| 1427 | 1) | Διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως | Δρ. | 2,000 | |
| 1428 | 2) | Δι’ ἕκαστον μέλος αὐτῆς | » | 1,500 | |
| 1429 | 3) | Δι’ ἕκαστον ὑπουργὸν | » | 800 | |
| 1430 | 4) | Τοῦ Γραμματέως τῆς Κυβερνήσεως | » | 500 | |
| 1431 | 5) | Τοῦ ὑπογραμματέως | » | 350 |
1863.01.25
1,819 rows · 14,743 words · 1 table · 105 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΛΓʹ.
τῆς 25 Ἰανουαρίου 1863.
(Παρασκευὴ)
Ὥρα 1.
Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος· μετὰ τὸ τέλος δ’ αὐτοῦ εὑρεθέντος πλήρους τοῦ νενομισμένου ἀριθμοῦ τῶν πληρεξουσίων πρὸς κατάρτισιν συνεδριάσεως, ἀνεγνώσθησαν καὶ τὰ πρακτικά. Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος Κύριος Α. Μωραϊτίνης.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις δύο ἐκλογῶν τοῦ Βουκουρεστίου καὶ τῆς Βηρυττοῦ· ἔπειτα, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ γνωστοποιήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἕνεκα τῶν τμημάτων καὶ τῶν ἐπιτροπῶν εἶναι ἀνάγκη δωματίων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ κατάστημα· θὰ καταστῇ λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ ἐνοικιασθῇ οἰκία τις ἐδῶ πλησίον. Ἡ Συνέλευσις συμφωνεῖ εἰς τοῦτο;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω ἐκ τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἄνδρου ζητοῦν ἄδειαν ἀπουσίας, μάλιστα ὁ Ἐμπειρίκος ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, διότι ἡ σύζυγός του ἀσθενεῖ βαρέως.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ τοῖς δοθῇ ἡ ἄδεια.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον πρωτόκολλα νέων τινῶν ψηφοφοριῶν ἐπὶ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας τοῦ Βασιλέως, τὰ ὁποῖα ἔφερον ἀργά· λέγω νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς διαλογήν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Εἶναι ἀργά.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀπό τινας προξενικὰς περιφερείας καὶ ἀπὸ 4 δήμους τῶν ἐπαρχιῶν Βονίτσης καὶ...
§8Δ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Εἶναι δίκαιον νὰ γείνῃ διαλογή.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ νομίζω καὶ ἐγὼ καλόν. Γίνεται ἡ κλήρωσις τῶν ἀνωτέρω μνημονευθεισῶν ἐκλογῶν, καὶ τοῦ μὲν Βουκουρεστίου ἔλαχεν εἰς τὴν 6 ἐπιτροπὴν, τῆς δὲ Βηρυττοῦ εἰς τὴν 7.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλη εἰς τὸ Προεδρεῖον μία ἀναφορὰ Γαλλιστὶ γεγραμμένη, νὰ τὴν μεταφράσωμεν· ἂν θέλητε, νὰ σᾶς εἴπω τὸ περιεχόμενον. Εἶναι γεγραμμένη παρὰ τοῦ Πρίγγιπος Νικολάου Στεφανοπούλου Κομνηνοῦ. Συνιστᾷ δὲ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα· προσφέρει δὲ καὶ τὴν συνδρομήν του πρὸς κατευόδωσιν τοῦ πατριωτικοῦ τούτου ἔργου.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ μεταφρασθῇ.
§12ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ πρωτοκολληθῇ.
§13ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ ἐπιστραφῇ ὀπίσω.
§14ΔΑΓΡΕΣ. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν ἰδέαν νὰ μεταφρασθῇ διὰ νὰ ἴδωμεν, τὶ πρᾶγμα εἶναι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὰ τμήματα;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι. Νὰ κατατεθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα (θόρυβος).
§17ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ἐναντίον τῆς ἀναφορᾶς. Δὲν δέχομαι αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν διὰ τρεῖς λόγους· πρῶτον, διὰ νὰ ἀναγνωσθῇ μία ἀναφορά, πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα, καὶ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἐπιβάλω τὴν θέλησιν, οὐδὲ δύναμαι νὰ τὴν ἐπιβάλω, καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά. Θὰ φέρω λόγους, καὶ ἂν ἐγκρίνητε τὴν ἀνάγνωσιν, καλῶς. Ἰδοὺ δὲ διὰ ποίους λόγους προτείνω νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ· πρῶτον ἀναφέρει ἕνα Πρίγκιπα, καὶ ἑπομένως τίτλον ἀνθρώπου μὴ ἔχοντος τίτλον ἀνεγνωρισμένον· δεύτερον, λέγω, ὅτι εἰς πολλὰ ἔθνη ἐλεύθερα καὶ συνταγματικὰ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάγνωσις, οὐχὶ εἰς τὰ νομοθετικὰ Σώματα, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὰ γραφεῖα δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάγνωσις ἀναφορῶν εἰς ξένην διάλεκτον. Ἔπειτα, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν, διότι ἐκφράζει ἰδέας δημοκρατικὰς, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἀποκρούει.
§18ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ὅλα νὰ τὰ δοκιμάσωμεν, ὅλα νὰ τὰ ἀκούσωμεν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι θέλουν νὰ μεταφρασθῇ ἡ ἀναφορὰ, ἂς σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη, καὶ ἑπομένως κατατίθεται εἰς τὰ ἀρχεῖα. Ἀναγινώσκεται μία πρότασις τοῦ Κυρίου Σχινᾶ, δι’ ἧς προέτεινεν ἵνα μετὰ τὴν λύσιν τοῦ Κυβερνητικοῦ ζητήματος προσκληθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ λόγον ἂν διεβίβασε τὸ περὶ ἐκλογῆς τοῦ ἡγεμονόπαιδος Ἀλφρέδου, ὡς συνταγματικοῦ βασιλέως τῆς Ἑλλάδος ψήφισμα καὶ ὁποίαν ἀπάντησιν ἔλαβε, δεύτερον νὰ δώσῃ πληροφορίας περί τινος διακοινώσεως τοῦ Ἔλλιοτ, δι’ ἧς ὑποδεικνύεται ἕτερός τις ὑποψήφιος καὶ ἂν γνωρίζῃ τι περὶ συμμετοχῆς τῶν ἑτέρων δύω μεγάλων Δυνάμεων εἰς τὸ περὶ ὑποδείξεως τοῦ ὑποψηφίου τούτου ζήτημα.
§21ΔΑΓΡΕΣ. Ἀποκρούω τὴν πρότασιν αὐτὴν, καὶ δὲν θέλω διόλου νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι θὰ καθιερώσωμεν ἀρχὴν, τοῦ νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην ἑτέρων δυνάμεων· ἂν καὶ εἴμεθα μικροὶ, πρέπει νὰ ἀκούσωσι τοὺς λόγους μας.
§22ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν θέλομεν συστάσεις· τὸ ἔθνος εἶναι κυρίαρχον νὰ ἐκλέξῃ ὁποῖον θέλει. Σήμερον δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ τοῦτο.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις περὶ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου εἶναι ἑτοίμη.
§24ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσαι ἐκλογαὶ ὑπάρχουσι, τῶν ὁποίων αἱ ἐκθέσεις εἶναι ἕτοιμαι, πρέπει νὰ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνωσθῶσι, καὶ νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ συζητηθῶσιν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν πρέπῃ νὰ διακόψωμεν μίαν συζήτησιν, ἥτις ἤδη ἤρχισε.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ Κύριος Σαρίπολος ἔχει κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς τὸν λόγον.
§28ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἀναβαίνω, Κύριοι, τὸ βῆμα μετὰ δέκα ἀριπρεπεῖς ῥήτορας τῆς Συνελεύσεως ταύτης, καὶ ἔχω μετ’ ἐμὲ μέλλοντας νὰ ὁμιλήσωσιν ἐγγεγραμμένους ὑπὲρ τοὺς εἴκοσιν ἄλλους. Αἰσθάνομαι τὸ δύσκολον τῆς θέσεως, διότι πρέπει, περὶ ὅσων μὲν οἱ πρὸ ἐμοῦ ἐλάλησαν νὰ μὴ φέρω τὸν λόγον, πρὸς δὲ νὰ προσπαθήσω, ὥστε, εἰ δυνατὸν, νὰ μὴ ἀφήσω τι κενὸν, ὅπως τὸ συμπληρώσωσιν οἱ μετ’ ἐμὲ, ἵνα δυνηθῇ οὕτως ἡ Συνέλευσις νὰ προβῇ ταχέως εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος· ἐὰν δὲν εἶχον νὰ εἴπω, εἰμὴ ὅσα καὶ οἱ προαγορεύσαντες ἐξέφερον, δὲν ἤθελον ζητήσει τὴν τιμὴν ταύτην. Πρόκειται νὰ δώσωμεν μίαν μορφὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἡ διάρκεια εἴθε νὰ ἦναι κατὰ τὰς εὐχὰς πάντων Ἑλλήνων πολὺ σύντομος· ἀλλ’ ὡς ἐκ τοῦ δυσχεροῦς ζητήματος τῆς ἐκλογῆς βασιλέως, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογὴ δὲν ἐξαρτᾶται δυστυχῶς ἀπὸ μόνην τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων δυσκολιῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας, ἀπίθανον δὲν εἶναι ἡ διάρκεια τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν θέλομεν καθιδρύσει ν’ ἀποβῇ μακροτέρα τῶν ἐπιθυμιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ εἴτε βραχύβιος εἴτε μακρόβιος εἶ, ἀνάγκη νὰ τὴν συστήσωμεν, καὶ νὰ τὴν συστήσωμεν τοιαύτην, ὥστε σύμφωνος οὖσα κατὰ τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς, πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ δημοσίου δικαίου, νὰ μὴ ἦναι ἀσύμφωνος πρὸς τὴν θέσιν ἡμῶν, πρὸς τὴν θέσιν μιᾶς συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐκπροσωπούσης τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους. Ποῖα λοιπὸν καθήκοντα θέλει ἔχει ἡ ἐξουσία αὕτη; Θέλει εἶσθαι ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων ἡμῶν, θέλει εἶσθαι ἀρχὴ μετερχομένη τὴν ἐντολὴν τῆς Συνελεύσεως, ἤτοι ἐντεταλμένη ἓν μέρος τῆς μεγάλης καὶ ἀπεριορίστου ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἡ ἐθνικὴ αὕτη Συνέλευσις ἔχει; Ἡμεῖς εἴμεθα ἡ συντακτικὴ ἐξουσία τοῦ ἔθνους, ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους, ἐν ταύτῃ δ’ ἔχομεν καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Κηρύττω, Κύριοι, ὅτι ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους, καὶ ὅταν διὰ συντακτικῆς Συνελεύσεως δὲν παρίσταται, εἶναι πάντοτε παροῦσα· ναὶ, δημοσιογράφοι τινὲς ἐφρόνησαν, ὅτι ἅμα ἡ συντακτικὴ τοῦ ἔθνους ἐξουσία ὀργανώσῃ τὴν πολιτείαν, ὁ τεχνίτης ἐκλείπει ἀπέναντι τοῦ ἔργου αὐτοῦ, καὶ ἀφίνει τὸ ἔργον νὰ ἐνεργῇ ἀφ’ ἑαυτοῦ διακεκριμένως τὰς τρεῖς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ φύσει τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, ἤτοι τὴν νομοθετικὴν, τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ τὴν δικαστικήν. Δὲν ἐπρέσβευσά ποτέ τὴν θεωρίαν αὐτὴν, τὴν ἐπολέμησα μάλιστα, διότι ἐπίστευσά ποτε, ὅτι, ὅταν τὸ ἔθνος συστήσῃ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἀρχὰς ἢ ἐξουσίας, τὸ ἔθνος ἀπεκδύεται τὴν κυριαρχίαν αὐτοῦ, ὑπνώττει, κοιμᾶται· τὴν δὲ ἀπάτην τῶν δημοσιογράφων αὐτῶν, οἵτινες τοιοῦτον ἐπρέσβευσαν δόγμα, ἀνεδέχθησαν ἀλληλοδιαδόχως τὰ ἔθνη νὰ ἀποδείξωσι. Τὴν ἀπέδειξαν αἱ ἐπαναστάσεις τῶν λαῶν, αἱ ἐξεγέρσεις τῶν ἐθνῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται ἐν φοβερᾷ στιγμῇ νὰ εἴπωσι πρὸς τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, ἥτις παρεβίασε τοὺς νόμους, ἐγὼ εἶμαι ὁ κυρίαρχος, ἐγὼ προστάζω, ἀπέναντι τῆς θελήσεώς μου, οὐδεμία ἀρχὴ ἰσχύει· ἡ κυριαρχία λοιπὸν τοῦ ἔθνους εἶναι πάντοτε παροῦσα, κἄν συντακτικὴ Συνέλευσις μὴ ὑπάρχῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν ὑπάρχῃ συντακτικὴ Συνέλευσις, δὲν εἶναι δύσκολον ἡ μία τῶν ἐξουσιῶν τούτων νὰ σχολάσῃ, τὶ λέγω νὰ σχολάσῃ; δύναται ἡ Συνέλευσις, νὰ κρατήσῃ ἐν ἑαυτῇ τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἐξουσίας ταύτης, ἥτις ἐστὶν ἡ νομοθετικὴ, διότι τὸ νομοθετεῖν εἶναι ἔργον φρονήσεως καὶ σκέψεως, ἄριστα δὲ βουλεύονται καὶ σκέπτονται οἱ πολλοί. Ἡ δὲ δικαστικὴ, καίτοι καὶ αὐτὴ μέρος τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ τὰ διωργανισμένα δικαστήρια ἔχουσι τὴν ἑαυτῶν ἐνέργειαν ἐν κύκλῳ ὅλως διόλου εἰδικῷ, ἕπεται, ὅτι δὲν ἔχουσιν εἰμὴ πόῤῥωθεν τὴν συνάφειαν πρὸς τὰ πολιτικὰ καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δύναται νὰ ἐνεργῇ τὰ καθ’ ἑαυτὴν, χωρὶς ἡ ἐπανάστασις νὰ ἔλθῃ νὰ διαταράξῃ τὰ ἔργα τῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ οὐχ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα ὡς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ὅλη ἐνέργεια· δὲν δύνανται δὲ νὰ ἐνεργῶσιν ἐλευθέρως καὶ ἀσυγκρούστως οἱ πολλοί, διότι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον· καὶ εἰς τὰ πλέον δημοκρατικὰ κράτη, ὡς καὶ αὐταὶ αἱ ἀρχαῖαι πολιτεῖαι τῆς Ἑλλάδος, ὅπου τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν μετήρχοντο αἱ ἐκκλησίαι τοῦ λαοῦ, τὴν ἐκτελεστικὴν ἀνέθετον πάντοτε εἰς εἰδικὴν ἀρχὴν ἢ μονομελῆ ἢ ὀλιγομελῆ. Διὰ τί δὲ τοῦτο; διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει καθήκοντα περιωρισμένα· ἡ ἐνέργειά της εἶναι μᾶλλον περιωρισμένη παρὰ τὴν βούλησιν, διότι ὅρια ἔχει τὰ διαγεγραμμένα αὐτῇ ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος τοῦ κράτους. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ, τέσσαρα προσόντα, ἤτοι ἑνότητα κατὰ τὴν ἐνέργειαν, ταχύτητα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, εὐχερῶς δὲ νὰ περιστέλληται καὶ πρὸ πάντων νὰ ᾖναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν παντὸς ἔργου της. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπιτηρεῖ πάντας καὶ ὑπὸ πάντων ἐπιτηρεῖται, διοικεῖ ὅλον τὸ κράτος, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι ἀνεύθυνος, τοὐναντίον δὲ εἶναι ὑπεύθυνος ἐνώπιόν τε ὅλου τοῦ ἔθνους, καὶ ἐνώπιον τῆς πολιτείας. Τὸ ὑπεύθυνον εἶναι χαρακτὴρ ὅλως ἰδιάζων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι ἄνευ τοῦ ὑπευθύνου δὲν ὑπάρχει περιστολὴ τῆς ἐκτελέσεως, τούτου δ’ ἐλλείποντος δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία, καθόσον φύσει ἡ ἐκτέλεσις τείνει εἰς τὴν ἀποῤῥόφησιν πάσης ἐξουσίας, πᾶσα δὲ ἀποῤῥόφησις φέρει ἀναγκαίως πρὸς τὸν δεσποτισμόν, ὁ δὲ δεσποτισμὸς εἶναι ἡ συγκέντρωσις ὅλων τῶν ἐξουσιῶν εἰς χεῖρας ἑνὸς καὶ μόνου· διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω, ὅτι ἐνῷ τοὺς πάντας ἐπιτηρεῖ καὶ ὑπὸ πάντων ἐπιτηρεῖται, ἐν ἀπόπτῳ κεῖται, ἐν σκοπιᾷ τινι φαίνεται ὑπερτέρα τῶν ἄλλων, καὶ ὅμως τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέβη δὲν εἶναι πραγματικόν. Τίθεται ἐκεῖ διὰ νὰ τὴν βλέπωσι πάντες, νὰ τὴν ἐξελέγχωσι πάντες, νὰ φέρῃ εὐθύνας πρὸς πάντας. Ποῖα δὲ τὰ ἔργα, ἃ θέλει μετέλθει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία; τὰ ἔργα ταῦτα εἰσὶ σαφῶς διακεκριμένα ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, εἰσὶν ἔργα ῥητῶς διαγεγραμμένα ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, καὶ τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ κατὰ τὸ γράμμα αὐτοῦ κατηργημένον, ἔγκειται ὅμως ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ἡμῶν. Δηλαδὴ ποῖα; τὰ ἔλεγε τὸ Σύνταγμα· ὅτι ὁ βασιλεὺς ἔχει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐνεργεῖ αὐτὴν δι’ ὑπευθύνων ὑπουργῶν· ὁ βασιλεὺς ὅμως ἦτον ἀνεύθυνος, ἦτο πρόσωπον ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον. Ἀφαιρέσατε τὸ μέρος τοῦτο τοῦ ἱεροῦ καὶ ἀπαραβιάστου τοῦ βασιλέως, καὶ ἔσται καθαρῶς ὁ αἱρετὸς ἡμῶν ἄρχων ὁ ἄρχων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἔχετε λοιπὸν οὕτω διαγεγραμμένα τὰ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ μορφώσητε. Θέλετε ἔχει ἐν ἄλλοις λόγοις μίαν ἀρχὴν μετερχομένην αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ βασίλεια καὶ κυβερνητικὰ ἔργα, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὅμως ὅσα καὶ ὁ βασιλεὺς προνόμια· θέλω ἐξηγήσει μετ’ ὀλίγον τὸ ὅλον τῶν ἔργων, ἅπερ ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ποῖα τούτων δύναται νὰ ἔχῃ ἡ νέα Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, οὐδένα λόγον ποιοῦμαι περὶ τῆς μετοχῆς, ἣν ὁ συνταγματικὸς ἡγεμὼν ἔχει εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ κράτους· ὁ συνταγματικὸς ἡγεμὼν εἶναι τὸ τρίτον μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τοιαῦτα δὲ καθήκοντα πάντως καὶ ὁμολογουμένως δὲν θέλει ἔχει ἡ παρ’ ἡμῶν συσταθησομένη ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Νομίζω, ὅτι ἐξηγήθην ἱκανῶς ὡς πρὸς τοῦτο. Θέλει λοιπὸν ἔχει ἡ συστηθησομένη ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ ἔργα, ἅπερ ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος ὃ εἴχομεν, βεβαίως δὲ καὶ ὃ θέλομεν συστήσει, θέλομεν ἀναθέσει αὐτῇ, ἤτοι θέλει ἐνεργεῖ τὰ καὶ ἐπὶ τοῦ βασιλείου πολιτεύματος χρέη, διότι καὶ ἡμεῖς ὑπὸ βασίλειον πολίτευμα διατελοῦμεν, καὶ ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν τὴν πολιτείαν ἡμῶν μοναρχικὴν, καὶ ἡμεῖς ἀνεγορεύσαμεν προχθὲς συνταγματικὸν βασιλέα τῆς Ἑλλάδος· ἡ μεσολαβοῦσα λοιπὸν ἀρχὴ μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ ἡγεμόνος εἶναι ἀρχὴ καθαρῶς ἐκτελεστικὴ, περιβεβλημένη ὅλα τὰ ἐκτελεστικὰ καθήκοντα, θέλει ἐκδίδει ὡς καὶ ὁ ἡγεμὼν διατάγματα· τὰ διατάγματα ταῦτα ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις ὀνομάζει θεσπίσματα, καινοτομοῦσα κατ’ ἐμὲ οὐχὶ τόσον καταλλήλως περὶ τὴν λέξιν, ἴσως δὲ τοῦτο ἐγένετο καὶ ὑπὸ ἁβροφροσύνης πρὸς τὴν συνταγματικὴν βασιλείαν, ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι καὶ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἀντιποιεῖται δικαιώματα ἡγεμονικά· ἀδιάφορον τοῦτο, εἴτε θεσπίσματα, εἴτε διατάγματα τὰ ὀνομάσει, ταῦτα ἔσονται ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἢ τῆς κατ’ ἄλλου, νομοτελεστικῆς. Τὰ διατάγματα ταῦτα ἢ τὰ θεσπίσματα ἔχουσι περιωρισμένον κύκλον, διότι δὲν δύνανται νὰ ἀφομοιωθῶσι πρὸς νομοθετικὰ ἔργα πολὺ τούτων διάφορα· τὸ γνωρίζετε κάλλιστα, διότι τὸν νόμον δὲν τὸν πλάττουν τὰ διατάγματα, διότι ὁ νόμος εἶναι αὐτοτελὲς ἔργον, εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς θελήσεως τοῦ ἔθνους, διὰ τῶν νομοθετικῶν ἐξουσιῶν τοῦ ἔθνους καταρτισθὲν, τὸ δὲ διάταγμα εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Κατὰ τὴν διάρκειαν ὁ νόμος εἶναι διαρκὴς, τὸ δὲ διάταγμα προσωρινόν.....
