1863.06.15
2.960 στίχοι · 24.586 λέξεις · 244 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΚΔʹ.
Τῆς 15 Ἰουνίου 1863.
(Σάββατον)
Ὥρα 10 Π. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου πλήρους γενομένης τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΑΛ. ΔΟΣΙΟΣ. Ἓν ἀντικείμενον παμψηφεὶ ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις, τὴν τύπωσιν τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σουλιέ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς μόλις ἀπεφασίσθη (θόρυβος).
§5Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, πρὸ παντὸς ἄλλου, νομίζω, πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως περὶ ἑνὸς γεγονότος λίαν σοβαροῦ καὶ ἀξιοτίμου ὅλως διόλου διὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς· εἴπομεν προχθὲς, ὅτι πρέπει εἰς τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως νὰ γείνῃ ἀπάντησις, καὶ μόλον τοῦτο ἀργεῖ αὑτὴ ἡ ὑπόθεσις.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡ σύνταξις μιᾶς ἀπαντήσεως. Τὸ Προεδρεῖον, διὰ νὰ συμμερισθῶσι καὶ ἄλλοι τὴν εὐθύνην τῆς συντάξεως, προσεκάλεσε τὴν διπλωματικὴν Ἐπιτροπὴν καί τινας ἄλλους πληρεξουσίους· συνήλθομεν μίαν ἑσπέραν, ἐκάμαμεν ἓν σχέδιον ἀπαντήσεως, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ τὸ καταρτίσωμεν ἀκριβῶς, ἐθέσαμεν ὅμως τὰς βάσεις. Τὸ σχέδιον τοῦτο τὸ Προεδρεῖον τὸ διώρθωσε κατά τι, λαβόντων μέρος εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ἄλλων τινῶν πληρεξουσίων.
§7ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως, νομίζω, ὅτι εἶναι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἐγγράφων, καὶ δὲν εἶναι κακὸν νὰ τυπωθῇ· δύναταί τις νὰ ἐπιφέρῃ σπουδαίαν παρατήρησιν ἐπ’ αὐτῆς. Ἡ ἀπάντησις αὕτη εἶναι παραπλησία τῆς ἀπαντήσεως μιᾶς Βουλῆς πρὸς ἕνα Βασιλικὸν λόγον. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι κατεβλήθη πᾶσα σπουδαιότης καὶ ἐμβρίθεια εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἐγγράφου τούτου, μόλα ταῦτα νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τυπωθῇ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μὴ γείνῃ τὸ σχέδιον τοῦτο ἀντικείμενον συζητήσεως· ὅσοι ἐκ τῶν Κυρίων πληρεξουσίων θέλουν, δύνανται νὰ λάβουν αὐτοῦ γνῶσιν κατ’ ἰδίαν ἐν τῷ Προεδρείῳ καὶ νὰ ἐκθέσουν εἰς τὸν Πρόεδρον τὴν γνώμην των.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἄλλη τις πρότασις καὶ τὸ Προεδρεῖον θεωρεῖ καθῆκόν του νὰ τὴν ὑποβάλῃ, εἶναι ἓν ψήφισμα, νὰ κηρυχθῇ ἡ Α. Μ. ἐνῆλιξ.
§11ΖΕΡΒΑΣ. Ῥητὸς ὅρος τῆς ἀποδοχῆς τοῦ στέμματος εἶναι ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου, φρονῶ, ὅτι πρὶν ἢ πραγματοποιηθῇ αὕτη, δὲν πρέπει νὰ προσέλθωμεν εἰς τίποτε ἄλλο.
§12ΘΡ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ἡ ἀνάγκη τῆς ταχυτέρας μεταβάσεως τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἀμφισβητεῖται παρ’ οὐδενὸς, καθ’ ἑκάστην ἀποδεικνύεται ἀναγκαιοτέρα ἡ μετάβασις τῆς Α. Μ. εἰς τὴν νέαν πατρίδα του. Ὁ Βασιλεὺς δὲν συνεπλήρωσεν εἰσέτι τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας του, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὸ παλαιὸν σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατὰ διάφορα ἄλλα συντάγματα διαφόρων ἄλλων Ἐθνῶν, θεωρεῖται ὡς τὸ ἔτος τῆς ἐνηλικιότητος τοῦ Βασιλέως. Ἔχομεν διαβεβαιώσεις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς περὶ τὰς ἀρχὰς 7βρίου θέλει εἶσθαι εἰς τὴν Ἑλλάδα· ὅ,τι δὲ θεωρῶ, ὅτι θέλει συντείνει πολὺ εἰς τὴν ἀπόφασίν του ν’ ἀφήσῃ τὸ ταχύτερον τὸ ἔδαφος τῆς Δανίας, εἶναι βεβαίως ἡ ἀπὸ τοῦδε διακήρυξις τῆς ἐνηλικιότητος αὐτοῦ. Ἡ ἀντιβασιλεία εἶναι περίοδος, ἡ ὁποία εἰς τὰ διάφορα Ἔθνη ἔφερε περισπασμοὺς καὶ ὀδύνας. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν παραδείγματα τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς ἀληθείας εἰς διάφορα ἄλλα Ἔθνη, ἡ ἰδική μας ἱστορία ἤθελεν ἀποδείξει τοῦτο. Ὑπάρχει, νομίζω, εἶμαι βέβαιος, εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἡ διάθεσις τοῦ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀντιβασιλείαν, ἡ διάθεσις αὕτη ὑπάρχει βεβαίως καὶ εἰς τὴν Δανίαν. Ὑπαρχούσης λοιπὸν τῆς ἀμοιβαίας ταύτης διαθέσεως, δὲν βλέπω οὐδὲν κώλυμα, ὥστε ἀπὸ τοῦδε ἡ Συνέλευσις ν’ ἀνακηρύξῃ τὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων ἐνήλικα ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§14ΖΑΪΜΗΣ. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι πρέπον οὐδόλως νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀφοῦ ἅπαξ κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον πρότασις περὶ τῆς ἐνηλικιότητος τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγνώσατέ το, Κύριε Πρόεδρε. Ὁ Κύριος Πρόεδρος ἀναγινώσκει τὴν πρότασιν. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. «Διερμηνεύουσα τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα ἴδῃ τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων ἀναλαμβάνοντα τὸ ταχύτερον τὴν Συνταγματικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν·» Ψηφίζει «Αʹ. Κηρύττει ἀπὸ τοῦδε ἐνήλικα τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων Γεώργιον Αʹ.» «Βʹ. Εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀνατίθησι τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὅσοι συμφωνεῖτε εἰς τοῦτο παρακαλεῖσθε νὰ σηκωθῆτε· (ἐγείρονται ἅπαντες). Παρεδέχθη παμψηφεί. (Ζητωκραυγαὶ ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου καὶ χειροκροτήματα).
§17ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἐπειδὴ τὸ ταχυδρομεῖον ἀναχωρεῖ σήμερον διὰ τὴν Εὐρώπην νὰ γείνῃ ἀμέσως ἀντιγραφὴ, καὶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν Εὐρώπην.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τις πρότασις σχετικὴ τοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου. Μοὶ γίνεται ὅμως ἡ παρατήρησις παρὰ τοῦ Κ. Ἀφεντούλη, ὅτι περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἐγένετο ἤδη πρὸ καιροῦ ψήφισμα. Ἂς ἀναβληθῇ λοιπὸν νὰ ἴδωμεν. Ὑπάρχει προσέτι ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§20ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Ἡ θέλησις τῆς Συνελεύσεως εἶναι νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλο ψήφισμα περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ σκεφθῶμεν, διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἀλλάσσῃ καὶ ἡ σύνταξις τῆς νέας προτάσεως. Ὁ Κ. Μπουκαούρης ἐζήτησε τὸν λόγον.
§24ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἐσυστήθη μία ἐπιστροπὴ διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς. Ἐτάχθη προθεσμία πενθήμερος, παρετάθη μετὰ ταῦτα ἐπὶ 10 ἡμέρας, ἐν τούτοις παρῆλθον καὶ πλέον ἀκόμη καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν δὲν τὸ εἴδομεν. Θὰ παρακαλέσω τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μᾶς ὑποβάλλῃ τὸ ἀποτέλεσμα ἢ νὰ μᾶς εἴπῃ διατί μέχρι τοῦδε δὲν ἐπαρουσίασε τὸ ἀποτέλεσμα.
§25ΣΟΥΪΔΑΣ. Νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ· ἐπειδὴ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐπειδὴ ἔδωκε τὴν παραίτησίν του, διὰ τοῦτο δὲν ἔρχεται, περιμένομεν νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις περὶ αὐτοῦ, καὶ κατόπιν νὰ ζητήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ μίαν παράτασιν.
§26ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Ἴσα, ἴσα δι’ αὐτὸ ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸν λόγον καὶ λέγω, ἐπειδὴ ἡ παραίτησις τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐγένετο δεκτὴ εἰσέτι, φρονῶ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐργάζεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ὀφείλει. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, καὶ ἂν ἀποποιῆται ὁ Κ. ὑπουργὸς θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐργασθῇ καὶ μόνη.
§27ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν πρεσβύτερον τὸ προεδρεῖον.
§28ΑΘ. Β. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ εἶμαι μέλος αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς, ἀντιτείνω εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ἀνατεθῇ ἡ προεδρεία εἰς τὸν πρεσβύτερον, καθόσον αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ δώσῃ, εἶναι πολὺ οὐσιώδεις.
§29ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀναγνωρίζω πραγματικῶς, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀναγκαιοτάτη, ἀναγνωρίζω ὅμως καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἔχει, νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας του μέχρις οὗ ἡ Συνέλευσις τὸν ἀπαλλάξῃ· διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ διατάξῃ τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας του, διότι ἐξακολουθοῦμεν πάντοτε νὰ τὸν θεωρῶμεν ὑπεύθυνον μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀπαλλαχθῇ τῶν καθηκόντων του. Ἔχω ἀφορμὴν νὰ πιστεύω, ὅτι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ Κ. ὑπουργὸς κατέθεσε τὴν παραίτησίν του, ἡ ὑπηρεσία ἡ στρατιωτικὴ, ἥτις ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως εἶναι χαλαρωμένη, χαλαροῦται ὁσημέραι περισσότερον. Χθὲς διετάχθη ἓν ἀπόσπασμα νὰ ἀπέλθῃ καὶ μετὰ 48 ὥρας δὲν ἠδυνήθη νὰ κινήσῃ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ παρουσία του ἦτο ἀναγκαιοτάτη· εἶναι δὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον διετάχθη νὰ μεταβῇ εἰς Γύθειον, καὶ μόλις χθὲς τὸ ἑσπέρας ἀνεχώρησε. Νὰ διαταχθῇ λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν δὲν τὸν ἀπαλλάξῃ ἡ Συνέλευσις τῶν καθηκόντων του νὰ ἐξακολουθῇ τὰς ἐργασίας του.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ παραγγελθῇ......
§31ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ὑποχρεωθῇ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ἐὰν ἐννοῆτε, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα του παρακαλεῖσθε νὰ σηκωθῆτε· (ἐγείρονται ἅπαντες). Παρεδέχθη. Ὁ Κ. Ἀγγελινίδης ἔχει τὸν λόγον.
§33ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Κύριοι, συνέλαβον μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς καθυποβάλω καὶ ἂν εὕρετε ὀρθὴν θὰ τὴν παραδεχθῆτε, ἐὰν δὲ τοὐναντίον θὰ τὴν ἀποῤῥίψετε. Δέκα ἡμέρας συζητοῦμεν περὶ παύσεως ἢ μὴ τοῦ ὑπουργείου. Δὲν ἐννοῶ διατὶ ἓν σῶμα, ὁποῖον ἡ Συνέλευσις, νὰ καταναλίσκῃ τὸν καιρὸν εἰς τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα. Ἐννοῶ, ὅτι μία Βουλὴ, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ καὶ νὰ διορίζῃ ὑπουργοὺς, πρέπει νὰ φέρῃ διαφόρους αἰτίας καὶ διαφόρους λόγους, τοὺς ὁποίους νὰ ἀναπτύξωσι καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως νὰ φωτίσωσι τὸν ἀνώτατον Ἄρχοντα περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργείου. Ἡμεῖς σήμερον λοιπὸν κατέχοντες τὴν θέσιν τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ἡμεῖς ὅλοι ἤμεθα εἰς κατάστασιν, ὡς ἐκ τῆς μικρᾶς ἐκτάσεως τῆς ἐπικρατείας, ὡς ἐκ τοῦ μικροῦ πληθυσμοῦ, νὰ γνωρίζωμεν ὅσα ἐν λόγοις ἐκτεταμένοις καὶ διεξοδικοῖς ἐῤῥέθησαν, ἂν ἦναι καλοὶ ἢ κακοὶ οἱ ὑπουργοὶ, ἡμεῖς τὸ γνωρίζομεν· πρὸς τί νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας; Μία μερὶς θεωρεῖ κατάλληλον τὸ ὑπουργεῖον, μία ἄλλη τὸ θεωρεῖ ἀκατάλληλον, πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀποτέλεσμα διὰ τῆς ψήφου. Ἀλλ’ ἴσως μοῦ εἴπωσιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θεωρεῖ ἀναγκαῖον, οἱ φίλοι τῶν ὑπουργῶν νὰ τὸ ὑπερασπίσωσιν. Ὅλα ταῦτα καὶ τὰ ὑπὲρ, καὶ τὰ κατὰ ἐῤῥέθησαν. Οἱ ὑπουργοὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν κατηγόρου διὰ νὰ περιμένωσι τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν νὰ ἔχωσιν ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ, διὰ νὰ ἐπιδεικνύωσι τὴν ἀθωότητά των. Οἱ ΚΚ. ὑπουργοὶ ἀρκετὰ ἔδωκαν νὰ ἐννοήσῃ ἡ Συνέλευσις, ὅτι αὐτοὶ νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ φέρωσιν ὑπὲρ αὐτῶν οἱ ἐναντίοι τὰ ἐναντία. Πρὸς τί νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ σήμερον καὶ αὔριον, διότι ἐὰν θέλωμεν μῆνα ὁλόκληρον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, διότι θὰ λαλήσῃ εἷς ἐκ τῆς ὁμιλίας αὐτῶν, λαμβάνει ἕτερος αἰτίαν διὰ νὰ λαλήσῃ, καὶ οὕτω δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν μῆνα ὁλόκληρον. Φρονῶ, Κύριοι, ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ παύσῃ πλέον αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις νὰ τὸ ἀφήσωμεν, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, οὔτε τὰς προτάσεις τοῦ ἑνὸς, οὔτε τὰς προτάσεις τοῦ ἄλλου, διότι δὲν πρόκειται νὰ φέρωμεν ὡρισμένην κατηγορίαν, δὲν πρόκειται νὰ δικάσωμεν καὶ νὰ καταδικάσωμεν ἐπὶ ποινῇ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ τελειώσωμεν οὕτω πως. Ὅσοι θεωροῦν κατάλληλον τὸ ὑπουργεῖον νὰ κυβερνᾷ ἐπὶ πλέον θὰ εἴπωσι ναὶ, ὅσοι τὸ ἐναντίον ὄχι, χωρὶς νὰ ἀποφασίσητε ἄλλα ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Σαριπόλου, οὔτε ἐπὶ ἄλλης, διότι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ αἰτιολογήσωμεν τὴν ἀπόφασίν μας, ὥστε νὰ δώσωμεν λόγον. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περαιωθῇ ἡ συζήτησις, διατυπώνω οὕτω πως τὴν πρότασίν μου. «Ὅσοι θεωροῦν κατάλληλον τὸ ὑπουργεῖον νὰ κυβερνᾷ νὰ εἴπωσι ναὶ, ὅσοι τὸ θεωροῦν ἀκατάλληλον νὰ εἴπωσιν ὄχι.»
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ἀγγελινίδης ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προδικαστικοῦ ζητήματος. Μ’ εἶπεν, ὅτι ἤθελε προτείνει, ἂν ἐφωτίσθημεν, ἢ ὄχι· ἐπὶ τῆς προτάσεως ὅμως τὴν ὁποίαν νῦν ἔφερε, πολλοὶ ἐζήτησαν τὸν λόγον, ὥστε θὰ ἔμβωμεν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προδικαστικοῦ ζητήματος.
§35ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ νέα πρότασις τοῦ Κ. Ἀγγελινίδου ἀφορᾷ, ἂν ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις ἢ ὄχι.
§36ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀπὸ μιᾶς ἑβδομάδος ἡ Συνέλευσις καταγίνεται εἰς τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς ἐπὶ ὡρισμένων ἀντικειμένων, ἐπὶ τοῦ διέποντος τὰ πράγματα τῆς πατρίδος ὑπουργείου. Ἔφερον διάφοροι πληρεξούσιοι κατηγορίας, τὰς ὁποίας, πρέπει ν’ ὁμολογήσωμεν, δὲν τὰς εἶχον χωνεύσει ἀπ’ ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ χθὲς ἀκόμη ἔφερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατηγορίας ὅλως νέας. Εἶναι φυσικώτατον ἡ Συνέλευσις νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς συζητήσεις αὐτὰς ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν, τούτων, ἵνα φέρῃ τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτῆς ὑπὲρ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργείου, ἢ κατὰ τῆς διαγωγῆς αὐτοῦ. Ἐν τούτοις, ἐνῷ τὸν φυσικὸν τοῦτον δρόμον ἠκολούθει ἡ Συνέλευσις, φαίνεται ὅτι οἱ κατήγοροι τοῦ ὑπουργείου εὑρίσκουσιν ὅτι δὲν δύναται νὰ πεισθῇ τὸ κοινὸν, ὅτι ἔχουσι βάσιν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν αἱ κατηγορίαι αὗται· ἔρχονται διὰ μιᾶς παρεμπιπτούσης προτάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεμακρύνθησαν ὅλως διόλου ἀπὸ τὸ σπουδαῖον ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλει ἀπὸ μιᾶς ἤδη ἑβδομάδος, ἂν τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ἔψευσεν, ἢ ὄχι τὰς ἐλπίδας τῆς Συνελεύσεως, ἔρχονται διὰ μιᾶς προτάσεως καὶ λέγουσιν, ὅτι, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπομεν κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ἦσαν χάλτια (θόρυβος ἀριστερά) ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουν· «σταματήσατε τὴν συζήτησιν τῶν κατηγοριῶν καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἀληθῆ αἰτίαν, ἡ ὁποία προὐκάλεσε τὰς συκοφαντίας, τὰς ὁποίας ἐχειροκροτήσατε (εὖγε). Συντάσσομαι πληρέστατα εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς παρεμπιπτούσης αὐτῆς προτάσεως, ἂν παραδεχθῇ ἡ φάλαγξ ἡ πολεμοῦσα τὸ ὑπουργεῖον νὰ σχισθῶσι τὰ πρακτικὰ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξετέθησαν αἱ κατηγορίαι. Ἡ Συνέλευσις ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῆς δύναται νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ λέγῃ· «ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐσχημάτισα χθὲς, κοιμηθεῖσα τὸν ὕπνον τῆς νυκτὸς, εὗρον τὴν ἐπιοῦσαν, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ διευθύνῃ τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, καὶ ψηφίζομεν τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐν τῷ δικαιώματι τῷ κυριαρχικῷ ἑτέραν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ σταματήσῃ ἡ ὑπόθεσις ἐδὼ εἰς τὴν στιγμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν κατεδείχθη πληρέστατα ἡ ἀσχημοσύνη τῆς κατηγορίας δὲν τὸ δεχόμεθα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ, ὅτι πᾶς τις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν ἐφωτίσθη· ὑπαρχούσης δὲ ἀμφιβολίας, πάντοτε ἡ Συνέλευσις πρέπει ν’ ἀποφαίνεται, ἂν ἐφωτίσθη, ἢ ὄχι· ἐπιμένετε Κύριε Ἀγγελινίδη; ἐγὼ σᾶς προτρέπω νὰ μὴ ἐπιμείνετε.
§38ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἠδύνατο νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀποτέλεσμα· ἐπειδὴ ὅμως βλέπω, ὅτι παρεξηγήθην ἐπιμένω νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§39ΔΑΓΡΕΣ. Θέλω νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐφωτίσθη βεβαίως ἐπὶ τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος. Ζήτημα περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως ὑπουργείου δὲν ἦλθεν, ἀλλ’ ἦλθε μόνον περὶ τῆς προδοτικῆς αὐτοῦ διαθέσεως. Ἡμεῖς συμφωνοῦμεν νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις, ἀλλὰ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις πῶς θεωρεῖ τὰς κατὰ τοῦ ὑπουργείου αἰτιάσεις, διότι ἐγὼ, Κ. Πρόεδρε, ὢν ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν τῶν συζητήσεων, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ (θόρυβος).
§40ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
§41ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι! Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, διότι ἥκιστα ἐνδιαφέρομαι εἰς προσωπικὰς μεταβολὰς, ἐμπνεομένας οὐχὶ ὑπὸ ἀρχῶν, ἀλλ’ ὑπὸ συμφερόντων κομματικῶν καὶ ὑπὸ τάσεων φιλοδόξων. Εἶχον ἀπόφασιν νὰ μείνω ἁπλοῦς θεατὴς τῆς πάλης, ν’ ἀκούσω ἀπαθῶς καὶ τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐπιχειρήματα, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐκφέρω διὰ τῆς ψήφου μου τὴν ἐπ’ αὐτῶν δικαίαν κρίσιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ πάλη κατέστη οὐ μόνον λίαν ζωηρὰ καὶ πεισματώδης, ἀλλὰ καὶ ἥκιστα κοινοβουλευτικὴ, ἐθεώρησα ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐκπληρώσω καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει ἡ συνείδησίς μου. Ἀπὸ δύω θέσεων, Κύριοι, δίδεται ἡ μάχη κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἢ μᾶλλον ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, ἣν μετῆλθε τὸ ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς ἀτυχοῦς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ, καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Θέλω ἐπισκοπήσει ἀμερολήπτως ἀμφοτέρας τὰς ἐπιθέσεις, διὰ ν’ ἀνεύρω ἂν πνεῦμα εὐθύτητος τὰς ὁδηγεῖ, καὶ ἂν τείνουν εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὴν μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ τῆς σκανδαλώδους ἐκείνης ὑποθέσεως τοῦ Σουλιέ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν κατὰ τῆς πιστώσεως ἀγορευσάντων δὲν περιωρίσθησαν ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ καταδείξωσι τὸ ἄδικον τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Σουλιὲ, καὶ τὸ ἀνοίκειον τῆς διπλωματικῆς αὐτῆς διεξαγωγῆς διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας, ἀλλ’ ἐμέμφθησαν πικρῶς καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὸ ὑπουργεῖον διεξήγαγε τὸ ζήτημα ἐκεῖνο. Πρῶτος μάλιστα ὁ ἔντιμος Πληρεξούσιος Μεσολογγίου ἔδωκε τὸ σημεῖον τῆς τοιαύτης ἐπιθέσεως, κατηγορήσας τὸ ὑπουργεῖον, διότι δὲν ἐφρόντισε κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων νὰ μορφώσῃ ὑπὲρ ἡμῶν τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Εὐρώπης, δημοσιεῦον διὰ τῶν ἐπισημοτέρων ὀργάνων τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ τύπου τὰ διαμειβόμενα διπλωματικὰ ἔγγραφα, καὶ πρὸ πάντων διότι, πρὶν ἢ ἐνδώσῃ, δὲν ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἀνεδέχθη ὑποχρέωσιν, δεσμεύουσαν τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως. Ἐξανέστην τότε, Κύριοι, κατὰ τῆς τοιαύτης τροπῆς τοῦ ζητήματος, καὶ ἠγωνίσθην νὰ ἐμποδίσω νὰ χρησιμεύσῃ ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐθνικῆς τιμῆς ὡς ἀφορμὴ κομματικῆς κατὰ τοῦ ὑπουργείου πάλης. Ἀλλ’ ἡ φωνή μου δὲν ἠκούσθη· οἱ πολέμιοι τοῦ ὑπουργείου, σπεύδοντες νὰ ἐπιτύχωσι τὴν νίκην ἐπὶ τόσον εὐτυχοῦς πεδίου, ἥνωσαν τὰ δύω ζητήματα, τὸ ἐθνικὸν καὶ τὸ ὑπουργικὸν, εἰς μίαν πρότασιν, καὶ προεκάλεσαν ἐπ’ αὐτῆς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως. Δὲν πρόκειται τόρα νὰ ἐξετάσω ἂν ὀρθῶς ἢ ἐσφαλμένως ἀπέῤῥιψεν ἡ Συνέλευσις τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἄλλως τε ἡ ἐπὶ τούτου γνώμη μου εἶναι ἤδη γνωστὴ διὰ τῆς γενομένης ψηφοφορίας· εὑρεθεὶς μεταξὺ δύω ἰδεῶν, ὧν τὴν μὲν ἐδεχόμην, τὴν δὲ ἀπέκρουον, ἠναγκάσθην χάριν τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος νὰ λησμονήσω τὸ ὑπουργικὸν, καὶ νὰ συνταχθῶ μετὰ τῶν ὑποστηριζόντων τὴν διπλῆν ἐκείνην πρότασιν. Λέγω μόνον, ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἀποῤῥίψασα τὴν πρότασιν, ἔλυσε συγχρόνως καὶ τὸ ἐθνικὸν καὶ τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα, τοὐτέστι παρεδέχθη τὴν πίστωσιν καὶ ἐπεδοκίμασε τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Σουλιέ. Τοῦτο εἶναι πρόδηλον· πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ μὴν ἐκπλαγῶμεν, βλέποντες ἐπαναφερόμενον τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα, πρωταγωνιστοῦντος μάλιστα τοῦ καθηγητοῦ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ὅστις ζητεῖ νὰ πέσῃ τὸ ὑπουργεῖον πτῶσιν αἰσχύνης, διὰ τὴν ὁποίαν ἔδειξε διαγωγὴν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σουλιέ; Οὕτω πολιτευόμενοι οἱ πολέμιοι τοῦ ὑπουργείου δὲν φαίνονται ὁδηγούμενοι ὑπὸ τῆς καλῆς πίστεως καὶ ὑπὸ πνεύματος εὐθύτητος· λυποῦμαι δὲ εἰλικρινῶς, διότι βλέπω συντεταγμένον ὑπὸ τὴν σημαίαν των τὸν ἀγαθὸν φίλον μου Κ. Σαρίπολον. Καὶ παρατηρήσατε, Κύριοι, εἰς ποῖον πολιτικὸν ἀτόπημα δύναται νὰ μᾶς φέρῃ ἡ συζήτησις καὶ ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Σαριπόλου. Ἡ Συνέλευσις, ἐμπνεομένη ὑπὸ πολιτικῶν λόγων, τοὺς ὁποίους, ἂν δὲν συμμερίζωμαι, ἐννοῶ ὅμως καὶ ἐκτιμῶ, ἀπεδέχθη τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ Σουλιέ· διὰ τῆς ἀποφάσεώς της δὲ ἐκείνης δὲν ἱκανοποίησε μὲν τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν, οἰκονόμησεν ὅμως τὴν θέσιν μας ἀπέναντι μιᾶς ἰσχυρᾶς καὶ προστάτιδος Δυνάμεως. Τί ὅμως σᾶς ζητοῦν σήμερον; νὰ καταστρέψητε καὶ τὸ τελευταῖον τοῦτο εὐεργέτημα. Αἴ! καὶ ποίαν ἰδέαν θέλετε νὰ λάβῃ ὁ κόσμος περὶ μιᾶς Συνελεύσεως, ἥτις κύπτει μὲν δουλικῶς τὸν αὐχένα ἀπέναντι μιᾶς κραταιᾶς Δυνάμεως, λησμονοῦσα τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ῥαπίζει δὲ τὴν ἐπαύριον τὸ ἀσθενὲς ὑπουργεῖόν της, διὰ νὰ ἐκδικηθῇ τρόπον τινὰ εἰς τὰ πρόσωπα τῶν ἀθώων λειτουργῶν της τὸν ἰσχυρὸν αὑτῆς ἀντίπαλον; Ἐδείξαμεν δειλίαν ἀσύγγνωστον, ὅτε ἔπρεπε νὰ δείξωμεν θάῤῥος πολιτικὸν, καὶ σήμερον μᾶς προτείνουν νὰ δείξωμεν θρασύτητα, ὅταν πρέπῃ νὰ δείξωμεν φρόνησιν καὶ μετριοπάθειαν. Εἶναι, φαίνεται, πεπρωμένον νὰ πίωμεν ὅλας τὰς πικρίας τῆς πικρᾶς καὶ ἀπαισίας ἐκείνης ὑποθέσεως τοῦ Σουλιέ! Ἀλλὰ καὶ ἂν θελήσωμεν, Κύριοι, ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς νέαν ἐξέλεγξιν τὴν διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε τὸ ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ, εὑρίσκομεν ἆρά γε ταύτην τόσον ἀναξιοπρεπῆ καὶ ἀσύνετον, ὅσον ἐνασμενίζονται νὰ τὴν παριστάνωσι; Ποῖαι εἰσὶν αἱ μομφαὶ, αἱ ἀποδοθεῖσαι τότε καὶ αἱ ἀποδιδόμεναι σήμερον εἰς τὸ ὑπουργεῖον; Ἐμέμφθησαν καὶ μέμφονται τὸ ὑπουργεῖον, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ δημοσιεύσῃ ἐγκαίρως τὰς διαμειβομένας μεταξὺ ἑαυτοῦ καὶ τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας διακοινώσεις, διὰ νὰ μορφώσῃ εὔνουν τῇ Ἑλλάδι τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Εὐρώπης. Ἀλλ’ ἡ μομφὴ αὕτη εἶναι δικαία; Πρὸ πάντων λησμονοῦσιν οἱ Κύριοι ὅτι, ἐφ’ ὅσον αἱ διαπραγματεύσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς, ἡ φρόνησις ἀπαιτεῖ πολλάκις τὴν μὴ δημοσίευσιν τῶν διαμειβομένων διπλωματικῶν ἐγγράφων· ὅταν μάλιστα ἡ διαφορὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ ἔθνους κραταιοῦ καὶ εὐεργέτου καὶ ἔθνους ἀσθενοῦς καὶ εὐεργετουμένου, ὑποθέτω ὅτι ἡ δημοσίευσις, ἀντὶ νὰ εὐκολύνῃ, δύναται ἐνίοτε νὰ δυσχεράνῃ τὴν ὀρθὴν καὶ δικαίαν λύσιν. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ κίνδυνος οὗτος δὲν ὑπῆρχεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ὁ ἴδιος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡμολόγησεν, ἐφρόντισε νὰ δημοσιευθῶσι διὰ πολλῶν ὀργάνων τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ τύπου τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σουλιὲ διπλωματικὰ ἔγγραφα. Ἐμέμφθησαν καὶ μέμφονται προσέτι τὸ ὑπουργεῖον, διότι, πρὶν ἢ ἐνδώσῃ ἀπέναντι τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας, δὲν ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἵνα ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὴν συγκατάθεσίν της. Ἀλλὰ καὶ ἡ μομφὴ αὕτη δὲν φαίνεται βάσιμος. Κύριοι! καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ σᾶς εἶπον, καὶ ἐγὼ ὀφείλω νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ὅτι ἡ ἀρετὴ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος συνίσταται μάλιστα εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ ἀναδέχωνται τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς τὴν εὐθύνην, καὶ νὰ σώζωσιν οὕτω, θυσιαζόμενα ἐν καιρῷ ἀνάγκης, τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Βασιλέως ἢ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύουν. Τὸ ἐναντίον σύστημα, τὸ ἀφαιροῦν ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς πᾶσαν εὐθύνην, καὶ ἑπομένως πᾶσαν πρωτοβουλίαν, εἶναι σύστημα, στηριζόμενον καθαρῶς ἐπὶ τοῦ ἀπολυτισμοῦ, εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μετήρχετο ὁ ἐξωσθεὶς ἡγεμὼν, ὅστις δὲν ἠνείχετο νὰ ἔχωσιν οἱ ὑπουργοί του οὔτε πρωτοβουλίαν, οὔτε θέλησιν, οὔτε ἀτομικότητα, ἀλλ’ ἀπῄτει νὰ ᾖναι ἁπλοῖ γραμματεῖς τῆς ἐπικρατείας, προσυπογράφοντες καὶ πρωτοκολλῶντες τὰς ἀποφάσεις του. Ἀφοῦ δὲ οἱ ὑπουργοὶ τῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις κατέστρεψε τὸ ὀλέθριον ἐκεῖνο σύστημα, ἠθέλησαν νὰ ἐγκαινιάσουν ἐν τῇ πολιτείᾳ τὴν ἀρχὴν τῆς πρωτοβουλίας καὶ τῆς πραγματικῆς εὐθύνης, ἀποφασίσαντες εὐτόλμως νὰ θέσωσιν ἑαυτοὺς μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας, σεῖς μέμφεσθε τὴν διαγωγὴν ταύτην καὶ τὴν κηρύττετε ὡς Ὀθώνιον καὶ ὡς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Ἐννοεῖτε λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον ὑπουργοὺς, ὁποίους εἴχομεν καὶ ἐπὶ Ὄθωνος; ἀνθρώπους χωρὶς θέλησιν, χωρὶς πρωτοβουλίαν, χωρὶς ἀτομικότητα, ὄντα καθαρῶς ἑτεροκίνητα καὶ ἀληθεῖς μαριονέτας; καὶ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς διοικήσεως θεωρεῖτε ὡς σύμφωνον μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Ἀλλ’ ἀναφέρετέ μας ἓν μόνον παράδειγμα ἐφαρμογῆς τοῦ ὡραίου τούτου συστήματος εἰς κοινοβουλευτικόν τι πολίτευμα. Εἰς ποῖον ἐλεύθερον ἔθνος, εἰς ποίαν κοινοβουλευτικὴν ἐποχὴν ἐφηρμόσθη, ἔστω καὶ ἅπαξ μόνον, τὸ σύστημά σας; ἀναζητήσατε καὶ εἰς τὰς Βουλὰς, καὶ εἰς τὰς Συνελεύσεις καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Convention, ἥτις εἶχεν εἰς χεῖράς της τὴν διοίκησιν καὶ τὴν ἐνήργει ἀμέσως, ἀναζητήσατε ἓν μόνον παράδειγμα, μίαν μόνην περίπτωσιν ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἀνακηρύσσετε ὡς κοινοβουλευτικήν. Ἀλλὰ δὲν εὑρίσκετε, διότι δὲν ὑπάρχει. (Ἀριστερὰ εὖγε). Ὁ φίλος μου Κύριος Πετζάλης ἀνεῦρε καὶ τρίτην μομφὴν πολλῷ παραδοξοτέραν. Τὸ ὑπουργεῖον, λέγει, ὤφειλε νὰ σταθμίσῃ καλῶς τὰς περιστάσεις· καὶ ἂν ἔβλεπεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμμείνῃ μέχρι τέλους εἰς τὴν ἄρνησιν, ὤφειλεν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ἐνδώσῃ, καὶ ὄχι νὰ ἀρχίσῃ μὲ τὴν ἄρνησιν καὶ νὰ τελειώσῃ μὲ τὴν παραδοχήν. —Πῶς; ὤφειλε λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον, ἀναλογιζόμενον τὴν μικρότητά μας ἀπέναντι τῆς παντοκράτορος Γαλλίας, νὰ λησμονήσῃ ἀμέσως καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν, καὶ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, καὶ νὰ κλίνῃ ἐν σιγῇ τὸν αὐχένα, χωρὶς νὰ ἐκφέρῃ οὐδεμίαν παρατήρησιν, οὐδεμίαν λέξιν, οὐδεμίαν φωνήν; Καὶ τί ἠθέλομεν κερδίσει ἐκ τῆς ποταπῆς ταύτης διαγωγῆς; Ἠθέλομεν ἀπαλλαχθῆ μὲ εἴκοσι δύω χιλιάδας δραχμῶν, ἐνῷ σήμερον ἀναγκαζόμεθα νὰ πληρώσωμεν ἑξήκοντα χιλιάδας! Καὶ διὰ νὰ κερδίσωμεν λοιπὸν τόσον εὐτελὲς χρηματικὸν ποσὸν, ἔπρεπε νὰ καθιερώσωμεν διὰ τῆς ἀνάνδρου σιωπῆς μας τὴν ἀρχὴν τῆς εὐθύνης τῆς πολιτείας διὰ πᾶσαν βλάβην, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ παρεπιδημοῦντες ξένοι, καὶ πρὸ πάντων τὴν ἀρχὴν τῆς διπλωματικῆς παρεμβάσεως, περιφρονουμένης τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ ὑβριζομένης τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν τιμῆς; Βεβαίως, Κύριοι, δὲν σπουδάζουν οἱ τὰ τοιαῦτα λέγοντες· ἀλλ’ ἐὰν σπουδάζουν, θὰ τοὺς παρακαλέσω τοὐλάχιστον νὰ ᾖναι σύμφωνοι πρὸς ἑαυτοὺς, καὶ νὰ εἴπουν καθαρὰ, διατί τέλος πάντων κατηγοροῦσι τὸ ὑπουργεῖον; διότι ἠρνήθη, ἢ διότι ἐνέδωκεν; Δὲν ἐμπνέονται ὑπὸ τῆς καλῆς πίστεως, ὅταν νῦν μὲν τὸ κατηγορῶσιν, ὅτι δὲν διεξεδίκησεν εὐτόλμως τὴν ἐθνικὴν τιμὴν, νῦν δὲ, ὅτι δὲν εἶχε τὴν φρόνησιν νὰ τὴν ἀφήσῃ ἀμέσως ἕρμαιον εἰς τὸν ἰσχυρόν του ἀντίπαλον. Αὗται εἶναι, Κύριοι, αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνον κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιέ· ἄλλην δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ, δὲν θὰ ᾖναι βεβαίως ἀξία οὔτε μνήμης οὔτε συζητήσεως. Ἐκ τῆς ἀμερολήπτου δὲ ἀναλύσεως τῶν κατηγοριῶν τούτων τί ἐξάγεται; Ὅτι ἡ ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἢ μᾶλλον τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ, ἐπίθεσις κατὰ τοῦ ὑπουργείου οὔτε ὑπὸ πνεύματος εὐθύτητος ἐμπνέεται, οὔτε ἐπὶ τῆς ἀληθείας στηρίζεται, οὔτε πρὸς τὸ δίκαιον σκοπεῖ· ὅταν δὲ ἀναλογισθῆτε, Κύριοι, ὅτι τὰ μικρὰ ἔθνη οὐδέποτε θέτουσιν ὡς ὑπουργικὸν ζήτημα τὴν ἐξωτερικήν των πολιτικὴν, θέλετε κατανοήσει, ὅτι ὄχι μόνον ἡ δικαιοσύνη, ἀλλὰ καὶ ἡ πολιτικὴ φρόνησις μᾶς ὑπαγορεύει νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Σαριπόλου. Ἔρχομαι τώρα, Κύριοι, εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς δευτέρας ἐπιθέσεως, ἥτις ἔχει ὡς ὁρμητήριον τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Συνέλευσιν, μόλον ὅτι ἐκουράσθη ἀπὸ τὴν μακρὰν συζήτησιν, νὰ μὲ τιμήσῃ μὲ τὴν εὐμενῆ προσοχήν της· θὰ προσπαθήσω νὰ ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος. Αἱ μομφαὶ, Κύριοι, αἵτινες ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἐξετοξεύθησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἰσὶ γενικαὶ, ἀόριστοι, ποικίλαι, καὶ ἀκατάληπτοι· τὰς ἤντλησαν ἀπὸ τὴν σημερινὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου, ἀπὸ τὸν δημόσιον βίον ἑκάστου τῶν ὑπουργῶν, ἀπὸ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἐνεστὼς, ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ἀπὸ τὸν μυχὸν τῆς ἰδίας των πεποιθήσεως, τὰς ἤντλησαν πανταχόθεν, καὶ ἠγωνίσθησαν νὰ μορφώσουν σύστημά τι κατηγορίας θετικὸν καὶ ὡρισμένον. Μάταιοι κόποι! ἡ ἀλήθεια δὲν κατασκευάζεται διὰ τεχνητῶν συῤῥαφῶν· ἡ ἀλήθεια παριστάνεται ἁπλῆ, ὅπως εἶναι εἰς τὴν φυσικὴν αὐτῆς κατάστασιν. Ἀπὸ τὸ ἀδιεξίτητον τοῦτο χάος δύω τινὰ ἠδυνήθην νὰ διακρίνω ἄξια συζητήσεως, τὴν κατάστασιν τοῦ Ναυπλίου καὶ τὴν τῆς Μεσσηνίας.
