1966.04.21
3,283 rows · 25,803 words · 142 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 71η
Πέμπτη 21 Ἀπριλίου 1966
Προεδρία: κ. Δ. Γ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
(Ὥρα 7.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Κύριοι βουλευταί, ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, εἶναι αἱ προτάσεις δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς Ε.Κ. καὶ τῆς ΕΔΑ. Πρῶτος ὁμιλητὴς εἶναι ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὡς Κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Κ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀκουσθῇ ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅπως καὶ ἐν συνεχείᾳ ὅλοι γενικῶς οἱ ὁμιληταί, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων, μὲ ἠρεμίαν καὶ μὲ τὴν ἐμπρέπουσαν σοβαρότητα, εἰς τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν τοῦ Σώματος. Πρέπει νὰ σημειώσω, ὅτι εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι διὰ νὰ ὁμιλήσουν καὶ ὀρθὸν εἶναι νὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία κατὰ τὴν πενθήμερον συζήτησιν, νὰ ἀγορεύσουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι συνάδελφοι. Κύριε Μπακόπουλε, ἔχετε τὸν λόγον.
§2Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ὑπὸ τῆς Ε.Κ.). Κύριοι βουλευταί, ἡ ὑποβολὴ προτάσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι πρᾶγμα πρωτοφανές, τοὐναντίον, εἶναι πρᾶγμα σύνηθες εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα καὶ ἀποτελεῖ διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸν ζωηρότερον τρόπον ἐλέγχου τῶν Κυβερνήσεων. Ἡ ἀντίθεσίς μας μὲ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, εἶναι μεγάλη. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, βάσει τῶν ὁποίων ἤχθημεν εἰς τὴν πρότασιν δυσπιστίας. Εἶναι πιθανόν, τόσον ἐκ μέρους ἐμοῦ, ὅσον καὶ ἐκ μέρους ἄλλων ὁμιλητῶν τῆς Ε.Κ., νὰ θεωρηθῇ τυχόν, ἀπὸ ἀντιφρονοῦντας συναδέλφους, ὅτι ἡ κριτικὴ εἶναι ὀξεῖα. Πιθανόν. Εἶναι θέμα λέξεων, αἱ ὁποῖαι πολλάκις, ἐν τῇ ὀξύτητί των, δὲν ἐκστομίζονται ἐσκεμμένως. Θὰ προσπαθήσωμεν, ὅμως, ὅσον εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν, νὰ διεξαγάγωμεν τὴν συζήτησιν μὲ εὐπρέπειαν καὶ ἐντὸς τῶν αὐστηρῶν ὁρίων τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀξιοπρεπείας. Κύριοι βουλευταί, τὸ πρῶτον θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον, νομίζομεν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐκφράσῃ τὴν δυσπιστίαν της, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι τοῦτο: Διότι κατέχουσα καὶ ἀσκοῦσα τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν κατ’ ἐκτροπὴν ἀπὸ τοῦ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος Συνταγματικοῦ Δικαίου, ὡς καὶ τῆς ἠθικῆς τάξεως, εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν δημιουργηθεῖσαν ἐν Ἑλλάδι πολιτικὴν ἀνωμαλίαν, μὴ προβαίνουσα δὲ εἰς προκήρυξιν καὶ ἐνέργειαν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, αἵτινες μόνον θὰ ἀποκαταστήσουν τὴν ὁμαλότητα, καθιστᾷ τὴν εὐθύνην της ἔτι βαρυτέραν. Ὀφείλω δύο διασαφήσεις. Φέρω τὴν εὐθύνην τῆς διατυπώσεως τοῦ κειμένου. Ὁ καθορισμὸς τῶν θεμάτων εἶναι ἔργον τῆς κοινοβουλευτικῆς ὁμάδος τῆς Ε.Κ. Ἡ διατύπωσις τοῦ κειμένου ἐγένετο κατ’ ἐντολὴν τῆς ὁμάδος παρ’ ἐμοῦ καὶ φέρω τὴν εὐθύνην τῆς διατυπώσεως αὐτοῦ. Εἰς τὸ κείμενον, ὅπως θὰ εἴδατε, μεμφόμεθα τὴν Κυβέρνησιν, διότι κατέχει τὴν ἐξουσίαν, κατ’ ἐκτροπὴν τοῦ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος Συνταγματικοῦ Δικαίου. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ Συντάγματος ἁπλῶς. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, τοῦ ἰσχύοντος ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ γραπτοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου. Θὰ τὴν ἀναπτύξω. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ δηλώσεώς του εἰς τὸν Τύπον, ἐμυκτήρισε τὸ δεύτερον σκέλος τῆς προτάσεώς μας, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω: «Μὴ προβαίνουσα δὲ εἰς προκήρυξιν καὶ ἐνέργειαν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, αἵτινες μόναι θὰ ἀποκαταστήσουν τὴν ὁμαλότητα, καθιστᾷ τὴν εὐθύνην της βαρυτέραν». Ἐμυκτήρισε, τὸ κείμενον καὶ τὸν συντάκτην της. Δὲν ἐφανταζόμην, εἶπεν, ὅτι οἱ Συνταγματολόγοι τῆς Ε.Κ. δὲν γνωρίζουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν διαλύει τὴν Βουλὴν καὶ ἐπὶ πλέον, διὰ πρώτην φοράν, ἡ Ε.Κ., δέχεται νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἐπλανήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον. Ἐλπίζω, ἡ ἀνάπτυξις τοῦ κειμένου, νὰ τὸν πείσῃ, ὅτι ἐπλανήθη. Κύριοι βουλευταί, εἶπον, ὅτι δὲν ὁμιλῶ εἰς τὸ κείμενον τῆς προτάσεως μομφῆς, περὶ τοῦ Συνταγματικοῦ κειμένου ἁπλῶς ἀλλὰ περὶ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου. Παρακαλῶ, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ δικαιολογήσω τὴν διαφοράν. Νὰ ἴδωμεν, πρῶτον, τί λέγει τὸ Σύνταγμά μας, πῶς καθορίζει τὸ Πολίτευμά μας, ποῖα δικαιώματα δίδει εἰς τὸν Βασιλέα, ποῖα δικαιώματα δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν — δύο εἶναι οἱ παράγοντες, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐνδιαφέρουν ἐν προκειμένῳ — καὶ δεύτερον, θὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ γραπτὸν κείμενον τοῦ Συντάγματος, ὡς ἰσχύει σήμερον, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀπὸ μιᾶς ἑκατονταετηρίδος, ἐὰν μετεβλήθη ἔκτοτε, πῶς καὶ διατί. Τὸ Σύνταγμά μας, τοῦ 1952, τὸ σήμερον ἰσχῦον, ὁρίζει εἰς τὸ ἄρθρον 21, ὅτι τὸ Πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι Βασιλευομένη Δημοκρατία καὶ ὅτι ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.). Ὅταν λέγωμεν ἐκ τοῦ Ἔθνους, σημαίνει ἐκ τοῦ λαοῦ. Καθιεροῦται, λοιπόν, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ὁ κυρίαρχος λαός, εἶναι ἐκεῖνος, ἐξ οὗ πηγάζουν ὅλαι αἱ ἐξουσίαι. Ἐν τῇ προόδῳ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καθορίζονται αἱ ἁρμοδιότητες τῶν πολιτειακῶν ὀργάνων. Καὶ λέγει, τὸ Σύνταγμα: Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι, πηγάζουν ἐκ τοῦ Ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ὁρίζει δηλαδὴ τὸ Σύνταγμα, ὅτι ὅλαι αἱ ἐξουσίαι, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμέναι, ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν τοὺς παρέχει τὸ Σύνταγμα, τὴν ὁποίαν τοὺς παρέχει τὸ Ἔθνος, ὀφείλουν νὰ περιορισθοῦν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Αὐτό, παρακαλῶ, νὰ τὸ κρατήσετε, ὅσοι θέλετε, ὡς βάσιν τῶν περαιτέρω σκέψεών μας. Προχωρεῖ τὸ Σύνταγμα καὶ λέγει εἰς τὸ ἄρθρον 27: «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα», ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, δὲν ἐνεργεῖται, ὅμως, ἀπὸ αὐτόν, «ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων Ὑπουργῶν». Καὶ προχωρεῖ: «Τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἀνεύθυνον, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ αὐτοῦ εἶναι ὑπεύθυνοι». Καὶ ἐγένετο λόγος, κύριοι βουλευταί, ὅτι τάχα τὸ Σύνταγμα παρέχει ὡρισμένας προνομίας εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ὅτι μία ἐξ αὐτῶν, εἶναι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Πλάνη. Πλάνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀποκατασταθῇ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς σημερινῆς συζητήσεως. Τὸ Σύνταγμα, κύριοι βουλευταί, οὐδὲν προνόμιον ἀπονέμει εἰς τὸν Βασιλέα. Εἶχε προνόμια ὁ Βασιλεὺς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844. Συνεπείᾳ, ὅμως, ἐπαναστάσεως, ἐξεβλήθη ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος καὶ ἐγένετο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε, ἔχει εἰσαγάγει δημοκρατικὰς ἀρχὰς εἰς τὸ Πολίτευμα, τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος. Οὐδὲν προνόμιον παρέχεται εἰς τὸν Βασιλέα, οὔτε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, οὔτε ἀπὸ τὰ μετέπειτα. Βεβαίως, ὅλα αὐτὰ τὰ Συντάγματα, ἀπὸ μιᾶς ἑκατονταετηρίδος, μέχρι σήμερον, καθορίζουν τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως. Καὶ εἰς ὅλα τὰ σχετικὰ ἄρθρα, σημειώνω τὰ ἄρθρα 37, 38, 39, 40, 41, λέγουν, ὁ Βασιλεὺς ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ τοῦτο, ἐκεῖνο. Καὶ νὰ τὸ κάμῃ διὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπευθύνων Ὑπουργῶν του. Αὐτοβούλως, τίποτε. Μὲ μόνην τὴν ὑπογραφήν του, τίποτε. Προνόμιον, λοιπόν, δὲν ὑπάρχει. Δὲν εἶναι προνόμιον τοῦ Βασιλέως ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, εἶναι ἕνα δικαίωμα ποὺ τοῦ παρέχει τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον, ὅμως, ἀσκεῖ πάντοτε διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν του. Καὶ ἡ θέσις τοῦ Βασιλέως, εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, εἶναι σαφής. Ὁ Βασιλεύς, δὲν ἐπιτρέπεται, κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ ἔχῃ ἰδίαν προσωπικὴν πολιτικήν, εἰς οἱονδήποτε θέμα καὶ αὐτὴν τὴν πολιτικήν, νὰ τὴν ἐμφανίζῃ ὡς πολιτικὴν κρατικήν. Ἔχει δικαίωμα νὰ συμβουλεύῃ, δὲν εἶναι ἄβουλον ὄργανον, ἔχει δικαίωμα νὰ συμβουλεύῃ καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησίς του δὲν δέχεται τὴν συμβουλήν του, προκύπτει διαφωνία μεταξὺ Βασιλέως καὶ Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις παραιτεῖται καὶ ὁ Βασιλεὺς ὀφείλει νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προβῇ εἰς ἐκλογάς. Ἀλλά, νὰ τὴν διαλύσῃ μὲ ὑπογραφὴν τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως. Καὶ ἀντιστρόφως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, πρὸς τὸν λαόν, ὀφείλει, εἶναι ὑποχρέωσίς της αὐτό, βγαίνει ἀπὸ ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὀφείλει νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐὰν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ εἰσήγησίς της, ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς σχετικῆς περικοπῆς τῆς ἰδικῆς μας προτάσεως, ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, μὴ προβαινούσης εἰς τὴν προκήρυξιν ἐκλογῶν. Δὲν δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ οὔτε ὁ Βασιλεύς, μόνος του. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀντίθεσις μεταξὺ Βουλῆς καὶ λαοῦ, ὀφείλει νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν προκήρυξιν καὶ διενέργειαν ἐκλογῶν. Καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον σημεῖον, ὅτι εἰς τὴν πρότασίν μας λέγομεν ἐνέργειαν ἐκλογῶν, ὅλοι γνωρίζετε ἀνάγνωσιν, λέγομεν ἐνέργειαν ἐκλογῶν ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν; Τοὐναντίον. Εἶναι γνωστόν, εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἀπὸ τῆς 15ης Ἰουλίου καὶ ἐντεῦθεν ἡ πολιτικὴ τῆς Ε.Κ., ὡς πρὸς τὸ εἰδικὸν τοῦτο θέμα, εἶναι: Ζητοῦμεν ἐκλογὰς μὲ ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν, χωρὶς καθεστωτικὸν καὶ χωρὶς λαϊκὸν μέτωπον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς
Ε.Κ.).
Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, παραμένομεν ἀνένδοτοι καὶ ἀναλλοίωτοι. Ἑπομένως, κακῶς ἀντελήφθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ πρῶτον σημεῖον καὶ τὸ δεύτερον, ὅτι τοῦ καταλογίζομεν εὐθύνην, διότι δὲν διέλυσε τὴν Βουλήν. Ὄχι. Τοῦ καταλογίζομεν αὐστηρῶς εὐθύνην, διότι δὲν εἰσηγήθη εἰς τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς ριζικήν, εἰς πλήρη, εἰς σοβαρωτάτην ἀντίθεσιν πρὸς τὸν λαόν, πρὸς τὸ λαϊκὸν αἴσθημα. Καὶ δεύτερον, ζητοῦμεν τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῶν. Πῶς τὴν ζητοῦμεν, σᾶς τὸ προεῖπον. Μὲ ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν. Ἐλπίζω, κατόπιν τῆς ἐξηγήσεως αὐτῆς καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀναγνωρίζῃ, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς ἰδικῆς μας προτάσεως. Καί, ἐν τέλει, τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, δι’ εἰδικοῦ ἄρθρου, ὅτι ὁ Βασιλεύς, δὲν ἔχει ἄλλα δικαιώματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἔχει ἰσχὺν καὶ δὲν ἐκτελεῖται ἄνευ προσυπογραφῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, εἶναι σαφές, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεῖπον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἰδίαν πολιτικὴν καὶ μάλιστα ἰδίαν πολιτικήν, ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος, τὴν ὁποίαν νὰ ἐμφανίζῃ ὡς πολιτικὴν κρατικήν. Θὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία δέχεται νὰ προσυπογράψῃ οἱανδήποτε πρᾶξιν τοῦ Βασιλέως. Κύριοι βουλευταί, εἶπον προηγουμένως, ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, προϊὸν ἐπαναστάσεως λαϊκῆς ἐναντίον τοῦ μοναρχικοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 καὶ τοῦ μοναρχικοῦ Βασιλέως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, συνεπεία τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης, εἰσήγαγεν ἀρχὰς δημοκρατικάς. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, εἶναι νομικὸν ἀξίωμα ἐφαρμοζόμενον παντοῦ καὶ πάντοτε τὸ κείμενον τοῦ οἱουδήποτε νόμου καὶ τὸ Σύνταγμα, εἶναι νόμος διαφέρων ἀπὸ τοὺς ἄλλους νόμους, ὅτι ἔχει ηὐξημένην τυπικὴν δύναμιν, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ νομοθετήματος, τοῦ οἱουδήποτε νομοθετήματος, δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὸ γραπτὸν κείμενόν του, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ἀπὸ τὸ πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται, ἀπὸ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζεται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τάσσονται διὰ τὴν ἐφαρμογήν του. Καὶ τί συνέβη, μετὰ τὸ 1864, ὅτι καίτοι ἐτάχθη ἡ δημοκρατικὴ ἀρχὴ μείζων ἀπὸ ὅ,τι ἦτο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ὁ τότε Βασιλεύς, ἤθελε νὰ ἀσκῇ πάντοτε καὶ πάντα τὴν ἐξουσίαν του, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν Κυβερνήσεων, ἀπολυταρχικῶς, μοναρχικῶς καὶ δὲν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν βούλησιν τοῦ λαοῦ, τὴν βούλησιν τοῦ λαοῦ τὴν ἐκδηλουμένην διὰ τῶν ἐκλογῶν. Καὶ γνωρίζετε, ὅλοι, ἐκ τῆς πολιτικῆς ἱστορίας, ὅτι κατὰ τῆς τακτικῆς αὐτῆς τοῦ τότε Βασιλέως, ἤγειρε τὸ ἀνάστημά του ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, διὰ τοῦ περιφήμου ἄρθρου του «τὶς πταίει», δέκα μόλις ἔτη μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, κατὰ τὸ ἔτος 1875. Καὶ τί ἔλεγεν εἰς τὸ περίφημον αὐτὸ ἄρθρον ὁ Τρικούπης; Θὰ μνημονεύσω, θὰ ἀναφέρω μόνον τὴν περικοπὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία μᾶς ἐνδιαφέρει στενῶς, ἐν προκειμένῳ. Κατήγγειλε τὸν διορισμὸν Κυβερνήσεων, ἀποκρουομένων ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἔθνους καὶ ἔγραφε: «Διὰ τῆς διαστροφῆς τοῦ Συντάγματος», ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν σήμερον εὐπρεπέστερον, διὰ τῆς ἐκτροπῆς ἐκ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, ὁ Τρικούπης ὡμιλοῦσεν αὐστηρότερον, «διὰ τῆς διαστροφῆς τοῦ Συντάγματος». Καὶ εἶναι πρόδηλος ἡ διαφορὰ τῆς λέξεως «διαστροφὴ» ἀπὸ τὴν «ἐκτροπήν». «Διὰ τῆς διαστροφῆς τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς εἰκονικότητος τῆς Βουλῆς, κυβερνᾶται ἡ Ἑλλὰς ὡς μοναρχία ἀπόλυτος». Ἐφυλακίσθη ὁ Τρικούπης, ἀλλὰ οἱ λόγοι του ἐκαρποφόρησαν καὶ ἠναγκάσθη, ὁ τότε Βασιλεύς, νὰ ἀποδεχθῇ πλήρως τὴν ἄποψιν αὐτήν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε εἰκονικὴ Βουλὴ νὰ ὑπάρχῃ, οὔτε εἰκονικὴ πλειοψηφία καὶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὀφείλει νὰ σέβεται τὴν βούλησιν τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.). Καὶ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησε τότε εἰς τὴν Βουλήν, ἀπεδέχθη, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὀφείλει νὰ σέβεται τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ.
§3Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκδηλουμένην διὰ τῶν βουλευτῶν.
§4Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑπόμνησιν. Λέτε νὰ μὴ τὸ ἤξερα; (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου). Παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔκαμε τίποτε ὁ κ. Ράλλης. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ράλλης, ὡς ἐπιστήμων, ἠθέλησε νὰ συμπληρώσῃ κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν, ὅτι ἐγὼ εἶχον παραλείψει. Νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι γνωρίζω τί ἀντιρρήσεις ἠμπορεῖ νὰ λεχθοῦν καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, ἡσυχία. Ἔλεγε, λοιπόν, εἰς τὸν Βασιλικόν του λόγον, ὁ τότε Βασιλεὺς Γεώργιος ὁ Αʹ, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην νὰ μὴ κάμῃ Κυβερνήσεις ἀντιθέτους πρὸς τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Δὲν ἔλεγε τὴν φράσιν «φρόνημα τοῦ λαοῦ», ἔλεγεν «ἀντιθέτους Κυβερνήσεις», μὴ ἐχούσας τὴν πλειοψηφίαν τῶν βουλευτῶν. Ποίων βουλευτῶν; Ἐκείνων, ποὺ ἀγοράζουν δῶθε καὶ κεῖθε; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.). Τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς καὶ οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἐκδηλώνουν τὴν βούλησιν τοῦ λαοῦ. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ Βασιλεὺς νὰ γνωρίζῃ ἕνα ἕκαστον ἐκλογέα καὶ νὰ ἐρωτᾷ τὴν βούλησίν του. Ἡ ἀπόδειξις, ποία εἶναι ἡ βούλησις τοῦ λαοῦ, εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἐκλογικόν, ποῖοι ἐξελέγησαν βουλευταί. Κύριοι βουλευταί, εἰς τίνα ἐνδεχομένως, ὄχι βουλευτῶν, τοῦ οἱουδήποτε πολίτου, χωρεῖ τὴν σκέψιν, ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐκλεγόμενοι μὲ ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, ἐὰν δὲν θέλετε τὴν λέξιν «ἐντολή», διότι δὲν ὑπάρχει τὸ COMMANDAT IMPERA-TIF εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, μὲ σκέψιν τοῦ λαοῦ, ὅτι ἀνήκουν εἰς ἕνα κόμμα καὶ ὅτι τὸ κόμμα αὐτὸ θέλουν νὰ κυβερνήσῃ, ἐπιτρέπεται νὰ μεταπηδοῦν, ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν; Γνωρίζω καὶ ἐνθυμοῦμαι σαφῶς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ἀνέπτυξεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὴν θεωρίαν, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν δεσμεύεται ἀπὸ τὴν ἐκλογήν του, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Βουλῆς, ἐνδεχομένως τὴν τετραετίαν καὶ ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ μεθίσταται ἀπὸ τὸ Κόμμα, ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ὁποίου ἐνεφανίσθη εἰς τὸν λαὸν καὶ ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ὁποίου ἐξελέγη ἀπὸ τὸν λαόν, νὰ μεθίσταται, ἀρκεῖ νὰ σχηματίσῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ Κόμματος, ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ὁποίου ἐξελέγη, εἶναι πλέον βλαβερὰ διὰ τὸν τόπον. Ναί. Ἀκούω, δικαίωμά του. Δὲν εἶναι δικαίωμά του, ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἐὰν θελήσῃ νὰ τὸ πράξῃ ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὸν λαὸν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους κρίνει, ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ Κόμματος, ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ὁποίου ἐξελέγη, εἶναι βλαβερὰ διὰ τὸν τόπον. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὑτοῦ, θὰ ἐπανέλθω. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν διεκήρυσσεν ὁ Τρικούπης καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ὁ τότε Βασιλεὺς Γεώργιος ὁ Αʹ, εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν καὶ εἰς τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον, ὡς ἀρχὴ τῆς δεδηλωμένης. Ἐν ἀρχῇ ἐνεφανίσθη ὡς προεῖπον, τὸ 1875, ὡς μία θεωρητικὴ ἀρχὴ διατυπωθεῖσα ἀπὸ τὸν Χαρίλαον Τρικούπην. Μὲ τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐγένετο πολιτικὴ πρᾶξις καὶ ἐπὶ μίαν ἑκατονταετίαν σχεδὸν ἔκτοτε, ἐφηρμόζετο ὡς πολιτικὴ πρακτική, ὡς συνταγματικὸν ἔθιμον. Δὲν περιελαμβάνετο εἰς κανένα Σύνταγμα μέχρι τοῦ 1927 καὶ μέχρι τοῦ 1952, δὲν περιελαμβάνετο καμμία διάταξις καθορίζουσα τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ὡς νομικὸν κανόνα, ἐφηρμόζετο ὅμως, συνεχῶς ἀπὸ τὸ 1875 καὶ ἐντεῦθεν ὡς συνταγματικὸν ἔθιμον, ὡς συμπλήρωμα τῶν διαφόρων Συνταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἴσχυσαν ἀπὸ τὸ 1864 ἕως τὸ 1927 καὶ ἕως τὸ 1952. Ἑπομένως καὶ ἡ ἄποψις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τοῦ Κυβερνήσεως, τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ἡ ἐκδηλωθεῖσα διὰ δηλώσεώς του πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅταν εἶχε χάσει πλέον τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς δεδηλωμένης, ἔχει θεωρητικὴν μόνον ἀξίαν, δὲν συμβιβάζεται, ἀντιβαίνει πρὸς τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἐξειλίχθη ἀπὸ τὸ 1875 καὶ ἐντεῦθεν. Δὲν ἔχει θεωρητικὴν ἀξίαν, ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, ἡ θεωρία τῆς δεδηλωμένης, δὲν ἔχει πολιτικὴν ἀξίαν. Εἶχε τὴν ἀξίαν τοῦ Συνταγματικοῦ ἐθίμου, ἐφ’ ὅσον δὲν περιελαμβάνετο ὡς θεωρητικὴ διάταξις εἰς τὸ γραπτὸν Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος καὶ τώρα περιλαμβάνεται, διότι λέγει τὸ Σύνταγμα: «Ὁ Βασιλεὺς διορίζει τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐμφανισθῇ ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισίν της». Ἄρα, ἡ ἀρχὴ τῆς δεδηλωμένης, ἀποτελεῖ πλέον νομικὸν συνταγματικὸν κανόνα, περιλαμβανόμενον εἰς τὸ Σύνταγμά μας. Δὲν εἶναι μόνον θεωρητικὴ ἀρχή, εἶναι νομικὸς κανών, συνταγματικὸς κανών. Συνεπῶς φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή, κατὰ τῆς ὁποίας ἐκφράζομεν τὴν δυσπιστίαν μας, φρονῇ ὅτι δὲν ἔχει σύμφωνον τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ὀφείλει, ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ συνταγματικὴν καὶ πολιτικήν, νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἀνάγκην διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἐνεργείας ἐκλογῶν. Καὶ ἐὰν ἡ γνώμη της δὲν γίνῃ δεκτή, ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ. Ἐὰν τοὐναντίον πιστεύῃ ὅτι ἔχει ὑπὲρ αὐτῆς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑποβάλλεται τὸ ἐρώτημα διατὶ διατηρεῖ τὴν ἀνωμαλίαν καὶ δὲν εἰσηγεῖται εἰς τὸν Βασιλέα τὰς ἐκλογὰς διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ὁμαλότητα; Καὶ μὲ τὴν μίαν ἐκδοχὴν καὶ μὲ τὴν ἄλλην δὲν εἶναι ἀξία τῆς ἰδικῆς μας ἐμπιστοσύνης καὶ δι’ αὐτὸ ἐκφράζομεν τὴν δυσπιστίαν μας καὶ προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ καὶ αὐτὴ τὴν δυσπιστίαν της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου. Κύριοι, καθ’ ἡμᾶς, νομίζομεν, ὅτι οὐδεὶς εἰς τὴν Βουλὴν —μὲ συγχωροῦν οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ καὶ τῶν Προοδευτικῶν, διότι θὰ τὸ εἴπω, ἡ γνώμη μας εἶναι— οὐδεὶς ἐνδομύχως πιστεύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὡς Κυβέρνησις ἔχει τὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ μαζί της. Ἀπόδειξις τούτου, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἔχει λεχθῆ ὅτι τὴν ψηφίζουν ὑπὸ ὅρους καὶ σήμερον γράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ ΕΡΕ ἀπεφάσισεν εἰς τὴν σύσκεψιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς ὁμάδος νὰ θέσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ προθεσμίαν. Ἀλλὰ ξεχωρίζω εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, προσωρινῶς, τὴν δεξιὰν ἀπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγω, ὑπάρχει εἰς κανένα ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἡ σκέψις, ἡ πίστις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὡς Κυβέρνησις, ὑπὸ τὴν σημερινήν της σύνθεσιν — ἡ σημερινή της σύνθεσις κρίνεται — ἐκπροσωπεῖ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ; Εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ λαϊκὸν αἴσθημα; Ὅσοι τὸ πιστεύουν δὲν θὰ καταψηφίσουν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλὰ ἡ κρίσις κρίνει πάντοτε τὸν κρίνοντα. Καὶ ὑπέρτατος κριτὴς εἶναι ὁ λαός, ὁ κυρίαρχος καὶ παντοδύναμος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου). Κύριοι βουλευταί, προβάλλει ὅμως, τὸ ἐρώτημα, διατί τάχα δὲν διελύθη ἡ Βουλή; Ἔγινε τὸ πραξικόπημα τῆς 15ης Ἰουλίου. Εἰς τί συνίσταται; Εἰς τὸ ὅτι ὁ Βασιλεὺς εὑρέθη ἐν διαφωνίᾳ μὲ τὸν ἐκλεκτὸν τοῦ λαοῦ. Τότε ὁ Γεώργιος Παπανδρέου ἦτο ἐκλεκτὸς τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Κ.).
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς Ε.Κ.). Καὶ εἶναι.
§6ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς ΕΡΕ). Ἦτο. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§7Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, τὴν φράσιν μου. Τότε, ὁ κ. Γεώργιος Παπανδρέου, ἦτο ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ λαοῦ. Μόλις πρὸ ὀλίγου χρόνου εἶχον διενεργηθῆ αἱ ἐκλογαὶ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοῦ ἔδωσε τὸ 53% τῶν ψήφων. Εἶχε δοθῆ ποτὲ τοιαύτη δύναμις καθ’ ὅλην τὴν διαδρομὴν τῆς πολιτικῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος εἰς ἄλλον πολιτικόν; Ἦτο, λοιπόν, ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ λαοῦ. Ἐὰν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπεπέμφθη δὲν εἶναι τῆς ὥρας. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τότε ἦτο ἐκλεκτὸς τοῦ λαοῦ, διεφώνησε μὲ τὸν Βασιλέα, ἢ ἀντιστρόφως, διότι τὸ ἀντίστροφον εἶναι τὸ ἀληθέστερον, ὁ Βασιλεὺς διεφώνησε μὲ αὐτόν. Καὶ συνεπῶς ὁ Βασιλεὺς ὤφειλε τότε νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Διεφώνησε καὶ δικαίωμά του ἦτο νὰ διαφωνήσῃ μὲ τὸν πρωθυπουργόν, ἀλλὰ ὑποχρέωσίς του ἦτο νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ καλέσῃ τὸν λαὸν νὰ λύσῃ τὸ θέμα καὶ δὲν τὸ ἔπραξε. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸν προθάλαμον ὑπῆρχεν ὁ διάδοχος....
§8Γ. ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ. Μὲ τὸ παπιγιόν...... (Κωδωνοκρουσίαι).
