1863.03.23
2,242 rows · 18,981 words · 137 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΟΓʹ.
τῆς 23 Μαρτίου 1863.
(Σάββατον)
Ὥρα 12.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου πλήρους εὑρεθείσης τῆς Συνελεύσεως ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἐπιστολὴ, ἡ ὁποία εἶναι ἰδιωτικὴ τοῦ Κ. Καλλέργη, ὅστις δὲν ἔχει τώρα ἐπίσημον χαρακτῆρα, πρὸς τὸν Κύριον Γεώργιον Σταύρου· ὡς τοιαύτη δὲν εἶναι φύσεως τοιαύτης, ὥστε κατὰ καθῆκον νὰ σᾶς τὴν ὑποβάλλω, ἀλλ’ ἐπειδὴ περιέχει ἀντικείμενα ἔχοντα ἐνδιαφέρον καὶ ἐπισημότητα, καὶ ἐπειδὴ ῥητῶς περιέχει παραγγελίαν νὰ γίνῃ γνωστὴ εἰς τοὺς Κυρίους Πληρεξουσίους, ἂν θέλητε ν’ ἀναγνωσθῇ.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Ἀνεγνώσθη· ἀφορᾷ δὲ, ὅτι ἡ ὑποψηφιότης τοῦ Πρίγκιπος τῆς Δανιμαρκίας Χριστιανοῦ Γουλιέλμου, ὡς Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος, ὑποστηρίζεται παρὰ τῶν δύο Δυνάμεων Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας καὶ δὲν ἀντικρούεται παρὰ τῆς Ῥωσσίας.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ μία ἄλλη ἀπάντησις τοῦ ἐπιτετραμμένου Ἐϊδεστάν πρὸς τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνταῦθα, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς διεύθυνε πρὸς τὴν Συνέλευσιν, καθόσον ἐκφράζει πρὸς τὴν Συνέλευσιν αἰσθήματά τινα, καὶ διὰ τοῦτο ἂν θέλητε νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Ἀνεγνώσθη αὕτη, δι’ ἧς ὁ Ἐϊδεστάν ἐκφράζει τάς συγχαρητηρίους εὐχάς του ἐπὶ τῇ καταλλήλῳ ἐκλογῇ καὶ ἀναγορεύσει τοῦ Πρίγκηπος τῆς Δανίας Γεωργίου ὡς Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν πλεῖσται ἀναφοραὶ, ἐὰν θέλητε νὰ τὰς διανείμω ἀναλόγως εἰς τὰς ἐπιτροπάς.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν δύω προτάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ σᾶς ἀναγνωσθῶσιν· ἡ μὲν πρώτη προτείνει τὴν σύστασιν σχολείου τοῦ δήμου Δρυμείας τῆς Ἐπαρχίας Λοκρίδος, ἡ δὲ περὶ ἀποχωρισμοῦ τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ τῆς συστάσεως ἰδιαιτέρας ἐπισκοπῆς τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος, τῆς ὁποίας ἕδραν προσδιορίζει τὴν Ἀταλάντην.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα.
§9ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ προσδιορισθῇ ὡς ἡμέρα συζητήσεως ἡ Δευτέρα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ Κυρίου Σουΐδα, ἡ ὁποία καταντᾷ τροπολογία σχετικὴ μὲ τὸν νόμον τὸν φορολογικὸν, διότι προτείνει ὅπως ὁ ἔγγειος φόρος προσδιορισθῇ εἰς 7 τοῖς ἑκατόν. Ὅταν προσδιορισθῇ ὁ φορολογικὸς νόμος, τότε λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν. Ἐνταῦθα ὁρκίζεται ὁ Πληρεξούσιος Κύριος Ν. Τζώκρης.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε καὶ ἑτέραν ἀναφορὰν διότι συνδέεται μὲ τὸ πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἶναι τοῦ Κυρίου Δημητρίου Παπαδιαμαντοπούλου. Ἀνεγνώσθη· διὰ ταύτης ἀναφέρει ὅτι ἀποσύρεται τῆς περὶ ἐκλογῆς του ὡς Πληρεξουσίου τῶν ἑτεροδημοτῶν Ἀθηνῶν προτάσεως, καὶ παρακαλεῖ ἵνα λυθῇ τὸ περὶ διατηρήσεώς του ὡς στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ ζήτημα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι τοῦτο, διότι ἐνθυμοῦνται οἱ Κύριοι Πληρεξούσιοι, ὅτι προχθὲς, ὅταν ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα τῆς ἐν γένει παραδοχῆς ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἑτεροδημοτῶν, συγχρόνως ὑπενθύμισα τρὶς τοὺς Κυρίους Πληρεξουσίους, ὅτι τίθεται μὲν ὑπὸ ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἐν γνώσει τοῦ ὅτι ὑπῆρχε πρότασις, ἡ ὁποία διελάμβανεν ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ γίνῃ δεκτὸς ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος, ὡς ἐκλεχθεὶς παρὰ τῶν ἑτεροδημοτῶν. Ἑπομένως ὁ Κύριος Παπαδιαμαντόπουλος...
§13ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Προσθέσατε εἰς τὰ ἀνωτέρω, ὅτι ὁ Κύριο; Παπαδιαμαντόπουλος παρῃτήθη.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε· ὁ Κύριος Παπαδιαμαντόπουλος εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν προσώπου ἐκλεχθέντος παρὰ τῶν ἑτεροδημοτῶν, ὁμοῦ μὲ ἄλλα πολλὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν ἐδῶ ἵνα γίνωσι δεκτά. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτε ἠρωτήθησαν οἱ Κύριοι Πληρεξούσιοι, ὅτι μέλλουσι νὰ ψηφοφορήσωσι τὸ παραδεκτὸν ἢ μὴ ἐν γένει τῆς ἀρχῆς, ἐγένετο πρὸς αὐτοὺς εἰδοποίησις, ὅτι ὑπῆρχε τὸ ἐν γένει κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, καὶ ἑπομένως, ὅταν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασίς του ἐν γένει, θὰ ψηφοφορηθῇ αὕτη κατ’ ἐξαίρεσιν· οὕτως ἐνόμισα, ὅτι καλῶς διευθύνω τὸ ζήτημα. Λοιπὸν, Κύριοι, μένει ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῆς μυστικῆς ἐκλογῆς καὶ τοῦτο ἔθεσα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Λυποῦμαι, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ, διότι ὁ Κύριος Παπαδιαμαντόπουλος καὶ ἕτεροί τινες ἐνόμισαν, ὅτι ἐκ τῆς διευθύνσεως τοῦ ζητήματος ἠδικήθη, διότι ἐθεωρήθη ὅτι ἐγένετο παραδεκτὴ ἀμέσως, ὅταν τινὲς ἐσηκώθησαν· λυποῦμαι, ὅτι ἔγεινεν αἰτίασις τοιαύτη· ἐν τοσούτῳ ὁ Κύριος Παπαδιαμαντόπουλος μᾶς ἀναφέρει, ὅτι δὲν θέλει νὰ ψηφοφορηθῇ· ἐγὼ λυποῦμαι, διότι νομίζω, ὅτι ἔγεινα αἴτιος τοῦ νὰ μὴ γείνῃ δεκτὸν τὸ ζήτημα. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὑπῆρχεν ἀναφορὰ διαφόρων πολιτῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ διατάξῃ, ὥστε νὰ διατηρηθῇ ἡ θέσις, ἥτις τῷ ἐδόθη ἀπὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου ἀπὸ τὸν λαὸν, τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ· αὕτη ἔμεινεν ἐκκρεμὴς, τοὐλάχιστον καὶ ταύτην ἐπικαλεῖται ὁ Κύριος Παπαδιαμαντόπουλος, καὶ μένει εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐπειδὴ ἐκινήθη αὐτὸ τὸ ζήτημα, νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν καὶ ἑπομένως νὰ προσδιορισθῇ σήμερον, ἢ ὅτε θέλει ἡ Συνέλευσις, νὰ ἔλθῃ συζήτησις τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τὸ ὁποῖον πολὺ πιθανὸν ὅτι θέλει γίνει δεκτόν.
§15ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι τῆς Συνελεύσεως.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀναφέρονται, ἑπομένως αὕτη πρέπει νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν.
§17ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐγὼ εἶχον μίαν πρότασιν περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν φοιτητῶν, ἥτις ἔμελλε νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς τῶν ἑτεροδημοτῶν, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ συζητηθῇ σήμερον;
§19ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§20ΕΤΕΡΟΣ. Σήμερον νὰ ἐκλεχθῇ ἡ ἐπιτροπή.
§21ΤΙΝΕΣ. Σήμερον νὰ γίνῃ ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§22ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον (θόρυβος).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε νὰ συνεννοηθῶμεν· ἐγὼ εἰδοποιῶ μόνον, ὅτι κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως εἶχε προσδιορισθῆ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τὸ φορολογικόν· θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν δι’ ἀναστάσεως, ἂν θέλῃ σήμερον νὰ ἐκλεχθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ ἢ αὔριον. Λοιπὸν «ὅσοι παραδέχονται νὰ γείνῃ σήμερον καὶ ὄχι αὔριον ἡ ἐκλογὴ, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Λοιπὸν ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη νὰ γείνῃ αὔριον ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει νὰ γνωστοποιήσῃ κἄτι τι εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§24Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. (Ὑπουρ. τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ψήφισμα τὸ περὶ τῶν εὐχῶν, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ἡ Συνέλευσις διὰ τὴν ἕνωσιν τῶν Ἰονίων νήσων, τὸ ἐκοινοποιήσαμεν κατὰ τὴν τάξιν εἰς τοὺς Κυρίους Πρέσβεις, καὶ ἰδίως εἰς τὸν Κύριον Ἔλλιοτ, παρὰ τοῦ ὁποίου ἔλαβον ἀπάντησιν, ἥτις, νομίζω, θέλει σᾶς προξενήσει εὐχαρίστησιν καὶ πρέπει νὰ σᾶς τὴν ἀναγγείλω.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§26ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤ. Εἶναι ἡ μετάφρασις καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀναγγείλω τὴν λῆψιν τῆς ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν διακοινώσεως Ὑμῶν, ἐν ᾗ περιείχοντο δύο ἀντίγραφα καὶ μετάφρασις τοῦ ψηφίσματος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, δι’ οὗ χάριτες ὁμολογοῦνται εἰς τὴν Αὐτῆς Μεγαλειότητα τὴν Βασίλισσαν, δι’ ἣν ἔδειξε πρόθεσιν τοῦ νὰ παραιτήσῃ τὴν προστασίαν τῶν Ἰονίων Νήσων, ὅπως αὗται ἑνωθῶσι μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος.» «Κατὰ τὴν αἴτησιν Ὑμῶν θὰ διαβιβάσω διὰ τῆς πρώτης εὐκαιρίας τὸ ψήφισμα τοῦτο εἴς τε τὴν Κυβέρνησιν τῆς Α. Μ. καὶ εἰς τὸν Ἁρμοστὴν τῶν Ἰονίων Νήσων.» «Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος θὰ λάβῃ ταχέως μέτρα πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἑνώσεως τῶν Νήσων τούτων, τοῦθ’ ὅπερ, κατὰ τὴν πεποίθησιν τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὐημερίαν ἀμφοτέρων τῶν μερῶν καὶ θὰ συνεπιφέρῃ τὴν εὐπραγίαν τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ὑπὲρ οὗ ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μ. τόσῳ ζωηρῶς ἐνδιαφέρεται.» «Δράττομαι τῆς εὐκαιρίας ταύτης κλπ.» (Χειροκροτήματα ῥαγδαῖα καὶ ζωηρὰ, ζητωκραυγαὶ ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου παρά τε τῶν Πληρεξουσίων ἐγερθέντων καὶ παρὰ τοῦ ἀκροατηρίου). Ὁ Ὑπουργὸς ἐξακολουθεῖ. Παρὰ τῶν Πρέσβεων τῶν ἄλλων συμμάχων καὶ εὐεργετίδων Δυνάμεων ἔλαβα τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τῆς ἑνώσεως αὐτῆς. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον παρ’ αὐτῶν, οὐχὶ ἐπισήμως, ἐγγράφως, ἀλλὰ προφορικῶς, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἐδόθη ἤδη πληρεξουσιότης εἰς τοὺς Πρέσβεις τῶν αὐλῶν αὐτῶν ἐν Λονδίνῳ νὰ ὑπογράψωσι τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται νὰ συνταχθῇ διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἄρσις τῆς προστασίας. Διὰ νὰ φθάσωμεν ὅμως εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, Κύριοί μου, ἀνάγκη πᾶσα καὶ ἐπισήμως νὰ δεχθῇ ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος τὸν θρόνον, τὸν ὁποῖον τῷ προσεφέρατε· εἶναι ἀνάγκη πᾶσα ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐκλεχθῇ, εἰ δυνατὸν, σήμερον.
§27ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπεφασίσθη αὔριον.
§28ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Διὰ νὰ ἀναχωρήσῃ τοὐλάχιστον τὸ προσεχὲς Σάββατον· ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ φθάσῃ ἐκεῖ καὶ δεχθῇ ὁ Βασιλεὺς τὸν θρόνον ἐπισήμως, τότε ἔρχεται τὸ ζήτημα περὶ τῶν Ἰονίων νήσων· διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἑνώσεως. Ἐννοεῖτε λοιπὸν, πόσον ἐνδιαφέρονται πάντες νὰ γίνῃ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ἀποσταλῇ ταχέως διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον καὶ πληρωθῶσιν αἱ εὐχαὶ τοῦ Ἔθνους. (Ζητωκραυγαὶ πανταχόθεν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως καὶ ὑπὲρ τῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων.)
§29ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἔρχομαι νὰ διερμηνεύσω τὸ αἴσθημά μου ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ πανδήμως, καὶ πιστεύω, ὅτι συμμερίζεται ἅπασα ἡ Συνέλευσις, νὰ ἐκφράσωμεν τὰς εὐχαριστήσεις μας πρὸς τὰς δύο λοιπὰς εὐεργέτιδας δυνάμεις· ἀλλ’ ἡ φράσις τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ ἡ τελευταία, καί τινα ἴσως διαδιδόμενα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μέ τινα γεγονότα νωπὰ ἀκόμη, δὲν εἶναι, νομίζω, τόσον πολιτικὴ, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο τι. Τί θὰ εἴπῃ, Κύριοι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὁ ψηφισθεὶς, ὁ πανδήμως πανηγυρισθεὶς, τὸν ὁποῖον μὲ τόσην προθυμίαν καὶ ἀνεγνωρίσαμεν καὶ ἐξελέξαμεν, δὲν ἐδέχθη ἐπισήμως τὸν Θρόνον καὶ ὅτι περιμένει τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ τὸν δεχθῇ;
§30ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, Κύριε Πρόεδρε;
§31ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Τὸ «ἐπισήμως» δὲν λύει τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπταννήσου· αὐτὸ μόνον θέλω νὰ συζητήσω, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ταχεῖαν ἢ τὴν βραδεῖαν ἀποστολὴν τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς Ἑπταννήσου.
§32ΠΟΛΛΟΙ. Πᾶσα συζήτησις περὶ τούτου εἶναι περιττή.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλετε μόνον, Κύριοι, νὰ δώσητε μίαν προσωπικὴν ἱκανοποίησιν εἰς ἕνα τῶν συναδέλφων σας, τοῦ ὁποίου ἡ διαγωγὴ προχθὲς παρεξηγήθη· ὁ Κ. Δομενεγίνης, ἀναβὰς εἰς τὸ βῆμα παρεξηγήθη δῆθεν, ὅτι τίς ἤξευρεν τί ἤθελεν εἰπεῖ, καὶ δὲν τῷ ἐδόθη ὁ λόγος.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§35ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Ἔντιμοι ἀντιπρόσωποι τῆς ἑλληνικότητος, ἀρχινάω μὲ τὸ νὰ κραυγάσω «Ζήτω ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπταννήσου μετὰ τῆς μητρὸς ἐλευθερωμένης Ἑλλάδος!» (Χειροκροτήσεις ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως). Δόξα τῷ ὑψίστῳ Θεῷ, ὅπου σήμερον ἤκουσα, ὅτι πραγματοποιεῖται ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπταννήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος! (χειροκροτήματα πανταχόθεν καὶ ζητωκραυγαί). Τὸ ἐψήφισα ὁ πρῶτος καὶ τὸ ὑπεστήριξα, καὶ ὑπέφερα καὶ κόπους καὶ καταδιωγμούς· ἡ σύζυγός μου ἦτο μὲ πόνους διὰ τοκετὸν καὶ μὲ ἥρπασαν καὶ μὲ ἔστειλαν εἰς τὴν ἐξορίαν, καὶ ἐγὼ δὲν ἔπαυσα ἀπὸ τοῦ νὰ ὑποστηρίζω τὴν ἕνωσιν (χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως). Εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος Κύριος Μελᾶς ἀνήγγειλε τὸ ψήφισμα περὶ ἑνώσεως, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι ὑπεστήριζον αὐτὴν, ζητωκραυγοῦντες, ὅπως καὶ σήμερον, εἰς ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὸ ζήτημα καὶ νὰ προσθέσω, ἂν ἦτο δυνατὸν αὐτό· ἡ Ἀγγλία ἐδικαίωσε σήμερον τοὺς ἰδίους ἀντιπροσώπους, εἶπεν, ὅτι παύω τῆς προστασίας, ἀλλὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου θὰ τὴν ἐκτελέσουν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου· ἡ Γαλλία διὰ τοῦ ὑπουργοῦ της Δρουὲν Δὲ Λουῆ λέγει, ὅτι, καθόσον ἀφορᾷ ἡμᾶς δὲν θὰ διστάσωμεν νὰ συγκατανεύσωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν, ἥτις, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι τὴν ὑπηγόρευσαν, ἔχει τὸ δικαίωμα.... Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ἰδία Ἀγγλία εὔχεται, ἕνεκα τῶν εὐχῶν ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ τῆς Ἑπτανήσου, εὔχεται τὴν ἕνωσιν, ἤθελα λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ παρακαλέσω τὴν ἔντιμον ἐπιτροπὴν νὰ προσθέσῃ καὶ αὐτά. «Ἡ Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις συμμεριζομένη τὰ ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως ψηφισθέντα, καὶ ἐπανειλημμένως διακηρυχθέντα καὶ ἀποφασισθέντα παρὰ τῶν Βουλῶν τῆς Ἑπτανήσου, ὡς καὶ τὴν ἐκφρασθεῖσαν καὶ νῦν ἔτι πανδήμως διαδηλουμένην ἀμετάτρεπτον θέλησιν τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ, εὔχεται τὴν ὅσον ἔνεστι τάχιον πραγματοποίησιν τῆς ἑνώσεως.» Δύναταί τις ἀντιπρόσωπος καὶ ἄλλος τις, ὅπως ἴσως εἶπον, νὰ διϊσχυρισθῇ, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο τὸ ἔγραψα μετ’ ἔπειτα διὰ νὰ δικαιολογηθῶ;
§36ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, δὲν τὸ λέγῃ κἀνείς.
§37ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Τὸ ἔγραψα ἐνώπιον τοῦ ἀντιπροσώπου ἐκεῖ μέσα.
§38ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§39ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Ἔδωκα ἀντίτυπον αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος εἰς τὸν Κ. Σχινᾶν, καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐγνώριζαν τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Βλέπω ὅμως μὲ θαυμασμόν μου, ὅτι τὰ πρακτικὰ τὰ σημερινὰ δὲν περιέχουν, ὅτι ἐμποδίσθην νὰ ὁμιλήσω. Σᾶς ὁμολογῶ καὶ μίαν ἄλλην εὐχὴν, τὴν ὁποίαν ἤθελον κάμει εἰς τὸν λόγον ὄχι δηλαδὴ νὰ προστεθῇ εἰς αὐτὸν, ἀλλ’ εἰς τὸ ψήφισμα· ἀπαιτοῦσα, ἐπειδὴ εἶχε μέρος εἰς τὴν συνθήκην τοῦ 15 μὲ τὴν Ἑπτάνησον καὶ ἡ Πάργα μὲ τὰ σύνορά της, ἤθελα νὰ ἐξηγήσω μίαν εὐχὴν, ἦτο δυνατὸν, μετὰ τῆς Ἑπτανήσου νὰ προστεθῇ καὶ ἡ Πάργα μὲ τὰ σύνορά της. Αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω καὶ τίποτε ἄλλο. Λοιπὸν τελειόνω μὲ τὸ νὰ εὐχηθῶ τὴν ὅσον ἔνεστι ταχύτερα ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς μητρός της Ἑλλάδος· «Ζήτω ἡ ἕνωσις!» (χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ ζητωκραυγαὶ πανταχόθεν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως).
§40ΜΠΟΥΣΚΟΣ. Ἔγεινε τὸ εὐχαριστήριον πρὸς τὰς τρεῖς δυνάμεις, Κύριε Πρόεδρε;
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκόμη δὲν ἔγεινε. Λοιπὸν κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ συζήτησις ἀφορᾷ τὰ φορολογικά· ἀλλὰ, καθὼς ἐνθυμεῖται ἡ Συνέλευσις, ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ εἶχεν ἀναδεχθῆ νὰ φέρῃ μίαν ἔκθεσιν περιλαμβάνουσαν τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις· λοιπὸν ἡ συζήτησις δὲν θὰ ἀρχίσῃ, παρὰ ἀφοῦ μᾶς ἔλθῃ ἡ τυπωμένη αὐτῆς ἔκθεσις.
§42Σ. Χ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως, Κύριε Πρόεδρε.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο διετάχθη ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν.
§44Ρ. ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Δομενεγίνη θὰ προσθέσω κἄτι τι. Σήμερον, ἂν καὶ ἐλυπήθην προχθὲς, διότι ὁ Κύριος Δομενεγίνης δὲν ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσῃ, ἡ λύπη μου μεγαλύνεται ἔτι μᾶλλον, ἀφοῦ ἤκουσα τοὺς λόγους του ἐμβριθεῖς καὶ δικαίους, τοὺς ὁποίους εἶπεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν τὰ ἀναγνωσθέντα· ἔρχομαι λοιπὸν νὰ τὸν παρηγορήσω καὶ νὰ τὸν διαβεβαιώσω, ὅτι ἡ Συνέλευσις ὅπως ἐψήφισεν, ἐψήφισε πάντοτε ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν θέλησιν τῶν Ἑπτανησίων, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην εὐχὴν, ἂν καὶ τὴν παρελείψαμεν· πιστεύω, ὅτι ἡ σημερινὴ ἀγόρευσις καὶ ἀνάπτυξις εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὰς μεγαλουργοὺς Δυνάμεις.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Βαλτινὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν συμβάντων προχθὲς εἰς τὴν οἰκίαν του.
§46ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι πᾶσα συζήτησις πρέπει νὰ παραλειφθῇ καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου, διότι μετὰ 10 ἡμέρας ἀρχίζει τὸ θέρος.
§47ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶμαι πληρεξούσιος.
§48ΠΟΛΛΟΙ. Ἀφήσατε αὐτὰ, Κ. Βαλτινὲ, δὲν εἶναι τώρα καιρός.
