1863.01.10
974 στίχοι · 8.019 λέξεις · 122 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ Κʹ.
Τῆς 10 Ἰανουαρίου 1863.
(Πέμπτῃ).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον εἴμεθα 166· ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται νὰ δώσουν τὸν ὅρκον οἱ νεοελθόντες πληρεξούσιοι Κύριοι, Μιχάλος Καλαμῶν, καὶ ὁ Κ. Κοσονάκος Γυθείου. Ἔχομεν καὶ νέον τινὰ πληρεξούσιον, τὸν Κ. Σπυρ. Ἀντωνιάδην, ἐκλεχθέντα ἀπὸ τὸν σύλλογον τῶν ἐν Κρήτῃ ὁμογενῶν μας. Ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν Κρητῶν· πρέπει νὰ γίνῃ ἡ κλήρωσις. Μὲ τὰ πρακτικὰ τῆς Σμύρνης ἐλάβομεν καὶ τὰ πρακτικὰ τοῦ Μάντσεστερ, θὰ κληρώσωμεν καὶ αὐτήν. Γίνεται ἡ κλήρωσις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Βούβουλης ἔχει τὸν λόγον.
§4ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, σπουδαία ὑπόθεσις, κατεπείγουσα, ἀφορῶσα πᾶν τὸ ναυτικὸν, μὲ ἀναγκάζει νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, καίτοι οὔσης ἐκτὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι πληρεξούσιοι, ἅπας ὁ ναυτικὸς βίος δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ διηνεκὴς ἀγωνία, διηνεκὴς συμφορά· κατ’ ἔτος πολλοὶ ναυτικοὶ πνίγονται, ἄλλοι συντρίβονται, ἄλλων ὁ παγετὸς τὰ ἄκρα ξηραίνει, ἄλλοι γίνονται παίγνιον τῶν θαλασσίων κινδύνων, καὶ ἄλλοι τέλος πάντων γεγηρακότες ἐγκαταλιμπάνονται ἐν τῇ ἀγωνίᾳ καὶ τῇ θλίψει, καὶ οὐδεὶς πλέον αὐτοὺς ναυτολογεῖ. Πόσων δὲ ναυτικῶν γυναῖκες δὲν μένουσι χῆραι, πόσων τέκνα δὲν μένουσιν ὀρφανά! Τὸ μέγα καὶ ταλαίπωρον τοῦτο ναυτικὸν ἐκρίθη πατρικῆς μερίμνης καὶ περιθάλψεως ἄξιον. Ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἐσυστήθη ναυτικὸν ἀπομαχικὸν ταμεῖον· κατὰ τὰ περὶ τοῦ ναυτικοῦ τούτου ταμείου νομοθετημένα, ὁ κακῶς ἔχων θαλάσσης ἐργάτης, ὁ τυφλὸς, ὁ χωλὸς, ὁ ἀνάπηρος, ἔχουσι ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, αἱ δὲ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ ναυτικοῦ, τὸν ὁποῖον κακὸς δαίμων ἀνήρπασε, περισσεύουσιν ἄρτου. Τὰ χρήματα αὐτὰ τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, τὰ ὁποῖα συνεκροτήθησαν λεπτὸν πρὸς λεπτὸν ἀπὸ τοὺς καταπεπονημένους ποντοπόρους ναύτας, ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ λάβῃ διὰ νὰ τὰ κατασπαταλεύσῃ, ὅπως κατεσπατάλευσε πάντα τὸν δημόσιον πλοῦτον. Ἡ πρᾶξις αὕτη, ἂν τελεσθῇ, εἶναι μία ἱεροσυλία.
§5ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἶναι δήμευσις, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται.
§6ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Καὶ τὶ δικαίωμα ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὰ χρήματα αὐτὰ τοῦ ποντοπόρου καὶ καταπεπονημένου ναύτου; καὶ νὰ τὰ λάβῃ πότε; εἰς τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν πρόκειται ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ τὴν κυριαρχικήν της ἐξουσίαν· καὶ νὰ τὰ κάμῃ τί; τὰ χρήματα ταῦτα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, φοβοῦμαι ὅτι θὰ χρησιμεύσωσι δι’ ἀπαισίους ἰδιοτελείας καὶ φιλοδόξους σκοπούς. Τὰ χρήματα αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι ἀναφαίρετον κτῆμα τοῦ καταπεπονημένου ποντοπόρου ναύτου. Τὰ χρήματα αὐτὰ δὲν ἔχει κανεὶς ἐξουσίαν νὰ τὰ λάβῃ. Μάλιστα, δυνάμεθα νὰ τὰ δώσωμεν, ἀλλὰ πότε; ὅταν ἡ Συνέλευσις ἔλθῃ ἐν τῇ κυριαρχικῇ της ἐξουσίᾳ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ζητήσῃ αὐτὰ, καὶ μᾶς εἴπῃ, ὅτι τέλος πάντων δεινὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς πατρίδος, καὶ θέλω αὐτὰ τὰ χρήματα διὰ νὰ ἐπουλώσω τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος· τότε βεβαίως ἠθέλαμεν τὰ δώσει, καὶ μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως. Πρὸς τοῦτο, Κύριοι, διὰ νὰ προλάβω αὐτὴν τὴν πρόθεσιν ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ σᾶς κάμω γνωστὸν τοῦτο, καὶ ἂν τέλος πάντων νομίζητε, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀκόμη τὴν κυριαρχικὴν δύναμιν ἐπὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐπὶ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, τοὐλάχιστον ἠθικῶς ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποδοκιμάσῃ αὐτὴν τὴν ἱεροσυλίαν, τὴν ὁποίαν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἔχομεν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα αὐτό.
§8ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Γνωρίζω ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ λάβῃ τὰ χρήματα αὐτὰ, ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τῶν συντάξεων ἐπιτροπὴ ἀπεποιήθη, καὶ μέχρι χθὲς ἀκόμη καταπιέζετο διὰ νὰ παραχωρήσῃ αὐτὰ, αὐτὴ δὲ δὲν ἤθελε.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα.
§10ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Καὶ ἤθελε προτιμήσει νὰ τῆς κόψουν μᾶλλον τὰς χεῖρας, παρὰ νὰ τὰ δώσῃ.
§11ΖΕΡΒΑΣ. Ἀνήκω καὶ ἐγὼ εἰς μίαν ναυτικὴν ἐπαρχίαν, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι ἐλπίζουσι τὰς αὐτὰς εὐεργεσίας, τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ τὸ ταμεῖον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη· δὲν γνωρίζω ὅμως, κατὰ πόσον εἶναι ἀληθὲς τὸ περιστατικὸν αὐτὸ, τοῦ νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον, καὶ νὰ ἐπιθέσῃ χεῖρα, ἐπὶ τοῦ ταμείου αὐτοῦ. Ἡ πολιτεία τῶν Ἀθηναίων—οὐχὶ τῶν σημερινῶν — συνέστησε ταμεῖον τι, τὰ χρήματα τοῦ ὁποίου ὠνομάζοντο θεωρικά· ὅλοι οἱ λόγιοι γνωρίζουσιν πῶς ἡ πολιτεία αὐτὴ ἐξησφάλισεν αὐτὰ τὰ χρήματα· ἔκαμε δρακόντιον ψήφισμα, δι’ οὗ ἐπέβαλε τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ὄχι μόνον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐπιπέσει χάριν διαρπαγῆς ἐπὶ τῶν χρημάτων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε τολμήσει ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ προτείνῃ τὴν χρῆσιν αὐτῶν τῶν χρημάτων εἰς πάντα ἄλλον σκοπὸν, παρὰ δι’ ὃν ἦτο προωρισμένα. Τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Τὸ ταμεῖον αὐτὸ, ὡς ἠκούσατε, χρησιμεύει πρὸς ἀνακούφισιν ἀνθρώπων μὴ δυναμένων νὰ μετέλθωσι τὸ ἐπάγγελμά των ἕνεκα ἀνικανότητος· φρονῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ ἐπίσης ὅτι ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει καὶ ἐπ’ οὐδεμιᾷ προφάσει δύναται οἴκοθεν ἡ Κυβέρνησις ἄνευ ἀνάγκης μεγίστης, ἄνευ κινδύνων ἐπαπειλούντων τὸν ὄλεθρον τῆς πατρίδος, νὰ ἐπιθέσῃ χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῶν θεωρικῶν χρημάτων ἀπέναντι ἑνὸς ψηφίσματος δρακοντείου, ὡς σᾶς εἶπον, ἦλθεν ἕνας τῶν μεγάλων ῥητόρων, ὁ κορυφαῖος ὅλων, ὁ ἀπτόητος Δημοσθένης, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κανένα δὲν ἐφοβεῖτο, καὶ ἔκαμε μίαν πρότασιν, ὕψωσε φωνὴν καὶ εἶπε. Ἀλλὰ πότε, Κύριοι; ὅταν εἶδεν ὅτι ἡ Πατρίς του κινδυνεύει.
§12ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ τί εἶπε;
§13ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπρότεινε τὴν κατάργησιν τοῦ ψηφίσματος· πότε ὅμως; ὅτε ὁ κίνδυνος, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, ὁ ὄλεθρος ἦτο πρὸ τῶν πυλῶν τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι, ὅταν παρουσιασθῇ κίνδυνος μέγας, ὅστις δύναται νὰ καταποντίσῃ τὸ ὅλον, καὶ ἐν τῷ ὅλῳ ὑπάρχει καὶ τὸ μέρος, καὶ ὁ κίνδυνος αὐτὸς παρουσιασθῇ εἰς τὸ βῆμα αὐτὸ ἐκ μέρους τῆς Κιβερνήσεως, καὶ ἡ Συνέλευσις ἢ μία Βουλὴ βεβαιωθῇ ὅτι οὐκ ἔστιν ἄλλως γενέσθαι, τότε μάλιστα. Ὅλοι εὐχαρίστως, καὶ ἡμεῖς οἱ μετέχοντες αὐτοῦ τοῦ εὐεργετήματος, εἴμεθα σύμφωνοι νὰ γίνῃ ὁποιαδήποτε χρῆσις αὐτῶν, ὅταν ὁ κίνδυνος αὐτὸς ᾖναι βέβαιος, ἀλλὰ διὰ ῥητῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως, ἄλλως τε, Κύριοι, ἄνευ ῥητῆς ἀποφάσεως, πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις ὅτι πώποτε δὲν πρέπει ἐκ μέρους τῆς ἐξουσίας νὰ ἐπιτεθῇ χεὶρ, διότι ἄλλως, καθὼς καὶ ὁ προλαλήσας εἶπε, τοῦτο δὲν εἶναι, παρὰ μία ἱεροσυλία.
§14ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τί προτείνετε λοιπόν;
§15ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτῶν τῶν χρημάτων εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν, παρὰ διὰ ῥητῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως.
§16ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Νὰ παρουσιασθῇ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ μᾶς εἰπῇ, ἂν ἔγεινε τοιαύτη ζήτησις.
