1863.02.25
2,663 rows · 22,322 words · 193 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΝΘʹ.
Τῆς 25 Φεβρουαρίου 1863.
(Δευτέρα).
Ὥρα 11½ Π. Μ.
Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Ἀντιπρόεδρος Κ. Διομήδης Κυριακοῦ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξε τὴν ἔναρξιν τῆς Συνεδριάσεως. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἀπεφασίσθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ συνέλθωμεν τὴν 11, καὶ τοῦτο δὲν κατορθώθη, ὡς βλέπετε, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ διαλύσωμεν τὴν συνεδρίασιν· ὡς βλέπετε, παρῆλθε καὶ ἡ 12 καὶ μόλις τώρα εἴμεθα πλήρεις· ἡ διάλυσις βεβαίως δὲν θὰ τιμωρήσῃ τοὺς μὴ ἐμφανιζομένους, ἀλλ’ ἡ δημοσίευσις τῶν ὀνομάτων των.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα, μάλιστα νὰ γίνῃ τοῦτο.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ τοῦ Κ. Σολιώτη, δι’ ἧς ζητεῖ 15 ἡμερῶν παράτασιν τῆς ἀδείας του.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τῷ δοθῇ.
§5ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Ποτὲ, Κ. Πρόεδρε, ὁ ἀριθμὸς τῶν συνεδριάσεων δὲν ἀπετελέσθη ἀπὸ περισσοτέρους τῶν 180· πρέπει νὰ κάμητε λογαριασμὸν, ὥστε νὰ μὴ μείνωμεν ὀλιγώτεροι τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει λοιπὸν ἡ Συνέλευσις τὴν ἄδειαν;
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει αἴτησις τοῦ Κυρίου Σαράβα, ὅστις ἀνεχώρησε κατεσπευσμένως εἰς τὰς Καλάμας καὶ ἐτηλεγράφησε νὰ τῷ δοθῇ 15 ἡμερῶν ἄδεια.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τῷ δοθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὁ Κ. Νομικὸς ζητεῖ 15 ἡμερῶν ἄδειαν διὰ Θήραν.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τῷ δοθῇ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Σωματείου τῶν Ἰονίων ἀναγγέλλει, ὅτι εἶναι ἑτοίμη ἡ ἔκθεσις.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ ταῦτα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ ἑνὸς Ζάπα, ἀγωνιστοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ σύνταξιν καὶ περίθαλψιν.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ ὑποτρόφου τινὸς Παυσανίου Παπαχαντζῆ, ὅστις παραπονεῖται, ὅτι διεκόπη ἡ ὑποτροφία του. Θὰ σταλῇ ἐπίσης εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀναφορὰ Συμεῶνός τινος, διατελέσαντος ὑπαλλήλου εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίας, ἀντιγραφέως τῶν δημοσίων ἀποφάσεων, ὅστις λέγει, ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς τὰ ἐπαναστατικὰ κινήματα, καὶ ὅστις ζητεῖ νὰ διορισθῇ.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§18ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἀναφορὰς περὶ διορισμοῦ δὲν δέχεται.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ διαφόρων Θεσσαλῶν, οἵτινες παραπονοῦνται διὰ τὴν ἄδικον ἐξαίρεσιν τοῦ Σωματείου τῶν Θεσσαλῶν.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Καὶ αὐτὴ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναφορὰ τοῦ Βασιλείου Τσουμάλου, ὅστις ζητεῖ αὔξησιν τῆς συντάξεώς του, ἐπίσης καὶ αὐτὴ θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀναφορὰ τοῦ Παναρέτου Βουλευτοῦ τῆς Ἑπταννήσου, ὅστις ἐξελέχθη Πληρεξούσιος τῶν ἐν Ἀθήναις Ἰονίων, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρεδέχθη ἡ Συνέλευσις νὰ γίνουν δύο δεκτοὶ ἐκ μέρους τοῦ Σωματείου τῶν Ἰονίων, διὰ νὰ ἄρῃ τὰ προσκόμματα λέγει, ὅτι παραιτεῖται τῆς θέσεώς του· θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ διαφόρων κατοίκων τῆς Ὑπάτης, οἵτινες διϊσχυρίζονται, ὅτι ὑπέφερον πολλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος, καὶ ὅτι ἐκίνησαν ἀγωγὰς εἰς τὸ δικαστήριον περὶ ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ μένουν ἐκκρεμεῖς αἱ πλεῖσται, καὶ ζητοῦν νὰ συμβιβασθοῦν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, ἥτις, ἂν τὴν θεωρῇ σπουδαίαν, νὰ κάμῃ πρότασιν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ τοῦ Καπετανάκη, ζητοῦντος νὰ παραδεχθῇ ἡ Συνέλευσις δι’ ἀποφάσεώς της καὶ τοὺς λοιποὺς ἐπιλαχόντας Πληρεξουσίους Οἰτύλου πρὸς ἀποφυγὴν σκανδάλων.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι παράνομον, διότι αὐτὸ εἶναι τετελεσμένον, καὶ εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ἀναφορά.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῆς Κύθνου, φέρουσα πολλὰς ὑπογραφὰς, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται, ὅτι τοὺς ἐστερήθη τὸ δικαίωμα νὰ πέμψωσι Πληρεξουσίους· ἔχει πολλὰς ὑπογραφὰς καὶ λαλεῖ μάλιστα καὶ περὶ τοῦ Κυρίου Σταθοπούλου. Πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ Συνέλευσις ἠμπορεῖ νὰ ἀποφασίσῃ.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ, διότι καὶ αὐτὸ εἶναι δεδικασμένον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἀναφορὰ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν.
§27ΒΑΣΟΣ. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ ἀναφορὰ αὕτη οὔτε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ὑπάγῃ, καθόσον ἅπαξ ἀπεφάνθη καὶ ἀπεφάσισεν ὁριστικῶς· τὸ δεδικασμένον δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐγγίζωμεν, διότι εἶναι πολὺ κακὴ ἀρχή. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισεν, ὅτι ὁ Σταθόπουλος αὐτὸς ἀποκλείεται τοῦ περιβόλου τῆς Συνελεύσεως, ἀπεφάσισε συγχρόνως, ὅτι ἡ ἐπαρχία θὰ στερηθῇ καὶ ἑνὸς Πληρεξουσίου, δηλαδὴ ἀντὶ νὰ δώσῃ 4, θὰ δώσῃ 3· ὑπάρχει ψήφισμα, καὶ εἶναι δεδικασμένον καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§29ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει δεδικασμένον (ὁ Κ. Α. Λόντος διακόπτει τὸν ῥήτορα). Μοῦ κακοφαίνεται πολὺ νὰ διακόπτουν, διότι οὕτω προέρχονται ἀτοπήματα· καὶ μοῦ κακοφαίνεται πολὺ τὸ ἄτοπον νὰ προέρχεται ἀπὸ τοιούτους ἀνθρώπους (καταβαίνει τοῦ βήματος).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖτε νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
§31ΠΟΛΛΟΙ. Ναί.
§32ΕΤΕΡΟΣ. Ὄχι.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ θέλοντες νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴν, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη νὰ παραπεμφθῇ. Μοὶ ἐνεχειρίσθη τώρα μία ἀναφορὰ ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου Ἀνδρέου Νοταρᾶ, δι’ ἧς λέγει, ὅτι ἀδίκως κατηγορεῖται αὐτός τε καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ὡς ἀντεπαναστάται καὶ ἐξαιτεῖται τὴν παῦσιν τῶν καταδιώξεων.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν ἐκθέσεις τινὲς ἀπὸ τὰς ἐπιτροπὰς, ὡς ἀπὸ τὴν Οἰκονομικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὴ πρότασιν τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου Θηβῶν καὶ ἔχει καὶ τὴν γνωμοδότησιν.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Αὕτη ἀνεγνώσθη, καὶ ὅσα ἀνεγνώσθησαν εἶναι ὑπὸ συζήτησιν. Νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡμερησία διάταξις εἶναι ἡ ἐξακολούθησις περὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐθνοφυλακῆς, διότι ἀπεφασίσθη μὲν, ἀλλὰ μένει ἡ σύνταξις τοῦ κειμένου τοῦ ψηφίσματος· ὑπάρχουν διάφοροι προτάσεις, ἀλλὰ προηγουμένως ἐζήτησαν τὸν λόγον ἐπὶ ἀντικειμένου τινὸς προσωπικοῦ ὁ Κύριος Βατικιώτης κατόπιν ὁ Κύριος Ῥήγας Παλαμίδης.
§38Ρ. ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Παραχωρεῖ εἰς ἐμὲ ὁ Κύριος Βατικιώτης;
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν παραχωρῇ, τότε ἔχετε τὸν λόγον.
§40Ρ. ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀκροασθῆτε καὶ ἐμὲ, νὰ δώσητε τὴν προσοχήν σας δι’ ὀλίγας στιγμὰς καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον θέλω φέρει εἰς γνῶσίν σας. Δὲν ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ζητήσω ἐξαιρέσεις ἀπέναντι τοῦ νόμου· εἶμαι πολὺ φιλότιμος οὐ μόνον ὡς πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅταν σπερμολογίαι προσβάλωσι τὴν ὑπόληψίν μου νὰ ἐπιζητῶ τὴν ἱκανοποίησιν διὰ τῆς νομιμότητος. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον, Κύριοι, εἰς τὸν βαθμὸν, εἰς ὃν ἔφθασεν ἡ κατάστασις τῆς ἐπικειμένης ἀνακρίσεως, (δὲν ἐννοῶ δ’ ἐνταῦθα εἰδικῶς οὐδὲ τὸν Κύριον Ἀνακριτὴν, οὐδὲ τὸν Κύριον Εἰσαγγελέα) ἀποβαίνει εἰς τρόπον σκανδαλωδέστατον, ὁ ὁποῖος δὲν σᾶς λανθάνει. Ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ παραπονεθῶ ἐνώπιόν σας ὡς πρὸς συναδέλφους, καὶ νὰ ζητήσω οὐχὶ τὴν ἀνάκλησιν τῶν ἔργων τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ τὴν προσοχὴν, ἥτις ἀπαιτεῖται εἰς αὐτὴν, καὶ μάλιστα ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἴδους, ὥστε νὰ μὴ λαμβάνῃ ὁ ὑποκείμενος εἰς αὐτὰς ἄνθρωπος μεγαλειτέραν ποινὴν, ἀφ’ ὅ,τι ἤθελε καταδικασθῆ καὶ πρὸ αὐτῆς τῆς καταδίκης του, διότι ἡ ἔντεχνος προκατάληψις τῆς κοινῆς γνώμης εἶναι πολὺ μεγαλητέρα καὶ πλείονα δεινὰ ἐπιφέρει καθ’ ὁποιουδήποτε πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ἢ αἱ καταπιεστικώτεραι δικαστικαὶ καταδίκαι, διότι τὸ μεγαλείτερον κτῆμα καὶ τὸ σπουδαιότερον θέλγητρον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι τὸ κριτήριον αὐτῆς τῆς κοινῆς γνώμης. Μεταξὺ τῶν διαδοθέντων, Κύριοι πληρεξούσιοι, περὶ διασπορᾶς χρημάτων Βαυαρικῶν ἢ ἄλλων, ἀγνοῶ πῶς συμπεριεπλέχθη ἀπὸ κακοβούλους καὶ τὸ ὄνομά μου. Ἀλλ’ οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδωκα εἰς τοιαύτην γελοιώδη γλωσσαλγίαν, πεποιθὼς εἰς τὴν ἀλήθειαν, μετὰ θάῤῥους ἐπροχώρουν νὰ ψηφοφορήσω μεθ’ ὑμῶν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀνακρίσεως, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐσυζητοῦμεν τὰ περὶ τούτου ἐνταῦθα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατηρήσεως τῆς ὑπαρχούσης τάξεως καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ διορισμοῦ ἐκτάκτου ἑπταμελοῦς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὸ Πληρεξουσίων κατὰ τὴν γνώμην τινῶν. Ἔχων οὕτω πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνάκρισιν, ἐθεώρουν ἀφ’ ἑτέρου τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν, διευθυνομένην ὑπὸ προσώπων καταλλήλων καὶ αὐστηρῶν. Δυστυχῶς ὅμως, Κύριοι Πληρεξούσιοι, ὡς συνέβη εἰς τὴν πρὸ ὀλίγου γενομένην ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν τριῶν μελῶν τῆς μὴ ἀποκατασταθείσης Κυβερνητικῆς Ἐπιτροπῆς ἀντὶ τῆς καταλυθείσης ἰσαρίθμου καὶ οὔτε ἡ μυστικὴ ψηφοφορία, τὴν ὁποίαν ἐν πεποιθήσει ὑπερησπίσθην καὶ ἐγώ, ἀνελπίστως ἀπέδειξεν ὅλως τ’ ἀνάπαλιν τῆς ἐπελθούσης ἐπὶ τὸ αὐτὸ φανερᾶς ψηφοφορίας· οὕτω πως, Κύριοι, βλέπω καὶ σήμερον δυστυχῶς προεικονιζόμενα τὰ ἀποτελέσματα καὶ τῆς ἰσχυσάσης προτάσεως κατὰ τῆς προταθείσης καὶ μὴ ἐγκριθείσης περὶ Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἔργων τῆς ἀνακρίσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ τοῦ νὰ μὴ ἤθελε προβαίνει αὕτη ἀτάκτως καὶ σκανδαλωδῶς, διὰ νὰ ἐνεργῆται ἀκραιφνῶς, ἄνευ οὐσιωδῶν παραλείψεων, ἄνευ ὑπερβολῶν καὶ διὰ τῆς δεούσης ἐχεμυθίας καὶ ταχύτητος. Δὲν ἔρχομαι νὰ προσβάλω, Κύριοι, τὸν σκοπὸν οὕτω καὶ τὸν δρόμον τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλ’ ἐνῷ ἐφοβούμην, ὅτι τὰ ἑπτὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἦσαν ἐπίφοβα εἰς τὴν διάδοσιν τῆς μυστικότητος, σήμερον βλέπω ναυαγήσασαν τὴν πρότασιν, ὅτι εἰς μόνον τὸν εἰσαγγελέα καὶ ἕνα ἀνακριτὴν ὑπάρχει ἠσφαλισμένη ἡ μυστικότης. Πολλὰ λέγονται, καὶ ἔμαθον ἤδη, ἀλλὰ δὲν ἔρχομαι εἰς ἀβέβαια νὰ ἐνισχυθῶ, ἔρχομαι νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ἐπετρέπετο εἰς τὸν Κύριον Ἀνακριτὴν ἢ τὸν Κύριον Εἰσαγγελέα νὰ ἐξετάσωσι πλαγίως πως τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐγκλήματος, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ ἐνεργήσωσι μὲ ὅλην τὴν μυστικότητα, μὲ ὅλον τὸν ἔντιμον καὶ πρόσφορον τρόπον, μάλιστα δὲ πρὸς ἄνδρας, οἵτινες εἶναι ἀποχρώντως φερέγγυοι, διαμένουσι σταθερῶς ἐνταῦθα καὶ φέρουσι δημόσιον χαρακτῆρα. Πρὸ τριῶν ἢ πέντε ἡμερῶν προσήχθησαν αἴφνης καὶ ἄνευ γνώσεώς μού τινος ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως πολλοὶ ἐκ τῶν ἐνταῦθα μεσιτῶν ἐπὶ τῶν συναλλαγμάτων καὶ ἐξητάσθησαν, ὁποῖαι ἦσαν αἱ τοιαῦται δοσοληψίαι μου μετ’ αὐτῶν, εἰς πόσα χρήματα ἀνέβαινον αὗται καὶ πόσα ἐπλήρωσα ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου ἐν. ἔτους καὶ ἐντεῦθεν, πρὸς δὲ καὶ εἰς ποίου εἴδους νομίσματα. Τοῦτο δὲ ἐγένετο τόσον πανδήμως καὶ σκανδαλωδῶς, ὡς νὰ ἐγένετο ἐπὶ δημοπρασίας. Ἠξεύρετε καλῶς, Κύριοι, πόσον δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐκτίθενται οὕτω πως αἱ ὑπολήψεις τῶν πολιτῶν καὶ αἱ οἰκιακαὶ περιστάσεις αὐτῶν. Ἐνῷ, ἂν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὰ τῆς ἀνακρίσεως εἶχον ὑποψίαν τινὰ, ἠδύναντο νὰ μάθωσιν ἀπὸ ἐμὲ τὸν ἴδιον ὅσα εἶχον ἀνάγκην, καὶ ἠδύναντο νὰ προβῶσι σκοπιμωτέρως διὰ τοῦ μέτρου τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης, παρὰ νὰ ἐκμεταλλευθῇ διὰ μέσων προσβλητικῶν καὶ ὅλως ἀκαταλλήλων ἡ ὑπόληψίς μου, καὶ οὕτως ἐπιτυχέστερον ἤθελον ἐξαχθῆ ἀπὸ τῆς ἀπάτης, χωρὶς νὰ προκληθῇ προπαρασκευαστικὸς καὶ ἐπιπλαστικὸς χαρακτὴρ ἀνυπάρκτου καὶ ἰδανικῆς πράξεως ἢ τοῦ συκοφαντουμένου ἐγκλήματος, καθ’ ὅσον καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει πραγματικῆς ἐνοχῆς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ τις μεγαλειτέραν καταδρομὴν καὶ πικρίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐγὼ κατὰ τὴν χθεσινὴν κυριακὴν, ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς ὁποίας διαχυθείσης τῆς φήμης διὰ σπουδαιοτέρας σπερμολογίας τῶν ἄλλων ἡμερῶν καθ’ ὅλην τὴν πόλιν, ὅτι δῆθεν συνεπείᾳ τῶν τοιούτων ἀνακρίσεων ἐφυλακίσθην καὶ ὅτι κλητῆρες ἐφύλασσον τὴν οἰκίαν μου, ὅτε σχεδὸν ἅπαντες οἱ πολῖται συνεκινήθησαν καὶ μετὰ μεγάλης περιεργείας ἔτρεχον νὰ μάθωσι τὴν ἀλήθειαν τοῦ τοιούτου ἀκούσματος, ἐπισκεφθέντες πρὸς τοῦτο πολλοὶ καὶ αὐτὴν τὴν οἰκίαν μου. Καὶ ταῦτα πάντα διεδόθησαν δυστυχῶς ἀπὸ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐννοῶ δὲ τὴν ἰδίαν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀνάξιά τινα ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης της, καὶ τοῦτο εἶναι βέβαιον. Διστάζω, Κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ πιστεύσω, ὅτι ὑποκρύπτεται εἴς τινας κακοβούλους πρόθεσις καὶ ἐπιθυμία μεμηχανευμένη καταδιώξεως τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, τῇ συναρωγῇ τῶν ὁποίων ἐξεδιώχθη τῆς Πατρίδος ὁ τύραννος, καὶ ὅτι οὗτοι θέλουσι σήμερον ν’ ἀποδώσωσι πρὸς αὐτοὺς διὰ παντὸς δόλου τὸ ἀντίστροφον τοῦ ἀναδειχθέντος πατριωτισμοῦ των καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, προδίδοντες οὕτω πολὺ μακροτέραν τὴν μελέτην των πρὸς τὴν τοιαύτην κακοβουλίαν. Ἀπολύτως ὅμως πιστεύω, ὅτι ἡ ὑμετέρα κυριαρχικὴ ἀρετὴ δὲν θέλει παρασυρθῆ πώποτε εἰς τὰς παγίδας τῆς τοιαύτης ἐπιβουλῆς. Ἀλλὰ καὶ τοιαύτης κατηγορίας ὑφισταμένης, πέποιθα, ὅτι θέλετε ἐπιμείνει ἀνενδότως εἰς τὴν δέουσαν ἐξέτασιν καὶ ἐξακρίβωσιν μεθ’ ὅλης τῆς προσοχῆς καὶ ἀμεροληψίας, καὶ διὰ τρόπου ἀνήκοντος εἰς λαοὺς πεπολιτισμένους καὶ χαρακτῆρα φέροντας ἀληθοῦς συνταγματικῆς ἐλευθερίας, μάλιστα δὲ πρὸς ἄνδρας δόντας δείγματα πολυειδῆ τῆς πατριωτικῆς πρὸς τὸ ἔθνος διαγωγῆς των. Πρὸς αὐτὸ τοῦτο εὐαρεστήθητε, Κύριοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἵνα ὑπομνήσω ἐνταῦθα καὶ τὰ περὶ ἐμοῦ ἐν ὅλῃ τῇ δυνατῇ συντομίᾳ, καὶ χωρὶς νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας. Διατρέχω ἤδη, Κύριοι, τὸ ἑβδομηκοστὸν σχεδὸν ἔτος τῆς ἡλικίας μου, καὶ τεσσαράκοντα δύω πλήρη ἔτη ἐν τῷ ἱερῷ ἀγῶνι καὶ τῇ ἀδιακόπῳ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρίδος. Δὲν ἐδείχθην κατώτερος τῶν συγχρόνων μου κατὰ τὴν ἐθνικὴν παλιγγενεσίαν πρωταγωνιστῶν· ἅπαντες γνωρίζετε εὐτυχῶς καὶ ἐμὲ καὶ τὰς ἐκδουλεύσεις μου, ἔνιοι μὲν προσωπικῶς, ἔνιοι δὲ διὰ τῆς παραδόσεως τῶν πατέρων σας· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα ἢ τὸ καθῆκόν μου, διανύων τὸ στάδιόν μου στρατιωτικῶς τε καὶ πολιτικῶς μὲ τὴν ἀψηφησίαν πάσης θυσίας καὶ τὴν περιφρόνησιν παντὸς κινδύνου εἰς τὴν αἰσίαν εὐόδωσιν τοῦ σκάφους τῆς πατρίδος καὶ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, καὶ ἔχων πάντοτε τὴν ἀρχὴν καθ’ ὅλας τὰς ἐθνικὰς Συνελεύσεις νὰ σέβωμαι τὰς ἐλευθερίας καὶ νὰ ὑπερασπίζω ὅλαις δυνάμεσι τὰ δίκαια τοῦ πολίτου, τὴν δημοσιότητα καὶ τὰ ἀπαράγραπτα τοῦ τύπου δικαιώματα. Τὰς ἀρχὰς ταύτας διετήρησα ἀνειδότως καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Κυβερνήτου, καθ’ ἃς ὑπηρέτησα κἀγὼ ἐπίσης εἰς ἐξόχους θέσεις, δικαιώσας τὴν τοιαύτην τιμὴν καὶ κατὰ τὰς τότε περιστάσεις μὲ τοσοῦτον ζῆλον, συνείδησιν καὶ τόλμην ὑπὲρ τῶν κοινῶν συμφερόντων, ὥστε δὲν εἶναι περιττὸν νὰ μάθωσιν οἱ μὴ εἰδότες, ὅτι, ἐὰν οἱ τότε ἐν Ὕδρᾳ καὶ ἀλλαχοῦ λεγόμενοι ἐπαναστάται ἐκ τῶν σημαντικωτέρων πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ἀνδρῶν, δὲν ἔχωσιν εἰς τὴν ῥάχιν των μίαν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, τούτου εἶμαι αἴτιος ἐγὼ αὐτός. Ὅτε ὁ Κυβερνήτης μετὰ τὴν ἀποτέφρωσιν τῶν ἐν Πόρῳ ἐθνικῶν πλοίων προσεκάλεσε μίαν τῶν ἡμερῶν ἐν τῷ παλατίῳ του τινὰς ἐκ τῶν τότε Γερουσιαστῶν, ἐν οἷς καὶ ἐμὲ ὡς τοιοῦτον ἐκ τῶν ἑξήκοντα ὑποψηφίων τῆς ἐν Ἄργει Συνελεύσεως, διὰ νὰ πείσῃ αὐτοὺς περὶ τοῦ εὐλόγου τῆς ὁποίας κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐξέδοτο φρικαλέας προκηρύξεώς του εἰς τὸ πανελλήνιον πρὸς ἀποκήρυξιν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων ὀνομαστὶ ὡς ἐθνοφθόρων, καὶ τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ συστήσῃ καὶ πρὸς τὸ σῶμα τῆς Γερουσίας πρὸς καταψηφισμὸν, ἀποταθεὶς μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς καὶ πρὸς ἐμὲ, καὶ ἐρωτήσας με πῶς μοὶ ἐφάνη τὸ ἐμπεριεχόμενον αὐτῆς, ἔλαβε παρ’ ἐμοῦ ἀπάντησιν, ὅτι μόνη ἡ Ἐξοχότης του ἦτο εἰς θέσιν νὰ τὴν ἐκτιμήσῃ, ὡς συντάκτης αὐτῆς, καὶ ἀμέσως μᾶς ἐγκατέλιπεν, ἀποσυρθεὶς μετ’ ἀγανακτήσεως· αὐθημερὸν δὲ ἔπεμψεν αὐτὴν καὶ εἰς τὸ Σῶμα τῆς Γερουσίας, ἀλλ’ ἡ αὐτὴ τόλμη καὶ αἱ προσπάθειαί μου ἔφερον τὸν σκοπὸν αὐτῆς εἰς ναυάγιον. Καθόσον καὶ ἐν τῇ συνεδριάσει ἐκείνῃ ἀποφατικῶς ἐψήφισα, καὶ ἀκολούθως ὑπῆρξα ὁ μόνος ἐκ τῶν τριῶν μελῶν τῆς διορισθείσης πρώτης ἐπιτροπῆς ἐκ Γερουσιαστῶν κατὰ τὸν τότε νόμον ἐπὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐγκλημάτων τῆς ἐσχάτης προδοσίας, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καλῇ ὥρᾳ, ὅστις ἐτόλμησα μὲ προφανῆ κίνδυνον νὰ ἐξαιρέσω καὶ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα τῆς Γερουσίας ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐκδικάσεως διὰ τῆς μόνης ἐπισήμου παραιτήσεώς μου ἐπὶ τῷ ἀκαταμαχήτῳ λόγῳ, ὅτι κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου δὲν ἠδύναντο τὰ ἅπαξ ἀποφανθέντα πρόσωπα ὑπὲρ ἢ κατὰ ὁπωσδήποτε περὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως νὰ χρησιμεύσωσι καὶ πάλιν ὡς δικασταὶ αὐτῆς, ὡς τὰ πρακτικὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μαρτυροῦσι, καὶ ν’ ἀπαλλάξω οὕτω τὸ ἔθνος ἀπὸ τὸν καταποντισμὸν καὶ τὸν πολιτικὸν κλύδωνα, οἵτινες τὸ ἐπηπείλουν, ἐὰν ἔπιπτον διὰ τῆς πολιτικῆς ῥᾳδιουργίας αἱ κεφαλαὶ τῶν ἐξόχων ἐκείνων ἀνδρῶν, ἐπὶ τῶν θυσιῶν καὶ ἐκδουλεύσεων τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἀκράδαντος καὶ περίδοξος ἡ μεγάλη πυραμὶς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Γένους. Οὐχ ἧττον δὲ δὲν ἠρνήθην τὸ πολιτικόν μου θρήσκευμα καὶ κατὰ τὰς πονηρὰς ἐκείνας ἡμέρας τῆς τριακονταετοῦς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος, ὅστις καίτοι εὑρών με Γερουσιαστὴν καὶ μέλος τῆς ἐν Προνοίᾳ Συνελεύσεως, μόλις καὶ μετὰ βίας μὲ κατέταξεν εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας κατὰ τὸ 1838, ἐπὶ τῷ μηχανεύματι τῆς οὐδετερώσεως τῆς σφοδρότητος τοῦ πατριωτικοῦ μου ζήλου ὑπὲρ τῶν κοινῶν τῆς Πατρίδος συμφερόντων, ἀλλ’ ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων τοῦ ἐγέννησε μὲν ταχέως τὴν μεταμέλειαν, παρακαίρως ὅμως μετεμελήθη. Αἱ ἔνθερμοι καὶ σφοδραὶ συζητήσεις μου ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ τύπου, ἡ ἐπίμονος ὑποστήριξίς μου, ἀφορῶσα τὰ δικαιώματα τῶν ἀγωνιστῶν, ἡ ὑψωθεῖσα φωνή μου περὶ τῆς ἀπελεύσεως τοῦ Βαβαρικοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ ἐκ πολιτῶν Ἑλλήνων κατὰ τὸν νόμον τῆς ἀπογραφῆς, οἱ κεραυνοβόλοι κτύποι μου κατὰ τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ ἡ σπουδαία συμμετοχή μου εἰς τὸ δημιούργημα τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου τῆς Σεπτεμβριανῆς μεταπολιτεύσεως εἶναι καὶ τὰ τότε ἆθλα, τὰ ὁποῖα φέρω ἐπὶ τῆς ῥάχεώς μου καὶ τὰ ὁποῖα λευκαίνουν σήμερον τὰς γεροντικάς μου τρίχας, καὶ χρησιμεύουν ὡς πηγαὶ δικαιωμάτων τῆς Ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, Κύριοι, ἂν καὶ ἀνέδειξαν τὸ ἄκρατον τοῦ πατριωτισμοῦ μου, δυστυχῶς ὅμως δὲν μὲ ηὐνόησαν ὑλικῶς· ἡ πάλη καὶ ὁ ἀγὼν, τοὺς ὁποίους ἐπροξένησεν ἡ ἀντίδρασίς μου κατὰ τῶν ἐπιβούλων τῆς δυναστείας σκοπῶν, καὶ τῶν ἐπεμβάσεων αὐτῆς κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, καὶ ἰδίως κατά τε τὴν Σεπτεμβριανὴν μεταπολίτευσιν, τὸν κατὰ τὰ 1844 ἐκλογικὸν περὶ Βουλευτῶν ἀγῶνα, ὅτε καὶ σημαντικαὶ δυνάμεις στρατιωτικαὶ ὑπὸ τὸν μακαρίτην Τζουρᾶ κατ’ ἐμοῦ ἐστάλησαν ὡς καὶ κατὰ τοὺς διαφόρους ἄλλους συναγωνισμοὺς καὶ πολιτικὰς περιστάσεις μὲ καθυπέβαλον καὶ εἰς ὑπερόγκους χρηματικὰς δαπάνας, αἵτινες μὲ ἐπεβάρυνον καὶ μὲ χρέη, τὰ ὁποῖα πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ὄθωνος ἦσαν ἀλλότρια ἐμοῦ. Οὐχ ἧττον ὅμως αἱ ἐπιθυμίαι αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν ὑλικὴν ἐξόντωσίν μου ἀπέτυχον καὶ ὡς πρὸς τὴν καταστολὴν τοῦ ζήλου μου ἐψεύσθησαν. Ἐδέχθην πεντάκις τὴν ὑπουργείαν εἰς κρισίμους τῆς Πατρίδος περιστάσεις, εἰς ἐποχὰς δηλ., κατὰ τὰς ὁποίας ἕκαστος ἐπτοεῖτο καὶ ἐδίσταζεν ἕνεκα τοῦ βάρους τῶν ἐθνικῶν ἀνωμαλιῶν, τὰς ὁποίας πάντοτε ἐγέννησεν ἡ ἀπερισκεψία καὶ ἐπίβουλος πολιτικὴ τοῦ προσώπου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐνετρύφα ἐπὶ τοῦ θρόνου. Ἐδέχθην πάντοτε τὸ Ὑπουργεῖον οὐχὶ διὰ νὰ ὑπηρετήσω ἰδιοτελεῖς σκοποὺς, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιχύσω βάλσαμον εἰς τὰς πληγὰς τῆς Πατρίδος καὶ νὰ ἐμποδίσω αὐτὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀπὸ πλείονα δεινά. Ἡ βραχύμηνος ὅμως ὑπηρεσία μου μαρτυρεῖ, ὅτι μόλις τὸ σκάφος τῆς πολιτείας ἐβελτιοῦτό πως διὰ τῶν προσπαθειῶν μου, καὶ πάραυτα μὲ ὑπεχρέωνεν ὁ καταχθονισμὸς νὰ ἀσπάζωμαι ἑκὼν ἄκων τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Λαοπρόβλητος Ὑπουργὸς τῆς 3 Σεπτεμβρίου δὲν ἔμεινα ὡς τοιοῦτος πλέον τῶν τριῶν μηνῶν. Εἰς τὰ 1847 μόλις ἔμεινα ἕνδεκα. Κατὰ δὲ τὰ 1852, 1854 καὶ 1859 οὐχὶ πλέον τῶν ἕξ, ἰδίως δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν Ὑπουργείαν μου, ἧς τὰ ἀποτελέσματα καὶ πρόσφατα εἶναι καὶ ἀντηχοῦσιν εὐαρέστως εἰς τὰς ἀκοάς σας. Ἡ Βουλὴ τῶν 62 εἶναι μάρτυς τῶν πατριωτικῶν μου σχεδίων καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ περιώνυμος ἐκείνη Βουλὴ ὑπῆρξεν ἔργον τῆς πολυομμάτου μερίμνης μου ἐπὶ τῆς ἐξασκήσεως τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀντίστασίς μου διὰ τὴν μὴ πραγματοποίησιν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐπέμεινεν ὁ καταχθονισμὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ περὶ τῆς ἰδιότητος τῶν προλυτῶν ὡς ὑπευθύνων συντακτῶν τῆς δημοσιογραφίας, καθὼς καὶ ἡ πρώτη παρ’ ἐμοῦ διάταξις εἰς τὰς διοικητικὰς τοῦ Κράτους ἀρχὰς περὶ τῆς εὐρείας δικαιοδοσίας καὶ ἁρμοδιότητος τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Συντάγματος, περὶ ἐλευθεροτυπίας, καὶ τέλος ἡ ἀπόκρουσίς μου εἰς τὴν ἔλευσιν στρατιωτικῆς Ἀστυνομίας πρὸς ἐπιτήρησιν τῆς Δημοσίας τάξεως, ὅτε δὲν ἐδίστασα νὰ καταθέσω ὁριστικῶς καὶ ἀνεκκλήτως τὸ χαρτοφυλάκιον. Εἰσελθὼν καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Γερουσίαν μόλις καὶ μετὰ βίας κατὰ τὸ 1853 χάριν ὁμοίων περιστάσεων μὲ τὰς προκαλεσάσας τὴν εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἰσαγωγήν μου, οὐδὲ καὶ τότε ἐδείχθην ἀρνησίθρησκος τῶν πολιτικῶν μου ἀρχῶν. Αἱ φάλαγγες τῆς ἀντιπολιτεύσεως μὲ ἔχουσιν ἤδη υἱοθετήσει καὶ κατατάξει εἰς τὸ μητρῷον τῆς φιλοπάτριδος αὐτῶν οἰκογενείας· οὐδεὶς δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ τὴν ἐπίμονον ἀντιπολίτευσίν μου ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ἀντιπολίτευσιν, ἥτις δὲν ἔλειψε νὰ παραγάγῃ γλυκεῖς τοὺς καρποὺς τῶν μόχθων της. Δὲν ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ τις ἀποτελεσματικώτερα, ἀναλογιζόμενος τὸ εὐάριθμον τῶν ἀθλητῶν καὶ τοὺς κεραυνοὺς τῆς Κυβερνητικῆς ἀντιδράσεως. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Ὄθωνος Κύριος Μπότσαρης ἐπ’ ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε παρὰ τῆς Γερουσίας τὴν ἄδειαν τῆς ἀπολύτου καὶ ἀνευθύνου ἐξασκήσεως τῶν πράξεων τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατὰ τῶν ἐν Ναυπλίῳ φεβρουριανῶν, ἐνθυμεῖσθε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, ὅτι μόνος λαβὼν τὸν λόγον ἀπήτησα τὴν ἐντὸς τῶν νόμων ἐξάσκησιν καὶ τὸν ἀποκλεισμὸν αὐτῆς ἀπὸ πᾶσαν πρᾶξιν, ἐξερχομένην τῶν ὅρων τοῦ Συνταγματικοῦ κύκλου. Ἡ τοιαύτη διαγωγή μου ὤφειλε νὰ ὑπερχειλίσῃ τὴν χολὴν τῶν Βασιλικῶν προσώπων κατ’ ἐμοῦ. Δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τὴν περίστασιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπουσιάζοντος τοῦ Ὄθωνος, ὁ τότε Ὑπουργὸς Κύριος Σμολένσκης, καθυποβαλὼν εἰς τὴν Ἀμαλίαν πρότασιν περὶ τῆς καθυστερουμένης ἀπονομῆς Στρατιωτικῶν βαθμῶν πρὸς ἀνταμοιβὴν καὶ ἱκανοποίησιν τῶν ἐκδουλεύσεων ἐμοῦ καὶ τῶν Κυρίων Ῥούφου, Χρηστακοπούλου καὶ Ζαχαρίτσα κατὰ τὸ ἰσχύον μητρῷον, ἐδέχθη εἰς ἀπάντησιν, ὅτι ἡ πρότασίς του ἤθελε κριθῆ παραδεκτέα, ἐὰν ἔλειπε τὸ ὄνομα τοῦ Παλαμίδου, καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ Κύριος Σμολένσκης Ὑπουργὸς μὲν ἤδη τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι ταύτην τὴν στιγμὴν παρὼν διὰ νὰ σᾶς βεβαιώσῃ περὶ τῆς ταυτότητος τοῦ γεγονότος τούτου. Ποτὲ, Κύριοι, ἀγαθοποιὸς ὁ Ὄθων εἰς ἐμὲ δὲν ἐδείχθη. Τὰ Δημόσια κατάστιχα ἐφ’ ὅλης τῆς τριακονταετοῦς δυναστείας ου οὐδόλως φέρουσιν οὔτε τὸ ὄνομά μου, οὔτε ἐκεῖνο τῶν τέκνων μου εἰς ὑποτροφίαν τινὰ ἢ βοήθημα ἠθικόν τι ἢ ὑλικόν. Μάλιστα δὲ κατὰ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ μου ἐπὶ τοσοῦτον ἐξεχειλίσθη ἡ κακία του, ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατετάχθη οὗτος εἰς τὴν φάλαγγα τῶν Βουλευτῶν, ὥστε ὁ υἱός μου οὗτος ἀπεκλείσθη πάσης ὑπηρεσίας ἔκτοτε. Ὕστερον λοιπὸν ἀπὸ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ποῖοι λόγοι δύνανται νὰ σᾶς πείσωσιν, ὅτι ἐγὼ ἤθελον προβῆ κατὰ τὴν λοιδορίαν τινῶν κακοβούλων μετὰ τὴν σύμπραξίν μου αὐτὴν εἰς τὴν ἔξωσιν τοῦ Ὄθωνος πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτοῦ τε καὶ τῆς δυναστείας του; δὲν ἤμην ἐγὼ εἷς τῶν θεμελίων λίθων τοῦ μεγάλου ἔργου τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἐπαναστάσεως καὶ τῶν συνεργησάντων πρὸ αὐτῆς, καταφρονήσας τοὺς προφανεῖς κινδύνους τῆς ὑπάρξεως ἐμοῦ τε καὶ τῆς οἰκογενείας μου καὶ τῶν προνομίων τῆς ἰσοβίου δημοσίας θέσεώς μου; Δὲν πιστεύω νὰ ἀρνηθῶσι τοῦτο οἱ ὡς τοιοῦτοι ἀναγνωρισθέντες συνάδελφοί μου, καὶ τὸ ὁποῖον ὁμολογοῦν καὶ αὐτοὶ οἱ λίθοι ἀκόμη. Ἐὰν δὲ δὲν ἔλαβον τότε καὶ ἄμεσον μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, τοῦτο ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς καθαρᾶς αὐταπαρνήσεώς μου. Μόνος ἐγὼ, Κύριοι, μετὰ τὴν 10 8βρίου, ὅτε οὐδὲν ἐλέχθη ἐν τῷ ἐκδοθέντι τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως ψηφίσματι περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς διαδοχῆς τοῦ Βαβαρικοῦ οἴκου, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἐξεφράσθη ἡ Συνέλευσις ἐσχάτως, μόνος, λέγω, ἐγὼ μετὰ τῶν ἐντίμων συναδέλφων μου πληρεξουσίων τῆς Μαντινείας διὰ τῆς προκηρύξεώς μας τῆς 23 Νοεμβρίου π. ε. ἐκηρύχθημεν καὶ κατὰ τῆς Βαβαρικῆς δυναστείας, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν εὐαρεστήθητε ὅπως ἀκροασθῆτε τὸ ἐμπεριεχόμενον τοῦ ά. παραγράφου τῆς ἐν λόγῳ διακηρύξεώς μας. Συμπολῖται καὶ συνεπαρχιῶται! «Καταπεσούσης τῆς Βαβαρικῆς δυναστείας, πρόκειται ἤδη νὰ ἐκλέξητε τοὺς ἀντιπροσώπους ὑμῶν πρὸς καταρτισμὸν Ἐθνοσυνελεύσεως, τῆς ὁποίας ἔργον ἔσεται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς μελλούσης τύχης τοῦ Ἔθνους κλπ......» Ἐν Τριπόλει, τῇ 23 9βρίου 1862. Ρ. Παλαμίδης, Κ. Μανέτας, Θ. Μ. Πετρινὸς, Κ. Γ. Ἀντωνόπουλος, Δ. Γ. Ζέγγελης, Ι. Η. Πύρλας, Ι. Κ. Παπαζαφειρόπουλος, Κ. Κωνσταντόπουλος. Λοιπὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοιούτων καὶ τηλικούτων προηγουμένων, εἰς τίνα ἐπιτρέπουν αἱ ἀρχαὶ τῆς λογικῆς νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ πραγματοποιήσω σκοπὸν, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐξήντλησα ὅλα τὰ μέσα μου; Τίς ἀναλαμβάνει τὴν μεγάλην εὐθύνην ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς του καὶ ἀπέναντι τοῦ σεβασμοῦ τῆς κοινῆς γνώμης νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐγὼ κατὰ τὰς στιγμὰς τῶν κινδύνων ἐπροκινδύνευον κατὰ τοῦ Ὄθωνος, καὶ σήμερον κατὰ τὰς στιγμὰς τῆς νηνεμίας κατήντησα εἰς τὴν ἀπόγνωσιν νὰ ἀσπασθῶ τὸ μελανωθὲν κράσπεδόν του; Εἶναι τρανὴ βλασφημία, κύριοι, ἡ τοιαύτη φαντασία! Ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέχρι τοῦδε, μὲ ἐδίδαξε ποικίλας τὰς ἀντιφάσεις τῶν πραγμάτων πρὸς τὴν λογικήν. Ἐπὶ μόνης δὲ τῆς ποικιλίας ταύτης στηριζόμενος, δύναμαι νὰ εἴπω, πιθανὸν νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῷ κόσμῳ καὶ ἄνθρωποι, οἵτινες ἀρέσκονται νὰ φρονῶσι πᾶν ὅ,τι ἀντιφάσκει εἰς τὰς λογικὰς ἀρχὰς, ἢ πλανῶνται ἀπὸ ἰδέας συγκεχυμένας, τὰς ὁποίας προκαλεῖ ἡ προφανὴς τῶν πραγμάτων ἄγνοια, ἢ καὶ ὑπέρμετρος διαστροφὴ τῆς ψυχῆς των. Ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι δὲν ἀποτελοῦσι μέρος τῶν ὑγειῶς φρονούντων, καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδὲ λόγος περὶ τούτων πρέπει νὰ γίνηται. Μολαταῦτα ἂν παρατηρῇ τις τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην ἐπὶ τῶν χαρακτήρων εὐαρίθμων τινῶν ἰδιωτῶν, δὲν εἶναι τόσον λυπηρὸν, κύριοι, ὅσον ὅταν βλέπῃ τις τὴν τοιαύτην διαγωγὴν ἐπαγγελλομένην ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τὴν διαγωγὴν τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ἡ προστασία τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τῶν πολιτῶν. Τὰ ὄργανα τῆς ἀνακρίσεως οἱασδήποτε πληροφορίας καὶ ἂν εἶχον, ὤφειλον νὰ προστρέξωσι παρ’ ἐμοὶ καὶ νὰ μοὶ ζητήσωσι δικαιολόγησιν ἀπέναντι ὑπαρκτικῆς καὶ ὡρισμένης κατηγορίας· ἠδύναντο νὰ ἐπικληθῶσι τὰ κατάστιχά μου διὰ νὰ ἀντλήσωσι πληροφορίας ἐπὶ τῶν δοσοληψιῶν μου, καὶ οὐχὶ νὰ προσπαθῶσι νὰ πλάσωσι κατηγορίαν ἐν γωνίᾳ καὶ παραβύστῳ καὶ νὰ παρίστανται ὡς κήρυκες ἐπὶ δημοπρασίας, ἀλλαλάζοντες τὸ «ἐπιζητοῦμεν κατηγορίαν κατὰ Παλαμίδου, τίς μετ’ αὐτοῦ συνδέεται διὰ δοσοληψιῶν;» ὡς παρὰ τοῖς ἀρχαίοις οἱ κήρυκες ἐξεφώνουν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις καὶ ἐν ταῖς ἀγοραῖς τό, τίς ἀγορεύειν βούλεται; Ἡ τοιαύτη διαγωγὴ δὲν εἶναι συνταγματικὴ, εἶναι ἐπιλήψιμος, εἶναι ἀκαταλόγιστος. Ὁ Ὄθων ἀπεπέμφθη τῆς πατρίδος μας ἕνεκα τῶν τοιούτων πεπονηρευμένων ἕξεών του, ὡς καταφρονητὴς τῶν νόμων, ὡς συκοφάντης καὶ ἐνασμενιζόμενος ἐπὶ τῇ ἠθικῇ καὶ ὑλικῇ καταστροφῇ τῶν πολιτῶν. Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν ἡμεῖς δὲν ἀποκρούσωμεν τὰς τοιαύτας ἀρχὰς καὶ δὲν βαδίσωμεν ἀκραιφνῶς τὸν δρόμον τῆς νομιμότητος, θέλομεν δείξει διὰ τῆς τοιαύτης συμπεριφορᾶς μας, ὅτι ἡ δυναστεία αὐτοῦ κατὰ τύπον μὲν κατέπεσε, κατ’ οὐσίαν δὲ ὑφίσταται. Πρέπει νὰ δείξωμεν, ὅτι παρῆλθε πλέον ἡ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πάθη, αἱ συκοφαντίαι καὶ αἱ μνησικακίαι ἐπηρεάζουν τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν διαβήματα καὶ ἐν τοιαύτῃ πονηρᾷ περιστάσει ὑμεῖς οἱ πληρεξούσιοι τοῦ ἔθνους, οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰς φιλελευθέρους ἀρχὰς τῆς αὐστηρᾶς δικαιοσύνης ἐπ’ ὀνόματι αὐτῆς, πρέπει διὰ τῆς ἀμερολήπτου ἐξακριβώσεως τῶν γεγονότων νὰ παραδειγματίσητε τὴ τοιαύτην ἀντεθνικὴν τάσιν διὰ νὰ ἱκανοποιήσητε πᾶσαν ἀδίκως διασυρομένην ὑπόληψιν τῶν πολιτῶν, καὶ μάλιστα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον τὴν τιμὴν νὰ περιβληθῶσι μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς ἃς ἀνήκουσι. Δὲν ζητῶ ἐξαιρέσεις, Κύριοι, δὲν ζητῶ παραχωρήσεις, ἢ προνόμια, ἢ χάριτας· ζητῶ δικαιοσύνην, ζητῶ ἀμεροληψίαν, εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν ὁποίων ἀπᾴδει ὁ ἐξιστορηθεὶς τῆς ἀνακρίσεως τρόπος, πᾶσα ἀπρεπὴς καὶ διὰ σάλπιγγος οἱονεὶ ἀναζήτησις κατηγόρων καὶ αἱ μεμηχανευμέναι διαδόσεις ψευδῶν φημῶν παρὰ τῆς πληθύος τῶν κλητήρων καὶ τῶν ἀνακριτικῶν καὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Ἔχω τὸ θάῤῥος, Κύριοι, νὰ μὴ φεισθῶ καταθέσεως ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ τούτου συλλόγου καὶ ἄλλων περισσοτέρων λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον σᾶς συγκινήσει καὶ σᾶς θορυβήσει πλέον ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρασιωπήσω ταύτας, καθόσον προβλέπω, ὅτι σεῖς οἱ ἴδιοι θέλετε μὲ διακόψει, λέγοντές με, μὴ, Κύριε Παλαμίδη, οἰκιακὰς ἐξομολογήσεις.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια, ὄχι, ὄχι.
§42ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Διὰ τοῦτο οὐδὲν ἄλλο ζητῶ, παρ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν ἀνήκουσαν προσοχὴν ἐπὶ τῆς ποιότητος τῶν ὀργάνων, τῶν διεπόντων τὴν ἀνάκρισιν, ὅπως μὴ μεταβάλληται εἰς σκάνδαλον ἡ φωτοφόρος δὰς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀληθείας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος βεβαίως δὲν ἐνέκρινα τοὺς ἑπτὰ ἐφορευτὰς ἐκ πληρεξουσίων, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ὀφείλουσι νὰ μὴ καταχρῶνται καὶ οἱ διευθύνοντες τὴν ἀνάκρισιν τῶν καθηκόντων των, καθιστάμενοι ἀπόλυτοι εἰς τὰς ἐνεργείας των· ἔπρεπε νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐξιδιασμένην ταύτην περίστασιν ὁ ὡριμώτερος τῶν δικαστῶν καὶ ὁ σοβαρώτερος τῶν εἰσαγγελέων. Μόλον τοῦτο δὲν μὲ πειράζει. Λέγω ὅμως, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τρέξωμεν τὸ στάδιον τῆς ἀληθείας καὶ οὐχὶ ἐκεῖνο τὸ τῶν σκανδάλων, συκοφαντιῶν καὶ ποταπῶν ἐκδικήσεων. Θὰ ὄψωνται καὶ θὰ μετανοήσωσιν ἀναμφιβόλως ὅσοι, μεταχειριζόμενοι τὰ τοιαῦτα, αἰτοῦσι νὰ συμπληρώσωσι πᾶν ὅ,τι ἡ νομιμότης δὲν τοῖς ἐπέτρεψε. Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ πνιγῇ ἢ ν’ ἀπολεσθῇ σήμερον εἷς, δύω ἢ τρεῖς ὑπὸ τοῦ πνιγηροῦ τοῦ χειμάῤῥου ῥεύματος, ἀλλὰ τοῦτο θέλει ἔχει συνεπείας τρομεράς. Τὴν φωνὴν ταύτην δικαιοῦμαι νὰ ὑψώσω, Κύριοι, οὐ μόνον ὑπὲρ τῆς ἰδίας μου ὑπολήψεως, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ ἐκείνης τῶν πολιτικῶν μου φίλων καὶ πάντων τῶν συμπολιτῶν μου κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, οἵτινες ἐπιδαψιλεύσαντές μοι πάντοτε τὴν ἐμπιστοσύνην των καθ’ ὅλα τὰ μετρούμενα ἤδη 12 ἔτη ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἐν γνώσει μ’ ἀπέστειλαν καὶ ἤδη πληρεξούσιον μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου. Μὴ πρὸς Θεοῦ διαπράξητε τὸ ἀδίκημα, ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ φωνὰς ῥᾳδιουργίας καὶ ὀχλαγωγίας, ἀλλ’ ἐξετάσατε τὴν ἀλήθειαν μὲ τρόπον εὔσχημον καὶ ἀξιοπρεπῆ, καὶ ὑμᾶς τιμῶντα καὶ τοὺς συκοφαντουμένους δωρεὰν συναδέλφους σας ἱκανοποιοῦντα. Μολαταῦτα, Κύριοι, ὅλαι αἱ τοιαῦται γλωσσαλγίαι εὐτυχῶς δὲν ἴσχυσαν κατὰ τὰς προσπαθείας τινῶν νὰ κλονίσωσι τὰς πεποιθήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἀλλοίμονον ὅταν αὗται ἤθελον κλονισθῇ ἐπὶ μικρὸν καὶ καθ’ οἱουδήποτε. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι μὲν εὐερέθιστος ἕνεκα τῆς ζωηρότητός του, ἀλλ’ οὐχ ἧττον παρακολουθεῖ τοῦτον τὸ μέγα προτέρημα τῆς συναισθήσεως ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν καὶ τῆς πείρας ἐπὶ τῶν ἐγνωσμένων χαρακτήρων τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους εἶδε πάντοτε ὑπερασπιστὰς τῶν δικαιωμάτων του. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ναυαγοῦσιν αἱ ῥᾳδιουργίαι, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀνεκτίμητον καὶ ἀκαταμάχητον ἀγόρευσιν τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, ἥτις διηρμήνευσεν ἡμῖν καθαρώτατα, ὅτι εἰς μόνην τοῦ λαοῦ τὴν ἀρετὴν νὰ ἐναποταμιεύσωμεν πρέπει ἁπάσας τὰς χρηστὰς ἡμῶν ἐλπίδας. Εἰς τὴν τοιαύτην τοῦ λαοῦ ἠθικὴν κατάστασιν ἐναυάγησαν καὶ χθὲς ἅπασαι αἱ κατ’ ἐμοῦ καταχθόνιοι ῥᾳδιουργίαι καὶ δὲν ἐκινδύνευσεν ἀδίκως ἀνὴρ, ὅστις ἕνεκα τῶν ὑγειῶν αὐτοῦ ἀρχῶν κατέστη κάρφος εἰς τὰ ὄμματα τῶν κακοβούλων. Ἡ τοιαύτη ἀρετὴ τοῦ λαοῦ μοὶ ἀπέδωκεν ὅσας οἷόν τε συμπαθείας καὶ περιποιήσεις, διὸ καὶ δικαίως κτῶμαι τοῦ δικαιώματος, ὅπως ἀποτανθῶ καὶ πρὸς τὰς ὑμετέρας συνειδήσεις.
§43Τ. ΒΑΣΟΣ. Κύριοι ἀντιπρόσωποι, χαίρομαι, διότι ἡ ἀγόρευσις τοῦ προλαλήσαντος Κ. πληρεξουσίου ἠλευθέρωσεν αὐτὸν ἀπὸ τὸ βάρος μιᾶς φήμης κακῆς, τὴν ὁποίαν, ὡς ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὄργανα τῆς ἐξουσίας διέδωκαν εἰς τὴν πόλιν. Εἶμαι εὐτυχὴς, Κύριοι, διότι προτίθεμαι νὰ ἀντιτάξω εἰς τὸν προλαλήσαντα ἐπί τινων μερῶν τοῦ λόγου αὐτοῦ, ἅτινα φρονῶ ἀσθενῆ, ἅτινα φρονῶ μὴ μὲ τὸν νόμον συνᾴδοντα. Κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν ποσῶς οὔτε τὸν προλαλήσαντα νὰ προσβάλω, τὸν ὁποῖον ἄλλως τε πολὺ ὑπολήπτομαι καὶ σέβομαι, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ νόμου καὶ τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ὁ προλαλήσας κατ’ ἐμὲ κριτὴν ἠδίκησε. Κύριοι, ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἐλευθέρα εἰς τὴν ἐνέργειάν της, εἶναι μία ἐξουσία, ἥτις εἶναι ἀνωτέρα εἰς τὸ ἔργον της ὅλων τῶν ἐξουσιῶν, ὁπότε αὐτὴ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της, οἱ πάντες πρέπει νὰ σιωποῦν καὶ νὰ ὑπακούουν εἰς αὐτήν. Ἂν, Κύριοι, οἱ λειτουργοὶ τῆς δικαιοσύνης σφάλλουν, ἡ δικαιοσύνη τιμωρεῖ αὐτούς, οὐδέποτε ὅμως δύναται νὰ ῥυθμισθῇ ἡ πορεία αὐτῆς, οὐδεὶς ἐπ’ αὐτῆς δὲν ἔχει δικαίωμα, οὔτε ἡμεῖς, οὔτε κἀνείς. Ἀλλὰ μὲ τὴν γενικὴν αὐτὴν ἔκφρασιν, Κύριοι, δὲν θέλω λείψει νὰ ἔλθω μερικώτερον νὰ σᾶς ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν περιστάσεων, αἵτινες σήμερον ὑφίστανται καὶ τὰς ὁποίας πάντες γνωρίζετε. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ὁ προλαλήσας ἀνέμνησεν ἡμῖν, Κύριοι, τοὺς ἀγῶνάς του, ἐπίσης σᾶς ἀνέμνησε τὰς θυσίας του, τὰς πολλὰς ὑπὲρ τῆς πατρίδος ὑπηρεσίας αὐτοῦ· εἶναι ἀληθῶς σεβασταί, καὶ ὅλης τῆς ἐπαναστατικῆς ἐκείνης γενεᾶς αἱ πράξεις εἶναι σεβασταί, πολὺ δὲ περισσότερον ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ τὸ γνωρίζωμεν, πάντες ἡμεῖς ἔχομεν συμφέρον εἰς αὐτό. Ἀλλά, Κύριοι,— καὶ παρακαλῶ τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσῃ — οἱ ἀγῶνες, τὰ ἆθλα δύνανται νὰ στεφανώσουν τοὺς ἀνθρώπους, ἡ ἐνοχὴ νὰ τοὺς καταδικάσῃ. Θέλω νὰ σᾶς ἐνθυμίσω τὸν Ῥωμαῖον ἐκεῖνον, ὅστις προσέφερε τὰς μεγαλυτέρας ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομά του, ἔτυχε νὰ ἐγκληματήσῃ καὶ ἦλθεν εἰς τὴν καταδίκην· τοὺς ἔδειξε τὸ Καπιτώλιον, θέλων νὰ τοὺς εἴπῃ, ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὸ ἔσωσα· τί εἶπον οἱ ῥωμαῖοι, νὰ ἀπέλθῃ νὰ δώσῃ δίκην εἰς μέρος ὅπου δὲν φαίνεται τὸ Καπιτώλιον. Οἱ Σπαρτιᾶται ἐστεφάνωσαν τὸν Παυσανίαν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐτιμώρησαν. Κύριοι, ὁμιλῶ οὕτω, διότι ὁ λόγος τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, ὅστις ἦτο γενικός, δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τὸ ἄτομον τοῦ προλαλήσαντος κατ’ ἐμέ, ἴσως ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ προσώπων, τὰ αὐτὰ φερόντων προσόντα, εἰς διάφορον δὲ εὑρισκομένων θέσιν. Κύριοι, γινώσκετε τὰς περιστάσεις, ἴσως εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς συζητήσεώς τινος τῆς αὐτῆς μὲ τὴν παροῦσαν φύσεως πλέον καθαρᾶς ὅμως, ἀκούω μίαν φήμην, εὔχομαι νὰ ᾖναι ψευδής· ἴσως, Κύριοι, ἡ δικαιοσύνη ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ σᾶς ζητήσῃ τὴν ἄδειαν, νὰ κρατήσῃ τινὰς ἐξ ἡμῶν. Εὔχομαι, Κύριοι, ἐπανειλημμένως σᾶς εὔχομαι νὰ μὴν ἦσαν ἀληθεῖς· λέγω νὰ ᾖναι αἱ πληροφορίαι μας ψευδεῖς, ἤθελον εἶσθαι εὐτυχής, ἂν τοῦτο ἦτον, ἀλλὰ θὰ λυπηθῶ διὰ τὸ ἐναντίον. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ἐρωτήσητε τὸν ἔντιμον ἀντιπρόσωπον, διατί καταφέρεται κατὰ τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, τί ἔπραξαν οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι Κύριοι! ποῦ γνωρίζει ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος τὴν πορείαν τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἂν ἔπραξε καλὰ ἢ κακά. Ἐν τούτοις, ἐν τίνι δικαιώματι ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος μᾶς εἶπεν ἀπ’ ἐδῶ νὰ φροντίσωμεν νὰ κανονίσωμεν τὴν διαγωγὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ νὰ τῆς εἴπωμεν νὰ ᾖναι προσεκτική, νὰ πράξῃ οὕτως ἢ ἄλλως; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ ἔντιμος προλαλήσας παραγνωρίζει τὰ καθήκοντα τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι ἀντιπρόσωποι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει ἀπεριόριστα δικαιώματα, εἶναι κυριαρχικὸν Σῶμα, ἀλλὰ μόνον τοῦ Θεοῦ τὰ δικαιώματα εἶναι ἀπεριόριστα, πᾶν δικαίωμα ἀνθρώπινον ἔχει περιορισμόν. Μία Συνέλευσις, ἥτις εἶναι ἀπόῤῥοια μιᾶς ἐπαναστάσεως, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της εἰς τὴν πορείαν της τοὺς νόμους καὶ τὴν δικαιοσύνην. Κύριοι, οὐδέποτε ἐνόησα τὴν ἐπανάστασιν εἰς τὴν ἀνηθικότητα εἰς τὴν διαφθοράν, εἰς τὴν βίαν· ὁσάκις αἱ ἐπαναστάσεις ἔτρεξαν πολύ, ἐγκλημάτισαν, ὁσάκις ὅμως φανῶσι δειλαὶ, ἐχάθησαν. Δὲν ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ σᾶς ζητήσω, οὔτε κεφαλάς, οὔτε αἷμα, ἐξ ἐναντίας ἡ τιμὴ τῆς ἐπαναστάσεώς μας, ἥτις ἦτον ἀναίμακτος, ἐπιθυμῶ νὰ διατηρηθῇ πληρέστατα καὶ θέλει εἶσθαι ἔτι μεγαλητέρα ἡ τιμὴ αὐτῆς, καὶ θέλει εἶσθαι μεγάλη ὡς ἡ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις, ἀλλ’ αὕτη πρέπει νὰ ἔχῃ ὅρια, ὅταν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ὡς λέγουσι, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ἐντὸς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἀκόμη ὑπάρχουν ἄτομα, ἐργαζόμενα κατὰ τῆς πατρίδος· ὅταν, Κύριοι, κινδυνεύῃ τὸ παρὸν, ὅταν τὸ πᾶν κινδυνεύωμεν νὰ χάσωμεν, ὅπερ κατωρθώσαμεν διὰ τόσων θυσιῶν, ἐκτὸς ἂν θέλητε νὰ χάσωμεν τὴν αὐτονομίαν μας, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, λίθος ἐπὶ λίθου δὲν θὰ μείνῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ φανῶμεν ἐνοχλητικοὶ, νὰ περιορίσωμεν τὴν δικαιοσύνην, νὰ μὴ τὴν ἀφήσωμεν νὰ ᾖναι τολμηρά. Κύριοι, ὅταν εἴπωμεν νὰ διορισθῇ μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, πῶς μᾶς ἐπολεμεῖτε;
§44ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διακόπτων ἀπὸ τὴν θέσιν του. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὐδεὶς νὰ συκοφαντῇ τὸν ἄλλον.
