Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Β ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ› Συνεδρίαση 283

1864.07.22~283

619 στίχοι · 4.781 λέξεις · 61 παρεμβάσεις
Η ημερομηνία συμπίπτει με άλλη συνεδρίαση· συνεπώς η παραπομπή φέρει #283.

Ημερομηνία
1864.07.22
Προεδρεία
Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗ
Περίοδος
Β ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ
Σύνοδος
—
Πηγή
ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ, ΤΟΜΟΣ Ε (1864)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 283.

Τῆς 22 Ἰουλίου 1864.

(Τετάρτη.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι! Ἐπεραίωσα τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀνεθέσατε· ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου οἱ ἀξιότιμοι ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου ἐξήλεγξαν τὰς ἐκλογὰς αὐτῶν. Κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἐνόμισα πρέπον νὰ παρίδω τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν κατὰ τοὺς τύπους τοὺς διαλαμβανομένους εἰς τὸν ἡμέτερον κανονισμὸν, ἢ κατὰ τοὺς τύπους τοὺς διαλαμβανομένους εἰς τὸν νόμον τὸν Ἰονικὸν πρέπῃ νὰ γίνῃ ἡ ἐξέλεγξις. Ἐνέδωκα δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἀξιοτίμων ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπτανήσου ὡς ἐκ πολλῶν ἀφορμῶν γνωρίζων κάλλιστα, ὅτι ἡ Συνέλευσις, καὶ ἂν ἐνέκρινε τὴν γνώμην μου ὡς ὀρθὴν, πάλιν ἤθελεν ἐνδώσει εἰς τὴν ὁμοθύμως σχεδὸν ἐκφρασθεῖσαν παρὰ τῶν Κυρίων ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπτανήσου ἐπιθυμίαν, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι οὗτοι ἀντιπροσωπεύουσιν ἀδελφὴν πεφιλημένην. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει τὰ ὀνόματα τῶν Κ.Κ. πληρεξουσίων. (Ἀναγινώσκει τὰ ὀνόματα αὐτῶν). Εὐτυχήσας, Κύριοι, νὰ προεδρεύσω τῶν πρώτων συνεδριάσεων τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐλευθέρας Ἑπτανήσου καὶ νὰ παρασταθῶ κατὰ τὴν μεγάλην πολιτικὴν δίκην τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνακρίνονται τὰ δημόσια ἤθη καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνατροφὴ τοῦ λαοῦ, ἐκφράζω πανδήμως τὸν θαυμασμόν μου ὑπὲρ τοῦ Ἰονικοῦ λαοῦ διὰ τὸ ἄπειρον σέβας, ὅπερ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀπέδειξε πρὸς τοὺς Νόμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλίζουσι τὴν ἐλευθερίαν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, αἵτινες εἶναι, ὡς γνωρίζετε, τὸ μέγιστον καὶ συγχρόνως τὸ δυσκολώτατον ἔργον τῶν ἐλευθέρων λαῶν. Παρεκτὸς τῆς ἐντυπώσεως ταύτης χρεωστῶ κατὰ καθῆκον ἠθικὸν καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως μεγίστης ν’ ἀναγγείλω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὁ Ἰονικὸς λαὸς προικίζει τὴν ἐθν. Συνέλευσιν μὲ ῥήτορας δεινοὺς διά τε τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὴν πολυμάθειαν αὐτῶν· ὅτι προικίζει τὴν Συνέλευσιν μὲ ἀντιπροσώπους, ἔχοντας ἐξαίρετον κοινοβουλευτικὴν συμπεριφορὰν, κεκοσμημένους μὲ τὰς ἀρετὰς τῆς παῤῥησίας καὶ τῆς τόλμης, αἵτινες εἶναι τόσον ἀναγκαῖοι καὶ τοσοῦτον, εἶμαι βέβαιος, θέλουσιν ὠφελήσει τὴν πατρίδα, ὅταν μετ’ οὐ πολὺ αὕτη μᾶς ὑποβάλῃ τὰ μεγάλα ἐκεῖνα ζητήματα, τὰ ὁποῖα τοῖς πᾶσιν εἶναι γνωστά. Ἀξιότιμοι συνάδελφοι! Τέλος πάντων ἡ βούλησις τῆς Θείας προνοίας ἐπληρώθη. Ἡ Ἑπτάνησος ἀνήκει πλέον εἰς ἑαυτήν· ἡ Ἑλλὰς ὑπερέβη τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα περὶ αὐτὴν ἔθεσεν ἄδικος διπλωματία, πρὸ καιροῦ εὐτυχῶς γεγηρακυῖα. Ἡ Ἑλλὰς τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ἰονίων ἂς ἴδῃ ἐκ τῆς ἑνώσεως, ἡ ὁποία τελεῖται σήμερον, ὁποῖα μεγάλα ἔργα δύναται νὰ κατορθώσῃ ὁ πατριωτισμός. Εἴθε δὲ ποτὲ νὰ μὴ ἐξαλειφθῇ ἐκ τῆς καρδίας ἀμφοτέρων τῶν λαῶν τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὰς μεγάλας ἀρετὰς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες ὡδήγησαν αὐτοὺς εἰς τὴν νέαν ταύτην μεταβολὴν τῆς τύχης τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Διὰ τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν τέκνων αὐτῆς ἡ μικρὰ ἡμῶν Ἑλλάς, δορυφόρους ἔχουσα δύω γίγαντας, τὸν Χριστιανισμὸν καὶ τὸν Πολιτισμὸν, θέλει δυνηθῆ νὰ κατάσχῃ τὸ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῆς κείμενον μέλλον, ὅπερ διὰ τὸ μέγεθος αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς ἡμετέρας Ἐπικρατείας φαίνεται σήμερον ἀκατάσχετον. Ὅθεν ἂς ἀναπέμψωμεν πρὸς τὸν Ὕψιστον εὐχὰς, ὅπως κρατύνῃ ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν τὴν παντοδύναμον ταύτην τοῦ πατριωτισμοῦ ἀρετὴν καὶ ὅπως ἐκτείνῃ ἐπὶ τὸν νεαρὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων Γεώργιον τὴν θείαν αὐτοῦ ἀντίληψιν καὶ καταστήσῃ αὐτὸν ἄξιον Ἡγεμόνα ἔθνους ἐνδόξου. Ζήτω ἡ ἕνωσις! Ζήτω τὸ Ἔθνος! Ζήτω ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος! (Ἐγείρονται ἅπαντες οἱ πληρεξούσιοι ζητωκραυγοῦντες κατὰ τὰς ἐπιφωνήσεις τοῦ Προέδρου καὶ ὑπὲρ τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως. Χειροκροτήματα ῥαγδαῖα καὶ ζητωκραυγαὶ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Προσελθὼν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης ἀνέγνω τὰς καταλλήλους εὐχάς.

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ 2 τρόπους δύναται νὰ γείνῃ ὁ ὅρκος, εἴτε νὰ προσέρχωνται ἀνὰ τρεῖς καὶ νὰ ὁρκίζωνται, ἢ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ ὅρκος, καὶ πᾶς ἐξ ὑμῶν ἀκούων τὸ ὄνομά του, νὰ ἀνατείνῃ τὴν χεῖρά του, ἐκφωνῶν τὸ ὀμνύω.

§3ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀκούσωμεν τὸν ὅρκον.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδού. «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ ἐκπληρώσω πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος τὴν ἐμπιστευθεῖσάν μοι παρὰ τοῦ λαοῦ ἐντολήν.» Ἀναγινώσκοντος τοῦ Σ. Μητροπολίτου τὸν ὅρκον, ὁρκίζονται οἱ ΚΚ. πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου, ἐπαναλαμβάνοντες αὐτόν. Μετὰ δὲ ταῦτα προσέρχονται, ἀσπαζόμενοι τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, καὶ ὑπογράφοντες ἕκαστος τὸ ἐπὶ τούτῳ συντεταγμένον πρωτόκολλον ὁρκωμοσίας.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπρεπε πρὶν νὰ γίνῃ ἡ ἔγκρισις τῶν πρακτικῶν παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπτανήσου τοῦ πρακτικοῦ τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐκλογὴν Παξῶν. Λοιπὸν ἀναφερόμενος εἰς αὐτοὺς θέλω ἀναγνώσει τὸ πρακτικὸν τοῦτο, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις νὰ θεωρηθῇ κεκυρωμένον. Ἀναγινώσκεται τὸ πρακτικόν.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§7ΠΟΛΛΟΙ. (Ἐκ τῶν πληρεξ. της Ἑπτανήσου) Ὄχι, ὄχι.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε θεωροῦνται ἐγκεκριμένα τὰ πρακτικά. Ἐπίσης ἀναφερόμενος εἰς τοὺς Κ. πληρεξουσίους, λέγω, ὅτι τινὰ μέλη τῆς Συνελεύσεως ζητοῦν τὴν ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν τῆς πρώτης Συνεδριάσεως, καθ’ ἣν προσῆλθον οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου. Ἀναγινώσκονται καὶ ταῦτα.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§10ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται. Θέμα συζητήσεως σήμερον δὲν ὑπάρχει, μολαταῦτα ἐζήτησαν τὸν λόγον ὁ Κ. Λούζης καὶ Μακρῆς. Ὁ Κ. Σχινᾶς παρεχώρησε τὴν θέσιν του εἰς τὸν Βαλαωρίτην διὰ νὰ ἀγορεύσῃ κατόπιν.

§12ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸ προεδρεῖον ποῖος εἶναι ὁ μόνιμος ἀριθμὸς πρὸς συνεδρίασιν.;

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κανονίζομεν κατόπιν.

§14ΤΙΝΕΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός (καὶ ἕτεροι πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου ζητοῦσι τὸν λόγον.)

§15ΣΟΛΩΜΟΣ. Πιστεύω, ὅτι εἶναι καλὸν, ὅστις ζητεῖ τὸν λόγον, νὰ τὸν ζητῇ παῤῥησίᾳ· ἂν γίνῃ δεκτὴ αὕτη ἡ πρότασις, τότε ζητῶ ἐγὼ τὸν λόγον.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανὼν αὐτὸς θὰ ἰσχύῃ εἰς τὸ μέλλον.

§17ΣΟΛΩΜΟΣ. Ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, θὰ εἴπῃ ὅτι μένῃ κενὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον ὅποιος θέλει.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο γίνεται ἀδιαφόρως.

§19ΤΙΝΕΣ. Ἐνῷ ὁμιλεῖ ἄλλος, προτιμῶσι νὰ μὴ τὸν διακόψωσι καὶ προσέρχονται εἰς τὸ βῆμα.

§20ΣΟΛΩΜΟΣ. Ὅπως θέλετε.

§21Δ. ΜΑΚΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ ζητῶ τὸν λόγον.

§22ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Καὶ ἐγώ.

§23Δ. ΜΑΚΡΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρῶτος ἐζήτησα τὸν λόγον, μολαταῦτα ἀδιάφορον, παραχωρῶ τὴν θέσιν μου.

§24ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἴπατε, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι σήμερον θέμα συζητήσεως δὲν ὑπάρχει· ἐζήτησαν ἔπειτα τὸν λόγον τρεῖς ἔντιμοι πληρεξούσιοι οἱ Λούζης, Σχινᾶς καὶ ὁ Κ. Βαλαωρίτης. Ἐὰν ὁ πρῶτος ἀγορεύσας θέσῃ θέμα εἰς συζήτησιν, καὶ ζητήσωσιν ἄλλοι τὸν λόγον νὰ τὸν ἀντικρούσωσιν, νομίζω, ὅτι προηγοῦνται ὅλων τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν λόγον διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν γνωρίζομεν.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δίδω τὸν λόγον, ἀφοῦ προηγουμένως ἐδήλωσα, ὅτι θέμα δὲν ὑπάρχει πρὸς συζήτησιν. Ἐννοῶ ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ ἀγορεύσωσι θέλουσι ἀναφέρεσθαι εἰς τὴν σημερινὴν τελετὴν τῆς ἑνώσεως, καθ’ ἣν ἀπεπερατώθη ἐντελῶς ἡ ἕνωσις.

§26ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα μάλιστα.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύω ὅτι τὸ θέμα δὲν θέλει ἔχει καμμίαν ἀντίῤῥησιν.

§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Λούζης.

§30ΛΟΥΖΗΣ. Κατὰ τὴν ἀκροτάτην ταύτην τοῦ Ἑλληνισμοῦ στιγμὴν, καθ’ ἣν διαῤῥήγνυται ἓν τῶν μεσοτοίχων, τὰ ὁποῖα κρατοῦσι κεχωρισμένην τὴν ἄλλοτε λαμπρὰν καὶ ἔνδοξον, νῦν δὲ πολυπαθῆ ἡμῶν φυλὴν, στρέφω ὁλόγυρα τοὺς ὀφθαλμούς μου, ἀλλὰ δὲν βλέπω μεταξὺ ἡμῶν ἐκεῖνον, ὅστις ἔσκαψε τὴν πρώτην ὑπόνομον. Ἡ Κεφαλληνία, τὴν ὁποίαν εὐστόχως καὶ δικαίως ἐκάλεσαν τινὲς μεγαλόσχημον, ἡ Κεφαλληνία ἐξελέξατο πληρεξούσιόν της τὸν Ἡλ. Ζερβὸν Ἰακωβάτον. Δὲν ἔχω, Κύριοι, λόγους. Ἡ φαντασία δὲν μὲ πηδαλιουχεῖ, ὅπως εἴπω τὰ προσήκοντα περὶ τοῦ ἀνδρὸς τούτου· ὑμεῖς πιστεύω, ὅτι τὸν γινώσκετε ὅλοι· τὸν γινώσκει ἡ Ἑπτάνησος, τὸν γινώσκει τὸ πανελλήνιον. Ἡ Κεφαλληνία, ἀπέναντι τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων ἀποποιήσεών του ἕνεκα τῶν ἐντόνων διαμαρτυρήσεών του, ἐπέμεινεν, ὅπως τὸν ἀποστείλῃ εἰς τὸν περίβολον τοῦτον· ἀλλ’ αὐτὸς ὡς βράχος ἐπιμένει εἰσέτι ἄκαμπτος, καὶ εἰς τὰ ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς Κεφαλληνίας ὑπάρχει ἡ παραίτησίς του, περὶ τῆς ὁποίας εἰσέτι δὲν ἐγένετο μνεία· τὴν διεβίβασεν ἐνταῦθα διὰ τοῦ ἐπάρχου. Παραιτεῖται λοιπὸν ὁ Ἠλίας Ζερβὸς Ἰακωβάτος καὶ μὲ αὐτὸν παραιτεῖται ὁ Ἰωσὴφ ὁ Μομφεράτος, ἕτερος συνεργάτης εἰς τὸ σκάψιμον τῶν ὑπονόμων. Θὰ ἀνεχθῇ ἡ σεβαστὴ αὕτη ὁμήγυρις, ἡ ἐκπροσωποῦσα σήμερον τὸ ἔθνος, ἡ προστατεύουσα τοὺς ἀγωνιστὰς, ἡ ἐνθαῤῥύνουσα τοὺς ἀγωνιζομένους, θ’ ἀνεχθῇ, ὥστε νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησίς των;

§31ΠΑΝΤΕΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§32ΛΟΥΖΗΣ. Ἔστω εὐλογημένον τὸ ὄνομα τῆς θείας Προνοίας, ὅτι μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν ὥραν ταύτην! Ἂς καθιερωθῇ, Κύριοι, ἡ στιγμὴ μὲ τὴν γενναίαν ταύτην πρᾶξιν τοῦ ἔθνους, διότι τὸ ἔθνος ἐνταῦθα ἀποφαίνεται.

§33ΠΑΝΤΕΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα, μάλιστα.

§34ΛΟΥΖΗΣ. Καὶ προτείνω καὶ παρακαλῶ....

§35ΠΑΝΤΕΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Καὶ οἱ δύω καὶ οἱ δύω.

§36ΛΟΥΖΗΣ. Καὶ παρακαλῶ, ὥστε τὸ ἔντιμον προεδρεῖον νὰ ἐπισπεύσῃ πρὸς τοὺς δύω τούτους ἄνδρας, νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἔθνους.

