1864.07.31
2.365 στίχοι · 19.542 λέξεις · 148 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 288.
Τῆς 31 Ἰουλίου 1864.
(Παρασκευή).
Ὥρα 9 Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Συνελεύσεως ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Μεταξὺ τοῦ παμπληθοῦς ἀκροατηρίου ὑπάρχει καὶ ἡ ἱερὰ Σύνοδος. Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Ἀνδρ. Ζαΐμης.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τῶν πρακτικῶν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως Κ. Δεληγεώργης.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσῆλθε νέος συνάδελφος, ὅστις θέλει δώσει τὸν ὅρκον. Ἐνταῦθα δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ πληρεξούσιος Κεφαλληνίας Κ. Ν. Γεωργακάτος.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς Κ. πληρεξουσίους νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των. Μοὶ ἐδόθη ἀναφορὰ ὑπογεγραμμένη παρὰ πολλῶν πολιτῶν τῆς Ἐπαρχίας Λεβαδείας, οἵτινες παραπονοῦνται, ὅτι γαῖαι κατέχονται παρά τινος, τοῦ ὁποίου ἀναφέρουν τὸ ὄνομα, ὅτι κατέχεται παρανόμως ποσὸν στρεμμάτων ἀρκετὸν, καὶ παριστῶσιν, ὅτι καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινότητος εἶναι πρέπον νὰ γίνῃ μία καταμέτρησις καὶ προσφέρονται νὰ καταβάλουν οἱ ἴδιοι τὰ ἔξοδα. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐπιτρέπῃ, θέλω τὴν διαβιβάσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μὲ σύστασιν.
§5ΜΠΕΝΑΚΗΣ. Ποῖος τὰ κατέχει;
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Π. Σκουζές.
§7ΛΑΠΑΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ληφθῶσι τὰ ἀναγκαῖα μέτρα διὰ νὰ μὴ καταπατῶνται τοῦ Δημοσίου τὰ κτήματα.
§8ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν σᾶς ἐδώκαμεν μίαν ἀναφοράν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ τὴν ἐνθυμήσητε ἔπειτα, ἢ αὔριον τὸ πρωΐ, ὥστε νὰ τὴν παρουσιάσω αὔριον. Μοὶ ἐδόθησαν διάφοροι προτάσεις ἀφορῶσαι τροπολογίας τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος· δύω ἰδίως ἀφορῶσι τροπολογίας ἐπὶ πολλῶν ἄρθρων, ἡ μία εἶναι τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ, ἡ δὲ δευτέρα τοῦ Κ. Ῥοντήρη. Πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει νὰ τυπωθῶσι καὶ νὰ διανεμηθῶσι. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι μία τῶν τροπολογιῶν ἡ τοῦ Κ. Ῥοντήρη περιέχει τροπολογίαν καὶ εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον τὸ συζητούμενον, ἑπομένως αὐτὸ τὸ μέρος θέλω τὸ κρατήσει.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§11ΣΧΙΝΑΣ. Συζητεῖται σήμερον αὐτό· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ διακόψωμεν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔλαβον αὐτὸ, διότι καὶ χθὲς αὐτὸ ἐκάμαμεν.
§13ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ τοὐλάχιστον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλαι θ’ ἀναγνωσθῶσι μετ’ ὀλίγον. Εἰς τὰ ἄρθρα τὰ συζητούμενα, τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον, φέρονται καὶ ὑπὸ ἄλλων πληρεξουσίων τροπολογίαι, ἡ μὲν εἶναι τοῦ Κ. Κυπαρίση ἐξ Ἰθάκης, ἡ δὲ τῶν πληρεξουσίων Κ. Βλαντῆ καὶ Ἰωάννου Μαρίνου καὶ ἄλλων, καὶ ἡ τρίτη ὑπὸ τοῦ Κ. Σαματοπούλου. Αὗται ἐπίσης εἶναι σχετικαὶ καὶ ἑπομένως θέλουν κρατηθῆ καὶ θέλουν ἀναγνωσθῆ ἀμέσως. Εἶναι καὶ ἑτέρα ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη. Παρουσιάσθησαν προσέτι τρεῖς προτάσεις, αἵτινες δὲν ἀφορῶσι τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀφορῶσι τὸ δικονομικὸν καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον. Εἶναι τοῦ Κ. Παντολέοντος, ἡ μὲν ἀφορᾷ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἡ δὲ τὴν παραχώρησιν περιουσίας καὶ ἡ τρίτη περὶ τόκου. Ὁ Κ. Παντολέων ποίαν ἡμέραν ὁρίζει;
§15ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Τὸ Σάββατον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Γλαράκη, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ τὸ σήμερον συζητούμενον ἄρθρον, ἀλλὰ τὰ κατόπιν, ὥστε θέλει ἀκολουθήσει τὴν αὐτὴν ὁδόν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου ἄρθρου τὴν διακοπεῖσαν προχθές. Παρακαλῶ τοὺς ἐγγεγραμμένους νὰ δηλώσωσι τίς εἶναι ὑπὲρ καὶ τίς εἶναι κατὰ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔφερε ὑπὸ συζήτησιν ὁ Κ. Γεώργιος Ἰακωβάτος, διότι ὅπως γνωρίζητε κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὁ λόγος δίδεται κατ’ αὐτὴν τὴν τάξιν.
§17ΣΧΙΝΑΣ. Ὑπάρχουν καὶ μέλλοντες νὰ ὁμιλήσουν καὶ περὶ ἀνοχῆς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ θὰ ἦναι ἢ ὑπὲρ τοῦ σχεδίου ἢ κατά.
§19ΣΧΙΝΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἐπαμφοτερίζῃ καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς συμβιβαστικὸν ἀποτέλεσμα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἄλλας διαφορὰς παρὰ ὑπὲρ ἢ κατά· αὐτὴ ἡ διαφορὰ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ μόνον, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἦναί τις ὑπὲρ, ὡς προέτεινα, καὶ κατὰ, ὡς πρὸς ἄλλα.
§21ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τοῦ Ἰακωβάτου ἡ πρότασις ἐτέθη εἰς τὸ βῆμα, ἀλλὰ δὲν ἠρωτήθη ἂν ὑποστηρίζηται.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι πρότασις, εἶναι τροπολογία· προτείνει τροπολογίαν, καὶ κατὰ τὸ 40 ἄρθρον νομίζω, ὅτι πᾶς πληρεξούσιος δύναται νὰ προτείνῃ τροπολογίαν, καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ.
§23ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἓν καὶ τὸ αὐτὸ εἶναι.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιαύτην διάταξιν εἰς τὸν κανονισμὸν δὲν ἔχομεν. Ὁ Κ. Διομήδης Κυριακοῦ παρεχώρησεν εἰς τὸν Κ. Τρικούπην. Ὁ Κ. Κόκκινος
§25ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἶμαι κατά.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κυρ. Κόκκινος ἔχει τὸν λόγον.
§27ΚΑΛΟΣ. Προχθὲς ὁ Κυρ. Τρικούπης ὡμίλησε κατά.
§28ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Κύριοι! ὁ ἀξιότιμος Πληρεξούσιος Κεφαλληνίας ὑπεστήριξε διὰ πολλῶν καὶ δι’ ἐμβριθῶν ἐν μέρει λόγων τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας προτείνει εἰς τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἀναδράμῃ καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἐκκλησίας ὄχι μόνον ἐν τοῖς ἀρχαιοτέροις χρόνοις ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς χρόνους ἐκείνους, οἵτινες μετρῶσιν ἀπὸ τῆς καθιδρύσεως τῆς πρώτης ἐν Ἑλλάδι Βασιλείας. Ἔῤῥιψε κατὰ πρόσωπον τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας μέμψεις αὐστηρὰς, ἀλλ’ εὐτυχῶς ὄχι καὶ δικαίας. Ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἐκ τῆς ἡμετέρας ἱστορίας ἐπιχειρήματα ἡ παρὰ τὸν Ἴστρον τυραννία, ἥτις ἐδήμευσε διὰ τῆς βίας καὶ τῆς αὐθαιρεσίας τῆς ἰδιοκτησίας τῶν Ἑλληνικῶν Μονῶν, ὅτι λέγω ἠδύνατο νὰ πορισθῇ ἡ ἀκατανόμαστος ἐκείνη τυραννία ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν παρ’ ἡμῖν θρησκευτικῶν καταστημάτων. Εὐτυχῶς ἡ μέμψις αὕτη ἀντίκειται διαῤῥήδην εἰς τὰ μνημεῖα τῆς ἱστορίας· εὐτυχῶς ἡ διαρπαγὴ ἐκείνη μένει ἑνιαία ἐν τῇ αὐθαιρεσίᾳ της, ὅπως μένει καὶ μοναδικὴ ὡς πρὸς τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν διεγείρει εἰς τὰς ψυχὰς ὄχι μόνον τῶν ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ παντὸς Χριστιανοῦ. Ὅστις ἐμελέτησε μετ’ ἐπιστασίας τὰ μνημεῖα τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας δὲν δύναται νὰ συμμερισθῇ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Κεφαλληνίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ πρώτη ἀντιβασιλεία δὲν ὡρμήθη ἀπὸ τὰς ἰδίας ἐκείνας τῆς δημεύσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, οὐδὲ τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὴν θρησκευτικὴν συνείδησιν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅπως πολλάκις διεδόθη, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπεδείχθη. Εἴθε, Κύριοι, τὸ παράδειγμα τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀνήγειραν καὶ τὴν λαμπρὰν οἰκοδομὴν τῆς ἑλληνικῆς διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς νομοθεσίας, καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, εἴθε τὸ παράδειγμα αὐτῶν ὡς πρὸς τὸν σεβασμὸν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καὶ ὡς πρὸς τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὴν θρησκευτικὴν συνείδησιν, εἴθε νὰ τὸ ἠκολούθουν ὅλοι, ὅσοι κατόπιν αὐτῶν ἦλθον εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Ὁ ἀείμνηστος Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦτο ἀλλότριος τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἰδεῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων ὡρμήθη ἡ ἀντιβασιλεία. Ὑπάρχει, Κύριοι, ψήφισμα τῆς Δʹ. Ἐθνικῆς ἐν Ἄργει τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου προσδιορίζονται ὄχι μόνον τὰ κληροδοτήματα, ὅσα φιλοπάτριδες ὁμογενεῖς ἀπένειμαν τῇ Ἑλλάδι πρὸς σύστασιν, ἀνάπτυξιν καὶ ὑποστήριξιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὰ εἰσοδήματα διαφόρων θρησκευτικῶν καταστημάτων καὶ τῶν μοναστηρίων, προσδιορίζονται, λέγω, ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ κλήρου καὶ πρὸς ἄλλους ὁμοίους σκοπούς· τὸ ψήφισμα τοῦτο, εἶναι τῆς 2 Αὐγούστου τοῦ 1829. Ἔχει δὲ ὡς βάσιν αὐτοῦ τὸ σέβας πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ὁρίζει, ὅτι ἡ πολιτεία θέλει ἐνασκεῖ διηνεκῆ ἔλεγχον, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐπιμέλειαν εἰδικὴν ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν διάθεσιν τῆς περιουσίας τῶν καταστημάτων ἐκείνων, καὶ ἰδίως ἐκείνων ἐξ αὐτῶν, ἅτινα δὲν ἦσαν ἱκανὰ διὰ νὰ χρησιμεύωσιν ὡς ἀναχωρητήρια τοῦ θρησκευτικοῦ βίου. Ἡ περιουσία αὐτῶν οὔτε διηρπάγη, οὔτε ἐδημεύθη, ἀλλὰ προσδιωρίσθη νὰ χρησιμεύσῃ ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας καὶ ὑπὲρ τῆς δημοσίου ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν μετὰ ταῦτα ἦλθεν, Κύριοι, ὁ ἔνδοξος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅστις μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Ἄβελ ἔστησε παρ’ ἡμῖν τὴν περιφανῆ οἰκοδομὴν τῆς δικαστικῆς καὶ τῆς διοικητικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ὅταν λέγω ἦλθεν ὁ Μάουρερ εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ τὴν ἐποχὴν τῆς Βασιλείας μὲ μέτρα διαρπαγῆς καὶ δημεύσεων, τὰ ὁποῖα μὲ τόσην ἀδικίαν τῷ ἀπέδωκεν ὁ Κ. Τυπάλδος. Ἠθέλησε βαδίζων ἐπὶ τὰ ἴχνη τοῦ Κυβερνήτου, νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ψήφισμα τῆς Δʹ. ἐν Ἄργει Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Κατὰ πρῶτον διέταξε τὴν ἁπλῆν ἐκτέλεσιν τοῦ ψηφίσματος τούτου· ἐν δὲ μεταγενεστέρῳ Βασιλικῷ Διατάγματι, ἐν τῷ διατάγματι τῆς 18 Φεβρουαρίου 1834 ἐτέθησαν νέαι τινὲς προσθῆκαι, ἔχουσαι ὅμως καὶ αὐταὶ ὡς βάσιν τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐνεγράφησαν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως εἰς τὸ ψήφισμα τῆς 2 Αὐγούστου τοῦ 1829 ἔτους. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν, Κύριοι, νὰ δημευθῇ ἡ περιουσία τῶν μοναστηρίων, ἐπρόκειτο μόνον ὅσα μοναστήρια ἔμειναν ἔρημα καὶ ἐχρησίμευον εἰς τοὺς ἰδιώτας, καὶ ὄχι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θρησκευτικοῦ βίου, ἡ περιουσία αὐτῶν νὰ ἀποτελέσῃ ἓν ἰδιαίτερον ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, τοῦ ὁποίου τὴν πρόσοδον ἡ πολιτεία ἀνελάμβανε νὰ διοικῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ δαπανᾷ ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας, καὶ ὑπὲρ τῆς παιδείας. Ἐπρόκειτο πρὸς τούτοις ὅσα μοναστήρια δὲν εἶχον ὑπὲρ τοὺς 5 μοναχοὺς, καὶ αὐτῶν ἡ περιουσία νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἰδιαίτερον τοῦτο ταμεῖον ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τῆς πολιτείας.
§29ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ἀναγνώσητε τὸ ψήφισμα αὐτὸ τῆς Συνελεύσεως, καθὼς καὶ τὸ διάταγμα, καὶ νὰ τὰ παραβάλετε;
§30ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἀναγνώσητε, νομίζω ὅτι εἶσθε νομικὸς, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζητε τὴν Νομοθεσίαν. Κατὰ τὸ ψήφισμα, Κύριοι, ἐκεῖνο, κατὰ τὸ Β. τοῦτο διάταγμα τῆς 6 καὶ 18 Φεβρουαρίου 1834 ἐκεῖνα μόνον τὰ μοναστηριακὰ κτήματα ἐπρόκειτο νὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς πολιτείας, ὅσα ἀνῆκον εἰς μοναστήρια κατοικούμενα ἀπὸ ὀλιγωτέρους τῶν 5 μοναχῶν ἢ εἰς μοναστήρια ἐντελῶς ἐξερημωθέντα, καὶ τὸ εἰσόδημα αὐτῶν οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ ἀναμιχθῇ μὲ τὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Οἱ μοναχοὶ τῶν ἕνεκεν ὀλιγανθρωπίας διαλυομένων μοναστηρίων ἐλάμβανον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξωσιν ἄλλα μοναστήρια ἐκ τῶν τοῦ Κράτους πρὸς ἐγκαταβίωσιν. Ἐλάμβανον προσέτι δικαίωμα προτιμήσεως εἰς τὴν μίσθωσιν τῶν κτημάτων τῶν διαλυομένων Μονῶν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς πρώτης Ἀντιβασιλείας ὑπῆρχον 400 μοναστήρια ἐν Ἑλλάδι. Ἐξ αὐτῶν 200 περίπου ἦσαν ἔρημα, 120 ἐκατοικοῦντο ὑπὸ μοναχῶν, ἐνιαχοῦ δύο, ἐνιαχοῦ τριῶν καὶ ἀλλαχοῦ ἑνὸς μόνον. Αὐτὰ μόνον διέλυσεν ἡ Ἀντιβασιλεία. Ἄφησε δὲ 82 μοναστήρια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἀκόμη, τὴν δὲ περιουσίαν τόσον τῶν ἐρημωθέντων μοναστηρίων ὅσον καὶ τῶν δι’ ὀλιγανθρωπίαν διαλυθέντων δὲν τὴν ἐδήμευσαν, ἀλλὰ τὴν καθιέρωσαν πρὸς σύστασιν εἰδικοῦ ἐκκλησιαστοῦ ταμείου, τοῦ ὁποίου αἱ πρόσοδοι καὶ οἱ πόροι ἔμενον διακεκριμμένοι ἀπὸ τὴν πρόσοδον καὶ τοὺς πόρους τοῦ δημοσίου Ταμείου, καὶ μάλιστα ἐν τῇ περὶ Ἑλλάδος συγγραφῇ αὐτοῦ ὁ κλεινὸς Ἀντιβασιλεὺς δυσφορεῖ, ὅτι ἡ μετὰ ταῦτα Ἀντιβασιλεία τοῦ Ἁρμανσπέργου καὶ τοῦ Κόβελ παρεβίασε δεινῶς τὸν προσδιορισμὸν καὶ τοὺς πόρους τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Ὁ Κύριος Μάουρερ ἀπορεῖ ὅτι τὸ προϊὸν τῆς πωλήσεως τῶν σκευῶν καὶ τῆς μισθώσεως τῶν κτημάτων τῶν ἐρημωθέντων καὶ διαλυθέντων μοναστηρίων δὲν καταφαίνεται οὔτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, οὔτε εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τῆς ἐπικρατείας. Ἐκπλήττεται ὁ φιλέλλην ἀντιβασιλεὺς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1835 ἔτους, ὅστις ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τῆς δευτέρας Ἀντιβασιλείας διὰ τῆς γεν. ἐφημερίδος τῆς Αὐγούστης, ἀναφέρει 360 χιλιάδας δραχμῶν, ὡς ληφθείσας ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, δι’ ἔξοδα τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς παιδείας. Ὁ Κ. Μάουρερ ἀντιπαρατηρεῖ, ὅτι τὸ εἰσόδημα τῆς μισθώσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων ἔπρεπε νὰ ἀναβῇ κατὰ τὸ ἔτος 1835 εἰς 400 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ὅτι εἶναι λυπηρὸν πῶς τὸ εἰσόδημα τοῦτο ν’ ἀποῤῥοφηθῇ εἰς ἀφανὲς χάσμα, πῶς νὰ μὴ εἰσπραχθῇ καὶ διατεθῇ, κατὰ τὸν ἀρχικὸν προορισμόν του, ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας καὶ ὑπὲρ τῆς παιδείας. Εἶναι προφανὲς, ὅτι ἔλαβε χώραν σπατάλη καὶ κατάχρησις. Ἀλλὰ ἡ σπατάλη, καὶ κατάχρησις αὕτη δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν πρώτην ἀντιβασιλείαν, εἰς τὴν ἁγνὴν καὶ εὐεργετικὴν ἐποχὴν τοῦ Μαουρέρου. Ἡ σπατάλη καὶ ἡ κατάχρησις εἶναι ἐκ τῶν πρώτων σημείων τῆς διαφθορᾶς, ἥτις ἐπλημμύρησε τὸν δημόσιον ἡμῶν βίον, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ ἐπιῤῥοὴ τῶν ξένων ἔστησεν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν τὸν θρόνον αὐτῆς, καταῤῥαδιουργήσασα τὸν Βασιλέα τῆς Βαυαρίας Λουδοβῖκον, ἵνα ἀνακαλέσῃ τὰ δύω ἔξοχα τῆς πρώτης Ἀντιβασιλείας μέλη, τοὺς ΚΚ. Μάουρερ καὶ Ἄβελ, καὶ ἀφήσῃ τὴν ἀρτισύστατον Βασιλείαν ἕρμαιον τοῦ ἐγωϊσμοῦ καὶ τῆς ἰδιοτελείας τοῦ Ἁρμανσπέργου καὶ τοῦ ὑπευθύνου αὐτοῦ συντάκτου Κ. Κόβελ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ πρὸς τὴν θρησκείαν ἡμῶν ὑπόληψις, καὶ ἡ ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας μέριμνα τῆς πρώτης ἀντιβασιλείας δὲν μαρτυρεῖται μόνον ἐκ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Μάουρερ, ἀλλὰ εὐτυχῶς βεβαιοῦται καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων. Καλὸν ἦτο νὰ ἐγίνωσκε τὰ πράγματα ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Κεφαλληνίας διὰ νὰ μὴν ἀποδώσῃ ταυτότητα ἐνεργείας, ταυτότητα σκοπῶν καὶ προαιρέσεως εἰς τὰ μέτρα ἑνὸς Κούζα, καὶ εἰς τὰ μέτρα ἀνδρὸς, ὁποῖος ὁ κλεινὸς Μάουρερ. Ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουσιν εἰσέτι ἐν Ἑλλάδι κτήματα ὀρθοδόξων μοναστηρίων, τῶν ὁποίων τὸ κέντρον τῆς διοικήσεως εὑρίσκεται ἐκτὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Ὑπῆρχον, καὶ ὑπάρχουν κτήματα τοῦ θεοβαδίστου ὄρους Σινᾶ, τοῦ ἁγίου Τάφου, τοῦ ἁγίου Ὄρους. Τὰ κτήματα ταῦτα ἡ Ἀντιβασιλεία τὰ διετήρησεν ἄθικτα, ἄφησεν αὐτὰ ἀπολύτως ὑπὸ τὴν ἐλευθέραν καὶ ἀπεριόριστον διάθεσιν καὶ διαχείρισιν τῶν ἱερῶν ἐκείνων καταστημάτων.
§31ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὴν πρώτην βουλὴν καὶ αὐτὰ ἀπεδόθησαν.
§32ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τοῦτο. Ῥητῶς, Κύριοι, ἐκθέτει ὁ Κύριος Μάουρερ ἐν τῇ πολυτίμῳ αὐτοῦ συγγραφῇ, ὅτι δὲν ἐνέκειτο εἰς τὴν προαίρεσιν τῆς ἀντιβασιλείας τῶν τοιούτων κτημάτων ἡ ἀφαίρεσις. Παρατηρῶ λοιπὸν εἰς τὸν διακόψαντά με ἀξιότιμον πληρεξούσιον Πυλίας, Κύριον Μ. Σχινᾶν, ὅτι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ πρώτη Βουλὴ ἀπέδωκέ τινα ἐκ τῶν κτημάτων τοῦ Θεοβαδίστου ὄρους Σινᾶ, ἅτινα κατὰ πλάνην εἶχον περιληφθῆ μεταξὺ τῶν κτημάτων τῶν ἐξερημωθέντων ἑλληνικῶν μοναστηρίων, ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος τάφος, καὶ τὸ ἅγιον Ὄρος καὶ τὸ Σίναιον οὐδέποτε ἐπαύσαντο, ἀπὸ τῆς πρώτης Βασιλείας καὶ ἐντεῦθεν, νεμόμενα καὶ καρπούμενα τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα εἶχον ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι. Οὐδεμία νομοθετικὴ πρᾶξις ἐπῆλθεν ἵνα ἀποδώσῃ τὰ κτήματα ταῦτα, διότι οὐδεμία διοικητικὴ πρᾶξις τὰ εἶχεν ἀφαιρέσει. Ἀπεδόθησαν μόνον ὅσα κατὰ πλάνην εἶχον συμπεριληφθῆ εἰς τὰ κτήματα τῶν διαλυθέντων ἑλληνικῶν μοναστηρίων. (Θόρυβος). Μὴ δίδετε ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἀρύεσθε ἐκ πηγῶν ἥκιστα ἱστορικῶν, εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἑλληνισμοῦ.
§33ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα question préalalbe, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀπεράντων συζητήσεων τὸ ζήτημα εἶναι ἐπὶ τοῦ 1 καὶ τοῦ 2 ἄρθρου.