§45ΒΑΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν τὸν Κύριον πληρεξούσιον. Κύριοι, δὲν μὲ κινοῦσιν οὔτε αἱ συμπάθειαι, οὔτε αἱ ἀντιπάθειαι· ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος ὁ προλαλήσας, ἂν ἐνθυμῆται καλῶς, θέλει ἰδεῖ, ὅτι ὀφείλω ἴσως εἰς αὐτὸν εὐγνωμοσύνην τινὰ, εὐγνωμοσύνην, Κύριοι, ἠθικὴν, ἕνεκα ἠθικῶν λόγων, διότι σᾶς ὁμολογῶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ἂν ὑπῆρξαν ἄνθρωποί τινες, οἵτινες ὕψωσαν τὴν φωνὴν αὐτῶν ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας μου, εἶναι καὶ ὁ ἔντιμος προλαλήσας· ἔπρεπε νὰ ἔχω λοιπὸν πολλὴν γενναιότητα νὰ ὁμιλήσω, καθὼς ὡμίλησα. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶπον, ὅτι ἡ προκειμένη συζήτησις θὰ ἦτο καλὸν νὰ μὴ λάβῃ χώραν· ἔπρεπε, Κύριοι πληρεξούσιοι νὰ μὴ λάβῃ χώραν, διότι βεβαίως ἤθελε σπρωχθῇ, διότι συνήθως ὠθοῦμεν τὰ πράγματα, παραφερόμεθα καὶ ὁ εἷς προβαίνει πλέον τοῦ ἄλλου καὶ τοιουτοτρόπως φθάνομεν εἰς ἓν σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ, τὸ ἐπάθαμεν προχθές. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι δὲν δύναταί τις οὔτε νὰ ζητήσῃ τι ἀπὸ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἤδη, διότι ἡ συζήτησις εἶναι ἀόριστόν τι, οὔτε νὰ ἔχῃ τι θέμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀναπτύξῃ ἢ θέλει νὰ τὸ ἀνατρέψῃ. Ἡ Συνέλευσις προχθὲς, Κύριοι, ἀπεφάνθη, εἰποῦσα, ὅτι, ἐπειδὴ ἐξέλεξε μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως κατὰ φυσικὸν λόγον ἀναθέτει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως· ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἔχει ἁρμοδίους ὑπαλλήλους τοὺς λειτουργούς της, οἵτινες ἐκπληροῦσι τὰ ἔργα αὐτῆς· ἂν ἔχωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν ἐγὼ ὁ πρῶτος τὴν ἔχω, καὶ εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς αὐτὰς ὅμως τὰς περιστάσεις βλέπω μίαν πορείαν ἀληθῶς καθαρὰν, πατριωτικὴν, ἂν καὶ εἶμαι φανατικὸς ἐχθρὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἂς τὴν ἀφήσωμεν νὰ κάμῃ τὸ χρέος της νὰ συλλάβῃ καὶ ἐμὲ καὶ ὁποιονδήποτε, ἂν ᾖναι ὕποπτος καὶ ἂς μὴν ἐρχώμεθα, Κύριοι, νὰ ἀναμιμνησκώμεθα τοὺς ἀγῶνας ἡμῶν, ἢ νὰ λέγωμεν, ὅτι μᾶς κατηγορεῖ, θὰ μᾶς κατηγορήσῃ ἡ δικαιοσύνη. Κατηγορήθησαν, Κύριοι, ἄνθρωποι καὶ ἀπεδείχθησαν ἀθῶοι· ἡ κατηγορία εἰς κανένα δὲν φέρει μῶμον, λοιπὸν προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ᾖναι περιττὴ, νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνάκρισις, νὰ προβῇ θαῤῥαλέως εἰς τὴν πορείαν της, ἡ δὲ Συνέλευσις εἶναι ἑτοίμη νὰ ὑποστηρίξῃ πᾶσαν πρᾶξιν προερχομένην ἐκ τῆς ἐξουσίας διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§47ΒΑΣΟΣ. Ἂν ὅμως οἱ ὑπάλληλοι τῆς δικαιοσύνης συκοφαντοῦν κἀνένα, ὑπάρχουν νόμοι, ἂς κατηγορηθοῦν, ἂς τιμωρηθοῦν.
§48ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι, φαίνεται, ὅτι ὁ συνάδελφός μου Κύριος Βάσος ἕνεκα τῆς ἀποστάσεως τῆς ἕδρας του δὲν κατώρθωσε νὰ μὲ ἐννοήσῃ καλῶς· ἐγὼ δὲν ζητῶ οὔτε προνόμια, οὔτε περιστολὴν τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλ’ ἐπιζητῶ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου τὸ κατὰ νόμον ὅσον οἷόν τε τάχιον πέρας αὐτῆς. Εἶπον δὲ καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ὁ τρόπος τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἀνακρίσεως διὰ τῆς διαδόσεως τῆς ἀποχρώσης ἐχεμυθίας καὶ τῆς ἐξετάσεως τῶν διαφόρων μεσιτῶν περὶ τῶν ἰδιαιτέρων δοσοληψιῶν μου καὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν ἐτεχνάσθη σκανδαλωδῶς κατὰ τῆς ὑπολήψεώς μου, ἡ ὁποία δυνάμει τῶν νόμων δὲν θέλει βεβαίως μείνει ἀνικανοποίητος. Ἡ ἀνάκρισις, ἐὰν παρὰ τοῦ νόμου τῇ ἐπετρέπετο νὰ ἐνεργήσῃ τοιαύτας προκαταληπτικὰς ἐξετάσεις, ὤφειλε νὰ μὴ ἀπομακρυνθῇ τῆς δεούσης ἐχεμυθίας καὶ εὐπρεπείας· πρὸς τὸν σκοπὸν μόνον τοῦτον ἔθιξα τὸν βίον μου, μὴ ἐπιτρέπων οὐδεμίαν μεροληπτικὴν ἐξαίρεσιν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἀπαιτῶν καὶ πλείονα τὴν προσοχὴν περὶ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας. Δι’ αὐτὸ τοῦτο εἶπον, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὄχι ὀλιγώτερον τοῦ Κυρίου Βάσου ὑπολήπτομαι καὶ οὐδεμίαν κατ’ αὐτῆς χολὴν ἔχυσα, καθὸ ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων της, μὴ ἐξαιρουμένων οὐδ’ αὐτῶν τῶν ἀνακριτῶν, καὶ συνισταμένην ἐξ ἀνδρῶν μὴ ἀναμαρτήτων, ἐνδεχόμενον νὰ ἐπλανήθη εἰς τὴν διάγνωσιν τῶν ποιοτήτων τῶν διεπόντων τὴν ἀνάκρισιν ὀφείλει ὅμως νὰ ἐπιτηρῇ τὴν διαγωγὴν αὐτῶν καὶ νὰ ἐπανορθώνῃ τὰ ἡμαρτημένα. Εἰς αὐτὸ τοῦτο ἐπανερχόμενος καὶ ἤδη, δὲν ἔχω σκοπὸν εἰμὴ νὰ ἐπιστηρίξω τὴν ὁποίαν ἀπενείμαμεν εἰς αὐτὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ ὑπενθυμίσω τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης αὐτῆς. Παρεπονέθην δὲ μόνον ὁριστικῶς κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἀνακρίσεως ἕνεκα τῆς μνημονευθείσης διαγωγῆς αὐτῶν καὶ μάλιστα κατὰ τῆς τοῦ Κ. εἰσαγγελέως.
§49ΥΠΟΥΡ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, δυστυχῶς περὶ τίνος ἐπρόκειτο, διότι εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν τοῦ κυρίου Παλαμίδου ἤμην ἀπών· ἡ τελευταία του ὅμως ὁμιλία μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ὑποθέτω, ὅτι δῆθεν περὶ μόνον τῶν ἐπιληφθέντων τὴν ἀνάκρισιν ὑπαλλήλων ἐῤῥέθησάν τινα, ἢ ὅτι δὲν ἐτηρήθη ὁ δρόμος ἐκεῖνος, ὃν ἀπαιτεῖ καὶ τὸ πρὸς τοὺς ἀνακρινομένους τυχὸν σέβας ἕνεκα τῆς ὑπολήψεως καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, καὶ ἡ ἁβροφροσύνη εἰς πληρεξούσιον, ὅστις ἀναντιῤῥήτως διέπρεψε καὶ εἰς ἄλλας ἐποχάς, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὡς ἄτομον ἔχω ἰδιάζουσαν ὑπόληψιν. Ἀλλά, Κύριοι, φρονῶ καὶ θεωρῶ καθῆκον, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει κἀνὲν καθῆκον νὰ ἐπεμβαίνῃ οὐδὲ νὰ διαγράφῃ τὸν δρόμον, ὃν ἡ ἀνάκρισις θὰ ἐξακολουθήσῃ. Εἶμαι θιασώτης τῆς ἀρχῆς — εἰς οὐδενὸς τὴν θέλησιν νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἄν τινες θελήσουν νὰ ἐπέμβῃ ἡ Κυβέρνησις, εἶμαι ὁ πρῶτος, ὅστις θὰ ῥίψω τὸ χαρτοφυλάκιον. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ εἰσαγγελεὺς, κατὰ τοῦ ὁποίου παραπονεῖται ὁ Κ. προαγορεύσας, ἂν, λέγω, ὁ κύριος εἰσαγγελεὺς δὲν ἐτήρησε τὴν πρέπουσαν ἐκείνην διαγωγήν. Πρῶτον ἀκούων ἤδη τὸ τοιοῦτον θὰ ἐπιστήσω πᾶσαν τὴν προσοχὴν, μολονότι δὲν παρέλειψα, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐπελήφθη ἡ ἀνάκρισις τῶν ἔργων της, οὐδὲν, ὥστε νὰ μὴ δυσαρεστηθῇ ἡ ὑπόληψις κἀνενὸς πρὶν ἢ ὑπάρξουν ἐνδείξεις καὶ ἀποδείξεις. Ὑπόσχομαι καὶ πάλιν, ὅτι θὰ ἐπιστήσω ἄγρυπνον τὴν προσοχήν μου, καθόσον ἀφορᾶ τὴν διαγωγὴν τοῦ εἰσαγγελέως. Καθόσον δ’ ἀφορᾶ τὰ διαδοθέντα, ὅτι δῆθέν τινες, τὸ ὁποῖον εὔχομαι νὰ μὴ ἐπαληθεύσῃ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ διαβεβαιώσω, διότι ὀφείλω ν’ ἀπέχω πάσης συμμετοχῆς εἰς τὴν ἀνάκρισιν, νὰ μὴ ἀκολουθήσω τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ Ὄθων διέγραψεν, ὥστε ἡ ἀνάκρισις νὰ ἐνεργῆται ὑπὸ τὰ ὄμματά του, ὅπως εἶπον, δὲν ἔχω κἀμμίαν συμμετοχὴν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ὥστε δὲν γνωρίζω ἂν ἐνοχοποιοῦνταί τινες ἢ μὴ τῶν πληρεξουσίων. Ἂς ᾖναι δὲ βεβαία ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἂν τυχὸν ὁ εἰσαγγελεὺς ἔλθῃ καὶ ζητήσῃ τὴν φυλάκισίν τινων τῶν Κυρίων πληρεξουσίων, θὰ ἦμαι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν αὐτὴν ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦτο. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν μοῦ εἶπε, οὔτε ἐζήτησα νὰ μοῦ ὑποβληθῇ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὰ διαδιδόμενα ἔξω δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὑπόστασίν τινα.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν περὶ τούτου, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§51ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι, ὅταν ὁ συμπληρεξούσιος ἡμῶν Κύριος Παλαμίδης ἔλαβε τὸν λόγον, οὐδόλως εἶχα σκοπὸν, ἵνα ὁμιλήσω, μὲ ἠνάγκασεν ὅμως νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἡ ἀγόρευσις τοῦ διαδόχου αὐτοῦ. Βεβαίως, καθ’ ὃν τρόπον ὁ Κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς ἐπελάβετο ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, οὐδὲν δύναταί τις νὰ ἀντείπῃ. Ἔλεγεν, ὅτι κατὰ τοὺς συνταγματικοὺς κανόνας ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰς πράξεις τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς κατὰ τὰς νομικὰς καὶ συνταγματικὰς διατάξεις, δὲν θέλω νὰ τὸ παραδεχθῶ ἐν πράγματι, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον ἀφιερούμενος εἰς τὸν πατριωτισμὸν, εἰς τὰς ἀρετὰς τὰς προσωπικὰς τοῦ σήμερον διέποντος τὰ τῆς δικαιοσύνης. Κύριοι, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, εἶναι ζήτημα πολιτικὸν· ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων λίαν ἐσπουδασμένως ὅλος ὁ Εὐρωπαϊκὸς κόσμος ἐνησχολήθη, καὶ οἱ νομικοὶ ἡμῶν δύνανται νὰ ἐπιμαρτυρήσωσι, φρονῶ, ὅτι εἰσέτι ἀκριβῶς δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα, καὶ δὲν διεχωρίσθη ἀπὸ τὰ καθαρῶς ἐγκληματικὰ ἔργα, εἶναι ὅμως ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἐπροχώρησεν εἰς τὴν λύσιν ἡ κοινωνία, ὥστε εἰς τὰ πλεῖστα κράτη κατηργήθη ἡ κεφαλικὴ ποινὴ διὰ τὰ λεγόμενα πολιτικὰ ἐγκλήματα, τὰ ἐγκλήματα τῆς ἐσχάτης προδοσίας. Λοιπὸν, ἀφοῦ ἀναντιῤῥήτως ὑπάρχει μεγίστη διάκρισις, ἕπεται, ὅτι, ἂν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δὲν φροντίσῃ νὰ ἐνεργῇ οὕτως, ὥστε νὰ διατηρῇ τὴν θέσιν της ἀξιοπρεπῶς, καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις αὐτὴ ὄχι μόνον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα ἀείποτε, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἐπεμβαίνῃ. Κύριοι, ἠγόρευσα ὑπὲρ τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἐψήφισα κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἐγὼ ἔκρινον ἄλλως πως τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς παρ’ ὅπως ὁ Κύριος Μαυρομιχᾶς τὴν ἐπαρουσίασεν εἰς ἐπιψήφισιν. Ἐνόησα καὶ ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα καταδιώκονται πάντοτε ὑπὸ μίαν καὶ μόνην φάσιν. Βεβαίως ἐνταῦθα τὸ ἔγκλημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας, τὸ ὁποῖον εἰς οἱονδήποτε ἤθελε προστριφθῇ, τὸ ἔγκλημα τοῦτο εἶναι γενικὸν καὶ δὲν θέλω διόλου νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἔπρεπε νὰ μένῃ ὅλως ἀμέτοχος. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς εἶπε· δὲν θέλω νὰ μιμηθῶ τὸν Ὄθωνα. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπὶ Ὄθωνος κατεδίωξε, φαίνεται, μονομερῶς εἰς τὸ λεγόμενον τότε ἔγκλημα καθοσιώσεως τὴν συνωμοσίαν κ.λ., δὲν δύναται ὅμως νὰ ἀρνηθῇ τις, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τὸ κάλυμμα τοῦτο πλεῖστα ἀνομήματα δύνανται νὰ λάβωσι χώραν, καὶ ἐὰν μέχρι τοῦδε τίποτε δὲν εἴδομεν, ἠκούσαμεν ὅμως προπαρασκευαζόμενα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας· ἠκούσατε, ἅμα εἰσερχόμενοι εἰς τὸν περίβολον τοῦτον κρύφα, κρύφα λεγόμενα περὶ τοῦ γηραιοῦ Ῥήγα Παλαμίδη καὶ περὶ ἄλλων, ὅτι ἀπὸ ὥραν εἰς ὥραν περιμένεται ἡ αἴτησις συλλήψεως, ἐζήτησα τότε τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὴν ἐζήτησα συμπράττουσαν μὲ τὴν δικαιοσύνην, μὲ τὴν ἀνάκρισιν, καὶ τὴν ἐζήτουν λέγων, ὅτι νὰ συνεργήσῃ νὰ μὴ δύναται ἡ ἀνάκρισις νὰ συλλάβῃ, εἰμὴ τῇ γνώμῃ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀπέτυχον, δὲν ἕπεται ὅμως, φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἀτιμάσῃ ἄτομα, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συλλάβῃ ἄτομα. Προχθὲς, εἶναι γνωστὸν, ὅτι χρωμένη τοῦ οὕτω πως δικαιώματός της, τοῦ ἀπολύτου, ἡ δικαιοσύνη συνέλαβε καὶ στρατηγόν τινα. Ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν τῷ προσῆψαν, εἶναι ἡ αὐτὴ περὶ ἧς ὁ λόγος, τὸν ἔστειλαν εἰς τὴν φυλακὴν τῶν κακούργων· ὁ Κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς δὲν δύναται, πιστεύω, νὰ διϊσχυρισθῇ, ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι δικαίωμα ἀπόλυτον τῆς ἀνακρίσεως· αὐτὸς, τὸν ὁποῖον κατηγόρησε, καὶ τὸν ὁποῖον μετὰ πατριωτικοῦ θάῤῥους εἶπεν, ὅτι οὐδέποτε θέλει μιμηθῇ, ὅτι ἔλαβε διαγωγὴν ὅλως ἀντίθετον, ὅτε περὶ αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς δυναστείας αὐτοῦ ἐπρόκειτο, εἶχεν ὑπονοίας, ἐνδείξεις, ὅτι σῶμα ἀξιωματικῶν ἐσκέπτετο περὶ ἀνατροπῆς τῶν καθεστώτων, συνέλαβε πλείστους ἀξιωματικοὺς, βαθμὸν ἔχοντας πολὺ κατώτερον τοῦ στρατηγοῦ, ὃν συνέλαβε σήμερον ἡ δικαιοσύνη, καὶ μόλον τοῦτο, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων, δὲν τοὺς ἔθεσεν εἰς τὴν τάξιν τῶν κακούργων. Εἶναι βεβαιότατον, Κύριοι, καὶ παραδεδεγμένον, ὅτι ἡ κατηγορία δὲν πρέπει οὐδὲ νὰ προσάπτῃ μῶμον, ἀλλ’ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον φέρεται ἡ δικαιοσύνη ἢ ἡ ἐξουσία πρὸς τὸ ἄτομον ἀτιμάζει αὐτό. Ὁ Ὄθων ἐσεβάσθη τὴν κεκτημένην ὑπόληψιν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τοὺς ἔθεσεν εἰς πλοῖον ἐθνικὸν, μετὰ ταῦτα τοὺς ἔστειλεν εἰς τὸ εὐάερον Παλαμήδη, ὄχι ὅμως (διακόπτεται).
§52ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ ΤΙΝΕΣ. Καὶ εἰς τὸν Μεδρεσσέ.
§53ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὴν πορείαν τῆς ἀνακρίσεως, φρονῶ ὅμως, ὅτι δυνάμεθα νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τρόπον κατάλληλον τοῦ φέρεσθαι πρὸς τὰ ἄτομα. Κύριοι, προσέξατε πολύ! Τὰ ἐγκλήματα τὰ πολιτικὰ δύνανται ἄλλην νὰ ἔχουν τὴν ἐξωτερικὴν μορφὴν καὶ ἀλλοῦ νὰ θέλωσιν οἱ ὠθοῦντες νὰ τὰ φέρωσιν. Κύριοι, καὶ περὶ τῆς Συνελεύσεως ἐλέχθη, καὶ φρονῶ, ἐπειδὴ ἡ Συνέλευσις δὲν ἤθελε νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, διὰ νὰ θέσῃ ὅρια εἰς τὸν δρόμον τῆς ἐξουσίας, καὶ νὰ τὴν ἐμποδίσῃ νὰ συλλαμβάνῃ τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἐξουσίας, φρονῶ, ὅτι δύναται ἡ ἐξουσία ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησε, νὰ προχωρήσῃ καὶ εἰς τὴν σύλληψιν ἀντιπροσώπων, ἂν τοιοῦτον ζητῆται, καὶ οὐδεὶς, ἂν τοιοῦτον ζητηθῇ, ἤθελε νὰ ἀντείπῃ. Ἀλλ’ ἂς προσέξωμεν, παρατηρήσατε, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κινήματα βίαια ἔλαβον χώραν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐξωτερικὸν μὲν χαρακτῆρα εἶχον τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως βιαίως, καὶ μολαταῦτα ὅλος ὁ κόσμος μετὰ ταῦτα εἶδεν, ὅτι πλεῖστα τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐσκέπτοντο καλῶς ἢ κακῶς νὰ ἀνατρέψωσι μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία αὐτοὶ ἐνόμισαν, ὅτι δὲν θέλει πέσει διὰ τῆς Συνελεύσεως, προσέξατε εἰς τὸ κίνημα ἐκεῖνο, ἔλαβον, ὡς λέγεται, μέρος ἄνθρωποι μέλλοντες ὄχι νὰ ἀνατρέψωσι τὰ τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τὰ τῆς Ἑλλάδος. Φοβοῦμαι πολὺ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος ἤθελον κατορθώσει, ἤθελον εὔχεσθαι τὴν σύλληψιν πληρεξουσίων ὄχι 1, 2 ἢ 3, ἀλλὰ πολλῶν, ἵνα ἀτιμασθῇ τὸ ὄνομα τῆς Συνελεύσεως. (Θόρυβος). Προτείνω λοιπὸν, Κύριοι, νὰ σταλῇ ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως καταστήσῃ προσεκτικὴν τὴν ἀνάκρισιν καὶ κανονίσῃ τὴν διαγωγὴν καθόσον πρόκειται περὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων, συνιστῶ δὲ ἰδίᾳ, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ ἀρθῇ ἀπὸ τὴν φυλακὴν τοῦ Μενδρεσσὲ ὁ στρατηγὸς Χατζηπέτρος καὶ νὰ μεταφερθῇ εἰς ἄλλην φυλακήν.
§54ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§55ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι ὁ φίλος μου Ῥήγας Παλαμίδης εὑρέθη εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ἐνώπιόν σας· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ὑπόθεσις διαφεύγει ὁλωσδιόλου τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Συνελεύσεως καὶ δὲν δύναται καὶ δὲν ὀφείλει ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τοιούτων ἀορίστων πραγμάτων νὰ ἐπέμβῃ, νὰ παρενοχλήσῃ, νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως. Λαμβάνω τὸν λόγον ὡς δικαστικὸς ἄνθρωπος καὶ λέγω, ὅτι ἐν γένει ἡ ἀνακάλυψις τῶν ἐγκλημάτων πρέπει νὰ ᾖναι ἀπόλυτος· δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ κἀνεὶς περιορισμὸς, τὰ ἐγκλήματα πολλάκις καλύπτονται εἰς τὰ σκότη· ἐὰν ἡ ἀνάκρισις δὲν ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ βαδίσῃ ἐλευθέρως καὶ ἀπολύτως, τότε ἡ ἀνάκρισις ἀποτυγχάνει τοῦ σκοποῦ της. Εἴτε πληρεξούσιος εἶναι ὁ ὕποπτος, εἴτε ἄλλος ἄνθρωπος, ἡ ἀνάκρισις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν προσκαλέσῃ, διότι αὐτὴ γνωρίζει, εἰς αὐτὴν ἀνετέθη τὸ καθῆκον νὰ φέρῃ ἓν ἀποτέλεσμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς τὴν ἐνέργειάν της. Ἐὰν ὁ ἀνακριτὴς σφάλλῃ, ἐὰν ὁ ἀνακριτὴς παρεκτρέπηται, τότε πρέπει νὰ διατυπωθῇ μία ῥητὴ, μία σαφὴς κατηγορία κατ’ αὐτοῦ, καὶ αὐτὴ ἡ κατηγορία ἔχει δικαστὴν καὶ δικαστήριον· τὸ δικαστήριον τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν εἶναι τὸ ἁρμόδιον νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ καὶ ἐπιφέρῃ τὴν διόρθωσιν· αὐτὸ εἶναι, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάκρισιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο μέρος, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ὑποδίκων. Κύριοι, ὅταν ἡμεῖς ἐβασανιζόμεθα ἐπὶ τῆς πεσούσης δυναστείας εἰς τὰ κάτεργα ὅταν ἄνθρωποι ἔμενον ἄνευ τροφῆς, ἐγκαταλελειμμένοι ἀφ’ ὅλον τὸν κόσμον, καμμία φωνὴ δὲν ὑψώθη ὑπὲρ αὐτῶν. Σήμερον βεβαίως τὸ ἔθνος εὑρίσκεται εἰς ἄλλην κατάστασιν καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ παραλείψῃ τὰ καθήκοντα τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς ἀληθοῦς δικαιοσύνης. Πρὸ πολλοῦ ἐγνώρισα ἐκ πείρας τὴν ἀθλιότητα τῶν φυλακῶν, καὶ ἔλεγον, ὅτι ὅταν εὑρεθῶ εἰς θέσιν, ἂν ζήσω, ἔπρεπε νὰ ὑψώσω φωνὴν ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπότητος. Καὶ βεβαίως αὐτὸ εἶναι ἓν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἡ κοινωνία νὰ ἐκπληρώσῃ, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἓν ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία παραμελεῖ πολλάκις τὸ καθῆκον τοῦτο. Αὐτὸ ὅμως, τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι γενικόν· ἔρχομαι τώρα νὰ ὁμιλήσω εἰδικῶς περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα. Ὅταν θελήσετε νὰ δείξετε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ποῦ πρέπει νὰ ἔχῃ τοὺς ὑποδίκους, σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι πλέον ὑπεύθυνος, εἶσθε σεῖς ὑπεύθυνοι· ὅταν θὰ εἴπητε εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐκβάλετε τὸν δεῖνα ὑπόδικον ἀπὸ τὴν δεῖνα θέσιν, πρέπει νὰ ὑποδείξητε καὶ ποῦ νὰ τὸν βάλῃ. Ἐὰν ἐξέλθουν ἀπὸ τὸν Μεδρεσὲ, πρέπει νὰ σταλοῦν εἰς τὸ Ναύπλιον εἰς τὸ Παλαμήδιον, αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις, ὅπου πρέπει νὰ τεθοῦν. Λυποῦμαι πολὺ, διότι εὑρέθη ὁ Κ. Ῥήγας Παλαμίδης εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν τοῦ νὰ ἐκφράσῃ τὰ παράπονα του ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως· ποτὲ ὁ Κ. Ῥήγας Παλαμίδης δὲν ἔπρεπε νὰ ᾖναι, οὔτε ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι εἰς τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ φανοῦν ὕποπτοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἐὰν ὅμως ἡ ἀνάκρισις ἤθελε παρουσιάσει καὶ κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν καὶ ἐνδείξεις βεβαίας ἐνώπιον τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑνὸς ἀτόμου, πρέπει νὰ ὑποχωρήσωμεν.