§17ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐντὸς μιᾶς ὥρας νὰ σταλῇ ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§18ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπιτρέψατε εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος, εἰς τοὺς κινδύνους, οἵτινες αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν περικυκλώνουν, νὰ μείνῃ κατὰ μέρος ἡ ἡμερησία διάταξις. Θλιβερὰ, Κύριοι, καὶ ἀπαισία ἀπό τινων ἡμερῶν φημίζεται ἡ κατάστασίς τινων ἐπαρχιῶν, φρικώδη εἶναι τὰ ἀκούσματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νομὸν Λακωνίας λέγονται καὶ γράφονται· χθὲς τὸ ἑσπέρας, Κύριοι, πληροφοροῦμαι ἐξωδίκως, ὅτι σπουδαῖαι καὶ ἐπίσημοι κατεπείγουσαι ἐπιστολαὶ ἔφθασαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνακοινόνουσαι πρὸς αὐτὴν τὴν ἀποσύνθεσιν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων· ἄτομον πρὸς ἄτομον, χωρίον πρὸς χωρίον, φυλὴ πρὸς φυλὴν, ἤρχισαν τὸν ἐμφύλιον πόλεμον. Μὴ θορυβηθῆτε πρὸς ταῦτα, πιστεύω νὰ ᾖναι φῆμαι. Θορυβήσατε ὅμως πληρεξούσιοι τοῦ ἔθνους, θορυβήσατε, ὅταν ἀκούσητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τὰ προσωρινὰ ἐκεῖνα μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει πρὸς κατάπαυσιν αὐτῶν τῶν κακῶν, πρὸς ἀποδίωξιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τὰ προσωρινὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει, τὰ δίδει εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν ἀξίζουν νὰ ᾖναι τὴν σήμερον εἰς τὰς τάξεις τῆς ἐπαναστατικῆς κοινωνίας μας. Δύω πυροβόλα λοιπὸν, καὶ δύω λόχοι πεζικοῦ ἐνεπιστεύθησαν εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, τοῦ ὁποίου τὴν ἱστορίαν ἔχω νὰ ἀναφέρω, τὸ ὄνομα δὲ θὰ ἠκούσατε. Ἠξεύρετε, Κύριοι, τὰ πρὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου, τὰ ἐπαναστατικὰ ἐκεῖνα κινήματα τῶν πρώτων ἐκείνων φιλελευθέρων ἀνδρῶν· ἠξεύρετε τὰς ἀγωνίας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ὁ φιλελεύθερος λαὸς τῶν Πατρῶν, καὶ ἠξεύρετε τοὺς κινδύνους, ὅσους διέτρεχεν ἡ φιλόνομος ἐκείνη πόλις. Κατ’ αὐτῶν ἐπορεύετο τὸ τάγμα τοῦ Λαζαρέτου, τὸ τάγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τὴν καρδίαν του ἔφερε τὴν ἐπανάστασιν, ἐπὶ κεφαλῆς του ὅμως εἶχεν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, ἀντιστρατευόμενον τῆς ἐπαναστάσεως. Εὐτυχῶς, ὑπερίσχυσε τὸ τάγμα· διότι ἔπρεπε νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ θέλησις τῶν καταπιεζομένων, ἔπρεπε νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ φωνὴ τῆς ἐλευθερίας, καὶ τὸ τάγμα ἐκεῖνο ὕψωσε τὴν ἐρυθρὰν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ἐφύλαττεν εἰς τὴν καρδίαν του. Δὲν εἶναι τοῦ καιροῦ ἴσως νὰ ἀναμνήσωμεν τὰ εὐγενῆ ἐκεῖνα τῆς νεότητος τέκνα, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὸ μέγα αὐτὸ ὑπὲρ πατρίδος ἔργον· μεταξὺ ὅμως αὐτῶν ὑπῆρξαν καί τινες ἐξ ἀντιθέτου καὶ φανατικῶς πολέμιοι τοῦ ἔργου τούτου, εἷς τῶν ὁποίων εἶναι ἐκεῖνος, πρὸς ὃν σήμερον ἐμπιστεύεται ἡ δύναμις, ἥτις μεταβαίνει νὰ καταπαύσῃ μίαν τοιαύτην ἴσως ἀντεπανάστασιν, ἕνα ἐμφύλιον πόλεμον.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὀνόμασέ τον.
§20ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐὰν θέλετε, μάλιστα· ὁ Δημητρακαράκος, Κύριοι· ὁ Δημητρακαράκος οὗτος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις, ὅτε ὁλόκληρος ὁ στρατὸς, ὁλόκληρον τὸ τάγμα, ὁλόκληρος ἡ δύναμις μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους προανέφερα, ἐκήρυξαν ὅτι θέλουσι νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν ἐπανάστασιν, καὶ ὅτι ἀναγνωρίζουν μίαν προσωρινὴν Κυβέρνησιν, αὐτὸς, ὅτε τῷ παρουσίασαν νὰ ὑπογράψῃ τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδοχῆς τῶν νέων ἰδεῶν, οὐχὶ μόνον δὲν ὑπέγραψεν, ἀλλ’ οὐδὲ παρεδέχθη· καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸ ὄχι, ἀλλ’ ἀπεκάλεσε προδότας ἐκείνους, οἵτινες προεκινδύνευσαν ὑπὲρ τῶν ὅλων. Καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο, ἀλλὰ μετέβη ἀφεθεὶς ἐλεύθερος εἰς τὸ ἕτερον ἀτμόπλοιον, καὶ προσεπάθει νὰ παραπείσῃ τοὺς ἐν αὐτῷ στρατιώτας, ἀποκαλῶν προδότας καὶ ἐπιόρκους τοὺς ἐπαναστάτας· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπαπειλεῖτο καὶ ἐκεῖ ἡ ζωή του κατέφυγεν εἰς τὴν ξηράν. Ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο μάρτυρας δύω ἐντίμους ἀξιωματικοὺς τὸν Κ. Μπουκαούρην καὶ τὸν Κ. Μαστραπᾶν. Ἐχάθη λοιπὸν, Κύριοι, ἡ ἐμπιστοσύνη, δυσπιστοῦμεν πολὺ ἀπό τινος καιροῦ εἰς τὰ τέκνα τῆς Φεβρουριανῆς ἐπαναστάσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ῥίψωμεν οὐδὲ ἓν βλέμμα εὐνοίας εἰς τὰς καρδίας ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἐτελείωσαν, ὅ,τι ἤρχισε τὸν Φεβρουάριον· καὶ ἔρχεται μία προσωρινὴ Κυβέρνησις, ἕνας ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ δεσμεύσῃ τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον ἐπρόδιδον, ἀλλὰ καὶ ἐξύβριζον ἐν ὀνόματι μιᾶς ἄλλης δυνάμεως· νομίζω δὲν εἶναι καιρὸς νὰ μείνωμεν εἰς τοῦτο, πλὴν ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως καὶ προτείνω νὰ προσέλθῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως δώσῃ διασαφήσεις.
§21ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὅλη ἡ Κυβέρνησις.
§22ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Δὲν δέχεται κανεὶς ἀξιωματικὸς νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατόν! ἂν ᾖναι ἐκεῖ ὁ Δημητρακαράκος.
§23ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν λέγεται, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ πιστεύσω ὅτι οἱ νέοι ἀξιωματικοὶ παραιτοῦνται, διότι ἡ δύναμις αὕτη τίθεται ἐπὶ τοῦ ἀτμοδρόμονος, καὶ διετάχθη ὁ διευθυντὴς αὐτοῦ, ὁ συμπληρεξούσιος ἡμῶν Κ. Σαχτούρης, ν’ ἀναχωρήσῃ τιθέμενος ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Δημητρακαράκου. Εἶναι φρίκη Κύριοι! Σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ μὴ θορυβηθῆτε, καὶ εἶχον τὸν λόγον μου, ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Ἄλλαι ἐπιστολαὶ ἐκ τῶν αὐτῶν ἐπαρχιῶν εἶναι μᾶλλον μέτριαι, καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον τοῦ νομοῦ ἐκείνου, καὶ πιστεύεται ὅτι αἱ φῆμαι αὗται διεδόθησαν ἐπίτηδες ἀπό τινας διὰ νὰ θέσουν εἰς χεῖρας ἀρχῆς τινὸς δύναμιν ἐν πρώτοις, ὅπως ὑποστηρίξῃ ἐκεῖ, τὶς οἶδεν ὁποῖα σχέδια· καὶ δεύτερον διὰ νὰ ἐπιβάλλουν εἰς τὴν συνείδησίν μας, προκειμένου περὶ ἐπικυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως ἐκλογῶν τινων ἐχουσῶν σχέσιν μὲ τὰ μέρη ἐκεῖνα.
§24ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Κύριοι, δύω λέξεις ἔχω ἀκόμη νὰ προσθέσω, τὰς ὁποίας ὁ προαγορεύσας ἐλησμόνησεν ἴσως νὰ προσθέσῃ· ὁ Κ. Δημητρακαράκος, ὁ ἤδη στελλόμενος πρὸς κατάπαυσιν τῶν ταραχῶν εἰς τὴν Λακωνίαν, εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἦλθεν εἰς Πάτρας ὑπὸ τὸν Λαζαρέτον νὰ καταβάλῃ ἐντὸς 4 ὡρῶν, ὡς εἶπεν ὁ Ναπολέων διὰ τὴν Ἰταλίαν, καὶ νὰ καταπνίξῃ τὴν ἐπανάστασιν τὴν ἐθνοσωτήριον. Ὁ Κ. Δημητρακαράκος, τὸν ὁποῖον ἄλλως τε ὑπολήπτομαι πολὺ (θόρυβος), ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τὸν ἀποκαλέσω ἐχθρὸν τῆς πατρίδος. Ὁ Κύριος Δημητρακαράκος, οὐχὶ μόνον δὲν ἠσπάσθη τὴν ἐπανάστασιν, ἀλλ’ ἀκόμη ἐπροσπάθησε παντὶ σθένει νὰ τὴν καταπνίξῃ. Μ’ ἀπεκάλεσε προδότην τῆς πατρίδος, Κύριοι, διότι ὑπηρέτουν τὴν ἐπανάστασιν μὲ τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας, καὶ ὅτι αὐτὸς θέλει μένει πιστὸς εἰς τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωσεν εἰς τὸν Ὄθωνά του! Πῶς θέλετε, αὐτὸς ὁ Δημητρακαράκος, ὁ πιστὸς τοῦ Ὄθωνος, νὰ ἔλθῃ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων μας; Ἀλλὰ μήπως νομίζετε, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ μόνος;
§25ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Εἶναι πολλοί;
§26ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Πλεῖστα ὅσα ἄτομα, πιστὰ εἰς τὸν Ὄθωνα, ὑπηρετοῦσι τὴν σήμερον. Εἰς τὸν Δημητρακαράκον ὅμως ἐνεπιστεύθη σπουδαία ὑπηρεσία.
§27ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΡΑΚΟΣ. Ψεύδεσαι.
§28ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ.
