1864.03.20
1,669 rows · 13,743 words · 117 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 241.
Τῆς 20 Μαρτίου 1864.
(Παρασκευὴ).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου πλήρους γενομένης τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Καλὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§2ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν ἀπόφασίν σας, καὶ κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπρότεινε καὶ ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη, τουτέστιν ὅπου εἶναι ἐνοίκια συμπεφωνημένα νὰ πληρόνωνται, χθὲς ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τῇ παρατηρήσει ἑνὸς τῶν Κυρίων πληρεξουσίων καὶ μέλους τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπεδέχθη τὴν ἀπάλειψιν τοῦ προσδιωρισμένου ἐνοικίου τοῦ μηχανικοῦ διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ὑπάρχει συμφωνία. Σήμερον τὸ συμβόλαιον παρουσιάζεται, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ὑποστῇ τὸ δημόσιον ζημίαν, ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ ἀπαλείψωμεν τὸ ποσὸν, ἀλλὰ νὰ μείνῃ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἠκούσατε τὴν πρότασιν, προτείνεται νὰ διορθωθῶσι τὰ σχετικὰ πρακτικὰ ἐπὶ τῷ τέλει νὰ μείνῃ τὸ ποσὸν τῶν 888 δραχμῶν διὰ τὸ ἐνοίκιον καὶ τὰ γραφικὰ ἔξοδα τοῦ μηχανικοῦ. Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις;
§4ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἐνοίκιον, παραδέχομαι καὶ ἀπεδέχθην ἐκ τῶν προτέρων, ὅπου ὑπῆρχε συμβόλαιον, ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ φέρῃ ἐλαττώσεις, καὶ τοῦτο μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ συμβολαίου· καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰ γραφικὰ, τὰ τῆς θερμάνσεως καὶ τὰ τοιαῦτα, πρῶτον, οὔτε θέρμανσις, οὔτε ψῦχος εἶναι, καὶ δεύτερον, ὅτι αὐτὸ τὸ κονδύλιον πρέπει πάντοτε νὰ ἀπαλειφθῇ, καθόσον τὸ σχετικὸν ὑπουργεῖον ἔχει ἀρκετὴν γραφικὴν ὕλην διὰ νὰ παραχωρήσῃ ἐξ αὐτῆς, ὥστε μόνην ἀποδέχομαι τὴν ἰσχὺν τοῦ συμβολαίου.
§5ΖΑΪΜΗΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ ἔξοδον τῆς θερμάνσεως ἔγεινεν ἤδη, διότι ὁ χειμὼν παρῆλθεν. Ἅμα ἀποδεχθῆτε ἰδιαίτερον γραφεῖον τῆς διευθύνσεως τοῦ μηχανικοῦ, φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ δώσετε καὶ μικρὰ ἔξοδα διὰ τὴν γραφικὴν ἐργασίαν, καθόσον δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀποστέλληται ἡ μελάνη ὁ χάρτης κτλ. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ συμβόλαιον ὁ Κ. Μαυρομιχάλης ἔχει δίκαιον. Θέλει ἰσχύει τοῦτο μέχρι τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ νὰ μείνῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ δι’ ἐνοίκιον καὶ γραφικὴν ὕλην τῆς ἐνταῦθα διευθύνσεως τοῦ μηχανικοῦ ποσόν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν προταθεῖσαν διόρθωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πάντες). Παρεδέχθη. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Σαρίπολος ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§9ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι καὶ ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἡ μετ’ αὐτῆς μέλλουσα, Θεοῦ εὐδοκοῦντος, μετ’ ὀλίγον νὰ ἑνωθῇ Ἑπτάνησος, πεφροντισμένως προσδοκῶσι νὰ μάθωσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τύχης των. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ κοινοποιήσῃ πρὸς ἡμᾶς ἂν ἔχῃ τι θετικὸν καὶ ὡρισμένον διὰ τῶν σήμερον ἀφιχθέντων ἀτμοπλοίων Γαλλικοῦ καὶ Αὐστριακοῦ. Πιστεύω, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς δύναται νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν περιέργειάν μας.
§10Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τιμῶ τὴν ἀνησυχίαν τοῦ κοινοῦ, διὰ τοῦτο σπεύδω νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι κατὰ τὰς εἰδήσεις τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τὸν ἀπεσταλμένον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς Λονδῖνον, ἡ παρελθοῦσα τρίτη 17 Μαρτίου καθ’ ἡμᾶς 29 Μαρτίου κατὰ τὸ νέον ἔτος, ἡ παρελθοῦσα, λέγω, τρίτη ἦτο προσδιωρισμένη διὰ νὰ συνέλθῃ εἰς τελευταίαν συνεδρίασιν ἡ Σύνοδος, καὶ νὰ ὑπογράψῃ τὴν συνθήκην, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἑνώσεως.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖται ἡ Συνέλευσις εἰς τὰ λεχθέντα;
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παύσω, ὑπενθυμίζων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς προτάσεως τοῦ κατωτέρω κλήρου τὸ καθῆκόν της· προσεκλήθη πολλάκις καὶ δὲν συνῆλθε.
§14ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, παρακαλῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ κατωτέρω κλήρου δὲν δύναται νὰ συνέλθῃ, διότι τὰ περισσότερα μέλη εἶναι ἀπόντα. Καθὼς γνωρίζει τὸ Προεδρεῖον, πολλάκις καὶ ὑμεῖς ὡς Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐγὼ ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, πολλάκις συνεκαλέσαμεν τὰ μέλη, ἀλλὰ τὰ περισσότερα εἶναι ἀπόντα· ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις τὰ παρόντα νὰ ἐργασθῶσι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παραδέχεται ἡ Συνέλευσις;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ δέκατον κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπιγραφόμενον «βοήθειαι.» Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον, ζητήσας αὐτὸν χθὲς, ὁ Κ. Βρατσάνος.
§18Δ. Ν. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι! Πρόκειται περὶ τοῦ συνοικισμοῦ τῶν Ψαριανῶν ἐν Ἐρετρείᾳ, πρόκειται τοὐτέστι περὶ ἀποκαταστάσεως μιᾶς μερίδος τῶν ὀλίγων, ἀλλὰ μεγάλων ἀγωνιστῶν τῆς πατρίδος, καὶ λαμβάνων τὸν λόγον ἐπικαλοῦμαι, ἔντιμοι συνάδελφοι, τῆς συγκαταβάσεώς σας, ἐὰν ἀκολουθήσω ἄλλην τινὰ ὁδὸν εἰς τὸ λέγειν ἢ τὴν συνήθη. Βεβαίως, Κύριοι, ἐν τῷ μέσῳ τῆς δικαίας φορᾶς τῶν ἐλαττώσεων, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πνεύματος τῶν οἰκονομιῶν, ὅπερ διέπει σήμερον τὴν Συνέλευσιν, ἤθελεν εἶσθαι πολὺ τολμηρὸν νὰ ἀναλάβω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τοιούτου θέματος προκαλοῦντος δαπάνην σπουδαίαν, ἀλλὰ μὲ ἐνθαῤῥύνει εἰς τοῦτο ἡ ὁμόφωνος σύστασις τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας πολλὰ ἔντιμα μέλη ἀποτελοῦσι σήμερον τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἥτις ἰδοὺ πόσον εὐνοϊκῶς ἐκφράζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν τῷ δευτέρῳ παραγράφῳ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. «Ἐπὶ τοῦ δευτέρου παραγράφου τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παρατρέξῃ ἐν σιγῇ τὰ περὶ συνοικισμοῦ τῶν Ψαριανῶν ἐν Ἐρετρείᾳ. Τὰ ἄξια ταῦτα τῆς πατρίδος τέκνα μετὰ τὴν ἡρωϊκὴν τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος των καταστροφὴν προσφυγόντα εἰς τὴν κοινὴν τῶν ὁμογενῶν πατρίδα, τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ἐζητήσαντο νὰ συνοικισθῶσιν ἔν τινι μέρει καταλλήλῳ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τοῖς προσδιωρίσθη τόπος συνοικισμοῦ ἡ Ἐρέτρεια, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἐπέτυχεν οὗτος ἐντελῶς, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν χρηματικῶν μέσων ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ κατάρτισις νέας πόλεως, τὰ δὲ ἡρωϊκὰ τῶν Ψαρῶν λείψανα ὑπάρχουσι διεσπαρμένα εἰς τὰ διάφορα τοῦ κράτους μέρη. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι προσδιωρίσθη χρηματική τις ὑπὸ τοῦ δημοσίου συνδρομὴ εἰς ἑκάστην συνοικιζομένην οἰκογένειαν, ἀλλ’ αὕτη ἦτον ἀσήμαντος ἀπέναντι τῶν ἀπαιτουμένων μεγάλων χρηματικῶν προκαταβολῶν εἰς πρώτην ἀποκατάστασιν τῶν οἰκογενειῶν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, καὶ δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον κρίνει ἡ ἐπιτροπὴ, ἵνα ἐνισχυθῇ ὁ ἀρξάμενος καὶ μὴ προοδεύσας συνοικισμὸς τῶν Ψαριανῶν ἐν Ἐρετρείᾳ χορηγουμένης ὑπὸ τοῦ δημοσίου ἱκανῆς χρηματικῆς ποσότητος ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ Ἔθνους. Ἄνευ τοιαύτης ἐνισχύσεως καθίσταται ἀδύνατος ἡ πραγματοποίησις τοῦ συνοικισμοῦ, θέλουσιν ὑπάγει εἰς μάτην τὰ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ὑπὲρ αὐτοῦ δαπανηθέντα καὶ θέλουσι καταστῆ δυστυχέστεραι πολλαὶ οἰκογένειαι δαπανήσασαι καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολόν των εἰς ἀνέγερσιν οἰκιῶν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θέλει καταρτισθῆ ὁ συνοικισμός.» Εὐχαριστῶ, Κύριοι, εὐχαριστῶ ἀπὸ καρδίας τὴν ἀξιότιμον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν, ἥτις διὰ τῆς ἐκθέσεώς της μοὶ προσφέρει σήμερον δικαιολογημένην κατὰ κοινοβουλευτικούς τινας ἀφορμὴν, ὅπως λάβω τὸν λόγον καὶ πεποιθὼς εἰς τὴν εὐμένειαν, μεθ’ ἧς ἀποδέχεσθε συνήθως τοὺς ὀλίγα καὶ καλὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγοντας, νὰ ῥίψω ἓν ἄνθος μαραμένης νεότητος ἐπὶ τῆς λευκῆς κόμης τοῦ μεγάλου ἡμῶν ἀγῶνος, καὶ χωρὶς νὰ ταράξω τὰς ἀτάφους σκιὰς τῶν μαρτύρων τῆς ἰδίας πατρίδος μου, νὰ εὐχηθῶ δι’ ὑμῶν, ἀντιπρόσωποι δύο γενεῶν, τέκνα δύο ἀγώνων, νὰ εὐχηθῶ, ἂν δὲν δύναμαι νὰ ὑποσχεθῶ, βίον εὐδαίμονα εἰς παντέρημα ὀρφανὰ, καὶ χήρας λησμονημένας, νὰ εὐχηθῶ γλυκὺν τοὐλάχιστον θάνατον εἰς ἰδιόκτητον μνῆμα. Εἶναι γλυκεῖα, Κύριοι, εἶναι παρήγορος καὶ ἡ εὐχὴ, ἥτις ὑπόσχεται εἰς τὸν χριστιανὸν ἕνα τάφον! Εὐχὴ, ἥτις ἐπίσημος, ὡς ἡ φωνὴ Κυρίου, ἐκπέμπεται ἀπὸ μεγάλου συνεδρίου ἔθνους πρὸς φυλὴν, ἥτις ἐνθουσιώδης προσεφέρθη εἰς τὸ ἔνδοξον θυσιαστήριον τῆς κοινῆς πατρίδος, εἶναι βάλσαμον εἰς τὰς βαθείας πληγὰς τῶν ἠκρωτηριασμένων λειψάνων της, εἶναι θυμίαμα εὐπρόσδεκτον εἰς τὰ ψυχὰς ἐκείνων, οἵτινες ἔπεσον ὑπὸ τοιαύτας πληγὰς μαχόμενοι ὑπὲρ πίστεως ὑβριζομένης καὶ πατρίδος δουλευούσης. Καὶ δὲν ἠδύνατο βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ νὰ λησμονήσῃ τὰ Ψαρὰ, δὲν ἠδύνατο ἐν τῇ συναισθήσει αὐτῆς νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ τὰ περὶ τοῦ συνοικισμοῦ τῶν Ψαριανῶν ἐν Ἐρετρίᾳ· ἔπρεπε νὰ εὐχηθῇ, ἔπρεπε νὰ συστήσῃ ὅ,τι ἐπίστευεν, ὅτι ὑπάρχει εἰς ὅλων ἡμῶν τὰς καρδίας, τὸ γλυκὺ αἴσθημα ὑπὲρ ἀποκαταστάσεως τῶν τέκνων τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, εἰς ὃν συγκαταλέγονται καὶ τῶν Ψαρῶν τὰ περισωθέντα ὀρφανά. Καὶ τίς, τίς Ἕλλην δὲν ἔκλαυσε πικρὰ τὴν τύχην τῶν Ψαρῶν; τίνος ἡ καρδία δὲν ἐσπάραξεν εἰς τῆς καταστροφῆς καὶ τῆς ἐρημώσεως τὴν φρικώδη ἀγωνίαν, ἥτις περιέβαλε τοὺς ἀριστειούχους ναύτας τοῦ Τζανταρλῆ, τῆς Ἐρεσσοῦ, τῆς Χίου, τῆς Τενέδου; Ἡ Ἑλλὰς ἅπασα περιεβλήθη τῆς ἀπελπισίας τὸ πένθος, τὰ τουρκοφόνα ὅπλα της ἐσίγησαν πρὸς στιγμὴν, διότι ἔπεσε τὸ ἀνατολικὸν προπύργιον τῆς ὑπὲρ τῶν ὅλων τότε ἀγωνιζομένης Ἑλλάδος, ἔπεσον τὰ Ψαρὰ ὑπὸ τὸ βάρος τῶν κατορθωμάτων αὑτῶν ἀληθῶς, ἀλλ’ ἦτο θρῆνος καὶ ὀδυρμὸς ἡ φωνὴ τῶν παρθένων, ἡ φωνὴ τῶν νηπίων, ἥτις ὑψώθη μέχρι Θεοῦ, μὲ τὰς φλόγας τὰς ἡτοιμασθείσας ὑπὸ πατρικῶν χειρῶν, ἐν ὥρᾳ ἐνθουσιώδους πυρετοῦ, ὡς μέτρον ἐσχάτης τόλμης. Πλὴν βλέπω εἰς τοὺς συναγωνιστὰς ἐκείνων, εἰς τὰ ὑπολειπόμενα τέκνα τοιούτων ἀγώνων τὴν συγκίνησιν, καὶ μαντεύω τὸ αἴσθημα τῆς καρδίας σας. Αἰσθάνεσθε, αἰσθάνεσθε ὡς ἐγώ, πόσην φρίκην προξενεῖ ὁ πόνος τῆς καταστροφῆς, πόσον πικρὰ εἶναι τοιούτου μαρτυρίου ἡ ἐνθύμησις. Καὶ ὅμως ἡ φυλὴ ἐκείνη, ἡ τοσοῦτον καρτερικῶς ἀγωνισθεῖσα τὸν ἱερὸν, τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων μέγαν ἀγῶνα, ἥτις καὶ μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς ἰδίας πατρίδος δὲν ἔπαυσε νὰ νικᾷ καὶ πυρπολῇ Τουρκικοὺς στόλους, νὰ θυσιάζῃ πλοῖα καὶ πλούτη ὑπὲρ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, πλανᾶται σήμερον ἄπατρις εἰς τὰ ξένα! Οἱ κατὰ μέγα συνεργήσαντες εἰς ἀπελευθέρωσιν τῆς κοινῆς πατρίδος, ἀκόμη καὶ σήμερον εὑρίσκονται ἄστεγοι, διεσπαρμένοι, ὡς τοῦ χειμῶνος τὰ νέφη— οἱ ἥρωες τῆς Σάμου, τῆς Κῶ, τῆς Μητυλίνης καὶ τοῦ Καφηρέως, οἱ τοσάκις διὰ τῶν αἱμάτων αὑτῶν βάψαντες τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας, καὶ τοσαῦτα ἐγείραντες τρόπαια ἀπὸ τοῦ Ἑλλησπόντου μέχρι Κρήτης καὶ τῆς Ἀλεξανδρείας, οἱ Ψαριανοὶ, τίς ἤθελε τὸ πιστεύσει! δὲν ἔχουσιν ἰδίαν πατρίδα! Ὤ! ναὶ, οἱ ἀτυχεῖς, ἀλλ’ ἔνδοξοι ναῦται τοῦ ἀγῶνος δὲν ἔχουσι συνοικισμὸν, ἀλλ’ ἔρχονται καὶ σήμερον μετὰ τριάκοντα πέντε ἐτῶν ἐλευθέραν ὕπαρξιν, μετὰ μίαν ἔνδοξον μεταβολὴν, ἔρχονται νὰ ζητήσωσι καὶ πάλιν ἀπὸ τοῦ μεγάλου τούτου συνεδρίου τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν καὶ ἀποκατάστασιν συνοικισμοῦ, ὀλίγην γῆν ἐλευθέραν, ἵνα πήξωσιν μίαν καλύβην διὰ τὰ τέκνα των καὶ ἕνα τάφον διὰ τοὺς ἀπομάχους ναυβάτας, τοὺς ἐκλείποντας ἀγωνιστάς των. Καὶ τί ἐγένετο ἡ Ἐρέτρια; εἰς μάτην λοιπὸν ἐδαπανήθησαν τόσα χρήματα; ἐρωτῶσι τινες ἀγνοοῦντες ἴσως τὴν ἀληθῆ τύχην τοῦ συνοικισμοῦ τούτου, διότι ἀγνοοῦσι βεβαίως τὰς βάσεις ἐφ’ ὧν ἤρξατο. Πλὴν ἐπιτρέψατέ μοι Κύριοι, ἐπιτρέψατε εἰς ἐμὲ, πικραμένον τέκνον ἀτυχοῦς πατρίδος, ὅστις οὐδὲν ἄλλο δύναμαι νὰ πράξω σήμερον, ἢ νὰ συμπονῶ μὲ τὰς χήρας τῶν πεσόντων κατὰ τὴν ἀποφράδα ἐκείνην ἡμέραν καὶ συγκλαίω μὲ τὰ ὀρφανὰ τῆς καταστροφῆς,—πλὴν καὶ ἐγκαυχῶμαι, ὡς ὅλοι σεῖς, εἰς τὴν δόξαν τῶν πατέρων μου—ἐπιτρέψατε