1863.06.14
2.790 στίχοι · 22.055 λέξεις · 193 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΚΓʹ.
Τῆς 14 Ἰουνίου 1863.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 9 π. μ. τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Ἀντωνιάδης. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας. Ἅπαντα τὰ θεωρεῖα τοῦ ἀκροατηρίου, ὡς καὶ τὸ τοῦ διπλωματικοῦ σώματος, εἶναι πληρέστατα· τὸ τοῦ ὡραίου φύλλου ἐπίσης.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὑπάρχει πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Μαντινείας Κ. Ἀντωνοπούλου, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαιτεῖ νὰ σταλῇ μία ἐπιτροπὴ εἰς Ναύπλιον διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ αἴτια τῆς καταστάσεως τοῦ Ναυπλίου σήμερον.
§2ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ συζητηθῇ ἡ κατάστασις τοῦ Ναυπλίου καὶ μετὰ ταῦτα νὰ σταλῇ ἡ ἐπιτροπή. Ἂς ἔλθῃ ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ προσδιορισθῇ μία ἡμέρα.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ τηρηθῇ ἡ τάξις Κ. Πρόεδρε· πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν λόγον του ὁ Κ. Πετσάλης.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρεμπίπτουσα πρότασις.
§6ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν, ὁ Κ. Ἡρ. Πετμεζᾶς εἶπεν, ὅτι, καθὼς εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, τὴν Ἀκαρνανίαν μοὶ φαίνεται, ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε τὰ πράγματα σπουδαῖα καὶ ἔστειλεν ἀντιπροσώπους αὐτῆς νὰ ἐξετάσῃ, οὕτω καὶ σήμερον συμφέρει εἰς τὸ κράτος νὰ γείνῃ σπουδαία ἐξέτασις· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ τὴν ἐξέτασιν αὐτὴν, οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ διότι οἱ κάτοικοι ἤ τινὲς τῶν κατοίκων, ὅπως θέλετε, τῆς Ναυπλίας, ἀπέδωκαν εἰς αὐτὴν ἰδιότητας, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἔρχομαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι κακαὶ, ἀλλ’ εἶπον αὐτοὶ, ὅτι δὲν εἶναι καλαὶ, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι πρέπον ἤδη νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα οἴκοθεν, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων αὐτῶν εἰς μίαν πενταμελῆ ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν μελῶν της διὰ κληρώσεως· διότι μεταξὺ ὅλων τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ ἐμπιστοσύνη, ἥτις ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην μερίδα· διότι ὅλοι τείνουσιν εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ νόμου καὶ τοῦ πολίτου, ὅστις κατὰ τὴν κρίσιν του προσβάλλεται. Προτείνω λοιπὸν νὰ κληρωθῇ πενταμελὴς ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως καὶ ν’ ἀποσταλῇ ἄνευ ἀναβολῆς—βλέπετε, ὅτι εἶναι κατεπείγουσα,—διὰ νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Ἀπόκειται εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ κατεπείγουσαν ἢ μή· καὶ ἂν ὑποστηρίζεται ἀπὸ κανένα ἡ πρότασίς μου, ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις.
§7ΖΕΡΒΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ προβῇ κατὰ τὴν τάξιν της· τὰ παρεμπίπτοντα πρέπει νὰ λείψουν· ὅλοι τὰ γνωρίζομεν τὰ τοῦ Ναυπλίου καὶ οἱ ὑπουργοὶ μᾶς εἶπον, ὅτι τίποτε δὲν ἠκολούθησεν, ἀλλ’ ὑπάρχει γαλήνη. Παρακαλῶ τὸν Κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τακτικὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως καὶ νὰ ἔλθῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ διακοπεὶς προχθές.
§8ΛΑΣΚΑΡΙΔΗΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ζέρβα.
§9ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ, Κ. Πρόεδρε, ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἀντωνοπούλου.
§10ΛΟΝΤΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀπὸ τοῦ στόματος κανενὸς ὑπουργοῦ δὲν ἠκούσατε, ὅτι τὰ πράγματα τοῦ Ναυπλίου εἶναι εἰς ὁμαλὴν καὶ κανονικὴν κατάστασιν, καὶ θέλω ὑποβάλλει εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι, στηριζόμενος εἰς τὰ ἐπίσημα καὶ δημόσια ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχω· ἀλλ’ ἐπειδὴ τινὲς ἐπιθυμοῦν νὰ ἐξακολουθήσῃ κατὰ τάξιν ἡ συζήτησις, ἐγὼ ὑποχωρῶ καὶ ἂς ἐξακολουθήσῃ ὁ Κ. Πετσάλης.
§11ΗΛΙΑΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ Λακωνία εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν ἀναρχίας· ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε νὰ συνεννοηθῇ μὲ τοὺς Πληρεξουσίους διὰ νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα· εἶναι ἐποχὴ σήμερον ἡ Συνέλευσις νὰ μάθῃ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, εἴπομεν νὰ μὴ διακοπῇ ἡ προχθεσινὴ συζήτησις.
§13Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἐξακολουθῶ τὸν λόγον μου ἔνθεν ἡ εὐγενὴς συμπεριφορὰ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μὲ διέκοψε. Πρὸ πάντων νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ κάμω μίαν ἐξήγησιν, ὅτι ἐγὼ ἐξ οὐδενὸς προσωπικοῦ λόγου δὲν ὠθοῦμαι νὰ κατηγορήσω τὴν διαγωγὴν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ τῆς ἠθικῆς, χάριν τῆς ἡσυχίας, ὅτι πρέπει νὰ δείξῃ εἰς τοὺς λαοὺς τῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι δὲν τοὺς ἐγκαταλείπει εἰς οὐδενὸς τὴν φιλαρχίαν. Ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ δώσω τὰς διασαφήσεις, εἰς τὰς ὁποίας μὲ προσεκάλεσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς δίκης τῶν γαιῶν Ἁγίου Φλώρου, διότι, ὡς ἐνθυμεῖται τὸ σεβαστὸν τοῦτο Σῶμα, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο διεκόπη ἡ ὁμιλία μου. Ἡ δίκη τῶν γαιῶν τοῦ Ἁγίου Φλώρου τῶν Καλαμῶν ἐσυζητήθη πρωτοδίκως καὶ ἀπέβη ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ἀκολούθως δι’ ἐφέσεως μετεβιβάσθη εἰς τὸ ἐφετεῖον ἐδῶ καὶ ἐσυζητήθη κατὰ τὴν 29 Ἰανουαρίου, ὅτε ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐδημοσιεύθη δὲ ἡ ἀπόφασις κατὰ τὰς 2 Ἀπριλίου, ὅτε ἦτο ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὴν δίκην αὐτὴν δὲν δύναται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἔχει συμμετοχὴν ὁ Κύριος πενθερός του, διότι ὑπάρχουν τὰ δημόσια συμβόλαια, τὰ ὁποῖα τὸ ἐπιμαρτυροῦσιν· ἀπελείπετο δὲ ἀφανὴς, διότι ἤθελεν ἐξωδίκως νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Αἱ γαῖαι αὗται, Κύριοι, τοῦ Ἁγίου Φλώρου εἶναι σημαντικωτάτης ἀξίας, εἶναι γαῖαι πρώτης ποιότητος ποτιστικαί· τὸ δημόσιον μετὰ τῆς ἀποζημιώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν κατεδικάσθη, σὺν τῇ παραχωρήσει τῶν γαιῶν ζημιοῦται 300,000 δραχμῶν ἀντὶ πέντε, ἀντάλλαγμα τῶν γραμματίων μὲ τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ ἀποκτήσουν αὐτὰς τὰς γαίας. Ἕκαστον στρέμμα αὐτῶν τῶν γαιῶν ἀξίζει 500 δραχμὰς, πέντε χιλιάδας δραχμὰς ἀξίζουν τὰ γραμμάτια τὰ Κρητικὰ, καὶ ἐν τούτοις τὸ δημόσιον καταδικάζεται ν’ ἀποδώσῃ 506 στρέμματα γῆς πρώτης ποιότητος, κειμένης εἰς τὴν θέσιν Ἁγίου Φλώρου. Εἶπον, ὅτι εἶναι ποτιστικαὶ καὶ οὐχὶ βαλτώδεις, διότι δὲν ἀναβρύουσιν ἐντὸς αὐτῶν τῶν γαιῶν ὕδατα, ἀλλὰ φθάνουσιν ἔξωθεν ἐκ τοῦ ποταμοῦ, καὶ τὰ ῥεῖθρα τούτου μετακινούμενα τὰς καθιστῶσι μὴ βαλτώδεις. Ἐξ ἐναντίας, Κύριοι, εἶναι πασίγνωστον — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν δημοσίαν συνείδησιν νὰ ὁμολογήσῃ, ἂν αὐταὶ αἱ γαῖαι δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν ἀξίαν, ἀφομοιούμεναι μὲ τὰς γαίας τῆς Μακαρίας. Ἀπορῶ ὅμως, Κύριοι, πῶς, ἐνῷ ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παρήγγειλε τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους νὰ διακόψωσι πᾶσαν συζήτησιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου εὑρισκομένων εἰς τὰ δικαστήρια κατὰ τὴν ἔκνομον ταύτην κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, ὡς ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως, πῶς ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἐνταῦθα δὲν ἔκαμεν ἔνστασιν εἰς τὸ δικαστήριον, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ ἐνταῦθα ἐφετεῖον; καὶ πῶς δηλ. ἡ αὐτὴ ἐγκύκλιος ἐφηρμόσθη ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους ἀντιδίκους τοῦ δημοσίου! Διελθὼν τὴν ἀπόφασιν δὲν εἶδα ποσῶς κᾀμμίαν τοιαύτην ἔνστασιν ἀναβολῆς· ἡ ἐξαίρεσις λοιπὸν αὕτη καὶ ἡ ἔκβασις τῆς δίκης ἠμποροῦν νὰ θεωρηθῶσι τυχαῖαι; οἱ γεωργοί, Κύριοι, οἱ καλλιεργηταὶ αὐτῶν τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ὑπερησπίσθησαν μὲ τὸ αἷμά των, αὐτοὶ ἀναφέρονται γογγύζοντες καὶ κλαίοντες εἰς τὴν Συνέλευσιν, αἰτοῦντες δικαιοσύνην καὶ προστασίαν ἵνα μὴ τοὺς καταστήσῃ εἵλωτας τῆς ἐργολαβίας τῶν Κρητικῶν γραμματίων· αὐτοὶ παραπονοῦνται, ὅτι τὰς κατέχουσι πρὸ τόσων ἐτῶν, ὅτι ἐντεῦθεν πορίζονται τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεώς των, καὶ μολαταῦτα, λέγουν, ἀγνοοῦμεν πῶς κατωρθώθη ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου, ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν ἡμῶν καὶ νὰ γείνουν λάφυρον τῆς ἀπληστίας τῶν ἐργολάβων τῶν Κρητικῶν γραμματίων. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ἐνταῦθα εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπάρχει μία ἑταιρία, ἥτις ἔχει ὡς ἀντικείμενον τὴν ἐργολαβίαν αὐτῶν τῶν Κρητικῶν γραμματίων, πρὸς ζημίαν ἐθνικὴν καὶ πρὸς ζημίαν τῶν κατοίκων. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὁποῖα κωλύματα ἐπαρουσιάζοντο εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν· διότι ὑπάρχει αὐτὸς ὁ σκοπὸς, ὅστις σήμερον ἐκδηλοῦται, ἤτοι ὁ σκοπὸς νὰ ἀναγκάσωσι τοὺς κατόχους τῶν Κρητικῶν γραμματίων, ἀπελπισθέντας νὰ πωλήσουν αὐτὰ ἵνα περιέλθουν εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ καταλάβωσιν οὐχὶ τὰς ἀναλόγους γαίας, τὰς ὁποίας ὥρισε τὸ Ἔθνος πρὸς ἐξαργύρωσιν αὐτῶν, ἀλλὰ τῆς πρώτης ποιότητος, τῆς Λακωνίας, τοῦ Ἕλους, τοῦ Φλώρου καὶ ἄλλων μερῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον, πρέπει ἡ Συνέλευσις ν’ ἀποφασίσῃ, ὅτι ἡ πώλησις αὐτῶν τῶν γραμματίων δὲν συγχωρεῖται, καὶ νὰ συστήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ταχεῖαν πραγματοποίησιν ὑπὲρ ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων τὸ Ἔθνος ἐξέδωκεν αὐτά. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἡ ὑπεράσπισις τοῦ Δημοσίου ἦτον ἐλλιπὴς, διὰ νὰ μὴ εἴπω προδοτική. Ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι αὐτὰ τὰ γραμμάτια πωλοῦνται πρὸς 10 καὶ 15 δραχμὰς, ἐν τούτοις τὸ Δημόσιον δὲν εἶπεν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τὶ ζητεῖς σὺ, Ἀντωνιάδη, γαίας, ὅστις παρουσιάζεσαι καλύπτων ἄλλα πρόσωπα; ὅσα ἔδωκες, τόσα θὰ σοῦ δώσῃ τὸ Δημόσιον. Ὅτι, Κύριοι, αὐτὰ ὅλα δὲν εἶναι τυχαῖα, ἀλλὰ προδιωργανίζοντο καὶ ἀπὸ σκοποῦ, ἔρχομαι νὰ σᾶς ἀποδείξω καὶ ἓν ἄλλο· ἡ ἀπόφασις τῶν Ἐφετῶν στηρίζεται εἰς μίαν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν γαιῶν τοῦ 1857, ἡ ὁποία ἵνα διευκολύνῃ τὴν πραγματοποίησιν τῶν Κρητικῶν γραμματίων ὑπὲρ τῶν ἐργολάβων χαρακτηρίζει τὰς βαλτώδεις γαίας ὡς τρίτης ποιότητος γαίας, ὅπως, συμπεριλαμβανομένων εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην καὶ τῶν τῆς Μακαρίας καὶ τοῦ Φλώρου καὶ Ἕλους, διὰ τούτων οἱ κάτοχοι πραγματοποιήσωσι τὰ γραμμάτια. Ἐδῶ εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου.
§14ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ την.
§15ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἰδοὺ τὶ λέγει· Ἀναγινώσκει τὴν ἀπόφασιν τῶν Ἐφετῶν.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι κατὰ τὸ 57.
§17ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα, αὐτὸ τὸ παραδέχομαι, εἶμαι εἰλικρινής. Ἐν τούτοις τὰ πράγματα δὲν ἠμποροῦν νὰ μεταβληθοῦν, ὅτι ἡ ἑταιρία αὐτὴ ὑπάρχει συστημένη, ἔχουσα ἀρχηγὸν κἄποιον Ἀντωνιάδην καὶ ὑπ’ αὐτὸν κρυπτόμενα ἄλλα πρόσωπα, εἶναι γνωστὸν, ἐπικαλοῦμαι τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ τῆς Συνελεύσεως.
§18Κ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὺς κατηγορεῖτε ἢ τὸν Ὑπουργόν;
§19ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σᾶς ἀπολογοῦμαι, ὅταν ἔλθετε ἐδῶ.
§20ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε προηγουμένως, ὅτι αἱ γαῖαι εἶναι ποτιστικαὶ, κατόπιν, ὅτι εἶναι βαλτώδεις· ποῖον τῶν δύω θὰ πιστεύσω;
§21ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ποτιστικαί.
§22ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀκαλλιέργητοι.
§23ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀκαλλιέργητοι, τί μὲ τοῦτο; Κύριοι, θέλω νὰ διαλύσω τὴν ἀπορίαν. Κύριοι, ἐγὼ σᾶς εἶπα, ὅτι δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἡ ἐγκύκλιος εἶναι εἰς τὰ 38 ἢ εἰς τὰ 58· παρατηρήσατε εἶναι εἰς τὰ 58, ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἀπόφασις ἦναι κακῶς γεγραμμένη· (τὴν δεικνύει εἰς τὸν Κύριον Ἀντύπαν καί τινας ἄλλους).
§24ΑΝΤΥΠΑΣ. Εἰς τὰ 58.
§25ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν ἀληθῶς ἡ ἀπόφασις εἰς τὰ 58 ἀναφέρει, ὅτι ἐξεδόθη ἡ ἐγκύκλιος, ἐὰν δὲ ἦναι λάθος τῆς ἀντιγραφῆς δὲν πταίω ἐγώ· ἀλλ’ ἐπιμένω ὅτι δὲν εἶναι λάθος, διότι ἤκουσα τὴν φωνὴν τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀποδίδουσαν αὐτὴν εἰς τὸν μακαρίτην Ἀργυρόπουλον, ὅστις μόνον τὸ 1854 διετέλεσεν ὑπουργός· μολαταῦτα σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ πράγματα δὲν μεταβάλλονται. Ἐπιθυμῶ τοὐλάχιστον νὰ μάθω, ἐὰν ἐξησφαλίσθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου δι’ ἀναιρέσεως· ἔμαθα, ὅτι τελευταῖον, ἀφοῦ ἠρξάμην τοῦ λόγου μου καὶ ἐποιησάμην μνείαν περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, διετάχθη ὁ δικηγόρος, ὅστις ὑπερασπίσθη αὐτὴν ἐφεσίμως, νὰ κάμῃ τὴν ἀναίρεσιν, ἀλλὰ μένει ἀμφίβολον, ἐὰν ἦναι ἔγκυρος καὶ ἐμπρόθεσμος· αὐτὸ ὁ Κύριος ὑπουργὸς θὰ τὸ βεβαιώσῃ προσάγων τὰ ἐπιδοτήρια. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι δύσκολον ν’ ἀπαριθμήσῃ τις ὅλας τὰς καταχρήσεις μιᾶς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, καὶ ὅτι ἀπόδειξιν ἀποχρῶσαν τῶν καταχρήσεών της καὶ τῆς ἀνικανότητάς της παρέχει ἡ ἀθλία κατάστασις τῶν Ἐπαρχιῶν καὶ ἡ ἁπανταχοῦ ὠρυομένη νὰ μᾶς καταλάβῃ θύελλα. Μολαταῦτα, προκαλούμενος νὰ καταδείξω ὡρισμένας πράξεις, προσφέρομαι ν’ ἀποδείξω τοιαύτας. Μετ’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιπλέκονται τὰ συμφέροντα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω καὶ ἄλλας πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται εἰς τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν θεωροῦνται οὔτε κατ’ ἐμὲ, οὔτε κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ἔθνους, μήτε ὡς νόμιμοι μήτε συνταγματικαί.
§26ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἰδικήν σας, ὄχι τοῦ Ἔθνους.
§27ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σᾶς εἶπα λοιπὸν, ὅτι εἶναι δύσκολον, διότι τὸ σύνολον τῆς καλῆς ἢ κακῆς διοικήσεως καὶ κυβερνήσεως ἑνὸς ὑπουργοῦ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ὁ τόπος· μολαταῦτα, ἐπειδὴ προεκαλέσθημεν ν’ ἀποδείξωμεν ῥητὰ γεγονότα πράξεων ἐκνόμων ἐνεργηθεισῶν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ, ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ συμπληρώσω τὸν λόγον μου. Ἐνῷ, Κύριοι, ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἡσυχίας ἐπικρατούσης, ἀπηγόρευσε τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ ἐγχωρίου ἅλατος διὰ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τὴν πώλησιν αὐτοῦ, διότι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἐξ ἐναντίας ἐξήρχετο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀπεναντίας ἤδη τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἐπέτρεψε καὶ συνεχώρησε τὴν ἔξοδον καὶ πώλησιν αὐτοῦ, ἐνῷ τὰ μέσα τῆς καταχρήσεως εἶναι εὐχερέστερα· τοῦτο καὶ ὁ τύπος τὸ ἀνέφερε.
§28ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ποτὲ δὲν ἀπηγορεύθη, Κύριε Πετσάλη.
§29ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἔχει ἔλλειψιν ἅλατος ὁ τόπος, Κύριε Πετσάλη, διὰ ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγή;
§30ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐμελέτησα τὸ φῦλλον αὐτὸ, εἶδα τὶ ἀποδίδει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς πληρεξούσιος ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κάμω ἐπερώτησιν καὶ νὰ τὸν προσκαλέσω νὰ φωτίσῃ τὴν Συνέλευσιν. Πῶς δὲ θέλει δικαιολογηθῇ ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τῆς ἀντισυνταγματικῆς πορείας του, διορίσας εἰσπράκτορας ἄνευ Νόμου;
§31ΠΟΛΛΟΙ. Ὑπάρχει Νόμος.
§32ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔχετε Νόμον· παρανόμως διωρίσατε εἰσπράκτορας διπλοῦς καὶ μετεχειρίσθητε διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ποσὸν προσδιωρισμένον δι’ ἄλλην χρῆσιν, διὰ τὴν χρῆσιν τῶν ἀποθηκαρίων. Ἂν ἔχητε Νόμον, Κύριε ὑπουργὲ, ὅστις σᾶς δίδει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τότε ἠμπορεῖτε νὰ δικαιολογήσητε αὐτὴν τὴν πρᾶξιν.
§33ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἑκατὸν θὰ διορίσω δυνάμει τοῦ Νόμου.
§34ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ εἰσαγάγητε ψήφισμα εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ τούτου.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Ὑπάρχει Νόμος.
§36ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἰδέα τοῦ Κυρίου Πετσάλη καὶ πρέπει νὰ τὴν εἴπῃ.
§37ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ Νόμος, Κύριοι, προσδιώρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τὸν μισθόν· ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπερβαίνει τὸν ἀριθμὸν τὸν προσδιωρισμένον παρὰ τοῦ Νόμου καὶ ὑπερβαίνει ἀκόμη καὶ τὴν ἀντιμισθίαν· εἶναι μία πρᾶξις παράνομος καὶ ἀντισυνταγματικὴ, διότι εἰς μὴ νομοθετημένας θέσεις διώρισεν εἰσπράκτορας. Εἰς τὸ Νησίον Κύριοι, διώρισεν ὑποτελώνην ἕνα συγγενῆ του, καίτοι ὑπόλογον· ἔπαυσε δὲ τὸν ἔφορον τοῦ αὐτοῦ μέρους.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, δὲν ὑπάρχει ἔφορος.
§39ΚΑΦΕΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἂς ᾖναι καὶ ψεύματα δὲν πειράζει.
§40ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι διώρισεν ἕνα συγγενῆ του, ὑπόλογον καὶ καταδικασθέντα εἰς τὸ Νησίον ὑποτελώνην. Εἰς Πυλίαν ὑπάρχει ἔπαρχος διωρισμένος, κἄποιος Ἠλιάδης, κατηγορούμενος ἐπὶ φόνῳ, καὶ ὁ ὁποῖος, ἀπέδρα τῶν φυλακῶν μετὰ τὴν ἐπανάστασιν· αὐτὸς ἦτο σύντροφος τοῦ Κυρίου Περωτοῦ κατὰ τὴν ἐνοικίασιν τῆς ἐπαρχίας Κορώνης τοῦ 61, καὶ ὑπάρχει μετ’ αὐτοῦ ὑπόλογος 40,000 δραχ. πρὸς τὸ Ταμεῖον. Κύριοι, ἐπειδὴ ὁ ἔπαρχος αὐτὸς, δὲν ἠδυνήθη νὰ καταπείσῃ τὸν ἔφορον ἐκείνου τοῦ μέρους, διὰ νὰ ἐπικυρώσῃ μίαν δημοπρασίαν, ὑπὲρ τοῦ Σάσαρη, πρὸς τὸν ὁποῖον ὁ Περωτῆς κατὰ μίαν ἐπιστολὴν ἡ ὁποία μοὶ ἐπεδείχθη, εἶχε γράψει ὅτι ἐπειδὴ ἐνταῦθα τὰ πράγματα δὲν εὑρίσκονται εἰς τόσην καλὴν κατάστασιν, νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως ἐδύνατο μεγαλειτέρας καὶ περισσοτέρας ἐνοικιάσεις, τὸν ἔφορον, ἕνα τίμιον ἄνθρωπον καὶ ἐπαναστάτην ἔπαυσεν ἄνευ λόγου.
§41ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος εἶναι;
§42ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος τὸν γνωρίζει πολὺ καλὰ, εἶναι ὁ Λάπας, ὅστις μάλιστα ἐζήτησε, διατρίβων τότε ἐνταῦθα, ἐξήγησιν, ἐὰν ἔχῃ σκοπὸν νὰ τὸν μεταθέσῃ, ὅπως ἀποφεύγων τὰ ἔξοδα μὴ μεταβῇ ἐκεῖ· ἐν ταῖς ἐξηγήσεσι δὲ ἐπρόσθεσε εἰς τὸν Κύριον ὑπουργὸν ὅτι εἶναι τίμιος ἄνθρωπος καὶ οὐδενὸς τὰς ἐμπνεύσεις δὲν θὰ ἀκούσῃ. Καὶ πότε τὸν ἔπαυσε; ὅταν ἠρνήθη νὰ ἐγκρίνῃ τοῦ Σάσαρη τὴν δημοπρασίαν, καὶ τὸν ἀντικατέστησε ἀπὸ τὸν ἀνεψιὸν τοῦ Κυρίου Περωτοῦ. Συλλογισθῆτε λοιπὸν· ἔχουν τιμάριον τὴν Ἐπαρχίαν, καὶ λάφυρον τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον! Καὶ διατὶ ὁ Κύριος Ἔφορος δὲν ἤθελε νὰ ἐπικυρώσῃ αὐτὴν τὴν δημοπρασίαν; διότι παρετήρησεν, ὅτι ἀπὸ τὴν προσδοκωμένην τιμὴν ἐζημιοῦτο τὸ δημόσιον 20,000 δραχμάς. Προσέτι δὲ ἠρνήθη ὁ Κύριος Ἔπαρχος νὰ δεχθῇ ἀνωτέραν προσφορὰν, καὶ ἐπροτίμησε τὴν προσφορὰν τοῦ Κυρίου Σάσαρη· ὑπὸ ποῖον δὲ πρόσχημα; ὅτι δὲν προσέφερε κτηματοσημείωσιν ὡσανεὶ οἱ ἄλλοι τοὺς ὁποίους ἐδέχετο ὡς ἐνοικιαστὰς ἔφερον κτηματοσημείωσιν τοὐτέστι διῄρεσε τὴν Ἐπαρχίαν εἰς φορολογουμένους καὶ φορολογοῦντας· διώρισεν ὑποτελώνην Παμίσου τὸν Ἀναγνώστην Σταθόπουλον, ὅστις ὑποτελώνης καὶ ἁλαταποθηκάριος εἶχε καταγγελθῆ καὶ καταδικασθῆ ἐπὶ ὑπεξαιρέσει 6,000 δραχμῶν (γέλως). Θορυβεῖτε Κύριοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ κλαύσητε· τάχα δὲν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὁ τύπος ἔῤῥιψεν εἰς τὸ κοινόν; Ὑπάρχουν πολλαὶ ἀναφοραὶ, ὑπογεγραμμέναι ἀπὸ χιλιάδας ἀνθρώπων, πρὸς τὴν Συνέλευσιν, περὶ τῆς μεγάλης λαφυραγωγίας τοῦ δημοσίου πλούτου ἐν Μεσσηνίᾳ καὶ αἱ ὁποῖαι Κύριοι, μὲ ζοφερὰ χρώματα ἀποδεικνύουν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔφερε τὴν Μεσσηνίαν τὸ Ὑπουργεῖον αὐτό. Κύριοι, εἰς μίαν ἐξ αὐτῶν ῥητῶς ἀναφέρεται ὅτι 200 δικαστικαὶ θέσεις, ὑπουργοῦντος τοῦ Κυρίου νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐδόθησαν εἰς συγγενεῖς καὶ φίλους.
§43ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Ἔχει 100 συγγενεῖς αὐτὸς νομικούς;
§44ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἰδοὺ τὴν Ἀναγινώσκω.
§45ΔΑΓΡΕΣ. Ἀναγνώσατε τὰ ὀνόματα παρακαλῶ.
§46ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐλάτε ἐδῶ καὶ τὰ βλέπετε.
§47ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε Πεστάλη, βεβαιοῦται ὑπ’ εὐθύνην σας τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς.
§48ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι πληρεξούσιος, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ παράπονα τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ προσκαλέσω τὸν ὑπουργὸν νὰ δώσῃ λόγον. Κύριοι, ὑπάρχουν καὶ 4 ἄλλαι ἀναφοραὶ, τὰς ὁποίας παραλείπω ν’ ἀναγνώσω, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύονται διάφοροι παραβιάσεις τῶν ὑπουργῶν.
§49ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχουν ἄλλαι.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν 3 ἀναφοραὶ καὶ ἓν τηλεγράφημα ἑνὸς πληρεξουσίου τοῦ Αἰγίου.
§51ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, ἐξερχόμενη, ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς Συνελεύσεως, καὶ οὖσα ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων της καὶ σάρξ ἐκ τῆς σαρκός της, πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται καὶ νὰ τιμᾶται, ἀλλὰ πότε, Κύριοι; ὅταν αὐτὴ δὲν καταχρᾶται τῆς ἐντολῆς καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Συνελεύσεως, ὅταν αὐτὴ δὲν θεωρῇ τὴν ἐξουσίαν ὡς θήρευμα περιπεσὸν εἰς τὰς χεῖράς της, αὐτομάτως καὶ τυχαίως· ὅταν δὲν διαχειρίζηται φατριαστικῶς τὴν ἐξουσίαν. Παρατηρήσατε Κύριοι, ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία παρέλαβεν ἐν ἡσυχίᾳ ὅλον τὸ κράτος, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἔφερεν αὐτὸ εἰς τὴν παραλυσίαν καὶ ἀναρχίαν.
§52ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τὸ διαψεύδω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διότι εἰς τὴν Εὔβοιαν ὑπῆρχον ταραχαὶ, καὶ μετὰ τὴν ἀναχώρησίν σας ὡς Νομάρχου, ἐπῆλθεν ἡσυχία.
§53ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐξετάζοντας εἰς ποίας χεῖρας ἐνεπιστεύθη ὁ δημόσιος πλοῦτος, εὑρίσκομεν ὅτι ἐνεπιστεύθη εἰς ἀναξιωχρέους χεῖρας καὶ ἀνικάνους· Κύριοι, ἐὰν ἀπετόλμησεν ἐν ὄψει τῆς Συνελεύσεως, ἐν γνώσει τῆς Συνελεύσεως, ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ παύσῃ διακεκριμένον ὑπάλληλον ἐπὶ ἱκανότητι καὶ τιμιότητι, τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ μίαν ψηφοφορίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἔδωκε δείγματα τῆς μεγάλης ἐμπιστοσύνης της πρὸς αὐτὸν, διότι ὑπερίσχυσεν ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος, καθ’ ἡμίσειαν ψῆφον.
§54ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Διὰ τὰς ἁμαρτίας τὰς ἰδικάς μου, διότι ἡ ψῆφός μου τὸν ἔκαμεν ὑπουργόν.
§55ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Στοχασθῆτε τὶ ἔκαμον εἰς τὰς ἐπαρχίας, μακρὰν τῆς πρωτευούσης. Τὸν Κύριον Δρόσον τὸν ἐσεβάσθη καὶ αὐτὴ ἡ αὐθαίρετος τοῦ Ὄθωνος Κυβέρνησις, διότι ὅταν ἐδέχθη νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον Κανάρη, κατὰ τῆς συστάσεως τοῦ ὁποίου κατέβαλεν ἡ τότε Κυβέρνησις, τοῦ Ὄθωνος, καὶ αὐτὸς ὁ Ὄθων πᾶσαν προσπάθειαν νὰ οὐδετερώσωσι τὴν σύστασίν του, δὲν τὸν ἀπέβαλε, καὶ ἐν τούτοις ὑπουργὸς τολμᾷ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν ν’ ἀποβάλῃ αὐτόν. Ἔρχομαι Κύριοι, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§56ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Τὸ τηλεγράφημα Κύριε Πετσάλη.
§57ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα.
§58ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Χρεωστῶ νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ Ἀνδρ. Μιχαλόπουλος παρῃτήθη ἀπὸ πληρεξούσιος, ὑβρίσας τὴν Συνέλευσιν.
§59ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ παυθεὶς ὑποτελώνης Αἰγίου;
§60ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὁ Παστιάδης.
§61ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ἔχει 4,000 δραχ. κλέψει ἀπὸ τὸ Τελωνεῖον Πατρῶν ὁ Παστιάδης.
§62ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀδιάφορον διατὶ νὰ τὸν παύσῃ.