§29ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ὅλως διόλου ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§30ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Γνωρίζω τὰ μεγάλα φῶτα καὶ τὴν μεγάλην ἱκανότητα τοῦ Κ. Κατσικαπῆ, ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω τὴν Συνέλευσιν νὰ μὲ ἀκούῃ προθύμως, νομίζω, ὅτι δὲν ἐξέρχομαι τοῦ προκειμένου· ἂν δ’ ἐνοχλῶ τὸν Κ. Κατσικαπῆν, μοὶ κακοφαίνεται πολύ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ διάταγμα ἢ τὸ θέσπισμα ἔχει πολὺ περιωρισμένην ἐνέργειαν καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντιποίησις νομοθετικῶν ἔργων· λέγων δὲ ταῦτα, Κύριοι, ἐμμένω, ὅτι ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον θέμα, διότι δι’ αὐτῶν αὐτόχρημα λύεται ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤγειρε τρίβων τις τῆς πολιτικῆς γηραιὸς συνάδελφός μας, ὅστις ἀναβὰς χθὲς ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἀπεφάνθη, ὅτι πρέπει νὰ διαγράψωμεν τὰ καθήκοντα, ἅπερ θέλει μετέλθει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Μοὶ φαίνεται παράδοξος ἡ πρότασις τοῦ Κ. Παλαμήδου, διότι τὰ ὅρια τῆς ἐκτελεστικῆς εἰσὶ διαγεγραμμένα ἐν αὐτῇ ταύτῃ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἐκπίπτω τοῦ προκειμένου, διότι ὁ ἀξιότιμος Κ. Παλαμήδης ἐζήτησε νὰ διαγράψῃ ἡ Συνέλευσις καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· διὰ νὰ δηλώσω λοιπὸν, ὅτι τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας εἰσὶ διαγεγραμμένα ἐν αὐτῷ τῷ ὀνόματί της, ὡμίλησα, ὅπως ὡμίλησα, οὐχὶ δὲ νομίζων, ὅτι εὑρίσκομαι ἐντὸς τῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς ἤκουσά τινος ὑποτονθορίσαντος. Μεταβαίνω πρὸς ἄλλο ζήτημα· ποῖον νὰ ὁρίσωμεν χρόνον τῆς διαρκείας τῆς ἀρχῆς αὐτῆς; πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι θέλει διαρκέσει ἕνα δύω ἢ τρεῖς μῆνας; ὄχι, διότι ἀπέναντι τῆς Συντακτικῆς ἐξουσίας δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν χρόνον διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς. Ναὶ μὲν αἱ δημοκρατικαὶ Συνελεύσεις τῆς Ἑλλάδος ἐν τοῖς συντάγμασιν αὐτῶν, καὶ τῆς Ἐπιδαύρου, καὶ τοῦ Ἄστρους, καὶ τῆς Τροιζῆνος, ὁρίσασαι τὴν μορφὴν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὥρισαν καὶ τὸν χρόνον αὐτῶν· διότι ἐκεῖναι αἱ Συνελεύσεις συγγράψασαι τὰ πολιτεύματα διελύοντο, ἄφησαν δὲ μετ’ αὐτὰς ὠργανωμένην τὴν ἐνέργειαν τῶν τακτικῶν τῆς πολιτείας ἀρχῶν, τουτέστι τῆς νομοθετικῆς, τῆς ἐκτελεστικῆς, τῆς δικαστικῆς· ἐφ’ ὅσον ὅμως μία συντακτικὴ Συνέλευσις εἶναι παροῦσα, οὐδεμία ἀρχὴ, καὶ μάλιστα ἀρχὴ κατ’ ἐντολὴν αὐτῆς διδομένη, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ διαρκὴς καὶ ἀφ’ ἑαυτῆς· ἐφ’ ὅσον ὁ ἐντολεὺς εἶναι παρὼν, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀνακαλῇ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν ἐντολοδόχον αὐτοῦ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ὁρίσωμεν κἀνένα χρόνον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν θέλομεν μορφώσει. Ποῖα δὲ θέλομεν δώσει ἔργα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; εἶπον, ὅτι τὰ ἔργα αὐτὰ εἶναι διαγεγραμμένα ἐν αὐτῷ τῷ ὀνόματι αὐτῆς. Εἶναι τὰ βασίλεια ἔργα, ἐξ ὧν τὰ μὲν θέλει ἔχει, τὰ δὲ δὲν θὰ ἔχῃ. Ποῖα θὰ ἔχῃ; θὰ ἔχῃ ἐκεῖνα ἄνευ τῶν ὁποίων ἐνέργεια δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, δὲν θέλει ἔχει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ μετέλθωμεν ἐν σώματι. Θὰ ἔχῃ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, θὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς πολιτείας, περὶ τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ, διότι αὐτὴ ἔχει καὶ τὰ μέσα νὰ ἐπιφέρῃ τὴν θεραπείαν αὐτῶν τῶν ἀναγκῶν. Ἄλλο ἔργον βασίλειον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ, εἶναι ὁ διορισμὸς καὶ ἡ παῦσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· ὑπεύθυνος αὐτὴ διατελοῦσα ὑπευθύνους ἔχει καὶ τοὺς ἐργάτας αὐτῆς, πρέπει ἄρα νὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν αὐτοὺς ὡς καὶ τοῦ διορίζειν, ἄλλως ἤθελεν εἶσθαι παραλογισμὸς νὰ ἔχωμεν μίαν ἀρχὴν ὑπεύθυνον, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ καὶ τὰ ὑπεύθυνα αὐτῆς ὄργανα. Τρίτον......
§31ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τῆς μορφῆς τῆς Κυβερνήσεως.
§32ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τρίτον καθῆκον αὐτῆς εἶναι ἡ διεύθυνσις τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τῆς πολιτείας (θόρυβος). Θέλω ἅπαξ διὰ παντὸς παρατηρήσει, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ματαιοπονῶσιν οἱ ὀλίγοι διακόπτοντές με, διότι ἐγὼ δὲν θορυβοῦμαι, καθόσον μάλιστα ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ βλέπω, ὅτι τὸ μέγα μέρος τῆς Συνελεύσεως εὐχαριστεῖται νὰ μὲ ἀκούῃ· οἱ δυσανασχετοῦντες δύνανται ν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἐμοῦ ἐξερχόμενοι τῆς αἰθούσης (θόρυβος). Τρίτον ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς λοιπὸν ἐξουσίας εἶναι ἡ διεύθυνσις τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τῆς πολιτείας. Τοῦ ἔργου τούτου δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποστερήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔχει αὐτὸ οὐχὶ μόνον ἐν τῇ φύσει αὐτῆς τῆς ἐξουσίας διὰ τὸ χρέος τοῦ νὰ ἐκπροσωπῇ τὸ ἔθνος ἀπέναντι τῶν ξένων δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς περιστάσεις ἐν αἷς εὑρισκόμεθα· τὸ τοιοῦτον εἶναι ἔργον σπουδαῖον, καὶ ὀφείλει λίαν περιεσκεμμένως νὰ μετέλθῃ αὐτὸ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ποῖα δὲ δὲν θέλει ἔχει; τὸ νομισματοποιεῖν, τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος καὶ ἀμνηστείας, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ κηρύττῃ πόλεμον, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συνάπτῃ συνθήκας, ὡς καὶ τὸ τοῦ νὰ κάμνῃ συμμαχίας. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι λίαν συντόμως, κἂν λέγωσί τινες τῶν συναδέλφων, ὅτι ἐκτείνομαι, σᾶς διέγραψα ποῖα μὲν ἔργα θέλει ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ποῖα δ’ οὔ. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν θέλει ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ἡ εὐθύνη αὐτῆς εἶναι τριῶν εἰδῶν, ἠθικὴ, πολιτικὴ, ποινική· τὰς τρεῖς αὐτὰς εὐθύνας θέλει ἔχει. Θέλει εἶσθαι ἐφ’ ἑκάστῃ αὐτῆς πράξει ὑπεύθυνος ἀπέναντι ἡμῶν καὶ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, καὶ δίδει λόγον τῶν πράξεών της· ἰδοὺ ἡ ἠθικὴ εὐθύνη. Θέλομεν ἐλέγχει αὐτὴν πολιτικῶς καὶ διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν τῆς ἀφαιρεῖ τὴν ἐξουσίαν, ἂν παρὰ τὴν θέλησιν τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως διεξέρχηται τὰ ἐντεταλμένα αὐτῇ ἔργα· ἰδοὺ ἡ πολιτική. Θέλομεν δ’ ἐν ἀνάγκῃ καθήσει αὐτὴν καὶ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ κατηγορουμένου, ἂν ἴδωμεν, ὅτι ἐπιβουλεύεται τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους· ἰδοὺ καὶ ἡ τρίτη εὐθύνη, ἡ ποινική. Ζητητέον τώρα τὰς εὐθύνας αὐτὰς πῶς θέλει φέρει ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ ὑπουργείου. Κύριοι, πρέπει νὰ διακρίνωμεν, διότι ποῦ μὲν ἡ Κυβέρνησις μεθ’ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου ἔσται ὑπεύθυνος, ποῦ δὲ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Ἐξηγοῦμαι ἤδη σαφέστερον πῶς ἐννοῶ τὴν διάκρισιν αὐτὴν τῆς εὐθύνης. Κατ’ ἐμὲ πρὸς πᾶσαν πρᾶξιν Κυβερνητικὴν θέλει εἶσθαι ἀναγκαία ἡ προσυπογραφὴ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως· πρὸς πᾶσαν δὲ πρᾶξιν διοικητικὴν θέλει εἶσθαι ὑπεύθυνος ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Σύγχυσις δὲ μεταξὺ κυβερνητικῶν καὶ διοικητικῶν πράξεων δὲν δύναται νὰ συμβῇ, διότι καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ οἱ ὀργανικοὶ τοῦ Κράτους νόμοι διαγράφουσιν ἀκριβῶς, ποῖα τὰ ἔργα τῆς Κυβερνητικῆς καὶ ποῖα τῆς διοικητικῆς. Μεταβαίνω νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ εἴδους ἐκ ποίων καὶ πόσων προσώπων θέλει συγκροτεῖσθαι αὐτὴ ἡ ἐξουσία. Πρακτικώτατα χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν εἷς συνάδελφος, ὅτι πρέπει νὰ συμβουλευθῶμεν τὴν καρδίαν μας, τὰ ἤθη μας, τὰς Ἑλληνικὰς ἡμῶν κλίσεις· ἀκολουθῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τοὺς ὡραίους ἐκείνους λόγους, διότι τοὺς ἀσπάζεται ἡ καρδία μου. Ἡ θεωρία μᾶς λέγει, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ εἰς ἓν καὶ μόνον πρόσωπον, διότι εἰς ἓν καὶ μόνον πρόσωπον δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὸ ἐναντίον, ἤτοι τὴν ἑνότητα τῆς ἐνεργείας· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ νομοθετήσωμεν συντάγματα δημοκρατικὰ, διαρκῆ, ἤθελα ὑπερασπισθῆ τὴν ἰδέαν τοῦ ἑνιαίου, ἤθελα πολεμήσει πᾶσαν πολυμελῆ ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν νὰ κάμωμεν μίαν ἐξουσίαν προσωρινὴν, ἐπειδὴ τὰ ἤθη μας εἶναι τοιαῦτα, ἐπειδὴ ἐν Ἑλλάδι, δὲν λέγω δυστυχῶς, ὅπως εἶπόν τινες χθὲς, ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει ἕνας Οὐάσιγκτων, ἕνας Φραγκλῖνος, ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἐνδοξοτέραν ἐποχὴν τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐπλούτει ἡ πατρὶς μεγάλων ἀνδρῶν καὶ τότε εὑρίσκομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε ἐλευθέρα οὖσα ἐστερήθη πολλῶν ἱκανῶν ἀνθρώπων, διότι καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Περικλέους ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι πολλοὶ καὶ ὁ Περικλῆς, καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Θεμιστοκλέους, καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Μιλτιάδου, ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι, λέγω ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ἱστορία ἀπεφάνθη, ὅτι πάντοτε ἡ Ἑλλὰς ἀπεδιοπομπήσατο τὸ ἑνιαῖον τῆς ἀρχῆς. Οἱ Ἕλληνες ἐσμὲν τὸ κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατικὸν ἔθνος· ἐσμὲν τὸ ἔθνος ἐκεῖνο, ἐν ᾧ ἡ ἰσότης εἶναι ἐῤῥιζωμένη ἐν τοῖς ὀστέοις αὐτοῦ. Ἐν τῇ Ἑλλάδι ἄρα δὲν εἶναι δυστύχημα ἂν δὲν ἐξικνῆται εἷς ἄνθρωπος εἰς τόσον ὑψηλὴν περιωπὴν, ὥστε πάντες νὰ προσβλέπωσιν αὐτῷ, ν’ ἀτενίζωσι πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ἀναγορεύωσιν· ἀναγκαῖον ἐν Ἑλλάδι, οὐδείς ποτε ὑπῆρξεν ἀναγκαῖος· ἀποθνήσκει ὁ Μιλτιάδης ἐν τῇ φυλακῇ, ὁ Θεμιστοκλῆς καὶ ὁ Ἀριστείδης ἦσαν πλησίον του, καὶ τὸν ἀντικατέστησαν· τὸν Θεμιστοκλέα ἐξοστρακισθέντα διαδέχεται ὁ Κίμων, ἀποθνήσκει ὁ Φωκίων, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀκόμη μεγάλους ἄνδρας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι δυστύχημα, διότι δὲν εὑρίσκεται ἕνας τόσον μέγας ἀνὴρ, ὥστε αὐτὸς συγκεντρώνων ἐν ἑαυτῷ πάσας τοῦ ἔθνους τὰς ἐλπίδας νὰ ὑποδεικνύηται ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης ὡς ὁ ἀνὴρ, ὅστις εἶναι ὁ μόνος ὅπως διοικήσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἐν ἄλλοις λόγοις ὁ ἀπολύτως ἀναγκαῖος. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι ἀνάγκην ἀναγκαίου ἀνθρώπου. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἡ θεωρία βεβαίως πολεμεῖ τὸ πολυμελὲς τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς. Εἷς δὲ μέγας δημοσιογράφος, ὁ Βένθαμ, λέγει ὀρθότατα καὶ εὐφυέστατα les conseils sont des abris, τὰ συμβούλιά εἰσι καταφυγὴ, καὶ ὄντως ἐν τῷ καταφυγίῳ τούτῳ δύναταί τις νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην του· καὶ πραγματικῶς, ὡς δικηγόρος πολλάκις ἐγνώρισα τὴν ἀλήθειαν· τοῦ λόγου τούτου ἔχω συναδέλφους ἐνταῦθα, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ οὗτοι τὴν ἀναγνωρίζουσι· οἱ δικηγόροι δὲν ὁμοιάζομεν κατὰ τοῦτο τοὺς ἰατροὺς, οἵτινες εἶναι πάντοτε ἐναντίοι τῶν συμβουλίων· οἱ δικηγόροι, ἴσως διότι εἴμεθα νομικοὶ, ἐννοοῦμεν καλῶς αὐτὴν τὴν φράσιν τοῦ Βένθαμ, ἐφ’ ᾧ ἅμα τις διάδικος προτείνῃ συμβούλιον δὲν ἀντιλέγομεν, ἀλλ’ ἀσπαζόμεθα τὴν πρότασιν, οὐχὶ δι’ ἄλλο εἰμὴ διότι καλύπτει ἕκαστος ἡμῶν ἣν φέρει εὐθύνην· ἅμα εἴμεθα τρεῖς, οὐδεὶς εἶναι ἰδίᾳ ὑπεύθυνος, ἀλλὰ πάντες συλλήβδην, ἕκαστος ἡμῶν τὴν ἔχει, ὁ εἷς τὴν ἀποδίδει εἰς τὸν ἄλλον Τοῦτο συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐξουσίαν· τοὐναντίον δὲ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ εὐθύνη εἶναι μεγαλητέρα, ὅταν βαρύνῃ ἕνα καὶ μόνον· δὲν ματαιοῦται ὅμως ὁλοσχερῶς, ἀλλὰ βαρύνει πάντας ἀλληλεγγύως.
§33ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἀκούομεν, δυνατώτερα.
§34ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡ δὲ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν θέλομεν συστήσει, κατ’ ἐμὴν γνώμην τριμελῆ, διότι ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος Κύριος Καλλιγᾶς εἶπεν, ὁ μὲν εἷς εἶναι πολὺ ὀλίγος, οἱ πέντε δ’ εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον πολλοὶ, οἱ τρεῖς ἄρα εἶναι ὁ ἱκανὸς ἀριθμὸς, πρέπει δὲ οἱ τρεῖς οὗτοι νὰ ᾖναι πάντοτε ὑπεύθυνοι καὶ πάντοτε νὰ ὁμοφρονῶσι· δὲν θέλω νὰ θεωρηθῇ ἱκανὸν νὰ συνυπογράφωσιν οἱ δύω, καὶ νὰ δίδωσι κῦρος ὡς ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, πρέπει καὶ οἱ τρεῖς νὰ συνυπογράφωσιν, εἰ δέ τις μειονοψηφεῖ, ἂς καταχωρῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοὺς λόγους τῆς μειονοψηφίας ὡς καὶ ἐν τοῖς δικαστηρίοις ἔνθα οἱ μειονοψηφοῦντες καί τοι ὀφείλοντες νὰ ὑπογράψωσι τὴν ἀπόφασιν δικαιοῦνται ὅμως τὴν διαφωνοῦσαν γνώμην των νὰ ἐκφέρωσιν ἐλευθέρως, πρέπει δὲ πάντοτε νὰ περιποιῶσιν ἀδιαιρέτως τὸ κῦρος ὑπογράφοντες καὶ νὰ ᾖναι ἀλληλεγγύως συνδεδεμένοι διά τινα μὲν μεθ’ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου, δι’ ἄλλα δὲ μετὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ.
§35ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἂν δὲν θελήσῃ ὁ εἷς νὰ ὑπογράψῃ;
§36ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πρέπει ν’ ἀναφέρωσιν οἱ δύω πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι εἷς ἐξ αὐτῶν δὲν θέλει νὰ ὑπογράψῃ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τοὺς ὑπουργούς. Οἱ ὑπουργοὶ ὑπὸ τίνων θέλουσι διορίζεσθαι; ἐῤῥέθη γνώμη νὰ διορίζωνται παρὰ τῆς Συνελεύσεως. Θαυμάζω πῶς ἠδυνήθη νὰ περάσῃ τὸ τοιοῦτον εἰς τὸν νοῦν ἀνθρώπου, μάλιστα δ’ ἐθαύμασα, διότι ὁ προτείνας εἶναι νομικὸς, ὁ Κύριος Μίλησης. Οἱ ὑπουργοὶ νὰ διορίζωνται παρὰ τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ ᾖναι ἀλληλεγγύως ὑπόχρεοι πρὸς ἀλλήλους, καὶ μετὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὅταν ᾖναι ἄνευ χαρτοφυλακίου δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ὁ Κυβερνήτης! Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν οὕτω γνωματεύσαντα, πῶς δύναμαι ἐγὼ ὁ ἄρχων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ ἦμαι ὑπεύθυνος καὶ νὰ μὴ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγω τὰ ὄργανά μου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μοι ἐπιβληθῶσιν ὑπουργοὶ, μετὰ τῶν ὁποίων νὰ ἦμαι ὑπεύθυνος καὶ νὰ μὴ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἐκλέγω καὶ νὰ τοὺς ἀποβάλλω; Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἕνας πολιτικὸς σολοικισμός· πρέπει διὰ νὰ ᾖναι ἀληθῶς ὑπεύθυνος ὁ ἄρχων νὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τούτων δὲ τ’ ἄμεσα εἶναι οἱ ὑπουργοί. Παρουσιάζεται δὲ καὶ ἄλλη δυσκολία· πῶς δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ γνωρίσῃ τὴν ἱκανότητα; Πῶς δύναται ἡ Συνέλευσις ἔστω καὶ νὰ ἤμεθα οὐχὶ ὡς νῦν κατὰ τὴν ἔναρξιν ἀλλ’ ἐν τῷ τέλει τῶν ἐργασιῶν μας, πῶς δυνάμεθα λέγω νὰ εἴπωμεν ποίαν ἱκανότητα ἔχει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν; τὸ δυσδιάγνωστον τῆς ἱκανότητος εἶναι μία ἐκ τῶν αἰτιῶν, αἵτινες ὑποχρεοῦσι τὸν ὀρθῶς πολιτικὸν ν’ ἀφίνῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὸν μετερχόμενον τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρὸς ταῦτα εἶπον ἐγὼ, καὶ τὸ γνωρίζετε πάντες, ὅτι τὸ ἑνιαῖον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι τῶν οὐκ ἄνευ, ἡ δ’ ὁμόνοια εἶναι ἀναγκαία διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἑνότης· πῶς δύναται λοιπὸν ὁ ἄρχων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ δεχθῇ ὑπουργοὺς ἐπιβεβλημένους αὐτῷ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ὑπουργοὺς, πρὸς τοὺς ὁποίους δύναται αὐτός τε νὰ ἔχῃ ἀντιπαθείας, καὶ ἐκεῖνοι ἀπίθανον δὲν εἶναι νὰ ἔχωσι τοιαύτας πρὸς αὐτόν. Αἱ συμπάθειαι καὶ ἀντιπάθειαι δὲν καταβάλλονται ὑπὸ τῶν ψήφων, εἶναι αἰσθήματα τῆς καρδίας, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ τὰ καταπνίξῃ. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ ἐκλογῆς ἑκουσίας ἀλληλεγγύη πρὸς τὰς εὐθύνας ὡς πρὸς τὰ κυβερνητικὰ καὶ διοικητικὰ καθήκοντα; πῶς δὲ δύναται ἀπολύτως νὰ ὑπάρξῃ ἀλληλεγγύη μεταξὺ ἁπάντων τῶν ὑπουργῶν ὡς πρὸς τὰ κατὰ μέρος διοικητικὰ ἔργα; πῶς, φέρ’ εἰπεῖν, δύναται ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ᾖναι ὑπεύθυνος ἀλληλεγγύως μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ μίαν πρᾶξιν καθαρῶς οἰκονομικὴν, ἧς οὐδεμίαν ἴσως ἔχει γνῶσιν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, οὐσιώδης λίαν εἶναι ἡ διάκρισις, ἣν ποιοῦμαι, ὅτι ἡ εὐθύνη πρέπει νὰ ᾖναι κοινὴ διὰ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, μερικὴ δὲ διὰ τὰς διοικητικάς. Ἀφ’ οὗ τοιουτοτρόπως ἐκ προοιμίων ἐξέφρασα ὑμῖν τὰς ἰδέας μου ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῆς Κυβερνήσεως, ἔρχομαι τώρα συντόμως νὰ πολεμήσω τὰς ἰδέας, ἃς οἱ προλαλήσαντες ἐξέφερον, καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος (θόρυβος).
