1863.05.15
2,351 rows · 19,478 words · 204 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΑʹ.
τῆς 15 Μαΐου 1863.
(Τετάρτη).
Ὥρα 12.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας. Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Κ. Βάλβης.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ τῶν Πληρεξουσίων Λεβαδείας αἰτούντων τὴν σύστασιν Πρωτοδικείου εἰς Λεβαδείαν.
§2ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ ὑπαχθῇ καὶ αὐτὴ εἰς τὸ γενικὸν μέτρον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ Κ. Ζέρβα στρατηγοῦ περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα ἀγωνισθέντων. Κατὰ τὸν κανονισμὸν πέμπεται εἰς τύπωσιν. Ποίαν ἡμέραν προσδιορίζετε πρὸ συζήτησιν.
§4ΖΕΡΒΑΣ. Τὴν Τετάρτην.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἕτερον ψήφισμα τοῦ Κ. Ζατουνίτη, δι’ οὗ προτείνεται νὰ χορηγηθῶσιν εἰς τὸν Κ. Π. Κολοκοτρώνην 8,000 δραχ. λόγῳ δανείου ἀπὸ τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἵνα μεταβῇ εἰς Εὐρώπην πρὸς βελτίωσιν τῆς πασχούσης ὑγείας του.
§6ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶναι πρὸ δύο μηνῶν αὐτὴ ἡ πρότασις· ἐζήτησα ἀπ’ ἀρχῆς τὸν λόγον καὶ δὲν μοῦ ἐδόθη· παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ τὴν Παρασκευὴν εἰς συζήτησιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Μπάστα.
§8ΒΑΣΣΟΣ. Τροποποιεῖται ὑπ’ ἐμοῦ οὕτως· αἱ συνεδριάσεις νὰ γίνωνται τοῦ λοιποῦ κατὰ τὴν 7 ὥραν Π. Μ.
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προτείνω αἱ συνεδριάσεις ν’ ἀρχίζουν κατὰ τὴν 9 ὥραν τῆς πρωίας καὶ νὰ διακόπτωνται τὴν 2 ἢ τὴν 3 Μ. Μ.
§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρόκειται, Κύριοι, νὰ μεταβληθῇ ἡ ὥρα ἀπὸ τῆς Μεσημβρίας εἰς πρωϊνὴν ὥραν· ἐγὼ κάμνω αὐτὴν τὴν πρότασιν, ὅτι τὸν καύσωνα δὲν θὰ τὸν ἀποφύγωμεν καὶ ἐρχόμενοι καὶ ἐξερχόμενοι. Τοιοῦτον εἶναι τὸ κλῖμα τῶν Ἀθηνῶν· τί θὰ συμβῇ, ὅταν πολὺς ἀριθμὸς τῶν Κ.Κ. Πληρεξουσίων δυσκολεύηται νὰ ἔρχηται, διότι, ἄλλοι ὡς στρατιωτικοὶ, ἄλλοι ὡς πολιτικοὶ ἔχουν διαφόρους ὑπηρεσίας, ἄλλοι δὲ διαμένοντες ἐνταῦθα ἀσχολοῦνται εἰς διαφόρους ἐργασίας τῶν ἐπαρχιῶν των.
§11ΧΑΡΑΛΑΜ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Προσθέτω, ὅτι ἂν εἰς τὰς 8 δὲν συναχθῶσιν οἱ Πληρεξούσιοι, ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ διαλύῃ τὴν συνεδρίασιν.
§12ΒΑΣΣΟΣ. Ἐπειδὴ θὰ ψηφοφορηθῇ πρῶτον ἡ πρότασίς μου, καλὸν νὰ σᾶς εἴπω λόγους τινάς. Ποῖος ὁ σκοπὸς, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀναγκάζει ν’ ἀλλάξωμεν τὴν ὥραν; ἡ ὑπερβολικὴ ζέστη καὶ αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει· μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ζέστη εἶναι ἀπὸ τὰς 8 ἕως εἰς τὰς 6 Μ. Μ. Φρονῶ μετὰ μεσημβρίαν νὰ γίνωνται αἱ συνεδριάσεις, διότι ὑφιστάμεθα καὶ ὀλιγώτερον καύσωνα καὶ τὰς ἐργασίας μας ἐκτελοῦμεν, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ χάσωμεν τὸν εὐχάριστον πρωϊνὸν περίπατόν μας.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις;
§14ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βάσσου, ὅστις προτείνει νὰ γίνωνται αἱ συνεδριάσεις κατὰ τὴν 7 ὥραν Π. Μ. καὶ ἐφεξῆς. Ὅσοι παραδέχονται τὴν τροπολογίαν ταύτην νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μπάστα, ὅστις προτείνει αἱ συνεδριάσεις ν’ ἀρχίζουν ἀπὸ τῆς 8 Π. Μ. Ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν ταύτην νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ἔχω μίαν πρότασιν τοῦ Κ. Ὀδυσσέως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§16ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ πρότασις, Κύριοι, τοῦ Κ. Ὀδυσσέως εἶναι ὅτι, ὅταν τὴν 8 ὥραν Π. Μ. δὲν συμπληροῦται ὁ νόμιμος ἀριθμὸς, ὁ Πρόεδρος αὐτοδικαίως διαλύει τὴν συνεδρίασιν. Ἐγὼ, Κύριοι, ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν. Εἴτε ἐν γνώσει, εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ, εἴτε κατ’ ἀνάγκην, εἴτε μὴ, ἡ ἀμέλεια τινῶν ἐκ τῶν Κ.Κ. Πληρεξουσίων καθίσταται τυραννικὴ εἰς τοὺς προθύμους νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των. Καὶ ὁσάκις ἦλθον, Κύριοι, εὗρον πολλοὺς περιμένοντας ἐπὶ 2 ἢ 3 ὥρας μέχρις ὅτου συνέλθωσιν ἅπαντες. Εἴδετε, Κύριοι, ὅτι εἰς πολλὰς συνεδριάσεις ἐξεφωνήθησαν λόγοι εὐφραδεῖς, ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐν τούτοις ἡ συνεδρίασις διελύετο, διότι ἔφυγον 10 ἢ 20 μὴ συναισθανόμενοι τὸ καθῆκόν των. Ὅστις θέλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του ὡς Πληρεξούσιος, ἂς παύσῃ ἀσχολούμενος διὰ τὸ ἀτομικόν του συμφέρον. Ἐπειδὴ σήμερον προσδιωρίσθη ἡ 8 ὥρα, καθ’ ἣν ὀφείλομεν νὰ ἐρχώμεθα, καὶ ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν 10 δὲν ἤρχοντο, οὔτε τὴν 8 θὰ ἔρχωνται, προτείνω νὰ προστεθῇ ὅτι ὁ Πρόεδρος θέλει περιμένει μέχρι τῆς 9, καὶ ἐὰν ἕως αὐτὴν τὴν ὥραν δὲν συμπληρωθῇ, διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ἡ εὐθύνη, Κύριοι, πρέπει νὰ καταλογίζεται ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν αἴτιοι τοῦ νὰ μὴ λάβῃ χώραν ἡ συνεδρίασις. Τὰ ὀνόματά των νὰ καταχωρίζωνται εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ δημοσιεύωνται εἰς μίαν τῶν ἐφημερίδων τῆς πρωτευούσης.
§17Χ. ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Δὲν ἤθελα δυσκολευθῆ νὰ προσδιορίσω τὴν 9ην ὥραν, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς μεταβολῆς τῆς ὥρας ἦτο νὰ ἐρχώμεθα εἰς κατάλληλον ἐποχὴν διὰ νὰ ἐργαζώμεθα. Διότι, ἐὰν, Κύριοι, βάλωμεν τὴν 9ην ὥραν, ἕως ὅτου νὰ ἔλθωμεν, ἕως ὅτου νὰ συναθροισθῶμεν, νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ πρακτικὰ κτλ., θὰ καταντήσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θέλομεν ν’ ἀναχωρήσωμεν· ἡ 8η, Κύριοι, ὥρα πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ὡς ὥρα τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων· ἀφοῦ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος τὴν 8ην ὥραν, καὶ ἰδῶμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις, τότε νὰ διαλύηται ἡ συνεδρίασις· (θόρυβος).
§18ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Νὰ σημειωθῇ, ὅτι, δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν μετὰ παρέλευσιν 2 ὡρῶν.
§19ΗΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν ἠμπορεῖ τις ν’ ἀντείπῃ κατὰ τοῦ ζήλου, τὸν ὁποῖον ἐπιζητεῖ ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Πληρεξουσίου, διότι τίποτε ἄλλο δὲν πραγματεύεται, ἢ νὰ κατορθώσῃ ὅ,τι ὅλων ἡ ἐπιθυμία ἀπαιτεῖ· ἀλλὰ νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ τρέχωμεν ἀσκόπως κατόπιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος; Ἐγὼ, νομίζω, ὄχι· καὶ ἡ αἰτία εἶναι ἡ ἑξῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἔχω ἀπεριόριστον ὑπόληψιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ χορηγήσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον, ὅτι εἰς τὰς 9, ἂν δὲν γείνῃ πλήρης ἡ Συνέλευσις, νὰ τὴν διαλύῃ; Ὁ Πρόεδρος, πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς περιστάσεις σπουδαίας νὰ διαλύῃ μίαν συνεδρίασιν. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, αὐτὸ νὰ τὸ λάβητε ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, αὐτὸ τὸ δικαίωμα πρέπει νὰ τὸ τηρήσωμεν ἡμεῖς· πρέπει ἡμεῖς, ὅταν βεβαιωθῶμεν, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης, νὰ παρακαλέσωμεν τὸν Πρόεδρον νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν. Τοῦτο τὸ δικαίωμα πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὴν κυριαρχίαν τῆς Συνελεύσεως. Προτείνω λοιπὸν, ἂν εἰς τὰς 8 ἡ Συνέλευσις δὲν συμπληροῦται, οἱ παρευρισκόμενοι νὰ παρακαλοῦν τὸν Κύριον Πρόεδρον νὰ διαλύῃ τὴν Συνέλευσιν.
§20ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΒΙΛΑΕΤΗΣ. Εἶναι τύποι αὐτοὶ, Κύριοι, καὶ μὴ θέλετε νὰ φέρητε τὸν ἑαυτόν σας εἰς δυσάρεστον θέσιν, νὰ κάμωμεν ἀρχὴν ἀπὸ τῶν τύπων· οἱ τύποι δὲν κάμνουν τὰ πράγματα· εἴτε ἀπὸ τὰς 6 ἀρχίσωμεν, εἴτε ἀπὸ τὰς 8, πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ ἐργασθῶμεν· διότι ἄλλως θὰ πράξωμεν, ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐπράξαμεν.
§21ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἐπέφερε τροπολογίαν εἰς τὸν κανονισμὸν ὡς πρὸς τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως. Τοῦτ’ ἀπεφασίσθη· κατὰ τὰ λοιπὰ ἰσχύει ὁ κανονισμός. Δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἕτερόν τι, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος, ἂν δὲν συμπληρωθῇ ἡ ἀπαρτία, θέλει διαλύει τὴν συνεδρίασιν· ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ εἰσέτι συνεδρίασις, πῶς θὰ διαλύσῃ τὸ μὴ ὄν;
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν σᾶς ὑποβάλλω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ὀδυσσέως, ἥτις λέγει, ὅτι, «ὅταν τὴν 8 ὥραν δὲν συμπληρωθῇ ὁ νόμιμος ἀριθμὸς διὰ συνεδρίασιν, ὁ Πρόεδρος αὐτοδικαίως διαλύει τὴν συνεδρίασιν».
§25ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι προσβολὴ τοῦτο (θόρυβος).
§26ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ὑπάρχουν φόβοι τινὲς ὡς πρὸς τὸ ὅτι δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ διαλύσῃ τυχὸν τὴν συνεδρίασιν πρὸς σκοποὺς πλαγίους, φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ποτὲ τοῦτο, διότι, ἀφοῦ ὁ γραμματεὺς ἐκφωνήσῃ τὰ ὀνόματα, ἕκαστος τῶν πληρεξουσίων δύναται ὡραιότατα νὰ παρατηρήσῃ τὸν κατάλογον· ἐὰν δὲ ὁ κατάλογος φέρῃ τὴν ἀπαρτίαν, δὲν δύναται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ὁ Πρόεδρος νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν· ἄλλως, διὰ νὰ προλάβωμεν τοῦτο, φρονῶ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μὴ εἴπωμεν ὅτι ὁ Πρόεδρος διαλύει τὴν συνεδρίασιν διότι βέβαια συνεδρίασις δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος, μὴ καταρτισθείσης τῆς Συνελεύσεως, ἀφίνει τὴν ἕδραν του.
§27ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Λέγω, Κύριε Πρόεδρε, νὰ τροποποιήσητε τὴν πρότασιν ὡς ἑξῆς· «μὴ καταρτισθείσης τῆς Συνελεύσεως μέχρι τῆς 9 ὥρας, δὲν γίνεται συνεδρίασις.» Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ. «Ἐὰν ἀκριβῶς μέχρι τῶν 9 δὲν ἀποδεικνύεται πλήρης ἡ Συνέλευσις, κατὰ παράκλησιν τῶν παρόντων πληρεξουσίων ὁ Πρόεδρος διαλύει τὴν συνεδρίασιν».
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μὰ, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει συνεδρίασις· νὰ προστεθῇ, ὅτι ἀποχωρεῖ ὁ Πρόεδρος.
§29Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν λέξιν θὰ εἴπω. Ὅταν δὲν ᾖναι πλήρης ἡ Συνέλευσις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει συνεδρίασις. Παρετήρησα καὶ εἰς τὰς ἄλλας Συνελεύσεις, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἤρχετο καὶ ἐκάθητο εἰς τὴν ἕδραν του, καὶ ἐὰν μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου δὲν ἦτο πλήρης ἡ Συνέλευσις, συνετάττετο ἓν πρωτόκολλον, ὅτι σήμερον δὲν γίνεται συνεδρίασις.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως· ἔχω δύο προτάσεις ἐδῶ· νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ὀδυσσέως, τὴν ὁποίαν ἀνωτέρω ἠκούσατε.
§31ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται τρεῖς) ἀπεῤῥίφθη. Ἔχω τὴν ἄλλην πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν ταύτην, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι), ἀπεῤῥίφθη. Ὑπάρχει μία πρότασις τοῦ Κ. Λογιωτατίδου· «Ὅσοι τῶν παυθέντων Νομοϊατρῶν ἐπιθυμοῦσι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἀμισθὶ, τούτους τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν θέσιν των.» Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις αὕτη;
§33ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λογιωτατίδη, πότε θέλετε νὰ συζητηθῇ;
§35ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Τώρα.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ κατὰ τὸν κανονισμὸν ἀπαιτεῖται ἡ τύπωσις.
§38ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Διὰ νὰ συνδυάσωμεν τὸν κανονισμὸν, ὅταν γείνῃ ἡ τύπωσις ἄλλων ἐκθέσεων, τότε νὰ τυπωθῇ καὶ αὐτή.
§39ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Εἰς πολλὰ μέρη ἤρχισεν εὐλογία.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὸ θέσω λοιπὸν ὡς ζήτημα διὰ νὰ λάβω τὴν συναίνεσιν τῆς Συνελεύσεως. Λοιπὸν, ὅσοι δὲν παραδέχονται τὴν τύπωσιν τῆς προτάσεως ταύτης, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι.
§41ΤΙΝΕΣ. Ὅσοι παραδέχονται.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, ἀναγκάζομαι νὰ θέσω ἀρνητικῶς τὴν πρότασιν· διότι ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ ἐν ᾧ ἤδη τινες λέγουν νὰ μὴ τυπωθῇ.
§43ΚΑΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 28 πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ τότε θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις περὶ τῆς τυπώσεως ἢ μή.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐδῶ πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ προτείνας πρέπει νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις. Κύριε Λογιωτατίδη, πότε θέλετε;
§45ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Τὴν ἐρχομένην τετάρτην.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω ἓν ἔγγραφον δι’ οὗ ὁ Κ. Ἰγγλέσης ζητεῖ 14 ἡμερῶν ἄδειαν.
§47ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τοῦ δοθῇ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω καὶ ἓν ψήφισμα τοῦ Κυρίου Ῥοντήρη, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετὰ ἐκτεταμένον.
§49ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§50ΕΤΕΡΟΙ. Περὶ τίνος πρόκειται;
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ συστάσεως γεωργικῆς ἐπιτροπῆς.
§52ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν.
§53ΕΤΕΡΟΙ. Εἰς τὴν τῆς Γεωργίας.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥοντήρη.
§55ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, δὲν ἔχω ἄλλο νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§57ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ προχθεσινὴ ψηφοφορία.
§58ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπή σας, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι μέλος, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας Πρόεδρος, δυσκολεύεται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐργασίαν, διότι δὲν συμπληροῦται εὐκόλως ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν πρὸς συζήτησιν. Ἠξεύρετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη σύγκειται ἐκ 33 μελῶν· διὰ τοῦτο εἶναι δύσκολος ἡ Συνέλευσις τῶν μελῶν τούτων. Ὁ καιρὸς παρέρχεται· νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι δίκαιον νὰ λάβῃ ἓν μέτρον ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ὀλιγώτερος ἀριθμὸς τῶν ἀναγκαίων πρὸς ἐργασίαν, δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀπαρτίαν καὶ νὰ προχωρήσῃ.
§59ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§60ΣΧΙΝΑΣ. Δέκα ἑπτὰ πρέπει νὰ συνέρχωνται· δὲν κατορθοῦται ὅμως πάντοτε νὰ συνέρχωνται, καὶ εἶναι μεγάλη δυσκολία, καὶ χάνομεν τὸν καιρόν· ἑπομένως ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἀποφασίσῃ ἠμποροῦμεν νὰ ἀρκούμεθα εἰς 11 μέλη.
§61ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§62ΚΑΛΟΣ. Νὰ προσκληθοῦν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, καὶ ὅσα μέλη συνέρχονται νὰ ἐργάζωνται.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Σχινᾶ τί ἀποφαίνεται ἡ Συνέλευσις; ἐὰν ἐπιτρέπῃ νὰ συνέρχωνται καὶ ὀλιγώτερα μέλη, καὶ πόσα;
§64ΠΟΛΛΟΙ. Ἕνδεκα.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§66ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία ἡ προχθεσινὴ ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου.
§67ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Κύριοι Ἀντιπρόσωποι! ἀπὸ τὰ χθὲς εὑρίσκομαι, τολμῶ, εἰπεῖν, Κύριοι, ἀγανακτησμένος ἐκ μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργείου. Ἡ ἀπόφασις αὕτη κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶναι ἄδικος, εἶναι μία ἀπόφασις ἀγνωμοσύνης κατὰ τοῦ ἐντίμου συμπατριώτου μου Κυρίου Τυπάλδου Κοζάκη (ἀποδοκιμασία καὶ γέλωτες). Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παρατηρήσω.... Ἐγὼ τὰ δικαιώματά σου, Κύριε ἀντιπρόσωπε, δὲν τὰ κατεπάτησα ποτὲ καὶ σᾶς ἄφησα πάντοτε νὰ ὁμιλήσητε. Σεῖς ἐγράψατε ἕνα κανονισμὸν ὅτι θέλετε ἀφίνει τοὺς ἀντιπροσώπους νὰ ἔχουν τὸν λόγον, ἂν θέλετε νὰ καταπατήσητε τὰ δικαιώματά μου ὡς ἀντιπροσώπου, Κύριοι, ἂν δὲν θέλητε νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ μιᾶς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ νομίζω ἄδικον, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ἠμπορεῖτε νὰ τὴν θεωρῆτε δικαίαν, ἐγὼ λοιπὸν ἂν δὲν θέλητε νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ ἐξασκήσω τὸ δικαίωμά μου, παραιτοῦμαι εἰς τὴν παραμονὴν τῆς ἑνώσεως.
§68ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, Κύριε, ὁρίσατε.
§69ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Δὲν θέλω κάμει πρότασιν, δὲν θέλω ζητήσει τίποτε. Εἰς τὰ 1842 ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀφιέρωσεν εἰς τὸν Κύριον Τυπάλδον Κοζάκην τὴν τότε ὑπάρχουσαν βιβλιοθήκην.
§70ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὁ Ὄθων.
§71ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Συγκειμένην ἀπὸ 4,500 βιβλία, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο παρακατατεθειμένα εἰς μικρὰν ἐκκλησίαν πλησίον τῆς Μητροπόλεως. Ὁ Κύριος Κοζάκης παρέλαβεν αὐτὰ, τὰ διώρθωσε καὶ ἀπὸ τὰ 1842 ἐργαζόμενος ἀκαταπαύστως δι’ ἐξόδων του ἰδίων (ἀποδοκιμασία). Σᾶς παρακαλῶ, ὅ,τι εἶπα θέλει ἀποδειχθῆ δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων. Αὐτὰ τὰ 4,000 βιβλία κατέστησεν ὁ Κύριος Κοζάκης νὰ γίνουν βιβλιοθήκη, συγκειμένη σήμερον ἐξ 140,000 βιβλίων, ἡ ἀξία τῶν ὁποίων εἶναι 3,000,000 δραχμῶν χωρὶς ποσῶς ποτὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἓν λεπτὸν, καὶ αὐτὸ θέλει ἀποδειχθῆ δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων. Εἰς τὰ 1843 ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις ἀφιέρωσεν εἰς τὴν φροντίδα τοῦ Κυρίου Κοζάκη τὴν μικρὰν συλλογὴν νομισμάτων, τὴν ὁποίαν εἶχε παρέδωκεν εἰς αὐτὸν 3 χρυσᾶ νομίσματα 91 ἀργυρᾶ καὶ χάλκινα περίπου 1000. Διὰ τὴν συλλογὴν τοῦ μικροῦ ποσοῦ τῶν νομισμάτων ἡ τότε Κυβέρνησις πρὸ τοῦ Κοζάκη ἐξώδευσε 60,000 δραχμὰς, ὁ Κύριος Κοζάκης τὰ 3 χρυσᾶ νομίσματα κατέστησεν ἑκατὸν πεντήκοντα, τὰ 90 ἀργυρᾶ κατέστησε περίπου 5000, καὶ τὰ 1000 χάλκινα κατέστησε 12,000. Ἡ συλλογὴ, τὴν ὁποίαν παρέδωκε τότε ἡ Κυβέρνησις, ἐσύγκειτο ἀπὸ 1098 νομίσματα, καὶ τώρα ἐκείνη τὴν ὁποίαν συνέλεξεν ὁ Κοζάκης δι’ ἐξόδων του, καὶ ὄχι τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς ὁ Κ. Κοζάκης θέλει ἀποδείξει, σύγκειται ἀπὸ 18,000 νομίσματα. Ὁ Κύριος Κοζάκης κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εἶναι μόνον ὁ ἔφορος τῶν βιβλίων καὶ νομισμάτων, ἀλλ’ ὁ ἰδιοκτήτης χιλιάδων νομισμάτων καὶ ἕνεκα τούτου ἀπορῶ πῶς τὸ ὑπουργεῖον ἔπραξε μίαν εἰς αὐτὸν τοιαύτην ἀδικίαν!
§72ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Διακόπτει τὸν ῥήτορα...
§73ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Δὲν σὲ διέκοψα ποτὲ, μὴ καταπατῇς τὰ δικαιώματα τοῦ πληρεξουσίου, καταπατῶν τὰ δικαιώματα εἶσαι ἄδικος, καὶ ὁ ἄδικος, Κύριοι, δὲν εἶναι ἔντιμος, καὶ ὁ μὴ ἔντιμος εἶναι ἄτιμος.
§74ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἀδικεῖς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν διὰ τὸν Κοζάκην.
§75ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Ἀπορῶ λοιπὸν πῶς τὸ ὑπουργεῖον ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῆς δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργείου παρεδέχθη νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, δηλαδὴ παύων τὸν Κύριον Κοζάκην ἀπὸ τὴν θέσιν του καὶ θέτων τὸν Κύριον Παναγιώτην Σοῦτσον. Ἐγὼ δὲν ἔχω τι νὰ εἴπω κατὰ τοῦ Κ. Σούτσου, ἀλλὰ λέγω εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἕνας ἄνθρωπος προσέφερε τόσας χιλιάδας βιβλία καὶ νομίσματα, καὶ ἐκτὸς τούτου ἀφοῦ ὁ Κ. Κοζάκης, ὅπως ὑμεῖς γνωρίζετε, εἶναι ἐκεῖνος ὅστις ἐστάθη ἱκανὸς νὰ ἀποκτήσῃ 12,000 πήχεις γαιῶν, διὰ νὰ ἀνεγείρῃ τὸ λαμπρὸν κατάστημα τῶν ὀρφανῶν κορασίων, διὰ νὰ ἀνεγείρῃ τὴν ἐκκλησίαν, διὰ νὰ ἀνεγείρῃ δύο νοσοκομεῖα εἰς αὐτὸ τὸ κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον τρέφονται καὶ ἀνατρέφονται ἤδη 85 ὀρφανὰ πατρὸς καὶ μητρὸς κοράσια καὶ 8 ὑπάλληλοι, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξόδευσε οὔτε ἓν λεπτὸν; — Ἐγὼ, Κύριοι, ἔχω χρέος νὰ ἀναγγείλω τοιαύτην ἀπόφασιν, κατ’ ἐμὲ, ἄδικον κατὰ τοῦ Κ. Κοζάκη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὡς Ἑπταννήσιος τὴν παραδέχομαι ὡς μίαν προσβολὴν γενομένην εἰς τοὺς Ἑπτανησίους.
§76ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἄπαγε, ὄχι.
§77ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Κύριοι, ἓν ἀπὸ τὰ δύο!
§78ΑΝΤΥΠΑΣ. Καὶ ἐγὼ Κύριοι, εἶμαι Ἑπτανήσιος, ἀλλὰ δὲν τὸ παραδέχομαι.
§79ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Τοῦ λόγου σου ἀντιπροσωπεύεις τὴν Σύρον, ἂν ᾖναι ἄδικος ἡ ἀπόφασις, εἶναι μία προσβολὴ, ὅπου ἐγένετο κατὰ τῆς Ἑπτανήσου.
§80ΑΝΤΥΠΑΣ. Δὲν ἀντιπροσωπεύεις τὴν Ἑπτάνησον. Ἐγὼ δὲ ἀντιπροσωπεύω τὸ ἔθνος, σὺ δὲ μερικοὺς Ἑπτανησίους, οἵτινες σὲ ἐξέλεξαν ἐνταῦθα.
§81ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Ἀντιπροσωπεύω τοὺς Ἑπτανησίους τοὺς ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ θέλετε ἴδει (θόρυβος).
§82ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Οὔτε πρέπει νὰ γίνῃ λόγος περὶ τοῦ Κοζάκη, εἶναι ἀνάξιον εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§83ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Ἡ Συνέλευσις ἐκφράζει τὴν εὐχαρίστησίν της εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς παιδείας διὰ τὴν παῦσιν τοῦ Κοζάκη, καὶ προβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε καμμίαν πρότασιν, Κ. Δομενεγίνη.
§85ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Καμμίαν.
§86ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε! κατὰ σειρὰν θέλομεν ὁμιλήσει, πρῶτος ἐγὼ ἔχω τὸν λόγον. Τοῦτο προσβάλλει τὴν Συνέλευσιν.
§87ΔΑΓΡΕΣ. Παρακαλῶ.....
§88ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον τῆς Συνελεύσεως τοῦτο. (θόρυβος).
§89ΒΑΣΣΟΣ. Ὁ Κύριος Πρόεδρος ἐρωτᾷ τὴν Συνέλευσιν ἂν θέλῃ νὰ συζητήσῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν;
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἢ νὰ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Παρακαλῶ νὰ καθίσητε εἰς τὰς ἕδρας σας.