§49ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, προχθὲς τὴν τετάρτην μετὰ τὸ πέρας τῆς συνεδριάσεως ἐλέχθη, ὅτι, διότι ἡ Συνέλευσις ἐψηφίσατο ἀποζημίωσιν διὰ τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους, ἡ κοινὴ γνώμη διηγέρθη. Πρὸς τὸ ἑσπέρας, ἐνῷ ἔμενον ἐν τῇ οἰκίᾳ μου περὶ ὥραν 7 καὶ ¾, στῖφος ἀνθρώπων ἐκφραζόντων τὰ αἰσθήματα τῆς κοινῆς γνώμης τῶν Ἀθηνῶν, δὲν γνωρίζω ποῦ ἀλλοῦ διευθύνθησαν, γνωρίζω μόνον, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη τῶν Ἀθηνῶν, ἥτις τὰ στίφη αὐτὰ ὥπλισε, καταδικάζει τὴν κοινοβουλευτικήν μου διαγωγήν· ἡ κοινὴ αὕτη γνώμη τὰ ἀπέστειλε τὰ στίφη ταῦτα ἀπέναντι τῆς οἰκίας μου καὶ ἡ κοινὴ γνώμη διὰ βαναυσολογιῶν ἀθλιεστάτων κατὰ τοῦ ἀτόμου μου, ἐξέφερε τὴν κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν καὶ ἀπόφασίν της· ἄπειρον πλῆθος πετρῶν κατεκερμάτισε τὰ τῆς οἰκίας μου ὑελοπαράθυρα. Εἰς τὴν δύσκολον ταύτην θέσιν, Κύριοι, εὑρισκόμενος, ἐν παρόδῳ λέγω, ὅτι ἔχω καὶ σύζυγον ἔγκυον, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσποιηθῶ, ὅτι δὲν ἀκούω· οἱ ἄνθρωποι, Κύριοι, οἱ τῆς κοινῆς γνώμης διερμηνευταὶ, ἐγνώριζον καὶ τῆς οἰκίας μου τὸν ἰδιαίτερον θάλαμον, εἰς τὸν ὁποῖον συνήθως διαμένω τὸ ἑσπέρας· καὶ ἐκεῖ τὰ πάντα διενηργήθησαν. Κύριοι, δὲν θέλω, καθὼς βλέπετε καὶ καθὼς ἐφοβήθητε, νὰ ἐπεμβῶ οὐδόλως εἰς τὴν οὐσίαν· λέγω μόνον, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ κοινὴ γνώμη αὐτὴ κατεδίκασεν, ἐξέφρασε τὴν ὀλεθρίαν δι’ ἐμὲ ταύτην ἀπόφασίν της, τὴν ὁποίαν διενήργησε διὰ τρόπου, κατ’ αὐτὴν καλοῦ, φρονῶ, ἀσχέτως ἀπὸ τὴν οὐσίαν, ὅτι ἐξελέγχων τὴν κοινοβουλευτικήν μου διαγωγὴν, νομίζω, ὅτι, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τοὐλάχιστον, οὐδόλως ἔσφαλα εἰς τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωσαν οἱ ἐκλογεῖς μου. Κύριοι, αἱ ἐπαρχίαι, ὡς εἶπον εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς ἐντίμου ταύτης ὁμηγύρεως, καὶ εἶναι σημειωμένον εἰς τὰ πρακτικὰ, αἱ ἐπαρχίαι μᾶς ἔστειλαν ἐνταῦθα γυμνοὺς καὶ μόνους· διότι ἐνόμισαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη, οἱ ἀπεσταλμένοι αὐτῶν νὰ περιστοιχισθῶσι μὲ ὑλικὰ μέσα ἐκ μέρους τῶν ἐπαρχιῶν των. Ἐνόμισαν αἱ ἐπαρχίαι μας, Κύριοι, ὅτι αἱ Ἀθῆναι ἤθελον ἐκτιμήσει κάλλιστα τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλλην. Ἔθνος ἔκαμεν εἰς τὰς Ἀθήνας, τὸ νὰ πέμψῃ τὴν Συνέλευσιν τῶν Ἑλλήνων ἐδῶ. Αἱ ἐπαρχίαι, Κύριοι, ἐνόμισαν, ὅτι ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν ὀφείλουσιν, ὅπως οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν, νὰ ἀναγνωρίσωσι τοῦτο, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Συνέλευσις, δὲν δύνανται οἱ πληρεξούσιοι, οἱ ἀποτελοῦντες μέρος αὐτῶν, νὰ σκέπτωνται, νὰ βουλεύωνται, ὅταν δὲν ᾖναι βέβαιοι περὶ τῆς ἐλευθερίας αὐτῶν, περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς περιουσίας καὶ τοῦ ἀτόμου των. Κύριοι, ἐκ τοῦ βήματος τούτου πάνθ’ ὅσα αἴφνης ὁ ἀγορεύων καλὰ ἢ κακὰ δύναται νὰ εἴπῃ, καὶ ὀφείλει νὰ τὰ εἴπῃ εἶναι ἐλευθέρα ἡ κοινὴ γνώμη νὰ τὸν κρίνῃ νὰ τὸν δικάσῃ. Ἡ Συνέλευσις πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἔδειξεν μεγάλα δείγματα ἐλευθερίας· ἄφινεν ἐφημερίδας καθαπτομένας κατὰ τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἡ Συνέλευσις δὲν συνεγχώρησε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· εἶπεν ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τότε μόνον δύναται νὰ ὑπάρξῃ Συνέλευσις, ὅταν ἡ κρίσις ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτῆς, ὅταν ἡ κρίσις ἐπὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς διαγωγῆς τῶν πληρεξουσίων γίνηται κατὰ τοὺς τύπους τῆς ἠθικῆς· ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, Κύριοι, καθαρὰ βιαιοπραγία, προσβαλοῦσα τὸ ἄσυλον οὐχὶ τοῦ πολίτου, ἀλλὰ τῶν πληρεξουσίων, Βαλτινοῦ, Ζαΐμη, Κουμουνδούρου, ἡ βιαιοπραγία αὕτη εἶναι, φρονῶ, πρᾶξις, ἥτις καταδεικνύει, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι ὀφείλουσι νὰ μὴ νομίζωσιν ἑαυτοὺς πλέον ἐλευθέρους. Κύριοι, εἶπον ἐν παρόδῳ, ὅτι προσεποιήθην, ὅτι δὲν ἤκουσα, διότι ὤφειλον ἄλλως, ἵνα ἀμυνθῶ, καὶ αἷμα Ἑλληνικὸν νὰ χυθῇ ἀπέναντι τῆς οἰκίας μου, καὶ νὰ τὸ βλέπω τὴν ἐπαύριον καὶ νὰ λυπῶμαι, ἐπροτίμησα ὅμως, Κύριοι, νὰ σιγάσω, καὶ νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Συνελεύσεως τὸ γεγονὸς τοῦτο, καθόσον ἀφορᾷ ἐμὲ ἀτομικῶς, καὶ λέγω. Εἰς τὸ ἑξῆς, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ, ὅτι δὲν ἔχω τὴν δύναμιν διὰ τῆς φωνῆς μου νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν ἔχω τὴν δύναμιν ταύτην, διότι, Κύριοι, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη τῶν Ἀθηνῶν εἶναι πάντοτε ἡτοιμασμένη διὰ τῆς βίας νὰ ἐπιβάλῃ κατὰ τῶν πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι ἐκφέρουσι γνώμην, μὴ εἰς αὐτὴν ἀρεστήν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ ἐντολὴ, ἥτις μοὶ ἐδόθη, μοὶ ἐδόθη ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μου· ὅταν ἀνέλαβον τὴν πληρεξουσιότητα τοῦ Βάλτου μετὰ τῶν συναδέλφων μου, ὑπεχρεώθην ἀπέναντι τῆς ἐπαρχίας μου νὰ ἐκπληρώσω τὴν ἀποστολήν μου. Παρεμποδιζόμενος ὅμως ἐνταῦθα, Κύριοι, ὑπὸ τῆς κοινῆς τῶν Ἀθηνῶν γνώμης, βιαιοπραγούσης καὶ φονευούσης τοὺς πληρεξουσίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τολμήσει νὰ ἔχωσιν ἰδέαν ἀντίθετον εἰς αὐτὴν, εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ παραγγείλω εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ταῦτα· ὅτι ἀπὸ σήμερον καταδικάζω τὸν ἑαυτόν μου εἰς ἀπραξίαν· θέλω παραμένει εἰς τὸ Συνέδριον τοῦτο τὸ ἔντιμον, θὲν θέλω ἔχει ψῆφον οὐδὲ γνώμην. Θέλω παραγγείλει εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου νὰ ἐκφέρῃ καὶ αὐτὴν τὴν κρίσιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς μου διαγωγῆς. Θέλω εἰπεῖ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου τοῦτο· θέλω τῇ εἰπεῖ, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι ὀφείλουσι σπουδαίως νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι τῶν ἐπαρχιῶν, διότι τοὐλάχιστον δὲν ἔχω ἐγὼ ἕνα ἄνθρωπον ἐδῶ, δυνάμενον ἀτομικῶς νὰ μὲ ὑπερασπίσῃ κατοικοῦντα ἐνταῦθα, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι τῶν ἐπαρχιῶν εὑρίσκονται εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ παραγγείλωσι καὶ γνωστοποιήσωσιν, ὅτι, ἐπειδὴ οὐδεμίαν προοιωνίζονται ἀσφάλειαν, ἕνεκα τῶν γεγονότων, διὰ τὰ ἄτομα αὑτῶν, καὶ ἐπειδὴ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῶν ἀτόμων ἔγκειται ἡ ὕπαρξις τῆς Συνελεύσεως, ἔγκειται ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἔθνους, φρονοῦσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀσφάλεια διὰ τὴν Συνέλευσιν. Θέλω παραγγείλει εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν οἱ ἀντιπρόσωποι θέλουν πράξει τοῦτο.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ ἐκάμαμεν ὅλοι μας.
§51Β. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θέλω παραγγείλει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀπὸ πολιτικὴν φρόνησιν πρὸς τὸ παρὸν ὁδηγουμένη, δὲν μεταβιβάζει τὴν ἕδραν της πρὸς τὸ παρὸν ἀλλαχοῦ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ὅμως ἔχει πεποίθησιν εἰς τὴν γενναιότητα, εἰς τὴν φρόνησιν καὶ τὸν πατριωτισμὸν τῶν ἐπαρχιωτῶν, καὶ περιμένει εἰς πρῶτον αὐτῆς σύνθημα, ἐὰν μὲν προτιμηθῇ νὰ μένῃ ἐνταῦθα, νὰ φέρωσι καὶ ἐπαρχίαι τὰ ὑλικὰ μέσα, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀσφαλίζει τοὺς πληρεξουσίους αὑτῶν, καὶ διὰ τῆς ἀτομικῆς ἑκάστου αὐτῶν ἀσφαλείας θέλουσιν ἀσφαλίσει τὴν Συνέλευσιν, καὶ ἀσφαλίζοντες ὑλικῶς τὴν Συνέλευσιν, θέλουσιν ἀσφαλίσει τὸ Ἔθνος καὶ τὴν ἐλευθερίαν ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος. Θέλω ἀναγγείλει εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι ὅλοι αἰσθανθέντες τὸ κατὰ τοῦ Κ. Ζαΐμη, Κουμουνδούρου καὶ Βαλτινοῦ γεγονὸς ὡς προσβολὴν πραγματατικὴν ὄχι τῶν ἀτόμων των, διότι ὡς ἄτομον οὐδὲν ἐπράξαμεν, οὐδένα γνωρίζω, ὅτι ἀνεδέχθησαν καὶ παρεδέχθησαν τὸ γεγονὸς τοῦτο προσβολὴν τῆς Ἐθνικῆς κυριαρχίας. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἔμβω εἰς τὰ καθέκαστα, δὲν θέλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν πραγματικήν του ἔποψιν. Δὲν θέλω διόλου νὰ πείσω· διότι ἀπεδείχθη προφανέστατα, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς Συνελεύσεως, τὴν ὁποίαν ἀπεδοκίμασεν ἡ κοινὴ γνώμη, ἐλήφθη ὡς βάσις ἐργασιῶν καταχθονίων, ὡς βάσις ἀνατροπῆς τῶν καθεστώτων, ὡς βάσις ἀνατροπῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ὡς βάσις, ὅπως ὁ νεοεκλεχθεὶς Βασιλεὺς δειλιάσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς ἕνα τόπον, τὸν ὁποῖον ἤθελον προχθὲς νὰ ῥίψωσιν εἰς ἐμφύλιον πόλεμον. Εἶναι τόσον ἀληθῆ ταῦτα, Κύριοι, ὥστε πλεῖστοι ἤκουσαν μεταξὺ τῶν ἄλλων φωνῶν τῶν κατακραυγούντων κατὰ τῆς οἰκονομικῆς πράξεως τῆς Συνελεύσεως......... Κύριοι, αὐτὰ εἶχον ἀνάγκην νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ συγχωρήσῃ διὰ τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἔλαβον, ἐκτὸς ἂν νομίζῃ ἀναγκαῖον νὰ ἀκολουθήσω τὰ ἔργα μου.
§52ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Δαγρὲς ἔχει τὸν λόγον.
§54ΤΙΝΕΣ. Θὰ χάσωμεν ὅλην τὴν ἡμέραν μας.
§55ΖΕΡΒΑΣ. Αὔριον νὰ ἔλθῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀπολογηθῇ· (θόρυβος).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφανθῇ, ἂν θέλῃ νὰ ἀκολουθήσῃ, ἢ νὰ περάσῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§57ΔΑΓΡΕΣ. Ἂς ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις, ἐὰν δὲν δέχηται συζήτησιν ἐπὶ τῆς προσβολῆς αὐτῆς τῆς ἰδίας· πρόκειται, Κύριοι, περὶ παραιτήσεως ἑνὸς συναδέλφου σας· ἀποφανθῆτε λοιπὸν, ἂν παραδέχησθε τὴν παραίτησιν.
§58ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν (θόρυβος).
§59ΔΑΓΡΕΣ. Ὀφείλετε νὰ διακόψητε πᾶσαν συζήτησιν, θὰ προσκαλέσητε τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ τιμωρηθοῦν οἱ πρωταίτιοι τῆς ὀχλαγωγίας ἐκείνης, διότι ποτὲ δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑποθέσω, ὅτι εἶναι κοινὴ γνώμη ἡ ὁμὰς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠσέβησαν κατὰ τοῦ ἀσύλου τῆς οἰκογενείας, κατὰ τοῦ ἀδυνάτου φύλου, οἱ ὁποῖοι ὥρμησαν εἰς οἰκίαν διὰ νὰ δολοφονήσουν· (θόρυβος) Κύριοι, ἡ κοινὴ γνώμη, τοὐλάχιστον κατ’ ἐμὲ, καὶ πιστεύω καθ’ ὅλους ὑμᾶς, ἦτο καὶ εἶναι καὶ ἔσεται σεβαστή· εὐτυχῆ τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατώρθωσαν νὰ ὑψώσουν τὴν κοινὴν γνώμην, νὰ τὴν καταστήσουν ἰσχυρὰν, ἵνα ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της· ἀλλ’ ἡ κοινὴ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι ὑλικὴ, ὅταν ἡ κοινὴ γνώμη ἦναι ὑλικὴ, ὅταν ἰσχύσῃ διὰ τῆς ὕλης, τότε εἶναι ὀχλαγωγία, τότε ἀντικαθιστῶμεν τὴν ἰδέαν τῆς κοινῆς γνώμης διὰ τοῦ πράγματος τῆς ὀχλαγωγίας· κοινὴ γνώμη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀποῤῥέει ἀπὸ μίαν συναίσθησιν, ἥτις προῆλθεν ἀπὸ μίαν πρᾶξιν τῆς ἀνωτάτης ἐξουσίας, πρᾶξιν ὅμως τότε, ἡ ὁποία σπουδαίως προσέβαλε τὰ ὑλικὰ ἢ τὰ ἠθικὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Ἐρωτῶ ὁποιονδήποτε, τὸν πλέον αὐστηρᾶς συνειδήσεως, τὸν πλέον οἰκονόμον· (θόρυβος). Ποία εἶναι ἡ συναίσθησις, τὴν ὁποίαν ἐπροξένησε τὸ κακοῦργον ἐκεῖνο τόλμημα, ὥστε νὰ παραβιάσῃ τὴν οἰκίαν τοῦ ἄλλου; ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ λιθοβολήσῃ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ὁ λαὸς, ὅταν μὲ ἴδῃ παραβαίνοντα τὸ καθῆκόν μου, ὅταν ἦναι πρᾶξις, ἔστω καὶ ἀσύνετος τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν μὲ 18 μὲ 20 χιλιάδας κατὰ μῆνα. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις ἐξήγειρεν, οὕτως εἰπεῖν, μίαν περιέργειαν, μίαν συναίσθησιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Πολὺ καλὰ, τοιαύτη ἐξέγερσις εἶναι σεβαστὴ, ἀλλ’ ἡ ἔκφρασις αὕτη τῆς κοινῆς γνώμης ἔχει ὅρια· ὅταν ὅμως γίνῃ ὀχλαγωγία, στηριζομένη ἐπὶ τοιαύτης συναισθήσεως, καὶ προβαίνει εἰς τολμήματα κοινωνικὰ, εἰς τολμήματα πολιτικὰ, εἰς τολμήματα προσωπικῶν ἐκδικήσεων, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν θεωρήσω ἐγὼ κοινὴν γνώμην. Λοιπὸν λέγω, Κύριοι, ἐὰν ἡ ἐξέγερσις αὕτη, ἡ ὀχλαγωγία αὕτη, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας γνωρίζετε πολὺ καλὰ ποῖοι ἐτέθησαν, γνωρίζετε βέβαια τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ κατὰ τὸ παρὸν, γνωρίζετε τὰ σχέδιά των πρὸς τὴν κοινωνίαν, ἐὰν ἐπετέθη κατὰ τῆς Συνελεύσεως, ἐννοῶ πολὺ καλὰ, δέχομαι διὰ μίαν στιγμὴν καὶ αὐτὰ, ἠμποροῦσεν εἰς τὰς ὁδοὺς εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως, ἔστω καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ «κάτω ὁ λουφές·» ἠξεύρετε, Κύριοι, χωρὶς νὰ εἴπω τίποτε, ἠκούσατε καὶ ἐδῶ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ συνεδριάσει, ὅταν ἐπεκαλέσθητε τὴν μαρτυρίαν πολλῶν ἐντίμων πληρεξουσίων, σᾶς εἶπον καί τινα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μάθῃ τὸ κοινόν· (θόρυβος). Κύριοι, πρέπει νὰ μάθῃ τὸ κοινὸν, ὅτι οἱ ὑποκινοῦντες ὀχλαγωγίας ποτὲ δὲν ἀγαποῦν τὴν πατρίδα, διότι ὀχλαγωγία θὰ εἴπῃ καταστροφὴ τῆς πατρίδος, καταστροφὴ τῆς ἐλευθερίας, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἠμπορεῖ νὰ δεχθῇ δεσποτισμόν. Ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς ὑπέπεσεν εἰς τὴν δουλείαν διὰ τῶν ὀχλαγωγιῶν· ὅταν λοιπὸν μία Συνέλευσις δὲν ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ κτυπήσῃ κατὰ πρόσωπον τὴν ὀχλαγωγίαν, τότε δὲν ἠμπορεῖ νὰ λέγεται Συνέλευσις Ἐθνικὴ, τὴν ὁποίαν οὐδὲ ὁ Θεὸς δὲν θέλει νὰ τιμωρήσῃ, καὶ τὸ λέγω, ὅτι δὲν θέλει, διότι ἡ φύσις ἔδωκεν εἰς τὸν ἄνθρωπον συνείδησιν καὶ κρίσιν, καὶ ὅταν κατὰ συνείδησιν καὶ κρίσιν ἀποφασίσω, δὲν ἠξεύρω ἂν ἠμπορῇ νὰ μὲ τιμωρήσῃ ὀχλαγωγία. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἦτο τόσον μέγα, διότι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν κατεστράφη, διότι ηὐξήθη 100, 120 χιλιάδας δραχμὰς εἰς ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Συνελεύσεως· ἦτο λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἔγκλημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ἡ κοινὴ γνώμη τῶν Ἀθηνῶν, αἱ Ἀθῆναι, αἱ ἔχουσαι τὴν πρωτοβουλίαν περὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, αἱ Ἀθῆναι, ἐντὸς τῶν ὁποίων κατοικοῦν οἱ ἀληθεῖς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, νὰ κατακρίνουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; ἐπῆγαν εἰς τὸν Πρόεδρον, πολὺ καλὰ, ἐξέφρασαν «κάτω ὁ λουφὲς,» τί ἤθελον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κυρίου Ζαΐμη; ἐπῆγαν εἰς τὸν Κύριον Ζαΐμην, διότι ὡμίλησε, καὶ ἦτον ἔγκλημα νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κύριος Ζαΐμης καὶ ὁ κύριος Βαλτινὸς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε, ὅτι δὲν ὡμίλησαν διὰ νὰ πάρουν τὸν λουφὲ, διότι ὁ Κύριος Ζαΐμης βεβαίως ποτὲ δὲν θὰ πάρῃ τὸν μισθὸν, οὔτε ὁ Κύριος Βαλτινὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸν μισθόν του; τί τοὺς ἔπταιεν ἡ οἰκογένεια, τὸ σπῆτι, τί τοὺς ἔπταιε σύζυγος ἔγκυος, καὶ σύζυγος ἀδύνατος; Κοινὴ γνώμη εἶναι αὐτὴ ἢ ὀχλαγωγία; Πολὺ καλὰ, αὐτοὶ ὡμίλησαν, ἔστω· τί ἤθελαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου, ὁ ὁποῖος ἦτον ἁπλοῦς θεατὴς ἐπὶ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἐντὸς τῆς ὁποίας εὐτυχῶς εὑρέθην, καὶ τὸ λέγω, ὅτι εὐτυχῶς εὑρέθην, διότι, ἐὰν δὲν εὑρισκόμην ἐγὼ, ἴσως ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν ζωήν. Ἀκούσατε τί ἔτρεξεν ἐκεῖ (θόρυβος) ὅταν, Κύριοι, ἠκούσθησαν αἱ φωναὶ εἰς τὴν πλατείαν τῆς «Ὁμονοίας», εὑρέθη ἐκεῖ ἕνας ἄνθρωπος μὴ πολιτικὸς, ὁ κύριος Παναγιώτης Σοῦτσος, ὁ ὁποῖος ἐκύταξεν ἀπὸ τὸ παράθυρον, καὶ πρὶν φθάσουν εἰς τὴν θύραν, εἶπε τρέξατε κλείσατε τὴν θύραν, διότι μία ὁμὰς ἀνθρώπων ἐπιτίθεται κατὰ τῆς θύρας, μόλις ἐκλείσθη ἡ θύρα καὶ ἐπιτίθεται μία δύναμις ἰσχυροτάτη, ἤρχισαν νὰ λιθοβολοῦν, ἐφώναζον οἱ ἄνθρωποι οἱ ἐντὸς τῆς οἰκίας «πηγαίνετε ὀπίσω δὲν σᾶς ἀφίνομεν νὰ ὑπάγετε μέσα· τί σᾶς ἔκαμεν ἡ οἰκογένεια», οὐδεὶς ἤκουεν, ἀλλ’ ἐξηκολούθει ἡ ὤθησις τῆς θύρας διὰ νὰ εἰσέλθουν, καὶ ἔπρεπε νὰ ῥιφθοῦν διὰ τὸν φόβον δύω ὅπλα διὰ νὰ ὀπισθοδρομήσουν. Ἐὰν αὐτὴ ᾖναι ἡ κοινὴ γνώμη, θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ μὴ τὴν σεβασθῶ· ποτὲ ἡ κοινὴ γνώμη δὲν κακοποιεῖ, δὲν καταστρέφει, δὲν διαταράττει τὴν οἰκογενειακὴν ἡσυχίαν. Κύριοι, ἡ δεῖξις τῶν προσώπων ὀφείλεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, κολακεύομαι καὶ πιστεύω, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν οἱ πρωτουργοὶ εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς, ἄλλως τε ἔχει νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν κοινωνίαν, εἰς τὰς Ἐπαρχίας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ Κύριος Βαλτινὸς ἔχει δίκαιον νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι πληρεξούσιος, διότι δὲν εἶναι ἀσφαλὴς ὡς ἄτομον ἐξερχόμενος τῆς Συνελεύσεως ὡς ἄτομον ἐντὸς αὐτῆς. Διὰ τί; διότι μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν διήρκεσεν ἡ πολιορκία κατὰ τῆς οἰκίας τοῦ Κουμουνδούρου· οὐδεὶς πολίτης, οὐδεὶς ἐθνοφύλαξ, οὔτε στρατιώτης, οὔτε ἴχνος, οὔτε σκιὰ κἂν ἐξουσίας εὑρέθη. Ἀλλ’ οἱ γείτονες εὑρέθησαν ἐκεῖ νὰ εἴπουν Κύριοι, τὶ σᾶς πταίει ἡ οἰκογένεια, ὅπως εἴπομεν καὶ ἡμεῖς· ἀφήσατέ μας ἡσύχους, διότι ἔχομεν οἰκογένειαν πάσχουσαν· ὕστερον τί διεδόθη; Νομίζουν, Κύριοι, πολλοὶ, ὅτι παρεσύρθησαν, νομίζουν, ὅτι ὡρμῶντο ἀπὸ εὐγενῆ αἰσθήματα πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἡμεῖς τὶ κάμνομεν, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι, βλέπετε, ὅτι εἴμεθα προωρισμένοι νὰ βουλευώμεθα, νὰ κοπιάζωμεν, νὰ ἐξοδεύωμεν διὰ τὸ δημόσιον, νὰ ἐξασφαλίζωμεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἔθνους, εἶναι δίκαιον ἡμεῖς νὰ προσβαλλώμεθα; προσέφερεν αὐτὴ ἡ Συνέλευσις τὴν μεγαλειτέραν ἐκδούλευσιν εἰς τὸ Ἔθνος, διετήρησε τὴν τάξιν καὶ τὴν διετήρησε θαυμασίως. Ἐὰν ᾖναι ἐποχὴ, ἡ ὁποία θὰ ἐκτιμηθῇ ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, εἶναι ἡ τετράμηνος περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον ἄνευ μέσων, ἄνευ ἀρχῶν, ἄνευ χρημάτων διετήρησε τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν· καὶ λέγω, ὅτι ἡ ἠθικὴ δύναμις τῆς Συνελεύσεως συνετέλεσε τὰ μέγιστα εἰς αὐτό· καὶ ἔχεις τὸ δικαίωμα, κάτοικε τῶν Ἀθηνῶν, ἐσὺ, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν εὐημερίαν, τὴν εὐζωΐαν συντρέχω μὲ τοὺς ἱδρῶτας τοῦ προσώπου μου, τοὺς ὁποίους συλλέγω ἀπὸ τοὺς κόπους τῆς Ἐπαρχίας μου καὶ τοὺς φέρω ἐδῶ, καὶ ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἐξυβρίσῃς, ἐμὲ τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν Καλαμῶν, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύω τεσσαράκοντα χιλιάδες ψυχῶν; καὶ ἐσὺ, Κύριε, ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνεις, ὠφελεῖσαι, ἂν ὄχι ἀμέσως, ἐμμέσως, ἐκ τοῦ φόρου τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, δὲν μὲ θεωρεῖς ἄξιον κἂν νὰ πάρω μίαν μικρὰν, εὐτελεστάτην ἀποζημίωσιν; Καὶ ποῖοι εἴμεθα οἱ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως; τί εἶναι ὁ Ζαΐμης; τὶ εἶναι ὁ Πετιμεζᾶς; τί εἶναι ὁ Κουμουνδοῦρος; καὶ τέλος ἐγὼ ὁ τελευταῖος ὅλων; δὲν ἐμείναμεν ὀρφανοὶ ἀπὸ τὸν πατέρα μας; χάρις εἰς τὸν ἀγῶνα ἐμείναμεν ὀρφανοὶ 40 ἡμερῶν, ἄλλως τε κἀνεὶς ἐπαρχιώτης δὲν μισθοδοτεῖται, ἐνῷ οἱ ἐν Ἀθήναις ὅλοι μισθοδοτοῦνται, καὶ ἔπειτα λέγετε, μὴ κάμνετε συζήτησιν, διότι διεγείρετε τὴν κοινὴν γνώμην (θόρυβος). Κοινὴ γνώμη δὲν εἶναι, ὅταν θέλῃ διὰ τῆς βίας καὶ διὰ τῆς δυνάμεως νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της, ἡ κοινὴ γνώμη ἐπιβάλλει τὴν θέλησίν της ἠθικῶς καὶ αὐτὴν ἀείποτε ἡ Συνέλευσις ἐσεβάσθη καὶ ἐπεριποιήθη. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις περὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ Κυρίου Βλάση, διότι πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ σπουδαῖον ζήτημα. Ὅταν δὲν δέχησθε, πρέπει νὰ ζητήσετε τὴν τιμωρίαν αὐθωρεὶ, ἔτσι κάμνουν ὅταν ἀντιπροσωπεύουν τὰ Ἔθνη, ὅταν ὑπάρχῃ Σῶμα ἀντιπροσωπεῦον ἀληθῶς τὰς Ἐπαρχίας, ἄλλως λέγω πρέπει νὰ παραιτηθοῦν αἱ Ἐπαρχίαι πᾶσαι νὰ ἀντιπροσωπευθοῦν καὶ νὰ ἔλθουν οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν νὰ ψηφίσουν Νόμους, νὰ ψηφίσουν τὸ Σύνταγμα, νὰ ψηφίσουν τὸν Ἡγεμόνα (θόρυβος). Λέγω λοιπὸν ἡ Συνέλευσις ὅτι προσκαλεῖται διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ Κυρίου Βλάση. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις ὀφείλει νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν ἑαυτόν της καὶ τὴν κοινωνίαν, τότε ἂς προβῇ εἰς ἐργασίαν.
§60ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κατεδίκασαν οἱ προλαλήσαντες, καὶ πᾶς πολίτης ἔπρεπε νὰ καταδικάσῃ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον παρὰ πάντων κατεδικάσθη, εἶναι ὅμως ἓν, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ διακρίνω, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς φύσεώς του εἶναι διακεκριμένον καὶ τὸ ὁποῖον κακῶς, ἴσως κατὰ λάθος, συνεχώνευσεν ὁ πρῶτος λαλήσας εἰς τὴν παρεκτροπὴν ὀλίγων κακῆς διαγωγῆς, κακῶς ἐννοούντων τὴν ἔκφρασιν, ὁποιασδήποτε καὶ ἂν ἔχουν ἰδέας· τὴν ἐταύτισε μὲ τὴν κοινὴν γνώμην· ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῶν πράξεών της· ἡ κοινὴ γνώμη καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν καὶ σήμερον ἀκόμη καταδικάζει τὴν παρεκτροπὴν ὀλίγων τινῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Ἀρκεῖ μάλιστα νὰ σᾶς πείσω, ὅτι οἱ ὀνομαστὶ φαινόμενοι, οἱ προταττόμενοι ἐκεῖ, δὲν ὑπῆρχε κἀνεὶς ἀπ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐκφράσουν τί σκέπτεται ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Πρωτευούσης. Ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Πρωτευούσης, ἡ ὁποία συγκεντρόνει, ὄχι μόνον τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἐντίμους τῶν ἄλλων Ἐπαρχιῶν, καὶ συνεκέντρωσε μάλιστα πάντοτε μίαν κοινὴν γνώμην, τῆς ὁποίας βλέπετε τ’ ἀποτελέσματα, ἡ κοινὴ γνώμη ἦτο καὶ εἶναι, καὶ δὲν ἠμποροῦσέ ποτε νὰ φέρῃ κἀνὲν πρόσκομμα ἐναντίον πράξεως, ἐναντίον ἔργων, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἐπεκαλέσθη. Ἐνῷ, Κύριοι, ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἐγόγγιζε διὰ τὰ παρελθόντα, πρώτη ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Πρωτευούσης ἀνηγέρθη, πρώτη ἐκείνη ἐπροκάλεσε τὰ γεγονότα, καὶ συνέπραξε μετὰ τῶν Ἐπαρχιῶν, καὶ μετὰ ταῦτα ἐκείνη διευθέτησε τ’ ἀποτελέσματα κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν Ἐπαρχιῶν. Κύριοι, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν, ἔδωσε τὸν παραδειγματισμὸν, διότι ἀποβαλοῦσα ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἕνα Μονάρχην, τὸν ὁποῖον εὗρεν ἐπίβουλον, καὶ ἀντιπροσωπεύουσα καὶ τὴν ἐπιθυμίαν ὅλων τῶν Ἐπαρχιῶν καὶ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἴδετε μὲ πόσην μετριότητα προσεφέρθη εἰς ὅλους τοὺς ἐχθροὺς, καὶ ὅλους τοὺς ἐναντίους, τοὺς ὁποίους ἠξεύρετε, ὅτι ἐμπεριέχει αὐτὴ ἡ κοινωνία· ἀλλ’ ἐὰν ἡ κοινωνία αὕτη ἐμπεριέχει καὶ ἀνθρώπους κακῆς διαγωγῆς, καὶ ἐχθροὺς τῆς τάξεως, ἠμπορεῖ νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ κοινὴ γνώμη διὰ τοῦτο; Ἡ κοινὴ γνώμη πάντοτε ἐπεκαλέσθη τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, πάντοτε ἐφρούρησε τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἡ κοινὴ γνώμη ἐφύλαξεν ὅλην τὴν τάξιν μέχρι τῆς ἐλεύσεώς της, ἑπομένως, ἐὰν συνέβησαν καί τινες παρεκτροπαὶ, εἰς κἀμμίαν Πρωτεύουσαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ ὑπάρχουν καὶ διεφθαρμένοι ἄνθρωποι, καὶ ἄνθρωποι ἀπονενοημένοι, ἀλλ’ αἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἶναι ἐκτός.