§9Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ διάφοροι χαρακτηρισμοὶ καὶ σχεδιασμοί, δὲν βοηθοῦν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματός μας. Ὁ διάδοχος, λοιπόν, ἦτο εἰς τὸν προθάλαμον καὶ ὡρκίσθησαν τρεῖς Ὑπουργοὶ τῆς νέας Κυβερνήσεως. Καὶ ἐλέχθη, κ.κ. συνάδελφοι, τότε, ὅτι τόση ἦτο ἡ ἐθνικὴ ἀνάγκη, ὁ ἐθνικὸς κίνδυνος ἦτο τόσος μέγας καὶ τόσος ἐπικείμενος, ὥστε ὁ Βασιλεὺς νὰ μὴ ἀνέμενε κἂν τὴν τυπικὴν ὑποβολὴν τῆς παραιτήσεως τοῦ πρωθυπουργοῦ του, ἀλλὰ νὰ ὁρκισθῇ εὐθὺς ἀμέσως εἰς ἕνα τέταρτον τῆς ὥρας, εἰς ἡμισείαν ὥραν κλιμάκιον, διὰ νὰ προλάβῃ τί; Τὸ κίνημα, τὴν ἐπανάστασιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Γεώργιος Παπανδρέου θὰ ἔκαμνε τὴν νύκτα ἐκείνην, βοηθούμενος ἀπὸ τὸν τότε Σωματάρχην τοῦ Στρατοῦ τῆς Ἀττικῆς, τὸν Στρατηγὸν Λουκάκην. Αὐτὴ ἦτο ἡ πρώτη δικαιολογία. Ὁ σκοπὸς ὅμως δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν αἰτιολογίαν, ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ φύγῃ ὁ Παπανδρέου καὶ μόνον ὁ Παπανδρέου. Ἀπόδειξις, ὅτι καὶ ὅταν συνεπληρώθη τὸ πρῶτον κλιμάκιον, ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, εἶναι γραμμένα καὶ ὅποιος θέλει ἠμπορεῖ νὰ ζητήσῃ τὰ πρακτικὰ καὶ τὰς ἐφημερίδας, διεκήρυσσεν, ὅτι ἡμεῖς εἴμαστε ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Κ. Οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὸ πρῶτον εἶδος τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως, ἔλεγον, ὅτι αὐτοὶ ἦσαν ἡ Ε.Κ. καὶ «ἐπρόδωσαν» — ἡ λέξις δὲν εἶναι ἰδική μου, εἶναι τοῦ κ. Στεφανοπούλου καὶ ἡμῶν ὅσοι ὑπεγράψαμεν τότε — διὰ νὰ σωθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τὸ κίνημα τῆς νυκτός! Καὶ ὁ μὲν Παπανδρέου ἐξωβελίσθη. Ὁ Στρατηγὸς ἐκεῖνος ὁ ἀρχισυνωμότης τί ἔγινεν; Ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν του καὶ κατ’ αὐτοῦ, κ.κ. βουλευταί, δὲν ἐκινήθη καμμία ποινικὴ δίωξις. Καὶ ὄχι μόνον ποινικὴ δίωξις, ἀλλ’ οὔτε κἂν πειθαρχική. Ἔμεινεν ἐπὶ μακροὺς μῆνας εἰς τὴν θέσιν του. Συμβιβάζονται αὐτὰ τὰ πράγματα μὲ τὴν ἠθικὴν τάξιν; Ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἐπανάστασις τὴν νύκτα ἐκείνην καὶ ὁ ἀρχιεπαναστάτης, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Στρατοῦ τῆς περιφερείας Ἀττικῆς παρέμενεν εἰς τὴν θέσιν του, ὁ δὲ Παπανδρέου ἔφυγεν. Διατὶ ἔφυγε, θὰ τὸ ἴδωμεν. Δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος, διὰ νὰ πεισθῇ ὁ λαός, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ἦτο σφαλερόν, ἦτο ἀνύπαρκτον καὶ ἐφευρέθη ἄλλο. Εἶπον, ὅτι εὑρισκόμεθα τότε, λόγῳ τῆς κακῆς, τῆς ὀλεθρίας, ὅπως εἶπον, καὶ καταστρεπτικῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν Παπανδρέου, εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ οἰκονομικοῦ χάους. Θὰ πρέπει νὰ σώσωμεν τὸν τόπον ἡμεῖς καὶ τὸν ὑπεύθυνον νὰ τὸν διώξωμεν. Καὶ ἤλθομεν ἡμεῖς διὰ νὰ σώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου. Ἐνθυμεῖσθε μετὰ πόσου πείσματος ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν ταύτην καὶ πρέπει νὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι ὅταν πρὸ τῶν διακοπῶν τῶν Χριστουγέννων ἐγένετο εὐρυτάτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ θέματος, εἶχεν ὁμιλήση ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ εἶχον ἀπαντήσει ἐγώ. Καὶ ἀπαντῶν εἰς τὴν ἰδικήν μου ὁμιλίαν εἶπεν — αἱ λέξεις του εἶναι γραμμέναι εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς — μέχρι τῆς 15ης Ἰουλίου 1965, ἐπὶ Κυβερνήσεως Παπανδρέου, ὑπῆρχεν ἴσως μία οἰκονομικὴ δυσχέρεια εὐχερῶς διορθωτή. Ἡ κρίσις ὅμως τοῦ Ἰουλίου ὡδήγησεν εἰς τὴν καταστροφήν. Ὅταν ἔχετε τὴν βεβαίωσιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου στόματος τοῦ τότε καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς διακυβερνήσεως Παπανδρέου 1963–65 ἦτο ὁ μόνος κυρίως διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν ἀξιότιμον νῦν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ καὶ τότε Οἰκονομικῶν τὸν κ. Μητσοτάκην, ἐρωτᾶται. Τί ἐκάμνατε σεῖς διὰ νὰ προλάβητε τὴν καταστροφήν; Ἀλλά, ὅπως προεῖπον, δὲν ὑπῆρχε καταστροφὴ ὁμολογουμένη ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ τότε καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Στεφανοπούλου. Κατέπεσε καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα. Κύριοι βουλευταί, καὶ μόνον ὁ λόγος αὐτός, ὁ πρῶτος λόγος ὁ διατυπούμενος εἰς τὴν ἰδικήν μας πρότασιν περὶ δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἀρκετὸς νὰ ἀγάγῃ εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεώς μας, διότι μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία τόσον καταφώρως φωρᾶται ἀντιφάσκουσα εἰς τὰ κυριώτερα σημεῖα τῆς οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς τάξεως εἰς τὸν τόπον, νομίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀξία τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Τί ζητοῦμεν; Κύριοι βουλευταί, γνωρίζετε τοὐλάχιστον οἱ βουλευταὶ τῆς Ε.Κ. καὶ ὅσοι τυχὸν ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν ἄλλων κομμάτων ἔτυχε νὰ ἀναγνώσητε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι καὶ κατὰ τὸν λόγον τοῦ κ. Γεωργίου Παπανδρέου, 16ης Φεβρουαρίου καὶ πρὶν αὐτοῦ, καὶ ἐπανειλημμένως, ἔχει καθορισθῆ τὸ θέμα, τὶ ζητοῦμεν. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν περικοπὴν ἐκ τοῦ λόγου τοῦ κ. Παπανδρέου, ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ νομισθῇ, ὅτι ὅσα θὰ εἴπω ἐγὼ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σήμερον ἀναφορικῶς πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Ε.Κ. ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦ τὶ ζητοῦμεν, εἶναι προσωπικαί μου γνῶμαι καὶ δὲν ἐκπροσωποῦν τὰς γνώμας τῆς κοινοβουλευτικῆς ὁμάδος τῆς Ε.Κ. καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ αὐτῆς. Εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου, εἰς τὸν λόγον τῆς 16ης Φεβρουαρίου: «Ἐπεστρατεύθη κατόπιν τὸ καθεστωτικόν....», διότι κάθε τόσον ὁ τύπος τῆς δεξιᾶς λέγει: «Προσέξατε, Ἑλληνικὲ λαέ, ἐνδεχομένη νίκη τῆς Ε.Κ. κατὰ τὰς ἐκλογάς, σημαίνει ἀποπομπὴν τοῦ Βασιλέως». Καὶ ἐλέχθη, μὴ ἀκούετε τὰς φήμας, πὼς τάχα ἡ Ε.Κ. δὲν θέτει καθεστωτικὸν ζήτημα εἰς τὰς ἐκλογάς. Καὶ μολονότι καὶ πρὶν τῆς 16ης Φεβρουαρίου εἶχε διατυπωθῆ σαφῶς ἀπὸ δηλώσεις τοῦ Ἀρχηγοῦ μας ἡ θέσις μας ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἐπανελήφθη κατὰ τρόπον σαφέστερον, κρυστάλλινον εἰς τὸν λόγον του πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν 16ην Φεβρουαρίου 1966. Καὶ εἶπεν: Ἐπεστρατεύθη κατόπιν αὐτοῦ τὸ καθεστωτικόν. Μὲ τὴν παροῦσαν ἔξαψιν τῶν πνευμάτων, εἶπε, κατόπιν τοῦ πραξικοπήματος θὰ τεθῇ καθεστωτικόν. Θὰ πρέπει πρῶτον νὰ ἠρεμήσουν τὰ πνεύματα διὰ νὰ γίνουν ὁμαλαὶ ἐκλογαί. Ν’ ἀποφύγωμεν δηλαδὴ τὸ καθεστωτικὸν μὲ τὰς ἐκλογάς. Καὶ ἡ πρόφασις αὐτὴ προσθέτει ὁ κ. Παπανδρέου, κατέρρευσε καὶ ἀπὸ τὰς δύο πλευράς της. Καὶ διότι ἐφ’ ὅσον ὁ χρόνος παρέρχεται δὲν χαλαροῦται ἀλλὰ ἐντείνεται ἡ ἔξαψις τῶν πνευμάτων, ἡ ἐξέγερσις τοῦ λαοῦ. Ἀπόδειξις ἡ σημερινὴ καταπληκτικὴ ἀνθρωποθάλασσα. Ἀλλὰ ἐπίσης, διότι ἡ Ε.Κ. δὲν πρόκειται εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς νὰ θέση καθεστωτικόν. Τὸ θέμα τῶν προσεχῶν ἐκλογῶν εἶναι ἡ ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ ὑφισταμένου πολιτεύματος τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ἡ ἀποκατάστασις τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος. Ἄλλη πρόφασις τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐκλογῶν, εἶναι ὁ κίνδυνος συγκροτήσεως ἐκλογικοῦ λαϊκοῦ μετώπου. Ἐδηλώσαμεν, λέγει ὁ κ. Παπανδρέου, ἐπανειλημμένως καὶ ἐπαναλαμβάνομεν μὲ τὸν πλέον κατηγορηματικὸν τρόπον, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συνεργασθῶμεν ἐκλογικῶς μὲ κανένα ἄλλο κόμμα. Ἡ Ε.Κ. θὰ κατέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς μόνη, στηριζομένη εἰς τὰς ἰδίας της δυνάμεις. Δὲν χρειάζεται καὶ δὲν ζητεῖ καμμίαν ἐνίσχυσιν. Τῆς ἀρκεῖ ἡ δύναμίς της ἡ ἀκτινοβολία της. Ἐπὶ πλέον ἐδηλώσαμεν, λέγει, ὅτι ἡ Ε.Κ. εἶναι πρόθυμος νὰ ψηφίσῃ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, ἡ ὁποία διευκολύνει τὴν αὐτοτελῆ κάθοδον εἰς τὰς ἐκλογὰς ὅλων τῶν κομμάτων. «Μετὰ τὴν 16ην Φεβρουαρίου, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, διὰ δηλώσεών του εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπάτη, διότι ὁ κ. Παπανδρέου, λέγει «εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς» καὶ δὲν λέγει εἰς ὅλας τὰς ἐκλογὰς δὲν θέτει καθεστωτικὸν ζήτημα. Καὶ ἀπαντᾷ ὁ κ. Παπανδρέου. «Ἡ Ε.Κ. οὔτε θέτει καθεστωτικόν, οὔτε θεωρεῖ ὑφιστάμενον καθεστωτικὸν ζήτημα. Αὐτὴ εἶναι ἀνέκαθεν ἡ γραμμή της καὶ εἰς αὐτὴν ἐμμένομεν». Αἱ δηλώσεις αὗται εἶχον δημοσιευθῆ εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς 12ης Μαρτίου 1966. «Ἐλέχθη ἐπίσης, εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι ἡ Ε.Κ. ὁδηγεῖ εἰς τὴν πόλωσιν». Συμβαίνει ὅμως ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Μόνον ἡ Ε.Κ. ἐμποδίζει τὴν πόλωσιν. Χωρὶς τὴν Ε. Κ., χωρὶς ἰσχυρὰν Ε.Κ. ἡ πόλωσις θὰ ἦτο ἀναπόφευκτος. Ἡ Ε.Κ. εἶναι ὁ μέγας ἐγγυητὴς τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος. Καὶ ἐδώσαμεν ἀποδείξεις. Ἐπροθυμοποιήθημεν εἰς θυσίας. Προσεφέραμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ΕΡΕ πρὸς διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Ἡ προσφορὰ ἦτο ὑπέρμετρος καὶ ὅμως ἐγένετο. Τώρα ἀποδεχόμεθα τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, διότι βασιζόμεθα βεβαίως εἰς τὴν μεγάλην μας δύναμιν ἡ ὁποία μὲ οἱονδήποτε ἐκλογικὸν σύστημα θὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ἀρχήν, ἀλλὰ καὶ διότι ἐπίσης θεωροῦμεν ὑπερτάτην ἀνάγκην τῆς χώρας τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος. Δὲν νομίζω, ὅτι λογικὸς ἄνθρωπος θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ ἡμᾶς, ἀπὸ τὸν ἀρχηγόν μας, σαφεστέραν, πλέον κρυσταλλίνην διατύπωσιν τῶν ἀπόψεων τοῦ κόμματος ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ καθεστωτικοῦ καὶ τοῦ λαϊκοῦ μετώπου καὶ τῆς πολώσεως. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἠθικὸν θέμα. Καὶ ἐδῶ, μᾶς ἐμυκτήρισεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν, ὅτι ἡ Ε.Κ. δὲν ἀπετόλμησε νὰ θίξῃ τὸ θέμα τῆς ἐξαγορᾶς τῶν βουλευτῶν. Κύριοι βουλευταί, μοῦ ἐνθυμίζει τοῦτο τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ὁποῖος καθ’ ὁδὸν συνήντησε καρραγωγέα ὁ ὁποῖος τὸν ὡδήγησεν εἰς ἄλλην πόλιν καὶ ἀνεγίγνωσκε τὴν γραφήν. Τοῦ εἶπε «γιγνώσκεις ἃ ἀναγιγνώσκεις»; Δηλαδή, κατανοεῖς αὐτὰ ποὺ ἀναγινώσκεις; Καὶ τὸν προσηλύτισεν εἰς τὸν Χριστιανισμόν. Ἡμεῖς τί λέγομεν; Ὅτι «ἡ Κυβέρνησις παρηκολούθησεν εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν ἐκτροπὴν τοῦ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος Συνταγματικοῦ Δικαίου ὡς καὶ τῆς ἠθικῆς ἀρχῆς». Τί ἄλλο ἠδυνάμεθα νὰ γράψωμεν; Ὅταν λέγωμεν, ὅτι τίθεται θέμα ἠθικῆς ἀρχῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τὸ διασαφηνίσωμεν; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε δημοσίᾳ δι’ ὑπευθύνων δηλώσεών του, ὅτι τάχα ἡ Ε.Κ. δὲν ἀπετόλμησε νὰ θίξῃ τὸ θέμα τῆς ἠθικῆς τάξεως. Πρὸ ὀλίγου εἶπον εἰς μίαν ἀποστροφήν, ὅτι ἡ βούλησις τοῦ λαοῦ ἐκδηλοῦται διὰ τῶν βουλευτῶν τοὺς ὁποίους ἐκλέγει. Ἤδη προσθέτω. Ἐὰν ἤθελε τυχὸν γίνει δεκτὴ ἡ θεωρία τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, ὅτι οἱ βουλευταὶ δύνανται ἐκλεγόμενοι νὰ μεθίστανται ἐὰν μόνον τις ἢ ὀλίγοι βουλευταὶ μεταστοῦν, εἰς τρόπον ὥστε, ἡ κυβερνητικὴ πλειοψηφία δὲν θίγεται, θὰ ἦτο μὲν ἀπρεπές, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο ὀλέθριον διὰ τὸν τόπον. Σκεφθῆτε ὅμως, ἐὰν μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἢ ὀλίγον τι μετὰ τὰς ἐκλογάς, ὁμάδες βουλευτῶν μεταστοῦν, ἐπιτρέπεται; Καὶ εἶναι αὐτὸ σύμφωνον πρὸς τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἐν προκειμένῳ ὅσοι ἀπεστάτησαν ἀπὸ τὴν Ε.Κ. ὁμαδικῶς, δικαιοῦνται νὰ λέγουν, ὅτι ἐκεῖνοι ἦσαν ἡ Ε.Κ.; Τὸ ποία εἶναι ἡ Ε.Κ. καθωρίσθη πρὸ τῶν ἐκλογῶν, διὰ τῆς ἐμφανίσεώς της ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Ἐξελέγησαν μὲ τὰς ψήφους τῆς Ε.Κ., ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτοὶ ἡ Ε.Κ. Κύριοι βουλευταί, ὁμιλῶν περὶ τῆς θεωρίας αὐτῆς εἶπον, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐξαγοράζονται. Δὲν μοῦ διέφυγεν ἡ φράσις καὶ αἰτιολογῶ. Ἡ ἐξαγορὰ δύναται νὰ γίνῃ κατὰ διαφόρους τρόπους. Διὰ προσφορᾶς Ὑπουργείου. Καὶ ἐλπίζω, ὅτι καὶ τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα στηρίζουν τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ζητῶ ἀπάντησιν, καὶ ἡ Ε.Κ. καὶ ὁ λαὸς ἐν τῇ ὁλότητί του πιστεύει, ὅτι τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν σημερινῶν Ὑπουργῶν, οὐδέποτε θὰ ἐγένοντο Ὑπουργοί. Ἐξηγοράσθησαν δι’ Ὑπουργείων. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.). Ἄλλος τρόπος ἐξαγορᾶς εἶναι αἱ κυβερνητικαὶ παροχαί. Εἶπε διὰ τὸ σπίτι τους, ὡς λέγει ὁ κ. Γιαμᾶς, δηλαδὴ διὰ τὴν περιφέρειάν των, εἶπε διὰ τῆς παροχῆς ἀτομικῶν ὠφελημάτων. Δέχομαι τὴν δήλωσιν τὴν κυβερνητικὴν ἀναφορικῶς πρὸς τὸν κ. Γιαμᾶν καὶ τὸν κ. Ἰγνατιάδην, ὅτι συνεκινήθη ἡ Κυβέρνησις, διότι πῆγαν καὶ ἐζήτησαν οἰκονομικὴν βοήθειαν διὰ τὴν περιφέρειάν των καὶ τότε ἡ ἀγάπη τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην ἤνοιξε τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τοὺς παρέσχεν ἑκατομμύρια πολλά, διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν, ὡσὰν αἱ τοπικαὶ ἀνάγκαι νὰ μὴ ὑπῆρχον πρίν. Καὶ αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ κ. Γιαμᾶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἐγένοντο πρὸ μηνῶν καὶ ὅμως προχθὲς πρώτην φορὰν ἐγένοντο αἱ δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συνεκινήθη μὲ τὴν ἔντιμον πρᾶξιν τοῦ κ. Γιαμᾶ καὶ ὅτι θὰ τὸν κάμῃ καὶ Ὑπουργόν. Καθ’ ἡμᾶς αὐτὸ ἀντίκειται εἰς τὴν ἠθικὴν τάξιν. Καὶ ἔχομεν ἐπίσης τὸ θέμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας. Ὅταν παρῃτήθη ὁ ἀρχηγός του ὁ κ. Τσιριμῶκος, μὲ τὸν ὁποῖον συνεδέετο ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν κοινοβουλευτικοῦ βίου, παρῃτήθη καὶ ἐκεῖνος καὶ ὕστερα ἀπὸ μία, δύο ἡμέρας μετενόησεν. Εἶναι ἠθικὰ πράγματα αὐτά, ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς τάξεως; Τρίτος τρόπος ἐξαγορᾶς εἶναι ἡ παροχὴ χρημάτων καὶ ἔχομεν δύο πρόσφατα κρούσματα, τοῦ κ. Βαλλυράκη καὶ τοῦ κ. Καμπερίδη.
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει καὶ τρίτον.
§11Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ διὰ τὰ πρόσφατα. Τὰ παλαιὰ εἶναι γνωστά, ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανέλθω. Κύριοι βουλευταί, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν καταγγελιῶν τῶν δύο βουλευτῶν, ὀρθῶς, ὀρθότατα, παρηγγέλθη ἡ Δικαιοσύνη νὰ τὰς ἐρευνήσῃ ἀμφοτέρας καὶ τὸ ζήτημα εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι νὰ ἐξασκήσῃ ὅλην τὴν ἐπιρροήν της, εἰς τρόπον, ὥστε τὸ θέμα τῆς δικαστικῆς ἐρεύνης νὰ παραπεμφθῇ εἰς τακτικὴν ἀνάκρισιν εἰς τακτικὸν ἀνακριτήν. Μόνον ἔτσι εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια.
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς ΕΡΕ). Νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία.
§13Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. ....... μόνον ἔτσι εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια. Καὶ ἐὰν οἱ βουλευταί, περὶ ὧν πρόκειται νὰ ἀποδειχθῶσι ἔνοχοι — ἀκούω νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία, θέμα τῆς Βουλῆς εἶναι αὐτό......
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς Ε.Κ.). Ἡμεῖς θὰ τὸ ζητήσωμεν πρῶτοι.
§15Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. ....... θέμα τῆς Βουλῆς εἶναι, θὰ κριθοῦν βεβαίως ἀναλόγως τοῦ δικαστικοῦ πορίσματος. Ἤκουσα ἕνα ψίθυρον «τὶ θὰ ψηφίσω ἐγώ». Ἐπαναλαμβάνω, θὰ κρίνω καὶ ἐγώ, ὅπως θὰ κρίνητε ὅλοι οἱ βουλευταί, ἀναλόγως τοῦ δικαστικοῦ πορίσματος.
§16Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον θέμα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουτσοχέρα, μὰ καὶ σεῖς;
§18Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους τῆς Ε.Κ., νὰ μοῦ ἐπιτρέψουν νὰ τελειώνω τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι πιθανὸν σεῖς νὰ μὲ ἀκούετε εὐχαρίστως, ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι — δὲν θέλω νὰ εἴπω τοὐναντίον — ἠμπορεῖ νὰ κουράζωνται ἀπὸ ὁμιλητήν, ὁ ὁποῖος κρατεῖ τὸ βῆμα ἐπὶ μακρόν. Εὐχαριστῶ πολύ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον σεῖς, ἀφήσατέ με νὰ τελειώνω. Κύριοι βουλευταί, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τόσον ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ οἱ ἀξιότιμοι κ.κ. Ὑπουργοὶ Συντονισμοῦ καὶ Δημοσίας Τάξεως, διεκήρυξαν δημοσίᾳ καὶ ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι εἶναι ὑπερήφανοι, διότι καὶ ἡ δημοσία τάξις ἀποκατεστάθη καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἐβελτιώθη, μέχρι τοῦ σημείου καὶ ἡ σταθερότης τοῦ νομίσματος νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένη καὶ ἡ οἰκονομικὴ πρόοδος τῆς χώρας νὰ βαίνῃ ὁμαλῶς. Αἱ ὁμολογίαι αὗται, αἱ διακηρύξεις αὗται τῆς ὑπερηφανείας τῆς Κυβερνήσεως, αἴρουν διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὰ ἐπιχειρήματα, ὅτι καὶ λόγῳ ἐλλείψεως δημοσίας τάξεως καὶ λόγῳ οἰκονομικῆς δυσπραγίας καὶ λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς δυσχερείας δὲν πρέπει νὰ γίνουν ἐκλογαί. Συμβιβάζεται μὲ τὰ πράγματα καὶ μὲ τὴν ἠθικὴν τάξιν νὰ λέγῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἴμεθα ὑπερήφανοι διὰ τὸ ἐπίτευγμα, ἀλλὰ δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὄχι ἐκλογάς; Κύριοι βουλευταί, ἡμεῖς ζητοῦμεν ἐκλογὰς διὰ νὰ ἀποφανθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ κυρίαρχος κριτὴς ὅλων τῶν πολιτικῶν πράξεων, ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, διὰ νὰ ἀποφανθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ κυρίαρχος, ἐπὶ ἀμφοτέρων τῶν θεμάτων. Καὶ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ. Εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα κριτὴς ἐπὶ τῶν πολιτικῶν θεμάτων εἶναι μόνον ὁ κυρίαρχος λαὸς καὶ αὐτοῦ τὴν κυριαρχικὴν κρίσιν ζητοῦμεν ἡμεῖς καὶ αὐτὴν τὴν κρίσιν τὴν τρέμετε σεῖς καὶ τὴν ἀποφεύγετε. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.). Διὰ τὸ καλὸν τῆς Πατρίδος....
§19Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ποῖοι τὴν τρέμουν;
§20Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ σεῖς ποὺ τὴν ὑποστηρίζετε καὶ εἶσθε εἰς ἀκέραιον συνυπεύθυνοι. Καλλίτερα νὰ μὴ ἐρωτούσατε.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀφεθῇ ὁ ρήτωρ ἄνευ διακοπῶν νὰ τελειώσῃ.
§22Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, κάμνομεν μίαν ἔκκλησιν, ὡς δημόσιοι ἄνδρες, ὡς ὑπεύθυνοι ἄνδρες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τῆς λέγομεν, φύγετε διὰ τὸ καλὸν τοῦ Ἔθνους, φύγετε, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ὅσον ἐνωρίτερον φύγετε, τόσον τὸ καλλίτερον καὶ διὰ ἐσᾶς καὶ διὰ τὸν τόπον. Συνεπῶς, βάσει τῶν σκέψεων αὐτῶν, νομίζομεν, ὅτι καὶ μόνον διὰ τὸν πρῶτον λόγον τῆς ἰδικῆς μας προτάσεως δυσπιστίας, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐκφράσῃ τὴν δυσπιστίαν της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν λέγωμεν, νομίζομεν καὶ ὑποστηρίζομεν τὰς ἀπόψεις μας, παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους ὅλων τῶν πτερύγων νὰ μὴ τὸ ἐκλάβουν ὡς κυριαρχικὴν ἐπιταγήν. Ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τῆς Ε.Κ. καὶ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω καὶ νὰ συνεχίσω τὴν διατύπωσιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τῶν ἀπόψεων τῆς Ε.Κ. Δὲν ὁμιλῶ ὡς βουλευτὴς ἁπλοῦς, ὁμιλῶ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον μὲ ἐτίμησε μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὰς ἀπόψεις τοῦ κόμματος. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι μόνον ὅσοι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιόν σας, οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν τὴν ἔκφρασιν δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ γνώμη μας εἶναι, ὅτι γενικῶς ἡ κυβερνητική της δρᾶσις εἶναι πλήρης ἀποτυχία τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου. Καὶ ἄλλοι βουλευταὶ ἄλλων μερίδων, ἐξ ὅσων γράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας, εἶναι σύμφωνοι μὲ αὐτὴν τὴν ἄποψιν. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς κανὲν ἄλλο θέμα γενικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ μὲ τὴν ἄδειάν σας, κ.κ. βουλευταί, θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ διὰ τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ὑπὸ τὴν μορφὴν ἡ ὁποία ἀπὸ μηνὸς καὶ πλέον συγκινεῖ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡ Ε.Κ. δὲν πρόκειται νὰ λάβῃ θέσιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ ἀναφυέντος μεγάλου ἐθνικοῦ θέματος. Δὲν εἶναι ἰδική μας ἀποστολή. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις καταλήξῃ εἰς σχετικὰς ἀποφάσεις, ἀλλὰ ἀποφάσεις σταθερὰς καὶ μὴ μεταβαλλομένας ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην, τότε θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ κρίνωμεν τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως, αἰσθανόμεθα καὶ ἡμεῖς ἀνησυχίαν καὶ ἀνησυχίαν ἐθνικὴν καὶ ἀνησυχίαν σοβαρὰν ἐκ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη τὸ μέγα αὐτὸ ἐθνικὸν θέμα, κατὰ τὰς τελευταίας ἑβδομάδας. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ὑπάρξῃ νομίζω, ὁ ἀντιλέγων, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς τὸ θέμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὰ μυστικὰ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς τὰ ἔφερεν, ἢ ἐπέτρεψε νὰ ἔλθουν εἰς τὴν δημοσιότητα. Γέμουν αἱ ἐφημερίδες ἀπὸ ἑβδομάδων μὲ λεπτομερείας τῆς συγκρούσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν Κυπριακήν, συγκρούσεως ὄχι ἐκδηλουμένης εἰς θετικὴν σύγκρουσιν, ἀλλὰ ἐκδηλουμένης εἰς τὴν μεγάλην διαφορὰν ἀπόψεων, μέχρι σημείου ἡ Κυβέρνησις νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ σημεῖον νὰ διαπραγματεύεται ὄχι μόνον μὲ τὴν Κυπριακὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ μὲ τὸν κ. Γρίβαν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι τίποτε, δὲν ἔχει καμμίαν ὑπεύθυνον θέσιν πολιτικὴν ἐκεῖ. Εἶναι ἕνας ἀξιωματικὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, ἀπόστρατος ἕως προχθές, ἀνακληθεὶς εἰς ἐνέργειαν πρὸς τὸ θεαθῆναι, ἀπό τινων ἡμερῶν, διὰ νὰ συζητῇ ἡ Κυβέρνησις ὡς ἴση πρὸς ἴσον καὶ νὰ γράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι «τὸν καλεῖ ἡ Κυβέρνησις», «τὸν ἀναμένει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ νὰ συζητήσῃ — ὡς ἴση πρὸς ἴσον — τὸ θέμα τῆς Κύπρου». Καὶ ὁ κ. Γρίβας νὰ μὴ στέργῃ νὰ ἔλθῃ. Νὰ γράφῃ εἰς τὰς ἐφημερίδας: «Τὴν Δευτέραν», «τὴν Τετάρτην», «τὸ Σάββατον», «τὴν ἄλλην Δευτέραν». Καὶ νὰ συνεχίζωνται αἱ διαπραγματεύσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως «Γρίβα, ἀμάν, ἔλα. Σὲ περιμένουμε. Πρέπει νὰ λήξῃ τὸ θέμα». Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας — καὶ συζητοῦμεν ἡμεῖς, ἡ Ἕνωσις Κέντρου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσων γνωρίζομεν, ἐκ τῶν δημοσιευμάτων εἰς τὰς ἐφημερίδας, δημοσιευμάτων καιρίων, σοβαρῶν, διάψευσις διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβε χώραν — ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι μία ἐμπιστευτικὴ ἐπιστολή, σταλεῖσα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ἰδιαιτέρου του, τοῦ ἐμπίστου του Γραμματέως, ἐκλάπη. Ἐκλάπη ἰδιόχειρος ἐπιστολὴ τοῦ κ. Γρίβα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐκλάπη. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, μετὰ τὴν κλοπὴν εὑρῆκεν εἰς τὸ γραφεῖον του τὴν φωτοτυπίαν τῆς ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία ἐπιστολὴ εὑρέθη πλέον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Μακαρίου! Πῶς ἐκλάπη; Ἕν ἀπόρρητον μυστικὸν τοῦ Κράτους, πῶς ἐκλάπη; Ἐλέχθη εἰς τὰς ἐφημερίδας: Τὴν ἔκλεψεν ἕνας Ὑπουργός! (Γέλωτες καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἕν. Κέντρου). Καὶ ὁ Ὑπουργὸς λέγει: Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ κλέπτης, ἄλλος εἶναι. Καὶ ἐρωτῶμεν: Τί ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἀνακαλυφθῇ ὁ κλέπτης; Οὐδεμία ἐνέργεια, κύριε Πρόεδρε. Ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς καταγγέλλει, διὰ δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἔχω ἐδῶ: Δὲν εἶναι μόνον ἡ κλοπὴ τῆς ἐπιστολῆς, ἐκλάπη καὶ ἓν ἄλλο ἔγγραφον, ἐπίσημον, μυστικόν. Καὶ τὸ ἐπίσημον αὐτὸ ἔγγραφον ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐὰν ὄχι ἐπὶ λέξει, ἀλλὰ ἐν περιλήψει. Τί εἶναι τὰ πράγματα αὐτά; Ἑπομένως, κ.κ. βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἐκπροσωποῦσα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἔχει δικαίωμα, ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ ἐπιμείνῃ νὰ δοθοῦν ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους πλήρεις ἐξηγήσεις καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ διὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τίνος πρόκειται. Πῶς ἐκλάπησαν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα; Εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν της Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς χεῖρας της τόσον σημαντικὰ δημόσια ἔγγραφα; Πῶς εἶναι δυνατόν; Καὶ ἐφθάσαμεν, κ.κ. βουλευταί, μετὰ τὰ δημοσιεύματα αὐτά, εἰς τὴν χαρμόσυνον καὶ εἰρηνικὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, τὴν χαρμόσυνον καὶ εἰρηνικὴν αὐτὴν ἡμέραν τοῦ Ἁγίου Πάσχα. Καί, τότε, εἰς τοὺς κόλπους τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ εἰρήνης, ἐξερράγη πόλεμος. (Γέλωτες — χειροκροτήματα). Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκόμενος διὰ τὸ Πάσχα, τὸ εἰρηνικὸν Πάσχα, εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα, τὸν Πύργον, ἐξαπέλυσε τὸν πόλεμον κατὰ τίνος; Κατὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ του. Καὶ εἶπεν: Ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου θέματος διετυπώθη εἰς ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐστάλη εἰς τὴν Κύπρον. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἔγγραφον ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Εἶναι ἔγγραφον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι κυβερνητικὸν ἔργον, δὲν ἐπιδέχεται ἀλλοίωσιν καὶ ὅποιος δὲν συμφωνεῖ ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς, νὰ παραιτηθῇ. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νομίσας, πεπεισμένος, ὅτι ἡ πρόκλησις ἀπευθύνεται πρὸς αὐτόν, παρῃτήθη. Καὶ τί λέγει εἰς τὴν ἐπιστολήν του; Λέγει, ὅτι παραιτοῦμαι καὶ λυποῦμαι, διότι αἴρω καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ προβαίνει εἰς τὴν διασάφησιν: Καὶ τοῦτο — ἡ ἄρσις, δηλαδή, τῆς ἐμπιστοσύνης— ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, πιστεύω, ὅτι εἰς ὃ σημεῖον περιῆλθον τὰ πράγματα ἡ τακτική, εἰς ἣν ἔχετε ἐξωθηθῆ ἐζημίωσε καὶ θὰ ζημιώσῃ καιρίως τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν, κλονίζει τὰς ἑλληνο–κυπριακὰς σχέσεις καὶ ὁπλίζει τὴν Ἄγκυραν. Ἀντιλαμβάνεσθε, κύριοι, τὴν βαρύτητα τῶν ἐκφράσεων αὐτῶν; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὸ γράψῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργόν του καὶ νὰ δημοσιεύσῃ τὴν ἐπιστολήν του. Κύριε Πρόεδρε, κ.κ. βουλευταί, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν λέγει, ὅτι τοῦτο κλονίζει τὰς ἑλληνο–κυπριακὰς σχέσεις. Καὶ τὰς ἐκλόνισεν. Ἡ ἀπόδειξις πάλιν δημοσία. Δὲν διατυπώνομεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἰδίας σκέψεις. Τὰ δημοσιευθέντα ἐκθέτομεν. Εἶχε γραφῆ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι, τάχα, τὸ κείμενον αὐτό, τὸ ὁριστικόν, τὸ κυβερνητικόν, τὸ ὁποῖον ἐστάλη εἰς τὴν Κύπρον, θὰ τὸ ἐδέχετο ἡ Κυπριακὴ Κυβέρνησις κατὰ γενικὴν πρόβλεψιν καὶ ὅτι, μάλιστα, τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τηλεφωνικὴν συνεννόησιν μὲ τὸν Μακάριον. Καὶ ἐπηκολούθησε δημοσίευμα, τὴν 19.4. 1966, δηλώσεων ἐκ Κύπρου, ὅτι τοιαύτη τηλεφωνικὴ συνομιλία οὐδέποτε ἐγένετο. Καὶ οὐδεμία διασαφητικὴ ἀπάντησις ἐγένετο ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Κατηγορήθη ἡ δήλωσις, ἡ διατυμπανισθεῖσα διὰ τοῦ γνωστοῦ ραδιοφώνου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἐπανειλημμένων ἐκπομπῶν καὶ ἔρχεται ἀπὸ τὴν Κύπρον ἡ ἀπάντησις: Ψέματα, τοιαύτη συνεννόησις δὲν ἐγένετο. Κύριοι βουλευταί, δὲν φτάνει αὐτό. Σήμερον, 21 Ἀπριλίου, διαβάζω εἰς ἓν ἐκ τῶν εἰς πρώτην γραμμὴν ἐγκύρων δημοσιογραφικῶν ὀργάνων τοῦ τόπου, ἄλλο ἂν εὑρισκόμεθα εἰς πολιτικὴν ἀντίθεσιν, εἰς τὴν «Καθημερινήν», εἶναι ἀναμφισβητήτως ἓν ἐκ τῶν πλέον ἐγκύρων δημοσιογραφικῶν ὀργάνων τοῦ τόπου καὶ λέγει: «Ἀνταπόκρισις ἐκ Νέας Ὑόρκης, εἰς τὴν ὁποίαν γράφεται, ὅτι ὄντως τὰ δημοσιεύματα περὶ ἐπιστολῶν κλπ. ἐζημίωσαν τελείως καὶ τὸ θέμα καὶ ἐκλόνισαν τὰς Ἑλληνοκυπριακὰς σχέσεις. Καὶ ἐπάγεται ἡ ἀνταπόκρισις, ὅτι ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἐξελίξεως τῶν τελευταίων ἑβδομάδων ὠφελήθη ἡ Τουρκία, διότι ἡ Κυβέρνησις ἡ Τουρκικὴ εἶχε τὴν ἱκανότητα τὴν διπλωματικὴν καὶ τὸ κῦρος τὸ κυβερνητικὸν νὰ ζητῇ καὶ νὰ ἐπιτυγχάνῃ ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν διάφορα, ποικίλα ὠφελήματα, καὶ σημειώνει τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς Τουρκίας». Καὶ βεβαίως εἶχε κῦρος, διότι εἶναι Κυβέρνησις προελθοῦσα ἀπὸ τὸν λαὸν δι’ ἐλευθέρων ἐκλογῶν, ἔχει κῦρος ἐκπροσωποῦσα τὸν Τουρκικὸν λαὸν καὶ ἀρύεται τὴν δύναμίν της ἐκ τῆς ψήφου τοῦ Τουρκικοῦ λαοῦ καὶ ἔχει τὸ κῦρος νὰ ὁμιλῇ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Τουρκικοῦ ἔθνους. Κύριοι βουλευταί, τὸ ποίαν ἀξίαν ἔχει τὸ λαϊκὸν κῦρος μιᾶς οἱασδήποτε Κυβερνήσεως καὶ δὴ Κυβερνήσεως κοινοβουλευτικοῦ Κράτους, εἶναι πασίδηλον, δὲν χρειάζεται ἀνάπτυξις. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῶν τῶν ἰδικῶν μας ἀπόψεων, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Φεβρουάριος–Μάρτιος τοῦ 1964, ἐκλογαὶ ἔγιναν 16 Φεβρουαρίου καὶ ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἀνεδείχθη μὲ τὸ 53% Κυβέρνησις Παπανδρέου. Διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, μὲ τὴν ὀξύτητα, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο τὸ Κυπριακὸν ζήτημα —ἐνθυμεῖσθε τότε τὰς ἀπειλὰς τῆς Τουρκίας καὶ τὰς ἀναταραχάς, αἱ ὁποῖαι ἐσημειοῦντο εἰς τὴν Κύπρον— ἐπετεύχθη μία ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας, ἡ ὁποία ἦτο ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν ἀπόψεων. Καὶ ὅταν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Παπανδρέου —αὐτὰ τὴν 5ην Μαρτίου 1964— ἀνεκοινώθη τὸ θέμα, διάφοροι Ὑπουργοὶ ἐξῆρον τὸ εὐχάριστον τοῦ γεγονότος, διάφοροι Ὑπουργοὶ ἐξέφρασαν τὴν χαράν των ἀπὸ ἀπόψεως Ἑλληνικῆς καὶ ἐξῆρον τὴν ἐπιτυχίαν καὶ τὴν ἀπέδωσαν ἰδιαιτέρως εἰς τὸ κῦρος καὶ τὴν δραστηριότητα τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Μεταξὺ τῶν ὁμιλησάντων ἦτο καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος, Ἀντιπρόεδρος τότε τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπε καὶ ἐκεῖνος τάδε: Εἶναι ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, τὰ ὁποῖα ἐτηροῦντο, ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Στεφανόπουλος εἶπεν, ὅτι: «τὸ θέμα τῆς Κύπρου εἰσέρχεται ἤδη εἰς νέαν φάσιν μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας, ἡ ὁποία μᾶς κάμνει προσωρινῶς νὰ λησμονήσωμεν τὰς ἐπαράτους συμφωνίας τῆς Ζυρίχης». Ἐκφράζει τὰ αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης ὁ κ. Στεφανόπουλος τοῦ συνόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς τοποθετήσεως, διὰ τὸν ἄξιον χειρισμὸν τοῦ ζητήματος, τὴν ἐπιτυχῆ ἔκβασιν τοῦ ὁποίου ἀποδίδει εἰς τὸ ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου ἀποκατέστησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε. Κ. Τώρα καταλαβαίνομεν, τονίζει, τί σημαίνει ἡ ἔννοια Δημοκρατία,— ὁ κ. Παπανδρέου, εἶπεν, ἐκπροσωπεῖ σήμερον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Προεῖπον 5 Μαρτίου αὐτὰ λέγονται, 16 Φεβρουαρίου ἐκλογαί. Ὁ κ. Παπανδρέου, λοιπόν, ἐκπροσωπεῖ σήμερον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ δι’ αὐτὸ εἶχε τὸ θάρρος νὰ χαράξῃ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ. Ἄν, κ. Πρόεδρε, ὠφείλατε τὴν θέσιν σας εἰς εὐνοιοκρατίας ἢ ἄλλους παρομοίους παράγοντας, παρ’ οἱανδήποτε διάθεσιν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσκήσητε τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἠσκήσατε. Συνεπῶς, διττῶς εἶσθε ἄξιος εὐγνωμοσύνης καὶ συγχαρητηρίων, διότι ἀποκατεστήσατε τὴν Δημοκρατίαν καὶ διότι ἡ ἀποκατάστασις τῆς Δημοκρατίας σᾶς ἐπέτρεψε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν ἐπιτυχῆ αὐτὸν χειρισμόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔχει ἀπαλλάξει πλέον ἀπὸ τὸν ἐφιάλτην τῶν συμφωνιῶν τῆς Ζυρίχης. Τὸ πρόβλημα ὑφίσταται, βεβαίως, ἀκόμη, εὐχόμεθα ὅμως, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν σας νὰ χωρήσωμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐπαράτων αὐτῶν συνθηκῶν, ὥστε σιγά, σιγὰ νὰ ἀνοιχθῇ ὁ δρόμος διὰ τὴν αὐτοδιάθεσιν καὶ τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μὲ τὴν μητέρα Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῶν τότε Ὑπουργῶν). Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀναγνωρίζει, ὅτι τὸ κῦρος ἑνὸς Πρωθυπουργοῦ, ἑνὸς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκπροσωποῦντος τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ὡς αὕτη ἐκδηλοῦται διὰ τῶν ἐκλογῶν, πόσον ὠφέλιμος, πόσον χρήσιμος εἶναι διὰ τὴν προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ διὰ τὴν τήρησιν συνεποῦς ἐθνικῆς Ἑλληνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Συνεπῶς, καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀποσυρθῇ, νὰ πᾶμε εἰς ἐκλογάς, νὰ ἀναδειχθῇ μία Κυβέρνησις, ἀδιάφορον ποία, νὰ ἀναδειχθῇ μία Κυβέρνησις ἐκπροσωποῦσα τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἔχῃ τὸ κῦρος νὰ προασπίσῃ καὶ τὰ ἐξωτερικὰ Ἑλληνικὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.). Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό, κ.κ. βουλευταί. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Κυπριακὸν θέμα, ἐλπίζω ὅλοι νὰ ἀναγνωρίζετε, ὅτι τὸ διεπραγματεύθην ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὡς Ἕνωσις Κέντρου οὐδεμίαν θέσιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, τοῦ θέματος, ἐλέγχομεν τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον τὰ διεχειρίσθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, μὲ συμπεράσματα στηριζόμενα εἰς αὐτοὺς τούτους τοὺς λόγους αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μόνον Κυβέρνησις ἔχουσα τὸ κῦρος τῆς γνώμης, τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκδηλουμένης δι’ ἐκλογῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὸ καλύτερον δυνατὸν ἀποτέλεσμα διὰ τὴν προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτό. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ ὑπεύθυνον ὄργανον τοῦ κ. Τσιριμώκου, τὴν «Μάχην», τῆς τελευταίας ἡμερομηνίας, Κυριακὴ 16 Ἀπριλίου. Ἀκούσατε τί γράφει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως: «Τὰ πράγματα», λέγει, «δὲν εἶναι ἔτσι. Παρουσιάσθηκαν ψεύτικα εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν». Καὶ λέγει, ὅτι καὶ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡς κυβερνητικὸν ἔγγραφον ἐστάλη εἰς τὴν Κύπρον, ἐστάλη ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ δηλαδὴ καὶ ἐν ἀγνοίᾳ καὶ τῆς πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἐφαντασθήκατε; Καὶ ὅμως, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἀποστάται τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὰς δηλώσεις των ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἓν ἀπὸ τὰ κύρια μέρη τοῦ κατηγορητηρίου κατὰ τοῦ κ. Γ. Παπανδρέου, πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἀποστασίας των, ἦτο ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου δὲν τοὺς ἐρωτοῦσε, ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου ἔκαμεν ὅ,τι ἤθελεν, οὔτε τὴν πολιτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐρωτοῦσε, οὔτε τίποτε ἄλλο. Καὶ ἔρχεται τώρα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ καταγγέλλει ἐνυπογράφως — Ἠλίας Τσιριμῶκος ἀπὸ κάτω— τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ ἐπίσημον αὐτὸ ἔγγραφον, τὸ ἔστειλεν εἰς τὴν Κύπρον ἐν ἀγνοίᾳ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς. Κύριοι βουλευταί, ἔχει καὶ κάτι ἄλλο ἐλαφρόν. Λέγει, «ἀλλ’ ἂς ἀποφύγω τὸ ἐθνικὸν ἐπίπεδον». Λέγει πάρα πάνω, ὅτι τὸ ἔναυσμα τῆς ἀνωμαλίας τὸ ἔκαμεν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τῆς 9.3.66 πρὸς τὸν κ. Μακάριον, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι αἱ λέξεις τοῦ δημοσιεύματος τοῦ κ. Τσιριμώκου εἰς τὴν «Μάχην» ἐνυπογράφως καὶ λέγει: «Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ ἀποτελεῖ ἔνδειξιν καὶ ἀπαρχὴν τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ Κυβερνήσεως ποὺ προεκάλεσεν ὁ κ. Στεφανόπουλος». Κύριοι βουλευταί, αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὤθησαν εἰς τὸ νὰ περιλάβωμεν εἰς τὴν πρότασιν δυσπιστίας ὡς θέμα τὴν ἀλλοπρόσαλλον, τὴν κακὴν διαχείρισιν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου θέματος. Θέλετε καὶ τὴν εὐτυχῆ κατακλεῖδα, εὐτυχῆ, τρόπος τοῦ λέγειν, τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὅλου θέματος, ποία εἶναι; Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀποστείλει τὸ εἰς τὰς ἐφημερίδας χαρακτηρισθὲν τελεσίγραφον πρὸς τὸν Μακάριον, τὸ περιβόητον αὐτὸ ἔγγραφον καὶ ἐζήτει τὴν ἀποδοχήν του. Καὶ ἐπῆρε τὴν ἀπάντησιν δι’ ἄλλου τελεσιγράφου, τοῦ Μακαρίου πλέον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. «Δὲν χωρεῖ πλέον καμμία συζήτησις. Σᾶς ἔχω διατυπώσει τὰς ἀπόψεις μου. Αὐταί». Ἴσως δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ ὁμιλῇ καὶ δι’ ἄλλους ὁ κ. Τσιριμῶκος περὶ ἐξευτελισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Νομίζομεν, ἡμεῖς τῆς Ε.Κ., ὅτι καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ μέγα θέμα, τὸ Ἐκκλησιαστικόν. Γνωρίζετε, κ.κ. βουλευταί, τὸν μεγάλον καὶ κοινωνικὸν καὶ θρησκευτικὸν σάλον, ὁ ὁποῖος ἔχει δημιουργηθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ ἐντεῦθεν. Ἐπρόκειτο νὰ πληρωθοῦν 15 θέσεις κεναὶ Μητροπολιτῶν. Ἡ Ἱεραρχία εἰργάζετο, νομίμως εἶχε συγκληθῆ, νομίμως εἰργάζετο. Δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους, καὶ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἐν προκειμένῳ διὰ ποίους λόγους, δὲν ἐπετυγχάνετο συμφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἱεραρχίας. Ἦσαν προσωπικοὶ λόγοι; Ἦσαν γενικώτεροι λόγοι; Ἐὰν κρίνω ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων, ἦσαν καθαρῶς προσωπικοὶ λόγοι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. Καὶ κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ τερματίσῃ τὸ θέμα, ἐπέτρεψεν εἰς ἑαυτήν, ἡ φράσις εἶναι ὀρθή, ἐπέτρεψεν εἰς ἑαυτὴν νὰ ἐκδώσῃ μίαν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐβεβαίωσε τὴν Ἱεραρχίαν, ὅτι θὰ τὴν προσκομίσῃ ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 πρὸς κύρωσιν καὶ βάσει αὐτοῦ ἐκάλεσε τὴν Ἱεραρχίαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν Μητροπολιτῶν. Εἶπον ἐπέτρεψεν εἰς ἑαυτὴν νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν βεβαίωσιν πρὸς τὴν Ἱεραρχίαν, διότι ἦτο γνωστὸν καὶ ἀντικειμενικῶς δεδομένον, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 35. Ἐπ’ αὐτοῦ εἶχε γίνει καὶ δημοσία συζήτησις, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῆ εἶχε λάβει μέρος καὶ εἶχεν ἀναπτύξει διὰ ποίους λόγους δὲν ἦτο δυνατὸν συνταγματικῶς ἡ σύνοδος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ συντίθεται εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης συνόδου καὶ διαρκεῖ μέχρι τέλους τῆς συνόδου. Εἶχε συντεθῆ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς προηγηθείσης τακτικῆς συνόδου, διήρκησε μέχρι λήξεως τῆς τακτικῆς συνόδου, ἐκλήθη ἔκτακτος σύνοδος, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁποίας δὲν ἐγένετο σύνθεσις τῆς νέας Ἐπιτροπῆς, ἄρα δὲν ὑφίστατο καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναβιώσῃ ἡ παλαιά. Αὐτὰ τὰ ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὤφειλε νὰ τὰ γνωρίζῃ. Ἐὰν καὶ αὐτὰ δὲν ἐγνώριζε, τί ἐγνώριζεν; Ἐξέδωσε λοιπὸν τὴν συνταγματικὴν αὐτὴν πρᾶξιν, δὲν ἐνθυμοῦμαι, κ.κ. βουλευταί, ἀκριβῶς τὰς ἡμερομηνίας, νομίζω, ὅτι προϊόντος τοῦ Ὀκτωβρίου, ἴσως κατὰ τὰ μέσα Ὀκτωβρίου, καὶ ἐδημοσιεύθη ἀρχὰς Νοεμβρίου. 15 Νοεμβρίου συνέρχεται ἡ Βουλὴ καὶ εἴθισται πάντοτε καὶ ὅταν τακτικῶς ἐργάζεται ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 35, ἡ Νομοθετικὴ λεγομένη Ἐπιτροπή, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, νὰ τελειώνῃ τὰς ἐργασίας της. Πῶς ἐκδίδουν τὴν συντακτικὴν αὐτὴν πρᾶξιν εἰς τὰς 7 Νοεμβρίου, ἐνῷ εἰς τὰς 15 πρόκειται νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή; Καὶ τὸ πάντων δεινότερον, ὅπως ἀνεγράφη ἐπανειλημμένως ἀπὸ μέρους τῆς Ἱεραρχίας, ἡ Κυβέρνησις, ὅπως λέγουν, τοὺς ἐξηπάτησε. Τοὺς εἶπε, προβῆτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁριζομένων εἰς τὴν συντακτικὴν αὐτὴν πρᾶξιν, προβῆτε εἰς τὰς ἐνεργείας ποὺ χρειάζονται, διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἐκλογὴ τῶν Μητροπολιτῶν. Καὶ προέβησαν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ εἷς τῶν Ἱεραρχῶν, δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους, προσέβαλε τὸ κῦρος τῆς πράξεως αὐτῆς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, καὶ ἐζήτει τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὥρισεν δικάσιμον τῆς ὑποθέσεως, τὴν 1ην Ἀπριλίου 1966, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὁ ὑποβαλὼν αἴτησιν ἀκυρώσεως, ἐζήτησε καὶ τὴν προσωρινὴν ἀναστολὴν ἐκτελέσεως τῆς προσβαλλομένης πράξεως καὶ ἀκούσατε τί ἀπεφάνθη ὅμως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὀργάνου. «Ἡ Ἐπιτροπὴ λαμβάνουσα ὅμως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ πλήρωσις τῶν ἑδρῶν τούτων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνωτέρω ὑπ’ ἀριθ. 184)1965 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προδήλως καὶ ὁμολογουμένως στερουμένης ἐπὶ τοῦ παρόντος νομίμου ἐρείσματος νομικῆς ἰσχύος». Ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἑπομένως, ἐφόσον δὲν ἔχῃ κυρωθῆ διὰ νόμου ψηφιζομένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐδέχθη, δηλαδή, καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων τῆς Ὁλομελείας του εἶχε δεχθῆ, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομοθετικοῦ περιεχομένου, ἐφόσον δὲν κυροῦται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει νομικὴν ἰσχύν, οὐδένα δεσμεύει καὶ ἐν τῇ διοικήσει ὁ καλούμενος νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πρᾶξιν καὶ τὰ δικαστήρια δὲν τὴν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν. Εἶναι παγία νομολογία. Αὐτὸ ἔκαμε καὶ ἡ Ἐπιτροπή. Ὅπως σᾶς εἶπον, αὐτὰ ἔλαβον χώραν τὴν 1ην ἢ 2αν Νοεμβρίου. Τί νομίζομεν ἡμεῖς, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις; Νὰ φέρῃ πρὸς κύρωσιν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἂν ἡ Βουλὴ τὴν ἐνέκρινεν οὔτε γάτος οὔτε ζημία. Ὅλα μέλι γάλα. Ἀντὶ αὐτοῦ, μὲ πεῖσμα ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προέβλεπε τὴν σύστασιν μιᾶς ἀριστίνδην ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία κατὰ κοινὴν φήμην θὰ ἐπανεξέλεγεν τοὺς ἰδίους, ἐνῷ τὸ ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν καθαρὰ καὶ κρυστάλλινα πρὸς κύρωσιν τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ τελειώνῃ τὸ ζήτημα. Ἡ Ἱεραρχία δὲν ἐσεβάσθη τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, λάθος μεγάλο, ἀλλὰ λάθος μεγαλύτερον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἔφερε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ τελειώνῃ τὸ ζήτημα. Καὶ προέβη καὶ εἰς μήνυσιν ἡ Δικαστικὴ Ἀρχή, δὲν γνωρίζω, καθ’ ὑπόδειξιν τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὄχι, κατὰ τοῦ νῦν Πειραιῶς καὶ τέως Ἀργολίδος, ὡς παρανόμως καταλαβόντος τὴν θέσιν Πειραιῶς καὶ ἀσκοῦντος ἁρμοδιότητας Μητροπολίτου. Καὶ ἐρωτῶ, ἡ πρᾶξις αὐτή, ἡ ἐνέργεια αὐτή, ἦτο πρόσφορος νὰ καταπραΰνῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας διὰ τῆς κυρώσεως τῆς πράξεως ἐκείνης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Ἐξεδήλωνε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος; Προέβη εἰς μήνυσιν μόνον κατὰ τοῦ νῦν Πειραιῶς καὶ τέως Ἀργολίδος, διατὶ διὰ τοὺς ἄλλους ὄχι; Ἦσαν ἄλλοι 15 ἕως 16. Καὶ διατὶ καὶ δι’ ὅλους τοὺς 36 τῆς Ἱεραρχίας, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκεῖνοι παρενόμησαν κατὰ τὴν ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ θέμα ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἦτο σφαλερά, διότι ἀντὶ νὰ τείνῃ εἰς ἠρέμησιν, ὤξυνεν ἔτι περαιτέρω τὰ πράγματα καὶ ἐπέτρεψεν, ἴσως διότι ἐφοβεῖτο, πρὸ τοῦ σάλου τὸν ὁποῖον θὰ ἀντίκρυζεν, εἰς ὅλους τοὺς ἐκλεγέντας Ἱεράρχας νὰ ἐγκατασταθοῦν εἰς τὰς ἕδρας των. Καὶ ἐκεῖ, κ.κ. βουλευταί, ὡς γνωρίζετε, τοὺς ἐγένετο ἐνθουσιώδης ὑποδοχὴ καὶ εἴς τινα μέρη καὶ ἡ Φιλαρμονικὴ τοῦ τόπου, μὲ προσφωνήσεις, μὲ ἔκδηλον τὸ αἴσθημα τοῦ ποιμνίου των ὑπὲρ αὐτῶν. Καὶ τί ἔγινε ἔκτοτε; Οἱ ἱεράρχαι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πνευματικὸν μέρος, ὑπάρχουν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ διοικητικὸν μέρος, δὲν δύναται νὰ τὸ ἀσκήσουν, διότι δὲν ἔχει ἐκδοθῆ τὸ Διάταγμα ἐγκαταστάσεώς των, δηλαδὴ εἰς τὴν καθομιλουμένην, τὴν λαϊκήν, τὴν κοσμικήν, τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ των. Διὰ τοὺς Μητροπολίτας λέγεται Διάταγμα ἐγκαταστάσεώς των. Κύριοι βουλευταί, τί θὰ γίνῃ μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία τόσον ἀπρονοήτως ἐδημιουργήθη; Ἡ Ἕνωσις Κέντρου, ἔλαβεν, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, θέσιν. Εἶπεν, ὅτι τὸ θέμα, δὲν πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ μόνον στενῶς, ἀλλὰ εὐρέως. Νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ νομιμοποιηθῇ ἡ κατάστασις. Εἴμεθα ὑπὲρ τῆς εἰρηνεύσεως, ἐδήλωσεν ὁ Ἀρχηγός μας, ὄχι ὑπὲρ τοῦ διχασμοῦ. Τὸ θέμα, ὅμως, ἐκκρεμεῖ καὶ ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, δυσχεραίνεται ἡ λύσις του, διότι μὲ τὴν παρέλευσιν τοῦ χρόνου, δυσκολώτερον ἠμπορεῖ τὸ Κράτος, διὰ τῆς βίας νὰ διώξῃ τοὺς Μητροπολίτας. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἡ λύσις εὐτυχῶς, ἔχει δοθῆ ἐκ τῶν πραγμάτων, διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου. Οἱ ἱεράρχαι ὑποστηρίζουν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν Μητροπολιτῶν γίνεται κατ’ ἐπιφοίτησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅ,τι ἐγένετο, εἶναι πρᾶξις θεόπνευστος, τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναρμόδια τὰ κοσμικὰ δικαστήρια, νὰ κρίνουν. Τὰ κοσμικὰ ὅμως, δικαστήρια ἔχουν κρίνει ἀντιθέτως καὶ δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων. Σημειώνω δύο ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, μία τοῦ 1935 καὶ μία τοῦ 1938. Ἡ πρώτη ἀφεώρα προσφυγὴν τοῦ τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος, κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἰακώβου Βαβαγάτσου, τοῦ μετέπειτα Μεγαρίδος, ὡς βοηθοῦ Ἐπισκόπου. Συνέπεσε καὶ εἰς τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις, νὰ εἶμαι ἐγὼ ὑπερασπιστὴς τῆς προσφυγῆς. Ἡ δευτέρα ἦτο ἡ προσφυγὴ ὡρισμένων Μητροπολιτῶν, διὰ τὸ γνωστὸν Ἐπισκοπικὸν ζήτημα τοῦ 1938. Εἶχεν ἐκλεγεῖ ὁ Δαμασκηνὸς καὶ εἶχε γίνει προσβολὴ ἀπὸ τὸν Χρύσανθον Τραπεζοῦντος. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἐδέχθη ἁρμοδιότητα ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν θεμάτων αὐτῶν. Καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ ἡ ἐπιστήμη, ἔχουν δεχθῆ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ Μητροπολιτῶν, εἶναι πρᾶξις καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἡ Ἐκκλησία, προβαίνουσα εἰς ἐκλογήν, ἀσκεῖ διοίκησιν ἐπιτρεπομένην κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος. Συνεπῶς, καὶ ἡ ἐκλογὴ Μητροπολιτῶν, τῶν 15, καὶ ἡ μετάθεσις τῶν δύο Μητροπολιτῶν, τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν Πειραιᾶ, τοῦ ἄλλου εἰς τὰς Σέρρας, εἶναι διοικητικαὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν μεμονωμένον μέρος καὶ συνθέτουν κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Δημοσίου Δικαίου, διοικητικὰς πράξεις. Καὶ εἶναι προσβλητέαι ὅλαι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ καὶ ἀπομένει ὡς τελευταία μεμονωμένη πρᾶξις, ἡ ἔκδοσις τοῦ Διατάγματος. Ἡ μεμονωμένη αὐτὴ πρᾶξις, κύριοι βουλευταί — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας — εἶναι προσβλητέα εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ δὲν προσεβλήθη ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας. Παρῆλθε τὸ ἑξηκονθήμερον, τὸ δὲ ἑξηκονθήμερον τάσσεται πρὸς προστασίαν καὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῶν διοικουμένων. Δὲν ἠμπορεῖ ἐπ’ ἄπειρον νὰ μένῃ ἐκκρεμὴς ἡ νομιμότης μιᾶς οἱασδήποτε διοικητικῆς πράξεως. Παρῆλθεν ἡ προθεσμία τῆς προσβολῆς τῆς πράξεως τῆς ἐκλογῆς, δὲν προσεβλήθησαν, κατ’ ἐμὴν νομικὴν πεποίθησιν, ἠκυρώθησαν. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος πλέον περὶ παρανομίας εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς ἐκλογῆς. Ὑπῆρξε παράνομος ἴσως, δὲν προσεβλήθη, ἐκυρώθη. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὤφειλεν, σεβομένη τοὺς νόμους, νὰ ἐκδώσῃ τὰ διατάγματα τῆς ἐγκαταστάσεως. Ὁ νόμος, λέγει πῶς γίνεται ἡ ἐκλογή. Ἡ ἱεραρχία ἀνακοινοῖ ἐγγράφως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Θρησκευμάτων καὶ Παιδείας τὴν ἐκλογὴν καὶ τὸ μήνυμα καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ὀφείλει ἐντὸς 15 ἡμερῶν, νὰ ἐκδώσῃ τὰ διατάγματα. Δὲν ἐξέδωσε τὰ διατάγματα; Εὑρίσκεται, ἡ Κυβέρνησις, ἐν παρανομίᾳ. Σήμερον, εὑρίσκεται μόνον ἡ Κυβέρνησις ἐν παρανομίᾳ, μὴ ἐκδίδουσα τὰ διατάγματα αὐτά. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ φυσικὸς, ὁ ἄκακος τρόπος, εἰς ὅλας τὰς πλευράς, οὐδεὶς ἐκτίθεται δι’ ὅλας τὰς πλευρὰς ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως καὶ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας καὶ εἰς τὰς σχέσεις καὶ τὸν σεβασμὸν τοῦ πληρώματος, ὅλων τῶν περὶ ὧν πρόκειται Μητροπόλεων. Κύριοι βουλευταί, δέχομαι, ὅτι σᾶς ἐκούρασα, σᾶς ζητῶ συγγνώμην. Θὰ ἤθελον, ἐπίσης, νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἀστυνομικὸν Κράτος. Δέχομαι, ὅτι σᾶς ἐκούρασα, κύριοι συνάδελφοι. (Φωναί: ὄχι, ὄχι). Δὲν θὰ μακρυγορήσω, διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ἀγορηταὶ ἀπὸ τὴν Ε.Κ., οἱ ὁποῖοι θὰ διαπραγματευθοῦν τὸ θέμα. Παρακαλῶ, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν βραχυτάτην εἰσήγησιν. Κύριοι βουλευταί, κατόπιν τῆς ἐξελίξεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὰ πολιτικὰ πράγματα, ἐκ τῆς ἀρνήσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῶν, ἡ μόνη λύσις ἡ ὁποία ἀπομένει εἶναι νὰ ἀναζητήσῃ τὸ ἀστυνομικὸν Κράτος καὶ διὰ τῆς ἐκδηλουμένης τρομοκρατίας καὶ διὰ τῆς ἀστυνομίας καὶ διὰ τῶν στρατιωτικῶν ὀργάνων καὶ διὰ τῆς διοικήσεως, νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐκτονωθῇ τὸ πνεῦμα τοῦ λαοῦ, εἰς τρόπον ὥστε, ὅταν κάποτε δὲν θὰ ἠμποροῦν πλέον νὰ ἀρνηθοῦν τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῶν, νὰ εὕρουν πρόσφορον ἔδαφος, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτήν, πλανῶνται. Διότι, ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον τονοῦται τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ, ἡ ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ, κατὰ τοῦ πραξικοπήματος καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἕνας ἕκαστος, τὸ ἔχει πάρει ὡς θέμα προσωπικῆς τιμῆς καὶ ἀτομικῆς ἀξιοπρεπείας, (παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.). Δὲν δέχονται τὴν ἐξουδετέρωσιν τῆς ψήφου των. Μοῦ εἶπε συμπολίτης μου: Κύριε Νῖκο, τότε, διατί νὰ ψηφίσωμεν; Μὲ αὐτὴν τὴν λέξιν συμπυκνώνεται καὶ τὸ πολιτικὸν θέμα καὶ ἡ λύσις. Διατὶ νὰ ψηφίσωμεν. Δὲν δέχεται, λοιπόν, τὴν στέρησιν τῆς ψήφου του. Καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι φωνάζουν εἰς τοὺς δρόμους «Παπανδρέου», «Παπανδρέου», δὲν εἶναι ὅλοι κομματικοὶ φίλοι τοῦ κ. Παπανδρέου.
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ὁμιλεῖ, μὴ ἀκουόμενος).
§24Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁμιλῶμεν σοβαρά, δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ προβῶ εἰς ἀστειότητας, καθ’ ὅσον μὲ ἀφορᾷ. Εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι διαδηλώνουν τὴν ἀγανάκτησίν των διὰ τὴν προσβολὴν τὴν ἀτομικὴν καὶ διὰ τὴν προσβολὴν τῆς ἀτομικῆς των τιμῆς καὶ τῆς προσωπικῆς των ἀξιοπρεπείας. Καὶ δὲν ἠμποροῦμεν ὅλοι νὰ βγοῦμε εἰς τὸν δρόμον νὰ φωνάζωμεν «ζήτω ὁ ἑαυτός μου». Λέγουν «Παπανδρέου, Παπανδρέου», διότι εἶναι ὁ ἄξιος φορεὺς τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ καὶ ὁ ἀγωνιστὴς διὰ τὴν τιμὴν τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.). Ἂς μὴ ἐλπίζουν, λοιπόν, εἰς ἐκτόνωσιν. Ἀλλὰ τὴν προσπαθοῦν. Δίωξις τῶν φοιτητῶν συστηματική. Τί ζητοῦν οἱ φοιτηταί, οἱ ὁποῖοι συνέρχονται; Βελτίωσιν τῆς παιδείας, προστασίαν τῆς ἀκαδημαϊκῆς ἐλευθερίας των καὶ προστασίαν τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἀσύλου. Δὲν ζητοῦν τίποτε ἄλλο.
§25Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Ἀποστολάκον.
§26Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ κ. Ἀποστολάκου. Ὁμιλῶ περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἔχει συνδυασθῆ ἡ δίωξις αὐτὴ καὶ μὲ ἀθρόας μηνύσεις δι’ ἐξύβρισιν Ἀρχῆς. Εἶπεν εἰς τὸν ἀστυφύλακα, «διατί μὲ βαρᾶς», εἶναι ἐξύβρισις Ἀρχῆς. Λέγεις διὰ τὸν Λαγάνην, διατί κρατᾶς πέραν τοῦ νομίμου ὁρίου τὴν προφυλάκισιν, εἶναι ἐξύβρισις Ἀρχῆς. Κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ τὴν ἀτέρμονα ἄσκησιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου τάδε, τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, περὶ ἐξυβρίσεως Ἀρχῆς, ποῦ πᾶμε; Ἡ ἐπιδίωξις εἶναι τρομοκράτησις, ὑποδούλωσις τοῦ λαοῦ. Δὲν θέλω, σεβόμενος ὑμᾶς ὅλους, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐπεκταθῶ εἰς εὐρυτέραν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος. Ἴσως, ἐν τῇ προόδῳ τῆς πενθημέρου συζητήσεως, νὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον. Λέγουν εἰς τὰς δίκας περὶ ἐξυβρίσεως, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας. Εἴπομεν διὰ τὸν Λαγάνην, παρανομεῖ. Ἄ, ἐξύβρισις ἀρχῆς. Δὲν ἐπιτρέπεται ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας. Εἶναι προάσπισις τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν αὐτή, ἢ εἶναι κατάπνιξις τοῦ δημοσίου ἐλέγχου; Ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ἔχει πολλὰ ἐλαττώματα, ἔχει ὅμως, καὶ δύο πλεονεκτήματα τὴν κατὰ ἐκλογικὰς περιόδους, ἀναλόγως τῆς κρίσεως τοῦ λαοῦ, ἐναλλαγὴν προσώπων καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν διοίκησιν, εἰς τρόπον ὥστε ὅλα τὰ ἱκανὰ πρόσωπα καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, νὰ χρησιμοποιοῦνται καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν διοίκησιν. Καὶ ἕν ἄλλο πλεονέκτημα ἔχομεν, τὸν δημόσιον ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος προλαμβάνει καὶ καταστέλλει ἀτασθαλίας. Κατὰ τὴν πίστιν μου, κατὰ τὴν πεῖραν μου, τὴν μακρὰν τὴν κοινοβουλευτικήν, ὁ δραστηριώτατος ἔλεγχος εἶναι ὁ δημοσιογραφικός. Διότι ὑποβάλλεις μίαν ἐπερώτησιν, λήγει ἡ Σύνοδος καὶ δὲν ἔρχεται πρὸς συζήτησιν, διότι ὑπάρχει σωρεία προηγουμένων προηγηθεισῶν. Ἐὰν λοιπόν, μὲ τὸ νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας, ὁ δημοσιογραφικὸς ἔλεγχος ὑπόκειται εἰς δίωξιν, δι’ ἐξύβρισιν ἀρχῆς, ἀλλοίμονον. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λαοῦ εἶναι σεβαστή, ἄλλως εἶναι παραβίασις τοῦ Πολιτεύματος διὰ τῆς καταπνίξεως τοῦ δραστηριωτέρου δημοσίου ἐλέγχου. Ἐπανέφερεν ἡ Κυβέρνησις πάλιν εἰς τὴν ζωὴν τὰ πιστοποιητικὰ κοινωνικῶν φρονημάτων. Εἰς τὸν Ἀσπίδα. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ὑφὴν τοῦ θέματος. Δὲν μ’ ἐνδιαφέρει. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι ἐπὶ Κυβερνήσεως Παπανδρέου, ὑπῆρχον ἡ οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Πολιτικὴ Ἐπιτροπή, αἱ ὁποῖαι συνεζήτουν τὰ γενικὰ πολιτικὰ θέματα. Ἐγὼ εἰς καμμίαν ἀπὸ αὐτὰς δὲν μετεῖχον. Συνέπεσεν, ὅμως, μίαν ἡμέραν, νὰ παραστῶ εἰς συνεδρίασιν τῆς Πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπου θὰ συνεζητεῖτο θέμα ἀναγόμενον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Καὶ ἐκεῖ, ἕως ὅτου νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά μου, ἤκουσα τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως λέγοντα πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ. Γαρουφαλιᾶν, πότε, ἐπὶ τέλους, θὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ἀνάκρισις τοῦ «ΑΣΠΙΔΑ», νὰ ξέρῃ ὁ κόσμος, τί γίνεται. Θὰ τελειώσῃ σὲ 5 ἡμέρες, σὲ 10 ἡμέρες; Καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἦτο, οὔτε σὲ 5, οὔτε σὲ 10, τοὐλάχιστον ἕνα μῆνα, ἂν ὄχι καὶ περισσότερον. Ἀπὸ τότε, ὅμως, ἐπέρασεν ἕνας χρόνος σχεδόν, δέκα μῆνες. Ποῦ εἶναι, διατί δὲν βγαίνει, ἐπὶ τέλους, τὸ πόρισμα; Ἀφήνεται νὰ ὑπονοηθῇ, ἀφήνεται νὰ πιστευθῇ, ὅτι δὲν βγαίνει τίποτε καὶ δι’ αὐτὸ δὲν δημοσιεύεται. Δὲν βγαίνει τίποτε, παρακαλῶ, νὰ μὴ παρεξηγηθοῦν αἱ λέξεις μου. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ἐὰν ὑπῆρξεν ἔκνομος ἐνέργεια ἀξιωματικοῦ, μὲ ἔμβλημα τὸν «ΑΣΠΙΔΑ», ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ προσπάθεια ἦτο νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἰς τὸν «ΑΣΠΙΔΑ» ἦτο ἀναμεμιγμένος ὁ κ. Ἀνδρέας Παπανδρέου, διὰ νὰ στιγματίσουν καὶ αὐτὸν καὶ τὸν πατέρα του καὶ τὴν Ε.Κ. καὶ ἐξ ὅσων γνωρίζομεν, δὲν ἀποδεικνύεται τίποτε, ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό. Διατί δὲν λήγῃ ἡ ἀνάκρισις, διατί δὲν βγαίνει τὸ πόρισμα; Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀποδειχθῇ ἔκνομος ἐνέργεια οἱουδήποτε ἀξιωματικοῦ, εἰς οἱονδήποτε θέμα, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ τύχη του. Ἕκαστος φέρει τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων του πράξεων. Μᾶς ἐνδιαφέρει ὅμως, ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ θέματος ἀπὸ γενικῆς πολιτικῆς ἀπόψεως. Καὶ εἰς αὐτὸ καταλογίζομεν καὶ κατακρίνομεν τὸν ἀπρεπῆ καὶ ἀντίθετον πρὸς πᾶσαν ἠθικὴν τάξιν τρόπον διεξαγωγῆς τῶν ἀνακρίσεων. Τὸ κάνουν πρὸς τρομοκράτησιν τῶν ἀξιωματικῶν. Τοὺς συλλαμβάνει ὁ κ. Λαγάνης, τοὺς προφυλακίζει, στεροῦνται τῶν οἰκονομικῶν μέσων των, διότι τοὺς περικόπτεται ὁ μισθός, πλήρης ἐξουθένωσις καὶ οἰκονομικὴ καὶ ἠθικὴ τῶν οἰκογενειῶν των. Ἀκούσατε, κ. Πρόεδρε τῆς Ε.Ρ.Ε., καὶ κ. Πρόεδρε τῶν Προοδευτικῶν, ἀκούσατε, κύριοι βουλευταί: Ὁ συνάδελφος κ. Ἀλευρᾶς, εἶχεν ὑποβάλει πρὸ μηνὸς καὶ πλέον νομίζω, μίαν ἐρώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας κατήγγειλεν, ὅτι ὁ κ. Φαρμάκης, ἀξιόλογον πρόσωπον, φίλος μου, σεβαστὸν καθ’ ὅλα, τῶν ἄκρων ἀπόψεων, ἰδικός του λογαριασμός, εἶπεν εἰς ἕνα ἀξιωματικὸν Παραλίκαν: Ξέρω ὅλες τὶς καταθέσεις. Πήγαινε καὶ σὺ νὰ καταθέσῃς, ἀναλόγως. Καὶ σὺ θὰ ὠφεληθῇς, ἄλλως, καὶ σὺ θὰ βρῇς τὸν μπελᾶ σου καὶ ὁ γυιός σου ποὺ εἶναι 4ετὴς στὴ σχολὴ τῶν Εὐελπίδων. Παρῆλθε, κ. Πρόεδρε, ἔκτοτε χρονικὸν διάστημα 5–6 ἑβδομάδων. Ὡς τότε, ὁ Παραλίκας, δὲν ἐνεφανίζετο ποτὲ ἀναμεμιγμένος εἰς τὸν «ΑΣΠΙΔΑ». Προχθές, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τὸν συνέλαβεν ὁ κ. Λαγάνης καὶ τὸν προφυλάκισε. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ἐὰν ὁ Παραλίκας φέρῃ εὐθύνην, ἢ ὄχι, ἀλλὰ θέλω νὰ ἀποδείξω, νὰ ὑποστηρίξω τὴν κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς πᾶσαν ἠθικὴν ἀρχὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀνακριτοῦ. Συλλαμβάνει ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸν κατήγγειλε καὶ τὸν παίρνει ὡς θηρίον διὰ νὰ τὸν κατασπιλώσῃ. Δὲν φέρει τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις καὶ ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό;
§27Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ἐξητάσθη καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μάρτυρας, ἐπ’ αὐτοῦ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Ἀγγελούση, ἄνευ διακοπῶν, νὰ συνεχίσῃ ὁ κ. Μπακόπουλος.
