1863.05.07
1,563 rows · 13,168 words · 98 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ϞΣΤʹ.
(Ἔκτακτος).
Τῆς 7 Μαΐου 1863.
(Τρίτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχεν ἀναγνωσθῆ καὶ τυπωθῆ μία ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ναυπλίας, δι’ ἧς ἐζήτουν τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἐράνων τῶν καταβληθέντων κατὰ τὴν Φεβρουαρινὴν ἐπανάστασιν. Ὁ Κύριος Λογιωτατίδης ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ νέου.
§2Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν πολιτῶν τῆς Ναυπλίας ἐκείνων, οἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐράνων καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Φεβρουαρίου τοῦτ’ ἔστιν 70 ἡμέρας περίπου, ἡ γνώμη αὐτῆς ἐὰν δὲν ᾖναι ὅλως ἄδικος, ἀπομακρύνεται ὅμως κατά τι ἐκ τοῦ ὀρθοῦ, καὶ, διὰ νὰ ἐκφρασθῶ καλλίτερα, θέτει εἰς ἀμφιβολίαν, ὅ,τι εἶναι πασίγνωστον, θέτει εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῶν ἐράνων, καὶ τὴν καταβολὴν αὐτῶν. Δὲν πιστεύω νὰ προῆλθε τοῦτο ἔκ τινος πλαγίας σκέψεως τῆς ἐπιτροπῆς. Τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν αὐτῆς δὲν γνωρίζουσι τὰς λεπτομερείας τῆς ἀναστάσεως ἐκείνης, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, φρονῶ, ὅτι γνωρίζουσι τὰ πάντα περὶ τῆς ἱστορικωτάτης ἐκείνης ἐπαναστάσεως. Διὰ νὰ συντηρηθῇ ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη ἐπὶ 70 ἡμέρας ἐδέησε μετὰ τὴν ἔκρηξιν αὐτῆς νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ πολῖται εἰς τρεῖς ἐράνους καὶ δὲν ὑπεβλήθησαν κατ’ αὐθαίρετον τρόπον οὔτε ἐκ μονομερείας, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη τῆς ἀσφαλείας, τὴν ὁποίαν ἐσύστησεν ἡ ἐπανάστασις, ἀνέλαβε τὸ ἔργον τοῦ νὰ συντηρήσῃ τὴν φρουρὰν καὶ τοὺς ἐργάτας τῆς ἐπαναστάσεως διά τινος κανονικοῦ τρόπου· ὁσάκις παρίστατο ἡ ἀνάγκη τῆς τοιαύτης συντηρήσεως, οἱ διάφοροι σωματάρχαι, τοὺς ὁποίους δύναμαι νὰ προσκαλέσω ὡς μάρτυρας, καθόσον εἶναι καὶ πληρεξούσιοι σήμερον, ἐδείκνυον τὴν ἀνάγκην τῆς φρουρᾶς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀσφαλείας συνέταττε κατάλογον, κατέγραφε τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ καταβάλωσι τὸν ἔρανον, ὑπεγράφετο παρ’ ὅλων τῶν ἁρμοδίων προσώπων, ἐκυροῦτο, κατετίθετο εἰς τὰ ἀρχεῖα καὶ ἐξετελεῖτο ἐπίσης κανονικῶς· ἐντεῦθεν δὲ ὑπῆρξε παραδειγματικὴ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ἥ τε τάξις καὶ ἀσφάλεια πολὺ ἀναντιῤῥήτως ἀνωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν οἱ πορθηταὶ τῆς Προνοίας καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις· διότι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐπαναστάσεως οὐδὲν κακὸν ἐπράχθη, ὑπῆρξε σεβαστὴ ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἐστηρίχθη εἰς ταμεῖα πλήρη χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη, λέγω, ἥτις ἐγνώριζεν, ὅτι τὴν παραμονὴν τῆς 10ης Φεβρουαρίου δὲν ὑπῆρχε λεπτὸν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐνῷ ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπῆρχον ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν εἰς τὸ κατάστημα τῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὸ ἀτμόπλοιον τῆς ἑταιρίας, προσωρμισμένον ἐν τῷ λιμένι τότε, ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη, ἁγία καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἁγνὴ πρὸς τὸν σκοπὸν, δὲν ἔθιξε τὰ χρήματα τῆς Τραπέζης καὶ τὰ ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ, κατέφυγεν ὅμως εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν πολιτῶν, παρ’ οἷς, καὶ τοῦτο τὸ λέγω, Κύριοι, πρὸς τιμὴν ἐθνικὴν, εὗρεν ὑποστήριξιν διὰ τοῦ αἰσθήματος, διὰ τοῦ βραχίονος, διὰ τοῦ χυθέντος αἵματος καὶ δι’ αὐτοῦ ἔτι τοῦ βαλαντίου τῶν πολιτῶν ἐκείνων. Ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ φρονῶ, ὅτι θέτει εἰς ἀμφιβολίαν τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῶν ἐράνων, διότι προκαλεῖ διαδικασίαν ἀποδείξεως, ἡ δὲ ἀπόδειξις ὑποθέτει πάντοτε ἀμφιβολίαν. Βεβαίως, κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν, ἀπαιτεῖται μία διαδικασία σχοινοτενὴς καὶ ἐπαχθὴς, νὰ φέρωσι τοὐτέστι προηγουμένως τὰς ἀποδείξεις ἐν ἀντιγράφῳ ἐπικυρωμένῳ, κ’ ἔπειτα ν’ ἀποφασισθῇ ἡ ἀπαίτησις· ἂν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτροπῆς ὑπάρχῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρωθῶσιν οἱ ἔρανοι, ἂν δὲν ᾖναι δικαιολογημένοι, καὶ τοῦτο τὴν ὠθεῖ εἰς τὸ νὰ φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ προσαχθῶσιν ἀποδείξεις, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῆς Συνελεύσεως νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ στάδιον διαδικασίας ἀποδεικτικῆς. Τοῦτο πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν· ἀφοῦ τρεῖς ὑπεβλήθησαν ἔρανοι καὶ κατὰ τὰς τρεῖς αὐτὰς περιστάσεις ἐξεδόθησαν πολλαὶ ἀποδείξεις, ἀφοῦ οἱ παντοπῶλαι, οἱ ἀρτοποιοὶ καὶ λοιποὶ προσενεγκόντες τρόφιμα καὶ ἄλλο ὑλικὸν εἰς τὴν φρουρὰν ἔλαβον ἐπίσης ἀποδείξεις, ὧν ὁ ἀριθμὸς δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς πεντακοσίας, ἡ δυσχέρεια αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς θέλει φέρει τοὺς πολίτας, ὑποχρέους νὰ προστρέξωσιν εἰς ἀρχήν τινα πρὸς ἐπικύρωσιν τῶν ἀποδείξεων, εἶναι μεγάλη. Ἐκτὸς τούτου, ὅταν πολλοὶ βιομήχανοι καὶ πολλοὶ ἐπιτηδευματίαι, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἢ 200 ἢ 300 δραχμῶν κεφάλαιον δαπανηθὲν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ὑποβάλωνται καὶ εἰς νέας δαπάνας χαρτοσήμων, ἀντιγράφων, καὶ ἐπὶ τέλους εἰσέρχωνται εἰς τὸν δυσχερῆ ἀγῶνα τῆς τοιαύτης ἀποδείξεως, βεβαίως ἀπαυδίζουν. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, φρονῶ, ἂν ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀπαίτησιν τῶν Ναυπλιέων, δύναται νὰ εὕρῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς ἐπιτροπῆς τοὺς καταλόγους τῶν ἐράνων, οἵτινες εἶναι ἀντιγεγραμμένοι καὶ ἐπικυρωμένοι, τότε ἂς ἀπαιτήσῃ καὶ τὰς ἀποδείξεις, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν πρέπει ν’ ἀποκλεισθῇ καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπώλεσε τυχὸν τὴν ἀπόδειξίν του, διότι, ὅτε ἔφυγον κατὰ τὸ μέγα Σάββατον πολλοὶ τῶν πολιτῶν ἐσπευσμένως, ὑπέστησαν πολλά· πολλοὶ ἐπλήρωσαν 100 δραχ. διὰ μικρὰν λέμβον, ἡ ὁποία τοὺς μετέφερεν ἀπὸ τὸ Ναύπλιον εἰς τοὺς Μύλους, ἔνθα ὑπέστησαν νέας δοκιμασίας παραδόξως πως, διότι οἱ βασιλικοὶ λεγόμενοι ὡς ὁ Σακελλαριάδης καὶ ἄλλοι μόλις ἀφικνουμένους τοὺς πολίτας ἐγύμνωναν, πολλὰ δὲ αὐτὸς ὁ Σακελλαριάδης ὡδήγει φορτία· λαφύρων· ἐκεῖ ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι τινὲς τὸ αὐτὸ μετερχόμενοι ἔργον. Ἐκ τούτων ὅλων δύναταί τις εὐλόγως, Κύριοι, νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν δυσχέρειαν οἱ ἀπολέσαντες τυχὸν τὰς ἀποδείξεις αὐτῶν· ἑπομένως ἂς ἀφήσωμεν τὴν Νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ περὶ τούτου, ἂς ἀποφανθῇ αὕτη περί τε τῶν ὑπαρχουσῶν ἀποδείξεων καὶ περὶ τῶν ἀπολεσθεισῶν, καὶ τοῦτο δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι προσβάλλει τὴν δικαιοσύνην. Οἱ ἁρμόδιοι ἄνθρωποι δύνανται νὰ ἐρευνήσωσι, νὰ ἐρωτήσωσι καὶ τοὺς Σωματάρχας καὶ τοὺς πρεσβυτέρους τῆς διοικήσεως, ἂν οὗτος ἢ ἐκεῖνος ἐπλήρωσεν· ἡ δὲ Συνέλευτις πρέπει νομίζω ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ἐνοχλήσεως τῆς ἐρεύνης δι’ ἀποδείξεων καὶ παρακαλῶ αὐτὴν ν’ ἀποφασίσῃ ὥστε ἡ ἀπαίτησις αὐτὴ νὰ γείνῃ δεκτή. Περὶ δὲ τῆς καταβολῆς, μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ πολῖται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσέφερον τότε, δὲν ζητοῦν σήμερον οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ ὅ,τι κατέβαλον. Δὲν ἔρχονται νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀμέσως, ἀλλ’ εὐχαριστοῦνται νὰ λάβωσιν ὁμολογίας ἀπέναντι τοῦ δανείου ἢ διά τινος ἄλλου τρόπου ἔγγραφα ἀναγνωριστικὰ τῶν ἀπαιτήσεών των, τὰ ὁποῖα νὰ ᾖναι δεκτὰ εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους. Ἡ Συνέλευσις θέλει δειχθῆ εὐμενὴς καὶ δικαία καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, ὅπως ἐδείχθη καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις, διότι πρὸ μικροῦ παρεδέχθημεν ἀπαίτησιν ἀξιωματικῶν τινων, οἵτινες ἐδαπάνησαν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν.
§3ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ποῖον εἶναι τὸ ποσόν;
§4ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν εἶναι 190,000 δραχμῶν.
§5ΚΑΛΟΣ. Ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀπαίτησις τῶν κατοίκων τῆς Ναυπλίας ὡς χρέος δημόσιον καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τοῦ τρόπου τῆς πληρωμῆς.
§6ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διαφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῶν Ναυπλιέων, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον κατὰ τὴν ἐπανάστασιν κεφάλαιά τινα πρὸς διατήρησιν αὐτῆς· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο ἐκ πρώτης ὄψεως ν’ ἀποδώσῃ καὶ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς αἰτοῦντας τὰ λάβωσι 300 περίπου χιλιάδας δραχμῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀναφερομένους, ἐθεώρησε καθῆκόν της νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα καὶ ἑπομένως νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴ ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ ἕν ψήφισμα εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ νὰ ὁρίσῃ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ τὸ χρέος τοῦτο. Ὁ προλαλήσας μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Συνέλευσις περὶ τούτου ἀρκεῖ νὰ ἐξετάσῃ ἢ νὰ ἀνεύρῃ τοὺς καταλόγους, ὅσοι ὑπῆρχον εἰς τὴν τότε ἐπαναστατικὴν διοίκησιν, τοῦτο ὅμως εἶναι ἀδύνατον, διότι εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Ἐπιτροπῆς φυσικῷ τῷ λόγῳ δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχουν ἀποδείξεις ὅσων πραγμάτων ἐδόθησαν εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι διαταγαί. Διὰ τῶν διαταγῶν οἱ διάφοροι ἔμποροι διετάττοντο νὰ δώσωσιν, ὁ μὲν σῖτον, ὁ δὲ ἄρτον, ὁ δὲ κρέας. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι διαταγαὶ, ἐκ τῶν ὁποίων διετάττετο ὁ μὲν νὰ δώσῃ τόσας χιλιάδας δραχμῶν, ὁ δὲ τόσας. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς διαταγῆς τῆς πληρωμῆς εἰς τοιαύτας περιστάσεις μέχρι τῆς πληρωμῆς συμβαίνει μεγάλη διαφορὰ, διότι ἡ διοικητικὴ ἐπιτροπὴ διατάττει νὰ πληρώσῃ ὁ δεῖνα λ. χ., ἀλλ’ ὁ μέλλων νὰ πληρώσῃ τὰ χρήματα ταῦτα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ πληρώσῃ τόσα, ὅσα ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισεν, ἀλλὰ πολλάκις πληρώνει ὀλιγώτερα· ἀλλὰ διὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ τὰς ἀποδείξεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπλήρωσαν οἱ διάφοροι δικαιοῦχοι. Βλέπετε, ὁποία ἰδέα παρεκίνησε τὴν ἐπιτροπὴν νὰ γνωμοδοτήσῃ οὕτω πως. Ἡ ἐπιτροπὴ παρεκινήθη εἰς τὴν σκέψιν ταύτην καὶ δι’ ἄλλον λόγον, τὸν ἑξῆς· τὴν τοιαύτην ἐξέλεγξιν δὲν ἤθελε νὰ τὴν παραδώσῃ εἰς τὸν Δήμαρχον τοῦ Ναυπλίου, οὔτε εἰς τὸν Νομάρχην, ἀλλ’ ἤθελε νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὴ ἡ ἰδία, διότι ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ Νομάρχης τοῦτον μὲν θέλει δικαιώσει κατὰ γράμμα, διότι ἴσως ὑπάρχει ἡ ἀπόδειξις, ἕτερον δὲ θέλει ἀδικήσει, ἢ τέλος πάντων θὰ πράττῃ, ὅπως τὰ πολιτικὰ συμφέροντά του θέλουσι τὸν ὁδηγήσει· ὁ νομάρχης δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Δήμαρχος ἤθελε τοῦ παραστήσει τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον· διὰ νὰ λείψωσι λοιπὸν πάντα ταῦτα, ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ αὐτὰς τὰς ἀποδείξεις ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὅσαι ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 8βρίου εἰς τὸν νομὸν τῆς Αἰτολοακαρνανίας, καὶ ἐν τῷ συνόλῳ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι δημόσιον χρέος, τὸ δημόσιον, τὸ Ἔθνος ὀφείλει ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσῃ χρήματα, ἂς δώσῃ γραμμάτια φαλαγγιτικὰ ἢ κτήματα, ὅπως ἀποφασίσει ἡ Συνέλευσις. Βλέπετε πόθεν ἐκινήθη ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν αἰτίαν καὶ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε νὰ καταργήσῃ, νὰ καταστρέψῃ, τὰ δίκαια καὶ τὰ συμφέροντα τῶν Ναυπλιέων· κατὰ συνέπειαν νομίζω ὀρθότερον νὰ μείνῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ δικαιοῦχοι νὰ παρουσιάσωσι τὰς ἀποδείξεις· ἂν δέ τις ἀπώλεσε τὴν ἀπόδειξίν του, ἢ δὲν ἠδυνήθη νὰ λάβῃ, νομίζω, ὅτι εἶναι δικαιότερον νὰ παρουσιάσῃ πιστοποιητικὸν ἑτέρων ἀνθρώπων, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐξελέγχουσα ὅλα ν’ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον. Ἐπειδὴ δὲ μεταξὺ τῶν δυσκολιῶν, ὅσαι ἐπαρουσιάσθησαν ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα, ὑπῆρχε καὶ ἡ ἑξῆς, ὅτι δὲν δύνανται οἱ κατέχοντες τὰς ἀποδείξεις νὰ παρουσιάσωσιν αὐτὰς ἐπὶ χαρτοσήμου, ἂς ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις νὰ τὰς παρουσιάσουν ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, διότι αἱ ἀποδείξεις ἐκεῖναι ἐδόθησαν τότε ἐπισήμως, διότι οἱ ἐπαναστάται ἔφερον πρόσωπον ἐπίσημον, ἐπειδὴ εἶχον καταλάβει τὴν ἐξουσίαν καὶ προσενεγκόντες τὰ χρήματα καὶ τὰ ἄλλα μέσα ἦσαν καὶ αὐτοὶ ἓν εἶδος ταμιῶν, φροντιστῶν, ὥστε φέρουν καὶ αὐτοὶ ἐπίσημον χαρακτῆρα· καὶ κατὰ τοῦτο οὐδ’ ὁ νόμος προσβάλλεται, ἀλλὰ καὶ ἂν προσβάληται, ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσαχθῶσιν αἱ ἀποδείξεις, πρέπει νὰ προσαχθῶσιν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
§7ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ δίκαιον τῆς ἀπαιτήσεως τῶν Ναυπλιέων φρονῶ ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρξεν ὁ ἀντιλέγων. Δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐράνων, τοὺς ὁποίους ἡ πόλις τῆς Ναυπλίας καὶ Προνοίας προσέφερε πρὸς συντήρησιν τῆς Ἐπαναστάσεως τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν πρῶτον ἀγορεύσαντα ὅτι ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ὀρθὴ ἕνεκα τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν Ναυπλιακὴν ἐπανάστασιν καὶ κατὰ τὰς ὁποίας πολλοὶ ἐστερήθησαν τὰς ἀποδείξεις. Ἐπειδὴ εἶμαι ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων τῶν διατρεξάντων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν, καὶ δύναται νὰ λάβῃ ἐπισήμους πληροφορίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπεβλήθησαν τρεῖς ἔρανοι· τοὺς μὲν δύο πρώτους συνέλεξεν ἐπιτροπὴ ταμιακὴ, ἀσφαλιστικὴ ἐπιτροπὴ, συγκειμένη ὑπὸ πολιτῶν· τὸν κατάλογον τῶν ἐράνων συνέταξεν αὐτὴ ἡ ἀσφαλιστικὴ ἐπιτροπὴ, τὸν ὁποῖον ὑπέγραψαν ὅλα τὰ μέλη, καθὼς καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν διαφόρων Σωμάτων καὶ τὸν ἀπέστειλαν εἰς τὴν Ταμιακὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐκείνη εἰσέπραξε τὸ ποσὸν, καὶ ἀπέναντι τοῦ καταλόγου εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον ἔχει σημειωμένον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος πολίτης ἔδωκεν. Τὸν τρίτον ἔρανον συνέλεξε στρατιωτικὴ ταμιακὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν ὁδὸν, ἣν καὶ οἱ πολιτικοί. Ὥστε ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἢ ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν κατάλογον τῶν ἐράνων τὸν συνταχθέντα ὑπὸ τῆς Ἀσφαλιστικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δεύτερον τὰ βιβλία τῶν εἰσπράξεων τῶν ταμιακῶν ἐπιτροπῶν, θέλει ἴδει τὴν βεβαίωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἕκαστος τῶν πολιτῶν ἔδωκε. Δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου αἴρεται ἡ δυσκολία, ἥτις θὰ παρουσιασθῇ εἰς πολλοὺς πολίτας, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ παρουσιάσωσι τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας οἱ πλεῖστοι ἀπώλεσαν. Αἴρεται δὲ συγχρόνως καὶ μία κατάχρησις, ἥτις δύναται νὰ λάβῃ χώραν κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Κυρίου Καραγιαννοπούλου, εἰπόντος, ὅτι, ἐάν τις τῶν πολιτῶν ἀπώλεσε τὴν ἀπόδειξιν αὐτοῦ, δύναται διά τινος πιστοποιητικοῦ νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο. Οἱ κατάλογοι αὐτοὶ ὑπάρχουν ἢ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ εἰς τὴν Νομαρχίαν.
