1966.01.21
5.579 στίχοι · 40.796 λέξεις · 251 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27η
Παρασκευὴ 21 Ἰανουαρίου 1966
Προεδρία κ. Δ. Γ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Παπακωνσταντίνου ζητεῖ 10ήμερον ἄδειαν προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ν. Στειρόπουλος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Θεοχαρίδης, Ε. Ἀνερούσης, Γ. Ἀναγνωστόπουλος, Γ. Ἡγουμενάκης καὶ Κ. Ράλλης, καταθέτουν προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ λήψεως μέτρων διὰ τοὺς κρατουμένους εἰς τὰς φυλακὰς βάσει τοῦ Α. Ν. 375)1936» (40). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Γ. Σερπᾶνος, Γ. Παπαγιαβῆς, Δ. Παπαδόπουλος, Τ. Πλεύρης καὶ Τ. Κατσικόπουλος, 2) Ε. Ἀνερούσης, Κ. Μανιαδάκης, Δ. Θανόπουλος, Γ. Σταμάτης, Ι. Παπασπύρου, Η. Σακαλῆς, Π. Βαρδινογιάννης, Α. Πετραλιᾶς, Ν. Παπαηλίας, Ι. Τσιριμῶκος, Ε. Μπακλατζῆς, Ν. Μπόμπολας, Δ. Ἰωάννου, 3) Α. Σπανορρήγας, Κ. Μανιαδάκης, καταθέτουσι προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν τῶν Δικηγόρων, τῶν Συμβολαιογράφων, τροποποιήσεως τοῦ Κώδικος περὶ Ταμείου Νομικῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». (41). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Διαμαντίδης, Φ. Βουνάτσος, Η. Κατριβᾶνος, Ι. Παπασπύρου, Γ. Παπαγιαβῆς, Ν. Παπαηλίας, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων Ν. 3170)1955 (ΦΕΚ 76 Αʹ) περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου καὶ προσθήκης ἄλλων τινῶν διατάξεων». (18). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Ἡγουμενάκης, Δ. Θανόπουλος, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». (3). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, Γ. Παπαγιαβῆς, Φ. Παναγιωτόπουλος, Κ. Τσιριμῶκος, Α. Παπαϊωάννου, Ι. Σακελλαρίου, Χ. Πιπιλῆς, Ε. Ἀνερούσης, Γ. Γραφάκος, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως φορολογικῶν τινῶν διατάξεων». (28). Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Παπασπύρου, καταθέτει προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως λειτουργίας τῆς Ἀνωτάτης Σχολῆς Βιομηχανικῶν Σπουδῶν Θεσσαλονίκης». (13). Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαρθρώσεως θέσεων τοῦ Γεωπονικοῦ καὶ Δασολογικοῦ προσωπικοῦ Αʹ Κατηγορίας, 5ῳ ἢ 4ῳ βαθμῷ, τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας». (11). Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Χ. Καραπιπέρης, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων οἰκισμῶν Κοιν. Νεράϊδας–Εὐρυτανίας, αἰτουμένων ρύθμισιν ζητήματος σχετικῶς μὲ μεταφορὰν καὶ ἐγκατάστασιν τῶν ἐν λόγῳ οἰκισμῶν εἰς ἀσφαλὲς μέρος λόγῳ κατολισθήσεως τοῦ ἐδάφους. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Γ. Καστανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συν)σμῶν Ἑορδαίας, αἰτουμένης ἀναθεώρησιν τῶν ἐξαγγελθέντων μέτρων καπνοκαλλιεργείας διὰ τὸ ἔτος 1966 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Σ. Κοντομάρης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου γονέων καὶ κηδεμόνων Αʹ Λυκείου καὶ Αʹ Γυμνασίου Ἀρρένων Κερκύρας, αἰτουμένων τὴν τοποθέτησιν καθηγητῶν εἰς τὰ ὡς ἄνω σχολεῖα. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Ι. Προκοπίδης, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων χωρίου Λυκόστομον Ἀλμωπίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὰ ἀναγραφέντα εἰς τὸν τύπον περὶ τρομοκρατικῶν ἐνεργειῶν, τῶν ΤΕΑ εἰς τὸ ἐν λόγῳ χωρίον. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Ι. Προκοπίδης, δι’ ἐκθέσεώς του χαρακτηρίζει ὡς ἀνακριβῆ τὰ ἀναγραφέντα εἰς τὸν τύπον περὶ τρομοκρατικῶν ἐνεργειῶν ὑπὸ τῶν ΤΕΑ εἰς τὸ χωρίον Λυκόστομον Ἀλμωπίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Ι. Προκοπίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κρυσταλλένιας Τσορμπατζῆ, κατοίκου Βορεινοῦ Ἀλμωπίας, αἰτουμένης τοποθέτησίν της ὡς μαίας εἰς τὸ Δημόσιον Νοσοκομεῖον Θεσσαλονίκης. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)κης κ. Α. Τσιάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀμπελουργῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Ροδολείβους Νομοῦ Σερρῶν, αἰτουμένων ρύθμισιν ζητήματος σχετικῶς μὲ καλλιέργειαν κτημάτων ἀνηκόντων εἰς τὸν Ὀθωμανὸν Ἐλιὰζ–Μπέην κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Κ. Παπαδημητρίου, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Χρίστου Μάρκου καταδίκου φυλακῶν, αἰτουμένου τὴν λῆψιν εὐεργετικῶν μέτρων καὶ διὰ τοὺς καταδίκους κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου. Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Κ. Παπασπύρου, καταθέτει ἀναφορὰν Προέδρων Κοινοτήτων τοῦ Νομοῦ Εὐρυτανίας, αἰτουμένων τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς διακοπείσης συγκοινωνίας τῶν τέως Δήμων Ἀγραίων–Ἀπεραντίων μετὰ τῆς Πρωτευούσης τοῦ ἐν λόγῳ Νομοῦ. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης κ. Χ. Τσαντούλας, καταθέτει ἀναφορὰς τῶν Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν καὶ Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματοβιοτεχνῶν Πρεβέζης, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μελετωμένην ἐπιβολὴν φορολογιῶν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἰωάν. Κωνσταντακοπούλου καὶ Γεωργίου Σύρρου, κατοίκων Εὐηνοχωρίου Μεσολογγίου, πληγέντων ὑπὸ τῶν πλημμυρῶν τοῦ ποταμοῦ Εὐήνου, αἰτουμένων καταβολὴν ἀποζημιώσεως ὡς καὶ ἀποπεράτωσιν τῶν εἰς τὴν περιοχὴν ταύτην ἐκτελουμένων ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ὑπαλλήλων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, αἰτουμένου αὔξησιν τῶν ὀργανικῶν θέσεων τῶν κατωτέρων βαθμῶν, ἀπονομὴν τοῦ ὑπὸ τοῦ Κώδικος δημοσίων ὑπαλλήλων προβλεπομένου 5ου καὶ 4ου βαθμοῦ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους πτυχιούχους τῶν Μέσων Σχολῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὀρθοδόξου Φιλανθρωπικῆς Ἀδελφότητος «ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ», αἰτουμένης οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν ἐκ τῶν καθαρῶν ἐσόδων τῶν Κρατικῶν Λαχείων. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Δ. Θεοχαρίδης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνεταιρισμῶν Φλωρίνης, αἰτουμένης ἀναθεώρησιν τῶν ἐξαγγελθέντων μέτρων καπνοκαλλιεργείας διὰ τὸ ἔτος 1966. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Γ. Καστανίδης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς ΕΔΗΝ Νομοῦ Κοζάνης, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν ἀπόλυσιν ἐκ τοῦ ἐργοστασίου Ἀζωτούχων λιπασμάτων τοῦ προσωπάρχου Φ. Βράκα ἀποδιδομένην εἰς πολιτικοὺς λόγους. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Γ, Καστανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς ΕΔΗΝ Πτολεμαΐδος, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ προσωπάρχου Φ. Βράκα ἀπὸ ἐργοστάσιον ἀζώτου ἀποδιδομένη εἰς πολιτικοὺς λόγους. Αἱ Ἐργατοϋπαλληλικαὶ Ὀργανώσεις Ἀθηνῶν, ἐκπροσωποῦσαι 101.565 ἐργατοϋπαλλήλους διὰ ἀναφορᾶς των διακηρύσσουν τὴν ἀπόφασίν των νὰ ἀγωνισθοῦν δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ὀξυτάτου προβλήματος τῆς ἀμέσου αὐξήσεως τῶν μισθῶν, ἡμερομισθίων καὶ συντάξεων κατὰ 30–40% καὶ κατὰ τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν τῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης, ἥτις ἐξανεμίζει τὰς ἐργατικὰς ἀποδοχὰς καὶ δημιουργεῖ ἀδιέξοδον δι’ ὁλόκληρον τὴν ἐργατοϋπαλληλικὴν τάξιν. Οἱ βουλευταὶ Ἄρτης κ.κ. Δ. Καρατζένης καὶ Κ. Παπαδημητρίου, καταθέτουν τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν παραγωγῶν ἑσπεριδοειδῶν Ἄρτης, διαμαρτυρομένων διὰ τὰ ἐξαγγελθέντα μέτρα ἐπιδοτήσεως τῶν πορτοκαλίων. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Σ. Κοντομάρης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Λάκκας Παξῶν, αἰτουμένου ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ συγκέντρωσις ἐλαιολάδου εἰς τὴν ἐν λόγῳ Κοινότητα. Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Χ. Καραπιπέρης, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων τῶν τέως Δήμων Ἀπεραντίων καὶ Ἀγραίων Εὐρυτανίας, αἰτουμένων ἀποκατάστασιν τῆς διακοπείσης συγκοινωνίας μετὰ τῆς Δυτικῆς Φραγκίστης κλπ. Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Χ, Καραπιπέρης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Κοινοτήτων τῶν τέως Δήμων Ἀπεραντίων καὶ Ἀγραίων, αἰτουμένων ἔγκρισιν πιστώσεως διὰ τὴν κατασκευὴν γεφυρῶν παρὰ τὸν Ἀγραφιώτην καὶ Ἀχελῶον. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ι. Σεργάκης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν Ἱεραπέτρας καὶ Μεραμβέλλου, διαμαρτυρομένων διὰ τὰ ἐξαγγελθέντα μέτρα προστασίας τοῦ ἐλαιολάδου. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Κοινοτικῶν Ὑπαλλήλων, αἰτουμένων τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐκ 10% ἐπιδόματος αὐτοδιοικήσεως εἰς τοὺς Κοινοτικοὺς Ὑπαλλήλους κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Μεσολογγίου, αἰτουμένης καθορισμόν, τιμῆς ἀσφαλείας διὰ τὰ καπνὰ κατὰ τὸ ἔτος 1965, ὡς καὶ τοῦ χρόνου ἐνάρξεως τῶν ἀγορῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Αἰτωλοακαρνανίας, αἰτουμένης αὔξησιν τοῦ καθορισθέντος πρὶμ διὰ τὰ καπνὰ ἐσοδείας 1964. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης κ. Χ. Τσαντούλας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν μικροτυροκόμων καὶ μικροτυρεμπόρων Πρεβέζης, αἰτουμένων χορήγησιν ἀδείας τυροκομήσεως διὰ τὸ ἔτος 1966. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ε. Τομαρᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐργατῶν Φορτοεκφορτωτῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένης τὴν ἐκ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας ἔκτακτον οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν της. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ε. Τομαρᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Νικαίας καὶ πέριξ Δήμων, αἰτουμένων ρύθμισιν ζητήματος, σχετικῶς μὲ τὴν ὑπὸ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας χορήγησιν θεατρικῶν εἰσιτηρίων. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Α. Γκίλλας, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Λυκοστόμου Ἀλμωπίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὰ ἀναγραφέντα εἰς τὸν τύπον περὶ τρομοκρατικῶν ἐνεργειῶν ὑπὸ τῶν ΤΕΑ εἰς τὸ ἐν λόγῳ χωρίον. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης κ. Χ. Τσαντούλας, καταθέτει ἀναφορὰν γεωργοκτηνοτρόφων κατοίκων Φιλιππιάδος, αἰτουμένων ἀναστολὴν ἐξοφλήσεως τῶν ὀφειλομένων χρεῶν, ἀποστολὴν ζωοτροφῶν ἐπὶ πιστώσει κλπ. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης κ. Χ. Τσαντούλας, καταθέτει ἀναφορὰν πρακτόρων καὶ πρατηριούχων βενζίνης τοῦ Νομοῦ Πρεβέζης, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μελετωμένην αὔξησιν τῆς τιμῆς τῆς βενζίνης κλπ. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Θ. Ἀνδρεάδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν τοῦ Νομοῦ Πέλλης, διαμαρτυρομένης διὰ τὰς μελετωμένας φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Θ. Ἀνδρεάδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Νομοῦ Πέλλης, αἰτουμένης τὴν ἔκδοσιν διαταγῆς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν διὰ τὴν ἔναρξιν λειτουργίας τοῦ συσταθέντος εἰς Ἔδεσσαν Μηχανολογικοῦ Γραφείου Ἐλέγχου αὐτοκινήτων. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Γεροκωστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας κοινοτικῶν ὑπαλλήλων, αἰτουμένων τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐκ 10% ἐπιδόματος αὐτοδιοικήσεως εἰς τοὺς κοινοτικοὺς ὑπαλλήλους κλπ. Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων εἰς ἐρωτήσεις κ.κ. βουλευτῶν. Ι) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Νεφελούδη, Δ. Στρατῆ καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 21752)17855)28.12.65 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐν ἀντιγράφῳ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 866 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Νεφελούδη, Δ. Στρατῆ καὶ Ι. Παπαδημητρίου, περὶ παραβάσεων εἰς τὸ ἐργαστήριον τῆς Μεταλλουργικῆς Βιομηχανίας Στ. Α. Πίτσος Α.Ε. ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ὡς ἀνέφερεν ἡμῖν ἐγγράφως διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. 