λέγω, νὰ σᾶς εἴπω ἐν ὀλίγοις, τί ἐγένετο μέχρι τοῦδε, τί ζητεῖται σήμερον παρ’ ὑμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τί ὑπόσχεται εἰς τὴν ἐν γένει πατρίδα ἡ συγκέντρωσις τῶν Ψαριανῶν ἐν Ἐρετρίᾳ, ἥτις δὲν εἶνε μόνον δικαία καὶ φιλάνθρωπος κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ καὶ πολὺ συμφέρουσα εἰς τὸ Κράτος. Οἴμοι! ὁ συνοικισμὸς οὗτος τῶν Ψαριανῶν φέρει ἐπ’ αὐτοῦ ὅλα τὰ εἰδεχθῆ συμπτώματα τῆς ἐν γένει καχεκτικῆς ἡμῶν ὑπάρξεως, εἶνε ἓν μικρὸν ἀπεικόνισμα τῆς ψευδοῦς ἐκείνης πολιτικῆς εἰς ἣν τὸ ἔθνος εὔπιστον παρέδωκεν κατὰ τὸ παρελθὸν τὴν τύχην του, καὶ ἥτις κατώρθωσεν νὰ μένωσιν αἱ μεγάλαι, αἱ σωτήριοι ἀποφάσεις τόσων Συνελεύσεων, ὡς τόσα ἐπιτύμβια τῶν παραπικραμένων ἀγωνιστῶν του, οἵτινες ὡς τοῦ πόντου τὰ κύματα, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον κηδεύονται μὲ τὸν μονότονον θρῆνον τῆς ἐρημίας, εἰς ἣν πρὸ μικροῦ ἀκόμη ὅλοι ἐκινδυνεύομεν, ὅλοι νὰ τοὺς ἀκολουθήσωμεν. Ἡ βασιλεία τοῦ Ὄθωνος, Κύριοι, ἐπελθοῦσα, ὅτε ἡ παρθένος ἐλευθερία ἔῤῥαινεν ἀκόμη δάφνας εἰς τὴν διάβασιν τῶν νικηφόρων τέκνων της, καὶ μυρσίνας ἔστρωνε νὰ καθίσωσιν οἱ ἀριστειοῦχοι τῶν ἐνδόξων μαχῶν της, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ἐναγκαλισθῇ τὸν ἀγῶνα, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὰ ψηφίσματα καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν μεγάλων αὐτοῦ Συνελεύσεων, καὶ ἂς ἐμελέτα ἔκτοτε νὰ πνίξῃ τοὺς ἀγωνιστὰς εἰς τὰς ψυχρὰς ἀγκάλας της, καὶ ἂς ἐσκέπτετο πῶς νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ τίποτε, οὐδὲν τῶν ὅσων ἐκεῖνοι ἐπόθουν, τῶν ὅσων ἐψήφισαν ἐν ὀνόματι τοῦ ἔθνους, διότι ἡ βασιλεία ἐκείνη, τὸ ἠξεύρετε, ἕνα πόθον εἶχε δυστυχῶς, πῶς νὰ κατακτήσῃ καὶ οὐχὶ νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑλλάδα. Ὅλαι αἱ κατὰ καιροὺς Συνελεύσεις ἐψήφισαν σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ περὶ συνοικισμοῦ τῶν ψαριανῶν, διότι τῳόντι τὸ ἔθνος ἐπόνει τὰ ἀναξιοπαθοῦντα τέκνα του, ὅπως εἰς πᾶσαν περίστασιν ἀπέδειξεν, ὅτι ἐξετίμα τὰς ἀληθεῖς θυσίας, ἐσέβετο τοὺς βαρεῖς ἀγῶνας, διότι ἐξετίμα καὶ ἐσέβετο ἑαυτό. Ἡ δὲ βασιλεία διὰ διατάγματός της, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορήγει πεντακοσίων δραχμῶν προκαταβολὴν εἰς μόνους τοὺς ἀξιωματικούς, αἵτινες ἐν παρενθέσει, ἐκρατήθησαν ἀκολούθως ἐκ τῆς ἀντιμισθίας αὐτῶν —ἓν οἰκόπεδον καὶ πεντήκοντα στρέμματα γῆς δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν, ἔθεσε τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἤρξατο ὁ συνοικισμὸς οὗτος κατὰ τὸ 1835 —ἀλλ’ ὅπως μὴ πραγματοποιηθῇ βεβαίως ποτὲ, μᾶς ἔῤῥιψαν εἰς γῆν θαυμαστὴν μὲν τὸ πάλαι διὰ τὰς κατὰ τῶν Περσῶν μάχας της, διὰ τοὺς μεγάλους αὐτῆς σοφοὺς, εἰς γῆν ἐφ’ ἧς καὶ ἡμεῖς ὑπὸ τὸν Κριεζώτην καὶ τὸν Φαβιέρον ἐπολεμήσαμεν, τὴν ἱστορικὴν Ἐρέτριαν. Πλὴν μᾶς ἔῤῥιψαν ἐκεῖ ἐπὶ γῆς ἀγόνου τῆς πλείστης καὶ ἀκαλλιεργήτου, εἰς γῆν, ἥτις ἐπὶ χιλιετηρίδα σχεδὸν μείνασα ἀκατοίκητος ἠγριώθη καὶ κατέστη νοσώδης ἕνεκα τῶν πολλῶν της ἑλῶν καὶ τελμάτων, καὶ μᾶς ἐγκατέλιπον ἄνευ ἰατροῦ, ἄνευ μέσων συντηρήσεως καὶ συγκοινωνίας, ἅτινα ἀναμφιλέκτως εἰσὶ τὰ πρῶτα συστατικὰ πρὸς εὐόδοσιν ἑνὸς συνοικισμοῦ, τέλος ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης συνδρομῆς, εἰμὴ τὰς εὐχὰς τοῦ ἔθνους καὶ τὸ ἔλεος τοῦ θεοῦ, γυμνοὺς ἀκόμη καὶ πεινῶντας ἐκ τοῦ ἀγῶνος, καθ’ ὃν ὅλα, ὅλα καὶ τὴν ἰδίαν ἡμῶν πατρίδα προσεφέραμεν...... Ὤ! μὰ τὴν πατρίδα! ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἐνταῦθα νὰ εἴπω, ὅτι πλειοτέραν περίθαλψιν εὗρον εἰς τὴν χώραν τοῦ μεγάλου βασιλέως οἱ ἀρχαῖοι Ἐρετριεῖς, μεθ’ ὧν μία τύχη μᾶς ἐξωμοίωσε, πλειοτέραν περιποίησιν αἱ δέκα φυλαὶ τοῦ Ἰσραὴλ εἰς τὴν Βαβυλῶνα ὑπὸ τοῦ Ναβουχοδονόσωρος, οἱ Κιρκάσιοι σήμερον ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἢ οἱ Ψαριανοὶ εἰς τὴν Ἐρέτριαν ὑπὸ τῆς βασιλικῆς ἐκείνης Κυβερνήσεως, καὶ ἂς ἐκαυχήθη κατόπιν ἡ Βασιλεία, ὅτι ἐφρόντιζε πατρικῶς περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν. Καὶ ἐκαυχήθη, Κύριοι, διότι κατὰ τὸ 1846, τοὐτέστι μετὰ δεκαετίαν ὁλόκληρον ἐξέδοτο νέον διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει, ἂν δὲν λανθάνομαι, ψηφίσματος καὶ πάλιν τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1843, δι’ οὗ, ἐνῷ ἐδίδετο νέα προθεσμία πρὸς κατάρτισιν τοῦ συνοικισμοῦ, παρεχωροῦντο καὶ τριακόσιαι δραχμαὶ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δι’ ὀλιγίστας ἐκ τῶν πρώτων συνοικισθησομένων οἰκογενειῶν—ἀφοῦ ὅμως εἶχε πεισθῇ, ὅτι ἡ πρώτη ἀπόπειρα ἐματαιώθη καὶ ἡ Ἐρέτρια ἔμεινε καὶ πάλιν ἔρημος. —Διότι, Κύριοι, ὀλίγοι ἦσαν, ὡς ἐννοεῖτε, οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες ἠδυνήθησαν διὰ τῆς προκαταβολῆς τῶν πεντακοσίων δραχμῶν νὰ ἀποκαταστήσωσιν οἰκίαν, ὀλίγιστοι δὲ βεβαίως οἱ εὔποροι, οἵτινες ἐῤῥιψοκινδύνευσαν νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖσε, ὠθούμενοι ὑπὸ μόνου τοῦ εὐγενοῦς αἰσθήματος τῆς συγκεντρώσεως τῶν Ψαριανῶν. Πλὴν οἱ ὀλίγοι οὗτοι ἄποροι καὶ οἱ ὀλίγιστοι εὔποροι, ὅσοι μετέβησαν ἐκεῖ, καταβληθέντες ἐπὶ τέλους ἐκ τῆς ἐρημικῆς οὕτως εἰπεῖν ἐγκαταλείψεως, ἀπελπισθέντες ἕνεκα ἐντελοῦς ἀπομονώσεως καὶ στερήσεως παντὸς ἀναγκαίου καὶ τοῦ ἐλαχίστου βοηθήματος ἀπὸ μέρους τῆς βασιλικῆς Κυβερνήσεως — ἐκτὸς τῇ ἀληθείᾳ ἑνὸς ἱερέως, ὅστις ἐστάλη τῳόντι ἐν καιρῷ, ἵνα θάπτῃ τοὺς νεκροὺς καὶ παρηγορῇ τοὺς ψυχοῤῥαγοῦντας, θύματα ἀνηλεοῦς πυρετοῦ, ἀπελπισθέντες, λέγω, καὶ αὐτοὶ ἀφῆκαν καὶ οἰκίας καὶ στρέμματα καὶ ἐλπίδας μελλούσης ἀποκαταστάσεως ὅπως διαφυλάξωσι τὴν ὑγείαν των καὶ σώσωσι τὴν ἀπειλουμένην ζωήν των. Ἐν τούτοις καὶ τοῦ 1846, ἂς τὸν ὀνομάσωμεν οὕτω, ὁ εὐεργετικὸς σκοπὸς καὶ ἡ μεγάλη προθυμία τῶν συνοικιζομένων ἐματαιώθη, ὡς ἦτο ἑπόμενον, διότι μὲ τριακοσίας δραχμὰς καὶ οἱ ὀλίγοι ἐκ τῶν ἀπόρων, πρὸς οὓς ἐδίδοντο δὲν κατώρθωσαν νὰ στεγάσωσι καλύβην μεταναστεύοντες ἐκεῖ ἀπὸ μεμακρυσμένων μερῶν, ἑπομένως ἀνεπαρκεῖς ἦσαν πρὸς καταρτισμὸν συνοικισμοῦ, οἷον ὁ νόμος ἤθελε, καθόσον καὶ οὐδεὶς τῶν πρώτων οἰκιστῶν, οἵτινες εἶχον ἀποχωρήσει ἕνεκα τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας προανέφερον, ἐπανήρχετο πλέον ἐκεῖ, ἐὰν μὴ ἔβλεπε λαμβανόμενα συντελεστικώτερα μέτρα, τοὐλάχιστον καθόσον ἀπέβλεπε τὴν βελτίωσιν τῆς ὑγείας τοῦ τόπου. Ἀφοῦ μάλιστα ἐπελθοῦσα συνάμα τότε πολυομβρία τις κατεκρήμνησεν οἰκίας νεοδμήτους καὶ ἀνεγειρομένας, κατεπλημμύρησε τὸ πεδίον, νέα ἕλη ἐσχηματίσθησαν, καὶ οἱ πυρετοὶ λαβόντες πάλιν ἔντασιν, ἠπείλουν τὸν θάνατον. Ἔκτοτε ἐπὶ δωδεκαετίαν ὁλόκληρον μία οἰκιστικὴ λεγομένη ἐπιτροπὴ ἀνέλαβεν ἀποκλειστικῶς τὰ περὶ τοῦ συνοικισμοῦ καὶ ἐφρόντιζε περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ψαριανῆς κοινότητος· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ οὐδὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ, διότι ἡ Κυβέρνησις εἰς οὐδὲν συνέτρεχεν ἀποτελεσματικῶς, οἱ δὲ Ψαριανοὶ εἶχον ἀπελπισθῆ πλέον τοῦ νὰ συνοικισθῶσιν ἐκεῖ· καὶ οὕτω εἶχον ἀπολέσει πρὸ πολλοῦ τὰ δημοτικὰ καὶ ἐκλογικὰ αὐτῶν δικαιώματα, ὅσα ὁ δῆμος τῆς Ἐρετρίας τοῖς ἐχορήγει δυνάμει τοῦ ψηφίσματος τῆς 7βριανῆς Συνελεύσεως, δι’ οὗ τοῖς ἐδίδετο τὸ προνόμιον νὰ ἐκλέξωσι δύω βουλευτὰς διὰ τὴν πρώτην τριετίαν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ καταρτίσωσι τὸν συνοικιζόμενον αὐτῶν δῆμον ἐντὸς ὡρισμένου τινὸς χρόνου. Περιττὸν δὲ κρίνω νὰ σᾶς εἴπω διατὶ τὸ τελευταῖον τοῦτο δὲν κατωρθώθη, διότι ἐννοεῖτε κάλλιστα, ὅτι διὰ μόνων νομοσχεδίων καὶ προνομίων ἠθικῶν τοιοῦτοι συνοικισμοὶ μάλιστα δὲν καταρτίζονται. Νέα λοιπὸν ἀπόπειρα ἐγένετο κατὰ τὸ 1859 καὶ ὀλίγαι χιλιάδες δραχμῶν ἀποσπασθεῖσαι τοῦ δημοσίου ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν Ψαριανὴν κοινότητα ἐκ χρεῶν παλαιῶν, διενεμήθησαν ἀγνοοῦμεν πῶς καὶ ποῦ, ὁπωσδήποτε ὅμως τοιουτοτρόπως, ὥστε οὐδὲν ἔφερον καὶ πάλιν ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ συνοικισμοῦ. Ἓν μόνον κατώρθωσε τότε ἀντὶ παντὸς ἄλλου ἡ ἐπιτροπὴ, νὰ παραστήσῃ ὡς ἐδυνήθη τὴν ὕπαρξιν τοῦ δήμου, καὶ νὰ ἀναδείξῃ διὰ τῆς κυβερνητικῆς εὐνοίας δύω βουλευτάς. Καὶ τοῦτο δι’ ἡμᾶς τοὺς πολιτικῶς λησμονηθέντας ἦτο μέγα κέρδος. Ἀλλὰ τί ὠφελοῦσι τοὺς ἀπάτριδας καὶ ἀστέγους αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, τί εἰς τὰς ἀπόρους χήρας καὶ τὰ ἔρημα ὀρφανὰ αἱ πολιτικαὶ παραστάσεις! Οἱ ψαριανοὶ ἓν καὶ μόνον ποθοῦμεν, τὴν συγκέντρωσιν ἡμῶν ἐν ἰδίᾳ κοινότητι, ἐπιζητοῦμεν πράγματι συνοικισμὸν, ἐν ἄλλαις λέξεσι θέλομεν ἰδίαν ἡμῶν πατρίδα! Δὲν θέλομεν καὶ σήμερον ἀκόμη νὰ μᾶς καλύπτῃ ξένη στέγη, καὶ μόνον ἀπὸ τοὺς παλμοὺς συγγενοῦς καρδίας νὰ ἀναγνωρίζωνται εἰς τὰ ξένα οἱ ἀδελφοὶ, οἱ συμπολῖται! ἀρκεῖ ὅτι ἐπὶ τριάκοντα ὅλα ἔτη ζητοῦμεν ὡς ἔλεος ὅ,τι μᾶς ὀφείλετε, ἂν ὄχι ὡς ἀντάλλαγμα τῶν ὅσων καὶ ἡμεῖς ἐθυσιάσαμεν διὰ τὸ ἔθνος τοῦτο, ἀλλ’ εἰς παρηγορίαν τοὐλάχιστον τοῦ μεγάλου ἡμῶν μαρτυρίου, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ αὐτοῦ ὑπέστημεν. Ἐκτὸς ἂν πλανώμεθα καὶ δὲν εἶναι σήμερον ὁ καιρὸς, δὲν εἶναι ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐξελέγχεται τὸ ἀγυρτικὸν, τὸ ἄδικον παρελθὸν καὶ ἑδραιοῦται τὸ μέλλον ἐπὶ τῶν βάσεων τοῦ νομίμου καὶ τοῦ δικαίου, τοῦ ἠθικοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος. Καὶ τότε, καὶ τότε θέλομεν σκεφθῆ καὶ ἡμεῖς διὰ τελευταίαν φορὰν ἴσως ποῦ, εἰς ποῖον μέρος νὰ καταθέσωμεν τῆς θλίψεως ἡμῶν τὸν βαρὺν στεναγμόν, ποῦ νὰ ζητήσωμεν, εἰς τίνα ἔρημον βράχον νὰ στήσωμεν τῆς ἀπελπισίας ἡμῶν τὸ καταφύγιον!... Ἡ πεσοῦσα δυναστεία, Κύριοι, ὅπως κατ’ ὄνομα μόνον ἔπραττε τὰ πάντα, ὅπως εἰς ὅλας αὐτῆς τὰς πράξεις προέταττε τὴν ἀγυρτείαν καὶ τὴν ἀπάτην, οὕτω κατ’ ὄνομα μόνον συνέστησε τόσους ἄλλους, καὶ τὸν συνοικισμὸν τῶν Ψαριανῶν, θέλουσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ὅτι φροντίζει πρὸς βελτίωσιν τοῦ τόπου καὶ ὅτι συγκροτοῦσα συνοικισμοὺς αὐξάνει σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους, ἵνα προσκτήσηται ὄνομα πατρικῆς καὶ συνετῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ᾧ ἐξ ἄλλου διὰ τῶν ἡμιτελῶν καὶ ἀτελεσφόρων αὐτῆς μέτρων κατέστρεφεν ὅ,τι ἐδείκνυεν, ὅτι ἤθελε νὰ οἰκοδομήσῃ καὶ ἐκράτει οὕτω πᾶσαν τύχην μετέωρον, ἀπεστόμωνε δὲ καὶ τῶν Ψαριανῶν τὰ πικρὰ παράπονα, τὴν δικαίαν αὐτῶν ἀγανάκτησιν διὰ τὴν τοιαύτην παραγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων των μὲ τὴν ἀπατηλὴν ἐλπίδα πάντοτε τῆς ταχείας αὐτῶν ἀποκαταστάσεως· ὅπως ἐβαυκάλιζε μέχρι τέλους ὁλόκληρον τὸ ἔθνος καὶ ἠπάτα αὐτὸ μὲ τὴν ἰδέαν τῆς Μεγάλης ἰδέας! Ἀναγκαζόμεθα δέ, Κύριοι, νὰ κηρύξωμεν ταῦτα, διότι ὁ Ὄθων σπουδαίως δὲν ἐπεθύμει νὰ ἴδῃ καταρτιζομένην κοινότητα Ψαριανήν, ἀπέκρουε τὴν ἰδέαν τῆς συγκεντρώσεως αὐτῶν, τίς οἶδεν διὰ ποίους ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ κακοβουλία παρέστησέ ποτε εἰς τὴν ἰσχνήν του συνείδησιν τοὺς Ψαριανούς, ὡς ἀντίθασσον καὶ ἀντιδυναστικὴν φυλὴν, κοινωνίαν μὲ ἄγρια πάθη, ἀνθρώπους τέλος ἑτοίμους νὰ κρημνίσωσιν πᾶν τὸ ὑπεράνω αὐτῶν, διότι τοὺς σκιάζει, νὰ συντρίψωσι δὲ τὰ πρὸ αὐτῶν, διότι δὲν ἀφίνουσιν ἴσως ἐλευθέραν τὴν ἀναρχικήν των διάβασιν· καὶ ὁ ἀγαθὸς βασιλεὺς ἐπίστευσε τὰς διαβολὰς ταύτας, διότι ἤθελε νὰ πιστεύῃ πάντοτε ὅ,τι ἐσύμφερε εἰς τὴν ἐν γένει πολιτικήν του. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἀπελπίσῃ αὐτοὺς, διότι ἤξευρε, ὅτι ἀπέναντι αὐτοῦ ἡ πολιτικωτέρα καὶ φρόνιμος Τουρκία τοσάκις ἐπρότεινεν εἰς τοὺς Ψαριανοὺς τὴν συμφορωτέραν ἀποκατάστασιν, ἐὰν ἤθελον ἐπανέλθει εἰς τὴν χώραν της, λησμονοῦσα, λησμονοῦσα ὅτι πῦρ καὶ σίδηρος μᾶς ἀπεχώρισεν ἅπαξ, θρησκεία καὶ τιμὴ μᾶς διαχωρίζει διὰ παντὸς, μῖσος ἄσπονδον καὶ αἰώνιον κατὰ τῶν Τούρκων! Κρεμῶμεν λοιπὸν, Κύριοι, καὶ ἡμεῖς σήμερον εἰς τὸν λαιμὸν τοῦ παρελθόντος συστήματος τὰς ἀδικίας, ὅσας ἐπέφερεν καὶ καθ’ ἡμῶν καὶ κηρύττοντες αὐτὸ ἔνοχον καὶ τῆς ἐδικῆς μας τύχης, ζητοῦμεν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρ’ ὑμῶν, ἀδελφοὶ συναγωνισταὶ τῶν Ψαῤῥιανῶν, νέα γενεὰ ἀξία τοῦ προγονικοῦ κλέους, νὰ χορηγηθῇ ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν Ψαῤῥιανὴν κοινότητα ἐκ παλαιῶν χρεῶν ἑκατὸν χιλιάδες δραχμῶν, (ὀφείλονται δὲ εἰς τὴν κοινότητα ὑπὲρ τὰς διακοσίας χιλ. ταλλήρων), τὰς ὁποίας ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἐκ τῶν προκριτωτέρων Ψαριανῶν καὶ ἐφορευομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαθέσῃ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ συνοικισμοῦ. Πρὸ παντὸς ὅμως νὰ καλέσῃ ἑκατὸν ἐκ τῶν ἀπορωτέρων οἰκογενειῶν, χορηγοῦσα ἀνὰ χιλίας δραχμὰς εἰς ἑκάστην ἅμα μεταβῶσιν ἐκεῖ πρὸς ἀποκατάστασιν. Πλὴν ἴσως θὰ ἀντείπωσί τινες, ὅτι τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῶν παλαιῶν χρεῶν δὲν εἶναι εἰσέτι ἐντελῶς ἐκκαθαρισμένον, διότι τῳόντι οὕτως ἔχει, ὅπως ἔχουσιν ὅλα τὰ παλαιὰ χρέη, τὰ ἐθνικὰ καὶ ἄλλων πολλῶν κοινοτήτων. Οὐχ ἧττον ὅμως πιστεύω, ὅτι προκειμένου περὶ τοιούτου σπουδαίου γεγονότος, τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει τὰς ὡραιοτέρας συνεπείας εἰς τὸ ὅλον Ἔθνος, πιστεύω, λέγω, Κύριοι, ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ ζητούμενον ποσὸν, ἐπειδὴ οὐδένα ἐπιβαρύνει, οὐδένα ἀδικεῖ, καθόσον ἀνάγεται εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ ἔθνους χρέη, καὶ ἡμεῖς θέλετε ἐπιψηφίσει προθύμως, διότι ἠξεύρετε τὶ συνεισέφερον καὶ οἱ Ψαριανοὶ κατὰ τὰς κρισίμους ἐκείνας καὶ φοβερὰς τῆς πατρίδος περιστάσεις, καὶ δὲν θέλετε ἀρνηθῆ σήμερον δικαίαν καὶ πρέπουσαν συνδρομὴν εἰς τοιούτους ἀγωνιστάς· ὁ δὲ, Κύριος Ὑπουργὸς, δὲν θέλει διστάσει νὰ παραδεχθῇ, τὴν πρότασίν μου ταύτην τὴν πολιτικωτάτην καὶ συμφέρουσαν εἰς τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ θέλει σημειώσει εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον οὔτε ἀσκόπως, οὔτε εἰς μάτην θέλει δαπανηθῆ· καθόσον θέλω σᾶς εἴπει ἐν ὀλίγοις, κατὰ πόσον εἶναι ἐν γένει συμφέροντες οἱ ἐκ τῶν ἔξω ὑποδούλων ἀδελφῶν ἐντὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος προκαλούμενοι συνοικισμοὶ, πρὸ πάντων δὲ ὁ συνοικισμὸς τῶν Ψαριανῶν. Οἱ συνοικισμοὶ, Κύριοι, εἰς ἀναγεννωμένας χώρας δύο τινὰς ἔχουσι σκοποὺς, ἀφ’ ἑνὸς ν’ αὐξήσωσι τὸν ἀνεπαρκῆ πληθυσμὸν αὐτῶν ἢ νὰ καταστήσωσι παραγωγικὰς γαίας, αἵτινες μένουσιν ἔρημοι καὶ ἀκαλλιέργητοι. Οὐδόλως δ’ ἀμφιβάλλετε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην ἀμφοτέρων τούτων. Τοὐλάχιστον ἂν δὲν δύναμαι νὰ φέρω εἰς παράδειγμα ἄλλους ὁμοίας φύσεως συνοικισμοὺς, ὅπως ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων μου, ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς εἴπω μόνον, ὅτι διὰ τοιούτων συνοικισμῶν ἐντὸς ὀλίγων χρόνων ἡ ἀπέραντος Ἀμερικὴ ἐκατοικήθη, ὡς οὐδεμία ἄλλη χώρα, καὶ τὰ παρθένα δάση της δὲν εἶναι πλέον θηρίων ἐνδιαίτημα· τὰς ἀπεράντους αὐτῆς πεδιάδας δὲν διατρέχουσιν ἀγέλαι ἵππων ἀγρίων, διότι τὸ ἄροτρον αὐλακώνει ἤδη τὸ πλεῖστον αὐτῶν σπεῖρον καὶ θερίζον, ὁ δὲ σιδηρόδρομος διατρέχων ἀπὸ περάτων ἕως περάτων μεταφέρει πλούσια προϊόντα εἰς βαθυκόλπους λιμένας. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει βεβαίως οὔτε τὰ προαιώνια δάση, οὔτε τὰς εὐφόρους πεδιάδας τῆς Ἀμερικῆς ἔχει ὅμως, ὡς γνωρίζετε, ἔκτασιν ἀρκοῦσαν ἐπίσης νὰ διαθρέψῃ πολλὰ ἑκατομμύρια ψυχῶν, ἀφοῦ ἡ Ἀττικὴ μόνη, ἡ λεπτόγιος Ἀττικὴ, περιεῖχε τὸ πάλαι τὸν πληθυσμὸν τῆς ὅλης σήμερον Ἑλλάδος, καὶ διέτρεφε καὶ συνετήρει αὐτὸν, διότι οὐδέποτε σπιθαμὴ γῆς ἔμενε χωρὶς τοῦ γεωργοῦ ἡ δίκελλα νὰ τὴν αὐλακώνῃ καὶ καλλιεργῇ. Ἀλλ’ οἱ συνοικισμοὶ παρ’ ἡμῖν δὲν ἤθελον ἔχει τοῦ πλούτου μόνον καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τὸν βέβαιον σκοπὸν, ἤθελον φέρει συνάμα καὶ τὸν πολιτικώτερον χαρακτῆρα. Φαντασθῆτε πρὸς στιγμὴν τί ἤθελεν εἶσθαι ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῆς ποτὲ ὀκνηρᾶς ἡμῶν γείτονος, ἂν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἤνοιγε τὰς ἐλευθέρας ἀγκάλας της καὶ συνεκάλει εἰς τοὺς μητρικοὺς αὐτῆς κόλπους ὅλα τὰ συναγωνισθέντα μετ’ αὐτῆς τέκνα, τὰ ὁποῖα ἡ ἄσπλαγχνος τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς πολιτικὴ, ὑπεχρέωσε καὶ πάλιν μετὰ τόσους μαρτυρικοὺς ἀγῶνας νὰ δουλεύωσιν ἄδικον μοῖραν· καὶ ἂν ἐμοίραζε μετ’ αὐτῶν ἓν τεμάχιον γῆς ἐθνικῆς, τὸ ὁποῖον ἑπτὰ ὁλόκληρα ἔτη συμπολεμοῦντα ἀπηλευθέρωσαν καὶ κατέστησαν ἀνεξάρτητον. Ὤ! βεβαίως ἠθέλαμεν ἔχει σήμερον οὐ μόνον συνοικισμοὺς ἀνθοῦντας καὶ παντοῦ πόλεις καὶ παντοῦ πλούτη καὶ πολιτισμὸν, ἀλλ’ ὁποίαν γοητείαν ἠθέλομεν ἐξασκεῖ, ὁποῖον μέγα μυστήριον ἐλπίδων ἠθέλομεν ἐμπνέει ὑπὲρ τοῦ ἀληθοῦς μεγαλείου τῆς πατρίδος, πρὸς τοὺς ἐφ’ ἡμῶν τῶν ἐλευθέρων προσβλέποντας καὶ ἀπελπιζομένους σήμερον ἀναξιοπαθοῦντας ἀδελφούς. Ἡ Ἑλλὰς ἀναμφιβόλως, ὡς καὶ ἄλλοι εἶπον πρὸ ἐμοῦ, ἤθελεν εἶσθαι τὸ Πεδεμόντιον τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἡμεῖς οἱ ἠθικοὶ αὐτῆς κατακτηταὶ, οἱ ἄξιοι διάδοχοι τῆς ἁρπαγείσης ἡμῶν περιουσίας καλῶς καὶ ἀξιοπρεπῶς πολιτευόμενοι. Ὤ! πόσον δὲν ἤθελε συνεισφέρει καὶ τῶν Ψαῤῥιανῶν ἡ συγκέντρωσις εἰς τὸν μέγαν αὐτὸν σκοπὸν, εἰς τὴν ὁπωσδήποτε πραγματοποίησιν τοῦ γλυκυτέρου τῶν ὀνείρων μας, τοῦ ἐλευθέρου καὶ μεγάλου μέλλοντος τῆς νεότητος! Ἀλλ’ οἱ Ψαῤῥιανοὶ ἀκόμη καὶ σήμερον συνοικίζοντες τὴν Ἐρέτριαν, λαὸς φιλόπονος, τολμηρὸς καὶ ἐπιχειρηματίας ὡς εἶναι, θέλει δώσει ζωὴν εἰς τὸν οἰκισμὸν τῆς Εὐβοίας, τῆς μεγάλης ἐκείνης νήσου, ἥτις διὰ τὴν γεωγραφικὴν αὐτῆς θέσιν, καὶ διότι παράκειται τῇ Ἀττικῇ καὶ Βοιωτίᾳ, ἀντικρὺ δὲ ἀπὸ Βοῤῥᾶ ἔχει τὴν Θετταλομαγνησίαν ἐπωνομάσθη ἡ κλεῖς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἤθελεν ἐπανακτήσει τὸ ὄνομα τοῦτο ἀντικαθιστῶσα τὴν εὐκλεῆ Ἐρέτριαν μὲ τὰ Νέα Ψαῤῥά. Χίλιαι πεντακόσιαι περίπου οἰκογένειαι ἤθελον αὐξήσει ἐπαισθητῶς τὸν πληθυσμὸν αὐτῆς καὶ ἑκατὸν πεντήκοντα πλοῖα ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, ἐφαμίλλου τῆς Ὕδρας καὶ τῶν Σπετσῶν, συγκεντρούμενα τὰ πλεῖστα ἐκεῖ, ἤθελον προκαλέσει τὸ ἐμπόριον καὶ κεφάλαια ἄφθονα ἤθελον καταστῆ χρήσιμα καὶ παραγωγὰ εἰς βελτίωσιν καὶ καλλιέργειαν τῆς ὅλης νήσου. Οἱ τὴν θάλασσαν δὲ μόνον ἀροτριοῦντες σήμερον Ψαῤῥιανοί, οἱ μηδὲ γράμματα, οὐδ’ εἰς τέχνας ἄλλας καὶ ἐπιστήμας ἐπιδιδόμενοι, διότι τὰ πλοῖα αὐτῶν ἀπὸ τῆς καταστροφῆς των ἀνεγνώρισαν ὡς ἰδίαν πατρίδα καὶ στέγην, εἰς τοῦ ἀνέμου καὶ τῶν κυμάτων τὴν φορὰν ἐπιζητοῦντες τὸν ἄρτον αὐτῶν τὸν ἐπιούσιον, θέλουν βεβαίως προετοιμάσει τεμάχιον γῆς πρὸς καταφυγήν, ἐν ἐνδεχομέναις δυστυχίαις τῆς θαλάσσης, θέλουσιν ἐννοήσει τὸ μέγα μυστήριον τοῦ συνεταιρισμοῦ· καὶ τὰ μικρὰ αὐτῶν κεφάλαια ἄχρηστα καὶ ἀνωφελῆ κατ’ ἰδίαν θέλουν μεταβληθῆ εἰς γεωργικὰς καὶ ναυτικὰς ἐπιτοπίους τραπέζας· καὶ ἡ νέα αὕτη πόλις ἀνθοῦσα ἀπὸ εὐπορίαν, θέλει καταστῆ ἐντὸς ὀλίγου κέντρον ἐνεργείας, ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, ὁ ἐμπορικὸς λιμὴν τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος! Ἐκεῖ οἱ Ψαριανοὶ θέλουσιν ἐκπαιδεύει, Κύριοι, ἄξια τέκνα καὶ προετοιμάζει νέαν δύναμιν καὶ πλούτη, ὅπως προσφέρωσιν καὶ πάλιν ταῦτα ὑπὲρ τῆς Μεγάλης Πατρίδος! καὶ τὰ Νέα Ψαῤῥά, ἐστὲ βέβαιοι, θέλουσιν ὑπερβῆ κατὰ πολὺ τὰ παλαιά! «Ἄμες δὲ γʹ ἐσόμεθα πολλῷ κάῤῥονες.» Οὐχὶ παρῳδοῦντες μόνον τὰ εὔτολμα τέκνα τῆς ἀρχαίας Σπάρτης, ἀλλὰ συγκεντρούμενοι εἰς ἰδίαν κοινότητα, ἀναγνωρίσομεν πάλιν ὁ συγγενὴς τὸν συγγενῆ καὶ διατηροῦντες τὰ πατρῷα ἤθη καὶ τὴν τιμὴν, ἣν διὰ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ ξίφους ἀπεκτήσαμεν ποτὲ, θέλομεν διαπράξει ἐν καιρῷ λαμπρότερα ἴσως τῶν πατέρων ἡμῶν κατορθώματα ὑπὸ τὸ εὔελπες καὶ κραταιὸν σκῆπτρον τοῦ νέου ἡμῶν ἐκλεκτοῦ Ἡγεμόνος Σήμερον ὅμως ἑπτακόσιαι περίπου οἰκογένειαι εὑρίσκονται διεσπαρμέναι ἐντὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, πεντακόσιαι ἐξ αὐτῶν εἰς Σύρον καὶ διακόσιαι περίπου εἰς διάφορα ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους· καὶ συνεισφέρουσι μὲν καὶ πάλιν διὰ τοῦ ναυτικοῦ των εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα, καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Ἔθνους, προσφέρουσαι ὡς τὰ ἄκακα ἀρνία τὸ γάλα καὶ τὸ μαλίον αὐτῶν εἰς ἀγαθοὺς ἢ κακοὺς ποιμένας, ἀλλ’ ἡ φωνή των δὲν ἠκούετο μέχρι τοῦδε, ἡ ὕπαρξις αὐτῶν παρεγνωρίζετο ὑπὸ τοῦ παρελθόντος καὶ τὰ ὀστᾶ τῶν μαρτύρων μας κεῖνται εἰσέτι ἄταφα εἰς δούλην χώραν. Οὐδεμία δὲ αὐτοτελὴς ἐν τῷ ὅλῳ ὕπαρξις χαρακτηρίζει τὴν εἰκόνα τοῦ Ψαριανοῦ, τῆς φυλῆς ἐκείνης, ἥτις τοσαῦτα διαπράξασα καὶ αὐτὴ κατὰ τὸν μέγαν ἀγῶνα καὶ πολλὰ ὑποσχομένη ἐν τῷ μέλλοντι, ἐὰν συνοικισθῇ διὰ τῆς προστασίας ὑμῶν καὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς Κυβερνήσεως, κινδυνεύει ἐντὸς ὀλίγου νὰ λησμονηθῇ ἐν τῇ πολιτείᾳ, καὶ μόνη ἡ συμπαθὴς ἱστορία θέλει διηγεῖται, ὅτι ὑπῆρξε ποτε τὸ κλέος τοῦ ναυτικοῦ ἀγῶνος καὶ τῶν Τουρκικῶν στόλων ὁ κακὸς δαίμων. Ἑπτακόσιαι πεντήκοντα οἰκογένειαι μένουσιν, ἤδη εἰς τὰ ἔρημα Ψαρὰ ἀνενόχλητοι, ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν καὶ οὐχὶ τὴν Τουρκικὴν ὑπηκοότητα, οἱ μὲν ἰδιοκτήμονες ἐμποροπλοίαρχοι διὰ νὰ ἀποφύγωσιν πολλὰς μὲν νομίμους, ἀλλ’ ἀδίκους ἐνίοτε καταπιέσεις τῆς κακῆς μέχρι τοῦδε διοικήσεως τοῦ παρελθόντος, οἱ δὲ ἄποροι καὶ πένητες ἐπανευρόντες πάτριον ἑστίαν πυρποληθεῖσαν μὲν, ἀλλ’ ἱκανὴν ἀκόμη νὰ στεγάσῃ τὰ ὀρφανά των, τὰ ὁποῖα ἤθελον γυμνητεύει διεσπαρμένα εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ ἀποθνήσκει ἴσως ἄγνωστα ἀπὸ μόνα τὰ ἐλέη τοῦ διαβάτου. Καὶ τί κακόν, τί κακὸν ἐπράξαμεν, Κύριοι, καὶ τοιαύτη μᾶς ἐπιφυλάχθη μοῖρα! Ὤ ναί, ἐπράξαμεν, ἐπράξαμεν ἴσως τὸ μεγαλήτερον ἔγκλημα ἐνώπιον τοῦ παρελθόντος, διότι οὐδέποτε, μὰ τὴν συναίσθησιν τοῦ ὑπὲρ πατρίδος καθήκοντός μας! οὐδέποτε ἐγονυπετήσαμεν, οὔτε σμύρναν, οὔτε λίβανον ἐκαύσαμεν ἐνώπιον αὐτοῦ, πλὴν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, ἐνώπιον αὐτοῦ, εἴμεθα ἁγνοὶ ἀκόμη τοῦ ἀγῶνος μάρτυρες καὶ δικαιούμεθα τῆς συνδρομῆς καὶ περιθάλψεώς του. Φύσει δὲ καὶ ἡμεῖς ἐπαναστάται κατὰ πάσης ἀδίκου καὶ παρανόμου Κυβερνήσεως, ἔχομεν ἓν ἀκόμη πλειότερον δικαίωμα νὰ ζητῶμεν σήμερον παρὰ τῶν πρεσβευόντων τοιαύτας ἐθνοσωτηρίους ἀρχὰς, παρ’ ὑμῶν, Κύριοι, προστασίαν καὶ ἐνίσχυσιν. Ἐνῷ ἡ ἀληθὴς τάξις καὶ τοῦ νόμου ἡ ἑδραίωσις εὗρεν καὶ ἡμᾶς καὶ θέλει εὕρει πάντοτε ἐνθέρμους ὀπαδούς. Καὶ δὲν ἐλπίζομέν ποτε, ὅτι Συνέλευσις ἐθνικὴ ἐλησμόνησε τοὺς ἱεροὺς τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως ἀγῶνας καὶ οὐδ’ ἓν βλέμμα συμπαθείας ῥίπτει σήμερον καὶ πρὸς τοὺς Ψαριανοὺς, τὰ ἀτυχῆ ταῦτα ἀλλ’ ἄξια πλειοτέρας προσοχῆς, τέκνα τῆς πατρίδος. Εὔχομαι λοιπὸν καταβαίνοντα τὸ βῆμα τοῦτο νὰ μὲ παρακολουθήσῃ ἡ ὁμόψηφος ὑμῶν ἀπόφασις, ἥτις χαρίζουσα στέγην εἰς λησμονησμένα ὀρφανὰ καὶ χήρας πενθούσας ἔτι, θέλει ῥίψει κατὰ πρόσωπον τοῦ παρελθόντος τὰ ῥάκη τῶν ἀδικημάτων του. Ἐμὲ δὲ θέλει ἀπαλλάξει τῆς βαρείας συναισθήσεως, ἥτις πιέζει τὴν νεανικὴν καὶ ἄπειρον καρδίαν μου, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἐφάνην μέχρι τοῦδε ὠφέλιμος τῇ ἰδίᾳ πατρίδι μου ἢ γενόμενος ἑκάστοτε ὁ νεκροθάπτης τῶν ἀγωνιστῶν της. Ἐπιφυλάσσομαι, δὲ ἂν ἔχῃ τις νὰ ἀντιλέξῃ ὅπερ δὲν ἐλπίζω νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον ὅπως ἔλθω εἰς λεπτομερίας· ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος.
§19ΤΙΝΕΣ. Εἰς τί θὰ χρησιμεύσουν τὰ χρήματα αὐτά;
§20ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Μὲ ἐρωτῶσι τινὲς εἰς τί θέλουσι χρησιμεύσει αἱ 100,000 δρ. Αὗται ἐν πρώτοις κύριοι θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τοῦ τόπου ἥτις σήμερον δὲν ἔχει ἀνάγκην μεγάλων δαπανῶν ὅπως καθ’ ὁλοκληρίαν ἐπιτευχθῇ, πολλὰ ὀλίγα ἐπίσης θέλουσιν ἐξοδευθῆ ὄχι εἰς ἀνέγερσιν δημοσίων καταστημάτων σχολείων καὶ ἐκκλησιῶν, διότι τοιαῦτα πρὸ πολλοῦ ἀνηγέρθησαν ἐκ συνδρομῶν καὶ τῶν τόκων νομίζω, κεφαλαίου τινός, τὸ ὁποῖον ὁ ἀοίδημος Βαρβάκης ὁ συμπολίτης ἡμῶν ἐκπληροδότησε διὰ τὰς μικρὰς ἀνάγκας τοῦ συνοικισμοῦ ἡμῶν. Ὥστε αἱ ζητούμεναι 100,000 χιλιάδες δραχμαί, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν σύσκεψιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς ἐμνημόνευσα συγκειμένης ἐκ τῶν προκριτωτέρων Ψαριανῶν, θέλουσι διανεμηθῆ εἰς 100 ἢ καὶ πλείονας ἀκόμη ἀπόρους οἰκογενείας ἀγωνιστῶν ἅμα μεταβῶσιν εἰς Ἐρέτρειαν πρὸς ἀποκατάστασιν αὐτῶν· οὗτος εἶναι ὁ πρῶτος καὶ κύριος σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι πιστεύομεν ὅτι διὰ τῶν αὐτῶν μέσων θέλομεν ἀποκατασταθῆ ἅπαξ καὶ δὲν θέλομεν ἐνοχλεῖ ἑκάστοτε καὶ τὸ Ἔθνος μὲ τὰ παράπονα ἡμῶν, ὅσον δίκαια καὶ ἂν ᾖναι ταῦτα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Σουΐδας.
§22ΣΟΥΪΔΑΣ. Οἱ Ψαριανοὶ ὄχι μόνον τοῦ πανηγυρικοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ ἔντιμος Κύριος προλαλήσας ἔκαμεν, εἶναι ἄξιοι, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ περισσοτέρων, ὄχι μόνον θεωρῶ δικαίαν τὴν ἀπαίτησιν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἂν δυνηθῇ ἡ Συνέλευσις νὰ τοὺς συντρέξῃ κατά τι περισσότερον, φρονῶ ὅτι εἶναι καθ’ ὅλα ἄξιοι τῆς τοιαύτης συνδρομῆς· ἀλλὰ μὴ λησμονήσατε ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι συνοικισμοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, μὴ λησμονήσατε ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι συνεισέφερον εἰς τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ διὰ χρημάτων καὶ δι’ ἄλλων μέσων, καὶ οὕτω ἀπέκτησαν δικαιώματα, ἔκτοτε ἐζήτησαν νὰ συνοικισθῶσιν εἰς διάφορα μέρη, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν τύχην ἔλαβον ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ τὸ παρελθὸν οἱ Ψαριανοὶ εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἐρετρείας. Κύριοι! ἐπίστευσα ὅτι ἡ ἐπιτροπή σας δὲν ἤθελε παραβλέψει τὸ καθῆκόν της, νὰ ἐνθυμηθῇ καὶ τὰς λοιπὰς συνοικίας αἵτινες τὰ αὐτὰ δικαιώματα ἔχουν, δὲν παραπονοῦμαι κατὰ τῶν λοιπῶν ἐντίμων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ ἐντίμου φίλου μου πληρεξουσίου Κρύρου καὶ νῦν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Κυρίου Χρηστίδη, ὅστις καὶ ἀγωνιστὴς εἶναι καὶ καυχᾶται ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῶν Κρητῶν, καμμίαν λέξιν δὲν εἶπε δι’ αὐτούς.
§23ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Καὶ ἐγὼ ζητῶ ὑπὲρ τῶν Θρακοβουλγάρων, διότι ἔχουσι καὶ αὐτοὶ τὸ αὐτὸ δικαίωμα.
§24ΣΟΥΪΔΑΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ὅλοι ἔχουν δικαιώματα καὶ οἱ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μακεδονίας καὶ οἱ Θρᾷκες, καὶ λέγω ὅτι ἐπίσης ἔχουσι δικαιώματα· ἂν ἔχωμεν δικαιώματα, πρέπει νὰ μᾶς τὰ ἀπονείμητε εἰς ὅλους καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ, ἡ ἐπιτροπή μας δὲ τοὺς παρέβλεψε. Πιστεύω εἰς τὸ εὐαίσθητον τῆς Συνελεύσεως, ὅτι αὐτὰ τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἐνώπιόν σας, ὅτι θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν, καὶ περὶ τῶν λοιπῶν περιμένω τὸν Κ. ὑπουργὸν, ὅστις πιστεύω ὅτι θέλει συμμερισθῇ τὴν γνώμην μου.
§25ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω παρὰ ὀλίγας λέξεις, ἀνήκω εἰς μίαν ἐπαρχίαν πλησίον τῆς ὁποίας ὑπάρχει συνοικισμὸς τῶν Κρητῶν, ἡ Μινώα· ἐπιδοκιμάζω πληρέστατα τὰ παράπονα τῶν προλαλησάντων, ἀλλὰ ἐν μέρει ἀδίκως παραπονοῦνται ὅτι τὸ ἔθνος δὲν ἔλαβε τὴν ἀπαιτουμένην πρόνοιαν ὑπὲρ αὐτῶν, πολὺ περισσότερον μάλιστα παρατηρῶ εἰς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα Κύριον Βρατζάνον, ὅτι ἂν καὶ ἐν γένει ἡ ἀγόρευσίς του καλῶς ἐξετίμησε τὰ μαρτύρια καὶ τοὺς ἀγῶνας τοῦ τόπου του, οὐχ ἧττον ὅμως ἐξ ὅλης τῆς ἀγορεύσεώς του ἀπέδειξεν ὅτι οἱ Ψαριανοὶ δῆθεν ἐκ μόνης αὐτῆς τῆς προστασίας δύνανται νὰ προαχθοῦν εἰς τὴν εὐδαιμονίαν, ἐνῷ παρατηρεῖτε ὅτι οἱ Ψαριανοὶ καί τοι ἀποχωρισθέντες τοῦ τόπου των, γυμνοὶ ἕνεκα τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ τῆς πόλεώς των, οὐχ ἧττον ὅμως ἀποκατεστάθησαν εἰς τὴν Σύρον καὶ ζοῦν εὐτυχεῖς καὶ περιουσίας κολοσσαίας ἀπέκτησαν, ἀλλ’ ἓν τὸ ὁποῖον ἔρχομαι νὰ παρατηρήσω, εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι τὸ πρόσκομμα ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως τὸ ὁποῖον ἐμπόδισε τὴν πρόοδον τῶν συνοικισμῶν, ἠξεύρω καλὰ ὅτι καθόσον ἀφορᾷ ἕνα συνοικισμόν, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον, ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τὸ χρέος της, ἐδόθησαν χρήματα, ἠγέρθησαν οἰκοδομαὶ καὶ πολλοὶ κάτοικοι ἀπήρτισαν τὸν συνοικισμὸν, ἀλλὰ κατόπιν, φαίνεται, ἡ δύναμις τῆς νοσταλγίας ἐμπόδισε τὰ πάντα, ἀντὶ νὰ προοδεύσῃ ὁ συνοικισμὸς, αὐτομάτως κατεστράφη, διότι ἄλλοι μὲν ἀναχωροῦντες μετέβησαν εἰς τὴν ἰδίαν πατρίδα, ἄλλοι δὲ ἀλλοῦ ὅπου τὰ συμφέροντά των τὸ ἀπήτουν.
§26ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἡ αἰτία, ὁ θάνατος, ἡ νόσος, ἡ ἔνδεια, τὸ ἀπροστάτευτον τοὺς ἀπεδίωξεν.
§27ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπώλησαν τὰ κτήματα καὶ ἀνεχώρησαν.
§28ΣΟΥΪΔΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πωλήσωσι, διότι παραχωρητήρια δὲν ἔχουν εἰσέτι.
§29ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπώλησαν εἰς ἄλλους τὰ κτήματα καὶ ἀνεχώρησαν. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῶν συνοικισμῶν, δὲν λέγω νὰ μὴ δοθῇ ἡ δέουσα συνδρομὴ, λέγω ὅμως τοῦτο, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὖσα ἀραιωμένη κατὰ τὸν πληθυσμὸν εἶναι ἀδύνατον νὰ προοδεύσουν οἱ συνοικισμοί. Παντοῦ Κύριοι, οἱ συνοικισμοὶ προώδευσαν οὐχὶ διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν ἐξουσιῶν ἢ τοῦ ἔθνους, προώδευσαν ἕνεκα τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ἐμπορικῶν συμφερόντων· ἡ Σύρος ἦτον λιμὴν ἔρημος καὶ μία οἰκία ὑπῆρχεν, αἱ περιστάσεις ὅμως συνετέλεσαν, ὥστε σήμερον νὰ ᾖναι ἡ μεγαλητέρα πόλις τῆς Ἑλλάδος, διότι τὸ ἐμπόριον ἠνάγκασε πολλοὺς ἀνθρώπους νὰ συνέλθουν αὐτοῦ καὶ νὰ ἀποκατασταθοῦν ἐκεῖ μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ τὸ ἥμισυ τῶν Ψαριανῶν, ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι οἱ συνοικισμοὶ δὲν ἀποκαθίστανται, οὔτε προοδεύουν, ἂν δὲν ὑπάρχουν συμφέροντα ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ ἐμπορίου διὰ νὰ ἐνισχυθοῦν καὶ νὰ προοδεύσουν· ἄλλως τε, Κύριοι, μὲ τὰς περιθάλψεις ἰδοὺ τὶ θὰ συμβῇ· τὶ μᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας; ὅτε πρέπει νὰ δώσωμεν 100,000 διὰ ἑκατὸν οἰκογενειάρχας Ψαριανούς, ἀλλ’ ὁ ἴδιος μᾶς λέγει ὅτι ὑπάρχουν 1800 οἰκογένειαι, ποῖαι λοιπὸν εἶναι αἱ ἑκατὸν τὰς ὁποίας θέλομεν προστατεύσει;
§30ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Εἶπον, ὅτι 500 οἰκογένειαι εἶναι ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ 700 εἰς τὰ παλαιὰ Ψαρὰ, ὀλίγοι μόνον θὰ προσέλθουν εἰς τὴν Ἐρέτρειαν, ἅμα προστατεύσωμεν ἑκατὸν οἰκογενείας αἱ ἄλλαι θὰ ἔλθουν μετέπειτα μόναι των.
§31ΖΕΡΒΑΣ. Ἂν δοθοῦν τὰ χρήματα αὐτὰ, θὰ ἔλθουν αἱ οἰκογένειαι, ἴσως καὶ ἴσως μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλουν ἀναχωρήσει εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον τους, δὲν ἀντιλέγω, εἶναι ἄξιοι συνδρομῆς, διότι ἐθυσιάσθησαν, διότι ἔχασαν τὴν πατρίδα των, λέγω ὅμως ὅτι ὁποιαδήποτε συνδρομὴ καὶ νὰ γίνῃ, δὲν δύνανται οἱ συνοικισμοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ προοδεύσουν, ἂν δὲν ὑπάρχουν συμφέροντα ἰδιαίτερα. Ἕνας μόνον συνοικισμὸς Θετταλῶν ἠδυνήθη νὰ προοδεύσῃ ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἕνεκα ἰδιαιτέρων περιστάσεων.
§32ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπουρ. τῶν Ἐσωτερ.) Κύριοι, ἀληθῶς τὸ ζήτημα τῶν συνοικισμῶν εἶναι ζήτημα πολὺ σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὡς περιφρόντιστον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι σήμερον ἡ κατάλληλος ὥρα διὰ νὰ συζητηθῇ τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἀντικείμενον· διότι οὔτε ἡ Κυβέρνησις εἶναι προπαρεσκευασμένη πρὸς τοῦτο, οὔτε ἡ Συνέλευσις νὰ συζητήσῃ δύναται ἄνευ πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ πηγάσωσιν ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας οὔσης εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίσῃ τὰ περὶ συνοικισμῶν· Βεβαίως, Κύριοι, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰ μεγάλα δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχουν οἱ Ψαριανοὶ καὶ οἱ Κρῆτες εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους· οὐδεὶς δὲ Ἕλλην δύναται νὰ λησμονήσῃ τὸν πολύδακρυν καὶ ἔνδοξον ἀγῶνα τῶν Ψαριανῶν, τῶν Κρητῶν καὶ τῶν ἄλλων ὁμογενῶν, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς διατελοῦσιν ὑπὸ ξένον ζυγόν. Χωρὶς νὰ θελήσω νὰ γίνω ὑπερασπιστὴς τοῦ παρελθόντος, διότι τοιοῦτος δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι, ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω ὅτι θυσίαι τινὲς ἐγένοντο ἐκ μέρους τῆς παρελθούσης ἐξουσίας πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν συνοικισμῶν τούτων, ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν εἷς τῶν προαγορευσάντων πληρεξουσίων, διὰ νὰ ἐπιτύχουν οἱ συνοικισμοὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη μόνον τῆς Κυβερνητικῆς ἐνισχύσεως καὶ τῶν Κυβερνητικῶν μέσων, ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐπιτυχίαν αὐτῶν καὶ ἄλλοι ὅροι, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν ἐν Ἑλλάδι ὅτι συνοικισμοί τινες, καίτοι ἐνισχυθέντες ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέτυχον κατὰ δυστυχίαν, ἐξ ἐναντίας ἄλλοι συνοικισμοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον ὑποστήριξίν τινα Κυβερνητικὴν, διότι εἶχον ἐν ἑαυτοῖς τοὺς ὅρους τῆς ἐπιτυχίας ἑνὸς συνοικισμοῦ, ἐπέτυχον· ὡς τοιοῦτον δὲ σᾶς ἀνέφεραν τὸ παράδειγμα τῆς Ἀμαλιαπόλεως, εἰς τὸν συνοικισμὸν τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις πολλὰ μέσα βεβαίως δὲν παρέσχεν· ἐκτὸς τοῦ συνοικισμοῦ τούτου τῆς νέας Μιντζέλης ὅστις δὲν ἔλαβε Κυβερνητικὴν συνδρομὴν πολλὰ μεγάλην, ἠδύνατό τις νὰ ἀναφέρῃ καὶ ἄλλους συνοικισμοὺς ὑπὸ τὴν ἰδίαν κατηγορίαν ὑπαγομένους.
§33ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Κᾀμμίαν δὲν ἔλαβεν.
§34ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἠδύνατό τις, λέγω, νὰ ἀναφέρῃ καὶ ἄλλους συνοικισμοὺς οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ λάβουν συνδρομὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὐχ ἧττον ἐπέτυχον, ἐξ ἐναντίας, ὡς σᾶς εἶπον, ἄλλοι συνοικισμοὶ καίτοι λαβόντες παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πολλὰ μέσα ἀπέτυχον διότι δὲν συνήνωσαν τοὺς ὅρους οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐπιτυχίαν ἑνὸς συνοικισμοῦ, οὐχ ἧττον ὅμως, Κύριοι, συνομολογῶ μετὰ τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων ὅτι ὑπάρχουν δικαιώματα συνοικισμοῦ τινῶν πολὺ μεγάλα ἀπέναντι τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι οἱ συνοικισμοὶ ἐκεῖνοι πρέπει νὰ λάβωσι ὄχι τυχαίαν τινὰ συνδρομὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὡς βλέπετε διὰ νὰ χορηγηθῶσι τοιαῦτα μέσα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀνάλογα τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ ἐκείνων, αἵτινες πιθανῶς θὰ γείνουν ἀκόμη, πρέπει τὸ δημόσιον νὰ ἔχῃ μέσα ἄφθονα καὶ πλούσια διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συνεισφέρῃ προσηκόντως καὶ ἀποτελεσματικῶς ὑπὲρ τῶν συνοικισμῶν τούτων. Σήμερον τὸ δημόσιον δὲν εὑρίσκεται βεβαίως εἰς τὴν εὐτυχῆ αὐτὴν κατάστασιν· ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως εἰσήχθη ἐνώπιον ὑμῶν εἷς προϋπολογισμός· ἐπηνέχθησαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐλαττώσεις τινές· ἀλλὰ Κύριοι, αἱ ἐλαττώσεις αὗται αἱ ὁποῖαι ἐπηνέχθησαν καὶ ὅσαι ἴσως θὰ ἐπενεχθῶσιν, ἀκόμη, νομίζω, ὅτι θέλετε πεισθῆ ὅτι δὲν ἀφίνουν μέγα περίσευμα ἐσόδων ὥστε νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ ἄφθονα καὶ πλούσια μέσα εἰς τοὺς συνοικισμούς· χωρὶς λοιπὸν νὰ ἀρνηθῶ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα οἱ συνοικισμοὶ ἔχουσιν εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους, καὶ τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον σήμερον νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις προσθήκην μεγάλων ποσῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν θέλει ἔχει τὰ μέσα νὰ τὰ ἐκτελέσῃ, ἂν ἐγγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Νομίζω δὲ ἄτοπον νὰ προσθέσωμεν ἀριθμοὺς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰ μέσα νὰ ἐκπληρώσωμεν ὅ,τι ἐνεγράψαμεν καὶ ὑπεσχέθημεν. Ἐὰν ἐπρόκειτο βεβαίως περὶ μικρῶν ποσῶν, δὲν εἶχον δυσκολίαν καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὰ ἀποδεχθῶ, ἀλλὰ καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅστις εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος ὅλων τῶν ὑπουργῶν ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα εἶναι ἀπὼν καὶ ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ τόπου εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναβάλλωμεν τὸ ζήτημα περὶ συνοικισμῶν εἰς ἄλλην ἡμέραν, χωρὶς νὰ τὸ λύσωμεν κατὰ τὰς γενομένας προτάσεις· ἀνακηρύττω δὲ προθύμως τὸ δικαιολογημένον τῶν προτάσεων τὰς ὁποίας καὶ ὁ Κ. Βρατσάνος καὶ ὁ Κ. Σουΐδας ἔκαμον καὶ ἀναγνωρίζω ὅτι οἱ δύω συνοικισμοὶ περὶ ὧν ἐγένετο λόγος πρέπει νὰ ἐνισχυθῶσι, ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται κατάλληλος ἡ παροῦσα ἐποχή, δι’ ὃ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀναβάλῃ τὴν περὶ τοῦ προκειμένου συζήτησιν εἰς ἄλλην ἡμέραν.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ὁ Κ. ὑπουργὸς ὑπέβαλε πρότασιν, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν συνοικισμῶν, ἀναβλητικήν· ταύτην θὰ προτάξω εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν ταύτην νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§37ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐπ’ αὔριον;
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ἄλλην συνεδρίασιν βέβαια.
§39ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἀλλὰ νὰ ὁρισθῇ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ μὲν τοῦ ά. § οὐδεμίαν ἐλάττωσιν φέρει, ἄρα ἐγκρίνεται.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ βʹ. § εἰς βοηθείας δυστυχῶν, ἀξίων τῆς περιθάλψεως τῆς Κυβερνήσεως κτλ. προτείνει ἐλάττωσιν κατὰ 47,000 δραχμῶν. Ἔχει ἀντίῤῥησιν ὁ Κ. ὑπουργός;
§43ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡ. Ὄχι.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν ἐλάττωσιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἐδάφια ἐλάττωσις δὲν προτείνεται ἄρα ἐγκρίνονται.
§45ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἐτελείωσε καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Μεταβαίνομεν δὲ εἰς τὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Σχινᾶς.
