1863.03.25
1.059 στίχοι · 8.514 λέξεις · 129 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΟΕʹ.
Τῆς 25 Μαρτίου 1863.
(Δευτέρα).
Ὥρα 12 καὶ ¼.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν διάφοροι αἰτήσεις πληρεξουσίων περὶ ἀδείας ἀπουσίας.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθοῦν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλετε νὰ ληφθῇ ἓν γενικὸν μέτρον δι’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ πόσας ἡμέρας θέλετε;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ κάμωμεν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν μας 15 ἡμέρας ἀπὸ τὴν Τετάρτην.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς γείνῃ λοιπὸν μία πρότασις ἔγγραφος διὰ νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις.
§8ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ διακοπὴ φρονῶ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀρχίσῃ πρὶν τελειώσῃ ἡ συζήτησις τῶν φορολογικῶν νόμων.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, Κύριοι, μολονότι εἶναι ἡμέρα ἐξῃρημένη, νομίζω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι νὰ γείνῃ δημοσία συνεδρίασις.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Πέτρος Δεληγιάνης ἔχει μίαν ἐπερώτησιν νὰ κάμῃ.
§12Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις περί τινος ὑποθέσεως, ἥτις εἶναι σπουδαία καὶ ἔχει τι τὸ κατεπεῖγον. Πρό τινων μηνῶν ἀπεβίωσεν εἰς Βλαχίαν εἷς συμπατριώτης μας ἐκ τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος, ὁ μακαρίτης Τριανταφυλλίδης· ὁ φιλογενέστατος οὗτος ἀνὴρ ἀφῆκε διὰ διαθήκης ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν περιουσίαν του εἰς τὸ ἔθνος· ἡ περιουσία αὐτοῦ σύγκειται ἐκ μετρητῶν χρημάτων καὶ ἐξ ἀκινήτων καὶ ζώων πολλῶν, διότι οὗτος εἶχεν ἐκμισθώσει κτήματα, τὰ ὁποῖα ἐκαλλιέργει· τὸ ὅλον ἀναβαίνει εἰς 500 χιλιάδας δραχμῶν· εἶχε δύω ἐκτελεστὰς τῆς διαθήκης του. Μετὰ τὸν θάνατόν του ἐννοεῖτε ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς παραλαβῆς καὶ τῆς διαθήκης καὶ τῆς περιουσίας αὐτῆς. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, φαίνεται ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ μακαρίτου, ὡς ἐκ τῆς διαθήκης εἰκάζεται, ἦτο νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς περιουσίας αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων· ἐν τούτοις ἀφίνει τὴν περὶ τούτου ὁριστικὴν ἀπόφασιν εἰς τὰ νομοθετικὰ Σώματα τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι ἐκ μιᾶς ἐπιστολῆς τοῦ ἑτέρου τῶν δύω ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης, φαίνεται ὅτι δὲν τοῖς ἐπετράπη νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς σπουδαίας αὐτῆς διαχειρίσεως ἐκ μέρους τοῦ Προξενείου. Πρόξενος ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ διευθύνει τὸ Προξενεῖον ὁ Γραμματεύς. Δὲν ἔχω τι νὰ ὑποπτεύσω, διότι, ὡς πληροφοροῦμαι, εἶναι νέος ἀξιόλογος καὶ διδάκτωρ τοῦ ἡμετέρου Πανιπιστημίου μάλιστα, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἀφοῦ ἔλαβε τοιαύτην εὐθύνην, ὅτι εἶχε λόγους σπουδαίους· ἀφ’ ἑτέρου, ἐπειδὴ ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ ἤθελεν εἶσθαι ἀξιοκατάκριτος, νομίζω ὅτι ἀφοῦ ἀκούσητε αὐτὴν τὴν μικρὰν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω, νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προσέλθῃ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν γνωρίζῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους παρενέβαλε τὸ Προξενεῖον τοιαῦτα προσκόμματα εἰς μίαν ὑπόθεσιν, ἥτις εἶναι ἐθνική. Ἰδοὺ τὶ μὲ γράφει ὁ ἕτερος τῶν ἐκτελεστῶν. Ἀνέγνω τὴν ἐπιστολὴν, ὡς καὶ μίαν ἀναφορὰν τοῦ ἑτέρου τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἠμπορῶ νὰ τὴν δώσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, εἶναι ὑπογεγραμμένη καὶ παρὰ τῶν δύω ἐκτελεστῶν. Εἶναι τόσον σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα ὥστε ἐνδιαφέρεται ὅλη ἡ Συνέλευσις περὶ τούτου.
§13ΠΑΡΙΣΣΗΣ. Νὰ προσκληθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν γνωρίζῃ τίποτε νὰ δώσῃ λόγον, εἰ δ’ ἄλλως νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς περιουσίας αὐτῆς.
§14ΧΑΝΤΖΕΡΗΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω περὶ τοῦ μακαρίτου, Κύριε Πρόεδρε, ἂν μὲ δώσητε τὴν ἄδειαν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἔλθῃ πρῶτον ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὑπάρχει, Κύριοι, μία πρότασις, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγνώσω ἀμέσως, ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τὸ φορολογικόν. Πρὶν ὅμως γίνεται μία πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, ἂν δὲν σφάλλω, περὶ βοηθείας εἴς τινας Γερουσιαστάς· μὲ παρεκάλεσε νὰ σᾶς τὸ ὑπενθυμίσω, ἂν νομίζητε νὰ ἀποφασίσητε ἀμέσως τι περὶ αὐτῶν.
§16ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣ. Ἔχομεν ἄλλα ἔργα σπουδαιότερα.
§17ΜΠΟΥΣΚΟΣ. Νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§18ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι, δὲν εἶναι μόνον αὐτοί.
§19ΛΑΠΑΣ. Εἶναι καὶ ὁ Καλογερόπουλος, τοῦ ὁποίου τὸ ἕν πόδι εἶναι εἰς τὴν ξηρὰν καὶ τὸ ἄλλο εἰς τὸν τάφον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγκρίνει ἡ Συνέλευσις ἐν τοσούτῳ νὰ προσκληθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην, νὰ δώσῃ;
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§22ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ὅλοι θὰ παρουσιασθοῦν ὅτι ἔχουν ἀνάγκην.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἓν μέτρον προσωρινὸν διὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς. Ὑπάρχουν δύω προτάσεις, τοῦ Κυρίου Λάπα καὶ μία ἄλλη· ἡ τοῦ Κυρίου Λάπα εἶναι «Ἡ ἐν Ἀθήναις κτλ. Ψηφίζει. Ἄρθρον μοναδικόν. Ἀπονέμει εἰς τὸν Κύριον Κωνσταντῖνον Κανάρην τὸν βαθμὸν τοῦ Ναυάρχου.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κ. Ἀντωνόπουλος θέλει νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως αὐτῆς ἄνευ συζητήσεως.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§26ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν πρόκειται ἡ Συνέλευσις νὰ δώσῃ μίαν θέσιν εἰς τὸν ναύαρχον Κανάρην.
§27Κ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κατεπεῖγον.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μία ἄλλη πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ. «Ἐπειδὴ τὸ ὑπάρχον Ὑπουργεῖον ἀπέδειξεν ἂν ὄχι συμμετοχὴν πλήρη, ὅμως ἀνικανότητα κατὰ τὴν ὀχλαγωγίαν τῆς 20 τρ. μηνός, προτείνω, ἵνα ἡ Συνέλευσις ἀντικαταστήσῃ αὐτὸ διὰ προσώπων καταλλήλων, ὁρίζουσα τὴν σήμερον ὡς ἡμέραν τῆς ἀντικαταστάσεως.»
§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα (θόρυβος).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις (θόρυβος).
§32ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος ἐννοεῖ νὰ συζητηθῇ αὔριον.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Τώρα.
§34ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον.
§35ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις περὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος μέγας).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι· ἡ πλειονοψηφία ἀποφασίζει τὰ πάντα καὶ ὄχι διὰ φωνῶν, ὑπάρχει ἓν σχετικὸν ἔγγραφον.
§37ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ σέβηται τὸν κανονισμὸν (θόρυβος).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις. Εἷς ἐκ τῶν κυρίων γραμματέων ἀναγινώσκει αὐτήν, δι’ ἧς ἐκτίθενται ἓξ αὐτοτελεῖς αἰτιάσεις καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἰδίως κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ προτείνεται ἡ εἰς δίκην εἰσαγωγὴ τῶν ὑπουργῶν.
§39ΤΙΝΕΣ. Τίνος εἶναι;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ Κυρίου Μοσχάτου.
§41ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Χθὲς τὸν ἔπαυσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ συζητηθῇ σήμερον ἢ ὄχι.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Σήμερον.
§44ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ ζητῶ, Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§45ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν δεχόμεθα.
§46ΖΕΡΒΑΣ. Προτείνω νὰ παύσῃ τὸ ὑπουργεῖον καὶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον ἡ ἐξουσία (θόρυβος μέγας).
§47ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ Κύριος Μεσσηνέζης δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως ὑπάρχῃ διὰ νὰ συζητηθῇ σήμερον, θὰ τὸ ἀποφασίσῃ μὲ 5 λέξεις.
§49ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οὐδεμία εἶναι ἀμφιβολία ὅτι πάντες μετὰ θλίψεως ἠκούσαμεν τὴν κατηγορίαν τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ ὑπουργεῖον εἶναι προϊὸν τῆς Συνελεύσεως (θόρυβος). Ἡ πρότασίς μου εἶναι περὶ ἀναβολῆς. Λέγω ὅτι οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι μετὰ θλίψεως πάντες ἠκούσαμεν τὴν πρότασιν τὴν προταθεῖσαν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπευθύνεται κατηγορία κατὰ τοῦ ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας ἀποδίδονται σπουδαῖαι αἰτιάσεις κατὰ τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔσωσε τὸ ἔθνος ἀπὸ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον (θόρυβος). Πρόκειται περὶ κατηγοριῶν ἀποτεινομένων κατ’ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα εἰς σπουδαίας περιστάσεις. Λοιπὸν δὲν ἠμπορεῖτε ἄνευ ἀπολογίας νὰ τοὺς καταδικάσητε (θόρυβος). Δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία, ὅταν δὲν μὲ ἀφίνετε νὰ ὁμιλήσω (θόρυβος). Κύριοι, κατηγορία ἀφορῶσα ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον ὑπηρέτησεν εἰς δεινὰς περιστάσεις, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ζητήσητε νὰ συζητηθῇ ἀμέσως. Πρέπει νὰ δώσητε καιρὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, πρέπει νὰ δώσητε καιρὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν συμμερίζονται τὰς ἰδέας σας, πρέπει νὰ δώσητε εἰς τὴν κοινωνίαν τὸν καιρὸν (θόρυβος). Τί εἶναι οἱ φόβοι σας, Κύριοι; (θόρυβος). Πρέπει νὰ δώσητε τὸν καιρὸν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην νὰ κρίνῃ περὶ τῆς κατηγορίας (θόρυβος). Ζητῶ λοιπὸν, Κύριοι, ἐὰν σέβησθε τὸ ἱερώτερον τῶν δικαιωμάτων, τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως (θόρυβος).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι εἰς τὸ βῆμα ὁ Κύριος Μεσσηνέζης, καὶ πνίγετε τὴν φωνήν του καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Αὔριον θὰ ἦναι ἕνας ἀπὸ ἐσᾶς· θέλετε νὰ σᾶς πνίξῃ τὴν φωνὴν ἡ Συνέλευσις, χωρὶς ν’ ἀκούσῃ; Εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου νὰ φερθῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Ἐπικαλοῦμαι τὸν κανονισμόν· ἀκούσατέ τον. Ἀλλὰ, Κύριε Μεσσηνέζη, μὴ ὑπερασπίζεσθε τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν πρόκειται περὶ τῆς κατηγορίας, εἶναι μόνον, ἐὰν σήμερον ἢ αὔριον......