§8ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Λογιστικῶς, Κύριοι, δὲν βλέπω τὸ ἄδικον εἰς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ ὑψηλότερα διὰ τὰ πράγματα τοῦ Ναυπλίου. Οἱ Ναυπλιῶται, Κύριοι, ἔρχονται σήμερον ἐνώπιόν μας ἐπὶ τοῦ προκειμένου στηριζόμενοι εἰς τὰ ἆθλά των κατὰ τὸν τότε ἀγῶνα; ὄχι! οὐδὲ πιστότεροι ὑπῆρξαν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐνεργήσει διὰ μόνων τῶν ὅπλων, τὰ δυνατὰ καὶ εἰς τοῦτο προσενεγκόντες· ἀλλ’ οὐδὲν ἤδη ζητοῦσι δι’ ὅλα ταῦτα, εἰμὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφιλοτιμήθησαν ἐξαιρετικῶς νὰ καταβάλουν· ἄνδρες ἔμποροι καὶ βιομήχανοι νὰ σφετερισθοῦν αὐτὸ τὸ ποσὸν εἶναι βέβαια ἀδύνατον. Ἡ δὲ Συνέλευσις βεβαίως δὲν ἀμφισβητεῖ τοῦ νὰ τοῖς δώσῃ ὅσα ἔδωκαν, ἀλλ’ ὁ τρόπος, διὰ τὸν ὁποῖον νομίζουν τινὲς νὰ ὑποβάλωμεν καὶ τὰ καταβληθέντα χρήματα ταῦτα εἰς λογιστικὴν ἐξέτασιν, εἶναι τοσοῦτον αὐστηρὸς καὶ χρόνου πολλοῦ δαπανηρὸς, ὥστε φοβοῦμαι μήπως καὶ οὗτοι καταντήσουν νὰ εἴπωσι, «χάνομεν καὶ ἄλλα τόσα παρὰ νὰ ὑποπέσωμεν εἰς τοιαῦτα βάσανα,» ὡς οἱ ἀγωνισταὶ τοῦ ἱεροῦ καὶ μεγάλου ὑπὲρ πατρίδος ἀγῶνος ἐπροτίμησαν νὰ ἤθελον θυσιάσει τὰ διπλάσια καὶ ὅλως ἀκαταζήτητα, ἀλλὰ νὰ μὴ ἤθελον ὑποπέσει εἰς αὐτὴν τὴν ἐξέτασιν, τὴν αἰώνιον καὶ μέλλουσαν. Οἱ ἄνθρωποι ἔρχονται μὲ θάῤῥος εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην, εἰς ἣν ἐμπεριλαμβάνονται καὶ ὅλα τὰ μέλη τὰ προϊστάμενα τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης, ὥστε δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ εἴπωσι μόνην τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν, Κύριοι, θελήσητε νὰ φέρωμεν τοὺς καταβαλόντας ἐδῶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξελέγξεως καὶ ἀποδείξεως θὰ ᾖναι μία δυστυχία εἰς πολλούς· διατὶ ἡ Συνέλευσις νὰ ἀμφιβάλλῃ πρὸς τοῦτο εἰς τὴν ἐκεῖ Νομαρχίαν; Ἐκτὸς δὲ τούτου ἔχει καὶ ἄλλα μέσα· νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ ἐκεῖ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως συγκειμένη ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς πολίτας καὶ ἀπὸ μέλη προϊστάμενα μεταξὺ τῶν ἐπαναστατῶν, ἂς σταλῇ ἓν μέλος τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐκεῖ, ὅπου εἶναι καὶ οἱ καταβαλόντες καὶ ἠμποροῦν νὰ ἀποδείξουν ὅλα τὰ περιστατικὰ, νὰ συνταχθῇ ἓν πρωτόκολλον καθαρὸν καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ. Λέγω λοιπὸν ἀντὶ νὰ τοὺς φέρωμεν ἐδῶ καὶ νὰ ἀναλάβῃ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως τὴν ἐξέτασιν, ἥτις εἶναι ὀχληρὰ, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ τὴν τελειώσῃ καὶ ἄδηλον ἕως πότε θὰ διαρκέσῃ ἡ τοιαύτη ἐξέλεγξις, νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ τὴν διατάξωμεν διὰ τοῦ μέσου τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖος ὁ φόβος; οὐδείς· ἡ δὲ περίστασις, καθ’ ἣν ἐξεδίδοντο γραμμάτια ἀντὶ τῶν δοθεισῶν πραγματικῶς 5 χιλιάδων εἰς 10 χιλιάδας, ἐπέρασε, διότι πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ 1854· ἀλλὰ σήμερον ἐν τῇ πολιορκίᾳ τοῦ Ναυπλίου δὲν ἐγράφησαν παρὰ ὅσοι καὶ ὅσα ἔδωκαν χρήματα καὶ ὀλιγώτερα ἴσως ὑπὸ διπλῶν πρωτοκόλλων τῇ συμπράξει τῆς ἐπιτροπῆς στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν ἐπιτροπῶν· ἐὰν, λέγω, τὰ ἀνωτέρω καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὁ δισταγμὸς τινων δὲν εἶναι ἰσχυρὸς προκειμένου νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον, δὲν ἀρκοῦν νὰ μᾶς πείσωσι περὶ τῆς πραγματικότητος τοῦ ζητουμένου ποσοῦ τῶν 190 χιλιάδων δραχμῶν, κατ’ ἐμὴν γνώμην ὁ τρόπος οὗτος πρέπει νὰ ᾖναι, ἡ σύστασις μιᾶς ἐπιτροπῆς εἰς τὸ Ναύπλιον διὰ νὰ ἐξελέγξῃ ἓν πρωτόκολλον· αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ δήμου καὶ τῶν ἐπαναστατῶν, ἂς ἀναγνωρισθῇ λοιπὸν τὸ ποσὸν ἀπὸ τοῦδε καὶ ἂς διαταχθῇ ὁ κατάλληλος ἐπιτοπίως τρόπος· εἰδ’ ἄλλως τὸ νὰ ἔρχωνται ἐδῶ οἱ προκαταβαλόντες καὶ νὰ ἐξοδεύωνται ἐκ νέου τοῦτο εἶναι ἓν δυστύχημα.
§9ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Κ. Παλαμίδη, ἀφοῦ ἀναγνωρισθῇ τὸ ποσὸν, πρὸς τί ἡ ἐξέλεγξις;
§10ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Λέγω περὶ τοῦ ἐν γένει, καὶ οὐχὶ κατὰ μικρὰ ποσὰ, καὶ αἱ ἐνδεχόμεναι τοιαῦται διαφοραὶ ἀναμφιβόλως εἶναι ἔργον μιᾶς ἐπιτροπῆς.
§11ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ αἰτήσει τῶν Ναυπλιέων ἐμπεριέχονται δύο ἀπαιτήσεις, ἡ μία ἡ τῶν καταβληθέντων ἐράνων καὶ ἡ ἑτέρα ἡ τῶν χορηγηθέντων ἀντικειμένων τοὐτέστι τροφίμων καὶ λοιπῶν· ἡ τελευταία αὕτη στηρίζεται οὐ μόνον εἰς τὴν πραγματικότητα αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς αὐτὰς ἀποδείξεις, τοὐτέστιν εἰς καταλόγους κατὰ τὴν αὐτὴν τάξιν σχηματισθέντας καὶ εἰς ἀποδείξεις· εἶναι δὲ ἄλλως τε γνωστοὶ πάντες οἱ προσενεγκόντες τὰ εἴδη ταῦτα· ἑπομένως εἶναι δικαιοσύνης ἔργον νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ τῶν πολιτῶν τούτων αἱ ἀπαιτήσεις καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον, εἰς ὃ ἡ Συνέλευσις ἐγκρίνει νὰ ὑπαγάγῃ καὶ τὰς τῶν ἐράνων. Δὲν εἶναι δὲ ὑπερβολικὴ ἡ ἀξία τῶν χορηγηθέντων ἀντικειμένων, διότι μόλις φθάνει εἰς 40,000 περίπου δραχμῶν, ἂν ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ.
§12ΠΕΤΙΜΕΖΗΣ. Ὅ,τι ἀποφασισθῇ διὰ τοὺς ἐράνους Ναυπλίας, τὸ αὐτὸ νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὴν Ἀκαρνανίαν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν· νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα πρῶτον.
§14ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤμην εἰς τὰ Ναυπλιακὰ καὶ γνωρίζω ἐγγύτερα τὰ περιστατικά· τῷ ὄντι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἠναγκάσθησαν νὰ καταβάλουν ἐράνους καὶ ὄχι μόνον χρήματα ἐθυσίασαν ἀλλὰ καὶ αἷμα. Ἀλλὰ Κύριοι ὅσον δίκαιον εἶναι νὰ ἀποδώσωμεν καὶ νὰ ἀποζημιώσωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀντιτάξῃ κἀνεὶς (θόρυβος)· ἔρανος θὰ εἰπῇ μία ἐξουσία ἀνωτέρα χωρὶς νὰ προηγῆται νόμος τοῦ κράτους τοὺς ἠνάγκασε νὰ πληρώσουν ἓν χρηματικὸν ποσὸν, ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὐτὴ εἶναι παραδεκτὴ, διότι ὅλοι συνεμερίσθημεν τὴν ἐπανάστασιν αὐτὴν καὶ κατόπιν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἤλθομεν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἐπαναστάσεως αὐτῆς. Τὸ ἔθνος, ὅταν παραδεχθῇ τὴν ἐπανάστασιν, θὰ εἰπῇ ὅτι ὅλοι τὴν ἐδέχθημεν, ὅλοι παραδέχθημεν τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως· ἀλλὰ Κύριοι αὐτὴν τήν παρατήρησιν κάμνω μόνον, ὅσον δίκαιον εἶναι νὰ ἀποζημιωθοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, κατὰ τοσοῦτον ἔχομεν δικαίωμα περισσότερον νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸν παραίτιον τῆς ζημίας αὐτῆς· βεβαίως τὸ ἔθνος ὀφείλει νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς ὑποστάντας τὴν ζημίαν, ἀλλὰ δὲν ἔχει Κύριοι τὸ αὐτὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τοὺς παραίτιους αὐτῆς τῆς ζημίας καὶ νὰ τοὺς ὑποχρεώσῃ κατόπιν νὰ ἀποζημιώσουν αὐτοὶ τὸ ἔθνος; Κύριοι, ἡ κατάστασις αὐτὴ ἡ δεινὴ προῆλθε βεβαίως ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀπὸ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν νὰ προδώσουν τὴν πατρίδα· ὁ Χάρτης ὅταν συνετάχθη κατὰ τὸ 44, μετὰ τὴν Σεπτεμβριανὴν μεταπολίτευσιν, ἔβαλε μίαν διάταξιν τελευταῖον καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ τήρησις αὐτοῦ τοῦ Χάρτου ἐναπόκειται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Εἴδομεν ὅλοι ὅτι ὁ χάρτης αὐτὸς κατεπατήθη ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου, ἐννοεῖται ὅτι ἕκαστος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, νὰ ἄρῃ τὰ ὅπλα εἰς χεῖράς του, ὁ ἐνιστάμενος κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως αὐτῆς ἦτο προδότης τῆς πατρίδος.
§15ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ἀντικείμενον.
§16ΖΕΡΒΑΣ. Ἑπομένως προτείνω αὐτό· ἀφοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ σήμερον διὰ νὰ ἀποζημιωθοῦν οἱ ὑποστάντες αὐτὰς τὰς ζημίας, πρέπει συχρόνως νὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν ἐκδίκησιν, νὰ δικάσωμεν τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν παραίτιοι τῶν δεινῶν τούτων, καὶ συγχρόνως, ὅπως αὐτοὶ κατεδίκασαν τοὺς ἐπαναστάτας νὰ πληρώσουν διὰ τῶν κτημάτων των τὴν ζημίαν τοῦ δημοσίου, οὕτω πως καὶ ἡμεῖς νὰ κάμωμεν ἓν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταδικάσωμεν αὐτοὺς τοὺς ὑπουργοὺς εἰς τὴν ἀποζημίωσιν δι’ ὅσα ὑπέστη τὸ ἔθνος.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§18ΖΕΡΒΑΣ. Διὰ νὰ δοθῇ τὸ παράδειγμα νὰ μὴ φανῇ πλέον μήτε προδότης εἰς τὴν πατρίδα.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§20ΑΝΤΥΠΑΣ. Καθόσον ἀφορᾶ, Κύριε Πρόεδρε, τοὺς ἐπαναστάτας τῆς Σύρου οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν ἀπαιτοῦσι, διότι ἔκαμον τὸ πρὸς τὴν πατρίδα ὀφειλόμενον χρέος των.
§21ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Οἱ Ναυπλιεῖς βεβαίως πρέπει νὰ ἀποζημιωθῶσιν· ὁ τρόπος τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ἀδιάφορον, ἂν θὰ γείνῃ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἢ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀρκεῖ νὰ γείνῃ εἰλικρινῶς καὶ δικαίως. Δὲν θέλω λοιπὸν νὰ προσθέσω εἰς αὐτὸ τίποτε, καθόσον πολλοὶ ἄλλοι προαγορεύσαντες εἶπον ἀρκετά· ἓν μόνον πρᾶγμα δὲν εἶδα ν’ ἀναφέρουν καὶ δι’ αὐτὸ ἔρχομαι νὰ προσθέσω δύο λέξεις. Ἔξωθεν τοῦ Ναυπλίου, εἰς τὴν Πρόνοιαν...
§22ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι χωριστὸν ζήτημα· εἶναι ἰδιαιτέρα ἀναφορά.
§23ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Λοιπὸν παύω τὸν λόγον, ἐπιφυλαττόμενος κατόπιν.
§24Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως κατ’ οὐσίαν, φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει παραμικρὰ ἀμφιβολία, ἀλλ’ αὕτη περιστρέφεται περὶ τὴν ἀπόδειξιν. Δὲν συμμερίζομαι ποσῶς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀποδείξεως, διότι αἱ ἀποδείξεις ὑπάρχουν· ποῖαι εἶναι; ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος καὶ μέλος τῆς τότε Κυβερνητικῆς ἐπιτροπῆς σᾶς εἶπεν, ὅτι τρεῖς ἔρανοι ἔλαβον χώραν, δύο ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι καὶ ἐγὼ μέλος, καὶ τρίτος ἔρανος, ὅστις ἐνηργήθη ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἐξουσίαν. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀπονομὴν τῶν δύω ἐράνων, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ ἡ πολιτικὴ διέταξεν, ὑπάρχει ἓν πρωτόκολον, ἐν τῷ ὁποίῳ προσδιώρισε τὸ ποσὸν τοῦ ἐράνου ἑκάστου πολίτου, καὶ ἕτερα πρωτόκολλα, ἐν οἷς κατεχωρίζοντο τὰ ὀνόματα τῶν πληρονόντων, πρὸς οὓς ἐδίδετο καὶ ἀπόδειξις, εἶμαι μέλος ὡς καὶ ὁ Κύριος Μιχαὴλ Ἰατρὸς, καὶ ἄλλοι Πληρεξούσιοι, ὥστε, ἐὰν ἀλλοῦ συνέβησαν καταχρήσεις εἰς ἄλλας ἐποχὰς, εἰς τὴν Ναυπλιακὴν ἐπανάστασιν δὲν εἶναι δυνατόν. Λοιπὸν ἔχομεν τὴν αὐθεντικὴν ἀπόδειξιν τῶν πρωτοκόλλων, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται οὐδεὶς ν’ ἀμφισβητήσῃ. Εἶναι ἀπόδειξις (du fait) πραγματικὴ ἀπὸ τῆς Ναυπλιακῆς ἐξουσίας, τῆς ὁποίας τὰ ἔγγραφα εἶναι ἐπίσημα· αὐταὶ λοιπὸν αἱ ἀποδείξεις (du fait) ἀποῤῥέουσιν ἀπὸ τὴν νόμιμον ἐξουσίαν, εἶναι αὐθεντικαὶ καὶ πλήρεις, διότι ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς μέρους τὸν κατάλογον τῆς διανομῆς, ἀφ’ ἑτέρου τὸν κατάλογον τῆς πληρωμῆς. Καὶ φρονεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡμεῖς οἱ πολῖται τῆς Ναυπλίας ἠδυνάμεθα νὰ ἐκδώσωμεν ἀποδείξεις πλαστὰς ἢ οἱ πολῖται νὰ πληρώσωσι περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα; Ἆρα λοιπὸν τί ζητεῖτε πληρεστέρους ἐλέγχους, ἀφοῦ ὑπάρχουν αἱ ἀποδείξεις αὗται;
§25ΠΟΛΛΟΙ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν διανομήν;
§26ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν διανομὴν, μάλιστα, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, διὰ ν’ ἀπονείμῃ εἰς ἕκαστον κατὰ τὴν συνεισφορὰν τοῦ ἐράνου· ἀλλὰ πρέπει νὰ συνταχθῇ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀναγνωρισθῇ ὡς δημόσιον χρέος τὸ ποσὸν τῶν ἐράνων αὐτῶν.
§27ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Πόσον;
§28ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅσον λέγει ἡ ἀναφορά.
§29ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἶπόν τινες, ὅτι ἐδόθησαν αὐτούσια πράγματα.
§30ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ αὐτούσια πράγματα, τὰ ἐξαιρῶ, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἐράνους, ὅσοι δὲν κατεβλήθησαν εἰς εἶδος, ἀλλ’ εἰς χρήματα, τοὺς θεωρῶ ἀναμφισβητήτους. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ὑπεχρέωνε κᾀνένα τῶν πολιτῶν νὰ δώσῃ πράγματα· ἂν ἔδιδε πρᾶγμα κατ’ ἐντολὴν τῆς ἐπιτροπῆς, τῷ ἔδιδεν ἀποδείξεις εἰς χρήματα, ὑπολογιζομένης τῆς ἀξίας του.