§47ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι, ἀγορεύω συνήθως καὶ σπανίως καὶ συντόμως, καὶ διὰ πολλοὺς λόγους ἄλλους, καὶ διότι φρονῶ ὅτι χρήζομεν ἔργων μᾶλλον ἢ λόγων. Ὁ πάταγος τῶν λόγων δὲν εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἴδιος τοῦ νομοθέτου· ὁ νομοθέτης ἐργάζεται ἐν γαλήνῃ καὶ εἰρηναίᾳ καταστάσει, ἐρωτῶν τὸν Θεὸν, τοῦ ὁποίου ἡ φωνὴ φθάνει πρὸς αὐτὸν ὡς φωνὴ αὔρας λεπτῆς. Κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσ. Ἐκπαιδεύσεως ἐπαγγελίαν ἔχει νὰ φροντίζῃ ἵνα ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς παιδείας μορφώνωνται καλοὶ χριστιανοὶ καὶ χρηστοὶ πολῖται· ὑπερέχει ἄρα κατὰ τοῦτο τῶν ἄλλων ὑπουργείων, διότι ἐκεῖνα μὲν ἀτενίζουσιν εἰς τὴν ὕλην, τοῦτο δὲ εἰς τὸ πνεῦμα, τουτέστιν εἰς τὴν διανοητικὴν καὶ ἠθικὴν μόρφωσιν τῶν τέκνων τῆς πατρίδος, καὶ ἰδίως τῶν πολιτικῶν αὐτῆς ἀνδρῶν. Ἂς ἐνασχοληθῶμεν λοιπὸν ὀλίγον καὶ περὶ τὸ πνεῦμα. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἅμα δραξάμενον τῶν ὅπλων πρὸς ἀπελευθέρωσιν ἑαυτοῦ καὶ συγκροτηθὲν εἰς ἐθνοσυνέλευσιν κατὰ τὸ ἀείμνηστον βʹ. ἔτος τῆς ἐπαναστάσεως τῆς μεγάλης καὶ ἱερᾶς, ἐθέσπισε καὶ κατέταξε μεταξὺ τῶν λοιπῶν κλάδων τῆς ἀνωτέρας διοικήσεως, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον ἐπωνόμασε τῆς θρησκείας. Καὶ διευθυνταὶ τοῦ ὑπουργείου τούτου, ἐνθυμούμεθα ὅλοι, ὅτι ὑπῆρξαν οἱ σεβασμιώτατοι τῶν ἀρχιερέων τοῦ καιροῦ ἐκείνου, πρωταγωνισταὶ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ὁ Ἀνδρούσης Ἰωσὴφ, ὁ Δαμαλὼν Ἰωνᾶς καὶ οἱ τοιοῦτοι. Διήρκεσε τοῦτο καθ’ ὅλον τὸν ἀγῶνα. Ἦλθεν ὁ ἀοίδιμος Κυβερνήτης καὶ ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τῆς ἐν Ἄργει ἐθνικῆς Συνελεύσεως συνέστησε τότε πληρέστερον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Παιδείας· 32 χρόνους διήρκεσε τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, τεταγμένον ἵνα ἐργάζηται πρὸς τὸν σεμνὸν αὐτοῦ σκοπόν· ἀλλ’ αἴφνης μετὰ τὴν γενομένην τὸ 62 μεταβολὴν διῃρέθη εἰς δύο, ἀγνοῶ διὰ ποίους πολιτικοὺς λόγους· ἀλλ’ ἡ παροῦσα ἐθνοσυνέλευσις ἐπελθοῦσα συνῆψε πάλιν τὰ δύο ταῦτα τμήματα εἰς ἓν, καὶ οὕτως ὑπάρχει τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο σήμερον, προωρισμένον εἰς ἕνα σκοπὸν, τοῦ ὁποίου οὐδεὶς, Κύριοι, ἀρνεῖται τὴν ἱερότητα, ὅθεν οὐδεὶς εἶναι ὅστις δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν τέλειον καταρτισμὸν αὐτοῦ. Ἡ ἀείμνηστος ἐκείνη ἐθνικὴ Συνέλευσις τῆς Ἐπιδαύρου ἐκήρυξε καὶ τοῦτο, ὅτι Ἕλληνες εἶναι ὅσοι ἐκ τῶν ἀλλογενῶν ὁμοθρήσκων κατοίκων τῆς Τουρκίας ἔλθωσιν ἐδῶ καὶ συναγωνισθῶσι μετὰ τῶν τέκνων τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, καὶ συνετέλεσε τοῦτο μεγάλως, ὅπως ἔλθωσιν ἐκ τῶν ὁμοδόξων φυλῶν γενναῖοι καὶ θρῆσκοι ἄνδρες, ὧν εἷς ἦν ὁ μακαρίτης Βάσσος Μαυροβουνιώτης, τὸν ὁποῖον ἀρχῆθεν ἠσπάσθη καὶ ἠγάπησεν ἡ Ἑλλάς. Τούτου ὁ γενναῖος υἱὸς εἷς τῶν ἡμετέρων συναδέλφων προχθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ προξενείων ἐλθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, εὐγλώτως ἐμοιρολόγησε τὰ πάθη ὅσα ὑποφέρουν καὶ ἡ θρησκεία καὶ ἡ γλῶσσα ἡμῶν κατὰ τὴν εὐρωπαϊκὴν Τουρκίαν, ἀπονέμων ταῦτα εἰς τὸν γνωστότατον τοῖς πᾶσιν ἐνθουσιασμὸν δύο τινῶν προσηλυτισμῶν ἢ προπαγανδῶν, ὡς ἐκεῖνος εἶπε, τὸν Πανσλαυϊκὸν καὶ τὸν Παππικὸν, τὸν μὲν δηλονότι ἐκκλησιαστικὸν μόνον, τὸν δὲ καὶ δογματικόν· ἐλησμόνησε δὲ καὶ τρίτον, τὸν τῆς διαμαρτυρήσεως, διότι καὶ τοῦτο εἶναι ἱστορικὴ ἀλήθεια. Καὶ προκειμένου, Κύριοι, περὶ τῆς θρησκείας καὶ τῆς γλώσσης, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸν ὅλον ἑλληνισμὸν, εἶναι καλὸν νὰ προσέχωμεν καὶ νὰ μελετῶμεν διάφορα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μεγάλην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ δύο ταῦτα συστατικὰ τοῦ ἑλληνισμοῦ· τὰ πράγματα ταῦτα εἶναι ὅτι εἰς διάφορα τῆς Εὐρώπης μέρη ὑπάρχουν ἑταιρίαι θρησκευτικαὶ (καλῶς ποιοῦσαι διὰ τὸ συμφέρον αὐτῶν) αἱ ὁποῖαι καὶ χρήματα πολλὰ συλλέγουσι καὶ ἀποστόλους ἐξαποστέλλουσιν εἰς τὴν εὐρωπαϊκὴν Τουρκίαν, καὶ εἰς τὴν ἑλληνικὴν μικρὰν Ἀσίαν, διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου ἐξηγέρθησαν καὶ ἄλλοι τῶν ἐνταῦθα συναδέλφων εἰς τὸ προξενικὸν ζήτημα. Σημειώσατε δὲ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καλῶς ποιοῦντα τὰ ἔθνη ἐκεῖνα καὶ αἱ κυβερνήσεις αὐτῶν διὰ τὸ συμφέρον των ἐνεργοῦσι τὰ τοιαῦτα. Ἡμεῖς ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἀδιάφοροι. Καὶ τί λοιπὸν, Κύριοι; ἆρά γε πρέπει νὰ ἐγείρωμεν καὶ ἡμεῖς ἐκστρατείαν, ἢ ἄλλως πως νὰ πολεμήσωμεν τοιούτους ἐπηρεασμούς; οὐχί· ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσωμεν ὅπως ἀντιτάξωμεν τὰ ἠθικὰ ἐκεῖνα ὅπλα τὰ ὁποῖα παρημελήσαμεν, ὅπλα τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὀργάνωσιν τῆς παιδείας καὶ τῆς ἐκκλησίας εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα καὶ ἀπαραίτητα, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν διάδοσιν τῆς ἐλευθέρας ἐκκλησίας καὶ γλώσσης μας εἰς τὸν ἔξω τῶν ὁρίων ἑλληνικὸν κόσμον. Καθυποβάλλω καὶ ἓν ἄλλο οὐχὶ ὀλιγώτερον σπουδαῖον. Καὶ λέγω, Κύριοι, μὲ θάῤῥος πληρέστατον ὅτι οἱ προστάται τῆς πολιτείας μας ὑπὸ τὸν Ὄθωνα μάλιστα, ἀκολουθοῦντες τὴν πεπλανημένην ἐκείνην ὁδὸν εἴτε ἀκουσίως εἴτε ἑκουσίως, παραμελήσαντες τὸ ἐμβριθέστατον τοῦτο καθῆκον, προφανεστάτην ἀδιαφορίαν, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω καὶ ἀπέχθειαν ἔδειξαν πρὸς τὰ συμφέροντα ταῦτα τὰ ὁποῖα τοὺς ὕψωσαν ἐκεῖ ὅπου εἶναι, καὶ ἔφεραν καὶ σᾶς ἐνταῦθα. Τί γίνεται ἐν τοσούτῳ εἰς τὴν Εὐρώπην; Οἱ μέγιστοι τῶν βασιλέων καυχῶνται φέροντες θρησκευτικοὺς τίτλους, καὶ τὸ παράδειγμα τούτων δὲν εἶναι ἀνάξιον μιμήσεως. Ἡ μὲν βασίλισσα ἢ ὁ βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας ἐπικαλεῖται ὑπέρμαχος τῆς πίστεως (defensor fidei), ὁ δὲ βασιλεὺς τῆς Γαλλίας ἢ αὐτοκράτωρ ἐπικαλεῖται χριστιανικώτατος καὶ πρωτότοκος υἱὸς τῆς ἐκκλησίας, ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Αὐστρίας Ἀποστολικὸς, ὁ βασιλεὺς τῆς Ἱσπανίας Καθολικὸς, καὶ ὁ τῆς Πορτογαλλίας Πιστότατος. Φρονῶ, ὅτι πολλοὶ τῶν ἐνταῦθα γνωρίζουσι ταῦτα. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἐμβαθύνουν πληρέστερον εἰς τὴν ἔννοιαν καὶ σημασίαν αὐτῶν. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ποίων μεγάλων καθηκόντων τὴν ἐκπλήρωσιν ὀφείλομεν νὰ ἀπαιτῶμεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, καὶ τί ὀφείλομεν νὰ μεριμνῶμεν ὅπω αἱ συνεισφοραὶ αἱ μεγάλαι τῶν ἔξωθεν πλουσίων ὁμογενῶν αἱ γινόμεναι ὑπὲρ τῶν θρησκευτικῶν καὶ ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων τῆς Ἑλλάδος φέρωσι τὸν ποθούμενον παρ’ ἐκείνων καρπόν. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας δὲν δύναμαι νὰ κρύψω τὸν θαυμασμόν μου, πῶς εἷς συνάδελφός μας, ὁ Κ. Καλὸς, προχθὲς καταβαίνων ῥαγδαίως ἀπὸ τοῦ ὕψους ἐπὶ τοῦ βῆμα προέτεινε τόσον εὐχερῶς τὴν συγχώνευσιν τοῦ ὑπουργείου τούτου εἰς τὸ τῶν ἐσωτερικῶν. Δὲν θέλω σήμερον νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῶν ἐπιχειρημάτων του. Ἐὰν καιρὸς ἔλθῃ, ἐλπίζω νὰ ἀποδείξω, ὅτι σαθρὰ τὰ ἐπιχειρήματα εἰς ἃ ἐστήριξε τὴν πρότασίν του. Τοιούτου ὄντος, Κύριοι, τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν ἐργασιῶν τοῦ ὑπουργείου τούτου, εἶναι περιττὸν, νομίζω, νὰ σᾶς ἐνθυμίσω ὅτι ὀφείλομεν, ἂν θέλωμεν τὸν σκοπὸν, νὰ θέλωμεν καὶ τὰ μέσα. Τὰ δὲ μέσα εἶναι ἡ ἐπανόρθωσις τῶν καθ’ ἕκαστα μερῶν τοῦ ὑπουργείου τούτου, τοῦ τε ἐκκλησιαστικοῦ καὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ; Καὶ νὰ ἐπανορθώσωμεν ταῦτα ὄχι μόνον πρὸς τὸ ἡμέτερον περιωρισμένον συμφέρον, ἀλλὰ τοῦ ὅλου ἑλληνισμοῦ, ὅστις, ἐπαναλαμβάνω, καὶ παράδοσίν του καὶ ἱστορίαν καὶ πολιτείαν ὀφείλει εἰς τὴν θρησκείαν καὶ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν. Ἡ παροῦσα μὴ καλὴ κατάστασις τῶν δύω τούτων μερῶν τῆς ἀνωτέρας δημοσίας διοικήσεως οὔτε εἰς τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, οὔτε εἰς τὰ προηγούμενα ὁλοσχερῶς, ἀλλ’ ὁλοσχερέστερον μᾶλλον καὶ δικαιότερον ὀφείλεται, ὡς γνωρίζομεν, εἰς τὴν προηγουμένην τριακονταετῆ ἐποχὴν ἐκείνην ἥτις οὐδέποτε ῥιζικὴν ὠφέλειαν τοῦ ἔθνους οὔτε ἐμελέτησεν οὔτε ἠθέλησε. Δὲν κρίνω δὲ τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ προχωρήσω εἰς τὸ πῶς δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἐπανόρθωσις, καί τοι ἠδυνάμην ἴσως νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν εὐμενῆ ἀκρόασίν σας τινὰ περὶ τούτου· ἐπιτραπήτω μοι μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν, εἷς εἶναι ὁ ὁδηγὸς λόγος, οἱ κανόνες τῆς ἐκκλησίας, τοῦ ἀπαραβιάστου κύρους τούτων ἀναγορευομένου καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Ὡς δὲ πρὸς τὰ τῆς παιδείας εἶναι λόγοι πολλοὶ, ὑπέρκειται δ’ αὐτῶν ἡ ἀρχὴ ὅτι ἡ παιδεία πρέπει νὰ διοργανωθῇ συμφώνως πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν παραδόσεων καὶ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τοῦ ἔθνους, ὥστε πραγματικῶς νὰ ἀποβῇ τοῦτο πρότυπον σχολεῖον ἀνθρωπισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἂν δὲ, καὶ πῶς, καὶ κατὰ πόσον ἡ ἐκπαίδευσις πρέπει νὰ διοργανωθῇ ἢ κατὰ τὸ σύστημα τὸ οἰκιακὸν, ἢ κατὰ τὸ συμβιωτικὸν καὶ πειθαρχικὸν, ἤτοι τὸ τῶν παιδαγωγείων, ἢ κατὰ τὸ φοιτητικὸν ὑπὸ παιδονόμους, καὶ ταῦτα μένουσιν ὑπὸ τὰς σκέψεις τοῦ νομοθέτου, ὀφείλοντος ἐπὶ πᾶσι νὰ προσέχῃ ὅπως ἡ παιδεία ἀναπτύσσηται ὅσον ἔνεστι συμμέτρως πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιοποριστικῆς ἐνεργείας τοῦ Ἔθνους· ὅρος καὶ οὗτος οὐσιωδέστατος. Ταῦτα πρὸς τὸ παρὸν, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ λάβω καὶ ἔπειτα τὸν λόγον εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖται ἡ Συνέλευσις εἰς τὰ λεχθέντα διὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν;
§49ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν Ὑπουργείου. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὰς ἑξῆς ἐλαττώσεις, δηλ. ἑνὸς ὑπουργικοῦ γραμματέως, καὶ τῶν 3 συμβούλων· ὁ Κ. ὑπουργὸς ἀντιλέγει;
§51ΥΠΟΥΡ. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤ. ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ. Ὄχι.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνεται.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 2. Ἔξοδα Ὑπουργείου.» Ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ Κ. Δεληγεώργης.
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔμεινε ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα περὶ μιᾶς ἀναφορᾶς τοῦ Κ. Γούδα, διότι ἡ Συνέλευσις προβᾶσα εἰς ψηφοφορίαν ἐπ’ αὐτῆς, δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ· θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ τὴν συζητήσῃ τώρα;
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Συνέλευσις τώρα;
§57ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§58ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἐκ νέου συζήτησις δὲν ἐπιτρέπεται.
§59ΖΕΡΒΑΣ. Ἂν γείνῃ παραδεκτὴ ἡ αἴτησις τοῦ ἀναφερομένου, τότε βεβαίως θὰ ἀνοίξωμεν ἓν ποσόν· ἀπαιτεῖται λοιπὸν προηγουμένως νὰ γείνῃ ψηφοφορία ἂν παραδέχεται ἡ Συνέλευσις τοῦτο.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τί λέγει;
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουρ. τῆς Παιδείας). Εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἐλαττώσεων, ἄρα κατὰ πάσης προσθήκης.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ πληρεξούσιος δὲν δύναται νὰ κάμῃ πρότασιν περὶ αὐξήσεως ἐξόδων.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν παραδέχομαι ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ αὐξάνῃ· ὁ περιορισμὸς τῆς Συνελεύσεως εἶναι μόνον ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως· ὅταν ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ἤτοι τὸ οἰκεῖον πρόσωπον φέρῃ μίαν πρότασιν περὶ ἐξόδων, τότε ἡ Συνέλευσις ὡς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλαττώσῃ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ νὰ αὐξήσῃ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ παρατηρῶ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ αὐξήσωμεν, ἀλλὰ νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε ἂν ἐγκρίνῃ νὰ λάβῃ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου τὴν αἴτησιν ταύτην.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε ἡ πρότασις νὰ μεταβληθῇ εἰς σύστασιν μόνον;
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὑπουρ. Παιδείας καὶ Δικαιοσύνης). Κύριοι πληρεξούσιοι! Ἐπιθυμῶ καὶ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ δεχθῇ καμμίαν προσθήκην· διότι ἐὰν ἀρχίσητε τὰς προσθήκας, δὲν ἔχομεν ποῦ νὰ σταθῶμεν· χιλίας αἰτήσεις τοιαύτας ἔχομεν·
§66ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Αὐτὸ δὲν εἶναι προσθήκη, εἶναι μόνον ἡ ἄδεια νὰ τυπωθοῦν τὰ συγγράμματα τοῦ Κ. Γούδα.
§67ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀντιπροσωπεύουσα τὸ ἔθνος, ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτῃ καὶ τὴν περιουσίαν τὴν ἐθνικὴν ὅπως αὕτη θέλει, ὥστε τοῦτο δὲν θέλω νὰ συζητήσω· ἐὰν ὅμως σκοπῇ ἡ Συνέλευσις νὰ δώσῃ εἰς τὸν Κ. Γούδαν, τοῦ ὁποίου δὲν θέλω νὰ διαμφισβητήσω, οὔτε τὴν γραφικὴν ἱκανότητα, οὔτε ὅσα ὑπέστη ὑπὲρ τῆς μεταπολιτεύσεως, ἐὰν, λέγω, θέλῃ ἡ Συνέλευσις νὰ δώσῃ εἰς τὸν Κ. Γούδαν τὸ ἐξαιρετικὸν αὐτὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον δὲν δίδει εἰς ἄλλους, ἀσχολουμένους περὶ τὰ τοιαῦτα, νὰ τυπώνῃ ἀνεξόδως εἰς τὸ Βασ. Τυπογραφεῖον τὰ συγγράμματά του, φρονῶ, ὅτι, θέτουσα ὑπὲρ τοῦ Κ. Γούδα τὸν Δημόσιον πλοῦτον, ὀφείλει νὰ κηδεμονεύσῃ καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§68ΗΡΑΚΛ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ, Κύριε Πρόεδρε, ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις;
§70ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν παραδέχεται νὰ τυπώνῃ ὁ Κ. Γούδας τὰ συγγράμματά του.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσητε τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν προσθέτῃ ἓν ποσὸν χρηματικὸν, διὰ νὰ παραλάβωμεν καὶ ἄλλους ἐργάτας εἰς τὸ τυπογραφεῖον (θόρυβος). Κύριοι, οἱ ἐργάται οἱ ἐργαζόμενοι ἤδη εἰς τὸ τυπογραφεῖον δὲν ἀρκοῦν οὔτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν τρέχουσαν· καὶ διὰ τοῦτο πολλὰ ἔργα μένουν ὀπίσω. Σπουδαῖον σύγραμμα, σπουδαιοτάτης ὑποθέσεως ἐζητήθη νὰ τυπωθῇ εἰς τὸ Βασιλικὸν Τυπογραφεῖον, καὶ δὲν συνηνέσαμεν διότι ὁ διευθυντὴς μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τυπώσῃ οὐδεμίαν λέξιν ξένην, διότι δὲν ἔχει ἐργάτας. Λοιπὸν, ἐὰν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ τυπωθῇ καὶ αὐτὸ τὸ σύγγραμμα καὶ ἄλλα, τότε ἂς δώσῃ 5, 10 χιλιάδων δραχμῶν νὰ πάρωμεν ἐργάτας.
§73ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ σύγγραμμα...... (θόρυβος).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) ἐφωτίσθη.
§75Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη, παρακαλῶ τότε νὰ ἐπιτραπῇ ἐπίσης νὰ τυπωθῶσι τὰ περισωθέντα συγγράμματα τοῦ ἐθνικοῦ μας Ποιητοῦ Σούτζου.
§76ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα (θόρυβος).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς τυπώσεως τῶν συγγραμμάτων τοῦ Κ. Γούδα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· ἀπεῤῥίφθη. Ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου ἐλάττωσις δὲν προτείνεται· ἄρα ἐγκρίνεται. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 2 κεφάλαιον ἄρθρον Αʹ. Ὁ Κ. Σουλιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§78ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Κύριοι, μεθ’ ὅλην τὴν ἀφοσίωσιν τῆς Συνελεύσεως εἰς τὸ πνεῦμα τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῶν ἐλαττώσεων, δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν τροπολογίαν τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 2 ἄρθρου Αʹ, καὶ νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Συνελεύσεως νὰ παραδεχθῇ καὶ ἐπιψηφίσῃ τὰ ἐπιμίσθια τῶν συνοδικῶν (θόρυβος)· καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀκόμη ἀναγνωρίζει τὰς ἀνάγκας, ἐξ ὧν περιστοιχοῦνται οἱ συνοδικοὶ, καὶ τὸ ποσὸν δὲν εἶναι ὑπερβολικόν. Ἐψηφίσαμεν 25,000 δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ θεάτρου. Πιστεύσατε, ὅτι οἱ λαοὶ τῶν ἐπαρχιῶν, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν, δὲν θὰ δυσανασχετήσουν, ἂν ἐπιψηφίσωμεν τὴν δαπάνην τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀφορῶντος Ἐκκλησιαστικὴν δικαίαν δαπάνην· (θόρυβος).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖται ἡ Συνέλευσις εἰς τὰ λεχθέντα;
§80ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προκειμένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐλάττωσιν τῶν ἐπιμισθίων νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)· παρεδέχθη. Ἄρα ἐγκρίνεται μὲ τὰς ἐλαττώσεις τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ 2 κεφαλαίου. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 2 ἄρθρον. «Ἔξοδα Συνόδου». Ἐλάττωσις δὲν προτείνεται· ἄρα ἐγκρίνεται.
§82ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Ὁ δεύτερος γραμματεὺς τί χρησιμεύει; προτείνω τὴν κατάργησίν του, ἐρωτήσατε καὶ τὸν Κ. ὑπουργὸν ἐὰν ᾖναι σύμφωνος.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θεωρεῖται ὡς καταργητέος, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος ἀναγκαῖος νὰ ἀναπληροῖ τὸν πρῶτον γραμματέα.
§84ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον. Ἐλάττωσις δὲν προτείνεται· ἄρα ἐγκρίνεται. Ἄρθρον 4. «Μισθοὶ ἱεροκηρύκων». Ἐλάττωσις δὲν προτείνεται· ἄρα ἐγκρίνεται. Εἰς τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡσαύτως ἐλαττώσεις δὲν προτείνονται· ἄρα ἐγκρίνονται. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ 3 Κεφάλαιον. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Σαρίπολος.
