν ταύτην, ὡς τότε, κρούει ἀπειλητικῶς τὰς θύρας ἐπὶ δύο ἔτη ὁ Μωάμεθ τῆς μὴ διοργανώσεως τοῦ Κράτους, ὁ Μωάμεθ τῆς ἀναρχίας, ὁ Μωάμεθ τῆς γενικῆς χρεωκοπίας, καὶ κατέναντι τούτου, τί μᾶς παρίσταται; (θόρυβος). Ἂν διὰ μίαν στιγμὴν θελήσητε νὰ μείνητε ἥσυχοι ἐπὶ τῶν θρονίων σας, θὰ τὴν ἰδῆτε. Μᾶς παρίσταται ἡ Ἑλλὰς οὐχὶ ὡς τὴν ἐννοοῦσιν οἱ ἔντιμοι Ζαΐμης καὶ Καλλιγᾶς· ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς τοῦ Ἕλληνος, ἡ ἐλευθέρα καὶ δούλη, καὶ μᾶς λέγει, ἴδετε τὰς πληγάς μου, ἴδετε πῶς τρέχει τὸ αἷμα· προφθάσατε, προφθάσατε νὰ τὰς θεραπεύσητε· καὶ δὲν θεραπεύονται εἰμὴ διὰ τῆς ἐνεργείας ἁπάντων τῶν τέκνων μου, εἶναι ὥρα ἔργων καὶ ὄχι λόγων. Ποῖοι εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι διαιρεῖτε τὰ παιδία μου; οἱ ὁποῖοι ἔρχεσθε νὰ ἐρεθίζητε ἀναφέροντες τί ἐπράξατε εἰς μίαν ἄλλην ἐποχήν; Εἶναι στιγμὴ αὕτη νὰ ῥίπτητε ζητήματα ἐπαρχιακῆς μικροφιλοτιμίας; ἢ εἶναι στιγμὴ γενικῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας νὰ συζητήσωμεν χωρὶς ὁ εἷς νὰ προσβάλλῃ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ ἄλλου; Αὐτὰ ἐσκεπτόμην, Κύριοι, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς συζητήσεως ταύτης. Βεβαίως, οἱ ἔντιμοι Κύριοι Ζαΐμης καὶ Καλλιγᾶς δὲν εἶναι ἔνοχοι, ἂν ἐξ ὑπαρχῆς τὸ ζήτημα τοῦτο παρουσιάζηται ὡς ζήτημα ἐπαρχιακόν. Ἀλλ’ οἱ ἔντιμοι Κύριοι Ζαΐμης καὶ Καλλιγᾶς εἶναι κατὰ τοῦτο ἔνοχοι, ὅτι ἀντὶ νὰ σβέσωσι τὸν σπινθῆρα, τὸν ἔκαμον νὰ λάβῃ τὰς διαστάσεις τῆς πυρκαϊᾶς. Ὡμίλησεν εἰς τὸν λόγον του ὁ Κύριος Καλλιγᾶς περὶ ἱστορίας· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἂν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑπτανήσου ὑπ’ ὄψιν εἶχε λάβει, ἤθελε δυνηθῆ νὰ δώσῃ εἰς τὸ ζήτημα ἄλλην εὐτυχῆ τροπὴν, διότι οἱ προαγορεύσαντες Κύριοι Ἰακωβάτος καὶ Λούζης, ἀντὶ νὰ στηριχθῶσιν εἰς γενικὰς ἀρχὰς, τὰς ἐθνικὰς, ἐστηρίχθησαν ὁ μὲν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1817, ὁ δὲ εἰς ἕνα νόμον τοῦ Βʹ. κοινοβουλίου τοῦ ἰονικοῦ. Ἐστηρίχθη ὁ Κ. Ἰακωβάτος εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 17, τὸ ἐπιβληθὲν εἰς Ἑπτάνησον παρὰ τῆς ξένης δεσποτείας, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἡ Ἑπτάνησος ἐστέναξεν ἐπὶ 50 ἔτη. Τί θὰ εἴπωσι πρὸς ἡμᾶς οἱ ξένοι; Τί θὰ γράψωσιν αἱ ἐφημερίδες αὐτῶν; Τί θὰ εἴπῃ ὁ Χρόνος τοῦ Λονδίνου, ὅταν μάθῃ, ὅτι ἀφοῦ ἀπετινάξαμεν τὴν Ἀγγλικὴν προστασίαν καὶ εἰσήλθομεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἐπικαλούμεθα εὐθὺς τὸ σύνταγμα τοῦ 17, πρὸς ὑποστήριξιν μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος; Τὸν νόμον τοῦ Βʹ. κοινοβουλίου τὸν παρέστησαν οἱ ἔντιμοι προαγορεύσαντες ὡς ἀποτέλεσμα μεγάλης ἐθνικῆς περινοίας τοῦ Ἰονίου Νομοθέτου. Τὸν παρέστησαν ὡς ἐξαγόμενον μεγάλης πατριωτικῆς ἐπιτηδειότητος. Καὶ ἠξεύρετε ἀπὸ ποῖον ἐπεψηφίσθη; ἀπὸ τὰ Ἰόνια parlamenti muti. Τριῶν εἰδῶν κοινοβούλια διακρίνει ἡ Ἑπτάνησος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπ’ αὐτῆς Ἀγγλικῆς προστασίας. Πρῶτον ἦσαν τὰ parlamenti muti, δηλ. αἱ ἄφωνοι Βουλαὶ, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα· καὶ ἠξεύρετε διὰ τὶ ὀνομάζονται βωβαί; καθότι αὗται συνήρχοντο ἀνὰ διετίαν, ἐστριμώνοντο εἰς ἓν ἀπὸ τὰ κατώγεια τοῦ παλατίου τοῦ Ἁρμοστοῦ, ὅπου συνεδρίαζον, καὶ ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ἁρμοστοῦ ἐπαρουσίαζε τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐσκόπει ὁ Ἁρμοστὴς νὰ ἐπικυρώσῃ ἀπὸ τὴν δῆθεν ἀντιπροσωπείαν τοῦ τόπου. Τὰ ἀνεγίνωσκεν ὁ Γραμματεὺς, καὶ ἔπειτα ἔλεγε τοῦ Προέδρου, ὑπόγραψε· ὁ Πρόεδρος ὑπέγραφεν· οἱ Βουλευταὶ ἐκύτταζον, δὲν ὡμιλοῦσαν. Αὐτὸ ἐγίνετο κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν Βουλήν. Μετὰ ταῦτα ἐπαρουσιάσθησαν αἱ Βουλαὶ αἱ ἐπονομασθεῖσαι τῶν κομεστάτων· ἠξεύρετε διατὶ τοῦτο; πιστεύω, ὅτι ἀκούετε πράγματα δι’ ὑμᾶς νέα καὶ τὰ ἀκούετε μὲ κἄποιαν εὐχαρίστησιν.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, ἐξακολουθήσατε.