§61ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ Κύριος Τριανταφύλλης ἀπονενοημένος ἦτο; Τοῦ Κυρίου Καλλέργη ὁ υἱὸς, τοῦ Σούτσου ὁ υἱὸς ἀπονενοημένοι ἦσαν; Οἱ δίδοντες χρήματα προχθὲς, ἀπονενοημένοι ἦταν;
§62ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὰ χρήματα εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ἐδίδοντο;
§63ΔΑΓΡΕΣ. Ἔχω τὴν γενναιότητα καὶ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, ὅτι κοινὴ γνώμη, ἡ ὁποία διαφθείρεται ἀπὸ ὀλίγους τινὰς, δὲν εἶναι κοινὴ γνώμη.
§64ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ κοινὴ γνώμη δὲν εἶναι καὶ δεσπότης ἀπόλυτος, δὲν εἶναι τύραννος νὰ οἰκειοποιῆται τὰ πάντα, ἠξεύρει νὰ φυλάττῃ τὴν θέσιν της, τὰ ὅριά της· δὲν εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη ἐκτελεστικὴ ἐξουσία· ὅταν, Κύριοι, ἔγεινεν ἡ παρεκτροπὴ εἰς τὴν ἀγορὰν, εἰς τὰς ὁδοὺς, ὅταν ἔγεινεν ἡ παρεκτροπὴ εἰς τὰς πλατείας, ἡ κοινὴ γνώμη δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ παρουσιάζηται ἐκεῖ, καὶ μάλιστα ἐν καιρῷ νυκτὸς, αὐτὴ γνωρίζει, ὅτι ἔχει μίαν Κυβέρνησιν, κατόπιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ κρίσεις ἐπὶ τῶν γεγονότων τούτων, τὰς ὁποίας ἐκφράζει διὰ τοῦ τύπου, διὰ τοῦ λόγου, οὐδέποτε ὅμως διὰ τῆς ἐπιθέσεως. Ἐὰν συνέβη μία παρεκτροπὴ, τὴν ὑπεστήριξεν ἡ κοινὴ γνώμη; Ἐχειροκρότησεν εἰς τὰ συμβάντα; Ἀπόδειξις μάλιστα, ὅτι κατεμέμφθη τὴν πρᾶξιν ἐκείνην ἡ κοινὴ γνώμη, εἶναι, ὅτι οἱ παρεκτραπέντες δὲν εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιόν της, καὶ ὅ,τι ἔπραξαν, τὸ ἔπραξαν διὰ νυκτὸς καὶ ἐν ὀλίγῳ διαστήματι, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ σταθῇ ἡ ὀχλαγωγία εἰς τὸ φῶς τῆς ἡμέρας· ἡ κοινὴ γνώμη δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ μικρὰ, καὶ μὲ αὐτὰ νὰ ᾖναι συντεταγμένη, ἠξεύρει, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει κυριαρχία τῆς Συνελεύσεως, ἠξεύρει, ὅτι ὑπάρχει Κυβέρνησις, ἠξεύρει, ὅτι ὑπάρχει ἀρχὴ, ὅτι ὑπάρχουσι σώματα συντεταγμένα νομίμως, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὸ καθῆκον νὰ παρίστανται εἰς πᾶσαν περίστασιν. Ἐνταῦθα, Κύριοι, κᾀνὲν ἐμπόδιον δὲν παρεστάθη, κᾀμμία ἀρχὴ δὲν εὗρεν ἀντίκρουσιν ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐὰν παρίστατο μία μικρὰ ἀρχὴ, ἓν μικρότατον μέρος αὐτῆς, ἤθελεν εὕρει τὴν κοινὴν γνώμην ἑτοίμην νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. (θόρυβος).
§65ΔΑΓΡΕΣ. Ἔμαθα, ὅτι ὁ Κύριος Ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνοφυλακῆς προσεκάλεσε τὴν Ἐθνοφυλακὴν, καὶ ἡ Ἐθνοφυλακὴ εἶπεν, ἄπελθε ἀπ’ ἐμέ.
§66ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι, ὄχι· δὲν εἶναι ἀληθές.
§67ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὰς 9 ὥρας ἦτον ὅλοι εἰς τὰ ὅπλα.
§68ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ὅλως διόλου ἄσχετος πρὸς τὰ συμβάντα, καὶ θέλει εἶσθαι τοιαύτη, διότι ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ὑπάρχει μόνον σήμερον μορφωμένη εἰς τὸν τόπον, ἀλλ’ ὑπάρχει ἀείποτε· εἶδε καὶ ἄλλας μεταβολὰς καὶ Συνελεύσεις, καὶ πάντοτε τὰς ἐφρούρησε, καὶ πάντοτε ἔφερε τὴν ὑποταγήν της εἰς τὴν κυριαρχίαν τῆς Συνελεύσεως.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ Κ. πληρεξουσίου.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν γίνεται παραδεκτή.
§71ΕΤΕΡΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, ἐφωτίσθημεν.
§72ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Σᾶς ὁμολογῶ, Κύριοι, μὲ τὸν θετικότερον τρόπον, ὅτι ἅμα προσεκάλεσα τὴν Ἐθνοφυλακὴν διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν τάξιν, ἀμέσως προσῆλθε, μολονότι οἱ ἄνθρωποι ἦσαν εἰς τὰ ἔργα των, διότι ἡ Ἐθνοφυλακὴ δὲν σύγκειται ἀπὸ μισθωτοὺς ἀνθρώπους, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι εἰς τὰ ἔργα των, εἰς τὰς οἰκίας των, εἰς τὰς ἐργασίας των· ἕως νὰ συναχθῶσι, νὰ εἰδοποιηθῶσι, θὰ παρέλθουν καὶ δύω ὧραι, καὶ μόλα ταῦτα ἐντὸς μιᾶς ὥρας, ἀφ’ ὅτου ἔδωκα τὴν διαταγήν μου, μολονότι δὲν ἔχω καὶ ἐπιτελεῖον, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀποφασίσητε ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον καὶ περὶ αὐτοῦ, μόλα ταῦτα λέγω ἔστειλα ὀλίγους ὑπαξιωματικοὺς, καὶ ἀμέσως ὅλα τὰ τάγματα τῆς Ἐθνοφυλακῆς ἦσαν εἰς τὰ ὅπλα, ἐπῆρα μαζύ μου δύω λόχους, διῆλθον τὴν πόλιν καὶ ἡ τάξις εἶχεν ἐπανέλθει.
§73ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι.
§74ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἅμα συνέβη ἡ ταραχὴ, ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ δὲν εὗρον ἐκεῖ τὸν Ὑπουργὸν, μετέβην ἔπειτα εἰς τὸ Κυβερνεῖον καὶ εὗρον τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μοὶ ἐσύστησε νὰ συμβιβάσω ὅσον ἦτο δυνατὸν τὰ πράγματα διὰ συμβιβαστικοῦ τρόπου.
§75ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Προτείνω, Κύριοι, νὰ παύσῃ ἡ περὶ τούτου συζήτησις, ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μίαν παραίτησιν τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὀφείλομεν ν’ ἀποφανθῶμεν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ θέματος· βεβαίως ὅλοι συνεκινήθημεν ἀπὸ τὸ εὐγενὲς αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν Κύριον Βαλτινὸν λεπτοτάτην διαγωγὴν, ὅλοι τὸ ἐκτιμῶμεν, ὅλοι τὸ αἰσθανόμεθα, ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ θωρακισθῶμεν πολὺ, καὶ ἐναντίον τῆς ἐπηρείας τῶν εὐγενεστέρων αἰσθημάτων. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ Κύριος Βαλτινὸς ἤθελε τιμήσει τὴν προχθεσινὴν ἐκδήλωσιν, ἥτις δὲν ἦτο παρὰ μία ὀχλαγωγικὴ ὑποκίνησις, ἤθελε τὴν τιμήσει, ἐὰν ἀνύψου αὐτὴν εἰς τὴν ἀξίαν τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ παρῃτεῖτο ἐνώπιον τοιαύτης ἐκδηλώσεως. Ὁ Κύριος Βαλτινὸς τότε μόνον ἠμποροῦσε νὰ περιέλθῃ ἀπέναντι τῶν ἐντολέων αὑτοῦ εἰς μίαν τοιαύτην κρίσιμον θέσιν, ἐὰν μία πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως, ἢ ἔστω καὶ μία ἰσχυρὰ μειονοψηφία περιήρχετο εἰς σύγκρουσιν ἢ γνώμης καὶ διαδηλώσεως ἀπέναντι τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ, τοιοῦτον παράδειγμα φιλαυτίας δικαιολογημένης μᾶς παρουσιάζει μόνον καὶ μόνον ἡ κοινοβουλευτικὴ ἱστορία τῆς Γαλλίας, ὅταν εἷς Πληρεξούσιος ἀποσύρεται ἐνώπιον μιᾶς ὀχλαγωγίας, τοῦτο εἶναι προϊὸν λίαν εὐγενῶν αἰσθημάτων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀφορμὴ παραιτήσεως δεκτὴ, οὔτε ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, οὔτε ἐνώπιον τῶν ἐντολέων. Προτείνω λοιπὸν, ὅπως ἡ Συνέλευσις ἐκτιμῶσα τὸ αἴσθημα τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ, μὴ παραδεχομένη δὲ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§76ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§77ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀκολουθήσω κατὰ γράμμα τὴν ἰδέαν τῆς Συνελεύσεως, καὶ νὰ ὑπακούσω εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς· θέλω δὲ προσθέσει τοῦτο μόνον, ὅτι εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, νὰ προστεθῇ, ὅτι εἰς ἐνδεχομένην δευτέραν περίπτωσιν τοιούτων διαδηλώσεων, προτείνω ν’ ἀποχωρήσωμεν εἰς τὴν Νέαν Κόρινθον.
§78ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Ἐνταῦθα ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγινώσκει ψήφισμα, κανονίζον τὴν μεταβολὴν τῶν τελωνιακῶν σταθμῶν εἰς τελωνιακὰ φυλακεῖα, καὶ ἐπιτρέπον τὴν ἐξαγωγὴν ἐμπορευμάτων καὶ ἄλλων εἰδῶν διὰ τῶν τοιούτων φυλακείων.
§79ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ τυπωθῇ. Ὁ Κύριος Ζατουνίτης ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Νεαπόλεως, δι’ ἧς προτείνεται ἡ ἀκύρωσις καὶ ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς.
§80ΠΟΛΛΟΙ. Ἄκυρος, ἄκυρος.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Συνέλευσις δὲν παραδέχεται τὸ ἔγκυρον αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς.
§82ΘΕΑΓΕΝΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, κατὰ τὴν προεξέτασιν τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου διὰ τὸ τρέχον ἔτος, τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Συνελεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος, ἐγώ τε καὶ ὁ Κύριος Λύσανδρος διεφωνήσαμεν πρὸς τοὺς Κυρίους συναδέλφους μας ὡς πρός τινα ζητήματα. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς θέλετε παρατηρήσει ἐπὶ ποίων ζητημάτων ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαφωνία. Διαφωνοῦμεν, Κύριοι, ἰδίως εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσπραχθησομένου λόγω δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, στηριζόμενοι εἰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλλομεν ἤδη εἰς τὴν βάσανον τῆς συνετῆς κρίσεώς σας.
§83ΖΕΡΒΑΣ. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι μόλις τώρα μᾶς ἐμοιράσθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, πρέπει, Κύριοι, νὰ σκεφθῶμεν καλῶς περὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου, διότι ἔχομεν λόγον νὰ δώσωμεν περὶ τούτου.
§84ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ Συνέλευσις διέταξε νὰ τυπωθῶσι καὶ νὰ διανεμηθῶσιν αἱ διάφοραι προτάσεις, τὰς ὁποίας πολλοὶ τῶν Κυρίων Πληρεξουσίων ὑπέβαλαν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὡς π. χ. τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου.
§85ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ ἔχω πρότασιν ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου, καὶ δὲν τὴν βλέπω τυπωμένην, πῶς θέλει τὴν ἰδεῖ ὁ ἄλλος Πληρεξούσιος διὰ νὰ φέρῃ ψῆφον; ζητεῖτε νὰ μᾶς ἁρπάσητε τὸν φορολογικὸν νόμον, πρέπει νὰ φέρωμεν ὅλας τὰς προτάσεις εἰς συζήτησιν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Δευτέραν;
§87ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, δι’ αὔριον.
§88ΕΤΕΡΟΙ. Ἂς ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις.
§89ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου θὰ λάβουν χώραν πολλαὶ ἀγορεύσεις, διότι πολλοὶ ἔχουν προτάσεις, καὶ ὅλοι ἐπάνω κάτω συμφωνοῦν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων· βλέπετε, ὅθεν, ὅτι μία συζήτησις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀρχὴν, ὡς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων. Πιστεύω, ὅτι ἅμα ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τώρα, δὲν θὰ ἐξαντληθῇ ἕως τὸ ἑσπέρας· ἐνῷ ἂν ἀναβάλητε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου θὰ ἀρχίσωμεν αὔριον, καὶ δὲν θὰ τελειώσῃ μέχρι τῆς τετάρτης, ὅτε πολλοὶ τῶν Κυρίων πληρεξουσίων θὰ ἀναχωρήσωσι. Φρονῶ, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦδε, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθοῦν ὅλαι αἱ προτάσεις, ἕκαστος τῶν προτεινόντων δύναται ν’ ἀναπτύξῃ τὰς προτάσεις του, καὶ οὕτω δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἀπὸ τοῦδε.
§90ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ ἀντιλέγω καὶ πάλιν εἰς τὸν προλαλήσαντα, ὅτι ὑπάρχουν διάφοραι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ συζητηθῶσι· διὰ νὰ συζητηθῇ δὲ μία γνώμη πρέπει νὰ τὴν ἔχωμεν ὅλοι οἱ πληρεξούσιοι ὑπ’ ὄψιν· ἀφοῦ δὲν τὴν ἔχωμεν, ἠμποροῦμεν νὰ τὴν συζητήσωμεν· ποῦ ἔχομεν τὰς προτάσεις αὐτάς; εἶναι πρόωρος ἡ συζήτησις, πρέπει νὰ τυπωθῶσιν αἱ προτάσεις, νὰ μᾶς τὰς φέρουν διὰ νὰ ἰδῶμεν τὰς διαφόρους γνώμας, ἄλλως, ἐὰν νομίζητε, ὅτι μόνη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς φωτίσῃ περὶ πάντων, εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα, ἐὰν νομίζητε, ὅτι αἱ προτάσεις ἔχουν βάσεις, ὅτι δύνανται νὰ γείνουν παραδεκταί, τότε πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν.
§91ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§92ΘΕΑΓΕΝΗΣ. Ἡ οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς διαφόρους προτάσεις, περὶ τῶν ὁποίων.....
§93ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι φορολογικὸς νόμος, Κύριοι, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καλῶς περὶ αὐτοῦ, δὲν δυνάμεθα ἐκ τοῦ προχείρου νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§94ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Οὕτω πως, Κύριε Πρόεδρε, βιαζόμενοι πάντοτε, κάμνομεν σφάλματα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὅσοι θέλουν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§96ΘΕΑΓΕΝΗΣ. Ἡ οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ, Κύριοι, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ διαφόρους προτάσεις πληρεξουσίων, καὶ ἀφοῦ ἐβασάνισεν αὐτὰς συνέταξεν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπ’ ὄψιν σας· ὁ Κ. Ζέρβας, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται εἶναι ἀληθινὸν, ὅτι ἔκαμε πρότασιν καὶ ἐστάλη εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ αὐτὴ ἀπέβλεπεν ἕτερον σύστημα φορολογίας, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ Συνέλευσις ἐνασχολεῖται εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον, δὲν τὴν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν. Ἀνήκει εἰς ἑτέραν σκέψιν, ὅταν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα· ἡ ἐπιτροπὴ βασανίσασα τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τὴν Γεωργικὴν, εὑρέθη σύμφωνος εἰς τὸ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἔγγειον φόρον εἰς 5%, διεφώνησαν δὲ τὰ μέλη ὡς πρὸς τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας. Ἡ πλειονοψηφία ἤθελε νὰ μὴ γίνῃ ἐλάττωσις εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, ἡ δὲ μειονοψηφία ἰσχυρίζεται τὸ ἐναντίον· εἰς τὴν μειονοψηφίαν, τὴν ζητοῦσαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας, ἀνήκω καὶ ἐγὼ, ὅστις εἰσάγω τὴν ὑπόθεσιν. Ἡ γῆ, ἥτις ἐθνικὴ καλεῖται, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ζητοῦνται, κατ’ ἐμὲ, ἄδικοι ὠφέλειαι, τί ἦτο πρὶν, τί εἶναι τώρα, καὶ τί ἔπρεπε νὰ ᾖναι; ὑπὸ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἐπόψεις θέλομεν ἐξετάσει τὸ ζήτημα. Εἶναι ἀναμφίλεκτον, Κύριοι, ὅτι ὅλη ἡ Ἑλληνικὴ γῆ ἦτο ἀνέκαθεν ἰδιωτικὸν κτῆμα τῶν κατοίκων τῆς χώρας. Φυλὴ βάρβαρο καὶ ἀγρία, κατακυριεύσασα τὸν τόπον, ἀφήρπασε καὶ τὰς ἰδιοκτησίας τῶν κατοίκων, καὶ ποῦ μὲν καθ’ ὁλοκληρίαν, ποῦ δὲ ἐν μέρει, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν, ἐδῶ μὲν ἐπαρχίας ὁλοκλήρους εἰς Μωαμεθανοὺς ἀνηκούσας, ἐκεῖ δὲ ἀναμὶξ καὶ εἰς Μωαμεθανοὺς καὶ εἰς Χριστιανούς. Ἡ ἀρχὴ τῶν κατακτητῶν ἦτο ἡ δήμευσις ὅλης τῆς ἰδιοκτησίας τῶν κατακτηθέντων λαῶν· καὶ παράδειγμα τούτου, παρακαλῶ συγχωρήσατέ μοι νὰ φέρω τὴν ἐπαρχίαν τῶν Θηβῶν, τὴν ὁποίαν πλειότερον πάσης ἄλλης γνωρίζω. Ὅτε ὁ Ἐνετὸς Μοροζίνης, ὁ ἄθλιος αὐτὸς καταστροφεὺς τοῦ ἐκπληκτικοῦ Παρθενῶνος, ὁ ληστεύσας τὸ κολοσσαῖον ἄγαλμα τῆς προστάτιδος θεᾶς, ἐπολιόρκει τὴν ἱερὰν ἀκρόπολιν, καὶ ἐκυρίευε τὴν πάμφορον Εὔβοιαν, οἱ Θηβαῖοι, αὐτοὶ οἱ θερμοὶ πάντοτε φίλοι τῆς ἐλευθερίας, ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο κατάλληλος ἡ ὥρα ν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ, καὶ ἐξανασάντες κατέσφαξαν, καθὼς καὶ ἄλλοτε τὴν Μακεδονικὴν, καὶ τότε τὴν Τουρκικὴν φρουράν· ἀλλ’ ἡττηθέντες ἔπειτα ἀπὸ τοὺς συσσωρευθέντας βαρβάρους, ἀπώλεσαν οἱ πλεῖστοι τὴν ζωὴν, καὶ πάντες τὴν περιουσίαν· καὶ διὰ τοῦτο εἰς αὐτὴν τὴν μεγάλην ἐπαρχίαν, ἐξαιρέσει ἑνὸς μικροῦ χωρίου ἐπὶ τοῦ ὄρους Ἑλικῶνος, ὅλαι αἱ ἀπέραντοι ἐκτάσεις ἰδιοποιοῦντο ὑπὸ τῶν Ἀγαρηνῶν ἁρπαγεῖσαι, ὁ δὲ Χριστιανὸς οὐδὲ σπιθαμὴν γῆς ὡς ἰδιοκτησίαν ὥριζεν. Οἱ Ἕλληνες διατελοῦντες δοῦλοι ὑπὸ σκληροὺς δεσπότας, ὡμοίαζον κατὰ τὸν ποιητὴν λέοντας τὰς ἁλύσσεις των δάκνοντας καὶ τὴν κατάσπασιν αὐτῶν μυστηριωδῶς ὑπενεργοῦντες. Ἡ ποθητὴ ἡμέρα ἀνέτειλεν· οἱ ἱερεῖς τῶν Φιλικῶν καὶ οἱ ἱεροφάνται τῶν Ἐλευσινίων ἔψαλλον τὸν Θούρειον Ὕμνον. Ἀπὸ δὲ τὴν μελῳδίαν ἐνθουσιασθεὶς ὁ δοῦλος ἔθραυσε τὰ δεσμὰ τῆς τυραννίας, καὶ ἀνέλαβε τὸ ἀρχαῖον, τὸ γοητευτικὸν τοῦ Ἕλληνος ὄνομα· καὶ ὁ νομιζόμενος ἕως τότε ἄνανδρος ἐφάνη ὁ ἀνδριώτερος καὶ γενναιότερος στρατιώτης τοῦ κόσμου! τὰ γεγονότα τὸ μαρτυροῦσιν. Ὁ Οὐρανὸς ηὐλόγησε τὴν ἐπιχείρησιν καὶ ἡ φυγοῦσα ἐλευθερία ἐπανῆλθε γελῶσα εἰς τὸν μητρικόν της οἶκον. Σκοπὸς, Κύριοι, τῆς ἐπαναστάσεως ἦτο βεβαίως τῆς ἁγίας ἐλευθερίας ἡ ἀπόκτησις, ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ τῆς ἁρπασθείσης ἰδιοκτησίας ἡ ἀνάκτησις· ὁ ἄνθρωπος ὡς ὂν εἰς ἀνάγκας ὑποκείμενον δὲν ἠμπορεῖ παρὰ πρὸς τὰ ἠθικὰ νὰ διώκῃ καὶ ὑλικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπέτυχεν ὁ πρῶτος, ἐπραγματοποιήθη τάχα καὶ ὁ δεύτερος σκοπός; δυστυχῶς ὄχι· ἡ γῆ τῶν πατέρων μας ἡ δι’ αἵματος καὶ στερηθεῖσα καὶ ἀνακτηθεῖσα μένει ξένη ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ζῶμεν ἐν μέσῳ τῆς πατρίδος καὶ τῆς ἐλευθερίας ὡς δουλοπάροικοι. Ἡ Συνέλευσις τοῦ Ἄργους κατὰ τὸ ἔτος 1829 αἰσθανομένη καὶ τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ἐψήφισεν αὐτὴν διὰ τῆς τρίτης ἀποφάσεώς της, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν ἐξεπληρώθη. Ἦλθεν ἡ Συνέλευσις τῶν Ἀθηνῶν τοῦ 43 καὶ διὰ τοῦ 106 ἄρθρου τοῦ συντάγματος ἐσύστησεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὡς πρώτιστον μέλημα τὴν διανομὴν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν· ἀλλὰ καὶ αὐτῆς ἡ ἀπόφασις ἔμεινεν ἀνεκπλήρωτος. Ἂν αὐταὶ αἱ ἐθνικαὶ ἀποφάσεις ἐξετελοῦντο, ἐδύνατό τις σήμερον νὰ ἔχῃ ἀξιώσεις ἐπικαρπίας δικαιώματος; Αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι δὲν ἤθελον ἐπιστρέψει εἰς τοὺς παλαιούς των κυρίους, καὶ εἰς ἐκείνους, ὅσοι συνήργησαν καὶ συνεμόχθησαν ὑπὲρ αὐτῶν; καὶ διότι μία διεστραμένη ἐξουσία περιεφρόνησε τὰς ἐθνικὰς ἀποφάσεις καὶ ἠδίκησε τοὺς πολίτας, πρέπει καὶ ἡμεῖς σήμερον νὰ μιμηθῶμεν τὸ παράδειγμά της ἀκολουθοῦντες τὴν αὐτὴν ὁδὸν, καὶ ἀξιοῦντες τοὺς καρποὺς μιᾶς ἀδικίας; Ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ πράξῃ, παρ’ ὅ,τι εἶναι δίκαιον, ἀξιοπρεπὲς καὶ γενναῖον. Δίκαιον, ἀξιοπρεπὲς καὶ γενναῖον εἶναι νὰ ψηφίσῃ σήμερον «ὁ Ἕλλην ὁ καλλιεργῶν ἐθνικὴν γῆν καλλιεργεῖ ἰδίαν γῆν, ἑπομένως δὲν ὑπόκειται εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας.» Ἀλλὰ θὰ μὲ εἴπητε, Κύριοι, ὅτι προτιθέμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ὁριστικῶς καὶ κανονικῶς, ἀλλ’ ὅτι αἱ σημεριναὶ ἀνάγκαι δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν δώρησιν ἀξιώσεως ὁπωσδήποτε νενομισμένης· ναὶ καὶ ἐγὼ συνομολογῶ τὰς ὑπαρχούσας ἀνάγκας τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ μὴ ἀρνηθῆτε καὶ σεῖς τὰς ἐπικρατούσας ἀνάγκας τοῦ λαοῦ· ἂς συμβιβάσωμεν ἀμφοτέρας, λαμβάνοντες μέρος καὶ ἀφίνοντες μέρος, πέρνοντες πολὺ, καὶ ἀφίνοντες ὀλίγον. Ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς ἐπρότεινε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου εἰς 5%· ἂν δεχθῆτε τοῦτο περιορίζοντες εἰς 5 ἢ 6 τὸν ἔγγειον φόρον καὶ προσδιορίσωμεν τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας εἰς 10 ἢ 12% τὸ πολὺ οἰκονομοῦμεν καὶ τὰ δύω· διότι ἀνακουφίζομεν καὶ τὸν δυστυχοῦντα γεωργὸν καὶ ἐξασφαλίζομεν καὶ τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐγγείου φόρου συνεπιφέρει καὶ ὠφέλειαν εἰς τοὺς γεωργοὺς τοὺς καλλιεργοῦντας ἐθνικοὺς ἀγρούς· δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι μία τοιαύτη ἐλάττωσις ὠφελεῖ καὶ τὸν γεωργὸν τὸν γεωργοῦντα ἐθνικὴν γῆν, ἀλλὰ κυρίως τοὺς ἰδιοκτήτας ὠφελεῖ. Θέλετε ἰδεῖ εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι οἱ μεγαλοκτήμονες πολλάκις ἐκμισθώνουσι τοὺς ἀγρούς των μὲ 20%· ἡ ἐλάττωσις δὲ τοῦ ἐγγείου φόρου δὲν θέλει φέρει ἀνακούφισιν εἰς τοὺς γεωργοὺς, ἀλλὰ θέλει προσθέσει ὠφέλειαν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἐκμισθώνοντας εἰς ἀνώτερον γαιώμορον τοὺς ἀγρούς των· ὥστε ἀντὶ 20% νὰ λάβωσιν 24%. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐλαττούμενον εἶναι τὸ μόνον κατ’ ἐμὲ, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἀνταμείψῃ τὴν γεωργίαν, διότι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν γεωργῶν ἐνασχολεῖται εἰς αὐτὸ, καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι ἐλαττοῦντες τὴν ἐπικαρπίαν ζημιοῦτε τὸ δημόσιον· εἶναι ἀφῃρημένον ζήτημα ὄχι πραγματικὸν, καθόσον ζημία δὲν ὑφίσταται εἰμὴ κατὰ τὸ φαινόμενον, ἐπειδὴ ἐπέρχεται μετ’ ὀλίγον τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα· διότι τὸ ὄφελος γεννᾷ τὴν ἅμιλλαν, ἡ ἅμιλλα τὴν ἐργασίαν, ἡ ἐργασία τὴν παραγωγὴν καὶ ἡ παραγωγὴ τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων. Οἱ Κύριοι ἰδιοκτήμονες διϊσχυρίζονται, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας παραβλάπτει τὰ συμφέροντά των, διότι ἡ ἐπικαρπία, λέγουν, δὲν εἶναι παρὰ μία πρόσοδος. Δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο, Κύριοι, βεβαίως πᾶσα ἐπικαρπία ἀπὸ καθαρὰν πηγὴν ἰδιοκτησίας παραγομένη εἶναι μία πρόσοδος. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἰδιότης εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν· ἡ ἰδιοκτησία ἀνήκει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν καλλιεργοῦν, τὸ δὲ δημόσιον δὲν εἶναι παρὰ εἷς ἁπλοῦς φύλαξ αὐτῆς τῆς παρακαταθήκης μέχρι τῆς ἐπελευσομένης διανομῆς αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἡ πρόσοδος αὕτη, καθὼς εἶναι κανονισμένη, εἶναι καὶ εἰς τὴν φύσιν της ἄδικος, διότι εἶναι ὑπερβολικὴ, πᾶσα δὲ ὑπερβολὴ τοιούτου εἴδους εἶναι μία κατάθλιψις, μία τυραννία, καὶ πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Ὅτι δὲ εἶναι κατάθλιψις, Κύριοι, θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει, ἂν μοὶ συγχωρήσητε, ἐν ὀλίγοις. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ἔλλειψις αὐτῆς τῆ ἐλαττώσεως βλάπτει τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ σᾶ φέρει ἓν παράδειγμα γαιῶν τοῦ Ξηροχωρίου. Τὸ Ξηροχῶρι περιέχει ἴσως τὰς καλλιτέρας γαίας τῆς Ἑλλάδος· εἰς τὸ Ξηροχῶρι δὲν γίνονται μόνον πρώϊμοι, ἀλλὰ καὶ ὄψιμοι καρποί· ἐκεῖνοι λοιπὸν σᾶς φέρουν τὸ παράδειγμα τοῦτο διὰ ν’ ἀποδείξουν πόσον ὀλίγον ὠφελοῦνται οἱ ἰδιοκτῆται, ἐγὼ δὲ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα γαιῶν ξηρικῶν διὰ νὰ ἴδητε πόση εἶναι ἡ ζημία τῶν γεωργῶν. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ἕνα γεωργὸν σπείροντα 25 κοιλὰ σίτου· αὐτὸν τὸν σῖτον, τοὐλάχιστον εἰς ἡμᾶς, θὰ τὸν σπείρῃ εἰς 60 στρέμματα γῆς. Εἰς ἕνα εὔφορον χρόνον τὸ ἓν δίδει 6 ἢ 7, ἀλλὰ συνήθως 2, 3, ὥστε ἐὰν δεχθῆτε τὸν μέσον ὅρον, θὰ δεχθῆτε τὰ 4. Ἐὰν λοιπὸν δεχθῆτε τὰ 4, τὰ 25 θὰ σᾶς δώσουν 100. Ἀκούσατε λοιπὸν ποίας δαπάνας ἔχει ὁ γεωργὸς διὰ νὰ παράξῃ αὐτὰ τὰ 100 κοιλά. Πρῶτον θὰ ἐγάλῃ τὰ 25 κοιλὰ τὸν σπόρον, θὰ ἐγάλῃ 24 κοιλὰ ἔγγειον φόρον καὶ δικαίωμα ἐπικαρπίας, ὥστε μᾶς γίνονται 49· θὰ ἐγάλῃ 2 δημοτικὸν φόρον, γίνονται 51· συνήθως οἱ καρποὶ εἰς ἡμᾶς ὡριμάζουν διὰ μιᾶς· ἀδύνατον εἶναι ὁ γεωργὸς νὰ θερίσῃ μόνος του· θὰ βάλῃ λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης θεριστάς, ὅλα τὰ Μέγαρα εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν εἶναι εἰς τὰς Θήβας, ὡς καὶ ἡ Σαλαμὶς καὶ ἐν μέρει τὰ χωρία τῆς Ἀττικῆς, ὁσάκις εἶναι εὐφορία· ὁ ἐργάτης θὰ πάρῃ ἓν εἰς τὰ δέκα, ἀλλ’ ὁσάκις δὲν εἶναι εὐφορία δὲν τὸν συμφέρει, ἀλλὰ θὰ πάρῃ ἓν κοιλὸν τὴν ἡμέραν μὲ τὸ ζῶόν του. Διὰ νὰ θερίσῃ δὲ 60 στρέμματα καὶ νὰ συλλέξῃ 100 κοιλὰ, θέλει 20 ἡμεροκάματα, ἐξαιρουμένου καὶ ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁδηγοῦντος τὰ φορτονόμενα ζῶα, ὅστις θέλει ἓν κοιλὸν καθεκάστην· ἐκτὸς τούτου ὁ γεωργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ θρέψῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἐργάτας, καὶ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλ’ ἕκαστος ἐργάτης θὰ ἔχῃ καὶ ἕνα ἀσταχολόγον, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ γεωργὸς καὶ τοῦτον νὰ θρέψῃ· καὶ τοὺς τρέφει ὄχι μόνον τὰς ἐργασίμους ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ τὰς ἑορτὰς ἀκόμη· ὥστε 20 κοιλὰ θέλει διὰ τὰ ἐργατικὰ, 10 διὰ τροφὴν τὸ ὀλιγώτερον, 7 θέλει ἁλωνιστικά· ἓν κοιλὸν θέλει διὰ τοὺς ἀγροφύλακας, ἓν διὰ τὸν ἱερέα· ὥστε ὅλα εἶναι 91 κοιλὰ ἀπὸ τὰ 100. Συνήθως, Κύριοι, οἱ γεωργοὶ πτωχοὶ ὄντες δὲν ἔχουν σπόρον, βιάζονται νὰ τὸν δανεισθοῦν· τί νομίζετε ὅτι δίδουν τόκον δανειζόμενοι τὸν σπόρον; Τὸ συνηθέστερον εἶναι ἀντὶ δύω νὰ δίδουν τρία, ἂν πάρετε 25 κοιλὰ θὰ δώσητε 37 καὶ ½ εἰς τὸ ἁλῶνι, καὶ τοῦτο κατὰ χάριν. Ἂν τοῦ βάλετε λοιπὸν καὶ 12½ κοιλὰ, ἰδοὺ, ὅτι αὐτὸς ὁ γεωργὸς χρεοῦται. Θέλει 2 βόδια, αὐτὰ θὰ τὰ ἀγοράσῃ 500 δραχμάς· ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν τὰ ἐδανείσθη αὐτὰ τὰ χρήματα, καὶ δὲν τὰ ἐπῆρε μὲ ἀκριβὸν τόκον, ἀλλ’ ὅτι τὰ εἶχε· δὲν θὰ τοῦ ἀναλογίσητε τὸν τόκον, ἀναλογίσατέ του ἕνα τόκον ὅσον θέλετε μέτριον· ὁρίσατέ τον καὶ εἰς 10%, ὅπερ σχεδὸν ἀδύνατον, καὶ προσθέσατε δέκα ἕτερα κοιλὰ ἀντὶ πεντήκοντα δραχμῶν ἀντιστοιχοῦντα με τὸν τόκον τοῦτον καὶ θέλετε εὕρει ὅτι ὑπερβαίνουν τὰ κοιλὰ 120· ὥστε ἡ παραγωγὴ εἶναι κοιλὰ 100, ἡ δὲ δαπάνη 120. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ βῶδι τοῦ γεωργοῦ πολλάκις ψοφᾷ κατὰ τὴν ἐργασίαν καὶ φαντασθῆτε τότε τὴν ζημίαν καὶ τὴν θέσιν του· κατὰ τριετίαν οἱ βόες του ἄφευκτον ἀπαιτοῦσιν ἀλλαγήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίσητε καὶ τοὺς κόπους τοῦ γεωργοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του ὁλόκληρον τὸ ἔτος ἐνασχολουμένης; δὲν πρέπει νὰ μετρήσητε καὶ ἡμερομίσθιον, ὅσον μικρὸν καὶ ἂν θέλετε, εἰς τὴν ἐργασίαν, καὶ, ὅταν ἀντὶ ὠφελείας παρατηρῆτε ζημίαν, δύνασθε νὰ ὑποθέσητε ἀμοιβήν; Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς κάμω μίαν ἀντιπαράστασιν, ποία ἦτον ἡ κατάστασις τοῦ γεωργοῦ ἐπὶ Τουρκίας, καὶ ποία τώρα, τί ἔδιδεν εἰς τὸν καιρὸν τῆς Τουρκίας, καὶ τί δίδει σήμερον· εἰς τὸν καιρὸν τῶν Τούρκων οἱ ἰδιοκτῆται, αὐτοὶ οἱ καθ’ ὅλα τ’ ἄλλα σκληροὶ, ἐφέροντο μὲ μεγάλην φιλανθρωπίαν εἰς τοὺς γεωργοὺς, καὶ ἴσως χάριν τῆς ἀνάγκης διὰ νὰ τοὺς προσκολλῶσιν εἰς τὰ κτήματά των ὁ ἰδιοκτήτης Τοῦρκος ἔδιδε μίαν οἰκίαν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ κατοικῇ ὁ κολλίγας του λεγόμενος, ἐνῷ σήμερον τὴν οἰκίαν αὐτὴν τὴν οἰκοδομεῖ καὶ τὴν συντηρεῖ μόνος του. Ὁ ἰδιοκτήτης Τοῦρκος τοῦ ἔδιδε καὶ τὰ βόδια, καὶ ἐὰν ἓν βόδι ἐψοφοῦσεν εἰς τὴν καλλιέργειαν, ὁ κολλίγας ἤθελε πληρώσει τὸ ἥμισυ· σήμερον τὸ δίδει τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον καυχᾶται τὸν ἰδιοκτήτην; ἢ πληρώνει τὴν ἡμίσειαν ἀξίαν ὅταν ψοφήσῃ; Τοῦ ἔδιδε καὶ τὸν σπόρον ὁ ἰδιοκτήτης, δίδει τοιοῦτον σήμερον τὸ δημόσιον· μετὰ τὴν συλλογὴν καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ καρποῦ ἤθελε βγάλει τὸ δέκατον, τὰ ἐργατικά, τὰ ἁλωνιστικὰ καὶ λοιπὰ ἔξοδα, καὶ τότε ἐμοίραζε μὲ τὸν κολλίγαν· καὶ τοῦτο μόνον διὰ τὸ σιτάρι καὶ διὰ τὸ κριθάρι, ὅλα τὰ ἄλλα εἴδη, οἷον σίκαλη σμιγὸς καὶ τὰ ὄσπρια ἐν γένει ἦσαν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ γεωργοῦ κολλίγα, ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἐλάμβανε τίποτε, μόνον ὁ δεκατιστὴς ἔπερνε τὸ δέκατον.
§97ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἰς τὰς Θήβας μόνον;
§98ΘΕΑΓΕΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἦτο καὶ ἀλλοῦ.
§99ΠΟΛΛΟΙ. Παντοῦ ἦσαν αὐτά.
§100ΘΕΑΓΕΝΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι συγκριτικῶς ἡ κατάστασις τοῦ γεωργοῦ ἦτο καλλιτέρα τότε παρὰ τώρα, ἐνῷ αὐτὸς ἠγωνίσθη διὰ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνάκτησιν τῆς γῆς του, διὰ νὰ βελτιώσῃ ὄχι μόνον τὴν ἠθικὴν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑλικὴν κατάστασίν του. Θέλετε λοιπὸν ν’ ἀφήσητε αὐτὸν τὸν δυστυχῆ σκλάβον ὅλον τὸν χρόνον ἐργαζόμενον εἰς τὴν ἐλεεινότητα; Δὲν θέλετε νὰ τοῦ ἐλαττώσητε δι’ ὅλου αὐτὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τὸν καταβασανίζουν; Θέλετε αὐτὴν τὴν μέλισσαν, ἥτις ἐργάζεται καὶ κουβαλεῖ τὸ γλυκύτατον καὶ ζωηφόρον ὑγρὸν εἰς τὴν κυψέλην νὰ μὴ τῆς ἀφήσητε μέρος νὰ ζήσῃ καὶ αὐτὴ τὸν χειμῶνα; Ἂν τῆς πέρνητε τὸ ὅλον, τότε αὐτὴ δὲν τὴν βιάζετε ἢ νὰ ψοφήσῃ ἢ νὰ ὑπάγῃ εἰς ἄλλην κυψέλην νὰ ζητήσῃ τροφὴν καὶ ὕπαρξιν; Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας, Κύριοι, αὕτη οὔτε τοὺς ἰδιοκτήτας βλάπτει· οἱ φόβοι των, ὅτι θ’ ἀφήσουν τὴν καλλιέργειαν τῶν ἰδικῶν των γαιῶν, καὶ θὰ παραδοθοῦν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν Ἐθνικῶν, δὲν ἔχουσιν ὑπόστασιν· ὁ Χαλκιδεὺς δὲν ἔρχεται εἰς τὴν Βοιωτίαν, οὔτε ὁ Λαμιεὺς πηγαίνει εἰς τὴν λοκρίδα· ὁ ἄνθρωπος δυσκόλως ἐγκαταλείπει τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς του, τὴν πατρικήν του ἑστίαν, τὴν ἄμπελόν του, τοὺς συγγενεῖς του διὰ νὰ ζητήσῃ ἀλλοῦ μικρὰν ὠφέλειαν. Ἀλλά, καὶ τούτου ὑποτιθεμένου, οἱ Κύριοι γαιοκτήμονες, οἵτινες ηὐτύχησαν ν’ ἀγοράσωσι τουρκικὰ κτήματα, δὲν πρέπει νὰ ἐλαττώσουν καὶ αὐτοὶ τὰ βάρη τῶν δυστυχῶν γεωργῶν, ὅσοι ἔσχον τὴν τύχην ἢ τὴν ἀτυχίαν νὰ τοὺς ἔχουν Κυρίους; Δὲν ἐνθυμοῦνται καὶ δὲν γνωρίζουν ὅτι καὶ αὐτοὶ εἶναι Ἕλληνες, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοὺς μεταχειρίζωνται ὡς ἀνδράποδα Αἴ! σεῖς, ὦ πλούσιοι, δὲν αἰσθάνεσθε τί εἶναι ἡ πτωχεία καὶ διὰ τοῦτο σκληρύνεσθε κατ’ αὐτῆς! Ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τῶν γαιοκτημόνων, δὲν ὠφελεῖ τοῦτο τάχα τὸ δημόσιον; Καὶ χάριν τῆς ὠφελείας ὀλίγων πρέπει νὰ καταθλίψωμεν τοὺς πολλούς; Καὶ δυστυχοῦντες τὸν λαὸν, τὸν ἠθοποιοῦμεν; δὲν τὸν σπρώχνομεν ἐξ ἐναντίας εἰς ὅλα τὰ δουλικὰ ἐλαττώματα; Δὲν ἠξεύρετε πόσων κακῶν εἶναι διδάσκαλος πολλάκις ἡ ἀνάγκη; καὶ καταμαστιζόμενον ὑπὸ τῆς πενίας ἔχετε πολίτην ἐνῷ συντάσσετε πολιτείαν; Οἱ Κύριοι οἰκονομολόγοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ὁσάκις προτείνεται μία ἐλάττωσις δημοσίου εἰσοδήματος ἢ φόρου, πρέπει νὰ προτείνηται συγχρόνως καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς. Εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ κατὰ τὴν θεωρίαν ἔχουν δίκαιον, ἀλλ’, ἀφοῦ παραδεχθῶμεν προηγουμένως πᾶν ὅ,τι ὑπάρχει, ὡς καλῶς ὑπάρχον, καὶ πᾶν ὅ,τι δαπανᾶται, ὡς καλῶς δαπανώμενον. Ὅ,τι ὑπάρχει, καλῶς δὲν ὑπάρχει, καὶ ἀπόδειξιν πρόχειρον φέρω τὴν ἀξίωσιν περὶ δικαιώματος ἐπικαρπίας, ἀξίωσιν κακῶς ἰσχυριζομένην· διότι ἡ ἄρνησις πρὸς ἀπόδοσιν ὀφειλομένου πράγματος, δὲν χορηγεῖ δικαίωμα, εἶναι μία φανερὰ παραβίασις· καὶ ὅ,τι δαπανᾶται, καλῶς δὲν δαπανᾶται. Ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον, κατά τινα Γερμανικὴν ἐφημερίδα, ἀπελύσατε τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅστις κάθηται ἤδη ἔξωθεν τῆς Ἐδὲμ, θρηνῶν τὴν στέρησιν τοῦ Παραδείσου, εἶχεν ὡς ἀρχὴν τὴν γύμνωσιν καὶ τὴν σπατάλην, δογματίζων ὅτι διὰ τῆς γυμνώσεως νὰ ταπεινώνῃ καὶ νὰ ἐξευτελίζῃ τοὺς μὲν, διὰ τῆς σπατάλης νὰ ἐξαχρειώνῃ, νὰ ἐκφαυλίζῃ καὶ διαφθείρῃ τοὺς δὲ, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ στηρίζῃ, κατ’ αὐτὸν, τὴν δεσποτείαν του. Ὅταν ἐλαττώσωμεν τὰ κακῶς κανονισμένα, ὅταν ἐλαττώσωμεν τὰ κακῶς δαπανώμενα, δὲν ἐρχόμεθα, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξίσωσιν; δὲν ἔρχεται ἡ παρὰ τῶν Κυρίων οἰκονομολόγων ζητουμένη ἀναπλήρωσις διὰ τοῦ μέσου τούτου; ὅ,τι ἅπαξ ἔγεινε, πρέπει τάχα νὰ μείνῃ ἀμετάβλητον; Τὰ κακῶς κείμενα δὲν πρέπει νὰ ἐπανορθωθοῦν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἡ πτωχὴ γεωργία εἶναι καταδικασμένη νὰ φέρῃ τὰ πλεῖστα τῶν βαρῶν; δὲν ἔχετε καὶ ἄλλας προσόδους μὴ φορολογηθείσας διὰ νὰ φορολογήσητε; Ἡ πρόσοδος τῶν ἰδιοκτητῶν λειβαδίων, ἥτις εἶναι ἡ καθαρωτέρα πρόσοδος τοῦ κόσμου, ἥτις ἀποκτᾶται ἄνευ κινδύνου, καὶ ἄνευ δαπάνης, δὲν ἔπρεπε νὰ φορολογῆται καὶ αὐτὴ, καὶ νὰ φορολογῆται ἁδρότατα; Διὰ τί τὴν ἀφίνετε ἀφορολόγητον; Τὸ δημόσιον εἰσόδημα, τὸ ἐκ τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ἰδίως τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐρχόμενον εἰς τὸ δημόσιον, ἀναβαίνει κατὰ τὰς ὁποίας ἔλαβον πληροφορίας εἰς 7556185 δραχμὰς κατὰ μέσον ὅρον. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις σᾶς προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἔγγειου φόρου εἰς 5%, κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου, ἐξάγει, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ δημοσίου εἰσοδήματος ἐξ αὐτῆς τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐγγείου φόρου ἀναβαίνει εἰς 2238870 δραχμάς· ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς προσόδου τὸ ⅓ ἔγκειται εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Ἐὰν λοιπὸν ἐλαττώσητε ἀπὸ τὴν ἐπικαρπίαν αὐτὴν τὸ ⅓, τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀναβαίνει εἰς δραχ. 839576, ὥστε βλέπετε ὅτι δὲν εἶναι ἓν μέγα ποσὸν, ἡ ὅλη δὲ ποσότης αὐτοῦ τε καὶ τὸ ἐκ τῶν ἐγγείων φόρων ἀναβαίνει εἰς τρία ἑκατομμύρια περίπου. Ἀλλ’, ἐὰν ἐλαττώσητε τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας εἰς μόνον 12%, τότε τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ἡ ἐλάττωσις δὲν ἀναβαίνει, εἰμὴ εἰς 503745 δραχ. Ἂν δὲ εἰς τὸν φόρον τὸν ἔγγειον προσθέσητε 1% ἔτι, δηλονότι ἀντὶ τῶν 5%, προσδιορίσητε 6%· αὐτὸ τὸ ἓν ὄχι μόνον σκεπάζει τὴν ἐλάττωσιν 3% ἀπὸ τὴν ἐπικαρπίαν, ἀλλὰ θὰ ἔχετε καὶ ἓν περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 59970, διότι 1% ἐπὶ τοῦ ἐγγείου φόρου φέρει τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 503745, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ὅλη ἐλάττωσις ἡ ἐξ ἐγγείου καὶ ἐπικαρπίας φόρου συμποσοῦται εἰς δρ. 2182896. Ἐὰν, Κύριοι, ἐπρόκειτο νὰ ἐκλέξητε μεταξὺ τῶν δύω, τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας καὶ τοῦ ἐγγείου φόρου, τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας, τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας πρέπει νὰ προτιμήσητε ἀδιστάκτως, ἐὰν θέλετε ν’ αὐξήσουν τὰ δημόσια εἰσοδήματα καὶ συγχρόνως ὀλιγώτερον πρὸς τὸ παρὸν νὰ τὰ ὀλιγοστεύσητε. Τελειόνω, ὡς πρὸς τοῦτο τὸν λόγον ἀνακεφαλαιῶν τὰς παρατηρήσεις μου. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τὸ θεωρῶ ἀδίκως ἀξιούμενον, διότι δὲν προέρχεται ἀπὸ ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου καθαρὰν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ καθαρᾶς πηγῆς ἀποῤῥέουσα, ἂν τὴν κρίνητε, καὶ ἐὰν θεωρήσητε τοῦ δημοσίου τὰς γαίας ὡς εἰς αὐτὸ ἀνηκούσας ἀδιαφιλονεικήτως, καὶ ὡς δικαίως ἀξιοῦν τὴν ἐπικαρπίαν, πρέπει νὰ τὴν θεωρήσητε ὡς ἄδικον τοὐλάχιστον δι’ ἄλλον λόγον· διότι κανονίζεται δι’ αὐτῆς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ πρέποντος, ἑπομένως καταθλιπτικὸν πρὸς τὸν λαόν. Ἐὰν ἡ ἐλάττωσις αὕτη δὲν γείνῃ, Κύριοι, ἐὰν σεῖς, οὓς ὁ λαὸς ἀπέστειλεν ἐδῶ προστάτας τῶν συμφερόντων του, δὲν τὴν κάμετε, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω μετὰ θάῤῥους:......
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ γίνεται παρατήρησις, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἐνταῦθα.
§102ΠΟΛΛΟΙ. Ἀδιάφορον.
§103ΘΕΑΓΕΝΗΣ. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ἐὰν θεραπείαν δὲν κάμητε, καὶ δὲν τὴν κάμητε σεῖς, οἵτινες τὴν ὀφείλετε, διότι ὁ λαὸς σᾶς ἔστειλε νὰ ὑπερασπισθῆτε τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντά του, συγχωρήσατέ μοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀπελπίζομαι διὰ τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ τοῦ τόπου! Θέλετε γεωργίαν ἀκμάζουσαν καὶ παραγωγόν, ἐμψυχώσατέ την διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν βαρῶν τοὐλάχιστον. Τώρα εἶναι καιρὸς ν’ ἀποδείξωμεν, ὅ,τι ἐλέγομεν ἄλλοτε, τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ὄθωνος ἀντιπολιτευόμενοι καὶ τὴν πίεσιν τῆς γεωργίας εἰς τὸ στόμα πάντοτε ἔχοντες, ὅ,τι ἐφρονούσαμεν, τὸ ἐκάμαμεν. Θέλετε λαὸν ἐλεύθερον καὶ εὔτακτον; Μὴ τοῦ στερήσητε τὸν ἐκ τῆς ἐργασίας του ἄρτον. Θέλετε εἰσοδήματα; Ἐλαττώσατε τοὺς φόρους. Ἄλλως δὲν ἔχετε τίποτε τέλειον. Ἐπιφυλάττομαι, ἀφοῦ ἀκούσω καὶ ἄλλους, νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον.