§86ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κύριοι, τὸ τρίτον Κεφάλαιον ἀφορᾷ τὸ Πανεπιστήμιον. Τὸ Πανεπιστήμιον, ὡς οἱ πάντες γνωρίζετε, δὲν εἶναι ἵδρυμα πρὸς ὄφελος μόνης τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος συσταθὲν, ἀλλ’ εἶναι τὸ νέον Πρυτανεῖον, ἐν ᾧ διατηρεῖται ἄσβεστον τὸ ἱερὸν πῦρ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς σοφίας, ἐξ οὗ ἅπασα ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ λαμβάνουσα φωτίζεται, εἰς δὲ τὴν οἰκοδόμησιν αὐτοῦ ἅπαντες οἱ Ἕλληνες συνεισήνεγκον καὶ συνεισφέρουσιν· ἀπὸ τοῦ πλουσιωτάτου μέχρι τοῦ πενεστάτου κατέβαλον οἱ πάντες τὸν ὀβολόν των. Τὸ Πανεπιστήμιον εἶναι τὸ νέον Ἅγιον Ὄρος τῆς Ἀνατολῆς, οἱ δ’ ἀρχαιότεροι τῶν νῦν Ἀθηναίων τὸ μέρος ἔνθα νῦν ἵδρυται τὸ ἀγλάϊσμα τοῦτο τῶν ἑώων τόπων, τὸ σεμνὸν τοῦτο τῶν Μουσῶν ἐνδιαίτημα, ὠνόμαζον Ἁγίαν Σιών, ὡσεί τι θεοπρόπιον ἦν τ’ ὄνομα τοῦτο διὰ τὸ πρὸς τὸ μέγα μέλλον τῆς πατρίδος ἡμῶν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ἐποικοδομηθησόμενον τοῦ Πανελληνίου ὑπέρτατον ἐκπαιδευτήριον. Τὸ Πανεπιστήμιον λοιπὸν, Κύριοι, χρήζει τῆς ἰδιαιτέρας ὑμῶν προσοχῆς, τῆς ἰδιαζούσης ὑμῶν μερίμνης· μὴ γένοιτοι δέ ποτε Ἑλληνικὴ Συνέλευσις ἐκπροσωποῦσα τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, καὶ ἀποσκοποῦσα πρὸς τὸ μέλλον μεγαλεῖον αὐτοῦ, νὰ φεισθῇ ὀλίγων δαπανῶν, καὶ νὰ κολοβώσῃ τὴν ἐν τῷ ἱδρύματι τούτῳ διδασκαλίαν. Μιμήθητε, Κύριοι, ὅλας τὰς πρὸ ὑμῶν Βουλάς· ὁπόσον ἐλευθερίως ἐκεῖναι ἐχορήγουν τὰς πιστώσεις διὰ τὸ Πανεπιστήμιον! Οὐδεὶς δὲ, πιστεύω, ἐν ὑμῖν ὑπάρχει, ὅστις ν’ ἀμφισβητῇ τ’ ἀγαθὰ, ἅπερ τὸ Πανεπιστήμιον τοῦτο ἐπήνεγκε τῷ Ἔθνει. Θέσατε οἱ πάντες τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς συνειδήσεως ὑμῶν, καὶ οἱ μὲν, θέλετε ὁμολογήσει ὅτι ἐφωτίσθητε ἀπὸ τοῦ Πανεπιστημίου τούτου, οἱ δὲ, ὅτι ἔχετε τὰ τέκνα ὑμῶν φωτιζόμενα ἐν αὐτῷ. Πέποιθα λοιπὸν, ὅτι θέλετε ἀκούσει εὐμενῶς τῆς ταπεινῆς μου φωνῆς καὶ τὰς ἐμὰς ἱκεσίας, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Πανεπιστημίου, εἰσακούσει. Ἐπικαλοῦμαι τὴν Ἑλληνικὴν ὑμῶν καρδίαν, Κύριοι, ὅπως μηδὲ τὴν ἐλαχίστην φέρητε ἐλάττωσιν, ἀλλὰ μάλιστα θέλω παρακαλέσει τὸν Κ. ὑπουργὸν, ἵνα συγκατατεθῇ εἰς τὰς ὀλίγας προσθήκας, τὰς ὁποίας θέλω ὑποδείξει αὐτῷ, ὅπως εὐαρεστηθεὶς ὑποβάλῃ ὁ ἴδιος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως πρὸς τὸν ἐπὶ τὸ τελειότερον καταρτισμὸν αὐτοῦ τοῦ καταστήματος. Προτείνεται, Κύριοι, ὑπὸ τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸν προϋπολογισμὸν ἐπιτροπῆς ἐλάττωσις καθηγητικῶν ἑδρῶν· ὁ ὑποβαλὼν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Συνέλευσιν Ὑπουργὸς, ἐσημείωσεν ἐν αὐτῷ μισθοὺς διὰ 50 καθηγητάς. Καθηγηταὶ δ’ ἐν ὅλῳ δὲν εἴμεθα εἰμὴ 45. Ὁ δὲ Κ. πρώην Ὑπουργὸς προσέθετο τὴν προτεραίαν τῆς ἐξόδου του ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου δύο ἄλλους καθηγητάς. Οἱ προστεθέντες, Κύριοι, ἀμφότεροι εἶχον δικαιώματα καὶ τίτλους, ἵνα κληθῶσιν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Πανεπιστημίου, διότι ὁ μὲν τούτων εἶναι καθηγητὴς διαπρέπων πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐν τῇ Ἀκαδημίᾳ τῆς Κερκύρας, εἶναι ἀνὴρ ὅστις πάντως θέλει τιμήσει τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον, καὶ ὅστις ἐπαξίως ἐκλήθη εἰς τὴν ἐν αὐτῷ ὑψηλὴν τῆς διδασκαλίας ἕδραν, ἐφ’ ᾧ ἐπαινῶ, καὶ συγχαίρω μάλιστα, τὸν Κ. Πετσάλην διὰ τὸν διορισμὸν τοῦτον· ὁ δ’ ἄλλος εἶναι νέος, ὅστις ἐπί τινα χρόνον ἐδίδαξεν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἡμῶν ὡς ὑφηγητὴς, εἶναι δὲ θρέμμα αὐτοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Καλῶς δ’ ἔπραξεν ὁ Κ. Πετσάλης νὰ προβιβάσῃ καὶ τοῦτον εἰς ἔκτακτον καθηγητήν. Ἀγνοῶ ἂν ἡ Συνέλευσις ἐγκρίνῃ τὰς πράξεις αὐτὰς πολιτικῶς· ἐγὼ ὅμως, ὡς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπαινῶ αὐτάς. Ὁ μὲν εἶναι ὁ Κ. Πρετεντέρης, ὁ δ’ ἕτερος ὁ Κ. Ἀρεταῖος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ ὁ πρώην ὑπουργὸς, γνωρίζετε δὲ πολὺ καλὰ, ὅτι δὲν εἶμαι ἐκ συστήματος ἐπαινέτης τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, ἀλλ’ ὀφείλω ὡς δίκαιος νὰ ἐπαινῶ τὰς καλὰς αὐτοῦ πράξεις μετ’ εἰλικρινείας ἴσης τῇ παῤῥησίᾳ μεθ’ ἧς κατέκρινα τὰ κακὰ αὐτοῦ ἔργα — ἀφοῦ λοιπὸν, λέγω, ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος καλῶς ἔκαμε τοὺς δύω τούτους διορισμοὺς, θέλετε ἐλθεῖ ὑμεῖς σήμερον ν’ ἀφαιρέσητε, οὐ μόνον τοὺς δύω τούτους προστεθέντας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων; Ἀλλ’ ἀκούω τινῶν ὑποτονθοριζόντων, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καί τινες ἀνάξιοι καὶ ὑποβολιμαῖοι μυσταγωγοὶ τῶν σεμνῶν τῆς σοφίας μυστηρίων, ἂν τοιοῦτοι τινὲς εὑρίσκωνται, ἔργον τοῦ ὑπουργοῦ ἔσται ν’ ἀνεύρῃ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς ἐκβάλῃ τοῦ ἱεροῦ τεμένους τῶν Μουσῶν· τὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ τοῦ ὑπουργοῦ εὑρίσκεται, ἂς λικμίσῃ τὴν ἅλωνα τῆς ἐπιστήμης, ἂς χωρίσῃ τὸν σῖτον ἀπὸ τῶν ἀχύρων. Δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ προσώπων, ὑπερασπίζομαι τὴν ἐπιστήμην καὶ προστατεύω τὸ Πανεπιστήμιον. Ἄλλως τε, Κύριοι, ὑπάρχει εἷς ἄλλος λόγος, κατασταίνων πρόωρον πᾶσαν ἀπόφασιν ὑμῶν, εὑρίσκεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδιον κατηρτισμένον ὑπὸ ἐπιτροπῆς εἰδικῆς, τῆς ὁποίας ἐγὼ μὲν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συγκροτήσεως αὐτῇ, ὁ δὲ διακόπτων με, Κ. Ῥεβελάκης εἰς τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν της διωρίσθη μέλος.
§87ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Δὲν λέγεις ἀλήθεια, ὅτι σὲ διέκοψα.
§88ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριε Ῥεβελάκη, δὲν πρόκειται περὶ θεάτρου· ἔχετε τὸν λόγον μετ’ ἐμὲ, ὅπως μὲ ἀντικρούσητε. Ἐν τούτῳ τῷ νομοσχεδίῳ προσδιορίζονται ὁριστικῶς αἱ ἕδραι, τοῦτο μὲν, ἵνα συστηματικώτερον ῥυθμισθῶσι τὰ κατ’ αὐτὰς, τοῦτο δὲ, ἵνα μὴ οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ καταχρῶνται τῆς ἐξουσίας αὑτῶν, καὶ προσθέτοντες πιστώσεις ἐπὶ πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐξάνωσιν ἐπ’ ἄπειρον τὰς ἕδρας καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν καθηγητῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Διὰ τί λοιπὸν, Κύριοι, νὰ σπεύσητε, τίνος δ’ ἕνεκα νὰ μὴ περιμείνητε νὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν, καὶ τότε, πλὴν τότε μόνον, νὰ φέρητε τὰς ἐλαττώσεις, διότι προτείνονται καὶ ἐκεῖ ἐλαττώσεις, ἀλλ’ ἐλαττώσεις πεφροντισμέναι, καὶ ὑπὸ εἰδικῶν ἀνδρῶν προσυζητημέναι, τότε, καὶ τότε μόνον, θέλει δυνηθῆ ὁ ὑπουργὸς νὰ κάμῃ τὴν ἐκλογὴν αὑτοῦ μεταξὺ τῶν Καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀφήσας δὲ τοὺς ἱκανωτέρους ἐξ αὐτῶν, νὰ ἐκρίψῃ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τοῦ Πανεπιστημίου τοὺς ἀναξίους νὰ μένωσιν ἐν αὐτῷ. Ἀλλ’ ὡς ἔχει νῦν τὸ Πανεπιστήμιον, νομίζετε, ὅτι τέλειον εἶναι; ὅτι ἡ Θεολογικὴ σχολὴ π. χ. εἶναι ἱκανῶς συγκεκροτημένη ἐπὶ τέτταρσι μόνον ἕδραις; νομίζετε, ὅτι ἡ ἠθικὴ ἀγωγὴ καὶ ἡ θρησκευτικὴ διάπλασις τοῦ Ἔθνους ἡμῶν ἐμορφώθη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην ν’ ἀναπτύξωμεν περισσότερον τὴν θρησκευτικὴν διδασκαλίαν, καὶ τὰς Θεολογικὰς παραδόσεις; Δυστυχῶς, — ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, — ἂν κατὰ τὴν θύραθεν ἐπιστήμην πολὺ προωδεύσαμεν, πολὺ ὅμως ἀπολειπόμεθα τὴν σήμερον τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς καὶ τῶν χριστιανικῶν ἀρετῶν, ἃς εἶχον οἱ πατέρες ἡμῶν, πρὶν ἢ τὸ Ἔθνος ἡμῶν γίνῃ ἐλεύθερον. Ἡ ἁγία ἡμῶν θρησκεία, ἡ ἱερὰ αὕτη κιβωτὸς τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν, τὰ μάλιστα ὑφ’ ἡμῶν παρημελήθη ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς ἐπὶ τῇ ἀπελευθερώσει ἡμῶν χαρᾶς, ἐνῷ ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας διέσωζε καὶ παρηγόρει ἡμᾶς ἐν τῷ πένθει τῆς δουλείας. Ἡ Θεολογικὴ λοιπὸν σχολὴ χρήζει προσθήκης ἑδρῶν, διότι εἶναι κολοβὴ, κολοβωτέρα δὲ ἦτο χθιζά τε καὶ πρώϊζα. Ἡ δὲ Νομικὴ σχολή; οἱ πλεῖστοι ἐν ὑμῖν γινώσκετε, ὅτι πρότερον μὲν δέκα, νῦν δ’ ὀκτὼ ἐσμὲν Καθηγηταὶ ἐν αὐτῇ· οἱ δ’ ὀκτὼ οὗτοι Καθηγηταὶ φιλοτίμως φερόμενοι, ἐρωτηθέντες ὑπὸ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ, ἂν ἐφίστατο ἀνάγκη ἵνα προστεθῶσιν ἕδραι, εἴπομεν ὄχι· ἀναδεχόμεθα ἡμεῖς τὴν διδασκαλίαν τῶν ἐλλειπουσῶν μαθημάτων, ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρίσκεται ἡ πατρίς· ἂς μείνῃ δ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ σχολὴ ὡς ἔχει μέχρι τῆς καταρτίσεως τοῦ ὁριστικοῦ περὶ Πανεπιστημίου νόμου. Ἡ δ’ Ἰατρική; ὤ! ἐδῶ μὲ περιμένει ὁ Κύριος Ῥεβελάκης, ὅστις ὡς ἰατρὸς ἰατρικῇ λέξει χρώμενος θέλει μοὶ εἰπεῖ, ὅτι ἡ σχολὴ αὕτη πάσχει πληθώραν. Ἡ Ἰατρικὴ ἔχει πολλὰς ἕδρας καθ’ ὑμᾶς, Κύριε Ῥεβελάκη, δὲν εἶναι ἀληθές;
§89ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Μὴ ἀποτείνεσθε εἰς ἐμέ.
§90ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἁρμόζει ἆρά γε εἰς ἐμὲ νὰ παραστήσω εἰς τὸν ἐξοχώτατον Κύριον συνάδελφόν μας, ὅστις δὲν μοὶ ἐπιτρέπει ν’ ἀναφέρω τὸ ὄνομά του, ἁρμόζει ἆρά γε εἰς ἐμὲ νὰ καταδείξω αὐτῷ ὁπόσον εὐρὺς εἶναι ὁ κύκλος τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης; ὁπόσον δὲ συμφέρει εἰς τὴν πρόοδον αὐτῆς ὁ καταμερισμὸς τῆς διδασκαλίας της, διότι παρ’ ἡμῖν εἰσέτι οὔτε ἐπιστημονικῶν συγγραμμάτων ἀφθονίαν ἔχουσιν οἱ διδασκόμενοι, οὔτε οἱ διδάσκοντες πρόχειρα τὰ βοηθήματα, ἅπερ ἔχουσιν οἱ καὶ τῶν ἐλαχίστων ἄλλων ἐν Εὐρώπῃ Πανεπιστημίων Καθηγηταί. Παρατηρῶ δέ, ὅτι καὶ αὐτὴ, ἡ κατὰ τὸν Κύριον Ῥεβελάκην πληθώραν πάσχουσα Ἰατρικὴ σχολὴ τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, μόλις πρὸς δευτερευόντων Πανεπιστημίων τῆς Γερμανίας ἰσαρίθμους ἔχει Καθηγητάς. Καὶ ὅμως ἐκεῖ ἐν ἀκαρεῖ ὁ φοιτητὴς δύναται νὰ μεταβῇ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου εἰς ἄλλο πολὺ τελειότερον Πανεπιστήμιον, ἀλλ’ ἐν τῇ Ἀνατολῇ οὐδὲν ἄλλο πλὴν τοῦ ἡμετέρου ὑπάρχει. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι θέλετε φέρει μεγάλην ἐλάττωσιν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους διὰ τῆς καταργήσεώς τινων ἑδρῶν τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς, ἐὰν δεχθῆτε τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Ὄχι, βεβαίως, καὶ ἰδοὺ σᾶς τὸ ἀποδεικνύω. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ Κύριος ὑπουργὸς θέλει διστάσει νὰ παύσῃ, ἐὰν γένηται δεκτὴ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων Καθηγητῶν, ἀλλ’ ἐπίσης θέλει διστάσῃ νὰ παύσῃ Καθηγητὰς ἐκ τῶν νεωτέρων· διὰ τὶ δέ; διότι οἱ μὲν καὶ μᾶλλον καρποφόρον ἀπεργάζονται τὴν διδασκαλίαν διὰ τῆς μακρᾶς αὐτῶν πείρας, καὶ ἐκτήσαντο δικαιώματα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀδιαλείπτως καὶ εὐδοκίμως διδάσκοντες τοὺς Ἀσκληπιάδας τῆς Ἑλλάδος, οἱ δὲ εἰσὶ διαφερόντως ἄξιοι τῆς θέσεως, εἰσὶν ἄνθρωποι τιμῶντες τὸ Πανεπιστήμιον διὰ τῆς ἐπιστήμης των, εἰσὶν ἄνθρωποι ἐξ ὧν ἕκαστος ἐσπούδασεν εἰδικῶς τὸ μάθημα ὅπερ διδάσκει. Τὶ λοιπὸν θέλει πράξει ὁ ἐν τοιαύτῃ ἀμηχανίᾳ ὑπουργός; Θέλει προσφύγει, ὡς νομίζω, εἰς μέσον τι συμβιβάζον τὰ πάντα, θέλει παύσει ἐκείνους, οἵτινες κάτοχοι ἄλλων θέσεων θέλουσι μείνει ἐν αὐταῖς, καὶ θέλουσι ζητήσει νὰ μείνωσιν ἄνευ μισθοὶ καὶ Καθηγηταὶ ἐν τῷ Πανεπιστημείῳ, καὶ τοιοῦτοι μὲν ἐν πρώτοις εἰσὶ τρεῖς, ὧν ὁ μὲν Διευθυντὴς, οἱ δ’ ἕτεροι δύο, ἰατροὶ τῆς Ἀστυκλινικῆς· καταργεῖτε τὴν Ἀστυκλινικήν; ὄχι; ἀναγνωρίζετε τὴν ἀνάγκην τῆς Ἀστυκλινικῆς; ναί· ἄρα θέλουσι μείνει ἐκεῖ, ὁ μὲν ὡς Διευθυντὴς, οἱ δὲ ὡς βοηθοὶ τῆς Ἀστυκλινικῆς. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι θέλει καταλύσει καὶ τοὺς Καθηγητὰς τῆς ὀφθαλμιατρικῆς καὶ τὸν διδάσκοντα τὰ συφιλιτικὰ νοσήματα, ἀλλὰ καὶ οἱ Καθηγηταὶ ἐκεῖνοι, ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ κατάστημα τῶν ὀφθαλμιώντων, καὶ θεραπευτήριον τῶν ὑπὸ τῆς συφιλίδος μεμολυσμένων, θέλουσι μείνει ἀμφότεροι εἰς τὰ οἰκεῖα καταστήματα, καὶ θέλουσι λαμβάνει τοὺς μισθούς των· ἰδοὺ λοιπὸν ἀμέσως πέντε ἕδραι, ὧν οἱ κάτοχοι ἔχουσι καὶ ἄλλην ὑπηρεσίαν δημοσίαν, δι’ ἣν ὀφείλεται αὐτοῖς ἀποζημίωσις.
§91ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Πολὺ ἀπατᾶσθε.
§92ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριε Ῥεβελάκη, ἐπειδὴ δὲν ἔχω τὴν εὐφυΐαν ὑμῶν, καὶ τὴν περὶ τὸ λέγειν εὐχέρειάν Σας στεροῦμαι, παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διάφορον ἀγωνιζόμεθα ἀγῶνα, διότι ὑμεῖς μὲν χθὲς διεῤῥήξατε τὰ ἱμάτιά Σας ὅπως ἐξαρπάσητε παρὰ τῆς Συνελεύσεως 25000 δρ. ὑπὲρ τοῦ Ἰταλικοῦ μελοδράματος, ἃς θέλετε νὰ οἰκονομήσητε περικόπτοντες ἀπὸ τοῦ Πανεπιστημίου, ἐγὼ δὲ τοὐναντίον, χθὲς μὲν κατεψήφισα τοῦ Ἰταλικοῦ θεάτρου ὡς περιττοῦ, ἐν ταῖς παρούσαις μάλιστα οἰκονομικαῖς ἀνάγκαις τῆς πατρίδος, τὸ δὲ Πανεπιστήμιον ἐν παντὶ καιρῷ ἔσται μοι ὡς καὶ πᾶσι τοῖς εὖ φρονοῦσι, περισπούδαστον μέλημα. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤθελον προτείνει, μάλιστα, καὶ διότι ὁ κύκλος τῆς ἐπιστήμης ταύτης εἶναι λίαν εὐρὺς, καὶ διὰ τοὺς παρ’ ἡμῖν ἰδιάζοντας λόγους οὓς προεξεθέμην, ἤθελον προτείνει, λέγω, νὰ δύνηται ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ καθηγητὰς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἄλλους ἄνδρας ἐπιστήμονας, καὶ ἱκανὴν πεῖραν προσκτησαμένους ἐκ τῆς πολυετοῦς πράξεώς των περὶ τὰ τῆς ἐπιστήμης, εἴτε μισθοδοτουμένους ἀλλαχόθεν, εἴτε προθυμουμένους καὶ ἄνευ μισθοῦ νὰ ἐπιδαψιλεύσωσι τὴν διδασκαλίαν των ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, χωρὶς νὰ περιορίζηται ὑπὸ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἑδρῶν. Ὅλη λοιπὸν ἡ οἰκονομία σας θέλει περιστραφῆ εἰς τρεῖς ἕδρας!! Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀντάξιον τοῦ ἔθνους ἡμῶν, καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ ἴδιον, νὰ φέρῃ μίαν τόσον μικροῦ λόγου ἐλάττωσιν; Κύριοι! καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, καὶ σήμερον ἐπαναλέγω ὑμῖν, ὅτι εἴ τι κακὸν γίνει ἐν τοῖς ἄλλοις ἓξ ὑπουργείοις, τὴν ἐλευθέραν μόνον βλάπτει Ἑλλάδα, ὡς καὶ εἴ τι καλὸν γίνει αὐτὴν μόνον ὠφελεῖ· ὅ,τι ὅμως ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καλὸν γίνῃ, τοῦτο ὠφελεῖ ὅλον τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅ,τι δὲ κακὸν συμβῇ θέλει ἐπισύρει ἐφ’ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τοὺς κυβερνῶντας τὰς ἀρὰς ὅλου τοῦ ἑλληνικοῦ γένους. Συλλογίσθητε ὅτι καὶ Πατριάρχαι, καὶ ἀρχιερεῖς, καὶ ἰατροὶ, καὶ διδάσκαλοι τῆς δούλης Ἑλλάδος ἐξῆλθον ἀπὸ τοῦ Πανεπιστημίου τούτου· συλλογίσθητε, ὅτι τὰ φῶτα διεδόθησαν ἐξ αὐτοῦ εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καὶ κατέστη ἤδη τὸ Πανεπιστήμιον τοῦτο ἀληθῶς ἡ ἁγία Σιὼν τῆς ἀνατολικῆς παιδεύσεως ἡ φωταγωγὸς λυχνία διὰ σύμπαν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος. Καυχώμεθα οἱ Ἕλληνες, ὅτι ἀφ’ ἡμῶν προσδοκᾷ ἡ Ἕως τὸν πολιτισμὸν καὶ τὰ φῶτα, καὶ ὅμως πόσα δαπανᾷ ἡ Ἑλλὰς διά τε τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν παιδείαν; Ὁ προϋπολογισμὸς ὅλου τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀναβαίνει εἰς μόλις 1,223,000· περιλαμβάνεται δὲ μόλις, ὡς εἶπον, εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ ἡ Ἐκκλησία. Τί θέλετε εἰπεῖ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐγκαυχᾶσθε ὅτι διαδίδετε τὴν παιδείαν εἰς ὅλην τὴν Ἀνατολὴν, ὅταν μάθητε ὅτι ἡ Σερβία μὲ προϋπολογισμὸν ὀκτὼ μόνον ἑκατομμυρίων, δαπανᾷ ἑκατομμύριον ὁλόκληρον διὰ τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν, δηλαδὴ τὸ ὄγδοον τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ της; ἡ δ’ ὑπερήφανος Ἑλλὰς μόλις τὸ εἰκοστὸν τοῦ ἑαυτῆς! Ἡμεῖς λοιπὸν εἴμεθα κατώτεροι τῶν Σέρβων; ἔχομεν ἆρά γε ὀλιγωτέραν παρ’ αὐτοὺς φιλοπατρίαν; ἡ γῆ τῶν Μουσῶν ἧττον τῶν βορείων Σκυθῶν φιλόμουσος εἶναι; καὶ θέλετε τολμήσει μετὰ τὸ παράδειγμα τοῦτο νὰ περικόψητε τὸν μικρὸν προϋπολογισμὸν τῆς παιδείας διὰ γλίσχρων ἐλαττώσεων; Ὄχι Κύριοι, δὲν ἀδικῶ ὑμᾶς, ὄχι, ἑλληνικῶς θέλετε φερθῇ καὶ ἀποῤῥίψει μετὰ καρδίας ἑλληνικῆς τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἥτις γενναίως μὲν προὔτεινε προσθήκην δαπάνης δραχ. 25,000 διὰ θέατρον ἰταλικὸν, ζητεῖ δὲ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου ὅπως ἐξ αὐτῶν τὰς ἐν οὐ δέοντι δαπανηθησομένας οἰκονομήσει. Τὰ θεωρητικὰ μὴ γένοιτό ποτε ὡς τὸ πάλαι νὰ ἔχωσι παρ’ ἡμῖν τὴν προτεραιότητα ἐπὶ πάσης ἄλλας σπουδαιοτέρας ἀνάγκης τῆς πολιτείας. Ἱκανὰ λογίζομαι ταῦτα ὅπως μὴ ἀφαιρεθῶσιν αἱ ἕδραι ἀπὸ τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐνταῦθα τελειόνω ὅσα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Γʹ. κεφαλαίου. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς παιδείας περιέφερε τὴν ἄσπλαγχνον καὶ ἀνηλεῆ ψαλίδα της, ἐπειδὴ δὲ μοὶ ἔγεινεν ἡ παρατήρησις, πρὶν ἢ ἀναβῶ τὸ βῆμα, ὅτι ἀφοῦ ἔχω παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλω καὶ ἐπὶ ἄλλων ἐδαφίων καὶ ἄρθρων τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, ἤθελεν εἶσθαι καλὸν νὰ ὁμιλήσω διὰ μιᾶς περὶ πάντων, ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἂν συναινῇ;
§93ΠΟΛΛΟΙ. Ναὶ, ναί.