§34ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἅμα ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία ὡμοίασεν ἐν τῷ παρελθόντι πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ Κούζα, ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ δοθῇ ἐπίσημος ἀναίρεσις. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ ἐνόμισα ἀναγκαῖον, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐθνικὴν ὑπόληψιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ μεγάλα παρὰ τὸν Ἴστρον ἐκκρεμῆ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ν’ ἀντικρούσω τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Κεφαλληνίας, νομίζω ὅτι ὡς πρός τινας τῶν ἰδεῶν του, δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν ἀναίρεσιν, τὴν ὁποίαν ἐπειράθη ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Λονδίνου Κ. Τρικούπης. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὡς φρονεῖτε ἴσως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, ὅτι δὲν δυνάμεθα χωρὶς νὰ σαλεύσωμεν τὰ θεμελιώδη ἐκεῖνα ὅρια, τὰ ὁποῖα χωρίζουσι τὰς δύο ἀρχὰς, τὰς δύο ἐξουσίας ἐν τῇ πολιτείᾳ, τὴν ἐξουσίαν τὴν ἐπὶ τῶν συνειδήσεων, καὶ τὴν ἐπὶ τῶν πράξεων, δὲν δυνάμεθα, λέγω, χωρὶς νὰ σαλεύσωμεν τὰ θεμελιώδη αὐτὰ ὅρια νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύνολον τῶν προτάσεων τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Κεφαλληνίας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ ἔγκεινται μεγάλαι ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ καταστήσωμεν ἀντικείμενον σπουδαίας μελέτης καὶ ἐμβριθεστέρας προσοχῆς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι οὔτε ὅπου κατὰ πρῶτον τὸ ἔθεσεν ὁ Κύριος Τυπάλδος, οὔτε ὅπου ἀντέκρουσεν αὐτὸν ὁ Κύριος Χ. Τρικούπης. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ διεθνοῦς ζητήματος. Πραγματικῶς δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Λονδίνου, ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου δὲν εἶναι ἀνατρεπτικὸν τῶν ὅρων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐζήτησεν ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ νὰ καθιερώσῃ διὰ τοῦ 1 καὶ 2 ἄρθρου. Ἀλλὰ φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Λονδίνου, ὅτι ἡ Μ. Βρετανία, ἥτις ἔλαβε μέρος διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ εἰς τὴν προκειμένην σύμβασιν, ἥτις ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι, λέγω, ἡ Κυβέρνησις τῆς Μεγάλης Βρετανίας, δὲν εἶχε περὶ πολλοῦ νὰ παραδώσῃ διὰ τῆς Συνθήκης ταύτης εἰς τὴν ἱστορίαν ὡς ἀθάνατον μνημεῖον τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπαγγέλλεται, ὅτι τρέφει πρὸς τὰς ἐθνικότητας καὶ πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, ὅτι παραλαβοῦσα τὸν λαὸν τῶν Ἰονίων ὑπὸ τὴν προστασίαν της, νεμόμενον ἴδια θρησκευτικὰ προνόμια, καὶ πρεσβεύοντα τὸ δόγμα τῆς ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας, οὐδέποτε ἐδοκίμασεν οὔτε διὰ τῶν νόμων, οὔτε διὰ τῆς πολιτικῆς αὑτῆς νὰ ταράξῃ τὴν θρησκευτικὴν συνείδησιν τοῦ ἑλληνικωτάτου τούτου λαοῦ. Νομίζετε, ὅτι ἐν τῇ πανηγυρικῇ ταύτῃ πράξει τοῦ διεθνοῦς δικαίου, διὰ τῆς ὁποίας παραχωρεῖ τὴν Ἑπτάνησον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ Ἀγγλία δὲν εἶχε περὶ πολλοῦ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἔμεινε καλὸς φύλαξ καὶ φρουρὸς τῶν προνομίων τῆς ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας; Καὶ φρονεῖτε, ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ δείξωμεν ὀλιγωτέραν μέριμναν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπέδειξεν ἡ Μεγάλη Βρεττανία εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν; Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ τακτοποίησις τῶν ἐκκλησιαστικῶν τῆς Ἑπτανήσου πραγμάτων εἶναι ζήτημα ἐσωτερικῆς μόνον νομοθεσίας, καὶ ὅτι δὲν ὀφείλομεν λόγον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὴν συνείδησιν τῶν Ἰονίων, εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τοῦ πανελληνίου διὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θέλομεν λάβει πρὸς τακτοποίησιν καὶ λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου; Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, σέβομαι πᾶσαν ἰδέαν, διότι ἐκλαμβάνω αὐτὴν, ἐκφερομένην μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡς ἔχουσαν τὴν ῥίζαν αὐτῆς εἰς τὸ ἄδυτον τῆς πεποιθήσεως καὶ τῆς συνειδήσεως ἑκάστου. Τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ πάσης ἰδέας ἐπαγγέλλομαι, τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον πρὸς πᾶσαν λογικὴν ἰδέαν εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀποδώσω, τὸν αὐτὸν σεβασμὸν, τὴν αὐτὴν ἐλευθερίαν ἐπικαλοῦμαι ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τοῦ Κυρίου Τυπάλδου καὶ παντὸς ἄλλου, ὅστις φρονεῖ, ὅτι ἡ ῥύθμισις τοῦ ζητήματος τούτου δὲν εἶναι ἔργον ἀπόλυτον τῆς ἐσωτερικῆς νομοθεσίας. Ἐῤῥυθμίσθησαν παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοδυνάμως μὲν ὡς φρονεῖ ὁ Κ. Τυπάλδος, ἀλλ’ ὡς οἱ λοιποὶ νομίζομεν ἀναγκαίως, διότι τὰ πράγματα δὲν ἐπέτρεπον τότε λύσιν ἀλλοίαν. Ὅταν ὁ καιρὸς τῆς συνεννοήσεως ἐπέστη, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐπευφημοῦντος σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος, ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ Πατριαρχικοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως θρόνου, καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ἔλαβε τὴν εὐλογίαν τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἀλλὰ καὶ οἱ κατὰ τὸ ἔτος 1833 νομοθετήσαντες περὶ τῆς Ἐκκλησίας καλῶς ἐβουλεύθησαν. Αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεπον νὰ ἐνεργηθῶσιν ὅσα καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐπεθύμει, καὶ οἱ κρατοῦντες ἀνεγνώριζον ὡς συμφέροντα τῇ Ἑλλάδι. Προῆλθον δὲ εἰς τὸ μέτρον τοῦ νὰ κηρύξωσιν ἀνεξάρτητον τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, ἄνευ συμβάσεως μετὰ τοῦ Πατριάρχου, διότι ἡ ἀκατάσχετος τῶν πραγμάτων φορὰ τοὺς ὑπεχρέωσεν. Ὁ Μάουρερ ἐν τῷ συγγράμματι αὑτοῦ ἀναγνωρίζει ῥητῶς, ὅτι κατὰ θεωρίαν ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη ἐκείνων, οἵτινες ἐφρόνουν, ὅτι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου δὲν δύναται νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν μονοβουλίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι ἀπητεῖτο καὶ ἡ συναίνεσις τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου. Ὁ Κύριος Σ. Τρικούπης, ὅστις ἐχρησίμευσε τότε εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος, καὶ ὅστις εἶχε συμπράκτορας αὑτοῦ ἄνδρας ἐξόχου πατριωτισμοῦ καὶ βαθείας παιδείας, οἷοι ὁ Φαρμακίδης καὶ οἱ περὶ αὐτὸν, ἐνθυμεῖται βεβαίως τὰς περιστάσεις ἐκείνας. Πρέπει νὰ ἐνθυμῆται ὅσα ὁ Κ. Μάουρερ ἀναφέρει εἰς τὸ σύγγραμμά του, ὡς λαβόντα χώραν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Λέγει ὁ μεγαλόδοξος τῆς Ἑλλάδος νομοθέτης, ὅτι ἡ πρώτη ἀντιβασιλεία δὲν ἠδυνήθη νὰ προέλθῃ εἰς μίαν συνεννόησιν μετὰ τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας, διότι καὶ πολιτικαὶ καὶ ἐκκλησιαστικαὶ ῥᾳδιουργίαι ἐκράτουν πεφραγμένην τὴν πύλην τῆς συνεννοήσεως. Καυχᾶται ὅμως, Κύριοι, καὶ καυχᾶται εὐλόγως, ὅτι ὁ τότε Παναγιώτατος οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὁ ἀείμνηστος Κωνστάντιος ηὐλόγησε τὸ ἔργον τῆς ἀντιβασιλείας, οὐχὶ μὲν διὰ δημοσίου θεσπίσματος, ἀλλὰ διὰ διαγωγῆς συνετῆς, πλήρους πρᾳότητος καὶ ἀξιοπρεπείας. Ἔγεινε πρότασις πρὸς τὸν πατριάρχην νὰ ἀποκηρύξῃ, νὰ καταδικάσῃ καὶ νὰ ἀφορίσῃ τὴν Ἑλλην. ἐκκλησίαν. Ὁ πατριάρχης ἀπήντησεν, ὅτι εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθη ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως παρ’ ὅπως ἔπραξε, καὶ ὅτι θέλει ἔλθει ἡ ὥρα, ὅτε ἡ μεγάλη τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησία θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπιδαψιλεύσῃ πανδήμως καὶ τὴν πατρικὴν αὑτῆς εὐλογίαν. Καὶ ἦλθεν ἀληθῶς ἡ ὥρα, ἡ ὥρα ἐκείνη, ἥτις ἐνέκειτο εἰς τοὺς πόθους παντὸς ὀρθοδόξου. Ἐπέστη ἡ ὥρα κατὰ τὸ ἔτος 1850, καὶ ἡ νομοθεσία ἡμῶν καθιέρωσε τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἕκαστον μέλος τῆς Ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, πρὸ πάντων δὲ τὰ μέλη αὐτῆς τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸν ἑλληνισμὸν, τὰ λατρεύοντα τὸν Θεὸν καὶ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν εἰς τὴν πάτριον ἑλληνικὴν γλῶσσαν, συναισθάνονται πρὸς τὸν πρῶτον Ἱεράρχην πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων καὶ πρωτοστάτην τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Τί ἀποδεικνύουσι ταῦτα; ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτονομίας ἔγκειται μὲν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ὅτι τῶν δικαιωμάτων τούτων, πρέπει νὰ γίνεται ἡ προσήκουσα χρῆσις, ἂν δὲν θέλωμεν ἡ ἐνάσκησις αὐτῶν νὰ ἐπιφέρῃ τὴν παραβίασιν ἄλλου γενικωτέρου καὶ ἱερωτέρου δικαιώματος. Ἀποδεικνύουσι, Κύριοι, ταῦτα, ὅτι καὶ εἰς τὴν διάνοιαν, καὶ εἰς τὴν προαίρεσιν τῆς πρώτης ἀντιβασιλείας ὁ οἰκουμενικὸς Πατριάρχης εἶχε δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς ἐκκλησίας, καὶ ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα τῆς πολιτείας ἐξ ἑνὸς, καὶ τοῦ Πατριάρχου ἐξ ἑτέρου, δὲν ἔπρεπε πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἑλληνισμοῦ, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὀρθοδοξίας, νὰ περιέλθωσιν εἰς σύγκρουσιν ἀπότομον καὶ ἀδιάλυτον πρὸς ἄλληλα, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἡ ἀμοιβαία αὐτῶν συνδιαλλαγὴ καὶ συνάφεια, ἡ δι’ ἐπιεικοῦς συμβάσεως διατήρησις τῆς ἑνότητος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας μετὰ τοῦ οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐξ ἑνὸς, καὶ ἡ ἐξασφάλισις τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιοικήσεως τῆς Ἑλλην. Ἐκκλησίας ἐξ ἑτέρου. Ὁ Μάουρερ προσθέτει ὅτι πολὺ τὸν ἐλύπησε, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ τοῦτο ὡς ἐκ τῆς ἰσχυρᾶς φορᾶς τῶν περιστάσεων. Ἀφ’ ἑτέρου βλέπομεν ὅτι ἡ Μ. Βρετανία ἐφιλοτιμήθη ν’ ἀποδείξῃ καὶ διὰ τῆς τελευταίας συνθήκης, καὶ ἐν γένει διὰ τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ διαγωγῆς της, ὅτι ἐσεβάσθη τὰ προνόμια τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὸ κέντρον τῆς Ἑλλην. Ὀρθοδοξίας. Ἐθεώρησε δὲ ὡς ἀβουλίαν τὸ νὰ τολμήσῃ νὰ λάβῃ τὴν εὐθύνην ἐνώπιον τῆς συνειδήσεως τοῦ Ἰονίου λαοῦ, καὶ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα μὲ τὰς ἀπολύτους θεωρίας, τὰς ὁποίας τινὲς ἐξήνεγκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου, πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ λυθῇ διὰ τρόπου συμβιβαστικοῦ, καὶ ὅτι πρέπει, ἂν, ὡς πιστεύω, ἡ Συνέλευσις δὲν ἦναι ἁρμοδία νὰ τὸ λύσῃ νὰ συστήσῃ αὐτὸ θερμότατα εἰς τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα τὸ λύσῃ διὰ τοῦ αὐτοῦ ἐκείνου τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλύθη καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας ἐν ἔτει 1850. Φρονῶ προσέτι, ὅτι καὶ ἄλλαι ἐκ τῶν λοιπῶν σκέψεων τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Κεφαλληνίας εἶναι ἄξιαι συντόνου προσοχῆς. Ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν τοῦ γάμου, καὶ τὴν κατ’ αὐτὴν διαδικασίαν, ἴσως ὁ προτεινόμενος τῆς λύσεως τρόπος δὲν περιέχει τὴν κατάλληλον θεραπείαν, ἴσως δὲν φθάνει εἰς τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἐντοσούτῳ, Κύριοι πρέπει νὰ διεγείρῃ καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο τὴν προσοχήν μας. Τὰ γεγονότα, τὰ φαινόμενα τοῦ κοινωνικοῦ βίου, τῶν ὁποίων εἴμεθα μάρτυρες, πρέπει νὰ μᾶς πείσωσιν ὅτι σκάνδαλα σπουδαῖα καὶ δειναὶ καταχρήσεις εἰσεχώρησαν περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς νομοθεσίας ὡς πρὸς τοὺς γάμους καὶ τὰ διαζύγια. Φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ περιστείλωμεν τὴν εὐκολίαν τῶν διαζυγίων, ἡ ὁποία ἀνατρέπει τὰς βάσεις τοῦ κοινωνικοῦ, τοῦ πολιτικοῦ καὶ τοῦ θρησκευτικοῦ βίου. Ἀλλὰ δὲν περιστέλλεται διὰ τῆς μεταθέσεως τῆς δικαιοδοσίας ἀπὸ τῶν πολιτικῶν εἰς ἐκκλησιαστικὰ δικαστήρια. Τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν ἡ νομολογία ἀποδεικνύεται, ἐν Τουρκίᾳ τοὐλάχιστον, πολλῷ χαλαρωτέρα ὡς πρὸς τὰ διαζύγια ἀπὸ τὴν τῶν πολιτικῶν παρ’ ἡμῖν δικαστηρίων. Πιστεύω, ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ ἡ ἐκκλησία ἐτήρησεν ἀκριβῆ πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὰ δόγματα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, καὶ ὅτι οὐδεμία ἐπῆλθε κατάχρησις, οὐδὲν συνέβη σκάνδαλον εἰς τὴν λύσιν τῶν περὶ διαζυγίου ζητημάτων. Καὶ παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, ἡ περὶ τούτων νομοθεσία εἶναι μὲν καλὴ, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς ἐκ μέρους τῶν δικαστηρίων κατήντησε σκανδαλώδης. Δὲν ἐπιτρέπεται διαζύγιον, εἰμὴ διὰ δύω ὡρισμένους λόγους, διὰ τὴν περὶ τὸν γάμον ἀπιστίαν καὶ διὰ τὴν κακογνώμονα ἐγκατάλειψιν τοῦ συζυγικοῦ οἴκου ἐκ μέρους τῆς γυναικός. Οἱ δύο οὗτοι λόγοι οἱ περιεχόμενοι εἰς τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον καθιεροῦνται καὶ ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν τῆς χριστιανικῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ δυστυχῶς, Κύριοι, καὶ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπετρέπετο ἄλλοτε τὸ διαζύγιον ἐν τῇ ἑσπερίᾳ Εὐρώπῃ, οἱ λόγοι τῆς ἀμοιβαίας συναινέσεως τῶν συζύγων καὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου τῶν ἠθῶν (incompatibilité des moeurs), δὲν εἰσεχώρησαν μὲν εἰς τὴν νομοθεσίαν μας, ἀλλὰ διὰ πλαγίων μέσων ἐπολιτογραφήθησαν ὡς ἄγραφον τῆς πολιτείας δίκαιον, ὡς ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ἐκ μέρους τῶν δικαστηρίων. Τὴν σκανδαλώδη αὐτὴν εὐχέρειαν τῶν διαζυγίων πρέπει νὰ ἀποκόψωμεν, καὶ τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς ἀστικῆς νομοθεσίας. Ἂς καταβληθῇ συντονωτέρα προσοχὴ, καὶ ἀνωτέρα μέριμνα, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ τήρησις τοῦ δόγματος τῆς ἐκκλησίας καὶ τῶν νόμων τῆς πολιτείας ὡς πρὸς τὸ διαζύγιον. Ἂς μείνωσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ὡς ἐν τῷ δόγματι καὶ ἐν τοῖς νόμοις, δύω μόνον πρὸς τοῦτο λόγοι, ὁ τῆς ἀπιστίας καὶ ὁ τῆς κακοβούλου ἐκ μέρους τῆς γυναικὸς ἐγκαταλείψεως τῆς οἰκίας. Ταῦτα ἠθέλησα νὰ ἐκθέσω, κυρίως μὲν διὰ νὰ ἐπανορθώσω ἱστορικὸν ἀδίκημα, καὶ ν’ ἀφαιρέσω τὰ ὅπλα ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἠδύναντο νὰ λάβωσιν αὐτὰ ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Κυρίου Τυπάλδου διὰ νὰ ῥίψωσι κατὰ πρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἐπολιτεύθη ὡς πρὸς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα ἄλλοτε, ὅπως νῦν πολιτεύεται ἡ Κυβέρνησις τῶν παρὰ τὸν Ἴστρον Ἡγεμονειῶν. Ἐλάλησα προσέτι, διότι νομίζω, ὅτι χρεωστοῦμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάνησον δι’ ἀμοιβαίας μετὰ τοῦ οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου συνεννοήσεως, ὥστε μήτε ἡ πολιτεία νὰ ὑποφέρῃ, μήτε τὰ δικαιώματα τοῦ οἰκουμενικοῦ θρόνου, τοῦ κοινοῦ τούτου κέντρου τῆς ὀρθοδοξίας καὶ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, νὰ λάβωσιν ἀλγεινὸν τραῦμα, παραγνωριζόμενα ὑπὸ τῆς πανελληνίου ταύτης Συνελεύσεως (εὖγε, εὖγε).
§35ΚΑΛΟΣ. Ὑποστηρίζει λοιπὸν ὁ προαγορεύσας τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος;
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζει τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος· κατόπιν δὲ θέλετε ἀκούσει ὅτι ἔχει τροπολογίαν ἀνεξάρτητον τοῦ ζητήματος. Ὁ Κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§37ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, χάριν ἔχω, καὶ πρέπει, φρονῶ, νὰ ἔχῃ καὶ ἡ Συνέλευσις πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μας, Κ. Γ. Τυπάλδον Ἰακωβάτον, ὅτι ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἐκφέρῃ καὶ κρατύνῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν δύω πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀναπτυσσόμενος εἰς διαφόρους σκέψεις προκαταρκτικὰς τῶν συμπερασμάτων αὐτοῦ, ἐπάταξε μὲ ῥωμαλέον βραχίονα καὶ μὲ κυκλώπειον σφύραν τοὺς ξένους τοὺς κατὰ τὸ 1833 κακουργήσαντας περὶ τὰ τῆς ἡμετέρας ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Ἐκακούργησαν, Κύριοι, καὶ ἡ ἱστορία ἤδη ἀνέγραψεν ἀνεξαλείπτοις γράμμασι τὰ κακουργήματα ἐκεῖνα, καθὼς καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Εἰς μάτην τοῦ προαγορεύσαντος Κ. Κοκκίνου ὁ ἔπαινος καὶ ἡ ἀπολογία τῆς ἀντιβασιλείας, καὶ τὸ χειρότερον, ὅτι εἶπεν, ἡ ἀντιβασιλεία ἀπεμιμήθη τὰ διατάγματα καὶ ψηφίσματα τοῦ Κυβερνήτου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι τοῦτο καὶ ἱστορικὸν πλημμέλημα εἶναι καὶ ἄδικον μέγα κατὰ τῆς μνήμης τοῦ ἀοιδίμου ἐκείνου ἀνδρός. Πόσον διαφόρως, Κύριοι, ὁ εὐσεβέστατος ἐκεῖνος υἱὸς τῆς Ἑλλάδος διατάττει, ἢ μᾶλλον προβουλεύεται περὶ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο νὰ προσπορισθῇ ἐκ τῶν ἱερῶν καταστημάτων, χωρὶς νὰ βλάψῃ τὴν φύσιν καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν, ἵνα φέρῃ βοήθειαν εἰς τὴν θρησκευτικὴν καὶ διανοητικὴν πρόοδον τοῦ ἔθνους! Τί ἔπραξε δὲ ἡ ἀντιβασιλεία, τὸ γνωρίζετε· καταστρέφει τὰ μοναστήρια, διώκει τοὺς μοναχοὺς, ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ καὶ ἐθανατώθησαν μόνοι ἐξ ἀπελπισίας, ἐκθέτει εἰς δημοπρασίαν ἱερὰ ἄμφια καὶ σκεύη, καθιστᾷ πολλὰ μοναστήρια, ὡς δῆθεν μικρὰ καὶ ἐγκαταλελειμμένα κατοικητήρια κτηνῶν. Ἀλλὰ, λέγει ὁ Κ. Κόκκινος, κατὰ προαίρεσιν ταῦτα δὲν διεπράχθησαν, ὁρμώμενος ἐκ τῶν διαβεβαιώσεων τῶν ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ Κ. Μάουρερ. Τί κοινὸν, Κύριοι, μεταξὺ τῶν διαβεβαιώσεων τοῦ Κ. Μάουρερ καὶ τῶν πραγμάτων. Τὰ μοναστήρια, λέγει, τὰ ξένα δὲν ἐδημεύθησαν καθὼς τὰ ἐγχώρια, καὶ ὅμως εἶναι ἱστορικωτάτη ἀλήθεια, ὅτι συμπεριελήφθησαν καὶ ταῦτα καὶ ἐκεῖνα, καὶ ὅτι ἡ πρώτη Βουλευτικὴ σύνοδος, μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ Συντάγματος, ἀπεκατέστησεν αὐτὰ καὶ ἐκάλεσε τοὺς κτήτορας νὰ στείλωσιν ἀντιπροσώπους νὰ τὰ παραλάβωσι, καθὼς καὶ τὰ παρέλαβον· ἄρα ἡ ἀποκατάστασις ἔγεινεν ἐξ ἐθνικῆς δικαιοσύνης, ἡ δὲ κατάργησις εἶναι ξένη, τῇ συνεργείᾳ κατὰ δυστυχίαν Ἑλλήνων τινῶν ἀσόφων, ἐπαγγελλομένων δὲ σοφῶν. Ἡ ἀντιβασιλεία συνεκάλεσε, λέγει ὁ Κ. Κόκκινος, τοὺς Ἀρχιερεῖς πρὸς γνωμοδότησιν περὶ κηρύξεως τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας καὶ περὶ διοικήσεως αὐτῆς· ἀλλ’ ὅσοι τότε εὑρέθησαν εἰς τὸ Ναύπλιον, γνωρίζουσι κάλλιστα τὴν εἰρωνείαν τῆς πράξεως ταύτης, καὶ ἂν οἱ Ἀρχιερεῖς ὑπῆρξαν ἐλεύθεροι νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των, καὶ πόσοι καὶ πῶς ἀντεστάθησαν πρὸς τὰς προθέσεις τῆς ἀντιβασιλείας. Ὁμολογεῖται, Κύριοι, ἢ δὲν ὁμολογεῖται, ὅτι ἐκεῖθεν πρῶτον ἀνέβλυσε καὶ ἐχύθη εἰς τὸ ἔθνος ὁ ποταμὸς τῆς ἀσεβείας καὶ πάσης κοινωνικῆς διαφθορᾶς, πρυτανευόμενος ὑπὸ τοιαύτης πολιτείας, ὥστε νὰ φθάσωσί τινες σήμερον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χριστιανικῇ κοινωνίᾳ εἰς μανίαν καὶ φανατισμὸν, ὄχι πλέον θρησκευτικὸν, ἀλλὰ φανατισμὸν ἀθρησκείας καὶ ἀθεότητος σημαιοφόρου. Τὸ πολυπαθὲς τοῦτο ἔθνος, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἐκπροσωπεῖτε ἐνταῦθα, ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος ὡπλίσθη καὶ ἔμεινε πιστὸν μέχρι τέλους εἰς τὸν θεὸν τῶν πατέρων αὑτοῦ· ὑπὲρ τοῦ θεοῦ τούτου ἐσφαγιάσθησαν Πατριάρχαι καὶ ἀρχιερεῖς καὶ ἄρχοντες καὶ ἱερεῖς καὶ διδάσκαλοι καὶ πάσης τάξεως Ἕλληνες, καὶ τόσον αἷμα ἔῤῥευσεν ἐν τῷ πολέμῳ καὶ τόσαι αἰχμαλωσίαι ἐτραγῳδήθησαν· ποῖος ὁ ἠθικὸς καρπός; ὅ,τι βλέπομεν σήμερον· δικαιοτάτη ἄρα καὶ ἀναγκαιοτάτη ἡ μέριμνα ἡ περὶ τῆς τοῦ ἔθνους θρησκείας καὶ περὶ τῆς ἐκκλησίας, ἥτις ἐστὶν ἡ κιβωτὸς ἡ περιέχουσα τὴν πατρῴαν εὐσέβειαν. Ὀρθότατα δὲ καὶ ἱστορικώτατα καὶ ὁ ἔντιμος ἡμῶν συνάδελφος, Κύριος Ἰακωβάτος, ἐξέτεινε τὴν δύναμιν τῆς ἡμετέρας πίστεως καὶ εἰς τὸ σώζειν ἐν ἡμῖν τὴν πάτριον καὶ πολυδόξαστον Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Καὶ τὰ παραδείγματα τούτου πρόχειρα. Ὑπῆρχε καὶ ἡ Ἰταλία Ἑλλὰς ἄλλοτε, καὶ ἡ Σικελία, καὶ χριστιανίσασαι, Ἑλλὰς διέμειναν, ἐφ’ ὅσον ἐκκλησιαστικῶς διείποντο ὑπὸ τῆς ἑπτασυνόδου ὀρθοδοξίας· ἀπολέσασαι ὅμως τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησιαστικὴν διοίκησιν, καὶ καθυποβληθεῖσαι εἰς τὸν δυτικὸν ζόφον τῆς λατινικῆς ἱεραρχίας, συναπώλεσαν καὶ τὴν πάτριον γλῶσσαν. Ἡ Ἑπτάνησος πόσας μεταβολὰς καὶ συμφορὰς πολιτικὰς δὲν ὑπέστη; ἐμμείνασα ὅμως εἰς τὴν πάτριον θρησκείαν, διετήρησε καὶ τὴν πάτριον γλῶσσαν, καὶ ἂν πρὸς ὀλίγον κατὰ τοῦτο ἐχώλανε δυσπνοοῦσα ὑπὸ τῶν ἀλλοφύλων πιέσεων, πάλιν ὅμως ἀνέδραμεν εἰς τὸ λαλεῖν καὶ γράφειν καὶ φρονεῖν Ἑλληνιστὶ ἀπαραλλάκτως ὡς καὶ ἡμεῖς. Προσθέτω, Κύριοι, καὶ τὸ ἐπίσης σημειῶδες φαινόμενον τὸ ἐν τῇ μικρᾷ Ἀσίᾳ, ὅπου ὁ Ἕλλην ἔχασε μὲν τὴν γλῶσσάν του ὑπὸ τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην τῆς Ὀσμανικῆς κατακτήσεως, διατηρήσας ὅμως τὴν πίστιν, ἀπό τινα ἤδη χρόνον ἀνεγείρει σχολεῖα Ἑλληνικὰ καὶ ἐπαναλαμβάνει ἀκέραιον τὸν προγονικόν του Ἑλληνισμόν. Μεταβαίνω ἤδη, Κύριοι, εἰς τὴν θεωρίαν τῶν βάσεων τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου, καὶ εἰς τὰς σκέψεις, διὰ τῶν ὁποίων συνώδευσε τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς· δύω εἶναι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐμφαίνονται ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ, τὸ περὶ τῆς σχέσεως τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριαρχικὸν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ τὸ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Προλογίζων ὅμως, λαμβάνω τὸ θάῤῥος νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἰσχυρισμόν του τοῦτον, ὅτι ἡ Ἐκκλησία πάντοτε αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἐνομοθέτησε καὶ διέταξε τὰ ἀνήκοντα εἰς ἑαυτήν. Τοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν ἱστορίαν· διατί; διότι ἐν ταῖς ὀρθοδόξοις ἐπικρατείαις ἡ Ἐκκλησία ἐστὶν ἐν τῇ πολιτείᾳ, καθὼς καὶ ἡ πολιτεία ἐστὶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ οὐδέ ποτε οὐδὲν πράττεται περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἐκκλησίας ἄνευ τῆς συσκέψεως καὶ συμπράξεως ἀμφοτέρων τῶν μερῶν. Παρατηρεῖται μόνον τοῦτο, ὅτι ποτὲ μὲν ἡ Ἐκκλησία δίδει τὴν νύξιν καὶ ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ συνέρχεται καὶ συμβοηθεῖ καὶ ἐκτελεῖ τὰ κοινῇ δεδογμένα, ἄλλοτε δὲ ὁ Ἄναξ προτείνει, καὶ ἡ Ἐκκλησία μετὰ βουλῆς συνδιαπράττει καλῶς τὰ δόξαντα· ἐκ τούτου προέκυψαν δύω τινὰ, πρῶτον αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, καὶ δεύτερον αἱ Νεαραὶ τῶν Αὐτοκρατόρων, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ἐπὶ 8 αἰῶνας ἀπὸ Ἰουστινιανοῦ μέχρις Ἀνδρονίκου Παλαιολόγου τοῦ Γέροντος. Δύο φορὰς μόνον ὁ Αὐτοκράτωρ ἠθέλησε νὰ διατάξῃ ἄνευ τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἰδοὺ τί συνέβη· ὁ μὲν Ἰουστινιανὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ ἐκήρυξεν αὐτοκέφαλον τὴν τῆς πατρίδος του Ἀχρίδος ἐκκλησίαν δι’ ἑνὸς διατάγματος· ἡ ἐκκλησία ἐσιώπησεν, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον κατηργήθη ἀνεπαισθήτως ἡ πρᾶξις τοῦ Αὐτοκράτορος, διότι ἡ ἐκκλησία δὲν ἔλαβεν εἰς αὐτὴν μέρος. Ἐπίσης Θεόδωρος Λάσκαρις ὁ νέος, καὶ αὐτὸς διὰ μίαν συγγένειαν, ἣν συνῆψε μὲ τὸν ἄρχοντα τῆς Βουλγαρίας, ἐκήρυξεν αὐτογνωμόνως αὐτοκέφαλον τὴν ἐκκλησίαν Τυρνόβου, πρωτευούσης τοῦ ἄρχοντος, ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺν χρόνον καὶ αὕτη ἡ πρᾶξις ἠχρήστησεν· ἐπεκράτησε δὲ πάντοτε παρὰ τοῖς ὀρθοδόξοις πολιτικοῖς ἡ ὁμολογία, ἣν αὐτὸς ὁ Ἰουστινιανὸς ἔν τινι τῶν Νεαρῶν αὑτοῦ ἀποφθέγγεται «τὰ θεσπίσματα τῶν ἱερῶν Συνόδων ὡς φωνὰς τῶν θείων γραφῶν ἀσπαζόμεθα.» Μάρτυρες δὲ, Κύριοι, καὶ τὰ πρακτικὰ τῶν Συνόδων τῆς μετοχῆς τῶν πολιτικῶν εἰς τὰ περὶ ἐκκλησίας βουλεύματα· Αὐτοπροσώπως 2 αὐτοκράτορες συμπαρευρέθησαν εἰς 2 οἰκουμενικὰς Συνόδους, εἰς τὴν Αʹ. ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, εἰς τὴν Δʹ. ὁ Μαρκιανός· ἄρχοντες πολιτικοὶ συμπαρῆσαν ἐπίσης εἰς τὰς Συνόδους, διότι τὰ πρακτικὰ λέγουν ῥητῶς «οἱ ἐνδοξότατοι ἄρχοντες εἶπον,» δηλαδὴ εἶχον γνώμην. Ταῦτα λέγω, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία πάντοτε συνευθετεῖ τὰ ἑαυτῆς μετὰ τῆς εὐσεβοῦς πολιτείας, καὶ ἡ πολιτεία συμφωνεῖ μετὰ τῆς ἐκκλησίας εἰς τὰ ἱερὰ καὶ νόμιμα ταύτης συμφέροντα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ἤδη ἀρχαῖον πολίτευμα τῆς Ἑπτανήσου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἔλαβεν ἐπιχειρήματα ὁ ἔντιμος Κ. Ἰακωβάτος μᾶς δεικνύει 2 ἀρχὰς, τὴν πολιτικὴν τῆς προστασίας, καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν τοῦ Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διαπραγματευομένας περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν. Σημειώσατε ἐν τοσούτῳ, Κύριοι, ἐνταῦθα, ὅτι, ὅπου ἄρχοντες εὐσεβεῖς, ἐκεῖ καὶ τὰ τῆς ἐκκλησίας εὐοδοῦνται, καὶ ἡ ἐκκλησία πληθύνει τὴν εὐσέβειαν εἰς τὸν λαόν· ὅπου ἄρχοντες ἀσεβεῖς, ἐκεῖ ἐκκλησία δὲν δύναται νὰ σταθῇ, ἐκεῖ τρέφεται κοινωνία ἁμαρτωλὴ, ὅσον καὶ ἂν θελήσητε νὰ ὀχυρώσητε δῆθεν τὴν ἐκκλησίαν διὰ ψηφισμάτων καὶ ἀναγορεύσεων συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Σημειώσατε καὶ σεῖς, ὦ σοφοὶ περὶ τὴν ἐπιστήμην τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, ὅσοι θαυμάζετε τὸ ὄντως ἀξιοθαύμαστον σύστημα τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, τὸ βασιλεῦον ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ, ὅσοι ἀνεγνώσατε τὴν ἱστορίαν τοῦ εὐδαίμονος ἐκείνου τόπου, ὅτι ἄνευ τοῦ θρησκευτικοῦ ζήλου ὑπὲρ οὗ καὶ αἷμα πολὺ ἐχύθη, ὑπῆρξεν ἀδύνατον νὰ στερεωθῇ ἡ ἐλευθερία. Ἡ Ἀγγλία ἄνευ τῆς θρησκευτικῆς πεποιθήσεως ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀπεδύθη εἰς τόσας πολυσυμφόρους μεταβολὰς, οὐδέποτε ἤθελε φθάσει νὰ στηρίξῃ τὰς συνταγματικὰς αὐτῆς ἐλευθερίας. Θρησκεία καὶ ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἐλευθερία ἐδημιούργησαν τὸ περιφανὲς τοῦτο ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θαυμάζει ὅλος ὁ κόσμος, καὶ ἀμφότεραι ἐμόρφωσαν τοὺς εὐγενεῖς ἐκείνους πολιτικοθρησκευτικοὺς χαρακτῆρας, εἰς τοὺς ὁποίους ἅπαντες ἀποδίδομεν δικαιοτάτην τιμήν. Φθάνω ἤδη πρῶτον εἰς τὸ περὶ συνδέσμου τῆς ὧδε ἐκκλησίας μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει μητρὸς, ὅπως ὁ ἔντιμος Κ. Ἰακωβάτος τὴν ἐννοεῖ καὶ προτείνει. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, Κύριοι, ὅταν ἐπανέστη κατὰ τὸ 1821, εὑρέθη ὑπὸ τὸν σωτήριον πνευματικὸν ζυγὸν τοῦ Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Εἰς ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πολέμου οὐδεὶς λόγος ἦτο, εἴτε περὶ ἀποσπάσεως ἀπὸ τὴν μεγάλην Ἐκκλησίαν, εἴτε περὶ κηρύξεως αὐτοκεφάλου, διότι οὔτε καιρὸς οὔτε διάθεσις πρὸς τοῦτο ὑπῆρχον. Ὁ Κυβερνήτης ἦλθε καὶ εἶδεν ὡς σοφὸς πολιτικὸς, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσέλθωμεν εἰς τὴν μεγάλην Ἐκκλησίαν καὶ νὰ ἐξηγηθῶμεν περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ καταρτίσωμεν τὰ τῆς ἐκκλησίας διοικητικῶς. Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἐμελέτα, ἐξέλιπεν. Ἦλθεν ἡ ἀντιβασιλεία, ἥτις ὄχι μόνον ἔκαμε περὶ τὰ τῆς ἐκκλησίας ὅσα ἄλλα κατορθώματα πρὸ ὀλίγου ἀνεφέραμεν, καὶ ὅσα οὐδέποτε δύναται νὰ ἐκπλύνῃ οὔτε ἡ εὐγλωττία τοῦ Κ. Κοκκίνου, οὔτε οὐδενὸς ἄλλου, ἀλλὰ καὶ ἀπόφασιν ἔστησε καὶ ἐξετέλεσε νὰ κηρύξῃ αὐτοκέφαλον τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἄνευ συγκαταθέσεως τοῦ Πατριάρχου· ὅθεν συγκαλεῖ Σύνοδον δῆθεν ἐκ τῶν τότε ὑπαρχόντων Ἀρχιερέων καὶ τοὺς βιάζει, ὅπως γνωρίζομεν ὅσοι παρευρέθημεν τότε ἐκεῖ, θέλοντας καὶ μὴ, νὰ ὑπογράψωσιν ὅτι καλῶς ἔχει. Οὕτως ἔγειναν, ἐπαναλαμβάνω, τὰ πράγματα, καὶ οὐχὶ ὅπως ὁ Κ. Κόκκινος εἶπε. Τοιοῦτος ὑπῆρξεν ὁ χωρισμὸς, ὁ βίαιος σπαραγμὸς τῆς ἐκκλησίας ταύτης ἀπὸ τῶν κόλπων τῆς ἑαυτῆς μητρός. Δὲν εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἡ μεγάλη ἐκκλησία δὲν ἐταράχθη· καὶ ἐταράχθη καὶ ἠγανάκτησε καὶ ἐστέγνωσεν· ἀλλ’ ὡς μήτηρ φιλόστοργος, καὶ συνετὴ, οἰκονομοῦσα τοὺς καιροὺς, ἐσιώπησεν. Ἐπὶ τούτων, Κύριοι, τῶν πραγμάτων, ὅταν συνῆλθε τὸ ἔθνος κατὰ τὸ 1843, λαμπρὸς καὶ ἐκτεταμένος ἐγένετο λόγος, διότι τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ἠδύνατο νὰ λησμονήσῃ, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, νὰ ἐπικυρώσῃ τὰ κακουργήματα ταῦτα, (εὖγε, εὖγε!) καὶ ἐκεῖ ἐτέθησαν αἱ βάσεις περί τε τῆς ἐξωτερικῆς σχέσεως καὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τῆς ἐνταῦθα ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Τέλος κατὰ τὸ 1850 ἦλθε μία κυβέρνησις, ἥτις παραδόξως φωτισθεῖσα, ἐνεθυμήθη τὸ φρόνημα καὶ τὰς ὑποδείξεις τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ ἀπεφάσισε νὰ προσέλθῃ εἰς τὸν πατριαρχικὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, ὅστις καὶ τὴν ἐδέχθη μὲ ἀνοικτὰς ἀγκάλας καὶ ἐγένετο κατὰ τοὺς κανόνας ὁ Συνοδικὸς τόμος περὶ τῆς αὐτοκεφάλου ἡμῶν ἐκκλησίας ἐπὶ τοῖς ὅροις ἐκείνοις, τοὺς ὁποίους καὶ ἀσπάζεται καὶ προτείνει ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας Κ. Ἰακωβάτος, νὰ μνημονεύηται δηλαδὴ καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ Πατριάρχης, καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸ μύρον ἡ ἐνταῦθα Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν· τὸ δὲ περὶ ἐκλογῆς Ἀρχιερέων καὶ ἐκδόσεως τῶν χειροτονιῶν αὐτῶν ἐφάπαξ εἰς τὸ μέλλον παρεχώρησε διὰ τοῦ τόμου ἡ μεγάλη Ἐκκλησία εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατὰ τοῦτο ἐχειροτονήσαμεν εὐθὺς καὶ Ἀρχιερεῖς, ὧν ἐστερούμεθα· τί ἄλλο δύναται καὶ σήμερον νὰ γίνῃ, οὐχὶ αὐτογνωμόνως, ἀλλὰ προσερχομένων ἡμῶν πάλιν εἰς τὴν μεγάλην Ἐκκλησίαν καὶ ἐξηγούντων τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ τῆς Ἑπτανήσου ἐκκλησιαστικὴ συγχώνευσις μεθ’ ἡμῶν ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ Τόμου; οὐδὲ ἀληθεύει ἱστορικῶς, τὸ λέγω μὲ κάποιαν συστολὴν φιλικὴν, ὅ,τι ἴσως ἐκ τύχης ὁ Κ. Ἰακωβάτος εἶπεν, ὅτι εἰς διάστημα 18 ὅλων αἰώνων οὐδέποτε ἔγεινε μεταβολὴ περὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι· κατ’ ἀρχὰς τοῦ πέμπτου αἰῶνος ἡ 3η Οἰκουμ. Σύνοδος ἀπέλυσεν αὐτοκέφαλον τὴν ἐκκλησίαν τῆς Κύπρου, ἥτις καὶ σήμερον σώζεται τοιαύτη. Συνοδικῶς γίνονται πάντα τὰ τοιαῦτα, καὶ συγκαταθέσει ἀμοιβαίᾳ· ἐπίσης ἡ Σύνοδος Ἀντιοχείας ἀνέδειξεν αὐτοκέφαλον τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἰβηρίας. γʹ. Ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ λοιποὶ τρεῖς πατριαρχικοὶ θρόνοι ἀνηγόρευσαν αὐτοκέφαλον τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ῥωσσίας εἰς τὸ τέλος τοῦ 16 αἰῶνος· ὥστε τὰ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας γενόμενα διὰ τοῦ Συνοδικοῦ τόμου τοῦ 1850, καὶ τὰ γενησόμενα περὶ συγχωνεύσεως τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς ἡμετέρας, εἶναι σύμφωνα μὲ ταῦτα τὰ προηγούμενα. Πάντοτε, Κύριοι, ἡ καθόλου ὀρθόδοξος ἐκκλησία ἀπεδέξατο τὰς τοιαύτας συγχωνεύσεις τῶν ἐκκλησιῶν, προκαλουμένας ὑπὸ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων. Ἐπὶ Αὐτοκράτορος Γρατιανοῦ τὸ Ἰλλυρικὸν μέρος τῆς Αὐτοκρατορίας ἀποσπασθὲν ἐκ τῆς Δύσεως μετέβη ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως, καὶ εὐθὺς καὶ ἡ ἐκκλησία ἐκείνου τοῦ μέρους διοικητικῶς ὑπήχθη ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Φώτιος ὁ μέγας γράφων πρὸς τὸν Πάπαν Νικόλαον λέγει ὅτι, «τὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων καὶ ἐνοριῶν ταῖς πολιτικαῖς μεταπτώσεσι συμμεταβάλλεσθαι πέφυκεν». Ἰδοὺ πολιτικὴ μεταβολή· ἡ Ἑπτάνησος ἡνώθη πολιτικῶς μὲ ἡμᾶς, συμμεταβάλλονται ἑπομένως καὶ τὰ τῆς διοικήσεως τῆς ἐκκλησίας, πάντοτε μὲ τὸν ὅρον τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Πατριάρχου, μὲ τὸν ὁποῖον ἦσαν συνδεδεμένοι, ἔστω καὶ ἐλαφρῶς, καὶ ἐπὶ συνθήκῃ τῆς κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας ἐσωτερικῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως. Ἰδοὺ, Κύριοι, καὶ ὁ τόμος ὁ Συνοδικὸς ὁ κατὰ τὸ 1850 ἐκδοθεὶς παρὰ τῆς Μ. Ἐκκλησίας, ὅτι τὸ αὐτὸ λέγει· «ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἀνέκαθεν ἡ τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησία, ἤτοι αἱ σεπταὶ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, ὥς γε πρὸς τὴν τοῦ βιωτικοῦ πολιτεύματος καιρικὴν χρείαν ἀφορῶσαι, ἢ ἐχώρισαν, ἢ συνῆψαν ἐπαρχίας ἐκκλησιαστικὰς, καὶ ἢ ἄλλοις ὑπέταξαν ἢ αὐτοκεφάλους ἀνέδειξαν αὐτὰς, τῆς ἐν τῇ πίστει καὶ ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ τάξει Ἑνότητος ἀλωβήτου διαμενούσης.» Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι, ἀπορῶ πῶς ὁ ἔντιμος Κ. Ἰακωβάτος ἐνόμισε παράξενον, ὅτι εἴπομεν κεφαλὴν τῆς ἐκκλησίας τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· ἀλλὰ τοῦτο ἀπὸ τῶν χρόνων τῶν Ἀποστόλων λέγεται μέχρι σήμερον ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ. Καὶ ἐν τῷ Συνοδικῷ τόμῳ τῆς μεγάλης ἐκκλησίας ἀναγινώσκεται· «ἵνα ἡ ἐν τῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος ὀρθόδοξος ἐκκλησία, ἀρχηγὸν ἔχουσα καὶ κεφαλὴν, ὡς καὶ πᾶσα ἡ καθολικὴ καὶ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τὸν Κύριον καὶ Θεὸν καὶ Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, ὑπάρχῃ τοῦ λοιποῦ κανονικῶς αὐτοκέφαλος κλ.» Μένει, Κύριοι, τὸ περὶ ἐσωτερικῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως, περὶ οὗ ἐπαναλαμβάνω καὶ πείθομαι, ὅτι ἀφοῦ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, τὸν σύνδεσμον δηλ. μετὰ τῆς Μ. Ἐκκλησίας καὶ τὸ δυνατὸν τοῦ νὰ γίνῃ συγκαταθέσει αὐτῆς συγχώνευσις τῶν δύω ἐκκλησιῶν ἐπὶ τοῖς ἤδη κανονισθεῖσι, συνεφωνήσαμεν, ἐλπίζω, ἀφ’ οὗ ἐξηγήθημεν, ὅτι θέλομεν συμφωνήσει καὶ ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως· τὸ οὐσιωδέστερον αὐτῆς ἀφορᾷ τὰ περὶ ἐκλογῆς Ἀρχιερέων. Τὸ κατ’ ἐμὲ σχεδὸν δὲν διστάζω εἰς ταύτην τὴν περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀρχιερέων μεταβολὴν κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ σύστημα, ἐὰν ᾖναι συμφωνότερον πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἐκκλησίας καὶ ἐγγύτερον τῆς κανονικῆς διατάξεως. Καὶ τοῦτο εἶναι ἔργον εὐκολώτατον ὅταν ὑπάρχῃ κοινὴ συναίνεσις καὶ ἀποφασισθῇ εἴτε δι’ ἄρθρων ἢ παραγράφων ἐν τοῖς τοῦ Συντάγματος εἴτε δι’ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως σημειουμένης ἐν τοῖς πρακτικοῖς, τοὐτέστι ά) ὅτι ἀπαραιτήτως ἐντὸς ὀλίγου νὰ γίνῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διαπραγμάτευσις μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου περὶ τῆς διοικητικῆς συγχωνεύσεως τῶν δύω ἐκκλησιῶν Ἑπτανήσου καὶ ἡμῶν· καὶ βʹ. ὥστε τὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων νὰ γίνωνται κατὰ τὰ εἰθισμένα ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀναθεωρουμένου καὶ ἐπανορθουμένου κατὰ τοὺς κανόνας καὶ τοῦ καταστατικοῦ περὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νόμου. Παύω, Κύριοι, τὸν λόγον, παρακαλῶν ὑμᾶς ἵνα συμφωνήσωμεν ὡς συμφέρει, καὶ συνεπιψηφίσωμεν τὰ δύω πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ὅπως εἶναι διατυπωμένα ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς, προστιθεμένων τῶν δύω ἐκείνων οὐσιωδῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους εἶπα, ἢ ἐὰν ἡ Συνέλευσις θέλῃ, καταχωριζομένων εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτῆς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἄν θέλωμεν, δυνάμεθα νὰ συντέμωμεν οὕτω τὴν ἐργασίαν καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ περαιτέρω, διότι φρονῶ, ὅτι ἤδη τὸ τέλος τῶν λόγων ἤγγικε, καὶ ὁ καιρὸς τῶν ἔργων ἐπῆλθεν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν δύω προτάσεις ὡς πρὸς τὰς δύω παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ Κ. Σχινᾶς.
§39ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθοῦν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχουσι διαδοχικῶς οἱ Κύριοι, Παντολέων, Ζαΐμης, Καλὸς, ὅστις παρεχώρησεν εἰς τὸν Κ. Καλλιγᾶν, Ἰάλεμος, Παλαμήδης, Σαρίπολος, Μίλησης, Ῥοντήρης, Μεσσηνέζης, Λούζης.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, Κύριε Πρόεδρε, ἐφωτίσθημεν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν ὑπάρχῃ ἐπιθυμία ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις, τότε βεβαίως θὰ παύσῃ.
§43ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διὰ νὰ συμβαδίζουν οἱ ἀγορεύοντες μὲ τὰς προτάσεις, πρέπει ν’ ἀναγνωσθοῦν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγείρεται ἡ ἀπαίτησις ν’ ἀναγνωσθοῦν αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις.
§45ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε λοιπόν· Πρότασις Κοκκίνου—ὡς δεύτερον ἐδάφιον τοῦ πρώτου ἢ δευτέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς προσθήκη. «Οὐδεμία πρᾶξις, οὐδὲν ἔγγραφον τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἑδρευόντων πνευματικῶν ἀρχηγῶν ἢ προϊσταμένων τῶν διαφόρων ἀνεκτῶν θρησκειῶν δύναται νὰ δημοσιευθῇ, νὰ ἐκτελεσθῇ, ἢ νὰ ἰσχύσῃ ὁπωσδήποτε ἐν Ἑλλάδι, ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς. Οἱ δὲ ἐν Ἑλλάδι λειτουργοὶ αὐτῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν ὑπὸ τῆς πολιτείας ἐπιτήρησιν, εἰς ἣν καὶ οἱ λειτουργοὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας.» Ἐν Ἀθήναις, τῇ 29 Ἰουλίου 1864. Πρότασις Κυπαρίση, πληρεξουσίου Ἰθάκης. Περὶ θρησκείας. Ἄρθρ. 1. «Θρησκεία ἐπικρατοῦσα εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας· πᾶσα δὲ ἄλλη ἐκ τῶν γνωστῶν θρησκειῶν εἶναι ἀνεκτὴ, καὶ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων. Ὁ προσηλυτισμὸς καὶ πᾶσα ἄλλη κατά τε τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας καὶ τῶν ἀνεκτῶν θρησκειῶν ἐπέμβασις ἀπαγορεύεται. Πρότασις Ἠλία Μαυρομιχάλη. Ἄρθρον 1. Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα καὶ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων. Τροπολογία Ῥοντήρη εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον· νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς ἐδάφιον «Εἰς τὴν χειροτονίαν τῶν Ἀρχιερέων καὶ πάντων τῶν τοῦ κλήρου ἀξιωματικῶν, ἡ κοσμικὴ ἐξουσία δὲν ἀναμιγνύεται παντάπασι.» Πρότασις Ἀλεξ. Σταματοπούλου «Οἱ ἀρχιερεῖς νὰ ἐκλέγωνται ὑπὸ τῶν ἱερέων τῆς Ἐπισκοπῆς, ὡς ἐξελέγοντο μέχρι τοῦδε ἐν Ἑπτανήσῳ. Πρότασις Βλαντῆ καὶ ἄλλων πολλῶν. Πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Οἱ ὑποφαινόμενοι πληρεξούσιοι προτείνουσιν ἵνα ἐν τοῖς πρακτικοῖς δηλωθῇ «Ὅτι ἡ ἐν τῷ 2 ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος διακήρυξις θέλει ἐννοεῖσθαι ἰσχύουσα καὶ ὡς πρὸς τὰς Ἰονίους νήσους, ἀφ’ οὗ πρῶτον, φροντίδι τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως, ληφθῇ ἡ περὶ τούτου ἀναγνώρισις τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὡς ἐγένετο ὡς πρὸς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος πρὸ τῆς μετ’ αὐτοῦ ἑνώσεως τῶν Ἰονίων Νήσων.» Τῇ 31 Ἰουλίου 1864 ἐν Ἀθήναις. Ἀνδρέας Βλαντῆς, Ι. Μαρῖνος. Γεράσιμος Σέρβος, Π. Α. Μεταξᾶς. Ε. Πήλληκας, Ε. Φίλιππος. Ἀλεξ. Τζαρλαμπᾶς, Μ. Καλκάνης. Δ. Κόνδαρης, Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Π. Σταῦρος, Α. Σταματόπουλος.
§47ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν γίνωνται αἱ προτάσεις, πρέπει ὁ προτείνων νὰ ἔλθῃ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὰς, καὶ νὰ δείξῃ τὴν διαφορὰν καὶ τὸ καλόν των.
§48ΛΑΠΑΣ. Τότε θέλομεν τρία χρόνια νὰ περάσωμεν τὸ Σύνταγμα.
§49ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τόσαι προτάσεις ἀπαιτοῦν καιρὸν, διὰ νὰ σκεφθῶμεν, νὰ τὰς μελετήσωμεν, καὶ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν δύνανται νὰ συμβιβασθοῦν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Ἐνταῦθα ἐπικαλοῦμαι, καὶ νομίζω εὐλόγως δύναταί τις νὰ ἐπικαλεσθῇ, τὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ, καθ’ ἣν, ὅταν ὑπάρχουν πολλαὶ προτάσεις, γίνεται ἀπόπειρα πρὸς συγχώνευσιν αὐτῶν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἑκάστη τῶν προτάσεων τούτων ἔχει ἴδιον ἀντικείμενον, ὥστε ἡ ἀπόπειρα πρὸς συγχώνευσιν εἶναι περιττή.
§51ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ Συνέλευσις, Κ. Πρόεδρε, ἔχει μορφώσει τὴν πεποίθησίν της ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς προτάσεις, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ᾖναι ἀντικείμενον συζητήσεως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος. Ἐννοῶ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, ὁ ὁποῖος θέτει ἄλλην ἀρχὴν (θόρυβος).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνουν νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις· θέλω ἐρωτήσει λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν ἐφωτίσθη.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι (θόρυβος).
§54ΖΕΡΒΑΣ. Πρέπει νὰ γίνουν ἀγορεύσεις πολλαὶ νὰ φωτισθῶμεν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Παντολέων.
§56ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ἀντικειμένου νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον; Ἐὰν ἔχετε πρότασιν νέαν, νὰ τὴν φέρητε εἰς τὸ γραφεῖον παρακαλῶ.
§58ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Βλέπετε, Κύριοι, εἰς ποῖον μέγα κυκεῶνα περιεπέσαμεν, καὶ εἰς ποίας δυσκολίας περιήλθομεν· τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ταύτης ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας Κύριος Ἰακωβάτος, εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον, σοβαρώτατον καὶ ἄξιον τῆς ἐμβριθοῦς ἡμῶν μελέτης, διότι ἀνάγεται εἰς τὸ τιμαλφέστερον, καὶ σεβαστότερον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος ἔχει εἰς τὸν κόσμον, ἀνάγεται εἰς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ θρησκείαν. Ἀλλὰ πρὶν ὁ Κύριος Ἰακωβάτος φέρει τὰ ζητήματα ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου Συνεδρίου, νομίζω, ὅτι ὤφειλε νὰ μελετήσῃ τὴν ἱστορίαν τοὐλάχιστον τὴν ἐκκλησιαστικὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ἀμφιβάλλων, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἔζησε καὶ εἰς τὸν καιρὸν τῆς δουλείας ὑπὸ τὴν πνευματικὴν διεύθυνσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἡ ἐπανάστασις ἀπέσπασεν ἓν μέρος τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, καὶ τὸ ἐκήρυξεν ἀνεξάρτητον. Ποίαν σχέσιν παρακαλῶ, Κύριε Ἰακωβάτε, εἶχεν ἡ Ἑλλὰς ἡ μαχομένη ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος; Ποίαν σχέσιν εἶχε πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην ἐπὶ ἐννέα ὁλόκληρα ἔτη, ὅταν κατεπολέμει τὸν τύραννον τοῦ Βυζαντίου; (θόρυβος).
§59ΤΙΝΕΣ. Εἶναι βλασφημία (θόρυβος).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ἡσυχία, Κύριοι.
§61ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ἀλλ’ ἡ πίστις, Κύριοι, ἀλλ’ ἡ θρησκεία εἶναι τὸ ἱερὸν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπον οἱ Ἕλληνες κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα. (θόρυβος).
§62ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι συζήτησις.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη ἓν λεπτὸν, θὰ τὴν διακόψω.
§64ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Μετὰ τὴν κατάπαυσιν τοῦ πολέμου ἐκείνου, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας κρατοῦντες μὲ τὴν μίαν χεῖρα τὸν σταυρὸν καὶ μὲ τὴν ἄλλην τὴν μάχαιραν, ἐπολέμουν μετὰ τῶν ἱερῶν μαρτύρων καὶ ἐπολέμουν ὑπὲρ τῆς πίστεως, καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων προσεκλήθησαν πρὸς τακτοποίησιν τῶν πραγμάτων τῆς ἐκκλησίας, οὐχὶ τῶν δογμάτων, τῶν κανόνων, τῶν παραδόσεων, ἀλλὰ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως αὐτῆς, ἵνα πνευματικῶς ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔλθῃ εἰς ἄμεσον σχέσιν μετὰ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Βυζαντίου διὰ τῆς εὐλογίας, διὰ τῆς πνευματικῆς ἑνώσεως, οὐδέποτε ὅμως διὰ τῆς διοικήσεως, οὐδέποτε δι’ ἄλλης οἵας δήποτε ἐπηρείας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ 1833, ὅταν ἦλθεν ἡ Ἀντιβασιλεία εἰς τὴν Ἑλλάδα, τῆς ὁποίας ἐγὼ σήμερον δὲν εἶμαι οὔτε συνήγορος, ὡς ἔπραξεν ὁ προλαλήσας Κύριος Κόκκινος, ἂν καὶ ἀκαίρως, διότι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ δικάσωμεν περὶ τῆς Ἀντιβασιλείας, ὅταν ἦλθεν ἡ Ἀντιβασιλεία, ἠθέλησε νὰ κηρύξῃ τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν τῆς ἀγωνισθείσης καὶ ἐλευθερωθείσης Ἑλλάδος, θείᾳ συνάρσει, νὰ τὴν κηρύξῃ ἐλευθέραν, τότε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔπραξαν μόνοι των, καὶ αὐθαιρέτως, ἀλλὰ συνεκάλεσαν τοὺς Ἀρχιερεῖς, οἵτινες ἦσαν ἐν Ἑλλάδι, ἐν συνόδῳ καὶ ἔλαβον τὴν γνώμην αὐτῶν, καὶ διὰ τῆς γνώμης αὐτῶν ἐκήρυξαν τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος αὐτοκέφαλον καὶ ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν διοικητικῶς, οὐδέποτε ὅμως πνευματικῶς· ὁ τελευταῖος Ἕλλην δὲν ἤθελεν ὑποφέρει νὰ διασπασθῇ ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τῆς ἀγωνισθείσης Ἑλλάδος ἀπὸ τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ διὰ τί, ἠξεύρετε; διότι δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἓν ἐλεύθερον κράτος δύναται νὰ ἐξαρτᾶται διοικητικῶς ἀπὸ μίαν ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὸ τὸ σκῆπτρον μιᾶς ἄλλης ξένης ἐπικρατείας. Οἱ Σέρβοι δὲν εἶναι ἐλεύθεροι, εἶναι κατὰ δυστυχίαν ἀκόμη φόρου ὑποτελεῖς εἰς τὸν Σουλτάνον. Τί θέλετε παρακαλῶ; θέλετε νὰ μᾶς ἐξαρτήσητε διοικητικῶς ἀπὸ τὸν Πατριάρχην τῆς Κωνσταντινουπόλεως; Καὶ τί νομίζετε, ὅτι εἶσθε γνησιώτερα καὶ καλλίτερα τέκνα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας παρὰ ἡμᾶς; οὕτως θέλομεν νὰ διατρέξωμεν μὲ τὰς ἀληθεῖς ἀρχὰς τῆς χριστιανωσύνης; Ἐλεεινολογοῦμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Πατριάρχου μας, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ἐν ὅσῳ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ κατάστασις νὰ λαμβάνωμεν τὰς διαταγάς του. Δὲν δυνάμεθα νὰ λαμβάνωμεν τοὺς Ἀρχιερεῖς του, διότι δὲν εἶναι ἐλεύθερος ὁ Πατριάρχης. Μάλιστα εἶμαι σύμφωνος μὲ ὑμᾶς νὰ μὴ τοὺς λαμβάνωμεν. Ὁ Πατριάρχης εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας τῆς ὀρθοδόξου. Ἀλλὰ ποῖος Πατριάρχης; ὁ Πατριάρχης, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ ἐδῶ εἰς τοὺς κόλπους τοῦ χριστιανισμοῦ νὰ καθήσῃ. Εἶσθε, Κ. Ἰακωβάτε, ἱκανὸς νὰ τὸν φέρητε ἐδῶ; (Γέλωτες).
§65ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν τὸν θέλω ἐδῶ.
§66ΣΟΛΩΜΟΣ. Τί ἐπάθομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Ἑπτάνησον;
§67ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Μὴ συγχίζητε, Κύριοι, παρακαλῶ, τὴν Διοικητικὴν οἰκονομίαν τῆς ἐκκλησίας, τὴν ἐξωτερικὴν αὐτῆς διακόσμισιν μὲ τὰ ἱερὰ δόγματα τῆς ἐκκλησίας, μὲ τοὺς κανόνας τῶν ἱερῶν Συνόδων, μὲ τοὺς κανόνας τῶν Ἀποστόλων· μὴ τὰ συγχίζητε διὰ νὰ ἐπηρεάσητε τὴν ψῆφον τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσιν ἐνταῦθα. Μὴ συγχίζητε τοῦτο· δὲν εἶσθε ἱκανοὶ διὰ νὰ φέρητε τὸν Πατριάρχην εἰς τὴν Ἑλλάδα, (θόρυβος). Θὰ σᾶς φέρω ἓν ἱστορικὸν παράδειγμα. Εἶσθε ἐμπειρότατοι περὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ ἴσως γνωρίζητε, ὅτι ὁ Πατριάρχης κατὰ τὸν 13, νομίζω, αἰῶνα ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν μετὰ τῶν Αὐτοκρατόρων, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Τραπεζοῦντα ἢ εἰς τὸ Κόνιον, καὶ ἔμεινεν 70 ἔτη ἐκεῖ, ὅταν οἱ Φράγκοι ἐκυρίευσαν τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ ἐπέστρεψαν, ὅταν οἱ Ἕλληνες ἐπέστρεψαν καὶ ἀπεδίωξαν τοὺς Φράγκους. Λοιπὸν τί παράδοξον νὰ συμβῇ τοῦτο, καὶ νὰ ἔλθῃ ὁ Πατριάρχης ἐδῶ; (Γέλωτες). Αὐτὸ σᾶς φαίνεται, ἴσως παράδοξον καὶ κινεῖ τὸ μειδίαμά σας. Σᾶς φέρω ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα. Θέλετε ἡμεῖς νὰ ὑπείκωμεν εἰς τὸν Πατριάρχην, νὰ λαμβάνωμεν τοὺς Ἀρχιερεῖς ἀπ’ αὐτὸν, νὰ λαμβάνωμεν τὰς διαταγάς του, νὰ ἄρχῃ ὁ Πατριάρχης ἐκκλησιαστικῶς καὶ διοικητικῶς ἐνταῦθα; Δώσατέ μας τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐκλέγωμεν ἡμεῖς, νὰ τὸν ἐκλέγῃ ὁ κλῆρος ὁ Ἑλληνικὸς, ὁ ἐλεύθερος, ὁ ἀνεξάρτητος καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ Τούρκου. Ἐὰν μᾶς δώσητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα, εἴμεθα σύμφωνοι· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ κατὰ δυστυχίαν ἡ ἐκκλησία στενάζῃ ὑπὸ τὸν ζυγὸν, ἐν ὅσῳ ὁ Πατριάρχης δὲν εἶναι ἐλεύθερος εἰς τὰς πράξεις του, καὶ ἔχομεν ἱστορικὰ παραδείγματα· δὲν εἶσθε περισσότερον εὐλαβεῖς ἀπὸ ἡμᾶς. Ἐνθυμεῖσθε ἐκεῖνο τὸ τρομερὸν παράδειγμα ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος Πατριάρχης ὁ Γρηγόριος καὶ ἡ περὶ αὐτὸν ἱερὰ Σύνοδος ἠναγκάσθη νὰ ἐκδώσῃ ἀφορισμὸν, κατὰ ποίου νομίζετε; Κατὰ τῶν μαρτύρων τῆς ἐκκλησίας.
