1864.02.03
1,323 rows · 10,754 words · 122 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΣΙΓʹ.
Τῆς 3 Φεβρουαρίου 1864.
(Δευτέρα.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτέρας συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΔΑΓΡΕΣ. Προχθές, ὅτε ἐσυζητεῖτο τὸ περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ἐγγείων φόρων, ἀνέφερον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογῶνται αἱ νευρίδες· αὐτὸ μοὶ φαίνεται, ὅτι πολὺ καλὰ τὸ ἐνθυμοῦνται ὅλοι, ἀλλ’ εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν ἐτέθη ἡ γνωμοδότησις αὕτη, παρακαλῶ λοιπὸν ἀντὶ χονδρομετάξης νὰ τεθῇ νευρίδες· πρὶν κυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, ἤθελον ὑποβάλει ἑτέραν πρότασιν· θέλω σᾶς κάμει λόγον περί τινος προϊόντος τῆς νήσου Πάρου, τῆς σμύριδος, περὶ τῆς ὁποίας εἶχε γείνει καὶ ἀναφορά.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι πρότασις νέα.
§4ΔΑΓΡΕΣ. Περὶ τοῦ προϊόντος περὶ οὗ σᾶς ὁμιλῶ, ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐξελέχθη ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἔχει φέρει ἔκθεσιν κ’ ἔπρεπε πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ἐγγείων φόρων νὰ ψηφισθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀντίῤῥησις;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἐνεκρίθησαν. Ὁ ἀξιότιμος Κ. Πρόεδρος τῆς Ἰονίου Βουλῆς εἰς ἀπάντησιν ἐπιστολῆς μου, συνοδευούσης τὴν ἀποστολὴν τοῦ σχεδίου τοῦ συντάγματος καὶ τῶν στενογραφικῶν πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν, τῆς ὁποίας τὴν ἀνάγνωσιν πιστεύω, ὅτι θέλει μοὶ ἐπιτρέψει ἡ Συνέλευσις. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἰονίου Βουλῆς Πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Κύριε Πρόεδρε! Παρέλαβον τὴν ἀπὸ 4 Ἰανουαρίου ἐπιστολήν σας μετὰ τῶν ἐπισυνημμένων ἀντιτύπων τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ πληρεξουσίου Κ. Βαλτινοῦ καὶ τοῦ ὑποβληθέντος σχεδίου Συντάγματος, καὶ διένειμα αὐτὰ εἰς ἅπαντας τοὺς βουλευτὰς καὶ λοιποὺς ἀναφερομένους εἰς τὴν ἐπιστολήν σας. Εὐχαριστῶ ὑμᾶς διὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐγγράφων τούτων καὶ πέποιθα, ὅτι οἱ Ἑπταννήσιοι μελετῶντες τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, ὅπερ μέλλει νὰ διέπῃ τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θέλουσι καὶ αὐτοὶ τεθῆ εἰς κατάστασιν διὰ τῶν πληρεξουσίων των νὰ συνεργασθῶσιν ἐν τῇ Συνελεύσει πρὸς καταρτισμὸν τοῦ θεμελιώδους τούτου νόμου. Δέξασθε Κύριε Πρόεδρε τὰς διαβεβαιώσεις τῆς πρὸς ὑμᾶς ἐξαιρέτου ὑπολήψεώς μου. Ἐν Κερκύρᾳ τῇ 25 Ἰανουαρίου 1864.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΑΔΟΒΑΣ
Πρόεδρος τῆς Ἰονίου Βουλῆς. (Σημεῖα εὐαρεσκείας πανταχόθεν). Ὁ πληρεξούσιος Κ. Ῥούκης ζητεῖ 15 ἡμερῶν ἀπουσίας ἄδειαν. Ὁ πληρεξούσιος Ἠλείας Κ. Πετραλιᾶς ζητεῖ ἑνὸς μηνὸς ἀπουσίας ἄδειαν. Ὁ πληρεξούσιος Κ. Βαρότσης ζητεῖ ἄδειαν καὶ ὁ πληρεξούσιος Κ. Στάϊκος, νὰ τοῖς δοθῇ;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ἔκθεσις τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ προικοκτησιῶν· παρακαλεῖται ὁ Κ. εἰσηγητὴς νὰ τὴν ἀναγνώσῃ.
§10ΤΙΝΕΣ. Τὴν γνωμοδότησιν μόνον, διότι εἶναι ἐκτεταμένη. Ὁ εἰσηγητὴς Κ. Κεχαγιᾶς ἀναγινώσκει τὴν γνωμοδότησιν μόνον τῆς ἐκθέσεως. Ἄρθρον Μοναδικόν. «Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 12 Αὐγούστου 1855 νόμου περὶ τῶν ἐκ προικοκτησιῶν καθυστερούντων ὑπάγονται καὶ οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 11 μὴ ὑπαχθέντες εἰς τοὺς ὁρισμοὺς αὐτοῦ, ἀρχομένης τῇ 1 Ὀκτωβρίου 1864 τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 2 πρώτης δόσεως.»
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὑποβάλλεται πρότασις παρὰ τοῦ πληρεξουσίου Κ. Βαλτινοῦ. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει. Ἄρθρον 1. Τὸ περὶ τακτοποιήσεως τοῦ στρατοῦ ψήφισμα ΟΣΓʹ. διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ μέχρι τῆς ἐντελοῦς τοῦ στρατοῦ τακτοποιήσεως. Ἄρθρον 2. Θέλουσι τεθῆ εἰς ἀργίαν μόνον ἀξιωματικοί, οἵτινες ἀπομακρυνθέντες τῶν τάξεών των ἕνεκα τῶν πολιτικῶν περιστάσεων τῆς ἐπαναστάσεως δὲν κριθῶσι δυνάμενοι ν’ ἀναλάβωσι πρὸς καιρὸν ὑπηρεσίαν. Ἄρθρον 3. Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν θέλει ἀναγγείλει εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν τακτοποίησιν τοῦ στρατοῦ.
Β. ΒΑΛΤΙΝΟΣ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁρίσῃ ὁ προτείνας τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως.
§13ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὴν τετάρτην.
§14ΕΤΕΡΟΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§15ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ συζητηθῇ μετὰ τὸν προϋπολογισμόν, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα) θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀνάπαλιν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ γίνῃ ἀνάπτυξις τὴν τετάρτην, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Λοιπὸν θὰ ἀναπτυχθῇ μετὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ πρότασις δὲ τοῦ Κ. Δαγρὲ εἶναι ἡ ἑξῆς. «Προτείνεται ἡ κατάργησις τοῦ εἰδικοῦ νόμου τῆς ἰδιωτικῆς Σμύριδος καὶ ἡ εἰς τὸ ἑξῆς καθυποβολὴ αὐτῆς εἰς τὸν φόρον τῶν ὀρυκτῶν τῶν 10 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ... Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους νόμου.»
§17ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι ἰδική μου, εἶναι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ καταλάβῃ μέρος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· καὶ περὶ τῆς ἡμέρας ν’ ἀποφασίσῃ καταλλήλως ἡ Συνέλευσις.
§19ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθοῦν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Θὰ καταλάβῃ λοιπὸν μέρος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὁ Κύριος Τριτάκης.
§21ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Κύριοι, ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἐπησχόλησαν τόσον πολὺ τὴν Κυβέρνησιν, ἦτο πῶς ν’ ἀπολύσῃ, ἢ νὰ οἰκονομήσῃ τοὺς περιττοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς τοῦ στρατοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, τὸ ἔλυσε διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης διατάττει ὅλους τοὺς σωματάρχας νὰ δώσωσιν ἀδείας εἰς τοὺς περιττοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἀπεριορίστως, χωρὶς κἂν νὰ διορίσωσι τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου θέλουν ἀπολύσει αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, δηλ. ἔδωκαν τὸ δικαίωμα εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι διωρίσθησαν παρανόμως, ἀδίκως καὶ ἀντιπολικῶς. Συγχωρήσατέ μοι νὰ ἀναγνώσω τὴν ἐγκύκλιον.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
Τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν Πρὸς ἁπάσας τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς «Ἅμα μετὰ τὴν παραλαβὴν τῆς παρούσης θέλετε τηρήσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σώματος τοὺς παρὰ τοῦ καταστατικοῦ προβλεπομένους ἐπιλοχίας, λοχίας καὶ δεκανεῖς, τοὺς σχετικοὺς ἱκανωτέρους καὶ ἀρχαιοτέρους, εἰς δὲ τοὺς πλεονάζοντας θέλετε χωρηγήσει ἄδειαν ἀόριστον διὰ τὰς ἑστίας των, μισθοδοτουμένους προκαταβολικῶς μέχρι εἴκοσι Φεβρουαρίου.» Δηλ. θὰ μισθοδοτῶνται μέχρι τῆς 20 Φεβρουαρίου. Κατὰ πόσον, Κύριοι, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης θὰ ἦναι δικαία, ἢ ὄχι, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνετε. Ἔρχομαι νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα τοῦ σώματος τοῦ ἱππικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, ἵνα ἰδῆτε, ὁποῖον ἀποτέλεσμα εἶχεν ἡ ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Διοικητοῦ Κ. Παπαδοπούλου, οἱ ὁποῖοι διέταξαν ταῦτα. Ὁ Κύριος Παπαδόπουλος χωρὶς κἂν νὰ προσκαλέσῃ δύο ἢ τρεῖς ἀξιωματικοὺς, ὁ ἴδιος μεθ’ ἑνὸς λοχαγοῦ, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐξέλεξε τὸν Κύριον Γκαρπολᾶν, σημειώσατε ὅμως ὅτι κατὰ τοῦ Κ. Παπαδοπούλου διοικητοῦ τοῦ σώματος εἶχε γείνει διαδήλωσις, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἀπεμακρύνθη, καθὼς καὶ ὁ Κύριος Γκαρπολᾶς. Ἐκράτησε λοιπὸν ἐπιλοχίας εἰς τὸ σῶμα, οἱ ὁποῖοι μόλις πρὸ δύω ἢ τριῶν ἐτῶν εἶχον καταταχθῆ καὶ ἀπέλυσεν ἀνθρώπους, οἵτινες παρεῖχον μέλλον, εἶχον πρόοδον, καὶ ἂν θέλετε, καὶ δικαίωμα οἰκογενειακὸν, π. χ. ἐκράτησε τὸν ἐπιλοχίαν Πλαστρόπουλον καταταχθέντα κατὰ τὸ 1860 καὶ ἀπέλυσε τὸν υἱὸν τοῦ Συνταγματάρχου Παπατσώνη, ὅστις εἶχε καταταχθῆ πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους πρὸ τοῦ ἀνωτέρω, ἀπέλυσε τὸν ἐπιλοχίαν Ἀντωνόβιτς, ὁ ὁποῖος εἶναι σύγχρονος τοῦ ἰδίου· ὡς πρὸς τοὺς λοχίας ἀπέλυσεν, ὅσους αὐτὸς ἠθέλησε (θόρυβος). π. χ. ἕνα Θωμᾶν Πέτρου, ὅστις ἔχει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τὰ 1842, ἕτερον Λουκᾶν Θεοδώρου, νομίζω, συγγενῆ τοῦ Κ. Βάλβη· αὐτὸς ὑπηρέτησε 15 ἔτη, καὶ ἐν τούτοις αὐτοὺς ἀπολύουσι καὶ θέλουσι νὰ κρατήσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπαξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν εἰς τὰ 1860, 1861–1862, καὶ οἱ ὁποῖοι μάλιστα συνέβη νὰ ᾖναι ὑπηρέται τοῦ Κ. Παπαδοπούλου καὶ ἄλλων· ταῦτα φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν.
§22ΔΡΟΣΟΣ. Ἀναγνώσατε ὁλόκληρον τὴν ἐγκύκλιον.
§23ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Ἰδού, «ἐὰν ἔχητε παρὰ τῇ ἐθνοφυλακῇ ἀξιωματικοὺς ἔχοντας τὰ εἰρημένα προσόντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σώματος, θέλετε τοὺς ἀνακαλέσει ἀντικαθιστῶντες αὐτοὺς δι’ ἑτέρων. Τοὺς εἰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας ἐκτὸς τοῦ σώματος ἀπεσπασμένους θέλετε φέρει ὑπεραρίθμους. Θέλετε δὲ ὑποβάλει εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅσον τάχιον, ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν πλεοναζόντων ἐπιλοχιῶν, λοχιῶν καὶ δεκανέων, μὲ σημείωσιν δι’ ἕκαστον ἂν διατελῇ εἰς εἰδικήν τινα ὑπηρεσίαν καὶ ποίαν, ἢ παρὰ τῇ ἐθνοφυλακῇ, καὶ εἰς ποίαν ἐπαρχίαν, ἢ εἰς ἀόριστον ἄδειαν καὶ εἰς ποῖον μέρος, τὸ τελευταῖον τοῦτο διὰ νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσωμεν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν λάβῃ ἀνάγκην καὶ ἑτέρων προγυμναστῶν διὰ τὴν ἐθνοφυλακήν.» «Καθιστῶμεν δὲ τοὺς σωματάρχας ἀτομικῶς ὑπευθύνους διὰ τὴν μετὰ δικαιοσύνης καὶ ἀμεροληψίας ἐκτέλεσιν τῆς παρούσης, ἵνα μὴ προκύψωσι δίκαια παράπονα» λέγει, ὅτι καθιστᾷ ὑπευθύνους τοὺς σωματάρχας, ἀλλὰ τί σημαίνει νὰ ᾖναι ἠθικῶς ὑπεύθυνος, ἀφοῦ πετάξωσιν εἰς τοὺς δρόμους 400 ἀνθρώπους καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ᾖναι ἠθικῶς ὑπεύθυνοι; θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἑτέραν περίστασιν· νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν 4 Νοεμβρίου ἐξεδόθη ψήφισμα, τὸ ὁποῖον καταργεῖ ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ ὑπαξιωματικούς, οἵτινες ἔλαβον τὸν βαθμόν των ἀπὸ πολίται· ἐξαιροῦσε δὲ ἐκείνους, οἵτινες ἀφέθησαν ἕνεκα τῆς ἐπαναστάσεως τῆς 1 Φεβρουαρίου· μόλα ταῦτα εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ Κ. Παπαδόπουλος νὰ ἀπολύσῃ 5, ἢ 6 τοιούτους, τοὺς ὁποίους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διοικῶ κατὰ τὰ Ναυπλιακά· ἀνέφερον τοῦτο εἰς τὸν Κ. Παπαδόπουλον, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι διετάχθη οὕτω «ὅτι δὲν ἔχει τὴν πρότασιν.» Τοῦ εἶπον, ὅτι τὴν πρότασιν ταύτην τὴν ἔκαμεν ἕνας πληρεξούσιος, καὶ τὴν παρεδέχθη ἡ Συνέλευσις, τοῦ εἶπον, ὅτι θὰ τοῦ τὴν φέρω ἐφεξῆς. Ἔτρεξα εἰς τὸν Κ. Πρόεδρον, ὅστις μοὶ ἔδωκεν ἓν ἀντίγραφον. Μεταβαίνω εἰς τὸν διοικητὴν, εἰς τὸν ὁποῖον τοῦ τὴν ἀναγινώσκω, τότε αὐτὸς ἤρχισε νὰ μοὶ τὴν ἐξηγῇ ὅπως αὐτὸς ἤθελε· μεταβαίνω μετέπειτα εἰς τὸν ὑπουργὸν, ζητῶν παρ’ αὐτοῦ ἐξηγήσεις, μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ ζητήσῃ πληροφορίας· ἦτον τότε ὁ Κ. Σμόλεντς (θόρυβος). Ἐρωτῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν λοιπὸν διατί νὰ ἐξαιρέσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ διὰ ποῖον λόγον ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον δίδουσαν τοιοῦτον δικαίωμα εἰς ἀξιωματικοὺς οἵτινες ἀπεβλήθησαν παρὰ τοῦ στρατοῦ. Ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς μεσοβασιλείας ἦτο διοικητὴς τοῦ πυροβολικοῦ, μόλα ταῦτα ἐσχημάτισεν ἐπιτροπὴν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς, καὶ εἶπε, σεῖς προσδιορίσατε, ἐνῷ ὁ Κ. Παπαδόπουλος, οὔτε εἶχε τὴν ἁβροφροσύνην νὰ σχηματίσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, οὐχὶ μόνον κανένα ἀξιωματικὸν δὲν προσέλαβεν, ἀλλ’ αὐτὸς μόνας μετὰ τοῦ Κ. Γκαρπυλᾶ ἐσχημάτισαν ἐπιτροπὴν, οὕτως εἰπεῖν, καὶ οἱ δύω ἀπεφάσισαν ποῖοι νὰ φύγουν καὶ ποῖοι νὰ μείνουν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν προσδιορίζει ἡ Συνέλευσις;
§25ΠΟΛΛΟΙ. Ἀμέσως.