§37ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§38ΛΟΥΖΗΣ. Νὰ μὴ μᾶς στερήσωσι τῶν φώτων των, τῆς πείρας των, νὰ ἔλθουν ἐνταῦθα νὰ συμμεθέξουν, Κύριοι, τῆς μεγάλης εὐθύνης μας ἀπέναντι τῆς πατρίδος, ἀπέναντι τῆς ἱστορίας, ἀπέναντι τοῦ κόσμου, ἀπέναντι τῆς αἰωνιότητος (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα).

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σύμφωνος ἡ Συνέλευσις;

§40ΠΑΝΤΕΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα! ἀπαράδεκτος ἡ παραίτησις καὶ τῶν δύω, τοῦ τε Ζερβοῦ καὶ τοῦ Μομφεράτου.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ βλέπων ἀντίῤῥησιν δὲν ζητῶ ψηφοφορίαν.

§42ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησε τὸν λόγον δεύτερος ὁ Κ. Σχινᾶς.

§44ΣΧΙΝΑΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ ἤκουσα ἐπὶ τρεῖς ἤδη ἡμέρας τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων, ἀναβαίνω ἀτολμότερος εἰς τὸ βῆμα· αἴτια δὲ τούτου πρῶτον ἡ διαφορὰ τῆς ἡλικίας, ἥτις ὑποβιβάζει ὁπωσοῦν τὴν θερμότητα τοῦ λόγου· δεύτερον αὐτὸ τὸ θέμα τοῦ λόγου μου, ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὸ ἀγωνιστικόν. Ἀλλ’ ὅμως ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς τὰ ἐγκαίνια τῆς σήμερον τελεσθείσης πραγματικῆς ἑνώσεως ἐκείνων τε καὶ ἡμῶν. Καὶ πρῶτον, εὐχαριστοῦμεν γονυκλιτῶς τὸν Ὕψιστον πατέρα, τὸν πατέρα τῶν πατέρων ἡμῶν, τὸν δοτῆρα παντὸς ἀγαθοῦ, ὅτι μᾶς ἠξίωσε ν’ ἀπολαύσωμεν σήμερον συγκαθημένους μεθ’ ἡμῶν εἰς τὸ Πάτριον τοῦτο Συνέδριον τοὺς ἀδελφοὺς Ἑπτανησίους. Χαίρετε ἀδελφοί! καλῶς ἤλθετε! — «Τερπνὸν καὶ καλὸν, εἶπεν ὁ μέγας προφήτης, τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τῷ αὐτῷ», ὅμοιον μὲ τὸ μύρον τὸ ἐπιχρίον τὸν ἱερέα, ὅμοιον μὲ τὴν δρόσον Ἀερμὼν τὴν καταβαίνουσαν ἐπὶ τὰ ὄρη Σιών». Πόσον μεγάλη, πόσον ἱερὰ, πόσον προνοιακὴ καὶ φιλτάτη ὑπάρχει ἡ ἡμέρα αὕτη! «Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος! ἡμέρα πεπληρωμένων πόθων καὶ δικαιουμένων ἐλπίδων!» Εὐλογημένον τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἐπιφαινόμενον διὰ τοσούτων αἰώνων ἐπάνω τῆς σκοτεινῆς ἀβύσσου τῶν κοσμικῶν περιστάσεων, καὶ σήμερον ἀνατέλλον διὰ μιᾶς ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα τὸ φῶς τῆς δημιουργίας προχωρούσης εἰς κατασκευὴν καὶ συναύξησιν! Ναὶ, ὀφείλομεν πάντες ν’ ἀτενίσωμεν εἰς τὸ ἔργον τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην. Σεῖς, ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι, ἀποκοπέντες βιαίως πρὸ τοσούτων αἰώνων ἀπὸ τοῦ σώματος τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, καὶ πολλῶν δεσποτῶν ἀλλοφύλων, ἀλλογλώσσων καὶ ἀλλοθρήσκων πεῖραν λαβόντες, διεσώσατε ὅμως τὴν ζωὴν τῆς ἐθνότητος, τὴν γλῶσσαν, τὴν θρησκείαν, τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις, τοὺς πατρίους πόθους μέχρι τῶν καιρῶν, καθ’ οὓς πρῶτον μὲν συνεδράμετε λεοντόθυμοι εἰς τὸ ἔργον τὸ μέγα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ἔθνους, ἔπειτα δ’ ἐσαλπίσατε κραταιοφώνως τὸ κήρυγμα τῆς ἑνώσεως, καὶ κατεθριαμβεύσατε ὅλων τῶν ἐνστάσεων, ὅλων τῶν προφάσεων τῶν δυναστευόντων ἐπὶ τῆς γῆς. Διὰ τοῦτο ἀγάλλονται καὶ σᾶς εὐλογοῦν τὰ δίκαια πνεύματα τῶν ἐν ταῖς ἡμετέραις νήσοις τριῶν ἁγίων φρουράρχων τῆς ὀρθοδοξίας. Παρηγοροῦνται ψυχαὶ ἡμετέρων αὐτοκρατόρων, καὶ σαλεύει εὔελπις ἡ ἡρωϊκὴ κόνις Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου· σκιρτῶσι δὲ καὶ αἱ σοφαὶ καὶ φιλάδελφοι ψυχαὶ τοῦ Εὐγενίου, τοῦ Θεοτόκη, τοῦ Μηνιάτου, τοῦ Καποδιστρίου καὶ τῶν ὁμοίων ἐνδόξων τέκνων τῆς Ἑπτανήσου. Καὶ βέβαια ἂν αὗται δὲν διέμενον ἐν τόπῳ θαυμαστῆς ἀναπαύσεως, ἤθελον, ἤθελον (δὶς) ἐπιθυμήσει νὰ εὑρεθῶσι σήμερον ἐπὶ τῆς γῆς! Ἀλλ’ ἐν ᾧ ἡ ἡμέρα αὕτη εἶναι ἡμέρα χαρᾶς καὶ ἐλπίδος, εἶναι συγχρόνως καὶ ἡμέρα σκέψεως καὶ μελέτης· διότι ἄνευ σκέψεως καὶ μελέτης καὶ ἐργασίας ἐλπίδες μεγάλαι δὲν πραγματοποιοῦνται, ἔστωσαν καὶ δικαιόταται, καθὼς οὐδὲ ἄνευ ὁμονοίας ἐθνικὴ ἐργασία πεφροντισμένη καὶ ἐπίσκοπος δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ὁ Θεὸς θέλει ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ἡ Ἑλλὰς, καθὸ δίκαιον· θέλει ὅμως, νομίζω, καὶ νὰ μεσολαβήσῃ χρόνος, ἡ δὲ Ἑλλὰς νὰ σπεύσῃ βεβαίως ἐργαζομένη μεθοδικῶς καὶ συντόμως ἐπὶ τὸ μέλλον. Εἰς τοῦτο λοιπὸν συλλέξατε, στηρίξατε τὸν νοῦν σας ὅσοι διψαλέως βλέπετε πρὸς τὸν δρόμον τὸν ἄγοντα εἰς τὴν ὁλικὴν συσσωμάτωσιν τοῦ ἔθνους· ὁ μὴ ὢν ἱκανὸς εἰς ὀλίγα, εἶναι ἀνίκανος εἰς τὰ μεγάλα· διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ θεὸς πρὸς τὸν ἄξιον δοῦλον «Εὖγε, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστὲ, ἐπὶ ὀλίγα εἶς πιστὸς, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω.» «Ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω», λέγει ἡ θεία φωνὴ καὶ πρὸς τὴν μικρὰν σήμερον ἐλευθέραν Ἑλλάδα, θὰ σὲ ἀποκαταστήσω, θὰ σὲ μεγαλώσω καὶ θὰ δοξάσω πάλιν ἐπὶ τῆς τοῦ κόσμου σκηνῆς, ἂν διὰ τῶν πληρεξουσίων σου συντάξῃς τὴν πολιτείαν σου ὀρθῶς, καὶ στήσῃς βασιλείαν, ἰσχυρὰν μὲν διὰ νὰ πράττῃ τὸ καλὸν, ἀνίσχυρον δὲ διὰ τὸ κακὸν, ἐὰν συζεύξῃς τὴν ἀστικὴν καὶ πολιτικὴν ἐλευθερίαν μετὰ τῆς καρποφόρου εὐνομίας καὶ τάξεως, ἐὰν τὴν ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς ὁποίας τόσον μεγάλως σ’ εὐηργέτησα, διατηρῇς πρότυπον ἀποστολικῆς οἰκοδομῆς ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἔμπροσθεν τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς δύσεως, καὶ ἔχῃς αὐτὴν ἠθοποιὸν διδάσκαλον ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων, ἐὰν δι’ ἐμβριθοῦς διοικήσεως ἐμψυχώσῃς καὶ εὐκολύνῃς τὴν τοῦ ἔθνους φιλεργίαν, φροντίσῃς νὰ ἀποχρεωθῇς, καὶ συλλέξῃς τὰ πρὸς τὸ μέλλον ἐφόδια· ἐὰν ὀχυρώσῃς τὴν στρατιωτικήν σου συγκρότησιν καταλλήλως, καὶ μάλιστα τὴν ναυτικήν· ἐὰν τὴν δικαιοσύνην, ἥτις εἶναι τοῦ Θεοῦ, διανέμωσι τὰ δικαστήριά σου εὐκόλως καὶ ὀλιγοεξόδως εἰς τὸν Ἕλληνα· ἐὰν τέλος πάντων ὅλων τῶν ἔξω δυνάμεων, ἐν αἷς προέχουσιν αἱ τρεῖς εὐεργέτιδες, θεραπεύῃς τὴν εὔνοιαν μετὰ τοῦ δικαίου, ἄνευ προτιμήσεως ἢ ἐνδόσεως ὑποχειρίου.» (εὖγε, εὖγε). Ἐγὼ δὲ προσθέτω καὶ τὰ ἑξῆς. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει κατὰ δυστυχίαν καὶ φυσικούς τινας καὶ πεπειραμένους ἐχθροὺς ἐκ λόγων εἴτε παρελθόντων, εἴτε ἐνεστώτων, εἴτε καὶ μελλόντων. Εἰς τὸ κεντρικὸν σκήνωμα τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ παραδόσεων ἱστάμενοι ἄγρυπνοι οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος ὀφείλουσι νὰ παρατηρῶσι καὶ διασκεδάζωσιν εὐφυῶς τὰς διαθέσεις καὶ ἐνεργείας ἐκείνων. Ὑπεδείχθησαν δὲ πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς, ἔθνη καὶ λαοὶ, τῶν ὁποίων τὴν οἰκειότητα καὶ ἀγάπην συμφέρει ἐπιμελῶς νὰ καλλιεργῇ. Ταῦτα εἶχον ἐπιθυμίαν, ὦ σεβαστοὶ ἀδελφοὶ, νὰ προσφωνήσω βραχυλόγως εἰς τὴν ἐθνικὴν ταύτην ὁμήγυριν συμπληρωμένην σήμερον διὰ τῆς προσθήκης τῶν πληρεξουσίων τῆς ἀδελφῆς Ἑπτανήσου. Μακάριος ἂν εἰσακουσθῶ· μακάριος ἐὰν μετὰ τὴν περιληπτικήν μου ταύτην διαθήκην, εὐπρόσδεκτον γενομένην, καὶ μετὰ τὴν ἀνάλογον σύμπραξίν μου, εὕρω ποτὲ τάφον, φέροντα ἐπιγεγραμμένον «ἱλασμὸν θεοῦ καὶ εὐλογίαν πατρίδος.» (χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι).