§63ΜΙΛΗΣΗΣ. Παραδέχεσθε τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν θέτει ὁ Κύριος Μιχαλόπουλος, ὅτι οἱ ἐντόπιοι δὲν δύναται νὰ διορισθοῦν;
§64ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔρχεσθε ἐδῶ καὶ ὁμιλεῖτε. Παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν γενικῶς οὐχὶ ὅμως καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν εἴς τινας ἐπαρχίας, ὅπως μὴ γίνεται τιμάριον τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἡ ἐξουσία, ὑποβάλλετε μάλιστα καὶ ψήφισμα· ἂν θέλετε νὰ ἦσθαι γενναῖος καὶ σᾶς προκαλῶ πρὸς τοῦτο τὸ ὁποῖον νὰ ψηφίσωμεν ἀμέσως δι’ ἀναστάσεως. (Ἀναγινώσκει ὁ ῥήτωρ τηλεγράφημα διὰ τοῦ ὁποίου κατηγορεῖ ὁ Ἀν. Μιχαλόπουλος τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· ὁ δορυφόρος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὅστις μὴ θέλων νὰ φανῇ κατώτερος τῶν κατορθωμάτων αὐτοῦ συνδαυλίζει τὴν ἀναστάτωσιν τοῦ Κράτους, ἠθέλησε νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὰς ἕξεις τοῦ παρελθόντος κ’ ἐζήτησε διὰ μέσων ἐννόμων νὰ διατηρήσῃ εἰς ἑαυτὸν καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους του τὴν ἐξουσίαν δι’ ἀπείρων διορισμῶν καὶ δι’ ἀπείρων παύσεων. Ἐὰν Κύριοι, ἡ Συνέλευσις αἰσθάνεται τὴν ἀνεξαρτησίαν της, ἂς διατάξῃ νὰ ἔλθῃ τὸ βιβλίον τῶν πρακτικῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐνταῦθα, διὰ νὰ ἰδῇ τὸ ἄπειρον πλῆθος τῶν διορισμῶν καὶ παύσεων, τὰς ὁποίας ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἐνήργησαν. Πρῶτον Κύριοι, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καρυστίας ὑπῆρχον δύο δήμαρχοι ὁ Κ. Νικολαΐδης καὶ ὁ Κ. Βαλάφας τοὺς ὁποίους παρανόμως καὶ ἀντισυνταγματικῶς ἔπαυσεν ὅτε ἐξεδόθη ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως περὶ καταργήσεως τῶν δημάρχων, ἤθελον ἐγὼ νὰ τὸ βάλω εἰς ἐφαρμογὴν, ἔπαυσα ὅλους τοὺς δημάρχους οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς αὐτό. Κατὰ τοῦ δημάρχου Νικολαΐδου κατεβλήθησαν ἄπειροι προσπάθειαι διὰ νὰ τὸν παύσω, ἀλλὰ σεβόμενος τοὺς νόμους τῆς πατρίδος ἠρνήθην, ἐπειδὴ δὲν ὑπήγετο.
§65ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ στείλῃ νὰ φέρῃ τὰς διαφόρους ἐκθέσεις τοῦ Κ. Νομάρχου Πετσάλη διὰ νὰ ἀναγνωσθοῦν καὶ ἰδῇ ἡ Συνέλευσις ὅτι δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν ἀλλὰ τὰ τρομερώτερα ψεύδη. (Ἀναβαίνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος Κύριος Διομήδης Κυριακοῦ.
§66ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶπον λοιπὸν ὅτι δὲν ἐφήρμοσα τὸ ψήφισμα αὐτὸ κατὰ τοῦ Κ. Νικολαΐδου, ἂν καὶ κατεβλήθησαν διάφοροι προσπάθειαι, ἀνεφέρθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ τὸν ῥίψωσιν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπανειλημμένως, ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης σεβομένη τὸ δίκαιον, τὰς αἰτήσεις των δὲν εἰσήκουσε, διότι δὲν ὑπήγετο ὁ δήμαρχος ἐκεῖνος εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν. Τὸ θέσπισμα τῆς Κυβερνήσεως ἐγὼ τὸ ἐφήρμοσα κατὰ τοῦ Βαλάφα ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις μετεῤῥύθμισε τὴν ἀπόφασίν μου καὶ ἀνεγνώρισε ὅτι ὁ Βαλάφας οὔτε κατηργήθη ὑπὸ τοῦ ἐπαναστάντος λαοῦ οὔτε ἐγκατέλιπε τὴν θέσιν του. Τόρα δὲ ἔρχεται ὁ Κ. ὑπουργὸς μετὰ τὰς παραμονὰς καθ’ ἃς ζητοῦμεν λόγον τῆς διαγωγῆς του νὰ παύσῃ παρανόμως καὶ ἀντισυνταγματικῶς τοὺς δημάρχους τούτους διὰ νὰ κερδήσῃ τὰς ψήφους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὰς παύσεις των, καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν προσμένομεν τὴν ἔλευσιν τοῦ ἡγεμόνος, καθ’ ἣν ἐποχὴν παρῆλθε τὸ στάδιον τῆς ἐπαναστάσεως· καὶ ἂν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ παῦσίς των πῶς θέλει δικαιολογήσει τὴν παῦσιν αὐτῶν σήμερον; Διώρισε δὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέρον εἰς τὸν τόπον νὰ καταδυναστεύωσιν αὐτὸν ὡς καταδυναστεύει ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τὴν Μεσσηνίαν. Ὅθεν Κύριοι, προσκαλῶν τὸν ὑπουργὸν αὐτὸν κατηγορῶ ἐντεῦθεν ἐπὶ σφετερισμῷ τῆς ἐξουσίας τῆς Συνελεύσεως, διότι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ ψήφισμα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἀπόφασις τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μετεῤῥύθμισε τὴν ἀπόφασίν μου. Ἔρχομαι Κύριοι πρὸς τούτοις εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Τὸν Κ. Μανωλίδην πρόεδρον τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τοῦ δήμου Ἀπεραντίων, καὶ Ἰωάννην Μανολίδην δημοτικὸν σύμβουλον παρανόμως ἀποκατέστησεν εἰς τὰς θέσεις των ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· αὐτοὶ κατηγορηθέντες ἀπὸ κἄποιον Γρανίτσαν τυφλὸν ὄργανον τοῦ Βετλὰνδ ἠθωώθησαν ἀπὸ τὸ κακουργοδικεῖον, πρὶν ζητήσωσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των, ὑπέβαλλον τὴν ὑπόθεσίν των εἰς δικηγορικὸν συμβούλιον τὸ ὁποῖον συγκείμενον ὑπὸ τῶν πρώτων δικηγόρων τῆς Ἑλλάδος Διομήδους Κυριακοῦ, Π. Καλλιγᾶ, Μεσσηνέζη, Δεληγεώργη καὶ λοιπῶν, ἐγνωμοδότησαν, ὅτι αὐτοὶ ἀθωωθέντες πρέπει νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Ὁ Κύριος Ζαΐμης ἐπίσης Ὑπουργὸς ὢν ἐπροκάλεσεν ἄλλο συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὴν αὐτὴν γνωμοδότησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ὑπογεγραμμένος καὶ ὁ Κύριος Κόκκινος καὶ ἄλλοι, ἀποφαινομένην ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεώς των. Ὁ νῦν δὲ Ὑπουργὸς, εἰς ὃν ἀνεφέρθησαν οἱ διαληφθέντες ἀρνεῖται νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ· ἑπομένως δὲν παρανομεῖ; Τί πρὸς τούτοις ἔπραξεν ὁ Κύριος Ὑπουργός· ἐνῷ, ἐπαναστατήσαντος τοῦ λαοῦ τοῦ αὐτοῦ ἐπωνύμου δήμου, διωρίσθη Δήμαρχος, καταργηθεισῶν τῶν πρώην δημοτικῶν ἀρχῶν, ἄνθρωπος χαίρων τὴν ἐμπιστοσύνην του, ἐνῷ διὰ τηλεγραφήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπεκυρώθη ὁ Δήμαρχος, ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἤδη τελευταῖον παύει αὐτὸν καὶ ἀναθέτει τὴν ἐξουσίαν εἰς ἕνα πάρεδρον, ἀντεπαναστάτην καὶ ἀγράμματον. Ὁ Κύριος Λόντος ἐπίσης, ἐνῷ ἐπαναστάτης λαὸς εἶχε διορίσει ἕνα Ἔπαρχον τῆς ἐμπιστοσύνης του, ἐπιτήδειον ἄνθρωπον, καὶ τὰ μέγιστα συντελέσαντα εἰς παγίωσιν τῆς τάξεως, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπεκυρώθη παρὰ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, τὸν ἔπαυσεν ἤδη καὶ διώρισεν ἄνθρωπον τοῦ παλαιοῦ συστήματος· (θόρυβος).
§67ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁμιλίας σας;
§68ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅτι ὁ Ὑπουργὸς καταχρᾶται τῆς ἐξουσίας του καὶ φατριάζει, εἶναι ἐμφανέστατον. Ἠναγκάσθην δὲ, Κύριοι, νὰ ἐπιμείνω εἰς αὐτὰς τὰς εἰδικὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι πνεῦμα γενικὸν καὶ εἰλικρινὲς δὲν τοὺς ὁδηγεῖ πρὸς διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πνεῦμα ἰδιοτελίας πρὸς διατήρησιν τῆς ἐξουσίας των διὰ θυσιῶν καὶ φατριασμοῦ. Ἡ δεινοτέρα κατηγορία, Κύριοι, εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν δημοσίαν τάξιν. Εἶπον, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον παρεδόθη τὸ Κράτος ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ, ὁσημέραι ὅμως ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας χειροτερεύει, ὥστε ἂν δὲν σπεύσῃ ἡ Συνέλευσις νὰ θεραπεύσῃ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἡ τρικυμία, ἥτις μᾶς ἀπειλεῖ θέλει μᾶς καταλάβει. Ὅλους τοὺς κινδύνους αὐτῆς τοὺς κατήγγειλεν ὁ Νομάρχης τῆς Μεσσηνίας, καὶ ἰδιαιτέρως καὶ ἐπισήμως εἶχεν ἀναγνώσει τὴν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἀπεύθυνε πρὸς ἕνα τῶν φίλων του, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς καὶ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως. Τότε ὅλοι, Κύριοι, ἐθεωρήσαμεν αὐτὴν ὡς ἀπόκρυφον, ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ ἴδιος αὐτὸς Νομάρχης, ὁ Νομάρχης τῆς ἐπαναστάσεως, ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καθὼς καὶ ὅλοι οἱ ἐπαναστάται δὲν θεωροῦν τὰς θέσεις ὡς ἀμοιβὴν τῶν θυσιῶν των, ἀλλὰ τὰς θεωροῦν ὡς βάρος προσωρινὸν, τὸ ὁποῖον χρεωστοῦν νὰ φέρουν ὅπως ὑπηρετήσουν μέχρι τέλους τὴν ἐπανάστασιν, αὐτὸς, Κύριοι, ἀναγγέλλει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως τοὺς κινδύνους τῆς ἀναρχίας, τῆς ὁποίας παραίτιον θεωρεῖ τὸν Κουμουνδοῦρον καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δέεται καὶ παραγγέλλει τοὐλάχιστον νὰ ληφθῇ ταχεῖα πρόνοια περὶ ἀπομακρύνσεως τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ κλονιζομένη δημοσία τάξις, καὶ ὁ δημόσιος πλοῦτος. (Ὁ ῥήτωρ ἀναγινώσκει ἓν ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου Μεσσηνίας, Κυρίου Δημητριάδου). Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ὠθοῦμαι ἐξ οὐδεμιᾶς αἰτίας προσωπικῆς, καὶ πολὺ μακρὰν εἶμαι ἀπὸ πνεῦμα διαβολῆς κατηγορῶν τὴν ἐξουσίαν, ὡς ἤθελε νὰ μὲ ἀποδώσῃ ὁ Κύριος Ὑπουργὸς, ὃν συγχωρῶ διὰ τὴν φυγοῦσαν ἐκ τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων του λέξιν. Γνωρίζει ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν ὑπάρχει προσωπικός τις λόγος διὰ νὰ καταφέρωμαι κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντός μου, οὔτε πάσχω ἀπὸ ἀρχολιπαρίαν, διότι καὶ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ τὴν δεχθῶ. Σᾶς διαβεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι ποτὲ δὲν ἐπεθύμησα τὴν ἐξουσίαν, οὔτε θέλω τὴν ἐπιθυμήσει· διὸ ἀμέσως ἔδωκα τὴν παραίτησίν μου, ὅταν εἶδον, ὅτι ἐθεωρούμην περιττὸς νὰ ὑπηρετήσω τὴν ἐπανάστασιν, ἐπανελθὼν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον· ἂς μαρτυρήσωσι δὲ οἱ πληρεξούσιοι τῆς Εὐβοίας, καὶ ἡ Εὔβοια ὁλόκληρος, ἂν ἐγὼ δὲν ὑπηρέτησα τὴν ἐπανάστασιν, ἐὰν δὲν συνετέλεσα εἰς τὴν ἀκριβῆ τῶν νόμων ἐκτέλεσιν καὶ εἰς τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν μου ὡς καλὸς πατριώτης. Ἀναγνώσατε, Κύριοι, τὸ τηλεγράφημα τοῦ Κυρίου Δημητριάδου, μὲ ποῖα ζωηρὰ χρώματα παριστάνει τὴν ἐπανάστασιν τῆς Μεσσηνίας! Ὁ Κύριος Δημητριάδης εἶναι μέλος αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν προβλέπῃ τὴν ἀναρχίαν καὶ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχει ἡ πατρίς· ἂν ψεύδεται ἂς τὸν καταγγείλλῃ. Ὑπάρχουσι Κύριοι, καὶ ἄλλα τηλεγραφήματα. (Ἀναγινώσκεται ἓν τηλεγράφημα τοῦ Κ. Μιχαλοπούλου) Ὑπάρχουσι κ’ ἕτερα Κύριοι, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Εὐρυτανία, τὸ Αἴγιον, ἡ Μεγαλούπολις εἶναι σήμερον εἰς ἀναρχίαν.
§69ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ Μεγαλουπόλεως ζητῶ τὸν λόγον νὰ πληροφορήσω τὴν Συνέλευσιν τί συμβαίνει εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεγαλουπόλεως, διότι παρεξηγεῖται ἡ κατάστασις τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς.
§70ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν εἶναι λίαν σοβαρὰ καὶ τοῦ Αἰγίου καὶ τῆς Εὐρυτανίας καὶ τῆς Μεγαλουπόλεως.
§71ΣΩΤΗΡ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι ἀντιπρόσωπος τῶν Αἰγίων, δὲν ἠξεύρω τί τρέχει εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, παρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσητε.
§72ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀγορεύοντα Κ. Πετσάλην, ὅτι τὰ συμβάντα εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου Μεγαλούπολιν οὐδόλως ὀφείλονται εἰς κυβερνητικὰς αἰτίας· διηγέρθησαν ἀπὸ τοὺς ὀλιγίστους ἐνδιαφερομένους εἰς τὴν ἀταξίαν καὶ τοιοῦτοι ὑπάρχουσιν οἱ ἀποτυχόντες εἰς τὰς ἐκλογὰς, οἵτινες ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀσυδοσίας ὑπεκίνησαν ἀνόητά τινα κινήματα, ἅτινα μόλις ἀναφανέντα ἐπνίγησαν ὑπὸ τῆς ἐξουσίας· καὶ τόσον εἶναι βέβαιον, ὥστε οἱ κάτοικοι δὲν δέχονται οὔτε τοὺς στενοτέρους φίλους των ὡς ἐνοικιαστὰς, διότι, παραδειγματισθέντες ἀπό τινας ὁμοίας ἰδέας ἐν ὁμόροις ἐπαρχίαις, ἀρνοῦνται τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων, καὶ μόνον τῶν φόρων· ἀδιαφοροῦσι δὲ καθαρὰ ποῖος εἶναι ἢ ἔσεται Ὑπουργὸς, ἐκτὸς τριῶν τεσσάρων ἀτόμων, ἅτινα ὑποπτεύω, ὅτι καὶ περαιτέρω σκέπτονται. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶμαι βέβαιος πρὸς τὸ παρὸν, ἐπιφυλάσσομαι ἀκολούθως.
§73ΤΣΕΛΙΟΣ. Παρακαλῶ, ὁ Κ. Πετσάλης νὰ εἴπῃ τί ἔγεινεν εἰς τὴν Εὐρυτανίαν.
§74ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν ὡς ἐκ τῆς ἐκνόμου διαγωγῆς τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι θλιβερὰ καὶ ἐπαπειλεῖται ὁ ἐμφύλιος σπαραγμός.
§75ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ (δεξιόθεν). Μὴ προσβάλετε τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος.
§76ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀπόδειξις τῆς καταστάσεως αὐτῆς ὑπάρχουσι τὰ ἐπίσημα τηλεγραφήματα καὶ αἱ καταγγελίαι εἰς τὴν Συνέλευσιν. Τὸ Ναύπλιον Κύριοι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἀκρόπολις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος τῆς σωτηρίας μας καὶ ἡ ἀσπὶς τῶν ἐλευθεριῶν μας ἡ ἀσύγγνωστος διαγωγὴ τοῦ ὑπουργοῦ ἔσπρωξε εἰς τὸ νὰ περιφρονήσῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Κ. Λόντος φαντάζεται νὰ ἐκτελέσῃ ὡς πρὸς τὸ Ναύπλιον, ὅ,τι αὐτὸς ὁ Ὄθων δὲν ἐφαντάσθη νὰ ἐνεργήσῃ, νὰ μεταθέσῃ τὴν πρωτεύουσαν ἀπὸ τὸ Ναύπλιον εἰς τὸ Ἄργος, ὅπερ ἠνάγκασε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραιτηθῇ. Φαίνεται, ὅτι τοῦτο σκοπεῖ νὰ πραγματοποιήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς ἀμοιβὴν τοῦ αἵματος, τὸ ὁποῖον τὸ Ναύπλιον ἔχυσε, καὶ τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη, καὶ διότι ἔφερεν αὐτὸν ὡς Ὑπουργόν.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐάν ποτε, Κύριοι, ἠδυνάμην νὰ ἔχω τὴν παραμικρὰν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ δημοσιότης καὶ τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι ἱερὸν δῶρον, τὸ ὁποῖον ὁ πολιτισμὸς ἐδωρήσατο ὡς προμαχῶνα, καὶ καταφύγιον τῆς τιμιότητος, εἰλικρινείας καὶ ἀρετῆς, ἡ σημερινὴ ἡμέρα μ’ ἀπέδειξε πληρέστατα τοῦτο, καὶ ὑμεῖς θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐνώπιον τῆς δημοσιότητος καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅλαι αἱ ὕβρεις, ὅλαι αἱ διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξυφάνθησαν ἐναντίον μου, καὶ αἱ ὁποῖαι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ μὲ δόλιον σκοπὸν καὶ ἐγκληματικὸν καταπλημμυρίζουσι τὴν κοινωνίαν τῶν Ἀθηνῶν διὰ νὰ τὴν ἀποπλανήσωσι, θέλουν συντριβῆ, διότι εἶναι καθαραὶ συκοφαντίαι καὶ ψεύδη. Παραπονοῦμαι, Κύριοι, καὶ ἔχετε δικαίωμα νὰ παραπονεθῆτε μαζῇ μὲ ἐμὲ καὶ σεῖς; ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο, ἀφ’ ὅπου πρέπει νὰ συζητῶνται τὰ σπουδαιότερα ζητήματα καὶ πράγματα τῆς πατρίδος, διότι σπουδαιότατον πρᾶγμα εἶναι καὶ ἡ συντήρησις ἢ ἡ κατάπτωσις μιᾶς Κυβερνήσεως, διότι σπουδαιότατον πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀπόδειξις τῆς εἰλικρινείας, τῆς τιμῆς ἢ τῆς ἐνοχῆς τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ διευθύνουν τὴν πολιτείαν, μετέβαλον εἰς βῆμα λιβελλογραφίας, εἰς ἣν μόνην ἐπιτρέπεται νὰ ἀθροίζῃ ἀπὸ τὰς ἀγυιὰς, καὶ τὰ καφφενεῖα ὅ,τι ἀηδὲς, καὶ αἰσχρὸν, νὰ πλάττῃ τοιαῦτα, καὶ νὰ συκοφαντῇ· ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπεναντίας δὲν ἔπρεπε νὰ λέγωνται πράγματα πρὶν ἢ δοκιμασθέντα εἰς τὸ βασανιστήριον συνειδήσεως πατριωτικῆς, καὶ τῆς ἀληθείας, ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ, καὶ ἀνώτερα ἀμφισβητήσεως, ἀτυχῶς ὅμως τὸ βῆμα τοῦτο ἀποκατέστησαν πρό τινων ἡμερῶν τόπον λιβέλλων, καὶ συκοφαντιῶν κατὰ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ χαίρουν τὴν ἐμπιστοσύνην σας. Ἡ καλὴ πίστις λοιπὸν δὲν ἐτηρήθη ὡς πρὸς τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν ἰδίως ἐναντίον μου, καὶ μὲ καλὴν πίστιν δὲν διεξήχθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη, διότι πολὺ πλησίον εἶναι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐγὼ μεταξὺ ὑμῶν πάντοτε διατρίβω· διατί δὲν μ’ ἠρώτουν; διατί δὲν ἐπληροφοροῦντο πρὶν οἱ ἔντιμοι πληρεξούσιοι, ὅσοι εἶχον τὴν καλοσύνην νὰ καταγγείλουν ἐνώπιόν σας ὡς ἔνοχον τὴν διαχείρισίν μου, ἐὰν ἔχεται βάσιν τινὰ ἡ κατηγορία των; ἐὰν ἐκ καλῆς πίστεως ὁρμῶνται, ἔπρεπε νὰ μάθωσι πρὶν, ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρχει ἴχνος ἀληθείας ἐντὸς αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν, νὰ ἐρωτήσουν τὴν ὑπηρεσίαν, τὸν τυχόντα ὑπάλληλον, καὶ ἂν κατὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτὴν τοῖς ἔμενεν ἴχνος ἀμφιβολίας, δικαίως λάβροι ὤφειλον νὰ ἐπιπέσωσιν ἐναντίον μας, καὶ ἤθελον ἀποδείξει τότε, ὅτι ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὴν πατρίδα, ἀπὸ καλὴν θέλησιν ἔρχονται νὰ ὑπερασπισθῶσι τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ἀλλ’ ὄχι, δὲν ἐπρόκειτο περὶ οὐδενὸς τούτων, ἐσκόπουν μόνον νὰ καταστρέψωσι τὴν ὑπόληψιν ἀνθρώπου, ὅστις ἀπέναντι τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς τιμῆς του οὐδὲν λογίζεται, τὰ πάντα περιφρονεῖ, ἐπρόκειτο νὰ συκοφαντήσωσι, καὶ διὰ τοῦτο ἴδετε, ὅτι τὰ βέλη των ἔβαψαν εἰς ἕνα ἀνώνυμον λίβελλον, ὅστις διὰ τοῦτο ἐπενοήθη, (θόρυβος), ἤθελον νὰ κάμουν θόρυβον, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ συκοφαντία δὲν δύναται τάχα νὰ ἔχῃ προσωρινὰ τοὐλάχιστον ἀποτελέσματα; Καὶ τί θέλετε εἰπεῖ, Κύριοι, ὅταν δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὅ,τι σᾶς λέγουν σήμερον, ἀρυσθέντα ἀπὸ παραρτήματα ἀνυπόγραφα εἰσὶν ἐντελῶς ἀνυπόστατα, ὅτι εἶναι καθαρὰ συκοφαντία καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀληθές; Ναὶ, Κύριοι, εἶναι εὐγενὴς ἡ ἐπιθυμία καὶ πατριωτικὴ, ἡ τάσις τῶν πολιτικῶν ἀνθρώπων νὰ λάβουν τὴν ἐξουσίαν, διότι βεβαίως ὁ πολιτικὸς ἄνθρωπος δὲν θὰ ζήσῃ ἐντὸς τοῦ ἰδανικοῦ κόσμου, εἰς τὴν ἐξουσίαν θέλει δυνηθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς σκέψεις του, τὰς ἰδέας του, ἀλλὰ ἡ ἐξουσία πρέπει ν’ ἀποκτᾶται δι’ ἐντίμων καὶ ἠθικῶν μέσων, τοιουτοτρόπως ἡ προσπάθεια πρὸς ἀπόκτησιν τῆς ἐξουσίας δικαιοῦται, καὶ ὁ πολιτικὸς ἄνθρωπος ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα του. Σᾶς ὑπεβλήθησαν, Κύριοι, πολλαὶ κατηγορίαι· αἱ δύω πρῶται ἐστηρίζοντο ἀπὸ τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον τῆς Φθιώτιδος Κύριον Βάσσον· δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀπόδειξιν, σᾶς εἶπεν, ἐξετάζων ὅμως οὐχὶ τὰ πρόσωπα ἀπὸ τὰ πράγματα, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπὸ τὰ πρόσωπα, νέος αὐτὸς τρόπος ἐλέγχου, νομίζω, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι κακῶς κυβερνῶσιν, ἔχουν τάσεις προσωπικὰς νὰ διαφθείρουν τὴν κοινωνίαν, παραχωροῦσι θέσεις διὰ νὰ κερδίσουν τὰς ψήφους σας, αὐτὰς τὰς ἡμέρας μάλιστα ἀφθόνως διανέμουσι τοιαύτας, πλὴν δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω. Ἐκάματε καλὰ νὰ μὴ συγκινηθῆτε εἰς αὐτὴν τὴν ὕβριν, ἥτις ἦτο κατωτέρα σας, καὶ ἀξία περιφρονήσεως· σᾶς κατηγοροῦσιν ὡς ἐξαγοραζομένους· δὲν τὴν ἀποκρούω, Κύριοι, καὶ ἐγὼ, διότι δὲν ἀποδεικνύεται, ἀλλὰ διότι εἶναι ἐντελῶς ψευδὴς, καὶ προκαλῶ ὅποιον θέλει ν’ ἀναδιφήσῃ τὰ ἀρχεῖα ἢ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἢ τοῦ ὑπουργείου, διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς οὐδεὶς διορισμὸς ἐγένετο, οὐδὲν θέσπισμα ἐξεδόθη κατ’ ἀπόφασιν ὁμόφωνον τοῦ συμβουλίου, οὔτε θέλει ἐκδοθῆ μέχρις ὅτου ἡ Συνέλευσις ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ἐναντίον μας κατηγοριῶν· δύναμαι νὰ βεβαιώσω μάλιστα τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον, ὅτι ἐν γένει ἔκαμα πολὺ ὀλιγωτέρους διορισμοὺς ἐφ’ ὅλου τοῦ ὑπουργικοῦ βίου μου ἀναβαίνοντος εἰς 2½ μῆνας, ἀφ’ ὅσους ἔπραξεν ὁ ἔντιμος προκάτοχός μου, τοῦ ὁποίου ὁ ὑπουργικὸς βίος, ὑπῆρξε κατὰ τὸ ἥμισυ ὀλιγώτερος· δύναται ὁ ἀμφιβάλλων νὰ πληροφορηθῇ ἀπὸ τὸ ἀρχεῖον.
§78ΒΑΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα παρακαλέσει τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑμᾶς νὰ διαταχθῇ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔλθῃ τὸ πρωτόκολλον τῆς διεκπεραιώσεως ἐδῶ, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἐγὼ λέγω ἀλήθειαν ἢ ὁ ὑπουργός.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἔλθῃ· ἄλλως ὁ ἀμφιβάλλων δύναται νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ τὰ ἐξετάσῃ. Δευτέρα, Κύριοι, κατηγορία εἶναι, ὅτι διεφθείραμεν τὸν τύπον, ἐξαγοράσαμεν τὰς ἐφημερίδας, καί μᾶς λέγουν τοῦτο ἐνῷ οὐδεμία ἐφημερὶς εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ἐνῷ ὅλαι καταφέρονται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχον, Κύριοι, ἄλλους ἴσως λόγους, ἐφημεριδογράφοι τινὲς νὰ καταφερθῶσιν ἐναντίον μας· ἀλλὰ θέλετε νὰ σᾶς εἰπῶ τὴν ἀλήθειαν; ἐξετραχύνθησαν περισσότερον ἐναντίον μας, διότι δὲν ἐνεδώκαμεν· οὐδεμίαν λοιπὸν ἐφημερίδα ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ κατηγορούμεθα, ὅτι διεφθείραμεν τὸν τύπον!
§80ΒΑΣΟΣ. Δὲν συγχωρεῖτε, Κύριε ὑπουργὲ, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐρχώμεθα εἰς ἀντεγκλήσεις καὶ νὰ λέγω μίαν ἰδέαν ἐγὼ, ὡς ἀληθῆ, καὶ ἄλλην ἰδέαν ὑμεῖς ὅτι εἶναι ψευδής· τὴν θεωρῶ ὡς παρεμπίπτουσαν πρότασιν καί παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον καὶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἔλθῃ τὸ πρωτόκολλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀμέσως ἐδῶ. (εἷς χειροκροτεῖ ἀπὸ τὸ ἀκροατήριον δεξιόθεν).
§81ΠΟΛΛΟΙ. Ἔξω ὁ ταραξίας.
§82ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὅλοι μέρος· εἶναι ὁ φρούραρχος.
§83ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Πρέπει νὰ λάβωμεν μέρος.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ἄδικον νὰ ἐνθαῤῥύνετε τὴν ἀταξίαν.
§85ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἄδικον.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (πρὸς τὸ ἀκροατήριον). Πρέπει νὰ πιστεύσετε ὅτι ἐμοῦ ὄντος προέδρου, δὲν δύναται νὰ γείνῃ καμμία ἀνοχὴ, 100 προεδρείας ρίπτω, ἀλλὰ δὲν ἀνέχομαι νὰ γίνωνται τὰ τοιαῦτα.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Εἷς μόνος ἦτο Κύριε Πρόεδρε.
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπῆρξα καὶ ἄλλοτε Ὑπουργός Κύριοι.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε Κύριε Βάσε εἰς τὴν αἴτησίν σας;
§90ΒΑΣΟΣ. Ἐπιμένω.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ θεσπισμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλω σᾶς φέρει ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τοῦ Κυβερνείου.
§92ΒΑΣΟΣ. Πρόκειται περὶ διορισμῶν ἐν γένει.
§93ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βάσου.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θεωρῆτε, Κύριε Βάσε, ὡς ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῇ ἡ πρότασίς σας, ἂς τελειώσῃ ὁ Κύριος Ὑπουργὸς καὶ τότε ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν.
§95ΒΑΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λέγωμεν λόγια, νὰ μοῦ λέγῃ ὁ Ὑπουργὸς δὲν λέγω ἀλήθειαν, καὶ ἐγὼ πρὸς αὐτὸν τὸ αὐτὸ, μὲ τοῦτο δὲν βγαίνει τίποτε, πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀποτέλεσμα.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀντιτείνω· ἂς ἔλθῃ ἂν θέλετε τὸ πρωτόκολλον διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια, μολονότι ὁ θέλων δύναται νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ εἰς τὸ γραφεῖον. Ὑπῆρξα εἰς τὸ παρελθὸν ἐπὶ πολλὰ ἔτη Ὑπουργὸς, ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, καὶ τότε, διότι εἶναι ἡ βʹ. περίοδος ἤδη τῶν συκοφαντιῶν, πόσαι συκοφαντίαι ἐξυφάνθησαν κατ’ ἐμοῦ, πόσα ψεύδη ἐῤῥέθησαν, μοῦ εἶπαν τόσα· ἄς μας συγχωρηθῇ ἔλεγον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ἀρχεῖόν σου καὶ θ’ ἀποδείξωμεν ἐγκλήματα. Κατέβην ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, μὲ διεδέχθη ὁ ἀσπονδότερος ἐχθρός μου, καὶ προσεκάλεσα μάλιστα τὴν ἀγανάκτησίν του διὰ πλέον ἐπιμόνων καὶ ἐπανειλημμένων ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου ἐδημοσίευσα, ἐνηργήθη ἀνάκρισις, καὶ τότε, ἐὰν διέθεσα κτήματα ὑπὲρ συγγενοῦς μου, φίλου μου ἢ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ, ἐὰν ἐπέτρεψα καταχρήσεις, ἢ ἔπραξα ἐγὼ τοιαύτας, ἐὰν ἠγόρασα τὸν τύπον, ἡ συκοφαντία ἀπεδείχθη καὶ τότε συκοφαντία, ὅλα ἦσαν ψεύδη, διότι ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ διαγωγή μου ἦτο καθαρὰ καὶ εἰλικρινὴς καὶ τότε, ὅπως καὶ σήμερον ἐνώπιον τῆς ἀληθείας θέλει καταισχυνθῇ ἡ συκοφαντία, διότι ἡ ἐνέργεια μου εἶναι καθαρὰ καὶ ἄμεμπτος καὶ ἤδη.
§97ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§98ΓΛΑΡΑΚΗΣ. ... (θόρυβος).
