| 182 | Ἵπποι ἀξιωματικῶν. | Ἀξιωματικοί. | Ὑπαξιωματικοί. | ||
| 183 | |||||
| 184 | 2 | 1 | Ὑπουργός. | ||
| 185 | 1 | 1 | Ὑπολοχαγὸς ὑπασπιστής. | ||
| 186 | 1 | 1 | Γενικὸς γραμματεὺς διευθ. Ι. τμήματος. | ||
| 187 | 1 | » Ἀρχιατρὸς καὶ ἐπιθεωρητής. | |||
| 188 | 1 | 1 | Συνταγμ. Μηχανικοῦ ἐπιθεωρητής. | ||
| 189 | 1 | Ταγματάρχ. » » | |||
| 190 | 1 | Ἐπιμελητὴς διευθυντ. τοῦ ΙΙ τμήματος. | |||
| 191 | 1 | » » τοῦ λογιστηρίου. | |||
| 192 | 1 | Λοχαγὸς Πυροβολικοῦ εἰσηγητής. | |||
| 193 | 1 | » Πεζικοῦ » | |||
| 194 | 1 | » Μηχανικοῦ » | |||
| 195 | 1 | Ἀντιμοίραρχος | |||
| 196 | 1 | 1 | Λοχαγὸς γενικ. Ἐπιτελῶν. | ||
| 197 | 1 | » Διεκπεραιωτής. | |||
| 198 | 1 | » Εἰσηγητής δικαιοσύνης. | |||
| 199 | 3 | Ἐπικαταλυματίαι Ι. τάξεως. | |||
| 200 | 3 | » ΙΙ » | |||
| 201 | 1 | Φαρμακοποιός ΙΙ τάξεως. | |||
| 202 | 1 | Καταλυματίας Ι » | |||
| 203 | 1 | Ἀνθυπολοχ. οἰκονομ. ΙΙ. | |||
| 204 | 1 | Ἰατρὸς » ΙΙ. | |||
| 205 | 1 | Ὑπουργικὸς γραμματεύς. | |||
| 206 | 3 | Λογισταί Ι. τάξεως. | |||
| 207 | 2 | Κλητῆρες. | |||
| 208 | 6 | Ἐπιλοχίαι. | |||
| 209 | 6 | Λοχίαι οἰκονομίας. | |||
| 210 | 6 | Λοχίαι. | |||
| 211 | 4 | Δεκανεῖς. | |||
| 212 | 7 | 26 | 27 |
1863.12.07
2,172 rows · 17,498 words · 1 table · 121 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΠΖʹ.
Τῆς 7 Δεκεμβρίου 1863.
(Σάββατον).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου πλήρους γενομένης τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§3ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπω ἐγὼ, διότι τὸ εἶπεν ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ γίνεται γνωστὴ πρώτην φοράν· ἐκτὸς τούτου εἶναι τοιαύτη πρότασις, ὥστε δὲν περιποιεῖ καμμίαν τιμὴν εἰς τὴν Συνέλευσιν· διότι τίς ἤθελε προτείνει νὰ φορολογῶνται τὰ ἐσπαρμένα χωράφια; διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, ἀλλ’ οὐδὲ παρουσιάσθη τοιαύτη πρότασις, καὶ ὅτι εἶναι μία κακὴ συνεννόησις τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας· προτείνεται ἡ ἀπάλειψις τοῦ μέρους τῶν πρακτικῶν, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι αἱ καλλιεργούμεναι γαῖαι, ἐὰν μετὰ τὸ θέρος αὐτῶν ἔχουν καλαμιὰ καὶ χρησιμεύουν διὰ βοσκὴν, δὲν ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀπαλειφθῇ.
§6ΚΑΣΤΑΝΑΚΟΣ. Τότε εὑρίσκεις τὸν μπελιάσου μὲ τοὺς ἐφόρους.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν νὰ σηκωθοῦν. (ἐγείρονται πολλοὶ). (θόρυβος.) Κύριοι πληρεξούσιοι, παρακαλῶ· κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὁ Κ. Καστανάκος εἶχε κάμει τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ καλαμιὰ δὲν πρέπει νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν φορολογίαν, διότι ἐφορολογήθησαν ἤδη οἱ καρποί.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, ἐφάνη ἀποδεχομένη τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καστανάκου· συνεπείᾳ τούτου ὁ συντάκτης τῶν πρακτικῶν ἐσημείωσεν εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν ἐξαίρεσιν αὐτήν. Ἤδη ὑποβάλλεται ἡ ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους τοῦ Κ. Κατσικαπῆ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ σημείωσις αὐτὴ, διότι εἶναι πάντη περιττή· ἄλλοι λέγουν, ὅτι τὸ περιττὸν δὲν βλάπτει. Λοιπὸν θέτω τὸ ζήτημα προσέξατε· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ μέρους τῶν πρακτικῶν τοῦ ἀφορῶντος τὰς καλαμιὰς νὰ σηκωθοῦν. (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Δὲν παρεδέχθη. Λοιπὸν τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς.
§10ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν μόλις ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ, ὑμεῖς αὐτοὶ ἠθέλατε νὰ δικαιώσητε τοὺς ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν παρόντες διὰ μιᾶς τυπωμένης ἀγγελίας, ἐγὼ ἐσημειώθην ὡς ἀπών.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὰ προηγούμενα πρακτικὰ, Κύριε Δομενογίνη, κ’ ἐδιορθώθη. Λοιπὸν τὰ πρακτικὰ, Κύριοι, ἔχουσι καλῶς.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§13ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Βλέπω βιασμένα πράγματα, Κύριε Πρόεδρε. (θόρυβος).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ γενόμενα προχθὲς καὶ αἱ διακοπαὶ μὲ φέρουν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, τοῦ λέγοντος «Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς πληρεξουσίους νὰ διακόπτωσι τοὺς ἀγορεύοντας διὰ φωνῶν ἢ διὰ χειρονομιῶν, νὰ ἐπιδοκιμάζωσιν ἢ ἀποδοκιμάζωσιν αὐτούς» Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως εἰς τοὺς ἀγορεύοντας καὶ ἐκτρέπωνται εἰς προσβολὰς προσωπικάς. «Οἱ εἰς τὰς ἀπαγορεύσεις ταύτας ἀντιβαίνοντες ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν παρὰ τοῦ Προέδρου οἴκοθεν ἢ κατ’ αἴτησιν ἑνὸς πληρεξουσίου». Παρακαλῶ, Κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ σεβασθῆτε τὴν οὐσιώδη ταύτην διάταξιν, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συνεδρίασις ἀξιοπρεπὴς, ἀξία τοῦ συνεδρίου τούτου τοῦ πανελληνίου.
§15ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἀκροατήριον, Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε τὸ καθῆκον ν’ ἀνακοινώνητε τὸν κανονισμόν· ἕκαστος πληρεξούσιος τὸν γνωρίζει πολὺ καλά.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριε Πληρεξούσιε, σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε· ἡ διακοπή σας μὲ φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι παρεξηγεῖτε τὴν πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα διαγωγήν μου.
§17ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει τὰ πράγματα νὰ τὰ ἐρεθίζητε ὁ ἴδιος, ἀλλὰ νὰ τὰ καταπραΰνετε.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποτείνομαι εἰς τὸ ἀκροατήριον καὶ ὑπενθυμίζω εἰς αὐτὸ, ὅτι κατὰ τὸν κανονισμὸν, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ΚΚ. ἀκροατὰς νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως. «Οἱ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις παρεστῶτες κατὰ τὰς συνεδριάσεις ὀφείλουσι νὰ τηρῶσιν ἄκραν σιγὴν, ἀπέχοντες πάσης ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας, εἴτε διὰ λόγου, εἴτε διὰ χειρονομιῶν, εἴτε διὰ παντὸς ἄλλου τρόπου. Οἱ τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην παραβαίνοντες ἐκβάλλονται τοῦ ἀκροατηρίου. Ἐὰν οἱ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις παρεστῶτες ἐξακολουθῶσι παραβαίνοντες τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην, ἢ ταράττοντες ἅμα τὴν τάξιν, ἡ Συνέλευσις προσκαλουμένη ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἀποφασίζει ἂν πρέπῃ νὰ κενωθῇ ὁλοσχερῶς τὸ μέρος τοῦ ἀκροατηρίου, ἐν ᾧ εἰσὶν οἱ θορυβοῦντες». Ἐὰν, Κύριοι, συμβῇ οἱαδήποτε παρεκτροπὴ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου, εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ διατάξω τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τοῦ κανονισμοῦ.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ δὲ, εἰς τοὺς ΚΚ. ἀκροατὰς, ὅτι πᾶσα προσβολὴ κατὰ τῆς συνελεύσεως εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις εἶναι κτύπος κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς Ἑλλάδος· ἡ Ἑλλὰς δ’ ἀπεδείχθη ὅτι ἄνευ ἐλευθερίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ· πᾶσα δὲ διατάραξις τῆς ἡσυχίας εἶναι ἐπιβουλὴ κατ’ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ πληρεξούσιος Μ. Ἰατροῦ ζητεῖ ἑνὸς μηνὸς ἀπουσίας ἄδειαν.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθῇ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Παλαιολόγος ὡσαύτως.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθῇ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Βουλπιώτης ἐπίσης.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθῇ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Τριχᾶς ἐπίσης.
§27ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθῇ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλω ἤδη κατὰ πρῶτον τὰς ἐκθέσεις τῶν εἰσηγητικῶν ἐπιτροπῶν· πρώτη ἔκθεσις εἶναι ἡ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ζιμβρακάκη. Ὁ εἰσηγητὴς Κ. Ζιμβρακάκης ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν ὡς
ἑξῆς·
ΕΚΘΕΣΙΣ.
«Συνελθοῦσα ἡ εἰσηγητικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Χ. Ζυμβρακάκη, ἀφορώσης τὴν παραδοχὴν τοῦ Γαλλικοῦ συστήματος διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ τὴν παραχώρησιν ἀδείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπὶ ὡρισμένῳ χρόνῳ παραλάβῃ ξένους ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τελειοτέραν ἐξάσκησιν αὐτοῦ, οὐχὶ μόνον εἰς τὰς ἐν εἰρήνῃ ἀσκήσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐν πολέμῳ, καὶ ἰδοῦσα ὅτι τὸ γαλλικὸν σύστημα εἶναι ἤδη κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν χρήσει παρ’ ἡμῖν, γνωμοδοτεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἔλευσις ξένων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ διὰ νόμου καθιερωθῇ τὸ ἐν λόγῳ στρατιωτικὸν σύστημα, καθ’ ὃ ὁμολογουμένως τελειότερον, ἵνα μὴ διὰ τῶν συνεχῶν τροποποιήσεων ὑποβάλληται τὸ δημόσιον εἰς ὑπερόγκους δαπάνας, καὶ συγχρόνως ἵνα μὴ παραβλάπτηται ἡ ὑπηρεσία ἐκ τῆς μὴ μονιμότητος παραδεδεγμένου τινὸς συστήματος, καὶ ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως εἰς ἣν ἑκάστοτε ὑπόκεινται οἱ βαθμοφόροι τοῦ νὰ συμμορφοῦνται μὲ τὰς συνεχῶς παρεισαγομένας μεταῤῥυθμίσεις. Ἀθῆναι, τῇ 30 Νοεμβρίου 1863. Ἡ Ἐπιτροπὴ Θ. Βενετσάνος, Δ. Κουμουνδουράκης, Ν. Κονταράτος, Δ. Μαυροκορδάτος, Χ. Γρίβας, Σ. Ι. Πετιμεζῆς. Ὁ εἰσηγητὴς Χ. Ζυμβρακάκης. Μὴ δυνάμενος νὰ παραδεχθῶ τὴν καθ’ ὁλοκληρίαν ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατῷ ἐφαρμογὴν τοῦ Γαλλικοῦ ὀργανικοῦ στρατιωτικοῦ συστήματος ἕνεκεν σπουδαίων λόγων, ἀναγομένων εἰς διάφορα αἴτια, συναινῶ εἰς τὴν ἄφιξιν ἀνωτέρων γάλλων ἀξιωματικῶν, δυναμένων νὰ ἐκπαιδεύσωσι τελειότερον τὸν ἡμέτερον στρατόν.
Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ.
Ἄρθρον 1. Τὸ γαλλικὸν στρατιωτικὸν σύστημα καθιεροῦται διὰ τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Ἄρθρον 2. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐπὶ ὡρισμένῳ χρόνῳ παραλαβὴ 5 ξένων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἤτοι ἑνὸς τοῦ μηχανικοῦ, ἑνὸς τοῦ πυροβολικοῦ, ἑνὸς τοῦ ἱππικοῦ, ἑνὸς τοῦ πεζικοῦ καὶ ἑνὸς τοῦ λογιστικοῦ πρὸς ὀργάνωσιν καὶ ἐξάσκησιν τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ ἄνωθι σύστημα. Ἄρθρον 3. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προσδιορίσῃ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους οἵαν ἤθελεν ἐγκρίνει μισθοδοσίαν».
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, τὸ δὲ νομοσχέδιον θέλει λάβει τὴν θέσιν του εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται ἑτέρα ἔκθεσις τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ἀντ. Μαυρομιχάλη περὶ καταργήσεως διαφόρων στρατιωτικῶν θέσεων, ἔχουσα ὡς ἑξῆς· Ἡ εἰσηγητικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν τμημάτων συζητήσασα τὴν πρότασιν τοῦ πληρεξουσίου Κ. Ἀντ. Μαυρομιχάλη περὶ καταργήσεως διαφόρων στρατιωτικῶν θέσεων, γνωμοδοτεῖ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν ἑξῆς θέσεων· 1) Τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς Χωροφυλακῆς. 2) Τῶν μονίμων δικαστῶν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Στρατοδικείου, ἐξαιρέσει τοῦ Προέδρου, τοῦ Β. Ἐπιτρόπου καὶ τοῦ Γραμματέως. 3) Τῆς καταστάσεως τῆς διαθεσιμότητος. 4) Τοῦ Ἀρχιατροῦ ἐπιθεωρητοῦ. 5) Ἁπάντων τῶν φρουραρχείων, ἐξαιρέσει τῶν τριῶν, ἤτοι Ἀθηνῶν καί Πειραιῶς, Ναυπλίου καὶ Παλαμηδίου. 6) Τοῦ Ἀρχηγείου τῶν μεθορίων. 7) Τῶν Ἐπιθεωρητῶν τοῦ πεζικοῦ. 8) Τῶν Στρατηγῶν καὶ Νομοεπιθεωρητῶν. 9) Τοῦ Ἀρχηγείου τοῦ Μηχανικοῦ. Ἀποδέχεται ἐπίσης τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ γραφείου τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸν ἑπόμενον πίνακα·
| Ἵπποι ἀξιωματικῶν. | Ἀξιωματικοί. | Ὑπαξιωματικοί. | |
| 2 | 1 | Ὑπουργός. | |
| 1 | 1 | Ὑπολοχαγὸς ὑπασπιστής. | |
| 1 | 1 | Γενικὸς γραμματεὺς διευθ. Ι. τμήματος. | |
| 1 | » Ἀρχιατρὸς καὶ ἐπιθεωρητής. | ||
| 1 | 1 | Συνταγμ. Μηχανικοῦ ἐπιθεωρητής. | |
| 1 | Ταγματάρχ. » » | ||
| 1 | Ἐπιμελητὴς διευθυντ. τοῦ ΙΙ τμήματος. | ||
| 1 | » » τοῦ λογιστηρίου. | ||
| 1 | Λοχαγὸς Πυροβολικοῦ εἰσηγητής. | ||
| 1 | » Πεζικοῦ » | ||
| 1 | » Μηχανικοῦ » | ||
| 1 | Ἀντιμοίραρχος | ||
| 1 | 1 | Λοχαγὸς γενικ. Ἐπιτελῶν. | |
| 1 | » Διεκπεραιωτής. | ||
| 1 | » Εἰσηγητής δικαιοσύνης. | ||
| 3 | Ἐπικαταλυματίαι Ι. τάξεως. | ||
| 3 | » ΙΙ » | ||
| 1 | Φαρμακοποιός ΙΙ τάξεως. | ||
| 1 | Καταλυματίας Ι » | ||
| 1 | Ἀνθυπολοχ. οἰκονομ. ΙΙ. | ||
| 1 | Ἰατρὸς » ΙΙ. | ||
| 1 | Ὑπουργικὸς γραμματεύς. | ||
| 3 | Λογισταί Ι. τάξεως. | ||
| 2 | Κλητῆρες. | ||
| 6 | Ἐπιλοχίαι. | ||
| 6 | Λοχίαι οἰκονομίας. | ||
| 6 | Λοχίαι. | ||
| 4 | Δεκανεῖς. | ||
| 7 | 26 | 27 |
Ἀθῆναι τὴν 2 10βρίου 1863.
Ὁ Εἰσηγητὴς
Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ.
Θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ὕπαρξιν ἐπιθεωρητῶν τοῦ Πεζικοῦ καὶ συμφωνῶ εἰς τὴν κατάργησιν, ἐὰν ἐπιτραπῇ νὰ προσλαμβάνωνται καὶ διορίζονται ὡς τοιοῦτοι ἐκ τῶν ἀργῶν ἢ διαθεσίμων. Οἱ τῆς οἰκονομίας εἰσὶν ἀξιωματικοὶ καὶ οὐχὶ καταλυματίαι. Θ. Βενετζάνος. Ἡ Ἐπιτροπή. Χ. Μαστραπᾶς, Δ. Λεβίδης, Π. Ι. Πετιμέζης, Χ. Γρίβας, Π. Θ. Κολοκοτρώνης, Ἀλέξ. Δόσιος. 1ον Θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἀρχηγείου τοῦ μηχανικοῦ, δίδων εἰς αὐτὸ ὅλην τὴν ἁρμοδιότητα ἣν πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸς τακτοποίησιν τοῦ σώματος τούτου σχετικῶς μὲ τὰ δημόσια κλ. ἔργα, καὶ τοῦτο μέχρις οὗ σχηματισθῇ ἐπὶ τούτῳ ὑπουργεῖον δημοσίων ἔργων, βιομηχανίας, ἐμπορίου καὶ γεωργίας· ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν νὰ ἐξηγηθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος. 2ον Ἐπιθυμῶ τὴν δικαιοσύνην ἔχουσαν ὅλους τοὺς βαθμούς της πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν κατηγορουμένων καὶ ἑπομένως εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως ὅλων τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων. 3ον. Νομίζω ἀναγκαίαν τὴν ὕπαρξιν μονίμων φρουραρχείων εἰς τὰ θεωρούμενα ὡς διατηρούμενα εἰσέτι φρούρια. 4ον Θέλω τὴν κατάργησιν ὄχι μόνον, ἐπὶ τοῦ παρόντος, τοῦ ἀρχιατροῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνωτέρου ἀρχιατροῦ, ἐπιθυμῶ δὲ μόνον νὰ μένῃ αὕτη προσωρινῶς μέχρις οὗ κατέχει αὐτὴν ὁ νῦν τοιοῦτος Κ. Τράϊμπερ.
Χ. ΣΟΥΪΔΑΣ.
§31ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Προτείνω τὸ κατεπεῖγον.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, τὸ δὲ νομοσχέδιον θέλει καταλάβει τὴν θέσιν του εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται ἑτέρα ἔκθεσις τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν ΚΚ. Ζυμπρακάκη καὶ Σούϊδα, ἀφορώσης τὴν διαμονὴν τῶν ἀξιωματικῶν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς. Ἡ εἰσηγητικὴ ἐπιτροπὴ τῶν τμημάτων συζητήσασα τὴν πρότασιν τῶν πληρεξουσίων Κυρίων Ζυμπρακάκη καὶ Σούϊδα περὶ προσδιορισμοῦ τόπου διαμονῆς τῶν ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικῶν γνωμοδοτεῖ, ἵνα τὸ σκληρὸν αὐτὸ μέτρον παύσῃ τοῦ λοιποῦ ἐφαρμοζόμενον ἐπὶ τῶν ὁπωσδήποτε ἐν ἀργίᾳ διατελούντων ἀξιωματικῶν ἐχόντων πάντοτε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν τὸν τόπον τῆς διαμονῆς των. Ἀθῆναι, τὴν 2 10βρίου 1863. Ἡ Ἐπιτροπὴ Π. Κορωναῖος, Λ. Π. Λασκαρίδης, Ἡρ. Πετιμεζᾶς, Α. Ὀρλάνδος, Α. Π. Μπουκαούρης, Π. Θ. Κολοκοτρώνης, Β. Α. Μυλωνᾶς, Π. Ι. Πετιμέζης, Ἀρτέμης Μίχου. Ὁ εἰσηγητὴς Α. Μαυρομιχάλης. Συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὴν ἀνωτέρω γνώμην, φρονῶ δὲ ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ν’ ἀπαγορεύῃ ἐφάπαξ τὴν εἰς ἕνα νομὸν καὶ μόνον τοῦ Κράτους διαμονὴν τῶν ἀξιωματικῶν, ὅταν ἔχῃ σπουδαίους λόγους, ἐπὶ δὲ τῶν λοιπῶν νὰ ἔχῃ πλήρη τὴν ἐλευθερίαν ὁ ἀξιωματικὸς νὰ διαμείνῃ ὁπουδήποτε ἂν θέλῃ.
Γ. Ι. ΖΑΚΑΣ.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ’ ἡ ἔκθεσις αὐτὴ θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ.— Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν προτάσεων· πρότασις τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Ἄρθρον μοναδικόν Οἱ διὰ τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΛΔʹ. ἀπὸ 24 Μαΐου ψηφίσματος προσδιορισθέντες διὰ τὸ 1863 ἔτος ἔγγειοι φόροι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς, προσδιορίζονται οἱ αὐτοὶ καὶ διὰ τὸ ἔτος 1864, καθ’ ὃ μένουσιν ἐν ἰσχύϊ ἅπασαι αἱ τοῦ ῥηθέντος ψηφίσματος διατάξεις.
Δ. ΔΡΟΣΟΣ.
Ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναπτύξεως.
§35ΔΡΟΣΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὴν Δευτέραν, ἀλλὰ καὶ αἱ δύο προτάσεις νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰ τμήματα· παρακαλῶ μόνον νὰ ἐπιταχύνωσι.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἑτέρα πρότασις τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ. Ἀναγινώσκεται. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει· Ἄρθρον 1. Ὁ ἐπὶ τῶν ζώων καὶ τῶν μελισσίων φόρος διὰ τὸ 1864 προσδιορίζεται 1. Ἐπὶ τῶν αἰγῶν καὶ προβάτων κατὰ κεφαλὴν λεπτὰ 25. 2. Ἐπὶ τῶν ὄνων λεπ. 50. 3. Ἐπὶ τῶν μεγάλων ζώων καὶ χοίρων δραχμὴ μία. 4. Ἐπὶ τῶν μελισσίων λεπ. 25 κατὰ κυψέλην (κοφφίνιον). Ἄρθρον 2. Δὲν ὑπάγονται εἰς φόρον 1. Τὰ θηλάζοντα τῶν αἰγῶν, προβάτων καὶ χοίρων. 2. Οἱ πῶλοι τῶν ὄνων, ἵππων καὶ καμήλων, οἱ μόσχοι τῶν βοῶν καὶ τῶν βουβαλίων μέχρι τῆς ἡλικίας δύο ἐτῶν συμπεπληρωμένων, εἴτε θηλάζουσιν εἴτε ὄχι. 3. Τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἐν γένει. 4. Εἷς οἰκόσιτος χοῖρος δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν ὅπου καὶ ἂν διαιτᾶται.
Δ. ΔΡΟΣΟΣ.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ αὐτῆς ἡ ἀνάπτυξις τὴν Δευτέραν.
§38ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ τμήματα Κύριε Πρόεδρε!
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παραβιάσωμεν τὸν κανονισμόν. Ἀναγινώσκεται ἑτέρα πρότασις τῶν Κ. Κ. Μαυρομαρᾶ Κατσικαπῆ καὶ λοιπῶν.
§40ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ν’ ἀναπτυχθῇ τὴν Δευτέραν, Κ. Πρόεδρε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν Δευτέραν;
§42ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὰ φορολογικὰ, Κύριε Πρόεδρε! Ἀναγινώσκεται ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ.
§43ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ν’ ἀναπτυχθῇ τὴν Δευτέραν. Ἀναγινώσκεται ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Σταμάτη.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰ φορολογικά.
§45ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁ Κ. φρούραρχος τῆς Συνελεύσεως ἐζήτησε τὸν λόγον.
§47ΣΟΥΪΔΑΣ. Κ. Πρόεδρε, εἶχα κ’ ἐγὼ μίαν πρότασιν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται τὴν Δευτέραν. —Ὁ Κ. Ζιμβρακάκης δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον;
§49ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα;
§50ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔρχομαι νὰ εὐχαριστήσω τὴν Συνέλευσιν διὰ τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἐπεδαψίλευσε ἐμπιστευθεῖσά μοι τὴν θέσιν τοῦ φρουράρχου· ἐπειδὴ ὅμως θεωρῶ, ὅτι μέχρι τοῦδε ἀρκετὰ ὑπηρέτησα τὴν πατρίδα, σκοπὸν ἔχω ν’ ἀποσυρθῶ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· κ’ ἐπειδὴ ὡς πολίτης δὲν δύναμαι νὰ συμβιβάσω τὸ καθῆκον αὐτὸ μὲ τὸ τοῦ φρουράρχου, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησίν μου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς ἄλλην ἡμέραν θὰ συζητηθῇ τὸ περὶ ἀποδοχῆς ἢ μὴ τῆς παραιτήσεως;
§52ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῆς προτάσεως τῶν διακοπῶν τῆς Συνελεύσεως· ὁ πληρεξούσιος εἶπε τὴν Δευτέραν.