§68ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἡ ἱερὰ Σύνοδος ἀφώρισε τὴν ἐπανάστασιν τοῦ φεβρουαρίου.
§69ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Κινουμένη ἀπὸ ἕνα ἄλλον τύραννον, ὁ ὁποῖος ἐξεβίασε τὴν συνείδησιν τῆς Συνόδου. Ἔχετε Κύριοι, καὶ ἕτερον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι ὁ Πατριάρχης κατὰ δυστυχίαν δὲν εἶναι κύριος τῶν θελήσεών του πάντοτε. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι περὶ τὸ τέλος τοῦ 1827, ὅταν ὁ Σουλτάνος ἀπηλπίσθη νὰ ὑποτάξῃ τὴν ἀκαταδάμαστον ἀνδρίαν τῶν Ἑλλήνων διὰ τῶν ὅπλων, βιαζόμενος ὑπὸ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἀπῄτουν τὴν παῦσιν τῆς χύσεως τοῦ ἀθώου αἵματος, κατέφυγεν ὁ Σουλτάνος εἰς τὸν Πατριάρχην, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ στείλῃ Ἀρχιερεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ προτρέψουν τοὺς Ἕλληνας νὰ ὑποταχθοῦν ἐκ νέου εἰς τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν, καὶ ἦλθον εἰς τὸν Πόρον καὶ ἠντάμωσαν τὸν ἀείμνηστον Κυβερνήτην, καὶ τοῖς εἶπε· γνωρίζω, ἀδελφοὶ, ὅτι ἡ ἀποστολὴ σας δὲν εἶναι Ἑλληνικὴ, δὲν εἶναι Χριστιανικὴ, εἶναι βεβιασμένη ἀπὸ τὸν Σουλτάνον, ἀπὸ τὸν κατακτητὴν τῆς πρωτευούσης τῶν Ἑλλήνων. Ἤλθετε ἐδῶ διὰ νὰ προτρέψητε τοὺς Ἕλληνας εἰς ὑποταγὴν, σᾶς λέγω, πρέπει νὰ ἐξέλθητε κήρυκες τῆς ἐλευθερίας, καὶ τοὺς ἀπέστειλεν εἰς τὸ στρατόπεδον, καὶ αὐτοὶ ἐκήρυττον τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, καὶ προέτρεπον τοὺς Ἕλληνας νὰ μάχωνται ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος. Προσέξατε λοιπὸν, κἀνεὶς δὲν θέλει ν’ ἀπαρνηθῇ τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων του, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι αὐτὴ ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα, ἔσωσε τὸ ἔθνος, ἀλλ’ οἱ φρόνιμοι φοβοῦνται μήπως ὁ Πατριάρχης ἐπηρεαζόμενος ἀπὸ τὸν Σουλτάνον, βλάψῃ τὴν Ἑλλάδα. Τί θέλετε πράξει ἡμεῖς οἱ σφόδρα ὀπαδοὶ τῆς ἐξαρτήσεως ἀπὸ τὸν Πατριάρχην, καὶ ὁ τελευταῖος ἀγορεύσας Κ. Σχινᾶς, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι ἁρμοδιώτερος περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, τὶ ἠθέλατε πράξει, παρακαλῶ, ὑμεῖς, Κύριοι, ἐὰν αὔριον ὁ Σουλτάνος διέτασσε τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως νὰ ἐκδώσῃ μίαν διαταγὴν ἀντιχρισιανικὴν, ὡς ἔχομεν παραδείγματα; τί, ἠθέλατε πράξει, ἐὰν ὁ Σουλτάνος ἔῤῥιπτεν εἰς τὰς φυλακὰς τὸν Πατριάρχην, ἢ, ἐὰν ἤθελεν ἀπειλήσει τὸν Πατριάρχην μας; Τότε βεβαίως θὰ κηρύξητε ἀμέσως τὸν πόλεμον. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι αὐτὰ τὰ δύω ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος Κ. Ἰακωβάτος ἦλθε νὰ τροπολογήσῃ μὲ μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία δὲν δύναταί ποτε νὰ γίνῃ παραδεκτὴ, αὐτὰ τὰ δύω ἄρθρα ἐσκέφθησαν ὑπὸ ἀνθρώπων, ἴσως, Κύριοι, ἁρμοδιωτέρων ἡμῶν. Ἐὰν ἤθελεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἀναγνώσει τὰ πρακτικὰ τῆς ἐν Ἀθήναις ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου, ἤθελε μάθει, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ αὐτοκεφάλου, τοῦ ἀνεξαρτήτου τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας, τῆς διοικήσεώς της ὑπὸ μιᾶς Συνόδου, αὐτὸ τὸ ζήτημα ἠμφισβητεῖτο τότε χρόνον μακρὸν, καὶ ἐλύθη, καὶ ἐλύθη εἰς αὐτὰ τὰ 2 ἄρθρα, καὶ εἰς τὴν σύνταξιν αὐτὴν τῶν δύω σπουδαίων ἄρθρων δὲν ἔλειπε καὶ ὁ Κ. Σχινᾶς, μάλιστα τὸν βλέπω συζητοῦντα ἐκεῖ καὶ ὑποστηρίζοντα· δὲν ἀντεῖπε. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αὐτὰ τὰ 2 ἄρθρα πρέπει νὰ μείνουν ἀναμφισβήτητα, διότι ἄνδρες πολυμαθεῖς ἐπίσης, φιλόχριστοι, ἴσως περισσότερον ὑμῶν, ἄνδρες πολιτικώτατοι, οἱ ὁποῖοι διῆλθον τὸν ἀγῶνα, καὶ οἱ ὁποῖοι τότε εὐτυχῶς ἔζων, σήμερον δὲ κατέβησαν εἰς τὸν ᾅδην, καὶ ἐλλείπουσιν ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν τοῦτο Συνέδριον, αὐτοὶ ἐσκέφθησαν ὡρίμως περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Παράξενον φαίνεται εἰς τοὺς Κυρίους αὐτοὺς, διότι ἡ Ἑλληνικὴ ἐκκλησία ἐκηρύχθη αὐτοκέφαλος καὶ ἐντελῶς ἀνεξάρτητος, διοικητικῶς ἐννοεῖται, ἐξωτερικῶς, ποτὲ δογματικῶς, πνευματικῶς, παράξενον φαίνεται, καὶ δὲν ἔχουν πρὸ ὀφθαλμῶν των τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην Ῥωσσίαν, ἡ ὁποία καθὼς εἶπεν ὁ προλαλήσας, κατὰ τὸν 16 αἰῶνα ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Αὐτοκράτορος ἐκηρύχθη αὐτοκέφαλος καὶ ἀνεξάρτητος, καὶ ἐσύστησε Σύνοδον. Νομίζουν, ὅτι ὁ μέγας Πέτρος ἦτον ὀλιγώτερον εὐσεβὴς ἀπὸ ἡμᾶς, ὅστις ἔφερε τὸν Πατριάρχην εἰς τὴν Πρωτεύουσάν του, καὶ ηὐλόγησε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ῥωσσικῆς ἐκκλησίας, διότι εἰς τὸν θρόνον τοῦ Παλαιολόγου καὶ Κωνσταντίνου ἐκάθητο ἕνας κατακτητὴς ἀλλόφυλος καὶ ἀλλόθρησκος! Ἀλλὰ λέγουν τὶ θὰ γίνουν οἱ Σέρβοι, τὶ θὰ γίνουν οἱ Δᾶκες; Αὐτοὶ κατὰ δυστυχίαν εἶναι ὑποτελεῖς εἰς τὸν Σουλτάνον, ἀλλ’ αὐτοὶ ἐστὲ βέβαιοι, ἐὰν ἤθελον ἀξιωθῆ ν’ ἀποτινάξουν ἐντελῶς τὸν ζυγὸν, ὡς ἡμεῖς, ἤθελον σχηματίσει ἀνεξάρτητον τὴν ἐκκλησίαν των διοικητικῶς ἀπὸ τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν, οὐδέποτε ὅμως πνευματικῶς. Δὲν εἶναι λοιπὸν ποσῶς δυνατὸν, οὔτε πολιτικὸν, οὔτε ἠθικὸν, οὔτε πρέπον ἡ Ἑλλὰς, ἀνεξάρτητος πολιτεία, νὰ ὑποβάλλῃ τὴν ὀρθόδοξον αὐτῆς ἐκκλησίαν, νὰ τὴν ὑποβάλλῃ διοικητικῶς εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει μεγάλην ἐκκλησίαν.
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ εἶπε κἀνείς.
§71ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Δὲν εἶναι ποσῶς δίκαιον· ἀλλὰ τέλος ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας Κ. Ἰακωβάτος, ἀπελπισθεὶς, νομίζω, ἀφοῦ πολλὰ πράγματα κατέκρινε τῆς ἡμετέρας πολιτείας, ποιήσας ἐκδρομὴν καθὼς λέγουν τινὲς τῶν ῥητόρων, ἔκαμε διαφόρους ἐκδρομὰς εἰς διάφορα ἀντικείμενα· ἀπελπισθεὶς τέλος πάντων ἔρχεται εἰς ἄλλο ἐπιχείρημα καὶ τέλος πάντων πολὺ καλά.
§72ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν ἀκούομεν.
§73ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ τόνος τῆς φωνῆς νὰ ᾖναι πάντοτε ὁ αὐτός. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, λέγετε, ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν καὶ αὐτὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Πατριάρχην τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐκεῖθεν λαμβάνομεν τοὺς ἱερεῖς, τὸ μύρον, τὰς ἐκδόσεις, ἡμεῖς ἐκεῖ θὰ μείνωμεν, τὸ δηνάριον τῆς ἐκκλησίας ἐδίδετο ἐκεῖ. Λοιπὸν ἡμεῖς, λέγει, θὰ μείνωμεν ἐκεῖ ὅπου ἤμεθα, in statu quo. Ἀλλά, Κύριε Ἰακωβάτε, δὲν ἔπρεπε, δὲν ἔπρεπε νὰ προφέρῃς μίαν τοιαύτην λέξιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Πατρίδος, διότι αὐτὴ ἡ λέξις εἶναι σκανδαλώδης, ἀμέσως, φέρει χωρισμόν, τὸν ὁποῖον πιστεύω οὐδεὶς τῶν συναδέλφων μας παραδέχεται. Ἐσόμεθα ἀδελφοὶ καὶ διοικητικῶς καὶ ἐκκλησιαστικῶς καὶ καθ’ ὅλα χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὔτε κεραία διαφορᾶς, καὶ αὐτὸ νομίζω εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀδελφῶν μας Ἑπτανησίων καὶ ὅλων τῶν ἐντολέων αὐτῶν. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἔχῃ ἀπαίτησιν περισσοτέρας ὀρθοδοξίας καὶ περισσοτέρου σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀγαθὴν ἡμῶν ἐκκλησίαν, ἥτις ἔσεται τὸ ἔθνος. Χωρὶς νὰ προσβάλλω λοιπὸν Κύριοι, νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι δίκαιον, ἡμεῖς ἤμεθα ὀρθόδοξοι, ἤμεθα τέκνα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἁγίας ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, ἡμεῖς φυλάττομεν τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, εἴπετε ἓν παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία ἀπὸ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν μέχρι σήμερον ἔπραξεν ἐναντίον τῆς θρησκείας, ἐναντίον τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων, ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἀποστόλων.
§74ΣΧΙΝΑΣ. Ἀναρίθμητα.
§75ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Δὲν ἀνέφερες ὅμως κανέν.
§76ΣΧΙΝΑΣ. Δύω ἀδελφοὶ νὰ πάρουν δύω ἀδελφάς.
§77ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ἔχομεν ἀποστολὴν νὰ πολιτεύσωμεν, νὰ προοδεύσωμεν.
§78ΣΧΙΝΑΣ. Μὲ τὰς ἁμάξας;
§79ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Δὲν δύνασαι μὲ τὰς ὀπισθοδρομικὰς ἰδέας τὰς μεσαιωνικὰς νὰ προοδεύσῃς, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐλευθερία θρησκείας, ἐλευθερία συνειδήσεως (θόρυβος).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ μικρὰ ἦτον ἡ ἐκδρομὴ, ἡσυχία, ἤμεθα εἰς τὸ τέλος.
§81ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ἡ φωνὴ αὕτη, Κ. Ἰακωβάτε, ἡ ὁποία ἠγέρθη ἔκαμε τὴν χειρίστην ἐντύπωσιν καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως, καὶ εἰς τὸ κοινὸν, καὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, καὶ εἶμαι βέβαιος εἰς ὅλον τὸ χριστεπώνυμον ἡμῶν πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (θόρυβος). Ἔρχεται δὲ μετὰ ταῦτα τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα· ὁ Κ. Ἰακωβάτος λέγει, ὅτι ἔχομεν συνθήκην, ἔχομεν νόμον, καὶ κατὰ τὸν νόμον θὰ δικασθῶμεν, τὴν συνθήκην δηλαδὴ μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν τριῶν δυνάμεων. Ἐρωτῶ τὸν Κ. Ἰακωβάτον, ὅταν συνετάττετο ἡ συνθήκη αὕτη, ἡ μεγάθυμος Ἑπτάνησος ἀπετέλει μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου; ναὶ ἢ ὄχι;
§82ΤΙΝΕΣ. Ναί.
§83ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ἄρα ἡ Ἑπτάνησος ἀντεπροσωπεύετο ἀπὸ τὸν νόμιμον ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας.
§84ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλομεν ἐξετάσει πῶς ἀντεπροσωπεύετο.
§85ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Δὲν πρόκειται τώρα περὶ αὐτοῦ. Ἦτο λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς καὶ αἱ δυνάμεις μέρη συμβαλλόμενα· καὶ γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὰ συναλλάγματα, τὰ ὁποῖα γίνονται μεταξὺ δύω μερῶν, δὲν ἐνέχονται τρίτοι. Παρακαλῶ τὸν Κ. Λομβάρδον νὰ μᾶς εἰπῇ, κατὰ ποίων ἤθελε νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου. Ἡ Ἑπτάνησος περιέπεσεν εἰς διαφόρους ἀλλοφύλους κατακτητάς. Τελευταῖον ἡ Ἀγγλία κατέλαβεν αὐτήν· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἦτον ἑτερόδοξος· δὲν ἠδύνατο βεβαίως ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῆς Κανταβριγίας (γέλως) ἢ ἀπὸ τὴν Σύνοδον τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀκόμη· θὰ ἐξηρτᾶτο βεβαίως ἀπὸ τὸν Πατριάρχην τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἔπραττε πολὺ καλά· καὶ σημειώσατε ἐνταῦθα σπουδαίως, ὅτι δὲν ἠδύνατο ὁ Σουλτάνος, ἀπέναντι τοῦ ἰσχυροῦ προστάτου τῆς Ἑπτανήσου, νὰ ἀναγκάσῃ τὸν Πατριάρχην νὰ παραβιάσῃ κἀνὲν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου. Καὶ δὲν ἔχομεν παράδειγμα ἐπεμβάσεως τῆς Ὀθωμανικῆς δυνάμεως εἰς τὰ θρησκευτικὰ πράγματα τῆς Ἑπτανήσου, καθ’ ὃν χρόνον διήρκει ἡ προστασία (θόρυβος). Καὶ τέλος πάντων, Κύριοι, ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἐπεκαλέσθη τὴν συνθήκην· ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς εἰς ταύτην ἀντεπροσωπεύετο, καὶ ὅ,τι ἔπραξε τὸ ἔπραξε νομίμως· ἂν ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἤθελεν ἀναγνώσει ἐπισταμένως αὐτὴν τὴν συνθήκην, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὡς ἐπιστήμων ἀνὴρ καὶ ἐμβριθὴς, ἤθελε κάλλιστα ἑρμηνεύσει τὸν νόμον· ἤθελε, νομίζω, κάλλιστα, εὕρει ῥητῶς εἰς αὐτὸν ὅτι ἡ συνθήκη αὕτη, ὁποία ἔγεινε, δὲν εἶχεν ἀντικείμενον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, διότι τὰ δόγματα ταύτης πρεσβεύει ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τίς ἤθελε φροντίσει; ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία ἢ ἡ Ῥωσσία περὶ τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶναι ἐλευθέρα νὰ κανονίσῃ ἑαυτήν; Αὐτὸ τὸ ἄρθρον τὸ 4 τῆς συνθήκης, τὸ ὁποῖον παραπέμπει εἰς τὸ σύνταγμα τῆς Ἑπτανήσου, καὶ τὸ ὁποῖον διὰ μακρῶν ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἀνέπτυξεν — ἐνθυμοῦμαι προχθὲς πολλὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον τὰ ἀνέγνωσε — μήπως νομίζῃ, ὅτι τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑπτανήσου εἶναι ἐν ἰσχύϊ; τὸ Σύνταγμα κατηργήθη διὰ τῆς ἑνώσεως, μολαταῦτα τὸ ἀνέγνωσε καὶ τὸ ἀνέγνωσεν, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι συμφέρει ἡ Ὀρθόδοξος ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου νὰ ᾖναι ἐξησφαλισμένη· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα τὸ ἡμέτερον τὴν ἐξασφαλίζει, διότι κηρύττει, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος ἐκκλησία εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα, καὶ ὅταν ᾖναι ἐπικρατοῦσα, δὲν ἔχει ἀνάγκην προστασίας, ἔχει ἀνάγκην ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν φαίνεται ἐπικρατοῦσα, ἡ ὁποία εἶναι tolerée, εἶναι ἀνεκτή. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ δὲν ἦτο παρὰ πολὺ μεγάλο, καὶ πολὺ καλὰς διασαφήσεις ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος πρέσβυς, ὅστις ἦτο αὐτήκοος τῶν γεγονότων, καὶ ἂν τὸ ψυχρὸν γράμμα φέρῃ δυσκολίας εἰς τὴν κατάληψιν, ἡ μαρτυρία ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος συνετέλεσε καὶ συνέπραξεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου δὲν ἀφίνει τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν ἦτο ὁ σκοπὸς νὰ ὑπογράψῃ ἡ Ἀγγλία ἓν ἄρθρον, ἀφοῦ ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας κηρύττω νὰ προστατεύητε τὴν Ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν τῶν ὁμοδόξων· καὶ τί τὴν μέλει; ἡμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι θὰ πολεμήσωμεν τοὺς ὀρθοδόξους Ἑπτανησίους ἀδελφοὺς ὡς πρὸς τὴν θρησκείαν των; .... (θόρυβος).
§86ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἀρκετὰ, ἐκουράσθημεν.
§87ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Φρονῶ, Κύριοι, ἂν θελήσωμεν νὰ οἰκονομήσωμεν τὸν πολύτιμον χρόνον, κατὰ τὴν γενικὴν εὐχὴν, ἡ ὁποία καθ’ ἑκάστην ὑπὸ τοῦ Πανελληνίου ἐκφράζεται, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα τοῦ συντάγματος, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν πλειοψηφίαν φαίνονται ἀναντίῤῥητα, καὶ ἀναντίῤῥητα νομίζω, ὅτι εἶναι τὰ δύο ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τὸ ά. καὶ τὸ βʹ. διότι οὐ μόνον ἐξητάσθησαν μετ’ ἀκριβείας καὶ ἐμβριθείας ὑπὸ τῆς νέας ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐξητάσθησαν καὶ ὑπὸ τῆς πρώτης Συνελεύσεως καὶ ὑπὸ τῆς τρίτης. Μία εἰκοσαετὴς πεῖρα καθιέρωσεν αὐτὰ τὰ δύο ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, ὅτι πᾶσα πρότασις ἐρχομένη ἐκ μέρους τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων περὶ τροποποιήσεως ἢ περὶ διακρίσεως, ἔστω καὶ τῆς ἐλαχίστης μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου τοῦ πρώην καὶ τῆς ἀδελφῆς Ἑπτανήσου, ἡ ὁποία ἔρχεται καὶ ἐντελῶς συσσωματοῦται μὲ τὸ νέον Βασίλειον, καὶ ἀποτελεῖ μετ’ αὐτοῦ μίαν ἐθνικότητα ἀδιάσπαστον, ἀδιαχώριστον, πᾶσα πρότασις, λέγω, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ φέρῃ διενέξεις, δὲν πρέπει νὰ φέρηται. Καὶ μήπως ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διέτρεξεν ἢ διατρέχει κίνδυνόν τινα; οὐδένα, Κύριοι· (θόρυβος).
§88ΛΟΥΖΗΣ. Ἡ πρότασις, Κύριοι, τὴν ὁποίαν κάμνω, καὶ τὴν ὁποίαν προτίθεμαι νὰ ἀναπτύξω καὶ ὑποστηρίξω ἔχει οὕτως· «Ἡ ὀρθόδοξος ἀνατολικὴ τῆς Ἑλλάδος ἐκκλησία κεφαλὴν ἔχουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, ἐνεργεῖ ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης ὁμοδόξου ἐκκλησίας, μεθ’ ἧς ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς, τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ κανονικὰ αὐτῆς δίκαια, διοικουμένη ὑπὸ Ἀρχιεπισκόπων καὶ Ἐπισκόπων, κατὰ τοὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις, ἃς ὡς ἐκεῖναι τηρεῖ ἀπαρασαλεύτους. Ἀπονέμουσα δὲ τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως, καὶ Παναγιώτατον οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, ἀναγνωρίζει αὐτὸν πνευματικῶς πρῶτον πάσης ἐπισκοπῆς ὀρθοδόξων, λαμβάνουσα παρ’ αὐτοῦ τὸ ἅγιον μύρον, πρὸς δὲ τὰς πρὸς χειροτονίαν τῶν ἐπισκόπων ἐκδόσεις, κατὰ τοὺς τύπους καὶ ὅρους, τοὺς δι’ ἰδιαιτέρου νόμου προσδιορισθητομένους, καὶ πρῶτον αὐτὸν ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις μνημονεύουσα». «Πορευόμεθα εἰς Ἀθήνας οὐχὶ ἵνα διαφιλονεικήσωμεν ὑπουργικὰ χαρτοφυλάκια, ἢ ἐπισπεύσωμεν χάριτας ὑπὲρ τῶν συγγενῶν καὶ φίλων μας, ἀλλ’ ἵνα ὑπηρετήσωμεν τὰ ἀληθῆ τοῦ πανελληνίου συμφέροντα, θέτοντες τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον πολιτικῆς καθαρῶς ἑλληνικῆς. Δὲν μᾶς λανθάνουσιν αἱ μεγάλαι καὶ πολυειδεῖς δυσχέρειαι τῆς θέσεως, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἀκράδαντον τὴν συνείδησιν, ὅτι τὰ πάντα ἡ τιμιότης καὶ ἡ αὐταπάρνησις ὑπερνικᾷ καὶ τῶν πάντων κατισχύει. Ἀμφοτέρων δὲ τῶν προσόντων τούτων ἡ Ἑπτάνησος παρέσχε τὰς τρανωτέρας ἀποδείξεις τὰ πάντα ὑπὲρ τῆς ἑλληνικότητος θυσιάσασα». Ταῦτα, Κύριοι, ἔγραφον κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ ὁδεύοντος ἔτους, καὶ ταῦτα σήμερον νομίζομαι εὐτυχὴς, ὅτι δύναμαι ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου, μεθ’ ὅλης τῆς ἐπισημότητος, νὰ ὑποστηρίξω. Πολιτικὴ, ἥτις ἀπομονώνει καὶ βάλλει εἰς ἐρημίαν τὴν μικρὰν ταύτην γωνίαν τῆς ἑλληνικότητος, εἶναι πολιτικὴ μοχθηρὰ, εἶναι πολιτικὴ θανατηφόρος διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι κατάπτυστος· πολιτικὴ συνδέουσα τὴν ἑλληνικότητα, πολιτικὴ, ἥτις διατηρεῖ τὴν ἠθικὴν συνάφειαν μεταξὺ ταύτης τῆς ἐλευθέρας καὶ τῆς ἐπιλοίπου δούλης φυλῆς, εἶναι πολιτικὴ τοῦ ἔθνους, εἶναι πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται σύμπαν τὸ ὀρθόδοξον πλήρωμα, τὸ ὁποῖον δὲν περιορίζεται εἰς ταῦτα τὰ στενὰ ὅρια τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, εἶναι πολιτικὴ τοῦ Θεοῦ. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ, Κύριοι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐκστρατείας, ἐννοῶ καλὰ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι βλακία (δὲν λέγω προδοσία) νὰ συνδαυλίζωμεν σήμερον ἄλλας ἰδέας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ὁ Ἕλλην δύναται καὶ νὰ αὐτοχειριάζηται, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς αὐτὸς ὁ ἐλεύθερος Ἕλλην δύναται καὶ νὰ διπλασιάζῃ τοὺς φραγμοὺς, οἵτινες τὸν ἀποχωρίζουν ἀπὸ τὴν ἑλληνικότητα ὅλην! Ἐθνοκτόνον θεωρῶ τὸ πρῶτον, ἐθνοκτόνον θεωρῶ καὶ τὸ δεύτερον. Αὐταὶ, Κύριοι, εἶναι αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας πρεσβεύω, καὶ δὲν διστάζω, Κύριοι, νὰ τὸ εἴπω, αὗται εἶναι αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας πρεσβεύει ἡ πλειονότης τῆς Ἑπτανήσου, τὰς ὁποίας πρεσβεύει ἡ μεγάλη πλειονότης τοῦ ἔθνους.
§89ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. ΕΠΤΑΝ. Ὅλοι, ὅλοι.
§90ΛΟΥΖΗΣ. Φρόνησις, σύνεσις, Κύριοι, φρόνησις, σύνεσις ναὶ, ἀλλ’ ἀδιάλειπτος ἐνέργεια—φρόνησις σύνεσις, καὶ ἀδιάλειπτοι ὑπόνομοι ἔστωσαν, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὡς ἐκ τῆς παναθλίας ἡμῶν καταστάσεως, ἔστωσαν ἠθικοὶ, πολλῷ πλέον τῶν ὑλικῶν τρομερώτεροι, καθότι οὗτοι εὐκολώτερον καὶ ἀσφαλέστερον τὰ θεμέλια τῆς τυραννίας ὑποσκάπτουσι—μόλις αἱ ὑπόνομοι αὗται παύσωσι, καὶ ἀπέθανε τὸ ἔθνος.
§91ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ποτὲ δὲν ἔπαυσαν.
