1863.05.13
1.878 στίχοι · 15.918 λέξεις · 137 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ Ρʹ.
τῆς 13 Μαΐου 1863.
(Δευτέρα).
Ὥρα 12 τῆς μεσημβρίας.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καί τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία πρότασις τοῦ Κ. Ἐμπειρίκου καὶ Ὀρλάνδου περὶ καταργήσεως τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπαρχόντων πρακτορείων.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ Προξενικὰ, τότε συζητεῖται.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§4Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, Κύριοι, ἀνεγνώσθη ἐνταῦθα μία πρότασις περὶ καταργήσεως τῶν νεοσυστάτων Εἰρηνοδικείων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον, Κ. Πρόεδρε.
§7ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, Κύριοι. Ἰδοὺ τί συμβαίνει. Εἴμεθα καλῶς πληροφορημένοι, ὅτι σήμερον ἡ Κυβέρνησις διὰ θεσπίσματος θὰ καταργήσῃ αὐτὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα (θόρυβος). Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνδέεται καὶ μὲ τὴν ἀσφάλειαν, Κύριοι (θόρυβος).
§8ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Ἀφήσατέ τον νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ὕστερον ἀποῤῥίψατέ την.
§9ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπα, ὅτι πρόκειται σήμερον νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἡ κατάργησις αὐτῶν τῶν Εἰρηνοδικείων, διότι εἰς αὐτὸν δὲν συμπεριλαμβάνεται ἡ δαπάνη διὰ τὴν τήρησιν αὐτῶν. Λοιπὸν, ἐὰν σήμερον δὲν ληφθῇ μία πρόνοια ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, τότε πᾶσα συζήτησις, ἥτις θὰ γείνῃ βραδύτερον, θὰ ᾖναι ματαία, δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο προτείνω ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις νὰ μὴ καταργηθοῦν αὐτὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα, ἢ τοὐλάχιστον ν’ ἀναβληθῇ ἡ κατάργησίς των μέχρις ὅτου συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, ἂς ἀναβληθῇ δι’ ὀλίγας ἡμέρας.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν αὐτὴ ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς αὐτοῦ τοῦ μέτρου μέχρι τῆς ἐξελέγξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται αὐτὴν τὴν ἀναβολὴν νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν δύο ἀντικείμενα εἶχον παραπεμφθῆ διὰ σήμερον, τὸ περὶ μεταθέσεως κεφαλαίων καὶ περὶ Προξενείων. Λοιπὸν, ἐὰν αὐτὰ ἦναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιδέχονται συζήτησιν, ἠμποροῦμεν νὰ τὰ τελειώσωμεν σήμερον.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τελειώσῃ ὁ φορολογικὸς νόμος.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, λοιπὸν εἴμεθα εἰς τὸ 6 ἄρθρον.
§14ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω πολλὰ ὀλίγα, διότι συνειθίζω νὰ ἦμαι πάντοτε σύντομος. Σᾶς παρακαλῶ ἐκ προοιμίων νὰ ἀκροασθῆτε ἡσύχως τοὺς λόγους μου, ὡς ἁρμόζει εἰς ἀντιπροσώπους ἐνδόξου καὶ πολυπαθοῦς ἔθνους, ὁποῖον τὸ ἡμέτερον. Δὲν ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγγείλω τὴν ὕπαρξιν φαντασικῆς ὑπονόμου, ἀπειλούσης τὴν καταστροφὴν τῆς Συνελεύσεως· ἔρχομαι μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας εἰς μίαν ἄλλην ὑπόνομον ἀπειλοῦσαν τὴν καταστροφὴν οὐχὶ τῆς ὑπάρξεως, ἀλλὰ τῆς ὑπολήψεως αὐτῆς· ἡ ὑπόνομος αὕτη στηρίζεται εἰς ἄλλο ἔδαφος παρὰ τὸ κάτωθεν τῆς Συνελεύσεως καὶ ταύτης, ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, ἵνα λάβητε πρόνοιαν, συναισθανόμενοι τὴν ἱερότητα τῆς ἐντολῆς σας διὰ νὰ περισώσωμεν ἐν πρώτοις τὴν ὑπόληψιν τῆς Συνελεύσεως, ἥτις κινδυνεύει νὰ γείνῃ θῦμα τῆς ὑπονόμου αὐτῆς τῆς ἐσωτερικῆς, Κύριοι, δὲν στηρίζεται, παρὰ εἰς τὸν φατριασμὸν καὶ εἰς τὴν φιλαρχίαν τὴν ἀνοικονόμητον καὶ τὴν κακῶς ἐννοουμένην. Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, ἀπὸ τοὺς λαοὺς, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐξαπέστειλαν, ἐντολὴν ἄλλην, παρὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως καὶ νὰ συντάξωμεν τοὺς ὀργανικοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Θελήσατε νὰ περιστείλωμεν ὀλίγον τὸν φατριασμόν μας. Προτείνω λοιπὸν, Κύριοι, εἰς τὰς παρούσας κρισίμους περιστάσεις ν’ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν τὰ πάθη μας, νὰ ὑποστηρίξωμεν ἀριστερόθεν καὶ δεξιόθεν καὶ ἐκ τοῦ κέντρου τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἵνα τηρήσῃ τὴν τάξιν καὶ ἡσυχίαν.
§15ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Δὲν τὴν κατηγόρησε κανεὶς τὴν Κυβέρνησιν.
§16ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Καὶ νὰ ἐργασθῶμεν ἡσύχως εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ὀργανικῶν νόμων καὶ ἐπὶ τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προασφαλίσουν τὴν πολιτείαν ἀπέναντι κινδύνων ὀχλαγωγικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιπολάζουσι, διότι ἄλλως θὰ ἐπισύρωμεν ἐφ’ ἡμᾶς αὐτοὺς τὰς κατάρας τῶν ἐπερχομένων γενεῶν. Προτείνω λοιπὸν νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα Σᾶς προανέφερον, καὶ πρὸς τούτοις, διὰ νὰ προλάβωμεν τὰ κακουργήματα, νὰ προταχθῇ καὶ τὸ περὶ ἀμνηστείας ζήτημα.
§17ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον.
§18ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ὁ φορολογικὸς νόμος δὲν κατεπείγει· τὰ οὐσιωδέστερα ἄρθρα τοῦ φορολογικοῦ νόμου ἐπεψηφίσθησαν.
§19ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ὄχι· οἱ ἀποθηκάριοι ὑπάρχουν ἀκόμη.
§20ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ τοὐλάχιστο ν’ ἀφήσωμεν τὸ ἐπιβλαβὲς σύστημα ἐκεῖνο, τοῦ νὰ παρεμβάλωμεν προτάσεις ἐπουσιώδεις ζητημάτων προσωπικῶν, ἀφίνοντες ἐκκρεμῆ τὰ οὐσιώδη, μεταξὺ τῶν ὁποίων θεωρεῖται καὶ τὸ περὶ ἀμνηστείας. Λέγω νὰ προταχθῇ τὸ περὶ ἀμνηστείας ψήφισμα, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν ἰδέαν, θέλει προλάβει πολλὰ κακουργήματα· ἐὰν ἀπὸ σήμερον μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θέλομεν ἐπιψηφίσει τὸ ψήφισμα αὐτὸ, συμβῶσιν δύο ἢ τρία μόνον θύματα, τὰ ὁποῖα πιθανῶς διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀναμφιβόλως, ἠδύνατο νὰ προλάβῃ τὸ ψήφισμα αὐτὸ, προσφέρομεν οὐσιώδη ὑπηρεσίαν εἰς τὸν πολυπαθῆ λαὸν, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν.
§21ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Πολλάκις ἀπεφασίσαμεν καὶ δὲν ἐτηρήσαμέν ποτε τὰς ἀποφάσεις μας· ἀπεφασίσαμεν νὰ συζητήσωμεν πρὸ παντὸς ἄλλου τὸν φορολογικὸν νόμον· παρεπέμψαμεν δὲ διὰ σήμερον καὶ ἄλλας προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ ἐγὼ συμφέρον νὰ ὑποστηρίξω, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤλθομεν ἅπαξ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ ἀποφασίσῃ ἄλλο, παρὰ νὰ συζητήσωμεν τὸν φορολογικὸν νόμον.
§22ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ἐγένετο ψηφοφορία μεταξὺ τῆς προτάξεως τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, ἐγὼ ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς προτάξεως τοῦ φορολογικοῦ νόμου, πεποιθὼς, ὅτι εἰς 2 ἢ 3 συνεδριάσεις ὁ φορολογικὸς νόμος ἐπεψηφίζετο. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐπῆλθον δευτερεύοντα ζητήματα ὅλως προσωπικὰ, ὅλως ἀτομικὰ, καὶ ταῦτα προετιμήθησαν. Παραγνωρίζομεν τὴν ἐντολὴν ἡμῶν, νομίζοντες, ὅτι εἴμεθα πληρεξούσιοι τῆς ἐπαρχίας, τοῦ δήμου, τῆς οἰκογενείας μας, καὶ ὄχι ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν μόνον ὅλον τὸ Ἔθνος· ἐφέρθησαν ζητήματα περὶ συστάσεως Εἰρηνοδικείων καὶ προηγήθησαν. Μετὰ τὸν φορολογικὸν νόμον νὰ ὁρισθῇ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως κατ’ ἄρθρον τοῦ περὶ ἀμνηστείας ψηφίσματος καὶ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ μὴ ἔρχωνται ἄλλα παρεμπίπτοντα ζητήματα.
§23ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Νὰ μὴ γείνῃ κἀμμία πρότασις πρὶν ἐπιψηφίσωμεν τὸν φορολογικὸν Νόμον.
§24ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς ἀναγγείλω κἄτι τι καὶ ὅ,τι θέλετε ἀποφασίσατε.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Ὁρίσατε.
§26ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Χθὲς ἀνέγνωσα προκήρυξίν τινα τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις περιεῖχε περίπου τὴν ἀκόλουθον ἔννοιαν, ὅτι ὁποιαδήποτε διατάραξις τῆς κοινῆς ἡσυχίας καὶ ἂν γείνῃ διὰ τῆς βίας θὰ καταβληθῇ. Ἐπειδὴ δὲ συνήθως αἱ τοιαῦται διαταράξεις ἄρχονται ἀπὸ συναθροίσεων καὶ διαδηλώσεων, διὰ τοῦτο καὶ πᾶσα τοιαύτη συνάθροισις διὰ τῆς βίας θὰ διαλυθῇ. Τὴν δευτέραν αὐτὴν περίοδον δὲν ἐτόλμησεν οὐδ’ ὁ Ὄθων αὐτὸς νὰ εἴπῃ.
§27ΠΟΛΛΟΙ. Ἆ! Καλὰ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις.
§28ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Μία μόνη φράσις ἔλιπε νὰ τὴν καταστήσῃ καθαρῶς Ὀθωνικὴν, ν’ ἀρχίσῃ· «Ἐπειδὴ τινὲς ἀπονενοημένοι σκοποῦσι κτλ.». Ἐπερωτῶ λοιπὸν τίνι δικαιώματι ἡ ἐξουσία ἔκαμε τοιαύτην προκήρυξιν, κυρίως διὰ τὸ δεύτερον αὐτῆς ἐδάφιον.
§29ΠΟΛΛΟΙ. Ἐν τῷ δικαιώματι τῆς τάξεως.
§30ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς τάξεως δὲν ἔπρεπε νὰ παραγνωρίσῃ τὸ ἱερώτερον δικαίωμα τοῦ λαοῦ· δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ δημοκοπήσω, ἀλλὰ διότι μὲ ἐπροξένησε φρίκην.
§31ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Σεῖς, ὁ ἴδιος, δὲν ἐκάματε πρότασιν νὰ κάμωμεν ἐξορίας;
§32ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἐννοῶ καθόλου, Κύριοι, νὰ προστατεύσω οἱανδήποτε παρεκτροπὴν εἰς βιαιοπραγίας εἴτε κατὰ προσώπων εἴτε κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας ἢ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων, ἀλλὰ λέγω μόνον ὅτι ποτὲ δὲν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπειλήσῃ τὴν διάλυσιν συναθροίσεων, ὁσάκις αὗται δὲν παρεκτρέπονται.
§33ΜΙΛΗΣΗΣ. Σεῖς τῇ ἐδίδετε προχθὲς τὸ δικαίωμα νὰ ἐξορίσῃ.
§34ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὸ ἀπαντῶν, Κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι δύναται ὄχι μόνον νὰ ἐξορίσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποκεφαλίσῃ, ὁσάκις εἷς τεκταίνεται τὴν προδοσίαν τῆς πατρίδος· ἄλλο τοῦτο, Κύριε Μίληση, καὶ ἄλλο ὁ λαὸς ὁλόκληρος ἢ μέγα μέρος αὐτοῦ ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἢ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις νὰ ἐκφράσῃ ὁμοθύμως μίαν ἰδέαν ἢ ἓν φρόνημα περὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος· τὸ τοιοῦτον δὲν δύναταί ποτε νὰ τὸ ἀπαγορεύσῃ κἀνείς.
§35ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὁ λαὸς θέλει ἡσυχίαν καὶ τάξιν.
§36ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Λοιπὸν ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, τίνι δικαιώματι προεκήρυξεν, ὅτι πᾶσαν συνάθροισιν λαοῦ διὰ τῆς βίας θὰ τὴν διαλύσῃ.
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι, μολονότι ἡ Συνέλευσις ἀρκετὰ καθαρὰ ἐξεφράσθη αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον εἰπεῖ καὶ ἐγώ· ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἰς ὅσα εἶπε παρωρμήθη βεβαίως ἀπὸ καθαρὰν θεωρίαν, ἐπιθυμεῖ δηλ. αὐτὴ ἡ ἐπανάστασις νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ στερεώσῃ τὴν ἐλευθερίαν ἐπὶ βάσεων ἀκραδάντων, ἐπὶ τῶν βάσεων ἐκείνων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἐκεῖ, ὅπου ἀκμάζει. Τὸν δικαιολογῶ, διότι τοῦ ἔκαμε κακὴν ἐντύπωσιν μία προκήρυξις, ἥτις περιέχει ἀπαγόρευσιν ἀπόλυτον, ἀπαγόρευσιν τῶν συναθροίσεων. Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον, ὅτι ἐν ὥρᾳ ἐπαναστάσεως λαμβάνονται πολλάκις μέτρα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διαιωνισθῶσι, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ σύνταγμα, εἰς τὸν καταστατικὸν Νόμον τῆς πολιτείας, βεβαίως θὰ ἦσαν τυραννικά. Ἀλλὰ τὰ μέτρα αὐτὰ εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τῶν ἐπαναστάσεων θεωροῦνται ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖα. Τῷ ἐνθυμίζω, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου, ἥτις εἶναι βάσις τῆς ἐλευθερίας εἰς τὰ δημοκρατικὰ καὶ συνταγματικὰ ἔθνη, παρεβιάσθη εἰς ἐπαναστάσεις καὶ σᾶς ἀναφέρω τὴν τελευταίαν πασῶν τοῦ 48, καθ’ ἣν ἐξεδόθησαν τόσοι σκληροὶ νόμοι, ὅσοι ἐπὶ τῶν ἀπολύτων Κυβερνήσεων δὲν εἶχον ἐκδοθῆ ποτε. Βλέπει λοιπὸν, ὅτι διὰ νὰ σωθοῦν ἴσα ἴσα αἱ ἐπικράτειαι, νὰ ἐλευθερωθοῦν ἐπικειμένου κινδύνου, εἶναι ἀνάγκη ἐκτάκτων μέτρων. Ἐὰν συνεζητοῦμεν σήμερον τὸ Σύνταγμα καί τις τῶν πληρεξουσίων ἢ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προτείνει μέτρα, ὁποῖα φέρει ἡ προκήρυξις, εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας νὰ διαῤῥήξῃ τὰ ἱμάτιά του καὶ ἡ Συνέλευσις ἔπρεπε νὰ τὰ ἀποκρούσῃ· ἀλλ’ εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὅτε ἡ πατρὶς ἔχει ἀνάγκην τῆς τάξεως, ἐννοεῖται, ὅτι τοιαῦτα μέτρα ἁπλούστατα εἶναι συγκεχωρημένα. Τῳόντι τὰ κακὰ προέρχονται ἀπὸ μικρῶν ἀφορμῶν· ἀρχίζουν μικραὶ συναθροίσεις, αἱ ὁποῖαι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀναπτύσσονται καὶ φθάνουν εἰς ἀνατροπήν. Ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, θελήσασα νὰ φέρῃ πρόχειρόν τινα θεραπείαν, ἐξέδωκε προκήρυξιν, ἥτις, νομίζω, ὅτι ἐπιδοκιμασίᾳ τῆς Συνελεύσεως ἐξεδόθη.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν διαβεβαιῶ τὸν Κύριον Πληρεξούσιον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχῇ, διότι δὲν πρόκειται νὰ καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχή· εἶναι ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη προσωρινῶς.
§40ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μεταβαίνομεν εἰς τὸν φορολογικὸν Νόμον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἶχε διακοπῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου, ἐφέραμεν καὶ τὸν Πάγιον Νόμον, διότι ὑπῆρχεν ἀμφιβολία περὶ τοῦ περιεχομένου.
§42ΙΩ. Α. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸ προεδρεῖον ὑπάρχει ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ οὗ πρόκειται νὰ καταργηθοῦν καὶ μεταβληθοῦν τινες θέσεις προξενικαὶ, συνεπεία τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις ὑπεβλήθη πρὸ πολλοῦ. Ἔπρεπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τότε, νὰ ὑποβάλῃ συγχρόνως καὶ σχέδιον ψηφίσματος, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς οἰκονομίας αὐτὰς, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸ ἔκαμεν· αἱ οἰκονομίαι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν ἔκτοτε, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ πραγματοποιηθοῦν ἀπὸ τῆς ά Μαρτίου. Καθόσον παρέρχεται ὁ χρόνος, κατὰ τοσοῦτον ζημιοῦται τὸ δημόσιον, καὶ νομίζω, ὅτι ὅλοι εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι πρέπει τὸ ψήφισμα αὐτὸ νὰ ἐπιψηφισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ, ἂν δὲν ᾖναι δυνατὸν σήμερον, νὰ τὸ θεωρήσητε λίαν κατεπεῖγον νὰ τυπωθῇ καὶ συζητηθῇ μετὰ τὸν φορολογικὸν Νόμον, διότι ἡ δαπάνη γίνεται καὶ εἶναι πραγματικὴ ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου.
§43Δ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι δι’ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον νὰ εἴπω γενικώτερον ἀκόμη. Κύριοι πληρεξούσιοι, σᾶς παρακαλῶ, ὅλοι φωνάζομεν, ὅτι δὲν ἐπέρασεν ἡ τάδε πρότασις, δὲν ἐσυζητήθη τὸ τάδε νομοσχέδιον, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν τὸ περὶ εἰρηνοδικείων, ἐντοσούτῳ δὲν φειδόμεθα ἡμεῖς τοῦ χρόνου· εἶναι δευτέρα ἤδη ὥρα Μ. Μ. εἰς τὰς τέσσαρας θὰ νυστάξωμεν, θὰ πεινάσωμεν, θὰ φύγωμεν· πρέπει νὰ ἀρχίζωμεν τοὐλάχιστον εἰς τὰς 11 καὶ τότε καὶ τὴν πρότασιν τοῦ Σολιώτου δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ Κ. Δεληγιάννη. Ὅταν δὲν ἐργαζώμεθα, πῶς θὰ ἀποτελειώσωμεν τὰ ἔργα μας; Ἂς συνέλθωμεν εἰς ἑαυτοὺς, τί καθήμεθα!
§44ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 6. «Τὰ ὅρια τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων καὶ προϊόντων ὑποδεικνύουσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἢ καλλιεργηταί· τούτων δὲ μὴ ἐμφανιζομένων ἑτοίμως, διορίζεται εἰς βάρος αὐτῶν ὁριοδείκτης ὑπὸ τοῦ δημάρχου, ἢ, ἐὰν πρόκηται περὶ κτημάτων κειμένων ἐκτὸς τῆς περιφερείας τῆς ἕδρας αὐτοῦ, ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου εἰδικοῦ παρέδρου, ἀρνουμένων δὲ τούτων, ὁ ὁριοδείκτης διορίζεται ὑπὸ τοῦ Ἐπάρχου, ὅστις προσδιορίζει συνάμα τὴν ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν αὐτοῦ ἀπὸ 2 μέχρι 4 δραχμῶν, ἥτις προκαταβαλλομένη ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον καταλογίζεται εἰς βάρος τῶν ἰδιοκτητῶν ἢ καλλιεργητῶν κατ’ ἀναλογίαν καὶ εἰσπράττεται διοικητικῶς. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταμετρήσεως κοινοποιεῖται διὰ τῆς ἁρμοδίας δημοτικῆς ἀρχῆς εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ καλλιεργητάς.
§45ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον, ὡς ἠκούσατε, Κύριοι, διαλαμβάνει, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης ἑτοίμως πρέπει νὰ προσφέρηται εἰς τὴν ὁροθέτησιν τῶν κτημάτων. Αὐτὸ τὸ ἑτοίμως ἦτο προνενομοθετημένον καὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδέα ἐπεκράτησε καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος ἄρθρου. Αὐτὸ τὸ ἑτοίμως ἔδωκε χώραν εἰς πολλὰς καταχρήσεις· τὸ ἑτοίμως ἐθεωροῦσαν οἱ ἔφοροι ὅτι, ὅταν μεταβαίνωσιν εἰς τὸ κτῆμα διὰ νὰ ὁροθετήσωσι τὴν κατὰ στρέμμα φορολογουμένην γῆν, ἤρκει τοῦτο καὶ ὤφειλεν ὁ ἰδιοκτήτης νὰ παρευρεθῇ· τοῦτο ἐννοοῦσαν ἑτοίμως. Ἐκ τούτου προέκυψεν, ὥστε νὰ θεωρηθῶσι πολλὰ κτήματα, ὅτι ὡρίσθησαν εἰς περισσοτέραν ἔκτασιν, ἄλλα ὡς ἔχοντα ὀλιγωτέραν, τελοσπάντων νὰ ἐξάπτηται μία συμπάθεια καὶ ἀντιπάθεια παρὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐκτέλεσιν. Διὰ νὰ λείψῃ τοῦτο, ἀντὶ τῆς λέξεως «ἑτοίμως» νὰ προστεθῇ «ἐπὶ προσκλήσει τοῦ ἔχοντος συμφέρον», τοιουτοτρόπως προλαμβάνεται ἡ κατάχρησις.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸν Πάγιον Νόμον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις.
§47ΔΡΟΣΟΣ. Εἰς τὸ 39 ἄρθρον, εἰς τὸν 4 § λέγεται ῥητῶς τοῦτο.
§48ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει δι’ ὅλα αὐτὸς, λέγει μόνον διὰ τὰς ἀμπέλους καὶ τὰ περιβόλια· πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τῶν λοιπῶν εἰδῶν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κ. Μιχαλόπουλε, διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας.