§31ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰς ἴδῃ κᾀνεὶς αὐτὰς τὰς ἀποδείξεις τὰς αὐθεντικὰς, ὡς λέγετε;
§32ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ πρωτόκολλα, τῶν ὁποίων τὴν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν καὶ ὁ Ὄθων ἀνεγνώρισε, διότι μετὰ τὴν κατάπτωσιν τῆς Ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως διετάχθη ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ ἔστειλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὰς τὰς ἀποδείξεις διὰ νὰ γείνῃ ἡ κράτησις ἀπὸ τοὺς μισθοὺς τῶν λαβόντων τοὺς ἐράνους στρατιωτῶν. Ὑπαρχουσῶν τοιούτων ἀποδείξεων, δύναται ν’ ἀμφιβάλῃ τις πλέον περὶ τοῦ ποσοῦ; Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι αἱ πράξεις εἶναι αὐθεντικαὶ, ὡς προκύπτουσαι ἐκ Κυβερνήσεως ἐπαναστατικῆς ἥτις εἶχε δικτατορικὴν ἐξουσίαν καὶ ἥτις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, καθὼς καὶ πολῖται τῆς Ναυπλίας προσέφερον αὐτὰ τὰ χρήματα· εἶναι δὲ ἀνάξιον μιᾶς Πανελληνίου Συνελεύσεως νὰ δεικνύῃ ἀμφιβολίας διὰ ποσὰ μηδαμινὰ, 190000 δραχμῶν, καὶ νὰ ζητῇ ἀποδείξεις περιττὰς, ἐνῷ ὑπάρχουν αὐθεντικαὶ ἀποδείξεις. Λοιπὸν καθόσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν ἐράνων ἀπὸ τοῦδε παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν διὰ τὴν εὐσέβειαν καὶ τὴν ἰδίαν της εὐδοξίαν νὰ ἐκδώσῃ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀναγνωρίζῃ χρέος δημόσιον τὸ ποσὸν αὐτῶν τῶν ἐράνων, ὡς φερόντων χαρακτῆρα δανείου ἀναγκαστικοῦ καὶ πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἐλευθεριῶν τῆς πατρίδος καὶ εἰς τὴν δημόσιον τάξιν χρησιμεύσαντος, νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα εἶχον μέρος εἰς αὐτὴν, ἀπὸ τὸν Μιχ. Ἰατρὸν, Παπαζαφειρόπουλον Μαυρομιχάλην καὶ ἄλλους, ἥτις νὰ διανείμῃ αὐτὸ τὸ ποσόν. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ἄλλο μέρος τὸ ἀμφισβητήσιμον, ἐκείνου ἂς ἐπιφυλαχθῇ βραδύτερον ἡ ἐπιψήφισις.
§33ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Μὰ, ἀφοῦ θὰ κάμωμεν ψήφισμα.....
§34ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ τῶν Ναυπλιέων στηρίζεται εἰς δύω ἀποδείξεις, εἰς ἀποδείξεις ἐράνων, οἱ ὁποῖοι ἐδόθησαν τοῖς μετρητοῖς καὶ εἰς ἀποδείξεις διὰ πράγματα αὐτουσίως ληφθέντα. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἐράνους, ποίαν ἀμφιβολίαν σπουδαίαν δύνασθε νὰ ἔχητε, ὅταν ὑπάρχουν αἱ αὐθεντικαὶ ἀποδείξεις; αὐταὶ δὲν εἶναι ἀποζημιώσεις, ἀλλὰ δάνειον. Πραγματικῶς πολλαὶ ἐπαναστάσεις ἔλαβον χώραν εἰς τὴν Ἑλλάδα, πολλοὶ ἐζημιώθησαν ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ταυτίζηται ἐκείνη ἡ ζημία μὲ τὸν ἔρανον αὐτόν· ἐδὼ ἐχρησίμευε πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ μὲν βασιλεία τοῦ Ὄθωνος ἀπεκήρυξεν, ὑμεῖς δὲν ἐβραβεύσατε μὲ βαθμούς, διότι ἐπανεστάτησε, θεωρήσαντες ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐσυντηρήσαμεν αὐτὸν τὸν στρατὸν, πρέπει τὸ ἔθνος νὰ ἀποδώσῃ τὸ πρὸς συντήρησιν τῆς ἐπαναστάσεως καταβληθὲν δάνειον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἡ Συνέλευσις, ἂν δὲν θέλῃ νὰ πέσῃ εἰς οἰκτρὰν ἀνακολουθίαν, νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ ἀπαιτήσω διὰ τὴν τιμήν της ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐπιψηφίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτὴν, συσταίνουσα μίαν ἐπιτροπὴν διὰ τὴν διανομὴν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τοῦ καθαρισμένου, ἐπιφυλαττομένη τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ ἀκαθαρίστου μέρους.
§35ΜΑΝΕΤΑΣ. Τὴν χρῆσιν αὐτῶν τῶν χρημάτων νὰ μὴ τὴν ἐξετάσωμεν διόλου;
§36ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα ἡ Κυβέρνησις.
§37ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μετὰ λύπης, Κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον νὰ ἀντικρούσω τὴν ἀρχὴν τῆς ὑποβληθείσης ὑμῖν προτάσεως περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Ναυπλιέων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως ταύτης βλέπω ὅτι θέλει ὑποβάλλει τὴν πατρίδα ἡμῶν εἰς βάρος τοιοῦτον, ὥστε θέλει εἶσθαι ἀδύνατον νὰ ἀνακύψῃ ἀπ’ αὐτοῦ καὶ ὅτι θέλει ἀποδείξει ἡμᾶς πολὺ ἥττονας τῶν πατέρων μας. Κύριοι, ὑπάρχουσι θυσίαι, τὰς ὁποίας τὰ τέκνα προσφέρουν εἰς τὴν πατρίδα αὑτῶν, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπαρκέσῃ κἀμμία ὑλικὴ ἀποζημίωσις, μόνον ἡ συναίσθησις τοῦ ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, μόνον ἡ δόξα, ἥτις ἀκολουθεῖ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ τοιούτου καθήκοντος, μόνον αἱ ἄλλαι τιμαὶ αἱ ἀνεκτίμητοι, τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ ἡ πατρὶς νὰ ἀποδώσῃ, αὑταὶ μόναι εἶναι αἱ ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ἐπιδιώξωσι καὶ ἐπιζητήσωσι τὰ τέκνα ἢ νὰ ἀπονείμῃ ἡ πατρίς. Πᾶσα ἄλλη ἀποζημίωσις εἶναι ἀδύνατος, διότι τότε τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον τὰ τέκνα ἤθελον προσφέρει εἰς τὴν πατρίδα των, θὰ ἦτο ἕν καλὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν καταστροφήν! Θέλετε, Κύριοι, νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀρχὴν ὅτι τὸ ἔθνος ὀφείλει νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς Ναυπλιεῖς διὰ τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας κατέβαλλον μαχόμενοι κατὰ τῆς τυραννίας τοῦ Ὄθωνος; Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, μόνοι τάχα οἱ Ναυπλιεῖς εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπάλαισαν κατὰ τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος.;
§38ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Πρέπει νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις ὡς πρὸς τοὺς Ναυπλιεῖς.
§39ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἐξαίρεσις εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα. Λησμονεῖτε τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ 36 κατέβαλλεν, ἀγωνιζομένη κατὰ τῶν καταπιέσεων καὶ τῶν παρανομιῶν τοῦ Ὄθωνος; Λησμονεῖτε, Κύριοι, τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Γκρήτζαλη, τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 48, τόσας καὶ τόσας ἄλλας ἐπαναστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἔγειναν θυσίαι ὄχι μικραί; Ποῖος λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἀποζημιώσῃ ὅλους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν καὶ ὑπέστησαν τόσον μεγάλας ζημίας; Λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὰ 32 τὸ ἡρωϊκὸν αὐτὸ Μεσολόγγιον ὑπέστη τὰς τρομερωτέρας δηώσεις καὶ καταστροφάς; Ἂν θελήσητε, Κύριοι, ν’ ἀποζημιώσητε τὸ Ναύπλιον, πῶς ἠμπορεῖτε ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ἀποζημίωσιν εἰς τὸ ἡρωϊκὸν Μεσολόγγιον, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ὕπαρξιν εἰς τὴν Ἑλλάδα; Εἰς τὴν πάλην κατὰ τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος ἔλαβε μέρος ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις ὑπέστη μυρίας ὅσας καταπιέσεις, διπλοῦς καὶ τριπλοῦς φόρους ἐπλήρωσε, καταδυναστευόμενος ἀπὸ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀπέχω τοῦ νὰ χαρακτηρίσω, τῆς δυναστείας ἐκείνης. Ν’ ἀποζημιώμεθα ἡμεῖς οἱ λεγόμενοι πατέρες καὶ τὸν λαὸν αὐτὸν, τὸν πτωχὸν, ποῖος θὰ τὸν ἀποζημιώσῃ; Λοιπὸν πρέπει καὶ αὐτὸν νὰ τὸν ἀποζημιώσωμεν. Παραδέχεσθε, Κύριοι, τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποζημιώσεως; ἀλλὰ τὸ ἔθνος, ἡ πατρὶς εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀποζημιώσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς ζημίας, ὅλας τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας τὰ τέκνα της ἔκαμαν διὰ νὰ τὴν σώσουν ἀπὸ μίαν κατάστασιν, ἥτις ἦτο λυπηρά; Λέγω, ὄχι, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶν μέτρον ἐξαιρετικὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε παραδεχθῆ ἡ Συνέλευσις, ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον. Προσέξατε δὲ, Κύριοι, καλῶς! διότι ἂν παραδεχθῆτε τὴν ἀρχὴν ὡς πρὸς τὸ Ναύπλιον, αὔριον θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν παραδεχθῆτε καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ τότε ἡ Ἑλλὰς θὰ εἴπῃ ὅτι παρὰ νὰ ἔχῃ τοιούτους σωτῆρας, καλλίτερον νὰ μὴν ἔχῃ οὐδένα.
§40ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε εὖγε.
§41ΑΛΛΟΣ. Δὲν τρέχομεν τοιοῦτον κίνδυνον.
§42ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ ἱστορία θὰ τὸ ἀποδείξῃ, Κύριοι, ἐγὼ δὲ θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ ἡ Συνέλευσις ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει. Κύριοι, σᾶς κάμνω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Αἱ θυσίαι αἱ χρηματικαὶ, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἀπὸ τοὺς πολίτας χάριν ἑνὸς πολιτικοῦ σκοποῦ, τότε μόνον δίδουσιν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἀναλήψεως, ὅταν ἐγένοντο μὲ τοιοῦτον σκοπὸν καὶ πρὸς τὴν νόμιμον ἀρχήν· κατὰ πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν, πᾶσα ἀπαίτησις περὶ ἀποδόσεως αὐτῶν εἶναι ἄδικος, καὶ ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἐπιδιώξει τὴν ἀναγνώρισιν τοιαύτης ἀπαιτήσεως, καθὼς καὶ ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε τὴν ἀναγνωρίσει, νομίζω ὅτι ἀντιβαίνουν εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, καὶ πράττουν ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον στρέφεται κατ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἠθικῶς, διότι, τότε, Κύριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ἕκαστος πρὸς ἕνα ἢ τὸν ἄλλον, «Κύριε, μὴ ἐπικαλεῖσαι τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὰς θυσίας σου, μὴ ἔρχεσαι ἐν ὀνόματι τῶν ὑπηρεσιῶν σου πρὸς τὴν πατρίδα ζητῶν νὰ ῥιφθῶσιν οἰκογενειάρχαι εἰς τοὺς δρόμους! Μὴν ἔρχεσαι καὶ ζητεῖς θέσεις καὶ βαθμοὺς ἢ ἄλλας τακτικὰς ἀμοιβάς! Δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇς τοιαῦτα πράγματα, διότι φαίνεται ὅτι τὴν ἐπανάστασιν τὴν ἔκαμες μόνον καὶ μόνον διὰ ν’ ἀποζημιωθῇς. Πάρε λοιπὸν τὰς ἀποζημιώσεις σου καὶ ἄφες τὸ ἔθνος ἥσυχον!»
§43ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε (θόρυβος).
§44ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μὴ σᾶς ταράττουν, Κύριοι, οἱ λόγοι μου, δὲν εἶναι ὑπαγόρευσις αἰσθήματος ἀδίκου, δὲν εἶναι ὑπαγόρευσις αἰσθήματος ζηλοτυπίας ἢ φθόνου πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας, ἀλλὰ ὑπαγόρευσις συναισθήσεως τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, διότι βλέπω τὴν Ἑλλάδα, οὕτως εἰπεῖν, καταδικαζομένην ἀπὸ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν τέκνων της, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἑκάστοτε καὶ λέγουν ὅτι τὴν ἔσωσαν καὶ ἐν τούτοις δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ σκάπτουν τὸν λάκκον της.
§45ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Τὸν λάκκον τὸν σκάπτετε σεῖς Κ. Μεσσηνέζη.
§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸν λάκκον τῆς πατρίδος ποτὲ δὲν τὸν σκάπτω ἐγὼ καὶ ἀπέδειξα εἰς πολλὰς περιστάσεις, ὅτι δὲν σκέπτομαι καὶ δὲν πράττω παρὰ μόνον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. (Εὖγε, εὖγε.)
§47ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Δημοκοπεῖς.
§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅπως ἀπεδίωξα τὰς τιμὰς τῆς τυραννίας, τοιουτοτρόπως ἀποδιώκω τὰς δημοκοπίας τὴν σήμερον· καὶ δημοκόπος λέγεται σήμερον ἐκεῖνος, ὅστις θέλει νὰ κολακεύσῃ τὸ πνεῦμα τὸ ἰσχύον, καὶ τὸ πνεῦμα σήμερον τὸ ἰσχύον εἶναι τὸ ἐπαναστατικόν. Δημοκόπος λοιπὸν λέγεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ κολακεύσῃ τὸ τοιοῦτον πνεῦμα. Ἀλλά, Κύριοι, καθὼς οὐδέποτε ἠθέλησα, ἐπαναλαμβάνω, νὰ θύσω εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἀφοσιώσεως, καὶ τοῦτο τὸ μαρτυρεῖ ὁ βίος μου ὁλόκληρος, (εὖγε!) τοιουτοτρόπως δὲν θύω σήμερον εἰς τὴν δημοκοπίαν.
§49ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐν τούτοις τὸ Ναύπλιον σᾶς ἔφερεν.
§50ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἴπατε Κύριε, ὅτι μ’ ἔφερε τὸ Ναύπλιον· δὲν μ’ ἔφερε τὸ Ναύπλιον, μ’ ἔφερεν ἡ θέλησις τῆς πατρίδος μου, μ’ ἔφερεν ἡ ἔντιμος διαγωγή μου. (εὖγε, εὖγε! θόρυβος) Δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ πρὸς ἐμὲ ὅτι μ’ ἔφερεν ἐδῶ. Κύριοι, εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι ἡ παραδοχὴ τῆς ἀποζημιώσεως ὄχι μόνον θὰ μᾶς ῥίψῃ εἰς ἓν βάραθρον οἰκονομικὸν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀνθρώπινος δύναμις δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐξάξῃ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ θέλει μᾶς ἀποδείξει κατὰ πολὺ ἥττονας τῶν πατέρων μας. Τὸ ἔργον τῆς ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος ἐπαναστάσεως δὲν ἔγεινε μόνον μὲ τὸ σκανδάλι, ἔγεινε καὶ τῇ θυσίᾳ μεγάλων ὑλικῶν συμφερόντων. Χρήματα ἑκατομμύρια ἐξωδεύθησαν, κτήματα ἄπειρα, πεδιάδες ὁλόκληροι ἐδῃώθησαν, ὅλαι αἱ πόλεις καὶ τὰ χωρία αὐτὰ τῆς Ἑλλάδος κατεστράφησαν, πλοῖα μυρία ἐχάθησαν, ἵνα διαπραχθῇ τὸ μέγα ἐκεῖνο ἔργον. Μολοντοῦτο ἠκούσατε, ὅτι ἐθνοσυνέλευσις ὁποιαδήποτε ἔλαβε κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐπαναστάσεως τοιοῦτον μέτρον περὶ ἀποζημιώσεως, ἐκτὸς τοῦ μέτρου ἴσως περὶ τῶν νήσων; Ἠκούσατε, ὅτι ἐθνοσυνέλευσίς τις, ἐν καιρῷ ἀκόμη ἐπαναστάσεως, εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσῃ πρῶτον νὰ κανονίσῃ τὰς ἀποζημιώσεις διὰ τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος προσέφερε χάριν τῆς ἐπαναστάσεως; ὄχι, Κύριοι! Ἐν ὀνόματι ὅθεν τῆς περιφιλαυτίας σας, ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς τῆς γενεᾶς, ἡ ὁποία ἔκαμε τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως, σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀποκρούσητε τὴν προκειμένην πρότασιν. Ἐὰν ἔλθῃ μία ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος νὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀναγνωρίσῃ, ἐλευθέρως σκεπτόμενον καὶ ὄχι ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἐπαναστάσεως, ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα, περὶ οὗ πρόκειται, εὑρισκόμενον καὶ εἰς κατάστασιν νὰ τὸ ἱκανοποιήσῃ, τότε μάλιστα. Ἀλλὰ σήμερον ὑμεῖς αὐτοὶ οἱ ἐπαναστάται πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἰπῆτε πρὸς τὸν λαὸν, «ζητοῦμεν ἀπὸ σὲ ὅ,τι δὲν ἔχεις σὺ, λαὲ, σὺ, ὅστις πάντοτε κατεδικάσθης νὰ ἦσαι εἵλως, πρέπει ν’ ἀποζημιώσῃς ἡμᾶς, διότι ἀπεφασίσαμεν, ἐλεύθεροι γεννηθέντες καὶ ἐλεύθεροι θέλοντες νὰ ζήσωμεν, ἀπεφασίσαμεν νὰ ἐκθέσωμεν εἰς μερικοὺς κινδύνους τὸν ἑαυτόν μας ἵνα καταλύσωμεν τὴν τυραννίαν τοῦ Ὄθωνος, δι’ ὃ καὶ ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ λεγώμεθα σωτῆρες τοῦ ἔθνους, νὰ μᾶς ἀποζημιώσῃς μὲ τοὺς ἱδρῶτάς σου.» (Θόρυβος). Κύριοι, σᾶς ἐξορκίζω ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς σας ν’ ἀποκρούσετε τὴν πρότασιν ταύτην.