§104ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ κατάστασις τοῦ ἀνθρώπου συνίσταται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐργάζεσθαι εἰς τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἔχει. Ἔθνος, ἢ ἄτομον, τὸ ὁποῖον στερεῖται τῶν μέσων τῆς καλλιεργείας, εἰς ἔθνος, ἢ ἄτομον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ, δὲν ἔχει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐργάζεσθαι, ἡ τύχη εἶναι ἐκκρεμὴς, εἶναι μηδαμινὴ, εἶναι κτηνώδης. Κατακτηθέντες ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἐπροικίσθημεν μ’ ἕνα τρόπον εἰσπράξεως, ὥστε ὁ ἰδιώτης δὲν ἦτο ἄλλο, εἰμὴ κτῆνος ἐργατικὸν ζῶον Ἐλευθερωθέντες οἱ Ἕλληνες διὰ τῶν βραχιόνων των, ἀνακτήσαντες τὴν γῆν τῶν προγόνων των διὰ τοῦ αἵματός των, καὶ διὰ τῆς ἰδίας καταστροφῆς, ἐδικαιοῦντο νὰ γείνουν κληρονόμοι αὐτῆς τῆς περιουσίας των, ἐδικαιοῦντο ν’ ἀπαλλαχθῶσι καὶ ἀπ’ αὐτὸ τὸ ἐπαχθὲς σύστημα τῆς φορολογίας. Ὁ μακαρίτης Κυβερνήτης ἐνόησε το μέρος ἐκεῖνο, το ὁποῖον εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ἑνὸς ἀνθρώπου, ἐσκέφθη περὶ γεωργίας, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ χρόνος δὲν τῶ ἐσυγχώρησε νὰ ἐνεργήσῃ. Ἐπῆλθε μία βασιλεία· τί ἔπραξεν αὐτὴ ἡ βασιλεία εἰς αὐτὸ τὸ μέρος; ἐμετρίασε τὸν φόρον νομίζετε ἡ μεταβολὴ τῶν τρόπων τῆς εἰσπράξεως; σᾶς λέγω ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως ἐπὶ τοῦ παρελθόντες συστήματος ἦτο ἐπαχθέστερος, δαπανηρότερος, καταθλιπτικώτερος τοῦ προτέρου. Τότε τὸ Ἔθνος συνῃσθάνθη τὴν θέσιν του, ἔλαβε τὰ μέτρα του, καὶ αὐτὸς ὁ εὐλογημένος ἄνθρωπος κάθηται ἥσυχος εἰς τὴν πατρίδα του καὶ ἡμεῖς ἐδῶ συζητοῦμεν περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν σας ἐνισχύθησαν διάφορα συστήματα. Πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν τον ἔπαινον εἰς αὐτὰ τα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον αὐτὴν τὴν μέριμναν νὰ παριστάξουν τὴν γνώμην αὐτῶν, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ τέλειον· ἀποτελῶ μέρος αὐτῆς, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζομεν, δὲν εἶναι τὸ τέλειον, οὔτε ἡ ἐλάττωσις ἡ δέουσα γίνεται, οὔτε ὁ τρόπος ὁ ἐπαχθὴς κωλύεται, εἶναι μία ἐλάττωσις μικρὰ, εἶναι ἓν ἔλεος εἰς τὴν πενίαν, ἓν ψυχικὸν, οὐχ ἧττον ὅμως ἡ ἐλάττωσις ὑπάρχει. Ἡ κατάθλιψις εἶναι ἱκανὴ νὰ καταστήσῃ αὐτὴν τὴν ζωὴν τῶν γεωργῶν ζωὴν κτηνῶν. Ἀφίνομε φορολογίαν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ μίαν πίεσιν μίαν κατάθλιψιν· αὐτὴ εἶναι ἱκανὴ διὰ νὰ μὴ ἠμπορέσῃ ὁ Ἕλλην ν’ ἀνακύψῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίσητε, ἐὰν δὲν γνωρίζετε αὐτὴν την ἀρχὴν, ὅτι εὐτυχῆ τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠμπόρεσαν ν’ ἀποκτήσουν νομοθέτην, ὁ ὁποῖος ἠδυνήθη νὰ ἐπιφέρῃ ἀναλόγως εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῶν ἀνθρώπων τὴν εὐκολίαν τοῦ ἐργάζεσθαι, τὴν εὐκολίαν τοῦ πορίζεσθαι τὰ μέσα, ὅσα ἀπαιτοῦνται δι’ αὐτά. Τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζομεν, δὲν εἶναι δι’ ὅλους τοὺς κλάδους. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον γενικώτερον, ὥστε καὶ ὁ ποιμὴν, καὶ ὁ γεωργὸς, καὶ ὁ ναύτης, καὶ ὁ βιομήχανος ν’ ἀπαλλάττηται ἐξ ἴσου. Ἀτελὲς εἶναι τὸ μέτρον, εἶναι ἀληθὲς, ὁ χρόνος δὲν μᾶς ἔλειψεν· ἡ διάθεσις, νομίζω, δὲν σᾶς λείπει· ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νομίζω, ὅτι θὰ σᾶς παρουσιάσω σχέδιον τελειότερον· θὰ προτείνω κατάργησιν φόρων τόσων, ὥστε θὰ στοχασθῆτε, ὅτι ἐχάσατε τὸ πᾶν· κ’ ἐν τούτοις αὐτὸ εἶναι τὸ μέτρον· Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ ὅμως, φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζεται σήμερον δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποῤῥίψητε, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποδοκιμάσητε, ἐπιφυλαττόμενοι, ὅταν εὕρητε τὸ καλλίτερον νὰ τὸ παραδεχθῆτε. Εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως, καὶ ὁμολογῶν, ὅτι δὲν εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν δι’ ὅλας τὰς τάξεις, λέγω, ὅτι εἶναι μερική· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις δὲν πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ, κ’ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν σᾶς φέρω τελειοτέραν.
§105ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, ἀπούσης τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συζητῶνται οἱ φορολογικοὶ νόμοι, δὲν τὸ καταλαμβάνω· πρέπει νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν.
§107ΣΟΥΪΔΑΣ. Εὐτυχὴς λογίζομαι, Κύριοι, διότι οἱ πρὸ ἐμοῦ τόσον καλῶς καὶ τόσον πατριωτικῶς συγχρόνως ἐξήγησαν τὰς διαθέσεις τοῦ Ἔθνους καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων, πρὸ πάντων τῆς γεωργικῆς τάξεως, ἡ ὁποία τόσον πολὺ ἐπεβαρύνετο μέχρι τοῦδε ὡς ἐκ τῆς τριακονταετοῦς καταπιέσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βαυαρικῆς δυναστείας. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Ἔθνος ἀπεφάσισε νὰ καταργήσῃ αὐτὴν τὴν δυναστείαν, ἦτον βέβαια καὶ ἡ δυσανάλογος αὐτὴ καταπίεσις ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν αὐτῶν τάξεών μας. Μὲ λύπην μου παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ φορολογικὸς νόμος ἦτον εἰς ἀντίστροφον λόγον τοῦ πλούτου, δηλαδὴ, ὅσον ὁ πλοῦτος ἐνυπῆρχεν εἰς μίαν οἰκογένειαν, εἰς ἓν ἄτομον, τόσον ὀλιγώτερον ἐφορολογεῖτο, καὶ κατ’ ἀντίστροφον λόγον, ὅσον ἐργατικώτερος ἦτον ὁ ἄνθρωπος καὶ ὅσον ὀλιγώτερον εἶχεν, τοσοῦτον περισσότερον ἐφορολογεῖτο ὅπως ἡ γεωργικὴ ἰδίως τάξις. Λόγου χάριν, ἡ τράπεζά μας, ἡ ὁποία εἶναι ὁ μᾶλλον βεβαιώτερος πλουσιώτερος ἐπιτηδευματίας, ἀντὶ νὰ δίδῃ κατ’ ἀναλογίαν μεγαλήτερον φόρον, δὲν δίδει τίποτε, ἴσως ἔπρεπε καὶ τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα νὰ κατατάξωμεν εἰς αὐτὴν τὴν τάξιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρέπει νὰ δώσωμεν θάῤῥος καὶ βοήθειαν εἰς αὐτὰ τὰ καταστήματα, διὰ τοῦτο δὲν λέγω τίποτε. Οἱ πλουσιώτεροι, οἱ ἔχοντες οἰκίας μεγαλοπρεπεῖς, οἱ ἔχοντες ἁμάξας καὶ ζῶα διὰ νὰ διαιτῶνται καὶ νὰ ζοῦν ἐπὶ τὸ ἀναπαυτικώτερον αὐτοὶ δὲν φορολογοῦνται διόλου, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας ὁ ἐργαζόμενος, ὁ ἔχων ἓν ζῶον διὰ νὰ μεταφέρῃ καὶ τοὺς φόρους αὐτοὺς, φορολογεῖται. Κρίνω περιττὸν νὰ εἴπω, διατί ἡ πεπτωκυῖα δυναστεία εἶχεν αὐτὴν τὴν φορολογικὴν τάξιν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ λαὸς ὁμοῦ μὲ τὸν Στρατὸν κατήργησε τὴν δυναστείαν, διὰ νὰ φέρῃ ἀνακούφισιν εἰς τὸ οἰκονομικὸν καὶ διοικητικὸν μέρος τοῦ Κράτους. Μία λοιπὸν τῶν πρωτίστων ἀναγκῶν εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν φόρων πρὸ πάντων τῆς γεωργίας. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅλα τὰ Ἔθνη τὰ καλῶς διοικούμενα, καθὼς ἡ Ἀγγλία, ἔχουν καταργήσει τοὺς ἀμέσους φόρους καὶ περιορίζονται μόνον εἰς τοὺς ἐμμέσους, καὶ τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον δι’ ἡμᾶς, μ’ ὅλα ταῦτα ἐπειδὴ ἡ κατάστασις ἡμῶν ἡ οἰκονομικὴ δὲν εὑρίσκεται τόσον καλὴ, ἂς μοὶ συγχωρεῖται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ μὴ ἦμαι ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἰδέας, εἶμαι ὅμως ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων τῆς ἐπικαρπίας. Εἰς τὴν Λοσάννην τῆς Ἑλβετίας κατὰ τὰ 1860 συνῆλθον, καθὼς γνωρίζετε, οἱ καλλίτεροι οἰκονομολόγοι τῆς Εὐρώπης ἑκατὸν περίπου τὸν ἀριθμόν· ἀφοῦ ἐξήτασαν τὸ οἰκονομικὸν αὐτῶν μέρος, λεπτομερέστερον ἀπεφάνθησαν, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ καταβῇ ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ 6 τοῖς ἑκατὸν, ὁ δὲ τῆς ἐπικαρπίας ὁμοῦ μὲ αὐτὸν εἰς 12 τοῖς ἑκατὸν, ἤθελον ἀκολουθήσει καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν τάξιν ἀλλ’ ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν μας ἀναγκῶν εἶναι δίκαιον νὰ προσδιορισθῇ εἰς 7 ὁ ἔγγειος φόρος καὶ ὁμοῦ μὲ τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας εἰς 15 τοῖς ἑκατόν. Θὰ μοῦ εἰπῆτε πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ οἰκονομήσωμεν αὐτὸ τὸ ἔλειμμα; Εἶναι εὐκολώτατον, εἶναι δικαιότατον, οἱ φόροι νὰ ἔρχωνται κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ἐκκαθαρισμένου εἰσοδήματος, καὶ κατὰ συνέπειαν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν ἀκόμη ἐπιβαρυμένα. Ἤμην πολὺ κατὰ τῆς ἰδέας τῆς ἐλαττώσεως τῆς φορολογίας τῶν ζώων, διότι μία προβατίνα ἔχει εἰσόδημα 9 δραχμὰς καὶ δίδει εἴκοσι λεπτὰ, δηλαδὴ δύω τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ ὁ γεωργὸς δίδει 25 τοῖς ἑκατὸν, ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἐλαττώσαμεν, ἐπειδὴ εἰς τοὺς ποιμένας οὐδεμία ὠφέλεια παράγεται ἀπὸ τὴν ἐνοικίασιν τῶν ἐθνικῶν λειβαδίων, διατί νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ δυσαναλογία εἰς τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς γεωργούς; Αὐτὸ τὸ ἔλειμμα, τὸ ὁποῖον ἠλαττώθη ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν μας, ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν ἀπὸ τὴν ἐνοικίασιν τῶν λειβαδίων καὶ ἠξεύρετε τί ὠφέλεια εἶναι αὐτή; 1,200,000 δραχμαί.
§108ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄνειρον εἶναι.
§109ΣΟΥΪΔΑΣ. Δὲν εἶναι διόλου ὄνειρον, εἶναι πραγματικὸν, ἐξετάσετέ το καὶ θὰ ἰδῆτε, — ὄχι, μὲ συγχωρεῖτε, 500,000 δραχμαὶ εἶναι, εἶδον ἓν ἄλλο κονδύλιον. Κύριοι! ἐδώκαμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ξυλοκόπους νὰ μὴ φορολογοῦνται, καὶ μὅλα ταῦτα καταχρῶνται πολλοὶ καὶ μεταχειρίζονται ἐμπόριον, διατὶ αὐτοὶ, οἵτινες ἐμπορεύονται αὐτὴν τὴν ξυλείαν, νὰ μὴ φορολογῶνται, διατί ἀφαιροῦμεν τὴν ἀναλογίαν αὐτὴν εἰς τοὺς φόρους, καὶ τοιουτοτρόπως διόλου δὲν πίπτομεν κάτω· ὁ φόρος, παραδείγματος χάριν τῶν ἐπιτηδευμάτων βασίζεται ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ οὐδόλως ἐπὶ τῆς κλίμακος τῆς προοδευτικῆς. Λόγου χάριν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὴν Λεβαδείαν πληρόνουν τὸν ἴδιον φόρον, ἐνῷ αἱ ὠφέλεια ἐδῶ εἶναι πολὺ μεγαλήτεραι, καὶ ἐνῷ τὰ εἰσοδήματα εἶναι τοσοῦτον διάφορα. Εἶναι ἄλλος φόρος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνεπαίσθητος εἰς τοὺς φορολογουμένους, γνωρίζομεν ὅτι σχεδὸν πέντε ὀκκάδας ἅλας δύναται νὰ καταναλώσῃ ἕκαστον ἄτομον, ἂν αὐξήσωμεν τὴν τιμὴν ἀπὸ 8 λ. εἰς 10 λ. ἠξεύρετε ποίαν ὠφέλειαν θὰ ἔχομεν; ἀναφαίνεται πραγματικὴ ὠφέλεια 300,000 δραχμῶν, ἂν δὲ θέσωμεν φόρον εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους, ὅπως εἰς τὰ οἰνοπνεύματα, θὰ φθάσωμεν εἰς μίαν αὔξησιν 4 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, αὔξησις ἡ ὁποία θὰ ἦναι πολὺ δικαία. Καταβιβάζοντες λοιπὸν τοὺς φόρους τῆς γεωργίας, εἶναι δίκαιον νὰ ἀναθεωρήσωμεν τοὺς φόρους ἐν γένει τοῦ Κράτους καὶ νὰ τοὺς ἐξετάσωμεν. Ταῦτα ἐνόμισα χρέος μου λοιπὸν νὰ καθυποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§110ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ποῦ ὑπάρχουσι ἐκεῖνα τὰ λειβάδια;
§111ΣΟΥΪΔΑΣ. Ἐκεῖ ὁποῦ ὑπάρχουν.
§112ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, προτάσσω τὸ ἀξίωμα ἐπὶ πάσης οἰκονομικῆς συζητήσεως, ὅτι κύριον ἔργον ἔχομεν νὰ περιστείλωμεν πᾶσαν περιττὴν δαπάνην, ἀλλ’ οὐδαμοῦ νὰ ἐπιτρέψωμεν ἐλάττωσιν εἰς τοὺς δημοσίους πόρους. Ὑπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦτο ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὰς διαφόρους προτάσεις περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἐγγείου φόρου. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσάγει ὡς νομοσχέδιον τὸν πέρυσυ ἰσχύοντα νόμον καὶ ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου προτείνονται παντὸς εἴδους ἐλαττώσεις· ὁ μὲν καταβαίνει μέχρι 7%, ὁ δὲ καταβαίνει μέχρι 5%, ἄλλος ζητεῖ ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας, καὶ πολλοὶ ὡς ἔγγιστα συμφωνοῦν εἰς τὸ νὰ γείνῃ σπουδαία ἐλάττωσις, ἐλάττωσις τοιαύτη, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας τὰ ἔσοδα μέλλουν νὰ ὑποστοῦν μείωσιν τοὐλάχιστον 2, 3, ἴσως καὶ τεσσάρων ἑκατομμυρίων. Βεβαίως ὁρμῶνται ἐκ τοῦ σκοποῦ τῆς ἀνακουφίσεως τῆς γεωργίας, καὶ οὐδεὶς διστάζει, ὅτι ἡ γεωργία ἔχει ἀνάγκην ἀνακουφίσεως· ἡ ἀνακούφισις ὅμως αὕτη, ὅταν συγχρόνως ἐπιφέρῃ τὴν ἀνακούφισιν τοῦ δημοσίου ταμείου, νομίζω ὅτι δὲν συντελεῖ οὔτε εἰς τῆς γεωργίας τὴν πρόοδον. Ἡ ἀνακούφισις τοῦ δημοσίου ταμείου μέλλει ἐξ ἀνάγκης νὰ καταβιβάσῃ τὰ ἔσοδα εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε τὰ μέσα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ μέσα τῆς διοικήσεως δύνανται νὰ γείνουν προβληματικά. Ἕκαστον ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ἀφαιροῦμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ κράτους, ἕκαστον τοιοῦτον ἑκατομμύριον θὰ καταβιβάσῃ ἡμᾶς κατὰ μίαν βαθμίδα εἰς τὴν κλίμακα τοῦ πολιτισμοῦ. Ποῦ θέλετε νὰ ἐπιφέρητε αὐτὴν τὴν σπουδαίαν ἐλάττωσιν; εἰς τὸν στρατόν; θέλετε τὸν στρατὸν νὰ τὸν ἐλαττώσητε; (θόρυβος· ὁ ῥήτωρ διακόπτεται). Καθ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὰς συνεπείας τῆς ἐλαττώσεως, πρέπει νὰ τὰς ἐξετάσητε ὡς πρὸς ὅλα τὰ κεφάλαια τῶν ἐξόδων, πρὸς τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν, ὅταν δὲν ἔχητε τὰ μέσα, πρέπει νὰ φέρετε τὴν ἐλάττωσιν εἰς τὸ δεῖνα κεφάλαιον καὶ εἰς τὸ δεῖνα, καὶ ἐν γένει εἰς ὅλα. Σᾶς ἠρώτησα περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐταράχθητε, καὶ ἐνομίσατε, ὅτι σᾶς ἠρώτησα ἐπὶ σκοπῷ. Θέλετε νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν διάδοσιν τῆς παιδείας, τῆς ἐκπαιδεύσεως; θέλετε νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν διοικητικὸν κλάδον; θέλετε νὰ μὴν ὑπάρξῃ διοικητικὸν σύστημα; θέλετε νὰ μὴν ὑπάρχουν ὄργανα τῆς διοικητικῆς μηχανῆς; ἐξακριβώσατε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι ὅσον καὶ ἂν πάντες προσπαθῆτε νὰ καταργήσητε θέσεις, ὅσον καὶ ἂν νομίζετε, ὅτι ἀποσκορακίζετε τὰ περιττὰ, αἱ ἐλαττώσεις θὰ ᾖναι ἐλάχισται, ὅταν αὗται δὲν προσβάλλουν τὴν ὑπηρεσίαν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρητε σπουδαίαν ἐλάττωσιν, χωρὶς νὰ παραλύσητε τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ὑπηρεσίαν· θέλετε ν’ ἀφαιρέσητε τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Κυβέρνησις πρὸς συντήρησιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας; νομίζετε ὅτι καὶ ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία εἶναι περιττή; τί νομίζετε εἶναι περιττὸν ἐντὸς Κράτους; Ἀλλὰ λέγετε, ὑπῆρχε καιρὸς, ὅτε ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἔφθανε πέραν τῶν 11 ἑκατομμυρίων, διὰ τί σήμερον φθάνει μέχρι τῶν 24; δὲν λαμβάνετε ὅμως τὸν κόπον νὰ συγκρίνητε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν παρόντων ἐτῶν, μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν παρελθόντων; Μήπως ηὔξησε τὸ δέκατον; ἐλάττωσις μάλιστα ἔγεινεν εἰς 9% ἀντὶ 10%. Ἀλλὰ δὲν παρατηρεῖτε, ὅτι πρὸ 16 ἐτῶν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἦτον 11,000,000 καὶ ὅτι ὁ ἔγγειος φόρος ἀπέδιδε 4,000,000, καὶ σήμερον ἀποδίδει 8,000,000. Ἀντὶ νὰ χαίρωμεν διὰ τὴν πρόοδον, διότι τὰ μέσα τῆς Ἑλλάδος ηὔξησαν, διότι ἐξετάθησαν οἱ πόροι αὐτῆς, λυπούμεθα, διότι εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην ἀντιστοιχεῖ ἡ ἀνάλογος δαπάνη· εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξήσῃ ἡ πρόσοδος, ἡ Γεωργία, αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, εἶναι δυνατὸν χωρὶς νὰ καταβάλλετε ἀνωτέραν δαπάνην νὰ ἔχητε καὶ ἀνωτέραν παραγωγήν; Ὅτε ηὔξησεν ἡ περιουσία, κατ’ ἀνάγκην ηὔξησαν καὶ αἱ δαπάναι. Ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον καὶ μικρὸν περίσσευμα διὰ δημόσια ἔργα, νομίζετε, ὅτι θέλει συντελέσει μικρὸν εἰς τὴν Γεωργίαν; Ὅταν ἀκούω, ὅτι πρὸς ἀνακούφισιν τῆς Γεωργίας μόνον μέσον ὑπάρχει ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου, δὲν συμφωνῶ· εἶναι ἓν ἐκ τῶν μέσων καὶ τοῦτο, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μόνον· δὲν εἶναι ἡ μόνη συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ παρέξωμεν εἰς τοὺς γεωπόνους. Ἐὰν ἀφήσητε τὴν Γεωργίαν ἀφορολόγητον, νομίζετε ὅτι ἐπράξατε τὸ πᾶν; ἐπράξατε τὸ ἐλάχιστον! ἡ γεωργία ἔχει ἀνάγκην ἀσφαλείας, καὶ δὲν θέλω παύσει νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἀσφάλεια εἶναι ὁ μέγιστος προστάτης αὐτῆς· ὅταν ὁ γεωργὸς δὲν ᾖναι βέβαιος διὰ τὰ κτήνη του, ὅταν ὁ γεωργὸς δὲν ᾖναι βέβαιος ὅτι θὰ ἔχῃ τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους συνεκόμισεν εἰς ἀσφάλειαν ἐντὸς τῆς ἀποθήκης του, ὅταν δὲν ᾖναι βέβαιος διὰ τὸ ἄροτρόν του, αὐτὸς ὁ γεωργὸς εἶναι ὁ δυστυχέστερος τῶν ἀνθρώπων. Μετὰ τὴν ἀσφάλειαν ἔρχονται τὰ δημόσια ἔργα. Ἀνοίξατε ὁδοὺς, ἀνοίξατε τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται ὁ γεωργὸς νὰ μεταβιβάζῃ τὰ προϊόντα του μέχρι τῆς θαλάσσης διὰ μικρᾶς δι’ εὐτελοῦς δαπάνης, ὥστε τὰ προϊόντα τῆς Ἑλλάδος νὰ δύνανται νὰ ὑφίστανται τὸν συναγωνισμὸν τῶν προϊόντων τῆς ἀλλοδαπῆς· σήμερον ἔρχεται ὁ ἐξωτερικὸς σῖτος εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὁ ἐσωτερικὸς οὐδόλως δύναται νὰ συναγωνισθῇ πρὸς αὐτὸν, διότι μεταφέρεται διὰ μεγάλων ἐξόδων. Λάβετε τὴν Ἀκαρνανίαν, πλησίον αὐτῆς εἶναι ἡ Ἑπτάννησος, ἥτις ἔχει ἀνάγκην ἐξωτερικῶν σιτηρῶν, καὶ ἥτις λαμβάνει τὰ περισσότερα αὐτῶν ἔξωθεν, ὀλίγα δὲ ἐκ τῆς Ἀκαρνανίας, διότι ἡ μεταφορὰ εἶναι δύσκολος.
§113ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἔχει ἡ Ἑπτάννησος σιτηρά.
