1863.12.24
1.016 στίχοι · 8.572 λέξεις · 48 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡϞΖʹ.
Τῆς 24 Δεκεμβρίου 1863.
(Τρίτη).
(Ἕκτακτος).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ἀντ. Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον διὰ νὰ κάμῃ μίαν ἐπερώτησιν.
§2ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἤθελον ἀποτείνει μίαν ἐπερώτησιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως συνεπῶς πρὸς τὴν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς μίαν τῶν τελευταίων συνεδριάσεων περὶ τῶν αἰτίων, ἅτινα ἐπροκάλεσαν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν διορισμὸν νέου. Τὰ αἴτια, καθὼς ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, τὰ ὁποῖα ἐπέφερον τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Κ. Σμόλεντς, ἐπροκαλέσθησαν ἀπὸ τὴν τοποθέτησιν τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Κ. Προέδρου. Τὰ ἀμφισβητούμενα πρόσωπα, κατ’ ἄλλους ἦσαν 20, κατ’ ἄλλους 16. Θέλω νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν κατὰ συνταγματικὸν καθῆκον εἰς τὸν νέον ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος προσεκλήθη νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀποχωρήσαντος, ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσεν ὅρον τῆς εἰσόδου του εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν τὸν ἀποχωρισμὸν τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἂν ὁ νέος ὑπουργὸς ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διορθώσῃ τὰ αἴτια ταῦτα. Κύριοι, προβαίνω εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι εἷς ἐκ τῶν μᾶλλον ἀδικηθέντων κατὰ τὴν τοποθέτησιν ἀγωνιστὴς τοῦ 1821, ἐπαναστάτης τοῦ 1862, διατελέσας ἐντίμως εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ ἐπὶ 30 καὶ πλέον ἔτη, ἐτέθη ἐκτὸς τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ· οὗτος εἶναι ὁ ταγματάρχης Κ. Ἀμπελᾶς. Ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, παρουσιασθεὶς εἰς τὸν νέον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἔλαβεν ἀπάντησιν, ὅτι τὰ ἔργα τοῦ προκατόχου του τὰ θεωρεῖ ἱερὰ, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται οὔτε κατὰ κεραίαν νὰ μεταλλάξῃ τὴν τοποθέτησιν. Ἐπειδὴ οἱ λόγοι, οἱ προκαλέσαντες τὸν ἀποχωρισμὸν τοῦ Κ. Σμόλεντς, ἦσαν λόγοι ἐπὶ τῆς τοποθετήσεως, διότι κατὰ τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἡ τοποθέτησις ἦτο ἄδικος, ἀντιπολιτικὴ, παράλογος, λέγω, ὅτι ἂν αὐτὴ ἡ τοποθέτησις ἡ τοσοῦτον ἐξυβρισθεῖσα παρὰ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ προκαλέσασα τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Κυρίου Σμόλεντς, πρόκειται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἱερὰ καὶ ἀμετάβλητος καὶ οὔτε κατὰ κεραίαν μεταβλητὴ, ὡς εἶπεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλῶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν πρόκειται νὰ μεταβάλῃ τὴν ἄλογον τοποθέτησιν, ἢ νὰ τὴν διατηρήσῃ κατὰ κεραίαν, ὡς ὁ Κύριος ὑπουργὸς εἶπεν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ἡ Συνέλευσις.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν παρασκευήν.
§5ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν δευτέραν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν Παρασκευὴν νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Μένει λοιπὸν ἡ Δευτέρα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Ζαΐμης.
§8ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, θέλω εἶσθαι ὅσον εἶναι δυνατὸν λίαν σύντομος, διότι ἡ χθεσινὴ συζήτησις ἐξήντλησε τὴν ὑπομονήν σας, καθόσον χθὲς ἡ Συνέλευσις ἀπέδειξεν ἀληθῶς ὑπομονὴν ἀξίαν τῶν μαρτυρικῶν χρόνων τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἔρχομαι ἑπομένως, Κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εὐμένειάν σας, μετὰ τῆς ὁποίας μὲ ἐτιμήσατε πάντοτε, ὁσάκις, ἂν καὶ λίαν σπανίως, ἔλαβον τὸν λόγον. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, οὔτε μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθήσω τὴν σειρὰν τῶν λόγων τινῶν, ἐκ τῶν προλαλησάντων ἐντίμων πληρεξουσίων· οὐδόλως δὲ σκοπὸν ἔχω νὰ κάμω ἐκδρομάς τινας, αἱ ὁποῖαι χθὲς ἔλαβον χώραν, καὶ αἱ ὁποῖαι, σᾶς τὸ λέγω εἰλικρινῶς, μοὶ ἐνεποίησαν πολλὴν λύπην. Διαπραγματευόμενος περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, θέλω ἀπομακρυνθῆ πάσης προσωπικότητος καὶ παντὸς διαπληκτισμοῦ. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, Κύριοι, εἶναι πολίτευμα συζητήσεων καὶ διαφωτισμοῦ, τὸ δὲ βῆμα τοῦτο πρέπει νὰ ᾖναι βῆμα ἀληθείας, κοσμιότητος καὶ συνέσεως. Ἂν δὲ τὸ βῆμα τοῦτο τοῦ δήμου, πρόκειται νὰ μὴ ᾖναι τοιοῦτον, τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, προτιμῶ μυριάκις νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Πόῤῥω λοιπὸν πάσης ἀμετροεπείας εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς σπουδαίας προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, ἂν πρέπῃ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος, καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ συναπτομένων ὀργανικῶν νόμων, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ἀναμένωμεν τὴν ἔλευσιν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ἰονίων. Ὅταν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος τοῦ Βάλτου, Κύριος Βαλτινὸς, παρουσίασε τὴν πρότασιν ταύτην, ἐδίσταζον νὰ ἐννοήσω τοὺς λόγους, οἵτινες τὴν ἐπροκάλεσαν. Εἷς ἔντιμος φίλος μου ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ ἰσχυρότερος λόγος τοῦ Κ. Βαλτινοῦ εἶναι οἱ φόβοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεκράτουν εἰς τὸν νοῦν του περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως, καὶ περὶ τῆς ἀποκρούσεως τῶν συνταγματικῶν θεσμοθεσιῶν. Ἐδίστασα νὰ πιστεύσω τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τοῦ φίλου μου, ἀλλ’ ἡ συζήτησις μοὶ ἀπέδειξεν, ὅτι ἐκ τῶν προτέρων ὁ φίλος μου οὗτος ἐγνώριζε τοὺς λόγους τούτους. Ἀληθῶς, Κύριοι, ὅταν ὁ στωμύλος γεννήτωρ τῆς προτάσεως ταύτης ἦλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος, δύω κυρίως λόγους ἐξέθηκε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς του, τοὺς ἑξῆς· Πρῶτον λόγον εἶπεν, ὅτι συνωμοσίαι τεκταίνονται διὰ ν’ ἀποκρουσθῇ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ ὅτι ἐνέργειαι γίνονται πρὸς διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως· οὗτος, Κύριοι, ἦτο ὁ πρῶτος λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος Βαλτινὸς ἐξέθηκεν εἰς τὴν χθεσινήν του ἀγόρευσιν· δεύτερον λόγον, Κύριοι, ἐπέφερε τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς ὑπάρξεως συντακτικῆς Συνελεύσεως μετὰ τῆς ὑπάρξεως συνταγματικῆς μοναρχίας. Ἐνέργειαι γίνονται, σᾶς εἶπε, διὰ νὰ ἀποκρουσθῶσιν αἱ συνταγματικαὶ θεσμοθεσίαι ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ μὴ πιστεύσω τὴν ὕπαρξιν τοιούτων ἐνεργειῶν· δὲν τὰς πιστεύω, διότι φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς εἶναι τόσον μωρὸς, ὥστε νὰ νομίσῃ ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ΙΘʹ. αἰῶνος, ἐν τῷ μέσῳ τῆς γενικῆς τάσεως τῶν ἐθνῶν πρὸς τὴν σεμνὴν καὶ σώφρονα ἐλευθερίαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ ὀπαδοὺς εἰς τὸν τόπον αὐτὸν διὰ νὰ ἀποκρούσωσι τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, καὶ νὰ θεμελιώσωσιν ἀπόλυτον σύστημα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις καὶ ὑπὸ ξένον ζυγὸν εὑρισκομένη ἀπελάμβανε, Κύριοι, συνταγματικὰς ἐγγυήσεις τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν αὐτῆς. Δὲν πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ὁ λόγος οὗτος δύναται, Κύριοι, νὰ θεωρηθῇ σπουδαῖος. Σᾶς εἶπε πρὸς τούτοις, ὅτι ἐνέργειαι γίνονται πρὸς διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως. Τὰς ἐνεργείας ταύτας, πιστεύσατε, δὲν τὰς φοβοῦμαι, καὶ δὲν τὰς φοβοῦμαι, Κύριοι, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Αἱ ἐνέργειαι αὗται, σᾶς εἶπε, γίνονται ἐκ μέρους τινῶν δυσηρεστημένων κατὰ τῆς καταστάσεως τῆς σημερινῆς· ἀλλ’ αἱ ἐνέργειαι αὗται μένουσιν ἄνευ ἀποτελέσματος ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἐστὲ πεπεισμένοι, ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς ἔχει καὶ πατριωτισμὸν μέγαν, καὶ εὐθύτητα κρίσεως· καὶ ὅταν λέγω λαὸν, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ, οὔτε τοὺς μικροὺς σπουδάρχας τῶν ἐπαρχιῶν, οὔτε τὸ σμῆνος τῶν ἐπαιτούντων θέσεις· ἐννοῶ λαὸν, τὴν τάξιν τῶν πολιτῶν ἐκείνων, ἥτις διὰ τῆς ἐργασίας της συντηρεῖ καὶ ἑαυτὴν καὶ τὴν πολιτείαν, ἐννοῶ, τὸν φορολογούμενον λαόν. Ἐνέργειαι τοιαῦται, πεισθῆτε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ λάβωσι χώραν παρὰ τῷ λαῷ αὐτῷ. Εἰς τὴν τάξιν τῶν πολιτῶν αὐτῶν δύο αἰσθήματα προεδρεύουν, ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν νέαν Βασιλείαν, καὶ ἡ ἀγάπη τῆς συντηρήσεως. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, Κύριοι, ἐστὲ πεπεισμένοι, ὅτι ἔχει ἀρκετὴν κρίσιν, ἵνα πεισθῇ, ὅτι ἡ Συνέλευσις αὐτὴ, ἂν καὶ πολλάκις παρεξετράπη, προσήνεγκεν ὅμως μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, καὶ ὅτι ἡ παρουσία αὐτῆς εἶναι ἀναγκαία καὶ διὰ τὴν Βασιλείαν καὶ διὰ τὴν συντήρησιν. Τοιαῦται λοιπὸν ἐνέργειαι, πρὸς διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ἀδύνατον, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, νὰ πραγματοποιηθῶσι, διότι δὲν θέλουσι λάβει ἀντήχησιν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, ὅστις καὶ διὰ τὸν πατριωτισμόν του, καὶ διὰ τὴν εὐθυτάτην κρίσιν του, πάντοτε διεκρίθη. Ἀλλὰ, σᾶς λέγουν, ὅτι ἐφημερίδες τινὲς ἐπιπίπτουσι δριμεῖαι κατὰ τῆς Συνελεύσεως. Καὶ τί σημαίνει τοῦτο, Κύριοι; ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου πρέπει νὰ ᾖναι ἀπόλυτος; Ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου, ἂν καὶ πολλάκις ἀποπλανᾶται, τιμωρεῖται· διότι εἰς τὴν ἀποπλάνησίν της ἐγκαταλιμπάνεται ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἔπραξαν καλῶς οἱ ἔντιμοι συνάδελφοί μου, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι τὴν Συνέλευσιν ὡς κατηγορούμενον, καὶ νὰ τὴν θέσωσιν ἐπὶ τοῦ θρανίου τοῦ ἀπολογουμένου· ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις εὑρίσκεται εἰς ἀρκετὰ ὑψηλὴν θέσιν διὰ νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς κρίσεις ἐφημερίδων τινῶν. Ἄλλως τε, Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ εἰλικρινῶς τὴν γνώμην μου, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κωλύωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου. Καὶ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος συστήματος πολλάκις, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι βουλευτὴς, ὑπερασπίσθην τὸν τύπον, καὶ δὲν τὸν ὑπερασπίσθην λόγῳ δημοκοπίας, τὸν ὑπερασπίσθην, διότι ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου πρέπει νὰ ᾖναι ἀπόλυτος. Καὶ, Κύριοι, εἶμαι τοσοῦτον λάτρης τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, ὥστε καὶ αὐτὴν τὴν ἀκολασίαν ἠδυνάμην νὰ ἀποδεχθῶ, ἐὰν δὲν ἔβλαπτε, ἐὰν δὲν κατέστρεφε καὶ οὐδετέρωνε τὴν δύναμιν τῆς ἐλευθεροτυπίας. Ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου ἐθεωρήθη εἰς τὴν ἑσπερίαν Εὐρώπην ὡς μία τετάρτη ἐξουσία· ἀφήσατε τὸν τύπον ἐλεύθερον νὰ γράφῃ· ἂν, Κύριοι, ἀδίκως γράφῃ καθ’ ἡμῶν, θέλει, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ἐγκαταλειφθῆ ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως· ἀφήσατέ τον, καὶ εἰς τὰς κατακρίσεις αὐτοῦ ἀντιθέσατε οὐχὶ ἀντεγκλήσεις κατὰ τῶν δημοσιογράφων, ἀντιθέσατε τὰς πράξεις σας. Οἱ λόγοι λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν πρὸς παραδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ, οἱ λόγοι οἱ ἐσωτερικοὶ δέν μοι φαίνονται ἰσχυροί. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν, ὅτι ὁ πολιτικὸς ὁρίζων τῆς Εὐρώπης καλύπτεται ὑπὸ ζοφερῶν νεφῶν, ὅτι ὁ πόλεμος ἐπίκειται, καὶ ὅτι εἰς τὴν ἀνατροπὴν, τὴν ὁποίαν θέλει φέρει ὁ Εὐρωπαϊκὸς αὐτὸς πόλεμος, εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ἀνατραπῇ καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, δὲν ἔχω οὔτε ἀρκετὰς γνώσεις, οὔτε ἀρκετὰ μέσα, διὰ νὰ εἰσδύσω εἰς τὴν διάνοιαν τῶν μοναρχῶν, οἵτινες κρατοῦν εἰς τὰς χεῖράς των τὰς τύχας τοῦ κόσμου, διὰ νὰ ἀποφανθῶ ἂν θὰ γείνῃ πόλεμος, ἢ ἂν θὰ διατηρηθῇ ἡ εἰρήνη. Ἐννοεῖτε δὲ καλῶς, κύριοι, ὅτι καὶ ἂν ἀποφανθῶ κατὰ τοῦ πολέμου ἢ ὑπὲρ τοῦ πολέμου, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θέλει μὲ πιστεύσει, ἀλλ’ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν θέλει ἁπλῶς ὑπομειδιάσει εἰς τὴν ἀκρόασιν τοῦ αὐθεντικοῦ τούτου δόγματός μου. Ἀλλὰ ἐπὶ μίαν στιγμὴν, ἀποδέχομαι, ὅτι θὰ γείνῃ πόλεμος, ἀποδέχομαι δηλαδὴ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Βαλτινοῦ· ἂν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς θείας προνοίας ᾖναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον νὰ λάβῃ μέρος καὶ ἡ Ἑλλὰς, νομίζετε ὅτι αἱ ἐλευθερίαι ἡμῶν θέλουσι πάθει; κατ’ οὐδένα λόγον δὲν τὸ πιστεύω· καὶ δὲν τὸ πιστεύω, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ἠθικὴν τοῦ ἐκλεκτοῦ τῶν Ἑλλήνων· καὶ διότι κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ μείνῃ ἄνευ συντάγματος. Ἂν ἕνας Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος ἤθελεν ἀνατρέψει τὴν ὕπαρξιν τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς, ὁ τόπος θέλει ἔχει πολίτευμα πάντοτε· τὸ πολίτευμα δὲ τοῦτο εἶναι τὸ πολίτευμα τοῦ 1844. Ἡμεῖς δι’ ἀποφάσεώς μας ἐκηρύξαμεν τὸ σύνταγμα τοῦτο ἰσχύον μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου πολιτεύματος· λοιπὸν καὶ εἰς μίαν τοιαύτην ἔκτακτον περίστασιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀποδέχομαι, παρὰ ἐπὶ μίαν στιγμὴν πρὸς χάριν τοῦ κυρίου Βαλτινοῦ ἐκλαμβάνων ὡς ἐφικτὴν, εἰς τοιαύτην περίστασιν, κύριοι, αἱ ἐλευθερίαι τοῦ τόπου δὲν θὰ κινδυνεύσωσι. Δὲν βλέπω λοιπὸν οὔτε τὸν λόγον τὸν ἐξωτερικὸν συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Βαλτινοῦ· ὁ δεύτερος λόγος μοὶ φαίνεται ἀληθῶς σπουδαῖος· ὁ κύριος Βαλτινὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ὕπαρξις μιᾶς ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν ὕπαρξιν μιᾶς συνταγματικῆς μοναρχίας. Ἀληθῶς, κύριοι, ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἁρμονικὴ, δὲν εἶναι ὁμαλή· εἶναι ἔκρυθμος, διότι ἀληθῶς μὲν ἡ Συνέλευσις ἐχορήγησεν εἰς τὸν Βασιλέα ὅλας τὰς προνομίας τὰς παρομαρτούσας εἰς τὸ βασιλικὸν ἀξίωμα· ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς βουλὴ, εἶναι νομοθετικὸν σῶμα καὶ συντακτικὸν συγχρόνως· τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀνώμαλον καὶ ἔκρυθμον, καὶ ἀνάγκη σπουδαία τοῦ τόπου εἶναι νὰ εἰσέλθωμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ὁμαλὴν, εἰς τὴν ἁρμονικὴν, εἰς τὴν τακτικὴν ὁδὸν τοῦ Συντάγματος, ἐξ οὗ δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν τὴν ἐπὶ τὰ βελτίω πρόοδον τοῦ τόπου. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀπέναντι ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ συμφέροντος, ἀπέναντι, λέγω, τοῦ συμφέροντος τούτου, πρέπει νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν ἐπ’ ὀλίγον ὕπαρξιν τῆς ἐκρύθμου ταύτης καταστάσεως. Μετ’ ὀλίγον ἡ Ἑλλὰς θέλει προσθέσει βεβαίως εἰς τὸ στέμμα τοὺς ἑπτὰ ὡραίους ἀδάμαντας τοῦ Ἰονίου, καὶ περὶ τούτου ἔχω πλήρη πεποίθησιν· οὐδόλως, κύριοι, ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς προστάτιδος τῆς Ἰονίου Δυνάμεως, ἐναντίον τῆς ὁποίας ἐῤῥίφθησαν λόγοι τινὲς μὴ εὐλαβεῖς, ὅτι θέλει πραγματοποιήσει τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκε· καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, μικρὰν ἐκδρομὴν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω, ὅ,τι καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον· καὶ ἄλλοτε, εἰς σπουδαίαν συζήτησιν πληρεξούσιοι, τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζω καὶ τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὰ ἁγνὰ αἰσθήματα, ἐν τῇ ἐξάψει τοῦ λόγου των ἔῤῥιψαν ψυχράς τινας λέξεις κατὰ δύω ἄλλων εὐεργετίδων Δυνάμεων. Καὶ τότε, Κύριοι, παρετήρησα εἰς τὴν Συνέλευσιν πόσον εὐλαβεῖς πρέπει νὰ ἤμεθα ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῶν τοιούτων Δυνάμεων. Ὅ,τι, εἶπον τότε, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, καὶ νομίζω, ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ τῆς πολιτικῆς μιᾶς εὐεργέτιδος Δυνάμεως, πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν εὐλαβεῖς περὶ τὰς ἐκφράσεις μας. Δὲν πρέπει δὲ ἀδίκως νὰ καταγγέλλωμεν μίαν Δύναμιν, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε τὴν ὑπόσχεσίν της· τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι αἱ ὑποσχέσεις αὗται ἐξετελέσθησαν· διότι ποῖαι ὑποσχέσεις ἐδόθησαν; ἐδόθη ὑπόσχεσις ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας· ἡ ἑξῆς· ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ ἐκλέξωμεν συνταγματικὸν Βασιλέα, μᾶς εἶπεν ἡ Ἀγγλία, θέλω παρακαλέσει τοὺς κατοίκους τῆς Ἑπτανήσου ν’ ἀποφανθῶσιν, ἐὰν θέλωσι νὰ ἑνωθῶσι μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ θέλω συνεννοηθῆ μετὰ τῶν Εὐρωπαϊκῶν μεγάλων Δυνάμεων περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἑνώσεως ταύτης. Ἐγένοντο δὲ ἀληθῶς ταῦτα, ἀλλὰ λόγοι Εὐρωπαϊκοὶ ἐπέφεραν προσκόμματα, καὶ πραγματικῶς ἐγέννησαν συνθήκην λυπηρὰν δι’ ἡμᾶς. Ἂς μὴ θέλωμεν δὲ νὰ ἐπιῤῥίπτωμεν τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης συνθήκης ἐπὶ μόνης μιᾶς Δυνάμεως. Μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην ἐκδρομὴν, Κύριοι, ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἂν συμφέρῃ νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ πολιτεύματος, χωρὶς νὰ περιμένωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἰονίου. Διὰ νὰ σᾶς πείσουν χθὲς, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἄνευ τῶν Ἰονίων, σᾶς ἀνέφερον καὶ ἓν παράδειγμα τῆς συγχρόνου ἱστορίας. Σᾶς εἶπον, ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν ἡ προσάρτησις τῶν διαφόρων ἰταλικῶν χωρῶν εἰς τὴν Σαρδηνίαν ἐγένετο χωρὶς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν προσαρτωμένων μερῶν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸ πολίτευμα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ θέσις τῶν δύω ἐθνῶν ἦτον ὅλως διαφορετική· ἡ Σαρδηνία, ὅτε αἱ προσαρτήσεις ἔλαβον χώραν, εἶχεν ἓν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον τὴν διεῖπε· δὲν ἐπρόκειτο νὰ συντάξῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ τὸ πολίτευμά της, τὸ εἶχεν ἤδη, ἀλλ’ ἡμεῖς, δὲν τὸ ἔχομεν, θέλομεν τώρα τὸ συντάξει, δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον ν’ ἀντιπροσωπευθῇ κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ καὶ τὸ ⅕ μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο δὲν συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ. Ἡ ἀνάγκη, τὸ πολιτικὸν συμφέρον ἀπαιτεῖ, ὁ πρῶτος ἀσπασμὸς, ὁ ὁποῖος θὰ γείνῃ μεταξὺ τῶν Ἰονίων καὶ ἡμῶν, νὰ μὴ συνοδευθῇ ὑπ’ οὐδεμιᾶς ψυχρότητος. Τὸ συμφέρον ἀπαιτεῖ ν’ ἀναμείνωμεν· τότε δὲ βεβαίως δυνάμεθα νὰ μὴ ἀναμείνωμεν, ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι θέλει παραταθῆ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος ἐπὶ πολὺ, τότε εἴμεθα ἠναγκασμένοι βεβαίως νὰ παραλείψωμεν ἓν συμφέρον ἀπέναντι ἑνὸς μεγαλειτέρου συμφέροντος τῆς πατρίδος μας. Ἀλλὰ, Κύριοι, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο θέλουσι πεισθῆ καὶ αὐτοὶ οἱ Ἑπτανήσιοι, τῶν ὁποίων ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἀγάπη διετέλεσεν ἀείποτε ζωηρὸς, θέλουσι πεισθῆ, ὅτι ἂν προβαίνωμεν εἰς τὴν σύνταξιν κ’ ἐπιψήφισιν τοῦ πολιτεύματος, τὸ κάμνομεν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος, καὶ τότε ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι οὐδεμία ψυχρότης καὶ δυσαρέσκεια θέλει ἐγερθῆ ἐκ μέρους τῶν Ἑπτανησίων. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε εἰσέτι δὲν γνωρίζομέν τι, οὐδὲ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς εἴπῃ πότε θέλει τελειώσει τὸ ζήτημα τοῦτο, σήμερον νομίζω, ὅτι δὲν θέλομεν πράξει καλῶς ἀποδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βαλτινοῦ. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ καλλιτέρα διέξοδος εἶναι ἡ ἑξῆς· ν’ ἀναβάλωμεν ἐπὶ ἕνα μῆνα τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ. Μετὰ ἕνα μῆνα δὲ, νομίζω, ὅτι θέλομεν εἶσθαι εἰς κατάστασιν ν’ ἀποφασίσωμεν ἂν πρέπῃ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος, ἢ ἂν πρέπῃ ν’ ἀναμείνωμεν ὀλίγον τινὰ χρόνον μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῶν Ἑπτανησίων. Ἀλλὰ, κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ, δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως δύω ἀντικειμένων, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ· δυνάμεθα νὰ μὴ ἐπιληφθῶμεν τοῦ συντάγματος καὶ τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν νόμου, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν οὗτος παρουσιασθῇ καὶ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ δήμων νόμου. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος, Κύριοι, περὶ δήμων, ἤθελα παρακαλέσει τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐκλέξῃ ἐπιτροπήν τινα καὶ ἐκ τῶν δύω μερίδων, ἐκ πληρεξουσίων ἐμπείρων περὶ τὰ τοιαῦτα, διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε προητοιμάσθησαν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ νὰ φέρῃ κατηρτισμένον ἓν νομοσχέδιον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἠδυνάμην νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως μίαν πρότασιν περὶ δήμων· ἀλλὰ σᾶς ἐξομολογοῦμαι μίαν ἀδυναμίαν· φοβοῦμαι ἐν γένει πολὺ τὰς ἀσθενείας, καὶ προφυλάττομαι πολύ· μία μεγάλη ἀσθένεια, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θέλω νὰ προφυλαχθῶ, εἶναι ἡ νομομανία, προτασειομανία, ἡ κατακυριεύσασα ἡμᾶς· διὰ νὰ μὴ ὑποβληθῶ λοιπὸν εἰς τὴν νόσον ταύτην δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φέρω τοιαύτην πρότασιν· ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ καλλίτερον ἤθελεν εἶσθαι ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Συνέλευσις τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔλαβα τὸ θάῤῥος νὰ ὑποβάλω, τοῦ νὰ σχηματίσωμεν μίαν ἐπιτροπὴν, οὐχὶ βεβαίως πολυμελῆ, ἥτις ἐντὸς 10–12 ἡμερῶν νὰ καταρτίσῃ νομοσχέδιον περὶ δήμων, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ μέχρι τοῦδε προπαρασκευασθέντα περὶ τῆς ὕλης ταύτης ἔργα καὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὥρισα τὴν ἀναβολὴν τῆς οὐσιαστικῆς συζητήσεως καὶ ἀποδοχῆς ἢ μὴ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ, νὰ ἔχωμεν ἐργασίαν σπουδαίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ν’ ἀσχοληθῶμεν. Τελειόνω, Κύριοι, παρακαλῶν τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸν φιλόστοργον πατέρα τῆς προτάσεως νὰ συναινέσῃ ὥστε ἡ συζήτησις τῆς προτάσεώς του νὰ λάβῃ χώραν μετὰ ἕνα μῆνα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι οἱ ἑξῆς· Θ. Δηλιγιάννης· συμφωνεῖ μὲ τὸν προαγορεύσαντα;
§10ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, μὲ μικρὰς μόνον διαφοράς.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ ὁμιλήσητε;
§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὅστις ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην τοῦ Κ. Βαλτινοῦ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγγεγραμμένοι εἶναι· Κορωναῖος, Ἰάλεμος, Σαρίπολος, Γ. Μαυρομιχάλης, Καλλιγᾶς, Ζέρβας, Δαγρές· ἐὰν ἦσθε ἐναντίος, Κ. Κορωναῖε, ἔχετε τὸν λόγον. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ζαΐμη συνίσταται εἰς τὸ νὰ θεωρηθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ἀλλ’ ἀναβλητέα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ νὰ ἐπανέλθῃ μετὰ ἕνα μῆνα.
§16ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ κύριον μέρος τῆς συζητήσεως εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, ἀλλ’ ὡς παρεμπίπτουσα ἦλθεν ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς. Αὐτὴ λοιπὸν ἀφίνει ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα ἐκκρεμῆ, καὶ νομίζω ὅτι ἡ παρεμπίπτουσα πρέπει νὰ ἀποφασισθῇ πρῶτον.
§17ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ συμβιβάσωμεν ἀμφότερα, καὶ τὸ νὰ συντάξωμεν τὸ Σύνταγμα εἶναι σπουδαῖον, καὶ νὰ τελεσθῇ ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου εἶναι σπουδαῖον. Ἐπειδὴ πρόκειται λοιπὸν νὰ συμβιβάσωμεν ἀμφότερα, ἔκαμα μίαν πρότασιν, τοὐτέστι μίαν παράστασιν εἰς τὸν Βασιλέα, ἵνα ἐπιταχυνθῇ ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου, διότι ἐξ αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἡ παγίωσις τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως· προσέτι δὲ γενομένου λόγου περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, φέρω τὸν λόγον καὶ περὶ τῶν ὅρων, οἵτινες ἀπεφασίσθησαν εἰς τὴν τελευταίαν συνθήκην, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς διεκοίνωσεν. Ἡ παράστασις εἶναι ἡ ἀκόλουθος. «Βασιλεῦ! «Ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Υ. Μ. διεκοίνωσεν εἰς τὴν ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ὅτι καί τοι μὴ γινώσκων ἐπισήμως τὸ κείμενον τῆς ἐν Λονδίνῳ μεταξὺ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων διομολογηθείσης συνθήκης, δι’ ἧς ἀποφασίζεται ἡ κατεδάφισις τῶν φρουρίων τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἡ διενεκὴς αὐτῆς οὐδετερότης, καὶ ἥτις ἐμπεριέχει καὶ ἄλλους ὅρους ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑπτανήσου, δύναται ὅμως νὰ βεβαιώσῃ ὅτι αὕτη ἐγένετο. «Ἡ πρὸ μικροῦ ἀγαλλίασις ἡ διαχυθεῖσα καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετεβλήθη εἰς πένθος μετὰ τὴν εἴδησιν ταύτην. «Δὲν ἐπιχειροῦμεν, Βασιλεῦ, νὰ παραστήσωμεν τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος, καὶ τῆς Ἑπτανήσου συμπεριλαμβανομένης, ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, διότι ταῦτα εἶναι ἀφ’ ἑαυτῶν ἀποδεδειγμένα καὶ ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀνεγνωρισμένα κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Ταῦτα εἰσὶ γεγονότα ἱστορικά. Ἐπὶ τέλους τὰ δίκαια ταῦτα ἐπεσφραγίσθησαν διὰ τῆς διακηρύξεως τοῦ Ἀειμνήστου Φρεδερίκου Ζʹ Βασιλέως τῆς Δανιμαρκίας, καὶ ἀπὸ στόματος τῆς Υ. Μ. λαλοῦντος. «Οἱ Ἕλληνες ἡμεῖς τῆς νῦν ἐλευθέρας Ἑλλάδος, τὰ αὐτὰ δικαιώματα ἀναγνωρίζομεν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν Ἑπτανησίους ἐπὶ τῆς χώρας αὐτῶν οἷα καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τῆς χώρας ἡμῶν καὶ ἀμοιβαίως, διότι τοὺς αὐτοὺς ἀγῶνας ὑπέστημεν καὶ κατὰ τὴν σύγχρονον ἐποχὴν καὶ κατ’ ἄλλας προγενεστέρας». «Αἱ μεγάλαι εὐεργέτιδες τῆς Ἑλλάδος Δυνάμεις, αἱ ὑπὲρ τῶν ἐθνικοτήτων ἀείποτε ἀγωνιζόμεναι, καὶ ἤδη κατὰ τὰς ἡμέρας μας ὑψώνουσαι ὑπὲρ αὐτῶν τὴν φωνὴν, θέλουσιν ὀλιγωρήσει προκειμένου περὶ κράτους ἀσθενοῦς μὲν, ἀλλ’ ἔχοντος εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν τὴν συναίσθησιν τοῦ δικαίου του καὶ τῆς ἐθνικότητός του;». «Φέροντες ὅθεν, Βασιλεῦ! εἰς Σὲ, τὰς ὀλίγας ταύτας παραστάσεις, τὸ πράττομεν, ὅπως ἐνισχύσωμεν τὴν Ὑμετέραν Κυβέρνησιν εἰς τὰς μετὰ τῶν μεγάλων Δυνάμεων διαπραγματεύσεις αὐτῆς καὶ ὅπως τύχῃ αὕτη τῆς πεφωτισμένης καὶ φιλοδικαίου ἀκροάσεως ἐκ μέρους αὐτῶν». «Τὴν ἐναντίαν περίπτωσιν οὐδαμῶς φέρομεν ὑπὸ συζήτησιν, διότι μόνη ἡ ἐπ’ αὐτῆς σκέψις φέρει ἄλλας εἰς τοὺς ὑπηκόους ἅπαντας τῆς Υ. Μ. Δὲν θέλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ πενθηφορήσῃ καὶ πάλιν ἡ Ἑλλὰς, θέλει μὲν τὸ πράξει, ἀλλὰ καὶ θέλει ἐλπίζει, καὶ ὅτι ἐλπίζουσα θέλει ἀγωνίζεσθαι, ὑποβοηθήσῃ τὰς ἐλπίδας της, ὡς ἔπραξε πάντοτε ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῶν νεωτάτων. Δὲν θέλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ ὅροι οὗτοι δεικνύουσι τὴν πρόθεσιν τοῦ νὰ ὑπάρχῃ ἡ Ἑλλὰς ἀσθενὴς καὶ ῥαχητικὴ, διότι τοιαύτη δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἡ σκέψις τῶν Δυνάμεων, αἵτινες ἐκρότησαν τὴν ἔνδοξον ναυμαχίαν τῶν Ναυαρίνων.» «Ἐπὶ τέλους, Βασιλεῦ! ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις συσταίνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Υ. Μ. τὴν ταχεῖαν περαίωσιν τοῦ Ἑπτανησιακοῦ ζητήματος, διότι ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἡ παγίωσις τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν ἀποκαταστάσεως.»
§18ΔΑΓΡΕΣ. Φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος δι’ ἄλλην συνεδρίασιν καὶ οὐχὶ διὰ τὴν σημερινήν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηγηθῆτε εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§20ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὁ Κ. Ζαΐμης ἐπρότεινε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ.