§37ΛΑΠΑΣ. Ἂν ἀρχίσῃς ἀπὸ τοὺς πρώτους ἀγορεύσαντας, δὲν θὰ τελειώσῃς ἕως τὸ βράδυ.
§38ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Θέλετε λοιπὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως νὰ περάσωσιν οἱ λόγοι; Μέχρι τοῦδε ἔλαβον τὴν τιμὴν, ὡς νομίζω, νὰ εἴπω πράγματα, ἅπερ οἱ προαγορεύσαντες δὲν εἶπον. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ἀπασχολῶ ἐπὶ ματαίῳ τὴν Συνέλευσιν, ἡ δ’ ἄκρα συγκατάβασις αὐτῶν νὰ μὲ ἀκούῃ ἐπιβεβαιοῖ τὴν ἰδέαν μου. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἂν εὐτυχήσω νὰ ἐξαντλήσω τὸ θέμα, οἱ μετ’ ἐμὲ ἔχοντες τὸν λόγον δὲν θέλουσι τὰ ἐπαναλάβει καὶ οὕτω κερδίζεται ἄλλοθεν ὁ εἰς ἀκρόασιν ἐμοῦ δαπανηθεὶς χρόνος· τὸ νὰ μὴ ἀντικρούσω ὅμως τοὺς προλαλήσαντας, μοὶ φαίνεται παράλειψις καθήκοντος. Ὁ Κύριος Ἡρακλῆς Πετιμεζᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται (θόρυβος) ..........
§39Κ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (θόρυβος). (Λαλεῖ ἰδίᾳ πρὸς τὸν ἀγορεύοντα ....)
§40ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Κύριος Ἀντωνόπουλος μοὶ κάμνει μίαν ἐρώτησιν τὴν ἑξῆς: ἡ τριμελὴς αὕτη Κυβέρνησις θέλει εἶσθαι ἰσότιμος, ἢ θέλει ἔχει ἕνα Πρόεδρον, καὶ δύω μέλη; Ἀπαντῶ ἀμέσως. Ἀσπάζομαι τὴν δευτέραν γνώμην, ἤτοι ἕνα Πρόεδρον καὶ δύω μέλη· διατί; διότι, Κύριοι, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πολυμελὲς σῶμα χωρὶς νὰ ἔχῃ κεφαλήν· ὁ Πρόεδρος εἶναι ὁ συγκαλῶν τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἐκεῖνος πρὸς τὸν ὁποῖον οἱ ὑπουργοὶ θέλουν ἀποτείνεσθαι διὰ νὰ ἐκθέτωσι τὰς ἀνάγκας των, καὶ οὗτος ἐν ἀνάγκῃ θέλει συγκαλεῖ καὶ τοὺς ἄλλους· ὅταν δὲ κάμητε καὶ τὰ τρία μέλη ἰσότιμα, τότε ὁ ὑπουργὸς θέλει εἶσθαι ἠναγκασμένος νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἕτερον ἵνα κοινοποιῇ τὴν ἰδέαν του. Νομίζω, ὅτι σαφῶς καὶ κατηγορικῶς ἀπήντησα εἰς τὸ ἐρώτημα, ὃ μοὶ ἐτέθη. Ἔρχομαι τώρα διὰ πολὺ συντόμων λέξεων ν’ ἀνασκευάσω τινὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον οἱ προαγορεύσαντες· θὰ ᾖμαι δὲ πολὺ σύντομος· ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ θέσῃ ἄλλην ἐξουσίαν ἀπέναντι αὑτῆς, διότι οὕτως ἀπεκδύεται τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἣν σήμερον νόμῳ καὶ πράγματι κρατεῖ αὑτὴν ἡ Συνέλευσις. Λανθάνεται, ὡς νομίζω, μεγάλως ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς, διότι ἡ Κυβέρνησις ἁπλῶς εἶναι ὁ ἐντολοδόχος τῆς συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἐντολοδόχος, ὅστις θέλει ἐνεργεῖ κατὰ τὰς ἐμπνεύσεις αὐτῆς, ὡς δὲ ὁ ἱεραρχικῶς ἀνώτερος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διαχειριστὴς ἐντελλόμενος πρᾶξίν τινα διοικητικὴν εἰς ὑποδεέστερον ὄργανον δὲν παύει νὰ προΐσταται αὐτοῦ, οὕτως ἡ Συνέλευσις θέλει ἀπεκδυθῆ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν κἂν ἐντείληται αὐτῆς τὴν διαχείρισιν Ἀρχῇ ὑπ’ αὐτῆς ἐκλελεγμένῃ καὶ ὑπ’ αὐτῆς ἐν παντὶ καιρῷ μετακλητῆς.
§41ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι 24 νὰ ὁμιλήσουν ἀκόμη, Κύριε Σαρίπολε.
§42ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἠθέλησεν ὁ Κύριος Ἡρακλῆς Πετιμεζᾶς νὰ φέρῃ καὶ ἱστορικὰ παραδείγματα· ἠπόρησα διὰ τοὺς ἀναχρονισμοὺς ἐν οἷς περιέπεσεν· ἴσως οὗτοι δὲν φαίνονται τοσοῦτον σπουδαῖοι εἰς ἄνδρα στρατιωτικὸν, ὅστις διῆλθε τὴν ἱστορίαν ἐφιέμενος νὰ ἐμπνευσθῇ, νὰ οἰκειοποιηθῇ τὰς μεγάλας ἰδέας τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Ἀλλ’ οὐχ οὕτω σπουδάζεται ἡ ἱστορία ὑπὸ πολιτικοῦ ἀνδρὸς δι’ ὃν οἱ χρόνοι καὶ αἱ περιστάσεις ἔχουσι μεγάλην σημασίαν. Σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς, ὅτι ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1791 ἔῤῥιψε τὴν βασιλείαν· ὄχι, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις τοῦ 1791 ἐσύστησε τὴν συνταγματικὴν μοναρχίαν, ἐσύστησε τὸ πολίτευμα τῆς Γαλλίας καὶ ἀπεσύρθη ὑποχωρήσασα εἰς τὴν διάδοχον αὑτῆς Συνέλευσιν τὴν νομοθετικὴν, μάλιστα δὲ ἡ συντακτικὴ ὑπὸ ἀτόπου ζηλοτυπίας συσχεθεῖσα, ἵνα μὴ ἐκλεχθῇ βουλευτὴς ὁ Μιραβὼ, ἔγραψεν ἓν ἄρθρον ἐν τῷ Συντάγματι πικρότατον, τὸ νὰ μὴ δύναται οὐδὲν τῶν μελῶν αὐτῆς νὰ ἐκλεχθῇ μέλος τῆς νομοθετικῆς· ὁ Μιραβὼ ἐνόησε τότε πρὸς τίνα σκοπὸν ἐγίνετο τοῦτο, ἀντέστη λοιπὸν εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ ἄρθρου τούτου, προτείνας τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· «ἐπειδὴ ὁ Κύριος Blin (οὕτως ὠνομάζετο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ προτείνας) ἔκαμε πρότασιν ν’ ἀποκλεισθῶσι τῆς νομοθετικῆς τὰ μέλη τῆς παρούσης συντακτικῆς Συνελεύσεως, προτείνω, ὅπως μὴ στερηθῇ ἡ διάδοχος ἡμῶν νομοθετικὴ Συνέλευσις τῶν φώτων καὶ τῆς πείρας τῶν τῆς παρούσης Συνελεύσεως μελῶν, νὰ γείνῃ ἰδιαίτερον ψήφισμα, ὅπως ῥητῶς ἐμὲ καὶ μόνον ἐξαιρέσητε τῆς τιμῆς ταύτης». Πιστεύω δὲ, Κύριοι, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἐπὶ τῆς Γαλλίας ἐνσκηψάντων μετὰ ταῦτα δυστυχημάτων προῆλθον ἐκ τοῦ πολιτικοῦ τούτου λάθους, ὃ ὁ μὲν φθόνος ὑπηγόρευσεν, ἡ δὲ ζηλοτυπία ἐκύρωσε, καὶ ἡ περὶ τὰ πολιτικὰ ἀπειρία ἐνέγραψεν ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1791. Τὴν δὲ μοναρχίαν ἀπηγόρευσε τὴν 10 Αὐγούστου 1792 ἡ νομοθετικὴ Συνέλευσις, ἡ δὲ τὸν Νοέμβριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους διαδεξαμένη αὐτὴν συμβατικὴ (convention) καθῄρεσε καὶ ἔστειλεν εἰς τὴν λαιμητόμον.
§43ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς θέλομεν περὶ τοῦ εἴδους τῆς Συνελεύσεως· ὅστις θέλει νὰ σπουδάσῃ τὴν ἱστορίαν, ἠμπορεῖ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ μᾶς ἐξηγήσητε ποίαν Κυβέρνησιν θέλετε τριμελῆ ἢ πενταμελῆ.
§44ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, δὲν πιστεύω, ὅτι τὸ βῆμα εἶναι ἱδρυμένον ὡς ὁ Τρίπους τῆς Πυθίας διὰ νὰ ἐκφέρῃ χρησμούς· ἀπὸ τὴν ἱστορίαν διδάσκονται τὰ ἔθνη, διότι ναὶ μὲν τὰ διδάγματα τῆς ἱστορίας σπανίως συνετίζουσι τοὺς βασιλεῖς, χρησιμεύουσιν ὅμως πάντοτε, ὅπως φωτίζωνται τὰ ἔθνη. Ἂν ἡ ἱστορία ἐξορισθῇ ἀπὸ μίαν Συνέλευσιν, δὲν ἠξεύρω τότε τῇ ἀληθείᾳ περὶ τίνος πρόκειται νὰ λαλῇ τις ἐν πολιτικῇ Συνελεύσει, εἰ δὲ ἡ ἱστορία δὲν διδάξει ἡμᾶς ποῦ θὰ καταντήσωμεν; (θόρυβος)· λέγω λοιπὸν (θόρυβος)· ζητῶ πέντε λεπτὰ ἀκόμη.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀλίγη ὑπομονὴ, διότι εἶναι εἰς τὸ τέλος.
§46ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐὰν ἠγορεύομεν ὡς οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι πρὸς τὴν Κλεψύδραν ἤθελον τύχει τοὐλάχιστον ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον ἡσυχίας παρ’ ὑμῶν (θόρυβος)· ἐδῶ γεννᾶται μία ἀπορία, ἣν μοὶ ἀπευθύνει εἷς τῶν κυρίων Πληρεξουσίων, ἂν δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκλέξῃ μόνον τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ μὴ διορίσῃ Κυβέρνησιν, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις νὰ ἐργάζηται μετὰ τοῦ Ὑπουργείου. Πῶς εἶναι τοῦτο δυνατὸν, λέγω· πῶς δύναται τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἔρχηται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ λέγῃ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἔχω τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα διοικητικὸν ἔργον· εἶναι δυνατὸν τοῦτο; πρακτικῶς μοὶ φαίνεται ἀδύνατον. Δὲν ἐκτείνομαι περισσότερον, διότι ἀμέσως τὸ ἐννοεῖτε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον.
§47ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§48ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Εἶπεν ἔτι ὁ κύριος Ἡρ. Πετμεζᾶς, ὅτι ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῷ ἐκλεγομένῳ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως θέλουν ἀντιπροσωπεύεσθαι τὰ διάφορα κόμματα τῆς Συνελεύσεως. Ἀποτρόπαιος ἰδέα. Ἐν ἐθνικῇ Συνελεύσει καὶ μάλιστα ἑλληνικῇ δὲν ὑπάρχουν κόμματα, δὲν δύνανται, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσι κόμματα· πάντες ἐμπνεόμεθα ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα. Ἐν τοῖς νομοθετικοῖς Σώμασιν, ἐν ταῖς Βουλαῖς, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀντιπολίτευσις, διότι ἔναντι τῆς ἀντιπολιτεύσεως αὐτῆς ἵσταται μία ἐξουσία ἀνεύθυνος, ἥτις διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργούς· ἐὰν ἀπέναντι δὲν ὑπῆρχεν ἀρχὴ ἀνεύθυνος, ἀντιπολιτεύσεως ἀνάγκη δὲν ὑπῆρχεν. Ὁ διαφθορεὺς τοῦ ἀγγλικοῦ πολιτεύματος Οὐὰλ Πῶλ ἔλεγεν, ὅτι, ὅταν ἐκλείψουν αἱ ἀρχαὶ, τότε γεννῶνται τὰ κόμματα· ἐν δὲ τῇ Ἑλλάδι τῇ ἀναγεννηθείσῃ ὡς ὁ Φοῖνιξ ἐκ τοῦ καπνοῦ τοῦ πυροβόλου κόμματα δὲν ὑπάρχουσι. Τὸ ἀπέδειξεν ἡ ὁμοφροσύνη, ἡ σύμπνοια τοῦ λαοῦ, ἡ διαγωγὴ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς προσέθηκε τελευταῖον, ὅτι, ὅταν σχηματίσωμεν μίαν Κυβέρνησιν τὴν ἐκτελεστικὴν ἔχουσαν ἐξουσίαν, εἶναι φόβος μήπως συμβῇ ὅ,τι συνέβη μὲ τὴν τριανδρίαν τῆς Ὑπατείας εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅτε ὁ Ναπολέων ἐγένετο δυνάστης. Ναὶ, ἐγένετο, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐνίκησεν ἐν Μαρέγγῳ, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ ὕψους τῶν πυραμίδων ἐθαύμασαν αὐτὸν τεσσαράκοντα αἰῶνες. Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἀνὴρ, ὅστις ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν θέλει ἁρπάσει τὴν δικτατορίαν; Τίς ὁ ἔχων ἀξιώσεις, ἵνα συγκρίνῃ ἑαυτὸν πρὸς τὴν δόξαν τοῦ γίγαντος τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως; οὐδεὶς ὑπάρχει. Ἔρχομαι ἐπὶ τὸν κύριον Παλαμήδην. Ὁ τρίβων οὗτος τῆς πολιτικῆς ἠθέλησεν ὡς ἄλλος Πρωτεὺς νὰ διαφύγῃ τὰ δίκτυα ἃ ὁποῖα τῷ ἐτείνομεν πανταχόθεν οἱ πληρεξούσιοι, ζητοῦντες παρ’ αὐτοῦ ἐξηγήσεις· ὁμολογῶ, ὅτι ἐντέχνως ἐξέφυγεν αὐτὰ, ἀλλ’ ἡ τέχνη του αὕτη ἀνεκάλεσεν εἰς τὸν νοῦν μου τὸν ὁρισμὸν, ὃν ὁ Ταλλεϋράνδος ἔδιδε περὶ τοῦ προφορικοῦ λόγου λέγων, ὅτι ὁ λόγος ἐδόθη εἰς τὸν ἄνθρωπον διὰ νὰ καλύπτῃ τὴν ἰδέαν του· τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἐννόησα ἦτον, ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ διαγράψῃ τὰ καθήκοντα τῆς νέας Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπήντησα ἤδη εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου Παλαμήδου καὶ, ὡς φρονῶ, πάντη περιττὸν εἶναι νὰ ἐπανέλθω, ἀφοῦ ὡς εἶπον ἡ ἐπιστήμη καὶ οἱ ὀργανικοὶ τῆς πολιτείας ἡμῶν νόμοι σαφῶς διαγράφουσιν αὐτά. Ἔρχομαι ἐπὶ τὸν κύριον Κωνσταντόπουλον· οὗτος εἶπε πολλὰ καὶ καλλὰ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς εἰς ἓν μόνον λάθος περιέπεσεν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἐλάλησε περὶ κομμάτων καὶ ἀντιζηλιῶν, τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν πρέπει ν’ ἀναφυῶσιν ἐν τῇ ἐθνικῇ ταύτῃ Συνελεύσει· διὰ τοῦτο δὲ τὴν τριμελῆ Κυβέρνησιν δὲν εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ τὴν κάμωμεν τριμελῆ, διότι τρία εἶναι τὰ διαιροῦντα ἡμᾶς πολιτικὰ συστήματα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠσπάσθην τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Χαλκιοπούλου. Ἂς ἔλθω τώρα εἰς τὸν κύριον Μίλησην. Ὁ κύριος Μίλησης, δὲν εἶναι ἐκ τῶν κοινῶν ῥητόρων, ἀγαπᾷ τὰς καινοτομίας (θόρυβος)........
§49ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηντήσαμεν ἐπὶ τὸ κωμικώτερον.