§114ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διότι εἶδεν ὁ Ἁρμοστὴς, ὅτι μὲ τὰ parlamenti muti δὲν ἐπήγαινε τόσον καλὰ μὲ τὴν ψευτοελευθερίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδιδε, καὶ διὰ τοῦτο τὰ νομοσχέδια τότε εἰσήγοντο εἰς τὰς Βουλὰς, καὶ ἀφ’ οὗ ἤθελε τὰ ἀναγνώσει ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ἁρμοστοῦ, ἐπήγαινεν εἰς ἕνα ἕνα, καὶ τοῦ ἔλεγε «εὐγενέστατε, (διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα τῆς 17 οἱ Βουλευταὶ ὠνομάζονται εὐγενέστατοι), εὐγενέστατε ἔχετε κἀμμίαν παρατήρησιν»; Αὐτὸς ἔλεγε comesta, ἤγουν οὐδὲν ἀντιπαρατηρῶ, νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, καὶ ἐπεκυρόνετο τὸ Νομοσχέδιον· ὡς ἐκ τούτου αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι ἐλέγοντο τῶν Κομεστάδων. Μετὰ τὴν χορήγησιν ὅμως τῶν ἐλευθέρων ἐκλογῶν, μετὰ τὴν 9ην Βουλὴν καὶ ἐντεῦθεν, ἠνοίχθη ἄλλη ἐνέργεια, τῆς ὁποίας τὴν ἱστορίαν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τὰ γινώσκετε. Καὶ φθάσας ἐδῶ ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν πρὸς τὸν σοφὸν Καθηγητὴν Κ. Καλλιγᾶν, παρατήρησιν καθήκοντος βουλευτοῦ, καθήκοντος τιμιότητος, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν Ἀγγλίαν. Καθὼς σᾶς εἶπα, παρατηρεῖτε, ὅτι αἱ Βουλαὶ τῶν δύο πρώτων περιόδων ἦσαν αἱ Βωβαὶ καὶ αἱ τῶν Κομεστάδων· ἀφ’ ὅτου ὅμως εἰσήχθη ἡ ἐλευθέρα ἐκλογὴ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἀφοῦ ἡ Ἀγγλία ἐδοκίμασε καὶ εἶδεν, ὅτι ἐπὶ ματαίῳ προσεπάθει, εἴτε διὰ τῆς βίας, εἴτε διὰ τῶν θωπεύσεων, ν’ ἀποκλείσῃ τὸ ῥιζοσπαστικὸν στοιχεῖον ἀπὸ τὰς Βουλάς, ἐσεβάσθη ἐπὶ τέλους τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου, ἄφησεν ἐλεύθερον τὸν πολίτην, νὰ ἐκλέγῃ ὅποιον ἤθελε· καὶ λέγω, ὅτι ἐκλογὰς τοιαύτας οὐδέποτε ἐδῶ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι ἐλάβετε, Κ. συνάδελφε.
§115ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§116Χ. ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Καὶ ἡμεῖς εἴχομεν Βουλὰς βωβάς.
§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐξουσίας, ἥτις ἐπετήρει τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν, καὶ λέγω, ὅτι ἡ ἐξουσία ἐν Ἑλλάδι, μέχρι προχθὲς τοὐλάχιστον, οὐδέποτε ἐπέτρεψε τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῆς ψήφου, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ σοφὸς καθηγητὴς, Κ. Καλλιγᾶς, πορευόμενός ποτε νὰ ψηφίσῃ, ἀπήντησεν ἐνώπιόν του ἄνδρας τῆς ἐξουσίας, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἔθεσαν τὴν λόγχην εἰς τὸ στῆθος καὶ τοῦ εἶπον· «πήγαινε ἀπ’ ἐδῶ, δὲν σ’ ἀφίνομεν νὰ ψηφίσῃς». Ἰδοὺ ποῖον ἀέρα ἐλευθερίας ἀνεπνέετε, σοφὲ Καλλιγᾶ. Ἐξ ἐναντίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἡ Ἀγγλία, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, διότι νομίζομαι καὶ εἶμαι ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ἐξημμένους ἀντιπάλους τῆς Ἀγγλικῆς πολιτικῆς, ἡ Ἀγγλία ἐσεβάσθη ἐσχάτως τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκλογῆς καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν.
§118ΜΑΡΙΝΟΣ. Οὐχὶ, Κ. Λομβάρδε, ἡ προστασία ἐπεμβῆκε πολλάκις εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἀλλ’ ἡττήθη.
§119ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μετὰ τὴν 11 Βουλὴν, εἶπα, ὑπῆρχεν ἡ μεγαλειτέρα ἐλευθερία εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ ἂν ἔκτοτε ἐπεμβῆκεν ἡ ἐξουσία τῆς Ἀγγλίας, ἐπεμβῆκεν ὄχι δι’ ἄλλο, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτηρήσῃ μὲ τὴν μεγαλειτέραν αὐστηρότητα τὰ ὄργανά της μήπως ἐπεμβαίνουν.
§120ΜΑΡΙΝΟΣ. Λυποῦμαι, διότι εἶναι ἀνακρίβεια εἰς αὐτὸ τὸ ἱστορικόν.
§121Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἡ δεκάτη Βουλὴ ἔγεινε διὰ τῆς λόγχης.
§122ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα· εἶναι γεγονὸς, σᾶς εἶπα ὅμως καθαρὰ ἀπὸ τὴν 11 καὶ κάτω· μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 11 Βουλῆς ἐλάβομεν πλήρη ἐλευθερίαν τῆς ψήφου.
§123ΜΑΡΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἄλλο ζήτημα αὐτό.
§124Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§125ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν λέγω, ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι Κύριοι Ζαΐμης καὶ Καλλιγᾶς ἤθελον ἀντικρούσει, ἢ νὰ εἴπω καλλίτερον, δώσει τὴν προσοχήν των εἰς τὸ περιστατικὸν τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ οἱ προαγορεύσαντες ἐβάσιζον τὸν λόγον των εἰς ἕνα νόμον τῆς δευτέρας Ἰονίου Βουλῆς καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τῶν 17, ποῖα καὶ πόσα ἐπιχειρήματα ἤθελον ἐξαγάγει, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον πληγώσει κἀνὲν μέρος τῆς ἑλληνικότητος, καὶ τὰ ὁποῖα ἤθελον εἶσθαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας καὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑποστηρίξει; Ὁ Νόμος τοῦ 1ου Κοινοβουλίου τῆς Ἑπτανήσου, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλεν ὁ Μαίτλανδ, καὶ ὅστις πράγματι δὲν ἦτο, παρὰ εἷς ἐμπαιγμὸς τοῦ Πατριάρχου, καὶ ὀρθῶς ὡς πρὸς τοῦτο παρετήρησεν ὁ Κ. Ζαΐμης, ὅστις δὲν διατηρεῖ παρὰ μόνον καὶ μόνον μίαν σκιὰν, διότι ναὶ μὲν ἐτηρεῖτο ὁ σύνδεσμος ὁ πνευματικὸς μὲ τὸν Πατριάρχην, ἀλλὰ τόσον ἀδύνατος, ὅσον δὲν