§42ΙΑΛΕΜΟΣ. Καὶ τὴν τῆς Ἠλείας.
§43ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὡρίσατε τίποτε διὰ τὴν Ἠλείαν.
§44ΙΑΛΕΜΟΣ. Θὰ σᾶς φέρω ἐπίσημα ἔγγραφα.
§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Φέρετέ τα καὶ τότε συζητοῦμεν ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων· πρὸ τούτου ὅμως ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ κάμω λόγον περὶ τῆς Ἠλείας. Ἡ κατάστασις, Κύριοι, τοῦ Ναυπλίου εἶναι βεβαίως ἀξιοθρήνητος· πρέπει νὰ ᾖναί τις τυφλὸς, διὰ νὰ μὴ τὴν βλέπῃ, καὶ ἀναίσθητος, διὰ νὰ μὴ τὴν αἰσθάνεται. Ἡ κατάστασις αὕτη καταθλίβει ἔτι μᾶλλον τὴν καρδίαν παντὸς ἀγαθοῦ πολίτου, καθόσον τὸ Ναύπλιον ὑπῆρξεν ὁμολογουμένως ἡ ἀκρόπολις τῆς ἐπαναστάσεώς μας. Ἀλλὰ ποῖα τὰ ἀληθῆ αἴτια τῆς θλιβερᾶς ταύτης καταστάσεως; Ἂς τὰ ἐξετάσωμεν ἀπαθῶς, χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῶμεν ὑπὸ προσωπικῶν συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν, οὔτε ὑπὸ συμφερόντων κομματικῶν οἱωνδήποτε. Εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι τὸ κακὸν χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς μεταθέσεως τοῦ Νομάρχου Κυρίου Ζαφειροπούλου. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπροσπάθησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μετάθεσιν ταύτην, παραστήσας αὐτὴν ὡς ἀποτέλεσμα ἐπιμόνου ἀπαιτήσεως πλείστων πληρεξουσίων, ἐν οἷς συναριθμεῖται καὶ ὁ συνάδελφός μου Κύριος Ζέρβας, ὅστις δὲν εἶναι διόλου παράδοξον νὰ τὴν κατακρίνῃ ἤδη ὡς ἀδικαιολόγητον· ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος δὲν μὲ πείθει. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι ἐν ἐπαναστατικῇ ἐποχῇ, ὅταν ἡ δημοσία τάξις πρέπῃ πρὸ πάσης ἄλλης σκέψεως νὰ προηγῆται, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ᾖναι λίαν φειδωλὴ εἰς τὰς μετακινήσεις, ἔχουσα ἀδιαλείπτως πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν της τὸ σωτήριον τοῦτο ἀπόφθεγμα «μὴ κίνει κακὸν εὖ κείμενον»· ὤφειλε λοιπὸν νὰ μείνῃ ἀδιάσειστος ἀπέναντι τῆς ἀπαιτήσεως τῶν πληρεξουσίων, ἀφοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δὲν εἶχε σπουδαῖον καὶ ἰσχυρὸν λόγον πρὸς μετάθεσιν τοῦ Νομάρχου.
§46ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Δὲν εἴμεθα πλήρεις, Κύριε Πρόεδρε.
§47ΠΟΛΛΟΙ. Εἴμεθα, εἴμεθα πλήρεις.
§48ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἴμεθα, νομίζω, πλήρεις· ἀπεχώρησαν μόνον ὀλίγοι, ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἵτινες ποτὲ δὲν φωτίζονται ἀπὸ τὴν συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἀκούωσι τοὺς ἀντιφρονοῦντας. Τί ἐπηκολούθησε, Κύριοι, μετὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ Κυρίου Ζαφειροπούλου; Κάτοικοί τινες τοῦ Ναυπλίου, ἀνήκοντες κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν τάξιν τῶν θερμῶν ἐπαναστατῶν, δυσαρεστηθέντες πολὺ διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐζήτησαν νὰ θεραπεύσωσιν αὐτὴν διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, καταφεύγοντες εἴτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἀλλ’ ἐνόμισαν ὅτι ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέπεμψαν τὸν διάδοχον τοῦ Ζαφειροπούλου, τὸν Κύριον Ῥοντήρην, ἄνθρωπον καὶ ἱκανότητος ἀναμφισβητήτου καὶ ἠθικότητος ἀνεπιλήπτου. Θρηνῶ, Κύριοι, ἐγκαρδίως τὴν ἀποπλάνησιν ταύτην τῶν ἐπαναστατῶν τοῦ Ναυπλίου, ἥτις ὤθησε τὰ πράγματα τῆς πατρίδος των εἰς ἣν ἤδη εὑρίσκονται κατάστασιν· τὴν θρηνῶ, διότι μεταξὺ αὐτῶν εὑρίσκονται καὶ ἄνδρες, τοὺς ὁποίους καὶ ἐκτιμῶ καὶ ἀγαπῶ, οἵτινες ἀφιλοκερδῶς εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας· τὴν θρηνῶ, διότι εἶχον τὴν δικαίαν ἀξίωσιν νὰ ἀπαιτήσω παρ’ αὐτῶν νὰ αἰσθανθῶσιν, ὅτι ἐν καιρῷ ἐπαναστάσεως τὸ ὑπέρτατον καθῆκον παντὸς χρηστοῦ πολίτου εἶναι ἡ ἀφοσίωσις πρὸς τὴν τάξιν, καὶ ὅτι ἡ τάξις συνεπάγεται ἀναγκαίως τὴν εὐπείθειαν πρὸς τὰς καθεστώσας Ἀρχὰς, καὶ ὅταν ἀκόμη αἱ Ἀρχαὶ αὗται ἐκτρέπωνται εἰς μὴ δικαίας πράξεις, δυναμένας νὰ θεραπευθῶσι διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ. Λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς ἀντίθεσιν μετ’ αὐτῶν· ὑπεράνω ὅμως τῶν ἀτομικῶν μου συμπαθειῶν ἔθεσα πάντοτε τὸ καθῆκον· θὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅταν αὕτη ᾖναι σκληρὰ πρὸς αὐτοὺς τοὺς φίλους μου. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, διὰ τὴν παρέκβασιν· ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Ἡ Κυβέρνησις, ταραχθεῖσα δικαίως διὰ τὴν ἀπροσδόκητον ἀντίστασιν τῶν κατοίκων τοῦ Ναυπλίου, ἔλαβέ τινα μέτρα ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ κατὰ τῶν αὐτουργῶν τοῦ κινήματος, τῶν διατελούντων εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν· πρὸς ἐκτέλεσιν δ’ αὐτῶν ἀπεφασίσθη νὰ μεταβῇ ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, φέρων μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὸν ἐκδιωχθέντα Νομάρχην, ἵνα ἐγκαταστήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν νέαν θέσιν του. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Κύριος Ῥοντήρης ἐπέμεινε μέχρι τέλους ἀρνούμενος νὰ συνοδεύσῃ τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καιρὸς δὲ δὲν ὑπῆρχε πρὸς ἐκλογὴν ἄλλου προσώπου, ἐνεκρίθη νὰ μεταβῇ ὁ Κύριος Πλαστήρας εἰς Ναύπλιον, ὡς προσωρινῶς διευθυντὴς τῆς Νομαρχίας. Οἱ κάτοικοι τοῦ Ναυπλίου ἐδέχθησαν τὸν Κύριον Μπότζαρην μᾶλλον ὡς ἐπαναστάτην τοῦ Φεβρουαρίου παρὰ ὡς μέλος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως· οὗτος δὲ, εἴτε μαγευθεὶς ὑπὸ τῶν πολλῶν περιποιήσεων τῶν ἀρχαίων συντρόφων του εἴτε ἀκολουθῶν σύστημα ἐπιεικείας ἀτόπου καὶ ἀνεξηγήτου, δὲν ἐπραγματοποίησε κἀνὲν τῶν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ληφθέντων μέτρων, ἀλλὰ περιωρίσθη ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἐγκαταστήσῃ τὸν προσωρινὸν Νομάρχην εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ν’ ἀναχωρήσῃ ἐκεῖθεν, εὐχαριστημένος ὅτι ἐξεπλήρωσεν ἀκριβῶς τὴν ἀποστολήν του! Ἴσως, Κύριοι, τὸ κακὸν ἤθελε σταματήσει ἐνταῦθα, ἐὰν ὁ εὐλογημένος Πλαστήρας δὲν ἦτον ἐντελῶς ἄγευστος τῆς διοικήσεως, ὅπως κοινῶς ἐννοεῖται αὕτη παρὰ πάντων· ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἀκόμη ἡ κακὴ μοῖρα ἐφάνη δυσμενής· ὁ Κύριος Πλαστήρας, τοῦ ὁποίου ἄλλως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ οὔτε τὸν πατριωτισμὸν, οὔτε τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα τὸν κοσμοῦσιν, ἐνόμισεν ὅτι ἤθελε στηρίξει τὴν δεινῶς σαλευομένην δημοσίαν τάξιν διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου, ἥτις θέλει χρησιμεύσει ὡς παράδειγμα εἰς τὰ χρονικὰ τῆς διοικήσεως. Ἀναγινώσκων τις τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην, γοητεύεται ἀληθῶς ἀπὸ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον τὴν ἐνέπνευσε, θαυμάζει τὴν ποιητικὴν φαντασίαν, ὄχι μόνον ὅταν αὕτη ἀναμιμνήσκῃ τὸν ἀγγελόκαρδον Ῥέντην, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη ὑψοῦται μέχρι τῆς πλάσεως τοῦ παντὸς καὶ ἀνακαλύπτῃ δαίμονας περιϊπταμένους· μάτην ὅμως ἀναζητεῖ ἐν τῷ ποιητικῷ τούτῳ πανοράματι διοικητικόν τινα νοῦν. Ἡ μόνη διοικητικὴ ἀρχὴ, ἥτις ἀναγράφεται ἐν αὐτῷ εἶναι, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ διοικήσῃ τὸν λαὸν παρὰ τὴν θέλησίν του· εἶναι δὲ ἄπορον πῶς ὁ Κύριος Νομάρχης δὲν ἐνέγραψεν ἐν αὐτῷ καὶ τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν πρὸς ἐκλογὴν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν· ἴσως διότι ἤθελεν ἀρνηθῆ οὕτω τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ νομιμότητα! Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις δὲν ἦτον ἀκόμη μεμυημένη εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς νέας ταύτης διοικήσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἀπαντᾷ τις εἰς κἀνὲν τῶν γνωστῶν πολιτευμάτων, ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν Κύριον Πλαστήραν δι’ ἄλλου προσώπου.
§49ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ. Ποῖος τὸν διώρισε.
§50ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ἀνάγκη μίας στιγμῆς. Διατάσσει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀντικατάστασίν του δι’ ἀνδρὸς φρονίμου, μετριοπαθοῦς καὶ ἀρκετὰ ἐμπείρου, ὁποῖος ὁμολογουμένως εἶναι ὁ Κύριος Θεαγένης. Ἅμα ὅμως οὗτος μετέβη εἰς Ναύπλιον, οἱ ἐπαναστάται τοῦ ἔκλεισαν τὰς πύλας καὶ τὸν ἠνάγκασαν νὰ μεταφέρῃ τὴν ἕδραν τῆς Νομαρχίας εἰς Ἄργος. Ἰδοὺ λοιπὸν μία πόλις εἰς φανερὰν ἀντίστασιν κατὰ τῆς κεντρικῆς Ἀρχῆς!
§51ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἡ πόλις.
§52ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἐννοῶ πάντοτε τὴν μερίδα τῶν ἐπαναστατῶν. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ καταστήσῃ τὴν ἐξουσίαν σεβαστὴν διὰ μέτρων ὑπαγορευμένων ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ἀλλ’ ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνθίσταται, ἐπιμένων νὰ μετακληθῇ εἰς τὴν θέσιν του ὁ Κύριος Πλαστήρας. Ἀπελπισθεὶς δ’ ἐπὶ τέλους νὰ πείσῃ τοὺς συναδέλφους του καὶ ἐνθυμηθεὶς τότε, ὅτι εἶχεν ὑβρισθῆ ὑπὸ τοῦ Πρέσβεως τῆς Γαλλίας, ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐζήτησε τὴν ἀπαλλαγήν του, πρῶτον διὰ τὴν γενομένην αὐτῷ ὕβριν καὶ δεύτερον διὰ τὴν ἀσυμφωνίαν αὐτοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν ὑπουργῶν. Τοιαύτη, Κύριοι, ἡ πιστὴ, ἡ ἀκριβὴς ἀφήγησις τῶν γεγονότων. Σᾶς ἐρωτῶ ἤδη κατὰ τίνος μαρτυροῦσι τὰ πράγματα; Ἀλλ’ αἰσθάνονται τὸ δύσκολον τῆς θέσεώς των, καὶ διὰ τοῦτο ἐπικαλέσθησαν μίαν ἀρχὴν λίαν δημοτικὴν, τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοδιοικήσεως, καὶ ὑπὸ τὴν σκέπην αὐτῆς ζητοῦν νὰ σώσουν τὴν ἄδικον ὑπόθεσίν των. Ποία παράδοξος ἐποχή! κινδυνεύουν καὶ αἱ λέξεις νὰ χάσουν τὴν σημασίαν των. Αὐτοδιοίκησιν, Κύριοι, ἐνόησα πάντοτε καὶ ἐννοῶ, ἐννοοῦσι δὲ μετ’ ἐμοῦ πάντες οἱ ὀρθοφρονοῦντες, τὴν χειραφέτησιν τῶν ἀτόμων καὶ τῶν δήμων ἀπὸ τῆς ἄκρας κηδεμονίας τῆς κεντρικῆς ἀρχῆς, κηδεμονίας, ἥτις δεσμεύει τὴν πρωτοβουλίαν, περιορίζει τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν, ἀποξηραίνει τοὺς πόρους τοῦ δημοσίου πλούτου, ἐξασθενεῖ τὸ ἠθικὸν αἴσθημα τοῦ λαοῦ καὶ καθιστᾷ σχεδὸν ἀδυνάτους τὰς δημοσίας ἐλευθερίας. Ἄλλως ὅμως, φαίνεται, ἐννοοῦσι τινὲς τὴν αὐτοδιοίκησιν· κατ’ αὐτοὺς αὐτοδιοίκησις εἶναι σύστημά τι ἀόριστον ὁμοσπονδίας, καὶ τί λέγω; δὲν εὑρίσκω καμμίαν ἀναλογίαν μὲ καμμίαν κανονικὴν ἀρχὴν πολιτείας. Αὐτοδιοίκησις κατ’ αὐτοὺς, ἂς τὸ εἴπω φανερὰ, εἶναι ἡ παντελὴς λύσις τῶν δεσμῶν, τῶν συγκρατούτων τὴν πολιτείαν, εἶναι ἡ ἀναρχία κατὰ τὴν εἰδεχθεστέραν αὐτῆς μορφήν. Αἴ Κύριοι! ἐὰν ἡ ἐπανάστασις, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται, εἶχε σκοπὸν νὰ φέρῃ τοιαύτην οἰκτρὰν ἀποσύνθεσιν τοῦ ἔθνους, νὰ διασπάσῃ καὶ διαιρέσῃ τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν εἰς τοπαρχίας μικροσκοπικὰς καὶ γελοίας, ἡ ἐπανάστασις ἦτο βεβαίως ἀποτρόπαιος. Ἀλλ’ εἶναι βλάσφημος τοιαύτη ἰδέα· ὄχι, Κύριοι, μυριάκις ὄχι! ἡ αὐτοδιοίκησις δὲν ἔχει, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τι κοινὸν μὲ τὴν ἔκνομον, μὲ τὴν ἐκκεντρικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ προστατεύσετε μὲ τοιαῦτα ἐλεεινὰ σοφίσματα. (Εὖγε). Παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὁποίαν σπουδαιότητα ἔχει ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν πρόκειται σήμερον νὰ δώσωμεν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ νομιμοποιήσωμεν τὸ σύστημα τῆς φανερᾶς ἀντιστάσεως τῶν ἐπαρχιῶν κατὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐγκαταστήσωμεν ἐν τῇ δυστυχεῖ ἡμῶν κοινωνίᾳ τὴν φοβερωτέραν ἀναρχίαν ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν τοπαρχιῶν, ἂς καταδικάσωμεν τότε τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἂς δικαιώσωμεν τοὺς ἀντιπάλους του. Ἐὰν ὅμως θέλωμεν τοὐναντίον νὰ συγκρατήσωμεν τὴν ἑνότητα τῆς πολιτείας κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην περίοδον, καθ’ ἣν πνεῦμα ἀπαίσιον φιλαρχίας ἀκρατήτου συνταράσσει καὶ συγκυκᾷ αὐτὴν, ἐὰν θέλωμεν νὰ τηρήσωμεν τὴν παντοχόθεν ἐπιβουλευομένην δημοσίαν τάξιν μέχρι τῆς αἰσίας ἐλεύσεως τοῦ νέου Ἡγεμόνος, δὲν πρέπει τότε νὰ διστάσωμεν νὰ δώσωμεν λευκὴν ψῆφον ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου. Δὲν πρόκειται τώρα περὶ προσώπων· τὰ πρόσωπα παρέρχονται καὶ ἐκλείπουν· πρόκειται περὶ ἀρχῶν, καὶ ἀρχῶν θεμελιωδῶν, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ δημοσία τάξις. Οὕτως ἐνόησα, Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ Ναυπλίου, οὕτω δὲ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσῃ ἡ Συνέλευσις, ὅταν κατόπιν θέλῃ ἐκφέρει τὴν κυριαρχικὴν ἀπόφασίν της. Καθόσον ἀφορᾶ, Κύριοι, τὴν Μεσσηνίαν, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν σᾶς ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, διότι νωπὴ εἶναι ἀκόμη ἡ βαθεῖα ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμε χθὲς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνθυμεῖσθε πόσον καθαρὰ παριστάνετο διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων τοῦ Νομάρχου ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῆς Μεσσηνίας καὶ αἱ πραγματικαὶ αἰτίαι τῶν ἐν αὐτῇ διαπραττομένων ἀταξιῶν. Κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων τούτων περίλυπος ἐκαθήμην, Κύριοι, εἰς μίαν γωνίαν τῆς Συνελεύσεως, πικρὸν δὲ καὶ μελαγχολικὸν διήρχετο τὰ χείλη μου μειδίαμα, ὅταν ἤκουον νὰ μεταβάλλεται ὡς ἐκ μαγείας ἡ κατάστασις τῆς Μεσσηνίας, καθ’ ὅσον ἀνεκαλεῖτο ἢ διετηρεῖτο εἰς τὴν θέσιν του ὁ Κύριος Νομάρχης! Καὶ τίς ὁ Νομάρχης οὗτος; ὁ ἁγνὸς ἐπαναστάτης, ὁ εὐθὺς Δικηγόρος, ὁ χρηστὸς πολίτης, ὁ ἀνεξάρτητος πληρεξούσιος, ὁ ἔντιμος φίλος μου Κύριος Δημητριάδης! Ὁποῖαι ἀλλόκοτοι μεταμορφώσεις! Ὁποία παράδοξος ἐποχή! Δὲν θέλω προβῆ εἰς τὴν ἔκθεσιν καὶ ἄλλων γεγονότων, ἀφορώντων τὴν κατάστασιν τῆς Μεσσηνίας, διότι ἐκουράσθητε ἤδη ὑπερμέτρως, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ καταχρασθῶ τὴν εὐμενῆ προσοχήν σας. Ἄλλως τε ὁ Κύριος Δαγρὲς, ὅστις ἴσως θὰ μὲ διαδεχθῇ, καὶ ὅστις εἶναι καταλληλότερος ἐμοῦ, ὡς πληρεξούσιος Μεσσηνίας, θὰ σᾶς φέρῃ γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ διαχύσουν πολὺ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· ὀφείλω μόνον νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι καὶ ἐνταῦθα ἔχετε νὰ λύσετε διὰ τὴν ψῆφον σας τὸ αὐτὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπαρουσιάσθη κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τοῦ Ναυπλίου, τοὐτέστιν ἂν πρέπῃ νὰ νομιμοποιήσητε καὶ καθιερώσητε τὴν ἀναρχίαν, ἢ νὰ ἐνισχύσητε τὴν δεινῶς συνταρασσομένην δημοσίαν τάξιν. Ἐξηντλήσαμεν, Κύριοι, τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι δεκτικὰ λογικῆς συζητήσεως. Δὲν μᾶς μένουν τώρα εἰμὴ αἱ μομφαὶ, τὰς ὁποίας συνέλεξαν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, διὰ νὰ τὰς ῥίψουν τόσον ἀνοικείως κατὰ πρόσωπον τῶν ὑπουργῶν, καὶ ἰδίως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ τὶ θέλετε ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς μομφὰς ταύτας; Τὶ θέλετε, παραδείγματος χάριν, νὰ εἴπω περὶ τῆς διαφθορᾶς τῶν συνειδήσεων τῶν πληρεξουσίων, τὴν ὁποίαν μετῆλθον οἱ ὑπουργοὶ διὰ τῆς διανομῆς τῶν δώρων τῆς ἐξουσίας; Δὲν εἶναι λυπηρὸν νὰ ἐκφέρωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ τόσον στόμφον μομφαὶ τόσον ἄδικοι, τόσον προπετεῖς καὶ τόσον ἐναντίαι οὐ μόνον εἰς τὰ λεπτὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κοινοτέραν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πρὸς ἀλλήλους; Καὶ τὶ λέγουν τώρα αὐτοὶ οἱ ἀφιλοκερδεῖς κατήγοροι τῶν συναδέλφων των, ἀκούοντες ἀπὸ τοῦ στόματος δύω ὑπουργῶν, ὅτι ἀπὸ τοῦ σαββάτου, ὅτε ἤρχισεν ἡ ὑπουργικὴ κρίσις, ἀπεφασίσθη ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ νὰ μὴ γίνῃ ὁ ἐλάχιστος διορισμὸς, καὶ ὅτι πραγματικῶς δὲν ἐγένετο κἀνεὶς τοιοῦτος; Τὶ θέλετε ἐπίσης, Κύριοι, νὰ εἴπω περὶ τῆς ἐπιληψήμου δῆθεν ῥαθυμίας, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς δίκης, τῆς ἀφορώσης τὰς ἐθνικὰς γαίας τοῦ Ἁγίου Φλώρου, καὶ ἥτις ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον, ὠφέλησε δὲ μυστηριώδεις τινὰς φίλους τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου; Τὰ δημόσια ἔγγραφα εἶναι εὐγλωττότερα ὅλων τῶν λόγων· δι’ αὐτῶν δὲ ἀπεδείχθη, ὅτι ὑπουργοῦντος τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου τὸ Δημόσιον ἐκέρδισε πρωτοδίκως, ἔχασε δὲ ἐφεσίμως ὑπουργοῦντος τοῦ Κυρίου Σίμου, καὶ ὅτι ἡ κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου ἀναίρεσις διετάχθη ἀμέσως, τουτέστι πέντε ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτῆς εἰς τὸν ὑπουργόν. Πόσον ταχέως διασκεδάζεται ἡ ἀχλὺς τῆς συκοφαντίας ὑπὸ τοῦ φωτὸς τῆς ἀληθείας! Τὶ δὲ περὶ τῆς πολυθρυλλήτου ὑποθέσεως τοῦ Παμίσου; Τὸ φοβερὸν τοῦτο κακούργημα ἀπεδείχθη ἁπλῶς καὶ καθαρῶς ἀθώα πρᾶξις πρὸς ἄρδευσιν παροχθίων γαιῶν, μὴ φέρουσα κᾀνὲν βάρος, οὔτε εἰς τὸ δημόσιον, οὔτε εἴς τινα τῶν ἰδιωτῶν. Ὅλος ὁ κόσμος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρδεύῃ τὰς γαίας του ἐκ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, καὶ μάλιστα χωρὶς κᾂν νὰ ζητήσῃ ἄδειαν ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν· ὁ δὲ Κύριος Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος ἐφρόντισε νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸν νόμον, ζητήσας τὴν τοιαύτην ἄδειαν, παρηνόμησε καὶ παρίσταται ἕτοιμος νὰ ἀποῤῥοφήσῃ ὅλον τὸ ὕδωρ τοῦ Παμίσου! Ἰδοὺ τὰ τρομερὰ ἐγκλήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπῄτησαν τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς δημοτικῆς ἠθικῆς! Τόσον ἐλεεινὰ παρέστησεν αὐτὰ ἡ δημοσία συζήτησις, ὥστε εἷς τῶν σφοδροτέρων ἐχθρῶν τοῦ ὑπουργείου, ὁ Κύριος Α. Μαυρομιχάλης, ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἔχουν καμμίαν βασιμότητα αἱ κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου κατηγορίαι, ἀπέδωκε δὲ τὴν ἐνοχὴν εἰς τοὺς περὶ αὐτὸν, καὶ μετετόπισεν οὕτω τὴν πάλην ἐπὶ πεδίου, ὅπου κᾀνεὶς λόγος δὲν μὲ ἀναγκάζει νὰ τὸν ἀκολουθήσω. Θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει, Κύριοι, νὰ μὴ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πλέον εἰς τὴν ἀναίρεσιν τοιούτων κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ ὀρθοφροσύνη σας θέλει ἐκτιμήσει δεόντως. Πρὶν ὅμως τελειώσω, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν σας σκέψεις τινὰς, τὰς ὁποίας μοὶ ἐνέπνευσεν ἡ μακρὰ καὶ πεισματώδης αὕτη πάλη κατὰ τοῦ ὑπουργείου, εἰς ἣν παριστάμεθα. Ὁ Γκιζὼ, Κύριοι, εἰς τὸν ά. τόμον τῶν ἀπομνημονευμάτων του λέγει, ὅτι ἡ θέσις τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ παλαίστρᾳ εἶναι πάντοτε πολλῷ ὑπερτέρα τῆς θέσεως τῆς Κυβερνήσεως· διότι ἡ μὲν Κυβέρνησις ἔχει βάρος καὶ εὐθύνην, ἡ δὲ ἀντιπολίτευσις ἀντὶ βάρους ἔχει ἀπόλυτον ἐλευθερίαν· εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν συγχωροῦν τὸ παραμικρὸν, εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἐπιεικής. Ἀλλ’ ἡ εὔκολος αὕτη θέσις ἐπιβάλλει εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ἓν μέγα καθῆκον, τὸ καθῆκον τοῦ νὰ μὴ ἐκτρέπηταί ποτε οὔτε ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, οὔτε ἀπὸ τὴν ἠθικὴν εἰς τὴν πάλην αὐτῆς κατὰ τοῦ ὑπουργείου. Καὶ ὅμως, Κύριοι, δὲν ἀπηξίωσαν οἱ ἀντίπαλοι νὰ μεταχειρισθῶσιν ὅλα τὰ μέσα, θεμιτὰ καὶ μὴ, διὰ νὰ ῥίψωσιν ὑπὸ τὸ βάρος τῆς γενικῆς δυσφημήσεως ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν τοῖς ἀρέσκει. Τὸ ἔργον δὲν εἶναι δύσκολον, ἀπεναντίας εἶναι εὐκολώτατον. Πολὺ εὔκολον τῳόντι εἶναι, προβάλλων τις γενικὰς καὶ ἀορίστους πράξεις, νὰ κατακρίνῃ καὶ συκοφαντῇ τὸν ἀντίπαλόν του. Καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ἕνεκα τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας ὁ κατακρίνων καὶ συκοφαντῶν θεραπεύει τὸν ἐγωϊσμὸν καὶ τὸν φθόνον τοῦ ἀκούοντος· οἱ ἄνθρωποι ἡδέως ἀκούουσι τὰς κατακρίσεις καὶ διαβολὰς, τοὺς ἐπαίνους μόνον ἀκούουσι δυσαρέστως καὶ δυσπιστοῦντες. Ὅταν δὲ ἐκτὸς τῆς θεραπείας τοῦ ἐγωϊσμοῦ καὶ τοῦ φθόνου πρόκηται διὰ τῆς διαβολῆς νὰ στιγματισθῶσι πρόσωπα ὑψηλὰ, προωρισμένα νὰ κατέχουν ἐν τῇ πολιτείᾳ ἐπίσημον θέσιν, τότε οἱ πάντες ἀκούουσι τὴν κατηγορίαν μετὰ χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως, χειροκροτοῦνται δὲ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ οἱ κατήγοροι, ὡς μεγάλοι πατριῶται, οἱ δὲ ἀτυχεῖς ὑπερασπισταὶ ὑβρίζονται καὶ περιφρονοῦνται! Ἀλλὰ κατὰ τοῦ συστήματος τούτου, Κύριοι, τοῦ κατακρίνειν καὶ συκοφαντεῖν διὰ γενικῶν φράσεων καὶ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀποδείξεως, συστήματος, τὸ ὁποῖον παρεισάγει ἐν τῇ πολιτείᾳ τὴν κακοήθειαν, κατὰ τοῦ συστήματος τούτου ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου, ἐπικαλούμενος μάλιστα τὴν ἀρχὴν αὐτῆς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 8βρίου, ὅπως μᾶς τὴν ἐξήγησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ ἐπανάστασις αὕτη, Κύριοι, δὲν εἶναι κοινωνικὴ, διότι ἡ κοινωνία μας εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς στηρίζεται ἐπὶ δημοκρατικῆς ἰσότητος· πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ὑπῆρχόν τινες ὑπεροχαὶ, ἀλλὰ μετ’ αὐτὴν ἐπῆλθεν ἀπόλυτος τῶν πάντων ἰσότης. Ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ὀκτωβρίου δὲν εἶναι οὔτε πολιτικὴ, διότι τὸ ἔθνος δὲν ἐνόησεν οὔτε νὰ στραφῇ ὀπίσω πρὸς τὴν ἀπόλυτον μοναρχίαν, οὔτε νὰ βαδίσῃ ἐμπρὸς πρὸς τὴν δημοκρατίαν, ἀλλ’ ἐστάθη εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ αὐτῆς εὑρίσκετο. Ποίαν λοιπὸν ἀποστολὴν ἔχει ἡ ἐπανάστασις αὕτη; Σᾶς τὸ εἶπε, Κύριοι, ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μεσολογγίου. Ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ὀκτωβρίου ἔχει κυρίως ἀποστολὴν ἠθικοποιήσεως. Σύστημα κυβερνητικὸν, ὀλέθριον καὶ στυγερὸν, εἶχε διαχύσει τὸν ἰὸν τῆς διαφθορᾶς ἐν τῇ νεαρᾷ ἡμῶν κοινωνίᾳ, δηλητηριάσαν καὶ τὰς πολιτικὰς καὶ τὰς κοινωνικὰς καὶ αὐτὰς τὰς ἀτομικὰς ἡμῶν σχέσεις· τὸ δὲ ἔθνος, πνιγόμενον ἐν τῇ διαφθορᾷ, ἐξηγέρθη μίαν ἡμέραν, διὰ νὰ φέρῃ ἀντίδρασιν κατὰ τοῦ διαφθαρτικοῦ, τοῦ ἀποτροπαίου ἐκείνου συστήματος. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ᾖναι ἡ ἀποστολὴ τῆς ἐπαναστάσεως, νομίζετε σεῖς οἱ σεμνοὶ ἐπαναστάται ὅτι ἐκπληροῦτε τὸν ἱερὸν αὐτῆς σκοπὸν, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συκοφαντῆτε καὶ κατακρίνητε τοὺς πάντας, μὲ ζημίαν τοῦ δικαίου καὶ αὐτῆς τῆς δημοσίας ἠθικῆς; Νομίζετε, ὅτι ἡ ἠθοποιὸς αὕτη ἐπανάστασις θὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον της, κατακρίνουσα δεξιὰ, συκοφαντοῦσα ἀριστερὰ, καὶ φαρμακεύουσα πᾶσαν ἱκανότητα καὶ πᾶσαν πολιτικὴν ὑπεροχὴν ἐν τῷ τόπῳ; Ἐὰν αὐτὴ ᾖναι ἡ φυσικὴ πορεία τῆς ἐπαναστάσεως, τότε δὲν ἔχει αὕτη ἀποστολὴν ἠθικοποιήσεως, ἔχει ἄλλην ἀποστολὴν λίαν ταπεινὴν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ εἴπω.