§92ΛΟΥΖΗΣ. Ἴδωμεν λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔποψιν, τὴν πολιτικὴν, λέγω, τὴν πολιτικὴν, τὴν συμφέρουσαν εἰς τὴν ἑλληνικότητα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς προόδου, διὰ τῆς ὁποίας σήμερον ζῶμεν, ὄχι δὲ τῆς ὀπισθοδρομήσεως. Ἴδωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἐπαναστατικὴν αὐτοῦ ἔποψιν τοῦ 1821, καὶ πρὸ πάντων, Κύριοι, ἂς μὴ λησμονήσωμεν ὅτι σήμερον μονομερῶς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐξετάζεται· τὸ ζήτημα τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ δύω ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς νέας ἐπικρατείας, ἥτις προσαρτᾶται εἰς τὴν ἐπικράτειαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πρώην ἐλευθέρας ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος. Ὑπῆρξεν ἆρά γε διάφορος ἡ ἀρχὴ ἡ διέπουσα, Κύριοι, τὰ τῆς Ἑπτανησιακῆς ἐπικρατείας, ἐκείνης, ἥτις διέπει τὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος; εἶναι ὑποτελὴς μὲ ἄλλας λέξεις ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὸν οἰκουμενικὸν θρόνον, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς δίδετε εἰς τὴν λέξιν ὑποτελής; ἢ εἶναι πλέον ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν τῆς ἐλευθερωμένης Ἑλλάδος; τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, τοῦτο μεθ’ ὅλης τῆς ἀνοχῆς ἐπιτρέψατε ἵνα ἀναπτυχθῇ, καθότι ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ζητήματος τούτου πέπεισμαι, ὅτι θέλομεν περιέλθει εἰς τὸ ὁμόφωνον συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου μείζονα χαίρει ἐλευθερίαν, καὶ πράγματι εἶναι αὐτοκέφαλος. Κύριοι, πάντη πάρεργον ἀποβαίνει νὰ σᾶς ἐξιστορήσω ὁποῖά τινα ἔπαθεν ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου, ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς πτώσεως τῆς Κωσταντινουπόλεως καὶ ἀκολούθως μέχρι τοῦ 1817· πάρεργον, καθότι οὐδόλως ἐνδιαφέρει τὸ ἡμέτερον ζήτημα. Τὸ πρᾶγμα ἤθελεν εἶσθαι μᾶλλον διδασκαλικὸν καὶ μάτην ἤθελε μᾶς ἀπασχολήσει, σήμερον δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἔχομεν ἀνάγκην διδασκαλιῶν, ἀλλὰ διαφωτίσεως ἐπὶ πραγματικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχουν συνάφειαν μὲ τὰ μεγάλα πολιτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν. Τετρακοσίων ἐτῶν δουλεία ἀπὸ τοῦ 1386 μέχρι 1800, σχεδόν. (Τινὲς λέγουσι 1453) δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς πτώσεως· ἀπὸ τοῦ 1386 μέχρι τοῦ 1800 σχεδὸν ὑπῆρξεν ἡ ἑνετικὴ ξενοκρατεία εἰς τὴν Ἑπτάνησον, πρῶτον εἰς Κέρκυραν καὶ ἀκολούθως εἰς τὰς ἄλλας νήσους· ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ τὰς ἐπεμβάσεις τῆς Ἑνετίας εἰς τὸ θρήσκευμα. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατέστρεψαν ἅπασαν τὴν ἀρχιερατικὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἡμετέρων Ἐπισκόπων. Οἱ ἡμέτεροι ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς ἔπρεπε νὰ συνοδεύουν καὶ νὰ ᾖναι οἱ αὐλικοὶ τῶν λατινεπισκόπων, οἵτινες τὰς θέσεις καὶ τὰς προνομίας τῶν ἡμετέρων ἐπισκόπων κατέσχον· ταῦτα, κύριοι, ἐξέλιπον περὶ τὸ 1800. Κατὰ τὸ 1800 ἐν τῷ μέσῳ ἑνὸς σχεδὸν παγκοσμίου λαίλαπος ἀναγνωρίζεται ἡ Ἑπτάνησος Κράτος ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον, καὶ τὴν ἀναγνωρίζουσι, Κύριοι, δύω ἐκ τῶν πλέον ἀπολυτοφρόνων, ἵνα μὴ εἴπω τυραννικωτέρων θρόνων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Σύμβασις διομολογεῖται ἐν Κωσταντινουπόλει μεταξὺ Ῥωσσίας καὶ Ὀθωμανικῆς Πύλης, δι’ ἧς κηρύττεται ἡ μικρὰ ἐκείνη γωνία τῆς Ἑλληνικότητος κράτος ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον ὑπὸ τὴν ἡμικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἐπὶ ψιλῷ ὀνόματι μᾶλλον ἢ πράγματι, καθὼς μαρτυροῦσι καὶ ἡ ἱστορία καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σήμερον καιρὸς νὰ ἀναφέρωμεν ἐνταῦθα· ἐν τούτοις κηρύττεται κράτος αὐτόνομον, ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον ἡ Ἑπτάνησος μὲ ἐξωτερικὴν ἐκπροσώπευσιν. Ἡ Ἑπτάνησος, Κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὡραῖον φυτώριον, ἐξ οὗ ἀνεβλάστησαν τόσοι καρποὶ ἀγλαοὶ διὰ τὸ ἔθνος, ἡ Ἑπτάνησος, ἥτις τοσαύτας προσήνεγκεν ἐκδουλεύσεις καὶ κατὰ τὸ 1821, καὶ μετὰ τὸ 1821 καὶ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας, αὐτὴ ἡ Ἑπτάνησος, λέγω, ἦτο φυσικὸν καὶ νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς θρησκείας, καὶ πραγματικῶς πολλὰς τοιαύτας διατάξεις καὶ κανονισμοὺς καὶ νόμους ἔχομεν, καὶ ἤδη ἤρχισε ἔκτοτε νὰ κρημνίζηται τὸ γιγαντιαῖον ἐκεῖνο τεῖχος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνεγείρει ἡ Ἑνετοκρατία ἐπὶ 4 αἰῶνας σχεδὸν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν μας· ἤδη ἤρχισε νὰ συναισθάνηται τὴν ἀνεξαρτησίαν της ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου, ἤδη ἤρχισαν νὰ λαμπρύνωνται πάλιν αἱ ἐπισκοπικαὶ ἕδραι καὶ αἱ διαχειρίσεις τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων νὰ ἐπανέρχωνται πάλιν εἰς χεῖρας ὀρθοδόξων. Ἀλλὰ Κύριοι! δὲν ἐπρόφθασεν ἡ Ἐπικράτεια νὰ προνοήσῃ ὁριστικῶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Γινώσκετε πάντες τὰς ἀλλεπαλλήλους ἀνεμοζάλας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ πῶς τότε τὰ Κράτη ὑπέκυπτον εἰς τοῦ ἰσχυρωτέρου τὴν δύναμιν. Ὀλίγα ἔτη διήρκεσε τότε ἡ ἐπικράτεια τῆς Ἑπτανήσου· ἐπῆλθον οἱ αὐτοκρατορικοὶ Γάλλοι, οἵτινες ἐσεβάσθησαν μὲν ἐν μέρει τὸ Πολίτευμα τοῦ 1800 καὶ 1803, τὸ ἐφήρμοσαν δὲ κατὰ τὰς ὀρέξεις των. Τὸ 1815 ἀναγνωρίζεται καὶ πάλιν ἡ γωνία ἐκείνη τῆς ἑλληνικότητος, δυνάμει μεγάλης Εὐρωπαϊκῆς συνθήκης, θεσάσης τὰς βάσεις τοῦ νέου εὐρωπαϊκοῦ διεθνοῦς δικαίου τῆς τότε ἐποχῆς, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς ἤδη ἤρχισε πανταχόθεν νὰ καταπίπτῃ. Ἀναγνωρίζεται, λέγω, πάλιν ἡ Ἑπτάνησος Πολιτεία ὡς κράτος ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον καὶ τίθεται ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου τῆς Μ. Βρεττανίας. Κατὰ τὴν συνθήκην ἐκείνην ὤφειλε νὰ δοθῇ ἓν Σύνταγμα, καὶ ἐδόθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1817. Μεγάλαι αἱ πλημμέλειαι τοῦ Συντάγματος ἐκείνου· ἐδεσμεύθη βεβαίως ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλ’ ἀφέθησαν δύο τινὰ ἀνέπαφα εἰς τὴν ἑλληνικότητα, τὰ ὁποῖα ἔσωσαν τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἔκαμον ὥστε κατὰ τὸ 1821 καὶ ἀνδρῶν καὶ θησαυρῶν νὰ μὴ φεισθῇ ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἔθνους· ἔνθεν μὲν τὴν γλῶσσαν, ἔνθεν δὲ τὴν ἐκκλησίαν, διετήρησαν οἱ δημιουργοὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1817, καὶ τὰ δύο ταῦτα ἐμετρίασαν τὰς ἀρὰς αἵτινες ἔπιπτον ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των, καθὸ δεσμευσάντων τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑπτανήσου. Ἐσώθη ἡ γλῶσσα καὶ ἡ ἐκκλησία, οὐχὶ ἡ πίστις, καθότι ἡ πίστις οὐδεμίαν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ τὰς ψήφους μας ἵνα στηριχθῇ· αἱ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» δὲν ἔχει ἀνάγκην,—συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ προσβάλλω κανένα,—ἀπὸ ἡμᾶς τὰ ἑρπετά. Ἂς μὴ τὴν προσβάλλωμεν λοιπόν, καὶ ἂς μὴ ἔχωμεν εἰς τὰς κεφαλάς μας τόσην δοκησισοφίαν καὶ οἴησιν, ὥστε νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἡμεῖς θὰ στηρίξωμεν τὴν θρησκείαν, ὅτι ἀπὸ ἡμᾶς ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία τῆς θρησκείας καὶ τῆς ἐκκλησίας· ὄχι! εἴμεθα ἐδῶ ἵνα ῥυθμίσωμεν τὰς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Πολιτείαν, καὶ οὐδὲν πλέον. Κύριοι, τὰ πάντα ἔσωσε τὸ σύνταγμα τοῦ 1817, χωρὶς οὐδὲν νὰ δώσῃ εἰς τὸν Πατριαρχικὸν Θρόνον, καὶ ἐδῶ ἀναγνωρίζεται ἡ ἐπιτηδειότης τῶν πατέρων μας. Δὲν ἐπρόσεξαν οἱ πατέρες ἡμῶν εἰς τὰς καταχρήσεις τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου, ἢ καταλληλότερον εἰπεῖν, τῶν κατὰ καιροὺς Πατριαρχῶν· καθότι ὁ θρόνος εἶναι ἠθικὸν καὶ οὐράνιον· οἱ ἐπ’ αὐτοῦ καθήμενοι εἶναι ἄνθρωποι· ὁ θρόνος ἐκεῖνος εἶναι ὁ θρόνος τῶν Καισάρων, οἱ ἐπ’ αὐτοῦ καθήμενοι θνητοὶ ἀποθνήσκουσιν, ἀλλ’ ὁ θρόνος μένει καὶ θέλει μένει ἐκεῖ ἀδιάσειστος ἕως οὗ πληρωθῶσιν αἱ ἡμέραι (εὖγε, εὖγε). Ἐγίνωσκον οἱ πατέρες ἡμῶν τὰς καταχρήσεις τῶν κατὰ καιροὺς καθημένων ἐπὶ τοῦ Πατριαρχικοῦ ἐκείνου θρόνου, ἐγίνωσκον τοὺς σφετερισμούς των. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ σταθῆτε, ἐξετάσατε, τὶ δηλοῖ σφετερισμὸς, ὁπόταν ὁμιλῆτε περὶ τοῦ Πατριαρχικοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως θρόνου· ὅσον ἔπιπτε τὸ κράτος, ὅσον ἐχαυνοῦντο οἱ αὐτοκράτορες, τοσοῦτον περισσότερον ἐσφετερίζετο ἡ Ἐκκλησία· καὶ διὰ τί; διότι πέριξ τῆς ἐκκλησίας κατὰ θείαν καὶ ἀπόῤῥητόν τινα βουλὴν ἣν θέλομεν ἴδει πραγματιουμένην κατὰ τὸ 1453 ἐπέπρωτο ἵνα ὅλα τὰ μέρη τοῦ καταπίπτοντος Κράτους, ὡς εἰς κέντρον νὰ συσσωματωθῶσι, ἐσφετερίζετο, Κύριοι, ὁ Πατριαρχικὸς θρόνος ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἑλληνικότητος, διότι κατέπιπτε τὸ Κράτος· (ἐπιδοκιμασίαι· εὖγε, εὖγε). (Ἀκολουθεῖ). Ἦτο πεπρωμένον, Κύριοι, νὰ ζήσωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ ζήσωμεν ἔπρεπε καὶ ἦτο ἀναγκαῖον ἓν κέντρον, καὶ τὸ κέντρον δὲν ἠδύνατο νὰ παρέξῃ, εἰμὴ ἡ νέα φιλοσοφία, ἤτοι ὁ χριστιανισμὸς, ὅστις ἐπὶ τοῦ θρόνου ἐκείνου ἐκάθητο. Ἐσφετερίζετο λοιπὸν, καὶ τὰς σφετερίσεις ἐγίνωσκον οἱ πατέρες μας, καὶ ὑπῆρχον τότε παρ’ ἡμῖν ἔξοχοι ἄνδρες διακρινόμενοι διὰ τὰ φῶτα καὶ τὴν παιδείαν· εἴθε ὡς πρὸς τὴν σοφίαν, ὡς πρὸς τὰ φῶτα νὰ ὑπῆρχον ἄλλοι τόσοι σήμερον εἰς τὸ ἔθνος μας· μὲ ἐννοεῖτε. Δὲν λέγω ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ, δὲν ἔπταιον, ἐξήρχοντο ἀπὸ μακρὰν δουλείαν. Καὶ ἐδῶ, Κύριοι, δὲν θέλω νὰ εἴπητε, ὅτι εἶμαι εἰς ἀντίφασιν· ἢ ἐν γνώσει καὶ ἀπὸ σκοποῦ, ἢ ἄκοντες καὶ κατὰ θείαν τινὰ βούλησιν ἔγραφον ὅσα ἔγραφον, ὅπως σωθῶμεν· ἀκόμη καὶ ἄκοντες πολλάκις τινὲς ἐπροφήτευσαν. Κηρύττουσι, κύριοι, ἀλλὰ τόσον ἐντέχνως, ὥστε δὲν δύναταί τις ἀρκούντως νὰ θαυμάσῃ τὴν περίνοιαν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, κηρύττουσι τὴν πνευματικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ οἰκουμενικοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως οὐχὶ ἀμέσως καὶ ἀπ’ εὐθείας δι’ ἑνὸς ἐπὶ τούτῳ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐκείνου—διὰ τῶν κυρίων, τῶν πρωτίστων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἐκήρυξαν μόνον, ὅτι ἡ ἐκκλησία τοῦ Κράτους εἶναι ἡ ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ — ἀλλ’ ἐμμέσως καὶ διὰ τῶν τελευταίων τοῦ Συντάγματος ἄρθρων. Θέλοντες νὰ κάμωσι μνείαν περὶ τῆς διοργανώσεως τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου, καὶ περὶ τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἐκκλησίας αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἐμελέτων βραδύτερον νὰ συντάξωσι, μνημονεύουσι τὸ ὄνομα τοῦ Πατριάρχου, λέγοντες, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας διὰ τοῦ πρέσβεώς του ἤθελε συνεννοηθῆ μετὰ τοῦ Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως ἴδῃ ἐὰν ἡ νέα ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργουν εἰς τὴν Ἑπτάνησον,—καὶ ἐμελέτων νὰ δημιουργήσωσι Μητροπολίτην μὲ τίτλον Ἐξάρχου, ἐξασκοῦντα δηλ. εἶδος ἐφορατικῆς πνευματικῆς, οὐχὶ δὲ διοικητικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου,—ἂν, λέγω, ἦτο σύμφωνος πρὸς τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας. Βλέπετε μὲ πόσην τέχνην ἔφερον ἐν τῷ μέσῳ τὸ ὄνομα τοῦ Πατριάρχου· τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ 1817. Κατὰ τὸ 1821 ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεως διέταττεν ἵνα ἑτοιμασθῇ ὁ ὀργανικὸς νόμος τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην. Πραγματικῶς, Κύριοι, ὁ νόμος συνετάχθη καὶ ἐδημοσιεύθη. Ἂς μὴ ἀπατώμεθα περὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου, ἂς ἐξετάσωμεν τὴν Ἰόνιον νομοθεσίαν καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο προηγήθη ἡ Ἑπτάνησος, πρώτη αὐτὴ κηρύξασα τὸ ἀνεξάρτητον τῆς Ἐκκλησίας της. Ὁ νόμος οὗτος, Κύριοι, ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Βʹ. κοινοβουλίου τῆς Ἑπτανήσου κατὰ τὴν 3 Μαΐου 1825. «Νόμος 31. Πρᾶξις τῆς Γερουσίας, (ἡ Βουλὴ τότε ἐλέγετο Γερουσία εἰς Ἑπτάνησον) διὰ τῆς ὁποίας διευθετοῦνται τὸ κατάστημα, αἱ δυνάμεις καὶ δικαιοδοσίαι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας τῆς ἐπικρατούσης ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἡνωμένου Κράτους τῶν Ἰονίων Νήσων. Προοίμιον Ἐπειδὴ καὶ διὰ τῆς προμηθεύσεως κτλ. Καὶ τί νομοθετεῖ ἡ τότε Ἰόνιος Βουλὴ Κύριοι; εἶπε· κηρύττω ἀναφανδὸν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνασκοπῆς καὶ παραβαίνουσα τοὺς κανόνας, τὰ ἔθιμα, τὰς παραδόσεις τῆς ἐκκλησίας, κηρύττω ἐγὼ αὐτοκέφαλον τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑπτανήσου; ἄπαγε τῆς βλασφημίας! εἶπε κἄτι τι οὐσιωδέστερον, ἀποτελεσματικώτερον, πραγματικώτερον, εἶπεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἥρμοζε καλῶς εἰς τὸ στόμα τοῦ πολιτικοῦ νομοθέτου, εἰς τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας του. Ὁ πολιτικὸς νομοθέτης δὲν μετεβλήθη εἰς ἀρχιεπίσκοπον, ὅπως εἴπῃ—κηρύττω αὐτοκέφαλον τὴν ἐκκλησίαν μου, καθότι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει. Εἶπε λοιπὸν τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος, διέταξε τὰ περὶ τῆς οὐσίας, τὰ ὁποῖα καὶ ἐξετέλεσεν, ἀφήσας κατὰ μέρος μίαν λέξιν, τῆς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ καταχρασθῇ· ἐκώλυσε πᾶσαν σχέσιν, πᾶσαν ἀλληλογραφίαν τῶν ἐπισκόπων καὶ ἀρχιεπισκόπων μὲ ξένας ἐπισκοπὰς καὶ ἀρχιεπισκοπάς· ἐκώλυσεν, ὥστε οἱ ἀρχιεπίσκοποι καὶ οἱ ἐπίσκοποι νὰ λαμβάνωσι διαταγὰς καὶ ἐπιστολὰς ἀπὸ ξένους ἐπισκόπους χωρὶς νὰ ὑποβάλωσιν αὐτὰς, πρὶν τὰς κυκλοφορήσωσι, πρὶν τὰς δημοσιεύσωσιν, εἰς τὴν ἔγκρισιν, εἰς τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς ἀνωτάτης τοῦ κράτους ἀρχῆς, τῆς Γερουσίας· ἐκώλυσε πᾶσαν δικαστικὴν ἐπέμβασιν καὶ δικαιοδοσίαν εἰς τὸ Ἰόνιον κράτος ξένης ἄλλης ἐξουσίας, ἐθέσπισεν ἱεροδικαστήρια καὶ διῄρεσεν αὐτὰ εἰς πρωτοδικεῖα, καὶ ἐφετεῖα, καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν ἱεροεφετείων ἐκήρυξεν ὁριστικὰς καὶ ἀνεκκλήτους, μὴ ὑπαγομένας εἰς οὐδεμίαν ἀναθεώρησιν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξησφάλισε τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, τὰ ἔχοντα συνάφειαν πρὸς τὴν ἐκκλησίαν. Ἓν ἄρθρον εἰς τὸν νόμον τοῦτον ὑπάρχει, ἐν ᾧ γίνεται μνεία τοῦ Παναγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως· ἀλλὰ προσέξατε, Κύριοι, μὲ πόσην σύνεσιν γίνεται ἡ μνεία, πῶς φειδόμενος καὶ κηδόμενος τῶν ἰδίων του δικαιωμάτων ὁ Ἰόνιος νομοθέτης, καὶ διατηρῶν τὰς παραδόσεις, καὶ μὴ θέλων νὰ παραχαράξῃ αὐτὰς, πῶς, λέγω, ἐκφράζεται εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο. Πρόκειται περὶ ἐκλογῆς ἐπισκόπων, καὶ ἰδοὺ πῶς νομοθετεῖ διὰ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ἐκείνου· μόλις ἐκλεχθῇ ὁ ἐπίσκοπος, θέλουσι ζητηθῆ αἱ κατ’ ἔθος ἐκδόσεις ἀπὸ τὸν Παναγιώτατον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως διὰ τὴν χειροτονίαν. Διὰ δὲ τῶν ἄρθρων 22 καὶ 23, κωλύει πᾶσαν σχέσιν μὲ ἐξωτερικὰς ἐπισκοπάς· πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐγκρίνῃ ὅπως μία ἐγκύκλιος, μία ἀπόφασις, ἑπομένως οἱονδήποτε γράμμα ἐπισκόπου ἢ Πατριάρχου κυκλοφορήσῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον· καὶ τοῦτο δηλοῖ αὐτοκέφαλον ἐξουσίαν. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι προκειμένου περὶ ἐκλογῆς τῶν ἀρχιεπισκόπων, λέγει μόνον, ὅτι τὰς ἐκδόσεις λαμβάνουσιν ἀπὸ τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλ’ ἐπρονόησεν ὁ Ἰόνιος Νομοθέτης τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, εἴτε ὡς ἐξ ἰδιοτροπίας, εἴτε ὡς ἐκ τῆς διαῤῥήξεως φιλικῶν σχέσεων, εἴτε ἄλλως πως, ὁ Πατριάρχης ἤθελεν ἀποποιηθῆ νὰ δώσῃ τὰς ἐκδόσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι, καθ’ ἃ διατάσσει τὸ ῥηθὲν ἄρθρον, τυπικῶς μόνον ἀπαιτοῦνται παρὰ τοῦ Πατριάρχου διὰ τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Ἐπρονόησε λοιπὸν τὴν περίπτωσιν ταύτην διατάσσων διὰ τοῦ ἄρθρου 10, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διορίζει τοὺς ἑτέρους ἀρχιερεῖς τοῦ Κράτους ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν χειροτονίαν. Τοιουτοτρόπως οὐδεμίαν ἐπέφερε καινοτομίαν, οὐδὲ κεραίαν προσέθηκεν εἰς τὰ ἀπ’ ἀρχῆς καλῶς νενομοθετημένα, προστρέχων εἰς συστάσεις Συνόδων, κατὰ πάντας ἀντικανονικῶν. Ὄχι, Κύριοι, ἐὰν ἀποποιηθῇ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζει ὡς ἀνωτάτην πνευματικὴν ἀρχὴν τῆς ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, τότε στηριζομένη ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς κανόνας καὶ τὰ ἔθιμα τῆς ἐκκλησίας, διατάσσει ἑτέρους ἐπισκόπους καὶ τὸν χειροτονοῦν. Κατὰ τὰς ἀρχαίας διατάξεις, Κύριοι, τῆς ἐκκλησίας οἱ Μητροπολῖται ἐξήσκουν μίαν ἐποπτείαν, μίαν πνευματικὴν δικαιοδοσίαν, ἐπὶ τῶν ἐπισκοπῶν καὶ ἀρχιεπισκοπῶν, τῶν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Μητροπόλεως ὑπαγομένων, ἐξελέγοντο οἱ ἐπίσκοποι, καὶ ἐξελέγοντο κατὰ τοὺς κανονισμένους ὅρους καὶ τύπους ὄχι ὡς ἐκλέγονται σήμερον εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, καὶ τότε, ἀδείᾳ, ἐγκρίσει τοῦ Μητροπολίτου, τρεῖς ἐπίσκοποι, ἐχειροτόνουν τὸν νέον. Τώρα εἰς τὴν Ἑπτάνησον, Κύριοι, ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο καὶ γίνεται κανονική· δὲν εἶναι ἐκεῖ, οὔτε τὸ αὐθαίρετον τετραμελοῦς ἢ τριμελοῦς συνόδου, οὔτε ἡ ὄρεξις ἑνὸς Ὑπουργοῦ· ὁ κλῆρος ἐνεργῶν τὰ ἴδια αὑτοῦ δικαιώματα καὶ καθήκοντα, ἐκλέγει τὸν ποιμένα. Περὶ τῆς ἐκλογῆς λοιπὸν δὲν εἶναι λόγος, εἶναι κανονικωτάτη, δὲν ἀπαιτεῖται ἄλλο, παρὰ ἡ χειροτονία, ἡ δὲ χειροτονία ἐθεωρήθη πάντοτε κανονικωτάτη ὁσάκις ἐνηργεῖτο παρὰ τριῶν ἐπισκόπων, καὶ ἔτι μᾶλλον πλέον κανονικὴ, ὁσάκις κανονικὴ εἶναι ἡ ἐκλογή. Φρονῶ ὅθεν, Κύριοι, (θόρυβος), ὅτι ἡ Ἑπτάνησος περισσοτέραν ἀβροφροσύνην, περισσοτέραν περίνοιαν ἔδειξε, διατηρήσασα ὅ,τι ἦτον οὐσιωδῶς ἀναγκαῖον πρὸς τὴν αὐτοκυβέρνησιν τῆς ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ προσκρούσῃ εἰς τὰς πρὸ τόσων χρόνων ἰδέας τοῦ λαοῦ, καὶ τὰς παραδόσεις ἡμῶν. Τοιούτου ὄντος, Κύριοι, τοῦ Νόμου τῆς Ἑπτανήσου, ἂν πρόκειται περὶ ἐκλογῆς τῶν ἐπισκόπων οὐδεμίαν ἔχει ἐπέμβασιν ὁ Πατριαρχικὸς θρόνος, ὡς δὲν ἔχει οὐδεμίαν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν, ἥτις ἐκφοβίζει πλέον παντὸς ἄλλου τὴν κοινωνίαν· πνευματικὴν μόνον. Αἱ ἐγκύκλιοί του δὲν δύνανται νὰ κυκλοφορήσωσιν εἰμὴ ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν δὲ ἐπὶ τέλους ἀποποιηθῇ τὰς ἐκδόσεις, τὰς καθ’ ἁπλοῦν τύπον καὶ χάριν σεβασμοῦ ἀπαιτουμένας, ἡ χειροτονία γίνεται, καὶ εἶναι κανονικωτάτη, καθότι τὰ τῶν Μητροπολιτῶν δίκαια, ὡς γινώσκετε Κ. Σχινᾶ, ἐπειδὴ εἶσθε πολὺ καλὰ μεμυημένος τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, δὲν ἀνάγονται εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους.
§93ΣΧΙΝΑΣ. Εἶναι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
§94ΛΟΥΖΗΣ. Εἶναι ὅταν ἤρχισαν αἱ φιλοδοξίαι νὰ εἰσχωρῶσιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλ’ οἱ πρῶτοι αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶχον τὰ τοιαῦτα. Ὑμεῖς δὲ ἐφευρήκατε ἀντὶ τοῦ Πατριάρχου καὶ τοῦ Μητροπολίτου Σύνοδον διαρκῶς διοικοῦσαν τὴν Ἐκκλησίαν, ἐφευρήκατε τὸ lapis philosophorum. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐὰν συμφωνῶμεν, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ αὐτοκεφάλου, διὰ τί νὰ διαῤῥήξωμεν διὰ μιᾶς καὶ ἀποτόμως πάντα δεσμὸν πρὸς τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον; ποῖον τὸ αἴτιον; Τὴν οὐσίαν θέλω καὶ οὐχὶ τοὺς τύπους· καὶ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν συμφωνοῦμεν ἀμφότεροι. Ἀλλὰ φοβεῖσθε τὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ Σουλτάνου; Ἄ! ἐγὼ σᾶς ἔλεγον νὰ φοβῆσθε κἄποιαν ἄλλην ἐπιῤῥοὴν ἔτι χείρονα ἐκείνης τοῦ Σουλτάνου, τὴν ἐπιῤῥοὴν ἐκείνην, ἥτις ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν Πατριάρχην τῆς Κωνσταντινουπόλεως Ἄνθιμον τὸν τόμον ἐκεῖνον, κατὰ τοῦ ὁποίου ὀρθῶς εἰς πολλὰ μέρη κατεφέρθη ὁ Φαρμακίδης· ἐκείνην τὴν ἐπιῤῥοὴν νὰ φοβῆσθε. Λέγουν τινές· ἡμεῖς ἐθεσμοθετήσαμεν ἤδη καὶ τὰ θεσμοθετηθέντα ὀρθῶς ἐθεσμοθετήθησαν, τὸ ἀπόδειξεν ἡ πεῖρα, τὸ ἀπέδειξεν ἡ πρᾶξις. Κατεστρέψατε, Κύριοι, — σᾶς παρακαλῶ, μὴ δώσητε ἀκριβῶς εἰς τὰς λέξεις μου αὐτὴν τὴν σημασίαν τὴν κοινὴν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι· στοχασθῆτε, ὅτι ἡ ἰδέα μου καὶ ἡ πρόθεσίς μου δὲν εἶναι καθ’ ὅλου νὰ προσβάλω οὐδένα τῶν λαβόντων μέρος εἰς ἐκείνας τὰς πράξεις, ἀλλ’ ἡ φορὰ τοῦ λόγου μὲ φέρει ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ μάλιστα, προκειμένου λόγου περὶ ἑνὸς τοσοῦτον ἀκροσφαλοῦς ζητήματος, ὁποῖον τὸ ἐκκλησιαστικὸν — ναὶ, Κύριοι, μὲ τοὺς Νόμους ἐκείνους κατεστρέψατε τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἂν ἡ ἐκκλησία ἤθελεν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ τὰς χεῖράς σας, ἵνα στηριχθῇ, ἂν ἡ ἐκκλησία εἶχεν ἀνάγκην ταύτης τῆς φωνῆς, ἵνα τὴν ὑποστηρίξω, νὰ τὴν σώσω, ἄ! φεῦ! σήμερον ἤθελεν ὑπάρχει καταποντισμένη, πλὴν πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσι. Τί ἐκάματε καὶ ἐπαίρεσθε τοσοῦτον εἰς τὸ ἔργον τῶν χειρῶν σας; κατεστρέψατε τὴν ἐκκλησίαν, τὴν ἐκάματε Λουθηροκαλβινικὴν (θόρυβος).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ δὲν ἐννοεῖ τὴν οὐσίαν, ἐννοεῖ τὴν διοίκησιν.
§96ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλει νὰ τὸ ἀποδείξῃ αὐτὸ, διότι εἶναι σπουδαῖον (θόρυβος).
§97ΛΟΥΖΗΣ. Μὴ ταράττεσθε, Κύριοι, εἶμαι ὀρθόδοξος, ὡς εἶσθε ὑμεῖς. Ποῖος πρῶτος, Κύριοι, συνέλαβε τὴν ἰδέαν μιᾶς διαρκοῦς συνόδου, διοικητικῆς παρ’ ἡμῖν; Τὴν συνέλαβεν Ἕλλην; τὴν συνέλαβεν ὁ κλῆρος; Ἤκουσα τὸν Κ. Σχινᾶ, καὶ δὲν ἤκουσα πρᾶγμα νέον· εἰς ποῖον βιβλίον τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εὗρον τοιοῦτόν τι γραμμένον; σύνοδος διαρκὴς διοικοῦσα τὰ τῆς ἐκκλησίας;
§98ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Consistorium.