§91ΠΟΛΛΟΙ. Διόλου νὰ μὴ συζητηθῇ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι Πληρεξούσιοι, θὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ἡ ὁμιλία τοῦ Κυρίου Δομενεγίνη εἶναι συζητητέα ἢ δὲν εἶναι. Ὅσοι δὲν θεωροῦσι τὴν ὁμιλίαν ταύτην, ὡς σπουδαίαν καὶ συζητητέαν παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Δὲν συζητεῖται.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ πολλῆς συγκινήσεως, Κύριοι, ἔρχομαι νὰ θέσω ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν διενοήθη ἀπὸ χθὲς, ὅτε ἀνέγνωσε τὸ φύλλον τοῦ φωτὸς τῆς 14. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι καθεστῶτα ἄνευ Συνελεύσεως, ἐὰν δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τιμῆς καὶ ἄνευ στρατοῦ.» Εἰς ἐποχὴν τόσον κρίσιμον τῆς πατρίδος μας, ὁπότε ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς ἐπαναστάσεως, τὸ ζήτημα τοῦ βασιλέως, δὲν ἐλύθη ἀκόμη, ζήτημα, ὅπερ κατὰ δυστυχίαν δὲν κεῖται εἰς ἡμᾶς νὰ λύσωμεν, ζήτημα τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς χεῖρας ξένων, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν δυνάμεων ἄλλων, διότι πολλὰ ἄλλα μερικώτερα ζητήματα πρὸ τούτου ἀπαιτεῖται εὐρωπαϊκῶς νὰ λυθῶσιν· εἰς ἐποχὴν τόσον κρίσιμον, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς πρόκειται ν’ ἀνοίξῃ ἐνώπιόν της μέγα μέλλον, καὶ διὰ τοῦτο ἀποκτᾷ ἐχθροὺς ἀπείρους, διότι ὑπάρχει ἀναμφισβητήτως πολιτική τις ἐν Εὐρώπῃ, ἥτις ἐκ παντὸς τρόπου θέλει νὰ ἐμποδίσῃ τὴν σύστασιν εἰς τὰ προπύλαια τῆς Ἀνατολῆς ἑνὸς ἰσχυροῦ κράτους, καταγομένου ἀπὸ τὰ σπλάγχνα αὑτῆς· εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἐθνικὸν Ταμεῖον μας εἶναι κενὸν, καθ’ ἣν τὰ συμφέροντα τοῦ πεσόντος βασιλέως καὶ τῆς πεσούσης δυναστείας προκαλοῦν ἄπειρα σχέδια καταχθόνια κατὰ τῆς πατρίδος μας, ἐν μέσῳ τοιούτων περιστάσεων παρουσιάζεται ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐκ μέρους μερίδος τινὸς τῆς φρουρᾶς τῆς πρωτευούσης τὸ ἀτιμώτερον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶδέ ποτε ἡ δημοσιογραφία Δὲν ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχήν σας, οὔτε τὴν ἐνέργειάν σας νὰ προκαλέσω μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἱκανοποιήσητε τὴν τιμήν σας· ἴσως ἴσως δι’ ἐμὲ καὶ δι’ ὅλους ὑμᾶς τὸ ζήτημα τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ὑποδεεστέρας ἀξίας ἐνώπιον ἄλλου ζητήματος, τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον γεννᾷ ἡ προκειμένη προκήρυξις. Ἡ προκήρυξις αὕτη δὲν γεννᾷ ἁπλῶς ζήτημα ὕβρεως ὑπὸ στρατιωτῶν κατὰ τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἀπευθυνομένης· ἡ προκήρυξις αὕτη προφανῶς εἶναι μία συνωμοσία, ἡ ὁποία ζητεῖ ν’ ἀνατρέψῃ τὰ καθεστῶτα καὶ πρὸς διάγνωσιν τούτου οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θ’ ἀναγκασθῇ οὔτε ἓν ἰῶτα νὰ προσθέσῃ, οὔτε ἓν ἰῶτα ν’ ἀφαιρέσῃ. «Κύριε, συντάκτα τοῦ Φωτός». «Ὡς ἐκ τῶν κατὰ διαφόρους καιροὺς διαπραχθέντων στυγερῶν καὶ θηριωδεστάτων κακουργημάτων καὶ τοῦ ἤδη ὅλως ἀτιμάσαντος καὶ ἀποῤῥίψαντος εἰς τὰ καταχθόνια τῆς γῆς τὸν ὑψηλὸν προορισμὸν τοῦ στρατοῦ διαπραχθέντος ἀπανθρώπου καὶ παρὰ φύσιν θηριώδους κακουργήματος, ὅπερ οὐδ’ αὐτὰ τὰ βαρβαρότερα ἔθνη διεπράξαντό ποτε καὶ καθὸ στρατιῶται ἐρχόμεθα νὰ καταδηλώσωμεν τοῖς πᾶσι ὅ,τι αἱ περιστάσεις ἀπέδειξαν, ὅτι ταῦτα πάντα προέρχονται ἕνεκεν τῶν αἰσχρῶν καὶ ἀτίμων μέσων, ἅτινα αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις μετεχειρίσθησαν πρὸς ἐπίτευξιν τῶν χαμερπῶν σκοπῶν των.» Αἱ Κυβερνήσεις, λέγουν, κατέστρεψαν, αἱ Κυβερνήσεις ἠτίμασαν τὴν Ἑλλάδα. «Ἀποκαλοῦμεν ἁπάσας τὰς προμνησθείσας Κυβερνήσεις αἰσχρὰς καὶ ἀτίμους, ὡς μὴ ἐμφωλεύσαντος ἐν αὐταῖς οὐδὲ ὡς κόκκου συνάπεως αἰσθήματος πατριωτισμοῦ, ἀλλὰ ὁ σκοπός των ὅλως περιεστρέφετο καὶ περιστρέφεται εἰς ἰδιοτέλειαν, μεταχειριζομένων τὸ πλήρωμα τοῦ ἔθνους πρὸς περαίωσιν τοῦ Κοτσαμπασισμοῦ των». Αἰσχραὶ καὶ κακοήθεις καὶ τυραννικαὶ Κυβερνήσεις αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Βάλβη, αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Διομήδους, αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Ῥούφου! αὐτὰς μόνον τὰς Κυβερνήσεις ἀνέδειξεν ἡ Συνέλευσις· ἀρκοῦν μόνον τὰ ὀνόματα τῶν προεδρευσάντων διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι συνωμόται κατὰ τῶν καθεστώτων, ὅτι ἡ προκήρυξις δὲν εἶναι ἀπαύγασμα εἰλικρινὲς αἰσθημάτων, ἀλλ’ εἶναι τὸ προϊὸν τῆς ἀγορᾶς τῆς συνειδήσεως ἀπὸ τὸ ἀργύριον τοῦ Βαυαροῦ. (εὖγε, εὖγε!) «Ἐρχόμεθα ἐν πρώτοις νὰ κατακρίνωμεν τὰς πράξεις τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, ἅτινα μὴ σεβασθέντα τὴν ἱερὰν ἐκείνην τῆς πατρίδος ἐντολὴν καὶ τὸν ὅρκον, ὃν ἔδωκαν ὡς ἐχέγγυον πίστεως, αὐτῇ ἐνώπιον τοῦ ὑψίστου, αὐτοὶ κατεπάτησαν ἀναιδῶς καὶ ἀσυστόλως τὸν ὅρκον αὐτὸν, διεκδικοῦντες ὄχι πλέον δικαιώματα πατρίδος, ἀλλὰ φατριασμοὺς καὶ ἴδια πάθη, περιθάλπων ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ τὰς φατρίας των πρὸς ἐπίτευξιν τῶν προδοτικῶν καὶ ἀτίμων σκοπῶν των, ἀφίνοντες παρηγκωνισμένον πᾶν ὅτι ἡ πατρὶς αὐτοῖς ἐνετείλατο.» «Τὰ μέλη ταῦτα ἔχομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀποκαλέσωμεν προδότας τῆς πατρίδος καὶ εἰς τοῦτο μάρτυρα ἐπικαλούμεθα τὸ κοινόν.» Ναὶ Κύριοι, ἔχουν δίκαιον νὰ καταφέρωνται κατὰ τῆς Συνελεύσεως, ἔχουν δίκαιον! κάκιστα ποιοῦσα, καταναλίσκει τόσον καιρὸν τὰ κεφάλαια τοῦ ἔθνους διὰ νὰ σκεπάσῃ τὰς ἀσχημίας των. Χιλιάκις ἥρπασαν τὴν περιουσίαν τῆς πατρίδος, παρεβίασαν ἀπειράκις τοὺς νόμους, ἠτίμασαν πολλάκις τὸ ἔθνος εὐάριθμοί τινες τοιοῦτοι καὶ τὸ ἔθνος ἀντὶ νὰ τοὺς τιμωρήσῃ αὐστηρῶς, ἀντὶ νὰ θελήσῃ διὰ τοῦ νόμου νὰ ἐξαγιάσῃ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος, ἀντέταξεν ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, ἐνώπιον τοῦ κόσμου τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ δικαιώματα τὰ προγονικὰ αὐτῆς, ἀντέταξε τὸ σέβας τοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὰς μεγάλας τῆς ἐπαναστάσεως αὐτοῦ ἀρετὰς (εὖγε εὖγε) καὶ διὰ τῆς διαγωγῆς τῆς ταύτης ἐξηγίασε τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους· ἰδοὺ τὸ σφάλμά της. Καὶ ἄλλο σφάλμά της· διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει τὴν ἀπάθειαν ἐκείνην, ἥτις ἐμφαίνει ἀζωίαν, ἀλλὰ μεριμνᾷ περὶ πολιτικῆς, μεριμνᾷ περὶ Κυβερνήσεως, θέλομεν πολλοὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα, καθὼς συμβαίνει εἰς πάντα τὰ πολιτικὰ Σώματα, ὅπερ δὲν εἶναι οὐδόλως κηλὶς τῆς Ἑλληνικῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ πταίει ἐνώπιόν των, διότι ἔφερε πάντοτε ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπέτρεψαν εἰς αὐτοὺς νὰ λάβουν εἰς χεῖράς των τὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ ἠμπορέσουν νὰ ὑποσκελίσουν τὴν τάξιν, ὅπως ἐπιθυμεῖ τὸ ἀργύριον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐδόθη. «Ἂν καί τινες ἐν τῇ Συνελεύσει ὑπάρχουν πατριῶται, ἐνεργοῦντες σύμφωνα μὲ τὸν ὅρκον, ὃν ἐνώπιον τοῦ Ὑψίστου ἔδωκαν καὶ τὴν ἐντολὴν, ἣν ἡ Πατρὶς ἀνέθεσε, πλὴν καταπνίγονται ὑπὸ τῶν ἀγρίων φωνῶν τῶν ἀπαξίως συναδέλφων των, ἐξαφανιζομένων οὕτω τῶν πράξεών των καὶ μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν πρακτικῶν προτάσεών των.» Ἡ περίοδος αὕτη ἀποδεικνύει καθαρῶς, ὅτι δὲν εἶναι προϊὸν συνειδήσεως ἡ προκήρυξις, ἀλλ’ ἔγγραφον πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον ῥίπτουν ἐν τῷ μέσῳ τῆς Συνελεύσεως, θέλοντες νὰ ἀποστομώσουν τοὺς πληρεξουσίους, ἐμπνέοντες εἰς ἕκαστον τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὐτὸς ἐξαιρεῖται. Ὁ σκοπός των εἶναι προφανὴς, θέλουν νὰ ἐξευτελίσουν τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν, ὁ σκοπός των εἶναι νὰ καταδείξουν, ὅτι ἡ Συνέλευσις προδίδει τὸν τόπον, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ πλέον τὸ νῆμα τῆς ζωῆς της ἰσχύν, (εὖγε, εὖγε) «Τὰ μέλη ταῦτα τῆς Συνελεύσεως ἐπιορκήσαντα καὶ κατὰ συνέπειαν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας χαυνωθέντα, ἐπιθυμοῦν ὅπως ὁ στρατὸς καὶ λαὸς, ὀπαδὸς αὐτῶν γενόμενος, ἐπιορκήσῃ, καὶ τὴν Κυβέρνησιν διαθέτοντα, ὡς αὐτὰ βούλονται, διῄρεσαν εἰς φατρίας στρατὸν καὶ πολίτας, καὶ κατέστησαν τὸ πλεῖστον αὐτῶν ῥέπον εἰς τὸ κακουργεῖν, καὶ οὕτω ἠμαύρωσαν τὸν ὑψηλὸν προορισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ τοὔνομα τοῦ Ἕλληνος ἠτίμασαν.» «Χαλαρωθείσης οὕτω τῆς ὀργανικῆς μηχανῆς τοῦ στρατοῦ, καὶ τῆς πειθαρχίας μὴ ἐφαρμοσθείσης ἕνεκεν τῶν ὡς ἀνωτέρω ἐκτεθέντων φατριασμῶν, ὄργανον τὸν ἀθῶον στρατὸν μεταχειρισθέντες εἰς τὰς αἰσχρὰς καὶ ἀντιπατριωτικὰς πράξεις των καὶ διαφθείραντες τὰ ἤθη αὐτοῦ, ἐπὶ τοσοῦτον ἀπεκτήνωσαν αὐτὸν, ὥστε παραγνωρίσας τὸν ὑψηλὸν προορισμόν του, ὑπέπεσεν εἰς ἀτοπήματα, ἅπερ οὐδὲ τοῦ βαρβαρωτέρου καὶ κακούργου τὴν διάθεσιν ἔχοντος ἀνθρώπου ἡ συνείδησις ἤθελεν ἐπιτρέψει. Κατέστησαν δ’ αὐτὸν ἄσυλον τῶν κακούργων καὶ ἀσημάντων τῆς κοινωνίας ἀνθρώπων, προσπορίσαντες αὐτοῖς βαθμοὺς καὶ ἀξιώματα. «Φρονοῦμεν, ὅτι ὁ τὴν ψυχὴν ἔχων εὐγενῆ καὶ τὸν προορισμὸν τοῦ στρατιώτου γινώσκων, βλέπων τὴν κατάστασιν καὶ διαφθορὰν αὐτοῦ, ἄκραν ἤθελεν αἰσθανθῆ λύπην διὰ τὴν ἐκ τῆς ὑψηλῆς ἐκείνης θέσεως εἰς τὸ βάραθρον τῆς ἀπωλείας κατάστασίν του.» «Συναισθανθέντες τὴν θέσιν μας, καὶ ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ ἐκείνου αἰσθήματος φλεγόμενοι καὶ μὴ ἀνεχθέντες τὴν ἐπὶ τοσοῦτον ἐπεκτεινομένην τυραννίαν, ἐρχόμεθα ἀδιστάκτως καὶ μὲ ἐλευθέραν τὴν συνείδησιν νὰ διακοινώσωμεν ὅσα ἀνωτέρω ἐγράψαμεν.» Ἐκ μέρους ὑπαξιωματικῶν τοῦ ά. βʹ. ή. καὶ θʹ. τάγματος τοῦ πεζικοῦ, διλοχίας σκαπανέων καὶ ἱππαρχίας λογχοφόρων.» Εἶπον ἐν ἀρχῇ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔρχομαι νὰ καταγγείλω εἰς τὴν Συνέλευσιν μίαν ὕβριν, καὶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἤθελον θεωρήσει ὑποδεέστερον τοῦ προκειμένου. Καὶ τῳόντι, Κύριοι, ἡ πρώτη ἐντύπωσις καὶ ἡ πρώτη ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου, εἶναι ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῶν σωμάτων αὐτῶν ἔλυσαν τὸν ὅρκον των πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἔθεσα ἀπ’ ἀρχῆς τὸ ζήτημα, ἂν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Συνέλευσις ἄνευ στρατοῦ καὶ ἄνευ τιμῆς· διὰ τοῦτο εἶπον, ἐὰν καθεστῶτα δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἄνευ Συνελεύσεως, διότι τῳόντι, ὅταν ὁ στρατὸς, τὸν ὁποῖον διατηρεῖ ἡ πατρὶς ὅταν ὁ στρατὸς αὐτὸς λύῃ τὸν ὅρκον, ὁ ὁποῖος τὸν συνδέει μετὰ τῆς πατρίδος, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ καθεστῶτα μένουσι στερεά, κἀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ Συνέλευσις ζῇ. Ἡ ὕπαρξις τῆς Συνελεύσεως εἶναι πλέον ἀμφίβολος, ἀφοῦ τὸ μεγαλεῖτερον μέρος τῶν Σωμάτων τῆς πρωτευούσης εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε οἱ ὑπαξιωματικοί του τὴν ὑβρίζουν, καὶ λύουν τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδοσαν πρὸς αὐτήν. Συγχρόνως, Κύριοι, ἡ προκήρυξις αὕτη, στηριζομένη προφανῶς ἐπὶ ψευδῶν καὶ φαντασιωδῶν συκοφαντιῶν, διότι τὰ ἐγκλήματα ἄλλων τάξεων τῆς κοινωνίας ζητοῦν νὰ τ’ ἀποδώσουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἀποδεικνύει προφανέστατα, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλῆ δημοσίευσις ὕβρεως διὰ τῆς ἐφημερίδος, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἡ προκήρυξις μιᾶς συνωμοσίας ἀντεθνικῆς. Καὶ ἂν, Κύριοι, οὐδὲν ἄλλο διδόμενον εἴχαμεν, ἤρκει ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἡ μελέτη αὐτῆς· ἀλλὰ συγχρόνως, ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ, Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, μᾶς καταγγέλλονται ἐργασίαι ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος γινόμεναι πρὸς καταστροφὴν τῶν καθεστώτων· τὰς κατήγγειλαν εἰς τοὺς πληρεξουσίους αἱ ἐπαρχίαι των, τὰς κατήγγειλεν ὁ τόπος διὰ τοῦ τύπου, τὰς κατήγγειλαν οἱ πρέσβεις διὰ τῆς ἀλληλογραφίας των πρὸς τὰς Δυνάμεις καὶ διὰ τῶν διακοινώσεων των πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Πολλάκις εἴδομεν τὰς συνωμοσίας ἐξερχομένας ἀπὸ τὸ ἔδαφος καὶ ἀναπνευούσας τὸν ἀέρα τῆς ζωῆς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, συνιστῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ληφθῇ, τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τόσον σπουδαίαν ἔποψιν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐλήφθη ποτὲ ἄλλοτε, διότι ἡ περίστασις ἡ σημερινὴ εἶναι τόσον κρίσιμος, ὥστε ἡ ἐπανάστασις ὁλόκληρος καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος εὑρίσκονται εἰς κίνδυνον, ἐὰν ἡμεῖς, ῥητὴν ἔχοντες ἐντολὴν νὰ φροντίσωμεν περὶ αὐτῶν, ἀδιαφορήσωμεν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἀτόμων μας, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀτομικῆς ἡμῶν τιμῆς, ἔπρεπε ν’ ἀπαξιώσωμεν, καθὼς ἀπηξιώσαμεν ἀπειράκις, νὰ κάμωμεν λόγον· ἀλλ’ ἔχοντες τοιαύτας ἀποδείξεις συνομωσίας καὶ εὑρισκόμενοι ἐνώπιον τοιούτων κρισίμων περιστάσεων, δὲν πρέπει ν’ ἀδιαφορήσωμεν. Δὲν ζητῶ πράγματα, τὰ ὁποῖα νὰ βλάψουν κανένα, δὲν θέλω κανεὶς νὰ πάθῃ, ἀλλὰ θεωρῶ προδοσίαν κατὰ τῆς Πατρίδος, ἐὰν πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ δὲν γίνῃ. Καὶ λέγω, Κύριοι, ὅτι, πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προσκληθῇ αὐθωρεὶ νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Συνέλευσιν, τί ἔμαθε, τί γνωρίζει, τί πράττει καὶ τί σκοπεύει νὰ πράξῃ.
§94ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συγχρόνως δὲ προτείνω, καὶ σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὴ φύγωμεν ἀπ’ ἐδῶ μέχρις ὅτου πεισθῶμεν, ὅτι δύναται ἡ Πατρὶς ν’ ἀναπαύεται ἡσύχως. Καὶ μήπως εἶναι μόνος ὁ στρατὸς τῆς πρωτευούσης, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν; μήπως εἶναι μόνον τὸ «φῶς» τὸ ὁποῖον παρεκτρέπεται εἰς τοιοῦτον ἔγκλημα; Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὰ εἴπω, διότι ὅλοι τὰ γνωρίζετε. Εἰς τὴν Πατρίδα μου ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ἡ ἀκαταστασία· ὁ στρατὸς ἐπετέθη κατὰ τῶν πολιτῶν καὶ κατὰ τηλεγραφικὴν εἴδησιν 7, 8, θύματα ἔπεσαν ἕως τώρα. Εἰς τὰς Πάτρας ἐφάνη ἀπείθεια τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τῶν ἀνωτέρων της· αἱ ἀρχαὶ ἀπὸ διάφορα μέρη καταγγέλλουν ἐνεργείας γινομένας σπουδαίως· περὶ ἀργυρίου εἰσελθόντος πάλιν εἰς Ἀθήνας λόγος γίνεται πολύς· ἡ μεγάλη ἰδέα ἤρχισε πάλιν νὰ τίθεται εἰς ἐνέργειαν πρὸς τὸ κακόν τῆς Πατρίδος, ὡς ἐπὶ Ὄθωνος, διότι τὸ κίνημα αὐτὸ τῆς μεγάλης ἰδέας εἶναι τὸ πλέον ἐπιτήδειον νὰ δολοφονήσῃ τὴν Ἑλλάδα. Διὰ τοῦτο θέλετε, Κύριοι, μοὶ συγχωρήσει νὰ ὑποβάλω ψήφισμα εἰς τὴν Συνέλευσιν. «Ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐχθροὶ τῆς Πατρίδος μας δραστηρίως ἐργάζονται πρὸς ἀνατροπὴν αὐτῆς, καὶ ὅτι εἰς τὰς κρισίμους τοῦ Ἔθνους στιγμὰς οἱ Ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ πρέπει νὰ ᾖναι παρόντες, ὅπου ἡ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ ἐκάλεσεν αὐτούς.» Ψηφίζει. «Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις κηρύττεται διαρκής· οὐδεὶς τῶν Πληρεξουσίων δύναται νὰ ἐξέλθῃ τοῦ περιβόλου τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἄνευ ἀδείας αὐτῆς. Προσκαλεῖται ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις νὰ ἐργασθῇ ἐπιμόνως εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῆς κατὰ τῶν καθεστώτων συνωμοσίας, ἣν ἐμφαίνει ἡ διὰ τοῦ Φωτὸς δημοσιευθεῖσα τὴν 14ην τρέχοντος μηνὸς διακήρυξις τινῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν σύλληψιν τῶν ἐνόχων· νὰ ὑποβάλῃ δὲ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως πᾶν ἔκτακτον μέτρον, ὅπερ αἱ περιστάσεις τυχὸν ἀπαιτοῦσι, καὶ νὰ ἀνακοινώνῃ εἰς αὐτὴν τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν της.» Διὰ τούτου τοῦ ψηφίσματος, Κύριοι, ἐπεδίωξα πρῶτον μὲν τὸ ν’ ἀποδείξῃ ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἀγρυπνεῖ ὑπὲρ τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων, καὶ δεύτερον δίδει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§96ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις.
§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Καθὼς ἡ Συνέλευσις φρονεῖ, νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀκούσωμεν πρῶτον τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραστήσουν τὰ πράγματα πῶς ἔχουν, καὶ τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον.
§98ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§99Δ. Ν. ΒΟΤΣΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Δύο ὑπαξιωματικοὶ φέρουν τὴν ὑπογραφήν των εἰς αὐτὴν τὴν διατριβὴν, τοὺς ὁποίους διέταξα τὸν φρούραρχον νὰ συλλάβῃ καὶ φυλακίσῃ· εἶναι τοῦ 2 καὶ τοῦ 8 τάγματος—ἕνας Δημητρακόπουλος καὶ ἕνας Παρασκευόπουλος· ἔφερον καὶ ἕνα τρίτον ἀκολούθως, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν φέρει τὴν ὑπογραφήν του. Ἐδῶ παρουσιάζονται αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὸ 1 τάγμα καὶ ἀπὸ τὸ 8, τὰ ὁποῖα φέρουν ἕως 40 ὑπογραφὰς ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι ἀποδοκιμάζουν τὴν διατριβὴν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ὁ Διοικητὴς τοῦ Ἱππικοῦ ἀνέφερεν, ὅτι οὐδεὶς τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ ἱππικοῦ εἶναι εἰς αὐτὴν τὴν συντροφιὰ, νὰ εἴπωμεν καλλήτερα. Ἀπὸ ’κεῖ ποῦ φαίνεται τὸ περισσότερον εἶναι τοῦ 2 τοῦ 8 ἢ τοῦ 9 τάγματος. Εἰς τὴν προχθεσινὴν, ἂν ἐνθυμῆσθε, Κυριακὴν εἶχε γίνει μία ἐπίδειξις, ὑπῆρχον στρατιωτικοὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ταγμάτων καὶ τῆς διλοχίας τῶν σκαπανέων, ἀπὸ ἄλλα σώματα δὲν ἦσαν. Πολλοὶ ἀξιωματικοὶ εὑρέθησαν εἰς τὰ καφενεῖα, ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπῆγε νὰ ἐρωτήσῃ πῶς ἐν σώματι βαδίζουν καὶ περιέρχονται τριγύρω εἰς δημόσιον μέρος ὅπου ἦτο ἡ μουσική. Ἐπέρασα κ’ ἐγὼ, τοὺς εἶδα, καὶ μοῦ εἶπαν κατόπιν, ὅ,τι εἶπον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὑπαξιωματικοὶ, «βρὲ σιγὰ ἀνὰ δύο δύο, διότι τοῦ κακοφαίνεται τοῦ ὑπουργοῦ». Φαίνεται ὅτι ἐνέργειαι ἐγίνοντο ἄλλαι καὶ κατέληξαν εἰς αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς προκηρύξεως. Αὐτὸς ὁ ἐκδότης τοῦ «Φωτὸς» ἐφυλακίσθη καὶ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐδόθη διαταγὴ νὰ τοὺς προφυλακίσουν· εἶχον δὲ τοὺς διοικητὰς τῶν ταγμάτων περισσότερον ἀπὸ μίαν ὥραν, καὶ εἰς αὐτοὺς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσουν, διότι, κατ’ ἐμὲ, φαίνεται, ὅτι θὰ ᾖναι καὶ ἄλλοι, νὰ φροντίσουν νὰ τοὺς ἀνακαλύψουν, καὶ τοὺς τοιούτους πρέπει νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν παραδειγματικῶς.
§100ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§101ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Αὐταὶ αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουν ἐπιείκειαν πλέον εἰς τὰς ἐνεργείας μας. Ἐὰν προτήτερα ἐφαινόμεθα ὀλίγον αὐστηρότεροι, δὲν ἠθέλαμεν καταντήσει ἕως αὐτοῦ. Ὁ στρατὸς δὲ ἦτο τόσον κακὸς, ὡς λέγουν, εἶναι ὀλίγοι οἱ κακοὶ καὶ ὀλίγοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν, εἶναι προδόται τῆς πατρίδος, ἐρεθίζουν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους χωρὶς νὰ τοὺς ἐννοοῦν καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Ἀμέσως οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζουν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, ὅτι εἶναι προδόται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ κάμνουν αὐτά. Ἀνεγνώσθησαν αἱ ἀναφοραὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ 2 τάγματος, ἐπίσης καὶ ἄλλων τινῶν ταγμάτων.
§102ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ διοικητὴς τῆς διλοχίας τῶν πυροσβεστῶν μετ’ ἄλλων ἀξιωματικῶν ἔκαμον ἀναφορὰν, ἡ ὁποία λέγει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς τιμωρήσῃ παραδειγματικῶς· εἰς ἐναντίαν δὲ περίστασιν νὰ τοῖς δώσῃ τὴν παραίτησίν των ἀπὸ τὸ Σῶμα.
§103ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (νομάρχης). Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐφρόντισε νὰ κατάσχῃ ἢ νὰ εὕρῃ τὸ πρωτότυπον τῆς ἀναφορᾶς καὶ ποίας ὑπογραφὰς φέρει, γνωρίζετε;
§104ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Φέρει μόνον δύω ὑπογραφὰς καὶ αὐτοὶ παρουσιάζονται ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν ἄλλων.
§105ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς οἰκίας τινὰς γίνονται συναθροίσεις ἀξιωματικῶν 80, 100 τὸν ἀριθμὸν, καὶ εἰς τὰς οἰκίας αὐτὰς ὑπάγουν καὶ κατώτεροι ὑπάλληλοι καὶ συνεννοοῦνται, πρὸς τίνα σκοπὸν δὲν γνωρίζω.
§106ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Περὶ συνεδριάσεων εἰς οἰκίας ἀξιωματικῶν ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχει γνῶσιν, μᾶλλον εἶναι ἁρμόδιοι ἄλλοι, ὁ φρούραρχος, ὁ ἀστυνόμος καὶ ὁ νομάρχης.