§50ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γείνῃ ἡ προσθήκη 2 λέξεων.
§51ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τῆς ἐπὶ ἀποδείξει προσκλήσεως αὐτῶν.
§52ΤΙΝΕΣ. Ἐντὸς 10 ἡμερῶν.
§53ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Αὐτοὶ οἱ περιορισμοὶ, τοὺς ὁποίους θέλουν νὰ θέσουν, εἶναι ἴσα ἴσα σκοπὸς νὰ καταστήσουν ἀνεκτέλεστον τὴν ἐνέργειαν τοῦ νόμου. Ὑπόθες ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα θὰ ἀφοροῦν 500 φορολογουμένους, ἡ δὲ καταμέτρησις αὐτὴ ἔχει διάρκειαν νόμιμον ἑνὸς μηνός· λοιπὸν διὰ νὰ ἐνεργηθοῦν 500 προσκλήσεις ἐπὶ ἀποδείξει, δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ τὸ διάστημα. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ὅταν λέγω, προσκαλοῦνται οἱ πραγματογνώμονες, οἱ ὁποῖοι διορίζονται εἰς τὴν καταμέτρησιν καὶ πηγαίνουν εἰς τὸν ἀγρὸν, καὶ εἰδοποιοῦν τοὺς φορολογουμένους, ὅτι αὔριον θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν κτημάτων. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ πρόσκλησις νομίζω, εἶναι ἀρκοῦσα, αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ τῆς ἐκτελέσεως καὶ πιστεύω, ὅτι κἀνεὶς δὲν θέλει νὰ φορολογῇ πλέον ἢ ἧττον τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῶσιν αὐταὶ αἱ διατυπώσεις· ἔπειτα αὐτὸ προβλέπεται εἰς τὸν Πάγιον Νόμον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ προβλέπεται;
§55ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Εἰς τὸ 39 ἄρθρον.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μόνον διὰ τὰ περιβόλια καὶ τὰς ἀμπέλους.
§57ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Αὐτὸ, Κύριε πρόεδρε, ἐτέθη λογικῶς, διότι εἰς αὐτὸ ὑπάρχει διάρκεια πεντάμηνος, ἐνῷ εἰς τὰ κατὰ στρέμμα φορολογούμενα ὑπάρχει ἐνιαύσιος.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν θέλῃ νὰ προστεθῇ αὐτὴ ἡ τροπολογία.
§59ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ την, Κ. Πρόεδρε.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ «προσκαλούμενοι ἐπὶ ἀποδείξει ἐντὸς 5 ἡμερῶν ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς.»
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 10 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς καταμετρήσεως.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἶναι ἄλλη ἡ ἰδική σας πρότασις.
§63ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝ. Τὸ ἐπὶ ἀποδείξει εἶναι περιττόν.
§64ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ Δήμαρχοι τῶν διαφόρων Δήμων ἐβεβαίωσαν ὅτι ἐπ’ ἐκκλησίας προσεκλήθησαν οἱ δημόται καὶ αὐτοὶ δὲν εἶχον προσκληθῆ· ὅλοι γνωρίζομεν πόσον εὐκόλως ἐκδίδονται τὰ ἀποδεικτικὰ ἀπὸ τοὺς Δημάρχους. Θέλετε ἄλλο; Δήμαρχον πιστοποιοῦν τὰ πρὸ 2 ἐτῶν περιστατικά.
§65ΤΙΝΕΣ. Ἂς τιμωρηθοῦν οἱ Δήμαρχοι.
§66Δ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἡ ὑπόδειξις δὲν φέρει καμμίαν βλάβην.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀδύνατος ἡ ἀπόδειξις· ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἀμπέλων ἑνὸς Δήμου ὁλοκλήρου, ἑπομένως πρέπει νὰ ἐκδώσῃ 500 ἔγγραφα. Φωνάζομεν ἐδὼ κατὰ τῆς γραφειοκρατείας καὶ αὐτὸ τί εἶναι; δύσκολον λοιπὸν καὶ ἀδύνατον εἶναι· ἄλλως, ἐπειδὴ τὰ ὄργανα, οἱ κλητῆρες, δὲν ἠξεύρουν οὔτε ἔγγραφα νὰ συντάξουν, οὔτε τύπους νὰ τηρήσωσιν, ὅλα αὐτὰ θὰ ἦναι ἄκυρα καὶ ἑπομένως ὅλοι οἱ φόροι θὰ κινδυνεύσουν· τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ προσκαλῶνται οἱ κάτοικοι διὰ τοῦ Δημάρχου· ἂς ὑποβληθῶσι ποιναὶ, ὅσας θέλετε εἰς τὸν Δήμαρχον.
§68Δ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐπ’ ἐκκλησίας κατὰ κοινότητας.
§69ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν Κ. Πληρεξούσιον Μεσσήνης καὶ δύναμαι πρὸς στιγμὴν νὰ συνομολογήσω ὅτι εἶναι ὀλίγον δύσκολον νὰ κοινοποιηθῶσιν ἀποδείξεις πρὸς 500 ἢ καὶ περισσοτέρους ἰδιοκτήτας. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὸ ὅτι πρέπει δι’ ἀποδείξεων νὰ προσκαλῶνται, ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐὰν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν ἀπαιτουμένην ἐγγύησιν, γενομένης τῆς προσκλήσεως διὰ τοῦ Δημάρχου. Σήμερον ὁ Δήμαρχος ἑδρεύει εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δήμου, ὅστις σύγκειται πολλάκις ἀπὸ 10 ἢ 15 χωρία· δύναται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δήμου εὐκόλως ν’ ἀναγγείλῃ μίαν Κυριακὴν, ὅτι ἡ δεῖνα ἐργασία πρέπει νὰ γείνῃ, ἀλλὰ τοῦτο δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὸν Κ. Πληρεξούσιον Μεσσήνης, ὅτι θὰ ἐπαναλαμβάνεται εἰς τὰς κοινότητας τὰς ἄλλας, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ Δήμαρχος, καὶ διότι πολλάκις ὁ Πάρεδρος ἀνήκει εἰς τὴν ἀντίθετον μερίδα καὶ τοιουτοτρόπως ὁ σκοπὸς δὲν ἐκτελεῖται. Ἂς τυπώσουν τὰς ἀποδείξεις αὐτὰς καὶ ἂς τὰς δώσουν εἰς τοὺς κατοίκους, ὅπως οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες δίδουσι τὰς κλήσεις. Ἄλλος λόγος εἶναι, ὅτι πολλοὶ πληρόνουσι φόρον διὰ 10 στρέμματα, ἐνῷ δὲν ἔχουσι τόσα· ζητοῦν ἀπὸ τὸν Ἔφορον νὰ γείνῃ καταμέτρησις καὶ ὁ Ἔφορος τοὺς λέγει νὰ καταβάλουν τὰ ἔξοδα· τοιουτοτρόπως δὲν εὑρίσκεται δικαιοσύνη, δὲν εἶναι τὸ σύστημα καλὸν, πρέπει νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος τῆς προσκλήσεως τοῦ φορολογουμένου.
§70Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τὰ κατὰ στρέμμα φορολογούμενα προϊόντα εἶναι πολλὰ, Κύριοι. Εἰς τὴν Ἀργολίδα πρὸς καταμέτρησιν αὐτῶν δίδεται διάρκεια ἑνὸς μηνὸς, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλουν νὰ ἐνεργήσωσιν. Ἐκεῖ ὑπάρχουν 500 φορολογούμενοι· προσδιορίζεται ἐκεῖ πότε θὰ ἀρχίσῃ ἡ καταμέτρησις, ἀλλὰ, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ φορολογούμενος, θὰ προσδιορισθῇ καὶ ἡ ἡμέρα· οἱ πραγματογνώμονες ὑποθέσατε, ὅτι δὲν ἐπρόφθασαν ἐκείνην τὴν ἡμέραν· πρέπει τότε νὰ γίνῃ ἑτέρα πρόσκλησις· εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον.
§71ΖΕΡΒΑΣ. Ἀρκετὰ ἐξηυτελίσθησαν οἱ δήμαρχοι ἐπὶ τοῦ παρελθόντος συστήματος. Ὁ δήμαρχος εἶναι ὁ πρώτιστος ἄρχων τῆς πολιτείας, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλει ἡ κοινωνία σεβασμόν. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον κατεστρέψαμεν, ὁ δήμαρχος ἦτο τὸ φουρνόξυλο ὅλων τῶν ὑπαλλήλων· καὶ ὁ κλητὴρ αὐτοῦ καὶ ἕκαστος ὑπάλληλος, ὁ εἰσαγγελεὺς, ὁ ἔπαρχος ὅλα των τὰ ἔργα τὰ συνεσώρευον εἰς τὸν Δήμαρχον. Ὁ Δήμαρχος πρέπει νὰ μένῃ ἐλεύθερος καὶ νὰ ἐργάζηται τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ὁ περὶ Δήμων νόμος ἐπιβάλλει εἰς αὐτόν· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔργα τῆς ἄλλης ἀρχῆς τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους μισθόνομεν, αὐτοὶ οὗτοι νὰ μεριμνῶσι· ἡ προκειμένη περίστασις εἶναι εὔκολος, ἤκουσα πολλοὺς νὰ λέγουν ὅτι πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ ἡ κλῆσις ἐπὶ ἀποδείξει πρὸ 10 ἡμερῶν· ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος, ἀρκεῖ νὰ κοινοποιηθῇ ὅπως συνήθως κοινοποιοῦνται ἐπ’ ἐκκλησίας ἐπὶ ἀποδείξει. Ἔπειτα ἐκεῖ ὅπου λέγει «τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταμετρήσεως κοινοποιεῖται διὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ καλλιεργητὰς» νὰ τεθῇ κοινοποιεῖται ἀπ’ εὐθείας. Ὅταν κοινοποιηθῇ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἴδῃ ὁ ἰδιοκτήτης ὅτι ἡ καταμέτρησις δὲν εἶναι δικαία, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν καταμετρητὴν καὶ νὰ ζητήσῃ ἐκ νέου καταμέτρησιν καὶ νὰ τὸν ἀποζημιώσῃ ὁ καταμετρητὴς, διότι τί συμβαίνει, Κύριοι; οἱ καταμετρηταὶ ποῦ μὲν ἐπιβαρύνουσι τοὺς φορολογουμένους ποῦ δὲ τοὺς ἐλαφρόνουσι.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα εἰς τὴν ἀρχήν.
§73ΖΕΡΒΑΣ. Εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσκληθῶσι παρὰ μόνον διὰ τῆς διακηρύξεως καὶ εἰς τὸ μέρος αὐτὸ νὰ εἴπωμεν «ὅτι πᾶς ἰδιοκτήτης, ὅστις νομίζει ἑαυτὸν ἠδικημένον, ἀφοῦ λάβῃ ἀντίγραφον τῆς καταμετρήσεως τῶν κτημάτων, νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀναθεώρησιν καὶ νὰ ζητῇ ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὸν καταμετρητήν».
§74Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Ὁ Δήμαρχος νὰ κάμῃ διακήρυξιν ὅτι σήμερον ἄρχεται ἡ καταμέτρησις κατὰ στρέμματα, αὐτὴ ἡ προκήρυξις νὰ δημοσιευθῇ εἰς τὰς ἐκκλησίας καὶ ὁ ἱερεὺς νὰ δώσῃ ἀπόδειξιν καὶ τότε λαμβάνουν οἱ ἰδιοκτῆται γνῶσιν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ὑποβάλω αὐτὴν τὴν τροπολογίαν εἰς ψηφοφορίαν «προσκαλοῦνται διὰ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν διὰ προκηρύξεως ἀναγνωστέας ἐπ’ ἐκκλησίας ἐπὶ ἀποδείξει τῶν ἱερέων» ὅσοι παραδέχονται τὸ ἐδάφιον τοῦτο, ὅπως ἔχει, νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι), παρεδέχθη: προβαίνομεν εἰς τὸ βʹ) ἐδάφιον, «τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταμετρήσεως κοινοποιεῖται διὰ τῆς ἁρμοδίας δημοτ. ἀρχῆς εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ καλλιεργητάς» ὅσοι λοιπὸν παραδέχονται τὸ ἄρθρον β) ὁλόκληρον ὅπως ἐτροπολογήθη νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) παρεδέχθη. Ἄρθρ. 7). «Ἡ κατὰ τὰ συνδυαζόμενα ἄρθρ. 36 καὶ 42, τοῦ ΣΟΖʹ νόμου αἴτησις περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς ποιότητος τῶν ἀμπέλων γίνεται μέχρι τέλους Ἰουλίου τὸ βραδύτερον».
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω ὅτι καὶ ἡ αἴτησις δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, βλέπω, ὅτι ὁλονὲν ἐλαττώνομεν, πρέπει νὰ σταματήσωμεν πλέον· ἐνταῦθα πρόκειται περὶ συμφέροντος, πρέπει νὰ πληρώσῃ ὁ πολίτης, ἑπομένως ἀπαιτεῖται χαρτόσημον.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Παπαμιχαλοπούλου;
§79ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον γίνεται παραδεκτὸν, ὅπως ἔχει. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 8 ἄρθρον. «Ἄρθρον 8. Ἐὰν ὁ Δήμαρχος, καὶ ὁ ἀναπληρωτὴς τούτου, δήμου τινὸς ἐκ τῶν ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῶν ἐπαρχιακῶν ἀρχῶν κειμένων, κωλύηται νὰ λάβῃ μέρος αὐτοπροσώπως εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ποιότητος τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων καὶ προϊόντων, δύναται νὰ διορίσῃ δημοτικὸν ὑπάλληλον, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, διὰ νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσῃ. Ἐὰν δὲ οὔτε ὁ Δήμαρχος οὔτε ὁ ἀντιπρόσωπος τούτου προσκαλούμενοι ἐπὶ ἀποδείξει πρὸ 10 τοὐλάχιστον ἡμερῶν, δὲν ἐμφανισθῶσιν ἐν χρόνῳ προσδιωρισμένῳ ὑπὸ τοῦ Ἐπάρχου, οὗτος καὶ ὁ ἁρμόδιος οἰκονομικὸς ἔφορος προσλαμβάνοντες τὸν δήμαρχον τῆς πρωτευούσης προβαίνουσιν εἰς τὴν ἀνωτέρω ἐργασίαν. Ἐὰν ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ συμβουλίου κατὰ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ νόμου ΣΟΖʹ. κλήρωσις τῶν κτηματιῶν κατασταθῇ ἀνέφικτος ἐντὸς προθεσμίας ὁρισθείσης ὑπὸ τοῦ Ἐπάρχου, αἱ ἀρχαὶ προχωροῦσιν ὡσαύτως εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ποιότητος τῶν κτημάτων καὶ προϊόντων.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία, ἥτις λέγει ὡς ἑξῆς· «Ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κατὰ τὸ 40ον ἄρθρον τοῦ παγίου νόμου συμβουλίου τῶν κτηματιῶν, θέλουν προστεθῆ καὶ οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι τῶν χωρίων, ὅπου ὑπάρχουν κτήματα φορολογούμενα κατὰ στρέμμα».
§82ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἄλλοτε κατὰ τὴν ἀποκοπὴν ἐλάμβανεν, ὡς λέγει ὁ πάγιος νόμος, μέρος καὶ ὁ Ἔπαρχος, ὁ Ἔφορος, ὁ Ταμίας, ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου· προτείνω, ὥστε ὁ Ταμίας νὰ μὴ λάβῃ μέρος καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις θέλει νὰ κάμῃ τροπολογίαν εἰς τὸν πάγιον νόμον, ἂς φέρῃ τροπολογίαν ἐν καιρῷ· (θόρυβος).
§84ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸν τελευταῖον παράγραφον παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς, ὅτι προσλαμβάνονται 5 ἐκ τῶν μᾶλλον ἐξ ἑκάστου προϊόντος φορολογουμένων, διότι εἰς τὸν πάγιον νόμον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις, ὅτι ἐκτὸς τοῦ Ἐπάρχου, τοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ Δημάρχου λαμβάνουσιν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου μέρος καὶ 5 ἐκ τῶν ἐξ ἀμπέλων μᾶλλον φορολογουμένων· καὶ ἡ τοιαύτη διάταξις εἶναι λίαν προστατευτικὴ τῶν συμφερόντων τῶν φορολογουμένων· ὅπως δὲ παρατηρεῖτε, ἐνδέχεται νὰ κατασταθῇ ἀνέφικτος ἡ διὰ τοῦ Δημοτικοῦ συμβουλίου κλήρωσις, διότι ἡ ἐπανάστασις κατέλυσε πολλὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὴν προσθήκην ταύτην, ἀφίνοντες τὴν ἐκδίκασιν τῶν παραπόνων εἰς ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία ἐκ προκαταβολῆς συμπαθεῖ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι κατὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς· ά) διότι εἰς ἕνα ἐτήσιον νόμον δὲν πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὰς διατάξεις ἑνὸς νόμου παγίου, ἑνὸς νόμου τέλος πάντων ἄλλου, ὁ ὁποῖος εἶναι συνηρμολογημένος κ’ ἔχει σύστημα ἰδεῶν καὶ διατάξεων. Ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἀποφύγῃ νὰ ἐπιφέρῃ τροπολογίας ἐπὶ νόμων, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν· βʹ) Κύριοι, νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι κακὸν, διότι, ἂν οἱ ἐκλεγόμενοι ᾖναι ἐπιτήδειοι καὶ φατριασταὶ, καὶ θὰ ᾖναι βεβαίως, διότι καθεὶς ἔχει τοὺς συγγενεῖς του, τὰς ἀντιπαθείας καὶ τὰ συμφέροντά του, καίτοι μὴ ἔχοντες γνώμην ὑποχρεωτικὴν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ ἐπηρεάσουν τὴν ἀπόφασιν τῶν ἀρχῶν, καὶ θὰ ᾖναι ἡ ἀπόφασις οὐχὶ εἰλικρινὴς, οὐχὶ καθαρά. Αὐτὸ παρετήρησα εἰς τὰς τελευταίας ἐργασίας, εἰς τὴν Μεσσηνίαν, ὅπου ἐπρόκειτο ν’ ἀναχθῶσι τὰ σῦκα εἰς τάξεις. Αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ κατώρθωσαν, ὥστε, ὅπου ἤθελον, νὰ ἐλαττώσωσι τοὺς φόρους, ὅπου δὲν ἤθελον, νὰ τοὺς ἐπιβαρύνωσι, καὶ ὡς ἐκ τούτου προῆλθε μία ἀδικία μεγίστη. Ἡ ἐργασία αὐτὴ πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν κανὲν συμφέρον νὰ ὑποκρύψωσι τὴν ἀλήθειαν· ἄλλως, Κύριοι, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρέπει νὰ καταβληθῇ μεγάλη προσπάθεια, ὅπως ἀντιπροσωπευθῶσιν ὅλων τὰ συμφέροντα· (θόρυβος).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ προτεινομένη τροπολογία εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι προσκαλοῦνται διὰ κλήρου καὶ ἐκ τῶν μᾶλλον φορολογουμένων ὅσοι παραδέχονται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη. Λοιπὸν ὅσον παραδέχονται τὸ 8 ἄρθρον, ὅπως ἔχει, νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 9ον· «Ἡ μεταβίβασις ἰδιοκτησίας ἀμπέλων ἢ περιβολίων ἐπιβάλλει εἰς τὸν νέον ἰδιοκτήτην τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ ΣΟΖʹ. νόμου δηλώσεως ὑπὸ τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 38 ὁριζομένας ποινάς». Ὅσοι παραδέχονται αὐτὸ νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 10ον· «Ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἔγγειος φόρος εἰς ὅλον τὸ κράτος, ἐξαιρουμένων τῶν ἐπαρχιῶν Ἠλείας, Ὀλυμπίας καὶ Γόρτυνος, προσδιορίζεται ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος ἑνετικῶν λιτρῶν εἰς δραχμὰς 15».