§29Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ προχθὲς ἀκριβῶς ἐδιαβάσαμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ Διοικητὴς τοῦ Γʹ Σώματος Στρατοῦ, εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἀπηγόρευσε τὴν παράστασιν εἰς τὸ λεγόμενον θέατρον τοῦ στρατοῦ, λέγω λεγόμενον, διότι τὸ κτίριον ἀνήκει εἰς τὸν στρατόν, καὶ ἐνοικιάζεται εἰς διαφόρους θιάσους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ δώσουν παραστάσεις εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἀπηγόρευσε τὴν παράστασιν τοῦ ἔργου τοῦ Ρούσσου «Ἀθάνατη Πολυαγαπημένη», διότι, ἀκούσατε, ἀκούσατε, διότι ἔχει φράσεις, αἱ ὁποῖαι θίγουν τὴν Μοναρχίαν. Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Ποῦ ζοῦμε; Δὲν πρόκειται περὶ τῆς κρίσεως τοῦ κ. Ἀντιστρατήγου, πρόκειται περὶ τοῦ τί κάνει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ αὐτὸ εἶναι μία ἐκδήλωσις, ὅτι καὶ διὰ τοῦ στρατοῦ τείνομεν εἰς τὴν καθιέρωσιν μοναρχικῆς διοικήσεως. Εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἀγνοῇ; Ἐδημοσιεύθη. Εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἀνέχεται; Πῶς εἶναι δυνατόν; Ἀλλά, ὅταν βλέπωμεν τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως μιᾶς Δημοκρατίας, τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τῆς Δημοκρατικῆς Βουλῆς, νὰ παρίστανται καὶ νὰ χειροκροτοῦν φροντιστήριον περὶ δικτατορίας, τί ἄλλο περιμένετε; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Κ.). Ἕκαστος ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὰς γνώμας του καὶ νὰ τὰς ὑποστηρίζῃ. Ἂν θέλετε, κύριοι βουλευταί, ἕνας ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ἂν θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν σεβασμὸν διὰ τὰς ἰδέας μας, ἀπὸ κάθε πολίτην, ὀφείλομεν ἡμεῖς πρῶτοι, νὰ σεβώμεθα τοὺς ἔχοντας ἀντιθέτους ἀπόψεις. Ἀλλά, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, σὲ κοινοβουλευτικὸν ἐλεύθερον πολίτευμα, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀφῆστε ἄλλους βουλευτὰς ποῦ δὲν ἔχουν τόσον ἐπίσημον ἰδιότητα, νὰ παρίστανται καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ νὰ χειροκροτοῦν διδάγματα περὶ δικτατορίας, ἀλλοίμονον! Θὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν στέκεται τίποτε εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς ἠθικῆς. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι βουλευταί, νομίζομεν, ὅτι καὶ τὸ τέταρτον σκέλος τῆς ἰδικῆς μας προτάσεως δυσπιστίας, εὐσταθεῖ καὶ ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἰσηγούμεθα εἰς τὴν Βουλήν, τὴν παραδοχὴν τῆς ἰδικῆς μας προτάσεως. Εἶχον ἐντολήν, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὸ Κόμμα μας, νὰ κάμω αὐτὰς τὰς εἰσηγήσεις ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὡς πρὸς τὰ τέσσαρα θέματα, τὰ περιλαμβανόμενα εἰς τὴν πρότασιν δυσπιστίας, τὴν ὁποίαν εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο θέμα, ἄλλοι συνάδελφοι, θὰ εἰσηγηθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀπόψεις τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Εὐχαριστῶ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.).
§30Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνέμενα νὰ μὲ καλέσητε νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιμένω νὰ γίνῃ ἡσυχία.
§32Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον ἁπλῶς νὰ κάμω μίαν ἐπανόρθωσιν εἰς μίαν παρατήρησιν τοῦ κ. Μπακοπούλου, ἡ ὁποία ὀφείλεται προφανῶς εἰς πλάνην. Εἶπεν, ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὅτι δῆθεν ὁ στρατηγὸς Λουκάκης κατηγορήθη, ὅτι ἡτοίμαζεν κίνημα. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές. Τόσον κατὰ τὴν περίοδον τοῦ Ἰουλίου, ὅσον καὶ μεταγενεστέρως, οὐδεὶς διετύπωσεν αὐτὴν τὴν κατηγορίαν. Παρακαλῶ, κ. Μπακόπουλε, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ θελήσητε νὰ ἐπανορθώσητε, διότι ἠδικήσατε καὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸν στρατηγὸν Λουκάκην.
§33Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἦτο ἐξωφρενικὸν ἐκ μέρους μου, νὰ εἴπω, ὅτι ὁ στρατηγὸς αὐτὸς εἶχεν ἀναμιχθῆ εἰς ἐπανάστασιν. Εἶπον, ὅτι κατηγορήθη ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι θὰ ἔκαμεν τὴν ἐπανάστασιν καὶ ὅτι οἱ βοηθοὶ θὰ ἦσαν δύο, ὁ μὲν ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν περιφέρειαν Ἀττικῆς θὰ ἐβοήθει τὸ κίνημα, ἐξουδετερώνων τὰς ἐνεργείας τοῦ στρατοῦ, καὶ ὁ κ. Πολυχρονίδης, ὡς Ὑπουργὸς τότε τῆς Δημοσίας Τάξεως, θὰ ἐξουδετέρωνε τὰ Σώματα Ἀσφαλείας. Καὶ λέγω, ὅτι ἐὰν τὸ συμπέρασμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη τότε καὶ ἐγράφη, ἦτο ἀληθές, ἐγράφη, ὅτι τὸ κίνημα θὰ ἐγένετο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διατί ἔμεινεν ὁ στρατηγὸς ἀδίωκτος; Αὐτὸ μόνον εἶπον, δὲν εἶπον, ὅτι ἦτο ἀναμεμιγμένος. Τοὐναντίον, εἶπον, ὅτι ὅσα εἶπον, τὰ εἶπον, διὰ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι οὔτε ὁ Γεώργιος Παπανδρέου, οὔτε ὁ στρατηγὸς αὐτὸς ἦτο ἀναμεμιγμένος εἰς τὴν κίνησιν αὐτήν. Κύριε Πρόεδρε, ὁ συνάδελφος κ. Τούντας, μὲ πληροφορεῖ, ὅτι εἰς τὸ δημοσιογραφικὸν ὄργανον τοῦ κ. Γαρουφαλιᾶ ἐγράφη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Συνεπῶς, δὲν εὑρίσκομαι ἐν ἀναληθείᾳ, δὲν ἐπρόδωσα τὴν ἀλήθειαν.
§34Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως καὶ κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν γνωμῶν μεταξύ μας, ρητῶς ἐδηλώθη, δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἀμφισβητήσεως τῆς αὐτοδήλου σειρᾶς τῶν Κομμάτων καὶ τῆς προτεραιότητος. Ἐὰν ὑπῆρχε μία συζήτησις εἰς τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ Κόμματα εἶχον τὴν αὐτὴν θέσιν, δὲν θὰ ἠμφεσβήτουν ποτέ, οὔτε θὰ ἦτο νοητὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ προτεραιότης τῆς σειρᾶς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔθεσα ὑπ’ ὄψει σας εἶναι ὅτι τόσον ἡ Ἕνωσις Κέντρου, ὅσον καὶ ἡ πτέρυξ ἡ ἰδική μας, ὑπέβαλον αὐτοτελεῖς προτάσεις μομφῆς. Ὑποθέτω, ὅτι θὰ πρέπει τοὐλάχιστον οἱ ἐκπρόσωποι τῶν δύο παρατάξεων, νὰ ἔχουν ἀναπτύξει τὰς προτάσεις των, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀπάντησις. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα.
§35Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψις, μολονότι ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Δ.Α. τὴν διατυπώνει ὑπὸ μορφὴν πάρα πολὺ σεμνήν, δὲν ἐπιμένει, δὲν εἶναι ὅμως, ὀρθὴ ἡ ἄποψις. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τίθεται πολιτικὸν θέμα, ὁμιλοῦν τὰ Κόμματα, κατὰ τὴν σειρὰν τῆς δυνάμεώς των, ἐκτὸς ἐὰν δὲν τὸ ἐπιθυμοῦν. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν, θὰ μὲ συνέφερεν, ἀπὸ ἀπόψεως ἐπικοινωνίας μου μὲ τὸν λαὸν διὰ τοῦ Τύπου, νὰ ὁμιλήσω αὔριον πρῶτος καὶ νὰ ἀφήσω ἀπόψε τὸν κ. Ἡλιοῦ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διότι γνωρίζω, ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ τοὐλάχιστον, κατ’ ἀνάγκην, διότι τὰ θέματα εἶναι πολλά, ἐπὶ 2 ἢ καὶ 2½ ὥρας καὶ οὐδεὶς θὰ ἠξίου μετὰ 2 καὶ 2½ ὥρας νὰ ὁμιλήσω ἐγώ. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλήσω αὔριον, δὲν τὸ πράττω, διὰ νὰ ἀκολουθήσω τὴν Κοινοβουλευτικὴν σειρὰν καὶ διὰ νὰ μὴ δείξω, μίαν διάθεσιν, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται ποῦ καὶ ποῦ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νὰ μὴ δείξω τὴν διάθεσιν ἐξασφαλίσεως εὐνοϊκωτέρας ὥρας. Αὔριον, δι’ ἐμέ, θὰ ἦτο εὐνοϊκωτέρα ἡ ὥρα, ἀλλὰ τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ λειτουργῇ καὶ νὰ λειτουργῇ ἐν συνεχείᾳ μέχρι τῆς 11ης ἢ 12ης νυκτερινῆς καὶ μάλιστα καὶ καμμιὰ φορὰ καὶ ἀργότερον, χωρὶς νὰ ἐπιλέγουν οἱ Ἀρχηγοὶ τὴν κατάλληλον ὥραν, διὰ νὰ ἐμφανίσουν τὸν ἑαυτόν τους ἐπὶ σκηνῆς, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ θεάτρου. Δι’ αὐτὸ ἐπιλέγω αὐτὴν τὴν ὥραν, ἡ ὁποία εἶναι ἀκατάλληλος. Ἄλλωστε, θὰ ὁμιλήσω μόνον ἐπὶ εἴκοσι λεπτὰ περίπου καὶ θὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα, ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ νὰ ὁμιλήσῃ ἀπόψε, χωρὶς κατ’ οὐσίαν νὰ χάσῃ χρόνον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§37Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Ἐθνικὴ Ριζοσπαστικὴ Ἕνωσις, δὲν βλέπει, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ὥραν αὐτήν, βασικὸν ἐθνικὸν λόγον, ἐπιβάλλοντα τὴν μεταβολὴν τῆς στάσεώς της ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Ὅπως θὰ εἴπω ἐντὸς ὀλίγου, ἐσημειώθη βεβαίως, σοβαρὸν γεγονός, κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἑβδομάδων, ἀλλὰ ὅπως εἶδον, ἀναγνώσας τὰς προτάσεις μομφῆς, τὸ σοβαρώτατον αὐτὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι κυρίως ἔδωσε τὴν ἀφορμὴν εἰς τὴν θέσιν πολιτικοῦ ζητήματος, δὲν ἀπησχόλησε τὴν Ἕνωσιν Κέντρου, ἐὰν βασισθῶ ἐπὶ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεως τοῦ ἐκπροσώπου αὐτῆς, φίλου κ. Μπακοπούλου, παρὰ μόνον εἰς τόσην ἔκτασιν, εἰς ὅσην ἀπησχόλησε τὸν κ. Μπακόπουλον καὶ ἕκαστον ἐκ τῶν ἄλλων θεμάτων. Τὴν μεγαλυτέραν μάλιστα ἔκτασιν κατέλαβεν εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Μπακοπούλου τὸ Συνταγματικὸν θέμα, δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγεννήθη σήμερον, ἀλλὰ ἐγεννήθη, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Ε.Κ., τὴν 15ην Ἰουλίου παρελθόντος ἔτους. Τὸ θέμα αὐτὸ ἔχει ἐπανειλημμένως συζητηθῆ. Τὸ θέμα τοῦτο ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον συζητήσεων καὶ ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, κατὰ τὸ διήμερον τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στέμματος, δηλαδή, τὴν 1ην καὶ 2αν Σεπτεμβρίου 1965. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἐνόμισεν, ὅτι μετὰ τόσους μῆνας ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς θέμα, τὸ ὁποῖον ἐνώπιον αὐτοῦ τούτου τοῦ Βασιλέως εἶχεν ἐξετασθῆ, ἔχω καθῆκον καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τριῶν, κυρίως, σημείων. Ὁ κ. Μπακόπουλος, ἠμφεσβήτησε τὴν ὕπαρξιν προνομιῶν τοῦ Στέμματος. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν ἐπιστήμην δὲν χρησιμοποιεῖται πλέον ἡ λέξις «προνομίαι» καὶ οὔτε εἰς ἐμὲ ἀρέσει. Ὑπάρχουν, ὅμως, δικαιώματα καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Μπακόπουλος, δὲν ἠρνήθη τὴν ὕπαρξιν δικαιωμάτων τοῦ Βασιλέως. Περιώρισεν ὅμως, περιέστειλε τὰ δικαιώματα αὐτά, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος αἴρει τὴν ὕπαρξιν τοῦ ρυθμιστικοῦ ρόλου τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, εἴτε ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων εἶναι Βασιλεύς, εἴτε εἶναι αἱρετὸς Πρόεδρος Δημοκρατίας. Συγκεκριμένως, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀφῆκεν ὁ κ. Μπακόπουλος νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι τὴν διαπίστωσιν τῆς ἀνάγκης τῆς διαλύσεως, δηλαδὴ τὴν διαπίστωσιν δυσαρμονίας μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ, δύναται νὰ τὴν κάμῃ μόνον τὸ ἰσχυρότερον ἐν τῇ Βουλῇ Κόμμα, τὸ διαθέτον τὴν πλειοψηφίαν. Θὰ ἦτο παράδοξος ἡ μετάφρασις εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς θεωρίας αὐτῆς. Ὅταν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου εἶχε τὴν πλειοψηφίαν, δὲν ἦτο νοητόν, πρὶν ἢ παύσῃ νὰ εἶναι Πρωθυπουργός, νὰ εἰσηγηθῇ ὡς Πρωθυπουργὸς τὴν διάλυσιν, θὰ ἦτο παράδοξον. Νοητὸν θὰ ἦτο ὑπὸ ἄλλην ἔννοιαν, δηλαδὴ ἐὰν ἤθελε νὰ ἐπισπεύσῃ ἐκλογὰς ἓν ἔτος ἢ ἓξ μῆνας πρὸ τῆς λήξεως τῆς τετραετίας. Αὐτὸ γίνεται καὶ εἰς ἄλλας χώρας, διὰ νὰ ἐξασφαλισθοῦν εὐνοϊκαὶ συνθῆκαι, τὰς ὁποίας κρίνει ἑκάστοτε μία Κυβέρνησις, διὰ τὴν διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Ἡ διαπίστωσις τῆς δυσαρμονίας εἶναι ὑπόθεσις, ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, εἶναι δικαίωμα ἰδικόν του ἡ διαπίστωσις καὶ συνεπάγεται τὸ δικαίωμα τοῦτο ἓν ἄλλο δικαίωμα, τὴν ρυθμιστικήν του παρέμβασιν. Βέβαια, ἡ ρυθμιστική του παρέμβασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπ’ ὀνόματί του, διότι ὑπάρχει βασικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ὁ Βασιλεύς, χωρὶς νὰ καλύπτεται ὑπὸ τῆς εὐθύνης Ὑπουργοῦ. Τί σημαίνει αὐτό; Ὁ Βασιλεύς, κατ’ οὐσίαν προβαίνει εἰς τὴν διαπίστωσιν καὶ καλεῖ ἄλλους καὶ ὄχι ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφίαν, νὰ σχηματίσουν Κυβέρνησιν καὶ νὰ διαλύσουν τὴν Βουλήν. Αὐτὸ συνέβη ἐπανειλημμένως.
§38Κ. ΚΩΝΙΩΤΑΚΗΣ. ........ (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος, κωδωνοκρουσίαι).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§40Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς νὰ ἀκούσω τί εἶπε καὶ τί μὲ ἠρώτησεν ὁ κ. συνάδελφος. Θὰ παρεκάλουν οἱανδήποτε ἐρώτησιν νὰ τὴν θέσουν μετὰ ταῦτα, διὰ νὰ μὴ ὑπερβῶ τὰ ὅρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθην, ὅτι θὰ τηρήσω καὶ τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην θὰ ὑπερβῶ ἐπὶ δέκα ἢ δεκαπέντε λεπτά, διότι εἰσῆλθον εἰς τὸ συνταγματικὸν θέμα, ἀλλὰ πάντως δὲν θὰ τὰ ὑπερβῶ καθ’ ὃ μέτρον θὰ τὰ ὑπερέβαινον ἐὰν ἐπέτρεπον διακοπὰς καὶ ἐρωτήσεις. Ὅπως καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος δὲν ἐδέχθη διακοπάς, ἔτσι θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ δεχθῶ καὶ ἐγὼ διακοπὰς χάριν ὑμῶν, διὰ νὰ μὴ παραταθῇ ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς. Εἶπον, λοιπόν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἢ ὁ Πρόεδρος Δημοκρατίας κατ’ οὐσίαν κρίνει καὶ δὲν πρόκειται περὶ προνομίας συνδεδεμένης μὲ μοναρχικὸν καθεστώς. Προέβη εἰς κάποιαν περίεργον ἀνάπτυξιν ἀπόψε ὁ φίλος κ. Μπακόπουλος, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον τοῦ Σαριπόλου, οὔτε εἰς τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον τοῦ Σβώλου. Καὶ οἱ δύο ἀναγνωρίζουν τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος, ἀναγνωρίζουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ, ὅτι ὁ Βασιλεύς, κατ’ οὐσίαν κρίνει, ἐὰν ὑπάρχῃ δυσαρμονία πρὸς τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Δὲν νοεῖται δυσαρμονία πρὸς τὴν μειοψηφίαν. Τὰς διαπιστώσεις αὐτὰς ἐπιτρέπεται νὰ κάμῃ ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων πρὸς ὄφελος ἀκριβῶς τῆς μειοψηφίας. Ἑπομένως, εἶναι ἀπολύτως δυνατὸν ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915 καὶ δὲν ἠμφεσβήτησεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἠμφεσβήτησε τὴν συνταγματικότητα τῆς δευτέρας διαλύσεως, βασιζόμενος εἰς ἄλλον συλλογισμόν, ὄχι εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐξετάζομεν ἀπόψε. Ἠμφεσβήτησε, συγκεκριμένως, ἐὰν δικαιοῦται ὁ Βασιλεὺς νὰ προβῇ δὶς εἰς διάλυσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διαπιστώσεως, ὅτι ὑπάρχει διάστασις Βουλῆς καὶ κοινῆς γνώμης καὶ λαοῦ καὶ δὴ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν. Ἑπομένως, ὁ Βασιλεὺς ἔχει κατ’ οὐσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθέσῃ εἴτε εἰς τὴν μειοψηφίαν, ὅπως συνέβη τὸ 1915, εἴτε εἰς ἐξωκοινοβουλευτικὰ πρόσωπα τὴν διάλυσιν, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ εἶναι ὀρθότερον νὰ χρησιμοποιοῦνται πάντοτε οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὑπεύθυνοι ἐκεῖνοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι μάχονται, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι βασανίζονται, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παλαίουν καὶ διὰ τὴν ἄσκησιν αὐτῶν τῶν μεταβατικῶν εὐθυνῶν, ὅπως εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν. Αὐτὴ εἶναι μία βασικὴ θέσις, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν ἔχω ὑποστηρίξει.
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἠμφεσβήτησα αὐτό.
§42Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁ Βασιλεύς, ἀφοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς τὸ μεῖζον, δηλαδὴ νὰ ἀγνοήσῃ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφίαν καὶ νὰ καταρτίσῃ ἄλλην Κυβέρνησιν καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως τῆς μειοψηφίας νὰ ὁδηγήσῃ τὸν τόπον εἰς ἐκλογάς, διατί δὲν ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ σχηματίσῃ ἄλλην Κυβέρνησιν καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν ἄλλην Κυβέρνησιν νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐὰν τὴν στηρίξῃ ἡ Βουλὴ ἔχει καλῶς, ἂν δὲν τὴν στηρίξῃ νὰ παραιτηθῇ; Αὐτὸ τὸ δεύτερον συνέβη. Ἄλλωστε αὐτὸ τὸ δεύτερον, ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, συνέβη καὶ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1963. Οὐδεμίαν δεδηλωμένην εἶχε ὁ κ. Γ. Παπανδρέου τότε. Δὲν εἶχε πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπόλυτον ἐννοῶ, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ περίπτωσις τῆς δεδηλωμένης. Ἄς μὴ λέγωμεν, λοιπόν, ὡρισμένα πράγματα ὅταν μᾶς συμφέρουν καὶ τὰ ἀντίθετα ὅταν πάλιν μᾶς συμφέρουν. Τότε ὁ κ. Παπανδρέου ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα......
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκλογάς.
§44Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶπεν ἐκλογάς, διότι ἐὰν ἔλεγεν ἐκλογάς, ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων θὰ ἔπρεπε νὰ συμβουλευθῇ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, διότι εἶχε τὸ 42% ἡ Ἕνωσις Κέντρου καὶ τὸ 38% ἡ Ἐθνικὴ Ριζοσπαστικὴ Ἕνωσις. Διατί, λοιπόν, τὸ 42% θὰ ἐπέβαλε τὴν θέλησίν του ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐπὶ τοῦ Ἔθνους; Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, εἶπεν εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τότε, ὅτι θὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ σταθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, οὐχὶ βασιζόμενος ἐπὶ τῆς Ε.Δ.Α., τὴν ὁποίαν χρειάζεται, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ὅμως καὶ παραμερίζει καὶ περιφρονεῖ ὅταν θεωρῇ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ἔλλειψιν ἀλληλεγγύης πρὸς αὐτήν, τὴν ἐπικίνδυνον ἀπὸ ἀπόψεως ἀπηχήσεως εἰς ὡρισμένους κύκλους, ὅτι θὰ ἐπιδιώξῃ νὰ σταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰς ψήφους τῆς Ε.Δ.Α., ἀλλὰ χρησιμοποιῶν ψήφους ἀποστατῶν τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἐπειδὴ ὅμως, δὲν ἐπέτυχε νὰ ἀποσπάσῃ βουλευτὰς ἀπὸ τὴν Ε.Ρ.Ε., ἐπειδὴ δὲν ἐπραγματοποιήθη ἀποστασία ἀπὸ τὴν Ε.Ρ.Ε., δι’ αὐτὸ μαίνεται ποὺ ἐπραγματοποιήθη ἀποστασία ἀπὸ τὴν Ε.Κ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Ρ.Ε.). Ἀλλὰ τὸ διεκήρυξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ., ὡς θεμιτόν, ὡς ὀρθόν, ὡς νόμιμον, ὡς μίαν τακτικήν, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ὡραίας του φωνῆς καθιέρωσεν αὐτὸς πρῶτος. Διότι ἡ φωνή του καθιέρωσε θεωρητικῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν πρᾶξιν ἔπειτα ἐγένετο τὴν 15 Ἰουλίου. Ἀλλὰ ἐγένετο ἀντιστρόφως, εἰς βάρος του καὶ οὐχὶ εἰς βάρος τῆς Ε.Ρ.Ε. Κύριοι, ἓν σημεῖον ἀκόμη θέλω νὰ θίξω σχετικῶς μὲ τὴν συνταγματικὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μπακόπουλος. Ὡμίλησε περὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν βουλευτῶν καὶ ἀπήντησεν εἰς τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε εἶχον ὑποστηρίξει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἄποψιν ἡ ὁποία δὲν ὑπεστηρίχθη μόνον ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ ἔχει ὑποστηριχθῆ ἀνέκαθεν ὑπὸ πάντων τῶν συνταγματολόγων, ὅτι οἱ βουλευταὶ εἶναι ἐκπρόσωποι τοῦ Ἔθνους καὶ εἶναι ἐλεύθεροι ὡς συνειδήσεις. Εἰς τὸ νέον μας Σύνταγμα προσετέθη, ὅτι ἐκπροσωποῦν τὸ Ἔθνος καὶ τὴν ἰδιαιτέραν των περιφέρειαν. Ἀλλά, κύριοι, ἡ ἐλευθερία τῶν βουλευτῶν ἀποτελεῖ τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Ἐὰν καταργηθῇ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἴτε μᾶς ἀρέσει εἴτε ὄχι, ἠμπορεῖ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ μὴ ἀρέσῃ, ἐὰν καταργηθῇ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, αὐτὸ θὰ ἀπετέλει τὸν προάγγελον τῆς καταργήσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Γνωρίζετε, ἴσως, τὸ γνωρίζουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, ὅτι ἀκριβῶς, τὴν ἀπόλυτον δέσμευσιν τὴν εἰσήγαγε πρῶτα τὸ Σοβιετικὸν Σύνταγμα καὶ ἦτο φυσικὸν καὶ πολὺ συνεπὲς τὸ πρᾶγμα, διότι τὸ Σοβιετικὸν Σύνταγμα βασίζεται ἐπὶ τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ μονοκομματικοῦ Κράτους. Τὸ Σύνταγμα τὸ Σοβιετικόν, θεσπίζει ἀκριβῶς τὴν δέσμευσιν τοῦ ἐκπροσώπου, τὸ κατηγορηματικὸν «μαντὰτ» τοῦ ἐκλογέως ἔναντι τοῦ ἐκλεγέντος.
§45Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Τὸ ἀνακλητόν.
§46Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὴν κατηγορηματικὴν ἐντολὴν πηγάζει τὸ δικαίωμα ἀνακλήσεως. Ἐὰν ἀποστατήσῃ, ἐὰν παύσῃ νὰ εἶναι εἰς τὸ κόμμα, ἐὰν θελήσῃ νὰ κάμῃ μίαν ἀταξίαν, ἀνακαλεῖται. Ἐὰν δὲν κάμῃ ἀταξίαν, βεβαίως δὲν ἀνακαλεῖται, ἀλλὰ καμμία φορὰ ἡ ἀταξία εἶναι τὸ δεῖγμα τῆς ἐλευθερίας, εἶναι ἀκριβῶς τὸ μνημεῖον τῆς Ἐλευθερίας. Χωρὶς ἀταξίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Δημοκρατία καὶ πνευματικὴ ζωή. Ἐκεῖ ὅπου αἱ ἀταξίαι εἴτε τῶν λογοτεχνῶν εἴτε τῶν συγγραφέων εἴτε τῶν πολιτικῶν ἀποκλείονται καὶ ἀποτελοῦν ἀντικείμενον ποινικῆς διώξεως ἐκεῖ θανατοῦται ἡ Ἐλευθερία καὶ ἐνταφιάζεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ΕΡΕ). Κύριοι, ὁ βουλευτὴς πρέπει νὰ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἄτομον ὅπως πρέπει νὰ εἶναι ἄτομον καὶ ὁ ἐκλογεύς, ὁ ἐκλογεὺς κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκλέγει καὶ φυσικὰ καὶ καθ’ ὅλην τὴν διαδρομὴν τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐκλογῆς κορυφοῦται ἡ λειτουργία του, ὁ δὲ βουλευτὴς κατὰ τὴν ὥραν τῆς δράσεώς του καὶ τῆς σκέψεώς του ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ. Ἀλλὰ ἐὰν ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν θεωρίαν αὐτήν, δὲν ἐχρειάσθη εἰς τὴν ζωὴν μου ποτὲ νὰ τὴν μεταβάλω εἰς πρᾶξιν, διότι τὸ 1958 ἐξελέγην εἰς πεῖσμα ὅλων τῶν μεγάλων κομμάτων καὶ δικαίωμά μου ἦτο, ἀφοῦ εἰς πεῖσμα ὅλων ἐξελέγην, νὰ προσχωρήσω ὕστερον ὅπου ἤθελον. Ἀντιθέτως, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. τὸ 1952, δὲν θὰ ἦτο βουλευτὴς ἐὰν δὲν εἶχε φιλοξενηθῆ... (χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ΕΡΕ)... ἐκεῖ ὅπου ἐφιλοξενήθη. Χρειάζεται, λοιπόν, κάποια προσοχή. Προσωπικῶς θεωρῶ, ὅτι εἶχεν ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ πράξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξε.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς Ε.Κ.). Συνειργάσθη.
§48Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνειργάσθη διὰ νὰ ἐκλεγῇ, διότι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλεγῇ ἐὰν δὲν συνειργάζετο. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ΕΡΕ). Καὶ εἶχεν ἀπόλυτον δικαίωμα. Αὐτὸ ἐγὼ τὸ ὑποστηρίζω. Ἐγὼ εἶμαι συνεπὴς καὶ δὲν κατηγορῶ διόλου τὸν κ. Γ. Παπανδρέου δι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔπραξε. Δικαίωμά του ἦτο ὡς ἐλεύθερος πολίτης, ὡς ἐλεύθερος βουλευτὴς καὶ πολιτευτὴς νὰ κρίνῃ καὶ ἐνόμισε τὴν 9.4.53 εὑρισκόμενος τυχαίως μάλιστα εἰς τὴν Μυτιλήνην, διότι εἶχεν ἐκλεγῆ εἰς τὰς Πάτρας — δὲν ἐξεπροσώπει τὴν Λέσβον — εὑρισκόμενος τυχαίως ἐκεῖ, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διασπάσῃ τὴν συνοχήν του μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μὲ τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν καὶ προέβη εἰς ὡρισμένας δηλώσεις. Δὲν τὸν θίγω. Ἀκριβῶς ἰσχυρίζομαι, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα. Ἀλλ’ ὅπως εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦτο βουλευτής, διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐὰν δὲν ἦτο εἰς τὸν συνδυασμὸν τοῦ Συναγερμοῦ, ἔτσι τὸ εἶχον καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος, καὶ ὁ κ. Νόβας, καὶ οἱ ἄλλοι κ.κ. συνάδελφοι. Κύριοι βουλευταί, πρέπει καὶ τὰς συνταγματικάς μας θεωρίας, ἀλλὰ καὶ τὰς ἠθικάς μας ἀντιλήψεις νὰ μὴ τὰς μεταβάλλωμεν ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν προσώπων.