§107ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὄχι ὁ νομάρχης.
§108ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν συντάκτην τοῦ Φωτὸς νὰ μᾶς παραδώσῃ τὸ πρωτότυπον, τὸ ὁποῖον φέρει τὰς δύω ὑπογραφὰς, ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μὲ εἶπεν ὅτι ὑπῆγαν καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ καὶ τοῦ ἐζήτησαν μάλιστα καὶ φύλλα τῆς ἐφημερίδος.
§109ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπαρουσίασε κανένα κατάλογον;
§110ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὄχι, τοῦ εἴπομεν νὰ μᾶς τοὺς ὀνομάσῃ, ἀλλὰ μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχομεν τοὺς δύο, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑπογραφὴν, θὰ μάθωμεν καὶ τοὺς ἄλλους, διότι οὗτοι ἔχουν συμφέρον νὰ ᾖναι πολλοί. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι περισσότεροι τῶν 15.
§111ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Ὁ Κ. Καρύδης εἶπεν ὅτι αὐτὰ διενεργοῦνται ἀπὸ 20 ἡμερῶν· εἶπεν, ὅτι δὲν ἤθελε νὰ καταχωρίσῃ τὰς ὑπογραφάς των· ἦσαν δύο ὑπογεγραμμένοι, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν παρεδόθησαν καὶ ἄλλοι καὶ τὸν ἠπείλησαν μάλιστα, ἂν δὲν θελήσῃ νὰ καταχωρίσῃ τὴν ἀναφοράν των ταύτην.
§112Α. Χ. ΛΟΝΤΟΣ. (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς δύω ἀπολήγουν ὅλαι αἱ ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ· τί ἐπράξαμεν δηλ. ἐπὶ τῶν γενομένων ἀπὸ χθὲς, καὶ τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις περὶ τούτων. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, καὶ ἡμεῖς καθὼς καὶ ἡ Συνέλευσις ᾐσθάνθημεν μεγάλην τὴν ἀγανάκτησιν, ὅταν ἀνεγνώσαμεν τὰ φύλλα τοῦ Φωτός· ἠπορήσαμεν δὲ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἐν Ἑλλάδι ἄνθρωποι τόσον αὐθάδεις καὶ παράτολμοι διὰ νὰ διαδώσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε. Τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον συνελθὸν σήμερον, ἐνόμισε κατὰ καθῆκον δύω τινὰ νὰ ἐνεργήσῃ· πρῶτον νὰ προσκαλέσῃ τὸν συντάκτην τοῦ Φωτὸς διὰ νὰ πληροφορηθῇ, πῶς συνῄνεσεν οὗτος νὰ καταχωρισθῶσιν εἰς τὸ φύλλον του αἱ ἐρεσχελίαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἠκούσατε· δεύτερον δὲ ἀπῄτησεν, ὥστε ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν σύλληψιν τῶν στρατιωτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ἔνοχοι τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος πράξεως. Διαταγή, Κύριοι, περὶ τῆς συλλήψεως ἐδόθη, καὶ πιστεύω, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιόν σας, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῆς ἀνακρίσεως καὶ θέλουν δώσει λόγον τῶν πράξεών των ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης· ἐκ τούτου δὲ θέλει προκύψει, ποῖοι ἄλλοι εἶναι ἔνοχοι, ὥστε καθ’ ὅλων αὐτῶν νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν συντάκτην τοῦ Φωτός, ὁ εἰσαγγελεὺς μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν προφυλάκισιν τοῦ συντάκτου τοῦ Φωτός. Πραγματικῶς δὲ ὁ συντάκτης τοῦ Φωτὸς συλληφθεὶς ὡδηγήθη ὑπὸ τὴν δέουσαν προφύλαξιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, εἰς ἣν παρεδόθη. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ πραχθέντα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἐρώτησιν, τί δηλ. φρονοῦμεν περὶ τῶν διαθρυλλουμένων καὶ λεγομένων, σᾶς λέγω Κύριοι, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν μᾶς ἀναγγέλλουσι σπερμολογίας καὶ ὑπάρχοντας φόβους, καὶ ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν μᾶς ἀναγγέλλουσι πάλιν, ὅτι κέντρον ὅλων αὐτῶν τῶν σπερμολογιῶν εἶναι αἱ Ἀθῆναι, ὅτι ἐντεῦθεν ἐκπορεύονται αἱ σπερμολογίαι, ἐνταῦθα τέλος πάντων γίνονται ὅλαι αἱ ἐνέργειαι, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσι γένεσιν καὶ διακλαδοῦνται εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ τί, φρονεῖτε, Κύριοι, ὅτι πτοούμεθα ἡμεῖς διὰ τὰς σπερμολογίας αὐτάς; Δὲν πτοούμεθα, Κύριοι, καὶ δὲν πτοούμεθα, διότι δὲν πτοεῖται τὸ Ἔθνος. Ῥίψατε φιλοτορικὸν βλέμμα ἐφ’ ὅλων τῶν γεγονότων, ἐπὶ τῶν διαθρυλλουμένων, καὶ θέλετε ἀνάξει καὶ ὑμεῖς τὸ φαινόμενον αὐτὸ εἰς τὴν ἰδίαν αἰτίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἀνῆξε καὶ τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ποία εἶναι ἡ αἰτία τοῦ σημερινοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει σκοτεινοτέραν χροιάν; Εἶναι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, οἱ τελευταῖοι σπαραγμοὶ ἀποτυχουσῶν προσδοκιῶν. Καὶ καθ’ ὅσον, Κύριοι, βεβαιοῦται, ὅτι τὰ συμφέροντα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως εὑρέθησαν καὶ εὑρίσκονται ὑπὸ πάθησιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῶσι, καθόσον οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπεθύμουν καὶ δὲν ἀρέσκονται εἰς τὴν μεταβολήν, εἶδον τὰς προσδοκίας των ματαιουμένας, κατὰ τοσοῦτον αἱ ἐνέργειαί των εἶναι φλογερώτεραι, καὶ δὲν κάμνουν ἄλλο εἰμὴ νὰ προστίθενται σήμερον μὲν εἰς τὴν μίαν καὶ αὔριον εἰς τὴν ἄλλην μερίδα. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἐνέργειά των· καὶ ἡ μία δὲ καὶ ἡ ἄλλη μερὶς δίδει μὲν προσκαίρως ἀκρόασιν εἰς αὐτούς, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι τοὺς καταφρονεῖ καὶ δὲν παρασύρεται ὑπ’ αὐτῶν. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ μοναδικὸν φαινόμενον, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἐκτίμησις τῆς σημερινῆς καταστάσεως ἡμῶν· εἶναι τουτέστιν ἡ ἀποτυχία τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων εἰς τὰς προσδοκίας των, καθόσον βλέπουν ἐπικειμένην τὴν λύσιν τοῦ βασιλικοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἀνησυχοῦμεν, καὶ λέγω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ τὸ ἴδιον θάῤῥος, πεποιθυῖα ἄλλως, ὅτι τὸ ὄμμα ἡμῶν ἄγρυπνον ἀκολουθεῖ τῶν πραγμάτων τὴν πορείαν.
§113ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί; πρέπει ν’ ἀνακαλύψητε, ποῖοι εἶναι αὐτοί, διὰ νὰ τοὺς ἐξορίσωμεν, νὰ τοὺς καταδικάσωμεν.
§114ΛΟΝΤΟΣ. Ὅταν σᾶς ὁμιλῶ περὶ ὑποχθονίων ἐνεργειῶν, κατανοεῖτε βεβαίως, ὅτι αἱ ἐνέργειαι αὗται δὲν ἠμποροῦν νὰ δώσουν ἰσχυρὰν λαβὴν οὔτε εἰς διοικητικὰ μέτρα οὔτε εἰς δικαστικὴν ἐνέργειαν. Ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὰς Ἀθήνας ἄνθρωποι τοιοῦτοι· προσκολλῶνται εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην μερίδα καὶ ἐλπίζουσιν, ἐρεθίζοντες τὴν μίαν κατὰ τῆς ἄλλης, οὕτω νὰ φέρωσιν ἀποτέλεσμα σύμφωνον μὲ τὰς ἐπιθυμίας των. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ σημερινὴ κατάστασις καὶ ἐξ αὐτῆς κατὰ τὴν κρίσιν μου ἡ ἀνησυχία τῶν πνευμάτων (θόρυβος).
§115ΚΑΛΟΣ. Γνωρίζετε, Κ. Ὑπουργὲ, ἂν ὑπάρχῃ αἵρεσίς τις ἐν Μεσολογγίῳ, τῆς ὁποίας ὁ ἀρχηγὸς εἶναι κατὰ τὸ...... ἡ αἵρεσις τοῦ Παλαμᾶ, κάμνει προόδους; ἰδοὺ τὶ μὲ γράφουν...
§116ΛΟΝΤΟΣ. Γνωρίζω περὶ αὐτοῦ καὶ ἐλάβαμεν μέτρα· ἤκουσα μάλιστα, ὅτι εἷς, ἀνήκων εἰς τὴν αἵρεσιν τῶν θεοπνεύστων, μετέβη εἰς Μεσολόγγιον διὰ νὰ προσκυνήσῃ τὸν ἱεροφάντην. Οἱ ἐμπνευσμένοι οὗτοι, Ἀγαθαγγελικοὶ λεγόμενοι, εἶναι μυκτηρισμοῦ καὶ οἰκτιρμοῦ ἄξιοι.
§117ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κ. Νομάρχης εἶπεν, ὅτι εἰς μίαν ἢ δύο οἰκίας συνεδριάζουν πολλοί· δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον σκοπόν· ἔχετε γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου;
§118ΛΟΝΤΟΣ. Ὁ Κ. Πληρεξούσιος, ὅστις περὶ συναθροίσεων ὡμίλησεν, ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶναι καὶ Νομάρχης, καὶ ὅτι ἂν ἔλαβε χώραν ὕποπτόν τι ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Καθόσον ἐβεβαιώθην παρὰ τῆς Ἀστυνομίας, εἰς ἣν εἶχα ἐπιτάξῃ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, οἱ σημειωθέντες ὡς συνεδριάζοντες 80 εὑρέθησαν, ὅτι εἶναι τέσσαρες ἢ ἕξ· δὲν ἠξεύρω, ἂν τέσσαρες δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συνέρχωνται εἰς μίαν οἰκίαν.
§119ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§120ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, μᾶς ἀπήλλαξε κατὰ μέγα μέρος ἀπὸ τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους μᾶς ἐνέπνευσεν ἡ εὔγλωττος καὶ παθητικὴ ἀγόρευσις τοῦ Κ. Δεληγεώργη. Καὶ μολονότι, Κύριοι, εἰς τὸ βάθος τῆς καρδίας μου μένει πάντοτε ἡ ὑποψία, μήπως τὰ συμπτώματα ταῦτα μιᾶς ἀταξίας, ἡ ὁποία σήμερον καταγγέλλεται, καὶ αὔριον ἀναφαίνεται, καὶ πάντοτε εἶναι ἐμπρός μας, ὑποδεικνύουσι συνωμοσίαν, βαθύτατα ἐῤῥιζωμένην εἰς τὸν κοινωνίαν μας, ἐπιθυμῶ μολον τοῦτο νὰ πιστεύσω τὸν Κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὶς ἤδη ἐβεβαίωσεν, ὅτι τοιοῦτοι φόβοι δὲν εἶναι σπουδαῖοι, πρὶν ἢ ἐκφέρῃ τὴν βεβαίωσιν ταύτην, ἐφρόντισε νὰ πληροφορηθῇ δεόντως, διὰ ν’ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην. Ἀλλὰ θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον καὶ μετὰ τὰς δοθείσας πληροφορίας ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν παύει τοῦ νὰ ᾖναι σπουδαῖον, σπουδαιότατον. Κύριοι, τὰ σημερινὰ γεγονότα, ὅπως μάλιστα τὰ ἐξέθεσεν ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συνδυαζόμενα καὶ μὲ ἄλλα προηγούμενα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε ἤδη, καὶ τὰ ὁποῖα πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξετέθησαν, τὶ ἀποδεικνύουσιν; Ἀποδεικνύουσιν ὅτι ὁ στρατὸς ἀπώλεσε δυστυχῶς τὴν πειθαρχίαν του, ὅτι ὁ στρατὸς ἔπαυσε τοῦ νὰ ᾖναι ὄργανον πιστὸν τῆς πολιτείας, τῆς ὁποίας ἐκλήθη φύλαξ.
§121ΛΟΝΤΟΣ. Δὲν τὸ παραδέχεται αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις.
§122ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι ἰδική μου γνώμη, Κύριε Ὑπουργέ. Ποῖα δὲ, Κύριοι, τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὸ δυστυχὲς, τὸ ἀξιοδάκρυτον τοῦτο φαινόμενον; Τὰ αἴτια ταῦτα πρέπει ἄραγε νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, πρέπει νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ἢ πρέπει νὰ καταλογισθῶσιν εἰς ἄλλας αἰτίας, εἰς ἄλλα γεγονότα, καὶ ὁποῖα ταῦτα; Λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ οὐχὶ εὐχάριστος κατάστασις τοῦ στρατοῦ, δὲν πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον, καὶ δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ τὸν κολακεύσω· ὁ στρατὸς μέχρι τῆς χθὲς ἦτο τὸ καύχημα τοῦ ἔθνους διὰ τὴν τάξιν καὶ τὴν πειθαρχίαν του· ἐσχάτως παρέλυσε, διότι στοιχεῖόν τι ξένον, ἐχθρὸς εἰσεπήδησεν εἰς τὰς φάλαγγάς του, καὶ αὐτὸν τὸν ἐχθρὸν πρέπει νὰ τὸν εὕρωμεν διὰ νὰ σώσωμεν τὸν στρατόν. Ὁ ἐχθρὸς οὗτος εἶναι ἆραγε ἡ ἐπανάστασις; Ἀληθῶς, Κύριοι, εἰς τὴν ἐπανάστασιν τῆς 10 8βρίου, ὁ ἐθνικὸς στρατὸς εἶχε λάβει μέγα μέρος· διότι ὁ ἡγεμὼν, ὁ ὁποῖος ἐξεδιώχθη, δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ φέρῃ τὴν ῥῆξιν μεταξὺ λαοῦ καὶ στρατοῦ· ὁ στρατὸς ἔζη ἐν τῷ λαῷ καὶ διὰ τοῦτο ᾐσθάνθη βαθύτατα τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκτρᾶς ἐκείνης διοικήσεως· ἔλαβε λοιπὸν μέρος, ὅπως ὤφειλεν, εἰς τὴν ἐπανάστασιν καὶ ἔπραξεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐπανάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ στρατὸς ἔλαβε μέρος, ὑπέσεισεν ἀληθῶς τὴν αὐστηράν του πειθαρχίαν· ἀλλὰ καὶ μετ’ αὐτὴν ἠδύνατο πάλιν εὐκόλως νὰ ἐπανέλθῃ ὁ στρατὸς εἰς τὴν πειθαρχίαν, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἔπραξεν, ἀποδείξας ὅτι πληρέστατα ἐννοεῖ τὴν ἐν τῇ πολιτείᾳ κυρίαν ἀποστολήν του. Τί τὸν ἐμπόδισε λοιπὸν εἰς τὴν ἐπανάστασιν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν τάξιν; Τὶ τὸν ἐμπόδισε; Καὶ τί ἄλλο, Κύριοι, παρὰ ἡ φιλαρχία, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἐστιγμάτισα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Ἀφίνω τὰ σφάλματα τῆς προσωρ. Κυβερνήσεως διότι πολὺς πολλάκις περὶ αὐτῶν ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος. Ἀλλὰ καὶ μετὰ ταῦτα, Κύριοι, πῶς προσεφέρθημεν οἱ πολιτευόμενοι πρὸς τὸν στρατόν; Δὲν ἐπροσπαθήσαμεν νὰ τὸν διαιρέσωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι; δὲν ἠγωνίσθημεν νὰ τὸν ἀναμίξωμεν εἰς τοὺς φατριαστικοὺς ἡμῶν διαπληκτισμούς; Ἀντὶ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα, διότι ἐφρόντισε νὰ συλλάβῃ τοὺς δύο ἀνθυπασπιστὰς καὶ τὸν ἐκδότην τοῦ Φωτὸς καὶ νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης, δὲν ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ βαθύτερον διὰ ν’ ἀνεύρῃ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαιροῦν τὸν στρατόν; ποῖοι οἱ περιτρέχοντες τοὺς στρατῶνας καὶ κατηχοῦντες στρατιώτας καὶ ὑπαξιωματικοὺς· διὰ νὰ τοὺς καταστήσουν ὄργανα τῶν πλέων μιαρῶν, τῶν πλέον ἀντεθνικῶν ἐνεργειῶν; Μᾶς εἴπατε προχθὲς, ὅτι ὁ πέλεκυς τῆς ἐξουσίας θὰ πέσῃ βαρὺς κατὰ παντὸς, ὅστις ἐπιβουλευθῇ τὸ καθεστώς· καὶ ὅμως σταματᾶτε πάντοτε εἰς τὰ ὄργανα, καὶ δὲν τολμᾶτε νὰ προχωρήσητε περαιτέρω· τὸ ἔθνος ἐν τούτοις ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ ποῖοι εἶναι οἱ ὑπαγορεύοντες τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς φιλαρχίας, ποῖοι εἶναι οἱ ὑπενεργοῦντες τὰ καθ’ ἑκάστην διαδιδόμενα πολιτικὰ τολμήματα, ποῖοι οἱ μελετῶντες νὰ εἰσπηδήσωσι βιαίως εἰς τὴν πολιτείαν; τούτους πρὸ πάντων ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ ἡ Συνέλευσις, τούτους πρὸ πάντων ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος, καὶ οὗτοι πρὸ πάντων πρέπει νὰ συλληφθῶσι καὶ παραδοθῶσιν ἀδυσωπήτως εἰς τὴν δικαιοσύνην. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις κατὰ τὰς δοθείσας ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν πληροφορίας δὲν ἠμπορεῖ ἐπὶ τοῦ παρόντος, παρὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ὀφείλει ὅμως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ ἀνεύρῃ τοὺς αἰτίους τῶν καθημερινῶν ταραχῶν, καὶ νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην, νὰ μὴ σταματᾷ δὲ πάντοτε εἰς τὰ ὄργανα, εἰς τὴν τελευταίαν βαθμίδα, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος ν’ ἀναβῇ ὑψηλότερα, ν’ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν πηγὴν καὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἀρχικοὺς αἰτίους αὐστηρότατα. Ὅθεν ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Ἡ Συνέλευσις, ἐφιστῶσα τὴν σύντονον προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν αἰτίων τῆς ἐκ ῥύθμου καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§123ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Τὸ ὡραιότερον μέτρον εἶναι νὰ ἐκφράσωμεν μίαν εὐχὴν νὰ παύσουν νὰ γίνωνται τὰ τοιαῦτα.
§124ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, Κύριε Πρόεδρε.
§125ΒΑΣΟΣ. Ἅμα ἀνέβην τὸ βῆμα ἤκουσα φωνὰς πολλῶν νομιμοφροσύνης «εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι ὁ κακῶς πολιτευόμενος ὁμοιάζει μὲ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἵτινες, αἰσθανόμενοι τὴν ὀσμὴν τῆς πυρκαϊᾶς, ἡσυχάζουν κακῶς ποιοῦντες, μέχρις ὅτου ἀναφλεχθεῖσα κατακαύσῃ αὐτοὺς ἡ φλὸξ, καὶ τότε ἐξυπνοῦν, ἀλλ’ εἶναι πολὺ ἀργά. Ὁ ἔντιμος τῶν Μεσολογγιτῶν πληρεξούσιος, ἐν τῇ ὁμιλίᾳ τοῦ ὁποίου εἰς μὲν τὸ πρόσωπόν του κατωπτρίζετο ἡ καρδία του, εἰς δὲ τοὺς λόγους του ἡ δικαία ἀγανάκτησις τῆς ψυχῆς του, σᾶς ὡμίλησε ἐπὶ μιᾶς καταστάσεως πραγμάτων, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἂν θέλετε νὰ ἐξετάσητε πρὸς στιγμὴν τοὺς κατὰ καιροὺς λόγους ἡμῶν, εἶναι οἱ αὐτοὶ, εἶναι μία σειρὰ γεγονότων, τὰ ὁποῖα πάντοτε δὲν γνωρίζω πῶς τὰ βλέπετε, πάντοτε, λέγω, ἡμεῖς μᾶς ἀπεκρούσατε καὶ τὰ ἐθεωρήσατε ὡς οὐδενὸς λόγου ἄξια. Ἠκούσατε σποραδικῶς γεγονότα τινά· εἰς μὲν τὴν μίαν ἄκραν τῆς Ἑλλάδος τεκταίνεται ἡ μεγάλη ἰδέα, δύναμαι νὰ σᾶς τὸ βεβαιώσω καὶ ἐγώ· εἰς τὴν ἄλλην, «Ὀθωνισταὶ διενεργοῦν τοῦτο, ἢ ἐκεῖνο,» εἰς τὴν ἄλλην «Ἀγαθαγγελισταὶ διαπράττουν ἄλλα,» εἰς τὴν Πρωτεύουσαν εἰς τὸν πυρῆνα ὅλων τῶν κακῶν, τὴν ἑστίαν τῆς φιλαρχίας ἐντὸς τῆς ὁποίας κακὸς τῆς πατρίδος κρύπτεται ὄφις, ποικίλα διαδίδονται καὶ διενεργοῦνται, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε· καὶ μολαταῦτα φωνάζουν οἱ νομιμόφρονες «εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Κύριοι, ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἀλλ’ ὡς καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, ὠφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας ἀπὸ τοιαῦτα ζητήματα διὰ νὰ φέρω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ σῦκα τῆς Καρχηδόνος καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀρχαῖος ῥήτωρ τῆς Ῥώμης Κάτων ὁ πρεσβύτερος ὅστις ὁμιλῶν πρὸς τὴν βουλὴν ἐπέραινε τὸν λόγον ἐνθυμίζων πάντοτε πρὸς αὐτὴν τὸν ἐπίφοβον τῆς Ῥώμης ἐχθρὸν, τὴν Καρχηδόνα· σᾶς ἐνθυμίζω καὶ ἐγὼ πάντοτε τὸν ἐπίφοβον τῆς Ἑλλάδος ἐχθρὸν τὸ ἀνήθικον παρελθὸν, ὅπερ ἀρχίζει νὰ ἀνυψῇ τὴν κεφαλὴν, εἶναι καιρὸς νὰ πατήσωμεν αὐτόν. Δύω τινὰ συμβαίνουν εἰς τὴν πολιτείαν μας, ἐνέργειαι τῆς πεσούσης δυναστίας, καὶ ἐνέργειαι τῶν ἐσωτερικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Ἡ μεταξύ μας ὑπάρχουσα πάλη, Κύριοι, τὸ νὰ καταβάλῃ ἡ μία μερὶς τὴν ἑτέραν δίδει ζωὴν εἰς τὰς Ὀθωνικὰς ἐνεργείας. Καὶ δὲν πρέπει, οὔτε δύναται νὰ ἀρνηθῇ τις, ὅτι ἡ πεσοῦσα δυναστεία ἐντὸς τοῦ Κράτους ἐνεργεῖ συνωμοσίας, δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω ὑπ’ εὐθύνην μου, χωρὶς νὰ δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω· πείθομαι περὶ τούτου ἐν τῇ συνειδήσει μου.
§126Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καταγγείλατε κανένα ἕως τώρα;
§127ΒΑΣΣΟΣ. Δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου· ἐὰν ἤμην ἐξουσία, δὲν ἤθελον δείξει τὴν ἀνικανότητα, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν ἐπὶ τούτου αἱ ἐξουσίαι.
§128ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ὀφείλετε νὰ τὸ κάμετε, ὅταν ἔχετε τὴν βεβαιότητα.
§129ΒΑΣΣΟΣ. Δὲν ἔχω τὰ μέσα. Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω ὅτι λαλῶν οὕτω ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου· εἰς ἐκείνους δὲ, εἰς οὓς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐξασφάλισις τοῦ παρόντος καὶ ἡ εὐκολία καὶ ἡ ἐπιτυχία τοῦ μέλλοντος, αὐτοὶ ἂς ἀκούσουν, καὶ ἂς ἐκπληρώσουν καὶ αὐτοὶ τὸ καθῆκόν των. Ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν ἀπερχόμενός τις εἰς διαφόρους οἰκογενείας, εἰξεύρετε τί ἀκούει; Ἀπόψε θὰ γείνῃ ἓν κίνημα, αὔριον θὰ γείνῃ ἓν κίνημα· καὶ τοῦτο κινεῖ τὴν ἀνησυχίαν τῶν πολιτῶν, δὲν δύνανται νὰ κοιμηθῶσι, δὲν δύνανται νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ ὑπάρχοντά των, οὔτε τὸν ἑαυτόν των, οὔτε τὰς περιουσίας. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ἁπλᾶ; ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ, εἶναι κάκιστα, ἐὰν ᾖναι ψευδῆ, τίς τὰ διαδίδει καὶ τί συμφέρον ὑπάρχει, ὥστε νὰ διαδίδωνται τοιαῦται ψευδεῖς φῆμαι; Βεβαίως ὑπάρχει κακόβουλός τις, ὅστις διαδίδει τὰ ψεύδη ταῦτα. Καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἄλλοτε, ὄπισθεν ἴσως ἄλλων ἰδεῶν, ἐκρύπτοντο καταχθόνιοι διὰ τὴν πατρίδα σκοποί; δὲν παραδέχεσθε, ὅτι ξενικὰ συμφέροντα τῆς πεσούσης δυναστείας, ἥτις ἔχει συμφέρον ἀκόμη εἰς τὸν τόπον, καὶ ἐλπίδας καὶ καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς ὅτι ἤδη ὑφίστανται οἱ φόβοι, ὅτι ὑπάρχουν τὰ μεγαλείτερα συμφέροντα; Δὲν παραδέχεσθε λοιπὸν, ὅτι ἡ δυναστεία αὕτη ὑπὸ ἄλλο πρόσχημα παρουσιάζεται εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον καὶ μὲ λέγει, «κατάβαλε τὸν δεῖνα,» λέγει εἰς τὸν ἄλλον νὰ καταβάλῃ ἐμὲ διὰ νὰ ὑπάρξῃ μία διχόνοια, διχοστασία. Δὲν γνωρίζετε, Κύριοι, πάντες, ὁποῖαι δυσκολίαι ἀνεφύησαν ἐν Εὐρώπῃ ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ ζητήματος; Ἐὰν ὑπάρξῃ μία ταραχὴ σπουδαία εἰς τὸ Κράτος, τίς ἀπὸ σᾶς ἔχει τὴν τόλμην νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῇ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις; Ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κινδυνεύει μεγάλως κατὰ τοῦτο. Καὶ νομίζετε ὅτι τοῦτο δὲν διώκουν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι; Τοῦτο θέλουν, καὶ τοῦτο σκοποῦν. Καὶ ἐγὼ ἐπρόφερα πολλάκις καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἤκουσα τὴν λέξιν «οἱ Ὀθωνισταὶ διαπράττουν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο·» νομίζω, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς λέξεως ταύτης ἐννοῶ καὶ ἐγὼ καὶ ἐκεῖνοι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Νήπιον ἔτι, καὶ σήμερον ἀκόμη, ἀκούω τοὺς μεγαλειτέρους ἀπὸ ἡμᾶς νὰ λέγωσι, νὰ ἐκφράζωνται συμπαθείας, καὶ συμπαθείας τρυφερωτάτας, διὰ τὸν Καποδίστριαν, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος......
§130ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Πρῶτος ἐγώ.
§131ΒΑΣΟΣ. Ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη, ὅπου ἔλλειψεν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, καὶ μολα ταῦτα σήμερον ἐναπομένουν οἱ φίλοι του, ἐναπομένει μία μερίς.
§132ΤΙΝΕΣ. Εἶχεν ἀρετάς.