§56Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προὐτιθέμην, Κύριοι, νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα διὰ νὰ ὑποστηρίξω φιλάνθρωπον πρότασιν τοῦ Κ. πληρεξουσίου ἐκ Βάλτου, ἀλλὰ δυστυχῶς μὲ ἀναγκάζει ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον διαδέχομαι, νὰ ἀφήσω πρὸς στιγμὴν τὴν ὑποστήριξιν ταύτης καὶ νὰ ἐκδράμω ὀλίγον μακρὰν αὐτῆς. Ἐὰν συνέπιπτε, Κύριοι, ἀντὶ τοῦ ὀνόματος ἐκείνου, περὶ τὸ ὁποῖον αἱ φῆμαι τῶν Ἀθηνῶν ἀσχολοῦνται, ἐὰν συνέπιπτεν ἀντὶ ἐκείνου νὰ ᾖναι τὸ ὄνομά μου, ἤθελον πνίξει τὴν θλίψιν εἰς τὴν καρδίαν μου, ἤθελον κυρτώσει ὑπὸ τὸ βάρος τῆς πικρίας καὶ τῆς θλίψεως, τὴν ὁποίαν ἤθελον αἰσθάνεσθαι, ἐὰν εἶχον συνείδησιν τῆς ἀθωότητός μου, ἤθελον περιμένει ν’ ἀναλάμψῃ μίαν ἡμέραν ἡ δικαιοσύνη διὰ νὰ φιμώσῃ τὰ στόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται διαδίδοντες τοιαῦτα· ἀλλ’ ἡ συνείδησις αὕτη τῆς πικρίας εἶναι εἰς τοὺς ἀνθρώπους κατὰ βαθμοὺς ἀνωτέρα ἢ μικροτέρα, ἑπομένως ἴσως ὁ βαθμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον τὴν ᾐσθάνθη ὁ προκαλέσας τὴν συζήτησιν ταύτην, ἦτον ἀνώτερος καὶ τὸν προήγαγεν εἰς ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς ἡμᾶς· δὲν ἐπίστευά ποτε, ὅτι οἱ διαδεχθέντες αὐτὸν ἤθελον ἐκλάβει, ὅτι σήμερον πρόκειται νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἀπόφασις περὶ ἀδείας τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς πληρεξουσίων καὶ προέβησαν εἰς συζητήσεις τοιαύτας δὲν πρόκειται τοῦτο καὶ ἤλθετε νὰ ὑποστηρίξετε τὸν νόμον· ὅλοι θὰ ὑποστηρίξωμεν τὸν Νόμον· δὲν θέλω ποτὲ συμφωνήσει μὲ ἕνα ὑπουργὸν τῆς παλινορθώτου βασιλείας τῆς Γαλλίας, ὁ ὁποῖος προκαλούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ν’ ἀποφανθῇ ἂν κατηγορῇ τὸν Λαφαγὲτ καὶ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι συνωμότουν πρὸς ἀνατροπὴν τῶν καθεστώτων, ἔλεγε, δὲν σᾶς ἐζήτησα τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, διότι δὲν σᾶς κατηγόρησα, καὶ δὲν σᾶς κατηγόρησα, διότι δὲν συμφέρει εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ συντάσσομαι μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μέλλουν νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον ἐφ’ ὅλας τὰς περιπτώσεις. Ἀλλὰ μήπως διὰ τοῦτο νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ μεταφέρωμεν συζήτησιν, τῆς ὁποίας ὁ καιρὸς δὲν πρόκειται νῦν νὰ τὴν μεταφέρωμεν σήμερον; Μήπως κλονίζεται τὸ κράτος τῶν νόμων καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐκ Φθιώτιδος ἐπεκαλέσθη τὸ παράδειγμα τῶν Περικλέων, τῶν Παυσανιῶν, καὶ τῶν Βρασιδῶν; Τὴν ἐκδρομὴν ταύτην ἠναγκάσθην νὰ κάμω διὰ νὰ δώσω διὰ δύω λέξεων ἀπάντησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδειξαν ὑπερβολικὸν ζῆλον διὰ τὸν νόμον· ὁ σκοπὸς, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερεν ἐνταῦθα δὲν ἦτο αὐτὸς, ἦτο νὰ ὑποστηρίξω φιλάνθρωπον πρότασιν. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρέτησα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀντελήφθην τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐπεσκέφθην πολλάκις τὰς φυλακὰς τοῦ Μενδρεσέ· ὅταν ἐπρόκειτο νὰ μεταῤῥυθμισθῇ τὸ σύστημα τὸ ποινικὸν ἐν Γαλλίᾳ, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσήγαγε νομοσχέδιον, ἐν ᾧ ἔλεγεν, ὅτι αἱ φυλακαὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἀνώρθουν τὴν ἠθικότητα, ἀλλ’ ἐτιμώρουν τὸ σῶμα· αἱ φυλακαὶ τῆς Ἑλλάδος τιμωροῦσι τὸ σῶμα καὶ ἀντὶ νὰ ἀνορθώσωσι τὴν ἠθικὴν ἐκνευρίζουσιν, ἐξουτελίζουσιν αὐτὴν ὅταν πρόκειται περὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι μία πρόληψις, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἄγονται ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης δύνανται νὰ πάθωσι περισσότερον εἰς τὰς καθύγρους αὐτὰς φυλακάς. Συνηγορῶ, κύριοι, οὐχὶ μόνον ὑπὲρ τῶν ὑποδίκων διὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν καταδίκων προτείνω ἵνα μὴ ἐγκλείωνται εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Μεδρεσέ. Τὸ παρελθὸν καὶ δι’ αὐτῆς τῆς φυλακίσεως καὶ διὰ τῆς προεξεταστικῆς φυλακίσεως ἤθελε νὰ τιμωρήσῃ καὶ τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα· τὸ ἐνεστὼς ὅμως ἂς περιορισθῇ νὰ τιμωρήσῃ μόνον τοὺς ἐνόχους καὶ οὐχὶ τοὺς προεξεταζομένους.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§60ΡΟΥΚΗΣ. Ἔχω ν’ ἀναφέρω τι ἐκτὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως· Κύριοι πληρεξούσιοι, ὕστερον ἀπὸ τὰ προχθὲς διαδραματισθέντα εἰς τὴν Συνέλευσιν ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ Πρόεδρος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐξηρχόμεθα τοῦ περιβόλου τῆς Συνελεύσεως εἷς τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν ἔκαμνε λόγον χλευάζων τὸν πληρεξούσιον Τζώρτζην, ὁ ὁποῖος ἔφερεν ὡς ἀντικείμενον τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τοῦ νὰ τὸν συμπαραλάβῃ εἰς τὸ ἀτμοκίνητον, ἐνῷ ἐχλευάζετο ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Κ. Τζώρτζης, ὁ συνάδελφός μας Κ. Βατικιώτης εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τοῦ κάμῃ φιλικὴν παρατήρησιν καὶ νὰ τῷ εἴπῃ νὰ μὴ καταφέρηται ἐναντίον πληρεξουσίου, καθότι τὸ πνεῦμα τοῦ Κ. Τζώρτζη δὲν ἦτον αὐτὸ, ἀλλ’ ἦτον ἄλλος ὁ σκοπὸς, διότι προσεβλήθη ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν· ὁ ὑπαξιωματικὸς οὗτος δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσῃ τὴν προτροπὴν τοῦ Κ. Βατικιώτη καὶ κατέφυγεν εἰς τὸ μέσον νὰ τὸν ῥαπίσῃ· προσβαλλομένου ὅθεν τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου, αὐτὴ ἡ προσβολὴ ἀντανακλᾷ εἰς τὸ Σῶμα. Ἐνταῦθα ἐκλήθημεν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος, ὅπως σκεφθῶμεν περὶ τῆς Πατρίδος, δὲν ἤλθομεν νὰ προσβαλλώμεθα καὶ νὰ δερώμεθα ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον· πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Δημητριάδης ἔφερε καὶ πρέπει νὰ παρακαλέσωμεν τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ τί μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου.
§61ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ἤδη καθ’ ἑκάστην πειθόμεθα περὶ τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν διενοήθημεν, μέτρων ἐξασφαλιστικῶν ὑπὲρ τῆς Συνελεύσεως καὶ ὑπὲρ τῶν συγκροτούντων αὐτὴν ἀτόμων· περὶ τούτου εἶχον ὑποβάλλει ἓν ψήφισμα ὁμοῦ μὲ τρία ἕτερα ἄλλα, δὲν ἔφθασεν εἰσέτι ὁ καιρὸς τῆς συζητήσεως, ἐπιφυλάττομαι δὲ, ὅταν ἔλθῃ, νὰ φέρω τὴν ὁποίαν σήμερον διανοοῦμαι τροπολογίαν ἢ προσθήκην, διότι ἐπείσθην, ὅτι ἀκόμη ἀπαιτοῦνται νὰ ληφθῶσι περισσότερα μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πληρεξουσίων. Τὸ περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον ὁ προλαλήσας ἐξέθηκεν, εἶναι ἀρκετὰ σοβαρὸν διὰ τὰς συνεπείας αὐτοῦ, διότι θέτει εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ἀσφάλειαν, τὴν αὐτονομίαν, τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς ψήφου τῶν πληρεξουσίων. Ὁ νόμος μέχρις αὐτῶν τῶν τελευταίων ὑπαλλήλων ἐπρονόησεν ἐγγυήσεις διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτοὺς ἐκ παντὸς ἐξωτερικοῦ ἐπηρεασμοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των καὶ ἐδημιούργησε ποινὰς βαρυτάτας κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσβάλλουσι τοὺς ἐλαχίστους ὑπαλλήλους τῆς διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των. Νομίζω περιττὸν σήμερον νὰ διϊσχυρισθῶ κατὰ πόσον εἶναι ἀνώτερα τὰ καθήκοντα τοῦ πληρεξουσίου τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων τοῦ κράτους. Αἱ ἐγγυήσεις αὗται ἁπανταχοῦ εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖαι καὶ ἑπομένως καὶ εἰς τοὺς πληρεξουσίους τοῦ ἔθνους. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω τῆς παρούσης στιγμῆς νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις, εἶναι αὐτὸ, οὐχὶ νὰ προσκαλέσῃ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν δυσαρέσκειαν καὶ τὴν λύπην της διὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ νὰ σταλῶσι τὰ πρακτικὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν του καὶ νὰ τὸν τιμωρήσῃ αὐστηρῶς.
§62ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἓν μέλος τοῦ Σώματος τούτου προσεβλήθη βαναύσως ὑπὸ πολίτου ἢ στρατιώτου καὶ προσεβλήθη ὡς πληρεξούσιος, ὡς μεμφθεὶς ὑπουργόν· ἡ προσβολὴ αὕτη κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον, καὶ ἂν δὲν ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ πληρεξουσίου, εἶναι ἀξιόποινος, διότι ἕκαστος δύναται νὰ ἐκφράζηται περὶ τῶν πράξεων τῶν ὑπουργῶν, νὰ κατακρίνῃ καὶ ἐπιτιμᾷ αὐτούς· καὶ τὰς παρεκτροπὰς αὐτοῦ οὐδεὶς πλὴν τῶν ἁρμοδίων δικαστῶν δύναται νὰ τιμωρήσῃ· εἶναι δὲ ἔτι μᾶλλον ἀξιόποινος ἡ προσβολὴ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ αὐτοῦ, διότι ὁ προσβληθεὶς ὡς πληρεξούσιος ἐμέμφθη ὑπουργόν, ὅπερ δύναται νὰ πράξῃ βεβαίως. Ἡ προσβολὴ αὕτη πρέπει νὰ τιμωρηθῇ αὐστηρῶς, διότι ἐν τῷ πληρεξουσίῳ προσβάλλεται ἐν μέρει ἡ κυριαρχία τοῦ Ἔθνους, ἡ κυριαρχία τοῦ Σώματος τούτου. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις εἶναι ἐν ἀβασιλεύτῳ πολιτείᾳ ὅ,τι ὁ συνταγματικὸς Βασιλεὺς ἐν συνταγματικῇ μοναρχίᾳ· ἀνεύθυνος καὶ ἀπαραβίαστος εἶναι ὁ Βασιλεύς, διότι ὡς ἀνώτατος πάντων ἄρχων εἰς οὐδένα ὀφείλει λόγον καὶ εὐθύνας τῶν πράξεών του, ἢ εἰς μόνον τὸ Ἔθνος, ὅπερ δύναται νὰ πράξῃ ὅ,τι τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ νὰ πράττῃ, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ τὸν δικάσῃ καὶ τὸν καταδικάσῃ ἢ ἀποπέμψῃ. Οἱ συνταγματικοὶ Βασιλεῖς εἶναι, Κύριοι, περιωρισμένοι πλαγίως καὶ ἐμμέσως διὰ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἣν ὀφείλουσιν εἰς τὰ νομοθετικὰ Σώματα. Ἡ Συνέλευσις ὅμως ἡ παροῦσα εἶναι ὅλως ἀπεριόριστος, ὡς ὀφείλουσα λόγον καὶ εὐθύνας τῶν πράξεών της μόνον εἰς τὸ Ἔθνος καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ θέλησις ἑνὸς ἢ πλειόνων πληρεξουσίων, δὲν εἶναι καὶ ἡ θέλησις τοῦ ἔθνους· καὶ ἀληθῶς, ἡ γνώμη ἑνὸς ἢ πλειόνων πληρεξουσίων δὲν εἶναι ἡ θέλησις οὔτε τοῦ Ἔθνους, οὔτε τοῦ Σώματος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, εἶναι ὅμως γνώμη τοῦ Ἔθνους, ἂν οὐχὶ τελεία θέλησις καὶ ἀπόφασις αὐτοῦ, διότι ἕκαστος πληρεξούσιος εἶναι πληρεξούσιος οὐχὶ τῆς ἐπαρχίας, ἥτις τὸν ἐξέλεξεν, ἀλλὰ πληρεξούσιος τοῦ Ἔθνους ὅλου, καὶ διὰ τοῦτο εἰς πᾶσαν πεπολιτισμένην καὶ ἐλευθέραν ἐπικράτειαν προστατεύεται ὁ πληρεξούσιος ἢ ὁ βουλευτὴς κατὰ παντός, δι’ ὅσα λέγει καὶ πράττει ἐν τῇ Συνελεύσει ἢ τῇ Βουλῇ. Λέγω λοιπὸν νὰ τιμωρηθῇ αὐτός, καὶ πρὸς τοῦτο νὰ προσκληθῇ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ ἐφαρμόσῃ αὐστηρῶς τὸν νόμον κατ’ αὐτοῦ, ὅστις προσέβαλε τὸν πληρεξούσιον, καὶ κατὰ τοσοῦτον ἀπηνῶς πρέπει νὰ φανῇ κατ’ αὐτοῦ ἡ δικαιοσύνη, καθ’ ὅσον ὁ προσβληθεὶς πληρεξούσιος ἐξέφρασεν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργοῦ. Ἐὰν κακῶς ἐξετίμησε τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπουργοῦ ἢ ὄχι, τοῦτο εἶναι ἄλλο ἀντικείμενον· ἕκαστος τῶν πληρεξουσίων δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν ὑπουργῶν, καὶ οὐδεὶς ἄλλος ἢ τὸ Σῶμα εἶναι ἁρμόδιον νὰ τὸν παρεμποδίσῃ, ὅταν παρεκτρέπηται καὶ ἐκλαμβάνῃ ἄλλα ἀντ’ ἄλλων.
§63ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ὁ Κύριος Πετσάλης μᾶς παρέπεμψεν εἰς τοὺς κειμένους νόμους, ὅπως τιμωρηθῇ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος· τοῦτο δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, καὶ προτείνω ὁ ὑπαξιωματικὸς οὗτος νὰ τιμωρηθῇ παραδειγματικῶς· πρῶτον νὰ καταβιβασθῇ τοῦ βαθμοῦ του καὶ δεύτερον νὰ καταδικασθῇ δύω μῆνας εἰς τὸ Παλαμίδιον· ζητῶ τοῦτο, διότι αὔριον θὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν, ἅμα ἐξερχόμεθα ἔξω νὰ μᾶς προσβάλωσιν. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ Κύριος Βατικιώτης ἦτο πληρεξούσιος· διὰ τοῦτο προτείνω ἡ Συνέλευσις νὰ προσδιορίσῃ σημεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ γνωρίζωνται εἰς τὸν δρόμον οἱ πληρεξούσιοι (θόρυβος). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου. Ἐγὼ προτείνω νὰ γείνῃ ἓν σημεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ γνωρίζηται ὁ πληρεξούσιος.
§64ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, εἶναι λυπηρὸν τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν καθ’ ἑνὸς συναδέλφου, καὶ καθόσον παρετήρησα ὄχι μόνον ἡ Συνέλευσις, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως ὅλοι ἐλυπήθησαν διὰ τοῦτο, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων, ὅτι πρέπει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσέβαλε τὸν πληρεξούσιον νὰ τιμωρηθῇ παραδειγματικῶς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους· δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ τὴν ἰδέαν τινῶν, ὅτι σήμερον πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ μεταβληθῇ εἰς δικαστήριον καὶ νὰ δικάσῃ τὸν ἔνοχον· ἔχομεν νόμους, οἱ ὁποῖοι τιμωροῦν, καὶ τιμωροῦν αὐστηρότατα. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀμέσως χθὲς διέταξε τὴν σύλληψιν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἀμέσως ἔλαβε μέτρα αὐστηρὰ κατ’ αὐτοῦ. Τινὲς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν νόμον ἰδιαίτερον περὶ τούτου, ἀλλὰ σήμερον δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν τοιαύτην, διότι καὶ ἂν θέλωμέν ποτε ψηφίσει τοιοῦτον νόμον, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν. Εἷς τῶν πληρεξουσίων, ὁ Κύριος Πετσάλης, ἐπρότεινεν εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· τὸ νὰ προσκληθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττόν, διότι ὀφείλει, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα· ὅταν ἴδωμεν ὅμως, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παραμελεῖ τὰ καθῆκόν του, καὶ δὲν λαμβάνει ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ περίστασις ἀπαιτεῖ, τότε ἔχομεν τὸ δικαίωμα ὅλοι νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην μας, διότι δὲν ἔλαβε τὰ ἀναγκαῖα μέτρα.
§65ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Μὲ τεσσάρων ἡμερῶν φυλάκισιν δὲν ἱκανοποιεῖται τὸ Σῶμα.
§66ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν Κύριον Κοσονάκον, ὅτι δὲν ἠξεύρομεν ἂν 4 ἢ 15 ἡμέρας τὸν τιμωρήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ὅταν ἴδωμεν τὴν ἀπόφασιν, τότε ἠμποροῦμεν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην μας· ἡ λύπη, Κύριοι, ἐκφράζεται εἰς δύω περιπτώσεις· ὅταν τὰ γεγονότα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, παραγνωρίζῃ ὁ ὑπουργός, τότε βεβαίως ἡ Συνέλευσις ἔχει καθῆκον νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της κατὰ τῆς ὀλιγωρίας τοῦ ὑπουργοῦ· ὅταν ὅμως ἀκόμη δὲν ἔχῃ τοιαῦτα διδόμενα, ὅταν ὁ ὑπουργὸς ἔλαβε καὶ διεβεβαίωσεν ἰδιαιτέρως, ὅτι ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα πρὸς τιμωρίαν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τότε, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν (θόρυβος). Τὸ γεγονὸς εἶναι σημαντικὸν, σημαντικώτατον, καὶ ἡ Συνέλευσις ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της, δὲν εἶμαι ὅμως σύμφωνος νὰ τὴν ἐκφράσῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι τότε θέλομεν ἕνα ἄλλον ἀνώτερον τῆς Συνελεύσεως· πρὸς τί νὰ εἰδοποιηθῇ περὶ τούτου ὁ ὑπουργὸς; λυπούμεθα ὅλοι, καὶ λυπούμεθα ἐγκαρδίως, διότι ἐτόλμησαν νὰ προσβάλουν ἕνα πληρεξούσιον.
§67ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται ν’ ἀνορθώσω τινὰ ἡμαρτημένα, τὰ ὁποῖα οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ἀνέφερον δέον νὰ ἐξηγηθῶ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ προσβαλών με ἦλθεν εἰς λόγους μετά τινος τῶν συναδέλφων μου, καὶ ἐγὼ παρεμβὰς προσεβλήθην· ἐγὼ ἐξῆλθον τελευταῖος ἐκ τῆς Συνελεύσεως, διότι ἀπησχολήθην πρὸς μικρὸν εἰς μίαν ἰδιωτικήν μου ἐργασίαν· ὅτε ἐξῆλθον τοῦ περιβόλου τῆς Συνελεύσεως, ὅλοι οἱ πληρεξούσιοι εἶχον ἀπέλθει, καὶ ἐλάχιστοι τῶν ἀκροατῶν ἦσαν ἐντὸς τοῦ περιβόλου. Κατεγινόμην συνδιαλεγόμενος μετὰ δύο φίλων μου περὶ ἰδιωτικῶν μου ὑποθέσεων, τότε βλέπω σταματήσαντα εἰς ἀπόστασιν ἑνὸς βήματος ἀπ’ ἐμοῦ τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸν γνωρίζω πρότερον, καὶ εἶδον νὰ σταματήσῃ διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς δύο καλογήρους, οἱ ὁποῖοι διήρχοντο ἐκ δεξιῶν, καὶ τοῖς εἶπε, Κύριοι, ἕνας πτωχὸς πληρεξούσιος δὲν ἔχει τὸν ναῦλόν του νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πατρίδα του, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ κάμητε συνδρομὴν νὰ στείλωμεν τὸν καϋμένον, καὶ εἶπε τοῦτο βλέπων καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς καλογήρους. Τοῦτο ἦτον σάτυρα κατὰ τῶν πληρεξουσίων ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου· ἔκρινα καθῆκόν μου ν’ ἀποτρέψω αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκθέτῃ οὕτω πως τὰ πράγματα εἰς τὸν ἔξω κόσμον, καὶ νὰ σατυρίζῃ οὕτω πως ὅλην τὴν Συνέλευσιν, χωρὶς νὰ ἔχω σκοπὸν νὰ συζητήσω μετ’ αὐτοῦ. Τοῦ εἶπον ἀποτεινόμενος, ὅτι, Κύριε, τὸ ἀντικείμενον τῆς προηγηθείσης συζητήσεως ἐν τῇ Συνελεύσει δὲν ἦτο ἡ αἰτία, ὅτι πληρεξούσιος δὲν εἶχε τὸν ναῦλόν του· αὐτὸς δὲν ἔχασε καιρὸν, μ’ ἐπλησίασε καὶ μὲ ἠπείλει, ἀμέσως τῷ εἶπον, ὅτι εἶμαι πληρεξούσιος, ὅτε ἀμέσως μ’ ἐῤῥάπισεν· εὑρέθησαν δὲ τότε τινὲς καὶ τὸν ἐμπόδισαν, διότι ἀμέσως ἔθεσε τὴν χεῖρα εἰς τὴν λαβὴν τοῦ ξίφους του. Εἶναι τὸ πρῶτον ῥάπισμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνω εἰς τὴν ζωήν μου· ἐὰν ἤθελον νὰ δικάσω ἐγὼ περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν μ’ ἔφθανεν οὐδεμία ἱκανοποίησις· ἐγὼ ἐθεώρησα καθῆκόν μου κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ κρατήσω τὸν ἑαυτόν μου, καὶ νὰ συλλογισθῶ, ὅτι ἡ προσβολὴ ἐκείνη δὲν ἦτο ἐδική μου, ἀλλ’ ἦτο προσβολὴ τοῦ κυριάρχου σώματος τοῦ Ἔθνους. Ἠδυνάμην κάλλιστα νὰ μεταχειρισθῶ τὴν αὐτοδικίαν, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐσυλλογίσθην, ὅτι ἐκείνη ἡ ὑπόθεσις ἦτον ὑπόθεσις τοῦ κυριάρχου σώματος τοῦ Ἔθνους, καὶ ὤφειλον ν’ ἀφήσω τὴν Συνέλευσιν νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου. Ἤκουσα ἐν τούτοις τινὰς τῶν Κυρίων σκεπτομένων, δὲν ἠξεύρω πῶς εὗρεν ἕκαστος τρόπον θεραπείας. Δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω γνώμην, διότι ἴσως ὑποτεθῶ, ὅτι παραφέρομαι ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τῆς ἐκδικήσεως, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται, ὅτι ἐνυπάρχει εἰς τὸ παθόντα· ἀφίνω τοῦτο καὶ τὴν περὶ τούτου κρίσιν, εἰς ἑτέρους. Νομίζω ἐγὼ, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ἀφήσῃ μήτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, μήτε εἰς κανένα, ἀλλὰ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις παρὰ τίνος δικαστηρίου θὰ δικασθῇ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, παρὰ στρατιωτικοῦ ἢ πολιτικοῦ, ποῖοι νόμοι θὰ ἐπιβληθῶσιν οἱ κείμενοι ἢ οἱ ἄλλοι, ἐὰν θὰ τιμωρήσωμεν πειθαρχικῶς ἢ ὄχι; αὐτὰ εἶναι ζητήματα σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ τὰ συζητήσῃ σπουδαίως, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ σπουδαίας ἀποφάσεις· πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κόσμος, ἂν τὸ ξίφος ἐδόθη εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς διὰ νὰ προσβάλλωσι τοὺς πληρεξουσίους· πρέπει νὰ μάθῃ, ἂν ὁ πληρεξούσιος ἦναι ἐλεύθερος νὰ γυρίζῃ εἰς τοὺς δρόμους ἢ ὄχι· ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ ὑπηρετήσω ὡς πληρεξούσιος προσβαλλόμενος, ἀφοῦ καὶ ὡς ἄτομον δὲν ἤθελα τὸ ἀνεχθῆ· Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Ἀντιπρόεδρος Κύριος Πετρινός.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις; Ἐὰν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ ἔλθῃ εἰς ἀπόφασιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· θὰ τῆς ὑποβάλω τὰς διαφόρους προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον· πρώτη εἶναι τοῦ Κ. Ῥούκη, ἡ ὁποία λέγει νὰ προσκληθῇ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ λόγον ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως· ἔπειτα εἶναι ἡ τοῦ Κ. Πετσάλη, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της πρὸς τὸν ὑπουργὸν διὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο· Ἔπειτα εἶναι ἡ τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου, τὸ νὰ προσκληθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ εἴπῃ ποῖα μέτρα ἔλαβεν. Ἑτέρα εἶναι ἡ τοῦ Κ. Κοσονάκου, ἡ ὁποία λέγει νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις διοικητικῶς, νὰ τιμωρηθῇ μὲ δύω μηνῶν φυλάκισιν, καὶ μὲ καταβιβασμὸν ἐκ τοῦ βαθμοῦ του.
§69ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἐσυζητήθη εἰσέτι.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσητε.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§72ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ Συνέλευσις νὰ προσκαλέσῃ, Κ. Πρόεδρε, τὸν Κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ τὸν τιμωρήσῃ.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Προεδρείου, ἡ ἀπωτέρα εἶναι τοῦ Κ. Κοσονάκου, διότι ἂν παραδεχθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις, ὅλαι αἱ ἄλλαι καθίστανται περιτταὶ.
§74ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης δὲν ἐγένετο διόλου λόγος. Ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ δικάσῃ (θόρυβος).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέτωμεν εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Κοσονάκου (θόρυβος).
§76Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὕστερον ἀπὸ τὴν συζήτησιν, γενικωτέρα γνώμη τῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ συγκεντρωθῇ περὶ τὸ ἁπλούστατον τοῦτο συμπέρασμα, ὅτι πρέπει ἁπλῶς νὰ προσκληθῇ ἡ προσοχὴ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, οὗτος δὲν δύναται νὰ παραλείψῃ τὰ καθήκοντά του χωρὶς νὰ ἐπισύρῃ μέτρα τοιαῦτα ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως (θόρυβος)· ἡ λύπη ἐκφράζεται διὰ τὸ ἀντικείμενον, (θόρυβος) καὶ ἐκφραζομένης τῆς λύπης πρὸς τὸν Ὑπουργόν, προσκαλεῖται νὰ προνοήσῃ περὶ τοῦ συμβάντος. Οἱ κείμενοι νόμοι ἀπαγορεύουσιν ὅλας αὐτὰς τὰς προσβολάς· δὲν εἶχον ὅμως ὑπ’ ὄψιν Συνέλευσιν καὶ τὴν προσβολὴν ἑνὸς Πληρεξουσίου (θόρυβος), δὲν ἠμπορεῖ δὲ ἡ Συνέλευσις διὰ τόσην μικρὰν πρᾶξιν νὰ ἔλθῃ εἰς τοιαῦτά τινα. Λέγω, λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις, καὶ νὰ σταλῇ τὸ πρακτικὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τούτου.
§77ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι ἀνωτάτη ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία καὶ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ πειθαρχικὰς ποινάς· δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ποινὴν τῆς καθαιρέσεως ἐκ τοῦ βαθμοῦ, ὅταν τὸ ἔγκλημα ἀναφέρηται κατ’ ἀρχῶν. Πρέπει νὰ ἴδωμεν ποῦ εἶναι τὸ ἔγκλημα, καὶ ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου νὰ τὸν φέρῃ εἰς δίκην καὶ νὰ τὸν καταδικάσῃ.
§78ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου, λέγουν μίαν παροιμίαν «συνείθισα γυμνὸς, κ’ ἐντρέπομαι ἐνδυμένος», αὐτὸ καὶ ἡμεῖς σήμερον πλησιάζομεν νὰ πάθωμεν, μὴ θέλοντες ν’ ἀφήσωμεν τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος. Ἡ Συνέλευσις ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα, πρέπει νὰ τὸν τιμωρήσῃ παραδειγματικῶς, καὶ προτείνω νὰ ἐπικυρώσωμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν. Ἐπιμένω δὲ καὶ εἰς τὸ χαρακτηριστικὸν σημεῖον ὅλων τῶν Πληρεξουσίων.
§79ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἀξιοπρεπὲς τοῦτο διὰ τὴν Συνέλευσιν (θόρυβος).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότερον τὸ Προεδρεῖον ἐθεώρησεν ὡς θέμα ἀπώτερον τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Κοσονάκου. Ὁ Κύριος Πετσάλης ἀμφίβαλε καὶ εἶπεν, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὥρισεν αὐτὸς νὰ προταθῇ.
§81ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ λύπην.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ Κύριος Κοσονάκος, νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται ὀλίγοι). Τὸ Προεδρεῖον ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν παρεδέχθη ἡ Συνέλευσις. Ἔρχεται ἑπομένως εἰς ψηφοφορίαν τὸ θέμα τοῦ Κυρίου Πετσάλη, τὸ ὁποῖον ἐτροποποίησεν ὁ ἴδιος οὕτω· «Νὰ προσκληθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιδιώξῃ κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους τὴν ταχεῖαν τοῦ ἐνόχου τιμωρίαν, καὶ ν’ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ἀποτέλεσμα».
§83ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν.
§84ΕΤΕΡΟΣ. Ὄχι τοῦ ἐνόχου, τοῦ κατηγορουμένου.
§85ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Γράψατε λοιπὸν τοῦ κατηγορουμένου.
§86ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν Κ. Πληρεξούσιον· ὑπάρχει Νόμος, καὶ ποῖος, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει τὴν ποινὴν, τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸν προσβάλλοντα Πληρεξούσιον;
§87ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑπάρχει Νόμος τιμωρῶν τὰς προσβολὰς κατὰ δημοσίων ὑπαλλήλων.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Ὁ Πληρεξούσιος δὲν εἶναι ὑπάλληλος.
§89ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τὴν γενικὴν σημασίαν τῆς λέξεως ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι θεωροῦνται ὑπάλληλοι τοῦ Ἔθνους, καθὼς εἶναι καὶ οἱ Πληρεξούσιοι (θόρυβος).
§90ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι!
§91ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λοιπὸν ὅταν θέλῃ οὕτω, δὲν ὑπάρχει νόμος.
§92ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε! ὁ Πληρεξούσιος εἶναι ἀνώτερος παντὸς ὑπαλλήλου στρατιωτικοῦ καὶ ἐν γένει πολιτικοῦ, λοιπὸν ὁ ὑπαξιωματικὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος προσέβαλε τὸν Πληρεξούσιον, τιμωρεῖται ὡς ἂν προσέβαλε τὸν ἀνώτερόν του, (θόρυβος).
§93ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριοι, ὑπάρχει Νόμος, ὁ ὁποῖος τιμωρεῖ πάντα, ὅστις προσβάλλει πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἴδιον σεβασμόν, ἴδιος σεβασμὸς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὀφείλεται εἰς τὸν πληρεξούσιον· μ’ αὐτὸν τὸν Νόμον θὰ τιμωρηθῇ, διότι δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος ὁ πληρεξούσιος, εἶναι νομοθέτης· οἱ νομοθέται δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Λοιπὸν Κύριοι, νὰ συστήσωμεν ἁπλῶς εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ τιμωρηθῇ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, (θόρυβος).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ὑποστηρίζηται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετσάλη. Ἀναγινώσκεται ἡ ἀνωτέρω πρότασις τοῦ Κ. Πετσάλη.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ὑποστηρίζεται.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετσάλη, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Τώρα θὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κοσονάκου, ὡς θὰ ἀναγνωσθῇ. «Νὰ τιμωρηθῇ διοικητικῶς, καθαιρουμένου τοῦ βαθμοῦ του καὶ μὲ δίμηνον φυλάκισιν εἰς τὸ Παλαμήδι.»