§51ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν βλέπω νὰ παρουσιάζωνται κίνδυνοι σπουδαῖοι εἰς τὴν πολιτείαν, καὶ τοσοῦτον σπουδαῖοι, ὥστε ν’ ἀπαιτοῦν νὰ κηρυχθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα κατηγορία τοῦ Ὑπουργείου κατεπείγουσα, καὶ νὰ συζητηθῇ αὐθωρεί. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα τὸ ἱερώτερον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ πολίτης ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ, τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει ποτὲ νὰ καταλιμπάνῃ τὸ δικαστήριον, πολὺ περισσότερον ἓν συνέδριον ἐθνικὸν, ὁποῖον εἶναι τὸ συνέδριον, τὸ ὁποῖον μὲ ἀκροάζεται, δὲν δύναταί ποτε, παραβιάζον τὸ δικαίωμα τὸ ἱερώτερον τῆς ὑπερασπίσεως νὰ δεχθῇ νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης προτάσεως, πρὶν ἢ δοθῇ ὁ καιρὸς εἰς τοὺς κατηγορουμένους ὑπουργοὺς νὰ λάβουν γνῶσιν τῶν διαφόρων αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατ’ αὐτῶν διὰ νὰ ὑπερασπισθῶσιν ἑαυτοὺς καὶ τὴν τιμήν των, πρὶν λάβουν καιρὸν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν ἔχουν τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀποδίδονται εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ λάβουν πληροφορίας καὶ ἀπὸ ὑμᾶς αὐτοὺς, καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν διὰ νὰ δυνηθῶσι, Κύριοι, μὲ ἐλευθέραν συνείδησιν, μὲ πεποίθησιν, ἢ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν κατηγορίαν, ἢ νὰ τὴν ἀποκρούσουν (θόρυβος). Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δύνασθε, ἂν θέλητε νὰ δείξητε, ὅτι σέβεσθε τὴν ἱερωτέραν ἀρχὴν τῆς δικαιοσύνης, νὰ κηρύξητε τὴν προκειμένην πρότασιν κατεπείγουσαν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ὑπολήψεως πολιτικῶν ἀνθρώπων, περὶ τῆς ὑπολήψεως ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι σᾶς ὑπηρέτησαν εἰς δεινὰς περιστάσεις, καὶ δὲν πρέπει δι’ ὁποιονδήποτε λόγον νὰ παραβιάσητε, καὶ ἀκόμη αὐτὴν τὴν ἱερωτέραν ἀρχὴν τῆς δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἠμπορέσητε νὰ φθάσητε εἰς οἱονδήποτε σκοπὸν, περὶ οὗ ὁποίου πρόκειται.
§52ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι, θὰ ὁμιλήσω μόνον περὶ τῆς ἀναβολῆς Συναισθανόμενος τὴν προσβολὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἔλαβε τὴν τετάρτην τὸ ἑσπέρας, πᾶς ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν θέσιν ταύτην διὰ τῆς ψήφου τῆς Συνελεύσεως ἵνα ὑποστηρίξῃ αὐτὴν, ὤφειλε τοὐλάχιστον, ἂν ὄχι τὴν ἐπαύριον τὴν Πέμπτην, ἂν ὄχι τὴν ἐπαύριον τὴν Παρασκευὴν, τὸ Σάββατον, τὴν Κυριακὴν, τοὐλάχιστον σήμερον, νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ μίαν κἂν λέξιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, τὶ συνέβη κατ’ αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως (θόρυβος). Ἆ! μὲ λέγουν δὲν προσεκλήθη, ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ δὲν προσκαλεῖ ἡ Συνέλευσις τοὺς δούλους της, τοὺς ὑπουργούς της νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ τὶ ἔπραξαν ὑπὲρ αὐτῆς, ὑπὲρ τῆς σωτηρίας της, ὑπὲρ τῆς ὑπολήψεώς της! (θόρυβος). Κύριοι, αὐτὸ καὶ μόνον μὲ ἔκαμε νὰ φέρω προχθὲς τὸ Σάββατον τὴν πρότασίν μου, καὶ νὰ τὴν παρακαταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖο. Κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε, ἅμα ἡ πρότασίς μου ἐκείνη παρακατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον, αἱ σάλπιγγες ἔξω κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως προσεκάλεσαν τὸν στρατὸν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοὺς στρατῶνας καὶ νὰ περιμείνῃ κινδυνῶδές τι κίνημα δῆθεν κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος ἑτοιμαζόμενον ἀπὸ τὸ νοῆμον κοινὸν τῶν Ἀθηνῶν, κατὰ τὸ ἀρχαῖον παραδεδεγμένον παράδειγμα καὶ συνήθειαν τοῦ μακαρίτου Κωλέττη, διαιωνίζοντος τὴν ὑπουργείαν του ἐπὶ τοῦ Ἔθνους· καὶ χθὲς, ἂν ὄχι προχθὲς, ὁ στρατὸς πάλιν περιμένει ὀλεθρίας δῆθεν σκηνὰς ἑτοιμαζομένας κατὰ τῆς ἐλευθερίας τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ νοῆμον κοινὸν τῶν Ἀθηνῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἡμῶν πιστεύει, καὶ τὸ ἐπίστευσε, Κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον διὰ νὰ ἐνδυναμωθῇ καὶ νὰ μένῃ (θόρυβος). Αὐτὰ, Κύριοι, μὲ ἠνάγκασαν νὰ νομίσω, ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ φέρω τὴν πρότασίν μου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ πολεμήσῃ· ἐνόμισα ὅτι εἶναι σωτήριον καὶ ὀρθὸν, δὲν ἐγκληματῶ, ἐὰν ἔχω σφαλερὰν, κακὴν ἰδέαν· ἐνόμισα ὅτι εἶναι καλὸν σήμερον νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Οὐδὲν παράδοξον, ἐὰν ὑμεῖς αὐτοὶ ἀποφασίσητε διὰ τὴν αὔριον. Ἐγὼ λέγω μόνον τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἵνα ἡ Συνέλευσις ἐκλεξαμένη τὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων σκεφθῇ ὡριμώτερον, σκεφθῇ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας ὄχι μόνον λογίων, ἀλλὰ ἀνθρώπων δυνατῶν, δυναμένων νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν Συνέλευσιν, νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ Ἔθνος καὶ διὰ τῶν ὅπλων τῆς ἐπιῤῥοῆς των, καὶ διὰ τῶν ὅπλων τῶν ἐθνικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ διὰ τῆς Ἐθνοφυλακῆς· καὶ προσέξατε καλὰ Κύριοι! ὅσον νοῆμον καὶ ἂν ᾖναι τὸ ἀγαθὸν τῆς Ἑλλάδος κοινὸν, εὐκόλως ἕνας ἕκαστος τὸ ἐξαπατᾷ. Προσέξατε καλὰ, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ περιστοιχηθῇ, εἶναι ἀνάγκη τὸ Ἔθνος νὰ ἰδῇ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὡς εἶπον, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι χαίρουσι τοπικὴν βαρύτητα (εὖγε, εὖγε).
§53ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, συμβὰν βεβαίως ἀξιοκατάκριτον, ὄχι διὰ τὴν ἀρχήν του, ἀλλὰ διὰ τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον περιῆλθεν, ἐπροκάλεσε τὴν ἀγανάκτησιν πολλῶν ἐξ ἡμῶν, καὶ ἰδίως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσεβλήθησαν τότε (θόρυβος), καὶ ἐπρότειναν κατηγορίαν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου· τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ εἶναι ἄξιον τοιαύτης ἀνταποδόσεως, παρέβη τὸν ὅρκον του, δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας καὶ τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ κοινοῦ. Λοιπὸν ἐνόσῳ αἱ πράξεις αὗται δὲν ἐξελεγχθῶσι διὰ τῆς συζητήσεως, διὰ τῆς ἀπολογίας τῶν κατηγορουμένων, ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς καμμίαν ἀπόφασιν (θόρυβος). Λοιπὸν, ἐνόσῳ δὲν δώσητε τὸν λόγον εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, δὲν δύνασθε νὰ προβῆτε ἀμέσως εἰς τὴν παῦσιν τοῦ Ὑπουργείου (θόρυβος), πρέπει ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον (θόρυβος).
§54ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι, τῆς ἐπιδοκιμασίας, ἢ τῆς ἀποδοκιμασίας τοῦ ἠθικοῦ μέρους ἑνὸς ἀνθρώπου ἢ ἑνὸς Κυβερνήτου δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ δώσῃ ἡ Συνέλευσις λόγον εἰς κανένα· τὸν ἀποδοκιμάζει ἐν τῇ συνειδήσει της, λέγει ὅτι ἡ ἠθικὴ, τὴν ὁποίαν βλέπει εἰς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον νὰ ἐξασκῇ εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀπώλεσε τὴν ἐμπιστοσύνην της.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας.
§56ΖΕΡΒΑΣ. Ἔρχονται λοιπὸν τινὲς καὶ ζητοῦν ἀναβολήν· ἠξεύρετε, Κύριοι, τί θὰ εἰπῇ ἀναβολή; ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὁ πηδαλιοῦχος τοῦ πλοίου· ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ πλοίου καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἀφαιρέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τὸν πηδαλιοῦχον, αὐτὸς τραβᾷ τὸ πηδάλιον ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριὰ καὶ τὸ ῥίπτει εἰς τὸν σκόπελον (θόρυβος). Ὥστε δὲν συμφέρει εἰς τὸ Ἔθνος, εἰς τὴν Συνέλευσιν, οὔτε ἐπὶ μίαν στιγμὴν πλέον νὰ τὸ βαστάξῃ (θόρυβος). Πρέπει νὰ τοὺς παύσωμεν καὶ ὁ Πρόεδρος νὰ λάβῃ τὸ πηδάλιον. Ὑπάρχει μία ὑπόνοια, ὅτι ἐνεργεῖται ἐν τῷ κρυπτῷ ἡ διάλυσις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως· ἅμα λοιπὸν περιῆλθε μία τοιαύτη ὑπόνοια εἰς τὰς κεφαλὰς τῶν Πληρεξουσίων, εἶναι τὸ μεγαλείτερον ἁμάρτημα, εἶναι ἀσέβεια, ἐὰν διατηρήσωμεν μίαν τοιαύτην Κυβέρνησιν, οὔτε ἐπὶ στιγμὴν. Ὁ Κύριος Βάλβης Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀναβαίνει τὸ βῆμα.
§57ΤΙΝΕΣ. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς.
§58ΕΤΕΡΟΙ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσῃ. (θόρυβος)
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδοποίησα τὸν Κ. Πληρεξούσιον καὶ Πρωθυπουργὸν, ὅτι πρόκειται μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς. Θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Λοιπὸν ἀκούσατέ τον.
§60Ζ. ΒΑΛΒΗΣ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἁπλοῖ ἐντολοδόχοι τῆς Συνελεύσεως καὶ ὑπὸ τὴν καθημερινὴν ἔποψιν τῆς Συνελεύσεως ἐνεργοῦντες τὰ ἐνταλθέντα, ποτὲ δὲν εὑρέθημεν ἀπροπαρασκεύαστοι νὰ δίδωμεν λόγον καθ’ ἑκάστην στιγμὴν εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ τῶν κατὰ καιρὸν διαπραττομένων Κυβερνητικῶν καὶ Διοικητικῶν μέτρων. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν κανεὶς τῶν ΚΚ. Πληρεξουσίων νὰ μὴ νομίσῃ, ὅτι εἴμεθα ἀπροπαρασκεύαστοι εἰς τίποτε.
§61ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Τόσον καλλίτερα.