ἠδύνατο νὰ ἁρπασθῇ παρ’ ἐκείνου, ὅστις ἐπέβαλε τὸν Νόμον. Ἡμεῖς δὲ νὰ ἐξυμνῶμεν τὸν Νόμον ἐκεῖνον ὡς ἀποτέλεσμα πατριωτικῆς Ἰονικῆς περινοίας, καὶ νὰ ἐρίζωμεν, ἐὰν οὗτος ᾖναι καλὸς, ἢ μᾶλλον ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ Ἀρμανσπέργ ἢ ὁ Μάουρερ! Τὸ Σύνταγμα τῶν 1817 ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐξυμνῶμεν καὶ νὰ ζητῶμεν νὰ τὸ κάμωμεν μέρος Εὐρωπαϊκῆς Συνθήκης διὰ νὰ τὸ διαιωνίσωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι διὰ 50 ἔτη εἴμεθα ὑπὸ τὴν καταπίεσίν του! Τοὺς αὐτουργοὺς τοῦ Συντάγματος ἐκείνου δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς ἀναθεματίσωμεν εἶπεν ὁ Κ. Λούζης, τοὺς ἀναθεμάτισεν ὅμως καὶ τοὺς ἀναθεματίζει ἡ Ἑπτάνησος, καὶ τὸ εἶπα καὶ ἐγὼ πρὸ πολλοῦ εἰς τὰς Ἰονίους Βουλὰς, ὅτι, ἐὰν δύνανται νὰ εὕρωσι συγχώρησιν ἢ εὐσπλαγχνίαν ἐνώπιον τοῦ Ὑψίστου, διὰ τὸ μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν, δὲν θὰ τὴν εὕρουν παρὰ μόνον καὶ μόνον, διὰ τὰ δύω ἐκεῖνα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα συνέταξαν, περὶ θρησκείας καὶ γλώσσης, ἀλλὰ μόνον ἐνώπιον τοῦ Ὑψίστου, οὐδέποτε ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Τὸ ἀνάθεμα τοὺς παρακολουθεῖ καὶ εἰς τὸν τάφον, τὸ ἀνάθεμα τοὺς ῥίπτει ὅλη ἡ Ἑπτάνησος, (μικρὸς θόρυβος)· ὁμιλῶ, Κύριοι, πολιτικῶς, ὄχι θρησκευτικῶς. Τὸ ἀνάθεμα κατ’ αὐτῶν τὸ ἐξέφρασαν καὶ κἄποια ἀπὸ τὰ παιδιά των εἰς πολιτικὰ ἔγγραφα, καὶ θὰ τοὺς ἀκολουθῇ, διὰ νὰ ᾖναι παράδειγμα κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται νὰ δεσμεύωσι τὰς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος των. Δὲν ἤλθομεν νὰ ἐξυμνήσωμεν τὸ Σύνταγμα τῶν 1817· δὲν ἤλθομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὀπισθοδρομικὰς ἰδέας. (Στρατιῶται τῆς ἐλευθερίας, μικροὶ καὶ ἐλάχιστοι, μὴν ἔχοντες κἀμμίαν ἀξίωσιν, ἀλλὰ στρατιῶται πιστοὶ καὶ ἀδιάσειστοι, ἐὰν εἴχομεν τὴν ἰδέαν, καθὼς ἐπιβούλως διασπείρεται, νὰ ὑπηρετήσωμεν τυράννους ἢ ὄργανα τυράννων (καὶ οἱ τύραννοι, ἔντιμοι συνάδελφοι, δὲν κρατοῦσι πάντοτε εἰς τὰς χεῖρας σκῆπτρα βασιλικὰ, δὲν κάθηνται πάντοτε ἐπὶ θρόνων Βασιλέων· ἠμποροῦν καὶ νὰ γυρίζουν εἰς τὰ δάκτυλά των μὲ ὅλην τὴν ταπεινοφροσύνην τὸ κομβολόγιον τῆς εὐσεβείας, ἠμποροῦν νὰ κάθηνται καὶ ἐπὶ ταπεινῶν ἀνακλίντρων, ἠμποροῦν νὰ μᾶς παρουσιασθοῦν καὶ ἐδῶ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου μὲ τὸν σάκκον τῆς ἐλευθερίας)· ἐὰν ἠθέλομεν νὰ ὑπηρετήσωμεν τυράννους, τοὺς εἴχομεν ἐνώπιόν μας ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ μεγάλους καὶ πλουσιοδώρους· μὲ τὸ ἓν χέρι μᾶς ἐπρότειναν θέσεις, προβιβασμοὺς, μισθοὺς, ἀπολαυὰς καὶ μᾶς ἔλεγον· ἰδοὺ αὐτὰ, ἂν μᾶς ἀκολουθήσητε καὶ μᾶς ὑποστηρίξητε· μὲ τὸ ἄλλο χέρι μᾶς ἔδειχναν τὸν βρόχον, καὶ μᾶς ἔλεγον, ἰδοὺ τί σᾶς προσμένει, ἐὰν τολμήσητε νὰ μᾶς ἐναντιωθῆτε. Δὲν τὸ λέγω ἐγὼ διὰ καύχημα, τὸ εἶπεν ὁ Χρόνος τῆς Ἀγγλίας, ἐθέσαμεν τὸν βρόχον εἰς τὸν λαιμόν· διὰ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην ἐμείναμεν καὶ κυττάζοντες τὸν τύραννον τοῦ ἐλέγομεν, σφίξε ὁπότε θέλεις τὸν βρόχον, τὰ δικαιώματα τῆς πατρίδος μας δὲν θὰ σοῦ τὰ παραδώσωμεν. Ὁ Θεὸς ηὐδόκησε νὰ εὐλογήσῃ τοὺς ἀγῶνάς μας, καὶ νὰ μᾶς τοποθετήσῃ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὅπου πλατύτερος κύκλος ἐνεργείας πρὸς ἐξακολούθησιν τοῦ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἀγῶνος μᾶς παρουσιάζεται. Στρατιῶται τῆς ἐλευθερίας! ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἦσθε, εἰς οἱονδήποτε μέρος τῆς Συνελεύσεως ταύτης καὶ ἂν κάθησθε, ἤλθομεν ἐδῶ σύμμαχοι καὶ βοηθοὶ, ὄχι ἀντίπαλοι· ἰδοὺ τὰ χέρια μας πρὸς σᾶς, ἁπλώσατε καὶ τὸ ἰδικόν σας πρὸς ἡμᾶς, ἀποπτύσατε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ βάλουν τὴν διαίρεσιν μεταξὺ μας, διότι μόνον εἰς τὴν διαίρεσιν ταύτην βλέπουσι τὴν ἐπιτυχίαν τῶν σκοπῶν των (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα). Ἀφ’ ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἠχήσῃ ὁ ἦχος τῆς σάλπιγγος τῆς ἐλευθερίας, δὲν θέλομεν τὸν παραγνωρίσει, διότι τὸν γνωρίζομεν πρὸ πολλοῦ· ἀφ’ ὅπου καὶ ἂν ὑψωθῇ ἡ ἱερὰ της σημαία, ἀλλὰ ἄσπιλος, ἀκηλίδωτος, θέλετε μᾶς ἰδεῖ ὑπ’ αὐτὴν, διότι ποτὲ δὲν τὴν ἐγκαταλείψαμεν. Στρατιῶται τῆς ἐλευθερίας! βλέπετε καὶ βλέπομεν μὲ χαράν μας κατατασσομένους σήμερον ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας πολλοὺς παλαιοὺς ὑπηρέτας τοῦ παρελθόντος καὶ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, δὲν τοὺς διώκομεν, δὲν τοὺς ἀποβάλλομεν, τοῖς λέγομεν καλῶς ἤλθετε· διότι ἡ ἐλευθερία δὲν ἀποβάλλει κανένα, ὅλους τοὺς προσκαλεῖ ὑπὸ τὴν ἱερὰν αὐτῆς σημαίαν. Καλῶς ἤλθετε, τὸ ζήτημα τῆς εἰλικρινείας ἡμεῖς δὲν θὰ τὸ ὑποκινήσωμεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ βλέπω ὑποκινούμενον διὰ τοιαύτης ἐπιβουλῆς, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἠμπορεῖ νὰ δικάσῃ ἐκεῖνος ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε τὴν σημαίαν ταύτην διὰ παντὸς τρόπου τὴν ἐπεβουλεύθησαν, τὴν προσέβαλον καὶ τὰ πάντα εἰς ἐνέργειαν ἔθεσαν διὰ νὰ τὴν κρημνίσωσιν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἀνυψώσωσι (δὲν λέγω τίποτε ἄλλο) τὴν σημαίαν τῶν κομματικῶν διαιρέσεων, τῶν προσωπικῶν παθῶν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ προκείμενον, παρακαλῶ.