§50ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν πολίτευμα εἶπεν, ὅπερ νὰ διαγράφῃ ἑκάστης ἐξουσίας τὰ καθήκοντα καὶ τὴν ἐνέργειαν. Ναὶ, τῷ ἀπαντῶ, ἐξέσχισεν ἡ ἐπανάστασις τὸ γραπτὸν τῆς Ἑλλάδος πολίτευμα, ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ ὀρθία ἵσταται ἡ ἐπιστήμη· καὶ βεβαίως, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ᾖναι προωρισμένη νὰ συντρέξῃ πολίτευμα νέον, δὲν εἶναι ὅμως προωρισμένη νὰ μεταμορφώσῃ καὶ τὴν ἐπιστήμην· ἔχομεν λοιπὸν πολίτευμα ἄγραφον μὲν, ἀλλ’ ἐγγεγραμμένον ἐν ταῖς δέλτοις τῆς ἱστορίας. Εἶπεν, ὅτι ἡ Συνέλευσις διορίζουσα τὴν Κυβέρνησιν, ἀπεκδύεται τὴν κυριαρχίαν· τοῦτο τὸ ἀπέδειξα ἐσφαλμένον δι’ ὅσων εἶπα. Θέλει ὑπουργεῖον ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως διοριζόμενον· τὸ μόνον παράδειγμα τοιούτου ὑπουργείου, ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως διοριζομένου, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, εἶναι τὸ τῆς Συμβατικῆς (Convention)· ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ ποῖοι ἦσαν; ἦτο αὐτὴ ἡ Convention, ἥτις ἦτο διῃρημένη εἰς πολλὰ τμήματα, καὶ ἕκαστον τῶν τμημάτων τούτων εἶχε τὸν ὑπουργόν του καὶ ὁ ὑπουργὸς ἦτο οἱονεὶ τις ὑπεύθυνος συντάκτης. Κύριοι, τί θέλετε; νὰ ἔχωμεν ὑπευθύνους συντάκτας, οἵτινες νὰ ῥαπίζωνται ὑφ’ ἡμῶν καὶ ἀνθ’ ἡμῶν δι’ ὅσα ἐκάνομεν ἡμεῖς; Τοῦτο μοὶ ἐφάνη ἄτοπον διὰ τὰς ἐφημερίδας, δὲν θέλω λοιπὸν νὰ τὸ μεταφέρωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Περὶ δὲ τῆς ἀλληλεγγύης μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν, τὸ ἀπέδειξα ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Δι’ ὀλίγων καὶ πρὸς τὸν φίλον μου κύριον Βάσον· εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ὅπως θέλει αὐτοὺς ἐκλεγομένους παρὰ τῆς Συνελεύσεως ηὐχήθη ἐπὶ τέλους ἰσχυρὰν κεφαλὴν καὶ καλοὺς πόδας. Τὸ πιστεύω· τοιοῦτοι ὑπουργοὶ πρέπει τῳόντι νὰ ἔχωσιν ἰσχυρὰν κεφαλὴν διὰ νὰ ἀκούσωσι τὰς κατὰ τῆς κεφαλῆς των ἐξενεχθησομένας ἀρὰς, καλοὺς δὲ πόδας διὰ νὰ φεύγωσι ταχέως, ἅμα τὸ πρῶτον λάβωσι ῥάπισμα παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Συμπεραίνων, Κύριοι, τὸν λόγον μου λέγω, ὅτι τὴν τριμελῆ αὐτὴν Κυβέρνησιν δὲν ἔχομεν νὰ τὴν φοβηθῶμεν, θέλομεν ἔχει ἑνότητα ἐνεργείας, θέλομεν ἐν τῷ δημοκρατικῷ ἡμῶν ἔθνει, καὶ ἐν ταῖς δημοκρατικαῖς ἡμῶν κλίσεσι καὶ ἤθεσι ἔχει μίαν Κυβέρνησιν, περιλαμβάνουσαν ἱκανωτάτους καὶ σεβαστοὺς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους θέλει ἀναδείξει ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ οἱ τρεῖς εἶναι ἐπίφοβοι, ὁ κύριος Μίλησης, μᾶς εἶπεν· ἀλλὰ σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ κύριος Μίλησης, εἶναι παραδείγματα ξένης ἱστορίας· ἐν πάσαις ταῖς πολιτείαις τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος αἱ ἀρχαὶ ἦσαν πολυμελεῖς, διότι πολλοὶ τῶν Ἀθηνῶν οἱ ἄρχοντες, δύω οἱ τῆς Σπάρτης Βασιλεῖς καὶ πέντε οἱ Ἔφοροι, πλείονες οἱ ἐν Θήβαις Βοιωτάρχαι, πλείονες δὲ καὶ τῆς Κρήτης οἱ Κόσμοι· καὶ ἡ πληθὺς δὲν ἔβλαπτε τὰς πολιτείας ἐκείνας. Ἀπ’ ἐναντίας εἰς τὴν Ῥώμην αἱ Τριανδρίαι ἔχυσαν αἷμα· ναὶ, ἀλλ’ ἐκεῖ καὶ αἱ Μονανδρίαι ἦσαν οἰκτραί· ὁ Γράκχος ἔπεσε νεκρὸς παρὰ τὸ βῆμα (θόρυβος), ἀλλ’ ἀπὸ τὸ αἱματόφυρτον τοῦτο χῶμα καὶ ἐκ τῆς λάσπης αὐτῆς ἐπλάσθη ὁ Μάριος ὁ ταπεινὸς τὸ γένος Μάριος ὅστις τὴν ἀριστοκρατίαν κατέβαλε καίτοι ἐξέπεσεν ὁ ἀθλητὴς Μάριος ὑπὸ τὸν Σύλλαν (θόρυβος). Τὸν Σύλλαν διεδέχθη ἡ πρώτη Τριανδρία, ἀλλ’ ὁ Καῖσαρ ἔπεσε παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Πομπηίου· κατόπιν ἦλθεν ἡ δευτέρα Τριανδρία τῆς Ῥώμης, ἀλλὰ καὶ τότε ὁ Αὔγουστος ἐφυγάδευσε παρὰ τὸ Ἄκτιον θηλυδρίαν ἀντίπαλον, τὸν Ἀντώνιον, καὶ ἐμονάρχησεν. Ἔχομεν τὴν Τριανδρίαν τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὁ Ναπολέων ἦρξεν ὑπεράνω τῶν ἄλλων (θόρυβος). Ἀλλὰ κατὰ τοὺς μεγάλους ἀγῶνας τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὰς ἐνδόξους αὐτῆς ἡμέρας ἐλέπομεν, Κύριοι, ὡς εἶπεν εὐγλώττως ὁ κύριος Βάσος, βλέπομεν τὸν Θεμιστοκλέα, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑψώθη ἡ ῥάβδος τοῦ Εὐρυβιάδου, ἀλλ’ ὁ Θεμιστοκλῆς τῷ εἶπεν, «πάταξον μὲν, ἄκουσον δὲ». Ἔγεινε μέγας ὁ Θεμιστοκλῆς, καὶ, ἂν μνημονεύηται ἴσως τὸ ὄνομα τοῦ Εὐρυβιάδου, μνημονεύεται διὰ τὸν Θεμιστοκλέα. Ἔχομεν τὸν Ἀριστείδην, τὸν λαμπρότατον τοῦτον τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ τύπον, ἔχομεν τὴν αὐταπάρνησιν ἐν ἑνὶ λόγῳ ὅλων τῶν μεγάλων ἀνδρῶν. Ἡ αὐταπάρνησις δὲν ἐξέλιπεν ἐκ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Διχονοοῦμεν οἱ Ἕλληνες ὅταν ἤμεθα ἐν ὁμαλῇ καταστάσει, ἐν κινδύνοις ὅμως ὁμονοοῦμεν· ὅπως οἱ ἐννέα στρατηγοὶ παρέδωκαν ἐν Μαραθῶνι τὴν ἀρχηγίαν πρὸς τὸν Μιλτιάδην, τοιουτοτρόπως καὶ ἡμεῖς θέλομεν τὰ κοινὰ πράγματα παραχωρήσει εἰς τοὺς ἱκανωτέρους καὶ διαπρεπεστέρους ἐν ἡμῖν ἄνδρας· ἂς ἀνακαλέσωμεν εἰς τὴν μνήμην μας, ὅτι ἓν ἔθνος Ἑλληνικὸν οἱ Κρῆτες, τὸ σεμνὸν τοῦτο ὄνομα τῆς πατρίδος δὲν εὕρισκον ἱκανῶς ἐκφραστικὸν τοῦ πρὸς αὐτὴν ὀφειλομένου παρὰ τῶν τέκνων αὐτῆς σεβασμοῦ καὶ ζωηρότερον τὴν πατρίδα ἀπεκάλουν μητρίδα. Ἂς ὁρκισθῶμεν λοιπὸν πάντες νὰ συστήσωμεν τοιαύτην ἐξουσίαν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς κοινῆς ἡμῶν μητρὸς Ἑλλάδος, ὅπως ὡς τάχιστα φέρῃ ἡμᾶς πρὸς τὸ ποθούμενον καὶ τελεσιουργήσῃ τὰ μέγα ἡμῶν ἔργον. Ἡ πρότασίς μου συμπληροῖ νομίζω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος. Ἀριθ. 10999. Ἡ Βʹ. τῶν Ἑλλήνων ἐν Ἀθήναις Συνέλευσις Ψηφίζει τάδε· Ἄρθρον 1. Ἡ Ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θέλει διαχειρίζεσθαι ἐν ὀνόματι τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως ὑπὸ τριῶν Ἀρχόντων διοριζομένων δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὑπευθύνων καὶ ἐν παντὶ καιρῷ μετακλητῶν διὰ ψηφίσματος Αὐτῆς. Ὁ πλειονοψηφήσας ἐκ τῶν Ἀρχόντων ἔσται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἄρθρον. 2. Οἱ κατὰ τὴν πρώτην ψηφοφορίαν μὴ λαχόντες τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας ἀναψηφίζονται ἐπὶ διπλασίου ἀριθμοῦ τῶν ἐκλεχθησομένων λαμβανομένου ἐκ τῶν τὴν μείζονα σχετικὴν πλειονοψηφίαν λαβόντων. Ἄρθρ. 3. Οἱ ἄρχοντες ὁμοφώνως ἐκλέγουσιν ὀκτὼ ὑπουργοὺς ὑπευθύνους ἤτοι ά.) τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· βʹ.) τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· γʹ.) τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν· δʹ.) τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· έ.) τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· ϛʹ.) τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. ζʹ.) τὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν· ή.) τὸν ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων, τῆς Γεωργίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου. Ἄρθρ. 4. Οἱ Ἄρχοντες ὡς καὶ οἱ ὑπουργοὶ δύνανται νὰ ληφθῶσιν εἴτε ἐκ τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, εἴτε μή. Ἄρθρ. 5. Οἱ ὡς Ἄρχοντες ἐκλεγόμενοι ἐκ τῆς Συνελεύσεως, ἢ ὡς ὑπουργοὶ ὑπὸ τῶν Ἀρχόντων διοριζόμενοι πληρεξούσιοι δὲν ὑπόκεινται εἰς νέαν ἐκλογὴν, ἅτε μήπω ἀποβάλλοντες τὴν ἰδιότητα τοῦ πληρεξουσίου. Ἀθήνῃσι τῇ 24 Ἰανουαρίου 1863. Ὁ πληρεξούσιος.
Ν. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ.
§51ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς διέγραψες, κύριε Σαρίπολε, ποῖα τὰ χωριστὰ καθήκοντα τῶν ἀρχόντων καὶ τῶν ὑπουργῶν, μήτε σεῖς, μήτε οἱ προλαλήσαντες ὅλοι.
§52ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Οἱ μὲν ἄρχοντες θέλουσιν ἔχει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, οἱ δὲ ὑπουργοὶ τὴν διοικητικήν. Ὁμιλῶν πρὸς ἀνθρώπους πολιτικοὺς, πέποιθα ὅτι γνωρίζουσι τὶ ἐστὶ ἐξουσία ἐκτελεστικὴ καὶ τὶ διοικητικὴ ἐνέργεια, ταῦτα δ’ ἱκανῶς, ὡς φρονῶ, διέκρινα.
§53ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀναβαίνων τὸ βῆμα, Κύριοι, ὕστερον ἀπὸ τὴν χθεσινὴν εὔγλωττον καὶ πειστικὴν ὁμιλίαν τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, τὴν ὁποίαν εἰλικρινῶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐζήλευσα, ὕστερον ἀπὸ τὴν σημερινὴν ὁμιλίαν τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, διὰ τὴν ὁποίαν εἰλικρινῶς ὁμολογῶ, λυποῦμαι πολὺ, ὅτι δὲν ἔχω τὴν πολυμάθειάν των, καταντᾷ ὅλως διόλου περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω εἰς θεωρητικὰς ἐξηγήσεις· ἔρχομαι λοιπὸν ἀπ’ εὐθείας ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ διατυπῶ τὴν ἰδέαν μου, καὶ θέλω τρία μέλη ἐπιτροπῆς ὑπὸ πρόεδρον· ἀλλ’ ὅτε κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις κατέθεσε τὴν ἐξουσίαν, ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, καὶ ἐνόμισα ἐν τῇ ἰδέᾳ μου, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἐδικαιοῦτο νὰ περιορίσῃ τὴν δύναμιν, τὴν ἐξουσίαν τῆς κυβερνήσεως, ὅτε λέγω ἐπρότεινα τοῦτο, ὁ πρόεδρος τῆς προσωρινῆς κυβερνήσεως, ἀναβὰς ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὡς πρόεδρος, καὶ ὡς πληρεξούσιος, ἀπεφήνατο ὅτι ἐφρόνει ὅτι ἡ ἐξουσία πρέπει νὰ μείνῃ εἰς χεῖρας κυβερνήσεως οἱασδήποτε, ἀπεριόριστος· ἄλλως ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐφρόνει νὰ περιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν, τοῦτο καθίστατο ζήτημα ὀργανικὸν, προσέθηκε δὲ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ Συνέλευσις πρὶν ἢ προχωρήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ κυβερνητικοῦ, πρὶν ὁρίσῃ ὁποῖα ἔσονται τὰ πρόσωπα, ὁποῖος ὁ ἀριθμὸς καὶ τὸ εἶδος τέλος πάντων τῆς κυβερνήσεως, ἀνάγκη νὰ ὁρίσῃ καὶ τὴν φύσιν, τὰ δικαιώματα οὕτως εἰπεῖν τῆς ἐξουσίας, ἵνα οἱ προσκαλούμενοι παρὰ τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ διοικήσωσι τὸν τόπον δύνανται ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῶν δικαιωμάτων των νὰ δεχθῶσιν ἢ νὰ μὴ δεχθῶσιν· ἀφ’ ἑτέρου χθὲς ὁ Κ. Παλαμήδης, ἀναβὰς ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἐνόμισε καὶ αὐτὸς, ὅτι δικαιούμεθα, καὶ ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς ἐξουσίας, ταὐτοχρόνως ἐνῷ σκεπτόμεθα περὶ τῆς μορφῆς τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς. Ταῦτα μὲ ἔπεισαν, ἵνα μὴ χρονοτριβῶ, νὰ σκεφθῶ περὶ ὅλων καὶ τὰ ἐκθέσω εἰς τὴν πρότασίν μου· ἀνάγονται δὲ εἰς τὸ εἶδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὴν εὐθύνην, διότι φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως ὅτι ἅμα ψηφίζοντες οἱονδήποτε κυβερνητικὸν σύστημα, ταὐτοχρόνως πρέπει νὰ ψηφίσωμεν ὄχι τὴν ὑποθετικὴν εὐθύνην, ἀλλὰ τὴν πραγματικὴν εὐθύνην, οὕτως εἰπεῖν, ἕνα περιληπτικὸν νόμον περὶ εὐθύνης. Ἰδοὺ ἡ ἰδέα διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράζω. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει τάδε· «Ἄρθρον Αʹ. Ἡ Συνέλευσις ὀνομάζει δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τριμελῆ ἐπιτροπὴν, ἥτις ὑπὸ τὸν τίτλον προσωρινὴ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἐξασκεῖ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐν ὀνόματι τῆς Συνελεύσεως· (ἐπιθυμῶ νὰ ἔμβῃ ὁ τίτλος Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Ἐν ὀνόματι τῆς Συνελεύσεως). Ὁ πλειονοψηφήσας τῶν τριῶν προεδρεύει. «Ἄρθρον Βʹ. Ἐὰν κατὰ τὴν ἐκλογὴν μέλος τι δὲν ἐπιτύχῃ τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, ἡ ψηφοφορία ἐπαναλαμβάνεται· μὴ ἀναδειχθέντος δέ τινος δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ἀναδεικνύεται ὁ σχετικῶς πλειονοψηφῶν. «Ἄρθρον Γʹ. Ἡ κυβέρνησις ἐκλέγει ἑπτὰ ὑπουργοὺς, ἕνα τῶν ἐσωτερικῶν, ἕνα τῶν οἰκονομικῶν, ἕνα τῶν ναυτικῶν, ἕνα τῶν στρατιωτικῶν, ἕνα τῆς δικαιοσύνης, ἕνα τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ἕνα τῶν ἐξωτερικῶν». Ἐπεθύμουν ὅταν ἔλθωμεν χωριστὰ, ἐπειδὴ πολλαὶ προτάσεις περὶ ἀριθμοῦ ὑπουργείων ὑπάρχουσι, ἐπεθύμουν νὰ προτείνῃ εἷς ἕτερος ἀντὶ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχω τοὺς ἑπτὰ, νὰ προτείνῃ πέντε, νὰ συγχωνευθῇ δηλαδὴ τὸ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν εἰς ἓν ὑπουργεῖον, τὸ τῆς δικαιοσύνης νὰ συμπεριλάβῃ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὰ ἐκκλησιαστικά. Ἄρθρον Δʹ. Ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος διατελεῖ ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν καθαρῶς κυβερνητικὴν πρᾶξιν, πρὸς δὲ διὰ τὰς τελεσθείσας τῇ ὑπογραφῇ αὐτῆς τε καὶ ὑπουργοῦ τινος. Γνωρίζομεν ὅτι εἶναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπαιτοῦν τὴν ὑπογραφὴν ὑπουργοῦ· εἶναι καθαρῶς κατ’ ἐμὲ κυβερνητικαὶ πράξεις. Δεύτερον εἶναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται παρὰ τῶν ὑπουργῶν καὶ λαμβάνεται ἡ προσυπογραφὴ τῆς κυβερνήσεως· καὶ εἰς τὰς πρώτας καὶ εἰς τὰς δευτέρας ὑπάρχει εὐθύνη τῆς κυβερνήσεως, διότι δίδει τὴν ὑπογραφήν της. Ἄρθρον Εʹ. Οἱ ὑπουργοὶ διατελοῦσιν ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως διὰ πᾶσαν πρᾶξιν προκύπτουσαν ἀπὸ τῆς διαταγῆς ἢ ὑπογραφῆς αὐτῶν, συνυπεύθυνοι δὲ μὲ τὴν προσωρινὴν κυβέρνησιν διὰ τὰς προκυπτούσας ἀπὸ τῆς συνυπογραφῆς των. Ἐννοῶ τὴν εὐθύνην ἐνταῦθα τῶν ὑπουργῶν καὶ διὰ τὰς διαταγὰς τὰς ὑπουργικὰς, τὰς ὁποίας ἐκδίδουσιν ὡς ὑπουργοὶ ἄνευ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς κυβερνήσεως. Ἀναγνωρίζων εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ὀνομάζῃ τοὺς ὑπουργοὺς, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀναγνωρίσω εἰς αὐτὴν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως, ἀλλ’ ἐπιφυλάττω εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς ἀφαιρέσῃ, τὸ νὰ πίπτωσιν οἱ ὑπουργοὶ δι’ αὐτῆς. Ἄρθρον ΣΤʹ Οἱ ὑπουργοὶ παύονται μὲν ὑπὸ τῆς προσωρινῆς κυβερνήσεως ὁπότε αὕτη θεωρήσῃ τοῦτο ἀναγκαῖον, πίπτουσι δὲ ἀποφαινομένης τῆς Συνελεύσεως κατ’ αὐτῶν εἰς οἱονδήποτε ζήτημα τεθὲν εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἀφορῶν τὴν ὑπουργικὴν διαχείρισιν. Ἐφέραμεν δεκάκις ἄχρι τοῦδε τοὺς ὑπουργοὺς ἐνταῦθα. Θεωρῶ ἀναγκαῖον λοιπὸν νὰ γνωρίσουν οἱ ὑπουργοὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι, ὀψέποτε προσκαλούμενοι νὰ δώσωσι λόγον μειονοψηφήσουν, θεωροῦνται πεπαυμένοι. Ἤδη, Κύριοι, ἔρχεται ὁ περιορισμὸς κατ’ ἐμὲ τῶν δικαιωμάτων τῆς κυβερνήσεως. Συμφώνως μὲ τὸν Κ. Σαρίπολον, μὲ τὸν ὁποῖον χαίρομαι, ὅτι συνηντήθην, ἀφαιρῶ δικαιώματά τινα. Ἄρθρον Ζʹ. Ἀπαγορεύεται τῇ προσωρινῇ κυβερνήσει τὸ δικαίωμα. 1. Τῆς ἀμνηστείας καὶ τῆς χάριτος· 2. τοῦ κηρύττειν πόλεμον καὶ εἰρήνην, 3. τοῦ διομολογεῖν συνθήκας καὶ συμβάσεις, 4. τοῦ παραχωρεῖν ἐθνικὴν γῆν, 5. τοῦ διομολογεῖν δάνειον ἐθνικὸν, 6. τοῦ κόπτειν νομίσματα, 7. Τέλος πάντων τὰ καθαρὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα, καὶ τὰ ὁποῖα αἴφνης μοὶ διέφυγον. Ἄρθρ. Ηʹ. Ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος δίδει τακτικῶς μὲν κατὰ μῆνα, ἐκτάκτως δὲ, ὁπόταν 50 μέλη τῆς Συνελεύσεως τὸ ζητήσωσι, λογοδοσίαν τῶν πράξεων αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Διότι ἀπαιτῶ κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον νὰ ᾖναι 50 μέλη, διότι μετὰ τῆς λογοδοσίας συνδέεται ἡ διατήρησις ἢ ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως. Ἄρθρ. Θʹ. Ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος πίπτει ὀψέποτε ἡ Συνέλευσις ἀποφανθῇ μὴ ἔχουσα εἰς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην. Συμφώνως μὲ τὸν Κύριον Σαρίπολον δὲν ἐννοῶ κατ’ οὐδένα λόγον πῶς θὰ ὁρίσωμεν τὸν χρόνον, ἀφίνω ἀόριστον αὐτὸν, ἐνόσω χαίρει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Συνελεύσεως. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης. Ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑπουργείου θέλετε ἴδει, ὅτι εἶμαι ὀλίγον τι δρακόντειος. Τὴν Κυβέρνησιν τῆς παρούσης ἐποχῆς δὲν δύναμαι, εἰμὴ νὰ τὴν ἐξομοιώσω σχεδὸν μὲ τὴν βασιλείαν. Ἡ εὐθύνη τῆς βασιλείας, ἂν καὶ δὲν ᾖναι γραπτὴ, ἔγκειται εἰς τὸ πίπτειν, ἐξορίζεσθαι, ἀλλὰ τοιοῦτόν τι βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τοὺς κυβερνήτας. Εἶναι κάτι τι περισσότερον, ἂν θέλετε, ὀλιγώτερον· ὅπως ἐπιθυμεῖτε, λάβετέ το. Ἄρθρ. Ιʹ. Ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν καὶ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος συγκαιφαλαιοῦται εἰς τὰ ἑπόμενα· ά.) Δεσμὰ διὰ βίου διὰ πᾶσαν πρᾶξιν προσβάλλουσαν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, τὴν κινητὴν καὶ ἀκίνητον αὐτοῦ περιουσίαν. βʹ.) δεσμὰ διὰ βίου διὰ πᾶσαν πρᾶξιν προσβάλλουσαν τοὺς κειμένους νόμους, καὶ διὰ κακὴν διαχείρισιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. γʹ.) Κεφαλικὴ ποινὴ διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἀφορῶσαν ἐθνικὸν ζήτημα.
§54ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα!
