1863.07.03
1,757 rows · 14,712 words · 134 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΚΘʹ.
Τῆς 3 Ἰουλίου 1863.
(Τετάρτη).
Ὥρα 10 Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης ἤρξατο ἡ Συνεδρίασις.
§1ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα πλήρεις;
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε τῷ ὄντι 162 πληρεξούσιοι παρόντες.
§3ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι παρόντες 162. Γίνεται ἔνστασις; Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§4ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀφοῦ ἀπηριθμήθημεν καὶ εἴμεθα 162, προχωροῦμεν, καὶ ἂν ἔλθῃ ψηφοφορία, τότε ἐκφωνεῖται ὁ κατάλογος. Ἂν ἔχῃ κᾀνεὶς ἐναντίαν γνώμην, ἂς τὴν εἴπῃ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἢ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ, χρεωστῶ νὰ σᾶς ὑποβάλω τὸ ἑξῆς· βλέπετε ὅλοι, ἀλλὰ πλειότερον πάντων βλέπω ἐγὼ, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, μετὰ πάσης δυσκολίας δυνάμεθα νὰ συγκροτήσωμεν συνεδρίασιν. Πολλοὶ τῶν Κυρίων πληρεξουσίων ἐζήτησαν ἄδειαν ἀπουσίας καὶ ὑπάρχει ἕνας σωρὸς ἀναφορῶν, καὶ διότι ἔχουσιν ἀνάγκην ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς Ἐπαρχίας των δι’ ἰδίας ὑποθέσεις, καί τινες πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσω, καὶ τὸ ἀναγνωρίζω, διότι εὑρίσκονται καὶ εἰς ἀνάγκας χρηματικάς. Νομίζω, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ νὰ θεραπευθῶσι κατὰ τὰ ἐνόντα αἱ ἀνάγκαι αὗται, ἀπέναντι τῶν ὅσα δικαιοῦνται δυνάμει τοῦ ψηφίσματος νὰ λάβωσιν οἱ πληρεξούσιοι, ἵνα κατασταθῇ δυνατὴ ἡ μὴ διακοπὴ τῶν συνεδριάσεων, ἅπερ εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγκη· προσφέρομαι δὲ προθύμως, καθόσον ἀπαιτεῖται ἡ μεσολάβησις ἡ ἐμὴ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν των· ἀλλ’ ἐξαιτοῦμαι καὶ τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως, ν’ ἀποφανθῇ δηλαδὴ ἂν πρέπει νὰ προβῇ τὸ Προεδρεῖον εἰς μέτρον τι ἐξοικονομήσεως τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην. Ἂν μ’ ἐνισχύσῃ εἰς τοῦτο ἡ Συνέλευσις, τότε θέλω συνεννοηθῆ μὲ τὸ ὑπουργεῖον καὶ θέλει εὑρεθῆ ὁ τρόπος.
§6ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι καιρός......
§7Μ. ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Τί, δὲν εἶναι καιρός; Τὸ Προεδρεῖον ἂς συνεννοηθῇ μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μὲ τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην πληρεξουσίους· ἡ δὲ Συνέλευσις νὰ μὴ ἀναμιχθῇ διόλου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὡς Πρόεδρος θ’ ἀναλάβω μίαν εὐθύνην καὶ πρέπει νὰ γνωρίζω τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως.
§9ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἰς τοὺς αἰτοῦντας πληρεξουσίους νὰ δοθῶσι δύω μισθοὶ εἰς ἕκαστον.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται εἰς τοὺς αἰτοῦντας, καὶ ποσὸν ὄχι μέγα, ἀλλὰ μικρόν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ αὐτὴ ἡ ἐξήγησις.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, εἴμεθα σύμφωνοι πάντες.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ καὶ ἂς ἀνοιχθοῦν τὰ θεωρεῖα. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως.
§14ΚΑΛΟΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχουν δύω προτάσεις περὶ τῶν ἀνακτόρων. Ὅσον οὔπω ὁ Βασιλεὺς φθάνει, καὶ οἴκημα ἄλλο δὲν ἔχομεν, παρὰ τὰ ἀνάκτορα. Ἐν τούτοις τὰ ἀνάκτορα δὲν εἶναι ἐθνικὴ περιουσία, ᾠκοδομήθησαν μὲν ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς, καθόσον τὸ Δημόσιον ἀπεζημίωσε τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀνακτόρων τοῦ κήπου καὶ τοῦ σταύλου, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ οἰκοδομὴ ἀνήκει εἰς τὸν πρώην Βασιλέα· περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου προϋπῆρξαν δύω προτάσεις, ἡ τοῦ Κ. Ἀχόλου, καὶ ἡ τοῦ Κυρίου Μαντσούνη, ἀλλ’ ἀμφότεραι δὲν εἶναι σαφεῖς· ἐπειδὴ δὲ ἐθεώρησα ἐπάναγκες νὰ γίνῃ νέον ψήφισμα, δι’ οὗ νὰ κηρυχθῶσι τ’ ἀνάκτορα, καθὼς καὶ οἱ κῆποι καὶ ὁ σταῦλος ὡς ἐθνικὴ περιουσία, καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸν πρώην Βασιλέα, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν «Κηρύσσονται τὰ ἀνάκτορα, οἱ βασιλικοὶ κῆποι, οἱ σταῦλοι καὶ τὸ φαρμακεῖον ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, ἐπιφυλαττομένων τῶν τυχὸν δικαιωμάτων ἀποζημιώσεως τοῦ πρώην Βασιλέως Ὄθωνος». Παρακαλῶ δὲ νὰ θεωρηθῇ ὡς κατεπείγουσα καὶ νὰ συζητηθῇ σήμερον.
§15ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Προσθέσατε, Κύριε Καλὲ, εἰς τὸν ἔκπτωτον Ἡγεμόνα, καθὼς καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας, ἐὰν ἔχουν ἀξιώσεις.
§16ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα· προσθέτω τὸ, «καὶ παντὸς τρίτου».
§17ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὑπάρχουν προηγούμενα, Κύριε Πρόεδρε.
§18ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον πρέπει ν’ ἀποφασισθῇ, ἐὰν ᾖναι κατεπεῖγον, καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, τότε ὁμιλεῖ, ὅστις θέλει.
§19ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τῆς τυπώσεως ἔχετε τίποτε, Κύριε Καλλιφρονᾶ.
§20ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὄχι.
§21ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν νὰ τυπωθῇ.
§22ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Γνωρίζω ἐκ δικῶν, τὰς ὁποίας ἔχω κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὅτι πολλοὶ ἰδιοκτῆται ἔχουν ἀκόμη ἀξιώσεις· π. χ. ὁ Κύριος Ζαΐμης ἀκόμη δὲν ἀπεζημιώθη. Ὅθεν πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις θεωρεῖ ὅτι εἶναι κατεπείγουσα ἡ πρότασις, ἂς τὴν ὑποστηρίξῃ.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμὸν νὰ τυπωθῇ.
§25ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Καὶ εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν νὰ συζητηθῇ.
§26ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν ἐρωτᾶτε, Κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ κατεπείγοντος;
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλοι ἀντιτείνουν.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Εἴπομεν νὰ τυπωθῇ.
§29ΡΗΓΑΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη σήμερον, ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ ὑποβληθῇ. Τῶν ἀνακτόρων ἄλλη χρῆσις δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ διὰ νὰ κάθηται Βασιλεὺς ἐντὸς αὐτῶν. Αὐτὰ εἶναι εἰς ἐθνικὴν γῆν ᾠκοδομημένα, εἶναι ἀληθὲς ὅτι λείπουν μερικαὶ ἀποζημιώσεις ἰδιωτῶν, ἀλλ’ αὐταὶ εἶναι τοῦ ἔθνους ἔργον ὡς αἱ λοιπαὶ γενόμεναι ἀποζημιώσεις. Ὁ πρὶν Βασιλεὺς ἔκαμεν ἔξοδα, ἀλλ’ αὐτὰ ἐπιφυλάσσεται νὰ τὰ ζητήσῃ, καὶ ἂν ἔχῃ νὰ λαμβάνῃ, θὰ τὰ πληρώσωμεν. Τὸ ψήφισμα εἶναι κατεπεῖγον· θέλετε νὰ τυπωθῇ, ἀλλ’ εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§30ΜΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Ὑπάρχει ἄλλη πρότασις τυπωμένη.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε, Κύριοι, νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ψηφοφορίας τοῦτο; Ἡ πρώτη πρότασις ἐτροποποιήθη. Λοιπὸν κατὰ τὸν κανονισμὸν νὰ τυπωθῇ.
§32ΤΙΝΕΣ. Καὶ νὰ συζητηθῇ τὴν παρασκευήν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§34ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Φρονῶ ὅτι αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν Συνέλευσιν, σᾶς τὸ λέγω καθαρά. Πολλοὶ πληρεξούσιοι ἔφυγον ἄνευ ἀδείας, καὶ οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν εἶναι δικαιολογημένοι, διότι ἔχουν ἀνάγκας· αὔριον θὰ φύγουν καὶ ἄλλοι. Ἴδετε μὲ πόσην δυσκολίαν κατηρτίσθη σήμερον ἡ συνεδρίασις· μόλις εἴμεθα 162, καὶ ἂν ἀναχωρήσουν αὔριον 30, εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκροτηθῇ συνεδρίασις. Δὲν πρέπει λοιπὸν διὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον, τὶ θὰ γίνῃ ἡ Συνέλευσις.
§35ΤΙΝΕΣ. Ὅταν εὑρεθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, σκεπτόμεθα.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἐπιμένετε, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν ἐννοεῖ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§37ΠΑΡΙΣΣΗΣ. Καὶ κατεπεῖγον ἂν θεωρηθῇ, πάλιν πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ ἀκολούθως.
§38ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ, καὶ νὰ συζητηθῇ τὴν Παρασκευήν.
§39ΒΑΣΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε.....
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν οὕτως. Ὅσοι θέλουν νὰ συζητηθῇ σήμερον ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ, θὰ σηκωθοῦν, ὅσοι θέλουν νὰ τυπωθῇ, δὲν θὰ σηκωθοῦν· λοιπόν, Κύριοι, προσέξατε. Ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ συζητηθῇ σήμερον ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Τὸ γραφεῖον συμφωνεῖ, ὅτι ἐγένετο δεκτὸν νὰ συζητηθῇ σήμερον. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἧς ὁ λόγος. Ὑπάρχει τις ζητῶν τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως;
§41Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν εἶναι ἀναγκαία.
§43Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον Κ. Πρόεδρε προτήτερα.
§44ΤΙΝΕΣ. Δὲν πειράζει.
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ εἰς τὰ Δικαστήρια φερόμενον θὰ λυθῇ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον· ὁ νόμος λέγει ὅτι τὰ ἐπικείμενα εἴκουσι τοῖς ὑποκειμένοις, ὁ δὲ τοῦ γηπέδου κύριος ὀφείλει ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν κύριον τῆς οἰκοδομῆς, ἐὰν ᾖναι καλῆς πίστεως. Ὁ Κ. Καλὸς λύει τὴν ὅλως πολιτικὴν ταύτην ὑπόθεσιν ὡσανεὶ ἦτον ὅλως ἰδιωτική. Ἂν ἡ Συνέλευσις ἦτο τῆς γνώμης αὐτῆς, τότε εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἀποφασίσῃ, ἂν ὅμως νομίζῃ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔχει τὸν πολιτικὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον τῆς ἀποδίδω, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν μεχρισοῦ σκεφθῶμεν κατάλληλον λύσιν.
§46Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὸν προαγορεύσαντα φρονῶ, ὅτι εἶναι περιττὴ καὶ μάλιστα ἄτοπος ἡ πρότασις, καθόσον ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ δημόσιον ἔχει νὰ κάμῃ μὲ ἕνα ἰδιώτην, ὁ Ὄθων δὲν εἶναι ἢ ἁπλοῦς ἰδιώτης σήμερον. Ἐὰν τὸ ζήτημα ἀμφισβητηθῇ, τὰ δικαστήρια, ἢ διαιτητικὴ ἐπιτροπὴ θέλουσι λύσει αὐτό. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὸ προτεινόμενον ψήφισμα θέλει προξενήσει κακὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην Ἡμεῖς βεβαίως θὰ ἔχωμεν τὸ παλάτι ὡς ἰδιοκτησίαν, διότι ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας κατὰ τὸν ἰσχύοντα παρ’ ἡμῖν νόμον, τὰ ἐπικείμενα εἴκουσι τοῖς ὑποκειμένοις. Λοιπὸν τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἔλθωμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ κηρύττομεν ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν; Διπλωματικῶς εἰμποροῦμεν νὰ καταστήσωμεν γνωστὸν τὸν ἡμέτερον νόμον, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸ παλάτι ἀνήκει ὡς ἰδιοκτησία εἰς τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποζημιώσῃ τὸν Ὄθωνα. Αὐτὸ θὰ γραφῇ ἐκεῖ ὅπου πρέπει, εἶναι περιττὸν τὸ ψήφισμα.
§47ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, καὶ οἱ δύο προαγορεύσαντες σᾶς ὑπεστήριξαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς πραγματοποίησιν, παρὰ διὰ μιᾶς ἀποφάσεως. Ἐπὶ ὑποθέσει ὅτι εἷς ἰδιώτης κατέλαβε τὴν γῆν σας, καὶ ᾠκοδόμησεν ἐπ’ αὐτῆς, ἔχετε δικαίωμα ἐπὶ τῆς οἰκοδομῆς κατὰ τὴν ἀρχὴν τῶν προαγορευσάντων, ἀλλὰ δὲν εἰμπορεῖτε νὰ τὸ λάβητε ἄνευ μιᾶς δικαστικῆς ἀποφάσεως· ἀλλὰ σήμερον ἡμεῖς τί θέλομεν; Νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Ὄθωνα, «καταλαμβάνομεν τὰ ἀνάκτορα ἐπὶ ἀποζημιώσει, ἀφοῦ ἐκκαθαρισθῶσιν οἱ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἔθνους λογαριασμοὶ,» καὶ ἂν δὲν ἀρέσκεται εἰς αὐτὸ, ἂς καταφύγῃ αὐτὸς εἰς τὰ δικαστήρια. Κατὰ τὴν ἐναντίαν γνώμην δὲν δυνάμεθα ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως νὰ καταλάβωμεν τὰ ἀνάκτορα. Κάλλιον νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐναγομένου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ μία τοιαύτη τῆς Συνελεύσεως καὶ ὄχι τῶν δικαστηρίων ἀπόφασις. Δὲν δημεύομεν τὴν περιουσίαν του, διότι ἡ δήμευσις ἀπαγορεύεται καὶ καταδικάζεται παρὰ τοῦ ἐξευγενισμένου κόσμου. Τὴν καταλαμβάνομεν λοιπὸν ἐπὶ ἀποζημιώσει, καὶ ἂς ἀποταθῇ αὐτὸς εἰς τὰ δικαστήρια.
§48Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Λοιπὸν πρέπει ἡμεῖς ὡς δικασταὶ νὰ ἀποφασίσωμεν εἰς ἓν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφερόμεθα;
§49ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ θέτουν, ἔχουν δίκαιον ὅλοι οἱ προαγορεύσαντες ἐκτὸς τοῦ Κ. Καλοῦ, ὅστις ἔχει ἄδικον νὰ λέγῃ, ὅτι θέλει τὸ ψήφισμα νὰ μεταβάλλῃ τὴν θέσιν ἡμῶν ἀπὸ ἐναγόντων εἰς ἐναγομένους, καθότι ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις, «ἐν δημοσίᾳ ἀνάγκῃ δύναται ἡ ἰδιοκτησία νὰ ληφθῇ, ἀφοῦ προηγουμένως ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης.» Δυνάμεθα νὰ ἤμεθα ἴσως ἐναγόμενοι, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τοῦ ψηφίσματος· ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν τὸ ζήτημα τῆς ἰδοκτησίας τοῦ Ὄθωνος· εἶναι πολὺ περιπλεγμένον. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας τοὺς Ἕλληνας, ὅτι ὁ Ὄθων πολλὰ στρέμματα Ἑλληνικὰ ἐσφετερίσθη, πολλὰ ἄλλα χρήματα κατεχράσθη, καὶ τέλος πάντων εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ᾖναι ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου ὁ Ὄθων· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν πιθανὸν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν νὰ δημεύσωμεν τὴν περιουσίαν του πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου· λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν τόσον ταχέως εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀναβάλωμεν εἰς ἄλλην ἡμέραν, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν ἓν ψήφισμα, δι’ οὗ νὰ δημεύωμεν ὅλην τὴν ἐν Ἑλλάδι περιουσίαν τοῦ Ὄθωνος, καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, πρὸς τιμωρίαν του. Ἀφίνω ὅλας τὰς προηγουμένας περιστάσεις, καθ’ ἃς δὲν ἐνθυμοῦμαι, διότι δὲν ἤμην τότε εἰς ἡλικίαν νὰ γνωρίζω τὰ πράγματα, καὶ ἀφ’ ὅτου ἤρχισα νὰ ἐνθυμῶμαι, γνωρίζω, ὅτι κατὰ τὰ 54 ἄπειρα χρήματα τῶν ὁμογενῶν σταλέντα πρὸς ἐθνικὸν σκοπὸν, τὰ ἐσφετερίσθη· βʹ.) κατὰ τὴν Ναυπλιακὴν ἐπανάστασιν ἐξωδεύθησαν 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν πρὸς καταστροφὴν ἐθνικοῦ κινήματος, διὰ νὰ βασιλεύῃ παρανόμως· γʹ.) ἀπὸ τῆς ἀ. Φεβρουαρίου, ἐπειδὴ ὅμως τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Φεβρουαρίου τὴν υἱοθετήσαμεν καὶ τὴν ἐθεωρήσαμεν ὡς τὴν ἔναρξιν τοῦ ἐθνικοῦ κινήματος, τὸ ὁποῖον ἐπεραιώθη τὴν 10 8βρίου, ἀπὸ τὴν ἀ. Φεβρουαρίου παρανόμως ἐβασίλευε διὰ τῆς βίας μόνον· ἔχει δὲ λάβει μισθοδοσίας ἀπὸ τῆς ἀ. Ἰανουαρίου 1862.
§50ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι διὰ νὰ λέγωνται.
§51ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Αὐτὰ Κ. Γλαράκη δὲν ἔχουν σχέσιν.
§52ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Δὲν σκοπεύω νὰ ἀπαντήσω εἰδικῶς εἰς κανένα, ὅστις θέλει ἂς ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος ν’ ἀπαντήσῃ· λοιπὸν λέγω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀ. Φεβρουαρίου ἔλαβε τοὺς μισθούς του μέχρι τέλους τοῦ 1862, ὅστις εἶναι ἓν ἑκατομμύριον πλὴν 80,000. Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα παρανόμως ἔλαβε, τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ ἔθνος, πρέπει δι’ ὅλα αὐτὰ νὰ διαθέσῃ τὸ ἔθνος τὴν ἀκίνητον περιουσίαν αὐτοῦ τὴν ἐν Ἑλλάδι· τὸ νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Καλοῦ νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀποζημιώσεως, τὸ θεωρῶ κακῶς κείμενον.
§53ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, ὑπαρχόντων νόμων εἰς τὸ κράτος, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλίζουν τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν ἑκάστου, νομίζω, ὅτι εἶναι πάντῃ περιττὴ ἡ σήμερον ἐπερχομένη βιαίως ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, διότι οὕτω θεωρεῖ ἡ Συνέλευσις, ὡς νὰ μὴ ὑπάρχῃ νομοθεσία, ἥτις νὰ κανονίζῃ τὰ τοιαῦτα, ὡς νὰ μὴ ὑπάρχουν προγενέστεροι νόμοι, καὶ ἔρχεται σήμερον πρώτην φορὰν νὰ συζητήσῃ τὸ τοιοῦτον· τοῦτο θὰ κάμῃ κακὴν ἐντύπωσιν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Ἂν ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν νέον Νόμον, καθότι θέλει φανῆ ὅτι πηγαίνομεν νὰ ἁρπάσωμεν ὅ,τι δὲν μᾶς ἀνήκει· ὑπάρχουν νόμοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐξασφαλίζουν· τὰ ἀνάκτορα αὐτὰ ἀνεγνωρίσθησαν διὰ πράξεως ἢ διὰ νόμου· καὶ δὲν ἦλθε τὸ ἔθνος εἰς τὴν πληρωμὴν καὶ ἀποζημίωσιν τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν αὐθορμήτως, ἀλλὰ δι’ ἀποφάσεως ὡς τῆς ἀποφάσεως τῆς ἀ. Βουλῆς, ἥτις ἔθεσεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ποσὸν περὶ ἀποζημιώσεως τῶν οἰκοπέδων εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν προϋπέθεσεν ὡς δημόσια καὶ τὰ ἐπ’ αὐτῶν, διότι μέχρι τῆς μεταβολῆς τῆς Σεπτεμβριανῆς μεταπολιτεύσεως τὰ τῶν ἀνακτόρων ἦσαν εἰς ἀμφισβητήσιμον θέσιν καὶ νόμος δὲν ὑπῆρχεν ὁρίζων τὰ περὶ τούτου. Μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν, ὅτε ὡρίσθη συνταγματικῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, τότε ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη εἰς ποίαν κατηγορίαν νὰ ὑπαχθοῦν ταῦτα· ὑπάρχει λοιπὸν πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ Δημοσίου, ὅτι τὰ ἀνάκτορα εἶναι τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ ψήφισμα τῆς Βουλῆς τότε ἐκανόνισεν, ὅτι εἶναι δημοσίας χρήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἔθεσε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν κατ’ ἔτος 200 ἕως 300 χιλιάδας δραχμὰς διὰ νὰ ἀποζημιώνωνται οἱ ἰδιοκτῆται τῶν γηπέδων· ἑπομένως τὸ ἀνάκτορον μένει ὑπὸ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Τώρα καθιεροῦντες ἡμεῖς ἑτέραν πρᾶξιν, ἐξασθενοῦμεν τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, διότι λέγομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν δικαίωμα ἐθνικὸν, καὶ ὅτι ἐρχόμεθα νὰ τὸ ἁρπάσωμεν δι’ ἑνὸς νέου νόμου. Ἑπομένως ἀντὶ νὰ κάμητε καλὸν θὰ κάμητε κακὸν, θὰ θεωρηθῇ μία βιαία καὶ αὐθαίρετος διαρπαγὴ, ἐνῷ ὑπάρχει νόμος.