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, μετὰ τὴν παθητικὴν καὶ λίαν ζωηρὰν καὶ συγκινητικὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Αἰγίου, Κυρίου Μεσσηνέζη, ἔρχομαι νὰ ἐκφράσω καὶ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ψυχρότερον καὶ ἀπαθέστερον, διότι φρονῶ ὅτι ἐπὶ τοιούτων μάλιστα ζητημάτων ἡ ψυχρότης δύναται νὰ μᾶς φέρῃ ἀσφαλέστερον εἰς τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον. Ὡμίλησαν, Κύριοι! περὶ ἀποζημιώσεως, ὁ Κύριος Μεσσηνέζης μάλιστα ἐπὶ τῆς ἰδέας ταύτης ἐστήριξεν ὅλην τὴν εὔγλωττον ὁμιλίαν του καὶ τὴν ἔκκλησιν πρὸς τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν αὐταπάρνησιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ Κύριος Μεσσηνέζης καὶ ὅλοι ὅσοι ἀπεκάλεσαν τὴν ἀπαίτησιν, περὶ ἧς ἡ συζήτησις, ἀποζημίωσιν, ἐσύγχυσαν δύω διακεκριμμένας ἰδέας. Οἱ κάτοικοι τοῦ Ναυπλίου, Κύριοι! καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Φεβρουαρίου δὲν ὑπέστησαν μόνον τὴν ζημίαν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον ζητοῦν ἀπὸ τὸ Ἔθνος, οἱ κάτοικοι τοῦ Ναυπλίου καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Φεβρουαρίου ἐζημιώθησαν πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως. Ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς περιγράψω τὰς ζημίας ταύτας; εἰς κανένα δὲν εἶναι ξέναι· ὅλοι γνωρίζομεν τὰ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἀδελφοκτόνου ἐκείνου πολέμου, ὅστις μετέβαλε τὴν ἀνθηρὰν πόλιν τοῦ Ναυπλίου εἰς πένθιμον ἐρημούπολιν. Ἡ ἀνόρθωσις τῆς ἀκαταλογίστου ταύτης ζημίας δὲν πρέπει βέβαια νὰ ἀπαιτηθῇ ἀπὸ τὴν πολιτείαν, διότι ἕκαστος πολίτης ἔχει καθῆκον νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα καὶ νὰ φέρῃ ἀγογγύστως πᾶσαν οἱανδήποτε ἀναγκαίαν πρὸς τοῦτο θυσίαν. Ἐὰν λοιπὸν οἱ κάτοικοι τοῦ Ναυπλίου σᾶς ἐζήτουν ἀποζημίωσιν δι’ ὅλας τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ πολέμου ὑπέστησαν, εἴχετε τὸ δικαίωμα κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου Μεσσηνέζη νὰ τοὺς παραπέμψητε ἵνα μιμηθῶσι τὸ παράδειγμα τῶν πατέρων των, νὰ τοῖς παραστήσητε τὰς θυσίας, τὰς καταστροφάς, τὰς ἐρημώσεις, τοὺς κινδύνους, ὅλην τέλος πάντων τὴν τραγικὴν ἐποποιΐαν τῆς ἐπαναστάσεως τῶν 1821. Ἀλλὰ, Κύριοι! οἱ κάτοικοι τοῦ Ναυπλίου δὲν σᾶς ζητοῦν τοιαύτην ἀποζημίωσιν. Σᾶς ζητοῦν χρήματα δοθέντα εἰς μίαν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐγκαταστήσει ἡ ἐπανάστασις, καὶ ἥτις νομιμοποιηθεῖσα σήμερον θεωρεῖται τακτικὴ καὶ νόμιμος ἐξουσία, ὅπερ διαφέρει τῆς ἀποζημιώσεως οὐσιωδῶς. Ἐὰν Κύριοι! ἀρνηθῆτε τὴν νομιμότητα τοιαύτης ἀπαιτήσεως, ἀρνήθητε τότε καὶ τὴν νομιμότητα τῶν ἀπαιτήσεων, τὰς ὁποίας ἀπέκτησάν τινες κατὰ τὴν μεγάλην ἡμῶν ἐπανάστασιν, δόντες χρήματα εἰς τὰς κατὰ καιροὺς ἐπαναστατικὰς Κυβερνήσεις καὶ εἴπατε ὅτι δὲν δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὴν ἐλαχίστην ἀποζημίωσιν ἀπέναντι ὄχι τῶν κινδύνων ἢ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν, ἀλλὰ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν εἰς τὰς ἐπαναστατικὰς Κυβερνήσεις· ἀλλὰ τοῦτο τὸ θεωρεῖτε ἄδικον. Διατὶ λοιπὸν τότε χωρίζετε τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ναυπλίου; ποῦ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ σκανδαλώδης καὶ ἀξιοθρήνητος διαφορά; ποῦ ἡ οἰκτρὰ παραμέλησις τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος, τὴν ὁποίαν τόσον πικρῶς ἐθρήνησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ πατριώτης πληρεξούσιος Κύριος Μεσσηνέζης; Ἀλλ’ ἂν ἀνοίξητε, μᾶς λέγουν, αὐτὴν τὴν θύραν, πῶς θὰ τὴν κλείσητε κατόπιν; Θὰ ἔλθῃ τὸ ἡρωϊκὸν Μεσσολόγγιον νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν. Θὰ ἔλθουν ὅλοι οἱ ἀπὸ τοῦ 1833 παθέντες ἐκ τῶν πολλῶν ἐπαναστάσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος, νὰ σᾶς ζητήσουν ἀποζημιώσεις. Τί θὰ κάμετε; Κύριοι! ὅταν κάμητε τὴν διάκρισιν τῆς ἀποζημιώσεως ἀπὸ τῶν δανείων τῶν δοθέντων εἰς μίαν κυβέρνησιν ἐγκατασταθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως, δὲν θὰ εὕρητε σπουδαίαν τὴν ἀντίῤῥησιν. Ὑπέστησάν τινες ζημίας εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ὑπέστησαν ζημίας ἀλλαχοῦ. Οὐδεὶς τὰς ἀμφισβητεῖ· ἀλλὰ τὰς ζημίας ταύτας πρέπει νὰ φέρῃ ὁ πολίτης, καθὼς τὰς πολυειδεῖς ζημίας τοῦ Φεβρουαρίου ἔφερον οἱ κάτοικοι τοῦ Ναυπλίου ἀγογγύστως. Ἐὰν οἱ κάτοικοι τοῦ Μεσολογγίου καὶ τῶν ἄλλων μερῶν ἐκτὸς τῶν κοινῶν ζημιῶν τοῦ πολέμου, ἔδωκαν καὶ χρήματα εἰς τὰς κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις, βεβαίως ἔχουν ὁμολογίας, καθὼς φέρουν ὅλοι οἱ δανεισταί.
§52ΛΥΣ. ΒΙΛΑΕΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς (ἀληθὲς, ἀληθές. Θόρυβος).
§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θέλω ἐνδιατρίψει πολὺ εἰς τὸ νομικὸν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ Κύριος Μεσσηνέζης νὰ προβάλῃ διὰ νὰ καταστρέψῃ δῆθεν τὴν βάσιν τῆς πρὸς ἀποζημίωσιν ἀπαιτήσεως, ὅπως τὴν ὠνόμασεν. Ἀπαίτησιν περὶ ἀποζημιώσεως ἔχει τις, εἶπεν ὁ Κύριος Μεσσηνέζης, ὅταν δίδῃ μὲ σκοπὸν ἀναλήψεως εἰς νόμιμον Κυβέρνησιν. Μ’ ὅλην τὴν ὑπόληψιν τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὴν νομομάθειαν τοῦ Κυρίου Μεσσηνέζη, δὲν θεωρῶ ὀρθὸν τὸ νομικόν του τοῦτο ἀπόφθεγμα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐδιδάχθην καὶ γνωρίζω ὅτι τὸ πρὸς ἀποζημίωσιν δικαίωμα ἠμπορεῖ νὰ πηγάσῃ ἀπὸ περίστασιν ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τῆς θελήσεως τοῦ δικαιούχου· γνωρίζω ὅτι ἂν ὁ Α, χωρὶς διόλου νὰ ζητήσῃ τὴν συγκατάθεσίν μου, μοῦ ἁρπάσῃ διὰ τῆς βίας τὴν περιουσίαν, δύναμαι βέβαια νὰ ζητήσω ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὸν ἐνεργήσαντα τὴν τοιαύτην πρᾶξιν, ὥστε τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἀξιώματος πίπτει. Δὲν ἐξετάζω τὸ δεύτερον μέρος, διότι δὲν πιστεύω νὰ εἶπε σπουδαίως ὁ Κύριος Μεσσηνέζης, ὅτι δὲν ἦτο νόμιμος ἡ ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις τοῦ Ναυπλίου, ἀφοῦ τὴν ἐπανάστασιν αὐτὴν συνεμερίσθη τὸ Ἔθνος, καὶ τῆς ἐπαναστάσεως ταύτης ἔκφρασις εἶναι ἡ Συνέλευσις, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ. Τελειόνω μὲ μίαν παρατήρησιν. Τὰ Ἔθνη, Κύριε Μεσσηνέζη, δὲν χάνονται διὰ χρηματικῶν παροχῶν, καὶ ὅταν ἀκόμη ἦναι αὗται ἀμοιβαί, διδόμεναι εἰς χρηστοὺς πολίτας, ἀναδειχθέντας ἀξίους τῆς πατρίδος· τὰ ἔθνη χάνονται, ὅταν δὲν ἐκπληροῦν μετὰ σεβασμοῦ θρησκευτικοῦ ὑποχρεώσεις, στηριζομένας ἐπὶ τοῦ δικαίου. Τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἡ ἀσφαλεστέρα ἔνδειξις τῆς ἠθικῆς τῶν λαῶν ζωῆς. Τὰ Ἔθνη, Κύριοι, ἐχάθησαν, ὅταν ἔχασαν τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης καὶ ἔπαυσαν νὰ διακρίνωσι καὶ ἐκτιμήσωσι τὸ καλὸν καὶ τὸ κακὸν, τὸ τίμιον καὶ τὸ αἰσχρὸν, τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἄδικον.
§54ΒΑΣΟΣ. Ἠξεύρετε, Κύριοι, τί ἤκουσα ἀπὸ τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον Κύριον Μεσσηνέζην; ἤκουσα νὰ ὑποστηρίζῃ μίαν ἀρχήν. Ὅταν εἰς ἓν ἔθνος ἴδητε μὴ ἀνταμειβομένην τὴν ἀρετὴν, τὸ ἔθνος ἐκεῖνο εὑρίσκεται ἐν ἀθλίᾳ καταστάσει, καὶ ἤκουσα τὸν ἔντιμον Πληρεξούσιον Κύριον Μεσσηνέζην νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀρετὴ δὲν πρέπει νὰ ἀνταμείβηται· καθαρῶς τοῦτο σᾶς εἶπεν· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν πρόκειται περὶ ἀμοιβῆς; Ὄχι, εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν πρόκειται, ἐὰν εἰς τοὺς Ναυπλιεῖς, οἵτινες ἔδωκαν χρήματα ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῆς ἐπαναστάσεως, πρέπει ν’ ἀποδοθοῦν εἰς αὐτοὺς ταῦτα. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τοῦτο ἦτο ἓν χρέος, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸν λαὸν, χρέος, τὸ ὁποῖον πολλάκις γίνεται τοιουτοτρόπως. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν θέλει τὸ ἀναγνωρίσει, ἡ ἐξουσία ἐκείνη εἶναι ἀνήθικος, διότι, Κύριοι, ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ναυπλίου εἶναι ἐπανάστασις νομιμοποιημένη καὶ ἐνομιμοποιήθη ἔκτοτε κατ’ ἐμέ. Ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, ἐνομιμοποιήθη ἐπισήμως ἀπὸ ὅλον τὸ ἔθνος· ἄρα ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι χρέη ἐκ μέρους τῆς Ναυπλιακῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν δὲν τὸ πράξωμεν εἶναι ἀνήθικον. Εἶναι χρέος δημόσιον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὸ ἔθνος. Τὶ σᾶς ἀνέμνησεν ὁ Κύριος Μεσσηνέζης; Σᾶς εἶπε, «φέρετέ μου μίαν Συνέλευσιν τῶν πατέρων μας, καὶ εἰπέτε μου ποία ἐξ αὐτῶν ἔκαμε τοιαύτην πρᾶξιν.» Εἶναι μεγαλήτερος τὴν ἡλικίαν ἀπὸ ἐμὲ ὁ πληρεξούσιος Κύριος Μεσσηνέζης, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὅμως νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ὅ,τι ἀπῃτεῖτο αἱ Συνελεύσεις ἐκεῖναι ἔκαμον, ἀλλ’ ἠξεύρετε τί δὲν ἔκαμον; Δὲν ἐφρόντισαν ν’ ἀσφαλίσουν καθ’ ὁλοκληρίαν τοὺς ἀγωνιστὰς, δὲν ἐφρόντισαν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ φροντίσουν, καὶ διὰ τοῦτο τοὺς βλέπετε καθ’ ἑκάστην ν’ ἀποθνήσκωσιν εἰς τὴν ψάθην, διὰ τοῦτο, λέγομεν καθ’ ἡμέραν, ὁ Πεῤῥαιβὸς ἀπέθανεν εἰς τὴν ψάθην, ὁ ἄλλος πεινᾷ, διότι αἱ Συνελεύσεις ἐκεῖναι ἔπραξαν ἐν μέρει ὅ,τι σήμερον ὑπεστήριξεν ὁ Κύριος Μεσσηνέζης (θόρυβος). Ἀλλὰ, Κύριοι, τρίτον ἐπιχείρημα τοῦ ἐντίμου Πληρεξουσίου Κυρίου Μεσσηνέζη, καὶ τὸ ὁποῖον ἀληθῶς μοὶ ἐφάνη πολὺ σπουδαῖον, εἶναι τὸ ἀκόλουθον· σᾶς εἶπεν «ἡ Συνέλευσις τοῦ ἔθνους, ἐὰν ἀνταμείψῃ, ἢ ἐὰν ἐπιψηφίσῃ τὴν πρότασιν περὶ τῶν κατοίκων τοῦ Ναυπλίου, τὶ θὰ πράξῃ διὰ τὸ Μεσολόγγιον, διὰ τὰς Ἀθήνας, διὰ τοὺς μαχητὰς τοῦ Πέτα;» Μοὶ ἐφάνη, Κύριοι, ὡς νὰ εἶδον ἕνα ἄνθρωπον καταπληγωμένον, καὶ ἐζητοῦμεν τὸν τρόπον πρὸς ἴασιν μιᾶς πληγῆς εὐκολωτέρας, ὁ δὲ Κύριος Μεσσηνέζης ἀνῆρε τὸ κάλυμμα καὶ εἶπε «μὴ θεραπεύετε καὶ αὐτὴν, διότι ἔχει πολλὰς πληγὰς, ἀφήσατέ τας·» ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ τὰς ἰατρεύσωμεν, ὅσον δυνάμεθα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς ἱκανοποιήσωμεν ὅλας. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως ἀναγνωρίζει τὰ δικαιώματα τῆς ἐπαναστάσεως, διότι βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τοῦ 63, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τοῦ 36, ἡ ἐπανάστασις τοῦ 43, ἡ ἐπανάστασις τοῦ 48, ἡ ἐπανάστασις τοῦ 21, εἶναι μία ἐπανάστασις· ἡ ἐπανάστασις τοῦ 21 ἀκολουθεῖ καὶ δὲν θὰ τελειώσῃ παρ’ ὅταν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος φθάσῃ εἰς τὸν προορισμόν του· μία εἶναι ἡ ἐπανάστασις, μὴ χωρίζετε τὰς ἐπαναστάσεις· θέλω νὰ εἴπω λοιπὸν, ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν ᾖναι σήμερον εἰς κατάστασιν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἱκανοποιήσῃ, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκπληρώσῃ ὅ,τι δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἀντεῖπεν ὁ ἔντιμος Πληρεξούσιος Κύριος Μεσσηνέζης, ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα· καὶ τὶς σᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ πληρώσωμεν χρήματα; Σᾶς εἶπον νὰ ἀναγνωρίσητε τὸ χρέος καὶ νὰ δώσητε ὁμολογίας, ἂς πράξῃ τὸ ἔθνος ὅ,τι δυνατόν. Δὲν ἐζήτησαν πλοῦτον διὰ νὰ τοὺς δώσητε· δὲν ἦλθον ἐδῶ οἱ συγγενεῖς καὶ αἱ χῆραι τῶν φονευθέντων, νὰ σᾶς εἴπουν νὰ δώσετε, σᾶς εἶπον νὰ πληρώσητε ἓν δάνειον τὸ ὁποῖον ἐκάμετε, καὶ ὀφείλετε νὰ τὸ πληρώσετε, ὅπως ὀφείλετε νὰ πληρώσετε καὶ τὸ δάνειον τῶν 6,000,000, σᾶς εἶπον δόσατε ὁμολογίας τοῦ χρέους σας, καὶ ὅταν τὸ ἔθνος δυνηθῇ ἂς τὸ πληρώσῃ. Τὶ λοιπὸν ἄδικον εὑρίσκετε εἰς τὴν πρότασιν ταύτην; ἐνόμισα, ὅτι ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις δὲν ἤθελε κἂν συζητήσει τοῦτο, ἐφρόνουν ὅτι ἠμποροῦσε νὰ συζητήσῃ τίνι τρόπῳ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δάνειον, καὶ νὰ συζητήσῃ τίνι τρόπῳ νὰ πληρώσῃ τὸ δάνειον τοῦτο, καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας Κ. Μεσσηνέζης, τὸν ὁποῖον πολὺ ὑπολήπτομαι, ἐπλανήθη πλάνην οἰκτρὰν νὰ καταπολεμήσῃ τὴν ἀρχὴν. Πέπεισμαι, Κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἀναγνωρίζουσα τὸ δίκαιον τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ μένουσα εἰς τὸ δίκαιον, θὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς προτάσεως συμφώνως μὲ τὴν καταλληλοτέραν γνώμην.