§94ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Μεταβαίνω λοιπὸν εἰς τὸ βʹ. καὶ γʹ. ἐδάφιον τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἤτοι τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ τοῦ ἐπικουρικοῦ τῆς διδασκαλίας προσωπικοῦ. Πρῶτον, Κύριοι, παρατηρῶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀφαιρεῖ τὸν προπαρασκευαστὴν τῆς ἀνατομίας.
§95ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Εἶναι λάθος· ἠθέλαμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τοὺς δύο βοηθοὺς μόνον.
§96ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τοῦ προπαρασκευαστοῦ· ἄρα ἡ θέσις τούτου μένει ὡς ἔχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἀφαιρῶν τοὺς δύο βοηθοὺς ὁ συνάδελφος ἡμῶν, ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἡ ἀνατομία εἶναι μία διδασκαλία πολύτιμος μὲν, ἀλλὰ καὶ λίαν ἀκάθαρτος. Ὁ καθηγητὴς λοιπὸν τῆς ἀνατομίας δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θέλει καθαρίζει τὰ πτώματα καὶ τὰς τραπέζας, εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη ἀπόλυτος καὶ τῶν δύο βοηθῶν, ἤτοι ὑπηρετῶν, ὅθεν πρέπει νὰ μείνῃ ὁ προϋπολογισμὸς ὅπως ἔχει. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ Πανεπιστήμιον, χρῄζει προσωπικοῦ μείζονος διὰ τὰς ἐν αὐτῷ πολυειδεῖς γραφικὰς καὶ ὑλικὰς ἐργασίας, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ὑπάρχει σεσημειωμένος εἰμὴ γραμματεύς, εἷς ὑπογραμματεὺς καὶ εἷς βοηθὸς, καὶ ἐν τούτοις ἄπειρον ἐργασίαν ἔχει τὸ Πανεπιστήμιον. Συγχωρήσατέ μοι ὀλίγας ἐκ τῶν πολλῶν ἐν αὐτῷ ἐργασιῶν νὰ καταλέξω ὑμῖν. Ἐν πρώτοις ἐγγραφὰς ἔχει κατ’ ἔτος ἐπέκεινα τῶν χιλίων φοιτητῶν. Ἔχει δὲ τέσσαρας Σχολὰς, ἐξ ὧν ἑκάστη συνεδριάζει δὶς ἢ καὶ τρὶς τῆς ἑβδομάδος δι’ ἐξετάσεις· διότι ἐξετάζονται ἐν ταῖς δυσὶ Σχολαῖς τῆς Νομικῆς καὶ Ἰατρικῆς ὑπὲρ τοὺς ἑκατὸν εἴκοσι φοιτητὰς κατ’ ἔτος τὰς θεωρητικὰς καὶ πρακτικὰς ἐξετάσεις· ὁ δὲ γραμματεὺς εἶναι ἀνάγκη νὰ ᾖναι παρὼν μετὰ τῆς Σχολῆς διὰ νὰ κρατῇ τὰ πρακτικά. Ὅταν λοιπὸν ὁ εἷς καὶ μόνος γραμματεὺς οὗτος ἔχει συνάμα τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου, τὴν ἀλληλογραφίαν μετὰ τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, τὸ καθῆκον νὰ κρατῇ τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Συγκλήτου, ἥτις εἶναι ἡ πρώτη ἀρχὴ τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ δὲ Σύγκλητος συνεδριάζει δὶς καὶ τρὶς τῆς ἑβδομάδος, ὅταν ὁ γραμματεὺς ἔχῃ τὸ χρέος νὰ κρατῇ τὸ λογιστικὸν, νὰ ἐπιτηρῇ τοὺς ὑποτρόφους, νὰ ἐκδίδῃ τὰ διπλώματα καὶ ἀποφοιτήρια, νὰ ἐπιμελῆται τὰς ἐπιστημονικὰς συλλογὰς καὶ ταμεῖα, νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν κληροδοτημάτων καὶ τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ μυρίας ὅσας ἄλλας ἐργασίας ἔχει, ἐννοεῖτε ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἑνὸς μεγαλητέρου ἐπικουρικοῦ προσωπικοῦ παρὰ τὸ τοῦ ἑνὸς ὑπογραμματέως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν προφορικῶν εἰσὶ καὶ αἱ ἔγγραφοι ἐξετάσεις τῶν φοιτητῶν, διότι οἱ φοιτηταὶ ὑφίστανται καὶ ἐγγράφους ἐξετάσεις· κατὰ ταύτας δὲ πρέπει νὰ παρίσταται εἷς ὑπογραμματεὺς φύλαξ, ἵνα μὴ γίνηται δόλος περὶ τὰς ἐξετάσεις, ἵνα μὴ εἰσέρχωνται οἱ φοιτηταὶ μετὰ κεκρυμμένων τετραδίων καὶ δι’ αὐτῶν λύωσι τῶν καθηγητῶν τὰ προβλήματα· ὥστε βλέπετε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εὑρίσκηται ἐκεῖ εἷς ὑπογραμματεὺς ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δέον νὰ προστεθῇ ὁ δεύτερος οὗτος ὑπογραμματεὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Πανεπιστημίου. Πρέπει τις νὰ ἰδῇ ἐκ τοῦ πλησίον τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἵνα θαυμάσῃ μετὰ πάσης καρτερίας φέρει τὸ βάρος ὁ γέρων Δοκὸς, ἐργαζόμενος ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας. Τὸ Πανεπιστήμιον ἔχει κτήματα. Ποῖος ἐπιτηρεῖ αὐτά; Ποῖος συνάζει τὰ ἐνοίκια; Ποῖος πρέπει νὰ κρατῇ τὴν ἀλληλογραφίαν; Ποῖος πρέπει νὰ ἐπιτηρῇ εἰς τὴν ἐπισκευήν; ὅλα ταῦτα εἶναι ἔργα τοῦ γραμματέως.
§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γραμματεὺς, ὑπογραμματεὺς καὶ βοηθὸς νομίζω ὅτι ἀρκοῦσιν.
§98ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν ἀρκοῦσιν. Τὸ πανεπιστήμιον ἔχει ἐργασίαν περισσοτέραν ἑνὸς ὑπουργείου, οἷον τὸ τῆς Δικαιοσύνης, ἐρωτῶ πόσους ὑπαλλήλους ἔχει τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο; δώδεκα ὑπαλλήλους! Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ δεύτερος ὑπογραμματεύς. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο, Κύριοι, ἐνῷ ζητοῦμεν τὴν προσθήκην αὐτὴν δὲν ἐρχόμεθα ν’ ἀναγκάσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς ἀποδώσῃ ὅ,τι μᾶς ὀφείλει. Ὅτε ἐκάη τὸ Βουλευτήριον, ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις παρὰ τοῦ Πανεπιστημίου νὰ παραχωρηθῇ πρὸς χρῆσιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ἡ πρὸς βοῤῥᾶν πτέρυξ τοῦ Πανεπιστημίου ὑποσχομένη ν’ ἀποζημιώσῃ αὐτὸ, ἀλλ’ οὐ μόνον ἐννέα ὅλα ἔτη ἐξενίσθησαν αἱ Βουλαὶ ἐν αὐτῷ καὶ οὐδὲ λεπτὸν εἰς ἀποζημίωσιν ἐδόθη τῷ Πανεπιστημίῳ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀποτεταμιευμένον ὑλικὸν τοῦ Πανεπιστημίου ἀξίας ὀκτακισχιλίων δραχμῶν ἐλήφθη πρὸς διασκευὴν τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ εἰσέτι ὀφείλεται. Προσέτι ἡ Κυβέρνησις συνεφώνησε νὰ δίδῃ πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον τρισχιλίας δραχμὰς κατ’ ἔτος δι’ ἐνοίκιον τοῦ φυσιογραφικοῦ μουσείου, πόσα ἐπληρώθησαν;
§99ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου, εἶναι περιουσία τοῦ Κράτους.
§100ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἀπατᾶσθε Κύριε Παπαμιχαλόπουλε· τὸ Πανεπιστήμιον ὡς ἠθικὸν πρόσωπον ἔχει καὶ ἰδίαν περιουσίαν διακεκριμένην τῆς λοιπῆς τοῦ Κράτους ἐθνικῆς περιουσίας, τὴν δὲ περιουσίαν τοῦ Πανεπιστημίου διαχειρίζεται οὐχὶ τὸ ὑπουργεῖον ἀλλ’ ἡ ἐκ καθηγητῶν συγκεκροτημένη Ἀκαδημιακὴ Σύγκλητος. Δὲν ἔχει ἀνάγκην τὸ Πανεπιστήμιον νὰ ἐνοικιάζῃ τὰ καταλύματά του εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι τώρα 13 ἔτη ἀφ’ ἧς ἐνοικιάσθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν φυσιογραφικὴν ἑταιρίαν ὁ μεσόδομος τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ δὲν ἐπληρώθησαν εἰμὴ 8,860 δραχμαὶ ἐνῷ τῷ ὀφείλονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως 39 χιλιάδες, ἄρα χρεωστοῦνται αὐτῷ ὑπὲρ τὰς 30 χιλιάδας. Αὐτὸ εἶναι χρέος τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν τὸ ἀρνεῖται, διότι ὑπάρχουσι τὰ ἔγγραφά της δι’ ὧν ἀναγνωρίζει τὸ χρέος της τοῦτο, ἀφοῦ λοιπὸν τὸ Πανεπιστήμιον, ὁ δανειστὴς, δὲν ἀναγκάζῃ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποτίσῃ τὸ χρέος της, ἂς ᾖναι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἧττον φειδωλὴ, πρὸς τὸ νὰ χορηγήσῃ αὐτῷ τινὰς εὐκολίας. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν, ἔχετε ἀνάγκην προσωπικοῦ; λάβετε ἀπὸ τῆς ἰδιαιτέρας περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου· καὶ ἠναγκάσθη πραγματικῶς τὸ Πανεπιστήμιον νὰ προσλάβῃ νέον Βοηθὸν ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας του περιουσίας, καὶ νὰ δαπανᾷ αὐτό. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ὡς καθηγητὴς καὶ ὡς συγκλητικὸς, ὁμολογῶ ὅτι μετὰ λύπης καὶ τύψεως συνειδότος, δίδω τὴν συναίνεσίν μου εἰς τὴν κατ’ ἀνάγκην πληρωμὴν αὐτὴν, διότι ἀναλογίζομαι, ὅτι οἱ προικοδοτήσαντες τὸ Πανεπιστήμιον, δὲν ἐπροικοδότησαν αὐτὸ πρὸς τὸ νὰ πληρόνῃ χρέη τῆς Κυβερνήσεως, ἄλλα δι’ ἄλλον σκοπόν. Τὰ εἰσοδήματα τοῦ Πανεπιστημίου ἔχουσιν ἄλλον σκοπὸν, καὶ οὐχὶ νὰ πληρόνωσιν ὑπαλλήλους οὓς ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ πληρόνῃ διότι καὶ τὸ σύνταγμα αὐτὸ τὸ λέγει ὅτι. Ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τοῦ Κράτους. Ἴδετε, Κύριοι, τὴν τοῦ Πανεπιστημίου εὐπορίαν! Δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν μετὰ τόσα ἔτη, καίτοι ἔχον εἰσόδημα ἐτήσιον 60,000 δραχμῶν, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπιχρισθῇ οὔτε ἐξωτερικῶς, οὔτε ἐσωτερικῶς ὅλον δι’ ἀμμοκονίας, ἀλλὰ μένει ἀτελές· δὲν δύναται νὰ τελειώσῃ ἕνα μεσόδομον· δὲν ἔχει ἓν δωμάτιον, ἔνθα νὰ τελῇ τὰς τελετὰς τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν ἔχει ἀκροατήριον ἱκανὸν νὰ χωρίσῃ τοὺς ἀκροωμένους τῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς μαθημάτων, ὥστε τὸ ἐπίφθονον τοῦτο διὰ τὴν εὐπορίαν του Πανεπιστήμιον ἀπὸ εἴκοσιν ἤδη ἐτῶν μένει ἀτελές. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον διὰ δαπάνας χρῄζει 14 χιλ. δραχ. κατ’ ἔτος. Καὶ πρὸς τίνα δαπανῶνται αὗται; Ἡ Νομικὴ Σχολὴ καὶ ἡ Θεολογικὴ οὐδεμίαν ἀπαιτοῦν δαπάνην, διότι τὰ μαθήματα αὐτῶν εἰσὶν ὅλως θεωρητικά. Ἡ Ἰατρικὴ ὅμως καὶ ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ χρῄζουσι δαπανῶν τινων, διότι ἐν αὐταῖς διδάσκονται ἐπιστῆμαί τινες πειραματικαὶ, πολλὰ δὲ μαθήματα ἤθελον διδάσκεσθαι λίαν ἀτελῶς ἄνευ καταναλώσεως ὑλῶν· ἀλλ’ ὡς αἱ τοιαῦται δαπάναι γίνονται διὰ τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν πρέπει καὶ νὰ πληρόνωνται παρὰ τῆς ὑποχρέου νὰ δαπανᾷ δι’ αὐτὴν Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τὴν μεγάλην ἀνέχειαν τοῦ Ταμείου, μετὰ τὴν Ὀκτωβριανὴν ἐπανάστασιν τὸ Πανεπιστήμιον προσεφέρθη νὰ καταβάλῃ τὰς δαπάνας ταύτας διὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1863, ὁ Κ. Πετσάλης διέταξεν ἐν τῷ ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθέντι προϋπολογισμῷ ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρὸν ἔτος δαπανήσῃ ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλ’ εὐχαριστῶ τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι εὐηρεστήθη ἐπὶ ταῖς παρατηρήσεσιν ἃς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ τῇ ὑποβάλω, καὶ τὰς ὁποίας εὗρεν ὀρθὰς καὶ δικαίας, νὰ προτείνῃ ἐν τῇ ἐκθέσει της πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅπως σημειωθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ ἔξοδα ταῦτα εἰς βάρος τοῦ δημοσίου. Ἔρχομαι εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς βιβλιοθήκης.
§101ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ τὰ ἀναφέρητε ὅλα τώρα διότι θὰ τὰ τὰ λησμονήσωμεν.
§102ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν Κύριοι, ὅθεν συμπεραίνων, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ ἐλαττώσῃ τὰς ἕδρας, ἀλλὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ μὴ συμπληρώσῃ τὰς κενὰς αἱ ὁποῖαι σημειοῦνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· οὕτως ἐν αὐτῷ μὲν σημειοῦνται πεντήκοντα, πράγματι δὲ νῦν μόνον τεσσαράκοντα καὶ ἑπτὰ κατέχονται ὑπὸ Καθηγητῶν, νὰ μείνωσι λοιπὸν ὅσαι εἶναι μεχρισοῦ ὑποβληθῇ ὁ περὶ Πανεπιστημίου νόμος. Παρακαλῶ δὲ τὸν Κ. ὑπουργὸν ὅπως προτείνῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν προσθήκην καὶ ἑτέρου ὑπογραμματέως τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς ἀπολύτως ἀναγκαίου. Νὰ μείνῃ δὲ ὁ προπαρασκευαστὴς ὡς ἔχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ὡς τὸν παρεδέχθη καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ δύο βοηθοὶ, ἤτοι ὑπηρέται, διότι οὗτοι συντελοῦσιν εἰς τὴν καθαριότητα τοῦ μαθήματος τῆς ἀνατομίας. Ὡς πρὸς δὲ τὴν Ἀστυκλινικὴν εἰμὶ γνώμης νὰ μείνῃ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ περὶ αὐτῆς συζήτησις ὡς βλέπω θέλει λάβει χώραν μεταξὺ ἰατρῶν ἀντιφρονούντων μελῶν δὲ τῆς Συνελεύσεως ταύτης ὑποχωρῶ πρὸς αὐτοὺς ἐπιφυλαττόμενος ν’ ἀναλάβω τὸν λόγον εἰς τὰ λοιπὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Παιδείας κεφάλαια ἐφ’ ὧν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπήνεγκεν ἐλαττώσεις.
§103ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ν’ ἀκούσωμεν καὶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς.