§54ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Νὰ ἔλθουν τὰ πρακτικὰ τοῦ 1845.
§55ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὸς ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἀναφέρει τὸ ψήφισμα, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ, διότι κατὰ τὴν ἰδέαν μου δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἐπὶ τῆς οἰκοδομῆς αὐτῆς, καθόσον ὁ Ὄθων δὲν ἔχει ἰδίαν περιουσίαν ἐν Ἑλλάδι, οὐδὲ ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ ἰδιοκτησία. Ὅλοι γνωρίζετε ἴσως, Κύριοι, πολὺ καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Δὲν ἐξεύρω ἀκριβῶς, πιστεύω ὅμως, ὅτι μέρος αὐτοῦ ἐχρησίμευσε πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ Παλατίου. Ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ πρώτη Βουλὴ παρεδέχθη καὶ καθιέρωσε τὴν ἀρχὴν....(θόρυβος) διὰ τοῦ ψηφίσματος ἀφιεροῦται ἓν δικαίωμα εἰς τὸν Ὄθωνα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ὑπάρχῃ· ἐὰν ἔχῃ δικαίωμα ἂς ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Ἰδοὺ τί λέγει «ἐπιφυλάσσεται τὸ δικαίωμα τοῦ πρώην Βασιλέως καὶ παντὸς τρίτου». Ὁ Ὄθων ἐξ ἰδίων δὲν ἐξώδευσε πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ Παλατίου. Ὅλοι γνωρίζετε, δὲν ἔχομεν ἀποδείξεις τακτικὰς, γνωρίζετε, ὅτι ἐκ πολλῶν χρημάτων διάφορα κονδύλια ἐξωδεύθησαν διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ παλατίου· φρονῶ καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ δύω, τρεῖς ἡμέρας τὴν συζήτησιν αὐτὴν διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς ποίαν κατάστασιν ὑπάρχει τὸ δάνειον μεταξὺ Βαυαρίας καὶ Ἑλλάδος.
§56ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.
§57ΔΑΓΡΕΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴν ἔχῃ σχέσιν, ἀλλὰ τὸ σχετίζομεν ἡμεῖς. Ἠξεύρω, ὅτι ἀπὸ τὰ 60 ἑκατομμύρια μόλις 8 ἢ 9 ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μεταξὺ Βαυαρίας καὶ Ἑλλάδος ὑπάρχει συνθήκη, διὰ τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦται ἡ Βαυαρία νὰ πληρώνῃ τὸν ξένον στρατὸν, καὶ μολοντοῦτο τὸν ἐπλήρωσεν ἡ Ἑλλάς· μέρος δ’ αὐτοῦ τοῦ δανείου ἐχρησίμευσεν εἰς οἰκοδομὴν τοῦ Παλατίου. Προτείνω λοιπὸν, ἢ ν’ ἀναβληθῇ, ἢ ν’ ἀπαλειφθῇ αὐτὴ ἡ λέξις, «ἐπιφυλάσσεται».
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, εἶπον καὶ ἀπὸ τὴν θέσιν μου, ὅτι τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Κ. Καλὸς, δὲν φέρει νέαν τινὰ ἰδέαν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἠκούσατε δὲ καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Κ. Μαυροκορδάτον, ὅτι τὸ αὐτὸ φρονεῖ. Καὶ τῳόντι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ὅπως ἐπὶ ἑνὸς ἰδιώτου κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ προκειμένου περὶ Ὄθωνος, τὸ ὑποβληθὲν ψήφισμα λύει τὸ προκείμενον ζήτημα. Ὅστις οἰκοδομεῖ ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας, ἐὰν οἰκοδομῇ μὲ τὴν ἄδειαν τοῦ ἰδιοκτήτου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν παρ’ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος πάλιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραλάβῃ τὴν οἰκοδομήν. Τὸ ψήφισμα διατυπώνει ὡς ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν τὸ ἀνάκτορον, δηλ. τὸ κτίριον, καὶ συγχρόνως ἀποφασίζει ὅτι ὁ Ὄθων καλῇ τῇ πίστει ἔκτισε κ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποζημιωθῇ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ διατύπωσις εἰς νομοσχέδιον μιᾶς διατάξεως τοῦ νόμου. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ κατασταθῇ ἀντικείμενον ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως, ἐννοῶ μόνον, ὅτι ἡ Συνέλευσις ματαίως καλεῖται ν’ ἀποφασίσῃ τὸ ζήτημα, καθ’ ὃν τρόπον ἐκ τοῦ νόμου εἶναι ἤδη ἀποφασισμένον. Δὲν εἶναι ἄρα δυνατὸν καὶ δίκαιον νὰ ἐξασφαλίσωμεν καλλίτερα τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, περὶ τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἐνασχοληθῇ ἡ Συνέλευσις, καὶ διὰ νὰ ἐνασχοληθῇ ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ καιρός. Ἐξετάζω λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλοῦ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ ὑποθέτει πρὸ πάντων, ὅτι τὸ ἀνάκτορον εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις πρὸς τὸ παρὸν δὲν τὸ γνωρίζει· τοὐλάχιστον ἐγὼ τὸ ἀγνοῶ. Ἀγνοῶ, ἐὰν ὁ νέος Βασιλεὺς θὰ θελήσῃ ἀφεύκτως νὰ κατοικήσῃ εἰς τὸ ἀνάκτορον, ἀλλὰ, καὶ ἂν θελήσῃ νὰ κατοικήσῃ εἰς τὸ ἀνάκτορον, δὲν ἠμπορεῖ ἆρά γε νὰ παρουσιασθῇ ἐμπόδιον, τὸ ὁποῖον νὰ καταστήσῃ αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν ἐπιζήμιον; Τὸ ψήφισμα δίδει ἓν δικαίωμα εἰς τὸν Ὄθωνα ν’ ἀποζημιωθῇ καὶ ἀδιαφορεῖ, ἂν ἡ αἰτηθησομένη ἀποζημίωσις ἔσεται ὑπερβολική. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι οἱ διαιτηταὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ διορισθοῦν, προτείνουν ἐκτίμησιν λίαν ἐξογκωμένην, τί γενήσεται τότε; Νομίζετε, ὅτι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν τύχην, καὶ ἀποφασίζοντες, ὅτι ἀφεύκτως ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ κατοικήσῃ ἐντὸς τῶν ἀνακτόρων, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποζημιώσεως, χωρὶς οὐδεμιᾶς βάσεως; Αὐτὸ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἰδέαν κανενὸς Πληρεξουσίου. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι πρῶτος ὁ Βασιλεὺς θέλει ἀρνηθῆ νὰ κατοικήσῃ εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ἐὰν μεγάλη ἀποζημίωσις ἀπαιτηθῇ. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ πρώτη ἔλλειψις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ ψήφισμα αὐτὸ, ψηφιζόμενον ἀπὸ τοῦδε, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κἀμμία διάταξις, ἡ ὁποία, ἢ νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκτιμήσεως, ἢ τὴν ἐκτίμησιν ἀπὸ τοῦδε, ἢ ἄλλον τρόπον νὰ ἐφεύρῃ πρὸς κανονισμὸν τῆς ὑποθέσεως. Ἐκτὸς τούτου ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ σκεφθῇ ἡ Συνέλευσις, διότι, παρὰ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου Κυρίου Καλοῦ, ὑπάρχουν καὶ λύσεις ἄλλαι. Κατὰ τὴν πρώτην ἔναρξιν τῆς Συνελεύσεως, ὁπότε βεβαίως αἱ ἐπαναστατικαὶ ἰδέαι ἦσαν πολὺ πλέον προχωρημέναι, ἐγεννήθη γενικῶς σχεδὸν, ἢ κατὰ μέγα μέρος, ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ παλάτιον δὲν εἶναι τοῦ Ὄθωνος· καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ὁ πρέσβυς τῆς Βαυαρίας (δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὑπεστήριζαν τὴν γνώμην του καὶ οἱ ἄλλοι πρέσβεις) ἐζήτησε τὴν κατοχὴν τῆς περιουσίας τοῦ Ὄθωνος, τότε ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι αὐτὴ ἡ περιουσία δὲν εἶναι τοῦ Ὄθωνος. Ἀλλὰ σκεφθέντες καλλίτερον, ἐπειδὴ ἡ ἐπανάστασις τότε δὲν ἦτο στερεωμένη, οὐχὶ ἐσωτερικῶς, ἀλλὰ ἐξωτερικῶς, εἴπομεν ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα ἀσφαλέστερα· καὶ τότε ἀπεφασίσθη ν’ ἀποδοθῶσι τὰ κινητὰ πράγματα τοῦ Ὄθωνος. Διὰ δὲ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν πρὸς τὸν πρέσβυν, ἀπεφύγαμεν τὸ ζήτημα περὶ τῆς περιουσίας τῆς ἀκινήτου· εἴπομεν· «παραδεχόμεθα τὸ νὰ λάβουν τὴν κινητὴν περιουσίαν των, τὰ ἐνδύματά του ὁ Ὄθων καὶ ἡ Βασίλισσα τὰ ἐδικά της, ἐξηρέσαμεν τὰς ἀρχαιότητας καὶ τὰ ἔγγραφα, καὶ δὲν ἠξεύρω τι ἄλλο, ὡς πρὸς δὲ τὰ ἀκίνητα εἴπομεν, ὅτι δὲν ἐνδίδομεν.» Οὔτε ἠδυνάμεθα, Κύριοι, ν’ ἀναδεχθῶμεν τὴν εὐθύνην μιᾶς λύσεως ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως καὶ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Ὁ Κύριος Πρέσβυς οὔτ’ ἔγραψε πλέον τίποτε μετὰ τὴν ἀπάντησιν ἐκείνην, οὔτ’ ἐζήτησέ τι. Ἴσως φαίνεται τοῦτο παράξενον εἴς τινας· αἰτία εἶναι διότι τὸ ζήτημα ἔρχεται σήμερον, ἀλλ’ εἰς τὴν πηγὴν τῆς ἐπαναστάσεως ἡ ἰδέα τῆς δημεύσεως δὲν ἦτο ξένη. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ὀλίγος καιρὸς καὶ δύω καὶ τριῶν ἡμερῶν ὅπως σκεφθῶμεν ὡρίμως.
§59Α. Χ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἔρχομαι εἰς ὑποστήριξιν τοῦ προταθέντος ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον θεωρῶ κατεπεῖγον, ὄχι διότι πρόκειται νὰ πάθουν ἢ νὰ διακοποῦν ἴσως αἱ συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀνάγκη τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λυθῇ, καθόσον, δὲν ἀμφιβάλλω, περισπουδάστως φροντίζουσιν οἱ ἐν Κοπεγχάγῃ καὶ οἱ περὶ τὸν Βασιλέα ἡμῶν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ ὁ Βασιλεὺς ποῦ θὰ κατοικήσῃ ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν, ἰδιώτης τις, μεταβαίνων ἀπὸ ἕνα τόπον εἰς ἄλλον, φροντίζῃ προηγουμένως νὰ παρασκευάσῃ τὰ τῆς ἀνέτου κατοικίας του, κατὰ μείζονα λόγον εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν εὑρίσκεται εἷς Βασιλεὺς μιᾶς ἐπικρατείας διὰ νὰ γνωρίζῃ τὴν κατοικίαν του εἰς τὸν τόπον, ὅπου θὰ ζήσῃ· καὶ δὲν ἠμπορῶ διόλου νὰ παραδεχθῶ, ὅτι εἶναι εἰς τὴν ἰδέαν κἀνενὸς Ἕλληνος, κἀνενὸς ἐξ ἡμῶν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς, ἐρχόμενος, πρέπει νὰ κατοικίσῃ εἰς ἄλλο παρὰ τὸ μόνον παλάτιον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὅλοι προσδοκῶμεν καὶ ἐπιδιώκομεν τὴν ταχίστην ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως, ἑπομένως εἶναι λίαν κατεπεῖγον νὰ παρασκευάσωμεν τὰ τῆς κατοικίας του· λέγων δὲ νὰ προπαρασκευάσωμεν τὰ τῆς κατοικίας του, δὲν ἐννοῶ μόνον νὰ ὑποδείξωμεν ποῦ θὰ κατοικήσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἐσωτερικῆς διασκευῆς, καὶ περὶ ὅσων ἀναγκαιοῦσιν εἰς τὸ βασιλικὸν μέγαρον, καὶ γνωρίζετε, ὅτι ἐκ διαφόρων συμβάντων τὸ μέγαρον αὐτὸ ἔχει ἀνάγκην πολλῶν ἐπισκευῶν καὶ ἐξωτερικῶς καὶ ἐσωτερικῶς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δείξωμεν εἰς τὸν Βασιλέα ἡμῶν, ὅτι ἐφροντίσαμεν ἀπὸ σήμερον νὰ παρασκευάσωμεν τὴν κατοικίαν του, καὶ νὰ γνωρίσῃ τοῦτο, πρὶν ἀκόμη ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὴν Κοπεγχάγην. Κύριοι, ἐπειδὴ τὸ προκείμενον ζήτημα ἐθεωρήθη καὶ ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον ἐπ’ αὐτοῦ. Δὲν εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι πάντοτε τὰ ἐπικείμενα εἴκουσι τοῖς ὑποκειμένοις. Ὅταν τὰ ἐπικείμενα ᾖναι μεγάλης ἀξίας, πολὺ μεγαλητέρας ἀξίας, παρὰ τὰ ὑποκείμενα, τότε τὰ πρῶτα, δύναταί τις ἴσως νὰ εἴπῃ, σύρουσι τὰ δεύτερα, ὄχι τὰ δεύτερα τὰ πρῶτα· (θόρυβος). Ὑπάρχει ἕνας νόμος, τὸν ὁποῖον ἐνθυμίζω εἰς τὸν σοφὸν πανεπιστήμονα Κ. Σαρίπολον, ὁ ὁποῖος μὲ διακόπτει, καθ’ ὃν, ὅταν τὰ κτήματα, τὰ ἐπικείμενα, ᾖναι μεγάλης ἀξίας, καὶ διὰ νὰ ὁρίσω καλλίτερον, ὅταν ἐπὶ τῆς γῆς ᾖναι ἐργαστήρια, τὰ ὁποῖα δίδουν πρόσοδον σημαντικὴν, τὰ ἐργαστήρια ταῦτα σύρουσι τὸ οἰκόπεδον. Ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ Ῥωμαϊκῷ νόμῳ, Κύριε πανεπιστήμων.
§60ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νὰ μοῦ τὸν δείξητε.
§61ΛΟΝΤΟΣ. Σᾶς τὸ λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος· ἐδῶ δὲν ἤλθομεν νὰ ἀνοίξωμεν τοὺς Κώδικας τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, ἦλθον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κατὰ τὰς γνώσεις μου τὰς ἀσθενεῖς, τὸ ὁμολογῶ, πολὺ ἀσθενεστέρας τοῦ πανεπιστήμονος Κυρίου Σαριπόλου, φρονῶ καὶ δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ὑπάρχει διάταξίς τις ἐν τῷ Ῥωμαϊκῷ Νόμῳ τοιαύτη. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ κρίνητε περὶ τῶν ὡρισμένων, ν’ ἀμφισβητήσητε τὴν ὕπαρξιν μιᾶς τοιάδε ἢ τοιάδε διατάξεως τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, ἐδῶ τὰ ζητήματα λύονται ὑπὸ πρακτικωτέραν καὶ πολιτικωτέραν ἔποψιν. Ἀλλὰ πρὶν ἀποχωρήσω ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῆς νομικῆς, ἐὰν δὲν ἐφάνη εἴς τινας ἀρεστὴ ἡ πρώτη παρατήρησις, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν δευτέραν, κατὰ τῆς ὁποίας δὲν πιστεύω νὰ μοῦ γείνῃ ἴσως ἀντίῤῥησις. Τὰ ἐπικείμενα, συμφωνῶ μαζύ σας, τὰ ἐπικείμενα οἱασδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἀξίας ὑπόκεινται τοῖς ὑποκειμένοις, ἄρα ἡ οἰκοδομὴ ἀνήκει εἰς ἐκεῖνον, ὅστις εἶναι Κύριος τοῦ γηπέδου μὲ τὴν διαφορὰν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε καὶ ὁ προαγορεύσας, ὅτι ἐὰν ὁ οἰκοδόμος ᾖναι καλῆς πίστεως, ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐξαντληθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἀποζημιώσεως, φρονεῖτε, ὅτι, ἔχοντες τοῦ ὑποκειμένου τὴν κυριότητα, δύνασθε νὰ λάβητε ὑπὸ τὴν κατοχήν σας τὸ ἐπικείμενον; Ὄχι, ἐὰν δὲν θέλετε νὰ φανῆτε ἅρπαγες· εἴμεθα κύριοι τῶν γηπέδων, συμφωνῶ, ἀλλ’ ὁ οἰκοδόμος ὁ καλῆς πίστεως δύναται νὰ θεωρηθῇ προσκαίρως καὶ κύριος τοῦ οἰκοδομήματος. Φρονεῖτε, ὅτι δύνασθε νὰ εἰσέλθητε πρὶν ἢ προσδιορισθῇ, καὶ πρὶν γείνῃ ἀποζημίωσις,; Ὄχι· φρονῶ, Κύριοι, ἐὰν δὲν θελήσητε διὰ τῆς βίας νὰ παραλάβητε τὸ πρᾶγμα, ὥστε, ἐὰν ὁ πεσὼν Βασιλεὺς δι’ ἀντιπροσώπων, οἵτινες καὶ ἄλλοτε ἐπὶ τῆς παραδόσεως τῶν κινητῶν ἐξεπροσώπευσαν αὐτὸν, ἐὰν θελήσῃ, λέγω, δι’ αὐτῶν ν’ ἀντείπῃ εἰς τοῦ μεγάρου τὴν παράδοσιν, ὅπου εἰσέτι κεῖνται καὶ ἔπιπλα, ἀνήκοντα, ὡς ἀνεγνωρίσθη μέχρι τοῦδε, εἰς τὸν πρώην Βασιλέα, μοὶ φαίνεται, ὅτι σεῖς δὲν δύνασθε ἢ μᾶλλον δὲν θέλετε ἀποφασίσει βίᾳ νὰ τὸ καταλάβετε. Εἶπον λοιπὸν διὰ τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λύσητε δι’ ἑνὸς νόμου εὐφήμως καὶ εὐλόγως τὸ ζήτημα, μηδόλως δὲ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τὸ ἀπεχθὲς, τὸ ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὴν γενναιοφροσύνην τὴν Ἑλληνικὴν τῆς δημεύσεως. Σεῖς ἀπεκρούσατε τὴν δήμευσιν εὐλόγως καὶ δικαίως καὶ ἀποκρούσαντες αὐτὴν πρέπει νὰ καθιερώσετε ἕνα νόμον. Λοιπὸν παραδεχόμενοι ὅτι τὸ ζήτημα λύεται νομοθετικῶς, καὶ λύοντες αὐτὸ οὕτω πως δὲν ἀδικεῖτε οὐδένα, ἀναγνωρίζετε τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸν ἔχοντα πράγματι αὐτό· ἀναγνωρίζετε τὴν κυριότητα εἰς τὸ Ἔθνος, ὑπόχρεον νὰ ἔλθῃ εἰς ἀποζημίωσιν ἐκείνων τῶν προσώπων, δι’ οἱαδήποτε αἴτια ἔχουσι λόγῳ δικαιώματος ἀποζημιώσεως. Τελειόνων τὸν λόγον μου μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἔργον προνοίας, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς τὸ εἴπω, νὰ λύσητε αὐτὸ τὸ ζήτημα· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, οὔτε ν’ ἀναδιφήσωμεν παλαιὰ ἀρχεῖα, οὔτε νὰ παρατηρήσωμεν τὶ λέγουν αἱ παλαιαὶ Βουλαί· μ’ ὅλον ὅτι πάλιν τὸ ἀμφισβητῶ, ὅτι ἔγεινε ποτὲ λόγος τοιοῦτος, καὶ τοιαύτη ψήφισις, τοῦ Βασιλέως παρόντος, μόλον τοῦτο πιθανὸν νὰ ἀνεύρωμεν κάτι τι πρὸς ὑπεράσπισίν μας, τὸ ὁποῖον εἴτε νὰ ἐξαλείψῃ, εἴτε νὰ ἐλαττώσῃ τὰ δικαιώματα τῆς ἀποζημιώσεως. Αὐτὰ εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποδειχθοῦν δικαστικῶς, ἐὰν τῷ ὄντι ἐδαπανήθησαν χρήματα, πόσα ἐδαπανήθησαν, καὶ πόσα ἐξ αὐτῶν πρέπει ν’ ἀποδοθοῦν· ἀλλ’ ἀγαθῆς προνοίας ἔργον εἶναι νὰ κηρύξωμεν τὴν περιουσίαν αὐτὴν Ἐθνικὴν, ἄνευ ζημίας κἀνενός. Τότε ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐπισκευάσῃ τὸ Παλάτιον, καὶ δύναται ἀποτεινομένη πρὸς τὸν Βασιλέα νὰ τῷ εἴπῃ, «τὰ Μέγαρά σου εἶναι ἕτοιμα· δυσκολία δὲν ὑπάρχει πρὸς τοῦτο νὰ μεταβῇς τὸ ταχύτερον εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθόσον τοιαύτη εἶναι ἡ εὐχὴ, τοιοῦτος ὁ πάνδημος τῶν Ἑλλήνων πόθος».