§127ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὸ προκείμενον μάλιστα. Ἀλλ’ ἐὰν γίνεται καὶ παρεκτροπὴ τις ἢ παρέκβασις, ἔπειτα ἀπὸ τὰ τόσα, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν καὶ κυκλοφοροῦν, θέλετε τὴν συγχωρήσει. Δὲν ἠθέλησαν ὅμως νὰ ἀκολουθήσωσι τὸν δρόμον τοῦτον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἤθελον ἀκολουθήσει, οἱ ἔντιμοι Κύριοι Ζαΐμης καὶ Καλλιγᾶς, ἀνασκευάζοντες τὰς ἀντιθέτους εἰς τὰς ἰδέας των ἰδέας τῶν ΚΚ. Ἰακωβάτου καὶ Λούζη, τὰς ὁποίας ἐν μέρει συμμερίζομαι, ἂν καὶ ἀποκρούω τὸν τρόπον καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν ὑπεστηρίχθησαν, ἀλλ’ ἠθέλησαν ν’ ἀκολουθήσωσιν ἄλλον δρόμον, ἠθέλησαν νὰ παρουσιάσωσι τὸ ζήτημα καθ’ ἑαυτὸ ὡς ζήτημα ἐπαρχιακῆς φιλοτιμίας. Ἐννοοῦν ὅμως οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι συνάδελφοι ποῦ φέρει ὁ δρόμος οὗτος; Δὲν εἶναι ὁ πρῶτος δρόμος πρὸς τὴν ἐμφύλιον ῥῆξιν καὶ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον; Νομίζω νὰ ἤκουσα φωνὴν, ἥτις εἶπε «σεῖς τὰ προκαλεῖτε»· ἀπαντῶ εἰς τὴν φωνὴν ταύτην.
§128ΤΙΝΕΣ. Μὴν ἀπαντᾶς.
§129ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω τὴν κακὴν συνήθειαν ν’ ἀπαντῶ εἰς τὰς διακοπὰς, ἐκτὸς ἐὰν δὲν τὸ ἐπιτρέπητε· ἀλλὰ τότε δὲν πρέπει καὶ εἰς τοὺς ἄλλους νὰ ἐπιτρέπητε νὰ διακόπτουν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς τοῦτο.
§131ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε ζητῶ συγγνώμην. Ἐξακολουθῶ, ἀλλὰ θέλω ἐξακολουθήσει τὸν Κ. Ζαΐμην καὶ τὸν Κ. Καλλιγᾶν εἰς τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἐβάδισαν; ὄχι· διότι, ἂν τοὺς ἀκολουθήσω, καὶ ἰδιαιτέρως ἂν ἀκολουθήσω κατὰ βῆμα τὸν σοφὸν Καλλιγᾶν, θὰ τρέξω μεταξὺ τῶν ἄλλων τὸν κίνδυνον νὰ εἰσέλθω καὶ εἰς τὰ χάνια τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τὰ ὁποῖα ἀγορεύων ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ, καὶ ὁ κύκλος οὗτος νομίζω, ὅτι ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν κύκλον τῆς κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως. Δύω μόνον ἰδέας τῶν Κυρίων τούτων ὀφείλω ν’ ἀκολουθήσω καὶ ν’ ἀνασκευάσω. Ἤλθετε, εἶπον ἐπανειλημμένως, νὰ μᾶς ἐπιβάλλητε γνώμας; στοχάζεσθε, ὅτι ἤλθετε νὰ μᾶς διδάξητε, ὅτι σεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι εἶσθε ὀρθοδοξότεροι ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας; Ἡμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι, οἱ μὴ Ἕλληνες, ἐν παρενθέσει ἐννοεῖται.
§132ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι, ὄχι.
§133ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοὐλάχιστον αὐτὸ τὸ ἐξαγόμενον ἐξάγεται ἂν ὄχι ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς λόγους, αὐτὸ θὰ ἐξαγάγωσιν οἱ ξένοι.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς ὑμᾶς, Κύριε Λομβάρδε, ὅτι ὁ Κ. Καλλιγᾶς, λέγων σεῖς εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ἐννοοῦσε τοὺς ἀγορεύοντας.
§135ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀφοῦ ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι παρατηρήσεις.
§136ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀφοῦ παρεννοήθην, τότε ἐξηγήθην.
§137ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά· ἀναδέχομαι λοιπὸν ἐγὼ ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο τοὺς λόγους τῶν ΚΚ. Ἰακωβάτων καὶ Λούζη· δὲν ἀναδέχομαι νὰ ὑποστηρίξω τὸ Σύνταγμα τῶν 17, ἀλλὰ τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Κ. Ἰακωβάτου καὶ Λούζη. Ἤλθετε, λέγουν, νὰ μᾶς διδάξητε, νὰ μᾶς ἐπιβάλητε γνώμας. Ἂς διευκρινήσωμεν, Κύριοι, μίαν φορὰν διὰ πάντα τὰς ἰδέας μας. Ἐζητήσαμεν ἐπιμόνως τὴν ἕνωσίν μας μὲ τὴν ἕνωσίν σας· ἀπεῤῥίψαμεν πᾶσαν προσφορὰν, ἡ ὁποία ἠμποροῦσε νὰ μᾶς γείνῃ, καθὼς καὶ μᾶς ἔγεινε, κατεφρονήσαμεν πᾶσαν τῆς ἀνωτέρας δυνάμεως ἐπίθεσιν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἐζητήσαμεν τὴν ἕνωσιν ταύτην ἴσως διὰ νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ νὰ πέσωμεν εἰς συνερισμοὺς περὶ θέσεων καὶ ὑλικῶν ὠφελειῶν; νομίζετε, ὅτι ἐζητήσαμεν τὴν ἕνωσιν ταύτην, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι τὰ Νησία μας θ’ ἀλλάξουν θέσιν οἰκονομικὴν, θὰ ὠφεληθῶσιν ὑλικῶς; νομίζετε, ὅτε ἠγνοούσαμεν τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο (καὶ ἐξακολουθεῖ δυστυχῶς νὰ εὑρίσκηται) ἡ ἐλευθέρα αὕτη μικρὰ γωνία, καθ’ ἣν στιγμὴν προσεκαλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὁριστικῶς τὴν ἕνωσιν; δὲν τὰ ἠγνοούσαμεν.
§138ΓΛΑΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγίνετο ἡ ἕνωσις, ἦτο πολὺ χειροτέρα ἡ κατάστασις παρ’ ὅτι σήμερον.
§139ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε.
§140ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καθαρὰ, Κ. Γλαράκη, ν’ ἀκούσω.
§141ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Λέγω, ὅτι, ὅταν πρώτην φορὰν ηὐχήθητε τὴν ἕνωσιν ἐπὶ Ὄθωνος, ἦτο πολὺ χειροτέρα ἡ Ἑλλὰς παρ’ ὅτι σήμερον.
§142ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω καὶ χειροτέρα, δὲν τὸ συζητῶ· μὴ νομίζετε, ὅτι θὰ ἔμβωμεν εἰς συζητήσεις ἐδῶ περὶ τοῦ τί ἔκαμεν ἢ δὲν ἔκαμεν ὁ Ὄθων· ἴσως ἴσως εἶναι καλλίτερον νὰ ἀφήσωμεν αὐτὰ κατὰ μέρος καὶ νὰ ἴδωμεν τί κάμνομεν ἡμεῖς σήμερον (χειροκροτήματα, θόρυβος). Ἐὰν ἐνοχλῇ ὁ λόγος μου...
§143ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· ἐξακολουθήσατε.
§144ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καθὼς μὲ τὴν ἡσυχίαν ἠκούσατε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς προσέβαλον, τοιουτοτρόπως πρέπει ν’ ἀκούσητε καὶ ἡμᾶς.
§145ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἐπεκαλοῦντο τὴν ὁμόνοιαν.
§146ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν ὁμόνοιαν ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ συστήσω, ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι, μὴ διακόπτετε.