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ καθαιρεθῇ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τοῦ βαθμοῦ του καὶ νὰ τιμωρηθῇ μὲ δίμηνον φυλάκισιν, αὐτοὶ νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§98ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐξεφέραμεν ἀπόφασιν· ὑποθέτω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπόφασις θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, ὅταν ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ, ἡ στρατιωτικὴ κάμῃ τὰς ἀνακρίσεις· (θόρυβος) διότι κατεδικάσαμεν ἕνα ἄνθρωπον, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ πληροφορίᾳ (θόρυβος). Δὲν λέγω, ὅτι τὸ γεγονὸς δὲν ἔλαβε χώραν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπω ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκδίδῃ ἀπόφασιν δικαστικήν· ἐγὼ ἐζήτησα δεκάκις ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ μοὶ τὸν δώσῃ (θόρυβος). Λέγω τοῦτο μόνον· ποῖον κατεδικάσαμεν; ἐπιθυμῶ νὰ τὸ μάθω· θὰ ἐξέλθω ἐντεῦθεν καὶ θὰ μ’ ἐρωτήσουν, ποῖος κατεδικάσθη· δι’ αὐτὸ ἐγὼ εἶχον πρότασιν ἔγγραφον, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέγνωσεν ὁ Κ. Πρόεδρος· ἔλεγα νὰ προσκληθῇ ὁ Ὑπουργὸς καὶ νὰ πληροφορήσῃ, τὶ ἔκαμεν ἐπὶ τῆς πράξεως αὐτῆς.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐτελείωσεν· ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη καὶ ἐδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κοσσονάκου. Ὑπάρχει μία πρότασις τοῦ Κ. Γεωρ. Α. Πετιμεζᾶ νὰ συνεδριάζῃ ἡ Συνέλευσις τρὶς τῆς ἑβδομάδος.
§100ΤΙΝΕΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ τμήματα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ στρατηγὸς Κ. Μακρυγιάννης ἔχει νὰ ἀναγνώσῃ γραπτὸν λόγον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναγνωσθῇ.
§102ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου Μακρυγιάννη. Ὁ Κύριος Γ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν του.
§104Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, πρὸ ἡμερῶν ἐγένετο λόγος εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ μετριάσεως τῶν συνεδριάσεων, ἡ Συνέλευσις ἀπὸ ὑπερβολικὸν ζῆλον ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν ταύτην.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε μόνον θὰ συζητηθῇ, ὅταν ἡ Συνέλευσις θεωρήσῃ κατεπείγουσαν τὴν πρότασιν ταύτην.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, κατεπείγουσα εἶναι ἡ πρότασις.
§107Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασίς μου. Ἡ Συνέλευσις συνέρχεται εἰς τακτικὴν συνεδρίασιν κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ προσδιορισθεῖσαν ὥραν, τὴν Δευτέραν, Τετάρτην καὶ Παρασκευὴν ἑκάστης ἑβδομάδος, καθ’ ὅλας δὲ τὰς λοιπὰς ἡμέρας θέλει ἐπασχολεῖσθαι εἴς τε τὰ τμήματα καὶ τὰς ἐπιτροπὰς, ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἀνάγκη ἀπαιτήσῃ τὴν συγκρότησιν ἰδιαιτέρας συνεδριάσεως, ὅπερ ἐναπόκειται εἰς τὸν Πρόεδρον.
Γ. Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν θεωρεῖτε κατεπείγουσαν;
§109ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, καὶ τὴν παραδεχόμεθα.
§110ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη συζητήσεως δι’ αὐτήν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§112ΠΟΛΛΟΙ. Οὐδείς.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμόν μας ἡ παραδοχὴ τῆς ἀποφάσεως πρέπει νὰ γίνεται διττῶς, εἴτε δι’ ἀναστάσεως, ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεως νὰ σηκωθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι), ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὸ κατεπεῖγον. Τώρα προσέξατε, διότι θὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις. Μὲ τὴν παραδοχὴν τοῦ κατεπείγοντος ἄρχεται ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως, καὶ ὁ ἐναντίος ἂς λάβῃ τὸν λόγον.
§114ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς ὁ ἀντιλέγων.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιῤῥήσεώς τινος κατὰ τῆς προτάσεως, ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν, ἥτις θ’ ἀποφανθῇ δι’ ἀναστάσεως, ἂν τὴν παραδέχεται, οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν, ἥτις ἀνεγνώσθη, νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται σχεδὸν ὅλοι), ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, ὁ Πρόεδρος Κύριος Μωραϊτίνης.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν τώρα ἔκαμεν ἡ Συνέλευσις, ὅτι δὶς τῆς ἑβδομάδος θὰ ἐργάζωνται τὰ τμήματα καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν χρειάζεται πλέον πρόσκλησις διὰ τοὺς εἰς τὰ τμήματα καὶ τὰς ἐπιτροπὰς ἀνήκοντας.
§117ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§118ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αἱ ἐκθέσεις τῶν εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, αἱ μέχρι τοῦδε ἀναγνωσθεῖσαι θεωροῦνται ὡς ἐκκαθαρισμένα ἔργα; καὶ κατὰ συνέπειαν ὡς ὑποβλητέα εἰς ἄμεσον συζήτησιν ἢ ὄχι;
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἀναγινώσκωνται ἐκθέσεις ἐπιτροπῶν, κατὰ τὸν κανονισμὸν ἡ Συνέλευσις ἀποφασίζει τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, καὶ ἡ Συνέλευσις πολλὰς ἀπεφάσισε νὰ τεθοῦν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἐάν τις τῶν Κυρίων πληρεξουσίων νομίζῃ, ὅτι τινὲς πρέπει νὰ προταχθῶσιν ἀπὸ τὰ, λοιπὰς ὡς κατεπείγουσαι, τότε ἠμπορεῖ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν καὶ ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφασίσῃ. Κύριοι, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς προτάσεώς του, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ὁ Κύριος Πύρλας, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, εἶναι ἀντικείμενά τινα οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμένει νὰ συζητηθοῦν.
§120ΠΟΛΛΟΙ. Κατόπιν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔλθῃ.
§122ΠΥΡΛΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς βιομηχανίας καὶ γεωργίας ἐθεώρησε καλὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῆς γεωργίας. Πᾶσα κοινωνία ἀπὸ τρεῖς τάξεις ἀποτελεῖται....
§123ΠΟΛΛΟΙ. Ἀναγνώσατε τὴν πρότασίν σας, Κύριε Πύρλα. Ὁ Κύριος Πύρλας ἀναγινώσκει τὴν πρότασιν· δι’ αὐτῆς δὲ προτείνεται νὰ ἐλαττωθῇ ὁ μὲν ἔγγειος φόρος τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰς 5%, ὁ δὲ τῆς ἐπικαρπίας εἰς 10%.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ ὁπόταν ἡ Συνέλευσις ἀποφασίσῃ.
§125ΤΙΝΕΣ. 24 ὥρας μετὰ τὴν τύπωσιν.
§126ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ τυπωθῇ (θόρυβος).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν μία ἔκθεσις ἀναγινώσκεται, ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι τυποῦται, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἀποφασίζει τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως· περὶ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως λοιπὸν θὰ γείνῃ λόγος.
§128ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπειδὴ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ ταραχὴ Κυρίων τινῶν, ὅταν ἤκουσαν περὶ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ φόρου, αὐτὴ καὶ μόνη ἡ θορύβησις μὲ ἔκαμε προκαταρκτικῶς νὰ ζητήσω τὸν λόγον καὶ νὰ εἴπω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι πολλαὶ τοιαῦται ἐκθέσεις ἕως τώρα μᾶς ἐπαρουσιάσθησαν ἐκ μέρους τῶν ἐπιτροπῶν ἀφορῶσαι μέτρα οἰκονομικὰ, διότι καὶ αὐτὸ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἓν μέτρον οἰκονομικὸν, διότι ὅσον ὀλιγώτερον πληρώνει τὸ ἔθνος ἐπὶ τοσοῦτον θεωρεῖται καὶ τὸ μέτρον τῆς οἰκονομίας. Ἐπειδὴ λοιπὸν τοιαῦται ἐκθέσεις μᾶς ἐπαρουσιάσθησαν σήμερον, πότε ἔρχεται εἷς Ὑπουργὸς διὰ νὰ κάμῃ μέτρα οἰκονομικὰ καὶ καταργεῖ μίαν θέσιν, πότε ἔρχεται ὁ ἄλλος καὶ καταργεῖ τὰς θέσεις τῶν Προξένων. Ἐγώ, Κύριοι, λέγω, ὅτι αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἐπιτυχῆ, διότι τότε δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν οἰκονομικὴν ἐλάττωσιν, ὅταν μᾶς φέρῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, νὰ τὸ τροπολογήσῃ ἕκαστος πληρεξούσιος· τότε ὁμοῦ ἡ Συνέλευσις θὰ παρατηρήσῃ πῶς δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς μέτρα οἰκονομικὰ διὰ καταβιβασμοῦ τῆς μισθοδοσίας ἢ τῆς καταργήσεως τῶν θέσεων, διότι, Κύριοι, τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι σήμερον ἕνας ὑπάλληλος διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ.....
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§130ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι προεικασίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ σᾶς πείσουν περὶ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως· ἕκαστος ἔχει ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι περὶ οἰκονομίας, διὰ τοῦτο διὰ νὰ μὴ ὑποπέσωμεν εἰς λάθη ποῖον μέτρον οἰκονομίας εἶναι καλὸν, ποῖον εἶναι συμφέρον καὶ ποῖον ὄχι, πρέπει νὰ ἔλθουν ὅλα αὐτὰ διὰ μιᾶς, καὶ τότε ἔχομεν ἐν τῇ βασάνῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχομεν τὰς θέσεις, τὰ πρόσωπα, ἔχομεν τὸ ποσὸν ἑκάστης μισθοδοσίας, διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν γενικὸν συμπέρασμα νὰ κάμωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς ὅ,τι ἠμποροῦμεν, διότι δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν οἰκονομίαν χιλιάδων δραχ. ἀλλ’ ἑκατομμυρίων, καὶ διὰ νὰ ἐκπεισθοῦν οἱ φόροι αὐτοὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γίνῃ ἔκπτωσις καὶ τῶν ἐξόδων· καὶ ἐὰν ἔλθωμεν κατόπιν εἰς τὴν συζήτησιν, ἠμπορεῖ ἕκαστος νὰ σκεφθῇ ἰδιαιτέρως, διότι ἠμπορεῖ νὰ παρουσιάσῃ μίαν πρότασιν, νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ οἱ μισθοὶ νὰ μὴ μετριασθοῦν καὶ φόροι νὰ εὑρεθοῦν κατάλληλοι, καὶ οἱ φόροι νὰ μὴ καταβιβασθοῦν· διότι σημειώσατε, Κύριοι, πάντες οἱ πληρεξούσιοι, ὅσοι (θόρυβος). Ὥστε προτείνω, ὅτι ὅλαι αἱ ἐκθέσεις, ὅσαι λέγουν νὰ ληφθῶσι μέτρα, νὰ ἔλθουν εἰς συζήτησιν ὁμοῦ μὲ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ διέλθουν τὰ τμήματα.
§131ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Βεβαίως τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἶναι ξένον τῆς προκειμένης συζητήσεως καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελα ἀποκρούσει μὲ πολλοὺς ἰσχυροὺς λόγους, διότι ὁ τρόπος, ὃν προσδιορίζει ὁ προαγορεύσας πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων δὲν εἶναι ὁ καταλληλότερος καὶ ἀπάδει ὅλως διόλου πρὸς τὸν κανονισμόν, τὸν ὁποῖον παρεδέχθημεν· ἂν ἕκαστον μέλος τῆς Συνελεύσεως ἤθελεν ἐπιφορτισθῆ εἴτε τὸ δικαίωμα εἴτε τὸ καθῆκον ἰδιαιτέρας συζητήσεως νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, ἤθελομεν ἔχει μίαν Βαβυλωνίαν· ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς ὑπέδειξε κατὰ ποῖον τρόπον προβασανίζονται αἱ οἰκονομικαὶ προτάσεις καὶ ὑποβάλλονται εἰς τὴν Συνέλευσιν, τοιουτοτρόπως πολλῶν αἱ γνῶμαι, καὶ ἂν ὑπάρχουν τινὲς τῶν ὁποίων ἡ γνώμη δὲν προελήφθη διὰ τῆς βασάνου αὐτῆς ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθουν τότε νὰ κάμουν νέαν πρότασιν, καὶ τότε ὁ κύκλος τῶν προτάσεων περιορίζεται πολὺ καὶ ἀποφεύγομεν τὸ ἀτόπημα. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἡ οἰκονομικὴ, ἐκτὸς τῆς γενικῆς αὐτῆς ἀρχῆς τῶν οἰκονομικῶν μέτρων καὶ ἰδίως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠδύνατο ἐξ ὑπαρχῆς νὰ θεωρήσῃ μερικὰς θέσεις περιττὰς ὅλως διόλου, ἐκ τῶν προτέρων δηλ. ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ ν’ ἀντιταχθῇ κανεὶς κατὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς· αὐτὴ ὅμως περιορίζεται εἰς πολὺ ὀλίγας θέσεις, εἰς πολλὰ ὀλίγα μέτρα, διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἦσαν ὅλως διόλου περιττὰ τὰ μέτρα, ἂν καὶ τὰ ἔκαμε διὰ τὸν μεγάλον ζῆλον. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπί τῆς βιομηχανίας καὶ γεωργίας· ἐπειδὴ ἕκαστον μέλος τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἰδίως ἡ ἐπιτροπὴ, ἔχει δικαίωμα νὰ παρουσιάσῃ μίαν λέξιν ἢ πρότασιν, ἀναγνωρίζομεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν γεωργικὴν ἐπιτροπήν. Ἀντιτείνω εἰς τὴν δημοσιότητα αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως καὶ ἰδίως τοῦ ψηφίσματος διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Προχθὲς ἡ οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε μίαν ἔκθεσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀφορῶσαν τὸν ποιμνιακὸν φόρον, καὶ ἡ Συνέλευσις εἶπεν, ἐπειδὴ ὁ νόμος αὐτὸς πρόκειται νὰ συζητηθῇ, εἶναι περιττὸν νὰ τυπωθῇ· οὐδεὶς οὔτε ἐξ ἡμῶν τῶν ἰδίων, οἵτινες εἰργάσθησαν εἰς αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν ἀντέτεινε, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ἐφαίνετο δικαιολογημένη καὶ ὡς ἐκ τῆς οἰκονομίας τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐκτύπωσιν μιᾶς ἐκθέσεως. Οἱ αὐτοὶ λόγοι τῆς οἰκομίας ὑπάρχουν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν τῆς γεωργικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὁ νόμος ὁ ἀφορῶν τὴν φορολογίαν τῶν ἐγκτητικῶν φόρων, αὐτὸς πρόκειται ἤδη εἰς συζήτησιν καὶ δὲν εἰξεύρω, ἂν θὰ ἔλθῃ πρότερον ὁ νόμος καὶ μετὰ ταῦτα ἡ δημοσιευομένη ἔκθεσις, τὸ ἀφίνω τοῦτο εἰς τὴν ἀπόφασιν καὶ κρίσιν τῆς Συνελεύσεως· ἀλλ’ ἀντιτάσσομαι μὲ ὅλην μου τὴν δύναμιν κατὰ τῆς τυπώσεως τοῦ ψηφίσματος· τὸ ψήφισμα ἀπαιτεῖ ἕνα νόμον ἰδιαίτερον, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος τυπωμένος ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἐξ ἐναντίας ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τοιοῦτον νόμον· αἱ προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς λοιπὸν θεωροῦνται ὡς κατὰ τοῦ νόμου· εἶναι λοιπὸν περιττὸν νὰ τυπωθοῦν ὅλως διόλου.
§132ΑΧΟΛΟΣ. Αἱ ἐκθέσεις περὶ τῶν σωματείων τί ἔγειναν, Κύριε Πρόεδρε;
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ σειρὰν θὰ ἔλθουν ὅλα.
§134ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν ὁ Κύριος Ζέρβας δὲν ἐλάμβανε τὴν καλοσύνην νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἤθελεν ὁ Κύριος Πρόεδρος νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Συνέλευσιν, ἂν ᾖναι ἀναγκαία ἡ τύπωσις ἢ μή· ἀμφότεροι ὅμως καὶ ὁ Κύριος Ζέρβας καὶ ὁ Πετσάλης ἐξῆλθον τοῦ θέματος καὶ ἦλθον εἰς οὐσιαστικὴν συζήτησιν. Σήμερον λοιπὸν γενομένης μιᾶς τοιαύτης ἐκθέσεως, τὸ ἀντικείμενον καὶ τὸ θέμα εἶναι ἂν θεωρῇ ἀναγκαῖον ἡ Συνέλευσις νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμὸν ἢ μή. Ἐγὼ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος ὁμιλῶν, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ τύπωσις διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι καὶ διὰ τὸν ποιμνιακὸν καὶ διὰ τοὺς ἄλλους φόρους ὑπεβλήθησαν καὶ ἄλλαι προηγουμένως ἐκθέσεις, αἵτινες εἶναι δίκαιον ὡς τροπολογίαι τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε, εἶναι δίκαιον νὰ συζητηθοῦν ταυτοχρόνως τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλει συζητηθῆ καὶ τὸ νομοσχέδιον· διότι ἐὰν ὑποβάλλωνται ἐλαττώσεις τοῦ φόρου ὡς πρὸς τὸν ποιμνιακὸν καὶ τὸν ἐγκτητικὸν φόρον, δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ εἴπωμεν σήμερον ἂν ἔχῃ δίκαιον ἡ ἐπιτροπὴ ἢ ὄχι, διότι τότε θὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι εἶναι δικαία ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου. Προτείνω λοιπὸν νὰ παραπεμφθῇ ἡ αἴτησις αὕτη τοῦ Κυρίου Πύρλα εἰς τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ τυπώσεως.
§135ΠΥΡΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸν κανονισμὸν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν τυποῦνται.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Ζέρβα εἶναι εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§137ΠΟΛΛΟΙ. Οὐχὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τοῦ σχεδίου περὶ ἐλαττώσεως φόρων.
§138ΒΙΛΑΕΤΗΣ. (θόρυβος).
§139ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, ἐφωτίσθημεν.
§140Λ. ΒΙΛΑΕΤΗΣ. Μετὰ τρεῖς μῆνας ἀφοῦ ἤλθομεν ἐνταῦθα ἐρχόμεθα εἰς ἐπουσιώδη ἀντικείμενα· τὸν καιρὸν τὸν ὁποῖον κατηναλώσαμεν πόσας βλάβας καὶ δυσαρεσκείας ἠδύνατο νὰ φέρῃ! Τὸ Ἔθνος δὲν εἶδε τίποτε ἀπὸ τὴν συνέλευσιν· τὸ παραμικρὸν. Τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ ὠφέλειά του, εἶναι ἡ φορολογία του καὶ ἡ ἐλευθερία του· τί εἴπομεν δι’ αὐτὰ; οὐδέν· εἶναι καθῆκον καὶ τὸ συμφέρον μας καὶ ἡ ἀσφάλειά μας. Δὲν εἰμπορεῖ νὰ μᾶς δεχθῇ τὸ Ἔθνος ἐνόσῳ βαδίζομεν τὴν ὁδὸν αὐτήν, καὶ τὸ καθῆκόν μας εἶναι νὰ τὸ ἐπιληφθῶμεν σοβαρῶς καὶ οὐχὶ ἐφωτίσθημεν, ἐφωτίσθημεν. Ἔρχεται μία Ἐπιτροπὴ, ἂν καὶ εἶναι καθῆκόν της καὶ δικαίωμά της· πρέπει νὰ ἀπονείμωμεν εἰς αὐτὴν ἔπαινον, ὅτι προσῆλθεν εἰς αὐτὸ τὸ σπουδαῖον ἀντικείμενον καὶ τὸ ἐπεξειργάσθη. Ἀλλὰ τὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι δὲν εἶναι ὁ καιρὸς ὁ ἁρμόδιος· τὰ καλὰ πρέπει νὰ γίνωνται· ὁ καιρὸς εἶναι διὰ τὰ καλά· τὰ κακὰ δὲν πρέπει νὰ γίνωνται. Ἐκτὸς τούτου ποῖος ἠμπορεῖ νὰ μᾶς δικαιώσῃ εἰς τὸ τόσον διάστημα τοῦ χρόνου; τὶ ὠφελήθη ἡ κοινωνία ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα; Δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ Κύριος Ζέρβας· δὲν θέλω τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· τὴν πρωτοβουλίαν πρέπει νὰ τὴν ἔχῃ ἡ Συνέλευσις καὶ ὄχι τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν προϋπολογισμούς· ἂν θὰ τοὺς ἔχωμεν, θὰ τοὺς ἔχωμεν διὰ νὰ συμβουλευθῶμεν, διὰ νὰ παραβάλωμεν, νὰ εἴπωμεν ποῦ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἀνάγκη τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι ὅμως νὰ περιμένωμεν νὰ φέρῃ τὸ Ὑπουργεῖον τοὺς νόμους αὐτοὺς, καὶ νὰ θέλωμεν τροποποιήσεις· τοῦτο εἶναι χειρότερον ἀπὸ τὰς Βουλὰς τοῦ 45 καὶ 55· ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ τοὺς κάμῃ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω διατυπώσεις εἴτε ἀπὸ τὴν μίαν ἐπιτροπὴν ἔρχεται, εἴτε ἀπὸ τὴν ἄλλην· ὅποιος δύναται νὰ φέρῃ νομοσχέδια, ἀφορῶντα τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἔθνους, ἂς τὸ κάμῃ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ τυπωθῇ αὐτὸ τὸ ψήφισμα, καὶ ἐὰν εἰς τὴν συζήτησιν θεωρήσωμεν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συμπληρωθῇ, ὄχι νὰ ἀπαγορευθῇ ποτὲ, τότε ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ. Πρέπει λοιπὸν νὰ τυπωθῇ.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν......
§142ΘΕΑΓΕΝΗΣ. Ὑπάρχουν σπουδαῖα οἰκονομικὰ ἔργα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔκαμεν ἐκθέσεις καὶ πρέπει νὰ συζητηθοῦν· ἂν τὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις θὰ παραταθῇ καὶ ἕνα μῆνα, τότε εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμωμεν οἰκονομίαν· θὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς νὰ σᾶς ζητήσῃ πάλιν πίστωσιν 2,000,000. Λοιπὸν αὐταὶ αἱ οἰκονομικαὶ ἐκθέσεις πρέπει κατεπειγόντως νὰ προηγηθῶσι.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ Κύριος Πύρλας, μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς γεωργίας, θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ κανονισμὸς, δηλαδὴ νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ, ἢ πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ· ἰδοὺ ἡ πρότασις, «ἅπασαι αἱ οἰκονομικαὶ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν νὰ τυπωθῶσι, νὰ διέλθωσι τὰ τμήματα καὶ νὰ καθυποβληθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ.»
§144ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν προεπεξεργασίαν τῶν τμημάτων, ἀλλὰ συζητοῦνται μετὰ 24 ὥρας. Καὶ ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ.
§145ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔκαμα πρότασιν, ἡ ἔκθεσις τοῦ Κ. Πύρλα νὰ συζητηθῇ ἀμέσως μὲ τὸ σχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ μετὰ ἕνα μῆνα.
§146ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ζώων καὶ περὶ ἐλαττώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων νὰ συζητηθῇ τώρα.
§147ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ λέγοντες αὐτὰ, ὅλαι αἱ προτάσεις νὰ συζητηθῶσιν, ἀφοῦ κατατεθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἔχουσιν ἀπόλυτον δίκαιον, διότι ἡ καλλιτέρα οἰκονομία εἶναι νὰ διοικηθῇ ἓν κράτος· νὰ μὴ πληρώσωμεν φόρους εἶναι καλὸν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἠμπορέσωμεν οὕτω νὰ διοικηθῶμεν εἶναι κακὸν καὶ ὀλέθριον. Λοιπὸν βεβαίως πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἴδωμεν τι ἠμποροῦμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἐλαττώσωμεν φόρους, διότι, ἂν ἀποφασίσωμεν τώρα νὰ ἐλαττώσωμεν φόρους, ἔξαφνα μεθαύριον ἠμποροῦμεν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δύσκολον θέσιν νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔξοδα. Ἔπειτα δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην τῆς σπουδῆς αὐτῆς, διότι ἡ πρότασις περὶ ἧς πρόκειται, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ τώρα, ἀλλὰ τὸν Μάϊον τὸν Ἰούνιον. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς βιομηχανίας καὶ γεωργίας δὲν κατεπείγει, διότι αὕτη θὰ ἐφαρμοσθῇ μετὰ μῆνάς τινας· ἄλλως τε δὲν τὴν βλέπω τελείαν ἀλλ’ ἐλλειπῆ, διότι δὲν πάσχει ἡ γεωργία εἰς αὐτὸ τὸ μέρος μόνον· διὰ τοῦτο ἐγὼ ἔχω προτάσεις πλέον ἐκτεταμένας, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι πάσχουν καὶ ἄλλοι κλάδοι τῆς γεωργίας. Ἀλλὰ συγχρόνως πρέπει νὰ προβλέψωμεν καὶ περὶ ἐξόδων, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐπαρκεῖς ἐλαττώσεις πρέπει νὰ γείνουν, ἀλλὰ νὰ εὑρεθῇ καὶ τρόπος ὥστε νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα. Ἑπομένως ἂς μὴ σπεύδωμεν, διότι ἡ σπουδὴ ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Διὰ τοῦτο νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ καὶ ἄλλαι ὁμοίας φύσεως πρέπει νὰ συζητηθῶσιν, ὅταν ἔχωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ὑπ’ ὄψιν.
§148ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐντὸς τοῦ τρέχοντος μηνὸς, ἐλπίζω μετὰ 5, 6 ἡμέρας νὰ ᾖναι ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως.
§149ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ φίλος μου Κ. Κουμουνδοῦρος νὰ μὴ ἦμαι σύμφωνος μαζί του· δὲν ἤμην σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ διοικηθῶμεν· λέγω νὰ ὑπάρξωμεν, διότι ἔθνος χωρὶς Βασιλέα ὑπάρχει, βασιλεία χωρὶς ἔθνος δὲν ὑπάρχει. Διὰ νὰ ὑπάρξωμεν, Κύριοι, λέγω, ὅτι ἐπείγει ἡ πρότασις καὶ δὲν ἐπείγει κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ φίλου μου Κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. 4 μῆνας ὑπάρχει ἐπανάστασις, καὶ τὸ Ἔθνος δὲν εἶδε τίποτε· περιμένομεν νὰ ἀπελπισθῇ ὁ λαός. Πρώτιστον λοιπὸν ἔργον ἡμῶν εἶναι νὰ προπορευθῶμεν εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα, διὰ νὰ ἐννοήσῃ τὸ Ἔθνος, ὅτι δὲν ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ μένωμεν ἀργοί. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα. Ἀλλὰ, Κύριοι, τί μᾶς ἀντιτείνουν; νὰ ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς διὰ νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ ἔσοδά μας μὲ τὰ ἔξοδα. Αἴ, Κύριοι, ἀλλοίμονον ἂν λάβωμεν ὡς ἀρχὴν αὐτό! καὶ ἂν θέλητε, δύναμαι νὰ κηρύξω, ὅτι εἶμαι ἀπηλπισμένος, διότι αἱ ἐλαττώσεις θὰ γείνουν τοιαῦται, ὥστε δὲν θὰ συγχωρήσουν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ ¼ τῶν εἰσοδημάτων εἶναι ὁ φόρος τῆς γεωργίας· ὅταν λοιπὸν ἀπὸ τὰ 7 ἑκατομμύρια, ὅπου παράγει ἡ γεωργία, ἐρχώμεθα καὶ λέγωμεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ καταβιβάσωμεν τὸ ἥμισυ ἢ τὸ ⅓, δηλαδὴ ὅτι περιστρεφόμεθα εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν θὰ τὸν ἀφήσωμεν ἀντὶ τῶν 29, εἰς 21,000,000, αἴ, Κύριοι, ἂν ἔρχεσθε μ’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, σᾶς λέγω, ὅτι ἕκαστος ἂς ὑπάγῃ εἰς τὸ σπῆτί του, διότι ὁ λαὸς αὐτὸς δὲν ἠνέχθη ἓν τοιοῦτον κίνημα, διὰ νὰ τοῦ ἐλαττώσῃ μισὸ ἢ ἕνα, ἢ δύο τοῖς ἑκατόν! ὄχι, Κύριοι. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οἱ φόροι τῆς γεωργίας εἶναι τὸ ¼· ἂν λοιπὸν ἀπ’ αὐτὸ τὸ ¼ δὲν ἔχωμεν τὴν τόλμην ἢ τὸ θάῤῥος, ἢ τὴν ἀπόφασιν διὰ νὰ καταβιβάσωμεν τὸ ⅓, φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔρχεται εἰς τὴν ἰδέαν καὶ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο· εἰς τὰ 20,000,000 ὁ προϋπολογισμὸς δὲν μᾶς κωλύει τίποτε.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§151ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΒΙΛΑΕΤΗΣ. Ναὶ, ἀλλ’ εἴπετε, ὅτι ἔχετε καὶ ἄλλα ἀντικείμενα τῆς γεωργίας διὰ νὰ ἐλαττώσητε· ὅταν λοιπὸν τὸ ¼ δὲν καταβιβασθῇ, Κύριε Κουμουνδοῦρε, καὶ δὲν καταβιβάσῃς τὸ ¼ ἀπὸ τὴν γεωργίαν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς δίδω τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσετε μόνον περὶ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως.
§153ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν ἰδέαν καὶ μὲ τὸν κανονισμὸν, ὅτι νὰ τυπωθῇ ἡ εἰσαχθεῖσα ἔκθεσις, τὸ ψήφισμα.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν. Ἐδῶ ἀνεγνώσθη μία ἔκθεσις τῆς γεωργίας, περὶ αὐτῆς ἦτο ὁ λόγος, ἂν πρέπῃ νὰ τυπωθῇ κατὰ τὸν κανονισμὸν καὶ νὰ διανεμηθῇ καὶ συζητηθῇ αὔριον μετὰ 24 ὥρας. Ἐν τοσούτῳ παρεμπιπτόντως εἰσήχθη ἡ πρότασις περὶ ὅλων τῶν ἐκθέσεων τῆς ἐπιτροπῆς τῆς οἰκονομικῆς, διὰ νὰ συζητηθῶσιν, ὅταν ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμός. Λοιπὸν περὶ τούτου θὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως.
§155Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ζητῶ τὴν διαίρεσιν τοῦ ζητήματος.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως λοιπὸν τῆς ὑποβληθείσης θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν· ὅσοι παραδέχονται, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ, χωρὶς νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπ’ αὐτῆς ὁ κανονισμὸς, πρέπει νὰ συζητηθῇ, ὅταν συζητηθῇ εἴτε ὁ νόμος ὁ φορολογικὸς, εἴτε ὁ προϋπολογισμός....