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἔγεινεν αἴτησις περὶ ἀναβολῆς, αὕτη εἶναι παρεμπίπτουσα πρότασις, καὶ κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει νὰ ὑποστηρίξωσι δέκα τοὐλάχιστον πληρεξούσιοι αὐτήν. Παρακαλεῖσθε λοιπὸν, Κύριοι, ὅσοι θέλετε τὴν ἀναβολὴν νὰ σηκωθῆτε, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν εἶσθε δέκα, (ἐγείρονται πλείονες τῶν δέκα). Ἤδη ἐρωτῶ, ὅσοι θέλετε τὴν ἀναβολὴν δι’ ἄλλην συνεδρίασιν, νὰ σηκωθῆτε, (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Λοιπὸν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§63ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει πλάνη κατὰ τὴν συζήτησιν, πλάνη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν αἱ ἀγορεύσεις διαφόρων πληρεξουσίων. Ἐνόμισαν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀντικειμένου τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἑπομένως ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ταύτην ὁρμώμενοι ἤθελον νὰ ἐφαρμόσουν τὸν ἰδιωτικὸν νόμον καὶ τὴν διαδικασίαν αὐτοῦ, ὑποστηρίζοντες, ὅτι δύναται ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ὄθων νὰ δικασθῶσιν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ὁ Κύριος Καλὸς ἀντιτείνων εἰς αὐτὰς τὰς προτάσεις, θέλω, εἶπε, διὰ τοῦ ψηφίσματος τούτου νὰ καταστήσω τὴν Ἑλλάδα ἐναγομένην, καὶ τὸν Ὄθωνα ἐνάγοντα, ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ὁ Συνταγματικὸς Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἰδίαν περιουσίαν, διότι ἀποτελεῖται ἀπόλυτος συγχώνευσις μεταξὺ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Ἔθνους, ἡ δὲ πραγματοποίησις τῆς ταυτότητος ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν· κατὰ τὴν ἐπελθοῦσαν βιαίαν ῥῆξιν παρουσιάζεται, ἐπαναλέγω, ζήτημα καθαρὸν τοῦ Δικαίου τῶν Ἐθνῶν. Ἂν εἶχε περιουσίαν ὁ πρώην Βασιλεὺς, ποῖαι εἰσὶν αἱ ἀπαιτήσεις αὐτοῦ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις του πρὸς τὸ Ἔθνος; εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα λύονται οὐχὶ διὰ τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ δι’ ἐπιτροπῶν καὶ διὰ τῆς μεσολαβήσεως ἴσως ἄλλης ἐξουσίας, ὡς ἐν ὁμοίαις περιπτώσεσιν ἐγένετο. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται σήμερον νὰ περιέλθῃ εἰς τοιαῦτα ζητήματα χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐξομαλυνθοῦν διπλωματικῶς αὐτά. Καὶ ἂν ἡ Συνέλευσις λύσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα, ἡ ἀπόφασίς της δὲν ἔχει ἰσχύν. Νῦν πρόκειται νὰ θεραπεύσωμεν μίαν ἀνάγκην, νὰ προετοιμάσωμεν δηλ. τὰ Βασιλικὰ Μέγαρα διὰ τὴν ὑποδοχὴν τοῦ Βασιλέως. Νομίζω, ὅτι τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τὴν θεραπεύει πληρέστατα τὸ ψήφισμα τοῦ Κυρίου Καλοῦ, τὸ ὁποῖον κηρύττει ἐθνικὴν περιουσίαν τὰ Ἀνάκτορα· ἐπιφυλάττει δὲ, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχουν δικαιώματα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τοιαῦτα. Τὸ ψήφισμα τοῦτο, καὶ τὰ τῶν τρίτων δικαιώματα διατηρεῖ, καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Συνελεύσεως διασώζει· πιστεύω δὲ, ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ οὐδεμία διαφωνία εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§64ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα ἔχει μεγάλην σχέσιν ὡς πρὸς τὴν νομικὴν λύσιν του μὲ τὸ ζήτημα τῆς καλῆς ἢ κακῆς πίστεως, εἰς ἣν εὑρίσκετο ὁ πρώην Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, ὅταν τὸ ἔθνος ὁλόκληρον τὸν ἐκήρυξεν ἔκπτωτον. Εἷς τῶν προαγορευσάντων, ὅστις μὲ ἠνάγκασε ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα, ἤθελε νὰ διαμφισβητήσῃ τὸ νομικὸν ἀξίωμα, ὅτι «τὰ ἐπικείμενα εἴκουσι τοῖς ὑποκειμένοις» καὶ εἶπεν ὅτι, ὁσάκις ἡ ἀξία τῶν ἐπικειμένων εἶναι τοσαύτη, ὥστε ὑπερβαίνει τὴν τοῦ γηπέδου, ὅτι τότε τὸ ὑποκείμενον ὑποχωρεῖ τῷ ἐπικειμένῳ, καὶ ἑπομένως δὲν ἰσχύει τὸ πρῶτον ἀξίωμα. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν τῶν πηγῶν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις, ἀλλ’ ὁ προλαλήσας ἐσύγχυσε μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ὡς πρὸς τὰ κινητὰ πράγματα· περὶ τῶν ἀκινήτων δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διάταξις, οὔτε συγγραφεύς τις ἀναφέρει τοιαύτην τινά. Ἀλλ’ ἤθελε, Κύριοι, νὰ σᾶς διαμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τὸ ἐθνικὸν, τοῦ νὰ θεωρῆται ἐθνικὴ ἰδιοκτησία δυνάμει τῶν κειμένων νόμων τὸ μέγαρον αὐτὸ, διότι σᾶς εἶπεν ὅτι ὁσάκις εἶναι ξένον τὸ γήπεδον, τὸ ὑποκείμενον ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ ἐπικείμενον, τοὐτέστιν ἤθελε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπισχέσεως, (jus retentionis) μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ ἀποζημίωσις. Ἐδῶ ὁ Κ. Λόντος ἔσφαλε δι’ ὃν λόγον εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι ἐσύγχυσε τὴν διάταξιν τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, ὅτι τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον ὀφείλει νὰ σιγήσῃ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, νομίζω, ὅτι τότε καὶ τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον παραδέχεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπισχέσεως, ὅταν ἀκόμη διατηρῆται ἐν τῇ κατοχῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διεκδικεῖ τὴν ἀποζημίωσιν, καὶ ὅταν ἀκόμη διατηρῆται ἐν καλῇ πίστει, ἀλλ’ ὅταν ἔθνος λέγῃ εἰς ἡγεμόνα, ὅτι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς σὲ, ὅτι ἐπιθυμῶ ν’ ἀπέλθῃς ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἦμαι ὑπὸ τὸ κράτος σου, τότε νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον καλὴ πίστις δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν πρέπει νὰ γίνεται λόγος καὶ περὶ ὅλων τῶν ἀξιώσεων, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν νὰ τῷ ἐπιφυλάξωμεν τοσαῦτα δικαιώματα. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἰδέα κοσμοπολιτική. Ἂν ὁ πρώην Βασιλεὺς, ἐξώδευσεν ἐξ ἰδίων του εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν τοῦ μεγάρου, κἀνεὶς βεβαίως δὲν δύναται νὰ τὸν στερήσῃ τοῦ δικαιώματος, τοῦ νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν· ἀλλὰ τὸ νὰ λύωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τοῦδε ὅτι τοῦ ἐπιφυλάττομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως, τοῦτο εἶναι τόλμημα μέγα, καὶ βῆμα πολὺ ἐπιζήμιον, καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τὴν κυριαρχίαν της ἀκόμη. Καθὼς εἶπον πολλοὶ, ὁ Ὄθων βασιλεύσας 30 ἔτη ἐν Ἑλλάδι, ἔκαμε τοιαύτην χρῆσιν τῆς ἐξουσίας του ἐνταῦθα, ὥστε πολλάκις διεχειρίσθη ἄπειρα χρήματα καὶ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, καὶ διαφόρων ὁμογενῶν, καὶ ἑπομένως καθίσταται ἀμφίβολον ἀκόμη, εἰς ποίαν σχέσιν χρηματικὴν ὡς πρὸς τὸν δημόσιον πλοῦτον εὑρίσκεται αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Φρονῶ, ὅτι τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ψηφίσματος τοῦ Κ. Καλοῦ πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, καὶ ὅτι καὶ τὸ πρῶτον, ἂν καὶ εἶναι περιττὸν, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, μολαταῦτα δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἑξῆς. Διὰ ν’ ἀποκοπῇ πᾶσα ἰδέα περὶ τοῦ ζητήματος, εἰς ποίαν κατάστασιν εἰς τὸ ἑξῆς θέλουν θεωρεῖσθαι τὰ ἀνάκτορα καὶ τὰ κτήματα τοῦ πρώην Βασιλέως, μοὶ φαίνεται ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο δύναται ἡ Συνέλευσις ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ἀναγνωρίζει, ὅτι ὅλα τὰ κτήματα ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον, χωρὶς νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως.
§65ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τότε εἶναι δήμευσις.
§66ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν εἶναι δήμευσις· τὰ γήπεδα εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι εἶναι τοῦ δημοσίου. Τὰ πλεῖστα τῶν δαπανηθέντων χρημάτων, ἀποδεικνύεται ἐκ διαφόρων αἰτιῶν, ὅτι δὲν ἦσαν τοῦ Ὄθωνος, ἀλλ’ ἐθνικὸς πλοῦτος· πιθανὸν νὰ ἐδαπάνησε καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα διαδικασίας δικαστικῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγείρεται τὸ ζήτημα, ὅτι αὐτὸς ἐδαπάνησε, καὶ ἴσως ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως, εἰμπορεῖ νὰ λυθῇ τὸ ζήτητα ἅπαξ διὰ παντός. Λέγω λοιπὸν ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὰ ἀνάκτορα ὡς μόνον ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν, καὶ τίποτε ἄλλο· καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν παραδέχομαι τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Καλοῦ μόνον κατὰ τὸ πρῶτον μέρος αὐτοῦ.
§67ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ τάξις τῶν συζητήσεων ἀπαιτεῖ ὁσάκις ἔρχεται πρότασις ά) νὰ προπαρασκευάζεται νὰ ἐξετάζῃ ὅστις θὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐὰν ἔχῃ οὕτως ἢ οὕτως, ἢ ἂν ἔχῃ σχέσιν μὲ προγενέστερα δικαιώματα καὶ ἄλλα τινὰ, καὶ νὰ ἐρχώμεθα καὶ ἡμεῖς ἐδῶ προπαρεσκευασμένοι καὶ νὰ ἄρχεται ἡ συζήτησις. Σᾶς λέγω λοιπὸν ὅτι εἰς τὴν πρώτην βουλὴν ἦλθε τὸ ζήτημα περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ἐθεωρήθη τὸ Ἀνάκτορον ἐθνικὸν καὶ διὰ τοῦτο ὤφειλον νὰ πληρωθῶσι τὰ γήπεδα, ἐπὶ τῶν ὁποίων κεῖται (θόρυβος).
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀντικείμενον τῳόντι πρωτίστης μερίμνης τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἦτον ἡ φροντὶς περὶ προπαρασκευῆς τῶν Ἀνακτόρων, τοῦ μεγάρου ἐκείνου, ἐν τῷ ὁποίῳ μέλλει νὰ κατοικήσῃ ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἡ μέριμνα αὕτη ἔπρεπε νὰ ᾖναι τοσοῦτον ταχεῖα, ἐφ’ ὅσον θερμὴ καὶ ἀκάθεκτος εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἔθνους νὰ ἴδῃ τὸν Βασιλέα αὑτοῦ ἐν τῷ μέσῳ αὑτοῦ· ἡ ἐπιθυμία αὕτη μὲ ἔκαμε, κύριοι, νὰ μὴ ἐπιμείνω συνιστῶν εἰς ὑμᾶς τὴν ἀναβολὴν τῆς ἀποφάσεώς σας, διότι ἀληθῶς μετὰ τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ὁ πληρεξούσιος ἐκ Μεσολογγίου καὶ τῶν ἐκ Λιβόρνου ὁμογενῶν σᾶς ἔκαμον, ἐνόμιζον ἀναγκαίαν τὴν ἀναβολὴν πρὸς ἄρσιν τῶν ἀμφιβολιῶν καὶ τῶν δισταγμῶν, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐγεννήθησαν ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν Κυρίων τούτων. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, πολὺ πεπειραμένος περὶ τὴν γνῶσιν καὶ ἀναδίφησιν τῶν νόμων διὰ νὰ σᾶς εἴπω ἂν αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Καλοῦ, εἶναι νενομοθετημέναι καὶ ἰσχύουσι κατὰ τὸ δίκαιον τὸ διέπον τὰς τοιαύτας σχέσεις ἐν Ἑλλάδι· ἐν περιπτώσει ὅμως, καθ’ ἣν αἱ διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ δικαίου παρεῖχον εἰς τὴν πολιτείαν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς αὐτὴν τὸ ψήφισμα αὐτὸ, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, λέγω, τὸ ψήφισμα δὲν εἶναι παντελῶς μάταιον νὰ ψηφισθῇ. Ἐπίσης καὶ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς πληρεξούσιος σᾶς ἐπρότεινε, καὶ ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι ἰσχυρὸς νὰ σᾶς ἀποτρέψῃ νὰ μὴ ψηφίσητε τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Καλοῦ, διότι, ὡς ἐκεῖνος ἐνθυμεῖται, καὶ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐν τῇ Βʹ. Συνόδῳ τῆς πρώτης περιόδου τῆς Βουλῆς ἐγένετο λόγος περὶ πιστώσεως χορηγουμένης εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ Ἀνακτορικοῦ κήπου οἰκοπέδων. Ἀληθῶς, ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐσκέφθη, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Θρόνου τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτεῖ καὶ τὰ Ἀνάκτορα καὶ τὰ περὶ αὐτὰ ἀποσπάσματα νὰ ὦσι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὸν σεβασμὸν τὸν ὀφειλόμενον εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τῆς πολιτείας· ἡ Βουλὴ αὕτη ἐψήφισε πίστωσιν ἵνα χορηγηθῇ τὸ τίμημα τῶν καταληφθέντων γηπέδων πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν· ἀλλ’, ὡς γνωρίζετε, ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ δὲν ἀρκεῖ ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης ἢ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἓν τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ συμπέσῃ καὶ ἡ ἔκφρασις τοῦ ἑτέρου τῶν νομοθετικῶν σωμάτων καὶ τοῦ Βασιλέως, τοιαύτη δὲ ἔκφρασις δὲν ἐγένετο. Ἑπομένως ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐξ Ἀττικῆς ἐξέφρασε, δὲν εἶναι ἀρκοῦσα ν’ ἀποτρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφίσωμεν τὸ ψήφισμα τοῦτο. Ὅθεν συνιστῶ ὑμῖν τὴν ἀνάγκην νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ψηφίσματος τοῦ Κ. Καλοῦ μετ’ ἐπιφυλάξεως τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ οἰκοδομήσας εἶχε, καὶ, συνιστῶν εἰς ὑμᾶς τοῦτο, προτίθεμαι νὰ ἀποκρούσω τὴν γνώμην καὶ τὴν ἰδέαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον νὰ ὑποβάλωσι σκέψεις περὶ δημεύσεως. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐκ Τήνου πληρεξούσιος ἐξέφρασεν, ὅτι, ὅταν ἐπανάστασίς τις ῥίπτῃ θρόνον, ὅταν ἐπανάστασις ἀποτελοῦσα τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κατάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν, τελεσθῇ, τότε αὕτη δύναται νὰ συγκαταστρέψῃ καὶ τὰ ἰδιωτικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ Βασιλεὺς εἶχεν. Ἐπίσης δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ φέρω λέξεις πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἕτεροι πληρεξούσιοι ἀνέφερον· βεβαίως ἐννοῶ ὅτι εἰς Σῶμα πολυμελές, ὡς ἡ Συνέλευσις αὐτὴ, εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσι τοιαύτας σκέψεις· ἀλλ’ εἰμὶ βέβαιος ὅτι αἱ σκέψεις ἐκεῖναι εἶναι καθαρῶς ἀτομικαὶ καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀναιρέσω αὐτὰς, διότι ἡ μεγάλη πλειονοψηφία, ἡ παμψηφία ἵνα εἴπω τῆς Συνελεύσεως, δὲν συνεμερίσθη αὐτάς· ἐξ ἐναντίας ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς παραστήσω διὰ μακρῶν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ὀκτωβρίου, ἡ ὁποία διεκρίθη διὰ τὴν μετριοπάθειάν της καὶ διὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ὑπαρχόντων δικαιωμάτων, ἡ ἐπανάστασις, ἥτις εἶχε σκοπὸν τὴν ἀνόρθωσιν καὶ τὴν κύρωσιν τῆς ἰσχύος τῶν Νόμων, πρέπει νὰ διατελῇ πόῤῥω πάσης ἰδέας ἀρνήσεως δικαιωμάτων καὶ δικαιοσύνης· πέποιθα δὲ ὅτι καὶ ὑμεῖς μακρὰν τοιαύτης ἰδέας θέλετε ψηφίσει τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ Κ. Καλός.
§69ΚΑΛΟΣ. Διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης δὲν ἐννοῶ ἡ Συνέλευσις νὰ καταργήσῃ δικαιώματα ἰδιωτικά. (θόρυβος). Κακῶς οἱ ἀγορεύσαντες σᾶς εἶπον ὅτι τὰ ἀνάκτορα ᾠκοδομήθησαν ἀπὸ τὸ δάνειον· ὁ Ὄθων ἐδαπάνησεν ἐξ ἰδίων, ἂν δὲ ἐσφετερίσθη χρήματα, αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν σήμερον· ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ Ὄθων μᾶλλον θὰ φανῇ ὀφειλέτης ἢ πιστωτὴς τοῦ δημοσίου. Διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης δὲν παραβλάπτω τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία, γενομένη παρὰ τοῦ Κυρίου Διαμαντοπούλου «Τὰ ἀνάκτορα καὶ τὰ παραρτήματα αὐτῶν ὡς καὶ οἱ Βασιλικοὶ σταῦλοι κηρύττονται ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, ἐπιφυλαττομένου τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποζημιώσεως παντὸς τρίτου».
§71ΚΑΛΟΣ. Δέχομαι τὴν πρότασιν αὐτὴν μὲ τὴν προσθήκην τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ τε Βασιλέως καὶ παντὸς τρίτου.
§72ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι, ἐγένετο λόγος μόνον περὶ τῶν Ἀνακτόρων καὶ μετὰ ταῦτα περὶ τῶν παραρτημάτων, καὶ ὡς παραρτήματα ἐνοήθησαν ὁ κῆπος καὶ οἱ Σταῦλοι· ἐὰν πρόκηται νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὸ κτῆμα τῶν Λιοσίων, τοῦτο νὰ μὴ τὸ κάμωμεν, διότι θὰ προικίσωμεν τὸ ἔθνος μὲ πολυδάπανον κτῆμα.