§45ΑΡΙΣΤ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. (σιγὴ βαθεῖα). Ἀδελφοὶ πληρεξούσιοι! Ὁ ὅρκος ἐδόθη! ἐδόθη εἰς τὰς χεῖρας τοῦ πρώην διακόνου τοῦ ἀειμνήστου Γερμανοῦ, σήμερον δὲ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν. Ἄριστος οἰωνὸς, κύριοι· θαρσεῖτε! Ἡ Ἑλλὰς τῶν 1821 ἀναγεννᾶται καὶ συνταυτίζεται μετὰ τῆς Ἑλλάδος τῶν 1864. Οἱ πληρεξούσιοι τοῦ Ἰονίου λαοῦ παρίστανται σήμερον ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς ἐθνότητος, περιβεβλημένοι τὸν χιτῶνα νέου τινὸς καὶ ἱεροῦ βαπτίσματος, τὴν μυστηριώδη ἔννοιαν τοῦ ὁποίου ἕκαστος ἡμῶν ἐν κρυφῷ συναισθάνεται, ἕκαστος ἡμῶν ἐν κρυφῷ ἐννοεῖ. Τὸ χρῖσμα ἐτέθη ἤδη ἐπὶ τῶν μετώπων ἡμῶν. Θείᾳ συνάρσει ἀπαρτίζομεν καὶ ἡμεῖς μέρος τῆς ἐλευθέρας μερίδος τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἆρα γε τοσοῦτον ἀσήμαντον, ὥστε νὰ τὸ διέλθωμεν ἐν σιγῇ; Εἶναι τοσοῦτον ἀδιάφορον, ὥστε νὰ τὸ ὑποσκελίσωμεν, κηδεύοντες αὐτὸ ἐντὸς τοῦ τάφου τῆς Ἱστορίας; Τὸ περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου ψήφισμα τῆς ΙΓʹ. Ἰονίου Βουλῆς, εἶναι ἄρα γε πεπρωμένον νὰ φυλακισθῇ ἐντὸς τῶν χαρτοφυλακίων μας; ἢ ἀπεναντίας, ὀφείλομεν, κύριοι, ἡμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι σήμερον, ὅτε πρώτην φορὰν συναντώμεθα, νὰ ἐκθέσωμεν παῤῥησίᾳ τὸ φρόνημά μας, σήμερον, ὅτε ἄπειρα βλέμματα ἀτενίζουσι πρὸς ἡμᾶς, ὅτε ἄπειροι καρδίαι ταράσσονται ὑπὸ ἀνεκφράστου συγκινήσεως; οὐχὶ βεβαίως, κύριοι! Καὶ κατὰ καθῆκον καὶ κατὰ δικαίωμα πρέπει τώρα καὶ οὐχὶ βραδύτερον ἐκ τοῦ βουλευτηρίου τούτου ν’ ἀντηχήσῃ ἡ φωνὴ τῶν Ἰονίων πληρεξουσίων, ἐὰν ὄχι δι’ ἄλλο, κύριοι, τοὐλάχιστον, ἵνα μὴ πιστεύσῃ τις, ὅτι ὑπὸ μὲν τὴν πίεσιν τοῦ ξένου οὐδεμία δύναμις ἴσχυσέ ποτε, ἵνα φιμώσῃ τὸ στόμα μας, ὑπὸ δὲ τὸ κράτος ἐλευθέρου καὶ ἐθνικοῦ πολιτεύματος ἡ ψυχή μας ἐνεκρώθη καὶ αἱ ἀκτῖνες τοῦ βλέμματός μας δὲν δύνανται πλέον νὰ ὑπερβῶσι τὰ ὅρια, ἅπερ χριστιανικαὶ χεῖρες εὐηρεστήθησαν νὰ χαράξωσι, θέτουσαι αὐτὰ ὡς ἄλλον βρόχον πέριξ τοῦ λαιμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἂν ἠγωνίσθημεν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ἂν μεμονωμένοι ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον καὶ μετὰ παραδειγματικῆς καρτερίας, οὐδέποτε ἐπτοήθημεν μαχόμενοι κατὰ κραταιῶν ἀντιπάλων, ὢ, βεβαίως, κύριοι, δὲν θέλομεν διέλθει τὴν στιγμὴν ταύτην, χωρὶς νὰ διακηρύξωμεν παῤῥησίᾳ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, δι’ ὧν ἀνετράφημεν, αἵτινες ὑπῆρξαν ἡ μόνη παραμυθία μας, καὶ τὰς ὁποίας φέρομεν μεθ’ ἡμῶν, ἵνα τὰς σπείρωμεν καὶ ἐπὶ τῆς γῆς ταύτης καὶ τὰς περιποιηθῶμεν καὶ τὰς περιθάλψωμεν μέχρις οὗ ἰδῶμεν αὐτὰς πάλιν νὰ βλαστήσωσι. Ἀκούσατε λοιπὸν τῆς φωνῆς μου, καὶ δεχθῆτε μετ’ εὐμενείας τὴν ἔκθεσιν τῶν ἰδεῶν μου, ἀποδεικνύοντες διὰ τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι τὸ ἱερὸν ἄσυλον τοῦ λόγου, εἶναι ἡ ἀκρόπολις τῆς συνειδήσεως, ὡς ἄλλοτε αἱ κορυφαὶ τῶν Ἀγράφων, τοῦ Ὀλύμπου ὑπῆρξαν τὸ ἄσυλον καὶ ἡ ἀκρόπολις τῶν ἐλπίδων τῆς Ἑλλάδος! Κύριοι πληρεξούσιοι! Σχεδὸν κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην προσεκαλεῖτο πέρυσι ὁ Ἰόνιος λαὸς, ἵνα ὁριστικῶς ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐθνικῆς αὐτοῦ ἀποκαταστάσεως· καὶ σήμερον αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ λαὸς προσέρχεται διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, οὐχὶ πλέον ἵνα κλονίσῃ τὰ Κυκλώπεια θεμέλια ξενικῆς προστασίας, ἀλλ’ ἵνα καὶ οὗτος συντελέσῃ πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ οἰκοδομήματος. Τὸ βουλευτήριον τῆς Ἑπτανήσου, ὡς λίαν καταλλήλως τὸ ἐχαρακτήρισεν ὁ προαγορεύσας συνάδελφός μου Κ. Λούζης, τὸ βουλευτήριον τῆς Ἑπτανήσου εἶχε πρό τινος καιροῦ μεταβληθῆ εἰς φοβερὰν ὑπόνομον, ὅθεν ἐξήρχοντο συνεχεῖς ἐκπυρσοκροτήσεις, καὶ μολοντοῦτο ἡμεῖς γηράσαντες ἐν τῇ μακρᾷ καὶ ὑποχθονίῳ ἐκείνῃ ἐργασίᾳ, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ μεταβῶμεν εἰς Κέρκυραν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὸ πολύμοχθον ἐπιχείρημα, ἔλαμπεν ἐπὶ τοῦ μετώπου μας ἡ χαρὰ, τὸ βλέμμα μας ἐσπινθηροβόλει, διεγέλα ἐπὶ τῶν χειλέων μας τὸ μειδίαμα, ὡσὰν μὴ ἐπρόκειτο περὶ ἀγῶνος δυσχεροῦς καὶ δριμυτάτου, ἀλλ’ ὡσὰν ἐπορευόμεθα εἰς δημοτικήν τινα πανήγυριν, ὅπου μᾶς ἐπρόσμεναν ἀλλαλαγμοὶ, καὶ ᾄσματα, καὶ εὐωχίαι καὶ χαραί. Εἰς τὴν χλεύην, εἰς τοὺς μυκτηρισμοὺς τῶν ἀντιπάλων ἀντετάττομεν τὴν ἰσχὺν τοῦ αἰσθήματος, πεποιθότες, ὅτι οὐδεμία ἀνθρωπίνη δύναμις ἤθελεν ἰσχύσει νὰ καταβάλῃ τὴν ἰδέαν, ὑπὲρ ἧς μαχόμεθα, καὶ πρὸς τιμὴν τῆς ὁποίας εἴχομεν ἀποφασίσει νὰ μὴ παραιτήσωμέν ποτε τὸ πεδίον τῆς μάχης. Σμῆνος κηφήνων μᾶς περιεκύκλωνε, ἑρπετὰ ἐπίφοβα ἔφραττον τὴν πορείαν μας, σειρῆνες μελίφθογγοι ἐπειρῶντο νὰ μᾶς δελεάσωσι. Ἀλλὰ τῇ ἀρωγῇ τοῦ Ὑψίστου ὑπερέβημεν τοὺς κινδύνους· ἀπεφύγαμεν τὰς παγίδας, καὶ ἰδοὺ λιμενιζόμεθα εἰς τοὺς κόλπους τῆς πολυπαθοῦς Μητρός μας, ἀσθμαίνοντες, κεκμηκότες, ἀλλὰ πρόθυμοι, ἂν ἡ χρεία τὸ καλέσῃ, νὰ παλαίσωμεν ὑπὲρ αὐτῆς, μέχρις οὗ ἀπομένῃ πνεῦμα ζωῆς εἰς τὰ στήθη μας, καὶ ῥανὶς αἵματος εἰς τὰς φλέβας μας, (εὖγε εὖγε· χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Πιστεύσατε, Κύριοι, εἰς τοὺς λόγους μου· ἡμεῖς αὐτοὶ, οἵτινες μέχρι πρὸ μικροῦ χαρίεις, εὔθυμοι, ἀντιπαρεταττόμεθα κατὰ τῶν ἀντιπάλων μας, ἡμεῖς αὐτοὶ, οἵτινες ὑπεβάλλομεν εἰς διηνεκῆ ἀνάκρισιν τὸν ξένον, καὶ μειδιῶντες ἐξεδίδομεν τὸ Βούλευμα τῆς καταδίκης, ἡμεῖς αὐτοὶ σήμερον ὑπὸ ἀνεκφράστου βαρυθυμίας κατεχόμεθα. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡς ἀπὸ ἀκρωρείας τινὸς ῥίπτοντες τριγύρω τὸ βλέμμα, αἰσθανόμεθα ἐνδόμυχόν τινα τρόμον, τὰ κύματα ὠρυόμενα ἐξογκοῦνται μακρόθεν καὶ συνασπιζόμενα παρασκευάζονται νὰ πέσωσι κατὰ τῆς προκυμαίας. Τὸ στόμα τῆς ἀβύσσου χάσκει λαίμαργον καὶ ἀδηφάγον πρὸ τῶν ποδῶν μας. Φωνὴ βροντώδης ἀντηχεῖ πανταχόθεν, καὶ αὐτὴ ἐξέρχεται ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου, λέγοντος, ὦ προφθάσατε! προφθάσατε! ὁ ὄλεθρος ἐπίκειται.... ἡ ζωὴ φεύγει.... τὰ ἄκρα τοῦ σώματος κατελήφθησαν ὑπὸ τῆς νάρκης τοῦ θανάτου.... Προφθάσατε! προφθάσατε! σώσατε τὴν καρδίαν.

§46ΚΑΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.

§47ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτόν.

§48ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Τὴν φωνὴν ταύτην παντοδύναμον, ἰσχυρὰν ἀκούω καὶ ἐγὼ τώρα ἱστάμενος ἐπὶ τῆς ἀκροσφαλοῦς ταύτης σανίδος, καὶ ἤδη αἰσθάνομαι, ὅτι ἡ γῆ κλονίζεται, καὶ ὅτι αἱ πρῶται πνοαὶ τῆς τρικυμίας ἀνορθοῦν τὰς τρίχας ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου, ἀλλὰ δὲν φοβοῦμαι! Μὰ τὸν Θεὸν, ὄχι δὲν φοβοῦμαι! ἐδῶ ἐπὶ τοῦ βράχου τούτου θέλουσι ναυαγήσει πᾶσαι αἱ ἐναντίαι δυνάμεις· πρὸ τῶν ποδῶν αὐτοῦ θέλουσι διασκορπισθῆ τὰ ζοφερὰ νέφη, καὶ θέλει λάμψει ἐπὶ τῆς κορυφῆς αὐτοῦ ἀγέρωχον καὶ φωτοβόλον τὸ μέτωπον τῆς Ἑλλάδος, διότι πέπρωται νὰ πίπτωσι σεσηπυῖαι αἱ χεῖρες, αἵτινες ἐπειράθησαν ἢ πειρῶνται νὰ σβέσωσι τὴν λυχνίαν, ἥτις κατὰ τὰς Ἀνατολικὰς ταύτας θαλάσσας φέγγει ἐν τῇ σκοτίᾳ ὡς ἄλλος φάρος πρὸς καθοδήγησιν ἐκείνων, οἵτινες πρὸ αἰώνων κλυδωνιζόμενοι στηρίζουσι τὰς ἐλπίδας των ἐπὶ τοῦ φωτός του. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Δὲν φοβοῦμαι! τὸ ἔθνος ὑπάρχει. Ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ζωὴ συνέῤῥευσεν ἅπασα εἰς τὴν καρδίαν, ἔστω! Ἡμεῖς καρδίας ἔχομεν ἀνάγκην σήμερον, καὶ αὕτη πάλλει παντοδύναμος ὑπὸ τὸν θώρακα τοῦ Ἑλληνικοῦ στήθους. (Εὖγε, εὖγε). Ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἀποτολμήσει νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα καὶ νὰ καταθλίψῃ τοὺς παλμοὺς ἐκείνους! Ἡ χεὶρ αὐτοῦ θέλει ἀποκοπῆ! (Εὖγε, εὖγε). Δὲν φοβοῦμαι! Ἡμεῖς δὲ φέρομεν μεθ’ ἡμῶν τὴν ἀκλόνητον ἀπόφασιν ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ συνεργασθῶμεν ὑπὲρ τῆς κοινῆς σωτηρίας. Ἡ προσάρτησις τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἐννοοῦμεν, Κύριοι, νὰ μείνῃ ἄγονος καὶ στεῖρα. Δὲν φέρομεν μεθ’ ἡμῶν, Κύριοι, ἐκ προμελέτης, οὔτε συμπαθείας, οὔτε ἀντιπαθείας κατὰ τῆς δεῖνα ἢ δεῖνα πολιτικῆς μερίδος. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐθνικοῦ σκάφους εἰς τὰς χεῖρας τοῦ τυχόντος. Ἀλλ’ οἱοσδήποτε εἶναι ὁ Κυβερνήτης, ἂς ἀποδείξῃ διὰ τῶν ἔργων του, ὅτι εἶναι κατάλληλος νὰ κυβερνήσῃ καὶ τότε ἡμεῖς εἴμεθα μετ’ αὐτοῦ (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἑπομένως εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ συνεργασθῶμεν ἀδελφικῶς μεθ’ οἱουδήποτε ἐξ ὑμῶν, καὶ δὲν θέλομεν βεβαίως ῥίψει ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ αἱματοφύρτου τούτου ἐδάφους τὸν σπόρον τῆς ἔριδος! (εὖγε, εὖγε). Δὲν δυνάμεθα μόνον, Κύριοι, νὰ συνασπισθῶμεν μετ’ ἐκείνων, οἵτινες εἰς τὸ πτωχὸν πολιτικόν μας στάδιον ἄλλο δὲν βλέπουσιν, εἰμὴ ἀτομικὰ συμφέροντα (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου) Δὲν δυνάμεθα νὰ συνεργασθῶμεν μετ’ ἐκείνων. Προσέξατε, Κύριοι, εἰς τοὺς λόγους μου! Σήμερον τελεῖται καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ μεγάλη κοινωνικὴ ἐπανάστασις. Σήμερον πραγματοποιοῦνται γλυκύταται ἐλπίδες καὶ στεφανοῦνται πολυχρόνιοι ἀγῶνες. Ἡ ἔνδοξος μεταπολίτευσις τῆς 10 Ὀκτωβρίου (εὐχαρίστως δράττω τὴν εὐκαιρίαν ταύτην, ἵνα τὸ ὁμολογήσω δημοσίᾳ) μεγάλως συνετέλεσεν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως! (εὖγε, εὖγε). Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ψυχικὴ κατάστασις ἡμῶν τῶν Ἑπτανησίων μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς προστασίας; Μόλις ἡ Ἐθνικὴ σημαία ὡράθη κυματίζουσα ἐπὶ τῶν φρουρίων μας, ἅπαντες προσήλθομεν ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν πτερύγων αὐτῆς, καὶ συγχωρήσαντες ἀλλήλοις τὰ παραπτώματα, ἐν μιᾷ ψυχῇ ἐδοξάσαμεν τὸν ὕψιστον καὶ μετὰ δακρύων χαρᾶς καὶ μετανοίας ἠσπάσθημεν τὸν ἀδελφικὸν ἀσπασμὸν, διεγράψαμεν τὰς ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος, ἐπνίξαμεν τὰ πάθη, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐτόλμησε νὰ διαιρέσῃ τὴν κοινωνίαν ἐκείνην εἰς ἑνωτικοὺς καὶ ἀνθενωτικοὺς, πάντες ἀποθέσαντες τὸν παλαιὸν χιτῶνα προσήλθομεν εἰς τὸν μυστικὸν δεῖπνον, ἵνα κοινωνήσωμεν τῆς μεγάλης χαρᾶς, καὶ νὰ συνεορτάσωμεν τὴν ἡμέραν τῶν πολιτικῶν γενεθλίων μας. Δὲν φέρομεν λοιπὸν, Κύριοι, μεθ’ ἡμῶν οὔτε προγραφὰς, οὔτε καταδίκας. Καὶ ὅμως εἴχομεν καὶ ἡμεῖς δίκαια παράπονα κατὰ πολυειδῶν καταχρήσεων, κατὰ πολυχρονίων διωγμῶν. Ἐλησμονήσαμεν τὰ πάντα, πεποιθότες, ὅτι οὐδεὶς ἡμῶν ἀναμάρτητος, καὶ ὅτι μόνη ἡ σύμπνοια καὶ ἡ ἀδελφικὴ ἑνότης δύνανται νὰ μᾶς σώσωσιν ἀπὸ τὸν ἐπικείμενον ὄλεθρον. Περὶ τὰς ἀρχὰς τῆς ἀειμνήστου ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ἐπρόκειτο περὶ ἐκπορθήσεως τοῦ φρουρίου τῆς Ἄρτας. Ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς διῃρημένος εἰς δύω μεγάλα σώματα, τὸ μὲν ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Γώγου, τὸ δὲ ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Μάρκου Βότσαρη, ἔμενεν ἀδρανής. Μεταξὺ τοῦ Γώγου καὶ Μάρκου ὑπῆρχε χάσμα μέγα, καὶ εἰς τὸν πυθμένα τοῦ χάσματος ἔῤῥεε τὸ αἷμα τοῦ Κίτσου. Κατὰ τὰ 1812 ὁ Γῶγος εἶχε δολοφονήσει τὸν πατέρα τοῦ ἐν Καρπενησίῳ ἐνδόξως ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος πεσόντος, καὶ μῖσος ἀδιάλλακτον ἐνεφώλευεν ἔκτοτε εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Μάρκου· ἐντοσούτῳ, Κύριοι, ὁ ἐχθρὸς ὠφελούμενος ἀπὸ τὰς διαιρέσεις ταύτας ἐθρασύνετο, καὶ τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα ἔτρεχον τὸν ἔσχατον κίνδυνον, καὶ αἱ πρῶται ἡμέραι τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος ἀπέβαινον στεῖραι. Τότε ὁ Μαυροκορδάτος προσκαλέσας τὸν Μάρκον προσέπεσεν εἰς τοὺς πόδας αὑτοῦ, τὸν παρεκάλεσε νὰ θυσιάσῃ ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τῆς πατρίδος τὴν δικαίαν ὀργήν του· ὁ Μάρκος ἐδάκρυσε καὶ πορευθεὶς πρὸς τὸν Γῶγον ἔδραξε τὴν χεῖρα, ἐξ ἧς ὑπῆρχον καταφανεῖς αἱ κηλῖδες τοῦ πατρικοῦ αἵματος, τὴν ἔδραξε καὶ τὴν ἠσπάσθη! Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ ἥρωος ἐκείνου!

§49ΠΟΛΛΟΙ. Αἰωνία ἡ μνήμη του.