§133ΒΑΣΟΣ. Ἀλλά, Κύριοι, ὁ Ὄθων φεύγων ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ὕστερον ἀπὸ τριακονταετῆ Βασιλείαν, ὄχι Κυβέρνησιν, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν ἀφῆκε κανένα φίλον· μὲ τοῦτο νομίζετε, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐνέργεια, ἥτις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὸ παρὸν; ἐγὼ λέγω ναί. Ἐὰν ὄχι ἐξ ἀρχῶν, ἐὰν ὄχι ἕνεκεν φρονημάτων, ὑπάρχει ὅμως τὸ συμφέρον, ὑπάρχει μία τάξις ἀνθρώπων ἀρκετὰ μεγάλη, κατεστράφησαν τὰ συμφέροντά της μὲ τὴν καταστροφὴν τῆς δυναστείας καὶ δὲν δύνανται νὰ ζήσουν καλῶς, ὡς ἔζων, ὅταν τὸ παρὸν φθάσῃ τὸ τέρμα του. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι εἶναι οἱ διενεργοῦντες τὴν διατάραξιν τῶν καθεστώτων· οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες εὑρίσκουν τὴν δυστυχίαν εἰς τὸ παρὸν, τὰς δὲ ἐλπίδας καὶ τὰ συμφέροντά των εἰς τὴν ἐπάνοδον τοῦ παρελθόντος, ἂν ὄχι κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, τῆς αὐτῆς ὅμως φύσεως, δηλαδὴ ἂν ὄχι διὰ τὸν Ὄθωνα, διὰ τὸν διάδοχόν του ὅμως· γνωρίζω ἐκ φήμης, ἀκούω αὐτὴν πλανωμένην εἰς τὴν πόλιν, ὅτι ἦλθον πάλιν εἰς τὴν Ἑλλάδα χρήματα· δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον εἶναι ἀληθὲς, καὶ μοὶ φαίνεται, ἂν δὲν λανθάνωμαι, νὰ ἤκουσα κἄτι τι περισσότερον ἀκόμη, ὅτι ἀπελπισθέντες οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἕνεκα τῆς κακῆς τύχης τῶν πρώτων χρημάτων, ἔστρεψαν τὴν προσοχὴν αὐτῶν, ὡς λέγουσι, χωρὶς νὰ εὐθύνωμαι δι’ αὐτὸ, λέγουσιν, ὅτι τὴν ἔστρεψαν εἰς τὸν στρατόν· βλέπετε ὅτι σιμὰ εἰς αὐτὴν τὴν φήμην ἐπαρουσιάσθη χθὲς ἓν γεγονὸς ἀρκετὰ σπουδαῖον, βλέπετε μίαν ἀπείθειαν εἰς Πάτρας, μίαν ἄλλην εἰς ἓν ἄλλο μέρος τῆς Ἑλλάδος.
§134Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἔγεινεν ὅ,τι ἔγεινε παντοῦ.
§135ΒΑΣΟΣ. Ἐδίωξαν τὸν Μοίραρχον οἱ χωροφύλακες, πρᾶγμα πρωτοφανές. Ἀλλὰ τὸ σημαντικώτερον πάντων εἶναι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴδομεν καταχωρισμένον· εἰς αὐτὸ ἤκουσα, ὅτι δύω μόνον ὑπογραφαὶ ὑπάρχουν. Ἤμην χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Διοικητήριον μετὰ διαφόρων ἄλλων ἀξιωματικῶν, ὅπου συνήλθομεν διὰ νὰ σκεφθῶμεν, καθόσον αὐτὸ τὸ ἐθεωρήσαμεν πολὺ σπουδαῖον. Οἱ δύω αὐτοὶ ὑπαξιωματικοὶ οἱ ὑπογράψαντες τὸ ἔγγραφον εἶπον, ὡς καὶ ὁ συντάκτης τῆς ἐφημερίδος λέγει, ὅ,τι οἱ ὑπαξιωματικοὶ οἱ ὑπογράψαντες μίαν ἀναφορὰν εἰς τὴν Συνέλευσιν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆγαν εἰς τὸν συντάκτην ὡς 25 τὸν ἀριθμὸν καὶ δόσαντες τὸ ἔγγραφον μὲ δύω ὑπογραφὰς, εἶπον, ὅτι ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἐρχόμεθα ἐδῶ καὶ σοῦ δίδομεν τὸ ἔγγραφον, ἔχομεν τὰς ὑπογραφάς μας εἰς τὴν ἀναφορὰν ἡμῶν τὴν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὥστε αὔριον σοῦ δίδομεν τὰς ὑπογραφὰς, σήμερον εἶναι περιττόν. Ἐπεθύμουν κύριοι, νὰ βεβαιωθῶ ἂν πράγματι οἱ ἄλλοι ὑπαξιωματικοὶ δὲν ἔχουν μέρος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἤκουσα, καὶ ἴσως ἄλλος καταλληλότερος ἀπὸ ἐμὲ, ὅστις θὰ μὲ διαδεχθῇ εἰς τὸ βῆμα συνάδελφος θὰ σᾶς εἴπῃ τὸ γεγονός, εἶμαι βέβαιος, κύριοι, ὅτι εἶχον καὶ ἄλλοι ὑπαξιωματικοὶ μέρος, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ὁμολογήσουν τὴν πρᾶξιν, καὶ διὰ νὰ ἦμαι καθαρώτερος, ἤκουσα, κύριοι, χωρὶς νὰ εὐθύνωμαι καὶ δι’ αὐτὸ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς διλοχίας τῶν σκαπανέων ἐπροσκάλεσαν, καλῶς ποιοῦντες, τοὺς ὑπαξιωματικούς των καὶ τοὺς εἶπον, ἐὰν ἔχουν μέρος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν· οἱ δὲ ὑπαξιωματικοὶ ἀπεκρίναντο αὐτοῖς μετ’ ἀναιδοῦς παῤῥησίας ὅτι «ναὶ, ἔχομεν μέρος.» Τούτου ἕνεκεν οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν πυροσβεστῶν ἔκαμον ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ εἶπον ἢ νὰ τιμωρηθοῦν οἱ ἄνθρωποι οἱ πράξαντες τοῦτο, ἢ ἡμεῖς παραιτούμεθα· ἀλλ’ ἀπορῶ, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγουν, διότι σᾶς εἶπα τὸ γνωρίζω ἐκ φήμης, ὁ Κ. Βαλτινὸς θὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ἀπορῶ, λέγω, διατί δὲν κατεμήνυσαν ἐν τῇ ἀναφορᾷ τῆς παραιτήσεώς των τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τούτους; δὲν γνωρίζω τὰς λεπτομερείας, σᾶς εἶπον ὅτι διηγοῦμαι ἁπλῶς τὸ πρᾶγμα ἐκ φήμης. Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἐνοχλῶ πολὺ, περαίνων τὸν λόγον μου νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ὡς πάντες ὁμολογεῖτε καὶ ἐγὼ μαζῆ σας ὁμολογῶ, καὶ τὸ ἔθνος ὅλον ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ στρατὸς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ὡς καὶ οἱ πολῖται, κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν μεταπολίτευσιν· ἀπέδειξε δηλ. ὅτι εἶναι ἐθνικὸς στρατὸς, ὡς πᾶς στρατὸς ὀφείλει νὰ ᾖναι. Ἀλλὰ ποτὲ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι εἰς τοιαύτας πράξεις ἀγενεῖς καὶ ἀτίμους δύνανται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν μίαν μεταβολὴν ἀπὸ ἰδέας καὶ ἀπὸ ἀρχὰς χωρὶς συμφέρον, ὅτι δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τοιαύτας ὁμοίας πράξεις. Ἠξεύρετε ποῖοι ἄνθρωποι εἶναι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι πράττουν αὐτὰ, διότι ἐγὼ ἔχω θάῤῥος νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι πρᾶξις τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἔχει ἀρχὴν ἴσως κατά τι ὑψηλοτέραν, εἶναι ἡ ἰδέα μου, δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω, μία ἀνάκρισις θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Λοιπὸν ἄνθρωποι, κύριοι, οἵτινες δὲν ἵδρωσαν διὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἄνθρωποι οἵτινες δὲν ἐστέναξαν, δὲν ἀνέπνευσαν τὴν πνιγηρὰν ἀτμοσφαῖραν εἰς τὴν φυλακὴν δι’ αὐτὴν, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπολέμησαν διὰ τὴν ἐπανάστασιν, δὲν ἔκλαυσαν νεκροὺς συντρόφους δι’ αὐτὴν, ἐκεῖνοι εἶναι, οἵτινες πράττουσι τὰ τοιαῦτα, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ καταστρέψουν τὸ ἔθνος· δὲ δύναμαί ποτε νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἰδέας καὶ ἀρχὰς δύνανταί ποτε νὰ διαπράξουν τοιαύτας ἀτίμους πράξεις. Εἶμι πάντοτε, Κύριοι, συνήγορος τῶν ἐκτάκτων μέτρων, τὰ ἐθεώρησα πάντοτε ὡς ἀναγκαῖα· καὶ τοῦτο διατί; διότι οἱ νόμοι εἰς τὰς πολιτείας γίνονται, ὑπάρχουν διὰ τὰς πολιτείας οὔσας ἐν ὁμαλῇ ἐν τακτικῇ καταστάσει· ὅταν ὅμως μία πολιτεία δὲν ᾖναι εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν, βεβαίως οἱ ὑπάρχοντες νόμοι δὲν ἐπαρκοῦν, ἀπαιτοῦνται μέτρα ἔκτακτα δι’ αὐτὰς τὰς ἀνωμάλους περιστάσεις. Ἐδῶ στηριζόμενος ἐφάνην ἀείποτε ὑποστηρικτὴς τῶν ἐκτάκτων μέτρων. Καὶ σήμερον λοιπὸν συνεπὴς πάντοτε εἰς τὴν ἀρχήν μου αὐτὴν ζητῶ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τὰ ἔκτακτα μέτρα· δὲν ὑποβάλλω πρότασιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καθόσον ὑπάρχουν τόσαι προτάσεις, ὡς ἐκείνη τοῦ Κ. Πετσάλη καὶ ἡ ἰδική μου, καὶ εἰς μὲν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δεληγεώργη, τὴν ὁποίαν θεωρῶ λίαν συντελεστικὴν, προσθέτω νὰ ληφθῶσι πάλιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔκτακτα μέτρα.
§136ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Χαίρομαι, κύριοι, ὅτι πολλάκις λαμβάνω κατὰ περίστασιν τὸν λόγον μετὰ τὸν Κ. Βάσσον, ὅστις τὰ μάλιστα εὐχαριστεῖται νὰ ἔρχηται καὶ νὰ καταγγείλῃ φόβους καὶ τρόμους εἰς τὴν Συνέλευσιν, νὰ προτείνῃ ἔκτακτα μέτρα ἐνταῦθα καὶ νὰ μὴ μεταβαίνῃ ἐκεῖ, ὅπου ἡ Συνέλευσις ἀνέθεσε τὴν ἐξασφάλισιν τῆς πατρίδος, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ καταγγέλλῃ εἰς αὐτὴν ὅ,τι γνωρίζει. Ἐγώ, κύριοι, ἠκολούθησα πάντοτε δρόμον ἀντίστροφον τοῦ Κ. Βάσσου· οὐδέποτε ἦλθον ἐνταῦθα νὰ σᾶς καταγγείλω τι, ἀλλὰ μετέβην ποτὲ μὲν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ἦτο στρατιωτικὸν ζήτημα, ποτὲ δὲ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὡς πληρεξούσιος καὶ ἐν τῇ ἰδιότητί μου ὡς Ἕλλην καὶ διεβίβασα ὅ,τι ἐγνώριζα δυνάμενον νὰ κλονίσῃ τὴν ἡσυχίαν καὶ τάξιν. Ἡ Κυβέρνησις πάντοτε εἶναι ἰσχυρά, ἰσχυροτέρα δὲ ὅλων τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων εἶναι ἡ παροῦσα· ἡ παροῦσα ἄχρι τοῦδε τοὐλάχιστον δὲν ὑπέφερεν οὐδένα κἂν τῶν μικρῶν ἐκείνων κλονισμῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν, τοὺς ὁποίους ὑπέστησαν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις. Ἐὰν τὰ διάφορα μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προῆλθον ἀπὸ διαφόρους ἰδέας, οὐχ ἧττον ὅμως ἔχουν πρὸς τὸ παρὸν ἑνότητα εἰς τὰς ἐργασίας των· ἔχομεν νόμους τακτικοὺς καὶ ἰσχύοντας, ἔχομεν μέσα ἀρκετὰ καὶ ἄφθονα, ἂν θέλωμεν νὰ περιστείλωμεν τὰ πάντα. Κύριοι, χαίρω ὅτι, σήμερον τοὐλάχιστον, εἴμεθα οἱ πάντες ἡνωμένοι, καὶ δὲν παρουσιαζόμεθα κατὰ φατρίας διῃρημένοι· εὐκταῖον τὸ τοιοῦτον ν’ ἀκολουθήσῃ· καὶ ἂν ἦναι ἀναγκαῖαι ὑπόνοιαι ἀφόβως νὰ μᾶς ἑνόνωσι, μὰ τὴν ἀλήθειαν ἤθελον εὐχηθῆ νὰ λέγηται πάντοτε κάτι τι ἔξω διὰ νὰ μᾶς συγκεντρόνῃ εἰς τὸ αὐτό. Κύριοι, χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐξεδόθη τὸ Φῶς, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν σατανικὴν ἐκείνην διατριβήν, τὴν ὁποίαν ἄνθρωποι τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐτόλμησαν νὰ δώσουν εἰς ἕνα προδότην τῆς πατρίδος, ὁ ὁποῖος χωρὶς νὰ φεισθῇ τῆς ἡσυχίας, τοῦ αἵματος τῆς πατρίδος, ἔσπευσε νὰ τὴν λάβῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ νὰ τὴν ἐκδώσῃ εἰς φῶς. Ἐάν, Κύριοι, ἦναι ἄξιοι ποινῆς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν τὴν διατριβὴν αὐτήν, ἀνασκολοπισμοῦ ἄξιος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν τὴν ἔσχισεν ἅμα τὴν παρέλαβεν, ἢ τοὐλάχιστον, ἐὰν παραδεχθῶ διὰ μίαν στιγμὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι τὸν ἐβίασαν, ὤφειλε νὰ μεταβῇ εἰς ἕνα τῶν Κυρίων ὑπουργῶν καὶ νὰ τῷ εἴπῃ, ἐνῷ ἐγὼ τὴν ἐκδίδω, κατασχέσατε τὴν ἐφημερίδα μου, ὅπως μὴ διαδοθῇ. Δὲν συμφωνῶ, Κύριοι, διόλου μὲ τοὺς ἄλλους Σωματάρχας, οἱ ὁποῖοι ἔφερον ἐδῶ διὰ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀναφορὰς τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῶν, δι’ ὧν κηρύττουσιν ἑαυτοὺς ἀθώους· ἡ πρᾶξις αὕτη τῶν ὑπαξιωματικῶν πρὸς στιγμὴν ἐγένετο ὑπὲρ τῆς νομιμότητος· τὸ δικαίωμα ὅμως τοῦτο ἐγὼ ὡς στρατιώτης οὐδέποτε ἤθελον τὸ δώσει, διότι αὔριον δύνανται νὰ τὸ μεταχειρισθῶσι καὶ κατὰ τῶν καθεστώτων. Ἰδοὺ διατί, Κύριοι, τὸ σῶμα τὸ μικρὸν τῶν πυροσβεστῶν καὶ σκαπανέων, ὅπερ διοικῶ, δὲν ἐπαρουσίασεν ἀναφορὰν ἀθωωτικήν, ἀλλὰ παρουσιάσαμεν ἡμεῖς οἱ ἀξιωματικοὶ κατηγορητήριον. Κύριοι, ἀτυχῶς καὶ πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ εἶπον, ὅτι ὁ στρατὸς εὑρίσκεται διῃρημένος, καὶ πολλάκις παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ μέτρα· καὶ ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ σπουδῆς ἀνέλαβεν, ὅπως κατορθώσῃ, εἰ δυνατόν, τὴν συμφιλίωσιν· τὴν διαίρεσιν αὐτήν, ἥτις ἀτυχῶς ἔλαβε χώραν ἐν τῷ στρατῷ, πολλοὶ ἀπὸ διάφορα συμφέροντα κινούμενοι τὴν ὑποθάλπουσι· σήμερον εἶναι οἱ ὀθωνισταί, λέγουν, αὔριον εἶναι τῆς μιᾶς, μεθαύριον τῆς ἄλλης φατρίας. Ἐνέργειαι ὅμως γίνονται ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, καταβάλλονται· καὶ τὰς ἐνεργείας ταύτας, Κύριοι, δὲν ἔρχομαι, ὡς ὁ Κύριος Βάσος μόνον ἐδῶ νὰ τὰς καταγγείλω, τὰς κατήγγειλα εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Κύριοι, βεβαίως δὲν θέλω διόλου νὰ σταματήσω εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐνέργειαι ἐξωτερικαὶ δὲν γίνονται κατὰ τῆς εὐημερίας τῆς πατρίδος, ἐξ ἐναντίας τὰς ἐνεργείας αὐτὰς, βεβαίως, θέλουσι νὰ τὰς μεταδώσωσιν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἂν μίαν ἡμέραν κατορθωθῇ νὰ κλονίσωσι τὴν πραγματικὴν Ἑλληνικὴν πίστιν τοῦ στρατοῦ, πιστεύσατε, ὅτι τὰ πάντα τελειώνουσιν· ἀλλ’ ὄχι μόνον ἐξωτερικαὶ ἐνέργειαι γίνονται, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικαί· ἐὰν, Κύριοι, φεισθῶμεν τοῦ Ἑλληνικοῦ ὀνόματος, ἐὰν φεισθῶμεν τῆς Πατρίδος ἡμῶν καὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῆς, θὰ παρακαλέσω ὅλους τοὺς κομματάρχας νὰ ἐνεργῶσιν ὅ,τι θέλουν, ἀλλ’ ἔξω τοῦ στρατοῦ. Κύριοι, κατήγγειλα ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος προχθὲς ὑπαξιωματικούς μου τοὺς περιεποιεῖτο καὶ τοὺς προητοίμαζε διὰ κίνημα. Κύριοι, κατήγγειλα στρατιώτην, τὸν ὁποῖον καὶ ἔθεσα εἰς τὰς φυλακάς, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἀναίδειαν ἔλεγεν· «ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν στημάρομεν τὸν Μπότσαρην κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ διοικητοῦ μας Βαλτινοῦ», καὶ ἐπισυνάπτων ἀπείρους κατ’ ἐμοῦ ὕβρεις, ἐπρόσθετε, «νὰ μὴ νομίσουν ποτὲ ὅτι θὰ κατορθώσουν νὰ ἐμποδίσουν τὸ κίνημα, καὶ ὁ ὑπουργὸς καὶ Βαλτινὸς καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ, ἂν γείνῃ τίποτε καὶ ζητήσουν νὰ μᾶς ἐμποδίσουν, τότε θὰ ἴδωσι πόσαις βολιαῖς θὰ λάβωσιν εἰς ταῖς πλάταις των.» Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω μικρόν τι Σῶμα, ἀλλ’ ἐνῷ διευθύνω αὐτὸ τὸ σῶμα, ἔχω τὴν ἄπειρον τιμὴν νὰ ἔχω συναδέλφους ἄλλους τινὰς ἀξιωματικοὺς, τῶν ὁποίων, ἂς καυχηθῶ παραπολὺ, πρέπει νὰ ζηλεύσουν τὰς θέσεις των ἄλλοι. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, Κύριοι, ἀπαρτίζουσι μέρος ὁμάδος, ἥτις, ὅτε ὁ Ὄθων κυρίαρχος διὰ τῆς λόγχης καὶ τοῦ αἵματος ἐγένετο δευτέραν φορὰν τῆς Ἑλλάδος, ἐτόλμησε νὰ τοῦ διαμφισβητήσῃ τὰ κυριαρχικά του δικαιώματα. Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, διατὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ δὲν ἠθέλησαν κατ’ οὐδένα λόγον νὰ βαδίσωσι τὴν σεσαθρωμένην ὁδόν. Ἅμα ἔλαβον γνῶσιν τοῦ γεγονότος, προσεκάλεσα τοὺς ὑπαξιωματικούς, οἵτινες ἀληθῶς, ὡς εἶπεν ὁ Κύριος Βάσσος, δὲν ἠρνήθησαν τὴν διατριβὴν, ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω ὅτι δὲν μετεχειρίσθησαν κυνικὴν ἀναίδειαν, ὡμολόγησαν τὴν ἀπάτην καὶ στενοχωρίαν των, ὅτι ἐγένοντο ὄργανα ἐνεργείας, τὴν ὁποίαν δὲν κατενόησαν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡμεῖς, εἶπον, δὲν κατεδέχθημεν κατ’ οὐδένα λόγον νὰ μετέχωμεν στρατοῦ, ὁ ὁποῖος γίνεται ὄργανον κεκρυμμένων σκοπῶν ἀντεθνικῶν.
§137ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Τοὺς συνελάβετε;
§138ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὴν ἐρώτησιν ταύτην τοῦ Κυρίου Σουλτάνη καὶ ἄλλου τινὸς ἤκουσα καὶ ἀπαντῶ ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ εἶναι ἐν γνώσει τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ, καὶ εἶναι πάντοτε εἰς τὴν διάθεσίν του ὁψέποτε τοὺς ζητήσει, δὲν φεύγουν, διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ ὁμολογοῦσι τὸ γεγονὸς, λέγοντες, ὅτι οἱ δύω ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἐπροφυλακίσθησαν κατὰ τὸ λέγειν τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ, οἱ δύο αὐτοὶ ὑπαξιωματικοὶ τοὺς ἐπαρουσίασαν ἓν ἔγγραφον, μίαν διατριβὴν, μέλλουσαν νὰ καταχωρισθῇ, δὲν ἀναγνωρίζουσιν ὅμως τὴν εἰς τὸ Φῶς καταχωρισθεῖσαν· ὅταν ἡ ἀνάκρισις εὕρῃ, ὅτι αὐτοὶ συμμετέσχον αὐτῆς τῆς διατριβῆς, οἱ νόμοι πρέπει νὰ πέσωσι βαρεῖς κατ’ αὐτῶν· οἱ δύο αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι συνελήφθησαν, ἀνακρινόμενοι, ἂς μαρτυρήσουν καὶ ὄχι μόνον 20, 30, 80, ἀλλὰ καὶ 200 ἂν ᾖναι, καὶ οἱ 200 πρέπει νὰ ἐκλείψουν ἀπὸ τὸν στρατόν. Βλέπετε, ὅτι, ἐὰν ἠθέλησάν τινες νὰ λάβωσι τὸ γεγονὸς χθὲς ὡς ἐπιχείρημα, ὅπως ὠφεληθῶσιν εἰς τοὺς φατριαστικοὺς σκοπούς των, ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἑλληνικὴν καθαρὰν καρδίαν, καὶ λέγουν θὰ κτυπήσωμεν κατακέφαλα τοὺς πάντας· ἐγὼ δὲν θὰ συγχωρήσω ἐνέργειαν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, ἂν γείνῃ, εἴτε ἀπὸ ἐξωτερικὴν εἴτε ἀπὸ ἐσωτερικὴν κακὴν καὶ ἀθλίαν καρδίαν. Ἤθελον νὰ σᾶς ἀναγνώσω, καθὼς τὴν ἐζήτησεν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, τὴν ἀναφορὰν μας, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ὀλίγον ἐκτεταμένη τὸ θεωρῶ περιττὸν, τὴν περίληψιν τὴν ἠκούσατε, δὲν θέλομεν νὰ ὑπηρετῶμεν εἰς τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησε τὸ πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς του ὀφειλόμενον σέβας, ἐὰν ἐκ τῶν ἀνακρίσεων ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτοὶ ὑπῆρχον ἐν γνώσει τῶν διατρεξάντων.
§139ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη;
§141ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι!
§142Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἔκαμον ἐπὶ τῶν τελευταίων σκανδάλων, τὰ ὁποῖα ἐγνώσθησαν σήμερον, δὲν διαφέρουσι σχεδὸν ἀπὸ τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς σᾶς ἀνεκοίνωσεν. Ἐσκέφθην, Κύριοι, ὅτι βεβαίως τ’ ἀλλεπάλληλα ταῦτα σκάνδαλα εἰσὶ συμπτώματα μαρτυροῦντα τάσεις καὶ ἐνεργείας, ἀλλὰ τὰς τάσεις ταύτας καὶ τὰς ἐνεργείας δὲν θεωρῶ τοσαύτης ἀξίας, τοσαύτης σπουδῆς καὶ μελέτης, διότι ἀπέδωκα αὐτὰς ἐπίσης, ὡς ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, εἰς τὰς ἀποτυχούσας προσδοκίας. Καὶ ὁμιλῶν, Κύριοι, περὶ ἀποτυχουσῶν προσδοκιῶν, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴν ἐπιτείνητε πολὺ τὴν σημασίαν τῆς φράσεώς μου ταύτης, διότι ἐννοῶ μόνον τὰς προσδοκίας ἐκείνας, αἵτινες περιέργως προσβλέπουν πάντοτε μετὰ μειδιάματος εἰς τὰ ὑπάρχοντα ἐρείπια τῆς Νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. (Ἐνταῦθα ὁ Κ. Δημ. Κριεζῆς λαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ἀντὶ τοῦ Κ. Βάλβη).
§143ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Βεβαίως εἶπον «περιέργως», διότι οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἐντολήν σας ταύτην ἴσως κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν ὑπὲρ ἄλλοτε εἶναι κεκλημένοι νὰ γευθῶσι καὶ πικρίας, οὐδὲ νὰ κάθηνται ἐπὶ ῥόδων. Ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, Κύριοι, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἐλησμόνησε τὰς μεγάλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας εὐγλώττως ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου πληρεξούσιος σᾶς ἐξέθηκεν, ἡ ὁποία ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὰ μέγιστα συμφέροντα τῆς πατρίδος, τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν ἐκκρεμῆ, καὶ τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἐπ’ αὐτῶν δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι τὰ ἀλλεπάλληλα ταῦτα σκάνδαλα, οὔτε παρέλειψεν, οὐδὲ θὰ παραλείψῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει διὰ νὰ φροντίσῃ ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως, ἀκολουθοῦσα κατὰ βῆμα τὰς ἀνακαλύψεις, τὰς ὁποίας ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ θὰ κάμῃ, θέλει δ’ ἔχει πάντοτε τὸ θάῤῥος καὶ τὴν θέλησιν νὰ μὴ σταματήσῃ οὐδαμοῦ καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης πάντα, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ὁ ἀνακαλυφθησόμενος. Σᾶς παρεκάλεσα, Κύριοι, νὰ διαστείλητε πολὺ, νὰ περιορίσητε εἰς στενὴν σημασίαν τὴν φράσιν τὰς «ἀποτυχούσας προσδοκίας», εἰς τὰς ὁποίας ἀπέδωκα τὴν αἰτίαν τῶν σκανδάλων τούτων, διότι δὲν ἤθελον νὰ δώσω τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν νὰ νομίσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πόῤῥω ἡμῶν διατείνονται, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ ἔθνει πλειονοψηφία ἢ μειονοψηφία, καὶ ὅτι ἡ τελευταία σύρει νῦν τὸ ἔθνος. Ἐὰν, Κύριοι, καὶ οἱ συνάδελφοί μου καὶ ἐγὼ ἐφρονοῦμεν, ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι δὲν δύνανται νὰ παρέχωσιν ἡμῖν ὅλας τὰς εὐκολίας, τῶν ὁποίων χρῄζομεν πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἀνακάλυψιν τῶν ὑπενεργειῶν αὐτῶν, ἠθέλομεν βεβαίως προσέλθει καὶ ζητήσει τὴν συνδρομὴν ὑμῶν. Ἐκτιμῶ τὴν ἀνυπομονησίαν, τὴν ὁποίαν ὁ εὔγλωττος ἐκ Μεσολογγίου πληρεξούσιος ἐμαρτύρησε, προσκαλέσας ὑμᾶς νὰ μείνητε ἐν διαρκεῖ συνεδριάσει μέχρις οὗ φερθῶσιν ἐνώπιον ὑμῶν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀνακρίσεων, αἱ ὁποῖαι ἐνεργοῦνται, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ πραγματοποίησις τοῦ μέτρου τούτου θέλει παραστήσει ἐκτὸς ἡμῶν τὴν παροῦσαν κατάστασιν πολὺ χειροτέραν, παρ’ ὅ,τι πραγματικῶς εἶναι, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον τὸν παρακαλέσει νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην του ταύτην.