§73ΙΑΛΕΜΟΣ. Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, κανεὶς ὀλιγώτερον πεπειραμένος περὶ τὰ νομικὰ ὅσον ἐγώ· οὔτε τὰ ὑποκείμενα ἠξεύρω· οὔτε τὰ ἐπικείμενα γνωρίζω, οὔτε τὰς μεταξὺ τῶν λέξεων τούτων νομικὰς σχέσεις, ἓν πρᾶγμα γνωρίζω, ὅτι σπεύδομεν παραπολὺ ὁσάκις πρόκειται περὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωκεν ἡ μεταβολὴ τοῦ Ὀκτωβρίου, σπεύδομεν νὰ τὰ ἀπομακρύνωμεν νὰ τὰ παραχωρῶμεν εἰς ἄλλους, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀγορεύσεων καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ἐν τῇ Συνελεύσει τὴν στιγμὴν ταύτην. Συζητοῦμεν τι, τὸ ὁποῖον ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις ἀφῆκεν ἄλυτον, τὸ ζήτημα περὶ δημεύσεως τῶν Βασιλικῶν κτημάτων· ὠνομάσθη γενναιότης ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτῆς τῆς ἰδέας, ὠνομάσθη ἰδέα Ἑλληνικὴ, ἐνῷ ἡ δήμευσις ἐγεννήθη εὐθὺς μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν καὶ ἐνῷ καὶ πρότερον ἀκόμη ἐθεωρεῖτο ὡς ἐθνικὸν κτῆμα πρὶν ἢ ἀποχωρήσῃ ὁ Ὄθων ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα πᾶν, ὅ,τι οὗτος ἐκέκτητο. Ἐνομίζετο δὲ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο τόσον ἀπηλλαγμένον ἀμφιβολίας καὶ συζητήσεως, ὥστε ἀμέσως ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, σχεδὸν ἔδωσεν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς λύσις ὑπὲρ τῆς δημεύσεως καὶ δὲν ἦτο παράδοξον τοῦτο, ἀφοῦ εἴχομεν παραδείγματα τόσων μεγάλων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἂν δὲν θέλωμεν νὰ τὰ μιμηθῶμεν κατὰ τὰ ἄλλα τοὐλάχιστον κατὰ τοῦτο· ἐπειδὴ εἴμεθα πτωχοὶ, δυνάμεθα νὰ τὰ μιμηθῶμεν· ἔχομεν παραδείγματα ἐθνῶν καὶ ἐπικρατειῶν αἵτινες ἐνόμισαν ὅτι τὰ ἀνάκτορα καὶ ἡ ἰδιοκτησία τῶν ἐκπεπτωκότων ἡγεμόνων ἀνήκει εἰς τὰς ἐπικρατείας ταύτας. Σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὸν Κεραμεικὸν, τὸ Louvre τὸ Palais royal· ἰδίως τὸ Palais royal ἐθεωρεῖτο ἰδιοκτησία τῆς οἰκογενείας τῶν Ὀρλεάνς καὶ ὅτε ἐγεννήθη δίκη ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν αὐτὴν κατὰ τῆς δημοκρατίας καὶ τοῦ Ναπολέοντος, ἡ δίκη ἐγένετο ἐπὶ κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἠγόρασε βραδύτερον ὁ Φίλιππος. Διότι ἂν τὸ Tuilleries τὸ ἔκτισε, δὲν εἰξεύρω ποῖος Λουδοβίκος, μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἐθεωρεῖτο ὅμως κτῆμα ἐθνικὸν, καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ τὸ διαφιλονεικήσῃ. Τώρα γεννᾶται ἓν ἄλλο ζήτημα, ἂν τὰ ἀνάκτορα θεωροῦνται ἐθνικὴ ἰδιοκτησία καὶ ἂν δύναται νὰ κατοικήσῃ εἰς αὐτὰ ὁ ἡγεμών. Τὰ ἀνάκτορα εἶναι τόσον φανερὸν, ὅτι εἶναι ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, ὥστε ὁ νέος ἡγεμὼν δύναται νὰ διευθυνθῇ ἐκεῖ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία νὰ τῷ δίδῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸ πολὺ πολὺ, ἂν ὁ κῆπος τῆς Βασιλίσσης εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀνάκτορα, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη προηγουμένως καὶ ἐν τῇ πρώτῃ Βουλῇ καὶ διὰ τοῦτο νομίζω περιττὸν τὸ ψήφισμα τοῦ Κυρίου Καλοῦ, ἄλλως τε δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῶν ἀνακτόρων πρὶν ἀποφανθῶμεν ἐν γένει περὶ τῆς περιουσίας τοῦ Ὄθωνος. Διὰ τοῦτο ἐφρόνουν ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναβάλωμεν, μέχρις οὗ λυθῇ τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Ὄθωνος, ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὰ ἀνάκτορα ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν καὶ ὁ Βασιλεὺς ἠμπορεῖ νὰ κατοικήσῃ ἐντὸς αὐτῶν ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως.
§74ΖΑΪΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἐλέχθησαν τοσαῦτα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὥστε περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπροτάθησαν κατὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Κυρίου Καλοῦ, δὲν μοὶ φαίνονται, οὔτε σπουδαῖοι, οὔτε οὐσιώδεις. Τρεῖς ἰδίως λόγοι ἐπροτάθησαν κατὰ τοῦ ψηφίσματος, ὁ πρῶτος, ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο εἶναι ὅλως περιττὸν, διότι δὲν πρόκειται παρὰ νὰ ἐπαναλάβῃ διάταξιν τοῦ κοινοῦ δικαίου· δεύτερον ἐπροτάθη ὡς λόγος τοῦ ψηφίσματος ἡ δήμευσις· τρίτον Σᾶς εἶπον τὰ ἀνάκτορα πρὸ καιροῦ ἐκηρύχθησαν ἐθνικὴ ἰδιοκτησία. Οὐδεὶς τῶν λόγων τούτων μοὶ φαίνεται ἰσχυρὸς, καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ἀπέδειξαν τοῦτο πολὺ καλῶς. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως ἡ ἐπικρατοῦσα ἰδέα εἰς τὴν Προσωρινὴν Κυβέρνησιν ἦτο ἡ δήμευσις τῆς περιουσίας τοῦ πρώην Βασιλέως Ὄθωνος· ὡς ἀποτελῶν μέρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν, ὅτι πᾶσα ἄλλη ἰδέα ἐπεκράτησεν εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον, παρὰ ἡ ἰδέα τῆς δημεύσεως Καὶ τοῦτο, Κύριοι, εἶναι τόσον ἀληθὲς, ὥστε ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις δὲν ἐδίστασεν οὐδὲ στιγμὴν νὰ ἀποδώσῃ τὴν κινητὴν περιουσίαν τοῦ πρώην Βασιλέως· ἡ ἀπόδοσις τῆς κινητῆς περιουσίας ἀποδεικνύει καλῶς, ὅτι ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου ὑπερίσχυσεν ἡ ἀρχὴ τῆς μὴ δημεύσεως τῆς περιουσίας, καὶ δὲν ἠδύνατο, Κύριοι, παρὰ νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ ἀρχὴ αὐτή· διότι, ὅταν τις κατὰ τὸν 19 αἰῶνα θελήσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀρχὴν τῆς δημεύσεως, ὑποστηρίζει ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρωπαϊκὴ συνείδησις καὶ ἡ συνείδησις ὅλων τῶν ἐθνῶν ἀποκρούει. Καὶ ὅταν ἔρχωνται καὶ ἀναφέρουν ξένα παραδείγματα, πρέπει νὰ γνωρίζουν καλλίτερον τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰς περιστάσεις αὐτῆς. Καὶ μόλα ταῦτα, Κύριοι, καὶ ἂν εἴς τινα μεγάλα ἔθνη ἔλαβε χώραν ἐνίοτε δήμευσις, ἐκεῖ ἔχουν λόγους τινὰς διὰ νὰ ὑποστηρίζουν τὴν ἀρχὴν τῆς δημεύσεως· ἐὰν εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπεκράτησεν ἐσχάτως εἰς ἐποχήν τινα ἡ ἀρχὴ τῆς δημεύσεως, οὐχὶ τοῦ Λούβρου, ἀλλὰ τοῦ palais royal, διότι τὸ τοιοῦτον πρὸ πολλῶν χρόνων εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ Γαλλικοῦ Ἔθνους, ἂν ἐπεκράτησε, λέγω, ἡ ἰδέα τῆς δημεύσεως, εἶχον λόγον τινὰ, ἴσως ἀνίσχυρον, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ στηριχθῶσιν. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα, Κύριοι ἡ καθιέρωσις τῆς δημεύσεως ἤθελεν εἶσθαι καθιέρωσις ἀρχῆς ἀποτροπαίου, τὴν ὁποίαν ἤθελαν ἀποκρούσει καὶ ἡ συνείδησις τοῦ Ἔθνους καὶ ἡ συνείδησις τῆς Εὐρώπης. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου τῆς 11 8βρίου οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἰδέα τῆς δημεύσεως· πιθανὸν, Κύριοι, νὰ ἐξεφράσθησαν ἰδέαι τοιαῦται, ἀλλ’ ἡ ἐπικρατήσασα ἀρχὴ δὲν ἦτο ἡ ἀρχὴ τῆς δημεύσεως. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἡ ἀρχὴ αὐτὴ δὲν ὑπεστηρίχθη ὑπὸ πολλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ νομίζω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον. Ὁ ἄλλος λόγος, τὸν ὁποῖον ἔφερον κατὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Κυρίου Καλοῦ, εἶναι, ὅτι περιττὸν νὰ κάμετε ψήφισμα διὰ νὰ καθιερώσετε μίαν ἀρχὴν τοῦ κοινοῦ δικαίου. Ὅταν θελήσετε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τῶν ἀρχῶν τῶν καθιερωμένων ὑπὸ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἂν θελήσετε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τῶν Πανδεκτῶν καὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς νομοθεσίας, τότε, Κύριοι, πρέπει νὰ ἀποδεχθῆτε ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ κοινοῦ δικαίου, καὶ ὅλας τὰς συνεπείας· τότε πρέπει νὰ ἀποδεχθῆτε, ὅ,τι ὁ Κ. Λόντος πολὺ εὐφυῶς σᾶς εἶπεν, ἤτοι, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἦσθε κάτοχοι τῶν ἀνακτόρων πρὶν δώσητε ἀποζημίωσιν εἰς τὸν οἰκοδομήσαντα ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν γηπέδων. Ἀλλὰ πολὺ ὀρθῶς παρετήρησαν ἄλλοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ λυθῇ μόνον διὰ τῶν κανόνων τοῦ κοινοῦ δικαίου, πρέπει νὰ λυθῇ ὑπὸ μίαν ὄψιν πολιτικωτέραν καὶ πρακτικωτέραν· τοιαύτην δὲ λύσιν, κατ’ ἐμὲ, δίδει τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Καλοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπαναλαμβάνει καὶ καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ὅτι ὀφείλεται ἀποζημίωσις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀποκρούει τὴν ἀρχὴν τῆς δημεύσεως· καὶ ἂν, Κύριοι, ἡ πλειονοψηφία ἢ μᾶλλον ἡ παμψηφία τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς ἀποκρούῃ τὴν δήμευσιν, μόλα ταῦτα παρατηρήσατε ὅτι δύω ἢ τρεῖς ὑπεστήριζον τὴν πρότασιν αὐτήν· ἐνταῦθα δὲ παρίσταται ἡ ἀνάγκη ἵνα δοθῇ ὁριστικὴ λύσις εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ τὴν ὁριστικὴν αὐτὴν λύσιν τὴν βλέπω εἰς τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Καλοῦ. Τὸ ψήφισμα τοῦτο, ἀποκροῦον τὴν ἀρχὴν τῆς δημεύσεως, κηρύττει τὰ ἀνάκτορα ἐθνικὴν περιουσίαν, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσει τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸν πρώην Βασιλέα· οὕτω δὲ διευκολύνει ὑπόθεσιν στενῶς συνδεομένην μὲ τὴν ἄφιξιν τοῦ Βασιλέως ἐνταῦθα. Μὴ ἀπατώμεθα, Κύριοι, νομίζοντες, ὅτι καὶ ἡ στέρησις κατοικίας δὲν δύναται νὰ ἦναι λόγος δυνάμενος νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἄφιξιν τοῦ Βασιλέως· κατὰ τὰς ἰδέας τῆς λεπτότητος τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς νομιμότητος, αἵτινες ἐπικρατοῦσιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, βεβαίως ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναταί ποτε νὰ ἔλθῃ νὰ κατοικήσῃ εἰς οἰκίαν, τῆς ὁποίας ἡ κυριότης διαφιλονεικεῖται· ἑπομένως, Κύριοι, τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Καλοῦ εἶναι καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λίαν ἀναγκαῖον. Σᾶς εἶπον τρίτον λόγον κατὰ τοῦ ψηφίσματος, ὅτι τὰ ἀνάκτορα διεκηρύχθησαν ἐθνικὴ περιουσία ὑπὸ τῶν Βουλῶν. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, διότι ἐπὶ 10 ἔτη διετέλεσα βουλευτής, οὐδεὶς νόμος διεκήρυξε τὰ ἀνάκτορα ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν.
§75ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶσθε τότε.
§76ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἔγεινεν ἀπὸ τοῦ 1844 καὶ ἐνταῦθα, ἦτο τὸ ἑξῆς. Αἱ Βουλαὶ ἀνεγνώρισαν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποζημιώσῃ τὸ δημόσιον, καὶ ὄχι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων, τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν γηπέδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνηγέρθησαν τὰ ἀνάκτορα, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐφυτεύθη ὁ κῆπος ὁ παρὰ τοῖς ἀνακτόροις· τοῦτο μόνον ἐγένετο, καὶ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ὑπάρχουν ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὡς ὁ Κ. Χρηστίδης, ὅστις δύναται νὰ σᾶς διαβεβαιώσῃ περὶ τούτου. Ἀπόφασις τῆς Βουλῆς κηρύττουσα τὰ ἀνάκτορα ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν δὲν ὑπάρχει· ὑπάρχει μόνον τοῦτο, ὅτι τὸ δημόσιον ἀνεδέχθη εἰς βάρος του τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν γηπέδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ᾠκοδομήθησαν τὰ ἀνάκτορα. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Καλοῦ πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν, διότι δίδει λύσιν πολὺ κατάλληλον εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀνακτόρων.
§77ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§78ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἂν ἡ Συνέλευσις ἔδιδε περισσοτέραν προσοχὴν εἰς τὰς προτάσεις, ὅταν τῇ ὑποβάλλωνται, καὶ δὲν ἔσπευδε πάντοτε μὲ τὸ ἐφωτίσθη, ὅταν συνεσκοτίσθη ἡ συζήτησις διὰ πολλῶν ἀγορεύσεων, νὰ προβαίνῃ εἰς κατεσπευσμένας λύσεις τῶν ζητημάτων, νομίζω ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις ἤθελεν ἀποβῇ ὅλως περιττή. Καὶ ἰδοὺ Κύριοι, ἐν τῷ πρώτῳ ψηφίσματι περὶ καταργήσεως τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος, ὅπερ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν, προέβλεπον ἴσα ἴσα αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ἣν σήμερον συζητοῦμεν· ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ δοθῇ τότε οὐδεμία λύσις ὁριστικὴ, διότι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν εἴχομεν βασιλέα διότι δὲν ἐγινώσκομεν εἰσέτι πῶς ἤθελεν ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου ἡ Εὐρώπη, καὶ διὰ νὰ μὴ ἐμπλακῶμεν εἰς διπλωματικὰς δυσχερείας, ἔγραψα ἐν τῷ ψηφίσματι τῆς 19 Ἰανουαρίου ἓν ἄρθρον, τὸ ἑξῆς. «Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ἐκπτώτους βασιλεῖς Ὄθωνα καὶ Ἀμαλίαν νὰ ἔχωσιν ἐν Ἑλλάδι οἱανδήποτε ἀκίνητον περιουσίαν». Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης, ὡς ἐφρόνουν, ἡ λύσις ἐδίδετο οἵαν ἐπεθυμοῦμεν· ἀλλ’ εἰ καὶ ἐν μέρει ἔκτοτε ἤλλαξαν τὰ πράγματα, πάλιν φρονῶ, ὅτι ἔτι καὶ νῦν τοιαύτη λύσις εἶναι ἡ οἵας ἔχομεν ἀνάγκην καὶ σήμερον, συγχρόνως δὲ καὶ ἀποφεύγομεν τὰ τυχὸν δυνάμενον ν’ ἀναφυῇ εἰς τὸ μέλλον δυσχερὲς τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφοῦ ἐπίκειται μὲν ἀνάγκη πολιτικὴ διὰ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως νὰ λύσωμεν αὐτὸ, ὑπὸ αἰσθήματος δὲ δικαιοσύνης καὶ ἑλληνικῆς φιλοτιμίας κατεχόμενοι πρέπει ν’ ἀνακηρύξωμεν ὅτι ἀποδυσπετεῖ ἡ Ἑλλὰς νὰ καταγγείλῃ δήμευσιν κατὰ τῆς ἀκινήτου τῶν ἐκπτώτων βασιλέων περιουσίας, ὥς τινες τῶν προαγορευσάντων προὔτεινον ὑμῖν. Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ αὐτὸ ἐκεῖνο ὅπερ ἕνεκα τῆς τότε σπουδῆς ἔμεινεν ἀσυζήτητον κατὰ τὴν ἀσυζητητὶ γενομένην ψήφισιν τοῦ ἁπλῶς περὶ καταλύσεως τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος συνταχθέντος τότε ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τῶν τὰς διαφόρους προτάσεις ὑποβαλόντων ψηφίσματος, ὑποβάλλω καὶ σήμερον, καὶ συγχωρήσατέ μοι παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναπτύξω, καὶ ἐπανορθώσω γεγονότα τινὰ κακῶς ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων ἐκτεθέντα· καί τοι ὁλωςδιόλου ἀπροπαρασκεύαστος ἐγὼ, διότι ἐξ ἐφόδου ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ νὰ εἰσάγωνται αἱ προτάσεις, νὰ συζητῶνται καὶ νὰ ψηφίζωνται ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ, ὅστις κανονικώτερον καὶ λογικώτερον ἄλλον διαγράφει τρόπον συζητήσεως. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τῶν προαγορευσάντων, ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσωσι πάντες νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεὶς αὐτῶν ἐλάλησε σύμφωνα οὔτε πρὸς τὰ πράγματα, οὔτε πρὸς τὸ δημόσιον, οὔτε πρὸς τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον. Ἐκεῖνοι ἐξ αὐτῶν, οἵτινες ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των ἔπρεπε νὰ ὦσιν ἐνησκημένοι εἰς τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον, δὲν τὸ γνωρίζουσι καλῶς· ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες ἐκ τῶν προηγουμένων των ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν ἀκριβεστέρας γνώσεις τοῦ δημοσίου δικαίου, καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἐνεβάθυνον εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἀφίνω πρὸς τὸ παρὸν τὸ ἰδιωτικὸν, καὶ τὰς περὶ αὐτὸ τρανὰς ἁμαρτάδας τοῦ πρώην ἐν Πάτραις καὶ γηραιοῦ δικηγόρου Κ. Λόντου, διότι εὐφυῶς καὶ ἱκανῶς ἀντεκρούσθησαν αὗται ὑπὸ τοῦ νέου δικηγόρου καὶ συναδέλφου μας Κ. Μαυρομαρᾶ, καὶ ἔρχομαι εἰς τὰς περὶ τὸ δημόσιον τῶν ἄλλων ῥητόρων. Ἐξέφερεν ὡς ἀρχὴν ὁ Κ. Διαμαντόπουλος, ὅτι ὁ συνταγματικὸς βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἰδιοκτησίαν· ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος οὗτος φίλος μου νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἴσα ἴσα τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν συνταγματικῶν πολιτειῶν λέγει τὸ ἐναντίον. Ὁ ἀπόλυτος βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰδιοκτησίαν, ὁ δὲ συνταγματικὸς δύναται, διότι ὁ συνταγματικὸς εἶναι ἡ πρώτη ἔμμισθος τοῦ κράτους ἀρχή· λαμβάνει ὁ συνταγματικὸς ἡγεμὼν ὡρισμένην χορήγησιν, ἐὰν δ’ ἦναι πολὺ φειδωλὸς, δύναται νὰ οἰκονομῇ ἐπ’ αὐτῆς καὶ τὸ ἀπὸ τῶν βασιλείων δαπανῶν του περίσσευμα νὰ μεταχειρισθῇ εἰς ἀγορὰν κτημάτων, ἅτινα ἔσονται ἀποκλειστικῶς τῆς ἰδιωτικῆς αὐτοῦ οὐσίας· ἀπαραλλάκτως ἄρα ὅ,τι καὶ πᾶς ὑπάλληλος δύναται νὰ κάμῃ διὰ τοῦ μισθοῦ του, αὐτὸ τοῦτο δύναται νὰ κάμῃ καὶ ὁ βασιλεὺς διὰ τῆς ἐπιχορηγήσεώς του. Πότε δ’ ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ ἐναντία ἀρχή; κατὰ τὰς ἀπολύτους Βασιλείας· διότι ὑπάρχει ὡς ἀρχὴ τοῦ κατὰ τὰς παμβασιλείας δημοσίου δικαίου, καὶ ἰδίως τοῦ τιμαριωτικοῦ, ὅτι ἅμα ὁ βασιλεὺς στεφθῇ, συνάπτεται ἱερός τις γάμος, ὡς ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι δημοσιογράφοι, μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς ἐπικρατείας, καὶ κατὰ συνέπειαν ταυτίζεται τὸ πρόσωπον τοῦ βασιλέως μὲ τὸ πρόσωπον τῆς ἐπικρατείας, βασιλεὺς δὲ καὶ ἐπικράτειά εἰσι τότε ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Τὸ δίκαιον τοῦτο ἐξεφράσθη δι’ ἐκφραστικῆς τινος ῥήσεως ὑπὸ τοῦ Λουδοβίκου ΙΔʹ, εἰπόντος «τὸ κράτος εἰμὶ ἐγὼ «L'Etat c'est moi»· ἀλλ’ εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη, τὸ ἐπαναλέγω, ἡ ἐπικράτεια καὶ ὁ βασιλεὺς μένουσι πρόσωπα ὅλως διακεκριμένα ἀλλήλων. Ἂς ἔλθω καὶ εἰς τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ Κύριος Ἰάλεμος, καὶ τὴν ὁποίαν μὲ θαυμασμὸν μου ἤκουσα οὐ μόνον νὰ μὴ ἀντικρούσῃ, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀσπασθῇ ὁ Κύριος Ζαήμης· ἐνῷ ὁ μὲν Κύριος Ἰάλεμος ὡμολόγησεν ἑαυτὸν ἀδαῆ περὶ τοὺς Νόμους, ὁ δὲ Κύριος Ζαήμης τέσσαρα ἔτη ἐσπούδαζεν αὐτοὺς ἐν Παρισίοις. Ἀμφότεροι περὶ δημεύσεως λαλοῦντες, καίτοι ἐναντίαν ἕκαστος αὐτῶν ἔχει ἀρχὴν, σᾶς εἶπον· λάβετε ὡς παράδειγμα τὸν Κεραμεικὸν, δὲν ἐδημεύθη; ὄχι, λέγω, δὲν ἐδημεύθη, καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ δημευθῇ, διότι ὁ Κεραμεικὸς ᾠκοδομήθη εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἀπόλυτοι μονάρχαι ἐνέμοντο τὴν Γαλλίαν· ἀρχὴ τῆς οἰκοδομήσεως αὐτοῦ ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἐκ Μεδίκων Αἰκατερίνης ἐπὶ τῆς βασιλείας τῆς δυναστείας τῶν Valois-Orléans, μάλιστα δὲ, εἰρήσθω καὶ τοῦτο ἐν παρόδῳ, ἀπὸ μιᾶς τῶν πρὸς τὸν ποταμὸν θυρίδων τῶν ἀνακτόρων τούτων ὁ υἱὸς τῆς Αἰκατερίνης βασιλεὺς Κάρολος ὁ Θʹ ἐπυροβόλει κατὰ τῶν ὑπηκόων του τὴν οἰκτρὰν ἐκείνην νύκτα τῆς σφαγῆς τῶν διαμαρτυρομένων, τῆς γνωστῆς ὑπὸ τ’ ὄνομα ἡ νὺξ τοῦ ἁγίου Βαρθολομαίου. Κατὰ τὸ ἰσχῦον λοιπὸν τότε τιμαριωτικὸν δίκαιον αἱ ἡγεμονικαὶ κτήσεις ἦσαν κτήσεις τοῦ στέμματος· ἀπέθνησκεν ὁ βασιλεὺς, ἤτοι τὸ φυσικὸν πρόσωπον, ἀλλ’ ἔμενε τὸ ἄλλο, τὸ διαρκὲς, τὸ ἀμετάβλητον, ἡ βασιλεία. Ταμεῖον ἰδιαίτερον δὲν εἶχεν ὁ βασιλεὺς ἄλλο εἰμὴ τὸ τῆς ἐπικρατείας. Ὅθεν ὅταν ἐξέλιπεν ἡ δυναστεία τῶν Βαλουᾶ ἔμεινεν ὁ Κεραμεικὸς κτῆσις τῆς καὶ τὸ στέμμα διαδεξαμένης δυναστείας τοῦ Ἐῤῥίκου Δʹ: ἦλθε δι’ αὐτοῦ εἰς τὰ σκῆπτρα ἡ δυναστεία τῶν Βουρβόνων, καὶ μένει πάντοτε ὡς ἐθνικὸν κτῆμα ὁ Κεραμεικὸς συνεχισθεὶς μετὰ τοῦ Λούβρου, ὡς ἀκολούθως καὶ οἱ Βερσάλιοι, τοὺς ὁποίους ὁ ΙΔʹ. Λουδοβίκος ᾠκοδόμησεν διὰ τὰς ἀγροτικὰς τέρψεις του, ὡς καὶ τὰ Τριανὼν, καὶ εἴ τι ἄλλο βασιλικὸν μέγαρον ὑπὸ τῶν βασιλέων τῆς Γαλλίας ἀνηγέρθη. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν οὐδέποτε ἐγένετο ζήτημα, ἂν ὁ Κεραμεικὸς ἦναι ἐθνικὴ περιουσία. Ἀλλὰ σᾶς ἀνέφερον καὶ τὸ Palais-Royal: τοῦτο ἀνήγειρεν ὁ Καρδινάλιος Ῥιχελιὼς, ὅστις διὰ τῆς διαθήκης του κατεκληροδότησεν αὐτὸ εἰς τὸν βασιλέα Λουδοβῖκον ΙΓʹ., ὁ δὲ Λουδοβῖκος ΙΔʹ. ἐδωρήσατο αὐτὸ εἰς τροφεῖον (apanage) πρὸς τὸν ἀδελφόν του δοῦκα τῆς Αὐρηλίας, τὸν καὶ ἀρχηγὸν τῆς δυναστείας τῶν ἐξ Αὐρηλίας Βουρβόνων. Ἐξηκολούθησεν αὐτὴ ἡ κτῆσις μέχρι τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην γόνος τῶν ἐξ Αὐρηλίας, Φίλιππος ὁ Ἰσότης ἐπικληθεὶς, (Philippe-Egalité) κατεψήφισε θάνατον τοῦ συγγενοῦς του βασιλέως Λουδοβίκου ΙΣʹ., νομίζων δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ σώσῃ καὶ ἑαυτὸν καὶ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἡ γενναιοδωρία τῶν προγόνων τοῦ βασιλέως εἶχε δώσει εἰς τοὺς ἑαυτοῦ προγόνους. Ἀλλ’ ἠπατήθη, διότι ὁ τῆς τρομοκρατίας χείμαῤῥος τοῦ αἵματος παρέσυρε καὶ αὐτόν· ἐθανατώθη λοιπὸν καὶ ἐδημεύθη ἡ περιουσία του εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἠδύναντο νὰ δημευθῶσιν οὐ μόνον αἱ τῶν συγγενῶν τοῦ σφαγιασθέντος ἡγεμόνος περιουσίαι, ἀλλὰ καὶ αἱ τῶν ἰδιωτῶν· ἐπῆλθεν ἡ παλινόρθωσις τῶν Βουρβόνων, καὶ ἀνέλαβεν ἡ τῶν ἐξ Αὐρηλίας γενεὰ τὰ κτήματά της, ἐν οἷς καὶ τὸ Palais-Royal· ἀλλ’ ὁ Λουδοβῖκος Φίλιππος κληθεὶς εἰς τὸν θρόνον μετὰ τὴν Ἰουλιανὴν τοῦ 1830 ἐπανάστασιν, ἵν’ ἀποφύγῃ τὴν σύγχυσιν τῆς ἰδίας οὐσίας πρὸς τὴν τοῦ στέμματος, καίτοι συνταγματικὸς βασιλεὺς, διένειμε, τὴν παραμονὴν τῆς ἀναβάσεώς του εἰς τὸν θρόνον, τὴν περιουσίαν του μεταξὺ τῶν τέκνων του. Κατὰ τὸ 1848 ἐγένετο ἄλλη ἐν Γαλλίᾳ ἐπανάστασις, ἥτις οὐδὲν μέτρον βίαιον ἔλαβε κατὰ τῆς περιουσίας τῆς ἐκπτώτου δυναστείας· ποῦ δὲ στηριζόμενος ὁ νῦν Αὐτοκράτωρ τῆς Γαλλίας ἐπελήφθη τῆς περιουσίας τῶν ἐκ τοῦ οἴκου τῆς Αὐρηλίας πριγκίπων; τίνι δὲ νόμῳ διεξεδίκησε τὴν ἀνάληψιν τῶν κτημάτων τούτων; εἰς τὸ ὅτι αὐτὰ τὰ κτήματα ἅπαξ γενόμενα τοῦ στέμματος δὲν ἠδύναντο πλέον νὰ παραχωρηθῶσιν ὑπὸ τοῦ βασιλέως, καὶ κατὰ συνέπειαν, ὅτι οἱ ἐξ Αὐρηλίας, ὡς ἰδιῶται μὲν δὲν ἠδύναντο νὰ παραγράψωσι τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν κτημάτων τούτων, ὡς πρίγκιπες δὲ τοῦ ἐκπτώτου ἡγεμονικοῦ οἴκου τῆς Γαλλίας δὲν ἠδύναντο πλέον νὰ κατέχωσιν αὐτά. Καὶ ὅμως ἡ δήμευσις αὕτη κακῶς ἤχησε καθ’ ἅπασαν τὴν Εὐρώπην ὡς πρᾶξις ὅλως αὐθαίρετος, καὶ ἐν αὐτῇ δὲ τῇ Γαλλίᾳ ἡ κοινὴ γνώμη ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ βιαίου τούτου μέτρου· ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ ἐνταῦθα παρεξέκλινον διὰ σοφίσματος μᾶλλον, ἀλλ’ οὐδόλως ἔλυσαν διὰ τῶν κειμένων ἐν Γαλλίᾳ νόμων τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ προκειμένου σήμερον περὶ τῆς ἀκινήτου περιουσίας τοῦ Ὄθωνος, ἀποδιοπομποῦμαι ἐν πρώτοις τὴν ἀρχὴν τῆς δημεύσεως. Ὅταν ἓν κράτος εἶχεν, ὡς ἡ Ἑλλάς, ἐν τῷ συντάγματι ῥητῶς ἐγγεγραμμένον, ὅτι ἡ γενικὴ δήμευσις ἀπαγορεύεται, πρέπει καὶ μετὰ τὴν κατάλυσιν τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ὅστις ἐπιώρκησεν εἰς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, πρέπει, λέγω, τὸ ἔθνος αὐτὸ νὰ δειχθῇ σεβόμενον πλέον τοῦ ἐκπτώτου τὰ δόγματα, ἃ ὁ θεμελιώδης αὐτοῦ νόμος περιεῖχε; καὶ νὰ μὴ δημεύσῃ τὴν περιουσίαν ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον ἱκανὰ ἐτιμώρησεν, ἐκρίψαν αὐτὸν τοῦ θρόνου. Ἀλλ’ ἤκουσα νὰ στηρίζωνται εἰς τὸν λόγον, ὅτι τ’ ἀνάκτορά εἰσιν ἐθνικά. Ὅτι τὰ οἰκόπεδά εἰσιν ἐθνικά, οὐδεὶς ὁ ἀμφισβητῶν. Ὅτε ὁ Κύριος Καλλιφρονᾶς, μετὰ τὴν Ὀκτωβριανὴν ἐπανάστασιν, ἀξιῶν ἀποζημίωσιν, διὰ τὰ δῆθεν εἰς αὐτὸν ἀνήκοντα οἰκόπεδα, ἐφ’ ὧν ἦσαν τὰ βασιλικὰ ἱπποστάσια, ἤγειρε τὰς ἀπαιτήσεις του, ὁ τότε πρέσβυς τῆς Βαυαρίας μοὶ εἶχεν ὁμιλήσει, καὶ ὡς δικηγόρον μὲ συνεβουλεύθη καὶ πολλὰς μυστικότητας μοὶ διεπιστεύθη, τότε μοὶ εἶπε ῥητῶς, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τῶν γηπέδων δὲν ἀμφισβητεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅστις ὁμολογεῖ ὅτι αὐτὰ ἦσαν ἐθνικὰ κτήματα, καὶ ὅτι ὁ Κύριος Καλλιφρονᾶς ἔχει ἄδικον νὰ ζητῇ νὰ περιποιήσῃ εἰς ἑαυτὸν κτήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐθνικά· μάλιστα μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ Κύριος Καλλιφρονᾶς εἶναι κατ’ αὐτὸν κακὸς ἐπαναστάτης ὑπουργός, διότι φαίνεται ὅτι ἐπανέστη μόνον κατὰ τοῦ δημοσίου ταμείου (γέλως), θέλων νὰ λάβῃ κτήματα ἐθνικά. Τὸ ζήτημα λοιπόν, ἂν τὸ ἔδαφος ᾖναι ἐθνικὸν, κεῖται ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας· ἀπολείπεται ἤδη ἡ ἐξέτασις τοῦ ἄλλου ζητήματος περὶ τῶν οἰκοδομῶν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην θεωρῶ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ὁπωσοῦν πρόωρον. Διατί θέλετε Κύριοι, νὰ ἐπιληφθῆτε ἀμέσως ἀπὸ τοῦδε τῆς λύσεως αὐτοῦ; τίνος ἀνάγκην ἔχομεν ἡμεῖς; τί θέλομεν νὰ ἔχωμεν ὡς ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν; τὰ ἀνάκτορα; πρὸς τοῦτο δὲν ἔχετε ἀνάγκην εἰμὴ νὰ προστρέξητε εἰς τὴν τοῦ θετικοῦ δικαίου διάταξιν, ὅτι τὰ ἐπικείμενα τοῖς ὑποκειμένοις εἴκει· διότι οὐδαμοῦ, ἐπὶ ἀκινήτων τοὐλάχιστον, θέλετε εὑρεῖ τὴν ἐξαίρεσιν ἣν μόνος ὁ κώδηξ τοῦ Κυρίου Λόντου φέρει, ὅτι ἔν τισι περιπτώσεσι τὰ ὑποκείμενα τοῖς ἐπικειμένοις ὑποχωροῦσιν, ὅταν,—ὡς λέγει ὁ Κύριος Λόντος πάντοτε,—τὸ ἔδαφος ᾖναι μικροτέρας ἀξίας παρὰ ἡ οἰκοδομή. Ἐνθυμεῖται, ὡς φαίνεται, ὁ Κύριος Λόντος, ὅτι ἀνέγνωσε κἄπου μίαν τοιαύτην θεωρίαν· εἰς τὰς εἰσηγήσεις, ὡς ἐγὼ ὑποθέτω, βέβαια, διότι εἰκάζω ἐκ τῆς νομικῆς πολυμαθείας ἣν ἀνέπτυξεν, ὅτι δὲν προβαίνουσι πέραν τῶν εἰσηγήσεων τοῦ Ἰουστινιανοῦ αἱ νομικαί του γνώσεις, (γέλως)· ἀλλ’ εἰς τὰς εἰσηγήσεις, διὰ μὲν τὰ ἀκίνητα θέλει εὑρεῖ ὁ Κύριος Λόντος τὴν ἑξῆς ἀρχήν· «quod in solo inaedificatur solo cedit,» περὶ δὲ τῶν κινητῶν γινομένου ἐν αὐταῖς λόγου καὶ διερευνωμένου τοῦ τί τὸ κύριον, τί δὲ τὸ παρακολούθημα, φέρεται ἐν ταῖς περὶ τῶν γραφικῶν πινάκων, ἤτοι τῶν εἰκόνων, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ διεκδικήσῃ ὁ εὐτελοῦς πίνακος κύριος τὴν εἰκόνα, ἥτις ἐζωγραφήθη ἐπ’ αὐτοῦ ὑφ’ ἑνὸς Παῤῥασίου ἴσως ἢ ἑνὸς Ἀπελλοῦ, ὡς παρακολούθημα τοῦ πίνακος· αὐταὶ εἶναι αἱ ῥήσεις τῶν εἰσηγήσεων, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῶν νομικῶν σπουδῶν μου ἔμαθον, ὅτε, κατὰ τὴν εἰς τοὺς πρωτοετεῖς μαθητὰς τῆς νομικῆς ἐπιστήμης πρὸ τοῦ Ἰουστινιανοῦ διδομένην προσωνυμίαν ἤμην dupondius, τοὐτέστι δύω παράδων νομομαθὴς (γέλως), ἀλλ’ ἐκεῖ, ἐπαναλέγω, καθιεροῦται μία ἐξαίρεσις διὰ τὰς εἰκόνας, ἐξαίρεσις ὅλως εἰδική, διότι θεωρεῖται, ὅτι ἡ τέχνη τὴν ὁποίαν Παῤῥάσιός τις ἢ Ἀπελλῆς κατέβαλεν εἶναι πολλῷ ὑπερτέρα τῆς εὐτελοῦς ἀξίας ἑνὸς πίνακος· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐφαρμόζεται ποτε εἰς τὰ ἀκίνητα, περὶ τῶν ὁποίων ἄλλαι ἰσχύουσι διατάξεις· διότι εἰ μὲν καλῇ τῇ πίστει ᾠκοδόμησέ τις ἐπὶ ἀλλοτρίου ἐδάφους καὶ ἔχει τὴν κατοχήν, ἔχει τὸ δικαίωμα, προτείνων τὴν ἔνστασιν τοῦ δόλου κατὰ τοῦ κυριεύοντος τοῦ ἐδάφους, νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν κατὰ τὴν ἀξίαν τῆς οἰκοδομῆς· εἰ δὲ καὶ δὲν κατέχει, οὐδὲν ἄλλο ἔχει, κατὰ τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον, δικαίωμα, εἰ μὴ νὰ διεκδικήσῃ τὸ ὑλικὸν ἀφοῦ καταῤῥεύσῃ ἡ οἰκοδομὴ, τοὐτέστι νὰ πάρῃ τότε τοὺς λίθους καὶ τὰ ξύλα. Λοιπὸν ζητητέον πρῶτον, ὁ Ὄθων ὅτε ᾠκοδόμησεν ἔπραττε τοῦτο καλῇ τῇ πίστει; δεύτερον, ἔχει καὶ σήμερον τὴν κατοχήν; Ἀπαντῶ ὅτι οὔτε οἰκοδομῶν τὴν καλὴν εἶχε πίστιν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, διότι ὁμολογουμένως δὲν ἠδύνατό ποτε νὰ πιστεύσῃ, ὅτι αὐτὸς ὁ νήλυς ἐκ Βαυαρίας ἐλθὼν εἶχε κτήσεις ἐν Ἑλλάδι, οὔτε σήμερον ἔχει τὴν κατοχὴν, διότι ταύτης ἀπεβλήθη· καὶ σημειώσατε, ὅτι τὴν καλὴν πίστιν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ νομεὺς κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς κατοχῆς, διότι δὲν ὠφελεῖ αὐτὸν ἂν μετὰ ταῦτα καλῇ τῇ πίστει ἐνεμήθη, κατὰ τὸ ἀκριβὲς λοιπὸν δίκαιον οὐδεμίαν δύναται νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν διὰ τὴν οἰκοδομήν· ἡ ἐπιείκεια ὅμως καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Ῥωμαϊκῷ δικαίῳ εἰσήγαγε διὰ θεσπίσματός τινος αὐτοκρατορικοῦ, Ἀντωνίνου τοῦ εὐσεβοῦς, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὑπὲρ τοῦ τοιούτου οἰκοδόμου τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ ἃς κατέβαλεν ἀναγκαίας καὶ χρησίμους δαπάνας, ἢ νὰ διεκδικήσῃ τὸ ὑλικὸν ἀφοῦ καταῤῥεύσῃ τὰ οἰκοδόμημα. Καὶ τοιαύτη μὲν ἡ κατὰ τὸ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύον Ῥωμαϊκὸν δίκαιον λύσις· κατ’ ἐμὴν ὅμως κρίσιν, Κύριοι, προτιμότερον νομίζω καὶ πολλῷ συμφορώτερον ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ μὴ ἐπιληφθῆτε ποσῶς τοῦ ζητήματος τούτου, διότι δὲν ἠξεύρετε ἂν αὔριον δὲν ἔλθῃ ἡ λύσις του διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ. Τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, εἶναι πολὺ πιθανὸν, καὶ ἴσως πολὺ ἀξιοπρεπέστερον διὰ τὴν Ἑλλάδα, παρὰ τὸ νὰ ὑποβληθῇ ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς εἰς τὴν διαδικασίαν τῶν ἡμετέρων τακτικῶν δικαστηρίων, ὑποτιθεμένων, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου μεροληπτοῦσι· δὲν λέγω βέβαια τοῦτο διὰ ν’ ἀδικήσω τὰ ἡμέτερα δικαστήρια, διότι αὐτὰ ἔδειξαν πάντοτε ἀξιέπαινον ἀνεξαρτησίαν ὁσάκις ἐδίκασαν τὸ δημόσιον· ἀλλ’ εἰς τὴν Εὐρώπην ἀπίθανον δὲν εἶναι νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια δὲν εἶναι ἱκανῶς ἀμερόληπτα καὶ ἀνεξάρτητα ὅπως ἐκδικάσωσιν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν· θέλουσι δ’ αἱ μεσολαβήσουσαι ἴσως Δυνάμεις ζητήσει παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως νὰ δικασθῇ ἡ ὑπόθεσις διὰ διαιτητῶν, καθ’ ὃν τρόπον διαγράφουσι τὰ διεθνῆ νόμιμα, ὁσάκις γίνεται κατάληψις ἐπικρατείας τινὸς, ἔνθα ὑπάρχουσι κτήματα ἡγεμονικὰ φέροντα χαρακτῆρα ἰδιωτικῆς κτήσεως, διότι ταῦτα μὲν μένουσιν εἰς τὴν καταλαβοῦσαν τὸν τόπον Κυβέρνησιν, ὁ δ’ ἔκπτωτος ἡγεμὼν λαμβάνει μίαν ἀποζημίωσιν. Παραδείγματα τοιούτων ἐκποιήσεων καὶ καταλήψεων πολλὰ παρέχει ἡμῖν ἡ συνθήκη τῆς Βιέννης τοῦ 1815, ὅτε πλεῖστοι τῶν μικρῶν ἡγεμόνων τῆς Γερμανίας ἐκηρύχθησαν ἔκπτωτοι τῶν θρόνων, καὶ αἱ μικροσκοπικαί των ἐπικράτειαι συνεχωνεύθησαν μετ’ ἄλλων ἐπικρατειῶν· συνέστησαν τότε διαιτητικὰ δικαστήρια ἅπερ καὶ ἀπεφάσισαν περὶ τῶν εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένων ἀποζημιώσεων. Αὐτὸ τοῦτο ἴσως ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ὡς πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ Ὄθωνος ἀξιουμένην ἀκίνητον περιουσίαν. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα κατὰ τὸ μέτρον μόνον ἧς ἔχομεν ἀνάγκην λύσεως, ἐφ’ ᾧ προτείνω ὡς ἑξῆς. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει. «Ἄρθ. Αʹ. Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ἐκπτώτους Βασιλεῖς Ὄθωνα καὶ Ἀμαλίαν νὰ ἔχωσιν ἐν Ἑλλάδι οἱανδήποτε ἀκίνητον περιουσίαν· εἰδέ τινα εἶχον τοιαύτην, τὰ περὶ αὐτῆς θέλει κανονίσει ἰδιαίτερον ψήφισμα. Βʹ. Τὰ ἀνάκτορα καὶ τὰ παραρτήματα αὐτῶν κηρύττονται ἀπὸ τοῦδε ἐθνικὴ περιουσία λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης». Ἅμα τοῖς ἀπαγορεύσητε τὸ ἔγκλημα, ἐννοεῖται, ὅτι δέν ἠμποροῦν νὰ ἔχωσιν ἐν Ἑλλάδι κτήματα, ἐὰν δ’ εἶχον τοιαῦτα πρὸ τῆς ἐκπτώσεώς των, διατηρεῖται αὐτοῖς τὸ δικαίωμα ἀποζημιώσεως· ἀλλὰ καὶ οὕτω πάλιν ἀφίνομεν τὸ ζήτημα ἐλεύθερον ἵνα ἐξετασθῇ ἀκολούθως ἂν αὐτὴ ἡ ἰδιοκτησία ἐγένετο διὰ δαπάνης αὐτῶν τῶν ἰδίων ἢ διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου ἐφ’ ᾧ προσέθηκα ὅτι «τὰ κατ’ αὐτὴν θέλει κανονίσει ἰδιαίτερον ψήφισμα.» Τὸ ψήφισμα τοῦτο θέλει ἐς ὕστερον ἡ Συνέλευσις ψηφίσει, ὅταν δηλαδὴ ἔλθῃ μὲ τὸ καλὸν ὁ νέος Βασιλεὺς ἡμῶν ἐνταῦθα· καὶ εἰ μὲν γίνῃ λόγος νὰ λυθῇ διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ ἂς λυθῇ, λυθέντος δὲ, δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ κάμῃ ἄλλο ψήφισμα δι’ οὗ νὰ νομιμοποιήσῃ τὰ γενόμενα· εἰ δὲ τοὐναντίον ἀποφασισθῇ νὰ ὑποβληθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὰ τακτικὰ τῆς Ἑλλάδος δικαστήρια, ταῦτα ἐπιληφθήσονται τοῦ ζητήματος τούτου τῇ κοινῇ τῶν ἐνδιαφερομένων συναινέσει. «Τὰ ἀνάκτορα καὶ τὰ παραρτήματα αὐτῶν κηρύττονται ἀπὸ τοῦδε ἐθνικὴ ἰδιοκτησία.» Νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ ψήφισμα οἰκονομεῖ πληρέστατα ὅ,τι ἔχομεν συμφέρον νὰ ἔχωμεν· συμφωνεῖ βεβαίως ἐν μέρει ὡς πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ὁ Κ. Καλός· ἀλλὰ σᾶς ἀφίνει ἐλευθέρους ὡς πρὸς τὴν εἰς τὸ μέλλον λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δι’ ἄλλου τρόπου.