279)4.1.66 ἐγγράφου της ἡ Ἐπιθεώρησις Ἐργασίας Νικαίας εὐθὺς ὡς τῆς κατηγγέλθη ἡ ἀπομάκρυνσις ἐκ τοῦ ἐργοστασίου Πίτσου τοῦ Γ. Γραμμ. τοῦ Σωματ. ἐργατοτεχνιτῶν ψυκτικῶν καὶ ἠλεκτροθερμικῶν ἐφαρμογῶν, αὕτη προέβη εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας καὶ παρὰ τὰς καταβληθείσας προσπαθείας τοῦ προϊσταμένου αὐτῆς, ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἐπιχειρήσεως Α. Πίτσος, ἠρνήθη νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ὡς ἄνω Γεν. Γραμματέα, ὅπως συνεχίσῃ τὴν ἐργασίαν του ἐν τῷ ἐργοστασίῳ δηλώσας, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ καταβάλῃ εἰς αὐτὸν τὰ ἡμερομίσθιά του μέχρις ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς εἰς ἣν θὰ προσφύγῃ ἡ ἐπιχείρησις βάσει τοῦ Α.Ν. 1803)1951, περὶ προστασίας τῶν συνδικαλιστικῶν στελεχῶν. Κατόπιν τούτου μέρος τοῦ ἐργατοτεχνικοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐργοστασίου ἐκήρυξε τὴν 11.12.65 καὶ τὴν 13.12.65 2ωρον στάσιν, μὲ αἴτημα τὴν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν κατὰ 30%, τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Γεν. Γραμματέως καὶ τὴν μὴ αὔξησιν τῆς παραγωγῆς. Ἐπέμβασις καὶ πάλιν προϊσταμένου τῆς Ἐπιθεωρήσεως Ἐργασίας οὐδὲν ἔσχεν ἀποτέλεσμα, διότι ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἐπιχειρήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι τ’ ἀνωτέρω αἰτήματα δὲν εἶχον ὑποβληθῆ ἐγγράφως καὶ δὲν δύναται νὰ δεχθῇ ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν ἀπεργῶν, ἀλλὰ ἔχει ἀναθέσει εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον τῆς ἐπιχειρήσεως, μεθ’ οὗ δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συζητήσῃ ὅλα τὰ θέματα. Αἱ ἀπόψεις αὗται τῆς ἐπιχειρήσεως ἀνεκοινώθησαν εἰς τὸν Γεν. Γραμματέα τοῦ Σωματείου καὶ μέλη τῶν ἀπεργῶν. Μεθ’ ὃ αἱ 2ωροι στάσεις μετεβλήθησαν εἰς ἀπεργίαν καὶ τὴν 18.12.1965 ἡ ἐπιχείρησις προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν 11 ἐργατῶν. Μετὰ ταῦτα μερικοὶ τῶν ἀπεργῶν ἐπανῆλθον καὶ ἀνέλαβον ἐργασίαν, ὡς δὲ ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἐπιχειρήσεως ἐξ οὐδενὸς ἐξ αὐτῶν ἐζητήθη ἡ ὑπογραφὴ δηλώσεως, ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θὰ μετάσχουν εἰς στάσεις ἐργασίας ἢ ἀπεργίαν. Ὡς πρὸς τὴν ἑξαήμερον καθυστέρησιν πληρωμῆς διακοσίων νέων ἐργατῶν, ἡ ἐπιχείρησις ἰσχυρίσθη, ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς καθαρῶς τεχνικοὺς λόγους (λογιστικὰς δυσχερείας), ἐτάχθη δὲ ὀλιγοήμερος προθεσμία πρὸς τακτοποίησιν τοῦ θέματος τούτου. Κατόπιν ὅθεν τῶν ἀνωτέρω φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἁρμοδία ἡμῶν Ὑπηρεσία, προέβη εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας, πρὸς διευθέτησιν τῶν εἰς τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο ἀναφυέντων ζητημάτων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Σωματείου καὶ τὴν ἀπόλυσιν τῶν 11 ἐργατῶν, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπιχείρησις δὲν ἀποδέχεται τὴν ἐπαναπρόσληψιν, οἱ ἐνδιαφερόμενοι δύνανται νὰ προσφύγουν εἰς τὰ ἁρμόδια Δικαστήρια. Διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπῆλθε συμφωνία δέον ὅπως ἀκολουθηθῇ ὑπὸ τοῦ ἐνδιαφερομένου Σωματείου ἡ διαδικασία τοῦ Ν. 3239)55 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κλπ.». Τέλος, διὰ τὴν αἰτουμένην ὑπὸ τῆς ἐπιχειρήσεως αὔξησιν ἐντὸς τοῦ νομίμου ὡραρίου ἐργασίας τῆς παραγωγῆς, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἑκάστη ἐπιχείρησις εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ τὰς δυνατότητας αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς της, ὑπὸ τὰ δεδομένα τῶν μηχανολογικῶν ἐγκαταστάσεων καὶ τεχνολογικῶν αὐτῆς βελτιώσεων ἐν συσχετισμῷ πρὸς τὸ ἀπασχολούμενον ἐργατικὸν δυναμικόν. Ἐὰν παρὰ ταῦτα, οἱ ἐργαζόμενοι ἰσχυρίζονται, ὅτι διὰ τῆς αἰτουμένης αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, μεταβάλλονται μονομερῶς ὑπὸ τῆς ἐπιχειρήσεως οἱ ὅροι ἐργασίας, τοῦτο εἶναι θέμα πραγματικὸν κείμενον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἁρμοδίου Πολιτικοῦ Δικαστηρίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Ἰανουαρίου 1966
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἀναγνωστοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 731 ἐρωτήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐν θέματι ἀντικείμενον, κατατεθείσης ἡμῖν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἀναγνωστοπούλου, καὶ διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὕπερθεν ὑπ’ ἀριθ. 20496)16869)65 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, εἶχον καταβληθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν προσπάθειαι ἐκ μέρους τῶν ἰδίων τῶν ἐνδιαφερομένων, ὅπως διὰ συνεννοήσεων, μετὰ τῆς διευθύνσεως τῆς Ἑταιρείας, ἐξευρεθῇ λύσις, ἱκανοποιοῦσα ἀμφότερα τὰ ἐν ἀντιδικίᾳ τελοῦντα μέρη. Πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην ἐκινήθη καὶ ἡ ὑφ’ ἡμᾶς ἁρμοδία Ὑπηρεσία, ἐξαντλήσασα πάντα τὰ εἰς τὴν διάθεσίν της μέσα, τόσον μεσολαβητικῶς, πρὸς ἐξεύρεσιν ἱκανοποιητικῆς, κατὰ τὸ δυνατόν, λύσεως, ὅσον καὶ δι’ ὑποβολῆς ἀλλεπαλλήλων μηνύσεων κατὰ τῶν ὑπευθύνων τῆς καθυστερήσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Ἰανουαρίου 1966
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20053)7.12.65 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς δι’ αὐτοῦ διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 686 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Ὡς μᾶς ἐγνώρισεν ἡμῖν ἡ Διοίκησις τοῦ ΙΚΑ, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 164750)30.11.65 ἀναφορᾶς της, δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ μετατροπὴ τοῦ ἐν Σύρῳ Ὑποκαταστήματος, εἰς περιφερειακόν, καθ’ ὅσον εἰς περίπτωσιν μετατροπῆς θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπαχθοῦν εἰς αὐτό, ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς των θέσεως, μόνον τὸ Ὑποκατάστημα Νάξου καὶ τὰ παραρτήματα Τήνου καὶ Μυκόνου καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀμέσως ἠσφαλισμένων του θὰ ἀνήρχετο μόλις εἰς 5.000 περίπου. Σημειωτέον δέ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος ὑπολείπεται κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ ἠσφαλισμένων τῶν περιφερειακῶν Ὑποκαταστημάτων, ἅτινα ἔχουν τὸν μικρότερον ἀριθμὸν ἠσφαλισμένων, ὡς τῆς Χαλκίδος καὶ Λαμίας. Ἀπὸ ἀπόψεως ἐξυπηρετήσεως τῶν ἠσφαλισμένων, ἡ διαφορὰ θὰ συνίστατο, μόνον, εἰς τὸ ὅτι τὰς ἀποφάσεις ἀπονομῆς συντάξεως, θὰ ἐξέδιδε τὸ Ὑποκατάστημα Σύρου, ἀντὶ τοῦ Ὑποκαταστήματος Πειραιῶς. Τοῦτο θὰ ἀπῄτει τὴν διάθεσιν παρ’ αὐτῷ ηὐξημένου, κατ’ ἀριθμὸν καὶ εἰδικευμένου, προσωπικοῦ, μὴ δικαιολογουμένου, ὅμως, ἐν ὄψει τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν συνταξιοδοτουμένων ἐκ τῶν ἠσφαλισμένων τῆς περιοχῆς. Τέλος, ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ Ὑποκαταστήματος Πειραιῶς, ἐκ τῆς, κατὰ τὰ ἄνω συνταξιοδοτήσεως μικροῦ ἀριθμοῦ δικαιούχων τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς, δὲν δύναται νὰ συνεπάγεται τὴν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως συμφόρησιν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Ἰανουαρίου 1966
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Παππᾶ, Ν. Γανίτη καὶ Β. Νεφελούδη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 21545)23.1.65 ὑμετέρου ἐγγράφου, διαβιβασθείσης ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Παππᾶ, Ν. Γανίτη καὶ Β. Νεφελούδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: 1) Τὸ πόρισμα τῆς ἐνεργηθείσης παρὰ τῆς Διευθύνσεως Ὑγειονομικῆς Ἐπιθεωρήσεως τοῦ Ι.Κ.Α. ἐρεύνης ἐπὶ τῶν καταγγελθεισῶν εἰς βάρος τοῦ προϊσταμένου τῆς Ὑγειονομικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Χίου, ἰατροῦ Λ. Στακιᾶ, ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 99491)4696)9.11.65 ἐγγράφου μας. 2) Κατόπιν καὶ τοῦ τελευταίου ψηφίσματος διαμαρτυρίας τῶν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Χίου ὑπαγομένων Σωματείων, κατὰ τοῦ ὡς ἄνω ἰατροῦ Λ. Στακιᾶ, ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Διοικήσεως τοῦ Ι.Κ.Α., ὅπως, τὸ ταχύτερον δυνατόν, ἐξετάσῃ τὰς νέας καταγγελίας, καὶ μᾶς ἀναφέρῃ τὰς σχετικὰς ἐνεργείας της. Τὰς ἐνεργείας της δὲ ταύτας, θέλομεν παρακολουθήσει μετὰ τοῦ δέοντος ἐνδιαφέροντος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Ἰανουαρίου 1966
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Τσαλδάρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20164)8.12.1965 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Τσαλδάρη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Διὰ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου 4321)63 καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 51509)63 ἀποφάσεως ἡμῶν, παρεσχέθη εὐχέρεια κεφαλαιοποιήσεως τῶν πρὸς τὸ ΙΚΑ καὶ λοιποὺς Ὀργανισμοὺς Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, καθυστερουμένων εἰσφορῶν καὶ ἐξοφλήσεως τούτων εἰς ἑξήκοντα (60) μηνιαίας δόσεις. Ἡ ὡς ἄνω ρύθμισις ἰσχύει εἰσέτι δι’ ὅσους ἠθέλησαν ἢ θελήσουν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτήν. Παραλλήλως, διὰ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Ν.Δ. 4435)64 παρεσχέθη εὐχέρεια ἐξοφλήσεως τῶν ὀφειλομένων ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν, ἄνευ προσθέτων τελῶν ἐφ’ ὅσον ἤθελον ἐξοφληθῆ μέχρι 12.5.1965. Σημειοῦται, ὅτι, αἱ κατὰ καιροὺς παρασχεθεῖσαι διευκολύνσεις ἐσκόπουν τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν παλαιῶν ὀφειλῶν, καὶ τὴν ἐξόφλησιν τούτων εἰς δόσεις, διὰ μειώσεως ἢ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν λόγῳ καθυστερήσεων ἐπιβαρύνσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι τοῦ λοιποῦ, θὰ καταβάλλωνται ἀνελλιπῶς καὶ ἐμπροθέσμως αἱ τρέχουσαι ἀσφαλιστικαὶ εἰσφοραί. Δυστυχῶς, τῶν ὡς ἄνω εὐεργετικῶν μέτρων, μικρὸς ἀριθμὸς ἐκ τῶν ὀφειλετῶν ἐπωφελήθη πλήρως, τοῦ μεγαλυτέρου ἀριθμοῦ τούτων, μὴ συμμορφωθέντων εἰς τὴν τακτικὴν καταβολὴν τῶν δόσεων καὶ τῶν τρεχουσῶν εἰσφορῶν. Δεδομένου, ὅτι τὸ ΙΚΑ ἐκπληροῖ ὑψίστην κοινωνικὴν ἀποστολήν, ἡ δὲ πραγματοποίησις τῆς ἐν λόγῳ ἀποστολῆς, ἐξαρτᾶται πάντοτε ἐκ τῆς οἰκονομικῆς δυνατότητος τούτου, ἡ μὴ κανονικὴ εἴσπραξις τῶν τεθεσπισμένων ὑπὲρ αὐτοῦ εἰσφορῶν, δημιουργεῖ σοβαρὰς δυσχερείας ἀντιμετωπίσεως τῶν ἤδη καταστάντων ἐπειγόντων προβλημάτων, ἰδίᾳ δὲ τοῦ τῆς βελτιώσεως τῆς ὑπ’ αὐτοῦ παρεχομένης ἰατρικῆς περιθάλψεως, ὡς καὶ τοῦ τῆς αὐξήσεως τῶν παρεχομένων συντάξεων. Ἐξ ἄλλου, ἡ κατ’ ἐπανάληψιν ἐφαρμοσθεῖσα τακτικὴ τῆς παροχῆς διευκολύνσεων, ἐπέσυρε τὰς ἐντόνους ἀντιδράσεις, τόσον τῶν συνταξιοδοτουμένων παρὰ τοῦ ΙΚΑ, καὶ λοιπῶν ὀργανισμῶν κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, ὅσον καὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἠσφαλισμένων τούτου, οἵτινες μέσῳ τῶν ὀργανώσεών των, ὑποβάλλουσιν ἡμῖν διαμαρτυρίας, προτάσσοντες ὡς ἐπιχειρήματα, ὅτι ἐνδεχομένως νέα κεφαλαιοποίησις τῶν ὀφειλομένων εἰσφορῶν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων δυσμενῶν συνεπειῶν, διὰ τοὺς ἀσφαλιστικούς των ὀργανισμούς, θέλει ἐνθαρρύνει καὶ τοὺς κακῶς ἐκπληροῦντας τὰς ἀσφαλιστικάς των ὑποχρεώσεις, ὥστε καὶ οὗτοι, ἐλπίζοντες εἰς νέαν, ἐν καιρῷ, κεφαλαιοποίησιν, νὰ μὴ καταβάλλουν τακτικῶς, τὰς τρεχούσας ἀσφαλιστικάς των εἰσφοράς. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ἐκτιθεμένων, ἡ ἱκανοποίησις τοῦ αἰτήματος περὶ παροχῆς νέων διευκολύνσεων, δὲν καθίσταται δυνατή. Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Μ. Καραγιώργη καὶ Ε. Σακελλάρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 17265)1.10.1965 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς διὰ τούτου ὑποβληθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 278 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Μ. Καραγιώργη καὶ Ε. Σακελλάρη, περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἀσφαλίσεως τοῦ ΙΚΑ εἰς περιοχὴν Φουρνῶν καὶ λοιπῶν χωρίων Εὐρυτανίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Διὰ τῆς ἀπὸ 17.8.1965 ἀποφάσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ΙΚΑ, δημοσιευθείσης εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 558)27. 