§55ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι, βλέπετε, ὅτι εἴμην συντομώτατος εἰς ὅλα. Ἐπιλέγων φρονῶ, ἐὰν ἤθελον ἔχει τὴν τύχην νὰ ἐπιψηφισθῇ ἐν μέρει ἡ πρότασίς μου, τοὐλάχιστον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην, ἀδιαφορῶ διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν κυβερνητῶν καὶ ἤθελον δεχθῆ ὁσουςδήποτε ἕκαστος ἤθελεν, 1, 3, 13, ὁπωσδήποτε ὅμως εἶμαι ὑπὲρ τῶν τριῶν.
§56ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Κύριοι, τρία εἶναι τὰ κυβερνητικὰ συστήματα, ἢ ἀκριβέστερον εἰπεῖν δύω, τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Κατὰ μὲν τὸ πρῶτον, ἡ Συνέλευσις ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς ἢ πλειόνων Κυβερνητῶν, εἰς οὓς νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· οἱ δὲ Κυβερνῆται, ὁ εἷς ἢ οἱ πολλοὶ, νὰ διορίζωσι τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι νὰ ᾖναι ὑπεύθυνοι πρὸ τοὺς κυβερνήτας, οὗτοι δὲ μόνοι ὑπεύθυνοι εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἄρα κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσι σχεδὸν τίποτε κοινὸν μὲ τὴν Συνέλευσιν, εἶναι ὑπεύθυνοι πρὸς τοὺς κυρίους των, τοὺς ἄρχοντάς των, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λογίζωνται μᾶλλον ὡς γενικοὶ Γραμματεῖς καὶ οὐχὶ ὡς κυρίως ὑπουργοί· τοὺς λέγω δὲ γενικοὺς Γραμματεῖς, καθότι εἶναι πράγματι Γραμματεῖς τῶν Κυβερνητῶν, οὗτοι ὅμως δὲν εἶναι ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα πρόσωπα, ἀλλὰ λογίζονται ὄργανα καὶ ἐντολοδόχοι τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Τὸ κυβερνητικὸν τοῦτο σύστημα ὑποδιαιρεῖται, καθόσον τινὲς μὲν παραδέχονται ἓν μόνον πρόσωπον ὡς Κυβερνήτην, ἄλλοι δὲ τρία πρόσωπα, καὶ ἄλλοι ἐπρότειναν πέντε. Κατὰ τὸ δεύτερον σύστημα, ἡ Συνέλευσις ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑπτὰ ὑπουργῶν· ἐλέχθη δὲ, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ὄγδοος ὡς Πρωθυπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακείου· ἐγὼ δὲ προσθέτω, ὅτι δύνανται ἀντὶ ἑνὸς νὰ προστεθῶσι δύω, ἢ τρία μέλη ἄνευ χαρτοφυλακείου, ἐὰν ἡ πολιτικὴ ἀνάγκη ὑποδεικνύῃ, ὅτι πρέπει νὰ προσληφθῶσι πλειότερα τοιαῦτα πρόσωπα. Κατὰ τὸ δεύτερον τοῦτο σύστημα οἱ ὑπουργοὶ, μετὰ τῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου μελῶν εἶναι ἀμέσως ὑπεύθυνοι πρὸς τὴν Συνέλευσιν, μὴ δυνάμενοι νὰ κάμωσιν οὐδὲ βῆμα, χωρὶς νὰ παρακολουθῇ αὐτοὺς ἡ ἐξέλεγξις τῆς Συνελεύσεως· καὶ τοῦτο, διότι ἡ εὐθύνη τῶν λειτουργῶν τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ᾖναι ἄμεσος καὶ ὄχι ἔμμεσος, καὶ ἑπομένως οἱ λειτουργοὶ οὗτοι πρέπει νὰ ἀποτελῶσι μέρος τῆς Συνελεύσεως. Καὶ τῷ ὄντι ἡ Συνέλευσις ὡς πολυμελὴς μὴ δυναμένη ἐν σώματι νὰ ἐπιδοθῇ εἰς ἔργα καθαρῶς διοικητικὰ, ἀναγκάζεται νὰ ἀναθέσῃ αὐτὰ εἰς εἰδικά τινα πρόσωπα, καὶ πρὸς τοῦτο νὰ διορίσῃ ἐκ τῶν κόλπων της μίαν διοικητικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ἔργον τὴν καθαρὰν διοίκησιν, ἤτοι τὴν γενικὴν διοίκησιν, administration générale πρὸς διάκρισιν ταύτης ἀπὸ τῆς καθαρᾶς Κυβερνήσεως, τὰ δὲ ζητήματα τῆς καθαρᾶς Κυβερνήσεως δὲν πρέπει νὰ λύῃ ἡ διοικητικὴ Ἐπιτροπὴ, εἰμὴ τῇ γνώσει καὶ ἐγκρίσει τῆς Συνελεύσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερον σύστημα. Πολλὰ ἐλέχθησαν ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου συστήματος. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, τὰ λεχθέντα ὑπὲρ τοῦ πρώτου συστήματος, τοῦ ἐξεικονίζοντος τὴν αὐτοτελῆ καὶ μόνιμον Κυβέρνησιν, αὐτὰ εἶναι καὶ τὰ μᾶλλον συνάδοντα μὲ τὴν καθαρὰν θεωρίαν, διότι κατὰ τὴν θεωρίαν, ἤτοι κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον, τὸν ἐνισχυόμενον ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ χωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν, πρέπει ἄλλο Σῶμα νὰ ᾖναι τὸ νομοθετικὸν, καὶ ἄλλο τὸ νομοτελεστικόν· ἄλλοι πρέπει νὰ ᾖναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ἔργον τὸ ἐκτελεῖν ὑπὸ ἰδίαν των εὐθύνην, καὶ ἄλλοι οἱ ἐξελέγχοντες τὰς πράξεις τούτων, δηλαδὴ δὲν πρέπει νὰ συγχυσθῇ ἡ ἐξέλεγξις μὲ τὴν εὐθύνην· διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ δὲ τοῦτο, πρέπει ἀναγκαίως νὰ ὑπάρχῃ ἀφ’ ἑνὸς ἓν νομοθετικὸν Σῶμα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἓν ἐκτελεστικόν. Προσθέτω δὲ, διὰ νὰ μὴ τὸ λησμονήσω, ὅτι εἰς συντεταγμένην ἤδη πολιτείαν βλέπομεν δύω Σώματα ἰσοδύναμα καὶ ὅλως αὐτοτελῆ, καὶ σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὴν μέχρι χθὲς παρ’ ἡμῖν πολιτείαν, καθ’ ἣν ὑπῆρχον ἀφ’ ἑνὸς δύω βουλαὶ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μία ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἀπέχουσα πολὺ τοῦ νὰ ᾖναι κατωτέρα μιᾶς ἑκάστης ἢ καὶ τῶν δύω βουλῶν· τοὐναντίον ὁ ὄγκος καὶ τὰ προνόμια τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἔκαμνον νὰ νομίζεται ἀνωτέρα τῆς νομοθετικῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ σύστημα τοῦτο τῆς διαιρέσεως τῶν ἐξουσιῶν παντοῦ ἀλλοῦ δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν, παρὰ εἰς κατάστασιν ἐπαναστάσεως, οἵα ἡ σημερινὴ τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ἣν ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν Συνέλευσις ἐκ τριακοσίων περίπου Πληρεξουσίων. Ἀνάγκη λοιπὸν τῆς ἑξῆς ἐξηγήσεως. Κατὰ τὴν θεωρίαν, τὸ πρῶτον σύστημα εἶναι τὸ ὀρθότερον, ἢ μᾶλλον τὸ μόνον ὀρθὸν, ἀλλὰ προϋποθέτει κανονικὴν καὶ μόνιμον τῆς πολιτείας κατάστασιν. Ὅταν ὅμως, γενομένης μιᾶς ἐπαναστάσεως, συνῆλθεν Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἵνα ῥίψῃ τὰ θεμέλια τῆς ὁριστικῆς οἰκοδομῆς, τότε βεβαίως, ἐν ὅσῳ ἡ πολιτεία εἶναι ἀσύντακτος, ἡ Συνέλευσις ἐνασκεῖ σύμπασαν τὴν ἐξουσίαν, νομοθετικὴν καὶ ἐκτελεστικὴν, χωρὶς νὰ ἔχωσι κατὰ τὴν διαβατικὴν ταύτην κατάστασιν ἐφαρμογὴν αἱ θεωρίαι περὶ χωρισμοῦ ἢ μερισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν. Τὰς θεωρίας ταύτας ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Συνέλευσις πότε; ὅταν πρόκηται νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς πολιτείας, τότε βεβαίως πρέπει νὰ χωρίσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς· τότε πρέπει νὰ ἀποδώσῃ εἰς ταύτην ὅλα ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, ἄνευ τῶν ὁποίων ἀδυνατεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν πρὸς ὃν ὅρον, ἤτοι οὐ μόνον τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ κράτους, ἀλλὰ καὶ τὴν πραγματοποίησιν τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς πολιτείας, ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται καὶ τὰ μερικὰ τῶν πολιτῶν συμφέροντα. Ὅταν δὲ συντάξῃ οὕτω τὴν πολιτείαν ἡ Συνέλευσις τότε ἀποσύρεται καὶ ἐκλείπει, καὶ τὴν διαδέχονται αἱ συντεταγμέναι ἐξουσίαι. Τοῦτο δὲ θέλει πράξει καὶ ἡ Συνέλευσις ἡμῶν αὔριον, ὅταν μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἡγεμόνος συνάψῃ μετ’ αὐτοῦ τὸ πολιτικὸν συνάλλαγμα, δι’ οὗ θέλει ὁρισθῇ ἡ ἐν τῷ μέλλοντι μόνιμος ἡμῶν κατάστασις. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου ἔργου· διὰ τοῦτο, Κύριοι, καίτοι περὶ πολλοῦ ποιούμενος τὴν ὑπὲρ ἐμοῦ γνώμην τινῶν τῶν συναδέλφων μου, ἀποδιδόντων μοι πνεῦμα μετριότητος καὶ συμβιβασμοῦ ἀνέβην τὸ βῆμα μὲ τὸ θάῤῥος τοῦ ν’ ἀναγγείλω, ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι ὑπὲρ τοῦ δευτέρου ἐκ τῶν δύω προταχθέντων κυβερνητικῶν συστημάτων. Φρονῶ δηλαδὴ, ὅτι ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν τὸν σκοπὸν δι’ ὃν προβαίνομεν ἤδη εἰς τὸν σχηματισμὸν προσωρινῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ ἐκλέξωμεν δεκαμελῆ Ἐπιτροπὴν, ἥτις καὶ νὰ ἐνεργῇ τὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῶν ὑπουργείων, καὶ νὰ ᾖναι ἅπασα ἀμέσως ὑπεύθυνος πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἥτις θέλει τὴν παρακολουθεῖ καὶ ἐξελέγξει μέχρις οὗ, ἐντὸς δύω, πέντε, ἢ δέκα μηνῶν, δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἔργου μας, ἤτοι εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ ἐγκατάστασιν τοῦ Ἡγεμόνος. Βλέπω διαταραχθέντας τινὰς ἐξ ὑμῶν διὰ τὴν ἀκουσίαν δεκάμηνον παράτασιν τῆς προσωρινότητος, καὶ σπεύδω νὰ διορθώσω τὴν παραδρομὴν τῆς γλώσσης μου· κατὰ νοῦν εἶχον νὰ εἴπω μόνον τέσσαρας ἢ πέντε τὸ πολὺ μῆνας. Ὅθεν περιττὴ ἀποβαίνει εἰς τὰς σημερινάς μας περιστάσεις ἡ ἐξέτασις τοῦ θεωρητικοῦ ζητήματος, πῶς πρέπει νὰ συγκροτῆται ἡ μόνιμος καὶ ὁριστικὴ Κυβέρνησις· περιττὰ εἶναι καὶ τὰ πρὸς τοῦτο συγγράμματα καὶ αἱ γνῶμαι τῶν συγγραφέων. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ὁμοιάσωμεν πρὸς ἐκείνους τοὺς ἰατροὺς, οἵτινες καταγινόμενοι εἰς ἀνεύρεσιν τῶν ἐντελεστέρων θεραπευτικῶν φαρμάκων, λησμονοῦν νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸν νοσοῦντα καὶ νὰ ἐξετάσωσι τὸ νόσημα αὐτοῦ, διότι ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διαγνώσεως τοῦ νοσήματος ἐξαρτᾶται καὶ ἡ θεραπεία τοῦ νοσοῦντος. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀνεύρωμεν τὸ καλλίτερον Κυβερνητικὸν σύστημα, τὸ ἁρμόζον ὁριστικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ κοινὴ ἐπιθυμία εἶναι νὰ περαιώσωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν ἐντὸς δύω ἢ τριῶν μηνῶν, διότι ἄλλως εἶναι ἄδηλον, ἂν θὰ δυνηθῶμεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν τάξιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ πρέπει νὰ σχηματίσωμεν προσωρινήν τινα Κυβέρνησιν, ὅπως, ταύτης προνοούσης περὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, δυνηθῶμεν νὰ ἐκλέξωμεν τὸν ἡγεμόνα, νὰ συντάξωμεν τὸ ὁριστικὸν πολίτευμα, ἴσως δὲ καὶ νὰ εὐτυχήσωμεν νὰ ἑνωθῶμεν μετὰ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν ἑπταννησίων. Χάριν λοιπὸν τοιαύτης προσωρινῆς ἀνάγκης, πρὸς τί νὰ μεταβιβάσωμεν τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν εἰς ἓν, τρία ἢ πέντε πρόσωπα, ἔστω καὶ τὰ ἐξοχώτερα μεταξὺ ἡμῶν; Μᾶς ἐδόθη ἆρά γε ἐντολὴ παρὰ τοῦ ἔθνους νὰ παραχωρήσωμεν τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν εἰς ἄλλους; Ὄχι· δὲν εἴμεθα δικασταὶ, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπει ὁ νόμος εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις νὰ μεταβιβάσωσι τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς πραγματογνώμονας, ὅτε μετατίθεται εἰς τούτους καὶ ἡ εὐθύνη τῆς ἐνεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης. Τὸ σημερινὸν ἡμῶν ἔργον δὲν ἔχει τι κοινὸν μὲ τὰ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν δημοκρατικὰ πολιτεύματά μας, διότι ἐκεῖνα ἦσαν ὁριστικὰ καὶ μόνιμα· δὲν ἔχει τι κοινὸν οὐδὲ μὲ τὸ ἔργον τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1818, διότι ἡ τότε Συνέλευσις προεκήρυξε τὴν δημοκρατίαν, καὶ προβᾶσα εἰς τὴν ὁριστικὴν σύνταξιν τῆς πολιτείας, διῄρεσε τὰς ἐξουσίας, καὶ τὴν μὲν νομοθετικὴν ἀνέθεσεν εἰς ἓν ἐπὶ τούτῳ Σῶμα, τὴν δὲ ἐκτελεστικὴν ἐνέκρινε νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς ἓν πρόσωπον, τὸν πρόεδρον τῆς δημοκρατίας· τέλος ἡ σημερινὴ κατάστασις ἡμῶν δὲν ὁμοιάζει οὐδὲ μὲ τὴν δημοκρατικὴν συμπολιτείαν τῆς Ἀμερικῆς, ἥτις συνέταξε τὸ κεντρικὸν πολίτευμά της καὶ συνέστησεν ἰδίαν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἐν τῷ μέλλοντι μόνιμον τῆς ὁμοσπονδίας κατάστασιν. Πῶς θέλετε λοιπὸν, Κύριοι, προκειμένου περὶ προσωρινῆς Κυβερνήσεως τεσσάρων, πέντε μηνῶν, νὰ ἀπεκδυθῶμεν οὐσιωδεστάτων καθηκόντων μας καὶ νὰ ἀναθέσωμεν αὐτὰ εἰς ἄλλους; Ἂν τοῦτο πράξωμεν, θέλομεν μεγάλως περιορίσει τὴν ἐξελεγκτικὴν ἡμῶν ἐξουσίαν. Ἐὰν συστήσωμεν μίαν αὐτοτελῆ Κυβέρνησιν, αὕτη διὰ νὰ ὑπάρξῃ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ θέλει κατορθώσει νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἰδοὺ τὶ θέλει συνήθως συμβαίνει. Μανθάνω π. χ. ὅτι ἐνεργεῖταί τι ἐναντίον τοῦ προορισμοῦ τῆς ἐπαναστάσεως, ζητῶ λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐν τῷ ἅμα ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὴν πλειονοψηφία, ποιοῦσα πάντα τὰ ζητήματα ὑπουργικὰ, θέλει κλείει τὸ στόμα μου μὲ τὸ ἐφωτίσθημεν. Συλλογισθῆτε δὲ, ὅτι ὑπάρχει ἤδη εἰς τὸ προεδρεῖον πρότασίς τις, καθ’ ἣν, διὰ νὰ ζητήσῃ τις λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ παρὰ πεντήκοντα πληρεξουσίων, ἐνῷ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς Ὀθωνίου βασιλείας ἠδύνατο καὶ εἷς μόνον βουλευτὴς νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον! Παραλείπω τὸ τὶ θὰ μᾶς εἴπουν οἱ ἐντολεῖς μας, βλέποντες ὅτι τὴν ἐπιτραπεῖσαν εἰς ἡμᾶς ἐξουσίαν μετεβιβάσαμεν εἰς ἄλλους. Ἐὰν ἡ αὐτοτελὴς Κυβέρνησις ποιήσῃ ἐπιβλαβῆ χρῆσιν τῆς ἀνατεθησομένης εἰς αὐτὴν ἐξουσίας, νομίζετε, ὅτι θέλομεν ἀρκούντως δικαιολογηθῆ εἰς τὸν λαὸν, διότι ἐπεκρίναμεν ἢ καὶ κατεδικάσαμεν τοὺς Κυβερνήτας; Ἡ ἐξέλεγξις τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως πρέπει, Κύριοι, νὰ ᾖναι εἰς ἕκαστον ἡμῶν ἄμεσος καὶ συνεχής. Καὶ ὅμως κατὰ τὸ σύστημα τῆς αὐτοτελοῦς Κυβερνήσεως, οἱ ὑπουργοὶ δὲν θέλουν εἶσθαι ἀμέσως πρὸς ἡμᾶς ὑπεύθυνοι· ἄρα θέλουν εἶσθαι, οὕτως εἰπεῖν, ξένα πρόσωπα πρὸς τὴν Συνέλευσιν, καὶ δὲν ἐννοῶ διὰ τίνα λόγον θὰ εἰσέρχωνται εἰς αὐτὴν, ἐὰν δὲν ᾖναι συνάμα πληρεξούσιοι, καὶ θὰ λαλοῦν ἐν αὐτῇ, ἐνῷ μόνοι οἱ Κυβερνῆται θέλουν εἶσθαι πρὸς αὐτὴν ὑπεύθυνοι· τότε ἐπερωτώμενος ὁ ὑπουργὸς παρά τινος πληρεξουσίου ἐνδέχεται νὰ ὑψώσῃ τοὺς ὤμους καὶ νὰ στρέψῃ τὰ νῶτα, παραπέμπων αὐτὸν νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῶν Κυβερνητῶν. Ἐννοεῖτε δὲ, ὅτι ὅταν τοιαύτη Κυβέρνησις κατορθώσῃ νὰ ἀποκτήσῃ ὑπὲρ αὑτῆς μεγάλην τινὰ καὶ σταθερὰν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως, δυσκόλως θέλει ἐξελέγχεσθαι ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας, διότι τάσις πάσης κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας εἶναι νὰ καταπιέζῃ τὴν μειονοψηφίαν. Τὴν σήμερον, ὅτε δὲν ἀμφισβητεῖται θεωρητικῶς, ὅτι οἱ λαοὶ πρέπει νὰ μετέχωσι τῶν δημοσίων πραγμάτων, ἤτοι νὰ αὐτοδιοικῶνται, τὸ μέγα κοινωνικὸν ζήτημα εἶναι, πῶς νὰ μὴ καταπιέζεται ἡ μειονοψηφία ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, διότι καὶ ἡ πλειονοψηφία τοῦ λαοῦ δύναται νὰ τυραννῇ τὴν μειονοψηφίαν, ὅπως καὶ οἱ πλειονοψηφοῦντες ἡγεμόνες ἐτυράννουν καὶ ἐνιαχοῦ τυραννοῦν τοὺς λαούς. Ἄρα τὸ ζήτημα παρ’ ἡμῖν εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐὰν συστήσωμεν αὐτοτελῆ Κυβέρνησιν, ἐνασκοῦσαν ὅλην τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἐν ὅσῳ θὰ ὑπάρχῃ, θέλει ὑποστηρίζεσθαι ὑπὸ μιᾶς πλειονοψηφίας, ἥτις θέλει καταπιέζει τὰ κατὰ μέρος ἄτομα, καὶ θέλει περιστέλλει τῆς ἐξελέγξεως τὸ δικαίωμα. Ἐὰν τοὐναντίον ἐκλέξωμεν ἡμεῖς τοὺς ἑπτὰ ὑπουργοὺς, μετὰ ἑνὸς ἢ τριῶν ἄλλων προσώπων ἄνευ χαρτοφυλακίου, τότε τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο θέλει εἶσθαι ἄμεσος ἀπόῤῥοια τῆς Συνελεύσεως καὶ πᾶσα σπουδαία ἐνέργεια αὐτοῦ θέλει γίνεσθαι τῇ γνώμῃ καὶ ἐγκρίσει τῆς συμπραττούσης καὶ συνεργαζομένης Συνελεύσεως· ἕκαστος δὲ ὑπουργὸς θέλει προσέχει περισσότερον εἰς τὸ νὰ μὴ παρεκτρέπεται τοῦ φρονήματος ἡμῶν. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀπαλλοτριώσωμεν τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην, ἣν ἐνεπιστεύθη εἰς ἡμᾶς ὁ λαὸς, καὶ μάλιστα διότι οὐδεὶς δύναται νὰ περιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν τῆς Συνελεύσεως, καὶ ὅ,τι αὕτη ἀποφασίσῃ σήμερον, δύναται αὔριον νὰ τὸ καταστρέψῃ. Βεβαίως ἀπαιτοῦνται ἱκανά τινα πρόσωπα, ἀλλὰ τὰ πρόσωπα ταῦτα πρέπει ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ τὰ ἐκλέξωμεν καὶ νὰ μὴ ἀποσπάσωμεν αὐτὰ ἐκ τῶν κόλπων μας, ἀλλὰ νὰ ἐνεργῶσιν ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἡμῶν ἐπίβλεψιν, διότι καὶ ἡ ἐντολὴ αὐτῶν δὲν θέλει εἶσθαι οὔτε γενικὴ, οὔτε ἀόριστος.