§79ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκεῖ, ἀρκεῖ, Κ. Πρόεδρε, ἐφωτίσθημεν.
§80ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Περὶ τοῦ προσωπικοῦ μόνον, Κύριοι παρακαλῶ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὅτε, ἔλαβον τὸν λόγον, ὡμίλησα πολὺ μακρὰν ἀπὸ συμφέρον ἰδιωτικὸν, σᾶς εἶπον, ὅτι ἀπέναντι τῆς προτάσεως τῆς ὑποβαλλομένης ὑπάρχουν προγενέστεραι ἀποφάσεις· ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ μελετήσωμεν αὐτὰς, διότι καθόσον ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, τότε τὸ ἔθνος ἀνέλαβε νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας, τῶν γαιῶν τοῦ Παλατίου, διότι τὸ ἐθεώρησεν ὡς ἐθνικὸν, καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια ἀπαιτεῖ, ὥστε ὁ Βασιλεὺς νὰ κατοικῇ ἐπὶ ἐθνικοῦ καταστήματος καὶ οὐχὶ ἐπὶ ἰδιωτικοῦ. Ὁ Ὄθων λοιπὸν ἐλέῳ θεοῦ ἐπεκύρωσε ταῦτα, ἀφοῦ ἐψηφίσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ Γερουσίαν. Τὰ δικαιώματα τοῦ τρίτου μήτε αὐτὸ τὸ ψήφισμα δύναται νὰ καταργήσῃ. Τοῦτο μόνον εἰς ἐμὲ ἐνδιαφέρει, ὅτι ἐγὼ εἶχα οἰκόπεδα καὶ ἐν τοῖς ἀνακτόροις, καὶ ἐν τῷ σταύλῳ· μετὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τῶν βουλῶν τὰ ἐν τοῖς ἀνακτόροις τὰ ἀπεζημιώθην, πειθόμενος εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀπόφασιν, τὰ δὲ ἐν τοῖς σταύλοις δὲν ἐδέχθην καὶ δὲν δέχομαι ἕως τώρα, εἶπον, ὅτι οὐδεὶς νόμος παρεχώρησεν εἰς τὸν Ὄθωνα νὰ κρατήσῃ καὶ τόπον διὰ σταῦλον. Ὁ Ὄθων εἶχε προβλέψει γήπεδον διὰ νὰ μεταφέρῃ τὸν σταῦλον ὄπισθεν τῶν ἀνακτόρων, εἶναι σχεδιασμένον, καὶ ἠγόρασε τόπους μάλιστα, καὶ ἐὰν τώρα δὲν εἶχεν ἀποπεμφθῆ, ἤθελεν ἔχει τοὺς σταύλους του· ἐζήτησα λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις διωρίσθη ἀπὸ τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν, καθὼς καὶ ἐπὶ Φιλίππου εἰς τὴν Γαλλίαν, νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ χρέη καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ Ὄθωνος. Καὶ ἡ Τουρκία αὐτὴ ὅταν ἀνεχώρησεν ἀπ’ ἐδῶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, μόλα ταῦτα ὁ Σουλτάνος ἔστησε δικαστήριον διὰ νὰ ἐκδικασθοῦν ὅσοι ἔχουν ἀπαιτήσεις ἀπὸ Τούρκους, καὶ ἄφησε μάλιστα καὶ ποσὸν παρακατατεθειμένον δι’ ἐξοφλήσεις· ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τοῦ Κυρίου Καθηγητοῦ μᾶς εἶπεν, ὅτι εἴμεθα διωρισμένοι μόνον νὰ συλλέξωμεν τὴν περιουσίαν τοῦ Ὄθωνος καὶ νὰ τὴν ἀποδώσωμεν· ἐγὼ ἀνέφερα ὅτι τὰ γήπεδά μου κατέχονται ἄνευ νόμου καὶ κανενὸς δικαιώματος, λοιπὸν ζητῶ τὰ ἐνοίκια αὐτῶν κτλ. Ἀφοῦ ἐκράτησαν ἐπὶ δύο μῆνας τὴν ἀναφοράν μου, μοῦ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἁρμόδιοι, διότι διορίσθησαν νὰ συλλέξουν τὴν περιουσίαν τοῦ Ὄθωνος καὶ νὰ τὴν ἀποδώσουν, ὄχι νὰ προστατεύσουν τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠκούσθη εἰς κἀνὲν κράτος· διότι καὶ αὐτὴ ἡ Τουρκία ὡς προέφην ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀμοιβαίων συμφερόντων τῶν τε Ἑλλήνων καὶ Ὀθωμανῶν, τὸ δὲ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ Κύριος Καθηγητὴς, νομίζει, ὅτι δικαιολογεῖται, λέγων, ὅτι τοῦ εἶπε καὶ εἶπε καὶ αὐτὸς εἰς τὸν Πρέσβυν, ὅτι τ’ ἀμοιβαῖα αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἥνωνον τοὺς ὑπηγόρευσαν ἀξίως τοῦ χαρακτῆρός των.
§81ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δύω λέξεις. Εἰς τὸ τέλος τῆς προτάσεως λέγω, ὅτι τὰ ἀνάκτορα καὶ τὰ παραρτήματα κηρύττονται ἀπὸ τοῦδε ἐθνικὴ περιουσία, καὶ τοῦτο λέγω βασιζόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι διὰ δημοσίας ἀνάγκας δύναται νὰ κηρύττηται δημοσία περιουσία πᾶσα περιουσία.
§82ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἀνεπτύχθη, νομίζω, ἀρκούντως τὸ ζήτημα, καὶ θέλετέ μοι ἐπιτρέψει ὀλίγα νὰ εἴπω ἁπλῶς διὰ νὰ ὑποδείξω τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ γείνῃ ψήφισμα. Δὲν εἶναι πάντοτε εὔκολον νὰ ὁρίσῃ τις τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν συνήθως οἱ ἡγεμόνες νέμονται, ἐὰν ὅμως θελήσῃ νὰ κατατάξῃ αὐτὴν εἰς κατηγορίαν τινὰ, τρία ὑπάρχουν εἴδη ἢ εἶναι ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, ἢ εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ στέμματος, ἢ τέλος ἰδιοκτησία ἰδιωτικὴ καὶ οἰκογενειακή. Ὡς ἐκ τούτου ὁσάκις ὑπάρχει περίστασις νὰ ἐξακριβώσῃ τις κτῆμα ὑπὸ ποίαν κατηγορίαν ὑπάγεται, γεννῶνται πάντοτε φιλονεικίαι καὶ αὗται προέρχονται, διότι δὲν προβλέπονται συνήθως, ὅταν αὐταὶ αἱ περιουσίαι σχηματίζωνται, αἱ δειναὶ ἡμέραι, αἱ ὁποῖαι μετὰ ταῦτα δύνανται νὰ ἐπέλθουν, καὶ ἀφίνονται τὰ πράγματα ὡς ἔγγιστα σκοτεινά. Δύναται λοιπόν τις νὰ ἐρωτήσῃ καὶ περὶ τῶν ἀνακτόρων εἰς ποίαν κατηγορίαν ὑπάγονται — εἶναι ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ στέμματος ἢ ἰδιοκτησία οἰκογενειακή; καὶ δύναται εὐκόλως καὶ ἐνώπιον τῶν ἡμετέρων δικαστηρίων νὰ ἀναφυῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὰ ἡμέτερα δικαστήρια ἤθελον εὑρεθῆ ἴσως εἰς δύσκολον θέσιν νὰ λύσουν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἅμα δὲν ὑπάρχει νόμος ἢ ἀπόφασις κυριαρχικοῦ Σώματος, ἐξ ὧν νὰ πηγάζῃ ἡ λύσις· νομίζω ὅμως, ὅτι εὐκόλως δύναταί τις ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ ἀνάκτορα εἶναι ἰδιοκτησία ἐθνική. Βεβαίως δὲν εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ στέμματος, διότι δὲν καθιερώθη παρ’ ἡμῖν τοιαύτη. Ἴσως ἐνθυμοῦνταί τινες, ὅτι ἔγεινέ ποτε λόγος νὰ σχηματισθῇ καὶ ἐν Ἑλλάδι ἰδιοκτησία τοῦ στέμματος, καὶ ἐπρόκειτο μάλιστα νὰ προσδιορισθοῦν καὶ κτήματα πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν πλησίον τοῦ Δαφνίου, τὸ Στεφάνι καὶ τὰ Βουχουρογάλατα, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ἀλλ’ ἐν τούτοις οὐδὲν ἔγεινεν. Ἅμα λοιπὸν δὲν συνεκροτήθη ἰδιοκτησία τοῦ στέμματος, τοιαύτη δὲν ὑπάρχει· ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ἰδιοκτησία τοῦ στέμματος, τότε ἡ συνέπεια ἦτον, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδιοκτησία πρέπει πάντοτε νὰ κατέχηται παρὰ τοῦ κατέχοντος τὸν θρόνον εἴτε ὄντος φυσικοῦ διαδόχου τοῦ προκατόχου του, εἴτε μὴ ὄντος φυσικοῦ διαδόχου καὶ εἰς οὐδεμίαν σχέσιν συγγενείας μετ’ αὐτοῦ· μεταβαίνει λοιπὸν πάντοτε εἰς τὸν φέροντα τὸ σκῆπτρον. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδιότης τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ στέμματος, ἥτις θεωρεῖται ἀναλλοίωτος, δηλ. ἔχει τὴν χρῆσιν αὐτῆς ὁ Βασιλεὺς, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως, δὲν δύναται νὰ τὴν ἐλαττώσῃ. Τοιαύτην λοιπὸν ἰδιοκτησίαν δὲν ἔχομεν. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον, ἂν εἶναι ἰδιοκτησία οἰκογενειακή. Διὰ νὰ ᾖναι τοιαύτη ἰδιοκτησία, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπόκτησις αὐτῆς κατὰ τοὺς νόμους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἀποκτᾶται ἡ ἰδιοκτησία παρ’ ἡμῖν. Ἔχομεν διατάξεις, νόμους κυρωθέντας παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐκπεσόντος βασιλέως, πῶς ἀποκτᾶται ἡ ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία. Ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε τὸ νὰ δαπανήσῃ τις ἐντὸς κτήματος δὲν εἶναι τίτλος ἰδιοκτησίας. Τίτλος ἰδιοκτησίας μεταβιβάζεται διὰ συμβολαίου, γενομένου ἐνώπιον συμβολαιογράφου. Ὅταν ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκουν τὰ γήπεδα, δὲν μετεβίβασαν αὐτὰ, καὶ ὅταν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σκοπὸν ν’ ἀποκτήσῃ, δὲν ἠθέλησέ ποτε ν’ ἀποκτήσῃ τίτλον ἰδιοκτησίας, καὶ ἀπ’ ἀρχῆς ἐξέφρασεν, ὅτι δὲν εἶχε τὴν διάνοιαν ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας, διότι δὲν ἐζήτησε νὰ περιβάλῃ αὐτὴν διὰ τίτλου ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας, ἔχομεν τὴν τρανωτέραν τῶν ἀποδείξεων· ἐξ ἐναντίας τὸ ἀγροκήπιον τῆς βασιλίσσης ἀπαρτίζει τῷ ὄντι ἰδιωτικὴν ἰδιοκτησίαν, διότι εὑρίσκονται τίτλοι αὐτῆς. Ὅταν ἠδύνατο ὁ κάτοχος νὰ νομιμοποιήσῃ ἰδιαιτέραν ἰδιοκτησίαν καὶ ὅμως δὲν προέβλεψεν, ἐνῷ δι’ ὡρισμένον κτῆμα προέβλεψε, νομίζω ἀναντίῤῥητον τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἰδιαιτέρα ἰδιοκτησία δὲν ὑπάρχει· κατὰ τὴν διάνοιαν αὐτὴν τοῦ δυναμένου ν’ ἀποκτήσῃ, ἅμα δὲν ὑπάρχει ἰδιαιτέρα καὶ οἰκογενειακὴ ἰδιοκτησία, ἑπόμενον εἶναι, ὅτι εἶναι ἰδιοκτησία ἐθνική. Καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ ἰδιοκτησία χρεωστῇ τι πρὸς τὸν βασιλέα, αὐτὸ εἶναι δευτερεῦον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὅμως ποσῶς δὲν ἐλαττόνει τὴν ἰδιότητα τῆς ἰδιοκτησίας ὡς ἐθνικῆς· δύναμαι νὰ ἦμαι ἰδιοκτήτης καὶ νὰ χρεωστῶ ἐνυπόθηκον δάνειον ἐπὶ τοῦ κτήματός μου· τοῦτο ὅμως δὲν μεταβάλλει τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας· ἄρα πάντοτε ἰδιοκτήτης. Λοιπὸν ἐὰν τὸ Ἔθνος χρεωστᾶ τι λόγῳ τῆς κατασκευῆς τῶν ἀνακτόρων εἰς τὸν πρώην βασιλέα, τοῦτο δὲν ἐλαττόνει τὴν ἰδιότητα τοῦ κτήματος, ὅτι εἶναι ἰδιοκτησία ἐθνική. Δὲν παραδέχομαι δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος συνάδελφος εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ τὸ ἀνασκευάζω μόνον, διότι λέγεται παρὰ σπουδαίου καθηγητοῦ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ κάτοχος νὰ λάβῃ μεθ’ ἑαυτοῦ τὸ ὑλικὸν καὶ νὰ τὸ μεταφέρῃ ὅπου θέλει. Κἀμμία νομοθεσία δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὸν ἄνθρωπον τόσην δύναμιν, ὥστε νὰ σηκώνῃ ἐπὶ τῶν ὤμων του ὅλους τοὺς λίθους καὶ ὅλα τὰ ξύλα τῆς οἰκοδομῆς, ἀλλ’ αἱ νομοθεσίαι, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν πάντοτε εἰς τὰς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, προέβλεψαν ἄλλως πως· ὅταν ἔχῃ τις τοιαύτην ἀπαίτησιν δαπάνης, τότε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀνεξαρτήτως τὴν ἀποζημίωσιν, ὡς καλῆς πίστεως κάτοχος, ὄχι ὅμως νὰ καταστρέψῃ. Καὶ μάλιστα ὁ Ῥωμαϊκὸς Νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι μόνον τὰ πράγματα δύναταί τις ν’ ἀφαιρέσῃ, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦνται ἄνευ τῆς ἐλαχίστης βλάβης τοῦ κτήματος. Καὶ τοὺς καθρέπτας, ἐὰν δὲν δύνανται ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἄνευ βλάβης τινὸς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀφαιρέσεως, ἀλλὰ δύναται νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν. Λοιπὸν νομίζω ὅτι σαφέστατα ἐξηγεῖται, ὅτι ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ σᾶς εἶπόν τινες καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπισχέσεως, δηλαδὴ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρατῇ τις τὴν ἰδιοκτησίαν ἕως ὅτου ἀποζημιωθῇ. Ὁ πρώην βασιλεὺς ἔπαυσε νὰ ἦναι κάτοχος ἀπὸ τῆς 11 Ὀκτωβρίου, ὅπως πᾶς ἰδιώτης, ὅστις ἐκβάλλεται τῆς οἰκίας του. Ὁ βασιλεὺς ὅμως ἐξεβλήθη δι’ ἐπαναστάσεως, ἥτις ἔχει ἕνα χαρακτῆρα μεγαλητέρου δικαίου καὶ δικαιώματος παρ’ ὅσον ἔχει ἡ ἀποβολὴ, ἡ ὁποία γίνεται παρὰ τοῦ διαταράξαντος τὴν κατοχὴν τοῦ ἄλλου. Ἡ ἔξωσις δὲν ἔγεινε διὰ σκοποὺς σφετερισμοῦ, δὲν ἠθέλαμεν ν’ ἀντιποιηθῶμεν τὰ ἀνάκτορα καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀπεβάλαμεν τὸν Βασιλέα, ἀπεβλήθη διὰ λόγους πολιτικοὺς κοινωνικούς· δικαιολογεῖται λοιπὸν ἡ ἀποβολὴ καὶ εἶναι νόμιμος καὶ δικαίωμα τοῦ Ἔθνους, δὲν δύναται λοιπὸν νὰ εἴπῃ, θέλω νὰ ἐπανέλθω πάλιν εἰς τὴν κατοχὴν τῶν ἀνακτόρων δι’ ἑνὸς ἐπιτρόπου π. χ. καὶ νὰ κατέχω τὰ ἀνάκτορα μέχρις ὅτου ἀποζημιωθῶ. Δὲν δύναται ν’ ἀξιώσῃ τοιαύτην κατοχὴν, δύναται μόνον ν’ ἀξιώσῃ ἀποζημίωσιν. Πῶς δύναται νὰ κανονισθῇ αὕτη, δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω, καὶ αὐτὸ ἔχει τὴν λεπτότητά του καὶ πολλὰ δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς ὥρας οὔτε τῆς ἀνάγκης. Σήμερον εἶναι τῆς ἀνάγκης νὰ δοθῇ ὁ χαρακτὴρ αὐτῆς τῆς ἰδιοκτησίας, ὥστε καὶ τὰ δικαστήρια νὰ δύνανται ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει κειμένου νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ θέλησις ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Ὅ,τι εἶπεν ὁ συνάδελφός μου τὸ ν’ ἀπαγορευθῇ πᾶσα ἰδιοκτησία τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως, αὐτὸ δὲν ἔχει χαρακτῆρα δημεύσεως. Δὲν πρόκειται ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν, ἐξ ἐναντίας εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπειδὴ δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ τὴν περιβάλλομεν διὰ τῆς κυρώσεως νόμου, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἀντίκειται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐῤῥέθη, ὅτι ἐψηφίσθη τοῦτο ἢ ἐκεῖνο παρὰ τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Γερουσίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δεῖνα αἰτιολογίας. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ αἰτιολογία εἶναι τὸ ἕτερον μέρος οὕτως εἰπεῖν τοῦ νόμου. Δὲν εἶναι ὅμως τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, πολλάκις αἱ αἰτιολογίαι δὲν συμφωνοῦν πρὸς τὸν νόμον. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ἐψηφίσθη ποτὲ, ὅτι εἶναι ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ψηφίσωμεν σήμερον, καὶ θέλομεν ἀποκαταστήσει οὕτω διὰ πάντοτε τὴν ἀληθῆ ἰδιότητα τῶν ἀνακτόρων, ὥστε οὔτε ὡς ἰδιοκτησία τοῦ στέμματος νὰ λέγεται, οὔτε ἰδιόκτητος, ἀλλὰ ἐθνικὴ, διότι κεῖται ἐπὶ ἐθνικοῦ ἐδάφους καὶ διότι τὸ ἔδαφος δι’ ἐθνικῶν χρημάτων ἀπεκτήθη καὶ διότι αὐτὸς οὕτως κατεῖχε οὐδέποτε ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν νὰ σχηματισθῇ τίτλος ὁ ὁποῖος νὰ ἐμφαίνῃ τὴν οἰκογενειακὴν ἰδιοκτησίαν. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὸ ψήφισμα ὁποῖον ὑπάρχει.