8.1965 ΦΕΚ (τεῦχος Βʹ), ἐπεξετάθη ἀπὸ 1.10.1965 ἡ ἀσφάλισις τοῦ Ἱδρύματος δι’ ἅπαντας τοὺς κλάδους α) εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Δασαρχείου Προτύπου Δασοπονίας Φουρνᾶς, τὸ ἀπασχολούμενον ἐντὸς τοῦ χώρου ἐγκαταστάσεων τοῦ πριονιστηρίου καὶ β) εἰς τὰ μέλη τοῦ Σωματείου Φορτοεκφορτωτῶν τῆς Κοινότητος Φουρνᾶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Βαρβιτσιώτη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20047)7.12.1965 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθμ. 679)3.12.1965 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Βαρβιτσιώτη, περὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀσφαλίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Δημοσίας Ἐπιχειρήσεως Ἠλεκτρισμοῦ», ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς τῶν 20ῆς καὶ 21ης Δεκεμβρίου 1965. Διὰ τοῦ ἐν λόγῳ νόμου, ρυθμίζεται τὸ περὶ οὗ ἡ ἐρώτησις θέμα, κατὰ τρόπον ἀνταποκρινόμενον καὶ εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ προσωπικοῦ τῆς ΔΕΗ, τὸ ὁποῖον ἔχει λάβει γνῶσιν τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Ἀλευρᾶς. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20814)17132 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἀντίγραφον τῆς κατατεθείσης ὑμῖν ὑπ’ ἀριθ. 770 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Ἀλευρᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας, τόσον οἱ ἐργαζόμενοι, ὅσον καὶ οἱ ἐργοδόται, δύνανται νὰ συνιστοῦν ἐλευθέρως ὀργανώσεις τῆς ἐκλογῆς των. Τὸ δικαίωμα τοῦτο προστατεύεται ὑπὸ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 4294 καὶ 4205 τοῦ 1961 Νόμων, δι’ ὧν ἐκυρώθησαν ἀντιστοίχως αἱ ὑπ’ ἀριθ. 87 καὶ 98 Διεθνεῖς Συμβάσεις Ἐργασίας καὶ ἰδίως ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Νόμου 281)1914, ὅπερ ὁρίζει, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ἐργοδότας ἢ διευθυντὰς ἢ πράκτορας ἢ ἄλλους ὑπαλλήλους πάσης ἐπιχειρήσεως α) νὰ παρακωλύουν ἐργάτας, ὑπαλλήλους, μισθωτούς, ἀπὸ τοῦ νὰ συνιστοῦν ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα, νὰ προσχωροῦν εἰς ταῦτα ἢ νὰ ἀνήκουν εἰς πολιτικὰ κόμματα, δι’ ἀπολύσεως ἢ δι’ ἀπειλῆς ἀπολύσεως ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἢ δι’ ἄλλων ἀθεμίτων μέσων, β) νὰ ἐξαναγκάζουν, διὰ τῶν αὐτῶν μέσων, αὐτοὺς εἰς σύστασιν ἐπαγγελματικῶν σωματείων ἢ εἰς προσχώρησιν εἰς ὡρισμένα τοιαῦτα, γ) νὰ ἀπαιτοῦν ὁπωσδήποτε ἀπὸ τοὺς ἐργάτας γραπτὴν δήλωσιν, περὶ μὴ συμμετοχῆς ἢ ἀποχωρήσεως ἀπὸ τοιούτων σωματείων, ἵνα μειώσουν τὴν ἐργασίαν των ἢ νὰ ἐξακολουθήσουν διατελοῦντες μετ’ αὐτῶν ἐν συμβάσει ἐργασίας. Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω, τὸ θέμα τῆς νομιμότητος ἢ μὴ ἱδρύσεως, ὑπὸ τῆς μερίδος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐμπορικῆς Τραπέζης συλλόγου, ἀνήκει εἰς τὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα οὗτοι προσέφυγον ἤδη, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ ἀπὸ 7.12.65 ἐγγράφου τοῦ Συλλόγου Ὑπαλλήλων Ἐμπορικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἀνάμιξις τῆς διοικήσεως δυναμένη νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπέμβασις εἰς τὴν συνδικαλιστικὴν ὀργάνωσιν, δὲν ἐπιτρέπεται ἐκ τῶν διατάξεων τῆς κειμένης Σωματειακῆς Νομοθεσίας. Πάντως, τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας, ἐν τῇ προσπαθείᾳ του, τῆς διασφαλίσεως τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν, ὡς αὗται προστατεύονται ὑπὸ τῶν νόμων, τονίζει, πάντοτε, εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους τὴν σημασίαν τοῦ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ ἐργοδοτῶν καὶ ἐργαζομένων καὶ συνιστᾷ τὴν ἀποχὴν ἀπὸ πάσης ἐπεμβάσεως αὐτῶν, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως, εἰς τὴν σύστασιν, λειτουργίαν καὶ διοίκησιν ἑκατέρων τῶν ὀργανώσεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
θʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Στεφανοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19937)4.12.1965 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 663)2.12.1965 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Στεφανοπούλου, σχετικῶς μὲ τὴν αὔξησιν τῶν ὑπὸ τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Τυπογράφων καὶ Μισθωτῶν Γραφικῶν Τεχνῶν, καταβαλλομένων συντάξεων, ἁπασῶν τῶν κατηγοριῶν συνταξιούχων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀπηυθύναμεν ἤδη εἰς τὸ Ταμεῖον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 106033)Σ.855)65 ἡμέτερον ἔγγραφον, τελοῦμεν δὲ ἐν ἀναμονῇ ὑποβολῆς τῶν ἀπόψεων τοῦ Δ.Σ. αὐτοῦ, ἵνα προέλθωμεν εἰς περαιτέρω ἐνέργειαν. Μετὰ ταῦτα, θέλομεν γνωρίσει ὑμῖν σχετικῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ιʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἀλαβάνου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20697)17033)14.12.65 ἐγγράφου σας, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἀλαβάνου, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀγοραπωλησίαν τῆς θέσεως τῶν θυρωρῶν πολυκατοικιῶν καὶ μεγάρων ὑπὸ τῶν κατασκευαστῶν τούτων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ ὁμοίας ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Στρατῆ κλπ., διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 17664)15. 10.1965 ἐγγράφου σας, ἀπηυθύνομεν πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης τὸ ὑπ’ ἀριθ. 97546)6689)30.10.65 ἔγγραφόν μας, (κοινοποιηθὲν καὶ ὑμῖν), ἵνα ἔχωμεν τὰς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπόψεις του. Τὸ ὡς ἄνω Ὑπουργεῖον ἐγνώρισεν ἡμῖν, ὅτι τὸ ὅλον θέμα λόγῳ τῆς ἰδιομορφίας του, χρῄζει εἰδικῆς καὶ ἐμπεριστατωμένης μελέτης. Ἤδη, δι’ ἐγγράφου μας πρὸς τὸν Ἐθνικὸν Σύνδεσμον Θυρωρῶν Πολυκατοικιῶν καὶ Μεγάρων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ᾐτήσαμεν τὴν ὑποβολὴν στοιχείων, ἵνα καταστῇ δυνατὴ ἡ μελέτη τοῦ θέματος τούτου, ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἐπὶ τῷ τέλει ἐξευρέσεως δικαίας λύσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ιαʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Φροντιστῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20681)14.12.65 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Α. Φροντιστῆ κατατεθεῖσα ὑπ’ ἀριθ. 742)9.12.65 ἐρώτησις, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ προώθησις τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐλαμβάνετο μέριμνα ὑπὲρ τῶν ὑδροδοτῶν ὑδροπωλητῶν καὶ φρεατωρύχων προσέκρουσεν εἰς σοβαρὰς δυσχερείας σχετιζομένας μὲ τὸ μέγαν ἀριθμὸν τῶν κατηγοριῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον ἐπλήγησαν ὑπὸ τῶν τεχνικῶν προόδων. Ἡ ἀντιμετώπισις, ὅθεν, τοῦ σοβαρωτάτου τούτου προβλήματος δὲν εἶναι εὐχερὴς ἄνευ ἐμπεριστατωμένης μελέτης, τόσον ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῶν ἀπαιτουμένων πόρων, ὅσον καὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν διαφόρων περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔδει νὰ καλυφθοῦν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ιβʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Δ. Στρατῆ καὶ Β. Νεφελούδη. Ἔχομεν τὴν τιμὴν εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19944)1966 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 670 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Δ. Στρατῆ καὶ Β. Νεφελούδη, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα: 1. Ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι ἡ Συντακτικὴ Ἐπιτροπὴ Προσχεδίου Κώδικος Ἐργασίας δὲν ἐτήρησε τὴν ὑπὸ τοῦ Ν. 4345) 1964 προβλεπομένην διαδικασίαν εἶναι ἐσφαλμένος ἢ ὀφείλεται προφανῶς εἰς ἄγνοιαν τῶν πραγμάτων. Ἡ Συντακτικὴ Ἐπιτροπή, κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. 4345) 1964 προέβη πρῶτον εἰς πλήρη συλλογὴν τῶν ἐγκατασπάρτων εἰς πληθώραν νομοθετημάτων διατάξεων τῆς κειμένης ἐργατικῆς νομοθεσίας καὶ εἰς ταξινόμησιν καὶ κατάταξιν τούτων ἀναλόγως τοῦ ἀντικειμένου εἰς ὃ ἀναφέρεται τὸ περιεχόμενόν των. Θὰ ἦτο δὲ εὐχερὲς δι’ αὐτὴν μὲ τὸν ἀκολουθηθέντα γοργὸν ρυθμὸν τῶν ἐργασιῶν της νὰ προχωρήσῃ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὸ ἔργον τῆς κωδικοποιήσεως καὶ ἀποκαθάρσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων καὶ νὰ παραδώσῃ ἡμῖν διὰ τὰ περαιτέρω τὸ ἔργον τοῦτο ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. 4345)1964 τασσομένης ἐνιαυσίου προθεσμίας, ἥτις εἰρήσθω, κατὰ τὰς ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας διεξαχθείσας συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω νόμου εἶχε χαρακτηρισθῆ ὑπὸ πολλῶν βουλευτῶν ὡς τελείως ἀνεπαρκής. Ἀντὶ τούτου ὅμως ἐν συνεννοήσει μεθ’ ἡμῶν καὶ ἐπὶ τῷ τελικῷ σκοπῷ τῆς καταρτίσεως ἀρτίου ἀπὸ πάσης πλευρᾶς προσχεδίου Κώδικος Ἐργασίας, ἡ Συντακτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν ὄψει τοῦ συνόλου τῆς ἰσχυούσης καὶ κατὰ κεφάλαια καταταγείσης ὡς ἄνω νομοθεσίας προῆλθεν εἰς τὴν ἐκπόνησιν ἑνὸς πρώτου προσχεδίου Κώδικος Ἐργασίας, εἰς ὃ ἐδόθη ὑφ’ ἡμῶν εὐρεῖα δημοσιότης, ἵνα σταθμισθοῦν αἱ ἐπὶ τοῦ περιεχομένου του παρατηρήσεις τῶν τε ἀμέσως ἐνδιαφερομένων καὶ τῶν εἰδικῶν, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συντάξεως τοῦ ὁριστικοῦ προσχεδίου ἐν ὄψει καὶ τῶν παρατηρήσεων τούτων. Καὶ πράγματι ἀξιόλογοι παρατηρήσεις ἔχουν ἤδη ὑποβληθῆ καὶ παρ’ εἰδικῶν καὶ παρ’ ἐργατικῶν καὶ ἐργοδοτικῶν ὀργανώσεων. Ἡ ἀκολουθηθεῖσα ἐν προκειμένῳ μεθόδευσις τῶν ἐργασιῶν τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς, συμβάλλει εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ καλλιτέρου δυνατοῦ τελικοῦ ἀποτελέσματος χωρὶς ν’ ἀποτελῇ παραβίασιν τῆς ὑπὸ τοῦ Ν. 4345)1964 διαγραφομένης διαδικασίας, καθ’ ὅσον ἡ ἐργασία τῆς ἀποκαθάρσεως καὶ ἑνοποιήσεως τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, μετὰ τὴν ἤδη γενομένην ὡς ἄνω ταξινόμησιν ταύτης εὑρίσκεται ὑπὸ ἐκτύπωσιν καὶ θέλει δοθῆ εἰς αὐτὴν ἡ ὑπὸ τοῦ Ν. 4345)1964 προβλεπομένη δημοσιότης, ὥστε πᾶς τις εὐχερῶς νὰ δύναται, ἀντιπαραβάλλων πρὸς τὰς ἀντιστοίχους διατάξεις τοῦ κυκλοφορήσαντος πρώτου προσχεδίου, νὰ ἀντιληφθῇ πῶς σκέπτεται ἡ Ἐπιτροπὴ ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἕκαστον θέμα ἐν σχέσει μὲ τὰ ἐπ’ αὐτοῦ ἄχρι τοῦ νῦν ἰσχύοντα. Πιστεύομεν, ὅτι ἡ ἀκολουθουμένη μέθοδος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς ὁποίας οὐδόλως παραλείπεται ἢ παραβιάζεται ἡ ὑπὸ τοῦ Νόμου διαγραφομένη διαδικασία, θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς πάντα ἐνδιαφερόμενον νὰ ἐκφέρῃ τὰς παρατηρήσεις του, οὐ μόνον ἐπὶ τῶν κατευθυντηρίων γενικῶν ἀρχῶν, αἵτινες θὰ διέπουν τὸν νέον κώδικα ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς γνώμης τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα διατάξεων καὶ μάλιστα ἐν εὐχρήστῳ ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰ μέχρι τοῦ νῦν ἰσχύοντα. Οὕτω δ’ ἐλπίζεται, ὅτι τὸ ὁριστικὸν προσχέδιον τοῦ κώδικος ἐργασίας, θὰ ἀπηχῇ πληρέστερον τὰς ἐν ἐδαφ. αʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ν. 4345)1964 τιθεμένας ἀρχάς. 2. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Ἐπιτροπὴν γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι αὕτη συνεκροτήθη παρ’ ἡμῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀπὸ τοῦδε ἀνταλλαγῆς μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς γνωμῶν ἐπὶ τῶν κατευθυντηρίων ἀρχῶν τοῦ νέου κώδικος ἐργασίας, θέλει ἐπιληφθῆ αὕτη τοῦ οὐσιαστικοῦ ἔργου της εὐθὺς ὡς ἐκπονηθῇ τὸ ὁριστικὸν προσχέδιον τοῦ κώδικος ἐργασίας καὶ τηρηθῆ ἅπασα ἡ ὑπὸ τοῦ Ν. 4345) 1964 διαγραφομένη πρὸς τοῦτο διαδικασία. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ιγʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18713)12.11.65 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 487)1965 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, σχετικῶς μὲ τὴν δυνατότητα θεμελιώσεως δικαιώματος εἰς σύνταξιν τῶν ὑποβαλόντων ἐκπροθέσμως αἰτήσεις πρὸς συνταξιοδότησιν ἠσφαλισμένων τοῦ ΤΕΒΕ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Κανονισμοῦ Παροχῶν τοῦ ΤΕΒΕ ὁρίζεται, ὅτι τὸ δικαίωμα εἰς σύνταξιν παραγράφεται μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τῆς γενέσεώς του. Ἐπειδὴ ἔνιοι ἠσφαλισμένοι τοῦ Ταμείου ἀπώλεσαν τὴν εὐχέρειαν ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος εἰς σύνταξιν ὡς μὴ ὑποβαλόντες σχετικὴν αἴτησιν ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας, τὸ Ταμεῖον ἀπηύθυνεν ἡμῖν σχετικὸν ἐρώτημα ἐὰν εἰς τὴν ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου 4340)1964 ταχθεῖσαν προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους διὰ τὴν ἄσκησιν δικαιώματος συντάξεως περιλαμβάνωνται καὶ οἱ συνταξιοῦχοι τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Ἐπειδὴ ἐν προκειμένῳ ἐγεννήθησαν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἐκτάσεως ἢ μὴ τῶν διατάξεων τούτων καὶ ἐπὶ τῶν Ν.