1863.06.13
272 rows · 2,083 words · 26 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΚΒʹ.
(Ἔκτακτος).
Τῆς 13 Ἰουνίου 1863.
(Πέμπτη).
Ὥρα 10 Π. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Ἔρχομαι νὰ καταδείξω μεγάλην τινὰ παραβίασιν τοῦ κανονισμοῦ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν ἡμῶν, ἐν ἄρθρῳ ἐννάτῳ, ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, τὸ δὲ τέλος αὐτῆς τῇ συναινέσει τῆς Συνελεύσεως· ἄρα ὁ Κύριος Πρόεδρος δὲν εἶναι ἁρμόδιος ἵνα διαλύῃ τὴν συνεδρίασιν. Πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος Πρόεδρος, καταθορυβηθεὶς ὑπὸ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ Συνέλευσις ἕνεκα τῆς ἀπερισκέπτου καὶ ἀντικοινοβουλευτικῆς ῥήσεως τῆς κατὰ τοῦ ἀγορεύοντος Κυρίου Κωνσταντίνου Πετζάλη ἐξακοντισθείσης ὑπὸ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ μελετήσῃ τὸν κανονισμὸν πρίν ἢ πράξῃ τι. Ὡς Πληρεξούσιος ὅμως ἐγὼ ὀφείλω νὰ καταδείξω τοῦτο, ὥστε γενομένου τούτου γνωστοῦ, νὰ μὴ ὑποπέσῃ εἴτε ὁ παρὼν Πρόεδρος, εἴτε ἄλλος τις, εἰς τὸ αὐτὸ, σφάλμα, ἂν αὖθις δυστυχῶς ὅμοιός τις ἐκείνῳ συμβῇ θόρυβος.
§2ΣΧΙΝΑΣ. Ὅταν εἶναι ἀταξία ἔχει τὸ δικαίωμα.
§3ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τώρα θὰ ἔλθω καὶ εἰς τοῦτο τὸ ὁποῖον μοὶ λέγει ὁ Κύριος Σχινᾶς, ὅταν ἦναι ἀταξία. (θόρυβος).
§4ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεμία ἄλλη συζήτησις δύναται νὰ λάβῃ χώραν εἰμὴ ἀνάγνωσις τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως.
§5ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Σπουδαιότερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει ἄλλο παρὰ ἡ τήρησις τοῦ κανονισμοῦ τῆς Συνελεύσεως, ὅστις εἶναι τὸ σύνταγμά της. Ἔρχομαι τώρα ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Κύριος Πρόεδρος, τὸ τῆς διακοπῆς. Ἄρθρον 25ον. «Ἂν ἡ Συνέλευσις καταστῇ θορυβώδης, ὁ δὲ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν, ἢ νὰ καταπαύσῃ τὸν θόρυβον διὰ τῆς κρούσεως τοῦ κώδωνος, ἀνίσταται ἀπὸ τῆς ἕδρας αὑτοῦ, προειδοποιῶν οὕτω τὸ σῶμα, ὅτι θέλει διακόψει τὴν συνεδρίασιν. Ἐὰν καὶ διὰ τούτου δὲν ἐπανέλθῃ ἡ τάξις, διακόπτει τὴν συνεδρίασιν ἐφ’ ὡρισμένην ὥραν, διαρκούσης τῆς ὁποίας οἱ Πληρεξούσιοι ἐξέρχονται τῆς αἰθούσης.» Πρῶτον λοιπὸν γίνεται ἡ κροῦσις τοῦ κώδωνος, ἂν δ’ ἡ Συνέλευσις δὲν ἡσυχάσῃ, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ θορυβῇ, προβαίνει ὁ Κύριος Πρόεδρος ἀπειλῶν· ἂν δὲ καὶ πάλιν δὲν ἐπανέλθῃ ἡ τάξις διακόπτει τὴν συνεδρίασιν ἐφ’ ὡρισμένην ὥραν· ἰδοὺ τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου· διαρκούσης τῆς διακοπῆς οἱ Κύριοι Πληρεξούσιοι ἐξέρχονται τῆς αἰθούσης. «Μετὰ τὴν παρέλευσιν δὲ τῆς προσδιορισθείσης ὥρας ὁ Πρόεδρος συγκαλεῖ αὖθις αὐτοὺς εἰς συνεδρίασιν.» Σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι ἐν οὐδενὶ ἄρθρῳ θέλετε εὕρει, ὅτι ὁ Κύριος Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν συνεδρίασιν, ὅταν κατασταθῇ θορυβώδης, καὶ ὅσον ἂν ἐξακολουθῇ θορυβοῦσα· ἔπρεπε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Συνέλευσιν, καὶ ἡ Συνέλευσις μόνη ἠδύνατο ν’ ἀποφασίσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Συνεδριάσεως. Χθὲς ὅτε ὅλη ἡ Συνέλευσις περιέμενεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Συνεδρίασις