§104ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ὡς μέλος, Κύριοι, τῆς ἐπιτροπῆς θέλω σᾶς ἐκθέσει τὰ πράγματα. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι τῳόντι ἀκροσφαλέστατον, (θόρυβος). Διότι οἱ ἔχοντες, τὸν λόγον γεγυμνασμένον, καθὼς εἶναι ὁ προλαλήσας, δύνανται ν’ ἀποπλανήσωσι τοὺς μὴ εἰδικὰς γνώσεις περὶ τὰ τοιαῦτα ἔχοντας πολλὰ εὐκόλως· καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι μετὰ δυσαρεσκείας καὶ σχεδὸν μετ’ ἀποστροφῆς λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· μολαταῦτα ὀφείλω νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ νὰ ἐκφράσω εἰλικρινῶς καὶ ἐν πεποιθήσει τὴν περὶ τούτου γνώμην μου. Ἡ ἐπιτροπή σας ὅταν ἀνέλαβε τὸ ἔργον νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ Πανεπιστημίου, βεβαίως οὔτε κατὰ τὸν πατριωτισμόν, οὔτε κατὰ τὸν πρὸς τὴν Παιδείαν ζῆλόν της ἔμεινεν ὀπίσω· πολὺ καλῶς ἐσκέφθη καὶ ἐστάθμισε τὴν θέσιν της. Ὁμολογεῖ, ὅτι οὐδεμίαν δαπάνην τὸ ἔθνος πρέπει νὰ φεισθῇ διὰ τὸ Πανεπιστήμιον, οὐχὶ ὅμως καὶ δι’ ἱκανοποίησιν προσώπων. Λυποῦμαι διότι αἴσθημα φιλίας, συγγενείας, ἁπλῆς γνωριμίας, δὲν μοὶ ἀφίνουν ἐντελῶς νὰ σᾶς ἐκθέσω τὴν ἱστορίαν τοῦ Πανεπιστημίου· δὲν θέλω ἀναφέρει λοιπὸν πρόσωπα, ἀλλὰ θέλω κάμει λόγον περὶ ἑδρῶν. Διὰ νὰ λάβῃ τις ἀκριβῆ γνῶσιν περὶ τῶν ἀναγκῶν ἑνὸς Πανεπιστημίου, ὁποίου τοῦ ἡμετέρου, εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ εἰδικῶς, νὰ ἠσχολήθη ὁπωσοῦν περὶ τὰ τοιαῦτα, νὰ γνωρίζῃ τὰ ἐν Εὐρώπῃ. Πανεπιστήμια, καὶ δὲν πρέπει νὰ καταφεύγει βεβαίως εἰς τὴν Σερβίαν, ὅπου ὁ Κύριος Σαρίπολος κατέφυγεν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχῃ οὐχὶ μόνον γνῶσιν τῶν ἐν Εὐρώπῃ Πανεπιστημίων, ἀλλὰ νὰ εἶναι καὶ κάτοχος καὶ τῆς ἱστορίας τοῦ ἡμετέρου· ἀναδιφήσατε λοιπὸν τὴν ἱστορίαν τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, καὶ θέλετε ἰδεῖ ἂν ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἑδρῶν ἐγένετο κατ’ ἀνάγκην τῆς ἐπιστήμης, ἢ πρὸς ἱκανοποίησιν προσώπων Τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον, Κύριοι τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ ἴσως ἴσως, οὐχὶ μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν τῆς τότε ἐξουσίας, καὶ συνδρομῇ τῶν ὁμογενῶν συνέστη ὀλίγα ἔτη μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος. Ἀπὸ δὲ τῆς συστάσεώς του μέχρι σήμερον δυνάμεθα, καὶ θὰ σᾶς φέρω καὶ ἀποδείξεις, νὰ διαιρέσωμεν εἰς δύω ἐποχὰς τὸν βίον τοῦ Πανεπιστημίου μας. Ἀπὸ τὰ 1836, μέχρι τοῦ 55, τὸ Πανεπιστήμιον ὑπῆρξεν σεβαστὸν κἄπως ἀπὸ τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις. Κατὰ τὸ 1836, τριάκοντα μόνον ἕδραι ἦσαν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Φαίνεται δὲ ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ πεπτωκὸς σύστημα, τὸ τῆς ἀποῤῥοφήσεως καὶ τῆς διαφθορᾶς, δὲν ἐτόλμησε νὰ εἰσδύσῃ μέχρι τοῦ κατοικητηρίου τῶν Μουσῶν· ἐφοβεῖτο μήπως φοραθῇ καὶ ἀναπτυχθῶσιν ἐγκαίρως ὅλαι του αἱ ἀσχημίαι· διὰ τοῦτο καὶ πολὺ ἀργὰ ἐτόλμησε νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Κύριοι, μεταξὺ ἡμῶν παρακάθηνται Ἰατροὶ ἐκ τῶν ἐκλεκτοτέρων μεταξὺ τῶν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴν ἀναφέρω ἐκ τῶν παρόντων, ἀφήσατε ν’ ἀναφέρω ἐκ τῶν ἔξω. Γνωρίζετε τὸν Κ. Ξύδην, τὸν Κ. Μιλιώτην, τὸν Κ. Γούδαν, καὶ τόσους ἄλλους καλοὺς ἰατροὺς, οὗτοι περὶ τὰ 1819, εἶχον τελειώσει τὰς σπουδάς των καὶ ἐγένετο διδάκτορες, ὅτε ἦσαν 6 Καθηγηταὶ τῆς Ἰατρικῆς, καὶ οὗτοι εἶναι ἐκ τῶν ἐκλεκτοτέρων ἰατρῶν καὶ περὶ τὴν χερουργίαν. Ἂς ἐξετάσωμεν πόσοι ἦσαν οἱ Καθηγηταὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς; ἑπτά. Πόσοι εἶναι σήμερον; δέκα ὀκτώ. Ἀλλ’ ἂν εἰς ἄλλο Πανεπιστήμιον ἐγένετο μία τοιαύτη αὔξησις τῶν ἑδρῶν, βεβαίως ἠθέλομεν εἰπεῖ, ὅτι μὲ ὅλην τὴν ἔλειψιν τῶν μέσων, ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πορείαν αὐτῆς τῆς ἐπιστήμης. Μέχρι τοῦ 53 τὸ σύστημα ἐδειλία νὰ εἰσέλθῃ ὡς εἶπον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· ἔφερεν μερικοὺς κτύπους, ἀλλὰ πολιτικοὺς μόνον· ἤθελε μόνον νὰ προσβάλλῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν του, διότι δυστυχῶς ἡ Συνέλευσις τοῦ 43 ἔδωσε τὸ δικαίωμα, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον νὰ ἔχῃ ἀντιπρόσωπον, νὰ κάμῃ ἐκλογὰς, καὶ οὕτω πως ἐπῆλθον διαιρέσεις καὶ διαπληκτισμοί.
§105ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν ἐγένοντο ποτὲ ἕνεκα τῆς ἐκλογῆς διαπληκτισμοὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον.
§106ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Μεταξὺ τῶν Καθηγητῶν ὑπῆρχεν ἀνεξαρτησία, καὶ διωρίζοντο σπουδαῖοι ἄνθρωποι· καὶ ἂν ἐπείρχοντο ἀτοπήματά τινα, ταῦτα δὲν ἦσαν πρὸς βλάβην τῆς ἐπιστήμης· ἦτον κτύποι πολιτικοί, π. χ. ἔπαυσε τὸν Δομνάνδον, καὶ διώρισεν ἕνα ἄλλον ἐπίσης ἱκανόν· δὲν ἐζήτησε νὰ τὸν διαφθείρῃ, ἀλλ’ ἔπαυσε τὸν πρῶτον διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν του, καὶ τὸν ἀντικατέστησε διὰ τοῦ Κ. Μητσοπούλου ἐπίσης ἱκανοῦ. Ἔπαυσε τὸν Κ. Ὀλύμπιον καὶ διώρισε τὸν Πετσάλην τοῦ ὁποίου ὅλοι γνωρίζετε τὴν ἱκανότητα καὶ παιδείαν. Βλέπετε ὅτι μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς τὸ σύστημα δὲν προσέβαλεν τὴν ἐπιστήμην, ὑπούλως μόνον εἰργάζετο διαφθεῖρον τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως ἐκείνης ἐξέλειπεν ἡ αἰδώς. Τότε ὑπῆρχον 35 Καθηγηταὶ, συμπεριλαμβανομένων τοῦ Μισαὴλ καὶ Φαρμακίδου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδίδαξαν.
§107ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὁ Μισαὴλ παρέδιδε μαθήματα.
§108ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἔστω· ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ ὁ Κ. Βούρης, ὁ ὁποῖος δὲν παρέδιδε· μὴ ζητεῖτε Κ. Σαρίπολε νὰ μὲ ἀποπλανήσητε· ἦτο πραγματικῶς 32. Σημειώσατε καλὰ, μέχρις τῆς ἐποχῆς τοῦ 53 ἦσαν μόνον 32. Ἀπὸ τότε ὁ ἀριθμὸς ηὔξανε κατὰ γεωμετρικὸν λόγον, καὶ οὐχὶ κατ’ ἀριθμητικὸν μέχρις τῆς 10 8βρίου καὶ ἐντεῦθεν. Τότε πλέον οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ, ἀπὸ τοῦ Χρηστοπούλου τοῦ μακαρίτου ἰδίως, δὲν εἶχον κατὰ νοῦν ν’ ἀναπληρώσωσιν ἀνάγκας τῆς ἐπιστήμης· ἀλλὰ τί ἔλεγαν· ὁ Ῥεβελάκης. π. χ. ἦτο εἷς ἔχων δυνατὴν προστασίαν· ἔκαμνε τὸν ἀντιπολιτευόμενον, ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἱκανοποιηθῇ· ἐφευρίσκετο ἀμέσως μία ἕδρα. Μία ἕδρα ἔπρεπε νὰ διαιρεθῇ, ἂν τοῦτο ἐγένετο εἰς τὴν Εὐρώπην, ἴσως ἦτο πρέπον, ἀλλ’ εἰς Ἑλλάδα δὲν πρέπει νὰ γίνεται, διότι δὲν ὑπάρχουν τὰ ὑλικὰ μέσα πρὸς τοῦτο, καὶ τοῦτο τὸ λέγω μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τοὺς Καθηγητάς· διότι ἐὰν διαιρέσητε ἕνα κλάδον τῆς ἐπιστήμης, θὰ ἔχετε ἀνάγκην νέων μέσων π. χ. ἔρχομαι εἰς τὴν Ἀνατομίαν· ἡ ἀνατομία εἶναι μάθημα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὑλικὰ μέσα· ἂν διαβάσητε ἀνατομίαν 20 ἔτη, θὰ μείνετε ὅπως εἶσθε· ὑπάρχει ἀνάγκη ὑλικῶν μέσων· ἐνταῦθα ὅμως δὲν δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα, καὶ μόλις οἱ μαθηταὶ, τῶν ὁποίων ὁ ζῆλος ὑπερβαίνει ὅλων τῶν ἄλλων ἐθνῶν, κατορθόνουσι νὰ εὕρωσι τοιαῦτα, οὕτω οἱ φοιτηταὶ τῆς ἰατρικῆς διὰ νὰ σπουδάσωσι τὴν ἀνατομίαν, ἔχουσιν ἀνάγκην πτωμάτων πολλῶν· καὶ μόλις 2 πτώματα τὸ ἔτος ἔχουσι· καὶ ὅμως νομίζετε ὅτι ὑπάρχει εἷς Καθηγητὴς τῆς ἀνατομίας; προσθέσατε καὶ 2ον, καὶ 3ον, μὲ μόνον 2–3 πτώματα κατ’ ἔτος! Ἀλλ’ ὄχι μόνον ἡ ὑποδιαίρεσις αὕτη τῶν ἑδρῶν ἐγένετο, ἀλλὰ καὶ νέαι ἐφευρέθησαν ἐπιστῆμαι, μόνον διὰ τὴν Ἑλλάδα· ὥστε μικροῦ κατὰ μικρὸν κατήντησεν, ὥστε τὸ κεφάλαιον μιᾶς ἐπιστήμης νὰ γείνῃ ἐπιστήμη ὁλόκληρος. Διὰ τί ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν; χάριν οἰκονομίας; ὄχι, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ σύγχυσις· καὶ μεγάλη σύγχισις ἐπῆλθε τῇ ἐπιστήμῃ· ἂν ἐπρόκειτο νὰ φέρωμεν μόνον οἰκονομίαν, ἤθελον συγκατανεύσει καὶ ἐγώ. Ὅλοι οἱ ἔξωθεν ἐρχόμενοι ἐδῶ καὶ βλέποντες τὴν κατάστασιν αὐτὴν τοῦ Πανεπιστημίου μᾶς περιγελῶσι· δὲν θέλω νὰ εἴπω ὀνόματα· ἀλλ’ ἀκόμη πρὸ μικροῦ ἦλθεν ἐδῶ ἕνας ξένος, Καθηγητὴς εἰς ἓν ἄλλο Πανεπιστήμιον τῆς Εὐρώπης καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι 9 Καθηγηταὶ τῆς ἰατρικῆς ὑπάρχουν ἐκεῖ.
§109ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι;
§110ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Εἶναι ὁ Κ. Φὼς, Καθηγητὴς εἰς Σουηδίαν. Μὲ ἠρώτησε, ποῖαι ἕδραι εἶναι ἐδῶ;—Τῇ ἀληθείᾳ, ἐφ’ οὗ ἐμέτρησα ἀρκετάς· δὲν ἐνθυμοῦμαι, λέγω, τόσαι εἶναι, περίπου 16, 17. — Ἐννέα μόνον, λέγει, ἔχομεν ἡμεῖς· ἐγὼ δὲ ἀνέφερα τὰ ὀνόματα τῶν ἑδρῶν. Ἡ κατάστασις ἡ σημερινὴ τοῦ Πανεπιστημίου ὀρθῶς καὶ δικαίως ἐξεταζομένη, ἀποδεικνύει ὅτι ὁποία σπατάλη καὶ καχεκτικὴ κατάστασις ὑπῆρχε διὰ τὴν διοίκησιν, ἡ αὐτὴ καὶ διὰ τὴν παιδείαν. Ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ἡ ἰατρικὴ Σχολὴ τῶν Παρισίων ἂν δὲν ᾖναι ἡ ἀνωτέρα πασῶν, εἶναι ὅμως μία ἐκ τῶν ἀνωτέρων· ἐγὼ ὅμως τὴν νομίζω ἀνωτέραν πασῶν. Πόσας ἕδρας ἔχει, Κ. Σαρίπολε, ὅστις ἐσπουδάσατε εἰς τὴν Γαλλίαν; — 12 μόνον ἕδρας.
§111ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἀλλὰ πόσοι καθηγηταὶ εἶναι δι’ ἑκάστην ἕδραν;
§112ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Καὶ ἰδοὺ καὶ ἕδραι, ἂν θέλετε· Ἀνατομία, Φυσιολογία, κτλ. (πρὸς τὸν στενογράφον) ἔπειτα σᾶς δίδω τὸν κατάλογον. — Ὑπάρχουν 14, ἀλλ’ ἠξεύρετε διὰ τί; Διότι ὑπάρχει Κλινικὴ Μαιευτικῆς, καὶ Χειρουργίας. Ἀνατομία, Φυσιολογία, Παθολογικὴ Ἀνατομία, γενικὴ Παθολογία, εἰδικὴ Παθολογία, Χειρουργία, Ὑγιεινὴ, Φαρμακολογία, Θεραπευτικὴ, Ἰατροδικαστικὴ, Μαιευτικὴ, Ἐγχειριστικὴ καὶ Κλινική. Ἡ χειρουργικὴ Κλινικὴ εἶναι συγχωνευμένη ἐνταῦθα εἰς τὴν Χειρουργίαν· ἡ δὲ Μαιευτικὴ Κλινικὴ ἐπίσης εἰς τὴν Μαιευτικήν. Ὑπάρχουσι δὲ πολλοὶ καθηγηταὶ Κλινικῆς μόνον καὶ μόνον Κλινικῆς, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουν 10, 20, 30 νοσοκομεῖα, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἔχει 1500, τὸ μικρότερον 400 ἀσθενεῖς· καὶ ἐπειδὴ ὅταν φοιτῶσι πλέον τῶν 1500 φοιτηταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὡς πρὸς τὴν κλινικὴν νὰ ὠφεληθῶσι ἐκ τῆς παραδόσεως τοῦ καθηγητοῦ, διὰ τοῦτο ὡς πρὸς τὴν κλινικὴν ἔχουν περισσοτέρους καθηγητὰς, διότι πρέπει νὰ διαιρῶνται οἱ μαθηταὶ, ὁ ἕνας νὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸν Κ. Σαρίπολον, ὁ ἄλλος ἀπὸ τὸν Κ. Σχινᾶν καὶ καθεξῆς· ὑπάρχει λοιπὸν, Κύριοι, σπατάλη παρ’ ἡμῖν; εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθῇ ἡ ἡμετέρα Σχολὴ, ἥτις ἔχει 2 μόνον πτώματα κατ’ ἔτος μὲ τὴν ἰατρικὴν σχολὴν τῶν Παρισίων; ὄχι, καὶ μολοντοῦτο ὑπάρχουν μόνον 12 ἕδραι ἐνῷ ἐδῶ 18, καὶ ἴσως πολλαπλασιασθῶσιν. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἱκανότητος, ὅλοι εἶναι ἱκανοὶ, διότι ἂν τοῦτο ἐξετάσω ἠμπορῶ νὰ περιπέσω εἰς ἀτοπήματα ἕνεκα πεποιθήσεων ἰδικῶν μου. Ποῖον λοιπὸν εἶναι τὸ συμπέρασμα ὅλων τούτων; Ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ ἕνα κανονισμὸν, ἕνα ὀργανισμὸν· ἀλλὰ καὶ πρὶν τὸν φέρῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, ὅστις πρόκειται νὰ κανονίσῃ τίνι τρόπῳ θέλουν παραδίδεσθαι τὰ μαθήματα, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ἐτήσιοι αἱ ἐξετάσεις, ὑπὲρ τῶν ὁποίων εἶμαι καὶ κηρύσσομαι, καὶ δύω τρεῖς ἄλλας διατάξεις οὐσιώδεις. Κατὰ τὸ 59, ὅτε ἤμην βουλευτὴς καὶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, χάριν τοῦ ὁποίου ἐγένετο καὶ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ὑπεστήριξα τὰς ἐνιαυσίους ἐξετάσεις καὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἑδρῶν.
§113ΚΟΤΖΙΑΣ. Φαίνεσθε ὅτι ἐμειοψηφίσατε μόνος σας εἰς τὸν κανονισμὸν ἐκεῖνον· (θόρυβος).
§114ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἤμην καὶ ἐγὼ διὰ τὰς ἐνιαυσίας ἐξετάσεις σύμφωνος μὲ ὑμᾶς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ Κύριε Ῥεβελάκη· (θόρυβος).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τάξιν Κύριοι.
§116ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἡ Συνέλευσις λοιπὸν πρέπει νὰ ἀπαιτήσῃ ὅπως τάχιστα ἡ Κυβέρνησις φέρει ἕνα ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου. Καὶ λέγων ὀργανισμὸν δὲν ἐννοῶ κανονισμόν· διότι τὸ Β. Δ. ἠμπορεῖ νὰ ὁρίσῃ τὰς κανονιστικὰς διατάξεις. Ὁ ὀργανισμὸς πρέπει νὰ προβλέψῃ περὶ τετσάρων ἀντικειμένων· ά) πόσαι ἕδραι θὰ ᾖναι βʹ) πῶς πρέπει νὰ διορίζωνται οἱ καθηγηταί· διὰ διαγωνισμοῦ, ἢ ἄλλως πως; καὶ οὐχὶ ὅπως τὸ θέλῃ ὁ Γιάννης ἢ ὁ Κώστας· γʹ) πρέπει νὰ γείνωνται ἐτήσιοι αἱ ἐξετάσεις; καὶ δʹ) περὶ ἐλευθέρας ὑφηγεσίας. Αὐτὰ τὰ 4 ἄρθρα τὰ θεωρῶ ὡς τὸ σύνταγμα τοῦ Πανεπιστημίου, τὰ λοιπὰ εἶναι κανονιστικά. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη ἔργου ἐκτεταμένου ὁποῖον τὸ ἔκαμε μία ἐπιτροπὴ τῆς ὁποίας ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος· καὶ εἰργάσθημεν ἐπὶ 5 μῆνας. Πόσας ἕδρας παραδέχεται ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον ἔλαβε μέρος καὶ ὁ Κ. Σαρίπολος; Δὲν λέγω διὰ τὸν ἑαυτόν μου διότι ἐγὼ ἴσως εἶμαι ὁ τελευταῖος. Ἀλλ’ ἦταν ὅλαι αἱ ἐπισημότητες τῆς ἐπιστήμης; ὁρίζει 11 ἕδρας διὰ τὴν ἰατρικὴν σχολήν. Σᾶς εἶπον ὅτι ἄλλοτε ἡ θεολογικὴ σχολὴ εἶχεν ἕνα μόνον καθηγητήν· σήμερον ἔχει τέσσαρας. Ἀλλὰ τέσσαρες εἶναι ἀρκετοί. Εἰς τὴν Νομικὴν εἶναι σήμερον ὀκτώ. Ὁ Κ. Σαρίπολος σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἀρκοῦν, ἀλλ’ ἐγὼ προσθέτω καὶ ἕνα καὶ γείνονται ἐννέα. Λοιπὸν ἐννέα καὶ ἕνδεκα τῆς ἰατρικῆς γίνονται 20 καὶ 4=24. Ἂς ἔλθωμεν τώρα καὶ εἰς τὴν φιλοσοφικὴν σχολήν. Ἰδοὺ ποῖαι εἶναι αἱ γνῶμαι τῆς ἐπιτροπῆς τῶν σοφωτέρων καθηγητῶν καὶ μὴ καθηγητῶν. 5 ἕδραι τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων λέγουσιν ὅλοι ὅτι ἀρκοῦσιν. 2 τῆς ἱστορίας, εἷς τῆς ἀρχαιολογίας· γείνονται 8. 3 τῆς φιλοσοφίας· 2 τῶν μαθηματικῶν, γείνονται 13. Εἷς τῆς φυσικῆς. 2 τῆς χημείας καὶ φαρμακευτικῆς καὶ εἷς τῆς βοτανικῆς, καὶ εἷς τῆς ζωολογίας. Τὸ ὅλον λοιπὸν 18 καὶ 24 τῶν ἄλλων σχολῶν γίνονται 42. Τοσοῦτος λοιπὸν εἶναι ὁ ἀναγκαῖος ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν· ὥστε ὅπως σᾶς τὸ ἐξέθεσαν πάλιν ἔχομεν κἄποιαν σπατάλην. Ἀλλ’ ὁ Κ. Χρηστίδης εἶπεν ἂς ἀφήσωμεν καὶ 2 ἀκόμη διὰ νὰ μὴ φωνάζωσιν! Ἂν θέλετε νὰ παραβάλλωμεν μὲ ἄλλα Πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης, τῆς Σουηδίας, τῆς Κοπενάγης τῆς Γερμανίας κτλ. θὰ ἴδητε ὅτι ἐκεῖ εἶναι 32–36 ἕδραι καὶ ἐδῶ θὰ ἔχομεν 42. Ἀλλ’ ὁ Κ. Χρηστίδης εἶπεν ἂς ἀφήσωμεν καὶ ἄλλους δύω διὰ νὰ μὴν θίξωμεν ὡς λέγουσι τὰ ἱερά. Κύριοι δὲν θίγομεν τὰ ἱερά· ἀλλὰ θέλομεν νὰ τὰ καταστήσωμεν σεβαστὰ τοῖς πᾶσι, διότι σκανδαλωδῶς ἠσέβησαν ἐπ’ αὐτῶν. Ὁ Κ. Κοτζιᾶς ἀναβαίνει ἐπὶ τοῦ βήματος.
§117ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον! αὔριον. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 5 καὶ 5 Μ. Μ.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Θεόφ. Γεωργίου.