Π.Δ.Δ. καὶ δεδομένου, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ νόμου 4340)1964 δὲν προσυπέγραφε καὶ ὁ Ὑπουργὸς Ἐργασίας, αἱ δὲ διατάξεις τούτου ἀναφέρονται εἰς θέματα δημοσίων ὑπαλλήλων, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 97023)Ε1450)16.10.65 ἐγγράφου μας ἐζητήσαμεν τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, τελοῦμεν δὲ ἐν ἀναμονῇ ἐκδόσεως σχετικῆς αὐτοῦ γνωμοδοτήσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ιδʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἀθανασίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20265)9.12.65 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 702)6.12.65 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἀθανασίου, ἐν σχέσει μὲ τὴν τοποθέτησιν μονίμου Ἐπόπτου Ἐργασίας εἰς τὸν Ν. Θεσπρωτίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐκ τοῦ ἰσχύοντος Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας δὲν προβλέπεται λειτουργία Ἐπιθεωρήσεως Ἐργασίας ἐκεῖσε, οὐχ ἧττον εἰς τὰ μέρη ἔνθα δὲν ἑδρεύει Ἐπιθεώρησις Ἐργασίας τὴν ἐφαρμογὴν τῆς κειμένης Νομοθεσίας ἐπιμελεῖται ἡ οἰκεία ἀστυνομικὴ ἀρχὴ ἀναπληροῦσα καθ’ ὅλας τὰς ἁρμοδιότητας τὰ ὄργανα τοῦ Σώματος Ἐπιθεωρήσεως Ἐργασίας, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Ν.Δ. 2954)1954. Ἐπὶ τούτοις γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον ὡς τεταγμένον μὲ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐν τῇ χώρᾳ Κοινωνικῆς Πολιτικῆς καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν βελτιώσεως τοῦ ὅλου διοικητικοῦ ὀργανωτικοῦ συστήματος παρακολουθήσεως τῶν τόπων ἐργασίας ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ἐργαζομένων, κατήρτισε σχέδιον Β. Δ)τος «περὶ συστάσεως Ἐπιθεωρήσεως Ἐργασίας Γʹ τάξεως εἰς τὸν Ν. Θεσπρωτίας», ὅπερ ὑπογραφὲν παρ’ ἡμῶν ἐστάλη πρὸς ὑπογραφὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 63020)3108)65 ἐγγράφου μας εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον διὰ τὴν ὑπογραφὴν τούτου καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐν λόγῳ Β. Διατάγματος παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ὑπογραφῇ καὶ παρὰ τῶν ἄλλων ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, εἶτα δὲ θὰ σταλῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ τὴν κατὰ νόμον ἐπεξεργασίαν. Τέλος, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 119053) 209)1965 διαταγῆς ἡμῶν, διετάχθη ὁ ἐπόπτης ἐργασίας Ν. Ἰωαννίνων, Ἰωάννης Βισκαδουράκης, ὅπως μεταβαίνῃ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος εἰς Ἡγουμενίτσαν πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ἐκεῖσε ἐκκρεμούντων ἐργατικῶν θεμάτων καὶ παρακολούθησιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ιεʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18589)11.11.65 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 467)6.11.65 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ περὶ τῶν ἐν τῷ ἀπὸ 21.10.65 ψηφίσματι τῶν συνεργαζομένων Σωματείων Οἰκοδόμων καὶ Ξυλουργικῶν Ὀργανώσεων Χίου, διατυπουμένων ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1 αἰτήματος περὶ ἀναγνωρίσεως ἡμερῶν ἐργασίας ἐκ τῶν χαρακτηριζομένων ὑπὲρ ἀγνώστων προσώπων εἰς ἅπαντας τοὺς ὑπερήλικας οἰκοδόμους ἀνεξαρτήτως προϋποθέσεων, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 42702)Σ.1240) 1962 ἀποφάσεως ἡμῶν, ἐπῆλθεν ἤδη βελτίωσις εἰς τὰς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7837)3.12.60 ὁμοίας ὁρισθείσας προϋποθέσεις πρὸς ἀναγνώρισιν ἡμερῶν ἐργασίας ἐργατοτεχνιτῶν οἰκοδόμων καὶ δὴ εἰς τοιαύτην ἔκτασιν, ὥστε νὰ ὑπερκαλυφθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπὲρ ἀγνώστων προσώπων βεβαιωθεισῶν ἡμερῶν ἐργασίας. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2 αἰτήματος περὶ ὑπολογισμοῦ τῶν συντάξεων τῶν οἰκοδόμων τῶν χορηγουμένων ὑπὸ τοῦ ΙΚΑ βάσει τοῦ πράγματι καταβαλλομένου ἡμερομισθίου ὅτι, ὑπὸ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Ν. 4476)65 προβλέπεται, ὅτι διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν συντάξεων τῶν χορηγουμένων ὑπὸ τοῦ ΙΚΑ, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ τεκμαρτὸν ἡμερομίσθιον τῆς μισθολογικῆς κλάσεως, εἰς ἣν ἀνήκει ὁ ἠσφαλισμένος, βάσει τοῦ πηλίκου τοῦ προκύπτοντος ἐκ τῆς διαιρέσεως τοῦ συνόλου τῶν ἀποδοχῶν, αἵτινες ἐλήφθησαν διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν εἰσφορῶν, κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἡμερολογιακὰ ἔτη, τὰ ἀμέσως προηγούμενα ἐκείνου, καθ’ ὃ ὑπεβλήθη ἡ αἴτησις περὶ συνταξιοδοτήσεως διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐντὸς τῆς διετίας ταύτης πραγματοποιηθεισῶν ἡμερῶν ἐργασίας. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3 αἰτήματος, περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἀσφαλίσεως τοῦ ΙΚΑ καὶ τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ἐργατοτεχνιτῶν Δομικῶν καὶ Ξυλουργικῶν Ἐργασιῶν, γενικῶς εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν, ὅτι ἡ ἐπέκτασις αὕτη εἰς μικρὰ ἀστικὰ κέντρα δὲν εἶναι συνήθως εὐχερὴς καὶ ἀποτελεῖ πάντοτε ἀντικείμενον ἐνδελεχοῦς προηγουμένης μελέτης καθ’ ὅσον, λόγῳ τῶν μεγάλων οἰκονομικῶν ἐπιβαρύνσεων καὶ τῶν πολλαπλῶν ὑποχρεώσεων, ἃς συνεπάγεται μία τοιαύτη ἐπέκτασις, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προηγηθῇ ἡ διαπίστωσις τῆς συνδρομῆς ὡρισμένων βασικῶν προϋποθέσεων, ἀναγομένων εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ἑκάστῳ κέντρῳ ἀπασχολουμένων μισθωτῶν καὶ τὴν δυνατότητα τῆς οὐσιαστικῆς πραγματώσεως τῆς ἀσφαλίσεως, ἰδίᾳ διὰ τὸ ΙΚΑ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰατροφαρμακευτικὴν περίθαλψιν. Ἀνεξαρτήτως, ὅμως, τούτων, ἐπειδὴ βασικὴν ἐπιδίωξιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας ἀποτελεῖ πάντοτε ἡ κάλυψις περισσοτέρων κατηγοριῶν ἐργαζομένων, δι’ ἐγγράφων μας, ζητεῖται ὅπως τὸ Δ.Σ. τοῦ ΙΚΑ, ὡς ἁρμόδιον κατὰ νόμον ἐξετάζῃ εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν τὸ θέμα τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἀσφαλίσεως εἰς διαφόρους περιοχάς, εἰς ἃς δὲν ἔχει αὕτη εἰσέτι ἐπεκταθῆ. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4 αἰτήματος περὶ ἀμέσου ἐπικολλήσεως τῶν οἰκοδομικῶν ἐνσήμων ΙΚΑ εἰς τὰ ἀσφαλιστικὰ βιβλιάρια τῶν ἐργατοτεχνιτῶν οἰκοδόμων, ἅμα τῇ ἀποχωρήσει ἐκ τῆς ἐργασίας, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Κανονισμοῦ περὶ τρόπου ἀσφαλίσεως εἰς τὸ ΙΚΑ, τῶν ἀσχολουμένων εἰς οἰκοδομικὰς ἢ τεχνικὰς ἐν γένει ἐργασίας, προσώπων, προβλέπεται ἡ χορήγησις ὑπὸ τοῦ Ἱδρύματος εἰς τὸν ἐργολάβον, ἀναλόγου ποσότητος ἐνσήμων προκαταβολικῶς κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἄμεσος ἀσφαλιστικὴ τακτοποίησις τῶν ἀπασχολουμένων ἐργατοτεχνιτῶν οἰκοδόμων. Ἤδη, κατόπιν ἐγκυκλίου τοῦ ΙΚΑ παρέχονται ὁδηγίαι πρὸς τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ὅπως τὰ ἔνσημα τοῦ ΙΚΑ, ὡς καὶ τὰ δωρόσημα, χορηγοῦνται εἰς τοὺς ἐργοδότας, κατὰ τὸν χρόνον τῆς καταθέσεως τῆς προκαταβολῆς ὑπὸ τῶν ὑποχρέων πρὸς τοῦτο, ὥστε νὰ εὑρίσκωνται ταῦτα εἰς χεῖρας των καὶ νὰ καθίσταται εὐχερὴς ἡ ἐπικόλλησίς των εἰς τὰ ἀσφαλιστικὰ βιβλία τῶν μισθωτῶν. Διὰ τῆς ὡς ἄνω ἐγκυκλίου παρέχονται ὁδηγίαι ἐπὶ τοῦ τρόπου ἐλέγχου τῶν ἀπασχολουμένων οἰκοδόμων, ὡς καὶ τῆς ἀμέσου ἐξετάσεως, ἤτοι ἐντὸς διμήνου τῶν ὑποβαλλομένων καταγγελιῶν καὶ καθιεροῦται εἰδικὸν ἔντυπον «βεβαίωσις ἀπασχολήσεως», διὰ τὴν ἀναγνώρισιν ἡμερῶν ἐργασίας, ἰδίᾳ δι’ ἀπασχόλησιν εἰς ἐπισκευάς, διαρρυθμίσεις καὶ εἰς τὰ ἄνευ ἀδείας ἀνεγειρόμενα οἰκοδομήματα (ἐκτὸς σχεδίου πόλεως). Ἡ βεβαίωσις ἀπασχολήσεως, ἐφ’ ὅσον ὑπογράφεται ὑπὸ τοῦ κυρίου τοῦ ἔργου, ἢ τοῦ ἐργολάβου, ἐξομοιοῦται πρὸς τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις, βάσει δὲ ταύτης, ἀναγνωρίζονται αἱ ἡμέραι ἐργασίας τοῦ μισθωτοῦ, ἄνευ περαιτέρω ἐρεύνης. Ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 6 καὶ 13 αἰτημάτων, περὶ μειώσεως τῶν προϋποθέσεων, πρὸς συνταξιοδότησιν, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι οἱαδήποτε τροποποίησις τῶν βασικῶν προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως τῶν ἠσφαλισμένων τοῦ ΙΚΑ, δὲν καθίσταται δυνατή, καθ’ ὅσον θὰ ἀνετρέποντο αἱ βάσεις, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ἡ γενομένη ἀναμόρφωσις τῆς συνταξιοδοτικῆς νομοθεσίας τοῦ ἐν λόγῳ Ἱδρύματος. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7 αἰτήματος, περὶ μειώσεως τῶν προβλεπομένων κρατήσεων ἐκ τοῦ καταβαλλομένου δώρου οἰκοδόμων, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ τύχῃ ἱκανοποιήσεως, καθ’ ὅσον αἱ κρατήσεις αὗται, ἀποτελοῦν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἠσφαλισμένας εἰσφορὰς ὑπὲρ τοῦ ΙΚΑ καὶ τῶν λοιπῶν Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Πολιτικῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δαπάνας διοικήσεως τοῦ παρὰ τῷ ΙΚΑ συσταθέντος Εἰδικοῦ Λογαριασμοῦ Χορηγήσεως Δώρου Ἑορτῶν Χριστουγέννων καὶ Πάσχα εἰς τοὺς ἐργατοτεχνίτας οἰκοδόμους. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12 αἰτήματος περὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ χρόνου ἐπιδοτήσεως, λόγῳ ἀσθενείας καὶ συνταξιοδοτήσεως, λόγῳ ἀναπηρίας, ὡς τοιούτου ἀσφαλίσεως παρὰ τῷ ΙΚΑ, ὅτι, διὰ διατάξεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Νόμου 4476)65 περὶ προσθέτου παρὰ τῷ ΙΚΑ προαιρετικῆς ἀσφαλίσεως, κλπ., προβλέπεται ἡ ἀναγνώρισις ὡς χρόνου, ἀσφαλίσεως διὰ τὴν θεμελίωσιν τοῦ δικαιώματος πρὸς σύνταξιν λόγῳ τοῦ γήρατος καὶ τοῦ χρόνου συνταξιοδοτήσεως λόγῳ ἀναπηρίας, τοῦ ἐμπίπτοντος εἰς τὴν τελευταίαν δεκαετίαν πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας πρὸς συνταξιοδότησιν. Συνυπολογίζονται ὁμοίως κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ αἱ ἡμέραι δι’ ἃς ὁ ἠσφαλισμένος ἐδικαιώθη συντάξεως λόγῳ ἀναπηρίας καὶ πρὸ τῆς τελευταίας δεκαετίας ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Νόμου 4486)65 μέχρι συμπληρώσεως τῶν χρονικῶν προϋποθέσεων διὰ τὴν θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως λόγῳ γήρατος. Εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας, αἱ οὕτω συνυπολογιζόμεναι ἡμέραι λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν καὶ διὰ τὴν προσαύξησιν τῆς συντάξεως. Τὸ αἴτημα περὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ χρόνου ἐπιδοτήσεως, λόγῳ ἀνεργίας, ὡς καὶ τοῦ τοιούτου στρατιωτικῆς θητείας, ὡς χρόνου ἀσφαλίσεως παρὰ τῷ ΙΚΑ, δὲν δύναται νὰ τύχῃ ἱκανοποιήσεως. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18 αἰτήματος περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 19 παρ. 3 τοῦ Νόμου 4476)65 ἐπὶ τῷ τέλει ἐπιμηκύνσεως τῆς προθεσμίας ἀναγνωρίσεως ἡμερῶν ἐργασίας τῶν ἠσφαλισμένων τοῦ ΙΚΑ, πραγματοποιηθεισῶν μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ Ν.Δ. 4104)60, ἀντὶ τοῦ ἑξαμήνου, εἰς ἓν ἔτος, ὅτι ἡ παρεχομένη ὑπὸ τῶν ἰσχυουσῶν ἤδη διατάξεων ἑξάμηνος προθεσμία εἶναι ἐπαρκὴς εἰς τοὺς ἠσφαλισμένους, διὰ νὰ δύνανται οὗτοι νὰ ἀναγγέλουν εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ΙΚΑ τυχὸν ἀπασχόλησίν των, δι’ ἣν ὁ ἐργοδότης παρέλειψε νὰ ἀσφαλίσῃ τούτους εἰς τὸ ἐν λόγῳ Ἵδρυμα. Ὡς ἐκ τούτου, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπιμήκυνσις τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας. Ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 14 καὶ 16 αἰτημάτων περὶ μειώσεως τῶν ὡρῶν ἐργασίας τῶν οἰκοδόμων καὶ ἐφαρμογῆς τῆς 6ώρου ἐργασίας κατὰ Σάββατον εἰς τὰ ἔργα ὁδοποιΐας, τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας φρονεῖ ὅτι ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, δὲν ἐνδείκνυται ἡ μείωσις τῶν ὡρῶν ἐργασίας. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 15 αἰτήματος περὶ τοῦ αὐστηροτέρου ἐλέγχου διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Ἐργατικῆς Νομοθεσίας, αἱ κατὰ τόπους Ἐπιθεωρήσεις Ἐργασίας, διὰ τῶν ὀργάνων των παρακολουθοῦν συστηματικῶς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τῆς ἐν γένει ἐργατικῆς νομοθεσίας εἰς τοὺς πάσης φύσεως τόπους ἐργασίας καὶ ἐπὶ τῶν διαπιστουμένων παραβάσεων λαμβάνουν τὰ νόμιμα μέτρα. Ἤδη μετὰ τὴν στελέχωσιν τοῦ Σώματος Ἐπιθεωρήσεως Ἐργασίας, διὰ τῶν νεοπροσληφθέντων ὑπαλλήλων ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ παρακολούθησις τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῆς Ἐργατικῆς Νομοθεσίας καὶ ἰδίᾳ τῶν τοιούτων περὶ μέτρων ὑγιεινῆς καὶ ἀσφαλείας τῶν ἐργαζομένων κατέστη πλέον συστηματικός, πρὸς δὲ διὰ τοῦ προσφάτως ψηφισθέντος νόμου ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν τεχνικῶν κατὰ 21, ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐνισχύσεως τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιθεωρήσεως Ἐργασίας, πρὸς πρόληψιν τοῦ ἐργατικοῦ ἀτυχήματος. Ὡς πρὸς τὸ ὡράριον τῶν εἰς τὰς οἰκοδομικὰς ἐργασίας ἐργαζομένων (αἴτημα ὑπ’ ἀριθ. 17) τοῦτο καθορίζεται σαφῶς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5)64 ἀποφάσεως τοῦ Δ.Δ.Δ. Ἀθηνῶν «περὶ τῶν ὅρων ἀμοιβῆς καὶ ἐργασίας τῶν ἐργατοτεχνιτῶν οἰκοδόμων ἁπάσης τῆς χώρας», ὡς καὶ ὁ τρόπος μεταβολῆς τούτου. Ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 8, 9, 10 καὶ 11 αἰτημάτων, κατόπιν τῆς διὰ τοῦ Ν. Δ)τος 4204)61 κυρώσεως τῆς Διεθνοῦς ὑπ’ ἀριθ. 87)48 συμβάσεως καὶ τοῦ ἐπακολουθήσαντος Ν. Δ)τος 4361)64, αἱ Διοικητικαὶ Ἀρχαὶ καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ ἡ ἡμετέρα ὑπηρεσία, οὐδεμίαν ἀνάμιξιν δύνανται νὰ ἔχουν ἐπὶ τῶν ἐνδοσωματειακῶν θεμάτων, ὡς τὰ ἀνωτέρω. Ἡ μείωσις τῶν προϋποθέσεων ἐπιδοτήσεως λόγῳ ἀνεργίας ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον δὲν καθίσταται ἐφικτὴ δοθέντος ὅτι θὰ συνεπήγετο σοβαρὰν οἰκονομικὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Λογαριασμοῦ Ἀσφαλίσεως Ἀνεργίας τοῦ Ο.Α. Α.Δ., μὴ δυναμένη νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἄλλως, εἰμὴ μόνον διὰ τῆς παραλλήλου αὐξήσεως τῶν εἰσφορῶν τοῦ κλάδου τούτου, λύσεως μὴ ἐνδεικνυομένης ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας. Αἱ παροχαὶ τῶν οἰκογενειακῶν ἐπιδομάτων μισθωτῶν, ἀναπροσηρμόσθησαν ἀπὸ 1.1.65 ἐπεκταθέντος τοῦ δικαιώματος ἐπιδοτήσεως εἰς ἅπαντα τὰ μέχρις ἡλικίας 15 ἐτῶν τέκνα τῶν ἠσφαλισμένων. Ἤδη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς μελέτης θεμάτων θεσμῶν οἰκογενειακῶν ἐπιδομάτων μισθωτῶν, μελετᾶται τὸ θέμα τῆς περαιτέρω αὐξήσεως τοῦ καταβαλλομένου ἐπιδόματος τέκνων ὡς καὶ ἑτέρας τινὰς τροποποιήσεως εἰς τὴν ὅλην νομοθεσίαν σχετικῶς μὲ τὰ οἰκογενειακὰ ἐπιδόματα. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6 αἰτήματος «περὶ μειώσεως τῶν προϋποθέσεων παροχῶν ἐπιδόματος ἀσθενείας καὶ τοκετοῦ» γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι τοῦτο δὲν καθίσταται δυνατὸν τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν οἰκονομικῶν ἐπιπτώσεων, ἃς θὰ ἐπέφερεν εἰς τὸ Ἵδρυμα Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ιστʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χρ. Μπουγᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19791)1.12.65 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς δι’ αὐτοῦ διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐν ἀντιγράφῳ ὑπ’ ἀριθ. 645)65 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χρ. Μπουγᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι δι’ ἀποφάσεων ἡμῶν ἐκδοθεισῶν κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ Ν. 4476)65 ἐνεκρίθησαν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων περὶ συστάσεως παρὰ τοῖς Ὑποκαταστήμασι αὐτοῦ Πειραιῶς, Ἀθηνῶν, Θεσσαλονίκης, Εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν πρὸς ἐκδίκασιν τῶν μέχρι τῆς 31.12.64 ὑποβληθεισῶν ἐνστάσεων (αἰτήσεων ἀναθεωρήσεως) κατ’ ἀποφάσεων τῶν διευθυντῶν τῶν Ὑποκ)των καὶ ὅτι ἅπασαι αἱ σχετικαὶ ὡς ἄνω ἀποφάσεις ἐκοινοποιήθησαν εἰς τὸ ΙΚΑ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ιζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Π. Δούκα, Β. Νεφελούδη, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19065)17.11.65 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς διὰ τούτου ὑποβληθείσης ὑπ’ ἀριθ. 571 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Π. Δούκα, Β. Νεφελούδη, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Ι. Παπαδημητρίου, περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἀσφαλίσεως τοῦ ΙΚΑ εἰς τὴν περιοχὴν Φερρῶν Ἕβρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 278)23)4.8.64 ἀποφάσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ΙΚΑ, δημοσιευθείσης εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 338 ΦΕΚ τεῦχος Βʹ τῆς 21.8.64 ἡ ἀσφάλισις τούτου ἐπεξετάθη εἰς τὴν ἐν λόγῳ περιοχήν. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον σκέλος τῆς ἐρωτήσεως ἤτοι τοῦ ἐφοδιασμοῦ δι’ ἐπαγγελματικῶν βιβλιαρίων τῶν φορτ)τωτῶν ξηρᾶς Φερρῶν Ἕβρου, γνωρίζομεν, ὅτι διὰ τὴν χορήγησιν ἐπαγγελματικοῦ βιβλιαρίου φορτ)τωτοῦ ξηρᾶς ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τυγχάνει νὰ ἔχῃ ἐπεκταθῆ ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ)τος 1254)49 εἰς τὴν κωμόπολιν Φερρῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἀμφισβητεῖται ἡ δυνατότης τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τούτων εἰς κωμοπόλεις καὶ κώμας ἀπηυθύναμεν σχετικὸν ἐρώτημα πρὸς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους καὶ τελοῦμεν ἐν ἀναμονῇ τῆς γνωμοδοτήσεως τούτου, προκειμένου ἐπὶ τοῦ ἀνακύψαντος θέματος νὰ ληφθοῦν ὁριστικαὶ ἀποφάσεις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Δεκεμβρίου 1966
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ιηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Λαντζούνη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. 18859)15.11.65 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 520)65 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Λαντζούνη, περὶ ἀναγνωρίσεως, δι’ ἐξαγορᾶς ὑπὸ τῶν οἰκοδόμων ἡμερῶν ἐργασίας πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 100 ἡμερῶν ἐργασίας τῶν ἀπαιτουμένων καθ’ ἕκαστον ἔτος τῆς τελευταίας 5ετίας πρὸ τῆς συμπληρώσεως τῶν προβλεπομένων ὁρίων ἡλικίας πρὸς συνταξιοδότησιν παρὰ τοῦ ΙΚΑ κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι. Ὑπὸ τῆς διεπούσης τὸ ΙΚΑ νομοθεσίας προβλέπεται ἡ χορήγησις πλήρους συντάξεως εἰς τοὺς παρ’ αὐτῷ ἠσφαλισμένους τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων ἀπὸ μειωμένου ὁρίου ἡλικίας, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 60ου διὰ τοὺς ἄνδρας καὶ τοῦ 55ου διὰ τὰς γυναῖκας. Εἰδικῶς διὰ τοὺς ὑπαχθέντας εἰς τὴν ἀσφάλισιν τοῦ ΙΚΑ εἰς προκεχωρημένην ἡλικίαν, καὶ συμπληρώσαντας τὸ 48ον τῆς ἡλικίας των κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ν.Δ. 4104)60 (20.9.60) προβλέπεται διὰ διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Ν. 4350)64 ἡ χορήγησις πλήρους συντάξεως μετὰ τὸ 69ον ἔτος τῆς ἡλικίας διὰ τοὺς καλυπτομένους ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων βάσει 500 ἡμερῶν ἐργασίας μόνον προσαυξανομένων ἀνὰ 175 τοιούτων καθ’ ἕκαστον ἔτος κατὰ μέσον ὅρον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1961. Οὕτω διὰ νὰ τύχῃ συντάξεως ὁ ἠσφαλισμένος ὁ συμπληρῶν τὸ 60ον ἔτος τῆς ἡλικίας τὸ 1965 δέον νὰ ἔχῃ πραγματοποιήσει ἐν τῇ ἀσφαλίσει τοῦ ΙΚΑ 1375 ἡμέρας ἐργασίας ἐξ ὧν ἀνὰ ἑκατὸν (100) τοὐλάχιστον καθ’ ἕκαστον τῶν πέντε (5) ἡμερολογιακῶν ἐτῶν τῶν ἀμέσως προηγουμένων τοῦ ἔτους συμπληρώσεως τοῦ προβλεπομένου ὁρίου ἡλικίας. Ὁ συμπληρῶν τὸ 60ον ἔτος τῆς ἡλικίας τὸ 1966 δέον νὰ ἔχῃ πραγματοποιήσει 1550 ἡμέρας ἐργασίας, τὸ 1967 1725 ἡμέρας ἐργασίας κ.ο.κ. Ἡ τελευταία αὕτη προϋπόθεσις τῶν ἑκατὸν (100) ἡμερομισθίων καθ’ ἕκαστον ἔτος τῆς τελευταίας πενταετίας, ἐτέθη διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐγγύησις ὅτι ὁ αἰτούμενος τὴν ἀπονομὴν εἶναι πράγματι μισθωτὸς κατ’ ἐπάγγελμα ἀσφαλιζόμενος εἰς τὸ ΙΚΑ δεδομένου ὅτι ἡ ἀσφάλισις παρὰ τῷ ΙΚΑ κατ’ ἀρχὴν ἀφορᾷ τοὺς μισθωτοὺς ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν ὡς ἄνω ἡμερῶν ἐργασίας εἶναι ἐλάχιστος. Ἐξ ἄλλου προκειμένου περὶ ἠσφαλισμένων περιοχῶν εἰς ἃς ἡ ἀσφάλισις τοῦ ΙΚΑ δὲν ἔχει ἐπεκταθῆ ἀπὸ τῆς Ἱδρύσεως τοῦ ΙΚΑ ἀλλὰ μεταγενεστέρως διὰ διατάξεως τῆς παραγράφου 5 τοῦ Ν.Δ. 4104)60 προβλέπεται ἡ δυνατότης χορηγήσεως συντάξεως μετὰ πραγματοποίησιν 1000 τοὐλάχιστον ἡμερῶν ἐργασίας πληρουμένων καὶ τῶν λοιπῶν προϋποθέσεων τῆς διατάξεως ταύτης. Κατόπιν τούτων δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ ἱκανοποίησις τοῦ αἰτήματος τῆς ἐν λόγῳ κατηγορίας οἰκοδόμων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα περὶ χορηγήσεως μειωμένης συντάξεως ἀναλόγου πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν πραγματοποιουμένων ἡμερῶν ἐργασίας ἐν ἀσφαλίσει γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι, τοιοῦτον σύστημα δὲν προβλέπεται ὑπὸ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας οὐδὲ δύναται νὰ θεσπισθῇ διότι θὰ ἀντέκειτο εἰς γενικὴν ἀρχὴν τῆς ἀσφαλίσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ιθʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. 19388)16035)65 καὶ 4283)19620)65 ὑμετέρων ἐγγράφων, δι’ ὧν διεβιβάσθησαν ἡμῖν ἡ ἀπὸ 22.11.65 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ α)α βιβλ. ἐρωτ. 612 ἐν σχέσει μὲ τὰ αἰτήματα τῆς Ἑνώσεως Προσωπικοῦ ΔΕΗ Χίου καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 80)Β) 65 ἀναφορὰ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Περιφερείας Λαυρίου περὶ ἱκανοποιήσεως αἰτημάτων τῶν ἠλεκτροτεχνιτῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου θέματος τὰ κάτωθι: I. Ἐπὶ τοῦ αἰτήματος περὶ μονιμοποιήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ἠλεκτροτεχνιτῶν Ἑλλάδος, ὅτι τοῦτο συσχετίζεται πρὸς τὸ ὑπὸ μελέτην γενικώτερον θέμα περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως. II. Ἐπὶ τοῦ αἰτήματος τῆς καθιερώσεως ἐργατικῆς πλειοψηφίας ἐν τῷ Δ.Σ. τοῦ ἀνωτέρω Ταμείου, ὅτι δὲν τυγχάνῃ δυνατὴ ἡ παραβίασις τῆς ἀκολουθουμένης ἀρχῆς τῆς τριμελοῦς ἐκπροσωπήσεως ἐπὶ τῷ τέλει παροχῆς ἀπολύτου πλειοψηφίας εἰς μίαν τῶν ἐν τοῖς Διοικ. Συμβουλίοις τῶν Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Πολιτικῆς ἁρμοδιότητος τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, ἐκπροσωπουμένων τάξεων ἤτοι κρατικῶν ἀντιπροσώπων ἢ ἐργοδοτῶν ἢ ἠσφαλισμένων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
κʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Κουτσοχέρα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18848)15.11.1965 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 509)65 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Κουτσοχέρα περὶ ἀσφαλίσεως τῶν Ἑλληνίδων οἰκοκυρῶν εἰς τὸ ΙΚΑ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ὡς καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 57197)ΒΟΥ 332)6.7.1965 ἡμετέρου ἐγγράφου ἐγνωρίσαμεν, ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2768 ἐρωτήσεως ὁμοίου περιεχομένου τοῦ ὡς ἄνω βουλευτοῦ, ἡ ἀσφάλισις εἰς τὸ ΙΚΑ, προσώπων μὴ παρεχόντων ἐργασίας ἐπ’ ἀμοιβῇ, ὡς συμβαίνει μὲ τὰς Ἑλληνίδας οἰκοκυράς, ἀπασχολουμένας μόνον εἰς τὰ οἰκιακά, ἐμφανίζεται ὡς θέμα, ὅπερ δὲν δύναται εὐχερῶς νὰ ἐνταχθῇ εἰς τὰ πλαίσια τοῦ ΙΚΑ ὑπὸ τὰς σημερινὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς ἀσφαλιστικῆς καὶ διοικητικῆς ὀργανώσεώς του. Τὸ θέμα τοῦτο ἅπτεται τοῦ γενικωτέρου θέματος τῆς ἀσφαλίσεως ὁλοκλήρου τοῦ πληθυσμοῦ ἀνεξαρτήτως τῆς παροχῆς ἢ μὴ ἐργασίας ἐπ’ ἀμοιβῇ καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ γενικωτέρου τούτου θέματος θέλει ἐξετασθῆ μελλοντικῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
καʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Μπουγᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19303)23.11.1965 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 600)20.11.1965 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Μπουγᾶ, σχετικῶς μὲ τὴν ἐπαναχορήγησιν τῆς συντάξεως τῶν ἀγάμων θυγατέρων ἀποβιούντων συνταξιούχων τοῦ Τ.Ε.Β.Ε. τῆς διακοπτομένης ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ 30οῦ ἔτους τῆς ἡλικίας των ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Κανονισμοῦ Παροχῶν τοῦ Τ.Ε.Β.Ε. ὁρίζεται, ὅτι θήλεα τέκνα θανόντος συνταξιούχου δικαιοῦνται συντάξεως μέχρι συμπληρώσεως τοῦ 30οῦ ἔτους τῆς ἡλικίας των. Κρίνοντες βάσιμον τὸ αἴτημα ἐπαναχορηγήσεως τῆς εἰς τὸ 30ὸν ἔτος διακοπτομένης συντάξεως τῶν ἀγάμων θηλέων μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 50οῦ ἔτους τῆς ἡλικίας ἀπηυθύναμεν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 91840)Ε1 429)65 ἔγγραφον πρὸς τὸ ΤΕΒΕ τελοῦμεν δὲ ἐν ἀναμονῇ ὑποβολῆς τῶν ἀπόψεων τοῦ Δ.Σ. αὐτοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
κβʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19045)17.11.1965 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 551 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα ἐπὶ τῶν ἐν αὐτῇ θιγομένων θεμάτων. 1. Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς μετατροπῆς τοῦ Τοπικοῦ Ὑποκαταστήματος ΙΚΑ Σύρου εἰς περιφερειακόν. Ὡς μᾶς ἐγνώρισεν ἡ Διοίκησις τοῦ ΙΚΑ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 164750)30.11.1965 ἀναφορᾶς της, δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ μετατροπὴ τοῦ ἐν λόγῳ Ὑποκ)τος εἰς περιφερειακόν, καθ’ ὅσον εἰς περίπτωσιν μετατροπῆς θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπαχθοῦν εἰς αὐτὸ μόνον τὸ Ὑποκ)μα Νάξου καὶ τὰ παραρτήματα Τήνου καὶ Μυκόνου καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀμέσως ἠσφαλισμένων του θὰ ἀνήρχετο μόλις εἰς 5.000. Σημειωτέον ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος ὑπολείπεται κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ ἠσφαλισμένων τῶν περιφερειακῶν ὑποκαταστημάτων, ἅτινα ἔχουν τὸν μικρότερον ἀριθμὸν ἠσφαλισμένων, ὡς τῆς Χαλκίδος καὶ Λαμίας. Ἐξ ἄλλου, ἀπὸ ἀπόψεως ἐξυπηρετήσεως τῶν ἠσφαλισμένων, ἡ διαφορὰ θὰ συνίστατο, μόνον εἰς τὸ ὅτι τὰς ἀποφάσεις ἀπονομῆς συντάξεως θὰ ἐξέδιδε τὸ Ὑποκατάστημα Σύρου ἀντὶ τοῦ Ὑποκ)τος Πειραιῶς. Τοῦτο ὅμως θὰ ἀπήτει τὴν διάθεσιν παρ’ αὐτῷ ηὐξημένου κατ’ ἀριθμὸν καὶ εἰδικευμένον προσωπικὸν μὴ δικαιολογουμένου, ὅμως, ἐν ὄψει τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν συνταξιοδοτουμένων ἐκ τῶν ἠσφαλισμένων τῆς ὡς ἄνω περιοχῆς. 2. Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων ἰατρῶν τοῦ Ὑποκαταστήματος Σύρου. Θέσεις ἰατρῶν τῶν εἰδικοτήτων ὀρθοπεδικοῦ, οὐρολόγου καὶ ἀναισθησιολόγου δὲν προβλέπονται. Παρὰ τοῦ Κανονισμοῦ ὀργανωτικῶν θέσεων προβλέπεται μόνον μία θέσις παθολόγου καὶ μία Ὠ.Τ.Ρ)γου. Διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἰατρῶν Ι.Κ.Α., διὰ τὸ Ὑποκατάστημα Σύρου, ἐκ τῶν προβλεπομένων θέσεων ἰατρῶν, δὲν κατέστη δυνατή, εἰσέτι ἡ πλήρωσις τῶν θέσεων καρδιολόγου, νευρολόγου, μιᾶς ἐκ τῶν τριῶν θέσεων αὐτῶν θέλει δημοσιευθῆ συντομώτατα, ὡς μᾶς ἐγνώρισε ἡ Διοίκησις τοῦ ΙΚΑ, διὰ τῆς ὡς ἄνω μνημονευθείσης ἀναφορᾶς της, σχετικὴ προκήρυξις. 3. Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐκδόσεως τῶν συντάξεων τῶν ἠσφαλισμένων περιοχῆς Σύρου. Ἡ ἐξέτασις τῶν ὑποβαλλομένων αἰτήσεων περὶ συνταξιοδοτήσεως ὁλοκληροῦται, κατὰ κανόνα, ἐκδιδομένης καὶ τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως, ἐντὸς διμήνου περίπου ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς περὶ ἀπονομῆς συντάξεως αἰτήσεως, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων καθ’ ἃς ἀπαιτεῖται συμπλήρωσις τῶν ἀπαιτουμένων ἑκάστοτε δικαιολογητικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
κγʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19048)17.11.65 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση, περὶ τῆς παρεχομένης ὑπὸ τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Ἐμπόρων Ἰατροφαρμακευτικῆς καὶ νοσοκομειακῆς περιθάλψεως εἰς τοὺς ἠσφαλισμένους του, περιοχῆς Κυκλάδων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 56)1961 Β. Δ)τος «περὶ συστάσεως παρὰ τῷ Ταμείῳ Ἀσφαλίσεως Ἐμπόρων Εἰδικοῦ Κλάδου Ὑγειονομικῆς Περιθάλψεως», παρέχεται ὑγειονομικὴ περίθαλψις παρὰ τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Ἐμπόρων εἰς τοὺς ἠσφαλισμένους Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ εἰς τοὺς ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ προσημειωθέντος Β. Δ)τος καθισταμένους συνταξιούχους. Βάσει δὲ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 570)8.8.65 Β. Δ)τος «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 56)61 Δ)τος περὶ συστάσεως παρὰ τῷ Ταμείῳ Ἀσφαλίσεως Εἰδικοῦ Κλάδου Ὑγειονομικῆς Περιθάλψεως» (Φ.Ε.Κ. 127 τ. Αʹ τῆς 8.8.65), ἐπεξετάθη ἡ ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ Ταμείου παρεχομένη ὑγειονομικὴ περίθαλψις καὶ εἰς τοὺς ἠσφαλισμένους τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης. Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ἀνωτέρω, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, οἱ ἠσφαλισμένοι τοῦ ρηθέντος Ταμείου, περιοχῆς Κυκλάδων δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἀσφάλισιν τοῦ εἰδικοῦ Κλάδου Ὑγειονομικῆς Περιθάλψεως τοῦ ὡς εἴρηται Ταμείου, ἐκτὸς ἐὰν ἐγκατεστάθησαν ἐπαγγελματικῶς εἴς τινα τῶν προαναφερθεισῶν πόλεων, ὁπότε δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν, ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεώς των εἰς τὴν ἀσφάλισιν τοῦ Κλάδου Ὑγείας τοῦ αὐτοῦ Ταμείου. Πάντως ἡ ἐπέκτασις τῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἠσφαλισμένων τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Ταμείου, διὰ τὸν Εἰδικὸν Κλάδον Ὑγειονομικῆς Περιθάλψεως αὐτοῦ καὶ τῶν ἄλλων περιοχῶν μελετᾶται ἤδη, τοῦ θέματος τούτου τελοῦντος ἐν συναρτήσει πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνατότητας τοῦ Ὀργανισμοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Νοεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
κδʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Καραντζένη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18601)11.11.65 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Καραντζένη, ἐν σχέσει πρὸς τὸ Ταμεῖον Ἀσφαλίσεως Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ἑλλάδος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: 1. Δὲν ὑφίστανται, παρ’ ἡμῖν στοιχεῖα ἐκ τῶν ὁποίων νὰ προκύπτῃ ὅτι μέλος τι τῶν ἀποτελούντων τὴν Διοίκησιν (Διοικητικὸν Συμβούλιον) τοῦ Ταμείου διετέλεσεν ὡς μέλος τοῦ ΕΑΜ–ΕΛΑΣ. 2. Τὸ σύνολον τῶν προσληφθέντων ὑπὸ τῆς σημερινῆς Διοικήσεως ὑπαλλήλων ἐπὶ ὡρισμένῃ θητείᾳ ἀνέρχεται εἰς 65. Ἡ πρόσληψις δὲ τούτων κατέστη ἀναγκαία πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐπειγουσῶν ὑπηρεσιακῶν ἀναγκῶν προκυψασῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 4435)64 «περὶ ρυθμίσεως προκυψάντων μεταξὺ Ο.Γ.Α. Τ.Ε.Β.Ε. τοῦ Ν. Δ. 4377)64 περὶ εἰδικῶν μέτρων προστασίας τῶν ἐξ Αἰγύπτου Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ Ὁμογενῶν» καὶ τοῦ Ν. Δ. 4378)64 «περὶ εἰδικῶν μέτρων προστασίας τῶν ἐκ Τουρκίας Ἑλλήνων». Σημειωτέον δὲ ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἀπεχώρησαν ὑπερείκοσι μόνιμοι ὑπάλληλοι τοῦ Ταμείου. Ἡ δαπάνη ἐκ τῆς προσλήψεως τῶν ἀνωτέρω ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ταμείου κατόπιν τῆς ἀποχωρήσεως τῶν μονίμων ὑπαλλήλων, λαμβανόντων ηὐξημένας ἀποδοχὰς ἐν σχέσει πρὸς τὰς τοιαύτας τῶν προσληφθέντων μόνον διὰ τοῦ ποσοστοῦ 64.000 μηνιαίως. Πάντως οὐδεὶς ὑπάλληλος προσελήφθη παρ’ αὐτῷ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 89531)4276)23.9.65 ἀποφάσεως ἡμῶν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀπηγορεύθησαν αἱ προσλήψεις ὑπαλλήλων εἰς τοὺς Ἀσφαλιστικοὺς Ὀργανισμούς, κατὰ τρόπον διάφορον τοῦ ὑπὸ τοῦ ὑπαλληλικοῦ Κώδικος ὁριζομένου τοιούτου. Παρὰ τῷ Τ.Ε.Β.Ε. ὑπηρετοῦν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Ν.Δ. 4352)64 τέσσαρες Νομικοὶ Σύμβουλοι, δυνάμει δὲ τοῦ νόμου τούτου ἔληξεν αὐτοδικαίως ἡ θητεία τῶν τριῶν ἐξ αὐτῶν. Εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἀποχωρησάντων προσελήφθησαν δύο νέοι Νομικοὶ Σύμβουλοι, διὰ τὴν διεκπεραίωσιν τῆς τρεχούσης, νομικῆς φύσεως, ἐργασίας τοῦ Ταμείου ἐξ ἄλλου ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων, τῶν μνημονευθέντων ὡς ἀνωτέρω Ν. 4435)64, Ν. Δ. 4377)64 καὶ Ν. Δ. 4378) 64 ἀνέκυψε πληθὺς νέων, νομικῆς φύσεως, ζητημάτων καὶ οὕτω, πρὸς ἀντιμετώπισίν των, κατέστη ἀναγκαία ἡ προσωρινὴ πρόσληψις 4 εἰσέτι Νομικῶν Συμβούλων. Τὸ ὕψος τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἀνωτέρω 7 Νομικῶν Συμβούλων ἀνέρχεται ἐν συνόλῳ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 26.800 δρχ. μηνιαίως. Ἐπὶ πλέον παρὰ τῆς Διοικητικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑποκαταστήματος Τ.Ε.Β.Ε. ἑνὸς Νομικοῦ Συμβούλου, διὰ τὴν παροχὴν τῶν νομικῶν του ὑπηρεσιῶν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ὑποκ)μα Θεσσαλονίκης. Σημειωτέον τέλος, ὅτι παρὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Νομικῶν Συμβούλων τὸ Τ.Ε.Β.Ε. δὲν ἐπεβαρύνθη οἰκονομικῶς παρὰ μόνον διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 6.500 δρχ. μηνιαίως, λόγῳ τῆς διαφορᾶς τοῦ ὕψους τῆς ἀμοιβῆς τῶν παλαιῶν Νομικῶν Συμβούλων πρὸς τοὺς νέους τοιούτους. 3. Ἡ σημερινὴ Διοίκησις τοῦ Ταμείου προπαρασκευάζει τὴν διενέργειαν ἐκλογῶν πρὸς ἀνάδειξιν νέας Διοικήσεως καὶ θέλει προβῆ, εἰς τὸν πλέον σύντομον χρόνον, εἰς τὴν προκήρυξιν τούτων. 4. Ὁ Γενικὸς Δ)ντὴς τοῦ Τ.Ε.Β.Ε. κ. Γ. Τζωρτζόπουλος ἐτέθη προσωρινῶς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, μέχρι πέρατος τῶν διαταχθεισῶν δυνάμει Δ)γῆς ἡμῶν διοικητικῶν κατ’ αὐτοῦ ἀνακρίσεων, ἀνατεθέντος ἐν ταὐτῷ εἰς τοῦτον τοῦ ἔργου τῆς συντάξεως Κανονισμοῦ Περιφερειακῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ταμείου, ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἀρτιωτέρας λειτουργίας αὐτῶν, ὡς μᾶς ἐγνώρισε δὲ τὸ Ταμεῖον διὰ τῆς ἀπὸ 22.11.65 ἀναφορᾶς του αἱ ἀνακρίσεις ἐπερατώθησαν καὶ ἤδη συντάσσεται τὸ πόρισμα. 5. Ἡ ἀντικατάστασις τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ταμείου κ. Π. Παυλοπούλου ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Διοικ. Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον καὶ τὸν εἶχεν ἐκλέξει ὡς τοιοῦτον. Ἡ ἐνέργεια αὕτη ἀναγομένη εἰς τὸν κύκλον τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ ὡς ἄνω Διοικ. Συμβουλίου, ἐκφεύγει τοῦ ἡμετέρου ἐλέγχου. 6. Ὡς καὶ ἀνωτέρω ἐσημειώθη παρῃτήθησαν πράγματι οἰκειοθελῶς 22 μόνιμοι ὑπάλληλοι τοῦ Ταμείου ἀλλ’ οὗτοι ἀπεχώρησαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας οὐχὶ ἐξ ἄλλης αἰτίας, ἀλλὰ λόγῳ τῶν εὐνοϊκῶν ὅρων συνταξιοδοτήσεώς των. Σημειωθήτω ὅτι ἔνιοι ἐξ αὐτῶν θὰ λαμβάνουν σύνταξιν ἀνωτέραν τῶν ὧν ἐλάμβανον ἀποδοχῶν. 7. Ὡς ἀνέφερεν ἡμῖν τὸ Ταμεῖον διὰ τῆς ἀπὸ 22.11.65 ἀναφορᾶς του οὐδέποτε ἀνεφέρθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους θὰ κλείσῃ μὲ ἔλλειμμα 70 ἑκατομ. δραχμ. Δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ προϋπολογισθῇ ἐπακριβῶς ἀπὸ τοῦδε ἐὰν ἡ χρῆσις 1965 θὰ κλείσῃ μὲ ἔλλειμμα ἢ οὐ πολλῷ μᾶλλον νὰ προσδιορισθῇ τυχὸν ἔλλειμμα εἰς τὸ ὕψος τῶν 70 ἑκατομ. Πάντως κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ Ταμείου κατέλιπε πλεόνασμα ἐκ δραχμ. 19.579.000. Εἶναι ἐξ ἄλλου ἀληθές, ὅτι τὸ Ταμεῖον ἀντιμετωπίζει προσωρινὴν Ταμειακὴν δυσχέρειαν, διότι βραδύνει σημαντικῶς ἡ ἀπόδοσις τοῦ κατὰ μῆνα εἰσπραττομένου πόρου ἐκ χαρτοσήμου ἐνῷ αἱ συντάξεις, ὡς γνωστὸν προκαταβάλλονται, τοῦτο ὅμως οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ ἰσοζύγιον αὐτοῦ. 8. Ἐπὶ τούτοις γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον διὰ τῶν ἁρμοδίων αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν ἀσκεῖ συνεχῆ ἔλεγχον καὶ παρακολουθεῖ τὸ ὡς ἄνω Ταμεῖον εἰς ἐφαρμογὴν τῆς γενικῆς ἀρχῆς τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ὅσον ἔνεστιν ὁμαλωτέρας διεξαγωγῆς τοῦ ἐν γένει ἔργου τῆς Δ)σεως διὰ τὴν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως πλέον εὔρυθμον λειτουργίαν αὐτοῦ, ὡς καὶ τὴν κατασφάλισιν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ τε καὶ τῶν ἠσφαλισμένων του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
κεʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19044)17.11.65 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 550)15.11.65 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση, σχετικῶς μὲ τὴν ταχεῖαν ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων τῶν ἠσφαλισμένων τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον εἰς ὃ ἀνήκει ἡ μέριμνα διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἐργαζομένων, ἀποδίδον μεγίστην σημασίαν εἰς τὴν ἐπακριβῆ τήρησιν τῆς κειμένης νομοθεσίας λαμβάνει ἅπαντα τὰ πρὸς τοῦτο ἐνδεικνυόμενα μέτρα διὰ τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῶν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν του τελούντων ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν, διὰ σχετικῶν δὲ ἐγκυκλίων του συνέστησεν τὴν ταχεῖαν διεκπεραίωσιν αἰτήσεων ἀπονομῆς παροχῶν πρὸς τοὺς ἠσφαλισμένους των. Πάντως ἐφ’ ὅσον τεθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν συγκεκριμέναι περιπτώσεις καθυστερήσεως περὶ τὴν ἀπονομὴν παροχῶν θὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐνδεικνυομένας ἐνεργείας πρὸς ἐπίσπευσιν ἀπονομῆς τούτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
κστʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19047)15747 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 553 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Εὐαγγέλου Ἀνερούση, δι’ ἧς ἐρωτᾶται ἂν ἀντιμετωπίζεται τροποποίησις καὶ κωδικοποίησις τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τοῦ Ν. 4345)64 «περὶ συντάξεως σχεδίου Κώδικος Ἐργασίας» συνεστήθη Ἐπιτροπή, ἥτις συνέταξε προσχέδιον Κώδικος Ἐργασίας, δι’ οὗ ρυθμίζονται ἑνιαίως καὶ κατὰ τρόπον σαφῆ καὶ ἁπλοῦν ἅπαντα τὰ θέματα τῆς ἀτομικῆς σχέσεως ἐργασίας καὶ τοῦ Συλλογικοῦ Ἐργατικοῦ Δικαίου. Τὸ καταρτισθὲν προσχέδιον Κώδικος Ἐργασίας ἀπεστάλη εἰς ἅπαντας τοὺς σπουδαιοτέρους Συλλόγους ἐργοδοτῶν καὶ ἐργαζομένων ὡς καὶ εἰς ἀνώτερα πνευματικὰ Ἱδρύματα καὶ εἰδικοὺς ἐπὶ τὰ ἐργατικὰ θέματα ἐπιστήμονας, ἵνα προτείνουν τυχὸν βελτιώσεις καὶ γνώμας των. Ἤδη τὸ προσχέδιον ἀναθεωρεῖται ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ὑπὸ καθηγητῶν Πανεπιστημίου καὶ ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ἄλλων εἰδικῶν ἐπιστημόνων πρὸς τελικήν του διαμόρφωσιν. Τὸ οὕτω διαμορφούμενον τελικὸν σχέδιον, θέλει κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν, ἵνα καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
κζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Λύχνου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19212)22.11.65 ἡμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 587)18.11.65 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γερ. Λύχνου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα ἐπὶ τῶν ἐν αὐτῇ θιγομένων θεμάτων: 1. Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐξοφλήσεως τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὸ ΤΕΒΕ ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν ἄνευ προσθέτων ἐπιβαρύνσεων, γνωρίζομεν ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 817)6.11. 65 Β.Δ. (ΦΕΚ 200 τ. Αʹ) καθωρίσθη ὅτι αἱ καθυστερούμεναι πρὸς τὸ ὡς ἄνω Ταμεῖον μηνιαῖαι ἀτομικαὶ εἰσφοραὶ ἀντιστοιχοῦσαι εἰς τὸ μέχρι 31.12.64 χρονικὸν διάστημα, ἀπαλλάσσονται παντὸς τόκου ἢ τέλους καθυστερήσεως, ἐφ’ ὅσον οἱ ὀφειλέται ἐξώφλησαν ἢ θέλουν ἐξοφλήσει ἐξ ὁλοκλήρου τὰς εἰσφορὰς ταύτας μέχρι 31.12.65. 2. Ἐπὶ τοῦ θέματος διορισμοῦ παρὰ τῷ ΤΕΒΕ ὑπαλλήλων γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 4435)64 «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων προκυψάντων μεταξὺ ΟΓΑ–ΤΕΒΕ», τοῦ Ν.Δ. 4377)64 «περὶ εἰδικῶν μέτρων προστασίας τῶν ἐξ Αἰγύπτου Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ ὁμογενῶν» καὶ τοῦ Ν.Δ. 4378)64 «περὶ εἰδικῶν μέτρων προστασίας τῶν ἐκ Τουρκίας Ἑλλήνων» ἐδιπλασιάσθη σχεδὸν ὁ ὄγκος ἐργασίας τοῦ Ταμείου καὶ κατέστη ἀπολύτως ἀναγκαία, διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν πλέον τῆς τρεχούσης ἐργασίας καὶ τῶν ἐπειγόντων ζητημάτων τοῦ Ταμείου, ἡ σταδιακὴ ἐνίσχυσις τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ διὰ προσλήψεως ἐπὶ θητείᾳ ὑπαλλήλων. Τὸ σύνολον τῶν προσληφθέντων ὑπὸ τῆς σημερινῆς Διοικήσεως τοῦ Ταμείου ὑπαλλήλων ἐπὶ θητείᾳ ἀνέρχεται εἰς 65. Σημειωτέον δέ, ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἀπεχώρησαν ἐξ αὐτοῦ ὑπὲρ τοὺς εἴκοσι μόνιμοι ὑπάλληλοι αὐτοῦ. Ἡ δαπάνη τῆς προσλήψεως τῶν ἀνωτέρω ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ταμείου, κατόπιν τῆς ἀποχωρήσεως τῶν μονίμων ὑπαλλήλων, λαμβανόντων ηὐξημένας ἀποδοχὰς ἐν σχέσει πρὸς τὰς τοιαύτας τῶν προσληφθέντων, μόνον διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 64.000 δραχ. μηνιαίως. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει οὐδεὶς ὑπάλληλος προσελήφθη παρὰ τῷ Ταμείῳ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 89531) 4270)23.9.65 Δ)γῆς ἡμῶν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀπηγορεύθησαν αἱ προσλήψεις ὑπαλλήλων εἰς τοὺς Ἀσφαλιστικοὺς Ὀργανισμούς, κατὰ τρόπον διάφορον τοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος ὁριζομένου τοιούτου. Ἐπὶ τούτοις γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι, σὺν τῇ τακτοποιήσει τοῦ φόρτου ἐργασίας τοῦ Ταμείου, θέλομεν παύσει, σταδιακῶς, νὰ ἐγκρίνωμεν τὴν ἀνανέωσιν τῆς θητείας τῶν ὡς ἄνω προσληφθέντων παρ’ αὐτοῦ ἐκτάκτων ὑπαλλήλων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
κηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19066)17.11.65 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ κατατεθεῖσα ὑπ’ ἀριθ. 572) 16.11.65 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐν παρ. ΙΙΙ ψηφίσματος τοῦ 13ου Τακτικοῦ Πανελλαδικοῦ Συνεδρίου Ἀρτοποιῶν, διατυπούμενον θέμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι δι’ ἡμετέρων ἐγκυκλίων διαταγῶν ἐνετάλησαν αἱ κατὰ τόπους ἐπιτροπαὶ χορηγήσεως ἐπαγγελματικῶν βιβλιαρίων ἀρτεργατῶν (ΕΧΕ-ΒΑ) ὅπως χωρήσωσιν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐν λόγῳ βιβλιαρίων καὶ εἰς ἀριθμὸν αὐτηρῶς ἀνάλογον πρὸς τὰς ὑπαρχούσας ἀνάγκας εἰς τὰ ἀρτοποιεῖα. Ἤδη, εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ὡς εἴρηται διαταγῶν ἡμῶν, τόσον αἱ κατὰ τόπους ΕΧΕΒΑ ὅσον καὶ ἡ ΕΧΕΒΑ Ἀθηνῶν Πειραιῶς καὶ Περιχώρων, χωροῦν κατὰ τὰ κεκανονισμένα εἰς τὸ ἔργον τοῦ ἐφοδιασμοῦ τῶν ἀρτεργατῶν δι’ ἐπαγγελματικῶν βιβλιαρίων. Ἐπὶ τοῦ αἰτήματος περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ ΤΑ ΑΜΜ γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι, ἡ ἐξεύρεσις ὁριστικῆς λύσεως ἐπὶ τοῦ ὅλου προβλήματος τοῦ ὡς ἄνω Ταμείου μελετᾶται ὑπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου καὶ ἑτέρων ἁρμοδίων κυβερνητικῶν παραγόντων ἐπὶ τῷ τέλει δημιουργίας προϋποθέσεων κανονικῆς λειτουργίας τούτου, ἤτοι τῆς καταβολῆς τῶν συντάξεων καὶ ἐκπληρώσεως τῆς κοινωνικῆς ἐν γένει ἀποστολῆς του. Ἐπὶ τοῦ αἰτήματος περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ Τ.Ε. Β.Ε., γνωρίζομεν ὅτι, διὰ τοῦ Ν.Δ. 4435)64 «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων προκυψάντων μεταξὺ ΟΓΑ καὶ ΤΕΒΕ καὶ τοῦ Β. Δ)τος 783)64 ἐχορηγήθη ὑπὲρ τοῦ ἐν λόγῳ Ταμείου ποσοστὸν 42% διὰ τοῦ ἀνωτέρω Ν. Δ)τος χορηγηθέντος προσθέτου ποσοστοῦ ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου. Κατόπιν τούτου ηὐξήθησαν ἀπὸ 1.1.1965 αἱ ὑπὸ τοῦ Ταμείου καταβαλλόμεναι συντάξεις κατὰ 80%, περαιτέρω δὲ αὔξησις τούτων, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, δὲν καθίσταται δυνατή. Ἐπὶ τοῦ αἰτήματος περὶ μειώσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας πρὸς συνταξιοδότησιν, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι μείωσις τῶν προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως δὲν καθίσταται δυνατή. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Παπαλουκᾶ. 1. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 881)22.12.1965 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Παπαλουκᾶ, διαβιβασθείσης ὑμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 21769)28.12.1965 ὑμετέρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι μερίμνῃ τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων μελετᾶται ἡ κατασκευὴ φράγματος ἀποθηκεύσεως ἐπὶ τοῦ Σπερχειοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ λυθῇ τὸ θέμα τῆς ἀντιπλημμυρικῆς προστασίας τῶν πληττομένων ἐκ τῶν πλημμυρῶν τοῦ Σπερχειοῦ ἐκτάσεων καὶ θὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ἀναγκαῖον ἀρδευτικὸν ὕδωρ πρὸς ἄρδευσιν τῆς περιοχῆς. 2. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας ἔχει ἤδη ἐκπονηθῆ ὁριστικὴ μελέτη ἀρδεύσεως ἐκτάσεως 25.000 στρεμ. παρὰ τὰς ἐκβολὰς τοῦ Σπερχειοῦ δι’ ὑδάτων τῆς θερινῆς παροχῆς τούτου, ἀνηκούσης εἰς τὰς Κοινότητας Ἀνθήλης, Ροδίτσης, Μ. Βρύσης καὶ Αὐλακίου, ἡ δὲ ἔνταξις τοῦ ἔργου εἰς τὸ πρόγραμμα Δημοσίων Ἐπενδύσεων τρέχ. ἔτους πρὸς ἐκτέλεσιν θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῶν δυνατοτήτων τοῦ προϋπολογισμοῦ Δημ. Ἐπενδύσεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Ἰανουαρίου 1966
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Γκίλλα. 1. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 363 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Γκίλλα, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 17792) 20.10.1965 ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ θέμα τῆς στραγγίσεως τῆς ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφερομένης ἐκτάσεως 1.000 στρεμμάτων τῆς περιοχῆς Ἀμπελιῶν Γιαννιτσῶν εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῶν γενικῶν ἀποχετευτικῶν καὶ στραγγιστικῶν ἔργων τέως λίμνης Γιαννιτσῶν. 2. Τὸ Ὑπουργεῖον Δημ. Ἔργων, τὸ ὁποῖον τυγχάνει ἁρμόδιον διὰ τὰ ἔργα ταῦτα, ἐκτελεῖ ἤδη ἔργα διευθετήσεως τοῦ ποταμοῦ Λουδία καὶ ἔχει προγραμματίσει διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος τὴν δημοπράτησιν τοῦ κυρίου ἀντλιοστασίου ἀποχετεύσεως τῆς περιοχῆς. 3. Πρὸς μερικὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος τῆς στραγγίσεως τῆς ὡς ἄνω ἐκτάσεως, περιοχῆς Ἀμπελιῶν, μέχρις ὅτου ἐκτελεσθοῦν τὰ ὡς ἄνω ἔργα, ἡ παρ’ ἡμῖν ἁρμοδία Ὑπηρεσία ἐπρογραμμάτισε διὰ τὸ 1966 τὴν συντήρησιν τοῦ ἐξυπηρετοῦντος ταύτην στραγγιστικοῦ δικτύου διὰ πιστώσεων τοῦ προγράμματος λειτουργίας καὶ συντηρήσεως ἔργων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Ἰανουαρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη, Β. Ἐφραιμίδη, Λ. Κύρκου καὶ Δ. Παπανικολάου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 61)3.1. 1966 ἐγγράφου, ἀφορῶντος ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη, Β. Ἐφραιμίδη, Λ. Κύρκου καὶ Δ. Παπανικολάου ἀπὸ 29.12.1965, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι ἐπὶ τῆς παραγράφου 3 τῆς ἀναφερομένης ἐρωτήσεως. 1. Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν Πέτρον Λαλουκιώτην, κάτοικον Ἄργους, ὅστις διὰ πρώτην φορὰν ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Δασικὴν Ἀρχὴν Ἄργους ἄδειαν θήρας, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον καταθέσεως τῆς ἐρωτήσεως δὲν εἶχεν ἐκδοθῆ ὑφ’ ἡμῶν ἀπόφασις χορηγήσεως εἰς τοῦτον ἀδείας θήρας ἢ κατασχέσεως χορηγηθείσης τοιαύτης. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 51730)195449)30.12.65 ἐμπιστευτικοῦ ἐγγράφου τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Ἐθνικῆς Ἀσφαλείας τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίας Τάξεως, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 9 παρ. 4 Α. Ν. 1926)39 «περὶ Θήρας», ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 4)2)11.1.1966 ἡμετέρα ἀπόφασις, βάσει ἧς διετάσσετο τὸ Δασονομεῖον Ἄργους, ὅπως μὴ χορηγήσῃ ἄδειαν Θήρας ἀπὸ 11.3.1966 εἰς τὸν ἐν λόγῳ, ἤτοι κατὰ τὴν περίοδον Θήρας τῶν τρυγόνων. 2. Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τοὺς Μπιρμηλόπουλον Δημήτριον, Εὐάγγ. Καλοπανᾶν καὶ Παν. Φρίξαν, κατοίκους ὁμοίως Ἄργους, ἐξεδόθησαν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 293)706)8.5.61 διὰ τὸν πρῶτον, 956)907)15.6.60 διὰ τὸν δεύτερον καὶ 1205) 1144)22.7.61 διὰ τὸν τρίτον, ἀποφάσεις ἡμῶν πρὸς τὸ Δασονομεῖον Ἄργους, κατόπιν ἀντιστοίχων ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίας Τάξεως, ὅπως μὴ ἐκδοθοῦν εἰς τὸ ἑξῆς ἄδειαι Θήρας ἐν ὄψει τοῦ ἄρθρου 9 παρ. 4 τοῦ αὐτοῦ περὶ Θήρας νόμου καὶ αἱ τυχὸν ἐκδοθεῖσαι νὰ ἀνακληθοῦν, ἐκτὸς ἐὰν ἀρθοῦν οἱ ἀπαγορεύοντες ταύτας λόγοι. Τὸ Δασονομεῖον Ἄργους κατὰ τὸ ἔτος 1965, ἐκ παραδρομῆς (λόγῳ ἀλλαγῆς προσωπικοῦ), ἐξέδωσεν ἀδείας Θήρας κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἀντιληφθὲν δὲ ἐκ σχετικῆς ἀλληλογραφίας τοῦτο, ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὴν Ἀσφάλειαν Ἄργους ἐὰν ἤρθησαν οἱ λόγοι οἱ ἀπαγορεύοντες τὴν ἔκδοσιν κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν ὡς ἄνω ἀποφάσεων τοῦ Ὑπ. Γεωργίας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1961. Ἡ Ἀσφάλεια Ἄργους διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 20.9.2)19.11. 1965 ἐγγράφου της, ἀπαντῶσα ἐγνώρισεν, ὅτι δὲν ἤρθησαν οἱ ἀπαγορεύοντες τὴν ἔκδοσιν λόγοι ὅπως καὶ διὰ τὸ παρελθόν. Κατόπιν τούτου, πράγματι τὸ Δασονομεῖον Ἄργους ἀνεκάλεσε τὰς ἐκδοθείσας ἐκ παραδρομῆς ἀδείας θήρας διὰ τοὺς ἀνωτέρω. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Ἰανουαρίου 1965.