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὑπηρετήθη αἰσχρῶς ὁ Ὄθων, ὑπηρετήθη ἀπὸ τὸν πατέρα σου, Κύριε Γλαράκη. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, τώρα νὰ ἐξετάσω μίαν πρὸς μίαν ὅλας τὰς κατηγορίας, ὅσαι μοὶ ἀπηυθύνθησαν, καὶ νὰ ἀφήσω νὰ ὁμιλήσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κατήγοροι· αὐτοὺς θέλω ἐπικαλεσθῆ πρὸς ἰδίαν ὑπεράσπισιν, τὰ ἴδια ἔγγραφά των. Ἀρχίζω, Κύριοι, ἀπὸ τὸν Νομάρχην Μεσσηνίας Κύριον Δημητριάδην· τίποτε δὲν θέλω νὰ εἴπω προσωπικὸν περὶ αὐτοῦ, διότι δὲν πρόκειται διὰ δικηγορικῶν μικρῶν, καὶ πλαγίων ἐπιχειρημάτων νὰ ἐξασθενήσω τὴν κατηγορίαν, δὲν λέγω τίποτε περὶ τῶν σχέσεων, καὶ τῶν τάσεών του ἐν γένει· ἀπὸ τὴν στιγμὴν Κύριοι καθ’ ἣν νομαρχεύει ὁ Κύριος Δημητριάδης αἱματοκυλίσθη ἡ Μεσσηνία, καὶ εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης, εἰς τὰς Καλάμας, τὰ φρικτότερα διεπράχθησαν ἐγκλήματα, οἱ δὲ προκαλοῦντες ὅλα αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα, οἱ φονεῖς, οἱ ἐμπρησταὶ οἰκιῶν οἱ καταστροφεῖς ἰδιοκτησιῶν, ἀντὶ νὰ τιμωρῶνται, ἀντὶ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν αὐστηρότητα τῆς δικαιοσύνης, ἀπεναντίας εἰς τὴν στιγμὴν μάλιστα καθ’ ἣν ἡ ἐξουσία ἅπαξ ἠδυνήθη νὰ ἐνεργήσῃ κατ’ αὐτῶν, ἄνευ λόγου ὀπισθοχωρεῖ, διότι οὕτω συμφέρει εἰς τὸν Κ. Νομάρχην καὶ οἱ ἐνταλματίαι, Κύριοι, ἐτόλμησαν ν’ ἀντισταθῶσιν ἔνοπλοι, καὶ ἐπολέμησαν ὥρας κατὰ τῆς Δημοσίας δυνάμεως, τί ἔπραξε, νομίζετε, ὁ Κ. Νομάρχης τότε; μετεκάλεσε τοὺς ἀρχηγοὺς αὐτῶν, καὶ ἐδέχθη τὰς προτάσεις των· ἰδοὺ διατὶ ἐνεθαῤῥύνθη ἡ ἀταξία, δὲν ἐξετάζω ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ των μ’ ὅλον τοῦτο ταῦτα, περιορίζομαι μόνον εἰς τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ὁ Κύριος Δημητριάδης μοὶ ἀποδίδει· ἐνθυμεῖσθε καλῶς τὶ γράφει εἰς ἓν γράμμα ἀπὸ τῆς 7 τοῦ παρόντος, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν ἰδιαιτέρως εἰς ἕνα τῶν φίλων του. Ἀδελφὲ, Τί κάμνετε οἱ Πληρεξούσιοι; περί τίνος ἐρίζετε, ἐνῷ ἡ Μεσσηνία ἐπὶ τῆς ὑπουργείας Κουμουνδούρου τοσοῦτον ἐξηγριώθη, ὥστε παριστᾷ ἐλεεινὸν, καὶ ἐπίφοβον θέαμα, δὲν δέχονται τοὺς ἀπαριθμητὰς, ἐπιστατοφύλακας τοὺς ξυλοκοποῦν, ἀφοῦ τοὺς ἀφοπλίζουν φωνάζοντες, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζουν τὸν Κουμουνδοῦρον καὶ τοὺς ὑπαλλήλους του, ἐνῷ ἂν παύσῃ, θὰ ἔχωμεν ἡσυχίαν, βεβαίωσιν φόρων καὶ εἴσπραξιν, ἄλλως δεινὰ θέτετε τὰ πράγματα. Σ’ ἐξορκίζω ἐν ὀνόματι τῆς γλυκυτάτης καὶ βαρυαλγούσης πατρίδος, εἰδοποίησον τοὺς συναδέλφους, τοὺς ὑπουργοὺς, διὰ νὰ φέρετε διόρθωσιν, διότι ἐγκαταλείπω τὰς γλυκύτητας τῆς θέσεως, καὶ δὲν ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην, οὐδὲ δύναμαι νὰ ὑπηρετήσω, ἐὰν δὲν εἰσακουσθῶ, τέλος παραιτοῦμαι διότι ἡ ἀποκλειστικότης τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀπαριθμητῶν, τῶν ἐπιστατῶν, καὶ φυλάκων ἐκ μόνων εἰδικῶν Κουμουνδουριστῶν, ἠρέθισε τὰ πνεύματα, καὶ ἀπορῶ πῶς τὰ καταφέρει νὰ στηρίζεται καὶ νὰ τρώγῃ ἐκ τῶν ἱδρώτων τοῦ λαοῦ, ἴσως μεθαύριον ἀποκτήσει καὶ ἄλλας Μακαρίας, καὶ ἄλλα πάμπολλα κτήματα, μὲ τὰ Δημόσια εἰσοδήματα· διαθέτει τὰ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν φόρων, διὰ τῶν ἀνθρώπων του, καὶ αὐτὸς εἶναι καθαρὸς οἰκοκύρης.» Πρῶτον δωρῶ εἰς τὸν Κύριον Δημητριάδην καὶ τὸν Κύριον Πετσάλην καὶ εἰς ὅντινα ἄλλον ἀκόμη ἀπὸ τοῦδε ὅλα τὰ κτήματά μου ὅσα ἔχω εἰς Μακαρίαν· ἔχω ἀληθῶς ἓν κτῆμα ἓν τεμάχιον γῆς ἐκ 50 ἢ 60 στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα ἠγόρασα ὁμοῦ μὲ ἕνα ἄλλον κάτοικον Παμίσου κατὰ τὰ 1819 ἀπὸ τὸν Ἀναγνωσταρᾶν· τὸ κτῆμα αὐτὸ ἔκτοτε εἶναι περιφραγμένον, ὥστε οὐδεμία ἐπέκτασις δύναται νὰ γίνῃ, ἐκτὸς τῆς γῆς αὐτῆς, ἢ τοῦ κτήματος αὐτοῦ, χαρίζω ἐπαναλαμβάνω εἰς τοὺς Κυρίους αὐτοὺς ὅ,τι ἄλλο εὕρουν ἰδικόν μου εἰς Μακαρίαν, ἂς σημειωθῇ τοῦτο παρακαλῶ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὡς ἐπίσημος ὑπόσχεσις· ἂς παύσῃ λοιπὸν ἡ συκοφαντία αὐτή. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὰ αἴτια ἕνεκεν τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι διώκουν τοὺς ἐπιστατοφύλακας καὶ ἀποκρούουν τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων· ὁ Κύριος Δημητριάδης ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἔγραψεν κοινὴν ἀναφορὰν μετὰ τοῦ Ἐφόρου τὴν 3 Μαΐου, παρακαλῶ νὰ ἀκούσετε, εἶναι ὑπογεγραμμένη καὶ ἀπὸ τὸν Ἔφορον καὶ ἀπὸ αὐτόν. Ἀριθ. 1019 Ἐν Καλάμαις τὴν 31 Μαΐου 1863.
ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ.
Περὶ ἐνοικιάσεως τῶν ἐγκτητικῶν φόρων. Σχετικῶς μὲ τὰς σημερινὰς ὑπ’ ἀριθ. 1016, 1017 καὶ 1018, ἡμετέρας ἀναφορὰς ὑποβάλλομεν εἰς τὰς ἀποδείξεις τῶν Δημάρχων, Εὔας, Οἰχαλίας καὶ Ἀλαγωνίας, περὶ δημοσιεύσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 500 καὶ 950 διακηρύξεών μας, διὰ τὴν ἐνοικίασιν τῶν εἰς εἶδος ἀποδιδομένων φόρων, καὶ συγχρόνως εἰδοποιοῦμεν τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι κατὰ τὴν χθὲς περαιωθεῖσαν Β. δημοπρασίαν τῶν προσόδων τῶν Δήμων Καλαμῶν (ἐκτὸς τοῦ τμήματος Καλαμῶν) Θουρείας, Ἄρεως, Ἀμφίας, Ἀλαγωνίας καὶ Παμίσου, οὐδεμία ἐδόθη προσφορά, ἐκτὸς τῶν τμημάτων Ἀσπροχώματος, Μικρομάνης καὶ Μάθειας, τῶν ὁποίων τὰ πρακτικὰ ὑποβάλλονται διὰ τῶν προμνησθεισῶν ἀναφορῶν μας· ἐν τούτοις ἡ μεγαλητέρα ἀδιαφορία καὶ ἀθυμία κατέχει ἐφέτος τοὺς δημοσιώνας, καὶ κατὰ συνέπειαν οὔτε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοπρασιῶν παρουσιάζονται, καὶ ἐὰν παρουσιασθῶσιν ἐπί τινων τμημάτων συναγωνισμὸς δὲν λαμβάνει χώραν· ἐντεῦθεν δυσκολευόμεθα νὰ πιστεύωμεν ὅτι θὰ κατορθωθῇ ἐφέτος ἡ ἐνοικίασις τῶν πρωΐμων φόρων, καθόσον οἱ φορολογούμενοι ἐμπνευσμένοι ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς μὴ ἀποδόσεως τοῦ φόρου, ἤρξαντο τοῦ θερισμοῦ καὶ προχωροῦν σπουδαίως, χωρὶς νὰ ζητήσουν ἄδειάν τινος, φρονοῦντες ὅτι ἂν κατορθώσωσι πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως νὰ συγκομίσωσι τοὺς καρπούς των, δύνανται νὰ ἐπωφεληθῶσι τοὺς φόρους, ἐνῷ ἂν βραδύνωσιν ὀλίγον σκέπτονται ὅτι δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἐξουσία εἰς τὴν ἰσχύν της, καὶ οὕτω νὰ ματαιωθῶσιν οἱ σκοποὶ καὶ οἱ πόθοι των, μάλιστα εἴς τινα χωρία δὲν ἐδέχθησαν τοὺς διορισθέντας ἐπιστατοφύλακας, καὶ ἐπιφυλασσόμεθα νὰ λάβωμεν τὴν ἀνήκουσαν πρόνοιαν, καὶ νὰ ἐκθέσωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκτενέστερον τὰς περὶ τούτου ἐνεργείας μας· ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τῶν φορολογουμένων ἀπεθάῤῥυνε καὶ δικαίως τοὺς δημοσιώνας, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπομακρύνονται οὗτοι καθ’ ὁλοκληρίαν. Τὸ καθ’ ἡμᾶς δὲν παύομεν οὐδὲ θέλομεν παύσει μεταχειριζόμενοι πᾶν ἔννομον μέσον πρὸς βεβαίωσιν καὶ διάθεσιν τῶν δημοσίων φόρων ἐφ’ ὅσον τὸ δυνατὸν, ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῶμεν ἂν ὄχι κατὰ ὅλον, τοὐλάχιστον ἐν μέρει νὰ διαθέσωμεν δι’ ἐνοικιάσεως τὰς προσόδους, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη διὰ τὴν πρόοδον τοῦ χρόνου καὶ τὴν ἰδιάζουσαν σπουδὴν τῶν φορολογουμένων, ὡς πρὸς τὴν συγκομιδὴν τῶν καρπῶν, νὰ μᾶς χορηγήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν πληρεξουσιότητα νὰ κηρύξωμεν τελευταίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν ὑμῶν καὶ τοῦ Κυρίου Ταμίου τὰς δημοπρασίας καὶ ἐπὶ τούτῳ ἀπεκδεχόμεθα τάχιον τὰς διαταγάς του. Εὐπειθέστατος
Ὁ Νομάρχης
ΓΡΗΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ.
Ὁ Ἔφορος καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Γραμματεὺς (Τ. Σ.) Α. Η. Λυκουρέζος. Κύριοι, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ἐν παρενθέσει τὴν πεποίθησίν μου· οἱ Μεσσήνιοι πράττουν τοῦτο οὐχὶ καθ’ ἁπλῆν θεωρίαν, εἰς τὰ 1832 ἔπραξαν τὸ ἴδιον, δηλαδὴ ἠρνήθησαν τοὺς φόρους, καὶ τοῖς ἀπέβη εἰς καλὸν, δηλ. δὲν ὑπεχρεώθησαν κατόπιν νὰ τοὺς πληρώσωσι, νομίζουν λοιπὸν καὶ τόρα, ὅτι ἠμποροῦν νὰ ἐπαναλάβουν τοῦτο καὶ νὰ τοὺς ἀποβῇ πάλιν εἰς καλόν. Ἠκούσατε, Κύριοι, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ Κ. Δημητριάδης τὴν 31 Μαΐου; οὐδεὶς γίνεται λόγος ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ, περὶ μονομεροῦς διορισμοῦ ἐπιστατῶν, περὶ ἁρπαγῶν, καταχρήσεων κλπ. ἀλλὰ τὶ συνέβη ἐν τῷ μεταξὺ; ὁ Δημητριάδης εἰς τὰς 3 Ἰουνίου διὰ τηλεγραφήματος ἀνεκλήθη, καὶ αἴτιος τῆς ἀνακλήσεως ἐθεωρούμην ἐγὼ, διότι ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον παρευρέθησαν καί τινες Μεσσήνιοι, μετὰ τῶν ὁποίων καὶ συνεζητήσαμεν, ἐπέμενον νὰ θεωρῶ τὴν διαγωγὴν του ἀσυμβίβαστον μὲ τὴν τήρησιν τῆς ἀσφαλείας, καὶ ἡσυχίας τοῦ τόπου. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔφθασε τὸ τηλεγράφημα, ὁ Κύριος Νομάρχης ἤλλαξεν ὀλίγον τὴν γλῶσσαν· τὰ πράγματα ἤρχισαν ἔκτοτε νὰ φαίνωνται ὀλίγον διαφορετικὰ, ἀλλὰ καὶ μόλον τοῦτο τὶ γράφει εἰς τὰς 5 Ἰουνίου ἀκούσατε.
§100ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Πρὸς ποῖον ὑπουργεῖον γράφει;
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἰδοὺ τὶ λέγει· «Ἐκ πολλῶν Δήμων μετὰ λύπης ἐμάθαμεν, ὅτι οἱ ἐπιστάται καὶ φύλακες συνοδευμένοι καὶ ὑπὸ χωροφυλάκων, δὲν ἐγένοντο δεκτοὶ, ἀπεπέμφθησαν καί τινες χωροφύλακες ἐκακοποιήθησαν. Τὸ δὲ σταλὲν μεταβατικὸν δὲν ἐγένετο δεκτὸν, ἵνα μὴ σᾶς εἴπω ὅτι ἀπεκρούσθη ὡς ἐκτενέστερον διὰ τῆς Μοιραρχίας γινώσκει ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργός· ἐν γένει ὅλως ἀδυνατοῦσιν οἱ ἐπιστάται νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων. Ὁ Ἔπαρχος πολλάκις αἰτεῖ ἔνοπλον δύναμιν, ὁ Ἔφορος ἔνοπλον δύναμιν, καὶ ἡ ἄλλη ὑπηρεσία ἔνοπλον δύναμιν, ἀλλὰ καὶ ἡ πόλις διὰ λόγους σπουδαίους ἔχει ἀνάγκην ἐνόπλου δυνάμεως, διὰ τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ἀλλ’ ἡ δύναμις εἶναι ἀνεπαρκὴς διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, καθόσον πολλοὶ ἐνταλματίαι, συσσωματωμένοι περιφέρονται, διαφεύγοντες ἐπιτηδείως τὸ μεταβατικὸν, ἡ ἐκλογὴ τῆς Τριφυλίας ἀπαιτεῖ ἀναγκαίως ἔνοπλον δύναμιν ἐκεῖ ἐξ ἀνδρῶν προσέτι 60, 80. Τουλάχιστον, ἄλλως τε ἡ ἐκλογὴ εἶναι ὕποπτος, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον. Δὲν δύναμαι Κύριε ὑπουργὲ ν’ ἀνεύρω θετικῶς τὸ αἴτιον τῆς τοιαύτης διαγωγῆς, καὶ τοῦ παραδόξου φαινομένου θεωρῶ ὅλως πιθανὸν, ὅτι ἰδιοτελεῖς τινες, διὰ νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν ἐνοικιάσεων ἐν ἠλαττωμένῃ προσφορᾷ, καὶ ἄλλοι ὠφελούμενοι τῆς ἀταξίας καὶ τὰς ἐντεῦθεν ὠφελείας, παροτρύνουσι τὸν λαὸν, καὶ ἐξαπατῶσι ψευδολογοῦντες, ὅτι δὲν ἔρχεται Βασιλεὺς καὶ τοὺς φόρους θέλουσι καταβροχθήσει οἱ ἐν τοῖς πράγμασιν ὑπάλληλοι, ἀγνοῶ δὲ ἂν καὶ ἄλλοι εἶναι μυστηριώδεις λόγοι, ὧν ἀκόμη τὸ βάσιμον καὶ πιθανὸν δὲν ἀνεφέραμεν.» Κύριοι, ἐκ τῶν τελευταίων γεγονότων τῶν λαβόντων χώραν εἰς Μεσσηνίαν ἔμαθον, καὶ θέλετε μάθει καὶ σεῖς, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία τοῦ Κυρίου Νομάρχου, ὅτι ἡ ἔνοπλος δύναμις δὲν ἦτον ἀρκοῦσα νὰ συνδράμῃ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἀπὸ τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἰδίου Νομάρχου, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θέλω ἀναγνώσει, θέλετε ἴδει, ὅτι ἀπεστάλησαν 100 στρατιῶται εἰς Λυγούδιστα χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· λοιπὸν ὁ Νομάρχης, ὅταν ἠρνεῖτο τὴν ἔνοπλον δύναμιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν δὲν ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἡ ἄρνησις αὕτη ἦτο ὁ κρῖκος ἑνὸς συνδυασμοῦ, καὶ εἶχε σχέσιν μὲ ἐνεργείας καὶ ἄλλων μερῶν· γνωστὸν εἶναι ὅτι διάφορα διαδραματίζονται εἴς τινα μέρη, μὲ σκοπὸν νὰ παραλύσῃ ἡ τάξις, καὶ ν’ ἀποκατασταθῇ δύσκολον τὸ μέλλον, καὶ ὁ Κ. Δημητριάδης γνωρίζετε ὅτι ἀνήκει εἰς σχολὴν, μὴ κρύπτουσαν τὰς τάσεις της αὐτὰς, καὶ ὁ Κύριος Δημητριάδης σήμερον τέλος πάντων, ἐνῷ ἠρνεῖτο ἔνοπλον δύναμιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν εὗρε διὰ μιᾶς καὶ ἀπέστειλεν ἐκτὸς τῶν Καλαμῶν 100 στρατιώτας· δὲν εἶναι ἀκριβὴς καὶ εἰς τὸν ἕτερον ἰσχυρισμόν του, μοὶ εἶναι ἀναγκαία, λέγει, ἡ δημοσία δύναμις νὰ καταδιώξῃ τοὺς ἐγκληματίας, οἱ ὁποῖοι διαφεύγουν τὴν καταδίωξιν τῆς ἐξουσίας. Εἶναι ψεῦδος, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, οἱ ἐνταλματίαι διαφεύγουν τὴν Δημοσίαν δύναμιν! ἀπεναντίας οὗτοι μὲ τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας, διῆλθον ἐν τῷ μέσῳ τῆς πόλεως τῶν Καλαμῶν προχθὲς ἀτάραχοι, καὶ ἥσυχοι. Ἐξελθόντες δὲ ἀπὸ τὴν πόλιν, ἐπέπεσον εἰς ἓν χωρίον, καὶ ἀπήγαγον μίαν νέαν· ἀλλὰ κατεδιώχθησαν ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς, καὶ ἐμποδίσθησαν νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὸ ἔγκλημά των, αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει βεβαίως οὔτε φόβον, οὔτε σέβας πρὸς τὴν πολιτείαν, τὴν δημοσίαν δύναμιν, καὶ τὴν ἐξουσίαν. Ἀκούσατε καὶ τ’ ἄλλα· Τὴν 5 Ἰουνίου λοιπὸν ὁ Κύριος Νομάρχης γράφει ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Μεσσηνίας εἶναι ἀποτέλεσμα ἐνεργείας ἰδιοτελῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ διαταράξουν τὴν ἡσυχίαν, διότι ἐκ τῆς ἡσυχίας ζημιοῦνται οἱ ἔχοντες ἰδιοτελεῖς σκοπούς· βλέπετε ὅτι ὁ Κύριος Δημητριάδης, ἕως τώρα τρεῖς ἥμισυ μῆνας Νομαρχεύων εἰς Μεσσηνίαν, ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀνακαλύψει τὴν σπουδαιοτέραν, καὶ μεγαλειτέραν τῶν αἰτιῶν τῆς κακῆς αὐτῆς τοῦ τόπου καταστάσεως, τὴν ὕπαρξιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν· ἀλλὰ δὲν μένει ἀληθῶς ἕως ἐδῶ. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ἔρχεται μετὰ τὸ τηλεγράφημα τῆς ἀνακλήσεως. Ὁ Κ. Δημητριάδης λοιπὸν προσθέτει· «ἄλλως δὲ καὶ τὸ μονομερὲς τοῦ προσωπικοῦ ἐπαυξάνει τὸν ἐρεθισμὸν καὶ καλὸν ἦτον ἂν ἠρωτώμην νὰ ἐγένετο ἐξ ὅλων τῶν δυνατῶν μερίδων, καὶ ἐξ ἀνθρώπων ἠθικῆς βαρύτητος καὶ ἐγγυήσεων λαμβανομένης καὶ τῆς γνώμης τοῦ τελευταίου ὑπερθεματιστοῦ· θεωρῶ λοιπὸν ἀναγκαίαν τὴν τοιαύτην παράστασιν, θεωρῶ, ἵνα ὑπὸ τῆς ἐμβριθοῦς σκέψεως τῆς Σ. Κυβερνήσεως ληφθῶσιν ὁριστικὰ καὶ συντελεστικὰ μέτρα, ἐξ ὧν ἦν καὶ τοῦ ἀρχιερέως ἡ ἔξοδος καὶ προτροπὴ καὶ νουθεσία, ἀλλ’ ἐπιτρέψατε νὰ θεωρῶ ἀσύμφορον τὴν ἔξοδον ἀδυνάτου ἀποσπάσματος. «Βλέπετε μέχρις αὐτῆς τῆς ἐποχῆς ὁ Κύριος Δημητριάδης, ἀλλοῦ ἀποδίδει τὰς αἰτίας, προσθέτει δὲ ἐπὶ τέλους, ὅτι αὐξάνει τὸν ἐρεθισμὸν τὸ μονομερὲς τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐπιστατοφυλακῶν· φαίνεται ὅτι τὸ σχέδιον δὲν εἶχε συλληφθῇ ἔτι πλῆρες. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὴς καὶ ὁ τελευταῖος αὐτὸς ἰσχυρισμός; Θὰ σᾶς ἀποδείξω πάλιν δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι ὄχι· Κύριοι, ἔχω ἀπὸ τὸν Ἔφορον ἐπίσημον σημείωσιν τοῦ προσωπικοῦ· μὲ κατηγοροῦν, ὅτι διώρισα δῆθεν μονομερῶς τὸ προσωπικὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων εἰς Μεσσηνίαν· ἡ κατηγορία εἶναι ψευδὴς, ὁ Ἔφορος εἶναι ὁ ἴδιος, τὸν ὁποῖον εὗρον, ὁ Ταμίας ἐπίσης, Τελώνης εἶναι ὁ διορισθεὶς ἀπὸ τὸν Σῖμον, Ἐλεγκτὴς ὁ διορισθεὶς παρὰ τοῦ Κ. Μαγγίνα· μήπως ὁ γραμματεὺς τῆς Ἐφορίας διωρίσθη παρ’ ἐμοῦ; καὶ ἠξεύρετε ποῖος εἶναι ὁ γραμματεὺς τῆς Ἐφορίας; εἶναι στενώτατος συγγενὴς τοῦ πολιτικοῦ ἀντιθέτου μου, Κ. Παπατσώνη, στενώτατος φίλος τοῦ Φλέσσα, καὶ ἀνήκων μᾶλλον εἰς τοὺς Κ. Μαυρομιχάλας, καὶ μολαταῦτα δὲν τὸν ἀντικατέστησα, δὲν μετέβαλον ἐγὼ τὸ προσωπικὸν, δὲν ἐνήργησα διορισμούς· ὁ γραμματεὺς τῆς Ἐφορίας μ’ ἀπέστειλε προχθὲς κατάλογον τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐπιστατοφυλάκων, κατ’ αὐτοὺς θέλετε ἴδει ὅτι μεταξὺ τῶν ἀπαριθμητῶν οὐδεὶς ὑπάρχει φίλος μου, ἀνήκουσιν εἰς τοὺς Κυρίους Κορφιωτάκην, Δαγρὲ, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὸν Κύριον Πέτρον Μαυρομιχάλην καὶ εἰς τὸν Δήμαρχον Παμίσου.
§102Π. Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ποίου Μαυρομιχάλη;
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι ὑμῶν, τοῦ ἐξαδέλφου σας. Ὁ Κύριος Δημητριάδης, λέγει, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη προέρχεται ἐξ αἰτίας τοῦ μονομεροῦς διορισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων· ἀλλ’ ἀπεδείχθη ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀπαριθμητῶν εἶναι ἰδικός μου· ἀλλὰ μήπως οἱ ἐπιστατοφύλακες ἐπὶ τῶν γεννημάτων διωρίσθησαν μονομερῶς; Ἰδοὺ καὶ ὁ ἕτερος κατάλογος, ὁ κατάλογος τῶν ἐπιστατῶν, τὸν ὁποῖον ἐπίσης ὁ Κύριος Γραμματεὺς ἐπιστέλλει, καὶ τὸν ὁποῖον μετὰ τοῦ ἄλλου παρακαταθέτω εἰς τὸ γραφεῖον, ἐξ αὐτοῦ βλέπετε ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ὑπερέβη τοὺς 180 καὶ ὅμως κατὰ τὴν ἐν αὐτῷ σημείωσιν φίλοι μου ἀτομικοὶ εἶναι 19, εἶναι ἐντὸς αὐτῶν καὶ φίλοι τοῦ Παπατσώνη καὶ τοῦ Μαυρομιχάλη καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν μερίδων καὶ κομματαρχῶν.
§104ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ διαβεβαιώσωμεν.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀδιάφορον, ἂν δὲν ἠμπορῆτε σεῖς, εἶναι ἐπίσημα ἔγγραφα, καὶ ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην, ὅτι ἐμπεριέχουσι πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Κύριος Νομάρχης Μεσσηνίας, τὴν ἑβδόμην, τὴν ἰδίαν δηλαδὴ ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγραφε τὴν ἐπιστολὴν ἐδῶ, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ αὐτὴ ὡς ὅπλον κατὰ τοῦ ὑπουργείου, διεύθυνε τηλεγράφημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἠξεύρετε τὶ λέγει αὐτό; μόνον ἐπαναλαμβάνει τὴν ἔκφρασιν τοῦ μεροληπτικοῦ τῶν διορισμῶν· καὶ αὐτὸ, παρέργως· ὁποία διαφορὰ μεταξὺ τοῦ τηλεγραφήματος καὶ τῆς ἐπιστολῆς! εἰς ποῖον τῶν δύω ψεύδεται; Ἰδοὺ τὸ τηλεγράφημα· Προσωρινὴ Κυβέρνησις. «Γενικὸς ἐρεθισμὸς Πύλῳ Μεσσηνία, ἐπιστάται ἀπαριθμηταὶ, χωροφύλακες ἀποβάλλονται κακοποιοῦνται ἀφοπλίζονται, ἐρεθισμὸς τοπικῶν μανιακῶν παθῶν, καὶ ἀποκλειστικὸς διορισμὸς, φατρίαι τῶν ἐπιστατῶν, αἰτία οὐδὲν γενικώτερον ἀνεκάλυψα, μέτρα τάχιστα, ἤπια Λόγος ἐπικίνδυνος, κοινὴ ἡ γνώμη ἐμοῦ Μοιράρχου Ἐφόρου, Γ. Κοκέβας ἐφάνη στρατολογῶν 30–50 διὰ Λυγούδιστα χάριν τοπικῶν σκοπῶν, ἀπὸ κοινοῦ μὲ Μοίραρχον Εἰσαγγελέα δυνατὰ δραστήρια μέτρα εἰς σύλληψιν ἐλήφθησαν, λάβετε μέτρα, ἡ κατάστασις δεινοῦται, μικρὰ ἀφορμὴ, σοβαρότερα γενικῶς, δὲν εἰσηκούσθην ἐξ ἀρχῆς, ἄλλως δὲν ἦτο ἡ κατάστασις αὕτη, ἀνεύθυνος δι’ ἐκλογὴν Τριφυλίας, διετάχθη ἐναντίον γνώμης μου, αἰτῶ ἐπιμόνως παραίτησιν, φροντίσατε περὶ ἀντικαταστάτου, θ’ ἀναχωρήσω κατὰ διαταγὴν ὑπουργείου, ἀπαντήσατε τηλεγραφικῶς, ἕως τῆς δεκάτης μηνός.» Λοιπὸν τὴν ἑβδόμην τοῦ ἰδίου μηνὸς, καθ’ ἣν ἐγράφη ἡ ἐπιστολὴ, ἡ τρομερὰ ἐκείνη ἐπιστολὴ, ἐστάλη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἓν τηλεγράφημα, ἀπὸ τὸν ἴδιον Νομάρχην, δι’ αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸν ἐρεθισμὸν, καὶ ὡς μίαν τῶν κυρίων αἰτιῶν θεωρεῖ τὴν ἔξαψιν τῶν τοπικῶν παθῶν, τοῦ ὑπουργοῦ ἡ κακία εἰς αὐτὰ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα ἀκόμη δὲν φαίνεται, ἐντὸς αὐτοῦ δὲ τοῦ τηλεγραφήματος βλέπετε καὶ μίαν στρατολογίαν· πρέπει ν’ ἀκούσητε τί τρέχει, τί εἶναι αὐτὴ ἡ στρατολογία, καὶ πόθεν προῆλθε, πρέπει νὰ μάθητε καὶ τοῦτο· εἷς κάτοικος Φλεσιάδος πρώην Δήμαρχος ὁ Κοκέβας, ἐκακοποιήσθη ἀπὸ τοὺς ἐγχωρίους του ἐκεῖ, καὶ ἐδιώχθη ἀπὸ τὸ χωρίον, ἡ ἀρχὴ φαίνεται δὲν ἔλαβε οὐδὲν μέτρον πρὸς θεραπείαν, ἀπελπισθεὶς λοιπὸν μετέβη εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ τῆς Μεσσηνίας, εἰς χωρίον ἀπέχον μίαν ὥραν ἀπὸ τὰς Καλάμας, καὶ ἐκεῖ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐστρατολόγει πολίτας ἐνόπλους μὲ μισθόν· ὁ Νομάρχης ἀντὶ νὰ σπεύσῃ νὰ τὸν συλλάβῃ, καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν στρατολογίαν, ἀντὶ νὰ λάβῃ προληπτικὰ μέτρα ἀδιαφορεῖ, ἡ στρατολογία περαιοῦται, κατορθώνει ὁ Κοκέβας νὰ στρατολογήσῃ 150,200 ἀνθρώπους, ὡς λέγεται, καὶ οἱ νέοι ἀργοναῦται καταπίπτουν εἰς Λυγούδιστα, καὶ τὴν καταστρέφουσι, καὶ τότε μόνον ἐξυπνᾷ ὁ Νομάρχης, καὶ ἀποστέλλει τὸν μοίραρχον καὶ 100 στρατιώτας διὰ νὰ καταβάλλουν τὴν στάσιν, ἀλλὰ τὸ ἔγκλημα εἶχε τελεσθῆ, καὶ μεγάλα δυστυχήματα ἐπῆλθον εἰς τὸν τόπον· ἐν τούτοις, Κύριοι, εἰς τὰς 9 τοῦ μηνὸς, καθὼς ἠξεύρετε, ἤρχισεν ἡ πάλη κατὰ τοῦ ὑπουργείου· ἐν τῇ Συνελεύσει ἡ πάλη εἶχεν ἀναγγελθῆ παντοῦ· οἱ φίλοι τῆς ἀνατροπῆς εἰδοποιήθησαν, καὶ πανταχόθεν προσεκλήθησαν μαχηταί· εἰς τὴν Μεσσηνίαν ἦτο γνωστότατον, καὶ ὁ ἀνακληθεὶς Νομάρχης διέδωκεν, ὡς γράφουν πολλοὶ, ὅτι δὲν ἀναχωρεῖ, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις πίπτει, καὶ συγχρόνως ἀναφοραὶ ἐνηργοῦντο, πρᾶγμα λίαν εὔκολον εἰς Νομάρχην, ὅταν μάλιστα ἔχῃ τυχὸν καὶ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν συμπράττουσαν· τότε φαίνεται ἐζητήθη καὶ ἡ συνδρομὴ τοῦ Κ. Νομάρχου, ἔπρεπε καὶ οὗτος νὰ δώσῃ τὴν ὑποστήριξίν του, διὰ νὰ φθάσῃ τῷ ὄντι εἰς εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα ἡ μάχη, ἀδιάφορον ἐὰν ἡ ὁπλοθήκη δὲν ἐμπεριεῖχεν εἰμὴ ψεύδη καὶ συκοφαντίας, εἰς τὸ ἀποτέλεσμα συνέτεινεν· ἐνταῦθα τὸ τηλεγράφημα τὴν 9, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ Κ. Πετσάλης, εἶναι ἀπελπιστικὸν ἀληθῶς, κατ’ αὐτὸ τὸ πᾶν ἐκινδύνευεν ἐὰν τηλεγραφικῶς δὲν ἀνηγγέλλετο ἡ πτῶσις τοῦ σκανδάλου, ἐμοῦ, δηλαδὴ, τὰ πράγματα ἔσπευδον, ἀλλ’ ὁποία σύμπτωσις! τὴν 9 στέλλεται τηλεγράφημα οὐχὶ τῆς πτώσεως ἐμοῦ, ἀλλὰ τῆς ἀνακλήσεως τῆς διαταγῆς τοῦ νὰ φύγῃ ὁ Νομάρχης ἀπὸ Καλάμας, τὸ τηλεγράφημα φθάνει τὴν 11 καὶ ὁποία νομίζεται ἐστάθη ἡ θαυματουργὸς αὐτοῦ δύναμις; σᾶς τὸ λέγει τὸ ἀπὸ 11 ἱσταμένου ἕτερον τηλεγράφημα αὐτοῦ, κατ’ αὐτὸ ἡ Μεσσηνία εἶναι ἥσυχος ὅλη σχεδόν (γέλως).