§55ΚΑΛΟΣ. Ἄν ἄλλος τις ἤθελεν ἐκφέρει ὅσα ὁ ἔντιμος Πληρεξούσιος ἐξ Αἰγίου, ἤθελον βεβαίως ἔλθει θρασὺς κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ἢ κατ’ εὐτυχίαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν αἰσθάνομαι, ὅτι ἐκινήθη ἀπὸ αἴσθημα Πατριωτισμοῦ, κακῶς ἐννοηθέντος παρ’ αὐτοῦ. Ἐὰν ἐπρόκειτο οἱ ἐργάται τῆς μεταβολῆς αὐτῆς νὰ ζητήσουν ἀποζημιώσεις, δίκαιον εἶχε νὰ καταφερθῇ καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἤθελον καταψηφίσει ἐναντίον πάσης τοιαύτης ἀπαιτήσεως· βεβαίως, ἔχοντες τὸ παράδειγμα τῆς πατρίδος μας, ἔχοντες τὰ παραδείγματα τῶν ἄλλων ἐθνῶν, δὲν ἐδικαιούμεθα δι’ ὅσας ἂν ὑπέστημεν ζημίας, δι’ ὅσα ἂν ὑπέστημεν κακὰ ἐκ τοῦ παρελθόντος συστήματος πρὸς καταστροφὴν αὐτοῦ, δὲν ἐδικαιούμεθα, λέγω, νὰ ζητήσωμεν ἀποζημιώσεις· καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Ναυπλίας, ἐὰν προσήρχοντο ζητοῦντες ἀποζημίωσιν δι’ ὅσα ὑπέστησαν, βεβαίως καὶ αὖθις καὶ ἐγὼ ἔπρεπε νὰ καταψηφίσωμεν, ἀλλὰ δὲν ζητοῦν ἀποζημίωσιν, ὅπως πολλάκις ἐπανελήφθη, δὲν ζητοῦν ν’ ἁρπάσωσιν ἀπὸ τὰ στόματα τῶν Ἑλλήνων τὸν ἄρτον, ὄχι, Κύριε Μεσσηνέζη, ζητοῦν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδωκαν ἀναγκαστικῶς πρὸς συντήρησιν Κυβερνήσεως, νομίμως κατασταθείσης, καὶ ὡς τοιαύτη ἡ τότε Κυβέρνησις τῆς Ναυπλίας εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ τοὺς φόρους, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παραλάβῃ τὰ ταμεῖα, ἐπέβαλεν ἐράνους καὶ οἱ ἔρανοι οὔτε εἶναι δάνειον ἀποδοτέον, αὐτὴ ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις τοῦ ὀκτωβρίου ἐνταῦθα παρέλαβεν ὅ,τι ὑπῆρχεν· ἔκαμεν ἐθνικὸν δάνειον, διέθεσε πᾶσαν ἐθνικὴν περιουσίαν, καὶ αἱ εἰσπράξεις της νομίζετε, ὅτι δὲν εἶχον κῦρος, ἂν ἀντεπανάστασις τὴν ἐπιοῦσαν ἐδύνατο νὰ κατισχύσῃ ἢ μετὰ 10 ἡμέρας κατίσχυε. Φρονεῖτε ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη ἐδικαιοῦτο νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν λαὸν πᾶν ὅ,τι κατέβαλεν εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν νὰ ῥίψῃ εἰς βάρος τῶν μελῶν τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως πᾶσαν τῶν ἰδιωτῶν ἀπαίτησιν; Δὲν εἶναι Κύριοι ἐκπλήρωσις καθήκοντος πατριωτισμοῦ τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγει ὁ Κύριος Μεσσηνέζης, εἶναι μία ἄρνησις δικαιοσύνης, καὶ μία ἄρνησις δικαιοσύνης θὰ ἔχῃ κακὰς συνεπείας εἰς τὸ μέλλον. Οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ ποτὲ νὰ δώσῃ τὸν ὀβολόν του, ἢ νὰ προσφέρῃ ὁποίαν δήποτε θυσίαν, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι αὕτη δὲν θὰ ἀνταμειφθῇ ἠθικῶς κἂν, οὐδὲ πᾶς ἔρανος αὐτοῦ θὰ ἀποδοθῇ. Εἰς τὰς ἄλλας ἐπαναστάσεις, Κύριοι, ὅλον τὸ ἔθνος κατέβαλεν, ἐνταῦθα ὅμως ἐμάχετο μία μικρὰ γωνία ὑπὲρ τοῦ ὅλου· ἡ ἐπανάστασις τοῦ 21 ἦτο γενικὴ, ἐμάχετο ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διότι γενικὸς ἦτο ὁ κίνδυνος, ὅλοι ὑπεβάλλοντο εἰς τὰ αὐτὰ δυστυχήματα, ἡ ἐπανάστασις ὅμως τοῦ 48 καὶ 47 εἶχέ τι ὑψηλότερον, ἠναγκάσθησαν οἱ ὀλίγοι νὰ ἐξαναστῶσι κατὰ τοῦ αὐθαιρέτου συστήματος καὶ κατὰ τῶν ἀδελφῶν. Σᾶς λέγουσι, μὴ ἀναγνωρίσετε αὐτὸ τὸ χρέος, καὶ οἱ φορολογηθέντες ἂς κινήσωσιν ἀγωγὴν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες τοὺς ὑπέβαλον εἰς τοὺς ἐράνους. Πιστεύω, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν ἀνέχεται τοιοῦτόν τι, διότι ἴσως ἄνευ ἐκείνης τῆς ἐπαναστάσεως δὲν ἐπήρχοντο τὰ μετὰ ταῦτα, καὶ πῶς τολμῶσιν οἱ χθὲς ἐξυμνήσαντες τοὺς ἄνδρας τῆς Ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως, νὰ παραπέμπωσι αὐτοὺς εἰς τὰ δικαστήρια πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν συνενεγκόντων εἰς ἐνίσχυσιν τῆς πράξεως ἐκείνης, ἥτις ἐπροκάλεσε τὸν πανηγυρικόν των; Συμπεραίνων τὸν λόγον μου, Κύριοι, λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε τὸ χρέος αὐτὸ, ὁ δὲ τρόπος τῆς ἀποδόσεως αὐτοῦ δὲν εἶναι ἔργον τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θέλει λάβει ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις καὶ εἰσαγάγει τὸ ἀνῆκον ψήφισμα οἱ κάτοικοι τοῦ Ναυπλίου δὲν σᾶς ζητοῦν σήμερον τὰ χρήματα, σᾶς λέγουν ἀναγνωρίσατε τὰς ἐράνους ὡς χρέος ἐθνικὸν, καὶ ἀπόδοτε τὰ ὀφειλόμενα ὅπως καὶ ὅταν δύνασθε. Ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς αἰτήσεώς των εἶναι ἄρνησις δικαιοσύνης καὶ ἀδίκημα κατὰ τῶν ὀλίγων ὑπὲρ τῶν πολλῶν.
§56ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Ναυπλιακῆς δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐπιφέρω γνώμην ὡς προεκφρασθεὶς καὶ εἰς τὴν ά. ἀγόρευσίν μου, ἀλλ’ αἱ ἐξηγήσεις τοῦ Κυρίου Μεσσηνέζη ἐπεξετάθησαν εἰς ὅλον τὸ παρελθὸν, λαβοῦσαι τὰ πάντα ὑπὸ μίαν ἔποψιν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐπαναστάσεως μέχρι σήμερον ἐπὶ ὁλοκλήρων 43 ἐτῶν. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, ὁρμώμενος ἀπὸ τὸν Κύριον Μεσσηνέζην νὰ κάμω νὰ ὁμολογήσῃ ὁ ἴδιος ὅτι εἰς ταῦτα τὸν ἐκίνησε μᾶλλον ὁ ζῆλος τοῦ δημοσίου πλούτου, οὐχὶ δὲ τὸ πολὺ δίκαιον· ὁ Κύριος Μεσσηνέζης ἤθελε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ ὑπὲρ τῶν ὅλων ἀγὼν δὲν πρέπει νὰ ἀνταμείβηται, εἰς τοῦτο δὲν ἔχει πολὺ δίκαιον· λυποῦμαι, ὅτι λόγιος ἀνὴρ ὢν δὲν ἐπέστησε τὴν προσοχήν του κἂν εἰς τὴν ἱστορίαν, διότι ὁ ἴδιος βέβαια δὲν τὰ ἐνθυμεῖται, διότι ἢ δὲν ἦτο γεννημένος, ἢ ἦτο πολὺ μικρὸς, ἂς ἀκούσῃ ἀπὸ ἐμὲ τὸν γέροντα. Τὸ ἔθνος ἀνεγνώρισε τὰς ἀνταμοιβὰς καὶ τὰς χρηματικὰς δαπάνας καὶ θυσίας εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰς ἔκαμαν· αὐτὸ ὅμως δὲν ἐνήργησε τίποτε, οὔτε ἀπεζημίωσεν. Εἰς ὅλας τὰς Συνελεύσεις ἔγεινε λόγος νὰ ἀνταμειφθῶσιν οἱ ὑπὲρ πατρίδος ἀγωνισθέντας καὶ θυσιάσαντες· ὥρισεν ὡσαύτως διὰ τοὺς πολιορκητὰς τοῦ Μεσολογγίου, οὓς ἀνέμνησεν ὁ ῥήτωρ, καθὼς καὶ δι’ ἐκείνους τῆς ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ῥητῶς ὠνόμασεν ὑπὲρ αὐτῶν τὸν ἐνταῦθα ἐλαιῶνα, τὸν ὁποῖον ἐμερίμνησαν καὶ μεριμνοῦν νὰ λάβουν ἄλλοι, ἑνὶ δὲ λόγῳ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀπεφάσισε τὸ ἔθνος· τὸ ἔθνος ἀπεφάσισεν ἀποζημίωσιν καὶ ἐλπίζω νὰ ἐκπληρωθῇ, νὰ εὕρῃ καὶ ὁ στρατιώτης τὸ δίκαιόν του, καὶ ὁ πλούσιος καὶ ὁ πένης τῇ αὐστηρᾷ δικαιοσύνῃ τοῦ εὐτυχῶς ἐκλεχθέντος Βασιλέως μας ἀπὸ Νομοθετικὰ Σώματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι ἀνεξάρτητα. Τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀποζημίωσις· ὅταν ὁ Ναυπλιεὺς καὶ οἱ ἐν τῷ φρουρίῳ ἐξανέστησαν κατὰ τῆς τυραννίας, καὶ τοὺς ὁποίους οἱ ἄλλοι ἐπαρχιῶται ἐπολέμουν ἔξωθεν, ἴσως καὶ ἀκουσίως, οἱ ἐντὸς ὅμως ἐπολέμουν προθύμως· ἑπομένως ἀφοῦ ἔδειξαν τοιαύτην ἐξαιρετικὴν διαγωγὴν, πῶς δυνάμεθα νὰ τοὺς καταδικάσωμεν, ἐνῷ δὲν ζητοῦν παρ’ ὅ,τι κατέβαλον; οἱ Ναυπλιεῖς δὲν εἶναι ἰθαγενεῖς, εἶναι ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους ἔῤῥιψεν ἐκεῖ ὡς συντρίμματα ἡ ἐπανάστασις ἀπὸ τὰς τρικυμίας τοῦ Κιουταχῆ τοῦ Δράμαλη καὶ τοῦ Ἰμπραΐμη, ἀλλὰ διὰ πολυειδῶν κόπων καὶ κινδύνων συνεκεντρώθησαν ἐκεῖ, ἀφοῦ ὑπέφεραν καὶ πρὶν καὶ μετὰ ταῦτα ὅλας τὰς πικρίας τοῦ πολέμου καὶ ἰδίως τὰ τοῦ φρουρίου ἐκείνου δυστυχήματα, καὶ διὰ συνεισφορῶν καὶ ἐράνων καὶ διὰ πάσης ἄλλης θυσίας. Καὶ σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι τὸ Ναύπλιον ὑπῆρξεν ἡ σωτηρία τῶν 1825, ἐκεῖ κατέφυγεν ὅλος ὁ κόσμος καὶ ηὗρεν ὑποδοχήν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ὑπέφεραν περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους κατοίκους. Ἐνταῦθα πρόκειται μία μερικὴ περίστασις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀποζημίωσις, ὑποθετικὸς λογαριασμὸς, εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα εὐγῆκαν ἀπὸ τὸ πουγγεῖον, ἀπὸ τὰς ἀποθήκας, καὶ τὰ ὁποῖα ἔδωκαν εἰς τὰς φρουρὰς, ἀντὶ νὰ τὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις· ἐὰν τὸ ἀρνηθῶμεν τοῦτο, ποτὲ κἀνεὶς δὲν θὰ συνδράμῃ εἰς ἓν καλὸν, ἀλλὰ θὰ τὸ βλέπῃ καὶ θὰ φεύγῃ· παρακαλῶ τὸν Κύριον Μεσσηνέζην νὰ θεωρήσῃ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην μὲ ὄμμα συμπαθὲς, νὰ θεωρήσῃ τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς, ὅτι ἐξετέλεσαν ἓν καθῆκον, εἰς τὸ ὁποῖον διεκρίθησαν, καὶ δὲν πρέπει νὰ τοὺς κατηγορήσωμεν, ἀλλὰ πρέπει μᾶλλον νὰ ἐπιβάλωμεν ἓν ἔμπλαστρον εἰς τὰ κακὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν, ἀπολέσαντες καὶ χρήματα ἄλλων, καὶ πράγματα πολλὰ, τόσας χιλιάδας δραχμῶν· διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις ἀξιοπρεπῶς καὶ δικαίως φερομένη πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ δοθέντα χρήματα. Περὶ δὲ τοῦ τρόπου τῆς πληρωμῆς ἡ ἐπιτροπὴ ἡ οἰκονομικὴ δύναται νὰ ἀποφασίσῃ. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν πραγμάτων, ποσοτήτων μέχρι τῶν 40–50 χιλιάδων δραχμῶν, δι’ ἃ δὲν εἶχον δοθῆ ἀποδείξεις, αἱ δὲ δοθεῖσαι ἀπωλέσθησαν, εἶμαι σύμφωνος ὅτι αὕτη πρέπει νὰ προϋπάρξῃ ὑπὸ τῆς διορισθησομένης ἐπιτοπίας ἐπιτροπῆς.
§57Λ. ΒΙΛΑΕΤΗΣ. Ἐπειδὴ κατὰ δυστυχίαν ἐλέχθησαν τινὰ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς τὰς Συνελεύσεις ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος εἶναι περὶ ἀποζημιώσεων, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς ὅ,τι θὰ σᾶς εἴπω. Θὰ σᾶς εἴπω ἱστορίας καὶ ὄχι ἰδέας καὶ θεωρίας. Κύριοι, ἡ πρότασις τοῦ νὰ δοθῇ ἡ ἀποζημίωσις τῶν χρημάτων, ἅτινα ἐδόθησαν ἀπὸ τοὺς Ναυπλιεῖς κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ναυπλίας, ἐκίνησε τὸ ζήτημα τοῦτο· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ κάμωμεν μέγα ἄδικον, οὔτε νὰ ἀφαιρῶμεν τὴν ἀποζημίωσιν ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν δικαίωμα νὰ λάβουν· ὁ λόγος εἶναι ὅτι ὁμογενεῖς τινες συνεισέφερον χρήματα εἰς τὸν στρατὸν ὅστις ἐπετέθη κατὰ τῆς τότε δεσποτίας. Τὸ ζήτημα εἶναι δίκαιον, διότι ἡ συνεισφορὰ αὐτὴ, ἢ τὸ δάνειον αὐτὸ στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς πράξεως μιᾶς κυβερνήσεως· ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ παραδέχομαι ἀναντιῤῥήτως, χωρὶς νὰ παραγνωρίσω τὴν κυριαρχίαν τῆς Συνελεύσεως. (Θόρυβος) Παραδέχομαι, Κύριοι, ἂν θέλετε, ὅτι ἡ ἀποστασία αὐτὴ ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ἀπαλλαχθῇ τὸ ἔθνος τοῦ δεσποτισμοῦ, ἀλλ’ εἴπετέ μοι σᾶς παρακαλῶ, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ναυπλίου εἶναι εἰς ἀνωτέραν κατάστασιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 21, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 22; Ἡ συνεισφορὰ ὁμογενῶν εἶχε δικαιώματα περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνεισέφερον εἰς τὸν ἐξοπλισμὸν τῶν πλοίων; Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἦτο εἰς πολὺ κρείττονα θέσιν, καὶ δὲν δύνασθε, εἰμὴ νὰ βλασφημήσητε, ὅταν καταβιβάζητε τὴν ἀξιοπρέπειαν ἐκείνων, οἵτινες συνεισέφερον διὰ τὴν πολιορκίαν τοῦ Μεσολογγίου. Ὁ Κύριος Ῥήγας λέγει, ὅτι ἔγεινε λόγος περὶ ἀποζημιώσεως εἰς τὰς ἄλλας Συνελεύσεις, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι τὰ ψηφίσματα δὲν ἀναφέρονται περὶ ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ἀναφέρονται ἐπὶ ὡρισμένων ἀντικειμένων· αἱ συνεισφοραὶ δὲ, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἀπὸ τὰ ἄτομα, εἶναι παρημελημέναι, καὶ πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ αὐτῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Κύριοι, κατὰ τρεῖς περιστάσεις, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐτέθη ἀναγκαστικὸς ἔρανος, κατὰ τὸ 1821, ὅτε περιῆλθε τὴν χώραν ὁ Καράπαυλος, 40,000 γρόσια συνεισέφερεν ὁ Νικολῆς ὁ Λόντος· ἀκολούθως ἡ τότε Κυβέρνησις ἐξέδωκε 3,000,000 γρόσια εἰς γραμμάτια· ἄλλως τε, Κύριοι, ἑκάστη ἐπαρχία τότε συνεισέφερε διαρκῶς καὶ συνετήρει τὰ στρατόπεδα καὶ τὰς πολιορκίας τῶν φρουρίων· ἡ Ἠλεία καὶ Ἀχαΐα συνετήρουν τὴν φρουρὰν τοῦ Μεσολογγίου, ἡ Μεσσηνία τὴν τῶν Μεσσηνιακῶν φρουρίων τὸν φόρον των τὸν ἔδιδαν, Κύριοι, τοῦτο δὲν θεωρεῖται βεβαίως ὡς ἐσωτερικὸν δάνειον· νομίζετε ὅτι ὅσα ἔδωκαν οἱ Ναυπλιεῖς εἶναι ἱερὰ; ἱερὰ εἶναι καὶ αὐτὰ, ἀλλ’ ἔτι ἱερώτερα εἶναι καὶ τὰ προηγούμενα. Θεωρήσατε, Κύριοι, ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἀγωνισθέντων καὶ καταβαλόντων, καὶ τότε καθιερώσατε ἓν κοινὸν μέτρον δι’ ὅλα. Ἰδοὺ ὁ Ζέρβας Κύριοι, 100 χιλιάδας δραχμὰς ἐζημιώθη, ὅταν ἔγεινεν ἡ ἀποστασία τοῦ 1836 καὶ 5 ἔτη ἐξορίαν, τί ἐπῆρε; θέλετε Κύριοι διὰ νὰ ἀνταμείψητε τὴν ἀρετὴν καὶ τὸν πατριωτισμὸν, τὸν ὁποῖον πολλάκις ἐπεκαλέσθημεν; ἀνταμείψατε τὰς θυσίας αὐτὰς διὰ νὰ δώσητε καὶ ἓν παράδειγμα εἰς τοὺς μεταγενεστέρους ὅτι τὸ ἔθνος περιποιεῖται καὶ ἀνταμείβει τοὺς συντελέσαντας ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Σᾶς λέγω λοιπὸν Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀνταμείψητε ὅλους καὶ ὄχι ἓν μέρος, διότι, ἂν τοῦτο πράξετε, θὰ πράξετε ἀδίκημα.