§62ΒΑΛΒΗΣ. Τόσον καλλίτερα, μάλιστα, δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν Συνέλευσιν. Τίποτε, Κύριοι, δὲν ἔχετε ν’ ἀκούσητε ἀπὸ ἡμᾶς, μήτε ἐθηρεύσαμεν τιμὴν τοιαύτην, μήτε ποτὲ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην ὑπερασπίσεως, μήτε ποτὲ εἰς λόγους εὑρέθημεν, μήτε ποτὲ φιλικὴν παράκλησιν ἀπετείναμεν εἴς τινα τῶν ΚΚ. Πληρεξουσίων πρὸς ὑπεράσπισιν ἡμῶν, ποτὲ, μήτε λέξιν. Ἁπλῆν ἐντολὴν ἔχοντες ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς μιᾶς αὐστηρᾶς Συνελεύσεως πάντοτε εἴχομεν προσοχὴν νὰ κυβερνήσωμεν κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους, κατὰ τὰ ἐπιψηφισθέντα παρὰ τῆς Συνελεύσεως, καὶ ποτὲ δὲν ἀνελάβομεν ὑπ’ εὐθύνην ἡμῶν πρᾶξιν, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς, ὡς κακοὺς ἐντολοδόχους, ὡς κακῶς διαχειρισθέντας τὰ δημόσια πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις ἐνεπιστεύθη εἰς ἡμᾶς. Δὲν ἔρχομαι εἰς τὴν ἀπολογίαν, διότι δὲν εἶναι καιρὸς, ἂν καὶ γνωρίζω τὸ ἀντικείμενον τῆς κατηγορίας καὶ ἀπορῶ, πῶς ὀνομάζεται κατηγορία, ἀλλὰ λέγω μόνον ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀναβολῆς, ὅτι κἀνὲν συμφέρον δὲν ἔχομεν ν’ ἀπολογηθῶμεν, μήτε διὰ τὴν αὔριον ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ὑπεράσπισιν ἡμῶν. Ὄχι, ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ σκεφθῇ προσηκόντως, διότι θέλει, καθόσον παρατηροῦμεν, νὰ φέρῃ μεταβολὴν εἰς τοὺς ἐντολοδόχους αὐτῆς, καὶ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ της δύναται εἰς πᾶσαν στιγμὴν, ὄχι διὰ πολλῶν λόγων, ὄχι διὰ πολλῶν θορύβων, δι’ ἁπλῆς ἐντολῆς πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον (ὁ Κ. Δημητρακαράκος διακόπτει τὸν ἀγορεύοντα, καὶ ἐπαναφέρεται εἰς τάξιν ὑπὸ πολλῶν). Δύναται λοιπὸν ἡ Συνέλευσις ἐν τῇ μεγάλῃ ἐξουσίᾳ αὐτῆς, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μᾶς ἐνεπιστεύθη τὴν τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ Κ. Προέδρου μόνον ἄνευ θορύβων, ἄνευ τῆς παραμικρᾶς ἀπολογίας νὰ εἴπῃ· «δὲν σᾶς θέλω πλέον ὡς ἐντολοδόχους, θέλω ἄλλους νὰ διοικήσουν καλλίτερα» ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις, καὶ μάλιστα ἀπορῶ προχθὲς, καὶ τὸ λέγω τοῦτο ἐν παρόδῳ· τὴν ἐπιοῦσαν τῶν συμβεβηκότων τῆς ὀχλαγωγίας, καθ’ ὃν καιρὸν εἴμεθα εἰς τὸ Κυβερνεῖον ἐνεργοῦντες, ἐλάβομεν ἓν ἔγγραφον τοῦ Κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγε «Κύριοι, παρακαλεῖσθε νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ κατάστημα τῆς Συνελεύσεως, εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προεδρείου, καθ’ ὅσον Πληρεξούσιοι ἐν εἴδει ἐπιτροπῶν ἐξελέχθησαν παρὰ τῶν τριῶν τμημάτων τοῦ Ἔθνους, καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουν σκοπὸν ν’ ἀποτείνουν εἰς τὴν Συνέλευσιν μερικὰς ἐρωτήσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ συμβεβηκότα τῆς ὀχλαγωγίας». Πραγματικῶς, Κύριοι, συνήλθομεν, διότι εἴδομεν, ὅτι ὑπάρχουν ἐπιτροπαὶ διωρισμέναι παρὰ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἔπρεπε νὰ ὑπακούσωμεν καὶ νὰ σεβασθῶμεν τὴν πρόσκλησιν· ἤλθομεν ἐνταῦθα, πολὺς λόγος ἔγεινε καί τινες ἐπερωτήσεις· ἔγεινεν ἡ ἀπάντησις ἐκ μέρους ὅλων ἡμῶν, διότι ὅλοι εἴμεθα παρόντες, εἰς ἄλλα ἐφάνησαν οἱ Κύριοι ἀντιπρόσωποι τότε, ὅτι ἱκανοποιήθησαν, ὡς πρός τινα γενικὰ μέτρα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν συνεφωνήσαμεν, διότι οἱ μὲν ἔλεγον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ λάβῃ μέτρα βίας διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν.
§63ΤΙΝΕΣ. Ὄχι. (θόρυβος)
§64ΒΑΛΒΗΣ. Ἦτον ὁ Κ. Δηλιγιάννης παρών· ἡμεῖς διεφωνήσαμεν. Λέγω τοῦτο ἐν παρόδῳ.
§65ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Τὸ ἐπέταξας σκοπίμως.
§66ΒΑΛΒΗΣ. Τὸ ἐπέταξα, ἀλλὰ θὰ τὸ συζητήσωμεν, καὶ θὰ ἴδωμεν, ποῖον εἶναι τὸ καλλίτερον τὸ αἷμα ἢ τὸ μὴ αἷμα· (θόρυβος καὶ ταραχὴ μεγάλη)· ἠδύνατο τότε ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μᾶς εἴπῃ, Κύριοι, δὲν συμφωνῶ μὲ τὸ σύστημά σας, δὲν εἶσθε ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Συνελεύσεως (θόρυβος) νὰ παραιτηθῆτε. Ἐνῷ λοιπὸν τὰ πάντα εἶναι διαλελυμένα δὲν ἔχει λόγον τὸ ὑπουργεῖον νὰ ζητῇ ἀναβολήν· ἂν ἡ Συνέλευσις νομίζῃ ὅτι ἔχει σκοπὸν ν’ ἀναβάλῃ καὶ νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον, ἂς ἀναβάλῃ· ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, καλλίτερον νὰ γίνῃ σήμερον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οἱ ἀπειλητικοὶ τρόποι δὲν κάμνουσιν ἐντύπωσιν εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες καὶ εὐχαρίστως δικάζονται ἐρήμην. Ὅ,τι θέλετε κάμετε, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν συμφέρον. (Θόρυβος).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος τῆς ἀναβολῆς εἶναι γεγραμμένοι διάφοροι. Ὁ Κύριος Θεόδωρος Δηλιγιάννης ὅμως λαμβάνει τὸν λόγον, διότι ἦτο μέλος τῆς διορισθείσης ὑπὸ τῶν πληρεξουσίων ἐπιτροπῆς. (θόρυβος καὶ φωναὶ πανταχόθεν).
§68Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διαδεχόμενος τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου, πληρεξούσιον ἐκ Μεσολογγίου, καὶ πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι μέλλω ν’ ἀντιλέξω πρὸς αὐτὸν, ἀναιρῶν τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ περὶ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν δοξασιῶν, τὰς ὁποίας ἐβεβαίωσε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὑπεδείχθησαν αὐτῷ παρὰ τῶν Κ. πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ λάβωσι συνέντευξιν μετ’ αὐτοῦ. Τὸν ἰσχυρισμόν του τοῦτον προτίθεμαι πεποιθότως ν’ ἀναιρέσω, διότι ἐξελέχθην μέλος τῆς ὑπὸ τῶν Κυρίων πληρεξουσίων σχηματισθείσης ἰδιαιτέρας ἐπιτροπῆς καὶ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω μετὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως· ἀπηύθυνα ἀληθῶς τότε ἐρωτήσεις πρός τε τὸν πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐξήγησα ἰδέαν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ μοὶ ἀποδώσωσι, οὐδὲ ἐγὼ, οὐδὲ οἱ ἄλλοι τῶν συναδέλφων μου. Περιωρίσθην μόνον νὰ ἐξετάσω, ποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, ἂν ἔλαβε μέτρα, καὶ ποῖα μέτρα. Τὸ ἔνδυμα ὅμως διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησεν ὁ Κύριος πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ περιβάλῃ τὴν συνέντευξιν ἐκείνην, εἶναι ἔνδυμα, τὸ ὁποῖον δὲν παριστᾷ τὴν ἀλήθειαν, ὑποκρύπτει σκέψεις, τὰς ὁποίας δὲν ἤλπιζά ποτε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐτιμήθη παρ’ ἡμῶν καὶ τιμᾶται, προσκληθεὶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν πραγμάτων, ὅτι δύναται ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς Κ. πληρεξουσίους. Τὴν νύκτα τῶν συμβεβηκότων ἐκείνων κατεθλίβην καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, καὶ ἀμέσως ἔδραμον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κ. προέδρου τῆς Συνελεύσεως, διότι ἔμαθον, ὅτι αἱ ἐπιδείξεις ἔφθασαν καὶ μέχρι τῆς οἰκίας αὐτοῦ, σκεφθεὶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ συνεννοηθῶ μετ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος διερμηνεύει τὸ φρόνημα τῆς Συνελεύσεως, καὶ προΐσταται αὐτῆς. Ἔμαθα τὰ διατρέξαντα εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ· ἰδίως κατεθλίβην διὰ τὰ γενόμενα κατὰ τῆς οἰκίας τῶν Κ. Ζαΐμη καὶ Κουμουνδούρου, διότι αἱ ἐκδηλώσεις αὗται δὲν περιωρίσθησαν εἰς μόνην τὴν ἔκφρασιν τοῦ δημοσίου πνεύματος. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ ἔκφρασις τοῦ δημοσίου πνεύματος δὲν συνοδεύεταί ποτε μετὰ ὑλικοῦ καταναγκασμοῦ, ἐν ᾧ ἡ ἐκδήλωσις ἐκείνη ἀπέληγεν εἰς τὸν ἐπηρεασμὸν τῆς ἐλευθέρας ἐκφράσεως τῆς γνώμης τῶν Κ. πληρεξουσίων διὰ τοῦ ὑλικοῦ καταναγκασμοῦ. Σέβομαι, καθὼς ὅλοι ὑμεῖς, τὴν ἔκφρασιν τοῦ δημοσίου φρονήματος, εὐλαβοῦμαι, Κύριοι, αὐτὴν καὶ εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ ἔκφρασις αὐτοῦ πρέπει νὰ ὁδηγῇ τοὺς διαχειριζομένους δημοσίαν ἐξουσίαν, καὶ κεκλημένους εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν συμφερόντων. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν ὑποχρέωσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τὴν ἰδιότητα τοῦ διαχειριζομένου τὰ δημόσια πράγματα· ἐξ ἐναντίας ἀναγνωρίζω, ὅτι ἄνθρωποι διαχειριζόμενοι τὰ δημόσια πρέπει νὰ ᾖναι ἐκτεθειμένοι εἰς τὸν κοινὸν ἔλεγχον, διότι αἱ πράξεις των δὲν εἶναι πράξεις ἀτόμων, ἀλλὰ πράξεις διαχειριστῶν τῶν δημοσίων πραγμάτων, ἐφαπτόμενοι ἀμέσως τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, ἐφ’ ὧν ἕκαστος τῶν πολιτῶν ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐκφράζῃ γνώμην. Οὐδεὶς, Κύριοι, δύναται νὰ διανοηθῇ, ὅτι ἡ ἔκφρασις τῆς κοινῆς γνώμης δύναται νὰ δυσαρεστήσῃ τινά· ἐγὼ πρῶτος εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποβληθῶ εἰς τὸν ἔλεγχον αὐτῆς· ὅταν ὅμως ἡ ἔκφρασις τοῦ δημοσίου φρονήματος ἐξέρχηται τῶν ὁρίων τῆς ἁπλῆς ἐκφράσεως καὶ κρίσεως, ὅταν ἡ ἔκφρασις αὕτη προβαίνῃ εἰς πράξεις ὑλικὰς, τότε δὲν εἶναι ἔκφρασις δημοσίου φρονήματος, ἀλλ’ εἶναι ἐκτροπή. Αἱ ὑλικαὶ πράξεις, Κύριοι, τείνουσιν εἰς τὸν καταναγκασμὸν τοῦ ἀτόμου· ὅταν μάλιστα ᾖναι ἔργον πολλῶν, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄλλους χαρακτῆρας, εἰμὴ δύο καὶ μόνους, τὸν χαρακτῆρα τῆς στάσεως καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐπαναστάσεως. Ὅταν δ’ αὐταὶ αἱ ὑλικαὶ πράξεις σκοπὸν ἔχωσι νὰ ἐπιβάλωσι θέλησιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν νὰ ἐκπληρώσωσι καθήκοντα, ὁποῖα ἡμεῖς, εἶναι ἄξιαι μεγάλης σπουδῆς, διότι θέλουν ἔχει ὀδυνηρὰς συνεπείας. Ἀληθῶς, Κύριοι, αἱ πράξεις αὐταὶ τοῦ ὑλικοῦ καταναγκασμοῦ εἶναι ἄξιαι πολλῆς σπουδῆς καὶ μεγάλης προσοχῆς· διὰ τοῦτο πλεῖστοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου τὴν ἐπιοῦσαν τῶν γεγονότων τῆς ἡμέρας ἐκείνης συνήλθομεν εἰς σύσκεψιν. Εἰμπορῶ νὰ σᾶς βεβαιώσω δὲ, ὅτι οἱ συνελθόντες ἦσαν οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν· συνήλθομεν καὶ εἰς διακεκριμένας ὁμηγύρεις κατὰ τὰ διαιροῦντα τὸ κράτος τρία τμήματα, ἀλλὰ συνήλθομεν ὡς ἄτομα, ὡς πληρεξούσιοι, καὶ οὐχὶ ὡς Συνέλευσις· ἐνομίσαμεν δὲ συνελθόντες, ὅτι ἦτον ἀνάγκη πρὶν ἢ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ μέλλοντος, περὶ τοῦ ἐνεστῶτος, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἂν αὐτοὶ ἀντελήφθησαν τῶν γεγονότων αὐτῶν, ἂν ἐσκέφθησαν ἐπ’ αὐτῶν ὡς ἐσκέφθημεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι συνήλθομεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ πρὸς σύσκεψιν. Ἐπειδὴ δὲ, Κύριοι, ὡς ἐννοεῖτε κάλλιστα, ἦτο δύσκολον 100, 150 ἄτομα νὰ ἔλθωμεν εἰς ἄμεσον σχέσιν μετὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐνομίσαμεν ὅτι πρέπον ἦτο νὰ ἐπιφορτίσωμεν τινὰ ἐκ τῶν μελῶν τῆς ὁμηγύρεως ταύτης πρὸς τοῦτο, διὰ τοῦτο προέβημεν εἰς προσδιορισμὸν ὀλίγων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐπεφορτίσαμεν νὰ λάβωσι συνέντευξιν μετὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεων, καὶ ν’ ἀπευθύνωσι πρὸς αὐτοὺς τὰς ἐρωτήσεις ταύτας. Μεταξὺ τῶν μελῶν τούτων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι καὶ ἐγώ· ἤλθομεν εἰς τὸ κατάστημα τῆς Συνελεύσεως, καὶ παρεκαλέσαμεν τὸν Κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ τοὺς Κυρίους ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ τούτου ὡς ἀνωτέρω. Ἡ πρόσκλησις λοιπὸν δὲν ἦτον ἐπίσημος, οὐδ’ ἡ Συνέλευσις ἀπηύθυνεν αὐτὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ ἐπισήμως, ἠδυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν ἀπὸ τῶν ἑδωλίων τούτων, ἀλλὰ πρὶν ἢ φθάσωμεν νὰ σκεφθῶμεν ὡς κυρίαρχον Σῶμα, ἐνομίσαμεν ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ συνεννοηθῶσι καὶ συμφωνήσωσι τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τῶν ἀποτελούντων τὸ Σῶμα. Ὁ Κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πληρεξούσιος ἐκ Μεσολογγίου καὶ οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ ἦλθον τῇ προσκλήσει τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως. Παρὼν ἦτον ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, τὴν μαρτυρίαν τοῦ ὁποίου θέλω ἐπικαλεσθῆ καθ’ ὅλην τὴν διήγησιν, τὴν ὁποίαν θέλω σᾶς κάμει μετέπειτα. Ἐπικαλοῦμαι ὡσαύτως τὴν μαρτυρίαν τῶν Κυρίων Πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι παρευρέθησαν εἰς τὴν συνέντευξιν αὐτὴν, τοὺς ὁποίους σᾶς ὀνομάζω διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς βεβαιωταὶ πρὸς εὕρεσιν τῆς ἀληθείας· παρὼν ἦτον ὁ Κύριος Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης πληρεξούσιος ἐκ Μεσολογγίου, Ἡρακλῆς Πετιμεζᾶς, ἐκ Καλαβρύτων, Δημ. Βρατσάνος ἐκ Νέων Ψαῤῥῶν, Ἀνδρέας Λόντος, πληρεξούσιος ἐκ Πατρῶν, Ἀγγελινίδης ἐκ Χαλκίδος, Ἰω. Καραγιαννόπουλος ἐκ Βάλτου, Πετιμεζῆς ἐκ Βονίτσης, ἴσως παρέλειψα καί τινας ἄλλους. Ἡ πρώτη ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἦτο, ὁποίαν τινὰ ἐντύπωσιν ἔκαμον εἰς αὐτὸν τὰ γεγονότα. Ὁ Κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μετὰ τῆς ἀφελείας ἐκείνης, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τοὺς λόγους του καὶ τὰς πράξεις του, μοὶ εἶπεν ὅτι, «ἐντύπωσιν, ποίαν ἐντύπωσιν;» μοὶ ἐδιηγήθη μόνον γεγονότα, πῶς ἐπῆγαν εἰς τὸ σπῆτί του, πῶς εἶπον αὐτῷ κάτω ὁ λουφὲς, κάτω ἡ Συνέλευσις! πῶς εἶπεν αὐτοῖς καθήσατε ἥσυχοι παιδιά μου, ὅτι ἔφυγαν, ὅτι ἦσαν περίπου ἑξήκοντα ἄνθρωποι, ὅλοι νέοι, δὲν μοὶ εἶπεν ὅμως ἀκριβῶς, ὁποίαν ἐντύπωσιν ἐπροξένησαν εἰς αὐτὸν τὰ γεγονότα· ἐπειδὴ δὲ εἶδον, ὅτι δὲν ἐξεπληροῦτο ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον τὸν ἠρώτησα, ἐπανέλαβον, Κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα μοὶ ἀνεφέρατε, ποίαν ἐντύπωσιν σᾶς ἔκαμον; μὲ εἶπε, «ποίαν ἐντύπωσιν νὰ μοὶ κάμουν, τί νὰ σᾶς εἰπῶ, ποίαν ἐντύπωσιν νὰ μοῦ κάμουν (γέλως). Τότε ἀπηυθύνθην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τούτοις χρεωστῶ ἐνταῦθα νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν τῆς διηγήσεως, διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω, πῶς ἀντελήφθην ἐγὼ ὁ ἴδιος τῶν γεγονότων. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἑσπέραν ἐγὼ ἀκούσας τὰς φωνὰς ἐξῆλθον τῆς οἰκίας μου, διευθύνθην πρὸς τὰς φωνὰς, ἐνόμισα ὅτι αἱ φωναὶ ἤρχοντο νὰ χαιρετήσωσι καὶ ἐμὲ, ἀλλὰ μετέπειτα εἶδον ὅτι ἔλαβον ἄλλην διεύθυνσιν, ἠκολούθησα τὸ πλῆθος, καὶ αἱ φωναὶ μὲ ἔφερον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κυρίου Ζαΐμη· ἐκεῖ εὗρον 50–70 ἀνθρώπους, ἐκ τῶν ὁποίων κἀνένα δὲν ἐγνώριζον, τέσσαρας ἱππεῖς τοῦ ἱππικοῦ καὶ ἕνα ἀξιωματικὸν τοῦ ἱππικοῦ ἔφιππον· ἡ θέα τῶν στρατιωτῶν τούτων τοῦ ἱππικοῦ μετὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ λίαν μὲ κατέθλιψεν, ἀπῆλθον μετὰ ταῦτα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κυρίου Ζαΐμη, ἐκεῖ εὗρον ἕνα τῶν ὑπουργῶν, τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ὡμίλησα μετά τινος δριμύτητος, τὴν ὁποίαν συνήθως ἀποφεύγω. Παρέμεινα, Κύριοι, ἐκτὸς τῆς αὐλῆς τοῦ Κυρίου Ζαΐμη ἐπὶ 30 λεπτὰ, καὶ δὲν εἶδον σκιὰν Κυβερνήσεως ὑπάρχουσαν· οὐδὲν ὄργανον τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, πλὴν τῶν 4 ἱππέων καὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν παρῆσαν πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως, ἀλλὰ συνέπραττον μετὰ τοῦ πλήθους, ζητοῦντες νὰ ἐκβιάσωσι τὴν οἰκίαν. Ἠρώτησα λοιπὸν τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν ἠδυνήθη νὰ προΐδῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὅτι ἤθελεν ὑπάρξει ἔκφρασίς τις τοῦ δημοσίου φρονήματος κατὰ τὴν ἑσπέραν, καὶ ἂν ἠδυνήθη νὰ προΐδῃ ὅτι ἡ ἔκφρασις αὕτη ἠδύνατο νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τῆς ἁπλῆς ἐκφράσεως, διότι φρονῶ ὅτι ἡ διοίκησις ἰδίως σκοπὸν ἔχει νὰ προλαμβάνῃ πᾶν ὅ,τι εἶναι ἐκτὸς τοῦ δέοντος· δὲν ἐνόουν δὲ ὅτι ἡ Ἀστυνομία ὤφειλε νὰ ἔλθῃ νὰ διαλύσῃ διὰ τῆς βίας τοὺς συνελθόντας ἵνα ἐκφράσωσι τὸ δημόσιον φρόνημα, ἐνόουν ὅμως ὅτι ὤφειλεν οὐχὶ νὰ διακωλύσῃ τὴν ἔκφρασιν ταύτην, ἀλλὰ νὰ παρίσταται παροῦσα κατ’ αὐτὴν διὰ νὰ προλαμβάνῃ τὰς παρεκτροπὰς τῆς ἐκφράσεως τῆς κοινῆς γνώμης. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἠμπόρεσε νὰ φαντασθῇ τίποτε, ὅτι εἰς τὰς 7 ὑπῆγε νὰ εὕρῃ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐθνοφυλακῆς· ὅτι τέλος δὲν ἠδυνήθη νὰ προΐδῃ τι. Καὶ ἐγὼ μὲν φρονῶ ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι ἔλλειψις, διότι καθ’ ὃν χρόνον διήρκεσεν ἡ συνεδρίασις τῆς Συνελεύσεως ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ πᾶς τις ὅτι πολλοὶ ἀπηρέσκοντο εἰς τὴν ἐκδοθεῖσαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἀπόφασιν, ὅτι ἀποδοκιμασίαι ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἠκούσθησαν, ὅτι πολλοὶ ἐκεῖθεν ἐξῆλθον δυσηρεστημένοι κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως, ὅτι αὐτοὶ ἠδύναντο νὰ συγκεντρώσωσι πρόσωπα πολλά. Φρονῶ, λέγω, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι εἰς τὴν ἔκφρασιν τοῦ δημοσίου φρονήματος φυσικὰ λαμβάνουσι μέρος πολλὰ πρόσωπα, καὶ ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ὑπάρξωσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ εἶχον ἰδίας γνώμας περὶ ἑκάστου τῶν μελῶν τοῦ Σώματος, ἢ περὶ ἑκάστου τῶν δημοσίων λειτουργῶν, καὶ νὰ ἠδύναντο τὴν ἔκφρασιν ταύτην νὰ παρατρέψωσι πέραν τοῦ ἀρχικοῦ σκοποῦ της. Ἀλλ’ ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τὴν ἔλλειψιν ταύτην δὲν θεωρεῖ ἀνικανότητα. Τὸν ἠρώτησα μετὰ ταῦτα, ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς καταστολὴν τῶν παρεκτροπῶν τῆς ἐκφράσεως τοῦ δημοσίου φρονήματος· ὁ Κύριος Ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶδε τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐθνοφυλακῆς εἰς τὸν ὁποῖον ἐσύστησε τὴν τάξιν· χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς, καὶ ὅλη ἡ ἐθνοφυλακὴ, ἦσαν διατεθειμένοι νὰ χορηγήσωσι τὴν συνδρομήν των διὰ νὰ προληφθῶσι τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν. Οἱ Κύριοι ἀξιωματικοὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς ἦσαν ἐν συλλόγῳ, καὶ περιέμενον ἐκεῖ τὰς διαταγὰς, ἀλλ’ ὁ Κύριος Ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνοφυλακῆς δὲν εἶχε λάβει διαταγὰς ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἁρμόδιοι νὰ δώσωσι τὰς παραγγελίας. Μετὰ τὴν συνέντευξιν ταύτην τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ, ἀπηυθύνθην πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἠρώτησα αὐτὸν, ἂν εἶδε τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐθνοφυλακῆς, καὶ τὶ ὡμίλησε μετ’ αὐτοῦ. Ὁ Κύριος πρόεδρος τότε μοὶ εἶπεν, ἐγὼ Κύριε Πληρεξούσιε, ἐδιάβασα μιὰ φορὰ τὸν Θουκυδίδην, καὶ εἰς τὴν δεῖνα δημηγορίαν του λέγει, ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ μὴ μεταχειρίζηται τὸ ῥαβδὶ, ἀλλὰ τὸ χάϊδιο, καὶ ἐγὼ εἶμαι ὀπαδὸς τῆς σχολῆς ταύτης· τότε ἐγὼ ἀμέσως ὑπέλαβον, ὅτι ὁ Κύριος Πρόεδρος ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ οὐδέποτε διενοήθην· τῷ εἶπον τότε, ὅτι ἡ ἰδέα μου, Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι νὰ σᾶς ἐλέγξω, διότι δὲν μετεχειρίσθητε τὴν βίαν νὰ ῥίψῃ τεπτώματα, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ διοίκησις δὲν συνίσταται εἰς τὸ νὰ ῥίπτῃ πτώματα, ἀλλὰ νὰ νουθετῇ, νὰ συμβουλεύῃ, νὰ προλαμβάνῃ· ὁ Κύριος Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μολονότι τῷ ἔδωκα τότε τὴν ἐξήγησιν ταύτην, παρετήρησα μετὰ λύπης, ὅτι τόσον πολὺ εἶχε συνοικειωθῆ μετὰ τῆς ἰδέας αὐτῆς, ὅτι οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι ἤθελον νὰ ῥίψωσι πτώματα, ὥστε καὶ σήμερον ἐπιμένει νὰ μᾶς τὴν ἀποδώσῃ. Ἐκ τῶν συνεντεύξεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον μετὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνήγαγον καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ἐμαυτὸν διαφωνοῦντα πρὸς ταῦτα εἶναι, ὅτι ἐνόμισαν τὰ γενόμενα λίαν ἐπουσιώδη, ὅτι τὰ ἐθεώρησαν ἁπλούστατα, τοῦτο ἠδυνήθην νὰ συμπεράνω ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν ἰδίως, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκαν εἰς τὴν ἐρώτησιν, πῶς ἐθεώρησαν τὰ γεγονότα ταῦτα· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐθεωρήσαμεν ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔποψιν ταῦτα, διὰ τοῦτο μᾶς ἀποδίδουσι σκοποὺς, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχομεν. Ὁ Κύριος Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου πλανᾶται, διότι δὲν ἠδυνήθη ἔτι νὰ διακρίνῃ, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐνοήσαμεν νὰ ἀξιώσωμεν, ἵνα εἰς τὴν ἔκφρασιν τοῦ δημοσίου φρονήματος παρεμβάλῃ πρόσκομμα. Λυποῦμαι δὲ, διότι τοιουτοτρόπως φαίνεται, ὅτι ὁ Κύριος Πρόεδρος ἠθέλησε νὰ συνδεθῇ εἰς βαθμὸν ἀναπόσπαστον μετὰ τῆς ἐκφράσεως τοῦ δημοσίου φρονήματος, καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ καταπνίξῃ τὴν γνώμην, ἣν εἴχομεν καὶ δὲν παύομεν ἔχοντες, ὅτι, ὅσον σεβαστὴ εἶναι ἡ ἔκφρασις τοῦ δημοσίου φρονήματος, τόσον κατασταλτέαι εἶναι αἱ ἐκτροπαὶ αὐτῆς. Ἂν ὁ Κύριος Πρόεδρος ἔχῃ γνώμην διάφορον τῆς ἰδικῆς μου, τὸν παρακαλῶ ἢ νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν καὶ νὰ συμφωνήσῃ κατὰ τοῦτο μετ’ ἐμοῦ, ἢ νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ ἀναιρέσῃ, ἵνα μὲ μεταπείσῃ· ἄλλως, ἐὰν τυχὸν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην του ταύτην καὶ εἰς τὴν ἀπόδοσιν εἰς ἡμᾶς γνώμης, ἣν δὲν εἴχομεν, τότε ἀφαιρεῖ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὴν ἀγαθότητα, ἣν πάντες τῷ ἀποδίδομεν. Ὁ Κύριος Πρόεδρος ἀπέδωκεν εἰς τοὺς ἐρωτήσαντας σκοποὺς, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχον, οὕτω δὲ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἀγαθότητος, δὲν εἶναι δὲ γενναῖον νὰ περιχαρακώνηταί τις ἐντὸς αὐτῶν καὶ ἐκεῖθεν νὰ ἐκπέμπῃ κατὰ τῶν ἀντιφρονούντων φλόγας πυρός. Ἂν ὁ Κύριος Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου φρονῇ, ὅτι ἡ ἔκφρασις τοῦ δημοσίου φρονήματος δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ περιορισμόν, καὶ ἂν ἐκτρέπηται τῆς ὁδοῦ καὶ πορείας αὐτῆς, καὶ ὅτι αἱ ἐκτροπαὶ αὐτῆς πρέπει νὰ γίνωνται δεκταὶ ἀπὸ τοὺς δημοσίους λειτουργούς, νομίζω, Κύριοι, ὅτι διαφωνοῦμεν· ἀλλὰ καὶ διαφωνῶν δὲν ἔπρεπε νὰ συνδέσῃ οὕτω στενῶς τὴν τύχην του μετὰ τῆς ἐκφράσεως τοῦ δημοσίου φρονήματος, ὥστε νὰ ἔχῃ αὐτὸ προστάτην καὶ ἀσπίδα κατὰ τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα κάμνομεν κατὰ τῶν ἐκτροπῶν τῆς ἐκφράσεως τοῦ δημοσίου φρονήματος. Ἡ ἔκφρασις τοῦ δημοσίου φρονήματος θέλει εἶσθαι ἀσπὶς καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ εἰς σᾶς καὶ εἰς ἐμὲ αὐτόν, ἀλλ’ οὐδέποτε δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀσπὶς κατὰ τῶν ἐκτροπῶν αὐτῆς, αἵτινες θέλουσιν ἐπιφέρει μεταμέλειαν καὶ εἰς αὐτοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μειδιῶσι πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα αἱ ἐκτροπαὶ δύνανται νὰ ἐπαγάγωσιν. (εὖγε). Ποῖα δὲ θέλουσιν εἶσθαι τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, καὶ ποία θέλει εἶσθαι τότε ἡ τύχη τῆς πατρίδος; ὑμεῖς κρίνατε.
§69ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πολὺ ἀδικεῖτε τὸν Κύριον Βάλβην.
§70Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περισσότερον αὐτὸς ἀδικεῖ ἐμέ (θόρυβος) Ἑπομένως αἱ ἐκτροπαὶ τῆς ἐκφράσεως τοῦ δημοσίου φρονήματος ἐγκαταλιμπάνουσι τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐπεφορτίσθησαν δημοσίαν ἐντολὴν, εἰς τὴν τύχην των· τὰ ἄτομα ταῦτα, ἐπειδὴ ἔχουσι τὸ αἴσθημα τῆς συντηρήσεως, θέλουσιν ἀπολέσει τὴν ἀνεξαρτησίαν των· καὶ ὅταν ἀπολέσωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν των κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς δημοσίας ἐντολῆς, καὶ τὴν ἐλευθέραν ἔκφρασιν τῆς γνώμης των, τὰ ἀποτελέσματα θέλουσιν εἶσθαι ἐπώδυνα. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι εὑρέθην ἠναγκασμένος νὰ προέλθω εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἀντιλέγων πρὸς ἄνθρωπον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἡ κοινὴ πεποίθησις μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ διατελῶ διατεθειμένος· τὴν κοινὴν ταύτην πεποίθησιν καὶ ἐγὼ μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς εἶχον, καὶ εὔχομαι ἵνα τὸ μέλλον μὲ διδάξῃ, ὅτι ἂν ᾐσθάνθην αὐτὴν σήμερον κλονισθεῖσαν, ὁ κλονισμὸς οὗτος δὲν θέλει εἶσθαι διαρκής. Ἀλλὰ δὲν θέλω ἐπιτρέψει, Κύριοι, εἰς οὐδένα, οἷος ποτ’ ἂν ᾖ, καὶ ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἀνήκῃ, νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ ἢ εἰς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἔδωκαν προφανῆ δείγματα τῶν κρίσεών των, νὰ ἀποδώσῃ, λέγω, σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ποτὲ δὲν διενοήθην, καὶ τοὺς ὁποίους καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς δημόσιος λειτουργὸς τοὺς ἐπολέμησα. Ἀποδόσεις τοιαῦται δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄλλο ἀποτέλεσμα παρὰ νὰ μὲ καταβιβάσωσι τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχω ὄχι μόνον ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μοὶ ἔδωκαν τὴν ἐντολὴν. Ἡ καταβίβασις δὲ αὕτη, Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ἐγὼ, Κύριοι, ὑποβάλλομαι εἰς τὴν θυσίαν αὐτήν· ἀλλ’ ὅταν γίνηται πρὸς τὸ συμφέρον ἀτόμων, θέλω πολεμήσει αὐτὴν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὰ ἄτομα ταῦτα. Οὐδόλως, Κύριοι, ἀναμιγνύμενος εἰς τὰς ἐκφρασθείσας σήμερον γνώμας ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ἐπρότεινεν, οὐδεμίαν ἔχω γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς ἢ σήμερον ἢ αὔριον, διότι δὲν ἀνέβην περὶ τούτου νὰ λαλήσω· οὐδεμίαν, λέγω, ἔχων περὶ τούτου γνώμην, νομίζω, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἀνέβην, καὶ σᾶς ἐξέθηκα ὅλα τὰ συμβάντα κατὰ τὴν συνέντευξίν μου μετὰ τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου, καὶ νομίζω ὅτι καὶ σεῖς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀκούουσιν, ἐπείσθητε ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐξήγησε.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§72ΜΑΚΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Βάλβης.