§87ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἔγγειος φόρος εἰς ὅλον τὸ κράτος προσδιορίζεται ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος ἑνετικῶν λιτρῶν εἰς δραχμὰς 15, ἐξαιροῦνται αἱ ἐπαρχίαι Ἠλεία, Ὀλυμπία καὶ Γόρτυς. Ἡ ἐξαίρεσις αὕτη ἔπρεπε νὰ σᾶς κάμῃ κακὴν ἐντύπωσιν. Ὑπάρχει, Κύριοι, μία ἀνωμαλία εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 37, ἡ ὁποία κατόπιν δὲν ἠδυνήθη νὰ βελτιωθῇ, καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι πολλοὶ συμφωνοῦντες ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ ὡς ἐκ τούτου καθιερώθη καὶ ὑπάρχει· αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία εἶναι ὁ φόρος ὁ λεγόμενος τὰ 3%. Διὰ τοῦ νόμου τῶν προικοκτησιῶν εἶναι ὡρισμένον μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὸ ἑξῆς· «Ὅστις θέλει νὰ μὴ πληρώνῃ τὸν φόρον 10%, ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ἠμπορεῖ νὰ δηλώσῃ, ὅτι δέχεται ἕτερον σύστημα νὰ πληρώνῃ 3% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος αὐτοῦ». Τοῦτο εἶχεν ὅμως τὰς ἑξῆς συνεπείας. Πολλοὶ ἐβλάφθησαν, διότι ἠγόρασαν τὰς γαίας εἰς ὑπερόγκους τιμὰς, αἱ γαῖαι ἔτυχον νὰ μείνουν ἀκαλλιέργητοι ἐπὶ πολλὰ ἔτη· ἀντιθέτως ἔφερε καὶ ἄλλας ἀντιθέτους συνεπείας, καὶ αὗται αἱ συνέπειαι διατηροῦνται ἀκόμη· μιλλιούνια τινὰ σταφίδος μένουν ἀφορολόγητα σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν. Ὑπάρχει λοιπὸν, Κύριοι, μία δυσαναλογία ἀφόρητος καὶ ἡ δυσαναλογία αὕτη ἀντιβαίνει εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον. Κατὰ τὸν θεμελιώδη νόμον οἱ φόροι δὲν εἶναι ἀντικείμενον συναλλάγματος· ὅλοι ὑπαγόμεθα εἰς τοὺς φόρους, διότι ὅλοι ἔχομεν τὰ εὐεργετήματα τὰ ἀπὸ τῶν φόρων, διότι οἱ φόροι εἶναι τὰ μέσα, δι’ ὧν συντηρεῖται ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἡ ζωὴ, ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἰδιοκτησία ἡμῶν· οἱ φόροι λοιπὸν καταβάλλονται ἀπὸ κοινοῦ καὶ πρέπει νὰ καταβάλλωνται ἐξ ἴσου, διότι ἔχουν ἀντικείμενον τὴν συντήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν· εἶναι θεσμὸς λοιπὸν, ὅτι ἐξ ἴσου πρέπει νὰ φορολογῶνται ὅλοι καὶ ἀναλόγως· τώρα, λέγω, ὁ φόρος αὐτὸς, ἡ κατάστασις αὐτὴ τῆς φορολογίας, ὁ εἷς κτηματίας, ὁ παράγων 30,000 σταφίδας νὰ πληρώνῃ 60 δραχ. καὶ ὁ ἄλλος ὁ παράγων ὡσαύτως 30,000 νὰ πληρώνῃ 600, ἡ κατάστασις αὕτη, λέγω, μοὶ φαίνεται, δὲν εἶναι δικαία οὔτε ὑποφερτή. Κύριοι, πιστεύω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἁπλούστατον νὰ τὸ ἐννοήσῃ κἀνεὶς, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ὑποστηρίξω ἐκ τοῦ Συντάγματος, διότι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον καὶ θὰ ἰσχύῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἐπιβάλλει τὴν ἰσότητα τῶν φόρων. Δι’ αὐτῆς τῆς ἀνισότητος ἠξεύρετε πόσον ζημιοῦται τὸ Κράτος; Ἀκριβῶς δὲν δύναμαι νὰ προσδιορίσω, ἀλλ’ εἶναι πλέον τῶν 200,000 δραχμῶν. Ἐκεῖνο τὸ ποσὸν βλάπτει τὸ δημόσιον ἐπαισθητῶς, ἀλλὰ δὲν βλάπτει καθ’ αὑτὸ τὸ δημόσιον, τὸ δημόσιον θέλει νὰ λάβῃ πλῆρες τὸ ποσὸν τῶν 27,000,000, ὅσα χρειάζονται διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου· ἀλλ’ ἂν δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἓν ποσοστὸν ἐξ ἑνὸς φόρου, τὸ λαμβάνει ἐξ ἄλλου φόρου· αὐξάνει π. χ. τὰ ἐπιτηδεύματα, καθὼς περίπου τὰ ἐδιπλασίασε καὶ ἐτριπλασίασε καὶ ἐσχάτως μάλιστα εἰς Τρίπολιν ἔγεινε σχεδὸν στάσις δι’ αὐτό· ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις, ἐπειδὴ ἀφεύκτως ἔχει ἀνάγκην 27,000,000, ν’ αὐξήσῃ τοὺς ἄλλους φόρους, οἱ ὁποῖοι ἄλλως τε εἶναι βαρεῖς. Ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι οἱ φόροι κατὰ τὸ Σύνταγμα ψηφίζονται κατ’ ἔτος, κἀνεὶς φόρος κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ ἐφ’ ἅπαξ· τὸ πάγιον τῶν φόρων δὲν δύναται νὰ καθιερωθῇ, διότι τὸ Σύνταγμα ἔχει αὐτὴν τὴν ἀρχήν· θὰ δώσῃ ὁ λαὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατ’ ἔτος τόσον, ὅσον ὁ λαὸς ἐγκρίνει, διότι κατ’ ἔτος διαφορετικαὶ εἶναι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους· ἄλλας ἀνάγκας ἔχει σήμερον, ἄλλαι δημιουργοῦνται περαιτέρω· παραβιάζεται λοιπὸν καὶ ἡ ἰσότης τοῦ φόρου καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τί τρέχει; Ἀντέταξαν πολλοὶ καὶ ἀντιτάσσουν καὶ σήμερον ἀκόμη, ὅτι ὁ φόρος 3% εἰς χρήματα εἶναι συμπεφωνημένος μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως διὰ συναλλάγματος· αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι οἱ νόμοι δὲν εἶναι συναλλάγματα, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ καταγίνω πολὺ εἰς αὐτὸ ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι συναλλάγματα, ἔρχομαι εἰς ἄλλο· ὑποθέτω ὅτι συναλλάγματα, συμβόλαια, εἶχε κάμει ἕκαστος φορολογούμενος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, λέγω ὅμως, Κύριοι, ὅτι αὐτὰ τὰ συναλλάγματα εἶναι ἄκυρα· αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ πολίτου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν πολίτην, δὲν δύνανται νὰ ᾖναι ἀντικείμενον συναλλάγματος, π. χ., διότι εἰς παράδειγμα ἠμπορεῖ ν’ ἀναπτυχθῇ εὐκολώτερον, δὲν δύναμαι ν’ ἀπαλλοτριώσω τὴν ἐλευθερίαν μου· διατί; διότι διὰ τοῦ Συντάγματος καθιεροῦται ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου. Δὲν δύναμαι ν’ ἀγοράσω δοῦλόν τινα εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἢ ἀλλοῦ καὶ νὰ τὸν φέρω ἐδῶ νὰ ᾖναι δοῦλος, ἅμα ἔλθῃ ἐδῶ ὁ ἀργυρώνητος δοῦλος, εἶναι ἐλεύθερος, πατήσας εἰς τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, καὶ τότε θ’ ἀντιτάξω τὸ συμβόλαιον διὰ τοῦ ὁποίου ἔχω ἀγοράσει αὐτὸν τὸν δοῦλον, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἰσχύει καί τοι προηγούμενον· ἡ φορολογία δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀντικείμενον συναλλάγματος, καὶ τοῦτο δύναται ν’ ἀποδειχθῇ διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι δύναται νὰ ᾖναι ἀντικείμενον συναλλάγματος, τότε δύναται νὰ συμφωνηθῇ καὶ ἡ ἀτέλεια· εἶναι δυνατὸν αὐτό; εἶναι νόμιμον; δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα; Τοιαῦτα προνόμια, Κύριοι, ὑπῆρξαν εἰς τὴν Γαλλίαν πρὸ τοῦ 1789 καὶ ἀλλοῦ εἰς τὰ δεσποτικὰ κράτη ἠμποροῦν νὰ λάβουν χώραν, ἀλλ’ εἰς τὰ Συνταγματικὰ ὄχι· δὲν ἔχει Κύριοι, τὸ δημόσιον, ἡ Κυβέρνησις, τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἄφεσιν φόρου, διότι τὸ ὅλον τῶν 27,000,000 πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ· καὶ ἐὰν γείνῃ ὑπὲρ ἐμοῦ ἄφεσις, θὰ γείνῃ ἐπιβάρυνσις κατὰ σοῦ. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ὅμως ἀκόμη εἰδικώτερον τὸ πρᾶγμα· ὑπῆρξε νόμος προγενέστερος ὁ τοῦ 37, ὁ ὁποῖος ἐχορήγησε τὸ προνόμιον, ὑπῆρξεν ὅμως καὶ μεταγενέστερος ὁ τοῦ 44, ὁ ὁποῖος ἰσχύει. Ὁ νόμος τοῦ 37 λέγει· «μερικὰ κτήματα νὰ ᾖναι ἀτελῆ ὁ τοῦ 44 λέγει ὄχι· διατάσσει νὰ ὑπάρχῃ ἀναλογία, ἰσότης τῶν φόρων, ἐξ ἴσου μὲ τοὺς ἄλλους θὰ πληρόσουν ἅπαντες. Ὁ Νόμος ὁ δεύτερος εἶναι ἰσχυρώτερος, διότι εἶναι ὁ θεμελιώδης ἡμῶν νόμος, εἶναι τὸ Σύνταγμα. Ἤμεθα εἰς ἐποχὴν ὅπου πρέπει ν’ ἀνεύρωμεν τοὺς φόρους ἐκείνους, τὰ κτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι σχεδὸν ἀτελῆ. Εἶναι μεγάλη διαφορὰ νὰ πληρόνῃ διὰ 30,000 σταφίδος ἄλλος 600 δραχμ. καὶ ἄλλος 60. Διατὶ ἀναλόγως νὰ μὴ πληρόνητε καὶ σεῖς, κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀρκετὰ ἐξεμεταλλεύθητε αὐτοῦ τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐχορηγήθη; Διὰ νὰ καθαρίσω τὴν ἰδέαν, ὑποθέτω καὶ εἶναι περιστάσεις τοιαῦται π. χ. ἕνας πληρόνει 3 δραχ. τὴν χιλιάδα, ἀλλ’ ἄλλος πληρόνει 100 τὴν χιλιάδα. Ποῖος νόμος ὑποχρεόνει τὸν πολίτην νὰ βλέπῃ αὐτὴν τὴν δυσαναλογίαν; Δύνασαι νὰ μοῦ εἴπῃς «πρέπει νὰ πληρώσῃς 100 δραχμ. τὴν χιλιάδα διότι ἐσυμφώνησας;» Μὲ συγχωρεῖτε, ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω ἐγὼ νὰ πληρώσω τοὺς φόρους τοῦ Κράτους ὅλους, ἀλλὰ δὲν ὑποχρεόνομαι, διότι ἡ ὑποχρέωσίς μου τοῦ νὰ πληρόνω φόρους δὲν κατάγεται ἀπὸ συναλλάγματος, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ τῆς τοῦ πολίτου ἰδιότητος. Παρακαλῶ νὰ δώσητε πολλὴν προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους μου. Διατὶ ὑποθέτω ὅτι εἶναι βαρὺς ὁ φόρος ὅτι δὲν ἀπολαύουν ὅλοι αὐτῆς τῆς ἰσότητος, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα; δὲν λέγω νὰ πληρώσουν φόρους ὅσους ὑπεσχέθησαν δι’ ἀναφορᾶς, διὰ συμβολαίου, νὰ πληρώσουν τόσον μόνον, ὅσον εἶναι ἀνάλογον. Ἐὰν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, ζημιοῦται τὸ δημόσιον 300,000 δραχ. κατ’ ἔτος, αὐτὸ δὲ τὸ ποσὸν πίπτει εἰς βάρος τῶν ἄλλων φορολογουμένων τάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀρκετὰ βαρέως φορολογοῦνται. Κύριοι, αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐφέρθη καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν οἰκονομικὴν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ συνειδυῖα ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ διατηρηθῇ αὐτὸς ὁ φόρος, ἔλαβε μέτρον συμβιβασμοῦ· ὁ φόρος λέγει νὰ διατηρηθῇ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πεφυτευμένα κτήματα, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐφυτεύθησαν εἰσέτι, τὰ ὁποῖα δίδουν ἔγγειον φόρον, παραδέχεται νὰ μὴ διατηρηθῇ αὐτὸ τὸ σύστημα· αὐτὸ εἶναι πολὺ βεβιασμένον, διότι εἶναι μία ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται εἰς κἀνένα λόγον· λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασίν μου ἡ ὁποία ἔχει οὕτως. Ἐὰν ψηφίσητε τὴν πρότασίν μου θὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τὸ ἄρθ. 10 ἡ φράσις «ἐξαιρουμένων τῶν ἐπαρχιῶν Ἠλείας, Ὀλυμπίας καὶ Γόρτυνος.» Θὰ ἔχῃ οὕτω τὸ ἄρθρον «ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἔγγειος φόρος δι’ ὅλον τὸ κράτος προσδιορίζεται ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος Ἐνετικῶν λιτρῶν εἰς δραχμὰς 15.» Ἡ ἀπάλειψις δὲ αὐτῆς τῆς φράσεως θὰ γίνῃ, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου.
§88ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρουσιάζομαι νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου καὶ ὡς πληρεξούσιος καὶ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὡς εἰσηγητής της. Βεβαίως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπαρουσιάσθη διαφωνία εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἡ λύσις, ὅπως ἐγένετο, ἦτο συμβιβαστικὴ, δὲν ἦτο ἀπαύγασμα καὶ ἀπόῤῥοια αὐστηρᾶς καὶ δικαίας κρίσεως. Φρονῶ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα παντάπασιν ἐπιστημονικὸν, ἂν ὁ νομοθέτης ἠμπορῇ ποτε ὑπὸ τῶν νόμων νὰ ὑποχρεοῦται· ἤθελεν εἶσθαι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ νομοθέτης ἠμπορεῖ νὰ ἀποξενώσῃ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα, καὶ εἰς μάτην ἠμποροῦν τινες νὰ ματαιοπονοῦν διὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὸ ἐναντίον. Γεννῶνται ἀγωγαὶ κατὰ τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ τοῦ δημοσίου πράττοντος καὶ ἐνεργοῦντος ὡς ἰδιώτου, ὡς προσώπου ἠθικοῦ, ἔχοντος συμφέροντα ὑλικὰ, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ καὶ ὑποχρεώσῃ, ποτὲ ὅμως δὲν γεννᾶται δικαίωμά τι κατὰ τοῦ νομοθέτου. Ἦλθεν ἕνας νόμος κατὰ τὰ 1837, ὁ ὁποῖος προσδιώρισεν οὕτω καὶ ἄλλως τὴν φορολογίαν, δὲν παρέχει δικαίωμα κανὲν εἰς τοὺς ὑπὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ ὠφελουμένους διὰ νὰ ἐμποδίσωσι σήμερον τὴν Συνέλευσιν ἐξασκοῦσαν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβάλῃ αὐτὸν τὸν νόμον, ἂν τὸ θεωρήσῃ σύμφωνον μὲ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Ὁ νομοθέτης ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ νομοθετεῖ. Εἰς ἄλλην ἐποχὴν πάλιν ὁδηγούμενος ὑπὸ τῶν αὐτῶν συμφερόντων μεταβάλλει τὸν νόμον. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, ὅπως παρουσιάζεται, δὲν ἔχει τὴν δυσκολίαν, τὴν ὁποίαν τινὲς φρονοῦν, ὅτι δηλαδὴ οἱ φορολογούμενοι ἀπέκτησαν δικαιώματα, ὅτι ἔχουν δικαιώματα κεκτημένα, ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ὅπως παρουσιάζεται, εἶναι τὸ ἑξῆς, ἐὰν ᾖναι δίκαιον οἱ ἐκ τοῦ νόμου ὠφελούμενοι πρὸς ζημίαν τῶν λοιπῶν φορολογουμένων νὰ ὑπαχθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ ἴδιον σύστημα τῆς φορολογίας. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ τὸ ζήτημα λοιπὸν αὐτὸ, ὅπως παρουσιάζεται, νομίζω, ὅτι κανεὶς δὲν φρονεῖ, ὅτι ἔχει κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ λυθῇ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς γενομένης, νὰ καταργηθῇ τὸ 3 τοῖς ἑκατὸν καὶ νὰ ὑπαχθοῦν καὶ αὐταὶ αἱ ἐπαρχίαι αἱ σταφιδοφόροι, αἱ ἄχρι τοῦδε φορολογούμεναι πρὸς 3%, εἰς τὸν αὐτὸν κανόνα, ὁ ὁποῖος ἐπεβλήθη ἐπὶ τῶν σταφίδων τῶν λοιπῶν. Μία κοινωνία, ἡ ὁποία διέπεται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἀπὸ διαφόρους νόμους αὐτόχρημα παρουσιάζει ἀνωμαλίαν σπουδαίαν, ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει κακὴν διοίκησιν. Τὸ πρῶτον χαρακτηριστικὸν μιᾶς κοινωνίας εἶναι νὰ ὑπάρχωσιν ἐν αὐτῇ οἱ αὐτοὶ νόμοι, διέποντες πάντες καὶ πάντα τὰ συμφέροντα, μάλιστα ὅταν δὲν ὑπάρχῃ διαφορὰ τῶν ἀντικειμένων. Πρόκειται περὶ φορολογίας σταφίδος, δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν δύο νόμοι, ὁ μὲν φορολογῶν μὲ 3 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς γῆς, ὁ δὲ μὲ 15% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος. Τοῦτο εἶναι παράβλεψις τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ εἶναι ἀδικαιολόγητος, διότι ἀφίνει ἓν κενὸν εἰς τὴν δημοσίαν εἴσπραξιν, τὸ ὁποῖον βαρύνει ὅλους τοὺς λοιποὺς πολίτας. Εἴτε ἑκατὸν χιλιάδες εἶναι ἡ ζημία, εἴτε 200,000, αὗται, ὡς μὴ ὤφειλε, μὲ ἄνομον τρόπον ὑπεξαιροῦνται ἀπὸ τὸ ταμεῖον καὶ ἀναπληροῦνται ἀπὸ τὴν φορολογίαν ὅλου τοῦ λοιποῦ Κράτους· ἐκτὸς τῶν σταφιδιοκτητῶν αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπικαλοῦνται αὐτὸ τὸ προνόμιον, εἶναι καὶ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι παράγουσι δημητριακοὺς καρποὺς καὶ αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι κατὰ τὴν ἀνατολικὴν Ἑλλάδα καὶ ἀλλαχοῦ. Ἴσως γνωρίζετε, ὅτι γίνονται πολλαὶ καταχρήσεις ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τῆς φορολογίας, τὸ δημόσιον ζημιοῦται πολὺ μεγαλήτερα ποσὰ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν 3 τοῖς ἑκατὸν ἀπὸ τῶν γαιῶν τῶν παραγουσῶν δημητριακοὺς καρποὺς, διότι εἰς πολλὰ μέρη ὑπεξαιρεῖται ὁλόκληρος ὁ φόρος τῶν δημοσίων γαιῶν καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἠξεύρετε, ὅτι, ὅπου ὑπάρχουσιν ἐθνικαὶ γαῖαι, πολλοὶ ἠγόρασαν ἐξ αὐτῶν, καὶ πληρώνουν τὸ 3 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας, τῆς δοθείσης εἰς τὴν ἀγορὰν αὐτῶν, ἀλλ’ αὗται αἱ γαῖαι, τὰς ὁποίας τοιουτοτρόπως ἀπέκτησαν, ἔχουν παρακειμένας ἄλλας ἐθνικὰς γαίας καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχουν ἀξίαν μεγαλητέραν, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας Κύριος συνάδελφός μου. Τὶ κάμνουν λοιπὸν οἱ γεωργοὶ; σπείρουν ἐθνικοὺς ἀγροὺς καὶ ἰδιοκτήτους πληρώνοντας 3%, ἑπομένως μεταφέρουν τοὺς καρποὺς ὅλους ἐντὸς τῶν τοιούτων ἰδιοκτήτων χωραφίων καὶ τοὺς ἐξαιροῦν πάσης φορολογίας· βλέπετε, ἔχουν τὴν ἰδιότητα τὴν ἀποῤῥοφητικὴν, καθὼς λέγει ἡ εὐγένειά του, αἱ τοιαῦται γαῖαι αἱ πληρώνουσαι φόρον 3%. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὄχι 200,000 δραχμῶν μόνον θὰ ἦναι ἡ ὠφέλεια, ἡ ὁποία θέλει πηγάσει εἰς τὸ δημόσιον ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ 3% ἐπὶ τῶν σταφίδων, ἀλλὰ πολὺ ἀνωτέρα μέχρι 500,000 ἐκ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ ἐπὶ τῶν καθαρῶν γαιῶν. Τὸ ὅλον λοιπὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ὠφεληθῇ τὸ δημόσιον ἀπὸ τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, οἱ ὁποῖοι σήμερον ὑπεξαιροῦνται δολίως ἀπὸ αὐτὴν τὴν φορολογίαν τοῦ δημοσίου, ἴσως ἀναβῇ καὶ εἰς περισσότερον. Ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία ὕστερον ἀπὸ μίαν μεταβολὴν τοιαύτην ἦλθε νὰ διευθετήσῃ τὰ πράγματα τοῦ ἔθνους, νομίζω, ὅτι ἔχει ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον νὰ μὴ συγχωρήσῃ αὐτὴν τὴν σκανδαλώδη ἀνωμαλίαν. Τοιαύτη ἀνωμαλία τῶν φόρων προϋπῆρχεν εἰς καιροὺς βαρβάρους, εἰς καιροὺς δεσποτικοὺς εἰς ἄλλα Κράτη, αἱ δὲ ἐπαναστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν εἰς αὐτὰ, ὡς πρῶτον ἔργον των ἐθεώρησαν νὰ μεταβάλωσιν αὐτὰ τὰ λείψανα τοῦ τιμαριωτισμοῦ καὶ τῆς ἀνισότητος, καὶ διὰ τοῦτο ἡ πρώτη πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὰ 1788 ἢ 89 ἔπραξεν, ἦτον ἡ κατάργησις τοιούτων ἀνίσων φόρων. Ὄχι μόνον ἔχομεν παράδειγμα ἄλλας Συνελεύσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς δικαιόνουν νὰ φρονῶμεν ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα ἐνταῦθα ὑπάρχει πλέον ἀδιαφιλονείκητον, καθόσον ἐκεῖ ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ μίαν ἀρχὴν, δικαιώματα κατακτήσεως, ἐδῶ δὲν ὑπάρχει κανὲν δικαίωμα, ἀλλὰ μόνον τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον πηγάζει ἀπὸ τὸν νόμον εἰς πάντας, οὗτος δὲ ὑπάρχει φύσει ἀμετάβλητος. Ὁ νομοθέτης λοιπὸν ὁ ἴδιος ὁ ὁποῖος ἐποίησε τὸν νόμον τοῦ 1839, αὐτὸς ὁ ἴδιος νομοθέτης ὑπάρχει καὶ σήμερον καὶ δύναται νὰ τὸν μεταβάλῃ, διότι ἡ Συνέλευσις εἶναι συνέχεια ἐκείνης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ πολὺ καλὰ δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἄλλον νόμον, ἂν τὸ εὕρῃ δίκαιον· τοῦτο δὲ, τόσον περισσότερον, ὅσον δὲν χειροτερεύει τὴν θέσιν τῶν σταφιδούχων, οἱ ὁποῖοι εὐεργετοῦνται ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν νόμον, ἀλλὰ τοὺς θέτει εἰς μίαν ἴσην γραμμὴν μὲ ὅλους τοὺς λοιποὺς πολίτας τῆς Ἑλλάδος καὶ διὰ τοῦτο πολὺ ὀρθῶς ὁ Κύριος Ῥοντίρης εἶπε· «τὸ πρῶτον χαρακτηριστικὸν τοῦ πολίτου εἶναι ἡ ἰσότης ἐνώπιον τῶν νόμων καὶ πρὸ πάντων τῶν φορολογικῶν.» Ἐντεῦθεν λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ πάντων τῶν φορολογουμένων ἰσότης, ἂν διατηρηθῇ τὸ 3%. Ἐκτὸς τούτου θέλω νὰ παρατηρήσω ἓν ἄλλο πρᾶγμα, ὅτι εἰς ἐκεῖνον τὸν γρῖφον, τὸν ὁποῖον ἀναγινώσκομεν εἰς τὸν νόμον τοῦ 37 καὶ ὅστις ἀποδεικνύει τὴν Γερμανικὴν πολυλογίαν, δὲν ἀποκλείεται ἐντελῶς ἡ ἰδέα τῆς μεταβολῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς. Λέγει, ὅτι δὲν θὰ νομοθετηθῇ εἰς τὸ ἑξῆς πλέον τοῦ 3%, ἀλλ’ ὑποθέτει ὅτι μετ’ ὀλίγον ἤθελεν εἰσαχθῆ ἕτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον πολὺ καλὰ δύναταί τις νὰ ἐννοήσῃ, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ 3% ὑπολογισθὲν ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς ἰδιοκτησίας δὲν ἔμελλε ν’ αὐξήσῃ περισσότερον, διότι τοῦτο ἦτον ἀδύνατον νὰ φθάσῃ εἰς ἀνωτέραν φορολογίαν. Ἀλλὰ σήμερον τὸ 3% πληρώνεται ἐπὶ τῆς τότε ἀξίας τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπως αὕτη ὑπῆρχεν εἰς τὴν ἀρχικὴν κατάστασιν καὶ οὐχὶ ὡς ἐμορφώθη σήμερον. Τότε ἦτο καὶ ἀγρὸς καὶ ὡς τοιοῦτος ἐπλήρωσε 3% ἐπὶ τῆς τότε ὑπολογισθείσης ἀξίας του· σήμερον ἔγεινε σταφὶς, ἔχει δεκαπλασίαν ἀξίαν, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώσῃ μόνον τὴν ἀξίαν τῆς γῆς, ὥστε οὔτε ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τοῦ νόμου, ὅπως ὑπάρχει, δὲν δύναταί τις νὰ πορισθῇ τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ νομοθέτης ὑπεχρεώθη ἔργῳ διὰ τῶν λέξεων διὰ νὰ μὴ μεταβάλῃ τὴν διάταξιν ταύτην, ὥστε νὰ φορολογήσῃ τὰς νέας προστεθείσας ἀξίας. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἔνστασιν, ὅτι ἤδη ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ προαποφασισμένα, αὐτὸ δὲν εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ δὲν χρῄζει τόσον λεπτομεροῦς ἀπαντήσεως· λέγω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἀκόμη δὲν ἐπεραιώθη καὶ ἡ Συνέλευσις ἔχει τὸ δικαίωμα μέχρι τῆς ἐντελοῦς ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ νὰ τὸν μεταβάλῃ εἰς ὅλα τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα καὶ ἤδη ἀπεφάσισε. Προσθέτω δὲ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς καταργήσεως τῶν 3% ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα μετεβλήθη· ἠξεύρετε ὅτι διάφορα συμφέροντα ἐπενεργοῦν εἰς τὰς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὅλοι ἐπηρεαζόμεθα ἀπὸ αὐτὰ τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐνίοτε σκοτίζουν τὴν ὀρθὴν κρίσιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων, οὐχ ἧττον ὅμως εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ὑπάρχει καὶ ἰδέα τῆς μειονοψηφίας. Λέγω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ μεταβάλλειν τοὺς νόμους τὸ ἔχει ὁ νομοθέτης καὶ ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδένα περιορισμὸν, ἐκτὸς μόνον τῶν συνταγματικῶν νόμων, οἵτινες θεωροῦνται κατ’ ἐξαίρεσιν ἀμετάβλητοι. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι ὡς πρὸς τὴν σταφίδα νὰ μὴ μεταβληθῇ ὁ νόμος διὰ νὰ μὴ προσβληθοῦν αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας συνέλαβον οἱ ἄνθρωποι εἰς τὴν ἀνέγερσιν αὐτῶν ὡς πρὸς τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ ἀπολαύσουν, κέρδος βέβαια νόμιμον, ὄχι ἄνομον, ἐν ὅσῳ ὅμως διατηρεῖται καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν εὐσυνειδησίαν τοῦ νομοθέτου νὰ ἀποφασίσῃ, ἂν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθῇ χορηγῶν τὸ ὄφελος αὐτὸ εἴς τινας μόνον ἀνθρώπους καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐκ τῆς εἰς τὸ δημόσιον γενομένης βλάβης τοὺς λοιποὺς φορολογουμένους. Συμμερίζομαι λοιπὸν καὶ ἐγὼ πληρέστατα τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ῥοντίρη, ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἐκπληροῦσα εὐσυνειδήτως καὶ πατριωτικῶς τὸ καθῆκόν της, ὀφείλει νὰ καταργήσῃ τὸ 3%, ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν σταφίδων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν κτημάτων, ὅπου ὑπάρχει αὐτὸ πηγάζον ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ 37.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ ὑποστηρίξω καὶ σήμερον ἐνώπιόν σας τὴν ἰδίαν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα καὶ κατὰ τὸ 55, ὅτε τὸ ἴδιον ζήτημα ἐρέθη καὶ ἐλύθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τότε ἐναντίον τῶν σημερινῶν ἰσχυρισμῶν· ὁ πρῶτος λόγος ἢ ὁ τελευταῖος τοῦ Κυρίου Πετσάλη, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς φορολογίας γεννᾷ τὸν κίνδυνον νὰ σφετερισθῶσιν ὅλαι αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι· ἐπειδὴ ὁ φόρος εἶναι μικρὸς ἑλκύῃ τοὺς φορολογουμένους νὰ κλέπτουν τὰς ἐθνικὰς γαίας καὶ νὰ ἐκτείνουν τὰς εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ ὑπαγομένας, ἂν αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ᾖναι ἀληθὲς, ἂν τῳόντι ἔδωσε χώραν εἰς καταχρήσεις ἡ κατάστασις αὐτὴ τῶν πραγμάτων, εἰς καταχρήσεις ἐπίσης καὶ εἰς σφετερισμοὺς δύνανται νὰ δώσουν χώραν καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἰδιοκτήτων γαιῶν καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἐθνικῶν, ἡ διαφορὰ εἶναι 5 πρὸς 15, τὸ συμφέρον ἑπομένως εἶναι οὐσιῶδες· ἐὰν λοιπὸν ὁ λόγος αὐτὸς ᾖναι ἰσχυρὸς ὥστε νὰ καταστρέψωμεν δικαιώματα, διατὶ νὰ μὴ καταργήσωμεν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας; διότι καὶ αὐτὴ ἐμψυχώνει τοὺς σφετερισμούς. Ἀπαντῶ καὶ πρὸς τὸν ἔντιμον Ῥοντήρην, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν ἀτέλειαν καθιερωμένην ἀπὸ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως ἐπὶ τῶν κτημάτων τῆς Ἐπιδαύρου καὶ ἤδη αὐτὰ τὰ κτήματα δὲν πληρόνουν φόρον. Γνωστὸν δὲ εἶναι ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἠγοράσθησαν πολλοὶ ἔγγειοι φόροι ἐπὶ Πὶτ καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἀνεγνωρίσθη, καὶ ἤδη οἱ ἀγορασταὶ δὲν πληρόνουν ἐγγείους φόρους εἰς τὸ Δημόσιον, ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς πολιτείας τοῦ ἀπαλοτριώνειν τοὺς φόρους καὶ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκτὸς πράγματι δὲν ἀμφισβητήθη. Ἐπομένως νόμιμος Συνταγματικὸς λόγος δὲν ὑπάρχει, ὅστις νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ παραδεχθῶμεν τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον σύστημα. Τώρα, Κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω ἐν ὀλίγοις, ποία ἡ κατάστασις αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, καὶ πῶς εἰσήχθη κατὰ πρῶτον αὐτὸ τὸ σύστημα. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Βαυαρικὴ ἤθελε νὰ ἐκλείψῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως· καὶ ἐννοεῖται, ὅτι μία Κυβέρνησις Εὐρωπαϊκὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνεχθῇ ἓν σύστημα βάρβαρον, ἀποτρόπαιον, ὅπως εἶναι τὸ σημερινόν· ἐνόμισεν ὅθεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας, ὅπου ἠδύνατο, καὶ νὰ περιορίσῃ ὅσον ἠδύνατο τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως ἐπὶ τῶν κτημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν νὰ διαθέτωσι, νὰ περιορίσῃ τέλος πάντων τὰ κακὰ μέχρις οὗ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ αἴσιον καὶ πλῆρες ἀποτέλεσμα, νὰ καταργήσῃ τὴν ἐνοικίασιν. Διὰ τοῦτο τότε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἡ ἰδέα τοῦ νὰ πληρόνηται ἀντὶ ἐγγείου φόρου, φόρος ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ὑπεστηρίζετο καὶ ἐθεωρεῖτο ὡς εὐεργέτημα, καὶ ἡ Κυβέρνησις παντοῦ, ὅπου ἠδύνατο, τὴν ὑπεστήριζεν. Ἦτο λοιπὸν μία ἰδέα Κυβερνητικὴ καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν καθιερώθη μία ἄλλη, ἥτις δὲν ἦτον ἄνευ σκοποῦ, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ μεταβληθῇ καὶ ν’ αὐξήσῃ πλέον τῶν τρία τοῖς ἑκατὸν, δὲν πρέπει ἑκάστοτε ν’ αὐξάνῃ. Κύριοι, τὴν ἰδέαν αὐτὴν ὅλη ἡ Εὐρώπη τὴν παραδέχεται, διότι ὁ φόρος δὲν πρέπει νὰ ἐμποδίσῃ τὴν πρόοδον τῆς καλλιεργείας, καὶ γίνεται τοῦτο ὅπου ὁ φόρος δὲν διώκει κατὰ πόδας πᾶσαν πρόοδον καὶ δὲν φορολογεῖ πᾶν κεφάλαιον. Ἐξοδεύω 5 δραχμὰς διὰ νὰ παράξω 10 φορολογοῦμαι, ἀλλ’ ὅταν προσθέσω ἄλλας 10 διὰ ν’ αὐξήσω τὴν πρόσοδόν μου, δὲν πρέπει ἡ νέα αὕτη πρόσοδος ἀμέσως νὰ ἐπιβαρύνεται μὲ φόρους. Ἡ νέα φορολογία ἐλαττώνει τὸν ζῆλον καὶ προθυμίαν μου κατὰ τοσοῦτον, καθὅσον ἐλαττώνει τὸ ἔσοδόν μου. Λοιπὸν διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν πρόσοδον καὶ αὔξησιν τῆς παραγωγῆς λέγουσιν, ὅτι καταβολὴ νέων κεφαλαίων καὶ κόπων δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνηται μὲ νέους φόρους οὔτε νὰ τιμωρῆται ὁ παραγωγὸς διὰ τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν διὰ τῶν προσπαθειῶν του καὶ τῶν ἐξόδων του. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἠξεύρετε καλλίτερόν μου, ὅτι εἰς Ἀγγλίαν καμμία μεταβολὴ δὲν ἐπῆλθεν εἰς τὰς προαιωνίους ἐκτιμήσεις, καθ’ ἃς φορολογεῖται ἡ γῆ, μ’ ὅλον ὅτι ἡ βελτίωσις ὑπῆρξε μεγίστη, διότι ἀνεχώρουν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ φορολογία δὲν πρέπει ν’ ἀκολουθῇ τὴν ἀνάπτυξιν, οὔτε νὰ ἐπιβαρύνῃ, οὔτε νὰ ζημιοῖ τὰ νέα κεφάλαια καὶ τὰς νέας προσπαθείας, τὰς ὁποίας ὁ ἰδιοκτήτης καταβάλλει. Ἡ ἰδέα λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ αὐξήσῃ ὁ φόρος, ἀποκρούεται καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι τεθειμένη ἐκεῖ. Τώρα, Κύριοι, ἂν θέλετε νὰ μεταλλάξητε ὅλας αὐτὰς τὰς διατάξεις, ἠμπορεῖτε νὰ τὸ κάμητε, διότι εἶσθε Συνέλευσις, καὶ ὅμως δὲν θέλετε ἔχει τὸ δίκαιον ὑπερ ὑμῶν. Κύριοι, ὅταν τὸ ἔθνος ἠδύνατο νὰ κάμῃ αὐτὴν, τὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἀπαλλοτρίωσιν, διότι ἔγεινε καὶ ἐδῶ καὶ ἀλλοῦ, ὅταν δυνάμει τοῦ δικαιώματός του αὐτοῦ τὴν ἔπραξεν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς γεωργίας, πρὸς κοινωνικὸν μεγάλον σκοπὸν, πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς παραγωγῆς, εἶναι δυνατὸν ἠθικῶς, νομίμως, εἶναι συγχωρημένον νὰ μεταβάλητε σεῖς αὐτὴν τὴν συμφωνίαν; διότι δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας ἁπλῶς, ἀλλὰ περὶ συμφωνίας, καθ’ ἣν ἐπώλησε τὸ δημόσιον τὰς γαίας του, καὶ ἔκτοτε καὶ ἤδη ἐπιμένω, πιστεύων, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ τὴν μεταβάλητε· ὅταν τὰ ἔθνη ἀποφασίζουν νὰ κανονίσωσι δικαιώματα καὶ συμφέροντα, δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέπουν εἰς τί ἠμποροῦν νὰ κερδίσουν, πόσον ἠμποροῦν χρηματικῶς νὰ ὠφεληθοῦν, αὐτὸ, Κύριοι, εἰσέρχεται εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἰδιωτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀνωτέραν τὴν τιμὴν των ἀπὸ τὰ ὑλικὰ συμφέροντά των. Τὰ ἔθνη, Κύριοι, ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν καὶ τῆς δικαιοσύνης πρέπει νὰ παραβλέπουν ὅλα αὐτὰ τὰ μικρὰ συμφέροντα, λοιπὸν καὶ ἂν δύνανται ὑλικῶς νὰ φέρουν μεταβολὰς, δὲν πρέπει νὰ τὰς κάμουν, ἂν αὗται δὲν εἶναι ἠθικῶς δυναταί. Ὅταν, Κύριοι, ἐκηρύχθησαν αἱ γαῖαι αὐταὶ εἰς δημοπρασίαν, τὸ δημόσιον εἶπεν εἰς τοὺς πολίτας, πωλῶ αὐτὰς, καὶ ἂν θέλετε ἀποφασίσατε πρῶτον σεῖς, ἂν δι’ αὐτὰς τὰς γαίας θέλετε νὰ πληρόνετε ἔγγειον φόρον, ἢ ποσοστόν τι ἐπὶ τῆς τιμῆς· οἱ πολῖται πιστεύοντες εἰς τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ δημοσίου, προσέφερον τιμὰς καὶ συνέδεσαν τὸ συνάλλαγμά των μετὰ τοῦ δημοσίου· ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν φόρων, Κύριοι, μὴ πιστεύσητε, ὅτι ἦτον ἀδιάφορος πρὸς τὴν τιμὴν, ὄχι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁ γνωρίζων, ὅτι οἱανδήποτε ἀνάπτυξιν ἤθελεν δώσει εἰς τὸ κτῆμα, ὤφειλε νὰ πληρώσῃ 3%, αὐτὸς ἤθελε προσφέρει τὴν ἰδίαν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἤθελε προσφέρει, ἐὰν ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ φόρος ἤθελεν παρακολουθεῖ τὴν παραγωγήν· λοιπὸν ὁ ὅρος αὐτὸς ἐπηρέασεν κατά τινα τρόπον τὴν τιμὴν τῶν γαιῶν. Τώρα τὴν συμφωνίαν αὐτὴν θέλετε νὰ καταστρέψητε, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς ὁποίας ἔφερεν ἀρχικῶς συνεπείας, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε, Κύριοι, νὰ προσδιορίσητε ὅλην τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἐξήσκησεν εἴς τινας ὁ φίλος μου Κύριος Καλὸς, οὔτε οἱ ἀντίθετοι, ἀλλὰ ἡ συμφωνία αὕτη δὲν ὠφέλησεν ὅλους. Ἐδῶ εἰς τὰς Θήβας διάφοροι ἔντιμοι πολῖται ἐζημιοῦντο μεγάλως καὶ ἀναφέρω τὸν Κ. Πάλλην τὸν ἰατρὸν, ὅστις ἦλθε πρὸς ἐμὲ, ὅτε ἄλλοτε ἤμην ὑπουργὸς, καὶ μὲ παρεκάλει ν’ ἀνατρέψω τὴν συμφωνίαν αὐτὴν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξα.
§90ΤΙΝΕΣ. Ἔγεινε ἐπὶ τοῦ Σίμου.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶπον ὄχι, δὲν τὸ κάμνω, διότι δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ λύσω μίαν συμφωνίαν, ἥτις εἶχεν ἠθικώτερον καὶ ὑψηλότερον σκοπόν. Ἔγεινε, Κύριοι, λέγουν κατόπιν, ἔστω, ἀλλὰ καὶ κατόπιν δὲν ἔγεινε διάταξις ἀναγκαστικὴ, δὲν ὑπεχρέωσε τὸν πολίτην νὰ παραιτηθῇ ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη ἀποκτημένον, ἡ διάταξις ἐτέθη δυνητικὴ, καθ’ ἣν ὁ πολίτης, ἂν ἤθελεν, ἐδύνατο νὰ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων του, τοῦτο δὲ δὲν ἀντίκειται εἰς κἀνένα νόμον, διότι μία ἑκούσιος συμφωνία τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν δύναται νὰ λύσῃ τὰς προηγουμένας συμφωνίας. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, Κύριοι· εἰς τὰ 1855 ἐπεκυρώθη ἐκ νέου αὐτὴ ἡ συμφωνία δι’ ἑνὸς νέου νόμου, ὅστις ἐπανέλαβεν αὐτὴν τὴν συμφωνίαν καὶ τῆς ἔδωκε νέον κῦρος καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἐγένετο μετὰ τὸ Σύνταγμα, ὡς βλέπετε, ὑπουργοῦντος τοῦ μακαρίτου Ἀργυροπούλου, τότε ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἷς νόμος, καθ’ ὃν διεγράφοντο οἱ τόκοι τῶν χρεῶν, τῶν προερχομένων ἀπὸ προικοδοτήσεις, καὶ ἀπὸ 10 ἐτῶν πιστώσεις ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πληρόνουν ἀντὶ ἐγγείου φόρου 3% ἐπὶ τῆς ἀξίας νὰ παραιτηθῶσι δὲν χρειάζεται δὲ ὁ τόκος, ἂν δὲν παραιτηθῶσι τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ἀναδεχόμενοι νὰ πληρώσωσιν ἔγγειον φόρον, καὶ ἐγὼ εἶχον γαίας καὶ ἐπλήρωνα 3%, ἀλλ’ ἠναγκάσθην νὰ παραιτηθῶ, ἄλλοι ὅμως δὲν παρητήθησαν, ἐπλήρωσαν ἴσως καὶ τοὺς τόκους· τί θέλει γείνῃ τώρα, Κύριοι, δι’ αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν, ἐπειδὴ ἡ κατάργησις ἔρχεται ἀπολύτως, αὐτὴ ἡ συμφωνία, ἥτις ἐπανελήφθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν καὶ τὴν παρεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία καὶ ὁ κόσμος ὅλος· τί θὰ γείνῃ λοιπὸν; (θόρυβος) Θέλετε νὰ φέρητε μίαν γενικὴν δήμευσιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, διότι οἱ ἐνδιαφερόμενοι καθυστεροῦν· ἀλλ’ αἱ καθυστερήσεις ἀναβαίνουσιν εἰς ἑκατομμύρια πολλὰ, καὶ ὅμως δὲν λύομεν τὰς συμφωνίας, καὶ αὐτοὶ ἂν καθυστεροῦν μέχρι τοῦδε ὑπάγονται εἰς τοὺς ἰδίους κανόνας, εἰς οὓς ὑπάγονται ἅπαντες οἱ ὀφειλέται· νὰ θέλετε σήμερον, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ ἀφαιρέσητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα, δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν οὔτε δίκαιον. Ἄλλως, Κύριοι, εἶναι λίαν παράδοξον εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν σπεύδομεν εἰς ἐλαττώσεις, καθ’ ἣν ἐλαφρύνωνται ἐν γένει οἱ φόροι, νὰ ἐπιβάλλωμεν βάρος εἰς ἀνθρώπους τινας, νὰ ἐπιβαρύνωμεν μίαν κλάσιν παραγωγικὴν, διότι ὑποθέτομεν, ὅτι αὐτὴ δὲν ἐπιβαρύνεται ἀρκούντως. Αὐτὸ, Κύριοι, δὲν εἶναι συνετὸν καὶ γενναῖον, καὶ ἀποδεικνύει ἓν αἴσθημα μικρὸν ζηλίας μικρᾶς, ἥτις δὲν ἀνήκει εἰς ἓν ἔθνος καὶ εἰς Συνέλευσιν. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ κάμετε, διότι ἐσυμφωνήσατε κατ’ ἐπανάληψιν, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, πιστεύσαντες εἰς τὴν ὑπόσχεσίν σας, προσέφερον τιμὰς, τὰς ὁποίας δὲν ἤθελον προσφέρει· δὲν ἠμπορεῖτε, διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐπλήρωσαν κατὰ τὰς συμφωνίας των, καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ πληρόνουν μέχρι τοῦδε, διότι τέλος πάντων πολλοὶ ἐπλήρωσαν τὸν φόρον πρὶν ἢ ἀπολαύσουν εἰσόδημα, δὲν ἠμπορεῖτε, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δώσητε ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τὸν νόμον. (θόρυβος) ὄχι, Κύριοι· ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε νόμον, κανονίζοντα μέλλοντα δικαιώματα, μελλούσας σχέσεις, ἀλλὰ νόμον διὰ νὰ καταστρέψῃ δικαιώματα κεκτημένα δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμνετε· τὸ κάμνουν αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν σέβας πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἠθικήν. Θέλετε κάμει ἕν ἄδικον, τὸ μεγαλεῖτερον, τὸ πλέον ἀντικοινωνικὸν, καὶ θέλετε βλάψει τὴν δημοσίαν πίστιν, διότι οὐδεὶς πλέον θέλει πιστεύει ὡς στερεὰς καὶ διαρκεῖς τὰς συμφωνίας καὶ ὑποσχέσεις σας. Τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἰσότητος τῶν φόρων δὲν μοὶ φαίνεται σπουδαῖον. Ἡ ἰσότης εἶναι, Κύριοι, μία ἰδέα, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλοι πρέπει νὰ τείνωμεν καὶ ὅλοι τείνομεν, ἀλλὰ ἀδύνατον εἶναι νὰ τὸ κατορθώσωμεν ἐντελῶς· ἡ ἀπόλυτος ἰσότης ὁμοιάζει τὸν ἀστέρα εἰς τὸ στερέωμα, τὸν ὁποῖον ὅλοι διώκομεν, καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ φθάσῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, θέλετε νὰ ἐφαρμώσητε τὴν ἰσότητα τῶν φόρων, καταστρέφοντες ἄλλους, ἀφαιροῦντες δικαιώματα; τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον. Τὰ ἄτομα καὶ τὰ δικαιώματα δὲν δύνανται νὰ προσφερθῶσι ὁλοκαύτωμα ἀφῃρημένων ἰδεῶν καὶ ἀρχῶν· τὰ ἐπιχειρήματα λοιπὸν ὅλα δὲν μὲ φαίνονται ἰσχυρὰ, καὶ ἐὰν δεχθῆτε ὅ,τι σᾶς ζητοῦν, ἂν τὸ κάμητε αὐτὸ, θέλετε πράξει πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν μόνον αἱ Κυβερνήσεις κακῆς πίστεως πράττουν.