§29ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ μὴ συνερισθῆτε τὸν Κ. Δημητρακαράκον, διότι δὲν ἔχει ἴσως σώας τὰς φρένας, διότι εἶναι ἀπόπληκτος, εἶναι ἀσθενής· Κύριοι, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι τὸ μόνον ἄτομον ὁ Κ. Δημητρακαράκος, ὅστις ὑπηρετεῖ τὴν σήμερον· ὅλα τὰ πρόσωπα τὰ ἔντιμα, τὰ λαβόντα μέρος εἰς τὴν ἐπανάστασιν, καταθλίβονται· προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς προβιβασμοὺς, ἔφερε τὴν παραλυσίαν τοῦ στρατοῦ· διατὶ, Κύριοι; βεβαίως δι’ ἕνα σκοπὸν, τὸν ὁποῖον αὐτὴ μόνη της γνωρίζει, καὶ ὅλοι τὸν γνωρίζομεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας καὶ σιωπῶ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι φρόνιμον νὰ προσκληθῇ ὁ Κ. ὑπουργὸς εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ μᾶς δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, καὶ διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ Κ. Δημητρακαράκου, καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους Κυρίους ἀξιωματικοὺς, τοὺς ὁποίους κρατεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Περαίνω τὸν λόγον μου καὶ καταβαίνω χωρὶς νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο.
§30ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δύο ζητήματα ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, ἐν ἐλλείψει ἡμερησίας διατάξεως, ἡ ὁποία ἤθελε μᾶς ἀπασχολήσει μακρὰν τῶν πραγματικῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος· διότι, φρονῶ, ὅτι ἡ πατρὶς οὐδόλως κινδυνεύει, ἐὰν, πρὸς στιγμὴν, ἐπαρχιῶν τινῶν πληρεξούσιοι δὲν ἔλαβον διὰ τῆς ἐξελέγξεως αὑτῶν τὴν νόμιμον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἴσοδον. Τὸ πρῶτον ζήτημα, ἤτοι περὶ δημεύσεως ξένης περιουσίας, διενεργουμένης ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· εὐγνωμονῶ εἰς τοὺς προλαλήσαντας, ὅτι δὲν ἐξήντλησαν τὸ θέμα, καὶ μοὶ ἔδωκαν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὴν ὀνομάσω, καὶ εἶναι, δήμευσιν· διότι τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον τοῦ ναυτικοῦ......
§31ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι ἱεροσυλία.
§32ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἱεροσυλία! ἠμπορεῖ νὰ μὴν εἶναι χριστιανοὶ καὶ δὲν τοὺς μέλλει τίποτε. Τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον τοῦ ναυτικοῦ, τὸ ταμεῖον τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν τοῦ στρατοῦ, τὸ ταμεῖον τῶν ἀποστράτων, κατ’ οὐδένα λόγον, Κύριοι, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔτι περισσότερον δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐθνοσυνελεύσεως· ἔτι περισσότερον εἶναι ξένη περιουσία, καὶ οὔτε ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως δύναται νὰ κανονίσῃ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν. Μόνον ἐπειδὴ πολλὰ ἄτομα ἀνήκοντα εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἢ ἀνήκοντα εἰς τὸ ἐμπορικὸν ἢ στρατιωτικὸν ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύνανται, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας των νὰ συνέρχωνται ἐπὶ τὸ αὐτὸ, ὠνομάσθη ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτροπή· Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐνεργεῖ πάλιν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως· οὐδὲν δικαίωμα οὐδεὶς ἔχει ἐπὶ τῶν χρημάτων αὐτῶν, παρὰ οἱ κύριοι, οἱ κεφαλαιοῦχοι. Καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο, Κύριοι, ὠνόμασα τὴν διαχείρισιν, τὴν ὁποίαν ἐσκόπει ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ, δήμευσιν. Ἡ δήμευσις δὲν ἐπετράπη, Κύριοι, εἰς περιουσίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας πολὺ πιθανὸν νὰ εἴχομεν νόμιμα δικαιώματα. Δεύτερον ζήτημα ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, ἡ κακὴ κατάστασις τῆς μεσημβρινῆς Πελοποννήσου, ὅτι ἐπανάστασις ἐπαπειλεῖ τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα τὰ μέτρα αὑτῆς πρὸς καταστολὴν τῆς ἐπαναστάσεως, κάμνει χρῆσιν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα, πρὸς τὸ παρὸν, Κύριοι, κατ’ οὐδένα λόγον δὲν δύνανται νὰ χαίρωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κοινοῦ. Ἀσχέτως ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην περὶ τῶν διαφόρων αὐτῶν προσώπων ἰδέαν ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχει εἷς χαρακτὴρ, ὅστις διαχωρίζει, πρὸς τὸ παρὸν, τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ὡς ὁλομέλειαν, εἰς ἄτομα, ἤτοι ἀντεπαναστατικῶς φρονήσαντα ἢ καὶ φρονοῦντα εἰσέτι, καὶ εἰς ἄτομα ἐπαναστατικῶς φρονήσαντα καὶ φρονοῦντα. Ὅλα ταῦτα, Κύριοι, διήγειραν συζήτησιν, ἡ ὁποία, νομίζω, ἐφάνη ἀρκοῦσα εἰς τὴν ἐθνοσυνέλευσιν, ἵνα προκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Κύριοι, ἐῤῥέθη ὅτι δὲν ἀποτελούμεθα εἰσέτι πράγματι ἐθνοσυνέλευσις. Ὁ λόγος οὗτος ἦτο γελοῖος. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἀπὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου, εἴμεθα ἐθνοσυνέλευσις νόμιμος, ἐν ὅσῳ διὰ τῶν πραγμάτων δὲν ἀποδεικνύεται τὸ ἄνομον τῆς εἰσόδου ἀτόμων τινῶν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἀπόδειξις, Κύριε Λύσανδρε, ὅτι θεωρούμεθα νόμιμοι εἶναι, ὅτι ἀπεβάλαμεν, οὓς ἐνομίζαμεν ἀνόμους, δίδοντες κατ’ αὐτῶν τὴν ψῆφόν μας. Κύριοι, ἐκ μέρους μου θὰ μὲ συγχωρήσετε νὰ σᾶς εἴπω ἀκόμη δύο λέξεις· ἐξαιρέσει αὐτῶν τῶν δύο περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα δικαίως μᾶς ἐτάραξαν, προσθέτω, ὅτι ἀπὸ ἡμερῶν πολλῶν ὑπόκωφος ταραχὴ διεδόθη εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἐὰν μὲ ἐρωτήσητε, εἶμαι εἰλικρινὴς νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὰς δύο ἰδέας.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§34ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὑπάρχει φόβος, Κύριοι, λέγουσί τινες, μὴ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν πρόκηται νὰ πέσῃ, δὲν παραδώσῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ διὰ τῆς Συνελεύσεως εἰς ἑτέραν Κυβέρνησιν. Κύριοι, ὑπάρχει φόβος, λέγουσιν ἄλλοι, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα στηριχθῇ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Συνελεύσεως, φιλοδοξίαι τινὲς μὴ εὐχαριστημέναι θὰ διενεργήσωσιν, ὅ,τι δύνανται πρὸς κατάπτωσιν τῆς Κυβερνήσεως.
§35ΤΙΝΕΣ. Ψεύδονται.
§36ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι, λέγομεν ὅ,τι ἀκούομεν. Λοιπὸν, Κύριοι, πρὶν ἢ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἰδέας μας, πρὶν ἢ προσκαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ λόγον τῆς τυχαίας αὐτῆς πράξεως περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἀτμοδρόμονος, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, δὲν τὸ ἔχω σπουδαῖον, ἀπέναντι τόσων ἄλλων πραγμάτων, προτείνω τὸ ἑξῆς· «ἐντὸς δύο ὡρῶν νὰ προσκληθῇ πρῶτον ἡ Κυβέρνησις ἡ τριμελὴς, καὶ τὸ ὑπουργεῖον, νὰ δώσωσι πρῶτοι αὐτοὶ τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον, ἅμα καταρτιζομένης τῆς ἐθνοσυνελεύσεως, ἔπρεπε νὰ προκαλέσωμεν νὰ δώσῃ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, σέβας καὶ ὑπακοὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐθνοσυνελεύσεως». Ἅμα κατηρτίσθη, Κύριοι, ἡ ἐθνοσυνέλευσις, ἡ Κυβέρνησις ὑπόκειται εἰς τὴν Συνέλευσιν, καθὼς ὑπόκεινται καὶ ὅλοι οἱ λειτουργοί. Ἀκόμη δὲν ἐδόθη ὅρκος οὔτε ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων οὔτε ἐκ μέρους τοῦ στρατοῦ· θὰ τὸν δώσωσι λέγουσί τινες, ὅταν καταρτισθῇ ἡ Συνέλευσις. Ἐγὼ τὴν θεωρῶ κατηρτισμένην. Ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλεσθῇ νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον ἐντὸς δύο ὡρῶν, «σέβας καὶ ὑπακοὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐθνοσυνελεύσεως» καὶ τὸν ὅρκον τοῦτον νὰ τὸν μεταβιβάσῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς ὑπαλληλίας, εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, διὰ νὰ διακριθῶμεν, ποῖοι εἶναι οἱ πράγματι πατριῶται, καὶ ποῖοι δὲν εἶναι. Προτείνω εἰς συζήτησιν τὸ περὶ προκλήσεως εἰς ὁρκοδοσίαν.
§37ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα δημεύσεις· πρὸς τί ἔρχεται ἕνας καὶ ζητεῖ ἐδῶ; Πρὸς φώτισιν; ἢ μεροληπτικῶς νὰ ἐκφράσῃ μίαν ἰδέαν; ἔρχεται διὰ διασάφησιν; Ὡμιλήσατε, Κύριε, περὶ ναυτικῶν· ἐπιθυμῶ νὰ δώσω λόγον.
§38ΖΕΡΒΑΣ. Διεδόθη, ὅτι προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα εἰς τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον τῶν Ναυτικῶν· τοῦτο θέλομεν νὰ μάθωμεν ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ἢ ὄχι.
§39ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ δεύτερον, ὅτι ἔδωσεν ἀτμόπλοιον εἰς τὰς διαταγὰς ἀνθρώπου, ὅστις δὲν χαίρει κᾀμμίαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων.
§40ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Περὶ τοῦ Ναυτικοῦ ταμείου καὶ τοῦ Ἀτμοδρόμονος, ὅτι τὸν ἐβάλαμεν εἰς ξένην κυριαρχίαν.
§41ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὄχι εἰς ξένην κυριαρχίαν, ἀλλ’ εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, εἰς οὗ τὰς διαταγὰς ἐθέσατε τὸν Ἀτμοδρόμονα καὶ τὸν κύριον Σαχτούρην, ὅστις διετάχθη ἀμέσως ν’ ἀναχωρήσῃ.