§106ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ το.
§107ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῷ ὄντι ὁ Κ. Νομάρχης εἶχε δίκαιον ὅταν ἔλεγεν ὅτι ἓν τηλεγράφημα ἤθελε σώσει τὸν τόπον. Μόλις τὸ τηλεγράφημα ἔφθασεν εἰς τὴν Μεσσηνίαν, ὅτι ἡ ἀνάκλησις τοῦ Νομάρχου ἀνακαλεῖται, ἡ ἡσυχία ἐπανῆλθεν· ἀκούσατε, Κύριοι τὸ τηλεγράφημα, «Συμπλοκὴ Λυγούδιστας ἤρξατο, ὡς λέγεται, Μοίραρχος, Γραμματεὺς Νομαρχίας καὶ Κορώνης ἀπέπλευσαν σήμερον ἐκεῖσε δι’ ἀτμοπλοίου καὶ 100 στρατιῶται ἄνδρες, δυνατὴ ταχίστη ἐνέργεια ἐγένετο μαρτυρούντων δημοσίων ἐγγράφων ἐρεθισμὸς ταραχὴ δήμων Πλαταμώδους, Ἐράνης, ἥσυχος κατάστασις λοιποῦ νομοῦ, ἀποστολὴ καὶ ἄλλου λόχου ἐνταῦθα. «Κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς Τριφιλίας· ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ἐφόδου ἐναντίον ἑνὸς χωρίου· ἡ ἡσυχία ταράττεται καὶ ἀπειλεῖται εἰς τὸ μέρος αὐτό· ὁ Κ. Νομάρχης θέλει ν’ ἀποστείλῃ ἄλλας δυνάμεις ἐκεῖ, διότι καθὼς εἶπεν εἰς ἄλλο τηλεγράφημα, ἡ ἐκλογὴ ἄνευ ἀκόμη 80 στρατιωτῶν δὲν ἀσφαλίζεται· ἀλλ’ εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ νομοῦ βεβαιοῖ ὅτι ἐπικρατεῖ πανταχοῦ ἡσυχία· ὁ Νομάρχης, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ὁποῖος τὴν 9 σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἐὰν δὲν σπεύσητε τηλεγραφικῶς νὰ ἀναγγείλητε τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἡ Μεσσηνία εἶναι ἐν πλήρει ἀναστατώσει, ὁ Νομάρχης, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπηρετήσῃ ὑπὸ μίαν πλειονοψηφίαν, ὁποία εἶναι ἡ τοῦ ὑπουργείου, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεκλήθη ὑπηρέτει εὐπειθέστατος, ὅλα τὰ λησμονεῖ δὲν φοβεῖται πλέον διὰ τὴν ἀτυχίαν, λησμονεῖ, καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δέχεται νὰ ὑπηρετήσῃ ὑπὸ τὴν ἰδίαν πλειονοψηφίαν, διότι δὲν τοῦ ἀφῄρεσε τὴν ὑπηρεσίαν, σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι παρομοίας εἰδήσεις δὲν θέλετε λάβει πλέον ἀπὸ Μεσσηνίαν, διότι ἡ μάχη εἰς Ἀθήνας ἐπεραιώθη, καὶ ὅπλων δὲν ἔχομεν ἀνάγκην. Ἰδοὺ, Κύριοι! ὁποῖαι αἱ κατηγορίαι τοῦ Κυρίου Νομάρχου. Μένει εἰς σᾶς νὰ ἐκτιμήσητε ἤδη τὴν ἀξίαν καὶ τὸν λόγον τῆς συῤῥαφῆς των. Ἔρχομαι, Κύριοι εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, εἰς τὴν κατηγορίαν περὶ τῶν γαιῶν, ἢ περὶ τῆς ἀποφάσεως μεταξὺ δημοσίου καὶ Δουρούτη. Ἐνόμισαν φαίνεται, ὅτι αἱ γαῖαι εἶναι μικρόν τι ἀγγεῖον τραπέζης διὰ νὰ τὸ θέσῃ εἰς τὴν τζέπην του ὁ Κύριος Δουρούτης.... Πρῶτον, Κύριοι! δὲν βλέπω τί κακὸν εἶναι τὸ νὰ ἀγοράσῃ κἀνεὶς κρητικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε, καὶ τὰ ὁποῖα ἔθεσεν εἰς κυκλοφορίαν, τί κακὸν εἶναι νὰ ἀγοράσῃ γραμμάτια διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ἐντίμως γαίας, καὶ δὲν ἠξεύρω πόσοι εἶναι ἐδῶ μέσα, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς εὐκολίαν, καὶ δὲν ἠγόρασαν τοιαῦτα, καὶ δὲν ἐπεζήτησαν τὴν πραγματοποίησίν των· ἐγὼ, Κύριοι, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλοτε ἐξετέλουν ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, Πρόεδρος τοῦ ὁποίου ἦτον ὁ Κ. Βούλγαρης, καθ’ ἣν πολλάκις ἐπαναληφθεῖσαν, τὰ γραμμάτια δὲν ἐπραγματοποιοῦντο ἄνευ προηγουμένων ἐξετάσεων περὶ τοῦ κύρους αὐτῶν, ἀλλ’ ἐξετάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπεκαθίστουν τὴν πραγματοποίησιν ἀκατόρθωτον, καὶ ὅμως ἔπρεπε νὰ μένω εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, διότι αὐτὴ ἦτον ἡ ἀπόφασις· κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν, ἐζήτησε καὶ ὁ Κ. Δουρούτης τὴν πραγματοποίησιν τῶν γραμματίων αὐτῶν, τὴν ἠρνήθην· ἐὰν ἤθελον νὰ τὰ πραγματοποιήσω ἠδυνάμην νὰ τὸ πράξω· ἦλθε λοιπὸν ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ δικαστήριον, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ πρωτοδικείου, ὅταν ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς διεύθυνα τὴν ὑπεράσπισιν, ὁ Κ. Δουρούτης ἡττήθη, μὲ κατηγοροῦν δὲ ἤδη διατὶ δὲν ἐφρόντισα νὰ παρουσιάσω ἀποδείξεις καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου; ἐγὼ ὅταν ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου ἰδιώτευον. Ὁ Σῖμος διεύθυνε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Σῖμος διώρισε τοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι ὑπερασπίσθησαν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἐπὶ Σίμου συνελέχθησαν αἱ μαρτυρίαι, ἂν καλὴν ἢ κακὴν ἔκβασιν ἔλαβεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν μ’ ἀφορᾷ, διότι ἐγὼ ἀπὸ τὰ 60 μέχρι προχθὲς δὲν ἤμην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐδικάσθη ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου, ὑπερασπισθεῖσα ἀπὸ δικηγόρους, τοὺς ὁποίους εἶχε τὸ δημόσιον, ἐγὼ ὅτε ἐδικάσθην δὲν ἤμην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξεδόθη ἀπόφασις τὴν 2 ἀπριλίου καὶ μοὶ ἐκοινοποιήθη τὴν 11, τὴν 15 διέταξα νὰ ζητηθῇ ἡ ἀναίρεσις, καὶ διὰ νὰ γίνῃ πράγματι αὕτη δὲν ἔμεινα ἀδιάφορος, μάρτυς, ὁ τμηματάρχης Βάρβογλης, οἱ ὑπουργικοὶ γραμματεῖς Κετσέας καὶ Θεοδωράκης. Ἰδοὺ τί ἔγραφον, τὴν 15, πρὸς τοὺς δικηγόρους Κυρίους Δεμάθαν καὶ Ἀντωνόπουλον τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν διώρισα, τοὺς εὗρον «σᾶς διευθύνομεν τὴν κοινοποιηθεῖσαν ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 297/21518 ε. ε. ἀπόφασιν τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν δι’ ἧς ὑπεχρεώθη τὸ δημόσιον νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸν Κωνσταντῖνον Δουρούτην ἐκ τῶν ζητηθεισῶν βαλτωδῶν γαιῶν, τῶν κειμένων εἰς θέσιν Σκάλαν τῆς Μεσσηνίας στρέμματα πεντακόσια, χορηγοῦντες ὑμῖν διὰ τῆς παρούσης μας τὴν νόμιμον πληρεξουσιότητα, διὰ νὰ κοινοποιήσητε κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης αἴτησιν ἀναιρέσεως, ἐὰν ὑπάρχωσι πρὸς τοῦτο λόγοι, ὑπερασπισθῆτε δὲ καὶ ἐνώπιον Ἀρείου Πάγου τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως· «δὲν ἠρκέσθην εἰς αὐτὸ τὸ ἔγγραφον μόνον, ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρως παρώτρυνα τὸν δικηγόρον, ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐνδιαφέρει φίλον μου τὸν Δουρούτην ἐφρόντισα περισσότερον, διότι ἐγνώριζον ὅτι τὰ λάθη καὶ τῶν ξένων ἤθελον παρεξηγηθῆ ἐναντίον, μου καὶ ἐρωτῶ τὸν Κ. Πετσάλην, ὁ ὁποῖος πολλὰ ἔτη ὑπηρέτησε τὸ δημόσιον ὡς δικηγόρος, τί ὤφειλον νὰ κάμω ἐγὼ, ποῖον ἄλλο ἦτο τὸ καθῆκον μου, εἰμὴ νὰ διατάξω τοὺς δικηγόρους τοῦ δημοσίου νὰ κάμουν ἀναίρεσιν, ἠδυνάμην ἢ ὤφειλον νὰ πράξω τίποτε ἄλλο; ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπείρους ὑποθέσεις διεκπαιρεώνει κατὰ πᾶσαν ἡμέραν, πολλῶν τούτων οὔτε γνῶσιν ἀληθῶς λαμβάνει, εἶναι ἀδύνατον δὲ νὰ ἠξεύρῃ, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἑκάστη ὑπόθεσις τοῦ δημοσίου δικαστικὴ μάλιστα, διότι ἑκατοστύας πολλὰς ἔχει ἐκκρεμεῖς, εἶναι τοῦτο χρέος τοῦ τμήματος ἰδίως, ἐγὼ λοιπὸν ὤφειλον νὰ ὑπογράψω ἀμέσως τὴν παραπομπὴν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸν δικηγόρον, ἅμα τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὰ δικαστικὰ ἔγγραφα μ’ ἐπαρουσίαζε τὴν ὑπόθεσιν, μ’ ὅλα ταῦτα σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐγὼ ἔπραξα κἄτι τι περισσότερον, ἐφρόντισα πράγματι νὰ γίνῃ ἀναίρεσις. Βλέπετε, ὅτι περισσότερον τοῦ δέοντος ἔπραξα εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὥστε τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου νὰ ἐξασφαλισθῶσιν.
§108ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Παρῆλθεν ἡ προθεσμία τῆς ἀναιρέσεως.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι δὲν παρῆλθεν· ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἄνευ ἀναιρέσεως ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ κανεὶς δὲν ἠμποροῦσε νὰ κατηγορήσῃ ἐμὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Οἰκονομίας διὰ τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν, ὁ ὁποῖος δύω δικηγόρους τοῦ Δημοσίου διέταξα καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως νὰ κάμουν τὸ χρέος των. Πόσαι ὑποθέσεις ἀπωλέσθησαν ἐκ τῆς ἀμελείας τῶν Δικηγόρων! οὐδεὶς διὰ τοῦτο ἐκήρυξεν ὑπευθύνους τοὺς ὑπουργοὺς καὶ δὲν ἤθελον εἶσθαι ὑπεύθυνος, καὶ ἐὰν δὲν ἐγένετο ἀναίρεσις, καὶ ὅμως ἐγένετο. Τρίτη κατηγορία, Κύριοι, εἶναι ὅτι τὰ ὕδατα τοῦ Παμίσου ἀπεῤῥοφήθησαν, καὶ τὸ κοινὸν τῳόντι ἐξεπλάγη ἀκοῦσαν πῶς ἕνας ὁλόκληρος ποταμὸς, τόσον εὐεργετικὸς διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον ἔγεινεν ἰδιοκτησία. Ἠξεύρετε ὅλοι, ἐκτὸς ἐκείνων ὅσοι δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν γεωπονικὴν γνῶσιν, ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ παρόχθιοι ποταμῶν νὰ ποτίζουν τοὺς ἀγροὺς, ὅπου δὲ τὰ ὕδατα τοῦ ποταμοῦ εἶναι κατωτέρω τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἐκεῖ οἱ κάτοικοι κατασκευάζουν προχώματα, διὰ τῶν ὁποίων ὑψώνουν τὰ ὕδατα, καὶ διευθύνουσιν οὕτω αὐτὰ, τοῦτο γίνεται εἰς ὅλους τοὺς ποταμοὺς, καὶ εἰς τὸν Πάμισον αὐτὸν ὑπάρχουν τοιαῦτα προχώματα δι’ ὧν οἱ κάτοικοι ποτίζουν. Τί ἐπρόκειτο λοιπὸν, Κύριοι, ἐπρόκειτο νὰ ἀνεγερθῶσι προχώματα τοιαῦτα, χάριν ἀρδεύσεως, ἠδύνατο νὰ γείνῃ τοῦτο ἄνευ ἀδείας, διότι πράγματι γίνεται, ἀλλ’ ἐζήτησαν τὴν ἄδειαν τῆς ἀρχῆς διὰ ν’ ἀποφύγωσι τοὺς θορύβους, καὶ ὑπέβαλον αἴτησιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐζήτησαν νὰ κανονισθῶσι τὰ δικαιώματα διὰ νὰ μὴ γίνωνται παρεξηγήσεις· ἀκούσατε τὶ ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ Κ. Πεῤῥωτοῦ καὶ ἐμοῦ, ὅστις μετὰ ταῦτα παρῃτήθην ἰδὼν τὰς ἀπελθούσας δυσκολίας, καὶ παρεξηγήσεις ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Κ. Αὐγερινός: «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρ. 73–80 τοῦ περὶ Δημοτικῆς Ἀστυνομίας διατάγματος τῆς 21 Δεκεμ. 1836, τὴν ἀναφορὰν διεβιβάσαμεν πρὸς τὸν Νομάρχην, καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Μηχανικοῦ Μεσσηνίας, διὰ τοῦ ἀπὸ 16 μεσοῦντος ταὐταρίθμου ἐγγράφου τοῦ ὑπουργείου, προσκαλέσαντας αὐτοὺς νὰ ἐξετάσωσι τὴν αἴτησιν ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις, καὶ κατὰ πόσον ἤθελεν ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα προτίθενται νὰ ἀνεγείρωσιν οἱ ἀπενεχθέντες πρὸς ἄρδευσιν τῶν γαιῶν των, ὑποβάλλωσι δὲ ὁμοῦ μὲ τὴν ἔκθεσίν των τὰ ἔγγραφα· μετὰ τὴν διεκπεραίωσιν τῶν ἐγγράφων, οἱ ἀπενεχθέντες παρετήρησας εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι θέλουσι ζημιωθῆ ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου, τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν παραγγελθέντων, ἐνῷ διὰ συμβουλαιογραφικῆς πράξεως ὑπόσχονται νὰ καταστρέψωσιν εἰς πᾶσαν περίστασιν τὰ ἀνεγερθησόμενα διαφράγματα ἄνευ τινὸς ἀπαιτήσεως πρὸς ἀποζημίωσίν των, ὀψέποτε ἤθελον καταστῆ παραίτια ζημίας τοῦ Δημοσίου, ἐκ τῶν ἰδιωτῶν ὁσάκις ἤθελον ἀποδειχθῇ ἀντικείμενα εἰς τὰς διατάξεις τῶν μνησθέντων ἄρθρων, δι’ ὧν ἐξασφαλίζονται τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν, ἰδίως δὲ ἀναδέχονται νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι δι’ ἀδείας ὧν ἐξαιτοῦνται δὲν ἐννοοῦν νὰ προσκτήσωσιν οἱονδήποτε δικαίωμα δουλείας, κατοχῆς ἢ κυριότητος. Θεωροῦντες ὅτι ὑπὸ τοὺς προεκτεθέντας ὅρους δυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν τὴν ζητουμένην ἄδειαν, ἂν ἤθελεν συναινέσει εἰς τοῦτο τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργεῖον ἀντιπροσωπεῦον τὰ συμφέροντα κλπ.»
§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ αἴτησις τῶν ἀναφερθέντων, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἡ ἐξουσία, ἦτο νὰ παραχωρηθῇ ἡ ἄδεια νὰ γίνωνται προχώματα χάριν ἀρδεύσεως, νὰ μὴν ἀποκτᾶται ὅμως ἐπὶ τῶν ὑδάτων οὐδὲν δικαίωμα κυριότητος ἢ δουλείας, νὰ ᾖναι ὑπόχρεοι δι’ ἐξόδων των νὰ κατεδαφίζωσι τὰ προχώματα ἐὰν προξενῶσι ζημίαν, πρὸς τούτοις δὲ νὰ μὴν ἐμποδίζουν τοὺς παρακειμένους καλλιεργητὰς ἢ ἰδιοκτήτας νὰ ποτίζουν. Δέχομαι ὅ,τι ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος ἰσχυρίζεται, ὅτι δηλαδὴ ὁ ποταμὸς εἶναι πλευστὸς τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἀγνοῶ δὲ τί ἦτο ἐπὶ Παυσανία, δέχομαι ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ἀποκτηθῇ ὡς βλέπετε οὐδὲν δικαίωμα, ἐπ’ αὐτοῦ ἤδη καὶ ἐπὶ Προβελεγγίου ἐγένετο ἡ αἴτησις αὕτη, ἠξεύρετε δὲ διατὶ δὲν ἐτελείωσε τότε; διότι ὁ Προβελέγγιος ἤθελε νὰ ὑποβάλῃ τὴν καταιδάφισιν τῶν προχωμάτων εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν παντὸς ὑπαλλήλου, εἴτε ὑπαρχούσης ζημίας, εἴτε μὴ, οἱ αἰτοῦντες λοιπὸν νὰ κατασκευάσωσι προχώματα δὲν ἐδέχθησαν, ὑπάρχοντος τοιούτου κινδύνου, ὅστις τότε μάλιστα ἦτο μεγάλος, διὰ τὰς ἀντιπαθείας τῆς ἐξουσίας· ὁ Κ. Αὐγερινὸς λοιπὸν παρεδέχθη τὴν αἴτησιν ὑπὸ τοὺς μνησθέντας ὅρους, ἐζήτησεν ὅμως προηγουμένως τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ αὐτὸ ἐπέμενε νὰ ζητηθῶσι προηγουμένως πληροφορίαι, αἱ πληροφορίαι ὅμως ἤργουν, καὶ ὁ κατάλληλος καιρὸς παρήρχετο, διὰ τοῦτο ὁ Κ. Γ. Πετμεζᾶς διάδοχος τοῦ Κ. Αὐγερινοῦ διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ· «λαμβάνωμεν τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10291 ὑμέτερον ἔγγραφον ὅτι δὲν ἐλήφθησαν αἱ προκαλεσθεῖσαι πληροφορίαι διὰ τὰς αἰτήσεις τοῦ Κ. Γ. Α. Πεῤῥωτοῦ κλπ. ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀναβληθῶσιν αὗται καὶ πέραν τῶν μηνῶν τῆς ἀρδεύσεως ὅτε ματαιοῦται ὡς πρὸς τὸ ἐνεστὼς ἔτος ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιχειρήσεώς των, φρονοῦμεν ὅτι ὑπὸ τοὺς προεκτεθέντας ὅρους ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 1319 ἐγγράφῳ δυνάμεθα νὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται ὑδραυλικῶν ἔργων» ἐθεώρησε περιττὰς τὰς πληροφορίας καὶ ἐγνωμοδότησε νὰ παραδεχθῇ ἡ αἴτησις· εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὗρον ἐγὼ τὴν ὑπόθεσιν, ἰδοὺ δὲ τὶ ἔγραψα· «Ἀπαντῶντες εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5301 ἀπὸ 29 Μαρτίου ε. ε. ὑμέτερον ἔγγραφον, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωστοποιήσωμεν εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους ἀκριβῶς τοὺς ἐκδοθησομένους εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1319, προγενέστερον ἔγγραφον, νομίζομεν ὅτι δύναται νὰ συνταχθῇ τὸ κύριον συμβόλαιον μεταξὺ τοῦ Κ. Γ. Α. Πεῤῥωτοῦ κλπ. καὶ τοῦ παρ’ ὑμῶν διαταχθησομένου ὑπαλλήλου, πρὸς πλήρη δὲ ἐξασφάλισιν τῶν γεωργῶν, τῶν ἐχόντων παρακειμένας ἰδιοκτησίας καὶ τῶν καλλιεργούντων τυχὸν ἐθνικὰς γαίας πρέπει νὰ προστεθῇ ἀπαραιτήτως καὶ ἕτερος ὅρος, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται παρακειμένων γαιῶν, καὶ καλλιεργηταὶ τοιούτων ἐθνικῶν δύνανται νὰ κάμωσιν ἀκωλύτως χρῆσιν τοῦ ὕδατος, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα οἱ ἀνωτέρω συμβαλλόμενοι, ν’ ἀπαιτήσωσι παρ’ αὐτῶν ἀποζημίωσιν, πρὸς δὲ καὶ ὅτι οἱ Κύριοι, περὶ ὧν πρόκειται, θέλουσιν εἶσθαι ὑπόχρεοι νὰ ἐπαναφέρωσιν ἰδίαις δαπάναις τὰ πράγματα, εἰς ἣν ἦσαν πρότερον κατάστασιν, ἄνευ ἀπαιτήσεώς τινὸς πρὸς ἀποζημίωσιν, εἰς περίστασιν καθ’ ἣν συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἤθελον ἀποδεδειγμένως πάθει·» ἐζήτησα βλέπετε καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις πρὸς παραδοχὴν τῆς αἰτήσεως, καὶ ὅμως τίποτε ἔτι δὲν ἐγένετο, τὸ ὑπουργεῖον ἐζήτησε νέας πληροφορίας διαγράμματα καὶ τὰ λοιπά. Τετάρτη κατηγορία εἶναι, ὅτι ηὔξησα παρανόμως τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσπρακτόρων. Κατὰ τὸν νόμον καὶ τὸν προϋπολογισμὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσπρακτόρων ἀναβαίνει μέχρι τῶν 180, ὑπάρχουσι δὲ ἤδη 115· ἑπομένως βλέπετε ὅτι ἔχομεν ὀλιγωτέρους τοῦ νενομισμένου ἀριθμοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου κατὰ τὸν νόμον περὶ Ταμιῶν ἄρθρον 10 ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ Διατάγματος, δύναται ν’ αὐξήσῃ ἢ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσπρακτόρων· ἐπειδὴ αἰτήσεις ἀπὸ διάφορα μέρη, καὶ ἀπὸ διαφόρους ἀρχὰς ἔλαβον ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως αὐτῶν, διὰ τὴν εἰς χρήματα εἴσπραξιν τῶν φόρων κατὰ τὸ παραδεχθὲν σύστημα, ἐξεδόθη θέσπισμα πρὸ ἡμερῶν, τὸ ὁποῖον δίδει τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν μέχρις ἑβδομήκοντα ἕξ, ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα μέχρι σήμερον δὲν διωρίσθησαν εἰμὴ ἑπτὰ μόνον, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ κατηγορία εἶναι ἀβάσιμος. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι δὲν σκοπεύω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν πρόσκλησιν τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ Κύριος Πετσάλης καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Κύριον Δρόσον, οἱ διορισμοὶ εἶναι δικαίωμά μου, εἶμαι ὑπεύθυνος διὰ τὰς ἐνεργείας μου, πρέπει νὰ ᾖμαι ἑπομένως καὶ ἐλεύθερος ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν ὑπαλλήλων, μὲ τοὺς ὁποίους θὰ ὑπηρετήσω· ἐνήργησα ὅθεν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ὅ,τι εἶχον δικαίωμα νὰ ἐνεργήσω, καθὼς καὶ ὅτε ἐνήργουν τὸ αὐτὸ δικαίωμα μετὰ μεγίστης εὐχαριστήσεως διορίσας τὸν Κ. Δρόσον Τμηματάρχην καὶ ἔπειτα γενικὸν Γραμματέα, δὲν χρεωστῶ νὰ δώσω λόγον λοιπὸν εἰς κανένα, διὰ πράξεις ἀφορώσας τὴν εὐθύνην μου, καὶ τὰ δικαιώματά μου· καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἅλατα λέγω ὅτι ποτὲ δὲν ἐμποδίσθη ἡ ἐξαγωγή, ἐγὼ δὲ ἐσχάτως ἠρνήθην εἰς πολλοὺς τοιαύτην φοβηθεὶς κατάχρησιν. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὰ λοιπὰ ζητήματα, καὶ ἰδίως τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν, τὸ ὁποῖον υἱοθέτησε μάλιστα εἷς σπουδαῖος καὶ εὔγλωττος συνάδελφός μας ὁ Κ. Δεληγεώργης, οὗτος δὲν ὑπεστήριξεν ἀμέσως τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαριπόλου, ἀλλ’ ἀνέπτυξε τοὺς λόγους διὰ μακρῶν, καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως ἤθελε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ ἐνέργειά μας ἦτο κακὴ, ὅτι κακῶς ἐπράξαμεν, δὲν εἶνε ἀληθὲς λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν ὑπεστηρίχθη, ἀφοῦ καὶ ἄλλοι κατόπιν λαλήσαντες τοὺς ἰδίους ἐπανέλαβον λόγους, ἀλλ’ ὁ Κ. Δεληγιώργης ἐπρόσθεσέν τι χειρότερον, εἶπε, σᾶς κατηγορῶ ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ πέσητε. Δὲν δεχόμεθα τοῦτο Κύριοι, εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν καθήμεθα, ἐνόσῳ ἡ θέλησίς σας, καὶ οὐχὶ ἡ ἐπιείκειά σας μᾶς κρατεῖ, δὲν ἀγαπῶμεν τὴν ἐξουσίαν, σᾶς τὸ βεβαιῶ μετὰ παῤῥησίας, ἐγὼ Κύριοι ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας ὅλους ἐκείνους ὅσοι μοὶ κάμνουν τὴν τιμὴν νὰ μὲ τιμῶσι διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης των, ὅτι δὲν ἤθελον νὰ ψηφοφορηθῶ ὡς Ὑπουργὸς, ἠναντιώθην, τοὺς παρεκάλεσα νὰ μὴ μὲ ψηφοφορήσωσιν καὶ ἦλθον εἰλικρινῶς νὰ παραιτηθῶ. Καὶ διὰ τὶ νὰ ἀγαπήσωμεν τὴν ἐξουσίαν; ἤδη μάλιστα ἡ ἐξουσία εἶνε μαρτύριον, ὁ Ὑπουργὸς περιτιχεισμένος ἀπὸ ὅλας τὰς δυσκολίας καὶ στερήσεις, ἠναγκασμένος νὰ παλαίῃ μὲ ὅλας τὰς δυσκολίας, τὰς ἔξωθεν, καὶ τὰς ἔσω τῆς Συνελεύσεως, καὶ εἰς ἀμοιβὴν τούτων ὅλων νὰ ἔχῃ ὡς βλέπετε συκοφαντίας καὶ ὕβρεις, ποῖος δύναται νὰ ἐπιθυμῇ ἐξουσίαν τοιαύτην; ἀλλὰ μένομεν εἰς αὐτὴν διότι νομίζομεν ὅτι οὕτω ὑπηρετοῦμεν τὴν πατρίδα, διότι νομίζομεν ὅτι ἡ κατὰ δεκαήμερον μεταβολὴ τῆς Κυβερνήσεως βλάπτει τὴν ὑπόληψιν τῆς πατρίδος ἐξωτερικῶς, κινδυνεύει τὰ συμφέροντά της ἐσωτερικῶς, μᾶς εἶνε δὲ ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἀποφασίσῃ τὴν ἀντικατάστασίν μας, πιστεύομεν ὅμως ὅτι ἡ πατρὶς μᾶς ὀφείλει εὐχαριστίας διὰ τὴν ὁποίαν κάμνομεν θυσίαν μένοντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· καὶ σήμερον δὲν παλαίομεν ὑπὲρ τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ χάριν τῆς τιμῆς μας τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ δολοφονήσωσι, θέλομεν δὲ ὑποκύψει εἰς τὴν ἀπόφασίν σας ἀλλ’ ἄδικοι εἶνε αἱ κατηγορίαι, καὶ ἀνώτεροι εἴμεθα τῶν συκοφαντιῶν, θέλομεν ὑποκύψει, τὸ ἐπαναλέγω, εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας ἀλλ’ οὐχὶ καὶ εἰς ἐξωτερικὴν ῥαδιουργίαν, καὶ ἐγκληματικὰς ἀποπείρας (θόρυβος). Χθὲς μᾶς ἠπείλησαν, μὲ τὸν λαὸν καὶ τὸν στρατὸν, προτιθεμένους δῆθεν νὰ ὀχλαγωγήσωσιν, ἀλλὰ ἐλησμόνησαν, φαίνεται, ὅτι ὁ στρατὸς καὶ ὁ λαὸς ἔκαμον τὴν ἐπανάστασιν, ἔχυσαν τὸ αἷμά των οὐχὶ διὰ νὰ ὑπηρετήσωσιν ἄτομα ἢ ἀτομικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ τὴν πατρίδα, καὶ ὅτι ἡ σημαία των εἶνε ἡ Συνέλευσις καὶ εἰς αὐτῆς τὰς ἀποφάσεις ὑποκύπτομεν καὶ ἡμεῖς· ὁ λαὸς καὶ ὁ στρατὸς δὲν ὀχλαγωγοῦν, ἐπαναστατοῦν μόνον κατὰ τῆς τυραννίας, ἐκτὸς αὐτῶν καὶ τῆς Συνελεύσεως οὐδεμίαν ἄλλην δύναμιν ἀναγνωρίζομεν, τὰς ἐνεργείας τὰς ὕβρεις καὶ τὰς ἀπειλὰς ῥαδιούργων τινῶν περιτριμμάτων τῆς ἀγορᾶς, ἀποτυχόντων τυχοδιωκτῶν, ἢ θεσεοδιωκτῶν δὲν τὰς λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς καταφρονοῦμεν (εὖγε) ποτὲ δὲν θέλομεν ὑποκύψει εἰς τοιούτου εἴδους ἐνεργείας ἀντιπράξεις καὶ ἐγκλήματα (εὖγε) δὲν θέλομεν λοιπὸν Κύριοι νὰ μείνωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, θέλομεν βαρεῖς νὰ ἐπιπέσετε καθ’ ἡμῶν, ἂν παρεβιάσαμεν τὸ χρέος μας, εἴτε εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν εἴτε εἰς τὸ συζητούμενον ἐξωτερικὸν ζήτημα. Τί ἐκάματε, μᾶς ἐρώτησαν τὴν Ἑλλάδα; μὲ ὕφος ἀρκετὰ θεατρικὸν τὸ ὁποῖον ἐκίνησεν ἕνεκα τούτου τὸν γέλωτα. Τί ἐκάμαμεν τὴν Ἑλλάδα! νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ, ἐνθυμηθῆτε τὴν κακὴν ἐκείνην κατάστασιν τῶν πραγμάτων ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, μία ὀχλαγωγία εἶχε φθάσει μέχρις ἐγκλημάτων· ἡ Κυβέρνησις ἐξετέλεσε τότε μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν τὸ καθῆκόν της, εἶμαι βέβαιος, ἔκαμεν ὅ,τι ἠδύνατο, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων εἶναι ἀνωτέρα τῶν ἀνθρωπίνων δυνάμεων. Ἡ ὀχλαγωγία, Κύριοι, προεκάλεσε τὴν πτῶσιν τοῦ κυρίου Βάλβη· διότι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν ἠδυνήθη νὰ τὴν περιστείλῃ, ἀπεναντίας εἶχεν ὡς δόγμα, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν παραδέχεσθε, τὴν ἀπόλυτον ἐπιείκειαν, ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς εἶπεν τότε ὅτι ἤθελησε νὰ φανῇ ἐπιεικής, δὲν κατηγορῶ αὐτὸ τὸ σύστημα, μολονότι δὲν ἐγκρίνω τὴν ἐπιείκειαν καὶ ἀπέναντι ἐγκλημάτων, ἦτο σύστημα κυβερνητικὸν τὸ ἐδανείσθησαν ὅπως σᾶς εἶπον ἀπὸ τὸν Δημοσθένην, σεῖς δὲν τὸ ἐνεκρίνατε, καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἔπεσε, μετὰ τὴν πτῶσίν του ἡ κοινωνία ἐσαλεύετο ἀκόμη, ἐξωπλίζοντο ἀμφότερα τὰ μέρη ὡς δύο ἐχθρικὰ στρατόπεδα, καὶ καθ’ ἡμέραν, Κύριοι, ἐφοβούμεθα ὡς ἐνθυμεῖσθε καταστροφὰς, καθ’ ἑσπέραν ἔξυπνοι ἐκαραδοκοῦμεν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἤθελε λάβει χώραν τὸ διαθρυλλούμενον κίνημα· ἐν τούτοις ἡμεῖς νεωστὶ ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐξ ἀντιθέτων σημείων ὁρμηθέντες, καὶ οὐχὶ μὴ γνωριζόμενοι μόνον ἀλλὰ καὶ ὀλίγον δυσπιστοῦντες ἀλλήλους· ὁ πρόεδρος ἡμῶν ὁ ἔντιμος κύριος Διομήδης δὲν ἠγάπα τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἤθελε νὰ μείνῃ εἰς αὐτήν· ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως διότι ὤφειλε νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς πατρίδος καὶ ἐδέχθη τὴν ἐκλογὴν, δὲν ἤθελεν ὅμως νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀφοῦ δὲ παρῆλθον ὀλίγαι ἡμέραι καὶ μεταξύ μας ἐξηγήσαμεν τοὺς σκοπούς μας, ἀφοῦ καὶ ἡ κοινωνία μᾶς εἶδε, καὶ ἐγνώρισεν τὰς ἀληθεῖς προθέσεις μας ὅτι ἦσαν εἰλικρινεῖς, ἀφοῦ τέλος πάντων ἠρχίσαμεν νὰ ἐνεργῶμεν ἠξεύρετε τί ἐκάμαμεν τὴν Ἑλλάδα; Ἰδοὺ δὲν ἁρπάζονται πλέον αἱ γυναῖκές σας, δὲν φοβεῖσθε νά σᾶς ἁρπάσωσι λῃσταὶ ἀπὸ τὰς ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν.