§73Ζ. ΒΑΛΒΗΣ. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος Κ. Δεληγιάννης, ἴσως ταῦτα ἐν ἐκτάσει ἐν καιρῷ ῥηθήσονται. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω, ἀλλὰ μόνον θὰ θελήσω νὰ δικαιολογηθῶ ἀπέναντι τοῦ ὅτι ἐῤῥίψα μίαν λέξιν, ἥτις ἐξῆλθε μὲν ἐκ τοῦ στόματός μου καὶ τὴν ὁποίαν εἶπεν, ὅτι ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στόματός μου. Δὲν ἦτον αὐτή· τὴν ἀλήθειαν παρακαλῶ, διότι δὲν ἔχω τὸ παραμικρὸν συμφέρον εἰς τὴν θέσιν μου. Ἀλλ’ εἶπα, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὰ γεγονότα τὰ εἰδικὰ περὶ τῶν συμβεβηκότων αὐτῶν ὁ Κύριος Δεληγιάννης, ἦλθεν εἰς Ἀκαδημαϊκὰ ζητήματα καὶ μοὶ ἀπήτει, τί ἠμποροῦσε νὰ πράξῃ μία ἐξουσία ὅταν τυχὸν ἤθελον ἐπαναληφθῶσιν (θόρυβος).
§74ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣ. Τὸ ἔστριψες.
§75Ζ. ΒΑΛΒΗΣ. Δὲν τὸ ἔστριψα, Κύριοι, λέγω τὴν ἀλήθειαν. Τότε μάλιστα, Κύριοι, εἶπον ἀποτεινόμενος καὶ εἰς τὸν Κύριον Ἀγγελινίδην, «τώρα λέγω ἐμβήκαμεν εἰς γενικὰς θεωρίας· τὸ τί πρακτέον, καὶ τὸ τί πρέπει νὰ πράττῃ μία Κυβέρνησις, τοῦτο εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, καὶ ὅταν εἰς αὐτὸ ἔλθωμεν, θὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου». Τότε λοιπὸν εἶπον, ὅτι μὲ συμφέρει, ὅταν ἔχω χείμαῤῥον νὰ τοῦ ἀνοίξω διέξοδον, καὶ σᾶς φέρω μάρτυρα τὸν Θουκυδίδην, δὲν μὲ συμφέρει τὸν Ἕλληνα νὰ τὸν διοικῶ ἐγὼ διὰ τῆς βίας. Δὲν ἀπήντησεν ὁ Κύριος Δεληγιάννης, μήτε ἐγὼ ἀπέδωκα εἰς τὸ στόμα του λέξιν τοιαύτην, διότι εἶπον, ὅταν μεταχειρίζωμαι τὴν βίαν, θὰ σηκώσω τὴν ῥάβδον, καὶ ὅτι ὁ λαὸς μᾶλλον ἡσυχάζει μὲ τὴν παραίνεσιν παρὰ μὲ τὸ ξύλο, διότι ἡ βία θὰ φέρῃ ἄλλα ἀποτελέσματα, θὰ φέρῃ ἀντίστασιν (θόρυβος).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε.
§77ΒΑΛΒΗΣ. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι οὕτως ἐννοῶ τὴν μέθοδον τοῦ κυβερνᾶν, καὶ τὴν στηρίζω εἰς τὸν χαρακτῆρα τῶν Ἑλλήνων, καὶ εἰς τὸ παρελθόν μου, διότι καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κυβερνήσω, καὶ ἂν θέλητε νὰ φέρω καὶ ἓν ῥητὸν λέγον, καὶ ἐπιμαρτύρομαι τὴν ὁμολογίαν τοῦ Κ. Προέδρου, «δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ νομοθέτης νὰ εὕρῃ μέθοδον τοιαύτην, ποινὰς τοιαύτας, ὥστε ἡ ἀνθρωπίνη φύσις νὰ μὴ ἐπινοήσῃ μέσα νὰ ματαιώσῃ τὰ ἀποτελέσματα». Αὐτὰ εἶπον καὶ ζητῶ συγγνώμην, ἂν νομίζῃ, ὅτι ἐγὼ ἀπέδωκα εἰς αὐτὸν τοιαύτας λέξεις. Μὲ ἠρώτησεν, ἂν, δοθείσης τοιαύτης ἄλλης περιστάσεως, τὶ ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ μία Κυβέρνησις, τότε τοῦ εἶπον, ὅτι ἐρχόμεθα εἰς θεωρίας καὶ ὄχι εἰς γεγονότα, καὶ ἂν μὲ ἐρωτᾷ ὁ Κύριος Δεληγιάννης ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην· ἂν ἀρέσῃ, καλῶς· δὲν ἐπέβαλα διόλου τὴν γνώμην εἰς τὸν Κύριον Δεληγιάννην. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ μὲ λέγουν, ὅτι θέλω νὰ ὑποστηρίξω τὴν θέσιν μου καὶ τὴν ὑπόληψίν μου εἰς τὸ γενικὸν φρόνημα. Πάντες, νομίζω, σεβόμεθα τὸ γενικὸν φρόνημα, διότι ἄλλως θὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν εἶναί τις ἄνθρωπος τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ δὲν θηρεύω ματαιότητα οὔτε φιλαρχίαν ἐπιστηριζόμενος εἰς τὸ γενικὸν φρόνημα. Κύριοι, εἶσθε σήμερον, Κύριοι, νὰ εἴπητε «φύγε» (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα).
§78ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἀκούσητε αὐτὰς τὰς δύω λέξεις. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος τῆς ἀναβολῆς ἔλαβε τὸν λόγον ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου· ἕως τώρα ὡμίλησεν ὁ Κ. Δεληγιάννης καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ὡς πρὸς τὴν ἐξήγησιν φράσεων τινῶν. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, λοιπὸν θέλω νὰ διασαφηνίσω, ποῦ εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα· ἔλαβε λοιπὸν τὸν λόγον ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου καὶ ὑπὸ δύω ἐπόψεις ἔλαβε τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς καὶ εἶπε· «Κύριοι, πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως ἐμπιστοσύνης; δύνασθε νὰ τὸ διατάξητε ἀμέσως, ἀνάγκη ἀναβολῆς δὲν ὑπάρχει, μία ὄψις. Δευτέρα ὄψις, πρόκειται περὶ κατηγορίας; εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀπολογηθῶμεν».
§80ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἀφοῦ μία κατηγορία περιλαμβάνουσα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀπεικονίζουν τὸ ἔγκλημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας, καταγγέλλεται κατὰ μιᾶς ἐξουσίας, ἥτις ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ σπλάγχνα ὑμῶν, εἶναι ἔγκλημα καθοσιώσεως, ἂν ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἀναβάλλητε τὸ ζήτημα. Πρέπει σήμερον νὰ μᾶς κηρύξητε ἐνόχους· ἄλλως νὰ ἀποσυρθῇ τὸ κατηγορητήριον, καὶ εἴμεθα πρόθυμοι σήμερον νὰ ἀποθέσωμεν τὴν ἐξουσίαν (χειροκροτήματα ὑπὸ τῶν πληρεξουσίων).
§81ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε, δύω λέξεις. Ἡ Συνέλευσις ἔλαβε καὶ διασκέπτεται μόνον καὶ μόνον νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἀνικανότητα, τὴν ὁποίαν ἔδειξε τὴν τετάρτην, ἡ Συνέλευσις σκέπτεται, ἐὰν πρέπῃ σήμερον νὰ ῥίψῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐφάνη ἀνίκανος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κατηγορητήριον, ἡ Συνέλευσις καθόλου δὲν ἐπιλαμβάνεται καὶ τὸ παραπέμπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν δρόμον τοῦ κανονισμοῦ.
§82ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Περὶ τῆς ἀνικανότητος θὰ ὁμιλήσω.
§83ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Περὶ τῆς ἀνικανότητος εἶναι ἁρμοδία ἡ Συνέλευσις καὶ ὄχι τὸ Ὑπουργεῖον· τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ δείξῃ ὅτι εἶναι ἱκανὸν, ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις τὸ θεωρεῖ ἀνίκανον.
§84ΚΑΛΟΣ. Ποῦ τὸ εὑρίσκετε αὐτὸ, Κύριε Βαλτινέ;
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα περὶ τῆς ἀναβολῆς ἢ μή· ἐῤῥέθησαν πολλὰ καὶ ὑπὲρ καὶ κατά. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω, ἂν θέλῃ ἡ Συνέλευσις ἀμέσως νὰ προβῇ ἢ αὔριον.
§86ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§87ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἐν ὀνόματι τῶν συναδέλφων μου ζητῶ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ ἀναβληθῇ σήμερον ἡ κατηγορία, δὲν δεχόμεθα τὴν ἀναβολήν.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν πρόκειται περὶ κατηγορίας.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἡ ἀναβολὴ ἢ μὴ περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς Κυβερνήσεως.
§90ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περὶ κατηγορίας πρόκειται.
§91ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§92ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§93ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν θέλομεν πλέον συζήτησιν.
§94ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔδωκε καὶ ἐξ ὀνόματος ἑαυτοῦ καὶ τῶν Κυρίων συναδέλφων του, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἀλλοιοῦται, δὲν δύναται νὰ τεθῇ, ὅπως ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου ἡμῶν· δὲν εἶναι ζήτημα πλέον ἀναβάλλον ὡς πρὸς τὴν διάσκεψιν διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀντικατάστασιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπρόκειτο Κύριοι, ν’ ἀντικαταστήσωμεν, ἐὰν θὰ ἀφήσωμεν τὴν παροῦσαν, ἢ θὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν· καὶ σήμερον δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὸ κάμωμεν, διότι ἠκούσατε, ὅτι ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδωκε τὴν παραίτησίν του, καὶ ἐξ ὀνόματος ἑαυτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§96ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Λοιπὸν Κύριοι, ἔδωκε τὴν παραίτησίν του ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἤθελεν ἀνακληθῇ τὸ κατηγορητήριον. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ὅταν δύω ζητήματα τίθενται, ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ ζήτημα κατηγορίας, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης προηγεῖται· καὶ ὄχι μόνον προηγεῖται, ἀλλὰ καὶ καθιστᾷ καὶ ἐντελῶς περιττὸν τὸ ζήτημα τῆς κατηγορίας, ὅταν αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς κατηγορίας δὲν συνδέηται μὲ ὡρισμένας ποινικὰς παραβάσεις. Ὅ,τι Κύριοι ἀποτελεῖ κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μας ποινικὴν παράβασιν, τοῦτο κατὰ τὴν ἰδέαν μας, οὔτε ποινικὴν παράβασιν ἀποτελεῖ, οὔτε κατηγορίαν ποινικῆς καταδιώξεως. Μένει λοιπὸν ἐνώπιόν σας τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ διαλύεται, ὅταν ἔχητε ἐνώπιόν σας τὸν Κύριον Ὑπουργὸν καὶ σᾶς λέγῃ, ὅτι δίδομεν τὴν παραίτησίν μας. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις δεχομένη ἁπλῶς τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργείου ὀφείλει νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ. Ἐξηνέχθη ἐνταῦθα ἀπὸ τοῦ βήματος μία γνώμη· νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ζέρβας τὴν ἐξέθηκεν, ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις ν’ ἀναλάβῃ παραχρῆμα εἰς ἑαυτὴν τὴν ἐξουσίαν. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐναντίαν τῆς ἰδέας ταύτης, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ κηρυχθῆτε κατ’ αὐτῆς, διότι ἀφότου ἐξελεξάμεθα Βασιλέα πρέπει ἡ πορεία τῆς Ἐπαναστάσεως, τῆς μεταβολῆς νὰ ᾖναι κανονικὴ καὶ ὁμαλή. Μετὰ τὰς ὡραίας ἐκείνας, Κύριοι, ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἐπροξένησε κ’ ἐντὸς κ’ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἡ ἐκλογὴ τοῦ Βασιλέως, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δι’ ἀναστάσεως ἐκηρύξαμεν, δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δεχθῶμεν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπρότειναν· εἶναι μέτρον ἔκτακτον νὰ δεχθῶμεν ἡμεῖς τὴν ἐξουσίαν, εἶναι μέτρον ἐπαναστατικὸν, εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀνατρέψῃ τὰς ὡραίας ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ὅλοι ἡμεῖς συνελάβομεν καὶ ὅλη ἡ Εὐρώπη, ὡς πρὸς τὴν ταχεῖαν τῶν πραγμάτων ἀποκατάστασιν, εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ τὴν κατήφειαν εἰς τοὺς φίλους καὶ τὴν χαρὰν εἰς τοὺς ἐχθρούς μας. Ἐξ ἀνάγκης λοιπὸν ἡ Συνέλευσις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς Κυβερνήσεως.