§26ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Συνέλευσιν νὰ προσκληθῇ σήμερον ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Κ. πληρεξουσίου.
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ἀξίωσις τῶν Κυρίων πληρεξουσίων τοῦ ν’ ἀπαντήσῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀμέσως δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνηγγέλθησαν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ ἐπερώτησις ἀναφέρονται εἰς πρόσωπα ἄλλα παρὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ ἵνα πληροφορηθῇ, ἂν τῳόντι τὰ παρὰ τοῦ ἐντίμου Κυρίου Τριτάκη λεχθέντα ἔχωνται ἀληθείας ἢ ὄχι. Ἄλλως ὑποθέσατε, ὅτι ἔρχεται τώρα ὁ ὑπουργὸς καὶ σᾶς λέγει «δὲν ἔλαβα καιρὸν νὰ ἐξετάσω, ἂν τὰ παρὰ τῶν σωματαρχῶν πραχθέντα καλῶς ἢ κακῶς ἐπράχθησαν,» τί θὰ κάμητε; θὰ ἦσθε ἠναγκασμένοι νὰ περιμείνητε. Διὰ τοῦτο λέγω ἡ ἀπάντησις τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ ν’ ἀναβληθῇ δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§28ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Ἂς ᾖναι λοιπὸν τὴν Τετάρτην.
§29ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὁ Κ. Μίλησης δὲν ἔχει δίκαιον. Ὁ Κύριος Τριτάκης διετύπωσε καλῶς τὴν πρότασίν του, ἥτις ἐν ἄλλαις λέξεσι λέγει, ὅτι ὁ ὑπουργὸς διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης ἦλθε νὰ ἐκδικηθῇ αὐτοὺς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς (θόρυβος). Διὰ τοῦτο λοιπὸν συμφωνῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἔλθῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, καὶ ἂν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ σήμερον, τοὐλάχιστον νὰ ἔλθῃ μεθαύριον.
§30ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Παρέλειψα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν θεωρῶ ὑπεύθυνον μόνον τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον· διότι ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς εἶπεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι τὰ σπουδαῖα ζητήματα ἀποφασίζονται ἐν τῷ ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ· καὶ τί σπουδαιότερον ζήτημα ἄλλο εἶναι ἀπὸ τὸ νὰ ῥίψουν 400 ἀνθρώπους εἰς τὸν δρόμον!
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν συμφωνεῖ καὶ ὁ Κ. Τριτάκης τὴν Τετάρτην.
§32ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ τὴν Τετάρτην ἔχομεν ἐκλογὴν τοῦ νέου Προεδρείου, προτείνω τὴν Παρασκευήν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι σήμερον λήγει ἡ προθεσμία τοῦ Προεδρείου· ὥστε τὴν Τετάρτην ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προεδρείου.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Παρασκευήν.
§35ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν Τετάρτην.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ὁρισθῇ ἡ Τετάρτη διὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ, νὰ σηκωθῶσι (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· Ἀπεῤῥίφθη. Μένει λοιπὸν ἡ Παρασκευή. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Βαλτινὸς δι’ ἑτέραν ἐπερώτησιν.
§37ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πρὸ μικροῦ, Κύριοι, ἀνεγνώσθη ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον μία πρότασις, τῆς ὁποίας τὴν ἀνάπτυξιν ἡ Συνέλευσις παρέπεμψε μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ συνέπειαν εἶμαι ὑποχρεωμένος διὰ τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον διὰ τῆς προτάσεώς μου νὰ λύσω, καὶ ἓν τῶν ὁποίων ἦτο καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ὁ Κ. Τριτάκης, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προστρέξω εἰς μίαν ἐπερώτησιν. Κύριοι, ὅταν ἐψηφίσαμεν δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Κ. Μαυρομμάτης ἔφερεν, ὅπως καταργηθῶσιν οἱ στρατιωτικοὶ βαθμοὶ, ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐψηφίσαμεν διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου λίαν περιληπτικῶς, οὐδεμίαν ἐπεξήγησιν ἐδώκαμεν, καὶ ἔκτοτε παρῆλθον τρεῖς μῆνες καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ἂν μείνωμεν ἐνταῦθα ἄλλους ἕξ, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα θὰ ἐρχώμεθα δι’ ἑρμηνειῶν καὶ ἐπερωτήσεων νὰ λύωμεν ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐμπέρδευσε τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, π. χ. τὸ ψήφισμα ἦτον ἀπόλυτον, διότι ὁ συντάξας αὐτὸ δὲν ἐγνώριζε διόλου τὰ στρατιωτικά. Ἔλεγε ῥητῶς, καὶ ἡ Συνέλευσις ἐν τῷ ἐνθουσιασμῷ της διὰ νὰ εὐκολύνῃ τὴν θέσιν τοῦ βασιλέως εἶπε· κάτω οἱ βαθμοὶ ὅλων ὅσοι προέβησαν εἰς βαθμοὺς στρατιωτικοὺς ἀπὸ πολίτας. Ἀλλὰ τοῦτο ψηφίζουσα ἡ Συνέλευσις δὲν ἠννόει νὰ καταργηθῶσιν οἱ νόμοι. Δυνάμει λοιπὸν τῶν στρατιωτικῶν κειμένων νόμων οἱ προβιβασμοὶ ἐν τῷ στρατῷ γίνονται ἀπὸ τῆς τάξεως τοῦ ὑπαξιωματικοῦ εἰς τὸν βαθμὸν ἀνθυπασπιστοῦ καὶ πέραν. Δυνάμει ὅμως ὑφισταμένων νόμων, οἱ δόκιμοι τοῦ ναυτικοῦ ἀπὸ τὴν τάξιν τοῦ πολίτου λαμβάνονται. Δυνάμει τῶν ὑφισταμένων νόμων ἰατρὸν εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν δὲν ἔχετε, ἂν δὲν τὸν λάβητε ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον. Οἱ βαθμοὶ ἐκεῖνοι κατηργήθησαν, ἔχασαν ὅλοι οἱ δόκιμοι, οἵτινες ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν τοὺς βαθμούς των· ἀδιάφορον εἶναι, ἂν μετὰ ταῦτα ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνοίγων τὸ κείμενον τῶν ὑφισταμένων νόμων καὶ βλέπων, ὅτι διδάκτορες τῆς ἰατρικῆς ὀνομάζονται δόκιμοι εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἔβγαλεν ἓν διάταγμα μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ εἶναι νέος βαθμός, τὸν ὁποῖον ἔλαβον. Ἐπίσης οἱ φαρμακοποιοὶ στρατιωτικοὶ λαμβάνονται ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν πολιτῶν, καὶ μὲ τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Μαυρομμάτη ὑστερήθησαν τοῦ βαθμοῦ των· ἀδιάφορον ἂν ἐξεδόθη νέον Διάταγμα καὶ τοὺς ὀνομάζει ἀξιωματικούς. Μία τρίτη τάξις ὑπάρχει, τοὺς ὁποίους ἠδίκησε τὸ ὑπουργεῖον, οὗτοι εἶναι οἱ γραμματεῖς τοῦ στρατοδικείου· ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι οἱ γραμματεῖς τοῦ στρατοδικείου, ἐὰν ὦσι διδάκτορες τῆς νομικῆς, μετὰ 3 ἔτη ὑπηρεσίας ὀνομάζονται ἀνθυπασπισταί. Ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις τοὺς 3 γραμματεῖς τῶν τριῶν στρατοδικείων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων τοὺς ἔκαμε ἀνθυπασπιστάς.
§38ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Οὐδεὶς ἔχει δίπλωμα διδάκτορος.
§39ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τώρα δυνάμει τοῦ ψηφίσματος ὑστερήθησαν τῶν βαθμῶν των καθὼς καὶ οἱ ἰατροί. Τί θὰ γείνῃ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους;
§40ΤΙΝΕΣ. Οἱ ἰατροὶ τοὺς ἀνέκτησαν τοὺς βαθμούς των.
§41ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τοὺς ὠνόμασαν ἐκ νέου ἀνθυπασπιστάς. Θὰ γεννηθοῦν πολλὰ ζητήματα, θὰ ζητήσουν μισθοὺς καὶ ἀρχαιότητα. Νὰ ἔλθῃ λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό.
§42ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Παρασκευὴν καὶ αὐτό.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Γρίβας δι’ ἑτέραν ἐπερώτησιν.
§44Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Ἡ Συνέλευσις, Κύριοι, διὰ πράξεώς της ἐχορήγησε τοὺς βαθμούς, ἐπιτρέψασα τὴν ἀνάκτησιν τῶν βαθμῶν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ὅσοι ἕνεκα πολιτικῶν ἐγκλημάτων ἐστερήθησαν αὐτούς. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρ’ ἐλπίδα δὲν θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως· διότι εἷς τῶν λοχαγῶν, ὁ Μπαλάφας, ὄχι μόνον πρὸ δύω μηνῶν δὲν ἔλαβε τὸν βαθμόν του, ἀλλὰ τοῦ ἐζητήθη ἀνακοπὴ τῆς ἀποφάσεως τοῦ στρατοδικείου τῆς καταδικαζούσης αὐτὸν ἐπὶ ἀποστασίᾳ κατὰ τοῦ Ὄθωνος. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι λελυμένον εἰς τὸν ὑποστράτηγον Κ. Μακρυγιάννην.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Παρασκευὴν νὰ γίνῃ ἀπάντησις καὶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην.
§46ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§47ΑΝΤΩΝ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅταν, Κύριοι, κατηργήθη τὸ Ἱπποφόρβειον ἐσυστήθη εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ διατάξῃ τὴν μεταφορὰν τῶν ἐκποιηθησομένων ἵππων, διὰ νὰ ἐκποιηθῶσι καὶ καταλληλότερον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, καὶ νὰ χορηγηθῶσιν οἱ ἀνάλογοι ἵπποι εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, Κύριοι, ὅτι οἱ ἵπποι αὐτοὶ τοῦ ἱπποφορβείου ἐκποιοῦνται καθ’ ἑκάστην καὶ εἰς τιμὰς πολὺ μικρὰς, καὶ συγχρόνως διὰ τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα ἔχουν κτήνη, καθὼς τὸ ἱππικὸν καὶ πυροβολικὸν, πρόκειται ἴσως κατ’ αὐτὰς νὰ κάμῃ προμήθειαν νέων ἵππων ἡ κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Συνέλευσιν, ὥστε νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καθόσον τοιαύτη αἴτησις τῶν σωμάτων ἔγεινεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ στρατὸς ἔχει ἀνάγκην ἵππων· διότι ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἵππων τοῦ πυροβολικοῦ τὰ δύω τρίτα εἶναι ἄχρηστοι, ἐπίσης καὶ τοῦ ἱππικοῦ· τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν ἐξεποιήθησαν ἵπποι ὡς ἄχρηστοι· καὶ ἐπειδὴ ἡ προμήθεια πάντοτε θὰ ὑποβάλλῃ τὸ δημόσιον εἰς δαπάνην, ἀντὶ νὰ ἐκποιῶνται εἶναι προτιμώτερον τὰ σώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην νὰ προμηθευθῶσιν ἵππους, νὰ τοὺς λάβουν, οἱ δὲ πλεονάζοντες νὰ δοθῶσιν εἰς πώλησιν.
§48Π. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Νὰ συσταθῇ λοιπὸν κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ δώσῃ αὐτοὺς τοὺς ἵππους.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ πρῶτον ἡμέρα διὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ὑπουργοῦ.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Παρασκευήν.
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἵπποι τοῦ δημοσίου δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ ἐκποιηθοῦν διὰ δημοπρασίας, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὸ δημόσιον. Δὲν ἐννοῶ ποῖον δικαίωμα ἔχει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ χορηγήσῃ αὐτοὺς τοὺς ἵππους εἰς τὰ σώματα.