§157ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν συζητηθῇ ὁ φορολογικὸς νόμος· διαιρέσατε τὸ ἀντικείμενον, Κύριε Πρόεδρε.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι εἶναι γνώμης, ὅτι πρέπει αὐτὴ ἡ ἔκθεσις νὰ ἀναβληθῇ, ὅταν συζητηθῇ ὁ νόμος ὁ φορολογικὸς, ἐκεῖνοι ἂς σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§159ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τώρα, Κύριε Πρόεδρε, περὶ τῶν προτάσεων τῶν ἄλλων τῶν οἰκονομικῶν τί θὰ γείνῃ;
§160ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερον ζήτημα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρὶν προβῶμεν εἰς ἄλλο ἀντικείμενον, λέγω, ὅτι κατηρτίσαμεν κατὰ τὰς βάσεις, τὰς ὁποίας προχθὲς παρεδέχθη ἡ Συνέλευσις ὡς πρὸς τὸ ἀρχηγεῖον τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω· ἔχει ὡς ἑξῆς. Ψήφισμα ΙΗʹ. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· Ἄρθρον 1. Καθίσταται εἷς ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἄρθρον 2. Ὁ ἀρχηγὸς οὗτος, δυνάμενος νὰ ληφθῇ καὶ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἐκλέγεται, δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Πανεπιστημείου φάλαγγος καὶ ἐκείνων τῶν ταγμάτων τῆς εἰρημένης ἐθνοφυλακῆς. Ἄρθρον 3. Ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ ὑποβάλλεται πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν Συνέλευσιν, παρ’ ἧς ἐξαρτᾶται καὶ ἡ παῦσις αὐτοῦ. Ἄρθρον 4. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐπιφορτίζεται τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος ψηφίσματος. Τὸ παρὸν ψήφισμα θέλει δημοσιευθῆ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτι ἀκριβὲς ἀντίγραφον. Ἐν Ἀθήναις τὴν 25 Φεβρουαρίου 1863.
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Γρ. Μαυρομαρᾶς.
§162ΠΟΛΛΟΙ. Καλὸν εἶναι, ἀξιόλογον.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ψήφισμα τοῦτο, ὅπως ἀνεγνώσθη, νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις τὸ παρεδέχθη.
§164ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι, δύο γνῶμαι διάφοροι παρουσιάζονται· ὁ Κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐζήτησε τὴν ἐλάττωσιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων· καὶ ἡ οἰκονομία, ὅπως ζητεῖται, ἀπαιτεῖ νὰ μὴ μείνωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ ὀπίσω. Πρὶν ἐξετάσω τὰ περὶ τούτου, ἔρχομαι νὰ ἐκφράσω μίαν ἀπορίαν, δὲν ἐννοῶ πῶς περιῆλθεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους ὕστερον, ἀφ’ οὗ ἡ Βασιλ. ἐπιχορήγησις ἔπαυσε καὶ οἱ μισθοὶ τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων, καὶ ἐξέλιπον αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλάμβανον χώραν κατὰ τὸ παρελθὸν σύστημα. Βεβαίως οἰκονομία ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι εἰμὴ μία στιγμιαία κατάπαυσις τῆς ἀνάγκης· ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως τοῦ Ταμείου θέλει προκύψει ἀπὸ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων· τοῦτο δὲ διὰ νὰ γίνῃ, πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ ἡ Κυβέρνησις, νὰ τῆς παρέξωμεν ὅλην τὴν συνδρομὴν, διὰ ν’ ἀρχίσῃ τὰς εἰσπράξεις, πρέπει νὰ καθέξωσι τὰς δημοσίας θέσεις ἄνθρωποι, παρέχοντες ἐγγυήσεις διὰ τὴν τιμιότητα, ἱκανότητα καὶ δραστηριότητα, εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας πρέπει νὰ ἔλθουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν αὐτὰ τὰ ἐχέγγυα· νὰ παύσῃ ἡ μίσθωσις τῶν ἀνθρώπων τῶν ἄνευ ὑπηρεσίας καὶ θέσεως· αὐτὰ, νομίζω, τὰ μέτρα πρέπει ἀντὶ ἄλλων νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τότε, ὅταν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐλαττώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν, τότε πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν· ἄλλως αὐτὰ τὰ μέτρα εἶναι στιγμιαῖα, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἦναι διαρκῆ, ποτὲ δὲν δύνασθε νὰ ἐπιβάλλητε ἐλάττωσιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν μὲ μίαν ἐπανάστασιν. Ἀλλ’ ἐὰν, ὅπερ δὲν ἐλπίζω, δὲν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις μου αὗται αἱ λεπτομερεῖς, ποτὲ δὲν νομίζω δίκαιον νὰ ἐλαττωθῇ ἡ μισθοδοσία τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν διαμενόντων εἰς τὴν Πρωτεύουσαν· τίποτε περισσότερον δὲν ἔχω νὰ εἴπω.
§165Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ δημόσιον Ταμεῖον εὑρίσκεται εἰς στενοχωρίαν δι’ ἔλλειψιν χρημάτων, καὶ δὲν δύναται παρὰ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἡ ἐπανάστασις ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα εἶχε τὴν παρεμπόδισιν τῆς τακτικῆς καὶ ὁμαλῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων· ὡς ἦτον ἑπόμενον ἀποταμίευμα οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ Ταμεῖον· ἔζωμεν ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις, ἅμα αἱ εἰσπράξεις ἔπαυσαν, τὴν ἐπαύριον εὑρέθημεν εἰς ἔλλειψιν. Τὶ πρόκειται νὰ κάμωμεν σήμερον; πρόκειται νὰ θεραπεύσωμεν τελειωτικῶς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰ ἔσοδά μας καὶ τὰ ἔξοδά μας; ὄχι· πρόκειται νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας, ἕως ὅτου μετ’ ὀλίγον εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν, τὸ νὰ ἱκανοποιήσωμεν ὅπως τῷ ὄντι πρέπει νὰ ἱκανοποιήσωμεν· δὲν πρέπει νὰ δυσκολευθῶμεν παραδεχόμενοι τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ μίαν τροπολογίαν κατ’ ἐμὲ, τὴν ὁποίαν θέλω σᾶς ἀναφέρει. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν δυσάρεστον περίστασιν εἰς τὴν ὁποίαν ἄλλα ἔθνη εὑρίσκονται· ἡ Ἰταλία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἰδίαν μὲ ἡμᾶς θέσιν· αὐτὴ ἔχει ἓν ἔλλειμμα λίαν οὐσιῶδες, καὶ μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ἓν εἶναι καὶ ἡ οἰκονομία. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ὅμως αἱ οἰκονομίαι δὲν ἐφαρμόζονται ἀμέσως, διότι ἐφοβήθησαν μήπως βλάψωσι τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ μήπως προσβάλλωσιν ἀτομικὰ συμφέροντα· ταύτην τὴν λέξιν τὴν τονίζω, διότι πιστεύω, ὅτι εἶναι τοσοῦτον μέγας ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων, ὥστε νὰ μὴ ἐξεγερθῶσι τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα, ἐὰν ὑποστῶσι μίαν μικρὰν ἀφαίρεσιν· δὲν εἴμεθα εἰς τὴν δύσκολον ἀνάγκην ὡς ἔθνος ἡμεῖς, ἀλλ’ οὔτε μᾶς ἐπιτρέπουν τὰ πράγματα νὰ ἐφαρμόσωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὴν οἰκονομίαν· σήμερον νομίζω, ὅτι θέλομεν ὅλοι δεχθῆ αὐτὴν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μισθοῦ, διότι ὅλοι αἰσθανόμεθα τὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα· ὁ Νόμος, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι ἓν νέον μισθολόγιον, τὸ ὁποῖον ἔφερον τότε διὰ νὰ κανονίσωσι τὴν μισθοδοσίαν κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, κατὰ τὴν θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου, κατὰ τὴν ἔκτασιν τῆς διαχειρίσεως. Ὅταν ἐφέρθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, κατ’ ἀρχὰς εἶχεν ἄλλην βάσιν, τὴν προσθήκην ἑνὸς ἴσου ποσοστοῦ καθ’ ἑκατοντάδα· ἤμην εἰσέτι Ὑπουργὸς, καὶ τὴν ἀπέκρουσα, διατί; διότι, ἐὰν π.χ. εἰς τὸν Τελώνην Σύρου, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται 2,000,000 δραχμῶν, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον δίδετε 200 δραχμὰς, ἐὰν εἰς τὸν Τελώνην δώσητε 40 περιπλέον, δὲν τὸν ὠφελεῖτε τίποτε· διατὶ δίδετε τὸν μισθόν; πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ διὰ νὰ μὴ πεινᾷ ὁ ὑπάλληλος καὶ διὰ νὰ μὴν ἀναγκάζεται εἰς καταχρήσεις· ἐὰν ἔχετε αὐτὸν τὸν σκοπὸν, ἱκανοποιήσατε τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ἀφαιρέσατε αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ οὕτως ἐπιτυγχάνετε ὅ,τι θέλετε, αὐτὰ ἐπανελάμβανον τότε, καὶ αὐτὰ ἐπὶ τέλους παρεδέχθησαν. Ἐδέχθημεν τὸ μέτρον λοιπὸν τοῦ νὰ αὐξήσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, ἐὰν ἐδεχόμεθα τὸ ἕτερον σύστημα, ἠθέλομεν κάμει μίαν ἐλαφρὰν προσθήκην ὅπου ἔπρεπε νὰ γίνῃ σπουδαία καὶ τ’ ἀνάπαλιν, διατί, Κύριοι; οἱ Ταμίαι λαμβάνουν 400 δραχμὰς ἢ 500, ἂν ἀκολουθήσῃ τὸ σύστημα τῶν ποσοστῶν, ἠθέλετε προσθέσει εἰς τοὺς ταμίας 100 δραχμὰς, ἐνῷ εἰς τοὺς τελώνας πρώτης τάξεως ἠθέλετε δώσει 40, πρὸς 20%, οὕτω εἰς τοὺς μὲν θέλετε δώσει πολλὰ, τῶν δὲ θέλετε ἀφήσει ἀθεραπεύτους τὰς ἀνάγκας· οὕτω παρεδέχθη τὸ σύστημα τοῦ νόμου ά) οἱ ὑπάλληλοι δυνάμει τοῦ νόμου ἀπέκτησαν, ἐνῷ δικαιώματι μισθοδοσίας καταργοῦντι αὐτὸν τὸν νόμον, ἀπὸ τοὺς μὲν τῶν ὑπαλλήλων θέλετε ἀφαιρέσει 100 δραχ. ἀπὸ τοὺς δὲ 200 δραχ. καὶ θέλετε ἀφαιρέσει κατὰ δυστυχίαν πολλὰς ἀπὸ ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ δώσητε πολλάς· ἀληθῶς ἡ τιμὴ δὲν συμβαδίζει συνήθως μὲ τὸν πλοῦτον, ἀλλ’ ὅταν ὁ ἄνθρωπος πεινᾷ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ σύστημα ὡς προτείνει τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἄδικον, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, διότι τείνει νὰ βλάψῃ τὴν ὑπηρεσίαν· τὸ καλλίτερον οἰκονομικὸν σύστημα εἶναι οἰκονομία, ἀλλὰ πρὸ τούτου εἶναι ἡ καλὴ καὶ τιμία διοίκησις. Σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς τὴν Ἀγγλίαν· ἐκεῖ ἐλάμβανον χώραν καταχρήσεις, καὶ ὡς θεραπείαν εὗρον τὴν καλὴν μισθοδοσίαν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι σώζετε καὶ τὰς δύο ἰδέας, καὶ τὴν ἰδέαν τῆς οἰκονομίας, καὶ τὴν ἰδέαν τῆς συντηρήσεως τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν παραδεχθῆτε ἐλάττωσιν κατὰ ποσοστὰ, ἐνῷ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον σᾶς ζητοῦν ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸν ἕνα 10, ἀπὸ τὸν ἄλλον 20, δὲν θέλει συντείνει εἰς τίποτε, ἀλλὰ ν’ ἀφαιρέσητε ἐξ ἴσου τόσα τοῖς ἑκατὸν· οὕτω ἡ δικαιοσύνη θέλει διατηρεῖται· διότι μερικοὶ μισθοὶ εἶναι κανονισμένοι ἀπὸ τὸ 1836 ἀπὸ τότε ὅτε ὅλα τὰ πράγματα ἦσαν πολὺ εὐθυνώτερα καὶ οἱ μισθοὶ ἦταν ἀρκετοὶ, καὶ ἠδύνατο νὰ ζήσῃ ἕνας ἄνθρωπος μὲ οἰκονομίαν, τώρα ὅμως ὅτε καὶ ἡ τιμὴ τοῦ νομίσματος ἐξέπεσε, καὶ οἱ μισθοὶ τοῦ 36 δὲν δύνανται νὰ ἀρκέσωσι, δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ἄδικον. Πιστεύω καὶ εὔχομαι αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις νὰ ᾖναι προσωρινὴ, καὶ ὅταν ἀποκατασταθῶσι τὰ πράγματα νὰ ἐπανέλθωσι πάλιν οἱ μισθοί. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐλπίζω ὅτι θέλετε κάνει μίαν διάκρισιν εἰς τοὺς κατωτέρω ὑπαλλήλους εἰς τοὺς ὀλίγον μισθοδοτουμένους, καθότι, ἐὰν ὁ λαμβάνων 100 δραχμὰς λάβῃ 80, ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι πολὺ ἐπαισθητὴ ἡ ἐλάττωσις αὕτη. Δὲν δέχομαι τὸ σύστημα τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι θέλω τὰ πράγματα νὰ ᾖναι εἰς τὴν ἀλήθειάν των· βέβαιον εἶναι, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην οἰκονομίας καὶ πρέπει αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους νὰ ὑποστῶσιν αὐτὴν τὴν ζημίαν, ἄλλως δὲν γίνεται· αὐτὰ δὲ τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα σᾶς προτείνουν νὰ δίδετε ὡς ὁμόλογα διὰ τὸ ἀφαιρούμενον ποσὸν δὲν εἶναι σπουδαῖον πρᾶγμα, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια, γνωρίζετε τὴν τύχην αὐτῶν, πόσον καιρὸν τὰ εἶχον οἱ κάτοχοι καὶ πῶς κατήντησαν ἐπὶ τέλους· τὴν αὐτὴν καὶ χείρονα τύχην θὰ λάβουν καὶ τὰ νέα γραμμάτια. Δὲν εἶναι σπουδαῖον αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, 15 δραχμαὶ 20 δραχμαὶ εἰς ἓν ἔτος κάμνουν 100 δραχμὰς μέχρι τέλους τοῦ ἔτους καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν εἶναι πολὺ μικρὸν, ἄλλως ἐκτὸς τούτου πρόκειται νὰ πράξωμεν ἀληθεῖς ἐλαττώσεις, καὶ οὐχὶ ν’ ἀναβάλλωμεν τὰς πληρωμάς. Προτείνω λοιπὸν νὰ παραδεχθῇ ἡ πρότασις τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν ἐπὶ τῇ βάσει ποσοστῶν δηλαδὴ νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ μισθοὶ ἐν γένει κατὰ τόσον ποσὸν καθ’ ὅσον ηὐξήθησαν, ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις αὕτη πρέπει νὰ διανεμηθῇ μεταξὺ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων μεταξὺ ποσῶν ὡρισμένων.
§166ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Κύριοι, πρόκειται περὶ οἰκονομίας δηλαδὴ περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα ἵνα παλαίσῃ τις ἀπὸ τοῦ βήματος πρέπει ἀντὶ λόγων νὰ φέρῃ ἀργύριον· σᾶς παρακαλῶ εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν λύσιν αὐτοῦ οὐχὶ μὲ τὴν καρδίαν ἀλλὰ μὲ τὸν νοῦν. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Κύριος Κουμουνδοῦρος ἐξέθεσε λίαν ἐπιτυχῶς τὴν ἰδέαν του περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων καὶ κατέγεινεν ἰδίως εἰς τὸ νὰ δείξῃ τὸν τρόπον τῆς ἐλαττώσεως ἐπὶ τοῦ μισθοῦ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκροασθῆτε ὀλίγον, ἵνα ἀναλάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ στρατοῦ ἐν γένει. Κύριοι, ὁ μισθὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ μέχρι τοῦ 1859 ἐβάδιζε τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἔθετο ἡ Βαυαροκρατία μετὰ τὴν ἔλευσίν της εἰς τὴν Ἑλλάδα· ὁ μισθὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ διακρινομένου εἰς ἀνώτερον καὶ κατώτερον εἶναι εἰς μεγάλην δυσαναλογίαν, αἱ δὲ ἀνάγκαι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς βαθμοῦ εἰς τὸν ἕτερον, ἀνθρωπίνως συλλογιζόμενοι, βλέπομεν, ὅτι εἶναι αἱ αὐταί. Τὸ 1857, χρόνον, ὅστις διεδέχθη τὴν εἰρήνην τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, ἐγένετο ἓν μικρὸν ἐπίδομα, καὶ μὴ θαυμάζητε εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην, ἴσως τὸ θεωρεῖτε ἄτοπον ἤδη· τὴν ἀναφέρω ὅμως, διότι ἔδωκαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἰδέαν νὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, καθότι ὁ Κριμαϊκὸς πόλεμος, ὁ ὁποῖος διῆλθε καὶ ἀπὸ τὰς ἡμετέρας θαλάσσας, μᾶς ἄφησεν οὐχὶ τὸν λοιμὸν, τὴν χόλεραν, ἀλλὰ καὶ τὴν πεῖναν, καὶ ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀπὸ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἔμεινεν εἰς μέγαν βαθμὸν ἡ ὑπερτίμησις τῶν τροφίμων, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε δὲν διεδέχθη ἀπὸ μίαν ὑποτίμησιν· ἀνέφερον ταῦτα οὐχὶ δι’ ἄλλο, εἰμὴ διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1857 ἦτον ἀπόλυτος ἀνάγκη, καθόσον πανταχοῦ τὰ στόματα τοῦ στρατοῦ ἐφώναζον πεινῶντα· κατ’ ἀρχὰς ὡρίσθη μικρά τις αὔξησις οὐχὶ ἐπὶ τοῖς 100, οὔτε κατὰ βαθμὸν, ἀλλὰ 25 δραχμαὶ εἰς ἕκαστον τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ μῆνα, μετὰ ταῦτα ἐπῆλθε νόμος, ὁ ὁποῖος τὸ ἐκανόνισεν.
§167ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι εἰς ὅλους.
§168ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Μόνον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς κατωτέρους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ προηγηθέντα ἐστηρίζοντο εἰς τὰς ἀνθρωπίνους ἀνάγκας, ὑπεχρεώθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτείνῃ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας καὶ εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, καὶ ἀπὸ τὸ 59 προσετέθησαν εἰς ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀνεξαιρέτως ἀνὰ 40 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ 60 εἰς τοὺς Ἀντισυνταγματάρχας. Πρόκειται λοιπὸν σήμερον, Κύριοι, νὰ ἐλαττώσωμεν ἢ καταβιβάσωμεν ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον τοιαύτης φύσεως περίστασις προσέθηκεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Φρονεῖτε ἴσως, ὅτι σκοπεύω νὰ ἀντισταθῶ, ὄχι δὲν ἀνθίσταμαι, συμφωνῶ πρὸς ὅλα καὶ λέγω, ὅτι ὑπάρχει ἄφευκτος ἡ ἀνάγκη τῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ βλέπω ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὑπάρχει διὰ τὸν στρατιώτην καὶ ἡ ἄφευκτος ἀνάγκη τῆς τροφῆς· διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ὁ ἀξιωματικὸς, Κύριοι, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχει πολλὰ νὰ ὑποφέρῃ καὶ διὰ τὰ ὁποῖα λυποῦμαι, διότι καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν οὐδὲν στόμα εὑρέθη ἀπὸ τὰ βήματα ἐκεῖνα τῶν κατὰ καιροὺς βουλῶν νὰ φέρῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἔθνους· ἴσως ἔκτοτε ἤθελε γίνει κἄποια διόρθωσις· ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἔχει μεγάλον μισθὸν καὶ ἀδίκως ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα ὑπερόγκου μισθοῦ διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, καθότι αἱ ἀνάγκαι καὶ ὑποχρεώσεις των μένουσιν ἄγνωστοι εἰς τὸ κοινόν· φέρω δὲ ὡς παράδειγμα ἕνα μεσάζοντα βαθμόν, τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ· ὁ λοχαγὸς μισθοδοτεῖται μὲ 240 δραχ. κατὰ μῆνα.
§169ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. 280.
§170ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. 220 ὁ δευτέρας τάξεως καὶ 280 ὁ πρώτης· ἐκ τῶν 220 δραχ. γίνονται κρατήσεις 15 δραχμῶν καὶ 60 λεπτῶν κατὰ μῆνα, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται εἰς τὰ ταμεῖα τῶν χηρῶν, ἀποστράτων, ὀρφανῶν, μουσικῶν κτλ. μένουν 204. Ἐλάβομεν παράδειγμα τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ. Ἕνας λοχαγός, Κύριοι, διὰ νὰ ἦναι σήμερον λοχαγὸς ἢ ὀλίγον πρὸ τῆς σήμερον ἠξεύρετε ἀπὸ ποίαν ἐποχὴν θὰ ὑπηρετῇ εἰς τὸν στρατὸν; ἡ ἡλικία μου δὲν τὸ ἐπιτρέπει διὰ νὰ λύσω αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τοὐλάχιστον τριακονταετὴς ὑπηρεσία θὰ τὸν τιμᾷ.
§171ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἰς διάστημα ὀκτὼ ἐτῶν γίνονται λοχαγοί.
§172ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Μὰ εἶναι ἔκτακτον· διὰ νὰ ἦναί τις λοχαγὸς εἰς τὸν στρατὸν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπηρετῇ 20 τοὐλάχιστον ἔτη· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι πρὸ τοσούτου χρόνου ὑπηρετῶν εἰς τὸν στρατὸν θὰ ἔχῃ καὶ μίαν ἡλικίαν, ἥτις θὰ τῷ ἔχῃ δώσει εἰς τὸ πλευρὸν καὶ οἰκογενειακὰς ἀνάγκας καὶ δὲν ἐγνώρισα λοχαγοὺς ἐπιφορτισμένους μὲ ὀλιγώτερα τῶν 6 καὶ 8 οἰκογενειακῶν μελῶν. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, μὲ τὰς ὁποίας περιβάλλεται ὁ λοχαγός· Κύριοι, ἔχει ὑποχρεώσεις καὶ πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν· σήμερον διατάσσεται νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας καὶ ἀναχωρεῖ αὐθωρεί. Ἐὰν τὸν θέλετε, ὡς ἀξιωματικὸν, ὀφείλει νὰ τὸν παρακολουθήσῃ, ἐὰν ὄχι ἄλλο, τοὐλάχιστον μία εὐπρεπὴς ἀξιοπρέπεια· ἀφίνει τὴν οἰκογένειάν του, μεταβαίνει εἰς μίαν ἄλλην φρουρὰν, ἔχει ἀνάγκην τῶν πολλῶν, διότι κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν οἱ πολλοὶ θέλουν πολλὰ καὶ ὁ εἷς ἀπὸ ὅλα· διαμένει ὀλίγας ἡμέρας, λαμβάνει ἄλλην διαταγὴν ν’ ἀναχωρήσῃ καὶ τοιουτοτρόπως κατατρίβει μέγα μέρος τοῦ ὑλικοῦ του εἰς τὰς κατὰ καιρὸν συμβαινούσας εἰς αὐτὸν μεταθέσεις· ἐὰν θέλετε τώρα νὰ ὑπολογίσητε, ὅταν λάβῃ μεθ’ ἑαυτοῦ τὴν οἰκογένειάν του, δὲν εὑρίσκετε ἄκραν· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πληρόνει τὰ ἔξοδα τῆς πορείας, τοῦτο σᾶς τὸ φιλονεικῶ, καὶ, ἂν θέλετε, σᾶς τὸ ἀποδεικνύω ἐκ πείρας, διότι ὑπέκυψα ἀτυχῶς εἰς ὄχι ὀλίγας μεταθέσεις· πληρόνει εἰς τὸν ἀξιωματικὸν μέχρι λοχαγοῦ ἀνὰ μίαν δραχμὴν καθ’ ἑκάστην ὥραν καὶ τὸν διατάττει ἀπὸ τὴν Λαμίαν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Τρίπολιν, ὅτε δὲν θέλουν ἐπαρκέσει 150 δραχ. ἀντὶ 48 ἢ 50, τὰς ὁποίας τῷ δίδει κατὰ τὸν χωρογραφικὸν χάρτην καθ’ ὥραν, καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸν ὑπολογισμὸν αὐτὸν σᾶς ἔκαμα σχετικῶς πρὸς τὸν βαθμὸν τῶν λοχαγῶν. Ἐὰν καταβῶμεν ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπελογίσαμεν εἰς 220 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ ἔλθωμεν εἰς τὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ὅστις λαμβάνει 160 καὶ μετὰ τὰς κρατήσεις 145, καὶ ἐὰν καταβῶμεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ὅστις λαμβάνει 140 καὶ μετὰ τὰς κρατήσεις 125, μοὶ φαίνεται, ὅτι σκεπτόμενοι περὶ ἐλαττώσεως τῆς μισθοδοσίας οὕτως ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν, πρέπει τοὐλάχιστον λίαν ἐσκεμμένως νὰ ἀποφασίσητε τοῦτο. Εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος Κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην οἰκονομίας· ἂς μὲ συγχωρηθῇ νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ οἰκονομία δὲν συνίσταται μόνον εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς μισθοδοσίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν καλὴν διαχείρισιν· τὸ ἓν μετὰ τοῦ ἄλλου συνδυαζόμενον δύναται νὰ πληρώσῃ τὰς ἀνάγκας, εἰς ἃς σήμερον εὑρισκόμεθα, Κύριοι, ἐνοήσατε ἤδη, ὅτι δὲν ἀνέβην τὸ βῆμα, ἵνα πολεμήσω τὴν ἰδέαν τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ, ἀπεναντίας θέλω νὰ τὴν ὑποστηρίξω· καὶ παραδέχομαι ὅ,τι ἀφορᾷ καὶ τὸ μέρος μου καὶ τοὺς λοιποὺς Κυρίους ἀξιωματικοὺς καὶ συναδέλφους μου, οἵτινες μὲ περισσοτέραν προθυμίαν, ὅπως ὡμίλησα μετ’ αὐτῶν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἶναι ἕτοιμοι νὰ καταθέσωσι τὸν ὀβολόν των ὑπὲρ τῆς Πατρίδος· ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ λόγος ἦλθε περὶ οἰκονομίας, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐκτὸς τῆς οἰκονομίας, ἥτις δύναται νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν ἐλάττωσιν τῆς μισθοδοσίας ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων καὶ τοῦ στρατοῦ, νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς βοηθήσωσιν· εἶναι δὲ αὐτὰ ἡ κατάργησις πολλῶν θέσεων, διὰ τὰς ὁποίας πολὺ καταναλίσκεται ἀργύριον· καὶ ἂν μοὶ ἦτο συγχωρημένον ν’ ἀναφέρω καὶ τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας θέλω νὰ καταργηθοῦν ἀπὸ σήμερον τὸ κάμνω.
§173ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§174ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Εἶναι νομοεπιθεωρηταὶ 10 τὸν ἀριθμὸν, εἰς τοὺς ὁποίους πληρώνετε 4,800 δραχ. κατὰ μῆνα· ὑπάρχει ἓν διάταγμα καὶ καθὼς γνωρίζετε ὅλοι οἱ νόμοι ὑπάρχουν εἰς τὴν θέσιν των καθὼς καὶ τὰ διατάγματα, διότι βλέπω ὅτι βαδίζομεν τὴν αὐτὴν νομοθεσίαν, ὑπάρχει ἓν διάταγμα πρὸ πολλοῦ ἐκδεδομένον, τὸ ὁποῖον ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶχεν ὁρίσει βαθμηδὸν τὴν κατάργησιν τῶν θέσεων διὰ τοῦ ἑξῆς τρόπου· ὁσάκις εἷς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων νομοεπιθεωρητῶν ἀποθάνῃ, ἡ θέσις του νὰ μὴ ἀναπληροῦται, καὶ μολαταῦτα ἀναπληροῦται· τὰ ἀντικείμενα, ὅσα δύνανται νὰ βοηθήσωσι τὴν οἰκονομίαν, περὶ ἧς πρόκειται, εἶναι καὶ τὰ ἑξῆς, ἅτινα προχείρως φέρω πρὸς γνῶσιν, ἐπιφυλασσόμενος ἰδίως περὶ πολλῶν νὰ ὁμιλήσω. Οἱ διοικηταὶ τῶν σωμάτων ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ μισθοῦ των λαμβάνουσι καὶ ἐπιμίσθιον διοικήσεως· τὸ ἐπιμίσθιον τοῦτο εἶναι ἀκατανόητον. Ὁ διοικητὴς σώματος π. χ. καθὼς γνωρίζω φθάνει εἰς ἓν ποσὸν 500, 600, 700 δὲν ἠξεύρω πόσων δραχ. κατὰ μῆνα ἢ κάλλιον ἐμοῦ ὁ Κ. Τριγκέτας γνωρίζει τὰ λεγόμενα ταῦτα ἐπιμίσθια διοικήσεως, δὲν λείπω νὰ παρακαλέσω τοὺς Κ. διοικητὰς νὰ τὰ παραιτήσουν. Ὑπάρχουν πολλοὶ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοί, οἵτινες προβιβασθέντες ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατείαν καὶ ἐν τούτοις διωρίσθησαν ἐκ νέου εἰς θέσεις μισθοδοτούμενοι ἐνεργητικῶς μὲ τὸν νέον βαθμόν των· ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἀποτεινόμενος καὶ εἰς τοὺς Κυρίους ἀξιωματικοὺς τούτους, τοὺς ὁποίους παρακαλῶ νὰ μὴ ὑποθέσουν, ὅτι ἐκ προθέσεως λέγω τι ἀσύμφορον πρὸς αὐτούς, λέγω, ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, οἵτινες κατὰ τοὺς ἐν ἰσχύϊ τότε νόμους προβιβασθέντες εἰς ἀνώτερον βαθμόν, ὑποχρεωτικῶς, φρονῶ, δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθουν εἰς ἐνεργητικὴν ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ Κ. Τριγγέτα. Οἱ ἀπόστρατοι καὶ οὕτω προβιβασθέντες ἀξιωματικοὶ ἐπανῆλθον ἐκ νέου καὶ διωρίσθησαν εἰς ὑπηρεσίαν, ἐνῷ περιφέρονται ἀργοὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ τῆς ἐνεργητικῆς καταστάσεως, πληρωνόμενοι τὸν μισθὸν τῆς ἐνεργείας ἄνευ ὑπηρεσίας· περὶ τούτων προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον· καὶ ταῦτα ὅλα προκειμένου περὶ οἰκονομίας, καθότι τὸ κεφάλαιον τοῦτο καὶ μόνον μὲ κάμνει νὰ ὁμιλῶ τοιουτοτρόπως καὶ οὐδὲν ἄλλο· περὶ τῶν ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν, δὲν θέλω νὰ σᾶς κάμω λόγον ἤδη, ἐπιφυλασσόμενος λεπτομερῶς νὰ ἔλθω εἰς τοῦτο. Κύριοι, εἶμαι πληροφορημένος, δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εἶναι βέβαιον, ὀφείλω ὅμως, ἐπειδὴ ὅσα σᾶς λέγω τὰ λέγω ἐκ πληροφοριῶν, διότι ἡ θέσις μου δὲν τὸ ἐπιτρέπει νὰ γνωρίζω τοιαύτας λεπτομερίας, ὅπως πολὺ καλὰ ἐννοεῖτε, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι, καθόσον εἶμαι πληροφορημένος, ὑπάρχει, ἐσχηματίσθη εἷς λόχος ἀπομάχων, ὁ ὁποῖος ἔπαυσε πλέον τοῦ νὰ παρουσιάζῃ τὴν ὄψιν λόχου, ἀλλὰ μιᾶς μοιραρχίας, δὲν γνωρίζω, δὲν τὸ πέρνω ἐπάνω μου, μὲ ἐπληροφόρησαν, ὅτι εἰς τὸν λόχον τοῦτον τῶν ἀπομάχων κατετάχθησαν ἄνθρωποι, οὐδέποτε ὑπηρετήσαντες εἰς τὸν στρατόν.