§99ΛΟΥΖΗΣ. Ναὶ, ἴσα ἴσα τὰ τῶν Λουθηροκαλβίνων. Εἰς ποῖον βιβλίον, εἰς ποῖον κανόνα τῶν τοπικῶν ἢ οἰκουμενικῶν Συνόδων εὑρῆκαν, ὅτι ἡ ἐκκλησία ἡ ἀνατολικὴ, ἡ ὀρθόδοξος, διοικεῖται ὑπὸ Συνόδου διαρκοῦς; Ποία ἐξουσία εἶναι αὐτὴ, Κύριοι; Εἶναι κανονικὴ ἐξουσία; εἶναι νόμιμοι, ἀπέναντι τῶν κανόνων καὶ τῆς παραδόσεως τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας; Ποῦ λοιπὸν, Κύριοι, τὸ εὑρήκατε τοῦτο; Παράνομος ἡ ἐξουσία, ἀντικανονικὴ ἡ ἀρχὴ· καὶ εἶναι ἀδιάφορον, Κύριοι, ἐὰν τὴν ἐνέκρινε Πατριάρχης ἢ Πατριάρχαι, διότι ἡ ἐκκλησία καὶ ἡ ἱστορία της δὲν μᾶς λέγει, ὅτι αἱ παράνομοι πράξεις, τῇ ἐπικυρώσει τῶν Πατριαρχῶν καθίστανται ἔννομοι. Δὲν εἴμεθα ὁ Πάππας, Κύριοι! ὁ Πάππας ὅσα θεσμοθετήσῃ, αὐτὰ εἶναι ἀνώτερα τῶν κανόνων καὶ τῶν Συνόδων· ἡ ἀνατολὴ, ὄχι. Κατὰ τὸν Χρυσόστομον, Κύριε Σχινᾶ, «οἰκονομητέον, ἀλλ’ οὐχὶ παρανομητέον.» Ἐὰν ὑπάρχῃ περίστασις οἰκονομίας, πρέπει νὰ οἰκονομηθῇ, ἀλλ’ οὐχὶ διαρκῶς, καθότι διαρκὴς οἰκονομία δὲν εἶναι εἰμὴ διαρκὴς ἀθέτησις κανόνων, καὶ ἡ οἰκονομία εἶναι πάντοτε πρόσκαιρος.
§100ΣΧΙΝΑΣ. Ὅλη ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία ἡ ἀνατολικὴ ἐθεώρησε τὰ γενόμενα, (θόρυβος).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν σιωπήσητε ὑμεῖς οἱ ἄλλοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν βλάπτεται ἡ συζήτησις, ἀφοῦ τῷ ἀπέτεινε δύο λέξεις.
§102ΛΟΥΖΗΣ. Παρεισάξετε παρ’ ἡμῖν ξένα πράγματα. Ἐμιμήθητε τὸν μέγαν Πέτρον τῆς Ῥωσσίας, ἀλλὰ μὲ πιθηκισμὸν, κατὰ πάντα ἄνοστον, οὐδεμίαν ἔχοντα οὐσίαν. Εὑρέθητε ἴσως εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν εὑρέθη ὁ μέγας Πέτρος; Ὑμεῖς οἱ σοφοὶ τοῦ ἔθνους ἀναδιφήσατε τὰς σελίδας τῆς ἱστορίας ἐκείνης τῆς ἐπικρατείας, ἴδετε τί ὑπέστη ἡ Ῥωσσία, πρὶν ἢ κηρύξῃ σύνοδον· ἴδετε πῶς τὸ κράτος ἐκλονίζετο ἀεννάως ἀπὸ τοὺς Πατριάρχας καὶ ἐκ τῆς ἐπιῤῥοῆς τῶν Πατριαρχῶν· ἴδετε, πῶς ἡ περίνοια τοῦ μεγάλου Πέτρου ἀφῆκε 20 ἔτη χηρεύοντα τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον τῆς Ῥωσσίας, προτοῦ παραδεχθῇ τὸ μέτρον ἐκεῖνο τῆς Συνόδου· καὶ ποῦ τὸ εὗρεν ὁ μέγας Πέτρος; μέγας νοῦς, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐδημιούργησεν ἐκεῖνος. Ὁ μέγας Πέτρος εἶχε περιηγηθῆ ἤδη τὴν Εὐρώπην, ὁ μέγας Πέτρος εἶχεν ἰδεῖ τὰς Λουθηροκαλβινικὰς ἐκκλησίας, καὶ πῶς κυβερνῶνται, εἶχε περιηγηθῆ ὅλην τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν, καὶ τὸ ὀξυδερκές του βλέμμα, τὸ ὁποῖον τὰ πάντα ἐθεώρει, εἰς τὰ πάντα εἰσέδυε, καὶ τὰ πάντα ἥρπαζεν, εἶδεν, ὅτι δὲν ἐσύμφερεν εἰς τὸ κράτος του εἰμὴ ἐκεῖνο τὸ σύστημα, καὶ ἑπομένως χρώμενος τῆς παντοδυναμίας του, ἔλυσε τὸν Γόρδιον δεσμὸν, ἀφῆκε χηρεύουσαν 20 ἔτη τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ῥωσσίας ἀπὸ Πατριάρχην, καὶ τὸ 21 ἐσύστησε Σύνοδον διαρκῆ καὶ τῆς Συνόδου κηρύττεται αὐτὸς ὁ ἴδιος Πάππας καὶ Πατριάρχης, καθότι οὐδὲ νὰ πταρνισθῇ δύναται ἡ Σύνοδος ἐκείνη ἄνευ τῆς θελήσεώς του, καθὼς ἐδῶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ πταρνισθῇ ἡ Σύνοδος ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ (γέλωτες). Ἄ! Κύριοι! Κύριοι! Ποῦ τρέχομεν, Κύριε Σχινᾶ; (γέλωτες).
§103ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην εἰς αὐτά.
§104ΛΟΥΖΗΣ. Ὑμεῖς οἱ ὀρθοδοξότατοι τοιαύτην θέλετε τὴν ἐκκλησίαν; ἄ, πρὸς Θεοῦ!
§105ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην εἰς αὐτά· (γέλωτες).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι.
§107ΛΟΥΖΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐδημιουργήσατε Σύνοδον, καὶ ἐξελαϊκεύσατε τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ· ἰδέτε τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, ἐξετάσατέ τας, Κύριοι, ὡς ἀληθὴς χριστιανὸς ὀρθόδοξος, τὸ ὁποῖον δηλοῖ ὡς ἀληθὴς Ἕλλην· δὲν εἶμαι, Κύριοι, προληπτικὸς, εἶμαι ὁ προοδευτικώτερος μεταξὺ τῶν προοδευτικῶν, ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶμαι ἀγνώμων πρὸς τὴν ἐκκλησίαν μου· ἐν αὐτῇ βλέπω ὅλας τὰς ἐλπίδας τοῦ ἔθνους, καὶ ἕνεκα τούτου ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν καθαρῶς ἐθνικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, οὐχὶ δι’ ἄλλο· ἀφίνω εἰς τοὺς ἱερεῖς καὶ εἰς τὰς Συνόδους νὰ ἐνασχολῶνται καὶ συζητοῦν περὶ ἱερῶν πραγμάτων· ὁμιλῶν εἰς τὴν ὁμήγυριν ταύτην τοῦ Πανελληνίου, ὀφείλω νὰ εἴπω ποῖα τὰ ἀληθῆ τοῦ Πανελληνίου συμφέροντα· δὲν ἀγνωμονῶ πρὸς τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ δὲν εἶμαι καὶ προληπτικός. Ἐκάματε λοιπὸν αὐτὸν τὸν νόμον, ὁ Πατριάρχης τὸν ηὐλόγησε, καὶ ἠξεύρετε πῶς τὸν ηὐλόγησεν; ἠξεύρετε πόσα ἐμεσολάβησαν; Ἠξεύρετε πόσα ἐγένοντο, ὅπως κατορθωθῇ αὐτὴ ἡ συναίνεσις τοῦ Πατριάρχου; καὶ δὲν εἶχε δίκαιον ὁ Φαρμακίδης, Κύριοι, ὁπόταν ἔλεγεν, ἐν τίνι ἐξουσίᾳ ἐκήρυξεν αὐτοκέφαλον τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως; Ἐννοῶ πολὺ καλά, ὅτι οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ἐκήρυξαν αὐτοκέφαλον τὴν ἐκκλησίαν Α ἢ Β, καὶ ὅτι ἡ ἰδιοτροπία ἑνὸς Αὐτοκράτορος ἐκήρυξεν αὐτοκέφαλον τὴν ἐκκλησίαν τῆς γῆς τῆς γεννήσεώς του. Ὁ Πατριάρχης κηρύττει ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἀφ’ ἑτέρου συνῄνεσαν ἐν ἁγίῳ πνεύματι, ὅπως κηρυχθῇ αὐτοκέφαλος ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἵνα δηλ. ἀντὶ θυγατρὸς ὀνομασθῇ ἀδελφή! Ναὶ, Κύριοι, ἡ θυγάτηρ κηρύττεται ἀδελφή! τί ἔγεινε μετὰ τὸ κήρυγμα τοῦτο; τί ἐπέτυχεν ἡ Ἑλλάς; Νὰ μοὶ τὸ εἴπητε· ἀπεχωρίσθη ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον, ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἑστίαν, ἀπὸ αὐτὸ τὸ κέντρον τὸ ἰδανικὸν, τὸ συνδέον ὅλην τὴν δυστυχῆ φυλήν μας. Ἡμεῖς αὐτοὶ ἀπεσκιρτήσαμεν· ἡμεῖς αὐτοὶ ἀπεμονώθημεν καὶ ἠρημώθημεν, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην συγκεντρώσεως. Μὴ θεωρήσητε τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον, ὡς θρόνον ἑνὸς Πάπα, ὄχι· ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ὁ θρόνος ἐκεῖνος εἶναι ὁ θρόνος τῶν Καισάρων, τοῦ ὁποίου μικρὸν ἀφομοίωμα ἠγέρθη ἐδῶ ὑπὸ τὴν Ἀκρόπολιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκεῖνος· καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἐκεῖνον τὸν θρόνον ἐπιζητεῖ καὶ τὸν ἐπιζητεῖ διὰ τῆς προόδου καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως ὅλων τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων (εὖγε). Τί κατωρθώσατε; ἔνθεν μὲν ἀπεμονώσατε τὴν μερίδα ταύτην τοῦ ἔθνους, ἔνθεν δὲ ποίαν ἐλάβετε ὠφέλειαν; Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τοῦ χωρισμοῦ ποίας προόδους ἔκαμε μεταξὺ ἡμῶν ἡ Ἐκκλησία; Ἀριθμήσατέ τας, σᾶς παρακαλῶ· ἀφήσατε ἴσως ἐλευθέραν ἐνέργειαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν; οὐδὲ κἂν εἰς τὰ πνευματικά· καὶ ὅταν ἐκλείπῃ αὐτὴ ἡ ἐλευθέρα ἐνέργεια, καὶ ὅταν διὰ τὸ παραμικρὸν ἡ Ἐκκλησία ὑπάγηται εἰς τοὺς ἄρχοντας τῆς πολιτείας, καὶ ὅταν δὲν δύναται νὰ ἐπιτηρήσῃ, καὶ ὅταν δὲν δύναται νὰ πράξῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ Βασιλικοῦ ἐπιτρόπου, ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως ἑνὸς ὑπουργοῦ, ποῦ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐκκλησίας; Καὶ δύναται νὰ ὑπάρξῃ πρόοδος εἰς τὴν θρησκείαν; Δύνανται ν’ ἀναπτυχθοῦν τὰ ζωτικὰ ἐκεῖνα νάματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ ποτίσουν τὸν παράδεισον τοῦτον, ὅπως ἀναστηθῶσι καὶ βλαστήσωσι τὰ ζωογόνα δένδρα, ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν ὁποίων πρέπει ν’ ἀναπτυχθῶμεν, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸν θρόνον ἐκεῖνον; (εὖγε, εὖγε). Τί ἐκάματε μετὰ τὴν πραγματικὴν ταύτην διάστασιν; ὠφελήθητε; δὲν πρόκειται νὰ μᾶς εἴπητε, ἐκάμαμεν ἕνα νόμον, κατωρθώσαμεν νὰ κηρύξωμεν ἐλευθέραν αὐτοκέφαλον τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Μέγα κατόρθωμα, διότι τὸ ἔκαμε καὶ ὁ Μέγας Πέτρος, διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἀνεξάρτητοι, καὶ θέλομεν καὶ Ἐκκλησίαν ἀνεξάρτητον! Τοιαύτην ἀνεξαρτησίαν δὲν ἠθέλησεν ἡ Ἑπτάνησος, καί τοι διατελοῦσα ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ ξένου, μεγάλως εἰς τὴν διάῤῥηξιν τοῦ δεσμοῦ ἐνδιαφερομένου. Ἐσεβάσθη τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ, αἴσθημα οὐχὶ ὀπισθοδρομικὸν καὶ προληπτικὸν, ἀλλ’ ἐθνικὸν, τὸ ὁποῖον κατῆρχε τῶν πάντων, καὶ τὸν ἔσπρωχνε πάντοτε πρὸς τὰ πρόσω. Τὸ ἐσεβάσθη ἡ Μεγάλη Βρετανία καὶ δι’ ἑτέρας νομίμου ὁδοῦ ἐματαίωσε πᾶσαν ξένην ἐπιῤῥοήν. Ἀλλ’ ἤδη, Κύριοι, τί εἶναι τὸ καταστατικὸν τοῦτο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος; Δὲν εἶναι ἄλλο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους εἰμὴ ἐπανάληψις τῆς λέξεως ἐπικυροῦται· καὶ οὐδεμία πρᾶξις ἰσχύει ἄνευ τῆς παῤῥησίας τοῦ Βασιλ. ἐπιτρόπου. Παντελὴς ἐκλαΐκευσις τῆς Ἐκκλησίας! Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐνεπαίχθη καὶ αὐτὸς ὁ Πατριάρχης Ἄνθιμος, πρὸς ὃν ἐδίδετο παρὰ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τῆς Βασιλείας ῥητὴ ἔγγραφος ὑπόσχεσις, ὅτι ἤθελεν ἀφεθῆ ἐλευθέρα ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν πνευματικῶν αὐτῆς δικαιωμάτων. Τῇ 6 7βρίου 1850 ἔγραφε τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον πρὸς τὸν Ἄνθιμον, ἄνδρα μεγάλης συνέσεως καὶ διακεκριμένης παιδείας, αὐτολεξεὶ ταῦτα «Ἡ δὲ ἐλπὶς, ἣν ἡ ὑμετέρα Παναγιότης ἐκ«φράζει, ὅτι δηλ. ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις καταστήσει τοῦ λοι«ποῦ τὴν Σύνοδον ἀνεξάρτητον ἐν τοῖς πνευματικοῖς, ὑπάρχει «ἤδη πράγματι καὶ ἔργῳ, ἐπειδὴ ἀπ’ ἀρχῆς ὁ Βασιλικὸς νόμος. «ὁ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ἐγκαταστήσας, παρέσχεν αὐτῇ ῥητῶς τὸ «ἐν τοῖς καθαροῖς πνευματικοῖς ἐντελῶς ἀνεξάρτητον, καὶ οὐδέ«ποτε ἐκωλύθη, οὐδὲ κωλυθήσεται ἡ περὶ τὰ τοιαῦτα ἐλευθέρα «αὐτῆς ἐνέργεια». Ὅσοι θέλουν ἂς ἀναγνώσουν τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, καὶ ἂς τὴν συμπαραβάλουν μὲ τὸν νόμον τὸν καταστατικὸν τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ θέλουσιν ἰδεῖ πῶς ἐξετελέσθη ἡ ὑπόσχεσις. Ἐνεπαίχθη ὁ Πατριάρχης! ἀλλὰ. Κύριοι, νομίζετε ὅτι ἐκάμετε μέγα κατόρθωμα, καὶ ὅτι εἶναι ζηλωτὸς ὁ νόμος ἐκεῖνος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἱερὰ Σύνοδος ἐκλέγει τὸν Ἐπίσκοπον μιᾶς ἐπαρχίας, προτείνουσα τρεῖς ὑποψηφίους εἰς τὴν ἔγκρισιν, ὅπως ἐξ αὐτῶν ὁ ὑπουργὸς ἢ ὁ Βασιλεὺς ἐκλέξῃ τὸν ἕνα; ἐθέσατε τὰς βάσεις τῆς ἀνηθικοποιήσεως τοῦ ἔθνους. Τὰς καταχρήσεις, τὰς ὁποίας μέμφεσθε εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον, τὰς εἰσάγετε εἰς τὸ ἀρτισύστατον τοῦτο Βασίλειον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον ἠθικῆς εἰς τὴν ἐπίλοιπον δούλην φυλήν. Δυστυχῶς εἴμεθα ἄνθρωποι, καὶ πολῖται πτωχοῦ Κράτους. Ἄλλως τε αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς εἶναι ἀντικανονικός. Οἱ ἐπίσκοποι κατ’ ἀρχὰς ἐξελέγοντο ἀπὸ τὸν κλῆρον καὶ ἀπὸ τὸν λαὸν, ἀκολούθως δὲ ἀπὸ μόνον τὸν κλῆρον. Αὕτη εἶναι ἡ ἐκλογὴ ἡ κανονικὴ, καὶ ταύτην ἡ Ἑπτάνησος ἀσπάζεται καὶ τηρεῖ. Ἀντὶ δὲ ταύτης ὑμεῖς παρουσιάζετε τρεῖς ὑποψηφίους εἰς τὸν ὑπουργὸν διὰ νὰ ἔχῃ πάντοτε ὁ ὑπουργὸς σκολαρίκι τὸν ἕνα ἢ ἄλλον νὰ τὸν τραβᾷ ἀπὸ τὸ αὐτί. Ἂς παύσῃ πρὸς Θεοῦ ἡ ἀνηθικότης αὕτη, καὶ ἂς βαδίσωμεν πρὸς τὴν ἠθικοποίησιν, διότι ἐκεῖ ἔγκειται ἡ σωτηρία μας· ἂν δὲν ἠθικοποιηθῶμεν, ἀπωλέσθημεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὑμεῖς. Δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα νὰ σᾶς διδάξωμεν τί ἐστὶν ἐλευθερία, ἀλλ’ ἵνα σᾶς δικοινώσωμεν τὰς ἰδέας μας, ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου δὲ τούτου ἐλάβομεν τὸν λόγον, διότι ὑμεῖς μᾶς τὸ ἐπετρέψατε· ἐξεφράσθημεν δὲ τοσοῦτον ἀποτόμως, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀντικειμένου λίαν σοβαροῦ, καὶ περὶ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο νομοθεσιῶν. Ἂν τοῦτο δὲν ἦτο, ἠθέλομεν σιγήσει. Καὶ ἐνῷ πρόκειται περὶ τῆς συγχωνεύσεως, καὶ ἐνῷ προχθὲς ἐσυστήσαμεν ἐπιτροπὴν ὅπως ἐπεξεργασθῇ καθόλου τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, σήμερον συζητοῦμεν περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τοῦ προτεινομένου ἄρθρου, πρὶν ἢ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Οὐδὲ κἂν ταύτην ἔχετε τὴν ἀνασκοπήν; ...
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (θόρυβος). Οὐδεὶς ἔφερε πρότασιν ἵνα ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§109ΛΟΥΖΗΣ. Τοῦτο πλὴν εἶναι ἀδιάφορον, πάντῃ ἀδιάφορον. Ἐλάβομεν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καθότι ἔχομεν ἀκαταλόγιστον εὐθύνην ἐνώπιον τῆς πατρίδος καὶ τῶν ἐντολέων μας, τὴν εὐθύνην δὲ ταύτην, Κύριοι, δὲν τὴν στηρίζομεν εἰς τὴν ἀγυρτίαν ὅπως μᾶς δώσωσι τὰς ψήφους των, ἀλλὰ διότι μᾶς καθιστᾷ ἀναπολογήτους ἡ παρ’ ἡμῖν ἔτι ὑπάρχουσα νομοθεσία· δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἂν τυφλοῖς ὄμμασι παραδεχθῶμεν ὡς προτείνεται τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἰδοὺ, Κύριοι, διὰ ποίαν αἰτίαν μᾶς βλέπετε τόσον ἀποτόμως συζητοῦντας τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· οὐ μόνον φρονοῦμεν, ὅτι συνηγοροῦμεν ὑπὲρ τοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἔχομεν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ, κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην, νομίζω συμφερώτερον διὰ τὸ ἔθνος· προσέξατε δὲ μὴ διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, καταστρέψητε, ὅ,τι Μωάμεθ ὁ Βʹ. συνθηκολογῶν μετὰ τοῦ μεγάλου Σχολαρίου ἀνεγνώριζεν εἰς τὸ ἔθνος, κηρύττων ἐθνάρχην τὸν οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, καὶ μὴ λησμονήσητε ὅτι χάριν τῆς συνθηκολογήσεως ἐκείνης ἡμεῖς ἑδρεύομεν σήμερον ἐνταῦθα (χειροκροτήσεις).
§110Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι! Λυποῦμαι, διότι ἀναγκάζομαι ν’ ἀποκρούσω τὰς ἐκτεθείσας περὶ ἐκκλησίας ἰδέας δύο ἀνδρῶν, τῶν ὁποίων ὅσον ἐκτιμῶ τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὰς ἀκλονήτους πεποιθήσεις, τόσον θαυμάζω τὴν εὔροιαν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ λόγου. Ἀλλ’ ἤθελον παραλείψει οὐσιῶδες καθῆκον, ἂν δὲν προσεπάθουν τὸ κατὰ δύναμιν νὰ πολεμήσω ἰδέας ἀντιστρατευομένας πρὸς τὰς πεποιθήσεις μου, καὶ πρὸς τὰς πεποιθήσεις ἴσως τοῦ πλείστου μέρους τοῦ ἔθνους. Τί, Κύριοι, πρόκειται; Τί ἦλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μᾶς προτείνουν; Ἐν δυσὶ λέξεσι μᾶς εἶπον τὰ ἑξῆς· καταργήσατε ὅ,τι ἐπράξατε πρὸ 20 ἐτῶν, καὶ παραδεχθῆτε ὅ,τι ἡμεῖς σᾶς φέρομεν. Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, τί τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἔπραξε πρὸ 20 ἐτῶν, καὶ ἂν τοῦτο ᾖναι καλὸν, ἂν τοῦτο ᾖναι ὑγιές. Ἂς ἐξετάσωμεν ἐπίσης τί μᾶς προσφέρουν, καὶ ἂν ἴδωμεν ὅτι τοῦτο εἶναι καλλίτερον, ὅτι εἶναι προτιμώτερον, ἂς τὸ ἀποδεχθῶμεν· ἄλλως, ἂς ἐμμείνωμεν εἰς ὅ,τι ἀπεφασίσαμεν. Πρὸ 20 ἐτῶν, ἐθνικὴ Συνέλευσις, περιλαμβάνουσα ἄνδρας σπουδαίους, ἄνδρας σοβαροὺς, ἄνδρας ἐμβριθεῖς, συνεκροτήθη εἰς τὴν πόλιν ταύτην. Ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ὑπῆρχον ἄνδρες ὑποθάλψαντες καὶ διατηρήσαντες οὐχὶ μόνον ἠθικὰς ὑπονόμους, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ τελευταῖον λαλήσας, ἀλλ’ ἄνδρες, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέθαλψαν καὶ ὑπεστήριξαν ὑλικὰς ὑπονόμους, αἵτινες ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἀνεμένομεν δὲ νὰ μᾶς εἴπῃ τις, ὅτι πρέπει νὰ ὑποθάλψωμεν τὰς ἠθικὰς ὑπονόμους, διότι ἡ Ἑλλὰς ἀπέδειξεν, ὡς εἶπον, ὅτι διατηρεῖ καὶ ὑπολήπτεται τὰς ἠθικὰς ὑπονόμους, καὶ διὰ τοῦ πατριωτισμοῦ της κατέδειξεν, ὅτι διὰ τῶν ὑλικῶν ὑπονόμων, ἃς ὑπέσκαψεν, ἐπέφερε τὸν κλονισμὸν κολοσσαίου Κράτους (εὖγε εὖγε). Ἐντὸς δὲ τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ὑπῆρχον ἄνδρας σοβαροὶ, ἐξ ὧν δυστυχῶς ὁ τάφος πολλοὺς ὑπεδέχθη μέχρι τοῦδε καὶ πολλοὶ ὅμως συνεδρεύουσι μεθ’ ἡμῶν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ· καὶ αἰσθάνομαι μεγάλην χαρὰν, ὅτι συγκάθημαι μετ’ αὐτῶν ἐνταῦθα. Οἱ ἄνδρες οὗτοι διετήρουν ἀκμαῖον τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων των, διότι ἐγνώριζον, ὅτι ἡ θρησκεία αὕτη ὑπῆρξεν ἡ παρήγορος λαμπὰς ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σκότους, τῶν περιπετειῶν καὶ τῶν θλίψεων τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους. Οἱ ἄνδρες οὗτοι ἐγνώριζον, ὅτι ἡ θρησκεία αὕτη διετήρησε τὸν ἐθνισμὸν ἐν ταῖς συνοχαῖς τῶν περιστάσεων. Τί δ’ ἔπραξε, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἡ συγκειμένη ἐκ 200 πληρεξουσίων; Ἀναγνώσατε τὰ πρακτικὰ καὶ θέλετε πληροφορηθῆ· ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐν τῇ Συνελεύσει ἐκείνῃ ὑπῆρχον ἄνδρες, ἀνώτεροι ἴσως κατὰ τὸν ζῆλον τὸν ὑπὲρ τῆς θρησκείας τοῦ Κ. Ἰακωβάτου καὶ τοῦ Κ. Λούζη. Ναὶ, Κύριοι, ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω ἔνδοξον συνεπαρχιώτην μου, τὸν γλυκὺν καὶ συνάμα πικρόχειλον ῥήτορα τῶν Καλαβρύτων, τὸν Κωνστ. Ζωγράφον. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ μεταξὺ τῶν τοιούτων ζηλωτῶν τῆς θρησκείας τῆς Ἀνατολικῆς, τὸν σοφὸν πληρεξούσιον τῆς Πυλίας Κ. Σχινᾶν. Τί, Κύριοι, ἔπραξεν ἡ Συνέλευσις ἐκείνη; Ἀναγνώσατε τὰ πρακτικὰ, διότι τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνα θέλουν σᾶς ὁδηγήσει περὶ τῶν γενομένων τότε. Διάφοροι προτάσεις ἐγένοντο ὑπὸ πολλῶν· ἀλλ’ εἰς μίαν συνεδρίασιν τὰ δύο ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἐπεψηφίσθησαν ὁμοθυμαδὸν ὑπὸ 213 πληρεξουσίων, τὰ ἄρθρα δὲ ταῦτα ἐθεωρήθησαν ὡς ἱκανοποιοῦντα τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τοῦ τόπου, καὶ οὐδὲν παράπονον ἠγέρθη· ἔπρεπεν ὅμως νὰ γίνῃ ἄλλο τι βῆμα εἰς τὸ βῆμα τοῦτο· τὸ ἕκτον ἔτος μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἔλαβε χώραν. Ἔπρεπε, Κύριοι, νὰ ζητηθῇ ἡ συναίνεσις τῆς Μεγάλης ἐκκλησίας. Αὕτη δὲ ἐζητήθη ἄνευ ἀπάτης, ἄνευ πειθαναγκασμοῦ. Ἡ Μεγάλη ἐκκλησία, ὡς μήτηρ φιλόστοργος, κατεῖδε καὶ ἐπείσθη, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξασκήσῃ κυριαρχικὰ δικαιώματα ἐπὶ ὁμοδόξου ἐκκλησίας αὐτονόμου ἔθνους ἄνευ οὐσιώδους βλάβης αὐτοῦ· διότι ἡ ἐλευθερία τῆς ἐνεργείας τῆς ἐκκλησίας πολλάκις, δυστυχῶς, ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν πνοὴν τῶν ποικίλων πολιτικῶν ἀνέμων, οἵτινες πνέουσιν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ ξένου κράτους, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἑδρεύει. Ἡ Μεγάλη ἐκκλησία ἐξέδωκε τὸν τόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζει τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ αὐτοκέφαλον αὐτὸ εἶναι ἀντικανονικὸν, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν. Καὶ ὅμως, Κύριοι, τὸ αὐτοκέφαλον αὐτὸ ἀνεγνωρίσθη οὐχὶ μόνον παρὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἀλλὰ καὶ ἐπεκυρώθη παρ’ ὅλων τῶν ὁμοδόξων ἐκκλησιῶν, ἀνώτερος δὲ τῶν ἐκκλησιῶν τούτων παρουσιάζεται ὁ Κ. Λούζης, καὶ σᾶς λέγει, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι παράνομα.
§111ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἀνώτερος.
§112ΖΑΪΜΗΣ. Ὤ! χαίρω καὶ εὔχομαι νὰ μὲ ἀποδείξητε, ὅτι εἶμαι εἰς ἀπάτην· τί δ’ ἕτερον προσέθηκε; ἀναγνώρισις τοιαύτη σᾶς εἶπε, γενομένη παρ’ ἀνόμου Πατριάρχου δὲν ἔχει σημασίαν τινά. Καὶ ὅταν ἔρχεσθε καὶ μᾶς ἀποκαλῆτε τὸν Πατριάρχην αὐτὸν ἄνομον, πῶς ζητεῖτε νὰ μᾶς ὑποτάξητε ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ; καὶ δὲν ἐννοεῖτε τὰς ἀντιφάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑποπίπτετε; μᾶς λέγετε, ὅτι ἄνομος Πατριάρχης ἀνεγνώρισε τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἔπειτα μᾶς λέγετε, ἀναγνωρίσατε τὴν ἐξουσίαν τοῦ Πατριάρχου αὐτοῦ!