ὁ Κύριος Πρόεδρος ἠρνήθη ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἕδραν του. Ἐννοῶ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου, ὅτι εὑρέθη τεθορυβημένος, δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω οὐδεμίαν κατηγορίαν εἰς αὐτόν· λέγω ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξασκῇ τοιοῦτον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ κανονισμῷ· διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι περιορίζομαι ν’ ἀναφέρω τὴν πρᾶξιν ταύτην μόνον καὶ μόνον πρὸς ἐπανόρθωσιν καὶ ἀποφυγὴν πάσης ὁμοίας παραβιάσεως τοῦ κανονισμοῦ, ὃν πάντες ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα, καὶ πρὸ πάντων ὁ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἐντεταλμένος Κύριος Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως. Καταβαίνει τῆς ἕδρας του ὁ Πρόεδρος Κ. Διομήδης Κυριακοῦ, καὶ ἀναβαίνει ὁ Κ. Μεσσηνέζης.
§6ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Εὐχαριστῶ τὸν προλαλήσαντα, εἰπόντα ἐπὶ τέλους ὅτι δὲν κατηγορεῖ τὸν Πρόεδρον, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ τεθῶ εἰς θέσιν ὑποδίκου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται χάρις. Νομίζω ὅτι ἐπροσπάθησα νὰ ἐκτελέσω τὸ χρέος μου πάντοτε, καὶ ποτὲ δὲν ἐπεζήτησα θέσεις καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης σᾶς λέγω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ μείνω Πρόεδρος· διὰ τὰς 5 ἢ 6 αὐτὰς ἡμέρας, αἵτινες ὑπολείπονται τῆς μηνιαίας προεδρείας μου, ἐὰν παραδεχθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σαριπόλου. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ἐνήργησα ἐντὸς τοῦ καθήκοντός μου. Εἰς θορυβώδη συνεδρίασιν ὁποία ἦτο ἡ χθεσινὴ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἠδύνατο νὰ συναισθανθῇ τὴν ἀσχημίαν ἣν ἐπαρουσίαζεν ἡ Συνέλευσις. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤμην εἰς θέσιν ὡς Πρόεδρος νὰ ἐννοήσω ἔτι περισσότερον τὴν ἀσχημίαν ταύτην καὶ εἰς ἐμὲ ἦτον ἐπιβεβλημένον παρὰ τοῦ Νόμου νὰ λάβω πρόνοιαν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πλήρους θορύβου πρὸς κατάπαυσιν τοῦ κακοῦ. Ἐγὼ ἔπρεπε νὰ προσέξω καὶ σκεφθῶ διὰ τίνος μέσου νὰ προληφθοῦν ἴσως μεγαλύτερα κακά. Τὸ δικαίωμα νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν τὸ εἶχον ἐκ τοῦ κανονισμοῦ, καὶ ὁμολογῶ μὲν ὅτι κατὰ κανόνα δὲν ἠδυνάμην ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ διαλύσω αὐτήν, ἀλλ’ ἀφ’ οὗ διέκοψα τὴν συνεδρίασιν οἱ κύριοι Πληρεξούσιοι, ἀντὶ ν’ ἀποσυρθῶσι κατὰ τὸν κανονισμὸν ἐκ τῆς αἰθούσης, ἐξηκολούθουν μένοντες ἐν αὐτῇ, ἡ δὲ ἔξαψις διήρκει καὶ ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ αὐξήσῃ ἔτι μᾶλλον· τότε δὲ καταθλιβόμενος ἀπέναντι τοιούτου θεάματος καὶ ἐπειδὴ μάλιστα τὰ θεωρεῖα τῶν ἀκροατῶν ἦσαν ἀνοικτὰ, ἐθεώρησα καθῆκον χάριν τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας νὰ διατάξω ὑπὸ τὴν εὐθύνην μου τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως, μὴ ἀληθῶς καὶ νομίμως ὑφισταμένης, διότι ἡ σωρεία τῶν Πληρεξουσίων ἐν τῇ αἰθούσῃ δὲν ἀπετέλει τότε συνεδρίασιν, οὐδ’ ἠδυνάμην νὰ τοὺς συμβουλευθῶ περὶ διαλύσεως. Αὕτη τοὐλάχιστον ἦτον ἡ ἰδέα, ἐξ ἧς ὡρμήθην εἰς τὴν ἐκφώνησιν τῆς φράσεως «διαλύω τὴν συνεδρίασιν.»