§58ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι! Θὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ τῶν περιστατικῶν, περὶ ὧν γίνεται ἤδη συζήτησις ὡς αὐτόπτης μάρτυς τῶν πραγμάτων, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ στόματός μου θέλετε ἀκούσει ἀληθείας. Ἰδοὺ τὶ συνέβη κατὰ τὴν Ναυπλιακὴν ἐπανάστασιν τοῦ Φεβρουαρίου. Πρὸς τοὺς συνεννοηθέντας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον Κυρίους ἀξιωματικοὺς καὶ ἰδίως πρὸς τὸν τότε ἀνθυπολοχαγὸν τοῦ Πυροβολικοῦ Κύριον Θ. Μάνον εἶπον ὅτι ἡ ἐπανάστασις πρέπει νὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ ἀτμοπλοίου τῆς περιφερείας ἢ τοὐναντίον πρέπει νὰ συλληφθῇ. Ἐπίσης εἶπον πρὸς τὸν ἴδιον Κύριον Μάνον ὅτι, ἐκραγείσης τῆς ἐπαναστάσεως, πρέπει νὰ βιασθῇ ἡ θύρα τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης, ἵνα ἐν αὐτῇ εἰσαχθῇ φρουρὰ πρὸς ἐμπόδισιν τοῦ πράκτορος Γάλλου καὶ διευθυντοῦ συνάμα τοῦ ὑποκαταστήματος, νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς τὴν συγκοινωνοῦσαν μὲ τὸ ὑποκατάστημα τῆς Τραπέζης οἰκίαν του τὰ ἐν αὐτῇ, διότι ἂν τοῦτο δὲν γείνῃ ἐγκαίρως, ἴσως οὗτος λάβῃ καιρὸν καὶ μεταφέρῃ τότε βιβλία καὶ χρήματα τοῦ ὑποκαταστήματος ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ οἰκίᾳ, τὸ ὁποῖον ἐὰν πράξῃ καὶ ἀναπετάσῃ τὴν Γαλλικὴν σημαίαν ἐπὶ τοῦ ἐξώστου αὐτῆς, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσέλθωμεν, ἵνα παραλάβωμεν τὰ εἰς τὴν Τράπεζαν ἀνήκοντα χρήματα. Τὴν γνώμην ταύτην ἔδωκα, γνωρίζων κάλλιστα ὅτι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν ὑπῆρχον χρήματα, ἵνα μὴ ἀναγκασθῶμεν καὶ ἐπιβάλωμεν τὸν περὶ οὗ πρόκειται ἀναγκαστικὸν ἔρανον εἰς τοὺς πολίτας, ὅστις οὐχὶ μόνον ἐπαχθὴς ἤθελε θεωρηθῆ, ἀλλὰ καὶ γογγυσμοὺς καὶ παράπονα δίκαια ἤθελεν ἐγείρει κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως. Δυστυχῶς ὅμως ἡ γνώμη μου αὕτη δὲν ἐξετελέσθη, τεθείσης μόνον φρουρᾶς ἔξωθεν τοῦ ὑποκαταστήματος καὶ οὐχὶ ἔνδον αὐτοῦ· ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τὰ εὑρεθέντα χρήματα εἰς τὰ δημόσια καταστήματα ἐξηντλήθησαν, ἡ δὲ φρουρὰ, ἔχουσα ἀνάγκην τροφίμων, ὑποδύσεως καὶ λοιπῶν, προέβη εἰς τὸ μέτρον τοῦ καταναγκαστικοῦ ἐράνου πρὸς τοὺς πολίτας τῆς Ναυπλίας. Συνεννοηθέντος ὅθεν τοῦ στρατιωτικοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐπαναστάσεως ἀντισυνταγματάρχου Κυρίου Ἀρτέμη Μίχου μετὰ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι τῆς ἐπὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας ἐπιτροπῆς, συνέταξε κατάλογον ὀνομαστικὸν τῶν ἐπιβληθέντων εἰς τρεῖς περιόδους ἐράνων. Ὅτι δὲ ὁ ἔρανος οὗτος ἦτο ἀναγκαστικὸς, δύναμαι νὰ ἀποδείξω τοῦτο διὰ τῶν ἑξῆς παραδειγμάτων. Ὁ Κύριος Μιχαὴλ Ἰατροῦ, ὁ καὶ συμπληρεξούσιός μου, ὑποχρεωθεὶς νὰ πληρώσῃ εἴκοσι (20) χιλιάδας δραχμῶν, προσεκλήθη τότε παρ’ ἐμοῦ, στρατιωτικοῦ τότε διοικητοῦ τῆς πόλεως Ναυπλίας καὶ διετάχθη νὰ πληρώσῃ τὸν ἐπιβληθέντα αὐτῷ ἔρανον, ἄλλως ἤθελον φυλακίσει αὐτὸν εἰς τὸ Παλαμήδιον, οὗτος δὲ μὲ ἀπήντησεν ὅτι, ἂν καὶ ἔχῃ μεγάλην κτηματικὴν περιουσίαν, οὐχ ἧττον ὅμως ἀδυνατεῖ νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐὰν δὲν τῷ δοθῇ προθεσμία, ὅπως γράψῃ εἰς Ἀθήνας νὰ τῷ φέρωσι χρήματα, διότι εἰς Ναύπλιον ἦτον ἀδύνατον νὰ εὕρῃ τοιαῦτα νὰ δανεισθῇ· ἐπίσης σᾶς φέρω παράδειγμα καὶ τὸν ἐνταῦθα ὑπάρχοντα πληρεξούσιον Κύριον Κωνϛ. Πετζάλην, ὁ ὁποῖος ἐλθὼν εἰς ἐμὲ μοῦ ἐζήτησε δάνειον πεντακοσίας (500) δραχμὰς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐπιβληθέντος αὐτῷ χρηματικοῦ ποσοῦ. Ὡσαύτως τὴν πενθερὰν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Κυρίου Γ. Μομφεῤῥάτου, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔδωκα ἀπόδειξιν διακοσίων πεντήκοντα (250) δραχμῶν, ὅπως συμπληρώσῃ καὶ αὕτη τὸν ἐπιβληθέντα ἔρανον· πολλοὶ δὲ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους ἀγνοῶ, προσέφυγαν ἐπίσης εἰς διαφόρους φίλους των· ἐκ τούτων ὅθεν παρατηρεῖ ἡ Συνέλευσις ὅτι ὁ ἐπιβληθεὶς ἔρανος ἦτο ἀναγκαστικὸς καὶ οὐχὶ ἑκούσιος. Δὲν ἠδύνατο δὲ ἄλλως νὰ γείνῃ, διότι ὁ στρατὸς εἶχεν ἀνάγκην τροφίμων καὶ λοιπῶν χρειωδῶν κατὰ τὸ διάστημα τῆς πολιορκίας, κατὰ τὸ ὁποῖον, εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς περιγράψω τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὸν ζῆλον τῶν πολιτῶν, οἵτινες ἐξεπλήρουν τὸ καθῆκόν των πρὸς τὴν ἐπανάστασιν, ὄχι μόνον πολεμοῦντες ἔξωθεν τῆς πόλεως καὶ εἰς τὰς ἐπάλξεις τοῦ φρουρίου, ἀλλ’ ὁσάκις ἡ σάλπιγξ προσεκάλει αὐτοὺς ὑπεβάλλοντο ἀγογγύστως εἰς τὰς μᾶλλον ἐπαχθεῖς σωματικὰς ἐργασίας, μεταφέροντες ὄχι μόνον πολεμικὰς ἀποσκευὰς καὶ πυροβόλα τῶν τριάκοντα ἓξ (36) λιτρῶν ἀπὸ τὸ ἓν εἰς τὸ ἕτερον κανονοστάσιον, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ τρόφιμα καὶ πολεμεφόδια τῆς φρουρᾶς Παλαμηδίου μετέφερον ἐπ’ ὤμου καθ’ ἑκάστην. Ἐνθυμοῦμαι στρατιωτικὸς ὢν διοικητὴς, ὅτε διέταττον τὸν ἀστυνόμον τῆς πόλεως Κύριον Εὐθυμιόπουλον, πληρεξούσιον καὶ τοῦτον, νὰ συνάξῃ ἑκατὸν, διακοσίους καὶ πλείονας εἰσέτι πολίτας, τιθέμενος δὲ ἐπὶ κεφαλῆς ἐγὼ ὁ ἴδιος καὶ ὁ Κύριος Γ. Πετιμεζᾶς, ἐπίσης πληρεξούσιος, ἐπεχειριζόμεθα διὰ τῶν πολιτῶν τούτων τὰς μᾶλλον ἐπιμόχθους ὑπηρεσίας ἐπὶ ὅλας ἡμέρας· χάριν δὲ τῆς ἀληθείας ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι οὐδέποτε ἤκουσα τοὺς ἀνθρώπους τούτους γογγύζοντας κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως· ἂν δὲ καὶ οἱ λοιποὶ ἐμιμοῦντο τὸ παράδειγμα τούτων, ἡ πόλις τοῦ Ναυπλίου ἤθελε δώσει μεγάλα ἡρωϊσμοῦ παραδείγματα εἰς τὴν ἱστορίαν. Δὲν λέγω ὅτι ἡ φρουρὰ δὲν εἰργάζετο, ἀλλ’ ἀσχολουμένη εἰς σπουδαιότερα ἴσως ἀντικείμενα ἄφινε τὰς ἐργασίας ταύτας εἰς τοὺς πολίτας. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω ὅτι ὁ ἀναγκαστικὸς αὐτὸς ἔρανος πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς δημόσιον χρέος, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξετασθῶσι καὶ συμψηφισθῶσιν εἰς τὸν ἔρανον αὐτὸν αἱ ἀποδείξεις αἱ δοθεῖσαι διὰ τὴν ἀγορὰν τροφίμων καὶ λοιπῶν χρειωδῶν διὰ τὴν φρουρὰν, διότι τὰ ἀγορασθέντα πράγματα ἦσαν εἰς ἄκρον ὑπερτιμημένα παρὰ τῶν πολιτῶν. Οἱ πολῖται τοῦ Ναυπλίου δὲν σᾶς ζητοῦσιν ἀμοιβὰς, συντάξεις ἢ ἀποζημιώσεις δι’ ὅσας ὑπέστησαν ζημίας, κόπους καὶ θανάτους, ἀλλὰ σᾶς ζητοῦσιν ὅ,τι καταναγκαστικῶς ὑπεβλήθη αὐτοῖς παρὰ τῆς φρουρᾶς. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ τὴν λεηλασίαν τοῦ προαστείου τῆς Προνοίας, οὐδεὶς ἀγνοεῖ τὰς ζημίας καὶ τὰς φθορὰς τῶν οἰκιῶν τῆς πόλεως Ναυπλίας ἐκ τῶν ῥοκετῶν καὶ ὀβουζίων τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲν ζητοῦσι παρὰ τοῦ ἔθνους. Τὸ ἔθνος ὅμως εἶναι δίκαιον, ὡς ἀναγνωρίσαν τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην νόμιμον, νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς πολίτας τῆς Ναυπλίας τὸν καταναγκαστικὸν ἔρανον, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσαν πρὸς τὴν φρουρὰν, πρὸς διατήρησιν τῆς ἐπαναστάσεως, διότι ὅτε κατὰ τὴν πρώτην ἔλευσιν τῶν Ἀγγλογαλλικῶν ἀτμοκινήτων εἰς Ναύπλιον ἐπεβιβάσθησαν ἐν αὐτοῖς αἱ διακόσιαι πεντήκοντα (250) χιλιάδες δραχμῶν τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης, ἐπροτάθη εἴς τινας ἐξ ἡμῶν παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως νὰ λάβωμεν αὐτὰς, ἂν συγκατατιθέμεθα νὰ ἀναχωρήσωμεν ἐγκαταλιμπάνοντες τὰ φρούρια εἰς τὸν Βασιλικὸν στρατόν. Τὸ αὐτὸ ἐπροτάθη καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον παρὰ τοῦ δικηγόρου Κυρίου Βελίνη καὶ δύο ἑτέρων ἐκ τῶν πολιτῶν Ναυπλίας καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡμεῖς ἀπεποιήθημεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἀλλὰ στερούμενοι χρημάτων διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῆς φρουρᾶς ἠναγκάσθημεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς πολίτας ἀναλόγως τῆς κτηματικῆς περιουσίας των τὸν ἐν λόγῳ ἔρανον. Ναὶ, δὲν λέγω ὅτι καὶ ἄλλαι ἐπαναστάσεις καὶ ἰδίως ἡ τῆς παλιγγενεσίας μας δὲν ὑπέφερον ζημίας μεγάλας εἰς τὴν περιουσίαν καὶ τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν καὶ ὅτι αὗται ὤφειλον ν’ ἀνταμειφθῶσιν ἀπὸ τὸ ἔθνος, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ περίστασις αὕτη παρουσιάζει τι ἰδιάζον. Καὶ ἐγὼ ἀνήκω δυστυχῶς εἰς τόπον, ὁ ὁποῖος πολλὰ ὑπέστη καὶ ὁ ὁποῖος ἐδόθη ὡς ἀντάλλαγμα τῆς γῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἤδη εὑρισκόμεθα καὶ συνεδριάζομεν καὶ τῆς Εὐβοίας, ὅτι οἱ χριστιανοὶ τῆς Κρήτης ἦσαν ὑπὸ τὰ ὅπλα, τὸ δὲ φρούριον τῆς Γραμβούσης κατείχετο εἰσέτι ὑπ’ αὐτῶν. Μ’ ὅλα ταῦτα κατεδικάσθημεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰ πάντα καὶ πατρίδα καὶ περιουσίαν καὶ προσφυγόντες ἐνταῦθα ἐπεδόθημεν εἰς διάφορα ἔργα, ἵνα ποριζώμεθα τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα· οὐδόλως δὲ παραπονούμεθα ἀπέναντι τῶν τοσούτων θυσιῶν, διότι αἱ τύχαι τῶν ἐπαναστάσεων συνήθως εἶναι τοιαῦται· πάσης δὲ ἐπαναστάσεως ἀποτυχούσης, ὡς ἡ τοῦ 1848 τοῦ Βελέντζα, τοῦ 1836 τοῦ φίλου μου Κυρίου Ζέρβα, παραγράφεται τὸ δικαίωμα, διότι ἀπέτυχεν, ἐνῷ πᾶσα ἐπανάστασις, ἥτις ἔκαμε θυσίας καὶ τέλος ἐπέτυχε τοῦ σκοποῦ, φυσικῷ τῷ λόγῳ κέκτηται δικαιώματα ἀξιώσεως καὶ δικαίως. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως, ἐπειδὴ κατ’ αὐτὴν ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς τῆς ἐπαναστάσεως τέλος ἐπέτυχε, κατὰ συνέπειαν δικαιοῦνται ἀμοιβῆς, καὶ οὐχὶ ἀμοιβῆς, ἀλλ’ ἀναγνωρίσεως ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον παρέσχον εἰς τὴν ἐπανάστασιν καὶ τὸ ὁποῖον εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ δανεισθῶσιν οἱ πλεῖστοι παρ’ ἄλλων· φρονῶ λοιπὸν ὅτι θὰ πράξῃ ἡ Συνέλευσις ἔργον δικαιοσύνης ἀναγνωρίζουσα τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ πόλις τοῦ Ναυπλίου ἐχορήγησε πρὸς διατήρησιν τῆς φρουρᾶς κατὰ τὴν ἐπανάστασιν. Ὁ Κ. Βαλτινὸς ἀναγινώσκει τὴν πρότασίν του ὡς ἑξῆς· Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. «Θεωροῦσα, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ Ναυπλίου καὶ τῆς Προνοίας ὑπέστησαν τρεῖς ἐράνους καὶ προκαταβολὰς εἰς εἴδη πρὸς συντήρησιν τῆς Φεβρουαρινῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ὅτι τὸ Ἔθνος ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ποσῶν τούτων πρὸς τοὺς δικαιούχους, Ψηφίζει· Ἄρθρ. 1. Ἀναγνωρίζει ὡς ἐθνικὸν χρέος τὰ ποσὰ ἢ εἴδη ἅτινα οἱ κάτοικοι τοῦ Ναυπλίου καὶ τῆς Προνοίας ἐπλήρωσαν ἢ κατέβαλον πρὸς συντήρησιν τῆς Φεβρ. ἐπαναστάσεως. Καὶ τὰ μὲν πρῶτα θέλουσι βεβαιωθῆ διὰ τῶν βιβλίων τῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες εἰσέπραξαν τοὺς ἐράνους, τὰ δὲ δεύτερα διὰ τῶν ἀποδείξεων, ἃς φέρουν οἱ δικαιοῦχοι, καὶ ἐν περιπτώσει ἀπωλείας τούτων διὰ παντὸς νομίμου μέσου. Ἄρθρ. 2. Εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀνατίθεται ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἀπαιτήσεων τούτων καὶ ἡ ἀπόδοσις αὐτῶν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος ψηφίσματος.»
§59ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, λάβροι ἐπέπεσον κατ’ ἐμοῦ ἄνδρες δεινοὶ περὶ τὸ λέγειν καὶ μεγάλην ἔχοντες τὴν σημασίαν, καὶ διὰ τὸν πατριωτισμόν των καὶ διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις, τὰς ὁποίας ἐχορήγησαν, οἱ μὲν καὶ πρὸς τὴν ἡρωϊκὴν ἐπανάστασιν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας, οἱ δὲ πρὸς τὴν ἐπανάστασιν, περὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ὁποίας πρόκειται. Τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνω, εἶναι δύσκολον, αἰσθάνομαι ὅτι εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνάμεών μου. Ἐλπίζω ὅμως, Κύριοι, ἐπειδὴ συναισθάνομαι, ὅτι συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, ἐπειδὴ συναισθάνομαι, ὅτι συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς ἐπαναστάσεως τῆς 8βριανῆς, ὅτι, καίτοι μὴ δυνάμενος ν’ ἀποδείξω τὸ ἀσθενὲς τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν, μολοντοῦτο οἱ λόγοι μου θέλουν στεφανωθῆ μὲ τὴν ἐπιτυχίαν. Ἡ ἀγανάκτησις, μὲ τὴν ὁποίαν ἐξεφράσθησαν οἱ λαλήσαντες κατὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου, μὲ ἔκαμαν διὰ μίαν στιγμὴν νὰ ἐνθυμηθῶ τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθην ἄλλοτε ἐντὸς ἑνὸς ἄλλου περιβόλου, ὅπου ὑπεστήριζον, ὅτι ἡ τότε ἀφοσίωσις προητοίμαζεν εἰς τὴν πατρίδα κινδύνους καὶ κινδύνους μεγάλους. Ἤκουσα νὰ μὲ εἴπουν, ὅτι ἐγὼ καὶ δύω ἄλλοι ὑπεστηρίζομεν τοιαύτας ἀναρχικὰς ἰδέας· ἀλλὰ τότε εἶπον, Κύριοι, ἀντικρούω τὴν φωνὴν ἐκείνην, ἥτις κατέστη παραίτιος μεγίστων δυστυχημάτων τῇ πατρίδι, ὅτι ὄπισθεν αὐτῶν τῶν 3 ἀνθρώπων ὑπάρχει ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, ἐντὸς τοῦ Περιβόλου τούτου νὰ ὑπάρχουν μόνον καὶ μόνον 3 φωναί, αἱ ὁποῖαι νὰ ὑποστηρίζωσι τὴν γνώμην μου, ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ὄπισθεν καὶ τῶν 3 αὐτῶν φωνῶν θέλουν εὑρεθῆ, καὶ τὰ πράγματα θέλουν ἀποδείξει, θέλει εὑρεθῆ ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Ἑλλάδος, ἡ φωνὴ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους.
§60ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Σὺ τὸ λέγεις.