§21ΔΑΓΡΕΣ. Ὅλοι ὡμολόγησαν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, σπουδαιότατον. Τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναπτύξουν πολλοὶ καὶ διάφοροι, μικροὶ ἀδύνατοι καὶ δυνατοὶ καὶ δεινοὶ περὶ τὸ λέγειν· εἶναι ἓν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μάθῃ ἡ κοινωνία καὶ ἡ Εὐρώπη, τί αἰσθάνεται ὁλόκληρος ὁ ἑλληνισμός, καὶ ἡ Συνέλευσις ἡ ἀντιπροσωπεύουσα αὐτόν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δὲν συμφέρει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὁπωσδήποτε σήμερον· πρέπει καὶ εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς μίαν ἄλλην· ἄλλως τε θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ φέρω παρατηρήσεις τινάς.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Ὁρίσατε.
§23ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, ὅλοι γνωρίζετε βεβαίως τὰς αἰτίας, αἵτινες ἐπροκάλεσαν τὴν μεταβολὴν τῆς 10 Ὀκτωβρίου· κατὰ τὴν κρίσιν μου ἡ κυριωτέρα αἰτία ἦτον ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος, ἡ δολίευσις τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς μεταβολῆς ἦτον ἡ σύνταξις τῆς πολιτείας, ἡ ἐξασφάλισις τῶν προσωπικῶν καὶ τῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἕλληνος καὶ τῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου. Λοιπὸν ὅταν ἡ κοινωνία αὐτὴ ἀπὸ κοινοῦ καὶ πανηγυρικῶς ἐξετέλεσε μίαν τοιαύτην μεταβολὴν, ἥτις ἐχαρακτηρίσθη καὶ διεκρίθη ὡς λίαν ἀνεξίκακος, μεταβολὴν, ἥτις θὰ σημειωθῇ εἰς τὴν ἱστορίαν ὡς φέρουσα τὸ πρῶτον συστατικὸν τῆς ἀνεξικακίας καὶ τῆς ἀνοχῆς τῶν ἐγκληματιῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγκλημάτισαν ἀπέναντι τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς βλάβην αὐτῆς, βεβαίως δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ ἀπὸ δύω ἢ τρεῖς ἐφημερίδας ἢ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀείποτε διέθεσαν καὶ τὸν κάλαμόν των καὶ τὴν προσωπικήν των ὑπηρεσίαν χάριν ἰδιωτικῶν συμφερόντων· ὥστε θεωρῶ ἀναξιοπρεπὲς καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐνασχοληθῇ ἀνασκευάζουσα τοὺς τοιαῦτα γράφοντας καὶ ἐνεργοῦντας κατ’ αὐτῆς καὶ τοῦ Συντάγματος· μόνη ἡ περιφρόνησις πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἀπάντησις πρὸς τούτους. Λοιπὸν φόβος ἀνατροπῆς οὔτε κατὰ τῆς Συνελεύσεως οὔτε κατὰ τοῦ Συντάγματος δὲν ὑφίσταται· ἄλλως τε, Κύριοι, ἤμην μέχρι τινὸς ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως, κατόπιν ὅμως μετέβαλα γνώμην· διότι πιστεύω ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις, ὅτι δὲν συζητεῖ τὸ πολίτευμα πρὶν ἢ ἔλθωσιν οἱ Ἑπτανήσιοι· αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου καὶ ἡ πεποίθησίς μου.
§24ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὁ Κ. Ζαΐμης εἶπε, νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν αὐτῆς.
§25ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ δὲν ἦλθα ν’ ἀντικρούσω τὸν Κ. Ζαΐμην, οὐδ’ ἔχω δυνάμεις πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ἦλθα νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδικάς μου ἰδέας. Ὁ Κ. Ζαΐμης ἦλθε νὰ δικαιολογήσῃ καὶ μίαν ἄλλην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὅλον τὸ ἔθνος μετὰ λύπης θὰ ἐνθυμῆται διὰ παντός· ἦλθε νὰ εἴπῃ σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Ἑπτανήσου ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς προστασίας δὲν παρεβίασε κανένα ὅρον ἀφ’ ὅσους ἔθεσε προκειμένου περὶ ἐκλογῆς Βασιλέως· ὅτι δὲν ἐξηπάτησε τὴν Ἑλλάδα, διότι ὅ,τι εἶπε καὶ ὑπεσχέθη τὸ ἐξετέλεσε· καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι, ὅ,τι ὑπεσχέθη, ἐκεῖνο καὶ παρεβίασεν· ἡ πολιτικὴ τῆς προστασίας εἶπεν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως της, δεχθῆτε Βασιλέα ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς ὑποδείξω, καὶ ἡ Ἑπτάνησος σᾶς δίδεται· καὶ διὰ τοῦ Ἁρμοστοῦ προσκαλεῖ τὸν λαὸν τῆς Ἑπτανήσου, στεῖλε ἀντιπροσώπους καὶ δὸς ἐντολὴν εἰς αὐτοὺς νὰ ἀποφανθῶσιν ἂν θέλῃς τὴν ἕνωσίν σου μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος· καὶ ὁ Ἁρμοστὴς διὰ τοῦ διαγγέλματος, ὅταν προσεκάλεσε τοὺς Ἑπτανησίους, οὐδένα ὅρον ἔθεσεν εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ ν’ ἀποφανθῶσιν ἁπλῶς ἂν δέχωνται τὴν ἕνωσιν. Καὶ σήμερον ἡ δυσκολία ἡ μεγάλη παρουσιάζεται εἰς τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν μετὰ τὰ ὑποσχεθέντα. Ἐκ τῆς δυσκολίας λοιπὸν αὐτῆς, ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ βεβαίως ἐξακολουθοῦν νὰ ὑφίστανται αἱ δοκιμασίαι, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη εἰς τὸ διάστημα τῆς ἐνιαυσίου μεσοβασιλείας. —Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἀποκρούω καὶ μίαν ἄλλην ἔκφρασιν, ἥτις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐῤῥέθη. Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται οὐδὲ νὰ πράξῃ τι, οὐδὲ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ τὰς ἰδέας τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς διὰ τῶν ἐνεργειῶν της· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδέαν μου, καὶ πιστεύω ὅτι μόνος εἶμαι μεταξὺ ὑμῶν, ἤθελα διαμαρτυθῆ καὶ ἀποκρούσει δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών μου κατὰ μιᾶς τοιαύτης ἑνώσεως, ἥτις ὁμολογουμένως δὲν εἶναι ἕνωσις· ὅπως τὴν παρουσιάζουν καὶ προτείνουν αὐτὴν, βεβαίως δὲν εἶναι ἕνωσις· θέλομεν τὴν Ἑπτάνησον σήμερον ὅπως τοὺς τὴν παρεδώκαμεν, διότι δὲν τὴν κατέκτησαν.
§26ΜΑΚΡΗΣ. Τοὺς ὅρους τῆς οὐδετερότητος ποία δύναμις τοὺς ἐπρότεινε;
§27ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ δὲν ἦλθα νὰ κατακρίνω κανένα· μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν ὁ Κ. Μαυρομμάτης. Κύριοι, πιστεύω ὅτι θὰ κατακριθῶ παρὰ πολλῶν, διότι ἐπελήφθην τοῦ ζητήματος τούτου, πολὺ μεγάλου σχετικῶς πρὸς τὰς δυνάμεις μου, ὡς καὶ ἄλλοτε κατεκρίθην θελήσας μόνος νὰ κάμω παρατηρήσεις· ἀλλ’ ἐγὼ ἐκφράζω τὴν ἰδέαν μου, καὶ ὅ,τι αἰσθάνομαι. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν κατεκτήθη, ἀλλὰ παρεδόθη εἰς τὴν Ἀγγλίαν· δὲν εἶχε λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ κατεδαφίσῃ φρούρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήγειρεν αὐτὴ, καταλαμβάνω ὅτι οἱ ἰσχυροὶ ἐπιβάλλουν τὴν θέλησίν των δυστυχῶς εἰς τοὺς ἀσθενεῖς, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ Ἑπτάννησος παρεδόθη, καὶ ὤφειλον αὐτοὶ, ἀποδίδοντες δικαιοσύνην, νὰ τὴν ἐπιστρέψουν σώαν· καὶ τοῦτο πράτουσα ἡ Ἀγγλία ἤθελεν ἀνταποκριθῆ εἰς τὰ εὐγενῆ καὶ φιλαγγλικὰ αἰσθήματα ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους· ἦλθε μία ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξεν Ἀγγλίζουσα, διότι παρὰ τῆς Ἀγγλίας ἤλπιζε βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς της· ὤφειλε λοιπὸν ἡ Ἀγγλία, ἀποδίδουσα δικαιοσύνην, νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως γείνῃ πραγματικὴ ἕνωσις καὶ οὐχὶ διαχωρισμὸς (θόρυβος). Ὀφείλω εὐγνωμοσύνην ὡς Ἕλλην, καὶ εἰς τὰς τρεῖς δυνάμεις· ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω καὶ περὶ αὐτῆς τῆς αἰωνίας εὐγνωμοσύνης· καὶ ὡς ἄτομον θεωρῶ ἀπαραίτητον καθῆκον τὰ τῆς εὐγνωμοσύνης, καὶ εἶναι εὐγνώμων ὁ εὐεργετούμενος πολὺ δὲ περισσότερον τὸ ἔθνος· ἀλλ’ ὅταν καὶ αὐτὸ τὸ ἄτομον· τὸ ὁποῖον μὲ εὐηργέτησεν ἅπαξ δὶς καὶ πολλάκις, ἐπαναλαμβάνει αἰωνίως «τὸ ἔσω εὐγνώμων διότι σὲ ἔσωσα», δέξου ἀγογγύστως τὰς πρὸς σὲ ἀδίκους ἀποφάσεις μου, θὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ τῷ εἴπω, ἀφαίρεσέ μου τὴν ὕπαρξιν, διότι ἡ ἐνθύμησις τῆς εὐεργεσίας σου μὲ καθιστᾶ δυστυχῆ, θὰ τῷ εἴπω, δὲν θέλω νὰ λέγῃς αἰωνίως ἔσο εὐγνώμων· ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι ἔμφυτος καὶ τὴν αἰσθάνεται πᾶς ἄνθρωπος καλῆς ἀνατροφῆς, πολὺ δὲ περισσότερον ἔθνος εὐγενοῦς καταγωγῆς ὡς ἡ ἀσθενὴς Ἑλλάς. Φρονῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ μὲ τὰς μικρὰς γνώσεις μου, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἠμπορεῖ νὰ ἀποφανθῇ ἤδη ὅτι προβαίνει εἰς τὴν ἐπιψήφησιν τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐννοῆτε τὴν ἰδέαν μου· δὲν συμφέρει, φρονῶ, νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις σήμερον, ὅτι ἀναβάλλει τὴν ἐπιψήφησιν τοῦ πολιτεύματος, μέχρις ὅτου ἔλθουν οἱ Ἑπτανήσιοι. Ἐξεναντίας λέγω ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι θέλει προβῆ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ πολιτεύματος· πρὶν ὅμως προβῆ εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν, πρέπει νὰ συζητήσῃ τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους, βουλευτικὸν καὶ δημοτικόν. Ἤδη ὁ δημοτ. νόμος καὶ ὁ βουλευτικὸς εἶναι ἕτοιμοι· καὶ μοὶ κακοφαίνεται πολὺ, πῶς ὁ Κ. Ζαΐμης ἢ δὲν ἐνθυμήθη ἢ ἠθέλησε νὰ περιφρονήσῃ μίαν ἐργασίαν μιᾶς ἐπιτροπῆς πολυμελοῦς, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἐξέλεξε καὶ ἥτις ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, διότι εἶμαι μέλος αὐτῆς, εἰργάσθη καὶ ἡμέραν καὶ νύκτα καὶ κατήρτισεν ἓν σχέδιον δημοτ. νόμου, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν ἀρέσκει εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸ ἀποκαλοῦν μὴ τέλειον· τὸ σχέδιον αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀτελὲς, ἀλλ’ ἔχει ὡς βάσιν τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων, ἥτις εἶναι ἔμφυτος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· εἶναι βάσις, τὴν ὁποίαν δὲν πιστεύω ὕστερον ἀπὸ μίαν μεταβολὴν νὰ εὑρεθοῦν ἄνθρωποι νὰ τὴν προσβάλουν, ἀφοῦ καὶ ἐπὶ τουρκοκρατίας διετηρήθη, αὐτὸ τὸ σχέδιον ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισίν σας. Ὑπάρχοντος λοιπὸν τοιούτου νομοσχεδίου, προϊόντος πολλῶν κόπων καὶ ἐργασίας μεγάλης, τὸ ὁποῖον ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς πληρεξουσίους, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ Κ. Ζαΐμης νὰ εἴπω, ὅτι ἂν δὲν ἔσφαλεν, ἐφέρθη ἄδικος τοὐλάχιστον πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται τὸ καθῆκόν των καὶ παραπολὺ ἴσως τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν δήμων. Ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, δηλ. νὰ διορίζωνται ἐπιτροπαὶ, αἵτινες νὰ ἐπεξεργάζωνται τὰς ἐργασίας ἄλλων ἐπιτροπῶν, βεβαιωθῆτε ὅτι ποτὲ δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα, καὶ οὐδέποτε θέλομεν ἐπιψηφίσει τὸ Σύνταγμα, διότι πρέπει νὰ διορίσωμεν ἐπιτροπὴν ἄλλην, νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰς πολυμόχθους ἐργασίας καὶ αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζετε ὅτι ἔχετε μόνον, καὶ αὐτὸς ἦτο κυρίως ὁ σκοπὸς δι’ ὃν ἔλαβα τὸν λόγον, ὅτι ἔχετε μόνον νὰ συζητήσητε τὸ Σύνταγμα, τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Ζαΐμης; Κύριοι, καλλίτερά μου γνωρίζετε, ὅτι αἱ Συνελεύσεις εἰς τὰ Ἔθνη εἶναι σπάνια καὶ ἔκτακτα φαινόμενα, διότι τὰ Ἔθνη δὲν ἠμποροῦν νὰ ζήσωσιν ἐν ἐπαναστάσει. Ὅταν ὅμως ἔρχεται μία Συνέλευσις, ἔχει καὶ ἄλλα καθήκοντα ἐπίσης ἱερὰ, ὡς ἔχει τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἔθνους· ἔχει συμφέρον νὰ ἀποβλέψῃ καὶ εἰς μίαν τάξιν, τὴν ὁποίαν παρέλειψεν ὁ Κύριος Ζαΐμης, τὴν τῶν γεωργῶν, τοῦ λαοῦ. Ἐὰν αἱ Συνελεύσεις, Κύριοι, ἄλλων Ἐθνῶν ἔχωσιν αὐτὸ τὸ καθῆκον, πολὺ περισσότερον αἱ Συνελεύσεις τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς μόλις 30 ἐτῶν ἀριθμεῖ ζωὴν Ἐθνικὴν, αὐτοδιοικήσεως· μόλις πρὸ 30 ἐτῶν ἐξῆλθεν ἀπὸ μίαν ἐξουσίαν ἄδικον, βάρβαρον, αὐθαίρετον. Ἡ δύναμις αὐτὴ κατέκτησε τὴν Ἑλλάδα, κατέκτησεν ὅλας τὰς εὐφόρους πεδιάδας τῆς ὅλης ἐθνικῆς περιφερείας. Βεβαίως ὁ Ὀθωμανὸς κατακτήσας τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠδύνατο νὰ κατακτήσῃ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, ἥτις εἶναι ὀρεινὸν μέρος καὶ ἄγονον, οὔτε εἰς τὰ ὄρη τῆς Γόρτυνος, οὔτε εἰς τὸν Ὄλυμπον· οἱ Τοῦρκοι ἐπροτίμων νὰ κατοικήσωσι τὰς πεδιάδας καὶ εἰς τὰ εὔφορα μέρη· οἱ Τοῦρκοι λοιπὸν κατοικήσαντες εἰς τὰ μέρη αὐτὰ, ἀναντιῤῥήτως κατέκτησαν τὰς γαίας καὶ τὰ κτήματα τῶν κατοίκων ἐκείνων φυγόντων τῶν Τούρκων, ἀναντιῤῥήτως μετέβησαν εἰς τὸ δημόσιον· αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν, ἡ ὁποία δικαιωματικῶς ἀνήκει εἰς τὸν λαὸν, δὲν θέλετε νὰ τὴν τακτοποιήσῃ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία ἦλθεν ὕστερον ἀπὸ τόσους χρόνους, καὶ Κύριος οἶδεν ἂν μετέλθῃ πάλιν Συνέλευσις; (θόρυβος). Ἡ Συνέλευσις πρώτιστον καθῆκον, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ἔχει μὲν νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα, καὶ τοὺς σχετικοὺς πρὸς αὐτὸν νόμους, ἀλλὰ καὶ πρώτιστον καθῆκον ἔχει νὰ ἀποφασίσῃ ὡρισμένως, σαφῶς, καὶ καθαρῶς ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, καὶ ἐπὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν. Ἐὰν θέλητε νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ, νὰ καταστήσητε ἀληθεῖς πολίτας τοὺς Ἕλληνας, διὰ νὰ αἰσθάνωνται καὶ νὰ θυσιάζουν τι ὑπὲρ αὐτῆς, προσκολλήσατέ τους ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, κάμετέ τους ἰδιοκτήτας διὰ νὰ ἔχητε κοινωνίαν ἥσυχον, ἤρεμον, μόνιμον, νὰ ἔχητε πολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν πατρίδα των, ὅπως ἐνδιεφέροντο οἱ παλαιοὶ ἐλεύθεροι πρόγονοί μας. Λοιπὸν τὸ συμπέρασμά μου εἶναι ν’ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ προτοῦ νὰ ἐπιψηφίσῃ τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους, τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου περὶ τῶν φυτειῶν, τοῦ Κ. Αἰνιὰν περὶ τῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι πρὸ πολλοῦ ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν εἰς τοὺς πληρεξουσίους, τὰς ὁποίας βεβαίως πρέπει νὰ μεταβάλλωμεν, ἀλλὰ πάντοτε πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ· ὅλοι Κύριοι, ἐννοεῖτε ὅτι, ὅταν ὁ λαὸς εὐημερῇ, εὐημερεῖ καὶ τὸ δημόσιον.
§28ΣΟΥΪΔΑΣ. Περὶ τῶν ἀγωνιστῶν, τοῦ στρατοῦ καὶ ἄλλα...
§29ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ κατόπιν ἀρχίζομεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Ἑπτανήσου θὰ ᾖναι τετελεσμένον, ὥστε εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ φθάσητε, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἀποφεύγετε νὰ ἐκφράσητε μίαν ἀπόφασιν, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα· ἄλλως εἶναι ματαία πᾶσα ἀναβολὴ, εἶναι ματαία πᾶσα προσδοκία.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Δηλιγιάννης.
§31ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι, μίαν διασάφησιν μικρὰν νὰ κάμω, ἡ ὁποία θὰ εὐκολύνῃ......
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ Κ. Δηλιγιάννης.
§33ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ εὔγλωτος συναδελφός μου, ὁ Κ. Ζαΐμης, εἶχε καταστήσει τοσοῦτον εὐχερῆ τὴν θέσιν μου, ὥστε ἐδίσταζον νὰ διαδεχθῶ αὐτὸν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου· ἐδίσταζον, διότι ἔβλεπον, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶχον ἀφορμὴν ἵνα συμπληρώσω κἂν τὰς ἰδέας αὐτοῦ καὶ προσέτι, διότι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον ἐκφέρει, ἤθελον σᾶς φανῆ ὠχραί. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ μετ’ αὐτὸν ἐλθὼν Κ. Δαγρὲς, διὰ πολλῶν καὶ ποικίλων ἐκδρομῶν κατώρθωσε ν’ ἀπολήξῃ εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως. Ὀπαδὸς τῆς πολιτικῆς τῆς ἴσης εὐγνωμοσύνης πρὸς τὰς τρεῖς εὐεργέτιδας Δυνάμεις, δὲν θέλω ἀνεχθῆ ποτὲ, Κύριοι, νὰ πείσω ἐμαυτὸν, ὅτι μία τούτων, οἱαδήποτε, ἐργαζομένη ἐπὶ συμφερόντων Ἑλληνικῶν, μετεχειρίσθη τὰ τεχνάσματα τὰ ὁποῖα διενοήθησαν νὰ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτήν. Ὀπαδὸς τῆς πολιτικῆς τῆς ἴσης εὐγνωμοσύνης πρὸς τὰς τρεῖς εὐεργέτιδας Δυνάμεις, δὲν δύναμαι ν’ ἀνεχθῶ νὰ πείσω ἐμαυτὸν, ὅτι οἱαδήποτε πολιτικὴ ἡμῶν, οἱαδήποτε πρᾶξις ἡμῶν σκοπὸν εἶχε ν’ ἀποδείξῃ τὴν ἀποκλειστικὴν προσκόλλησίν μας εἰς μίαν τῶν Δυνάμεων τούτων. Ὁλόκληρον παρελθὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁλόκληρον παρελθὸν τῆς διαγωγῆς τῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων πρὸς ἡμᾶς μὲ πείθει, ὅτι καὶ αἱ τρεῖς ἐξ ἴσου μεριμνῶσιν ὑπὲρ ἡμῶν, μεριμνῶσιν ἐξ ἴσου, ἵνα ἐξασφαλίσωσι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, ἵνα καταστήσωσιν αὐτὰ πάγια καὶ ἀμετάβλητα, καὶ ἵνα παρασκευάσωσι τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος προαγορεύτας ἐξέδραμεν ἀπὸ τοῦ ἀντικειμένου τοῦ ὑπὸ τὴν συζήτησιν, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναφέρω αὐτὸ εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἐτέθη διὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου ἐκ Βάλτου. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία προετάθη ὑπ’ αὐτοῦ ὑπὸ τὴν σκέψιν τῆς Συνελεύσεως, εἶναι, ἐὰν πρέπῃ νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, χωρὶς νὰ περιμείνωμεν τοὺς πληρεξουσίους τοῦ Ἰονίου, ἢ ἐὰν πρέπῃ νὰ περιμένωμεν τοὺς πληρεξουσίους τούτους. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ψηφοφορήσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, ἔπρεπε νὰ ἔχω μίαν τῶν τριῶν ἑξῆς πεποιθήσεων, ἢ ἔπρεπε νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ σύμπραξις τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου δὲν εἶναι ἀναγκαία, ἢ ἔπρεπε νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου δύναται νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ, ἢ ἔπρεπε νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου θέλει βραδύνει ἐπὶ τοσοῦτον μακρὸν χρόνον, ἐφ’ ὃν δὲν ἔπρεπε νὰ μένωσιν ἐκτιθειμένα τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας μας· μοὶ συμβαίνει ὅμως, Κύριοι, νὰ μὴ ἔχω οὐδεμίαν τῶν τριῶν τούτων πεποιθήσεων, καὶ διότι δὲν ἔχω οὐδεμίαν τῶν πεποιθήσεων τούτων, ἀναγκάζομαι νὰ μὴ δώσω λευκὴν ψῆφον ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης. Δὲν ἔχω, Κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ σύμπραξις τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου δὲν εἶναι ἀναγκαία, διότι στηρίζομαι εἰς ῥητὸν γράμμα τοῦ ψηφίσματος τῆς Ἰονίου Βουλῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον αὕτη ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος θέλει γείνει τῇ παρεμβάσει τῶν Ἰονίων πληρεξουσίων. Δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν ταύτην διότι στηρίζομαι προσέτι εἰς μίαν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς αὐτοὶ ἐκάματε κατὰ τὴν 25 Σεπτεμβρίου, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεφάνθητε, ὅτι παραδέχεσθε τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Ἰονίου Βουλῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἂν ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἂν ἡ ἀπόφασίς σας ἐκείνη δὲν ὑπῆρχε, δὲν ἤθελόν ποτε παραδεχθῆ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ παρουσία τῶν Ἑπτανησίων ἀντιπροσώπων δὲν εἶναι ἀναγκαία· δὲν ἤθελον δὲ τὴν παραδεχθῆ, διότι πρόκειται νὰ συνταχθῇ ὁ θεμελιώδης νόμος τῆς πολιτείας, ὁ ὁποῖος θέλει διέπει ἐξ ἴσου καὶ τοὺς νῦν ἐλευθέρους Ἕλληνας καὶ τοὺς Ἕλληνας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται ν’ ἀποτελέσωσι μέρος τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας, καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ νὰ συμπράξωσιν ὅπως καταρτίσωσι τὸν θεμελιώδη νόμον· οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ μὲ πείσῃ τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὴν Γαλλίαν προσαρτήσεως τῆς Νικαίας καὶ τῆς Σαβοΐας, οὔτε τὸ παράδειγμα τῆς προσαρτήσεως τῆς Τοσκάνης καὶ τῆς Νεαπόλεως, τῆς Λούκας καὶ τῆς Μοδένης. Οἱ κάτοικοι τῆς Σαβοΐας καὶ τῆς Νικαίας εἶχον ὑπ’ ὄψιν ψηφοφοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἑνώσεώς των μετὰ τῆς Γαλλίας, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἑνωθῶσι μετ’ αὐτοκρατορίας τῆς Γαλλίας, νὰ κυβερνηθῶσι δὲ ἀπὸ τὸ σύνταγμα τὸ διέπον τὴν Γαλλικὴν ἐπικράτειαν. Οἱ κάτοικοι τῆς Νεαπόλεως καὶ τῆς Τοσκάνης, οἱ κάτοικοι τῆς Λούκας καὶ τῆς Μοδένης ψηφοφοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἑνώσεώς των μετὰ τοῦ κράτους τοῦ Πεδεμοντίου εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κυβερνηθῶσιν ὑπὸ τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον διεῖπε τὸ Πεδεμόντιον καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἡ χώρα ἐκείνη ἦτον ἀνθοῦσα ἐν τῷ μέσῳ τῆς Ἰταλίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν πολιτῶν τῆς Ἑπτανήσου, τοῦ ἀπαραγράπτου καὶ ἀναμφισβητήτου, δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφανθῶ, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἰονίου δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ πολιτεύματος, διότι δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ λησμονήσω, ὅτι πρὸ ὀλίγων χρόνων καὶ καιρῶν κατὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ ὡς ἄτομον ἔκρινον, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι ματαιοπονοῦσιν, ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἐκεῖνοι καὶ τὰς ψυχὰς καὶ σώματα αὐτῶν προσέφερον πρὸς ἐπιζήτησιν τῆς μεθ’ ἡμῶν ἑνώσεώς των, οὐδὲ περιουσιῶν, οὐδὲ κόπου ἐφείδοντο πρὸς τοῦτο καὶ ἕνα εἶχον πόθον, καὶ ἕνα μόνον πόθον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σκότους τῆς ἀπελπισίας, τὸν πόθον νὰ ἑνωθῶσι μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν μοὶ ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ λησμονήσω τὴν εὐγενῆ ἐκείνην αὐταπάρνησιν, νὰ λησμονήσω τὸν ἐθνικὸν ἐκεῖνον ἐνθουσιασμόν, νὰ τὸν λησμονήσω καὶ νὰ τρέψω τὰ νῶτα πρὸς τοὺς πληρεξουσίους τῆς Ἑπτανήσου. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους δὲν μοὶ συμβαίνει, Κύριοι, νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου. Ἀλλὰ δὲν ἔχω οὐδὲ τὴν ἄλλην πεποίθησιν ὅτι ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ. Ἐντελῶς, Κύριοι, ἤρθησαν πλέον πάντες οἱ περὶ τούτου φόβοι. Τῳόντι ἔντιμοι φίλοι μου, προερχόμενοι ἀπὸ τὰς ὡραίας ἐκείνας νήσους, μοὶ ἐξήγησαν φόβους, οἱ ὁποῖοι μὲ κατετρόμαξαν, μοὶ ἐξήγησαν φόβους, τοὺς ὁποίους ἂν καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ, δὲν ἠδυνάμην ὅμως καὶ νὰ λάβω τὴν μεγάλην εὐθύνην νὰ τοὺς ἀναιρέσω. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι διήλθομεν ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἄγνοια παχυλὴ καὶ ψηλαφητὴ, στέρησις εἰδήσεων ἀπὸ τοῦ τόπου τῶν διαπραγματεύσεων, μᾶς εἶχε θέσει εἰς ἀμηχανίαν· ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ ἐκείνῃ ἔπρεπε νὰ ἔχω μέγα θάῤῥος, νὰ λάβω τὴν εὐθύνην ν’ ἀναιρέσω τοὺς φόβους τῶν εἰρημένων φίλων μου· ἀλλὰ τώρα πλέον οἱ φόβοι ἐκεῖνοι δὲν ὑπάρχουσι, τώρα οἱ φόβοι ἐκεῖνοι ἀπεδείχθησαν ὅτι ἦσαν φόβοι, τοὺς ὁποίους ἐγέννησεν ἡ ἀκάθεκτος ἐπιθυμία τῆς ἑνώσεως, ἡ ἄκρα ἀνυπομονησία τοῦ Ἰονίου λαοῦ νὰ ἴδῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὴν Ἑλλάδα συνηνωμένην μετ’ αὐτοῦ. Καὶ νομίζω, ὅτι μοὶ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι οἱ φόβοι αὐτοὶ δὲν ὑπάρχουσιν, ἀφοῦ ἐπίσημος φωνὴ ἐντεῦθεν, ἡ φωνὴ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸ μικροῦ σᾶς διεβεβαίωσεν, ἀφοῦ ἀκόμη τὰ ἀτμόπλοια τὰ ἐξ Εὐρώπης τελευταῖον προελθόντα ἐπεβεβαίωσαν τὰ ὑπὸ τοῦ εἰρημένου ὑπουργοῦ ἀναγγελθέντα ὑμῖν, καὶ σᾶς προσέθηκαν εἰδήσεις ἄλλας, αἱ ὁποῖαι προοιωνίζονται τὴν ταχίστην ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων. Ἀλλὰ δὲν μοὶ συμβαίνει, Κύριοι, ἀκόμη νὰ ἔχω οὐδὲ τὴν τρίτην πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχω διὰ νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ, δὲν μοὶ συμβαίνει νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου θὰ βραδύνῃ ἐπὶ τοσοῦτον μακρὸν χρόνον, ὥστε νὰ διακινδυνεύσουν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἡμῶν. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ ἰδιοποιηθῶ ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν ὁλοκλήρως στεροῦμαι, τὴν ἰδιότητα νὰ δύναμαι νὰ ἐμφιλοχωρῶ εἰς τὰ διανοήματα τῆς διπλωματίας, ἑπομένως δὲν δύναμαι διὰ τοῦτο νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι ἡ ἔκβασις τῶν διαπραγματεύσεων θέλει εἶσθαι ταχεῖα, ἢ ὅτι θέλει περαιωθῆ εἰς ὡρισμένου χρόνου διάστημα· δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς ὑπομνήσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπίσημος γλῶσσα ἐντεῦθεν εἶπεν, ὅτι τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος εἰσέρχεται εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον, καὶ ἐὰν εἰσέρχηται πραγματικῶς εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον, βεβαίως ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς θέλει παραλάβει τὴν Ἑπτάνησον, δὲν εἶναι πολὺ μακρὰν ἀφ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ἐνδέχεται, σᾶς εἶπον, νὰ πάθωσι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος· ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο κίνδυνοι ὑπάρχουσι, τοὺς ὁποίους σᾶς κατέδειξαν, ἀπειλοῦντας τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τοὺς διακρίνω. Οἱ κίνδυνοι παρεστάθησαν εἰς ἡμᾶς, ὅτι εἶναι κίνδυνοι ἐσωτερικοὶ, καὶ κίνδυνοι ἐξωτερικοί. Συγχωρήσατέ μοι ν’ ἀκολουθήσω μικρὸν τὰς ποικίλας ἐκδρομὰς, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τῶν κινδύνων τούτων, καὶ νὰ σᾶς ἐκφέρω τὰς σκέψεις μου ἐφ’ ἑκατέρας τῶν κατηγοριῶν αὐτῶν. Οἱ ἐσωτερικοὶ κίνδυνοι μοὶ φαίνονται κίνδυνοι ὅλως φανταστικοὶ, οὐδὲ δύναμαι νὰ θεωρήσω αὐτοὺς καὶ κατ’ ἐλάχιστον πραγματικούς· ἐκ τῶν κρίσεων, τὰς ὁποίας τινὲς ἄνθρωποι φέρουσιν ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως, δὲν δύναμαι νὰ ἐξαγάγω κινδύνους πραγματικοὺς, καὶ ἂν ἐξετάσητε τὴν αἰτίαν τῶν κρίσεων τούτων, τότε θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ κίνδυνος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πρὸ πολλοῦ χρόνου, πολλαὶ κρίσεις ἐξηνέχθησαν ἐπὶ τῆς πορείας τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως, καὶ μολονότι αἱ κρίσεις αὗται αἱ κατὰ τῆς πορείας τῆς Συνελεύσεως προεκαλέσθησαν ἐξ ἰδεῶν καὶ πράξεων τῆς Συνελεύσεως, καθ’ ὧν καὶ ἠγόρευσα καὶ ἐψηφοφόρησα κατὰ τὴν συζήτησιν εὑρεθεὶς μειοψηφῶν, μολαταῦτα ἐὰν ῥίψω ἓν γενικὸν βλέμμα ἐπὶ τῆς πορείας τοῦ σεβαστοῦ τούτου Συνεδρίου, δὲν δύναμαι νὰ δώσω μέλαιναν κατ’ αὐτοῦ ψῆφον, θέλω μάλιστα ἀναγνωρίσει, Κύριοι, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσήνεγκεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἦσαν ὑπηρεσίαι σπουδαῖαι, διότι ἔσωσε τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξήρτητο τότε ἡ τύχη καὶ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος· ἤθελον κριθῆ περιαυτολογῶν, ἐὰν ἀρχίσω νὰ πλέξω πανηγυρικοὺς τῶν πράξεων τῆς Συνελεύσεως· ἀλλ’ ἂς πεισθῇ πᾶς, ὅστις μὲ ἀκούει, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος καὶ ἐγὼ, καθὼς δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἶναι ἕτοιμος καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν νὰ εἴπῃ, ὅ,τι εἶπε κατὰ τὰ 1792 ὁ Πρόεδρος τῆς ἐν Γαλλίᾳ ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὅτι ἐῤῥέτω καὶ ἡ Συνέλευσις, καὶ ἡ μνήμη αὐτῆς ἂς ἐκλείψῃ, ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τούτου νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος, ἀλλὰ δὲν τὸ φρονῶ. Αἱ κρίσεις αὗται αἱ κατὰ τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἀποτέλεσμα ἐκφράσεως, θλίψεως καὶ ἀγανακτήσεως, ἡ ὁποία εἶναι πολλὰ φυσικὴ εἰς τὸν ἄνθρωπον· καὶ ἐάν τις δὲν δύναται νὰ κατάσχῃ τὴν ἀγανάκτησιν αὑτοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι ἐν πλήρει κατοχῇ τῆς ἐξουσίας του, ἂς μὴ ἀπαιτῶμεν νὰ κατάσχῃ τὴν ἀγανάκτησιν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν πλήρει τῇ ἀσθενείᾳ. Εἶναι βεβαίως δύσκολον ἐν καιρῷ ἐπαναστάσεων νὰ ὑπάρχῃ μετριοπάθεια· διὰ τοῦτο δικαίως εἷς γνωστὸς ἄνθρωπος εἶπεν, ὅτι ἡ μετριοπάθεια εἰς τὰς ἐπαναστάσεις εἶναι ἡρωϊσμὸς ἡρωϊκώτερος τοῦ ἡρωϊσμοῦ· ἀλλὰ μήπως δὲν εἶναι καὶ ἀναπόσπαστον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον ἐν τῇ ἄκρᾳ ἰσχύϊ του, ὡς ἐν τῇ ἄκρᾳ ἀσθενείᾳ του ν’ ἀπομακρύνηται τῆς μετριοπαθείας ταύτης; Δὲν μοὶ εἶναι ἐπίσης δυνατὸν νὰ διακρίνω φόβους ἐκ τάξεως τινὸς ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους τινὲς ὀνομάζουν Ὀθωνιστάς· οὐδὲ νὰ πεισθῶ ὅτι ἡ τάξις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων παρασκευάζει καὶ ἐνεργεῖ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, παρασκευάζει καὶ ἐνεργεῖ τὴν παῦσιν τοῦ Συντάγματος ἡμῶν. Ηὐχόμην Κύριοι, νὰ μὴν ἀκούω πλέον τὰς διακρίσεις ταύτας, τὰς ὁποίας τινὲς δὲν παύουσι νὰ κάμωσι· τὸ ηὐχόμην, διότι ἐὰν ὁ χαρακτηρισμὸς, ὅστις ἀποδίδεται εἰς ὡρισμένα ἄτομα, μαρτυρεῖ ὅτι ταῦτα ἔχουσι σκοποὺς διαφορετικοὺς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἔχει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ἤθελον βεβαίως ἐπιμείνει εἰς τὴν διατήρησιν τῆς διακρίσεως, ἤθελον πρῶτος καταφερθῆ κατὰ τῶν ἀποτροπαίων αὐτῶν σκοπῶν. Ἀλλ’ ἡ διάκρισις αὕτη δὲν παριστᾷ διαφορὰν σκοπῶν τοῦ ἐνεστῶτος, ἔχει δὲ ἁπλῶς ἱστορικὴν καταγωγὴν ἐκ τοῦ παρελθόντος· νομίζω δὲ, Κύριοι, πλέον ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ λησμονηθῇ αὐτὸ τὸ παρελθὸν, καὶ νὰ πεισθῶμεν πάντες ὅτι πρέπει ἐξ ἴσου ὅλοι νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν νέαν Μοναρχίαν, καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ κράτος τῶν Συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν (εὖγε). Ἐὰν δὲ αἱ κρίσεις τῶν ὀλίγων τούτων ἀνθρώπων, καὶ λέγω τῶν ὀλίγων τούτων ἀνθρώπων, καὶ ὄχι τῆς τάξεως ταύτης, διότι δὲν εἶναι πολυάριθμος ἡ τάξις αὕτη, δὲν εἶναι λίαν εὐνοϊκαὶ πρὸς τὸ ἐνεστὼς, συγχωρήσατε τὰς κρίσεις ταύτας, καὶ μὴ παύετε ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι ἕκαστον ἐπιβαρύνει ἰδίᾳ ἀνυπέρβλητος ἀνάγκη, τὸ νὰ ζητῇ πάντοτε τὴν ἰδίαν συντήρησιν, καὶ ὅτι τὸ ἐνεστὼς δὲν εἰμπορεῖ νὰ ᾖναι ἐντελῶς εὐχάριστον πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσι μεμακρυσμένοι αὐτοῦ· διὰ τοῦτο πρέπει ὅλοι νὰ συνοικειωθῶσι μετὰ τοῦ ἐνεστῶτος, διὰ νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ἀφορμὴ ἐπικρίσεων καὶ δυσαρεσκειῶν. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, τὰς ὀλίγας γραμμὰς, τὰς ὁποίας ἐχάραξεν γλαφυρὸς κάλαμος, κατ’ ἄλλην ἐποχὴν, ἐν ἄλλῃ ἐπικρατείᾳ, τὰς γραμμὰς, τὰς ὁποίας ἐχάραξεν ὁ Benjamin Constant κατὰ τὸ 1816, ὅτε ἡ Γαλλία εὑρίσκετο εἰς τὰς αὐτὰς μὲν περιστάσεις, ἀλλὰ κατὰ πολὺ μεγαλειτέρας διαστάσεις, λέγω δὲ εἰς πολὺ μεγαλειτέρας διαστάσεις, διότι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη διεδέχετο ἐκεῖ ἄλλην ἔνδοξον καὶ ἱστορικὴν ἐποχὴν τῆς Γαλλίας, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν ἡ σήμερον δὲν διαδέχεται ἔνδοξον καὶ ἱστορικὴν ἐποχὴν, ἀλλ’ ἐποχὴν θλίψεων καὶ ὀδύνης· ἐπεθύμουν, Κύριοι, αἱ γραμμαὶ ἐκεῖναι νὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνεγινώσκοντο ἀπὸ ὅλους τοὺς συμπολίτας μου, νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν καρδίαν καὶ τὸν νοῦν παντὸς, διότι τότε ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ποθητὴ συγχώνευσις πάντων κατὰ τὸ ἐνεστὼς, καὶ ἡ πανταχόθεν ὑποστήριξις τοῦ ἐνεστῶτος, τοῦ ἐνεστῶτος τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζω καὶ ἐγὼ καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἕκαστος στηρίζει τὰς ἐλπίδας τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος (εὖγε). Ὑποθέτω μάλιστα, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐκ Βάλτου πληρεξούσιος, ἐν τῇ στιγμῇ τῆς ἀγανακτήσεώς του προέτρεξε, καὶ ἀπήγγειλε καὶ λέξεις ἐντεῦθεν, τὰς ὁποίας ηὐχόμην νὰ μὴ ἀπήγγειλεν. Ἐν τῇ στιγμῇ τῆς ἐξάψεως τοῦ ἐνθουσιασμοῦ του, ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν τοὺς κινδύνους τούτους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν θεωρῶ πραγματικοὺς, ἔφθασε λέγων μέχρι τῆς φράσεως, ὅτι θέλει προβῆ εἰς ἐκδικήσεις· δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους καὶ ἄλλοτε ἐπεκαλέσθην, ἐκθέσας καὶ αὐτοὺς καὶ ἐμαυτὸν εἰς τὴν πικρὰν εἰρωνείαν ἐντίμου συναδέλφου μου, τοῦ πληρεξουσίου Ναυπακτίας, Κ. Ῥοντήρη· δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην αὐτοῦ διὰ νὰ μὴ ἀκούσω πάλιν νέας ἐπικρίσεις, καὶ δεχθῶ νέα βέλη. Ἀλλὰ θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν γνώμην ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα οἱ φίλοι τοῦ συναδέλφου μου ἐκείνου, οἱ ἐπὶ κορυφῆς τῆς δεξιᾶς πτέρυγος καθήμενοι, θέλουσιν ἀκούσει μετ’ εὐχαριστήσεως, ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος διεκρίθη διὰ τὸ βίαιον τοῦ χαρακτῆρός του, διὰ τὸ ὁρμητικὸν τῶν παθῶν του, καὶ ὁ ὁποῖος παρέστησε τὴν ὑπερβολὴν τῆς ἐπαναστάσεως κατὰ τὰ 1792 ἐν Γαλλίᾳ καὶ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ παντὸς, τὴν γνώμην τοῦ Δαντών. Ὁ Δαντὼν, ὅπου, ἔλεγεν, ἀρχίζει ἡ δικαιοσύνη, ἐκεῖ παύει ἡ ἐκδίκησις. Ἔστω λοιπὸν πρὸς γνῶσιν παντὸς, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἤρχισεν ἐν Ἑλλάδι· ἑπομένως πρέπει νὰ παύσῃ πᾶσα ἐκδίκησις. Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ φόβοι ἐνδέχεται καθὼς παρεστάθη εἰς ὑμᾶς, νὰ μὴ ᾖναι μόνον ἐξ ἐσωτερικῶν κινδύνων, ἐνδέχεται νὰ ᾖναι καὶ ἐξ ἐξωτερικῶν κινδύνων. Τῇ ἀληθείᾳ φοβοῦμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην τινὰ, διότι φοβοῦμαι μὴ ἀκούσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ὁ Ἀντώνιος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἤκουσεν ὑπὸ τῆς Κλεοπάτρας, ὅταν ἀνεμιγνύετο εἰς ξένα ἔργα· καὶ βεβαίως ξένα ἔργα εἶναι εἰς ἐμὲ ἡ ἔρευνα τῶν διανοημάτων τῆς διπλωματίας. Ἀλλὰ δὲν λησμονῶ κρίσιν τοῦ μεταφραστοῦ τῆς ὑπὸ τοῦ λόρδου Stanhopes συγγραφείσης βιογραφίας τοῦ William Pitt, ὁ μεταφραστὴς ἐκεῖνος ἔλεγεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φαίνεται παράδοξον, ἐὰν ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία, αἱ ὁποῖαι τρέφουσιν ἄσπονδον πρὸς ἀλλήλας μῖσος, ἐὰν ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία, αἵτινες ἔχουσιν ἀκμαίας ἐν ταῖς καρδίαις των ἀντιπαθείας, οὐδέποτε ὅμως ἦλθον εἰς πόλεμον μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ναπολέοντος. Ἐὰν, λέγει ὁ μεταφραστὴς ἐκεῖνος, ἦσθε ἐν τῇ Γαλλίᾳ, δὲν ἀκούετε τοὺς Γάλλους παρὰ νὰ περιμένωσιν ἀνυπομόνως τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν θέλουσιν ἐπιδράμει κατὰ τῆς χώρας τῶν Βρεττανῶν, ἐὰν ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ δὲν ἀκούετε παρὰ ἐκφράσεις ὁμοίων πόθων, καὶ ὅμως ἡ εἰρήνη διατηρεῖται, αἱ φιλικαὶ σχέσεις εἶναι τοσοῦτον παγιωμέναι, ὅσον δὲν εἶναι ἴσως μεταξὺ ἄλλων Δυνάμεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦται ἀντιπάθειαι· ἐξακολουθεῖ δὲ νὰ λέγῃ· ἠξεύρετε διατί; διότι εἶναι τὰ ἀμοιβαῖα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσι τὴν λήθην τῶν ἀντιπαθειῶν των, διότι εἶναι τὸ αἴσθημα τῆς συντηρήσεως, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν κατεύνασιν τοῦ ἀμοιβαίου τούτου μίσους. Λοιπὸν ὑποθέτω ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα περισσότερον ἥσυχοι, πειθόμενοι, ὅτι ὅσον καὶ ἂν μᾶς φαίνωνται πεπυκνωμένα τὰ πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Εὐρώπης περιϊπτάμενα νέφη ἐλαχίστη πνοὴ ἀνέμου ἀρκεῖ ἵνα διαλύσῃ αὐτὰ ἐντελῶς, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν αἰθρίαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ κρίσις μου αὕτη δύναται νὰ ψευσθῇ, ὑποθέτετε, ὅτι δύναται νὰ διατρέξῃ κίνδυνον τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος ἕνεκα τούτου; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐνδέχεται νὰ διατρέξωσι κίνδυνον αἱ ἐλευθερίαι ἡμῶν; ἢ νομίζετε ὅτι ἕνεκα τούτου δύναται νὰ διατρέξῃ κίνδυνον ἡ ἐθνικὴ ὕπαρξις τῆς Ἑλλάδος; Ἐὰν τοιοῦτόν τι νομίζετε, ὑποθέτω ὅτι πλανᾶσθε, καθὼς ἐπίσης ὑποθέτω ὅτι πλανᾶσθε, ἐὰν νομίζητε ὅτι, ἕνεκα τῆς διαταράξεως τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης, δύναται νὰ διατρέξῃ κίνδυνον ἡ ἐθνικὴ αὐτονομία ἡμῶν· συμβεβηκότα τοιαῦτα δὲν δύνανται νὰ κλονίσωσιν ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ παγκόσμιος ἀνάγκη ὑπηγόρευσε, τὰ ὁποῖα κατήρτισεν ἡ Εὐρωπαϊκὴ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸ παρελθὸν, τὸ παγκόσμιον συμφέρον κατὰ τὸ ἐνεστώς. Αὐτοὶ οἱ λόγοι, Κύριοι, μὲ κινοῦσι νὰ μὴ ἔχω τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐκ Βάλτου πληρεξούσιος εἶχεν, ὅταν σᾶς ὑπέβαλε τὴν πρότασίν του. Ἀλλ’ ἂν καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐπιψηφίσω κατὰ τῆς προτάσεως καὶ νὰ δώσω μέλαιναν κατ’ αὐτῆς ψῆφον, μόλα ταῦτα διὰ νὰ καθησυχάσω πᾶσαν ἀνησυχίαν, δυναμένην νὰ ἀπομείνῃ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ πατριώτου φίλου μου, συναινῶ, Κύριοι, νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι ἀναβάλλομεν νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπ’ αὐτῆς, οὕτω δὲ προλαμβάνομεν τὴν ἐνδεχομένην, τὴν ἀνέλπιστον ὅμως περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ πραγματοποίησις τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου δύναται ἐπ’ ἄπειρον νὰ παραταθῇ, νὰ προλάβωμεν, λέγω, τὸ συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι οὐδόλως θέλει συμβῆ, τὸ συμβεβηκὸς τῆς παρατάσεως τῆς ἐκκρεμότητος τῶν ἀφορώντων τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου ἐπ’ ἄπειρον χρόνον, καθ’ ὃν φρονοῦσιν ὅτι δύνανται νὰ διακινδυνεύσωσι τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος· ἐγὼ ἂν καὶ φρονῶ ὅτι τοιαύτη ὑπόθεσις εἶναι ἀδύνατος, συναινῶ νὰ ἀναβάλωμεν νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως, ὥστε, ἐὰν, μὴ γένοιτο, ἡ τοιαύτη ἀδύνατος ὑπόθεσις λάβῃ χώραν, καὶ περιέλθωμεν εἰς τοιαύτην ἔκτακτον ἀνάγκην, νὰ δυνηθῶμεν τότε νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν ἑπτανησίους, οἱ ὁποῖοι τοσαῦτα ἔδωκαν δείγματα ἀκράτου καὶ ἁγνοῦ πατριωτισμοῦ εἰς τὸ παρελθὸν, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μᾶς κομίσει καὶ αἰσθημάτων εὐγένειαν καὶ καρδιῶν ἁγνότητα, νὰ ἐπιτρέψωσιν ἡμῖν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προβῶμεν καὶ ἄνευ αὐτῶν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ πολιτεύματος.
§34ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὁ Κύριος Βαλτινὸς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του περιέπεσεν εἰς ἓν λάθος· ἂν μοὶ ἐπιτρέπεται, θέλω σᾶς εἰπεῖ δύο λέξεις διὰ νὰ σᾶς φωτίσω. Ὁ Κύριος Βαλτινὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἰταλία ἔλαβε τὸ σύνταγμα τῆς Σαρδηνίας, λέγω ὅμως εἰς τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον, ὅτε κατὰ τὸ 1848 ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις τῆς Σαρδηνίας δὲν συνεκροτεῖτο ἀπὸ τοὺς πληρεξουσίους τῆς Σαρδηνίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς πληρεξουσίους τοῦ Μιλάνου, τῆς Τοσκάνης, τῆς Λούκας, τῆς Μοδένης καὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐπικρατείας ἐκτὸς τῆς Ῥώμης.
§35ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Λαμβάνω ἁπλῶς τὸν λόγον, Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅπως διασαφίσω τὴν πρότασίν μου, καὶ διευκολύνω οὕτω τὴν Συνέλευσιν εἰς ἀπόφασιν οἱανδήποτε. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα οὐδόλως νὰ ἐξέλθω τοῦ θέματος καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς εὐγλώττου καὶ ποιητικῆς ὁμιλίας τοῦ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντος Κυρίου πληρεξουσίου. Διασαφηνίζων τὴν πρότασίν μου, ἐνόμισα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ Ἑλλὰς ὅσον τάχιστα νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ πολιτεύματος αὐτῆς. Φρονῶ βεβαίως πάντοτε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον αὐθημερὸν νὰ προβῶμεν καὶ διὰ τοῦτο, φρονῶ μάλιστα, ὅτι χρειάζεται χρόνος τις. Ὁ Κύριος Ζαήμης, τὸν ὁποῖον εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ ἀκούσω, ἐπειδὴ δὲν ἤμην ἐνταῦθα, καθὼς ἔμαθον, ἐπρότεινε καὶ ὁ Κύριος Δεληγιάννης παρεδέχθη, ὅπως ἡ Συνέλευσις μὴ προβῇ σήμερον εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου, ἀλλὰ ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησις ἐπὶ ἕνα μῆνα· ἐννοεῖτε οἴκοθεν, ὅτι οὐδόλως δυσκολεύομαι νὰ παραδεχθῶ τοῦτο, καὶ ἤθελα παρακαλέσει τοὺς φίλους μου νὰ μὴ ἀντείπωσι, διότι τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα τοῦ μηνὸς ὁπωσδήποτε θέλει διέλθει, ἂν λάβητε ἀπὸ σήμερον ἀπόφασιν ὁριστικὴν νὰ προβῆτε εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος, μὴ ὑπαρχόντων ἐνταῦθα τῶν Ἑπτανησίων· εἰς τὸ διάστημα τοῦτο πολὺ πιθανὸν, καὶ εὔχομαι τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν διπλωματίαν, νὰ μᾶς ἐξαγάγῃ τῆς δυσκόλου θέσεως, ὅπως ἐργασθῶμεν, ὅπως ἐνόμισα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐργασθῶμεν, ὅπως προλάβωμεν, κατ’ ἐμὲ, μεγάλους κινδύνους. Παραδέχομαι λοιπὸν πληρέστατα τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ζαήμη.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀρκεῖται εἰς τὰ λεχθέντα. Ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψαν τὰ ἑξῆς ζητήματα (θόρυβος)....
§37ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ὅπως ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἐσωτερικῶν μας πραγμάτων. Συνεκαλέσθημεν ἐνταῦθα μετὰ μεγάλην μεταπολίτευσιν, πρὸς δὲ καὶ ὅπως συντάξωμεν τὸ πολίτευμα. Οὐδεμίαν τῶν δυνάμεων παρενοχλήσαμεν εἰς τὸ νὰ μᾶς προσθέσῃ νέαν χώραν, οὐδέποτε ἐδώκαμεν κᾀμμίαν ἐνόχλησιν· αἴφνης μᾶς βεβαιοῖ ἡ Ἀγγλία, ὅτι μᾶς παραχωρεῖται ἡ Ἑπτάνησος, καὶ δὲν ἦτο μόνη ὑπόσχεσις ἁπλῆ, ἀλλ’ ἐγένετο ἡ πρᾶξις ἐπίσημος· διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκεῖ, συνεκροτήθη μία Συνέλευσις, ὅπως ἀποφασίσῃ καὶ κηρύξῃ τὴν ἕνωσιν, μᾶς ἐκοινοποιήθη τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ παρεδέχθημεν· ἡμεῖς λοιπὸν ἑνώθημεν μετὰ τῶν Ἑπτανησίων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦλθε νέον πρόσκομμα ἐστάθημεν· σήμερον βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν (θόρυβος). Ἓν ὅμως νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ χωρὶς νὰ ἐκφράσῃ (θόρυβος διακόπτεται ὁ ῥήτωρ)......
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ (θόρυβος).
§39ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Παρακαλῶ· ἡμεῖς χωρὶς νὰ ἐνοχλήσωμεν κανένα παρεδέχθημεν. Ποία δυσπιστία ἐκ τούτου, ἐξ ἧς προῆλθον οἱ νέοι ὅροι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι καθόλου δὲν μᾶς ἐγένοντο γνωστοί. (θόρυβος) Ἐκφράζοντες λοιπὸν τὴν ὑποψίαν μας διὰ τὴν προσβολὴν αὐτὴν, ἀναβάλλομεν ἕως ὅτου εὐαρεστηθοῦν νὰ μᾶς ἐξαγάγουν ἐκ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Παρεδέχθη. Κύριοι, ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψαν τὰ ἑξῆς ζητήματα. Ὁ κύριος Δομενεγίνης ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κύριος Ζαΐμης ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ ἕνα μῆνα, καὶ ὁ κύριος Δεληγιάννης τὴν ἀναβολὴν ἐπ’ ἀόριστον.
§41ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Ἐπρότεινα τὴν ἀναβολὴν μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου.
§42ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δομενεγίνη, Κύριε Πρόεδρε, διότι ἡ Συνέλευσις τότε θὰ ἀποφασίσῃ ὁριστικῶς, ἐνῷ ὁ Κ. Ζαΐμης, μετὰ τοῦ ὁποίου συνετάχθην ἐγὼ ὁ προτείνας τὸ ζήτημα, λέγει, ἀπέχει ἡ Συνέλευσις πρὸς ὥραν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως.
§43ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔχει τὴν προτίμησιν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δηλιγιάννη, διότι, χωρὶς νὰ ὁρίσῃ χρόνον ἀναβολῆς ἐπὶ τοῦ παρόντος, θέλει τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὴ προτιμᾶται· ἐνδέχεται αἱ περιστάσεις νὰ ἀποδείξουν περιττὴν τὴν τοσαύτην πρόνοιαν ἐπὶ ἕνα μῆνα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ζαΐμης προτείνει ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ ἕνα μῆνα, ὁ Κ. Δηλιγιάννης ἐπρότεινε νὰ ἀναβληθῇ ἀορίστως, ὁ Κ. Δομενεγίνης νὰ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
§45ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν συμπεριλαμβάνεται πρότασις τοῦ Κ. Κορωναίου.
§46ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§47ΚΑΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δομενεγίνη εἶναι ὁριστικὴ, ἐνῷ αἱ ἄλλαι εἶναι ἀναβλητικαί.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ζαΐμη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ ἕνα μῆνα νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ὁ Κύριος Κορωναῖος, ὡς ἠκούσατε, ὑπέβαλε πρότασιν, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ γίνῃ, οὕτως εἰπεῖν, ἓν διάγγελμα πρὸς τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι ξένον τῆς συζητήσεως, καὶ πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἄλλη ἡμέρα· (ἐγείρονται πολλοὶ διὰ νὰ ἀναχωρήσουν). Καθήσατε, Κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου τῶν ζώων..... Διελύθη ἡ συνεδρίασις κατὰ τὴν 4 ὥραν μ. μ.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Θεόφιλος Γεωργίου. Θ. Βενετσάνος. Γρ. Μαυρομαρᾶς.