§42ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐκ προοιμίων, Κύριοι, κυρίως ὡς πληρεξούσιος λέγω, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὁσάκις πᾶς τις ἀναβαίνει εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ ἐκφέρῃ καθαρὰς τὰς ἰδέας του καὶ τὰς γνώμας του· ἐὰν εἰς τὸν τύπον, ἐὰν εἰς τὰς ἰδιαιτέρας συνεντεύξεις καὶ συναναστροφὰς ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἔχῃ αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα, κυρίως αὐτὸ τὸ βῆμα πρέπει νὰ ᾖναι ὁ τόπος τῆς ἀκριβείας. Λυποῦμαι, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, ὄχι ἀπὸ σκοπὸν, δὲν ἐτηρήθη, ὅπερ ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ· καὶ νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκ προοιμίων ἤρχισεν ἡ Συνέλευσις νὰ λέγῃ, ὅτι τὰ προοίμια πρέπει νὰ τὰ καταθέσῃ θετικὰ καὶ ὁριστικὰ, διότι ταῦτα πρέπει νὰ ᾖναι προοίμια ἐπάξια καὶ τοῦ βάρους καὶ τῆς ὑπολήψεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας τὸ Ἔθνος τρέφει ὑπὲρ αὐτῆς, νὰ μὴ ἀρχίσωμεν ἐκ προοιμίων ἄνευ θετικότητος, μόνον διὰ νὰ κάμωμεν λόγον καὶ νὰ προσάπτωμεν μῶμον, ὅταν μῶμος δὲν ὑπάρχῃ. Λοιπὸν καὶ εἰς τὰ δύω εἶναι λανθασμένοι. Πρῶτον τὸ ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ὑπάρχει εἰς τὴν θέσιν του.
§43ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὁ λόγος εἶναι, ἐὰν διετέθησαν τὰ χρήματα.
§44ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὄχι. Διὰ τοῦτο εἶπα, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν ἀλήθειαν.
§45ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν ἐξηγήσεις.
§46ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Λοιπὸν κἀμμία διάθεσις τοῦ ἀπομαχικοῦ Ταμείου δὲν ἔγεινε μήτε κατὰ γράμμα μήτε ἐν πράγματι.
§47ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Νὰ γνωστοποιήσητε εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν χθὲς δὲν ἔγεινε λόγος εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβητε τὰ χρήματα.
§48ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπανέρχομαι, Κύριοι, καὶ λέγω· ὅ,τι φρονοῦμεν εἶναι ἀδιάφορον, αἱ διασκέψεις δὲν δικάζονται εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, δικάζονται ἰδιαιτέρως, τὰ πράγματα μόνον ἐξετάζονται ἐδῶ, ἐκεῖνα κατακρίνονται. Λοιπὸν τί μὲ ἐφέρατε, διὰ διασκέψεις; τί διασκέψεις;
§49ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Ἐζητήσαμεν νὰ τὸ προλάβωμεν, διότι ἐὰν τὰ ἐλαμβάνετε θὰ ἦτο πολὺ ἀργά.
§50ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἔπρεπε, Κύριοι, νὰ ἔχητε εἰς τὸν ἑαυτόν σας τόσον ἐγωϊσμὸν, διότι καὶ ἡμεῖς τὴν αὐτὴν φιλοτιμίαν ἔχομεν.
§51ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Καὶ μόλα ταῦτα τὰ χρήματα τοῦ στρατιωτικοῦ Ταμείου ἐλήφθησαν, Κύριε Ὑπουργέ.
§52ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἠξεύρω, Κύριε Συνταγματάρχα μὴ μὲ ἐρωτᾶτε εἰς πράγματα, τῶν ὁποίων δὲν ἔχω γνῶσιν. Σᾶς λέγω λοιπὸν ὅτι ἐσφαλμένως πολὺ καὶ λανθασμένως ἀναφέρεται, ὅτι ἐγένετο κἀμμία, ἢ παραμικρὰ διάθεσις εἰς τὸ ἀπομαχικὸν Ταμεῖον· τὸ ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ὑπάρχει, ὅπως ὑπῆρχε, καὶ διαμένει. Ἀλλ’ ἤκουσα, ὅτι εἴπατε δημεύσεις ἐδῶ· τί ἐννοεῖτε δήμευσιν; Θετικῶς λέγω, ὅτι δὲν ἔγεινε τίποτε· ἀλλ’ ὁ Κύριος Συνταγματάρχης ὁ συνάδελφός μου εἶπεν, ὅτι ἔγεινεν ἀλλοῦ εἰς ἄλλο Ὑπουργεῖον· καὶ τοῦτο ὠνομάσατε δήμευσιν; ἰδοὺ τί συμβαίνει· δὲν ἠξεύρω τί ἔγεινεν, ἀλλ’ ἐὰν ἴσως ἐφαρμόζωνται αἱ λέξεις αἱ αὐταὶ πάντοτε. Γνωρίζετε, ὅτι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς παρούσης καταστάσεως ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ λόγον. Πρὸ τῆς παρουσίας τῶν ἀντιπροσώπων, ἐν τῷ δικαιώματι τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνεδέχθη ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις, γνωρίζετε εἰς ποίαν θέσιν εὑρέθη, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προτείνῃ τότε ἓν δάνειον· τοῦ δανείου τούτου προσδιωρίσθη ὁ τόκος 6 τοῖς ἑκατὸν, καὶ πολλοὶ τῶν ἰδιωτῶν μαθόντες τοῦτο ἔσπευσαν νὰ ζητήσωσι μετοχάς. Ἔγεινε λόγος, ἀνίσως τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔμενον ἐπὶ τόκῳ κατατεθειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν, δὲν ἤθελεν ἦναι συμφερώτερον νὰ μεταβιβασθοῦν εἰς τὸ δάνειον ἐκεῖνο, ἐπὶ τόκῳ 6 τοῖς ἑκατόν. Ἐξητάσθη πραγματικῶς, ὅτι τὰ ἐν τῇ Τραπέζῃ παρακατατεθειμένα δὲν λαμβάνουν τόκον εἰμὴ 4½%. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ἐγνωμοδότησα καὶ τώρα ἀποφαίνομαι, ὅτι διὰ τὰ Ταμεῖα καὶ τῶν Συντάξεων καὶ τῶν Ἀπομάχων συμφέρον εἶναι νὰ παρακατατεθῶσιν ἐκεῖ, ὅπου ἀπολαμβάνουν τόκον 6%, καὶ ὄχι εἰς ἓν Ταμεῖον, ὅπου δὲν εἶναι περισσότερον ἀπὸ 4%.
§53ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν δίδουν 50%.
§54ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπειδὴ ὡμίλησες περὶ Τουρκίας νὰ δείξῃς τὸ ἀναξιόχρεον τοῦ Ἔθνους, σὲ λέγω, ὅτι, ὅταν λέγῃς περὶ ἀναξιοχρέου, εἶναι μᾶλλον ἀξιόχρεον τὸ δημόσιον Ταμεῖον παρὰ τὰ ἰδιωτικά.
§55ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κανεὶς δὲν τὸ ἠρνήθη αὐτὸ, Κύριε Ὑπουργέ!
§56ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐρωτήσατε, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι αἱ Τράπεζαι, ἐὰν δὲν ἐγίνοντο ἐξασφαλιστικοὶ Νόμοι, ποτὲ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ὑπάρξουν, ἐνῷ τὸ Ταμεῖον ποτὲ δὲν ὑπάγεται εἰς κινδύνους. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι πολὺ ἀσφαλέστερον εἶναι νὰ παρακατατεθῶσι τὰ χρήματα εἰς τὸ δάνειον ἐκεῖνο καὶ πρὸς τόκον μεγαλύτερον. Κύριοι, περὶ τοῦ Δημητρακαράκου σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι ἓν ζήτημα· ἀπὸ ποῦ δὲν ἠξεύρω νὰ τὸ ἀρχίσω.
§57ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι, διαδοθέντος χθὲς, ὅτι ἐπρόκειτο εἰς τὸν Νομὸν Λακωνίας ῥῆξις, διετάχθησαν δύω πυροβόλα καὶ δύω λόχοι νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ· διετάχθη προσέτι ὁ Ἀτμοδρόμων καὶ ὁ διευθυντὴς αὐτοῦ νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Δημητρακαράκου, δηλ. ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς τῆς δυνάμεως ἐστάλη ὁ Δημητρακαράκος.
§58ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἀνεκλήθη αὐτὴ ἡ διαταγή.
§59ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὅ,τι ἀφορᾷ ἐμὲ θὰ ὁμιλήσω· καὶ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ἐκεῖ τοῦ νομοῦ, καὶ ἀπὸ τὸν ἐκεῖ παραπλέοντα κυβερνήτην τοῦ πλοίου τῆς Παράλου ἦλθον χθὲς εἰδήσεις, ὅτι Λάκωνές τινες ἔνοπλοι...
§60ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖοι εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς;
§61ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἄγνωστοι, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ ὀνόματά των.
§62ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι συγγενεῖς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§63ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπέπεσον καὶ ἔφερον διαρπαγὰς εἰς ἓν χωρίον, δὲν ἐνθυμοῦμαι, διήρπασαν μίαν δημοσίαν ἀποθήκην, καὶ ἀλλοῦ ἐπαπειλοῦν βίαν. Μία ἀπὸ τὰς πόλεις, ἥτις ἔχει ὑποψίαν, εἶναι καὶ αἱ Καλάμαι. Γνωρίζετε, ὅτι ὅλαι αἱ πόλεις ἔχουν ὑποψίας· αἱ Καλάμαι δὲ εἶναι μία ἀπὸ τὰς γνωστὰς καὶ σπουδαίας πόλεις, καὶ ἔχει, καὶ ἐμπόριον, καὶ καταστάσεις, καὶ ἑπομένως ὡς ἐγγυτέρα εἰς τὴν Λακωνίαν εἶναι ὕποπτος μήπως χάσῃ. Ἔγεινε λοιπὸν ἀνάγκη ν’ ἀποσταλῇ μία δύναμις ἐκεῖ διὰ νὰ περιστείλῃ τὰς ἀταξίας καὶ τὰς λεηλασίας· αὐταὶ κατὰ πόσον ἐπεκτάνθησαν δὲν γνωρίζω· νὰ σταλῇ λέγω μία δύναμις· καὶ ἐπειδὴ δὲν εἴχομεν ἄλλο πλοῖον ἐδῶ, βέβαια τὸν ἀτμοδρόμονα δὲν τὸν ἔχομεν διὰ νὰ τὸν βλέπωμεν, δὲν τὸν ἔχομεν διὰ πανηγύρεις, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπηρετῇ. Λοιπὸν διετάχθη νὰ παραλάβῃ τὸ ἀπόσπασμα καὶ νὰ τὸ φέρῃ εἰς τὰς Καλάμας, ἢ ὅπου ἡ ἀνάγκη τὸ καλέσει, νὰ συνεννοῆται δὲ μὲ τὸν Νομάρχην καὶ μὲ τὸν Διοικητὴν τοῦ ἀποσπάσματος εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν.
§64ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αὐτὸς ὁ ἀτμοδρόμων καλὸν ἦτο νὰ ἐγύριζε.
§65ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ Δημητρακαράκος εἶχε διορισθῆ;
§66ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§67ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τότε λοιπὸν, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, μὴ ἀποκρίνεσθε.
§68ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἔχει καμμίαν προγραφὴν αὐτὸς ὁ Δημητρακαράκος; δὲν γνωρίζω.
§69ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἔχει τὴν ἠθικὴν προγραφὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Μπότσαρης, ὁ Σῖμος, ὁ Γενναῖος καὶ οἱ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους κακῶς πράξαντες δὲν προεγράψατε.
§70ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἀτμοδρόμονα, λέγω, ὅτι διετάχθη νὰ πράξῃ, ὅ,τι ἡ ὑπηρεσία τὸ καλεῖ, διότι εἶναι τὸ πλέον πολυδάπανον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν.