§83ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ἐφωτίσθητε νὰ σηκωθῆτε (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)· ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Εἶναι τρεῖς προτάσεις ἢ μᾶλλον τέσσαρες, καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς 4 τοῦ Κ. Μαυρομαρᾶ. «Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἀναγνωρίζει ὡς ἰδιοκτησίαν τὰ ἐν Ἀθήναις ἀνάκτορα μεθ’ ὅλων τῶν πέριξ αὐτῶν παραρτημάτων, ἤτοι κήπων, σταύλων κτλ. Τρίτη πρότασις εἶναι τοῦ Κ. Διαμαντοπούλου, ὁ ὁποῖος συμφωνεῖ μὲ τὸν Κ. Καλὸν, δὲν κατονομάζει ὅμως τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ λέγει «ἐπιφυλαττομένων τῶν τυχὸν δικαιωμάτων παντὸς τρίτου». Κατόπιν ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ ὁ ὁποῖος διώρθωσε τὴν ἀρχικὴν πρότασίν του. Ἤδη σᾶς ἐρωτῶ ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μαυρομαρᾶ νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Κατόπιν εἶναι τοῦ Κυρίου Σαριπόλου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται δύω). Ἀπεῤῥίφθη. Ἔρχεται τώρα ἡ τοῦ Κυρίου Διαμαντοπούλου. Σᾶς ἐξηγῶ, ὅτι καὶ ἡ τοῦ Κυρίου Διαμαντοπούλου καὶ ἡ τοῦ Κυρίου Καλοῦ λέγουσιν «ἐπιφυλαττομένων τῶν τυχὸν δικαιωμάτων ἀποζημιώσεως». Ἀλλ’ ἡ μὲν τοῦ Κυρίου Διαμαντοπούλου εἶναι γενικὴ καὶ λέγει «παντὸς τρίτου»· ἡ δὲ τοῦ Κ. Καλοῦ «ἀποζημιώσεως τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως Ὄθωνος καὶ παντὸς ἄλλου»· αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐπειδὴ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Διαμαντοπούλου τροπολογεῖ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλοῦ, πρέπει νὰ προηγηθῇ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην ἂς σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἐγένετο δεκτή.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὲ ἀκούσετε. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§86ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι, αἰσθάνομαι βεβαίως τὸ βαρὺ καθῆκον, μὲ τὸ ὁποῖον μὲ ἐπεφορτίσατε, καὶ τὸ αἰσθάνομαι τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναὶ δὲν εἶναι τοσοῦτον ὁμαλαί. Συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς μου καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν τοῦ τόπου, δὲν κατέγεινα εἰς ἄλλο τι παρὰ πῶς νὰ ἐπιφέρω οἰκονομίαν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, οἰκονομίαν, ἐννοῶ πάντοτε τὴν ἔμπειρον καὶ σωφρονοῦσαν. Κύριοι! δὲν πρέπει νὰ διστάσητε ποτὲ, ὅταν σᾶς ὑποβάλληται οἰκονομία τις, οἰκονομία ἥτις ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ λέγω, ὅτι ὁ νομίζων πᾶσαν ἐπὶ τῶν δημοσίων δαπανῶν οἰκονομίαν ἀδύνατον, ἢ τὴν ὑπηρεσίαν δὲν γνωρίζει, ἢ ὑπὸ ἰδιωτικῶν συμφερόντων κινεῖται· ὁ τοιοῦτος, Κύριοι, πρέπει νὰ καταδείξῃ πόρους νέους, πόρους τείνοντας πρὸς χορτασμὸν τῶν ἀπείρων τοῦ κενοῦ ταμείου δορυφόρων,—σύστημα ἐλεεινὸν εἰσαχθὲν ἐκ τοῦ πεπτωκότος συστήματος! Δυστυχῶς ἐξηκολούθησαν νὰ τρέχουν τὴν αὐτὴν πορείαν μέχρι σήμερον. Πρωτοφανεῖς, πρωτότυποι πραγματικῶς φαινόμεθα ἀπέναντι ὅλων τῶν ναυτικῶν ἐπικρατειῶν τοῦ κόσμου. Ἐπὶ τοῦ πεπτωκότος συστήματος περιεφρονήθησαν οἱ νόμοι, περιεφρονήθησαν κανονισμοὶ, περιεφρονήθησαν διατάξεις, ἐπὶ τοῦ πεπτωκότος συστήματος συνέλαβον αἱ ἀρχαὶ τὴν ἰδέαν πῶς νὰ ἀποκτήσωσιν ὄργανα ἰδικά των διὰ παντὸς θεμίτου καὶ ἀθεμίτου μέσου· μὴ ἔχουσαι ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν, μὴ ἔχουσαι ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὀργανισμοὺς, τοὺς νόμους, ἐλάμβανον τοὺς τυχόντας ἀπὸ τοὺς δρόμους, ἐλάμβανον τὸν μὴ ἔχοντα τὰ ἐλάχιστα δικαιώματα καὶ ἐβαθμολόγουν, ἐμισθοδότουν αὐτὸν ἁδρῶς, ἁδρότατα. Ἔλαβον, Κύριοι, ἓν σύστημα λίαν καταστρεπτικὸν, καὶ δυστυχῶς, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ σύστημα αὐτὸ ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦδε.
§87ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. (Εὖγε, εὖγε).
§88Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Εἶναι ὁ λόγος, Κύριοι, περὶ δοκίμων. Δόκιμος εἰς πάντα ναυτικὸν κόσμον δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ νεανίας μαθητευόμενος διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον τοῦ ἀξιωματικοῦ· ὁ νεανίας αὐτὸς κατὰ τὰ ἔθιμα ὅλου τοῦ ναυτικοῦ κόσμου ποτὲ δὲν ὑπερβαίνει τὸ πολὺ πολὺ τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἔστω καὶ τὸ 19ον. Δυστυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἵνα φανοῦν πρωτότυποι, διὰ νὰ μὴ εἴπω γελοῖοι, ὑπάνδρους καὶ ὑπάνδρους μὲ τέκνα ὑπανδρευμένα ἔκαμον δοκίμους. Ὅταν ἔλθῃ ὁ Βασιλεὺς, ὁ ὁποῖος εἶναι ναυτικὸς καὶ γνωρίζει κάλλιστα τὰ περὶ τῶν ναυτικῶν, ὅταν ἴδῃ ὑπανδρευμένους δοκίμους, ὅταν ἴδῃ δοκίμους μὲ τέκνα ὑπανδρευμένα, αὐτὸς θὰ φρίξῃ, καὶ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ φρίξῃ. (Εὖγε)! Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ θέσω τὴν μάχαιραν ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων. Οὐχ ἧττον, Κύριοι, δύναμαι ὁπωσοῦν νὰ ἀπαλλάξω καὶ τὸ δυστυχὲς ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ἁμιλλῶνται τίς τοῦ ἄλλου νὰ ἐμπήξῃ τὸ ξίφος βαθύτερα εἰς τὴν καρδίαν διὰ τῶν δαπανῶν τῶν μεγάλων. Εἰς ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ὑπάρχουν δύω τάξεις δοκίμων. Οἱ μὲν τῆς πρώτης τάξεως λαμβάνουν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, Ἀγγλίαν, Ῥωσσίαν καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι ναυτικοῖς 1000 φράγκα κατ’ ἔτος, οἱ δὲ τῆς δευτέρας τάξεως δόκιμοι ἔχουν 600 φράγκα κατ’ ἔτος, τοὐτέστιν 100 δραχμὰς ὡς ἔγγιστα κατὰ μῆνα οἱ τῆς πρώτης τάξεως, ἐνῷ λαμβάνουν εἰς τὴν Ἑλλάδα 200 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ποῦ ἠκούσθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; ἠκούσθη εἰς κἀνὲν τῶν ἐθνῶν τῶν ναυτικῶν τοῦ κόσμου; Ἂν ἀγαπῶμεν λοιπὸν τὴν πατρίδα μας καὶ θέλωμεν νὰ τὴν σώσωμεν διὰ τῆς οἰκονομίας, πρέπει νὰ φέρωμεν τὴν δέουσαν θεραπείαν, καὶ σᾶς παρακαλῶ θερμῶς καὶ γονυκλιτῶς νὰ ἐπιψηφίσητε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ αὐτοὶ δὲν πάσχουσι, καὶ τὸ δημόσιον ἀπαλλάσσεται ἀπὸ μιᾶς βαρείας μισθοδοσίας. Ἀποτείνομαι λοιπὸν εἰς αὐτοὺς τοὺς συναδέλφους μου ἀξιωματικοὺς, καὶ τοὺς λέγω νὰ ἀναγνωρίσουν αὐτὴν τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους· ἀφοῦ τέλος πάντων δὲν εὑρίσκομεν τὴν θεραπείαν ἄλλως, ἂς τρέξωμεν τὴν ἄλλην ὁδὸν, ἐὰν δὲ ἴσως στενοχωρηθοῦν, θὰ εὕρουν ὅμως τὴν σωτηρίαν των· τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, καὶ ἀναγνωρίζων ὅτι ἄνευ οἰκονομίας οὐδεὶς δύναται νὰ κάμῃ οὐδὲ βῆμα ἐμπρὸς, συνέταξα τὸ παρὸν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν γονυκλιτῶς νὰ δεχθῇ, πρῶτον διὰ νὰ ἐλαφρώσωμεν τὴν κατάστασίν μας, καὶ δεύτερον διὰ νὰ μὴ κατασταθῶμεν γελοῖοι ἀπέναντι τοῦ κόσμου καὶ τοῦ Βασιλέως, ἐπιστήμονος ναυτικοῦ ὄντος· Κύριοι! ἤμην καὶ ἐγὼ δόκιμος ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, ἐλάμβανον 10 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ ἡμίσειαν ὀκᾶν γαλέταν τὴν ἡμέραν, αὐτὴ ἦτον ἡ μισθοδοσία τὴν ὁποίαν ἀπήλαυσα ἐπὶ 4 ἤ 5 ἔτη.
§89ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὡς κατεπεῖγον ὁ Κύριος Ὑπουργὸς, εἶναι ἐπιτομὴ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ οἱ Κύριοι Κοτζιᾶς καὶ Ὀρλάνδος ἐπεξειργάσθημεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, εἶναι μέρος τοῦ ὅλου ἔργου, ἤτοι τῆς μεταβολῆς, προηγουμένων κειμένων νόμων περὶ τῶν τάξεων τοῦ Ναυτικοῦ, ἤτοι περὶ τῶν ἐφέδρων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ, περὶ τῶν ἀποστράτων καὶ περὶ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους διὰ νόμου ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς προσδιορίζει ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ ψήφισμα τοῦτο εἶχεν ὑποβληθῆ πρὸ ἡμερῶν, εἶχε τυπωθῆ καὶ εἶχε προσδιορισθῆ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ὅπως καὶ πολλῶν ἄλλων ἀντικειμένων ὡρίσθη ἡμέρα συζητήσεως καὶ ἐν τοσούτῳ δὲν συνεζητήθησαν, οὕτω καὶ τούτου ἡ συζήτησις ἀνεβλήθη. Ὅθεν ἡ ἐργασία αὕτη, Κύριοι, ἡ ὑπὸ συζήτησιν ἤδη, ἡ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ παρουσιαζομένη, δὲν πρέπει νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὴν ὅλην ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ τῶν ὅλων τάξεων τοῦ Ναυτικοῦ. Οἱ δόκιμοι, Κύριοι, εἶναι μία τάξις μικρὰ τοῦ Ναυτικοῦ προσωπικοῦ, ἡ ὁποία οὐχὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐδημιουργήθη διὰ νὰ οἰκονομήσωσιν οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ μερικὰ πρόσωπα, διότι, μὴ ὑπαρχόντων ναυτικῶν σχολείων εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ καταρτισθῶσιν οἱ δόκιμοι, οὔτε ἐπὶ τῆς θαλάσσης, οὔτε ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, τὸ σῶμα τοῦτο ἦτο πάντῃ περιττόν· ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κατήντησε μέχρι τῶν 16, ὅτε ὁ Κύριος Μιαούλης διὰ νὰ οἰκονομήσῃ συγγενεῖς του τινὰς καὶ οἱ κατόπιν αὐτοῦ ἐλθόντες Ὑπουργοὶ ηὔξησαν τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν μέχρι 29, καὶ, Κύριος οἶδε, ποῦ ἠθέλαμεν καταντήσει, διότι πολλαὶ ἀπαιτήσεις ὑπῆρχον περὶ τῶν δοκίμων αὐτῶν, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων δὲν κάμνουν ἄλλο, παρὰ νὰ μισθοδοτῶνται τὰς 200 δραχμὰς, ἐκτός τινων, ὑπηρετούντων εἰς τὸ Ναυτικὸν, καὶ οἵτινες ἀπέκτησαν τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἀποκτᾷ πᾶς ὑπηρετῶν ἐπὶ τοῦ πλοίου. Θέλετε λοιπὸν νὰ συζητήσωμεν εἰδικῶς περὶ τῆς μικρᾶς τάξεως αὐτῶν τῶν ναυτικῶν.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§91ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μισθοδοσίαν εἶμαι σύμφωνος νὰ ἐλαττωθῇ. Παρακαλῶ δὲ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νομοσχέδιον περὶ τοῦ Ναυτικοῦ ἐν γένει σύμφωνον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεξεργάσθημεν οἱ τρεῖς πληρεξούσιοι, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἤδη τυπωμένον, καθ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῶσι τάξεις τινὲς ἐν τῷ ναυτικῷ, οἷον ἡ τῆς ἐφεδρείας, ἥτις εἶναι λίαν πολυδάπανος, καὶ διὰ τούτου μάλιστα θὰ φέρωμεν μεγάλας οἰκονομίας.
§92ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Ἐπαινῶ τὴν προθυμίαν τοῦ Κυρίου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργοῦ· ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅταν τὸν ἤκουσα ὁμιλοῦντα, ἐνόμισα, ὅτι ἤθελε φέρει μέγιστον πρᾶγμα. Κατ’ ἐμὴν γνώμην φρονῶ, ὅτι δὲν ἔρχεται ἡ οἰκονομία ἀπὸ τὰς μικρὰς, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς μεγάλας θέσεις. Ἔχω ἀντίῤῥησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ προβιβασμοῦ· αἱ βαθμολογίαι ἀπονέμονται πάντοτε ἀναλόγως τῶν χηρευουσῶν θέσεων, ἂν δὲ πρὸ τοῦ ὁριζομένου διαστήματος χηρεύσῃ θέσις, εἶναι δίκαιον νὰ τὴν καθέξῃ ὁ ὑποδεέστερος. Σᾶς φέρω, Κύριοι, ὡς παράδειγμα τὸν ἑαυτόν μου· ὁ νόμος, ὁ προσδιορίζων τὸν χρόνον τοῦ προβιβασμοῦ, ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Ἐπὶ τοῦ ἐξορίστου Βότσαρη ἐγένοντο ἄπειροι προβιβασμοί· ὑπῆρχε θέσις χηρεύουσα κατόπιν ἐμοῦ, ἀλλ’ ἔφθασεν εἰς τὸ ὄνομά μου καὶ ἐκεῖ ἐσταμάτησε, διότι δὲν εἶχον συμπληρώσει τὸν ὁριζομένην προθεσμίαν. Ἐνῷ πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶχον διαμείνει εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ δεκαπέντε κατὰ συνέχειαν ἔτη ἕνεκα ἐλλείψεως θέσεως, συμπληρῶ ἤδη τὴν ἀπαιτουμένην παρὰ τοῦ νόμου προθεσμίαν, καὶ ὅμως δὲν προβιβάζομαι. Ἰδοὺ διὰ τί σᾶς λέγω, ὅτι οἱ προβιβασμοὶ ἀπονέμονται ἀναλόγως τῶν χηρευουσῶν θέσεων καὶ διὰ τί ἀποκρούω αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ νομοσχεδίου.
§93ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἐπρόσεξε, φαίνεται, ὁ Κύρ. Βενετσάνος εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, τί ἐστὶ δόκιμος. Ὁ δόκιμος ἐνόμισεν ὅτι εἶναι ἀξιωματικός· ὁ δόκιμος, Κύριοι, εἶναι μαθητὴς, ὁ νομοθέτης τοῦ ὁρίζει αὐτὸν τὸν χρόνον διὰ νὰ ἐκπαιδευθῇ, καὶ δὲν δύναται πρὸ τῶν δύω ἐτῶν νὰ καθέξῃ ἀνωτέραν θέσιν.