§49Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Περὶ ποίας προδοσίας ὁμιλεῖτε, κ. Πρόεδρε;
§50Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν. Μένω εἰς τὸ καθαρὸν συνταγματικὸν θέμα. Τερματίζω τὴν ἀπάντησίν μου εἰς τὰς συνταγματικὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μπακόπουλος. Καὶ ἐρωτῶ: Τί εἰδικώτερον συνέβη, ὥστε νὰ ἔρχεται σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θέμα ἐπανεξετάσεως τῆς σχέσεως τῶν κομμάτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Εἰς μάτην θὰ προσπαθήσῃ νὰ μὲ πείσῃ ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅτι τὸ εἰδικώτερον, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν τῷ μεταξὺ ἦτο τὸ ἐκκλησιαστικόν. Αὐτὸ ἔχει συμβῆ πρὸ 6 μηνῶν. Καὶ γνωρίζετε, ὅτι δὲν ἀπέχουν πολὺ αἱ ἀπόψεις μου ἀπὸ τὰς ἰδικάς του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἔλαβον θέσιν συγγενῆ. Προέβην, ὡς ἐνθυμῆσθε εἰς ὡρισμένας δηλώσεις καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις ἐκείνας, ἡ Κυβέρνησις ἀλλὰ καὶ ἡ Ἱεραρχία ἔκαμον ὡρισμένας ὑποχωρήσεις, Προσεπάθησα μὲ τὰς δηλώσεις μου νὰ δείξω, ὅτι ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ὀρθὸν εὑρίσκεται εἰς τὸ μέσον. Καὶ τὴν ἑπομένην ἀκριβῶς τῶν δηλώσεών μου, ἡ Ἱεραρχία ἔστειλε τὴν ἐντολὴν νὰ μὴ προβαίνουν οἱ νεοεκλεγέντες εἰς πράξεις. Νὰ ἀσκοῦν ἠθικῶς τὰ καθήκοντά των τὰ ποιμαντορικά, ἀλλὰ τὰς οἱασδήποτε πράξεις νὰ ἐκτελοῦν οἱ τοποτηρηταί. Ἡ Κυβέρνησις ἔκτοτε μὲ τὴν στάσιν τῆς ΕΡΕ, ἡ ὁποία βεβαίως τὴν ἐδέσμευσεν, ἐὰν δὲν ἤθελε νὰ πέσῃ — καὶ φυσικὰ δὲν ἤθελε καὶ δὲν θέλει νὰ πέσῃ, αὐτὸ εἶναι αὐτονόητον — ἡ Κυβέρνησις ἐσταμάτησε τὴν μάχην, ἡ ὁποία πράγματι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐκδηλωθῇ καθ’ ὃν τρόπον εἶχεν ἐκδηλωθῆ. Καὶ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἤδη παρελθόντος χρόνου ἐπαρκοῦς, καὶ ὁ χρόνος κλείνει πληγάς, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ, καὶ πρέπει νὰ λυθῇ κατὰ τρόπον συντηρητικὸν καὶ κατ’ οἰκονομίαν τὸ ὅλον θέμα. Δὲν εἶναι, λοιπόν, τὸ ἐκκλησιαστικὸν, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν ἐπανεξέτασιν τῆς θέσεως τῶν κομμάτων ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε κἂν τὸ θέμα τῆς ἀσφαλείας ἢ ἡ παράτασις τῆς ἀνακρίσεως διὰ τὸν ΑΣΠΙΔΑ. Σᾶς βεβαιῶ, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι καὶ ἐγὼ ἀπορῶ, διατὶ παρατείνεται τόσον. Ὁ κ. Μπακόπουλος, χειροκροτούμενος ὑπὸ τῶν βουλευτῶν τῆς παρατάξεώς του ἐξέφρασεν ὡρισμένας ὑπονοίας, τὰς ὁποίας δὲν συμμερίζομαι. Καὶ δὲν δικαιοῦμαι νὰ συμμερίζωμαι ὑπονοίας εἰς βάρος οἱουδήποτε. Ἐγὼ ὅμως ἀπορῶ χωρὶς νὰ διατυπώνω αὐτὰς τὰς μὴ παραδεκτὰς ὑπονοίας. Πράγματι, ὡς ἦτο ἀπαράδεκτον ἐπὶ τόσον μακρὸν χρόνον νὰ ἐκκρεμῇ ἡ ἀνάκρισις ἡ συνδεομένη μὲ τὸν βίαιον θάνατον τοῦ βουλευτοῦ Λαμπράκη, εἶναι ἐπίσης ἀπαράδεκτον ἐπὶ ὁλόκληρον περίπου ἔτος νὰ παρατείνεται ἡ ἀνάκρισις καὶ διὰ τὸν ΑΣΠΙΔΑ. Τὸ εἶπον αὐτό, καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Τὸ εἶπον, χωρὶς νὰ προκληθῇ ἀπὸ τὸν κ. Μπακόπουλον, πρὸ πολλῶν ἤδη μηνῶν. Καὶ εἶπον, ὅτι ὡς πρὸς ἐκείνους, εἰς βάρος τῶν ὁποίων ὑπάρχουν τυχὸν στοιχεῖα, νὰ προχωρήσῃ ἡ ὑπόθεσις. Καὶ ζητῶ καὶ ἐγὼ ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς νὰ τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ὁτιδήποτε ἄλλο, εἶναι δυνατὸν καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως νὰ διαπιστωθῇ. Προτείνω καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάμιξις πολιτικοῦ ἀνδρός. Δηλαδὴ τὸ ἐλπίζω ἁπλῶς. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ὅτι τὸ πιστεύω. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράγματι συνέβη, κύριοι, καὶ τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὸ πολιτικὸν ζήτημα, εἶναι ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ἀκριβῶς νὰ προκαλέσῃ σώφρονα ἀποφυγὴν ἀνακινήσεως πολιτικοῦ ζητήματος. Πρόκειται περὶ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἔθιξε κατὰ τρόπον ἀρκετὰ προσωπικὸν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Κ. ἀλλὰ εἰσῆλθε δυστυχῶς καὶ νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἐδῶ κάποια ἀπροσεξία, καὶ εἰς πτυχάς, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν θὰ θελήσω ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς νὰ θίξω. Πρόκειται περὶ ἑνὸς πράγματι σοβαρωτάτου θέματος. Τὸ ὠνόμασα εἰς δηλώσεις μου, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τὴν παραμονὴν τοῦ Πάσχα «ἐνδοελληνικὸν Κυπριακὸν θέμα». Ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ καὶ θὰ ὑπάρχῃ ἐπ’ ἀόριστον χρόνον, τὸ μέγα Ἐθνικὸν Κυπριακὸν θέμα μὲ τὰς διεθνεῖς του συναρτήσεις, καὶ θὰ ἔπρεπε κάποτε αὐτὸ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συστηματικῆς μελέτης ὄχι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλὰ εἰς ἄλλην. Δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ φόβοι, οἱ ἐκφρασθέντες ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων, τὰ ὁποῖα κατέχω, ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Ἀβέρωφ, δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι ὀρθοί, ἢ ὄχι, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀβάσιμοι. Δυνατὸν νὰ μὴ ἔχουν τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν προσέδωσεν εἰς τοὺς φόβους αὐτούς, βασιζόμενος ἐπὶ σοβαρωτάτων στοιχείων ὁ κ. Ἀβέρωφ, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι φόβοι δικαιολογημένοι καὶ θὰ βαρύνουν αἱ εὐθῦναι ὅλους μας, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1963 ἢ ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1964, καθὼς καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κυβερνοῦν ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1965 καὶ φυσικὰ καὶ τὴν ΕΡΕ, ἡ ὁποία στηρίζει ἔκτοτε τὰς Κυβερνήσεις. Δὲν δύναμαι πάντως νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι πέραν τῶν μεγάλων διεθνῶν συναρτήσεων τοῦ Ἐθνικοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ἐγεννήθη ἢ μᾶλλον ἤχθη εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἐνῷ ὀφείλεται εἰς παλαιοτέραν ἐπεξεργασίαν καὶ τὸ εἰδικώτερον ἐνδοελληνικὸν Κυπριακὸν θέμα. Πρῶτον, ὅμως, δὲν ἔπρεπε τὸ θέμα αὐτὸ νὰ προσλάβῃ οἵαν προσέλαβεν ἔκτασιν, καὶ δεύτερον, ἀφοῦ τὴν προσέλαβεν ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὸ πᾶν διὰ νὰ μὴ ἀχθῇ καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αἱ Βουλαὶ πρέπει νὰ γνωρίζουν πότε νὰ ὁμιλοῦν, ἀλλὰ καὶ πότε νὰ σιωποῦν. Πῶς, ὅμως, νὰ σιωπήσουν οἱ Ἕλληνες; Πρὶν ἀρχίσῃ ἐδῶ ἡ συζήτησις, ἤρχισε διὰ τοῦ Τύπου, καθημερινοῦ καὶ περιοδικοῦ μὲ δηλώσεις καὶ μὲ ἄρθρα καὶ δὲν ἤρχισε μόνον συζήτησις, ἐξεδηλώθη ἔρις καὶ ἠκούσθη θόρυβος, κρότος μέγας· ἀφοῦ ἔγινε τόσος κρότος ἔξω, ἂς κροτήσουν, τοὐλάχιστον, ὀλιγώτερον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν αἱ φωναί μας. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος, ὑπῆρξεν προσεκτικὸς καὶ δὲν εἰσῆλθε πολὺ εἰς τὸ θέμα, ἐλπίζω δὲ νὰ εἰσέλθουν ἀκόμη ὀλιγώτερον ὅσοι θὰ ὁμιλήσουν μετὰ ἀπὸ ἐμέ. Ὀρθῶς ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἀνέγνωσα εἰς ἀνακοίνωσίν της, νὰ μὴ ἐκταθῇ ἐπὶ ἐνδοελληνικοῦ Κυπριακοῦ θέματος, παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον ἐξαναγκασθῇ. Δὲν θὰ ἐξετάσω, λοιπόν, καὶ ἐγώ, ἐφ’ ὅσον τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος, δὲν μοῦ δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον, δὲν θὰ ἐξετάσω τὰ λάθη, τὰ ὁποῖα ἔγιναν καὶ ἀπὸ τὰς δύο πλευράς. Ὅποιος νομίζει, ὅτι ἐγένοντο λάθη, μόνον ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς, δὲν ἔχει δίκαιον. Ἀφέθη νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ὑπάρχουν καὶ διαφωνίαι καὶ μάλιστα διαφωνίαι ὑποκρύπτουσαι φοβεροὺς σκοπούς, σχέδια σκοτεινὰ καὶ ἐδημιουργήθη ἡ ἐντύπωσις μὲ ἄλλας λέξεις, ὅτι ὑπάρχουν διαφωνίαι, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς σκοποὺς τοιούτους, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζουν τοὺς μὲν νὰ βλέπουν τοὺς ἄλλους, ὄχι ὡς φορεῖς διαφόρων ἀπόψεων ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς αὐτῆς ἐθνικῆς ἰδέας, ἀλλὰ ὡς ἐχθροὺς καὶ ὡς φορεῖς ἐθνικῶν κινδύνων. Μᾶς λείπουν, φαίνεται, οἱ πραγματικοὶ ἐχθροὶ καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἀνακαλύπτωμεν, νὰ τοὺς ἐφευρίσκωμεν μεταξὺ μας. Προαιώνιον Ἑλληνικὸν γνώρισμα, προπατορικὸν ἁμάρτημα! Ὁσάκις ὑπάρχουν ἐθνικοὶ κίνδυνοι, ἢ ὑπάρχουν μεγάλα ἐθνικὰ θέματα μὲ διεθνεῖς ἐμπλοκὰς ἐρίζομεν, διαφοροποιούμεθα, διχαζόμεθα. Καὶ οἱ διχασμοὶ αὐτοὶ καὶ αἱ διαφοροποιήσεις, γίνονται ὡς ἐπὶ τῷ πολὺ ὀλιγώτεροι ἐν συναρτήσει μὲ ὡρισμένους ἀντικειμενικοὺς συλλογισμοὺς καὶ προκαλοῦνται περισσότερον ἀπὸ τὴν διάθεσιν ἑκάστου ἐξ ἡμῶν ἀπέναντι ὡρισμένων προσώπων. Ἐὰν ἐξαιρέσωμεν στιγμὰς μεγάλων ἐθνικῶν ἐξάρσεων, ὡς ἐπὶ τῷ πολὺ διχαζόμεθα, διὰ νὰ εἴμεθα καὶ ἀπέναντι τῶν ξένων, φίλων καὶ ἀντιπάλων, διῃρημένοι. Καὶ δὲν ἠξεύρω, πόσοι τὸ εὔχονται περισσότερον νὰ εἴμεθα διῃρημένοι, οἱ φίλοι, ἢ οἱ ἐχθροί. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Ρ.Ε.). Ἡ ἐνδοελληνικὴ Κυπριακὴ κρίσις, κύριοι συνάδελφοι, συνεδυάσθη, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὑπηνίχθην καὶ πρὸ ὀλίγου, μὲ ὡρισμένα πρόσωπα. Δὲν θὰ ὑπερασπισθῶ κανένα, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ κατηγορήσω κανένα. Οὐδεὶς ἔχει ἀνάγκην ὑπερασπίσεως καὶ οὐδεὶς εἶναι ἄξιος κατηγορίας. Ὑπάρχει ἁπλῶς διαφορὰ ἀπόψεων καὶ ἡ διαφορὰ αὐτὴ εἶναι πολὺ μικροτέρα, παρ’ ὅ,τι τὴν ἔχει ἐμφανίσει ὁ Τύπος, λαμβάνων πληροφορίας, εἴτε ἀπὸ πολιτικοὺς ἄνδρας εἴτε ἀπὸ ἄλλας πηγάς. Εἶναι γνωστή, κύριοι συνάδελφοι, ἡ στάσις μου, στάσις, τὴν ὁποίαν εὐγνωμόνως εἶδον ἐπιδοκιμαζομένην ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Κοινοβουλευτικῆς ὁμάδος τοῦ Κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγοῦμαι. Γνωρίζω τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Κυπριακὴν Κυβέρνησιν. Δὲν τὸ ἐγνώριζον πρὶν σταλῇ, ἀλλὰ μοῦ ἐτέθη ὑπ’ ὄψει μετὰ ταῦτα, ὅπως ἐπίσης γνωρίζω καὶ τὸ κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Κυπριακοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔθεσεν ὑπ’ ὄψει μου, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυπριακὴ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, δι’ ὃ καὶ τὴν εὐχαριστῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ τὸ θέσῃ ὑπ’ ὄψει μου, δηλαδὴ νὰ μοῦ στείλῃ ἀντίγραφον αὐτοῦ. Μολονότι δὲν εἶχον λάβει γνῶσιν τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εὑρῆκα, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν κάλλιστα νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν συνεννοήσεων. Καὶ πρέπει, ἐπίσης, νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ Μακαριωτάτου Προέδρου τῆς Κύπρου, ὑπῆρξε καὶ αὐτὴ ἐποικοδομητική. Πρέπει νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι θεωρῶ δυνατὴν τὴν πλήρη συμφωνίαν καὶ ἑπομένως εἰς ἣν περίπτωσιν αὕτη δὲν σημειωθῇ, πρέπει ἀπὸ τῆς μιᾶς, ἢ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, νὰ σημειωθῇ κάποιο μέγα λάθος. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ, ἐπίσης, ἔκβασις ὁμαλὴ τῆς ἐκδηλωθείσης, κατ’ ἐμέ, ἱστορικῆς παραλόγου κρίσεως, τὸ ταχύτερον. Καὶ μόνον ὁμαλὴ ἔκβασις εἶναι ἱστορικῶς δυνατή, μόνον ὁμαλὴ ἔκβασις εἶναι πρακτικῶς ἐπιτεύξιμος, διότι ἡ ἀνώμαλος λύσις, δὲν θὰ ἀπετέλει λύσιν, θ’ ἀπετέλει ρῆξιν, ρῆγμα, κίνδυνον ἐθνικόν, δρᾶμα ἐθνικόν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Ρ.Ε.). Κύριοι συνάδελφοι, πιστὸς εἰς τὴν ἀρχήν μου νὰ ἀποφεύγω νὰ λέγω κάτι, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, ἀρκοῦμαι εἰς τὰ ὀλίγα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσα ἐνώπιόν σας. Νὰ εἰσέλθω τώρα τάχα, ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, καὶ εἰς τὸ παρεπόμενον ἠθικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον προεκλήθη ἀπὸ τὰς κατηγορίας ὡρισμένων βουλευτῶν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ αἱ ὁποῖαι ἀνεπιφυλάκτως υἱοθετήθησαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Κ.; Ὄχι, κύριοι. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ μὴ εἰσέλθω. Ἐντρέπομαι νὰ εἰσέλθω. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ΕΡΕ). Ἂς σπεύσῃ νὰ διευκρινίσῃ ἡ δικαιοσύνη τὰ πράγματα ἀποκαθιστῶσα ἐκείνη τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ὡρισμένοι μεταξὺ ἡμῶν πράττουν τὸ πᾶν διὰ νὰ κλονίσουν. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ΕΡΕ. Ὁ κ. Κανελλόπουλος φθάνει εἰς τὴν θέσιν του ὑπὸ τὰ συνεχιζόμενα χειροκροτήματα ὅλων τῶν κ.κ. βουλευτῶν τῆς ΕΡΕ).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§52Η. ΗΛΙΟΥ. Εἶναι σαφές, ὅτι αὐτὴν τὴν ὥραν, ὕστερα ἀπὸ τεσσάρων ὡρῶν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐκούρασε τὸ Σῶμα, εἶναι σαφές, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις. Θὰ εἶναι πράγματι μακρὸς ὁ λόγος μου καὶ θὰ ἤθελον μὲ ἄνεσιν νὰ ἠμπορῇ νὰ παρακολουθῇ τὰς ἀπόψεις καὶ τῆς πτέρυγός μας, τὸ Σῶμα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ λάβετε τὸν λόγον;
§54Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἀντίρρησιν, διότι πράγματι ἡ ὁμιλία τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ε.Κ. ἦτο μακρὰ — καὶ ἔπρεπε νὰ εἶναι μακρά, διότι ἐξέθεσε τόσα προβλήματα — καὶ θὰ εἶναι κάπως δύσκολον νὰ παραταθῇ ἡ συνεδρίασις. Ὡς πρὸς ἐμέ, δὲν ἐτήρησα τὸν λόγον μου, ὅτι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ 20 λεπτά, ἀλλὰ δὲν ὑπερέβην τὰ 35.
§55Η. ΗΛΙΟΥ. Τὰ 45, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ δὲν ἔχει σημασίαν.
§56Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φαντάζομαι, ὅτι σεῖς θὰ ὁμιλήσετε τοὐλάχιστον δύο ὥρας καὶ σαρανταπέντε λεπτά.
§57Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διαψεύσω, ἀλλὰ θὰ συνομολογήσετε, ὅτι τὰ θέματα διὰ τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν τῆς μομφῆς εἶναι τόσα καὶ τόσον σημαντικά, ὥστε δικαιολογοῦν ἄνεσιν χρόνου. Ὅταν ἤδη ἐγείρεται τὸ ἥμισυ τῆς Βουλῆς καὶ ἀποχωρεῖ λόγῳ κοπώσεως, εἶναι φανερόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις.
§58Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ὁμιλήσῃ ἀπόψε, νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ αὔριον. Ἀπὸ Κυβερνητικῆς πάντως πλευρᾶς, νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἀπαντήσωμεν ἀφοῦ ἀκούσωμεν τὴν ἔκθεσιν τῶν ἀπόψεων τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον τὴν πρότασιν τῆς μομφῆς. Κατὰ συνέπειαν, παρακαλεῖται τὸ Προεδρεῖον νὰ προχωρήσῃ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν συναινῇ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν. Παρακαλῶ οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἠγέρθησαν οἱ ὀλιγώτεροι, συνεπῶς ἡ συνεδρίασις συνεχίζεται. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος.
§60Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα προτάσεως δυσπιστίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ κ. Κανελλόπουλον, δι’ ὅσα προηγουμένως εἶπεν ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων ποὺ παρέχει τὸ Σύνταγμα πρὸς τὸν Βασιλέα. Βεβαίως τὸ Σύνταγμα δίδει δικαίωμα εἰς τὸν Βασιλέα νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ ἀσφαλῶς τοῦτο δὲν εἶναι ρητὸν δικαίωμα τοῦ Βασιλέως. Ὁ ἀείμνηστος Νικόλαος Σαρίπολος, λέγει, ὅτι ὀφείλει αὐτὸς ποὺ θὰ λάβῃ τὴν ἐντολὴν διὰ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ τὴν δεδηλωμένην. Καὶ θὰ ἠδύνατο κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποστηρίξῃ τίς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀναθέτων τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν κ. Νόβαν, ἔστω καὶ ὑφ’ ἃς συνθήκας ἀνέθεσε ταύτην θὰ ἠδύνατο λέγω νὰ ὑποστηρίξῃ τίς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐπίστευεν, ὅτι θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Νόβας νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Μετά, ὅμως, τὴν καταψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Νόβα, πῶς ἐσυνέχισεν ὁ Βασιλεύς, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἐὰν ἔχουν τὴν δεδηλωμένην, νὰ ἀναθέτῃ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως καὶ εἰς ἄλλα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου; Ἔτσι ἀνέθεσεν ἐν συνεχείᾳ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως εἰς τὸν κ. Τσιριμῶκον. Καὶ μετὰ τὴν καταψήφισιν τοῦ κ. Τσιριμώκου, πῶς ἐξακολουθητικῶς ὁ Βασιλεύς, χωρὶς ἐπαναλαμβάνω νὰ ὑπάρχῃ δεδηλωμένη, ἀνέθεσε τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν κ. Στεφανόπουλον; Ἐὰν αὐτό, κύριοι Βουλευταί, λέγεται συνταγματικὴ τάξις, λυποῦμαι πῶς ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἐξαίρετος ἐπιστήμων καὶ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου ὑποστηρίζει τέτοια πράγματα. Διότι ἐὰν ὑποστηρίζωνται τέτοια πράγματα θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸ ἰσχῦον σύνταγμα νὰ διορίζῃ Πρωθυπουργόν του καὶ αὐτὸν τὸν κηπουρὸν τῶν ἀνακτόρων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ προσχωρήσει τοῦ κ. Γιαμᾶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προέβη εἰς τὰς ἀκολούθους δηλώσεις «Ὁ κ. Γιαμᾶς ἔσωσε τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, διότι ὤρθωσε μὲ θάρρος τὸ ἀνάστημά του πρὸς τοὺς συκοφάντας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι διὰ τῶν σκευωριῶν των θὰ ἐξεβίαζον καὶ θὰ ἐτρομοκράτουν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Ἡ θαρραλέα ἀντίδρασις τοῦ κ. Γιαμᾶ, ἐκδηλωθεῖσα διὰ τῆς προσχωρήσεώς του εἰς τὴν Κυβερνητικὴν παράταξιν, ἔδωσεν εἰς τοὺς σκευωροὺς καὶ τοὺς συκοφάντας σκληρὸν μάθημα. Ὁ κ. Γιαμᾶς προσεχώρησεν εἰς τὴν Κυβερνητικὴν παράταξιν χωρὶς νὰ ζητήσῃ τίποτε διὰ τὸν ἑαυτόν του. Ἐν τούτοις ἡ ὑπερήφανος στάσις του, ὁδηγεῖ τοὺς συνεργάτας μου καὶ ἐμὲ εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅπως κληθῇ ὁ κ. Γιαμᾶς καὶ μετάσχῃ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοῦτο θὰ γίνῃ εὐθὺς ὡς ὁ Βασιλεὺς ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν διὰ τὴν ὁρκομωσίαν». Τίποτε δὲν ἐζήτησεν ὁ κ. Γιαμᾶς. Ἔσωσε τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου κ.κ. συνάδελφοι!!! Ἐρωτῶ, ὅμως, τὸν κ. Στεφανόπουλον, ὅταν ὁ κ. Γιαμᾶς κατεψήφιζε τὰς Κυβερνήσεις, Νόβα, Τσιριμώκου, ὡς καὶ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου κ. Στεφανοπούλου, τότε ἔσωζε τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἢ τὴν διέσυρε;
§61Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Μεγάλη τιμὴ κύριε συνάδελφε, νὰ συζητῶμεν διὰ τὸ ἄτομο τοῦ κ. Γιαμᾶ.