§57ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣ. Τίνι τρόπῳ θὰ ἐνεργῶσι τὰ δέκα ταῦτα πρόσωπα;
§58ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ ἐνασκῶσιν ἀπ’ εὐθείας τὰ τῆς διοικήσεως, τὰ δὲ κυρίως Κυβερνητικὰ καθήκοντα θὰ ἐνεργῶσι τῇ γνώσει καὶ ἐγκρίσει τῆς Συνελεύσεως. Τοιουτοτρόπως δὲ δὲν θὰ ἐξιππασθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ καὶ κυβερνῆται, καὶ δὲν θὰ ἐκλάβωσιν ἑαυτοὺς ὡς ἀνωτέρους ἄρχοντας. Εὐκρινέστερον δὲ λέγω, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἐπιτροπὴ θέλει ἐπιφορτισθῇ μὲ τὴν καθαρὰν διοίκησιν καὶ τυπικὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ κράτους ἀπέναντι τῶν ξένων ἐθνῶν. Προσθέτω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὴν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ ποίους; Μόνον τοὺς διοικητικούς, τοὺς οἰκονομικοὺς καὶ τοὺς προξενικοὺς, οὐχὶ δὲ καὶ τοὺς δικαστικοὺς καὶ στρατιωτικούς. Τοῦτο θὰ φανῇ ἴσως παράδοξον εἴς τινας, καὶ ὅμως τοιοῦτόν τι πράττεται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ εἰς τὸ Βέλγιον. Τὸ Βελγικὸν σύνταγμα λέγει μὲ μεγάλα γράμματα ἐν τῷ 66 ἄρθρῳ· «Ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει τοὺς βαθμοὺς ἐν τῷ στρατῷ· διορίζει εἰς τὰς θέσεις γενικῆς διοικήσεως (nomme aux emplois d'administration générale) καὶ σχέσεως ἐξωτερικῆς, ἐκτὸς τῶν παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένων ἐξαιρέσεων· δὲν διορίζει δ’ εἰς ἄλλας θέσεις, εἰμὴ δυνάμει ῥητῆς νόμου διατάξεως.» Περὶ δὲ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων βλέπομεν ἐν ἄρθρῳ 99 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει ἀπ’ εὐθείας μόνον τοὺς Εἰρηνοδίκας καὶ τοὺς Πρωτοδίκας· οἱ δὲ Ἐφέται καὶ οἱ Πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν διορίζονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐκ δύω διπλῶν καταλόγων, ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὸν, τοῦ μὲν ὑπὸ τοῦ οἰκείου δικαστηρίου, τοῦ δὲ ὑπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων. Οἱ δὲ Ἀρειοπαγῖται διορίζονται ὑπ’ αὐτοῦ ἐκ δύω διπλῶν καταλόγων, ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὸν τοῦ μὲν ὑπὸ τῆς Γερουσίας, τοῦ δὲ ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου· οἱ δὲ σημειούμενοι ὑποψήφιοι εἰς τὸν ἕνα κατάλογον δύνανται νὰ σημειωθῶσι καὶ εἰς τὸν ἄλλον, ὥστε ὁ βασιλεὺς δύναται νὰ ἀναγκασθῇ νὰ διορίσῃ τὸν ἕτερον τῶν ὑποβαλλομένων αὐτῷ δύω ὑποψηφίων, οἱ δὲ πρόεδροι τῶν Ἐφετείων καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν ἰδίων αὐτῶν δικαστηρίων. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 101 ὁ Βασιλεὺς διορίζει ἀπ’ εὐθείας τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ ἀντεισαγγελεῖς. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 116 τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διορίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατ’ εἰδικούς τινας νόμους ὁρίζεται καὶ ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ καὶ τοῦ προβιβασμοῦ τῶν στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων. Κατὰ τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα δὲν ἔχει ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάζῃ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους· ἀλλὰ οὔτε μετάθεσιν δύναται νὰ κάμῃ δικαστοῦ, κατὰ τὸ ἄρθρον 100, εἰμὴ τῇ ἰδίᾳ τούτου συγκαταθέσει, καὶ μόνον προκειμένου νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν του διοριζόμενος νέος τις δικαστής. Ἐκ τούτων λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ λεχθὲν ὑπό τινος τῶν προαγορευσάντων, ὅτι τὰ ὅρια τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ὡρισμένα καὶ ἀναμφισβήτητα, καθότι τὸ ἡμέτερον σύνταγμα τοῦ 1814 δὲν ἰσχύει πλέον παρ’ ἡμῖν· ἐν ἑκάστῳ δὲ πολιτεύματι βλέπει τις καὶ ἄλλα ὅρια, τοῦ μὲν ἐπεκτείνοντος τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τοῦ δὲ περιστέλλοντος αὐτά. Οὕτω λ. χ. ἄλλην ἔκτασιν εἶχεν ἡ κυβερνητικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν Βουρβόνων καὶ ἐπὶ Λουδοβίκου Φιλίππου ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἄλλην ἔχει ἐν Βελγίῳ, καὶ ἐν γένει εἶναι μᾶλλον περιωρισμένη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς τὰς δημοκρατίας, παρὰ εἰς τὰς συνταγματικὰς μοναρχίας· ἡ δὲ σημερινὴ ἡμῶν κατάστασις δὲν εἶναι βεβαίως μοναρχική. Ἂν τὸ μέχρι χθὲς σύνταγμά μας ἀπέδιδεν, εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, πλατύτατα ὅρια εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ Βασιλέως, νομίζετε, ὅτι αὔριον, ὅτε θέλομεν συντάξει τὸ μετὰ τοῦ νέου ἡγεμόνος σύνταγμα, δὲν πρέπει ν’ ἀρκεσθῶμεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὸν αὐτὰ καὶ μόνα τὰ δικαιώματα, ὅσα ἀπολαμβάνει καὶ ὁ συνταγματικὸς Βασιλεὺς τοῦ Βελγίου; Κατὰ μείζονα λοιπὸν λόγον δὲν πρέπει νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν πάντας τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἰδίως τοῦ προβιβάζειν αὐτοὺς καὶ μάλιστα τοὺς στρατιωτικούς. Εἰς τὸν περιορισμὸν δὲ τοῦτον πρέπει νὰ στήσωμεν ἰδίως τὴν προσοχήν μας, τὰ δὲ ἄλλα, ἤτοι τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, τὸ κηρύττειν τὸν πόλεμον, καὶ τὰ τοιαῦτα, δὲν ἀπαντᾶται δισταγμὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν. Διερχόμενος ἤδη, Κύριοι, τὰς ἄλλας ἀντιῤῥήσεις τὰς ὑπὲρ τοῦ πρώτου συστήματος, θεωρῶ αὐτὰς μικρᾶς ἀξίας. Τίς ἡ ἀνάγκη ἀνασκευῆς τοῦ λόγου, ὅτι δὲν δύναται μόνη ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἱκανοὺς ἄνδρας ὡς ὑπουργοὺς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν εἰς δύω, τρία πρόσωπα; Τὸ δὲ λεχθὲν περὶ τῆς ἀσυμφωνίας τῶν κυβερνητῶν καὶ τῶν ὑπουργῶν πρὸς ἀλλήλους, ἐὰν ἐκλεχθῶσιν ἅπαντες ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἔχει ὡσαύτως σοβαρὰν ὑπόστασιν, ἀφοῦ καὶ κατὰ τὸ προτεινόμενον πρῶτον κυβερνητικὸν σύστημα ἡ Κυβέρνησις θέλει σύγκειται ἐκ τριῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα ὡσαύτως ἐνδέχεται νὰ διαφωνῶσι πρὸς ἄλληλα· τοιαύτης δὲ ἀσυμφωνίας παράδειγμα μᾶς παρέσχε καὶ ἡ μέχρι τοῦδε Κυβέρνησις. Ἡ ὁμοφωνία τότε μόνον θέλει ὑπάρξει, ὅταν οἱ μέλλοντες νὰ ἀποτελέσωσι τὴν νέαν προσωρινὴν Κυβέρνησιν ἴδωσιν, ὅτι δὲν ἐνασκοῦσιν ἰδίαν τινὰ ἐξουσίαν, ἀλλ’ εἶναι παράρτημα ἄμεσον τῆς Συνελεύσεως. Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ γνώμη μου περὶ τοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον πρέπει προσωρινῶς νὰ θεσπίσωμεν. Μὴ νομίσῃ δέ τις, ὅτι εἰς τὴν γνώμην ταύτην ἐπηρεάζομαι οὐδὲ πόῤῥωθεν ἐξ ἰδίας τινὸς σκέψεως, διότι διακηρύττω ἐνώπιον τοῦ πανελληνίου, ὅτι διαρκούσης τῆς μεσοβασιλείας δὲν θέλω ζητήσει οὐδὲ δεχθῆ ὑπουργικήν τινα θέσιν. Ὁπωσδήποτε ἀποκρούω τὴν μονομελῆ Κυβέρνησιν, ὡς τὴν πασῶν κινδυνωδεστέραν. Αἱ σπουδαῖαι περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα, δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς ἓν καὶ μόνον πρόσωπον. Ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν μεγάλην ἡμῶν ἐπανάστασιν, βλέπομεν, ὅτι πάντοτε ἐδείξαμεν δυσπιστίαν εἰς ἓν πρόσωπον, καὶ διὰ τοῦτο εἴχομεν πάντοτε πολυμελὲς τὸ ἐκτελεστικόν. Μόνον ὁ ἀείμνηστος Καποδίστριας συνεκέντρωσεν εἰς ἑαυτὸν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ταύτην προσωρινῶς, ἐπελθόντος κατόπιν τοῦ τραγικοῦ καὶ ἀπαισίου θανάτου αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν νύκτα τῆς 10 Ὀκτωβρίου ὁ Λαὸς καὶ ὁ στρατὸς τῆς πρωτευούσης οὐχὶ εἰς ἓν, ἀλλ’ εἰς τρία πρόσωπα ὡς κυβερνήτας ἀπέβλεψαν. Ἡ δὲ Γαλλικὴ ἐπανάστασις τοῦ 1848 παρασυρθεῖσα ἐκ τῆς θεωρείας καὶ εὑροῦσα ἕνα Καβενιὰκ, ἀνήγειρε τὴν μονομελῆ προεδρείαν, ἥτις ὅμως, παρελθούσης τῆς πρώτης περιόδου, ἐπανέφερε τὴν Ναπολεόντειον δυναστείαν καὶ κατόπιν τὴν δεσποτικὴν αὐτοκρατορίαν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ, Κύριοι, τὰ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νομίζω, ὅτι κατέδειξα, ὅτι δὲν ὑπάρχει τι συμπαγὲς καὶ ὡρισμένον. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἔκτασις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διαφέρει κατὰ τὰ διάφορα πολιτεύματα· οὐδὲ εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ κατὰ τὴν θεωρίαν. Ἡ νεωτέρα μάλιστα θεωρία τῶν φιλελευθέρων μακρὰν τοῦ νὰ ἀποδίδῃ μεγάλα δικαιώματα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ γενικώτερον εἰς τὴν πολιτείαν, τείνει εἰς τὸ νὰ ἐλαττώσῃ αὐτὰ χάριν ἐπεκτάσεως τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Διὸ καὶ τὸ κοινωνικὸν ζήτημα τὴν σήμερον διατυποῦται εἰς τοῦτο· ἂν πρέπῃ νὰ ἐπικρατῇ τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως ἢ τὸ τῆς ἐκκεντρώσεως. Ἡ δὲ τάσις τῶν φιλελευθέρων ἀνδρῶν τῆς ἐποχῆς μας εἶναι κατὰ τῆς συγκεντρώσεως, διότι αὕτη φέρει εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας. Κατὰ τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως ἡ πολιτεία, καὶ συγκεκριμένως ἡ Κυβέρνησις, λόγῳ τοῦ ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀνίκανοι νὰ προνοῶσιν ἀφ’ ἑαυτῶν περὶ τῶν συμφερόντων των, παρακολουθεῖ αὐτοὺς εἰς πᾶν βῆμα των καὶ τοὺς κηδεμονεύει· ἐντεῦθεν δὲ καὶ αἱ πολλαὶ διατυπώσεις καὶ τὰ μεγάλα προσκόμματα εἰς τὴν αὐτοβουλίαν καὶ αὐτενέργειαν τῶν ἀτόμων. Ἐντεῦθεν λ. χ. καὶ ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ θέλων νὰ συστήσῃ ἀσφαλιστικήν τινα ἑταιρίαν, δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ἐκλαμβάνουσα τοὺς μέλλοντας νὰ ἀσφαλίσωσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην ὡς ἀνικάνους νὰ πληροφορηθῶσιν, ἂν αὕτη ἦναι ἀξιόχρεως, παρεμβαίνει οἴκοθεν, λόγῳ κηδεμονικοῦ καθήκοντος, καὶ ἀπαιτεῖ νὰ προεξετάσῃ αὐτὴ, ἂν ἡ συστηθησομένη ἑταιρία θέλῃ παρέξει τὰς δεούσας ἐγγυήσεις εἰς τοὺς ἀσφαλισθησομένους. Τοὐναντίον οἱ φιλελεύθεροι, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων εἶναι οἰκονομολόγοι τινὲς, ὁρμώμενοι ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκκεντρώσεως, ἤτοι τῆς εἰ δυνατὸν ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, προβαίνουσιν εἰς τὸ νὰ περιορίσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ δικαιώματα τῆς πολιτείας, ὥστε δὲν ἀναγνωρίζουσιν εἰς αὐτὴν ἄλλον προορισμόν, εἰμὴ τοῦ νὰ ἔχῃ δικαστήρια, πρὸς διάλυσιν τῶν διενέξεων τῶν ἀτόμων πρὸς ἄλληλα, καὶ χωροφύλακας, ἤτοι στρατιωτικὴν δύναμιν, χάριν ἐκτελέσεως τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἤτοι χάριν διατηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Ἀλλὰ τὸ τῆς ὑπερμέτρου ταύτης ἐκκεντρώσεως σύστημα κατακρίνεται, ὡς θυσιάζον τὰ γενικὰ τοῦ ἀνθρώπου καθήκοντα, τὰ ὁποῖα συνήθως ἡ πολιτεία, καὶ οὐχὶ τὸ κατὰ μέρος ἄτομον, προστατεύει καὶ προάγει. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰδικώτερον τὸ, πῶς πρέπει νὰ περισταλῇ παρ’ ἡμῖν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ ἀντικείμενον χωριστῆς συζητήσεως, αἱ δὲ περὶ τούτου γενόμεναι προτάσεις καὶ τροπολογίαι πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ τὰς συναρμολογήσῃ καὶ συγχωνεύσῃ εἰς μίαν ἢ πλείονας προτάσεις. Περὶ δὲ τῆς εὐθύνης τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος πρὸ ὀλίγου, λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναζητῶμεν αὐτὴν εἰς ποινὰς καὶ μάλιστα βαρυτάτας, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀδιάκοπον καὶ αὐστηρὰν κοινοβουλευτικὴν ἐξέλεγξιν. Σπανιώτατα, Κύριοι, εἰσάγονται εἰς δίκην καὶ καταδικάζονται εἰς ποινὰς ὑπουργοὶ καὶ ἄλλοι πολιτικοὶ ἐντολοδόχοι, καὶ συνήθως ἐπαναστάσεις ἢ μεγάλαι ἄλλαι μεταβολαὶ φέρουν αὐτοὺς εἰς τὰς ἕδρας τῶν κατηγορουμένων. Σπανίως οἱ ὑπουργοὶ πράττουν ἀληθῶς ἐγκλήματα, ἤτοι πράξεις τιμωρουμένας ὑπὸ τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου· ἀλλὰ συνεχῶς, συνεχέστατα, δύνανται νὰ παρεκτραπῶσι τῶν ὁρίων, τῶν τιθεμένων εἰς τὴν κυβερνητικήν των ἐξουσίαν, ἐπὶ βλάβῃ εἴτε τῆς πολιτείας, εἴτε ἀτομικῶν συμφερόντων, καὶ τὴν ἀποτροπὴν ἐκ τῆς παρεκτροπῆς ταύτης ἐπιτυγχάνουσιν αἱ πολιτεῖαι οὐχὶ τόσον διὰ τῆς ἐκ τῶν ποινῶν ἀπειλῆς, ὅσον διὰ τῆς συνεχοῦς ἐξελέγξεως καὶ τῆς ἀποδοκιμασίας ὑπὸ τῶν βουλῶν τῆς διαγωγῆς των, τῆς ἐπιφερούσης καὶ τὴν πτῶσιν των ἐκ τῆς ὑπουργικῆς θέσεως. Νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, φέρων διὰ πᾶσαν παράβασιν μεγάλας ποινὰς, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δύναται νὰ ἀναχαιτίσῃ τὸν περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ζῆλον τοῦ ὑπουργοῦ, προτιμῶντος ἕνεκα τοῦ νόμου τούτου νὰ μὴ ἐνεργήσῃ τι καίτοι ἀναγκαῖον, παρὰ νὰ ἐκτεθῇ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, ἀφ’ ἑτέρου θέλει φέρει συνήθως εἰς τὴν ἀτιμωρησίαν, καθότι πᾶς τις ἐξ ἡμῶν δύναται μὲν εὐκόλως νὰ κατακρίνῃ κοινοβουλευτικῶς τὸν ὑπουργὸν ἢ κυβερνήτην, ἀλλὰ θέλει πολὺ διστάσει, προκειμένου νὰ κατηγορήσῃ αὐτὸν ποινικῶς, ἢ νὰ δώσῃ κατ’ αὐτοῦ ὡς δικαστὴς, μέλαιναν ψῆφον. Νόμος περὶ εὐθύνης εἶναι μᾶλλον ἀναγκαῖος, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰ ἄτομα διὰ τὰς γενομένας εἰς αὐτὰ βλάβας παρὰ τῶν ὑπουργῶν.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§60ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τινὲς μὲν ἐπρότεινον, ὅτι ἐπιθυμοῦν Κυβέρνησιν μονομελῆ, οἱ δὲ ἄλλοι πολυμελῆ· καὶ ἑπομένως δὲν ἐτηρήθη διόλου κανονισμός.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἀνέβαινον εἰς τὸ βῆμα προτείνοντες ἕκαστος σύστημα αὐτοτελές.
§62ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦτο ἐγένετο, διότι ἐξήλθομεν ἀπὸ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κατὰ τὴν Συζήτησιν ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ τὸ εἶδος καὶ ἡ μορφὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ· αὐτὸ ἦτο ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔλθουν κατόπιν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἠμπορεῖ νὰ παραδεχθῇ ἐκ τῶν λεχθέντων ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι εἰδικῶς τὸ ζήτημα αὐτό. Ὁ κύριος Α. Λόντος εἶχε ζητήσει τὸν λόγον, ἀλλ’ ὅταν ἦλθεν ἡ σειρά του, εἶπεν, ὅτι ἀναβάλλει· τώρα ἔρχεται καὶ ζητεῖ τὸν λόγον.
§64ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ μείνῃ τελευταῖος.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἔρχεται ὁ κύριος Πετρινός.