§52ΠΟΛΛΟΙ. Ἀλλ’ ὅταν ᾖναι ἀνάγκη;
§53ΒΑΣΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου δὲν εἶναι λογική· διότι, ὅταν τοῦ δημοσίου τὰ ζῶα πωλοῦνται 120–200 δραχμὰς, τὸ δὲ δημόσιον διὰ νὰ ἀγοράσῃ πληρώνει 600–700, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας δὲν πρέπει νὰ λέγῃ τοιαῦτα λόγια.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Παρασκευὴν, ἀφ’ οὗ ἀκούσωμεν τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τότε ἀποφαινόμεθα. Κύριοι, ὑπάρχει ἐκκρεμὴς μία πρότασις ἐνώπιον τῶν τμημάτων, ἀφορῶσα τὴν παραχώρησιν ἑνὸς γηπέδου, κειμένου πλησίον εἰς τὸ Ναύπλιον.
§55ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δότε μοι τὴν ἄδειαν, Κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπω 2 λέξεις περὶ τούτου.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§57ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ 40 ἡμερῶν, κύριοι, ὑπεβλήθη μία πρότασις εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ παραχωρήσεως παραλίου τινὸς γηπέδου πλησίον εἰς τὸ Ναύπλιον. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδείχθη εὐμενὴς εἰς τὴν πρότασιν, ἀλλ’ ἐπρότεινε νὰ ἀναβληθῇ ἡ ὑπόθεσις διὰ νὰ λάβῃ πληροφορίας, καὶ προσέτι ἐσκόπει νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς δημοπρασίας, τῆς ἀφορώσης τὴν δεκαετῆ ἐνοικίασιν τοῦ παραλίου αὐτοῦ, τοῦ ἀποτελοῦντος μέρος τοῦ ἰχθυοτροφείου. Τῳόντι ὁ Κ. ὑπουργὸς διέταξε τὴν ἀναστολὴν, καὶ νομίζω, ὅτι ἔλαβε καὶ τὰς πληροφορίας, ἀλλὰ σήμερον ἐπανέλαβε νὰ διατάξῃ τὴν δημοπρασίαν αὐτὴν καὶ ἐπείγεται εἰς τοῦτο, διότι ἐντὸς τοῦ Φεβρουαρίου πρέπει νὰ ἐνοικιασθῶσιν αὐτὰ τὰ ἰχθυοτροφεῖα· διότι ἡ ἐνοικίασις λήγει αὐτὸν τὸν μῆνα. Ἐξ αὐτῶν λοιπὸν τῶν λόγων, καὶ τότε, ὅταν ἔκαμα τὴν πρότασιν, ὁ λόγος ὑφίστατο, καὶ σήμερον ἀκόμη, διότι, ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸν Φεβρουάριον εἶναι περιττή. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις δὲν θέλῃ σήμερον νὰ συζητήσῃ αὐτὸ, ἂς προσδιορίσῃ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, διὰ νὰ δοθῇ ἓν πέρας.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὸ νὰ θεωρηθῇ κατεπείγουσα καὶ νὰ συζητηθῇ τὴν Τετάρτην;
§59ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρόκειται, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Συνελεύσεως, διὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, καθ’ ὅσον ὁ νόμος πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ.
§61ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὴν Τετάρτην εἰς τὸ ἴδιον ψηφοδέλτιον τοῦ προεδρείου, ψηφοφοροῦμεν καὶ αὐτὸ τὸ πρόσωπον.
§62ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ πολιτικῶν συντάξεων νόμου, καὶ κατόπιν τοῦ περὶ δημοτικοῦ συμβουλίου· ποῖον θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ προταχθῇ;
§64ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ περὶ συντάξεων.
§65Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τὸ περὶ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐθνοφυλακῆς.
§66Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τῆς προτάσεως περὶ τῶν συντάξεων ἔχω τροπολογίαν.
§67ΖΕΡΒΑΣ. Πρότασις, ἥτις δὲν διενεμήθη εἰς ὅλους, νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἦσθε ἐδῶ καὶ ὄχι εἰς τὸ Κρανίδι.
§69ΖΕΡΒΑΣ. Ἂς μοὶ τὴν δώσωσι τώρα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τοὺς κλητῆρας). Νὰ διανεμηθοῦν αἱ προτάσεις.
§71ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Προχθὲς δὲν ἐσυζητήθη δι’ αὐτὸν τὸν λόγον· ἀδιάφορον ἂν ὁ εἷς ἦτο εἰς τὸ Κρανίδι καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὴν Βοστίτσαν· προχθὲς ἀπεφασίσθη νὰ μὴ συζητηθῇ ἕως ὅτου νὰ διανεμηθῶσι τὰ ἀντίτυπα. Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ μὴ συζητηθῇ σήμερον, διότι δὲν ἔχομεν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀνεβλήθη διότι δὲν διενεμήθησαν, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην διενέμοντο.
§73ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μᾶς διένειμαν μίαν τροπολογίαν τοῦ Κ. Δεληγιάννη.
§74ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν, Κ. Πρόεδρε, νὰ συζητήσωμεν, μὴ ἔχοντες τὰς προτάσεις.
§75ΖΕΡΒΑΣ. Προτείνω καὶ ἐγὼ ἔνστασιν νὰ μὴ συζητηθῇ ἂν δὲν διανεμηθῇ.
§76ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Νὰ ἐπέλθῃ ἀναβολὴ, ἕως ὅτου μᾶς διανεμηθῶσι.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις αὐτὴ ἐτυπώθη πρὸ 40 ἡμερῶν.
§78ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὶ μὲ τοῦτο, ἀφοῦ δὲν τὴν ἔχομεν;
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, καὶ ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ φέρῃ μίαν ψῆφον, τότε τὸ ἀναβάλλομεν.
§80ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φέρωμεν καμμίαν ψῆφον.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον νὰ ἀναπτύξῃ τὴν πρότασίν του.
§82ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ 61 ἐξεδόθη ὁ νόμος τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων· ὅταν προσέξητε ὀλίγον θὰ ἐννοήσητε πολὺ καλά. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου λέγει· «Εἰς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας λογίζεται ἥ τε ἐπὶ τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ πρὸ αὐτῆς ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ὑπὲρ τῆς αὐτονομίας ἀγῶνος δημοσία ὑπηρεσία, συνεχὴς ἢ μὴ, πολιτικὴ καὶ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ ὑπηρεσία λογίζεται κατὰ τοὺς περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων νόμους». Ἐπειδὴ αὐτὸ ἁρμόζει, ὅτι λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ὑπηρεσία ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐπαναστάσεως, ἐπῆλθε μία ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῇ διάταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ ὁρίζῃ τὰ ἔτη τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τὸν τρόπον τῆς ὑποδείξεως τῆς ὑπηρεσίας. Ἐξεδόθη λοιπὸν τὸ διάταγμα τῆς 24 Αὐγούστου, τὸ ὁποῖον λέγει πρὸς τοῖς ἄλλοις «Ἀπαιτεῖται πρωτότυπον ἢ ἐπίσημον ἀντίγραφον τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διορισμῶν κτλ. διὰ δὲ τὴν ἀπὸ 25 Μαρτίου 21 μέχρι τέλους του 29 ὑπηρεσίαν, ἐν ἐλλείψει ἀποδείξεων, ἔνορκοι καταθέσεις τῶν προϊσταμένων, ἢ ἀρχηγῶν ἢ ἐν ἐλλείψει τούτων 2 τοὐλάχιστον ὁμολογουμένως κατὰ τὸν ἀγῶνα διαπρεψάντων ἀνδρῶν. Αἱ καταθέσεις αὗται δίδονται ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδικείου τῆς κατοικίας τοῦ μάρτυρος.» Αὐτὴ λοιπὸν ἡ διάταξις ἔφερεν ἀπείρους καταχρήσεις, διότι ὥρισε τὴν διὰ μαρτύρων ἀπόδειξιν τῶν ὑπηρεσιῶν μέχρι τέλους τοῦ 1829, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1828, ὅτε ἦλθεν ὁ Κυβερνήτης ἦτο πλέον τακτικὴ ἡ Κυβέρνησις. Ἐκ τούτου προῆλθον ἄπειροι καταχρήσεις καὶ κινδυνεύει τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων νὰ χρεωκοπήσῃ. Αὐτὸ μὲ ἠνάγκασε νὰ φέρω τὴν τροποποίησην διὰ τῆς ὑποβαλλομένης προτάσεως. Κατὰ τὴν πρότασίν μου αὐτὴν, βλέπετε, ὅτι λέγει, ὅτι «τὸ μέσον τῆς δι’ ἐνόρκου καταθέσεως τῶν ἀποδείξεων ἀπαγορεύεται.» Ἐσκέφθην ὅμως ὡριμώτερον καὶ εὗρον, ὅτι εἶναι σκληρὸν νὰ ἀπαγορευθῇ τοῦτο, διότι ἀπὸ τοῦ 21–27 εἶναι δύσκολον νὰ ὑπάρχουν ἀποδείξεις· ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν ἀποδείξεις ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ 1828, διότι εἰς τὰ 28 τὸν Ἰανουάριον ἦλθεν ὁ Κυβερνήτης. Ἐσκέφθην λοιπὸν τῳόντι, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ προσαγάγῃ τις δι’ ὅλας του τὰς ὑπηρεσίας ἐγγράφους ἀποδείξεις. Διὰ τοῦτο τροποποιῶ τὴν πρότασίν μου ὡς ἑξῆς· «ὁ αἰτῶν σύνταξιν κατὰ τὸν νόμον ὀφείλει διὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν νὰ προσαγάγῃ τὰ πρωτότυπα ἢ ἐπίσημα ἀντίγραφα κτλ. Τὸ μέσον τῆς δι’ ἐνόρκων καταθέσεως ἀποδείξεως τῶν ὑπηρεσιῶν ἐπιτρέπεται μόνον διὰ τὰς ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι τέλους τοῦ 1827 ὑπηρεσίας. Αἱ ἔνορκοι καταθέσεις δίδονται ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου πρωτοδικείου τῆς κατοικίας τοῦ μάρτυρος.» Σᾶς εἶπα διατί τὸ περιορίζω μέχρι τέλους τοῦ 27· διότι ὁ Κυβερνήτης ἦλθε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 28· ἑώρτασεν εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τὴν ἑορτήν του εἰς Ναύπλιον καὶ κατόπιν μετέβη εἰς Αἴγιναν καὶ ἐμόρφωσε τὴν ὑπηρεσίαν. Ἔκτοτε λοιπὸν ὑπάρχουν τὰ ἀρχεῖα τακτικά· ὅστις ὑπῆρξεν ὑπάλληλος ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ πολὺ καλὰ ἀπὸ τὸ συνέδριον τὰς ἀποδείξεις· ὑπάρχουν πρωτόκολλα καὶ μισθοδοτικαὶ καταστάσεις. Λοιπὸν προτείνω τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς πρώτης μου προτάσεως νὰ τροποποιηθῇ, νὰ περιορισθῇ δηλαδὴ ἡ ἀπόδειξις διὰ μαρτύρων μέχρι τοῦ 27, διὰ τὸ 28 καὶ 29 νὰ προσαχθοῦν ἔγγραφα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Ἀγγελινίδης.
§84ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Συμφωνῶ μὲ τὴν νέαν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Λεβίδου.