§7ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ Κ. Προέδρου λέγω ὅτι θεωρῶ τετελεσμένον καὶ λελυμένον τὸ ζήτημα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, Κ. Σαρίπολε, σεβασθῆτε τὸν Νόμον, σεβασθῆτε τὴν Ἑλλάδα. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Ὅσοι ἐπιδοκιμάζουσι τὴν διαγωγὴν τοῦ Προέδρου νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Συνέλευσις ἐπιδοκιμάζει τὴν διαγωγὴν τοῦ Προέδρου Κ. Διομήδους Κυριακοῦ. Ὁ Κ. Κανάρης ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν πράγματα ἀφορῶντα τὴν ἀποστολὴν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ Πρόεδρος Κ. Διομ. Κυριακοῦ ἀναβαίνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου.
§11ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΝΑΡΗΣ. (σιγὴ βαθεῖα). Κύριοι Πληρεξούσιοι! ἐξετελέσαμεν αἰσίως τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐνεπιστεύθη ἡ Συνέλευσις, ἐξετελέσαμεν κατὰ γράμμα τὰς παραγγελίας σας χωρὶς νὰ παρεκκλίνωμεν εἰς τὸ παραμικρόν. Πάντοτε εἰς τὰς σκέψεις μας ἐτείναμεν νὰ λαμβάνωμεν ὁδηγίας ἀπὸ τὸ σεβαστὸν τοῦτο Σῶμα, καὶ οὕτως ἐπεραιώθη καλῶς ἡ ἐντολή μας. Ἡ ἐνέργεια τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἦτον ἁρμονική· ἐφερόμεθα ὡς ἀδελφοί. Ὅταν ἠθέλαμεν νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸς σεβαστὰ πρόσωπα, παρευρισκόμεθα καὶ οἱ τρεῖς· τέλος πάντων ἡ ὁλομέλεια τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο καθ’ ὅλα εἰς σύμπνοιαν, καὶ αἱ διαθέσεις αὐτῆς πατριωτικαὶ καὶ σύμφωνοι μὲ τὰς διαθέσεις τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον τὴν ἀπέστειλε, καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπήγαμεν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον· μὲ ἀπορίαν μας εἴδαμεν, ὅτι δὲν ἦτον τὰ πράγματα ἀκόμη ἕτοιμα. Τῳόντι ἐλυπήθημεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ Βασιλεὺς τῆς Δανίας μὲ ὅλην τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, ἀλλὰ δὲν ἔμειναν χάριτι θείᾳ τὰ πράγματα εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Ὁ Βασιλεὺς εὐθὺς διέταξε νὰ μᾶς περιποιηθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν καλῶς. Εἴδαμεν, Κύριοι, ἐκεῖ δείγματα μεγάλης εὐνοίας. Νομίζω περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω πολλά· ηὕραμεν καρδίαν ἑλληνικὴν καὶ σχεδὸν μέσα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἐναρέτου αὐτοῦ Βασιλέως καὶ τῆς οἰκογενείας του ὅλης τὰς πλέον ὑψηλὰς ἀρετάς. Εἰς ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὸν ἄνδρα, ὅστις διευθύνει αὐτὸ, ηὕραμεν μεγάλας ἀρετὰς καὶ μεγάλας ἐνεργείας ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἡ καρδία πάντων ἐκεῖ, τοῦ Βασιλέως, τῆς μητρός του, ὡς ἐκ συνθήματος ὅλαι ἦσαν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Πρὸς τούτοις δὲ δὲν ἔχομεν παραδείγματα μεγαλείτερα τοῦ φιλελληνισμοῦ τοῦ λαοῦ ἐκείνου τοῦ τόπου. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε περὶ αὐτοῦ τοῦ ἐναρέτου Βασιλέως, τὰ ἔργα του θὰ τὰ ἴδωμεν ἐμπράκτως, ἔχετε ὑπομονήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπίκραινεν ἡμᾶς ἐκεῖ, ἦτον, ὅταν ἠκούαμέν τι δυσάρεστον. Δὲν ζητοῦμεν παρὰ εἰλικρίνειαν ἀπὸ ὑμᾶς· ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέρμα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ πολιτευθῶμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἁρμονικῶς, διὰ νὰ μὴ δώσωμεν λαβὴν εἰς τὸν ἔξω κόσμον νὰ μᾶς κατηγορήσῃ. Σήμερον ἐτελείωσεν ἡ ἐντολὴ τῆς Ἐπιτροπῆς σας. Ἔχομεν ἐδῶ τὴν προκήρυξιν τοῦ νέου Ἡγεμόνος, εἰς τὴν ὁποίαν θέλετε ἰδεῖ αἰσθήματα ἀληθῶς πατριωτικὰ (ζητωκραυγαὶ ἐνθουσιώδεις). Ὁ Κύριος Ζαΐμης ἀνέγνω ἐνταῦθα τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Κύριοι! Ὑπακούων εἰς τῆς καρδίας Μου τὴν ζωηρὰν ἐπιθυμίαν, ἐνόμισα προσῆκον νὰ συνοδεύσω διὰ προσωπικοῦ μαρτυρίου τῶν ἐμῶν αἰσθημάτων τὸ διάγγελμα, δι’ οὗ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῆς Δανίας ἀποδέχεται ἐν ὀνόματί Μου τὸ στέμμα, ὅπερ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος μοὶ προσήνεγκε. Θέλω μεταβῆ εἰς τὴν νέαν Πατρίδα Μου μετ’ ἀγαλλιάσεως, ἵνα ἀποδείξω ὑμῖν, ὅτι ἀπὸ τοῦδε μόνον καθῆκον ἀναγνωρίζω τὸ νὰ ζήσω καὶ ἀποθάνω ὡς ἀγαθὸς Ἕλλην ὑπὲρ τῆς εὐημερίας καὶ ἀνεξαρτησίας τῆς πατρίδος. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς ὑμετέρας συνδρομῆς, διὰ τῆς φιλίας τῶν Δυνάμεων, πρὸ πάντων δὲ καὶ ἰδίως διὰ τῆς βοηθείας τοῦ Θεοῦ, τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος, ἅτινα ἔσονται ἀεὶ καὶ παντοῦ ἡμέτερα, θέλουσιν εὐοδωθῆ πρὸς ὠφέλειαν αὐτῆς. Νομίζομαι εὐτυχὴς καὶ ὑπερήφανος, Κύριοι, δυνάμενος νὰ χαιρετήσω ὑμᾶς διὰ τῆς φωνῆς τῶν ἀγαθῶν καὶ χρηστῶν πατριωτῶν, οἵτινες κληθέντες ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης ὑμῶν, ἦλθον ἐνταῦθα μακρὰν τῆς πατρίδος διὰ νὰ Μὲ χαιρετήσωσι πρῶτοι ὡς τὸν ὑμέτερον Βασιλέα. Οὗτοι θέλουσι διαβεβαιώσει ὑμᾶς, ὅτι θέλετε μὲ εὕρει ἔμπλεων συμπαθείας διὰ τὴν νέαν Πατρίδα Μου, καὶ ὅτι ἐνθέρμως ἐπιθυμῶ νὰ μεταβῶ τάχιστα ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν. Δέχθητέ Με, Κύριοι, μετὰ τῆς ἐμπιστοσύνης ἐκείνης, ἥτις κυριεύει τὴν καρδίαν Μου ὑπὲρ ὑμῶν, καὶ διδάξατέ Με νὰ ἐργασθῶ μεθ’ ὑμῶν ὑπὲρ τῆς εὐτυχίας τῆς ὡραίας Πατρίδος Μου, τὴν ὁποίαν εἴθε νὰ προστατεύῃ ὁ Παντοδύναμος! Ἐν Κοπενάγῃ, τῇ 11 Ἰουνίου 1863.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ.