§54ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Κ. Θ. Δηλιγιάννη. Εἶναι παρών;
§56ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ προσέλθῃ. Μεταβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὸ τρίτον ἀντικείμενον, τὸ περὶ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ συζητήσωμεν ἄνευ διακοπῶν, ὁ εἷς ὑπὲρ καὶ ὁ ἕτερος κατά.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι! λέγεται κοινῶς καὶ πιστεύεται, ὅτι ὅταν τις χωρῇ βραδέως, ἡ πορεία του εἶναι σταθερὰ καὶ ἀσφαλὴς, καὶ ὅταν τις σκέπτεται πολὺ, αἱ πράξεις του εἶναι ὀρθαὶ καὶ φρόνιμοι. Τοῦ κοινοῦ τούτου κανόνος φαίνεται, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν. Βραδέως, βραδύτατα κατὰ δυστυχίαν χωρεῖ ἡ κυβέρνησίς μας, καὶ ὅμως ἡ πορεία της εἶναι ὀλισθηρὰ καὶ ὑποτρέμουσα· πολὺ, παρὰ πολὺ σκέπτεται, καὶ ὅμως αἱ πράξεις της οὔτε ὀρθαὶ οὔτε φρόνιμοι δύνανται νὰ χαρακτηρισθοῦν· σπανίως ἀποφασίζει νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς μυστηριώδους ἀπραξίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναπαύεται, καὶ ὅταν ἔρχεται ἐνώπιόν μας, ἵνα παρουσιάσῃ τὸν καρπὸν τῆς μακρᾶς της σκέψεως, ὁ καρπὸς οὗτος καὶ ἄωρος εἶναι καὶ πικρός. Θὰ πείσθητε καὶ ὑμεῖς, Κύριοι, ὅπως ἐπείσθην καὶ ἐγὼ περὶ τούτου, ἐὰν λάβητε τὴν καλοσύνην νὰ μὲ ἀκολουθήσητε εὐμενῶς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἁπλῆς κατὰ τὸ φαινόμενον προτάσεως, τῆς ὁποίας ζητεῖται σήμερον ἡ ἐπιψήφισις. Ἡ πρότασις αὕτη ἀποδεικνύει καθαρὰ, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς χρηματικὴν στενοχωρίαν. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν πρώτην κανονικὴν κυβέρνησιν τῆς νέας δυναστείας, ἠξεύρει, ὑποθέτω, ὅτι ὅταν μία κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς χρηματικὴν στενοχωρίαν, ἀναζητοῦσα πόρους πρὸς θεραπείαν αὐτῆς, φροντίζει νὰ μὴ καταπατῇ ὑπὸ τοὺς πόδας της δίκαια ἀνεγνωρισμένα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, οὔτε νὰ παραβιάζῃ τοὺς νόμους τῆς πολιτείας· γνωρίζει ἐπίσης, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τοῦτο μάλιστα διακρίνει τὰς κανονικὰς κυβερνήσεις ἀπὸ τὰς αὐθαιρέτους, ὅτι αἱ πρῶται σέβονται ἐν παντὶ, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ θεραπείᾳ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, σέβονται τὸ δίκαιον καὶ τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἐνθυμήθη ἆρά γε τὴν στοιχειώδη ταύτην ἀρχὴν Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰς τὸ πρόγραμμά της συνεχάρη καὶ ἑαυτὴν καὶ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι πρώτη ἤνοιξε τὴν περίοδον τῆς συνταγματικῆς διοικήσεως παρ’ ἡμῖν; Ὄχι, κατὰ δυστυχίαν· ἡ κυβέρνησις πιεζομένη ἀπὸ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ κακὴ διοίκησίς της κατὰ μέγα μέρος προεκάλεσε, δὲν ἔλαβε διόλου ὑπ’ ὄψιν οὔτε νόμους, οὔτε δίκαια ἀλλότρια καὶ ἱερὰ, ἀλλ’ ἥπλωσεν ὅπου εἶδε χρήματα τὴν χεῖρα, διὰ νὰ τὰς θεραπεύσῃ προχείρως καὶ διοικητικῶς· ἀφοῦ δὲ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τὸ κατορθώσῃ, ἔρχεται σήμερον ἐνώπιόν μας καὶ ζητεῖ νὰ ἄρῃ δι’ ἡμῶν τὸ πρόσκομμα, λαμβάνουσα χρήματα ξένα διὰ νὰ ζήσῃ. Τί εἶναι, Κύριοι, τὸ ναυτικὸν ἀπομαχικὸν ταμεῖον; εἶναι ἆρα περιουσία, τῆς ὁποίας ἡ διάθεσις ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς κυβερνήσεως, ἢ καὶ αὐτῆς τῆς συνελεύσεως; Ὄχι· εἶναι περιουσία ἰδιωτικὴ, ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ θεμελιώδους νόμου διατελοῦσα, ἱερὰ, ὡς πᾶσα ἰδιοκτησία, ἱερωτέρα μάλιστα αὕτη διὰ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον καταρτίζεται ἐκ τῶν προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας ὁ ναύτης, ὁ δύτης, ὁ ἁλιεὺς καὶ ἐν γένει οἱ ναυτιλλόμενοι καταθέτουν, οἰκονομοῦντες ἐκ τῶν ἀπολύτων ἀναγκῶν των, καὶ ἔχει σκοπὸν νὰ θεραπεύσῃ πληγὰς, τὰς ὁποίας τὸ ριψοκίνδυνον τοῦτο ἐπάγγελμα καθ’ ἑκάστην δυστυχῶς ἀνοίγει. Ἤθελεν εἶσθαι τῳόντι σκληρὰ ἀπονία νὰ μείνωσιν εἰς τοὺς δρόμους αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἐν τοῖς κινδύνοις τῆς θαλάσσης ἀποθανόντων ναυτικῶν, ἢ νὰ καταδικασθῶσιν εἰς τὴν πεῖναν οἱ ἕνεκα γήρατος ἢ ἄλλων περιστάσεων κατασταθέντες ἀνίκανοι πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των. Τῆς αὐτῆς φύσεως εἶναι καὶ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ. Ἐκ καταθέσεων συγκροτεῖται καὶ τοῦτο, καὶ τὴν περίθαλψιν τῆς δυστυχίας σκοπεῖ. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ κοινωνία μας εἶχε προβῇ περισσότερον εἰς τὴν πορείαν τοῦ πολιτισμοῦ, καὶ εἶχεν ἀναπτυχθῇ ἐν αὐτῇ τὸ πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ, ἡ τάξις αὕτη τῶν ναυτιλλομένων ἤθελε φροντίσει ἀφ’ ἑαυτῆς περὶ τῶν τοιούτων ἐνδεχομένων δυστυχημάτων, καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἤθελεν ἀφεθῆ ἐντελῶς εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐνέργειαν. Δυστυχῶς δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον τῆς κοινωνικῆς ἀναπτύξεως, καὶ ἦτον ἀνάγκη ἡ πολιτεία νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν, ἐρχομένη εἰς βοήθειαν τῆς καθυστερούσης ἀτομικῆς ἐνεργείας. Ἐντεῦθεν κατὰ τὸ 1860 ἐξεδόθη νόμος, ὁρίζων λεπτομερῶς καὶ τὸν τρόπον τῶν καταθέσεων, καὶ τὸ εἰς ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα διανεμητέον πρὸς τοὺς ἀπόρους ποσὸν, καὶ τὸ μέρος ὅπου πρέπει νὰ κατατεθοῦν τὰ χρήματα, καὶ τὴν ἐπιτροπὴν εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ διαφύλαξις τῆς ἰδιωτικῆς ταύτης παρακαταθήκης. Προηγουμένως δὲ εἶχεν ἐκδοθῆ ἄλλος νόμος, κανονίζων τὴν σύστασιν τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἀμφότερα τὰ ταμεῖα καὶ κατὰ τὴν καταγωγὴν καὶ κατὰ τὸν σκοπόν των ἔχουν χαρακτῆρα καθαρῶς ἰδιωτικόν. Τί ζητεῖ λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ἐπεμβαίνουσα εἰς τὴν ξένην αὐτὴν περιουσίαν; πῶς τολμᾷ νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα ἱερόσυλον εἰς ἰδιωτικὴν περιουσίαν, σχηματιζομένην ἐκ τοῦ ὀβολοῦ μιᾶς τάξεως πολιτῶν, ἀξίας τῆς τρυφερωτέρας ἡμῶν συμπαθείας, καὶ σκοποῦσαν ν’ ἀνακουφίσῃ δυστυχίας τὰς πλέον πικρὰς, τὰς πλέον ἀξιοδακρύτους; Ἀλλὰ σκιαμαχεῖτε, μᾶς λέγουν· ἡ κυβέρνησις δὲν ζητεῖ τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ ζητεῖ ἁπλῶς νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τῶν δύω ταμείων νὰ λάβουν μετοχὰς εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον, ἂν θέλουν. Κύριοι! ὁ τρόπος καθ’ ὃν εἶναι συντεταγμένη αὐτὴ ἡ πρότασις μόνον τοὺς ἁπλουστέρους, ἤθελον εἴπει τοὺς μωροὺς, δύναται νὰ ἐξαπατήσῃ. Ἰδοὺ ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀπευθύνθησαν κατ’ ἀρχὰς εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ ἐζήτησαν παρ’ αὐτῶν τὰ χρήματα τῶν ταμείων, ἀλλ’ αἱ ἐπιτροπαὶ φιλοτίμως ἠρνήθησαν νὰ τὰ δώσουν· εὑρεθέντες τοιουτοτρόπως στενοχωρημένοι, δὲν εἶχον τοὐλάχιστον τὸ θάῤῥος νὰ ἔλθουν ἐνώπιόν μας καὶ νὰ εἴπουν «ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην χρημάτων· ἐπιτρέψατε νὰ λάβωμεν προσωρινῶς τὰ χρήματα τῶν ταμείων» ἀλλὰ κατέφυγον εἰς τρόπον πλάγιον καὶ ὕπουλον, ἀνάλογον μὲ τὴν φύσιν καὶ τὸν χαρακτῆρά των. Ἐσκέφθησαν, ὅτι ὁ ἀσφαλέστερος δι’ αὐτοὺς τρόπος, ἦτο ἡ συνέλευσις νὰ ἀποφασίσῃ, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἠμποροῦν νὰ λάβουν μετοχὰς εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον, κατόπιν δὲ νὰ πείσουν τὰς ἐπιτροπὰς ἵνα λάβωσι μετοχὰς ἐπὶ ὅλου τοῦ εἰς χεῖρας των ποσοῦ. Τοιουτοτρόπως αὐτοὶ μὲν λαμβάνουν τὰ χρήματα, τὴν δ’ εὐθύνην ποῖος θὰ ἔχῃ; ἡ συνέλευσις, ἡ ὁποία ἔδωσε τὴν ἄδειαν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἵνα διαθέσωσι ξένην περιουσίαν, καὶ αἱ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι θὰ τὴν διαθέσουν. Αὐτὰ τὰ ἐλεεινὰ τεχνάσματα εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἠμποροῦσαν νὰ ἐξαπατῶσι τοὺς ἁπλουστέρους, τώρα δὲν ἐξαπατᾶται κανείς. Ὅσας περιστροφὰς καὶ ἂν λάβητε, ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει ὅτι σκοπὸς τῆς προτάσεώς σας εἶναι νὰ λάβετε τὰ χρήματα τῶν δύω ταμείων, τουτέστι νὰ δημεύσητε ξένην περιουσίαν, παραβιάζοντες ῥητοὺς τῆς πολιτείας νόμους καὶ ἀσεβοῦντες κατὰ τῆς ἱερωτέρας ἀρχῆς τοῦ δικαίου, τῆς ἀρχῆς τῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ τις ἐντὸς τῆς συνελεύσεως, μὴ ὢν ἤδη πεπεισμένος, ὅτι τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν πολεμοῦσι καὶ νόμοι καθεστῶτες καὶ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου ἱεραί· Καὶ ὅμως αἰσθάνομαι ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσα ἀκόμη τὸ ἔργον μου. Μὲ συγχωρεῖτε, νὰ σᾶς εἴπω καθαρὰ τὴν αἰτίαν; (Μάλιστα μάλιστα). Τὸ κράτος, Κύριοι, τῆς νομιμότητος καὶ τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἄλλοτε ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ οἱ πολλοὶ ἀπεδέχθησαν τὸν λόγον μὲ μειδίαμα σκωπτικόν. Τί σημαίνει ἡ νομιμότης, τί σημαίνει ἡ δικαιοσύνη ἀπέναντι τῆς ἀπολύτου κυριαρχίας τῆς συνελεύσεως καὶ τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης (raison d’ état); ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ζήσωμεν, θὰ μᾶς εἴπωσι καὶ τώρα, ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, καὶ σεῖς μᾶς ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ κράτους τῶν νόμων καὶ περὶ τῆς ἱερότητος τῆς ἰδιοκτησίας; Μάτην θὰ ἐπαναλάβω ὅτι βάσις πάσης κοινωνίας εἶναι ἡ δικαιοσύνη· δὲν ἔχω μεγάλας ἐλπίδας, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο θὰ εὕρῃ σήμερον καλλιτέραν παρ’ ἄλλοτε ὑποδοχήν. Θέλω προσπαθήσει λοιπὸν νὰ ἐξετάσω ἐγγύτερον τὴν πρότασιν ὑπὸ πολιτικὴν μᾶλλον ἔποψιν. Ἐδῶ ὅμως πρὸ πάντων ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ὑπομονὴν τῶν πληρεξουσίων τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, διότι προβλέπω ὅτι θὰ ἐγγίσωμεν μὲ τὸν δάκτυλον τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας ὑποδεικνύει ἡ πρότασις (θόρυβος). Πρέπει νὰ μᾶς ἀκούσητε, Κύριοι. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ μετὰ 40 μακρὰς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ πρέπει νὰ εἴπῃ τὰ παράπονά της, τὰς ἰδέας της, τὰς ἀξιώσεις της· κατόπιν ἀποφασίσατε ὑμεῖς οἵτινες εἶσθε σήμερον πλειονοψηφία· ἀναδεχθῆτε ὑμεῖς, ἂν θέλητε, τὴν εὐθύνην τῆς ὑποστηρίξεως μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων (ὁμιλήσατε, ὁμιλήσατε). Κύριοι! ὅτε ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις προσεκλήθη ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ βασιλέως, ἵνα διευθύνῃ τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, ἅπαντες καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἔστρεψαν πρὸς αὐτὴν τὰ βλέμματά των. Εἰκότως· διότι πολλὰ καὶ σπουδαῖα περιέμενον ἀπὸ τὴν πρώτην ταύτην κανονικὴν κυβέρνησιν. Ἐν πρώτοις ἡ ἐπανάστασις τοῦ 8βρίου, ἡ ὁποία τοσαύτας θυσίας ἐπέβαλεν εἰς τὸ ἔθνος, ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶχε μόνον σκοπὸν νὰ ἐξορίσῃ τὸν Ὄθωνα τῆς Ἑλλάδος, οὔτε νὰ ἀπομακρύνῃ ἐπί τινα χρόνον τῆς πολιτείας τοὺς ἀμέσους λειτουργούς του, οὔτε νὰ κενώσῃ μερικὰς θέσεις, διὰ νὰ τὰς καθέξουν ἄλλοι· ὑποθέτω, ὅτι εἶχεν ἀρχὰς, ὑπὲρ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ὁποίων πολλοὶ ἐφυλακίσθησαν, προεγράφησαν, κατεδιώχθησαν καὶ κατεστράφησαν. Τῶν ἀρχῶν τούτων τὸ μυστήριον κατέχει βεβαίως ἐκεῖνος, ὅστις φιλοτίμως ἀνεδέχθη τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐπαναστάσεως, διακινδυνεύσας τὴν κοινωνικὴν αὑτοῦ θέσιν καὶ τὴν ζωήν. Οἱ ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως λοιπὸν ἐνδιαφερόμενοι ἤλπιζον νὰ ἴδωσι τὰς ἀρχὰς αὐτῆς ἐφαρμοζομένας ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐν τῇ πολιτείᾳ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀρχηγοῦ της. Ἐκτὸς τούτου, ὁ κόσμος εἶχε καὶ ἄλλην ἀξίωσιν πρακτικωτέραν καὶ λίαν κατεπείγουσαν. Ποίαν; Ἀκούσατε Κύριοι. Ἡ ἐπανάστασις κατὰ τὴν πορείαν τῆς ἐμφανίσεώς της ἔφερεν, ὡς ἦτον ἑπόμενον, πολλὰς καταστροφάς· ὁ στρατὸς, ὅστις εἶχε λάβει μέρος εἰς αὐτὴν, μετετοπίσθη ἀπὸ τὸ σημεῖον τῆς αὐστηρᾶς πειθαρχίας· ἡ διοίκησις παρέλυσε καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τὸ προσωπικόν της· ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις κατήντησεν ἐλεεινὴ, διότι οἱ οἰκονομικοὶ πόροι πανταχόθεν ἐσταμάτησαν. Οὕτως ἡ πρώτη κυβέρνησις τοῦ βασιλέως, εὑρέθη ἀμέσως ἐν τῷ μέσῳ ἐρειπίων. Τί δὲ πρὸς τούτοις; ἡ ἐπαναστατικὴ διοίκησις ἐξῆψε καὶ ἐξηγρίωσε τὰ πάθη μέχρις ἀδελφοκτονίας, ὥστε ἡ καταπράϋνσις αὐτῶν ἀποτελεῖ τὴν πρώτην κοινωνικὴν ἀνάγκην. Πάντες λοιπὸν ἤλπιζον, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἤθελε κλείσει τὴν ἐπαναστατικὴν διοίκησιν, ἤθελεν ἐπαναφέρει τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν κανονικὴν καὶ εὔρυθμον αὐτῆς θέσιν, καὶ διὰ διοικήσεως ἀμερολήπτου καὶ ἀπαθοῦς ἤθελε καταπραΰνει τὰ ἐξημμένα πάθη. Βλέπετε, Κύριοι, πόσον μεγάλη, πόσον σπουδαία ἦτον ἡ ἀποστολὴ τῆς κυβερνήσεως· τὴν διατυπώνω κατ’ ἐπανάληψιν· νὰ ἐφαρμόσῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως ἐν τῇ πολιτείᾳ· νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν εἰς τὴν διοίκησιν, ἀποπέμπουσα τοὺς ἀνικάνους καὶ κακοήθεις, οἵτινες εἰσεπήδησαν εἰς αὐτὴν ὠφεληθέντες ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως, νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν στρατὸν εἰς τὴν αὐστηράν του πειθαρχίαν, ν’ ἀνεύρῃ καὶ ἀναπτύξῃ τοὺς οἰκονομικοὺς πόρους, οἱ ὁποῖοι εἶχον σταματήσει καὶ νεκρωθῆ, νὰ σβέσῃ τὰ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν γεννηθέντα ἄγρια πάθη, καὶ νὰ ἐπουλώσῃ τὰς πληγὰς τὰς ὁποίας ταῦτα ἤνοιξαν. Τεσσαράκοντα μακραὶ, πολύτιμοι ἡμέραι παρῆλθον ἤδη, ἀφ’ ἧς ἡ κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων. Τί ἔπραξε κατὰ τὸ τὸ διάστημα τοῦτο; Πιστεύω ὅτι καὶ οἱ θερμότεροι αὐτῆς φίλοι θὰ εὑρεθοῦν ἐμπερδευμένοι, ὅταν ἀπευθύνουν εἰς ἑαυτοὺς τὴν ὀχληρὰν ἐρώτησιν, τί ἔπραξε μέχρι τοῦδε ἡ κυβέρνησις;
§61ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Κατηγορητήριον κάμνετε;
§62ΕΤΕΡΟΙ (δεξιόθεν). Μὴ διακόπτετε.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς παντὸς νομοσχεδίου δύναται νὰ γείνῃ καὶ συζήτησις πολιτικὴ (θόρυβος ἀριστερά).
§64ΜΙΛΗΣΗΣ. Θὰ ἴδητε μετ’ ὀλίγον ὅτι εἶμαι ἐντὸς τοῦ θέματος. Τί ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις; θέλετε νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ; Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐφρόντισαν κατ’ ἀρχὰς νὰ ἀσφαλίσουν τὴν ὕπαρξίν των ἐν τῇ συνελεύσει, σχηματίζοντες τὴν πλειονοψηφίαν· μετὰ δὲ τοῦτο ἐξηπλώθησαν νωχελῶς ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδρῶν, καὶ καθεύδουν νήδυμον καὶ συνταγματικώτατον ὕπνον. Οἱ διὰ τὴν ἐπανάστασιν ἐνδιαφερόμενοι ἐρωτῶσι ποῦ εἶναι αἱ ἀρχαὶ τῆς ἐθνοσωτηρίου ἐπαναστάσεως τοῦ 8βρίου; πότε τέλος πάντων θὰ ὁμιλήσῃ ἡ Πυθία, ἡ ὁποία κρατεῖ τὸ μυστήριον τῶν ἀρχῶν τούτων; οἱ δὲ δυστυχεῖς πολῖται, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται τὰς ὀλεθρίας συνεπείας αὐτῆς τῆς ἀδρανείας, ἐρωτῶσιν ἀγωνιῶντες, τί κάμνει ἡ κυβέρνησις; πότε θὰ φροντίσῃ νὰ τακτοποιήσῃ τὸν στρατὸν, τὴν διοίκησιν, τὴν οἰκονομίαν;
§65ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου εἶναι αὐτά; (θόρυβος).
§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀλλὰ καὶ οἱ μὲν, καὶ οἱ δὲ μένουσιν ἄνευ ἀπαντήσεως, καὶ ἡ φωνή των εἶναι φωνὴ βοώντων ἐν τῇ ἐρήμῳ· ἡ κυβέρνησις καθεύδει ἀμέριμνος. Καὶ διατί νὰ μὴ καθεύδῃ; Ἀρχὰς ζητοῦν τινὲς στενοκέφαλοι· καὶ ποῖα μεγαλητέρα ἀρχὴ ἀπὸ τοῦ νὰ κατέχῃ τις τὴν ἐξουσίαν; μήπως δὲν διαιρεῖ τὸν κόσμον ἡ ἀρχὴ τῆς ἐξουσίας ἀντιτασσομένης πρὸς τὴν ἐλευθερίαν; Ἰδοὺ πρεσβεύουν μίαν ἀρχὴν καὶ τὴν πρακτικωτέραν πασῶν, ὅτι κατέχουν τὴν ἐξουσίαν. Τακτοποίησιν διοικήσεως ζητοῦν ἄλλοι ἀπερίσκεπτοι. Μήπως οἱ προκάτοχοι φίλοι ὑπουργοὶ δὲν ἐφρόντισαν νὰ τακτοποιήσουν ὡς ἄριστα τὴν διοίκησιν; τὶ ἄλλο ἔχουν νὰ κάμουν οἱ σημερινοὶ, εἰμὴ νὰ καθεύδουν; Καὶ καθεύδουν τῳόντι βαθέως, καὶ ὁ χρόνος, ὁ πολύτιμος χρόνος παρέρχεται εἰς μάτην, καὶ τὰ πράγματα τρέχουν εἰς τὴν φορὰν τῆς τύχης! Ἐξυπνοῦν ἐνίοτε, καὶ ὁ κόσμος νομίζει ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὅτι θὰ ἀρχίσουν τὸ ἔργον των. Ματαία ἐλπίς! Τοὺς κεντᾷ πότε τὸ ἐλατήριον τοῦ φανατισμοῦ, καὶ τείνοντες νωθρῶς τὴν χεῖρα τοποθετοῦν κανένα φίλον εἴς τινα θέσιν, πότε τὸ αἴσθημα τῆς πείνης, καὶ τρίβοντες τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔρχονται καὶ μᾶς ζητοῦν χρήματα, καὶ πότε τὸ πάθος τῆς ἐκδικήσεως, καὶ ὑψοῦντες τὴν παραλελυμένην χεῖρά των, καταφέρουν κανὲν κτύπημα εἴς τινα πολιτικόν των ἐχθρόν. Ἔχουν καμμίαν φορὰν καὶ ἐξεγέρσεις ὀδυνηρὰ, καὶ ἀγρίας· σηκώνονται ἀπὸ τοὺς κλαυθμοὺς καὶ ὀδυρμοὺς τῶν ἐν τοῖς ὑπογείοις τῆς ἀστυνομίας βασανιζομένων, ἢ ἀπὸ τὰς κραυγὰς τῶν ἐν ταῖς ὁδοῖς στασιαζόντων. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἐπαναπίπτουν εἰς τὸν ἀγαπητόν των ὕπνον καὶ κοιμῶνται ἀμέριμνοι. Τοιαύτη διοίκησις, Κύριοι, ἀκηδὴς μέχρις ἀβδηριτισμοῦ ὡς πρὸς τὰ πράγματα, ἐμπαθὴς δὲ καὶ φατριαστικὴ μέχρις ἀπογνώσεως ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, ἔφερεν ἀναγκαίως ἀξιοθρήνητα ἀποτελέσματα. Ἐπιθυμεῖτε νὰ τὰ ἀκούσητε. (Μάλιστα, μάλιστα). Ἐν πρώτοις ἡ δημοσία τάξις ἀντὶ νὰ βελτιωθῇ, ἐχειροτέρευσε μετὰ τὴν περιέλευσιν τῶν νῦν ὑπουργῶν εἰς τὰ πράγματα, καὶ τὸ ἔγκλημα ὕψωσε πολλαχοῦ θρασεῖαν καὶ ἀπειλητικὴν κεφαλήν. Ἡ ἐμφάνισις τοῦ ἐγκλήματος εἶναι τὸ πρῶτον καὶ κύριον σύμπτωμα τῆς παραλυσίας τῶν κυβερνήσεων· δὲν σᾶς τὸ λέγω ἐγὼ, σᾶς τὸ λέγει διάσημος ποινικολόγος Γερμανὸς, ὁ Βέρνερ, τὸν ὁποῖον δὲν πιστεύω νὰ ὑποπτευθῆτε ὡς ἀντιπολιτευόμενον τὴν κυβέρνησίν σας (γέλως). Τὸ ἔγκλημα, Κύριοι, οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ ἡ πολέμιος δύναμις τῆς πολιτείας· ἡ πολιτεία εἶναι τὸ δίκαιον ὡργανισμένον καὶ ἐγκατεσκηνωμένον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, τὸ δ’ ἔγκλημα εἶναι τὸ ἄδικον, ὑποσκάπτον λάθρα ἢ βία τῆς πολιτείας τὰ θεμέλια Καὶ ὅταν μὲν ἡ πολιτεία ᾖναι καλῶς ὠργανισμένη καὶ ἰσχυρὰ, τὸ ἔγκλημα κρύπτεται καὶ φεύγει, ὅταν δὲ ἡ πολιτεία, τουτέστιν ἡ ἐξωτερικὴ τοῦ δικαίου ἐμφάνισις, ᾖναι ἀσθενὴς καὶ παραλελυμένη, τὸ ἔγκλημα ἀναφαίνεται τότε, καὶ ὁσημέραι ἀποβαίνει θρασύτερον καὶ ἀνοικονόμητον. Ὅπου βλέπετε, Κύριοι, τὰ ἐγκλήματα ἀναπτυσσόμενα, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκεῖ εἶναι εἰς παραλυσίαν. Ἐὰν τώρα ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὴν πολιτείαν μας, θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ ἔγκλημα πανταχοῦ ἀπεθρασύνθη· λῃστεία ἐδῶ, λῃστεία ἐκεῖ, λῃστεία πανταχοῦ καὶ ἐν τῇ Στερεᾷ καὶ ἐν τῇ Πελοποννήσῳ· εἰς τὴν Βυτίνην κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπαναστάσεως δὲν εἶχε φανῆ λῃστεία, καὶ σήμερον ἐν πληρεστάτῃ μεσημβρίᾳ προσέβαλον ὁλόκληρον τὸ χωρίον. Καὶ διατὶ νὰ σᾶς παραπέμπω εἰς τὰς ἐπαρχίας; ἀκροασθῆτε μίαν στιγμὴν ἀπὸ τὰς ἕδρας σας· δὲν ἀκούετε τὸ ἔδαφος τῆς πρωτευούσης ὑποσειόμενον καὶ τρέμον ἀπὸ καθημερινὰς ταραχάς; Ὑποθέτετε, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ ἐπιδοκιμάσω τὰς ταραχὰς ταύτας; ὄχι· πολλοῦ γε καὶ δεῖ· καὶ λέγων τοῦτο, εἶμαι βέβαιος, ὅτι διερμηνεύω τὰς ἰδέας καὶ τὰ αἰσθήματα ὅλης αὐτῆς τῆς πλευρᾶς (ὁ ῥήτωρ δεικνύει δεξιὰ). Ναὶ Κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐπιδοκιμάζει διόλου τὰς ἀταξίας, αἵτινες συμβαίνουν εἰς τὰς τριόδους· διότι εἰς τὴν σημαίαν της φέρει ἐγγεγραμμένην μὲ μεγάλα γράμματα τὴν νομιμότητα· εὐχαρίστως δὲ δράττομαι σήμερον τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ εἴπω ἐξ ὀνόματος αὐτῆς ὅτι ἀποκρούει μετ’ ἀγανακτήσεως τὰ ἐξωτερικὰ κινήματα, καὶ ὅτι εἶναι ἀποφασισμένη τὴν πάλην κατὰ τοῦ ὑπουργείου νὰ περιορίσῃ ἐδῶ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου (εὖγε). Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἤμην πολέμιος τῆς 9 Φεβρουαρίου καὶ τῆς 19 Ἰουνίου, καὶ θὰ ἦμαι πολέμιος παντὸς κινήματος, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ καταβιβάσῃ τὴν πάλην ἀπὸ τὴν νόμιμον κοινοβουλευτικὴν παλαίστραν εἰς τὰς τριόδους. Ἀλλὰ, Κύριοι, στιγματίζων τόσον πικρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν τάσιν πρὸς τὴν ἀναρχίαν, ὀφείλω ἐξ ἄλλου νὰ διακηρύξω ὅτι τῆς παραλυσίας ταύτης ταύτης αἰτία εἶναι ἡ ἀκηδὴς, ἡ φατριαστικὴ, ἡ ἐμπαθὴς διοίκησις (θόρυβος). Τί; σᾶς ἤγγισεν ἡ πικρὰ αὕτη ἀλήθεια;
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι. Πρὸ μικροῦ σᾶς εἶπον, ὅτι κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς παντὸς νομοσχεδίου δύνανται νὰ γείνουν πολιτικαὶ συζητήσεις, ὥστε ὁ ἀγορεύων εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ δικαίου του ἐξετάζων τὴν πολιτικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως.