§53ΤΙΝΕΣ. Εἰπέ την.
§54ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀποστολὴν ἐξαχρειώσεως, ἀφοῦ θέλετε νὰ τὸ ἀκούσητε. Μίαν ἄλλην σκέψιν, Κύριοι, μοὶ ἐνέπνευσεν ἡ μακρὰ καὶ ταραχώδης αὕτη συζήτησις καὶ δὲν διστάζω νὰ ὑποβάλω καὶ ταύτην εἰς τὴν κρίσιν σας. Ὁ Κύριος Βάσος, τὸν ὁποῖον πολὺ ὑπολήπτομαι διὰ τὰ εὐγενῆ καὶ ζωηρὰ αὐτοῦ αἰσθήματα, θέλων καὶ καλὰ νὰ εὕρῃ μίαν μομφὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ ἰδίως κατὰ τῶν δύω ὑπουργῶν, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐθεώρησε περιττὸν νὰ κάμῃ καὶ μίαν ἐκδρομὴν πρὸς τὸ παρελθόν. Μὲ ἓν ἅλμα λοιπὸν νεανικὸν καὶ ἀληθῶς ἐπαναστατικὸν, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ἀνέδραμε μέχρι τοῦ 1844. Πρὶν φθάσῃ τὸ σημεῖον τοῦτο, ἀπηξίωσε νὰ ἴδῃ δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ, ἄλλως ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ πληγώσῃ νῦν μὲν τοῦτον, νῦν δὲ ἐκεῖνον ἐκ τῶν σημερινῶν πολιτικῶν του φίλων· διότι εἰς πᾶν βῆμά του ἤθελεν ἀνεύρει καὶ πᾶν βλέμμα του ἤθελεν ἀπαντήσει ἐπίμεμπτόν τινα πρᾶξιν κηλιδοῦσαν τὸ παρελθὸν τῶν νῦν πολιτικῶν φίλων του. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο πολὺ εὐχάριστον. Ἐνόμισε λοιπὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ πηδήσῃ ἀμέσως μέχρι τοῦ 1844. Διατί; Διὰ νὰ ἀνεύρῃ ἓν ἔγγραφον ἰδιωτικὸν, ἓν γράμμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποστείλει ὁ Κ. Λόντος, ὑπουργὸς ὢν τότε τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς μίαν ἐπαρχίαν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Ὁ Κ. Βάσος νομίσας τότε ὅτι ἔκαμε σπουδαιοτάτην ἀνακάλυψιν, ἐφώναξεν, «Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος!»
§55ΒΑΣΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐγώ· ὡς μεγαλείτερος πρέπει νὰ ἔχητε περισσότερα μυαλὰ διὰ νὰ ἐνθυμηθῆτε ποῖος τὸ εἶπεν.
§56ΤΙΝΕΣ. Ἦτον ὁ Κ. Μαυρομιχάλης.
§57ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, Κ. Βάσε, βεβαίως δὲν θὰ δανεισθῶ τὸ μυαλὸ τὸ ἰδικόν σας· ἂς σημειωθῇ παρακαλῶ εἰς τὰ πρακτικὰ ἀντὶ τοῦ Κ. Βάσου ὁ Κ. Μαυρομιχάλης.
§58ΒΑΣΟΣ. Νὰ ἀφαιρέσητέ τινας λέξεις, διότι εἶναι μεγαλείτερος ἀπὸ σᾶς ὁ Κ. Μαυρομιχάλης.
§59ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοῦτο διόλου δὲν ἐμποδίζει νὰ ᾖναι ὁ Κύριο Πετράκης Μαυρομιχάλης ἐπίσης γενναῖος καὶ ἱκανὸς εἰς τοιαύτας τολμηρὰς ἐκδρομὰς, ὡς σεῖς Κ. Βάσε. —Ἀλλ’ ὁ Κ. Πετράκης δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἐνθυμηθῇ μόνον ἓν πρᾶγμα, ὅτι ὑπὲρ τοῦ Κ. Λόντου, ὡς ὑπουργοῦ, εἶχε δώσει τὴν ψῆφόν του μόλις πρὸ 40 ἡμερῶν. Πρὸ 40 λοιπὸν ἡμερῶν ὁ Κύριος Λόντος δὲν εἶχεν ἀναμιχθῆ εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1844, καὶ παρεῖχεν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις εἰς τὴν ἐπανάστασιν· ἦτο μάλιστα τοσοῦτον ἐκλεκτὸς, ὥστε ὁ Πετράκης ἠδύνατο νὰ συμπράξῃ μετ’ αὐτοῦ ὡς ὑπουργὸς τῆς Παιδείας (γέλως............). Μετὰ δὲ 40 ἡμέρας ὁποία παράδοξος μεταβολή! Καὶ ὅμως ἀρνοῦνται ἀκόμη τινὲς τὴν ὕπαρξιν τῶν θαυμάτων! (Γέλως). Ἀπὸ τοῦ 1844 ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης καταβαίνων ὁρμητικῶς, ποῦ νομίζετε, ὅτι ἐσταμάτησεν; Εἰς μίαν περίφημον συνεδρίασιν τῆς Γερουσίας, ἐν ᾗ ἐγένετο ἡ συζήτησις τοῦ πολυθρυλλήτου ἐκείνου ὑπομνήματος.
§60ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπεν ὁ Κ. Βάσος.
§61ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε λοιπὸν αὐτὸ ἂς λάβῃ ὁ Κ. Βάσος, τὸ δὲ ἄλλο ὁ Κ. Μαυρομιχάλης. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ ὁ Κύριος Βάσσος, τὸν ὁποῖον εὐχαρίστως ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὴν πορείαν τοῦ λόγου μου, εἶδε τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον παριστάμενον ψυχρὸν καὶ ἀπαθῆ εἰς τὴν σκανδαλώδη ἐκείνην συζήτησιν· οὐδένα ἄλλον εἶδεν, οὔτε τοὺς συντρόφους του, οὔτε κἂν τὸν πρόεδρον τοῦ τότε ὑπουργείου· οἱ πάντες ὡς ἐκ μαγείας ἐξηλείφθησαν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν του καὶ αὐτοὶ ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι εὐτόλμως κατεπολέμησαν τὴν ἀσεβῆ ἐκείνην ὕβριν κατὰ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Εἰς τὴν εὐρύχωρον ἐκείνην αἴθουσαν τῆς Γερουσίας μόνος ὁ Κουμουνδοῦρος εὑρέθη παρὼν, μόνος οὗτος ἐθεάθη ἱστάμενος ἀπαθὴς εἰς τὴν ὕβριν καὶ τὸν προπηλακισμὸν τοῦ ἔθνους! Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, εἶναι αὐτὴ ἡ ἀληθὴς, ἡ ἀμερόληπτος ἱστορία; Βλέπετε, ὅτι ἀνακρίνοντες τὸ παρελθὸν, διὰ νὰ λάβητε ἐκεῖθεν ὅπλα κατὰ τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου, εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ τὸ διαστρέψητε. Καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι τὸ παρελθὸν δὲν ἀνήκει εἰς σᾶς, ἀλλ’ εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἀφήσατε λοιπὸν εἰς τὴν ἱστορίαν νὰ κάμῃ τὸ ἔργον της, καὶ θὰ τὸ κάμῃ ἀμερολήπτως, ἀπαθῶς δικαίως.
§62ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. (Εὖγε!).
§63ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν δὲ ἐλαυνόμενοι ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῶν πολιτικῶν παθῶν τῆς ἡμέρας, θέλετε ν’ ἀναδεχθῶμεν ξένον ἔργον, θὰ ἀνασύρω τότε ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὅλον τὸν πέπλον τοῦ παρελθόντος, καὶ κρατῶν ἀνὰ χεῖρας τὴν στάθμην τῆς αὐστηρᾶς δικαιοσύνης, θὰ προσκαλέσω τοὺς ἐκλεκτοὺς νὰ προβῶσιν εἰς τὸ μέσον. Τίνες εἶναι οἱ δυνάμενοι νὰ καυχηθῶσιν, ὅτι δὲν ὑπηρέτησαν ποτὲ τὸν Ὄθωνα, καὶ ὅτι δὲν φέρει κἀμμίαν κηλῖδα ὁ πολιτικὸς αὐτῶν βίος; Προβῆτε λοιπὸν εἰς τὸ μέσον οἱ ἐκλεκτοὶ, ἐὰν ὑπάρχητε, διὰ νὰ σᾶς γνωρίσῃ τὸ ἔθνος· ἀλλὰ κύπτετε τὴν κεφαλὴν πάντες, ὅσοι ἔχετε παρελθὸν, καὶ δὲν βλέπω προβαίνοντα μὲ ὑπερήφανον μέτωπον, εἰμὴ μόνον τοὺς νεοφύτους πολιτικούς. Μὴ λοιπὸν Κύριοι! ἐπαναλαμβάνω, μὴ ἀναμοχλεύετε τὸ παρελθόν· μὴ ζητεῖτε ἐκεῖθεν ὅπλα, διότι εἶναι θανατηφόρα διὰ πάντας· λησμονήσατε τὸ παρελθὸν, διότι εἶναι κτῆμα τῆς ἱστορίας. Ἂς τὸ μελετῶμεν μόνον, ἂς τὸ σπουδάζωμεν κατ’ ἰδίαν, διὰ νὰ ἀρυώμεθα ἐκ τῶν σφαλμάτων καὶ τῶν παρεκτροπῶν αὐτοῦ σωτήρια παραδείγματα πολιτικῆς ἀρετῆς διὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν πάλην τὸ παρελθὸν δὲν ἔχει θέσιν. (Εὖγε εὖγε). Θὰ τελειώσω, Κύριοι μὲ μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβητε τὴν καλοσύνην νὰ τὴν ἀκούσητε. Ἐπεκαλέσθησαν ὡς τελευταῖον καταφύγιον τὴν κοινὴν γνώμην· καταβῆτε, μᾶς εἶπεν εἷς τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ὁ Κ. Βάσσος, καταβῆτε εἰς τὴν κοινωνίαν, καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς βαθμίδας· ἐπισκεφθῆτε τὸν ὑποδηματοποιὸν, τὸν ἔμπορον, τὸν κουρέα, τὸν, δὲν ἠξεύρω ποῖον, διὰ νὰ ἀκούσητε, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς τοῦ ὑπουργείου. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν ὀρθῶς διέγνωσεν ὁ Κ. Βάσσος τὴν θέλησιν τῆς κοινῆς γνώμης· ζῶ καὶ ἐγὼ ἐν Ἀθήναις καὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχω πολλὴν τὴν ὀξυδέρκειαν, διὰ νὰ μὴν ἀκούω ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ τὴν τοιαύτην γνώμην. Ὅτι ὅμως γνωρίζω ἐγὼ, εἶναι, ὅτι καὶ ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν καὶ οἱ ἔξω ὁμογενεῖς οἰκτείρουσι, συγχωρήσατε τὴν τραχεῖαν λέξιν, οἰκτείρουσι τὸν φατριασμὸν ὅστις δυστυχῶς εἰσεχώρησεν εἰς τὴν Συνέλευσιν σφοδρὸς καὶ παράφορος· οἰκτείρουσι τὴν ἀκράτητον φιλαρχίαν, ἡ ὁποία ἐξησθένησεν ἐντελῶς τὴν ἐξουσίαν, ἐπιδιώκουσα ἀενάως μεταβολὰς ὑπουργείων. Καὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς πλεῖστοι ἀγαθοὶ πολῖται γράφουσιν ἐνταῦθα ἐρωτῶντες μετ’ ἀγωνίας ποῦ θὰ ἀπολήξουν τὰ μυσαρὰ ὄργια τῆς ἐλεεινοτέρας φιλαρχίας; ποῦ θὰ σπρώξῃ τὸν τόπον ἡ συνεχὴς μεταβολὴ τῶν ὑπουργείων καὶ ὁ πεισματώδης ἀγὼν περὶ προσώπων καὶ θέσεων; πῶς δὲν κατορθώνουν οἱ πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι, ἢ τοὐλάχιστον ὑποτίθεται ὅτι εἶναι οἱ ἐκλεκτότεροι τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, νὰ ἀποπτύσουν τὰ πάθη των καὶ νὰ σχηματίσουν μίαν κυβέρνησιν σπουδαίαν καὶ ἰσχυρὰν, ἱκανὴν νὰ συντηρήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως; Αὐτὰ γνωρίζω, ὅτι φρονεῖ καὶ ἀπαιτεῖ ἡ ἀληθὴς κοινὴ γνώμη, ἡ μὴ ἔχουσα κἀνὲν ἐνδιαφέρον εἰς τοὺς ἐλεεινοὺς ἡμῶν διαπληκτισμοὺς, μήτε περιμένουσα νὰ κενωθῶσιν αἱ δημόσιαι θέσεις διὰ νὰ τὰς καταλάβῃ. Ἐκπληρῶν λοιπὸν, Κύριοι, καθῆκον ὑπαγορευόμενον ὑπὸ τῆς συνειδήσεώς μου, θέλω πρὸ πάντων ἀποκρούσει διὰ τῆς ψήφου μου τὰς ἀποδοθείσας εἰς τοὺς ὑπουργοὺς αἰτιάσεις, ὡς ἀδίκους, ψευδεῖς καὶ μὴ κοινοβουλευτικάς· διερμηνεύων δὲ τὸ φρόνημα καὶ τὴν ἀπαίτησιν τῆς ἀληθοῦς κοινῆς γνώμης, θέλω ψηφοφορήσει ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ ὑπουργείου.
§64ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι, λυποῦμαι πολὺ, διότι δὲν θὰ εὑρεθῶ σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφόν μου κύριον Μίλησην, ἔτι δὲ λυποῦμαι περισσότερον, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησε νὰ νουθετήσῃ τοὺς ἄλλους, διὰ νὰ ἦναι ἕκαστος εἰλικρινὴς εἰς τὰς ἀγορεύσεις του καὶ εἰς τὰ πράγματα, αὐτὸ δὲν διετήρησε καθολοκληρίαν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του. Φέρω δὲ ὡς πρῶτον λόγον τῆς μὴ τηρήσεως τῆς εἰλικρινείας του, ὅτι ἀπέδωκεν εἰς τοὺς προαγορεύσαντας συκοφαντίας, ὅτι ἐσυκοφάντησαν καὶ ἐκατηγόρησαν τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ θὰ ἀποδείξω, ὅτι οὐδεὶς αὐτῶν, οὔτε ἐσυκοφάντησεν, οὔτε ἐκατηγόρησεν αὐτούς. Κύριοι! ὑπάρχουν αἰτιάσεις κατὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ αἰτιάσεις σπουδαῖαι. Δὲν θὰ ἀντλήσω, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφός μου, δὲν θὰ ἀρυσθῶ τὰς αἰτιάσεις, οὔτε ἀπὸ τὸν ἀρκτικὸν πόλον, οὔτε ἀπὸ τὸν ἀνταρκτικὸν, οὔτε ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴν οὔτε ἀπὸ τὴν Δύσιν. Θὰ τὰς ἀρυσθῶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ στόματα τῶν ἰδίων ὑπουργῶν, ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ προχθὲς εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Τὸ παράτολμον, Κύριοι, καὶ τὸ θρασὺ τῶν Κυρίων ὑπουργῶν ὑπερέβη τὰ ὅρια καὶ αὐτῆς τῆς ἁβροφροσύνης. Ἦλθεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ πρώτη του ὁμιλία ἦτο νὰ εἴπῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως· ἤθελον νὰ κάμω ὅ,τι ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν μου, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σουλιὲ — μὲ ἄλλους λόγους «μάθετε, Κύριοι Πληρεξούσιοι, ὅτι δὲν εἶσθε τίποτε ἐνώπιόν μου, ὅτι ἐγὼ εἶμαι τὸ πᾶν καὶ ἐγὼ θὰ διευθύνω τὰ πάντα, χωρὶς ποσῶς νὰ ἔχητε καμμίαν γνῶσιν» ὡς νὰ ἤμεθα Βουλὴ τοῦ Ὄθωνος. Ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τί μᾶς λέγει; καμμίαν γνώμην δὲν γνωρίζω, καμμίαν ἰδέαν δὲν αἰσθάνομαι ἐκτὸς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως· ὅ,τι ἔρχεται ἔξωθεν τῆς Συνελεύσεως τὸ καταφρονῶ, τὸ περιφρονῶ, τὸ θεωρῶ ὡς τίποτε. Μάθε, λαὲ τῆς Ἑλλάδος, ὅ,τι ἀκούσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐκεῖνο θὰ σεβασθῇ· ὅ,τι ὑποστηρίξῃ ἡ πλειονοψηφία, ἐκεῖνο θὰ κάμῃ. Σὺ δὲ, λαὲ, εἶσαι εἵλως, εἶσαι Παρίας, ἡ γνώμη σου δὲν εἶναι τίποτε.
§65ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§66ΖΕΡΒΑΣ. Ναί, Κύριοι, τὸ μεγαλείτερον πάντων ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τί μᾶς λέγει ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο; «Ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα μὲ ἐσυκοφάντησαν ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο» ἄρα μάθετε, πληρεξούσιοι, ὅτι ὁσάκις καταλάβετε τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ζητήσετε νὰ αἰτιαθῆτε πράξεις τινὰς τῶν ὑπουργῶν, ὀνομάζεσθε συκοφάνται· αὐτὴν τὴν ἀρχὴν θέτει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ παράτολμον καὶ τὸ θρασὺ τῶν φράσεων ἐκείνων, Κύριοι, μὲ ἀνεκάλεσεν εἰς τὴν μνήμην μου τὴν μαύρην ἐκείνην ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἕνας ὑπουργὸς τοῦ μιαιφόνου συστήματος ἔλεγε· «μάθετε, Βουλευταὶ, μίαν ἰῶτα ἂν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ Νομοσχέδιόν μου, μὲ Μαλτέζους θὰ σᾶς ἀντικαταστήσω». Ἰδοὺ λοιπὸν αἱ μεγαλείτεραι κατηγορίαι· οἱ ὑπουργοὶ αὐτοὶ δὲν ἔδειξαν τὸν ἀπαιτούμενον σεβασμὸν αὐτοὶ πρὸς ἑαυτοὺς, αὐτοὶ κατηγόρησαν ἑαυτοὺς, καὶ θ’ ἀποδείξω ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ κατήγοροι καὶ συκοφάνται πρὸς ἑαυτούς. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι τὸ παρελθὸν σάββατον ἦτον ἡμέρα ὡρισμένη διὰ νὰ ἔλθωσιν οἱ ὑπουργοὶ ν’ ἀπαντήσωσιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τινῶν Πληρεξουσίων· ἐνῷ δὲ συνεδριάζομεν ἐνταῦθα, αἴφνης βλέπομεν τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναβάντα τὸ βῆμα, νὰ ῥίψῃ μίαν κατηγορίαν κατὰ τῶν συναδέλφων του, καὶ εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ ὕβρισαν καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Συνέλευσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σουλιὲ, ἐπειδὴ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶχον σκοπὸν νὰ καταστήσουν Βανδέαν τὸ Ναύπλιον, ἀντίκειται εἰς τὴν τιμήν μου νὰ συνυπηρετήσω μετ’ αὐτῶν, καὶ σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀφαιρέσητε τὴν ἐξουσίαν παρ’ ἐμοῦ· βλέπετε λοιπὸν ὅτι συκοφαντοῦν αὐτοὶ ἑαυτούς· ἡμεῖς εἴμεθα εἰς τὴν σκηνὴν αὐτὴν ἁπλοῖ θεαταί. Τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Συνέλευσις; Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐζητοῦμεν οὔτε τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου, οὔτε τὴν κατηγορίαν αὐτοῦ· αἴφνης, ἀντὶ νὰ ἔλθουν οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ ν’ ἀπαντήσουν εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔρχεται ἕνας ἄλλος πληρεξούσιος, καὶ φέρει νέαν κατηγορίαν καθ’ ὅλου τοῦ ὑπουργείου. Τὸ κατηγορητήριον αὐτὸ ἦτο πρότασις, τὴν ὁποίαν κατὰ λάθος ὁ Κύριος Πρόεδρος ἄφησε καὶ τὴν ἀνέπτυξαν καὶ ἤλθομεν εἰς συζήτησιν ἐπ’ αὐτῆς, διότι κατὰ τὸν κανονισμὸν ὤφειλε νὰ ἐρωτήσῃ, ἂν ὑποστηρίζεται, καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ γίνῃ μία τοιαύτη παράτυπος συζήτησις. Ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Πληρεξουσίου τοῦ Πανεπιστημίου, ὑπάρχουν ὅμως ἄλλαι αἰτιάσεις, διὰ τῶν ὁποίων θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ δὲν διέθετε καλῶς τὰ πράγματα. Τί συνέβη ὅμως, Κύριοι; ἐνῷ ὁ Πρόεδρος ἔκαμεν αὐτὸ τὸ λάθος, οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ μετὰ μεγάλης λεπτότητος ἵσταντο εἰς νεκρικὴν σιγὴν καὶ ὀχυροῦνται ὄπισθεν τῆς προτάσεως καὶ καθόλου δὲν ὡμίλησαν, διόλου δὲν ἐταράχθησαν, καὶ ἔλαβον ἀφορμὴν ν’ ἀποφύγωσιν ὅλως διόλου ν’ ἀπολογηθῶσιν εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Λαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Κ. Ἡρ. Πετιμεζᾶς ἀντιπρόεδρος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε πολλὰ κατὰ τῶν Ὑπουργῶν. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐξύβρισαν τὸν Ὑπουργὸν καὶ ἐσυκοφάντησαν τὴν Συνέλευσιν· αὐτὴ ἦτον ἡ θέσις εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν. Ἀλλά, Κύριοι, πρέπει νὰ ἤμεθα καὶ ὀλίγον δίκαιοι· ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἐφέρθησαν ἀξιοπρεπῶς ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ πολυπληθοῦς ἀκροατηρίου, μὲ λύπην μου λέγω ὅτι καὶ ἅπαντες οἱ κατήγοροι καὶ οἱ ὑπερασπισταὶ τοῦ Ὑπουργείου παρέκκλιναν καὶ αὐτοὶ κἄτι τι ἀπὸ τὴν ἀληθῆ τροχιὰν τῆς συζητήσεως, καὶ περιέπεσον εἰς προσωπικοὺς λόγους. Ἐνθυμοῦμαι ἕνα πληρεξούσιον, τὸν Κύριον Κατσικαπῆν, ὑπερασπιστὴν τοῦ Ὑπουργείου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ πάθος του ν’ ἀναστατώσῃ τὸν πατέρα τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Σαριπόλου, καὶ τοῦ δείξῃ τὰ ἐρείπια τῆς οἰκίας, τὰ ὁποῖα κατέῤῥευσαν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν· ὁ πληρεξούσιος αὐτὸς ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ πρὶν ἐκφέρῃ ἕνα τοιοῦτον λόγον, ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὔτε τὸ Λοιδωρίκι εἶναι, οὔτε αἱ Ἀθῆναι, φαίνεται ὅτι δὲν ἐξῆλθε τῶν ὁρίων αὐτοῦ τοῦ τόπου· ἔπρεπε νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν Χῖον, τὰς Κυδωνίας, τὰ Ψαρὰ καὶ ἤθελεν ἰδεῖ πόλεις ὁλοκλήρους καὶ χωρία ἐρείπια καταποντισμένα ἀπὸ τοὺς ποταμοὺς τῶν αἱμάτων καὶ δὲν ἤθελέ ποτε ἔλθει νὰ κτυπήσῃ μὲ τοιαύτην τόλμην. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ μικρὸν μέρος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐλευθερωμένον. Βλέπετε εἰς ποῖα μᾶς φέρει αὐτὴ ἡ ἀγόρευσις. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ διαπληκτιζώμεθα τί εἶναι ὁ μὲν, καὶ τί εἶναι ὁ δέ· πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν, ἂν τὰ γεγονότα ὑπάρχουν ἢ δὲν ὑπάρχουν, ἂν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται εἰς τοὺς ἤδη Ὑπουργοὺς εἶναι ἀληθές. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πρώτου ζητήματος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατηγορεῖ τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι ἐξυβρίσθη παρ’ αὐτοῦ εἰς τὰ ἔγγραφα τοῦ ἐντίμου πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας, καὶ ὅτι ἡ ὕβρις αὕτη τὸν φέρει εἰς θέσιν νὰ μὴ δύναται νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῶν Ὑπουργῶν· διότι τῷ ὄντι, ἂν ὑπάρχῃ ὕβρις, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν. Ὅσοι εἴδετε τὰ ἔγγραφα τοῦ Κ. πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας, τί λέγουν ἀσχέτως πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀπαιτήσεως; θὰ ἴδουν ὅτι λέγουν, ἴσως ἀπὸ ἐσφαλμένας πληροφορίας, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνείχετο εἰς τὰ αἰσχρὰ συμβάντα τοῦ θεάτρου τοῦ Σουλιέ· ἴσως εἶχεν ἐσφαλμένας πληροφορίας νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων καὶ πάλιν ἐξέλεξεν αὐτὸν ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, αὐτὰ ἀναφέρει εἰς τὰ ἔγγραφά του· καὶ εἶναι φράσεις, τὰς ὁποίας, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἦτον εἰλικρινές, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἐσέβετο τὸν συνάδελφόν του, ἐσέβετο τὴν Συνέλευσιν, ἠδύνατο νὰ διαψεύσῃ τὸ γεγονὸς αὐτὸ, καὶ νὰ παραστήσῃ εἰς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν, ὅτι ἂν εἶχε δικαίωμα πρὸς τὴν ἀπαίτησιν, δὲν εἶχε δικαίωμα πρὸς τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀπέδιδεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἠξεύρετε, Κύριοι, τί θὰ εἰπῇ, ὅταν λέγῃ εἰς τοιαῦτα ἔγγραφα τοιαῦτα πράγματα ἕνας διπλωμάτης, ὅταν λέγῃ ὅτι καὶ πάλιν τοιοῦτον Ὑπουργὸν ἐξέλεξεν ἡ Συνέλευσις! Πῶς δὲν ἦλθον οἱ Κ. Ὑπουργοὶ νὰ διαψεύσουν τὰ λεγόμενα; Βλέπετε, Κύριοι, ἡ σιωπή των εἰς ποίας πράξεις τοὺς κατέστησεν ἐνόχους; εἰς ὕβρεις καὶ συκοφαντίας κατὰ τῆς Συνελεύσεως· καὶ ἐν τούτοις αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἔρχονται ν’ ἀποκαλῶσιν ἡμᾶς συκοφάντας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· καὶ ταῦτα μὲν διὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἐκτείνομαι περισσότερον, διότι ἡ σιωπή των δεικνύει τὴν ἐνοχήν των. (γέλως) Ἔρχομαι ὡς πρὸς τὰ Ναυπλιακά. Βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγουσί τινες, ὅτι ἐζήτησαν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Νομάρχου· καὶ ἐπειδὴ εἶμαι καὶ ἐγὼ εἷς, ὅστις ὑπέγραψα νὰ μετατεθῇ ὁ νομάρχης, ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω τί ἔτρεξεν εἰς τὸ Ναύπλιον. Φαίνεται ὅτι εἰς τὸ Ναύπλιον ὑπάρχουν διαιρέσεις μεταξὺ τῶν πολιτῶν. Πρὶν δὲ συνταχθῇ αὐτὴ ἡ ἀπαίτησις τῶν πληρεξουσίων, εἶχε γίνει πρότασις εἰς τὸν νομάρχην νὰ κάμῃ πρότασιν περὶ παύσεως τοῦ Δημάρχου· ἀφοῦ δὲ ὁ νομάρχης αὐτὸς ἐπέμενε προφασιζόμενος ὅτι δὲν εὑρίσκει αἰτίαν παύσεως καὶ διέφυγον ὡς ἐπιζητοῦντες τὴν μετάθεσίν του εἰς τὸ πλάγιον μέσον νὰ εἴπωσιν ὅτι αὐτὸς ὁ νομάρχης, μὲ ὅλην τὴν εὐγενῆ συμπεριφοράν του δὲν εἶναι κατάλληλος, καὶ ἐζήτουν τὴν μετάθεσίν του, ἡμεῖς Κύριοι, ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλα περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἠκολούθησαν κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς εἰς τὸ Ἄργος, ἐνομίσαμεν ὅτι ὁ νομάρχης αὐτὸς, ἤθελεν εἶσθαι καλλίτερον νὰ μετετίθετο εἰς ἄλλο μέρος, καὶ οὕτω, Κύριοι, ὑπεγράψαμεν. Τί ἀποδεικνύεται κατόπιν; καὶ σᾶς τὸ λέγω, Κύριοι, μετὰ παῤῥησίας καὶ μετ’ εἰλικρινείας. Ἡ μερὶς τοῦ Μιχαλοπούλου, θέλουσα νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ μέρος της, διὰ νὰ τὴν ἔχωσι πρὸς πολιτικὰς ὠφελείας, ἔχοντες δὲ καὶ τὸν γαμβρὸν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Κυρίου Δεληγιάννη, κατώρθωσαν, ἀφοῦ δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσι τὴν πρότασιν τοῦ πρώην Νομάρχου, νὰ λάβωσι τὴν ἰδικήν μας συγκατάθεσιν περὶ τῆς μεταθέσεως, καὶ νὰ στείλωσιν ἄλλον Νομάρχην, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελον διευκολύνει τὴν πρότασίν των περὶ τῆς παύσεως τοῦ Δημάρχου. Θέλω, Κύριοι, νὰ σᾶς παραστήσω εἰλικρινῶς καὶ καθαρῶς τὴν ἀλήθειαν, καθότι ἄλλος ἦτον ὁ σκοπὸς τῆς ὑπογραφῆς καὶ ἄλλη ἡ πρόθεσις ἡ ἰδική μας. Μεταθέτουσι, Κύριοι, τὸν Νομάρχην, διορίζουσιν ἄλλον, ἀλλὰ τί συμβαίνει τότε; καὶ τὸ ἓν μέρος καὶ τὸ ἄλλο ἔγραφον ἐξ Ἀθηνῶν εἰς τὸ Ναύπλιον «μανθάνω, ὅτι ὁ νέος Νομάρχης ἔρχεται μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ προτείνῃ τὴν παῦσιν τοῦ Δημάρχου·» ἐννοεῖτε δὲ, ὅτι ἡ εἴδησις αὐτὴ τοὺς ἐτάραξεν. Εἰς τὸ Ναύπλιον ὑπῆρχεν ὁ νῦν Δήμαρχος· σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἔφερεν ὄγκον μεγάλου ὀνόματος, οὐχ ἧττον ὅμως, εἴτε ἕνεκα τῆς συμπεριφορᾶς του, εἴτε ἕνεκα τῆς πολιτικῆς μεταβολῆς, ὁ ἄνθρωπος οὗτος εἶχε τὴν κοινὴν γνώμην ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Τὸ γνωρίζω τοῦτο, διότι κάθε ἡμέραν ἐπήγαινα καὶ ἠρχόμην εἰς τὸ Ναύπλιον, καθότι τοῦτο εἶναι ἡ πρωτεύουσά μας. Ἅμα δὲ ἔμαθον τὰς πληροφορίας αὐτὰς, ἐννοεῖται, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπῄτουν τοιαύτην ἀμοιβὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ κἀνεὶς δὲν ἤθελε νὰ παυθῇ ὁ Δήμαρχος, ἐνῷ ὅλοι τὸν ἠνείχοντο, ἡ Κυβέρνησις χαριζομένη εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἄλλον, ἤθελε νὰ τὸν παύσῃ· δι’ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ἰδέαν δὲν ἤθελον νὰ δεχθῶσι τὸν Κύριον Ῥοντήρην, καὶ οὐχὶ, διότι ὡμίλησε κατὰ τοῦ Ναυπλίου, ἀλλ’ ὁ Κύριος Ῥοντήρης ἐπέστρεψεν ἄπρακτος εἰς τὰς Ἀθήνας. Μετὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις διετήρησε καλλιτέραν διαγωγήν. Στέλλει ἐκεῖ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τῷ εἶπε νὰ λάβῃ μετ’ αὐτοῦ ὅν τινα θέλει ὡς Νομάρχην, καὶ τῷ εἶπε «πήγαινε διώρθωσε τὰ πράγματα ὅπως ἐγκρίνεις· παῦσε, ἄφησε, ὅ,τι θέλεις κάμε.» Πηγαίνει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαμβάνει μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ ἕνα ἄνθρωπον τῆς ἐμπιστοσύνης του, τὸν Κύριον Πλαστήραν, ὡς Νομάρχην. Ἤκουσεν ἐκ τοῦ πλησίον τὰ παράπονα τῶν κατοίκων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον ἐγώ· εἶδεν, ὅτι ἅπασα ἡ πόλις ἦτον εὐχαριστημένη ἀπὸ τὸν Δήμαρχον. Ὑπόσχεται αὐτὸς ὁ νέος Νομάρχης, ὅτι θὰ τὸν διατηρήσῃ εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ὅτι πρέπει νὰ διατηρήσουν τὴν τάξιν καὶ ἡσυχίαν τῆς πόλεως, ἅπαντες δὲ τὸν ὑπεσχέθησαν αὐτήν. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς εἶπεν εἰς τὸν Κύριον Πλαστήραν, ὅτι κανένα δὲν πρέπει νὰ παύσῃ, πρέπει ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα, ὅπως ὑπάρχουσι. Τί γίνεται, Κύριοι; Καταφέρει τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν νέον Νομάρχην Πλαστήραν νὰ κοινοποιήσῃ τὴν παῦσιν εἰς τὸν Δήμαρχον, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ εἰς τὸν Γραμματέα τῆς Νομαρχίας. Τί ἀπαντᾷ ὁ Κύριος Πλαστήρας; Δὲν κοινοποιῶ τὴν παῦσιν, οὔτε φρόνιμον εἶναι νὰ τὴν κοινοποιήσω· δὲν συμφέρει χάριν τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως, χάριν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκετο ἡ πατρίς· πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὅπως ὑπάρχουσι, διὰ τί νὰ ταράξωμεν τοὺς ἀνθρώπους! Ἐπειδὴ ὅμως δὲν κατώρθωσαν καὶ διὰ τοῦ Κυρίου Πλαστήρα, ὅ,τι ἐζήτουν διὰ τοῦ Κυρίου Ῥοντήρη, τί ἔκαμον; Παύουν αὐτὸν καὶ στέλλουν ἄλλον μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ κοινοποιήσῃ τὰς παύσεις. Καὶ πότε, Κύριοι, γίνεται αὐτό; καθ’ ἣν ἡμέραν ἀνηγγέλλετο ἐδῶ, ὅτι λῃστρικὴ συμμορία ἐξῆλθεν εἰς τὴν κωμόπολιν τῆς Ἐρμιονίδος, καὶ ἥρπασε τὸν καλλίτερον πολίτην τῶν Σπετσῶν, καὶ τὸν ἀπήγαγεν εἰς τὰ ὄρη, ζητοῦσα χρήματα. Τὴν ἀγγελίαν ταύτην πρῶτος ἐγὼ ἀνήγγειλα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἰς ἀπάντησιν μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐπροκάλεσε τοὺς συναδέλφους του διὰ νὰ λάβῃ μέτρα εἰς αὐτὴν τὴν λῃστείαν. Ἐπίσης δὲ τὴν 10 π. μ. πηγαίνω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐθαύμασα, διότι δὲν εἶχε κἀμμίαν γνῶσιν. Βλέπετε, ἀντὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὸ γεγονὸς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπροξένησε φρικίασιν εἰς πᾶσαν εὐαίσθητον ψυχὴν, κατ’ οὐδὲν λογισάμενος τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, προσπαθεῖ πῶς νὰ ἁρπάσῃ τὴν δημοτικὴν διοίκησιν τοῦ Ναυπλίου, καὶ νὰ τὴν δώσῃ εἰς τοὺς συγγενεῖς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ἂν ἡ διαγωγὴ τοῦ Ὑπουργείου ᾖναι εἰλικρινής· ἐὰν ἡ τόση καταφορὰ τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ τοῦ Ναυπλίου ἦτο διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐνομίαν, ἤθελον συναινέσει καὶ ἐπιδοκιμάσει τὴν διαγωγήν του· ὅμως ὅ,τι παρατηρεῖ τις εἶναι, ὅτι ὅλα γίνονται πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἔλθῃ ἡ δημοτικὴ ἐξουσία εἰς τοὺς γαμβροὺς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀνεχθῶμεν. Ἐνόμισεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ Ὄθωνος, ὅτε μετεχειρίζετο διάφορα μέσα διὰ ν’ ἀρέσκῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν· ἐλησμόνησεν ὅτι τῷ ὄντι εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὴν αὐτοδιοικήσεως, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ προσδοκώμενος. Ἴδετε, Κύριοι, ἐπὶ τέλους ποῦ μᾶς ἔῤῥιψαν! Ἰδοὺ ποῦ ἔφερον τὸ Κράτος· τρομερὰ πράγματα γίνονται εἰς τὴν Λακωνίαν, εἶναι πληροφορίαι ἐκ σημερινῶν εἰδήσεων. Βλέποντες, ὅτι ἐπὶ τέλους οὔτε διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Νομάρχου κατώρθωσαν νὰ μεταβάλουν τὴν διαγωγὴν τῶν πολιτῶν τοῦ Ναυπλίου, ἀποφασίζουσι πρᾶξιν καὶ ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ νόμου, μεταφέρουσι τὴν ἕδραν τοῦ Ναυπλίου εἰς τὸ Ἄργος. Ἐπομένως, Κύριοι ὑπουργοὶ, ἐὰν ἦτο εἰς τὴν θέλησίν σας νὰ περιφέρετε τὰς πόλεις καὶ τὰς κωμοπόλεις καὶ τὰς πρωτευούσας οὕτω πως, νὰ μεταφέρετε μίαν πρωτεύουσαν σήμερον ἐδῶ καὶ αὔριον ἐκεῖ, ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἔθνος. Ἔχω, Κύριοι, μάρτυρα τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· μίαν ἕδραν ἑνὸς ὑποτελωνείου τὸν παρεκάλεσα νὰ μεταθέσῃ, καὶ ὑποθέσατε Κύριοι, τί ὑπέφερα, ἐδέησε νὰ φύγω ἐγὼ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ κατορθώσῃ νὰ φέρῃ νόμον ἀπὸ τὰς βουλὰς, καὶ οὐχί, Κύριοι, ἕδραν Νομάρχου. Βλέπετε λοιπὸν ποῦ περιῆλθον τὰ πράγματα τοῦ Ναυπλίου. Σήμερον, Κύριοι, ἦλθεν εἷς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του ἠδυνήθη νὰ διέλθῃ τὴν πόλιν τοῦ Ναυπλίου· εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἔφεραν τὸ Ναύπλιον οἱ χαριτόβρυτοι ὑπουργοί μας. Ἀλλὰ μήπως καὶ μέχρι σήμερον ἐθεραπεύθη τὸ κοινόν, μήπως ἠδυνήθησαν νὰ ἐπιφέρωσιν ἀποτελεσματικὰς ἀληθείας; Ἀργεῖος εἰς τὸ Ναύπλιον δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ. Τὸ Ναύπλιον ἑτοιμάζεται νὰ κτυπήσῃ τοὺς Ἀργείους, καὶ τ’ ἀνάπαλιν· ὁ Νομάρχης προσκαλεῖ ὅλας τὰς ἀρχὰς εἰς τὸ Ἄργος· καὶ πότε, Κύριοι, στέλλουν καὶ τὸν Νομάρχην αὐτὸν ὅτε ὁ πρώην Νομάρχης Κύριος Πλαστήρας εὑρίσκετο μετὰ 200 ἀνδρῶν πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Τότε ἀναγκάζουσι τὸν Κύριον Πλαστήραν νὰ ἐγκαταλείψῃ τοὺς λῃστὰς, καὶ πᾶσαν μέριμναν περὶ τοῦ ἐγκλήματος αὐτοῦ· ὁ δὲ νέος Νομάρχης δὲν ἠδύνατο νὰ περάσῃ πέραν τοῦ Ἄργους—ἕνεκα τούτου ἐγκατελείφθη ὁ Νομὸς εἰς πλήρη ἀναρχίαν. Καὶ τί θέλετε, Κύριοι ὑπουργοί; θὰ φέρετε τὴν πρώτην κατάστασιν τοῦ Ναυπλίου τὴν ἐποχὴν τοῦ αἵματος, εἴμεθα ἀπὸ τὸν Νομὸν ἐκεῖνον, καὶ σᾶς λέγομεν ὅτι, ἕνα στρατιώτην ἂν στείλετε, δὲν θ’ ἀκουσθῆτε, ἀλλὰ θὰ ἐγερθῶμεν ὅλοι εἰς τὰ ὅπλα, μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει. Δὲν εἶναι λόγοι, Κύριοι, εἶναι πράγματα, ἀνήκω εἰς τὸν Νομὸν αὐτὸν καὶ ἔχω συμφέροντα· δὲν ἔχω κανὲν συμφέρον ποῖος θὰ πάρῃ τὴν ἀρχὴν, ἔχω συμφέρον ὅμως, διότι ἔχω συγγενῆ καὶ φίλον, ὅστις διατελεῖ αἰχμάλωτος εἰς τὰ ὅρια αὐτοῦ τοῦ Νομοῦ καὶ ἡ ἐξουσία ἐστάθη ἀνίκανος ἕνεκα τῆς διαγωγῆς της.
§67ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μήτε ἐφρόντισεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μάθῃ, τὶ γίνεται αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος.
§68ΖΕΡΒΑΣ. Μὲ εἶπεν, ὅτι μᾶς περιφρονεῖ. Λοιπὸν, Κύριοι, τὶ θὰ γίνῃ τώρα; ὁρίστε, ἐδῶ εἶναι τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐκεῖ τὸ Ναύπλιον καὶ εἰς τὸ μέσον ἡ Συνέλευσις· τὶ θὰ ἀποφασίσωμεν σήμερον; θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ ὑπουργείου τοῦ αἵματος ἢ θὰ προσπαθήσωμεν ἀναλόγως μὲ τὰ δίκαια καὶ μὲ τὴν σημερινὴν ἀπαιτουμένην ἡσυχίαν καὶ τάξιν τῆς Πατρίδος νὰ διορθώσωμεν τὰ πράγματα; ἢ τὸν Νομὸν αὐτὸν θὰ θέσωμεν εἰς τὸ πῦρ ἢ οἱ ὑπουργοὶ θὰ παύσουν. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τιμή σας ἀκόμη (γέλως). Μὴ γελᾶτε, Κύριοι, μὴ γελᾷς, Κύριε Πάγκαλε, διότι ἔχεις κτήματα ἐκεῖ. Ποῖος θὰ μᾶς δικάσῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν; Ὡς εἶπα ἐκ προοιμίων, ὅλαι αἱ λοιπαὶ κατηγορίαι κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐπουσιώδεις, ἐδῶ τὸ πρᾶγμα ὄζει ὀθωνισμοῦ, ὁ ὀθωνισμὸς μᾶς φέρει ὀπίσω εἰς τὸν Φεβρουάριον. Τὶ θὰ κάμητε λοιπὸν τώρα; Θὰ βασταχθῇ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν θέσιν του; οἱ Ναυπλιεῖς θὰ παραδοθῶσιν; οἱ Ἀργεῖοι δὲν ἐξέρχονται τῆς πόλεώς των, ὁ Νομάρχης δὲν πηγαίνει νὰ καταδιώξῃ τοὺς λῃστάς. Θὰ καταστρέψωμεν λοιπὸν τὸ Ναύπλιον; θὰ δυνηθῶμεν; συμφέρει; Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ αὐτὴν τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπουργείου ἤθελα δεχθῆ καὶ ἐπιδοκιμάσει εἰς ἄλλας περιστάσεις. Προτείνω, Κύριοι, καὶ δὲν θέλω νὰ ταραχθῇ κανεὶς διότι δὲν ἔχομεν οὔτε νὰ κατακρίνωμεν οὔτε νὰ ἐπικρίνωμεν, ἀλλ’ ἁπλῶς ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα δίκαιοι· πρὸ πολλῶν μηνῶν συνέβη τοιοῦτόν τι εἰς τὴν Ὕδραν· δὲν ἔρχομαι νὰ εἴπω κατὰ πόσον ἔχει ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος δίκαιον, καθῃρέθη ὁ Δήμαρχος ἀπὸ τὸν τόπον, τὸν ἐπλήγωσαν, ἔγεινεν ἄλλος· ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι, ποῖος ἔκαμε λόγον περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, τὶ ἀπήντησε; Λοιπὸν τὶ νὰ κάμωμεν; ἔτσι θὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα, διὰ νὰ μὴ τὰ σπρώξωμεν περισσότερον. Τῷ εἶπα καλά· νὰ μὴ ῥίψωμεν ἅλας εἰς τὸ πῦρ, δὲν ἐχάθη ὁ κόσμος διὰ ἕνα Δήμαρχον, διότι πᾶσα διόρθωσις νόμιμος σήμερον εἶναι καταστροφὴ τοῦ Νόμου, ἂν θέλετε νὰ σεβασθῶμεν σήμερον τὸν Νόμον καὶ πᾶν παράπονον καὶ πᾶσαν παρέγκλησιν νὰ τὴν ἐπανορθώσωμεν διὰ τοῦ Νόμου, τότε θὰ ἐξεγερθῇ ὁ ὄχλος ἐναντίον· διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκλεψαν τὰς ἀποθήκας δὲν τοὺς ἐπείραζεν· ἤκουσα, ὅτι ὁ Κατσικαπῆς (θόρυβος). Νομάρχης ἤμουν εἰς τὴν Λακωνίαν καὶ δὲν ἄφησα νὰ μᾶς διαρπάσουν ἀποθήκην ὡς εἰς τὴν Στερεὰν καὶ ἀλλοῦ, νὰ διηγηθῶμεν τὰ παραπτώματα δὲν συμφέρει διότι μᾶλλον μᾶς βλάπτει νὰ τὰ ἀνακοινώσωμεν.
§69ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπειδὴ ἐπροφέρθη τὸ ὄνομά μου ἀπὸ τὸν Κ. Ζέρβαν, νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον.
§70ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις μολονότι εἶχε ὑπ’ ὄψιν της τὴν ἀπαγωγὴν τοῦ Βερσὺ ἑνὸς Ἀθηναίου, τὸν ὁποῖον ἀπήγαγον αἰχμάλωτον εἰς τὰ ὄρη καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ἐδόθησαν χρήματα, μολαταῦτα αὐτὸν τὸν ἀρχιλῃστὴν τὸν ἄφισαν καὶ ἦτο ὁδηγὸς εἰς ἓν ἀπόσπασμα καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐξετέλεσε κατόπιν καὶ ἄλλας λῃστρικὰς πράξεις εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ δύο τρεῖς τῶν λῃστῶν· θὰ τὰ εἴπω ὅλα, Κύριοι, διότι μὲ ἔφεραν εἰς τὴν θέσιν· διωρίσθησαν φύλακες καὶ ἀφοῦ ἐζήτησα, πῶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ διατελοῦντες ὑπὸ τοιαύτην μεγίστην τιμωρίαν τοῦ ἔθνους, καὶ καταδίωξιν τοῦ νόμου, ἔχοντες ἐντάλματα συλλήψεως, διωρίσθησαν φύλακες, μὲ ἀπαντᾷ εἷς, ὅστις ἠρώτησε τὸν ὑπουργὸν καὶ λέγει, ὅτι δὲν πταίει ὁ ὑπουργὸς, διότι ἕνας μεγάλος Πληρεξούσιος μὲ ἐσύστησε. Μάλιστα, Κύριοι, ἰδοὺ ὁ ὑπουργὸς εἶναι παρὼν καὶ ἂς τὸ ἀρνηθῇ· αὐτοὶ οἱ διορισθέντες φύλακες συνετέλεσαν νὰ διευκολύνουν τὴν πορείαν τῶν λῃστῶν κατόπιν καὶ ν’ ἁρπάζουν τὸν αἰχμάλωτον· αὔριον θὰ τὰ ἰδῆτε ἀπὸ τὰς ἀνακρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνεργοῦνται εἰς τὸν τόπον. Ὅλα δὲ ταῦτα ὁ συνάδελφός μου, Κύριος Βάτσος, τὰ γνωρίζει καλλήτερα ἀπὸ ἐμὲ καὶ ὅμως ἐλησμόνησε νὰ τὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς ἔλθω εἰς τὸ προκείμενον. Σᾶς εἶπον, ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἠκολούθησαν καὶ εἰς τὴν Ὕδραν αὐτὰ καὶ ὁ ὑπουργὸς καλῶς ποιήσας χάριν τῆς τάξεως δὲν ἐμβῆκε νὰ σπρώξῃ τὰ πράγματα περαιτέρω· πῶς δὲν μετεχειρίσθη τὴν αὐτὴν πολιτικὴν καὶ εἰς τὸ Ναύπλιον, ὅπου ὑπάρχει πόλις σημαντικωτέρα ὡς πρὸς τὴν ἐμπόλεμον θέσιν καὶ δίκαια εἶχον περισσότερα; διότι ὑπῆρχεν ὁ δήμαρχος· ἐκεῖ κατέλυσαν τὸν Δήμαρχον, ἐδὼ δὲν ὑπάρχει ὁ Νομάρχης, διότι δὲν τὸν ἐδέχθησαν οἱ κάτοικοι· πολλὴ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης περιστάσεως καὶ ἐντοσούτῳ ἐπειδὴ οἱ ὑπουργοὶ δὲν εἶχον κανὲν ἀτομικὸν συμφέρον εἰς τὴν Ὕδραν συνεμορφώθησαν μὲ τὴν περίστασιν καὶ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ καλῶς ἐποίησαν. Εἰς δὲ τὸ Ναύπλιον, τὶ εἶπον; ἂς πάρωμεν τὴν ἐξουσίαν καὶ ἂς τὴν δώσωμεν εἰς τοὺς συγγενεῖς μας! Μάλιστα, Κύριοι, κόπιασε, Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑπάγῃς εἰς τὸ Ναύπλιον νὰ καταστήσῃς τὸν Νομάρχην.
§71ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡ. Θὰ ὑπάγω.
§72ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, καὶ σήμερον ἀκόμη, ἂν ὑπάγω, εἶμαι ἱκανὸς νὰ φέρω τὴν τάξιν καὶ ἡσυχίαν· ὅταν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἀνταποδώσῃ τις τὰ δίκαια δὲν ἔχουν κατὰ τοῦ ἔθνους, εἶναι ἐπίσης εὐαίσθητοι ὡς καὶ ἡμεῖς καὶ ἀγαποῦν τὴν πατρίδα καὶ τάξιν καλλίτερον παρ’ ὅσον ἡμεῖς· δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀποδώσω ἄδικον εἰς τόσους ἀνθρώπους καὶ εὐγενεῖς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ κέντρον τοῦ ἐμπορίου τοῦ Ἀργολικοῦ κόλπου, ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι ἕως ἐδῶ ὑπάρχει ἡ κατάστασίς μας; δὲν θέλω νὰ κουράσω ὑμᾶς οὔτε θέλω νὰ κάμω ἐπαναλήψεις· ὅσα εἶπον, ὅτι συνέβησαν εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, ὅλα εἶναι ἔναυλα εἰς τὰς ἀκοάς σας καὶ ἀποδεικνύουν τὴν ἀνικανότητα τῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐρωτήσατε τὸν συναδελφόν μου Κ. Μίλησην τί τρέχει εἰς τὴν Ῥόδον; ὅστις θέλει νὰ μάθῃ ἂς ἔλθῃ ν’ ἀναγνώσῃ μίαν ὀγκώδη δικογραφίαν, τὴν ὁποίαν χθὲς ἔλαβα. Ἠξεύρετε, Κύριοι, τί τρέχει εἰς τὴν Ῥόδον ἕνεκα τῆς διαγωγῆς τῆς ἐξουσίας, διότι ἠμποροῦν νὰ συμβαίνουν πράγματα εἰς τὸν κόσμον καὶ νὰ μὴ ἐνέχηται ἡ ἐξουσία; ἐπειδὴ πρόκειται περὶ εἰλικρινοῦς διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας, λέγω, τὶ συνέβη εἰς τὴν Ῥόδον. Εἰς τὴν Ῥόδον, Κύριοι, ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ ἕνας πρόξενος Βουτζίνος· δὲν ἔχω σκοπὸν οὔτε νὰ τὸν ὑπερασπισθῶ οὔτε νὰ τὸν κατηγορήσω, ἀλλ’ ἁπλῶς θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους οἱ κάτοικοι τῆς νήσου, οἱ παρεπιδημοῦντες Ἕλληνες, ἐπειδὴ εἶναι πολλοὶ, καθότι ἡ Ῥόδος ἔχει μεγάλην σχέσιν μὲ τὸ ἀπέναντι μέρος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, εἶχον τόσον ἐξεγερθῆ κατ’ αὐτοῦ, ὥστε τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἤξευρε τί νὰ πράξῃ, ἠναγκάσθη νὰ μετακαλέσῃ τὸν Βουτζίνην αὐτὸν ἀπὸ τὴν Ῥόδον εἰς τὰς Ἀθήνας· διέμεινεν ἐδῶ, καὶ ἐστάλη εἷς ἄλλος νὰ τὸν ἀναπληρώσῃ· ὅταν δὲ ἦλθεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἰς τὸ πεῖσμα τῶν Ἑλλήνων, διότι φαίνεται αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον ὑπερέβη καὶ τὸν Ὄθωνα κατὰ τὴν ὑπομονὴν, λέγει θὰ τοῖς τὸν πάγω ὀπίσω — Βρέ! Θὰ χαθῇ ὁ κόσμος — Ὄχι θὰ τὸν στείλω. Λοιπὸν τί γίνεται; Ἐπιμένει ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν στέλλει ὀπίσω. Ἀφοῦ ἐξῆλθεν εἰς τὴν Ῥόδον, ὁ κόσμος ἀνεστάτωθη ἐναντίον του καὶ πηγαίνουν νὰ τὸν κακοποιήσουν καὶ ἔλαβον μέρος καὶ οἱ Τοῦρκοι καὶ ἔπεσαν θύματα καὶ σήμερον τοὺς ἐκήρυξαν ἐπαναστάτας· συνέλαβον 100 Ἕλληνας καὶ τοὺς ἐφυλάκισαν. Αὐτὰ τὰ ἔγραψαν καὶ εἰς τὸν Κύριον Μίλησιν καὶ ἔλαβε τηλεγραφήματα πρὸ 3 ἡμερῶν. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν· ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἀπεδοκιμάσαμεν τὴν μετάθεσιν τοῦ ἐκ νέου ἀποσταλέντος ἑνὸς ἄλλου Προξένου εἰς τὸ Γαλάζιον καὶ ἐκινδύνευσεν ἕνας ὑπουργὸς καὶ ἐζήτησε τὴν παραίτησίν του καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἠναγκάσθη νὰ τὸν κρατήσῃ ἐνταῦθα διὰ μίαν ἐπίμονον αἴτησιν τῶν ἐκεῖ παρεπιδημούντων, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸν ἤθελον. Πῶς λοιπὸν τὸ ἓν μέρος τροπολογοῦμεν, εἰς δὲ τὴν Ῥόδον πράττομεν τὸ ἐναντίον; Διότι ἔχει συγγένειαν μὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν αὐτὸς ὁ Πρόξενος; ἠξεύρετε, τί τρέχει. Ἐν τοσούτῳ, Κύριοι, εἰς τὸ πεῖσμα ὅλων αὐτῶν τῶν Ἑλλήνων ἔστειλε τὸν Πρόξενον αὐτὸν, καὶ ἤδη ἔφερε τὴν καταστροφήν των. Εἶναι λοιπὸν φρόνιμον; δὲν ἀδικῶ διόλου τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ κάμῃ· πολλὰ δικαιώματα ἔχει ἡ ἐξουσία, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὸν νοῦν της μαζύ. Κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν γνωρίζει νὰ σταθμίσῃ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ ἕνεκα τῆς πλημμελοῦς διαγωγῆς της ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τῆς ἀναξιότητός της ὑποφέρει ὁ κόσμος.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ τοιούτους λόγους.
§74ΖΕΡΒΑΣ. Εἶπα ἀφῃρημένως.
§75ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡ. Θὰ ἀπορήσω, ἐὰν ὁ Κύριος Ζέρβας δὲν μὲ ὑβρίσῃ.
§76ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ ἐξουσία δὲν εἶναι ὁ Κύριος δεληγιάννης.
§77ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐταὶ αἱ λέξεις δὲν πρέπει ποσῶς νὰ προφέρωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§78ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡ. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ Κύριος Ζέρβας καὶ εἶπεν, ὅτι ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ μὲ ὑβρίζῃ, διότι θὰ ἀπορήσω τότε, ὅταν δὲν μὲ ὑβρίσῃ.
§79ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ὕβρισά ποτε τὸν Κύριον Δεληγιάννην, διότι εἶναι 7 ὑπουργοί. Ἀναλαμβάνει τὴν ἕδραν του ὁ Κύριος Διομήδης Κυριακοῦ.
§80ΖΕΡΒΑΣ. Λοιπὸν ἡ ἐξουσία δὲν ηὐδοκίμησεν εἰς τὴν ἐνέργειάν της, ἀλλ’ ἀπέτυχε, τώρα ὅπως θέλετε ὑποθέσατέ το· παρανομίαν, ἀνικανότητα, ἀβελτηρίαν, ἄγνοιαν πραγμάτων, ὅπως θέλετε, ἐντοσούτῳ τὰ πράγματα συνέβησαν καὶ ἀφίνω καὶ ὑμᾶς νὰ ἐκτιμήσητε τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ, Κύριοι......
§81ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ συμπέρασμά σας, Κύριε Ζέρβα.
§82ΖΕΡΒΑΣ. Θὰ τελειώσω.
§83ΤΙΝΕΣ. Μὴ τὸν διακόπτητε.
§84ΖΕΡΒΑΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, μίαν στιγμὴν συμφωνῶ, ὅτι ὅλα αὐτὰ, ὅσα ἐῤῥέθησαν ἀπὸ ὅλους τοὺς ῥήτορας τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἀπὸ ὅσα ἐγὼ σᾶς ἐλάλησα, ἤδη λέγω, ὅτι ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι ὑπαρκτά, λέγω, ὅτι τίποτε δὲν συνέβη, ὅτι τὸ Ναύπλιον εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν, καὶ ἔχει τὸν νομάρχην μέσα· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ ἐξεγερθεῖσα καταφορὰ ἐν μέσει ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐν γένει εἰς τὸν ἔξω κόσμον ὑπάρχει κατ’ αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἠθικῶς τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ ὕστερον ἀπὸ μίαν τόσην πάλην, δὲν δύνασθε, λέγω, νὰ μοῦ ἀρνηθῆτε, ὅτι κατέῤῥευσεν. Αἴ! Κύριοι! οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ, ἂν εἶχον περισσοτέραν φρόνησιν καὶ φιλοτιμίαν, ἔπρεπε νὰ προλάβουν καὶ νὰ σᾶς εἴπουν· Κύριοι, δὲν θέλομεν πλέον νὰ ἤμεθα ὑπουργοί· ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἂν μείνετε, θὰ δυνηθῆτε, ὅτε τὰ πράγματα περιῆλθον εἰς τοιαύτην κατάστασιν, νὰ κυβερνήσητε εἰλικρινῶς ἀμερολήπτως καὶ ἀπαθῶς; ἠμπορεῖτε σήμερον ὕστερον ἀπὸ τόσα καὶ τόσα νὰ κυβερνήσητε; νομίζετε ὅτι εἶσθε ὑπεράνθρωποι, ὅτι θὰ γείνετε ἅγιοι, καὶ θὰ ἠμπορέσητε νὰ κυβερνήσητε σεῖς τὴν Ἑλλάδα, χωρὶς νὰ γείνετε παραίτιοι τραγικωτέρων σκηνῶν; αὐτὸ νὰ ἐκτιμήσητε, αὐτὸ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Δὲν σᾶς κατηγορῶ διὰ τίποτε· τὴν θέσιν σας μόνον ἐκτιμῶ καὶ λέγω ὅτι, ὅπως τὰ πράγματα περιῆλθον, χωρὶς νὰ σᾶς κάμουν καμμίαν κατηγορίαν, τὸ φρόνιμον εἶναι νὰ ἀποσυρθῆτε. Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ ἀντιτείνετε ὅτι, ἐν ὅσῳ οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως, θὰ σταθοῦν εἰς τὴν θέσιν των. Θὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι παρὰ πολὺ ἀπατώμεθα μὲ τὴν ἰδέαν αὐτῆς τῆς πλειονοψηφίας, δὲν πρέπει νὰ στηριχθῶμεν εἰς μόνην τὴν πλειονοψηφίαν· (γέλωτες) μὴ γελᾶτε· διότι καὶ ἄλλοι ὑπουργοὶ, καὶ αὐτοὶ οἱ Δημάδαι καὶ οἱ Κλέωνες ὅταν ἔσφαζον τοὺς στρατηγοὺς καὶ ἐπότιζον κώνειον τὸν Σωκράτην εἶχον πλειονοψηφίαν, καὶ ὁ Γκυζὼ καὶ ὁ Φίλιππος εἶχον πλειονοψηφίαν εἰς τὰς Βουλάς· ἀλλὰ πρὸς τί νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς παλαιά; αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ αἵματος ἐπὶ Ὄθωνος εἶχε παμψηφίαν, καὶ ὅμως ὄχι μόνον κατέῤῥευσαν αἱ κυβερνήσεις αὐταὶ καὶ τὰ ὑπουργεῖα, ἀλλὰ καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ οἱ Βασιλεῖς ἐπῆγαν κατὰ διαβόλου· βεβαίως δὲν πρέπει νὰ στηριχθῶμεν εἰς πλειονοψηφίαν τεχνητὴν, ἀλλ’ εἰς ἠθικήν· (ἀποδοκιμασία δεξιόθεν)· καὶ ὄχι διὰ μίαν μικρὰν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ παμψηφίαν ἔρχονται περιστάσεις, καθ’ ἃς δὲν δύναται νὰ σταθῇ ἀνήθικος καὶ ἄδικος Κυβέρνησις.
§85ΔΑΓΡΕΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ λέγωνται, Κ. Πρόεδρε. Τί εἶναι αὐτά; πρέπει νὰ διακρίνῃ ποία εἶναι ἡ ἠθικὴ καὶ τεχνητὴ πλειονοψηφία.
§86ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἀπειλεῖτε, Κ. Ζέρβα;
§87ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἀπειλῶ· ὑπάρχουν λέγω περιπτώσεις, καθ’ ἃς οἱ ὑπουργοὶ, καὶ ὅλην τὴν πλειονοψηφίαν ἂν ἔχουν, δὲν δικαιοῦνται νὰ εἴπωσιν ὅτι ἠμποροῦν νὰ μείνουν (θόρυβος).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τινὲς τῶν Κυρίων πληρεξουσίων ζητοῦν νὰ τοῖς δοθῇ ὁ λόγος κατὰ προτίμησιν, ὁ Κ. Πετμεζᾶς, ὁ Κ. Κατσικαπῆς.
§89ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Διὰ λόγον προσωπικόν.
§90ΔΑΓΡΕΣ. Ζητῶ κατὰ σειρὰν νὰ λάβω τὸν λόγον, ὑπεχώρησα χθὲς εἰς τὸν Κύριον Μαυρομιχάλην, διὰ νὰ τηρηθῇ ἡ τάξις τοῦ κανονισμοῦ.
§91ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς προσωπικά· μὲ ἐσυκοφάντησεν ἀναιδῶς ὁ Κύριος Ζέρβας, μολονότι ὁ βίος του εἶναι τοιοῦτος, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δέχομαι χωρὶς νὰ ἀπαντήσω.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ Κυρίου Δαγρὲ ἦλθεν ἡ σειρά του καὶ παρεχώρησεν τὴν θέσιν του εἰς τὸν Κύριον Μαυρομιχάλην, τώρα λέγει ὅτι κατόπιν εἶναι αὐτός.
§93ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας ὡμίλησε μὲ τὰς ἰδέας μου σύμφωνα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἤθελα νὰ ὁμιλήσω μετ’ αὐτὸν, ἀλλὰ παρεχώρησα εἰς τὸν Κύριον Μαυρομιχάλην.
§94ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν τὸ ἐπιτρέπει τώρα ἡ Συνέλευσις, ἔχω πάντοτε τὸν λόγον εἰς πρώτην Συνεδρίασιν.