§71ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὁ ἀτμοδρόμων θὰ μένῃ εἰς τὰς Καλάμας; Καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον, καὶ μὲ ποῖον θὰ συνεννοῆται;
§72ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἶπα, ὅτι ὁ ἀτμοδρόμων διετάχθη νὰ παραλάβῃ τὸ ἀπόσπασμα μὲ τὰ ἀναγκαῖα ἐφόδια, νὰ μεταβῇ εἰς τὰς Καλάμας καὶ νὰ τὸ ἀποβιβάσῃ ἐκεῖ ἢ ὅπου ἤθελε τὸ καλέσει ἡ ἀνάγκη.
§73ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀνεγνωρισμένη ἀπὸ ποῖον;
§74ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀπὸ τὴν ἀταξίαν· νὰ συνεννοῆται μὲ τὸν Νομάρχην καὶ μὲ τὸν Διοικητὴν τοῦ ἀποσπάσματος καὶ νὰ δίδῃ τὴν ἀνήκουσαν συνδρομήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις τῆς ὑπηρεσίας.
§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, παρακαίρως καὶ ἀκανονίστως ἔφεραν εἰς τὴν Συνέλευσιν διάφορα καὶ ἄσχετα πρὸς ἄλληλα ζητήματα, καὶ δι’ αὐτὸ γίνεται καὶ ἡ συζήτησις ἀκανονίστως (θόρυβος). Παρακαίρως, λέγω, Κύριοι, διότι ὅταν γίνεται μία συζήτησις περὶ ἑνὸς πράγματος, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἐπέλθῃ καὶ μία ἀπόφασις· καὶ ἡ ἀπόφασις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ, πρὶν ἢ καταρτισθῇ ἡ Συνέλευσις νομίμως, (θόρυβος). Ὅσον θέλετε φωνάζετε, ἐγὼ δὲν ἀπαντῶ. Διὰ νὰ καταρτισθῇ δὲ ἡ Συνέλευσις νομίμως, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ ὁριστικοῦ προέδρου (θόρυβος). Ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἀντικρούσητε ἐδῶ εἰς τὸ βῆμα οἱ θορυβοῦντες καὶ ἔχοντες ἐναντίαν ἰδέαν. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν, Κύριοι δὲν ἐκλεχθῇ τὸ ὁριστικὸν προεδρεῖον, ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι νομίμως κατηρτισμένη, ἑπομένως καμμία ἀπόφασις αὐτῆς δὲν ἔχει ἰσχὺν, εἰμὴ μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, διότι σήμερον, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἐνεργεῖ ὡς Σῶμα ἐξελεγκτικὸν τῶν ἐκλογῶν, ὡς Σῶμα δικαστικόν. Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ λέγω ὅτι παρακαίρως ἐῤῥίφθησαν τὰ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματα εἰς τὸ μέσον. Ἀκανονίστως δὲ, διότι ἐῤῥίφθησαν τρία ζητήματα, μὴ ἔχοντα κἀμμίαν σχέσιν πρὸς ἄλληλα, ὡς προεῖπον. Ὁ εἷς λέγει, ὅτι ἔγεινε σφετερισμὸς τῶν χρημάτων τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον οὔτε ἀναιρῶ, οὔτε ἐπιβεβαιῶ, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον, ἂν ᾖναι ἀληθὲς, πρέπει νὰ δώσῃ λόγον ἡ Κυβέρνησις· ὁ ἄλλος λέγει, ὅτι διωρίσθη ἀκατάλληλος διοικητὴς τοῦ ἀποσπάσματος τὸ ὁποῖον στέλλεται πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως εἰς Μεσσηνίαν. Τρίτος τις προτείνει νὰ ἔλθῃ ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως νὰ ὁρκισθῇ, διὰ νὰ παγιωθῇ ἡ τάξις· δὲν ἐννοῶ τῇ ἀληθείᾳ αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως. Πρῶτον, κατὰ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ μία ἐπερώτησις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐπερώτησις αὕτη πρέπει νὰ διατυπωθῇ καὶ νὰ εἰδοποιηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα νὰ ᾖναι παροῦσα νὰ ἀκούσῃ τὴν κατηγορίαν καὶ νὰ ἀπολογηθῇ· ἡμεῖς διαπληκτιζόμεθα ἤδη μεταξύ μας χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ καμμίαν εἴδησιν. Κατηγορεῖται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐσφετερίσθη τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον; ἔπρεπε προηγουμένως νὰ προσκληθῇ ἐδῶ νὰ δώσῃ λόγον καὶ κατόπιν νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν οἱανδήποτε. Εὑρέθη τυχαίως ἐνταῦθα ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ἀνῄρεσε τὰ πάντα χωρὶς ν’ ἀντικρουσθῇ. Κατηγορεῖται ἀφ’ ἑτέρου ἡ Κυβέρνησις, ὅτι διώρισε τὸν Δημητρακαράκον διοικητὴν τοῦ ἀποσπάσματος, τὸ ὁποῖον στέλλεται εἰς Μεσσηνίαν πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως. Δὲν ἐπιδοκιμάζω, Κύριοι, τὸν διορισμὸν αὐτὸν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν ἦτον ἡ κατάλληλος ὥρα αὐτῆς τῆς συζητήσεως, καθόσον ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ καὶ αὐτὴ ἡ κατηγορία καὶ νὰ κοινοποιηθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, νὰ προσκληθῇ ὁ ὑπουργὸς νὰ ἔλθῃ νὰ ἀπολογηθῇ, νὰ τὸν ἀκούσωμεν καὶ νὰ ἔλθωμεν ἔπειτα εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐγένετο συζήτησις περὶ αὐτῶν τῶν δύω ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχουσι κἀμμίαν σχέσιν πρὸς ἄλληλα, ῥίπτεται ἐν τῷ μέσῳ μία τρίτη πρότασις νὰ ἔλθῃ ἐντὸς δύω ὡρῶν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρκισθῇ. Μὰ Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὡρκισμένη· οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκαν τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις ἐκανόνισε διὰ ψηφίσματος. Λοιπὸν ποῖον ἄλλον ὅρκον ἀπαιτεῖτε νὰ δώσωσιν; ἀλλὰ καὶ ἂν ἦναι ἀναγκαῖος νέος ὅρκος, πρέπει νὰ προηγηθῇ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίσῃ τὸν τύπον τοῦ νέου ὅρκου. Ἐπομένως τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις νὰ ὁρκισθῇ, ἀφοῦ μετὰ τρεῖς ἡμέρας θὰ ἔχωμεν νέαν Κυβέρνησιν; ὁ ὅρκος, νομίζετε, εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος θὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ἐπαπειλοῦν τὸν τόπον κατὰ τοὺς προαγορεύσαντας; βεβαίως ὄχι· ἠμποροῦν νὰ δοθοῦν ἑκατὸν ὅρκοι· ἂν δὲν ληφθοῦν τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς καταστολὴν αὐτῶν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὰ κακὰ ταῦτα δὲν παύουν. Ἀποκρούω λοιπὸν τὴν πρότασιν αὐτὴν ὡς ματαίαν καὶ ἄσκοπον, διότι, ὡς προεῖπον, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἔχωμεν νέαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ ἀναγκαίως τὸν ζητούμενον ὅρκον. Ἐκτὸς τούτων ὅλων, Κύριοι, ἐφέρθησαν ἐν τῷ μέσῳ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἔγειναν ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ φῆμαι αἱ ὁποῖαι διατρέχουσιν εἰς τὴν ἀγοράν. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἤθελεν εἶσθαι καταδικασμένη ν’ ἀκούῃ τὰς φήμας αὐτὰς, καὶ νὰ τὰς φέρῃ ἑκάστοτε ἐν τῷ μέσῳ, νὰ τὰς συζητῇ καὶ νὰ τὰς ἐξετάζῃ. Αἱ φῆμαι, αἱ ὁποῖαι διατρέχουν ἔξω εἰς τὴν ἀγορὰν, δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως· ἐδῶ πρέπει νὰ ἔρχωνται πράγματα ὡρισμένα, πράγματα καθαρὰ καὶ σπουδαῖα, καὶ ἂν ἦναι ἀνάγκη, νὰ προσκαλῆται καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπολογηθῇ ἢ νὰ δώσῃ πληροφορίας καὶ ἔπειτα νὰ προέλθῃ ἡ Συνέλευσις εἰς μίαν ἀπόφασιν, εἴτε ἐπιδοκιμαστικὴν, εἴτε ἀποδοκιμαστικήν. Σᾶς λέγουν ὅτι, ὑπάρχουν φῆμαι, ὅτι, ἂν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις δὲν ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, θὰ διαταραχθῇ ἡ ἡσυχία καὶ τάξις· ὅτι ὑπάρχουν ἄλλαι φῆμαι, ὅτι ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, θὰ ἐγερθοῦν φιλοδοξίαι αἱ ὁποῖαι θὰ προκαλέσωσιν ἐπίσης ταραχάς. Αἴ! ἔπειτα τί ἔχομεν νὰ δικάσωμεν; τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς συζητήσεως ποῖον εἶναι;
§76ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ προλαμβάνῃ τις, καὶ νὰ λαμβάνῃ τὰ μέτρα κατὰ ἐνδεχομένων περιστάσεων.
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέτρα ἐπὶ φημῶν δὲν λαμβάνονται· λαμβάνονται μέτρα ἐπὶ γεγονότων ὡρισμένων, ἐπὶ πραγμάτων ἐπικειμένων. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ κατάστασίς μας δὲν εἶναι καλὴ, δὲν εἶναι εὐάρεστος· καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως: Εἶπον προχθὲς, ὅτι ἡ ἐπαρχία τῆς Μονεμβασίας εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς λεηλασίας ἐκ μέρους τῶν ἐπιδραμόντων αὐτόθι Λακώνων καὶ ἐξέθεσα τὴν λυπηρὰν αὐτὴν κατάστασιν μετὰ τῶν συναδέλφων μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα διὰ νὰ φέρῃ ἓν εὐάρεστον ἀποτέλεσμα κατὰ τῆς τοιαύτης καταστάσεως καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἤδη ἐπανῆλθεν ἡ τάξις εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην κατὰ τὰς τελευταίας πληροφορίας μου. Ἐννοῶ, ὅτι περὶ τοιούτων ἀντικειμένων πρέπει νὰ γίνεται συζήτησις, δὲν δέχομαι ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται τοιαύτη συζήτησις διὰ τὰς φήμας, αἱ ὁποῖαι διατρέχουν εἰς τὰς ἀγορὰς, εἰς τὰ καφφενεῖα, διότι αἱ τοιαῦται φῆμαι εἶναι ἀνάξιαι συζητήσεως. Συμπεραίνων τὸν λόγον μου, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα κανονικοὶ εἰς τὰς συζητήσεις μας. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ προέλθῃ εἰς τοιαύτας συζητήσεις, πρὶν ἢ καταρτισθῇ νομίμως, ὡς προεξέθηκα, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἐξαντληθῇ τὸ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐφέρθη εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀφοῦ ἀκουσθῇ προηγουμένως καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν αὐτῆς τῆς συζητήσεως νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ δεύτερον καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς· ἀλλὰ νὰ προκαλῶμεν συζητήσεις ἀκανονίστως, τοῦτό μοι φαίνεται ὅτι, δὲν εἶναι οὔτε λογικὸν οὔτε συμφέρον, διότι ἐξαντλοῦμεν καιρὸν πολύτιμον ἀνωφελῶς, ἐν ᾧ ἡ πατρίς μας εὑρίσκεται εἰς κρισίμους τῳόντι περιστάσεις.