§68ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶσθε ἐστραμμένοι ὄχι πρὸς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον περιέχει ἁγνὰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ πρὸς τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι φορτωμένον μὲ μίση χαμαίζηλα, μὲ πάθη ἄγρια, μὲ μνησικακίας ἐλεεινάς· διοικεῖτε οἰστρηλατούμενοι ὑπὸ τοῦ φατριασμοῦ καὶ στέλλετε τὸν Δημητριάδην νομάρχην εἰς τὴν Μεσσηνίαν, ὄχι διότι ἀναγνωρίζετε τὰ προσόντα του, τὰ ὁποῖα ἐγὼ πρῶτος ἀναγνωρίζω, ἀλλὰ διότι θέλετε δι’ αὐτοῦ νὰ πολεμήσητε ἕνα πολιτικὸν ἐχθρόν σας· στέλλετε δύο ἄλλους μεταβατικοὺς εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν, ὄχι διὰ νὰ ἐπαναφέρητε τὴν τάξιν, ἀλλὰ διὰ νὰ καταστρέψητε ἕνα ἄλλον πολιτικὸν ἐχθρόν σας. Σᾶς λυποῦμαι· τὸ ὅπλον τῆς ἐξουσίας ἐπλήγωσε πάντοτε καιρίως ἐκείνους, οἵτινες τὸ μετεχειρίσθησαν κατὰ τῶν ἐχθρῶν των. Ἀκούσατε τώρα καὶ ἄλλο ἀξιοθρήνητον ἀποτέλεσμα τῆς ἐλεεινῆς διοικήσεώς σας. Διαρκούσης τῆς ἐπαναστάσεως ἡ ἐμπορικὴ πίστις ἐν Ἑλλάδι ἦτον ἀκμαιοτέρα ἢ σήμερον μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ βασιλέως· οἱ δὲ δυστυχεῖς πολῖται, οἵτινες ἐπερίμενον νὰ ἴδουν ἀνατέλλουσαν τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐημερίαν ὑπὸ τὴν συνταγματικὴν διοίκησιν, ἐρωτῶσιν ἀλλήλους μετ’ ἀπορίας, αὐτοὶ εἶναι οἱ ὡραῖοι καρποὶ τῆς συνταγματικῆς διοικήσεως; ἀπελπιζόμενοι δὲ, κλείουσι τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἠξεύρετε ποῦ σκέπτονται νὰ ζητήσουν τὴν σωτηρίαν; εἰς τὸν ἀπολυτισμόν! Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ τρίτον ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς διοικήσεως, τὸ ὁποῖον θὰ πείσῃ ὅσους μὲ διέκοπτον ὅτι ἤμην ἐντὸς τοῦ θέματος· τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀνέχεια εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Ἡ καλὴ διοίκησις, Κύριοι, συνεπάγεται πάντοτε τὴν καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, καὶ ἀντιστρόφως ἡ κακὴ καταστρέφει τὴν οἰκονομίαν τοῦ κράτους· αὐτὴ εἶναι μία ἀρχὴ πολὺ κοινὴ σήμερον εἰς τὸν οἰκονομικὸν κόσμον. Διὰ τοῦτο οἰκονομολόγος τις Γάλλος ὁ Saint-Louis μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1830 ἔλεγεν εἰς τὸν Λουδοβῖκον Φίλιππον, faites inoi de la bonne politique, jevous ferai de bonnes finances· «δός μοι καλὴν διοίκησιν νὰ σοῦ δώσω καλὴν οἰκονομίαν.» Ὑπὸ διοίκησιν τοιαύτην, ὁποίαν σᾶς τὴν περιέγραψα, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ σταματήσουν νεκροὶ οἱ πόροι τῆς πολιτείας, ὅπως τοὺς εἶχε παραλύσει ἡ ἐπαναστατικὴ διοίκησις, διότι καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι παρὰ συνέχεια τῶν παρελθουσῶν ἐπαναστατικῶν κυβερνήσεων, τουτέστι φατρία καὶ πάλιν φατρία καὶ μόνον φατρία. Βλέπετε ὅτι ἡ σημερινὴ ἀνέχεια, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν συζητουμένην πρότασιν, εἶναι φυσικὸν ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν καταλογίζω εἰς τὴν κυβέρνησιν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἠδυνάμεθα καὶ τοῦτο νὰ λησμονήσωμεν καὶ πρὸς τὴν παραβίασιν τῶν νόμων καὶ τοῦ δικαίου νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμούς, ἐὰν διὰ τῶν ξένων χρημάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ζητοῦν, εἴχομεν τοὐλάχιστον τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακόν. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ ἡ τελευταία αὕτη ἐλπὶς μᾶς εἶναι ἀπηγορευμένη. Τὸ ζητούμενον μέτρον εἶναι καθαρῶς ἐφήμερον· τί δ’ ἐργάζεται ἡ κυβέρνησις οἰκονομικῶς, τί σύστημα ἢ μεταῤῥυθμίσεις διανοεῖται νὰ φέρῃ ἐπὶ τῆς οἰκονομίας, ἢ τοὐλάχιστον ποῦ θὰ ἐξοδεύσῃ τὰ ζητούμενα χρήματα, περὶ τούτων ἁπάντων διατελοῦμεν ἐν πληρεστάτῃ ἀγνοίᾳ. 40 ἡμέραι παρῆλθον ἤδη καὶ μυστήριον σκοτεινὸν καλύπτει τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Ὑποθέσατε, ὅτι δίδομεν τὰ ζητούμενα χρήματα· πόσας ἡμέρας θέλετε νὰ περάσητε μὲ αὐτά; δύω, τρεῖς, πέντε ἡμέρας; Σᾶς χαρίζω 10, 15 ἡμέρας. Μετὰ ταῦτα; Θὰ παρουσιασθῆτε ἐνώπιόν μας πάλιν, ζητοῦντες χρήματα; Καὶ ποῦ θὰ τὰ εὕρωμεν; ἢ ἐπειδὴ τώρα δημεύομεν περιουσίαν ἰδιωτικήν, θὰ μᾶς εἴπετε τότε νὰ κρατήσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, δικαιολογούμενοι πάλιν ὅτι πρέπει νὰ ζήσητε; Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ὅτι διήλθομεν ἤδη τοὺς εὐφοροτέρους μῆνας, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς μῆνας ἀφόρους. Ἂν δὲ διὰ νὰ ζήσωμεν κατὰ τοὺς εὐφόρους μῆνας, ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν ξένα χρήματα, τί θὰ κάμωμεν αὔριον, ὅταν ἔμβωμεν εἰς τοὺς ἀφόρους; Ἡ κατάστασίς μας, βλέπετε εἶναι οἰκτρά, καὶ φοβοῦμαι μήπως κρούομεν τὴν θύραν τῆς χρεωκοπίας. Αἴ! καὶ τί πράττει ἡ κυβέρνησις διὰ νὰ ἀποσοβήσῃ αὐτὸ τὸ μέγα ἐθνικὸν δυστύχημα; Τί πράττει; ὅταν πεινᾷ μᾶς λέγει, δότε μοι χρήματα, καὶ ὑμεῖς ἐκ τυφλῆς συμπαθείας τῇ λέγομεν λάβε, χωρὶς διόλου νὰ ἐξετάσωμεν οὔτε ποῦ θὰ τὰ ἐξοδεύσῃ, οὔτε τί σκέπτεται περὶ οἰκονομίας, οὔτε τοὐλάχιστον ποτε ἔχει σκοπὸν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμόν. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁμοιάζομεν πολὺ μὲ τὸν ἀπερίσκεπτον ἐκεῖνον πατέρα, ὅστις ἐξ ὑπερμέτρου στοργῆς δίδει εἰς τὸν ἄσωτον υἱόν του χρήματα, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ οὔτε ποῦ θὰ τὰ ἐξοδεύσῃ, οὔτε πῶς ἔχει νὰ κατασταθῇ ὁ υἱός του. Συμπεραίνων, Κύριοι, λέγω, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐπιψηφίσητε, ἀντιβαίνει ἄντικρυς καὶ εἰς νόμους καθεστῶτας καὶ εἰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καθιερωμένας ἐν τῇ πολιτείᾳ· καὶ ὅτι εἰς κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διὰ τῆς ἀκατονομάστου αὐτῆς διοικήσεως συνετάραξε τὴν δημοσίαν τάξιν, ἐνέκρωσε τὴν ἐμπορικὴν πίστιν, παρέλυσε τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν καὶ ἀπήλπισε μέχρις ἀπογνώσεως τὸν λαὸν, εἰς κυβέρνησιν, ἡ ὁποία οὐδὲν σύστημα, οὐδεμίαν ἀρχὴν, οὐδεμίαν ἰδέαν, οὔτε ἐπραγματοποίησεν ἤδη, οὔτε σκέπτεται νὰ πραγματοποιήσῃ εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ ζῇ ἡμέραν παρ’ ἡμέραν διὰ μέτρων προσωρινῶν καὶ ἐφημέρων, εἰς κυβέρνησιν τοιαύτην, ζητοῦσαν σήμερον ξένα χρήματα διὰ νὰ ζήσῃ δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἡ μόνη ὀρθὴ καὶ ἀξιοπρεπὴς ἀπάντησις εἶναι ἓν ὄχι. Θὰ ψηφίσω λοιπὸν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§70ΔΡΟΣΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι δύσκολον, Κύριοι, νὰ παρακολουθήσῃ κανεὶς εἰς τὴν ἐκστρατείαν τὸν καταβάντα τοῦ βήματος. Ἤθελε νὰ κατηγορήσῃ τὸ ὑπουργεῖον καὶ δ’ ὅσας δὲν ἔκαμε. Ἀλλὰ, Κύριοι, χρεωστῶ νὰ ἀναιρέσω τὴν ἀπορίαν μου, ὅτι δὲν ἤκουσα μίαν πρᾶξιν ῥητὴν νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὠνόμασε δύω διορισμοὺς, καὶ κατὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων δὲν ἔφερε καμμίαν πρᾶξιν. Ἂν ἐκεῖνοι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των ἔχει δίκαιον νὰ τοὺς κατηγορήσῃ, διότι ἡ Κυβέρνησις διατηρεῖ ὑπαλλήλους ἐνῷ οὗτοι δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των. Ἔπλασε τέλος φαντασιώδη κόσμον, ἐξελθὼν τοῦ πραγματικοῦ· ἐπειδὴ δὲν δύναμαι ν’ ἀκολουθήσω αὐτὸν εἰς τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας του, ἔρχομαι εἰς τὰ πράγματα. Εἶναι ἀνυπόμονος νὰ μάθῃ τὶ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ πρὸς τὸν στρατὸν καὶ ἡ πρὸς τὸν τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ, νομίζει, ὅτι κοιμᾶται ἡ Κυβέρνησις· εὑρίσκεται εἰς ἀπάτην, ἂς ἔχῃ ὑπομονὴν καὶ θέλει μάθει τὶ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν τάξιν ἡμεῖς ἔχομεν ὅλως διόλου ἐναντίαν ἰδέαν τοῦ Κ. προλαλήσαντος, γνωρίζομεν, ὅτι εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας ὑπάρχει ἄκρα τάξις, ἄκρα ἀσφάλεια. Ἔρχομαι εἰς τὰ οἰκονομικά· δὲν γνωρίζει ὁ Κ. πληρεξούσιος εἰς ποίαν κατάστασιν εὕρομεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν; εἴμεθα ἡμεῖς ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς καταστάσεως· ἐλησμόνησεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐπὶ τρία ἔτη εἰς κλονισμούς· τὸ 1861 ἤρχισεν ὁ κλονισμὸς, τὸ 62 ἐγένοντο αἱ ἐκκρήξεις, καὶ μετὰ ταῦτα διήλθομεν ὁλόκληρον ἔτος εἰς μεσοβασιλείαν. Κατὰ τὰ τρία αὐτὰ ἔτη, ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ συμβῶσιν αὐξήσεις εἰς τὰ ἔξοδα, ἐλαττώσεις εἰς τὰ ἔσοδα. Ἠκούσατε ποία ἦτο ἡ κατάστασις· ἠδύνατο αὐτὴ ὡς ἐκ θαύματος νὰ βελτιωθῇ; ὅταν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας σᾶς ὑποβάλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 64, τότε θέλομεν ἰδεῖ ποίας ἀνάγκας ἔχομεν νὰ θεραπεύσωμεν. Ἔχομεν ἀνάγκην δανείου, οὐχὶ ὅμως δανείου διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1864 ἀλλ’ ἵνα κλείσωμεν τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας μᾶς ἄφησε τὸ παρελθόν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις. Εἶπεν ὁ προλαλήσας ὅτι ζητοῦμεν χρήματα· δὲν ζητοῦμεν χρήματα, εἶναι μία αἴτησις τῶν δύω ταμείων τῶν ἐπιτροπῶν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῶσιν. Ὁ γραμματεὺς Δόσιος ἀναγινώσκει τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη λόγῳ, συμφέροντος, ὡς εἶναι, Κύριοι, πραγματικῶς συμφέρον, ὅτι δὲν δύναται κανεὶς ὅσον δεινὸς καὶ ἂν ἦναι εἰς τὰ μαθηματικὰ ν’ ἀρνηθῇ ὅτι τὸ 6 εἶναι ἀνώτερον τοῦ 4, καὶ ὅτι τὸ 6 δὲν εἶναι ἀνώτερον τοῦ 0. Ἔχει χρήματα τοκισμένα καὶ λαμβάνει 4%· εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον θὰ ἀπολαμβάνῃ 6%· βλέπετε ἑπομένως ὅτι τὸ συμφέρον εἶναι μεγαλείτερον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησε τὴν τοποθέτησιν τῶν χρημάτων αὐτῶν εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, παρακαλῶ, νὰ ἐξετάσητε τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Μὴ λάβητε παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῶν ταμείων· ἐὰν ταῦτα ἔχουν συμφέρον νὰ τοποθετήσωσι τὰ χρήματα εἰς τὸ δάνειον παραδεχθῆτε τὴν πρότασιν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι βλάπτετε τὰ συμφέροντα αὐτῶν μὴ τὴν παραδεχθῆτε· καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τοῦ δημοσίου ταμείου μὴ λάβητε αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν. Κατόπιν θὰ σᾶς ἐκθέσω τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβωμεν. Δύο τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐνόμισαν, ὅτι ἑρμηνεύοντα κατ’ ἔννοιαν τὸν νόμον, ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ τοποθετήσωσι τὰ χρήματα εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον καὶ ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας· δύο ἄλλα ἐνόμισαν, ὅτι ἐμποδίζει τὸ γράμμα τοῦ νόμου, καὶ ἐπέμενον νὰ γίνῃ μία νομοθετικὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὰ ναυτικὰ ταμεῖα νὰ τοποθετήσωσι τὰ χρήματά των εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον. Τί θέλετε νὰ κάμωμεν ἡμεῖς; ἔρχονται καὶ μᾶς ζητοῦν μετοχὰς εἰς τὸ δάνειον, θέλετε νὰ τὰς ἀποβάλητε; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον, παρακαλῶ, νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις.
§71ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἕως χθὲς, Κύριοι! ἐπίστευον, καὶ ἤθελον νὰ πιστεύσω, διότι τὸ ἐπιθυμῶ, ἐπίστευσα, ὅτι ἡ ἱεροσυλία, ἡ βεβήλωσις καὶ ἡ δήμευσις εἶχον πάντοτε ὅριά τινα ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἀλλὰ δυστυχῶς ἠπατήθην, διότι ἄνδρες ἔχοντες πεπωρωμένην τὴν καρδίαν καὶ σεσαλευμένην τὴν διάνοιαν, ἐζήτησαν σήμερον, Κύριοι, δι’ ἑνὸς ὑπούλου μέτρου νὰ ἐπιβάλωσι χεῖρας ἱεροσύλους ἐπὶ μιᾶς ἱερᾶς παρακαταθήκης· ἡ ἱερὰ αὐτὴ παρακαταθήκη ἀφορᾷ, Κύριοι, τόσους καὶ τόσους, χιλιάδας δυστυχῶν ναυτικῶν. Τί σᾶς λέγουσι! ἡμεῖς δὲν τὰ θέλομεν, ἡ ἐπιτροπὴ ἀντὶ νὰ πάρῃ 4 θέλει 6 τοῖς ἑκατὸν διὰ νὰ οἰκονομηθοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ, Κύριε ὑπουργὲ τῆς οἰκονομίας, ἠρωτήσατε τὰς χήρας ἐκείνας, αἵτινες ὑπὸ τοῦ δημοσίου λαμβάνουσι τὴν σύνταξίν των, πότε καὶ πότε λαμβάνουσι τὴν μηνιαίαν αὐτῶν σύνταξιν; βεβαίως, ὄχι διότι εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς πρῶτοι ἐσεῖς καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἕτερος ἀπολαμβάνομεν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, οἱ δυστυχεῖς ὅμως ἐκεῖνοι, αἱ χῆραι, αἱ ἐλεειναὶ αὗται χῆραι, τὰ τεθλιμμένα ἐκεῖνα ὀρφανὰ πότε τὴν λαμβάνουν, Κύριε ὑπουργὲ τῶν οἰκονομικῶν! μετὰ 3 ἢ 4 μῆνας.
§72ΔΡΟΣΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τακτικώτατα.
§73ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ψεῦδος· ὕπαγε εἰς τὴν Σπέτζιαν, εἰς τὴν Ὕδραν νὰ μάθῃς ὅτι μετὰ 3 καὶ 4 μῆνας τὰ λαμβάνουσιν. Εἰς αὐτὴν λοιπὸν τὴν κατάστασιν, Κύριοι, τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, θέλουσι νὰ ὑποβάλωσι καὶ τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἀθλίων ἐκείνων ναυτῶν, οἱ ὁποῖοι μετὰ τόσας θυσίας αἵματος, μετὰ θυσίας ἱδρῶτος κατέθεσαν αὐτὸν τὸν ὀβολὸν, ἵνα εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς δυνηθῶσιν αἱ χῆραί των καὶ τὰ ὀρφανὰ νὰ λάβωσι τὸν ἡμερούσιον ἄρτον· ὅταν τὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ἢ ὅταν τεθῶσιν εἰς τὸ δάνειον αὐτῆς, καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς μίαν στιγμὴν εἰς ἀνέχειαν, πόθεν θέλουν λάβει αἱ χῆραι αὐταὶ τὰ χρήματα αὐτῶν, τὴν ἰδιοκτησίαν των; θὰ περιμείνουν 2 ἢ καὶ 3 μῆνας, ἑωσότου νὰ εὐδοκήσῃ ὁ ταμίας, ὁ τελώνης νὰ τῆς δώσῃ τὸ ἐδικόν της τὸ χρῆμα. Ἴδατε ποτὲ σεῖς, Κύριε ὑπουργὲ, προκινδυνεύοντα ναύτην, ναύτην θαλασσομαχοῦντα ἐν μέσῳ μυρίων κινδύνων· ἴδατε ποτὲ χήραν τεθλιμμένην, χήραν αὐτοῦ τοῦ ναύτου τοῦ δυστυχοῦς χεῖρα ἐπαίτου τείνουσαν; ἂν δὲν ἴδατε αὐτὴν, πῶς δὲν ἐρωτᾶτε τοσούτους καὶ τοσούτους εἰδότας τὰ τοιαῦτα πῶς γίνονται; καὶ ἐὰν ἀπ’ ἐναντίας ἐν γνώσει ὅλων αὐτῶν ἤλθετε, πῶς ἐρωτῶ, δὲν ἐτρέματε, ὅταν ἀνέβητε τὸ βῆμα τοῦτο, δὲν ἐτρέματε τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως, ἥτις ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ὑπάρχει;
§74ΓΟΥΛΕΜΑΣ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε πρόεδρε.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τάξιν, μὴ διακόπτετε.