§114ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχει οὔτε τὸ δέκατον τῶν ὅσων ἔχει ἀνάγκην. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ ἔξοδα τῆς μετακομίσεως ἐκ τῆς Ἀκαρνανίας εἶναι μεγάλα, ἐπειδὴ ἡ μεταφορὰ εἶναι δύσκολος, καθότι μεταφέρεται ἐπὶ ζώων φορτηγῶν, καὶ διὰ τῆς μεταφορᾶς ταύτης γίνεται ἀπώλεια πολλοῦ ποσοῦ, δὲν συμφέρει ὁ σῖτος τῆς Ἀκαρνανίας νὰ πωλῆται εἰς τὴν Ἑπτάννησον· δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ τὸν συναγωνισμὸν τοῦ ἐξωτερικοῦ σίτου. Δόσατε ὁδοὺς εἰς τὸν γεωργὸν, τοῦτο κυρίως φροντίσατε, τὸ ὁποῖον παρέλειψε μέχρι τοῦδε τὸ ἐπικρατοῦν εἰς τὴν Ἑλλάδα τριακονταετὲς σύστημα. Εἰς τοῦτο πρὸ πάντων ἔσφαλεν, οὔτε ἀσφάλειαν ἔδωκεν, οὔτε δημόσια ἔργα. Ἐπιθυμεῖτε καὶ γεωργικὰς Τραπέζας; Μάλιστα· ἀλλὰ δὲν εἶναι πρᾶγμα τόσον πρόχειρον, ὅσον νομίζετε· δὲν εἰμποροῦμεν πολλὰ κεφάλαια νὰ τὰ ἐνασχολῶμεν εἰς γεωργικὸν δάνειον· διότι ὁ γεωργὸς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, εἰς μικρὸν διάστημα χρόνου, ν’ ἀποδώσῃ· πρέπει νὰ ἔχετε τόσον μεγάλα κεφάλαια, ὅσαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῆς γεωργίας. Δὲν εἰμποροῦμεν, καθὼς γίνεται εἰς τὰ λοιπὰ δάνεια, νὰ κάμωμεν κύκλον πολὺν καὶ ἐκ διαλειμμάτων· ἐδανείσατε ἅπαξ εἰς τὸν Γεωργὸν, ἐδεσμεύθη αὐτὸ τὸ κεφάλαιον διὰ 5, 10 ἢ 15 ἔτη· τοῦτο τὸ κεφάλαιον δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἔχητε ταχέως διὰ νὰ τὸ δώσητε εἰς ἄλλον. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον μεγάλης μελέτης, καὶ αἱ Γεωργικαὶ Τράπεζαι ἐνομοθετήθησαν παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε κἀνεὶς ἄλλος νὰ ἐκτελέσῃ τὸν ὑπάρχοντα νόμον. Ἀναλογιζόμενοι λοιπὸν, ὅτι πᾶσα ἐλάττωσις τοῦ Ταμείου μέλλει νὰ περιστείλῃ τὰ μέσα τῆς Κυβερνήσεως, μέλλει νὰ ὑποσκάψῃ δυστυχῶς τὴν ὕπαρξιν τῆς δημοσίας τάξεως, μέλλει ν’ ἀφαιρέσῃ δυνάμεις ἀπὸ τῆς νέας δυναστείας, τὴν ὁποίαν ἐσυστήσαμεν, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν λίαν προσεκτικῶς, καὶ μὲ σκέψιν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν ἐλαττώσεων, καὶ νὰ μὴ θέτωμεν χεῖρα ἐπὶ τῶν ἐσόδων, ἂν δὲν ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι αὐτὴν τὴν ἐλάττωσιν τὴν ἀναπληροῦμεν διὰ ποσοῦ ἴσου, ἴσως καὶ ἀνωτέρου. Ἀλλὰ τάχα εἶναι τοιαύτη ἡ ἀπαίτησις τῶν ἐπαρχιῶν, ὥστε νὰ μὲ εἴπητε, πῶς θέλομεν ἐπιστρέψει εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἂν δὲν ἀναγγείλωμεν, ὅτι ἠλαττώσαμεν τοὺς ἐγγείους φόρους; Ἐγὼ εὔχομαι νὰ στήσωσιν εἰς ὅλους τοὺς ἐπανερχομένους ἁψίδας, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ συλλογιζώμεθα μόνον, πῶς θέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ συλλογιζώμεθα, πῶς θέλομεν μείνει ἐν αὐταῖς, πῶς θέλομεν ζήσει, ποία θέλει εἶσθαι ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἡ δημοσία τάξις, ποῖα θέλουν ὑπάρχει τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν συντηρηθῆ; Πιστεύων λοιπὸν, ὅτι σπουδαίως ἐκτιμᾶτε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιφέρωμεν τὴν ἐλάττωσιν εἰς τοὺς δημοσίους πόρους, εἶναι, νομίζω, πρέπον νὰ ἐξετάσητε τὰ μέσα τῆς ἀναπληρώσεως, τὰ ὁποῖα παρὰ διαφόρων προτείνονται, καὶ ὡς σπουδαιοτέρα πρότασις φαίνεται ἡ τοῦ Κ. Κουμουνδούρου. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος προτείνει τρία μέσα πρὸς ἀναπλήρωσιν, καταβιβάζων τὸν φόρον μέχρι 5%. Πρῶτον προτείνει φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἐνῷ ἄλλοτε ὑπῆρχε μόνον ἐπὶ τῶν ἐνοικίων· δεύτερον προτείνει αὔξησιν τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου· καὶ τρίτον προτείνει αὔξησιν τοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς τινων εἰδῶν, ζακχάρεως, καφὲ καὶ τοῦ ἅλατος κτλ. Συζητοῦμεν, ἂν δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν ἐλάττωσιν, στηριζομένην εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν αὐτοῦ τοῦ φόρου δι’ ἄλλων μέσων, ἑπομένως πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἀμφότερα, ἂν ταῦτα ᾖναι ἱκανὰ, καὶ τότε οὐδεὶς ἔχει ν’ ἀντείπῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου. Εἶμαι πολὺ ἐναντίος εἰς τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν, ὅπως ἤδη ὑπάρχει, καὶ εἰς τοῦτο ἀποδίδω δύο ἐλαττώματα· τὸ πρῶτον εἶναι, ὅτι φορολογεῖται καὶ κατασυντρίβεται ὁ ἐργαζόμενος, ὁ δὲ ἀργὸς, καίτοι πλούσιος, οὐδόλως συνεισφέρει εἰς τὸ κράτος· δύναται νὰ ἔχῃ ἑκατοντάδας χιλιάδας στρεμμάτων, ἀλλὰ διότι δὲν ἐργάζεται οὐδόλως πληρόνει φόρον. Ἀπεναντίας ὁ δυστυχὴς Γεωργὸς μόλις ἔχει 10 στρέμματα, καὶ διὰ τῆς ἐργασίας του, τοῦ κόπου του, μόλις ἀποζῶν καὶ φέρων τὸ βάρος πολυαρίθμου οἰκογενείας, αὐτὸς φορολογεῖται, αὐτὸς συνεισφέρει εἰς τὸ κράτος, καὶ ἐγὼ ὁ μεγαλοκτηματίας οὐδόλως συνεισφέρω, διότι δὲν ἐργάζομαι, διότι εἶμαι ὀκνηρὸς καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ πόρου. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος, τὸ νὰ ἐπιβαρύνῃ ὁ φόρος μόνον τὸν ἐργαζόμενον καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον ὁ φόρος οὕτω πως γίνεται καταθλιπτικός. Διὰ τοῦτο ὅπου ὁ πολιτισμὸς ἐπικρατεῖ, ὁ φόρος κατανέμεται ἐξ ἴσου, εἴτε ἐργάζεταί τις, εἴτε δὲν ἐργάζεται. Ἂν οἱ μεγαλοκτήμονες ᾖναι ἐν ἀργίᾳ, δὲν δίδεται εἰς αὐτοὺς προνόμιον ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν δημοσίων βαρῶν. Τὸ δεύτερον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον βλέπω εἰς τὸν ἔγγειον φόρον εἶναι αὐτὸ, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ἀπὸ τὸν φορολογούμενον, αὐτὸ τὸ ποσὸν δὲν εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, Κύριοι, εἰσέρχεται μόλις τὸ ἥμισυ. Ὅταν λάβετε τὸ δέκατον, ὅπως πληρώνεται ἀπὸ τὸν γεωργὸν, τὸ καταμετρήσητε καὶ ἔλθητε εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ νὰ εὑρῆτε τί εἰσῆλθε, θὰ ἰδῆτε ὅτι εἰσῆλθε τὸ ἥμισυ! Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς φορολογίας εἶναι ὀλέθριος· ἔχετε ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῆτε μεγάλην κατάθλιψιν, διὰ νὰ ἀποκτήσητε μικρὸν κέρδος, καὶ ἡ κατάθλιψις αὕτη εἶναι ἀνωτέρα τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον πηγάζει διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Πρέπει νὰ ἤμεθα ὅλοι ἡτοιμασμένοι νὰ μεταβάλωμεν αὐτὸ τὸ φορολογικὸν σύστημα, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνακουφισθῶσιν οἱ γεωργοὶ, ἂν δὲν ἀναπληρωθῇ δι’ ἑτέρου συστήματος· ἀλλὰ νὰ τὸν ἀναπληρώσωμεν ἐν ἄκρᾳ ἡσυχίᾳ καὶ μελέτῃ, οὐχὶ λέγοντες πάσχουν οἱ γεωργοὶ, ἂς ἀφήσωμεν καὶ αὐτοὺς τοὺς φόρους, διότι μετὰ ταῦτα τὰ παθήματα θὰ γίνουν ἀνώτερα· ἠξεύρετε τὶ θέλει συμβῆ; Ὑπάρχει ἔλλειμμα εἰς τὸ κράτος· πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς ἐκτάκτους φόρους, ἑπομένως θὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, ὅπως κατέφυγεν ἡ προσωρ. Κυβέρνησις. Τί εἶναι τοῦτο; Εἶναι φόρος μόνιμος διὰ πολλὰ ἔτη, μία αὔξησις ἑνὸς νέου φόρου· καὶ ὅταν φθάσωμεν εἰς νέον ἔλλειμμα, θὰ καταφύγωμεν εἰς νέον δάνειον, καὶ ἡ δυναστεία τοῦ νέου βασιλέως, θέλει καταφύγει εἰς νέον δάνειον, καὶ οὕτω θὰ γεννηθῇ νέος τακτικὸς φόρος, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώνωμεν κατ’ ἔτος. Ἐξετάζω λοιπὸν, ἂν ἐπέρχεται ἀναπλήρωσις δι’ ἐκείνων τῶν τρόπων, τοὺς ὁποίους προτείνει ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος· ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος προτείνει φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν· οὗτος εἶναι δικαιότατος· δὲν ἀντιλέγω κατὰ τῆς ἀρχῆς· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ἐπέρχεται ἀναπλήρωσις παρὰ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν; ἐγὼ λέγω ὅτι καμμία δὲν ἐπέρχεται. Λάβετε τὸν φόρον τῶν ἐνοικίων εἰς ὅλας τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος νὰ φορολογήσωμεν εἶναι ἀδύνατον, εἶναι ἀδύνατον νὰ φορολογήσωμεν εἰς τὰς νήσους, εἰς τὰς Σπέτσας, εἰς τὴν Ὕδραν, εἰς τὴν πατρίδα τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, τί εἶναι τὰ ἐνοίκια τῶν Καλαμῶν; Θέλετε περιορισθῆ λοιπὸν εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς τὰς Πάτρας, εἰς τὴν Σύρον, εἰς τὸ Ναύπλιον, εἰς τὰς Καλάμας, εἰς τὴν Λαμίαν, δηλ. εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν Νομῶν. Εἰς τὰς πλείστας πρωτευούσας τῶν νομῶν δὲν ἔχετε ἐνοίκια, πῶς θὰ ὑπολογίσητε τὸ ὑποθετικὸν ἐνοίκιον μιᾶς οἰκίας; θὰ κάμητε ἐκτίμησιν; Θὰ σᾶς ἐρωτήσω, εἰς τὰς Καλάμας πόσον ἐνοικιάζεται ἡ οἰκία, ἔστω ὅτι μία οἰκία ἐνοικιάζεται τὸ πολὺ 500 δραχ. τὸν χρόνον. Θέλει σᾶς δώσει αὐτὸς ὁ φόρος τὸ πολὺ τὸ διπλοῦν τοῦ φόρου τῶν ἐνοικίων. Λέγω, Κύριοι, ὅτι αἱ ἐνοικιαζόμεναι οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι σήμερον πληρώνουν, παραβαλλόμεναι πρὸς τὰς οἰκίας τὰς ὁποίας οἰκοῦν οἱ ἰδιοκτῆται, δὲν εἶναι ἀνώτεραι τὸν ἀριθμὸν αἱ ἐπιδεκτικαὶ φορολογίας. Λοιπὸν, τί θέλετε κερδίσει ἀπὸ αὐτὸν τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν; τὸ ἴδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνετε ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἐνοικίων, οὗτος δίδει 400,000 δραχ. θὰ πάρετε ἄλλας τόσας, ἔστω ὅτι θὰ λάβετε 500,000 δραχμῶν, πόσον καιρὸν ἔχετε ἀνάγκην νὰ βεβαιώσητε αὐτὸν τὸν φόρον, νὰ γίνῃ ἐκτίμησις καὶ νὰ τὸν εἰσπράξητε; θὰ σᾶς φέρω παράδειγμα τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων. Κατὰ τὰ 1854 ὁ Μεταξᾶς ὅτε ἦτον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσήγαγε τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νὰ φορολογοῦται οἱ ἄμπελοι κατ’ ἐκτίμησιν· πόσος καιρὸς κατεβλήθη διὰ νὰ γίνῃ βεβαίωσις, νὰ γίνῃ ἐκτίμησις, καὶ μετὰ τὴν ἐκτίμησιν νὰ γίνῃ ἡ εἴσπραξις; παρῆλθον 5 ἔτη, εἰς τὰ 1859 ἤρχισεν ἡ εἴσπραξις. Ἂν ἐπιβάλλετε φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἕως ὅτου γίνῃ ἐκτίμησις, ὅτι αὐτὴ ἡ οἰκία, ποῖον ἐνοίκιον δύναται νὰ δώσῃ, καὶ ἀναλόγως νὰ τὴν φορολογήσωμεν, διότι ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος λέγει, ὅτι θέλει ὑπολογίσει θετικῶς τὸ ἔσοδον τῆς οἰκίας, θέλουν παρέλθει 3, 4, ἔτη. Πότε ὅμως εἶναι ἀνάγκη χρημάτων; Σήμερον. Ἂν λοιπὸν δὲν δύνασθε σήμερον νὰ τὰ βεβαιώσητε, ἀλλὰ μάλιστα νὰ τὰ εἰσπράξητε, μετὰ 4 ἔτη νομίζω ὅτι οὐδὲν ἐπράξατε διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνάγκην τοῦ ταμείου. Αὐτὸ, ὁ φόρος, καίτοι κατ’ ἀρχὴν ὀρθός, λέγω ὅτι οὐδ’ ἐλάχιστον χρησιμεύει ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι θέλετε 3 ἔτη πρὸς βεβαίωσιν, καὶ μετὰ 4 ἔτη δὲν θὰ ἔχετε ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ μικροῦ ποσοῦ. Ἀλλ’ ἴσως δύναται νὰ διστάσῃ τις καὶ περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἀρχῆς διότι αἱ οἰκοδομαὶ θεωροῦνται συνήθως εἰς τὰ νέα κράτη, εἰς τοὺς ἀρχομένους πολιτισμοὺς, ὡς μέσον τῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ, θεωροῦνται ὡς μέσον οἰκισμοῦ, καὶ μάλιστα πρέπει νὰ δεικνύωμεν μίαν εὔνοιαν πρὸς αὔξησιν τῶν πόλεων. Ὅπου ὑπάρχει συγκέντρωσις πληθυσμοῦ, ἐκεῖ ὁ πολιτισμὸς διαδίδεται εὐκολώτερον, ἐκπληροῦνται ἀνώτεραι ἀνάγκαι, γίνονται σχολεῖα, Γυμνάσια, δημόσια ἔργα, δίδεται ἀνωτέρα ἀνατροφὴ καὶ τὰ ἤθη βελτιοῦνται· πρέπει νὰ ᾖναί τις λοιπὸν εὐνοϊκὸς πρὸς τὸν οἰκισμὸν, καὶ οὐχὶ βαρὺς φορολόγος, ἀλλὰ τοῦτο λέγω ἐν παρόδῳ. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος λέγει ν’ ἀναβιβάσωμεν 20 λεπτὰ τοῖς ἑκατὸν τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου· λέγει, ὅτι, ὅπως σήμερον ἔχουν τὰ πράγματα, ἐπῆλθε μεγάλη ἐλάττωσις εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου· διότι καὶ αἱ δίκαι ἠλαττώθησαν, καὶ τὰ συμβόλαια δὲν εἶναι συχνά· εἶναι βέβαιον, ὅτι θέλομεν ἔχει ἐλάττωσιν 20% ἐπὶ τοῦ ἐμμέσου τούτου φόρου τοῦ χαρτοσήμου· ἴσως καὶ 30% καὶ 50%· ἐὰν προσθέσωμεν λοιπὸν 20% οὐδεμία ἐπέρχεται ἀναπλήρωσις, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ὁ φόρος του χαρτοσήμου εἶναι 1 καὶ ½ ἑκατομμύριον. Τώρα ἐπέπεσεν εἰς 1 ἑκατομμύριον, ἐὰν προσθέσητε καὶ 20 λεπτὰ, δὲν καλύπτεται, εἰμὴ μέρος τοῦ ἐλλείμματος, οὐδαμῶς δὲ ἀναπληροῦται καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ καταβιβάσητε ἐξ ἄλλου φόρου. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ περὶ τῶν δασμῶν, περὶ καφφὲ, ζακχάρεως, δὲν ἐνθυμοῦμαι καὶ τίνος ἄλλου εἴδους. Ἀλλ’ ἀπορῶ, πῶς ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ ὡς ἐκεῖ. Εἰς τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον χρεωστοῦμεν τὸ δασμολόγιον καὶ εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες πρεσβεύουν, ὅτι οἱ δασμοὶ πρέπει νὰ ᾖναι μικροί, οὐχὶ διότι θέλει νὰ ἐννοήσῃ τὴν τάξιν τῶν καταναλωτῶν, ἀλλὰ διότι ἐννοεῖ τὴν οἰκονομικὴν ἀρχὴν, ὅτι ὅσῳ μικρότεροι εἶναι οἱ δασμοὶ, τόσῳ περισσότερον εἶναι καὶ τὸ εἰσπραττόμενον, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαντῶ πρὸς τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον ἀναφέρων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Πετσάλης· οὗτος ἔλεγεν ἐδῶ ἀπὸ τοῦ βήματος, «φορολογήσατε, ὅσον θέλετε τὴν κατανάλωσιν, διότι ὁ καταναλωτὴς, ἂν ἰδῇ, ὅτι εἶναι βαρὺς ὁ φόρος, ὅτι δὲν ἔχει τὰ μέσα ν’ ἀγοράσῃ, δὲν θέλει καταναλώσει, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ὀλεθρία ἀρχὴ, διότι εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ κηρύξητε τότε, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἔχω πρόσοδον ἐξ αὐτοῦ τοῦ δασμοῦ, ἀρκεῖ μόνον νὰ φορολογῶ κατὰ βούλησιν.» Τί ἔγεινε, Κύριοι, εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Πήλ’ καὶ τι γίνεται μέχρι σήμερον; Ἂν καταβιβάζωνται οἱ δασμοὶ, δὲν ὑπάρχει σκοπὸς ἐλαττώσεως τῶν δημοσίων, ἀλλὰ μάλιστα αὐξήσεως. Λοιπὸν, ἐὰν θελήσητε ν’ ἀναβιβάσητε αὐτὸν τὸν δασμὸν, θὰ ἐλαττώσητε τὴν κατανάλωσιν, καὶ ἔπειτα εἴμεθα εἰς τὸν τρίτον μῆνα, καὶ μόλις θὰ τὸ ψηφίσητε εἰς τὸ τέταρτο, λέγω λοιπὸν, ὅτι αὐτὰ τὰ μέσα δὲν εἶναι συντελεστικὰ οὐδὲ δύνανται νὰ πείσουν ἕνα, ὅστις ἔχει περὶ πολλοῦ τὰ δημόσια συμφέροντα, ὅτι ἀναπληροῦν τὸ ἔλλειμα. Εἰς ἄλλα μέσα πρέπει νὰ καταφύγωμεν σπουδαιότερα. Ἂν μοὶ συγχωρήσητε, δὲν ἔρχομαι μὲ τὴν φιλοτιμίαν νὰ σᾶς ἀναγγείλω τίποτε νέον, ἀλλὰ θέλω σᾶς ἀναφέρει πρᾶγμα παλαιότατον, διὰ νὰ σᾶς ὑποδείξω δι’ ἑτέρου τρόπου, τὸ ποιητέον πρῶτον νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τῷ ὄντι...
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀποκρούετε αὐτὰς τὰς αὐξήσεις, ἢ τὰς θεωρεῖτε ὡς ἀνεπαρκεῖς;
§116ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰς θεωρῶ ἀνεπαρκεῖς, καὶ ἑπομένως τὰς ἀποκρούω, καὶ μάλιστα τὰς τοῦ τελευταίου δασμοῦ· ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ πεισθῇ πᾶς ἄλλος ἐκτὸς τοῦ γεωργοῦ, δὲν εἶμαι ἐναντίος, διότι τὸν γεωργὸν τὸν θεωρῶ πιεζόμενον, καθόσον ἐδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἐκ τῶν πραγμάτων, παραβάλλων τὴν γεωργίαν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν τῶν ἄλλων ἐθνῶν, θεωρῶ, λέγω, τὸν Ἕλληνα γεωργὸν πιεζόμενον. Πρῶτον, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἀνακούφισιν τοῦ γεωργοῦ κατά τι μεταβάλλοντες τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἂν ἡ μεταῤῥύθμισις ᾖναι τόσον ἁπλῆ, ὥστε ἄνευ κόπου νὰ τὴν δεχθῶμεν. Παρετήρησα, Κύριοι, εἰς τὸν πάγιον νόμον τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1855, τὸ ἑξῆς ὅτι ἀφίνεται εἰς τὴν προαίρεσιν τοῦ φορολογουμένου νὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα ἢ εἰς εἶδος· τοῦτο εἶναι, μοὶ φαίνεται, λίαν εὐεργετικόν· ὅταν ὁ φορολογούμενος δύναται νὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ μεγάλας καὶ ἐπαχθεῖς συνεπείας.
§117ΤΙΝΕΣ. Ποῦ νὰ τὰ εὕρῃ;
§118ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λέγω εἶναι λίαν εὐεργετικὸν διὰ τὸν γεωργὸν, ὅταν δύναται νὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα, διότι δὲν ὑπόκειται εἰς τὸ νὰ κρατῇ εἰς τὸ ἁλῶνι τὸ εἶδος αὐτοῦ, δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ μετακομίσῃ εἰς δημοσίας ἀποθήκας, δὲν ὑπόκειται εἰς τόσας καταπιέσεις διὰ τῆς καταμετρήσεως· ἀλλὰ συγχρόνως τοιουτοτρόπως καὶ τὸ δημόσιον ἔχει μέγιστον κέρδος, διότι ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τῶν ἀποθηκῶν, ἀπὸ τῶν ἀποθηκαρίων, ἀπὸ τὰς ἐπιστασίας, ἀπὸ τὰς κλοπὰς, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὰς ἀποθήκας, καὶ τὰς μεγάλας καταχρήσεις, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τὰς ἀποθήκας πολλάκις ὁ σῖτος μεταβάλλεται καὶ ἀναμιγνύεται μετὰ κακῆς ποιότητος· καὶ γνωρίζομεν πόσον ἐπιζητεῖται ἡ θέσις τοῦ ἀποθηκαρίου, καὶ διὰ νὰ ἐπιζητῆται, πρέπει νὰ ᾖναι λίαν ἐπικερδής· λοιπὸν τὸ δημόσιον ἀπαλλάσσεται ὅλων τῶν δυσκολιῶν τῶν εἰς εἶδος φόρων, φυλάξεως, μεταφορᾶς, δημοπρασίας, διὰ νὰ φθάσῃ μετὰ ταῦτα εἰς τὰ χρήματα· πόσαι ζημίαι γίνονται! εἶναι Ὀδύσσεια ὁλόκληρος, ἂν θελήσῃ τις νὰ παρακολουθήσῃ τὸν δημητριακὸν καρπὸν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν κατεμετρήθη ὡς φόρος μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν μεταβάλλεται εἰς χρήματα, καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Αὕτη ἡ Ὀδύσσεια εἶναι πρὸς βλάβην τοῦ φορολογουμένου καὶ τοῦ δημοσίου· ὁ φορολογούμενος πληρώνει πολλά, καὶ τὸ δημόσιον λαμβάνει ὀλίγα. Ἂν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ δείξῃ τις εἰς τὸν φορολογούμενον, ὅτι ἔχει συμφέρον νὰ πληρώνῃ εἰς χρήματα, λέγω ὅτι αὐτὸς ἔχει τότε συμφέρον νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις μὲ διέκοπτε πρὸ ὀλίγου, καὶ ἔλεγε, ποῦ θὰ εὕρῃ τὰ χρήματα· διατί ὅμως ὁ φορολογούμενος προτιμᾷ σήμερον νὰ πληρώσῃ εἰς εἶδος; ἰδοὺ ἡ αἰτία· γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὸ 16 ἄρθρον τοῦ παγίου νόμου γίνεται ἀνὰ πᾶσαν 15θημερίαν πρωτόκολλον, κατὰ τὸ ὁποῖον βεβαιοῦται ἡ ἀγοραία τιμὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ αὐτὸ συντάσσεται συμπράξει τοῦ Ἐφόρου, τοῦ Ταμίου καὶ τοῦ Ἐπάρχου Ὁ φορολογούμενος ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὸν νόμον κατὰ προτίμησιν νὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα ἢ εἰς εἶδος, ἀλλὰ πρέπει νὰ πληρώσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρωτοκόλλου, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει, ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ εἴδους. Ἐδῶ λοιπὸν εὑρίσκω, ὅτι εἶναι τὸ μέγα πρόσκομμα καὶ ἐλάττωμα· τί συμβαίνει, Κύριοι; Ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνωτέραν ἐμοῦ πεῖραν, καὶ ἠμποροῦν νὰ βεβαιώσουν, ὅτι αὐτὰ τὰ πρωτόκολλα, πάντοτε περιέχουν ἀνωτέραν τῆς ἀγοραίας τιμῆς, καὶ πάντοτε περιέχουν αὐτὴν τὴν ἀνωτέραν τιμὴν διὰ τὸ συμφέρον τοῦ ἀποθηκαρίου· ὁ ἀποθηκάριος θὰ ἦτον ἀποθηκάριος πάσης ξηροκαμπίας, ἐὰν δὲν εἶχε τὴν ἀποθήκην πλήρη δημητριακῶν καρπῶν· ἔχει λοιπὸν συμφέρον νὰ πληρωθῇ ἡ ἀποθήκη σίτου, καλαμποκίου, κριθῆς, καὶ νὰ τὴν διαχειρισθῇ ἐκεῖνος ἠξεύρει πρὸς τίνος ὄφελος ἴσως δὲν λαμβάνει μόνον ὁ ἀποθηκάριος μέρισμα, ἀλλὰ καὶ οἱ φίλοι του.
§119Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Ἡ μόνη ἀλήθεια εἶναι αὐτή, ὁποῦ εἶπες ἕως τώρα.
§120ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ τοὐλάχιστον ὅτι ἠκούσατε καὶ σεῖς ἀπὸ ὅλας, ὅσας εἶπον, μίαν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εὑρεθῇ μία ἀπὸ τὰς πολλὰς σύμφωνος μὲ τὴν ἰδέαν σας. Εἶναι ἀδύνατον ὁ ἀποθηκάριος νὰ μὴ εὕρῃ σύντροφον εἰς αὐτά, ἢ τὸν Ἔφορον, ἢ τὸν Ταμίαν ἢ τὸν Ἔπαρχον. Δὲν θέλω νὰ σκεπάσω κανένα ἀπ’ αὐτούς. Λοιπὸν σχηματίζεται, Κύριοι, συμμαχία καὶ ἐπιμαχία μεταξὺ ἀποθηκαρίου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις προσδιορίζει ἀνὰ πᾶσαν δεκαπενθημερίαν τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τοῦ σίτου, καὶ δυνάμει αὐτοῦ τοῦ πρωτοκόλλου, εἶναι ἀδύνατον πλέον εἰς τὸν φορολογούμενον νὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα· ὅταν μοῦ ἀναβιβάσητε τὴν τιμὴν τοῦ σίτου τοσοῦτον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχω συμφέρον νὰ πληρώσω εἰς χρήματα, τὸ συμφέρον μου εἶναι νὰ ὑποστῶ ὅλα τὰ λοιπὰ βάσανα, ἀλλὰ τὸν σῖτον, ὅστις ἔχει 18 λεπτὰ φέρ’ εἰπεῖν, νὰ μὴ πληρώσω λεπτὰ 25. Πρέπει λοιπὸν νὰ εὕρωμεν τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀναβιβάζηται αὐτὴ ἡ τιμὴ τοῦ πρωτοκόλλου, ὅσον ἀναβιβάζεται. Λέγουσι τινὲς νὰ προσδιορισθῇ ἀπὸ τὸν Νόμον· εἰς τοῦτο ἀντίκειμαι, διότι ὅλοι, γνωρίζετε περὶ τῶν σιτηρῶν, πόσον κυμαίνεται ἡ ἀγοραία αὐτῶν τιμή, ὅσον οὐδενὸς ἄλλου εἴδους· σήμερον ὑπάρχει καθ’ ὑπόθεσιν ἄκρα σιτοδεία εἰς Ἀθήνας, ηὔξησεν ἡ τιμὴ τοῦ σίτου εἰς 40, 50 λεπτά· ἔφθασαν εἰς τὸν Πειραιᾶ 2 πλοῖα, ἀμέσως κατέβη. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ προσδιορισθῇ. Ἀλλὰ νομίζω θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον σημεῖον ἂν δείξωμεν γενναιότητα πρὸς τὸν φορολογούμενον, τὴν ὁποίαν αὐτὸς θέλει ἀνταμείψει· φθάνει, Κύριοι, νὰ δεχθῶμεν τὴν πληρωμὴν εἰς χρήματα ἀντὶ τοῦ εἴδους, νὰ δεχθῶμεν 20% κατωτέρω τῆς ἀγοραίας τιμῆς· προσφέρετε 20% εἰς τὸν φορολογούμενον προαιρετικῶς νὰ πληρώσῃ κατωτέρω τῆς ἀγοραίας τιμῆς, καὶ τότε εἶναι ἀδύνατον διὰ τοῦ πρωτοκόλλου, ὅσον καὶ ἂν ἀναβιβάσωμεν.