§62Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ ἱκανοποιηθῇ ὁ κ. Γιαμᾶς, ἀπὸ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπαναλαμβάνω κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ἐρώτημα ἐὰν ἔσωζεν ἢ διέσυρε τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ὁ κ. Γιαμᾶς, ὅταν κατεψήφιζεν ὅλας συνεχῶς τὰς μεταϊουλιανὰς Κυβερνήσεις, τὸ ἐρώτημα θὰ ἱκανοποιήσουν αἱ δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ τότε Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Σ. Στεφανόπουλος, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς τὰς 23 Ἰουλίου 1965, ὅτε ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ κ. Γ. Παπανδρέου, ἐτέθη θέμα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ε.Κ. Ἔλεγε λοιπὸν ὁ κ. Στεφανόπουλος τότε. (Πρακτικὰ 23.6.65 σελ. 2, σελ. 5, 6, 7,). «Κύριοι βουλευταί, καὶ ἐπιβεβλημένη εἶναι καὶ χρήσιμος θὰ ἀποβῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ συζήτησις αὐτή, διότι ἐμπλακέντες τὸν τελευταῖον καιρὸν εἰς συζητήσεις περὶ προσωπικὰς εὐθύνας καὶ προσωπικὰ ζητήματα, ἐλησμονήσαμεν, ὅτι ἡ αἴθουσα αὐτὴ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν προωρισμένη ἵνα συζητοῦνται ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὸ Ἔθνος καὶ τὸν Λαόν. Καὶ θὰ ἀποβῇ ἀσφαλῶς ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐπωφελὴς διὰ τὸ μέλλον, διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τὴν ἀφορμὴν καὶ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔργον τὸ δημιουργικόν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε συνετελέσθη, καθὼς καὶ τὴν προοπτικὴν διὰ τὸ μέλλον, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀκούσῃ ὑπευθύνως ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν τὰς ἐπικρίσεις ἐπὶ τοῦ ἔργου τούτου. Μέχρι τοῦδε ἠκούομεν τὰς ἐπικρίσεις εἰς μονόλογον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο εἰς τὰς πλατείας ἢ τὰς δημοσίας συγκεντρώσεις, σήμερον θὰ γίνῃ ὁ διάλογος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶναι λέγω ἐπιβεβλημένος ὁ ἐν λόγῳ διάλογος, διότι χρειάζεται ἐπὶ τέλους τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὸν Λαόν, νὰ συζητηθοῦν ἐπὶ τέλους καὶ νὰ ἐγκαταλειφθοῦν αἱ προσωπικαὶ ἀντεγκλήσεις καὶ αἱ προσωπικῆς σημασίας συζητήσεις. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀντιπολίτευσις θὰ ἔπρεπε βεβαίως νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Τὴν φέρει ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, τὴν φέρει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπαναφέρων εἰς τὰς παλαιὰς καὶ ὡραίας συνηθείας τὸ Σῶμα αὐτό, προσφέρει μίαν ἀκόμη ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμόν, ἐνισχύει τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ὁ ὁποῖος βάλλεται σήμερον ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ὑπονομευτάς του. Θὰ κληθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ μᾶς εἴπῃ ἐπὶ τέλους, ποῦ στηρίζει τὰς προβλέψεις περὶ ἐθνικῆς καταρρεύσεως, περὶ ἐθνικῶν συμφορῶν, τὰς ὁποίας ἐπιμόνως προφητεύει, ἀλλὰ αἱ ὁποῖαι, ἀτυχῶς δι’ αὐτὴν ἢ μᾶλλον εὐτυχῶς καὶ δι’ αὐτὴν καὶ δι’ ἡμᾶς οὔτε συνέβησαν, οὔτε πρόκειται νὰ συμβοῦν. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ νόμισμα νὰ καταρρεύσῃ, διότι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σαφὴς καὶ καθαρά. Θεωρῶ τὴν νομισματικὴν καὶ οἰκονομικὴν σταθερότητα, ὡς τὴν ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ οἰκονομικοῦ της προγράμματος. Καὶ τὸ οἰκονομικόν της πρόγραμμα εἶναι ἡ ταχύρρυθμος ἀνάπτυξις τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν προηγουμένως ἐξασφαλίσει καὶ τὴν νομισματικὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν σταθερότητα. Καὶ αὐτὴν διασφαλίζομεν καὶ διαφυλάσσομεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, οὐχί, ὅμως, ὡς σκοπόν, ἀλλ’ ὡς μέσον, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ ἀποτελεσματικὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, δηλαδὴ εἰς τὴν ταχύρρυθμον ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας μας. Ἐπιδιώκομεν τὴν ταχύρρυθμον ἀνάπτυξιν διὰ τρεῖς λόγους. Πρῶτον, διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μένῃ εἰς τὴν ἐξαθλίωσιν ἐπὶ τόσα ἔτη. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θυσιάζεται διὰ μίαν δῆθεν γενικῶς ἀφηρημένην οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ ὠφελήσῃ μόνον ὡρισμένους προνομιούχους, ἄφηνεν, ὅμως, εἰς τὴν ἀθλιότητα τοὺς ἀγρότας καὶ ἐργάτας. Ὅταν ἔγχρωμοι καὶ λευκοὶ λαοί, μικροὶ καὶ μεγάλοι λαοί, εἰσῆλθον εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναπτύξεως, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον..... κλπ.». Ἐπίσης, ὁ κ. Στεφανόπουλος, συνεχίζων τὴν ἀγόρευσίν του λέγει: «Πρέπει ὅλοι, ἡνωμένοι, συμπαγεῖς περὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἀρχηγόν της, νὰ θελήσετε νὰ στηρίξετε τὸ δημιουργικόν της ἔργον. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνελάβομεν ἔναντι τοῦ Λαοῦ καὶ μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν αὔριον ὁ Λαός, νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὸ ἔργον μας. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα)». Ἔλεγε περαιτέρω ὁ κ. Στεφανόπουλος. «Πρώτην φορὰν παρεδόθησαν εἰς τὴν ἐκλογικὴν διαμάχην τὰ ὅσια καὶ τὰ ἱερὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ μεταξὺ τῶν ὁσίων καὶ ἱερῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν τὸ ἐθνικόν του νόμισμα. Ἐπ’ αὐτοῦ οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀνταγωνισμὸς εἰς τὸ παρελθόν. Καὶ εἰς κρισίμους στιγμὰς πάντοτε οἱαδήποτε ἀντιπολίτευσις εὑρέθη παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ τὸ προστατεύσῃ. Παρ’ ὅλας τὰς προφητείας τὸ νόμισμα οὔτε ἐκινδύνευσεν, οὔτε πρόκειται νὰ κινδυνεύσῃ. Ἁπλῶς ἐχρησιμοποίησεν ἡ ἀντιπολίτευσις τὸ νόμισμα, ὡς μέσον καταπολεμήσεως τῶν ἀντιπάλων, διότι ἐνόμισε, ὅτι ἐπειδὴ ἐταύτισε τὸ κόμμα καὶ τὸ Κράτος, ἐπειδὴ ἐταύτισε τὸ Κράτος μὲ τὴν ΕΡΕ, ἐνόμισεν, ὅτι εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐξουσία θὰ ἐξέφευγεν ἀπὸ τὴν ΕΡΕ, ὅτι κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔπρεπε νὰ καταρρεύσῃ μὲ τὴν ΕΡΕ καὶ τὸ Κράτος καὶ τὸ νόμισμα. Αὐτὴ ἡ ταύτισις Κράτους καὶ ΕΡΕ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τὴν σημερινὴν ἐκτροπὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι πλέον ἡ στιγμὴ νὰ στραφῶ πρὸς τὴν πτέρυγα τῶν δημοκρατικῶν συναδέλφων μου εἰς τοὺς ἀγῶνας καὶ νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ εἶσθε ὑπερήφανοι, διότι ἐκπροσωπεῖτε τὸ μέγιστον μέρος τοῦ Δημοκρατικοῦ Λαοῦ. Πρέπει ἐπίσης, ὅμως, νὰ εἶσθε ὑπερήφανοι, διότι στηρίζετε μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται συνεπὴς εἰς τὰς προεκλογικὰς ὑποχρεώσεις καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός της». Ἔχομεν, κατόπιν τῶν ὅσων ἀνέγνωσα, ἀνάγκην νὰ στηρίξῃ τὴν πολιτικὴν τιμήν μας ὁ οἱοσδήποτε ἀποστάτης, ὅταν ἡμεῖς τηρῶμεν πιστῶς αὐτὰ ποὺ δημοσίως καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπεστήριζε τότε ὁ κ. Στεφανόπουλος; Ἐξετοξεύθη, κύριοι βουλευταί, ἡ φοβερὰ κατηγορία κατὰ τῆς ΕΡΕ, ὅτι ὑπονομεύει τὸ ἐθνικὸν νόμισμα δι’ εὐτελεῖς πολιτικοὺς σκοπούς. Διατί ὁ ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ δὲν ἀντέδρασεν, ὅταν ὁ κ. Παπανδρέου, ὡς Πρωθυπουργὸς ἐξήγγειλε τὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν ἄλλων τάξεων; Ἔλεγε τότε ὁ κ. Κανελλόπουλος, (σελὶς 22 πρακτικὸν τῆς 20.12.63): «Τὴν κριτικὴν θὰ ἀσκήσουν ἄλλοι ἐκ τῶν συναδέλφων μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγγειλεν ἀποφάσεις. Ἑνάμισυ δισεκατομμύριον, τὸ ἔδωσεν, καλῶς ἔπραξεν». Ἀντὶ νὰ κατηγορήσῃ τότε ὁ κ. Κανελλόπουλος τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ε.Κ., ἀντιθέτως ὁ ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἤθελε νὰ δώσῃ ψῆφον εἰς τὴν Κυβέρνησιν Παπανδρέου, διὰ νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ ὁ κ. Παπανδρέου δὲν ἐδέχθη καὶ ἐζήτησεν ἐκλογάς. Ἰδοὺ διατί, κύριοι συνάδελφοι, ὁ τότε Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δίκαιον νὰ κατηγορήσῃ τὴν ΕΡΕ, ὅτι ἐχρησιμοποίησε τὸ ἐθνικὸν νόμισμα διὰ κομματικὰ ὀφέλη. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιστεύσαμεν εἰς τὰς δολιοφθορὰς τῆς Ε.Ρ.Ε., καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι παρεμείναμεν πιστοὶ εἰς τὴν Ε.Κ., ἔχομεν ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσωμεν τὴν ΕΡΕ, ἡ ὁποία στηρίζει τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία Κυβέρνησις ἀποτελεῖται ἀπὸ Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχον ἐξαπολύσει μύδρους ἐναντίον τῆς Ε.Ρ.Ε. Καὶ ὅλα αὐτὰ ἡ ΕΡΕ τὰ παραβλέπει καὶ ἔρχεται σήμερον νὰ στηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν τῶν ἀποστατῶν. Ἡ στάσις τῆς ΕΡΕ μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι τὴν προδοσίαν τὴν προπαρεσκεύασε καὶ τὴν ὑπέθαλψε. Δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ Κυβέρνησις τῶν ἀποστατῶν διὰ νὰ ταλαιπωρῇ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐὰν ἡ ΕΡΕ δὲν τὴν ἐστήριζε διὰ τῆς ψήφου της. Τὴν λαϊκὴν θέλησιν δὲν τὴν ἐπρόδωσαν μόνον οἱ ἀποστάται, ἀλλὰ τὴν ἐπρόδωσεν καὶ ἡ ΕΡΕ καὶ τὸ κόμμα τῶν Προοδευτικῶν ποὺ στηρίζουν τὴν Κυβέρνησιν. Οἱ ἀποστάται κατεπρόδωσαν τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Κ. εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν ἀποστατῶν εὑρίσκεται εἰς διάστασιν μὲ τὴν λαϊκὴν μᾶζαν καὶ δὲν ἔχει λαϊκὸν ἔρεισμα. Πράγματι ἡ Κυβέρνησις τῶν ἀποστατῶν δὲν στηρίζεται εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν, εἶναι εἰς διάστασιν μὲ τὴν λαϊκὴν μᾶζαν καὶ δὲν ἔχει λαϊκὸν ἔρεισμα. Ἡ πολιτικὴ εὐθιξία ἐπιβάλλει νὰ παραιτηθῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ ὁδηγηθῇ ὁ τόπος εἰς ἐκλογὰς διὰ νὰ ἀναδείξῃ Κυβέρνησιν σταθεράν, Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ στηρίζεται εἰς τὴν ψῆφον τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κύριοι βουλευταί, ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως κ. Νόβας, εἶχε δηλώσει, ὅτι τὴν πολιτικὴν κρίσιν τὴν ἐδημιούργησεν ἡ ὑπόθεσις «Ἀσπίδα». Ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ὑπόθεσις «Ἀσπίδα», ἦτο ἕνα τέχνασμα. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν «Ἀσπίδα», ἐστηρίχθησαν ὅλαι αἱ κατηγορίαι ἐναντίον τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Κ. κ. Γ. Παπανδρέου. Ἀλλὰ μέχρι σήμερον καμμία κατηγορία δὲν ἐστηρίχθη εἰς βάρος τῶν ἐντίμων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συλληφθῆ διὰ τὴν ὑπόθεσιν «Ἀσπίδα» καὶ διότι μέχρι σήμερον κανένα πόρισμα ἐπιβαρυντικὸν ἔχει ἐκδοθῆ. Ὁ Ἀντιστράτηγος τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης κ. Σῖμος, ὁ ὁποῖος πρῶτος εἶχε ἀναλάβει νὰ διεξαγάγῃ ἀνακρίσεις διὰ τὴν ὑπόθεσιν «Ἀσπίδα» καὶ ὁ ὁποῖος ἐξήτασε περὶ τοὺς 150 μάρτυρας, ἐξέδωκε πόρισμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν, ὅτι ἕνας μικρὸς ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν ἔχει πειθαρχικὴν εὐθύνην. Θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι βουλευταί, τὴν περίφημον ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Κ., εἰς τὴν ὁποίαν ἔγραφε πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Κ., νὰ ἀναθέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰς ἕνα φίλον του καὶ νὰ μὴ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης μέχρι πέρατος τῶν ἀνακρίσεων διὰ τὴν ὑπόθεσιν «Ἀσπίδα», αἱ ὁποῖαι ἀνακρίσεις θὰ εἶχον περατωθῆ μετὰ ἕνα μῆνα καὶ τότε θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. νὰ ἀναλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθν. Ἀμύνης. Ἀλλὰ καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, κ. Π. Γαρουφαλιᾶς, εἶχε δηλώσει τὴν 1ην Ἰουλίου, ὅτι αἱ ἀνακρίσεις διὰ τὸν «Ἀσπίδα» θὰ τερματισθοῦν ἐντὸς δέκα ἡμερῶν. Μέχρι σήμερον, ὅμως, δὲν ἐτελείωσαν αἱ ἀνακρίσεις καὶ ταλαιπωροῦνται εἰς τὰς φυλακὰς ἔντιμοι ἀξιωματικοί. Μετὰ τὸν κ. Σῖμον, ἔρχονται οἱ κύριοι Μπεκιάρης καὶ Παπούλιας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναλάβει τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων καὶ εἰς ἔκθεσίν των λέγουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα ποινικῆς διώξεως. Ἀλλὰ αὐτομάτως παραμερίζονται οἱ κύριοι Μπεκιάρης καὶ Παπούλιας, παραμερίζονται καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν ὡς Εἰσηγηταὶ εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην καὶ ἐπιλέγεται ὁ κ. Λαγάνης, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ὑπηρέτησεν ὡς εἰσηγητής, εἶναι ἄγευστος ποινικῆς πείρας, διότι ὑπηρέτησε πάντοτε ὡς Βασιλικὸς Ἐπίτροπος. Κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε τί παρανομίαι διεπράχθησαν εἰς βάρος ἐντίμων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς βάρος τῆς δικαιοσύνης, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα γεγονός. Ὁ Δ)ντὴς τῆς ΚΥΠ, κ. Παπατέρπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τιμηθῆ μὲ παράσημα ἡρωϊκῶν πράξεων, εἶχε μετατεθῆ ἀπὸ τὴν ΚΥΠ καὶ ὑπηρετεῖ εἰς τὴν Καστοριάν. Γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ ΚΥΠ δὲν εἶναι στρατιωτικὸν Σῶμα, εἶναι πολιτικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία διευθύνεται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ παρ’ ὅτι δὲν εἶναι στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἀλλὰ πολιτική, ὁ κ. Παπαγεωργόπουλος, ἐκδίδει ἔνταλμα συλλήψεως εἰς βάρος τοῦ ἀνωτέρω ἀξιωματικοῦ κυρίου Παπατέρπου καὶ ὁ ὁποῖος συλλαμβάνεται κατόπιν τοῦ ἐκδοθέντος ἐντάλματος. Καὶ ἐρωτᾶται, τὸ ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, ἦτο ἔγκυρον; Μὲ ποῖον δικαίωμα ὁ Δ)ντὴς τοῦ τετάρτου Κλάδου, κ. Παπαγεωργόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀποχωρήσει τοῦ Στρατεύματος καὶ τελευταίως ἀνεκλήθη, ἐρωτᾶται εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα συλλήψεως; Ἔχω εἰς χεῖρας μου φωτοτυπίαν τῆς ἐκθέσεως φυλακίσεως τοῦ Συνταγματάρχου Πυροβολικοῦ, κ. Παπατέρπου, ἡ ὁποία ἔκθεσις λέγει: «Ἐν Β.Σ.Τ. 902 σήμερον τὴν 30ὴν Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1965, ἡμέραν Παρασκευὴν καὶ ὥραν 08.00′ ὁ ὑποφαινόμενος Ὑπολοχαγὸς Σ.Ε.Μ. Κολοκούρης Νικόλαος Δεσμοφύλαξ τοῦ Πειθαρχείου τῆς Στρατ. Σχολῆς Εὐελπίδων, ἐφυλάκισα ἐν τῷ Πειθαρχείῳ τὸν Συντ)ρχην Πυρ)κοῦ Παπατέρπον Ἀλέξανδρον τοῦ Μελίου Α.Μ. 20542, δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Φ.453)486)654198 ἐντάλματος προφυλακίσεως τοῦ Δ)ντοῦ τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας Πληροφοριῶν Κλάδ. Δʹ, εἰς ἐκτέλεσιν τῆς παρὰ πόδας τούτου διαταγῆς αὐτοῦ. Εἰς βεβαίωσιν τούτου συνετάγη ἡ παροῦσα καὶ ὑπογράφεται. Ὁ Φυλακισθεὶς Ὁ Φυλακισθεὶς Βλέπετε, κ.κ. βουλευταί, ὅτι ὁ Συνταγματάρχης Παπατέρπος, ἐνεκλείσθη εἰς τὰς φυλακάς, βάσει τοῦ παρανόμως ἐκδοθέντος ἐντάλματος ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τῆς ΚΥΠ κ. Παπαγεωργόπουλον, ἐνῷ δὲν εἶχε κανέν δικαίωμα βάσει τῆς κειμένης Νομοθεσίας ὁ Διευθυντὴς τοῦ Δʹ Κλάδου νὰ ἐκδίδῃ ἐντάλματα προφυλακίσεως ἀξιωματικῶν. Βλέπετε, μὲ ποίαν κακότητα καὶ μὲ ποίας παρανόμους μεθόδους, ἐφυλάκισαν κατηγόρησαν καὶ ἐξηυτέλισαν ἐντίμους καὶ ἡρωϊκοὺς ἀξιωματικούς. Καὶ ἐνῷ αἱ ἀνακρίσεις δὲν ἐπερατώθησαν ἐντὸς τοῦ μηνὸς ὡς ἀνέφερεν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως καὶ εἰς τὸ προσεχὲς 10ήμερον, ὅπως εἶχεν ἀναφέρει τὴν 1ην Ἰουλίου ὁ τότε Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ. Γαρουφαλιᾶς οἱ συλληφθέντες ἀξιωματικοὶ παραμένουν ἔγκλειστοι εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ταλαιπωροῦνται μέχρι σήμερον. Μεταξὺ τῶν κατηγορουμένων, διὰ τὴν ὑπόθεσιν «Ἀσπίδα» ὑπῆρχε καὶ ὁ ἀξιωματικὸς Ἀναγνωστόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶχε κατηγορηθῆ διὰ τὴν παρακολούθησιν τῶν τηλεφώνων. Ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος, ὑπέβαλεν αἴτησιν ἀποφυλακίσεως καὶ ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς του ἐξεδόθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 944 βούλευμα τῆς 28.8.65, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι δὲν συντρέχει περαιτέρω λόγος προφυλακίσεως, διότι ἠτόνησαν αἱ ἀποδείξεις. Ἀλλὰ ὑπάρχει τὸ ἐρώτημα διατὶ παρηκολουθεῖτο τὸ τηλέφωνον τοῦ κ. Σκαμαλιωράκη; Παρηκολουθεῖτο δι’ ἐθνικοὺς λόγους, παρηκολουθεῖτο, διότι ὁ Σκαμαλιωράκης εἶχεν ἐπαφὰς μὲ Στρατιωτικὸν ἀκόλουθον ξένης δυνάμεως, ὁ ὁποῖος εἶχε σκοπὸν νὰ λάβῃ πληροφορίας διὰ τοὺς πυραύλους εἰς τὴν Κύπρον. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος διὰ τὸν Ἀναγνωστόπουλον ὑποβάλλει αἴτησιν ἀποφυλακίσεως καὶ ὁ Συνταγματάρχης Παπατέρπος. Ἡ σύνθεσις, ὅμως, τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου μεταβάλλεται καὶ ἡ αἴτησις τοῦ κ. Παπατέρπου ἀπορρίπτεται. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπαγγέλλεται νέα κατηγορία κατὰ τοῦ Ἀναγνωστοπούλου, ὁ ὁποῖος συλλαμβάνεται καὶ προφυλακίζεται. Δὲν φθάνει, ὅμως, μέχρι ἐδῶ ἡ παράνομος καὶ ἀχαρακτήριστος τακτικὴ τοῦ κ. Λαγάνη. Ἡ ἀπαγγελθεῖσα κατὰ τῶν κ.κ. Παπατέρπου καὶ Ἀναγνωστοπούλου κατηγορία προβλέπει ποινὴν πλημμελήματος καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τηρηθοῦν τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενα, ἀνώτατα ὅρια προφυλακίσεως. Καὶ διὰ νὰ μὴ ξεφύγῃ ἡ ὑπόθεσις ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ κ. Λαγάνη, δὲν ἐπηγγέλθη κατηγορία ἐναντίον ἰδιωτῶν. Διότι, ἐὰν ὑπῆρχον κατηγορούμενοι καὶ ἰδιῶται ἡ ὑπόθεσις θὰ ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ τακτικὰ Ποινικὰ Δικαστήρια. Εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ ἔτους 1927 ὁρίζεται, ὅτι τὰ ἀνώτατα ὅρια προφυλακίσεως ἐπὶ πλημμελημάτων εἶναι 4 μηνῶν καὶ ἐπὶ κακουργημάτων 8 μηνῶν. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1952 ὁρίζει, ὅτι τὰ ἀνώτατα ὅρια προφυλακίσεως θὰ καθωρίζοντο δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ἐκρίθη, ὅμως, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου τυγχάνει ἐφαρμογῆς ὁ ὑπάρχων νόμος, καὶ ὅτι συνεπῶς δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ψήφισις νέου νόμου ὁρίζοντος τὰ ἀνώτατα ὅρια προφυλακίσεως. Κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον, ἐὰν παρίσταται ἀνάγκη προφυλακίσεως πέραν τοῦ διμήνου ἐπὶ πλημμελημάτων καὶ πέραν τῶν 4 μηνῶν ἐπὶ κακουργημάτων, ὀφείλει ὁ ἀνακριτὴς νὰ ὑποβάλῃ σχετικὴν αἴτησιν εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ παραταθῇ ἡ προφυλάκισις. Καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις δὲν ἐτηρήθη. Ἐν πάση περιπτώσει παρῆλθε καὶ τὸ 4μηνον καὶ τὸ 8μηνον καὶ ἔπρεπε ἅπαντες οἱ κατηγορούμενοι νὰ ἔχουν ἀπολυθῆ, διακοπτομένης τῆς προφυλακίσεώς των, λόγω συμπληρώσεως τῶν ἀνωτάτων ἐπιτρεπτῶν ὁρίων αὐτῆς. Εὑρέθη, ὅμως, νέον τέχνασμα παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἀπαγγέλλονται συνεχῶς νέαι κατηγορίαι. Ἐνῶ, ἐν ἀρχῆ, κατηγορήθησαν, διὰ τὴν ὑποκλοπὴν τηλεφωνημάτων, μετὰ ταῦτα κατηγορήθησαν διὰ συμμετοχὴν εἰς στάσιν καὶ τελευταίως δι’ ἐσχάτην προδοσίαν. Γνωρίζει, ὅμως, ὁ κ. Ἀνακριτής, καὶ ἂν δὲν γνωρίζῃ πρέπει νὰ τὸ μάθῃ, ὅτι τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς προφυλακίσεως δὲν ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἀπαγγελίας τῆς νέας κατηγορίας, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς προφυλακίσεως. Εἶναι ρητὴ περὶ τούτου ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 288 τοῦ Κώδικος τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐφαρμογήν, ὅταν ὁ στρατιωτικὸς νόμος δὲν διαλαμβάνῃ τι τὸ ἀντίθετον. Ὅσοι λοιπόν, ἐκ τῶν κατηγορουμένων συνεπλήρωσαν 4 μηνῶν φυλάκισιν κακῶς κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακάς. Προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος. Διότι εἶναι ἀπάνθρωπον μέσον ἡ διαιώνισις τῆς προφυλακίσεως. Κατηγορῶ ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος καὶ τὸν εἰσηγητὴν καὶ τὸν ἐπίτροπον τοῦ Στρατοδικείου, διότι παρὰ τὸν νόμον παρατείνουν τὴν προφυλάκισιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἄλλος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Λαγάνη, τὸν ὁποῖον προσπαθεῖ νὰ φέρῃ εἰς πέρας μὲ μόνα καὶ παράνομα μέσα. Ἀπὸ ὑπεύθυνον πρόσωπον μοῦ κατηγγέλθη, ὅτι ὁ κ. Λαγάνης ἐδήλωσε πὼς δὲν θὰ ἀφήσῃ οὐδέποτε τὸν Παπανδρέου νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐζήτησα ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸ ὑπεύθυνο τοῦτο πρόσωπον, τὴν ὁποίαν ἔχω καταθέσει εἰς Συμβολαιογράφον, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι μοῦ ἐδόθη προχρονολογημένη. Ὁ κ. Ὑπουργός, τὸν ὁποῖον ἐπεσκέφθημεν καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεδείξαμεν ὅλας αὐτὰς τὰς παρανομίας τοῦ κ. Λαγάνη, νίπτει τὰς χεῖρας του καὶ δηλοῖ, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ παρέμβῃ εἰς τὰ πράγματα τῆς Δικαιοσύνης. Ὀρθῶς κάμνει ὁ κ. Ὑπουργός, μὴ παρεμβαίνων εἰς τὰ θέματα τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν, ὅμως, ὡρισμένα ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης κάμνουν κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας καὶ παραβιάζουν τὰς κειμένας διατάξεις ἔχει καθῆκον ὁ Ὑπουργὸς νὰ παρεμβαίνῃ καὶ νὰ ὑποδεικνύῃ εἰς τὰ ὄργανα ταῦτα τὴν τήρησιν τῶν κειμένων διατάξεων. Ἀλλὰ δὲν σταματᾶ ἕως ἐδῶ ἡ πονηρία τοῦ κ. Λαγάνη. Ἐν τῇ προσπαθείᾳ του νὰ ἐπιμηκύνῃ τὴν προφυλάκισιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, ἐσκέφθη νὰ ζητήσῃ τὴν ἕνωσιν τῶν δικογραφιῶν, τῆς δικογραφίας τῆς ἀφορώσης τὴν ὑποκλοπὴν τῶν τηλεφωνημάτων, μετὰ τῆς δικογραφίας τῆς ἀφορώσης τὴν κατηγορίαν ἐπὶ ἐσχάτη προδοσία. Καὶ πρὸς τοῦτο τὴν 10 Δεκεμβρίου 1965 ὑπέβαλεν εἰς τὸν Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἔκθεσιν διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἕνωσιν τῶν δικογραφιῶν, τοῦτο δέ, διότι ἐγνώριζε, διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ὑποκλοπῆς τῶν τηλεφωνημάτων, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ἀξιωματικοὶ θὰ ἠθωοῦντο. Ὑπὸ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, συντεθέντος σύμφωνα πρὸς τὰς ἐπιδιώξεις ταῦ κ. Λαγάνη, διετάχθη ἡ ἕνωσις τῶν δικογραφιῶν, ἤτοι ἔλαβε μέρος καὶ Λοχαγός τις καὶ πρὸς τὸ παρὸν ἀπέφυγεν ὁ κ. Λαγάνης τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων διὰ τὴν κατηγορίαν περὶ ὑποκλοπῆς τῶν τηλεφωνημάτων. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, αὐτὸ τοῦτο τὸ βούλευμα, ἀποτελεῖ καὶ τὴν καταδίκην ἐκείνων ποὺ τὸ ἐξέδωσαν. Διότι, εἰς τὸ βούλευμά των δέχονται, ὅτι ὁ Κῶδιξ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἰσχύει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Καὶ συνεπῶς ἰσχύει καὶ ἡ διάταξις περὶ ἀνωτάτων ὁρίων τῆς προφυλακίσεως. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ χειριζόμενοι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, εἶναι ποινικῶς ἐλεγκτέοι δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς παρανομίας των καὶ πρέπει νὰ γνωρίζουν, ὅτι δὲν ἀπέχει πολὺ ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ λογοδοτήσουν. Πλὴν τῶν ἄλλων παρανομιῶν, ἔκαμαν καὶ τὴν ἑξῆς: Βάσει τοῦ ἄρθρου 250 τοῦ Στρατιωτικοῦ Ποινικοῦ Κώδικος, ἔπρεπεν ἡ ὅλη ὑπόθεσις νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ κοινὰ Ποινικὰ Δικαστήρια, δοθέντος, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἰδιῶται κατηγορούμενοι. Παρὰ ταῦτα, τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐδέχθη, ὅτι ἁρμόδιον ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι τὸ Στρατοδικεῖον, διότι διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς προβλέπεται βαρυτέρα ποινή. Τοιουτοτρόπως μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ τεχνάσματα ἐπιτυγχάνουν νὰ κρατοῦν ἐσαεὶ προφυλακισμένους ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς πλείστους ἐν ἀπομονώσει. Ἀλλὰ ὑπέπεσε καὶ εἰς ἄλλο σοβαρώτατον ἀδίκημα ὁ κ. Λαγάνης. Ἐφυλάκισε τὸν τέως Ἀνθυπασπιστὴν Ντελιδάκην, ἀπολυθέντα ἐκ τοῦ στρατεύματος, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὅτι εἶχε παρέλθει τὸ χρονικὸν ὅριον τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου μετὰ τὴν ἀποστράτευσιν. Τοῦτο μὴ γνωρίζων εὐθὺς ὡς τοῦ ὑπεβλήθη, ὑπὸ τοῦ προφυλακισθέντος τέως Ἀνθυπασπιστοῦ, αἴτησις ἀποφυλακίσεως, τὴν 18.3.1966, σπεύδει τὴν ἑπομένην διὰ νὰ σωθῇ προφανῶς, καὶ τοῦ ἀπαγγέλλει νέαν κατηγορίαν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ. Πρόκειται περὶ τοῦ τέως Ἀνθυπασπιστοῦ Ντελιδάκη.
§63Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἂν ἐπιτρέπετε καὶ ἂν ἐπιτρέπῃ καὶ τὸ Προεδρεῖον, διότι ἔχω προσωπικὴν γνῶσιν τοῦ πράγματος. Ὁ κ. Ντελιδάκης, ὁ ὁποῖος εἶναι Ἀνθυπασπιστὴς τῆς Χωροφυλακῆς, καταγόμενος ἐκ Κρήτης, ὑπέβαλε τὴν 27.2.1966 ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν, ἀσχέτως πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, καταγγέλλει ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι ἄνθρωποι τῆς ΚΥΠ ἐπισκέπτονται τακτικὰ τὰς φυλακὰς Ἀβέρωφ, ἀναφέρας μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸν Συνταγματάρχην Φρατζέσκον ὡς καὶ τὸν δημιουργήσαντα καὶ πρωτοστατήσαντα κατὰ τὰ ἐπεισόδια τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφορὰν ὁρκίζεται εἰς τὴν στρατιωτικὴν καὶ τὴν ἀνδρικήν του τιμήν, ὅτι τοῦ ἐπέβαλον νὰ ὁμολογήσῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπραξε. Καταγγέλλει ἐπίσης καὶ τὸν Διευθυντὴν τῶν Φυλακῶν Ἀβέρωφ, ὅτι συμμετέχει εἰς αὐτὴν τὴν σκευωρίαν τῆς πιέσεως ὁμολογιῶν. Μέχρι σήμερον ἐπὶ τῆς καταγγελίας του αὐτῆς οὐδεμίαν ἔχει λάβει ἀπάντησιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, οὔτε ὅτι κἂν διετάχθη τις σχετικῶς. Χρησιμοποιοῦν αὐτὰ τὰ ποταπὰ καὶ μεσαιωνικὰ μέσα, δι’ ἀπόσπασιν ὁμολογιῶν ἀνυπάρκτων πράξεων.
§64Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον. Τὸ γεγονὸς τὸ γνωρίζω καὶ μάλιστα αὔριον προτίθεμαι νὰ καταθέσω ἀντίγραφον τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς διὰ νὰ αἰσθανθῆτε ρίγη φρίκης, κύριοι συνάδελφοι.
§65Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Τί πράγματα εἶναι αὐτά;
§66Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τρομακτικὰ τὰ γεγονότα. Εἶχον τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἷς Λοχαγὸς ἔχει ἐξαφανισθῆ. Εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀπομόνωσιν. Καὶ σήμερον εἶδε τὸ φῶς μία ἐρώτησις συναδέλφου, τοῦ κ. Κατσικοπούλου, σχετικὴ μὲ τὸν Λοχαγὸν αὐτόν. Ἐκεῖνο ποὺ δύναμαι νὰ βεβαιώσω εἶναι, ὅτι ἡ προφυλάκισίς του παρετάθη πέραν τῶν 8 μηνῶν. (Αἴσθησις). Ὑπὸ τῶν συνηγόρων τῶν κρατουμένων, ἐστάλη ἐξώδικος διαμαρτυρία πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοὺς Ὑπουργοὺς Δικαιοσύνης καὶ Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου. Οἱ συνήγοροι τονίζουν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φθάσουν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγουν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Προστασίας τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου, ἀλλ’ αἰσθάνονται, ὅτι δὲν εὑρίσκονται ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὴν συνείδησίν των ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑποστήριξιν τῶν πελατῶν των παραλείποντες τὸ καθῆκον τοῦτο. Πῶς, ὅμως, εἶναι δυνατὸν νὰ προσφύγουν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου, ὅταν, διὰ τῆς πράξεώς των αὐτῆς θὰ συρθῇ κατηγορουμένη ἡ Πατρίς μας ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης; Ἐξ ἄλλου, κατὰ τὰς ἐπισκέψεις των οἱ διάφοροι φραντζέσκαροι πρὸς τοὺς κρατουμένους, στερεοτύπως τονίζουν: Σεῖς φταῖτε ποὺ εἶσθε ἀκόμη κρατούμενοι. Ὑπογράψατε, ὅτι ἔχετε σχέσεις μὲ τὸν ΑΣΠΙΔΑ καὶ θὰ ἀπολυθῆτε. Ἐπίσης, τακτικώτατα ὁ κ. Λαγάνης ἐρωτᾷ, ποῖοι ἐπεσκέπτοντο τὸν κ. Α. Παπανδρέου, μὲ ποίους εἶχε σχέσεις; Μήπως τὸν ἐπεσκέπτετο — ὑπάρχει καὶ αὐτὴ ἡ ἐρώτησις — καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ; Αὐτὰ συμβαίνουν, τινὰ τῶν ὁποίων εἶναι μὲν φαιδρά, ἄλλα ὅμως, εἶναι φρικιαστικὰ καὶ ἄλλα ἀνόητα, διὰ νὰ δίδουν τροφὴν εἰς τὸν τύπον τῆς δεξιᾶς νὰ βάλλῃ ἐναντίον τῆς Ε.Κ. Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὸν νόμον, πᾶς προφυλακιζόμενος κατὰ τὸ ἄρθρον 39 τοῦ νόμου 1092, πρὶν ἢ λήξῃ ἡ ἀνάκρισις, ἀπαγορεύεται ἡ ἀναγραφὴ εἰδήσεων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Ὁ τύπος τῆς δεξιᾶς γνωρίζει ἐπακριβῶς καὶ ἀναγράφει μέχρι καὶ τῶν λεπτομερειῶν πότε ἀναχωρεῖ ὁ κ. Λαγάνης διὰ τὰς ἀνακρίσεις. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς διατάσσει νὰ συλληφθῇ ἀμέσως ὁ Πρόεδρος τῆς Φοιτητικῆς Νεολαίας τῆς Ε.Κ., διότι εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνάξιος ὁ Ὑπουργός. Ὅμως, οὐδεμίαν διαταγὴν ἐκδίδει διὰ τὴν μὴ δημοσίευσιν εἰδήσεων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Κατέθεσα ἐπερώτησιν κατὰ τῶν Ὑπουργῶν Δικαιοσύνης καὶ Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διατί ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπιτρέπει τὴν ἀναγραφὴν εἰδήσεων ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπόθεσις δὲν ἐπερατώθη ἀνακριτικῶς. Τὴν ἑπομένην ἐξεδόθη μὲν ἀπαγορευτικὴ διαταγὴ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ἀλλ’ ἐξηκολούθησεν ἡ ἀναγραφὴ εἰδήσεων χωρὶς ποτὲ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ ἀσκήσῃ αὐτεπαγγέλτως τὸ καθῆκον του. Πιστεύομεν ἀπολύτως εἰς τὸ ὀχυρὸν τῆς δημοκρατίας, τῆς δικαιοσύνης. Ὑπεισῆλθον ὅμως εἰς αὐτὸ τὸ ὀχυρὸν τῆς δημοκρατίας, δυστυχῶς, δολιοφθορεῖς. Περὶ τοῦ ἐν λόγῳ κ. Λαγάνη ἀσχοληθείς, ἔμαθα, ὅτι τοῦ ἀφῄρεσαν τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἐπιτρόπου ὅταν ὑπηρέτει ὡς Λοχαγὸς στὰ Τρίκαλα τὸ 1949, διὰ πράξεις οὐχὶ βεβαίως ἁρμοζούσας πρὸς τὸν βαθμόν. Καὶ ἐνῷ κατὰ τὴν ἀνάκρισιν ἡ εἰσήγησις ἦτο νὰ σταλῇ εἰς τακτικὸν Ἀνακριτήν, οὗτος ἀπηλλάγη. Ἐζήτησα τὸν φάκελλον διὰ τὸ ἐν λόγῳ ἀδίκημα καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ ὑποστῶ ἐπίθεσιν ἀπὸ μέρους τοῦ τύπου τῆς δεξιᾶς, ὅτι ἐζήτησα τὸν προσωπικὸν φάκελλον. Ὑπάρχουν πέραν τούτου καὶ ἀποφάσεις καὶ τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τοῦ Ἐφετείου Θεσσαλονίκης λίαν διαφωτιστικαὶ διὰ τὸν κ. Λαγάνην. Πρέπει, ὁπωσδήποτε χάριν τοῦ γοήτρου τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐν ὀνόματι τῆς προστασίας τῶν κρατουμένων, πρέπει ὁ κύριος αὐτὸς ἢ νὰ ἀντικατασταθῇ ἢ νὰ ἀπολυθοῦν ἀμέσως οἱ κρατούμενοι, ἀφοῦ καὶ ἐντὸς 8μήνου δὲν δύνανται νὰ βγάλουν πόρισμα. Ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω τὴν ὁμόθυμον ἀπόφασιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ ἀντικατασταθῇ ὁ κύριος αὐτός, ἂν ἐντὸς 10 ἡμερῶν δὲν προσκομίσῃ τὸ πόρισμα. Ἐὰν μὲν εἶναι ἔνοχοι νὰ τιμωρηθοῦν παραδειγματικῶς, ἀλλὰ ἐὰν εἶναι ἀθῶοι νὰ λάμψῃ ἡ ἀλήθεια. Ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς, διὰ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδιδομένου δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου δὲν κατηγόρησσε τὸν κ. Μητσοτάκην, ὅτι συνέπτυξεν ὁμάδα εἰς τὸν στρατόν, παρεμφερῆ μὲ τὸν ΑΣΠΙΔΑ; Ἰδοὺ τὸ κείμενον ὑποβληθείσης τὴν 22.11.1965 ἐρωτήσεως τοῦ ὑποφαινομένου καὶ τοῦ συναδέλφου κ. Ἀλευρᾶ: (Ἀναγινώσκει). Καὶ κατηγορεῖ τὸν κ. Μητσοτάκην, ὅτι ὠργάνωσεν ἰδίαν ὁμάδα ἀξιωματικῶν εἰς τὸ στράτευμα. Ἠρώτησα τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἂν σχετικῶς μὲ τὸ θέμα αὐτὸ διετάχθησαν ἀνακρίσεις καὶ ἔλαβον τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν: «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 516 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βασιλάτου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὰ ἐν αὐτῇ ἐκτιθέμενα γεγονότα, ἀφοροῦν χρονικὴν περίοδον καθ’ ἣν δὲν διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἔγγραφον στοιχεῖον ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν». Δηλαδὴ διὰ μίαν καταγγελίαν Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὁ κ. Κωστόπουλος μοῦ ἀπήντησεν ὅπως ἀπήντησεν ἕνας ἐνωματάρχης εἰς τὸν Βασιλέα Ὄθωνα, ὁ ὁποῖος τὸν ἠρώτησε κάτι σχετικῶς μὲ τὸν Ἡρακλῆ, ἀπὸ ποῖον σημεῖον τῆς Οἴτης ἐκρημνίσθη, εἰπὼν χαρακτηριστικὰ ὁ ἐνωματάρχης, ὅτι δὲν γνωρίζει τὸ ἐρωτώμενον, διότι δὲν ἦτο τότε ἐνωματάρχης.
§67Σ. ΤΣΑΠΑΡΑΣ. (Ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Διαμαντόπουλον). Γιὰ δεύτερη φορὰ μὲ προκαλεῖς. Εἶσαι προδότης, εἶσαι ἕνας τυχοδιώκτης.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσαπάρα, σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὑβρίζετε.
§69Σ. ΤΣΑΠΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλην φορὰν ὁ κ. Διαμαντόπουλος μὲ ἐπροκάλεσεν, ἐνῷ γνωρίζει πόσα μυστικὰ ἐκράτησα μίαν ὑπόθεσιν. Δυστυχῶς, δὲν ἐσεβάσθη οὔτε τὸ ἦθος μου, οὔτε τὴν ἀξιοπρέπειάν μου.
§70Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ.
§71Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε. Ἐπειδή, κύριοι συνάδελφοι, τόσος πολὺς θόρυβος ἔγινε διὰ τὸν ΑΣΠΙΔΑ...
§72Θ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Ὑπάρχει σχέδιον ὠργανωμένον πρὸς ἐξόντωσιν τῶν δημοκρατικῶν ἀξιωματικῶν.
§73Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή... (Ὄρθιοι οἱ κ.κ. Ἀγγελούσης καὶ Ἀνδρεάδης ὁμιλοῦν καὶ χειρονομοῦν χωρὶς νὰ ἀκούωνται, συνεχεῖς κωδωνοκρουσίαι).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ ὕβρεις δὲν εἶναι, δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ συζήτησις. Κύριε Βασιλᾶτο, μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς. Ἀλλὰ διὰ νὰ λύσωμεν καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, εἴπατε, ὅτι εἰς τὰς συζητήσεις ἐπὶ προτάσεων μομφῆς, θὰ ὁμιλήσετε ἀπεριορίστως. Διὰ τοὺς ἄλλους συναδέλφους θὰ ἰσχύσῃ τὸ ἴδιον; (Οἱ κ.κ. Ε. Ἀνερούσης καὶ Κ. Ράλλης, ὄρθιοι διαμαρτύρονται).