§175ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι βέβαιον.
§176ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Κύριοι, πρόκειται λοιπὸν νὰ κανονισθῇ σήμερον ὁ μισθὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ λάβῃ ἀπὸ σήμερον καὶ πρέπον εἶναι νὰ προσφέρῃ καὶ ὁ στρατιώτης αὐτὸς οὐχὶ μόνον τὸ αἷμά του κατὰ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἄρτου του· δὲν θέλω λοιπὸν νὰ ἀφήσω τὸν στρατιώτην ἀμέτοχον τῆς τιμῆς αὐτῆς καὶ νὰ τὴν δώσω εἰς τὸν Ἔπαρχον, τὸν Ἔφορον, τὸν Τελώνην, διότι εἶμαι καλὰ πεπεισμένος, ὅτι ἄνθρωποι διατεθειμένοι νὰ θύσωσιν ὑπὲρ Πατρίδος τὴν ζωήν των μετὰ περισσοτέρας εὐκολίας θ’ ἀποφασίσωσιν ἀντὶ κρέατος νὰ φάγωσι τυρὸν, καὶ ἀντὶ ἑνὸς πολυτελοῦς ἱματισμοῦ νὰ φέρωσι ταπεινόν· προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Συνέλευσιν, συμφωνῶν κατὰ μέγα μέρος μὲ τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον, νὰ ἐλαττωθῇ ἡ μισθοδοσία τῶν ἀξιωματικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τόσου ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ συνιστῶ ἐπίσης νὰ ληφθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο μικρὸν, θέλω νὰ τὸ εἴπω καθαρῶς, ἀπὸ τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς, ἡ θυσία αὕτη νὰ γείνῃ ὀλιγώτερον γενναία καὶ τοῦτο, διότι γνωρίζω ἐκ τοῦ σύνεγγυς 12 ἔτη ὑπηρετῶν εἰς τὸν στρατὸν, εἰς ποίας οἰκονομικὰς ἀνάγκας εὑρίσκεται ὁ ἀξιωματικὸς ἀπὸ λοχαγοῦ καὶ κατωτέρω.
§177ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Γνωρίζω, Κύριοι, καὶ μὲ συγχωρεῖ ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἄχρι τοῦδε δὲν ἔδωκε τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, οὔτε τὴν προτεραιότητα ἔδωκεν εἰς αὐτὰ, οὔτε παρεδέχθη τὴν προεξέτασιν τὴν βάσανον τὴν πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὸν κανονισμὸν ἐδημιουργήθη μία ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐβαπτίσθη οἰκονομική· ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὴ ἔπρεπε νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὡς προεισαγωγικὴ ἐπιτροπὴ, ὡς ἐπιτροπὴ, ἔχουσα καθῆκον νὰ προεξετάζῃ καὶ καθαρίζῃ καὶ ὑποβάλλῃ τὰ ζητήματα εἰς τὴν Συνέλευσιν τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ εὐκολύνῃ καὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως. Κατὰ δυστυχίαν πολλαὶ προτάσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Συνέλευσιν, διετάχθη ἡ τύπωσις αὐτῶν καὶ ἡ συζήτησις, καὶ ἡ Συνέλευσις οὐδὲ κἄν ἐφαντάσθη, ὅτι ἔχει μίαν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποῖαν ἐπεφόρτισε τὸ καθῆκον αὐτό· εἰς τοιοῦτον τρόπον ᾐσθάνθημεν αὐτὴν τὴν ὀλιγωρίαν τῆς Συνελεύσεως, ὥστε ἐγὼ πολλάκις ἐσκέφθην νὰ δώσω τὴν παραίτησίν μου, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἔχω καμμίαν εὐθύνην· μ’ ὅλον τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἔχομεν ἓν καθῆκον νὰ ἐκπληρώσωμεν, καὶ χωρὶς νὰ προσκληθῶμεν ἀνελάβομεν μόνοι μας νὰ ὑποβάλωμεν μίαν ἔκθεσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν· καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας μας ἀποδεικνύεται σήμερον οὐχὶ ὀλίγον ὠφέλιμον, διότι παρεσκεύασε τὴν λύσιν ἑνὸς τῶν μᾶλλον δυσχερῶν ζητημάτων, τὸ μέτρον τῆς οἰκονομίας καὶ ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτόλμησε νὰ παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις. Βλέπετε λοιπὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν οὐχὶ μόνον τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς τοῦτο δύναμιν τῆς ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν τῆς θελήσεως καὶ τοῦ θάῤῥους. Οἴκοθεν λοιπὸν, Κύριοι, λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ, βεβαίως μόνοι μας ἤλθομεν εἰς σκέψιν, ἂν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ὑπουργὸς, ἦτο τὸ καταλληλότερον, ἢ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος σήμερον νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἀντικατάστασιν· καὶ πιστεύω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀντικατάστασις σήμερον τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἀληθῶς οἰκονομικωτέρα· ἐὰν ἐγνωρίζομεν ὅτι ἐπῆλθεν ἐν τῷ μεταξὺ μία μεταβολὴ ἤτοι διόρθωσις εἰς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ Κράτους, δὲν εἴχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τῆς ἑτέρας προτάσεως· ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτῆς τῆς περιστάσεως ἐλάβομεν καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο ὑπ’ ὄψιν, ἐσκέφθημεν καὶ τὸ ἓν μέτρον καὶ τὸ ἄλλο· ἐκλίναμεν καὶ ἡμεῖς πολὺ νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸ τὸ βʹ. μέτρον, στηριζόμενοι εἰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἴχομεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι τὸ δεύτερον μισθολόγιον κατηρτίσθη ἐπὶ ἀρχῶν δικαιοτέρων· δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν μισθὸν αὐτοῦ τοῦ δευτέρου μισθολογίου ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν περισσότερον τὴν ἀνάγκην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τὴν δυσκολίαν τῆς ὑπηρεσίας, καθὼς καὶ τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία, ἀλλ’ ἐμποδίσθημεν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ βʹ, διότι ἐὰν λέγῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν προερχομένων ἐκ τοῦ ά. μέτρου οἰκονομιῶν ἦτο ὀλιγώτερον, ἡμεῖς λέγομεν τὸ ἐναντίον· ἑπομένως φοβούμεθα ὅλας τὰς δυσχερείας τὰς οἰκονομικὰς σήμερον, ὥστε κᾀνὲν μέτρον δὲν φρονοῦμεν ἀνάλογον διὰ νὰ τὰς προλάβῃ. Αὐτὸς ὁ λόγος μᾶς ἐπαρουσιάσθη ἀρκετὰ σπουδαῖος διὰ νὰ προτιμήσωμεν τὸ ά. μέτρον· ἄλλα τινὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπρότειναν καὶ ἑτέρους λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν οὐχ ἧττον καταπειστικοὶ ὡς προερχόμενοι ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς ὑπηρεσίας. Παρετηρήσαμεν ὅτι τὸ μισθολόγιον εἶναι ἀκόμη ἄδικον καὶ ἀτελὲς, δὲν τηρεῖ ἀναλογίαν ἐπί τινων μισθῶν, καὶ ἂν ἦτο ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ πληρεξούσιος Μεσσήνης, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων προῆλθεν ἐξ ἀνάγκης, δὲν θέλομεν ἔχει κᾀμμίαν δυσκολίαν νὰ πιστεύσωμεν τὴν γνώμην ταύτην ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν μισθῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἄνευ παρατηρήσεως τὸ προτεινόμενον μέτρον. Πρὸς δὲ τινὰ μέλη εἶπον, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας διὰ νὰ διορθώσῃ τὰ ἤθη, τὰ ὁποῖα ὁ χρόνος, ἡ ἀνατροφὴ καὶ διάφοροι ἄλλαι περιστάσεις διορθώνουν· τέλος πάντων σήμερον εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, αὐτὸς ὁ λόγος δὲν ἐφάνη ἀρκετὰ ἀποχρῶν καὶ διὰ τοῦτο εἴπομεν, ὅτι, ἂν αὗται αἱ δύω θέσεις τοῦ Τελώνου καὶ Ἐφόρου ἀδικοῦνται σχετικῶς ὡς πρὸς ἄλλας θέσεις, οὐχ ἧττον ὅμως ὁ λόγος τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν πρὸς κατάπαυσιν τῶν καταχρήσεων δὲν εἶναι ἀποτελεσματικὸς σήμερον. Μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ Κ. Πληρεξούσιος Μεσσήνης σήμερον. Ἔρχομαι μόνον ν’ ἀντικρούσω τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον ἄλλοι. Ὁ πρῶτος λαβὼν τὸν λόγον ὑπέβαλε διαφόρους προτάσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ αὗται τείνουσι πρὸς οἰκονομίαν· εἶναι ἡ πρότασις τοῦ νὰ σταλοῦν 1000 στρατιῶται νὰ ἐνισχυθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν φόρων, εἶναι ἡ πρότασις τοῦ νὰ παύσουν τῶν ἀργῶν αἱ θέσεις. Αὐτὰ τὰ ζητήματα εἶναι ὅλως διόλου ξένα τοῦ προκειμένου ζητήματος· καὶ ἡ ἐλευθερία δὲν ἐμποδίσθη ἀπὸ τοὺς Κυρίους Πληρεξουσίους νὰ παρουσιάσουν προτάσεις καὶ νὰ ὑποδείξουν εἰς τὴν Συνέλευσιν κατὰ ποῖον τρόπον δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ μέτρα ταῦτα. Αἱ προτάσεις αὗται δὲν ἔχουν χώραν σήμερον εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν· εἶναι ὀρθαὶ καὶ καλαὶ, ἀλλὰ ἡ ἐφαρμογή των καὶ ἡ πραγματοποίησις αὐτῶν εἶναι ἴσως τὸ δυσκολώτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἐκεῖνος ὅστις προτείνει αὐτὰς τὰς προτάσεις, νὰ τὰς προεξετάσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεώς των εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ὁ Κ. Πληρεξούσιος Μεσσήνης, ὁμιλῶν περὶ τῆς καταργήσεως τῶν περιττῶν θέσεων, σᾶς ὑπέδειξε πολλὰς θέσεις περιττὰς, καὶ ἴσως ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι τὰς ὁποίας ἀγνοοῦμεν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον, ὅταν ὁ Κύριος Ζέρβας λαβὼν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς γεωργικῆς Ἐπιτροπῆς προηγουμένως ἐπρότεινεν ὅλαι αἱ προτάσεις περὶ οἰκονομικῶν νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπ’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἐγὼ ἔλαβον τότε τὸν λόγον νὰ κάμω μίαν διάκρισιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Ζέρβα, καὶ ὅσαι προτάσεις ἀφορῶσιν οἰκονομίαν ἐξόδων οὐχὶ ἐλάττωσιν ἐξόδων, καὶ αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι ἐκ τῶν προτέρων θεωροῦνται ἀποδεδειγμέναι νὰ μὴ ὑπάγωνται εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀλλ’ ἀμέσως, ἀναγνωριζομένης τῆς ἀνάγκης αὐτῶν, νὰ παραδεχθοῦν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Δυστυχῶς ὅμως αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ Κύριος Ζατουνίτης, ἂν καὶ περιτταὶ, δὲν παρουσιάζονται διακεκριμέναι διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ἡ Συνέλευσις νὰ παραδεχθῇ καὶ προτάσεις δευτερευούσας πρὸς κατάργησιν θέσεων. Αὐταὶ αἱ προτάσεις, νομίζω, ὑπάγονται εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ, Κύριοι, ὄχι μόνον συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ Κυρίου Λυσάνδρου ὡς πρὸς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Συνελεύσεως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν, ἀλλ’ ἀκόμη λέγω, ὅτι ἂν δεχθῶμεν μίαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἐδεχόμεθα μέχρι σήμερον τὴν συζήτησιν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς κἀνὲν εὐάρεστον ἀποτέλεσμα· ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα οἰκονομικὴ πρᾶξις παντὸς Κράτους, καὶ πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ θεωρηθῇ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις ὡς ἔργον τῆς Συνελεύσεως, καθόσον ἡ Συνέλευσις εἶναι κυρίαρχος· ἡ Κυβέρνησις εἶναι μία ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἥτις κἀνὲν δικαίωμα δὲν ἔχει ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ ἓν σχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν βαρύτητα, καθὼς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσάγει ἕκαστος τῶν Πληρεξουσίων· ἀλλὰ, Κύριοι, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ μέτρον τῶν οἰκονομιῶν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν μεγάλην ἀπάλειψιν τῶν περιττῶν θέσεων, διὰ νὰ φέρωμεν τὴν ἀναγκαίαν θεραπείαν ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦτο εἶναι ἓν μέγα ἔργον καὶ δυσχερὲς καὶ ἔκτακτον καὶ δὲν εἶναι στιγμιαίας συζητήσεως· τὸ ἔργον αὐτὸ ἀναγκαίως εἶχε προκαλέσει ἡ οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή· ὅταν ὁ Ὑπουργὸς φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ τὸν λάβῃ, θὰ ἐπασχοληθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ συνεννοηθῇ μεθ’ ὅλων τῶν εἰσηγητῶν τῶν Ὑπουργείων, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ὁ Κύριος Λύσανδρος, πολὺ συγκαταβατικὸς, νομίζει, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐπὶ ὁμαλῶν περιστάσεων, διὰ τοῦτο προϋπολόγισε τοῦ Κράτους τὰ ἔξοδα εἰς 21 ἑκατομμύρια.
§178ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Δὲν μὲ ἤκουσες· εἶπα, ὅτι ἡ ἐλάττωσις κατὰ τὸν λογαριασμόν του θὰ ᾖναι 20,000,000 καὶ ἐγὼ θέλω 13 ἑκατομμύρια.
§179ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εὐχαριστήθη νὰ ἐκπέσωμεν ἀπὸ τοὺς φόρους τὸ ⅓.
§180ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Ἐγὼ θέλω τὰ ⅔.
§181ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἤθελα προβῆ ἀκόμη περισσότερον. Ἐγὼ δὲν καταδέχομαι ὁ φίλος μου, Κύριος Λύσανδρος, νὰ ᾖναι οἰκονομικώτερος ἀπὸ ἐμέ· ἤθελον εἶμαι γενναιότερος αὐτοῦ, ἂν ὑπῆρχον χρήματα. Ἔχω τὴν πεποίθησιν τὴν σταθερὰν, καὶ ὁ καιρὸς θὰ τὸ ἀποδείξῃ, ὅτι, ὅταν ὑπερβῶμεν τὰ 13 ἑκατομμύρια ἐπὶ τῶν ἐξόδων, θὰ ναυαγήσωμεν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν θεωρῶ μέγιστον καὶ σωτήριον τὸ ἔργον τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκεῖ θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν τὰ πάντα μὲ αὐστηρότητα μεγάλην, μὲ δικαιοσύνην ἀνένδοτον, ἄκαμπτον, μὲ μέτρα γενικὰ, καθὼς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσαμεν ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, μολονότι γνωρίζω, ὅτι δυσηρεστήσαμεν πολλοὺς φίλους μας, καὶ πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πολὺ διαφορετικὴν γνώμην περὶ τῆς ὑπηρεσίας αὑτῆς· ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἐφαρμόζῃ πάντοτε γενικὰ μέτρα· αἱ ἐξαιρέσεις ἔρχονται εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀφ’ οὗ ἀποδειχθῇ ἡ ἀνάγκη μιᾶς ὑπηρεσίας, ἑνὸς κεφαλαίου, μιᾶς θέσεως, συζητουμένης τῆς προτάσεως καὶ ἀποδειχθείσης ἀνάγκης ἐπὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνομεν, ἡ Συνέλευσις ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ μίαν διόρθωσιν, ἀλλὰ δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς ἐξαιρέσεις· ἴσως ἀφαιροῦμεν δικαιώματα πολλάκις μὲ τὰς ἐξαιρέσεις· διὸ δὲν εἶμαι οὔτε ὑπὲρ τῶν ἐξαιρέσεων, οὔτε ὑπὲρ τῶν προνομίων. Κύριοι, βεβαίως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν θέλει ἀδικήσει οὐδόλως τὰ αἰσθήματα τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἐδείχθη ἀείποτε φιλόπατρι καὶ πρόθυμον νὰ συμμερισθῇ ὅλας τὰς κακουχίας καὶ θλίψεις τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων.
§182ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Δὲν συνεισφέρουν καὶ οἱ πλούσιοι, Κύριε Πετσάλη;
§183ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἰδιοκτησία τοῦ καθενὸς εἶναι ἱερά· εἰς αὐτὴν τὴν ἐρώτησίν του δὲν ἀνήκει ἀπάντησις. Τέλος πάντων βλέπω, ὅτι ὁ Κύριος οὗτος ἠθέλησε μίαν ἐξαίρεσιν· ἀλλ’ αὐτὴν, νομίζω δὲν θὰ τὴν παραδεχθῇ κανεὶς, οὔτε ὁ στρατός· καὶ λέγω, ὅτι εἰς κᾀνὲν κράτος δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξουν ἐλεύθεροι θεσμοὶ, ὅπου ἠμποροῦν νὰ δημιουργηθοῦν προνόμια ὑπὲρ μιᾶς οἱασδήποτε τάξεως ἀνθρώπων· τὰ βάρη πρέπει νὰ βαρύνουν ὁλόκληρον τὸν λαόν, οὐδεὶς ἐξαιρεῖται ἐντὸς τοῦ ἔθνους· μία ἐπανάστασις φέρει αὔξησιν τῶν ἐξόδων; αὐτὰ πρέπει νὰ βαρύνουν ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν· ὅλα τὰ ἔθνη προβλέπουν, ὅτι αὐτὰ τὰ ἐλλείμματα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πρέπει νὰ τὰ σκεπάσουν, καὶ ἠμποροῦν νὰ καλύψουν τὰς ἐλλείψεις δι’ ἄλλων μέσων· ἡ Ἑλλὰς δὲν εὑρίσκεται εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον· οὔτε δημοσίαν πίστιν ἔχει διὰ νὰ δανεισθῇ οὔτε τίποτε· λοιπὸν τί πρέπει νὰ κάμῃ; Ὅποιος ζητεῖ σήμερον νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ ταμεῖον τὴν θέλησίν του, νὰ ζητῇ νὰ ἀντλῇ περισσότερα, τὸν εἰδοποιῶ, ὅτι μετὰ δύω ἡμέρας δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀντλήσῃ λεπτόν. Ἡ οἰκονομία, ἥτις προτείνεται, προτείνεται πρὸς ὠφέλειαν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Λοιπὸν τὴν οἰκονομίαν πρέπει νὰ τὴν θεωρήσῃ ὁ στρατὸς ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, θέλομεν τὴν ἀσφάλειαν, θέλομεν καὶ στρατὸν νὰ λαμβάνῃ ἕνα μισθὸν, ἀλλὰ νὰ ᾖναι ἀνάλογος τῶν δημοσίων εἰσπράξεων καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ Κ. πληρεξούσιος Μεσσήνης, ἀφοῦ ἀντικατέστησεν ἀντὶ τοῦ μέτρου, τοῦ προταθέντος ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος, ἕτερον μέτρον τοῦ νὰ ἐφαρμοσθῇ οἰκονομία δι’ ἐλαττώσεως τόσου τοῖς ἑκατὸν, δὲν ἠθέλησε νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ ἐν γένει. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι τὰ ἐπιμίσθια καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσεν ὁ Κ. Ζατουνίτης εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, εἶναι προϊόντα αὐτοῦ τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου προτίθεται ἡ κατάργησις· αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν εἰς τοὺς νόμους τοὺς πρὸ τοῦ 59, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ ψήφισμα θέλει νὰ ὑπαγάγῃ τὰς ἐλαττώσεις, ὅπερ συνεμερίσθη καὶ ἡ ἐπιτροπή. Ἐὰν γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα τὸ πρῶτον, εἶναι περιττὴ ἡ νέα πρότασις τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου, ἐπειδὴ, Κύριοι, δὲν εἶμαι σύμφωνος νὰ γείνῃ μία κλίμαξ, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος ἐπολέμησεν ἄλλοτε. Προκειμένου λόγου περὶ οἰκονομίας, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μία ἐξαίρεσις, ἀλλὰ πρέπει νὰ γείνῃ εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον τοῦ παλαιοῦ μισθολογίου, διότι, Κύριοι, οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες συνείθισαν νὰ ζῶσι μὲ 500 δραχμὰς, δὲν ἠμποροῦν τόσον εὐκόλως νὰ ζήσουν μὲ 375, ὡς καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες συνείθισαν μὲ 300 δὲν ἠμποροῦν νὰ ζήσουν μὲ 225, λέγω, ὅτι, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς μισθοὺς μέχρι τῶν 100 δραχμῶν, αὐτοὶ ἠμποροῦν νὰ ἐξαιρεθοῦν ἀπὸ πᾶσαν ἐλάττωσιν, ἀλλὰ εἰς τοὺς περαιτέρω πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐστηρότατα, θὰ περιμένωμεν νὰ μᾶς φέρητε μίαν κλίμακα βαθμολογικήν· ἀλλ’ αὐτὴ καθίσταται τώρα ὅλως διόλου περιττή· προλαμβάνει λοιπὸν πᾶσαν διαφωνίαν μεταξὺ τῶν ὑπερασπιζόντων τὴν κλίμακα ἡ Συνέλευσις, ἂν παραδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον ἢ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἐπαρουσίασεν ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπαναφέρει εἰς τὴν μισθοδοσίαν τὴν πρὸ τοῦ 59. Ἀλλὰ θέλετε νὰ παραδεχθῶμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν μέτρα οἰκονομίας ἀληθῆ; λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἐλάττωσις ὀλιγωτέρα τῶν 25%, διότι πρέπει πάντοτε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ ¼ τοῦ ὅλου τῶν μισθῶν καὶ ὁ λόγος, δι’ ὃν εἶπα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι ἀπέτυχε τὸ δεύτερον ἀντὶ τοῦ πρώτου μέτρου ἦτον, ὅτι τὸ ὠφέλημα διὰ αὐτοῦ τοῦ μέτρου εἶναι ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐπρότεινεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος. Ἄν γίνεται κράτησις εἰς τὸν μισθὸν τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, θὰ χρησιμεύσῃ εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν δι’ αὐτοὺς ἢ τὰς γυναῖκάς των· εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς ἐὰν ἕνας κάμῃ τὴν οἰκονομίαν διὰ τὸν ἑαυτόν του. Προτείνουν λοιπὸν ἐκ τούτου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ οἰκονομία εἰς τοὺς μισθούς των. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, κακῶς εἶπον, ὅτι ἡ μισθοδοσία τοῦ 1859, ἔλαβεν ὡς βάσιν τὴν αὔξησιν τῶν πρὸς ζωάρκειαν ἀναγκαίων προϊόντων, τῶν ὁποίων ἐγίνετο αὔξησις ἀπὸ τοῦ 54, δηλ. ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου καὶ μετὰ ταῦτα· ἀλλὰ μετὰ τὴν εἰρήνην, καὶ μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου χρόνου, ὅστις ἦτον ἀναγκαῖος διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν, ἡ δαπάνη ἐπανῆλθεν εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν. Ἐκτὸς τούτου, αὐτὸ δὲν ἤθελεν εἶσθαι λόγος νὰ ἐμποδίσῃ τὸ γενικὸν μέτρον, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ αὐτὸ λόγος διὰ μίαν τάξιν ὑπαλλήλων, ὑπάρχει δι’ ὅλας τὰς τάξεις. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας παραδέχθη ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, εἶμαι κατὰ πάντα σύμφωνος μετὰ τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου, ὅτι ἡ πρότασις τῆς μειονοψηφίας εἶναι ψευδὴς, δηλ. φέρει εἰς ψευδῆ ἀποτελέσματα· τοὐτέστιν ἡ ἔκδοσις πιστωτικοῦ γραμματίου εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους διὰ τὸ ποσὸν τὸ κρατηθὲν αὐτὴ δὲν ἤθελε θεραπεύσει εἰμὴ ἐν μέρει τὸ ζημιωθὲν ποσὸν ἀφ’ ἑκάστου τῶν ὑπαλλήλων, καὶ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα πιστεύω, ὅτι πολὺ ἐλάχιστον ἤθελεν εἶσθαι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὠφεληθῆ τις δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου· ἀφ’ ἑτέρου ὑπάρχουν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος ἐπὶ τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἀξίας αὐτῶν τῶν πιστωτικῶν γραμματίων, εἰς τὰ ὁποῖα προσθέτω καὶ ἐγὼ, ὅτι αὐτὰ εἶναι φόβος νὰ μὴ καταντήσουν ἀκόμη κατωτέρου βαθμοῦ ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ἀπὸ τὸν βαθμὸν τῶν φαλαγγιτικῶν, φοβοῦμαι μήπως φθάσουν εἰς τὸ non valere τῆς ἐπαναστάσεως. Δὲν ἠξεύρω πότε θὰ παύσῃ ἡ παροῦσα κατάστασις· εἶναι ἀπροσδιόριστος, ἐὰν ἐγνωρίζομεν τὸ τέλος, ἐὰν ἦτο κανεὶς ἱκανὸς νὰ προμαντεύσῃ, ἀλλὰ μὲ τρόπον, ὥστε νὰ μὴν ἀμφιβάλλωμεν, περὶ τῆς ἱκανότητος τῆς μαντικῆς, ὅτι θὰ διαρκέσῃ μόνον τόσον χρόνον, τότε βεβαίως ἠμποροῦσέ τις νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον, καὶ νὰ φθάσῃ εἰς συμπεράσματα πολὺ θετικὰ, λέγω δὲ ἀναλόγως τῆς καταστάσεως νὰ ὑπολογίσωμεν ἐκεῖνα τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἡ παράτασις τοῦ χρόνου τῆς καταστάσεως ταύτης δύναται νὰ φέρῃ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνουν· ὅθεν οὐδὲν τῶν μελῶν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς συμφωνεῖ εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν γραμματίων, ἀλλ’ ἐπιμένει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς μειώσεως ἀκριβῶς καὶ πραγματικῶς ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, ἐξαιρουμένου μόνου τοῦ μισθοῦ τῶν 100 δραχμῶν· μᾶς εἶναι δὲ ἀδιάφορον ποῖον σύστημα θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ παραδεχθῇ, τὸ πρῶτον ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὴν ἀντικαθισταμένην σήμερον πρότασιν τοῦ νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ κλίμακα μία ἐλάττωσις, ἣν ἐγὼ ὑποστηρίζω οὐχ ὀλιγώτερον τῶν 25%.