§50ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Αἱ ἐπαναστάσεις ἐν τῷ βίῳ τῶν ἐθνῶν ὁμοιάζουσι πρός τινας ἀσθενείας, αἵτινες παρακολουθοῦσι τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀνθρώπου, ἴσως ἀναγκαῖαι, ἀλλὰ πάντοτε ἐπικίνδυνοι· πρέπει ν’ ἀναχαιτίζωνται ἐγκαίρως, ἄλλως μεταβάλλονται εἰς χρόνια πάθη. Ὁ Ἰόνιος λαὸς συναισθάνεται πληρέστατα τὴν ἀλήθειαν ταύτην, καὶ θεωρεῖ, ὅτι ἡ διάρκεια τοῦ ἐπαναστατικοῦ πνεύματος μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ἐπαναστάσεως εἶναι ζύμη, ἐξ ἧς δύνανται νὰ προκύψωσι σοβαρὰ δυστυχήματα· τὸ δὲ Ἑλληνικὸν ἔθνος, Κύριοι, ἔχει ἀνάγκην ἀνέσεως· τὸ ὄνομα ἡμῶν κατήντησεν ἀντικείμενον ἐμπαιγμοῦ καὶ περιφρονήσεως· ἀπεκαλύψαμεν τὰς πληγάς μας, καὶ τώρα πρέπει ὅσον οἷόν τε τάχιον νὰ τὰς θεραπεύσωμεν. Ἡ δημοσία πίστις ἐξέλιπε! ἡ Ἑλλὰς θεωρεῖται χρεωκόπος! τὸ εὐμετάβλητον τῆς Κυβερνήσεως τηρεῖ τὸ κράτος εἰς διηνεκῆ κλονισμόν. Αἱ πεποιθήσεις ἐκλονίσθησαν, αἱ βάσεις τοῦ οἰκοδομήματος σαλεύουσι. Τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων τὴν διατήρησιν οὐ μόνον δὲν τὴν ἐπιθυμοῦμεν, ἀλλὰ παντὶ σθένει θέλομεν ἐργασθῆ πρὸς ἐπανέλευσιν τῆς τάξεως, πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ νόμου, πρὸς παγίωσιν τῆς πολιτείας. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἂν ἕκαστος ἡμῶν δὲν θυσιάσῃ ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος τὰς ἰδιαιτέρας του ἀπαιτήσεις, ἂν δὲν ἐννοήσωμεν καλῶς, ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἔθνους κρέμαται οὐχὶ ἐκ τῆς ἀνεγέρσεως, ἢ τῆς πτώσεως τῆς δεῖνα, ἢ δεῖνα πολιτικῆς μερίδος, ἀλλ’ ἐκ τῆς κανονικῆς διατάξεως καὶ τῆς ἁρμονικῆς ὀργανώσεως τῶν ἠθικῶν δυνάμεων τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἂν δὲν πεισθῶμεν, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν μας ὑπάρχει ἀνώτερόν τι ἠθικὸν, τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, πρὸς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν μόνον ν’ ἀτενίζωμεν, ἂν δὲν ἀσχοληθῶμεν, ἄνευ προκαταλήψεως, οὐχὶ ἀποβλέποντες εἰς ἀφῃρημένας ἐπιστημονικὰς θεωρίας, ἀλλ’ εἰς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι ταχυτέραν κατάρτισιν τοῦ πολιτεύματος· τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, λέγω τοῦτο πρὸς ἀπαλλαγὴν πάσης εὐθύνης ἐκ μέρους ἡμῶν, ὁ ὄλεθρος εἶναι ἀναπόφευκτος, (εὖγε, εὖγε). Νομοθετοῦντες σήμερον διὰ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ἂς μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι νομοθετοῦμεν ἴσως καὶ διὰ τὴν δούλην Ἑλλάδα. Τουλάχιστον, Κύριοι, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γινώσκητε, ὅτι ἂν ὁ Ἰόνιος λαὸς μετὰ τοσαύτης ὑπομονῆς καὶ ἐπιμονῆς ἐνεκαρτέρησεν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐθνικῆς αὑτοῦ ἀποκαταστάσεως, εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν πάντοτε, ὅτι διὰ τῆς λύσεως τοῦ Ἑπτανησιακοῦ ζητήματος ἐδίδετο ἔναρξις εἰς τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου Ἑλληνικοῦ ζητήματος· εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκητε, ὅτι τὴν ἕνωσιν ἐζητοῦμεν ἀνέκαθεν, οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ προσαρτήσωμεν ἑπτὰ ξηροσκοπέλους εἰς τὴν ἤδη μικροτάτην Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἵνα ὑποδείξωμεν εἰς τοὺς δεδουλωμένους ὁμοφύλους τὸν δρόμον τῆς γενικῆς σωτηρίας (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Πρέπει νὰ γινώσκητε, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν αἰσθάνεται σήμερον τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναπαυθῇ, ἵνα μετ’ ὀλίγον ἐγερθῇ προθυμότερος καὶ λάβῃ πάλιν τὴν ῥάβδον του καὶ περιπατήσῃ (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ὦ! πολὺν χρόνον περιπατοῦμεν οἱ ἄθλιοι, ὁδεύοντες ἐν μέσῳ μυρίων ἀκανθῶν καὶ τριβόλων· αἱ πτέρναι μας κατεκόπησαν καὶ ἱδρὼς αἵματος ῥέει ἐπὶ τοῦ μετώπου μας, καὶ μόλον τοῦτο θέλομεν ἀκόμη νὰ βαδίσωμεν. Δὲν εἶναι ἀληθές, Κύριοι; (Φωναὶ πανταχόθεν, ναὶ, ναὶ). Καὶ θὰ βαδίσωμεν, ἀδελφοὶ προσφιλέστατοι, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅταν ἕκαστος ἡμῶν συναισθανθῇ τὰ καθήκοντά του, καὶ ἂν δὲν δειλιάσωμεν ἀναλογιζόμενοι τὰς δυσχερείας· θὰ βαδίσωμεν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ καταναλίσκωμεν τὰς δυνάμεις μας ἐπὶ ματαίῳ· θὰ βαδίσωμεν, ἂν ἀποσβέσωμεν τὰ πάθη μας, ἂν καταπνίξωμεν τὰς φιλάρχους ὀρέξεις μας· θὰ βαδίσωμεν, ἂν ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν δὲν εἶναι εἰμὴ σταγὼν ὕδατος ἀφανὴς καὶ μικροτάτη, ἂν δὲν συναισθανθῶμεν ἐνδομύχως, ὅτι αἱ ῥανίδες αὗται συνταυτιζόμεναι καὶ συνενούμεναι δύνανται νὰ καταρτίσωσι πάλιν τὸ περιφανὲς ἐκεῖνο Ἑλληνικὸν κῦμα, εἰς τὰ νάματα τοῦ ὁποίου ἄπειρα χείλη αὐχμηρὰ καὶ διψῶντα θέλουν νὰ δροσισθῶσι.... (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Εἶναι κρῖμα, μὰ τὸν Θεόν, εἶναι ἀσυγχώρητον κρῖμα ν’ αὐτοχειριαζώμεθα· οὐδεὶς σήμερον μᾶς παρενοχλεῖ, οὐδεμία ἐξωτερικὴ ἐνέργεια μᾶς καταθλίβει, ἡ ψυχὴ τοῦ ἔθνους ἂς ἁπλώσῃ τὰς πτέρυγάς της, καὶ ἂς ἀντηχήσωσι πάλιν οἱ παλμοὶ τῆς Ἑλληνικῆς καρδίας. Ἤδη ἐγὼ τοὺς ἀκούω ἱστάμενος ἐνώπιον ὑμῶν, ἀκούω ὑπόκωφόν τινα ἦχον καὶ καταλαμβάνω πόθεν ἐξέρχεται, θὰ ᾖναι βεβαίως τὸ προανάκρουσμα τῆς βροντῆς, διότι εἶδον εἰς τὰ βλέμματά σας τὴν λάμψιν τῆς ἀστραπῆς. (εὖγε, εὖγε). Ἀναγινώσκω ἐπὶ τοῦ μετώπου σας τὴν ἀκράδαντον βούλησιν. Ἐγέρθητι λοιπὸν, λαὲ Ἑλληνικέ! συγχωνεύθητι μετὰ τοῦ Βασιλέως σου καὶ περιφρούρησον αὐτὸν, ἵνα μὴ ἐναντίαι δυνάμεις τὸν πολιορκήσωσιν! ἀνάθρεψον αὐτὸν διὰ τῆς ἀγάπης σου, ἔγχυσον εἰς τὰς φλέβας του τὴν πικρίαν τῶν παθημάτων σου καὶ τὸ γάλα τῶν ἐλπίδων σου, ἵνα ἀπὸ τοῦδε παραλάβῃς αὐτὸν συμμέτοχον τῆς χαρᾶς καὶ τῆς λύπης σου. (εὖγε, εὖγε). Τὸν αἴθριον οὐρανὸν τῆς νεότητός του ἂς μὴ τὸν ἐπισκιάσουν νέφη καὶ τρικυμίαι! ἂς μὴ παρεμποδίσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τρυφεροῦ τούτου βλαστοῦ, ποτίζοντες αὐτὸν δάκρυα καὶ χολήν. (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Δώσατε εἰς τὸ ἄνθος ἀέρα καὶ φῶς, ἐὰν θέλετε ν’ ἀναπτυχθῇ, ἂν θέλετε μίαν ἡμέραν νὰ ἴδωμεν αὐτὸ μετασχηματιζόμενον εἰς εὐθαλῆ καὶ ὑπερήφανον πλάτανον, ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ ὁποίου καθήμενοι νὰ συναγαλλώμεθα καὶ νὰ συνεορτάζωμεν ἀνυμνοῦντες τὸν Θεὸν καὶ ψάλλοντες ἐθνικὰ ᾄσματα· (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ῥαγδαῖα καὶ γενικὴ συγκίνησις).

§51ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ζήτω ἡ ἑνότης· (φωναὶ πανταχόθεν, ζήτω, ζήτω).

§52ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἐξ Ἑπτανήσου πληρεξουσίων συμμερίζεται τὰς ἰδέας καὶ τὰ αἰσθήματα τοῦ προλαλήσαντος. Ἕνεκα τούτου παρουσιάζεται ἡ διαδήλωσις αὕτη.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ παρέδωκεν εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἔγγραφον μὲ ἐπιγραφὴν Διαδήλωσις· περιέχει δὲ τὰ ἑξῆς· Διαδήλωσις. «Οἱ ὑποφαινόμενοι πληρεξούσιοι διαδηλοῦν, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης ἐθνοσυνελεύσεως δὲν θέλουσι δεχθῆ οὐδεμίαν κυβερνητικὴν θέσιν. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 22 Ἰουλίου 1864.» Ἕπονται 66 ὑπογραφαί.» (Εὖγε). Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου. Μοὶ ἐνεχειρίσθη ὡσαύτως ἐκ μέρους τοῦ πληρεξουσίου Γεωργίου Τυπάλδου Ἰακωβάτου ψήφισμα ἔχον ὡς ἑξῆς· Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. «Μελετῶσα εὐγνωμόνως τὸ τεράστιον ἔργον τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ κλίνουσα γόνυ καρδίας ἐνώπιον τῆς θείας Μεγαλειότης ἐπὶ τοιαύτῃ εὐεργεσίᾳ· Ὁμολογοῦσα ταύτην τὴν εἰρηνικὴν ἕνωσιν ἔργον πατριωτισμοῦ μὲν ἐθνικοῦ, πολιτικῆς δὲ σοφῆς καὶ δικαίας, συμφώνου πρὸς τὰς ἀρχὰς τῶν ἐθνοτήτων τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς προόδου· Δικαιουμένη ἅμα νὰ θεωρῇ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος ἀρχὴν τῆς ἰσοῤῥοπίας τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς ἐντεῦθεν ἀσφαλείας τῆς Εὐρώπης· Προσδοκῶσα δὲ συνεπῆ εἰς τὸ ἀξιομνημόνευτον τοῦτο ἔργον τὴν πολιτικὴν τῶν εὐεργετίδων τῆς Ἑλλάδος δυνάμεων ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἀνθρωπότητος· Ἀναπέμπει ταπεινῶς ὕμνους εὐχαριστίας Θεῷ τῷ Σωτῆρι. Χειροκροτεῖ τοὺς ἡρωϊκοὺς Ἑπτανησίους. Εὐγνωμονεῖ πάσαις ταῖς συνεργασαμέναις Δυνάμεσι, καὶ κηρύττει, ὅτι ἡ εὐχὴ καὶ ὁ πόθος τοῦ Πανελληνίου εἶναι ἡ διὰ συνθηκῶν εἰρηνικὴ ἕνωσις Κρήτης, Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐφ’ ᾧ ἀναθέτει τὰς ἐλπίδας αὐτῆς εἰς τὴν θείαν πρόνοιαν καὶ εἰς τὴν δικαίαν καὶ εὐμενῆ ἀπόφασιν τῶν δυνάμεων τῆς Εὐρώπης.» Ἐν Ἀθήναις, τῇ 20 Ἰουλίου 1864.

Ὁ πληρεξούσιος

Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ.

Ἐπίσης μοὶ ἐδόθη πρότασις ἀφορῶσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,

§54ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ αὕτη «Προτείνομεν τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως προηγηθῇ πάσης ἄλλης ἐργασίας ἡ συζήτησις τοῦ πολιτεύματος».

ΔΡΟΣΟΣ, ΛΕΒΙΔΗΣ, ΚΑΝΑΒΟΣ.

Σᾶς ἀναγγέλλω, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι 2 ἢ 3 ἢ 4, ὁ Κύριος Σαρίπολος εἶναι πρῶτος, μετὰ ταῦτα ὁ Κύριος Μακρῆς ὁ ἐξ Ἑπτανήσου, ὁ Κύριος Σολωμὸς, ὁ Κύριος Καλὸς, ὁ Κύριος Κόκκινος.

§56ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κυρίου Βαλαωρίτου νὰ παύσῃ πᾶς ἕτερος λόγος (θόρυβος, ἐγείρονται πολλοὶ νὰ φύγουν).

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Σαρίπολος ἔχει τὸν λόγον.

§58ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.

§59ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν Παρασκευήν.

§60ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσῃ τις εἰς τὴν ὡραίαν ἀγόρευσιν τοῦ Κυρίου Βαλαωρίτου... (θόρυβος).

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρα 1 λ. 10.

Ὁ Πρόεδρος

Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.