§111ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. (ἀριστερόθεν). Χάρις εἰς τὸν Κ. Βότσαρην.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναί, Κύριοι, χρεωστεῖται πολὺ τὸ ὁμολογῶ εἰς τὰς προσπαθείας τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μας Κυρίου Βότζαρη, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξετοξεύθησαν αἱ φρικτότεραι κατηγορίαι, δὲν κατηγορήθη καὶ ὡς ἐγκληματίας καὶ ὡς ἀνίκανος, καὶ αἱ κατηγορίαι αὗται ἤρχοντο ἀπὸ τὴν ἰδίαν πλευρὰν ἀπὸ σᾶς· ἀφίνοντες τὴν ἐξουσίαν λοιπὸν, ἐὰν τὴν ἀφήσωμεν μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, ἀφίνομεν ἡσυχίαν καὶ ἀσφάλειαν εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ μᾶς λέγουν μέρη τινὰ, ἐπαρχίαι τινὲς ταράσσονται, ἀνησυχοῦσι, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, ἀλλ’ ὁμολογήσατε ὅτι τοῦτο γίνεται ὅπου ἀκούονται αἱ προτροπαὶ καὶ αἱ συμβουλαὶ αἱ στελλόμεναι ἀπὸ τὰς Ἀθήνας (ἐπιδοκιμασίαι), καὶ πῶς ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας πλήρη ἡσυχίαν καὶ τάξιν ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διδάσκεται ἡ ἀπείθεια καὶ ἀναρχία! προχθὲς ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετὰ στόμφου κηρυττόμενον, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἕκαστος νὰ ἀνθίσταται εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἐπαναστατῇ ὅταν νομίζῃ ὅτι κακῶς βαδίζει αὕτη· καὶ πῶς δύνασθε ν’ ἀπαιτῆτε ἀπὸ τὸν πολίτην μετὰ τοιαύτας τοῦ βήματος διδασκαλίας, ἡσυχίαν καὶ τάξιν; Ὁ δὲ Κύριος πρώην Νομάρχης Πετσάλης ὁ ὁποῖος πρὸ δέκα ἡμερῶν ὑπηρέτει τὴν ἐξουσίαν μεθ’ ὅλου τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἐνέκρινε πληρέστατα τὰ μέτρα καὶ τὸν δρόμον της, διότι ἄλλως δὲν τὴν ὑπηρετεῖ ἐντίμως, δὲν δύναται νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ταῦτα ἤδη παύσας τοῦ νὰ ἦναι Νομάρχης. Μὴν ἀπορεῖτε λοιπὸν κύριοι, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διδάσκετε τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν ἀταξίαν, ὅτι αἱ διδασκαλίαι σας θέλουν ἀντηχήσει κάπου, ὅτι ἡ ἰδιοτέλεια, ἡ κακία ἐμψυχούμενα θέλουσι ταράττει τὰ πνεύματα, ἀλλὰ καὶ ποῦ εἶναι κύριοι ἡ ἀταξία καὶ ἡ ἀναρχία; ὑποφέρει ἡ Εὐρυτανία, διότι δύο παυθέντες ὑπάλληλοι συνώμοσαν ν’ ἀποκρούσωσι τοὺς διαδόχους των, τὸ Αἴγιον διότι ἀπώλεσεν ἕναν ὑπάλληλον ὁ ὁποῖος εἶχε κατηγορηθῆ ὡς σφετερισθεὶς χιλιάδας τινὰς δραχμῶν τοῦ δημοσίου; δὲν γνωρίζω ἐὰν ἠθωώθη, ἀλλὰ τὸ εὔχομαι· καὶ ὑποκινεῖτε αὐτὴν τὴν ἀντίστασιν; καὶ λυπεῖσθε δι’ αὐτὰς τὰς παύσεις; καὶ κηρύττετε τὴν Πατρίδα εἰς ἀναρχίαν διὰ τοῦτο; Κύριοι, ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην, τῶν ὁποίων ἔκαμον διορισμῶν, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε τὰς περιστάσεις, εὑρισκόμεθα εἰς ἐπανάστασιν, καὶ αἱ πληροφορίαι ὑμῶν μᾶς χρησιμεύουν ὡς ὁδηγὸς, οὐδεὶς ὑπουργὸς πιστεύσατέ το διορίζει ἐν γνώσει ἄνθρωπον, χάριν τοῦ ὁποίου θὰ προσβληθῇ ἡ τιμή του. Κύριοι, παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε, διότι πρόκειται νὰ ἀποφασίσητε περὶ τῆς τιμῆς μας· ἔχομεν ἀνάγκην τῆς προσοχῆς σας, ὀκτὼ ἄνθρωποι ζητοῦνται νὰ καρατομηθῶμεν ἠθικῶς. Εἰς ὅλον τὸν κόσμον γνωρίζω ἕως τώρα, ὅτι ἐζητεῖτο λόγος δι’ ὅσα πράττει καὶ δι’ ὅσα λέγει τις, ἤδη μὲ ζητεῖτε λόγος, διατὶ δὲν ὁμιλῶ, διατὶ σιωπῶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Σουλιέ· ὁ Κύριος πληρεξούσιος Φθιώτιδος ἐπέπεσε κατ’ ἐμοῦ λάβρος, διότι ἐσιώπησα κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτήν. Νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, διατὶ ἐσιώπησα: διότι ὅπως διεξήχθη ἡ συζήτησις αὕτη δὲν μοὶ ἐφάνη σπουδαία καὶ μεγάλη· ἤκουσα εὔγλωττα ἐπιχειρήματα, μὲ καλλιέπειαν, καὶ μὲ φράσεις ὡραίας, ἀλλ’ ὑψηλὴν ἰδέαν, ἀναλόγως τοῦ ἀντικειμένου καὶ τῆς περιστάσεως, σοβαρὰν συζήτησιν δὲν ἤκουσα, ὡμοίαζε μὲ δικηγορικὴν συζήτησιν μικρόλογον, ἀλλ’ οὐχὶ μὲ μεγάλην κοινοβουλευτικὴν πάλην, διὰ τοῦτο δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπασχοληθῇ περισσότερον ἡ Συνέλευσις, καὶ ἀκόμη, διότι δὲν ἤθελον νὰ θέσω ὑπὸ τὴν αἰγίδα, τὴν μεγάλην τῆς Γαλλίας, καὶ εἰς ζήτημα τοιοῦτον τὴν ὑπουργικὴν ζωήν μου, ζήτημα τέλος πάντων, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ἓν μέγα Ἔθνος, δὲν ἤθελον νὰ τὸ θέσω ὡς προμαχῶνα· αὐτὸ εἶναι γενναῖον, καὶ ὅμως μὲ κατηγοροῦσι· λαμβάνω δὲ ἤδη τὸν λόγον, ἀφοῦ ἐπεραιώθη τὸ ζήτημα, καὶ ἔμεινε καθαρὰ ἡ εὐθύνη μας, καὶ συζητεῖται ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας μας. Διὰ δύω, Κύριοι, μᾶς κατηγοροῦν. Θέλω εἶσθαι πολλὰ σύντομος, διότι καὶ τὸ ἀντικείμενον ἐξηντλήθη, καὶ ἡ ὑπομονή σας ἀκόμη. Διατὶ ἐνεδώκατε μᾶς εἶπαν, νὰ πληρώσητε, καὶ δεύτερον· διατὶ ἐνεδώκατε χωρὶς νὰ ἐρωτήσητε τὴν Συνέλευσιν; Ὅταν, Κύριοι, ἔλαβον χώραν τὰ λυπηρὰ αὐτὰ γεγονότα, καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἀ. αἴτησις ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου Πρεσβευτοῦ τὴν ἀπεκρούσαμεν, διότι ἐν πεποιθήσει ἐπιστεύομεν, ὅτι εἴχομεν δίκαιον, καὶ τὸ δίκαιόν μας ἔπρεπε νὰ τὸ ὑπερασπισθῶμεν, καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίξωμεν· καὶ μ’ ὅλον ὅτι ἰσχυρίζοντο τινές, ὅτι τὸ δίκαιόν μας δὲν ἦτο ἀνώτερον πάσης ἀμφισβητήσεως, διότι ὡς θέλουν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν μία μεγάλη ἀμέλεια τοὐλάχιστον ἐκ μέρους τῆς ἐξουσίας ἐδείχθη, ἐγὼ, μ’ ὅλα ταῦτα μένω μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δίκαιον ἀπολύτως οἱ ἰσχυριζόμενοι τοῦτο δὲν ἔχουσιν. Ὑπερησπίσθημεν λοιπὸν τὸ δίκαιόν μας, ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις δὲν ἔμεινε μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ Πρέσβεως, ἐφέρθη καὶ ἐνώπιον τοῦ Αὐτοκράτορος, ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἔθνους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τρὶς ἤδη διὰ τοῦ αἵματος καὶ τῶν χρημάτων του ἐξησφάλισε τὴν αὐτονομίαν καὶ τὴν ὕπαρξίν μας· εἰς Ναυαρίνους, ἐπὶ τῆς πρώτης Βασιλείας, καὶ ἤδη, τὸ Ἔθνος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν συνεζητούσαμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ 100,000 δραχ. προσέφερεν ὑπὲρ ὑμῶν κατ’ ἔτος, καὶ 1½ σχεδὸν ἑκατομμύριον πληρώνει κατ’ ἔτος ἀνθ’ ἡμῶν διὰ τὰ χρέη μας· τὸ Ἔθνος ἐκεῖνο, τὰ ὁποῖον εἰς οὐδεμίαν περίστασιν ἔπαυσε δεικνύον τὴν εὐμένειάν του πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου ἤδη κατὰ μέγα μέρος εὑρίσκονται τὰ μεγάλα τῆς πατρίδος συμφέροντα, ὅταν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἔθνους αὐτοῦ, ὅτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ Αὐτοκράτορος ἀποτεινομένη πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἰσχυρίζετο, ὅτι εἶχε δίκαιον, ἰσχυρίζετο, ὅτι τὴν ἠδικήσαμεν εἰς τὸ πρόσωπον ἑνὸς τῶν ὑπηκόων της, τί θέλετε, Κύριοι; εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν νὰ δείξωμεν τὰ δικαστήρια ἢ νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὴν διαιτησίαν τῆς Ἀμερικῆς; Ἠθέλατε νὰ προτείνωμεν μίαν ἀπόλυτον ἄρνησιν; δὲν ἐννοῶ βεβαίως, καὶ δὲν πιστεύω καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἠμποροῦσε νὰ μεταβάλῃ τὰ πολιτικὰ αἰσθήματα τῆς Γαλλίας, ἀλλ’ ὅμως, Κύριοι, μὴ πιστεύσητε, ὅτι ἤθελεν ἀδιαφόρως πίει τὸ ποτήριον τῆς ἀπολύτου ἀρνήσεώς μας ἡ Γαλλία, καὶ ἡ ἰσχὺς τῆς ἀδυναμίας ἔχει τὰ ὅριά της· ἂς παραδεχθῶ ὅτι δὲν ἤθελαν κάμει χρῆσιν βιαίων μέσων· ἀλλὰ μήπως ἁπλῆ ἡ ἐπίδειξις τῆς δυσαρεσκείας της δὲν ἤθελε μᾶς βλάψει εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις; ἀλλ’ ἔπρεπε, λέγουν, νὰ περιμένωμεν νὰ ἐπιδείξῃ τὴν δυσμένειάν της, καὶ νὰ κάμῃ χρῆσιν βιαίων μέσων, καὶ τότε νὰ ἐνδώσωμεν, ὁμολογῶ, ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ τοῦ Ὄθωνος πολιτικὴ, πάντοτε ὁ Ὄθων δυσκόλως ἀνεγνώριζεν ἐκ τῶν προτέρων τὸ ἄδικόν του, καὶ γενναιοφρόνως φερόμενος νὰ ὑψοῦται ὑπεράνω μικροφιλοτιμιῶν, ὁμολογῶν τὰς ἀπάτας του, ἐπέμενε πεισματωδῶς ἀπεναντίας, καὶ ἐνέδιδεν εἰς τὴν βίαν καὶ τὴν πίεσιν, πάντοτε ἀσθενεῖς καὶ μικραὶ ἀντιλογίαι ἐπενοοῦντο, καὶ ἕνεκα τούτου τὴν ἀποτυχίαν τῶν ζητημάτων ἠκολούθει καὶ δυσμένεια πολιτικὴ, αὐτὴν τὴν ἀληθῶς Ὀθωνικὴν πολιτικὴν, δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀκολουθήσωμεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ χάριν ἀβροφροσύνης καὶ σεβασμοῦ πρὸς εὐεργέτιδα Δύναμιν πολιτικὴν, χάριν πολιτικοῦ συμφέροντος τοὐλάχιστον δὲν ἔπρεπε νὰ προσέξωμεν εἰς τὴν γνώμην τοῦ Αὐτοκράτορος δι’ ἑξήκοντα χιλιάδας δραχμάς; καὶ νομίζουσι σπουδαίως οἱ ἀντίθετοι ὅτι ἐπὶ ἀμφιβόλου ζητήματος ἡ τιμή μας ἐσώζετο, ἐὰν ἐνεδίδαμεν εἰς τὴν ἀπειλὴν, ἢ τὴν βίαν; ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶνε πολιτικὴ ἀφρόνων. Ναὶ, Κύριοι, ἔχετε παράδειγμα τὴν ἰδίαν Ἑλλάδα, ἥτις εἰς πολλὰς περιστάσεις ἐπ’ ὠφελείας της ἐδείχθη τοιαύτην πολιτικὴν, προκειμένου περὶ μεγάλων συμφερόντων, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀμερικὴ χθὲς, ἡ ἀλαζὼν Ἀμερικὴ εἰς ἓν ζήτημα ἑνὸς συλληφθέντος πλοίου, διὰ τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς πανταχόθεν ἐνθουσιωδῶς διετρανώθη ἡ κοινὴ χαρά της ἠναγκάσθη νὰ ἐνδώσῃ, χωρὶς οὔτε δικαστήρια, οὔτε διαιτητὰς νὰ ζητήσῃ, οὔτε ἀρνήσεις ματαίας νὰ προτείνῃ, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἡ δυσμένεια τῆς Ἀγγλίας δὲν τῆ ἐσύμφερεν εἰς τὰς περιστάσεις της.
§113ΒΑΣΟΣ. Εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἀμερικῆς πλανᾶσθε Κύριοι.
§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠθέλαμεν λοιπὸν, Κύριοι, ἀρνούμενοι, ἢ προκαλέσει ἕνα καταναγκασμὸν, ἢ διεγείρει τὴν δυσμένειαν· καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο κατὰ τὴν πεποίθησίν μου δὲν ἐσύμφερεν εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἐσφάλομεν, ἐσφάλαμεν διότι δὲν ἐπροκαλέσαμεν τὴν δυσμένειαν τῆς Γαλλίας κατὰ τῆς Ἑλλάδος.
§115ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε!
§116ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ, σᾶς λέγουν ἀκόμη διατὶ νὰ μὴ ἔλθετε ἐνώπιόν μας νὰ ζητήσετε ἀπὸ ἡμᾶς πρῶτον τὴν ἄδειαν καὶ ἔπειτα νὰ ὑποσχεθῆτε τὴν πληρωμήν; διότι ἠθέλαμεν κάμει οὕτω ἕνα σολοικισμὸν, ὅπως ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὸ ὑπάρχον κυβερνητικὸν σύστημα. Μᾶς ἀνεθέσατε Κύριοι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, μὲ περισσότερα δικαιώματα ἀφ’ ὅσα ἐπὶ τῆς πεσούσης βασιλείας εἶχον τὰ Ὑπουργεῖα, διότι ἔχομεν καί τινα δικαιώματα βασιλικὰ, μᾶς ἀνεθέσατε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ διεγράψατε τὴν δικαιοδοσίαν μας, ἐντὸς τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα ἐθέσατε, ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν ἐλευθέρως· πρῶτον καθ’ ἡμᾶς καθῆκον ὑπουργῶν ἐλευθέρου πολιτεύματος εἶνε, νὰ θέττωσι τὰ στήθη, καὶ τὴν εὐθύνην των ἀπέναντι τῆς εὐθύνης τοῦ Ἔθνους· σεῖς δὲν πρέπει νὰ ἀναλαμβάνητε εὐθύνην, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τοιαύτην· οἱ ὑπουργοὶ πρέπει νὰ συντρίβωνται, αὐτοὶ πρέπει νὰ ἀναλαμβάνωσιν ὅλον τὸ βάρος, σεῖς ἐλεύθεροι καὶ ἱστάμενοι εἰς τὸ ὕψος τῆς κυριαρχίας νὰ δικάζητε τοὺς ὑπουργοὺς ἐὰν ἔσφαλον, καὶ νὰ σώζητε τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἔθνους.
§117ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε εὖγε!
§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν, Κύριοι, τῳόντι ἡ πρᾶξις τῆς ἀναγνωρίσεως ᾖναι ὡς λέγουσι κακὴ, καὶ ἐὰν ὕστερον ἀπό τινας ἐλεγμοὺς, ὡς θέλουν; ὠφείλαμεν νὰ ὑποκύψωμεν, διότι μᾶς εἶπον ὅτι ἡ Συνέλευσις ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν ἀπαίτησιν, μᾶς εἶπον, πιστεύετε ὅτι ὀλιγώτερον ἀγαπῶμεν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ διὰ τοῦτο ἐσπεύσατε νὰ περαιώσητε τὴν ὑπόθεσιν, ὡς ν’ ἀμφιβάλητε διὰ τὴν ἀπόφασίν μας. Λοιπὸν, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις θέλει ἐγκρίνει τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἔγκρισις αὕτη ὡς λέγουσι μᾶς ἀτιμάζει· διατὶ λοιπὸν σεῖς ν’ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην μιᾶς ἀτιμωτικῆς πράξεως, διατὶ νὰ μὴ μένῃ τὸ ἔθνος καθαρὸν καὶ νὰ δώσωμεν δίκην ἡμεῖς κακῶς πράξαντες τυχόν; ἡ εὐθύνη μας οὕτω καλύπτει τὸ ἔθνος τὸ ὁποῖον μένει ἀνεύθυνον, ἁγνὸν, καὶ ἐλεύθερον νὰ ἐνεργήσῃ.
§119ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε.
§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς ἐννοοῦμεν ἡμεῖς τὴν εὐθύνην, ἐνόσῳ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀπολαμβάνωμεν τῆς ἐμπιστοσύνης σας, οὕτω θέλομεν τὴν ἐννοεῖ, οὕτω θέλομεν προτάττει τὰ στήθη μας ὑπὲρ ὑμῶν καὶ τοῦ ἔθνους, καὶ σεῖς κατόπιν, συντρίψατέ μας, ἂν τοῦτο συμφέρῃ εἰς τὴν πατρίδα· ποτὲ δὲν θέλομεν προσπαθήσει νὰ καλυφθῶμεν προτάττοντες τὴν εὐθύνην τοῦ ἔθνους, ὅπως ἐκαλύφθησαν εἰς τὰ 54 οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Ὄθωνος, θέλοντες νὰ ἐνεργήσωσι καὶ μὴ τολμῶντες νὰ ἀναλάβουν αὐτοὶ τὴν εὐθύνην, κατέφυγον εἰς τὰς Βουλὰς διὰ νὰ δείξωσιν, ὅτι ἐνεργοῦν ὑποκύπτοντες εἰς τὴν ἐθνικὴν θέλησιν, ἠθέλησαν οὕτω νὰ καλυφθῶσιν ἐκθέτοντες τὸ ἔθνος (θόρυβος). Τελειόνων, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπεκδεχόμεθα μετ’ ἄκρας ἡσυχίας καὶ γαλήνης τὴν ἀπόφασίν σας· τὰ χαρτοφυλάκιά μας εἶναι παντελῶς ἀδιάφορα, τὰ ῥίπτομεν ὡς βάρος δυσάρεστον, νομίζομεν, ὅτι ἡ πατρὶς χάριτας ὀφείλει εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις τὸ μέγα αὐτὸ βάρος. Παλαίομεν ἐδῶ, οὐχὶ ὑπὲρ τῆς ἐξουσίας ἀλλὰ κατὰ τοῦ ψεύδους καὶ τῆς συκοφαντίας, ἂς λάβῃ τὴν ἐξουσίαν οὗτος, εἰς ὅποιον ἡ Συνέλευσις τὴν δώσει, δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε, ἂς ἐνθυμηθῶμεν ὅλοι μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἓν σεβαστὸν ἔγγραφον τοῦ Βασιλέως ἡμῶν, τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀναγγέλλει τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τῆς ἐπαναστάσεως, μᾶς λέγει, ἀκούσατε «διδάξατέ με νὰ ἐργασθῶ μεθ’ ὑμῶν». Προσέξατε, Κύριοι, ὁ Βασιλεὺς μᾶς ζητεῖ παραδείγματα, ἡ φράσις αὕτη ἐμπεριέχει ὅλην τὴν ἐπανάστασιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἔκαμεν, ἂς ἤμεθα λοιπὸν καὶ εἰς τὴν ἐνέργειάν μας, καὶ εἰς τὴν πάλην μας, καὶ εἰς τὰ μέσα μας εἰλικρινεῖς, ἁγνοὶ, ἂς ἤμεθα καλῆς πίστεως, ξένοι πάσης ἰδιοτελείας, ἀληθεῖς πατριῶται, ἀποκρινόμενοι οὕτως εἰς τὴν πρόσκλησιν αὐτὴν τοῦ Βασιλέως ἡμῶν, τότε πράττομεν ὡς ἀληθεῖς ἐπαναστάται, καὶ δυνάμεθα τότε νὰ καυχηθῶμεν ὅτι ἐξετελέσαμεν τὴν ἐντολήν μας. Εἶναι δὲ περισσότερον παρὰ προδοσία ἤδη μάλιστα πᾶσα πλαγία καὶ δολία ἐνέργεια τοῦ Βασιλέως μας ἡ ἀνατροφὴ ὑγιὴς, μὲ ἀρχὰς ἀσφαλεῖς, ἑδραίας, δὲν θὰ ζητήσῃ διδασκαλίαν ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ὅμως, Κύριοι, δὲν ἐτέθη τυχαίως ἡ φράσις, δόσατέ μοι σεῖς τὸ παράδειγμα, λέγει ὁ Βασιλεύς. Λοιπὸν, Κύριοι, ἂς παλαίωμεν τῳόντι καὶ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς, ἀλλ’ ἂς παλαίωμεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος μας μὲ ἀλήθειαν, μὲ εἰλικρίνειαν, μὲ καλὴν πίστιν· ἂς παλαίωμεν τῳόντι, ἵνα διατηρήσωμεν ἀνέπαφον τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος μας καὶ ὁμαλὴν τὴν κατάστασιν μέχρι τῆς εὐτυχοῦς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως μας, ἂς ἀφήσωμεν τὰς συκοφαντίας καὶ τὰ αἰσχρὰ τῆς ῥᾳδιουργίας μέσα, ἂς ἀφοσιωθῶμεν εἰς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος λησμονοῦντες πρὸς στιγμὴν τὰ ἴδια ἡμῶν πάθη καὶ τὰ μικρὰ συμφέροντα, καὶ τότε, Κύριοι, θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ἐνώπιον τοῦ κόσμου καὶ ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως νὰ παρουσιασθῶμεν μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλὸν καὶ νὰ εἴπωμεν, ἐδώκαμεν δείγματα τῆς ἱκανότητός μας περὶ τὸ αὐτοδιοικεῖσθαι, εἴμεθα διὰ τοῦτο ἄξιοι καλλιτέρου καὶ μεγαλητέρου μέλλοντος. (χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῶν Πληρεξουσίων καὶ τοῦ ἀκροατηρίου). Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§121ΖΕΡΒΑΣ. Πρέπει νὰ ἀναγνώσητε τὸν κατάλογον καὶ κατὰ τὴν τάξιν ἕκαστος, ἂν θέλῃ, ἂς ὁμιλήσῃ.
§122ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζομεν, Κ. Πρόεδρε, πολλοὶ τῶν πληρεξουσίων, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§123ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι!
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μίλησης ἔρχεται εἰς τὴν σειράν· τὸν ἐρωτῶ ὡς πρόεδρος· θέλετε, Κ. Μίληση, νὰ ἀγορεύσητε ἢ ὄχι; λέγετε ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§125ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶπα, ὅτι ἐῤῥέθησαν πολλὰ περὶ τῶν διατρεχόντων ἐν Ναυπλίῳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἤκουσα τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀπολογηθέντα, ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ φέρω κρίσιν, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν πραγμάτων, οὐχὶ ἐπὶ συμπερασμάτων.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, Κ. Μίληση, νὰ μεταβάλητε τὴν διεύθυνσιν τῆς συζητήσεως· ὁ Κ. ὑπουργὸς, ἂν θέλῃ, λαμβάνει τὸν λόγον, ἂν δὲν θέλῃ, δὲν τὸν λαμβάνει.
§127ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι δὲν ὑπάρχουν προνόμια διὰ κἀνένα, πρέπει νὰ τηρηθῇ ὁ κατάλογος.
§128ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν θέλω νὰ φυλάξητε, Κ. Πρόεδρε, τὴν σειρὰν τοῦ καταλόγου.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§130ΒΑΣΟΣ. Κ. Πρόεδρε, νὰ ἔλθουν τὰ πρωτόκολλα.
§131ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἂς ὁμιλήσῃ πρότερον ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης, καὶ ὕστερον ἐγώ.
§132ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, δὲν προτίθεμαι νὰ κατηγορήσω τὸ ὑπουργεῖον, οὔτε ἐπὶ προδοσίᾳ κατὰ τῆς πατρίδος οὔτε διὰ πράξεις ὡρισμένας, ἀλλὰ διὰ τὴν κακὴν πολιτικὴν, μὲ τὴν ὁποίαν διεξήγαγε τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Δὲν ἤθελα πράξει αὐτὸ, ἂν ὁ προλαλήσας Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ὑπερήσπιζε τὴν διαγωγήν του. Τὸ ὑπουργεῖον κατηγορεῖται, ὅτι ἔφερε τὸν τόπον εἰς ἀνωμαλίαν. Δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὸ σύστημα τῶν λεπτομερειῶν, διότι εἰς τοῦτο πρῶτον δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος, ἔπειτα δὲν τὸ θεωρῶ καθῆκον νὰ ἀσχολῶ τοιοῦτον πολυμελὲς Σῶμα εἰς διορισμοὺς καὶ παύσεις Ἐφόρων καὶ Εἰσπρακτόρων. Ἔρχομαι μόνον νὰ καταδείξω ὅτι ἡ μὲν ἐσωτερική του πολιτικὴ ἦτον ἀνίκανος, ἡ δὲ ἐξωτερική του ἀδεξία. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ἐπιλόγου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἠθέλησε νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν πολιτικὴν διαγωγήν του, ὡς καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων του, στηριζόμενος εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Βασιλέως. Αὐτὸ καθιεροῖ τὴν πρώτην συνταγματικὴν ἀρχὴν εἰς τόπον· ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου σήμερον πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ Ὑπουργείου, πρόκειται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἠθικὴν εἰς τὸν τόπον, διότι σήμερον εἶναι τὸ Βῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ διδάξῃ τὸν λαὸν, καὶ αὐτὸν τὸν Βασιλέα, ὅτι ὑπὸ συνταγματικοὺς καὶ ἠθικοὺς τύπους πρέπει νὰ πολιτευώμεθα. Μᾶς λέγει ὁ Βασιλεὺς «διδάξετέ με νὰ διοικήσω τὸν τόπον·» ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς πρέπει νὰ ᾖναι ἱκανὸς, ἀλλὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα, Κύριοι, πρὸ πάσης ἄλλης ἱκανότητος θεωρῶ ἀναγκαιοτάτην τὴν ἠθικήν. Ἡ μανία τῶν παύσεων καὶ τῶν διορισμῶν φέρει σήμερον τὴν παραλυσίαν τῆς κοινωνίας μας· εἰς τὴν Μεσσηνίαν στάσεις, εἰς τὴν Λακωνίαν ἐπιδρομαὶ, εἰς τὸ Ναύπλιον μὴ ἀναγνώρισις τῆς καθεστηκυίας ἀρχῆς. Πολλάκις αὐτὰ εἶναι συμπτώματα κακῆς ἐσωτερικῆς διαχειρίσεως. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, ἐὰν καλὰ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, διότι αὐτὴ εἶναι ὑπεύθυνος συνταγματικῶς· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς ὅταν παύῃ ἢ διορίζῃ, πρόκειται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἂν οἱ διορισμοὶ καὶ παύσεις εἶναι κατάλληλοι, ἂν διὰ τῶν διορισμῶν καὶ παύσεων πρόκειται νὰ συνδαυλίσωμεν τὰ πάθη, ἂν πρόκειται νὰ προσκαλέσωμεν τὸν λαὸν εἰς ἀπειθείας. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀποδίδω τὸ προληπτικὸν, νὰ προλαμβάνῃ δηλ. πάντοτε τὰ σφάλματα, νὰ προλαμβάνῃ τὰς στάσεις· αὐτὴ εἶναι Κυβέρνησις καλὴ, δυναμένη νὰ φέρῃ τὴν τάξιν· Κυβέρνησις ὅμως, ἥτις διὰ διορισμῶν καὶ παύσεων προκαλεῖ τὰς στάσεις, εἶναι Κυβέρνησις κακὴ καὶ ἀνίκανος. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπε μίαν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν ἀγαπᾷ τὴν ἐξουσίαν, αὐτὸ εἶναι ἀληθές· τὴν ἀγαποῦν ὅμως οἱ φίλοι του, τὴν ἀγαποῦν οἱ περὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶναι ἀληθὲς ἓν πρᾶγμα, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἐμπιστευώμεθα εἰς ἄτομα, πρέπει νὰ ἐμπιστευώμεθα εἰς τὴν κοινωνίαν, πρέπει αἱ λέξεις μας νὰ ᾖναι εἰλικρινεῖς, ὅ,τι λέγομεν ὡς ἄτομα, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ τὸ λέγωμεν εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἤθελον οἱ πολεμοῦντες σήμερον τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἔμβωσιν εἰς λεπτομερείας τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἐκεῖ ἐναυάγησαν, καὶ ἔπρεπε νὰ ναυαγήσουν, διότι ἡ ἱκανότης τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου περὶ τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας του εἶναι ἀνωτέρα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ τὸν κατηγορήσουν. Δὲν ἐμβαίνω εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι δὲν ἔχω τὴν ἱκανότητα, οὔτε ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω τὴν ἱκανότητα τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου, λέγω μόνον τοῦτο, ὅτι εἶναι δυστύχημα, μία πρόληψις κοινωνικὴ, ἀλλ’ αἱ προλήψεις αἱ κοινωνικαὶ, πρέπει νὰ πιστεύσητε, εἶναι ἀλήθειαι, εἶναι ἀξιώματα, αἱ προλήψεις τῶν ἀτόμων ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἐσφαλμέναι, αἱ προλήψεις μιᾶς κοινωνίας δὲν εἶναι ποτὲ ἐσφαλμέναι, ὥστε ὁσάκις ἀναβαίνει τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος, ἀκούονται ψιθυρισμοὶ πάντοτε, εἶναι ὅμως κατ’ ἐμὴν ἰδέαν οἱ ψιθυρισμοὶ οὐχὶ δίκαιοι. Λέγω, ὅτι ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν εἶναι καταχραστὴς, πείθομαι κατὰ συνείδησιν, ὄχι, δὲν ὠφελεῖται ἐκ τῶν Δημοσίων λαφύρων, ὠφελοῦνται οἱ περὶ αὐτὸν· δὲν ἐξεμεταλλεύθη ποτὲ ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος πρὸς ἴδιον ὄφελος τὰ δημόσια χρήματα, ὠφελήθησαν ὅμως πάντοτε οἱ ἄνθρωποι οἱ περὶ τὸν Κουμουνδοῦρον, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ καθιερώσω αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἐπεθύμουν τὸν ὑπουργὸν μόνον ἰδιοτελῆ, ὄχι ὅμως τοὺς περὶ αὐτὸν, διότι, ὅταν ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ ὑποθέσει κλέπτῃ, θ’ ἀρκεσθῇ κλέπτων δὶς, τρὶς, πεντάκις, δεκάκις, ὁπόταν ὅμως κλέπτουν οἱ περὶ αὐτὸν, τότε ἡ σπατάλη τοῦ Δημοσίου πλούτου εἶναι ἀτελεύτητος. Κατακρίνω ὑπὸ τὴν γενικὴν αὐτὴν ἔποψιν τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου, διότι χωρὶς νὰ ἦμαι φίλος τοῦ ἐγκλήματος, ποτὲ κοινοβουλευτικὴ συζήτησις δὲν θὰ μοῦ δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ λάβω τὰ ὅπλα διὰ νὰ καταργήσω μίαν Κυβέρνησιν· οὐχ ἧττον ὅμως πρέπει νὰ καταστήσωμεν προσεκτικὴν τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε διὰ τῆς διαγωγῆς της νὰ μὴ ἀναγκάσῃ τοὺς λαοὺς νὰ ἄρωσι κατ’ αὐτῆς τὰ ὅπλα. Δὲν ἐξετάζω τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Ναυπλιακοῦ ζητήματος· ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ. Ὁ Νομάρχης δὲν ἐδυνήθη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Ναυπλίαν καὶ δὲν ἠδυνήθη χάριν τῶν κακούργων, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ Κύριος Μιχαλόπουλος.