§94ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἂν καὶ δὲν διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν πρόθεσιν, ἥτις ἐνέπνευσε τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα, διαφέρω ὅμως κατά τι ὡς πρὸς τὰς ἐμπεριεχόμενας λεπτομερείας, καὶ πρὸ πάντων ὡς πρὸς τὴν τάσιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἁρπάζονται μετὰ τόσης σπουδῆς ζητήματα, ἔστω καὶ ὄχι μεγάλου λόγου ἄξια. Εἶναι εὔκολον, Κύριοι, νὰ κινήσῃ τις τὴν εὐαισθησίαν τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ λαμβάνῃ τὴν συναίνεσίν της, σχετίζων τις ἁπλῶς αὐτὰ τὰ ζητήματα μὲ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου κατάστασιν. Ἀναγνωρίζων τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀποδίδω τὸν δίκαιον ἔπαινον, ὅστις ὀφείλεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν καλὴν πρόθεσιν, τὴν ὁποίαν δεικνύει σκεπτόμενος τὴν σήμερον περὶ βελτιώσεως, ἂν καὶ παρακαίρου κατ’ ἐμὲ, τῆς ὑπηρεσίας, νομίζω ἐπίσης δίκαιον νὰ μὴν ἀφήσω τὴν Συνέλευσιν ὑπὸ τὴν πλάνην, ὅτι τὰ ζητήματα αὐτὰ δὲν εἶναι ἤδη κανονισμένα διὰ προηγουμένων νόμων. Δὲν λανθάνομαι, εἶμαι βέβαιος, διατεινόμενος, ὅτι ὑπάρχουσι νόμοι κανονίζοντες τὸν ἀριθμὸν, τὸν τρόπον τοῦ προβιβάζειν τοὺς δοκίμους κ.τ.λ. Μία διάταξις δὲν ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε, καὶ ὅμως αὕτη ἐπίσης παρελήφθη εἰς τὸ παρουσιασθὲν ψήφισμα τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ, ἐννοῶ τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἡλικίαν τῶν δοκίμων. Συγχαίρω τὸν Ὑπουργὸν διὰ τὴν εὐκολίαν, μὲ τὴν ὁποίαν παρεδέχθη τὴν συμπλήρωσιν ταύτην, καὶ παρατηρῶ, ὅτι ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Ἔθνος, τὸ μᾶλλον ἐξέχον ὅλων τῶν ἄλλων κατὰ τὰ ναυτικὰ, τὴν Ἀγγλίαν, ἐκεῖ εὑρίσκομεν, ὅτι τὸ 12 ἔτος ἢ τὸ 13 τῆς ἡλικίας εἶναι τὸ παραδεδεγμένον διὰ τὴν κατάταξιν τῶν δοκίμων. Οὐδεὶς, Κύριοι, δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ ναυτικὸν στάδιον ἐν Ἀγγλίᾳ, ἂν δὲν φροντίσῃ νὰ εἰσαχθῇ εἰς αὐτὸ πρὸ τοῦ 13 ἔτους τῆς ἡλικίας του. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας παρατηρῶ ἐν πρώτοις ὅτι ἂν καὶ αἱ προτεινόμεναι διατάξεις, αἱ συσταινόμεναι καινοτομίαι ἔχουν τὶ, τὸ ὁποῖον θέλγει, ἐννοῶ, τὴν οἰκονομίαν τὴν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως προερχομένην· ἐξ ἄλλου ὅμως, ἐπειδὴ ὅλα παρ’ ἡμῖν δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ἁπλῶς κατὰ μίμησιν τῶν ἄλλων ἐθνῶν, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι ἂν παραδεχθῶμεν ἀμέσως τὴν ἐλάττωσιν τῆς μισθοδοσίας τῶν δοκίμων, ὅπως τὴν προσδιορίζει τὸ ψήφισμα θὰ περιπέσωμεν εἰς ἔλλειψιν καὶ θὰ ἀδικήσωμεν ὁλόκληρον τάξιν ἀξιωματικῶν. Τυχαίως, Κύριοι, προχθὲς ἔλαβον περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πληροφορίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ μισθὸς τῶν δοκίμων εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν δὲν ὑπερβαίνει τὰ 1000 φράγκα περίπου· παρὰ τοῖς Ἄγγλοις ὅμως οὐδεὶς γίνεται δεκτὸς εἰς τὸ ναυτικὸν, ἂν δὲν ἀποδείξῃ, ὅτι ἔχει ἀπὸ τῆς οἰκογενείας του τὸ ὀλιγώτερον διπλάσιον ἐπιχορήγησιν παρὰ τῶν συγγενῶν του τοῦ μισθοῦ τὸν ὁποῖον λαμβάνει. Εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον Κύριοι δὲν σᾶς λανθάνει· ὑπάρχουν δαπάναι αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀνεξάρτητοι ὅλως διόλου τῆς θελήσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Ὑπάρχει ἡ δαπάνη ἡ προερχομένη ἐκ τῆς μεγάλης φθορᾶς τῆς ἐνδυμασίας. Παραδεχόμενος λοιπὸν τὸν ἀγαθὸν σκοπὸν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἤθελον τὸν παρακαλέσει νὰ κάμῃ χρῆσιν ἐκείνης τῆς λαβῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως, διότι εἰς αὐτὴν ὀφείλει βεβαίως τὴν ἐκλογήν του, καὶ νὰ τὴν πείσῃ νὰ μὴ μεταβάλλωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν ὑπάρχουσαν μισθοδοσίαν· ἡ ἐλάττωσις εἶναι ὑπερβολικὴ, εἶναι ἄδικος. Νομίζω πρὸς τούτοις ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς προτείνων τὴν διάταξιν τὴν περιορίζουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν δοκίμων δεικνύει, ὅτι νέον καὶ ἔκτακτον θέτει χαλινὸν τοῦ ἑαυτοῦ του μᾶλλον παρ’ εἰς ἄλλους· διότι οἱ προηγούμενοι ὑπουργοὶ ἠδύναντο σεβόμενοι τοὺς ὑπάρχοντας νόμους νὰ μὴ κάμωμεν περιττοὺς καὶ ἀτόπους διορισμούς. Ὁ νέος οὗτος νόμος, ἄρα θὰ γίνῃ πλέον σεβαστὸς τῶν ἤδη ὑπαρχόντων καὶ τόσον ἀσυστόλως παραβιαζομένων;
§95ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἤλπιζον ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. ὑπουργοῦ ἤθελεν εὕρει ἀντίῤῥησίν τινα ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἐπὶ τόσα ἔτη εἰς τὸ ναυτικὸν καὶ εἰς τὸν στρατόν· βλέπω ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔρχεται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἄρῃ ὅλας αὐτὰς τὰς καταχρήσεις διὰ τοῦ ὁποίου ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλῃ ψηφίσματος· τοῦτο δὲν ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸ Ναυτικὸν, δὲν εἶναι ὅμως λόγος νὰ τὸ ἀποῤῥίψωμεν, εἶναι μία καλὴ ἀρχὴ, καὶ πρέπει νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τοὺς ὑπουργοὺς ἐρχομένους καὶ καταδεικνύοντας τὰ σεσηπότα μέρη τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, καθ’ ὅλου σύμφωνος μὲ τοὺς προλαλήσαντας, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐλάττωσιν τῆς μισθοδοσίας, ἡ ἐλάττωσις τῆς μισθοδοσίας πρέπει νὰ λάβῃ χώραν ὅπως ὁ Κύριος ὑπουργὸς τὴν προτείνει, διότι εἶναι ἄτοπον δόκιμοι νὰ λάβωσι μισθὸν 200 δραχμῶν κατὰ μῆνα, μισθὸν ἀντιστοιχοῦντα πρὸς λοχαγὸν τῆς γραμμῆς· νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις κατέχεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον τοῦτο θέλει εἶσθαι τὸ πρῶτον βῆμα τῆς παύσεως τῶν καταχρήσεων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνθαῤῥύνομεν τοὺς ὑπουργοὺς νὰ καταστείλωσιν ὅλας τὰς καταχρήσεις.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ψήφισμα, ἵνα τὸ ψηφίσητε μὲ τὰς ὀλίγας διορθώσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀνέγνω τὸ πρῶτον ἄρθρον ὡς ἑξῆς· «Προσδιορίζονται δύω τάξεις δοκίμων». «Οἱ μὲν ά. τάξεως δόκιμοι θέλουν λαμβάνει μηνιαῖον μισθὸν δραχμὰς ἑκατὸν καὶ τὴν μερίδα τοῦ ναύτου.»
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχεσθε τὰς 100 δραχμὰς, νὰ σηκωθῆτε· (ἀνίστανται σχεδὸν ὅλοι). Παρεδέχθη. Ἰδοὺ τὸ 2 ἄρθρον· «Οἱ τῆς βʹ. τάξεως δόκιμοι θέλουν λαμβάνει μηνιαῖον μισθὸν δραχμὰς ὀγδοήκοντα καὶ τὴν μερίδα τοῦ ναύτου.»
§98ΠΟΛΛΟΙ. Ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον θέσατε εἰς ψηφοφορίαν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἐρωτήσω, Κύριοι, θέλετε ὁλόκληρον τὸ ψήφισμα νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν;
§100ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν) Μάλιστα.
§101ΕΤΕΡΟΙ. (ἀριστερόθεν) Ὄχι, ὄχι.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω τὸ θέσει εἰς ψηφοφορίαν κατ’ ἄρθρον. Ὁ Κ. Δ. Βουδούρης ἔχει τροπολογίαν εἰς τὸ 2 ἄρθρον.
§103ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν τὴν δεχόμεθα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2 ἄρθρον ὡς ἔχει νὰ σηκωθῶσιν· (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἰδοὺ τὸ 3 ἄρθρον. «Οὐδεὶς δύναται νὰ προβιβασθῇ δόκιμος Ἀ. τάξεως, ἂν δὲν ὑπηρετήσῃ δύω ἔτη ὡς δόκιμος Βʹ. τάξεως ἐπὶ πολεμικῶν πλοίων καὶ εὐδοκιμήσῃ εἰς ἐξετάσεις, αἵτινες θέλουσι προσδιορισθῆ διὰ θεσπίσματος.» Ὅσοι τὸ παραδέχονται, νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Τὸ 4 ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ὁ ἀριθμὸς τῶν δοκίμων προσδιορίζεται εἰς τοὺς ὑπάρχοντας εἴκοσιν ἐννέα.» Ὅσοι τὸ παραδέχονται, νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Τὸ 5 ἔχει οὕτως. «Οὐδεὶς δόκιμος Αʹ. τάξεως δύναται νὰ προβιβασθῇ ἀνθυποπλοίαρχος, ἂν δὲν ὑπηρετήσῃ τέσσαρα ἔτη ἐπὶ πολεμικῶν πλοίων ὡς δόκιμος καὶ ὑποστῇ τὰς νενομισμένας ἐξετάσεις». Ὅσοι τὸ παραδέχονται, νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἰδοὺ τὸ 6 ἄρθρον. «Οὐδεὶς διορίζεται δόκιμος, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἡλικίαν τοὐλάχιστον 14 ἐτῶν καὶ οὐχὶ ἀνωτέραν τῶν 18.» Ὅσοι τὸ παραδέχονται ὡς ἔχει, νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἰδοὺ τὸ 7 ἄρθρον. «Οἱ δόκιμοι διατελοῦσι πάντοτε ἐν ἐνεργητικῇ ἐν πλοίοις ὑπηρεσίᾳ, μὴ δυνάμενοι νὰ τεθῶσιν εἰς οὐδεμίαν ἄλλην κατάστασιν.»
§105ΒΑΣΟΣ. Προτείνω, Κύριε Πρόεδρε, γενικῶς ὥστε δόκιμοι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν εἰς ἄλλην κατηγορίαν, εἰμὴ εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας.
§106ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Ὁ δόκιμος ἢ πρέπει νὰ ᾖναι ἐντὸς τοῦ πλοίου ὡς δόκιμος, ἢ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διὰ τίποτε.
§107ΒΑΣΟΣ. Βλέπω τὴν διάθεσιν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ.
§108ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Τὰ προηγούμενα ἄρθρα σᾶς λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπηρετήσουν ἐπὶ τῶν πλοίων.
§109ΒΑΣΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς φρονεῖ, ὅπερ καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι σας ἐπιθυμεῖτε, ἀλλὰ δὲν ἐκφράζεται τοῦτο εἰς τὸ νομοσχέδιον· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ γενικώτερος ὅρος ὅτι οἱ δόκιμοι ἐφ’ ὅσον διατελοῦσι δόκιμοι εἰς οἱανδήποτε τάξιν καὶ ἂν ᾖναι, θέλουν ἐκπληροῖ θαλάσσιον ὑπηρεσίαν· πᾶσα δὲ ἄλλη ὑπηρεσία ἐκτὸς τῆς θαλασσίου δὲν θεωρεῖται εἰς τὰ 4 ἔτη τῆς ὑπηρεσίας, δηλαδὴ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν δοκίμων εἶναι θαλάσσιος.
§110ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ λέγει· «θαλάσσιος ἐπὶ τῶν πλοίων».
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε, Κύριοι, τὸ 7 ἄρθρον διαλαμβάνει ταῦτα «οἱ δόκιμοι διατελοῦσι πάντοτε ἐν ἐνεργητικῇ ἐν πλοίοις ὑπηρεσίᾳ, μὴ δυνάμενοι νὰ τεθῶσιν εἰς οὐδεμίαν ἄλλην κατάστασιν».
§112ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἐδάφιον «πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ παρὸν καταργεῖται» νὰ σηκωθοῦν.
§115ΟΙ ΠΟΛΛΟΙ ΤΩΝ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΩΝ. Δεκτὸν, μάλιστα, μάλιστα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ καὶ ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου «τὸ παρὸν ψήφισμα λαμβάνει ἰσχὺν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.»
§117ΟΙ ΠΟΛΛΟΙ. Δεκτὸν, μάλιστα, μάλιστα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν ἀναφοραὶ πολλῶν πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀδείας. Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ δώσω ἄδειαν εἰς οὐδένα, λόγῳ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ μὴ διακοποῦν αἱ συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως.
§119ΚΕΧΑΓΙΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουσι διάφοροι ἐκκρεμεῖς προτάσεις ψηφισμάτων ἀφορῶσαι τὰ οἰκονομικὰ, τουτέστι τὴν ἐξίσωσιν τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα· ἡ Συνέλευσις ἐκτιμῶσα τὴν σπουδαιότητα, τὰς ἐθεώρησεν ὡς κατεπειγούσας καὶ τὰς κατέταξεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ εἶναι σπουδαιότατον ἀντικείμενον, αὔριον ἢ ἄλλην ἡμέραν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν.
§120ΖΕΡΒΑΣ. Θέλω νὰ δοθοῦν ἄδειαι ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, διότι πολλοὶ πληρεξούσιοι ἀναχωροῦν ἄνευ ἀδείας, καὶ αὔριον θὰ ἰσχυρισθοῦν, ὅτι ἦσαν παρόντες, διὰ νὰ πληρωθοῦν.
§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη ἡ Συνέλευσις νὰ διατηρηθῇ· τόσον δὲ βεβαία καὶ φανερὰ εἶναι ἡ ἀνάγκη αὕτη, ὥστε οἱ πάντες τὴν ἀναγνωρίζουν καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον γνώμην. Τώρα, ἂν τινὲς θέλουν ἐπιμόνως ν’ ἀναχωρήσουν, τίς ἠμπορεῖ νὰ τοὺς βιάσῃ καὶ τίνι τρόπῳ;
§122ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ὑπάρχουν 50–60 πληρεξούσιοι εἰς τὰς Ἐπαρχίας των, οἱ ὁποῖοι λείπουν 4 μῆνας, λοιπὸν αὐτοὶ πρέπει νὰ ἔλθουν καὶ νὰ φύγουν οἱ ἄλλοι.
§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀνάγκη, ἥτις κάμνει τοὺς ἐδῶ εὑρισκομένους νὰ φύγουν, εἶναι, διότι εἶναι κτηματίαι καὶ ἡ παρουσία των εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαία, ἀλλ’ ἡ αὐτὴ ἀνάγκη ὑπάρχει καὶ εἰς τοὺς ἀπόντας, ὥστε βέβαιος εἶμαι, ὅτι δὲν θέλουν ἔλθει. Τουλάχιστον, Κύριοι, ἂς ἀναβληθῇ ἡ ἀναχώρησις μὲ αὐτὸ τὸ ἀτμοκίνητον, ἂς ἀνασταλῇ ἡ παῦσις τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ σκεπτόμεθα· ἂς μείνωμεν τοὐλάχιστον 5, 6, 8 ἡμέρας ἀκόμη, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ νὰ φροντίσωμεν περὶ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης.
§124ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημα τὸ σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ λύσῃ ἡ Συνέλευσις—τὸ ζήτημα τῆς παρουσίας ἐνταῦθα ἑνὸς ἀριθμοῦ νὰ συγκροτήσῃ καὶ ἀπαρτίσῃ συνεδρίασιν. Γνωρίζομεν ὅλοι τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι ἡ γεωργία εἶναι τὸ ἐπικρατέστερον ἐπιτήδευμα τῶν Ἑλλήνων· ἀπὸ τῆς 15 Ἰουλίου κᾀνεὶς ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Πελοποννήσου τῆς παραλίας καὶ ἐν μέρει τῆς μεσογείου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ, διότι ὁ τρυγετὸς τῆς σταφίδος ἀρχίζει περὶ τὰς 15 ἢ 20 Ἰουλίου. Θὰ ὑπάγῃ ἕκαστος προτήτερα, θὰ προετοιμάσῃ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα καὶ πράγματα. Εἶναι ἀδύνατον, οὐδεὶς Νόμος, οὐδεὶς περιορισμὸς δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς μικρᾶς ἢ μεγάλης ἀνάγκης. Ἔπρεπεν εἰς τοῦτο κυρίως ἡ Συνέλευσις νὰ σκεφθῇ τί θὰ κάμῃ· δὲν θὰ ἤμεθα νόμιμος ἀριθμὸς αὔριον· τὶ ὠφελοῦν αἱ παραινέσεις καὶ οἱ πατριωτικοὶ λόγοι; καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν ἐπρότεινε κἄποιός τις ἐνταῦθα, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον. Διὰ τοῦτο πρὶν ἀναχωρήσωμεν σήμερον ἀπ’ ἐδῶ, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν τί θὰ κάμωμεν.
§125ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι, θὰ κάμω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, ὅτι ἔχει πολὺ λάθος ὁ προλαλήσας νὰ διϊσχυρίζεται τὸ ἀδύνατον· 130 πληρεξούσιοι εἶναι κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, τοὺς ὁποίους ἐμετρήσαμεν πολλάκις διὰ τοῦ καταλόγου, δὲν ὑπολείπονται δὲ παρὰ μόνον 20 ἕως 26 πληρεξούσιοι διὰ ν’ ἀπαρτισθῇ ἡ συνεδρίασις· ἑπομένως ὁ λόγος τοῦ προλαλήσαντος Κυρίου Χρηστίδου δὲν εἶναι ἀληθής. Ἀλλ’ ἰδοὺ τί τρέχει, δὲν εἶναι ὅλοι σταφιδοῦχοι, οὔτε ἔχουν ἀνάγκην τῆς ἀναχωρήσεως εἰς αὐτὰς τὰς ἡμέρας· ἀλλὰ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν δὲν ἀνεχωρήσαμεν ποσῶς καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν διάρκειαν τῆς Συνελεύσεως, ὥστε πρέπει νὰ ὑπάγωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἴδωμεν τὶ γίνονται τὰ σπήτια μας διὰ 10 ἡμέρας τοὐλάχιστον· ἀλλ’ εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας εὑρίσκεται ἀπαρτία, καὶ νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς πολλοὺς, ἐν τούτοις ἔγεινε, πολλὰ ὀλίγοι δὲν ἔλαβον τὴν ἄδειαν, δύνανται νὰ στενοχωρῶνται καὶ ἀπὸ χρήματα.
§126Α. Χ. ΛΟΝΤΟΣ. Ὅ,τι, Κύριοι, εἶπεν ὁ Κύριος Χρηστίδης, μοὶ φαίνεται ὀρθότατον, καὶ δὲν σπουδαιολογεῖ κᾀνεὶς λέγων, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ἑαυτόν του εἰς τὰ ἀδύνατα. Ὀκτὼ μῆνας συνεδριάζομεν ἐδῶ.
§127ΤΙΝΕΣ. Ἑπτά.
§128ΛΟΝΤΟΣ. Ἔστω ἑπτά. Εἴμεθα εἰς τὰ κυνικὰ καύματα, ἔχομεν κατεπειγούσας ἀνάγκας νὰ ἐκπληρώσωμεν νὰ θεωρήσωμεν, νὰ ἐπισκεφθῶμεν τὰ ἴδια, διότι ἄνευ τῶν ἰδίων δὲν συντηροῦνται τὰ κοινά· καὶ ἐὰν ὑποσχεθῶμεν νὰ μείνωμεν εἰς τὰς Ἀθήνας, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ κατορθώσωμεν, διότι ἕκαστος δὲν δύναται ἢ νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συντηρήσεώς του. Κύριοι, ἓν κοινοβούλιον ὑπῆρξε μακρότατον ἀφῆσαν ἀναμνήσεις καὶ ὠνομάσθη longue parlement, διότι συνεδρίασεν ἐπὶ 10 περίπου μῆνας, καὶ ἐν τούτοις καὶ ἐκεῖνο ἔλαβε τὰ ἀναγκαῖά του διαλείμματα. Λοιπὸν πολὺν χρόνον συνήλθομεν καὶ ἐμείναμεν καὶ δὲν ἠμποροῦμεν περαιτέρω νὰ μείνωμεν εἰς τὰς Ἀθήνας. Καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος Χρηστίδης, ὁ τρυγητὸς ἄρχεται ἀπὸ τῆς 20 Ἰουλίου, καὶ διὰ τὸν τρυγητὸν τῆς σταφίδος, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐνδιαφέρεται τὸ μεγαλείτερον τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι ἠναγκασμένα ν’ ἀπέλθωσιν ἐντεῦθεν· ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν συγκομιδὴν ἄλλων προϊόντων, ἥτις ἀρχίζει εἰς τὰς 15 Ἰουλίου, καθὼς εἰς τὰ ὀρεινὰ μέρη, εἰς τὴν Καρύταιναν ὁ θερισμὸς ἄρχεται τὴν 15 Ἰουλίου, παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναχωρήσεως πολλῶν. Ἔχομεν λοιπὸν ὅλοι ἀνάγκην ν’ ἀναχωρήσωμεν, εἶναι ἀνάγκη ὅμως καὶ ἡ Συνέλευσις νὰ μὴ διακόψῃ ἐπὶ πολὺ τὰς ἐργασίας της καὶ διὰ τοῦτο, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ἕνα μέσον ὅρον. Ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Συνέλευσις νὰ ἐργασθῇ μετὰ ζήλου μέχρι τῆς ἐρχομένης Τετάρτης, τότε, ἐπειδὴ δὲν συμφωνῶ διόλου νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν ἀπαρτίαν τοῦ Σώματος, νὰ διακόψωμεν τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος δι’ εἴκοσιν ἡμέρας, καὶ κατόπιν νὰ ἐπανέλθωμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω.
§129ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἐκλεχθῶσι 20, 30, 40 πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι διαρκῶς νὰ ἦναι ἐνταῦθα, ὥστε ἐν ἀνάγκῃ νὰ συγκαλέσωσι τοὺς ἄλλους.
§130ΛΟΝΤΟΣ. Ὁ Πρόεδρος ἂς τὴν συγκαλέσῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν, ἂν εὐαρεστῆται καθ’ ἡμέραν νὰ συνεδριάζῃ ἀπὸ σήμερον μέχρι τῆς Τετάρτης ἀπὸ πρωΐας, διὰ νὰ τελειώσωμεν τὰ κατεπείγοντα νομοσχέδια, καὶ κατόπιν νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας μας.
§131ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ καλλιτέρα πρότασις εἶναι τοῦ Κυρίου Λόντου. Λοιπὸν αὔριον συνεδριάζομεν.
§133ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρα 4 καὶ ½ Μ. Μ.)
Ὁ Πρόεδρος
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ.
Οἱ Γραμματεῖς Χ. Γερογιάννης. Α. Σωμάκης.