Οἱ γραμματεῖς Α. Νικολαΐδης, Α. Γαΐτας Φώσκαρδης, Ἐπ. Μεταξᾶς, Ι. Ξυδάκτυλος.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 283.
2Τῆς 22 Ἰουλίου 1864.
3(Τετάρτη.)
4§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι! Ἐπεραίωσα τὴν ἐντολὴν,
5τὴν ὁποίαν μοὶ ἀνεθέσατε· ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου οἱ ἀξιότιμοι
6ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου ἐξήλεγξαν τὰς ἐκλογὰς αὐτῶν.
7Κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἐνόμισα πρέπον νὰ παρίδω
8τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὸ ζήτη-
9μα, ἂν κατὰ τοὺς τύπους τοὺς διαλαμβανομένους εἰς τὸν ἡμέ-
10τερον κανονισμὸν, ἢ κατὰ τοὺς τύπους τοὺς διαλαμβανομένους
11εἰς τὸν νόμον τὸν Ἰονικὸν πρέπῃ νὰ γίνῃ ἡ ἐξέλεγξις. Ἐνέδωκα δὲ
12εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἀξιοτίμων ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπτανήσου
13ὡς ἐκ πολλῶν ἀφορμῶν γνωρίζων κάλλιστα, ὅτι ἡ Συνέλευσις,
14καὶ ἂν ἐνέκρινε τὴν γνώμην μου ὡς ὀρθὴν, πάλιν ἤθελεν ἐνδώσει
15εἰς τὴν ὁμοθύμως σχεδὸν ἐκφρασθεῖσαν παρὰ τῶν Κυρίων ἀντι-
16προσώπων τῆς Ἑπτανήσου ἐπιθυμίαν, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι
17οὗτοι ἀντιπροσωπεύουσιν ἀδελφὴν πεφιλημένην.
18Θέλω σᾶς ἀναγνώσει τὰ ὀνόματα τῶν Κ.Κ. πληρεξουσίων.
19(Ἀναγινώσκει τὰ ὀνόματα αὐτῶν).
20Εὐτυχήσας, Κύριοι, νὰ προεδρεύσω τῶν πρώτων συνεδριά-
21σεων τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐλευθέρας Ἑπτανήσου καὶ νὰ
22παρασταθῶ κατὰ τὴν μεγάλην πολιτικὴν δίκην τῆς ἐξελέγξεως
23τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνακρίνονται τὰ δημόσια ἤθη
24καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνατροφὴ τοῦ λαοῦ, ἐκφράζω πανδήμως τὸν
25θαυμασμόν μου ὑπὲρ τοῦ Ἰονικοῦ λαοῦ διὰ τὸ ἄπειρον σέβας,
26ὅπερ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀπέδειξε πρὸς τοὺς Νόμους ἐκείνους, οἱ
27ὁποῖοι ἀσφαλίζουσι τὴν ἐλευθερίαν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, αἵτινες εἶ-
28ναι, ὡς γνωρίζετε, τὸ μέγιστον καὶ συγχρόνως τὸ δυσκολώτα-
29τον ἔργον τῶν ἐλευθέρων λαῶν.
30Παρεκτὸς τῆς ἐντυπώσεως ταύτης χρεωστῶ κατὰ καθῆκον
31ἠθικὸν καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως μεγίστης ν’ ἀναγγείλω πρὸς
32ὑμᾶς, ὅτι ὁ Ἰονικὸς λαὸς προικίζει τὴν ἐθν. Συνέλευσιν μὲ ῥή-
33τορας δεινοὺς διά τε τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὴν πολυμάθειαν
34αὐτῶν· ὅτι προικίζει τὴν Συνέλευσιν μὲ ἀντιπροσώπους, ἔχον-
35τας ἐξαίρετον κοινοβουλευτικὴν συμπεριφορὰν, κεκοσμημένους
36μὲ τὰς ἀρετὰς τῆς παῤῥησίας καὶ τῆς τόλμης, αἵτινες εἶναι
37τόσον ἀναγκαῖοι καὶ τοσοῦτον, εἶμαι βέβαιος, θέλουσιν ὠφελήσει
38τὴν πατρίδα, ὅταν μετ’ οὐ πολὺ αὕτη μᾶς ὑποβάλῃ τὰ μεγάλα
39ἐκεῖνα ζητήματα, τὰ ὁποῖα τοῖς πᾶσιν εἶναι γνωστά.
40Ἀξιότιμοι συνάδελφοι! Τέλος πάντων ἡ βούλησις τῆς Θείας
41προνοίας ἐπληρώθη. Ἡ Ἑπτάνησος ἀνήκει πλέον εἰς ἑαυτήν· ἡ
42Ἑλλὰς ὑπερέβη τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα περὶ αὐτὴν ἔθεσεν ἄδι-
43κος διπλωματία, πρὸ καιροῦ εὐτυχῶς γεγηρακυῖα.
44Ἡ Ἑλλὰς τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ἰονίων ἂς ἴδῃ ἐκ τῆς ἑνώ-
45σεως, ἡ ὁποία τελεῖται σήμερον, ὁποῖα μεγάλα ἔργα δύναται νὰ
46κατορθώσῃ ὁ πατριωτισμός. Εἴθε δὲ ποτὲ νὰ μὴ ἐξαλειφθῇ ἐκ
47τῆς καρδίας ἀμφοτέρων τῶν λαῶν τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ
48πρὸς τὰς μεγάλας ἀρετὰς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες ὡδήγη-
49σαν αὐτοὺς εἰς τὴν νέαν ταύτην μεταβολὴν τῆς τύχης τοῦ Ἑλ-
50ληνισμοῦ!
51Διὰ τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν τέκνων αὐτῆς ἡ μικρὰ ἡμῶν
52Ἑλλάς, δορυφόρους ἔχουσα δύω γίγαντας, τὸν Χριστιανισμὸν
53καὶ τὸν Πολιτισμὸν, θέλει δυνηθῆ νὰ κατάσχῃ τὸ πρὸ τῶν
54ὀφθαλμῶν αὐτῆς κείμενον μέλλον, ὅπερ διὰ τὸ μέγεθος αὐτοῦ
55καὶ διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς ἡμετέρας Ἐπικρατείας φαίνεται σή-
56μερον ἀκατάσχετον.
57Ὅθεν ἂς ἀναπέμψωμεν πρὸς τὸν Ὕψιστον εὐχὰς, ὅπως κρα-
58τύνῃ ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν τὴν παντοδύναμον ταύτην τοῦ πα-
59τριωτισμοῦ ἀρετὴν καὶ ὅπως ἐκτείνῃ ἐπὶ τὸν νεαρὸν Βασιλέα
60τῶν Ἑλλήνων Γεώργιον τὴν θείαν αὐτοῦ ἀντίληψιν καὶ κατα-
61στήσῃ αὐτὸν ἄξιον Ἡγεμόνα ἔθνους ἐνδόξου.
62Ζήτω ἡ ἕνωσις! Ζήτω τὸ Ἔθνος! Ζήτω ὁ Βασιλεὺς Γεώρ-
63γιος!
64(Ἐγείρονται ἅπαντες οἱ πληρεξούσιοι ζητωκραυγοῦντες
65κατὰ τὰς ἐπιφωνήσεις τοῦ Προέδρου καὶ ὑπὲρ τοῦ Προέδρου
66τῆς Συνελεύσεως. Χειροκροτήματα ῥαγδαῖα καὶ ζητωκραυ-
67γαὶ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
68Προσελθὼν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης ἀνέγνω τὰς
69καταλλήλους εὐχάς.
70§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ 2 τρόπους δύναται νὰ γείνῃ ὁ ὅρκος,
71εἴτε νὰ προσέρχωνται ἀνὰ τρεῖς καὶ νὰ ὁρκίζωνται, ἢ νὰ ἀνα-
72γνωσθῇ ὁ ὅρκος, καὶ πᾶς ἐξ ὑμῶν ἀκούων τὸ ὄνομά του, νὰ
73ἀνατείνῃ τὴν χεῖρά του, ἐκφωνῶν τὸ ὀμνύω.
74§3ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀκούσωμεν τὸν ὅρκον.
75§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδού. «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ὁμοουσίου
76καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ ἐκπληρώσω πρὸς τὸ συμφέρον τῆς
77Πατρίδος τὴν ἐμπιστευθεῖσάν μοι παρὰ τοῦ λαοῦ ἐντολήν.»
78Ἀναγινώσκοντος τοῦ Σ. Μητροπολίτου τὸν ὅρκον, ὁρκί-
79ζονται οἱ ΚΚ. πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου, ἐπαναλαμβά-
80νοντες αὐτόν.
81Μετὰ δὲ ταῦτα προσέρχονται, ἀσπαζόμενοι τὸ ἱερὸν Εὐαγ-
82γέλιον, καὶ ὑπογράφοντες ἕκαστος τὸ ἐπὶ τούτῳ συντεταγμέ-
83νον πρωτόκολλον ὁρκωμοσίας.
84§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπρεπε πρὶν νὰ γίνῃ ἡ ἔγκρισις τῶν πρακτι-
85κῶν παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπτανήσου τοῦ πρακτικοῦ
86τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐκλογὴν Παξῶν. Λοιπὸν ἀναφερόμενος εἰς
87αὐτοὺς θέλω ἀναγνώσει τὸ πρακτικὸν τοῦτο, καὶ ἂν δὲν ὑπάρ-
88χῃ ἀντίῤῥησις νὰ θεωρηθῇ κεκυρωμένον.
89Ἀναγινώσκεται τὸ πρακτικόν.
90§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
91§7ΠΟΛΛΟΙ. (Ἐκ τῶν πληρεξ. της Ἑπτανήσου) Ὄχι, ὄχι.
92§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε θεωροῦνται ἐγκεκριμένα τὰ πρακτικά.
93Ἐπίσης ἀναφερόμενος εἰς τοὺς Κ. πληρεξουσίους, λέγω, ὅτι
94τινὰ μέλη τῆς Συνελεύσεως ζητοῦν τὴν ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν
95τῆς πρώτης Συνεδριάσεως, καθ’ ἣν προσῆλθον οἱ Κύριοι πλη-
96ρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου.
97Ἀναγινώσκονται καὶ ταῦτα.
98§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
99§10ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
100§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται.
101Θέμα συζητήσεως σήμερον δὲν ὑπάρχει, μολαταῦτα ἐζή-
102τησαν τὸν λόγον ὁ Κ. Λούζης καὶ Μακρῆς. Ὁ Κ. Σχινᾶς πα-
103ρεχώρησε τὴν θέσιν του εἰς τὸν Βαλαωρίτην διὰ νὰ ἀγορεύσῃ
104κατόπιν.
105§12ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸ προεδρεῖον ποῖος εἶναι ὁ μόνι-
106μος ἀριθμὸς πρὸς συνεδρίασιν.;
107§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κανονίζομεν κατόπιν.
108§14ΤΙΝΕΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός (καὶ ἕ-
109τεροι πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου ζητοῦσι τὸν λόγον.)
110§15ΣΟΛΩΜΟΣ. Πιστεύω, ὅτι εἶναι καλὸν, ὅστις ζητεῖ τὸν λόγον,
111νὰ τὸν ζητῇ παῤῥησίᾳ· ἂν γίνῃ δεκτὴ αὕτη ἡ πρότασις, τότε
112ζητῶ ἐγὼ τὸν λόγον.
113§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανὼν αὐτὸς θὰ ἰσχύῃ εἰς τὸ μέλλον.
114§17ΣΟΛΩΜΟΣ. Ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, θὰ εἴπῃ ὅτι
115μένῃ κενὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον ὅποιος θέλει.
116§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο γίνεται ἀδιαφόρως.
117§19ΤΙΝΕΣ. Ἐνῷ ὁμιλεῖ ἄλλος, προτιμῶσι νὰ μὴ τὸν διακόψωσι
118καὶ προσέρχονται εἰς τὸ βῆμα.
119§20ΣΟΛΩΜΟΣ. Ὅπως θέλετε.
120§21Δ. ΜΑΚΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ ζητῶ τὸν λόγον.
121§22ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Καὶ ἐγώ.
122§23Δ. ΜΑΚΡΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρῶτος ἐζήτησα τὸν λόγον,
123μολαταῦτα ἀδιάφορον, παραχωρῶ τὴν θέσιν μου.
124§24ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἴπατε, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι σήμερον θέμα συ-
125ζητήσεως δὲν ὑπάρχει· ἐζήτησαν ἔπειτα τὸν λόγον τρεῖς ἔντιμοι
126πληρεξούσιοι οἱ Λούζης, Σχινᾶς καὶ ὁ Κ. Βαλαωρίτης. Ἐὰν ὁ
127πρῶτος ἀγορεύσας θέσῃ θέμα εἰς συζήτησιν, καὶ ζητήσωσιν
128ἄλλοι τὸν λόγον νὰ τὸν ἀντικρούσωσιν, νομίζω, ὅτι προηγοῦν-
129ται ὅλων τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν λόγον διὰ πράγ-
130ματα, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν γνωρίζομεν.
131§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δίδω τὸν λόγον, ἀφοῦ προηγουμένως ἐδήλωσα,
132ὅτι θέμα δὲν ὑπάρχει πρὸς συζήτησιν. Ἐννοῶ ὅτι οἱ μέλλοντες
133νὰ ἀγορεύσωσι θέλουσι ἀναφέρεσθαι εἰς τὴν σημερινὴν τελετὴν
134τῆς ἑνώσεως, καθ’ ἣν ἀπεπερατώθη ἐντελῶς ἡ ἕνωσις.
135§26ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα μάλιστα.
136§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύω ὅτι τὸ θέμα δὲν θέλει ἔχει καμμίαν
137ἀντίῤῥησιν.
138§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
139§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Λούζης.
140§30ΛΟΥΖΗΣ. Κατὰ τὴν ἀκροτάτην ταύτην τοῦ Ἑλληνισμοῦ
141στιγμὴν, καθ’ ἣν διαῤῥήγνυται ἓν τῶν μεσοτοίχων, τὰ ὁποῖα
142κρατοῦσι κεχωρισμένην τὴν ἄλλοτε λαμπρὰν καὶ ἔνδοξον, νῦν
143δὲ πολυπαθῆ ἡμῶν φυλὴν, στρέφω ὁλόγυρα τοὺς ὀφθαλμούς μου,
144ἀλλὰ δὲν βλέπω μεταξὺ ἡμῶν ἐκεῖνον, ὅστις ἔσκαψε τὴν πρώ-
145την ὑπόνομον. Ἡ Κεφαλληνία, τὴν ὁποίαν εὐστόχως καὶ δι-
146καίως ἐκάλεσαν τινὲς μεγαλόσχημον, ἡ Κεφαλληνία ἐξελέξατο
147πληρεξούσιόν της τὸν Ἡλ. Ζερβὸν Ἰακωβάτον. Δὲν ἔχω, Κύριοι,
148λόγους. Ἡ φαντασία δὲν μὲ πηδαλιουχεῖ, ὅπως εἴπω τὰ προσή-
149κοντα περὶ τοῦ ἀνδρὸς τούτου· ὑμεῖς πιστεύω, ὅτι τὸν γινώ-
150σκετε ὅλοι· τὸν γινώσκει ἡ Ἑπτάνησος, τὸν γινώσκει τὸ πανελ-
151λήνιον. Ἡ Κεφαλληνία, ἀπέναντι τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων
152ἀποποιήσεών του ἕνεκα τῶν ἐντόνων διαμαρτυρήσεών του,
153ἐπέμεινεν, ὅπως τὸν ἀποστείλῃ εἰς τὸν περίβολον τοῦτον· ἀλλ’
154αὐτὸς ὡς βράχος ἐπιμένει εἰσέτι ἄκαμπτος, καὶ εἰς τὰ ἔγγραφα
155τῆς ἐκλογῆς Κεφαλληνίας ὑπάρχει ἡ παραίτησίς του, περὶ τῆς
156ὁποίας εἰσέτι δὲν ἐγένετο μνεία· τὴν διεβίβασεν ἐνταῦθα διὰ