§92ΖΕΡΒΑΣ. Πολλὰ εἶπον οἱ προαγορεύσαντες· ἐτελείωσε τὸν λόγον ὁ προλαλήσας ὑπουργὸς διὰ τῆς λέξεως, ὅτι θέλετε καταστρέψει τὰ δικαιώματα τὰ κεκτημένα· αὐτὴ ἦτο ἡ τελευταία του λέξις· μὲ ἄλλους λόγους ὁ Κ. ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι ἕκαστος πολίτης, ὅστις ἀπετέλεσε μέρος εἰς μίαν ἐπικράτειαν Συνταγματικὴν, δύναται νὰ ἀποκτήσῃ δικαιώματα ἴδια ἐπὶ τῆς γενικῆς φορολογίας τοῦ Κράτους. Κύριοι, πρῶτον ἡ φορολογία στηρίζεται εἰς τὴν ἰσότητα, πρέπει νὰ ᾖναι ἴση εἰς ὅλους τοὺς πολίτας· καὶ ἡ ἰσότης τῆς φορολογίας βεβαίως ἔχει τὴν βάσιν εἰς τὴν καθαρὰν παραγωγὴν τοῦ κτήματος τῆς περιουσίας. Ἕκαστον κράτος ἐπιβάλλει φόρον διὰ νὰ συντηρήσῃ ἑαυτό· οἱ φόροι δ’ αὐτοὶ εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ ἐπαρκοῦν εἰς τὰς ἐτησίας δαπάνας τῆς συντηρήσεως. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ μίαν ἄλλην ἰδέαν τότε, ὅτι ποτὲ τὸ δημόσιον δὲν ἠμπορεῖ νὰ αὐξήσῃ τοὺς φόρους. Ἐὰν ἐδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ ὑπουργὸς, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν δύναταί ποτε νὰ αὐξήσῃ τοὺς φόρους, παρὰ νὰ ᾖναι πάντοτε οἱ αὐτοὶ π. χ. 20,000,000 στερεότυπα διὰ παντὸς, τότε παραδέχομαι καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔχει δίκαιον εἰς τὴν ἀγόρευσίν του νὰ μὴ μετατραπῇ ὁ φόρος τῶν 3% εἰς ἄλλον τινὰ τρόπον. Ἀλλὰ παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔθνος κατὰ μὲν τὸ ὑπάρχον ἔτος ἔχει ἀνάγκην 20,000,000, εἰς τὸ ἑπόμενον ἔχει 15,000,000, εἰς τὸ μετὰ ταῦτα πηγαίνουν 25,000,000, καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας, καὶ μάλιστα, ὁσάκις εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ κηρύξῃ καὶ πόλεμον μὲ ἄλλα ἔθνος γειτονικόν· βλέπετε τὰ ἔθνη δὲν εἶναι βάσιμα, εἶναι προοδευτικὰ, κάποτε καὶ ὀπισθοδρομικά· καὶ διὰ τοῦτο ἡ φορολογία προσδιορίζεται κατ’ ἔτος. Ἡ φορολογία, Κύριοι, δὲν εἶναι πάντοτε στερεότυπος, οὔτε πάντοτε ἡ αὐτὴ, δύναται καὶ νὰ ἐλαττωθῇ καὶ νὰ αὐξηθῇ. Ἄρα οὐδεὶς δύναται νὰ ἀποκτήσῃ κεκτημένον δικαίωμα εἰς τὴν φορολογίαν, ἀλλ’ ἕκαστος πρέπει νὰ συνεισφέρῃ ἀναλόγως τῆς περιουσίας. Καὶ αὐτὰ μὲν ὡς πρὸς τὸ ἀποκτηθὲν δικαίωμα τοῦ Κ. ὑπουργοῦ, ὥστε ὁ διϊσχυρισμὸς τοῦ Κ. ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ἰσχυρὸς, εἶναι μᾶλλον εἰπεῖν ἕνας παραλογισμός. Ἕν κεκτημένον δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ μάλιστα, εἰδεμὴ κεκτημένα δικαιώματα νὰ πληρώσῃ, τί δικαίωμα εἶναι αὐτό; Ἠμπορεῖ νὰ ἀποκτήσῃ κἀνεὶς δικαίωμα νὰ πληρώσῃ; καθεὶς προσπαθεῖ νὰ ἀποφεύγῃ τὴν πληρωμήν· νὰ λαμβάνῃ μίαν σύνταξιν· μάλιστα. Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις δύναται νὰ διϊσχυρισθῇ ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ πληρώσῃ; καθεὶς προσπαθεῖ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν πληρωμὴν, διότι πᾶς, ὅταν καταβιβάζεται ὁ φόρος, δὲν ἔχῃ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἔθνος ἀπέκτησεν ἑτέρους φόρους ..... (θόρυβος) Καὶ τοῦτο ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι νόμος. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ῥοντήρη, καὶ ὁ λόγος τῆς ὑποστηρίξεως εἶναι ὁ ἑξῆς· πρῶτον, ὅτι διὰ τῆς διαιρέσεως τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας ἑκάστου πράγματος προκύπτει ἡ ἀνισότης εἰς τὴν φορολογίαν· βʹ) προκύπτει ἔξοδον εἰς τὸ δημόσιον, καὶ γʹ) τὸ δημόσιον ὑφίσταται καθυστερήσεις καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν πληρόνουν εἰς τὸ δημόσιον μὲ 3% καὶ ὄχι μόνον τοὺς φόρους καθυστεροῦν, ἀλλὰ καὶ τὸ τίμημα δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠγόρασαν ἀπὸ τὸ δημόσιον, κανεὶς δὲν ἐπλήρωσε τὸ τίμημα τῶν λεγομένων προικοδοτήσεων ἢ προικοκτησιῶν, διότι πολλοὶ ἔχασαν περισσότερα καὶ τὰ ἐγκατέλειψαν, πολὺ ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέχουν τὸ 3%, ὅλοι οἱ ἄλλοι παραδέχονται τὸν ἔγγειον φόρον τὸν τακτικόν· ἐγὼ γνωρίζω εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὅτι πληρόνουν 3% καὶ μὲ τὸ ἓν στρέμμα ἠμποροῦν νὰ σκεπάσουν καὶ ἄλλα στρέμματα, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων πάντων, Κύριοι, συμβαίνει καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ χειρότερον· ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἰς τὰ ἁλώνια οἱ σταφιδοκτήμονες μεταφέρουν καὶ σταφίδα ἀπ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχουν ἄλλοι ἐνοικιάσει καὶ τὴν πωλοῦν, παράγεται καὶ τοῦτο, δηλ. ὅσοι πληρόνουν εἰς τὴν ἐξαγωγὴν, μεταφέρουν τὴν σταφίδα καὶ τὴν παρουσιάζουν ἐκεῖθεν ὡς ἐξαχθεῖσαν ἀπὸ τὴν γῆν, ἡ ὁποία πληρόνει 3%· μὲ ἐβεβαίωσαν πολλοὶ, ὅτι γίνεται ἐπέκεινα τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου κατάχρησις, τοῦτο μοῦ τὸ ἐβεβαίωσαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν μὲ ναῦλον ἐκεῖ, διὰ τοῦτο προτείνω νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ῥοντήρη διὰ νὰ ὑπάρχῃ μία ἰσότης εἰς τὴν φορολογίαν καὶ οὕτως ἐκλείψουν καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ, καὶ οὕτω καὶ οἱ φορολογούμενοι θὰ ἐλευθερωθῶσιν ἀπ’ αὐτὸ τὸ κακὸν καὶ τὸ δημόσιον θὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ τὴν κλοπὴν τοῦ λαθρεμπορίου τούτου διὰ νὰ εἴπω καλλίτερον. Λοιπὸν δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω ὅτι εἶναι φρονιμώτερον καὶ δικαιότερον καὶ οὐδόλως δύναται νὰ θεωρηθῇ κεκτημένον δικαίωμα κατὰ τὸν ὑπουργὸν, ὅλη ἡ σταφὶς νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν ἐξαγωγήν. Ἔπειτα, Κύριοι, δὲν φέρουν καὶ τιμὴν εἰς τὸ ἔθνος νὰ ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα εἶναι πρὸς καταστροφὴν τῆς δικαιοσύνης· οὕτω, Κύριοι, θ’ ἀπαλλάξητε πολλοὺς πολίτας ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἐνοικιαστῶν.
§93ΧΑΡΑΛ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Ὅλοι, Κύριοι, ὅσοι ἠγόρευσαν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ 3%, ἐπεκαλέσθησαν τὴν ἰσότητα τοῦ νόμου, καὶ ἐγὼ λέγω, Κύριοι, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ὑποστηρίζουν τὸ ἄνισον τοῦ φόρου, καὶ τὸ ὑποστηρίζουν ἐκ προθέσεως. Τί εἶναι, Κύριοι, ὁ λεγόμενος φόρος τῆς προικοδοτήσεως τοῦ 3%; εἶναι διὰ μερικοὺς πολίτας ἢ δι’ ὅλους; Εἶναι, Κύριοι, καὶ διὰ τοὺς μὲν καὶ διὰ τοὺς δέ, εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει δι’ ὅλους· ὁ νόμος λέγει, ὅτι, ὅστις θέλει νὰ ἀγοράσῃ κτήματα πρὸς 3%, δύναται νὰ τὰ ἀγοράσῃ, αὐτὸ ἦτο μία διάταξις εὐεργητικὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Βαυαρικὴ δυναστεία, ὅπως διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ὅλη ἡ γῆ ἡ Ἐθνικὴ καλλιεργηθῇ· ὅσοι λοιπὸν ἔχουσι τοιαύτας γαίας, ἔχουσι προνόμιον; Ἅμα ἀποδείξωσιν, ὅτι ἔχουσι προνόμιον, λέγω, ὅτι εἶναι κακόν· διὰ τί νὰ ὠφελῆται ἡ μία τάξις καὶ ὄχι ἡ ἄλλη; ὁ νόμος ὑπάρχει κοινὸς δι’ ὅλους καὶ διὰ τὸν μικρότερον, Κύριοι, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ χρήματα καὶ νὰ ἠμπορῇ ν’ ἀγοράσῃ καὶ νὰ πληρόνῃ 3% κατὰ τὴν συμφωνίαν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐνῷ λέγετε, ὅτι οἱ πολῖται πρέπει νὰ ᾖναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, λέγετε νὰ ᾖναι καὶ κατώτεροι, διότι τοὺς ἐμποδίζετε ν’ ἀγοράσωσι γαίας· σήμερον λέγετε περιῆλθον εἰς χεῖρας ὀλίγων, ἂς κάμωσιν αἰτήσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ ἀγοράσωσι, δὲν τοὺς ἐμποδίζει κανεὶς, λέγετε, ὅτι ἡ φορολογία εἶναι ἄνισος, ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἰσότιμος (θόρυβος)· βλέπετε, ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἔχω τοιαύτας γαίας, δὲν τὸ ἀπέκτησα αὐθαιρέτως, εἶναί τι τὸ ὁποῖον μία Κυβέρνησις ἤθελε μοῦ ἀποδώσει· τὸ ἀπέκτησα, Κύριοι, δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡ Συνέλευσις τοῦ 43 δὲν τὸν κατήργησεν, ἀπ’ ἐναντίας τὸν ὑποστηρίζει, σᾶς λέγουν, ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι τοῦ 35 ὅτι εἶναι προνομιοῦχος, ἔπρεπε λοιπὸν καὶ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν συνέκειτο ἀπὸ ἀνθρώπους τυχαίους, νὰ τὸ καταργήσῃ, ἐν τούτοις τὸν ἐπεκύρωσε, καὶ οἱ νόμοι ὅσοι ἐπικυροῦνται νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄδικοι. Ἄλλως τε, Κύριοι, οἱ ὑποτιθέμενοι οἰκονομολόγοι εἶπον, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως εἶναι ἐπαχθέστατον, εἶναι τρομερὸν, βάρβαρον, καὶ ἐντοσούτῳ σήμερον διὰ μακρῶν ὡμίλησαν ὑπὲρ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ νὰ πληρόνουν εἰς εἶδος· αὐτὸ τὸ σύστημα, Κύριοι, ἡ Εὐρώπη ὅλη παρεδέχθη, ἠκούσατε, Κύριοι, εἶναι ὁ μόνος φόρος, τὸν ὁποῖον πληρόνουν, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν καθυστερεῖται, διότι αὐτὸς ὁ φόρος ἀμέσως πληρόνεται (θόρυβος)· εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, Κύριοι, οὐδεὶς ὀφείλει ἐκ τῶν ὅσων πληρόνουν φόρον 3%· ὁ Κύριος Ῥοντήρης ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὴν τὴν τροπολογίαν εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται σήμερον νὰ καταργήσῃ αὐτὸ τὸ συμβόλαιον· δὲν εἶναι συμβόλαιον, Κύριοι, μονομερὲς, εἶναι ἀμφοτεροβαρὲς, εἶναι συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποχρεώσεις, ἔχει καὶ ὠφελείας, καὶ καθὸ τοιοῦτον πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ συναίνεσις καὶ τῶν δύω προσώπων διὰ νὰ διαλυθῇ. Ἡ Βουλὴ τοῦ Ὄθωνος δὲν προέβη εἰς τὸ μέτρον ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου αὐθαιρέτως, τὶ ἔκαμε μόνον; Εἶπεν, ὅτι, ὅσοι ἔχουν γαίας δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ σήμερον εἰς ἐνέργειαν, δύνανται νὰ δηλώσωσιν, ὅτι πληρόνουν εἰς εἶδος, καὶ ὅσοι δὲν θέλουν ἠμποροῦν νὰ πληρώνουν εἰς χρήματα 3%. Βλέπετε, ὅτι καὶ αὐτὴ ἐσκέφθη ἐντὸς τοῦ δικαιώματος, δὲν ἔδωκεν ἓν προνομιακὸν σύστημα, τὸ ἔδωκε νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωτικὸς· σήμερον, ὅ,τι θέλετε κάμνετε, ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι εἶναι ἄδικον, εἶναι ὅλως διόλου αὐθαίρετον καὶ ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον· τὶ θέλετε κάμει, Κύριοι, αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τὰς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι ἠγόρασαν τοιαύτας γαίας καὶ ἐπὶ 15, 30 ἔτη δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ τὰς καλλιεργήσωσι, διότι ἦσαν σκεπασμέναι ἀπὸ ὕδατα, καὶ ἐν τούτοις ἐπλήροναν τὸν φόρον των; πῶς θέλετε σήμερον νὰ τοὺς ἀφαιρέσητε τὸ δικαίωμά των, διότι εἶναι ἐπιδεκτικαὶ καλλιεργείας; ἂν τοὺς ἀφαιρέσητε, πρέπει νὰ τοῖς πληρώσητε καὶ τὸν φόρον δι’ ὅσα ἔτη δὲν ἐκαλλιέργουν. Φρονῶ, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ Κύριος Πετσάλης καὶ ὁ Κύριος Ῥοντήρης ἐπαρουσίασαν, ὅτι οἱ πολῖται νὰ πληρώνωσιν ἴσον φόρον, δὲν λέγουσιν ἀλήθειαν καθαράν, διότι ὁ πληρώνων αὐτὸν τὸν φόρον τὸν ἀπέκτησε δυνάμει τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον ἀκόμη εἰς πάντα δίδει τὸ δικαίωμα νὰ κατέχῃ τοιαύτας γαίας. Ἐκ τούτων πιστεύω, ὅτι θέλει μείνει τὸ ψήφισμα, ὅπως ἔχει, τουτέστιν ὅσαι γαῖαι πληρώνουν 3%, νὰ πληρώνουν πάλιν τὸν αὐτὸν φόρον καὶ οὐχὶ εἶδος.
§94ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου εἶπον ὅτι ζημιούμεθα δραχ. 200 καὶ 300 χιλιάδας, διότι περιωρίσθην εἰς τὴν σταφίδα τῆς Ἠλείας, τῆς Ὀλυμπίας καὶ Γόρτυνος, καὶ προχωρῶν ἐνόμισα, ὅτι ἡ ζημία εἶναι 500 χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω· διὰ τῆς τροπολογίας καταργεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ τοιοῦτος φόρος οἱουδήποτε κτήματος καὶ προϊόντος. Τὸ ἀντικείμενον, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι μέγιστον, διότι ἐκ τοὐναντίου πρόκειται νὰ μείνῃ τὸ τρίτον τῶν κτημάτων τοῦ Κράτους ἀφορολόγητον καὶ τοῦτο, διότι, λέγουν, ὑπάρχει νόμος, καὶ εἶναι αἰώνιος, δὲν μεταβάλλεται. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον, ἓν παράδειγμα θὰ σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, τῆς διαφορᾶς ἀπὸ πολίτην εἰς πολίτην· μοὶ εἶπον, ὅτι ὁ Κύριος Ἀντωνόπουλος ἔχει σταφίδα εἰς τὴν Ἠλείαν καὶ πληρώνει 15 δραχμὰς τὴν χιλιάδα, ὡσαύτως ἔχει καὶ ὁ Κύριος Λυκοῦργος Κρεστενίτης τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως γαίας μὲ τὸν Ἀντωνόπουλον, ὁ Κύριος Ἀντωνόπουλος πληρώνει 250 τάλληρα κατ’ ἔτος, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ καθυστερήσῃ, διότι εἰσπράττεται, ὡς δασμὸς κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, πόσον δὲ πληρώνει ὁ Κύριος Λυκοῦργος Κρεστενίτης; 128 δραχμὰς ἀργυρᾶς, στρογγύλας! Ὠφελούμενος 2,000 δραχ. καθυστερῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ταύτας, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ συνεισφέρῃ ἀπέναντι τῶν εὐεργεσιῶν, τὰς ὁποίας χορηγεῖ εἰς αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις.
§95ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν βρέχηται ἡ σταφὶς τοῦ Κυρίου Ἀντωνοπούλου τί πληρώνει;
§96ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Εἰς τὰ 57 ἐπλήρωσε 45 τὴν χιλιάδα. Τινὲς ἐπικαλοῦνται τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα κατέβαλον.... ἤκουσα, ὅτι ἡ σταφὶς τῆς Ἠλείας εἶναι φυτευμένη ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ἠγόρασαν διὰ πόσας δραχμάς, Κύριοι, νομίζετε τὸ στρέμμα; διὰ 5 ἕως 25 (θόρυβος). Θὰ σᾶς ἀναφέρω ὀνόματα, Κύριοι. Εἰς τὰς δημοπρασίας τῶν ἐθνικῶν γαιῶν αἱ προσφοραὶ ἦσαν τόσον μικραὶ ὥστε οὐδόλως ἐνεκρίθη νὰ ἐγκριθῶσιν, ἀλλ’ ὁ Κύριος Βάλβης, ὅταν ἦλθεν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε κυρώσει τὰς δημοπρασίας ὅλας καὶ ἐνεκρίθησαν ὅλαι. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι Ἀγγελόπουλός τις εἶχεν ἀγοράσει γαίας πρὸς 5 δραχμὰς τὸ στρέμμα· τί πληρώνει ἓν στρέμμα παράγον μίαν χιλιάδα νὰ τιμηθῇ καὶ ἀγορασθῇ πρὸς 5 δραχμὰς; καὶ πληρώνουν 15, 25, 45 δραχμὰς κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐφέτος θὰ πληρώσουν 15, οἱ φόροι ἀναβαίνουν καὶ καταβαίνουν, καθ’ ὅσον ἀναβαίνει καὶ καταβαίνει τὸ μέτρον τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἓν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζονται οἱ ἀντιφρονοῦντες· ἐσυμφώνησαν νὰ μᾶς πληρώνουν ἔγγειον φόρον, ἀλλὰ μόνον 3% ἐπὶ τῆς ἀξίας, καὶ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν, λέγει προσωρινῶς θὰ πληρώνουν 3%· ποίαν ὑποχρέωσιν ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν ἀγοραστῶν; (θόρυβος) θορυβεῖτε ἴσως, διότι τὸ προσωρινῶς δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ, ὑπάρχει ὅμως ἑτέρα ἀνάλογος ἔκφρασις, λέγει «μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ἄλλα μέτρα.
§97ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἐννοεῖτε μέχρις οὗ τὸ εἶδος τῆς φορολογίας μεταβληθῇ;
§98ΡΟΝΤΙΡΗΣ. ....... Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὸν νοῦν μου ἔχω νὰ ἐπιβάλλω εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ διανεμητικὸν σύστημα, δὲν ὑποχρεούμεθα μὲ τοῦτο ἀπέναντι τῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς εἴπω καὶ σεῖς εἶσθε, Κύριοι, νὰ ἐξαγάγετε ἐκ τοῦ νόμου, ὅτι ὁ φόρος 3% εἶναι προσωρινός. Ἐγὼ δὲν ἀπομακρύνομαι τῆς ἰδέας, ὅτι ὁ φόρος δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀντικείμενον συναλλαγῆς· ὁ νόμος ἐκεῖνος, Κύριοι, ἀποῤῥέων ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐδημιούργησε τὰς ἑξῆς ἐνοχάς· ἡ Κυβέρνησις ὡς δημόσιον ἐπώλει εἰς τὸν φορολογούμενον, ὡς ἰδιώτην, καὶ οὗτος ἠγόραζε καὶ κατηρτίζετο διὰ τοῦτο τὸ συνάλλαγμα τῆς ἀγοραπωλησίας. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἰδίῳ νόμῳ ὑπάρχει καὶ ἕτερον συνάλλαγμα καὶ εἰς τοῦτο παρουσιάζονται ἕτερα πρόσωπα, ἐνταῦθα παρουσιάζεται, οὐχὶ πωλητὴς καὶ ἀγοραστής, ἀλλὰ Κυβέρνησις καὶ πολίτη., ἡ μὲν πώλησις γίνεται ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὡς ἰδιοκτήμονος, καὶ ἡ ἀγορὰ ὑπὸ τοῦ ἰδιώτου ὡς ἰδιοκτήτου, οἱ δὲ φόροι δὲν συμφωνοῦνται μεταξὺ δημοσίου καὶ ἰδιώτου, ἀλλὰ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ πολίτου. Ἔρχομαι εἰς τὸν διϊσχυρισμὸν ὅτι μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ πολίτου οὐδὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ πολίτου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἰσότης τῶν φόρων, αἱ ἀρχαὶ τοῦ δημοσίου δικαίου ἅπαξ διὰ πάντοτε ἐγγράφονται ἐντὸς τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ μείνῃ αἰωνία. Τὸ καλὸν τοῦτο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον παρέσχεν εἰς τοὺς πολίτας πρέπει νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν νὰ πληρώσωμεν ὅλοι τὸ αὐτό· παραδέχομαι νὰ ὑπολογισθῇ, ὅτι ἠγοράσαμεν ὅλας τὰς ἰδιοκτήτους πρὸς 600 δραχμὰς τὸ στρέμμα καὶ νὰ ὑπολογισθῇ ὁ φόρος πρὸς 3%· αὐτὸ εἶναι ἡ ἰσότης καὶ οὐχὶ τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον θέλουν τινὲς διὰ μυρίων στρεβλώσεων νὰ παραστήσωσιν, ὅτι εἶναι ἰσότης. Κύριοι, νὰ προσέξητε πολὺ εἰς αὐτὸ ποῦ θὰ σᾶς εἴπω.