§144ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν ἀποσύρω, διότι ἐπεθύμουν νὰ μείνῃ ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον διαρκὴς, ἐφ’ ὅσον ἀπαιτεῖται διὰ νὰ πληροφορηθῇ, ἐὰν ἡ φρουρὰ τῆς πρωτευούσης ἅπασα τὴν ὑβρίζῃ ὡς ἄτιμον, ὡς λύσασαν τὸν ὅρκον της, διότι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη, δὲν λέγει, ἐὰν τὸ ⅕ τὰ ¾ τὰ ⅞ ἢ τὰ 9/10 εἶναι ὑπὲρ τῆς προκηρύξεως, εἶναι ἐντὸς τῆς συνωμοσίας ἢ ἐκτός· χρεωστῶ λοιπὸν νὰ ἐνισχύσω τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦτο θέλω νὰ ἦναι διαρκὴς ἡ Συνέλευσις, καὶ ὅταν ἤκουσα τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ δυνάμενον νὰ προσδιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν, ἀλλ’ αὐξάνοντα αὐτὸν ἀπὸ 2 μέχρις 20, χρεωστῶ ἐπίσης νὰ ἐνισχύσω τὴν ἐξουσίαν. Λυποῦμαι δὲ ἔτι περισσότερον, διότι ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡμίλησε φιλοσοφικῶς· ἐγὼ ἔδειξα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἄπειρον ἐμπιστοσύνην, εἶπον ὅτι θὰ περιμείνω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ καὶ ἔκτακτα μέτρα, ἐὰν τὰ νομίσῃ ἀναγκαῖα. Ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα ἔκτακτα μέτρα, τὸ μόνον ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα ἦτο νὰ μείνωμεν διαρκεῖς.
§145Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀστυνομία, ἡ ὁποία ἐξασκεῖται ἐπὶ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἡ ἀστυνομία ἡ ὑπάρχουσα ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἡ ἀστυνομία αὕτη, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, παριστᾷ, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀφορμὴ πρὸς λῆψιν τοιούτων μέτρων, οἷα ὁ Κύριος Πληρεξούσιος Μεσολογγίου ἀνέφερεν. Οἱ αὐτουργοὶ τῶν σκανδάλων, τὰ ὁποῖα τελευταῖον ἐπράχθησαν, οἱ αὐτουργοὶ αὐτοὶ μετροῦνται διὰ δακτύλων καὶ ἐὰν ὑπερβαίνωσι τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, ἀποτελοῦν ὅμως μειονοψηφίαν ἀξίαν περιφρονήσεως, οὐδὲ δύνανται νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν τοιούτων φόβων, οἵτινες δύνανται νὰ προσκαλέσωσι τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους διὰ νὰ μείνωσιν ἐν διαρκεῖ συνεδριάσει καὶ ἴσως μάλιστα, νομίζω, ὅτι πολλάκις οἱ ὑπερβολικοὶ φόβοι δὲν προλαμβάνουσιν οὐδ’ αὐτοὶ τὰ σκάνδαλα ταῦτα καὶ τοὺς αὐτουργοὺς αὐτῶν. Καὶ ἐὰν, Κύριοι, τινὲς ἐκ μεγάλου φίλτρου πρὸς τὴν ἐπανάστασιν, ἐκ μεγάλου σεβασμοῦ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτῆς, τῆς μεγάλης καὶ ἀκράτου σπουδῆς πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτῆς, συνέλαβον ὑπερβολικοὺς φόβους, ἂς λάβουν τὴν βεβαίαν πεποίθησιν ἐκ τῆς ὁμολογίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται σήμερον τὴν ἐντολήν σας, ὅτι οἱ φόβοι αὐτοὶ εἶναι μάταιοι, διότι, ἐάν τινες δύνανται νὰ διανοῶνται νὰ καταστήσωσιν αὐτοὺς ἐφικτοὺς, ἡ δικαιοσύνη θὰ τοὺς ἀκολουθήσῃ παντοῦ, καὶ θὰ τοὺς φέρῃ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ θὰ τοὺς ὑποβάλῃ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων.
§146ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κάμνω τὴν πρότασιν, ὅτι «ἡ Συνέλευσις, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκτεθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι 4, 5 προτάσεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπὸ συζήτησιν, ὑπάρχουν 6, 8 οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, τότε νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τοὺς κατὰ σειρὰν ζητήσαντας αὐτόν. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Συνέλευσις νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§148ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Βιλαέτης ἔχει τὸν λόγον.
§150ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΒΙΛΑΕΤΗΣ. Κύριοι, σήμερον σᾶς ἐπαρουσιάσθη πάλιν ἀντικείμενον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπαπειλεῖται ἡ ἡσυχία τοῦ Κράτους, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπαπειλεῖται ἡ ἐπανάστασις, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπαπειλεῖται ἡ ἐλευθερία. Δὲν ἔχω δὲ νὰ ψεύσω ποσῶς οὔτε τὰς πράξεις, οὔτε τὰς ἐκφράσεις, ἐξ ἐναντίας λέγω, ὅτι ὅσοι ὡμίλησαν ὡμίλησαν μὲ πολὺν ζῆλον, μὲ πολλὴν ἀγάπην διὰ τὴν ἐπανάστασιν. Μετὰ τοὺς ὁμιλήσαντας, Κύριοι, ἦλθε τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ σειρὰν, καὶ σᾶς ὡμίλησε περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· τὸ ὑπουργεῖον ἀναμφιβόλως ἀνέλαβε μίαν εὐθύνην μεγίστην, ἂν δὲν παρέστησε τὸ πρᾶγμα, ὁποῖον εἶναι. Τὶ σᾶς παρέστησε τὸ ὑπουργεῖον; Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὶ σᾶς εἶπε; Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε, δὲν εἶναι, εἰμὴ σπερμολογίαι τῶν ἀποτυχόντων· ἐγὼ τὸ «ἀποτυχόντων» τὸ θέλω ὡς ἀπόδειξιν ὁμολογουμένως ὅτι δὲν εἶναι γνωστὰ τὰ πρόσωπα· ἐὰν ἐννοῇ τοὺς ἀποτυχόντας ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, τότε θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει ἓν ἄλλο τι, διατηρεῖ μίαν θέσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τόσον εὐχάριστος δι’ αὐτήν· λέγω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι τόσον εὐχάριστος, διότι ἐπροσδιώρισε τὴν θέσιν της εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀποτυχόντων αὐτῶν, καὶ τότε, Κύριοι, ἐὰν ἀποδώσωμεν, ὅτι οἱ ἀποτυχόντες τῆς Ἐξουσίας εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ διαδίδουν, διατί ἡ Συνέλευσις δίδει τόσην προσοχὴν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν τὴν ἐξουσίαν; Ἄρα τὸ ἔθνος εἶναι ὑπόχρεων νὰ περιμένῃ εἰς τὴν ὑπάρχουσαν αὐτὴν Συνέλευσιν. Ἐὰν ἦναι ἄλλοι ἀποτυχόντες, ἂς τοὺς ἀνεύρουν, καὶ τότε ἰδοὺ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποκινοῦν τὰ τοιαῦτα πράγματα, οἱ ὁποῖοι ἐπαπειλοῦν τὴν ἡσυχίαν, οἱ ὁποῖοι ἐπαπειλοῦν τὴν ἐπανάστασιν. Ἔρχεται, Κύριοι, ἕνας ἄλλος, τοῦ ὁποίου τὰ αἰσθήματα ἐκτιμῶ, καὶ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ, καὶ τοῦ Κυρίου Βάσου καὶ τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ, ἔρχονται καὶ τί σᾶς λέγουν; «δὲν εἶναι ἐνέργειαι ἐξωτερικαὶ μόνον, εἶναι καὶ ἐνέργειαι ἐσωτερικαί.» Καὶ τί ἐνέργειαι εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔφερον τὸν στρατὸν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, αἱ ὁποῖαι τὸν ἀποσύνθεσαν; δὲν δύνασθε νὰ δικαιωθῆτε, καὶ ὁμιλῶ μετὰ θάῤῥους, διότι ἔχω μεγάλην συναίσθησιν, μεγάλην ἀγάπην διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Συνελεύσεως, δὲν δύνασθε νὰ δικαιωθῆτε, ὅταν βλέπετε, ὅτι ὁ στρατὸς ἐταπεινώθη εἰς τοσοῦτον βαθμὸν ἀπὸ ἐνεργείας προσώπων, προσβλεπόντων πρὸς τὴν ἐξουσίαν· καὶ διατί, Κύριοι, κατακρίνετε τὸν στρατὸν, ὅταν σεῖς τὸν διαιρεῖτε; (θόρυβος). Διὰ τοῦτο, ὅταν βλέπετε καταγγέλλοντας αὐτοὺς τοὺς ἰδίους ταραξίας, ὅτι ὁ στρατὸς ὡδηγήθη εἰς αὐτὴν τὴν ἀπείθειαν, εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, διατί στρέφετε τὰς ὄψεις σας καὶ κατακρίνετε τὸν στρατὸν διὰ τὴν θέσιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν διατηρεῖ; Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κάμνω τὴν καταγγελίαν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διέφθειραν τὸν στρατόν· ἐκεῖνοι, ὅπου τὴν ἔκαμαν, ἠμποροῦν νὰ τοὺς γνωρίσουν, καὶ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ εἴπουν ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν διέφθειραν. Καταλαμβάνει πάλιν τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Κύριος Βάλβης.
§151ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Ἤκουσα, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ καθίσματός μου ἕνα φίλον μου, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν εἰλικρίνειαν δίδω ἀξίαν· «Μὴ μᾶς βιάζετε νὰ ἐξηγήσωμεν, εἶπε, πρόσωπα καὶ πράγματα». Ἐγὼ εἶμαι ἐν ἀγνοίᾳ, δὲν ἀποδίδω τὸ ἔγκλημα εἰς τὸν στρατὸν, δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὰς πράξεις τῶν ἀξιωματικῶν, ἔρχομαι εἰς τὴν θέσιν τοῦ στρατοῦ· (θόρυβος). Κύριοι, ἀρκετὰ εἶπον.
§152ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§153ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Ἄ! Ὄχι! Ἕν ἀναγκαῖον ἔχω ἀκόμη! λέγω· ἐχθροὶ τοῦ παρόντος—νὰ τὸ καθαρίσωμεν—ἐχθρὸς τοῦ παρόντος εἶμαι καὶ ἐγὼ, ἐχθροὶ τοῦ παρόντος εἶσθε καὶ σεῖς.
§154ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἐγὼ δὲν εἶμαι.!
§155ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Εἶσαι ἐναντίος τῆς ἐπαναστάσεως, εἶσαι ὀθωνιστὴς, μὲ συγχωρεῖς (γέλως). Παριστάνετε ἆρά γε τὸ παρὸν καλλίτερον ἀπὸ τὸ παρελθόν; Ἡ πίεσις, ἡ κατάθλιψις, ἡ πενία, ἡ δουλεία, ἡ ἀπώλεια τῆς ἐλευθερίας εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, καὶ ἴσως εἰς χειροτέραν, ἀφ’ ὅ,τι ἦτον ἐπὶ Ὄθωνος. (θόρυβος). Ἔρχομαι εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς παρετήρησεν ὁ Κύριος Δεληγιάννης. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἐπωφελὲς εἰς κάθε στιγμὴν νὰ παριστάνετε ἀπὸ τοῦ βήματος ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δίδουν εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον νὰ πιστεύσουν, ὅτι κλονίζεται ἡ ὕπαρξις τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ 5 μῆνας δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τίποτε, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐνεργοῦνται καθεκάστην ἀντιπράξεις. Δὲν θέλω νὰ σᾶς συστήσω τὴν ἀτιμωρησίαν, οὐχ ἧττον ὅμως εἶμαι ἐναντίος τῶν μέτρων τῶν ἐκτάκτων. Ἂς προκαλέσωμεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας τὸ σέβας καὶ τὴν ἀγάπην, καὶ αὐτὸ μᾶς ἐξασφαλίζει, τὰ ἔκτακτα μέτρα δὲν μᾶς ἐξασφαλίζουν.
§156ΙΑΛΕΜΟΣ. Ὅσοι, Κύριοι, νομίζουν, ὅτι οἱ φόβοι αὐτοὶ εἶναι ὑπερβολικοὶ ἢ μάταιοι, δὲν ἐπλησίασαν τοὺς συνωμότας τοῦ Μαΐου, δὲν ἐπλησίασαν τοὺς συνωμότας τοῦ Ὀκτωβρίου, δὲν ἠξεύρουν τὶ θὰ εἰπῇ συνωμοσία. Ἐὰν, Κύριοι, δὲν ὑπῆρχε μία ἐλαφρὰ ἀπερισκεψία τοῦ ἀγαθοῦ καὶ εἰλικρινοῦς πατριώτου Κυρίου Κορωναίου, ἡ συνωμοσία τῆς 16 Μαΐου ἐφούντωνεν ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ δὲν ἤξευρε τίποτε ἡ Κυβέρνησις. Ἡ συνωμοσία τοῦ Ὀκτωβρίου παριστάνετο ἀπὸ τὸν ἔπαρχον τῆς Βονίτσης ὡς μηδαμινή. Ὅταν ὁ ἀείμνηστος Γρίβας ὕψωσε τὴν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως, ἤρχετο ἐνταῦθα ἐπιστολὴ τοῦ Ἐπάρχου Γιολδάση, μηδεμίαν συγγένειαν ἔχοντος μὲ τὸν πληρεξούσιον Γιολδάσην, ὁ ὁποῖος ἔγραφε· «Σᾶς ἐγγυῶμαι προσωπικῶς ὅτι δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς κίνδυνος». Ὅσοι δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὰς συνωμοσίας δὲν ἠξεύρουν τὰς τέχνας των. Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ φόβοι αὐτοὶ, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι μεγάλοι, ὅσην ὑπόστασιν καὶ ἂν ἔχουν αἱ ἐνέργειαι αὐταὶ, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ δικαιώσωσί ποτε τοὺς ἐν Βαυαρίᾳ ἐπαναλαμβάνοντας καὶ δι’ ἐγγράφων διακηρύττοντας καὶ διαδίδοντας ὅτι ἔχουσι μειονοψηφίαν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος. Ὁ φόβος τοῦ Κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ εἶναι δίκαιος· πᾶσα ἐξωγκωμένη παράστασις τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν δύναται νὰ βλάψῃ τῳόντι εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων· ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τῶν ἐνεργειῶν τούτων. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι μία συνωμοσία, καταγγελθεῖσα πρὸ δύω ἢ τριῶν μηνῶν, ἀπέβη ἐπὶ τέλους μηδέν, ἡ συνωμοσία τῶν Βερναϊκῶν, καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶχε τὴν τόλμην νὰ εἴπῃ ὅτι ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως τοῦ ὑπεσχέθησαν ἄνθρωποι τὴν συνδρομήν των, καὶ ἐπειδὴ δὲν τοῦ παρέσχον αὐτὴν, τοὺς ὠνόμασεν ἀνάνδρους «ils sont laches» εἶπεν» ἐγὼ τοῦτο δὲν τὸ πιστεύω, ἀλλὰ διὰ τούτου δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ ὅτι ἡ συνωμοσία εἶχεν ἐκτεταμένας διακλαδώσεις καὶ εἰς ἀρκετὰ μέγαν βαθμὸν, ὅτι εἶχε φθάσει εἰς σπουδαῖα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὅμως, κατανοήσαντα τὸν κίνδυνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔθετον τὴν πατρίδα των, ὠπισθοδρόμησαν. Ἔκτοτε αἱ ἐνέργειαι αὐτῶν δὲν ἔπαυσαν οὐδὲ μίαν στιγμήν· ἀφ’ ὅτου ἡ κοινωνία εἶχε παύσει πιστεύουσα εἰς τὴν συνωμοσίαν τῶν Βερναϊκῶν, τότε ἴσα ἴσα ἡ ἐνέργεια ἤρχισε πολὺ ἐπιτηδειοτέρα, ἢ μᾶλλον πλέον ἀπαρακάλυπτος, διότι ὑπῆρχεν ἡ προκατάληψις, ὅτι συνωμοσία δὲν ὑπάρχει. Δύνασθε ν’ ἀπευθυνθῆτε εἰς τὸν Νομάρχην Λακωνίας, Κύριον Ῥοντήρην, καὶ αὐτὸς θέλει σᾶς εἰπεῖ λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναφέρω, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων θέλετε πεισθῆ ὅτι ἡ ἐνέργεια ἐκείνη ὑπῆρχε σπουδαία. Θέλετε πεισθῆ ἐκ τῶν λεγομένων του, ὅτι ἡ συνωμοσία ἤρχισεν ὅτε ἤδη ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν ὑπάρχει συνωμοσία. Ἔκτοτε ἤρχισαν νὰ ὑφίστανται αἱ προσπάθειαι ἐκεῖναι, τῶν ὁποίων ἔκρηξις εἶναι τὰ χθεσινὰ συμβάντα· ἑπομένως φρονῶ ὅτι, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸν φόβον ὅτι διὰ τοιούτων διαδόσεων θέλομεν καταστήσει δυσκολώτερον τὸ ζήτημα τοῦ Βασιλέως, ἡ τιμωρία τῶν ἐνόχων πρέπει νὰ γείνῃ παραδειγματικὴ, διότι ἡ τιμωρία αὕτη δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἀντὶ νὰ ἔχωμεν μετὰ ταῦτα περισσοτέρους κινδύνους καὶ νὰ ὑφιστάμεθα μεγαλειτέρας καὶ σπουδαιοτέρας δοκιμασίας δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν ἀπὸ τοῦδε περιπλοκὰς, αἵτινες ἤθελον κατασταθῆ ἐπικίνδυνοι βραδύτερον. Ἂς φροντίσωμεν πρὸ πάντων νὰ τιμωρηθῇ τὸ παρελθὸν, διότι δὲν εἶναι, Κύριοι, μόνον αἱ ἐνέργειαι αὐταὶ, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι, πρέπει νὰ παύσῃ ἀκόμη καὶ ἡ ἐπιείκεια, τὴν ὁποίαν πρὸ πολλοῦ ἐδείξαμεν εἰς τὸ παρελθόν· πρέπει νὰ παύσῃ ἡ τάσις τινῶν εἰς τὸ νὰ λαμβάνωσιν ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτῶν τὸ παρελθὸν, διὰ νὰ ἀποβῶσιν ἰσχυρότεροι. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐπρότειναν σήμερον, ἀφορῶσι τὰς ἐνεργείας, τὰς ὁποίας προδίδουσι τὰ χθὲς ἐκδοθέντα ἔγγραφα, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν καταδίκην τοῦ παρελθόντος. Ἀπὸ προχθὲς ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ πρότασις κατὰ τῶν Ὑπουργῶν τοῦ αἵματος, δὲν ἠξεύρω ὅμως διὰ ποῖον λόγον ἀνεστάλη, ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἄνευ τῆς τιμωρίας τοῦ παρελθόντος, ἄνευ τῆς ἐκμηδενίσεως καὶ τοῦ στιγματισμοῦ τῶν ὀργάνων τοῦ Ὄθωνος, πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον θέλετε λάβει, ἤθελεν εἶσθαι ἀνεπαρκές.
§157ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κύριοι, μοὶ φαίνεται ὅτι προκαλοῦμαι ἀπὸ τὸν ἔντιμον φίλον μου Κύριον Ἰάλεμον νὰ εἴπω πράγματα ἤδη ἀπηρχαιωμένα, πράγματα παλαιὰ (θόρυβος).
§158ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Εἶναι καλὸν νὰ τ’ ἀκούσωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἡ δημόσιος δύναμις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της (θόρυβος).
§159ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Καὶ τὰ σημερινὰ, Κύριοι, καὶ τὰ χθεσινὰ καὶ τὰ προχθεσινὰ ἠμποροῦν νὰ ἔχουν τὴν ῥίζαν των εἰς τὰ προηγούμενα, ἠμποροῦν ἀκόμη νὰ ᾖναι ἡ αὐτὴ σειρὰ πράξεων, διὰ τοῦτο ἐνδέχεται νὰ ἔχωσιν ἐπιῤῥοήν· ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀκούσητε, δὲν εἶναι σπουδαιότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠξεύρετε σεῖς· ὅ,τι ἠξεύρετε σεῖς, ὅ,τι ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ τύπου, συνέβη, ἀλλ’ εἰς κύκλον μικρότερον, τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν Λακωνίαν. Ἐκεῖ ἔγεινε σύστημα, ἐπί τινων ὅμως σχέσεων ἀσημάντων ὀλίγον. Περὶ τὴν 9 Φεβρουαρίου εἶχόν τινες συνεννοηθῆ, ἀντικείμενον δὲ τῆς συνεννοήσεώς των ἦτο τοῦτο, νὰ καταλάβωσι τὰς ἀρχὰς τῆς Σπάρτης, τὴν Νομαρχίαν καὶ τὰς ἄλλας ἀρχὰς, καὶ νὰ κάμωσι διαδηλώσεις ὑπὲρ τοῦ Λουδοβίκου ἀνεψιοῦ τοῦ Ὄθωνος· ὅταν ἐγὼ ὑπῆγα, ἡ ἰδέα αὐτὴ ἦτο διαδεδομένη πολὺ, καὶ κάπως ἐντρεπόμην, ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως, προσωρινὸς πολιτικὸς ἀνὴρ, ν’ ἀγνοῶ τὸ ὄνομα τοῦ Λουδοβίκου, τὸ ὁποῖον ἦτο κοινότατον μεταξὺ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων. Τοῦτο ἐχρησίμευσεν εἰς ἐμὲ ὡς τεκμήριον εἰς τὸ νὰ σχηματίσω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπίμονος ἐργασία ἐγένετο καὶ εἰς τὰς μικροτέρας τάξεις· περὶ αὐτῆς τῆς ἰδέας ἔγραψα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔγεινεν ἀνάκρισις καὶ ἡ ἀνάκρισις ἐκείνη συνεχωνεύθη μὲ τὴν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἔλαβε τὴν αὐτὴν τύχην. Τοῦτο ἠξεύρω μόνον, ὅτι κατὰ τὴν ἰδέαν μου δὲν ἐνείχοντο τὰ κόμματα εἰς αὐτὴν τὴν συνωμοσίαν. Σᾶς προσθέτω ὅτι ἐναυάγησεν αὐτὸ τὸ σχέδιον διὰ τὴν ἔλλειψιν 3,000 ταλλήρων, καὶ ἐλέγετο ὡς βέβαιον ὅτι εἷς ἐκ τῶν συνεννοηθέντων, διότι δὲν ἀγαπῶ νὰ τοὺς ὀνομάσω συνωμότας, ἀφ’ οὗ δὲν ἐθεωρήθησαν ὡς συνωμόται ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν, δὲν ἐβεβαιώθη ὅτι τὰ χρήματα ἤρχοντο τὴν παρασκευὴν, καὶ τότε ἴσως ἔπρεπε νὰ γείνῃ κάτι τι· ἀλλὰ πρὶν ἔλθῃ ἡ Παρασκευὴ, ἦλθεν ἡ Τρίτη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔφθασεν ἡ εἴδησις εἰς Σπάρτην, ὅτι ἐν Ἀθήναις ὑπάρχει ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἑδραίωσε Κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, καὶ ὅτι αἱ ἐλπίδες των πλέον ὡς ἐκ τούτου ἐματαιοῦντο· ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα σπουδαιότητα, σεῖς δύνασθε νὰ τὸ ἐκτιμήσητε· κατ’ ἐμὲ εἶχε σπουδαιότητα, τὸ ἀνήγγειλα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ ἀνάκρισις δὲν εὗρε σπουδαῖόν τι. Κύριοι, ἴσως ἔχει κἄποιαν σχέσιν μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν αὐτὴ ἡ ἀνάκρισις· ἔχει δίκαιον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἔχουν δίκαιον καὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι λέγουν, «ἀκόμη διοικούμεθα διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐπὶ ὁμαλῆς καταστάσεως.» Καὶ ὡς ἠξεύρετε, Κύριοι, οἱ νόμοι εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς καταστάσεως ἑνὸς ἔθνους. Ὅλοι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους εἴχομεν, εἶναι τοιοῦτοι, ὡς νὰ μὴ προέβλεπον ἐπανάστασιν, διοίκησιν Κυβερνήσεως ἐπαναστατικῆς· προβαίνει ἡ ἐπανάστασις, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις προβαίνει ἐπαναστατικῶς καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἔχει καλοὺς σκοπούς. Ἀλλὰ τοιαύτην ἀναλογίαν δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ βάλῃ χεῖρα, νὰ προλάβῃ τὸ ἔγκλημα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ σύλληψιν· τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως θὰ τὸ ἐκδώσῃ ὁ ἀνακριτής· οὗτος δύναται νὰ ἔχῃ εὐκολίαν νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα, ἀλλὰ τὸ συμβούλιον εὑρίσκει δυσκολίαν νὰ παραπέμψῃ χωρὶς νὰ ὑπάρχουν ἐνδείξεις. Αὐτὰ μὲ φέρουν, ὥστε νὰ σκέπτωμαι οὕτω περὶ τῶν συνωμοσιῶν· τὰ ἐγκλήματα τῆς συνωμοσίας γίνονται, Κύριοι, ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, γίνονται οὕτως, ὥστε σπανιώτατα χορηγοῦν ἀποδείξεις, καὶ εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς ἀπὸ τὸ 59 μέχρι σήμερον ἔχω πλείστας ἀποδείξεις τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου· Ἡ συνωμοσία, Κύριοι, τὸ φοβερὸν τοῦτο ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν τὴν ἀνατροπὴν τῶν καθεστώτων καὶ τὸ ὁποῖον εἰς ἑτέρας ἐποχὰς ἦτο ὄνομα ἀσπαστὸν, καὶ τὴν σήμερον εἶναι βδελυρὸν, ἡ συνωμοσία, Κύριοι, ἔχει αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα, δὲν ἀποδεικνύεται εὐκόλως, κ’ ἐντούτοις ὁ κύκλος αὐτῆς εἶναι μέγιστος· ἡ συνωμοσία τότε χορηγεῖ ἀποδείξεις, ὅταν ἐκραγῇ καὶ ἐπιτύχῃ. Ἀλλὰ τί συνέπεια ἔρχεται τότε; τὸ ἀδύνατον νὰ τιμωρήσῃ τις τὴν συνωμοσίαν· τὸ εἰδικὸν ἔγκλημα τῆς συνωμοσίας χρήζει εἰδικῶν μέτρων θεραπείας. Τί εἶναι, Κύριοι, ὁ σκοπὸς ἡμῶν; Οὐχὶ νὰ χύσωμεν αἷμα· ὁ σκοπὸς ἡμῶν εἶναι ἀμυνόμενοι νὰ σωθῶμεν· ὁ σκοπὸς ἡμῶν εἶναι νὰ λάβωμεν τὰ ὅπλα ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δολοφόνων, οἱ ὁποῖοι τὰ κρατοῦν ἐπάνω εἰς τοὺς κροτάφους μας, καὶ μὲ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε αὐτοὶ νὰ μὴ πάθουν τίποτε. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν πρέπει νὰ τὸν ἐπιδιώξωμεν καὶ νὰ μὴν εἴπωμεν, ὅτι πρὶν γείνῃ ἡ ἐπανάστασις, αὐτὸς ὁ νόμος δὲν ἦτο· διότι πρὶν ἢ γίνῃ ἐπανάστασις, δὲν ἦτον ἐπανάστασις, καὶ ὁρισμὸς τοῦ νόμου, εἶναι ἡ ἀναγκαία φύσις τῶν πραγμάτων, τὸ ἀναγκαῖον πόρισμα τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων· τὸ γεγονὸς τῆς ἐπαναστάσεως δὲν ὑφίστατο διὰ νὰ ὑπάρχῃ νόμος, σήμερον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νόμος, διότι ὑπάρχει ἐπανάστασις. Κινδυνεύουν, Κύριοι, τὰ πάντα διὰ μιᾶς συνωμοσίας, ἥτις δὲν χορηγεῖ ἐνδείξεις. Εἴμεθα, Κύριοι, πολλὰ πλησίον· εἶναι καὶ πολλοὶ ἔντιμοι ἄνθρωποι, μεγάλοι πατριῶται, ἀλλ’ ἴσως ὀλίγοι ἔχουν τὴν πρόγνωσιν ἐν ἑαυτοῖς, ὥστε νὰ ὑποπτεύουν καὶ νὰ κραυγάζουν, ὡς ἡμεῖς, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ τὸ ἐξηγήσω τοῦτο, ἠμπορῶ νὰ θεωρηθῶ καὶ φίλαυτος καὶ περιττολόγος· εἶναι τινὲς ἐν τῇ Συνελεύσει, οἱ ὁποῖοι φαίνονται τολμηροί· ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι καλοὶ πατριῶται, εἰς τοὺς ὁποίους ὅμως λείπει μία ἰδιότης, τοὺς λείπει τὸ θάῤῥος, εἰς τὰς ἐνεργείας τῶν συνωμοτῶν αὐτοὶ εἶναι ἄχρηστοι. Ἡ Συνέλευσις ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ οὕτως· αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται τόσον πολὺ, θέλουσι νὰ ἐκδικηθῶσι πάθη; ἐὰν νομίζετε, ὅτι εἴμεθα εἰλικρινεῖς, πρέπει νὰ δώσετε περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην. Ἐγὼ ἤκουσα, Κύριοι, ὅτι συνωμοσία ὑπάρχει ἀπὸ τὸν Νοέμβριον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω· ἀποδείξεις δὲν ἔχω νὰ σᾶς πείσω, ὅτι ὅμως τρέχει κάτι τι, εἶμαι πεπεισμένος.