§148ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λέγω ὅτι ἐγνωρίζομεν τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος· (καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε μὲ ἡσυχίαν, νὰ μὲ ἀκούσετε τί θὰ συμπεράνω). Τὴν κατάστασιν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, τῆς τότε ἐλευθέρας, ὅταν προσεκαλούμεθα διὰ τελευταίαν φορὰν τὴν ἕνωσιν νὰ ψηφίσωμεν, τὴν ἐγνωρίζομεν. Ὅτι δὲ ἡ κατάστασις ἐκείνη ἠμποροῦσε νὰ μᾶς κάμῃ ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ κατάστασις ἐκείνη ἠμποροῦσε νὰ μᾶς πείσῃ ν’ ἀλλάξωμεν γνώμην, τὸ ἐπίστευσαν οἱ ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους εἴχετε ἐπὶ κεφαλῆς τότε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔστειλαν κατασκόπους ἀπεσταλμένους εἰς τὴν Ἑπτάνησον, νὰ ἴδωσιν, ἂν ἡμεῖς ἐπιμένωμεν νὰ θέλωμεν τὴν ἕνωσιν, διὰ νὰ ἴδωσιν, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι μέγα κόμμα ἐκεῖ ὠργανίσθη κατὰ τῆς ἑνώσεως, καὶ ἐστάλησαν ἀκόμη ἄνθρωποι καὶ ἔβαλον εἰς τὸν νοῦν τοῦ Βασιλέως πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του ἀπὸ τὴν Δανίαν, ὅτι ἐκινδύνευεν ἡ ἕνωσις ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἐστάλη ὁ Κ. Βρεστροὺπ ἔκτακτος ἀπεσταλμένος ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ περιεφέρετο εἰς τὰς νήσους διὰ νὰ ἀνακρίνῃ, καὶ ἐκοινοποίει εἰς ὅσους τὸν ἐπεσκέπτοντο, ὅτι φέρει ἀποστολὴν εἰδικὴν παρὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῆς Δανίας, καὶ παρὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν οἱ Ἑπτανήσιοι ἐπιμένωσι ναὶ ἢ ὄχι νὰ ψηφίσωσι τὴν ἕνωσιν. Δὲν ὑπῆγα νὰ ἴδω τὸν Κ. Βρέστρουπ δι’ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν αἰτίαν, διότι δὲν ἠνειχόμην νὰ βλέπω ἀνάκρισιν ἐνεργουμένην ἐν Ἑπτανήσῳ περὶ τοῦ ἂν ὁ Ἑπτανήσιος θέλει τὴν ἕνωσιν μὲ τὸ ἔθνος του, καὶ ἐὰν ἤθελε ὑποθέσει διὰ μίαν στιγμὴν...
§149ΚΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαῖον......
§150ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν). Μὴ διακόπτετε.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι, παρακαλῶ. Ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δώσω περιορισμὸν, διότι βλέπετε, ὅτι ὡς ἀφορμὴν τῆς ὁμιλίας του ὁ ῥήτωρ καί τινων παρεκτροπῶν, θέτει μίαν προσβολὴν ἐθνικήν. Ἐὰν μὲ ἐρωτᾶτε ὅμως, σᾶς λέγω, ὅτι ἀπὸ τὸ θέμα ἐξέφυγεν· ἀλλὰ τὸν ἀνέχομαι, διότι ἔθεσεν ὡς ἀφετηρίαν τὴν ἐθνικὴν προσβολήν.
§152ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν, Κύριοι· (καὶ τοῦτο τὸ ἀπευθύνω οὐχὶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ πρὸς τὰ μέλη τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος·) ἐὰν τοιαύτην ἐντύπωσιν βλέπω, ὅτι κάμνουν εἴς τινας κἄποιοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ στόμα μου, χωρὶς σκοπὸν νὰ ἐρεθίσωσι κἀνένα, ἀλλὰ, οἱ ὁποῖοι δικαιολογοῦνται ἕνεκα παρελθόντων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ὅλοι γνωρίζετε, ἐὰν τοιαύτην ἐντύπωσιν ἔκαμνον ἄλλαι προσβολαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τῶν ἐθνικῶν μας δικαιωμάτων, ἐὰν μάλιστα τὴν αὐτὴν προσοχὴν ἤθελον κάμει τὰ διαβήματα τῆς ξενικῆς διπλωματίας, καὶ τὴν αὐτὴν ἔξαψιν τὰ διαβήματα ταῦτα ἤθελον ἐμπνεύσει εἰς τὸν ἔντιμον Κύριον Καλλιγᾶν, οἷα τῷ ἐνεπνεύσθη ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις τοῦ Κ. Τυπάλδου καὶ Λούζη, αἴ! τὰ φρούρια τῆς Κερκύρας δὲν ἤθελον εἶσθαι σήμερον σωρὸς ἐρειπίων ἐνώπιόν μας (εὖγε, εὖγε). Ἐθυσιάσαμεν ὅ,τι ἠδυνάμεθα νὰ θυσιάσωμεν διὰ τὴν ἕνωσιν ταύτην, οὐχὶ διὰ τίποτε ἄλλο, εἰμὴ διότι ἐπιστεύομεν, καὶ πιστεύομεν καὶ θὰ πιστεύωμεν, ὅτι οἱανδήποτε θυσίαν καὶ ἂν ἠθέλομεν ἀπαντήσει διὰ τὴν ἕνωσιν, ἤθελεν ἀνταμειφθῆ ἀπὸ τὴν μεγάλην ἐθνικὴν ὠφέλειαν, ἥτις ἤθελε προκύψει διὰ τῆς συνενώσεως τῶν μικρῶν καὶ ἀσθενῶν δυνάμεών μας μὲ τὰς ἰδικάς σας ὑπὲρ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἐθνικῆς ἰδέας· (εὖγε, εὖγε). Δι’ αὐτὸ καὶ τοῦτο ἐδέχθημεν πᾶσαν θυσίαν· τοῦτο θέλομεν καὶ ὑποστηρίξει, ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἰδέα δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ οὔτε πρὸς στιγμὴν ἀπὸ ἡμᾶς, εἰς τοῦτο θέλομεν λάβει τὸν λόγον πάντοτε· ἀλλὰ, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὰ ἄλλα, τὰ Νομοθετικὰ ζητήματα, θέλει σᾶς ἐκφράσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν γνώμην μας, ἀλλὰ κανονίζετέ τα ὅπως θέλετε, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, τοὐλάχιστον τοιαύτη εἶναι ἡ ἐδική μου, ὅτι, ὁποιονδήποτε καὶ ἂν φέρωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μᾶς ὀργανίσῃ ποτὲ δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου τούτου, καθὼς τὴν ἐπιθυμοῦμεν, ἕως οὗ ὁ τόπος στενάζῃ ἐντὸς τῶν στενῶν ἐκείνων ὁρίων, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐπέβαλε μία διπλωματία, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος ἀπεκάλεσε προχθὲς ἄδικον (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα), δὲν ἐπροκηρύξαμεν οὔτε προκηρύσσομεν ἐκστρατείας καὶ ἄλλας ἐπιχειρήσεις ἀνοήτους. Ἐὰν, Κύριοι, αὐτὰς δὲν τὰς ὠνόμασεν ὁ Κύριος Λούζης προδοσίας, δὲν διστάζω νὰ τὰς κηρύξω ἐγὼ προδοσίας.
§153ΛΟΥΖΗΣ. Εἶπον καὶ ἐγὼ προδοσίας.