§121ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Δὲν θὰ τὸ κάμωσιν οἱ ἴδιοι τὸ πρωτόκολλον;
§122ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ναὶ, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ ἀναβιβάσουν πέραν τῶν 20 καὶ νὰ φθάσουν εἰς τόσην ἀναίδειαν· ἐὰν ἀναβιβάσουν 20% θὰ φθάσουν εἰς τὴν ἀγοραίαν τιμὴν, ὥστε θὰ συμφέρῃ εἰς τὸν φορολογούμενον ἐπὶ τέλους. Ἀλλὰ πέραν τῶν 20% τὸ ἔχω ἀπίθανον· διότι ὑποθέσατε ὅτι ἔχει 6 δραχμὰς τὸ κοιλόν· διὰ νὰ τὸ ἀναβιβάσῃ 20%, πρέπει νὰ τὸ ὁρίσῃ 7 καὶ 20· λοιπὸν τὸ νὰ σᾶς εἴπουν ὁ Ταμίας καὶ ὁ Ἔφορος ὅτι ὁ σῖτος, τοῦ ὁποίου ἡ τιμὴ ἡ ἀγοραία εἶναι 6 δραχμὰς, εἶναι 7 καὶ 20, εἶναι πρᾶγμα ἀδύνατον. Σᾶς ὑποδεικνύω ἤδη ἓν μέσον· εἶμαι ὅμως βέβαιος ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ ἐμπειρότεροι, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ καταδείξουν τρόπον, ὅστις τῷ ὄντι νὰ ἐξασφαλίσῃ ὥστε ὁ φόρος ἀντὶ νὰ εἰσέρχηται εἰς εἶδος, νὰ εἰσέρχηται εἰς χρήματα εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον· ὅταν ἐν τούτοις εὐκολύνητε τὸν φορολογούμενον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, λέγω ὅτι τὸ 20% δὲν εἶναι ζημία διὰ τὸ δημόσιον· διὰ τί; ἀπαλλάσσεται τῶν ἀποθηκῶν, τῶν ἀποθηκαρίων, τῆς καταχρήσεως, ἥτις γίνεται ἀσυστόλως, τῶν δυσκολιῶν τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν εἰς τοὺς λιμένας διὰ νὰ γίνωνται αἱ δημοπρασίαι, τῶν νοθεύσεων, καὶ συγχρόνως τὸ Δημόσιον λαμβάνει ἀμέσως χρήματα. Τώρα θέλετε μοὶ εἰπεῖ· ἀλλ’ ὁ χωρικὸς ποῦ θέλει εὑρεῖ τὰ χρήματα; Αὐτὸ, Κύριοι, δὲν ἤθελα τολμήσει νὰ τὸ εἴπω, ἂν δὲν εἶχον παράδειγμα ἐνώπιόν μου, ἐὰν δὲν ἐνθυμούμην ὅτι πρὸ ἑνὸς ἔτους, ὅτε ὑπῆρχε ἀχρηματία μεγάλη εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, προανηγγέλθη εἰς τοὺς φορολογουμένους, ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς νὰ δώσουν εἰς χρήματα τοὺς φόρους, ἀλλ’ εἰς τιμὴν ἐλάσσονα τῆς ἀγοραίας· ἔβλεπον ὅλους τοὺς χωρικοὺς σπεύδοντας νὰ φθάσουν εἰς τὸ Ταμεῖον νὰ πληρώσουν εἰς χρήματα. Ποῦ τὰ εὗρον; οὔτε ἐγὼ δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ τὸ συμφέρον, ὅταν τὸ ἐξυπνήσητε, καὶ ὅταν ᾖναι πραγματικὸν, αὐτὸ κατορθώνει καὶ εὑρίσκει τὰ χρήματα· καὶ εἶναι ὀλίγοι οἱ γεωργοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν χρηματικὸν, ἅμα ἔχουν προϊόντα.
§123ΤΙΝΕΣ. Ἀπατᾶσαι.
§124ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶμαι εἰς σχέσιν ἄμεσον καὶ συνάφειαν μετὰ τῶν γεωργικῶν τάξεων· μὴ νομίζετε ὅτι, ἐπειδὴ ἐζήσατε εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅτι εἶσθε εἰς συνάφειαν μὲ τὴν γεωργικὴν τάξιν περισσότερον ἐμοῦ· τὸ ἔργον μου εἶναι τοιοῦτον, ὥστε εἶμαι εἰς ἄμεσον συνάφειαν, καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ὑπάρχουν χρήματα· ἰδοὺ, Κύριοι, ἀπόδειξις ὅτι ὑπάρχουν χρήματα· ἡ Τράπεζα σήμερον ἔχει εἰς κυκλοφορίαν δώδεκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν γραμμάτια· αὐτὰ τὰ δώδεκα ἑκατομμύρια δὲν εἶναι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἀκούετε τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν λέγοντα ὅτι ἔχομεν μόνον 100 δραχμὰς ἐν τῷ ταμείῳ· λοιπὸν ποῦ εὑρίσκονται; ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος· νομίζετε, ὅτι οἱ πλούσιοι τὰ ἔχουν κλειδωμένα εἰς τὰ κιβώτιά των διὰ νὰ τὰ φυλάττουν; δὲν τὸ πιστεύω, διότι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ τὰ καταναλώσουν καὶ δὲν θὰ εἶναι πλούσιοι πλέον. Ἐκτὸς αὐτῶν τῶν δώδεκα ἑκατομμυρίων ἀμφιβάλλετε, ὅτι κυκλοφορεῖ ἴσον ποσὸν εἰς μέταλλα; Εἶναι ἀδύνατον τὸ μόνον κυκλοφοροῦν νὰ ᾖναι τὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης; Λοιπὸν ἔχετε 24,000,000, τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦν, καὶ εἶναι ὡς ἔγγιστα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μὴ λέγετε λοιπὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν χρήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα (γέλωτες). Τί δὲν ὑπάρχει; ἐκείνη ἡ πληθὺς τῆς συναλλαγῆς, ἡ ζωηρότης, ἥτις ὑπῆρχε προηγουμένως. Ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχουν προϊόντα, τότε αὐτὰ τὰ χρήματα, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, θὰ κυκλοφορήσουν, καὶ ὁ γεωργὸς τότε εὑρίσκει χρήματα διὰ νὰ πληρώσῃ, καὶ ἂν πληρώσῃ διὰ χρημάτων, ἔχετε τὴν ταχυτέραν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, τὴν οἰκονομικωτέραν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἑξῆς τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ παγίου νόμου τοῦ 1855 περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, «ὅτι ὁ φορολογούμενος, δύναται νὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα τὸν φόρον 20% κατωτέρω τῆς ἀγοραίας ἀξίας·» καὶ εἶναι ἀδύνατον τὸ πρωτόκολλον νὰ φθάσῃ εἰς τόσην ὑπερβολὴν, ὥστε νὰ ἀποφράξῃ εἰς τὸν φορολογούμενον τὴν ὁδὸν νὰ καταβάλλῃ τὸν φόρον διὰ χρημάτων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν νομίζετε, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐλαττώσητε τὸν ἔγγειον φόρον, ὅτι τὸ ἀπαιτεῖ, δὲν ἠξεύρω ποία περίστασις μᾶλλον κατεπείγουσα, διατί τάχα ὁ δισταγμὸς, ἂν δὲν γείνῃ σήμερον παρ’ αὐτῆς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὅτι δὲν θέλει γείνει προσεχῶς, δυσπιστοῦντες οὕτω εἰπεῖν διὰ τὸ ἐγγύτατον ἡμῶν μέλλον; ἂν νομίζητε, ὅτι εἶναι τόσον κατεπείγουσα αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, τότε δὲν δύνασθε νὰ καταφύγητε οὔτε εἰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος, οὔτε εἰς τοὺς λειμῶνας, τοὺς ὁποίους προτείνει δὲν ἠξεύρω ποῖος· αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα εἶναι μέγα· ὅταν κατεβιβάσητε 5,000,000 συλλογισθῆτε, ὅτι θὰ ἔχετε τὴν αὐτὴν δαπάνην, ἣν διὰ τὰ 8,000,000 μὴ νομίσετε λοιπὸν, ὅτι ἐλαττοῦμεν κατὰ 3,000,000 ἀλλὰ κατὰ τὸ ἥμισυ, διότι ἀπαιτοῦνται καὶ διὰ τὴν ἐλάσσονα εἴσπραξιν αἱ αὐταὶ δαπάναι ὅση δηλ. διὰ τὰ τῶν 8 ἑκατομμυρ. καὶ τότε δὲν δύνασθε νὰ καταφύγητε, εἰμὴ εἰς τὰ μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέφυγεν ἡ πεφωτισμένη Εὐρώπη. Ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὸν καιρὸν τῆς συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐδιδάχθησαν ἀρχαὶ ἰσότητος, ἀρχαὶ προστατευτικαὶ τῆς γεωργίας, καὶ πρὸς ἀνακούφισιν τῆς γεωργίας εἰσήχθη σύστημα, τὸ ὁποῖον μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἔμεινεν ἄθικτον ἐν Γαλλίᾳ. Ἡμεῖς θαυμάζομεν πολλάκις τὴν Γαλ. ἐπανάστασιν διὰ τὴν Convention, ἀλλ’ εἶναι μεγάλη ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη εἰς τὴν συντακτικὴν Συνέλευσιν. Θέλετε νὰ ἰδῆτε νόμους εὐεργετικοὺς νόμους φιλελευθέρους; ἀνατρέξατε εἰς τὴν συντακτικὴν Συνέλευσιν τῆς Γαλλίας· αὐτοὶ οἱ νόμοι περιέχουν τὰς ἀρχὰς τοῦ 89. Εἰς τὰ 89 λοιπὸν, εἰς τὴν συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἐσκέφθησαν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλουν τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας ὅσαι ἔχουν πλοῦτον εἰς φόρον, ὥστε ὁ φόρος νὰ καταμερισθῇ, καὶ τὸ βάρος νὰ πέσῃ ἴσον εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας· ἐπενόησαν τότε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται enregistrement, καὶ αὐτὸς ὁ φόρος ἐπίκειται ἐπὶ πάσης ἀκινήτου περιουσίας· λέγετε διὰ τὰς οἰκίας, διατί ὄχι τὰ οἰκόπεδα; διὰ πᾶν τὸ ἀκίνητον; καὶ πότε θέλετε τὸ φορολογήσει; καθ’ ἣν στιγμὴν αὐτὸ τὸ ἀκίνητον μέλλει νὰ γίνῃ ἐπικερδὲς εἰς τὸν κύριόν του, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκποιεῖται· πᾶσα ἐκποίησις τί εἶναι παρὰ μεταποίησις εἰς χρήματα πρὸς κερδοσκοπίαν; ὅστις ἐκποιεῖ τὴν γῆν, ζητεῖ κέρδος, ἐπιδιώκει τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ἐπιχείρησιν, δι’ αὐτῶν τῶν χρημάτων ἐλπίζει νὰ κερδήσῃ. Ἐπιβάλετε λοιπὸν φόρον ἐπὶ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων κτημάτων. Θέλετέ μοι εἰπεῖ, ὅτι δυσχεραίνεται τότε ἡ ἐκποίησις τῆς ἀκινήτου περιουσίας· λέγω ὄχι, διότι ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη ἔχει αὐτὸν τὸν φόρον, καὶ δὲν δυσχεραίνεται διόλου ἡ ἐκποίησις· πῶς θέλετε νὰ δυσχεραίνεται εἰς τὴν Ἑλλάδα; καὶ τί θὰ ᾖναι αὐτὸς ὁ φόρος, ἂν περιορισθῇ εἰς 1% ἐπὶ τῆς ἀξίας κατὰ τὸ συντασσόμενον συμβόλαιον; αὐτὸς εἰς τὰ ἄλλα κράτη εἶναι 5%. Μοὶ λέγετε, Κύριοι, διὰ τοὺς τοκιστάς· εἰς τοῦτο σᾶς ἀπαντῶ ἐν ὀνόματι τῶν οἰκονομολόγων, ὅτι εἶναι καταστρεπτικὸν ὄχι διὰ τὸν τοκιστὴν, ἀλλὰ διὰ τὸν δανειζόμενον, διότι ὁ δανειζόμενος ἐπὶ τέλους θέλει πληρώσει· ἂν θέλετε νὰ καταπιέσητε τὸν δανειζόμενον, εἶναι ἄλλος λόγος, ἀλλὰ δυσπιστῶ ὅτι διὰ τοῦ φόρου θέλετε νὰ καταστήσετε ἀθλιεστέραν τὴν θέσιν τοῦ δανειζομένου. Λέγω λοιπὸν προτιμώτερον τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ἐκποιήσεως τῆς ἀκινήτου περιουσίας. Ἔπειτα ἐφαρμόσατε εἰς τὰς κληρονομίας, αἱ κληρονομίαι εἶναι καθαρὸν κέρδος, καὶ μεταξὺ ἀνιόντων καὶ κατιόντων εἶναι κέρδος, διότι ἡ περιουσία περιέρχεται ὡς δῶρον καθαρὸν, εἰς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ὁποίου δὲν συνεισφέρει ὁ λαμβάνων, διὰ τοῦτο καὶ εἰς ἀνιόντας καὶ κατιόντας ἁπανταχοῦ ἐπιβάλλεται φόρος. Σᾶς φέρω παράδειγμα, Κύριοι. Σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἂν ἀποθάνῃ τις, καὶ ἀφήσῃ τέκνα, τὸ πολὺ πολὺ ὅσον καὶ ἂν ᾖναι ὑπέρογκος ἡ περιουσία του, θέλει πληρώσει διὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἀπογραφῆς 60 δραχμάς. Ἠξεύρετε, Κύριοι, τί ἐπλήρωσεν ὁ Σίνας εἰς τὴν Αὐστρίαν, ὅταν ἐκληρονόμησε τὸν πατέρα του; ἐπλήρωσεν 1,200,000 φιορίνια, δηλαδὴ 3,000,000 δραχμῶν. Ἀλλαχοῦ ὁ φόρος φθάνει 5%, καὶ δὲν εἶναι μόνον εἰς τὴν Αὐστρίαν, ἀλλὰ πανταχοῦ, εἰς τὴν Γαλλίαν, Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Γερμανίαν, Ὁλλανδίαν, δὲν ὑπάρχει πεπολιτισμένος κόσμος, ὅπου νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ φόρος· εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐπίσης. Ἐγὼ προτείνω 1%, ἀλλ’ ὅταν ἐρχώμεθα εἰς τοὺς ἐκ πλαγίου συγγενεῖς, τότε ἀναβιβάζω αὐτὸν τὸν φόρον εἰς 2%. Ἀλλ’ ἂν θέλετε π. χ. νὰ μὴ φορολογήσωμεν τὴν μικρὰν περιουσίαν τοῦ πένητος, ὅστις μόλις ἀφίνει τι εἰς τὰ τέκνα του, δὲν ἀντιλέγω, μάλιστα, κάμετε ἐξαίρεσιν μέχρι τῶν δέκα χιλιάδων δραχμῶν· ἀλλ’ ἐπέκεινα τῶν δέκα χιλιάδων δραχμῶν ἄρχονται αἱ μεγάλαι περιουσίαι, ὅταν ἀφίνῃ τις εἰς τὰ τέκνα του 100 χιλιάδας δραχμὰς, τί εἶναι νὰ πληρώσῃ χιλίας δραχμάς; τίποτε. Ἔπειτα, Κύριοι, εἰς τὰς δωρεάς· τί εἶναι αἱ δωρεαί; δὲν εἶναι καθαρὸν κέρδος; δὲν ἠμποροῦν νὰ γείνουν, εἰμὴ διὰ συμβολαίων δημοσίων· ὅταν ὑποχρεώσητε τοὺς συμβολαιογράφους νὰ τὰ ἀποστέλλουν εἰς τὸν ἔφορον, ἔχετε ὅλας τὰς δωρεάς. Διατί νὰ μὴ φορολογήσητε τὰς δωρεὰς καὶ 2 καὶ 3%; Δίδονται πολλάκις δωρεαὶ εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται σχεδὸν νὰ ὁμολογήσουν διὰ ποίας αἰτίας λαμβάνουν τὰς δωρεὰς, καὶ θέλετε νὰ μὴ πληρώσουν; ὅταν αἱ κληρονομίαι προέρχωνται ἀπὸ ἐξωτερικὰ πρόσωπα, διατί νὰ μὴ πληρώνουν φόρον; Προχθὲς ἀπεβίωσεν ἐνταῦθα ὁ Στεφανίτσης, ὁ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει, ὅστις ἀφῆκε τὴν περιουσίαν του εἰς τὴν Ῥιζάρειον Σχολήν· ἀφῆκεν ἑκατὸν χιλιάδας δραχμάς· διὰ ποίαν αἰτίαν νὰ μὴ πληρώσῃ φόρον ἡ Ῥιζάρειος Σχολὴ 3, 4%; ἤθελεν εἶσθαι μέγα πρᾶγμα;
§125ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὰ εἶναι κληροδοτήματα.
§126ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅλα τὰ περιλαμβάνω, καὶ κληροδοτήματα, καὶ δωρεάς. Διὰ νὰ σᾶς δώσω ἓν γνώρισμα νὰ ἐκτιμήσητε τί εἶναι αὐτὸς ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον προτείνω νὰ τὸν ἐκτιμήσητε δι’ ἀριθμῶν, ἰδοὺ, Κύριοι, παράδειγμα. Ἐν Γαλλίᾳ, καθὼς σᾶς εἶπον, ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἔθεσε τὰ θεμέλια ὅλων τῶν θεσμοθεσιῶν τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν ἐγγυωμένων τὴν προστασίαν τοῦ πολίτου. Ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις προέβλεψε καὶ περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου, καὶ πέραν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ δὲν προέβη ἡ Γαλλία· εἶναι 180 ἑκατομμύρια· ἀλλὰ τί γίνεται ἐν Γαλλίᾳ; γίνεται πρόσθετος φόρος, ὁσάκις ὑπάρχουσιν ἔκτακτοι ἀνάγκαι, ἐπαναστάσεις, πόλεμοι, οἰκονομικαὶ κρίσεις· τὰ τοιαῦτα ἐπιφέρουν πρόσθετόν τι, ἀλλ’ ἡ βάσις μένει· 180 ἑκατομμύρια εἶναι ὁ ἔγγειος φόρος τῆς Γαλλίας. Ἐὰν εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προσδιώρισεν ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, προσθέσητε καὶ αὐτὴν τὴν προσθήκην, τότε ἔχετε 280 ἑκατομμύρια τὸν ἔγγειον φόρον τῆς Γαλλίας. Σημειώσετε δὲ ὅτι σήμερον τὰ ἔσοδα ὅλα τῆς Γαλλίας ἀναβαίνουν εἰς 1700 ἑκατομμύρια. Λοιπὸν ἐπὶ 1700 ἑκατομμυρίων τὰ 280 ἑκατομμύρια εἶναι ὡς ἔγγιστα τὸ ἕβδομον. Τὸ ἕβδομον λοιπὸν τῶν ὅλων φόρων, ἀμέσων καὶ ἐμμέσων, εἶναι ὁ ἔγγειος φόρος· ἐὰν παραβάλετε ὅμως τοὺς φόρους τῆς Ἑλλάδος βλέπετε ἀμέσως τὴν δυσαναλογίαν, βλέπετε ὅτι εἶναι τὸ τρίτον. Λοιπὸν πῶς θέλετε νὰ μὴ εἴπω, ὅτι πιέζεται ἡ γεωργικὴ τάξις; ἐνῷ πρότερον μοὶ ἐλέγετε, ὅτι δὲν πιέζεται. Πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος τῆς ἀνακουφίσεως, ὁ ὁποῖος νὰ ἦναι μόνιμος, σταθερός. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου βλέπετε μόλις τὸ ἕβδομον ὅτι εἶναι ὁ ἔγγειος φόρος· τώρα παραβάλετε πρὸς τὸν ἔγγειον φόρον ἐκεῖνον, τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον σᾶς προτείνω κατὰ τὸ ἐνταῦθα σχέδιον, δὲν ἠξεύρω, ἂν τὸ ὑποστηρίζῃ ἄλλος τις· ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ἔλαβε τὴν καλοσύνην νὰ τὸ συνυπογράψῃ.
§127ΤΙΝΕΣ. Καὶ ἡμεῖς τὸ ὑποστηρίζομεν.
§128ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί εἰσπράττεται λοιπὸν σταθερῶς εἰς τὴν Γαλλίαν δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος; 260 ἑκατομμύρια, δηλ. ὡς ἔγγιστα ὅσον δίδει ὁ ἔγγειος φόρος, τόσον δίδει καὶ αὐτὸς ὁ φόρος· 280 ἑκατομμύρια εἶναι αὐτὸς ὁ φόρος ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, προικῶν, κληροδοτημάτων, δωρεῶν κτλ. Εἰς τὸ Βέλγιον τὸ ἴδιον συμβαίνει. Εἰς τὸ Βέλγιον, ἐὰν δὲν λανθάνωμαι, ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου εἶναι 2½ ἑκατομμύρια, καὶ 7 αὐτὸς ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον σᾶς προτείνω· καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν εὑρίσκετε τὸν αὐτὸν φόρον. Ἐὰν ῥίψετε γενικώτερον βλέμμα ἐπὶ τῆς καταστάσεώς μας θέλετε κρίνει εὐκολώτερον συγκρίνοντες αὐτὴν πρὸς ἄλλην τινὰ ἀνάλογον; Τί εἶναι ἡ κατάστασίς μας; Εἰσερχόμεθα εἰς τὸν πολιτισμόν. Ποῦ εὑρίσκεται σύστημα φορολογικὸν τοιοῦτον; δὲν εὑρίσκεται αὐτὸ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἀλλοῦ, ὅσον εἶναι εἰς τὰς Ἰνδίας τὰς ὑποκειμένας εἰς τὴν Ἀγγλικὴν προστασίαν. Εἰς τὰς Ἰνδίας ὑπάρχει τὸ αὐτὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εὑρέθη ἐκ τῆς Μωαμεθανικῆς κατακτήσεως. Ὁ Ἰσλαμισμὸς ἐν τῇ Ἰνδικῇ εἰσήγαγε τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς ἐνοικιάσεως. Καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν μεγιστάνων εἶναι ὀνόματα τοιούτων μεγάλων ἐνοικιαστῶν.
§129ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Οἱ Μανδαρῖνοι.
§130ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι! δὲν εἶναι Μανδαρῖνοι. — Τὰ ὀνόματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα φαίνονται σήμερον, εἶναι ὅλα Μωαμεθανικά. Τί ἔπραξεν ἡ Ἀγγλία, ὅταν ἔστειλε τὸν Κάνιγγ, ἄνθρωπον μεγάλων γνώσεων; δὲν εὑρῆκεν ἄλλον τρόπον νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ βαρβάρου συστήματος, εἰμὴ διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τοιούτων φόρων, καὶ διὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος. Εἶναι, Κύριοι, τὸ τελευταῖον, εἰς τὸ ὁποῖον καταφεύγουν τὰ πολιτισμένα κράτη, ὅταν θέλουν ν’ αὐξήσουν τοὺς φόρους, καταφεύγουν εἰς τοὺς φόρους τοῦ εἰσοδήματος, ὡς ἔγεινεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἠπειρωτικοῦ πολέμου. Τότε εἰσήχθη καὶ διήρκεσε μέχρι τοῦ 1824, καὶ πρὸ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, ὅταν ὁ Ῥόβερ–Πὴλ ἠθέλησε νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ κενὸν ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς κλίμακος, εἰσήγαγε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὅστις ἤδη ὑπάρχει ἐν ἰσχυΐ, ὅσον δὲ προσπαθοῦν νὰ τὸν καταργήσουν, ἀποτυγχάνουν, διότι ἄλλο τι δὲν ἐπενόησαν. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος εἶναι εὐφυέστατος, ἠμπορεῖ νὰ ἐπινοήσῃ περισσότερα, παρ’ ὅσα ἐπενόησεν ἕως τόρα, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ ᾖναι κἀνεὶς εὐφυέστατος ἀπὸ ὅλην τὴν Εὐρώπην, ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἐδοκίμασαν, τί ἐστὶ οἰκονομικὴ κρίσις, τί ἐστὶ οἰκονομικὴ δυσχέρεια· καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντικαταστήσῃ τις φόρον δι’ ἄλλου, ὀλιγώτερον ἐπαχθοῦς. Ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος δὲν εἶναι καταθλιπτικὸς, διότι λαμβάνεται ἐκ τοῦ περισσεύματος. Καὶ σήμερον ὅλοι οἱ οἰκονομολόγοι ταῦτα διδάσκουν, ὅτι ὁ δικαιότερος φόρος εἶναι ἐπὶ τῆς προσόδου ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐζήτησε καὶ ὁ Κ. Γόντικας, ὁ φόρος τῶν τοκιστῶν· τοκισταὶ εἶναι ὀλίγοι εἰς τὸν κόσμον, διότι σήμερον αἱ τράπεζαι κατέστησαν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἐλεεινοὺς, δὲν ἠμποροῦν, παρὰ εἰς μικρὰ χωριὰ, καὶ μὲ μικρὰ κέρδη ν’ ἀποζοῦν. Ὅταν φορολογῆται ὅμως τὸ εἰσόδημα, φορολογεῖται τὸ κέρδος, καὶ ὅσον ἂν φορολογήσητε, πάλιν ὁ κερδαίνων ἔχει νὰ δώσῃ· ἀλλ’ ὅταν φορολογήσητε τὸν δυστυχῆ γεωργὸν, ὁ ὁποῖος μόλις ἀποζῇ ἐκ τῆς μικρᾶς παραγωγῆς του, τὸν καταστρέφετε, καὶ καταστρέφετε τὰς ζωτικὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους· αὐτὸς μικρόν τι παράγει ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του, καὶ πολλάκις φυσικαὶ αἰτίαι ἁρπάζουν αὐτὸ τὸ ὀλίγον προϊὸν, τὸ ὁποῖον διὰ τοσούτου κόπου παρεσκεύασε. Ὁ μόνος λοιπὸν δρόμος, τὸν ὁποῖον δυνάμεθα ν’ ἀκολουθήσωμεν εἶναι αὐτός· ἢ ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα προσωρινῶς, ὅπως ἔχουν σκεπτόμενοι, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τῳόντι μεταῤῥύθμισις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ ὥρα ἁρμοδιωτέρα πρὸς μελέτην, πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν πραγμάτων· ἢ ἀναλυτικὰ ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐλαττώσωμεν, νὰ εἴπωμεν· ἂς κάμωμεν τὸ πρῶτον βῆμα, ἂς δείξωμεν, ὅτι ἡ γεωργία, ἡ ὁποία ἔπασχεν ἕως τώρα εὑρῆκε Συνέλευσιν, ἡ ὁποία ν’ ἀκούσῃ τοὺς πόνους τοῦ γεωργοῦ. Δὲν ἔχομεν τότε ἄλλο μέσον παρὰ αὐτοὺς τοὺς νέους φόρους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἔδειξα νὰ εἰσάξωμεν ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, τῶν δωρεῶν, τῶν προικῶν κτλ. ἢ νὰ εἰσάξωμεν ἐπὶ τέλους τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Ἐὰν ὅμως οὐδέτερον τούτων προβλέψωμεν, ἐὰν θελήσωμεν καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ νὰ μὴ ἀναπληρώσωμεν, φοβοῦμαι τὴν προφητείαν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπανάστασις μέλλει νὰ ᾖναι στεῖρα. Ὄχι! ἂς καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν, ὥστε ἡ ἐπανάστασις νὰ ᾖναι γόνιμος καὶ ἔναρξις νέας ἐποχῆς ζωῆς τοῦ ἔθνους καὶ ἀκμῆς, ἡ ὁποία μέλλει νὰ λάμψῃ πανταχόσε.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§132ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§133ΕΤΕΡΟΣ. Ἔχομεν ἀκόμη καιρόν.