§78ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κύριοι, εἷς λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπέφερον ἐτάραξε τὰ ὦτά τινων. Καλῶς ἔχει· ἀλλὰ πρέπει ἐπίσης εὐαίσθητος νὰ ᾖναι καὶ ἡ καρδία. Τὸν λόγον αὐτὸν δὲν ἐπρόφερα διὰ νὰ φέρω ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην, ἥτις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν πίστιν. Τοῦτο εἶπον διὰ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τὴν χρηματικὴν, τὴν γινομένην εἰς τὸ ἐθνικὸν ταμεῖον. Τὴν πίστιν τὴν ἐθνικὴν, Κύριοι, τὴν ζηλεύω, ὡς ὅλοι ὑμεῖς· ἀλλ’ ἠξεύρετε, ὅτι ἕνεκα κακῆς διαχειρίσεως τοῦ παρελθόντος, ὁποίαν φήμην ἀπέδωκαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀλλὰ δὲν ἔπταιε τὸ ἔθνος, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀχρεία κυβέρνησις. Αὐτὸ πρέπει νὰ προλάβωμεν, Κύριοι· ἐδῶ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ὥστε ἡ διαχείρισις νὰ ᾖναι καλὴ, διὰ νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν πίστιν. Πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν σκάφην, σκάφην, ἂν θέλωμεν νὰ ὑπάρχωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ πράξωμεν μεγάλα καὶ καλά. Ἠξεύρετε, ὅτι ἔγεινεν ἓν δάνειον, καὶ κατὰ πόσον ἐπέτυχε· διατί τοῦτο; ἀφίνω ὑμᾶς νὰ τὸ κρίνετε· αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ λόγου μου καὶ οὐδεμία ἄλλη.
§79ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πάλιν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ζητήσω συγχώρησιν, διότι ἀκόμη ὑποφέρω, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω δυνατά. Κύριοι πληρεξούσιοι, καταγινόμενος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος μοὶ ἐπεφόρτισεν, ἀκούω καὶ γίνεται λόγος περὶ τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς ἐντίμου ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε διαταχθῆ κατὰ συνέπειαν κυβερνητικῆς ἐν Συμβουλίῳ πράξεως διὰ νὰ ὑπάγῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐμπιστευθεῖσαν εἰς αὐτὸν ἐντολήν. Ἔλαβα τὰς διαταγὰς τῆς Σεβαστῆς Κυβερνήσεως, μετέβην εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, καὶ αὐθωρεὶ προσεκάλεσα τοὺς ἁρμοδίους σωματάρχας, ἵνα ἐκτελέσωσι τὰς διαταγάς. (θόρυβος). Ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς καὶ ἄλλοι ἦσαν παρόντες. Τὸ πρωῒ μεταβὰς εἰς τοῦ Κυρίου Προέδρου ἤκουσα, ὅτι πολλὰ παράπονα διηγέρθησαν. Ἀμέσως μετέβην εἰς τὸ ὑπουργεῖον, πρὶν ἤδη συνέλθῃ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, καὶ ἀνεκάλεσα τὴν διαταγὴν τὴν διορίσασαν τὸν ἀξιωματικὸν, καὶ προσεκάλεσα αὐθωρεὶ τὸν στρατιωτικὸν διοικητὴν νὰ μοὶ προτείνῃ ἕτερον κατάλληλον. Ἠξεύρετε, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα δὲν τὰ ὑπηγόρευσε κανεὶς ἄλλος λόγος, παρὰ ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ ἡ τάξις τῶν ἐπαρχιῶν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ Μεσσηνίας, περὶ τῶν ὁποίων νομίζω, ὅτι πρὸ ὀλίγου ἀνέφερεν ὁ Κύριος πληρεξούσιος Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Κύριοι, ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος, καὶ ὁ ὁποῖος ἐκίνησε τὴν περιέργειαν τοῦ κοινοῦ, μοὶ ἐζητήθη ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἀπὸ τὸν Νομάρχην Φθιώτιδος, τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον Εὐρυτανίας, τὸν φίλον μου Κύριον Ζῶτον· καὶ οὐχὶ μόνον ὁ Νομάρχης τὸν ἐζήτησεν, ἀλλὰ καὶ ὁ στρατηγὸς Παπακώστας, καὶ ὁ συνταγματάρχης Κλίμακας, ἀλλὰ δὲν τοῖς ἐδόθη. Μετὰ τὴν ἔνδοξον νύκτα τῆς 10ης πρὸς τὴν 11ην Ὀκτωβρίου, ἀφοῦ ἐξετέλεσα τὸ χρέος μου καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς στρατιώτης, ἐπανῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου ἵνα ἡσυχάσω, ὅτε μὲ προσκαλεῖ ὁ Πρόεδρος καὶ μοὶ λέγει ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς κρισίμους περιστάσεις πρέπει νὰ ὑπηρετήσω τὴν πατρίδα, καὶ μοὶ ἀναθέτει τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, ὅπερ εἶναι ἡ μεγίστη δι’ ἐμὲ τιμὴ καὶ ἀνωτέρα τῆς ἱκανότητός μου. Τὸν παρεκάλεσα νὰ ἐκλέξῃ ἱκανότερον, ἀλλ’ ἐπέμεινεν. Ἔκτοτε οὐδὲν ἄλλο προσεπάθουν, οὐδεμία ἄλλη ἰδέα μὲ ἀπησχόλει, εἰ μὴ ἡ μόρφωσις τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ τήρησις τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας καὶ πειθαρχίας. Καὶ καυχῶμαι, ὅτι προΐσταμαι τοιούτου στρατοῦ, ὅστις πάντοτε καὶ παντοῦ εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος κατεπάτησε καὶ ὅρκους καὶ νομοθεσίαν σιδηρὰν, καὶ πειθαρχίαν, ἐπιβληθεῖσαν ἀπὸ ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐγνωρίσαμεν, ὅλα τὰ κατεπάτησε διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, καὶ τὸ ἔκαμε μὲ θυσίαν καὶ μὲ κίνδυνον τοῦ ἑαυτοῦ του.
§80ΑΘΑΝ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν ὅρκον του δὲν τὸν κατεπάτησεν ὁ στρατιώτης.
§81Δ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὰ Κύριε, Κυβερνήτα, ἔχω τὰς ἰδέας μου, σέβομαι τὰς πεποιθήσεις σας. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν μοὶ τὸν ἐζήτησαν, ὅπως δυνηθῇ νὰ συντελέσῃ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις· ἀλλὰ λόγῳ συγγενείας καὶ λόγῳ τῶν περιστάσεων δὲν τὸν ἔδωσα. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος μετὰ τὸ μέγα συμβὰν, ἀναγνωρίσας τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ δώσας τὸν ὅρκον ἐπανῆλθεν εἰς τὰς τάξεις του. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ὑπηρέτησε τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ στρατιωτικοῦ του σταδίου κατὰ τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν ἐντίμων πληρεξουσίων τοῦ σημαντικοῦ τούτου μέρους τῆς Ἑλλάδος, ὅπως μαρτυρήσωσι περὶ τῆς διαγωγῆς του, καὶ τῆς ἱκανότητός του. Ἐνόμισα, καὶ οὐχὶ αὐτογνωμόνως, ἀλλὰ καὶ ἐν γνώσει τοῦ συμβουλίου ὅλου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐνέδωκα εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, οὐχὶ ἀπὸ συμπάθειαν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐδύνατο νὰ συντελέσῃ ἀποτελεσματικῶς, καθὼς, οὐχὶ ὡς στρατιώτης, ἀλλ’ ὡς ἁπλοῦς πολίτης κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ὅπου διεταράχθη ἡ ἡσυχία ἐκεῖ, καὶ γνωρίζουν ὅλοι ὑπὸ ποίους, συνετέλεσε τὰ μέγιστα, καὶ ἔσωσεν ἀπὸ τὴν λεηλασίαν τὴν πόλιν τοῦ Γυθείου, καὶ προσέφερεν οὕτω τὴν μεγαλειτέραν ἐκδούλευσιν διὰ τὴν ἐπάνοδον καὶ στήριξιν τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως. Ὁπόταν ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, τίποτε δὲν φοβοῦμαι, διότι ἐκπληρῶ ἓν καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα· ἐὰν ἔχουν λόγους οἵους δήποτε νὰ μὲ ἐλέγξουν, ἕτοιμος εἶμαι νὰ δώσω λόγον, καὶ ν’ ἀσπασθῶ, οἵα δήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως.
§82ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ποῖον ἐπροτείνατε εἰς τὴν θέσιν του;
§83ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν μὲ ἐπρότειναν.
§84ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Διὰ τί τὸν ἀνεκαλέσατε;
§85ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διότι διεγέρθησαν παράπονα.
§86ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Διὰ ποῖα παράπονα, Κύριε Ὑπουργέ;
§87ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σᾶς εἶπα, κ’ ἐννοῶ, διότι δὲν ἦτο ἐκ τῶν πρώτων ἐπαναστατῶν.
§88ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ. Λέγω, Κύριοι, ὅτι εἶχα ζητήσει τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου· ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ προέλαβον πολλοὶ, καὶ ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἦλθε καὶ ἔδωκε τὰς δεούσας διασαφήσεις, ἐννοεῖται ὅτι δὲν μοὶ μένουν, εἰμὴ μικρὰ πράγματα νὰ ἐκθέσω. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν. Ἐν τούτοις ἐξεφράσθησαν ὑπόνοιαι ὅτι ἀπεπειράθησαν νὰ θέσουν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ χεῖρα (θόρυβος). Προτείνω λοιπὸν τὰ πρακτικὰ μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πειραχθῇ τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον, νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ γίνῃ ἀπόφασις περὶ τούτου.