§99ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μίαν παρατήρησιν νὰ σᾶς κάμω· λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι διὰ νὰ δώσῃ καρπὸν ἀπαιτεῖται νὰ καλλιεργηθῇ ἐπὶ 10 ἔτη (θόρυβος).
§100ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἀκούω. —παραδέχομαι τοιοῦτόν τι καὶ διὰ τὰ λοιπὰ κτήματα νὰ πληρώσουν 3% εἰς χρήματα ἐπὶ τῆς ἀξίας, καὶ τὸ πρῶτον ἔτος νὰ πληρώσωμεν δεκαπλάσιον τὸν τοιοῦτον φόρον. Κύριοι, μοῦ εἶπεν εἷς Κύριος, καὶ πιστεύω ὅτι λέγει ἀληθῆ, καὶ δὲν πιστεύω ὅτι θὰ μὲ ἐξελέγξητε ὡς ψευδόμενον, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ὀλυμπίας 32 μόνον ἄτομα ἔχουν αὐτὸ τὸ προνόμιον, μένουν δὲ ἐκτὸς τῶν 32 αὐτῶν ἀτόμων, αἱ συμπληροῦσαι τὴν ἐπαρχίαν οἰκογένειαι 3,000. Τί παθαίνουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; πωλοῦνται καὶ ἀγοράζονται, διότι δι’ αὐτοὺς εἰσπράττεται ὁ ἔγγειος φόρος τῆς σταφίδος δι’ ἐνοικιάσεως, ἐνῷ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι πληρόνομεν τὸν δασμόν· ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν εὐχαρίστησιν τοῦ νὰ μὴ βλέπωμεν τὸν ἐνοικιαστήν, αὐτοὶ ἔχουν ἀνθρώπους τοῦ ἐνοικιαστοῦ εἰς τὸ κεφάλι των, διὰ Νὰ μὴ ὑπάγῃ τὸ παιδὶ τοῦ ἰδιοκτήτου νὰ κόψῃ μίαν σταφίδα· λέγω λοιπὸν ἐκτὸς τοῦ ὅτι αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι πληρώνουν φόρον 30% περισσότερον ἀπὸ τοὺς γείτονάς των, ἔχουν καὶ αὐτὸ τὸ βάσανον· χάριν αὐτῶν τῶν 32 ἀτόμων 3,000 οἰκογένειαι βασανίζονται δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Κρίνετε σεῖς ἂν ᾖναι ὑποφερτὴ αὐτὴ ἡ κατάστασις καὶ ἂν ᾖναι δίκαιον νὰ καταθλίβωνται οἱ πολλοὶ δι’ ὀλίγους.
§101ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. 50 οἰκογένειαι εἶναι σταφιδοκτήμονες.
§102ΕΤΕΡΟΣ. 32 εἶναι τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα πληρόνουν 3% καὶ χάριν αὐτῶν τῶν 32 ἡμεῖς ὑπαγόμεθα εἰς φορολογίαν καὶ ὑπαγόμεθα καὶ εἰς ζημίας μεγάλας (θόρυβος)· ἰσχυρίζονται ὅτι τὸ προνόμιον αὐτὸ καθιερώθη καὶ διὰ νόμου τοῦ 1855.
§103ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Σημειωτέον ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο σχέδιον τοῦ Ἀργυροπούλου, διότι μοὶ φαίνεται ἀνέφερον καὶ τὸν Ἀργυρόπουλον, ἀλλ’ ἐψηφίσθη καὶ ἐξετελέσθη ἐπὶ Λ. Κρεστενίτη, τοῦ πληρώνοντος κατὰ προνόμιον ἐπιθυμητέον δραχ. 128 μόνον διὰ 90,000 σταφίδος, ἀπέναντι τοῦ Κ. Ἀντωνοπούλου πληρώνοντος δι’ ἴσον ποσὸν σταφίδος 300 τάλληρα (θόρυβος)· ἀφοῦ ἐφέραμεν τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων ἐκεῖ ὁποῦ ἦτο μεγάλη ἡ κατάθλιψις καὶ καταπίεσις, ἀφ’ ἑτέρου νὰ μὴ στειρεύσουν οἱ πόροι τοῦ κράτους διὰ τῆς ἰδιοτελείας τινῶν. Εἰς τὰ 56 ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὑπουργὸς τότε ὤν, ὑπέβαλε 45 δραχμὰς διὰ τὴν χιλιάδα φόρον καὶ οἱ προνομιοῦχοι ἐπλήρωσαν 2½ καὶ καθὼς εἶπα προτήτερα, ἐὰν τὸ ἐπιὸν ἔτος ᾖναι ἀνάγκη ν’ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι διὰ νὰ πληρώσωμεν τὸ δάνειον ἢ τὸ χρεωλύσιον, τὸ 3% ὅμως μένει ἀμετάβλητον, καί τοι τῶν ἄλλων φόρων αὐξανομένων. Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχήν σας καὶ δι’ ἓν πρᾶγμα σπουδαιότατον, διότι ἐὰν ἀποῤῥίψητε τὴν πρότασίν μου, δυνατὸν νὰ εὑρεθῆτε μετ’ ὀλίγον καιρὸν πολὺ περιπλεγμένοι, διότι δυνατὸν νὰ εὑρεθῆτε εἰς μεγάλας περιπλοκὰς μὲ τοὺς Ἑπτανησίους. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον πολλοὶ κάτοικοι κέκτηνται τὸ δικαίωμα τῆς ἀτελείας διὰ τοιούτων νόμων, διὰ συναλλαγμάτων· ῥητῶς δὲ ἀναφέρω τὸν Κάλαμον· ἡ νῆσος Κάλαμος δὲν δίδει φόρον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δίδει εἰς τὸν Δελαδέτσιμαν, διότι ὁ Δελαδέτσιμας, ἰδιοκτήτης ὤν, ἔχει ἀποκτήσει αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς Ἑνετικῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν παραδεχθῆτε αὐτὸ τὸ σύστημα, θὰ εἰπῆτε, ὁ Κάλαμος καὶ ὁ Δελαδέτσιμας δὲν φορολογοῦνται.
§104ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἄλλο εἶναι τὸ μίσθωμα, καὶ ἄλλος ὁ φόρος.
§105ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι πληρώνουν φόρον (θόρυβος). Κύριοι, ἅμα ᾐσθάνθησαν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅτι εἶναι καὶ αὐτοὶ ἐλεύθεροι πολῖται, καὶ ὅτι ἔχουν Σύνταγμα, ἅμα ᾐσθάνθησαν πνεῦμα ἰσότητος ἐν ἑαυτοῖς διὰ τῶν μεταῤῥυθμίσεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον (ἐπὶ Σήτωνος μοὶ φαίνεται) ἀμέσως ἐγεννήθη ἡ ἰδέα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Κάλαμος νὰ φορολογῆται ἀπὸ τὸν Δελαδέτσιμαν, ἔγεινε δίκη, καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις ὅτι τὸ προνόμιον αὐτὸ καταργεῖται, διότι εἶναι τιμαριωτισμὸς, καὶ πᾶν σύστημα τοιοῦτον, ὁποῖον ὁ τιμαριωτισμὸς, ἄγει εἰς τὴν ἐπανάστασιν, εἰς τὴν ἀνωμαλίαν καὶ εἰς τὴν καχεξίαν. Κύριοι, ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερα κατ’ ἀρχὰς δὲν ἠθέλησε νὰ ἐγγίξῃ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀντιδοξούντων, διὰ νὰ μὴν ἐπιστήσῃ περισσότερον τὴν προσοχήν σας εἰς αὐτὸ, ἐγὼ ὅμως τὸ ἐπαναφέρω. Τώρα, ὅπως παρουσιάζεται τὸ ζήτημα, εἶναι εἰς εὐνοϊκὴν κατάστασιν οἱ κάτοικοι Ἠλείας, Πύργου καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν· ὑποθέτω ὅμως ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἦτο ἐπαχθὴς εἰς αὐτοὺς, καὶ ἔκαμνον μίαν ἀναφορὰν καὶ ἔλεγον· Κύριοι, ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἄδικος, τὸν συνεφωνήσαμεν διὰ συναλλάγματος, ἀλλὰ διὰ συναλλάγματος ἐναντίον τοῦ Συντάγματος δὲν ὑποχρεούμεθα· τί θὰ εἰπῆτε; Καὶ ἂν ἡ Συνέλευσις προσκληθῇ νὰ ἀποφασίσῃ ὡς δικαστήριον ὄχι ὡς Συνέλευσις, τί ἤθελεν εἰπῇ; Ἠθέλαμεν εἰπεῖ, ἐσυμφώνησες νὰ δίδῃς 10% καὶ ὄχι 7%, πρέπει νὰ τὰ δώσῃς. Τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον, διότι ὁ θεμελιώδης νόμος λέγει· οἱ πολῖται ὅλοι εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, συνεισφέρουσιν ἐξ ἴσου ἀναλόγως τῆς περιουσίας των· ἀπέναντι αὐτοῦ κἀνὲν συνάλλαγμα δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ. Εἶναι περίεργον πῶς εἰς τοιαύτην κρίσιμον ἐποχὴν ὁποῦ εἴμεθα, ἡ πρότασίς μου ἔχει ἐναντίους· ποίους νομίζετε; Ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐναντίοι εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου, οἱ ὁποῖοι οὔτε ἄκρῳ δακτύλῳ ἐγεύθησάν ποτε τὰς πικρίας καὶ τὰς θλίψεις τῶν γεωργῶν· διότι δὲν ἔζησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας· ὁ φόρος αὐτὸς ὁ σπουδαῖος δὲν τοὺς συνεκίνησέ ποτε. Ἤδη παρουσιάζεται ἓν εἰσόδημα σπουδαῖον, κρυπτόμενον, ὑπεξαιρούμενον, οὕτως εἰπεῖν· ἐξανίστανται ὅλοι καὶ ἐναντίον μάλιστα τοῦ δημοσίου δικαίου· ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σκεπτώμεθα διαφορετικὰ, καὶ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον νὰ τὸ ἄρωμεν ἐκ μέσου· εἶναι καθὼς σᾶς εἶπον, τὸ τρίτον τοὐλάχιστον τῶν κτημάτων τοῦ κράτους, τὸ τοιοῦτον μένει ἀφορολόγητον, χάριν ὀλίγων φορολογουμένων, καὶ ὅλον τὸ βάρος πίπτει εἰς τοὺς ἄλλους. Καθόσον ἀφορᾷ ἐμὲ, σᾶς λέγω, ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε ὅ,τι θέλετε, οὐδαμῶς βλάπτομαι, διότι αἱ γαῖαι, τὰς ὁποίας ἔχω εἶναι τοιαῦται, καὶ θὰ σπεύσω νὰ τὰς φυτεύσω, διὰ νὰ ἦμαι ἀφορολόγητος καὶ ἐγώ· ἀλλ’ ἐν τούτοις οἱ φόροι αὐτοὶ θὰ πέσουν εἰς τὸν παπουτσῆν, τὸν ἔμπορον, τὸν ἁλιέα, τὸν τεχνίτην, οἱ ὁποῖοι εἶναι πτωχοὶ, καὶ θέλουν νὰ βγάλουν ἐργαζόμενοι 12 καὶ 14 ὥρας τὴν ἡμέραν τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου των, διὰ τοῦτο ἔφερον αὐτὴν τὴν πρότασιν, διὰ τοῦτο ἠρώτησα τὸν Κύριον Κουμουνδοῦρον, λέγω, παρῃτήθητε, Κύριε Κουμουνδοῦρε; λέγει, παρῃτήθην· τὸν ἐρωτῶ, τὰς γαίας σας τὰς ἠγοράσατε μ’ αὐτὸ τὸ προνόμιον; λέγει μάλιστα. Ἀφίνω τὸ βῆμα παρακαλῶν ὑμᾶς νὰ φέρητε τὴν ἰσότητα τῶν φόρων.
§106ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι! Τὸ ζήτημα ἐφάπτεται τόσον στενῶς τῆς δημοσίας πίστεως, ὥστε εἶναι ἄξιον σπουδαίας συζητήσεως· πρὸ πάντων πρέπει νὰ βεβαιώσωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ τι καθιερούμενον διὰ τοῦ νόμου, καὶ ἐὰν διὰ τοῦ νόμου ὡρίσθη ὁ φόρος τῶν τοιούτων κτημάτων. Ὅπως ἐκφράζεται ὁ νόμος, εἴδετε, ὅτι ἔδειξαν δισταγμοὺς, ἐθεώρησαν ὅτι εἶναι ἀόριστος, ὅτι δὲν προβλέπει νὰ ἐξασφαλίσῃ σύστημα φορολογικὸν, ἀλλ’ ὅτι ὑπόκειται εἰς τροποποιήσεις. Λοιπὸν πρέπει νὰ πεισθῶμεν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ κειμένου· τὶ λέγει τὸ κείμενον, καὶ ἀφοῦ βεβαιώσωμεν τοῦτο, μετὰ ταῦτα νὰ ἴδωμεν ποίαν ἐξουσίαν ἔχομεν, καὶ ἐὰν δυνάμεθα νὰ τὸ μεταβάλωμεν δικαίως καὶ πρεπόντως· ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἔκφρασις τοῦ νόμου· Ἀνέγνω τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ περὶ προικοκτησιῶν Νόμου. Ἔχομεν λοιπὸν ῥητὴν διάταξιν, ὅτι ἡ αὔξησις ἐπέκεινα τῶν 3% δὲν συγχωρεῖται, καίτοι ἐπιτρεπομένης ἀναθεωρήσεως μετὰ 3 ἔτη· πότε δὲ συγχωρεῖται; ὅταν ἐφαρμοσθῇ γενικὸς νόμος περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου. Ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐφαρμογῆς γενικοῦ νόμου περὶ ἐγγείου φόρου; ὄχι! Εἴμεθα εἰς τὰ πρόθυρα· ὅλοι κατεδικάσαμεν τὸ ὑπάρχον σύστημα, ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδωμεν ταχίστην τὴν μεταῤῥύθμισιν αὐτοῦ, ἀλλ’ εἰς τοῦτο εἰσέτι δὲν εἰργάσθημεν. Εἶναι πρέπον ὅμως, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὰ πρόθυρα τῆς τοιαύτης μεταῤῥυθμίσεως, νὰ θέλωμεν οὐχ ἧττον νὰ προλάβωμεν μόνον ὡς πρὸς τὴν κατηγορίαν ταύτην, ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν 3%, θέλομεν νὰ ἐπιφέρωμεν μεταῤῥύθμισιν, ἐνῷ ἀθετοῦμεν τὴν ὑπόσχεσιν τῆς γενικῆς μεταῤῥυθμίσεως, τὴν ὁποίαν ἀνεγνωρίσαμεν ἀναγκαίαν καὶ ἀπαραίτητον. Ἐνῷ λοιπὸν εἶναι βέβαιον ὅτι τοιοῦτος ὁ νόμος, καὶ δὲν ἀφίνει τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ἐνῷ οὐδείς, ὅστις εἰλικρινῶς τὸν ἀναγινώσκει, δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὁ νομοθέτης παρημέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ πᾶσαν αὔξησιν ἄνω τῶν 3%· ἐρωτῶ τώρα, ἐν τίνι δικαιώματι θὰ μεταβάλωμεν ῥητὴν καὶ γραπτὴν συμφωνίαν, λόγῳ τῆς κυριαρχικῆς ἡμῶν ἐξουσίας; ἀλλ’ ἐτάξαμεν τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν ἡμῶν ὑπεράνω παντὸς δικαιώματος; πᾶν δικαίωμα λοιπὸν ἔγεινε ῥευστὸν ἐνώπιον τῆς κυριαρχικῆς ἡμῶν ἐξουσίας; ἡ κυριαρχικὴ ἡμῶν ἐξουσία αὕτη λέγετε, ὅτι εἶναι δύναμις ἀκαταλόγιστος, καὶ ὑπερτεροῦσα τὰ πάντα, καὶ ἠθικὴν καὶ δικαιοσύνην, καὶ κεκτημένα δικαιώματα; μοι φαίνεται ὅτι τοιαύτη κυριαρχικὴ ἐξουσία ἤθελεν εἶσθαι ἡ μεγαλειτέρα καταδίκη, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐκφράσει τις κατὰ τῆς Συνελεύσεως. Ἡ ἡμετέρα Συνέλευσις δὲν ἐνεδύθη τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ καταστρέψῃ δικαιώματα, ἀλλὰ διὰ νὰ διατηρήσῃ τὰ ὑπάρχοντα, νὰ δώσῃ ἐγγύησιν καὶ ἀσφάλειαν, καὶ νὰ βεβαιώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη κεκτημένον. Λέγουν ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ συμβόλαιον περὶ πραγμάτων ἀναγομένων εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον. Ποῦ ὑπάρχει καθιερωμένον τοιοῦτο ἀξίωμα; ἐν τίνι νόμῳ θετικῷ ἔχομεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντικείμενον συμβολαίου, ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον; μοῦ εἶναι ἄγνωστος, δὲν γνωρίζω τοιαύτην διάταξιν· θεωρητικῶς ἠμπορεῖ νὰ πρεσβεύῃ τις, ἀλλὰ δυνάμει μιᾶς θεωρίας θέλετε νὰ καταστρέψητε, ὅ,τι καθιερώθη διὰ θετικοῦ νόμου; καὶ ἂν δοκιμάζετε νὰ καταστρέψητε δικαίωμα παλαιὸν, ποία θὰ ᾖναι ἡ δημοσία πίστις ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἡμέρας; Καθεκάστην συνάπτετε συμβόλαια, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται πολλάκις εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον περὶ ἔργων μεγάλων, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦμεν ταχέως νὰ ἴδωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, περὶ σιδηροδρόμων, λιμένων, γεφυρῶν, τομῆς ἰσθμῶν, καὶ παντὸς πράγματος, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον· περὶ αὐτῶν συνάπτονται συμβόλαια ἑκατονταετῆ, ἐὰν λοιπὸν αὐτὰ μεθαύριον τὰ εὕρητε ὅτι εἶναι ἐπιβλαβῆ, ὅτι παρέχουν μεγάλας ὠφελείας εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὰς συνωμολόγησε μετὰ τοῦ ἔθνους, θέλετε ἔλθει τότε δυνάμει τοῦ συμφέροντος τοῦ ἔθνους νὰ εἴπητε, ἀδικεῖτε τὸ ἔθνος! λοιπὸν ἀθετῶ τοιοῦτον συμβόλαιον; τοιαύτην παραδίδετε ἰδέαν περὶ τῆς δημοσίας πίστεως εἰς τὸ κοινόν; ὅταν μόνον μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ συμφέροντος ἔρχεσθε ν’ ἀκυρώσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει δυνάμει θετικοῦ νόμου, τίς θέλει ἔχει πλέον πίστιν; καὶ ἠξεύρετε τί ἐστὶ πίστις; εἶναι τὸ «μή μου ἅπτου», δὲν δύνασθε νὰ δοκιμάσητε τὸ παραμικρὸν ἐπὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν. Ἡ δημοσία πίστις εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδέχεται τὴν ἐλαχίστην ἐπίκρισιν, τὴν ἐλαχίστην ἀθέτησιν, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι δίκαιαι αἱ παρατηρήσεις σας. Τί συνέβη εἰς τὴν Νεάπολιν; συνέβη τὸ αὐτό· ὑπάρχουν μεταλλεῖα θείου τοῦ δημοσίου, ἔκαμε λοιπὸν συμβόλαιον μὲ ξένους καὶ ἐζημιώθη ἡ πολιτεία ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ μετὰ ταῦτα ἀνεκαλύφθη τὸ ἐπιζήμιον τοῦ πράγματος, καὶ ἠθέλησε νὰ τὸ ἀθετήσῃ, ἀλλὰ τοῦτο ἔγεινεν ἀφορμὴ ὥστε νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Κυβέρνησις τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα συνεβάλλοντο μετὰ τῆς Νεαπόλεως. Καὶ ἡ δημοσία πίστις ἀπαιτεῖ, ὥστε ποτὲ, δι’ οὐδένα λόγον, καὶ τὸν μᾶλλον εὔλογον, ἔστω καὶ τῆς μεγαλειτέρας ἀδικίας, τὴν ὁποίαν ὑποθέτετε, ἅμα συνάψετε συμβόλαιον, νὰ μὴ εἴπητε ὅτι τὸ ἀθετεῖτε. Ἐνῷ λοιπὸν εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τοιούτου κινδύνου, νὰ κλείσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὸν ναὸν τῆς δημοσίας πίστεως, ν’ ἀποκλείσωμεν αὐτὴν ἐκ τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν προσεκτικοὶ, καὶ νὰ ἴδωμεν ἐὰν τῷ ὄντι ἐπίκειται τοιαύτη ἀθέτησις. Τί εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀνισότης, τὴν ὁποίαν ἐφέρατε ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ πολλοὶ πλεῖστοι τὴν παραδέχθητε λέγοντες, ἰδοὺ τὸ παράδειγμα αὐτό· «ὁ γείτων μου καλλιεργεῖ λαμπρὰν γῆν, πρώτης ποιότητος, λαμβάνει μεγάλην πρόσοδον, καὶ ἐν τοσούτῳ ὁ φόρος του ἀναλόγως πρὸς τὸν ἰδικόν μου εἶναι μηδέν.» Αὐτὴ ἡ ἀνισότης καὶ ἂν ὑπάρχῃ ὑπόκειται εἰς θεραπείαν προβλεπομένην ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ μᾶς ἀνησυχῇ τόσον πολὺ, ὥστε νὰ καταστρέψωμεν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν. Εἶναι μηδὲν τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης, πιστεύετε, εἶναι μηδὲν ν’ ἀθετῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνωμολογήσαμεν; εἶναι μηδὲν, ἐὰν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 27 ἔτη ἀπέκτησαν ἰδιοκτησίας ἐπὶ τοιούτοις ὅροις, εἶναι μηδὲν, ἐὰν ἀδικηθοῦν αὐτοὶ διὰ νὰ μὴ προσβάλλεται αὐτὸ τὸ αἴσθημά μου τοῦ φροντίζοντος περὶ τῆς ἰσότητος; καὶ πρὸς τοῦτο δεικνύομεν τὴν ἀκάθεκτον ἀνυπομονησίαν; ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ ὅλοι ἐὰν γείνωμεν ἀνυπόμονοι, χάριν τῆς ἄκρας ἰσότητος, χάριν τῆς ἰσότητος τῶν φόρων καὶ τῶν δικαιωμάτων, μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ μᾶλλον προσεκτικώτεροι εἰς τὸ νὰ μὴ διασείσωμεν τὰς βάσεις τῆς δημοσίας πίστεως κατὰ μίαν στιγμὴν, ὅτε πρὸ πάντων ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συστηθῶμεν διὰ τὴν καλὴν ἡμῶν πίστιν, διότι καθυστεροῦμεν, διότι ἔχομεν χρέη, τὰ ὁποῖα πρὸ πολλοῦ δὲν ἐφροντίσαμεν πῶς ν’ ἀποτίσωμεν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα θὰ προστρέξωμεν ποῦ; εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν δίδουν τὴν συνδρομήν των, παρὰ εἰς ἀνθρώπους καλῆς πίστεως. Ἔπειτα ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀνισότης; παραβάλετε, πόσοι εἶναι οἱ ἀνίσως φορολογούμενοι κατὰ τὸ σύνηθες; ὅστις ἀποδίδει φόρον εἰς εἶδος, ἀποδίδει ἐπὶ τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον παράγει· ὅταν δὲν παραγάγῃ προϊὸν, δὲν ἀποδίδει καὶ φόρον, ἐνῷ ὁ ἐπὶ 3% ἀποδίδει πάντοτε. Θέλετε νὰ λάβετε καὶ παραδείγματα τοὺς ἀγρούς; Τὶ γίνετε εἰς τὴν Ἑλλάδα; εἰς τὴν Ἑλλάδα παρατηρεῖτε ὅτι κατὰ 3 ἔτη ἐπανερχόμεθα εἰς τὸν ἴδιον ἀγρὸν, σπανίως κατὰ διετίαν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ τριετίαν· διότι οἱ ἀγροὶ δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν δύναμιν, ὥστε ἀμέσως τὸ ἑπόμενον ἔτος νὰ φέρουν καρπόν. Λοιπὸν ἕκαστος φορολογούμενος, ὁ ὁποῖος εἶναι μεγαλοκτήμων, δὲν πληρώνει φόρον, παρὰ διὰ τὸ τρίτον τῆς καλλιεργουμένης παρ’ αὐτοῦ γῆς καὶ οὐδὲν διὰ τὴν ἀκαλλιέργητον. Ἔπειτα σημειώσατε ὅτι ὑπάρχουν ἰδιοκτήμονες ἐν Ἑλλάδι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν 10,000 στρεμμάτων, 50,000 στρεμ. 