§160ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Οἱ ἐμβάλλοντες τοιούτους φόβους εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅταν δὲν ἔχωσι νὰ ἀποδείξουν τι βέβαιον, ἐγκληματοῦσι.
§161ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μόνον εἰς ὑμᾶς στέκει αὐτὴ ἡ γλῶσσα. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι καὶ ὁ Θεὸς βάζει τὴν χεῖρα του· μία ἐπίβουλος εἱμαρμένη μᾶς νανουρίζει ἐντὸς τῆς πλάνης, ὅτι εἴμεθα εἰς ἄκραν ἀσφάλειαν. Ἠξεύρετε, ὅτι καθ’ ἡμέραν φαίνεται κἄτι τι, ὅτι κἄτι τι μέλλει νὰ γίνῃ, ἀλλὰ τὸ βλέπετε μονομερὲς, ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ βλέπω μονομερὲς, κ’ ἔχω καθῆκον νὰ τὸ ἀναγγείλω εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ὅταν βλέπετε Κύριοι, μίαν γλῶσσαν εἰς τὸν τύπον προαναγγέλλουσαν τὴν συνωμοσίαν, ὅταν βλέπετε τὸ σημερινὸν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται καὶ λέγει, ὅτι «εἶμαι ἰσχυρὰ» καὶ τὸ λέγει εἰς τὸ Μεσολόγγιον, εἰς τὸν Λακωνίαν, εἰς τὴν Μεσσηνίαν, «εἶμαι ἰσχυρὰ, ἐννέα τάγματα, τόσα τάγματα, λογχοφόροι, πυροβολισταὶ, ὅτι δὲν ἔχομεν Συνέλευσιν, ὅτι εἶναι ἄτιμος, εἶναι προδοτική.» Πάντα ταῦτα βλέπων δὲν δύναμαι νὰ μὴ φρονῶ ὅτι ὑπάρχει τάσις κατὰ τῆς Συνελεύσεως. Πολλοὶ φωνάζουν, ὅτι ἄνευ Συνελεύσεως ἠμπορεῖ νὰ διατηρηθῇ ἐπανάστασις, καὶ πρὸς τοῦτο ἤρχισεν ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία, ἤρχισεν ἐκ τῆς ἀντιδράσεως διὰ νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα καλὴ ἰδέα περὶ τῆς Συνελεύσεως, νὰ μὴ πονοῦν διὰ τὴν Συνέλευσιν, νὰ μὴ τὴν σέβωνται ὅλως διόλου, κ’ ἐν ἀνάγκῃ ἐσχάτῃ· ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, κατ’ αὐτοὺς, νὰ φέρωσι τὸν πέλεκυν. Ἐγὼ, Κύριοι, ταυτίζω τὴν Συνέλευσιν μὲ τὸ ψήφισμα τὸ καταργῆσαν τὴν δυναστείαν τοῦ Ὄθωνος, ἐὰν ἡ ὑπόληψις τῆς Συνελεύσεως καταβῇ εἰς τὸ μηδὲν, δὲν δύναται πλέον νὰ ζήσῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡμεῖς πταίομεν, λέγουν πολλοί· κ’ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου εὕρετέ μοι, Κύριοι, ἓν ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον νὰ ᾖναι προδοτικόν; ἀλλὰ, διότι πολλάκις συζητοῦμεν μετὰ μεγάλης ζωηρότητος, ἢ ταραττόμεθα, τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἔγκλημα; εἴμεθα ἔνοχοι διὰ τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο θέλουν νὰ καταβάλλουν ὅλους τοὺς ἀγῶνας ὅλας τὰς προσπαθείας; Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἡ πρόοδος τῆς συνωμοσίας εἶναι φανερὰ, ἀπὸ τὸν Νοέμβριον ἤρχισεν ἡ συνωμοσία, δὲν ἠμποροῦμεν ὅμως νὰ τὴν ἀποδείξωμεν. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἀντίδρασις, διότι ὁ ἄνθρωπος τείνει ν’ ἀνακτήσῃ ὅ,τι ἀπώλεσε. Διὰ τῆς ἀνακρίσεως ἀνεκαλύφθησαν χρήματα· ἠξεύρετε, Κύριοι, τὶ εἶπόν τινες; καὶ αὐτὸ παρετήρησα καὶ εἰς τὴν Σπάρτην, ὅτι ἡ συνωμοσία εἶναι ἀδύνατος, καὶ λυποῦμαι πολὺ σήμερον, πῶς ὁ φίλος μου Κ. Λόντος ἦλθεν εἰς τὴν αὐτὴν πλάνην· ἐβεβαίωσε τὸ ἔγκλημα, ἐβεβαίωσεν, ὅτι συνωμοσία ὑπάρχει καὶ εἶναι οἱ τελευταῖοι σπαραγμοὶ φατρίας, ἡ ὁποία βλέπει τὰς προσδοκίας της ἀποτυγχανούσας, κ’ ἐν τούτοις δὲν διετύπωσε μίαν πρότασιν. Εἷς ὑπουργὸς πρὶν γίνῃ ὑπουργὸς ἐγνώριζεν ὅλα τὰ ἴχνη τῆς συνωμοσίας, ἀλλ’ ἠκούσατε τὶ ἔγεινεν ἡ συνωμοσία αὐτή. (θόρυβος) Δὲν ἔχω Κύριοι, ἐπιχειρήματα σπουδαῖα νὰ σᾶς εἴπω, μοὶ εἶναι ἀδύνατον, διότι δὲν βλέπω τὸ ὅλον. Ἀληθῶς εἰς τὴν συνωμοσίαν ἁρμόζει ἡ ἰδιότης τοῦ καταχθονίου· μοὶ φαίνεται παράδοξος ἡ ὀλιγωρία τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὅταν ἀκούῃ τοιαῦτα πράγματα. Θέλετε, Κύριοι, δικηγορικὰς ἀποδείξεις, δὲν θὰ σᾶς φέρωμεν ποτέ· εἶναι ὀλίγον δύσκολον νὰ εἴπῃ ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅτι εἶναι ἀνδρειότερος ὅλων τῶν ἄλλων.
§162ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποτὲ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§163ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Διὰ νὰ ἔλθωμεν, Κύριοι, εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτιθέμεθα, καὶ διὰ νὰ προλάβωμεν τὸ κακὸν ἄνευ ποινῶν, πρέπει νὰ εὐρύνωμεν τὴν ἐξουσίαν τὴν διοικητικὴν, τὴν ἀστυνομικὴν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν νόμων τῶν κειμένων ἔχει ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία· ἐνθυμεῖσθε μάλιστα, ὅτι εἷς ὑπουργὸς εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ μὲ τὰ ὑπάρχοντα μέσα. Χωρὶς νὰ θέλω καταστροφὰς καὶ ζημίας, θὰ προτείνω κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ὑποθέσατε, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς ἐμὲ αὐτὸν, ἐὰν ἦμαι ἐπικίνδυνος εἰς τὸ ἔθνος. Ὑποθέσατε, ὅτι συνέλαβον τὸν Ῥοντίρην λῃστήν· διὰ τῶν μέτρων τούτων δὲν ταράττεται ὁ κόσμος, καθότι, Κύριοι, σήμερον δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κοιμᾶται ἥσυχος εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀναγινώσκει τὴν πρότασίν του. Ἡ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων ἐν Ἀθήναις Συνέλευσις Ψηφίζει· «Ἄρθρον 1. Κατὰ τῶν ὑπόπτων ἐγκλήματος κατὰ τῶν καθεστώτων ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξασκῇ τὴν προληπτικὴν αὐτῆς δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν δι’ ἐκτοπισμοῦ.» «Ἄρθρον 2. Οἱ λόγοι βεβαιοῦνται διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸ πρῶτον μέρος ἐδικαιολόγησα διὰ τοῦ λόγου μου, διὰ τοῦ δευτέρου ἔρχεται νὰ πεισθῇ ἕκαστος, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν τὸ φάσγανον τοῦ Δαμοκλέους εἰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ νὰ ἐκδικηθῇ. Πρόκειται τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ὅταν διὰ λόγων βεβαιωμένων ἐν πρωτοκόλλῳ, ὅτι κατὰ τούτου ἢ ἐκείνου ἔχει λόγους σπουδαίους ὑποψίας, τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἀποφασίσῃ καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ «εἶσαι ἔντιμος πολίτης, ἐγὼ ὅμως ἀνησυχῶ, διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑπάγετε εἰς Αἴγιναν ἢ εἰς ἄλλο μέρος.» Διότι ἐὰν περιμένωμεν νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δικαστήρια μέτρα... (θόρυβος) μόνον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔχει ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων. Ἀλλά, ἔχομεν Κύριοι, 4, ἢ 5 συνομωσίας αἱ ὁποῖαι ἔγιναν ἀπὸ τὸ 59, κ’ ἐν τούτοις ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἀπόδειξις.... Περαίνων τὸν λόγον μου, Κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι, ἐξ ὅσων ἐγὼ οὐχὶ γνωρίζω, ἀλλ’ αἰσθάνομαι καὶ ὀσφραίνομαι, ἡ ἀντίδρασις ἴσως εἶναι συνωμοσία· λέγω μάλιστα ὅτι συνωμοσία ὑπῆρχον ἐπὶ τῶν Μπερναϊκῶν καὶ κατ’ ἐμὲ ἦτο ἀποδεδειγμένη· λέγω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀποδείξω, εἶμαι ὅμως πεπεισμένος ὅτι ἡ συνωμοσία ἤρχισεν. Ἠξεύρετε καὶ σεῖς πολλὰ πράγματα καὶ ἀποφασίσατε, ἐγὼ ὅμως σᾶς βεβαιῶ, ὅτι προτείνων τοῦτο τὸ ψήφισμα ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου.
§164ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἴπατε, ὅτι ὑπάρχει συνωμοσία, ἀλλὰ τὸν σκοπὸν δὲν τὸν εἴπατε.
§165ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Εἶπα, Κύριοι, πράγματα, εἶπα, ὅ,τι τεκμαίρομαι, ὀσφραίνομαι, καὶ αἰσθάνομαι, ὅπως τοῦτο ἐδῶ. Μένει εἰς σᾶς· ἠξεύρω, ὅτι ἡ δήλωσις αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, εἶναι πρόκλησις πρὸς τοὺς συνωμότας.
§166ΗΛΙΑΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἡ ἐπανάστασις διὰ νὰ μὴ μολυνθῇ, διὰ νὰ μὴ μολύνῃ τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ αἷμα τῶν ἐθνοκαταράτων καὶ προδοτῶν τῆς πατρίδος, οἵτινες, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν κοινωνίαν μας, δὲν ἐνεργοῦν ἄλλο, παρὰ νὰ ὑποσκάπτουν τὸν ὄλεθρον καὶ τὸ κακὸν τῆς πατρίδος, διὰ νὰ ταπεινώσωμεν αὐτοὺς τοὺς προδότας, διὰ νὰ ματαιώσωμεν τὸν σκοπόν των, κατὰ πρῶτον πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς συνασπισμὸν μεταξύ μας, νὰ ὁμονοήσωμεν· βλέπετε, ὅτι ἡ ῥαδιουργία αὐτὴ εἰσεπήδησε καὶ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως. Ἡ Συνέλευσις εἶναι διῃρημένη, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ διαίρεσις αὕτη προέρχεται ὡς ἐκ τῆς ῥαδιουργίας αὐτῶν τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος. Ἡ ῥαδιουργία αὕτη εἰσεπήδησε καὶ εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἐὰν λείψῃ ὁ συνασπισμὸς καὶ ἡ ὁμόνοια μεταξύ μας, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι δυσάρεστα, δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ κάμωμεν τίποτε. Ἀλλὰ τὸ μόνον, κατ’ ἐμὲ, τὸ ὁποῖον φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ συντελέσῃ πρὸς ματαίωσιν τῶν σκοπῶν αὐτῶν τῶν ἐθνοκαταράτων, εἶναι ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ ἀγάπη μεταξὺ τῆς Συνελεύσεως, καὶ νὰ δοθῇ ἓν μέτρον αὐστηρὸν καὶ ἔκτακτον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μὲ ἁπλῆν ὑποψίαν νὰ τοὺς ἐκτοπίζῃ νὰ τοὺς φυλακίζῃ καὶ νὰ τοὺς σφάζῃ ἐν ἀνάγκῃ, ὅταν φέρωνται κατὰ τῆς πατρίδος, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ληφθῶσιν αὐτὰ τὰ μέτρα, φρονῶ, ὅτι διατρέχομεν κίδυνον.
§167ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι! Ἐπεθύμουν μᾶλλον τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς συζητήσεως καὶ νὰ μὴ ἤρχετο εἰς ἐμὲ ὁ λόγος· ἐπεθύμουν νὰ μὴ εὑρεθῶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποκρούσω πράγματα περὶ τῶν ὁποίων πολλάκις ἔδειξα ποῖος εἶναι ὁ κίνδυνος, περὶ τῶν ὁποίων πολλάκις εἶχον τιμὴν νὰ παραστήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι πλέον ἐπίφοβα μοῦ φαίνονται τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνουν πρὸς θεραπείαν, παρὰ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον σκοπεύουν νὰ θεραπεύσουν. Ἤκουσα νὰ ἐπισείηται ἡ λέξις τῆς συνωμοσίας, νὰ γίνηται λόγος ὅτι συνωμοσία ὑποσκάπτει τὰ θεμέλια τῆς ἐπαναστάσεως, ὅτι ἡ ἐπανάστασις περιστοιχίζεται πανταχόθεν ὑπὸ κινδύνων. Δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τοιούτους φόβους· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν μοὶ φαίνεται, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐπανάστασις καὶ Κυβέρνησις καὶ Συνέλευσις, στηριζόμεναι εἰς τὸν λαὸν, οὐδέποτε φοβοῦνται συνωμοσίαν. Αἱ συνωμοσίαι γίνονται κατὰ δεσποτικῶν Κυβερνήσεων, αἱ δεσποτικαὶ Κυβερνήσεις προκαλοῦν τὰς συνωμοσίας, ὁ λαὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην συνωμοσίας διὰ νὰ δείξῃ τὴν θέλησιν καὶ τὰς διαθέσεις του, καὶ διὰ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς Κυριαρχίας του· ὑπεράνω τῆς Συνελεύσεως, ὑπεράνω τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ κυριαρχία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἡ κυριαρχία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἱκανὴ διὰ τοῦ πνεύματός της, διὰ τῆς ἀγρύπνου ἐνεργείας της, διὰ τοῦ πατριωτισμοῦ της, νὰ καταβάλῃ καὶ συνωμοσίας καὶ ἐνεργείας ἄλλας. Ὅσα λέγονται σήμερον, ὅτι ἐφάνησαν κίνδυνοι ἀπροσδόκητοι, συνεννοήσεις ὑπόκρυφοι, συνεννοήσεις ἐκ συνθήματος, διὰ λέξεων, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἑαυτὰς ἦσαν ἁπλαῖ καὶ δὲν εἶχον καμμίαν σημασίαν, ὅλα ταῦτα τὰ παραδείγματα λαμβάνονται ἐκ μιᾶς δεσποτικῆς ἐποχῆς. Ἀνοίξατε τὸ βιβλίον τῆς πείρας, ἐξετάσατε τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται εἰς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ οὐδέποτε θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐῤῥίφθησαν τοιαῦται Κυβερνήσεις διὰ συνωμοσίας. Νομίζετε, ὅτι σήμερον αὐτὰ τὰ φάσματα, τὰ ὁποῖα φέρουν μετὰ τόσης τέχνης ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, καὶ τὰ ὁποῖα προσπαθοῦν νὰ καταστήσουν φοβερά, διὰ νὰ ὑπενεργήσουν, οὕτως εἰπεῖν, καὶ νὰ διαταράξουν, νὰ διασείσουν τὴν κρίσιν μας, νομίζετε, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ φάσματα, καὶ ἂν ὑποθέσετε αὐτὰ ὑπαρκτὰ, ἔχουν ποτὲ τὸν χαρακτῆρα τῆς συνωμοσίας; Οὐδέποτε. Γίνεται ἀπόπειρα, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι· εἰς τί; εἰς τὸ νὰ παρασύρουν ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ, εἰς τὸ νὰ φέρουν τὸν λαὸν, ὥστε νὰ ἐκφράσῃ πανδήμως θέλησιν ἐναντίον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἐκφέρει· δὲν εἶναι συνωμοσία τὸ τοιοῦτον; Τοιαῦτα εἶναι τὰ διδόμενα, ὁσάκις ἔτυχον νὰ ἐξετάσω καὶ ἀκούσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μ’ ἐβασάνισαν παριστάνοντες πραγματικὰ καὶ σπουδαῖα γεγονότα. Τὸ ἡφαίστειον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔμελλεν ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἐκραγῇ, τίποτε ἄλλο δὲν ἦτο εἰμὴ τοιαῦται προσπάθειαι· ἔγειναν ἀδελφοποιίαι, καὶ δὲν ἔλεγον ποτὲ οὔτε τὸν σκοπὸν, οὔτε τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔμελλον νὰ ἐπιχειρήσουν, ἀλλ’ ἔτειναν ὅλαι ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχουν μίαν συγκέντρωσιν ἀνθρώπων· καὶ ἠξεύρετε τί συνέβη; Ὁσάκις ἔτυχεν αὐτοὶ οἱ ἀδελφοποιητοὶ νὰ μάθουν τὸ ἀπόῤῥητον, τὴν μελετωμένην ἐνέργειαν, ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἔπαυσαν νὰ ᾖναι ἀδελφοποιητοί. Δὲν ἀποτυγχάνουν λοιπὸν αἱ συνωμοσίαι, διότι λείπουν νόμοι τιμωροὶ, διότι ἡ ἐξουσία εἶναι ἄγρυπνος· δὲν ἀποτυγχάνουν, διότι εἴτε ὁ στρατὸς, εἴτε ἡ ἀστυνομία εἴτε ὅλα τὰ λοιπὰ μέσα αὐστηρότητος δὲν λείπουν· ὄχι! παραδέχομαι, ὅτι, οὔτε δραστηριότης ὑπάρχει ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, οὔτε ἡ ἀνάκρισις ἔχει τοιαύτην ἀγρυπνίαν· ἀποτυγχάνουν, διότι προσκρούουν εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ διασείσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῆς Βασιλείας, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐγκαθιδρύσῃ. Ἐκεῖ εἶναι ὁ σκόπελος τῶν συνωμοσιῶν, δὲν εἶναι τὰ τοιαῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποδεικνύουν ἄλλο, εἰμὴ τὸ νὰ νομίζῃ τις, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ συμφέροντος ὀλίγων. Ἠξεύρετε ποῦ λαμβάνουν αὐτὰ τὰ μέτρα; Ὅπου ἐπικρατεῖ ὀλιγαρχία, ἥτις νομίζει, ὅτι τὰ πράγματα ἅμα ἐξέλθουν ἐκ τῶν χειρῶν της, ἀμέσως κινδυνεύουν· ὀλιγαρχία τοιαύτη εἶναι ὕποπτος, ἔχει τὸν Ἐφιάλτην ἐπὶ τοῦ στήθους της. Τοιαῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, τοιαύτην ὑψηλὴν ἀστυνομίαν ἐνεργουμένην, ἔστω καὶ ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, ποῦ τὴν εὑρίσκετε; Εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν τῶν Ἑνετῶν. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δέκα, τί ἄλλο ἦτο παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος Ῥοντίρης ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος; Μὴν ἐκλαμβάνετε ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ἑαυτοὺς μᾶλλον ἀνδρείους τῶν ἄλλων· ὄχι, Κύριοι! ποτὲ δὲν κατελήφθην ὑπὸ τοιαύτης ἰδέας νὰ νομίζω, ὅτι ἔχω ἀνωτέραν ἀνδρείαν· ὄχι, Κύριοι, εἶναι ἡ πεῖρα, ἥτις μὲ διδάσκει, καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ ἐπανάστασις δὲν ἔχει ἀνάγκην τοιούτων μέτρων τοῦ Συμβουλίου τῶν Δέκα, ἐκείνης τῆς ὑψηλῆς Ἀστυνομίας διὰ νὰ ὑπάρξῃ (εὖγε, εὖγε)· οὔτε μίαν ἡμέραν ἤθελεν ὑπάρξει ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους. Ἡ ἐπανάστασις τοιαῦτα ἐπιχειροῦσα ἀπόλλυται. Ἴδετε τὰς ἐπαναστάσεις αὐτοῦ τοῦ αἰῶνος· πάντοτε ἔρχομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραβάλλω αὐτὰς πρὸς τὰς ἐπαναστάσεις τοῦ παρελθόντος. Τί ἔγεινεν εἰς τὴν ἐπανάστασιν τῆς Γαλλίας; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖτε. Μία μικρὰ μερὶς, ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ὀνομάσητε καὶ ὀλιγαρχικὴν, εἰ καὶ συνισταμένην ἀπὸ τοὺς πλέον φανατικοὺς ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ἠθέλησε νὰ ἁρπάσῃ τὰ πράγματα εἰς τὰς χεῖράς της, καὶ αὐτὴν τὴν Συνέλευσιν ἠκρωτηρίασε καὶ τὸ Ἔθνος ὅλον ἐκύλισεν εἰς τὸ αἷμα, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε περισσότερον τῶν 6 μηνῶν. Πολὺ καὶ τοῦτο. Καμμία τοιαύτη ἔκνομος κατάστασις, ἥτις πατεῖ ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν νόμων, δὲν δύναται διὰ πολὺν καιρὸν νὰ ζήσῃ· ὄχι! Κύριοι, αὐτὸ τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον περιστοιχεῖ τὰς Κυβερνήσεις, αὐτὸ καὶ ὑμᾶς διατηρεῖ, καὶ τὴν Συνέλευσιν, καὶ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος ἐπιθυμεῖ καὶ εὔχεται καὶ εὐχαρίστως βλέπει. Ἐξηγῶν, Κύριοι, τοιαύτην ἔποψιν τῶν πραγμάτων, μοὶ φαίνεται, ὅτι δικαιολογοῦμαι ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀφορμὴν ζητοῦν πρὸς τοιαύτας συζητήσεις· ἓν ἁπλοῦν διήγημα, μικρὸν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον μόλις ἐγεννήθη, μόλις ἀνεφάνη, ἀμέσως ἐπικαλοῦνται διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι πάλιν καὶ ἐπαναφέρωσι τὴν συζήτησιν περὶ ἐκτάκτων μέτρων. Παρατηρήσατε, Κύριοι, μέχρι τίνος βαθμοῦ προήχθησαν! Ἠξεύρετε, τί εἶναι συνωμοσία κατὰ τὸν ὁρισμὸν τοῦ νόμου; Ἡ προμελέτη κακουργήματος· εἶναι ἀκόμη ἐν τῇ διαθέσει, καὶ μόνον ἐξαιρετικῶς τιμωρεῖται ἡ συνωμοσία κατὰ τῶν καθεστώτων διὰ τὸ ἐπίφοβον. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἕως ἐδῶ δὲν εὐχαριστοῦνται, οὔτε μὲ αὐτὸν τὴν ὁρισμὸν τῆς συνωμοσίας, ὅτι περιέχει ἐκτέλεσιν. Δὲν εὐχαριστούμεθα εἰς τοῦτο, ἀλλὰ θέλομεν νὰ προχωρήσωμεν καὶ περαιτέρω, ὄχι τὴν συνωμοσίαν, ἀλλὰ τὴν ὑποψίαν τῆς συνωμοσίας μέλλομεν τώρα νὰ καταστήσωμεν ἔγκλημα· καὶ αὐτὴν τὴν ὑποψίαν τῆς συνωμοσίας, κατὰ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ Κ. Ῥοντήρης, πρόκειται νὰ θεραπεύσωμεν ἄνευ χύσεως αἵματος, διὰ τοῦ ἐκτοπισμοῦ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον νομίζουν, ὅτι εἶναι ὅλως ἀνάλγητον, ἀνώδυνον· ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν μικρὸν σκεφθῆτε, ἂν μικρὸν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε καὶ ἱστορικῶς, καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἱστορίας, ἐκ τοῦ πράγματος αὐτοῦ, ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἄμεσος συνέπεια τοιούτων μέτρων. Ἐξ αὐτοῦ ἀμέσως προκαλεῖται τὸ ὑπὲρ τοῦ ἀδικηθέντος αἴσθημα καὶ τὸ αἴσθημα ὑπὲρ τοῦ ἀδικηθέντος μεταδίδεται καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν συμμερίζονται τὸ πολιτικὸν φρόνημα τοῦ ἀδικηθέντος, καὶ ἐν τούτοις ὑπὲρ αὐτῶν συνασπίζονται καὶ λέγουν· «ὄχι! εἶναι ἄδικον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται·» καὶ αὐτὸ τὸ αἴσθημα, ὅτι ἔγεινεν ἀδίκημα, ἐξασθενεῖ ἀμέσως τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐνεργήσασαν τὸ ἀδίκημα. Τί ἐπέρχεται, Κύριοι, ἐκ τούτου; Ἡ ἀντίδρασις· πᾶν ἔκτακτον μέτρον προκαλεῖ ἔκτακτον ἀντίδρασιν· τί δὲ προκαλεῖ ἡ ἔκτακτος ἀντίδρασις; μέτρον αὐστηρότερον· καὶ αὐτὸ τὸ μέτρον προκαλεῖ ἐντονωτέραν ἀντίδρασιν. Ἀνοίγετε λοιπὸν τὴν πύλην καὶ εἰσέρχεσθε εἰς ἀδιάσπαστον ἀλληλουχίαν πραγμάτων, ἥτις δὲν δύναται νὰ σᾶς φέρῃ, εἰμὴ εἰς τὸν σπαραγμὸν τοῦ ἔθνους· εἶναι ἀδύνατον νὰ σταματήσητε ἐν τῷ μέσῳ, τὸ ῥεῦμα εἶναι ἰσχυρότερον, καὶ δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ κρατήσητε τὴν φορὰν τῶν πραγμάτων, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ φύσις τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπέλθῃ τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προκαλεῖτε. Καὶ ἠξεύρετε τί ἐστὶν ἀντίδρασις; Θέλετε ἰδεῖ καὶ ἀνθρώπους τῆς ἐπαναστάσεως ὑπερασπιζομένους ἀνθρώπους τῆς ἀντεπαναστάσεως, ὅταν βλέπωσιν αὐτοὺς ἀδικουμένους· εἶναι ἀδύνατον εἰς ἐμὲ, ὅταν βλέπω τινὰ ἀδικούμενον, νὰ μὴ ἀγανακτήσω, ἔστω καὶ ἂν γίνεται καὶ διὰ τὸ συμφέρον τῆς κοινῆς ἀσφαλείας· διατί ν’ ἀδικῆται; λαμβάνω τὸ μέρος αὐτοῦ. Ἂς μὴ ἐπιζητῶμεν λοιπὸν τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων, ἂς μείνῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας ἡ χαρὰ ν’ ἀποδείξουν ὅτι ἔλυσαν τὰ δεινότερα ζητήματα τῆς κοινωνίας χωρὶς νὰ ἐξέλθουν τῆς ὁμαλῆς καταστάσεως. Εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρητε ἴσως παράδειγμα ἄλλου ἔθνους, τὸ ὁποῖον εὑρέθη εἰς τόσας δυσκολίας, εἰς ὅσας ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι διὰ μιᾶς ἀπετινάξαμεν δυναστείαν, καὶ διὰ τοσούτων δυσκολιῶν κατωρθώσαμεν ν’ ἀνεγείρωμεν ἄλλην, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν πολλοὺς φίλους, καὶ ἐν τούτοις ἄνευ χύσεως αἵματος, ἄνευ συγκρούσεων, διήλθομεν καὶ διηνύσαμεν μέχρι τοῦδε τὸ δύσκολον τοῦτο ἔργον. Καὶ δὲν εἶναι μικρὰ δυσκολία ἀκόμη καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς ἐξουσίας; Τί εἶναι ἡ ἐξουσία; εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης· μὴ τὸ ἐκλαμβάνετε πάντοτε ὡς ζήτημα φιλαρχίας· μὴ καταγίνεσθε εἰς τὸ νὰ προστρίβητε μῶμον εἰς τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα καὶ νὰ ἀποδίδητε εἰς αὐτὸν σκοπὸν ἀποκλειστικῶς φίλαρχον. Ὄχι, Κύριοι! ὅστις ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ ἔχει ὑπόληψιν καὶ κατέβαλε θυσίας, δὲν εἶναι μόνον φιλοδοξία, διότι ζητεῖ καὶ αὐτὸς νὰ μετέχῃ τῆς ἐξουσίας, διότι καὶ αὐτὸς μᾶλλον ἐμπιστεύεται εἰς αὐτὸν ἢ εἰς τοὺς ἄλλους. Εἶναι λοιπὸν προβλήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἐπιφέρουν ἔριδας καὶ συγκρούσεις εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ δὲν θέλετε ἴδει ἔθνος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ περιέπεσεν εἰς τὰς δεινοτέρας περιπετείας ἐπὶ τῆς λύσεως τοιούτων ζητημάτων. Ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζωμεν ὅτι εἴμεθα διῃρημένοι, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τῆς διαιρέσεως ταύτης ἐμφιλοχωρεῖ εἰς τὸ μέσον ὁ ἐχθρὸς, ὅστις ζητεῖ νὰ ματαιώσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει νὰ ὁπλισθῶμεν καὶ οἱ μὲν κατὰ τῶν δέ, Κύριοι δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ νὰ κηρύξητε τὴν κατάστασιν αὐτὴν τοῦ ἐμφυλίου πολέμου ὡς κανωνικὴν κατάστασιν, καὶ νὰ νομίσητε ὅτι ὑπηρετήσατε τὸ ἔθνος, ὅταν ἐδώκατε εἰς χεῖρας ἀμφοτέρων τῶν μερίδων τὰ ὅπλα διὰ νὰ πλήξουν τὰ στήθη τῆς Πατρίδος. Μακρὰν ἀπὸ ἡμᾶς λοιπὸν ἡ ἀπομίμησις τοιούτων παραδειγμάτων· ἂς προσέξωμεν πολὺ νὰ μὴ κηλιδώσωμεν τὴν ἐπανάστασιν διὰ τοιούτων μέτρων ὑψηλῆς ἀστυνομίας. Ποῖος ἤθελε πιστεύσει ὅτι ἐπανάστασις φιλελευθέρα, μέλλουσα νὰ καθιερώσῃ τὰς ἐγγυήσεις τῆς ἐλευθερίας ἤθελεν ἔλθει εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ζητήσῃ, τί; τὴν ὑψηλὴν Ἀστυνομίαν! Τί θέλει εἴπει ὁ δεσποτισμὸς ἀπέναντι τοιαύτης ἐπαναστάσεως; Δὲν θέλει τὴν μυκτηρήσει; Δὲν θέλει εἴπει ὅτι δὲν εἶναι ἐπανάστασις κατὰ τῆς τυραννίας, κατὰ τοῦ δεσποτισμοῦ, ἐκείνη, ἥτις λαμβάνει ἐκ τῆς ὁπλοθήκης τοῦ δεσποτισμοῦ τὰ πλέον μισητὰ αὐτοῦ ὅπλα καὶ τὰ ὀνομάζει σωτήρια; Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι τὰ λαμβάνετε ἐκτάκτως καὶ δι’ αὐτὸ δὲν καθιεροῦτε τὴν ἀρχήν; Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν σπουδάζετε μὲ τὴν λέξιν τῆς ἀρχῆς. Ὅταν σέβεσθε τὴν ἀρχὴν, πρέπει νὰ τὴν σέβεσθε ἀπολύτως· δὲν τὴν σέβεται ὅμως ὅστις λέγει ὅτι δέχομαι τὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἂς μένῃ ἐν τοῖς ἀρχείοις, ἐν τῇ πράξει ὅμως καὶ χάριν προσωρινῆς ἀνάγκης δέχομαι τὰ ὅπλα τοῦ δεσποτισμοῦ· αὐτὸ λέγουν καὶ οἱ δεσπόται μόνον προσωρινῶς χάριν τοῦ κινδύνου, μέχρις οὗ καταβάλω τὸν ἐχθρὸν, τώρα πρὸς ὀλίγον λαμβάνω αὐστηρὰ μέτρα, ἀλλ’ ἅμα καταπαύσαντος τοῦ κινδύνου δεικνύομαι καὶ μακρόθυμος καὶ ἀμνηστεύω. Ἐλπίζων, Κύριοι, ὅτι τὴν ἐπανάστασιν δὲν θεωρεῖτε ὡς κτῆμα ὀλίγων ἀνθρώπων, ὅτι δὲν θεωρεῖτε ὅτι αὐτὸ τὸ κτῆμα ὀλίγων ἀνθρώπων κινδυνεύει, διότι ἔγινε κτῆμα τῶν πολλῶν. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη ὅλοι νὰ συσφιχθῶμεν διὰ νὰ διατηρήσωμεν εἰς τὰς χεῖρας ὅ,τι φρονοῦμεν, ὅτι εἶναι κτῆμα ὅλου τοῦ ἔθνους. Ὄχι! μὴ φοβεῖσθε ὅτι τὸ ἔθνος θέλει ποτὲ ἐγκαταλείψει τὸ ἔργον του (χειροκροτήματα).