§75Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἐκινδύνευσεν ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας, ἀπὸ μίαν ὁμάδα λοχαγῶν. Θὰ σᾶς ἀναφέρω κάτι σοβαρόν. Κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1965, παρεχωρήθη ἡ νῆσος Σφακτηρία εἰς τὴν ἑταιρείαν Μαμιδάκη, διὰ ἀνεφοδιασμὸν πλοίων. Ἐζήτησα τότε μερικὰς πληροφορίας καὶ μοῦ εἶπον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ σκανδάλου. Ἐπειδὴ ὅμως πάντοτε ὁμιλῶ μὲ στοιχεῖα, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐζήτησα τὸν σχετικὸν φάκελλον. Ἔλαβον δὲ τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν, δημοσιευθεῖσαν εἰς ἐφημερίδα. Ὁ Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, κ. Κ. Μητσοτάκης, ἀναφερόμενος εἰς δημοσιευθεῖσαν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Βασιλάτου, περὶ δῆθεν «παραχωρήσεως» τοῦ ὅλου ἢ μέρους τῆς νήσου Σφακτηρίας πρὸς τὴν Α.Ε. Μαμιδάκης καὶ σχετικοῦ δημοσιεύματος χθεσινῆς ἐφημερίδος, ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ σχετικὸς φάκελλος ἀπεστάλη σήμερον εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Μητσοτάκης προσέθεσεν, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν, κ. Σπηλιάκος, ἔδωσε σχετικὴν ἀνακοίνωσιν καὶ ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον οὗτος ἤθελε νὰ προσθέσῃ, εἶναι, ὅτι ἡ ἐνοικίασις μικρᾶς ἐκτάσεως 25 στρεμμάτων ὑπῆρξε καὶ νομότυπος καὶ σκόπιμος καὶ ὅτι παγία πολιτικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι νὰ ὑποβοηθῇ τὰς ἐπιχειρήσεις ἀνεφοδιασμοῦ ποντοπόρων πλοίων, αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως ὠφελοῦν τὴν χώραν. Εἰδικώτερον, προσέθεσεν ὁ κ. Μητσοτάκης, ἡ ἐπιχείρησις Μαμιδάκη, δοθέντος, ὅτι προμηθεύεται τὰ ὑγρὰ καύσιμα μέσῳ κλῆριγκ, ἐπ’ ἀνταλλαγῇ γεωργικῶν προϊόντων καὶ τὰ πωλεῖ εἰς ἐλεύθερον συνάλλαγμα, ἐνισχύει τὸ συναλλαγματικὸν ἀπόθεμα τῆς χώρας μὲ 6 ἕως 10 ἑκατ. δολλ. ἐτησίως. Ὁ Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν κ. Α. Σπηλιάκος, ἐξ ἄλλου, προέβη εἰς τὰς κάτωθι ἀνακοινώσεις: «Ἡ Ἑταιρεία «Μαμιδάκη», προτιθεμένη νὰ ἐγκαταστήσῃ δεξαμενὰς ἐναποθηκεύσεως ὑγρῶν καυσίμων διὰ τὸν ἀνεφοδιασμὸν ποντοπόρων πλοίων εἰς τὸν ὅρμον τῆς Πύλου, δι’ αἰτήσεώς της ἀπὸ 11 Μαρτίου 1965 πρὸς τὴν Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ἐζήτησε νὰ τῆς παραχωρηθῇ πρὸς ἐνοικίασιν ἐπὶ τῆς νήσου Σφακτηρίας ἡ ἀναγκαιοῦσα πρὸς τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν ἔκτασις 25 στρεμμάτων ἐκ τῆς συνολικῆς καὶ ὑπερβαινούσης τὰ 4.000 στρέμματα ἐκτάσεως τῆς νήσου. Ἡ ἀνωτέρω αἴτησις, κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Δημοσίων Κτημάτων, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου ἐπίσης ἐζητήθη ἡ γνώμη λόγῳ τοῦ χαρακτῆρος τῆς νήσου, ἐγένετο τελικῶς δεκτὴ τὴν 23 Ἰουλίου 1965 δι’ ἀποφάσεως τοῦ προκατόχου μου, κ. Φ. Πιτούλη. Καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ εἶναι ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ἀδιάβλητος. Διότι καὶ ὁ νόμος ἐπιτρέπει παραχωρήσεις δημοσίων κτημάτων, ὡς ἡ γενομένη πρὸς τὴν Ἑταιρείαν «Μαμιδάκης». Καὶ σκόπιμος ὑπῆρξεν ἡ παραχώρησις, ἀφοῦ διὰ τῶν ἐγκαταστάσεων τῆς Ἑταιρείας εἰς τὴν Σφακτηρίαν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθοῦν μεγάλως αἱ εἰς ἀνεφοδιασμὸν καυσίμων ἀνάγκαι τῆς ποντοπόρου ναυτιλίας ὡς ἐκ τῆς πλεονεκτικῆς θέσεως τῆς νήσου. Δι’ ὃν ἀκριβῶς λόγον καὶ προηγουμένως εἶχε παραχωρηθῆ ἐπὶ τῆς αὐτῆς νήσου ἀνάλογος ἔκτασις πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν εἰς τὴν Ἑταιρείαν «Πετρολές». Ἐκ τῶν ἀνωτέρω, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἀπὸ τὸν σχετικὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως, ὁ ὁποῖος κατατίθεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῆς ἡμέρας, εἶναι προφανές, ὅτι ἡ γενομένη καταγγελία εἶναι κακόβουλος. Διότι, ἀντὶ τῆς παραχωρήσεως ὁλοκλήρου(!) τῆς νήσου Σφακτηρίας, ὡς ἀναφέρεται εἰς τὸ δημοσίευμα, ἀποδεικνύεται, ὅτι μόλις τὸ 1)160 αὐτῆς παρεχωρήθη καὶ δὴ ἐπ’ ἐνοικίῳ. Καὶ οὐδεμία χαριστικὴ πρᾶξις ἐγένετο πρὸς τὴν Ἑταιρείαν «Μαμιδάκης», ἀφοῦ ἀνάλογος παραχώρησις εἶχε προηγηθῆ καὶ εἰς τὴν Ἑταιρείαν «Πετρολές». Ὅταν μοῦ ἐδόθη ὁ φάκελλος, ἐξεπλάγην διότι οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους παρεχωρήθη ἡ Σφακτηρία δὲν ἐτηροῦντο. Καὶ ὑπάρχει ἔγγραφον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἐκ τοῦ ὁποίου καταφαίνεται, ὅτι δὲν τηροῦνται οἱ ὅροι. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, καὶ ἔχον ὡς ἑξῆς: Θέμα: Ἐγκατάστασις πετρελαιοειδῶν ἐν Σφακτηρίᾳ. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀποστείλωμεν συνημμένως φωτοτυπικὰ ἀντίτυπα: 1) Τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 68356)575)13263)7.8.65 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. 2) Τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1473)1.9.65 ἀναφορᾶς τῆς Ζʹ Ἐφορείας Ἀρχαιοτήτων μετὰ τοῦ προσηρτημένου ὑπ’ ἀριθ. 69560)13570)12.8.65 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων ἐμφαίνεται, ὅτι ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἐγκαταστάσεως πετρελαιοειδῶν ἐν Σφακτηρίᾳ ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας «Γ. Μαμιδάκης Α.Ε.», δὲν τηροῦνται οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐδόθη ἡ σχετικὴ συγκατάθεσις τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου ὡς ἐπίσης καὶ ἡ ἐπὶ ταύτης βασισθεῖσα ἔγκρισις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως συμφώνως πρὸς τὸν ἀρχαιολογικὸν νόμον. «... Ἐπειδὴ οἱ ὅροι οὗτοι ἀπετέλουν ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν παραχωρήσεως ὑφ’ ὑμῶν τῆς ἐν λόγῳ ἐκτάσεως ἡ δὲ παράβασίς των καὶ δὴ ὑπὸ τὴν συγκατάθεσιν κρατικῶν ἀρχῶν, θὰ ἀποτελέσῃ πλὴν τῶν ἄλλων παράβασιν τοῦ ἀρχαιολ. νόμου, οὗτινος ἡ ἐφαρμογὴ συμφώνως πρὸς τὴν ὑφισταμένην νομολογίαν προέχει τῆς ἐφαρμογῆς οἱωνδήποτε ἄλλων νόμων, παρακαλοῦμεν, ὅπως ὡς ἁρμόδιος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπιληφθῆτε τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐπιβάλητε τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν συμφώνως πρὸς τὸν ἀρχαιολογικὸν νόμον ὁρισθέντων.
§76Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι εἰς τὴν συζήτησιν αὐτά;
§77Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κάνετε λίγη ὑπομονή. Ἡ Ἑταιρεία «Πετρολές», κύριοι συνάδελφοι, ἐπῆρε τὴν ἄδειαν καὶ ἐγκατέστησε προσωρινῶς ἕνα σταθμόν. Ἠναγκάσθη, ὅμως, ὁ Μαμιδάκης νὰ συνεταιρισθῇ μὲ τὴν Ἑταιρείαν «Πετρολές», διότι τὰ κλειδιὰ ἐπὶ τοῦ λιμένος Ναυαρίνου, εἶναι πράγματι σωστὸς πακτωλός. Καὶ ἐπειδὴ δὲν τοῦ ἐδόθη ἡ ἄδεια συνεταιρίσθη μὲ τὴν «Πετρολές». Ἀλλὰ τὴν ἄδεια ποὺ πῆρε, τὴν παρεβίασεν. Ὁ σωλὴν ἀποχετεύσεως, ἔπρεπε νὰ τοποθετηθῇ εἰς ἀρκετὴν ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὰ μνημεῖα τῶν ἐκεῖ πεσόντων ἡρώων. Ὁ Μαμιδάκης ὅμως ἔγραψε τὸν ὅρον αὐτὸν εἰς τὰ παληά του παπούτσια. Στὶς 20 Ἰουλίου, ἡ Κυβέρνησις Νόβα, συγκατατίθεται εἰς τὴν χορήγησιν ἀδείας, ἡ ὁποία καὶ χορηγεῖται εἰς τὰς 22 Ἰουλίου μὲ ἠλεκτρικὴν ταχύτητα. Ἀλλὰ ὑπὸ μίαν βασικὴν προϋπόθεσιν, ὅτι θὰ ἐγκρίνῃ καὶ τὸ ΓΕΣ ἐπειδὴ ὁ λιμὴν τοῦ Ναυαρίνου εἶναι ὁ τρίτος λιμὴν τῆς χώρας ἀπὸ ἀπόψεως στρατιωτικῆς. Ἀλλὰ τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον Στρατοῦ δὲν ἐχορήγησε τὴν ἔγκρισιν. Ἔχω εἰς χεῖρας μου ἀπόρρητον ἔγγραφον τοῦ ΓΕΣ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὅμως λόγῳ τοῦ ἀπορρήτου του δὲν θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω. Ἐνῷ λοιπὸν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ διαταγὴ τοῦ ΓΕΣ καὶ ὁ κ. Μαμιδάκης ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ πάῃ εἰς τὴν Σφακτηρίαν, διὰ λόγους ἐθνικῆς ἀσφαλείας, μόλις ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις Νόβα οὗτος ἐγκατεστάθη. Πέραν δὲ τούτου τὴν 27ην Αὐγούστου ὁ κ. Μαμιδάκης ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 26 ἑκατ. δρχ. ἐπὶ δευτέρα ὑποθήκῃ δύο πλοίων. Ἀναφέρω τὸν ἀριθμὸν τοῦ συμβολαίου διὰ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά. Εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 236149)3.8.63 συμβόλαιον. Ἐπὶ Κυβερνήσεως τῆς Ἑνώσεως Κέντρου δὲν εἶχε ἐγκριθῆ ἡ ἐγκατάστασις τοῦ Μαμιδάκη εἰς τὴν Σφακτηρίαν. Ἐπὶ Κυβερνήσεως Νόβα, ἐπετράπη ἡ ἐγκατάστασις. Ἀναφέρω ἐπίσης τὴν ἑξῆς περίπτωσιν. Εἰς μίαν Ἑταιρείαν τοῦ κ. Μαμιδάκη προσελήφθη ὡς ἐλεγκτὴς ὁ Χαράλαμπος Μητσοτάκης, ὁ ὁποῖος καὶ παρῃτήθη ἀργότερον, ἐπίσης δὲ ἀργότερον προσελήφθη καὶ ἕτερος ἐξάδελφος τοῦ κ. Μητσοτάκη. Εἶναι διάχυτος ἡ φήμη, ὅτι ὁ κ. Μητσοτάκης ἔχει κάποιαν σχέσιν μὲ τὰς ἐπιχειρήσεις Μαμιδάκη. Ἀλλὰ ὅταν τὸ ΓΕΣ ἀρνῆται εἰς τὸν Μαμιδάκην τὴν ἐγκατάστασιν εἰς τὴν Σφακτηρίαν διὰ λόγους ἐθνικούς, ὅταν τὴν ἰδίαν ἄρνησιν προβάλῃ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ὑπηρεσία καὶ ὁ Ἔφορος Ἀρχαιοτήτων, ὅταν ἐπὶ Κυβερνήσεως Νόβα ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐγκατάστασις, εὐλόγως διερωτᾶται κανεὶς ποῖος εἶναι ὁ παντοδύναμος προστάτης τοῦ κ. Μαμιδάκη.
§78Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Ὁ Μητσοτάκης.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτο, παρακαλῶ συντομεύσατε.
§80Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ σᾶς διαβάσω μίαν ἄλλην ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν κατέθεσα διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε πῶς αἱ μεταϊουλιαναὶ Κυβερνήσεις δὲν ἐσεβάσθησαν τίποτε. Τὴν κατέθεσα τὴν 22αν Ἰουλίου. Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ.... (Ἀναγινώσκει). Ὅπως βλέπετε 4–5 ἐργοστάσια πρόκειται νὰ εἰσπράξουν εἴκοσι ἑκατομμύρια. Καὶ τὰ χρήματα αὐτὰ θὰ τὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον. Τὸ κόστος παραγωγῆς δὲν ἐπεβαρύνθη καὶ δὲν δικαιολογεῖται νὰ χορηγηθῇ εἰς τὰ 4–5 ἐργοστάσια αὐτὴ ἡ διαφορά. Ὑπάρχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα διὰ τὴν παραπομπὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑφυπουργοῦ, τοῦ κ. Πιαλόγλου, εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Θέλετε νὰ μάθετε ποῖοι εἶναι οἱ καρπούμενοι τὰ 20 αὐτὰ ἑκατομμύρια; Εἶναι οἱ ἀδελφοὶ Ζοῦλα ἐκ Πατρῶν, ἕνας Μιχαὴλ Ξιστρῆς ἐκ Πύργου, ἡ Ἐλαιουργικὴ Πύργου, ἕνας Τάκης Λιναριδάκης καὶ ἕνας ἄλλος ἀπὸ τὴν Χαλκίδα. Ἀπόδειξις, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ, διότι, ἐνῷ ἡ ἀπόφασις ἐξεδίδετο συνήθως ἐκ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τὴν ἐξήγγειλεν πρῶτος ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἡ πονηρὰ αὐτὴ ἀπόφασις. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ τελευταῖον κεφάλαιον τὸ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας. Ἀνεφέρθησαν ἐπανειλημμένως πλεῖσται ὅσαι περιπτώσεις διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ στυγνὴ τρομοκρατία, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται ἀπὸ τῶν μεταϊουλιανῶν Κυβερνήσεων διὰ νὰ καταπληγῇ τὸ λαϊκὸν αἴσθημα. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω χαρακτηριστικὴν περικοπὴν τῆς Κυβερνητικῆς ἐφημερίδος Ἐλευθερίας τῆς 17.7.1965, ἡ ὁποία εἰς τὴν σελ. 7 γράφει: «Μεγάλη ἀστυνομικὴ δύναμις 500 περίπου ἀνδρῶν παρουσίᾳ καὶ Εἰσαγγελέως διεσκορπίσθη εἰς τὴν Πλατεῖαν Συντάγματος καὶ ἐπεχείρει νὰ τὴν ἐκκενώσῃ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν διερχομένων καὶ καθημένων πολιτῶν. Οἱ πολῖται ἔντρομοι ἀνεζήτουν κάποιο σημεῖον τῆς Πλατείας διὰ νὰ σταθοῦν· ἐνῷ οἱ ἀστυνομικοὶ καθ’ ὁμάδας ἐπετίθεντο ἀδιακρίτως καὶ ἐξυλοκόπουν τὸν οἱονδήποτε πολίτην, κυρίως νέους καὶ δὲν εἶχον τὴν ψυχραιμίαν νὰ ἀναμείνουν ἐξηγήσεις καὶ δηλώσεις ταυτότητος. Ἡ ἀρχικὴ ἀστυνομικὴ δύναμις ἐνισχύετο συνεχῶς καὶ τελικῶς ἐπλαισιώθη ἀπὸ μηχανοκίνητον μὲ κρανοφόρους καὶ μασκοφόρους ἀστυνομικούς. Ἀναζητοῦντες ἄτομα ἐκ τῆς διαλυθείσης διαδηλώσεως οἱ ἀστυνομικοὶ ἐσταματοῦσαν διερχόμενα λεωφορεῖα καὶ εἰσερχόμενοι εἰς αὐτὰ ἥρπαζον πολίτας καὶ ἰδίως νέους. Συρομένους καὶ ξυλοκοπουμένους καὶ μερικοὺς ἀπὸ αὐτοὺς αἱμοφύρτους τοὺς μετέφερον εἰς τὰ ἀστυνομικὰ αὐτοκίνητα. Δὲν εἶχον παρέλθει δηλαδὴ οὔτε δύο ἡμέραι ἀφ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἐγκατέλειψε τὴν ἀρχὴν καὶ ἐπανήρχετο τὸ Ἀστυνομικὸν Κράτος ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ στυγνότητι. Ἄν τὴν στιγμὴν ἐκείνην διήρχεσθο μὲ λεωφορεῖα, δὲν θὰ ἐγλυτώνατε τὸν ξυλοδαρμὸν καὶ ἐσκεπτόμην τὶ θὰ συνέβαινεν ἐὰν τὸ παιδί μου ἐτύγχανε τὴν ὥραν ἐκείνην νὰ διήρχετο διὰ τοῦ λεωφορείου. Ὅταν εἶδα αὐτὰ εἰς τὴν Ἐλευθερίαν μετέβην εἰς τὸν Εἰσαγγελέα κ. Χατζῖκον καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι: Κύριε Εἰσαγγελεῦ ἀντιλαμβάνεσθε ποίαν εὐθύνην ἔχει ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ὅταν αὐτὰ τὰ πράγματα λαμβάνουν χώραν ἐνώπιον καὶ Εἰσαγγελέως. Γίνεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συνένοχοι, ἤτοι ἔνοχοι ἀρνητικῆς συνεργείας. Τὴν ἑπομένην ἐγένετο ἡ διαδήλωσις τοῦ Παναθηναϊκοῦ καὶ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα δὲν ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ πλήθους συναιτισθέντα ἴσως ἐκ τῆς διαμαρτυρίας μου. Εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας οἱ ἀστυνομικοὶ ἐτήρησαν τὴν ψυχραιμίαν των δὲν ἔλαβον χώραν ἔκτροπα. Τὴν 1ην Φεβρουαρίου παρέστην θεατὴς εἰς τὴν ὁδὸν Ἱπποκράτους ἔμπροσθεν τοῦ γραφείου μου, ὅταν ἕνας ἀστυνομικὸς μὲ ρόπαλον κτυποῦσε κάποιον καὶ ἕνας ἄλλος ἔδερνε μιὰ κοπέλλα, ἐπενέβην, ἐδήλωσα τὴν ταὐτότητά μου, διεμαρτυρήθην δι’ ὅσα συνέβαινον. Παρ’ ὀλίγον νὰ μοῦ ἐπιτεθοῦν. Ἡ κατάστασις ἐξετραχύνθη καὶ καθημερινῶς ἐξετραχύνετο ἀκόμη περισσότερον. Προχθὲς ἕνας ἔμπορος, ὁ ὁποῖος ἐπανεξελέγη ὡς μέλος τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ε.Κ. Κεφαλληνίας, συνελήφθη μετὰ τῆς οἰκογενείας του ὅταν ἤρχετο ἐκ Πατρῶν καὶ ἐκακοποιήθη βάναυσα. Ἐκρατήθη δὲ καὶ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ἐπὶ δίωρον. Συνάδελφος ἐκ Πειραιῶς, μᾶς ἔλεγε πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἤρχισαν τὰ κατοχικὰ ἔργα καὶ αἱ ἡμέραι. Εἰσέρχονται δηλαδὴ οἱ ἀστυνομικοὶ ἐν πολιτικῇ περιβολῇ εἰς τὰ καφενεῖα κυττάζουν ἐπιδεικτικῶς τοὺς εἰς αὐτὰ εὑρισκομένους καὶ κατόπιν ἀναχωροῦν. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστὸν ποῖοι κατέχουν τὰ κυνηγετικὰ ὅπλα, δίκανα κλπ. Ἀσφαλῶς τὰ κατέχουν οἱ κυνηγοί. Ἐν τούτοις ὅμως, παρ’ ὅλον, ὅτι εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ποῖοι τὰ κατέχουν, ἐξεδόθη διαταγὴ τοῦ κ. Ἀποστολάκου νὰ τὰ δηλώσουν ὅλα. Συμβαίνει δηλαδὴ ὅ,τι συνέβη καὶ ἐπὶ κατοχῆς. Ὁ κ. Ἀποστολάκος, εἰς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησε πρὸς τὰ Σώματα Ἀσφαλείας, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων τοὺς ὁποίους εἶπεν, ὅτι εἶναι δηλαδὴ ὑπερήφανος διὰ τὰ Σώματα Ἀσφαλείας κλπ. προσέθεσεν, ὅτι εἰσηγήθη καὶ ἔκαμε τὰς διαβαθμίσεις τῶν ἀνδρῶν τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας. Πρᾶγμα δηλαδή, τὸ ὁποῖον δὲν ἔκαμεν αὐτός, ἀλλὰ ὁ Ταβουλάρης πρῶτος καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ 1961. Κύριοι συνάδελφοι, τὰ Σώματα Ἀσφαλείας τὰ ἐκτιμῶμεν ὅλοι, τὰ περιβάλλομεν μὲ τὴν ἀγάπην μας, καὶ τὰ θέλομεν ἐθνικὰ καὶ ὄχι ὑπηρετοῦντα τοὺς σκοποὺς ὡρισμένων ἀτόμων. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπὴν ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Στεφανοπούλου ἀπὸ τὴν σελ. 31 τῶν πρακτικῶν 24.6.65. «Γνωρίζω τὰς ἀντιδράσεις τῆς ὀλιγαρχίας, ἀγωνιζομένης νὰ διατηρήσῃ τὰ προνόμιά της εἰς βάρος τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τοῦ πτωχοῦ λαοῦ μας. Γνωρίζω τὰς ἀντιδράσεις σκοτεινῶν δυνάμεων, ἀλλὰ ἐκεῖ ἀκριβῶς συνίσταται ἡ θέλησις, ἡ δύναμις, ἡ ἀποφασιστικότης ποὺ πρέπει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ Κυβέρνησις. Οἱ ἐχθροὶ τῶν θεσμῶν τῆς Πατρίδος εἶναι ἕτοιμοι, καραδοκοῦν. Αὐτή, κ.κ. βουλευταί, εἶναι ἡ ἀλήθεια ἐνώπιος ἐνωπίῳ». Κάποτε, κ.κ. συνάδελφοι, προσεκλήθην καὶ παρευρέθην μετὰ τοῦ κ. Ἀποστολάκου εἰς μίαν συζήτησιν διὰ τὴν ὕδρευσιν τῆς Πετρουπόλεως καὶ ἠναγκάσθην νὰ παρατηρήσω τὸν κ. Ἀποστολάκον διὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεγόμενα. Ἤκουσα μάλιστα ἕνα τῆς ἀριστερᾶς νὰ λέγῃ «αὐτὸς εἶναι δικός μας». Μάλιστα, κ.κ. συνάδελφοι. Εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ ἐναποθέσαμεν τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας, διὰ τὴν ὁποίαν ἠκούσατε προηγουμένως πῶς ἐξεφράσθη ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ἐχαρακτήριζε τοὺς ἀστυνομικούς;
§82Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἀφῆστε, κ. συνάδελφε, ὑπάρχει δικαστικὴ καταδίκη δι’ αὐτὰ εἰς βάρος του. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι συνάδελφοι. Ἐκεῖνοι οἱ τουρίστες οἱ ὁποῖοι ἐκακοποιήθησαν εἰς τὴν Πλατεῖαν Συντάγματος ὡς προανέφερον, ὅταν μετέβησαν εἰς τὰς πατρίδας των πῶς ἐξεφράσθησαν διὰ τὴν χώραν μας καὶ διὰ τοὺς ἀστυνομικούς μας; Θέλω ὅμως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ νὰ εἴπω, ὅτι εὐτυχῶς ὑπάρχουν καὶ ἀστυνομικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν λερώνουν τὴν στολήν των, ὅπως ἐπίσης καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον γνωρίζω, μέχρι στιγμῆς καὶ ἡ Χωροφυλακὴ δὲν ἔχει λερώσει τὴν στολήν της. Ἐλησμονήσαμεν ἐπίσης πῶς μεταχειριζόμεθα ἄλλοτε τοὺς φοιτητάς, οἱ ὁποῖοι περιεχαρακώνοντο εἰς τὰ προπύλαια τοῦ Πανεπιστημίου κατὰ τὰ Εὐαγγελικὰ καὶ τὰ ἄλλα γεγονότα, ποὺ συνεκίνησαν τὸ Ἔθνος. Καὶ τώρα εἰς τοὺς ἱεροὺς χώρους τοῦ Πανεπιστημίου συνέρχονται οἱ φοιτηταὶ νὰ δηλώσουν πίστιν εἰς τὰς συνταγματικὰς ἀρχὰς καὶ τὴν δημοκρατίαν, ἀλλὰ εἰσβάλλουν οἱ ἀστυνομικοὶ καὶ εἰς τὰ προπύλαια καὶ εἰς τὰς αἰθούσας ἀκόμη τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ νὰ τοὺς δέρνουν ἄνευ δισταγμῶν. Καὶ ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἀσχημιῶν δὲν διεμαρτυρήθη καὶ δὲν ἐξῆλθε διὰ νὰ στηλιτεύσῃ τὴν βαρβαρότητα τῶν ἐπιτιθεμένων ἀστυνομικῶν οὐδεὶς τῶν συγκλητικῶν καὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Θὰ ἤθελα ἐπίσης νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω — καὶ εὐτυχῶς ποὺ εὑρίσκεται ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης — διὰ τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον φοιτητὴν τῆς ἰατρικῆς, ὁ ὁποῖος ἐκτυπήθη καὶ ἔχασε τὸ ἕνα του μάτι χωρὶς νὰ συγκινηθῇ διὰ τοῦτο ὁ κ. Εἰσαγγελεύς. Χάρις δὲ εἰς τὸν ἰατρὸν κ. Καρύλον, ἐσώθη καὶ τὸ ἄλλο μάτι τοῦ φοιτητοῦ. Δὲν συνεκινήθησαν, ἐπαναλαμβάνω αἱ ἀστυνομικαὶ ἀρχαὶ καὶ ὁ προϊστάμενος τῆς Εἰσαγγελίας Ἀθηνῶν διὰ τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, ἐνῷ ἀπαγγέλλει διώξεις ἐπὶ τεντυμποϊσμῷ καὶ ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ περιυβρίσει τῆς ἀρχῆς εἰς τοὺς φοιτητὰς οἱ ὁποῖοι φωνάζουν 1, 1, 4, δημοκρατία κ.λ.π. Θέλω, κ.κ. συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἔδωσεν ὁ κ. Ἀποστολάκος ὑπόσχεσιν ἢ ὄχι ὅτι θὰ ἀνακοινώσῃ τὰ ὀνόματα τῶν ἀστυνομικῶν, οἱ ὁποῖοι φαίνονται εἰς μίαν φωτογραφίαν, 4 νὰ κρατοῦν ἕνα φοιτητὴ καὶ εἷς νὰ τοῦ καταφέρῃ κτυπήματα μὲ ἕνα ρόπαλον. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῶν ἐπεισοδίων αὐτῶν, ποὺ ἔλαβον χώραν εἰς τὰ προπύλαια τοῦ Πανεπιστημίου συνελήφθησαν καὶ προεφυλακίσθησαν πολλοὶ φοιτηταί, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ὁ Πάγκαλος καὶ ἄλλα μέλη τῆς Ε.Φ.Ε.Ε. καὶ δὲν ἐγένετο δεκτὴ αἴτησις ἀποφυλακίσεως, διότι ὁ Πάγκαλος καὶ οἱ ἄλλοι φοιτηταὶ ἐθεωρήθησαν ὡς ὕποπτοι φυγῆς ἢ ὅτι θὰ ἐξαλείψουν τὰ ἴχνη τῶν ἐγκλημάτων των, ἐνῷ γίνονται δεκταὶ αἰτήσεις ἀποφυλακίσεως ἐγκληματιῶν μὲ πάρα πολλὰς καταδίκας. Ἐκεῖ ὁδηγεῖτε σεῖς τὴν κατάστασιν, οἱ ὁποῖοι διακηρύσσετε, ὅτι θὰ ὁδηγήσετε τὴν χώραν εἰς τὴν ὁμαλότητα.
§83Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐμνημονεύσατε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως ἐνῷ ὑπεσχέθη νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ ὀνόματα τῶν ἀστυνομικῶν, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται εἰς μίαν φωτογραφίαν δὲν τὸ ἔπραξε. Τὴν τελευταίαν ἡμέραν πρὸ τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα ὑπέμνησα, ὅτι ἀνεγράφη εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 8ης Φεβρουαρίου δὶς ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. Ἀποστολάκου, ὅτι θὰ ἀνακοινώσῃ τὰ ὀνόματα τῶν ἀστυνομικῶν. Κατέθεσα μάλιστα καὶ σχετικὴν ἐρώτησιν, ἀλλὰ ἂν καὶ παρῆλθε μὴν ἀπὸ τότε, οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔλαβον. Εἶναι αὐτὸς σεβασμὸς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν σεῖς, κ. Πρόεδρε, ἐδώσατε, ὅτι θὰ μεριμνήσετε διὰ τὸ θέμα τοῦτο;
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμερίμνησα, κ. Μπακόπουλε καὶ ἐζήτησα νὰ ἀνακοινωθοῦν τὰ ὀνόματα. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ κάμῃ ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλήν.
§85Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἔπραξεν, κ. Πρόεδρε. Περιφρονοῦν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἑαυτόν των, περιφρονοῦν καὶ σᾶς. Σᾶς παρακαλῶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προεδρείου, νὰ ἐνεργήσετε διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ ὑπόσχεσις ποὺ ἐδόθη.
§86Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κατάπληξιν μοῦ ἔκαμον ὡρισμένα κλητήρια θεσπίσματα ποὺ ἐκδίδει ἡ Εἰσαγγελία Ἀθηνῶν. Ἀναγράφεται εἰς αὐτὰ ὡς ἐμπρηστικὸν σύνθημα κάτω ὁ φασισμός, ζήτω ἡ δημοκρατία καὶ ἄλλα, καὶ διερωτῶμαι, κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τί ἔπρεπε νὰ λέγωμεν; Κάτω ἡ δημοκρατία, ζήτω ὁ φασισμός, διὰ νὰ τοῦ εἴμεθα εὐχάριστοι; Ἰδού, κ. συνάδελφοι, ποῦ ὁδηγούμεθα μὲ τὴν ἀσυδοσίαν ποὺ ἐπικρατεῖ σήμερον καὶ τὴν ἐνθάρρυσιν ὡρισμένων ἀνθρώπων. Τὴν 25ην Μαρτίου ἐνῷ εὑρισκόμην πρὸ τοῦ Οἴκου Ἐλευθερουδάκη, ἔμαθον, ὅτι κρατεῖται εἰς τὸ ἀστυνομικὸν τμῆμα ὁ συνάδελφος κ. Μανδηλαρᾶς καὶ ὁ κ. Πεπονῆς καὶ ἔσπευσα πρὸς τὸ τμῆμα καὶ εἶδα νὰ τὸν τραβοῦν σὰν «κουρέλι» τὸν πρῶτον. Εὑρῆκα ἐκεῖ ἐπίσης τὸν κ. Πεπονῆν, ὁ ὁποῖος συνελήφθη καὶ ὡδηγήθη εἰς τὸ τμῆμα, ἐπειδὴ ἐτόλμησε νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς ἀστυνομικοὺς τὶ συμβαίνει, ὅταν εἶδε νὰ δέρνουν μία κοπέλλα καὶ εἶχε δεχθῆ ξυλοδαρμόν. Ἠρώτησα διατὶ κρατοῦν τοὺς συναδέλφους, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγηθοῦν καὶ νὰ δικασθοῦν ἀπὸ τὸ αὐτόφωρον. Μοῦ εἶπεν ἕνας νεαρὸς ἀξιωματικός, ὅτι ἐξύβρισαν τὸν Βασιλέα. Οἱ δικηγόροι μετὰ ταῦτα ἀπελύθησαν καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδεὶς ἐξύβρισεν. Σᾶς διαβάζω τώρα ἕνα ἔγγραφον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου διὰ νὰ ἰδῆτε, κύριοι συνάδελφοι......
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτο, τὸ ἔγγραφον ἔχει λάβει δημοσιότητα. Ἔχει δημοσιευθῆ εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας. Κύριε Βασιλᾶτο, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς λέγει «ἐξαιρουμένων τῶν ἀγορεύσεων τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 3, ἀναγνωριζομένων Ἀρχηγῶν πολιτικῶν μερίδων καὶ τῶν Ὑπουργῶν, ἡ διάρκεια τῶν ἀγορεύσεων, ἐπὶ παντὸς ἐν γένει, θέματος δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ἡμίωρον. Προκειμένου ὅμως περὶ εἰσηγητοῦ προτάσεως νόμου ἢ εἰδικοῦ ἀγορητοῦ, ἢ τοῦ πρώτου, κατὰ σειράν, ὑπογράφοντος ἑκάστην ἐπερώτησιν κλπ., δύναται νὰ παραταθῇ ἡ διάρκεια τῆς ὁμιλίας μέχρι μιᾶς ὥρας». Σεῖς ὅμως, κ. Βασιλᾶτο, ὁμιλεῖτε ἐπὶ μίαν ὥραν καὶ τρία τέταρτα.
§88Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν μόνον περικοπήν. Ὁ ἐν λόγῳ Ἀστυνομικός, ὁ ὁποῖος ἔδειρεν ἕνα ἄλλον δικηγόρον, τὸν Ἀλεξάκην, εἶπεν εἰς ψυχρὸν ὕφος, ὅταν ἤκουσεν ὅτι εἶναι δικηγόρος, τὰ ἑξῆς: «Νὰ κατουρήσω τὴν ἰδιότητά σου καὶ τὸ καθῆκον σου. Ἄϊ–σιχτὶρ τώρα». Ἀκοῦστε, κύριοι καὶ παρακαλῶ νὰ κάμετε χρῆσιν.
§89Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποτίθεται, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἐλέχθησαν αἱ φράσεις αὐταὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτη.