157τοῦ ἐπάρχου. Παραιτεῖται λοιπὸν ὁ Ἠλίας Ζερβὸς Ἰακωβάτος
158καὶ μὲ αὐτὸν παραιτεῖται ὁ Ἰωσὴφ ὁ Μομφεράτος, ἕτερος συν-
159εργάτης εἰς τὸ σκάψιμον τῶν ὑπονόμων.
160Θὰ ἀνεχθῇ ἡ σεβαστὴ αὕτη ὁμήγυρις, ἡ ἐκπροσωποῦσα σή-
161μερον τὸ ἔθνος, ἡ προστατεύουσα τοὺς ἀγωνιστὰς, ἡ ἐνθαῤῥύ-
162νουσα τοὺς ἀγωνιζομένους, θ’ ἀνεχθῇ, ὥστε νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ
163παραίτησίς των;
164§31ΠΑΝΤΕΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
165§32ΛΟΥΖΗΣ. Ἔστω εὐλογημένον τὸ ὄνομα τῆς θείας Προνοίας,
166ὅτι μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν ὥραν ταύτην! Ἂς καθιερωθῇ, Κύριοι,
167ἡ στιγμὴ μὲ τὴν γενναίαν ταύτην πρᾶξιν τοῦ ἔθνους, διότι
168τὸ ἔθνος ἐνταῦθα ἀποφαίνεται.
169§33ΠΑΝΤΕΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα, μάλιστα.
170§34ΛΟΥΖΗΣ. Καὶ προτείνω καὶ παρακαλῶ....
171§35ΠΑΝΤΕΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Καὶ οἱ δύω καὶ οἱ δύω.
172§36ΛΟΥΖΗΣ. Καὶ παρακαλῶ, ὥστε τὸ ἔντιμον προεδρεῖον νὰ
173ἐπισπεύσῃ πρὸς τοὺς δύω τούτους ἄνδρας, νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐπι-
174θυμίαν τοῦ ἔθνους.
175§37ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
176§38ΛΟΥΖΗΣ. Νὰ μὴ μᾶς στερήσωσι τῶν φώτων των, τῆς πεί-
177ρας των, νὰ ἔλθουν ἐνταῦθα νὰ συμμεθέξουν, Κύριοι, τῆς μεγά-
178λης εὐθύνης μας ἀπέναντι τῆς πατρίδος, ἀπέναντι τῆς ἱστο-
179ρίας, ἀπέναντι τοῦ κόσμου, ἀπέναντι τῆς αἰωνιότητος (χειρο-
180κροτήματα ῥαγδαῖα).
181§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σύμφωνος ἡ Συνέλευσις;
182§40ΠΑΝΤΕΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλι-
183στα! ἀπαράδεκτος ἡ παραίτησις καὶ τῶν δύω, τοῦ τε Ζερβοῦ
184καὶ τοῦ Μομφεράτου.
185§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ βλέπων ἀντίῤῥησιν δὲν ζητῶ ψηφοφορίαν.
186§42ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
187§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησε τὸν λόγον δεύτερος ὁ Κ. Σχινᾶς.
188§44ΣΧΙΝΑΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ ἤκουσα ἐπὶ τρεῖς ἤδη
189ἡμέρας τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων, ἀναβαίνω
190ἀτολμότερος εἰς τὸ βῆμα· αἴτια δὲ τούτου πρῶτον ἡ διαφορὰ
191τῆς ἡλικίας, ἥτις ὑποβιβάζει ὁπωσοῦν τὴν θερμότητα τοῦ λό-
192γου· δεύτερον αὐτὸ τὸ θέμα τοῦ λόγου μου, ὅλως ἀντίθετον
193πρὸς τὸ ἀγωνιστικόν. Ἀλλ’ ὅμως ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλί-
194γας λέξεις εἰς τὰ ἐγκαίνια τῆς σήμερον τελεσθείσης πραγματι-
195κῆς ἑνώσεως ἐκείνων τε καὶ ἡμῶν.
196Καὶ πρῶτον, εὐχαριστοῦμεν γονυκλιτῶς τὸν Ὕψιστον πατέρα,
197τὸν πατέρα τῶν πατέρων ἡμῶν, τὸν δοτῆρα παντὸς ἀγαθοῦ, ὅτι
198μᾶς ἠξίωσε ν’ ἀπολαύσωμεν σήμερον συγκαθημένους μεθ’ ἡμῶν
199εἰς τὸ Πάτριον τοῦτο Συνέδριον τοὺς ἀδελφοὺς Ἑπτανησίους.
200Χαίρετε ἀδελφοί! καλῶς ἤλθετε! — «Τερπνὸν καὶ καλὸν, εἶπεν
201ὁ μέγας προφήτης, τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τῷ αὐτῷ», ὅμοιον
202μὲ τὸ μύρον τὸ ἐπιχρίον τὸν ἱερέα, ὅμοιον μὲ τὴν δρόσον Ἀερ-
203μὼν τὴν καταβαίνουσαν ἐπὶ τὰ ὄρη Σιών». Πόσον μεγάλη, πόσον
204ἱερὰ, πόσον προνοιακὴ καὶ φιλτάτη ὑπάρχει ἡ ἡμέρα αὕτη!
205«Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος! ἡμέρα πεπληρωμένων
206πόθων καὶ δικαιουμένων ἐλπίδων!» Εὐλογημένον τὸ πνεῦμα τοῦ
207Θεοῦ, τὸ ἐπιφαινόμενον διὰ τοσούτων αἰώνων ἐπάνω τῆς σκοτει-
208νῆς ἀβύσσου τῶν κοσμικῶν περιστάσεων, καὶ σήμερον ἀνατέλ-
209λον διὰ μιᾶς ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα τὸ φῶς τῆς δημιουργίας προχω-
210ρούσης εἰς κατασκευὴν καὶ συναύξησιν! Ναὶ, ὀφείλομεν πάντες
211ν’ ἀτενίσωμεν εἰς τὸ ἔργον τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν
212ἡμέραν ταύτην. Σεῖς, ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι, ἀποκοπέντες βιαίως
213πρὸ τοσούτων αἰώνων ἀπὸ τοῦ σώματος τῆς μητρὸς Ἑλλάδος,
214καὶ πολλῶν δεσποτῶν ἀλλοφύλων, ἀλλογλώσσων καὶ ἀλλοθρή-
215σκων πεῖραν λαβόντες, διεσώσατε ὅμως τὴν ζωὴν τῆς ἐθνότη-
216τος, τὴν γλῶσσαν, τὴν θρησκείαν, τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις,
217τοὺς πατρίους πόθους μέχρι τῶν καιρῶν, καθ’ οὓς πρῶτον μὲν
218συνεδράμετε λεοντόθυμοι εἰς τὸ ἔργον τὸ μέγα τῆς ἐπαναστά-
219σεως τοῦ Ἔθνους, ἔπειτα δ’ ἐσαλπίσατε κραταιοφώνως τὸ κή-
220ρυγμα τῆς ἑνώσεως, καὶ κατεθριαμβεύσατε ὅλων τῶν ἐνστά-
221σεων, ὅλων τῶν προφάσεων τῶν δυναστευόντων ἐπὶ τῆς γῆς.
222Διὰ τοῦτο ἀγάλλονται καὶ σᾶς εὐλογοῦν τὰ δίκαια πνεύματα
223τῶν ἐν ταῖς ἡμετέραις νήσοις τριῶν ἁγίων φρουράρχων τῆς ὀρ-
224θοδοξίας. Παρηγοροῦνται ψυχαὶ ἡμετέρων αὐτοκρατόρων, καὶ
225σαλεύει εὔελπις ἡ ἡρωϊκὴ κόνις Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολό-
226γου· σκιρτῶσι δὲ καὶ αἱ σοφαὶ καὶ φιλάδελφοι ψυχαὶ τοῦ Εὐ-
227γενίου, τοῦ Θεοτόκη, τοῦ Μηνιάτου, τοῦ Καποδιστρίου καὶ
228τῶν ὁμοίων ἐνδόξων τέκνων τῆς Ἑπτανήσου. Καὶ βέβαια ἂν
229αὗται δὲν διέμενον ἐν τόπῳ θαυμαστῆς ἀναπαύσεως, ἤθελον,
230ἤθελον (δὶς) ἐπιθυμήσει νὰ εὑρεθῶσι σήμερον ἐπὶ τῆς γῆς!
231Ἀλλ’ ἐν ᾧ ἡ ἡμέρα αὕτη εἶναι ἡμέρα χαρᾶς καὶ ἐλπίδος, εἶ-
232ναι συγχρόνως καὶ ἡμέρα σκέψεως καὶ μελέτης· διότι ἄνευ σκέ-
233ψεως καὶ μελέτης καὶ ἐργασίας ἐλπίδες μεγάλαι δὲν πραγμα-
234τοποιοῦνται, ἔστωσαν καὶ δικαιόταται, καθὼς οὐδὲ ἄνευ ὁμο-
235νοίας ἐθνικὴ ἐργασία πεφροντισμένη καὶ ἐπίσκοπος δύναται νὰ
236ὑπάρξῃ. Ὁ Θεὸς θέλει ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ἡ Ἑλλὰς, καθὸ δίκαιον· θέ-
237λει ὅμως, νομίζω, καὶ νὰ μεσολαβήσῃ χρόνος, ἡ δὲ Ἑλλὰς νὰ
238σπεύσῃ βεβαίως ἐργαζομένη μεθοδικῶς καὶ συντόμως ἐπὶ τὸ
239μέλλον. Εἰς τοῦτο λοιπὸν συλλέξατε, στηρίξατε τὸν νοῦν σας
240ὅσοι διψαλέως βλέπετε πρὸς τὸν δρόμον τὸν ἄγοντα εἰς τὴν
241ὁλικὴν συσσωμάτωσιν τοῦ ἔθνους· ὁ μὴ ὢν ἱκανὸς εἰς ὀλίγα, εἶ-
242ναι ἀνίκανος εἰς τὰ μεγάλα· διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ θεὸς πρὸς τὸν
243ἄξιον δοῦλον «Εὖγε, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστὲ, ἐπὶ ὀλίγα εἶς πι-
244στὸς, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω.» «Ἐπὶ πολλῶν σε καταστή-
245σω», λέγει ἡ θεία φωνὴ καὶ πρὸς τὴν μικρὰν σήμερον ἐλευθέραν
246Ἑλλάδα, θὰ σὲ ἀποκαταστήσω, θὰ σὲ μεγαλώσω καὶ θὰ δοξάσω
247πάλιν ἐπὶ τῆς τοῦ κόσμου σκηνῆς, ἂν διὰ τῶν πληρεξουσίων σου
248συντάξῃς τὴν πολιτείαν σου ὀρθῶς, καὶ στήσῃς βασιλείαν, ἰσχυ-
249ρὰν μὲν διὰ νὰ πράττῃ τὸ καλὸν, ἀνίσχυρον δὲ διὰ τὸ κακὸν,
250ἐὰν συζεύξῃς τὴν ἀστικὴν καὶ πολιτικὴν ἐλευθερίαν μετὰ τῆς
251καρποφόρου εὐνομίας καὶ τάξεως, ἐὰν τὴν ἐκκλησίαν σου, διὰ
252τῆς ὁποίας τόσον μεγάλως σ’ εὐηργέτησα, διατηρῇς πρότυπον ἀ-
253ποστολικῆς οἰκοδομῆς ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἔμπροσθεν τῆς
254ἀνατολῆς καὶ τῆς δύσεως, καὶ ἔχῃς αὐτὴν ἠθοποιὸν διδάσκα-
255λον ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων, ἐὰν δι’ ἐμβριθοῦς διοικήσεως
256ἐμψυχώσῃς καὶ εὐκολύνῃς τὴν τοῦ ἔθνους φιλεργίαν, φροντίσῃς
257νὰ ἀποχρεωθῇς, καὶ συλλέξῃς τὰ πρὸς τὸ μέλλον ἐφόδια· ἐὰν ὀ-
258χυρώσῃς τὴν στρατιωτικήν σου συγκρότησιν καταλλήλως, καὶ
259μάλιστα τὴν ναυτικήν· ἐὰν τὴν δικαιοσύνην, ἥτις εἶναι τοῦ
260Θεοῦ, διανέμωσι τὰ δικαστήριά σου εὐκόλως καὶ ὀλιγοεξόδως
261εἰς τὸν Ἕλληνα· ἐὰν τέλος πάντων ὅλων τῶν ἔξω δυνάμεων,
262ἐν αἷς προέχουσιν αἱ τρεῖς εὐεργέτιδες, θεραπεύῃς τὴν εὔνοιαν
263μετὰ τοῦ δικαίου, ἄνευ προτιμήσεως ἢ ἐνδόσεως ὑποχειρίου.»
264(εὖγε, εὖγε). Ἐγὼ δὲ προσθέτω καὶ τὰ ἑξῆς. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει κα-
265τὰ δυστυχίαν καὶ φυσικούς τινας καὶ πεπειραμένους ἐχθροὺς ἐκ
266λόγων εἴτε παρελθόντων, εἴτε ἐνεστώτων, εἴτε καὶ μελλόντων.
267Εἰς τὸ κεντρικὸν σκήνωμα τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ παρα-
268δόσεων ἱστάμενοι ἄγρυπνοι οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος ὀφεί-
269λουσι νὰ παρατηρῶσι καὶ διασκεδάζωσιν εὐφυῶς τὰς διαθέσεις
270καὶ ἐνεργείας ἐκείνων. Ὑπεδείχθησαν δὲ πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν
271Ἑλλάδα καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς, ἔθνη καὶ λαοὶ, τῶν ὁποίων τὴν οἰ-
272κειότητα καὶ ἀγάπην συμφέρει ἐπιμελῶς νὰ καλλιεργῇ.
273Ταῦτα εἶχον ἐπιθυμίαν, ὦ σεβαστοὶ ἀδελφοὶ, νὰ προσφωνήσω
274βραχυλόγως εἰς τὴν ἐθνικὴν ταύτην ὁμήγυριν συμπληρωμένην
275σήμερον διὰ τῆς προσθήκης τῶν πληρεξουσίων τῆς ἀδελφῆς Ἑ-
276πτανήσου. Μακάριος ἂν εἰσακουσθῶ· μακάριος ἐὰν μετὰ τὴν
277περιληπτικήν μου ταύτην διαθήκην, εὐπρόσδεκτον γενομένην,
278καὶ μετὰ τὴν ἀνάλογον σύμπραξίν μου, εὕρω ποτὲ τάφον, φέ-
279ροντα ἐπιγεγραμμένον «ἱλασμὸν θεοῦ καὶ εὐλογίαν πατρίδος.»
280(χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι).
281§45ΑΡΙΣΤ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. (σιγὴ βαθεῖα). Ἀδελφοὶ πληρεξού-
282σιοι! Ὁ ὅρκος ἐδόθη! ἐδόθη εἰς τὰς χεῖρας τοῦ πρώην διακόνου
283τοῦ ἀειμνήστου Γερμανοῦ, σήμερον δὲ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν.
284Ἄριστος οἰωνὸς, κύριοι· θαρσεῖτε! Ἡ Ἑλλὰς τῶν 1821 ἀναγεν-
285νᾶται καὶ συνταυτίζεται μετὰ τῆς Ἑλλάδος τῶν 1864.
286Οἱ πληρεξούσιοι τοῦ Ἰονίου λαοῦ παρίστανται σήμερον ἀπέ-
287ναντι τῆς Ἑλληνικῆς ἐθνότητος, περιβεβλημένοι τὸν χιτῶνα
288νέου τινὸς καὶ ἱεροῦ βαπτίσματος, τὴν μυστηριώδη ἔννοιαν τοῦ
289ὁποίου ἕκαστος ἡμῶν ἐν κρυφῷ συναισθάνεται, ἕκαστος ἡμῶν
290ἐν κρυφῷ ἐννοεῖ. Τὸ χρῖσμα ἐτέθη ἤδη ἐπὶ τῶν μετώπων ἡμῶν.
291Θείᾳ συνάρσει ἀπαρτίζομεν καὶ ἡμεῖς μέρος τῆς ἐλευθέρας με-
292ρίδος τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς.
293Τὸ γεγονὸς τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἆρα γε τοσοῦτον ἀσήμαντον,
294ὥστε νὰ τὸ διέλθωμεν ἐν σιγῇ; Εἶναι τοσοῦτον ἀδιάφορον, ὥστε
295νὰ τὸ ὑποσκελίσωμεν, κηδεύοντες αὐτὸ ἐντὸς τοῦ τάφου τῆς
296Ἱστορίας; Τὸ περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου ψήφισμα τῆς ΙΓʹ.
297Ἰονίου Βουλῆς, εἶναι ἄρα γε πεπρωμένον νὰ φυλακισθῇ ἐντὸς
298τῶν χαρτοφυλακίων μας; ἢ ἀπεναντίας, ὀφείλομεν, κύριοι,
299ἡμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι σήμερον, ὅτε πρώτην φορὰν συναντώμεθα,
300νὰ ἐκθέσωμεν παῤῥησίᾳ τὸ φρόνημά μας, σήμερον, ὅτε ἄπειρα
301βλέμματα ἀτενίζουσι πρὸς ἡμᾶς, ὅτε ἄπειροι καρδίαι ταράσ-
302σονται ὑπὸ ἀνεκφράστου συγκινήσεως; οὐχὶ βεβαίως, κύριοι!
303Καὶ κατὰ καθῆκον καὶ κατὰ δικαίωμα πρέπει τώρα καὶ οὐχὶ
304βραδύτερον ἐκ τοῦ βουλευτηρίου τούτου ν’ ἀντηχήσῃ ἡ φωνὴ τῶν
305Ἰονίων πληρεξουσίων, ἐὰν ὄχι δι’ ἄλλο, κύριοι, τοὐλάχιστον, ἵνα
306μὴ πιστεύσῃ τις, ὅτι ὑπὸ μὲν τὴν πίεσιν τοῦ ξένου οὐδεμία
307δύναμις ἴσχυσέ ποτε, ἵνα φιμώσῃ τὸ στόμα μας, ὑπὸ δὲ τὸ