§76ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μᾶς λέγουσι, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ζητεῖ αὐτὸ, Σᾶς ἀφίνω, Κύριοι! μόνοι σας νὰ ἐννοήσητε ἂν αὐτὸ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς θελήσεως ἐπιτροπῆς, τὸ ἀφίνω εἰς τὴν συναίσθησιν ὑμῶν, ἀλλ’ ὑποθέσατε διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι ἐξ αὐτῆς ἀποῤῥέει ἡ θέλησις αὐτὴ ἡ ἐπίβουλος, τίς τῆς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτηται περὶ τοῦ βαλαντίου μου, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσης θυσίας κατέθεσα; ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μοῦ δώσῃς 6 τοῖς ἑκατὸν, ἐγὼ θέλω νὰ μοῦ δίδῃς τακτικὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ μηνὸς τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, τὸν ἱδρῶτα, τὸ αἷμα τοῦ ἀνδρός μου, τοῦ ἀδελφοῦ μου, διὰ τὰ τέκνα μου, τίποτε ἄλλο δὲν ἀπαιτῶ. Πῶς εἶναι δυνατόν, σᾶς παρακαλῶ, διὰ μίαν στιγμήν, νὰ σκεφθῶμεν περὶ ξένων χρημάτων; πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτό, ἡ Κυβέρνησις, θέλετε τρόπον τινὰ καὶ αὐτοὺς νὰ οἰκονομήσῃ, νὰ τοῖς δώσῃ ἓξ τοῖς ἑκατόν, καὶ αὐτὴ νὰ κάμῃ, ξεύρω ἐγὼ τί; θέλει τρόπον τινὰ καὶ αὐτὴ νὰ ἐξοικονομηθῇ καὶ εἰς τὸ δάνειόν μας νὰ δώσῃ κάποιαν πίστιν, βεβαίως αὐτὸ εἶναι. Ἀλλὰ ἐρωτῶ τοὺς Κ. ὑπουργοὺς αὐτούς, δὲν μοὶ λέγουσι, πόσας μετοχὰς ἔλαβον εἰς τὸ ἐθνικὸν αὐτὸ δάνειον πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως, πρὸς παγίωσιν τῆς πίστεως τοῦ δημοσίου; τὸ παράδειγμα αὐτὸ ἀπὸ τὸ οὐρανὸν ἔρχεσθε νὰ τὸ λάβητε; πῶς δὲν εἶσθε ἐσεῖς τὸ παράδειγμα καὶ ὁ ὑπογραμμὸς τῆς παγιώσεως τῆς δημοσίας αὐτῆς πίστεως, σεῖς καὶ πολυτάλαντοι εἶσθε καὶ ὑλικῶς καὶ διανοητικῶς, (γέλωτες). Ἐρωτῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, διότι λέγει «τακτικὰ λαμβάνουν» ἐπῆρε τακτικὰ ἡ γραῖα χήρα τοῦ Κουντουριώτου τὸ χορήγημά της; δὲν εἶχε νὰ τὸ δώσῃ τὸ ταμεῖον· ἔτζι θὰ εἰπῇ μεθαύριον καὶ εἰς τὰς δυστυχεῖς ἐκείνας χήρας τῶν τεθλιμμένων αὐτῶν ναυτικῶν· δὲν θέλομεν αὐτὸν τὸν τόκον, Κ. ὑπουργέ, θέλομεν τὰ χρήματά μας νὰ τὰ ἔχωμεν μὲ τὸν νόμον, ὅταν ἡμεῖς ἔχωμεν ἀνάγκην, ὄχι ὅταν ὑμεῖς θέλητε νὰ μᾶς τὰ δώσητε ὡς ἔλεος. Ἐν τούτοις, Κύριοι, γνωρίζω ὅτι μεταξὺ τῶν Κυρίων εἷς πολυτάλαντος ὑπουργὸς πρῶτος πολιώρκησε τὸ προεδρεῖόν μας, ἵνα λάβῃ τρεῖς καὶ ἥμισυ χιλιάδας δραχμῶν, ὅταν τὸ ταλαίπωρον ἔθνος πάσχῃ, καὶ πάσχῃ οἰκονομικῶς.
§77ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Πότε;
§78ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ζητήσατε τὴν ἀπόδειξιν μέσα νὰ τὸ ἰδῆτε. Ἂν θέλητε λοιπόν, Κύριοι, αὐθαιρέτως νὰ ἐπιβάλητε χεῖρα ἐπὶ τῆς ἱερᾶς αὐτῆς παρακαταθήκης, ἐπιβάλετέ την, Κύριοι! ἀλλὰ σημειώσατε, ὅτι δυστυχῶς οἱ ναυτικοί μας ἔχουν μίαν κακὴν πρόληψιν, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα τίθενται εἰς τὰ χέρια τῆς κυβερνήσεως, δυσκόλως ἐξέρχονται. Μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ καταστρέψητε τὸ ταμεῖον αὐτὸ, Κύριοι! τί Σᾶς βλάπτει, τί Σᾶς πειράζει; καὶ πῶς Σᾶς ἦλθεν αὐτὴ ἡ μέριμνα ἡ μεγάλη, ἡ φροντίς, ἀπὸ ποῦ; ἀλλὰ τίς, Κύριοι ὑπουργοί, σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτεσθε περὶ τῶν χρημάτων τῶν ξένων; ἐν τίνι δικαιώματι ζητεῖτε αὐτὰ τὰ χρήματα; ἐπιθυμεῖτε νὰ ὑποβάλωμεν ἓν νομοσχέδιον διὰ τὴν περιουσίαν Σας; καὶ νὰ λάβητε μεγαλύτερον τόκον; λαμβάνετε 8 καὶ ἐγὼ Σᾶς δίδω δέκα· δὲν ἠξεύρεις νὰ τὰ μεταχειρισθῇς. Τὸ βλέπομεν δυστυχῶς, ὅτι θὰ ναυαγήσῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, εἶμαι πεπεισμένος, ἀλλὰ κάμνω τὸ χρέος μου, ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἐπαναπαυμένην καὶ θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα, καὶ ἡ κατάρα αὐτῶν τῶν δυστυχῶν θὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ πρωταιτίου. Περαίνων λοιπόν, Κύριοι! Σᾶς παρακαλῶ ἐν ὀνόματι τόσων καὶ τόσων δυστυχῶν νὰ μὴ ἐνδώσητε εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν, δὲν εἶναι ὁ σκοπός, ὅτι θὰ χάσωσιν αὐτὰ τὰ χρήματά των· ὄχι· ὅμως τιθεμένων τῶν χρημάτων εἰς τὸ δάνειον, θὰ ἔλθωσι στιγμαί, καθ’ ἃς δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ πληρώσωσι τὰς χήρας αὑτὰς τὰς δυστυχεῖς, θὰ ἔλθουν στιγμαὶ, καθ’ ἃς θὰ ἀργοπορήσουν νὰ τὰς τὰ δώσωσιν.
§79ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§80ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πῶς ὄχι; τὸ γνωρίζω Κύριοι!
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰς διακοπάς.
§82ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὴν σταφίδα σοῦ δὲν ἐπιβάλλετε φόρους, ἀλλὰ τοῦ δυστυχοῦς ναύτου ἔχεις τὸ θάῤῥος νὰ τὸ λάβῃς τὸ ἰδικόν του· βλέπω, ὅτι δυστυχῶς οὔτε τὴν καρδίαν τῶν ὑπουργῶν δὲν θὰ μαλάξω, διότι ὡς προεῖπον, εἶναι πεπωρωμένη.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προσωπικόν. Κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλῃ τὸν ἄλλον ἀπὸ τοῦ βήματος.
§84ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου προσβολὴ, δὲν εἶναι ὕβρις αὐτὴ, Κύριε Πρόεδρε! Ἔχεις τὴν ἐξουσίαν καὶ θὰ τὰ λάβῃς, τὸ γνωρίζω αὐτό. Βλέπω ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ κινδυνεύουσι καὶ φεύγω.
§85ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι! ἀναβαίνω κ’ ἐγὼ τὸ βῆμα ἵνα ὑπερασπισθῶ τὴν ἀρχὴν τοῦ παρὰ τῶν Κ. ὑπουργῶν τῶν ναυτικῶν καὶ τῆς οἰκονομίας ὑποβληθέντος σχεδίου ψηφίσματος, ἀπὸ τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ὁρμώμενος, ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς αὐτὸ, διὰ νὰ ᾖμαι δηλαδὴ ἀπηλλαγμένος παντὸς βάρους τῆς συνειδήσεώς μου, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ συμφέροντος τῶν εἰς τὸ ναυτικὸν ἀπομαχικὸν ταμεῖον συνεισφερόντων, δὲν ὑπερησπίσθην τοῦτο. Δὲν θέλω δὲ παρακολουθήσει, Κύριοι, τὸν πρῶτον ἀναβάντα τὸ βῆμα εὔγλωττον ῥήτορα εἰς τὴν μακρὰν ἐκδρομὴν τοῦ λόγου, ἣν ἔκαμεν, οὔτε θέλω προσπαθήσει νὰ ἀναιρέσω τὴν κατηγορίαν ἐκείνην τῆς κακῆς διοικήσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἕνεκεν τῆς ὁποίας παρήχθη ἡ κακίστη σήμερον οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, διότι ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω τίνι τρόπῳ, ἄνευ ὡρισμένης τινὸς καὶ φανεροτάτης κακῆς διοικητικῆς πράξεως τριακονθήμερος κυβέρνησις ἠδυνήθη νὰ φέρῃ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν εἰς ἓν ἔθνος, τὸ ὁποῖον μόλις ἐξῆλθε τοῦ ἐπαναστατικοῦ σάλου· ἀλλὰ θέλω περιορισθῆ μόνον ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ δι’ ὀλίγων θέλω προσπαθήσει νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὰ ἐν τῷ ναυτικῷ ἀπομαχικῷ ταμείῳ χρήματα εἰς οἵαν ἤδη εὑρίσκονται θέσιν, ζημιοῦσιν οὐσιωδῶς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν. Κύριοι, δυνάμει τοῦ 23 καὶ 5 ἄρθρου τοῦ περὶ ἀπομαχικοῦ ταμείου νόμου τὰ κεφάλαια τοῦ ταμείου τούτου διαχειρίζονται ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργοῦ· ἀμφότεραι αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ ἡ τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου καὶ ἡ τοῦ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν δι’ ἐκθέσεών των χωριστῶν, πρὸ μικροῦ εἰς ἐπήκοον πάντων ἡμῶν ἀναγνωσθεισῶν, ἐξεδήλωσαν ὅτι φρονοῦσι συμφερώτερον τὰ μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντα κεφάλαια τῶν εἰρημένων ταμείων νὰ ἀντιπροσωπευθῶσι δι’ ὁμολογιῶν τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6,000,000 δραχμ. Τὰ κεφάλαια ταῦτα, Κύριοι, ἂν καὶ αἱ εἰρημέναι ἐπιτροπαὶ καὶ ἡ προνοητικὴ ἐποπτεία τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔσπευδον νὰ λάβωσι τὸ ὠφέλιμον τοῦτο μέτρον, θέλω σᾶς ἀποδείξει οὐχὶ διὰ λόγων τεχνικῶν, οὐχὶ διὰ κατηγοριῶν, αἵτινες εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἀπολήγουσιν, ἀλλὰ δι’ ἀριθμῶν, ὅτι ἤθελον ὑποστῆ ζημίαν πραγματικήν. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ἐπειδὴ πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ τῶν χρημάτων τοῦ ἀπομαχικοῦ ναυτικοῦ ταμείου, ὅτι δῆθεν αἱ παρελθοῦσαι κυβερνήσεις ἐξεδήλωσαν τὴν ἐπιθυμίαν των, τοῦ νὰ τὰ λάβωσι καὶ ἐξοδεύσωσιν αὐτὰ εἰς τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, εἶναι, λέγω, ἀληθὲς, ὅτι ἅμα ἐπαρουσιάσθη τὸ σύντομον τοῦτο ψήφισμα, οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, ἐκ προκαταλήψεως βέβαια, ὑπεθέσατε ὅτι ἦλθεν ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπισήμως, ἥτις διὰ νόμου προέβαινεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο· ἡ προκατάληψις αὕτη ὅμως, ὁσῳδήποτε καὶ ἂν κατέχῃ, εἶναι πάντη ἄδικος, διότι ὡς ἐκ τοῦ συντόμου τούτου ψηφίσματος φαίνεται, ἡ Κυβέρνησις δὲν σκοπεῖ νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα ἁρπακτικὴν εἰς τὴν ξένην ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ προνοεῖ ὑπὲρ αὐτῆς, ἐπιδιώκουσα τὸ συμφέρον της. Οἱ προλαλήσαντες, Κύριοι, διὰ μακρῶν ἐζήτησαν νὰ ἀποδείξωσι καὶ ἐπροσπάθησαν εὐγλώττως νὰ σᾶς πείσωσι πρὸς τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὴν παραλαβὴν τῶν εἰς τὰ ταμεῖα ταῦτα ὑπαρχόντων χρημάτων, διὰ νὰ συντηρηθῇ καὶ νὰ ἐξέλθῃ τῆς παρούσης οἰκονομικῆς κρίσεως· δὲν ἀδικῶ τοὺς προλαλήσαντας, ἂν ὑποθέτωσιν, ὅτι τὰ κεφάλαια τῶν δύω τούτων ταμείων ὑπερβαίνουσι τὰς 600,000 δραχμῶν, ὅπως ἡ φήμη ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως κυκλοφορεῖ, διότι τότε πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο ν’ ἀνακουφισθῇ διά τινα καιρὸν ἐκ τῶν οἰκονομικῶν δυσχεριῶν της, ἀλλ’ ἡ φήμη αὕτη δυστυχῶς εἶναι ἀνυπόστατος, ἐπειδὴ τὸ σήμερον ἐν τῇ τραπέζῃ ἐντόκως εὑρισκόμενον ποσὸν τοῦ ἀπομαχικοῦ ναυτικοῦ ταμείου ἀναβαίνει μόνον περὶ τὰς 134,000 δραχμῶν. Σᾶς εἶπε, Κύριοι, ὁ κατὰ πρῶτον ἀγορεύσας, ὅτι θέλει σᾶς ἀποδείξει τὶ ἐστὶ ναυτικὸν ἀπομαχικὸν ταμεῖον κλπ. ἀλλ’ ἕνεκα τῶν μακρῶν τοῦ λόγου του παρεκβάσεων, αἵτινες περιεστράφησαν κυρίως εἰς κατηγορίας ἀδίκους κατὰ τῆς ὀλιγοημέρου εἰσέτι κυβερνήσεως, οὐδὲ κἂν ἐνθυμήθη νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ταύτην· ἀναλαμβάνω ὅθεν ἐγὼ αὐτήν. Τὸ ἀπομαχικὸν ναυτικὸν ταμεῖον ἐσυστήθη, Κύριοι, κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1861 ἔτους διὰ τοῦ ΧΛΘ νόμου ἐπιψηφισθέντος ἀπὸ τὰς τότε Βουλάς. Τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου τούτου εἶχε καταστήσει ἀναγκαίαν ἡ πολλάκις ἐκφρασθεῖσα γνώμη τοῦ ἐν Σύρῳ ἐμπορικοῦ ἐπιμελητηρίου, καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων διαφόρων ναυτικῶν ἐπαρχιῶν, καθὼς ἐπίσης καὶ οἱ ἰδιαίτεροι σύλλογοι διαφόρων ἐμπείρων καὶ μορφωμένων ἐμποροπλοιάρχων, καὶ ἐπὶ τέλους ὅλων τῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης ἐργαζομένων. Οἱ τὸν νόμον τοῦτον προτείναντες εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν τὸ οἰκτρὸν τέλος τοῦ γέροντος ναύτου, τοῦ ἀναπήρου, τῆς δυστυχίας τῆς οἰκογενείας τοῦ πνιγομένου, καὶ δι’ αὐτοῦ ἐζήτησαν νὰ ἐπενέγκωσι θεραπείαν τινά· διότι, Κύριοι, ὁ τὸ 50 ἔτος τῆς ἡλικίας του φθάνων ναύτης ἀδυνατεῖ πλέον νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν ἐργώδη τοῦ ναύτου ὑπηρεσίαν· ἀνάγκη ὅθεν νὰ εὑρίσκετο εἷς πόρος καὶ πόρος τακτικὸς, ἵνα ἀνακουφίζῃ αὐτὸ τὸ καταθλιπτικὸν τῆς πενίας βάρος. Ὡς ἐκ τούτου ὅθεν ἐπήγασεν ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει ἅπαντες οἱ τῆς θαλάσσης ἐργάται νὰ φορολογηθῶμεν, ἵνα, ὅταν φθάσωμεν εἰς ἕνα διὰ νόμου προσδιωρισμένον ὅρον ἡλικίας, πληρωνώμεθα μισθὸν τινὰ βοηθητικὸν εἰς τὰς ἀνάγκας μας· αὕτη λοιπὸν, Κύριοι, εἶναι ἡ αἰτία τῆς συστάσεως τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου. Ὁ περὶ τοῦ ἀπομαχικοῦ ναυτικοῦ ταμείου νόμος, Κύριοι, ὁ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Μιαούλη συνταχθεὶς καὶ παρὰ τῶν τότε Βουλῶν ἐπιψηφισθεὶς, κατὰ συνέπειαν τῆς σωτηριώδους ἰδέας τῆς κοινῆς γνώμης ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ, κατηγορήθη ἄλλοτε παρ’ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου δι’ ἑνὸς κυρίου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔγραψα εἰς τὴν ἐφημερίδα «ἡ Ἀθηνᾶ» ἀνωνύμως καὶ κατηγορήθη διὰ δύω τινὰ ά) διότι συνεκέντρωσεν εἰς Ἀθήνας ὑπὸ τὴν διαχείρισιν μιᾶς καὶ μόνης ἐπιτροπῆς ὅλα τὰ κεφάλαια τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, καὶ β) ὅτι ἡ διὰ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ 6 ἄρθρου προσδιοριζομένη εἰκοσιπενταετὴς πραγματικὴ ναυτικὴ ὑπηρεσία καταστρέφει ὁλόκληρον τὸν σωτηριώδη σκοπὸν τοῦ εὐεργετικωτάτου τούτου νόμου· ἤθελον, κύριοι, ὥστε εἰς τὰ κεντρικώτερα λιμεναρχεῖα νὰ συστηθῶσιν εἰδικὰ ναυτικὰ ἀπομαχικὰ ταμεῖα, καὶ νὰ διορισθῶσι διαχειριστικαὶ τῶν εἰσπραττομένων χρημάτων ἐπιτροπαὶ, ὑπὸ εὐυπολήπτων, ἐντίμων οἰκοκυραίων, διότι τὰ χρήματα ταῦτα εἶναι προωρισμένα νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἀπονομὴν συντάξεων, οὐχὶ δημοσίας ὑπηρεσίας ἀλλ’ ὅλως ἰδιωτικῆς· ἔκαμα δὲ τὴν παρέκβασιν ταύτην, διότι θέλω, Κύριοι, νὰ σᾶς κάμω προσεκτικοὺς εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς μελλούσης ταύτης μεγάλης περιουσίας καὶ νὰ σᾶς εἰδοποιήσω, ὅτι ἂν καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν δὲν εἶσθε ναυτικοὶ, ἂν καὶ δὲν ἀντιπροσωπεύητε ναυτικὰς ἐπαρχίας, οὐχ ἧττον ὅμως οἱ πλεῖστοι, ἐπειδὴ ἡ Ἑλλὰς εἶναι Χερσόνησος, ἀντιπροσωπεύετε παραλίους ἐπαρχίας καὶ πάμπολλοι ἐκ τῶν ἐντολέων σας συνεισφέρουσιν εἰς τὸ ναυτικὸν ἀπομαχικὸν ταμεῖον· διότι τῆς φορολογίας ταύτης, Κύριοι, οὐδ’ οἱ κυβερνῆται, οὐδ’ οἱ ναύκληροι, οὐδ’ οἱ παῖδες, οὐδ’ οἱ δύτες, οὐδ’ οἱ ἁλιεῖς, οὐδ’ οἱ πορθμεῖς ἐξαιροῦνται· ἀλλὰ πᾶς εἰς τὴν θάλασσαν ἐργαζόμενος ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ τὸν ὀβολόν του. Κατὰ συνέπειαν ἔχετε ἅπαντες συμφέρον εἰς τὴν πρόνοιαν τῶν κεφαλαίων τοῦ ταμείου τούτου, καθὼς ἐπίσης πρέπει νὰ ἦσθε πάντοτε προσεκτικοὶ εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν διανομὴν τοῦ εἰκοστοῦ μέρους ἐκ τῶν τόκων, τοὺς ὁποίους κατ’ ἔτος ἀποφέρουσι τὰ κεφάλαια τοῦ ταμείου τούτου, τὸ ὁποῖον εἰκοστὸν, ἂν τώρα ᾖναι μικρὸν, μετὰ δέκα ὅμως ἔτη θέλει εἶσθαι ἀρκετὰ σημαντικὸν, διότι τὸ ταμεῖον τοῦτο μετὰ τὴν προσάρτησιν μάλιστα τῆς Ἑπταννήσου ἔχει μέγιστον μέλλον· ἂν δὲ μέχρι τοῦδε οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐντολέων σας, καί τοι πλείστων φορολογουμένων, δὲν ἐγεύθη τοὺς καρποὺς τοῦ εἰκοστοῦ τούτου κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῶν παθῶν διανεμομένου μεριδίου, αἰτία εἶναι ὅτι οἱ ἐντολεῖς σας οὗτοι δὲν ἔχαιρον τὴν συμπάθειαν τῆς μέχρι τοῦδε διαχειρίσεως τοῦ ταμείου καὶ ὅτι ἡ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ τῶν ναυτικῶν δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ᾖναι συνεπαρχιῶταί σας· ἰδοὺ, κύριοι, ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἠθέλησα τὰ ἰδιωτικὰ ὅλως ταῦτα χρήματα νὰ τὰ διαχειρίζηται ὑπουργὸς, καὶ ἠναγκάσθην νὰ γράψω κατὰ τοῦ νόμου τούτου. Κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ἡ σημερινὴ κατάστασις τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Τὸ ὅλον κεφάλαιον αὐτοῦ συμποσοῦται εἰς 371, 215 καὶ 30/00, ἐξ αὐτῶν αἱ μὲν 164,000 χιλιάδες ὑπάρχουν παρακατατεθειμέναι εἰς τὴν τράπεζαν, ὑπὲρ τὰς 200,000 χιλιάδας δὲ δραχμῶν ἐμετρήθησαν εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα ἐπὶ παραλαβῇ γραμματίων πληρωτέων παρὰ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου· οὐδένα ἐξ ὑμῶν λανθάνει, Κύριοι, ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τοῦ κεντρικοῦ ταμείου καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς μεσοβασιλείας, δὲν εὑρέθη ὅθεν εἰς θέσιν νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ γραμμάτια ταῦτα τῶν 200,000 χιλιάδων δραχμῶν καὶ μένουσιν ἤδη νεκρά· κατὰ τὸ 5 ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου τὰ κεφάλαια τοῦ ταμείου τούτου κατατίθενται εἰς τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ. Ἡ Κυβέρνησις ὅθεν καὶ συνεπῶς πρὸς τὸν περὶ ἀπομαχικοῦ ταμείου νόμον, ὅστις ἀορίστως λέγει ὅτι κατατίθενται εἰς τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ, χωρὶς νὰ ὁρίσῃ δηλ. ποίαν τράπεζαν, ἡ κυβέρνησις, λέγω, προνοοῦσα ὑπὲρ τῆς προόδου τοῦ ἀπομαχικοῦ τούτου ταμείου διὰ τοῦ ψηφίσματός της καλύπτει τὸ κεφάλαιον τῶν 200,000 δραχμῶν τῶν εὑρισκομένων εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον μὲ ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 ἑκατομμυρίων, καὶ μεταφέρει ἀπὸ τῆς τραπέζης τὰς 164,000 χιλιάδας δραχμῶν, ἀποφερούσας μόνον 4%, εἰς τὸ εἰρημένον δάνειον, διὰ νὰ παρέξωσιν αὗται ἀνωτέραν ὠφέλειαν, διότι οἱ τόκοι τοῦ ἐθνικοῦ τούτου δανείου ὡρίσθησαν εἰς 6%. Εἰς πάντας τοὺς προλαλήσαντας, κύριοι, παρετήρησα φόβους καὶ φόβους σπουδαίους, ὅτι δῆθεν ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει εὑρεθῆ ποτε εἰς θέσιν νὰ πληρώνῃ τακτικῶς τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 6,000,000. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν ἡ ὑπάρχουσα κακὴ βέβαια οἰκονομικὴ κατάστασίς της προβῇ ἐπὶ τὸ χεῖρον καὶ ἐξακολουθῇ ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ προβαίνῃ τοιουτοτρόπως, διατί ἆρά γε δὲν πρέπει νὰ φοβώμεθα, ὅτι θέλομεν χάσει ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον τῶν 200 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ τίς οἶδε καὶ πόσα χρήματα ὑπάρχουσι παραδεδομένα εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης; ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι οἱ φόβοι τῶν προλαλησάντων ἂν ἀποβῶσιν ἀληθεῖς, ἡ ἐπικειμένη ζημία δὲν προλαμβάνεται. Προτιμώτερον λοιπὸν εἶναι, ἐμπορικῶς σκεπτόμενοι, τὰ χρήματα ταῦτα νὰ εὑρίσκωνται εἰς μίαν ἐνεργητικὴν κατάστασιν καὶ νὰ περιμένωσι τὴν τύχην των, περὶ τῆς ὁποίας ἐγὼ τὴν ἐλαχίστην δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θέλει εἶσθαι καλή· διότι ὅλοι ἐμπνεόμεθα ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῶν δυνατῶν οἰκονομιῶν· καὶ εἰς ἡμᾶς ἐναπόκειται νὰ ἐπενέγκωμεν αὐτὰς παρὰ νὰ μένωσι νεκρὰ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον καὶ νὰ προσδοκῶσι τὴν ἐξόφλησίν των. Τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, Κύριοι, τὰ κεφάλαια μένουσι στερεὰ καὶ ἀνέπαφα, ἐκ τῶν τόκων δὲ τούτων θέλουσι λαμβάνει τὰς συντάξεις οἱ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ἀποκτῶντες. Ἐπειδὴ δὲ τὸ πρὸς ἀπόκτησιν τῆς συντάξεως δικαίωμα μετὰ εἰκοσιπενταετῆ πραγματικὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν ἀποκτᾶται, διὰ τοῦτο μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ ναυτικὸν ἀπομαχικὸν ταμεῖον θέλει καταστῆ πλουσιώτατον, διότι κατ’ ἔτος οἱ τόκοι θὰ ἀνατοκίζωνται, καθιστάμενοι κεφάλαιον· ὁ χρόνος ὁ πρὸς ἀπόκτησιν τῆς συντάξεως ἐκ τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς πρώτης καταθέσεως ἑκάστου ναύτου κλπ.