§95ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ Κανονισμὸς, Κύριε Πρόεδρε, δὲν λέγει ὅτι ὁμιλεῖ κατὰ σειρὰν ἕκαστος, ὅπως ζητήσει τὸν λόγον, ἀλλ’ εἷς ὁμιλεῖ ὑπὲρ καὶ εἷς κατὰ μιᾶς γνώμης.
§96ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιμένω διὰ τὸ σπουδαῖον τῆς συζητήσεως.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι διὰ τὸ σπουδαῖον, ἀλλ’ ἂν ἔχετε δίκαιον ἢ ὄχι.
§98ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀλλ’ εἰς πρώτην συνεδρίασιν ἔχω τὸν λόγον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 44.
§100ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω διὰ προσωπικά.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κατσικαπῆς ἰσχυρίζεται ὅτι ἔχει προσωπικὸν λόγον, πρέπει νὰ τῷ δώσω τὸν λόγον πρὸ τῶν ἄλλων ἢ ὄχι;
§102ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ πληρεξούσιος Κύριος Πετιμεζᾶς Γεώργιος, ὁ ὁποῖος ἦτον ἀπὼν χθὲς, ἐνῷ ἠγόρευον οἱ ὑπουργοὶ, καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἔγεινε λόγος περὶ αὐτοῦ· νομίζει λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ τὸν λόγον διὰ προσωπικὴν αἰτίαν (θόρυβος).
§104ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραχωρεῖτε τὸν λόγον ὀγδόην φορὰν εἰς τὸν Κύριον Ὑπουργὸν, καὶ δὲν παραχωρεῖτε τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως εἰς ἕνα πληρεξούσιον προσβληθέντα;
§105ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν πρὸς τὸν Κύριον πληρεξούσιον Χαλκίδος, ὅτι ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θέλει ὁμιλήσει ἐπὶ νέας κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε σήμερον ὁ Κύριος Ζέρβας.
§106Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Καὶ δὲν ὡμίλησα ἀπὸ τῆς παρελθούσης δευτέρας, εἰμὴ ἅπαξ.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαλήσῃ ὁσάκις ζητεῖ τὸν λόγον· ἔτι μᾶλλον ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὅταν κατηγορῆται τὸ ὑπουργεῖον· δὲν ἠμπορεῖτε λοιπὸν παρὰ νὰ ἀναγνωρίσητε εἰς αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ ἐὰν καταχρᾶται τοῦ δικαιώματός του, εἶναι τοῦτο εἰς βάρος του, ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἔχῃ τὸν λόγον, ὁσάκις τὸν ζητήσῃ. — Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§108Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν.) Εἶναι ἡ δευτέρα φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς τὰς σκέψεις καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σᾶς προτείνω διὰ ν’ ἀποκρούσω τὰς αἰτιάσεις, αἵτινες πρὸ δέκα ἡμερῶν ἐκτοξεύονται καὶ ἐπαναλαμβάνονται ἐκτοξευόμεναι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας· ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διὰ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορηθῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ὀκτάκις ὡμίλησα, ὅτι τὸν ἀπατᾷ ἡ μνήμη του. Δὲν εἶμαι τώρα πλέον ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ταραχῆς, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην τὸ πρῶτον, ὅταν ἤκουσα πρώτην φορὰν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐξηνέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τοὺς ὁποίους μόνα τὰ ἐξενεγκόντα αὐτοὺς στόματα ἠδύναντο νὰ προφέρωσι, διὰ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι δυσειδῆ καὶ ῥυπαρὰν κηλῖδα εἰς τὸ ἔνδυμα δημοσίου ἀνδρός. Ἀληθῶς ἡ ταραχή μου τότε ἦτον μεγάλη, οὐ μόνον διότι οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ διανοηθῶ ὅτι ἦτον ἐνδεχόμενον τοιαύτας νὰ ἐκτοξεύσωσι κατ’ ἐμοῦ κατηγορίας, ἀλλὰ καὶ διότι παρετήρησα ὅτι οὐδ’ εἰς αὐτὰς μόνας ἠρκέσθησαν οἱ κατηγοροῦντες, ἀλλ’ ἔκριναν ἀναγκαῖον νὰ ἐπικαλεσθῶσι καὶ τὴν συνδρομὴν ἄλλων, οἵτινες, ἀγορεύσαντες ἵνα ἐνισχύσωσι τὰς κατηγορίας, προσεπάθησαν νὰ μὲ ἐνθυμηθῶσιν ἀπειράκις καὶ νὰ παρεμβάλωσι τὸ ὄνομά μου ἐπὶ πλείστων ἄλλων ὑποθέσεων, διὰ νὰ προσθέσωσιν οὕτω ποικίλματα ἀρεστὰ εἰς αὐτοὺς, τὰ ὁποῖα ἐνόμισαν ἀναγκαῖον νὰ προσθέσωσιν διὰ νὰ καλύνωσι τὰς αἰτιάσεις ταύτας. Δὲν θέλω βεβαίως ἀκολουθήσει τὴν τακτικὴν αὐτῶν, θέλω μετ’ ἀκριβείας περιορισθῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, οὐχὶ διὰ νὰ πείσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰς κατηγορίας ἀπήγγειλαν, διότι θέλετε μὲ κατακρίνει, ὅτι ἐπιχειρῶ ἀδύνατα πράγματα, ἀλλὰ διὰ νὰ πείσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ πεισθῶσιν, ὅτι αἱ αἰτιάσεις αὗται εἶναι ἄδικοι καὶ μεμακρυσμέναι τῆς καλῆς πίστεως. Ὅταν, κύριοι, κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ὑπεβλήθη πρότασις, συντεταγμένη ἀπὸ τὸν εὔγλωττον, ἀλλὰ καὶ ἀγαθότατον πληρεξούσιον ἐκ Μεσολογγίου, ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος περὶ πιστώσεως, τὸ ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ὑπέβαλεν, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ἡ πρότασις ἐκείνη δὲν ἦτον οὔτε ἀληθὴς, οὔτε εἰλικρινής. Δὲν ἦτον ἀληθὴς, διότι ἀπέσπασεν ἓν χωρίον τῆς διακοινώσεως τοῦ ἐντίμου πρεσβευτοῦ τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων ἀπὸ σειρὰν ἄλλων περιόδων, εἰς ἣν ἀνῆκε, καὶ ἐπειράθη ἑρμηνεύων αὐτὸ κεχωρισμένον, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ τὸ συνδέσῃ μετὰ τῶν ἄλλων ἵνα τὸ ἑρμηνεύσῃ δεόντως, ἐπειράθη λέγω ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ χωρίον τοῦτο ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε· δὲν ἦτον εἰλικρινὴς, διότι περιελάμβανεν ἐμμέσως καὶ κεκρυμμένως κατάκρισιν κατὰ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν καὶ τότε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παραστήσω, ὅτι ἐθεώρουν ἄδικον, τὴν ὁποίαν οὐχ ἧττον καὶ τώρα θέλω ἀποδείξει διὰ πραγμάτων καὶ διὰ συλλογισμῶν καταφανεστέρων, ὅτι ἦτον ἄδικος καὶ ὅτι ἀπεῖχε τῆς καλῆς πίστεως. Ἀλλὰ τότε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν διετείνεσθε, ὅτι ἡ σκέψις μου δὲν ἦτον εὔλογος, ὅτι δὲν ὑπῆρχε κατάκρισις ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη· κατόπιν ὅμως αὐτὸς οὗτος ἦλθε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος σᾶς ὡμολόγησε τὸν σκοπόν του, ὡς ἐνθυμεῖσθε, σᾶς ὡμολόγησε λέγω τὸν σκοπόν του, ὅταν ἐξέλιπεν ἡ ἀνάγκη, διὰ τὴν ὁποίαν ἔκρυπτεν αὐτὸν κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, θέλων νὰ ὑφαρπάσῃ τὴν πρὸς κατάκρισιν ψῆφόν σας λάθρα καὶ ἀπαρατηρητί. Καὶ ἀληθῶς ἡ ἀνάγκη εἶχε παρέλθει, διότι ἡ πίστωσις εἶχε ψηφισθῆ· ἀφ’ οὗ δὲ παρῆλθεν, ἐνθυμεῖσθε ὅτι μετὰ τόσης παῤῥησίας ὡμολόγησε πλέον τὸν σκοπὸν τοῦτον, μεθ’ ὅσης προσπαθείας διενοήθη νὰ σᾶς ἀποκρύψῃ αὐτὸν τὸ πρῶτον. Ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσω ταῦτα διὰ νὰ ἀκούσωσι καὶ πεισθῶσιν ἐκεῖνοι μὲν, οἵτινες ἐξ ἁπλότητος ἐπίστευσαν τὰς βεβαιώσεις αὐτοῦ τότε, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν κατακρίσεως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ᾖναι τόσῳ ἁπλοῖ· ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι εἶχον μυηθῆ τοῦ σκοποῦ, ὅτι μόνη ἡ εἰλικρινὴς καὶ μετὰ παῤῥησίας πολιτικὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν πάλην, ἡ δὲ μετὰ τέχνης καὶ μετὰ ὑπεκφυγῆς λαθραία ἔκφρασις γνώμης εἶναι πολιτικὴ, ἥτις δὲν ἐμπρέπει εἰς τοὺς θιασώτας τοῦ συνταγματικοῦ βίου, καὶ διὰ τοῦτο ἀφίνω αὐτὴν εἰς τοὺς ἀκολουθούντας αὐτὴν, οὐδέ ποτε δὲ θέλω ἀκολουθήσει εἰς τὸν δημόσιον βίον μου. Δύω ἰδίως ἦσαν κυρίως οἱ λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο τότε ἡ κατάκρισις καὶ κατόπιν ἡ κατηγορία. Ὁ εἷς λόγος εἶναι, ὅτι ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία ὤφειλε πρὶν ἢ ἀποστείλῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων, ὤφειλε, λέγω, νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἐκθέσῃ τὰ γενόμενα, νὰ παραστήσῃ τὰς περιστάσεις καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς· εἷς μάλιστα τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκείνην ἡμέραν διενοήθη, ὅτι ἔπρεπε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ ἀληθῶς ἰσχυρισμοῦ τούτου νὰ ἐξετάσῃ τὸ πολίτευμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ζῶμεν, νὰ παραβάλῃ αὐτὸ ὡς δημοκρατικὸν πρὸς τὸ συνταγματικὸν μοναρχικὸν καὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν ἰσχυρισμόν του. Ἀλλὰ τὸν λόγον τοῦτον, Κύριοι, δὲν ἐθεώρησα οὐδὲ θεωρῶ βάσιμον, οὐδὲ νομίζω ὅτι ἐκπορεύεται ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία εἶχε. Καὶ ἀληθῶς κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ἡ Συνέλευσις περιλαμβάνει ἐν αὑτῇ πᾶσαν ἐξουσίαν· ἡ Συνέλευσις, τῆς ὁποίας ἡ ἀποστολὴ ἦτο καθαρῶς συντακτικὴ, περιέλαβεν οὐχ ἧττον καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν νομοτελεστικήν. Καὶ ἦτο μὲν λίαν εὔκολον καὶ ἁρμόζον εἰς τὴν φύσιν καὶ τὸν καταρτισμὸν τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐξασκῇ μόνη τὴν συντακτικὴν καὶ νομοθετικὴν ἐξουσίαν· ἦτον ὅμως ἀδύνατον καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς νὰ ἐξασκήσῃ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν· διότι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, Κύριοι, εἶναι ἔργον, οὐχὶ σωμάτων πολυμελῶν, ἀλλ’ ἔργον ἑνιαίας κινήσεως καὶ ἐνεργείας, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Συνέλευσις τοσοῦτον ἐπιμελῶς καὶ ἀκριβῶς νὰ παραστήσῃ εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον. Εἵπετο λοιπὸν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔπρεπε νὰ ἐφεύρῃ τρόπον, καθ’ ὃν νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐξασκήσῃ προσηκόντως τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τὸν τρόπον δὲ, κατὰ τὸν ὁποῖον διενοήθη νὰ ἐξασκήσῃ αὐτὴν, διέγραψε ψήφισμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐψήφισε. Κατὰ τὸ ψήφισμα τοῦτο συνεκρότησεν Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὴν Προεδρίαν ἑνὸς Προέδρου ἄνευ χαρτοφυλακίου, εἰς δὲ τὸ Συμβούλιον τῶν Ὑπουργῶν τούτων ἀνέθηκε τὴν ἐξάσκησιν ἁπάσης τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας· λέγω, Κύριοι, ἁπάσης, διότι ἡ ἀνατεθεῖσα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐξουσία περιλαμβάνει πάσας τὰς πράξεις τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, τὰς ἐν Συνταγματικῇ μοναρχίᾳ γιγνομένας διά τε τῆς ὑπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν καὶ διὰ τῆς τοῦ βασιλέως, πλὴν ἐκείνων μόνον τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τὴν μελέτην τοῦ Δημοσίου Δικαίου ὠνομάζουσιν ἡγεμονικὰ δικαιώματα. Τὸ Συμβούλιον λοιπὸν τῶν Ὑπουργῶν σας ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ἐπιχειρήσῃ πᾶσαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία δὲν ἔφερε κυρίως χαρακτῆρα νομοθετικὸν, ὅτι ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ἐπιχειρήσῃ πᾶσαν πρᾶξιν, ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς καθαρῶς ἡγεμονικὸν δικαίωμα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν πράξεων τούτων τῶν καθαρῶς ἀναγομένων εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀπὸ τὰς ὁποίας, ὡς εἶπον, δὲν ἀποκλείεται ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, διότι δὲν φέρουσι χαρακτῆρα νομοθετικὸν, διότι αὗται δὲν ἀποτελοῦσιν ἡγεμονικὰ δικαιώματα, ἐὰν ἐκ τῆς ἐξασκήσεως ταύτης ἤθελον ἐπέλθει συνέπειαι, αἵτινες ἤθελον ἀπαιτήσει κατόπιν τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν, τὸ Συμβούλιον τῶν Ὑπουργῶν σας βεβαίως ἦτο διατεθειμένον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ αὕτη κύρωσις ἤθελε προκαλέσει, καὶ ἦτο διατεθειμένον νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις τοῦ ἐλέγχου τούτου· καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν κοινοβουλευτικὴν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ποινικὴν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἔτι τῶν ἀποζημιώσεων. Ἡ ψῆφός σας, Κύριοι, ἐπὶ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ἐζήτησεν, ἡ ψῆφός σας ἐκείνη ἔμελλε ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον ἔκαμε κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ταύτης· ἐὰν σεῖς δὲν ἐπεψηφίζετε τὴν πίστωσιν ἐκείνην, τὸ ὑπουργεῖον βεβαίως δὲν ἤθελε μείνει πλέον εἰς τὴν θέσιν του, καὶ οὐ μόνον ἤθελεν ἀποσυρθῆ, ἀλλ’ ἦτον ἕτοιμον, ἐὰν τὸ ἐνεκρίνετε, νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς τὰς πρὸς ἀποζημίωσιν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ πρὸς τὸν ἔντιμον Πρεσβευτὴν ἀπάντησίς του συνεπήγεν. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου εἶπόν τινες τὸ βαρὺ φορτίον τῆς πείρας ἐπιδεικνύοντες, καὶ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου εἶπέ τις, ὅτι ὑπὸ πολίτευμα ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ζῶμεν, ἡ Συνέλευσις παριστᾷ τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν· ὅπως δὲ, λέγουσι, τὸ ὑπουργεῖον ἐν συνταγματικῇ μοναρχίᾳ ὤφειλε νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὸν βασιλέα τὸν Κυρίαρχον, νὰ ἐκθέσῃ τὰς περιστάσεις καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν ἔπρεπε νὰ πράξῃ τοῦτο πρὸς τὴν Συνέλευσιν, τὴν ἐπέχουσαν τόπον Βασιλέως, τὴν Κυρίαρχον. Τὴν θεωρίαν ταύτην ἔρχομαι ν’ ἀναιρέσω. Ἀληθῶς ὑπὸ τὴν συνταγματικὴν μοναρχίαν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἐξασκεῖ αὐτὴν διὰ τῶν ὑπουργῶν αὐτοῦ. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, οἱ δὲ ὑπουργοὶ αὐτοῦ εἶναι τὰ ὄργανα αὐτῆς· αἱ πράξεις, αἱ ἐνέργειαι, αἵτινες φέρουσι χαρακτῆρα Κυβερνητικὸν, προσέτι, Κύριοι, καὶ πράξεις, αἵτιναι φέρουσι μὲν χαρακτῆρα καθαρῶς διοικητικὸν, ἀλλ’ ἔχουσι διαρκῆ τινα καὶ μόνιμον ἢ καθολικὸν καὶ γενικὸν χαρακτῆρα, δὲν δύναται νὰ ἔχουν ἰσχὺν, ἐὰν δὲν ἐγκριθῶσι καὶ ὑπογραφῶσιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἐτάχθη μὲν ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος ἀνεύθυνος, καλυπτόμενος ὑπὸ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἔχει ὅμως πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὰς κρίσεις του, τὰς γνώμας του ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτῶν. Ὅσον δήποτε, Κύριοι, καὶ ἂν θεωρηθῇ ἀπολύτως ἀληθὲς τὸ ἀπόφθεγμα ἐκεῖνο τῶν ἀσχολουμένων περὶ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς βασιλεύει καὶ δὲν κυβερνᾷ, δὲν δύναταί τις ὅμως νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐπίσημος συγγραφεὺς καὶ ἱστορικὸς, ὁ Κ. Γκιζὼ, ἔκαμεν, ὅτι ἡ παρατήρησις, λέγω, αὕτη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅλως ἀβάσιμος, καὶ ἐπὶ πολλῶν ζητημάτων ἀφορώντων τὰς ἐν γένει κυβερνητικὰς ἐνεργείας ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως δὲν θεωρεῖται οὐδαμοῦ ὡς φωνὴ ἔκρυθμος, ἀλλὰ σταθμίζεται μετὰ πολλῆς σκέψεως ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν ὑπουργῶν. Ἀλλὰ πιστεύετε, κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα ἡμεῖς τώρα εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις; Πιστεύετε, Κύριοι, ὅτι, ὅταν ἀνεθήκατε τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν ὑπουργῶν σας, ὅτι, λέγω, εἴχετε σκοπὸν νὰ ἀπαιτήσητε δι’ ὅλας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἔρχηται εἰς τὴν Συνέλευσιν, νὰ προσκαλῇ τὴν ψῆφόν σας καὶ τὴν γνώμην σας; Δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ ἐνομίσατε, ὅτι ἐπὶ τῶν πράξεων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀκούεται πάντοτε πρότερον ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως. Ἐὰν μοὶ ἐδίδετε τὴν ἄδειαν, ἤθελον ἐπικαλεσθῇ ῥητὴν διάταξιν τοῦ ψηφίσματός σας ἐκείνου, δι’ οὗ ἐκανονίσατε τὸν τρόπον τῆς ἐξασκήσεως τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πᾶσαι αἱ τοιαῦται πράξεις πρέπει νὰ γίνωνται τῇ ψήφῳ καὶ γνώμῃ τῶν πλειόνων μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὅτι ἠννοεῖτε, ὅτι ἡ ἐγγύησις αὕτη ἐθεωρήθη κατὰ τὸ εἰρημένον ψήφισμα παρ’ ὑμῶν ἀρκοῦσα δι’ ὅλας τὰς Κυβερνητικὰς ἐνεργείας, δι’ ὅλας τὰς διοικητικὰς πράξεις τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Εὑρίσκω μάλιστα, Κύριοι, ὅτι ἡ γνώμη σας ἐκείνη, ἡ ἐκτεθειμένη ἐν τῷ ψηφίσματι, ἦτο λίαν ὀρθή· διότι αἱ σχέσεις, Κύριοι, τῆς διοικήσεως, αἱ κυβερνητικαὶ ἀνάγκαι, εἶναι τοσοῦτον πολλαπλαῖ καὶ ποικίλαι, ὥστε ἤθελεν εἶσθαι βλάβη πραγματικὴ τῆς ἐπικρατείας, ἐὰν ἐδεσμεύοντο αἱ χεῖρες τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐὰν ἀπῃτεῖτο ἡ γνώμη ὑμῶν πάντοτε καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τῶν μακρῶν καὶ πολυπλόκων ἐνεργειῶν, αἵτινες ἀπαιτοῦνται πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν. Ἡ ἐνέργεια τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς κανονισμὸν τῶν κυβερνητικῶν καὶ διοικητικῶν τούτων σχέσεων ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἄμεσος, ἔπρεπε νὰ ᾖναι δραστήρια, ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἔγκαιρος διὰ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προετίθεσθε, ὅταν ἠθέλατε νὰ κανονίσητε τὰ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ σκέψις, ὅτι ἦτον ἐνδεχόμενον νὰ μὴν ἐγκρίνητε τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζητήσαμεν, βεβαίως, λέγω, ἡ σκέψις αὕτη ἔπρεπε νὰ μᾶς ἔχῃ περισσότερον δειλοὺς, διότι ὠφείλομεν νὰ καταμετρῶμεν τὸ βάρος τῶν συνεπειῶν τῆς τοιαύτης ἀρνητικῆς ἀποφάσεώς σας· ἀλλὰ τὴν δειλίαν ταύτην ἔπρεπε νὰ καταβάλῃ τὸ καθῆκον, τοῦ ὁποίου ἐντελῆ καὶ ἀκεραίαν συνείδησιν εἴχομεν, τὸ καθῆκον νὰ προβῶμεν εἰς πράξεις, ἀπέναντι δὲ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός μας ἐκείνου, δὲν ἔπρεπε νὰ δειλιάσωμεν διὰ τὴν εὐθύνην. Τὸ δὲ ὑπουργεῖον, Κύριοι, ἀπευθῦνον τὴν ἀπάντησιν, ἥτις σᾶς εἶναι ἤδη γνωστὴ, εἰς τὸν ἔντιμον Πρεσβευτὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων, ἐνόμισεν, ὅτι τοιουτοτρόπως, καὶ μόνον τοιουτοτρόπως, ἠδύνατο νὰ διασώσῃ καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἔθνους, καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος, τὰ ὁποῖα, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει κατόπιν, ἠδύναντο νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς κίνδυνον. Ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν οἱ διϊσχυρισθέντες, ὅτι ἔπρεπε προηγουμένως νὰ προκαλέσωμεν τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως, σᾶς προέτειναν, εἶναι θεωρία συγκεντρωτικὴ καὶ ἀποῤῥοφητικὴ, καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῶσιν ὑποστηρίζουσιν αὐτὴν, ἂν καὶ παρίστανται συνηγοροῦντες τοτὲ μὲν ὑπὲρ αὐτοδιοικήσεως, τοτὲ δὲ ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῶν ἐλευθεριῶν. Ἡ θεωρία αὕτη τῆς συγκεντρώσεως ἦτον ἡ κυρία ἀφορμὴ, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας κατέπεσαν δύω Θρόνοι κατὰ τὸ 1848 καὶ κατὰ τὸ 1862. Μόνον κατὰ τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως ἐκείνης ἡ παριστῶσα τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους Ἐθνικὴ Συνέλευσις, πρὶν ἢ κληθῇ νὰ φέρῃ νομοθετικὴν ψῆφον, ἔπρεπε νὰ εἰσδύῃ εἰς τὰ ἔργα τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας· ἡ ἐπιτετραμμένη τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ διευθύνουσα αὐτὴν κεντρικὴ ἀρχὴ ἔπρεπε νὰ ἀποῤῥοφήσῃ τὰ δικαιώματα ἄλλων κατωτέρων ὀργάνων· ἀλλ’ οὕτως ἤθελεν ἐκλείψει ἀμέσως ἡ ἁρμονία, ἥτις πρέπει πάντοτε νὰ ὑπάρχῃ διὰ νὰ ὑπάρξῃ καθαρὸν καὶ εἰλικρινὲς τὸ Συνταγματικὸν σύστημα. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, μίαν γνώμην περὶ τῆς θεωρίας ταύτης τῆς συγκεντρώσεως, τὴν ὁποίαν κριτικώτατος καὶ γλαφυρὸς ἱστορικὸς καὶ πολιτικὸς ἐδημοσίευσεν ἄλλοτε, ὅταν ὡμίλει περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τῶν χρόνων ἐκείνων τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους. «Ὅταν ἡ ὑπερτάτη ἀρχὴ, λέγει ὁ Κύριος Γκιζὼ, ᾖναι ἐπιτετραμμένη συγχρόνως νὰ κυβερνᾷ μετ’ ἐλευθερίας καὶ νὰ διοικῇ μετὰ συγκεντρωτικῆς πολιτικῆς, ὅταν ὀφείλῃ ἀπὸ τῆς κορυφῆς τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος νὰ παλαίσῃ διὰ τὰς μεγάλας ὑποθέσεις τῆς Ἐπικρατείας καὶ συγχρόνως νὰ ἐνεργῇ πανταχοῦ ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, καὶ συγχρόνως νὰ κανονίσῃ πανταχοῦ ὑπ’ εὐθύνην της ὅλας τὰς ὑποθέσεις τῆς διοικήσεως, δύο ἄτοπα σπουδαῖα δύνανται νὰ συμβῶσιν· ἢ ἡ ἐξουσία, περισπωμένη ἀπὸ τὴν φροντίδα τῶν γενικῶν ὑποθέσεων, θὰ ἐγκαταλείπῃ τὰ τοπικὰ συμφέροντα καὶ θὰ τὰ ἀφίνῃ νὰ περιπέσωσιν εἰς ἀταξίαν καὶ χαυνότητα, ἢ θὰ τὰ συνδέσῃ στενῶς μετὰ τῶν γενικῶν ὑποθέσεων, θὰ τὰ ὑποτάξῃ εἰς τὰς ἰδίας της ἀνάγκας, καὶ τότε ἡ διοίκησις ἀπὸ τῆς καλύβης μέχρι τοῦ παλατίου θὰ γείνῃ ὄργανον κυβερνητικόν.» Καὶ μήπως, Κύριοι, αἱ κρίσεις αὗται τοῦ ἀξιολόγου τούτου ἱστορικοῦ δὲν ἐφάνησαν κατὰ τὰς ἡμέρας ἡμῶν πραγματοποιηθεῖσαι, καὶ δὲν παρεστάθησαν εἰς τὰς ὄψεις ἡμῶν τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα πρὸ ἑπτὰ περίπου μηνῶν εἴδομεν τελεσθέντα ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ὅλῃ τῇ Ἑλλάδι; (θόρυβος).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παύσατε, Κύριοι, τὰς συνομιλίας.
§110Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω δύο καθήκοντα, Κύριοι, νὰ ὁμιλῶ διὰ νὰ φωτίσω ὑμᾶς, καὶ νὰ ὁμιλῶ διὰ νὰ ἀποκρούσω κατηγορίας, παριστῶν εἰς τὸ Κοινὸν τὸ ψευδὲς αὐτῶν. Ἐὰν ὑμεῖς δὲν θέλητε νὰ φωτισθῆτε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλῶ διὰ ν’ ἀποκρούσω τὰς κατηγορίας ταύτας, διὰ νὰ μὲ ἀκούσῃ ὁ περὶ ἡμᾶς κόσμος, οὐδὲ προτίθεμαι διὰ τῶν θορύβων καὶ τῶν διαλόγων σας νὰ ἀποτραπῶ τοῦ σκοποῦ μου. Τὸ παρελθὸν, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα ὅλα παρεστάθησαν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν τελεσθέντα, τὸ παρελθὸν τοῦτο μαρτυρεῖ, ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀενάως τίθενται ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ αἰωνίως παριστῶσιν αὐτὴν κινδυνεύουσαν, ἑαυτοὺς δὲ σωτῆρας αὐτῆς, εἶναι θεωρία, ἥτις μαρτυρεῖ, ἢ ὅτι δὲν ἠννόησαν τὸν σκοπὸν τῆς ἐπαναστάσεως, ἢ ὅτι πολεμοῦσιν αὐτόν· εἶναι θεωρία, ἥτις δὲν παριστᾷ αὐτοὺς τοιούτους, ὁποῖοι θέλουσι νὰ φαίνωνται· ἡ δ’ ἔλλειψις, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν εἶναι ἔλλειψις, ἀλλ’ εἶναι ἀκριβὴς τήρησις συνταγματικῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων. Μοῦ λέγουσιν ὅμως, Κύριοι, ὅτι, πρὶν ἢ προβῆτε εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ἀπευθυνθεῖσαν εἰς τὸν ἔντιμον Πρέσβυν τῆς Γαλλίας, διὰ τὶ, Κύριοι, δὲν προεκαλέσατε διαιτησίαν, διὰ τὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ παρεμβάλητε μεταξὺ τοῦ ἰσχυρισμοῦ ὑμῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένοι πρὸς ἀποζημίωσιν, καὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ ἐντίμου Πρεσβευτοῦ τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶσθε ὑποχρεωμένοι πρὸς ἀποζημίωσιν, διὰ τὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ παρεμβάλητε τρίτον ἵνα ἀποφανθῇ; Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παραστήσω τὰ πράγματα, ὡς εἶχον κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καὶ μ’ ὅλον ὅτι ἡ ἰδιότης, τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μοὶ ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἴσως ἔπρεπε ν’ ἀποκρύψω τινὰ, μ’ ὅλον τοῦτο, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται πλέον περὶ τῆς διατηρήσεως τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῶν μελῶν αὐτοῦ, εἶμαι ἠναγκασμένος, λέγω, νὰ ἀποκαλύψω ταῦτα, καὶ νὰ σᾶς εἴπω καθαρῶς διὰ τὶ δὲν ἐπεκαλέσθημεν διαιτησίαν. Ὅταν, Κύριοι, τὰ συμβάντα ἐκεῖνα τὰ ἐν Ἀθήναις ἔλαβον χώραν, οἱ κύριοι Πρέσβεις τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων καὶ τῆς χαριτοβρύτου Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας ᾐσθάνθησαν ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας γνωρίζετε ἔκ τε τῆς διακοινώσεως τοῦ ἐντίμου πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας, τῆς πρὸς τὸν Κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως ἀπευθυνθείσης, καὶ ἐκ τῆς διακοινώσεως τοῦ ἐντίμου Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, πρὸς ἐμὲ ἀπευθυνθείσης. Ἔγνωτε δ’ ἐκ τῶν ἐγγράφων καὶ εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσητε τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἔντιμοι αὐτοὶ Πρεσβευταὶ ἠσθάνθησαν. Τὰς ἐντυπώσεις των ταύτας, Κύριοι, μ’ ὅλον ὅτι ἐπροσπάθησα νὰ ἐλαττώσω διὰ τῶν ἀπαντήσεων, τὰς ὁποίας πρὸς ἑκάτερον τῶν ἐντίμων τούτων Πρεσβευτῶν ἀπηύθυνα, καὶ τὰς ὁποίας τότε, ἐὰν ἐνθυμῆσθε, σᾶς ἐκοινοποίησα, τὰς ἐντυπώσεις, λέγω, ταύτας δὲν ἠτύχησα νὰ ἐλαττώσω· μετεδόθησαν δὲ διὰ τῶν πρὸς τὰς αὐλάς των ἐκθέσεων τῶν Κυρίων Πρέσβεων εἰς τὰς Κυβερνήσεις, τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύουσι. Δὲν συνέβη δὲ τοῦτο μόνον, Κύριοι, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν αἱ ἐντυπώσεις τῶν ἐντίμων Πρέσβεων μετεδόθησαν καὶ εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν δημοσιογραφίαν, τῆς ὁποίας πολλὰ φύλλα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐκδιδόμενα ὄχι μόνον διετράνωσαν τὰς ἐντυπώσεις ταύτας, ὄχι μόνον δὲν περιωρίσθησαν νὰ παραστήσωσι τὰ πράγματα, ὡς ἔλαβον χώραν, ἀλλὰ καὶ προσεπάθησαν νὰ πλάσωσι καὶ νὰ οἰκοδομήσωσι καὶ ἄλλα ἀνύπαρκτα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ποσῶς δὲν ἔλαβον χώραν. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ἓν φύλλον τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται ὑπόμνημα διπλωματικὸν, καὶ ἐκδίδεται ἐν Παρισίοις, ὅτι ἐδημοσίευσεν, ὅτι ἓν ὁλόκληρον τάγμα ἐπέπεσεν ἐπὶ τῶν θεατρικῶν παραστάσεων τοῦ Γάλλου ὑπηκόου Σουλιὲ, ὅτι τὸ τάγμα τοῦτο ἀφήρπασεν ὅλα τὰ πρόσωπα τ’ ἀποτελοῦντα τὴν συνοδίαν τοῦ Κ. Σουλιὲ, ὅτι μεταξὺ τῶν προσώπων τούτων ἦσαν ἄπειροι γυναῖκες, ὅτι αἱ γυναῖκες καὶ οἱ ἄνδρες ἔγειναν ἀντικείμενον διαφόρων κακώσεων, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους ἐκ τῶν κακώσεων τούτων πολλαὶ τῶν γυναικῶν τούτων ἀπέθανον. Ἠκούσατε Κύριοι, ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας τὰ ἀκούσματα ταῦτα ἐπροξένησαν ἐν Εὐρώπῃ; Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ἀναγνώσω διακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐντιμότατος ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων πρῶτος ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, Κόμης Ῥῶσσελ, ἀπηύθυνε πρὸ τὸν ἔντιμον Πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας ἐνταῦθα, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ὄχι μόνον ἐφρόνουν ἐκεῖ ὅτι πλήρης ἀναρχία ἐπεκράτει ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ ὅτι τὴν κατάστασιν ταύτην προεκάλεσεν αὐτὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἀναγινώσκει τὴν διακοίνωσιν, ἔχουσαν οὕτω.
«ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ.