308κράτος ἐλευθέρου καὶ ἐθνικοῦ πολιτεύματος ἡ ψυχή μας ἐνε-
309κρώθη καὶ αἱ ἀκτῖνες τοῦ βλέμματός μας δὲν δύνανται πλέον
310νὰ ὑπερβῶσι τὰ ὅρια, ἅπερ χριστιανικαὶ χεῖρες εὐηρεστήθησαν
311νὰ χαράξωσι, θέτουσαι αὐτὰ ὡς ἄλλον βρόχον πέριξ τοῦ λαι-
312μοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἂν ἠγωνίσθημεν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ἂν μεμο-
313νωμένοι ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον καὶ μετὰ παραδειγματικῆς καρ-
314τερίας, οὐδέποτε ἐπτοήθημεν μαχόμενοι κατὰ κραταιῶν ἀντι-
315πάλων, ὢ, βεβαίως, κύριοι, δὲν θέλομεν διέλθει τὴν στιγμὴν
316ταύτην, χωρὶς νὰ διακηρύξωμεν παῤῥησίᾳ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, δι’
317ὧν ἀνετράφημεν, αἵτινες ὑπῆρξαν ἡ μόνη παραμυθία μας, καὶ τὰς
318ὁποίας φέρομεν μεθ’ ἡμῶν, ἵνα τὰς σπείρωμεν καὶ ἐπὶ τῆς γῆς
319ταύτης καὶ τὰς περιποιηθῶμεν καὶ τὰς περιθάλψωμεν μέχρις οὗ
320ἰδῶμεν αὐτὰς πάλιν νὰ βλαστήσωσι.
321Ἀκούσατε λοιπὸν τῆς φωνῆς μου, καὶ δεχθῆτε μετ’ εὐμενείας
322τὴν ἔκθεσιν τῶν ἰδεῶν μου, ἀποδεικνύοντες διὰ τῆς ἀνοχῆς
323ὑμῶν, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι τὸ ἱερὸν ἄσυλον τοῦ λόγου,
324εἶναι ἡ ἀκρόπολις τῆς συνειδήσεως, ὡς ἄλλοτε αἱ κορυφαὶ τῶν
325Ἀγράφων, τοῦ Ὀλύμπου ὑπῆρξαν τὸ ἄσυλον καὶ ἡ ἀκρόπολις
326τῶν ἐλπίδων τῆς Ἑλλάδος!
327Κύριοι πληρεξούσιοι! Σχεδὸν κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην προσ-
328εκαλεῖτο πέρυσι ὁ Ἰόνιος λαὸς, ἵνα ὁριστικῶς ἀποφανθῇ περὶ
329τῆς ἐθνικῆς αὐτοῦ ἀποκαταστάσεως· καὶ σήμερον αὐτὸς ἐκεῖνος
330ὁ λαὸς προσέρχεται διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, οὐχὶ πλέον ἵνα
331κλονίσῃ τὰ Κυκλώπεια θεμέλια ξενικῆς προστασίας, ἀλλ’ ἵνα
332καὶ οὗτος συντελέσῃ πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ οἰκο-
333δομήματος. Τὸ βουλευτήριον τῆς Ἑπτανήσου, ὡς λίαν καταλ-
334λήλως τὸ ἐχαρακτήρισεν ὁ προαγορεύσας συνάδελφός μου Κ.
335Λούζης, τὸ βουλευτήριον τῆς Ἑπτανήσου εἶχε πρό τινος καιροῦ
336μεταβληθῆ εἰς φοβερὰν ὑπόνομον, ὅθεν ἐξήρχοντο συνεχεῖς ἐκπυρ-
337σοκροτήσεις, καὶ μολοντοῦτο ἡμεῖς γηράσαντες ἐν τῇ μακρᾷ καὶ
338ὑποχθονίῳ ἐκείνῃ ἐργασίᾳ, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ μεταβῶμεν εἰς
339Κέρκυραν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὸ πολύμοχθον ἐπιχείρημα, ἔλαμ-
340πεν ἐπὶ τοῦ μετώπου μας ἡ χαρὰ, τὸ βλέμμα μας ἐσπινθηρο-
341βόλει, διεγέλα ἐπὶ τῶν χειλέων μας τὸ μειδίαμα, ὡσὰν μὴ
342ἐπρόκειτο περὶ ἀγῶνος δυσχεροῦς καὶ δριμυτάτου, ἀλλ’ ὡσὰν
343ἐπορευόμεθα εἰς δημοτικήν τινα πανήγυριν, ὅπου μᾶς ἐπρόσμε-
344ναν ἀλλαλαγμοὶ, καὶ ᾄσματα, καὶ εὐωχίαι καὶ χαραί. Εἰς τὴν
345χλεύην, εἰς τοὺς μυκτηρισμοὺς τῶν ἀντιπάλων ἀντετάττομεν
346τὴν ἰσχὺν τοῦ αἰσθήματος, πεποιθότες, ὅτι οὐδεμία ἀνθρωπίνη
347δύναμις ἤθελεν ἰσχύσει νὰ καταβάλῃ τὴν ἰδέαν, ὑπὲρ ἧς μαχό-
348μεθα, καὶ πρὸς τιμὴν τῆς ὁποίας εἴχομεν ἀποφασίσει νὰ μὴ
349παραιτήσωμέν ποτε τὸ πεδίον τῆς μάχης. Σμῆνος κηφήνων
350μᾶς περιεκύκλωνε, ἑρπετὰ ἐπίφοβα ἔφραττον τὴν πορείαν μας,
351σειρῆνες μελίφθογγοι ἐπειρῶντο νὰ μᾶς δελεάσωσι. Ἀλλὰ τῇ
352ἀρωγῇ τοῦ Ὑψίστου ὑπερέβημεν τοὺς κινδύνους· ἀπεφύγαμεν
353τὰς παγίδας, καὶ ἰδοὺ λιμενιζόμεθα εἰς τοὺς κόλπους τῆς πολυ-
354παθοῦς Μητρός μας, ἀσθμαίνοντες, κεκμηκότες, ἀλλὰ πρόθυμοι,
355ἂν ἡ χρεία τὸ καλέσῃ, νὰ παλαίσωμεν ὑπὲρ αὐτῆς, μέχρις οὗ
356ἀπομένῃ πνεῦμα ζωῆς εἰς τὰ στήθη μας, καὶ ῥανὶς αἵματος εἰς
357τὰς φλέβας μας, (εὖγε εὖγε· χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροα-
358τηρίου).
359Πιστεύσατε, Κύριοι, εἰς τοὺς λόγους μου· ἡμεῖς αὐτοὶ, οἵ-
360τινες μέχρι πρὸ μικροῦ χαρίεις, εὔθυμοι, ἀντιπαρεταττό-
361μεθα κατὰ τῶν ἀντιπάλων μας, ἡμεῖς αὐτοὶ, οἵτινες ὑπεβάλ-
362λομεν εἰς διηνεκῆ ἀνάκρισιν τὸν ξένον, καὶ μειδιῶντες ἐξεδί-
363δομεν τὸ Βούλευμα τῆς καταδίκης, ἡμεῖς αὐτοὶ σήμερον ὑπὸ
364ἀνεκφράστου βαρυθυμίας κατεχόμεθα. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
365ὡς ἀπὸ ἀκρωρείας τινὸς ῥίπτοντες τριγύρω τὸ βλέμμα, αἰσθανόμε-
366θα ἐνδόμυχόν τινα τρόμον, τὰ κύματα ὠρυόμενα ἐξογκοῦνται μα-
367κρόθεν καὶ συνασπιζόμενα παρασκευάζονται νὰ πέσωσι κατὰ
368τῆς προκυμαίας.
369Τὸ στόμα τῆς ἀβύσσου χάσκει λαίμαργον καὶ ἀδηφάγον πρὸ
370τῶν ποδῶν μας. Φωνὴ βροντώδης ἀντηχεῖ πανταχόθεν, καὶ
371αὐτὴ ἐξέρχεται ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου, λέ-
372γοντος, ὦ προφθάσατε! προφθάσατε! ὁ ὄλεθρος ἐπίκειται....
373ἡ ζωὴ φεύγει.... τὰ ἄκρα τοῦ σώματος κατελήφθησαν ὑπὸ
374τῆς νάρκης τοῦ θανάτου.... Προφθάσατε! προφθάσατε! σώ-
375σατε τὴν καρδίαν.
376§46ΚΑΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
377§47ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτόν.
378§48ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Τὴν φωνὴν ταύτην παντοδύναμον, ἰσχυρὰν
379ἀκούω καὶ ἐγὼ τώρα ἱστάμενος ἐπὶ τῆς ἀκροσφαλοῦς ταύτης
380σανίδος, καὶ ἤδη αἰσθάνομαι, ὅτι ἡ γῆ κλονίζεται, καὶ ὅτι αἱ
381πρῶται πνοαὶ τῆς τρικυμίας ἀνορθοῦν τὰς τρίχας ἐπὶ τῆς κε-
382φαλῆς μου, ἀλλὰ δὲν φοβοῦμαι! Μὰ τὸν Θεὸν, ὄχι δὲν φο-
383βοῦμαι! ἐδῶ ἐπὶ τοῦ βράχου τούτου θέλουσι ναυαγήσει
384πᾶσαι αἱ ἐναντίαι δυνάμεις· πρὸ τῶν ποδῶν αὐτοῦ θέλου-
385σι διασκορπισθῆ τὰ ζοφερὰ νέφη, καὶ θέλει λάμψει ἐπὶ
386τῆς κορυφῆς αὐτοῦ ἀγέρωχον καὶ φωτοβόλον τὸ μέτωπον
387τῆς Ἑλλάδος, διότι πέπρωται νὰ πίπτωσι σεσηπυῖαι αἱ χεῖρες,
388αἵτινες ἐπειράθησαν ἢ πειρῶνται νὰ σβέσωσι τὴν λυχνίαν, ἥτις
389κατὰ τὰς Ἀνατολικὰς ταύτας θαλάσσας φέγγει ἐν τῇ σκοτίᾳ
390ὡς ἄλλος φάρος πρὸς καθοδήγησιν ἐκείνων, οἵτινες πρὸ αἰώνων
391κλυδωνιζόμενοι στηρίζουσι τὰς ἐλπίδας των ἐπὶ τοῦ φωτός
392του. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
393Δὲν φοβοῦμαι! τὸ ἔθνος ὑπάρχει. Ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ζωὴ
394συνέῤῥευσεν ἅπασα εἰς τὴν καρδίαν, ἔστω! Ἡμεῖς καρδίας ἔχο-
395μεν ἀνάγκην σήμερον, καὶ αὕτη πάλλει παντοδύναμος ὑπὸ τὸν
396θώρακα τοῦ Ἑλληνικοῦ στήθους. (Εὖγε, εὖγε). Ἀλλοίμονον εἰς
397ἐκεῖνον, ὅστις ἀποτολμήσει νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα καὶ νὰ καταθλί-
398ψῃ τοὺς παλμοὺς ἐκείνους! Ἡ χεὶρ αὐτοῦ θέλει ἀποκοπῆ!
399(Εὖγε, εὖγε). Δὲν φοβοῦμαι!
400Ἡμεῖς δὲ φέρομεν μεθ’ ἡμῶν τὴν ἀκλόνητον ἀπόφασιν ἀντὶ
401πάσης θυσίας νὰ συνεργασθῶμεν ὑπὲρ τῆς κοινῆς σωτηρίας. Ἡ
402προσάρτησις τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἐννοοῦμεν, Κύριοι, νὰ μείνῃ ἄ-
403γονος καὶ στεῖρα. Δὲν φέρομεν μεθ’ ἡμῶν, Κύριοι, ἐκ προμελέ-
404της, οὔτε συμπαθείας, οὔτε ἀντιπαθείας κατὰ τῆς δεῖνα ἢ δεῖνα
405πολιτικῆς μερίδος. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμ-
406πιστευθῶμεν τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐθνικοῦ σκάφους εἰς τὰς χεῖ-
407ρας τοῦ τυχόντος. Ἀλλ’ οἱοσδήποτε εἶναι ὁ Κυβερνήτης, ἂς
408ἀποδείξῃ διὰ τῶν ἔργων του, ὅτι εἶναι κατάλληλος νὰ κυβερ-
409νήσῃ καὶ τότε ἡμεῖς εἴμεθα μετ’ αὐτοῦ (εὖγε, εὖγε, χειροκροτή-
410ματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἑπομένως εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ συν-
411εργασθῶμεν ἀδελφικῶς μεθ’ οἱουδήποτε ἐξ ὑμῶν, καὶ δὲν θέλο-
412μεν βεβαίως ῥίψει ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ αἱματοφύρτου τούτου ἐδά-
413φους τὸν σπόρον τῆς ἔριδος! (εὖγε, εὖγε). Δὲν δυνάμεθα μόνον,
414Κύριοι, νὰ συνασπισθῶμεν μετ’ ἐκείνων, οἵτινες εἰς τὸ πτω-
415χὸν πολιτικόν μας στάδιον ἄλλο δὲν βλέπουσιν, εἰμὴ ἀτομικὰ
416συμφέροντα (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου)
417Δὲν δυνάμεθα νὰ συνεργασθῶμεν μετ’ ἐκείνων. Προσέξατε, Κύ-
418ριοι, εἰς τοὺς λόγους μου! Σήμερον τελεῖται καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ
419μεγάλη κοινωνικὴ ἐπανάστασις. Σήμερον πραγματοποιοῦνται
420γλυκύταται ἐλπίδες καὶ στεφανοῦνται πολυχρόνιοι ἀγῶνες. Ἡ
421ἔνδοξος μεταπολίτευσις τῆς 10 Ὀκτωβρίου (εὐχαρίστως δράτ-
422τω τὴν εὐκαιρίαν ταύτην, ἵνα τὸ ὁμολογήσω δημοσίᾳ) μεγά-
423λως συνετέλεσεν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως! (εὖγε, εὖγε). Ἀλλὰ ποία
424εἶναι ἡ ψυχικὴ κατάστασις ἡμῶν τῶν Ἑπτανησίων μετὰ τὴν
425καταστροφὴν τῆς προστασίας; Μόλις ἡ Ἐθνικὴ σημαία ὡράθη
426κυματίζουσα ἐπὶ τῶν φρουρίων μας, ἅπαντες προσήλθομεν ὑπὸ
427τὴν σκιὰν τῶν πτερύγων αὐτῆς, καὶ συγχωρήσαντες ἀλλήλοις
428τὰ παραπτώματα, ἐν μιᾷ ψυχῇ ἐδοξάσαμεν τὸν ὕψιστον καὶ
429μετὰ δακρύων χαρᾶς καὶ μετανοίας ἠσπάσθημεν τὸν ἀδελφι-
430κὸν ἀσπασμὸν, διεγράψαμεν τὰς ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος,
431ἐπνίξαμεν τὰ πάθη, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐτόλμησε νὰ διαιρέσῃ τὴν
432κοινωνίαν ἐκείνην εἰς ἑνωτικοὺς καὶ ἀνθενωτικοὺς, πάντες ἀπο-
433θέσαντες τὸν παλαιὸν χιτῶνα προσήλθομεν εἰς τὸν μυστικὸν
434δεῖπνον, ἵνα κοινωνήσωμεν τῆς μεγάλης χαρᾶς, καὶ νὰ συνεορ-
435τάσωμεν τὴν ἡμέραν τῶν πολιτικῶν γενεθλίων μας. Δὲν φέ-
436ρομεν λοιπὸν, Κύριοι, μεθ’ ἡμῶν οὔτε προγραφὰς, οὔτε καταδί-
437κας. Καὶ ὅμως εἴχομεν καὶ ἡμεῖς δίκαια παράπονα κατὰ πο-
438λυειδῶν καταχρήσεων, κατὰ πολυχρονίων διωγμῶν. Ἐλησμονή-
439σαμεν τὰ πάντα, πεποιθότες, ὅτι οὐδεὶς ἡμῶν ἀναμάρτητος, καὶ
440ὅτι μόνη ἡ σύμπνοια καὶ ἡ ἀδελφικὴ ἑνότης δύνανται νὰ μᾶς
441σώσωσιν ἀπὸ τὸν ἐπικείμενον ὄλεθρον.
442Περὶ τὰς ἀρχὰς τῆς ἀειμνήστου ἐπαναστάσεως τοῦ 1821
443ἐπρόκειτο περὶ ἐκπορθήσεως τοῦ φρουρίου τῆς Ἄρτας. Ὁ Ἑλλη-
444νικὸς στρατὸς διῃρημένος εἰς δύω μεγάλα σώματα, τὸ μὲν ὑπὸ
445τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Γώγου, τὸ δὲ ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Μάρκου
446Βότσαρη, ἔμενεν ἀδρανής. Μεταξὺ τοῦ Γώγου καὶ Μάρκου
447ὑπῆρχε χάσμα μέγα, καὶ εἰς τὸν πυθμένα τοῦ χάσματος ἔῤῥεε
448τὸ αἷμα τοῦ Κίτσου. Κατὰ τὰ 1812 ὁ Γῶγος εἶχε δολοφο-
449νήσει τὸν πατέρα τοῦ ἐν Καρπενησίῳ ἐνδόξως ὑπὲρ πίστεως καὶ
450πατρίδος πεσόντος, καὶ μῖσος ἀδιάλλακτον ἐνεφώλευεν ἔκτοτε
451εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Μάρκου· ἐντοσούτῳ, Κύριοι, ὁ ἐχθρὸς ὠφε-
452λούμενος ἀπὸ τὰς διαιρέσεις ταύτας ἐθρασύνετο, καὶ τὰ Ἑλλη-
453νικὰ πράγματα ἔτρεχον τὸν ἔσχατον κίνδυνον, καὶ αἱ πρῶται
454ἡμέραι τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος ἀπέβαινον στεῖραι. Τότε ὁ Μαυροκορ-
455δάτος προσκαλέσας τὸν Μάρκον προσέπεσεν εἰς τοὺς πόδας αὑ-
456τοῦ, τὸν παρεκάλεσε νὰ θυσιάσῃ ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τῆς πατρίδος
457τὴν δικαίαν ὀργήν του· ὁ Μάρκος ἐδάκρυσε καὶ πορευθεὶς πρὸς
458τὸν Γῶγον ἔδραξε τὴν χεῖρα, ἐξ ἧς ὑπῆρχον καταφανεῖς αἱ κη-
459λῖδες τοῦ πατρικοῦ αἵματος, τὴν ἔδραξε καὶ τὴν ἠσπάσθη!
460Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ ἥρωος ἐκείνου!