§113ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν τὸ εἶπε.
§114ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ εἶπε καὶ τὸ ἤκουσεν ὅλη ἡ Συνέλευσις. Διατὶ δὲ ἐζητήσαμεν τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἐκκλησίας ἡμῶν, καὶ διατί ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκκλησία ἀνεγνώρισεν αὐτό; ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· ἐζητήσαμεν τὸ αὐτοκέφαλον, διότι ἐθεωρήσαμεν αὐτὸ ὡς παρομαρτοῦν εἰς τὴν αὐτονομίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν ἑνὸς ἔθνους· 15 ἔτη ζῶμεν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τούτου· οὐδὲν παράπονον ἠγέρθη· τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν διεμαρτυρήθη κατὰ τοῦ αὐτοκεφάλου, καὶ ἂν διεμαρτύρετο ἠθέλαμεν σπεύσει πρὸς θεραπείαν τότε, ὅταν κατεκρημνίσαμεν παρελθὸν ὁλόκληρον. Ἐὰν ἐβλέπομεν, ὅτι παρεβιάζετο τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τοῦ λαοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔπιπτεν οἰκοδόμημα 30 ἐτῶν, ἠθέλομεν σπεύσει νὰ ἀνορθώσωμεν καὶ τὰ τῆς ἐκκλησίας μας. Ἀλλὰ, Κύριοι, οὐδεμίαν διαμαρτύρησιν τοιαύτην ἠκούσαμεν, διότι ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους δὲν ἀπῄτει νὰ πράξωμεν ἄλλο κατὰ τοῦ καθεστῶτος τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ὁ Κύριος Λούζης εἰσῆλθε καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν καταστατικῶν νόμων· δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρχιερέων, καὶ τὸ διαζύγιον καὶ ἄλλα ἀντικείμενα ἠδύναντο ν’ ἀποτελέσωσι μέρος τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν γνώμην τινῶν. Ἐὰν, Κύριοι, θελήσωμεν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος νὰ θέσωμεν διατάξεις τοιαύτας, καὶ νὰ περιλάβωμεν ὁλοκλήρους νόμους, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θέλομεν φθάσει ποτὲ εἰς ἓν τέρμα! θέλομεν καταστήσει τὸ Σύνταγμα Πανδέκτας τῆς Ῥωμαϊκῆς νομοθεσίας. Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας, τὸ ἤδη ἀναγνωρισθὲν ὑπὸ τῆς μητρὸς ἐκκλησίας καὶ ὑφ’ ὅλων τῶν ὁμοδόξων ἐκκλησιῶν. Ἀλλὰ, διότι ἀνεγνωρίσθη τὸ αὐτοκέφαλον, διὰ τοῦτο πᾶς δεσμὸς ἡμῶν καὶ τῶν λοιπῶν ὁμοθρήσκων ἐξέλιπεν ὡς ὑπεστήριξάν τινες; εἶναι πλάνη μεγίστη! Διακηρύξαντες τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἐκκλησίας μας ἐμμένομεν δογματικῶς καὶ κανονικῶς ἡνωμένοι μετὰ τῶν ὁμοδόξων ἐκκλησιῶν, τηροῦντες τοὺς ἱεροὺς κανόνας, τούς τε ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις, ἀπαραλλάκτως ὡς καὶ αἱ ἄλλαι ἐκκλησίαι, καὶ ἀναμένομεν μετὰ πεποιθήσεως νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ἐκείνη, καθ’ ἣν ὁ Παντοδύναμος ἐν τῇ ἀνεξαρτήτῳ αὑτοῦ βουλήσει ἀποφασίσῃ νὰ ὑπάρχῃ μία καὶ μόνη ἐκκλησία Ἑλλήνων ἀνεξαρτήτων καὶ αὐτονομουμένων· δὲν ἀπεμονώθημεν λοιπὸν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ὀρθοδόξου Ἑλληνικοῦ πληρώματος, ὡς σᾶς εἶπον, καὶ ἀπόδειξις τῆς μὴ ἀπομακρύνσεως εἶναι αὐτὴ ἡ Ἑπτάνησος, διηνεκῶς ἐπιζητοῦσα τὴν ἕνωσιν, αὐτὸς ὁ ἔνθερμος πατριώτης Κ. Ἰακωβάτος, ὅστις καί τοι γνωρίζων τὴν κατάστασιν τῆς ἐκκλησίας ἐναντίον τῆς ὁποίας διαμαρτύρεται σήμερον, πάντοτε προσεπάθει καὶ γενναίως ὑπερεμάχησεν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
§115Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Διὰ νὰ διορθώσω καὶ αὐτά.
§116ΖΑΪΜΗΣ. Ἀλλά, Κύριοι, τί σᾶς προτείνει ὁ Κ. Λούζης; ἀποδεχθῆτε τοὺς ἰονίους νόμους, σᾶς λέγει· καὶ ποῖος εἶναι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐθαύμασε καὶ ἐξύμνησεν; ἐπιθυμεῖτε νὰ σᾶς τὸ εἴπω; εἶναι φενακισμὸς καθαρός. Οὗτος ἀφ’ ἑνὸς δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πατριάρχην νὰ ἐκδίδῃ τὰς ἐκδόσεις πρὸς χειροτονίαν τῶν Ἀρχιερέων, ἀφ’ ἑτέρου ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλῇ τρεῖς Ἀρχιερεῖς πρὸς χειροτονίαν, ἀφοῦ ὁ Πατριάρχης ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν αὐτῆς. Καὶ εἶναι τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, ἀναγνώρισις τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου; εἶναι κανονικόν; ὁ διάλογος, ὅστις ἐγένετο μεταξὺ τοῦ Κ. Λούζη καὶ τοῦ σοφοῦ τῆς Πυλίας πληρεξουσίου, σᾶς κατέδειξεν, ὅτι εἶναι ἀντικανονικόν. Ἰδοὺ δὲ τί σᾶς προτείνει· ἐζητήσαμεν καθαρῶς ν’ ἀποσπασθῶμεν διοικητικῶς ἀπὸ τὸν Πατριάρχην τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ τὸ ἐπετύχαμεν συναινέσει τοῦ Παναγ. Πατριάρχου· τώρα σᾶς λέγουν ὄχι, υἱοθετήσατε ἕνα νόμον διὰ νὰ φενακίζητε αὐτὸν τὸν Πατριάρχην. Αὐτὸ σᾶς προτείνουν. Ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, παραδεχθεῖσα τὰ δύω αὐτὰ ἄρθρα τοῦ συντάγματος, δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ τὰ ἐγκαταλείψῃ ἤδη, προκειμένου δὲ νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀφομοίωσις τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας πρὸς τὴν ἰδικήν μας, ἀκούσατε τὶ πρέπει νὰ γείνῃ κατὰ τὴν γνώμην μου. Οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς πρώην Ἑπτανήσου πρέπει νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Μ. Ἐκκλησίαν τὴν χειραφέτησιν ἀπὸ τῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν ἕνωσίν των μετὰ τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος· ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις, ἵνα δοθῇ ἡ ἄδεια αὕτη, καὶ, τούτου γενομένου, βαίνομεν κανονικῶς εἰς τὴν συγχώνευσιν τῶν ἐκκλησιῶν. Ἀλλ’ ὅ,τι προτείνουσι δὲν εἶναι ἀντικείμενον οὔτε τοῦ Συντάγματος, οὔτε τοῦ νόμου· ἴσως ἡ Κυβέρνησις αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐδῶ συνεδριάζομεν, προβαίνει εἰς τὰς τοιαύτας διαπραγματεύσεις. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν νὰ σταματήσωμεν οὐδὲ μίαν στιγμὴν, πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν δύω τούτων ἄρθρων, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θέλει προσκληθῇ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι πρέπει διὰ νὰ γείνῃ ἡ χειραφέτησις τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Μ. ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
§117ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Λοιπὸν νὰ περιμένωμεν.
§118ΖΑΪΜΗΣ. Ἀπαντῶ· ἄλλοτε συνετάξαμεν τὰ ἄρθρα ταῦτα πρῶτον καὶ ἔπειτα ἀπετάθημεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐζητήσαμεν τὴν ἔκδοσιν τοῦ Τόμου, ὅστις ἐξεδόθη ἀνεπηρεάστως, καὶ ἄνευ πειθαναγκασμοῦ, τῇ οἰκείᾳ θελήσει τῆς Μ. ἐκκλησίας. Ἐπὶ τέλους σᾶς προτείνουν, ὅτι πρέπει νὰ καταχωρίσητε εἰς τὸ Σύνταγμα διαφόρους διατάξεις· αἱ διατάξεις αὗται ἀποτελοῦν ἀντικείμενα νόμων. Ἐὰν δὲ, Κύριοι, ἀποδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦτο, θέλομεν ἰδεῖ προτάσεις περιεχούσας ὁλόκληρον νομοθεσίαν. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν νὰ συμπεριλάβωμεν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος νομοθετικὰς διατάξεις, τότε ὄχι μόνον δὲν θέλομεν προβῆ εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν ταχέως, ἀλλὰ θέλομεν ψηφίσει Σύνταγμα sui generis καὶ πρωτοφανές· ὅλαι δὲ αἱ διατάξεις αἱ ἀποβλέπουσαι εἴτε τὴν χειροτονίαν, εἴτε τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπισκόπων, εἴτε τὸ διαζύγιον, πρέπει νὰ μείνουν κατὰ μέρος. Ὅταν ἡ ἐκκλησία τῆς πρώην Ἑπτανήσου πράγματι συγχωνευθῇ μετὰ τῆς ἡμετέρας, καὶ ὅταν ἐν τῇ ἱερᾷ Συνόδῳ παρακαθήσωσι καὶ Ἀρχιερεῖς τοῦ Ἰονίου, τότε παρίσταται ὁ ἁρμόδιος καιρὸς ἵνα γίνῃ σκέψις ἄν πρέπῃ τινὲς ἐκ τῶν ἐκκλησιαστικῶν νόμων νὰ μεταβληθῶσι· σήμερον ὅμως δὲν εἶναι καιρὸς τοιοῦτος. Ἐν τῷ Συντάγματι δὲν πρόκειται νὰ καθιερωθοῦν παρὰ ἀρχαὶ γενικαί, ἀΐδιοι, καὶ οὐδὲν περισσότερον. Κατὰ τὴν ἰδέαν μου λοιπὸν πρέπει ἄνευ δυσκολίας, καὶ ἄνευ τινὸς προσκόμματος, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν δύο ἄρθρων τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843.
§119ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, οὔτε ἡ δύναμις τοῦ λόγου, οὔτε ἡ δύναμις τῆς φωνῆς μὲ βοηθοῦν ν’ ἀντιστρατεύσω κατὰ τοῦ δεινοῦ ῥήτορος, τὸν ὁποῖον ἤκουσα σήμερον· ἂν συναισθανόμενος τοιαύτην ἔλλειψιν ἀναβαίνω τὸ βῆμα, τὸ ἀναβαίνω στηριζόμενος εἰς τὸ ἀκράδαντον τῆς πεποιθήσεώς μου. Ἤκουσα δεινοὺς λόγους, φοβεροὺς λόγους· οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν διέσεισε τὴν πεποίθησίν μου. Ἤκουσα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δυστυχῶς μέχρι τοῦδε ἐβάδισεν ὁδὸν ἐθνοκτόνον, ἤκουσα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠσέβησε κατὰ τῆς ἐκκλησίας· ἤκουσα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπέκοψε πάντα κρίκον, ὅστις συνδέει αὐτὴν μετὰ τοῦ ποθουμένου μέλλοντός της. Ἤκουσα, Κύριοι, ὅλα ταῦτα καὶ ἐζήτησα καὶ ἐγὼ νὰ μάθω ἐκ ποίων ὁρμώμενος πεποιθήσεων ὁ ῥήτωρ ὡμίλησε τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐάν, Κύριοι, ηὐτύχησα νὰ ἐννοήσω τὴν πλάνην του, πρέπει βεβαίως νὰ ἐπιθυμῶ νὰ τὴν ἐννοήσῃ ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις, ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ποτὲ ἐπ’ αὐτοῦ τοιοῦτος μῶμος. Ὑποστηρίζων ἐν μέρει τὰς γνώμας τοῦ πρώτου λαλήσαντος ἐντίμου πληρεξουσίου τῆς Κεφαλληνίας, καταφέρεται πρὸ πάντων κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς ἐκκλησίας, νομίζων, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, αὐτὸ τὸ ἀξίωμα, νὰ ᾖναι αὐτοκέφαλος ἡ ἐκκλησία, εἴτε ἡμεῖς πρῶτοι ἐφέραμεν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος, εἴτε ἄλλος εἰσήγαγε, τὸ εἰσήγαγε κατ’ ἀπομίμησιν λουθηροκαλβίνων. Εἶναι λυπηρὸν τῷ ὄντι τὸ θεμελιωδέστερον ἀξίωμα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας νὰ διαμφισβητῆται καὶ ἕνεκα τῆς τηρήσεως αὐτοῦ νὰ καταδικάζηται ὁλόκληρος ἡ πορεία τοῦ ἔθνους. Οὐδέποτε ἔπαυσε αὐτὸ τὸ ἀξίωμα νὰ ἰσχύῃ ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ ἐκκλησίᾳ, οὐδεμίαν στιγμήν! Ἐπεθυμήσατε τὴν ἐκκλησίαν ὁποία ἦτον ἐπὶ Πέτρου καὶ Παύλου· ἀλλὰ τότε πᾶσα ἐκκλησία ὀρθόδοξος ἦτον αὐτοκέφαλος. Πόθεν προῆλθε μετὰ ταῦτα ὁ σύνδεσμος τῶν πολλῶν ἐκκλησιῶν καὶ ἡ ἱεραρχία; ἐκ τῶν πολιτικῶν σχέσεων τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν ἐπικρατειῶν, ἐκ τῶν πολιτικῶν διαιρέσεων καὶ ὀργανισμῶν τῆς διοικήσεως τῆς ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Εἴπετε, ὅτι ἐπὶ 19 αἰῶνας ἦρχεν ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος ὁ Πατριάρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ὅταν εἴπετε αὐτὸ, βεβαίως δὲν συνεβουλεύθητε τὴν ἱστορίαν, ἐκλείσατε τὰς βίβλους της καὶ ὡμιλήσατε, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, κατεχόμενοι ἀπὸ τὸν φανατισμὸν ψευδοῦς θεωρίας. Συμβουλεύθητε τὴν ἐκκλησ. ἱστορίαν καὶ παρ’ αὐτῆς μανθάνετε, ὅτι τῆς Ἑλλάδος ἐξῆρχεν ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ Ἀρχιερεὺς Κορίνθου, πρῶτος ὁ Διονύσιος, ὅτι μέχρι τοῦ 5 αἰῶνος οὐδεμία ἄλλη δικαιοδοσία ὑπῆρχεν ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος, ἐξετάσατε τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν καὶ θέλετε μάθει, ὅτι πρώτην φορὰν κατὰ τὸν 5 αἰῶνα ὁ Ἐπίσκοπος Ῥώμης Δάμασος ἀντεποιήθη τὴν δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις τότε δὲν ἔφερε κἄν τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὠνομάζετο Ἀνατολικὴ Ἰλλυρία καὶ ἰδιαιτέρως Ἀχαΐα. Μέχρις αὐτοῦ τοῦ 8 αἰῶνος ἐξηκολούθει ἡ δικαιοδοσία τοῦ Πατριάρχου Ῥώμης. Καὶ πότε ἀποχωρίζεται ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τούτου; πότε ἔρχεται ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως; κατὰ τὸν 8 αἰῶνα διὰ πράξεως τῶν εἰκονοθλαστῶν, Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου, καὶ Κωνσταντίνου τοῦ Κοπρωνύμου. Ὁ Λέων ὁ Ἴσαυρος, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποτάξῃ εἰς τὴν Αὐτοκρατορικὴν καὶ ἀσεβῆ θέλησίν του τὸν Πατριάρχην Ῥώμης, Γρηγόριον Βʹ. ἀρνούμενον νὰ καταβιβάσῃ τὰς εἰκόνας, καὶ πρὸς τιμωρίαν τὸν ἐστέρησε τῆς δικαιοδοσίας ἐπὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἰλλυρίας. Ἔκτοτε, ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, κατὰ πρῶτον λαμβάνει τὴν δικαιοδοσίαν ἡ Κωνσταντινούπολις, ἀπέρχονται οἱ Εἰκονοκλάσται, γίνεται Πατριάρχης ὁ Φώτιος, φιλονεικεῖ πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόλαος Πατριάρχης Ῥώμης περὶ αὐτῆς τῆς δικαιοδοσίας· καὶ ποία εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ Φωτίου; «ἐγὼ δὲν θέλω τὴν αὔξησιν φορτίου. Ἐγὼ ἤθελον λογίζομαι εὐτυχὴς ν’ ἀπαλλαχθῶ ἀπὸ τῆς φροντίδος καὶ τῆς ἐπιστασίας καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐμὸν τὸ ἔργον, ἀλλὰ τοῦ Καίσαρος.» Ὁ Αὐτοκράτωρ δύναται νὰ προσδιορίσῃ τὴν δικαιοδοσίαν, ἀπαντᾷ ὁ Φώτιος, καὶ ἂν δὲν πιστεύητε αὐτὸν, ἐγὼ δὲν δύναμαι εἰς τίποτε νὰ σᾶς βοηθήσω. Ἀναγνώσατε τοὺς κανόνας τῆς Πανδέκτης καὶ ἰδίως τὸν 36ον καὶ θέλετε ἰδεῖ ποία ἦτο ἡ δικαιοδοσία τοῦ ἑνὸς καὶ ποία ἡ τοῦ ἑτέρου, οὐδέποτε ἐκανονίσθη διὰ πράξεως συνοδικῆς, πάντοτε ἡ δικαιοδοσία προσδιωρίσθη διὰ πράξεως Αὐτοκρατορικῆς. Ἀλλὰ τί μὲ λέγετε; δὲν φιλονεικοῦμεν ἡμεῖς περὶ τοιούτου τρόπου κανονικοῦ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ἐκκλησίας. Ἄλλοθι τείνει ὁ σκοπὸς ἡμῶν, εἶναι ἀνώτερος· τὸ βλέμμα μας προχωρεῖ εἰς τὸ μέλλον· σεῖς εἶσθε μύωπες οἱ Ἕλληνες, ἡμεῖς εἴμεθα οἱ βλέποντες μακρὰν, οἱ μέλλοντες νὰ ὁδηγήσωμεν τὸ σκάφος, καὶ ἰδοὺ κρατοῦμεν τὸν μίτον καὶ σᾶς ὁδηγοῦμεν. Μὴ δυσανασχετῆτε, μὴ ἐξετάζετε ὑπὸ τὴν ἐξάρτησιν τοῦ Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως! Ἀλλ’ ἐλησμονήσατε, ὅτι ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ θρησκεία ποτὲ δὲν δύνανται ν’ ἀναμιχθοῦν; θέλετε νὰ ὑποβιβάσητε τὴν θρησκείαν, ὥστε νὰ μεταχειρισθῆτε αὐτὴν ὑπομόχλιον πολιτικῶν σκοπῶν, καὶ τολμᾶτε ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐπιπλήττητε τὸ ἔθνος καὶ νὰ τὸ καταδικάζητε (εὖγε), ποτὲ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ἀνέμιξε θρησκείαν καὶ πολιτικήν. Ὅτε ἐξηγέρθη ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας του, ὅτε ἐπεχείρησε τὸν δεινὸν ἀγῶνα, εἰσῆλθεν εἰς τὸ στάδιον, προτάσσον ἐν προγράμματι, κεφαλαίοις γράμμασι γεγραμμένῳ, τὰς ἀρχάς του καὶ τοὺς σκοπούς του· (χειροκροτήματα). Ποτὲ δὲν ἠθέλησε νὰ μιμηθῇ τὸν Ἰησουϊτισμὸν, νὰ καλυφθῇ ὑπὸ οἷον δήποτε προσωπεῖον· καὶ τοιοῦτον προσωπεῖον δὲν εἶναι ἀρεστὸν τῷ Κυρίῳ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ εἰσάγετε ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας τὴν πολιτικὴν, ἐνῷ θέλετε νὰ μεταχειρισθῆτε ὡς ὑπομόχλιον τὴν θρησκείαν, ἠξεύρετε ποῦ ὑπεπέσατε; καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς, Κύριοι, ᾐσθάνθην ἄλγος ἐν τῇ καρδίᾳ μου, ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ὅσον ἂν ᾖναι πικρά· σεῖς τὴν προκαλεῖτε, ὄχι ἐγώ. Ἠξεύρετε τί ζητεῖτε; ἅμα ἀρνεῖσθε τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἐκκλησίας, λέγετε, θέλετε ὁρατὴν κεφαλήν· καὶ ἅμα ἀποφασίσητε τοῦτο, ἐφθάσατε εἰς τὸ δόγμα τῆς προπαγάνδας. Ἤδη ἐκάμετε τὸ πρῶτον βῆμα, δὲν σᾶς μένει παρὰ τὸ δεύτερον (θόρυβος). Ἀλλὰ, Κύριοι, βλέπω, ὅτι αἱ θεωρίαι τῆς Παδούης ἐπροχώρησαν, ὅτι τὰ μαθήματα τοῦ κανονικοῦ δικαίου τοῦ καθολικοῦ, αὐτὸ τὸ δηλητήριον ἐπροχώρησεν εἰς τὸν νοῦν σας, καὶ διὰ τοῦτο παριστάνετε, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁρατὴ Κεφαλή· κατὰ τοῦτο ἴσως ὑπάρχει μικρὰ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ῥητόρων· ὁ μὲν Κ. Ἰακωβάτος δὲν ἀναγνωρίζει κεφαλὴν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, αὐτὸς ἀπεῤῥόφησεν ἐντελῶς τὸ δηλητήριον. Παρὰ τῷ Κ. Λούζη δὲν ἔγεινεν εἰσέτι πλήρης ἡ ἀποῤῥόφησις. Διὰ τοῦτο βλέπετε ἐν τῇ προτάσει του, ὅτι δέχεται ὡς κεφαλὴν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, ἀλλὰ θέλει καὶ ἄλλην ὁρατὴν κεφαλὴν· δύο κεφαλὰς, μίαν ἀόρατον, καὶ μίαν ὁρατήν. Αὐτὸ ἀντίκειται ἐκ διαμέτρου εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, δυστυχῶς θέλω σᾶς δείξει, ὅτι αὐτὸ τὸ δηλητήριον ἔχει πολὺ μεγαλείτερα ἀποτελέσματα παρ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤδη αἰσθάνεσθε· συμβαίνει πολλάκις εἰς τὸν νοσοῦντα νὰ μὴ ἔχῃ διάγνωσιν τοῦ πάθους του· θέλω σᾶς δείξει ὅτι δὲν πλανᾶσθε μόνον περὶ ὁρατῆς κεφαλῆς· νομίζετε ὅτι ὁ δεσμὸς τῶν δύο ἐκκλησιῶν ὑφίσταται μόνον διὰ τῆς ὑποταγῆς τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἄλλον; νομίζετε, ὅτι, ὅταν ἔχῃ δικαιοδοσίαν ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, τότε μόνον ὑφίσταται δεσμὸς μεταξὺ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος; καὶ ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ δεσμὸς τῶν δύο ἐκκλησιῶν; αὐτὸς ὁ δεσμὸς εἶναι δεσμὸς ἐν πνεύματι, εἶναι ὁ δεσμὸς, τὸν ὁποῖον συνέδεσεν ὁ Κύριος διὰ τοῦ Εὐαγγελίου του, καὶ οὐδεμία ἀνθρώπινος χεὶρ δύναται νὰ διαλύσῃ, αὐτὸς ὁ δεσμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ὑφίσταται μεταξὺ ὅλων τῶν ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν. Τάχα δὲν ὑπάρχει μεταξὺ Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἀντιοχείας; μεταξὺ Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ῥωσσίας; καὶ τέλος μεταξὺ ὅλων τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν; ἔπαυσε πρὸς στιγμὴν αὐτὸς ὁ δεσμός; Ἀλλὰ τώρα θέλετε ἀκούσει μέχρι τίνος ὑπενήργησε τὸ δηλητήριον· ὅπως θέλετε ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ὁρατὴν κεφαλὴν, τοιουτοτρόπως θέλετε καὶ ὁρατὸν σημεῖον ἑνότητος. Ὄχι, Κύριοι, αἱ μεγάλαι φωναὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μὲ καταπλήξουν, δὲν ἀποδεικνύουν, ὅτι ὁ κραυγάζων ἔχει ἀνοικτοὺς τοὺς ὀφθαλμοὺς· καὶ οἱ τυφλοὶ φωνάζουν. Τί μᾶς λέγετε; ποῦ εἶναι ὁ θρόνος τῶν Καισάρων; ἐκεῖ πρέπει ν’ ἀναρτήσωμεν τὸν μίτον, ἀπὸ τοῦ θρόνου τῶν Καισάρων, καὶ νὰ τὸν δίδῃ ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλλον μέχρι τοῦ Κ. Λούζη, ὅστις νὰ τὸν δώσῃ εἰς τοὺς λοιπούς. Αἴ, Κύριοι, τοὐλάχιστον δὲν ἐφωτίσθητε ἀπὸ τὸν μέγαν στρατηγὸν τοῦ αἰῶνος, δὲν ἐμάθετε ἀπὸ τὸν μεγάλον Ναπολέοντα τί ἐστὶ θρόνος; τέσσαρες σανίδες κεκομμέναι καὶ οὐδὲν ἄλλο! Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι ὁ θρόνος τῶν Καισάρων ἀνήκει εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει τὴν σπάθην τῶν Καισάρων; Τί φοβεῖσθε, Κύριοι; φοβεῖσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀγαπᾶτε τὰ ὑλικὰ σημεῖα καὶ ἐκ τῆς ὕλης καὶ μόνης πείθεσθε, ὅτι ὅταν φθάσητε ἐκεῖ, ὅπου κεῖται ὁ θρόνος τῶν Καισάρων, καὶ δὲν εὕρητε τὸν θρόνον τῶν Καισάρων, ὅτι διὰ τοῦτο θὰ φύγητε πάλιν στρέφοντες τὰ νῶτα; (γέλωτες). Τὸν θρόνον τῶν Καισάρων ὁ Κ. Λούζης φοβεῖται μὴ ἀπολέσῃ, καὶ τάχα εἰς τὸν θρόνον τῶν Καισάρων συνίσταται ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία; πρέπει νὰ πέσωμεν πρηνεῖς, νὰ προσκυνήσωμεν ὅλοι τὸν θρόνον τῶν Καισάρων; Ὄχι, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ 1821 ἔσυρε τὸ ξίφος καὶ δὲν ἀπέβλεψεν εἰς τὸ νὰ κρατῇ τὴν ἄκραν τοῦ θρόνου τῶν Καισάρων, θὰ τὸν εὕρῃ, ἴσως, ἡ Ἑλλὰς μίαν ἡμέραν, καὶ θὰ τὸν εὕρῃ ὄχι διὰ τοῦ μίτου, τὸν ὁποῖον κρατεῖ ὁ Κ. Λούζης· (γέλωτες).
§120ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Διὰ τοῦ μίτου τοῦ Φαρμακίδου.