§86ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τίς λαμβάνει τώρα;
§87ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Σύνταξιν μὲν ὑποθέτω οὐδείς, 332 δὲ δραχμαὶ ἐξοδεύονται κατὰ μῆνα εἰς 17 ὡρισμένα βοηθήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ ᾖναι ἐκ τοῦ κατὰ τὸν νόμον εἰκοστοῦ ὡρισμένου ποσοῦ τῶν τόκων τῶν ἐν τῇ ἐθνικῇ Τραπέζῃ κεφαλαίων. Ἐπανερχόμενος, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ θέματος παρατηρῶ, ὅτι διὰ νὰ μὴ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας εἰς πᾶν τὸ γινόμενον νὰ αἰτιῶνται τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ παύσῃ ἡ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καταλαλιά, ὅτι δῆθεν ἡ Κυβέρνησις σκοπεύει νὰ σφετερισθῇ τὴν ἰδιωτικὴν περιουσίαν καὶ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι μόνον καθαρὰν πρόνοιαν ἔλαβεν ἐπὶ τῆς καλλιτερεύσεως τῆς τύχης τοῦ μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντος κεφαλαίου τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, θέλω προτείνει μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, διὰ τῆς ὁποίας μόνον διὰ 500,000 δραχμῶν θὰ ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ναυτικὸν ἀπομαχικὸν ταμεῖον, καὶ εἰς τὸ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, νὰ λάβωσι μετοχὰς εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον τῶν 6,000,000. Ἔθεσα δὲ μόνον τὸ μικρὸν τοῦτο ποσὸν, διότι γνωρίζω ὅτι καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ μετὰ μικρὸν εἰσέτι χρόνον θὰ κλείσῃ τὰς μετοχάς του. Σᾶς παρατηρῶ δὲ ἐκ προοιμίων, ὅτι ὑπὲρ τῆς τροπολογίας ταύτης καὶ ὁ κύριος ἐπὶ τῆς οἰκονομίας ὑπουργὸς εἶναι σύμφωνος ἐκδηλώσας εἰς ἐμὲ τὴν γνώμην του. Κύριοι, ἂν πεισθέντες εἰς τοὺς λόγους τῶν προλαλησάντων καταψηφίσητε σήμερον κατὰ τοῦ προταθέντος ψηφίσματος πρῶτον θέλετε ζημιώσει προφανῶς τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον, διότι θὰ καταδικάσητε τὰ μὲν ἥμισυ τῶν κεφαλαίων του νὰ μένωσιν ἀργὰ, τὰ δὲ λοιπὰ νὰ ζημιῶνται 2% ἐντὸς τῆς τραπέζης εὑρισκόμενα, δεύτερον θέλετε ἀποδείξει εἰς τὸν ἔσω καὶ ἔξω κόσμον, ὅτι ἡ Συνέλευσις τοῦ ἔθνους οὐδεμίαν ὑπόληψιν ἔχει εἰς τὴν πίστιν τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6,000,000, συγκαταστρέφοντες οὕτω τὴν δημοσίαν πίστιν, ἥτις ἀρκετὰς κατὰ τὸ παρελθὸν προσβολὰς ἔλαβεν, ἂν ὅμως ἀπ’ ἐναντίας ἐπιθυμῆτε νὰ δείξητε εἰς πάντας, ὅτι ἡ δημοσία πίστις ὑφίσταται, ἀπὸ τῆς νέας ταύτης ἐποχῆς ἀρχομένη, καὶ θὰ ὑφίσταται εἰς τὸ πεῖσμα ὅλων ἐκείνων, οἵτινες ἐκ φιλαρχίας ὁρμώμενοι προσπαθοῦσι παντοίοις μέσοις νὰ ὑποσκάψωσι τὰ θεμέλια αὐτῆς, ἐπιψηφίσατε τὸ ψήφισμα τοῦτο.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Χρηστίδης.
§89ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι! ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω προκαταρκτικῶς μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμὲ, εἶναι λίαν οὐσιώδης. Ἐῤῥίφθη εἰς τὸ μέσον μας ἓν Νομοσχέδιον ὅσον Λακωνικὸν, ἄλλο τόσον περιεκτικὸν, καὶ ὅμως οὐδεμία ἔκθεσις δὲν τὸ συνοδεύει. Δύο Ταμείων κεφάλαια πρόκειται νὰ διαθέσωμεν, καὶ οἱ προτείναντες δὲν μᾶς λέγουν τίποτε, καὶ αὐτοὶ, σημειώσατε, εἶναι ὑπουργοὶ οἱ μέλλοντες νὰ τὰ διαθέσουν· δὲν μᾶς ἀναφέρουν οὔτε τὸ ἱστορικὸν τῆς συστάσεως αὐτῶν τῶν ταμείων, οὔτε τὴν στατιστικὴν τῆς παρούσης αὐτῶν καταστάσεως· δὲν γνωρίζομεν ποῖα εἶναι ταῦτα τὰ χρήματα κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ποῦ κεῖνται, καὶ ποίας ἀνάγκας πραγματικὰς εἶναι προσδιωρισμένα νὰ θεραπεύσωσι, ν’ ἀπαντήσωσι· καὶ ὅμως μᾶς λέγουν, ἀφήσατε, ἵνα διαθέσωμεν αὐτὰ τὰ κεφάλαια, καὶ ψηφίσατε ἀμέσως, κατεπειγόντως. Κύριοι, δὲν εἶναι μοναδικὸν αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα, ὅλοι σχεδὸν, μὲ ὀλίγας ἐξαιρέσεις, ὅσοι συνειθίζουσι νὰ ὑποβάλλουν νομοσχέδια, περιπίπτουν εἰς τὴν αὐτὴν ἔλλειψιν, καὶ γνωρίζετε καλήτερον ἐμοῦ, ὅτι ἡ ἔκθεσις ἡ αἰτιολογικὴ εἶναι ὁ νοῦς παντὸς Νόμου· ἄνευ ἐκθέσεως ὁ Νόμος εἶναι σὰρξ ἄνευ ψυχῆς, διὰ τοῦτο ἱστορικὰ λάθη, στατιστικὰ λάθη καὶ λάθη ἐνίοτε λογικὰ ἀσχημίζουν τὰς συζητήσεις μας. Ὅλοι ὡμολογήσαμεν, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς δημιουργίας καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε παρὰ ν’ ἀποφασίσητε, καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ὅλοι ὅσοι ὑποβάλλουσι Νομοσχέδια, θέλουν ἀναγκασθῆ νὰ συνοδεύουν αὐτὰ καὶ μὲ αἰτιολογικὴν λεπτομερῆ ἔκθεσιν. Ἐντρέπομαι, Κύριοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ λόγος εἶναι περὶ δύω Ταμείων, περὶ διαθέσεως κεφαλαίων δύω Ταμείων, καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ σᾶς ὁμιλήσω εἰμὴ περὶ ἑνὸς, τοῦ ἀπομαχικοῦ, καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ στηριχθῶ ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν πρὸ πάντων τὰς ὁποίας ἐσπευσμένως συνέλεξα ἀπὸ τοὺς προαγορεύσαντας. Κύριοι, ἐπροσπάθησα νὰ μάθω εἰς τί συνίσταται αὐτὸ τὸ ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, καὶ μὲ ὅσα ἄλλωθεν ἤκουσα, καὶ ἐξ ὅσων ἀπὸ τοῦ βήματος ἐῤῥέθησαν, καὶ ὅλοι ἠκούσατε, ἀκόμη δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ σᾶς εἴπω, πόσα εἶναι τὰ κεφάλαια αὐτοῦ τοῦ καταστήματος. Αὐτὸ τὸ Ταμεῖον ἔχει καταγωγὴν ἀρχαίαν, παλαιοτάτην, τὰ κεφάλαια αὐτοῦ ἀπεφασίσθη νὰ σχηματίζωνται ἀπὸ τὰ 1836, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§90ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§91ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι κεφάλαια τοιαῦτα ὑπάρχουν εἰς τὴν Τράπεζαν συγκείμενα ἀπὸ 180 ἢ 200 χιλιάδας ἢ καὶ ὀλιγώτερον· ἐσυστήθη, καθὼς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, τὴν 29 Ἰουλίου 1861, ἤγουν πρὸ 2 ἐτῶν καὶ 4 μηνῶν, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα αἱ νέαι εἰσπράξεις του συμποσοῦνται περίπου εἰς 350–360 χιλιάδας ἢ καὶ περισσότερον, δὲν ἐπιμένω, Κύριοι, εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐπιθυμῶ μόνον νὰ σημειώσητε, ὅτι ἐκ τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν 200 χιλιάδες ἐμετρήθησαν ἐκ διαλειμμάτων εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα ἐπὶ κινήσει κεφαλαίων διὰ νὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τὸ κεντρικὸν ταμεῖον τῶν Ἀθηνῶν εἰς τὸ ἀπομαχικὸν, καὶ ὅμως εἰσέτι δὲν ἐπληρώθησαν. Κύριοι, ὑπὸ δύω ἐπόψεις ἠμπορεῖ νὰ ἐξετασθῇ αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον· ἡ μία εἶναι, ἐὰν ζητῆται ἡ διάθεσις αὐτῶν τῶν κεφαλαίων πρὸς ὄφελος ἀποκλειστικῶς τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον, ἐὰν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ, τούτου δοθέντος, πρέπει νὰ μάθωμεν ἀ. ποῖα εἶναι ἡ ὠφελιμωτέρα κατάθεσις, βʹ) ποία κατάθεσις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὴν εὐχερεστέραν ἀπόδοσιν μέρους μικροῦ ἢ μεγάλου τῶν κεφαλαίων ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ Ταμεῖον ἐξ ἀπροόπτων περιστάσεων ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς ἀνάγκην νὰ θεραπεύσῃ μεγαλειτέρας ἀνάγκας, ἀφ’ ὅσας συνήθως εἶναι αἱ εἰσπράξεις του, καὶ γʹ) ποῖον εἶναι τὸ κατάστημα τὸ προσφέρον πλειοτέρας ἐγγυήσεις. Κύριοι! διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ὅλων αὐτῶν, καὶ νὰ λάβωμεν μέτρα, πρὸς τὸ συμφέρον ἐννοεῖται πάντοτε τοῦ Ταμείου, ἀπαιτεῖται καιρὸς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶμαι τῆς γνώμης ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ τμήματα. Ἐὰν ὅμως ἡ πρότασις γίνεται, διότι ἡ Κυβέρνησις πιέζεται ἀπὸ ἀνάγκας, καθὼς περὶ τούτου μᾶς ἐβεβαίωσεν εἷς τῶν πρώτων ἀγορευσάντων πρὸ 5 ἡμερῶν, τότε τὸ ζήτημα ἀλλάζει φάσιν, τότε ὀφείλομεν καὶ θέλοντες καὶ μὴ θέλοντες νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ἀμέσως, κατεπειγόντως.
§92ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ποῖος σᾶς ἐβεβαίωσε;
§93ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ Κ. Θεοχάρης τὸ εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Κύριοι, ἐπὶ τοιαύτῃ ὑποθέσει ἐσκέφθην, καὶ ἐσκέφθην μὲ τὴν εἰλικρινῆ ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ ἔλθω εἰς βοήθειαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς περιστάσεις δυσκόλους· δὲν πιστεύω ν’ ἀμφιβάλλῃ κανεὶς, ὅτι ἡ ἐπιθυμία μου αὕτη εἶναι εἰλικρινὴς, καθόσον οὐδεὶς ἔχων συνείδησιν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, κανεὶς δὲν θέλει ἀρνηθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἐξέλθῃ ὅσον τάχος ἀπὸ τὰς παρούσας δυσχερείας καὶ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐπαναγάγῃ τὴν τάξιν, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα συγκροτοῦν τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν ἐσκέφθην καὶ ἐπείσθην, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὴν συγκατάθεσίν μας· καὶ δὲν δυνάμεθα, διότι ὁ καταστατικὸς Νόμος, ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ προαγορεύσας, κηρύττει κτῆμα ἴδιον καὶ ἀναφαίρετον τὰ κεφάλαια τοῦ Ταμείου τῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκουν· καὶ τὰ πρόσωπα ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ἀ. καταπεπονημένοι καὶ ἀνάπειροι ἐργάται θαλάσσης, βʹ. χῆραι καὶ ὀρφανὰ αὐτῶν, γʹ. μητέρες καὶ πατέρες αὐτῶν. Βʹ. Δὲν δυνάμεθα, διότι τὸ ἄρθρον 5 ὁρίζει ῥητῶς ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα δύνανται νὰ κατατεθῶσιν εἰς μίαν Τράπεζαν, καὶ ἐπειδὴ τὸ Νομοσχέδιον λέγει νὰ τὰ τοκίσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ οὐχὶ εἰς Τράπεζαν, ἀνάγκη πᾶσα νὰ συμβουλευθῶμεν τὴν θέλησιν τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ἴδετε πόσοι καὶ ποῖοι εἶναι καὶ ποῦ εὑρίσκονται, καὶ πιστεύω, ὅτι ἕκαστος μαντεύει.
§94ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, μίαν λέξιν. Εἰς τὸ Προεδρεῖον ὑπάρχουν ἀναφοραὶ τῶν πολιτῶν, παρακαλῶ δώσατέ τας.
§95ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καὶ πιστεύω, ὅτι πᾶς τις μαντεύει, ὅτι δυσκόλως ἤθελον δώσει τὴν συγκατάθεσίν των οἱ ἰδιοκτῆται, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ συνέλθουν εἰς ἓν καὶ νὰ ἐρωτηθῶσιν· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ὑποθέσει, ὅτι αὐτὴ ἡ δυσκολία δὲν ὑπῆρχε, καὶ ὅτι ὑπάρχουσαν ἠδυνάμεθα νὰ τὴν ὑπερπηδήσωμεν, ἂς ἐξετάσωμεν ἐὰν τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ μία Τράπεζα, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὸν νόμον δύνανται νὰ κατατεθῶσι τὰ κεφάλαια, ἤγουν ἀ. ἐὰν ἡ κατάθεσις αὕτη εἶναι ὠφελιμωτέρα. βʹ. ἐὰν ἡ ἀπόδοσις εἶναι εὐκολωτέρα, καὶ τρίτον, ἐὰν εἶναι ἡ ἀσφαλεστέρα. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ πρῶτον, ἤγουν ἐὰν ἡ κατάθεσις τῶν κεφαλαίων εἰς τὴν κυβέρνησιν εἶναι ὠφελιμωτέρα, δηλονότι ἐὰν προσφέρῃ πλειότερον τόκον, διότι, καθὼς γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, οἱ περισσότεροι τόκοι δὲν εἶναι πάντοτε ἡ ὠφελιμωτέρα κατάθεσις. Ἐξετάζω μόνον ἐὰν ἡ ἀπόδοσις ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ εἶναι εὐκολωτέρα, καὶ λέγω ὄχι· διότι ἡ Κυβέρνησις περιστοιχίζεται συνήθως ἀπὸ ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ἀνάγκας, καὶ τὸ καθῆκον τῇ ὑπαγορεύει νὰ θεραπεύσῃ πρῶτον τὰς κοινὰς ἀνάγκας· ἡ Κυβέρνησις κατὰ δεύτερον λόγον εὑρίσκεται πολλάκις ἠναγκασμένη νὰ διατρέχῃ ἀφόρους μῆνας, καὶ κατ’ αὐτοὺς δὲν δύναται νὰ κάμῃ τοιαύτας πληρωμὰς, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι ὑπάρχουν 200 χιλιάδων γραμμάτια ἐκδεδομένα ἀπὸ τὰ ταμεῖά της, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὰ ἐξαργυρώσῃ. Ἄλλως τε, Κύριοι, τὸ σύστημα αὐτὸ, ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς καταθέσεως, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀποκλείει τὴν ἀπόδοσιν, τὴν εὐχερῆ ἀπόδοσιν τῶν κεφαλαίων· ὥστε τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῇ εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Κύριοι! μένει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας, ἤγουν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προσφέρῃ ὅσην ἀπαιτεῖται πίστιν, διότι γνωρίζετε, ὅτι ἡ πίστις εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς ἀσφαλείας. Δὲν εἶμαι ἐγὼ βεβαίως, ὁ ὁποῖος θὰ καταστήσω προβληματικὴν τὴν πίστιν τῆς Κυβερνήσεώς μας, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον φρονῶ ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι ποτὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐστάθη κακῆς πίστεως. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν περὶ τῆς πίστεως, ὅπως ἡμεῖς τὴν ἐννοοῦμεν, ἀλλ’ ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὅλος ὁ ἄλλος κόσμος. Κύριοι! διὰ νὰ ἔχῃ πίστιν μία Κυβέρνησις, πρέπει νὰ δείξῃ εἰς τὸν κόσμον τὴν ἀληθῆ της κατάστασιν, πρέπει νὰ πείσῃ τοὺς πάντας, πόσα εἶναι τὰ πραγματικά της ἔσοδα καὶ πόσαι αἱ πραγματικαί της δαπάναι· πρέπει νὰ βεβαιώσῃ δι’ ἔργων, ὅτι εἶναι φρόνιμος, ὅτι ἠξεύρει νὰ ἐκτείνῃ τὰς δαπάνας της ἀναλόγως τῶν εἰσοδημάτων της, καὶ τελοσπάντων ὅτι φυλάττει τὰς ὑποσχέσεις της. Ὅταν μία κυβέρνησις σταθῇ ἱκανὴ νὰ ἰσοζυγήσῃ τὰ ἔσοδά της μὲ τὰ ἔξοδά της, ἰδοὺ ἡ πίστις· ἀλλὰ τίνι τρόπῳ γίνεται ἡ βεβαίωσις τῆς καταστάσεως μιᾶς κυβερνήσεως; Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, καὶ ὅταν πρὸ ἡμερῶν ἔλαβον τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐλάλησα περὶ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν διὰ τὸν Ὀκτώβριον εἶχε ζητήσει ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶπον· «δυνάμεθα νὰ δώσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν πίστωσιν, παραχωροῦμεν καὶ τὰς ἄλλας δύο πιστώσεις τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου, παρακαλῶ μόνον τὸν Κ. ὑπουργὸν αὐτὸ νὰ κάμῃ, νὰ φέρῃ ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1864.» Διὰ τοῦτο καὶ ὅταν μίαν ἄλλην ἡμέραν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν εἰς μίαν ὑπόθεσιν νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην μου, ἄλλην ἔνστασιν δὲν εἶχον παρὰ τὸν προϋπολογισμόν· ἐνόσῳ αὐτὸ τὸ ζήτημα μένει μετέωρον, μετέωρος μένει ὄχι μόνον ἡ πίστις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ πίστις αὐτῆς τῆς ἀγορᾶς. Θέλετε λοιπὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἀσφαλεστέρα κατάθεσις τῶν κεφαλαίων αὐτοῦ τοῦ ταμείου εἶναι ἡ Κυβέρνησις; Εἰς 24 ἑκατομμύρια, Κύριοι, φθάνουν τὰ ἔξοδα τοῦ 63 κατὰ τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐχορηγήσαμεν, καὶ ὁ θεὸς νὰ μᾶς φυλάξῃ καὶ ἀπὸ τὰ 25. Πόσα εἶναι τὰ εἰσοδήματά μας; Κανεὶς δὲν τὰ γνωρίζει. Καὶ ἴσα ἴσα διότι δὲν τὰ γνωρίζομεν, Κύριος οἶδε εἰς ποίας ἀπάτας εὑρισκόμεθα· ἴσως διὰ τοῦτο φρονοῦμεν ὅτι ἐλλείπουν πλειότερα παρ’ ὅσα πραγματικῶς εἶναι τὰ ἐλλείποντα. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι δὲν ἔχομεν προϋπολογισμόν. Μεθαύριον ἔρχονται οἱ ἄγονοι μῆνες, οἱ ὁποῖοι διαρκοῦν ἑπτὰ ὁλοκλήρους μῆνας, καὶ κατὰ τὸν μηχανισμὸν τῆς οἰκονομίας μας, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν εἰς τὸ ταμεῖόν μας ἢ εἰς ἓν πιστωτικὸν κατάστημα βεβαίαν πίστωσιν τοὐλάχιστον διὰ πέντε ἑκατομμύρια, καὶ ἡμεῖς οὐδὲ ὀβολὸν ἔχομεν· καὶ θέλετε εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὑποδείξωμεν ὅτι ἡ ἀσφαλεστέρα κατάθεσις τῶν κεφαλαίων τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου εἶναι ἡ Κυβέρνησις; Ἂς ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν τελευταίαν της ἀπόφασιν δι’ ἑνὸς προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐὰν ἴδωμεν, ὅτι ἔκαμε τὰ δυνατά της, ἐὰν πεισθῶμεν, ὅτι τὸ σχέδιόν της τοὐλάχιστον εἶναι λογικὸν καὶ στηρίζεται εἰς ἐκτιμήσεις, εἰς ὑπολογισμοὺς ὅσον ἔνεστι πρακτικούς, διότι ὅλα διὰ μιᾶς καὶ ἀκριβῶς δὲν γίνονται, τότε θέλομεν σκεφθῆ περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν της, καὶ θὰ τὰς θεραπεύσωμεν, διότι ὀφείλομεν νὰ τὰς θεραπεύσωμεν, ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπάρξῃ· τότε θέλομεν λάβει μέτρα ἀκέραια, μέτρα σωστικά, χωρὶς νὰ καταφύγωμεν εἰς μέτρα ἐφήμερα, τῶν ὁποίων ἄλλος καρπὸς δὲν εἶναι, εἰμὴ νὰ ταράξωμεν τὸν λαὸν εἰς τὰς πεποιθήσεις του, εἰς τὰς ἐλπίδας του. Ἀλλ’ ἐπιμένετε νὰ λάβωμεν αὐτὰ τὰ χρήματα; θέλετε νὰ βάλωμεν χέρι ἐπὶ τοῦ ταμείου τοσούτων, πτωχῶν ἀναπήρων, τόσων χηρῶν καὶ ὀρφανῶν καὶ νὰ τοὺς λυπήσωμεν, καὶ νὰ τοὺς ἀπελπίσωμεν; ἔστω, ἀγαθῇ τύχῃ· ἀλλὰ δείξατέ μας τοὐλάχιστον τὸν μέγαν σκοπόν, τὸν ὁποῖον οὕτω θὰ φθάσωμεν· Κύριοι, ὅλον τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ θορύβου, τὸν ὁποῖον θὰ ἐγείρωμεν εἰς τὴν κοινωνίαν, αὐτῆς τῆς παραβιάσεως τοῦ κοινοῦ δικαίου, ὅπως εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ νὰ προσπορίσωμεν δύο τριῶν ἡμερῶν ἄρτον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. 65 χιλιάδας καθ’ ἡμέραν ἔχει χρείαν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξοδεύῃ· 150 χιλιάδες σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι τὰ μετρητὰ τὰ ὁποῖα θὰ πάρουν, καὶ εἶναι ἀξιοπρεπὲς νὰ καθήμεθα εἰς ἕνα τοιοῦτον ἐθνικὸν περίβολον νὰ σκεπτώμεθα περὶ παρωνυχίδος, ὅταν πάσχωμεν ἀπὸ φθίσιν; δὲν εἶναι κίνδυνος, Κύριοι, ἐὰν δὲν στρέψωμεν τὰ βλέμματά μας ἀλλοῦ, ἐὰν δὲν ὑψωθῶμεν εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην, ἐκ τῆς ὁποίας τὰ ἔθνη καὶ γενικώτερον σκέπτονται, καὶ ἀποτελεσματικώτερον ἀποφασίζουν, δὲν εἶναι κίνδυνος, λέγω, ἐνόσῳ περιστρεφόμεθα εἰς ἕνα κύκλον πλημμελῆ, νὰ ἔλθουν αὔριον νὰ μᾶς εἴπωσι νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ κεφάλαια ἄλλων ἰδιωτῶν, ἄλλων ἰδιωτικῶν καταστημάτων; Ὑπάρχει ἐν Γαλλίᾳ, Κύριοι, ἓν ναυτικὸν ἀπομαχικὸν ταμεῖον ὅμοιον μὲ τὸ ἰδικόν μας· ἢ μᾶλλον τὸ ἰδικόν μας ἐσυστήθη, καθὼς νομίζω, ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνου· τὰ κεφάλαια αὐτοῦ ἀναβαίνουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς 200 ἑκατομύρια· ὁ ἐτήσιος τόκος αὐτοῦ συμποσοῦται εἰς 10 ἑκατομμύρια· χιλιάκις εὑρέθη αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τῆς Γαλλίας εἰς περισπασμοὺς πολὺ μεγαλειτέρους ἀπὸ τοὺς ἰδικούς μας, καὶ ὅμως ποτὲ δὲν ἔτεινε τὴν χεῖρα εἰς αὐτὸ τὸ ταμεῖον· τὰ κεφάλαια αὐτοῦ τὰ ἐθεώρησεν αὐτὴ ἱερὰ, καὶ οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν ἐνόμισαν, ὅτι εἰς ἄλλα ἴσως καταστήματα εὑρίσκουν πλειοτέρας ἐγγυήσεις· καὶ ὅμως ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀπαίτησιν νὰ θεωρῶμεν πλέον ἀξιόχρεων τὴν Κυβέρνησίν μας. Δὲν εἶναι ὀρθότερον νὰ μιμηθῶμεν αὐτὰς τὰς πεπολιτισμένας κυβερνήσεις, νὰ θεωρήσωμεν αὐτὰ τὰ κεφάλαια ἱερὰ, διὰ νὰ πολλαπλασιασθοῦν οὕτω καὶ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν μιᾶς μεγάλης καὶ πολυπαθοῦς τάξεως κατοίκων; Ἀλλ’ ὑπάρχει τέλος πάντων ἀνάγκη ἀπόλυτος, ἀνάγκη 150–200 χιλιάδων δραχμῶν; Λάβετέ τας ἀπὸ ἓν ἰδιωτικὸν κατάστημα, λάβετέ τας πρὸς ὥραν, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχετε χρήματα, διότι πρέπει νὰ ἔχετε. Ἐὰν ὅμως δὲν σᾶς τὰ δίδουν, δὲν εἶναι τοῦτο σημεῖον δυσπιστίας; καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, τὶ ἐμποδίζει νὰ λάβωσιν οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ ἓν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ φρόνιμα μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰς παρομοίας περιστάσεις προσφέρει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα; Ἀφήσατε λοιπὸν ἀνέπαφον τὸ ταμεῖον τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν Ναυτῶν· ἐγκαταλείψατε μέτρα ἄκοσμα, ἐφήμερα, τὰ ὁποῖα παραλύουν τοὺς κοινωνικοὺς δεσμοὺς, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουν πᾶσαν Κυβέρνησιν, ὡς Κυβέρνησιν ἄνευ προνοίας καὶ ἄνευ Κυβερνητικῆς ἱκανότητος, μέτρα τὰ ὁποῖα τελοσπάντων ῥίπτουν τὰ ἔθνη εἰς δυσχερείας, εἰς περιπλοκὰς, καὶ εἰς ἐπικινδύνους περιπετείας. Φέρετε, Κύριοι, τὸν προϋπολογισμὸν, φέρετέ τον ἄνευ ἀναβολῆς· μὴ προφασίζεσθε ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ τακτοποιηθῇ ἡ ὑπηρεσία, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ συντάξητε τὸν προϋπολογισμὸν. Ὄχι· ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἑκάστης Κυβερνήσεως τὸ πρῶτον μέλημα· ἂν δὲν ᾖναι ἤδη ὥριμος ἡ ὕλη, ἡμεῖς δὲν πταίομεν· τοῦτο σημαίνει ὅτι ἐδαπανήσατε τὸν καιρόν σας ἐπὶ ματαίῳ· καὶ ἂν ᾖναι ἀληθῆ ἐν μέρει, καθὼς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅσα περὶ μεταβατικῶν, περὶ χαρτζίων ἀνέφερεν ὁ προαγορεύσας, τότε βλέπω ὅτι δὲν ἐδαπανήθη ὁ πολύτιμος καιρὸς ἐπὶ ματαίῳ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ βλάβῃ· Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν τῷ ὄντι νὰ παγιωθῇ ἡ τάξις διὰ τοῦ στοιχείου τῆς ἀταξίας; πῶς εἶναι δυνατὸν φιλοκερδεῖς, ἐμπαθεῖς τοπικαὶ καὶ ἐπαρχιακαὶ ἕξεις νὰ συντρέξωσιν ἐπιτυχῶς εἰς τὸν σκοπὸν τῆς διαλλαγῆς, τὴν ὁποίαν ἐκήρυξεν ὡς σημαίαν τῆς νέας ἐποχῆς ἡ νέα Βασιλεία; τίς πιστεύει, Κύριοι, ὅτι αἱ χεῖρες αἵτινες ἐξωπλίσθησαν ἄλλοτε διὰ νὰ πολεμήσωσι τὴν ἐλευθερίαν, μόλις ἀνατέλλουσαν, ὅτι αὐταὶ αἱ ἴδιαι χεῖρες θὰ ᾖναι πισταὶ διὰ νὰ περιφρουρήσωσι καὶ παγιώσωσιν αὐτὴν ταύτην τὴν ἐλευθερίαν, ἥτις ἠνάγκασε πολλοὺς νὰ τὴν προσκυνήσωσιν; (εὖγε) Κύριοι, ἂς εἰσέλθωμεν τελοσπάντων εἰς τὴν εὐθείαν ὁδὸν, εἰς τὴν ὁποίαν μόνην συναπαντῶνται ἡ νόμιμος τάξις καὶ ἡ ἀληθὴς ἐλευθερία· ἂς μὴ κατατρίβωμεν τὸν καιρὸν μας εἰς ἔργα ἐφήμερα· ἂς συλλογισθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαινιασθῇ ἡ νέα βασιλεία, ἡ νέα δυναστεία μὲ μέτρα ἀκέραια, ἀποτελεσματικὰ, τῷ ὄντι βασιλικὰ, καὶ ἂς ἀπομακρύνωμεν ἀφ’ ἡμῶν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀτελῆ, τὰ ἐφήμερα μέτρα, μὲ τὰ ὁποῖα συνειθίζουν νὰ ζῶσιν αἱ προσωριναὶ Κυβερνήσεις, αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι αἵτινες στεροῦνται ἠθικῆς δυνάμεως, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ ἀγνοίᾳ των, ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ των διαφθείρουν τὸ παρὸν καὶ καταστρέφουν τὸ μέλλον. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, Κύριοι, κηρύττομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§96ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουρ. τῶν ναυτικῶν). Ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, Κύριοι, ἐμέμφθη τοὺς προτείναντας τὸ νομοσχέδιον, πρῶτον διότι δὲν συνώδευσαν αὐτὸ μὲ ἔκθεσιν ἐκθέτουσαν τὴν σύστασιν τοῦ ταμείου, καὶ τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα ἐν αὐτῷ ὑπάρχουσιν. Ἀπορῶ, Κύριοι, τῷ ὄντι πῶς ὁ Κύριος Χρηστίδης, ὁ λαβὼν μέρος εἰς ὅλας τὰς ὑποθέσεις τῆς Ἑλλάδος, ἔχει ἀνάγκην ἐκθέσεως διὰ νὰ πληροφορηθῇ πῶς ἐσυστήθη καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους τὸ ταμεῖον. Καθόσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὰ κεφάλαια αὐτὰ φέρω τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι ἐκθέτουν πόσα χρήματα ὑπάρχουσι. Τὸ ζήτημα ἦτο ἁπλούστατον, τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶχεν ἀνάγκην μεγάλης ἀναπτύξεως, καὶ διὰ τοῦτο περιωρίσθην νὰ φέρω αὐτὸ ἄνευ ἐκθέσεως. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Κ. Χρηστίδης ἐγνωστοποίησε τὴν καλὴν αὑτοῦ πρόθεσιν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεως· ἦτο πρόθυμος, εἶπε, νὰ χορηγήσῃ πᾶσαν ὑποστήριξιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν ἐν μέσῳ ἀπείρων δυσχερειῶν· ἦτο πρόθυμος, καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, νὰ χορηγήσῃ πᾶσαν ὑποστήριξιν, ἂν σπουδαῖοι λόγοι, σπουδαῖα προσκόμματα δὲν ἐμπόδιζον αὐτόν. Καὶ πρῶτον σᾶς λέγει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι παράνομον, διότι ὁ νόμος ὁ διέπων αὐτὸ λέγει ὅτι τὰ χρήματα πρέπει νὰ δίδωνται ἐντόκως εἰς τράπεζαν. Τὸ ταμεῖον, Κύριοι, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἔλαβεν ὕπαρξιν δυνάμει τοῦ νόμου· ὁ νόμος ἀνέθεσε τὴν διεύθυνσιν τοῦ ταμείου εἰς ἐπιτροπὴν, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπαγρύπνησιν τῆς Κυβερνήσεως· εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν οὐδὲν παράνομον ὑπάρχει, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ προνοοῦσα περὶ τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ τοῦ ταμείου προεκάλεσεν ἕτερον νόμον πρὸς καλλιτέραν διάθεσιν τῶν χρημάτων. Δὲν ὑπάρχει τίποτε παράνομον ἂν σήμερον οἱ νόμιμοι ἀντιπρόσωποι τῶν συμφερόντων τοῦ ταμείου δι’ ἄλλου νόμου δώσωσι διάφορον διάθεσιν τῶν χρημάτων. Δεύτερον πρόσκομμα, σᾶς λέγουν, εἶναι ἡ ἀσφάλεια. Πρέπει νὰ ἐξετάσητε ἂν ὑπάρχῃ ἀσφάλεια περισσοτέρα εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρὰ εἰς τὴν τράπεζαν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν περιορίζει τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ πῶς νὰ τοποθετήσῃ τὰ χρήματα, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δύναται νὰ τὰ δανείσῃ εἰς οἱανδήποτε τράπεζαν. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις χορηγεῖ περισσοτέραν ἀσφάλειαν, ἀπὸ πᾶσαν ὁποιανδήποτε τράπεζαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνέμιξαν καὶ τὴν δημοσίαν πίστιν, ἐξέθεσαν τὰς θεωρίας δυνάμει τῶν ὁποίων διατηρεῖται ἡ πίστις, ἀλλὰ, Κύριοι, ἦτο ὅλως παράκαιρος καὶ ἄσκοπος ἡ συζήτησις αὐτή. Ἂν τῳόντι ἐφέρομεν ἓν νομοσχέδιον εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἐπιτραπῇ τὸ δικαίωμα νὰ κάμωμεν δάνειον, νὰ καταφύγωμεν εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, τότε ἠδύναντο νὰ μᾶς δείξωσι τοὺς πόρους καὶ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα νὰ κραταιώσωμεν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος· διότι βεβαίως ἐκ τῆς κραταιώσεως τῆς πίστεως ἔπρεπε νὰ προσδοκῶμεν τὰς ὠφελείας τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἦτο ἄσκοπος, ἄκαιρος ἡ ἔκθεσις περὶ δημοσίας πίστεως· σήμερον δὲν ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ζητήσωμεν δάνειον, δὲν ζητοῦμεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς τῆς Εὐρώπης· αἱ ἐπιτροπαὶ μόνον καλῶς σκεπτόμεναι, εἶπον, ὅτι εἶναι συμφερώτερον εἰς τὰ ταμεῖα νὰ δανείσωσι μὲ περισσότερον τόκον τὰ χρήματα αὐτὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τοιαύτη εἶναι ἡ αἰτία, ἥτις ἔφερε τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς ὅλα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως αὕτη ἔκαμεν, ἔλαβον τὸ μεγαλεῖτερον μέρος τὰ διάφορα καταστήματα· οὐδεὶς, Κύριοι, οὔτε ἐπιτροπὴ, οὔτε μέλος νομοθετικοῦ σώματος ἠμφισβήτησε τὸ ἀξιόχρεων τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τοῦ ἔθνους. Ὁ Ναπολέων εἰς τὰ δάνεια τὰ διάφορα, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ἔλαβον μέρος δημόσια καταστήματα. Σᾶς ἐξέθεσαν, Κύριοι, περὶ προϋπολογισμοῦ, περὶ δημοσίας τάξεως, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ σημερινὸν ζήτημα. Ἡ Κυβέρνησις καταγίνεται, καὶ ἤρχισεν ἤδη νὰ ἐφαρμόζῃ μέτρα, δυνάμει τῶν ὁποίων θέλει ἐπέλθει ἡ τάξις εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωμεν εἰς ὑμᾶς προϋπολογισμὸν, χωρὶς προηγουμένως νὰ καθαρίσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ἴδωμεν πόσα θὰ ᾖναι τὰ ἔσοδα καὶ πόσα τὰ ἔξοδα; Καθ’ ἑκάστην ἐφαρμόζονται μέτρα οἰκονομικὰ, προσχεδιάζομεν διαφόρους ὀργανισμοὺς, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν προϋπολογισμὸν στηριζόμενον εἰς τὰ πράγματα. Τί ἤθελε νὰ κάμωμεν ὁ Κύριος προαγορεύσας; νὰ φέρωμεν ἀντίγραφον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους; Τοῦτο ἦτο εὔκολον, ἂν θέλητε τοιοῦτον προϋπολογισμὸν, δυνάμεθα νὰ τὸν φέρωμεν αὔριον· ἀλλὰ προϋπολογισμὸν δεικνύοντα τὰ μέσα τῆς Ἑλλάδος, ὄντα καθρέπτην τῆς καταστάσεως ἡμῶν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν, νὰ προπαρασκευάσωμεν εἰς τὸ διάστημα τοῦ ἑνὸς μηνός. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, καὶ ἀκολούθως θέλομεν τὸν φέρει. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ ἐκθέσω περισσότερα πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου· ὅλαι αἱ λοιπαὶ αἰτιάσεις τοῦ Κ. Μίληση καὶ Χρηστίδη, περὶ τάξεως, εἰσὶν ἄκαιροι, διότι οὐδὲν περιστατικὸν, οὐδεμίαν πρᾶξιν ὑπέδειξαν εἰς ἡμᾶς ὡς κακὴν, εἰς οὐδεμίαν ὡρισμένως κατηγορήθημεν. Ναὶ, Κύριοι, ἅμα ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν, σκεπτόμεθα ἀδιακόπως πῶς νὰ στερεώσωμεν τὴν τάξιν, διότι εἰς τὴν τάξιν θέλουν ἀναπτυχθῆ αἱ ἐλευθερίαι καὶ διὰ τῆς τάξεως δυνάμεθα νὰ τύχωμεν αὐτῆς· ἀλλὰ τὰ πράγματα δεικνύουν, ὅτι προβαίνομεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο· καὶ σημειώσατε ὅτι δὲν μᾶς ἐδόθη ὁ ὑλικὸς καιρὸς, ἀδιακόπως ἐργαζόμεθα, καὶ προπαρασκευάζωμεν μέτρα διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν· ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καὶ καιρός. Ἂς μὴν ἤμεθα ἀνυπόμονοι· ἂν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως ἐξακολουθήσῃ εἰς ἡμᾶς, ἐὰν ἔχωμεν τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως, μὴ ἀμφιβάλλητε, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θέλομεν κατορθώσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖτε· Καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, ἔχομεν πατριωτισμὸν, ὡς καὶ ὑμεῖς, καὶ ἡμεῖς εἰργάσθημεν ὑπὲρ τῆς παρούσης καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ ὑπὲρ ταύτης ἠγωνίσθημεν καὶ ἐκινδυνεύσαμεν ζωὴν καὶ περιουσίαν καὶ πάντα, ναὶ, Κύριοι, τὸ λέγω μετὰ παῤῥησίας. Καὶ ἡμεῖς αἰσθανόμεθα ὡς ἅπαντες τὸ συμφέρον τὸ νὰ προαχθῇ ἡ παροῦσα κατάστασις, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἠγωνίσθημεν. Νομίζω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον· τὰ λεχθέντα εἰσὶν ἀρκετά· ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει ἀνάγκην μεγαλειτέρας ἀναπτύξεως πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, περὶ οὗ πρόκειται, δίδει χώραν εἰς σκέψεις πολὺ σπουδαίας, σπουδαιοτέρας ἢ ὅσον φαντάζονταί τινες· καὶ ἂν ἔχητε τὴν καλοσύνην νὰ μ’ ἀκούσητε, θέλετε ἰδεῖ ὅτι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν προσοχήν σας. Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι ἔρχομαι εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ὁρμώμενος ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀνήκω εἰς τὴν πλευρὰν τὴν πρὸς τὰ ἀριστερὰ, καὶ ἀφήσατε καὶ σεῖς ἐλευθέραν τὴν κρίσιν καὶ τὴν συνείδησίν σας προκειμένου περὶ ζητημάτων σπουδαίων, διότι ἄλλως εἶναι περιττὸν νὰ συζητήσωμεν· ἂς ἀριθμώμεθα ἁπλῶς, ἀνωτέρω τῶν κομματικῶν διαιρέσεων εἶναι ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος καὶ εἰς αὐτὴν πρέπει νὰ προσέχωμεν· εἰς αὐτὴν ἂς ἀφοσιωθῶμεν· ἄλλως, Κύριοι, ἂς παραιτηθῶμεν τῶν συζητήσεων καὶ τῶν συνεδριάσεων, ὅτι δὲν μᾶς ἀπέστειλαν ἐδῶ νὰ ἐξασκήσωμεν πάθη, δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονῶμεν· ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἔρχομαι νὰ συζητήσω τὸ νομοσχέδιον περὶ οὗ πρόκειται. Νομίζω ὅτι τρεῖς οὐσιώδεις λόγοι ὑπαγορεύουν τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτοῦ· πρῶτον, συμφέρει εἰς τοὺς κυρίους τοῦ Ταμείου αὐτοῦ, νὰ διατεθῶσι τὰ χρήματά των εἰς τὸ δάνειον τῶν 6 ἑκατομμυρίων ναὶ ἢ ὄχι; ἀμφιβάλλω, καὶ τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως· διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς δώσητε τὰ χρήματα εἰς τὸ δάνειον τ’ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τῶν Κυρίων αὐτῶν διὰ πολλὰ ἔτη, καὶ ἂν αὔριον παρουσιασθῇ ἐπικερδεστέρα ἐπιχείρησις, δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσι πρὸς τοῦτο τὰ κεφάλαιά των, διότι τὰ ἔχουσι δανείσῃ διὰ πολλὰ ἔτη, ἐὰν ὅμως σπεύσωσι νὰ τὰ λάβωσι, πρέπει νὰ πωλήσωσι τοὺς τίτλους μὲ ὑποτίμησιν, καθόσον ὑπάρχουσιν καὶ ἄλλαι ἐπιχειρήσεις μᾶλλον ἐπικερδεῖς. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν παρουσιασθῇ ἐπικερδεστέρα ἐπιχείρησις, καὶ ἂν πλεονάσωσι τὰ κεφάλαια καὶ ἡ εὐπορία, ὥστε ὁ τόκος εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐλαττωθῇ καὶ κάτω τῶν 6 τοῖς ἑκατὸν, ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου ἐξαγοράζουσα τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα δὲν θέλουσι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν ἐλάττωσιν, διότι πάντοτε ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προσκαλέσῃ τοὺς ὀφειλέτας νὰ δεχθῶσι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, ἢ τὴν πληρωμὴν τοῦ κεφαλαίου των, εἰς πᾶσαν λοιπὸν περίστασιν διατρέχουσι κίνδυνον ζημιῶν τὰ κεφάλαια· Κύριοι, τὸ μέλλον τῆς πατρίδος προμηνύεται μέγα, εὐτυχὲς, καὶ ἐλπίζομεν νὰ ἴδωμεν τοῦ λοιποῦ ἀναπτυσσομένας ἐπιχειρήσεις ὠφελίμους καὶ ἐπικερδεῖς. Ἀλλὰ, ἐκτὸς τούτου εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ δανείζειν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐσυνειθίσθη ἔτι, δὲν ἐσυνειθίσθη ἔτι οὔτε τὸ δανείζειν πολυετῶς, αὐτὸ ἀπαντᾶται καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα μέρη. Ὅταν ἤμουν εἰς τὸ Βέλγιον ὁ διοικητὴς τοῦ καταστήματος τῆς τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἡ τράπεζα αὐτὴ, ὡς τοιαύτη ἀποκλειστικῶς δὲν ἐπέτυχεν, διότι δὲν εἶναι σύνηθες εἰς τὸ Βέλγιον νὰ δανείζωσι πολυετῶς. Εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς δὲ ἓν μακρὺ παρελθὸν δὲν ἐμψυχόνει εἰς δοσοληψίας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, διατί λοιπὸν θέλετε νὰ προσβάλλετε καὶ αὐτὰς ἀκόμη τὰς προλήψεις, καὶ νὰ γεννήσητε οὕτω γογγυσμοὺς, παράπονα καὶ ἀμφιβολίας, αἱ ὁποῖαι θέλουν προσβάλλει τὴν ἀξιοπιστίαν τοῦ δημοσίου; Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον 20 χιλιάδες ἄνθρωποι, νὰ κηρύττωσιν ὅτι τοὺς ἀφῃρέθη ἡ περιουσία των, καὶ ὅτι ἐδόθη εἰς χεῖρας ἀναξιοχρέους; ψευδεῖς καὶ ἐσφαλμέναι εἰσὶν αἱ ἀμφιβολίαι αὗται βεβαίως, καὶ ὅμως οὕτω θέλετε φέρει τὴν ταραχὴν, καὶ τὴν σύγχυσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνεπιβλαβὲς, μάλιστα διὰ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων; θέλετε νὰ ἐξασφαλίσετε τὰ χρήματα αὐτὰ καὶ νὰ δώσητε περισσοτέραν ὠφέλειαν εἰς τοὺς κυρίους; ἀφήσατέ τους νὰ τὰ διαθέσωσι ὅπως θέλουσι, καὶ νὰ λάβωσιν ὅπου ἂν εὕρωσι δάνειον ἐπικερδέστερον. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὶ νομίζω, ὅτι συμφέρον ἦτον νὰ πράξετε. Ἤκουσα τὴν ἀναφορὰν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν μ’ ἐφάνη δὲ ὁποίαν θέλουσι νὰ τὴν παραστήσωσι. Ἀναγνώσατέ την καὶ πάλιν καὶ θέλετε ἰδεῖ ἐν αὐτῇ τὴν ἀμφιβολίαν καὶ τὴν ἐναντιότητα ἐκφραζομένην ὑποκρύφως, ὅπως εἷς ὑπάλληλος ἐκφράζεται εἰς ὑποθέσεις ἐνδιαφερούσας τὸν ἀνώτερόν του καὶ τὴν Κυβέρνησιν, μεταβῆτε λέγουν εἰς τὴν Συνέλευσιν, διότι ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἢ δὲν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν, ἀλλὰ θέλομεν ὑπακούσει εἰς ὅ,τι ἀποφασίσει αὕτη· λέγουσι ταῦτα διότι ἤλπιζον ὅτι τὰ παράπονα, καὶ τὰ δίκαια τῶν δικαιούχων, τὰ ὁποῖα μεγάλην ἄλλοτε εὗρον ὑποστήριξιν ἐνταῦθα, δὲν ἤθελον καὶ ἤδη ἐγκαταλειφθῆ, ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτὴν τὴν ἀντίῤῥησιν δὲν ἔχει ἡ ἐπιτροπὴ, ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα, καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας αὐτῆς, ὡς διαχείρισιν ξένης περιουσίας, πράττει τι τὸ ὁποῖον εἶναι συμφέρον καὶ καλόν. Κύριοι, ἡ ἐπανάστασις εὗρε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους εἰς ἔλλειμμα, οὐσιῶδες, σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον παρήτησαν τὰ δυσπαρελθόντα ἔτη τὸ 62 καὶ 61 καὶ ἐπιθυμῶ νὰ σημειώσητε ὅτι ἔλλειμμα ὑπῆρχεν εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν, οὐχὶ ἕνεκεν ἐκτάκτων λόγων ἢ ἐκτάκτου ἀνάγκης. Ἐὰν τὸ ἔλλειμμα ἦτο ἔκτακτον, καὶ προήρχετο ἐκ κατεπειγουσῶν ἀναγκῶν, οὐδεὶς ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος, ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ τρέχων προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους, θέλει παρουσιάσει τακτικὸν ἔλλειμμα κολοσιαῖον. Ὁ Κ. πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Χαραλάμπης, ὑποβάλλων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους, σᾶς εἶπε εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ ζητηθεῖσαι κατὰ τὸ 62, ἀναβαίνουν εἰς 28,000,000 καὶ ὅτι ὑπολογίζει τὰ ἔσοδα εἰς 21,000,000 δραχμὰς στηριζόμενος εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἀμέσως παρελθόντος ἔτους· ἰσχυρίζονται ὅτι τὰ ἔσοδα δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὸ 21,000,000, καὶ νὰ φθάσωσι μέχρις 24,000,000, διότι εἰς τὰ 60 ἔφθασαν τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχομεν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν προηγουμένων ἐτῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν ὁριστικὴν γνώμην, τὸ ἀληθὲς δὲ εἶναι ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 24 ἑκατομμυρίων οὐδὲν ἄλλο ἔτος ἐκτὸς τοῦ 1860 ἔφθασαν αἱ εἰσπράξεις, ὥστε ἂς ἀπεκδεχώμεθα τὴν ἐτησίαν αὔξησιν, ἔχοντες ὅμως εἰς βάσιν τὸ 21–22 ἑκατομμυρίων καὶ οὐχὶ τὰ 24, διότι ἅπαξ μόνον ἔχομεν τοιοῦτον ποσὸν, πλὴν δὲν παραδέχομαι ὅτι καὶ τὰ τακτικὰ ἔξοδα θέλουσιν ἀναβεῖ μέχρις 28,000,000, τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι προϊὸν τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων τοῦ 1862, ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους αὐτοῦ προσδιωρίσθη εἰς δραχμὰς 25,000,000, τὸ ὑπουργεῖον τότε ἀληθῶς εἶχε παραλείψει πολλὰ ἔξοδα ἀναμφισβήτητα καὶ βέβαια, — ὁ πραγματικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ 1862 ὁπωσδήποτε τέλος πάντων δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι μικρότερος τῶν 25,000,000, ἡ ἐπανάστασις λοιπὸν εὗρε τοιαύτην τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις δὲν εἶναι ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ ἐξόδων καὶ ἐσόδων διὰ τακτοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας, καὶ δι’ οἰκονομιῶν. Ἡ ἐπανάστασις εἶναι ἐποχὴ θυσιῶν, εἶναι κατάστασις ἀνώμαλος καὶ εἰς τὴν ἐπανάστασιν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους, αἱ εἰσπράξεις δὲν εἶναι βέβαια ἀνθηραὶ, ἡ ἐπανάστασις λοιπὸν ηὔξησε τὸ ἔλλειμμα καὶ λόγῳ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τοῦ κράτους, καὶ λόγῳ τῶν νέων δαπανῶν τὰς ὁποίας ἐπέβαλλεν, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ἐκ τῆς ἀνωμαλίας τῶν πραγμάτων πηγάζον παρέρχεται ἅμα αἱ περιστάσεις παρέλθωσι, ἀλλὰ καθιερώθησαν καὶ δαπάναι αἱ ὁποῖαι καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων θέλουν ἐξακολουθῆ ὑπάρχουσαι, παρ. χαρ. ἡ δαπάνη ἡ διὰ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ τόκου καὶ χρεωλυσίου τοῦ ἐθνικοῦ δανείου, διάφοροι συντάξεις, καὶ ἄλλα τοιαῦτα, δὲν ὁμιλῶ περὶ προβιβασμῶν ἀνθυπασπιστῶν, ὑπαξιωματικῶν κλπ. αἱ δαπάναι αὗται, καὶ ἄλλα τινὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα καθιερώθησαν, προσέθεσαν εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἐξόδων πολλὰς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Τί βλέπετε δὲ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1862 κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου πολλὰς προσπαθείας κατέβαλλον οἱ ὑπουργοὶ τότε ἀληθῶς, ὅπως ἐπιφέρωσι διὰ τῆς καταργήσεως θέσεων οἰκονομίας; προϋπολογισμὸν ἐξ 24,000,000 ἀφοῦ ἀφῃρέθησαν ἐξ αὐτῶν 800.000 δραχμῶν, διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων· τὸ 1,000,000 τῆς βασιλικῆς ἐπιχορηγήσεως, καὶ τὰ ἔξοδα τῶν Βουλῶν· ταῦτα δὲ ὅλα προστιθέμενα θέλουσιν ἀναβιβάσει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων οὐχὶ εἰς 24, ἀλλὰ εἰς 26 καὶ περιπλέον ἴσως ἑκατομμύρια, καὶ ἔχομεν τὰ ἔξοδα ταῦτα, ἐνῷ πρὸς τὸ προϋπάρχον ἔλλειμμα προσεθέσαμεν καὶ τὸ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων, ὑπερβαῖνον τα τρία ἑκατομμύρια. Τώρα, Κύριοι, ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως, καὶ ἐνῷ ἔχομεν ἔξοδα βέβαια καὶ ἀναπόφευκτα περιπλέον ἑκατομύρια πολλὰ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ δυστυχίαν κατήντησε μισθολόγιον, ἀφοῦ τὰ δύω τελευταῖα ἔτη ἀφῄρεσαν ὅλα τὰ κεφάλαια τὰ περιέχοντα δυνατικὰ καὶ διαβατικὰ, ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἅπαξ ἐγίνοντο, ἢ καὶ ἐδύναντο νὰ μὴ γίνωσι καὶ τὰ μεταβάλον εἰς μισθοδοσίαν ὑπαλλήλων; τί πράττει τὸ ὑπουργεῖον; τί σκέπτεται; Τοιούτου δὲ ὄντος τοῦ προϋπολογισμοῦ; ποῦ θέλομεν καταντήσει; κατάστασις οἰκονομικὴ τοιαύτη εἶναι βέβαιος κίνδυνος κατὰ τοῦ παρόντος καὶ μέλλοντός μας, ὅτι δὲ ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ὁποία σᾶς τὴν ἐξιστόρησα, ἀνάγκην κἀμμίαν δὲν ἔχω ἄλλων λόγων καὶ ἀποδείξεων. Σήμερον, Κύριοι, τὸ ταμεῖον δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἡμερουσίους ἀνάγκας του. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἄλλοτε ἐκτὸς τῶν ἐξόδων ὑπῆρχεν εἰς τὸ ταμεῖον τοὺς μῆνας αὐτοὺς περίσευμα 4, 5 ἑκατομύρια· δὲν λέγω ταῦτα διὰ νὰ ἐπιβαρύνω τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν πταίει διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἥτις εἶναι ἔργον τοῦ παρελθόντος, ἰσχυρίζομαι μόνον ὅτι ἔπρεπεν ἤδη νά ἔχομεν περισσεύματα ὅπως καὶ ἄλλοτε διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τοὺς ὑπαρχομένους στείρους μῆνας, περίσσευμα λοιπὸν δὲν ἔχομεν, ὁ προϋπολογισμὸν ἐν γένει παρουσιάζει ἔλλειμμα μέγα, αἱ μηνιαῖαι ἀνάγκαι μας σήμερον ἤδη ὑπερβαίνουσι κατὰ τὸ διπλάσιον τὰ μηνιαῖα ἔσοδα μας, καὶ ἐν τούτοις τὸ ὑπουργεῖον ἀντὶ νὰ λάβῃ μέτρα σπουδαῖα, καὶ γενικὰ, νὰ θεραπεύσῃ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχήν σας εἰς τοῦτο, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομήν σας, ἀντὶ νὰ σᾶς εἴπῃ, ἰδοὺ ποῦ τρέχομεν, ἰδοὺ τί σκεπτόμεθα, ἰδοὺ ὁποία πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ ἐλάβομεν ὁριστικὰ καὶ γενικὰ μέτρα, παρουσιάζει προσωρινὸν καὶ ἐφήμερον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι δὲν σκέπτεται εἰμὴ τίνι τρόπῳ νὰ ἀποζήσῃ ἡμέραν παρ’ ἡμέραν, καθὼς οἱ ὀκνηροὶ ἐκεῖνοι πτωχοὶ, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὸν ἄρτον τῆς ἡμέρας των, οὐχὶ διὰ νὰ λάβωσι καιρὸν νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸ μέλλον των, ἀλλὰ ἀδιαφοροῦντες περὶ τῆς ἐπιούσης, θέλουσι μόνον νὰ διέλθωσι τὸ παρὸν, ὑπεστηρίζων δέ τις τάσεις τοιαύτας βλάπτει τὸν ἐλεούμενον ὀκνηρὸν, διότι ἐμψυχόνει τὴν ἀκηδίαν του· πολεμῶ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, διότι ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ζητεῖ νὰ ζήσῃ ἡμέραν παρ’ ἡμέραν καὶ δὲν σκέπτεται περὶ τοῦ ἀληθοῦς μέλλοντος, περὶ τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν μας. Καὶ μὴ λέγητε, ὅτι 40 ἡμερῶν ζωὴ δὲν εἶναι ἀρκετὴ δι’ ἓν Συνταγματικὸν ὑπουργεῖον, λέγοντες Συνταγματικὸν ὑπουργεῖον, ἐννοοῦμεν ὑπουργεῖον, ἐρχόμενον μὲ σχέδιον ὡρισμένον, ἐκ τῶν προτέρων, καὶ ἐφαρμόζον αὐτὸν ἢ κάμνων ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἀμέσως. Τί ἄλλο σημαίνουν τὰ προγράμματα, καὶ αἱ συζητήσεις, τὰς ὁποίας κάμνομεν ἐδῶ, παρὰ διὰ νὰ δείξῃ ἑκάστη μερὶς τὸ σχέδιόν της, τὴν σημαίαν της, τὰς ἰδέας της καὶ νὰ τὴν ἀκολουθήσουν οἱ ἄλλοι; διότι ἐκτὸς τῶν ἄκρων μερίδων ὑπάρχει τὸ ἔθνος δικάζον, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οἵτινες δὲν δύνανται νὰ Κυβερνηθῶσι, διότι δὲν ἔχουσιν ὡρισμένας ἰδέας, πλὴν σχηματίζουσι καὶ ἀφαιροῦσι τὴν πλειονοψηφίαν παραδεχόμενοι τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ἰδέαν. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει κἀνὲν σχέδιον κυβερνητικὸν, ὅτι δὲν προεσκέφθη, ἐρχόμενον νὰ κυβερνήσῃ. Τί ἀπῄτει ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ποῖα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ θεραπεύσουν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, πρόκειται φαίνεται νὰ διδαχθῇ ταῦτα κυβερνῶν, καὶ νὰ τὰ διδαχθῇ εἰς τὸ κεφάλι μας, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὀνομάζεται Συνταγματικὴ πεφωτισμένη Κυβέρνησις. Τὸ ὅλον τοῦ οἰκονομικοῦ Μηχανισμοῦ τῶν κρατῶν εἶναι ἡ οἰκονομία, καὶ ἡ ἀνάπτυξις πόρων· σᾶς ἐφάνη λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι παρεξετράπη ὁ Κ. Μίλησις ὁμιλῶν περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου ἐν τῇ συζητήσει περὶ οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι λέγων ταῦτα δὲν ἦτο ἐντὸς τοῦ θέματος; ὄχι, διότι θέλετε παραδεχθῆ, ὅτι τὰ οἰκονομικά μας δύνανται νὰ τακτοποιηθῶσι διὰ τῆς οἰκονομίας, καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν πόρων μας, ἀλλ’ ἡ οἰκονομία καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῶν πόρων ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν καλὴν διοίκησιν· διοικεῖτε κακῶς, ἔχετε ἀνάγκην ἀντὶ 200 κλητήρων τῆς ἀστυνομίας ὅσους μᾶς ἐζήτησαν νὰ προσθέσητε καὶ 60 ἐκτάκτους, ὅπως ἤδη πράττουσι, διὰ νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀνάγκας τῶν φίλων (θόρυβος). Ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλῶσι καθαρὰ, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς διακοπὰς, ἔχετε ἀνάγκην περισσοτέρας δυνάμεως ὑλικῆς, περισσοτέρων θυσιῶν διὰ νὰ πιέζητε τὴν ἔκρηξιν τῶν παραπόνων, ἔχετε ἀνάγκην τούτων, διὰ ν’ ἀναπληρώνητε τὴν ἀπειλουμένην ἠθικὴν δύναμιν, δι’ ἐξαγορᾶς ὑλικῆς· ἡ κακὴ διοίκησις δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν δημοσίων πόρων, διότι ἡ πίστις τῶν συναλλαγῶν, ἡ κίνησις τῆς κοινωνίας προσκόπτει, οἱ πόροι ἀναπτύσσονται ἐν τῇ καλῇ διοικήσει καὶ ὅπου ἡ ἐλευθερία ὑπάρχει πλήρης, ἀλλ’ ἐλευθερία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὅπου ἡ παρανομία, ἡ διαφθορὰ, ἡ ἔλλειψις ἀσφαλείας καὶ ἐγγυήσεων· ἡ κακὴ διοίκησις ὑπερισχύει. Ἰδοὺ, εἶχον δίκαιον λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπω, θέλομεν ἐξετάσει τὴν διοίκησιν, διότι αὕτη ἔχει σχέσιν μὲ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ τί μᾶς ἀπαντῶσι, καὶ τὸ λέγουν ἐνώπιον ὅλων ἡμῶν, ἀνθρώπων τῶν ἐπαρχιῶν! ποῦ εἶναι λέγουσιν αἱ ἀποδείξεις, ὅσων λέγετε περὶ ἀναρχίας; ποίαν μᾶς φέρετε ἀπόδειξιν τῶν λόγων σας; καὶ λέγοντες αὐτὰ ἐνώπιον ὑμῶν, οἵτινες γνωρίζετε καλῶς τὰς ἐπαρχίας, ἐνώπιον τῶν Ἑλλήνων, τέλος πάντων, νομίζουσιν ὅτι ὑπερασπίζονται ἰσχυρῶς, ἀλλὰ θέλετε νὰ σᾶς φέρω ἀμέσως καὶ μίαν σπουδαιοτάτην καὶ ὡρισμένην ἀπόδειξιν; ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν· ἐν τούτοις, ἀναρχία βλάπτουσα τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν καὶ πολιτικὴν ἀκόμη, προσβάλλουσα τὰς συναλλαγὰς καὶ τὴν κυκλοφορίαν τῶν κεφαλαίων, προέρχεται καὶ ἀπὸ ἔλλειψιν πεποιθήσεως πρὸς τὴν ἐξουσίαν, εἶναι καὶ αὕτη ἐπίσης ἀναρχία ἠθικὴ ἐπιβλαβεστάτη· δὲν βλάπτει λοιπὸν μόνον ἡ ἀναρχία μὲ τὰ ὅπλα· ἀλλὰ καὶ ἡ ἀμφιβολία καὶ ἔλλειψις τῆς πίστεως. Καὶ πῶς θέλετε. Κύριοι, νὰ ὑπάρξῃ πεποίθησις καὶ πίστις, ὅταν τὴν διοίκησιν, καὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐμπιστεύεσθε εἰς ἀνθρώπους ἔχοντας μεγάλα συμφέροντα εἰς τὸν τόπον τὸν ὁποῖον στέλλονται νὰ διοικήσωσι, θλιβερὰ δὲ γεγονότα πρὸ μικροῦ ἔτι σᾶς ἀπέδειξαν τὸ μεροληπτικὸν καὶ ἔνοχον τῆς διαγωγῆς τούτων, ὅταν τὴν ἀνωτέραν στρατιωτικὴν διεύθυνσιν, ἐμπιστεύεσθε εἰς ἐντοπίους κομματάρχας; ὅταν τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἐνεπιστεύθητε εἰς ἀνθρώπους, διὰ βουλευμάτων καταδιωκομένους; Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ διαγωγή σας αὕτη τῆς Κυβερνήσεως δὲν γεννᾷ τὴν ἠθικὴν ἀναρχίαν ἐντὸς τῆς κοινωνίας, καὶ αὐτὴ δὲν καταστρέφει τὰ ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, δὲν βλάπτει τὴν οἰκονομίαν; ἀλλ’ ἰδοὺ καὶ ὡρισμένη ἀπόδειξις. Ἀκούσατε ἕνα ἐπίσκοπον τί γράφει, ὁ ἐπίσκοπο, Τριφυλλίας. «Ἐγὼ εἶναι ἀδύνατον νὰ μένω εἰς Κυπαρισσίαν ἀνεχόμενος τοιαύτην ὁμάδα κακούργων, μεταβαίνω κατ’ αὐτὰς εἰς Φιλιατρὰ, σκοπὸν ἔχω νὰ διαμένω μέχρι τοῦ προσεχοῦς Ἀπριλίου, πότε θέλω ἐπανέλθει εἰς τὴν ἕδραν μου, ὁπόταν ἴδω παγιωμένην τὴν τάξιν, καὶ τοὺς αἱμοβόρους ἀποπεμφθέντας ἐκ τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας· ἡ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι ἐλεεινὴ, διότι τῶν κακούργων ἡ μοχθηρία εἶναι εἰς ἐνέργειαν, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε πρόνοιαν νὰ μᾶς στείλῃ ἀρκοῦσαν ἔνοπλον δύναμιν· οἱ χωρικοὶ ἀκόμη. (θόρυβος).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, πολεμῶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας μας, καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐσκέφθη οὔτε σπουδαίως, οὔτε ὀρθῶς, διότι διὰ τοῦ Νόμου αὐτοῦ, θέλομεν παρατείνει τὴν ἀκηδίαν τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἐγὼ θέλω νὰ ἀναγκάσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τὴν τάξιν, τὴν οἰκονομίαν, καὶ νὰ ἐργασθῇ πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν δημοσίων πόρων· τοῖς ἀρνοῦμαι ἓν μικρὸν ποσὸν, διότι δὲν θὰ χρησιμεύσῃ ποσῶς εἰς τὸ νὰ διατηρήσῃ καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὴν κακὴν καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ἰδοὺ ὁ δεύτερος λόγος δι’ ὃν πολεμῶ τὸ νομοσχέδιον. Τρίτος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πολεμῶ τὸ νομοσχέδιον ἐπίσης, εἶναι ὁ ἀκόλουθος· Ὅταν ἐσχάτως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτηθῶ ἀπὸ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐπρόκειτο ἴσως περὶ πράγματος τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ λάβῃ χώραν, ἀλλ’ ἦτο ἁπλῆ σκέψις, περὶ δανείου, ἐπρότεινα, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ δάνειον τυχὸν διὰ τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἔμεινα μόνος. Κύριοι, μ’ ἀντέταξαν, ὅτι ἡ Τράπεζα συνεστήθη διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας· ὅτι τὰ κεφάλαιά μας εἶναι ὀλίγα, αἱ ἀνάγκαι μας πολλαὶ, καὶ μεγάλαι, καὶ ὅτι καθωρισμέναι αἰτήσεις ὑπάρχουν εἰς τὴν Τράπεζαν 2 ἑκατομμυρίων. Τὰ κεφάλαια λοιπὸν πρέπει νὰ μένωσι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας· καὶ δὲν πρέπει νὰ μεταβάλλωμεν τὴν Τράπεζαν εἰς κυβερνητικὸν κατάστημα, διότι τότε τὸν προορισμὸν τῆς Τραπέζης τὸν καταστρέφομεν καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας σκοπεύει νὰ θεραπεύσῃ ἡ Τράπεζα, τὰς ἀφίνομεν ἀθεραπεύτους, πρέπει λοιπὸν ἡ Τράπεζα νὰ μὴν ἐπιβαρυνθῇ μὲ νέον δάνειον· ἐξ ἐναντίας πρέπει νὰ ἐλευθερώσωμεν αὐτὴν ἀπὸ τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἔχει· εἶναι λίαν σπουδαῖα τὰ βάρη αὐτὰ καὶ ἐπικίνδυνα ἀκόμη, διότι ἀποῤῥοφοῦν σχεδὸν ὅλα τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης. Ἡ γνώμη μου λοιπὸν δὲν ὑπερίσχυσε διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους ὑπεστήριζον δύο εὔγλωττοι φίλοι τῆς Τραπέζης, καὶ ἴσως εἶχον δίκαιον. Τί κάμνομεν ἤδη Κύριοι; αὐτὰ τὰ ὀλίγα χρήματα τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου θέλομεν νὰ τὰ λάβωμεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν δηλαδὴ, καὶ νὰ τὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀρνεῖται ἡ Κυβέρν. νὰ πληρώσῃ τὸν τόκον τῶν ὅσων χρημάτων ἐκ τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου αὐτὴ κατέχει, ἀρνεῖται ν’ ἀποδώσῃ αὐτὰ τὰ χρήματα, καὶ ὅμως τὴν ἄρνησίν της αὐτὴν προτείνει ὡς ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα ἵνα λάβῃ καὶ τ’ ἄλλα, ἐπειδὴ λέγει ἀφ’ ὅσα κρατῶ δὲν λαμβάνετε μηδὲν, δόσατέ μοι καὶ τὰ ἄλλα, διότι οὕτως ὠφελεῖσθε, καὶ αὐτὸ λέγουσιν ὅτι δὲν εἶναι γελοῖον. Πρέπει αὐτὴν τὴν αἴτησιν νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν· πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπετρέψαμεν τὰ προσωρινὰ μέτρα, ὅταν αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεπον νὰ πράξετε ἄλλως· κατέφυγον καὶ ἐγὼ ἐξ ἀνάγκης εἰς τοιαῦτα μέτρα ὡς ὑπουργὸς τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ὑμεῖς προθύμως τὸ ἐδέχθητε, διότι εἰς κατάστασιν ἐπαναστατικὴν, ὅτε τίποτε ὡρισμένον, βέβαιον, καὶ διαρκὲς μέτρον δὲν δύνασθε νὰ λάβητε, ὅτε πίστις καμμία δὲν ὑπάρχει ἀνθηρὰ, διότι ἡ ἐπανάστασις δὲν ἑδραιώνει τὴν πίστιν, ὅτε τοὺς φόρους δὲν ἠδύνασθε νὰ εἰσπράξητε, διότι ἡ κοινωνία εὑρίσκεται εἰς ἀναβρασμὸν καὶ ἀταξίαν, τότε μᾶς ἐπετρέψατε νὰ πράξωμεν αὐτὸ, ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ τὰ κληροδοτήματα, καὶ ἄλλας παρακαταθέσεις, νὰ ὑποθηκεύσωμεν δὲ καὶ τὴν σμύριδα, Κύριε πληρεξούσιε Σπετσῶν, διότι ἄλλως τότε δὲν ἐλύετο τὸ ζήτημα, διότι ἄλλο τι δὲν ἐδύνατο νὰ πραχθῇ. Ἀλλ’ ἤδη μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς βασιλείας, μετὰ τὴν ἑδραίωσιν τῶν πραγμάτων, νὰ συγχωρῶμεν καὶ ἤδη μέτρα τοιαῦτα, ὡς μέτρα ὁριστικὰ, δὲν μὲ φαίνεται ὀρθόν, αὐτὰ εἶναι μέτρα ἔκτακτα, τῆς ἀνάγκης καὶ ἐκρύθμου μᾶλλον καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν καταφεύγουν συνήθως αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἐπαναστατικαὶ, καὶ ἐν ἐκτάκταις περιστάσεσιν. Ἀλλὰ τώρα ἐνῷ αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι παρῆλθον! Τώρα ἐνῷ στερούμεθα κεφαλαίων, ἐνῷ λεπτὸν δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸν κόσμον, ἐνῷ ὁ τόκος εἶναι 20% 30% εἰς τὰς ἐπαρχίας, νὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ αὐτὰ τὰ ὀλίγα χρήματα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν; ἤτοι ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν, δὲν πρέπει νὰ τὸ συγχωρήσωμεν, θέλοντες νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν πατρίδα μας. Κύριοι, εἶσθε κύριοι νὰ πράξητε ὅ, τι θέλετε, τὸ καθ’ ἡμᾶς, τὴν διαγωγήν μας, πιστεύσατε, δὲν ὁδηγεῖ ἤδη ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐξουσίας· τὴν ἐξουσίαν τὴν βαρύνονται καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι τὴν κατέχουσιν· ὄχι, Κύριοι, ἀλλὰ θέλομεν Κυβέρνησιν ἀνταποκρινομένην εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ τῆς κοινωνίας. Ἡ ἐπανάστασις, Κύριοι, ἐγένετο διὰ νὰ αὐτοδιοικηθῇ ὁ τόπος, καὶ ἠξεύρετε τὶ σημαίνει τοῦτο; διὰ νὰ αὐτοδιοικηθῇ, ἀπαιτεῖται ἀσφάλεια τιμῆς, ἰδιοκτησίας καὶ σέβας πρὸς τὰ δικαιώματα ἐν γένει τοῦ πολίτου, ἐλευθέραν ἐνέργειαν, ἐλεύθερον συναγωνισμὸν, διότι ἐντὸς αὐτοῦ ἀναπτύσσονται καὶ τὰ ἄτομα καὶ ἡ κοινωνία. Ἡ ἀπαίτησις τῆς ἐπαναστάσεως λοιπὸν, ὁμολογήσατέ το, δὲν ἱκανοποιεῖται διότι ἡ ἐξουσία, ὅπως τὴν διαχειρίζεσθε, δὲν ἐξασφαλίζει ὅ,τι ἀπῃτήσαμεν νὰ ἐξασφαλισθῇ, ἢ τοὐλάχιστον δὲν δίδει τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐνεργεῖ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν.
§100ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐκ τῶν ὑστέρων.
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ τῶν ὑστέρων δὲν τὸ πιστεύω, ἄλλως τε ἐκ τῶν ὑστέρων ἤτοι ἐκ τῶν πραγμάτων ὁμιλοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἤδη, καὶ συμπεραίνομεν κάκιστα, ἐὰν μάλιστα ἀκολουθήσουν εἰς τὰς ἐπαρχίας ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τὸ παράδειγμα τῆς Πρωτευούσης. Ἡ αὐτοδιοίκησις εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ τόπου καὶ ἔχει ὡς συνέπειαν ἄφευκτον τὴν ἑδραίωσιν καὶ τήρησιν τῆς τάξεως, ὁποία εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγκη τῆς κοινωνίας· ἀλλ’ ἡ τάξις ὡς γνωρίζετε δὲν ἐπῆλθε πλήρης διότι οὔτε τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, οὔτε τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπαναστάσεως ἱκανοποιήσατε· Κύριοι ὑπουργοὶ, ἐῤῥίψατε τὴν σύγχυσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ πεποίθησις, ἡ τάξις καὶ ἡ πίστις δὲν ἑδραιώνεται. Θέλομεν λοιπὸν μίαν Κυβέρνησιν πραγματοποιοῦσαν τὸ πρόγραμμα αὐτό· θέλομεν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων τὸ σέβας πρὸς τοὺς νόμους, τὴν τιμὴν, τὴν συναίσθησιν πρὸς τὸ καθῆκον, τὴν ἀγάπην τὴν εἰλικρινῆ, τὴν ἄδολον πρὸς τὰς ἐλευθερίας, τὴν πεποίθησιν πρὸς τὸν λαόν. Πρὸς τοιαύτην Κυβέρνησιν τείνομεν ἀδελφικὴν χεῖρα, καὶ τὴν ὑποστηρίζομεν διότι ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα· ἀλλὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν ἐκτὸς τοῦ προγράμματος αὐτοῦ ἐνεργοῦσαν, φατριάζουσαν καὶ περιποιουμένην εὐτελῆ συμφέροντα, Κυβέρνησιν ἀκολουθοῦσαν τὸν δρόμον τοῦ παρελθόντος, θέλομεν τὴν πολεμήσει μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις μας, διότι νομίζομεν ὅτι πράττοντες τοιουτοτρόπως, ἐκτελοῦμεν τὸ χρέος μας πρὸς τὴν Πατρίδα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Κεχαγιᾶς.
§103ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν δευτέραν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, Κύριοι, δὲν διαλύω τὴν συνεδρίασιν· ἂς ἐργασθῶμεν ἀκόμη.
§105ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ πρότασις περὶ διαθέσεως τῶν κεφαλαίων τοῦ ναυτικοῦ Ταμείου εἶναι τόσῳ ἁπλῆ, ὥστε ἀπορῶ, πῶς ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν νὰ ἐξελέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἀδρανείᾳ, μεροληψίᾳ καὶ χρεωκοπίᾳ. Αἱ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως μεμψιμοιρίαι, τὰς ὁποίας ἤκουσα παρὰ ῥητόρων τῆς ἀριστερᾶς πλευρᾶς, μοὶ ἐνθυμίζουσι μίαν γελοιογραφίαν, ἣν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶδον εἰς τὴν γαλλικὴν γελοιογραφικὴν ἐφημερίδα (Harivari. Ἡ γελοιογραφία παριστάνει τέσσαρας ἢ πέντε Ἕλληνας νυστάζοντας, χασμωμένους καὶ ἀηδιάζοντας, κάτωθι δὲ αὐτῶν γεγραμμένας τὰς λέξεις «ἀποτέλεσμα παραχθὲν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν πρὸς Κυβέρνησιν, μόλις πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν ἐγκατασταθεῖσαν». Βεβαιώθητε, ὅτι αὕτη ἡ εἰκὼν πλησιάζει νὰ ἐπικυρωθῇ κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν ἐκ τῶν κατὰ τοῦ ὑπουργείου κατηγοριῶν. Μόλις ἐσυστήθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἔρχονται κατηγοροῦντες αὐτὴν ἐπὶ ἀδρανείᾳ, χρεωκοπίᾳ καὶ μεροληψίᾳ, διὰ νὰ κυρώσουν τὴν τοῦ γελοιογράφου γνώμην, ὅτι ἀηδιάζομεν οἱ Ἕλληνες πᾶσαν Κυβέρνησιν μόλις πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν ἐγκατασταθεῖσαν. Κύριοι! Σπουδαιολογοῦμεν ἢ θέλομεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας!! Ὅταν ἄνεμοι σφοδροὶ συνταράξωσι τὴν θάλασσαν, ἡ γαλήνη δὲν ἐπέρχεται ἀμέσως· μὴ ζητῶμεν πέραν τοῦ δυνατοῦ. Μετὰ τριακονταετῆ φαύλην Κυβέρνησιν, μετὰ ἐπανάστασιν, συνταράξασαν, ὡς ἦτον ἑπόμενον, ὅλους τοὺς κοινωνικοὺς δεσμοὺς καὶ χαλαρώσασαν τὴν ἀπαραίτητον εἰς πάντα στρατὸν πειθαρχίαν, θέλετε ἀμέσως νὰ ἐπέλθῃ γαλήνη καὶ ἡσυχία; θέλετε νὰ πληρωθῶσι τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους; Καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν κατώρθωσεν ἀμέσως ταῦτα, τὴν θεωρεῖτε ἀποβλητέαν! Δὲν ἔχετε ὑπομονὴν νὰ κρίνητε τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ῥητῶν πράξεών της, ἀλλ’ ἁπλῶς τὴν κατηγορεῖτε ἐπὶ ἀδρανείᾳ καὶ ἀπραξίᾳ, καὶ ἔρχεσθε ἀμέσως εἰς ἀντίφασιν, διότι ἓν βῆμα κάμνει πρὸς περιστολὴν ἀταξιῶν, αἵτινες ἐλάμβανον χώραν κατὰ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀμέσως ἀφίνοντες τὴν ἐπὶ ἀδρανείᾳ κατηγορίαν, τὴν κατηγορεῖτε ἐπὶ μεροληψίᾳ· διώρισε, λέγετε, πρόσωπον μεροληπτικὸν καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης της, ἐπιθυμεῖτε ἴσως νὰ διορίσῃ τῆς ἰδικῆς σας ἐμπιστοσύνης!