§85ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, Κύριοι, συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ συντάξεων, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν παρελθοῦσαν βουλήν. Ἠξεύρετε, ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦτο διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν εἰσήγαγε νόμον περὶ συντάξεων. Οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτουν τὴν Κυβέρνησιν ἦσαν ἐκτεθειμένοι εἴτε ἀπὸ μίαν δυσμένειαν ὑπουργικὴν, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους νὰ ῥιφθοῦν εἰς τοὺς δρόμους, χωρὶς νὰ ἔχουν καμμίαν περίθαλψιν. Ἦλθε λοιπὸν ὁ νόμος ὁ περὶ συντάξεων. Πολλαὶ ἰδέαι τότε ἐκυκλοφόρησαν, καὶ πιστεύω, ὅτι αἱ καλλίτεραι δὲν ἐνομοθετήθησαν. Ὅταν συνεζητεῖτο, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἓν ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν κλίμακα, τὴν ἰδέαν, νὰ ἀρχίσῃ ἡ σύνταξις ἀπὸ 5 ἔτη μέχρις 25 καὶ 30. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν μὲ ἀντέκρουσε καὶ εἶπεν, ὅτι μὴ ἐπιθυμῆτε τὸ καλλίτερον, διότι αὐτὸ εἶναι ὁ ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ· ἐὰν ἐπιδιώκητε τὸ καλλίτερον θὰ χάσητε καὶ τὸ καλόν· ἐννοοῦσεν, ὅτι ἡ βασιλεία δὲν ἤθελέ τι περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ὑπέβαλε, καὶ ὅτι μάταιαι ἦσαν αἱ παρατηρήσεις μας, καὶ ὅτι ἤθελον ναυαγήσει καὶ δὲν ἤθελε παραδεχθῆ καμμία ἀπ’ αὐτὰς τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον· ἐψηφίσθη ὁ νόμος ὡς εἶχε, πλὴν διὰ νὰ κολασθῇ αὕτη ἡ ἀδικία, προσετέθη ὁ ὅρος, ὅστις χορηγεῖ τὸ δικαίωμα, ὥστε οἱ ἀγωνισταὶ νὰ λάβουν τὰ ἔτη τοῦ ἀγῶνος διπλᾶ· ἰδοὺ εὔσχημος διόρθωσις τῆς ἐλλείψεως ταύτης ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τῆς ἀδικίας, τὴν ὁποίαν κ’ ἐγὼ συμμερίζομαι ὡς πολίτης· εἶπεν ὁ ὑπουργὸς, τί ἐννοεῖτε μὲ τὸν ἀγῶνα; εἶπον, ἐννοοῦμεν ὅτι ἀπὸ τὰ 21 μέχρι τέλους τῶν 28 ὅσοι εἶχον τὴν νόμιμον ἡλικίαν, ἀπολαύουσι τὸ δικαίωμα, διότι ὅλοι ὑποτίθεται, ὅτι ὑπηρέτησαν, ὁ μὲν ὡς στρατιώτης, ὁ δὲ ὡς γραμματικὸς, ἐκεῖνος ὡς σημαιοφόρος καὶ ἄλλος κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἐὰν τῳόντι ὁ νόμος τῶν συντάξεων ᾖναι μία περίθαλψις εἰς τοὺς οἰκογενειάρχας ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι πιστῶς ὑπηρέτησαν, δὲν πρέπει ν’ ἀδικήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι, ἦλθον νὰ ὑπηρετήσουν τὸ ἔθνος, δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν ἄδικοι εἰς τοὺς πρώτους ἐκείνους σκαπανεῖς, οἵτινες διὰ τοσούτων θυσιῶν ἤνοιξαν τὴν ὁδὸν τοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ εἶμαι μὲν σύμφωνος μὲ τὴν νέαν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Λεβίδης συνιδὼν τὸ λάθος ἐπρότεινεν, ὡς ἐπανορθωτικήν· ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ ὡς πρὸς τὸν τελευταῖον ὅρον, τὸ 28, διότι ὡς γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, ὁ πόλεμος δὲν ἐτελείωσεν εἰς τὰ 28· ἦλθε τότε ὁ Κυβερνήτης, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν, μόλις ἦλθε, νὰ τακτοποιήσῃ ἀμέσως τὰ βιβλία καὶ ἔγγραφα. Πολὺς καιρὸς παρῆλθεν ἕως νὰ τακτοποιηθῇ ἡ ὑπηρεσία, κ’ ἐπὶ βασιλείας ἀκόμη πολλὰ διατάγματα καὶ πολλὰ δημόσια ἔργα δὲν εὑρίσκοντο εἰς τὴν βασιλικὴν ἐφημερίδα καὶ ἀλλαχοῦ. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν εὑρίσκοντο ἐν καιρῷ τῆς βασιλείας ὅπου πλήρης τάξις ἐπανῆλθε καὶ ἐβελτιώθη οὐσιωδέστατα ἡ ὑπηρεσία, θέλετε εἰς τὰ πρῶτα ἔτη τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κυβερνήτου νὰ εὕρετε τὴν τάξιν ἐκείνην, καὶ ν’ ἀποκλείσητε τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ἀπὸ τὰς ἐνόρκους μαρτυρίας; Εἶναι λοιπὸν ἄδικον νὰ θέσητε αὐτὸν τὸν ὅρον. Ἔπειτα εἶναι μικροῦ λόγου ἄξιον· οἱ περισσότεροι ἔλαβον ἤδη τὴν σύνταξιν καὶ δι’ ὀλίγους ἀκόμη ἔμεινεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα· διατί λοιπὸν ν’ ἀδικήσητε αὐτοὺς, ἀφοῦ οἱ προηγηθέντες τούτων καὶ ὑπὸ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὄντες ἔλαβον τὸ δικαίωμά των; ἐν γένει λοιπὸν εἶμαι κατὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, κ’ ἐπεθύμουν νὰ μείνῃ ὁ νόμος αὐτὸς, ὅπως εἶναι. Εἶναι καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, μία ἄλλη τροποποίησις, τῶν Κ. Χαραλάμπη καὶ Δεληγιάννη, κ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐν ἐκτάσει περὶ αὐτῆς. Ἐπειδὴ ὅμως εἴμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἠμπορεῖ ἕκαστος νὰ ὁμιλήσῃ ἐν γένει, λέγω, ὅτι ὁ ὅρος τοῦ τροποποιουμένου νόμου, ὅτι οἱ παραιτούμενοι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως εἶναι ἄδικος. Τὰ δικαστήρια εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν εὑρέθησαν διχογνωμοδοτοῦντα· τὰ μὲν εἶπον, ὅτι τὸ γράμμα αὐτὸ τοῦ νόμου δὲν εἶναι διευκρινισμένον καθότι δὲν ἐφαρμόζεται εἰς ἄλλους εἰμὴ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐφίενται νὰ ζητήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως πρὸ τοῦ 60 ἔτους, μετὰ δὲ τοῦτο ἔχουν τὸ δικαίωμα καί τοι παραιτηθέντες νὰ λάβουν τὴν σύνταξίν των, διότι ὁ νόμος ἤθελε νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διότι παρῃτήθησαν, ἐνῷ ἦσαν ἱκανοὶ εἰσέτι νὰ ὑπηρετήσουν· ἀλλὰ, καθὼς παρετήρησεν ἓν δικαστήριον, εἶναι ἀρκετὴ τιμωρία τὸ νὰ μὴ λάβουν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, πρὶν συμπληρώσωσι τὸ 60 ἔτος, διότι καὶ τὸν μισθὸν στεροῦνται ἀπὸ τὸν χρόνον τῆς παραιτήσεως μέχρι τοῦ 60 ἔτους, καὶ τὴν ἐνασχόλησιν, ἥτις ὡς ἐκ τῆς ἕξεως εἶναι δευτέρα φύσις δι’ αὐτούς· ἐπειδὴ δὲ ὑπέστησαν ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ νόμου, εἶναι ἀδικία προφανεστάτη ν’ ἁρπάξωμεν ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους 25 ἐτῶν καταθέσεις, διότι ἠναγκάσθησαν νὰ παραιτηθῶσιν. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει προσωπικὰς ἀφορμὰς καθ’ ἑνὸς ὑπαλλήλου, ἢ ἄλλα αἴτια, ἢ θέλει ἁπλῶς νὰ τὸν καταθλίψῃ, πολὺ εὐκόλως ἠμπορεῖ διὰ μεταθέσεων ἐπὶ μεταθέσεων καὶ ἄλλων τοιούτων νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν περίστασιν νὰ παραιτηθῇ. Ἰδοὺ λοιπὸν τότε ὁ νόμος δὲν ἐκπληροῦται, ἀλλὰ γίνεται ὄργανον μιᾶς κακῆς θελήσεως ἑνὸς ὑπουργοῦ· διὰ τοῦτο ἔχει μὲν τὴν προφύλαξιν, ἔχει δὲ καὶ τὴν τιμωρίαν κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ τιμωρίαν προσωρινὴν καὶ μέχρι τινὸς ὅρου, καὶ οὐχὶ πέραν τοῦ δέοντος καὶ τοῦ δικαίου. Εἶμαι λοιπὸν τῆς ἰδέας νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐν καιρῷ θέλω κάμει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου τῶν παραιτήσεων.
§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ ἡ πρότασις.
§87ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐμπεριέχεται ἡ ἰδέα αὕτη εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Δεληγιάννη.
§88Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνεγνώσατε τὴν τροπολογίαν μου;
§89ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια δὲν εἶναι εἰς τὴν τροπολογίαν σας, ἀλλ’ ἐπιφυλάττομαι νὰ κάμω κατόπιν τὴν περὶ τούτου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τῶν παραιτήσεων τοῦ περὶ συντάξεων τῶν ὑπαλλήλων νόμου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους λοιπὸν προτείνω, ὅτι ἡ μὲν τροποποίησις τοῦ Κυρίου Λεβίδου νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, παρὰ μετὰ τὸ 28 ἔτος τοῦ ἀγῶνος· θέλω δὲ παρουσιάσει τροποποίησιν, ὅταν ἔλθῃ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ παραίτησις. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, ἐὰν τεθῇ ὁ ὅρος, μετὰ τὸ 28· (θόρυβος).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ τακτοποιήσωμεν τὴν συζήτησιν, νομίζω, ὅτι πρέπει πρῶτον ἡ Συνέλευσις ν’ ἀποφανθῇ ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν. Λοιπὸν ἐρωτῶ· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Εἶναι ἀμφίβολον, καὶ θὰ ἐρωτήσω πάλιν· παρακαλῶ, μὴ βαρύνεσθε νὰ σηκώνεσθε. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται 3 ἕως 4). Παρεδέχθη ἡ ἀρχή. Λοιπὸν ἄρχεται ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις. Ἀναγινώσκω τὸ 1 ἄρθρον τῆς ἀρχικῆς προτάσεως. Ἄρθρ. 1. «Ὁ αἰτῶν σύνταξιν κατὰ τὸν νόμον ΧΝΒʹ. ὀφείλει διὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν νὰ προσαγάγῃ τὰ πρωτότυπα, ἢ ἐπίσημα ἀντίγραφα τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διορισμῶν καὶ τῶν ἐκ ταύτης ἀπολύσεων. Ἐν ἐλλείψει τῶν ἐν τοῖς ἀρχείοις σχεδίων εἶναι δεκταὶ περιλήψεις τῶν σωζομένων βιβλίων, καταστάσεων κλπ. Τὸ μέσον τῆς δι’ ἐνόρκων καταθέσεων ἀποδείξεως ἀπαγορεύεται.» «Ἡ προκειμένη διάταξις ἐφαρμόζεται καὶ ὡς πρὸς τὰς μέχρι τοῦδε περὶ ἀπονομῆς συντάξεων ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις ἐνώπιον τοῦ γνωμοδοτικοῦ συμβουλίου». Ἡ τροπολογία εἶναι. Ἄρθρ. 1. «Ὁ αἰτῶν σύνταξιν κατὰ τὸν νόμον ΧΝΒʹ. ὀφείλει διὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν νὰ προσαγάγῃ τὰ πρωτότυπα, ἢ ἐπίσημα ἀντίγραφα τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διορισμῶν καὶ τῶν ἐκ ταύτης ἀπολύσεων. Ἐν ἐλλείψει τῶν ἐν τοῖς ἀρχείοις σχεδίων εἶναι δεκταὶ περιλήψεις τῶν σωζομένων βιβλίων, καταστάσεων κτλ.» Ἐνταῦθα εἶναι ἡ τροπολογία «τὸ μέσον τῆς δι’ ἐνόρκων καταθέσεων ἀποδείξεως ἐπιτρέπεται μόνον διὰ τὰς ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι τέλους τοῦ 1827 ὑπηρεσίας.» «Αἱ ἔνορκοι καταθέσεις δίδονται ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου πρωτοδικείου τῆς κατοικίας τοῦ μάρτυρος.» Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Δηλιγιάννης.
§91Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σύστασις τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων σκοπεύει, κύριοι, ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας αἱ ὑπηρεσίαι αἱ πρὸς τὴν πατρίδα ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτό. Παραπλησίως ἀλλαχοῦ, οὐ μόνον εἰδικὰ ταμεῖα πρὸς σύνταξιν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων συνιστάμενα ὑπάρχουσι, ἀλλὰ καὶ τάξεις τινὲς ἀνθρώπων ἐπέρχονται καὶ ἴδιον ἑκάστη συνιστᾷ ταμεῖον πρὸς βοήθειαν τῶν μελῶν αὐτῆς. Τὰ ἰδιαίτερα ταῦτα ταμεῖα ἀποτελοῦνται ἀπὸ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα καταθέτουσι τὰ μέλη ἑκάστης τάξεως, καὶ τὰ κεφάλαια ταῦτα διατίθενται πρὸς μόνην τὴν ἀρωγὴν τῶν μελῶν τῆς τάξεως ἐκείνης. Τοιουτοτρόπως οἱ ὡρισμένον ἐπιτήδευμα μετερχόμενοι ὁμοίαν περὶ ἑαυτῶν λαμβάνουσι πρόνοιαν, καὶ οὐ μόνον πρὸς θεραπείαν ὅλων τῶν ἀναγκῶν τῆς τάξεώς των, ἀλλὰ καὶ ἴδιον ταμεῖον δι’ ἑκάστην ἰδίαν ἑαυτῶν ἀνάγκην. Οὕτως οἱ ἰατροὶ ἔχουσιν ἴδιον ταμεῖον σχηματιζόμενον ἀπὸ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα οἱ ἰατροὶ καταβάλλουσι, καὶ τὰ ὁποῖα διατίθενται ὑπὲρ τῶν ἰατρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα γήρως ἢ ἄλλης ἀνικανότητος δὲν δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμά των καὶ νὰ συντηρηθῶσι. Θέλετε εὑρεῖ ταμεῖον ὑπὲρ βιομηχανικῆς τάξεως, εἴτε ἐργατικῆς τάξεως· ἀλλὰ τῶν ταμείων τούτων τὸν σκοπὸν οὐδεὶς δύναται νὰ μετατρέψῃ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν μάλιστα ὁ συνεταιρισμὸς ἔχει τόσον μεγάλους φιλανθρωπικοὺς σκοποὺς, εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον ἀνεπτυγμένος, ὥστε πολλὰ ταμεῖα σχηματίζονται ἐν ἑκάστῃ τῶν τάξεων τούτων, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ὑπάρχει ταμεῖον σχηματιζόμενον ἀπὸ καταθέσεις τῶν ἁλιέων, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ συντηρήσῃ τοὺς ἁλιεῖς γέροντας, εἴτε ἄλλως ἀνικάνους πρὸς ἐργασίαν· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἴδιον ταμεῖον τῶν ἁλιέων, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀνατροφῆς τῶν τέκνων τῶν ἁλιέων. Ὑπάρχει ταμεῖον τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται, καὶ ἔχει σκοπὸν νὰ περιθάλψῃ τοὺς γέροντας· ὑπάρχει δὲ καὶ ἄλλο ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ ἐκπαιδεύσῃ καὶ ν’ ἀναθρέψῃ τὰ τέκνα αὐτῶν. Τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη ἐν Ἑλλάδι, διὰ τοιοῦτόν τινα σκοπὸν, ἀποτελεῖται ἀπὸ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα κρατοῦνται ἀπὸ τὸν μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων, καὶ προσδιορίζονται πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς θεραπείας τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι διήνυσαν τὸν βίον των ὑπηρετοῦντες καὶ δὲν δύνανται νὰ συντηρηθῶσιν ἐν γήρει. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξε μεγάλη δυσκολία, διότι τὴν πατρίδα, τὴν ὁποίαν τώρα ἐν εἰρήνῃ ὑπηρετοῦσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, ὑπηρέτησαν ἄλλοι πρὸ αὐτῶν ἐν τῷ μέσῳ μυρίων κινδύνων, ἀγωνιζόμενοι τὸν ἔσχατον τῶν ἀγώνων, καὶ ἡ κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ μὴ παραβλέψῃ καὶ τὰς κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίας ἐκείνων. Καὶ μέχρι μὲν τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐθεραπεύετο ποτὲ μὲν διὰ εἰδικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐπρότεινον πρὸς σύνταξιν προσώπων ἀγωνισθέντων ἢ πρὸς προικοδότησιν τῶν θυγατέρων, ἢ πρὸς σύνταξιν τῶν χηρῶν αὐτῶν, ποτὲ δὲ δι’ ἑνὸς κεφαλαίου τὸ ὁποῖον εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς περιελαμβάνετο, καὶ δι’ οὗ ἐχορηγεῖτο πίστωσις διατιθεμένη εἰς βοηθήματα διάφορα κατ’ ἔτος πρὸς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τῶν ἀγωνισθέντων, οἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι σύνταξίν τινα! Οἱ συντάκται τοῦ νόμου περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων δὲν ἐλησμόνησαν τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ λάβωσι διὰ τὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι προσεφέρθησαν κατὰ τὸν ἀγῶνα, ἀλλ’ ἠναγκάζοντο πάντοτε νὰ διαστείλωσι τὰς ὑπηρεσίας ταύτας ἐπὶ μόνον τὸ εἶδος ἐκεῖνο τῶν ὑπηρεσιῶν, περὶ τοῦ ὁποίου προὐτίθεντο νὰ προβλέψωσιν· ἐπειδὴ δὲ τοιουτοτρόπως ἤθελον ἐπιβαρύνει τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, ἐφρόντισαν νὰ ὑποχρεώσωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ συνεισφέρῃ κατ’ ἔτος 100,000 δραχ. πρὸς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο νὰ θεωρῆται ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλον εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, ὑποχρεοῦντες αὐτὸ ν’ ἀνταμείψῃ τὰς τοῦ ἀγῶνος ὑπηρεσίας. Ἑκατὸν λοιπὸν χιλιάδες δραχμῶν, τὰς ὁποίας κατ’ ἔτος δίδει τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἶναι ἡ ἀποζημίωσις τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων διὰ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται, ἀναγνωρίζον καὶ τὰς κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίας πρὸς ἀπόκτησιν τῆς συντάξεως. Ἀλλὰ λέγων, ὑπηρεσίας ἀγῶνος, συγχωρήσατέ μοι νὰ μὴ ἐννοῶ, οὐδὲ νὰ δύναμαι νὰ συναινέσω εἰς τὴν εὐρεῖαν ἐκείνην ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν συναδέλφων μας, ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐκ Λακεδαίμονος ἔδωκεν. Ἐκεῖνος εἶπεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία κατὰ τὸν ἀγῶνα εἶναι ἡ ἡλικία, καὶ ὅτι ὅστις ἦτο 18 ἐτῶν κατὰ τὰ 1821, ἐπειδὴ πάντες τότε ὑπηρέτησαν, ἔχει τὴν πρόληψιν ὅτι ὑπηρέτησεν, ἑπομένως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑπολογίσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ 18 ἐτῶν ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ἤθελον παραδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου ἐκ Λακεδαίμονος, τότε εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀποτανθῶ πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ νὰ τὸ παρακαλέσω νὰ καταβάλλῃ δύω ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος ἀντὶ τῶν 100,000, διότι ἄλλως ἤθελε μεταφέρει μίαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ πολιτεία ἔχει νὰ βραβεύσῃ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ἀγῶνος, εἰς βάρος τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν· παραδεχόμενος τὴν εὐρεῖαν ἑρμηνείαν, ἣν ὁ συνάδελφός μου ἐκεῖνος ἔδωκεν, ἀρνούμενος δὲ νὰ ὑποχρεώσω τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς μείζονα καταβολὴν, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς ἂν ἔλεγον πρὸς τοὺς νῦν ὑπαλλήλους, ἐγκαταλείψατε μέρος τοῦ μισθοῦ σας διὰ νὰ ἀνταμειφθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι κατὰ τὸν ἀγῶνα. Καὶ τίς δὲν ἀναφέρει μετὰ σεβασμοῦ τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας; Τῷ ὄντι αἱ ὑπηρεσίαι ἦσαν μεγάλαι, καὶ δὲν διστάζω ν’ ἀναγνωρίσω, ὅτι προσηνέχθησαν ὑπὸ τῶν διαφόρων τάξεων τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν διαφόρων ἡλικιῶν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν δύναμαι νὰ δώσω ψῆφον τοσοῦτον σκληρὰν κατὰ τῆς τάξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία φθείρει τὴν νεότητά της ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις, διότι ἤθελον ἀφαιρέσει ἀπ’ αὐτῶν τὸ ἀντάλλαγμα τῶν ὑπηρεσιῶν των, καὶ ἤθελον πράξει πρᾶξιν δημεύσεως, διότι ἤθελον δημεύσει τὸν μισθὸν αὐτῶν, διὰ νὰ ἐκπληρώσω ἓν ἄλλο καθῆκον τῆς πατρίδος πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν κατὰ τὸν ἀγῶνα. Καὶ μὴ νομίζητε, κύριοι, ὅτι εἶναι μικρὸν τὸ πρᾶγμα, καὶ ἀναξία λόγου ἡ σκέψις ἡ περὶ βελτιώσεως τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ἡ περὶ διδασκαλίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, καὶ περὶ ἡ τῆς ἀνεξαρτησίας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχουν περὶ τὴν διάσωσιν τῶν πεποιθήσεών των, καὶ τὴν μὴ ἀπαλλοτρίωσίν των εἰς τὰς διαφόρους ἐπηρείας, διότι ἐκ τούτου ἐξαρτᾶται ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων. Ὅσην δήποτε καλὴν προαίρεσιν καὶ ἂν ἔχωσι τὰ ὑπουργεῖα διὰ νὰ ἐκλέξωσι τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἐκ τῶν καλῃτέρων, καὶ νὰ ἐπιτηρῶσιν αὐτοὺς, βεβαιωθῆτε, ὅτι καὶ ἡ ἐκλογή των ἠμπορεῖ νὰ σφάλῃ, καὶ ἡ ἐπιτήρησις δύναται νὰ ᾖναι ἀκατάλληλος καὶ μὴ τελεσφόρος, ὅταν δὲν ἔχωσιν ἀμερολήπτους ἀνθρώπους, καὶ ἀνθρώπους δυναμένους ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ὑποστηρίξωσιν τὰς περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου πεποιθήσεις των κατὰ παντὸς ἐπηρεασμοῦ, ἐρχομένου, εἴτε ἐκ τοῦ κέντρου, εἴτε κάτωθεν. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ ἡ μέριμνα ὑμῶν περὶ τῆς τάξεως τῶν ἀνθρώπων τούτων νὰ ᾖναι σπουδαία καὶ ἐνδελεχής. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐψηφίσθη ὁ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμος, ἐξεδόθη, καθὼς εἶπεν, ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Κ. Λεβίδης, τὸ διάταγμα τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον προσδιώριζε τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἀποδείξεων, καὶ τὸ εἶδος τῶν ἀποδείξεων διὰ τῶν ὁποίων ἤθελον βεβαιώσει τὰς ὑπηρεσία, τὰς ὁποίας προσέφερον κατὰ τὸν ἀγῶνα. Κατὰ δὲ τὸ διάταγμα τοῦτο ἐπετρέπετο καὶ ἡ διὰ μαρτύρων ἔνορκος ἀπόδειξις. Ἠναγκασμένος νὰ ἐδιατρίψω μικρὸν ἐπὶ τούτου, ὀφείλω νὰ μὴ παρατρέξω τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τούτων, εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος μετὰ δυσαρεσκείας νὰ κατακρίνω καὶ τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον κατεστάθη διὰ νὰ γνωμοδοτῇ ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τῶν ζητούντων συντάξεις, πρὸς δὲ καὶ τὰς κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ καιροὺς ἐξετέλεσαν τὰς γνωμοδοτήσεις αὐτοῦ. Διότι ὁ νόμος, ἀρκεσθεὶς εἰς τὴν ἐμμάρτυρον ἀπόδειξιν τῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸν ἀγῶνα, ἠννόει, ὅτι οἱ προσερχόμενοι καὶ δι’ ὅρκου βεβαιοῦντες, ὅτι τόσα ἔτη ὑπηρέτησαν, ἤθελον προσδιορίσει καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ὑπηρεσίας των, καὶ τὸν χρόνον τῆς λήξεως αὐτῆς καὶ τὸ εἶδος αὐτῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ γνωμοδοτικὸν συμβούλιον ὤφειλε νὰ μὴ ὑπολαμβάνῃ τὰς γενικὰς καταθέσεις, ὅτι ὁ αἰτῶν σύνταξιν ὑπηρέτησε καθ’ ὅλον τὸν ἀγῶνα, ὡς βεβαίωσιν δεκαοκταετοῦς ὑπηρεσίας, διότι οὕτω περιερχόμεθα εἰς τὴν εὐρεῖαν ἐκείνην ἐφαρμογὴν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Βαλασσόπουλος ἔδωκεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ γνωμοδοτικὸν συμβούλιον ὤφειλε νὰ ἐξετάζῃ τὰς χρονικὰς διαρκείας, τὰς ὁποίας οἱ ἐνόρκως καταθέντες ἐβεβαίονον, ὅτι ὑπηρέτησαν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἔπρεπε νὰ προβαίνῃ· ὡς ἐπίσης νομίζω, ὅτι εἰ καὶ τὸ γνωμοδοτικὸν συμβούλιον δὲν ἐξεπλήρωσε τοῦτο, αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις ὤφειλον οὐχ ἧττον ν’ ἀπαιτήσωσι τοῦτο, καὶ νὰ μὴ δεχθῶσι τὰς γνωμοδοτήσεις ταύτας. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις δὲν ἐξετέλεσαν ἀκριβῶς τὸν νόμον, κατ’ ἐμὴν κρίσιν. Ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ τοῦ νόμου ἐκτελέσεως ποῖον ἀποτέλεσμα προκύπτει; Παραχωρήθησαν μέχρι τῆς 30 7βρίου 1863 συντάξεις ἐκ δραχ. 575,128, ἐὰν προσθέσητε τώρα, ὅτι ἀπὸ τότε μέχρι τοῦδε δυνατὸν ν’ ἀπενεμήθησαν περίπου 70,000 δραχ. θέλετε ὑπολογίσει ποσὸν 650 χιλιάδων περίπου δραχμῶν· ἐὰν δ’ ἀνατέμητε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς ποσὰ κατὰ μέρος, καὶ ἐξετάσητε πόσα διενεμήθησαν πρὸς ἀμοιβὴν ὑπηρεσιῶν μετὰ τὸν ἀγῶνα, θέλετε εὑρεῖ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω, ὅτι θὰ σᾶς ἐκπλήξῃ. Ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ διετέθησαν 305,148 εἰς ἀμοιβὰς ὑπηρεσιῶν, προσενεχθεισῶν κατὰ τὸν ἀγῶνα, καὶ 169, 980 εἰς ἀμοιβὰς ὑπηρεσιῶν προσενεχθεισῶν μετὰ τὸν ἀγῶνα. Γνωρίζετε, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1829, ὅτε ὁ ἀγὼν ἐθεωρήθη λήξας, μέχρι τοῦ 1863 ὑπολογίζονται ὁλόκληρα 31 ἔτη, ἀπὸ δὲ τοῦ 1821 μέχρι τοῦ 1829 ὑπολογίζονται ἔτη ἐννέα, τὰ ὁποῖα διπλασιαζόμενα φέρουσιν ἀριθμὸν ἐτῶν 18. Λοιπὸν 18 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων δραχμὰς 305,000 ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ διατεθέντος μέχρι τοῦ 1863, καὶ τριάκοντα τεσσάρων ἐτῶν ὑπηρεσίαι ἀποῤῥοφῶσι μόνον δραχμὰς 169,000. Ἐκ τούτων δ’ ἐννοεῖτε, ἐὰν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου. Ἐὰν, κύριοι, τὸ σεβαστὸν συνέδριόν σας ἔχῃ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐκ Λακεδαίμονος πληρεξούσιος σᾶς ὑπέβαλε, καὶ νὰ κηρύξῃ ὑπόχρεων τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων διὰ νὰ ἀμείψῃ ὄχι πλέον τὰς ἐξηκριβωμένας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πάντας τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἡλικίαν τινὰ ὥριμον πρὸς ἐργασίαν κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀγῶνος, ἐὰν δηλ. τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων σκοπεύητε νὰ τὸ κηρύξητε ὑπόχρεον ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν ἀγῶνα, ν’ ἀναπληρώσῃ δηλ. τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις καὶ αἱ διάφοραι Συνελεύσεις δὲν ἔλαβον, οὐδὲν ἔχω ν’ ἀντείπω, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἔχητε τὴν καλοσύνην νὰ ὑποχρεώσητε συγχρόνως τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ συνεισφέρῃ ἀναλόγως εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων· ἐὰν ὅμως δὲν θέλητε νὰ ὑποχρεώσητε τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ συνεισφέρῃ ἀναλόγως τοῦ βάρους τούτου εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐπιμένω συνηγορῶν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων, διότι ἤθελον θεωρήσει τὴν ἐναντίαν ἀπόφασίν σας δήμευσιν, δήμευσιν ἄδικον κατὰ τάξεως, τὴν ὁποίαν πρέπει πάντες μετ’ εἰλικρινείας καὶ προθυμίας νὰ ἐνυσχύσητε διὰ νὰ προσδοκᾶτε βεβαίαν καὶ ἀσφαλῆ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Ἀφοῦ δὲ τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἐνόμισα, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Κ. Λεβίδης σᾶς ὑπέβαλεν, ἦτο πρότασις, τῆς ὁποίας τὴν ἀρχὴν οὐδεὶς δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ· ἀλλὰ ἐξετάσας αὐτὴν εὗρον, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα σᾶς παρέστησα πρὸ μικροῦ· καὶ ὄχι μόνον δὲν ἠδύνατο νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν αὐτὸ, ἀλλ’ ἀκόμη ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Λεβίδου ἤθελεν ἐπαγάγει διάκρισιν ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, ἡ ὁποία μικρὸν διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀδικίαν. Δὲν ἠδύνατο νὰ θεραπεύσῃ τὰ κακὰ, τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα παρέστησα, διότι, καὶ ἐὰν σήμερον ἠθέλατε θέσει ὁποιονδήποτε φραγμὸν, ἠθέλατε ἀπαιτήσει ὁποιασδήποτε ἐγγυήσεις περὶ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσιῶν, τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων δὲν ἠθέλατε τὸ σώσει, καὶ, μὴ σώζοντες τὸ ταμεῖον τοῦτο, ἠθέλατε καταψηφίσει εἴτε τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ, εἴτε τὴν ἐπίθεσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον μεγαλητέρων ὑποχρεώσεων ἀπέναντι τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων, διότι, ἐὰν κηρυχθῇ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, ἤθελεν ἀναγκασθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον ν’ ἀναλάβῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων. Κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἔχω, τὰ μὲν ἔσοδα τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων ἀναβαίνουσιν εἰς δραχμὰς 344,000 κατ’ ἔτος, τὰ δὲ ἔξοδα, δηλ. αἱ συντάξεις αἱ μέχρι τῆς 30 7βρίου 1863 ἀπονεμηθεῖσαι, ἀναβαίνουσιν εἰς δραχμὰς 475,000, δηλ. τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρὸς πληρωμὴν τῶν συντάξεων τῶν μέχρι τοῦ 1863 πληρωθεισῶν πληρόνει 128,000 δραχμὰς περισσότερον, ἀφ’ ὅσα λαμβάνει. Ἐὰν προσθέσητε καὶ τὰς συντάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔκτοτε ἐνεκρίθησαν, καὶ τὰς συντάξεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θέλουν ἐγκριθῆ εἰς τὸ μέλλον, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ κεφάλαια αὐτοῦ ἀποῤῥοφῶνται ἐντὸς τὸ πολὺ δύω ἐτῶν· μετὰ ταῦτα δὲ πόθεν θέλουσι λάβει τὰς συντάξεις των ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν ἤδη δικαίωμα ἐπ’ αὐτῶν; Βεβαίως τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων δὲν θέλει τὰς πληρώσει, διότι δὲν θέλει ἔχει. Λοιπὸν πρέπει νὰ τὰς πληρώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Προνοοῦντες λοιπὸν περὶ μόνου τοῦ μέλλοντος, κηρύσετε ἀπὸ τοῦδε τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, καὶ ἐπιβάλλετε εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐκπληροῖ εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἐν τοσούτῳ λησμονεῖτε, ὅτι ἀπομακρύνεσθε πολὺ ἀπὸ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεσθε, δηλαδὴ νὰ φέρητε ἰσοζύγιον εἰς τὰ ἔσοδα πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους. Ἐνθυμοῦμαι ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐπαναστάσεως, παρουσιάζων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους, σᾶς ἔλεγεν, ὅτι μοὶ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ἐλαττώσω τὰ ἔξοδα κατωτέρω τῶν 24,000,000. Ἐνθυμοῦμαι ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μέρος τῆς κυβερνήσεως, τῆς πρῶτον σχηματισθείσης μετὰ τὴν ἄφιξιν τῆς Βασιλείας, ὅστις σᾶς εἶπεν, μοὶ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ἐλαττώσω τὰ ἔξοδα κατωτέρω τῶν 23 ἑκατομμυρίων δραχμῶν· μένει δὲ εἰς τὴν σκέψιν ὑμῶν νὰ κρίνητε εἰς ποῖον σημεῖον θέλομεν πλέον εὑρεθῆ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, λέγω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Λεβίδου δὲν θεραπεύει τὸ κακόν. Ἀλλ’ εἶπον προσέτι ὅτι εἰσάγει διακρίσεις. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λεβίδου, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ μέλλον θέλουσιν ἀπαιτήσει σύνταξιν, διὰ τὰς κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίας των, ὑποχρεοῦνται ν’ ἀποδείξωσι ταύτας διὰ μέσων περισσοτέρων καὶ λεπτομερεστέρων, παρὰ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν ἤδη τὴν σύνταξιν· ὅπερ ἐστὶν, ἄνθρωποι προσενεγκόντες τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας κατὰ τὸν ἀγῶνα, τινὲς μὲν ἐξ αὐτῶν ὑποβάλλονται εἰς περιορισμοὺς πλείονας, ἕτεροι δὲ εἰς περιορισμοὺς μικροτέρους. Ἡ διαφορὰ αὕτη τῆς δικονομίας, ἡ ὁποία εἰσάγεται πρὸς ἀπόδειξιν τῶν δικαιωμάτων πρὸς σύνταξιν, εἶναι διαφορὰ ἄδικος· καὶ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ νομοθετηθῇ ἄλλη τις δικονομία τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποδεικνύωνται αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ἀγῶνος, ἡ δικονομία αὕτη ἔπρεπε νὰ ᾖναι γενικὴ δι’ ὅλους. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὡρμήθημεν ὅτε ἔντιμος συνάδελφός μου, ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς, καὶ ἐγὼ, νὰ φέρωμεν τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Λεβίδου. Κατὰ τὰς ἰδέας ἡμῶν, κύριοι, δὲν πρέπει μόνον νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ νὰ προλάβωμεν τὰς καταχρήσεις εἰς τὸ μέρος τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναδράμωμεν καὶ εἰς τὸ παρελθὸν, οὐχὶ πρὸς ἀκύρωσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ κηρύξωμεν ὑποχρέους ἅπαντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι ζητήσει σύνταξιν, ἢ ἐζήτησαν σύνταξιν προβάλλοντες τὰς κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίας νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν αὐτὸν τρόπον τῆς ἀποδείξεως. Δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη περιλαμβάνει ἐν αὑτῷ δύναμιν ἀναδρομικὴν, ἤτοι περιέχει ἐλάττωμα. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δὲν εἶμαι εἰς τὴν εὔκολον θέσιν ν’ ἀποκρούσω μετὰ ἐπιχειρημάτων τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, διότι εἶμαι ὑποδεέστερος κατὰ πολὺ πολλῶν ἄλλων ἐξ ὑμῶν, κατὰ τὴν νομομάθειαν, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἄλλοι μετ’ ἐμὲ, θέλουν μὲ ἀναπληρώσει κατὰ τοῦτο. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἀλλὰ διαγράφει διατάξεις δικονομικὰς, εἰς τὸ κράτος τῶν ὁποίων ὑποβάλλει πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ στηρίξωσι δικαίωμα ἐπὶ τῶν τοιούτων ὑπηρεσιῶν των· δὲν ἀναιρεῖ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπέκτησαν, λέγει ὅτι, καλῶς εἶχεν ἡ ἐξακρίβωσις τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ εἰς τὸ μέλλον, διὰ νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν δικαιωμάτων τούτων, πρέπει νὰ βεβαιωθῶσι κατὰ τὰς νέας διατάξεις τὰ δικαιώματα ταῦτα. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου Κ. Λεβίδης ζητεῖ διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης νὰ ὑποχρεώσῃ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ζητήσωσιν εἰς τὸ μέλλον σύνταξιν πρὸς ἀμοιβὴν ὑπηρεσιῶν, νὰ προσαγάγωσι τὰ πρωτότυπα, ἢ ἐπίσημα ἀντίγραφα τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διορισμῶν, καὶ τῶν ἐκ ταύτης ἀπολύσεων· ἐν ἐλλείψει δὲ τῶν ἐν τοῖς ἀρχείοις σχεδίων, εἶναι δεκταὶ περιλήψεις τῶν σωζομένων βιβλίων, καταστάσεων κτλ. ἀπαγορεύει δὲ τὸ μέσον τῆς δι’ ἐνόρκων καταθέσεων ἀποδείξεως διὰ τὰς μετὰ τὸ 1827 ὑπηρεσίας. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν Κ. Λεβίδην, τὴν παραδοχὴν τῆς ἐξαιρέσεως ταύτης· διότι καὶ εἰς ἐποχὰς τόσον ἀνωμάλους, ὅσον εἶναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας εἶδεν ὁ τόπος κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀπαιτήσῃ τις ἀποδείξεις γραπτὰς, ἀποδείξεις παρεχούσας πᾶσαν πεποίθησιν περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῶν, καὶ ἑπομένως ἀποβαίνει ἀναπόφευκτον τὸ μέσον τῆς διὰ μαρτύρων ἀποδείξεως. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ κατὰ τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας, εἶναι τοσοῦτον εὔκολον νὰ ἐπιφέρῃ καὶ νὰ ὠθήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν ὡς μάρτυρες, ὥστε πολλάκις ὤφθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἄνθρωποι βεβαιοῦντες ψευδῆ πράγματα, ἐν γνώσει, μὲ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ὁμολογία των δὲν ἦτο πρᾶξις ἀξιόποινος οὐδὲ ἀνήθικος. Πρὸ μικροῦ χρόνου ἀνέγνωσα εἰς ἐφημερίδα τινὰ προκήρυξιν ἀνθρώπου, κατὰ τὰ ἄλλα λίαν ἀξιοτίμου, τοῦ ὁποίου σέβομαι τὴν μνήμην, ὁ ὁποῖος προεκάλει πάντας νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν οἰκίαν του διὰ νὰ τοῖς δώσῃ ἀποδείξεις, ὅτι ὑπηρέτησαν εἰς τὸν ἀγῶνα. Τὸ πρόγραμμα τοῦτο μοὶ ἐνθυμίζει τὰ προγράμματα τῶν ἰατρῶν, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δέχονται εἰς τὴν οἰκίαν των εἰς προσδιωρισμένας ὥρας διὰ νὰ ἐπισκέπτωνται τοὺς ἀσθενεῖς δωρεάν. Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ παρουσιάσωσιν ἀποδείξεις, οὔτε ν’ ἀναφέρωσι τὰ συμβάντα διὰ νὰ ἀνακαλέσωσιν εἰς τὴν μνήμην του αὐτά· ὁ εἰρημένος ἀμέσως ἔδιδεν ἀπόδειξιν, καὶ, ἐπὶ ταύτης στηριζομένη ἡ ἐπιτροπὴ, ἐπεβάρυνε τὸ Ταμεῖον τῶν συντάξεων. Ἐνῷ λοιπὸν ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην τῆς διὰ μαρτύρων ἀποδείξεως, μ’ ὅλα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἀφ’ ἑτέρου ἀναγνωρίζω ἀπόλυτον τὴν ἀνάγκην νὰ περιβληθῇ ἡ ἀπόδειξις αὕτη μὲ ἐγγυήσεις, ὥστε νὰ μὴ προκύψωσι τὰ ἐλαττώματα αὐτῆς. Αἱ ἀποδείξεις κατὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, δίδονται οὐχὶ ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδικείου, ἀλλ’ ἐνώπιον τῶν πρωτοδικῶν, ἐκεῖ δὲ παρευρίσκεται καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἐσταματήσαμεν μόνον εἰς τὸν τρόπον τοῦτον, ἠθέλαμεν ἀκόμη νὰ παράσχωμεν εὐκολίαν τινα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ παρουσιάσωσιν ἀποδείξεις δι’ ἐγγράφων διορισμῶν καὶ παύσεων, καὶ ἀπηλλάξαμεν αὐτοὺς πάσης περαιτέρω ὑποχρεώσεως· ἐπειδὴ δὲ ἐνδεχόμενον κατὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν νὰ προκύψῃ ἀδικία ἐπὶ τινα, προέβημεν εἰς μεγαλητέραν εὐκολίαν, καὶ ἐκηρύξαμεν 20 ἔτη ἀρκοῦντα πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως· ἀπηλλάξαμεν δ’ οὕτως αὐτοὺς ἀπὸ πενταετοῦς ὑπηρεσίας, πεποιθότες, ὅτι ἐνισχύομεν οὕτως οὐ μόνον τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ τοὺς κατὰ τὸν ἀγῶνα πράγματι ὑπηρετήσαντας. Ἐπὶ τῶν λόγων τούτων στηρίζεται ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ἔχομεν ὑποβάλει.