§168ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Μολονότι πρόκειται νὰ ἀντικρούσω ἕνα ἐκ τῶν εὐφυεστάτων συναδέλφων μας, δὲν αἰσθάνομαι μεγάλην δυσκολίαν εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, καθότι ὁ Κύριος Καλλιγᾶς εἰς δύο ἐπιχειρήματα κυρίως ἐστηρίχθη. Οὐδὲν ἄλλο διὰ τοῦ λόγου του κατώρθωσε νὰ ἀποδείξῃ εἰμὴ τὰ ἀκόλουθα δύο· 1) ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτῶν τῶν ἀποτολμηθεισῶν πράξεων εἶναι κακοήθης, ὅτι δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν τὰς ἀσπάζεται καθὸ τοιαύτας καὶ ἑπομένως ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος· 2) ὅτι διὰ τῶν προτεινομένων μέτρων εἶναι δυνατὸν νὰ διαπραχθῇ ἀδικίς τις, καὶ ὅτι ἐκ τούτου θὰ ἐπέλθῃ ἀντίδρασις. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον λέγω ὅτι ἀποδεικνύων τις μίαν πρᾶξιν κακοήθη δὲν ἀποδεικνύει συγχρόνως αὐτὴν καὶ ὡς ἀνεπίφοβον, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας μάλιστα αἱ κακοήθεις πράξεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι καταγγέλλονται καὶ αἵτινες πρέπει διὰ παντὸς μέσου νὰ προλαμβάνωνται. Οὐδεὶς δὲ ἀμφισβήτησε ποτὲ τὴν ἠθικότητα τοῦ λαοῦ· πρῶτον μὲν, ἐννοεῖται, ἐκ τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας ὁρμώμενος καὶ δεύτερον καὶ διότι τὰ πράγματα αὐτὸ ἀπέδειξαν· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ζητήσῃ τις καὶ νὰ προτείνῃ μέτρα ἔκτακτα καὶ ταῦτα νὰ ἀναφέρωνται ἐναντίον τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου· καθότι πάντοτε μία κακοήθης πρᾶξις δὲν ἔχει παρὰ ὀλίγους συντρόφους καί τινας ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι εἶναι μὲν τὰς ἰδέας ἐναντίοι, δὲν δύνανται ὅμως νὰ ἐννοήσωσι τὸ ἐπίβουλον τῶν ἐνεργειῶν των καὶ νὰ φέρωσι ἑπομένως ἐγκαίρως τὴν κατ’ αὐτῶν ἀντίδρασιν· ἔπειτα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται κατὰ τῆς πατρίδος των, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται κατὰ ξένων ἐθνῶν, δὲν προτάσσουν πάντοτε καθαρὰ τὴν ἰδέαν των, μόνον αἱ ἐθνικαὶ ἰδέαι καὶ οἱ κοινωφελεῖς σκοποὶ ἐκφράζονται καθαρὰ πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς πάντα, τὸν ὁποῖον ζητοῦν νὰ παραλάβουν ὡς σύντροφον· αἱ κακοήθεις ἰδέαι καὶ ἐπίβουλοι παουσίαζονται πάντοτε ὑπὸ ὡραῖα χρώματα, ἄλλοτε παρουσιάζονται αὗται ὑπὸ τὰ χρώματα τῆς μεγάλης ἰδέας, ἄλλοτε ὑπὸ τὰ χρώματα τῆς ἐλευθερίας, καὶ ἄλλοτε ὑπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ δικαίου καὶ ἄλλοτε ὑπὸ μυρίας ἄλλας ἐπόψεις, καὶ ὑπ’ αὐτὰς κρύπτεται ὁ κακοήθης σκοπός. Καὶ εἰς τὰς παρούσας λυπηρὰς περιστάσεις εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ προτιθέμενοι αὐτοὺς τοὺς σκοποὺς δι’ ὅλων τῶν μέσων ἐζήτησαν νὰ πείσουν τοὺς συμπράττοντας μετ’ αὐτῶν, ὅτι δὲν προτίθενται κακοήθη σκοπὸν καὶ πρὸς τοῦτο ἐζήτησαν νὰ καταδείξουν τὴν Συνέλευσιν ὡς ἀντεθνικῶς βαδίζουσαν, τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐπίβουλον, μετὰ ταῦτα τὴν πατρίδα εἰς τὸν ὄλεθρον εὑρισκομένην, καὶ νὰ φθάσουν ἀκολούθως νὰ διεγείρουν τὸν κόσμον κατὰ τοῦ καθεστῶτος καὶ νὰ ἐπιτύχουν οὕτω τοὺς καταχθονίους σκοπούς των· ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἐπρόσθεσεν, ὅτι δὲν παρουσιάζουν ὡρισμένον σχέδιον, ἀλλὰ τίς οἶδεν, ἂν αὐτῶν ᾖναι τὸ τὸ σχέδιον νὰ μὴ ὑπάρξῃ τίποτε, τὸ νὰ ἀνατρέψουν τὸ καθεστὼς χωρὶς νὰ θέλουν αὐτοὶ νὰ τὸ ἀντικαταστήσουν δι’ ἄλλου, καὶ βεβαίως σήμερον ἔχομεν δύω ζητήματα ἐκκρεμῆ σπουδαιότατα, τὸ ζήτημα τοῦ βασιλέως, τὸ ὁποῖον, καθὼς εἷς προλαλήσας εἶπε, δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὴν ἐδικήν μας θέλησιν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ξένας θελήσεις. Ἔχομεν πρὸς τούτοις τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἐπαναστάσεως, δηλαδὴ τὴν ἠθικοποίησιν τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ Ὄθων πρὸ πάντων κατέστρεψε, καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἔλλειψις προεκάλεσε τὴν ἐπανάστασιν.
§169ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν.
§170ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι σήμερον ἔχομεν δύο ζητήματα ἐκκρεμῆ, τὸ πρῶτον εἶναι τὸ τοῦ βασιλέως, διότι καθὼς εἷς προλαλήσας εἶπε, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ μόνης τῆς ἐδικῆς μας θελήσεως, καὶ δεύτερον ζήτημα προγενέστερον τούτου τὸ τῆς ἐπαναστάσεως, δηλαδὴ τὴν ἐπίτευξιν τῶν ἀρχῶν αὑτῆς, ἤτοι τὴν πολιτικὴν ἠθικοποίησιν, ἡ ὁποία οὐδόλως ὑπῆρξεν ἐπὶ Ὄθωνος καὶ ἥτις ἐπροκάλεσε τὴν ἐπανάστασιν. Πᾶσα σύγχυσις ἑπομένως ἐπερχομένη, πᾶσα διατάραξις τῶν καθεστώτων σπουδαία, χωρὶς νὰ μέλλῃ μάλιστα νὰ ἐγκαταστήσῃ ἀμέσως νέα καθεστῶτα, δύναται ἐπιτυχέστερον παντὸς ἄλλου τρόπου νὰ ματαιώσῃ καὶ τὰ δύο ταῦτα ζητήματα, διότι ἅμα ἐπέλθῃ ἡ διατάραξις τῆς ἡσυχίας εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι τὸ μεγαλύτερον μέσον νὰ κάμῃ τὰς Δυνάμεις νὰ παρακινήσουν τὸν Βασιλέα νὰ μὴ παραδεχθῇ καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον νὰ παραιτηθῇ. Ἐπίσης πᾶσα τοιαύτη διατάραξις δύναται νὰ ἀποσβέσῃ πᾶν θέλγητρον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἐπανάστασιν, πάντα ἐνθουσιασμὸν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐνοικῇ εἰς τὰς καρδίας τοῦ ἔθνους, καὶ συγχύσῃ τὰ πράγματα, καὶ νὰ τὰ φέρῃ εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ μέγας σκοπὸς, τὸν ὁποῖον δύνανται νὰ προτίθενται οἱ συνωμόται ὄντες, οἱ ὁποῖοι μυρίας καὶ ἀπείρους συνωμοσίας ἀκαταπαύστως ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἐπαναστάσεως ἐνήργησαν καὶ ὅστις δυνατὸν νὰ μὴ ᾖναι ὁριστικῶς διαγεγραμμένος ὅπως ὑπῆρξε βεβαίως διαγεγραμμένος ἐπὶ τῶν προλαβουσῶν συνωμοσιῶν, διότι οἱ συνωμόται ἐκεῖνοι δὲν ἐσκόπευον μόνον νὰ ῥίψωσι τὴν τυραννίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐγκαταστήσωσιν ἀντ’ αὐτῆς τὴν ἐλευθερίαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εὐκόλως πείθεται ἕκαστος, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὅτι οὐδένα σκοπὸν ἔχει οὐδὲ δύναται νὰ ἔχῃ ἡ συνωμοσία, εὐκόλως ἀνατρέπεται. Ἔρχομαι ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα, ὅτι ὑπάρχει φόβος ἀδικίας, καὶ ὅτι ἡ ἀδικία δύναται νὰ προκαλέσῃ ἀντίδρασιν σπουδαίαν. Οὐδέποτε ὑπῆρξα φίλος τῆς νομιμότητος, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐν ἐπαναστάσει, διότι οὐδέποτε ἐπανάστασις δύναται νὰ διατηρηθῇ, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν ἔκτακτα μέτρα· ἔκτακτα μέτρα δὲν ἐννοῶ μόνον τοὺς νόμους καὶ τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ τις, διότι αὐτὰ εἶναι τὰ τελευταῖα, εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐγκλημάτων, ἀλλ’ ἐννοῶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προλαμβάνουν τὰ ἐγκλήματα, ὡς τοιαῦτα δὲ ἰδίως θεωρῶ τὴν ταχύτητα καὶ τὴν δραστηριότητα, μὲ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπιλαμβανώμεθα πάσης ἐνεργείας. Ἑκάστη ἡμέρα, ἑκάστη ὥρα ἐν ἐπαναστάσει εἶναι ἔτος καὶ μὴν ἐν ὁμαλῇ καταστάσει. Ὅ,τι δύναται νὰ ἐνεργηθῇ εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, τοῦτο εἰς μίαν ὥραν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἐπὶ ἐπαναστάσεων, ὅθεν αἱ ἐξουσίαι τῶν ἐπαναστάσεων πρέπει νὰ φείδωνται τοῦ χρόνου καὶ ἐντὸς ἐλαχίστου διαστήματος νὰ ἐκτελοῦν ὅ,τι αἱ ἐξουσίαι ἐν ὁμαλῇ καταστάσει δύνανται ἐν ἀνέσει νὰ διαπράξωσιν· ὁ δὲ φόβος τῆς ἀδικίας, τὸν ὁποῖον ἐξέφρασεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, εἶναι τόσον μικρὸς καὶ ἐπουσιώδης, ὥστε, καὶ ἂν ἦτο ἀληθὴς, ἔπρεπε νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Τί σημαίνει ν’ ἀδικηθοῦν 10, 20, 30 ἄτομα, ὅταν πρόκηται νὰ σωθῇ ἡ πατρίς; Καὶ μόνη ἡ ἰδέα, ὅτι κινδυνεύει, εἶναι μέγα δυστύχημα διὰ τὴν πατρίδα· δεύτερον δὲ λέγω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ διαπραχθῇ ἀδικία, διότι ἡ Συνέλευσις δὲν θέλει ἀποδώσει δικτατορίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ψηφίσῃ τὰ ἔκτακτα αὐτὰ μέτρα, ἀλλὰ θὰ ἵσταται πάντοτε πλησίον καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὴν ἴδῃ παρεκτρεπομένην, θέλει τὴν ἀναχαιτίσει καὶ ἐπὶ τέλους δύναται καὶ νὰ τὴν ἀντικαταστήσῃ. Ὑπαρχούσης λοιπὸν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, δὲν εἶναι ποσῶς δεσποτισμὸς τὰ ἔκτακτα μέτρα, καθότι δὲν πρόκειται νὰ ἐξασκηθοῦν αὐτὰ ἐναντίον τοῦ νόμου. Μόνον, ὅταν 1, 20 ἢ 50 πρόσωπα ἐξασκοῦν ἐξουσίαν ἀπεριόριστον ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, ὑπάρχει δεσποτισμὸς, ἀλλ’ ὅταν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ἐπιτίθεται κατ’ ὀλίγων ἀτόμων τοῦτο δύναται ἴσως νὰ ὀνομασθῇ αὐστηρότης ἢ καὶ ἀδικία, ἔστω, ἀλλ’ οὐδέποτε δεσποτισμός· ἀλλ’ ἂν τοῦτο καλῇ ὁ προλαλήσας δεσποτισμὸν, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὑπὸ τὴν σημασίαν ταύτην οὐδένα μεγαλείτερον δεσπότην ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἐπανάστασιν· καὶ βεβαίως τίς δὲν συνομολογεῖ ὅτι, ὅταν ἐκραγῇ μία ἐπανάστασις, πᾶς ὅστις ἀνθίσταται εἰς αὐτὴν, ἔστω καὶ ἐκ πεποιθήσεως, φονεύεται; θέλετε λοιπὸν πάντα, ὅστις πράττει ἐναντίον τῶν πεποιθήσεών μας ἐν ὥρᾳ ἐκρήξεως, νὰ τὸν φονεύσωμεν, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν, ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν, ὅτι τὰ ἔκτακτα μέτρα εἶναι δεσποτικὰ ἤδη ἐνῷ ἡ ἐπανάστασις ἐξακολουθεῖ εἰσέτι καὶ ἐνῷ οἱ σκοποί της δὲν ἐπαγιώθησαν! νομίζω λοιπὸν, ὅτι πᾶν ἔκτακτον μέτρον ἐν ὀνόματι τῆς ἐπαναστάσεως εἶναι ὠφέλιμον. Ὡς μέτρον δὲ κατάλληλον καὶ ἀποτελεσματικὸν θεωρῶ τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ πρῶτον ἀγορεύσας Κ. Δεληγεώργης, ἤτοι τὴν διάρκειαν τῆς Συνελεύσεως.
§171ΤΙΝΕΣ. Ἔφυγαν οἱ περισσότεροι.
§172ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Νὰ ἐπιστρέψουν. Ἡ διάρκεια τῆς Συνελεύσεως θὰ ἐπιφέρῃ τὸ ἑπόμενον· θὰ διατάξῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐντὸς τὸ πολὺ 24 ὡρῶν νὰ περαιώσῃ τὴν ἀνάκρισιν καὶ νὰ παραπέμψῃ εἰς δίκην τοὺς ἐγκληματίσαντας. Προτείνω λοιπὸν τὴν κήρυξιν τῆς Συνελεύσεως ὡς διαρκοῦς μέχρις οὗ γνωσθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§173ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ἐφωτίσθημεν (θόρυβος).
§174ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν θέλετε νὰ λαλήσω διὰ νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ ἀλήθεια· φωνάζετε ὅτι ἐφωτίσθητε διὰ νὰ μὴ φωτισθῆτε· εὑρίσκεσθε ἐν τῷ σκότει καὶ θέλετε νὰ μείνητε ἐν αὐτῷ (θόρυβος)· διότι.... διότι τὸ σκότος σᾶς συμφέρει (εὖγε!) Κινδυνεύει δυστυχῶς ἡ Ἑλλὰς ἀποβαλοῦσα τὸν Ὄθωνα νὰ τυραννῆται διὰ τοῦ φαντάσματός του περισσότερον παρ’ ὅτι ἐδυναστεύετο ὑπ’ αὐτοῦ τούτου. Ὅτε ἦτο ὁ Ὄθων, Κύριοι, ἐτυράννει τῆς Ἑλλάδος, ἢ μᾶλλον ἐξεφαύλιζε τὴν εὐγενῆ ἡμῶν πατρίδα, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεβάλομεν αὐτόν. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον τότε οὗτος ἦτο μία δύναμις ἐν τῷ τόπῳ, ἐφόσον διέμενεν ἐν μέσῳ ἡμῶν ἦν πανίσχυρος, διότι ἡ ταπείνωσις ἡμῶν κατέσταινεν αὐτὸν ἐπίσημον, σήμερον ὅμως οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ φάντασμα· μόνον δὲ οἱ δειλοὶ, οἱ νωχελεῖς καὶ τὰ μικρὰ παιδία φοβοῦνται τὰ φαντάσματα. Ὁ Ὄθων ἀπέθανε πολιτικῶς, ὁ Ὄθων δὲν ὑπάρχει· οἱ ζητοῦντες νὰ παραστήσωσιν ἡμῖν φρικαλέον τὸ φάντασμα τοῦ Ὄθωνος ζητοῦσι τοῦτο, οὐχὶ διότι πιστεύουσιν εἰς αὐτὸ, εἶναι μάλιστα οἱ θρασύτατοι, ἀλλὰ διότι ἐκλαμβάνουσι τὴν Ἑλλάδα ὡς βρέφος, ὡς παιδίον ἀνίκανον νὰ κρίνῃ ἀφ’ ἑαυτῆς· ζητοῦν νὰ τὴν ἐκφοβήσωσιν, ὅπως— τὸ λέγω μετὰ παῤῥησίας—ἐπιτύχωσι τὸν σκοπόν των (εὖγε).
§175ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ποῖον σκοπόν;
§176ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔχετε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε καὶ θέλω σᾶς εὐχαριστήσει, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν θέλει σᾶς ἀφήσει περὶ τούτου ἡ ἀγόρευσίς μου (θόρυβος). Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ κεφαλὴ αὐτὴ τῆς Μεδούσης, τὴν ὁποίαν ἐπισείουσι ἑκάστοτε πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας, μάτην ἐλπίζουσιν ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ μᾶς μεταβάλῃ εἰς λίθους· ὄχι, δὲν μεταβαλλόμεθα εἰς λίθους· διότι ἐσμὲν ἄνδρες τό τε σῶμα καὶ τὸ φρόνημα, μὴ φοβηθέντες δὲ τὸν Ὄθωνα, ὅτε ὀλίγα βήματα μακρὰν τοῦ τόπου, ἐν ᾧ συνεδριάζομεν, ἐκάθητο ἐπὶ τοῦ θρόνου, καὶ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ ἐκράτει τῶν φυλακῶν τὰ κλεῖθρα, καὶ ὑπὲρ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν ἀπῃωρημένον εἶχε τοῦ Δαμοκλέους τὸ ξίφος, δὲν θέλομεν φοβηθῆ βεβαίως τὸ τὴν νεκρικὴν αὐτοῦ σινδόνα περιβεβλημένον φάντασμά του (εὖγε, εὖγε!). Ἄλλως τε, Κύριοι, οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἦσαν ἱκανοὶ διὰ νὰ στηρίζωσι καὶ σώζωσι τὸν Ὄθωνα τυραννοῦντα, οἵτινες ἐξήρκουν πρὸς ἐπιδίωξιν τῶν σκοπῶν του, δὲν εἶναι αἰσχύνη ἡμῶν νὰ θεωρῶνται ἀνεπαρκεῖς ὑφ’ ἡμῶν, οἵτινες ἐσμὲν περιβεβλημένοι τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἔθνους, οἵτινες ἐκπροσωποῦμεν τὴν εἰλικρινῆ θέλησιν τοῦ Ἔθνους, οἵτινες πράττομεν κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, οἵτινες ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν ἁπάσας τοῦ Ἔθνους τὰς δυνάμεις, διότι ὑπ’ οὐδεμιᾶς φερόμεθα ἰδιοτελείας διακεκριμένης τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, καθόσον καὶ ἡμεῖς ἐκ τοῦ Ἔθνους τούτου ἐσμέν; Ἡ ἐλευθερία ἁρμόζει νὰ δείκνυται μᾶλλον τῆς τυραννίας περιδεής; Ἄπαγε! Ὅταν, Κύριο, ἔχωμεν μίαν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην μας, ὅταν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκωνται ἄνθρωποι ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων τῆς Συνελεύσεως ταύτης καὶ αὐτοὶ ἀνέβησαν τὸ βῆμα ἀλληλοδιαδόχως καὶ εἶπον γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ καὶ ἄνευ ἐνδοιασμοῦ «δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἐκτάκτων μέτρων,» ὅταν λοιπὸν ὅλη ἡ Κυβέρνησις σᾶς λέγῃ, «μοὶ ἀρκοῦσιν οἱ νόμοι πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως» καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ ἔπαινος της, διότι εἶναι ἀπόδειξις τρανὴ ὅτι οὐδὲν βυσσοδομεύει κακὸν, σεῖς, ἀνεμώλια βάζοντες καὶ μύθοις γραϊδίων προσέχοντες, θέλετε τῇ εἴπει, «δὲν σοὶ ἀρκοῦσι, θέλομεν νὰ σοὶ δώσωμεν πλείονα, ἧς ἤδη ἔχεις, ἰσχύν;» Ὄχι· δὲν ὑποθέτω ὑμᾶς τοσοῦτον ἁπλοῦς· τοὐναντίον μάλιστα τί μὲ κάμνετε νὰ ὑποπτευθῶ διὰ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς σας; ὅτι ἀφοῦ δώσητε αὐτὴν τὴν ἔκτακτον ἰσχὺν, ἣν εὐθαρσῶς ἀποδιοπομπεῖται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, θέλετε προβῆ εἰς τὸ νὰ κατακρημνίσητε αὐτὴν τῆς ἐξουσίας διὰ νὰ σχηματίσητε ὑμεῖς μίαν Κυβέρνησιν ἄλλην ἐξ ὑμῶν αὐτῶν, ἡ ὁποία, ἔχουσα τὰ ἔκτακτα μέσα ἐκεῖνα εἰς χεῖράς της, νὰ καταθλίψῃ τὸν τόπον, ν’ ἄρξῃ διὰ τῆς τρομοκρατίας, νὰ ἐκδικηθῇ τοὺς ἀντιφρονήσαντας αὐτῇ.
§177ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Εὖγε, εὖγε! (θόρυβος ἀριστερά).