(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἐπευφημίαι καὶ σφοδραὶ χειροκροτήσεις καὶ ζητωκραυγαὶ ἠγέρθησαν ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ ἀκροατηρίου· ζήτω ὁ Βασιλεύς! ζήτω ἡ Ἐπιτροπή)!
§12ΖΑΪΜΗΣ. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ὑπάρχει τὸ διάγγελμα διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῆς Δανίας ἀποδέχεται ἐν ὀνόματι τοῦ ἡμετέρου Βασιλέως τὸ στέμμα τῆς Ἑλλάδος. Τὸ διάγγελμα τοῦτο διευθύνεται παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν ἡμέτερον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν (ἀναγινώσκεται).
ΗΜΕΙΣ ΦΡΕΔΕΡΙΚΟΣ Ζʹ.
Ἐλέῳ Θεοῦ Βασιλεὺς τῆς Δανιμαρκίας, τῶν Βανδάλων καὶ τῶν Γότθων, Δοὺξ τοῦ Σλέσβιχ, Ὁλστέϊν, Στόρμαρν, τῶν Διθμάνων, τοῦ Λαουενβούργου καὶ τοῦ Ὀλδεμβούργου. Δηλοποιοῦμεν. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ψήφισμα τῆς Ἐθνικῆς τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως τῆς 18/30 Μαρτίου τρέχοντος ἔτους, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Αὐτοῦ Βασιλικὴ Ὑψηλότης ὁ Πρίγκηψ Χριστιανός, Γουλιέλμος, Φερδινάνδος, Ἀδόλφος, Γεώργιος, δευτερότοκος Υἱὸς τῆς Αὐτοῦ Βασιλικῆς Ὑψηλότητος τοῦ Πρίγκηπος Χριστιανοῦ τῆς Δανιμαρκίας, ἐξελέχθη καὶ ἀνεκηρύχθη Συνταγματικὸς Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, καὶ τὸ ὁποῖον ψήφισμα ἐνεχειρίσθη Ἡμῖν δι’ Ἐπιτροπῆς, ἀποσταλείσης εἰς Κοπενάγην ὑπὸ τῆς εἰρημένης Συνελεύσεως. Καὶ θεωροῦντες ὅτι αἱ Αὐλαὶ τῆς Γαλλίας, τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ τῆς Ῥωσσίας, ὡς προστάτιδες Δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος, συγκατετέθησαν εἰς τὴν ἐκλογὴν ταύτην διὰ τῶν ἀντιπροσώπων Αὑτῶν, συνηγμένων εἰς Σύνοδον ἐν Λονδίνῳ. Ἐδέχθημεν καὶ δεχόμεθα διὰ τῶν παρόντων ἐγγράφων, ἐν ὀνόματι τῆς Αὐτοῦ Βασιλικῆς Ὑψηλότητος τοῦ Πρίγκηπος Χριστιανοῦ, Γουλιέλμου, Φερδινάνδου, Ἀδόλφου, Γεωργίου, τὴν κληρονομικὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον, ὅτι αἱ Ἰόνιοι Νῆσοι θέλουν συνενωθῆ τῷ Βασιλείῳ. Ἐγένετο ἐν τῷ Ἡμετέρῳ Ἀνακτόρῳ τοῦ Χριστιανοσβούργου τὴν 10 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1863 καὶ τῆς Βασιλείας Ἡμῶν ἔτους 16. Ὑπὸ τὴν Βασιλικὴν Ἡμῶν χεῖρα καὶ σφραγίδα. (ὑπογραφὴ) ΦΡΕΔΕΡΙΚΟΣ Ζʹ. (Προσυπογραφὴ) Κ. ΧΑΛΛ.