§133ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον κακούργους, εἶπον ὀνόματα. Εἶναι συκοφαντία, ἡ ὁποία ἐξῆλθεν ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἔφθασε μέχρι Ναυπλίου καὶ προσέβαλεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καθαρὸν τὸ μέτωπον, τὰ πρακτικὰ εἶναι μάρτυς.
§134ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔστω, χάριν τριῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ βεβαιῶ ἐπίσης τὴν Συνέλευσιν, ὅτι δὲν εἶναι τρεῖς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπηγόρευσαν τὴν ἔξοδον τοῦ Νομάρχου, εἶναι ὁλόκληρος ἡ πόλις, εἶναι αἱ ἀνώτεραι στρατιωτικαὶ καὶ πολιτικαὶ ἀρχαὶ μετὰ τὴν συνέντευξιν, μετὰ τὴν ὁποίαν ὁ Νομάρχης Θεαγένης δὲν ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Ναύπλιον. Ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ διασυρθῇ ἡ ὑπόληψις ἑνὸς στρατιωτικοῦ γνωστοῦ χαρακτῆρος, ἡ ὑπόληψις τοῦ διοικοῦντος τὸ τάγμα τῆς Ναυπλίας, ὅτι ἔχει μέρος εἰς τὰς ῥᾳδιουργίας, αἱ ὁποῖαι ἀπενεμήθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ Κ. Πληρεξουσίου, θέλω νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν τιμήν του, διότι εἶναι πολὺ γνωστή.
§135ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐννοῆτε ἐμὲ, ἔχετε ἄδικον, διότι ἐγὼ τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν εἶπον.
§136ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τέλος πάντων, Κύριοι, πείθεται πᾶς τις, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ναυπλίας δὲν εἶναι ὑποκίνησις, προερχομένη ἐκ ῥᾳδιουργιῶν δύω ἢ τριῶν ἀνθρώπων, εἶναι ἡ πάλη τοῦ ἐπαναστατικοῦ στοιχείου κατὰ τοῦ πεπτωκότος. Πρῶτον ἐγκατέστησε τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπανάστασις κατεδίωξε· πρόκειται σήμερον μετὰ ἑπτάμηνον ἐπανάστασιν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς προτέρας θέσεις οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπανάστασις ἐδίωξεν· αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία τῆς καταστάσεως τῆς Ναυπλίας. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὸς ἑαυτὸν κατηγόρησε, κηρύξας ἐντὸς τοῦ συλλόγου τούτου τὸν Νομάρχην τῆς Μεσσηνίας ἀνίκανον. Μήπως οἱ ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τοὺς διορισμούς των; Ὅταν ὁ Νομάρχης συγχωρῇ νὰ διέρχωνται τρεῖς ἐγκληματίαι ἔνοπλοι διὰ μέσου τῆς πόλεως, καὶ νὰ ἀπαγάγουν μίαν νέαν, νὰ ἐμπαίζουν τὴν κοινὴν τάξιν, τὶ μέτρα ἐλάβατε; Ἴσα ἴσα οἱ διορισμοί Σας ἔφερον τὴν κατάστασιν αὐτήν. Δὲν εἶναι ὁ Νομάρχης Δημητριάδης ὑπεύθυνος, ἐγὼ ἔχω ὑπολόγους ὑμᾶς ἐνώπιόν μου. Διορίσατε κατάλληλα πρόσωπα, καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἔδειξεν ἀκόμη ἐπὶ τὸ ἐλαττωματικώτερον τὸ πνεῦμα τῆς συντηρήσεως· ἐκατηγορήσατε ἄλλοτε καὶ ὑμεῖς καὶ ἐγὼ ὅλον τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος ὡς πολὺ συντηρητικὸν, καὶ σήμερον, Κύριοι, ὅταν ἀπέναντι ἀκαταλλήλου διορισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως ὁ λαὸς σήμερον διαδηλοῖ χωρὶς ποτε νὰ τὸν ὑπερασπισθῇ ὅταν προβαίνῃ εἰς τὸ ἔγκλημα, σήμερον ὁ λαὸς εἶναι ταραξίας; διότι ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ διδάσκεται ἡ ἀπείθεια, οἱ Ὑπουργοὶ τῆς ἐπικρατείας πρέπει νὰ ᾖναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ παραδειγματίσουν τὴν κοινωνίαν· ἡ Κυβέρνησις ἠθικοποιεῖ τὸν λαὸν, ὁ λαὸς δὲν ἠθικοποιεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὁ λαὸς, ὅταν ἐξαντλήσῃ πλέον τὰ μέσα τὰ νόμιμα, τότε δράττει τὰ ὅπλα διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δικαιώματά του (θόρυβος), ἡμεῖς θέλομεν τάξιν καὶ ἡσυχίαν, οἱ νόμοι σᾶς δίδουν τὰ μέσα νὰ ἐπαναφέρητε τὴν τάξιν, ἔχετε ὑπαλλήλους, ἔχετε δημόσια χρήματα, κάμετε χρῆσιν καλὴν τῶν μέσων αὐτῶν, καὶ τότε θὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις. Ἡμεῖς συζητοῦμεν τὰ ἀποτελέσματα. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ἡ Μεσσηνία εἶναι εἰς ἀναστάτωσιν, ὅτι ἐπιδρομαὶ γίνονται εἰς τὴν Λακωνίαν, ὅτι ἡ Ναυπλία στασιάζει. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, Κύριοι, δὲν ἠδυνήθη νὰ κρύψῃ τὴν μικρὰν προσοχὴν, νὰ κρύψῃ τὰς σκέψεις του ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Δὲν ἠθέλησε λέγει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅ,τι λέγεται εἰς τὰς τριόδους, ὅ,τι λέγεται εἰς τὰ καφφενεῖα, εἶπεν ὅτι ἄνθρωποι ῥᾳδιοῦργοι ἔχοντες ἰδιοτελεῖς σκοποὺς διασύρουν τὴν καλὴν πίστιν τῆς Κυβερνήσεως, ἔθεσε μόνον εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ μέγα καθῆκον τῆς κυριαρχίας, ἔπρεπεν ὅμως ὁ Κ. Ὑπουργὸς νὰ γνωρίσῃ τοῦτο, ὅτι ὑπεράνω τῆς Συνελεύσεως εἶναι ὁ λαὸς, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι κυρίαρχος· ὑπεράνω ὅμως αὐτῆς εἶναι ὁ λαὸς, εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη.
§137ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι ὅμως δέκα ἄνθρωποι.
§138ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ δέκα ἀνθρώπους, ἐννοῶ τὸ ὅλον κράτος· εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, εἶναι τὸ πρῶτον συνταγματικὸν βῆμα τοῦ κοινοβουλίου τούτου. Οἱ Ὑπουργοὶ τί σᾶς εἶπον; Πίπτομεν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ διασώσωμεν τὴν τιμήν μας. Ἐὰν θεωροῦν τὴν ἀτομικήν των τιμὴν, περὶ αὐτῆς δὲν γίνεται σήμερον λόγος· ἡ συνταγματική των ὅμως τιμὴ, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι κατεστραμμένη. Πρόκειται σήμερον, ὄχι νὰ παρουσιασθῇ πρότασις εἰδικὴ κατηγορητήριος διὰ τὴν Κυβέρνησιν· δὲν εἶναι ἔγκλημα, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ᾖναι ἀνίκανος, εἶναι πρᾶγμα ἴσως ἀνεξάρτητον τῆς θελήσεώς του· πρέπει ὅμως νὰ καταδειχθῇ ἡ ἀνικανότης του διὰ νὰ μάθῃ καὶ τὸ κοινοβούλιον, ὅτι ὁσάκις ψηφίζει Ὑπουργοὺς, νὰ ψηφίζῃ Ὑπουργοὺς ἀξίους, Ὑπουργοὺς ἠθικοὺς, διότι ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τί εἶπεν; Ἑπτὰ ἄτομα πρέπει νὰ καρατομηθῶσι; παρέλειψε νὰ εἴπῃ ὀκτὼ, διότι παρέλειψε κατὰ τὴν οὐσίαν τὸν πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§139ΤΙΝΕΣ. Εἶπεν ὀκτώ.
§140ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν λέξιν τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τὴν ἐσημείωσα, εἶπεν ἑπτὰ, ἀκολούθως εἶπεν ὀκτώ· ἐξῄρεσε τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κ. Ῥούφου, διότι τὴν ἐξῄρεσεν ἡ κοινωνία, τὴν ἐξῄρεσεν ὅλος ὁ κόσμος. Ὁ Κ. Ῥοῦφος εἰμπορεῖ νὰ ᾖναι Ὑπουργὸς ἀδέξιος, δὲν ἀδικεῖται, διότι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ μανθάνῃ γράμματα, τότε ἐπολέμει διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν τόπον, ἀλλὰ εἰς τὸν Κ. Ῥοῦφον δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποδοθῇ ἡ παραμικρὰ μομφὴ, εἶναι ἴσως ἄριστος πολιτικὸς, ἀλλ’ ὡς πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι κατάλληλος. Δὲν πρόκειται νὰ κατηγορήσω ἀτομικῶς τοὺς Ὑπουργοὺς, θὰ ἔλθω εἰς ὅλους ἕνα πρὸς ἕνα, οὐδόλως φειδόμενος, οὔτε τῶν συμπαθειῶν τῆς μιᾶς μερίδος ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς, οὔτε τῶν συμπαθειῶν τῆς ἄλλης ὑπὲρ τοῦ ἄλλου. Εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Σουλιὲ ὅλη ἡ Κυβέρνησις εἶναι συνυπεύθυνος· κατ’ οὐσίαν ὅμως εἶναι μόνος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οἱ δύω ἄνθρωποι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀφιεροῦται ἡ τάξις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ Σουλιὲ ἡ Κυβέρνησις ὠλιγώρει, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς τῷ ὑπεδείξαμεν· ἀπὸ ἁβροφροσύνην φερόμενοι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ τὸν ὑποχρεώσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ λάβῃ τὰ μέτρα αὐτά· ἰδιαιτέρως ὅμως ἡμεῖς οἱ πολιτικοὶ φίλοι του τῷ ἐδώσαμεν νὰ ἐννοήσῃ, ποία εἶναι ἡ θέσις του, καὶ ἂν ἐλάμβανε τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῷ ὑπεδείξαμεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, αἱ σκηναὶ ἐκεῖναι δὲν ἐλάμβανον χώραν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὁλόκληρος ὑπεύθυνος, διότι ὁλόκληρος εἶναι ἀλληλέγγυος. Εἰδικῶς κατὰ τῶν ἄλλων δὲν ἔχω νὰ εἴπω· ἐγὼ μόνον ἔχω κατὰ τῶν δύω ὑπουργῶν, τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχον μίαν ἐπερώτησιν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ παραβιάσεως ῥητοῦ νόμου. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἤθελον παρεισφρύσει νέα ζητήματα, ὥστε ν’ ἀπασχολήσουν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἔκαμα τὸ λάθος τότε νὰ μὴ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ καταστήσῃ τὴν ἀπόφασίν της ἐκκρεμῆ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Κυρίου Κοδρικᾶ· σήμερον ὅμως μεταξὺ τῶν πολλῶν κατηγοριῶν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ αὐτὴ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι καὶ ἑτέρα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα τῶν ἐπαναστατῶν, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται εἰς βαθμοὺς, διότι ὁσάκις ἦλθε τοιαύτη πρότασις διὰ μερικοὺς ἀξιωματικοὺς, μετὰ τῶν ὁποίων ηὐτύχησα νὰ ἐξέλθω κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν, ὡμίλησα ὑπὲρ αὐτῶν· φρονῶ ὅμως, ὅτι εἶναι παράνομον μία ἐξουσία νὰ καταστρέφῃ τοὺς νόμους, χωρὶς νὰ κάμνῃ ἄλλους. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὤφειλε νὰ φέρῃ πρότασιν εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ βαθμολογήσῃ μερικοὺς πολίτας· δὲν εἶχεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὸς ἐξ ἐπαγγέλματος· τὸ δίδειν βαθμοὺς, δὲν εἶναι συνταγματικὸν, οὔτε βασιλικὸν δικαίωμα, τὸ ἀπονέμειν βαθμοὺς εἰς πολίτας, δὲν εἶναι βασιλικὸν συνταγματικὸν δικαίωμα· μόνον τὸ προβιβάζειν εἶναι· πολὺ ὀλιγώτερον εἰς μίαν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει βασιλεὺς, ὥστε οἱ δύω ὑπουργοὶ, ὁ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ τῶν Ναυτικῶν, — κατηγορῶ αὐτοὺς δι’ εἰδικὰς περιπτώσεις, — ὁ μὲν εἷς παρεβίασε τὸν νόμον ἐπαναφέρων τὸν Κύριον Κοδρικὰν εἰς ἐνέργειαν, ἐνῷ ἦτον εἰς ἀποταξίαν, ὁ ἕτερος, διότι ἔδωσε βαθμοὺς, τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ δώσῃ τὸ Ἔθνος. Καθόσον ἀφορᾶ τὴν συνταγματικὴν θεωρίαν, ἐὰν ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ ὀφείλῃ νὰ διευθύνῃ, νὰ ὑποσχεθῇ, νὰ προδικάσῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀκολούθως ἔφερεν ἐν εἴδει πιστώσεως εἰς τὴν Συνέλευσιν, γνωρίζω ἓν πρᾶγμα, Κύριοι, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ κατὰ τὴν διοίκησίν των ἔχουν ὑπ’ ὄψιν νόμους καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ διοικεῖ τὴν πολιτείαν. Ὅταν περιστάσεις ὑπάρχουν μὴ προβλεπόμεναι ἀπὸ εἰδικοὺς νόμους, τότε εἶναι παράδοσις, καθὼς λέγουν οἱ νόμοι, τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ὅταν δὲν φυλάττωνται αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ καὶ ὑπάρχουσι κοινοβούλια, τότε ἀποτείνεται πρὸς τὸ κοινοβούλιον, τὸ ὑπουργεῖον. Ἡ Κυβέρνησις μέχρι τινὸς πραγματικῶς διεύθυνε τὸ ζήτημα τοῦ Γάλλου ὑπηκόου Σουλιὲ μὲ ἀληθῆ πατριωτισμὸν, μὲ πολὺ θάῤῥος· ἔφθασεν ὅμως εἰς ἓν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἠθέλησε ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν αὐτὴν πολιτικήν. Ἀκολουθοῦσα ἡ Κυβέρνησις τὰς παραδόσεις τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ὤφειλε νὰ μείνῃ μέχρι τέλους εἰς τὸ στάδιον τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, ἀλλὰ παρὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ διεθνοῦς δικαίου, μὴ ὑπάρχοντος νόμου, ὤφειλε νομίζω νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως, δὲν ὤφειλε νὰ προδικάσῃ τὸ ζήτημα, ὤφειλε τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ ἡμεῖς ἠθέλομεν λάβει τὰς αὐτὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον καὶ οἱ ὑπουργοὶ, διότι καὶ εἰς αὐτοὺς ἀναγνωρίζω τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν μὲ τὸν τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως. Ὤφειλε λοιπὸν αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ τὸ φέρῃ ὑπὸ τὴν σκέψιν τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἡ Συνέλευσις, ἂς ἦναι βέβαιον τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι ἤθελε σταθμίσει τὰς περιστάσεις, καὶ ἤθελεν ἀποφανθῆ συμφώνως μὲ τὰς περιστάσεις, καὶ τὴν ἐθνικὴν τιμήν. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ὑπεσχέθη ῥητῶς, ὅτι πληρώνει, καὶ ὅταν ἔλαβεν ἀνάγκην χρημάτων ἔφερε πίστωσιν, καὶ ἐπληροφορήθην θετικῶς, ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας ἔχει σπουδαῖα παράπονα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχει τὰ παράπονα τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μέχρι τινὸς πολιτικήν του κατὰ τὸ ζήτημα τοῦ Σουλιὲ, ἔχει ἐν γένει τὴν ὀλιγωρίαν τοῦ ὑπουργείου, διότι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας ἀπέτεινεν αὐτὰς τὰς αἰτήσεις πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπὶ πολλὰς ἑβδομάδας, λέγει ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας, ἡ Κυβέρνησις ἀπηξίωσε ν’ ἀπαντήσῃ· ὅταν τὸ πρῶτον, λέγει, ἀνεγνώριζε τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου, ἀλλ’ ὁ ἄνθρωπος ἐζημιοῦτο καὶ εἶχεν ἀνάγκην ἀποζημιώσεως, τότε ὁ πρεσβευτὴς ἐπαρουσίασε μίαν διακοίνωσιν 20,000 δραχμῶν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ μετὰ πέντε ἑβδομάδας, εἶπεν ὁ ἴδιος, δὲν ἔλαβα καμμίαν ἀπάντησιν.
§141Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἴδατε τὰ ἔγγραφα, Κ. Μαυρομιχάλη;
§142ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ λέγει ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας.
§143ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι μόνον δύω ἡμέραι· διατάξατε Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα παρακαλῶ.
§144ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, χωρὶς ν’ ἀποδώσω τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου ἤθελε διὰ προτάσεώς του νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, χωρὶς νὰ δικαιώσω τὰ ἐγκλήματα τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς στάσεις διὰ νὰ διεκδικήσωσι δικαιώματα, καὶ ἴσως δικαιώματα ἀληθῆ, οὐχ ἧττον ὅμως κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἰς μὲν τὴν ἐσωτερικήν της πολιτικὴν ἀπέδειξεν ἀνικανότητα, εἰς δὲ τὴν ἐξωτερικήν της πολιτικὴν ἀδεξιότητα (θόρυβος).
§145ΤΙΝΕΣ. Ζητοῦν τὸν λόγον συγχρόνως.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ γίνονται παράπονα, θὰ ἐρωτήσω ἐφ’ ἅπαξ τὴν Συνέλευσιν, ἐννοῶν ν’ ἀκούωνται οἱ ὑπουργοὶ καὶ μάλιστα κατηγορούμενοι, ἢ ὄχι.
§147ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§148ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διαμαρτύρομαι κατ’ αὐτῆς τῆς ἀταξίας.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μοῦ ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· ἐγὼ ὡς Πρόεδρος ἐνόμισα καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τῷ δοθῇ διὰ δύω λόγους, διότι καθ’ ὅλους τοὺς κοινοβουλευτικοὺς λόγους, οἱ ὑπουργοὶ ζητοῦντες τὸν λόγον ἀκούονται, καὶ ἔτι μᾶλλον, ὅταν κατηγορῶνται. Ἀλλ’ ὁ Κύριος Πετσάλης, ὁ Κύριος Ζέρβας καὶ ἄλλοι λέγουν τὰ ἐναντία. Θὰ σᾶς ἐρωτήσω λοιπὸν, ὅσοι νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν ὑπουργὸν εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ σηκωθῆτε (ἐγείρονται ἅπαντες)· ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§150Α. ΛΟΝΤΟΣ. (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἔντιμος Πληρεξούσιος Κρανιδίου Κ. Ζέρβας θέλει, λέγει, ἀκόμη νὰ μᾶς κατηγορήσῃ. Ἄπληστος εἶναι εἰς τὰς κατηγορίας· ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι ὅσα ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καθ’ ἡμῶν δὲν εἶναι κατηγορία, εἶναι μαύρη καὶ ποταπὴ συκοφαντία· καὶ δὲν ἔρχομαι νὰ ἐκδικήσω, καθὼς εἶπεν ἄλλος τις προαγορεύσας, τὴν τιμήν μας, ἡ τιμή μας εἶναι ἱερὰ καὶ ἀπρόσβλητος, ἔρχομαι νὰ καταδείξω τὴν συκοφαντίαν. Κύριοι, καὶ κατὰ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ἐπολιτεύθημεν φρονίμως καὶ ἀξιοπρεπῶς, καὶ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους καλῶς κατὰ τὰς σημερινὰς οὐχὶ εὐκόλους περιστάσεις διεχειρίσθημεν. Καὶ εἰς τὸ πρῶτον καὶ εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα εὑρισκόμεθα ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ τοῦ πρέποντος. Ἐνθυμήθην, Κύριοι, κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν τί, τὸ ὁποῖον ἔλεγε ποτὲ ἐπίσημός τις διπλωμάτης, καὶ μοὶ φαίνεται ἐξ ὅσων ἤκουσα, ὅτι δικαίως ἠμπορεῖ τις νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ σήμερον εἰς ὅσα ἐλέχθησαν. Ἤκουσα λόγους πολλοὺς, ἀλλὰ σπουδαιολογίαν καμμίαν, ὕβρεις μόνον ἀναξίας καὶ ἐλεεινὰς παρὰ τῶν κατηγόρων τοῦ ὑπουργείου. Καὶ δὲν μᾶς ἐκατηγορήσατε σεῖς, οἵτινες ἐλάβατε τὸν λόγον, μᾶς ἐσυκοφαντήσατε· καὶ ἠξεύρετε διὰ τί μᾶς ἐσυκοφαντήσατε; ἐνομίσατε συκοφαντοῦντες νὰ μείνῃ ὁπωσοῦν μικρά τις, ἔστω καὶ πρόσκαιρος, κηλὶς ἐπὶ τοῦ μετώπου μας. Calomniez, calomniez! il en restera toujours quelque chose!! «συκοφαντήσατε, συκοφαντήσατε, καὶ ἐὰν δὲν κατωρθώσητε ἄλλο τι, κάτι τι θὰ μείνῃ κατ’ ἐκείνων, οὓς συκοφαντεῖτε!» Εἶναι, ὅσα εἶπον καθ’ ἡμῶν, συκοφαντίαι καὶ τίποτε ἄλλο. Ὁ βίος μας ὁ πολιτικὸς εἶναι ἄμεμπτος. Ὅ,τι ἐπράξαμεν, τὸ ἐπράξαμεν, ἐπαναλαμβάνω, ἐντὸς τοῦ Νόμου, ἐντὸς τοῦ πρέποντος. Κύριοι, εὐγλώττως τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα τὸ διεπραγματεύθη ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ πρὸ ὀλίγου λαλήσας ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰ πράγματα λαλοῦσιν καὶ τὰ ἔγγραφα ἔρχονται εἰς ὑποστήριξιν τῶν λόγων μας. Λάβετε τὰ διαμειφθέντα ἔγγραφα μεταξὺ ὑπουργείου καὶ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ἐπολιτεύθημεν φρονίμως, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, καὶ εὐτόλμως· εὐτόλμως ἀπηντήσαμεν πρὸς μεγάλην συνάμα καὶ εὐεργέτιδα Δύναμιν, καὶ ὅταν λέγω εὐτόλμως πρέπει νὰ ἐννοήσητε, ὅτι δὲν ἀποκαλῶ εὐτολμίαν τὸ θράσος, τὸ ὁποῖον τινὲς ὑπονοοῦσιν· ἡ θρασύτης εἶναι ἰδία μόνον εἰς ἀνοήτους. Τὰ ἔγγραφα σᾶς ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἐνῷ ἐγένετο ἡ διαπραγμάτευσις, διὰ μιᾶς αὕτη διεκόπη, καὶ ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας μᾶς εἶπε «δὲν θέλετε νὰ ἐνδώσητε εἰς ὅσα ἐγὼ ἀπαιτῶ, παύω τὴν μεταξὺ ἡμῶν συζήτησιν καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὸν Αὐτοκράτορα, εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν» καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ, Κύριοι, καὶ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐπεδοκίμασε τὴν διαγωγὴν τοῦ πρεσβευτοῦ. Εἰς τοιαύτην περίπτωσιν δύναται ὁ ἐχέφρων νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὠφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰς ἀντιῤῥήσεις καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν; Καὶ ὅ,τι, Κύριοι, ἐνεργήσαμεν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν διὰ τῆς ψήφου σας δὲν τὸ ἐπεδοκιμάσατε; Ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, ὅτι λόγος πολὺς, καὶ τὸ ὁμολογῶ ἀξιοπρεπὴς καὶ σπουδαῖος, ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος προχθές· πολλὰ ἐῤῥέθησαν καὶ τέλος πάντων τὸ ζήτημα ἐλύθη ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου. Ἐξεπλάγην καὶ ἐγὼ καὶ ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος, Κύριοι, ὅτε τὴν ὑστεραίαν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος διὰ τῆς ψήφου σας ὁ πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου ἐπανέφερε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος. Δέδοται, Κύριοι, τοιαύτη τακτικὴ, τοιοῦτον δικαίωμα εἰς μόνον τὸν πληρεξούσιον τοῦ Πανεπιστημίου Κύριον Σαρίπολον, τοῦ ἐπαναφέρειν εἰς συζήτησιν πράγματα ὁριστικῶς ἀποφασισμένα. Ἐνθυμούμενοι τὰ ἀποφασισθέντα, πιστεύω, ὅτι ὅλοι ἐξανίστασθε καὶ αἰσθάνεσθε ἀγανάκτησιν δι’ ὅσα ὁ πανεπιστήμων εἶπεν· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ὀλίγοι περὶ αὐτὸν ἐνόησαν, ὅτι κατεποντίσθησαν καὶ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐλειποτάκτησαν ἀπέναντι τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος καὶ τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἐξελέξαντο νέον πεδίον μάχης· ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα μετέβησαν εἰς τὴν ἐπίκρισιν ἡμῶν διὰ τὴν ὡς πρὸς τὰ ἐσωτερικὰ πολιτείαν μας. Δὲν εἶναι ἄρα πλέον ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὸ μὲν, διότι ἡ ψῆφός σας τὸ ἔλυσεν ὑπὲρ ἡμῶν, τὸ δὲ καὶ διότι ῥιψάσπιδες ἐφάνησαν οἱ ἀνανεώσαντες τὴν συζήτησιν. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ἐσωτερικοῦ ζητήματος. Δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην, Κύριοι, τὰ πρακτικὰ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου· σᾶς παρακαλῶ ὅμως νὰ τὰ παρατηρήσητε εἰς τὸ Κυβερνεῖον, καὶ ἐκεῖ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι καμμία ἀπὸ τὰς παρελθούσας Κυβερνήσεις δὲν ἐφείσθη τόσον τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ὅσον ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέρος. Ἐὰν ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ, ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν λογαριάζω παρὰ 10 ἢ 12 μεταθέσεις καὶ διορισμοὺς, καὶ μοὶ φαίνεται ἄλλους τόσους ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν παρατηρήσητε τὶ ἐγίνετο ἐπὶ τῶν παρελθόντων ὑπουργείων, θέλετε ἰδεῖ παύσεις καὶ μεταθέσεις πολὺ περισσοτέρας. Δὲν εἶναι ἡ μανία τῶν διορισμῶν, δὲν εἶναι ἡ μανία τῶν μεταθέσεων, δὲν εἶναι ἡ τάσις πρὸς τὸ ἱκανοποιεῖν πρόσωπα, ὡς μᾶς κατηγοροῦσιν, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν σημερινὴν κατάστασιν, ἡ κατάστασις αὕτη ἔχει τὰς ἀφορμάς της εἰς ἄλλην αἰτίαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, τὴν ἀκόρεστον καὶ ἔνοχον φιλαρχίαν τινῶν, τὴν μανιώδη τάσιν αὐτῶν νὰ καταλάβωσιν ἐφήμερον ἐξουσίαν, ὧν ἡ πεπληγμένη φαντασία τοῖς παριστάνει τὰ ῥάκη ὡς μεγαλοπρεπῆ πορφύραν. Ἐπειδὴ, Κύριοι, ἔγεινεν εἰδικὸς λόγος περὶ Ναυπλίου, καὶ ἐδῶ κυρίως μᾶς καταιτιῶνται, συγχωρήσατε νὰ σᾶς ὁμιλήσω δι’ αὐθεντικῶν καὶ ἐπισήμων ἐγγράφων. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ὑποβάλω ποία εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις τοῦ Ναυπλίου, καὶ τὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην· Θέλω σᾶς πείσει διὰ τῆς ἐξιστορήσεως τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ἐπολιτεύθη φρονίμως, μετριοπαθῶς καὶ ἔπραξεν ὅ,τι καὶ σεῖς ἠθέλατε τὴν συμβουλεύσει νὰ πράξῃ, καὶ ὅ,τι καθεὶς ἐξ ὑμῶν ἤθελε πράξει, ἂν ἦτο εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Σέβομαι τὸ Ναύπλιον, σᾶς διαβεβαιῶ, δι’ ὅσα ἔπραξε κατὰ τὴν Φεβρουαριανὴν ἐπανάστασιν, διὰ τὴν ἀγαθότητα, τὴν τόλμην καὶ τὸν πατριωτισμὸν τῶν κατοίκων του. Δὲν ἐνοήσαμεν ὅμως ποτε, ὅτι τὸ Ναύπλιον πρέπει νὰ ᾖναι ἐκτὸς τοῦ νόμου καὶ ὑπεράνω αὐτοῦ· καὶ πιστεύω, ὅτι τὴν αὐτὴν ἰδέαν ἔχει καὶ τὸ σεβαστὸν τοῦτο Συνέδριον. Δὲν ἐνοήσατε βεβαίως ποτὲ τὸ Ναύπλιον νὰ κυβερνᾶται κατ’ ἰδίαν αὐτοῦ ἀρέσκειαν καὶ κατὰ τὰς ἰδίας πεποιθήσεις καὶ ὁρμὰς, ἀλλὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀποῤῥέει ἀπὸ ὑμᾶς. Ἰδοὺ Κύριοι, τί συνέβη. Ἐνηργήσαμεν, Κύριοι, ἓν δικαίωμα μεταθέσαντες ἐκεῖθεν τὸν νομάρχην Κύριον Παπαζαφειρόπουλον· τοῦτο δὲν ἐποιήσαμεν αὐθαιρέτως, ὑπεκύψαμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν περιστάσεων, εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὸν εὐγενῆ λαὸν τοῦ Ναυπλίου πρόσωπον ἐμπειρότερον καὶ μᾶλλον χαῖρον τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ὑπολήψεως τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας ἐκείνου τοῦ νομοῦ ὁλοκλήρου, καὶ ἀκούσαντες καὶ τὰς παρατηρήσεις τῶν Κυρίων πληρεξουσίων τοῦ ἰδίου νομοῦ, ἀπεστείλαμεν ἐκεῖ τὸν Κύριον Ῥοντήρην, πρώην Νομάρχην Λακωνίας. Μετὰ πολλὰς προτροπὰς ὁ Κ. Ῥοντήρης, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἀνεδέχθη νὰ μεταβῇ εἰς Ναύπλιον καὶ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου ἐκείνου. Κύριοι, ὁ Κ. Ῥοντήρης εὑρίσκετο καὶ εὑρίσκεται ἐν μέσῳ ἡμῶν, χαίρει οὗτος ὑπόληψιν διὰ τὴν φρόνησιν καὶ μετριοπάθειαν, ὧν δείγματα ἔδωκε πολλάκις ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ ἐκλογή μας δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀτυχής. Ἡμπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ τις τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ νὰ μεταθέσῃ ἕνα Νομάρχην καὶ νὰ διορίσῃ ἕτερον; πιστεύω ὄχι· καὶ τὸ πιστεύω τοῦτο, καθόσον μάλιστα ἡ ἐκλογὴ τοῦ Κ. Ῥοντήρη θέλει καὶ ἀπὸ ὑμᾶς θεωρηθῇ ὡς ἐκλογὴ, ὡς εἶπον, ἐπιτυχής. Ἀλλὰ Κύριοι, εἰς τὸ Ναύπλιον, φαίνεται, ὅτι ἐπικρατοῦν ἄλλαι ἰδέαι παρὰ τὰς ἰδέας, αἵτινες ἐπικρατοῦν μεταξὺ ἡμῶν, καὶ αἱ ὁποῖαι κυβερνοῦν τὰς κεφαλὰς ὅλων τῶν ἄλλων· εἰς τὸ Ναύπλιον εἶναί τινες, οἵτινες ἔχουσι τὰς ἰδέας τῆς αὐτοδιοικήσεως. Καὶ ἠξεύρετε ποῖος εἶναι ἐπικεφαλῆς τῶν ἰδεῶν αὐτῶν; λυποῦμαι νὰ τὸ εἴπω, εἶναι ὁ σημερινὸς δήμαρχος ἐκείνης τῆς πόλεως· καὶ ἠξεύρετε ποῖος εἶναι ὁ δήμαρχος; εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις παρὰ τὸν νόμον διωρίσθη τοιοῦτος. Καὶ ἰδοὺ πῶς· ὁ Κ. Εὐθυμιόπουλος, ἄλλοτε δημοτικὸς σύμβουλος Ναυπλίου, διωρίσθη, ὡς γνωρίζετε, Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· γνωρίζετε ὅλοι, διότι ὅλοι ἔχετε πεῖραν τῆς νομοθεσίας, ὅτι γενόμενος δημόσιος ὑπάλληλος ἔπαυσε νὰ ἔχῃ τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοτικοῦ ὑπαλλήλου, καθόσον τὰ δύω αὐτὰ χρέη τὰ δημόσια εἶναι ἀσυμβίβαστα· μολαταῦτα, Κύριοι, μόλον ὅτι εἶχε ἀπολέσει τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ὡς γενόμενος Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ παρελθόντος Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν πλειονοψηφίᾳ, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἀπεφάσισε καὶ ἀπεκατέστησε αὐτὸν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον εἰς τὴν θέσιν του. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ εἴπω, ἡ πρᾶξις αὕτη τοιούτου διορισμοῦ εἶναι ἀναμφιβόλως μὴ νόμιμος. Εἰς κανὲν μέρος τοῦ Κράτους δὲν διωρίσθη δήμαρχος ἰδιώτης, καὶ κατὰ τὸ θέσπισμα τῆς πρώτης ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, ὅπου κατελύθησαν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, ἐκεῖ ὡς δήμαρχος ἐξελέχθη εἷς ἀπὸ τοὺς συμβούλους. Ὁ οὕτω παρανόμως διορισθεὶς δήμαρχος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις πρεσβεύει τὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοδιοικήσεως, καὶ ἔχων ὑπ’ αὐτὸν τὴν ἀστυνομίαν θέλει νὰ κυβερνᾷ τὸ Ναύπλιον οὐχὶ κατὰ τὰς ἐμπνεύσεις τῆς Συνελεύσεως ἀλλὰ κατὰ τὰς ἰδίας ἐντολὰς καὶ διαθέσεις του. Κύριοι, ὁ Ῥοντήρης μετέβη μόνος εἰς Ναύπλιον, πιστεύων ὅτι θέλουν τὸν δεχθῇ οἱ ἀγαθοὶ πολῖται τοῦ Ναυπλίου μὲ ἀνοικτὰς ἀγκάλας, διότι παρέσχεν καλητέρας, πλείονας τοῦ προκατόχου του ἐγγυήσεις καλῆς διοικήσεως· ὁ προκάτοχός του δὲν ἀνῆκεν εἰς τὸ Συνέδριον τοῦτο. Ὑπῆγε, Κύριοι, ὁ Ῥοντήρης εἰς Ναύπλιον, ἀλλ’ ἐβιάσθη νὰ φύγῃ ἐκεῖθεν· καὶ πῶς ἐξεβιάσθη; εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Κ. Νομάρχου, ἡ ὁποία διατυπόνει εὐκρινῶς καὶ εἰλικρινῶς ὅλα τὰ ἐκεῖσε γενόμενα.