§61ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ἀλλὰ μετ’ ἐμοῦ καὶ ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους καὶ ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ Ἑλλὰς, προσκαλουμένη ἑκάστοτε νὰ ἀποζημιοῖ ἢ νὰ ἱκανοποιῇ τὰς ἀξιώσεις τῶν διαφόρων σωτήρων της! Εἶπε, Κύριοι, εἷς τῶν προλαλησάντων ὅτι τὰ ἔθνη δὲν καταστρέφονται ἕνεκα χρηματικῶν θυσιῶν. Δὲν ἔχω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ἐὰν καταστρέφωνται ἢ ὄχι τὰ ἔθνη ἐκ τοιαύτης αἰτίας, λέγω μόνον, ὅτι δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταστραφῇ ἡ Ἑλλὰς δι’ οἱονδήποτε λόγον. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει προορισμὸν αὐτοτελῆ, ἡ Ἑλλὰς ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνέθεσεν εἰς αὐτὴν ἡ Θεία πρόνοια. Τίποτε λοιπὸν δὲν δύναται νὰ καταστρέψῃ τὴν Ἑλλάδα· ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ἐκ πράξεων ἀτόπων δὲν προέρχεται ἡ καταστροφὴ ἑνὸς ἔθνους, παρεμβάλλονται μεγάλα προσκόμματα εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐθνῶν, καὶ ὑποβάλλονται ταῦτα εἰς τοιαύτας πικρίας, ὥστε φθάνουσιν εἰς τὴν ἀνάγκην πολλάκις ἐκ τῶν πράξεων αὐτῶν νὰ λέγουν· ἄ! δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι διευθύνοντες τὰ τῆς τύχης μου! θὰ ἦτο τότε δυνατὸν νὰ μὴν ἐγίνοντο πράγματα, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα εἰς τὴν θέσιν νὰ μυκτηριζώμεθα καὶ νὰ περιφρονώμεθα! Κύριοι! ἡ Ἑλλὰς δὲν καταστρέφεται ἀπὸ τῶν θυσιῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι εὐάρεστος ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἡ σημερινή; εἶναι εὐάρεστον ... δὲν θέλω νὰ προχωρήσω περαιτέρω, ἀλλὰ σᾶς λέγω αὑτὸ καὶ μόνον, εἶναι εὐάρεστον αὐτὸ, τὸ νὰ ζῶμεν τὴν σήμερον μὲ ἐλέη; εἶναι εὐάρεστον νὰ βλέπωμεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπάρξωμεν ἔθνος νέον ἔχον τόσα καὶ τόσα μέσα ὑπάρξεως; (θόρυβος) Μὴ μὲ διακόπτετε· εἶναι εὐάρεστον, Κύριοι, τὸ νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ὑπάρξωμεν, ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, ἔχομεν τόσα πλούτη, τόσους πόρους, ἐνῷ τὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος κάμνουν τόσας καὶ τόσας θυσίας; Εἶναι εὐάρεστον, Κύριοι, τὸ νὰ μὴ δυνάμεθα, καὶ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν δυνάμεθα, νὰ ὑπάρξωμεν, ἐὰν δὲν μᾶς φέρουν δάνειον; Ἀπέναντι λοιπὸν μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων, σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ναὶ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν καταστρέφεται ἡ Ἑλλὰς, ἀλλ’ εἶναι ἴδιον τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος τὸ νὰ σκέπτηται ἡ Συνέλευσις καὶ νὰ ἀποφασίζῃ περὶ ἀποζημιώσεως διὰ θυσίας, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπιτύχῃ μία ἐπανάστασις; θέσατε, Κύριοι, τὸν χεῖρα ἐπὶ τῆς καρδίας, καὶ δόσατέ μοι τὴν ἀπάντησιν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἡ ἀπάντησίς σας καταφατική· γνωρίζω τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε εἶναι τῶν ἀδυνάτων ν’ ἀντίκηται εἰς τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ δίκαιον καὶ τὸ σύμφωνον μὲ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς τιμῆς καὶ τοῦ ἀληθοῦς πατριωτισμοῦ. Κύριοι! ἕτερος ἐκ τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων, τοῦ ὁποίου σέβομαι καὶ τὸν ἀνεξάρτητον χαρακτῆρα καὶ τὸν πατριωτισμὸν ἐκτιμῶ, ἀποκρούων τὰ ἐπιχειρήματά μου, δὲν ἠρκέσθη μόνον καὶ μόνον εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν του, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ προσβάλῃ καὶ τὸν χαρακτῆρά μου, ἐπιδεικνύων τὸν ἐξαιρετικὸν πατριωτισμόν του. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ κάμω κἀμμίαν σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου καὶ ἐμοῦ· ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἴδιον τρόπον νὰ ἐκτιμᾷ τὸν ἑαυτόν του· εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἐκτιμῶ τὸν ἑαυτόν μου κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ἀλλ’ ὁ κόσμος ἂς κρίνῃ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ· εἶπε δὲ ὅτι ὁ πατριωτισμὸς ἦτο παθητικός. Κύριοι, δὲν ἐνεδύθην ποτὲ τὸν χιτῶνα τοῦ ἐπαναστάτου· εἶπον πολλάκις καὶ κηρύττω ὅτι, ὅτε προσεκλήθην νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συνωμοσίαν, τὸ ἀπεποιήθην, διότι ἐνόμισα ὅτι ὄπισθεν τῆς ἐπαναστάσεως, Κύριοι, ὑπῆρχον κίνδυνοι πολὺ σπουδαῖοι διὰ τὴν πατρίδα, καὶ τῶν ὁποίων δὲν ἠθέλησα νὰ ἀναδεχθῶ τὴν εὐθύνην τοῦ νὰ ἐκθέσω τὴν πατρίδα. Εἶμαι, Κύριοι, ὀπαδὸς τῆς πολιτικῆς τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ὅστις εἶπε κατὰ τὰ 43 «θὰ φυλάξω τὸν ὅρκον μου, ἀλλὰ θὰ μάθω καὶ εἰς τὸν Βαυαρὸν νὰ σέβηται τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ φυλάττῃ τὰς ὑποσχέσεις του». Λοιπὸν καὶ ἐγὼ εἰς τὸ πολιτικόν μου στάδιον εἶπα· «θὰ φυλάξω τὸν ὅρκον μου, ἀλλὰ θὰ διδάξω εἰς τὸν Βαυαρὸν ὅτι ὑπάρχουσιν Ἕλληνες, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνδρες εἰς τὴν Ἑλλάδα δυνάμενοι νὰ κάμωσιν αὐτὸν νὰ σέβηται αὐτὴν καὶ νὰ φυλάττῃ τὰς ὑποσχέσεις του». Ἐὰν τὸ ἔδειξα ἢ ὄχι δὲν ἠξεύρω. Ἀλλὰ τοιαύτη ἦτο ἡ θέλησίς μου καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ μὲ καταδικάσῃ διὰ τὴν διαγωγήν μου ἐκείνην. Πολλὰ ἐλέχθησαν, Κύριοι, πρὸς ὑποστήριξιν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις εἶναι ὄχι μόνον δικαία, ἀλλὰ καὶ νόμιμος. Κύριοι, ἂν φθάσετε νὰ παραδεχθῆτε, ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν, μίαν τοιαύτην ἀρχὴν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι θὰ κηρύξετε ἐνώπιον τοῦ κόσμου ὅλου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλει νὰ στηρίξῃ τὴν πολιτείαν της, δὲν θέλει νὰ στηρίξῃ τὴν ὕπαρξίν της ἐπὶ ἀρχῶν μιᾶς μονίμου καὶ διαρκοῦς Κυβερνήσεως. Κύριοι, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ὀρθῆς πολιτικῆς, τὰς ὁποίας, ὅ,τι καὶ ἂν κάμετε, Κύριοι, δὲν ἠμπορεῖτε ποτὲ νὰ μεταβάλετε, διότι εἶναι ἐγγεγραμμέναι εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων τῶν ἐθνῶν, εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ πολιτισμένου κόσμου, πᾶσα ἐπανάστασις, ἡ ὁποία ἀποτυγχάνει, λέγεται στάσις καὶ ὄχι ἐπανάστασις· ἐπανάστασις λέγεται, ὅταν ἐπιτυγχάνῃ. Αἱ δὲ πράξεις τῆς ἐπαναστάσεως τότε λαμβάνουσι νόμιμον κῦρος, ὅταν ἐπιτυγχάνῃ αὕτη. Μοὶ λέγετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἡ Φεβρουαριανὴ ἐπεσφραγίσθη διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ὀκτωβρίου· ἐὰν ὁ συλλογισμὸς οὗτος ἦναι ὀρθὸς, τότε πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι καὶ ἡ ἐπανάστασις τοῦ Φεβρουαρίου εἶναι συνέπεια τῆς τοῦ 47, ἡ ἐπανάστασις τοῦ 47 συνέπεια τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 36, καὶ ἡ ἐπανάστασις τοῦ 36 συνέπεια τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 33, ἥτις διέπραξε τὸ λυπηρὸν ἐκεῖνο καὶ στυγερὸν ἔγκλημα, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ἔκαμα λόγον εἰς τὸν πρῶτον λόγον μου. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅσα ἐλέχθησαν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ ἀπαίτησις εἶναι νόμιμος, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι σοφίσματα, τὰ ὁποῖα ἀπέναντι τοῦ φωτὸς τῆς ἀληθείας πιστεύω, ὅτι δὲν δύνανται νὰ κατισχύσωσιν εἰς τὴν συνείδησίν σας. Εἶναι ἀλήθεια ἀναμφισβήτητος, ὅτι, ἀφοῦ ἀπέτυχεν ἡ ἐπανάστασις, ὅλαι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ναυπλίας δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ἂν θέλωμεν νὰ παραστήσωμεν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους κ’ ἐνώπιον τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου, ὅτι πολιτευόμεθα ὡς ἔθνος ἔχον ἀρχὰς πολιτικὰς πολιτισμένου ἔθνους, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ πράξεις ἐκεῖναι ἔχουν τὴν παραμικροτάτην ἰσχὺν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἠμπορεῖτε νὰ στηρίξητε τὸ νόμιμον τῶν ἰσχυρισμῶν σας στερούμενοι πάσης νομίμου βάσεως. Δὲν πιστεύω ν’ ἀπατᾶσθε οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ τοιοῦτον, οὔτε νὰ παραδεχθῆτε αὐτὸ οἱ μὴ ὑποστηρίζοντες, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ κρίνετε μεταξὺ τῶν πολλῶν ἀντιπάλων μου καὶ ἐμοῦ. Εἶπον πρὸς τοῖς ἄλλοις, Κύριοι, ὅτι ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν δὲν καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ ἀνθιστάμενοι κατὰ τῆς τυραννίας δὲν λαμβάνουσι τὴν δικαίαν ἀμοιβὴν, θεωρουμένης ὡς τοιαύτης ὄχι μόνον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν παρακολουθοῦν αἱ πατριωτικαὶ πράξεις, ἀλλὰ καὶ πάσης ἀποζημιώσεως διὰ πᾶσαν θυσίαν, τὴν ὁποίαν κατέβαλον ἀγωνιζόμενοι κατὰ τῆς τυραννίας, ὅτι τότε πλέον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἐλευθερία εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μικρὸν τὸ ἐπιχείρημα καὶ ἀνάξιον τῇ ἀληθείᾳ Ἕλληνος. Οἱ Ἕλληνες ἀπέδειξαν πολλάκις, ὅτι εἶναι ἀνώτεροι τοῦ συμφέροντος, καὶ ὁ πατριωτισμός των εἶναι τοιοῦτος, ὥστε θυσιάζουσιν ἑκατομμύρια, ὅταν πρόκηται νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν τιμὴν, τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὑπόληψιν τῆς πατρίδος των. Πῶς τολμᾶτε λοιπὸν νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι δὲν θέλουσιν εὑρεθῆ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑπερασπισθῶσι τὰς ἐλευθερίας τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν θέλετε, ἢ δὲν θὰ ἀποφασίσετε ν’ ἀποδώσητε εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες ὑπέστησαν ἐν Ναυπλίῳ ζημίας τινὰς τὴν ἀποζημίωσίν των; Θέλετε, Κύριοι, ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰ παραδείγματα τῶν πατέρων μας, πράγματι νὰ φανῶμεν ἄξιοι ἀπόγονοι αὐτῶν; Μιμηθῶμεν τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἀνθρώπου, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ μικροῦ ἔκαμα λόγον, ὅστις ἔκαμε πολλὰς θυσίας ὄχι μόνον κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν ἀγῶνα αὐτὸν τὸν κατὰ τῆς τυραννίας τοῦ Ὄθωνος. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀνὴρ οὗτος, δὲν τὸν ὀνομάζω, θὰ τὸν μαντεύσετε ὅλοι — διὰ τὴν διάπραξιν τοῦ Σεπτεμβριανοῦ ἔργου ἐθυσίασεν ἓν μέγα μέρος τῆς περιουσίας του. Ἐπέτυχεν ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη καὶ δὲν ἔλαβε τὴν τύχην τῆς τοῦ Ναυπλίου, μολοντοῦτο δὲν ἠθέλησε ν’ ἀποζημιωθῇ τὰς θυσίας του ἐκείνας, ἀλλ’ εἶπεν, ὄχι, δὲν λαμβάνω ἀποζημίωσιν· δὲν ἔδωκα τὰ χρήματα μὲ τὸν σκοπὸν τῆς ἀναλήψεως, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, μόνον καὶ μόνον νὰ διεκδικήσω τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους καὶ τὴν ὑπόληψιν τὴν ἐθνικήν. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἐτίμησε τὸν ἄνδρα, καὶ δὲν ἀπέδειξε στεῖραν τὴν Ἑλλάδα πατριωτῶν Τουρκομάχων. Ὅσα καὶ ἂν εἴπατε, Κύριοι, περὶ τοῦ δικαίου τῆς ἀπαιτήσεως καὶ τοῦ νομίμου αὐτῆς, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀνυπόστατα.
§62ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Ἠξεύρετε, Κύριε Μεσσηνέζη, διατί δὲν ἐπέτυχεν ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη; διότι εὑρέθησαν πολλοὶ, ὡς σὲ, κ’ ἐδημηγοροῦσαν εἰς αὐτὸν τὸν δυστυχισμένον λαόν.
§63ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Σᾶς παραδίδω εἰς τὸν γέλωτα τοῦ κόσμου.
§64ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον γέλωτος, Κύριε Μεσσηνέζη (θόρυβος).
§65ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ συμφέρον σᾶς κάμνει νὰ φωνάζετε.
§66Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σὺ ἐκάθησο ἥσυχος χωρὶς νὰ ὑποφέρῃς, χωρὶς νὰ θυσιάσῃς.
§67ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε τὸν ἀγορεύοντα.
§68ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Σᾶς χαρίζω ὅλα τὰ λάφυρα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκετε, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω, παρὰ νὰ καταβάλω τὴν μικράν μου ἱκανότητα, τὸν ὀλίγον μου πατριωτισμὸν διὰ νὰ σώσω τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ ναυάγιον. (θόρυβος). Μὴ μὲ διακόπτετε, καὶ ὡς ἐκ τούτου παρατείνετε ἐπ’ ἄπειραν μίαν συζήτησιν, ἥτις καταντᾷ ἀγωνία δι’ ἐμὲ, καὶ μὴ δεικνύητε τοσαύτην κατὰ τῶν λόγων μου ἀγανάκτησιν, διότι μοὶ δίδετε τότε τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσω, ὅτι αὕτη εἶναι ἔργον μιᾶς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν δὲν δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ ὡς προϊὸν ἀληθοῦς πατριωτισμοῦ. (θόρυβος).
§69ΔΕΠΑΣΤΑΣ. Ὅταν ὑπῆρχεν ὁ Ὄθων, εἶχε τὴν γενναιότητα μόνος ὁ Μεσσηνέζης νὰ ὑπερασπίζηται τὰς ἐθνικὰς ἐλευθερίας.
§70ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ὑβρίζουν τὸν Μεσσηνέζην, δὲν ἠξεύρουν τὶ λέγουν· ὁ Μεσσηνέζης, καὶ ὅταν ὑπῆρχεν ὁ Ὄθων ἐδῶ, τὸν ὕβριζε κατὰ μέτωπον (διάλογοι ταραχώδεις καὶ θόρυβος).
§71ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αἱ ἀμοιβαῖαι αἰτιάσεις δὲν ἁρμόζουν. Μὴ διαιρεῖτε τὸ ἔθνος εἰς ἐπαναστάτας καὶ ἀντεπαναστάτας· λυποῦμαι, διότι ὁ Κ. Καλὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει πατριωτισμὸν μεγάλον, ἔφερε τοιοῦτον ζήτημα ἐναντίον μου, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι διὰ τῆς διαιρέσεως αὐτῆς προοιμιάζετε μεγάλα δυστυχήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα. (θόρυβος). Ὅσα καὶ ἂν ἐλέχθησαν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ νομίμου τῆς ἀπαιτήσεως....(θόρυβος).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καλὸν τὰ παράπονα νὰ τ’ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος καὶ νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα μὲ ψυχρὸν αἷμα κατὰ τὸ δίκαιον καὶ τὸ νόμιμον, καὶ τὰ ἐπαναστατικὰ καὶ τὰ προσωπικὰ νὰ τ’ ἀφήσωμεν.