§89ΘΡΑΣ. ΖΑΙΜΗΣ. Κύριοι! ἔρχομαι νὰ εἴπω πρὸς ἀντίκρουσιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Πόρου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχουν ὑπόνοιαι περὶ τῆς δημεύσεως τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως τῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, Κύριοι, Σᾶς ἐξέθεσε καθαρὰ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὅλου τῶν χρημάτων τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, καὶ προσέτι καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ταμείων. Κύριοι! δήμευσις οὔτε κατὰ διάνοιαν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπὸ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἱερῶν αὐτῶν χρημάτων· ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὸ εἶπε πολὺ καθαρὰ, ὅτι ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἴσως ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ χρήματα τοῦ ταμείου τούτου, ἀντὶ νὰ ἦναι παρακατατεθειμένα εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν, ὅτι ἠμποροῦν καλλίτερα νὰ χρησιμεύσουν, ἐὰν ληφθῶσι διὰ νὰ μεταχειρισθῶσιν εἰς ἀγορὰν μετοχῶν εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον, διότι εἰς μὲν τὴν τράπεζαν λαμβάνουν τέσσαρα τοῖς ἑκατὸν, εἰς δὲ τὸ ἐθνικὸν δάνειον λαμβάνουν ἓξ τοῖς ἑκατόν· ἐννοεῖται λοιπὸν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο κατ’ οὐδένα λόγον δήμευσις, ἐπρόκειτο ἁπλῶς μετατόπισις τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου ἀπὸ τὴν τράπεζαν εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον. Ἐὰν νομίζητε, Κύριοι, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἡ Συνέλευσις δὲν τὸ φρονεῖ, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα κινδυνεύουσιν εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον, εἶναι ἄλλος λόγος (θόρυβος). Δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ ὑπόνοια τοιαύτη, ὅτι ἡ πίστις ἡ ἐθνικὴ εἶναι τοσοῦτον μικρὰ, ὥστε τὰ χρήματα ταῦτα τὰ ἱερὰ νὰ κινδυνεύσουν τοποθετούμενα εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον. Ἐννοεῖται λοιπὸν καλῶς, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ δημεύσεως, ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ μετατοπίσεως τῶν χρημάτων τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, τῆς τοποθετήσεώς των εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον. Ἀπέναντι λοιπὸν τοιαύτης ὁμολογίας, τὴν ὁποίαν καθαρὰ Σᾶς ἐξέφρασεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸ βῆμα Σᾶς λέγω, δὲν ἐννοῶ, ποῖαι ὑπόνοιαι δύνανται νὰ ἐμφωλεύωσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις δημεύσεως τῶν χρημάτων διὰ νὰ σταλῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ ἐμποδισθῇ κίνδυνος τοσοῦτον μεγάλος· οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει, ἑπομένως δὲν ἐννοῶ, διὰ ποίους λόγους τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀκόμη 15 διὰ νὰ ὁμιλήσουν, θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου;
§91ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§92ΔΑΓΡΕΣ. Προκειμένου νὰ ληφθῶσιν μέτρα περὶ τῆς ἐπανόδου τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας εἰς ἕνα νομόν, ὀφείλομεν νὰ μεταχειρισθῶμεν τὸ κατάλληλον προσωπικὸν καὶ τὰ κατάλληλα μέτρα· ἡ Κυβέρνησις τοῦτο ὤφειλε νὰ πράξῃ. Κύριοι, δὲν ἐκπίπτει ἡ ἐξουσία ἀπὸ τὴν θέσιν της, ὅταν καταδεχθῇ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῶν πληρεξουσίων τοῦ νομοῦ ἐκείνου ἢ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, εἰς ἣν ἀπειλεῖται ἡ τάξις. Τοιαῦτα μέτρα ἐλήφθησαν, χωρὶς νὰ τὸ μάθωμεν, ἀλλ’ ἐρωτᾶται ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ποῖοι εἶναι οἱ κίνδυνοι οἱ ἀπειλοῦντες τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν; πρέπει νὰ ἤμεθα καθαροί· συγγενεῖς του τινὲς ἀπειλοῦν τὰς Καλάμας, ἄλλος συγγενής του στέλλεται πρὸς καταδίωξιν· εἶναι τοῦτο φρόνιμον; εἶναι εἰλικρινὴς ἐνέργεια ἐκ μέρους Κυβερνήσεως ἐχούσης τὴν ἐντολὴν καὶ τὸ καθῆκον νὰ φροντίζῃ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως, τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας; ἂς ἀποκριθοῦν τὰ πράγματα· τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι ἡ δυστυχὴς πόλις τῶν Καλαμῶν κινδυνεύει ἀπὸ αὐτοὺς ἐκείνους, οἵτινες ὑποκρίνονται ὅτι ἐνδιαφέρονται δι’ αὐτήν.
§93ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Κύριοι, δύω λέξεις ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ ταμείου, ἐπειδὴ ἐγὼ ἔφερα τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ναυτικοῦ ταμείου, περὶ τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου. Κακῶς παρεξηγήθη ἡ ἰδέα μου· δὲν εἶπον ὅτι δυσπιστῶ νὰ καταθέσωσι τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον· ποτὲ δὲν ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν μου τοιαύτη ἰδέα· εἶπον καὶ λέγω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔχει κἀμμίαν ἐξουσίαν, κἀμμίαν δύναμιν νὰ ἐπέμβῃ εἰς ἰδιωτικὴν περιουσίαν. Τὸ ναυτικὸν ἀπομαχικὸν ταμεῖον δὲν συνεκροτήθη ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν ἀπὸ τοῦ δημοσίου, ὥστε δὲν ἔχει ἡ κυβέρνησις οὐδεμίαν ἐξουσίαν, οὔτε κατὰ διάνοιαν νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα ἀλλοῦ, ἔστω μὲ 20 καὶ μὲ 40 τοῖς ἑκατόν· αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου. Ἐὰν ἐκείνη νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ τόκον καλλίτερον, τότε δύναται νὰ τὰ καταθέσῃ. Σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ οὔτε ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὸ κάμῃ. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι τὰ χρήματα κατατίθενται ἐπὶ τόκῳ εἰς τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν· οὐδεμία διαχείρισις ἄλλως πως ἐπιτρέπεται. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ τὸ κάμῃ, ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ Συνέλευσις ἔπρεπε νὰ ἐπικυρώσῃ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπεν οὔτε κἂν νὰ φαντασθῇ, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ αὐτὰ τὰ χρήματα τώρα, ὅπου εἶναι εἰς τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεώς της. Διὰ νὰ καταθέσῃ λοιπὸν αὐτὰ τὰ χρήματα εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον, πρέπει νὰ γείνῃ μία ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως. Τοῦτο εἶπον, καὶ ὄχι ὅτι δὲν ἐμπιστεύομαι εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον· καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ εἶναι κτῆμα ἀναφαίρετον τῶν καταπεπονημένων ναυτῶν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἡ κυβέρνησις οὔτε κατὰ διάνοιαν δύναται νὰ σκεφθῇ δι’ αὐτὰ τὰ χρήματα, ὡς δὲν δύναται νὰ σκεφθῇ διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς τὴν τζέπην μου. Λοιπὸν οὔτε κἂν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ λόγον δι’ αὐτὰ τὰ χρήματα.
§94ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δύω λέξεις πρὸς διασάφησιν, διὰ νὰ μὴ παρεξηγῶμεν τὰ πράγματα, κ’ ἐμβαίνωμεν εἰς παρανόησιν. Ἐκ προοιμίων μάθετε, ὅτι κἀμμία χρῆσις δὲν ἔγεινε, μήτε τοῦ ἀπομαχικοῦ, μήτε κανενὸς ἄλλου ταμείου· ἐπληροφορήθη λοιπὸν ἡ Συνέλευσις, ὅτι κἀμμία χρῆσις αὐτοῦ τοῦ ταμείου δὲν ἔγεινε, καθὼς καὶ τῶν συντάξεων. Αὐθεντικῶς ὅμως παρατηροῦν, ὅτι δὲν δύναται, καὶ ὅτι εἶναι δήμευσις· εἰς τοῦτο ἐπανέρχομαι, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ἀδικάστως καὶ ἀνεξετάστως, αὐθεντικῶς νὰ ἐξετασθῇ· ἡ Συνέλευσις μάλιστα ἠμπορεῖ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν βλέπω τὸν λόγον, οὔτε τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν νόμον, ὁ νόμος δὲν εἶναι, καθὼς εἶπεν ὁ προλαλήσας· κατὰ τὸν νόμον, τὸ ταμεῖον αὐτὸ διοικεῖται ἀπὸ ἐπιτροπὴν, ἐφορεύεται δὲ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, ἑπομένως ἡ κατάστασις αὕτη συνίσταται ἀπὸ τὰ ὅσα πληρώνουν ἕκαστος μέχρι τοῦ ἐσχάτου ἁλιέως, ὅστις πληρόνει ἡμίσειαν δραχμήν· αὐτῆ ἀποτελοῦν τὸ χρηματικὸν τοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον κατὰ μῆνα αὐξάνει καὶ συγκεντρόνεται εἰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς, παρακατατίθεται, λέγει ὁ νόμος, εἰς τὸ ταμεῖον, δὲν προσδιορίζει εἰς τὴν τράπεζαν, ὅπως λέγει ὁ προλαλήσας.
§95ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Εἰς τὴν Τράπεζαν λέγει· εἶμαι ἕνας τῶν συντακτῶν αὐτοῦ τοῦ νόμου.
§96ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Φέρω τὸν νόμον, τὸν ἐμελέτησα.
§97ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ τὸν συνέταξα, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸν γνωρίζετε καλλίτερα ἀπὸ ἐμέ.
§98ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Γνωρίζω κ’ ἐγὼ τὸν νόμον, διότι δὲν ἐπῆγα εἰς τὸ ὑπουργεῖον χωρὶς νὰ ἐννοήσω τὴν ὑπηρεσίαν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ ταμεῖον διοικεῖται ἀπὸ ἐπιτροπὴν, ἐφορεύεται ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, καὶ κατατίθεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§99ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Εἰς τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§100ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐν τῇ εὐθύνῃ, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος τῷ ἔδωκε καὶ ἐν τῇ πεποιθήτει του, θὰ διασκεφθῇ ὁ ἔχων τὴν ὑποχρέωσιν καὶ εὐθύνην· δὲν εἶναι προαποφασισμένον, ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ σκεφθῇ ἡ Συνέλευσις. Τώρα λέγω, τὸ ταμεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον συντρέχει ὁ ἔσχατος ἁλιεὺς, ἀποκόπτων ἀπὸ τὸν ἄρτον τῆς ἡμέρας τὴν μισὴν δραχμὴν, τὴν ὁποίαν δίδει, θέλετε νὰ μὴ ἐπαυξάνῃ μὲ ἕνα τόκον μεγαλήτερον; Τὸ ταμεῖον, Κύριοι, ἔχει 100,000 δραχ. Κατ’ ἔτος λοιπὸν, παίρνει 4,000 δραχ. ἐνῷ ἂν τὰ ἔχῃ εἰς τὸ δάνειον θὰ λαμβάνῃ 6,000 δραχ. Ὅσον περισσοτέραν λοιπὸν ὠφέλειαν ἔχει, τόσον περισσοτέραν σύνταξιν ἐλπίζει ν’ ἀποκτίσῃ, ὅταν ἀποκάμῃ, ἢ ὅταν ἀπὸ περιστάσεις δυστυχίας ἀποστερηθῇ τὸν σύζυγόν της ἡ χήρα αὐτοῦ. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρὸς ὄφελος τοῦ ταμείου, πρὸς συμφέρον τῶν φορολογουμένων ἔγεινε τοῦτο, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε σήμερον προδικαστικῶς ν’ ἀποφασίσητε.
§101ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ, ἂν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ τὴν χρῆσιν καὶ τὸν προορισμὸν τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου αὐτοῦ ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως.