§106ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἀμερόληπτον.
§107ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δύνασθε νὰ μοὶ δώσητε τὸ μέτρον τῆς ἀκριβοῦς ἐκτιμήσεως τοῦ μερολήπτου καὶ ἀμερολήπτου;
§108Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Τὸν μόνον Ἕλληνα τὸν στρατολογήσαντα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ κατὰ τὸν 8βριον.
§109ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βλέπετε, Κύριοι, μόλις ἓν βῆμα κάμνει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀμέσως κραυγάζομεν, ὅτι δῆθεν ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι μεροληπτική· δὲν ἐνεργεῖ, δὲν κάμνει μεταβολὰς, κατακρίνομεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἀδρανείᾳ· εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ἡ γελοιογραφία, νυστάζομεν καὶ ἀηδιάζομεν ὀκτὼ ἡμέρας μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν πάσης Κυβερνήσεως.
§110Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ποῖον παριστάνει αὐτὴ ἡ γελοιογραφία;
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι. Δὲν πρέπει νὰ διαταραχθῇ ἡ συνεδρίασις.
§112ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἐπλήρωσεν ἡ Κυβέρνησις τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, ἄρα ἀποβλητέα. Ποῖοι δὲ τὸ λέγουν; ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγένοντο ἀφορμὴ αὐτῆς τῆς ἀνεχείας, αὐτῆς τῆς χρεωκοπίας.— Ἡ ἀρχὴ, Κύριοι, τοῦ νὰ ὑπάρχωσι χρήματα εἰς τὰ δημόσια Ταμεῖα, ἀπεδείχθη θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς ἐσφαλμένη. Οὐδεμία φρόνιμος Κυβέρνησις πρέπει νὰ φροντίζῃ μόνον νὰ ἔχῃ πληρωμένα τὰ δημόσια Ταμεῖα· ζημιόνει τὸ δημόσιον καὶ δὲν ἐννοεῖ τὸν προορισμόν της ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θάπτει τὰ χρηματικὰ κεφάλαια· ἤκουσα ἄλλοτε τὸν Κ. Χρηστίδην εἰς τὰ Βουλευτικὰ σώματα νὰ καυχᾶται, ὅτι ἔχει εἰς τὸ ταμεῖον 100,000 τάλληρα, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐκυκλοφόρουν δικαστικαὶ ἀποφάσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ χρηματικὰ ἐντάλματα ὑπερβαίνοντα τὰ 200,000 τάλληρα· τοῦτο δὲν χαρακτηρίζεται οἰκονομία τοῦ δημοσίου πλούτου, ἀλλὰ δήμευσις τοῦ ἰδιωτικοῦ πλούτου· ἀντὶ χρημάτων ἔπρεπε νὰ προσπαθήσωσι, πῶς ν’ ἀποκτήσῃ ἡ Κυβέρνησις πίστιν, διότι μόνον ἡ δημοσία πίστις εἶναι ὁ ἀνεξάντλητος πλοῦτος ὅλων τῶν πεφωτισμένων Κυβερνήσεων. Τί δ’ ἔπραξαν πρὸς ἀπόκτησιν ἢ πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας πίστεως; οὐδὲν, δὲν ἐσεβάσθησαν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ἔθνους πρὸς τοὺς πιστωτὰς αὐτοῦ· περιεφρόνησαν ἢ μᾶλλον δὲν ἐξετέλεσαν προθύμως τὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου δικαστικὰς ἀποφάσεις. Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ δημοσία πίστις; ἡ ἔλλειψις αὐτῆς εἶναι κληροδότημα, τὸ ὁποῖον ἡ διοίκησις ἐκείνη μᾶς ἄφησε. Τὸ ἔθνος ἐξ αἰτίας τῆς κακῆς διοικήσεως ἦλθεν εἰς ἐπανάστασιν· οἱ πόροι τοῦ Δημοσίου ἐσταμάτησαν, διότι οἱ φόροι, ὡς συμβαίνει πάντοτε εἰς ἐπαναστατικὰς ἐποχὰς, δυσκόλως εἰσπράττονται, ἔκτακτοι δὲ ἀνάγκαι ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως. Κατέφυγεν ἡ Κυβέρνησις εἰς δάνειον· εἰς τὴν ἀνάγκην δανείου δὲν περιῆλθε μόνον ἡ Ἑλλὰς, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ εἰς ὁμοίας περιστάσεις εὑρεθέντα ἔθνη μὲ μεγάλας θυσίας· ὅστις θέλει ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο, ἂς φέρῃ ἓν παράδειγμα ἐπαναστάσεως, ἐν Ἀγγλίᾳ, ἢ ἐν Γαλλίᾳ, ἢ Ἰταλίᾳ, ἥτις δὲν προὐκάλεσε δάνεια μεγάλων ποσοτήτων. Πῶς θέλετε λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ μὴ προστρέξῃ εἰς δάνειον; προσέτρεξεν, ἀλλ’ αἱ ἁμαρτίαι τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων, ἡ παρ’ αὐτῶν περιφρόνησις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἔθνους εἶχον γεννήσει τὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου δυσπιστίαν ἐκ τῆς ὁποίας ἡ περὶ δανείου αἴτησις δὲν εὗρε τὴν ποθουμένην ἔκβασιν. Συνεπεῖς εἰς τὰς ἀρχάς των, ἀκολουθοῦντες τὰς ἕξεις των, πολὺ καλὰ ἔκαμαν σήμερον νὰ ἐκφράσουν δυσπιστίαν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Τί λέγουσι; «μὴ δώσητε τὰ χρήματα τοῦ Ναυτικοῦ Ταμείου εἰς τὸ Δημόσιον, διότι δὲν σᾶς πληρόνει». Ἀλλ’ ἡμεῖς κατ’ ἀντίθεσιν τῶν ἀρχῶν τούτων φρονοῦμεν καὶ φωνάζομεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀνορθωθῇ, νὰ ἐνισχυθῇ ἡ δημοσία πίστις, ἥτις διακρίνει τὴν παλαιὰν ἐποχὴν ἀπὸ τὴν νέαν, ἡ ἀρχή μας εἶναι «ἡ δημοσία πίστις» καὶ μετὰ πάσης θυσίας πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ ἑδραιωθῇ αὕτη, πρέπει πρὸ πάσης ἄλλης δαπάνης τοῦ Δημοσίου νὰ πληρώνηται τὸ δημόσιον χρέος καὶ μετὰ τοῦτο οἱ μισθοὶ καὶ τ’ ἄλλα ἔξοδα. Τοιαύτην ἀρχὴν πρεσβεύοντες δὲν διστάζομεν νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι ὄχι μόνον τὰ ὑπάρχοντα κεφάλαια τοῦ Ναυτικοῦ Ταμείου, ἀλλὰ καὶ ἄλλα, ἂν κατατεθῶσι, νὰ μεταβληθῶσιν εἰς δημόσιον χρέος. Ὅταν οἱ ἀποδοκιμάζοντες τὴν πρότασιν ἔλθετε εἰς τὴν ἐξουσίαν, περιφρονήσατε καὶ πάλιν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Εἶσθε κύριοι, συλλογίσθητε ὅμως, ὅτι, ἂν καὶ πάλιν ἡ πατρὶς εὑρεθῇ εἰς ἀνάγκην δανείου, πολὺ μεγαλειτέρας δυσχερείας θ’ ἀπαντήσωμεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὑποθέσατε, ὅτι ἡ ἐξουσία ἦτον εἰς χεῖράς σας· ποῖα μέσα εἴχετε διὰ νὰ ἑδραιώσητε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἥτις εἶναι ἀνωτέρα ὅλων τῶν ἄλλων κοινωνικῶν ἀναγκῶν; φαίνεσθε κηδόμενοι τοῦ ναυτικοῦ Ταμείου καὶ νομίζετε τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ἐξησφαλισμένα, ὅταν τὰ χρήματα ᾖναι κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ὅταν δημοσία ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχῃ, νομίζετε, ὅτι τὰ χρήματα τοῦ ναυτ. Ταμείου εἶναι ἐξησφαλισμένα εἰς τὴν Τράπεζαν; μίαν ἡμέραν ἔλειψεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἡ δημοσία τάξις, καὶ τὸ κατάστημα τῆς Τραπέζης διέτρεξε τὸν ἔσχατον κίνδυνον.
§113ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε.
§114ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου λοιπὸν πρέπει νὰ φροντίζωμεν νὰ ὑπάρχῃ ἀσφάλεια οὐχὶ μόνον διὰ τὰ χρήματα τῶν τοιούτων καταστημάτων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐν γένει ἰδιωτικὴν περιουσίαν, ἥτις διὰ τοῦτο εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ συνεισφέρῃ πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἄνευ τῆς ὁποίας οὐδὲν σώζεται. Ἠθέλομεν προθύμως σᾶς ἀκούσει, ἂν ἐλέγετε, ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ δεῖνα πόροι καὶ δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν χρημάτων τοῦ ναυτικοῦ Ταμείου· ἀλλὰ κατεδείξατε πόρον τινά; ὄχι. Εἰς στενοχωρίαν μόνον θέλετε νὰ φέρητε τὴν Κυβέρνησιν, ἀφαιροῦντες ἀπὸ αὐτὴν τ’ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως· ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας Κ. Κουμουνδοῦρος ἐλησμόνησεν ἅμα ἐγένετο ὑπουργὸς, ὅτι ἔφερε πρότασιν νὰ λάβῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν κατατεθειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν. Ποῖα χρήματα, νομίζετε; Τὰ κληροδοτήματα, ἐκεῖνα δηλ. τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ διαθέται εἶπον νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν· ἦτον ἡ θέλησις τῶν διαθετῶν καὶ οὐχὶ νόμος, καὶ ἐν τούτοις ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει μέσα, οὐδεὶς ἔφερεν ἀντίῤῥησιν. Ἐπιψηφίσαντες τὴν πρότασιν ἐκείνην ἐσκέφθημεν, ὅτι τὸ δάνειον τοῦ δημοσίου εἶναι ἀσφαλὲς, καὶ ἑπομένως, ἀντὶ τὰ χρήματα τῶν κληροδοτημάτων νὰ δίδωσι μένοντα εἰς τὴν τράπεζαν 4%, προτιμώτερον εἶναι νὰ μεταβληθῶσιν εἰς δημόσιον χρέος, ὡς παρέχον μεγαλειτέρας ὠφελείας. Τότε, ἂν καὶ ὑμεῖς εἴχετε τὴν ἐξουσίαν, οὐδεμίαν ἐφέραμεν ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· πῶς λοιπὸν μὲ τὴν αὐτὴν εἰλικρίνειαν δὲν φέρεσθε καὶ σεῖς σήμερον; Ὁ Κ. Χρηστίδης ἤθελεν, εἶπε, συγκατατεθῆ εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν προκειμένων χρημάτων, ἐὰν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1864, ὅστις πρόκειται νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει νέων οἰκονομιῶν. Μεγάλαι οἰκονομίαι, Κύριοι, προϋποθέτουσι μεταβολὴν ὀργανικῶν νόμων, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναγκαῖος πολὺς χρόνος· ἄνευ αὐτῆς μικροῦ λόγου οἰκονομίαι δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσι· διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ μισθοῦ ἑνὸς ἢ δύω ὑπαλλήλων μεγάλη δὲν ἐπέρχεται οἰκονομία. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠρνήθη τὴν παρουσίασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐζήτησε μόνον τὸν ἀναγκαῖον διὰ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἔργου χρόνον· ἐὰν δὲ ὁ Κ. Χρηστίδης ἐννοῇ προϋπολογισμὸν τὸ ἰδανικὸν ἰσοζύγιον, ὅπερ ἐγράφετο ἄλλοτε εἰς τοὺς παρ’ αὐτοῦ ὡς ὑπουργοῦ συντασσομένους προϋπολογισμοὺς, τὸ ἔργον εἶναι μὲν εὔκολον, ἀλλὰ δὲν φθάνει εἰς τὸν προορισμόν του. Θέλω ἰσοζύγιον εἰλικρινὲς, προϋπολογισμὸν στηριζόμενον εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν, ἀλλ’ ἐμφαίνοντα τὰ πραγματικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα· ὁ Κ. Χρηστίδης συντάσσων ὡς ὑπουργὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς ἐσημείονε μεταξὺ τῶν ἐξόδων καὶ 3,000,000, ἐσχάτως δὲ 1,000,000, πληρωτέα εἰς τὰς τρεῖς δυνάμεις ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ, ἐπειδὴ οὐδ’ ὀβολὸς ἐπληρώνετο ἐκ τούτων, ἐπαρουσίαζε περίσσευμα ἐσόδων· οὕτως, ὡς φαίνεται, ἐννοεῖ τὸ ἰσοζύγιον. Ἀλλ’ εἰπέτε μοι, ποίαν σχέσιν ἔχει τὸ σημερινὸν ζήτημα μὲ τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ τῶν πιστώσεων; Ἐννοῶ, Κύριοι, αὐτὴν τὴν συζήτησιν περιστρεφομένην εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὴν προκαλέσῃ μία πίστωσις αἰτουμένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἷς ὀργανικὸς Νόμος, ἢ ὁ προϋπολογισμὸς, διότι τότε ὁ πληρεξούσιος δίδων τὴν ψῆφόν του παρέχει ἢ μὴ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαπανήσῃ· σήμερον ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τούτου· σήμερον πρόκειται νὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ βάσει δεδομένων πιστώσεων ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐπεψηφίσαμεν. Ποίαν λοιπὸν σχέσιν ἔχει τὸ σημερινὸν ζήτημα μὲ τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐν γένει κυβερνητικῆς πορείας; Ἂς ἔχουν τὴν ὑπομονὴν νὰ ἴδωσι πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂς ᾖναι βέβαιοι ὅτι οὐχὶ μόνον αὐτοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν δεξιὰν, ὅταν ἴδωμεν τὴν Κυβέρνησιν παραβιάζουσαν, τοὺς Νόμους, θὰ δώσωμεν μέλαιναν ψῆφον· ἀλλὰ μὴ σπεύδωμεν πρὸ τῶν πραγμάτων. Ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα τινὰ εἰδικῶς ἐπὶ τῆς συζητουμένης προτάσεως. Αὕτη, ὡς εἶπε καὶ τὸ ὑπουργεῖον, εἶναι ἁπλουστάτη· ἡ ἐπιτροπὴ φροντίζουσα διὰ τὸ συμφέρον τοῦ ταμείου, ἐζήτησε νὰ καταθέσῃ τὰ διαθέσιμα αὐτοῦ κεφάλαια εἰς τὸ δημόσιον δάνειον διὰ νὰ ἔχῃ μεγαλείτερον τόκον. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς καλλιτέρας καταστάσεως τοῦ Ταμείου. Ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος, ὅτι πρέπει νά ἐξετάσωμεν, ἂν τὰ χρήματα ᾖναι ἐξησφαλισμένα μεταβαλλόμενα εἰς δημόσιον δάνειον, διότι τὴν ὠφέλειαν τοῦ Ταμείου οὐδεὶς διαφιλονεικεῖ· πρόκειται τὸ ναυτικὸν Ταμεῖον νὰ λαμβάνῃ 6%, καὶ τυχαῖα κέρδη, ἐνῶ, ἐκ μὲν τῶν εἰς τὴν Τράπεζαν κατατεθειμένων λαμβάνει 4%, ἐκ δὲ τῶν λοιπῶν 200,000 δραχμῶν μὴ ληφθεισῶν εἰσέτι ἀπὸ τὸ δημόσιον Ταμεῖον, οὐδεμίαν ἔχει ὠφέλειαν. Ὡς πρὸς τοὺς ἐκφραζομένους δὲ δισταγμοὺς διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν κεφαλαίων, παρατηρῶ, ὅτι, ἂν νομίζωσιν, ὅτι δάνειον τῶν 6,000,000 δὲν εἶναι ἠσφαλισμένον, πρέπει νὰ βεβαιωθῶσιν ὅτι τίποτε τότε εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν εἶναι ἀσφαλὲς, οὔτε τράπεζα, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι κατατεθειμένα, οὔτε ἰδιωτικὴ περιουσία. Ἂν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχῃ τοιαύτην ἰδέαν περὶ τοῦ δανείου, ἀπορῶ, πῶς ἐτόλμησε νὰ λάβῃ τὰς 500,000 χιλ. δραχμῶν ἀπὸ τὰ κληροδοτήματα καὶ νὰ τὰς μεταβάλῃ εἰς δημόσιον δάνειον.
§115ΤΙΝΕΣ. Ἦτον ἐπανάστασις.
§116ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τόσῳ χειρότερον, ἐν καιρῷ ἐπαναστάσεως τίποτε δὲν εἶναι ἀρκούντως ἐξησφαλισμένον, τα δὲ δημόσια δάνεια παρέχουσιν ὀλιγωτέραν πίστιν ἀφ’ ὅσην εἰς ὁμαλὴν ἐποχὴν, οἵα ἡ σημερινή. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ναυτικοῦ ταμείου διεφώνησεν, ὡς ἠκούσατε, οὐχὶ ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, ἂν πρέπῃ νὰ κατατεθοῦν τὰ χρήματα αὐτὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἢ ὄχι, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸ τυπικὸν ζήτημα, ἂν δυνάμει τοῦ ὑπάρχοντος νόμου δύναται νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα ἢ ἀπαιτεῖται νέος. Ἐν τούτοις ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ὅτι δύω μέλη δὲν εὑρίσκουν ἀσφαλὲς τὸ δημόσιον δάνειον καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει καὶ ἡ Συνέλευσις νὰ παραδεχθῇ τὴν προκειμένην πρότασιν, ἵνα μὴ ἀδικηθῇ τὸ ναυτικὸν ταμεῖον· ἂν ἀναγνώσῃ προσεκτικῶς ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τὴν ἀναφορὰν τῆς ἐπιτροπῆς θέλει ἴδει, ὅτι τὰ δύω μέλη δὲν δέχονται τὴν γνώμην τῶν ἄλλων τοῦ νὰ κατατεθῶσι τὰ χρήματα ἄνευ εἰδικοῦ νόμου· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκουσα συμφερωτέραν τὴν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατάθεσιν τῶν χρημάτων ζητεῖ νὰ τροποποιηθῇ ὁ ὑπάρχων νόμος καὶ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν νὰ τὰ καταθέσῃ εἰς τὸ δάνειον. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν οὐδεμίαν διαφωνίαν εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, ὡς ὑπέλαβεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος. Κύριοι! αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Χρηστίδης — καὶ ἐπιθυμῶ ὅ,τι λέγεται ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ βήματος νὰ μὴν ᾖναι κενοὶ λόγοι, ἀλλὰ πράγματα, ὅτι «τὰ κεφάλαια τῶν διαφόρων ταμείων ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἐγγίζονται», δὲν εἶναι ἀληθές· παρέλειψε νὰ προσθέσῃ καὶ ποῦ κατατίθενται· ἴσως νομίζει, ὅτι ἀκολουθοῦν τὸ σύστημά του, καὶ ἑπομένως ἔχουν τεθαμμένα εἰς τὰ ὑπόγεια τὰ ἐκ 200,000,000, ὡς εἶπε, κεφάλαια τοῦ ναυτικοῦ ταμείου. Τὸν βεβαιῶ, ὅτι ὅλα τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, πολιτ. ὑπαλλήλων, στρατιωτικῶν κλπ. καὶ ἄλλα διαθέσιμα κεφάλαια τοποθετοῦνται εἰς τὸ δημόσιον χρέος. Ἂν διστάζῃ εἰς τοῦτο, θέλω φέρει ἐπίσημα ἔγγραφα. Ἀκόμη κατὰ τὸ 1848, ὅταν ἔγεινεν ἡ ἐπανάστασις καὶ τὸ ταμιευτήριον εἶχεν ἓν μέγα ποσὸν προερχόμενον ἀπὸ καταθέσεις ἐπιστρεπτέας μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ἀπὸ τῆς ζητήσεως, καὶ ἔτρεξαν οἱ καταθέται ὅλοι ἀνήκοντες ὡς ἐπιτοπλεῖστον εἰς τὴν τάξιν τῶν πτωχῶν, καθόσον ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς καταθέσεως δὲν ὑπερβαίνει τὰ 1,500 φράγκα, καὶ ἐζήτουν τὰ χρήματά των, ἡ Κυβέρνησις, εὑρισκομένη εἰς στενοχωρίας καὶ μὴ δυναμένη ν’ ἀποδώσῃ τὰ χρήματα ταῦτα, ἔδωκεν ἀντ’ αὐτῶν ὁμολογίας τοῦ δημοσίου χρέους εἰς τὴν τρέχουσαν εἰς τὸ χρηματιστήριον τιμὴν, τὰς ὁποίας ἐδέχθησαν οἱ ἰδιῶται. Ἀπέναντι λοιπὸν τοιούτων γεγονότων, ἀπορῶ, πῶς ὁ Κ. Χρηστίδης διατείνεται, ὅτι 200,000,000 τοῦ ἰδίου ταμείου εὑρίσκονται ἐν Γαλλίᾳ καὶ οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἔβαλε χέρι ἐπ’ αὐτῶν· ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, πῶς κυκλοφοροῦν τὰ κεφάλαια ταῦτα; εἰς δημόσιον χρέος, ὅπως εἶναι βέβαιον; ἢ τεθαμμένα εἰς τὸ ὑπόγειον κατὰ τὸ σύστημά του; Κύριοι! δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω· τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι διακηρύττοντες, ὅτι πρεσβεύομεν γενικὰς ἀρχὰς πρέπει νὰ μὴ προφέρωμεν αὐτὰς μόνον διὰ τῶν χειλέων, ἀλλὰ χαράξαντες εἰς τὸν νοῦν νὰ τὰς ἐφαρμόζωμεν καὶ εἰς τὸ πράττειν· τοῦτο παρατηρῶ οὐχὶ μόνον εἰς τὴν ἀριστερὰν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν δεξιὰν πλευράν· ὁ Κ. Μίλησης ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ ἀκολουθεῖ τὴν ἀρχὴν τῆς νομιμότητος· τοῦτο, Κύριοι, δὲν λέγεται ἀρχὴ, ἀλλ’ εἶναι προφανὴς σολοικισμός· τότε ἠδύνατό τις νὰ τὴν κηρύξῃ ὡς ἀρχὴν διακρίνουσαν τὴν πτέρυγα, εἰς ἣν ἀνήκει, ἂν ἡ ἄλλη πτέρυξ διεκήρυττεν, ὅτι δὲν πρεσβεύει τὴν ἀρχὴν τῆς νομιμότητος. — Ἀρχὴ λέγεται, ὅταν δύο ἄτομα ἢ κόμματα πρεσβεύουν ἀντιθέτους δοξασίας τεινούσας εἰς τὸ αὐτὸ τελικὸν σημεῖον· λ. χ. εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἡ ἀρχὴ τῆς προστασίας ἢ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου διῄρεσε καὶ διαιρεῖ ἀκόμη τὴν κοινωνίαν εἰς δύω μέρη· οἱ μὲν ἐπρέσβευον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας, οἱ δὲ τὴν τῆς προστασίας· εἶναι δύω ἀντίθετοι δοξασίαι τείνουσαι εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, τὸ καλὸν τοῦ τόπου, εἶχον δὲ καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ τοὺς λόγους των. Τοιαύτην ἀρχὴν ἂν μᾶς παρουσιάσητε θέλω ὁμολογήσει, ὅτι ἀκολουθεῖτε ἀρχὰς, καὶ ὄχι τὴν τῆς νομιμότητος, τὴν τῆς τάξεως καὶ δικαιοσύνης· τοιαύτην κηρύττοντες νομίζετε, ὅτι οἱ ἄλλοι πρεσβεύουν ἀρχὴν ἀνομίας, ἀρχὴν ἀταξίας καὶ ἀδικίας;
§117ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ἐφωτίσθημεν.
§118ΕΤΕΡΟΙ. (δεξιόθεν). Ὄχι. Ὁ Κ. Μίλησης καὶ ἄλλοι ζητοῦν λόγον.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν περιπλεχθῶμεν εἰς τὰ προσωπικὰ ζητήματα δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§120ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν δευτέραν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις, (ὥρα 6 παρὰ τέταρτον).
Ὁ Πρόεδρος
Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Θ. Βενετσάνος.