§90Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὅταν βάλῃ, κ.κ. συνάδελφοι, ὁ Ἀστυνομικὸς αὐτός, ἐναντίον ὁλοκλήρου τῆς δικηγορικῆς τάξεως σημαίνει, ὅτι συνέβησαν αὐτὰ ποὺ βεβαιοῖ ὁ δικηγόρος Ἀλεξάκης. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θέλω νὰ τὸ πιστεύσω, ὅτι ἕνας Ἀστυνόμος, εἶπε τοιαῦτα πράγματα. Ἐὰν τὰ εἶπε, τότε αὐτὸς θὰ πρέπει νὰ ἐγεννήθη εἰς σταῦλον καὶ νὰ ἐμεγάλωσεν εἰς ἀχοῦρι — νὰ ἐμεγάλωσεν εἰς χαμαιτυπεῖον. Τελευτῶν, κ.κ. συνάδελφοι, θὰ ἤθελα νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἡ σημερινὴ κατάστασις ἔχει δημιουργηθῆ, λόγω τοῦ πραξικοπήματος τοῦ παρελθόντος Ἰουλίου. Ἡ κατάστασις ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι πλέον ἀνεκτὴ καὶ θὰ πρέπει οἱ κύριοι, οἱ ἐν τῆ Κυβερνήσει, νὰ προσφέρουν μίαν καὶ μόνην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν, νὰ προσφέρουν δηλ. εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τύχης του. Κατακρατοῦντες ὅμως τὴν ἐξουσίαν δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ δημιουργήσουν πλέγματα διαφθορᾶς, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπικίνδυνα, καὶ τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ ὁδηγήσουν τὸν λαὸν εἰς πράξεις καὶ ἐνεργείας ποὺ ἠμποροῦν νὰ θέσουν ἐν κινδύνῳ αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους. Ἡ Κυβέρνησις αὐτή, εἶναι Κυβέρνησις, ἄνευ ἀντικρύσματος, δὲν τὴν ἐμπιστεύεται κανείς, πλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπ’ ἀνταλλάγματι τοὺς ἠνέχθησαν.
§91Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχεν ὁρισθῆ ὥρα ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως σήμερον ἡ 7.20′. Ἀπὸ τῆς ὥρας ταύτης δὲν ἐξῆλθον τῆς αἰθούσης, οὔτε διὰ νὰ πιῶ νερό, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ σχηματίσω γνώμην καὶ καθορίσω τὴν στάσιν μου καὶ τὴν ψῆφόν μου ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι παρηκολούθησα ὅλους τοὺς ὁμιλητὰς μὲ σεβασμὸν καὶ προσοχήν. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλει ὁ κ. Βασιλᾶτος, ἤκουσα συνάδελφον μὲ τὸν ὁποῖον οὐδὲν μὲ χωρίζει καὶ ἐστράφην καὶ τὸν εἶδον, νὰ λέγῃ δι’ ἐν ἐνεργείᾳ Ὑπουργόν, ὅτι ἐπῆρε 20.000.000. Τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι ἀπαράδεκτον. Ἠγέρθην καὶ τοῦ εἶπον, ὄχι ἔτσι. Νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα νὰ τὰ εἴπῃ ἀπὸ ἐκεῖ. Ὁ κ. συνάδελφος ὅμως ἀντ’ αὐτοῦ, ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ προβῇ εἰς ἀκατονομάστους ὕβρεις. Τὸν παρακαλῶ, λοιπόν, καὶ ζητῶ καὶ ἀπὸ σᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ κληθῇ νὰ ἀνακαλέσῃ τὰ ὅσα εἶπε.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν ἀνεκάλεσα εἰς τὴν τάξιν.
§93Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀρκετὸν αὐτό, κ. Πρόεδρε. Παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον, ἐὰν ἔχῃ τὸ θάρρος καὶ τὸν ἀνδρισμόν, ἐφόσον ἔχει στοιχεῖα νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ἀποδείξῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει, διότι ἐὰν αὐτὸ συνέβη καὶ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχουν Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἐξωνήθησαν δὲν πρόκειται νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσιαπάρα, δῶστε, παρακαλῶ ἐξηγήσεις.
§95Σ. ΤΣΙΑΠΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ διμήνου ὁ συνάδελφος κ. Διαμαντόπουλος, εἰς μίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον μὲ εἶχε προκαλέσει καὶ μοῦ εἶχε πῆ ὅτι ἐὰν ἔχω τὸ θάρρος καὶ τὸν ἀνδρισμὸν νὰ ὑποστηρίξω διὰ ζώσης αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω. Ὁ βουλευτὴς Στέφανος Τσιαπάρας ἐπὶ ἀρκετὰς δεκαετηρίδας, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μὲ θάρρος καὶ ἀνδρισμὸν διατυπώνει τὰς γνώμας του, ὥστε καὶ τὸ ἦθος καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια του νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὴν ἀποστολὴν τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Πράγματι διὰ τὴν φράσιν τῶν 20 ἑκατομ. ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι τὴν ὑπεστήριξεν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος κ. Βασιλᾶτος καὶ συνεπῶς δέον νὰ θεωρηθῇ τοῦτο καὶ ἀπάντησίς μου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς φράσεις μου ὑπῆρξαν, πράγματι, ὀξεῖς καὶ δὲν θὰ ἦσαν ὀξεῖς, ἐὰν δὲν ἀνεγράφετο εἰς τὸν Ἡμερήσιον Τύπον πρὸ διμήνου, εἰς μίαν διακοπήν μου μὲ τὸν συνάδελφον κ. Διαμαντόπουλον, ὅτι δὲν εἶχον τὸν ἀνδρισμὸν νὰ εἴπω εὐθαρσῶς τὰς ἀπόψεις μου. Τὸ πρᾶγμα, λοιπὸν ἐκεῖνο ἐδημιούργησε καὶ τὴν ἀποψινὴν ὀξύτητα, ἡ ὁποία, ἄλλως, δὲν θὰ ὑπῆρχε.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ δύο μῆνες τώρα τὸ θυμηθήκατε, κ. Τσιαπάρα;
§97Σ. ΤΣΙΑΠΑΡΑΣ. Ὄχι δὲν τὸν ἐνεθυμήθην τώρα, ἀλλ’ ἐπανελήφθην δὶς ἡ παρατήρησις, ἄλλως δὲν θὰ ὑπῆρχε θέμα.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προσωπικὸν θέμα ἐτελείωσεν. Κύριε Φροντιστή, ποῖον εἶναι τὸ προσωπικόν σας θέμα;
§99Α. ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ θέματος. Ἤκουσα τὸν κ. Βασιλᾶτον νὰ ἀναφέρεται εἰς τὰς ἀνακρίσεις διὰ τὸν ΑΣΠΙΔΑ. Οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἔχω διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ ΑΣΠΙΔΑ, οὔτε νὰ ὑπεισέλθω εἰς καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Βασιλᾶτος ἀνέφερεν 7–8 ὀνόματα ἀξιωματικῶν μαχίμων καὶ μή, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρόντες. Ὑποβάλλω, λοιπόν, τὴν εἰσήγησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἐρευνήσῃ τὰ θέματα ποὺ ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν. Ἐὰν δὲν τὸ πράξῃ θὰ τὸ ἀναλάβω ἐγώ, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξακριβώσω τὰ ἀναφερθέντα.
§100Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Κύριε Πρόεδρε, ἤθελεν, πρῶτον, ἀναφερόμενος εἰς τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ κ. συναδέλφου, νὰ δηλώσω, ὅτι ὁ συνάδελφος ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, λόγῳ ἐκτάκτου κωλύματος δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ παρακολουθήσῃ τὴν συνεδρίασιν. Φυσικά, ὅμως, θὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βασιλάτου. Βεβαίως, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς εἶναι εὐχερὲς καὶ ἄνετον νὰ διατυποῦνται κατηγορίαι. Ὑπῆρξα πάντοτε ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον, ὅτι καλὸν θὰ εἶναι ἄνθρωποι ἀπόντες νὰ μὴ ἀναφέρωνται ἐπωνύμως, νὰ μὴ κατηγοροῦνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Εἶναι δικαίωμα οἱουδήποτε συναδέλφου νὰ πράξῃ ἄλλως, ἀλλὰ χρέος πάντως τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ θὰ τὸ πράξῃ διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νὰ ἀναφερθῇ εἰς ὅσα ὁ κ. Βασιλᾶτος προηγουμένως ἐσημείωσεν καὶ νὰ δώσῃ συγκεκριμένην ἀπάντησιν τόσον διὰ τὰ εἰδικὰ θέματα, ὅσον καὶ διὰ τὸ γενικώτερον θέμα τῆς πράγματι ὑπερμέτρως παρατεινομένης ἀνακρίσεως διὰ τὸν «ΑΣΠΙΔΑ». Παρακαλῶ ἐπίσης νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύο λόγια, διότι ἐμνημονεύθην προσωπικῶς ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρεμπῖπτον θέμα, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠγνόησα διατὶ παρενεβλήθη εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βασιλάτου, συν. ἀνεφοδιαστικοῦ σταθμοῦ τῆς Σφακτηρίας, τοῦ κ. Μαμιδάκη. Ὁ κ. Βασιλᾶτος τὸ ἔθεσε τὸ θέμα δι’ ἐρωτήσεώς του ἡ ὁποία κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν ἡμερήσιον τύπον. Ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὃ εἶχε χρέος, κατέθεσεν ὁλόκληρον τὸν φάκελλον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἔκτοτε εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι τὸ θέμα τόσον σαφές, ὥστε ὁμολογῶ, ὅτι δὲν καταλαβαίνω τὶ θέλει ὁ κ. Βασιλᾶτος ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἡ παγία πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἠκολούθησαν μέχρι σήμερον εἶναι νὰ εὐνοοῦν τὴν δημιουργίαν ἀνεφοδιαστικῶν σταθμῶν ποντοπόρων πλοίων εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀκτάς. Ὑπάρχουν πλείονες τοῦ ἑνός, ὑπάρχουν πολλοὶ τοιοῦτοι ἀνεφοδιαστικοὶ σταθμοί, οἱ ὁποῖοι ἀναντιρρήτως ὠφελοῦν τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν γενικώτερον καὶ εἰδικώτερον, ἐὰν θέλετε, ὠφελοῦν τὰς περιφερείας εἰς τὰς ὁποίας ἐγκαθίστανται, διότι δημιουργοῦν ηὐξημένην κίνησιν. Οἱ σταθμοὶ αὐτοὶ ἐργάζονται, ἐφοδιαζόμενοι εἴτε μὲ πετρελαιοειδῆ προερχόμενα ἀπὸ τὰς δυτικὰς χώρας καὶ τὰ ὁποῖα πληρώνονται μὲ ἐλεύθερον συνάλλαγμα καὶ πωλοῦνται φυσικὰ μὲ ἐλεύθερον συνάλλαγμα, εἴτε μὲ πετρελαιοειδῆ, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται μέσῳ τῶν διμερῶν κλῆριγκ, ὁπότε ἀνταλλάσσονται μὲ ἐγχώρια γεωργικὰ προϊόντα καὶ πωλοῦνται μὲ ἐλεύθερον συνάλλαγμα. Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἐὰν τὸ Κράτος ἔχῃ χρέος νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἐφοδιαστικοὺς σταθμούς, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται μὲ τὰς δυτικὰς χώρας, ἔχει τοὐλάχιστον ἐξ ἴσου χρέος καὶ ηὐξημένον συμφέρον νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἀνεφοδιαστικοὺς σταθμούς, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται μὲ κλῆριγκ μὲ τὰς δυτικὰς χώρας ἢ ἐνδεχομένως καὶ μὲ τὴν Αἴγυπτον, διότι αὐτοὶ εἰσφέρουν καθαρὸν συνάλλαγμα. Ἡ ἑταιρεία «Μαμιδάκης» εἰσφέρει εἰς τὸ ἐλλειμματικὸν ἑλληνικὸν ἰσοζύγιον μόνον ἀπὸ αὐτὴν τὴν δραστηριότητα 6, 7 ἐνδεχομένως 10 ἑκατομ. δολλάρια τὸν χρόνον. Ζημιώνει κανένα, κ.κ. συνάδελφοι; Ἡ ἑταιρεία «Μαμιδάκης» ἐζήτησε νὰ πάρῃ μίαν ἄδειαν. Συνέβη —ἀναφέρομαι εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Βασιλάτου— νὰ ἔχῃ προηγηθῆ ἄλλη ἑταιρεία ἡ ὁποία ἔλαβε ἄδειαν εἰς τὸν αὐτὸν χῶρον. Ἔλαβε καὶ αὐτὴ ἄδειαν τὴν ὁποίαν δικαιοῦται. Ὁ συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωσεν ὅλα τὰ στοιχεῖα. Ἐτηρήθησαν ὅλαι αἱ διαδικασίαι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει ὅλα τὰ θεμιτὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ μάλιστα ὅποιος ἐνδιαφερθῆ νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὸν φάκελλον θὰ διαπιστώσῃ ὅτι οἱ ὅροι καὶ αἱ προϋποθέσεις ποὺ ἐδόθη ἡ ἄδεια εἰς τὴν ἑταιρείαν Μαμιδάκη ἦσαν ἀκόμη αὐστηρότεροι ἀπὸ τὴν προηγουμένην καὶ ἤρχιζε τὴν κανονικὴν δραστηριότητα, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνω δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὠφελεῖ τὴν χώραν μας καὶ δὲν τὴν ζημιώνει. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, κ.κ. συνάδελφοι, δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω θέλω μόνον νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ λεγόμενα περὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ σύμπτωσιν εὑρεθεὶς ἐδῶ μὲ πληροφορεῖ ὅτι καὶ ἔγγραφος ἄδεια τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ναυτικῶν ὑπάρχει. Ἀλλά, ἤθελα νὰ ἐρωτήσω ἐπὶ τέλους τὶ νομίζει ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὅτι δὲν εἶναι ἐθνικόφρων ὁ κ. Μαμιδάκης καὶ δὲν τοῦ δίδει πιστοποιητικὸν ἐθνικοφροσύνης ὁ ἴδιος ἢ ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἕνας ἐφοδιαστικὸς σταθμὸς ὁ ὁποῖος ἐφοδιάζει τὰ ποντοπόρα πλοῖα μὲ πετρελαιοειδῆ τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐξ ἀνταλλαγῶν μὲ τὰς ἀνατολικὰς χώρας. Εἰς ὅτι μὲ ἀφορᾷ κ.κ. συνάδελφοι, πιστεύω, ὅτι ἡ ἑταιρεία Μαμιδάκης εἶναι ἐξ ἴσου ἐθνικόφρων μὲ ὅλας τὰς ἄλλας ἑταιρείας καὶ κατὰ συνέπειαν καλῶς ἀσκεῖ τὴν ἐμπορικὴν δραστηριότητά της. Πιστεύω ἐπίσης, ὅτι καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐργάζεται, προμηθεύεται τὴν πρώτην ὕλην ποὺ πωλεῖ εἰς τὰ ποντοπόρα πλοῖα ἔναντι ἐλευθέρου συναλλάγματος, προμηθεύεται τὴν πρώτην ὕλην μὲ ἀνταλλαγὰς ἑλληνικῶν προϊόντων, ἀποτελεῖ πρόσθετον ὑπὲρ αὐτῆς καὶ ὄχι ἐναντίον αὐτῆς ἐπιχείρημα. Ἐθεώρησα κ.κ. συνάδελφοι, νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ ὀλίγα λόγια διὰ νὰ ἐκκαθαρίσω ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ ἐμὲ προσωπικῶς ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι ὁ κ. Μαμιδάκης εἶναι πατριώτης μου, εἶναι φίλος μου, εἶναι κουμπάρος μου ἂν θέλετε, πέραν τούτου οὐδεμίαν σχέσιν ἔχω μαζί του. Καὶ θὰ ἀναφερθῶ ὡς πρὸς τὴν δῆθεν συμμετοχὴν τοῦ ἀδελφοῦ μου ὡς ἐλεγκτοῦ. Καλῶς γνωρίζει ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὅτι εἶναι ψεῦδος καὶ δὲν τοῦ ἐπετρέπετο νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ καὶ εἰς ἄλλην αἴθουσαν τὸ ἔχει εἴπει.
§101Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τὸ διέψευσα.
§102Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Τὸ ἀνεφέρατε διὰ νὰ τὸ διαψεύσετε. Κύριοι συνάδελφοι, ὅπως γνωρίζετε, ὅποιος γνωρίζει τὴν νομοθεσίαν περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, γνωρίζει τὶ εἶναι ἐλεγκτὴς ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, εἶναι περισσότερον τύπος παρὰ οὐσία. Διορίζεται κάποιος τραπεζιτικός, δύο συνήθως τραπεζιτικοὶ ἢ ἄλλοι ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἐλέγχουν ὑποτίθεται τὸν ἰσολογισμὸν τῆς ἑταιρείας. Ἡ ἐτησία ἀμοιβὴ εἶναι 5, 8 τὸ πολὺ 10 χιλ. Καὶ ἐπροτάθη πράγματι εἰς τὸν ἀδελφόν μου, ἀνώτερον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας, νὰ πάῃ ἐλεγκτὴς εἰς αὐτὴν τὴν ἑταιρείαν καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ καὶ ἄνευ ἀδείας καμμίας προϊσταμένης ὑπηρεσίας, διότι δὲν ἀποτελεῖ οὐδένα ἀσυμβίβαστον, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξεν ἀπὸ ὑπέρμετρον προσοχὴν καὶ διότι δὲν ἤθελεν εἰς καμμίαν περίπτωσιν νὰ δημιουργήσῃ σχόλια εἰς βάρος τοῦ ὀνόματος τὸ ὁποῖον φέρει. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι εἶχα χρέος νὰ δώσω αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις διὰ νὰ ἀποκαταστήσω τὴν ἀλήθειαν.
§103Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτο δευτερολογία δὲν εἶναι δυνατόν.
§105Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἀνεφέρθητε εἰς ἓν ἔγγραφον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου. Ὀφείλω πρῶτον νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν δικηγορικὸν σύλλογον νὰ ὑποβάλῃ ὅσα στοιχεῖα κατεῖχε καὶ μάλιστα διετύπωσα καὶ μίαν ἐπίκρισιν εἰς τὸ ἔγγραφόν μου πρὸς τὸ συμβούλιον τοῦ Δικ. Συλλ. Ἀθηνῶν, διότι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ προβαίνῃ εἰς ἀνακοινώσεις διὰ τοῦ Τύπου, ἀνακοινώσεις αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνοντο πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης προτοῦ λάβω γνῶσιν. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ὑπεβλήθη τὸ ἔγγραφον τοῦ ὁποίου ἔχετε ἀντίγραφον. Θέλω νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι ἤδη διεξάγεται προκαταρκτικὴ ἐξέτασις.
§106Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Διατὶ ὄχι ἀνάκρισις; Αὐτὸ τὸ καινούργιο τροπάριο νὰ λείψῃ.
§107Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικ.). Κύριε Βασιλᾶτο μὴ ἐνοχλῆσθε, μὴ ἀδημονῆτε. Διετάχθη προκαταρκτικὴ ἐξέτασις. Ὑπεβλήθησαν μηνύσεις ἐκ μέρους δύο δικηγόρων, ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀλεξάκη, ὁ ὁποῖος ἀνέφερε πρὸς τὸν Σύλλογον χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἄλλη βεβαίωσις, δὲν ὑπεβλήθη μήνυσις, κ. Βασιλᾶτο, καὶ ἡμεῖς ἐνηργήσαμεν καθ’ ὃν τρόπον ἐνηργήσαμεν.
§108Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν.
§109Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικ.). Βεβαίως, διότι δὲν ὑπέβαλον μήνυσιν, κ. Βασιλᾶτο καὶ κύριοι συνάδελφοι, μόνον ὁ κ. Πεπονῆς καὶ ὁ κ. Μανδηλαρᾶς, οἱ ὑπόλοιποι οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ἔγγραφον δὲν ὑπέβαλον μήνυσιν καὶ ἐζήτησα καὶ ἀντίγραφα τῶν μηνύσεων καὶ τὰ ἔχω ἐδῶ καὶ θὰ τὰ ἴδωμεν αὔριον κ. Βασιλᾶτο.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§111Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ συνάδελφος ἀνέγνωσεν ἕνα ἔγγραφον τὸ ὁποῖον καὶ κατέθεσεν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Θεωρῶ, ὅτι παραβαίνει τὸν Κανονισμὸν ἡ κατάθεσις τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω ἂν συνέβησαν τὰ γεγονότα αὐτὰ ἢ ἂν ὁ ἀστυνόμος Αʹ ἐξύβρισε τὸν δικηγόρον ποὺ ἀναφέρεται εἰς τὸ ἔγγραφον. Γνωρίζω ὅμως ἕνα πρᾶγμα, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ ἔγγραφον. Ὑπάρχουν φράσεις ἀπρεπεῖς, ἀπρεπέστατοι καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν εἰς τὸ ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔδωσε τόσην δημοσιότητα, περιέλαβεν αὐτὰς τὰς φράσεις. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀφορᾷ αὐτὸν καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν κατακρίνω. Ὡς βουλευτὴς ὅμως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ ἂν περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τοιοῦτον ἔγγραφον, διότι παραβιάζεται τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἔγγραφα μὴ εὐπρεπῶς συντεταγμένα δὲν ἀνακοινοῦνται. Καὶ ὅταν λέγῃ αὐτὸ ὁ Κανονισμὸς δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸν Πρόεδρον, ἀλλὰ εἰς πάντα βουλευτήν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν εἶναι ἀπρεπὲς τὸ ἔγγραφον καὶ δὲν δύναται νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἀλλοίμονον ἂν ἐπιτραπῇ νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἔγγραφον μὲ ἀγοραίας φράσεις ἀπαραδέκτους, τὰς ὁποίας ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος ἠμποροῦσε νὰ ἀποφύγῃ. Ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐξυβρίσθη ἕνας δικηγόρος δι’ ἀπαραδέκτων ὕβρεων, ἀλλὰ ὄχι νὰ κατονομάζῃ ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι καταβιβάζουν τὸ κῦρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν καὶ κυρίως τῆς αἰθούσης αὐτῆς.
§112ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν, εἶναι ἡ ὥρα μία.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ συνεχίσωμεν.
§114Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ συναδέλφου κ. Ράλλη. Ὁ κ. Ράλλης νομίζω, ὅτι ἠθέλησε νὰ διευρύνῃ καὶ ἐναντίον τοῦ γράμματος τοῦ Κανονισμοῦ τὴν κρίσιν του. Πρῶτα, πρῶτα ἐδῶ δὲν ἔχομεν περίπτωσιν ἀναφορᾶς ἰδιώτου πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐδῶ ἔχομεν τὴν δημοσίαν διοίκησιν ἀποκεντρωμένην, διότι νομικὸν πρόσωπον δημοσίου δικαίου εἶναι ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν. Λέγω, ὅτι πρόκειται περὶ ἐγγράφου Δημοσίας ἐγγραφῆς ἀποκεντρωμένης Διοικήσεως τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι Νομικὸν Πρόσωπον Δημ. Δικαίου καὶ εἶναι τὸ μεγαλύτερον ἐπιστημονικὸν ἵδρυμα τῆς χώρας. Δεύτερον, δὲν ἀπευθύνεται ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος δι’ ἀναφορᾶς εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν Δικαιοσύνης καὶ περιγράφει συντελούμενα ἀδικήματα, τρόπον συντελέσεως ἀδικήματος, σῶμα τοῦ ἀδικήματος καὶ φράσεις αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν. Δὲν εἶναι φράσεις τὰς ὁποίας ἀπευθύνει ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος πρὸς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἔκθεσις βεβαιώσεως ἀδικήματος καθ’ ὃ μέτρον ἔχει ἁρμοδιότητα καὶ ἔχει ἐκ τοῦ Κώδικος περὶ Δικηγόρων ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάζῃ ζητήματα συναφῆ πρὸς τὰς δυσχερείας αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς Δικηγόρους κατὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του. Ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ εἶναι ἄτοπον νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπρεπὲς τὸ ἔγγραφον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου εἶναι κατὰ νομικὸν τρόπον καὶ εὐπρεπῶς συντεταγμένον, ἀναφέρει δὲ καὶ καταγγέλλει ἀπρεπείας ἄλλων ὀργάνων. Περὶ τῆς ἀπρεπείας αὐτῆς τῶν ἄλλων ὀργάνων, συναπτομένης μὲ τὸ ὅλον ζήτημα τῆς προσβολῆς τῶν δημοσίων ἐλευθεριῶν καὶ τῆς διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως, ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ λειτουργήματός των ἀποστολὴν ἔχουν νὰ τὴν περιφρουρήσουν, ἠσχολήθη ὁ κ. Βασιλάτος. Καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἀναφέρῃ κάτι τι τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ὑλικὴν ἀπόδειξιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι κάθε ἔγγραφον, ἐδῶ καὶ ἡ Ἱερὰ Βίβλος ἀκόμη νομίζω, ὅτι καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην ἔχει κάτι πράγματα ἀμφισβητουμένης εὐπρεπείας, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι κάθε ἔγγραφον, ὅτι κάθε ἔκθεσις δημοσίας συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρονται ἀπρεπεῖς φράσεις συντελεσθεῖσαι παρ’ ἄλλων εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι περιοριστική, δὲν καταχωροῦνται ἀνώνυμοι ἀναφοραὶ εἰς ἀπρεπὲς ὕφος συντεταγμέναι. Αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαγορεύεται εἰς τὸν βουλευτὴν ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἢ ἐν τῇ ἀναγνώσει ἐγγράφων νὰ ἐκθέσῃ πράγματα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν στοιχειοθέτησιν τοῦ ἀδικήματος.
§115Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἐπαναλαμβάνων τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ἠλιοῦ. Τοὐναντίον, λυποῦμαι δι’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ράλλης, ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλ’ ἀνέμενον νὰ βασανίσῃ τοὺς λόγους του καὶ νὰ κρίνῃ ἂν ὑπάρχῃ ἀπρέπεια συντεταγμένου ἐγγράφου, ναὶ ἢ ὄχι; Τὸ ἔγγραφον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ εἶναι εὐπρεπέστατον. Ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε, τοῦ ἀπηυθύνθη τὸ ἔγγραφον αὐτὸ κατόπιν παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον. Στεῖλε μου τὰ στοιχεῖα, καὶ τοῦ ἔστειλε τὰ στοιχεῖα. Ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ἦτο καὶ αἱ φράσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι ἐξεστομίσθησαν ἀπὸ ἀστυνομικὸν ὄργανον πρὸς δικηγόρον ἐντὸς τοῦ Ἀστυνομικοῦ Καταστήματος. Δὲν ὑπάρχει, λοιπόν, καμμία δυνατότης ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ προβλέποντος τὸν εὐπρεπῆ τρόπον διατυπώσεως ἐγγράφων εἰς τὴν Βουλήν. Οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν ἀπηυθύνθη, οὔτε ἀπρεπὲς εἶναι τὸ ὕφος του. Ἀπρεπὴς εἶναι ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ καὶ καταγγέλλεται ὁ ἀστυνομικὸς διὰ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου διὰ τὰς ἀπρεπεῖς φράσεις του. Δὲν ἔχετε ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δικαίωμα, νὰ ἀπαγορεύσητε τὴν καταχώρησιν εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο. Θὰ καταχωρηθοῦν ὑποχρεωτικῶς ὡς ἀγόρευσις τοῦ κ. Βασιλάτου. Δὲν φθάνει ποὺ πᾶμε εἰς Ἀστυνομικὸν Κράτος ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, θὰ πᾶμε καὶ ἐδῶ μέσα; Εἶναι ἀπαράδεκτον δι’ ἡμᾶς.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὑπάρχουν ἐδῶ μέσα ὅροι ἀστυνομικοί;
§117Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παντοῦ καὶ πάντοτε. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐφέρατε εἰς τὴν Βουλὴν ἑκατοντάδες χωροφυλάκων διὰ νὰ καταλάβουν τὴν Βουλὴν εἰς μίαν συνεδρίασιν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ προστατεύσουν τὴν τάξιν.
§119Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχατε ὑποχρέωσιν νὰ διακόψητε τὴν συνεδρίασιν. Γνωρίζω, ὅτι εἰς τὰ ὑπόγεια τῆς Βουλῆς κρατεῖτε πάντοτε ἑκατοντάδας χωροφυλάκων.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν τάξιν.
§121Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤθελα νὰ θίξω αὐτὸ τὸ θέμα. Μὲ ἐρωτήσατε καὶ σᾶς ἀπαντῶ. Ἡ συμπεριφορά σας πρὸς τὸ θέμα αὐτὸ δὲν συμβιβάζεται μὲ ἐλευθέραν Βουλήν, οὔτε μὲ Πρόεδρον Βουλῆς, προστατεύοντα τὰς ἐλευθερίας τοῦ Κοινοβουλίου.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προστατεύω τὴν ἐλευθερίαν, τὴν εὐπρέπειαν τοῦ Σώματος, τὴν ἔννομον τάξιν.
§123Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη μας εἶναι τελείως διάφορος. Ὅσον χρόνον εἶμαι ἐδῶ, ποτὲ δὲν ἐνεφανίσθη τὸ θέαμα νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ ὑπὸ στρατιωτικὴν κατοχήν. Σεῖς τὸ ἐκάματε καὶ εἶναι στίγμα αὐτό.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λαοῦ, προστατεύεται πάντοτε.
§125Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι διαβλέπω, ὅτι θὰ τὸ ξανακάμητε αὐτό. Πάλιν στίγμα θὰ εἶναι.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§127Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν ἔχει ἀπολύτως δίκαιον ὁ κ. Ράλλης. Τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀφορᾷ ἔγγραφα ἀπρεπῶς συντεταγμένα ἢ περιέχοντα ὑβριστικὰς φράσεις ἀπευθυνομένας πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅμως, ὅτι διὰ τὴν ταὐτότητα τοῦ λόγου, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀφορᾷ πᾶν ἔγγραφον ἀπρεπῶς συντεταγμένον, εἴτε προέρχεται ἀπὸ ἄτομον, εἴτε ἀπὸ συλλογικὸν ὄργανον καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι τὸ ὀλιγώτερον ἀπαράδεκτον, δύο Κόμματα νὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἔγγραφα, ὡς ἐκεῖνο ποὺ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βασιλᾶτος, νὰ καταχωρῶνται αὐτούσια εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Σκεφθῆτε, ἐὰν ἔλθῃ ἐδῶ μία ἰατροδικαστικὴ ἔκθεσις ἀφορῶσα σεξουαλικὰ θέματα, θὰ εἶναι δυνατὸν μία τοιαύτη ἔκθεσις νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά; Ποῦ θὰ φθάσῃ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων; Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου πρέπει νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά, πλήν, ὅμως, νὰ διαγραφοῦν ἐξ αὐτοῦ αἱ ἀπρεπεῖς φράσεις.
§128Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Πολλὰ τῶν δικαστικῶν ἐγγράφων περιέχουν τοιαύτας ἀπρεπεῖς, ἐκφράσεις, ὅταν πρόκειται εἰς αὐτὰ νὰ γίνῃ ἀναφορὰ ἑνὸς ἀδικήματος. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα θὰ πρέπει νὰ ἀποκλεισθοῦν αὐτῆς τῆς αἰθούσης, διότι περιέχουν ἀπρεπεῖς ἐκφράσεις. Εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα, γίνεται ἡ διαπίστωσις τοῦ ἀδικήματος τῆς περιϋβρίσεως τῆς ἀρχῆς, διότι ὁ δικηγόρος ἀποτελεῖ ἀρχήν. Καταχωρεῖται, λοιπόν, εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ὁ τρόπος τῆς περιϋβρίσεως τῆς ἀρχῆς. Ἡμεῖς ἐδῶ, ὡς ἄλλαι ἀρσακειάδες, ἐντρεπόμεθα νὰ ἀκούσωμεν τὰς λέξεις, διὰ τῶν ὁποίων περιϋβρίσθη ἀρχὴ τοῦ Κράτους.
§129Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Βίβλος περιέχει ἐκφράσεις αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν ἐντροπήν. Ἐπίσης καὶ ἡ Ὀδύσσεια περιέχει σκανδαλώδεις σκηνάς. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅμως, ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι τὰ τμήματα αὐτὰ τῆς Βίβλου καὶ τῆς Ὀδυσσείας δὲν ἐσκέφθη κανείς, ὅτι πρέπει νὰ διδάσκωνται εἰς τὰ Γυμνάσια. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ περιέχουν τὰς φράσεις τὰς ὁποίας περιέχει, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑβριστικόν. Ἀναγιγνωσκόμενον ὅμως τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι δὲν ἱκανοποιεῖ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς μὲ τὰς φράσεις ποὺ περιέχει καὶ δι’ αὐτὸ θὰ πρέπει τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ νὰ διαγραφοῦν αἱ ἀπρεπεῖς φράσεις.
§130Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν συζητοῦμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ράλλη, ἀφορῶσαν τὴν διδακτέαν εἰς τὰ σχολεῖα ὕλην. Ὅταν εἰς ἔγγραφον ἐξιστορῆται ἡ τέλεσις ἑνὸς ἀδικήματος, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν ὡς ὑβριστικαὶ αἱ φράσεις αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν αὐταὶ αὗται τὴν στοιχειοθέτησιν τοῦ ἀδικήματος καὶ εἶναι δυνατὸν ἕνα τοιοῦτον ἔγγραφον, ἀναγιγνωσκόμενον ὑπό τινος βουλευτοῦ νὰ μὴ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά;
§131Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον νὰ μοῦ ἀναφέρῃ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχει σχετικῶς μὲ τὴν ἐξύβρισιν τῶν Δικηγόρων ἐκείνων καὶ καλῶς ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος περιέλαβεν εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ράλλης ἔχει δίκαιον ὑποστηρίζων, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὡς περιέχων ἀπρεπεῖς ἐκφράσεις.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς Ε. Κ.). Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς πρὸ ὀλίγου εἴπατε νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἀκουσθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι ρήτορες.
§135ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Τότε ἡ ὥρα ἦτο 11. Τώρα ἡ ὥρα εἶναι 1 π.μ.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ διακόψωμεν διὰ σήμερον καὶ δι’ ὥραν 6.30′ ἀκριβῶς. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι 42 νὰ ὁμιλήσουν καὶ πρέπει νὰ διευκολυνθοῦν ὅλοι οἱ συνάδελφοι νὰ διατυπώσουν τὰς ἀπόψεις των.
§137Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δεχόμεθα νὰ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις τὴν 6ην ἀπογευματινήν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ διακόψωμεν διὰ τὴν 6ην ἀπογευματινήν.
§139Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν ἀπαρτίαν, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως συνέχειαν συζητήσεως ἐπὶ τῶν διατυπωθεισῶν προτάσεων μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 01.00′ π.μ.).