§154ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συμφωνῶ λοιπὸν κατὰ τοῦτο μετὰ τοῦ Κυρίου Λούζη. Δὲν προκηρύττομεν λέγω, τοιαύτας ἀνοήτους ἐπιχειρήσεις ἀλλὰ πρεσβεύομεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ δικαίωμά μας κατέναντι τῆς Εὐρώπης μετὰ τῆς παῤῥησίας ἐκείνης, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸν ἀδικούμενον ἀδύνατον κατέναντι τοῦ ἀδικοῦντος ἰσχυροῦ, πρέπει νὰ δείξωμεν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου τούτου δὲν δύναται ποτὲ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον λέγουν, ὅτι ἐπιθυμοῦν νὰ φθάσωμεν, ἐὰν δὲν πλατύνωμεν ἐὰν δὲν μεγαλώσωμεν, ἐὰν δὲν αὐξήσουν τὰ ὅριά μας.— Πολὺ καλὰ θὰ μοῦ εἰπῆτε ἴσως, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μεγαλώσωμεν ἐὰν δὲν καλλιτερεύσωμεν, καὶ ἐγὼ σᾶς ἀπαντῶ, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καλλιτερεύσωμεν ἐὰν δὲν μεγαλώσωμεν, καὶ ἰδοὺ ὁ φαῦλος κύκλος, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα· ἐντὸς αὐτοῦ ἡμεῖς δὲν θέλομεν τεθῆ. Δὲν ἤλθομεν λοιπὸν διὰ νὰ διδάξωμεν κἀνένα, ἤλθομεν νὰ διδαχθῶμεν ἀπὸ σᾶς, καὶ σεῖς ν’ ἀκούσητε τὰς ταπεινὰς γνώμας ἡμῶν, ἤλθομεν ν’ ἀκροασθῶμεν τὴν πολυπειρίαν σας καὶ σεῖς ν’ ἀκούσητε τὴν πολυπάθειάν μας. Ἤλθομεν νὰ ἐργασθῶμεν ὡς ἀδελφοὶ καὶ ὄχι νὰ ἐξελεγχθῶμεν ὡς ἐχθροί. Δὲν ἀναπνεύσατε εἰσέτι τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας» μᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς προχθὲς μετὰ βροντώδους φωνῆς, ἡ ὁποία διὰ μιᾶς ἐχαμηλώθη καὶ μόλις, ἠδυνήθην νὰ τὸν ἀκούσω, ὅταν ἐπρόσθεσεν ἀναβῆτε τὴν Ἀκρόπολιν ν’ ἀναπνεύσητε ἀέρα ἐλευθερίας, καὶ ἐδῶ διεκόπη ἡ φωνή του. Ἐσήκωσε τὸ ξίφος, τὸ ἐνέπηξεν εἰς τὴν καρδίαν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐξέλαβεν ὡς ἐχθρὸν, τὸ ἀπέσυρε διὰ νὰ τὸ ἐμπήξῃ πάλιν δευτέραν φοράν· ἀλλὰ φαίνεται ὅταν εἶδε στάζον τὸ αἷμα, ἐνθυμήθη, ὅτι ἦτο αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ τὸ ξίφος του ἔπεσε (ὡραῖα! ὡραῖα!). Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος Κύριος Καλλιγᾶς νὰ τῷ ἀποδώσω μὲ τὰς αὐτὰς λέξεις τὴν εἰκόνα τοῦ ξίφους καὶ τῆς καρδίας, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν Κ. Ἰακωβᾶτον καὶ νὰ τοῦ τὴν ἀποδώσω μὲ τὸν τόκον· ἡ καρδία του, εἶπεν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς μᾶς ἀπεδείχθη ἀρκετὰ ὑγιὴς καὶ ἀρκετὰ ἰσχυρά· τὸ παραδέχομαι, ἀξιότιμε Κύριε Καλλιγᾶ, ὅτι ἡ καρδία σας εἶνε ἀρκετὰ ἰσχυρά· ὅταν εἰς τὴν στιγμὴν τῆς ἀμοιβαίας συνενώσεώς μας, ἀναπολῶν τὸ παρελθόν μας, βλέπων ἀκόμη τὰς πληγὰς ἀνοικτὰς ἐπὶ τοῦ σώματός μας, ἠμπόρεσες νὰ ἐμπήξῃς ἀκόμη ξίφος εἰς τὰς πληγὰς ἐκείνας, νὰ τὰς ἀνοίξῃς, νὰ τὰς κάμῃς νὰ λαχταρίσουν, καὶ ἡ καρδιά σου δὲν διεῤῥάγη, ὤ! ἡ καρδία σου εἶνε πολὺ ἰσχυρὰ, εἶναι πλέον παρὰ ἰσχυρὰ, εἶναι πετρίνη, εἶναι μαρμαρίνη. Ἀλλὰ διὰ τὸ καρδιακόν σου τοῦτο προτέρημα, Κ. Καλλιγᾶ, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς τοὐλάχιστον, οὐδεὶς Ἕλλην, θὰ εὑρεθῇ, ὅστις νὰ σᾶς φθονήσῃ. Ἀναβῆτε εἰς τὴν Ἀκρόπολιν. Ἔθεσα εἰς ἐκτέλεσιν τὴν ἐντολὴν τοῦ σοφοῦ διδασκάλου, καὶ κατὰ τὰς δύω ταύτας ἡμέρας καθ’ ἃς ἐσχολάζομεν, ἀνέβηκα εἰς τὴν Ἀκρόπολιν μὲ κόπον, ὄχι μόνον διὰ τὸ ἀνωφερὲς τοῦ δρόμου, ἀλλὰ μὲ κόπον, διότι ἀκόμη μὲ πονοῦν αἱ πληγαὶ τῆς ἁλύσεως τῆς σκλαβιᾶς· ἀνέβην εἰς τὴν Ἀκρόπολιν μὲ τὸν κόπον τοῦτον καὶ τοὐλάχιστον δὲν παρηγορούμην, ὡς ἐκεῖνος ὁ ἀρχαῖος Σπαρτιάτης ἐπαρηγορεῖτο ἀπὸ τὴν μητέρα του, ἥτις τῷ ἔλεγεν, «θάρσει τέκνον εἰς ἕκαστον βῆμα θὰ ἐνθυμῆσαι τὴν ἀνδρίαν σου». Ἀλλὰ εἰς ἕκαστον βῆμα μὲ ἀκολουθοῦσεν ἡ φωνὴ τοῦ σοφοῦ διδασκάλου Κυρίου Καλλιγᾶ, ἡ ὁποία μοὶ ἔλεγεν, σκλάβε, σκλάβε, προχώρει! ἐπροχώρησα οὐδὲν ἧττον, εἰσῆλθον εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, σοφὲ Καθηγητὰ, ὡμίλησα μὲ τὰ μνημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι βωβὰ εἰς τοὺς κοινοὺς, ἀλλ’ ὁμιλοῦν τὴν μυστηριώδη καὶ ἀνέκφραστον γλῶσσάν των εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ τὰ ἀκούσωσι, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν πρὸς αὐτὰ ν’ ἀπαντήσουν, καὶ τοιοῦτοι εἴμεθα ὅλοι οἱ Ἕλληνες, ὅσοι καρδίαν ἑλληνικὴν εἰς τὰ στήθη φέρομεν. Ὡμίλησα πρὸς τὰ μνημεῖα ἐκεῖνα, ἠσθάνθην—δὲν ἠξεύρω ποῖον ἐντός μου—ἀπερίγραπτον αἴσθημα, ἀλλ’ εἰς τὴν ἔκστασιν ἐκείνην ἐστράφην πρὸς αὐτὰ καὶ τοῖς εἶπον· «μνημεῖα τῶν προγόνων μου, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνώπιόν σας αἰσθάνομαι, εἶναι ἔμπνευσις ἰδική σας, εἶναι ἔμπνευσις τῆς ἐλευθερίας, ἢ ἴσως εἶναι συνέχεια τῶν αἰσθημάτων τῆς σκλαβιᾶς μου; Ἐὰν τὸ πρῶτον, καλῶς νὰ ἔλθῃ ἡ ἐλευθερία σας· ἐὰν τὸ δεύτερον, δὲν τὴν θέλω. Ἂς μείνω μὲ τὸ αἴσθημα τοῦ σκλάβου διὰ νὰ πονῶ, νὰ πονῶ εἰς τὰ παθήματα τῶν ἀδελφῶν μου, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη στενάζουν ὑπὸ τὸν ζυγόν· ἐὰν ποτὲ σεῖς μνημεῖα τῶν προγόνων μου, ἐὰν ποτὲ ἡ ἐπιῤῥοὴ τῆς ἀτμοσφαίρας σας θὰ σκληρύνῃ καὶ ἐμὲ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε, ἐὰν ποτὲ εὐτυχήσω νὰ ἴδω ἐντὸς τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοὺς πληρεξουσίους τῶν μερῶν τῆς δούλης Ἑλλάδος, ἀντὶ νὰ πέσω εἰς τὰς ἀγκάλας των, ἐξ ἐναντίας θὰ τολμήσω καὶ ἐγὼ νὰ τοὺς εἴπω, σκλάβοι, τί θέλετε ἐδῶ; πηγαίνετε εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, μνημεῖα τῶν πατέρων μου, φύγετε ἐνώπιόν μου, δὲν θέλω νὰ Σᾶς βλέπω». (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἀλλὰ μία φωνὴ μυστηριώδης μοὶ ἀπήντησεν ἀπὸ τὰ ἄντρα τῆς Ἀκροπόλεως, «βλάσφημε, σύνελθε! αὐτά, τὰ ὁποῖα αἰσθάνεσαι τὴν στιγμὴν ταύτην μέσα εἰς τὴν καρδίαν σου, παράβαλλέ τα μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξέφρασεν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς προχθὲς εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ θὰ λάβῃς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἂν ὄχι πάντοτε, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν τοὐλάχιστον ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἐξέφραζεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, δὲν ἀνέπνεεν, οὐχὶ, δὲν ἀνέπνεεν ἀέρα ἐλευθερίας».