§121ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θέλει τὸν εὕρει διὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ νοός της, διὰ τῆς ἀνορθώσεως τῆς ἐκκλησίας της, διὰ τῆς ἐμπεδώσεως τῆς Χριστιανικῆς ἠθικῆς, διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν δυνάμεών της ὅλων καὶ διὰ τῆς εὐλογίας ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, ὅταν εὐλογήσῃ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, τότε ἐπιτυγχάνουν (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἄ! Κύριοι! βλέπετε τὸ δηλητήριον, βλέπετε τὰ μαθήματα τοῦ Λογιόλα καὶ τῆς Σχολῆς τῆς Παδούης; Ἐνόμιζον μίαν στιγμὴν, ὅτι εὑρίσκομαι καὶ ἐν Παδούῃ, καὶ ὅτι ἀκούω δὲν ἠξεύρω ποῖον Καπουτζῖνον, Ἀββάτην ἢ Δόκτορα, ὁ ὁποῖος διδάσκει τὸ κανονικὸν Δίκαιον. Μέχρι τίνος πλανοῦν τὰ πνεύματα αὐτῶν αἱ θεωρίαι, θέλετε ἀκόμη ν’ ἀκούσητε; Ἰδοὺ τί ἔρχονται λέγοντες. Ποῦ εἶναι τὸ κέντρον τοῦ ἔθνους; ποῦ εἶναι ὁ διευθύνων νοῦς; Δὲν εἶναι αὐτὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐκεῖνος αὐτῆς τὸ κέντρον τοῦ ἔθνους· ποῦ εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, αὐτὸ τὸ κέντρον τοῦ ἔθνους; ἡ ἀνεξαρτησία του; οἱ ἀγῶνές του, αἱ θυσίαι του, αὐτὰ ὅλα δὲν ἤρκεσαν διὰ νὰ ἔχῃ καὶ τὴν συνείδησιν τῆς ἀνεξαρτησίας; καὶ ὅταν ἔχῃ τὸ αἴσθημα καὶ τὴν συνείδησιν τῆς ἀνεξαρτησίας του ἐν ἑαυτῷ τὸ ἔθνος, νομίζετε, ὅτι ἔχει ἀλλοῦ τὸ κέντρον καὶ ὅτι εἶναι ἑτεροκίνητον; ὁ ἀχανὴς νοῦς σας εἰς ποῖον χάνι τῆς Κωνσταντινουπόλεως εὑρίσκει τὸ κέντρον τοῦ ἔθνους; (γέλωτες). Ἀκούσατε, Κύριοι, δὲν ἐξήντλησα τὰ πάντα, ἠξεύρετε αὐτὴ ἡ θεωρία τοῦ ἐκτὸς κειμένου κέντρου τίνος εἶναι; Ἐνθυμήθητε ὁποία ἐδόθη ἐξήγησις. Ἀφαιρέσατε, λέγει ὁ Κύριος Ἰακωβάτος, τὸν χριστιανισμὸν, καὶ ἐγὼ δὲν βλέπω εἰμὴ Σέρβους, Βουλγάρους, Ἀθιγγάνους, Ἀλβανοὺς, δὲν βλέπω πλέον Ἕλληνας. Τίνος εἶναι, Κύριοι, αὐτὴ ἡ θεωρία; Τίνος νομίζετε; εἶναι τοῦ Φαλμεραϋέρου, εἶναι, Κύριοι, καὶ αὐτὸ συμπλήρωμα τοῦ συστήματος τῆς ὁρατῆς κεφαλῆς, αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Παππικοῦ συστήματος· ὁ ἐρχόμενος ἐδῶ νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τῆς προπαγάνδας βλέπετε, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔχει ἐν στόματι παρὰ τὰς ἰδέας τῆς Παπικῆς προπαγάνδας. Κύριε ἀντιπρόσωπε τοῦ Φαλμεραϋέρου, δὲν βλέπεις παρὰ Σέρβους, Βουλγάρους, Ἀθιγγάνους, Ἀλβανοὺς, Σλάβους τοῦ Τοβόλοκ, καὶ ποῖος σὲ ἐμποδίζει νὰ βλέπῃς καὶ Ἕλληνας; οἱ ἀπόγονοι τοῦ Θεμιστοκλέους καὶ τοῦ Περικλέους ἀπωλέσθησαν, ἐξηφανίσθησαν ἐκ προσώπου τῆς γῆς, καὶ τοὺς ἀντικατέστησαν οἱ ἐδικοί σου Ἀθίγγανοι, καὶ οἱ ἐδικοί σου Σέρβοι, καὶ οἱ Βούλγαροι καὶ οἱ Ἀλβανοὶ, μὰ πρὸς Θεοῦ! ἐὰν ἔχῃς ἐντὸς τῆς ἀνατολικῆς ἐκκλησίας Ἀθιγγάνους, ἐὰν ἔχῃς Βουλγάρους, ἐὰν ἔχῃς Σέρβους, καὶ Ἀλβανοὺς, μὰ δὲν δύνασαι νὰ ἔχῃς τόσην ἐπιείκειαν, ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃς μικρὰν γωνίαν καὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας; Διὰ ποίαν αἰτίαν τοὺς παρέδωκας εἰς πρόῤῥιζον καταστροφὴν; διὰ ποίαν αἰτίαν νομίζεις, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀπεῤῥοφήθησαν ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς; διὰ ποίας δυνάμεως ἐξηλείφθησαν μέχρι τοῦ τελευταίου; διὰ ποίας ἄλλης δυνάμεως παρὰ διὰ τοῦ φανατισμοῦ ψευδοῦς θεωρίας! Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπολεσθῇ, καὶ νὰ ἐξαλειφθῇ ἔθνος ἐκ τῆς γῆς ἄνευ γεγονότος ἱστορικοῦ, μαρτυροῦντος τὴν καταστροφήν του; καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιζήσῃ ἡ γλῶσσα, ὁ χαρακτὴρ, ὁ νοῦς του, ὅ,τι πραγματικῶς χαρακτηρίζει ἡμᾶς ὡς ἀπογόνους τῶν ἀρχαίων, εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ ἐπιζήσῃ, ἐνῷ δὲν ἐπιζῇ τὸ ἔθνος; Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδέα; Ὁ Ἰουδαϊσμὸς συνταυτίζει θρησκείαν καὶ ἔθνος, μόνον ὁ πιστεύων εἰς τὸν Μωϋσῆν εἶναι Ἰουδαῖος περιτετμημένος, καὶ μόνον ὁ περιτετμημένος Ἰουδαῖος πιστεύει εἰς τὸν Μωϋσῆν· τὰ ἔθνη ἀποκρούονται, ἀποδιώκονται. Τὸ ἐναντίον εἶναι ὁ Χριστιανισμός. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀποτείνεται πρὸς ὅλα τὰ ἔθνη· ἀποτείνεται καὶ πρὸς τοὺς Ἀθιγγάνους καὶ πρὸς τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Βουλγάρους, πρὸς τοὺς Σλάβους καὶ τοὺς Ἀλβανοὺς, καὶ δι’ αὐτοῦ συνδέονται πρὸς ἀλλήλους καὶ μετὰ τῶν Ἑλλήνων, τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν καὶ διὰ τῆς αὐτῆς σκληρᾶς τύχης. Νομίζεις ὅτι ὑπηρετεῖς τὸ ἔθνος σου ἢ τὴν ἀλήθειαν ὅταν εἴπῃς, ὅτι Ἕλληνες δὲν ὑπάρχετε; αὐτὴν τὴν ἀνακάλυψιν ἦλθες νὰ φέρῃς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; τάχα διὰ νὰ στηρίξῃς τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους σου, διὰ νὰ τὸ ἐνισχύσῃς ἐνόμισες, ὅτι τὸ ἐνθαῤῥύνεις, ὅταν τοῦ εἴπῃς τὸ αἷμά σου εἶναι αἷμα Ἀθιγγάνων; (θόρυβος).
§122ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὰ εἶπεν αὐτά.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὅταν ὁ ἴδιος δὲν ἀρνῆται, ὅτι τὸ εἶπε, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἀρνῆσθε ὑμεῖς.
§124ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Προσεκτικῶς παρηκολούθησα τοὺς λαλοῦντας, πολὺ προσεκτικῶς, διότι ὡμίλησαν περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον μὲ ἐλύπησε καὶ μὲ ἐτραυμάτισε, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐκ καρδίας. Ναί! ᾐσθάνθην· τὸ ξίφος ἐντὸς τῆς καρδίας μου καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω ἂν διὰ χειρὸς δικαίας ἐτραυματίσθην, καὶ ἂν ἔπρεπε ν’ ἀποκόψω τὸ τραυματισθὲν μέρος τῆς καρδίας ὡς σεσηπός· ἀλλὰ δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι τὸ ᾐσθάνθην ὑγιὲς καὶ ἀπέκρουσα ξῖφος, τὸ ἀφίνων αὐτὸ εἰς τὴν χεῖρα ἐκείνου, ὅστις θέλει ν’ ἀποκόψῃ τὸν ἑλληνισμόν, ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς μετανοίας, ἕως ὅτου συναισθανθῇ, ὅτι εἶναι Ἕλλην μεταξὺ Ἑλλήνων. Ἀλλά, Κύριοι, ἀρκοῦν ταῦτα πρὸς τὰς θεωρίας, καὶ στρέφομαι πρὸς ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ μετριωτέραν ἔποψιν, ὄχι τοῦ τρόπου, ὄχι τοῦ λόγου, ἀλλὰ τῆς προτάσεως ἀνέπτυξεν ὁ ἔντιμος Κ. Λούζης. Παραβάλλει καὶ συγκρίνει τὸν ῥυθμὸν τῶν δύω ἐκκλησιῶν τῆς πρώην Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος πρὸ τῆς ἑνώσεως, θαυμάζει ὡς ἀπόῤῥητόν τι σοφίαν, ἢ τοῦ 1817, ἢ τοῦ 1825, τὴν ὁποίαν πραγματικῶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ κατανοήσω (γέλωτες)· εἶναι μυστήριον, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ φωτὸς, ὅσον ἔῤῥιψεν ἐπ’ αὐτῆς ὁ εὔγλωττος ῥήτωρ, οὔτε ἀμυδρῶς δὲν ἀπεκαλύφθη εἰς τὸν νοῦν μου, ἀλλὰ διαμένει πάντοτε σκοτεινόν. Ἠθέλησε νὰ παραβάλλῃ καὶ νὰ δείξῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξελαΐκευσε τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ Ἑλλὰς ἐπιθήκισε, ἠθέλησε νὰ μιμηθῇ πράγματα ἀντικανονικά. Εἰς τί συνίσταται αὐτὸς ὁ μέγας ῥυθμὸς τῆς Ἑπτανησιακῆς ἐκκλησίας; ὅπως ἀνέπτυξεν ἄριστα ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Καλαβρύτων, εἰς τίποτε ἄλλο παρ’ ὅτι ἐπιτρέπεται τιμῆς χάριν, ἢ εὐπρεπείας χάριν ν’ ἀποφανθῇ ὁ Πατριάρχης περὶ τῆς χειροτονίας, καὶ ἐὰν ᾖναι ἡ γνώμη του διαφέρουσα, τότε δύναται νὰ εἴπῃ ἡ κοσμικὴ ἀρχὴ, σὲ παρακούω· ὅλη ἡ σοφία λοιπὸν ἐκεῖ ἔγκειται, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ λεπτὸν νῆμα συνίσταται αὐτὸς ὁ κρίκος, ὅστις συγκρατεῖ τὸ βρέφος συνδεδεμένον μετὰ τῆς μητρός του. Φοβεῖσθε τὴν ἀνεξαρτησίαν, δὲν ἐσυνειθίσατε φαίνεται αὐτὴν, ἀνάβητε εἰς τὴν Ἀκρόπολιν ν’ ἀναπνεύσητε τὴν αὔραν τῆς ἐλευθερίας, (θόρυβος), καὶ συνειθίσατε νὰ γνωρίζητε, ὅτι τὸ βρέφος ἀποχωρίζεται τῆς μητρὸς ὑλικῶς καὶ φυσικῶς, ἀλλ’ ἑνόνεται πνευματικῶς, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν ὑλικὴν συνάφειαν δὲν συνίσταται ἡ ἕνωσις, ὅτι ὁ σύνδεσμος ὑπάρχει διὰ τῆς πνευματικῆς ἑνότητος, διότι ὁμοδοξοῦμεν, διότι πρεσβεύομεν τὰ αὐτὰ δόγματα, διότι τηροῦμεν τοὺς αὐτοὺς κανόνας, διότι ἀκολουθοῦμεν τὰς αὐτὰς παραδόσεις, καὶ διότι ἀναγνωρίζομεν ἀλλήλους. Δὲν συγκρατούμεθα δι’ ἐξωτερικοῦ τρόπου, ὅστις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ προσποίησις, καὶ ὡς τοιαύτη οὐδὲν συνδέει. Ἀλλὰ θέλετε νὰ σᾶς εἴπω πόθεν καὶ τοῦτο προέρχεται; Ἐκ τῆς αὐτῆς σχολῆς τῆς Παδούης· εὐκόλως δὲ σᾶς τὸ ἀποδεικνύω, ὅταν σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι καθαρὰ ἀπομίμησις τοῦ Κονκορδάτου τοῦ Ναπολέοντος· ἀναγνώσατε τὸ Κονκορδάτον τοῦ Ναπολέοντος, ἂν δὲν λανθάνωμαι τοῦ 1805.
§125ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τοῦ 1802.
§126ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τοῦ 1802, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι πιστὴ ἀντιγραφή. Ἐμυκτηρίσατε τὸν μέγαν ἄνδρα τῆς Ῥωσσίας, τὸν μέγαν Πέτρον, ὅτι ἐμιμήθη τοὺς λουθηροκαλβίνους, καὶ σεῖς ἀντεγράψατε τὸ Κονκορδάτον τοῦ Ναπολέοντος, τὸ Κονκορδᾶτον τοῦ Πάπα κ’ ἔρχεσθε νὰ τὸ προτείνετε ὡς δέλτους ἱερὰς εἰς τὸ ἔθνος! Τί ἔλεγε τὸ Κονκορδάτον; ἐὰν ὁ Πάπας δὲν θέλῃ νὰ χειροτονήσῃ τὸν προτεινόμενον, τότε ἡ κοσμικὴ ἀρχὴ, ἡ ἐξουσία τοῦ Ναπολέοντος, προσκαλεῖ πρῶτον, δεύτερον, τρίτον καρδινάλιον κ’ ἐκεῖνος χειροτονεῖ. Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι ὁ Μέγας Πέτρος ἐμιμήθη τοὺς Λουθηροκαλβίνους, διατί; διότι ἐσχημάτισε συνέδριον Ἀρχιερέων, τὴν ἱερὰν Σύνοδον, τοιαύτη δὲ Σύνοδος δὲν εἶναι κανονική. Πότε ὑπῆρξε τοιαύτη, εἰς ποίαν ἐποχήν; Ἀλλ’ ἐνῷ μέμφεσθε τὴν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος, σᾶς ἐρωτῶ, συνέρχονται οἱ ἀρχιερεῖς σας, δύνανται νὰ συνεδριάσουν, δύνανται νὰ συσκεφθοῦν περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, δύνανται νὰ ῥυθμίσουν τὴν διοίκησιν τῆς ἐκκλησίας; Τί λοιπὸν κακίζετε; κακίζετε ὅτι δύνανται κατὰ διαδοχὴν ἐναλλὰξ νὰ συνέρχωνται καὶ νὰ συσκέπτωνται οἱ νόμιμοι, οἱ κανονικοὶ ποιμένες τῆς ἐκκλησίας περὶ τῶν συμφερόντων αὐτῆς; ἀλλὰ μοὶ λέγετε ὑπῆρξαν οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, ὑπῆρξαν τοπικαὶ Σύνοδοι· αὐτὴ ἡ Σύνοδος, εἶναι οἰκουμενική; ὄχι! εἶναι τοπική; ὄχι! ἄρα ποία Σύνοδος; Πότε, Κύριοι, συνέρχονται αἱ Σύνοδοι; συνέρχονται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν; αἱ Σύνοδοι συνέρχονται ὅταν πρόκηται νὰ συσκεφθοῦν περὶ μεταῤῥυθμίσεων τῆς ἐκκλησίας, ὅταν πρόκηται νὰ μεταβάλουν τι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, ἀλλ’ ὅταν δὲν πρόκηται, οὔτε κεραία νὰ μεταβληθῇ, θέλετε νὰ συνέλθουν τοιαῦται Σύνοδοι; δὲν εἶναι λοιπὸν, οὔτε οἰκουμενικὴ, οὔτε νοητικὴ Σύνοδος, εἶναι τοιαύτη Σύνοδος, ὁποία ἐπεκράτησε παρὰ τῇ ἀνατολικῇ ἐκκλησίᾳ. Ὁ Πατριάρχης ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπίσης ἔχει τοιαύτην Σύνοδον συγκειμένην ἐξ ὀλίγων καὶ ὡρισμένων ἀρχιερέων, καὶ ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ ἀποφασίζει περὶ ὅλων τῶν προσπιπτόντων ζητημάτων, περὶ ὅλων τῶν τῆς ἐκκλησίας. Ἐὰν λοιπὸν ἐμιμήθημεν, ποῖον ἐμιμήθημεν; ἐμιμήθημεν τὸν Πατριάρχην τῆς Κωνσταντινουπόλεως· ἀλλὰ δὲν τὸν ἐμιμήθημεν καθ’ ὅλα· δὲν ἔχομεν Πατριάρχην ἐν Ἑλλάδι· ἔχομεν μητροπολίτην μόνιμον προεδρεύοντα τῆς Συνόδου. Διότι δὲν ὠνομάσαμεν αὐτὸν Πατριάρχην, διὰ τοῦτο ἡ ἀπομίμησίς μας εἶναι ἐκλαϊκισμός; Ὤ! Κύριοι! ἡ ἀπομίμησίς μας εἶναι κατὰ τὸ πνεῦμα, κατὰ τὰς ἀρχὰς, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας· εἶναι πολὺ πλέον πιστὴ εἰς τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας, παρὰ ἡ ἀπομίμησις, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε τοῦ Κονκορδάτου τοῦ 1802.
§127ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡμεῖς δὲ τὸ ἐκάμαμεν.
§128ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς τὸ ἐψηφίσατε, τὸ παρεστήσατε, ὅτι εἶναι ἀπόῤῥητον σοφίας, scienza riposta· ποῦ ἐξελαϊκεύσαμεν τὴν ἐκκλησίαν; τὴν ἐξελαϊκεύσαμεν εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐκλέγονται καὶ χειροτονοῦνται Ἐπίσκοποι; οὐδὲν περὶ τούτου πρόκειται σήμερον ἐνώπιόν σας· οὐδὲν τοιοῦτον ὑποβάλλεται εἰς τὴν ψῆφόν σας.
§129ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Ἐγγυηθῆτε αὐτὸ καὶ τότε τὰ ἄλλα τὰ παραδεχόμεθα.
§130ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐννοῆτε νὰ μοὶ ὑπαγορεύσητε ἀπάντησιν, ἀλλ’ ὅτι περιμένετε ἐγὼ νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Οὐδέποτε ἐδέχθην ὑπαγόρευσιν ἄλλου, ὁσάκις ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα καὶ πάντοτε ὡμίλησα κατὰ τὰς ἰδίας πεποιθήσεις, κ’ ἔχω μάρτυρας ὅλους, ποτὲ δὲν ὡμίλησα κατὰ τὰς πεποιθήσεις ἄλλων. Μέμφεσθε λέγω, ὅτι ἐξελαϊκεύσαμεν τὴν ἐκκλησίαν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς· ἐὰν θέλετε νὰ ἐξετάσητε ποῖος ἦτο ἀρχῆθεν ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς, ποῖος ἔγεινε μετὰ ταῦτα, διὰ ποίαν αἰτίαν ἡμεῖς προετιμήσαμεν αὐτὸν, διὰ ποίαν αἰτίαν ἔχετε ἐκεῖνον, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐν τῇ ἀνατολικῇ ἐκκλησίᾳ ἐπεκράτησαν πολλοὶ τρόποι, καὶ δὲν ἐπεκράτει πάντοτε ὁ αὐτός. Ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἔδραξε τὰ ὅπλα καὶ ἐκήρυξε τὴν ἀνεξαρτησίαν της εὑρῆκε τοιοῦτον τρόπον ἐν Ἑλλάδι, ὁποῖον ἠκολούθει καὶ σήμερον τὸ Πατριαρχεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐν τῇ Μ. Ἐκκλησίᾳ δὲν προεχειρίζετο Ἐπίσκοπος κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον προχειρίζετε σεῖς· οὐδεὶς ἐπίσκοπος προέρχεται ἐκ τῆς ἐκλογῆς τῶν λαϊκῶν καὶ τῶν κληρικῶν, οὐδείς. Ἐξετάσατε, συμβουλευθῆτε καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐν τῷ πατριαρχείῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀποφασίζονται τὰ πάντα. Ἡμεῖς λοιπὸν δὲν ἐνεωτερίσαμεν, ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ὅ,τι εὕρομεν. Ἴσως εἶναι προτιμώτερον τὸ σύστημά σας, διὰ μίαν στιγμὴν τὸ παραδέχομαι, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι αὐτὸ τὸ καλλίτερον ἔχει τὴν ἐλαχίστην σχέσιν μὲ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ διδάξητε; Νομίζετε, ὅτι ἐὰν παραδεχθῆτε τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ὁποῖα ἐψηφίσθησαν κατὰ τὰ 1844, νομίζετε, ὅτι ἐκ τούτου δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ τὸ περὶ ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων; οὐδαμῶς. Ὁ νόμος ὁ περὶ ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων εἶναι πολὺ μεταγενέστερος· ἡ Συνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου, ὅταν ἐψήφισεν αὐτὰ τὰ ἄρθρα, οὐδαμῶς εἶχε κατὰ νοῦν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων, καὶ ἂν ἀναγνώσητε τὰς συζητήσεις, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οὐδὲ λόγος ἔγεινεν. Εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία δὲν ἐτόλμα νὰ χειροτονήσῃ ἀρχιερεῖς πρὶν γείνῃ ἡ ἀναγνώρισις τῆς Μ. Ἐκκλησίας, πρὶν ἔλθῃ εἰς αὐτὸν τὸν πνευματικὸν σύνδεσμον ὄχι τὸν ὑλικὸν, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε, ὄχι τὸν σύνδεσμον τὸν αἰσθητὸν, πρὶν ἔλθῃ εἰς τὸν πνευματικὸν σύνδεσμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ Κύριος ἡμῶν, ἐδίδαξεν, ὅτε εἶπεν, ὅτι οὗ εἰσὶ δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν. Πρὶν γίνῃ αὐτὴ ἡ ἀναγνώρισις δὲν ἐτόλμα ἡ Ἑλληνικὴ ἐκκλησία νὰ χειροτονήσῃ καὶ οὔτε νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων.
§131ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κακὰ ἔκαμε.
§132ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἦσαν τότε ἄνδρες πολὺ φιλοπάτριδες, οἱ ὁποῖοι ἐδιοίκουν τὰ πράγματα, καὶ ἴσως τοὺς ἐσέβεσθε καὶ σεῖς τότε, δὲν ἠξεύρω ὅμως διὰ τί αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοὺς καταδικάζετε, ἦσαν εὐλαβεῖς αὐτοῦ τοῦ πνευματικοῦ δεσμοῦ καὶ ἤθελον νὰ τὸν διατηρήσουν διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως, δὲν ἤθελον ποτὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε σεῖς, εἰς τὸ ὁποῖον ἔρχεσθε νὰ κεραυνοβολῆτε οὕτως εἰπεῖν ἐναντίον μας, ὅτι διασχίζομεν, διαῤῥηγνύομεν τοὺς δεσμούς. Πότε διεῤῥήξαμεν ἡμεῖς δεσμοὺς, πότε ἔπαυσεν αὐτὸς ὁ στενώτατος ὁ ἀδελφικώτατος σύνδεσμος; δὲν ἠθελήσαμεν λοιπὸν χειροτονίας πρὶν γίνῃ ἡ ἀναγόρευσις, πότε δὲ ἐπῆλθε ὁ νόμος περὶ ἐκλογῆς, περὶ χειροτονίας τῶν ἀρχιερέων; ἐπῆλθε εἰς τὰ 1852. Βλέπετε λοιπὸν πόσον διάστημα, δηλ. 8 ἔτη παρῆλθον, καὶ μετὰ ταῦτα ἔγεινεν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔγεινεν ἐπὶ τῇ βάσει, οὕτως εἰπεῖν, τῇ στενῇ βάσει τοῦ Συντάγματος, ἢ κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς διαγεγραμμένους διὰ τοῦ Συντάγματος· οὐδαμῶς. Ἀλλὰ θέλετε μὲ ἐρωτήσει, ἅμα καθιερώσατε τὴν ἱερὰν σύνοδον, τί καθιερώσατε δι’ αὐτῆς; Τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅτι ἡ ἐκκλησία ἔχει 5 τουλάχιστον ποιμένας, οἱ ὁποῖοι συσκέπτονται, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ συσκέπτωνται καὶ νὰ μὴ ἦναι ἀδιάφοροι περὶ ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ἔρχεσθε λέγοντες, ἴδετε, ποῦ εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι ἡ ἐκκλησία, ποῦ εὑρίσκεται ἡ θρησκεία, ποῦ εὑρίσκεται ὁ λαὸς ὡς πρὸς τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματα καὶ τὴν χριστιανικὴν ἠθικήν! Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω· ἴδετε καὶ σεῖς ἐν Ἑπτανήσῳ, ποῦ εὑρίσκεται ἡ ἐκκλησία, ἰδέτε καὶ σεῖς παντοῦ, ποῦ εὑρίσκεται καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη. (θόρυβος)
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία! Νὰ ἔχητε ψυχρὸν αἷμα.
§134ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μίαν διαδήλωσιν θέλω νὰ κάμω.
§135ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διαδηλώσεις δὲν γίνονται εἰς τὴν Συνέλευσιν ἠμπορεῖτε ν’ ἀπαντήσητε διὰ τοῦ λόγου. Ὅταν λέγω αὐτὰς τὰς λέξεις, Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὰς λέγω μὲ σκοπόν τινα, τὰς λέγω, διὰ νὰ σᾶς δώσω νὰ ἐννοήσητε, ὅτι δὲν ἐπράξατε χριστιανικὸν ἔργον, ὅταν ἐλέγετε ἡμεῖς εἴμεθα ἀνώτεροι ὑμῶν.
§136ΤΙΝΕΣ. Μὰ ποῖος τὸ εἶπε; (θόρυβος).
§137ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐπράξατε σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν ἤλθετε νὰ εἰπῆτε... (Θόρυβος)
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἡσυχίαν, νὰ σᾶς ὁμιλήσω. Μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι τοὺς λόγους τοῦ Κ. Γ. Ἰακωβάτου δὲν τοὺς παραδέχονται οἱ συνάδελφοί του.
§139ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι! ὄχι!
§140ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι σεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι, ἐγὼ κατὰ τοῦ ῥήτορος ἀπαντῶ· τάχα ἠξεύρω, σεῖς τί φρονεῖτε; μοὶ τὸ εἴπετε; μοὶ ἐξηγήθητε ποτὲ, μοὶ ἀνοίξατε τὴν καρδιάν σας; Ἐγὼ δὲν εἶδον τὴν καρδιάν σας, οὔτε τί ἐγκλείει. Ὅταν ὁμιλῶ ἀποτείνομαι κατὰ τοῦ ἀγορεύσαντος, τότε δὲ μόνον ἀποτείνομαι πρὸς σας, ὅταν καὶ σεῖς λαμβάνετε τὸ μέρος του.
§141ΔΑΓΡΕΣ. Παρεξηγοῦνται μερικὰ πράγματα, Κύριοι ἀγορεύοντες (θόρυβος).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§143ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ναὶ, Κύριοι, συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ τὴν δυσαρέσκειάν σας, τὴν συμμερίζομαι, ὅταν ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀποδίδουν οὕτως εἰπεῖν εἰς ὑμᾶς, ὅτι φρονεῖτε ὑμᾶς ἀνωτέρους κατὰ τὰς χριστιανικὰς ἀρετάς.
§144ΤΙΝΕΣ. Κἀνεὶς δὲν τὸ εἶπε.
§145ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ λόγου μου εἶναι νὰ καταδικάσω αὐτὴν τὴν ἀντιζηλίαν. Τότε μόνον θὰ ἀνατείλῃ τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἔθνους, ὅταν αὗται αἱ ἀντιζηλίαι κατασβεσθοῦν, ὅταν τὰς ῥίψητε εἰς τὴν κάμινον καὶ τὰς κατακαύσητε, ὅταν δὲν ἔρχηταί τις νὰ ὁμιλήσῃ Ἑπτανήσιος κατὰ Ἕλληνος, καὶ Ἕλλην κατὰ Ἑπτανησίου, ὅταν δὲν καταδικάζωμεν ἐν ὀνόματι οἱασδήποτε θεωρίας. (θόρυβος).
§146ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀκούσω σκάνδαλα ῥητόρων (θόρυβος.)
§147ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν δὲν καταδικάζωμεν ἐν ὀνόματι οἱαδήποτε θεωρίας, τὸ ἔνδοξον παρελθὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅταν δὲν διαφωνῶμεν κατὰ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν ἐκκλησίαν, τὸν ὁποῖον πάντοτε ἔδειξαν ὅλα τὰ νομοθετικὰ Σώματα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅλαι αἱ Συνελεύσεις· ὅταν δὲν ἐρχώμεθα νὰ ὀνομάσωμεν τὴν ὕπαρξιν ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος προῆλθεν ἐκ τῆς πεποιθήσεως τοῦ ἔθνους, πολιτικὴν ἐθνοκτόνον· ὅταν συζητῶμεν μετ’ ἐκείνου τοῦ σεβασμοῦ, ὁ ὁποῖος δίδει τὰ δίκαια καὶ εἰς τὸν ἐκ διαμέτρου ἐναντίον, καὶ δὲν εἰκάζωμεν δωρεὰν περὶ ἀνυπάρκτων διαθέσεων, ὅτι θέλομεν νὰ διαῤῥήξωμεν οἱουσδήποτε δεσμοὺς, ὅτι θέλομεν νὰ βαδίσωμεν ὁδὸν ἀντεθνικὴν, ὅτι θέλομεν νὰ στρέψωμεν τὰ νῶτα ἀντὶ νὰ πορευώμεθα ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου. Ὄχι, Κύριοι, μετ’ ἀπαθείας, μὴ ἀναμασσᾶτε τοιαῦτα πράγματα· μὴ ἀνακινῆτε τοσοῦτον θόρυβον· μὴ φαίνεσθε διῃρημένοι ἐπὶ ζητημάτων, κατὰ τὰ ὁποῖα πρέπει πάντοτε νὰ παρίσταται ὁμόφωνον τὸ ἔθνος· σᾶς ἐνθυμίζω τὸ συγκινητικὸν θέαμα, τοῦ ὁποίου ἤμην αὐτόπτης κατὰ τὴν Συνέλευσιν τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου, καὶ τὸ ὁποῖον θέλει μείνει ἀνεξάλειπτον εἰς τὴν μνήμην μου, καὶ νομίζω ὅτι βλέπω τώρα ἐνώπιόν μου. Ἡ Συνέλευσις ἅπασα ἐκείνη ἐκάθητο μετὰ μεγάλου σεβασμοῦ καὶ κατανύξεως, ὅτε ὁ πρόεδρος, τοῦ ὁποίου ἔναυλον ἔχω τὴν φωνὴν, εἶπε, πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν περὶ ἐκκλησίας, προσέξατε νὰ φανῶμεν ὅλοι ὁμόφρονες, διότι εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἐκκλησίας τὸ ἔθνος πρέπει πάντοτε νὰ παρίσταται ὁμόφωνον, καὶ οὕτως ἐψηφίσθη. (χειροκροτήματα).
§148ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 4 παρὰ 20 μ. μ.)
Ὁ Πρόεδρος,
Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
Οἱ γραμματεῖς, Α. Νικολαΐδης.