§13Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Κύριοι, ἐπανερχόμενοι ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν, λογιζόμεθα εὐτυχεῖς, διότι ἠδυνήθημεν νὰ ἐκπληρώσωμεν αἰσίως τὴν ἀνατεθεῖσαν ἡμῖν ἐντολὴν κατὰ τὰς πανελληνίους εὐχάς· κολακευόμεθα δὲ πιστεύοντες, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων, καθ’ ἃς εὑρέθημεν ἐκτεθειμένοι ἀπέναντι ἀπαθοῦς διπλωματίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν συκοφαντιῶν καὶ σατανικῶν ἐνεργειῶν πολιτικῆς ἐχούσης ἄμεσον συμφέρον πρὸς τὴν ἀποτυχίαν τῆς μεγάλης ἡμῶν ὑποθέσεως, ἠδυνήθημεν νὰ συμβιβάσωμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους μετὰ τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης. Τέλος, Κύριοι, διὰ τῆς ἐπιμονῆς καὶ διὰ τῆς διατηρηθείσης ἐν τῇ πατρίδι τάξεως ἐτέθη ἤδη τὸ στέγασμα τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἔργου τῆς ἐθνικῆς ἀναγεννήσεως, ὅπερ υἱοθέτησεν ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων καὶ ἐπεραίωσεν ἡ εὐγενὴς τῳόντι καρδία καὶ ὁ ἀπεριόριστος φιλελληνισμὸς τοῦ Βασιλέως τῆς Δανίας. (Ζητωκραυγαὶ καὶ ἐπευφημίαι πανταχόθεν).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῶσι πάντα ταῦτα τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος.
§15ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα!
§16ΚΩΝΣΤ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριοι, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἡμέραν ταύτην ὡς ἱερὰν, καὶ προτείνω νὰ μείνωμεν ἕως ἐδῶ διὰ σήμερον, ἡ δὲ συνεδρίασις νὰ μὴ παραταθῇ περαιτέρω.
§17ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συγκινήσεως, τὴν ὁποίαν ἐξήγειρον ἐν ἡμῖν οἱ λόγοι καὶ αἱ ἁγναὶ ἐνέργειαι τῆς ἀξιεπαίνου Ἐπιτροπῆς ἡμῶν, ἔχομεν ἠθικώτατον καθῆκον καὶ ἀδελφικὸν τὸ νὰ ἐκφράσωμεν τὰς εὐχαριστίας ἡμῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις διεξήγαγε τοσοῦτον ἀξιοπρεπῶς τὴν ἐντολὴν ἣν ἐνετείλαμεν αὐτῇ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται λοιπὸν ἡ Συνέλευσις...
§19ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις λοιπὸν ἀπονέμει δημοσίᾳ τὰς εὐχαριστίας αὑτῆς εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§21ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐρωτῶ τὸν Κ. Πρόεδρον, ἂν τὸ πρῶτον ἀναγνωσθὲν ἔγγραφον ἦτο προκήρυξις τοῦ Βασιλέως εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἢ ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Συνέλευσιν;
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν γράφει· à l'assemblée nationale.
§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ κάμῃ ἀπάντησιν, διότι οὐδεμία ἐπιστολὴ Ἡγεμόνος μένει ἄνευ ἀπαντήσεως· ἡ γνώμη μου εἶναι αὕτη, ἂν ἡ Συνέλευσις τὴν νομίζῃ ὀρθὴν, ἂς τὴν παραδεχθῇ.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25ΕΤΕΡΟΣ. Εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀνατίθεται νὰ συντάξῃ αὐτήν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει λοιπὸν τὸ Προεδρεῖον συντάξει σχέδιον ἀπαντήσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ἐν μέσῳ τῶν εὐφημιῶν. Ζήτω ὁ Βασιλεύς. (Ζητωκραυγαὶ ἐκ μέρους τοῦ ἀκροατηρίου καὶ τῆς Συνελεύσεως). Ὥρα 12 καὶ ½.
Ὁ Προεδρεύων Ἀντιπρόεδρος
ΣΠ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Χ. Γερογιάννης.