§155ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ, Κύριε, Πρόεδρε, αἱ παρεκβάσεις ὡς πότε θὰ ᾖναι; (θόρυβος).
§156ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε, Βαλασόπουλε...
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λομβάρδε, μὴν ἀπαντᾷς εἰς τὰς διακοπάς.
§158ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸν Κ. Βαλασόπουλον...
§159ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Μὴν ἀπαντᾶτε οὔτε εἰς τὸν Κ. Βαλασόπουλον, οὔτε εἰς κανένα.
§160ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ διατὶ ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὸν Κύριον Βαλασόπουλον· διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ Κ. Βαλασόπουλος ἐπὶ Ὄθωνος, ἐντὸς τῶν τότε Βουλῶν, ἔλαβε τὸν λόγον ὑπὲρ τῆς Ἑπτανήσου. — Λέγω λοιπὸν πρὸς τὸν Κ. Βαλασόπουλον· ἐὰν ἤθελον ν’ ἀκολουθήσω, καθὼς εἶχον τὸ δικαίωμα, βῆμα πρὸς βῆμα τὰς ἀγορεύσεις τοῦ Κ. Κ. Ζαΐμη, καὶ τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ τί ἤθελεν εἰπεῖ; καὶ ἐπαναλαμβάνω εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάμω νὰ τοὺς ἀκολουθήσω περίοδον πρὸς περίοδον καὶ παράγραφον πρὸς παράγραφον. Ἔρχομαι ὅμως εἰς τὸ ζήτημα, καὶ φθάνουν ταῦτα, ὡς πρὸς τὰς ἀγορεύσεις τῶν Κ. Κ. Ζαΐμη καὶ Καλλιγᾶ, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸ μετενόησαν, ὅτι ἐπίκραναν ἀδελφοὺς, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐκτιμοῦν καὶ τοὺς ἀγαποῦν, θὰ μετανοήσουν δὲ καὶ θὰ πικραθοῦν ἀκόμη περισσότερον, ὅταν μάθωσι ὁποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμον καὶ θὰ κάμουν εἰς τὴν Ἑπτάνησον αἱ ἀγορεύσεις των. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τὸ κύριον καὶ λέγω, πρόκειται σήμερον νὰ νομοθετήσωμεν τὰς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας μας μετὰ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας; ναὶ, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλὰ τοῦτο σήμερον πλέον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι καθόσον ἀποβλέπει τὴν Ἑλλάδα τῶν πρώην ἐλευθέρων Ἑλλήνων. Ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἤθελον ὁμιλήσει πολὺ δυνατώτερον, πολὺ ἐντονώτερον, παρὰ τοὺς προαγορεύσαντας ὑπὲρ τῆς μὴ διακοπῆς τῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας μας μετὰ τοῦ Πατριάρχου, καὶ δὲν ἤθελον ὁμιλήσει ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὑπὸ τὴν καθαρὰν θρησκευτικὴν ἔποψιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν καθαρὰν ἐθνικὴν, ὑπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος, ὑπὸ τὴν ἰδέαν τῆς μὴ διαῤῥήξεως τῶν κρίκων, οἱ ὁποῖοι συνδέουν τὴν ἐθνικότητά μας καὶ ἐγγυῶνται τὸ μέλλον μας, καὶ θὰ ἠμπορέσωμεν μίαν ἡμέραν νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἤθελον ὁμιλήσει καὶ ἤθελον ὁμιλήσει δυνατά, διότι ὄχι ὁ δεσμὸς τοῦ Πατριάρχου μετὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὁ ἔσχατος τῶν κρίκων, οἱ ὁποῖοι μᾶς συνδέουν μετὰ τῶν δούλων ἀδελφῶν μας, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ διαῤῥηγνύηται, καὶ ὁ πρῶτος προδότης εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἔσχατον τῶν κρίκων τούτων τῶν συνδεόντων ἡμᾶς μετὰ τῶν δούλων ἀδελφῶν μας πειρᾶται νὰ διαῤῥήξῃ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐσυζητήθη καὶ ἐλύθη προηγουμένως, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἐπεθυμοῦσα νὰ δοθῇ ἡ λύσις, ἡ ὁποία ἅπαξ τοῦ ἐδόθη. Δὲν εἶναι δὲ λόγος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ Κ. Ζαΐμης, ὅτι ἐπειδὴ ἡ Συνέλευσις τοῦ 43 τὸ ἔλυσε, καθὼς τὸ ἔλυσε, ἐπειδὴ εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην εὑρίσκοντο μεγάλοι ἄνδρες τοῦ ἔθνους, ἕπεται, ὅτι διὰ τοῦτο καὶ ὀρθῶς ἐλύθη. Ἠξεύρει νὰ μᾶς διδάξῃ ὁ Κ. Ζαΐμης, ὅτι οἱ μεγάλοι ἄνδρες ὑποπίπτουν εἰς μεγάλα ἁμαρτήματα, εἰς τὰ ὁποῖα παρασύρουν τοὺς μικροτέρους νόας· ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα, ἀφοῦ ἅπαξ νομοθετηθῶσιν ἀπὸ μεγάλους ἄνδρας, διαιωνίζονται καὶ δυσκόλως ἀπομένει πλέον ἐλπὶς διορθώσεως. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη καὶ ἠκούσαμεν, ὅτι ὁ Πατριάρχης εἶναι ἕτοιμος ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐγένοντο ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεώς μας, ὅτι παραδέχεται ὄχι τὸν χωρισμὸν, ἀλλὰ τὴν μὴ πλέον ἐπέμβασίν του εἰς τὴν χειροτονίαν τῶν ἱερέων εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διότι ὁ μόνος σύνδεσμος, τὸν ὁποῖον εἴχομεν ἡμεῖς, ἦτο αὐτὸς, ὅτι ἐξέδιδεν ὁ Πατριάρχης τὰς ἐκδόσεις τῆς χειροτονίας τῶν ἀρχιερέων. Ἑτοιμάζεται δὲ νὰ παραδεχθῇ. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ συζητῶμεν; διατηρεῖται ὅμως εἰσέτι καὶ θέλει διατηρηθῆ, ἐλπίζω, ἕνας κρίκος, ὁ ὁποῖος μᾶς συνδέει μετὰ τοῦ Πατριάρχου, καὶ αὐτὸς εἶναι τοὐλάχιστον ἡ παρὰ τοῦ Πατριάρχου ἐπιχορήγησις τοῦ μύρου. Ἔρχεται ὅμως δεύτερον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον, παρακαλῶ, προσέξατε, σταθμίσατε πρὶν ψηφίσετε δὶς καὶ τρὶς τὴν ψῆφόν σας, μήπως ἐδῶ προσβάλητε τὴν θρησκευτικὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ τῆς Ἑπτανήσου. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ γείνῃ δεκτὸς εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἀρχιερεὺς, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἀπὸ τὴν γνωμοδότησιν Συνόδου τριῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκλέξῃ ἡ ἐξουσία. Δὲν θὰ τὸν δεχθῇ ποτὲ ὁ λαὸς, θὰ τὸν θεωρήσῃ ὡς αἱρετικόν. (Θόρυβος).