§92ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι, ἡ παροῦσα συζήτησις περιεστράφη εἰς ἕνα κόσμον, τὸν ὁποῖον πολλοὶ τῶν ζώντων σήμερον δὲν εἶδον, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδουν τώρα, καὶ κατὰ συνέπειαν περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τούτων δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ ἐκτιμήσῃ ἐκ τοῦ πλησίον, ὡς μὴ ἀπαντήσας πραγματικὰς τάς τε εὐκολίας καὶ τὰς δυσκολίας, οὐδὲ δοκιμάσας τὰς πικρίας τοῦ τοιούτου κόσμου, εἰς ὑπηρεσίας, λέγω, ὧν τὸ ἀντάλλαγμα οὐ μόνον δὲν ἐξισοῦται μὲ τὸ διπλάσιον τοῦ χρόνου, ἀλλ’ οὐδὲ μὲ τὸ δεκαπλάσιον, καὶ ἂς λέγουν ἤδη ὅ,τι θέλουσιν. Ὅθεν, καὶ πρῶτον ἔρχομαι νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τῆς ὁμιλίας τοῦ Κυρίου Λεβίδου, ὅστις ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὸν χρόνον τῆς ἐπαναστάσεως μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1827 ἔτους, διότι, ὡς ἐπρόσθεσε μετὰ ταῦτα, τὰ μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ Κυβερνήτου πράγματα θεωρεῖ ὁμαλὰ καὶ τακτικά. Ὁ μετ’ αὐτὸν λαλήσας Κύριος Βαλασόπουλος, νομίζω, ὅτι ἐπλησίασεν εἰς τὴν ἀλήθειαν περισσότερον. Καὶ ἐξηγοῦμαι· Κύριοι, ὁ Κυβερνήτης ἐλθὼν εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1828, μόλις περὶ τὸν Αὔγουστον τοῦ ἔτους τούτου ἐπεχείρησε τὴν διοργάνωσιν τῶν χιλιαρχιῶν, περὶ δὲ τὸ τέλος τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἀνεχώρησεν ὁ Ἰμβραΐμης, καὶ ὅμως ὁ πόλεμος ἐξηκολούθει ὡς καὶ πρότερον κατὰ τὴν Ἀνατολικὴν καὶ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα· ἐπελθόντος τοῦ τέρματος τῆς πολιορκίας τῶν Πατρῶν βραδύτερον, ἡ τοῦ Κυβερνήτου πρόνοια δὲν ἦτο δυνατὸν, οὐδ’ ἔλαβε τὸν ὑλικὸν καιρὸν διὰ νὰ εἰσάξῃ κανόνας καὶ τάξιν εἰς ἐπανόρθωσιν τῶν ἐποχῶν ἐκείνων. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἐν ὅσῳ ὁ Ἰμπραΐμης εὑρίσκετο εἰς τὰ φρούρια δὲν ἦτον ἀγών; ἐλθὼν δὲ, ἔπαυσεν ἀμέσως τὸν πόλεμον; Ὁ χρόνος, Κύριοι, τῆς λήξεως τοῦ ἀγῶνος εἶναι ἀπὸ τὸν περὶ συντάξεως Νόμον καλῶς προσδιωρισμένος, ἐκτὸς ἂν θέλωσί τινες ἀντικρούοντες τὰ πράγματα νὰ διϊσχυρισθῶσι τὸ ἐναντίον. Μεταβαίνων δὲ εἰς τὰς ἄλλας παρατηρήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων τινὲς ἐπεδίωξαν τὰς διασαφήσεις, ζητοῦντες νὰ φέρωσιν ἀποδείξεις οἱ ἀγωνισταὶ τοῦ καιροῦ ἐκείνου διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων τῶν ἀρχῶν τοῦ πρώτου διορισμοῦ των καὶ τῆς τελευταίας παύσεώς των κατὰ τοὺς αὐτοὺς ἐκείνους χρόνους τῆς ἐπαναστάσεως· ἀλλ’ ἐγὼ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τοὺς ἐρωτήσω νὰ μὲ εἴπωσι, ποῖος τότε ἤθελε κάμει τὸν τοιοῦτον διορισμόν; καθεὶς τότε ἐξεπλήρου τὸ ὑπὲρ Πατρίδος καθῆκόν του, λαμβάνων αὐθορμήτως τὰ ὅπλα, καὶ ἐπεχείρου τὴν ὁποιανδήποτε ἄλλως συνδρομήν του ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως. Οὕτω δὲ οἴκοθεν ἀπερχόμενοι οἱ τοιοῦτοι εἰς τὸν πόλεμον, αὐτοὶ οὗτοι ἦσαν καὶ οἱ ἄνδρες τῆς ἐπαναστάσεως, αὐτοὶ καὶ οἱ Κυβερνῶντες. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν δι’ ἐκείνας τὰς περιστάσεις τὰς ζητουμένας ἤδη ἀποδείξεις· ἕκαστος ἔλεγε πρὸς τὸν ἄλλον, ἆρον τὸν σταυρόν σου καὶ ἀκολούθει μοι. Ἴσως, Κύριοι, δύνανται νὰ ἔγειναν καὶ μερικοὶ τοιοῦτοι διορισμοί· ἀλλ’ ὅταν εἰς τὰ 1825 ἔφθασεν ὁ Ἰμπραΐμης καὶ εἰς τὴν πατρίδα μου, τὴν Τρίπολιν, (λαμβάνω ὡς παράδειγμα αὑτὸν ἐμέ), μὲ ἓν βουκάλιον μὲ ὕδωρ εἰς χεῖρας ἀνεχώρησα κἀγὼ οἰκογενειακῶς, σὺν τοῖς ἄλλοις συμπολίταις μου, κατὰ τὴν ὀδυνηρὰν νύκτα ἐκείνην καθ’ ἣν διεκηρύχθη ὑπὸ τῆς ἐκεῖ διοικητικῆς ἐπιτροπῆς ὁ μεθ’ ὁρμῆς ἐρχομός του καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐσπευσμένης ἀναχωρήσεως τῶν κατοίκων, ἐγκαταλείψας γεμάτην τὴν οἰκίαν μου καὶ ἀπὸ ἔγγραφα καὶ ἀπὸ πράγματα. Πῶς ἤθελον λοιπὸν διασωθῆ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ ἀποδείξεις τῶν ἀγωνιστῶν τῆς πόλεως ταύτης; Εἶχον τὴν τιμὴν πρό τινος καιροῦ νὰ ἦμαι πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἐγγράφων τῆς παλιγγενεσίας ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι σπανιώτατα εὕρομεν ἔγγραφα τοιαῦτα ἔκ τε τῶν ἐγγράφων τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῆς Γερουσίας τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος, καὶ αὐτῶν τῶν Γερουσιῶν τῆς Πελοποννήσου· οὐδὲν δὲ σχέδιον ἐκ τῶν τῆς ά. περιόδου τοῦ ὑπουργείου τῶν πολεμικῶν, καὶ ἐλλειπῆ ἐν γένει τὰ τῶν ἄλλων διαφόρων κλάδων τῶν αὐτῶν ἐποχῶν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν ὅτι ἔγειναν καταχρήσεις εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν μαρτύρων. Ποῖος εἶπεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ δέχηται πιστοποιητικὰ ἀνθρώπων οἵτινες δὲν ἦσαν ἀρχηγοὶ καὶ δὲν διέπρεψαν κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, ὡς ὁρίζει ὁ περὶ συντάξεως νόμος; Ἡ ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ προσέξῃ εἴς τε τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, καὶ ἅμα ταῦτα κατεῖδεν, ἔπρεπε νὰ συμβουλευθῇ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ν’ ἀντιταχθῇ, καὶ οὐχὶ νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὸ διάταγμα τῆς ἐκτελέσεως, ἐὰν δὲν ἦτον σύμφωνον καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὸν νόμον. Ἐνταῦθα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὅτι αἱ ἐθνικαὶ Συνελεύσεις ἔρχονται οὐ μόνον διὰ νὰ διορθώσωσι τὰ κακῶς κείμενα, ἀλλὰ καὶ νὰ ὀλιγοστεύσωσι τὰ δεινὰ τῶν πολιτῶν, ἡμεῖς ὅμως προβαίνομεν εἰς τὴν πολλαπλασίασιν αὐτῶν· ἐάν, Κύριοι, δεχθῶμεν ἤδη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὡς ἀρχὴν τοῦ νὰ ἀπαιτήσωμεν ἐπίσημα τοῦ τότε καιροῦ ἀποδεικτικὰ ἀπὸ ὅλους τοὺς κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρετήσαντας, δηλονότι τὸ ἀδύνατον, τότε πρέπει νὰ φέρωμεν καὶ ἕτερον κόσμον νὰ μᾶς κρίνῃ, καὶ νὰ προσμείνωμεν τὸ τέλος μέχρι καὶ γʹ. καὶ δʹ. γενεᾶς· ἑπομένως ἐὰν ἐπὶ τῶν συντάξεων λάβωμεν τὴν τοιαύτην ἀρχὴν, οὐχ ἧττον πρέπει νὰ τὴν λάβωμεν καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν σχετικῶν, ὡς ἐπὶ παραδείγματι διὰ τοὺς βαθμοὺς κατὰ τοιαύτην ἐποχὴν, ἀντικείμενον σημαντικώτερον, καὶ τὸ πλῆθος τῶν ὁποίων ἐβεβαιώθη δι’ ἁπλῶν ἀποδείξεων· ἀλλὰ Κύριοι, τὰ προβλεπόμενα ὑπὸ νόμων καὶ ἐκτελεσθέντα δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς νέα μέτρα καὶ νόμους ἔχοντας ὀπισθενεργὸν δύναμιν. Μᾶς λέγουν, Κύριοι, ὅτι τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων θὰ ναυαγήσῃ· ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα οἱ αἴτιοι; Τὸ ταμεῖον τοῦτο Κύριοι, ἐὰν ἐφορτίσθη μὲ ὑπέρμετρα ποσὰ, τοῦτο προῆλθε κυρίως ἀπὸ τὰς κατ’ ἐπανάληψιν πολλὰς παύσεις καὶ ἀντικαταστάσεις τῶν ὑπαλλήλων μετὰ τὴν 10ην Ὀκτωβρίου, αἵτινες ὑπῆρξαν καὶ ἐξακολουθοῦν εἰσέτι τὸ κύριον μέλημα ἑκάστου ἀλληλοδιαδόχου ὑπουργοῦ ὡς ἄλλη παλίῤῥοια, ἐνῷ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἀπέβλεπεν εἰς συντάξεις βαθμιαίας καὶ κατὰ λόγον λογικὸν καὶ τακτικὸν, καὶ ὄχι ἀπροόπτως καὶ βιαίως· οὕτως ἤθελεν εἶσθαι ὑποφερτὴ ἡ ἐπιβάρυνσίς του καὶ διὰ τῶν συντάξεων μόνον, καὶ τῶν πρὸ τῆς συστάσεως τούτου ἀπομακρυσμένων ὑπαλλήλων· ἂς ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, ὅτι ὁ τοιοῦτος νόμος οἷος ὑπῆρξε, ἐὰν καὶ μὲ ἐλλείψεις τινὰς ἐφηρμόσθη, ὑπῆρξε πάλιν εὐεργετικὸς, ἄλλως ἤθελον περιφέρεσθαι ἑκατοντάδες ἄνθρωποι εἰς τοὺς δρόμους πεινῶντες. Διατὶ θέλομεν ἤδη νὰ τοὺς ἐκθέσωμεν εἰς ἄπειρα βάσανα νέα διὰ νέου ἐλέγχου; Ἐὰν σήμερον εἴπωμεν, ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θέλομεν μάρτυρας, ἀλλ’ ἀποδείξεις, δὲν πράττομεν μίαν ἀδικίαν; εἶπαν νὰ περιορισθῇ ὁ περὶ τῶν τοιούτων χρόνος τῆς διὰ μαρτυριῶν ἐκθέσεως μέχρι τέλους μόνον τοῦ 1827, ἀλλὰ διατὶ τοῦτο, ἐνῷ καὶ κατὰ τὸ 1828 καὶ 1829 ὑπῆρχεν ὁ πόλεμος; Προτείνω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ ά. ἄρθρου τοῦ Κυρίου Λεβίδου ἐκτείνεται μέχρι καὶ τοῦ 1829 συμφώνως μὲ τὸν ὑπάρχοντα νόμον τῶν συντάξεων. Οὐδόλως δὲ συντάττομαι νὰ ἐπέλθῃ ἀναθεώρησις κατὰ τὴν ἑτέραν τροπολογίαν τῶν πληρεξουσίων ΚΚ. Δ. Χαραλάμπη καὶ Θ. Δηλιγιάννη ἐπὶ πραγμάτων τετελεσμένων. Οὐχ ἧττον ὅμως δὲν ἀνθίσταμαι νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ μέλλον βελτίωσις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου κατ’ ἀμφοτέρας τὰς ῥηθείσας τροπολογίας, συμπεριλαμβανομένης ἀκόμη καὶ αὐτῆς τῆς χρονιαίας ἐκμετρήσεως, ἀφ’ ἧς θὰ ἄρχεται τὸ εἰς σύνταξιν δικαίωμα διὰ τὰς μελλούσας συντάξεις, καὶ ἂν ἡ ἀνάγκη ἀπαιτῇ, δὲν ἀντιτείνω εἰς τὸ νὰ ἐπέλθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς γενναιοτέραν συνδρομὴν ἀπὸ τὰς 100,000 δραχ. τὰς ὁποίας προσφέρει ἤδη ἐτησίως. Ἑπομένως, Κύριοι, οἱ τότε τὴν πατρίδα ὑπηρετήσαντες δὲν ἔπαυσαν νὰ ὑπηρετοῦν καὶ μετὰ τὸ τέρμα τοῦ ἀγῶνος πολλὰ ἔτη αὐτὴν, ὡς ὑπηρετοῦν διάφοροι τοιοῦτοι καὶ μέχρι σήμερον, ὥστε ἔχουν δικαίωμα εἰς τὸν περὶ συντάξεως νόμον, καὶ ἀπ’ εὐθείας, οὐχὶ μόνον διὰ τὰς ἐν τῷ ἀγῶνι ὑπηρεσίας των. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ καὶ τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνακούφισιν τοῦ ταμείου κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λεβίδου ἐκ μέρους ὅσων δὲν συνεισέφερόν τι, οὐδόλως καὶ εἰς τοῦτο ἀνθίσταμαι, ἀρκεῖ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς δρόμον ἀδιέξοδον δι’ ἀνατροπῆς κεκτημένων δικαιωμάτων.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πληρεξούσιος Κ. Πετμεζᾶς ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισεν ἤδη νὰ συζητήσῃ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ πρότασίς του. «Νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος συζήτησις μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπταννήσου, ὅπως τότε ἐκδοθῇ ἀπὸ κοινοῦ νόμος, συμβιβάζων τὰ δικαιώματα ἀμφοτέρων τῶν ἑνωθησομένων χωρῶν.»
§94ΜΙΛΗΣΗΣ. Λέγω, Κ. Πρόεδρε, ὅτι ἀφοῦ πρότασις ἀναβολῆς ὑπεβλήθη, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὐτῆς.
§95ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡ ἀναβολὴ πρέπει νὰ προταθῇ ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως, in limine discussionis.
§96ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς φράσεως τοῦ Κ. Σαριπόλου in limine discussionis, παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κανονισμὸς, τὸν ὁποῖον βεβαίως θὰ σεβασθῇ ὡς καθηγητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου. Παρακαλῶ δὲ νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον, ὅστις ὑπέβαλε τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν διὰ νὰ τὴν ἀναπτύξῃ.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀναπτύξεως. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως, δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ πρότασις περὶ ἀναβολῆς, ἔπρεπε νὰ γίνῃ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως.
§98ΜΙΛΗΣΗΣ. Τροπολογίαν τοῦ κανονισμοῦ κάμνετε, Κ. Πρόεδρε;
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ἐκθέτω τὸ πνεῦμα τοῦ κανονισμοῦ.
§100ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ πνεῦμα εἶναι σαφὲς, διότι τὸ γράμμα εἶναι ῥητὸν, καὶ ζητῶ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλητε νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις τότε ἄλλο πρᾶγμα. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κανονισμὸς εἰς τὸ ἄρθρον 22. «Ὁσάκις ἰσχυρίζεταί τις, ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις ἢ ὅτι παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος κανονισμοῦ, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἄλλων ἀντικειμένων, ἢ ὅταν προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐὰν τὰς προτάσεις ταύτας ὑποστηρίζωσι καὶ δέκα ἄλλοι πληρεξούσιοι, ἡ Συνέλευσις ἀποφασίζει πρῶτον περὶ τῶν παρεμπιπτόντων τούτων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.»
§102ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου λοιπὸν ἐρωτήσατε, ἂν τὴν ὑποστηρίζωσι 10 πληρεξούσιοι. Εἶναι καθαρόν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα αὐτὰ ἀφορῶσι τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως.
§104ΜΙΛΗΣΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἡ φράσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου ἀποδεικνύει ὄχι μόνον ἔναρξιν συζητήσεως, ἀλλὰ καὶ πρόοδον αὐτῆς.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ φράσις αὕτη ἐννοεῖ ὅλα τὰ ἐμπεριλαμβανόμενα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§106ΤΙΝΕΣ. Ἐρωτήσατε, Κ. Πρόεδρε, ἂν ᾖναι 10 οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 10 οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς; νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 10).
§108ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Κ. Πρόεδρε, παραβιάζετε τὸν κανονισμόν. Δὲν πρέπει νὰ διακόπτωμεν εἰς τὸ μέσον, καὶ νὰ διαιωνίζωμεν οὕτω τὰς συζητήσεις.
§109ΚΑΛΟΣ. Εἰς πᾶσαν περίστασιν δύναται νὰ προταθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς.