§184ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ, ἔχει ἀνάγκην πλείονος ἀναπτύξεως, ἢ ὅση ἔγινε μέχρι τοῦδε· ὅλοι συμφωνοῦμεν περὶ οἰκονομίας, ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τοιαύτην ἰσοῤῥοπίαν, ὥστε, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως χρημάτων νὰ μὴ προστεθῇ νέος κίνδυνος εἰς τοὺς ὑπάρχοντας· ἐὰν ὅμως τοιαύτη ᾖναι ὅλων ἡ ἐπιθυμία, πρέπει συγχρόνως νὰ προβλέψωμεν, ὥστε νὰ μὴ βλάψωμεν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν πρέπει νὰ νομίσωμεν, ὅτι φέροντες τὸν πέλεκυν, καὶ φέροντες αὐτὸν ἐπὶ τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἐκτελοῦμεν ἔργον πατριωτισμοῦ, καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν περὶ τῆς πράξεώς μας. Εὔκολον εἶναι νὰ λάβῃ τις ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ εἴπῃ ἐπὶ ὅλων τὸ ἥμισυ, ἀλλ’ ἔπραξεν ἔργον καλοῦ πολίτου; ἐσκέφθη ποία εἶναι ἡ συνέπεια τοιαύτης οἰκονομίας ἐκ τῆς ἐλαττώσεως; Δὲν μέμφομαι βεβαίως τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις λαμβάνων τὴν πρωτοβουλίαν ἐζήτησεν ἐκ τοῦ προχείρου νὰ ἐλαττωθῇ ἡ γενομένη κατὰ τὸ 59 αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἐφιλοτιμήθη καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ καὶ παρηκολούθησε τὸ αὐτὸ παράδειγμα· ἐζήτησε δὲ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐλάττωσιν καὶ εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ πρὸ πάντων πρὶν ἔλθω εἰς τὰ καθέκαστα, θέλω προτάξει τὴν ἑξῆς ἔρευναν· πᾶσα οἰκονομία εἶναι συντελεστική; ἢ μᾶλλον πᾶσα ἐλάττωσις δαπάνης ἐπιφέρει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομίας; Νομίζω, Κύριοι, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ τις εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, πρέπει προηγουμένως νὰ ἐξετάσῃ ἐπὶ τίνος κεφαλαίου φέρει τὴν ἐλάττωσιν. Ὑπάρχουν ἔξοδα παραγωγικὰ καὶ ἀπαράγωγα· ὅταν πρόκηται περὶ ἐξόδων παραγωγικῶν πᾶσα ἐλάττωσις, ἀντὶ νὰ ᾖναι οἰκονομία, εἶναι βλάβη, εἶναι οἰκονομία τοιαύτη, ἥτις συνεπιφέρει καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῶν προσόδων· πᾶσα ἐλάττωσις τῆς τοιαύτης παραγωγικῆς δυνάμεως, ἥτις συντελεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, καὶ ἐν γένει εἰς ὅ,τι ἀπαρτίζει τὸ διοικητικὸν σύστημα, πᾶσα τοιαύτη ἐλάττωσις συνεπιφέρει τὸ ἀποτέλεσμα νὰ παραλύῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς διοικητικῆς μηχανῆς, καὶ λέγω, ὅτι εἶναι παραίτιος διπλῆς καὶ τετραπλῆς δαπάνης· πρέπει λοιπὸν νὰ ἤμεθα προσεκτικοὶ, ὥστε νὰ μὴ φέρωμεν τὴν μηχανὴν εἰς ἀκινησίαν, καὶ διὰ νὰ μὴ κάμωμεν, ὥστε οὐδεὶς, δυνάμενος νὰ προσφέρῃ πραγματικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, ν’ ἀποσύρηται καὶ νὰ ἀπέχῃ. Ἐὰν περιστείλητε, Κύριοι, εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τοὺς μισθοὺς, ὥστε οἱ ὑπηρετοῦντες δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσουν εἰς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας, νὰ διατηρήσουν οἰκογενείας, ἐν γένει νὰ ὑπάρχουν, εἶναι βέβαιον, ὅτι τοὺς προσκαλεῖτε νὰ ἐκλέξουν ἄλλον πόρον ζωῆς, ἑπομένως ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἱκανότητα, τὴν ἀποδιώκετε. Γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ δεχόμενοι πᾶσαν ὑπηρεσίαν ἐπὶ μειοδοσίᾳ· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ποίας ἐγγυήσεις παρέχουν; Δὲν πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τὸ μέγεθος τῆς δαπάνης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ εἰς τὰ πρόσωπα, διὰ τῶν ὁποίων μέλλει νὰ ἐκτελῆται. Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν ν’ ἀσχοληθῶ περὶ τούτου τοῦ πράγματος, δὲν πιστεύω νὰ φιλονεικῆται τοιαύτη ἀρχὴ παρ’ οἱουδήποτε. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἀκριβῶς ποίαν οἰκονομίαν πρόκειται νὰ φέρῃ ἡ ἐπιψήφισις τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ, ἢ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ ἴδωμεν ἂν αὐτὸ τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα δυνάμεθα νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν ὡς ἔγγιστα διὰ τρόπου δικαιοτέρου· διὰ τί λέγω δικαιοτέρου; εἰς τί στηρίζεται αὐτὴ ἡ αὔξησις ἡ γινομένη κατὰ τὸ 59; Εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν ὑπερτίμησιν· οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, καὶ εὐκολωτάτη εἶναι ἡ ἀπόδειξις· ἐρωτήσατε, Κύριοι, ποία ἦτον ἡ ἀξία τοῦ σίτου ἐν Ἑλλάδι πρὸ 20 ἐτῶν, καὶ πρόχειρον ἔχετε τὴν μαρτυρίαν· θέλετε ἰδεῖ, ὅτι σπανίως ἀναβαίνει ἡ τιμὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ σίτου ἐπέκεινα τῶν 4 δραχ. τὸ κοιλὸν, ὅτι εἰς πολλὰς ἐπαρχίας ἦτο πρὸς 3 καὶ ½ τὸ κοιλόν· ἐννοεῖτε δὲ στιγμιαίως, ὅτι ἔφθασε καὶ εἰς 5, καὶ εἰς 6 δραχμάς. Ἀλλὰ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐγίνετο ἐφαρμογὴ τῆς κλίμακος ἐν Ἑλλάδι· καὶ διὰ τί ὑπῆρξεν ἡ κλίμαξ; διὰ νὰ διατηρῆται ἡ ὑψηλὰ τῶν σιτηρῶν τιμή. Καὶ ὁ Κύριος Πετσάλης, ὅστις μὲ διακόπτει, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐφιλονείκησε πολλάκις μετ’ ἐμοῦ, ὅτι πρέπει νὰ τηρῆται ἡ κλίμαξ, διότι εἶναι εὐτελὴς ἡ τιμὴ τῶν σιτηρῶν, καὶ δὲν ἀνταμείβει τὸν γεωργὸν, ὅταν ᾖναι πρὸς 4 δραχμὰς τὸ κοιλὸν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι πρὸς 6 δραχμὰς διὰ νὰ ὠφελῆται ὁ γεωργός· καὶ ἐγὼ ἐφιλονείκουν τότε, καὶ ἀντέλεγον· ὄχι! δὲν πρέπει νὰ ᾖναι πρὸς 6 δραχμὰς, ἀλλ’ ἀρκεῖ ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ σίτου, ἂν ἡ γεωργία ἀναπτύξῃ τὰ μέσα της, ὅτε καὶ διὰ τῆς τιμῆς τῶν 4 δραχμῶν ἀνταμείβεται· δὲν ἠξεύρω ποῖος εἶχε δίκαιον· ἀλλὰ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Κυρίου Πετσάλη ἔχω δίκαιον περὶ τῆς τότε τιμῆς τοῦ σίτου... (Θόρυβος). Τὶ συνέβη εἰς τὰ 54; ἔφθασεν ὁ σῖτος εἰς 10, 11, καὶ 12 δραχμὰς τὸ κοιλὸν ἐπὶ 3, ἢ 4 ἔτη. Καὶ πρὸ πάντων πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν τιμὴν τοῦ σίτου διὰ νὰ εὕρωμεν τὸ μέτρον τῆς ἀξίας τῶν πραγμάτων, διότι εἶναι ἡ τροφὴ παντὸς πολίτου· ἀναλόγως λοιπὸν τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν καταβάλλει ἕκαστος εἰς τὴν πρώτην τροφὴν, κανονίζονται καὶ τὰ λοιπά· ἀλλὰ μὲ λέγουν, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ σίτου δὲν εἶναι σήμερον τόσον μεγάλη· ἄρα ἐξάγουν τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἔλειψεν ἡ ὑπερτίμησις. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς Ἑλλάδος μόνης ἡ ὑπερτίμησις ἢ ὑποτίμησις· νομίζετε, ὅτι αὐτὴ ἡ μικρὰ γωνία τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ κανονίσῃ τὰς τιμάς; ὅστις γνωρίζει πῶς κανονίζονται αἱ τιμαὶ δὲν φιλονεικεῖ βεβαίως, ὅτι ὑπάρχει ἡ παγκόσμιος ἀγορά. Αὐτὰ τὰ ἐνδύματα, τὰ ὁποῖα φέρομεν, νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς κανονίζομεν ποίαν ἔχουν τιμὴν, ποίαν τιμὴν ἔχει τὸ βαμβακερὸν, τὸ λινὸν ἢ τὸ μεταξωτόν; ὄχι! ἀλλὰ παρακολουθοῦμεν τὴν παγκόσμιον ἀγοράν· εἰς τὴν μεγάλην ἀγορὰν τοῦ κόσμου κανονίζονται τιμαί· δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἐπειδὴ σήμερον ὑπάρχουν ὀλιγώτερα χρήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἄρα ἠλαττώθη καὶ ἡ ἀξία τῶν ἐνδυμάτων καὶ τῶν ἐπίπλων καὶ καθεξῆς· ὅλα αὐτὰ παρακολουθοῦν ἐν γένει τὴν παγκόσμιον ἀγορὰν, κανονίζουσαν τὰς τιμὰς καὶ τῶν μικρῶν ἐπικρατειῶν. Δὲν ἕπεται λοιπὸν, διότι σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, ὅτι ἐπῆλθε μεγάλη ὑποτίμησις, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀργίας, ὅτι καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ ἔπαυσεν ἡ ὑπερτίμησις· αὐτὴ ὑπάρχει, καὶ ὅλοι ὅσοι ζῶμεν εἰς τὰς πόλεις, γνωρίζομεν κάλλιστα πόσον αὐτὴ ἡ ὑπερτίμησις εἶναι ἀνωτέρα σχετικῶς πρὸς τὴν ἐποχὴν τοῦ 54. Ἀπὸ τοῦ 51 εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ αὔξησις προέβη, καὶ ἅμα εἰσήχθη τοιαύτη αὔξησις ἐπὶ 2 ἢ 3 ἔτη, τὰ ἀποτελέσματα μένουν. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα, Κύριοι, εἰς τὰ καθέκαστα. Ἐζήτασα, Κύριοι, τὸ ἀποτέλεσμα κατ’ ἀριθμὸν, τὸ ὁποῖον ἐκπηγάζει καὶ ἐκ τῆς μιᾶς καὶ ἐκ τῆς ἄλλης προτάσεως. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ, ἐὰν ἐλαττώσωμεν τοὺς πολιτικοὺς μισθοὺς, κατὰ τὴν γενομένην αὔξησιν ἐν ἔτει 59, τότε θέλομεν ἐλαττώσει τὰς δαπάνας εἰς δραχμὰς 732,564, τῶν πολιτικῶν μισθῶν μόνον. Ἡ σημείωσίς μου εἶναι ἀκριβεστάτη κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, καὶ τὰς ὁποίας παρέβαλον μετὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων.
§185ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ κηρύττω λανθασμένον.
§186ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ ἐλάττωσις εἶναι 840 χιλιάδες.
§187ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν προσθέσωμεν τώρα καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν, τότε ἐπέρχεται μία ἐλάττωσις τοῦ μισθοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Στρατοῦ ἐκ δραχμῶν 602,557 κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἔχω, ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· λοιπὸν τὸ σύνολον αὐτῶν τῶν ἐλαττώσεων κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἔχω εἶναι 1,335,141. Τώρα ἐρωτῶ· δυνάμεθα ὡς ἔγγιστα νὰ πλησιάσωμεν δι’ ἄλλου τρόπου τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, χωρὶς νὰ ἤμεθα ἄδικοι, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ποίαν ἀδικίαν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν; Ἰδοὺ πρὸ πάντων εἰς τὶ πρόκειται νὰ γείνωμεν ἄδικοι· εἰς τοῦτο, ὅταν καταργήσωμεν αὐτὴν τὴν αὔξησιν, ἥτις ἔγεινε κατὰ τὸ 59, ἐρχόμεθα εἰς μίαν ἐποχὴν πρὸ τοῦ 59· πρὸ τοῦ 59 ὅμως ἡ μισθοδοσία εἶχεν ἄλλην βαθμολογίαν, δὲν εἶχε βαθμολογίαν ἀνάλογον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, ὁποίαν σήμερον τὴν ἐννοοῦμεν· ἡ μακρὰ πεῖρα τοὐλάχιστον 15, 20 ἐτῶν ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ μισθὸς πρέπει κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ βαθμολογηθῇ, ἢ ὅπως εἶχε βαθμολογηθῆ πρὸ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς· λοιπὸν τὸ νὰ εἴπωμεν, ὅτι κλείομεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἀφίνομεν κατὰ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδίδαξεν ἡ πεῖρα, καὶ ἐξαλείφομεν ἓν ποσὸν, καὶ ὅ,τι δήποτε θέλει ἂς συμβῇ, νομίζω, ὅτι εἶναι πρᾶγμα ἀπερίσκεπτον, ὅτι πλέον περιεσκεμμένον, εἶναι νὰ προσέξωμεν νὰ μὴ διαταράξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑπάρχει· δὲν λέγω, ὅτι σήμερον ἔχομεν τὴν ἀπόλυτον τελειότητα, ἤ, ὅτι, ἐὰν παραβάλλωμεν τοὺς μισθοὺς κατὰ τὴν ὑπηρεσίαν, τότε δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ διορθώσωμεν. Ἀλλὰ, λέγω, ὅτι, ἂν παραβάλλωμεν τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν, ὅπως ἐκανονίσθη ἡ σχέσις τῶν μισθοδοσιῶν πρὸς ἐκείνην τὴν ἀναλογίαν, ἥτις ὑπῆρχε πρὸ τοῦ 59, βεβαίως εἶναι τελειοτέρα ἡ σημερινὴ κατάστασις. Διατί λοιπὸν νὰ ἐπανέλθωμεν διὰ μιᾶς τοιαύτης διατυπώσεως εἰς ἐποχὴν ἀπομεμακρυσμένην καὶ νὰ ἀπολέσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκερδίσαμεν ἄνευ τινὸς μελέτης, ἄνευ ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως; τότε ἂς ἀκολουθήσωμεν ἄλλην ὁδὸν, ἂς ζητήσωμεν νὰ ἐπιφέρωμεν ἐλάττωσιν, ἀλλὰ νὰ φέρωμεν αὐτὴν διατηροῦντες τὴν αὐτὴν βαθμολογικὴν κλίμακα, καὶ ἐπιφέροντες τὴν ἐλάττωσιν βαθμιαίως. Ἰδοὺ, Κύριοι, κατὰ ποῖον τρόπον νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς πολιτικοὺς μισθοὺς δύναται νὰ ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ ὡς ἔγγιστα τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἔχομεν λοιπὸν ὡς ἔγγιστα διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἐτησίαν δαπάνην 4,000,000 καὶ μερικὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων. Ἂν λοιπὸν διατηρήσωμεν τοὺς μισθοὺς κατωτέρω τῶν 100 δραχμῶν ἀκεραίους, καθὼς εἶναι, διότι ἐννοοῦμεν πολὺ καλὰ, ὅτι κατὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἴμεθα σήμερον, ὅσοι λαμβάνουν 100 δραχμὰς δυσκόλως δύνανται νὰ ὑποστῶσιν ἐλάττωσιν, ἐὰν λοιπὸν ἀποβλέψωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν ἀνώτερον μισθὸν τῶν 100 δραχ. καὶ οἵτινες εἶναι οἱ περισσότεροι, τότε ἐπιφέρομεν ἐλάττωσιν ἀνὰ 15% ὡς πρὸς τοὺς λαμβάνοντας ἄνω τῶν 100 μέχρι τῶν 300· 20 δὲ τοῖς ἑκατὸν διὰ τοὺς ὑπεράνω τῶν 300. Καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι διὰ τῆς ἐλαττώσεως, ὡς ἔγγιστα, δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἀκολουθοῦμεν τὸ μέτρον τῶν 15%. Διότι δὲν ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τοὺς λαμβάνοντας ὀλιγώτερον τῶν 100, ἀλλ’ ἀφαιροῦμεν ἐπὶ πλέον 5% ἀπὸ τοὺς λαμβάνοντας, ὡς εἶπον, ἄνω τῶν 300· λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δίδουν οἱ λαμβάνοντες κατωτέρω τῶν 100, τὸ δίδουν οἱ λαμβάνοντες ἄνω τῶν 300, οὕτω λοιπὸν ἔχομεν 15%. Ἀφαιρέσατε λοιπὸν ἀπὸ τὰ 4,000,000 15%, καὶ ἔχετε ἐλάττωσιν 600,000 δραχμῶν. Τί σᾶς προτείνει ὁ Κύριος ὑπουργός; ἐλάττωσιν 600000· ἐγὼ λέγω, ὅτι ὁ ἰδικός μου πίναξ εἶναι μᾶλλον ἀκριβής, ἢ ὁ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ, καὶ λέγω, ὅτι κατὰ τὸν ἰδικόν μου πίνακα εἶναι ὄχι 600000, ἀλλ’ 732000. Ἀλλ’ ἐγὼ θέλω ἐπιφέρει μίαν ἐλάττωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπέφερεν ὁ Κύριος ὑπουργός, καὶ ἥτις θέλει ἀναπληρώσει, ἐὰν ὑπάρχῃ, τὴν ὑπάρχουσαν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ προτείνω καὶ ἐκείνου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνω εἶναι τὸ ἑξῆς· ἐὰν παρατηρήσητε τὰ στοιχεῖα τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλετε ἴδει, ὅτι σύγκειται ἔκ τινων ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι, ὡς ἔγγιστα, στερεὰ καὶ ἀναλλοίωτα· καὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἐλαττώσῃ τις τὸν προϋπολογισμόν, καὶ ἔχῃ στερεὰ καὶ ἀμετάβλητα ποσά, ἐννοεῖται, ὅτι ὅλη ἡ ἐλάττωσις ἐπέρχεται εἰς τὰ προκείμενα εἰς ἀλλοίωσιν, καὶ ὅταν λέγῃ ὁ Κύριος Πετσάλης π. χ. ὅτι, ἂν δὲν φθάσῃ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς 11,000,000, ἀπώλετο ἡ Ἑλλάς, λέγω εἰς τὸν Κύριον Πετσάλην, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλαττώσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Ἑλλάδος μέχρι τῶν 11 ἑκατομμυρίων· καὶ διὰ τί; διότι ἔχετε στερεὰ κεφάλαια ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα οὔτε σίδηρος, οὔτε δὲν ἠξεύρω ποία δύναμις ἀνθρωπίνη δύναται νὰ τὰ μεταβάλῃ· π. χ. τὸ ἐσωτερικὸν χρέος, ἤτοι 480,000 τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐπεψηφίσατε προχθές, 150,000 τὸ ἀρχαιότερον δάνειον, τὸ γενόμενον παρὰ τῆς Τραπέζης· ἔχετε λοιπὸν ἀμέσως 600,000 δραχμ. στερεὰ, ἀναλλοίωτα κεφάλαια· ἔχετε ὁμοίως συντάξεις περίπου 1,800,000, σᾶς προσθέτω καὶ 450,000 τῆς ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, τὸ 5% τὸ ἐγγυηθὲν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔχετε ἀμέσως 3,000,000 μετὰ τῶν συντάξεων στερεὰ καὶ ἀναλλοίωτα· ἔχετε δαπάνας ἐπιστασίας, διοικήσεως, διαχειρίσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι 2,000,000.
§188ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὰ ἐλαττόνομεν......
§189ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν κόψετε καὶ αὐτὰ, οὐδεμίαν ἔχετε ἐπιστασίαν καὶ εἴσπραξιν, τότε μάλιστα, τότε πρέπει νὰ ψάλλετε τοὺς στίχους τοῦ Ἀνακρέοντος καὶ νὰ μὴ φροντίζητε πλέον περὶ ἄλλου, ἀλλὰ νὰ βάλλετε ἓν ῥόδον ὄπισθεν τοῦ αὐτίου (γέλως). Λοιπὸν ἔχετε 1 καὶ 2=3 + 2=5 ἑκατομ. Πόσον θέλετε νὰ ὑπολογίσητε εἰς τὸν στρατὸν, εἶναι περίπου σήμερον 9,000,000· ὅσην ἐλάττωσιν ἂν φέρετε, δὲν δύνασθε νὰ καταβῆτε κάτω τῶν 5,000,000· λοιπὸν 5+5=10 ἑκατομ. ἄνευ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ δὲν ἐπληρώσαμεν ἀκόμη κἀνένα ὑπάλληλον. Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν πολιτείαν τοῦ Πλάτωνος, καθ’ ἣν ὅλοι ὑπηρετοῦν ἀμισθὶ τὴν Πατρίδα. Ποῦ δὲ ἀκόμη τὰ ἐνοίκια, αἱ οἰκοδομαὶ καὶ ἄλλα. Λοιπὸν πῶς νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς ποσὸν 11,000,000, καὶ ἔπειτα σᾶς ἐρωτῶ ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε νὰ λέγητε, ὅτι θὰ περιορισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς 11 ἑκατομ; θέλετε τάχα νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ὑπάρχουν πλέον πρόσοδοι εἰς τὴν Ἑλλάδα; διότι ἔγεινεν ἐπανάστασις, ἔπαυσαν αἱ πρόσοδοι, ἡ γῆ πλέον οὐδὲν παράγει; τὰ ποίμνια δὲν γεννοῦν; εἰς οὐδὲν πλέον ἡ θάλασσα ὠφελεῖ τὴν Ἑλλάδα; Ὅλοι αὐτοὶ οἱ πόροι ἔκλεισαν; Ἀλλὰ θέλετε νὰ ἐλαφρύνετε ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε τὴν γεωργικὴν τάξιν, καὶ πραγματικῶς νὰ ὠφελήσητε; Ἂν θέλετε πραγματικῶς, πρέπει νὰ λάβετε σοβαρὰ μέτρα καὶ ὄχι δῆθεν ἐλάττωσιν τῶν 10 εἰς 5%. Τί νομίζετε; ὅτι αὐτοὶ οἱ φόροι δὲν διατηροῦσι τὴν τάξιν; Νομίζετε, ὅτι ἂν δὲν ἔχετε στρατὸν ἢ διοικητικὴν μηχανὴν ἠμπορεῖτε νὰ ὑπάρξητε; Καὶ τί νομίζετε, Κύριοι; Νομίζετε, ὅτι εὑρίσκετε κἀνὲν μυστήριον περὶ τῆς γεωργίας; Τὸ μυστήριον τῆς γεωργίας, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις καθυστερεῖται εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς ἀσφαλείας. Δόσατε ἀσφάλειαν καὶ ἀνεπτύχθη ἡ γεωργία· δόσατε ἀσφάλειαν καὶ ἔφθασαν τὰ κεφάλαια εἰς τὴν γεωργίαν· ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης καὶ ἐρωτῶ τὸν Κ. Πετσάλην αὐτόν, ὅταν ὁ μεγαλοκτήμων δὲν τολμᾷ νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ κτῆμά του, νομίζετε, ὅτι τῷ δίδει πρόσοδον; Ποῖος πολίτης δὲν σᾶς λέγει, δόσατέ μοι ἀσφάλειαν καὶ σᾶς πληρόνω τετραπλάσιον φόρον; Κύριοι, φέρετε τὸν πέλεκυν ἐπὶ τῆς δεῖνος δαπάνης καὶ ἐπὶ τοῦ δεῖνος φόρου, καταβιβάσετε τὰ πάντα διὰ μίαν στιγμὴν χάριν ἐπιδείξεως διὰ νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μας, ἰδοὺ ἀνταμείβομεν τὴν ἐμπιστοσύνην σας καὶ τὰ δείγματα τῶν αἰσθημάτων σας, τὰ ὁποῖα ἐδείξατε, ὅταν μᾶς ἐδώκατε τὴν ἐντολήν· ἀλλὰ σᾶς προλέγω, ὅτι μετὰ 2 ἢ 3 μῆνας θέλετε φθάσει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τετραπλασιάσητε τοὺς φόρους· διατί; Ἅμα καταστρέψητε τὴν ἰσοῤῥοπίαν, εἶναι ἀναπόφευκτος ἡ ἀταξία καὶ ἅμα ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ ἀταξία ἔχει ἀνάγκην τετραπλασίων μέσων πρὸς θεραπείαν· Κοινωνία, ἥτις διαταραχθῇ, δαπανᾷ πάντοτε δεκαπλάσια διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τακτικὴν κατάστασιν· λοιπὸν αὐτὰ τὰ δεκαπλάσια, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ δαπανήσετε, πόθεν θὰ τὰ λάβετε; Θὰ σᾶς τὰ χαρίσουν; Θὰ τὰ λάβετε ἐξ ἀγνώστου τινὸς θησαυροῦ; Θὰ τὰ λάβετε ἐκ τῶν ἱδρώτων τοῦ λαοῦ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ συνεισφέρῃ βεβαίως καὶ ὁ στρατὸς καὶ δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ ἀρνῆται τοῦτο ἢ νὰ δυσαρεστῆται εἰς τὸ νὰ συνεισφέρῃ καὶ ὁ στρατὸς, ἀλλ’ ὄχι πλέον καὶ κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον, διότι βεβαίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατιώτου εἶναι βαρυτέρα τῆς τοῦ πολιτικοῦ ὑπαλλήλου οὔτε εἰς τοσούτους κινδύνους εἶναι ἐκτεθειμένος ὁ πολιτικὸς ὑπάλληλος εἰς ὅσους εἶναι ἐκτεθειμένος ὁ στρατιώτης οὔτε εἰς τόσους κόπους. Ὁ πολιτικὸς ἐργάζεται μᾶλλον ἐν ἀνέσει καὶ διὰ τοῦ νοὸς, παρὰ σωματικῶς καὶ κατατρυχόμενος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναφέρωμεν μέτρον ἐλαττώσεως καὶ εἰς τοὺς μισθοὺς τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ οὐχ ἧττον μέτρον ἀναλόγως ἐλαφρύτερον, καὶ ὡς τοιοῦτον μέτρον, τὸ ὁποῖον ὡς ἔγγιστα φέρει εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, προτείνω τὸ ἑξῆς· «νὰ κρατηθῶσι προσκαίρως ἐκ τῶν ἀποδοχῶν τῶν μὲν κατωτέρων ἀξιωματικῶν παντὸς κλάδου 5%, τῶν δὲ ταγματαρχῶν 10% καὶ τῶν συνταγματαρχῶν μέχρις ἀντιστρατήγων 15%, αἱ αὐταὶ ἐλαττώσεις νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ἐπὶ τῶν ἀντιστοιχούντων βαθμῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι δικαιότερον, διότι γίνεται οὕτως ἐκπεσμὸς εἰς τοῦ στρατοῦ τοὺς μισθοὺς μᾶλλον ἀνάλογος πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν· ἐνῷ ἂν θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε τὴν κατάργησιν τῆς αὐξήσεως, θὰ φθάσητε εἰς ἐκείνους τοὺς μισθοὺς πρὸ τοῦ 59· θὰ φθάσητε λοιπὸν εἰς ἐποχὴν, ὅτε ὑπῆρχε δυσαναλογία. Εἶπον, ὅτι θέλω προσθέσει καὶ ἐγὼ ἐλάττωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν προσθέτει οὔτε ὁ Κ. Ὑπουργὸς οὔτε ἡ οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν νομίζω δικαιοτάτην καὶ ἥτις μάλιστα ἀναπληροῖ ἐκείνην τὴν διαφορὰν, τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τῶν 2 προτάσεων καὶ τῆς ἰδικῆς μου, εἶναι δὲ ἡ ἑξῆς· γνωρίζετε, ὅτι ὡς εἴπομεν πρὸ ὀλίγου, αἱ συντάξεις ἀποῤῥοφῶσι μέγιστον ποσὸν, δυσανάλογον πρὸς τὰς δυνάμεις τῶν πόρων μας, διότι, ὅταν ὑποθέσωμεν τοὺς πόρους μας 24, 000, 000 ἐνῷ εἶναι 2, 000,000 αἱ συντάξεις, ἔχομεν τὸ 1/12 καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρῃ τις οἱουδήποτε ἄλλου Ἔθνους προϋπολογισμὸν, εἰς ὃν νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη δυσαναλογία. Αὕτη ἐπῆλθε δυστυχῶς ὡς ἐκ τοῦ τελευταίου Νόμου περὶ συντάξεων. Γνωρίζετε, ὅτι ἠθέλησαν νὰ ἐνθαῤῥύνουν περιστέλλοντες τὸν ἀναγκαῖον χρόνον πρὸς σύνταξιν, ἀντὶ 20 ἐτῶν, εἰς 15 καὶ ἀναβιβάζοντες ἐπὶ ἕνα βαθμὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἀποσύρεται καὶ λαμβάνει σύνταξιν. Διὰ μιᾶς λοιπὸν ἐπῆλθε τοιαύτη αὔξησις, διότι αἱ συντάξεις πρὸ 10 ἐτῶν ἦσαν 200,000 δρ. καὶ τώρα ηὔξησαν μέχρι 1,800,000. Δὲν εἶναι παραγωγικὴ δαπάνη, ἀλλ’ ἀμοιβὴ ἀργίας. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ σύνταξις δὲν εἶναι πρᾶγμα δίκαιον, ἀλλὰ χάριν παρελθούσης ἐκδουλεύσεως, εἶναι λοιπὸν χρέος οὐχὶ δὲ δαπάνη δι’ ὑπηρεσίαν ἐνεστῶσαν. Ἀλλὰ δὲν ἤρκεσαν ταῦτα, κύριοι, ἔγεινε μεγάλη προσθήκη καὶ αὔξησις εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς βασιλικῆς φάλαγγος καὶ εἰς τοὺς πρώην ἐπιτάκτους τοῦ ναυτικοῦ· καὶ πόσον νομίζετε; 121,272 δραχ. αὔξησις πολὺ σπουδαία διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Ἑλλάδος· καὶ αὐτὴ ἡ αὔξησις παρακολουθεῖ τὴν αἰτίαν τῆς ὑπερτιμήσεως. Τώρα θὰ μοὶ εἴπητε μὰ περιέχει αὔξησιν καὶ ἡ σύνταξις· περὶ τούτου δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τίποτε, διότι εἶναι δικαίωμα κεκτημένον, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα ποσῶς νὰ προσβάλωμεν, εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἔγεινε μεταξὺ τῶν λαμβανόντων τὴν σύνταξιν καὶ ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅμως ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν λέγω χάριν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς βασιλικῆς φάλαγγος καὶ τῶν ἐπιτάκτων τοῦ ναυτικοῦ, αὐτὴ ἀφοῦ δὲν στηρίζεται εἰς τὴν σύνταξιν δὲν εἶναι κεκτημένον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν, εἶναι δικαίωμα προελθὸν ἐκ γενναιότητος τοῦ ἔθνους εἰς τὸ νὰ ἐπαυξήσῃ τὰς ὠφελείας αὐτῶν, ἑπομένως διατηρεῖται πάντοτε τὸ δικαίωμα ἐλαττώσεως, ἅμα τὰ μέσα ἠλαττώθησαν. Προτείνω λοιπὸν νὰ γείνῃ καὶ ἐδῶ ἐλάττωσις, ὥστε ὅσοι λαμβάνουν κάτωθεν τῶν 100 δραχμῶν νὰ μὴν ὑποστῶσιν ἐλάττωσιν, ἀλλ’ οἱ ἄνω τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ ὑποστῶσιν ἐλάττωσιν 15% καὶ δι’ αὐτῆς ὡς ἔγγιστα φθάνομεν εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν περίπου τῶν 30,000 δραχμῶν, δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἀναπληρῶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ Κ. ὑπουργός. Ἀνακεφαλαιῶν λοιπὸν τὴν πρότασίν μου λέγω ὡς ἑξῆς· νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐλάττωσις τῶν μὲν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τῶν λαμβανόντων μισθὸν πλέον τῶν 100 μέχρι τῶν 300 δραχμῶν κατὰ 15%, κατὰ δὲ τῶν λαμβανόντων μισθὸν ἄνω τῶν 300 δραχμῶν κατὰ 20· 2) νὰ κρατηθῶσι προσκαίρως ἐκ τῶν ἀποδοχῶν τῶν μὲν κατωτέρων ἀξιωματικῶν παντὸς κλάδου 5%, τῶν δὲ ταγματαρχῶν 10% καὶ τῶν συνταγματαρχῶν μέχρις ἀντιστρατήγων 15%· αἱ αὐταὶ ἐλαττώσεις νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ἐπὶ τῶν ἀντιστοιχούντων βαθμῶν τοῦ Ναυτικοῦ, 3) ἐκ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς βʹ. φάλαγγος καὶ τῶν πρώην ἐπιτάκτων τοῦ Ναυτικοῦ, τῶν λαμβανόντων ἄνω τῶν 100 δραχμῶν νὰ κρατηθῶσιν ὡσαύτως 10%.
§190ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναβληθῇ, Κ. Πρόεδρε.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἀποφασίσητε νὰ διαλυθῇ χωρὶς νὰ μὲ ἀκούσητε. Ἂν διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις, τότε αὔριον δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν.
§192ΠΟΛΛΟΙ. Μεθαύριον.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν τετάρτην ὑπενθυμίζω, ὅτι ὑπάρχουν τινὲς ἐκθέσεις περὶ ἐκλογῶν, θὰ τὰς προτάξω. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ σημερινὸν ἀντικείμενον κατὰ τὴν ἐγγραφὴν τὴν ἐνυπάρχουσαν· διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (ὥρα 6 μ. μ.)
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΙΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Γ. Μ. Ῥοῦφος.