§97ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§98ΒΑΛΒΗΣ (Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου). Ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ὁπωσδήποτε καὶ ἂν θεωρηθῇ τὸ πρᾶγμα, ὑπάρχει κἄποια δυσαρέσκεια, παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε τὴν παραίτησίν μου, ἀτομικῶς ἐμοῦ.
§99ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κ’ ἐγὼ πλέον Ὑπουργὸς δὲν εἶμαι.
§100ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ διατηρήσουν τὴν ἐξουσίαν μέχρι τῆς αὔριον.
§101ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, νὰ παραιτηθῶ, ἐνόσῳ ὑφίσταται κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον προσβάλλει τὴν ὑπόληψίν μου, ὡς ἀτόμου, ὡς Ὑπουργοῦ· θέλω νὰ δικασθῶ, καὶ ἂν μὲν εὑρεθῶ ἔνοχος τῶν ἀποδιδομένων ἐγκλημάτων νὰ καταδικασθῶ· ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν εἴπῃ ἡ Συνέλευσις, ὅτι δὲν μοῦ ἀρέσει. (χειροκροτήματα).
§102ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, πολλὰ ἀνέπτυξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης διὰ τὸ Ὑπουργεῖον. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι ἀποροῦσα, ὅτι ἡ Κυριαρχικὴ Ἐθνοσυνέλευσις, ἥτις διορίζει τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ θέτῃ εἰς ἑαυτὴν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, νὰ λέγῃ δηλαδὴ ἡ ἰδία Συνέλευσις, ἥτις διώρισε τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκ τῶν μελῶν της· ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἢ δὲν ἔχω; Τί, ἐρωτῶ, εἶναι ἡ Συνέλευσις, Κύριοι; ἐρωτῶ αὐτὴν, δύναται μία Συνέλευσις νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης δι’ Ὑπουργεῖον, ἢ θέλομεν νὰ προδικάσωμεν: Τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης μόνον τίθεται εἰς τὰ Συνταγματικὰ Κράτη ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ ὄχι ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, διότι ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖ λαμβάνει ἕνα Ὑπουργὸν, ὅστις πρέπει νὰ χαίρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ αὐτὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν χάσῃ τὴν πλειονοψηφίαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ τότε, εἰς ἐκείνην μόνον τὴν περίστασιν, ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὑπάρχοντος Βασιλέως, τίθεται τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὄχι ἡ Συνέλευσις νὰ θέσῃ ἐντὸς τῆς ἑαυτῆς τὸ ζήτημα τοῦτο. Κύριοι, ἐπλημμέλησεν, ἐγκλημάτησε τὸ Ὑπουργεῖον; κατηγορήσατέ το ἐνώπιόν σας, δικάσατέ το, καταδικάσατέ το, δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον σας; εἰπέτε ἀμέσως· δὲν ἔχω νὰ ἐρωτήσω κἀνένα, χωρὶς νὰ θέτητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, «δὲν ἐξακολουθεῖς νὰ χαίρῃς τὴν ἐμπιστοσύνην μου ἐσύ.» Δὲν πρέπει, Κύριοι, ἀποβλέποντες ἀποκλειστικῶς πρὸς τὴν ἀρχὴν νὰ σπεύδωμεν, διότι αἱ περιστάσεις τῆς πατρίδος εἶναι σπουδαῖαι· εὔκολον εἶναι νὰ κρημνίσωμεν, ἀλλὰ δύσκολον νὰ ἀνορθοῦμεν· πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν Κυβέρνησιν ἑτοίμην διὰ νὰ κρημνίσωμεν μίαν ἄλλην. Συλλογισθῆτε, Κύριοι, ὅτι ἡ θέσις τῆς πατρίδος εἶναι πολὺ σπουδαία, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, καὶ ὄχι νὰ ἀποβλέπωμεν ἀποκλειστικῶς μόνον εἰς τὴν ἀρχήν.
§103ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν ἐρχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν· εἶναι περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§104Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶμαι, Κύριοι, ἓν ἐκ τῶν ὀλίγων μελῶν τοῦ Σώματος τούτου, τὰ ὁποῖα θερμῶς ὑπεστήριξαν τὴν ἐνεστῶσαν μορφὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε κατὰ πρώτην φορὰν καὶ ὡς ἁπλῆ θεωρία ἀκόμη παρουσιάσθη. Ἀργότερον δὲ παραδεχθεῖσα καὶ πρακτικῶς τεθεῖσα εἰς ἐνέργειαν μ’ εὗρεν εἰλικρινῆ θιασώτην της· ὡς Ὑπουργὸς δὲ ἐνεστερνίσθην πληρέστατα τὸ πνεῦμα τοῦ νέου τούτου σχήματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν σήμερον οὐδεμίαν τῶν συνεπειῶν του δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀποφύγω. Ἂν ἐννόησα ὅμως καλῶς τὸ πνεῦμά του, ὑπουργικὰ ζητήματα δὲν δύνανται ποτὲ νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, διότι πᾶς ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ ἐντολέως καὶ ἐντολοδόχου, πᾶσα ἀντίστασις ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν, τῶν ὀργάνων αὑτῶν τῆς ἐνεργείας, τῶν ἐκτελεστῶν τῶν ἀποφάσεων, τοῦ Κυριάρχου Σώματος ἤθελεν εἶσθαι πολιτικὸς σολοικισμὸς... πολιτικὸν ἔγκλημα. Ὡς Κυβέρνησις βεβαίως οἱ ἑπτὰ Ὑπουργοὶ καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ἓν Σῶμα, ἓν σύνολον.... ὡς Ὑπουργεῖον ὄχι, διότι ἡ Συνέλευσις δύναται κατὰ τὸ δοκοῦν της ν’ ἀντικαταστήσῃ πότε τὸν ἕνα, πότε τὸν ἄλλον Ὑπουργόν, ἀρκεῖ νὰ ἔπαυσεν αὐτὸς ἀπὸ τοῦ νὰ ᾖναι πιστὸς ἐκτελεστὴς τῶν κειμένων νόμων....δὲν λέγω, ἀγνώστων ἢ ἀνυπάρκτων ἀποφάσεων ἢ φρενοτροπιῶν. Ἀποφεύγοντες ὅμως τὸ ζήτημα, ὡς Ὑπουργικόν, ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ τὸ δεχθῶμεν ἀπὸ κοινοῦ ὡς κατηγορίαν! Διότι ἐντελὴς σύμπνοια, ἀπόλυτος ὁμοφωνία, πλήρης ἀδελφότης ἐχαρακτήρισαν τὰς πράξεις μας... .... εἰς μόνον μίαν περίστασιν, εἰς μόνον ἓν ζήτημα διαφορά τις ἐγεννήθη εἰς τὸ Συμβούλιον, καὶ αὕτη ἀκόμη μόνον ὡς πρὸς τὸν βαθμόν, καθ’ ὃν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ μέτρον, ὄχι καὶ ὡς πρὸς τὸ μέτρον αὐτὸ.... Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέθεσεν ἄλλοτε εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν διαφωνίαν ταύτην. (θόρυβος....) Ἀκούω ἐκ μέρους τινῶν, ὀλίγων ἐλπίζω, αἰτιάσεις, μεμψιμοιρίας αὐτὰς τὰς ἀποκρούω, καὶ ἐν ὀνόματι τῶν συναδέλφων μου ἀκόμη. Ἱκετεύω μάλιστα τὴν Συνέλευσιν .... προκαλῶ ἀδιστάκτως τοὺς κατηγόρους μας....νὰ προβοῦν....νὰ καταγγείλουν πρᾶξιν μας οἱανδήποτε ἐγκληματικὴν κατ’ αὐτούς, ἢ καὶ ἐπιλήψιμον. Διαχειρισθέντες μετ’ εὐσυνειδησίας καὶ μετ’ εὐλαβείας τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐνεπιπιστεύθητε....ἔχομεν, φρονῶ, τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ μᾶς δοθῇ τοὐλάχιστον ἡ εὐκαιρία τοῦ νὰ χρησιμεύσωμεν (ἂν ἀποδειχθῶμεν πλημμελήσαντες ἢ ἐλλειπεῖς) ὡς πρῶτον παράδειγμα εἰς τὴν πολιτικήν μας κοινωνίαν, Ὑπουργῶν τιμωρηθέντων δι’ ἔγκλημα, ὀλιγωρίαν, ἢ καὶ ἁπλῶς ἀνικανότητα. Οὕτω φερόμενοι, Κύριοι, θέλομεν παρέξει εἰς τὴν πατρίδα μας τὴν μόνην ἐκδούλευσιν, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα ἀκόμη νὰ τῆς προσφέρωμεν .... (φωναὶ, ὄχι, ὄχι, δὲν πρόκειται περὶ κατηγορίας....). Τότε πρὸς τί τότοι θόρυβοι; τόσαι αἰτιάσεις; ἀποσύρατε τὰς κατηγορίας, ἀφοῦ οἱ προτείναντες αὐτὰς δὲν ἔχουν τὸ θάῤῥος νὰ τὰς ὑποστηρίξουν; Περὶ τῶν χαρτοφυλακείων μας λοιπὸν εἶναι μόνον λόγος; περὶ τῆς ἐξουσίας, μεθ’ ἧς μᾶς περιεβάλετε; δὲν εἶναι δι’ ἡμᾶς ὀδυνηρὸν νὰ χωρισθῶμεν ἀπὸ αὐτὰ, θαῤῥαλέως ὅμως λέγω, ὅτι ἔντιμον, πατριωτικὴν χρῆσιν ἐκάμαμεν αὐτῶν ... παρ’ ἡμῖν ἡ διαχείρισις τῆς ἐξουσίας ἐθεωρεῖτο ὡς καθῆκον .... δὲν τὴν συνώδευσεν οὔτε φιλαρχία, οὔτε νεποτισμὸς, οὔτε σπατάλη....(φωναὶ, ἀρκετὰ, ἀρκετά)· (θόρυβος).