§110ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι! Ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου Κ. Λεβίδη δὲν εἶναι, εἰμὴ μία τροπολογία τοῦ περὶ συντάξεων νόμου, ἥτις φαίνεται καὶ εἰς ἐμὲ καλὴ, ἀλλὰ, Κύριοι, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἤδη νὰ ἐνασχοληθῶμεν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει ἀνάγκην καὶ ἄλλης τροπολογίας· δὲν δυνάμεθα, λέγω, διότι ἐντὸς μικροῦ ἑνώνεται μεθ’ ἡμῶν ἡ Ἑπτάνησος, ἥτις γνωρίζετε, ὅτι ἔχει νόμον ἰδιαίτερον περὶ συντάξεων, λίαν ἐπιεικῆ, καὶ ἡμεῖς λίαν αὐστηρὸν, ἵνα μὴ εἴπω δρακόντειον. Ἀφοῦ, Κύριοι, ἡ Ἑπτάννησος μέλλει νὰ ἑνωθῇ μεθ’ ἡμῶν, φρονεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ διέπωνται ὑπὸ ἄλλου νόμου, καὶ ἡμεῖς ὑπὸ ἄλλους; ὄχι βεβαίως· φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νόμου μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ὅτε ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἐκδοθῇ νόμος, κανονίζων καὶ συμβιβάζων τὰ δικαιώματα ἀμφοτέρων τῶν χωρῶν. Διὰ τοῦτο ἔχω διατυπωμένην τὴν πρότασίν μου, οὕτως ἔχουσαν «νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος συζήτησις μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ὅπως τότε ἐκδοθῇ ἀπὸ κοινοῦ νόμος συμβιβάζων τὰ δικαιώματα ἀμφοτέρων τῶν ἑνωθησομένων χωρῶν». Κύριοι, ὁ νόμος, ὅστις ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ κανονίζει τὰ δικαιώματα τῶν συνταξιούχων, ἠξεύρετε, ὅτι εἶναι λίαν εὐνοϊκὸς, διότι ἐπιτρέπει εἰς τὸν ὑπάλληλον, μετὰ 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν νὰ ἀπομακρυνθῇ καὶ νὰ λαμβάνῃ ὁλόκληρον τὸν μισθὸν, ὁ παρ’ ἡμῖν νόμος εἶναι λίαν αὐστηρὸς καὶ δρακόντιος, θέλετε μετὰ τὴν ἕνωσιν αὐτὴν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι, ἂν θέλετε, ὑποκείμεθα εἰς περισσότερα βάρη, διότι εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν εἶναι ταμεῖον συντάξεως, θέλετε νὰ μὴν ἔχωμεν τὰ ἴδια δικαιώματα, ἂν ὄχι περισσότερα, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ ἴδια· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ διεπώμεθα ἀπὸ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν νόμον.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα.
§112ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐὰν παραδεχθῆτε τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου, πρέπει τότε νὰ ἐκδώσητε ἓν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀποφανθῆτε, ὅτι μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της, διότι ἐπὶ θύρας κεῖται ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον προφανὴς εἶναι πρότασις προτεινομένη παρ’ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι τὴν διαιώνισιν τῶν κακῶς παρ’ ἡμῖν κειμένων, ἐξ ἰδίου, ἢ τῶν οἰκείων συμφέροντος ὠθούμενοι· ὡς νομοθετικὰ λοιπὸν μετερχόμενοι ἡμεῖς ἔργα, ὅ,τι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἔλθουσιν οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου ψηφίσωμεν, ἐκεῖνο ἔσται νόμος τοῦ κράτους· τοιοῦτος λοιπὸν εἶναι καὶ ὁ συζητούμενος. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, καὶ ἐλάλησα καὶ ἐψήφισα κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, προτείναντος ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ συντάγματος, ὅπερ, ὡς ὑπέρτατος νόμος τοῦ κράτους, οὐδὲ δίκαιον εἶναι, οὐδὲ συμφέρει νὰ συζητηθῇ πρὸ τῆς μετὰ τῆς Ἑπτανήσου ἑνώσεως ἡμῶν, διότι τὸ πολίτευμα εἶναι νόμος μόνιμος καὶ ἀμετάβλητος, ἐφ’ ᾧ ἐπαναλέγω δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνταγμα εἰμὴ ἀφοῦ ἔλθωσι καὶ οἱ Ἑπτανήσιοι· νόμος ὅμως μεταβλητὸς ἁπλῶς ὑπὸ τῆς διὰ τοῦ Συντάγματος συστηθησομένης νομοθετικῆς ἐξουσίας, οἷος ὁ συζητούμενος νόμος, τὸν ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μεταβάλῃ δύναται καὶ τὸ ἐπιὸν ἔτος, τοιοῦτος νόμος δύναται ἀναντιῤῥήτως νὰ συζητηθῇ ἄνευ κινδύνου καὶ χωρὶς τῶν Ἑπτανησίων, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ παραβλάψωμεν, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, τὴν ὀφειλομένην πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας ἁβροφροσύνην. Ἄλλως τε Κύριοι, πάντες ἐῤῥίψατε βεβαίως ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς συνθήκης τῆς ἑνώσεως, εἴδατε δ’ ἐν αὐτῇ, ὅτι ἄρθρον ῥητὸν ἐξασφαλίζει τοὺς κεκτημένους ἐν Ἑπτανήσῳ δικαίωμα συντάξεως, δικαίωμα, ὅπερ ἀσφαλίζεται αὐτοῖς καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Γνωρίζω, ὅτι ὁ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἐν Ἑπτανήσῳ νόμος εἶναι λίαν ἐπιεικὴς, ἂν θέλητε μάλιστα, εἶναι νόμος κακὸς, καὶ θέλω σᾶς εἰπεῖ τὸ διατὶ, οὐχ ἧττον ὅμως εἶναι νόμος, καὶ ὡς τοιοῦτος σεβαστὸς, διότι καὶ ἡ συνθήκη ἔσεται νόμος τοῦ κράτους ἡμῶν· ἀπεκάλεσα αὐτὸν νόμον κακὸν, διότι ἡ ἐν Ἑπτανήσῳ προστασία θέλουσα νὰ περιποιῇ εἰς ἑαυτὴν πολλοὺς φίλους δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου τὸ κατώρθου, διότι εἶχεν οὕτως εὐχέρειαν δι’ ὀλίγων θέσεων ὡς πλείστους νὰ ποιῆται φίλους, διότι ἀλληλοδιαδόχως αἱ αὐταὶ θέσεις ἐδίδοντο εἰς πολλοὺς, μετὰ βραχεῖαν δ’ ὑπηρεσίαν, ἑκάστου αὐτῶν προσκτησαμένου τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, καί τοι ὁ κτησάμενος αὐτὴν, ἅτε νέος καὶ ἀκμαῖος, ἦν εἰς κατάστασιν νὰ ὑπηρετῇ τὴν πατρίδα, οὗτος ἀπεχώρει ὅμως τῆς ὑπηρεσίας λαμβάνων ὡς σύνταξιν ὁλόκληρον τὸν μισθὸν τῆς ἐνεργείας, τοῦτο δ’ ἐγίνετο μετὰ 6 ἢ 10 ἔτη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἀλλὰ πρέπει διὰ τοῦτο ν’ ἀφήσητε τοὺς δυστυχεῖς ὑπαλλήλους τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκονται δυνάμει τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, μόνον καὶ μόνον διὰ ν’ ἀκούσητε καὶ τὴν γνώμην τῶν Ἑπτανησίων; Πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς εὖ φρονῶν θέλει ἰσχυρισθῆ τοῦτο, εὔκολον δέ μοι εἶναι νὰ σᾶς ἀποδείξω τὸ ἄτοπον, δὲν δύναμαι ὅμως τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ σᾶς ἀναπτύξω τοὺς λόγους, διότι δὲν ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐπιφυλάττομαι ὅμως ὅταν λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας, νὰ σᾶς ἐκφέρω ἰσχυρὰ καὶ σπουδαῖα ἐπιχειρήματα πρὸς τὰ παρὰ τοῦ Κ. Δεληγιάννη καὶ ἄλλων ἐπενεχθέντα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἀνάγκη ἄμεσος νὰ μεταβληθῇ αὐτὸς ὁ νόμος, διότι, ἂν ἐξακολουθήσῃ ὅπως ἔχει, ἐντὸς ὀλίγου, τὴν στιγμὴν ταύτην ἴσως, τὸ Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ, ἐπίκειται χρεωκοπία ..... (θόρυβος).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§114ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡ μὴ γενομένη εἰσέτι ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀποχρῶν κώλυμα πρὸς μὴ συζήτησιν τοῦ Νόμου τούτου· δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλλωμεν ἐν μέσῳ ἑκάστοτε τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅταν δὲν θέλωμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν οἱουδήποτε νομοσχεδίου. Ὀλίγα τινὰ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω καὶ ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα· νομίζετε, ὅτι δύνασθε εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως ἑνὸς νομοσχεδίου ἐξ 20 ἢ 30 ἄρθρων, ἀνιστάμενοι 10 πληρεξούσιοι νὰ ζητῆτε τὴν ἀναβολήν; Οἱ τοιαῦτα πράττοντες κατασοφίζεσθε τὸν κανονισμόν· δύνασθε ναὶ, νὰ προτείνητε τὴν ἀναβολὴν, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς ἑνὸς νομοσχεδίου, οὐχὶ δὲ ἀφοῦ ἐπεψηφίσθη ἡ ἀρχὴ, καὶ προέβη ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν κατ’ ἄρθρα συζήτησιν αὐτοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κακῶς ἐφηρμόσθη ὁ κανονισμὸς σήμερον· πρέπει ἐπαναλέγω νὰ προτείνηται ἡ ἀναβολὴ ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως· ἡ λογικὴ τὸ ὑπαγορεύει, ἡ δ’ ἄκαμπτος λογικὴ εἶναι ἀνωτέρα πάσης σοφιστικῆς ἑρμηνείας τοῦ κανονισμοῦ. Ποῦ στηρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς; Πάντως εἰς τὸν λόγον νὰ μὴ χάνῃ ἡ Συνέλευσις τὸν καιρόν της συζητοῦσα νόμον, ὃν ἠμπορεῖ ἡ πλειονοψηφία ν’ ἀποῤῥίψῃ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν, ὅταν ἡ πλειονοψηφία ἔχῃ γνώμην ν’ ἀποῤῥίψῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς προώρως εἰσαγόμενον, δίδοται αὐτῇ τὸ δικαίωμα ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, πρέπει ὅμως νὰ προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως καὶ οὐχὶ ἐν τῷ μέσῳ αὐτῆς· πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἔνστασις τῆς ἀναβολῆς θέλει ἀποῤῥιφθῆ, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ προσθέσω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν μοὶ δοθῇ ὁ λόγος ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δεληγιάννης εἶναι ὑπὲρ ἢ κατά;
§116Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι κατὰ τῆς ἀναβολῆς.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Ζέρβας.
§118ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ παρουσιασθεῖσα τροπολογία περὶ συντάξεως νόμου μοὶ φαίνεται σπουδαία, διότι καθόσον ἤκουσα ἀπὸ τὴν συζήτησιν συμπεριλαμβάνονται διάφοροι ὑπηρεσίαι, π.χ. ὑπάρχει ὑπηρεσία τοῦ ἀγῶνος καὶ ἡ μετὰ τὸν ἀγῶνα· εἰς τὰς δύο ταύτας προστίθεται καὶ ἡ ὑπηρεσία τῆς Ἑπτανήσου· εἰς ἡμᾶς σήμερον δὲν εἶναι γνωστὴ, θὰ τὴν μάθωμεν κατόπιν, ὅταν λάβωμεν τοὺς νόμους αὐτῶν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν τελευταίαν συνθήκην, ἥτις θὰ φέρῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἑνώσεως· λέγω, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ, διότι ὁ μὲν ἀγὼν ἦτον ὑπηρεσία καταναγκαστικὴ, ἤθελε, δὲν ἤθελεν, ὁ Ἕλλην ἔπρεπε νὰ ἀγωνισθῇ, διότι ἂν ἠδιαφόρει, ἡ σπάθη τοῦ ἐχθροῦ ἦτον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του· ἡ κατόπιν ὅμως ὑπηρεσία ἦτον ἑκούσιος, μία τάξις ἐπαγγέλματος, ἥτις, καθὼς πρὶν ὁ πληρεξούσιος Γόρτυνος σᾶς εἶπεν, ὅτι καθὼς καὶ πᾶσα ἄλλη τάξις ἐπαγγέλματος, κάμνει ἰδιαίτερον ταμεῖον διὰ νὰ περιθάλψῃ τοὺς ἀνθρώπους της. Διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, πρέπει νὰ ἀναβάλλωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ παρόντος, διὰ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς νόμους τῆς Ἑπτανήσου καὶ τὴν συνθήκην, καὶ νὰ σκεφθῶμεν περισσότερον περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀγῶνος τῆς καταναγκαστικῆς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ λάβωμεν κατόπιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὴν τὴν ἑκούσιον ὑπηρεσίαν. Τότε ἕκαστος θὰ συλλέξῃ ὅλα αὐτὰ τὰ περιστατικὰ, καὶ θὰ προτείνῃ μίαν ἰδίαν τροπολογίαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν.
§119Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καθ’ ἃ εἶπον, τὸ Ταμεῖον τῶν συντάξεων ἔχει ἔλλειμμα 160,000 δραχμῶν, διότι τὰ ἔσοδα αὐτοῦ εἶναι ὀλιγώτερα τῶν ἐξόδων. Ἂν γείνῃ παραδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου ἐκ Καλαβρύτων πληρεξουσίου τῆς ἀναβολῆς, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι θὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς σκέψεως, ἂν πρέπῃ νὰ μεταβάλωμεν τὸν περὶ πολιτικῶν συντάξεων νόμον μετὰ 8 μῆνας. Τότε δὲ τὰ πράγματα ἐξακολουθήσουσιν ὅπως ἔχουσι, τότε θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ Ταμεῖον τῶν συντάξεων ὑφιστάμενον τὸ ἔλλειμμα τοῦτο.
§120ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἐφωτίσθη ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος αὐτοῦ ζητήματος ἡ Συνέλευσις, νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπταννήσου, νὰ ἐγερθῶσιν (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀνάπαλιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσι (καὶ πάλιν ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Λοιπὸν θὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῆς ψηφοφορίας ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 5 παρὰ 5 Μ. Μ).
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Θ. Βενετσάνος. Α. Νικολαΐδης. Μ. Καΐρης,