§178ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Μὴ θορυβῆσθε, Κύριοι, διότι οὕτω πολιτευόμενοι κινδυνεύετε τὰς ὑπονοίας μου νὰ βεβαιώσητε! Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἔχω αὐτὴν τὴν ὑποψίαν καὶ δὲν μὲ καθησυχάζει τὸ ἀβέβαιον, ὅτι ἡ μετὰ ταῦτα Κυβέρνησις δὲν θέλει κάμει κακὴν χρῆσιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς θέλετε ἀπὸ τῆς ψήφου τῆς Συνελεύσεως ἐξαρπάσει. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἕως πότε καταχρώμενοι τῆς ἀνοχῆς ἡμῶν θέλετε ῥίπτει καθ’ ἑκάστην ἐν μέσῳ τῆς Συνελεύσεως ταύτης τὸ σκανδαλῶδες τοῦτο ζήτημα περὶ ἐκτάκτων μέτρων; καθ’ ἑκάστην τὸ ἀποκρούομεν, καὶ ἑκάστοτε ὡς Πρωτεὺς ὑπὸ νέον παρουσιάζεται εἶδος· καθ’ ἑκάστην παρεκκλίνομεν αὐτὸ, καὶ ὅμως καταντᾷ νὰ γίνῃ δι’ ἡμᾶς ἀληθὴς ἐφιάλτης, νὰ πατήσῃ ἐπὶ τῶν στηθῶν μας, διὰ νὰ πνίξῃ τὴν φωνὴν ἡμῶν! (θόρυβος ἀριστερόθεν). Ποσάκις μέχρι τοῦδε ἀπεκρούσαμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ, ποσάκις δ’ ἐπανέφερον αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰς συζήτησιν, ποσάκις ἀπεδείξαμεν ὅτι τὰ ἔκτακτα μέτρα εἶναι ὀλέθρια; Ἀλλ’ οἱ ἐναντίοι δὲν ἀπέκαμον· ἀληθεῖς Ἀνταῖοι, ἐπὶ τοῦ ἐδάφους πίπτοντες, ἀπὸ τῆς γῆς τῆς ταπεινώσεώς των νέας ἀρύονται δυνάμεις καὶ λάβροι αὖθις ἐφ’ ἡμῶν ἐπιπίπτουσιν· πλὴν, ἂς τὸ μάθωσι καλῶς, καὶ ἡμᾶς θέλουσιν ἑκάστοτε εὑρεῖ ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τῶν νόμων ἵνα προασπίσωμεν τῆς ἐλευθερίας, καὶ διασώσωμεν ἀκηλίδωτον τῆς πατρίδος τὴν τιμὴν (χειροκροτήσεις). Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ν’ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην τῆς Συνελεύσεως, ὅτι τοιοῦτος νόμος ἐκτάκτων μέτρων ἐφηρμόσθη παρ’ ἡμῖν εἰς τὰ 1840 ἢ 1842 καὶ τότε, Κύριοι, τὰ ὄρη καὶ αἱ φάραγγες τῆς Ἑλλάδος ἐγέμισαν ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους πατριώτας ἀπὸ τοὺς ἡσυχωτέρους πολίτας, οἱ ὁποῖοι περιεπλανῶντο ἄστεργοι καὶ ἄσιτοι εἰς τὰ δάση, αἱ γυναῖκές των ἀπέβαλλον, καὶ οὐδεμία συνδρομὴ ταῖς ἐδίδετο (θόρυβος). Μήπως τὴν τοιαύτην διαδοχὴν τοῦ πατρός σας ἐζηλεύσατε, Κύριε Γλαράκη;
§179ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Εἰς τὰ 39 ἦτο.
§180ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. 39 ἢ 42 εἶναι ἀδιάφορον· εἶναι πάντοτε μέσα, ἅπερ μετεχειρίσθη ἡ πεσοῦσα δυναστεία διὰ νὰ τυραννήσῃ τὸν τόπον· ἐδέησε δὲ μία ἐπανάστασις ἡ τοῦ 1843 διὰ νὰ τὰ καταργήσῃ. Εἰς τὰ 1854, Κύριοι, ἡτοιμάσθη πάλιν εἷς τοιοῦτος νόμος ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας, ἥτις ἀληθῶς εἶχε τότε λάβει μίαν ἐπίφοβον ἐπίτασιν. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, καὶ ἐπικαλοῦμαι μάρτυρα τῶν λόγων μου τὸν νῦν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἐν τῇ ἐννεαμελεῖ ἐπιτροπῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τῆς ὁποίας ἀμφότεροι ἀπετελοῦμεν μέρος, δὲν ἀντετάχθην μετὰ πολλῆς ἐπιμονῆς εἰς τὰ προτεινόμενα ἔκτακτα μέτρα (ἐπινεύων διὰ τῆς κεφαλῆς ὁ Κ. Θεόδωρος Δηλιγιάννης ἐπιβεβαιοῖ τοῦ ῥήτορος τοὺς λόγους.) Ηὐτύχησα νὰ εὕρω συντασσόμενα πρὸς τὴν γνώμην μου καὶ δύο ἄλλα μέλη τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς· τὰ μειοψηφοῦντα λοιπὸν μέλη ἔσχομεν τὴν γενναιότητα νὰ συντάξωμεν διαμαρτύρησιν, ἣν ἐπεφόρτισαν ἐμὲ ὡς Σύμβουλον τότε τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου, νὰ παρουσιάσω πρὸς τὸν γηραιὸν καὶ σεβαστὸν πρόεδρον τοῦ τότε ὑπουργείου Κ. Μαυροκορδάτον· ἐκπληρῶν τὴν ἐντολὴν ἥτις μοὶ ἐδόθη, εὐθαρσῶς προσεθέμην τῷ Κ. Μαυροκορδάτῳ ἐγχειρίζων τὴν διαμαρτύρησιν τῆς ἀποσυρομένης μειονοψηφίας τὰ ἑξῆς «αἱ σημεριναὶ Βουλαὶ δὲν εἶναι Βουλαὶ τῆς ἐθνικῆς θελήσεως ἀπόῤῥοια· τὰ πλοῖα τῶν συμμάχων τὰ ὑπάρχοντα ἐν Πειραιεῖ, οἱ στρατοὶ τῆς κατοχῆς οἱ εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν κατασκηνοῦντες, καὶ ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως, δύνανται νὰ ἐπιβάλωσιν αὐτὸν τὸν νόμον· ἂν ὅμως, ὡς μὴ ὤφειλε, ψηφισθῇ, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω μεθ’ ὅλου τοῦ θάῤῥους, ὅτι θέλετε ἐγκολάψει ἐπὶ τοῦ μετώπου σας τοιοῦτον στίγμα, ὅπερ τοῦ λοιποῦ δὲν θέλουσι δύνασθαι νὰ συγκαλύπτωσιν αἱ δάφναι τοῦ Μεσολογγίου» (εὖγε) Καὶ ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος πολίτης, ὁ γηραιὸς Μαυροκορδάτος, μεθ’ ὅλας τὰς γενομένας αὐτῷ προτροπὰς δὲν συγκατετέθη ποτὲ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὰς Βουλὰς τὸν συνταχθέντα ἀπαίσιον ἐκεῖνον νόμον. Ἐκεῖνο λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τόλμην κατὰ τὸ 1854, καί τοι ἁπλοῦς καὶ ἄσημος πολίτης, νὰ εἴπω, τὸ ἐπαναλαμβάνω σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς πληρεξούσιος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους· ἐκεῖνο, ὅπερ φειδόμενος τῆς τιμῆς καὶ τῆς δόξης ἑνὸς σεβαστοῦ πολίτου, ηὐτύχησα νὰ ἐμποδίσω νὰ γείνῃ, θέλω προσπαθήσει δι’ ὅλων τῶν ἐν ἐμοὶ μέσων ἵνα ἀποτρέψω τὸ νὰ ἐγκολαφθῇ ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς Συνελεύσεως ταύτης. (εὖγε). Ἠρώτησαν οἱ ἐναντίοι, ποία ἐπανάστασις δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ ἐκτάκτων μέτρων; Ἀποκρίνομαι ἐγὼ ἀντερωτῶν αὐτοὺς, ποία ποτ’ ἐπανάστασις προώδευσε διὰ τῶν ἐκτάκτων μέτρων; ποία ἐπανάστασις δὲν ἐκρημνίσθη ἀπὸ τοῦ κρημνοῦ τούτου τοῦ ὀλεθρίου εἰς τὸ βάραθρον τῆς τυραννίας; Αἱ ἐθνικαὶ ἐπαναστάσεις ἀρύονται πάσας αὑτῶν τὰς δυνάμεις ἀπὸ τῆς ἱερότητος τοῦ σκοποῦ των· ὡς οὗτός ἐστιν ἁγνὸς, ἁγνὰ καὶ τὰ μέσα δι’ ὧν ἐπιτυγχάνεται. Ὁ Θεὸς βοηθεῖ τὰ εἰς τοιαύτας ἐπαναστάσεις ἀποδυόμενα εὐγενῆ ἔθνη, τίς δ’ ὁ κατὰ τοῦ Θεοῦ δυνάμενος νὰ ἄρῃ τὴν πάλην; Ἡ ἀληθῶς εὐγενὴς ἐπανάστασις τῆς Γαλλίας τοῦ 1789 εἰς οὐδὲν προσέφυγεν ἔκτακτον μέτρον, ἐφόσον διετηρεῖτο ἁγνή. Παρατηρῶ δ’ ὑμῖν Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 89 ἐνέμενεν ἐν ταῖς ἀρχαῖς ἐκείναις, ἃς ἐνέγραψεν ἐν τῷ συντάγματι καὶ τοῖς ἄλλοις ἔργοις τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, καί τοι εἶχε νὰ παλαίσῃ κατὰ τοσούτων καὶ τηλικούτων ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων, ἤθελε περατώσῃ ἴσως τὸ ἔργον της, ὅπως ἤρξατο αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἡσυχίᾳ. Ποία ἡ δόξα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; ποῖα τὰ ἔργα τῆς Γαλλικῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως (Constituante) κατὰ τὰ 89 καὶ 90! Παραβάλετε ταῦτα πρὸς τὰ τῶν ἑπομένων Συνελεύσεων ἀπὸ τοῦ 91–95! Οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν τὰ γνωρίζετε. Ἡ ἐπανάστασις τότε ἐκηλιδώθη· ἡ ἐποχὴ ἐκείνη μάλιστα ὠνομάσθη καὶ δικαίως σημειοῦται ἐν τῇ ἱστορίᾳ ὡς ἡ ἐποχὴ τοῦ αἵματος, ὡς ἡ ἐποχὴ τῆς τρομοκρατίας. Ἠξεύρετε δὲ διατί ἐκείνη ἡ ἐποχὴ δὲν εἶναι τόσον βδελυρὰ, ὅσον ἔδει, δὲν εἶναι τόσον ὅσον ἔπρεπε μυσαρὰ εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν μεταγενεστέρων; ἡ αἰτία εἶναι, διότι τὸ αἷμα τῶν θυμάτων ἐξεπλύθη διὰ τοῦ αἵματος τῶν δημίων, διότι τὸ αἷμα ἐξέπλυνε τὴν λάσπην, διότι αἱ πέραν τοῦ Ῥήνου, αἱ ὑπὲρ τὰ Πυρηναῖα καὶ ἐν τοῖς πεδίοις τῆς Ὁλλανδίας καὶ τῆς Βελγικῆς συλλεγεῖσαι δάφναι ἐκάλυψαν τὴν μυσαγῆ γῆν, διέφυγε δ’ ἡ Συμβατικὴ Συνέλευσις τὴν περιφρόνησιν, ἧς ἐγένετο ἀξία, διὰ τοῦ τρόμου, ὃν ἁπανταχοῦ ἐνέσπειρεν· ὁ δὲ πατριωτισμὸς τῶν στρατῶν τῆς Γαλλίας ἀνεδέχθη νὰ διασώσῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους, καὶ οἱ πανταχόσε τὴν Γαλλίαν ἐπαπειλοῦντες κίνδυνοι ἐδικαίωσαν ἐν μέρει τὰς οἰκτρὰς πράξεις τῆς τρομοκρατίας ὡς ἐσχάτης ἀπογνώσεως ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις ἡ ἡμετέρα δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς ἐκείνην; Ποῖοι οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν; κατά τινων θέλετε νὰ λάβητε τὰ ἔκτακτα αὐτὰ μέτρα, κατὰ τίνων θέλετε ἐφαρμόσει τὸν νόμον τῶν ὑπόπτων, τὸ οἰκτρότατον τοῦτον πάσης τυραννίας ἔσχατον καταφύγιον; Ἄφετε Κύριοι, ἄφετε τοῖς τυράννοις τὰ ὅπλα των· μὴ πρὸς Θεοῦ, μὴ δι’ ἀγάπην τῆς πατρίδος ζητῆτε τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὰ μέσα ἐν τῷ ὁπλοστασίῳ τῶν τυράννων. Τί κοινὸν ἐλευθερίᾳ πρὸς τυραννίαν; Λίαν προσφυῶς ὁ συνάδελφός μου Κ. Καλλιγᾶς, ἀφωμοίωσε τὴν ἐπιτροπὴν ἣν σᾶς προτείνουσι νὰ συστήσητε πρὸς τὸ τῆς ἑνετικῆς τυραννίας συμβούλιον τῶν Δέκα· ἐγὼ δὲ προστίθημι, μὴ ἱδρύσητε παρὰ τῇ πύλῃ τῆς Συνελεύσεως ἡμῶν τὸν ἄδοξον τῆς Ἑνετίας λέοντα, δὲν λέγω τὸν πτερωτὸν τοῦ Δανδόλου καὶ Μωροζίνη, ἀλλὰ τὸν παρὰ τῷ συμβουλίῳ τῶν Δέκα λέοντα, μὲ τὸ κεχηνὸς στόμα του, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ σᾶς διαβιβάζωνται καθ’ ἑκάστην ἀνώνυμοι αἱ κατηγορίαι κατὰ τοῦ μὲν καὶ κατὰ τοῦ δὲ! Ἄφετε τὸν Κ. Ῥοντήρην μὲ τὴν φαντασίαν του νὰ νομίζῃ ὅτι καταδιώκεται ὑπὸ τῆς Ἐριννύος τῆς πεπτωκυίας δυναστείας· ἄφετε αὐτὸν μὲ τὴν φαντασιόπληκτον ὄσφρησίν του νὰ ὀσφραίνηται πάντοθεν συνωμοσίας ὑπὲρ παλινορθώσεως τοῦ ἐκπτώτου καὶ τῆς δυναστείας αὑτοῦ. Ἄφετε τὸν Κ. Ῥοντήρην μόνον νὰ διώκῃ τὰ φαντάσματα τῶν συνωμοτῶν, καὶ ἐν τῇ πατριωτικῇ του ἀγανακτήσει νὰ ἐπιφωνῇ τὰ τοῦ Νέρωνος. «Λυποῦμαι διότι ὅλοι αὐτοὶ, δὲν ἔχουν ἕνα λαιμὸν διὰ νὰ τοὺς κόψω διὰ μιᾶς» (εὖγε). Ἔχουσιν ὅμως καὶ ἄλλας κακὰς συνεπείας τὰ ἔκτακτα μέτρα. Συλλογίσθητε ὁποίας ἀνησυχίας ἐμβάλλουσιν ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ ἔθνους, ὁποίας ὑπονοίας θέλουσι δώσει εἰς τὸν νέον μας Βασιλέα. Τὸν Ὀκτώβριον ἐξεβλήθη ὁ Ὄθων καὶ οὐδὲ μία χεὶρ ἠγέρθη ὑπὲρ αὐτοῦ, οὐδεμία φωνὴ ὑψώθη ὑπὲρ αὐτοῦ, σήμερον δὲ, Κύριοι, οἱ Ὀθωνισταὶ, ἂν δώσωμεν πίστιν εἰς τοὺς ἀπαισιολόγους τῶν ἐκτάκτων μέτρων πάτρωνας, ἀριθμοῦνται πολλῷ ὑπερβάλλοντες ἀριθμῷ τῶν ἐπὶ Ὄθωνος ἀφωσιωμένων (θόρυβος). Καὶ πρὸ τινων ἡμερῶν εἶπον ὑμῖν, καὶ σήμερον αὖθις τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ λέξις Ὀθωνιστὴς, ᾗ κατὰ κόρον χρῶνταί τινες, ἢ εἶναι ὕβρις καὶ δὲν σημαίνει τίποτε, ἢ εἶναι πρᾶγμα, ὅπερ ἀδύνατον, καὶ τότε δὲν θέλετε καταβάλει τὴν δύναμιν αὐτοῦ· δὲν κατεβλήθη ἐν Γαλλίᾳ ἡ Ναπολεόντειος φατρία, διότι σύμβολον, σύνθημα εἶχεν αὕτη τοῦ Μαρέγγου καὶ Αὐστερλὶτζ τὴν δόξαν· ἀπὸ τὸ 1815 μέχρι τοῦ 1848, παρῆλθον 33 ὅλα ἔτη, καὶ ἡ φατρία ἐκείνη οὐδὲν τῆς δυνάμεως αὑτῆς ἀπέβαλε, διότι ἡ δόξα διὰ χρόνου μᾶλλον κρατύνεται· ἡ ἀδοξία ὅμως οὐδένα φίλον ἔχει, ἄδοξος δὲ διαπαντὸς παρῆλθεν ἡ τριακονταετὴς τοῦ Ὄθωνος βασιλεία. Ἂς παύσῃ πᾶς φόβος, Κύριοι, καὶ ἂς ἀποῤῥίψωμεν διὰ μιᾶς πάσας ταύτας τὰς προτάσεις· ἂς κτυπήσωμεν τὰς σήμερον ὑπὸ τῶν ΚΚ. Δεληγεώργη καὶ Ῥοντήρη καὶ εἴ τινος ἄλλου εἰσαγομένας, ὅπως τὰς πρὸ αὐτῶν παρήλθομεν, ἂς μεταχειρισθῶμεν ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ πατριωτισμοῦ μας διὰ νὰ καταστείλωμεν αὐτὴν τὴν ὕδραν· ἀλλὰ τί λέγω; δὲν εἶναι ὕδρα, δὲν φοβοῦμαι τὴν ὕδραν τῆς ἀναρχίας, ἣν πάντως προκαλοῦσιν, οἱ ὑποκρινόμενοι φόβους ὅλως ἀνυποστάτους. Ὅταν Κύριοι, ἐμβάλωμεν τὰς ὑπονοίας ταύτας εἰς τὸν νοῦν τῶν συμπολιτῶν μας, τότε ὑποσκάπτομεν τὰ θεμέλια τῆς δυνάμεως ἡμῶν· ὅταν ἀκουσθῶσι τοιαῦται φῆμαι ἐν Εὐρώπῃ, δυσχεραίνομεν τὴν παραδοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ στέμματος, καὶ δὴ τότε ὑποβοηθῶμεν τοὺς σκοποὺς τῆς Βαυαρικῆς αὐλῆς, ἥτις διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ της ἐπισήμως κηρύττει ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος φιλεῖ τὸν Ὄθωνα καὶ τὴν δυναστείαν του. Τέλος δὲ, Κύριοι, τίς ἐξασφαλίζει ὑμᾶς, ὅτι, ἂν δώσητε τόσην δύναμιν τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ, καὶ ἐν αὐτῇ εὑρεθῇ μεγαλεπήβολός τις τῶν ἐλευθεριῶν ἡμῶν ἐπίβουλος, ὁ ἐπίβουλος οὗτος δὲν θέλει πιθηκίζων μιμηθῇ τὸν Ναπολέοντα, ὅπως σᾶς κάμῃ νὰ πηδήσητε ἀπ’ αὐτὰ τὰ παράθυρα; (γέλως) Τὴν τυραννίαν, κἂν συνωδευμένη μὲ Ναπολεοντείους δάφνας ἤρχετο πρὸς ἡμᾶς, δὲν τὴν ἀγαπῶ, ἀγαπῶ μᾶλλον τὴν ἀνήσυχον ἐλευθερίαν, ἀγαπῶ μᾶλλον τὴν ἐλευθερίαν μὲ τοὺς παλμούς της, μὲ τὰς φροντίδας της, διότι οἱ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας παλμοὶ ἐμφαίνουσιν ἐθνικὴν ζωὴν, ὡς ὁ σφυγμὸς καὶ τῆς καρδίας αἱ δονήσεις σημαίνουσι τὴν ὑλικὴν ζωήν· ἡ τυραννία εἶναι νέκρωσις τοῦ πνεύματος, δὲν τὴν θέλω. Ἀναμιμνήσκομαι μιᾶς ῥήσεως τοῦ Κικέρωνος «Malo periculosam libertatem quam quietum servitium» «προτιμῶ τὴν μετὰ κινδύνων ἐλευθερίαν, παρὰ τὴν ἥσυχον δουλείαν·» ἐὰν ἤθελον τὴν δουλείαν, ἤθελα καταβῆ εἰς τὸν τάφον, ἐφ’ ὅσον ὅμως ζῶ, θέλω τὴν ἐλευθερίαν. Λοιπὸν σᾶς ἐξορκίζω ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, ἀποῤῥίψατε τὰ ἔκτακτα μέτρα, διότι τὰ μέτρα αὐτὰ δὲν σᾶς σώζουσι, ἀλλὰ κηλιδόνουσι τὴν Συνέλευσιν καὶ ἀδικοῦσι τὸ Ἔθνος. Ἐπιδοκιμασίαι, πλεῖστοι τῶν πληρεξουσίων δεξιοῦνται τὸν ῥήτορα καταβάντα τοῦ βήματος).
§181ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι νομίζουν ὅτι ἐφωτίσθησαν, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι), ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἀπωτέρω πρότασιν τοῦ Κυρίου Ῥοντήρη.
§183ΠΟΛΛΟΙ. Ἡ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετάβασις εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ. «Μετὰ τὴν ἐξήγησιν τῶν Κυρίων Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, ἡ Συνέλευσις μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἕπεται ἔπειτα ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Μίληση. «Ἡ Συνέλευσις παραγγέλλουσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπαναφέρῃ δι’ ὅλων τῶν νομίμων καὶ αὐστηρῶν μέτρων τὴν τάξιν εἰς τὸν στρατὸν μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἕπεται τοῦ Κυρίου Σαριπόλου «Μετὰ τὰς παρὰ τῶν Κυρίων Ὑπουργῶν δοθείσας πληροφορίας, ἡ Συνέλευσις, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, συνιστᾷ αὐτῇ σύντονον προσοχὴν εἰς τὰ συμβαίνοντα καὶ τεκταινόμενα καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἕπεται ἡ τοῦ Κυρίου Πλαστήρα, καὶ Μαυρομαρᾶ. Ἡ Συνέλευσις «Θεωροῦσα σκοπιμότητα εἰς τὰ ἑκάστοτε ἀναφαινόμενα ἀναρχικὰ συμπτώματα συνιστᾷ ἄγρυπνον προσοχὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ καθιστᾷ προσωπικῶς ὑπευθύνους ἰδίᾳ ἕκαστον τοὺς Κ. Ὑπουργοὺς διὰ πᾶσαν ἐξ ἀμελείας ἢ ἐξ ἀνικανότητος αὐτῶν προσβολὴν τῶν καθεστώτων, δυναμένους νὰ κάμνωσι χρῆσιν ὅλης τῆς αὐστηρότητος τῶν νόμων καὶ τῆς εἰς αὐτοὺς ἐμπεπιστευμένης ἐξουσίας».
§185ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνεγνώσθησαν προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι παραγόμενον τῆς συζητήσεως· ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε πρὸ ὀλίγου, δὲν εἶναι συμπέρασμα οὐδενὸς τῶν προαγορευσάντων· ἡ πρότασις αὕτη καθιστᾷ ἀμφίβολον ὄχι μόνον τὴν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς ἡμῶν προθυμίαν, ἀλλὰ καθιστᾷ ἀμφίβολον καὶ τὴν πρόθεσιν ἡμῶν· διὰ τοῦτο ἡμεῖς.....
§186ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Δὲν μᾶς ἐδόθη ὁ λόγος διὰ νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Δεληγιώργη. «Ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐχθροὶ τῆς πατρίδος μας δραστηρίως ἐργάζονται πρὸς ἀνατροπὴν αὐτῆς, καὶ ὅτι εἰς τὰς κρισίμους τοῦ ἔθνους στιγμὰς οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ πρέπει νὰ ᾖναι παρόντες, ὅπου ἡ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ ἐκάλεσεν αὐτούς». Ψηφίζει 1.) «Ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις κηρύττεται διαρκὴς, οὐδεὶς τῶν πληρεξουσίων δύναται νὰ ἐξέλθῃ τοῦ περιβόλου τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἄνευ ἀδείας αὐτῆς». 2.) «Προσκαλεῖται ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις νὰ ἐργασθῇ ἐπιμόνως εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῆς κατὰ τῶν καθεστώτων συνωμοσίας, ἣν ἐμφαίνει ἡ διὰ τοῦ Φωτὸς δημοσιευθεῖσα τὴν 14 τρέχοντος μηνὸς διακήρυξις τινων ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν σύλληψιν τῶν ἐνόχων, νὰ ὑποβάλῃ δὲ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως πᾶν ἔκτακτον μέτρον, ὅπερ αἱ περιστάσεις τυχὸν ἀπαιτοῦσι, καὶ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτὴν τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς».
§188ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἡ τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ νὰ τεθῇ πρώτη εἰς ψηφοφορίαν.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι ὑπάρχουν διαφωνίαι καὶ πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. (θόρυβος).
§190ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφαιρῶ τὸ πρῶτον τῆς προτάσεως μέρος, καὶ ἀφίνω τὸ δεύτερον.
§191ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πολλαὶ προτάσεις ἐπαρουσιάσθησαν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα ἔκτακτα καὶ διάφορα. Αὐταὶ μεταξὺ των θὰ κανονισθῶσι τότε, ὅταν ἡ Συνέλευσις δὲν παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, ὅστις λέγει ὅτι «μετὰ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τῶν Κυρίων Ὑπουργῶν, ἡ Συνέλ. μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν·» πρέπει πρῶτον ν’ ἀποτύχῃ αὐτὴ, καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθουν αἱ ἄλλαι.
§192ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ συγχωνεύω τὴν πρότασίν μου μετὰ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ.
§193ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ποία πρότασις πρέπει νὰ προηγηθῇ; Νομίζω ὅτι δὲν ἔχομεν ἀπωτέραν πρότασιν· διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀπωτέρα πρότασις, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔρχονται τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ψηφοφοροῦνται πρότερον, καὶ κατόπιν ἔρχεται ὁ νόμος, καὶ ἐκ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν ψηφοφορεῖται ἡ ἀπωτέρα ἀπὸ τὸ κείμενον τοῦ προτεινομένου νόμου. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει πρότασις ἀπωτέρα καὶ ἐγγυτέρα· τὸ δίκαιον εἶναι νὰ ψηφοφορηθῶσιν αἱ προτάσεις καθ’ ἣν τάξιν ἐπροτάθησαν· νομίζω ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ τοῦ Κ. Δεληγιώργη, δεύτερον ἡ ἐδική μου, τρίτον τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ κ. τ. λ.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει διαφωνία, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ποία νὰ προηγηθῇ· ὅσοι παραδέχονται ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ εἰς ἐπιψήφισιν ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ νὰ σηκωθῶσιν (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
§195ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὸ ἔγγραφον τὸ δοθὲν εἰς τὸν Καρύδην, ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν εἰς τὴν Ἐθνοφυλακήν.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἔχει ἀμφιβολίαν, θὰ ἐρωτήσω τἀνάπαλιν, ὅσοι παραδέχονται νὰ προηγηθῇ εἰς ἐπιψήφισιν ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Δελιγιώργη, ἐκεῖνοι νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν.
§197ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§198ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἂν παραδέχηται αὐτὴν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Δεληγιώργη.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν αὐτὴν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ πρώτου μέρους της θὰ εἴπωσι Ναὶ, ὅσοι δὲν τὴν παραδέχονται θὰ εἴπωσιν Ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Δεληγιώργη ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 87 κατὰ 78, ἀρνηθέντος ἑνὸς ψῆφον. Αὔριον θὰ συνεδριάσῃ ἡ Συνέλευσις;
§201ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς 8 λοιπόν. Τὸ δὲ Σάββατον θὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου, Ἀντιπροέδρων καὶ Γραμματέων, καὶ ἔστω πρὸς γνῶσιν τῶν Κυρίων Πληρεξουσίων.
§203ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 7 περὶ ¼)
Ὁ Προεδρεύων πρεσβύτερος
Α. ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Τηλ. Ῥούκης.