Λονδῖνον 20 Μαΐου 1863. Κύριε! Δὲν δύναταί τις εἰμὴ ὑφ’ ἑνὸς καὶ μόνου αἰσθήματος νὰ κυριευθῇ μανθάνων τὰ ὠμὰ ἐγκλήματα, τὰ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 111 καὶ ἀπὸ 8 τοῦ ἱσταμένου ἐγγράφῳ ὑμῶν μνημονευόμενα. Φρίκη καταλαμβάνει πάντα ἄνθρωπον ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τοιούτων κακουργημάτων, ἀλλ’ ἡ ἀγανάκτησις προστίθεται εἰς τὴν φρίκην, ὅταν οἱ αὐτουργοὶ αὐτῶν φαίνωνται μένοντες ἀτιμώρητοι. Ἐὰν σύντονα μέτρα δὲν ληφθῶσι πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, ἢ ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα ἀποτύχωσι, θέλετε ζητήσει τὰς διαταγάς μου, ὅπως ἀπέλθητε καὶ διαμείνετε ἐπί τινος πολεμικοῦ πλοίου τῆς Α. Μεγαλειότητος, μέχρις οὗ ἐπέλθῃ πραγματικὴ τῶν ἐγκλημάτων καταστολή. Θέλετε πληροφορήσει τὸν Κύριον Θ. Δηλιγιάννην περὶ τῶν διαταγῶν, ἃς ἐλάβετε, καὶ περὶ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ ἀνακοινωθῶσιν αὗται εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἕνεκα τῆς ὀλιγωρίας τοῦ ὁποίου τὸ ἔγκλημα ἔμεινεν ἀτιμώρητον, καὶ τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος ἀφέθη νὰ ἀτιμασθῇ ὑπὸ βαρβάρων κακουργημάτων. Εἰμὶ κ. τ. λ.
ΡΩΣΣΕΛ.»
Ἡ διακοίνωσις αὕτη τοῦ ἐντιμοτάτου πρώτου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας ἐγράφη, ἀφ’ οὗ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν οὐχὶ μόνον ἡ διακοίνωσις, τὴν ὁποίαν ὁ ἐντιμότατος Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας Κ. Σκάρλετ ἀπηύθυνε κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον πρὸς ἐμὲ, ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνήγγειλον αὐτῷ ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε διὰ νὰ προλάβῃ καὶ νὰ καταστείλῃ τὰς ἀξιοποίνους πράξεις, παρίστων δὲ τὸ μεμονωμένον καὶ μὴ καθολικὸν τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν· καὶ μ’ ὅλον ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς Ἑλλάδος ἦσαν γνωστοί, οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι δὲν ἐπιστεύθησαν. Αἱ παραστάσεις, Κύριοι, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις ἔκαμεν ἐν καιρῷ, καὶ τὰς ὁποίας θέλω σᾶς ἀναγνώσει, δὲν ἐπιστεύθησαν εἰς τὴν Εὐρώπην, ἀλλ’ ἐπιστεύθησαν αἱ ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας τὰ γεγονότα ταῦτα ἄφησαν εἰς τοὺς ἐντίμους Πρεσβευτὰς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἐννοεῖτε δὲ, Κύριοι, ὅτι, ὅταν ἐντυπώσεις τοιαῦται διεδίδοντο ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἐννοεῖτε, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις ἐπρότεινεν εἰς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεως πρὸς ἀποζημίωσιν, διότι ἐλήφθησαν ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς καταστολὴν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἡ ἐτυμηγορία, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη τότε ἀπήγγειλεν ἕνεκα τῶν γεγονότων τούτων, ἐπεβάρυνε δυστυχῶς ὄχι μόνον τὴν Ἑλλ. Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ τὸν τόπον μας ὁλόκληρον· τοιαύτη δὲ ἐτυμηγορία ἂν προεκαλεῖτο παρ’ ἡμῶν, ἤθελε βεβαίως ἀπαγγελθῆ καθ’ ἡμῶν, καὶ τοιαύτης ἐτυμηγορίας ἀπαγγελία ἤθελεν ἐνισχύσει τὸν Εὐρωπαϊκὸν κόσμον νὰ πιστεύσῃ ὅλας τὰς ὑπὸ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ τύπου διαδοθείσας ὑπερβολὰς, ἤθελε δ’ εὐκολύνει τὴν ἀενάως ἐργασθεῖσαν πρὸς καταστροφὴν τοῦ Βασιλικοῦ ζητήματος ἐχθρὰν τῆς Ἑλλάδος πολιτικὴν, ἵνα κατορθώσῃ νὰ ἀποθαῤῥύνῃ τὴν Αὐλὴν τῆς Κοπενάγης, καθ’ ὃν χρόνον ἔμελλε νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προσφορᾶς τοῦ Ἑλληνικοῦ στέμματος. Ἀλλὰ τὶ μετεχειρίσθητε, μᾶς λέγουσι, πρὸς καταστολὴν τῶν ἐντυπώσεων τούτων, αἵτινες ἐγεννήθησαν ἐν τῇ Εὐρώπῃ; Αὐτὴ εἶναι ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν περιμένω, ἂν καὶ κἄπως ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀγαθὸς φίλος μου Κύριος Δεληγεώργης ἀπηύθυνε τοιαύτην ἐρώτησιν. Βεβαίως ὁ σκοπὸς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἦτο ν’ ἀποφύγῃ ἢ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἐτυμηγορίαν τῆς Εὐρώπης διὰ νὰ διασώσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ, ἀλλὰ διὰ νὰ διασώσῃ τὰ ὑπάρχοντα τότε ἐκκρεμῆ μεγαλείτερα συμφέροντα τῆς Πατρίδος. Μ’ ὅλον ὅτι δὲ, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, διπλωματικοὶ πράκτορες καὶ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως κατὰ κακὴν σύμπτωσιν δὲν ὑπῆρχον ἐν Εὐρώπῃ κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον ἀμέσως ἐργασθῆ ὡς ὄργανα τῆς Ἑλλάδος, ἵνα ἐπηρεάσωσι τὴν Εὐρωπαϊκὴν γνώμην καὶ παραστήσωσι τὰ πράγματα ὡς εἶχον, δὲν ὑπῆρχον· ἡ ἔλλειψις δ’ αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Μαρτίου, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος, ἀλλ’ εἰς ἄλλο προκάτοχον· μ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ἀπὸ τῶν ἐλαχίστων ὁρμώμενος, ἐφρόντισα νὰ συντελέσω, ὥστε νὰ φωτισθῇ ἡ κοινὴ γνώμη περὶ τῆς ἀληθείας· καὶ ἂν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου πληρεξούσιος δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ ἓν φύλλον τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ τύπου, πραγματευόμενον περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ ἀναφέρω ἐγὼ δεκάδα τοιούτων φύλλων, ἐν οἷς ἐκτίθενται ἀκριβῶ καὶ λεπτομερῶς τὰ γεγονότα ταῦτα. Λυποῦμαι, πῶς ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὁ ὁποῖος πολὺν χρόνον ἐξοδεύει εἰς τὴν ἀνάγνωσιν Εὐρωπαϊκῶν ἐφημερίδων, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀπαντήσῃ τοιαύτην τινα ἐφημερίδα, ἔτι δὲ μᾶλλον λυποῦμαι διότι δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰς περὶ τούτου πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἰδιαιτέρως τῷ ἔδωκα, ἀλλ’ ἐνόμισε συμφέρον του νὰ μὲ ἐγκαλέσῃ καὶ ἐπὶ τοιαύτῃ ἐλλείψει. Ἐγὼ τῷ ἀναφέρω ὅτι ὁ Courrier de Dimanche, ἐφημερὶς ἐκδιδομένη ἐν Παρισίοις, ὅτι ὁ Pays, ἐφημερὶς ἐκδιδομένη ἐν Παρισίοις, ὅτι La Patrie, ἐφημερὶς ἐκδιδομένη ὡσαύτως ἐν Παρισίοις, ὅτι ὁ Nord, ἐφημερὶς ἐκδιδομένη ἐν Βρυξέλλαις, ὅτι ἡ Indépendance Belge, ἐφημερὶς ἐκδιδομένη ὡσαύτως ἐν Βρυξέλλαις, ὅτι ὁ Courrier de Marseille, ἐφημερὶς ἐκδιδομένη ἐν Μασσαλίᾳ, ὅτι ὁ Courrier de Bayone, ἐφημερὶς ἐκδιδομένη ἐν Βαϋόνῃ, ὅτι ὁ Courrier de Rouen, ἐφημερὶς ἐκδιδομένη ἐν Ῥουὲν, ὅτι ὁ Daily News, ἐφημερὶς ἐκδιδομένη ἐν Λονδίνῳ, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ φύλλα ἔκαμαν λεπτομερῆ λόγον περὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι γεγονότων· καὶ ὅμως ἐκατηγορήθην ὅτι δὲν ἐδημοσίευσα ταῦτα διὰ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ τύπου.
§111ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν περιέχουν τὰς διακοινώσεις.
§112Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀγαθὸν τοῦτον φίλον μου, ν’ ἀναγνώσῃ ἓν τῶν ἄρθρων τούτων, καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι εἰς τὰς ἐκθέσεις ἐκείνας περιέχονται ὅλα τὰ ἀνταλλαγέντα ἔγγραφα.
§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν παρετήρησα κανὲν τοιοῦτον.
§114Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἡ δυσπιστία σας ἤθελεν ἐξακολουθεῖ ὑπάρχουσα καὶ μετὰ τὴν ἐπίσημον ταύτην διαβεβαίωσίν μου, διότι τότε ἤθελον φορτώσει ἐφ’ ἁμάξης πάντα ταῦτα τὰ φύλλα καὶ τὰ μεταφέρει ἐνταῦθα νὰ τὰ ἰδῆτε. Καὶ ὄχι μόνον ταῦτα, Κύριοι, καὶ ἡ Ἀναγέννησις, ἐφημερὶς ἐκδιδομένη ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ἄλλα φύλλα, τὰ ὁποῖα παραλείπω, διέλαβον περὶ αὐτῶν. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ μεγαλητέρα κύρωσις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν, κεῖται ἐν τῇ ἐξελέγξει τῆς ἐνεργείας, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐξελέγξει τῆς ἐνεργείας πρέπει νὰ ἔγκειται ἡ ἀγαθοπιστία· διότι ἐὰν ἡ ἀγαθοπιστία, Κύριοι, δὲν προεδρεύῃ ἐν τῇ ἐξελέγξει τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας, τότε βεβαίως θέλετε δεσμεύσει τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν, θέλετε ἀφαιρέσει τὸ θάῤῥος τῶν ἐνεργούντων, καὶ ἀντὶ νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀντὶ Ὑπουργῶν, θέλετε ἔχει διεκπεραιωτὰς ὑπουργείων, καὶ τότε θέλουσιν ἀναλάβει τὴν εὐθύνην αὐτὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν αὐτήν. Τί ἄλλο, Κύριοι, ἔκαμνεν ἡ βασιλεία τοῦ Ὄθωνος, εἰμὴ νὰ λαμβάνῃ εὐθύνας, τὰς ὁποίας δὲν εἶχε; καὶ διὰ νὰ σώζηται ἀπέναντι τῆς εὐθύνης τῆς ταύτης, ἠναγκάζετο νὰ κατέρχεται εἰς τὰς αἰθούσας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, διὰ νὰ σχηματίζῃ αὐτὴ τὴν πλειονοψηφίαν ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου, διότι δὲν ἦτον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐνήργει, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς, ἠναγκάζετο νὰ κατέρχηται εἰς τὸ ἐκλογικὸν στάδιον διὰ νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τῶν ἐκλογέων καὶ συγκροτῇ βουλὴν ἄλαλον καὶ ὑπνώττουσαν, ἠναγκάζετο νὰ ἐξατμίζῃ τὰ ὑπὸ τοῦ συντάγματος διαγεγραμμένα πρὸς τὸν διορισμὸν Γερουσιαστῶν προσόντα, διὰ νὰ ἀνευρίσκῃ καὶ διορίζῃ Γερουσιαστὰς τοὺς ἐθίσαντας νὰ κλίνωσι τὴν κεφαλὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ χασμῶνται κατὰ τὰς συζητήσεις; Μὴ χαρακτηρίζετε λοιπὸν ὡς Ὀθωνικὸν ἓν ὑπουργεῖον διὰ πρᾶξιν, ἥτις τιμᾷ αὐτὸ, διότι παριστᾶ συνταγματικὸν ἀληθῶς τὸν βίον του, καὶ μὴν ὑποστηρίζετε ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους, ἐὰν ἀναλύσωμεν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐπιστήμης, δυνάμεθα νὰ παραστήσωμεν ὅτι εἶναι παραπλήσιοι πρὸς τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἡ βασιλεία ἠκολούθησεν ἑκάστοτε. Σεῖς παρουσιάζεσθε ἐξυβρίζοντες, ἐνῷ ἀκολουθεῖτε τὰ ἴχνη αὐτῆς, καὶ, μεταχειριζόμενοι τὸ ὄνομα τῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις κατέστρεψε τὴν βασιλείαν ἐκείνην, θέλετε νὰ φθάσητε εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὀρθά. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν εἶναι μόνον ὅτι τὰ συμπεράσματα ταῦτα δὲν εἶναι ὀρθὰ, δύναμαι νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι εἶναι καὶ ἦσαν ἐπιβλαβῆ, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ἀνθρώπων, οἵτινες ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν διατελοῦντες νῦν, ἐκτὸς δὲ τῆς πατρίδος εὑρισκόμενοι τότε, ἠδυνήθησαν νὰ κρίνωσιν ἂν ἡ πορεία ἐκείνη ἦτο συμφέρουσα εἰς τὴν πατρίδα· ἐνῷ δ’ ἐκ τοῦ πλησίον γνωρίσαντες τὰ πράγματα καὶ πεισθέντες περὶ τοῦ ἐπιβλαβοῦς τῆς τοιαύτης πορείας ὑμῶν, σᾶς συνεβούλευον νὰ ἀπέχητε αὐτῆς, ὑμεῖς ἐν γνώσει τῆς βλάβης, ἣν ἐκάμνετε, ἐπεμένετε προτείνοντες ἑκάστοτε τὰς προγραφάς σας καὶ τὰ ἔκτακτα μέτρα σας. Δὲν θέλω νὰ καλέσω αὐτοὺς σήμερον κατ’ ὄνομα ἵνα εἴπωσι τὴν γνώμην των, δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς φέρω εἰς ἐνθύμησιν μίαν διακοίνωσιν ἑνὸς ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν μιᾶς ἐπικρατείας, τῆς ὁποίας ἡ πολιτικὴ προσεπάθει νὰ καταστρέψῃ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἥτις διὰ τοιούτων ἰσχυρισμῶν προσεπάθει νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἡ ἐπανάστασις δὲν ἦτον ἔργον ἁπάσης τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ἦτον ἔργον κόμματός τινος μειοψηφοῦντος. Καὶ τί ἄλλο ἐλέγετε καὶ ἐπροτείνετε καθ’ ἑκάστην, ὑπηρετοῦντες χωρὶς νὰ τὸ ἐννοεῖτε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, εἰμὴ ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει πλειοψηφία καὶ μειονοψηφία; Καὶ ἂν ὑμεῖς ἑκάστοτε παριστᾶτε διαιρέσεις τοιαύτας ὑπαρχούσας ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ φθάσητε δὲν γνωρίζω εἰς ποίους σκοποὺς, ἰσχυρίζεσθε δὲ ὅτι ἡ πλειοψηφία ἦτον ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως, δὲν ἐνθυμεῖσθε ὅτι εὐκολύνει ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες τὸ ἀντίθετον συμφέρον, παριστάνουσιν εἰς τὴν Εὐρώπην ὅτι ἡ πλειοψηφία ὑπάρχει ὑπὲρ τοῦ παρελθόντος; Τελεῖται Κύριοι, ἐν Ἑλλάδι μία ἐπανάστασις, ὡς εἷς ἐπίσημος συγγραφεὺς περιγράφει τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1688 τῆς Ἀγγλίας, λέγων ὅτι, «ὅτε ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη ἐξεῤῥάγη, εἶχεν ἑτοιμασθῇ καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν τάξεων. Οἱ Τόρεις, καὶ οἱ Οὐίγγοι, οἱ ἀριστοκράται καὶ ὁ λαὸς, ἦσαν πάντες ὑπὲρ αὐτῆς συνήγοροι, καὶ ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων, καὶ ἐξ ὅλων τῶν σημείων τοῦ πολιτικοῦ ὁρίζοντος προσήρχοντο ἄνθρωποι ἐξυμνοῦντες καὶ ἀνυμνοῦντες τὴν ἐπανάστασιν.» Τοιαύτη ἦτον ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑλλάδος· τριακονταετὴς Βασιλεία, δεκαεννεατὴς συνταγματικὸς βίος εἶχε παρασκευάσει τὴν Ἑλλάδα σύμπασαν νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς· ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη δὲν ἦτο ἔργον ὀλίγων ἀνθρώπων, ἀλλ’ ὅλης τῆς διανοίας τοῦ ἔθνους, διὰ τοῦτο ἐξετελέσθη καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὴ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου. Καὶ ὅμως πῶς σᾶς παριστάνουσι τὴν ἐπανάστασιν ταύτην; δὲν σᾶς τὴν ἀναφέρουσιν ἑκάστοτε ὡς κτῆμα καὶ ἔργον ὀλίγων ἀνθρώπων; δὲν σᾶς τὴν παριστῶσι κινδυνεύουσαν ὑπὸ τῶν ἀντεπαναστατῶν; δὲν δεικνύουσιν εἰς τὴν Εὐρώπην διῃρημένον τὸ ἀδιαίρετον καὶ ὁμόψηφον ἔθνος; Σᾶς εἶπε, κύριοι, μετὰ εὐγλωττίας ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, εἰς τοῦ ὁποίου τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντῶ, σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ δουλεύειν τοῖς ξένοις εἶναι ὀθωνικόν. Ἰδοὺ τὸ ὑπουργεῖόν σας δουλεύει τοῖς ξένοις, εἶναι ὀθωνικόν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ φρονῶμεν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ἐνεστῶτος, ἥτις διαδέχεται τὴν τοῦ παρελθόντος, πρέπει καθ’ ὅλα νὰ διαφέρῃ ἐκείνου. Εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ παρελθόντος οὔτε ἡ καλὴ πίστις οὔτε ἡ εἰλικρίνεια διεῖπε τὰς διπλωματικὰς ἡμῶν σχέσεις, διὰ τοῦτο ἡμεῖς διεγράψαμεν κατὰ τὰς σχέσεις μας ταύτας ὡς πορείαν ἀπαράβατον τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν· ὁ προσπαθῶν νὰ τηρῇ σχέσεις φιλικὰς μετὰ τῆς Εὐρώπης ὅλης καὶ μεθ’ ὅλου τοῦ κόσμου διὰ τῶν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπων τῶν ξένων ἐθνῶν, στηριζομένας ἐπὶ τῆς καλῆς πίστεως καὶ τῆς εἰλικρινείας, ἰδίως δὲ μετὰ τῶν εὐεργετίδων δυνάμεων, πράττει ἔργον συμφέρον τῇ πατρίδι, ἐκπληρόνει κυριώτατον καθῆκον καὶ ἀκολουθεῖ πορείαν ὅλως διαφέρουσαν τῆς τοῦ παρελθόντος. Ἡ ἀνάμνησις τῆς εὐγνωμοσύνης κράτους μικροῦ καὶ εὐεργετηθέντος πρὸς ἕτερον κράτος μέγα καὶ εὐεργετῆσαν δὲν παριστᾷ δούλους τῶν ξένων· ἠθέλομεν μάλιστα εἶσθαι τῳόντι παραβάται καθήκοντος, ἐὰν ἐν τῇ τηρήσει τῶν σχέσεών μας ἠκολουθοῦμεν ἄλλην πορείαν ἢ παριστῶμεν λήθην τῶν εὐεργεσιῶν τούτων. Ἀλλὰ διὰ τί δὲν ὑπεστηρίξατε, ὦ ὑπουργοὶ, τὴν γνώμην σας μέχρι τέλους; διατί δὲν ἐπεμείνατε μέχρι τέλους ἀρνούμενοι; Δὲν ἐπεμείναμεν ἀρνούμενοι, Κύριοι, διότι ἠδυνάμεθα νὰ προβλέπωμεν, ὅτι, ἂν ἐπεμένομεν μέχρι τέλους, ὥς τινες εὐχαριστοῦνται νὰ μᾶς συμβουλεύωσι, ἠθέλαμεν παραβλάψει τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὰς διπλωματικὰς παραδόσεις, ὅταν ἐπικράτειαι διαφωνῶσι πρὸς ἀλλήλας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπέσῃ ἡ γνώμη αὐτῶν εἰς κοινόν τι σημεῖον, τότε ἑκάστη τῶν διαφωνουσῶν τούτων ἐπικρατειῶν δύναται νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰσχυρισμῶν της καὶ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἀξιώσεών της διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ. Νομίζω, ὅτι βεβαίως ἐννοεῖτε, ὅτι μετὰ μίαν ἐπίμονον συζήτησιν καὶ διχογνωμίαν μεταξὺ τοῦ κυρίου Πρεσβευτοῦ τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων καὶ ἡμῶν, καθ’ ἣν δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ γένηται δεκτὴ ἡ γνώμη ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς κατὰ τὰς διπλωματικὰς ταύτας παραδόσεις ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰσχυρισμῶν ἡμῶν διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, καὶ ἡ Γαλλία ἠδύνατο νὰ μᾶς καταναγκάσῃ ὡσαύτως διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ· ἐλπίζω δὲ ὅτι θὰ μοὶ κάμετε τὴν χάριν νὰ ὁμολογήσητε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι, ἂν παραλληλίσωμεν τὰ μέσα ἡμῶν πρὸς τὰ τῆς Γαλλίας δὲν θέλομεν εὑρεῖ αὐτὰ ὅτι κεῖνται εἰς ἴσην μοῖραν. Ὀφείλω μάλιστα νὰ Σᾶς ὁμολογήσω, Κύριοι, ὅτι, καθ’ ὃν καιρὸν ἀπηύθυνον τὸ τελευταῖον ἔγγραφόν μου πρὸς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας, δὲν ἤξευρον ὅτι διενοοῦντο νὰ ἀκολουθήσωσι τὰς διπλωματικὰς ταύτας παραδόσεις, ἂν καὶ ἡ τελευταία ἀπάντησίς μου ἦτον ὅλως ἀρνητικὴ, καὶ ὅτι ἦσαν διατεθειμένοι νὰ κάμωσι χρῆσιν τῶν μέσων τοῦ καταναγκασμοῦ. Δὲν ἤθελεν ὅμως μὲ ἀποτρέψει ἡ γνώμη ἐκείνων, οἵτινες νῦν μᾶς ἐπικρίνουσι, διότι δὲν ἠρνήθημεν ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ μεγαλεῖον τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους καὶ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἤθελε δειχθῆ καὶ νῦν μακροθυμοῦν· διότι εἴμην πεπεισμένος, ὅτι αἱ πρὸς τὴν Ἑλλάδα εὐεργεσίαι τῆς Γαλλίας, ἡ ὑποστήριξις καὶ ἡ συνδρομὴ, ἣν τὸ ἀληθῶς μέγα ἐκεῖνο ἔθνος καὶ ἡ γενναία Κυβέρνησις αὐτοῦ παρέσχον εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, δὲν ἀφῄρει ποσῶς τὸ δικαίωμα ἀπὸ αὐτὸ νὰ θελήσῃ νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ πράξωμεν, ὅ,τι ἐνόμιζεν ὅτι ὠφείλαμεν νὰ πράξωμεν. Τὰ πρὸς τὴν Ἑλλάδα αἰσθήματα αὐτοῦ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὡς ἀναπόφευκτον συνέπειαν τὴν ἀνοχὴν, οὐδὲ διὰ τοῦτο ἠδύνατο νὰ κριθῇ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους ὡς ἀπομακρυνομένη ἀπὸ τῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν ἠκολούθησεν ἐπὶ τῶν ἀφορώντων τὴν Ἑλλάδα.
§115ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁμιλήσατε ὀλίγον πρακτικώτερα.
§116Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ λέγουσι νὰ ὁμιλήσω ὀλίγον πρακτικώτερα, νὰ σᾶς ἐξηγήσω σαφέστερον τοὺς ἰσχυρισμούς μου· διὰ τοῦτο ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω διακοίνωσιν τῆς Αʹ. ἐξοχότητος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων πρὸς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς ὑποδεικνύονται τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔμελλε νὰ ληφθῶσιν, ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξηκολούθει ἐπιμένουσα· ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἐγγράφου τούτου, πολὺ μεταγενεστέρου τῆς πρὸς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν ἀπαντήσεώς μου, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν ἔσφαλα συλλογισθεὶς, ὡς ἐσυλλογίσθην. 19 Ἰουνίου ἐκ Παρισίων.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ.
Κύριε. Ἔλαβον τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν μοὶ ὑπεβάλατε τῆς 12 τοῦ τρέχοντος μηνός, ἀφορῶσαν τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Κ. Σουλιὲ, καὶ ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀλληλογραφίας τῆς ἀνταλλαγείσης τελευταῖον μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ Κ. Θ. Δηλιγιάννη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀρέσκομαι νὰ ἐλπίζω κατὰ τὴν βεβαίωσιν, τὴν περιεχομένην ἐν τῇ κοινοποιήσει τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ πληρωμὴ τῆς εἰς τὸν Κ. Σουλιὲ ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως δὲν θέλει βραδύνει. Γνωρίζετε πόσον ἐπεθυμήσαμεν πάντοτε νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀπαίτησιν ταύτην ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς διπλωματικῆς διεξαγωγῆς, καὶ θέλομεν λυπηθῆ ζωηρῶς, ἐὰν εὑρεθῶμεν ἠναγκασμένοι νὰ μεταβάλωμεν ἐπὶ τούτου τὰς διαθέσεις μας ταύτας.... καὶ τὰ λοιπά.
ΔΡΟΥΕΝ ΔΕ ΛΟΥΪΣ.
§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἤθελον σᾶς ἐρωτήσει, ἂν μία διαιτησία ἐπὶ ἔριδος μεταξὺ δύω Δυνάμεων ἀνάγεται εἰς τὴν διπλωματικὴν ὁδόν.
§118ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρατηρῶ, ὅτι ἡ διαιτησία δὲν εἶναι ὑποχρεωτική. Οὕτως, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε ζητηθῆ, ἐὰν δὲν ἐγίνετο δεκτὴ, ἡ θέσις ἡμῶν ἤθελεν εἶσθαι ἀρίστη· ἐν περιπτώσει ὅμως καθ’ ἣν ἐγίνετο δεκτὴ ἤθελε παραχθῆ βεβαίως μία ἐτυμηγορία, ἡ ὁποία ἤθελεν εἶσθαι καθ’ ἡμῶν, καὶ τότε ἡ ἐτυμηγορία αὐτὴ, δημοσιευομένη ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἤθελεν ἔχει ἀποτέλεσμα πολὺ μεγαλείτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν· τότε ἠθέλαμεν ἐπιβεβαιώσει ὅτι πανθ’ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν ἐν Εὐρώπῃ εἶναι ἀληθῆ, καὶ τοιαύτη τις ἀπόφασις ἤθελε καταστρέψει τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος· (θόρυβος μέγας). Ἀλλὰ πρὸς τὶ ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος; διότι τὸ ὑπουργεῖον ἀνεγνώρισεν ἑαυτὸ ὑπόχρεον πρὸς ἀποζημίωσιν; Τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἀνεγνώρισεν ὅτι ἦτον ὑπόχρεων πρὸς ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ἐξηκολούθει ἐπιμένον εἰς τὸν ἰσχυρισμόν του, προσέφερε δ’ ἑαυτὸ ἕτοιμον νὰ πληρώσῃ ἕνεκα τῆς εὐγνωμοσύνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἧς ἕνεκα ἔκρινεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ συζητοῦν. Ἀλλὰ, Κύριοι, μία ἔλλειψις ἀπεδόθη χθὲς εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ ἕνα τῶν ἐντίμων ῥητόρων· ἡ ἔλλειψις, ὅτι ἑπτὰ ἑβδομάδες παρῆλθον, καθ’ ἃς τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἀπήντα εἰς τὸν ἔντιμον Πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας. Τῇ ἀληθείᾳ ἀπορῶ, διότι πέντε ἤδη ἡμέρας εἶναι κατατεθειμένα τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ κατ’ αὐτὰς δὲν ἠθέλησαν νὰ τὰ ἀναγνώσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀναβῶσι τὸ βῆμα διὰ νὰ μᾶς κατηγορήσωσιν· ὅθεν ἀπαντῶ εἰς αὐτοὺς ὅτι τὴν πέμπτην Μαΐου ἐγράφη ἐν Παρισίοις ἡ διακοίνωσις τοῦ ἐντίμου πρέσβεως τῆς Γαλλίας, τὴν 8 δὲ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἐγράφη ἐν Ἀθήναις ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν ἔντιμον πρέσβυν τῆς Γαλλίας· ἂν ὑπολογίσωμεν ὅτι ἡ διακοίνωσις, ἥτις ἐγράφη τὴν 5 Μαΐου, εἶναι λίαν πιθανὸν νὰ ἐλήφθη παρ’ ἐμοῦ τὴν ἐπιοῦσαν, ἤτοι τὴν 6, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι μόνον μία ἡμέρα παρῆλθε, καὶ οὐχὶ τινὲς ἑβδομάδες, ὅπως ἀνέφερον. Ἀλλὰ δύνανται νὰ μοὶ εἴπωσιν, ὅτι, ἐὰν ὁ Κόμης Ῥῶσσελ τοιαύτας περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπηύθυνε διακοινώσεις πρὸς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, διατί τὸ ὑπουργεῖον δὲν παρίστα δι’ ἀπαντήσεως κοσμίας μὲν, ἀλλ’ ἐμπρεποῦς, τὰ πράγματα ὡς εἶχον; Σπεύδω νὰ Σᾶς ἀναγνώσω, Κύριοι, τὴν ἀπάντησιν, ἣν τότε ἀπηύθυνα πρὸς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, διὰ νὰ προλάβω καὶ τὴν αἰτίασιν ταύτην.
§119ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τὰς ἀναγνώσητε.
§120Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ἀναγινώσκει.) Πρὸς τὸν Κύριον Κάμπβελλ Σκάρλεττ Πρεσβευτὴν τῆς Μεγάλης Βρετανίας. Κύριε Πρέσβυ! Δὲν ἔλειψα ν’ ἀνακοινώσω κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν ὑμῶν εἰς τοὺς συναδέλφους μου τὸ ἀπὸ 28 Μαΐου ἔγγραφον τοῦ Λόρδου Ῥῶσσελ, ἀρχιγραμματέως τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Σχέσεων τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος τῆς Βασιλίσσης τῆς Μεγάλης Βρετανίας, οὗ περ ἀντίγραφον εὐηρεστήθητε νὰ μοὶ διαβιβάσητε διὰ τῆς ἀπὸ 5 Ἰουνίου ὑμετέρας ἐπιστολῆς. Ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις μετὰ λύπης εἶδε, Κύριε Πρέσβυ, τὴν ἐντύπωσιν, ἣν τὰ κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον συμβάντα δυσάρεστα γεγονότα ἐνεποίησαν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῆς Α. Ε. ἐλπίζει ὅμως, ὅτι ἡ ἐντύπωσις αὕτη ταχέως ἐξηλείφθη, δι’ ὧν εὐηρεστήθητε ἀναμφιβόλως νὰ δώσητε αὐτῷ κατόπιν πληροφοριῶν περὶ τῆς ἐνεστώσης τῶν πραγμάτων καταστάσεως ἐν Ἀθήναις. Δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, Κύριε Πρέσβυ, ὅτι χάρις εἰς τὰς προσπαθείας τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως οὐ μόνον ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια, πρὸς στιγμὴν ὑπό τινων κακούργων ταραχθεῖσα, ἀμέσως ἐπανῆλθεν, ἀλλὰ καὶ οἱ αὐτουργοὶ τῶν ἐγκλημάτων, δι’ ἃ οἱ πάντες ἐθλίβημεν, συνελήφθησαν καὶ παρεδόθησαν εἰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης. Ἤδη οἱ ἐπιτεθέντες κατὰ τοῦ Αἰθίοπος ὑπηρέτου τοῦ ἱπποδρομίου τοῦ Κ. Σουλιὲ κατεδικάσθησαν ὑπὸ τοῦ ἐν Ἀθήναις στρατοδικείου, οἱ δὲ ἔνοχοι τοῦ ἀποτροπαίου ἐγκλήματος, τοῦ διαπραχθέντος κατὰ τοῦ προσώπου τῆς Αὐστριακῆς γυναικὸς Ἄννης Ἐϊγγελισπέργερ δικασθήσονται προσεχῶς ὑπὸ τοῦ ἐν Σύρῳ Κακουργοδικείου. Ἡ ταχεῖα ἀποκατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως ἀμέσως μετὰ τὴν παῦσιν τῶν παραστάσεων τοῦ Κ. Σουλιὲ, αἵτινες ἀκουσίως ἦσαν ἡ αἰτία τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐγκλημάτων, ἡ πλήρης ἀσφάλεια, ἥτις μετὰ τὰ γεγονότα ταῦτα ἐπικρατεῖ ἐν τῇ πρωτευούσῃ, καὶ ἡ καταδίωξις τῶν κακούργων, εἰσὶ τοσαῦται ἀποδείξεις περὶ τοῦ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πόῤῥω τοῦ νὰ ἐμψυχώσῃ διὰ τῆς ἀμελείας της τὴν ἀτιμωρησίαν αὐτῶν, ἐνήργησεν ἐξ ἐναντίας μετ’ ἄκρας αὐστηρότητος κατὰ τῶν κακούργων, καὶ οὐδὲν ἀφῆκε κακούργημα χωρὶς νὰ καταδιώξῃ αὐτὸ δι’ ὅλης αὐτῆς τῆς δυνάμεως καὶ δι’ ὅλων τῶν μέσων αὐτῆς. Δέξασθε κλ.
Ἐν Ἀθήναις, 29 Μαΐου, 10 Ἰουνίου,
ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.
Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἤρκει ἡ κατηγορία αὕτη, ἥτις ἐστηρίχθη ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀληθῶς ἀξιοδακρύτου ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ, διὰ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον μετὰ τοσαύτης περιπαθείας ἐπεζητήθη. Ἰδοὺ σωρεία ἄλλων κατηγοριῶν. «Ὑπουργοὶ, διεφθείρατε τὸν τύπον,» μᾶς λέγουσιν. Ἡμεῖς διεφθείραμεν τὸν τύπον! ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἠθέλομεν βεβαίως νομίσει, ὅτι ἠθέλαμεν πράξει τὴν μεγαλειτέραν ἀσέβειαν, ἐλαττοῦντες τὸ πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ τύπου σέβας; Ἀλλὰ, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ· ἔστω, ἀφοῦ ἔχετε τὴν ἀγαθότητα νὰ μᾶς ἀποδίδητε τοιαύτην πρόθεσιν, σᾶς ἐρωτῶμεν διὰ ποίων μέσων, Κύριοι, ἠθέλομεν διαφθείρει τὸν τύπον; διὰ τῶν μέσων τῶν χρημάτων; Καὶ ἀγνοεῖτε τὴν κατάστασιν τοῦ Δημοσίου Ταμείου; Ὄχι, Κύριοι, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν διενοήθη νὰ ἐλαττώσῃ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἕκαστος πρὸς τὴν ἐλευθεροτυπίαν, οὐδὲ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν διενοήθη νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν ἔκφρασιν τῆς δημοσίας γνώμης, διότι ἔχομεν ἀπεριόριστον πρὸς αὐτὴν σεβασμόν! Ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, ἀπ’ ἐναντίας νὰ ὁμολογήσω ὡς ἄνθρωπος ἀνήκων εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν πολὺ πιθανὸν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ μὴ διαχειρίζωμαι πλέον, ὅτι ἡ αἰτίασις αὕτη περιέχει ἄδικον συκοφαντίαν. Ἴσως, Κύριοι, ἐθεωρήθη ὡς ἀποτέλεσμα ἐνεργειῶν τοιούτων πλαγίων ἡ συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν ἐχορήγησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἰδίᾳ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν φύλλα τινὰ τοῦ τύπου· χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τοὺς διευθυντὰς τῶν φύλλων τούτων διὰ τὴν σπουδαίαν ἀληθῶς συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέσχον. Ἀλλ’ ἡ συνδρομὴ αὕτη δὲν παρείχετο εἰς τὸ ἄτομον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ παρείχετο εἰς τὴν πατρίδα. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι διήλθομεν ἀπὸ ἡμέρας, καθ’ ἃς ἡ ἀγωνία μας ἦτο τοσοῦτον μεγάλη, διότι εὑρέθημεν ἐστερημένοι εἰδήσεων ἀπὸ τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐτελοῦντο μεγάλαι διαπραγματεύσεις· εἴμεθα εἰς τοσαύτην ἀγωνίαν, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ αὕτη, οὐ μόνον ἠδύνατο, ἀλλ’ ἐπλησίαζε νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν κλονισμὸν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐνθυμεῖσθε μάλιστα, ὅτι καθ’ ἡμέραν καὶ καθ’ ἑσπέραν μία μόνη φωνὴ ἀνησύχει τοὺς πάντας ἐπαναλαμβανομένη ἐν Ἀθήναις, πότε θὰ γείνῃ τὸ κίνημα; Ἐνθυμεῖσθε τὸ περίεργον ἐκεῖνο κίνημα! Τότε λοιπὸν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἐνόμισεν, ὅτι καθῆκον εἶχε ν’ ἀσχοληθῇ ἰδίως εἰς τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως, τῆς ὁποίας ἡ διατάραξις κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας καὶ ὥρας ἤθελεν ἔχει ἀποτέλεσμα ἐπιβλαβέστατον ἐν Κοπενάγῃ καὶ ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων τῆς Ἑλλάδος· τότε, λέγω, ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, κρίνουσα ὡς κύριον μέλημα μά της τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως, μετὰ τῶν ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη, ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ προσφύγῃ καὶ εἰς πολλὰ ὄργανα τοῦ δημοσίου τύπου, νὰ δημοσιεύσῃ δι’ αὐτῶν τὰς εἰδήσεις, ὅσας ἐκ Κοπενάγης εἶχε, νὰ καταπραΰνῃ τὴν ἀγωνίαν τοῦ κόσμου καὶ ἐνισχύσῃ αὐτὸν εἰς τὴν τάξιν, καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν αὐτῶν πρὸς τὸν ἀληθῶς πατριωτικὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἐγὼ μάλιστα ἰδίᾳ, Κύριοι, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὀφείλω εὐγνωμοσύνην εἰς τοὺς διευθυντὰς τοῦ Ἐθνοφύλακος καὶ τῆς Παλιγγενεσίας, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἐδημοσίευσαν δι’ ἐκτάκτων παραρτημάτων καὶ φύλλων εἰδήσεις περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Βασιλέως, περὶ τῆς τύχης τοῦ βασιλικοῦ ζητήματος· ἕνεκα δὲ τούτου ὑπεβλήθησαν οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐφημερίδων τούτων εἰς δαπάνας μεγάλας δι’ ἀγορὰν χάρτου καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτυπώσεως καὶ τῆς ταχυδρομικῆς ἀποστολῆς, οὐδ’ ἐφείσθησαν κόπου καὶ δαπάνης.
§121ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγέ των, εὖγέ των.
§122ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι, Κύριοι, ἐθεώρησα τὴν συνδρομὴν ταύτην ὡς καθῆκον παντὸς πατριώτου, ἀνεγνώρισα ὅμως, ὅτι καθῆκον εἶχα ν’ ἀποζημιώσω τὰς ὑλικὰς ζημίας αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἐδέχθησαν οὐδὲ λεπτόν. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ἐκουράσθητε· ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ σᾶς προσθέσω ὀλίγας λέξεις περὶ μιᾶς νέας κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἑρμιονίδος Πληρεξούσιος μετὰ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον ὑπερέβη τὰς προσδοκίας μου, ἀπήγγειλεν. «Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, σᾶς εἶπε, διενοήθη νὰ παύσῃ τὸν δήμαρχον Ναυπλίας· ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε πρὸς τὸν Κύριον Ῥοντίρην «πήγαινε εἰς τὸ Ναύπλιον, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑπόσχεσιν νὰ μοῦ παύσῃς τὸν δήμαρχον· ὁ Κύριος Ῥοντίρης ἐδέχθη. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔγραψε καὶ ἔστειλεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸν Ῥοντίρην εἰς τὸ Ναύπλιον, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐδέχθησαν. Ὁ Κύριος Πλαστήρας δὲν δύναται νὰ γείνῃ ὄργανον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν· ὁμιλεῖ λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μὲ τὸν Κύριον Θεαγένην καὶ τὸν στέλλει διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν συγγενεῖς του, διὰ ν’ ἁρπάξῃ τὴν δημοτικὴν ἀρχήν!» Αἴ! εἶναι βεβαίως ἀνάξιον ν’ ἀπαντήσω! Εἶναι ἔντιμος Πληρεξούσιος ὁ Κύριος Ῥοντίρης, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχα τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω προτήτερα, ἀλλὰ συνήντησα πρώτην φορὰν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, καὶ δὲν ἀντήλλαξα μαζί του εἰμὴ μόνον ἁπλουστάτας λέξεις ἀμοιβαίων προσρήσεων, ἂς ὁμολογήσῃ, ἐάν ποτε τῷ ἔκαμα λόγον περὶ πολιτικῆς τινος ὑποθέσεως ἀφορώσης ἐν γένει τὸ κράτος, πολλῷ δὲ μᾶλλον τοπικὰ συμφέροντα.
§123ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε.
§124ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. «Ἀλλ’ ἠξεύρετε; σᾶς εἶπεν ἀκόμη· ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατορθόνει καὶ βάζει Πληρεξουσίους νὰ ζητήσουν τὴν μετάθεσιν τοῦ Νομάρχου Ζαφειροπούλου·» προσκαλῶ πάντα ἐξ ὑμῶν, οἷος πότ’ ἂν ᾖ, νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ, ἐὰν ἐγὼ εἶπον ποτὲ εἴς τινα περὶ τοῦ Νομάρχου Ἀργολίδος, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ἂν τῷ εἶπα νὰ ζητήσῃ τὴν μετάθεσιν ἢ παῦσιν τούτου ἢ ἐκείνου. Ἔλθετε, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσητε τὴν ἀλήθειαν! Κύριοι, οἱ δημόσιοι ἄνθρωποι, οἵτινες ἐκλήθησαν νὰ σκέπτωνται περὶ τῶν κοινῶν, χρεωστοῦσιν ὄχι μόνον εἰς τὴν πατρίδα αὑτῶν τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἑαυτούς, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρύνωνται ταύτης, διότι προξενοῦσι βλάβην μεγάλην εἰς τὰ κοινὰ συμφέροντα. Συγχωρήσατε, Κύριοι, τὴν ταραχὴν τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι· εἶναι ἀνταξία τοῦ θάῤῥους, μὲ τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπέδωκαν τὰς κατηγορίας. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν ἀρκοῦν ὅλα ταῦτα, ἀπαιτεῖται καὶ κἄτι τι ἄλλο. Ἰδοὺ ἂς ἔλθῃ νὰ ὑπηρετήσῃ πρὸς τοῦτο ὁ Κύριος Βουτζίμος καὶ ἡ Ῥόδος! ἂς σᾶς εἴπω καὶ ταῦτα.
§125ΖΕΡΒΑΣ. Ἂς ἀναγνωσθῶσι, Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἀναφοραί.
§126ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε.
§127ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. (πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον). Εἰς τὴν Ῥόδον ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του.
§128ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, Κύριε Σαρίπολε.
§129ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ὅταν ἐκλήθην εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ἀπόφασίς σας, Κύριοι, ἦτο δι’ ἐμὲ ἀπρόσδεκτος.
§130ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν θέλω ἐννοήσει ποτὲ Κυβέρνησιν δυναμένην νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ ὑπέχῃ εὐθύνας, ὅταν αἱ διαταγαὶ ἑνὸς ὑπουργοῦ αὐθαδῶς παρακούωνται καὶ δὲν ἐγκρίνωνται παρ’ ἑνὸς ὑπαλλήλου. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διέταξε τὸν ὑπάλληλόν του νὰ παραδώσῃ τ’ ἀρχεῖα, οὗτος δ’ οὐ μόνον ἠπείθησε πρὸς τὰς διαταγὰς τοῦ προϊσταμένου τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ ὀχλαγωγίας ἐκίνησε, καὶ κατὰ τῆς ἐγχωρίου ἀντέπραξεν ἀρχῆς, καὶ εἰς παράπονα ἐκ μέρους αὐτῆς ἔδωκε χώραν. Τοιαύτην διαγωγὴν βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀνεχθῇ ἡ Συνέλευσις, καὶ ὑπουργὸν ἐξευτελιζόμενον ὑπὸ τοῦ ὑπαλλήλου του ὀφείλει νὰ δικαιώσῃ.
§131ΖΕΡΒΑΣ. Ἀναγνώσατε, Κύριε Πρόεδρε, τὰς ἀναφορὰς καὶ θὰ τῷ ἀπαντήσω.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§133ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐκεῖ ὅπου τὸ ὑπουργεῖον συκοφαντεῖται καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, ἐγὼ, ὡς εἰσαγαγὼν τὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου πρότασιν, ὀφείλω ὡς τίμιος ἄνθρωπος νὰ προασπίσω τοῦ ὑπουργείου.
§134ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε.
§135ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Σᾶς βεβαιόνω, Κύριοι, ὅτι τὸν Κύριον Βουτζῖνον ὑποπρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Ῥόδῳ δὲν γνωρίζω, οὐδὲ εἶχον ἀκούσει τὸ ὄνομά του· οὔτε ἐπίσης γνωρίζω, οὐδὲ εἶχον ἀκούσει τὸ ὄνομα ἐκείνου, ὅστις εἶχε σταλῆ πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ Κυρίου Βουτζίνου, τὸν Κύριον Πλατανιώτην. Ξένος καὶ τῶν δύω ὀνομάτων καὶ τῆς ἱστορίας αὐτῶν, ὡς εἴμην ξένος ἐν γένει τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, μίαν ἡμέραν εἶδον παρουσιασθέντα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἕνα Κύριον, ἐνδεδυμένον Εὐρωπαϊκὰ, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ὁ Πρόξενος Βουτζῖνος· τὸν εἶπα, ὅτι χαίρω πολὺ, διότι τὸν γνωρίζω. Μοὶ λέγει, ὅτι τὸν εἶχον ἀνακαλέσει ἐνταῦθα· πρώτην φορὰν ἤκουσα, ὅτι ἦτο μετακεκλημένος. Ἐζήτησα, ἀναχωρήσαντος αὐτοῦ, τὰ ἔγγραφα καὶ εὑρίσκω μίαν διαταγὴν, φύλλον κεχωρισμένον, διὰ τοῦ ὁποίου διετάσσετο ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα δι’ ὑπηρεσίαν· φάκελλος δὲν ἦτο· (θόρυβος). Ἦτον ὁ Κύριος Μαυροκορδάτος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ διατάξας τοῦτο· ἐρωτῶ διὰ ποίαν ὑπηρεσίαν, διατί μετεκλήθη ἐνταῦθα ὁ Κύριος Βουτζῖνος; Δὲν γνωρίζομεν, μοὶ εἶπον οἱ ὑπάλληλοι· ὁ προκάτοχός σας διέταξε νὰ μετακληθῇ καὶ μετεκλήθη, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπε τοὺς λόγους. Ποῖος, ἐρωτῶ, διευθύνει τὸ Προξενεῖον τῆς Ῥόδου; — ὁ Κύριος Πλατανιώτης. — Διωρίσθη Πρόξενος; — Ὄχι, ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι Πρόξενος ὁ Κύριος Βουτζῖνος. — Λοιπὸν πρέπει νὰ πληρόνωμεν καὶ τοὺς δύω; — Μάλιστα, λέγουν. Τῇ ἀληθείᾳ ἠθέλατε ἔχει μίαν εὔλογον ἀφορμὴν νὰ μὲ κατηγορήσητε, ἂν ἐπέτρεπον τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ τὴν πληρωμὴν δύω μισθῶν· ἐπειδὴ δὲ ὁ Κύριος Βουτζίνος προσῆλθε ζητῶν ἢ νὰ τὸν παύσω ἢ νὰ τὸν ἐπαναφέρω, καὶ ἐπειδὴ οὐδεμία ἀφορμὴ μοὶ ἐδόθη, εἴτε ἐξ ἐγγράφων, εἴτε ἐκ πληροφοριῶν κατὰ τοῦ Κυρίου Βουτζίνου, ἐνόμισα, ὅτι ἤθελεν εἶναι πρᾶξις ἄδικος, ἐὰν ἔπαυα τὸν Κύριον Βουτζῖνον, καὶ ἐνόμισα, ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ ἐπαναφέρω τὰ πράγματα εἰς ἣν εὑρίσκοντο κατάστασιν· ἐσκέφθην μάλιστα, ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ πρᾶξις αὕτη ἤθελε φέρει ἀτοπήματα, ἤθελον τότε μάθει τὰς αἰτίας τῆς ἀνακλήσεως τοῦ Κυρίου Βουτζίνου καὶ δυνηθῇ νὰ φροντίσω περὶ τῆς ἐπανορθώσεως αὐτῶν. Παρήγγειλα λοιπὸν τὸν Κύριον Βουτζῖνον νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του, τὸν δὲ προσωρινὸν ἀναπληρωτὴν νὰ παραδώσῃ αὐτῷ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἰδοὺ ἡ μόνη πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐπὶ τοῦ Βουτζίνου. Ἀλλὰ τί συμβαίνει ἐν Ῥόδῳ; μόλις φθάνει ἡ διαταγὴ αὕτη καὶ ἀμέσως ἐπέρχεται μία ἄρνησις τοῦ προσωρινοῦ ἀναπληρωτοῦ διὰ νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ δ’ ἄρνησις αὐτὴ συνοδεύεται καὶ μὲ ἄλλο τι περισσότερον, συναθροίζονται διάφοροι ἄνθρωποι, γίγνεται ἓν ὀχλαγωγικὸν κίνημα, καὶ φωνάζουσιν ἐπιμένοντες νὰ μείνῃ ὁ Γ. Πλατανιώτης εἰς τὴν θέσιν του.
§136ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἠξεύρετε τί ἐστὶ Πλατανιώτης;
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὄχι.
§138ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἶναι παιδὶ τοῦ Ἄρνετ.
§139ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὅταν ἔλαβον τὴν εἴδησιν ταύτην, ἐσκέφθην, ὅτι δύω τινὰ ἠμποροῦν νὰ ᾖναι, ἢ ὁ ἀρνηθεὶς νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν νομίμως διορισθέντα Πρόξενον Πλατανιώτης ἦτο ὁ ὑποκινήσας τὸ κίνημα τοῦτο, τὸ ὀχλαγωγικὸν, διὰ νὰ παραστήσῃ κοινήν τινα ἔκφρασιν κατὰ τοῦ Προξένου Ῥόδου, ἥτις ἤθελεν ἀποτρέψει τὴν Κυβέρνησιν τοῦ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ Πλατανιώτου, ἢ ὁ Βουτζῖνος ἔπραξε κατὰ τὸ παρελθὸν, τίς οἶδε, πόσα ἀνομήματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ περαιτέρω ἐν Ῥόδῳ διαμονή του ἦτον ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ὁμογενῶν. Λοιπὸν ἐνόμισα, ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ θεραπεύσω καὶ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο. Παρήγγειλα λοιπὸν, εἰς μὲν τὸν Κ. Πλατανιώτην, ὅστις δὲν ἦτο νομίμως διωρισμένος πρόξενος, νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Κ. Βουτζῖνον, ὅστις ἦτο νομίμως διωρισμένος, εἰς δὲ τὸν Βουτζῖνον ν’ ἀπόσχῃ πάσης πράξεως προξενικῆς· συγχρόνως δὲ παρήγγειλα τὸν ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει νὰ ἐξετάσῃ ὅλα τὰ παράπονα κατὰ τοῦ Βουτζίνου, καὶ ἐνεργήσῃ τὴν ἐξέτασιν ταύτην δι’ ἐκτάκτου ἀπεσταλμένου.
§140ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε.
§141ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Αὐτὸ ἦτο τὸ καθῆκόν σας, Κ. ὑπουργὲ, καὶ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ πράξητε.
§142ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ διὰ νὰ ἀποτελεσθῇ ὅλον αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα τῶν κατὰ τοῦ ὑπουργείου κατηγοριῶν.
§143ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις, Κύριε Πρόεδρε, εἰς ἐμὲ τὸν προτείναντα τὴν κατηγορίαν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι πιστεύω, ὅτι θέλω περάνει τὴν κατηγορίαν.
§144ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ δώσω ἐξαιρετικῶς τὸν λόγον εἰς τὸν Κ. Σαρίπολον;
§146ΚΑΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι, ἕκαστος κατὰ τὴν σειράν του.
§147ΠΟΛΛΟΙ. Μεθαύριον νὰ ἐξακολουθήσωμεν, Κ. Πρόεδρε, διότι ἡ ὥρα παρῆλθε. Τὴν Δευτέραν.
§148ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§149ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Μίαν ἑβδομάδα κατεδαπανήσαμεν περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα (θόρυβος).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι.
§151ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ἡ πρότασίς μου· πρέπει νὰ διασαφηνίσω αὐτήν.
§152ΓΟΝΤΙΚΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Παρακαλοῦμεν, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν ἐφωτίσθη.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν Κ. Σαρίπολον;
§154ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§155ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κύριοι, μίαν λέξιν· οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ παρενόησαν, παρεξήγησαν τὴν πρότασίν μου.
§156ΠΟΛΛΟΙ. Κ. Πρόεδρε, ἐρωτήσατε, ἂν ἐφωτίσθημεν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θέλετε, νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἂν ἐφωτίσθητε;
§158ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, δι’ ἀναστάσεως θὰ ἐρωτήσω. Ὅσοι συμφωνοῦν, ὅτι ἐγένετο ἀρκοῦσα ἡ συζήτησις καὶ ἑπομένως ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἔπαυσεν ἡ συζήτησις. Τόρα, Κύριοι, ὑπῆρχον τρεῖς προτάσεις, δύο ἀντίθετοι καὶ μία μεσαία. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ τοῦ Κ. Σαριπόλου, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς· Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σαριπόλου. «Θεωροῦσα ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀδεξίως διεξήγαγε τὸ περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ Γάλλου Σουλιὲ ζήτημα, κηρύττει αὐτὴν ἀνίκανον τοῦ νὰ διαχειρίζηται ἐπὶ πλέον τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ψηφίζει αὐτὴν ἔκπτωτον αὐτῆς. Τὴν δὲ προσεχῆ Τετάρτην, 12 Ἰουνίου, ὁρίζει ὡς ἡμέραν πρὸς ἐκλογὴν νέας Κυβερνήσεως.»
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλη μία ἀντίθετος, ἡ τοῦ Κ. Βαλτινοῦ. «Ἡ Συνέλευσις ἐγκρίνει τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπουργείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ καὶ Ναυπλίου, ἀποκρούει δὲ τὰς λοιπὰς κατὰ τοῦ ὑπουργείου κατηγορίας, αἵτινες συνεζητήθησαν καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Μετὰ τὰς προτάσεις ταύτας ὑπάρχουν δύω ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι νομίζω, ὅτι συνταυτίζονται, εἶναι ἡ τοῦ Κ. Ῥήγα. «Ἡ Συνέλευσις θεωροῦσα ἀρκετὰ τὰ λεχθέντα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ, μεταβαίνει εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λοιπῶν ἀντικειμένων». Ἀλλὰ πρὸ αὐτῆς εἶναι ἡ τοῦ Κ. Καλοῦ. «Ἡ Συνέλευσις οὐδόλως λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ ὑπουργείου λεχθέντα κατὰ τὰς παρελθούσας συνεδριάσεις προβαίνει εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ὑπουργείου». Κατ’ ἐμὲ ἀπώτεραι εἶναι αἱ δύο πρῶται, πρωτίστη ἡ τοῦ Κ. Σαριπόλου, κατόπιν ἡ τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, μετέπειτα ἡ τοῦ Κ. Καλοῦ, καὶ τελευταία ἡ τοῦ Κ. Ῥήγα.
§161ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡ ἀθωωτικὴ εἶναι ἡ ἀπωτέρα. Ἐὰν ψηφισθῇ ἡ ἀθωωτικὴ τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, τότε ὅλαι αἱ ἄλλαι καταπίπτουσι.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον δὲν διατελεῖ φυσικῶς ὑπὸ κατηγορίαν· ἀλλὰ γίνεται κατ’ αὐτοῦ κατηγορία, ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ διαφόρους βαθμούς· ἡ βαρυτέρα κατηγορία εἶναι ἡ ἐμπεριεχομένη εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαριπόλου, κατόπιν εἶναι ἡ τοῦ Κ. Καλοῦ.
§163ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ κυρία πρότασις εἶναι ἡ κατηγορία κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ἡ ἀπωτέρω εἶναι ἡ ὑπεράσπισις τοῦ ὑπουργείου, αὐτὴ λοιπὸν ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔλθῃ πρώτη εἰς ψηφοφορίαν.
§164ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι, ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος λαμβάνων τὸν λόγον, λέγω, ὅτι μεγάλη καὶ σπουδαία συζήτησις ἔγεινεν, ἥτις ἐτελείωσεν. Εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην κατηγορήθη τὸ ὑπουργεῖον. Ἔρχομαι διὰ τῆς προτάσεώς μου ν’ ἀναιρέσω τὴν κατηγορίαν καὶ ἐπιζητῶ τὰς ψήφους τῆς Συνελεύσεως ὑπὲρ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργείου ἀπέναντι τῶν κατηγοριῶν. Προκειμένου λοιπὸν μόνον περὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Σαριπόλου καὶ τῆς ἰδικῆς μου, βεβαίως οὐδεὶς ἤθελεν ἀντείπει, ὅτι τὴν προτεραιότητα δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ ἰδική μου; ἐν ᾧ ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σαριπόλου ἐκφέρει μομφὴν κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργείου. Ὑπάρχουν δὲ δύω ἄλλαι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι πάλιν δὲν δύνανται νὰ ἔχουν τὴν προτεραιότητα ἀπέναντι τῆς ἰδικῆς μου. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Καλοῦ εἶναι πρότασις ὅλως διόλου ἀπόλυτος καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησεν. Οὐδόλως, εἶπον ὡς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ὡρῶν τινων, οὐδόλως ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πληρεξούσιον, ἐρχόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ προτάσεως νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ἐὰν θέλῃ ἓν ὑπουργεῖον νὰ διατηρῇ ἢ ὄχι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Καλοῦ, ὅτι εἶναι τοιαύτη, ὡς τὴν χαρακτηρίζω, συνάγεται ἐκ τούτου· δύναται τὸ ὑπουργεῖον νὰ τύχῃ τῆς ἀθωώσεως αὑτοῦ ἀπέναντι τῶν κατηγοριῶν, καὶ πάλιν ὁ Κύριος Καλὸς καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς ἄλλος ἠδυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν· «προτείνομεν τὴν ἀλλαγὴν τοῦ ὑπουργείου» χωρὶς νὰ εἴπωμεν τίποτε. Μένει μετὰ ταῦτα ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ῥήγα· ἡ πρότασις αὕτη περιορίζεται εἰς τὴν ἀθώωσιν τοῦ ὑπουργείου μόνον διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Κυρίου Σουλιὲ, ἀφήνει δὲ ὅλας τὰς ἄλλας ἐκκρεμεῖς, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν διὰ μίαν στιγμὴν τὴν πρότασιν ταύτην, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν οὐδόλως ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργείου πρὶν ἐξετάσωμεν τότε τὰ πράγματα.
§165ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ῥήγα Παλαμίδη, διότι τὸ ζήτημα τοῦ Σουλιὲ ἔπρεπεν ὅλως νὰ μείνῃ κατὰ μέρος. Αἱ κατηγορίαι αἱ ἄλλαι δὲν ἐξηντλήθησαν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Λοιπὸν φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦ Σουλιὲ, καὶ αἱ ἄλλαι κατηγορίαι νὰ μείνωσιν ὑπὸ συζήτησιν.
§166ΚΑΛΟΣ. Κύριοι! Ἡ πρότασίς μου, ἀποῤῥέει ἀπὸ αὐτὴν τὴν συζήτησιν, εἶχον ταύτην ἕτοιμον πρὸ δύο ἡμερῶν χωρὶς νὰ θελήσω νὰ θίξω τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ Κύριος Σαρίπολος. Τὸ θέμα εἶναι καθαρὸν, ὡς τὸ θέτω, προκαλεῖται ἡ Συνέλευσις ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν θέλῃ τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν ἢ ὄχι· τοιαύτη προϋπῆρξε πρότασις ἐκ μέρους τοῦ Γεωργίου Μαυρομιχάλη καὶ ἤδη διετυπώθη μόνον.
§167ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ὄχι μόνον ἡ πρότασις τοῦ Καλοῦ, εἴτε τοῦ Μαυρομιχάλη, δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, διότι δὲν εἶναι προϊὸν τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ καὶ διότι ἀκόμη καὶ προϊὸν τῆς συζητήσεως ἐὰν ἦτο, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν προτεραιότητα. Δὲν εἶναι προϊὸν συζητήσεως, διότι ὁ Κύρ. Μαυρομιχάλης τοιαύτην πρότασιν ἔγγραφον δὲν διετύπωσε, δὲν ἀνέγνωσεν ἐπ’ ὀνόματί του, οὐδὲ ἐπαρουσιάσθη κανεὶς ἄλλος μὲ τοιαύτην (θόρυβος ἀριστερά). Λέγει ὁ Κύριος Καλὸς, ὅτι εἶχεν αὐτὴν ἐν τῷ νῷ, ὅταν ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη ὅτι ἐφωτίσθη, καὶ ἑπομένως διὰ τῆς ἀποφάνσεως ταύτης τοῦ ἀφῄρεσε τὸν λόγον. Ἀλλ’ ὁ Κύριος Καλὸς δύναται νὰ παραπονεθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις παρὰ τὴν γνώμην του, καὶ παρὰ τὴν γνώμην διαφόρων ἄλλων πληρεξουσίων ἐκηρύχθη περαιουμένη, δὲν δύναται ὅμως νὰ φέρῃ εἰς τὸ μέσον γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔφθασε νὰ διατυπώσῃ ὁ ἴδιος ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἐὰν εἶχε διατυπωθῆ μία τοιαύτη πρότασις, πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἐὰν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν προτεραιότητα, καὶ νομίζω, ὅτι ἐδῶ ἔγκειται κυρίως τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ πρότασις, εἴτε εἰς τὸν Κύριον Καλὸν ὡς εὑρετὴν ἀνήκουσα, εἴτε εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Κυρίου Μαυρομιχάλη, εἴτε εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν συμμαχίαν τοῦ Κυρίου Ἀφεντούλη, ἐὰν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Τί σκοπεύει αὐτὴ ἡ πρότασις; ν’ ἀποφύγῃ τόσον τὴν καταδίκην, ὅσον καὶ τὴν πλήρη ἀθώωσιν τοῦ ὑπουργείου. Εἶναι πρότασις ὑπεκφυγῆς, εἶναι πρότασις ἀνεπίδεκτος συζητήσεως, ἦτο πρότασις ἐξελθοῦσα ἀπὸ τὴν φάλαγγα ἐκείνην, ἡ ὁποία νομίζει, ὅτι, εὑρίσκουσα δυσαρεστημένας ἀμοιβαίως τὰς δύο πτέρυγας, ἔπρεπε νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς διαμάχης, ὅπως ἔλθῃ εἰς τὸ μέσον, ὄχι νὰ κατηγορήσῃ, οὔτε νὰ ὑπερασπίσῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ ψαρεύσῃ ἐξουσίαν. Ἡ πρότασις λοιπὸν αὕτη, ὅπως ἐν τῇ ἀθωότητί της, ὅπως ἐν τῇ ἀφελείᾳ της ζητεῖ νὰ διατυπωθῇ, εἶναι πρότασις ὑπεκφυγῆς, μὴ ἐπιτρέπουσα, μήτε τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κατηγορίας, μήτε τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ὑπερασπίσεως. Οἱ διατυποῦντες λοιπὸν ἔπρεπε νὰ προσπαθήσωσιν, ἵνα κατὰ τὴν συζήτησιν λάβῃ τὴν προτεραιότητα· ἀφοῦ ὅμως ἡ συζήτησις ἐξήντλησε καὶ τὰ κεφάλαια τῆς κατηγορίας καὶ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως, εἶναι ἄτοπον νὰ ζητήσουν νὰ προταχθῇ αὐτή. Διὰ τοῦτο ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Καλοῦ δὲν χωρεῖ εἰς ψηφοφορίαν· ἡ Συνέλευσις χρεωστεῖ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς συζητήσεως, δὲν δύναται νὰ ἀπονείμῃ τὴν προτεραιότητα τῆς ψηφοφορίας εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Καλοῦ, διότι ἤθελε κρατήσει τὴν κατηγορίαν χωρὶς νὰ δικαιώσῃ τὴν ὑπεράσπισιν.
§168ΡΗΓΑΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριοι, τὴν γνώμην μου ταύτην παρακατέθεσα τὴν πρώτην ἡμέραν, ὅταν ὁ Κύριος Σαρίπολος, ἔφερε τὴν κατηγορίαν διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σουλιὲ, κ’ ἐπειδὴ εἶχεν ἀναπτυχθῆ, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι κατηγορίαι, περιώρισα λοιπὸν τὴν γνώμην οὕτω πως. Ἀλλὰ τοῦτο, ὅταν τὸ εἶπον, ἔμελλε νὰ γείνῃ· γέγονε δὲ ἤδη. Λέγω λοιπὸν, ὅτι εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν δύω γνῶμαι· διότι, Κύριοι, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ ἀπόφασίς μας εἶναι παντοδύναμος, πρέπει ὅμως νὰ ἔχῃ βάσιν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐκατηγορήθησαν· τὸ ζήτημα ἐπῆλθεν ἐπὶ τῆς ἀλλαγῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, θέλω ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὁ σκοπός μας δὲν ἦτο νὰ λάβουν ἄλλοι τὴν ἐξουσίαν· (θόρυβος). Βιαζόμενος νὰ συμμορφωθῶ εἰς τὰ μέχρι τοῦδε, διατυπώνω τὴν γνώμην μου οὕτω πως. «Ἡ Συνέλευσις θεωροῦσα ἀρκετὰ τὰ λεχθέντα μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν·» (θόρυβος δεξιά). Ἂς ᾖναι λοιπὸν, συγχωνεύω τὴν πρότασίν μου μὲ τὴν τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ.
§169Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ Συνέλευσις, ἀποφασίσασα νὰ παύσῃ ἡ περαιτέρω συζήτησις, ἔθεσεν εἰς θέσιν ἀδιέξοδον τινὰς ἐξ ἡμῶν. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν πῶς θέλετε νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου χωρὶς νὰ παραβιάσω τὴν συνείδησίν μου, ἢ νὰ καταδικάσω Ὑπουργοὺς, τοὺς ὁποίους δύναμαι καλῇ τῇ πίστει νὰ νομίζω ἀθώους; Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ἀναγκασθῶ νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου εἰς ἓν ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων θεμάτων, τί θὰ προβῇ; Ὑποθέσατε, ὅτι ἔχω ἀποδείξεις, ἔχω ἐνδόμυχον πεποίθησιν, ὅτι εἷς, ἢ δύω τῶν Ὑπουργῶν ἢ τρεῖς παρεβίασαν τοὺς κειμένους νόμους· εἶμαι ἠναγκασμένος ἑπομένως νὰ δώσω ψῆφον καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου, ῥίπτων οὕτως ἄδικον γνώμην ἐναντίον ἄλλων Ὑπουργῶν, οἵτινες καὶ ὠφέλιμοι δύνανται νὰ ᾖναι· καὶ κατὰ τῶν ἄλλων δὲν θέλω βεβαίως νὰ λάβω τὴν ἁμαρτίαν νὰ ῥίψω μομφήν. Κλείσασα ἡ Συνέλευσις τὴν συζήτησιν μὲ ἀπέκλεισε διὰ τῆς ὁμιλίας μου νὰ ὑποδείξω, ὅτι τὸ ζήτημα ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ διαιρεθῇ εἰς διαφόρους προτάσεις. Καὶ ἰδού διὰ τί; Εἷς τῶν Ὑπουργῶν, ὁ παρασταθεὶς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ἡ αἰτία τῆς ὑπουργικῆς ταύτης κρίσεως. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ὡς νομίζετε, ἡ φιλαρχία, εἶναι ἡ παραίτησις ἑνὸς τῶν Ὑπουργῶν. Αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς διατελεῖ ἐνώπιον μομφῆς ἀπέναντι ἑνὸς εἰδικοῦ ζητήματος· αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς, μὴ θέλων αὐτὴν τὴν μομφὴν, δίδει τὴν παραίτησίν του. Πρέπει λοιπὸν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκφρασθῇ, ἐὰν ἡ ἐπ’ αὐτοῦ ῥιφθεῖσα μομφὴ ᾖναι δικαία ἢ ὄχι. Πῶς θέλετε ἐγὼ εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν νὰ συμπεριλάβω καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του ὡς ἀσυμβίβαστον μὲ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι τὸν θεωροῦν ὡς τὸν Ἰωνᾶν, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ῥίψουν εἰς τὴν θάλασσαν διὰ νὰ σώσουν τὸ Ὑπουργεῖον; Δι’ αὐτὸ προτείνω νὰ διαιρεθοῦν τὰ ζητήματα· (θόρυβος δεξιά). Πολὺ καλά. Σᾶς ἐξηγῶ τότε, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ δώσω ψῆφον ἐναντίον αὐτῶν.