§73ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅσα καὶ ἂν ἐλέχθησαν, ἐπαναλαμβάνω, πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, στηρίζονται εἰς νόμιμα δικαιώματα, νομίζω, ὅτι ἀπέχουσι πολὺ τοῦ νὰ ᾖναι σύμφωνα μὲ τὸν ὀρθὸν λόγον, σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιον, καὶ ἀρκούντως, νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα τὸν διϊσχυρισμόν μου τοῦτον, δι’ ὅσων ἐξέθεσα· εἶναι δὲ κατὰ μείζονα ἔτι λόγον, καὶ ἀσυγκρίτως μείζονα λόγον ἐσφαλμένη ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τῆς ἀποζημιώσεως δὲν θέλει ἔχει ὡς παρακολούθημα τὴν ἐπιψήφισιν καὶ ἄλλων ἀποζημιώσεων, τὰς ὁποίας τὰς μὲν καὶ τὰς δὲ εἶναι τῶν ἀδυνάτων νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ ἔθνος καὶ κοσμοκράτορ ἂν γίνῃ μίαν ἡμέραν. Τὶ εἶπον πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἐναντίου; εἶπον, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἀποζημιώσεως, περὶ ἧς πρόκειται, καὶ τῶν θυσιῶν, αἱ ὁποῖαι κατεβλήθησαν ἀπὸ ἄλλους καὶ εἰς ἄλλας ἐποχάς. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐγὼ δὲν βλέπω κἀμμίαν διαφοράν, ἡ μόνη διαφορά, ἡ ὁποία ὑπάρχει, ἴσως εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι αἱ μὲν συνεισφοραὶ τῶν Ναυπλιέων ἐχρησίμευον εἰς τὸ νὰ πληρωθῇ ὁ στρατὸς, εἰς τὸ νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ λαβόντος τὰ ὅπλα στρατοῦ μετὰ τῶν πολιτῶν διὰ τὴν κατάλυσιν τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος, αἱ δὲ θυσίαι αἱ καταβληθεῖσαι ἀπὸ ἄλλους, ἐπειδὴ τὰς ἐπαναστάσεις ἐκείνας δὲν τὰς ὑπεστήριζε τακτικὸς στρατὸς, ἐχρησίμευον εἰς ἄλλας ἀνάγκας ἐπαναστατικὰς, ἀλλὰ καθὼς αἱ θυσίαι τῶν Ναυπλιέων ἐχρησίμευον εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐπαναστάσεως, τοιουτοτρόπως καὶ αἱ θυσίαι τῶν ἄλλων κατεβλήθησαν χάριν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἵνα ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ναυπλίου. Λέγουν, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις αὕτη εἶναι ἱερὰ καὶ δὲν ὁμοιάζει μὲ τὰς ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας ἠμποροῦν νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἄλλοι· λυποῦμαι, Κύριοι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐνδεχόμενον νὰ προκαλέσῃ τὴν χολὴν κατ’ ἐμοῦ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἐκτιμῶ, τοὺς ὁποίους ὑπολήπτομαι, τῶν ὁποίων δὲν ἀμφισβητῶ βεβαίως τὸν πατριωτισμὸν, τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζω τὰς θυσίας, καὶ οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἴσως αἱ ἀποζημιώσεις αὗται θεωροῦνται ὡς ἱερώτεραι, διότι ἀφοροῦν ἡμᾶς αὐτούς· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ ζημία τοῦ πτωχοῦ Ναυπλιέως, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἄλλο τι διὰ νὰ ζήσῃ, εἰμὴ τὴν ἐργασίαν του, ὁ ὁποῖος ἐστερήθη τοῦ μέσου αὐτοῦ τῆς ὑπάρξεώς του, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη εἰς μυρίας ὅσας στερήσεις, ὁ ὁποῖος ἴσως ἀπέθανε, Κύριοι, λιμώττων, ὁ ὁποῖος ἴσως εἶδε τὰ τέκνα του, τὴν σύζυγόν του παραδεδομένην εἰς τὸ τρομερὸν αὐτὸ ἄλγος τῆς πείνης, ἔπαθεν ὀλιγώτερον; νομίζετε, ὅτι αἱ θυσίαι τοῦ πένητος εἶναι μικρότεραι πρὸς Θεοῦ ἀπὸ τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ δυνάμενοι νὰ ὑποστῶσι τοιαύτας ἄνευ καταστροφῆς, καὶ ὑποβληθέντες εἰς αὐτὰς χάριν τῶν πολιτικῶν δοξασιῶν των; Κύριοι, ἡ συνείδησίς σας, αὐτὴ ἡ ἀνθρώπινος καρδία, δὲν πιστεύω, Κύριοι, νὰ παραδέχηται ἕνα τοιοῦτον τρόπον τοῦ συλλογίζεσθαι. Εἶναι ἱεραὶ ὅλαι αἱ θυσίαι αἱ γινόμεναι χάριν ἑνὸς πατριωτικοῦ σκοποῦ, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ἔθνη δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀποζημιώσωσιν ὑλικῶς καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν ὅλας τὰς τοιαύτας θυσίας. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, πρέπει μὲν, καθ’ ὅσον δύναται τὸ ἔθνος, πρέπει νὰ ἀποζημιώσῃ τὰς θυσίας τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτὸ πολιτῶν, ἀλλὰ δὲν πρέπει ποτὲ καὶ νὰ γίνηται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, ὅτι πᾶσα θυσία, ἡ ὁποία καταβάλλεται ἀπὸ ἕνα πολίτην, καταβαλλομένη μάλιστα χωρὶς σκοπὸν τῆς ἀναλήψεως, καὶ ὄχι πρὸς μίαν νόμιμον ἐξουσίαν ἀναγνωρισθεῖσαν ὡς τοιαύτην διὰ τῶν πραγμάτων, δίδει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν ἀρχὴν ταύτην, μὴν ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ παρουσιασθῶσιν αἱ ἀξιώσεις τῶν Ἀκαρνάνων, οἱ ὁποῖοι φέρουν ἀποδείξεις, ὅτι ἔδωκαν χρήματα εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως, τὸν Θεόδωρον Γρίβαν. Μὴν ἀμφιβάλλετε, Κύριοι, ὅτι ἂν ὄχι σήμερον, μεθαύριον, καὶ ἄλλοι πολλοὶ, κρυπτόμενοι ἐπὶ τοῦ παρόντος, θὰ παρουσιασθοῦν καὶ αὐτοὶ, καὶ δυνάμει τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως θὰ ζητήσωσι καὶ αὐτοὶ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ὅσων κατέβαλον δῆθεν χρημάτων χάριν τῆς ἐπαναστάσεως. Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ὅλοι οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὴν 8βριανὴν ἐπανάστασιν καὶ οἱ ὁποῖοι κατέβαλον χρήματα, ὅτι δυνάμει τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως θέλουσι παρουσιασθῆ νὰ ζητήσουν ἀποζημιώσεις. Δὲν βλέπετε τότε, ὅτι ὑπεστήριξα μίαν ἀλήθειαν εἰπὼν ὅτι ἀνοίγετε πραγματικῶς ἓν βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταποντισθῇ ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν σώσῃ; Περαίνων δὲ τὸν λόγον μου ἀναφέρομαι εἰς τὸν πατριωτισμόν σας, ἀναφέρομαι εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐκλήθη νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἐθνικὴν ὑπόληψιν, νὰ τὴν ἱκανοποιήσῃ ἀπέναντι τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος, νὰ τὴν ἱκανοποιήσῃ ἀπέναντι ἑνὸς μεγάλου μέρους τῆς Εὐρώπης, τὸ ὁποῖον δὲν βλέπει μὲ καλὸν ὄμμα τὴν ἐπανάστασίν μας, καὶ τὸ ὁποῖον εὔχεται ν’ ἀποδειχθῶμεν ἀνάξιοι τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἐκήρυξεν αὕτη, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλετε ἀποκρούσει τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως, καὶ ὅτι θέλετε παραδεχθῆ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑποβάλλω τοῦ νὰ ἀναβληθῇ πᾶν μέτρον ἀποζημιώσεως τῶν Ναυπλιέων μέχρις ὅτου τὸ Ἔθνος εὑρεθῇ εἰς κατάστασιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὄχι μόνον περὶ τῶν θυσιῶν τῶν Ναυπλιέων, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν θυσιῶν, αἱ ὁποῖαι κατεβλήθησαν εἰς τὸ διάστημα τῆς ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἐπαναστάσεως, καὶ τῶν θυσιῶν, αἱ ὁποῖαι κατεβλήθησαν κατὰ καιροὺς ἀκόμη ἀπὸ διαφόρους ἀνθρώπους, ἔχοντας ἀληθῆ πατριωτισμὸν καὶ ἀποβλέποντας μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν δόξαν καὶ τὴν εὐημερίαν τῆς πατρίδος.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§75ΖΕΡΒΑΣ. Ἀφοῦ ἐλάλησα περὶ τῆς ὑποθέσεως, σᾶς ὑπέδειξα δὲ καὶ πόθεν πρέπει νὰ πληρωθοῦν τὰ χρήματα, προτείνω νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἑξῆς πρότασίν μου. «Οἱ Βουλευταὶ καὶ Γερουσιασταὶ τῆς τελευταίας περιόδου ἐκλεχθέντες διὰ κτηνώδους κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ βίας ὑποχρεοῦνται νὰ ἐπιστρέψουν τὰ περιπλέον ληφθέντα χρήματα τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαταττομένης ἀποζημιώσεως διὰ τοὺς Βουλευτάς». «Τὰ ἐπιστραφέντα ταῦτα χρήματα νὰ χρησιμεύσουν εἰς ἀποζημίωσιν τῶν συνεισφορῶν τῶν Ναυπλιέων, ἃς ὑπεχρεώθησαν νὰ καταθέσουν λόγῳ ἐράνου πρὸς διατήρησιν τῆς ἐπαναστάσεως.» Τὸ Σύνταγμα ἔλεγε 250 δραχμαὶ νὰ πληρωθοῦν εἰς ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν (θόρυβος). Ἐγὼ θὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασίν μου καὶ ὅ,τι θέλετε κάμετε. Ὅλοι γνωρίζετε κάλλιστα, ὅτι ἡ τελευταία αὕτη περίοδος ἔφερε τὴν ἐπανάστασιν, διότι μᾶς ἐδίωξαν διὰ τῆς λόγχης καὶ μετεχειρίσθησαν κτηνώδη βίαν κατὰ τοῦ λαοῦ διὰ νὰ εἰσέλθουν αὐτοὶ εἰς τὸν περίβολον, καὶ τί ἔκαμον; Ἀφοῦ ἦλθον προσδιώρισαν 550 δραχμὰς κατὰ μῆνα διὰ τὸν ἑαυτόν των. Λοιπὸν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ πληρώσουν. Ἦτον ἁρπαγὴ, ἦτο λεηλασία κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τολμοῦν ἀκόμη τινὲς ἐξ αὐτῶν νὰ ἔρχωνται εἰς τὸ βῆμα σήμερον (θόρυβος). Ἐνθυμηθῆτε, Κύριοι, ὅτι, ὅταν μᾶς ἐδίωξεν ὁ Ὄθων, ποίους ἀνθρώπους ἔφερεν ὀπίσω καὶ διὰ ποίων μέσων τοὺς ἔφερε (θόρυβος).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν δύω ἄλλαι προτάσεις.
§77ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ παντὸς ἀκόμη νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς ἰδέας τινὰς τοῦ Κ. Μεσσηνέζη, ὅστις ἐθεώρησε τὴν ἐπανάστασιν ὡς μὴ νόμιμον αἰτίαν. Πρέπει νὰ ἀκούσῃ ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη εἶναι καταδικασμένη (θόρυβος).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ περὶ ἐπαναστάσεως εἶναι γνωστὰ τοῖς πᾶσι.
§79ΑΘΑΝ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Συνέλευσις καὶ τὸ ἀκροατήριον εἶναι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐντυπώσεων τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Μεσσηνέζη, πρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς (θόρυβος).
§80ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι πολλοὶ διὰ νὰ ὁμιλήσουν.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ὅσοι παραδέχονται, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐκεῖνοι νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ὑπάρχουν δύω προτάσεις, ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ τροποποιημένη, καὶ μία ἄλλη τοῦ Κυρίου Ἀφεντούλη· ἀναγινώσκω τὴν τοῦ Κυρίου Ἀφεντούλη, καὶ ἔπειτα τὴν τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ ἥτις ἀνωτέρω ἀνεγνώσθη. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ἀφεντούλη. «Γνωμοδοτῶ ὅπως αἵτε τῶν Ναυπλιέων καὶ πᾶσαι ἄλλαι προσόμοιαι ἀπαιτήσεις παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἵνα αὕτη ὡρίμως σκεφθεῖσα ἐπ’ αὐτῶν ἀποφασίσῃ τὰ εἰκότα κατὰ τὸ δίκαιον καὶ προσῆκον».
§84ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὁ Κύριος Μεσσηνέζης δὲν διετύπωσε πρότασιν, Κύριε Πρόεδρε;
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.— Θὰ ψηφίσωμεν πρῶτον ἐκείνην τοῦ Κυρίου Ἀφεντούλη, ἡ ὁποία εἶναι ἀναβλητική.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομ.). Ἐπὶ τοῦ θέματος θὰ εἴπω δύω λέξεις.— Κύριοι, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν εὐαρεστῆται νὰ τὸ δεχθῇ, νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ ἀμέσως αὐτὰς τὰς προτάσεις, νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῶσι καὶ νὰ μελετηθῶσιν· ἐννοεῖται πῶς δὲν θέλω νὰ ἐπιληφθῶ τῆς συζητήσεως· λέγω ὅμως, ὅτι καὶ ἡ ἀπόῤῥιψις καὶ ἡ παραδοχὴ, ὅπως ἔχουν τινὲς προτάσεις, θὰ ἔχῃ συνεπείας, πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ νὰ τὰς μελετήσωμεν, καθόσον ἡ κατάστασίς μας ἡ οἰκονομικὴ ὁμολογουμένως δὲν εἶναι λίαν ἀνθηρὰ, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς διαφόρους δυσκολίας. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῶσι.
§87ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κύριος Πληρεξούσιος Μεσσήνης, διότι νομίζω ὡς Πληρεξούσιος ἐλάλησε, νομίζει, ὅτι πρόκειται νὰ ἐκκενωθῇ τὸ δημόσιον Ταμεῖον, καὶ ἤθελε νὰ προτείνῃ ν’ ἀναβάλητε τὴν ἀπόφασίν σας σήμερον, ὕστερον ἀπὸ πολύωρον συζήτησιν, ὕστερον ἀπὸ χρόνον πολύτιμον, τὸν ὁποῖον ἐδαπανήσατε μόνον διὰ τοὺς Ναυπλιεῖς, ἐνῷ προσδιωρίσαμεν τὴν ἡμέραν διὰ τὰς ἀναφοράς. Ἐὰν ἀπ’ ἀρχῆς ἦτον ἐδῶ, μοὶ φαίνεται ὅτι ἤθελεν ἀκούσει, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρότασις ζητοῦσα νὰ πληρώσῃ τὸ Ταμεῖον σήμερον αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν Ναυπλιέων. Οἱ Ναυπλιεῖς ἐζήτησαν ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ δίκαιόν των καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς μίαν ἀπόφασιν, οἱανδήποτε, περὶ τῆς πληρωμῆς. Ἄρα τὸ νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις ὑποδεικνύει ἕνα σκοπὸν (θόρυβος).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον θὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μίαν παρατήρησιν μόνον ἐπαναλαμβάνω. Προτάσεις τοιαῦται εἶναι πολλαὶ καὶ θὰ ὑποβληθῶσιν, ἑπομένως, ἐὰν παραδεχθῆτε μίαν ἀρχὴν, θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ τὴν παραδεχθῆτε καὶ διὰ τὰς ἄλλας, ἑπομένως λέγω νὰ μὴ σπεύσωμεν.
§90ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις ἐξήντλησε καθ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ ἐξήτασε τὴν ἀπαίτησιν τῶν Ναυπλιέων, φρονῶ, ὅτι εἶναι μία ὑπεκφυγὴ μὴ ἁρμόζουσα εἰς μίαν Συνέλευσιν τὸ νὰ μὴ ἀποφανθῇ καθαρὰ, ἐὰν ἡ ἀπαίτησις τῶν Ναυπλιέων ᾖναι δικαία ἢ μή. Ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ τὸ εἴπητε καθαρά· ἐὰν ᾖναι ἄδικος, οἱ Ναυπλιεῖς, πολεμήσαντες κατὰ τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος, θὰ ὑποφέρουν καὶ αὐτὴν τὴν θυσίαν, ἐὰν τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον ἀποφεύγῃ νὰ πληρώσῃ χρέος οὕτως ἱερόν.
§91ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ὅλοι ὑπεφέραμεν.
§92ΒΕΑΚΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, φρονῶ, ὅτι συμφέρει νὰ ἀναβάλωμεν κατὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως· πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, σήμερον μίαν ἀλήθειαν, ὅτι εὑρισκόμεθα σήμερον ὑπὸ τὸ κράτος τεταραγμένων πνευμάτων καὶ παθῶν, καὶ εὑρισκόμενοι ὑπὸ τοιοῦτον κράτος, φρονῶ, ὅτι διακινδυνεύομεν αὐτὸ τὸ δίκαιον· εἶναι καλλίτερον λοιπὸν νὰ ἀναβάλωμεν μίαν ἄλλην ἡμέραν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν φλεγματικῶς.
§93Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δύο λέξεις, Κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω· ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπε νὰ ἀναβάλωμεν, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος, ἐπειδὴ δὲν εἰσπράττονται χρήματα, ὅτι χθὲς ἐλάβομεν δάνειον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, καὶ ἑπομένως καὶ οἱ Ναυπλιεῖς δὲν δύνανται νὰ δικαιωθῶσι πρὸς τὸ παρόν· ἀλλὰ, Κύριοι, πιστεύω, ὅτι θέλετε συμφωνήσει περὶ ἑνὸς κατεπείγοντος, ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔρχεται καὶ σᾶς ἀναφέρει νὰ τυπωθοῦν αἱ προτάσεις, νὰ διανεμηθῶσι καὶ νὰ συζητηθῶσιν ἄλλοτε, ἐνῷ, Κύριοι, σήμερον 10 ὥρας συζητοῦμεν· πολλοὶ ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε τὸ Ναύπλιον, καὶ ἐὰν ποτὲ τὰ διαβήματά σας ἐφείλκυσεν αὕτη ἡ πόλις, ἥτις ὑπῆρξε τὸ κόσμητρον τῆς Ἑλλάδος, μεταβῆτε τώρα διὰ νὰ ἰδῆτε εἰς ποίαν κατάστασιν ὑπάρχει σήμερον, εἶναι ὡς ἡ ἔρημος τῆς Λιβύης, ὅλοι οἱ ἔμποροι, οἱ βιομήχανοι ἀνεχώρησαν· προτείνω τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ὑποθέσεως μέχρι τῆς ἀποφάσεως.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος τῆς ἀναβολῆς, διὰ νὰ τυπωθῶσιν αἱ διάφοροι προτάσεις καὶ νὰ διανεμηθῶσι. Τώρα ἐπαρουσιάσθησαν καὶ δύο ἄλλαι προτάσεις, ἡ μία εἶναι τοῦ Κυρίου Μεσσηνέζη «Προτείνω νὰ ἀναβληθῇ πᾶν μέτρον περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς ἀπαιτήσεως τῶν Ναυπλιέων μέχρι τῆς λήψεως γενικωτέρων μέτρων περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀπαιτήσεων, τῶν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος γενομένων θυσιῶν·» ἡ ἄλλη εἶναι τοῦ Λ. Βιλαέτου· «Νὰ θεωρηθῇ, ὡς γενικὸν τὸ μέτρον, ὅπερ ληφθήσεται διὰ τοὺς δανειστὰς τῆς ἐπαναστάσεως Ναυπλίου, καὶ διὰ τοὺς ὑπὲρ ἐλευθερίας συνενεγκόντας δάνεια συνεισφορὰς ἢ ἔρανον ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ 1821 μέχρι σήμερον». Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ γνωμοδοτεῖ τὴν παραδοχὴν τῆς αἰτήσεως τῶν Ναυπλιέων, ἀφοῦ προηγουμένως παρουσιάσωσιν οἱ ἀναφερόμενοι ἐν ἀντιγράφῳ ἐπικυρωμένῳ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας κατέβαλον.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Προσεθέσαμεν καὶ ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου.
§96ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τοῦ Κ. Κουμουνδούρου θὰ εἴπωσι ναὶ, ὅσοι δὲν παραδέχονται θὰ εἴπωσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τῆς γενομένης ἀπαριθμήσεως ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις, καὶ ἑπομένως ἡ ψηφοφορία ἐματαιώθη. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 5 παρὰ ¼.)
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Λ. Σωμάκης.