§161ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ἀποφασίσουν οἱ πληρεξούσιοι ἐξ Ἑπτανήσου καὶ τῶν ἄλλων Ἐπαρχιῶν. Ὅταν λοιπὸν τὸ δεχθῇ ἡ Συνέλευσις, πρέπει ὅλον τὸ ἔθνος νὰ τὸ δεχθῇ.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἂς ἐπανέλθῃ ἡ εἰρήνη.
§163ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Λομβάρδε, ἐὰν πρὸς στιγμὴν ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου ἀλλάξῃ γνώμην ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγετε ὑμεῖς, τί θὰ γείνῃ ἡ ὁμιλία σας;
§164ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἔνστασιν ἀπαραδέκτου κατὰ τῆς ἐρωτήσεως.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ἔνστασιν ἀπαραδέκτου κατὰ τῆς ἐνστάσεως.
§166ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου ἀλλάξῃ γνώμην, ἡ ὁμιλία μου θ’ ἀποδειχθῇ ὡς περιττὴ, καὶ τὸ κακὸν τότε θὰ ᾖναι πολλὰ ὀλίγον. Ἐὰν ὅμως ἐξακολουθήσῃ νὰ κρατήσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν σᾶς λέγω, ὅτι ἔχει, καὶ ἐπέλθῃ ἕνας νόμος ἀντίθετος εἰς τὰ θρησκευτικά του αἰσθήματα, παρατηρήσατε ποῖα θὰ ᾖναι τὰ ἐξαγόμενα (θόρυβος).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ· ἐξακολουθήσατε, Κύριε Λομβάρδε.
§168ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων, ἐὰν πρέπει αὐτοὶ νὰ ἐκλέγωνται παρὰ τοῦ κλήρου καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, ὡς ἐπεκράτησεν ἄχρι τοῦδε εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἢ ἐὰν ἀποφασίζητε νὰ ἐκλέγωνται καθὼς ἐκλέγονται ἕως τώρα ἐδῶ, σᾶς ἱκετεύομεν νὰ τὸ λύσητε τώρα εἰς τὸ σύνταγμα, νὰ μὴ μᾶς ῥίψητε εἰς τοὺς μετὰ ταῦτα νόμους· καὶ σᾶς λέγω τοῦτο ἴσα ἴσα διὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔκαμε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζω τὸ ὄνομα......
§169ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Βαλτινός.
§170ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Χαίρω, διότι ἔλαβον τὴν τύχην νὰ σᾶς γνωρίσω τώρα ἀπὸ τῆς θέσεώς σας καθήμενον, ἐγὼ δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος· διότι πολλάκις εἶχον ἀναγνώσει ἄλλοτε τὰς ἀγορεύσεις σας (γέλωτες). Ἴσα, ἴσα διὰ τοῦτο, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν ὁ λαὸς ἠμπορῇ νὰ ἀλλάξῃ γνώμην ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, διὰ νὰ ἦσθε ἐν καιρῷ νὰ ἐπανορθώσητε τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ προλάβωμεν. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἐννοήσητε, ὅτι εἶναι σύμφωνα μὲ τὰς παραδόσεις τῆς ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν μας, ἀλλὰ νὰ ἐξαπλόνηται εἰς ὅλους· καὶ ὁ κλῆρος εἶναι ἕν ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τὰ σημαντικώτερα τῆς κοινωνίας μας, ὁ κλῆρος εἶναι ἕν ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδιαφόρησεν εἰς τὰς μεγάλας ἐθνικὰς περιστάσεις, ἀλλὰ πάντοτε ἐπρώτευε καὶ δὲν θὰ μείνῃ ὀπίσω εἰς τὰς μελλούσας περιπετείας. Καὶ αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν πρέπει ἡμεῖς οἱ στρατιῶται τῆς ἐλευθερίας νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ διὰ τὸν κλῆρον, καθὼς ζητοῦμεν νὰ τὴν ἐξασφαλίσωμεν καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μας. Ἐνταῦθα καταβάντος τοῦ Κυρίου Λομβάρδου ἀπὸ τοῦ βήματος, ὁ Κύριος Καλλιγᾶς τὸν συγχαίρεται, καὶ τὸν ἀσπάζεται, ὁ δὲ Κύριος Λομβάρδος τὸν ἐναγκαλίζεται καὶ τὸν ἀντασπάζεται ἐκφωνῶν «ἰδοὺ ἐφιλιώθημεν τώρα, τὰ ἐφθιάσαμεν» (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐφωτίσθημεν, τότε ἠμποροῦμεν νὰ τελειώσωμεν σήμερον, ἐὰν ὅμως ἀγορεύσωμεν, εἶναι τρίτη ἡ ὥρα.
§172ΜΑΚΡΗΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ Κύριος Σαρίπολος.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε λοιπὸν νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Σαρίπολος.
§174ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν θὰ φθάσωμεν εἰς ψηφοφορίαν καλὰ, εἰδεμὴ, αὔριον.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ.
§176ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον!
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ὑπεβλήθησαν τρεῖς προτάσεις ἀντικαθιστῶσαι τὰ δύω ἄρθρα τοῦ σχεδίου διὰ δύω ἑτέρων ἄρθρων. Τρεῖς εἶναι τοιαῦται, μία τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου, ἡ δευτέρα τοῦ Κ. Λούζη, καὶ ἡ τρίτη τοῦ Κυρίου Ἀφεντούλη. Παρεκτὸς τῶν προτάσεων αὐτῶν τῶν ῥιζικῶν, ὑπάρχουν προτάσεις, μεταῤῥυθμίζουσαι τὸ κείμενον κατὰ λέξεις ἢ κατὰ φράσεις, ἕξ. Παρακαλῶ τοὺς προτείναντας καὶ τὰς πρώτας καθὼς καὶ τὰς δευτέρας νὰ συνέλθωσιν αὔριον τὴν 10 ὥραν εἰς τὸ κατάστημα ὅπου θὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ καὶ ἐκεῖ νὰ προσπαθήσωμεν, ὥστε νὰ συγχωνεύσωμεν, ἢ νὰ ἁπλοποιήσωμεν τὰς προτάσεις αὐτὰς, εἰς τρόπον, ὥστε ἡ Συνέλευσις νὰ δυνηθῇ νὰ τὰς ψηφοφορήσῃ, διότι ἄλλως θὰ γεννηθῇ ἕνας τραγέλαφος.
§178ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πρῶτον εἶναι προτιμώτερον νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ κείμενον, καὶ ἂν δὲν γείνῃ δεκτόν ......
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν νόμον, μ’ ὅλον τοῦτο ἡ πλειονοψηφία ἠμπορεῖ ν’ ἀποφασίσῃ — διαλύω τὴν Συνεδρίασιν. Παρακαλῶ, τὴν 9 ὥραν προσδιωρίσαμεν πρὸς ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν κατ’ αὐτὴν νὰ συνέλθωμεν. Σᾶς παρατηρῶ δὲ, ὅτι θὰ ἦμαι ἐντὸς τοῦ καθήκοντός μου, ἐὰν, ἀφοῦ περιμείνω μίαν ὥραν, εἴπω, ὅτι ἀπέτυχεν ἡ συνεδρίασις. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 3 καὶ τέταρτον.
Ὁ Πρόεδρος
Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
Οἱ γραμματεῖς Γ. Μιχαηλίδης, Α. Νικολαΐδης.