§170ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διαφωνῶ πρῶτον μὲ τὸν Κύριον Βαλτινὸν, καὶ δεύτερον μὲ τὸν Κύριον Κόκκινον. Ὡς πρὸς τὸν πρῶτον, οὗτος εἶπεν, ὅτι ἡ ἀπωτέρω εἶναι τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχεται ἡ ἰδική του.
§171ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὄχι.
§172ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Σαριπόλου καὶ τοῦ Βαλτινοῦ εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σαριπόλου δὲν εὗρεν ὑποστήριξιν. Ἔρχονται προτάσεις κατόπιν, αἱ ὁποῖαι ἐξῆλθον ἀπὸ τὰ σπλάγχνα αὐτῆς τῆς συζητήσεως, καὶ ἡ μία ἔρχεται κατόπιν τῆς ἄλλης· (θόρυβος). Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν κατηγορήθη μόνον διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σουλιὲ, ἐγένοντο τόσαι ἄλλαι κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ μείνωσιν ἀσυζήτητοι, ἐὰν ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Βαλτινοῦ. Πρέπει νὰ συζητηθῇ ἡ κατηγορία, ἡ ἀπευθυνθεῖσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα· (θόρυβος). Ἀπορῶ δὲ μὲ τὸν Κύριον Κόκκινον, διότι ἦλθε νὰ ξεσχίσῃ τὰ πρακτικὰ, νὰ ἁρπάσῃ τὴν γνώμην τοῦ Μαυρομιχάλη καὶ νὰ τὴν ῥίψῃ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως. Πληροφορῶ τὸν Κύριον Πληρεξούσιον, ὅτι τὸ Προεδρεῖον θέτει τὰ ζητήματα, δὲν δύναται ὁ Κύριος Κόκκινος νὰ ῥίψῃ ἐκτὸς τῆς συζητήσεως πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν εἷς Πληρεξούσιος. Φρονῶ, ὅτι ἡ ἀπωτέρω πρότασις εἶναι τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, ἥτις ὅμως δὲν ὑποστηρίζεται· (θόρυβος). Ἤκουσα πρὸ μικροῦ μίαν ἔνστασιν πολὺ σπουδαίαν τοῦ Κυρίου Καλοῦ, ὅτι εἶναι ἐντροπὴ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὕστερον ἀπὸ μίαν τόσον σοβαρὰν συζήτησιν νὰ ψηφοφορηθῇ μία πρότασις, ἡ ὁποία μᾶς φέρει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§173ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον, Κύριοι, ἐνόμισα πρὸς στιγμὴν ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶχε φθάσει εἰς τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, ἥτις διήρκεσεν ἐπὶ 5 ἢ 6 ἢ 8 ἡμέρας, ἀλλ’ αἴφνης βλέπω ὡς ἐκ τῆς πληθύος τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται, ὅτι καταντοῦμεν νὰ χαθῶμεν εἰς ἀχανὲς πέλαγος, ὥστε ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας πάλιν νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν λογικὸν σημεῖον, καὶ νὰ ἐπιδείξωμεν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἡμῶν. Εἶχον δώσει μεγάλην προσοχὴν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν περὶ Κυβερνήσεως. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σαριπόλου ἦτο ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου· πρώτη πρότασις, ἥτις ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ, εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, ἀλλ’ ἤκουσα πολλὰς φωνὰς, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σαριπόλου δὲν ὑποστηρίζεται, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι πάντη περιττὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐπιψήφισιν· καὶ βεβαίως πρότασις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ δεδικασμένον, εἶναι ἀναξία νὰ τεθῇ πάλιν εἰς ἐπιψήφισιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Ἂν ὑπάρχωσί τινες ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν, πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ὑποστηρίζει τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαριπόλου ναὶ ἢ ὄχι; (θόρυβος). Ἐρχόμεθα Κύριοι, εἰς ἄλλο ἀντικείμενον· μετὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Σαριπόλου ἀναβαίνοντες τὸ βῆμα ἕτεροι συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως, ὁριζούσης τὸ Σάββατον ὡς ἡμέραν ἐπερωτήσεων κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπήγγειλαν διαφόρους ἐπερωτήσεις κατὰ διαφόρων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὧν ὑπεστήριζον ἀναφέροντες ῥητὰς πράξεις τὰς ὁποίας ἐχαρακτήριζον, οἱ μὲν ὡς πράξεις παρανόμους, οἱ δὲ ὡς πράξεις ἀποδεικνυούσας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀνίκανος νὰ διευθύνῃ τὸ πηδάλιον τοῦ σκάφους τῆς πολιτείας. Ἤκουσα νὰ λέγηται ὅτι πρόκειται περὶ κατηγοριῶν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπρόσεξα εἰς ὅλην τὴν συζήτησιν, θετικὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ὑπουργῶν, ἵνα φέρωμεν τοὺς ὑπουργοὺς εἰς δίκην, δὲν ἤκουσα, ἑπομένως πρότασις περὶ καταδίκης τῶν ὑπουργῶν δὲν ἐπαρουσιάσθη. Ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀφορῶσι μόνον τὴν ἐξέλεγξιν τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ὅσον ἀποβλέπει εἴτε τὴν ἐσωτερικὴν, εἴτε τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ πεισθῇ ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ κατέχουσα τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους. Εἰς τοῦτο ἔτεινεν ἡ συζήτησις. Ἂν, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἦτο μία Βουλὴ, τότε δὲν εἶναι ἀμφιβολία ὅτι τοιαύτη συζήτησις θέλει λήξει εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ἀφαιρῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ «δὲν σὲ θεωρῶ ἀξίαν τῆς ἐμπιστοσύνης μου καὶ ἀφίνω τότε εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν.» Ὅταν ὅμως τοιαῦται συζητήσεις γίνωνται ἐνώπιον ἡμῶν, δὲν δύνανται οὐδέποτε νὰ ἔχωσιν ὡς τελικὸν σκοπὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ εἰς τὸ ἂν ἡ Συνέλευσις ἐπιμένῃ εἰς τὸ νὰ ἔχῃ αὐτοὺς τοὺς ὑπουργοὺς ὡς ὑπουργοὺς, ἢ ἂν θέλῃ νὰ τοὺς παύσῃ καὶ νὰ τοὺς ἀντικαταστήσῃ. Εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ ἀπολήξῃ μία τοιαύτη συζήτησις. Ἡ ὄψις τῆς Συνελεύσεως δεικνύει, ὅτι μία μερὶς τῆς Συνελεύσεως ἀποτελεῖ τὴν πλειονοψηφίαν ἢ δὲν ἀποτελεῖ· ἀλλ’ ὅταν μία μερὶς τῆς Συνελεύσεως, οὐχὶ εὐκαταφρόνητος, θεωρῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι κατάλληλος, δὲν δύναται νὰ Κυβερνήσῃ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὶ πρέπει νὰ γίνῃ; ἀξιοπρεπῶς δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἂν προσδιορισθῇ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις νὰ εἴπῃ· ἀρέσκεται εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τοὺς ὁποίους ἔχει ἢ ὄχι; Ἀπέχετε δὲ, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ νὰ θέσετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης περὶ ἀνικανότητος ἢ ὄχι, διότι τὰ τοιαῦτα ζητήματα φέρουσιν εἰς δυσχερῆ θέσιν ὅλους τοὺς πληρεξουσίους, οἱ ὁποῖοι ἴσως εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην μετὰ 3, 4 ἡμέρας νὰ κάμωσιν ἐκλογὴν Κυβερνήσεως· ὅταν θέσητε, Κύριοι, ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τότε δὲν δύνασθε νὰ ἐξελέγξητε τὴν δεῖνα Κυβέρνησιν, ἐνῷ ὅταν δὲν θέσητε τοιαῦτα ζητήματα, εἶσθε ἐλεύθεροι.
§174ΔΑΓΡΕΣ. Χαρίζομεν εἰς τοὺς θέλοντας τὰ χαρτοφυλάκια, θέλομεν ὅμως νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν αἱ ἀποδοθεῖσαι κατηγορίαι εἰς τοὺς ὑπουργοὺς εἶναι ἀληθεῖς ἢ ὄχι.
§175ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἔγεινε κατηγορία περὶ ἐνοχῆς. Δὲν ἔγεινε πρότασις ἂν πρέπῃ νὰ καταδικασθῶσιν ἢ ὄχι. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, δὲν εἴμεθα Βουλὴ διὰ νὰ ἐπιδοκιμάζωμεν καὶ ἀποδοκιμάζωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Εἴμεθα Συνέλευσις· παύομεν καὶ διορίζομεν τοὺς ὑπουργούς. Ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν ἦσαν κατηγορίαι. Παρατηρῶ δὲ, Κύριοι, ὅτι καὶ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ νὰ λυθῇ ταχύτερον τὸ Κυβερνητικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας. Ἡ πρότασίς μου λοιπὸν εἶναι ἡ ἑξῆς «Ἡ Συνέλευσις προσδιορίζει ὡς ἡμέραν πρὸς ἐκλογὴν τῆς Κυβερνήσεως τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§176ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη εἰλικρινείας, ὅπως φθάσωμεν διὰ τῆς λογικῆς τάξεως τῆς θέσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἰς τὴν λύσιν αὐτῶν. Ἡ εἰλικρίνεια εἶναι ἡ πρώτη ἀρετὴ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, μάλιστα δὲ μιᾶς συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ἐδῶ τὸ ζήτημα ἐτέθη παρ’ ἐμοῦ ῥητῶς καὶ κατηγορητικῶς. Εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἔνοχον ἀδεξιότητος, ἀνικανότητος καὶ ἀδελτηρίας τὸ ὑπουργεῖον, καὶ πρέπει νὰ πέσῃ· ἦλθον μετὰ ταῦτα διάφοροι πληρεξούσιοι, οἵτινες συγχρόνως πάντες, οὐ μόνον ὑπεστήριξαν τὴν κατηγορίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπηύξησαν αὐτὴν δι’ ἄλλων κεφαλαίων· λοιπὸν πῶς ἔρχονται νῦν νὰ εἴπωσί τινες, ὅτι δὲν ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ πληρεξουσίου τοῦ Πανεπιστημίου; Καὶ τί λοιπὸν ἐκάμνομεν τόσας ἡμέρας; εἰσήχθη πρότασις· αὐτὴ ἡ πρότασις ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεως μακρᾶς, τοιαύτης μάλιστα, ὁποία μέχρι τοῦδε ἐπ’ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐγένετο. Τώρα μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ἔρχεσθε νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν ὑποστηρίζεται ἡ πρότασίς μου; τοῦτο ἔπρεπε νὰ γίνῃ κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἀνέβην τὸ βῆμα ὅπως εἰσαγάγω καὶ ἀναπτύξω τὴν κατηγορίαν· τότε ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ ὁ Πρόεδρος, ἂν ὑποστηρίζηται ἡ πρότασίς μου, ἢ ὄχι; καὶ ἂν δὲν ἀνίστατο οὐδεὶς πληρεξούσιος, ἡ πρότασις ἐκείνη ἔπρεπε νὰ ῥιφθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα, καὶ δὲν ἤθελε γίνει συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς οὐδεμία, οὐδεμία ἤθελε γίνει ἀνάπτυξις, τὸ πᾶν ἤθελεν εἶσθαι τετελεσμένον· σήμερον ὅμως μετὰ ὀκταήμερον συζήτησιν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, εἶναι μάλιστα παρὰ τοὺς κανονισμοὺς τῶν κοινοβουλευτικῶν σωμάτων, εἶναι παρὰ τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς, νὰ ἔρχησθε νὰ λέγητε, ὅτι ὅσα ἐῤῥέθησαν εἶναι περιττὰ, ἡ κατηγορία δὲν ὑφίσταται. Ἀλλὰ τί συνέβη; ἐγὼ μὲν εἶχον ἀγορεύσει ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς· καθ’ ὅσον ἀντελήφθην ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ τούτῳ περιβόλῳ, ἐκεῖνο μόνον ἐγνώριζον, καὶ ἐκεῖνο μόνον ὑπεστήριξα, καὶ τὸ ὑπεστήριξα ἱκανῶς, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, μετὰ ταῦτα ὅμως ἦλθον καὶ ἄλλοι πληρεξούσιοι, οἵτινες εἰσήγαγον ἄλλα κεφάλαια κατηγορίας. Ὅταν τὸ ὑπουργεῖον κατηγορῆται διὰ μίαν πρᾶξιν, ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τὰ κοινῶς ἐν τῇ πολιτικῇ παραδεδεγμένα, ἀφοῦ ἅπαξ ἀνοιχθῇ ἡ βίβλος τῆς ἐνοχῆς, δύναται πᾶς ἄλλος τῶν πληρεξουσίων νὰ εἰσαγάγῃ διάφορα ἄλλα κεφάλαια κατηγοριῶν καὶ νὰ τὰ ἀναπτύξῃ, ἀλλ’ ἀφορμὴ, ἀφετηρία τρόπον τινὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ τούτου ἀγῶνος, εἶναι πάντοτε ἡ πρώτη εἰσαχθεῖσα πρότασις, ἥτις εἶναι ἡ βάσις, τὸ θεμέλιον. Τὴν πρότασιν ταύτην ἔκαμεν ὁ πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου. Ὅλως δ’ ἐναντία αὐτῇ ἐπῆλθε μία ἄλλη πρότασις ὅλως διόλου ἀθωωτικὴ, ἥτις σᾶς λέγει, ὅτι ὅλαι αὗται αἱ κατηγορίαι εἶναι ἀνυπόστατοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἀθῶον, ἁγνὸν καὶ λευκὸν ὡς περιστερά· ποία λοιπὸν εἶναι ἡ ἀπωτάτω πρότασις; βεβαίως ἡ ὅλως ἀντίθετος τῇ βάσει. Ἡ εἰσαγωγὴ λοιπὸν ἑνὸς ψηφίσματος, ὅπως εἰσήγαγον ἐγὼ αὐτὸ, ἑνὸς κατηγορητηρίου καθ’ ὅλης τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ βάσις. Τί λέγει ὁ κανονισμὸς ἐν ἄρθ. 38 αὐτοῦ, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι τὸ κύριον ζήτημα, αἱ δὲ ὑποτροπολογίαι, καὶ αἱ ἄλλαι τροπολογίαι εἶναι ἡ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον μεμακρυσμένη θέσις τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ τίς ὁ μὴ πειθόμενος ὅτι ἡ ἀπωτάτω πρὸς τὴν κατηγορίαν κειμένη τροπολογία εἶναι ἡ πρότασις τῆς ἀθωώσεως; ἐὰν περάσῃ αὐτὴ ἡ πρότασις, ἡ τῆς ἀθωώσεως δηλονότι, τὸ πᾶν εἶναι τετελεσμένον, ἐὰν δ’ ἀποτύχῃ, ἔρχεται τότε εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις, ἥτις εἶναι ἡ μετ’ αὐτὴν ἀπωτέρα, τοὐτέστιν ἡ λέγουσα ὅτι εἶναι μὲν ἔνοχον τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλ’ οὐχὶ τόσον βαρείας εὐθύνης, τόσον μεγάλης κατηγορίας, ὅσην ἀνέπτυξεν ὁ πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου, εἶναι ἐν ἄλλοις λόγοις ἔνοχον, εἰς ἥττονα ὅμως βαθμὸν, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ· ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι καὶ αὕτη ἀποτυγχάνει, διαδέχεται αὐτὴν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ῥήγα, ὅτι πρέπει νὰ διαταχθῇ περαιτέρω ἀνάκρισις περὶ τῶν πράξεων τοῦ ὑπουργείου· ἂν ἐπιτύχῃ αὐτὴ, τότε πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἄλλως ἔρχεται ἡ τοῦ Κ. Μεσσηνέζη· τελευταία δὲ πασῶν εἶναι ἡ ἐμὴ, ὡς ἡ βαρυτάτας εὐθύνας καὶ μομφὰς προστρίβουσα τῇ Κυβερνήσει.
§177ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ποία πρότασις πρέπει πρῶτον νὰ προταχθῇ, σᾶς ὡμίλησεν ὁ Κ. Σαρίπολος, ἐγὼ εἶμαι συμφωνότατος μὲ τὴν ἰδέαν του, ὅτι ἡ ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, ἡ ὁποία ἐγκρίνει τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπουργείου ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπωτέρω ἐκ τῆς βάσεως καὶ τῆς κατηγορίας. Τώρα ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, ἂν ὅσα εἶπεν ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ Κ. Μεσσηνέζης, εἶναι ὀρθὰ καὶ δίκαια, ἂν ἔπρεπε ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ ἄνδρα νομομαθῆ. Λέγω, Κύριοι, ὅτι οὔτε ὀρθὰ εἶναι, οὔτε δίκαια, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Ἡ πρώτη βάσις τῆς κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑπουργείου εἶναι ἡ τοῦ πληρεξουσίου τοῦ Πανεπιστημίου, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν ἄλλοι πληρεξούσιοι μετ’ αὐτόν· τὴν δὲ κατηγορίαν αὐτὴν τὴν συνέδεσαν μετὰ ταῦτα μὲ πολλὰς ἄλλας, διὰ νὰ καταστήσωσιν αὐτὴν ἔτι μᾶλλον ἐπιβαρυντικήν· ἔρχεται ὁ Κ. Μεσσηνέζης καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν εἴμεθα Βουλὴ, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα, ἀφοῦ ῥίψωμεν τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ ἐννοήσωμεν καὶ ὅτι τὸ κατεδικάσαμεν· εἶναι δύο καταδίκαι, Κ. Μεσσηνέζη, καὶ ἔπρεπε νὰ τὰς γνωρίζῃς· εἶναι ἡ ἠθικὴ καταδίκη, ἡ ὁποία εἶναι σπουδαιοτέρα διὰ πολιτικὸν ἄνδρα, καὶ ἡ ποινικὴ, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ κακοῦργοι εἰς τὰ κάτεργα· ἀπαγγέλλονται λοιπὸν ἐπὶ 8 ἡμέρας διάφοροι κατηγορίαι, τὸ ὑπουργεῖον φέρει διαφόρους ὑπερασπίσεις καὶ ἀποδείξεις· κατὰ τὴν ἰδέαν τῶν ὑπουργῶν καὶ τὴν ἰδικήν μου, ὅλαι αὐταὶ αἱ κατηγορίαι δὲν ἦσαν τίποτε, δὲν εἶχον ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ ῥίψωσι τὴν Κυβέρνησιν. Ὤφειλεν ἡ Συνέλευσις πρῶτον ν’ ἀποφανθῇ ἂν ἡ Κυβέρνησις τόσον ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, ὅσον καὶ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγορήθη, εἶναι ἔνοχος ἢ ὄχι· καὶ ἂν ᾖναι ἔνοχος τότε ἀναμφιβόλως πίπτει. Ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀναπτύξῃ κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑπουργείου, καὶ σᾶς τὸ εἶπον ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ Βάλβη· σᾶς εἶπον, φέρετε καθαρὰ τὴν πρότασιν, ὅτι ἡ Συνέλευσις νομίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν πορείαν αὐτῆς· ὅταν φέρετε κατηγορίαν, πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ δώσητε τὴν ψῆφόν σας, ἂν ᾖναι ἔνοχος ἢ ὄχι (θόρυβος).
§178ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§179ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ἐφωτίσθησαν νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι), ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Εἶναι 2 συστήματα· κατὰ τὸ μὲν πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ· ὅσοι δέχονται νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ νὰ εἴπωσι ναὶ, ὅσοι δέχονται τὴν τοῦ Κ. Μεσσηνέζη νὰ εἴπωσιν ὄχι.
§181ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Μεσσηνέζη εἶναι μία ἐκ τῶν πολλῶν καὶ τὸ ζήτημα εἶναι ἄν θὰ προηγηθῇ ἡ ἰδική μου καὶ κατόπιν μία ἐκ τῶν ἄλλων ὅλων.
§182ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ ζήτημα ἐτέθη πολὺ καλὰ ὑπὸ τοῦ Προέδρου.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς τοῦ δικαίου τίθενται αὐταὶ αἱ 2 προτάσεις.
§184ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω ὅτι δικαιότερον εἶναι, Κ. Πρόεδρε, νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ μόνον· ὅσοι τὴν παραδέχονται λέγουσι ναὶ, ὅσοι δὲν τὴν παραδέχονται λέγουσιν ὄχι.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναὶ εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Βαλτινοῦ, ὄχι ἡ τοῦ Μεσσηνέζη καὶ πρόκειται μόνον περὶ τῆς προτεραιότητος.
§186ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ οὕτω τὸ θέμα, διότι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Μεσσηνέζη δὲν ἀποφαίνεται διόλου (θόρυβος).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ναὶ εἶναι νὰ τεθῇ κατὰ προτίμησιν εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ· τὸ ὄχι νὰ τεθῇ ἡ τοῦ Κ. Μεσσηνέζη.
§188ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι, Κύριε Πρόεδρε.
§189ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι, νὰ συζητήσωμεν καθαρά· ἐγὼ ὁ ἴδιος (θόρυβος ἀριστερόθεν). Νὰ ἐξηγήσω τὴν πρότασίν μου, ἂν δὲν τὴν ἐννοῆτε. Ἐγὼ ὁ ἴδιος θέλω νὰ πέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον (θόρυβος).
§190ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προκαλέσητε τοιαύτην ἀπόφασιν, δὲν ἀποφασίζεται οὕτως ἡ τιμὴ ἀνθρώπων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἡ πλειονοψηφία αὕτη ἔχει συναίσθησιν, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των. Θέλομεν νὰ λυθῇ πρῶτον, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς κατηγορίας (θόρυβος μέγας! κρούεται ὁ μέγας κώδων).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι, παρακαλῶ, ν’ ἀκροασθῆτε. Μία μεγάλη μερὶς πληρεξουσίων παραπονεῖται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς προτάσεως τοῦ Βαλτινοῦ μαζῆ μὲ τὸ ἄλλο τοῦ Κ. Μεσσηνέζη, ἀλλ’ ὅτι, ἀφοῦ τεθῇ τὸ ναὶ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ καὶ ἀποτύχῃ, τότε νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ δεύτερον. Ἀμηχανῶ δὲ ποῖον ζήτημα ἐκ τῶν 2 πρέπει νὰ θέσω.
§192ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶναι ὁ κανονισμός, Κύριε Πρόεδρε.
§193ΔΑΓΡΕΣ. Εἰς ποίαν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν ἀπηντήσατε, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐψηφοφορήθησαν εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ψηφοφορίαν τέσσαρες προτάσεις; Κ. Πρόεδρε, ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἐνθυμηθῆτε, ἂν ὑπῆρξέ ποτε Προεδρεῖον θέσαν τὸ ζήτημα οὕτω πως.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ τὸ λέγετε εἰς ἐμὲ, Κύριε Δαγρὲ, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀντιλέγοντας συναδέλφους σας.
§195ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μεσσηνέζη αἴφνης δυνάμεθα ὅλοι νὰ συμφωνήσωμεν, αἴφνης δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι πρέπει ἄλλο ὑπουργεῖον νὰ ἔλθῃ. Λοιπὸν πῶς θέλετε νὰ ἑνωθῇ ἡ ψηφοφορία τῆς προτάσεώς μου, ἥτις πρόκειται ν’ ἀθωώσῃ ἢ νὰ καταδικάσῃ τὸ ὑπουργεῖον, μὲ τὴν τοῦ Μεσσηνέζη; Θὰ ῥίψωμεν τὸ ὑπουργεῖον αἴφνης, διότι δὲν τὸ θέλομεν, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω... (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, προσέξατε (θόρυβος). Καθήσατε, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, παύσατε τὰς συνδιαλέξεις. Χάριν συντομίας, πρὸς οἰκονομίαν χρόνου, ἐνόμισα ὡς Πρόεδρος, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀπεφάσισεν ἀκόμη ἡ Συνέλευσις, νὰ θέσω τὸ ζήτημα σύνθετον, οὕτως εἰπεῖν, ἀφοῦ φωνάζουσιν οἱ μὲν ἡ μία πρότασις νὰ προηγηθῇ, οἱ δὲ ἡ ἄλλη. Ὅθεν ἐνόμισα, ὅτι τοῦτο ἠδύνατο νὰ διευκολύνῃ καὶ τὰς δύω μερίδας, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἀπεφάσισεν ἀκόμη ἡ Συνέλευσις· ὥστε τὸ εἰς ψηφοφορίαν θέμα δὲν εἶναι εἰσέτι ὡρισμένον.
§197ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρωτήθη ἡ Συνέλευσις καὶ ἀπεφάνθη νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε, Κύριοι, μίαν πεισματώδη ἐναντίωσιν ἐκ μέρους πολλῶν πληρεξουσίων· δὲν ἠξεύρω ὁπόσοι εἶναι, οἱ ἡμίσεις ἢ οἱ πλείονες, οἵτινες λέγουν, ὅτι δὲν δέχονται τοιοῦτον τρόπον συγχρόνου ψηφοφορίας· τῳόντι πρέπει κατὰ τὸν κανονισμὸν ἑκάστη πρότασις νὰ ψηφοφορῆται χωριστὰ, ὥστε τώρα μένει τὸ ἑξῆς ζήτημα. Εἶναι δύω προτάσεις, αἱ κυριώτεραι τοὐλάχιστον, διότι ὑπάρχει μὲν καὶ τρίτη τις μεσαία...
§199ΤΙΝΕΣ. (ἀριστερόθεν). Δὲν ὑποστηρίζεται.....
§200ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Τὴν ὑποστηρίζω ἐγὼ, Κ. Πρόεδρε, δώσατέ μοι τὸν λόγον, παρακαλῶ, ἔχω μίαν νέαν πρότασιν.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς προτεραιότητος· λυποῦμαι διότι ἐφ’ ἑκάστου, καὶ τοῦ ἐλαχίστου ζητήματος, ἐξάπτεσθε.
§202ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν) Ἀπεφάνθη ἡ Συνέλευσις νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν θεωρίαν, βλέπομεν, ὅτι ἡ ἀπωτέρω πρότασις πρέπει νὰ προηγῆται, δὲν ἐλύθη ὅμως τοῦτο ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως δι’ ἀναστάσεως, μένει δὲ εἰς ὑμᾶς νὰ τὸ ἀποφασίσητε, ἐπιμένουν ὅμως τινὲς ὅτι, διὰ νὰ μὴ ἔλθωμεν εἰς μεγαλειτέρας περιπλοκὰς, πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ πρώτη ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ καὶ κατόπιν ἡ τοῦ Κ. Μεσσηνέζη καὶ μετέπειτα ἔρχονται αἱ ἄλλαι.
§204ΔΑΓΡΕΣ. Τοῦ Σαριπόλου τί ἔγεινε; (θόρυβος) Προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἡ Συνέλευσις ἂς ἀποφανθῇ ὅ,τι θέλει· δὲν πρέπει ὅμως νὰ δώσωμεν τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν εἰς τὸ κοινὸν, εἰς τὸ ἔθνος, εἰς τὴν ἱστορίαν. (θόρυβος ἀριστερόθεν)
§205ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἀπωτέρω εἶναι εἶναι ἡ ἀθωωτική.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταξὺ τῶν προτάσεων τούτων θὰ ἀποφασισθῇ ποία ἔχει τὴν προτεραιότητα, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀπωτέρω εἶναι ἐκείνη, ἥτις τείνει εἰς τὸ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ πάσης κατηγορίας.
§207ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§208ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὄχι, Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἔτσι, δώσατέ μας τὸν λόγον.
§209ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις, Κ. Πρόεδρε, δι’ ἀναστάσεως νὰ προηγηθῇ ἡ τοῦ Κ. Βαλτινοῦ.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει, Κύριοι, νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν μίαν συγκεκριμένως, ἄλλως θὰ πέσωμεν πάλιν εἰς περιπλοκάς.
§211ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρω.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ τοσοῦτον ἐπιμένετε ἑκατέρωθεν, θὰ ἐρωτήσω ποία τῶν δύο προτάσεων εἶναι ἡ ἀπωτέρα, ἀλλὰ πῶς νὰ διατυπώσω τὴν ἐρώτησίν μου, χωρὶς νὰ διεγερθῶσι πάλιν ἀντιῤῥήσεις;
§213ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐρωτήσατε, ἂν ἡ ἰδική μας εἶναι ἡ ἀπωτέρω.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ὅσοι θεωροῦν, ὅτι ἀπωτέρω εἶναι, καὶ ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ πρώτη ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, θὰ εἴπωσι ναί· ὅσοι νομίζουν, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ἀπωτέρω, θὰ εἴπωσιν ὄχι.
§215ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν, Κύριοι, σᾶς ἀναγγέλλω τὸ θέμα, διὰ νὰ μὴ ἔχετε παράπονα. Ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προτεραιότητος ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, θὰ εἴπωσι ναί· ὅσοι δὲν νομίζουσι τοῦτο, θὰ εἴπωσιν ὄχι.
§217ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἐκ τῆς ψηφοφορίας ἐξαχθῇ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ δὲν εἶναι ἡ ἀπωτέρω, ποία θὰ ᾖναι;
§218ΠΟΛΛΟΙ. Τότε θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς ἄλλας.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, μένουν δύο ἄλλαι προτάσεις, ἡ τοῦ Κυρίου Μεσσηνέζη, εἰς ἣν συνεχωνεύθη καὶ ἡ τοῦ Κ. Καλοῦ, καὶ ἡ τοῦ Κ. Σαριπόλου. Λοιπὸν, Κύριοι, ἠκούσατε τὸ θέμα; τὸ θέμα ἔχει οὕτως· ἡ προτεραιότης τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ ἐμφαίνεται διὰ τοῦ ναὶ, τὸ ὄχι ἐνδεικνύει τὰς ἄλλας (συνδιαλέξεις τινῶν πληρεξουσίων μετὰ τοῦ Προέδρου παρὰ τὸ βῆμα).
§220ΠΟΛΛΟΙ (Δεξιόθεν). Κύριε Πρόεδρε, τί καθήμεθα; τὸ θέμα ἐτέθη, ἂς ἀρχίσῃ ὁ κατάλογος.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ ἐζήτουν τινὰς ἐξηγήσεις περὶ τοῦ θέματος.
§222ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. (γραμματεὺς) Ὅσοι θεωροῦν ὡς ἀπωτέραν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ λέγουσι ναὶ, ὅσοι θεωροῦν, τὰς ἄλλας λέγουσιν ὄχι.
§223ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· δὲν ἐτέθη οὕτω τὸ θέμα, ἀλλ’ ὡς ἑξῆς· «ὅσοι θεωροῦν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ ὡς ἀπωτέρω λέγουσι ναὶ, ὅσοι δὲ δὲν τὴν θεωροῦν λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, 231 εἶναι οἱ ψηφοφορήσαντες· 125 εἶπον ναὶ, καὶ 105 ὄχι, ὥστε θὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ.
§225ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα πλέον, Κύριε Πρόεδρε.
§226ΠΟΛΛΟΙ. (Δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι. Τώρα, Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία καὶ ἂς φύγουν.
§227ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Εἶσθε σεῖς, οἱ φεύγοντες, οἱ ὁποῖοι φωνάζετε, ὅτι τὸ κράτος εὑρίσκεται εἰς ἀναρχίαν; εἶσθε σεῖς, οἱ φεύγοντες, οἱ ὁποῖοι λέγετε ὅτι κήδεσθε ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων; (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ὑπὸ τῶν πληρεξουσίων καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§228ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν) Εἰς τὴν ψηφοφορίαν, Κ. Πρόεδρε.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ καθήσατε, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις.
§230ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Ὅπως αὐτοὶ χθὲς ἐφώναζον, ὅτι ἐκουράσθησαν καὶ ἔφυγον, οὕτω καὶ ἡμεῖς σήμερον.
§231ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐμπρὸς καὶ ὅσοι θέλουν ἂς φύγουν.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Ζέρβα, ἔλθετε ὡς ψηφολέκτης.
§233ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἠμπορῶ.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλθετε ὑμεῖς, Κ. Δεπάστα.
§235ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κ. πρόεδρε, δι’ ἀναστάσεως νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥάλλη, ἔλθετε ὡς ψηφολέκτης. Ἀκούσατε, Κύριοι, ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βαλτινοῦ θὰ εἴπωσι ναὶ, ὅσοι δὲν τὴν παραδέχονται θὰ εἴπωσιν ὄχι.
§237ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον· (ἀναβαίνει ἐπὶ τοῦ βήματος θόρυβος).
§238ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ζητῶ ἀναβολὴν, Κύριοι.
§239ΠΟΛΛΟΙ. Κάτω! κάτω! τὸν κατάλογον, Κ. Πρόεδρε, τὸν κατάλογον!
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ ὑπὸ ψηφοφορίαν πρότασις. «Ἡ συνέλευσις ἐγκρίνει τὴν διαγωγὴν τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ καὶ τοῦ Ναυπλίου, ἀποκρούει δὲ τὰς λοιπὰς κατηγορίας κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, αἵτινες συνεζητήθησαν». Ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν ταύτην θὰ εἴπουν ναὶ, οἱ ἄλλοι ὄχι.
§241ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ, οἱ ἐνδιαφερόμενοι, δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορήσουν.
§242ΖΑΪΜΗΣ. Προτείνω νὰ μὴ ψηφοφορήσουν καὶ ὅσοι θέλουν νὰ γείνουν ὑπουργοί. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα· 166 εἶναι οἱ ψηφοφορήσαντες· 118 εἶπον ναὶ, 18 ὄχι καὶ 30 ἠρνήθησαν ψῆφον, ὥστε ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ὥρα 7 παρὰ 25/60 Μ. Μ.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις.
Ὁ Πρόεδρος
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ.
Οἱ Γραμματεῖς Α. Σωμάκης.