100,000 στρεμμάτων. Τί φόρον πληρόνουν αὐτοί; μηδένα, ὅταν οὐδὲν παράγουν· καὶ παρατηρεῖτε ὅτι ὑπάρχει μεγάλη προσπάθεια σήμερον εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδιοκτήμονας ν’ αὐξήσουν ὅσον τὸ δυνατὸν τὰ ὅρια τῆς ἰδιοκτησίας των, καὶ νὰ τὰ ἐπεκτείνουν καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, τί ἀνισότης ὑπάρχει πρὸς αὐτὸν τὸν μεγαλοκτήμονα, ὁ ὁποῖος ἔχει 30,000 στρεμμάτων, καὶ οὐδὲν ἀποδίδοντα; ποία ἀνισότης ὑπάρχει πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει ὀλίγην γῆν, διὰ τὴν ὁποίαν πληρόνει μόνον 3%; Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἀνισότης εἶναι πρὸς βλάβην αὐτοῦ τοῦ πληρόνοντος 3%· διότι αὐτὸς, καὶ ἂν οὐδὲν παράγῃ, καὶ ἂν καταστραφῇ πᾶν τὸ προϊόν του, θὰ πληρώσῃ 3· ὁ ἄλλος ὅμως ὁ μεγαλοκτήμων, ὁ ὁποῖος ἔχει 20,000 στρέμματα, οὐδὲν παράγων, οὐδὲν δίδει εἰς τὸ δημόσιον. Ἄλλα θέλετε μοὶ εἴπει, ὁ γείτων μου παράγει καὶ καταβάλλει φόρους 3% ἐπὶ τῆς ἀξίας καὶ ἐγὼ μὲ τοὺς ἰδίους κόπους, μὲ τὰ ἴδια κεφάλαια, μὲ τὰ ἴδια κτήματα καταβάλλω τετραπλάσιον φόρον, ἰδοὺ ἡ ἀνισότης· τοιαύτη ἀνισότης θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε. Τί παρατηρεῖ τις; Αὐτὴ ἡ ἀνισότης νὰ μὴ ᾖναι ἐπίτηδες, νὰ μὴ ᾖναι ἐξ ἀδικημάτων, νὰ μὴ ᾖναι ἐκ καταχρήσεων, νὰ μὴ ᾖναι ἐξ ἀπάτης, ὄχι ὅμως ὅταν αὐτὴ ἡ ἀνισότης ᾖναι δυνάμει ἑνὸς συμβολαίου, τὸ ὁποῖον συνάπτεται ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων. Ὅταν ἡ ἰδική μου γῆ παράγῃ, καὶ φόρους πάντοτε περισσοτέρους πληρόνω ἀπὸ τὸν γείτονά μου, τοῦ ὁποίου ἡ γῆ εἶναι στεῖρα. Λοιπὸν ἡ ἀνισότης εἶναι πανταχοῦ. Δὲν προσέχει λοιπὸν τις εἰς αὐτὴν τὴν μικρὰν ἀνισότητα, ἥτις προέρχεται πάντοτε ἐκ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως· εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρητε ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑπόκηνται εἰς τὰ αὐτὰ βάρη ἐξ ἴσου καὶ νὰ ἔχουν καὶ τὰς αὐτὰς ὠφελείας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ ἀνισότης αὐτὴ, ἡ ὁποία μᾶς ταράττει, ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἄλλο αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ὅσον δίκαιον καὶ ἂν τὸ θεωρήσῃ τις, δὲν εἶναι ὅμως μόνος καὶ ἀπόλυτος κανών. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι καὶ τὸ σύνταγμα προτάσσει τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ τὴν προτάσσει, ἀφορῶν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν νὰ γίνηται ἡ δέουσα προσοχή. Τώρα τί θέλετε, Κύριοι, νὰ πράξητε; δὲν θέλετε ἄλλο παρὰ νὰ εἴπητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὸ 34, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀπεκτήθησαν, αὐτὰ ὅλα τὰ θεωρῶ ἄκυρα καὶ μὴ γινόμενα. Ἀλλὰ, Κύριοι, σεῖς τὰ θεωρεῖτε ἄκυρα, τώρα δὲν ἔχει δικαίωμα καὶ αὐτὸς, τοῦ ὁποίου μεταβάλλετε τὴν φορολογίαν, ἀπέναντι τῆς κοινωνίας; Ἂν αὐτὸς δὲν ἔχῃ δικαίωμα, θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι αὐτὸν δὲν τὸν θεωρεῖτε πρόσωπον ἔχον δικαίωμα, τὸν θεωρεῖτε ἁπλῶς ὡς εἵλωτα, τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα δημεύετε. Θέλετε, Κύριοι, νὰ τὸν μεταχειρισθῆτε ὡς πρόσωπον ἔχον δικαίωμα, καὶ θέλετε νὰ μεταβάλλητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα δι’ ἀκυρώσεως, ἰδοὺ ὁ τρόπος, ἐγὼ νὰ σᾶς ὑποδείξω. Εἴπατε, συνήψαμεν συμβόλαιον εἰς τὰ 35 καὶ εἴπαμεν, ὅτι ἡ φορολογία δὲν θέλει ὑπερβαίνει τὰ 3%. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τοῦ δημοσίου δικαίου, ἐνῷ πρέπει νὰ ᾖναι ὁ φόρος ἴσος λοιπὸν τὸ θεωροῦμεν ἄκυρον; Τότε θέλει σᾶς εἰπεῖ καὶ ἐκεῖνος καὶ ἐγὼ εἶμαι πολίτης, καὶ ἔχω δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι σεβαστὰ ὅπως καὶ ἡ ἰδιοκτησία. Λοιπὸν, ἐπειδὴ εἶναι ἄκυρα, νὰ γείνῃ ἐκτίμησις καὶ ἀποζημίωσις καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἔρχεται πάντοτέ τις ἀπέναντι τοῦ ἄλλου, ὅταν ἀποδίδῃ τὴν πρέπουσαν ἀποζημίωσιν. Ὡς παράδειγμα, Κύριοι, σᾶς ἀναφέρω τὴν τροπὴν, ἥτις ἔγεινε τοῦ τύπου τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Γαλλίας. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι τοῦ πλείστου μέρους τοῦ Γαλλικοῦ χρέους ἦτο πρὸς 5% ὁ τόκος, ὅτι ἔγεινε πολλάκις ἀπόπειρα τοῦ νὰ γείνῃ ἐλάττωσις αὐτοῦ τοῦ τόκου, καὶ ἐπὶ τέλους μετὰ πολλὰς συζητήσεις, καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 48 ἀπεφασίσθη ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου· ἀλλὰ πῶς ἔγεινε; τὸ δημόσιον ἐκήρυξεν, ὅτι ὅστις ἐδάνεισεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 5%, πᾶς ὁ τοιοῦτος δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὰ κεφάλαια, ἂν δὲν εὐχαριστῆται νὰ λαμβάνῃ εἰς τὸ ἑξῆς 4½%. Τότε ἐννοεῖται ὅτι διατηρεῖτε ὅ,τι ἀπαιτεῖ ἡ καλὴ πίστις. Ἀλλὰ καὶ πάλιν λέγω, μὴ νομίζετε, ὅτι ἐξεπληρώσατε καὶ πᾶν ὅ,τι ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη, ἀκυροῦντες συμβόλαια, διότι τὶ ὑπολείπεται πλέον περὶ τοῦ δεσμοῦ τοῦ συμβολαίου; Τίνα ἀπάντησιν δίδετε ὡς πρὸς τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ συμβόλαια καὶ εἶναι δημιούργημα τῆς καλῆς πίστεως; Ἐγὼ ἐμπιστεύομαι εἰς ἄλλον, καὶ ἡ πίστις εἶναι ὁ δεσμὸς, ὅστις εἰς τὸ ἑξῆς ἐγγυᾶται περὶ τῶν συνομολογηθέντων καὶ περὶ τῆς ἐκτελέσεως, ἄλλως ποῖον εἶναι τὸ ἀσφαλίζον ὅτι εἰς μάτην δὲν ἔδωκα πίστιν καὶ ὅτι δύνανται νὰ παράσχουν πίστιν εἰς τοὺς λόγους μου; Ἀλλὰ θέλετε μοὶ εἰπεῖ, εἶχε τοιαύτην ἐξουσίαν ἡ Κυβέρνησις; Ἂν θέλετε νὰ εἰσαγάγετε τοιαύτην ἀρχὴν κατὰ τὴν ποιότητα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ κρίνητε εἴτε τοὺς νόμους, εἴτε τὰ συμβόλαια, καὶ οἱ νόμοι πλέον, καὶ αὐταὶ αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας σήμερον ψηφίζομεν, αὐτὰς δύνανται ὑπὸ νέαν κατάστασιν πραγμάτων νὰ τὰς κηρύξῃ τις, ὅτι εἶναι ἔργα πλάνης. Ποῦ εἶναι, Κύριοι, τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀποκτῶ ἐντὸς αὐτῆς τῆς πολιτείας; Τὶ εἶναι ἡ ἰδιοκτησία μου; Τὶ εἶναι ἐν γένει, ὅ,τι νομίζω στερεὸν, καὶ τὸ θέτω ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ νόμου; Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι εἰς κἀμμίαν πολιτείαν δὲν εὑρίσκετε τόσον ταχεῖαν τὴν διαδοχὴν τῶν μεταπολιτεύσεων, ὅσον ἐν Γαλλίᾳ. Εἰς τὴν Γαλλίαν δύνασθε ἀπὸ τοῦ 1789 κατ’ ἀριθμοὺς πολλοὺς νὰ ἀριθμήσετε τὰς μεταπολιτεύσεις, ὅσαι ἔγειναν, καὶ μεταπολιτεύσεις κοινωνικαὶ καὶ ῥιζικαί· θέλετε παρατηρήσει ὅμως ὅτι καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς μεταπολιτεύσεις οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ ἀθετήσουν κεκτημένα δικαιώματα, οὐδέποτε εἶπε μία Κυβέρνησις ὅτι θεωρεῖ ἄκυρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγεινε παρὰ τῆς προγενεστέρας. Θέλετε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα; Οὕτω συνέβη διὰ τῶν ψηφισμάτων τοῦ Μ. Ναπολέοντος, ὅστις εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ψηφίσματα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωνται εἰς τὴν Γερουσίαν, καὶ αὐτὴ νὰ ἀποφαίνεται ἂν αὐτὰ ἦναι σύμφωνα πρὸς τοὺς νόμους τῆς πολιτείας. Ὁ Μ. Ναπολέων ἐξέδωκε πολλὰ ψηφίσματα, ἀλλὰ λόγῳ τῶν περιστάσεων τοῦ κατεπείγοντος τῶν πραγμάτων δὲν ἔφθασε νὰ ὑποβάλῃ αὐτὰ εἰς τὴν Γερουσίαν. Αὐτὰ ὑπεβλήθησαν καὶ εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα, ἔπρεπε νὰ ἀποφανθοῦν· ἀλλ’ ὅλα τὰ δικαιώματα ὅσα ἀπεκτήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ψηφισμάτων ὅλαι αἱ ἐποχαὶ τὰ ἀνεγνώρισαν καὶ τὰ ἐθεώρησαν ἱερὰ, ποτὲ δὲν εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ προήρχοντο ἐκ δεσποτικῆς Κυβερνήσεως, ἐξαιροῦνται, διότι δὲν ἐτηρήθη ὁ δεῖνα ἢ ὁ δεῖνα τύπος, ὅτι δὲν ἔχουν αὐτὰ τὴν ἰσχύν των, δι’ ὁποιονδήποτε ἄλλον λόγον. Τί ἠθέλαμεν εἰπεῖ, Κύριοι, τότε, ἂν ἔλθωμεν νὰ ἀκυρώσωμεν ὅλους τοὺς νόμους, ποῖος πλέον ἠμπορεῖ νὰ πεισθῇ ὅτι δὲν θὰ πράξωμεν τὸ ἴδιον δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους νόμους, τῶν ὑποθηκῶν, τῆς μεταγραφῆς; Πᾶς νόμος ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν κρίσιν Σας δύναται νὰ εὑρεθῇ, εἴτε ὅτι εἶναι ἄδικος εἴτε ὅτι εἶναι ἀτελὴς, εἴτε ὅτι δὲν ἐκπληροῖ οἱονδήποτε συμφέρον, καὶ νὰ ἀνακληθῇ. Ἐκ τούτου λοιπὸν συλλογισθῆτε ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι. Ἐὰν σαλεύσητε ὅλα ὅσα μέχρι τοῦδε ἀπεκτήθησαν καὶ ἔλαβον τοιαύτην στερεότητα, δύνασθε καὶ αὐτὰ ἀκόμη νὰ τὰ ἐκμηδενίσετε καὶ νὰ εἴπητε ὅτι ἔχω πᾶσαν ἐξουσίαν νὰ ἀνατρέψω τὰ πάντα καὶ νὰ εἴπω ὅτι ὁ δεῖνα νόμος ἔκαμε τὴν δεῖνα ὑπέρβασιν ἢ, κατὰ τὸν Κ. Ῥοτήριον, εἶναι τοῦ δημοσίου δικαίου. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, δὲν σαλεύετε τότε τὴν βάσιν πάσης δικαιοσύνης, παντὸς δικαιώματος, καὶ ἐν γένει παντὸς, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ἰσχὺν καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἐντὸς τῆς κοινωνίας; Ἀλλὰ λέγετε· ὑπάρχουν καθυστερήσεις· αὐτὸς τώρα φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ λόγος τρόπον τινὰ, δι’ ὃν θὰ ἀθετήσωμεν καὶ τὸ συμβόλαιον. Ἐὰν αὐταὶ αἱ καθυστερήσεις, κύριοι, ἦναι τοιαῦται, ὥστε τῷ ὄντι νὰ ἐπιτύχουν τὴν διάλυσιν τοῦ συμβολαίου, δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις, ἀλλ’ ἀποφαίνονται τὰ δικαστήρια. Λέγετε, αὐτοὶ δὲν ἐπλήρωσαν τοὺς φόρους των, ἂς γίνουν καταδιώξεις καὶ διὰ τῆς καταδιώξεως αὐτῆς τὰ κτήματα θέλουν ἐκποιηθῆ καὶ τότε ἔρχονται εἰς τὸ κοινὸν δίκαιον.
§107Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πῶς ἔρχονται;
§108ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰ ἐκποιεῖ τὸ δημόσιον διὰ δημοπρασίας.
§109ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται, τὸ προβλέπει ὁ νόμος.
§110ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κ. Καλλιγᾶ, ὁ νόμος τὸ ἐπιβάλλει ὡς ποινὴν μάλιστα. (Θόρυβος).
§111ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, δὲν τὸ θεωρῶ τόσον σπουδαῖον, ἂν ἡ δημοπρασία δύναται ἢ ὄχι νὰ καταργήσῃ τὸ 3%, ἀλλὰ λέγω ἡ καθυστέρησις εἶναι λόγος ἀθετήσεως, ὡς λόγος ἀθετήσεως λοιπὸν τότε ἂς ἐκδικασθῇ ἐκεῖ, ὅπου ἐκδικάζονται ὅλαι αἱ ἀθετήσεις, ἂς ἐπιφέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀκυρώσεως. Ἐὰν ὅμως δὲν τὸ ἐπιφέρῃ ἡ καθυστέρησις, τότε σᾶς δίδει ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχετε πρὸς εἴσπραξιν ὅλων τῶν καθυστερήσεων. Ἡ καθυστέρησις λοιπὸν δὲν εἶναι λόγος ἄξιος σκέψεως.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ νόμος προβλέπει ὅτι ὑπόκεινται εἰς ποινὴν, ἂν δὲν εἰσπράττουν.
§113ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ μολαταῦτα αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα, νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι οὔτε αἱ καθυστερήσεις, οὔτε ὅτι πρόκειται περὶ πράγματος τοῦ δημοσίου δικαίου, οὔτε ὅσα ἀνέφερόν τινες ὅτι εἰς τὰς δεῖνα ἐπαρχίας πληρώνουν φόρον περισσότερον, εἶναι ἱκανὰ νὰ μᾶς παρασύρουν ὥστε νὰ ἀθετήσωμεν ὅ,τι ἀπαρτίζει συμβόλαιον, ὅ,τι ἐνομοθετήθη τοιουτοτρόπως ὥστε ἀπεκτήθησαν δικαιώματα, καὶ αὐτὰ τὰ δικαιώματα διατηροῦνται μέχρι τῆς σήμερον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θέλομεν φιλοτιμηθῆ νὰ στερεώσωμεν τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ θέλομεν ἀποκρούσει πᾶσαν πρότασιν, δι’ ἧς σαλεύεται.
§114ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§115ΕΤΕΡΟΣ. Ὄχι.
§116Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἀκούω τὰς φωνὰς ὀλίγων ἀνθρώπων.
§117ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε Πρόεδρε, ἐρωτήσατε τὴν Συνέλευσιν.
§118Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε, θὰ εἴπω πράγμα πολλοῦ λόγου ἄξια. Πρῶτον θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ προλαλήσας ἐπηρεάζεται ἀπὸ μίαν ἄλλην περίστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο σύμβουλος καὶ ἐνδιαφερόμενος, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπαρουσιάσθη ἄλλοτε καὶ ἀπησχόλησε τὸν Τύπον, ἑπομένως δικαιολογεῖται ὁ ἐνθουσιασμός, εἰς τὸν ὁποῖον προέβη, καθὼς καὶ τὰ ποικίλα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἦσαν οὔτε σχετικὰ, οὔτε συναφῆ μὲ τὴν ὑπόθεσιν. Ἠθέλησε νὰ σᾶς καταπλήξῃ, σᾶς ἀνέφερεν ὀνόματα μεγάλα, ἰδέας, αἱ ὁποῖαι κινοῦν τὸ αἴσθημά σας καὶ τὴν καρδίαν σας, αἱ ὁποῖαι κινοῦν τέλος πάντων τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ ἦσαν ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, ἦσαν ἐπιχειρήματα μὲ σκοπὸν ῥητορικὸν νὰ δελεάσουν τὴν ψυχήν σας. Τὶ ἔχει νὰ κάμῃ, ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ δημοσία πίστις μὲ τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ νομοθέτης, ὅστις ἐξέδωκεν ἕνα νόμον, ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν μεταβάλῃ; εἶναι τόσον μακρὰν ἐνταῦθα τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας πίστεως ἀπὸ τὸ ζήτημα τὸ καθαρὸν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, ὅσον ἀπέχῃ ἡ Ἀνατολὴ ἀπὸ τὴν Δύσιν. Ἐὰν τῳόντι ἐπρόκειτο περὶ χρηματικοῦ τινος ποσοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ πηγάζῃ ἀπὸ συμφωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος παριστᾶται ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀτόμου τοῦ ἠθικοῦ, τὸ ὁποῖον, καθὼς προεῖπε, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ὑποχρεοῦται καὶ νὰ ὑποχρεώνῃ, ἡ δὲ Συνέλευσις, ἐν τῇ κυριαρχίᾳ της, καταχρωμένη τῶν δικαιωμάτων της, καὶ κλείουσα τοὺς ὀφθαλμοὺς ὡς πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τοὺς νόμους, ἤθελε τὴν ἀκυρόνει, τότε ἡ συνείδησις παντὸς τιμίου ἀνθρώπου ἤθελε δυσανασχετήσει εἰς μίαν τοιαύτην ἄδικον πρᾶξιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου καὶ εἰς μάτην σᾶς ἀνέφερε τὴν ὑπόθεσιν τῆς Νεαπόλεως. Ἐκεῖ εἰς Νεάπολιν ὑπῆρχεν ἐνοικιασμένη ἡ πρόσοδος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ ἓν ἐθνικὸν κτῆμα παράγον θεῖον· ὑπῆρξε συμβόλαιον μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ μιᾶς ἑταιρίας ἐμπόρων Ἄγγλων. Ἡ Κυβέρνισις, συμβαλομένη ὡς ἄτομον, ὑπέκειτο εἰς τοὺς κανόνας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν συμβαλλομένων ἰδιωτῶν· ἐκ μονομερείας δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ ἀκυρώσῃ· ἀκυρώσασα δὲ αὐτὸ αὐθαιρέτως ἔκαμε κατάχρησιν τῶν δυνάμεών της, ἥτις ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς ἐκείνους, μεθ’ ὧν συνεβάλετο, νὰ ζητήσωσιν ἀποζημιώσεις. Ὑπερησπίζοντο οἱ παθόντες ἀπὸ μίαν κραταιὰν δύναμιν, ἥτις ἔστειλε τότε τὸν στόλον της εἰς τὴν Νεάπολιν καὶ ὑπεχρέωσε τὴν Κυβέρνησίν της νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ. Ἐπίσης, Κύριοι, εἶναι ὅλως διόλου ξένον, καὶ ἂν θέλετε ὄχι καὶ πολὺ εὐφυὲς τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο, ὅτι πρέπει νὰ δεσμευθῇ ἡ χεὶρ τοῦ νομοθέτου, πρέπει νὰ τοῦ θέσωμεν χειροπέδας ἕως ὅτου νὰ καθιερώσωμεν ἓν νέον σύστημα φορολογίας, διότι δῆθεν ἕως τότε ὑπεσχέθη νὰ μὴ μεταβάλῃ τὸν τοιοῦτον νόμον. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι κἀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν παραχώρησιν τοῦ νομοθέτου, διότι ὁ ἴδιος πάλιν χαίρει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ. Ὅταν ὑπάρχῃ λόγος περὶ νόμου, ὅπως θέλει ὁ νομοθέτης, ἠμπορεῖ νὰ ἐκφρασθῇ, ἡ ἔκφρασίς του δὲν τὸν δεσμεύει· πᾶσα παραχώρησις αὐτοῦ εἶναι ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἀνακλήσεως, εἶναι ὑπόσχεσις, εἰς ἣν ὁριστικῶς δὲν ὑποχρεοῦται. Εἶναι ἀπαράλλακτα, ὡς αἱ ὑποσχέσεις ἐκεῖναι, ἃς πολλοὶ ἡγεμόνες ἔδωκαν τοῦ νὰ παραχωρήσουν Σύνταγμα, θεωροῦντες ὅτι τοῦτο εἶναι ἐδικόν των δικαίωμα· ἀφοῦ δὲ τὸ ἔδωκαν, ἰσχυρίσθησαν πολὺ ὀρθῶς, κατὰ τὸ σύστημά των, ὅτε διετήρουν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀνακαλέσουν. Μὴ σᾶς παρηγοροῦν, Κύριοι, καὶ σᾶς ἀπατοῦν συνάμα, ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ εἰσάξωμεν νέον σύστημα φορολογίας· εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ νανουρίσματα, τὰ ὁποῖα κάμνουν αἱ γυναῖκες εἰς τὰ μικρὰ παιδιὰ. Οὔτε μετὰ ἕνα αἰῶνα δὲν θέλομεν εἶσθαι εἰς κατάστασιν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶπόν τινες, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπέβη λίαν ἐσφαλμένον εἰς τὴν Εὐρώπην, ἥτις τὸ παρεδέχθη. Ἡ Γαλλία, ἥτις τὸ ἔχει, σήμερον τὸ πολεμεῖ σχεδόν.