§134ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ φόρος πρέπει νὰ λαμβάνεται ἀπὸ τὸ καθαρὸν εἰσόδημα παντὸς κεφαλαίου. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ μόνη ἀληθὴς οἰκονομικὴ ἀρχὴ, ἡ ὁποία ὅπου ἀληθῶς ἐφηρμόσθη ἔφερε κάλλιστα ἀποτελέσματα. Πρὸς τούτοις ὁμολογῶ ἀναντιῤῥήτως ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον τοῦτο, δὲν ἀρκεῖ μόνον ὁ φόρος νὰ λαμβάνεται ἐκ τοῦ εἰσοδήματος, ἀπαιτεῖται ὁ φόρος νὰ ἔρχεται ὅσον εἶναι δυνατὸν ὅλος εἰς τὰς χεῖρας τοῦ δημοσίου, τὰ ἔξοδα νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα τῆς βεβαιώσεως τῆς εἰσπράξεως, Ὁ φόρος νὰ ᾖναι βέβαιος, καὶ γνωστὸς ἐκ τῶν προτέρων καὶ νὰ πληρώνεται εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ χωρικὸς δύναται νὰ πληρώσῃ ἄνευ ζημίας μεγίστης, καὶ τὰ χρήματα νὰ μὴ μένωσι νεκρὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπὶ πολύ· ἀλλὰ, Κύριοι, ὅλον αὐτὸ τὸ μέρος ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως, ἀφορᾷ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσπράττονται καὶ βεβαιοῦνται οἱ φόροι· καὶ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον, διότι σήμερον δὲν συζητοῦμεν τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ἀλλὰ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου. Τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ ἄνευ τοῦ ὁποίου δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἡ φορολογικὴ τάξις δὲν θὰ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τῶν μεγάλων κακῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων πιέζεται τώρα. Ἀλλ’ ἤδη δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπιφέρωμεν αὐτὴν τὴν μεγάλην καὶ σπουδαίαν μεταβολὴν, ἡ ὁποία εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ἐπῆλθε, καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν ἀκόμη, διότι καὶ ἐκεῖ ἀρχίζει τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως νὰ πίπτῃ, ἀλλὰ μεταβολὴ τοιαύτη τόσον μεγάλη, τόσον σπουδαία μὴ δυναμένη σήμερον νὰ ἐφαρμοσθῇ, δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς δικαίας ἀναλογίας, ἐφαρμοζομένου. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου εἶναι, Κύριοι, καθόσον ἠξεύρετε, δύω συστήματα, δύω ἰδέαι, ἡ μία, ἡ ὁποία ὡς κυρίαν πρόσοδον ἐννοεῖ τὴν ἔγγειον φορολογίαν ἐπὶ τῆς ἀκινήτου περιουσίας καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Γαλλίαν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ Βέλγιον καὶ εἰς ἄλλα μέρη, καὶ ἄλλη ἰδέα, ἡ προτιμῶσα τοὺς ἐμμέσους φόρους, καὶ αὕτη ἐπικρατεῖ μᾶλλον, ἢ κυρίως εἰς τὴν Ἀγγλίαν· ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς εἰς τὴν Ἀγγλίαν, Κύριοι, ἔφερεν, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἀποτελέσματα λίαν σπουδαῖα καὶ ἀνέπτυξε τὸν δημόσιον καὶ τὸν ἰδιωτικὸν πλοῦτον περισσότερον, παρὰ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη· πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν συνδέονται στενώτερον ὅλαι αἱ ἰδέαι τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, κλπ. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ εἰς τὸ ἓν καὶ εἰς τὸ ἄλλο μέρος, εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ἑνὶ λόγῳ τί φορολογοῦν; φορολογοῦν ποῦ ποτε τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον τὰ κεφάλαια καὶ τὴν ἐργασίαν τοῦ ἀτόμου; Εἰς τὰ μέρη ὅπου φορολογεῖται τὸ κεφάλαιον, αἱ πηγαὶ τῆς παραγωγῆς εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἀποξηραίνονται. Εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῶν ἐγγείων φόρων ἀναβαίνει εἰς 260· ἡ δὲ πρόσοδος εἰς 3½ ἢ 4 ἑκατομμύρια· ὥστε ἡ φορολογία, ἡ γενομένη ἀπὸ τὴν ἀκίνητον περιουσίαν, δὲν ὑπερβαίνει πολὺ τὸ 5% τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν. Ἡ πρωτίστη ἀνάγκη, ἡ σπουδαιοτάτη ἀνάγκη, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων πρέπει νὰ φροντίσωμεν δὲν εἶναι πῶς θὰ πληρώσωμεν τὰ ἔξοδα, παρὰ πῶς θὰ οἰκονομήσωμεν τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς αὐτῶν τῶν ἐξόδων καὶ πῶς κατορθόνομεν τοῦτο; Τὸ κατορθόνομεν Κύριοι, αὐξάνοντες τὴν πρόσοδόν μας ὄχι καταστρέφοντες τὰς πηγὰς τῆς παραγωγῆς, ὄχι γυμνόνοντες τὸν γεωργὸν, ὄχι ἀφαιροῦντες τὸ κεφάλαιόν του, ἀλλ’ ἐλαττόνοντες τοὺς καταθλιπτικοὺς φόρους, ἀφίνοντες τὰ κεφάλαια ἀνέπαφα, ἀφίνοντες εἰς αὐτὸν εὐκολίαν ἀναπτύξεως καὶ αὐξάνοντες κατὰ συνέπειαν τοὺς πόρους. Ἰδοὺ τί πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πρῶτον· διότι ἂν δὲν σκεφθῶμεν δι’ αὐτὸ, ἐὰν ἀδιαφορήσωμεν, ἂν ὁ φόρος προσβάλῃ τὴν παραγωγήν του, τότε Κύριοι, πολὺ ταχέως θὰ καταντήσωμεν εἰς τὸ ἀδύνατον τοῦ νὰ εἰσπράξωμεν ὅ,τι ἔχομεν ἀνάγκην· ἀλλ’ ἡ ἀδυναμία αὕτη θὰ πηγάζῃ ἀπὸ τὴν ἀπογύμνωσιν, ἀπὸ τὴν καταστροφὴν τῆς ὑλικῆς ὑπάρξεως τοῦ πολίτου. Πρῶτον λοιπὸν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, τί ὀφείλει νὰ δώσῃ ὁ πολίτης· δίκαιος φόρος εἶναι ὄχι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ὁ γεωργὸς πληρόνει, διότι δύναται νὰ τὸν πληρώσῃ, ἀλλ’ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ πληρώσῃ, καὶ τί πρέπει νὰ πληρώσῃ· ἂν παραδέχεσθε τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὰ κεφάλαια δὲν πρέπει νὰ φορολογῶνται, ἀλλ’ ἡ πρόσοδος, σᾶς ἀπεδείχθη πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι τὸ 5% ἀντιπροσωπεύει ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου μεγάλον μέρος τοῦ καθαροῦ ἐσόδου ἴσως· σᾶς ἐρωτῶ· ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ παραγωγὴ, ὅταν ἀφαιρῆτε πλέον τοῦ ἡμίσεως; Ἰδοὺ ὁ λόγος, διατὶ, ἐὰν ἐξετάσητε τὰ συμβολαιογραφεῖα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ περιουσία ἡ ἀκίνητος εἶναι ὅλη ὑπόχρεως. Ἰδοὺ διατὶ ἡ κατάστασις τῆς γεωργίας εἶναι ἀθλιεστάτη. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀληθῶς μοι ἐφάνη ἀστεῖος ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, ὅταν σᾶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου· εἶσθε πλούσιοι, ἔχετε λεπτά. Κύριοι, ἡ τόσον μεγάλη εὐγλωττία τοῦ Κ. Καλλιγᾶ μὲ ἔπεισε κατ’ ἀρχὰς, ἀλλ’ ὅταν ἔβαλα τὸ χέρι εἰς τὴν τζέπην, ἐπείσθην ἄλλως διότι δὲν εὗρον τίποτε. Εἶσθε πλούσιοι λέγει διότι ἡ τράπεζα ἔχει εἰς κυκλοφορίαν 12 ἑκατομμύρια χαρτί· καὶ πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν ἄλλα τόσα ἑκατομμύρια μέταλλον· αὐτὰ εἶναι πλοῦτος, σᾶς λέγει ὁ Κ. Καλλιγᾶς· ἀλλὰ τὰ 12 ἑκατομμύρια χαρτὶ τί ἀντιπροσωπεύουν; ὁμόλογα. Λοιπὸν 12 ἑκατομμύρια χαρτὶ εἶναι χρέη διότι ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ συναλλαγματικὰς ἤτοι ὁμόλογα τῶν πολιτῶν, καὶ αὐτὸ λέγει πλοῦτον ὁ Κύριος Καλλιγᾶς! αὐτὸς ὁ πλοῦτός μοι ἐφάνη λίαν παράδοξος. Ἐπειδὴ κατὰ δυστυχίαν ὑπολογίζουν οὕτω τὸν πλοῦτον διὰ τοῦτο ἐξακολουθοῦν νὰ κανονίζουν τὰ φορολογικὰ συστήματα, ὅπως ἐκανονίσθησαν. Ἄλλα, Κύριοι, ἕως τώρα ἠκούετο, καὶ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησα ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ παρελθὸν ἤκουον καὶ ὑβριζόμην διὰ τοῦτο, ὅτι ἐξωγκώσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ὅτι καθιερώσαμεν σπατάλην, ἡ ὁποία καταδικάζει τὴν διοίκησιν ἐκείνην, ὅτι δὲν ἠξεύρομεν τέλος πάντων τί ἐπράττομεν, διότι δὲν ἐπονοῦμεν τὸν λαὸν, καὶ σήμερον τί περίεργον; οἱ ἴδιοι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐξέφερον ἐναντίον μας τὰς μομφὰς αὐτὰς, λέγουν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἀμετάβλητος. Τὰ ἐν αὐτῷ σημειούμενα ποσὰ εἶναι ἱερὰ, καὶ ἕνεκα τούτου περισσότερον πρέπει νὰ ὑποστηριχθῶσι. Κύριοι, ἐπίστευσα πάντοτε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως ὑπῆρχεν, καὶ ἡ αὔξησις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν προέρχεται ἀπὸ προσθήκην μόνον περιττῶν ἐξόδων δὲν ἐξωγκώθη, διότι παρεισήχθησαν μόνον κονδύλια, ἐξωγκώθη, διότι ἀνεπτύχθησαν αἱ ἀνάγκαι, ἐξωγκώθη, διότι ἀνεπτύχθη ἡ ὑπηρεσία, ἐξωγκώθη, διότι ἀνεπτύχθησαν τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα κατὰ συνέπειαν ἔφεραν αὔξησιν καὶ εἰς τὰ ἔξοδα, ἀλλὰ μόλα ταῦτα καὶ τότε καὶ ἤδη ὁμολογῶ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς δύναται νὰ ὑποστῇ μεγάλας ἐλαττώσεις, χωρὶς ποσῶς νὰ πάθῃ ἡ ὑπηρεσία, διότι ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ ὑπάρχουν, Κύριοι, θέσεις σημαντικαὶ, πληρωμαὶ, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφοροῦν παρὰ τὴν ἱκανοποίησιν ἁπλῶς προσώπων. Πρὸ ὀλίγου ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης σᾶς ἐβεβαίου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, χωρὶς νὰ πάθῃ ἡ ὑπηρεσία, ὁ στρατιωτικὸς προϋπολογισμὸς ἠμπορεῖ νὰ ἐλαττωθῇ. Εἶναι ἀληθὲς αὐτό; Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, βλέπετε, ὅτι τὸ ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ πίπτει, ἠμποροῦμεν ἀμέσως νὰ κάμωμεν ἐλάττωσιν, διότι ἐκ τῶν προτέρων ἔχομεν γνωστὸν, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν ἐλάττωσιν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ δυσχέρεια, ἂν ὑφίσταται, θέλω σᾶς εἴπει· προτιμήσατε τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων. Τί σημαίνει νὰ μὴ πάθῃ ἡ ὑπηρεσία; ὁ σκοπὸς τῆς κοινωνίας διὰ τῆς ὑπηρεσίας εἶναι νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν εὐημερίαν, καὶ τὴν πρόοδον αὐτῆς, τέλος πάντων νὰ συντηρήσῃ τὴν κοινωνίαν, μοὶ λέγετε νὰ ὑποστηρίξω τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐὰν καταστρέφῃ τὴν πρόοδον, καὶ βλάπτει τὴν κοινωνίαν, διὰ νὰ μᾶς φορολογῇ μέχρι κοκκάλου; τοιαύτην ὑπηρεσίαν θέλω τὴν ἀποκρούσει, διότι, ὅταν ὑπάρχῃ, μὲ ἀπογυμνώνει, καὶ ἑπομένως τὴν καταργῶ. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ ἐλαττώσεως ἁπλῶς φόρων, δὲν πρόκειται περὶ καταστροφῆς τῆς ὑπηρεσίας, διὰ νὰ ἔχῃ κατά τι δίκαιον ὁ Κ. Καλλιγᾶς· δὲν ζητοῦμεν, τοιαῦτα, Κύριοι, δὲν ζητοῦμεν ἐλάττωσιν φόρων χωρὶς τῷ ὄντι νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ πῶς αὐτὴ θὰ ἀναπληρωθῇ, οὐχὶ, Κύριοι, πρόκειται ἤδη περὶ τακτοποιήσεως φόρων· ἡ ἰσότης τῶν φόρων εἶναι τὸ καλλίτερον μέσον διὰ νὰ βαδίσῃ ἡ κοινωνία· ἡ ἀνισότης εἶναι ἀδικία εἶναι προστασία βιαία, διδομένη εἰς εἷς ἕνα κλάδον· ὁ κλάδος οὗτος σύρει ὅλα τὰ κεφάλαια πρὸς τὸ μέρος του, καὶ οὕτω διαταράσσεται ἡ ἁρμονία τῆς κοινωνίας. Ὁ προστατευόμενος κλάδος προοδεύει, οἱ δὲ ἕτεροι κλάδοι πάσχουν. Εἶναι βεβαίως ἄδικον εἷς πολίτης νὰ πάσχῃ περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἀπόδειξις τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς προστασίας ὑπάρχει, ὅτι δὲν ἀνεπτύχθησαν τόσον ὅλοι οἱ ἄλλοι κλάδοι, ὅσον ὁ τῶν οἰκοδομῶν, διότι κτίζοντες οἰκοδομὰς εἰς τὰς Ἀθήνας ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν πρόσοδον 6%, 7%· ἐνῷ διὰ τῆς καλλιεργείας γαιῶν καὶ κτημάτων δὲν ἔχομεν οὔτε 2%. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν ἠδυνάμην νὰ πωλήσω τὴν μικράν μου περιουσίαν, ἤθελον κατασκευάσει οἰκοδομὰς εἰς Ἀθήνας. Ὅλα τὰ κεφάλαια συνεσσωρεύθησαν εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἂν ἐξετάσωμεν τὰ βιβλία τῆς Τραπέζης, θέλομεν ἴδει, ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος κατηναλώθη εἰς τὰς οἰκοδομάς, διότι, Κύριοι, αἱ οἰκοδομαὶ προστατεύονται. Λοιπὸν τὴν φορολογικὴν ἰσότητα θέλω νὰ καθιερώσω διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα· θέλω νὰ φορολογῶνται ὅλα τὰ κεφάλαια, ὅσα εἶναι δυνατόν, καὶ νὰ φορολογῆται τὸ καθαρὸν ἔσοδον αὐτῶν. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ, ἂν ἠμποροῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι κάμνομεν μεγάλην εὐεργεσίαν εἰς τὸν τόπον, καὶ πραγματοποιοῦμεν τὸν σκοπὸν τῆς Ἐπαναστάσεως· ἂν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα, ὅπως ἦτο, ἐξακολουθοῦμεν μίαν ἀδικίαν, ἡ ὁποία πολὺ ταχέως αὐτὴν τὴν δυστυχῆ τάξιν τῶν χωρικῶν θέλει τὴν καταστρέψει ἐντελῶς· τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως, διότι κατοικῶ εἰς τόπον, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὡς ὁ πλουσιώτερος, ὡς ὁ πλέον καλλιεργημένος τοῦ Κράτους, καὶ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ὁ δῆμος αὐτὸς μένει χρεώστης 2 ἑκατομμυρίων εἰς τοκογλύφους· εἶναι αὕτη κατάστασις ὑποφερτὴ εἰς τὸν τόπον; Σᾶς ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἂν δὲν λάβητε, ὅσον τὸ δυνατόν, ἓν μέτρον, αἱ συνέπειαι θέλουν εἶσθαι πολὺ δυστυχεῖς. Καὶ ἠξεύρετε διὰ τί πρέπει νὰ λάβητε σήμερον ἓν μέτρον; διότι, ἂν δὲν τὸ λάβητε σήμερον, ποτὲ δὲν θὰ τὸ ἔχητε· διότι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ κατόπιν, θὰ ἔχουν δυσκολίαν, καὶ θὰ ἀφήσωσι τὰ πράγματα ὅπως τὰ εὕρουν· ναὶ καὶ αἱ Κυβερνήσεις αὐταὶ ἀπὸ Ἕλληνας θὰ συγκροτηθοῦν βεβαίως καὶ θὰ ἦναι πατριωτικαί· ἀλλ’ εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὅπως παρατηρήσαμεν, ἐπικρατεῖ μᾶλλον τὸ συντηρητικὸν πνεῦμα· δυσκολώτερον τολμοῦν. Πρὸς τί νὰ τολμήσωσι ἐπιζητοῦσαι ἀποτελέσματα, ἀμφίβολα ἐνῷ ἔχουσι βέβαια; πρὸς τί νὰ διακινδυνεύσωσιν; ἰδοὺ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἐλέγετο, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ μεταβληθῇ τὸ φορολογικὸν σύστημα· θὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ 3 ἑκατομμύρια, ἔλεγον, τὸν προϋπολογισμόν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῶμεν εἰς τοιοῦτον κίνδυνον καὶ οὕτως ἀπέκρουον τὴν μεταβολήν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπεκράτησε μέχρι τοῦδε ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐθεώρησα σωτήριον· ἂν δὲν ἐπεκράτει αὐτὸ τὸ σύστημα, ἠθέλομεν πέσει ἔξω, πρὸ πολλοῦ ἠθέλομεν χρεωκοπήσει· καὶ ἠξεύρετε διὰ τί ἐπεκράτει; διότι οἱ πόροι εἶναι ὀλίγοι, καὶ ἡ πίστις ἦτο μηδὲν, τὸ σύστημα αὐτὸ συνίσταται νὰ μὴ λαμβάνωνται ὡς βάσις τὰ ἔξοδα καὶ νὰ μὴ στηρίζουν τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐξόδων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε συμβαδίζοντα τὰ ἔσοδα μὲ τὰ ἔξοδα· ἐὰν θέσητε ἕνα ὅρον εἰς τὰ ἔσοδα, θὰ ἀναγκάσητε νὰ περιορίσωσιν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἐσόδων καὶ τὰ ἔξοδα, θέλοντες νὰ ἱκανοποιήσωμεν ὅλα τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα, ἠθέλαμεν εὑρεθῆ εἰς ἔλειμμα, διότι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα. Μέχρι τοῦδε λοιπὸν ἐλαμβάνοντο ὡς βάσις τὰ ἔσοδα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων προσδιωρίζοντο τὰ ἔξοδα, αὐτὸ ἐγένετο καὶ γίνεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν· μὴ λοιπὸν πλανᾶσθε ἀφ’ ὅ,τι σᾶς εἶπε λίαν εὐφραδῶς ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, διότι ὁ Κύριος Καλλιγᾶς διὰ τῆς μεγάλης εὐφραδείας, μὲ τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ, κλονίζει· μὴ σᾶς πλανᾷ λοιπὸν ἡ εὐφράδεια αὕτη, ὑποστηρίζετέ μας λοιπὸν νὰ πράξωμεν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ὅ,τι ἐπράξαμεν ἕως τώρα· προσδιορίσατε ὡς βάσιν τὰ ἔσοδα, καὶ εἴπατε βαδίσατε κατ’ αὐτά. Τὸ ἐπιχείρημα λοιπὸν τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ δὲν εἶναι πραγματικόν, δὲν πρέπει νὰ τὸ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, διότι ἕως τώρα δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂν τὸ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, μέγα κακὸν θὰ πράξητε εἰς τὸν τόπον· ἂν καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὡς βάσιν τὰ ἔξοδα καὶ ἀναλόγως νὰ προσδιωρίζονται τὰ ἔσοδα, πολὺ γρήγορα θὰ χρεωκοπήσωμεν, ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι ἱερὰ καὶ ἀπρόσβλητα, εἶναι πολλὰ προσβλητὰ, ἂς τοὺς ἀρνηθῶμεν τούτων τὴν πληρωμήν. Ἀλλ’, ἐπαναλαμβάνω, μήπως ἐγὼ σᾶς προτείνω ἁπλῶς μίαν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, καὶ οὕτω σᾶς ἀφίνω ἓν ἔλλειμμα; Ὄχι, Κύριοι, τὸ ἐναντίον πράττω, θέλω οἱ φόροι νὰ ἐξισωθῶσι, νὰ ἐπιβληθῶσιν ἐφ’ ὅλων τῶν κεφαλαίων καὶ νὰ φορολογῆται τὸ καθαρὸν ἔσοδον. Θὰ ἐξετάσωμεν ἤδη, ἐὰν ἡ μεταβολὴ αὕτη πραγματοποιῆται, ἐὰν ἐγγίζῃ εἰς τὴν ἐλευθερίαν, ἐὰν τὸ ἐπιχείρημα, Κύριοι, τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ ἦναι ἰσχυρὸν, ἔχῃ γενικὴν ἐφαρμογὴν, ἐφαρμόζεται καὶ πρὸς τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μου, καὶ πρὸς τὸ ὑπάρχον καὶ πρὸς ὅλα. Τί σᾶς λέγει ὁ Κύριος Καλλιγᾶς; Θέλετε ἐλαττοῦντες τοὺς φόρους νὰ ἀναπληρώσητε τὸ ἔλλειμμα εἰς μίαν ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ ἔσοδον, ἐφ’ οὗ προτείνετε τὴν αὔξησιν, ἐλαττοῦται, καὶ ἑπομένως ἐπειδὴ τὸ ἔσοδον, ἐφ’ οὗ στηρίζετε τοὺς νέους φόρους εἶναι ἐλαττωμένον ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, τότε ἡ ἀναπλήρωσις αὕτη δὲν θὰ ἦναι ἀρκοῦσα· ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἦναι αἱ ἴδιαι, ἐλάττωσις θέλει ἐπέλθει ἐφ’ ὅλων τῶν εἰσπράξεων. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν πληρόνει τὸ χαρτόσημον, δὲν τὸ πληρόνει, διότι δὲν ὑπάρχουν δικαστήρια, διότι δὲν ὑπάρχει τάξις. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ κατάστασις αὐτὴ ἐξακολουθῇ, ἐὰν ἡ τάξις καὶ ἀσφάλεια δὲν ἐπανέλθῃ καὶ σεῖς δὲν θὰ ἠμπορέσητε νὰ εἰσπράξητε ἐγγείους φόρους, ὅπως δὲν εἰσπράττετε ἤδη. Τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ σᾶς προτείνω, καὶ τώρα ἠμπορεῖ νὰ εἰσπραχθῇ, ἂν καὶ ἠλαττωμένον, διότι τὰ Τελωνεῖα εἰσπράττουν, ἐνῷ ἄμεσοι φόροι δὲν εἰσπράττονται. Ἑπομένως ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ δὲν εἶναι ἀκριβής· ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἐπλανήθη, μοὶ φαίνεται, ἀκόμη καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐπιβληθησομένων φόρων. Ὁ Κύριος Καλλιγᾶς νομίζει, πρέπει νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ὅτι αἱ κατοικούμεναι οἰκίαι εἶναι πολὺ ὀλιγώτεραι τῶν ἐνοικιαζομένων, ἐνῷ εἶναι τριπλάσιαι, τετραπλάσιαι, καὶ ἂν θέλετε ἀφαιρῶ τὰ χωρία καὶ τὰς μικρὰς οἰκίας τῶν πόλεων. Θὰ συνάξητε πολλὰ λοιπὸν, διότι αἱ οἰκούμεναι οἰκίαι εἶναι πολὺ περισσότεραι ἀπὸ τὰς ἐνοικιαζομένας. Ἀλλὰ καὶ ἡ δυσκολία τῆς ἐξακριβώσεως δὲν εἶναι ὁποία σᾶς τὴν παρέστησεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς. Ἔλαβε τὰς δυσκολίας ἐξ ἀναλογίας ἀπὸ τὰς ἀμπέλους, ἀλλ’ ἄλλο πρᾶγμα εἶναι αἱ ἄμπελοι· εἰς τὰς ἀμπέλους πρέπει νὰ προηγηθῇ καταμέτρησις, ἐκτίμησις, πρέπει νὰ διέλθητε πεδιάδας, ἐκτάσεις, ὄρη. Εἰς τὰς οἰκίας μία ἐπιτροπὴ συγκροτουμένη ἐκ καλῆς πίστεως ἀρχῶν, ἠμπορεῖ νὰ διέλθῃ ἐντὸς δύω μηνῶν τὰς οἰκίας τῆς μεγαλειτέρας πόλεως, νὰ προσδιορίσῃ ὅλον τὸν φόρον αὐτῶν. Αἱ δυσκολίαι λοιπὸν τῆς βεβαιώσεως, ὅτι δηλαδὴ θὰ παρέλθουν 4 ἔτη διὰ νὰ βεβαιωθῇ αὐτὸς ὁ φόρος δὲν εἶναι ὁποῖαι σᾶς παρουσιάσθησαν. Τοῦτο τὸ εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς ὡς ἐπιχείρημα διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὸν φόρον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον καὶ ὁ ἴδιος αὐτὸς ὁμολογεῖ ὡς δίκαιον, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἀρνηθῇ, καὶ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιβάλλεται διὰ νὰ ἀποδώσητε δικαιοσύνην εἰς τοὺς ὑπερβολικῶς φορολογουμένους καὶ διὰ νὰ εἰσάξωμεν τὴν ἰσότητα. Ὑπάρχουν, Κύριοι, εἰς ὅλας τὰς πόλεις, εἰς ὅλας τὰς πρωτευούσας κεφάλαια γιγαντιαῖα εἰς οἰκοδομὰς, καὶ τὰ κεφάλαια αὐτὰ μεγάλην πρόσοδον κατ’ ἀναλογίαν δίδουν εἰς τοὺς κυρίους, καὶ ἐν τούτοις μόνον αὐτὰ τὰ κεφάλαια δὲν φορολογοῦνται· κακῶς· καὶ δὲν φορολογοῦνται, ἠξεύρετε διὰ τί; διὰ νὰ ἐμψυχώσητε σᾶς λέγουν οἰκοδομὰς, διότι αἱ οἰκοδομαὶ εἶναι ἀρχὴ καὶ τεκμήριον τοῦ πολιτισμοῦ, λέγουν ἑπομένως μὴ τὰς φορολογῆτε. Οὐδεὶς κλάδος, τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρέπει μονομερῶς νὰ προστατεύεται πρὸς βλάβην τῶν ἄλλων, ὅπως ἀναπτυχθῇ περισσότερον εἰς Πάτρας. Καὶ τί θέλετε, Κύριοι; πολιτισμὸν μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς τὴν Σύρον εἰς τὸ ἄλλο Κράτος καὶ δυστυχίαν; τοιοῦτον πολιτισμὸν ἐγὼ δὲν τὸν θέλω, διότι τότε θὰ ὁμοιάζῃ τὸ Κράτος πρὸς σῶμα μεγάλην ἔχον κεφαλὴν καὶ πόδας ὑελίνους· καὶ τοῦτο πλησιάζομεν νὰ κατορθώσωμεν. Καὶ τῳόντι, ὅστις ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἢ εἰς τὴν Σύρον, ἢ εἰς τὰς Πάτρας, καὶ εἰσέλθῃ καὶ μετὰ ταῦτα εἰς τὴν καλύβην τοῦ χωρικοῦ θέλει παρατηρήσει, ὅτι προστατεύετε πόλεις τινὰς πρὸς καταστροφὴν τῶν ἐπαρχιῶν. Τοῦτο πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἰσότης (ἐπιδοκιμασίαι). Καὶ ἂν δεχθῆτε, Κύριοι, τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν προτείνομεν θέλετε ὑποστηρίξει τὴν πτωχὴν τάξιν, διότι αἱ οἰκίαι τῶν πτωχῶν οὕτω μένουσιν ἀφορολόγητοι. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι ὁ πτωχὸς ἐργάτης καταπιέζεται, ἂς τὸν ἀνακουφίσωμεν, ἂς μεταφέρωμεν ἓν μέρος τοῦ βάρους του, τὸ ὁποῖον ἕως τώρα ὑπέφερεν, εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, ἥτις δὲν φορολογεῖται. (θόρυβος).
§135ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Αὔριον νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος.
§136ΕΤΕΡΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Συνέλευσις θέλει, διαλύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρα 6¼.
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΙΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Τηλ. Ι. Ῥούκης.