§66ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Ἔχω πρότασιν αὐτοτελῆ, Κύριοι. Οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἀπὸ τὸ βῆμα τὰ ἀντικείμενα, καὶ θεωρητικῶς καὶ πραγματικῶς τὰ ἐξέθεσαν, καὶ δὲν ἄφησαν εἰς κανένα ἄλλον νὰ προσθέσῃ τι· περιορίζομαι λοιπὸν μόνον εἰς τὸ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν πρότασίν μου, τὴν ὁποίαν ἔχω, ἥτις κατὰ πολλὰ μέρη εἶναι σύμφωνος μὲ ἄλλας· ὑπάρχουν ὅμως καὶ διαφοραὶ, περὶ τῶν ὁποίων ἀκολούθως θὰ ὁμιλήσω. Μόνον καὶ μόνον ἔρχομαι ἐν ὀλίγοις νὰ ἀντικρούσω παρατηρήσεις τινὰς τοῦ προαγορεύσαντος, ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως, καὶ τοῦτο, διότι τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον. Ὁ προαγορεύσας, Κύριοι, ἔντιμος Πληρεξούσιος Σπετσῶν ἠθέλησε σήμερον νὰ περιορίσῃ ἢ νὰ δώσῃ περιορισμόν τινα εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως, διότι ἐδογμάτισε σήμερον, ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν τὴν Νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς πρόσωπα, καὶ ἂν πράξωμεν τοῦτο, ἐξερχόμεθα τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐδέχθημεν ἀπὸ τὸν λαόν. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὐτὴ, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ καθιερώσῃ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ὁ προαγορεύσας, εἶναι ἐσφαλμένη διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, εἶναι ἐσφαλμένη διὰ τοῦ κανόνος τοῦ νομικοῦ περὶ ἐντολῆς. Ἡ ἐντολὴ, Κύριοι, τότε μόνον θεωρεῖται περιωρισμένη, ὅταν ἐγὼ ὁ ἐντολοδότης περιορίσω αὐτήν. Ἐννοεῖ κανεὶς ἐξ ὑμῶν, ὅτι ὁ λαὸς, ὅστις ἐξελέξατο ἡμᾶς Πληρεξουσίους, ἔδωκε καὶ βαθμὸν εἰς τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωσεν; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὸ ἐννοῶ. Ὡς ἐκ τούτου φρονῶ, ὅτι αἱ ἀρχαὶ περὶ περιορισμοῦ τῆς ἐντολῆς μας δὲν εἶναι ὀρθαὶ, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ ἔντιμος Πληρεξούσιος Σπετσῶν. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ σᾶς προσθέσω, εἰμὴ νὰ ἀναγνώσω τὴν πρότασίν μου, ἥτις ἐμπεριλαμβάνει τὸ εἶδος τῆς Κυβερνήσεως, τὰ καθήκοντα αὐτῆς, διότι ἐνόμισα καλὸν νὰ προσδιορίσω καὶ τὰ καθήκοντα, καὶ ἑπομένως καὶ ἄλλας συνεπείας, τὰς ὁποίας ἔχει αὐτὴ ἡ πρότασίς μου, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς· Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει. Ἄρθρον Αʹ. Μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως ἡ Νομοτελεστικὴ τοῦ Κράτους ἐργασία ἐνεργεῖται ὑπὸ ἐπιτροπῆς φερούσης τὸν τίτλον ἡ Ἐθνικὴ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος συγκειμένης ἐξ ἑνὸς προέδρου καὶ δύω μελῶν ἁπάντων ἐκλεγομένων κατὰ πλειονοψηφίαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, καὶ δι’ ἑπτὰ ὑπουργῶν, ἕνα ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἕτερον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄλλον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τέταρτον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, πέμπτον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἕβδομον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίου Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ παρόντος ψηφίσματος ὁρισθησόμενα καθήκοντα. Ἄρθρον Βʹ. Καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ταύτης καὶ οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἐπικρατείας καθίστανται ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τοῦ ἔθνους διὰ τὰς ὑπ’ αὐτῶν ἐνεργουμένας πράξεις. Ἄρθρον Γʹ. Τὰ καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως ἀποφασιζούσης καὶ ἐκδιδούσης τὰ ἀναγκαῖα θεσπίσματα κατὰ πλειονοψηφίαν εἰσὶ τὰ ἀκόλουθα. 1. Ὁ διορισμὸς τῶν ὑπουργῶν καὶ ὑπαλλήλων ἀρχῶν τῆς Ἐπικρατείας κατὰ τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ νόμους. 2. Ἡ σύμπραξις αὐτῆς μετὰ τῶν ὑπουργῶν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων καὶ τῶν ψηφισμάτων καὶ ἀποφάσεων τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. 3. Ἡ δι’ αὐτῆς καὶ τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν σπουδαία καὶ τελεία ἐνέργεια πρὸς ἔλευσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐκλεχθέντος Βασιλέως ἢ ἐν ἀποτυχίᾳ τοῦ ἐκλεχθησομένου. Ἄρθρον Δʹ. Ἅμα τῇ νομίμῳ ἐγκαθιδρύσει εἰς τὸν θρόνον τοῦ Βασιλέως ἡ Ἐθνικὴ Κυβέρνησις καὶ οἱ ὑπουργοὶ ὀφείλουσιν ἀμελητὶ νὰ καταθέσωσιν ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πλήρει συνεδριάσει τὴν διὰ τοῦ παρόντος ψηφίσματος ἀνατεθειμένην αὐτοῖς ἐξουσίαν. Ἄρθρον Εʹ. Οὐδόλως ἐμποδίζεται ἡ ἀλλαγὴ καὶ ἡ μεταβολὴ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης καὶ τοῦ εἴδους αὐτῆς. Ἄρθρον Ϛʹ. Ἐπιτρέπεται τῇ Ἐθνικῇ Κυβερνήσει νὰ προσλάβῃ ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ αὐτῆς γραφείῳ ἕνα γραμματέα μὴ ἔχοντα ἐν ταῖς συζητήσεσιν οὐδὲν δικαίωμα προτάσεως οὐδὲ ψήφου καὶ ἕνα ὑπογραμματέα, ὧν ὁ πρῶτος καὶ κωλυομένου τούτου ὁ δεύτερος, θέλουν κρατεῖ ὑπογραφόμενον καὶ παρ’ αὐτοῦ πρωτόκολλον τῶν ἀποφάσεων τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου, καὶ πάσης ἄλλης ἐνεργείας, κατ’ ἀπόφασιν δὲ τῆς Κυβερνήσεως θέλει προσληφθῆ εἰς τὸ γραφεῖον αὐτῆς καὶ τὸ ἀναγκαῖον βοηθητικὸν προσωπικόν. Ἄρθρον Ζʹ. Οἱ ὑπουργοὶ τῆς ἐπικρατείας δὲν δύνανται νὰ ἐνεργήσωσι ἄλλας πράξεις, εἰμὴ τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν ἰσχύϊ Νόμων, καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ παρόντος ψηφίσματος καὶ τῶν μετὰ ταῦτα ἄλλων ψηφισμάτων τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἀποφασισθέντα, καὶ ἀποφασισθησόμενα ὑπόχρεοι ὄντες νὰ ἐκτελῶσι καὶ πᾶσαν ἄλλην ἀπόφασιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐπιτρέπεται δ’ αὐτοῖς νὰ εἰσάγωσιν ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως νομοσχέδια ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς ἐπικρατείας διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὡς καὶ περὶ φορολογίας καὶ περὶ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου ἀφορῶντος τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰσχύϊ Νόμων. Τοῖς ἀπαγορεύεται δὲ ὅλως. 1) Νὰ ἐνεργῶσιν πράξεις μηδόλως προβλεπομένας ὑπὸ τῶν ἐν ἰσχύει Νόμων. 2) Νὰ διατάττωσι καὶ ἐνεργῶσι δαπάνας καὶ πληρωμὰς χρημάτων μὴ προβλεπομένας ὑπὸ τοὺς κειμένους Νόμους ἢ μὴ διαταχθησομένας ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. 3) Νὰ ἐνεργῶσιν πράξεις ἄνευ τῆς συνυπογραφῆς καὶ συμπράξεως τῆς ἐθνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους, ἥ τε σύμπραξις αὕτη καὶ συνδρομὴ ἀπαιτεῖται. Ἄρθρον Ηʹ. Τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως θέλουσιν ὁρκισθῆ ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τὸν ἑξῆς ὅρκον. «Ὁρκίζομαι νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ νὰ ἐκπληρῶ τιμίως καὶ εὐσυνειδότως τὴν ἐμπιστευθεῖσάν μοι ὑπηρεσίαν ἀπαρασαλεύτως τοὺς νόμους αὐτῆς.» Τὸν αὐτὸν ὅρκον δίδουσι ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ ὑπουργοί. Μηνιαῖοι μισθοὶ προσδιορίζονται·
| 1) | Διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως | Δρ. | 2,000 |
| 2) | Δι’ ἕκαστον μέλος αὐτῆς | » | 1,500 |
| 3) | Δι’ ἕκαστον ὑπουργὸν | » | 800 |
| 4) | Τοῦ Γραμματέως τῆς Κυβερνήσεως | » | 500 |
| 5) | Τοῦ ὑπογραμματέως | » | 350 |
Ἄρθρον Θʹ. Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος ψηφίσματος ἰσχύουσι μέχρι τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ συνταχθησομένου πολιτεύματος. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 23 Ἰανουαρίου 1863. Ὑποβάλλων ὁ ὑπογεγραμμένος πληρεξούσιος ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας τὴν παροῦσαν μου πρότασιν, ἐξαιτοῦμαι νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ συζητήσω αὐτὴν ἐν γενικῇ συνεδριάσει τῆς Συνελεύσεως.
Θ. ΠΕΤΡΙΝΟΣ.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἷς ἐκ τῶν κυρίων Πληρεξουσίων, ὁ κύριος Ἀθ. Πετιμεζᾶς, ὑποθέτων, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐφωτίσθη, νομίζει, ὅτι πολλοὶ ἠγόρευσαν ὡς πρὸς τὰ διάφορα συστήματα, δὲν ἔγεινεν ὅμως ἀρκετὴ ἀνάπτυξις ὡς πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ἀφορῶν μόνον ἕνα Πρόεδρον Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ γείνῃ καὶ περὶ τούτου ἀνάπτυξις. Νομίζει λοιπὸν, ὅτι νὰ προσέλθωσιν ἐκεῖνοι τῶν Πληρεξουσίων, ὅσοι θὰ ὁμιλήσωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ συστήματος.
§68ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, ἂς ὁμιλήσουν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ Κύριος Παπαζαφειρόπουλος, κατόπιν ὁ Κατσικαπῆς.
§70ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Ἀθ. Πετιμεζᾶς.
§71ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἐκ τῶν προτέρων γνωρίζετε, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ μονομελοῦς Κυβερνήσεως, ἢ μᾶλλον ὑπὲρ ἑνὸς Προέδρου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Θέλω προσπαθήσει νὰ σᾶς μεταδώσω τοὺς λόγους καὶ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι μὲ ἔπεισαν ὑπὲρ τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ φθάσω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, πρέπει νὰ ἐξετάσω τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις. Διατελοῦμεν, Κύριοι, μέχρι τῆς προχθὲς ὑπὸ Σύνταγμα Μοναρχικὸν, ἡ Βασιλεία αὐτὴ, καταπατήσασα τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος, ἐγέννησε τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἔθνους καὶ μία ἐπανάστασις κατέλυσεν αὐτήν· ἀλλὰ συνάμα, καταλύσασα τὴν Βασιλείαν αὐτὴν ἡ ἐπανάστασις, καθιέρωσε καὶ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ μέλλον θὰ διέπῃ τὴν τύχην τῆς πατρίδος· καὶ τοῦτο, Κύριοι, εἶναι τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα. Πρέπει λοιπὸν λογικῶς σκεπτόμενοι, καὶ ἀκολουθοῦντες τὸν σκοπὸν τῆς ἐπαναστάσεως, νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὴν μέλλουσαν ἡμῶν πορείαν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι κάθε σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐξέρχεται ἀπὸ τοὺς κανόνας καὶ τοὺς νόμους, οἵτινες διέπουν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, δὲν δύναται πλέον νὰ σταθῇ· καὶ ἂν σταθῇ, Κύριοι, ἀποδεικνύει, ὅτι εἴμεθα ἀσυνεπεῖς. Εἰς τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, Κύριοι, καθὼς γνωρίζετε, ὑπάρχει ἡ Νομοτελεστικὴ, ὑπάρχει καὶ ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία· ὑπάρχει καὶ ἡ Δικαστικὴ, ἀλλ’ ἀδιάφορον ὡς πρὸς αὐτήν. Σήμερον ἔλειψεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχή· καὶ ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἀρχή; ὁ Βασιλεύς. Τί πρόκειται σήμερον, Κύριοι, νὰ πληρώσωμεν, μέχρις οὗ φέρωμεν τὸν Βασιλέα, τὸ ἐλλεῖπον, τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν; πῶς πρέπει νὰ τὴν ἀναπληρώσωμεν; Ἐὰν παρακολουθήσωμεν κατὰ βῆμα τοὺς τύπους τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, εἰς τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα εἷς εἶναι, ὡς πολὺ ὡραία ἀνέπτυξεν ὁ εὔγλωττος Καθηγητὴς καὶ Πληρεξούσιος Ἀττικῆς κύριος Καλλιγᾶς, καὶ ὁ ἕτερος Καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, κύριος Σαρίπολος, εἷς εἶναι ὁ ἀριθμὸς, ὅστις διευθύνει τὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· καὶ διὰ τί εἷς; διότι, πολὺ εὐγλώττως ὑπεστήριξαν ἀμφότεροι οἱ Καθηγηταὶ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἑνιαῖον, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ταχύτης, ἡ ἕνωσις, πρέπει τέλος πάντων νὰ ὑπάρχωσι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων καὶ ταχύτερον φθάνει εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀπορῶ ὅμως, πῶς ἀμφότεροι οἱ κύριοι Πληρεξούσιοι, ὅ,τε τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ὁ τῆς Ἀττικῆς, ἀφ’ οὗ τόσον εὐγλώττως ὑπεστήριξαν, ὅτι πάντοτε εἷς πρέπει νὰ προεδρεύῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, κατέληξαν ἐπὶ τέλους, ὅτι πρέπει εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν νὰ ἔχωμεν τρεῖς· καὶ ἀπορῶ, Κύριοι, ἰδοὺ διατί· διότι πᾶν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐπὶ τῆς γῆς, εἶναι ἀποτέλεσμα μακρᾶς πείρας. Ἡ πεῖρα λοιπὸν, ἡ πρόοδος καὶ ἡ ἀνάγκη, ἥτις ἐγέννησε τὰ Συνταγματικὰ πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα ἐμελετήθησαν, τὰ ὁποῖα ἐβασανίσθησαν καὶ ἐξητάσθησαν ὑπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπόψεις, ἐπαρουσίασαν φανερὰ, καθαρὰ τὴν ἀνάγκην τοῦ εἷς νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅστις νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀπὸ τὴν πεῖραν αὐτὴν τῶν τόσων αἰώνων, τὴν πεῖραν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν μετέβαλον μετὰ ταῦτα εἰς θεωρίαν, τὴν παρεδέχθημεν ἡμεῖς, τὴν μελετῶμεν, τὴν εὑρίσκομεν καλὴν, δὲν τὴν θεωροῦμεν ὅμως ἀναγκαίαν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος. Καὶ θέλω προσπαθήσει, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, διὰ τί δὲν εἶναι ἀναγκαία εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Ἐὰν εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ᾖναι ἀναγκαία ἡ ἑνότης, νὰ διευθύνηται ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ ἀπὸ ἓν πρόσωπον, πολὺ περισσότερον, λέγω, εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν τῆς πατρίδος θέλω νὰ ὑποστηριχθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχή. Κύριοι, μὲ λύπην μου σᾶς λέγω, ὅτι, ὅταν δὲν θελήσωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν πολιτικὰς ἀρχὰς, καθὼς τὰς ἐννοεῖ ἡ ἐπανάστασις, ἀλλὰ θελήσωμεν νὰ στενοχωρήσωμεν αὐτὰς τὰς ἰδέας, αὐτὰς τὰς ἀρχὰς πρὸς οἰκονομίαν τῶν προσώπων, ἡ ἐπανάστασις ματαίως ἐγένετο (χειροκροτήματα). Ποτὲ, Κύριοι, ποτὲ, λέγω, δὲν πρέπει νὰ στενοχωρήσωμεν τὸν ἑαυτόν μας διὰ τὴν οἰκονομίαν τῶν προσώπων, διότι ἡ πατρὶς εἶναι ἀνωτέρα τῶν προσώπων. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ καρποφορήσῃ ἡ ἐπανάστασις αὐτὴ, ἥτις ἐγένετο μετὰ 30 ἐτῶν βασιλείαν. Πολλοὶ χθὲς ἐκ τῶν ῥητόρων, ὁμιλήσαντες, εἶπον, ὅτι εἶναι ψευδὴς ἡ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρισκόμεθα ἡμεῖς συνταγματικῶς· ὄχι, Κύριοι, δὲν εἶναι ψευδὴς ἡ θέσις, ἀλλ’ ἀτελὴς, διότι λείπει ὁ Βασιλεὺς, λείπει δηλαδὴ τὸ ἓν ποδάρι, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει διὰ νὰ σταθῇ ἡ τράπεζα. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ποδάρι ὀφείλομεν νὰ τὸ ἀναπληρώσωμεν σήμερον, μέχρις οὗ ἔλθῃ τὸ ἄλλο ποδάρι ὁ Βασιλεὺς, ὅστις θὰ κρατήσῃ τὴν τράπεζαν ὀρθήν· διὰ τοῦτο εἶναι ἀτελής. Αὐταπάρνησις! λέγομεν, αὐταπάρνησις! φωνάζομεν· καὶ ὅταν ἐρχώμεθα εἰς τὰ πράγματα, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει τὴν γενναιότητα νὰ παρουσιασθῇ ἀρνούμενος τὸ προσφερόμενον αὐτῷ. «Οὐχὶ οἱ λέγοντες, Κύριε, Κύριε, ἀλλ’ οἱ ποιοῦντες τὸ θέλημα σοῦ Κυρίου, οὗτοι εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Οὐρανοῦ»· οὐχὶ οἱ λέγοντες αὐταπάρνησις, ἀλλ’ οἱ πράγματι ἀποδεικνύοντες αὐτὴν, αὐτοὶ εἶναι ἐπαναστάται! (χειροκροτήσεις).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συγχωροῦνται χειροκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§73ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πεῖρα, Κύριοι, χωρὶς νὰ ἀνατρέξωμεν οὔτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν, οὔτε εἰς τὴν Γαλλίαν, οὔτε εἰς ἄλλους κόσμους, ἡ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι πάντοτε πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν ἕνα πρόεδρον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὑπεύθυνον, καὶ ἄν θέλητε δὶς ὑπεύθυνον, ὑπεύθυνον κατὰ διπλάσιον λόγον ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας, Κύριοι, ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις εἰς τὰς Ἀθήνας, κατελύθη ἡ Βασιλεία τοῦ Ὄθωνος· καὶ λοιπὸν ἐσχηματίσθη μία τριμελὴς Κυβέρνησις· διάφορα ψηφίσματα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον, ὁτὲ μὲν φέρουν τὰς ὑπογραφὰς τοῦ Προέδρου, ὁτὲ δὲ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ ἑτέρου μέλους, ὁτὲ δὲ τὴν ὑπογραφὴν τῶν 3. Ὅλοι ἐλέγομεν καὶ ἔχομεν συμφέρον νὰ εἴπωμεν, ὅτι τοῦτο ἐγένετο σήμερον μὲν διότι τὸ ἓν μέλος ἀσθενεῖ, καὶ αὔριον διότι ἐγένετο τοῦτο, μεθαύριον διότι ἐπαρουσιάσθη βία ἢ ἀνάγκη. Οὐδέποτε ὅμως ἠθελήσαμεν νὰ εἴπωμεν ἀκριβῶς τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἐγεννήθη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως χάσμα καὶ διαίρεσις μεταξὺ τῶν ἀρχόντων. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ παράδειγμα, Κύριοι, πρέπει νὰ μᾶς γείνῃ ὁδηγὸς εἰς τὴν μέλλουσαν πολιτικὴν πορείαν μας. Διάφορα συστήματα ἐπροτάθησαν, Κύριοι, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ συστήματα ἠθέλησαν νὰ ἐξέλθουν τρόπον τινὰ ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τῆς ὁλομελείας τῆς Συνελεύσεως· ἐπαρουσιάσθησαν δὲ μὲ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τρόπον τινὰ ἠθέλησαν νὰ καταγοητεύσουν τὴν Συνέλευσιν, ὅτι αὐτὴ θὰ κρατῇ πάντοτε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας· καὶ ἐγὼ μὲ τὸ σύστημα τὸ ὑποστηριζόμενον λέγω, ὅτι, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ὡς Κυρίαρχον Κράτος οὐχὶ μόνον τὴν Προεδρείαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ καὶ ἅπαν τὸ ὑπουργεῖον κρατεῖ ἀπὸ τὸν τράχηλον εἰς πᾶσαν περίστασιν. Μόνον καὶ μόνον διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ συστήματος αὐτοῦ, θέλω ἁπλοποιήσει ὅσον εἶναι δυνατὸν τὴν θεωρίαν τῆς ἐκτελεστικῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ βαδίσῃ παραλλήλως οὕτως εἰπεῖν μὲ τὸ πολίτευμα, τοῦ ὁποίου τὴν Βασιλείαν κατελύσαμεν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ παραδεχθῶμεν. Προχθές, Κύριοι, εἴχομεν τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς Προέδρου 4 ἀντιπροέδρων καὶ 4 Γραμματέων. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς σᾶς ἔδωκε νὰ ἐννοήσητε, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ συνεννόησις μεταξὺ ἑνὸς πολυμελοῦς Σώματος, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκτείνῃ τὸν κύκλον τῆς ἐκλογῆς εἰς περισσότερα ἀπὸ ἓν πρόσωπον· καὶ διατί τοῦτο; Διότι ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔχῃ συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας. Ὅταν ἀφαιρέσωμεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως θὰ ἐπροκάλουν τὸ νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἑνιαῖον τὸ πρόσωπον, δηλαδὴ ἓν τὸ πρόσωπον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐγεννήθησαν ὅλαι αὐταὶ αἱ ὡραῖαι θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ Κ. Σαρίπολος, τότε αἱ συμπάθειαι ἑνὸς ἑκάστου προσώπου, ἐπειδὴ εὑρίσκονται εἰς ἕνα μεγαλείτερον κύκλον, δύνανται νὰ τὸν πείσωσι καὶ νὰ τὸν φέρουν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον εἴδομεν καὶ προχθές, Κύριοι, εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀντιπροέδρων. Κἀμμία χασμωδία εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου δὲν συνέβη, παμψηφεὶ σχεδὸν ἐξελέχθη διότι ἦτο εἷς, ἀλλὰ καὶ ἂν παρουσιάζετο μεταξὺ καὶ ἄλλων προσώπων τὸ πολὺ ἤθελον παρουσιασθῆ δύω, ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ ἓν πρόσωπον τὸ ὁποῖον εἶπα καὶ οὐχὶ τὰ πολλά· καὶ διὰ ποῖον ἄλλον λόγον; διότι εἰς τὴν ἐκλογὴν 10 προσώπων καθὼς εἶπε ὁ Κ. Διομήδης, ἢ 8 ἢ 9 ὅπως εἶπε, ὁ Κ. Ἰάλεμος, ἢ 7 ὡς ὁ Κ. Μίλησης ἢ 5 ἢ 3 καθὼς εἶπον ἄλλοι, θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται πᾶν πολυμελὲς Σῶμα, ὁσάκις ἐκτείνει τὸν κύκλον τῆς ἐκλογῆς εἰς περισσότερα ἀπὸ ἓν πρόσωπον. Τί θέλομεν κάμνει τότε Κύριοι; μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις θὰ συγκροτῆται ἀπὸ διάφορα στοιχεῖα· διότι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις προῆλθεν ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν συμπαθειῶν, αἱ ὁποῖαι συνεγκεντρώθησαν εἰς τὰ διάφορα αὐτὰ πρόσωπα, καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ καθιερώσωμεν, νὰ ὑποστηρίξωμεν. Ἀλλ’ εἴτε ὑποστηρίξωμεν ὑπουργεῖον διὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς Συνελεύσεως, εἴτε πολυμελῆ Κυβέρνησιν, θέλομεν ὑποπέσει πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀτόπημα, διότι εἴτε Κυβέρνησιν τὴν ὀνομάσωμεν εἴτε ὑπουργεῖον, ἡ διαφορὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ πολυμελοῦς Σώματος δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ χαρακτῆρα καὶ θὰ ὑποπέσωμεν ὡς εἶπον εἰς τὸ αὐτὸ ἀτόπημα· καθόσον ἐνθυμοῦμαι ὁ πληρεξούσιος τῆς Ἐπιδ. Λιμηρᾶς εἶπεν, ὅτι, ὅταν μᾶς ἐπρότεινεν ὁ ἀ. ἀγορεύσας Ἡρακλ. Πετιμεζᾶς καλύμματα, ὑποστηρίξας ἕνα μόνον Πρόεδρον, τότε ἔχομεν μίαν ὑπατείαν, δικτατωρίαν, ἐλησμόνησεν ὁ Κύριος Παπαμιχαλόπουλος, ὅτι οἱ δικτάτορες δὲν γίνονται διὰ τῆς πλειονοψηφίας· ὅστις εἶναι προωρισμένος ἀπὸ τὴν θείαν πρόνοιαν νὰ γείνῃ δικτάτωρ, αὐτὸς ἁρπάζει αὐτὸ τὸ σκῆπτρον, εἶναι προωρισμένος διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολήν του, τὰς βουλὰς τῆς θείας προνοίας εἰς τὴν ἐποχὴν τὴν ὁποίαν ἀποστέλλεται· καὶ διὰ τοῦτο ὅσον μεγάλη καὶ συνταγματικὴ καὶ δημοκρατικὴ ἂν ὑπῆρχεν ἡ Γαλλία, ὅταν ἐπαρουσιάσθη ὁ ἔκτακτος τοῦ Ναπολέοντος, δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ γείνῃ δικτάτωρ καὶ Αὐτοκράτωρ, (εὖγε εὖγε!!!) ἀλλὰ Κύριοι τί ἐστὶ δικτάτωρ; εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ὁ Κ. Παπαμιχαλόπουλος; ὄχι· ὁ Πρόεδρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι οὕτως εἰπεῖν ὁ ὑπηρέτης τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις ἐμπιστεύεται εἰς αὐτὸν μίαν τινὰ ὑπηρεσίαν καὶ ἀποστολήν· δικτάτωρ Κύριοι, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅστις συγκεντρώνει εἰς τὰς χεῖράς του τὴν νομοθετικὴν, τὴν ἐκτελεστικὴν, τὴν δικαστικὴν, καὶ πάσας τὰς ἀρχάς· διότι αὐτὸς δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον διὰ καμμίαν πρᾶξίν του, ἠμπορεῖ νὰ κόψῃ κεφαλὰς χωρὶς νὰ δώσῃ κανένα λόγον. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι, οἱ λόγοι καὶ αἱ ἰδέαι, αἵτινες μὲ ἔπεισαν νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς εἶναι λίαν οὐσιώδεις κατ’ ἐμέ· ἤθελα πολὺ κολακευθῆ Κύριοι, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν μου, δὲν θὰ λυπηθῶ διόλου ἐὰν τὴν ἀποῤῥίψει· διότι ἐγὼ, ἀφοῦ τὴν ἐδέχθην, ὤφειλον νὰ τὴν ἐκθέσω. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἀποφασίσῃ τὸ ἐναντίον, ἡ ἀπόφασίς της θὰ ᾖναι σεβαστὴ δι’ ἐμὲ, θὰ εἴπω, ὅτι εἶχε μὲν τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ, δὲν εἶχεν ὅμως ἡ φωνή μου τὴν δύναμιν νὰ τὴν καταπείσῃ, ὥστε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν μου αὐτήν· διὰ τοῦτο σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀδιαφορῶ, θὰ κολακευθῶ ἂν παραδεχθῇ ἡ πρότασίς μου, θὰ σεβασθῶ δὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως καὶ θὰ εἴπω, ὅτι ἐκείνη ἐν τῇ σοφίᾳ της, τὰ σύνολον τῶν σκέψεών της τέλος πάντων ἀπεφάσισε τὰ ἐναντία. Τελειόνω δὲ Κύριοι τὸν λόγον μὲ μόνην τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὅτι αἱ περιστάσεις τῆς πατρίδος μας ὡς γνωρίζεται εἶναι λίαν σπουδαῖαι. Πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἁπλοποιήσωμεν τὸ σύστημα τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, πρέπει συνταγματικῶς νὰ σκεφθῶμεν νὰ ἀναπληρώσωμεν τὴν ἔλλειψιν τοῦ Βασιλέως δι’ ἑνὸς Προέδρου, ὅστις βεβαίως θὰ ζητήσῃ νὰ σχηματίσῃ τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ βαδίσῃ εἰς τὰ ἐμπρός. Ἂς δείξωμεν δὲ ὅλοι ὅσον τὸ δυνατὸν ἕκαστος, Κύριοι, αὐταπάρνησιν, ἀλλ’ αὐταπάρνησιν ἀληθῆ καθὼς προεῖπον, διότι διὰ τῆς λέξεως μόνον αὐταπάρνησις δὲν δύνανται νὰ ἱκανοποιηθοῦν ἐν γένει αἱ ἀπαιτήσεις τῆς πατρίδας καὶ ἡ ἐπανάστασις. (χειροκροτήματα).
§74ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν!
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωστοποιῶ κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὑπάρχει μία ἀναφορὰ, ὑπογεγραμμένη παρὰ 22 πληρεξουσίων, καὶ ζητούντων, ὥστε τὸ ζήτημα, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, νὰ λυθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§76ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῶν προταθέντων συστημάτων φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἓν θέμα, τὸ ὁποῖον νὰ διευκολύνῃ τὴν λύσιν τῶν ἄλλων· μοὶ φαίνεται ὅτι παρουσιάζεται μία διαίρεσις, ἥτις θὰ φέρῃ εὐκολώτερον τὴν λύσιν τῶν λεπτομερειῶν ἔπειτα τῶν συστημάτων· μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ διαίρεσις αὐτὴ συνίσταται εἰς αὐτὸ, ἂν πρόκειται νὰ παραδεχθῇ ἡ Συνέλευσις τὸ σύστημα μόνον ὑπουργείου ἐκλεγομένου ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ἢ τὸ σύστημα κυβερνητικῆς ἐξουσίας, διῃρημένης ἔπειτα εἰς ἕνα, ἢ τρεῖς κ.τ.λ.
§78ΠΟΛΛΟΙ. Ἐξαίρετα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ πρῶτον τοῦτο τὸ ζήτημα, δηλ. «οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ μέλλουσα ἐξουσία πρέπει νὰ συνιστᾶται ἁπλῶς ἀπὸ ὑπουργεῖον ἐκλεγόμενον παρὰ τῆς Συνελεύσεως, θέλουν εἴπει Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενο Ὄχι.» Μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὰ περαιτέρω.
§80ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ ὡραῖα. Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐψηφοφόρησαν 199, ἡ πρότασις, ὅπως ἐλέχθη, δὲν παρεδέχθη διὰ ψήφων 166 κατὰ 33, ἑπομένως ἀπεῤῥίφθη. Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τούτου προέκυψεν ὅτι ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη κυβέρνησιν καὶ ὑπουργεῖον. Ἐντεῦθεν προκύπτει, ὡς φρονῶ, καὶ μία ἄλλη διαίρεσις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προηγηθῇ, καὶ ἥτις εἶναι αὕτη· ἐὰν ἡ κυβερνητικὴ ἀρχὴ, ἐκλεγομένη παρὰ τῆς Συνελεύσεως, πρέπει νὰ ᾖναι μονομελὴς ἢ πολυμελὴς (θόρυβος). Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι γεννᾶται μία ἄλλη γενικὴ διαίρεσις μεταξὺ ἑνὸς ἢ πολλῶν, ἀκολούθως θέτομεν...
§82ΤΙΝΕΣ. Ναὶ, μάλιστα.
§83ΕΤΕΡΟΣ. Ὄχι, ὄχι!
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν τινὲς τῶν κυρίων πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ τεθῇ ἑπομένως τὸ ζήτημα περὶ τῶν πέντε (θόρυβος).
§85Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἠκούσατε, κύριοι, ἐπανειλημμένως τὸν Κ. πρόεδρον νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι τῷ ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι οἱ ἀγορεύσαντες δὲν ὡμίλησαν κατὰ τῆς γνώμης τοῦ προλαλήσαντος· ἠκούσατε, λέγω, τὸν κύριον πρόεδρον, διαβεβαιώσαντα ἡμᾶς, ὅτι αἱ προτάσεις αὐτῶν ἦσαν ὅλως αὐτοτελεῖς· ἑπομένως, κύριοι, πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος χρονολογικῶς. Ἡ ἀφετηρία τῆς συζητήσεως, ἥτις μᾶς ἀπησχόλησε δύω ἡμέρας, ἔγεινεν ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου πληρεξουσίου Καλαβρύτων Ἡρ. Πετιμεζᾶ, ὅστις ἤρχισε καὶ ἐτελείωσε τὴν ἀγόρευσίν του προτείνων ἕνα. Ἑπομένως, κύριοι, ὅπως καὶ ἂν λύσητε τὸ ζήτημα, τὸ θέμα εἶναι τὸ ἀκόλουθον· ὅτι ἡ πρότασις ὑπὲρ κυβερνήτου ἑνὸς εἶναι ἡ κυρία, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τὴν ταπεινὴν ἰδέαν μου, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιβάλλω εἰς οὐδένα· ἡ ἀπωτέρω πρότασις εἶναι τῶν πέντε· ἡ κατόπιν εἶναι ἡ τῶν τριῶν· ἡ δὲ τελευταία, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν, εἶναι ἡ ὑπὲρ τοῦ ἑνός. Αὕτη κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ λογικὴ θέσις τοῦ ζητήματος.
§86ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ἂν δυσανασχετῶμεν, μοὶ δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσω ὅτι κἄτι τι θέλομεν νὰ κερδίσωμεν, θέτοντες οὕτως ἢ ἄλλως τὸ ζήτημα. Δεδόσθω, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς διημέρου προέκυψε τοῦτο, εἷς κοίρανος, ἄρχων, δικτάτωρ, πρόεδρος, ὅπως θέλετε νὰ τὸν ὀνομάσητε οἱ πλείονες. Δεύτερον προέκυψε τοῦτο, ἐὰν δὲν ἦναι εἷς, πόσοι νὰ ἦναι. Αἱ γνῶμαι διῃρέθησαν μεταξὺ τριῶν ἢ πέντε· χωρὶς νὰ ἐξέλθω διόλου τοῦ συστήματος τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ ζητήματος, ὅλοι ὅσοι ἀνέβημεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἐστηρίχθημεν οἱ μὲν ὑποθέτοντες ὅτι ἡ πολυανδρία βλάπτει, οἱ δὲ ὅτι ἡ μονοπροεδρεία βλάπτει. Ἔπειτα ἠθέλησάν τινες κατὰ πλεονασμὸν νὰ ὀνομάσωσι πέντε, καθὼς καὶ ἐγὼ εἶπον τελευταῖος, ὅτι μοὶ εἶναι ἀδιάφορον νὰ ὀνομασθοῦν καὶ δέκα τρεῖς, ὅταν τοὺς ἔχω χειροπόδαρα δεμένους. Λοιπὸν, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸν κύριον πρόεδρον πρέπει νὰ διαιρεθῇ τὸ ζήτημα εἷς ἢ πλείονες (θόρυβος). Οἱ θέλοντες τὸν ἕνα, τὸν θέλουσι πραγματικῶς ἕνα. Αὐτὸ μοι φαίνεται πολὺ παράδοξον νὰ τοὺς ἐνδιαφέρῃ ἡ θέσις τοῦ ζητήματος εἷς ἢ πλείονες, ἢ πέντε, τρεῖς, εἷς. Ὅστις πρεσβεύει κατά πεποίθησιν ὅτι ἡ ἐξουσία πρέπει νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας ἑνὸς, ὅταν ἔλθῃ ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα εἷς, θὰ εἴπῃ ναί. Πιστεύω ὅμως, Κύριοι, ὅτι βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ φρονῶμεν τὸ αὐτὸ περὶ τῶν φρονούντων τὴν πολυανδρίαν, διότι μέχρι τελευταίας στιγμῆς ἴσως ἴσως κλονίζονται μεταξὺ τῶν τριῶν ἢ πέντε Ἀρχὴ γενικὴ «πολυανδρία, εἷς» μερικότης «3, 5, 7, 101·» λέγω καθαρὰ τὴν ἰδέαν μου· ἤκουσα ἀπὸ πληρεξουσίους καὶ παντοῦ πρέπει νὰ ὑπηρετῶμεν τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος· λέγουν τινὲς ὅτι ἐπιμένομεν νὰ τεθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα τῶν πέντε, διότι ἂν ἀποῤῥιφθῶσιν οἱ πέντε, μεταβαίνει ἀμέσως εἰς τὸν ἕνα.
§87ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Καλλιγᾶς ἂν καὶ ἀναγνωρίζοντες κατ’ οὐσίαν ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἕνα, διὰ τὸ δύσκολον τῆς εὑρέσεως τοῦ ἑνὸς ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἰδίως διὰ τὸν σχηματισμὸν μεγάλης καὶ σταθερᾶς πλειονοψηφίας ἐν τῇ Συνελεύσει, ἐπροτιμήσαμεν ἀντὶ τοῦ ἑνὸς πέντε. Ὁμολογῶ λοιπὸν παῤῥησίᾳ ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἀριθμὸς πέντε ὁρισθῇ εἰς τρεῖς, θὰ ἔλθω εἰς τὴν θεωρητικὴν ἀρχὴν τοῦ ἑνὸς (θόρυβος).
§88ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκτὸς τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος, εἶναι καὶ γενικὴ ἀρχὴ, ὅτι αἱ Συνελεύσεις δὲν ψηφοφοροῦν γενικὰς ἀρχάς· πρέπει νὰ ψηφοφορῶσι προτάσεις· ἀφοῦ ἐγένετο ἡ πρότασις τῶν πέντε, πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις.
§89ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ. Ἐδῶ ἔχομεν ἕνα κανονισμὸν, ὅστις μᾶς λέγει ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ μία πρότασις, διὰ νὰ λάβῃ τὴν τιμὴν νὰ ψηφοφορηθῇ. Ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος ἔφερε μίαν πρότασιν, ὅτι φρονεῖ καλὸν νὰ ᾖναι πενταμελὴς ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις· ἡ πρότασις αὕτη δὲν ὑπεστηρίχθη ἀπὸ κἀνένα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν· ἀλλ’ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελε τεθῆ εἰς ψηφοφορίαν, ποία πρέπει νὰ τεθῇ πρώτη; αὐτὴ ἢ ἡ ἄλλη; Ποῦ ἔγεινε, Κύριοι, ἡ πάλη ἰδίως τῆς συζητήσεως; ἰδίως μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν τριῶν· ἄρα λοιπὸν αὗται αἱ δύω εἶναι αἱ συγγενέστεραι, ἡ δὲ ἀπωτέρω εἶναι ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος. Τί γίνεται λοιπόν; πρέπει νὰ τεθῇ ἀναγκαίως εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Κωνσταντοπούλου, διότι πρότασις πρέπει νὰ τίθεται εἰς ψηφοφορίαν, καὶ οὐχὶ ἂν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· θὰ τεθῇ τὸ θέμα «Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ ᾖναι πενταμελὴς, λέγουσι Ναί· οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουσιν Ὄχι.» Λέγω λοιπὸν ὅτι πρῶτο διότι δὲν ὑπεστηρίχθη ἀπὸ κἀνένα πληρεξούσιον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ συζήτησις περιστρέφεται εἰς τὸν ἕνα ἢ τοὺς τρεῖς, ἡ τῶν πέντε θὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπωτέρω.
§90ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, ἐφωτίσθημεν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§92ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς θέμα τὸ τῆς πενταμελοῦς κυβερνητικῆς ἀρχῆς, λέγουσι Ναὶ, οἱ δὲ μὴ, ὄχι.»
§94ΒΑΛΤΙΝΟΣ. «Νὰ προταχθῇ» κύριε Πρόεδρε.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν «οἱ παραδεχόμενοι ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ὡς θέμα τὸ τῆς πενταμελοῦς κυβερνητικῆς ἀρχῆς λέγουσι Ναὶ, οἱ δὲ μὴ, ὄχι.» Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα· ἐψηφοφόρησαν 207· δὲν ἔγεινε παραδεκτὸν τὸ θέμα διὰ ψήφων 129 κατὰ 78· λοιπὸν ἀπεῤῥίφθη. Τώρα τὸ ἕτερον θέμα τίθεται οὕτως· «οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ κυβερνητικὴ ἀρχὴ, ἡ ἐκλεγομένη παρὰ τῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ ᾖναι μονομελὴς, καὶ ὄχι πολυμελὴς, λέγουσι Ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§97ΒΑΛΤΙΝΟΣ. «Οἱ θέλοντες ἕνα λέγουσι Ναὶ, οἱ δὲ θέλοντες τρεῖς, λέγουσιν ὄχι» ὥστε οὕτως ἀπαλλαττόμεθα ἀπὸ δευτέραν ψηφοφορίαν ἂν κερδίσωμεν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ θέματος εἶναι αὕτη «οἱ θέλοντες ἕνα λέγουσι Ναὶ, οἱ θέλοντες πλειοτέρους λέγουσιν ὄχι». Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 203· καὶ δὲν παρεδέχθη διὰ ψήφων 125 κατὰ 77· ἑπομένως ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις τοῦ ἑνός. Τώρα ἐρχόμεθα μεταξὺ τῶν τριῶν ἢ πέντε· «Οἱ παραδεχόμενοι τοὺς τρεῖς λέγουσι Ναὶ, οἱ παραδεχόμενοι τοὺς πέντε, λέγουσιν ὄχι·» (θόρυβος). Γίνεται ἡ παρατήρησις ὅτι ἡ ψηφοφορία αὕτη πρέπει νὰ περιορισθῇ.
§100ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§101ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ἀναστάσεως.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀλίγη προσοχὴ, διὰ νὰ ἀκούσητε· εἶχον εἴπει ὅτι τὸ θέμα νὰ ᾖναι τοιοῦτον. Οἱ θέλοντες τοὺς τρεῖς λέγουσι Ναὶ, οἱ θέλοντες τοὺς πέντε λέγουσιν ὄχι.» Ἀλλὰ γίνεται ἡ ὀρθὴ παρατήρησις ὅτι, ἂν γείνῃ ἰσοψηφία, δὲν θὰ ἠξεύρωμεν τὶ θὰ ἀποῤῥιφθῇ· τότε νομίζω ὅτι ἡ ἀπωτέρω εἶναι ἡ τῶν πέντε.
§103ΤΙΝΕΣ. Τῶν τριῶν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἂς μείνωμεν εἰς τοῦτο. «Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ κυβερνητικὴ ἀρχὴ ἡ ἐκλεγομένη παρὰ τῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ ᾖναι τριμελὴς, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.» Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 170· 17 ἠρνήθησαν ψῆφον· 135 ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, δηλ. τῆς παραδοχῆς τῶν τριῶν· 18 εἶπον ὄχι· ἄρα ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ κυβερνητικὴ ἀρχὴ πρέπει νὰ ᾖναι τριμελής. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 παρὰ 17.)