§105Λ. ΒΙΛΑΕΤΗΣ. Κύριοι, ὀλίγας λέξεις, δύω τινὰ ζητήματα ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν ἀντίληψίν μου, τὸ ἓν εἶναι περὶ ἐμπιστοσύνης τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ἡ κατηγορία. Τὸ περὶ ἐμπιστοσύνης ζήτημα, Κύριοι, δὲν ἔχει ἄλλην λύσιν, εἰμὴ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἐπίκρισίν σας, τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Ἀλλὰ τί παρατηρεῖτε, Κύριοι, ἔρχονται οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ καὶ λέγουν «ἔχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην σας.» Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις (θόρυβος) διὰ νὰ κατηγορήσῃς δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ τὴν παύσῃς πρῶτον. Ὄχι συγχωρεῖται εἰς τοὺς Κυρίους Ὑπουργοὺς, καὶ ἔρχονται εἰς ἀπάντησιν, πρὶν λάβῃ ὑπόστασιν κατηγορία (θόρυβος). Λέγω λοιπὸν, εἰς τοῦτο καὶ μόνον πρέπει νὰ περιορισθῆτε, ν’ ἀποφανθῆτε, ἂν ἔχητε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, ναὶ ἢ ὄχι. Οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ δὲν δύνανται οὔτε παρόντες νὰ ᾖναι (θόρυβος). Λέγω λοιπὸν, ὅτι οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ δὲν δύνανται νὰ ἔλθουν καὶ νὰ ζητοῦν ἀναβολὴν, καὶ νὰ λέγουν «πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἡμεῖς αἰσθανόμεθα, ὅτι ἔχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην». Ἐὰν θέλητε μίαν τοιαύτην γλῶσσαν νὰ τὴν ἀνέχεσθε, εἶσθε Κύριοι. Ὅμως εἶναι ἄδικον, εἶναι παράλογον, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν (θόρυβος).
§107ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἴπομεν, Κύριοι, ὅτι ὁ προαγορεύσας ἐνεπνέετο ἀπὸ τὰ αὐτὰ αἰσθήματα δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα δὲν ἠθέλησα νὰ στερήσω εἰς κἀνένα, ἐπίστευσα, ὅτι ἀφοῦ καθ’ ἑνὸς ὑπουργείου ὑπάρξῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἢ μὴ, πρὶν ἢ γείνῃ οὐδεὶς ἕτερος λόγος καθ’ ἑνὸς ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐξῆλθεν ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς Συνελεύσεως, παρὰ μόνον μία κατηγορία, κατηγορία ἔχουσα σπουδαῖον χαρακτῆρα, ἐπίστευσα, ὅτι ὁ προαγορεύσας ἤθελεν ἀπονείμει δικαιοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν πρὶν ἢ ἀπονείμῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του ἀκούσῃ, ἢ ἀναπτύξῃ ὁ κατήγορος τὴν κατηγορίαν του, καὶ ἀκούσῃ τὸ ὑπουργεῖον ν’ ἀπολογηθῇ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Συνελεύσεως, ἐὰν μὲν νομίζῃ, ὅτι ὑφίσταται ἡ κατηγορία αὕτη, θὰ τὴν δικάσῃ καὶ θὰ μᾶς καταδικάσῃ (θόρυβος). Εἶναι ἀντικείμενον τόσον σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον φρονῶ, ὅτι δὲν δέχεται ἀναβολήν· ἐὰν ὅμως θέλῃ ἄλλως νὰ κρίνῃ ἡ Συνέλευσις, εἶναι κυρίαρχος. Τὴν ἐξουσίαν, οὔτε τὴν ἐζητήσαμεν οὔτε ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὴν κρατήσωμεν, τὴν παραχωροῦμεν ἐκεῖ, ὅθεν μᾶς ἐδόθη.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ πρῶτον, ἐὰν ὁ Κ. Μοσχάτος διατηρῇ τὴν κατηγορίαν.
§109ΜΟΣΧΑΤΟΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν Κύριοι, εἶχεν ἀναγνωσθῆ ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ. Εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν ἀντέταξαν ἄλλοι ἀναβολὴν δι’ αὔριον, περὶ τούτου θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν (θόρυβος). Ὑπάρχει καὶ μία πρότασις τοῦ Κυρίου Μίληση.
§111ΜΑΚΡΗΣ. Τὸ πρῶτον θέμα εἶναι τὸ περὶ ἀναβολῆς (θόρυβος).
§112ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἰδού, Κύριοι, ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔπεισε νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφόν σας τὴν πρότασίν μου. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι, ὅταν ἀποδίδηται εἰς μίαν Κυβέρνησιν ὡρισμένη κατηγορία, δὲν δύναται αὕτη νὰ πέσῃ, οὔτε νὰ καταδικασθῇ χωρὶς ν’ ἀπολογηθῇ. Ἀλλὰ διαφέρει ἡ περίπτωσις αὕτη τῆς περὶ ἐμπιστοσύνης προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν σας. Ἡ Συνέλευσις δύναται ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ εἴπῃ εἰς μίαν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξεν, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὴν, χωρὶς νὰ ᾖναι ἀνάγκη νὰ τῆς εἴπῃ, διὰ τί. Δὲν ἀποδίδει εἰς αὐτὴν ὡρισμένην πρᾶξιν· ἀλλ’ ἐπιβλέπουσα τὴν πορείαν της εἰς τὴν διοίκησιν, δύναται εἰς μίαν στιγμὴν νὰ τῆς εἴπῃ «δὲν μοὶ ἀρέσεις· σὲ ἀντικαθιστῶ.» Ἰδοὺ ἡ πρώτη περίπτωσις. Ἠμπορεῖ ὅμως, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ καὶ ὡρισμένας πράξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ συνεπάγωνται ποινὰς ὡρισμένας. Τότε διατυποῦται κατηγορία, καὶ ἰδοὺ ἡ δευτέρα περίπτωσις. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη οὔτε ἀπολογίας, οὔτε ὑπερασπίσεως, οὔτε χρόνου, οὔτε ἀναβολῆς. Ἡ Συνέλευσις εὑρισκομένη εἰς ἀδιάκοπον συνάφειαν μετὰ τῆς διοικήσεως, ἐσχημάτισεν ἐκ τῶν πραγμάτων τὴν περὶ αὐτῆς πεποίθησιν, τὴν διατυπόνει εἰς μίαν στιγμὴν καὶ ἀπολύει τῆς ὑπηρεσίας τοὺς Κυβερνῶντας. Εἰς τὴν δευτέραν ἔχει καθῆκον ὑπέρτατον ν’ ἀκούσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς ἀπολογουμένους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν· «ἐπιβλέψαντες μέχρι τοῦδε τὴν Κυβερνητικήν σου πορείαν ἐσχηματίσαμεν ἐκ τῶν πραγμάτων τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶσαι ἱκανὴ νὰ ἐξακολουθῇς διευθύνουσα τὰ πράγματα τῆς Πατρίδος»· καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὴν πρότασιν περὶ ὡρισμένης κατηγορίας, ἀποδιδομένης εἰς τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν, νὰ συζητηθῇ ἄλλοτε. Τότε οἱ Ὑπουργοὶ, εἴτε ὡς Ὑπουργοὶ παρελθόντες, εἴτε ὡς Πληρεξούσιοι, θὰ ἔχουν τὸν καιρὸν ν’ ἀπολογηθοῦν, καὶ νὰ ὑπερασπισθοῦν. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δύο προτάσεις ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι ἡ μία ἀπὸ τῆς ἄλλης ἐσυγχίσθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἡ σύγχισις αὕτη μᾶς ἔφερεν εἰς τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ ἐπὶ δύω ἤδη ὥρας. Διὰ τοῦτο διετύπωσα τὴν πρότασίν μου δι’ ἧς ἡ Συνέλευσις λέγει εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἁπλῶς ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτούς· μένει δὲ ἡ κατηγορία, καὶ κατόπιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά της, δύνασθε, Κύριοι ὑπουργοὶ, νὰ δικαιολογηθῆτε, καὶ ἐὰν μὲν εὑρεθῆτε ἀθῶοι, εἶσθαι ἐλεύθεροι, ἐὰν δὲ εὑρεθῆτε ἔνοχοι, θὰ ὑποστῆτε τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας ὑφίσταται πᾶσα Κυβέρνησις, ὅταν παραβῇ τοὺς νόμους.
§113ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀποσύρω τὴν ἰδικήν μου ἀπέναντι αὐτῆς.
§114ΚΑΛΟΣ. Ἐῤῥέθη παρὰ πολλῶν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης (θόρυβος). Ἰδοὺ ἄλλη πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω ἀπέναντι ἐκείνης, καὶ ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι συμβιβάζεται καλήτερον μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Συνελεύσεως. «Ἡ Συνέλευσις ἀποφασίζουσα τὴν ἀντικατάστασιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὁρίζει πρὸς τοῦτο τὴν αὔριον καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§115ΜΙΛΗΣΗΣ. Συγχωνεύω τὴν πρότασίν μου εἰς τὴν τοῦ Κυρίου Καλοῦ, ἥτις κατ’ οὐσίαν εἶναι ἡ αὐτή.
§116ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι ἀποφασίζουσα, ἀλλ’ ἀποφασίσασα.
§117ΚΑΛΟΣ. Γράμματα γνωρίζω καλλίτερα ἀπὸ σᾶς, εἶναι ἐνεστώς· αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀποφασίζει (θόρυβος).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι τοιαύτη. Ἑπομένως θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν.
§119ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι λοιπὸν παραδέχονται τὴν πρότασιν θὰ εἴπουν ναὶ, ὅσοι δὲ δὲν τὴν παραδέχονται, θὰ εἴπουν ὄχι.
§121ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ὅσοι λέγουν ὄχι, τί ἐννοοῦν;
§122ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ μείνῃ. (Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 183, ἠρνήθησαν ψῆφον 3, εἶπον ναὶ 112, ὄχι 68, ἑπομένως παρεδέχθη ἡ πρότασις τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ Ὑπουργείου διὰ ψήφων 112 κατὰ 68. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ θὰ καθέξουν τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν ἕως αὔριον.
§124ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν δύνανται ὅμως ἄλλο τι νὰ πράξωσιν, ἢ νὰ διευθύνωσι τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν καὶ τίποτε πλέον· δὲν δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς παύσεις καὶ διορισμούς.
§125Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργ. Ναυτικῶν). Κύριοι πληρεξούσιοι, θεωρῶ καθῆκόν μου ἀπαντῶν εἰς τὴν παρατήρησιν, ἥτις κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν ἐγένετο, ἐννοῶν τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἐπιφύλαξιν τὴν ἀπαγορεύουσαν τὴν ἐξουσίαν τὸ νὰ προβῇ εἰς μέτρα ὁποιαδήποτε μὴ ἀνήκοντα εἰς τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, νὰ παρατηρήσω (καὶ αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ πολιτικὴ τιμή μου), ὅτι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν διέπω τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἡ Συνέλευσις μοὶ ἐνεπιστεύθη δὲν προέβην εἰς οὐδὲν ἐξ ἐκείνων τῶν μέτρων, εἰς ἃ ἀνεφέρετο ἡ δύσπιστος ἐπιφύλαξις, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης ἐνόμισε καλὸν πρὸ ὀλίγου νὰ ἐκφράσῃ, ἐννοῶ προβιβασμούς. Ἀπορῶ καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς πληρεξούσιος καὶ ὡς Ὑπουργὸς διὰ τὴν ὑπόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἐμπεριεῖχεν ἡ ἐκφρασθεῖσα παρὰ τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη ἰδέα. Πιστεύω ὅτι εἶμαι....ὅτι εἴμεθα ἀνώτεροι αὐτῆς τῆς ὑπονοίας (Μάλιστα, μάλιστα).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, σᾶς ἀναγγέλλω, ὅτι ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διέταξε τὰ περὶ ἀτμοπλοίων, ἑπομένως ὅσοι θέλουν, δύνανται νὰ συνεννοηθοῦν μετὰ τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§127ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§128ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ Νόμου.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλουν νὰ συζητηθῇ σήμερον, λοιπὸν αὔριον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 4 καὶ 20.)
Ὁ Πρόεδρος
Δ. ΜΑΡΑΪΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς. Γ. Μ. Ῥοῦφος.