§151ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§152ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Σᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ὑπόθεσις αὕτη σπουδαίως· ἀντεπιστρέφουν κατὰ τῶν κατηγόρων μας αἱ κατηγορίαι· δὲν ἐνηργήσαμεν ὀλέθρια, δὲν ἐπολιτεύθημεν, ὡς εἶπον, βλασφήμως. Τὸ Ναύπλιον, εἰς ὃ συνεκεφαλαιώσατε ὅλας σχεδὸν τὰς κατηγορίας εἶναι ὁ θρίαμβος τῆς συνετοῦς πολιτικῆς ἡμῶν. Σεῖς βεβαίως θέλετε τὸ ἀποφασίσει. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Κύριος Ῥοντήρης. Πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Φατρία τις μικρὰ πρεσβεύουσα δημοκρατικὰς ἀρχάς. Δὲν ἀμφιβάλλει, Κύριοι, κανεὶς ὅτι ὑπάρχει μικρά τις, ἐλαχίστη, ἐν Ναυπλίῳ μερίς, ἡ ὁποία ἔχει ἐξημμένην τὴν κεφαλήν.
§153ΖΕΡΒΑΣ. Ἀνήκω εἰς τὸν νομὸν τῆς Ναυπλίας, καὶ δὲν θέλω νὰ προσβάλλωνται οἱ κάτοικοι αὐτοῦ ὡς πρεσβεύοντες δημοκρατικὰς ἀρχάς.
§154ΗΡΑΚ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, θέλω σᾶς ὑποβάλει ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων—δὲν ὀνομάζω τὰ πρόσωπα,—θὰ ἰδῆτε ὅτι, ὅσα λέγει ὁ Κ. Ὑπουργὸς, δὲν εἶναι ἀληθῆ.
§155ΥΠΟΥΡ. ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἐνθυμηθῆτε Κύριοι, ὅτι ἐγὼ μετὰ σεβασμοῦ ὡμίλησα περὶ τῶν κατοίκων τοῦ Ναυπλίου, καὶ εἶπον, ὅτι ἐλαχίστη μερὶς 3–4 ἐξημμέναι κεφαλαί.... Τόρα προβαίνω... ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως. Πρὸς τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. «Φατρία τις μικρὰ, πρεσβεύουσα ἢ πράττουσα δημοκρατικὰς ἴσως ἀρχὰς, προσεδόκα τὴν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως μὴ παραδοχὴν τοῦ στέμματος· τῇ ἐσύμφερε δὲ νὰ εὑρεθῇ ἐν τοιαύτῃ τουλάχιστον περιπτώσει κάτοχος τῆς ἰσχυρᾶς καὶ πλουσίας ταύτης πόλεως τοῦ Ναυπλίου· νὰ κηρύξῃ τὴν πόλιν καὶ τὴν ἐπαρχίαν αὐτοδιοίκητον ὑπ’ αὐτούς· ἐπὶ τούτῳ ἦσαν ἀναγκαῖαι καὶ ἀπαραίτητοι αἱ σπουδαιότεραι τοῦ τόπου ἀρχαὶ, ἡ Νομαρχία, ἡ Δημαρχία, ἡ Ἀστυνομία, ἡ Μοιραρχία καὶ πρὸ πάντων ἡ ἐθνοφυλακή. Ἡ φατρία αὕτη λαθραίως καὶ ἐπιτηδείως ἐνεργοῦσα, κατώρθωσεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ βάλῃ εἰς χεῖρας ἁπάσας αὐτὰς τὰς δυνάμεις. Ἔκτοτε δὲ παρετηρήθησαν καὶ ἐνεργήθησαν τὰ ἑξῆς, συγκεφαλαιούμενα εἰς νυκτερινὴν τῶν ἀρχῶν στάσιν καθ’ ἡμῶν ὡς Νομάρχου, καὶ εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Ναυπλίου βιαίαν, ἤτοι δι’ ἀπειλῶν ἀπομάκρυνσιν ἡμῶν. «Ἡ ἐθνοφυλακὴ Ναυπλίου εἶχεν ἐκλέξει ἀρχηγόν της τὸν Γ. Πετιμεζᾶν, ἀλλ’ ἦτο διῃρημένη, κατωρθώθη δὲ τότε ἡ μερὶς τοῦ Γ. Πετμεζᾶ νὰ συνδιαλλαγῇ μὲ τὴν ἄλλην μερίδα καὶ νὰ ἑνωθῶσιν. «Ὁ Ι. Ζαφειρόπουλος Νομάρχης εὑρὼν ἐν φακέλλῳ τὴν μετάθεσίν του ὑπεξῄρεσεν αὐτὴν, ἐκράτησε δὲ τὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖράς του, ἐκράτησε τὸ δημόσιον τῆς Νομαρχίας κατάστημα· δὲν ἔκαμε δὲ βῆμα ἵνα ἑτοιμασθῇ διὰ τὴν νέαν του θέσιν, ἐπ’ ἐλπίδι βέβαια τοῦ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς διοικητὴς τοῦ τόπου. «Ὁ Γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας Βραχινὸς, διωρίσθη τῇ συνδρομῇ τοῦ Εὐθυμιοπούλου. Ἐνῷ δὲ ἦσαν πασίγνωστα σχεδὸν τὰ ἐν Ναυπλίῳ ἐνεργούμενα, καὶ αὐτὸς ἐγνώριζε καὶ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, οὐδὲν ἀνέφερεν· ἦλθεν εἰς προϋπάντησιν ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου, μᾶς ἀνέφερε δὲ μόνον, ὅτι ὁ Μοίραρχος Θ. Πετιμεζᾶς παρεκλήθη δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ νὰ προϋπαντήσῃ τὸν Νομάρχην κατὰ τὴν προκυμαίαν, ἀλλὰ δὲν φαίνεται. Ἡμεῖς ἐξήλθομεν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν προκυμαίαν τὴν 5ην μ. μ. οὐδένα ἀνώτερον ὑπάλληλον ἀπηντήσαμεν εὑρισκόμενον ἐκεῖ τοὐλάχιστον διὰ περιέργειαν· ἀντὶ δὲ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ Νομαρχιακὸν κατάστημα, κατεχόμενον ὑπὸ τοῦ Ζαφειροπούλου, ἠναγκάσθημεν νὰ μεταβῶμεν παρὰ τῷ Κυρίῳ Προέδρῳ τῶν Ἐφετῶν Δ. Ι. Βάλβη, τὰ δ’ ἀπὸ μέρους τοῦ Ι. Ζαφειροπούλου ἐκλίναμεν νὰ ἐξηγήσωμεν ὡς μίαν μᾶλλον ἀδιακρισίαν. «Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐμέλλομεν νὰ ἴδωμεν παρ’ ἡμῖν τὸν Κύριον μοίραρχον, τὸν Κ. Φρούραρχον κτλ. ἀλλ’ εἰς μάτην, ἐκ τῶν ὑστέρων δὲ κρίνων τις εὑρίσκει σπουδαιοτέραν τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν καὶ ἔχουσαν κηλίδα τινα βαρεῖαν ὑπαιτιότητος· παρακατιὼν δὲ σημειοῦται ἡ ὥρα καθ’ ἣν ἴδομεν τοὺς δύω τούτους ἀνωτέρους ὑπαλλήλους, καὶ ὑπὸ ποίας περιπτώσεις. «Τὸ ἑσπέρας ἦλθέ τις λέγων εἰς τὸν Κ. Βάλβην, ὅτι πολλοί τινες οὐλαμοὶ τῆς λεγομένης ἐθνοφυλακῆς τίθενται εἰς περίπολον· ἠρωτήσαμεν καὶ μᾶς ἔλεγον, «φόβος, ὅτι θὰ ἀποδράσωσιν οἱ φυλακισμένοι» ἐφροντίσαμεν καὶ ἦλθεν ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζε τίποτε, μᾶς ἀφῆκε δὲ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ πεζικὸν δύναται νὰ ᾖ διεφθαρμένον εἰς ἀπόλυσιν τῶν φυλακισμένων· τῷ ὄντι περὶ τὴν 10ην ὥραν ἐβρόντησεν ἓν τουφέκιον καὶ ἠκούσθησάν τινες φωναὶ περὶ τὰς φυλακάς· ἐπείσθημεν δὲ ὅτι περὶ τούτου ἐπρόκειτο· ἡσυχάσαμεν, ἀλλὰ ἠκούετο ποδοβολητόν. Κατὰ τὸ μεσονύκτιον δύω ἄνθρωποι κρούουσι τὴν θύραν τῆς κατοικίας ἡμῶν καὶ ζητοῦσι τὸν Νομάρχην, ἔλαβε δὲ χώραν ὁ ἑξῆς διάλογος· τί τὸν θέλετε καὶ ποῖοι εἶσθε; εἴμεθα πολῖται καὶ θέλομεν νὰ τῷ εἴπωμεν σπουδαῖά τινα πράγματα.— Ὁ Νομάρχης κοιμᾶται. —Πρέπει νὰ σηκωθῇ, εἶναι Νομάρχης τῆς πόλεως. Ἐν τῷ μεταξὺ ψυθιρίζων εἷς γείτων ἄντικρυ μετά τινος ἐνδεικτικῆς δειλίας, ἐβεβαίου ὅτι εἶναι ὁ Ἀστυνόμος, τὸ ὄργανον τοῦ Εὐθυμιοπούλου· ἠννοήσαμεν τὸν κίνδυνον, ἐζητήσαμεν ὅπλον τι παρὰ τοῦ Κυρίου Βάλβη, ἀλλὰ δὲν εἶχεν· ἐγὼ δὲ ἤμην ἄοπλος καὶ ὁ ὑπηρέτης μου αὐτὸς ἦλθε πρὸ ὀλίγων ὡρῶν, ἠγνόουν καὶ τὴν οἰκίαν ἣν κατῴκουν, ἠγνόουν τὴν πίστιν τοῦ Στρατοῦ, οὗ δὲν εἶδον οὐδὲ τοὺς Ἀρχηγούς· ἐσκέφθην, ὅτι οἱ ἐγκατεστημένοι ἐκεῖ ἀνώτεροι στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι ἀφεύκτως ἐγνώριζον τὶ ἔτρεχε, ἀλλ’ οὐδεὶς ἤρχετο πρὸς ἡμᾶς! Εἰς ταύτην τὴν ἀδημονίαν εὑρισκόμεθα, ὅτε ἀνεκαλύψαμεν, ὅτι παρὰ τὸν Ἀστυνόμον ἐκρύπτοντο κατὰ τὰ τετράγωνα τῶν ὁδῶν ἔνοπλοι πολλοί· ἐνεφανίζετο δὲ ὁ μόνος ἄοπλος, ὁ Ἀστυνόμος. Ἐπεμείναμεν τότε πλειότερον, ἀλλ’ ὁ Ἀστυνόμος τότε ἔπαυσε φωνάζων· μᾶς ἔκαμε δὲ μεγίστην ἐντύπωσιν, ὅτι, καί τοι ἡσυχάσας, ὅμως ἔμεινε φυλάττων. Ἔμεινε δὲ ἥσυχος, ὡς ν’ ἀνήγγειλέ που τὴν ἀποτυχίαν του καὶ ἐπερίμενεν ἄλλου εἴδους ἐνέργειαν. Μετά τινα λεπτὰ τῆς ὥρας ἀναγγέλλεται ὁ Διοικητὴς τῆς Μοίρας. Ἐπῆλθεν ἡμῖν, ὅτι τρέχει τι μεταξὺ τῶν Σωμάτων τοῦ Στρατοῦ καὶ πρόκειται νὰ μεσολαβήσωμεν. Ὁ οἰκοδεσπότης ἐνεθαῤῥύνθη, ἠνεῴξαμεν τὴν θύραν. Εἶδον δὲ μετά τινος ἰδιαζούσης ἐντυπώσεως ἐμφανιζόμενον τὴν νύκτα πρόσωπόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠθέλησε νὰ παρουσιασθῇ τὴν ἡμέραν, καὶ ἦτον ὁ Διοικητὴς τῆς Μοίρας, ὃν κατὰ τὴν 7 8βρίου ἡμέραν τῆς ἐπαναστάσεως, τοῦ Μεσολογγίου ὡς Κυβέρνησις τῆς ἐπαναστάσεως, κατελύσαμεν ἡμεῖς καὶ ἐδιώξαμεν· ἔβλεψε πρὸς ἐμὲ οὐχὶ προσηνῶς. Ὁ γνωρίζων με δὲ οὗτος μὲ ἠρώτησεν, ἐὰν ᾖμαι ὁ Ῥοντίρης ὁ Κ. Νομάρχης. Τὸν παρεκάλεσα καὶ καθίσας μοὶ εἶπε τινα, συνήφθη δὲ ὁ ἑξῆς διάλογος. Πρὸ μιᾶς ὥρας ἀπήντησα μίαν ἐνέργειαν καὶ ἦλθον νὰ συμβιβασθῶμεν. —Κατὰ τίνος;—Κατὰ τοῦ προσώπου σου.— Διατί;—Διότι ἠγόρευσας εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν κατὰ τῶν ἐπαναστατικῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Ναυπλίου περὶ τῶν ἐράνων τῶν πολιτῶν. —Δὲν ἠγόρευσα, εἶμαι μάλιστα ὑπὲρ αὐτῶν. —Σ’ ἔχουν εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν μὲ τὸν Μεσσηνέζην. —Τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν;—Ἐὰν ἦσαν 20 ἄνθρωποι ἠδυνάμεθα νὰ τοὺς διαλύσωμεν, καὶ τοῦτο ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἄνευ αἵματος, ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν ποίαν ἔκτασιν ἔχει τὸ κακὸν καὶ καθὼς ἠξεύρετε, Κύριε Νομάρχα, κατὰ τὸν κανονισμὸν ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἔχει χρέος εἰμὴ νὰ συντάσσῃ πρωτόκολλα. Εἰς τὸ ἄκουσμα τῶν πρωτοκόλλων ἠνόησα, ὅτι ὁ Μοίραρχος ἐγκαταλείπει τὸν Νομάρχην εἰς τὴν τύχην του· φαίνεται τῷ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ φύγω; Μάλιστα· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν φεύγω. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ γείνῃ. Πρέπει νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ φρούραρχος. Ὅτε ἀνέβη ὁ μοίραρχος δὲν ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ κλείσῃ τὴν θύραν, δὲν ἔλαβε δὲ τὴν πρόνοιαν νὰ φέρῃ μαζί του οὐδένα χωροφύλακα διὰ τὸν κινδυνεύοντα Νομάρχην οὐδὲ διὰ τὸν ἑαυτόν του ἀπέναντι τῆς στάσεως. Ἐφαίνετο δὲ οὕτως οἰκείως ἔχων πρὸς αὐτήν. Τὸν εἶχον ἐρωτήσει, ἐὰν γνωρίζῃ, ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἦλθε πρὸς ἐμέ. Μοὶ ἀπήντησεν ὄχι. Ἐν τούτοις ἀφῆκαν ὡς ἄνω τὴν θύραν ἀνοικτὴν, εἰσῆλθεν ὁ ἀστυνόμος μετὰ τῶν συντρόφων του ἐκείνων καὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἐχούσης ἐπὶ κεφαλῆς Σάλβαν ἢ Σάῤῥαν τινὰ καὶ ἤμην πλέον οὕτως εἰς τὴν ἐξουσίαν των, ὅτε συγχρόνως ἐνεφανίσθη ὁ φρούραρχος Κ. Κουτράκος, ὁ δήμαρχος Εὐθυμιόπουλος, τὸ κυριώτερον ὄργανον. Ἔλαβον κατὰ μέρος τὸν φρούραρχον καὶ ἔλαβε χώραν ὁ ἑξῆς μεταξύ μας διάλογος. Πῶς δὲν σὲ εἶδον; (ἐννοῶν ἀπὸ τὴν ἡμέραν) Κατεγινώμην νὰ διαλύσω παρακαλῶν τὰς συναθροίσεις, οἰκονομῶν τὸν ἕνα ἀπ’ ἐδῶ τὸν ἄλλον ἀπ’ ἐκεῖ, ἠνόει ὁ αὐτὸς ἐκείνας τὰς ὥρας τῆς νυκτός. Τί στοχάζεσαι νὰ κάμωμεν;—εἶναι καὶ αἱ δύω μερίδες ἡνωμέναι;—Ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐθνοφυλακῆς Σάλλας ἦτον ἐναντίος τοῦ Εὐθυμιοπούλου, ἀλλ’ ἤδη εἶναι ἡνωμένοι.—Πῶς ἔχει ὁ στρατός; Ἐδίσταζε νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Λοιπὸν πρέπει, νομίζετε, νὰ φύγω. «Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις μας. Ἠννόησα, ὅτι δὲν εἶχον μέσα ν’ ἀντισταθῶ εἰς τὴν στάσιν. Ἀπευθύνθην εἰς τὸν Εὐθυμιόπουλον, παρατηρῶν αὐτῷ, ὅτι μὲ γνωρίζει, ὅτι ἐγὼ δὲν ὡμίλησα κατὰ τῶν ἐράνων, ὅτι δὲν δίδω ἓν λεπτὸν διὰ τὴν Νομαρχίαν· ὅτι προσβάλλεται ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους. Οὗτος μοὶ ἀπήντησε «ὑμεῖς δὲν εἴμεθα ὑλισταί. Πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇς, Κύριε, ὅτι ἔλαβε χώραν καὶ ἄλλη συνεδρίασις ἡ τῆς 1 Φεβρουαρίου περὶ τοῦ Ναυπλίου, ἦσο ἐναντίος». Ἠννόησα, ὅτι ὁ φροντίσας τὸν ὀλίγον περὶ αὐτὸν ὄχλον ἦτον αὐτὸς ὁμολογουμένως, μετά τινα σιωπήν. Πρέπει νὰ φύγῃς, Κύριε, διότι ἡ ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ προβαίνει καὶ δύναται νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματά του. Ἐμεσολάβησε δὲ ὁ διοικητὴς τῆς ἐθνοφυλακῆς ὕποπτος καὶ ξιφήρης, φέρων κουμπούραν μεγάλην εἰς ζώνην λεπτὴν κωμικῶς πως, ἀπειλῶν, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ δὲν δύναται νὰ περιμένῃ πλέον! Καὶ πάλιν ὁ Εὐθυμιόπουλος ἀπήντησε, προσθέτων, ὅτι ὁ λαὸς καὶ ἐπὶ Ὄθωνος ἐξήσκησε πολλάκις τὰ δικαιωματά του. Ἐδίωξε τὸν Ῥεβελιώτην, τὸν Χρυσοβέργην.... εἰς τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀηδίασα ἐγὼ, ᾐσθάνθην δὲ καὶ θλῖψιν τινὰ δυνατὴν, πῶς εὑρέθη ἠναγκασμένη ἡ ἐπανάστασις νὰ κάμῃ χρῆσιν τοιούτων φαύλων καὶ ποταπῶν ὀργάνων, ἐχόντων τηλικαύτην εἰς τὸν ἐγκέφαλόν των σύγχυσιν ἰδεῶν. «Εἰς ταῦτα παρίσταντο οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, φέροντες τὰ γαλώνια των εἰς τὸν τράχηλόν των, καὶ ἤκουον ἀπειλούμενον καὶ ἔβλεπον διωκόμενον τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιπροσωπευούσης τὴν Συνέλευσιν, ἀντιπροσωπεύουσαν τὴν τρέφουσαν αὐτοὺς πατρίδα των! ἔφερον δὲ καὶ τὰ ξίφη των εἰς τὸ σλάγι των! «Οὕτως ἐγκαταλελειμμένος ἀνεχώρησα, παρὰ δὲ τὸν αἰγιαλὸν παρετήρησα πολλοὺς τινὰς πολίτας νέους, ὡς μοὶ ἐφάνη ἀπαιδεύτους, ἱσταμένους, σιωπῶντας, μηδὲ βήσχοντας, ἔχοντας ὡς μοὶ ἐφάνη τὴν φυσιογνωμίαν πατριώτου, λυπουμένου πῶς ὑπερισχύει τὸ φαῦλον στοιχεῖον ἐν τῇ πατρίδι των ὡς τὸ ὀλιγάριθμον. «Ταῦτα, Κύριε ὑπουργὲ, συνέβησαν καὶ οὕτως ἀνεχώρησα. «Παρατηρῶ δ’ ὅτι τὸ σχέδιον ἦτον ὁ ἀστυνόμος νὰ μὲ συλλάβῃ, καὶ οἱ λοιποὶ νὰ ᾖναι δῆθεν ἐν ἀγνοίᾳ καὶ μὲ ἀποβάλῃ· ἀλλὰ ἀφοῦ ἀπέτυχε τοῦτο, ὡς ἄνω, ἐδέησε νὰ λάβῃ, ὃ μέρος ἔλαβεν ὁ μοίραρχος. «Παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν εἶχον 20 ἀνθρώπους πιστοὺς, ἡ στάσις ἠδύνατο νὰ καταβληθῇ, καὶ ἐὰν ἐγνώριζον τὰ διατρέχοντα ἐν τῷ μεταβαίνειν με ἐκεῖ, τὰ ὁποῖα ἄλλως, ὡς μανθάνω, ἦσαν ἐνταῦθα γνωστά.
Ὁ Νομάρχης Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας
Α. ΡΟΝΤΙΡΗΣ.»
Κύριοι, αὐτὰ συνέβησαν ἐν Ναυπλίῳ τὴν 21 Μαΐου, καὶ τὰ τοιαῦτα διενεργηθέντα ἠνάγκασαν τὸν Κ. Ῥοντίρην νὰ ἐπιβῇ τοῦ ἀτμοπλοίου καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Τὰ πράγματα δὲν μᾶς ἐφάνησαν ἁπλᾶ, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προλάβωμεν τὰ περαιτέρω καὶ νὰ θεωρήσωμεν σπουδαιότατα τὰ ἐν Ναυπλίῳ συμβάντα, διὸ καὶ συσκέψεως γενομένης ἐν ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἀπεφασίσθη νὰ ἀποσταλῇ ἐκεῖσε ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐπολέμησεν εἰς τὸ Ναύπλιον, γνωστὸν εἴς τε τοὺς πολίτας καὶ στρατιωτικοὺς, καὶ τὸ ὁποῖον ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀποκαταστήσῃ ἐκεῖ τὰ πράγματα. Ὁ Ἀτμοδρόμων ἐτέθη ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μετέβη ἐκεῖσε. Ἐπειδὴ δὲ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ ἄλλα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν ἀναγκαῖα νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐλήφθησαν πολὺ ἀργὰ, τὴν 2 ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ ἐπειδὴ ὁ Κύριος Ῥοντίρης, καί τοι παρακληθεὶς, ἀλλ’ εὑρισκόμενος εἰς κακοδιαθεσίαν, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπανέλθῃ πλέον εἰς τὸ Ναύπλιον, ἐδέησε νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς προσωρινῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ Νομάρχου. Τὸ κατανοεῖτε, Κύριοι, ὅτι τὴν 2 ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἀποποιηθέντος τοῦ Κυρίου Ῥοντίρη, νὰ εὕρωμεν Νομάρχην δὲν ἦτον εὔκολον, ἡ ἀνάγκη δὲ τῆς ἀμέσου ἀποστολῆς τοῦ ἀτμοδρόμωνος μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἦτον ἀναπόφευκτος· ἔξωθεν τοῦ Συμβουλίου ἦτον ὁ Κύριος Πλαστύρας συνάδελφός μας, καὶ μᾶς ἐπροτάθη νὰ παραλάβωμεν αὐτὸν ὡς προσωρινὸν ἀναπληρωτήν· ἐπειδὴ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν ἄλλως πως κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν, τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισεν, ὥστε ὁ Κ. Πλαστήρας νὰ συνοδεύσῃ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ναύπλιον. Σᾶς παρακαλῶ νὰ σημειώσητε, ὅτι ὁ Κ. Πλαστύρας ἀπεστάλη ὡς ἀναπληρωτὴς τοῦ Νομάρχου προσωρινός. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετέβη εἰς τὸ Ναύπλιον, ἐχειροκροτήθη, ἐδεξιώθη καλῶς ὑπὸ τῶν πολιτῶν, ἔμεινεν ἐκεῖ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, καὶ ἐπανῆλθεν ἀφήσας τὸν Κ. Πλαστύραν· ὅλα δὲ τὰ μέτρα, ὅσα εἴχομεν ἀποφασίσει εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δὲν ἐξετελέσθη ἐξ αὐτῶν οὐδέν. Ἐγένοντο μάλιστα παρατηρήσεις τινὲς περὶ τούτου, καὶ παράπονα ἀκόμη ἐξεφράσθησαν, διότι ἐπὶ 3, 4 ἡμέρας ἔμεινεν ἐκεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε κἀμμίαν εἴδησιν· ἀλλ’ ἄλλως ἔδοξεν αὐτῷ νὰ πολιτευθῇ· μετέβη ἐκεῖ, ἐζητωκραυγήθη, ἀφῆκε τὸν Κ. Πλαστύραν καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν.
§156ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ μάθωμεν τὰς ἐντολὰς, τὰς ὁποίας εἶχε;
§157ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Νὰ παύσῃ ὑπαλλήλους τινας, τὸν γραμματέα τῆς Νομαρχίας, τὸν ἀντεισαγγελέα καὶ ἄλλους τινὰς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναμιχθῆ εἰς τὴν ὀχλαγωγίαν.
§158ΙΑΛΕΜΟΣ. Νομίζω, Κ. ὑπουργὲ, ὅτι δὲν τῷ εἴχατε δώσει ἀπεριόριστον ἄδειαν.
§159ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ὄχι· ῥητὴν ἐντολήν. Κατανοεῖτε, Κύριοι, εἰς ποίαν δεινὴν θέσιν εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ οὐδεμίαν στιγμὴν ἔπαυσε νὰ ἔχῃ ὡς περισπούδαστον μέλημά της τὴν ἔκνομον οὕτως εἰπεῖν κατάστασιν τῶν Ναυπλιέων. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ μοὶ εἴπῃ, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας· «ἐπειδὴ τώρα ζῶμεν ἐν οἰκονομίᾳ τῶν περιστάσεων, καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο παραδεκτὸς ὁ Κ. Πλαστύρας, δὲν ἠδύνασθε νὰ κλείσητε τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ νὰ ἀφήσητε τὰ πράγματα νὰ τρέχουν, ὅπως ἤθελεν ὁ Κ. Εὐθυμιόπουλος;» Κύριοι, δὲν ἠδυνάμεθα, διότι ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ διατηρῶμεν ἀκέραια τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς κεντρικῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ συνέπειαν τὴν ὑψηλὴν θέσιν τῆς Συνελεύσεως, ἀφ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἀποῤῥέει. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὑπῆρξε καὶ ἕνας ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐδέησε νὰ φροντίσωμεν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ναυπλίας. Ἀκούσατε, Κύριοι, μετὰ προσοχῆς σᾶς ἱκετεύω, διὰ νὰ μᾶς δώσητε ἐν γνώσει καὶ πλήρει τῆς συνειδήσεως ὑμῶν ἀνέσει ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ λευκὴν τὴν ψῆφόν σας. Δυστυχῶς ὁ Κ. Πλαστύρας ἐνόμισε νὰ προοιμιάσῃ τὸ Νομαρχιακὸν στάδιόν του μὲ μίαν προκήρυξιν· ὅταν τὴν ἀκούσητε θὰ ἰδῆτε, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡμεῖς ὡς Κυβέρνησις νὰ ἀνεχθῶμεν ἐπὶ πλέον νὰ μένῃ ὁ Κ. Πλαστύρας ἐκεῖ. Ἀνέγνω τὴν προκήρυξιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς. Κάτοικοι τοῦ Ναυπλίου καὶ τῶν ἄλλων τοῦ Νομοῦ ἐπαρχιῶν. «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Συνελεύσεως τοῦ ἔθνους μ’ ἐπεφόρτισεν ἐκτάκτως ν’ ἀναπληρώσω προσωρινῶς τὸν Νομάρχην Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Καί τοι μὴ φέρων οὔτε ὀνόματος οὔτε πλούτου ὄγκον, δὲν ἐδίστασα νὰ δεχθῶ βάρος δυσβάστακτον, εἰς τὰς σημερινὰς μάλιστα δυσχερεῖς περιστάσεις, ἐνώπιον λαοῦ ὑπερηφάνου διὰ τὸν πολιτισμόν του καὶ διὰ τὰ πρόσφατα καταπληκτικὰ κατορθώματά του. Υἱὸς τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας, ἐνόμισα ἱκανὰ συστατικὰ τὰς ἰδιότητας ταύτας πρὸς λαὸν, ὅστις πρὸ μικροῦ ἐῤῥάντισε τὴν ἐλευθερίαν μὲ τὸ αἷμά του καὶ τὸν ὁποῖον δεσμώτης ἐγνώρισα, ὅτε πρῶτος μετὰ τοῦ ἀγγελοψύχου Ἀρ. Ῥέντη ὕψωσα τὴν φωνὴν περὶ τῆς συγκαλέσεως τοῦ ἔθνους. Ἐλευθερία, Συμπολῖται, ἐλευθερία κραυγάζουσι πανταχόθεν σήμερον! Ἐλευθερία, ναί! ἀλλὰ πόσα ἐν ὀνόματι αὐτῆς διεπράχθησαν ἐγκλήματα! Καὶ πόσον δὲν πρέπει νὰ προσέχωμεν διὰ νὰ σώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν! Ὅταν οἱ Νόμοι τῆς δημιουργίας συνταράσσωνται διὰ νὰ τελειοποιηθῶσι, τότε οἱ ἐκπεπτωκότες Δαίμονες, πιστεύοντες τὴν ἀπώλειαν τοῦ Σύμπαντος, περιτρέχουσι λυσσῶντες τὴν ὑφήλιον. Ὁμοίως ὅταν οἱ λαοὶ ἀποσείωσι τοὺς ζυγοὺς τῆς καταπιέσεως, τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς αὐθαιρεσίας, ἥτις ἐστὶν ἡ τυραννία διὰ νὰ ἐγκαθιδρύσωσι τὸν Νόμον, τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν δικαιοσύνην, ὁ ἐγωϊσμὸς, τὸ δοχεῖον τοῦτο πάσης κακίας, ἡ χιμαιρὰ καὶ ἡ πλάνη διασπείρονται φανατικαὶ μεταξὺ τοῦ ἀθῴου λαοῦ ὡς αἱ ἀλώπεκες καὶ οἱ λύκοι μεταξὺ τῶν ἀκάκων ἀρνίων. Ἀδελφοὶ Συμπατριῶται! Προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοχρήστων. Ἐπιλέγων δ’ ὑμῖν, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας θέλω μείνει μεθ’ ὑμῶν, ἐὰν θέλετε, σᾶς παρακαλῶ καὶ σᾶς ὁρκίζω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας, δι’ ἣν τόσα ὑπέστημεν, καὶ τῆς Πατρίδος, εἰς ἣν πολλὰ καὶ τὴν ζωὴν ὀφείλομεν, νὰ μοὶ δηλώσητε παῤῥησίᾳ ἐὰν δύναμαι νὰ ἦμαι συνεργάτης σας εἰς τὸ ἔργον τῆς βασιλείας τῶν Νόμων καὶ τῆς ἐλευθερίας, διότι δὲν ἀγνοῶ, ὅτι ἢ δὲν δύναται ἢ κακῶς θέλει διοικήσει τις τὸν μὴ θέλοντα.