§119ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει οὕτως.
§120ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ἀληθέστατον. Εἰς τὴν Γαλλίαν αὐτὸ τὸ σύστημα θεωρεῖται ὡς ἀκριβῶς ἐφηρμοσμένον, διότι δὲν εἶναι εἰς τὴν φύσιν του δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ μὲ ἀκρίβειαν. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, εἰς τὴν Γαλλίαν ἤρχισεν ἡ ἐργασία εἰς τὰ 1760 καὶ ἐτελείωσεν εἰς τὰ 1830, ἐνῷ εἶχε τόσα μέσα καὶ τόσους ἐπιστήμονας ἀνθρώπους, γνωρίζοντας τὴν γαιοδαισίαν καὶ τὴν καταμέτρησιν νὰ τὸ ἀποπερατώσῃ ταχύτερον. Καὶ μολαταῦτα ἐχρειάσθησαν τόσα ἔτη διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό! Ἡ Ἑλλὰς, ἥτις ἀρχίζει σήμερον νὰ κάμνῃ τὰ πρῶτα βήματα τοῦ πολιτισμοῦ, ἥτις ἔχει ἀνάγκην ἀκόμη νὰ προχωρήσῃ εἰς αὐτὸν διὰ ν’ ἀποκτήσῃ ὅλα τὰ μέσα ὅσα ἀπαιτοῦνται, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ διανεμητικὸν σύστημα τὸ ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως ὅλων τῶν γαιῶν, ἡ Ἑλλὰς, λέγω, μὴ σᾶς φανῇ δὲ τοῦτο παράδοξον, χρειάζεται ἀκόμη αἰῶνας διὰ νὰ κατορθώσῃ αὐτό. Δικαίως σᾶς εἶπον, ὅτι θέλουν νὰ σᾶς νανουρίσουν, ὑποσχόμενοι ὅτι εἴμεθα εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ νέου συστήματος. Τί σᾶς λέγουν; Παρανομεῖτε θέλοντες νὰ μεταβάλητε αὐτὸν τὸν βάρβαρον νόμον, ἰσχυρίζομαι δὲ ὅτι πᾶς νόμος, ὅστις ἀνίσως φορολογεῖ τοὺς πολίτας ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ τόπου, ἀναντιῤῥήτως φέρει τὰ ἴχνη βαρβαρότητος. Περιμείνατε, λέγουν, ἕως νὰ εἰσαχθῇ τὸ νέον φορολογικὸν σύστημα καὶ τότε τὸν μεταβάλλετε. Δὲν εἴμεθα ἄρα εἰς τὰ πρόθυρα, ἀλλὰ πολὺ μακράν· ὅθεν δὲν εἶναι αὐτὸς λόγος οὔτε ἐπιστημονικὸς, οὔτε λογικὸς τὸ νὰ λέγῃ τις «σταματήσατε τὴν δικαιοσύνην σήμερον, καὶ περιμείνατε, διότι εἴμεθα εἰς τὰ πρόθυρα μιᾶς ἑτέρας προσδοκίας» ἀπαιτεῖται νὰ ἐξετάσωμεν μόνον, ἐὰν πρόκηται νὰ ἔχωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν νόμον γενικὸν, καὶ ἂν ὑπαγορεύηται οὗτος ἀπὸ ἀναγκαίους λόγους, Λοιπὸν ἐπιμένω νὰ φρονῶ ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατος, διότι ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ τοιαύτη διαφορὰ φορολογίας ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος εἶναι σκάνδαλον. Πῶς εἶναι ἄλλως, ὅταν δύω πολῖται, ἔχοντες τὰ αὐτὰ κτήματα πολλάκις εἰς τὸν αὐτὸν τόπον, ἀμφότεροι πολῖται τῆς Ἑλλάδος, ὑποκείμενοι εἰς τοὺς ἰδίους νόμους, ἔχοντες καὶ οἱ δύω δικαίωμα νὰ θεωρῶνται ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, μολαταῦτα φορολογοῦνται μὲ μεγάλην ἀνισότητα εἰς τὰ βάρη τὰ κοινωνικά; Κύριοι, βεβαιωθῆτε, ὅτι ὀλιγώτερον ἠμπορεῖ νὰ ἐνδιαφέρηται ὁ λαὸς εἰς τὰς θεωρητικὰς ἰδέας τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, παρ’ ὅσον ὅταν πρόκηται περὶ τῆς ὑλικῆς εὐδαιμονίας του. Εἶπα καὶ εἰς τὴν πρώτην μου ὁμιλίαν, ὅτι γίνεται ἓν κενὸν εἰς τὸ ταμεῖον 200,500 χιλιάδων δραχμῶν, τὸ κενὸν αὐτὸ πρέπει νὰ πληρωθῇ ἀπὸ ὅλους τοὺς φορολογουμένους, ἐν ᾧ τὴν ὠφέλειαν λαμβάνουν ὀλίγοι μόνον. Εἶναι ἄδικον λοιπὸν, τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον φέρουν ὀλίγοι τινὲς, νὰ τὸ πληρώνουν ὅλοι· διαφέρω πολὺ, Κύριοι, τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, καὶ δὲν νομίζω ὅτι διὰ τὴν διαφορὰν ταύτην τῆς γνώμης μου, πρέπει νὰ ἔχω κἀνένα ἐνδοιασμὸν, ὅθεν ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν ὑποχρεοῦται ποτὲ εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους κάμνει, ὥστε νὰ μὴ δύναται πλέον νὰ τοὺς μεταβάλῃ· καὶ ὅτι ὅλη ἡ ἀντίκρουσις, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἔκαμε κατὰ τῆς παρουσιασθείσης τροπολογίας, στηρίζεται εἰς ὑποθέσεις ἐσφαλμένας, καὶ εἶναι τόσον σοφιστικαὶ αὐταὶ αἱ ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ προλαλήσας Κύριος Καλλιγᾶς, ὥστε, ἂν τὰς ἐφαρμόσητε εἰς μίαν ἄλλην ὑπόθεσιν, θέλετε ἰδεῖ τὸ ἄτοπον. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι ἐπὶ παντὸς νόμου γεννᾶται ἓν δικαίωμα εἰς τὸν πολίτην, τότε ὅλοι οἱ νόμοι πρέπει νὰ ᾖναι ἀμετάβλητοι, διότι πᾶς πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀποκτᾷ ἓν δικαίωμα ἀπὸ τὸν νόμον. Πρέπει λοιπὸν ὅλοι οἱ νόμοι ποινικοί, πολιτικοί, δικονομικοὶ νὰ μένουν ἀμετάβλητοι. Πρὸ πάντων οἱ νόμοι τῆς φορολογίας εἶναι νόμοι στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐπικειμένην ἀνάγκην, διὰ τοῦτο οἱ τοιοῦτοι νόμοι ἀπαιτεῖται νὰ ψηφίζωνται κατ’ ἔτος, κατ’ ἔτος λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀνάγκαι ἑνὸς ἔθνους, τὰ δὲ νομοθετικὰ σώματα κανονίζουν διὰ ποίων μέσων νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αὗται. Εἶναι τοῦτο καὶ ἐγγύησις συνταγματικὴ, ἀλλὰ συνάμα εἶναι καὶ λόγος δεικνύων τὸ πρόσκαιρον αὐτῶν τῶν νόμων, τὸ εὐμετάβλητον αὐτῶν. Καὶ πιστεύω, Κύριοι, ὅταν ἔλθωμεν νὰ συζητήσωμεν τὸ Σύνταγμα, δὲν θὰ εὑρεθῇ κᾀνεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι οἱ τοιοῦτοι νόμοι πρέπει νὰ λάβωσιν ἕνα χαρακτῆρα μόνιμον, ὅτι πρέπει νὰ διαρκῇ ἡ ἰσχὺς των πλέον τοῦ ἔτους· ὅλοι θὰ ἀναγνωρίσωμεν τότε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη αὐτοὶ οἱ νόμοι κατ’ ἔτος νὰ ψηφίζωνται. Λοιπὸν ὑποθέσατε ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσθη ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ μεταβάλωμεν σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα, δι’ ὧν νὰ ἱκανοποιήσωμεν αὐτάς. Ἔχει δικαίωμα μία μερὶς ἀνθρώπων νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει κεκτημένα δικαιώματα καὶ νὰ ἐξαιρεθῇ, πάντες δὲ οἱ λοιποὶ νὰ ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὰς συνεπείας τῆς νέας ῥυθμίσεως τῶν ἀναγκῶν; ἐδῶ καταντᾷ τὸ ζήτημα. Δὲν δύναται ἄρα νὰ διαφιλονεικηθῇ πλέον ὅτι οἱ νόμοι μεταβάλλονται, ὅτι οἱ νόμοι δὲν δεσμεύουν τὸν νομοθέτην, ὅτι τὸ δημόσιον ὑποχρεοῦται μόνον εἰς τὰ συναλλάγματά του, καὶ ὅτι ὁ νομοθέτης ὅταν νομοθετῇ ἀντιπροσωπεύει τὰ γενικὰ συμφέροντα ἑνὸς κράτους, ἑπομένως, ἐὰν χαρίζηται εἰς περιστάσεις τινάς, οὐδεὶς περιορισμὸς γεννᾶται μετὰ ταῦτα τῆς ἐξουσίας του, διότι ἐὰν ὅλοι παραδεχθῶμεν οἱονδήποτε περιορισμὸν, κᾀνεὶς νόμος δὲν δύναται πλέον νὰ μεταβληθῇ· ἡ ἀρχὴ πρέπει νὰ ᾖναι γενικὴ ἐπὶ ὅλων τῶν νόμων. Ἡ ἀνισότης, Κύριοι, παντοῦ ὑπάρχει, ἀνισότης ὑπάρχει εἰς τὴν φύσιν· ἡ φύσις δὲν ἐδημιούργησεν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἴσους, ἴσους εἰς τὰ δικαιώματα ναὶ, ἀλλὰ μεταξὺ των δὲν εἶναι ἴσοι, τινὲς ἔχουν τὰς δυνάμεις περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνεπτυγμένας, δὲν ὑπάρχει ἄρα ἐντελὴς ἰσότης εἰς τὰς κοινωνίας, ὁ νομοθέτης ὅμως εἶχε καθῆκον νὰ προσπαθήσῃ νὰ πλησιάσῃ τοὺς νόμους του εἰς τὴν ἰσότητα. Δὲν εἶναι ἀνισότης αὐτὴ, τὴν ὁποίαν οἱ κατὰ τῆς καταργήσεως τοῦ 3% εἰς χρήματα καταφερόμενοι ὑπερασπίζονται, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων πηγάζουσα, εἶναι ἀνισότης καὶ διάκρισις νομοθετικὴ, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογηθῇ, καθὼς προεῖπον καὶ εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου. Ὅτε συνῆλθεν ἐκείνη ἡ constituante τῆς Γαλλίας, καὶ δὲν ἦσαν τόσον μικροὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, δὲν ἤξευραν ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅ,τι ἠξεύρομεν ἡμεῖς εἰς τὰ 1863, ὅταν, λέγω, ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις τῆς Γαλλίας συνῆλθεν, ὑπῆρχον διάφοροι ἀνωμαλίαι εἰς τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ὡς καὶ εἰς διάφορα ἄλλα δικαιώματα δουλείας βαρβάρου ἐποχῆς πηγάζοντα ἀπὸ νόμους μεσαιωνικούς.
§121ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἦταν προσωπικαὶ δουλεῖαι.
§122ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὰ ἐξέσχισαν ὅλα αὐτά. Ἔφερον, Κύριοι, τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας εἰς τὴν τροπὴν τοῦ χρέους της, ἀλλ’ αὕτη καὶ ὡς ἠθικὸν πρόσωπον ἦτο ὑπόχρεος εἰς αὐτὸ διὰ συναλλαγμάτων καὶ οὐχὶ κατὰ συνέπειαν φορολογικοῦ νόμου. Δὲν ἦτο πλέον ἡ συνέπεια τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπήγαζεν ἡ ὑποχρέωσις τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ συνέπεια τῶν συναλλαγμάτων πρὸς ἰδιώτας δόσαντας μὲ συμφωνίας τὰ χρήματά των ὡς δάνειον, ἄρα ἐπρόκειτο περὶ συμβολαίων δανείου. Διὰ τοῦτο δὲν ἠμποροῦσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταστρέψῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐσυμφώνησε μὲ τοὺς δανειστὰς, οὐδεμία ἑπομένως ἀναλογία δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ αὐτῆς τῆς περιστάσεως καὶ ἐκείνης νόμου φορολογικοῦ, ὁ ὁποῖος σήμερον ἐπιβάλλει 3 καὶ αὔριον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ 5%. Αὐτὸς ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει 3% εἶναι ἀπαράλλακτος ὡς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει σήμερον 5 ἢ 7%. Μετὰ 5 ἔτη δὲν εἶναι παράξενον, ἐὰν μιμούμενοί τινες τοὺς ὑπερασπιστὰς τοῦ 3% θελήσωσι νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ σημερινὰ 5 καὶ 7, τὰ ὁποῖα ἐκανονίσαμεν, καὶ νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ τὰ μεταβάλωμεν· ὅλα ταῦτα ἐνδέχεται νὰ συμβοῦν, ἀλλὰ δὲν παράγουν δικαιώματα, διότι ἕκαστος πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι αἱ χεῖρες τοῦ νομοθέτου δὲν μένουσι δεδεμέναι ὡς πρὸς τοὺς νόμους τοὺς φορολογικούς. Μ’ ὅλον τοῦτο ἠμπορῶ νὰ σᾶς φέρω παράδειγμα πολὺ ἐκφραστικὸν, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ νομοθετικὴ δύναμις ἔχει μεγάλην δύναμιν πολὺ μεγαλητέραν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν παραδέχονται τινές· ὑπὲρ ἐμοῦ ἔχω τὴν ἱστορίαν μεγάλου ἔθνους· τὰ γεγονότα αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητα. Σᾶς λέγω Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν παλινόρθωσιν τῆς Ἀγγλίας ἐπὶ τοῦ Βʹ. Καρόλου τὸ κοινοβούλιον μετέβαλε νόμους, οἱ ὁποῖοι εἶχον παραχωρήσει ἰδιοκτησίας εἰς κληρικοὺς καὶ ἐπέστρεψε τὰς ἰδιοκτησίας ταύτας εἰς τοὺς πρώτους κυρίους των. Ταῦτα ἔπραξε τὸ κοινοβούλιον τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν καὶ νὰ μιμηθῶμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν Κυβέρνησιν. Ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἔθνος πηγάζει πᾶσα πρακτικὴ ἐλευθερία. Μὴ νομίσητε, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸ δίκαιον, οὔτε λόγος κανεὶς ἔγεινεν, οὔτε συζήτησις, ὅτι τὸ νομοθετικὸν ἐκεῖνο Σῶμα δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ κανονίσῃ ὅλα τὰ πράγματα, ὅλας τὰς σχέσεις. Μία ἐπανάστασις, μία μεταβολὴ εἶχε διαθέσει μερικὰ πράγματα κακῶς, ἦλθεν ἑτέρα Κυβέρνησις, εἶχε τὸ αὐτὸ δικαίωμα νὰ τὰ κανονίσῃ, καὶ τα ἐκανόνισεν, εἶναι ἀληθὲς, μὲ κάποιαν μετριοπάθειαν, τὰ ἀπέδωκε τοῖς ἀρχικοῖς κυρίοις, μὲ μίαν μικρὰν ἀποζημίωσιν. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα ἐν ἀνωμάλῳ καὶ ὁμαλῇ περιστάσει. Τὸ σημερινὸν, Κύριοι, εἶναι ζήτημα χρόνου (question de temps) ὅπως τὸ παρουσιάζουν. Μὴ νομίσητε, ὅτι ὑπάρχουν κεκτημένα δικαιώματα πηγάζοντα ἀπὸ τοῦ νόμου, ὅπως σᾶς εἶπόν τινες, ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τότε ἀξίαν τῆς ἐκποιουμένης γῆς, καὶ ἐπὶ τῆς ἀξίας ταύτης ὑπελογίσθη τὸ 3%. Ἂν ἐπιστήσετε τὴν προσοχήν σας εἰς τὸν νόμον, ὁ νομοθέτης δὲν ἀπέκλεισε τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ φορολογήσῃ τὴν πρόσθετον ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ καλλιέργεια. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ 3% ὡς φόρον τῆς γῆς, εἶναι πολὺ ὑπερβολικὸς φόρος, ἀφόρητος· ὅταν ὁ Φράνς εἶπεν εἰς τὸν νόμον δὲν θέλω αὐξήσει τὸ 3%, ἔδιδεν ὑπόσχεσιν εἰλικρινῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τότε ἐκτιμήσεως τῆς ἰδιοκτησίας, σήμερον δὲ αὐτὴ ἡ ἰδιοκτησία ἔλαβε δεκαπλασίαν αὔξησιν· θέλετε λοιπὸν ν’ ἀφήσετε ἀφορολόγητον αὐτὸ τὸ νέον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον προσετέθη, ἀφοῦ φορολογεῖτε ὅλας τὰς λοιπὰς ἀξίας; Εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς νὰ ζητῆτε ἐκεῖ ὅπου ἔγειναν περιβόλια, οἰκίαι ἐπὶ γαιῶν νὰ μὴ πληρώσουν διὰ τὰ περιβόλια καὶ οἰκίας, νὰ πληρώσουν μόνον διὰ τὸ οἰκόπεδον.
§123ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἴπατε, ὅτι ἐγὼ ἔχω συμφέρον εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§124ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω πρὸς χάριν σας, πιστεύω ὅμως, ὅτι τὸ ἐνοήσατε.
§125ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἐνόησα.
§126ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ μολαταῦτα ἔχετε πολὺ πνεῦμα διὰ νὰ τὸ ἐννοήσητε. Τὸ γνωστὸν, τὸ εἰς ὑμᾶς ἄγνωστον, εἶναι τὸ ἑξῆς· ἐγένετο πολὺς λόγος εἰς τὰς ἐφημερίδας περὶ τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης καὶ ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς ἔγραψε τότε, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἐπιμένει εἰς τὸ νὰ τὸ διατηρήσῃ. Εἶναι τὸ ἴδιον ζήτημα, ὅπερ παρουσιάζεται ἐνταῦθα ἐπὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ 3%. Ὑμεῖς ὡς σύμβουλος τῆς Τραπέζης εὑρίσκεσθε ἐν γνώσει, μεμυημένος ὅλων τῶν συμφερόντων αὐτῆς καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἐδείξατε ὅλον τὸν ζῆλον ὑπερασπιζόμενος σήμερον τὰ διπλᾶ αὐτὰ συμφέροντα.
§127ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι τὰ δύω ταῦτα ἔχουν σχέσιν.
§128ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὅλως διόλου ξένος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, δὲν ἔχω κἀνὲν συμφέρον, διότι οὔτε οὕτως, οὔτε ἄλλως φορολογοῦμαι.
§129ΧΑΡ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Ἂν δὲν εἴχατε συμφέρον εἰς τὸν ἔγγειον φόρον, ἔπρεπε νὰ τὸν ἀφήσητε.
§130ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος θὰ εἶχε κἀνένα καλλίτερον ὑπερασπιστὴν ἀπὸ σᾶς.
§131ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ἐφωτίσθησαν νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ἔχω μίαν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ζέρβα, δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένῃ· εἶναι ἡ ἑξῆς· «ἡ Συνέλευσις ψηφίζει· διὰ τὸ ἔτος 1863 καταργεῖται ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἔγγειος φόρος κ’ ἐπιβάλλεται μόνον φόρος 12 δραχ. καὶ ½ δι’ ἑκάστην χιλιάδα».
§133ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ῥοντήρη· «Ἄρθρον μοναδικόν. Ὁ γνωστὸς ἐπὶ τῶν προικοκτησιῶν καὶ λοιπῶν κτημάτων φόρος τῶν 3% εἰς χρήματα ἐπὶ τῆς κατὰ τὴν ἀγορὰν ἀξίας καταργεῖται. Τὰ ἄχρι τοῦδε οὕτω φορολογούμενα κτήματα καὶ αἱ γαῖαι ἐξισοῦνται ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν μὲ τὰς λοιπὰς γαίας καὶ κτήματα ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν». Ὅσοι παραδέχονται αὐτὴν τὴν πρότασιν νὰ σηκωθῶσιν. (Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
§135ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν θὰ εἴπωσι ναὶ, καὶ οἱ ἄλλοι ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψηφοφορία ἔδειξεν, ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις, ὡς ἐκ τούτου διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρα 6 παρὰ 10 Μ. Μ.
Ὁ Προεδρεύων πρεσβύτερος
Ζ. ΒΑΛΒΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Τηλ. Ῥούκης.