§102ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μ’ ἐρωτήσατε, ἐὰν φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν χρῆσιν, τὴν διαχείρισιν καὶ τὸν προορισμὸν τοῦ ταμείου. Τὴν χρῆσιν καὶ τὸν προορισμὸν τὸν ὥρισεν ἕνας νόμος, καὶ κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καμμία παράβασις· δὲν ἠξεύρω τότε κατὰ πόσον ἤθελεν ἐπιτρέψει καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς Συνελεύσεως, καθόσον ἀφορᾷ τὴν τοποθέτησιν, τὴν μετάθεσιν τῶν χρημάτων ἀπὸ τὴν Τράπεζαν εἰς τὸ δάνειον, ὅταν ἡ Κυβέρνησις τὸ δάνειον τὸ εὕρῃ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν φορολογουμένων καὶ τὸ συμφέρον τῶν ἐνδιαφερομένων, διότι ὑπὲρ αὐτῶν γίνεται ἡ σύνταξις τότε, συντεταγμένης τῆς Συνελεύσεως, θέλει τὸ φέρει εἰς τὴν θέσιν του· (θόρυβος).
§103ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. (θόρυβος).
§104ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ λογικὰ γυμνάσματα ἤλθομεν ἐδῶ; δὲν ἤλθομεν δι’ αὐτά.
§105ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Ἴσα, ἴσα, ἐπειδὴ δὲν ἤλθομεν δι’ αὐτὰ, πρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν θὰ σᾶς ἐνασχολήσω ἐπὶ πολὺ, δύω μόνον λέξεις θὰ σᾶς εἴπω.
§106ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ θρονία τὰ ἔκαμε τὸ ἔθνος διὰ νὰ κάθωνται εἰς τὰς ἕδρας των· πρέπει νὰ τὰ λάβωμεν αὐτὰ ὡς παραδείγματα τῶν ἀρχαίων Ῥωμαίων, οἵτινες ἐκάθηντο εἰς τὰς ἕδρας των.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, μήτε ὁ ἀγορεύων ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ, μήτε κανεὶς ἄλλος ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἀκούσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἂν δὲν κάμωμεν ἡσυχίαν δὲν θὰ προβῶμεν.
§108ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τῷ κάμω μίαν ἐρώτησιν. Κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του εἶπεν, ὅτι ὁ Κύριος ἀρχηγὸς τῶν σωμάτων ἐδῶ, ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς, ἐπῄνεσε τὴν πρᾶξίν του, διορίσαντος τὸν Κύριον Δημητρακαράκον διοικητὴν τοῦ ἀπερχομένου στρατοῦ εἰς Λακωνίαν, καὶ ὅτι κατόπιν παράπονά τινα τὸν ἠνάγκασαν ν’ ἀνακαλέσῃ τὸν διορισμόν του· ἀλλ’ ἔμεινε μὲ τὰ παράπονα αὐτὰ, χωρὶς νὰ μᾶς φωτίσῃ, ποῖα εἶναι αὐτά. Αὐτὸ θὰ παρακαλέσω πολὺ τὸν Κύριον ὑπουργόν. Εἶπεν ἁπλῶς, ὅτι παράπονα τὸν ἠνάγκασαν νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ· ἀλλὰ τὶ εἴδους παράπονα, δὲν εἶπεν.
§109ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διότι δὲν ἦτον ἀρχιεπαναστάτης.
§110ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Ἀκούω τὸν Κύριον ὑπουργὸν λέγοντα, ὅτι δὲν ἦτο ἀρχιεπαναστάτης· ἄρα ἦτον ἐπαναστάτης (θόρυβος). Ἔρχομαι ἀκολούθως νὰ κάμω τὴν ἄλλην παράκλησιν, νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῖον εἶναι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ διορίσῃ, διὰ νὰ κατευνάσῃ τὴν ἐπανάστασιν εἰς τὴν Μεσσηνίαν. Ἡ Συνέλευσις ὀφείλει νὰ ἠξεύρῃ αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ φρονῶ κατὰ τὴν ἰδέαν τὴν ἰδικήν μου, ὅτι ἔχω δικαίωμα καὶ χρέος νὰ τὸ μάθω, καὶ παρακαλῶ τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ.
§111ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς σεβαστῆς Συνελεύσεως. Νομίζω, ὅτι σαφῶς καὶ καθαρῶς εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο ἀρχιεπαναστάτης (θόρυβος). Ὁ Κύριος πληρεξούσιος, ἢ δὲν ἐπρόσεξεν, ἢ παρήκουσεν· εἶπε δὲ, ὅτι ἐχρεώστουν νὰ ὀνομάσω τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἀποσπάσματος, ὅστις θὰ σταλῇ πρὸς ἡσυχίαν καὶ τάξιν τοῦ μέρους ἐκείνου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἰς οἱανδήποτε περίστασιν, μία Κυβέρνησις, ἕνας ὑπουργὸς, δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον περὶ τῶν πράξεων, περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων (θόρυβος). Ὁ Κύριος πληρεξούσιος Πατρῶν εἶπεν, ὅτι χρεωστῶ νὰ καταδείξω τὸ πρόσωπον κ’ ἔπειτα νὰ προβῶ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων ὑμῶν, ἂν τοιουτοτρόπως δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπηρεσία, καὶ ἰδίως ὑπηρεσία στρατιωτική· δὲν ἔχω τίποτε περισσότερον νὰ εἴπω· ἔρχομαι δὲ εἰς ἓν ἄλλο ζήτημα προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Καλαμῶν δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους ἐπροκάλεσεν. Ἠθέλησε νὰ μὲ προκαλέσῃ, ὅτι δῆθεν συγγενεῖς μου ἀπεπειράθησαν νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν. Λυποῦμαι τὰ μέγιστα, διότι ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω περὶ τοιούτων πραγμάτων, λίαν ἐρεθιστικῶν εἰς τοιαύτην περίστασιν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον θέλω κάμει τὸ χρέος μου, καὶ μετὰ θάῤῥους θέλω ἀπαντήσει εἰς τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον. Γνωρίζω, ὡς ἐκ τῶν σοβαρῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ὅτι, ἂν καὶ ἡ ἐπανάστασις τῆς 11 ἔγινε πανηγυρικῶς, ἐθνικῶς, καὶ οὐδαμῶς ἡ ἡσυχία καὶ ἡ τάξις δὲν διεταράχθη, ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς τὴν σειρὰν τῶν ἐκλογῶν τοῦ ἡγεμόνος καὶ τῶν πληρεξουσίων, ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρξῃ μικρά τις συγκίνησις.
§112ΠΟΛΛΟΙ. Οὐχὶ τοῦ ἡγεμόνος.
§113ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὴ παρεξηγῆτε, Κύριοι, ὅποιος θέλει ὁμιλεῖ καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω. Εἶπε λοιπὸν, ὅτι συγγενεῖς μου εἰσέβαλον ἐντὸς τῆς πόλεως τῶν Καλαμῶν.
§114ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶπον ἐντός.
§115ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Παρακαλῶ, σιωπή· ὁ κανονισμὸς καὶ οὐχὶ ἐγὼ σοῦ τὸ ἐπιβάλλει· δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτῃς· δὲν ἐπιβάλλω ἐγὼ τοῦτο, ἀλλ’ ὁ νόμος. Εἶπε λοιπὸν, ὅτι συγγενεῖς μου τινὲς διατρίβοντες εἰς Κιτριὲς, εἰς τὴν ἕδραν τῶν παλαιῶν ἡγεμόνων, ἀπειλοῦσι νὰ προσβάλωσι τὰς Καλάμας· μάλιστα, καὶ ἐγὼ τὸ ἤκουσα, καὶ ἐπισήμως ἀπὸ τὰς διαφόρους ἀρχὰς μοῦ ἦλθον εἰδήσεις, καὶ ἀμέσως ἐλήφθησαν τὰ μέτρα πρὸς κατάπαυσιν τῶν καταχθονίων σκοπῶν. Δυστυχῶς δὲν ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸ τηλεγράφημα, ἀλλ’ ὑπόσχομαι νὰ τὸ φέρω, τοῦ στρατηγοῦ Ἀντωνίου Μαυρομιχάλη καὶ τοῦ υἱοῦ του Πέτρου, ὅστις ἔτρεξεν ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ εἶναι ἐπιφορτισμένος διὰ τὴν ἀσφάλειαν· τί γράφουν; «Ὑποψία τις ὑπάρχει, ὅτι εἰς Κιτριὲς εἶναι συνηγμένοι πολλοὶ διὰ νὰ εἰσβάλλουν εἰς τὰς Καλάμας· ἀλλὰ θὰ πέσω ἐγὼ λέγει ὁ Πέτρος, θὰ πέσῃ πατέρας καὶ ἐπὶ τῶν πτωμάτων θὰ πατήσωσιν αὐτοί.» Ἀπήντησα, «ὅτι λάβετε ὅσα μέτρα θέλετε καὶ κτυπήσατε ἐμὲ τὸν ἴδιον ἂν παρουσιασθῶ»· ταῦτα ἔχω καὶ τίποτε ἄλλο.
§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ἔχωμεν ὑπὸ συζήτησιν τὰ περὶ τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου καὶ τὰ περὶ Δημητρακαράκου.
§117ΒΟΙΔΗΣ. Ὡς πρὸς τὸν Κύριον Δημητρακαράκον εἶναι ὁ λόγος. Εἶμαι ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Γυθείου· καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς διαμονῆς μου εἰς τὸ Γύθειον, συνειργάσθην μαζύ του, καὶ οὐχὶ μόνον συνετέλεσεν ὑπὲρ τῆς τάξεως, ἀλλὰ κατὰ μέγα μέρος ὠπισθοπόρησε τοὺς ἀντεπαναστάτας, ἀρχηγοὶ τῶν ὁποίων ἦσαν ἕνας Γουργούρης, γνωστὸς τοῖς πᾶσι τῆς Ναυπλίας, ἕνας Καλογερόγιαννης, ἕνας Πετροπουλάκος καὶ συντροφία. Ἐπειδὴ ὁ Δημητρακαράκος εἶχε συνεργασθῆ μαζύ μου καὶ συνετέλεσε κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν τάξιν, σᾶς λέγω καὶ ὡς ἀξιωματικὸς ἐφέρθη πολὺ καλά, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προτητερινά του, δὲν τὰ γνωρίζω. Εἷς τῶν συναδέλφων μου εἶπε κἄμποσα κατὰ τοῦ προσώπου αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν τὰ ἠξεύρω, ἀλλὰ εἰς τὴν διάρκειαν τῆς διαμονῆς μου, σᾶς βεβαιῶ μὲ τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, ἐφέρθη πολὺ καλά.
§118ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Δὲν ἔχομεν κἀμμίαν ἐκλογὴν Κ. Πρόεδρε;
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις ἀπὸ τὴν συζήτησιν.
§120ΔΑΓΡΕΣ. Ἠκούσατε Κύριοι ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, ὅτι κυνδινεύει μία πόλις, δώσατέ μοι τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἂν ἐλήφθησαν τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα ἢ πρέπῃ νὰ ὑπάγω καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλος. Ὁ Κύριος Βούβουλης ἀναγιγνώσκει τὸ 5 ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ ἀπομαχικοῦ ταμείου.
§121ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Σᾶς λέγω μόνον διὰ τί δὲν ἐβάλαμεν εἰς τὸν νόμον, ὅτι τίθενται τὰ χρήματα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐπειδὴ ὑποπτευόμεθα, μήπως ἡ Τράπεζα ἤθελεν ἀλλάξει ὀνομασίαν (θόρυβος).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 3 Μ. Μ.)