ΕΥΘ. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ».
§160ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἐτοιχοκολλήθη εἰς ὅλους τοὺς δήμους τοῦ νομοῦ ἡ θαυμασία αὕτη προκήρυξις; (γέλως).
§161ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Δὲν γνωρίζω. Ὁ Κ. Πλαστύρας συνάδελφός μας, εἶναι Κύριοι, ἀξιότιμος ἄνθρωπος διὰ τὰ εὐγενῆ τῳόντι αἰσθήματά του, δὲν ἔχει ὅμως πεῖραν περὶ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἠθέλομεν προβῆ εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀνακλήσεώς του τόσον ταχέως, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ τελευταῖος παράγραφος, καθ’ ὃν ἤθελε νὰ μείνῃ ἐκεῖ, ἂν οἱ Ναυπλιεῖς ἔδιδον ἐκ προκαταβολῆς τὴν συναίνεσίν των. Δὲν ζητεῖται, Κύριοι, ἡ γνώμη καὶ ἡ συναίνεσις τῶν διοικουμένων, ὁσάκις στέλλεταί τις ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν οἱανδήποτε, ἔστω καὶ δημοκρατικὴν, ὅπως τοὺς διοικήσῃ. Μᾶς ἐφάνη λοιπὸν, ὅτι ἐπλημμέλησεν ὁ Κ. Πλαστύρας ἀπέναντι τῶν ἰδεῶν τῆς τάξεως καὶ τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν ἀναγκαῖον τὸ ταχύτερον νὰ τὸν ἀνακαλέσωμεν. Κύριοι, μεταξὺ τῶν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀπευθύνονται, εἶναι καὶ ἡ ἀκόλουθος, ὅτι ὄχι μόνον πολλοὺς διορισμοὺς ἐκάμαμεν, ἀλλὰ καὶ κακούς· ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ ὀλιγίστους καὶ πολλὰ ἐκλεκτικῶς ἐφέρθημεν εἰς τοὺς διορισμούς μας. Ἐδέησε, Κύριοι, νὰ ἀναπληρώσωμεν τὸν Κ. Πλαστύραν, καὶ πάλιν κατεφύγαμεν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο καὶ ἐξελεξάμεθα τὸν Κ. Θεαγένην, ἄνδρα ἀκεραιότητος καὶ συνέσεως γνωστῆς, ὑπηρετήσαντα πολλάκις τὴν πατρίδα, ἐγνωσμένον διὰ τὴν φρόνησιν καὶ τὸν μετριοπαθῆ χαρακτῆρά του. Ὁ Κ. Θεαγένης δὲν ἠγόρευσε κατὰ τῶν Ναυπλιέων, ἀλλ’ ὑπὲρ αὐτῶν ἐν τῇ Συνελεύσει, δὲν εἶχεν ἑπομένως τὴν πλημμέλειαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑποκρινόμενοι οἱ περὶ τὸν Εὐθυμιόπουλον Ναυπλιεῖς, ἀπέδωκαν εἰς τὸν Κ. Ῥοντίρην, καθ’ ὑπόκρισιν, τὸ ἐπαναλέγω, διότι ὁ Κ. Ῥοντίρης ποτὲ δὲν εἶχεν ὁμιλήσει κατὰ τῶν Ναυπλιέων. Εἴχομεν λοιπὸν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀποστελλομένου τοῦ Κ. Θεαγένους, οἱ Ναυπλιεῖς συναισθανθέντες τὸ ἄτοπον τῆς προτέρας αὐτῶν διαγωγῆς, μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων ἔμελλον νὰ τὸν ὑποδεχθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τοῦ Κ. Θεαγένη τὸν αὐτὸν τρόπον, τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἠκολούθησεν ὁ Κ. Εὐθυμιόπουλος. Ἰδοὺ τί τηλεγραφικῶς μοὶ ἀνήγγειλεν ὁ Κ. Θεαγένης. Ἀνέγνω τὸ τηλεγράφημα καθὼς καὶ ἕτερον πρὸς ἀπάντησιν τῆς ἐρωτήσεως, τίνες οἱ πλησιάσαντες καὶ ζητήσαντες τὴν ἀποπομπήν του. Αὐτὴ, Κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Ναυπλίου.
§162ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀνεφέρατε ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι παρελείψατε κἄτι τι· ποῖοι λόγοι ὑπεχρέωσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν παῦσιν τοῦ πρώτου νομάρχου Ζαφειροπούλου;
§163ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ εἶπεν ἀπ’ ἀρχῆς, καὶ εἶπε καὶ κατ’ αἴτησιν τῶν πληρεξουσίων τοῦ νομοῦ.
§164ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Εἶπα κατ’ αἴτησιν τῶν πληρεξουσίων τοῦ νομοῦ, καὶ δεύτερον κατ’ ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας. Κύριοι, κατὰ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Νομάρχου ἐκεῖθεν συνέβησαν ἀτοπήματα, ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς τὰς πόλεις, ὅταν οἱ ὀχλαγωγοὶ εἶναι κύριοι αὐτῶν. Οἱ ἀγαθοὶ πολῖται, οἱ Ναυπλιεῖς δὲν τολμοῦν νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὰς οἰκίας των· τρόμος κατέλαβεν ὅλους τοὺς πολίτας· δύο ἢ τρεῖς ἐκ τῶν εὐυποληπτοτέρων δικηγόρων, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ὁμιλήσωσι καὶ προτρέψωσι τοὺς ἄλλους νὰ δεχθοῦν τὰς ἀρχὰς, ἐκακοποιήθησαν.
§165Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῖοι εἶναι;
§166ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§167ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶ ἐγώ· ὁ Κ. Παλάδιος, ἄνθρωπος, ὅστις μόλις βγάζει τὸν λόγον ἀπὸ τὸ στόμα του, ὁ Κ. Νικολ. Βασιλείου καὶ ἄλλοι· δὲν ἔχω προχείρους τὰς ἐπιστολάς. Ὁ δὲ Κ. Στεφόπουλος ἀπεκλείσθη τέσσαρας ἡμέρας ἐντὸς τῆς οἰκίας του, καὶ εἶναι ἐντὸς αὐτῆς καὶ μάλιστα τὴν τετάρτην τὴν νύκτα, ὅταν περιεκύκλωσαν τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ὁ ὅστις εἶχε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἔχῃ ἓν χαρτίον, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸ ὄνομά μου, δῆθεν τὴν εἰκόνα μου καὶ νὰ τὴν καύσῃ.
§168ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ὅλα γίνονται, καὶ τὰ ὁποῖα ἀντανακλοῦν κατὰ τῶν φιλησύχων πολιτῶν πιεζομένων, καὶ κατὰ τῆς τάξεως, ἥτις ἦτο εὐκταῖον· νὰ ἐπικρατῇ μᾶλλον ἐκεῖ παρ’ ἀλλαχοῦ τῆς ἐπικρατείας, καὶ κατὰ διαφόρων ἄλλων ἐνηργήθησαν. Οἱ τηλεγραφηταὶ, νέοι ἀθῶοι καὶ καλοανατεθραμμένοι, οἵτινες καμμίαν σχέσιν δὲν εἶχον μὲ τὸν τόπον, συνελήφθησαν, μετεφέρθησαν εἰς τὸ Ἀστυνομικὸν κατάστημα, ἐκακοποιήθησαν καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ φύγωσιν κρύφα ἐκεῖθεν, διότι εἶπεν ὁ Εὐθυμιόπουλος εἰς αὐτοὺς, ὅτι προδίδουν τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν Πατρίδα· ἠναγκάσθησαν λοιπὸν ν’ ἀναχωρήσουν, καὶ ὑπέβαλον τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν σας. Ἀνέγνω αὐτὴν ἔχουσαν οὕτω· Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον. «Διὰ προηγουμένης εἰδοποιήσεως τηλεγραφικῆς, ἀποσταλείσης ἐν συνόψει, εἰδοποίησα ὑμᾶς, ὅτι κακοποιηθεὶς παρὰ τῆς Δημοτικῆς ἀρχῆς Ναυπλίου καὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς, ἀναχωρῶ ἐντεῦθεν μὴ ἔχων ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς μου. Ἤδη δὲ διὰ τῆς παρούσης μου περιγράφω ἅπαντα τὰ διατρέξαντά μοι. Χθὲς περὶ τὴν 10 μ. μ. ὥραν, ἀναχωρήσας ἐκ τῆς Λέσχης καὶ διευθυνόμενος ἄφροντις εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον, ἐν ᾧ κατοικῶ, αἴφνης πέντε ὡπλισμένοι Ἐθνοφύλακες ἐπιπεσόντες κατ’ ἐμοῦ βιαίως μὲ συνέλαβον καὶ ὠθοῦντές με ἀπήγαγον εἰς τὸ Ἀστυνομικὸν Κατάστημα. Μὴν εὑρὼν δ’ ἐκεῖ τὸν Ἀστυνόμον, ἠρώτησα παρὰ τούτων τὴν αἰτίαν τῆς ἀπαγωγῆς μου, οὗτοι δὲ ἀπήντησαν νὰ σιωπήσω ἢ θὰ μὲ σκοτώσουν, ἐλθὼν τότε ὁ Ἀστυνόμος ἐζήτησα τὴν αἰτίαν τῆς συλλήψεώς μου, οὗτος δὲ σιωπῶν εἰς τὰς ἐπανειλημμένας ἐρωτήσεις μου ὑπεχώρησε. Τότε ἐπιπεσόντες ὅλοι ὁμοῦ οἱ πέντε ὡπλισμένοι, καὶ ἄλλοι μὲν ῥαπίζοντες καὶ γρονθοκοποῦντες, ἄλλοι δὲ διὰ ξύλων καὶ τῶν κοντακίων κτυποῦντες με ἐφώναζον. «Κερατάδες! ἤλθατε ἐδῶ νὰ κάμητε τὰ ἰδικά σας, Προδόται! ἐνομίσατε πῶς εἶναι ἐδῶ τὸ Ἄργος.» Καὶ πλεῖστα ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀντελαμβανόμην καλῶς, διότι συνοδευόμενος μετὰ σφοδρῶν κτυπημάτων ἐπὶ τῆς κεφαλῆς κατέστην ἀναίσθητος. Οἱ συλλαβόντες οὗτοι πέντε Ἐθνοφύλακες, ἦσαν, ἀδελφός τις τοῦ Δημάρχου Εὐθυμιοπούλου, Βαλσάμης τις καὶ τρεῖς ἄλλοι, ὧν τὰ ὀνόματα ἀγνοῶ. Δὲν ἠρκέσθησαν δὲ οὗτοι, ἀλλὰ καὶ ἕτεροι ἐπιφανέντες ἐπανελάμβανον τὰ κτυπήματα. Ἀναλαβὼν δὲ ἐκ τῆς ἐπελθούσης μοι ζάλης εὑρέθην μόνος μεταξὺ τριῶν κλητήρων, διότι ὁ ἀστυνόμος εἶχεν ἀναχωρήσει καθ’ ἣν ὥραν μὲ ἐκτύπων, παρακαλέσας δὲ ἕνα τούτων νὰ ζητήσῃ τὸν Δήμαρχον, ἦλθεν οὗτος καὶ μὲ εἶπεν, προσποιούμενος ἄγνοιαν τὰ ἑξῆς· «Ἐπειδὴ δὲ διέβαλον καὶ τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι ἀντιπρπράττεις εἰς τὰ σχέδιά μας καὶ μὲ δολιεύεσαι, καὶ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ κίνημά τι ἐνόμισαν ἐν ἀγνοίᾳ μου, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρχίσουν ἀπὸ τοῦδε καὶ ἀπὸ σέ». Ἐρωτήσας δὲ ἐγὼ ὁποῖον κίνημα, μοὶ εἶπεν· «Θὰ χωρίσωμεν τὴν ἦραν ἀπὸ τὸ σιτάρι»· μὴ θελήσας δὲ νὰ παραπονεθῶ εἰς ἄνθρωπον, ὃν ἔβλεπον ὑπαίτιον, καὶ ἀπολύσας με ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς ἀστυνομίας. Ταὐτοχρόνως δὲ ἐξύβρισαν ἐν τῇ πλατείᾳ δικηγόρον τινὰ ὀνόματι Παλάδιον, ἤθελον δὲ συμβῇ καὶ ἄλλα δυστυχήματα ἐν τῇ πόλει, πλὴν ἀνεχαιτίσθησαν, διότι ἀποκρουσθείσης ὡς πληροφοροῦμαι τῆς ἐν Ἄργει προπαρασκευαζομένης διαδηλώσεως, ὑπὸ τῶν κατοίκων, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀποπομπῆς τοῦ Νομάρχου κατὰ τὴν αὐτὴν νύκτα, ἀνεβλήθησαν καὶ ἐν Ναυπλίῳ, ὡς ἐξάγεται τοῦτο ἐκ τῶν λεχθέντων μοι παρὰ τοῦ ἐνταῦθα Νομάρχου. Οἱ λόγοι οὗτοι τοῦ Δημάρχου, ἡ ἐν ἀστυνομικῷ καταστήματι καὶ ἐνώπιον ἀστυνόμου καὶ κλητήρων ἀδιαφορούντων γινομένη ἀποτρόπαιος κατὰ δημοσίου ὑπαλλήλου πρᾶξις, ἡ λεγομένη ἐπανάληψις, ἀναχαιτισθέντος κινήματος, καὶ τέλος ἡ μὴ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς τῶν τηλεγραφητῶν, διότι καὶ ὁ βοηθὸς τοῦ τηλεγραφείου ἤθελε πάθει τ’ αὐτὰ, ἐὰν εὐτυχῶς δὲν εἰσήρχετο λεπτὰ τινὰ πρὸ ἐμοῦ εἰς τὸ τηλεγραφεῖον μᾶς ἠνάγκασαν, κλείσαντες τὸ γραφεῖον καὶ ἀνεχωρήσαμεν ἐντεῦθεν, πέμψαντες πρὸς τὸν ἐν Ἄργει Νομάρχην δι’ ἀναφορᾶς, ἐκθετούσης τὰ διατρέχοντα τὴν κλεῖδα τοῦ γραφείου· θὰ ἐπιβιβασθῶμεν δὲ κρυφίως καὶ ὑπὸ συνοδίαν στρατιωτικοῦ τινὸς φίλου μας, διότι φοβούμεθα μήπως ἐννοηθέντες συμβῇ ἕτερον ὅμοιον δυσάρεστον. «Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Σεβαστὴ Κυβέρνησις θέλει δικαιώσει τὴν πρᾶξίν μας ταύτην, ὑπαγορευθεῖσαν ὑπὸ ἰσχυροτάτων λόγων, καὶ τέλος ὑπὸ τῆς ἀσφαλείας αὐτῆς τῆς ζωῆς μας. Εὐπειθέστατος.
Ὁ προϊστάμενος τοῦ Τηλ. Ναυπλίας
Δ. ΠΡΙΝΤΕΖΗΣ».
§169ΤΙΝΕΣ. Τὰ ὀνόματά των;
§170ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡ. Πρίντεζης καὶ ὁ γραμματεύς του. Ἀφοῦ λοιπὸν ἠκούσατε ὅλα αὐτὰ, σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε εἰλικρινῶς ἐν τῇ συνειδήσει ἐκείνῃ, ἥτις πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ τὸν δημόσιον ἄνδρα, ἐπολιτεύθημεν φρονίμως ἢ ὄχι εἰς τὸ ζήτημα αὐτό;
§171ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§172ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡ. Καὶ ἐντὸς τοῦ Νόμου ἢ ὄχι;
§173ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§174ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡ. Ἐπράξαμεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ πᾶς τις, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Συνέλευσις ἤθελεν ἐμπιστευθῆ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν;
§175ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐδέσατε τοὺς ταραξίας τίποτε δὲν ἐπράξατε.
§176ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡ. Κύριοι, ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἐνεργήσαμεν ὅ,τι τὸ καθῆκόν μας μᾶς ὑπηγόρευεν, καὶ ὅ,τι καθεὶς τῶν Κυρίων πληρεξουσίων ἤθελε πράξει, διότι εἰς οὐδένα ἡμεῖς τολμῶμεν ν’ ἀρνηθῶμεν πατριωτισμὸν, ὅστις στολίζει, εἶμαι βέβαιος, τὰ στήθη ὅλων τῶν πληρεξουσίων· ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, ἐὰν ἦτο εἰς τὴν θέσιν μας, ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν αὐτὴν πορείαν, ἣν καὶ ἡμεῖς. Δὲν εἶνε λοιπὸν, Κύριοι, ὡς εἶπε τις τῶν προλαλησάντων, ἡ τάσις πρὸς τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ ἡ ἄφρων τάσις πρὸς τὸ αὐτοδικεῖσθαι, ἥτις ἐπήνεγκε τὴν κατάστασιν τὴν δυστυχῆ, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον τὸ Ναύπλιον. Ἐὰν Κύριοι, ἀγαπᾶτε τὴν Πατρίδα, καὶ ἐὰν περὶ πολλοῦ ποιεῖσθε τοῦ Νόμου καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἐπικρατείας, σας παρακαλῶ νὰ ἐπιληφθῆτε αὐτοῦ τοῦ σπουδαίου ἀντικειμένου, νὰ κάμητε μίαν ἀπόφασιν ἀξιοπρεπῆ διὰ νὰ ἐννοήσουν ἁπανταχοῦ, ὅτι αἱ ἰδέαι τῆς αὐτοδιοικήσεώς μου κτηρίζονται καὶ ἀποκρούονται ἀπὸ τὸ Συνέδριον τοῦτο. Σᾶς παρακαλῶ, εἴτε εἰς ἡμᾶς ἀφήσητε τὴν ἐξουσίαν εἴτε εἰς ἄλλους τὴν ἀναθέσετε, τὸ γεγονὸς αὐτὸ νὰ τὸ λάβητε ὑπὸ σπουδαίαν καὶ σύντονον σκέψιν. Τὰ πολιτικὰ νοσήματα εἶναι δυστυχῶς κολλητικὰ, καὶ τὰ γενόμενον εἰς Ναύπλιον δύνανται ἄφρονες καὶ ἄλλας ἐπαρχίας νὰ ὠθήσωσιν εἰς ἀπομίμησιν. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ἐνταῦθα, ὅτι στρατιωτικοί τινες ἐν Ναυπλίῳ δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των πρὸς τὴν Πατρίδα ἀκριβῶς, καὶ ἀπὸ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλω εἰς τὰς ὄψεις σας, βεβαιοῦσθε ὅτι ἀνθυπολοχαγός τις, Βάσσος καλούμενος, ἐξῆλθε καὶ παροτρύνει καὶ τοὺς Ἀργείους διὰ νὰ συμμερισθοῦν τὸ κίνημα τῶν Ναυπλιέων. Δὲν εἶνε ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος συγγενὴς τοῦ πληρεξουσίου Κυρίου Βάσσου. Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι τοιαύτη διαγωγὴ εἰς ἄλλας περιστάσεις κατὰ Κυβερνήσεως καθ’ ἧς τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον ἕτοιμον ἦτο νὰ ἐξεγερθῇ, ἐδύνατο νὰ ἦνε μὴ αἰτιατέα. Ἀλλ’ ὅταν ἡ κυριαρχία τοῦ Ἔθνους εὑρίσκεται ἐνταῦθα, ὅταν πᾶς τις εἴτε ἰδιώτης εἴτε στρατιωτικὸς ἔχων ἀφορμὰς παραπόνου δύναται νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦτο τὴν θεραπείαν τῶν παραπόνων του, νὰ παρουσιάζηται τοιαύτη κατάστασις, νὰ φέρωνται οὕτω πως ἀπρεπῶς καὶ παρατόλμως πρὸς τὴν Κυβέρνησίν σας, νὰ τίθενται, ἐνεργείᾳ ὀλίγων ὀχλαγωγῶν, πόλεις εἰς κατάστασιν στάσεως, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀνεχθῆτε, ἐὰν τῳόντι ἐπιθυμῆτε νὰ παραδώσωμεν τὴν Πατρίδα ἄσπιλον καὶ ἀμόλυντον εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ νὰ μὴ γεννήσωμεν δυστυχεῖς περιπλοκάς. Εἶναι, Κύριοι, πρό πάντων ἀνάγκη, ἂν δὲν θελήσητε νὰ ἔλθητε εἰς μίαν ἄλλην ἀπόφασιν περὶ ὅλου τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον οὐδόλως διαφέρεται περὶ τῆς ἐξουσίας, νὰ φροντίσητε περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι, καθὼς εἶπε ποτὲ ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς, μὲ χαρτιὰ δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ Κυβερνήσῃ. Ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀπὸ πᾶσαν Ἐπαρχίαν ζητεῖται βοήθεια στρατιωτική· ἔχομεν ἀνάγκην νὰ θέσωμεν ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης τὸν στρατὸν ἐδῶ αὐτὸν, ὅστις τίποτε δὲν κάμνει ἐνταῦθα· εἶναι ἀνάγκη νὰ λύσητε ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, καὶ εἰ δυνατὸν ἀπόψε. Ἐνεργήσατε ὅ,τι θέλετε ἐν τῷ πατριωτισμῷ σας, ἐν τῇ συνέσει σας· ἀποφασίσατε περὶ συντηρήσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· ἀποφασίσατε περὶ ἀντικαταστάσεώς της, μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Πιστεύσατε ὅτι, ἐὰν ἀποφασίσητε τὴν ἀντικατάστασίν μας, θὰ εἴμεθα πρῶτοι ἡμεῖς σύμφωνοι, ἐγὼ πρῶτος θὰ λάβω τὸ ψηφοδέλτιόν σας, ὁποιονδήποτε καὶ ἂν ἦναι, διὰ νὰ τὸ ῥίψω εἰς τὴν κάλπην· ἀλλὰ μὴ καταργήσητε πρὶν ἢ συνεννοηθῆτε καὶ ὁρίσητε ἄλλα Ὑπουργεῖον, μὴ ἀκολουθήσητε τὴν πλημμελῆ πορείαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσατε μέχρι τοῦδε, ἐγκαταλείψαντες τὸ Κράτος ἀδιοίκητον, καὶ κατόπιν φροντίζοντες περὶ ἀντικαταστάσεως. Αὐτὸς ὁ τρόπος δὲν ἀνυψοῖ τὴν θέσιν τοῦ Σώματος, οὔτε εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, οὔτε εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἔχομεν ἀνάγκην πρὸ παντὸς Κυβερνήσεως, καὶ ὅσον ἔνεστιν ἰσχυροτέρας, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ χορηγῆτε εἰς τὴν Κυβέρνησίν σας πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ προστασίαν σας· ἄλλως μία Κυβέρνησις, τῆς συνδρομῆς ὑμῶν στερουμένη ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι ὅλως ἀνίσχυρος.
§177ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐρωτῶ, ἐὰν ἔχητε κανὲν μέτρον νὰ μᾶς προτείνητε.
§178ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Θεοχάρη, νὰ σοὶ εἴπω ἐγὼ ἕνα μέσον· νὰ μὴ κάμνωμεν ἐπερωτήσεις περὶ ὄνου σκιᾶς, αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον μέσον.
§179ΥΠΟΥΡΓ. ΕΣΩΤ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ πάλη τοῦ παρόντος πρὸς τὸ παρελθὸν, εἶναι ἡ πάλη τῆς ἀταξίας κατὰ τῆς τάξεως εἰς τὸ Ναύπλιον· καὶ σεῖς ἔχετε ἐντολὴν, ἔχετε συμφέρον, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ἀποκαταστήσητε τὴν τάξιν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον καὶ ἁπανταχοῦ ὁπουδήποτε κλονισθῇ. Ὁ Κύριος Νομάρχης τὰς πρώτας ἡμέρας εὐηλπίζετο, ὅτι διὰ τῶν ἠπίων μέσων ἤθελον ἀποσυρθῆ οἱ ταραξίαι, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν αἱ ἐλπίδες ἐματαιοῦντο· καὶ ἠξεύρετε διὰ τί ἐματαιοῦντο; Διότι ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ μένει ἀδιάφορος· καὶ ἠξεύρετε διὰ τί μένει ἀδιάφορος; Διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρέλειψε νὰ διατάξῃ τὸν Φρούραρχον καὶ τὸν Μοίραρχον ἐκεῖ νὰ ὑπακούσουν εἰς τὸν Νομάρχην. Ἐὰν διαταγαὶ παρόμοιαι μὲ τὰς διαταγὰς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδίδοντο καὶ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ τὸ Ναύπλιον ἤθελεν ἐπανέλθει εἰς τὴν τάξιν· διότι εἰς τὸ Ναύπλιον οἱ ἀγαπῶντες τὴν ἀταξίαν εἶναι ὀλίγιστοι. Ταῦτα, Κύριοι, ὅσα εἶπον περὶ Ναυπλίου, εἶναι, μὲ φαίνεται, καθαρὰ, καὶ πώποτε ἀπηντήσατε πλημμέλειαν τινὰ ὡς πρὸς τὴν ὑπουργικὴν διαγωγήν μας, καὶ ταῦτα σᾶς ἐβεβαίωσαν, ὅτι οἱ λαλήσαντες καθ’ ἡμῶν συκοφαντίας καθ’ ἡμῶν ἐξετόξευσαν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπροτάθη σήμερον ὡς αἰτίασις κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ παῦσις Δημάρχων. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωσαν εἰς τὴν Συνέλευσιν, εἶναι ἐσφαλμέναι· ἡμεῖς δὲν προέβημεν, εἰμὴ εἰς τὴν παῦσιν ἐκείνων τῶν Δημάρχων, τοὺς ὁποίους εἶχε καταλύσει ὁ λαὸς, καὶ ἐκείνων τῶν Δημάρχων, κατὰ τῶν ὁποίων αἱ ἀρχαὶ, αἱ Διοικητικαὶ, μᾶς εἶχον ἐπανειλημμένως ἀναφέρει. Τίποτε παρὰ τὸν Νόμον καὶ αὐθαιρέτως δὲν ἐπράξαμεν· καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ ἐζητήσαμεν πάντοτε τὴν γνώμην τῶν Κυρίων Πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν τὰς Ἐπαρχίας των. Ἔγεινε λόγος, Κύριοι, περὶ τῶν Δημάρχων Κονιστρίων καὶ Κοττιλέων. Ἰδοὺ τὰ ἔγγραφα· θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ λαὸς κατέλυσεν αὐτοὺς, καὶ καταλελυμένοι ὑπὸ τοῦ λαοῦ δὲν ἠδύναντο νὰ μείνωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Ἔγεινε λόγος περὶ τοῦ Δημάρχου Ἀπεραντίων. Κύριοι, ὅλοι οἱ περὶ τούτου λόγοι ἦσαν ἀντικείμενοι εἰς τὴν ἀλήθειαν, τὰ πράγματα ὁμιλοῦσιν ἀντ’ ἐμοῦ. Ὁ Κ. Κ. Πετσάλης διακόπτει τὸν ἀγορεύοντα.
§180ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε (θόρυβος).
§181ΥΠΟΥΡΓ. ΕΣΩΤ. Περὶ τοῦ Δημάρχου τῶν Κοττιλαίων ὅστις τῶν Κ. Κ. πληρεξουσίων θέλει, δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ τιθέμενα ἐπὶ τῆς τραπέζης ἔγγραφα, καὶ θέλει ἰδεῖ, ὅτι ὑπάρχει καὶ πρότασις ῥητὴ τοῦ Νομάρχου κατὰ τοῦ Δημάρχου ἐκείνου.
§182ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Τοῦ Κ. Πετσάλη.
§183ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ὄχι τοῦ Κ. Πετσάλη, τοῦ γραμματέως του.
§184Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πότε ἔγεινεν αὐτή;
§185ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Εἰς τὰς 22 Ἰανουαρίου.
§186ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Τότε ποῦ ἦτον Νομάρχης ὁ Πετσάλης. (γέλως)
§187ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ὁ Δήμαρχος Ἀπεραντίων, περὶ τοῦ ὁποίου ἔγεινεν λόγος, κατελύθη ἐπίσης τὴν 10 8βρίου. Καὶ περὶ οἱουδήποτε Δημάρχου ἀπολυθέντος, ζητήσατέ μοι τὰ ἔγγραφα, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ τὰ ὑποβάλλω.
§188ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπητε, δυνάμει τίνος Νόμου, καὶ ἕνεκα τίνος λόγου τὸν Δήμαρχον Τροιζῆνος τὸν ἐπαύσατε.
§189ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ὁ Ἔπαρχος Ὕδρας καὶ ὁ Νομάρχης Ναυπλίας, ὄχι ἅπαξ, ἀλλ’ ἐπανειλημμένως ἀνέφερον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ Δήμαρχος αὐτὸς διὰ τὸ βαθύ του γῆρας, διὰ τὴν ἀγραμματοσύνην του, διὰ τὴν μεγάλην αὑτοῦ ἀνικανότητα δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἀπηλλάξαμεν καὶ ἐδιορίσαμεν ἄλλον. Καταλήγω λοιπὸν, Κύριοι, τὸν λόγον μου, καὶ πιστεύω, ὅτι διὰ τῶν ἐγγράφων καὶ πραγμάτων σᾶς ἀπεδείξαμεν, ὅτι καὶ σχετικῶς πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα καὶ πρὸς τὰ ἐσωτερικὰ, ἀντὶ μομφῆς, ἀντὶ λοιδοριῶν καὶ συκοφαντιῶν εἴμεθα ἄξιοι τῆς πλήρους καὶ ἐντελοῦς ὑμῶν ἐπιδοκιμασίας. Μὴ πιστεύσητε, Κύριοι, ὅτι κρατοῦμεν μετὰ πολλῆς ἐπιθυμίας τὸ χαρτοφυλάκιον τὸ ὑπουργικὸν, διὰ τὸ ὁποῖον τινὲς ἐκίνησαν ὅλον αὐτὸν τὸν ἀνάγυρον. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ σᾶς παραδώσωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἣν μᾶς ἐνεπιστεύθητε, καὶ τὴν ἀπαλλαγήν μας δὲν θέλομεν θεωρήσει ὡς ζημίαν ἀτομικὴν, ἀλλ’ ὡς εὐεργεσίαν. Ἀνεδέχθημεν, χωρὶς νὰ παρακαλέσωμεν, τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἐπράξαμεν ὅ,τι ἠδυνήθημεν καλὸν καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ σᾶς παραδώσωμεν τὴν ἐμπιστευθεῖσαν ἡμῖν ἐξουσίαν. Μίαν μόνην παράκλησιν σᾶς ἀπευθύνομεν εὐσεβάστως· ἀντικαταστήσατέ μας ὅταν θέλητε, καὶ τοῦτο ἐν τῷ δικαιώματί σας, ἀλλὰ μὴ ἐπιτρέπετε νὰ μᾶς συκοφαντῶσιν.
§190ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον.
§192ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα!
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 4 καὶ 25!
Ὁ Πρόεδρος
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ.
Οἱ Γραμματεῖς Α. Σωμάκης