461§49ΠΟΛΛΟΙ. Αἰωνία ἡ μνήμη του.
462§50ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Αἱ ἐπαναστάσεις ἐν τῷ βίῳ τῶν ἐθνῶν ὁμοι-
463άζουσι πρός τινας ἀσθενείας, αἵτινες παρακολουθοῦσι τὴν ἀνά-
464πτυξιν τοῦ ἀνθρώπου, ἴσως ἀναγκαῖαι, ἀλλὰ πάντοτε ἐπικίνδυ-
465νοι· πρέπει ν’ ἀναχαιτίζωνται ἐγκαίρως, ἄλλως μεταβάλλονται
466εἰς χρόνια πάθη. Ὁ Ἰόνιος λαὸς συναισθάνεται πληρέστατα τὴν
467ἀλήθειαν ταύτην, καὶ θεωρεῖ, ὅτι ἡ διάρκεια τοῦ ἐπαναστατικοῦ
468πνεύματος μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ἐπαναστάσεως εἶναι ζύμη,
469ἐξ ἧς δύνανται νὰ προκύψωσι σοβαρὰ δυστυχήματα· τὸ δὲ Ἑλ-
470ληνικὸν ἔθνος, Κύριοι, ἔχει ἀνάγκην ἀνέσεως· τὸ ὄνομα ἡμῶν
471κατήντησεν ἀντικείμενον ἐμπαιγμοῦ καὶ περιφρονήσεως· ἀπεκα-
472λύψαμεν τὰς πληγάς μας, καὶ τώρα πρέπει ὅσον οἷόν τε τάχιον
473νὰ τὰς θεραπεύσωμεν. Ἡ δημοσία πίστις ἐξέλιπε! ἡ Ἑλλὰς θε-
474ωρεῖται χρεωκόπος! τὸ εὐμετάβλητον τῆς Κυβερνήσεως τηρεῖ τὸ
475κράτος εἰς διηνεκῆ κλονισμόν. Αἱ πεποιθήσεις ἐκλονίσθησαν, αἱ
476βάσεις τοῦ οἰκοδομήματος σαλεύουσι. Τοιαύτης καταστάσεως
477πραγμάτων τὴν διατήρησιν οὐ μόνον δὲν τὴν ἐπιθυμοῦμεν, ἀλλὰ
478παντὶ σθένει θέλομεν ἐργασθῆ πρὸς ἐπανέλευσιν τῆς τάξεως, πρὸς
479ἐνίσχυσιν τοῦ νόμου, πρὸς παγίωσιν τῆς πολιτείας. Τὸ κατ’
480ἐμὲ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἂν ἕκαστος ἡμῶν δὲν θυσιάσῃ ὑπὲρ τοῦ
481κοινοῦ συμφέροντος τὰς ἰδιαιτέρας του ἀπαιτήσεις, ἂν δὲν
482ἐννοήσωμεν καλῶς, ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἔθνους κρέμαται οὐχὶ
483ἐκ τῆς ἀνεγέρσεως, ἢ τῆς πτώσεως τῆς δεῖνα, ἢ δεῖνα πολιτι-
484κῆς μερίδος, ἀλλ’ ἐκ τῆς κανονικῆς διατάξεως καὶ τῆς ἁρμο-
485νικῆς ὀργανώσεως τῶν ἠθικῶν δυνάμεων τῆς Ἑλληνικῆς κοινω-
486νίας, ἂν δὲν πεισθῶμεν, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν συμπαθειῶν καὶ
487ἀντιπαθειῶν μας ὑπάρχει ἀνώτερόν τι ἠθικὸν, τὸ Ἑλληνικὸν
488ἔθνος, πρὸς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν μόνον ν’ ἀτενίζωμεν, ἂν δὲν
489ἀσχοληθῶμεν, ἄνευ προκαταλήψεως, οὐχὶ ἀποβλέποντες εἰς ἀφῃ-
490ρημένας ἐπιστημονικὰς θεωρίας, ἀλλ’ εἰς τὰς πραγματικὰς
491ἀνάγκας τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι ταχυτέραν κατάρ-
492τισιν τοῦ πολιτεύματος· τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, λέγω τοῦτο
493πρὸς ἀπαλλαγὴν πάσης εὐθύνης ἐκ μέρους ἡμῶν, ὁ ὄλεθρος εἶναι
494ἀναπόφευκτος, (εὖγε, εὖγε).
495Νομοθετοῦντες σήμερον διὰ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ἂς μὴ
496λησμονήσωμεν, ὅτι νομοθετοῦμεν ἴσως καὶ διὰ τὴν δούλην
497Ἑλλάδα. Τουλάχιστον, Κύριοι, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γινώσκητε,
498ὅτι ἂν ὁ Ἰόνιος λαὸς μετὰ τοσαύτης ὑπομονῆς καὶ ἐπιμονῆς
499ἐνεκαρτέρησεν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐθνικῆς αὑτοῦ ἀποκαταστάσεως,
500εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν πάντοτε, ὅτι διὰ τῆς λύσεως τοῦ Ἑπτα-
501νησιακοῦ ζητήματος ἐδίδετο ἔναρξις εἰς τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου
502Ἑλληνικοῦ ζητήματος· εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκητε, ὅτι τὴν
503ἕνωσιν ἐζητοῦμεν ἀνέκαθεν, οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ προσαρ-
504τήσωμεν ἑπτὰ ξηροσκοπέλους εἰς τὴν ἤδη μικροτάτην Ἑλλάδα,
505ἀλλ’ ἵνα ὑποδείξωμεν εἰς τοὺς δεδουλωμένους ὁμοφύλους τὸν
506δρόμον τῆς γενικῆς σωτηρίας (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ
507τοῦ ἀκροατηρίου). Πρέπει νὰ γινώσκητε, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν
508αἰσθάνεται σήμερον τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναπαυθῇ, ἵνα μετ’ ὀλίγον
509ἐγερθῇ προθυμότερος καὶ λάβῃ πάλιν τὴν ῥάβδον του καὶ περι-
510πατήσῃ (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
511Ὦ! πολὺν χρόνον περιπατοῦμεν οἱ ἄθλιοι, ὁδεύοντες ἐν μέ-
512σῳ μυρίων ἀκανθῶν καὶ τριβόλων· αἱ πτέρναι μας κατεκόπησαν
513καὶ ἱδρὼς αἵματος ῥέει ἐπὶ τοῦ μετώπου μας, καὶ μόλον τοῦτο
514θέλομεν ἀκόμη νὰ βαδίσωμεν. Δὲν εἶναι ἀληθές, Κύριοι; (Φωναὶ
515πανταχόθεν, ναὶ, ναὶ). Καὶ θὰ βαδίσωμεν, ἀδελφοὶ προσφιλέ-
516στατοι, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅταν ἕκαστος ἡμῶν συναισθανθῇ τὰ
517καθήκοντά του, καὶ ἂν δὲν δειλιάσωμεν ἀναλογιζόμενοι τὰς δυσ-
518χερείας· θὰ βαδίσωμεν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ καταναλίσκω-
519μεν τὰς δυνάμεις μας ἐπὶ ματαίῳ· θὰ βαδίσωμεν, ἂν ἀποσβέ-
520σωμεν τὰ πάθη μας, ἂν καταπνίξωμεν τὰς φιλάρχους ὀρέξεις
521μας· θὰ βαδίσωμεν, ἂν ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἕκαστος ἡ-
522μῶν δὲν εἶναι εἰμὴ σταγὼν ὕδατος ἀφανὴς καὶ μικροτάτη, ἂν
523δὲν συναισθανθῶμεν ἐνδομύχως, ὅτι αἱ ῥανίδες αὗται συνταυτι-
524ζόμεναι καὶ συνενούμεναι δύνανται νὰ καταρτίσωσι πάλιν τὸ
525περιφανὲς ἐκεῖνο Ἑλληνικὸν κῦμα, εἰς τὰ νάματα τοῦ ὁποίου ἄ-
526πειρα χείλη αὐχμηρὰ καὶ διψῶντα θέλουν νὰ δροσισθῶσι....
527(εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
528Εἶναι κρῖμα, μὰ τὸν Θεόν, εἶναι ἀσυγχώρητον κρῖμα ν’ αὐ-
529τοχειριαζώμεθα· οὐδεὶς σήμερον μᾶς παρενοχλεῖ, οὐδεμία ἐξω-
530τερικὴ ἐνέργεια μᾶς καταθλίβει, ἡ ψυχὴ τοῦ ἔθνους ἂς ἁπλώσῃ
531τὰς πτέρυγάς της, καὶ ἂς ἀντηχήσωσι πάλιν οἱ παλμοὶ τῆς
532Ἑλληνικῆς καρδίας. Ἤδη ἐγὼ τοὺς ἀκούω ἱστάμενος ἐνώπιον ὑ-
533μῶν, ἀκούω ὑπόκωφόν τινα ἦχον καὶ καταλαμβάνω πόθεν ἐξέρ-
534χεται, θὰ ᾖναι βεβαίως τὸ προανάκρουσμα τῆς βροντῆς, διότι
535εἶδον εἰς τὰ βλέμματά σας τὴν λάμψιν τῆς ἀστραπῆς. (εὖγε, εὖ-
536γε). Ἀναγινώσκω ἐπὶ τοῦ μετώπου σας τὴν ἀκράδαντον βού-
537λησιν.
538Ἐγέρθητι λοιπὸν, λαὲ Ἑλληνικέ! συγχωνεύθητι μετὰ τοῦ Βα-
539σιλέως σου καὶ περιφρούρησον αὐτὸν, ἵνα μὴ ἐναντίαι δυνάμεις
540τὸν πολιορκήσωσιν! ἀνάθρεψον αὐτὸν διὰ τῆς ἀγάπης σου, ἔγ-
541χυσον εἰς τὰς φλέβας του τὴν πικρίαν τῶν παθημάτων σου καὶ
542τὸ γάλα τῶν ἐλπίδων σου, ἵνα ἀπὸ τοῦδε παραλάβῃς αὐτὸν συμ-
543μέτοχον τῆς χαρᾶς καὶ τῆς λύπης σου. (εὖγε, εὖγε).
544Τὸν αἴθριον οὐρανὸν τῆς νεότητός του ἂς μὴ τὸν ἐπισκιάσουν
545νέφη καὶ τρικυμίαι! ἂς μὴ παρεμποδίσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ
546τρυφεροῦ τούτου βλαστοῦ, ποτίζοντες αὐτὸν δάκρυα καὶ χολήν.
547(εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Δώσατε εἰς
548τὸ ἄνθος ἀέρα καὶ φῶς, ἐὰν θέλετε ν’ ἀναπτυχθῇ, ἂν θέλετε
549μίαν ἡμέραν νὰ ἴδωμεν αὐτὸ μετασχηματιζόμενον εἰς εὐθαλῆ
550καὶ ὑπερήφανον πλάτανον, ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ ὁποίου καθήμενοι
551νὰ συναγαλλώμεθα καὶ νὰ συνεορτάζωμεν ἀνυμνοῦντες τὸν Θεὸν
552καὶ ψάλλοντες ἐθνικὰ ᾄσματα· (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα
553ῥαγδαῖα καὶ γενικὴ συγκίνησις).
554§51ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ζήτω ἡ ἑνότης· (φωναὶ πανταχόθεν, ζήτω,
555ζήτω).
556§52ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἐξ Ἑπτανήσου πλη-
557ρεξουσίων συμμερίζεται τὰς ἰδέας καὶ τὰ αἰσθήματα τοῦ προ-
558λαλήσαντος. Ἕνεκα τούτου παρουσιάζεται ἡ διαδήλωσις αὕτη.
559§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ παρέδωκεν εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων
560ἔγγραφον μὲ ἐπιγραφὴν Διαδήλωσις· περιέχει δὲ τὰ ἑξῆς·
561Διαδήλωσις.
562«Οἱ ὑποφαινόμενοι πληρεξούσιοι διαδηλοῦν, ὅτι κατὰ τὴν δι-
563άρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης ἐθνοσυνελεύσεως δὲν θέλουσι
564δεχθῆ οὐδεμίαν κυβερνητικὴν θέσιν.
565Ἐν Ἀθήναις, τῇ 22 Ἰουλίου 1864.»
566Ἕπονται 66 ὑπογραφαί.»
567(Εὖγε). Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.
568Μοὶ ἐνεχειρίσθη ὡσαύτως ἐκ μέρους τοῦ πληρεξουσίου Γε-
569ωργίου Τυπάλδου Ἰακωβάτου ψήφισμα ἔχον ὡς ἑξῆς·
570Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις.
571«Μελετῶσα εὐγνωμόνως τὸ τεράστιον ἔργον τῆς ἑνώσεως τῆς
572Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ κλίνουσα γόνυ καρδίας ἐνώπιον
573τῆς θείας Μεγαλειότης ἐπὶ τοιαύτῃ εὐεργεσίᾳ·
574Ὁμολογοῦσα ταύτην τὴν εἰρηνικὴν ἕνωσιν ἔργον πατριωτι-
575σμοῦ μὲν ἐθνικοῦ, πολιτικῆς δὲ σοφῆς καὶ δικαίας, συμφώνου
576πρὸς τὰς ἀρχὰς τῶν ἐθνοτήτων τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς προόδου·
577Δικαιουμένη ἅμα νὰ θεωρῇ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου καὶ
578τῆς Ἑλλάδος ἀρχὴν τῆς ἰσοῤῥοπίας τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς ἐν-
579τεῦθεν ἀσφαλείας τῆς Εὐρώπης·
580Προσδοκῶσα δὲ συνεπῆ εἰς τὸ ἀξιομνημόνευτον τοῦτο ἔργον
581τὴν πολιτικὴν τῶν εὐεργετίδων τῆς Ἑλλάδος δυνάμεων ἐπ’ ἀ-
582γαθῷ τῆς ἀνθρωπότητος·
583Ἀναπέμπει ταπεινῶς ὕμνους εὐχαριστίας Θεῷ τῷ Σωτῆρι.
584Χειροκροτεῖ τοὺς ἡρωϊκοὺς Ἑπτανησίους.
585Εὐγνωμονεῖ πάσαις ταῖς συνεργασαμέναις Δυνάμεσι, καὶ κη-
586ρύττει, ὅτι ἡ εὐχὴ καὶ ὁ πόθος τοῦ Πανελληνίου εἶναι ἡ διὰ συν-
587θηκῶν εἰρηνικὴ ἕνωσις Κρήτης, Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου μετὰ
588τῆς Ἑλλάδος, ἐφ’ ᾧ ἀναθέτει τὰς ἐλπίδας αὐτῆς εἰς τὴν θείαν
589πρόνοιαν καὶ εἰς τὴν δικαίαν καὶ εὐμενῆ ἀπόφασιν τῶν δυνά-
590μεων τῆς Εὐρώπης.»
591Ἐν Ἀθήναις, τῇ 20 Ἰουλίου 1864.
592Ὁ πληρεξούσιος
593Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ.
594Ἐπίσης μοὶ ἐδόθη πρότασις ἀφορῶσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
595§54ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
596§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ αὕτη «Προτείνομεν τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς
597ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως προηγηθῇ πάσης ἄλλης ἐργασίας ἡ
598συζήτησις τοῦ πολιτεύματος».
599ΔΡΟΣΟΣ, ΛΕΒΙΔΗΣ, ΚΑΝΑΒΟΣ.
600Σᾶς ἀναγγέλλω, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι 2 ἢ 3 ἢ 4, ὁ Κύ-
601ριος Σαρίπολος εἶναι πρῶτος, μετὰ ταῦτα ὁ Κύριος Μακρῆς ὁ
602ἐξ Ἑπτανήσου, ὁ Κύριος Σολωμὸς, ὁ Κύριος Καλὸς, ὁ Κύριος
603Κόκκινος.
604§56ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κυρίου Βαλαωρίτου
605νὰ παύσῃ πᾶς ἕτερος λόγος (θόρυβος, ἐγείρονται πολλοὶ νὰ
606φύγουν).
607§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Σαρίπολος ἔχει τὸν λόγον.
608§58ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
609§59ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν Παρασκευήν.
610§60ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσῃ τις εἰς τὴν
611ὡραίαν ἀγόρευσιν τοῦ Κυρίου Βαλαωρίτου... (θόρυβος).
612§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρα 1 λ. 10.
613Ὁ Πρόεδρος
614Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
615Οἱ γραμματεῖς
616Α. Νικολαΐδης,
617Α. Γαΐτας Φώσκαρδης,
618Ἐπ. Μεταξᾶς,
619Ι. Ξυδάκτυλος.