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΚΩΣΤΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ροδοπούλου. Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς κατατεθείσης εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ροδοπούλου καὶ διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18834)15.11.65 ὑμετέρου ἐγγράφου ὑπ’ ἀριθ. 56)508 αἰτήσεως καταθέσεως ἐγγράφων, σχετικῶς μὲ τὸ προσληφθὲν προσωπικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Βιομηχανίας Σακχάρεως Α.Ε., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσωμεν ὑμῖν συνημμένως: 1) στατιστικὸν πίνακα προσληφθέντων καὶ ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων εἰς τὴν Κεντρικὴν καὶ Περιφερειακὴν Ὑπηρεσίαν τῆς Ἑταιρείας ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου 1963, 2) πίνακα τοῦ ἐνταχθέντος βάσει τοῦ Ἐσωτερικοῦ Κανονισμοῦ τῆς Ἑταιρείας τεχνικοῦ προσωπικοῦ καὶ 3) τοιοῦτον τοῦ προσληφθέντος τακτικοῦ προσωπικοῦ αὐτῆς εἰς τὰς Κεντρικὰς Ὑπηρεσίας καὶ τὰ τρία ἐργοστάσια ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου 1963. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ ἐν τῇ ἀνωτέρω αἰτήσει στοιχεῖα, γνωρίζομεν, ὅτι ἐζητήθησαν ταῦτα διὰ νέου τηλεγραφήματός μας παρὰ τῇ ὡς ἄνω Ἑταιρείᾳ. Ταῦτα ἐπιφυλασσόμεθα νὰ καταθέσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, εὐθὺς ὡς ὑποβληθῶσιν ἡμῖν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἰανουαρίου 1966
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Σταυροπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19933)4.12.1965 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διαβιβάζεται ἡμῖν ἡ κατατεθεῖσα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Σταυροπούλου ὑπ’ ἀριθ. 660 ἐρώτησις, σχετικῶς μὲ τὴν λῆψιν περιοριστικῶν μέτρων τῆς εἰσαγωγῆς βυρσοδεψικῶν ἐκχυλισμάτων καὶ μέτρων προστασίας τοῦ βαλανιδοκάρπου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὰς ἡμετέρας ἀπόψεις ἐπὶ τοῦ θιγομένου θέματος ἐξεθέσαμεν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 253164)6724)23.11.65 ἐγγράφου μας, ἐπὶ ὑπ’ ἀριθ. 85)1965 παρεμφεροῦς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γραφάκου, ἧς ἀντίγραφον ἐπισυνάπτομεν. Διὰ τοῦ ἐγγράφου μας τούτου, δίδεται ἀπάντησις καὶ εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 358)1965 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Σταυροπούλου (παράγρ. βʹ). Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΚΩΣΤΗΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΑΣ
Ἀριθ. πρωτ. 253164)6724. Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Θέμα: Προστασία βαλανιδοκάρπου. Κατόπιν τοῦ ὡς ἄνω ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων ὑπ’ ἀριθ. 85 ἐπερώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Γραφάκου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ Δασικὴ Ὑπηρεσία ἔχει καθῆκον νὰ προστατεύσῃ καὶ ἰδίως ἀπὸ δασικῆς πλευρᾶς τὸ πολύτιμον δένδρον τῆς βαλανιδέας, τὸ ὁποῖον σὺν τῷ χρόνῳ τείνει νὰ ἐξαφανισθῇ ἀπὸ τὴν χώραν μας. Οἱ ἰδιοκτῆται βαλανιδοδένδρων προβαίνουν εἰς τὴν ὑλοτομίαν τούτων, λόγῳ τῆς παρουσιαζομένης κατὰ ἐποχὰς μειωμένης τιμῆς τοῦ βαλανιδοκάρπου, ἥτις δημιουργεῖται κατὰ τὰς ἐποχὰς ὑπερπαραγωγῆς τοῦ βαλανιδίου, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται ὅπως καὶ κατὰ τὰς ἐποχὰς τῆς μειωμένης παραγωγῆς ἡ εἰσαγωγὴ βυρσοδεψικῶν ἐκχυλισμάτων καὶ τοῦ ὁποίου ἴσως καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ἡ ζήτησίς του εἰς τὴν ἀγορὰν νὰ εἶναι καὶ δι’ ἄλλους λόγους περιωρισμένη. Πέραν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ὑλοτομίας κλπ. τῶν βαλανιδοδένδρων, ἡ Δασικὴ Ὑπηρεσία ἐνδιεφέρθη πάντοτε ὑπὲρ τῆς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον προστασίας τοῦ βαλανιδοκάρπου καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας λοιπὰς ὑπηρεσίας ὅπως ληφθοῦν σχετικὰ μέτρα, προτείνει τὴν πριμοδότησιν τούτου ἢ καὶ τὸν περιορισμὸν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν βυρσοδεψικῶν ἐκχυλισμάτων, ἐφ’ ὅσον βεβαίως θὰ ἦτο τοῦτο πραγματοποιήσιμον. Εἰς τὰ δασικὰ ὄργανα ἀνέκαθεν ἔχει δώσει ἐντολάς, ὅπως παράσχουν πᾶσαν δυνατὴν διευκόλυνσιν εἰς τοὺς βαλανιδοπαραγωγούς. Ἐπίσης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 68093)1730)31.3.65 ἐγγράφου μας, ἐζητήθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ὅπως ἐξετάσῃ τὴν δυνατότητα τῆς καταργήσεως τοῦ δασικοῦ φόρου τοῦ βαλανιδοκάρπου. Τὸ ζήτημα δὲ τῆς χορηγήσεως ἀδείας ὑλοτομίας βαλανιδοδένδρων, κατόπιν ὑποβολῆς αἰτήσεων τῶν ἐνδιαφερομένων, ἀκολουθεῖ τὴν νόμιμον διαδικασίαν, ἥτις ἀποσκοπεῖ εἰς τὸ νὰ ἐρευνηθῇ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἀποφεύγεται ἡ ὑλοτομία χρησίμων δένδρων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Νοεμβρίου 1965
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΚΩΣΤΗΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Ἀνδρεάδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20049)16424)7.12.1965 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ παρ’ ὑμῖν κατατεθεῖσα ὑπ’ ἀριθ. 681 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ Πέλλης κ. Θ. Ἀνδρεάδη, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀπαλοτρίωσιν ἢ ἐξαγορὰν ἐκτάσεως 1650 στρεμμάτων τοῦ ἀγροκτήματος Ἁγίου Λουκᾶ, ἀνηκούσης κατὰ κυριότητα εἰς τὴν Διδακτηριακὴν Ἐπιτροπὴν Γιαννιτσῶν, πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων γεωργῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι δὲν κρίνομεν σκόπιμον τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς ἐν λόγῳ ἐκτάσεως διὰ τὸν ἀνωτέρω σκοπόν, καθόσον οἱ κατέχοντες τὴν ἀνωτέρω ἔκτασιν ἀκτήμονες ὡς μισθωταὶ ταύτης ἀπὸ τοῦ ἔτους 1945, οὐδὲν μέχρι σήμερον μίσθωμα κατέβαλον ἢ προτίθενται νὰ καταβάλουν, γεγονὸς ὅπερ ἀποτελεῖ ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν, ὡς ἐγνώρισεν ἡμῖν τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 30740)24.5.65 ἐγγράφου του, προκειμένου νὰ δοθῇ παρ’ αὐτοῦ ἡ ἔγκρισις διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἢ τὴν ἀπ’ εὐθείας ἐξαγοράν, παρὰ τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν τῆς ἀνωτέρω ἐκτάσεως, δι’ ἣν πάντως καὶ προκειμένου νὰ συγκατατεθῇ τὸ ἐν λόγῳ Ὑπουργεῖον ζητεῖ ὅπως καταβληθῇ ὡς ἀποζημίωσις ἡ πραγματικὴ ἀξία τοῦ κτήματος, ἀνερχομένη εἰς 3.500.000 δραχμάς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Ἰανουαρίου 1966
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΚΩΣΤΗΣ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Περρωτῆ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 709 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Περρωτῆ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας υἱοθέτησε τὸν πίνακα τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς καθορισμοῦ ἀπωλεσθέντος βάρους ξηρᾶς Κορινθιακῆς κατὰ περιφερείας Ὑποκ)των ΑΣΟ, ἀνερχομένου συνολικῶς εἰς 15.000 τόννους. Τὸ ἐν λόγῳ πόρισμα τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς κατ’ οὐδὲν μετεβλήθη οὔτε πρόκειται νὰ μεταβληθῇ. Αἱ μεταβολαὶ κριτηρίων διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ὕψους ζημιῶν ἀφοροῦν πλέον τὴν κατανομὴν τῆς βάσει ἀκλονήτων στοιχείων καθορισθείσης ἀπωλείας κατὰ Ὑποκ)μα ΑΣΟ, μεταξὺ τῶν οἰκείων Κοινοτήτων καὶ περαιτέρω μεταξὺ τῶν παθόντων καλ)τῶν μερίμνῃ τῶν τοπικῶν κατὰ Ὑποκ)μα ΑΣΟ Ἐπιτροπῶν. Αἱ μεταβολαὶ ἐζητήθησαν ἀπὸ ἐκπροσώπους τῶν παθόντων καὶ τὰς τοπικὰς Ὑπηρεσίας, πρὸς ἁπλούστευσιν τῆς διαδικασίας ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον. Ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, ἐξ ἄλλου ἐγένετο ἡ ἀπαραίτητος ἐνέργεια πρὸς τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ ὅλου θέματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
ηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Φροντιστῆ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19210)22.11.1965 ὑμετέρου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 585 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Φροντιστῆ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον ἐφαρμογῆς τῶν ἐπιδοτήσεων καὶ λοιπῶν κινήτρων διὰ τὴν προώθησιν τῶν δενδροκηπευτικῶν καλλιεργειῶν ἐγένετο ἐπιδότησις ὅλων τῶν φυτοφαρμάκων τῶν χρησιμοποιουμένων διὰ τὴν καταπολέμησιν τῶν ἀσθενειῶν καὶ ἐχθρῶν πάσης φύσεως τῶν δενδροκηπευτικῶν καλλιεργειῶν. Ἐκ τῆς πράξεως ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ ἀπολαμβανόμενα ὑπὸ τῶν καλλιεργητῶν διὰ τὴν ἐπιδότησιν ποσὰ ἦσαν ἀσήμαντα (λόγῳ τῆς μικρᾶς σχετικῶς ἀξίας τῶν χρησιμοποιουμένων φυτοφαρμάκων) καὶ δὲν ἐκάλυπτον πολλάκις οὔτε τὴν δαπάνην μεταβάσεως τοῦ καλλιεργητοῦ εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τὴν εἴσπραξίν του. Παραλλήλως ἡ ἀπασχόλησις τῶν Γεωπόνων τῶν ἀσχολουμένων μὲ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν διαδικασίαν καταβολῆς τῶν ἐπιδοτήσεων ἦτο ὑπερμέτρως μεγάλη διὰ τὰ φυτοφάρμακα λόγῳ τῆς πληθώρας τῶν περιπτώσεων. Ἀπεφασίσθη ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω, ὁ περιορισμὸς τῆς ἐπιδοτήσεως τῶν φυτοφαρμάκων καὶ ἡ αὔξησις ἀντιθέτως τῆς ἐπιδοτήσεως τῶν ψεκαστικῶν καὶ ἐπικονιαστικῶν μηχανημάτων, ἡ προμήθεια τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ μίαν πραγματικὴν βελτίωσιν εἰς τὴν ὅλην προσπάθειαν τοῦ καλλιεργητοῦ, ἀλλὰ καὶ μίαν οὐσιαστικὴν βοήθειαν εἰς αὐτόν, δεδομένου, ὅτι ἀντὶ τῶν 35 π.χ. δραχ. δι’ ἐπιδότησιν ἑνὸς χρησιμοποιηθέντος φυτοφαρμάκου, λαμβάνει οὗτος 5.000 δραχ. ἔναντι τῆς ἀξίας ἑνὸς ἀγορασθέντος ψεκαστικοῦ μηχανήματος. Οὕτω αἱ ἐπιδοτήσεις αὗται παύουν πλέον ν’ ἀποτελοῦν ἁπλῆν διανομὴν χρημάτων, ἀλλὰ συμβάλλουν ἀποφασιστικῶς εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν συνθηκῶν παραγωγῆς ἐκλεκτῶν ποιοτικῶς ὀπωροκηπευτικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
θʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Λαγάκου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20704)14.12.1965 ἐγγράφου, δι’ οὗ διαβιβάζεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 769 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Λεων. Λαγάκου, περὶ λήψεως μέτρων προστασίας διὰ τὸ ἐλαιόλαδον κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Ἐλαιόλαδον: Ὡς ἐξηγέλθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ διενεργηθῇ συγκέντρωσις ἐλαιολάδου εἰς τιμὰς 22 δρχ. διὰ τὰ δέκατα, 20 δραχ. διὰ τὸ ὀξύτητος 5% καὶ 17,50 δραχ. διὰ τὸ ὀξύτητος 10% εἰς ἐλαϊκὸν ὀξύ. Αἱ τιμαὶ αὗται εἶναι ἀνώτεραι τῶν περυσινῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον καθορισθῆ ἀντιστοίχως 22 δραχ. 19 καὶ 16,75. Δικαίωμα πρὸς παράδοσιν θὰ ἔχουν οἱ μικροκαλλιεργηταὶ κάτοχοι μέχρι 400 ἐλαιοδένδρων καὶ διὰ ποσότητα μέχρι 600 χιλιογράμμων. Τὰ ἀνωτέρω μέτρα ἐλήφθησαν ἐντὸς τῶν δυνατοτήτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σημειωτέον, ὅτι ἡ διεθνὴς τιμὴ διὰ τὸ ἐλαιόλαδον ραφινὲ εἶναι 650 δολλάρια φὸμπ Ἱσπανικὸν λιμένα. Βάσει τῆς τιμῆς ταύτης ἡ ἀντίστοιχος τιμὴ διὰ τὸ ἐλαιόλαδον ὀξύτητος 5 βαθμῶν εἰς ἀποθήκην Ἑλληνικοῦ λιμένος εἶναι 14,50 δραχ. περίπου. Σπορέλαια–Κρατικὸν μῖγμα: Ἡ παραχθεῖσα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ποσότης ἐλαιολάδου δὲν ἠδυνήθη μόνη της νὰ καλύψῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως καὶ τῶν ἐξαγωγῶν εἰς λιπαρά, δι’ ὃ κατέστη ἀναγκαία ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς τοῦτο ποσοτήτων σπορελαίων. Τελευταίως, βεβαίως, ηὐξήθη ἡ παραγωγὴ ἐλαιολάδου καὶ ἐλπίζεται, ὅτι αὕτη θ’ ἀνέλθῃ ἔτι περισσότερον, συνεπείᾳ τῆς διαδόσεως τῶν ἐλαιοβελτιώσεων καὶ καρποφορίας τῶν νέων φυτειῶν, ὁπότε τὸ θέμα τῆς εἰσαγωγῆς σπορελαίων θ’ ἀντιμετωπίζεται ἀναλόγως. Ἡ κατάργησις ἢ περιορισμὸς τοῦ μίγματος ἐλαιολάδου μετὰ σπορελαίων ἢ πυρηνελαίων ἐξετάζεται εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐξυπηρετηθοῦν καὶ οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ καὶ οἱ καταναλωταί. Σημειωτέον, ὅτι τὸ μῖγμα τοῦτο ἔχει θεσπισθῆ κυρίως διὰ τὴν προστασίαν τῶν οἰκονομικῶς ἀσθενεστέρων καταναλωτῶν. Ἐλαιοπυρῆνες: Βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας ἡ τιμὴ τῶν ἐλαιοπυρήνων καθορίζεται ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους κ.κ. Νομαρχῶν βάσει τῆς περιεκτικότητος τῶν δειγμάτων ἐλαιοπυρήνων εἰς πυρηνέλαιον τῆς τελευταίας ἑξαετίας, τῶν ἐξόδων βιομηχανοποιήσεως καὶ τῆς τιμῆς τοῦ πυρηνελαίου. Συνεπῶς, αὕτη κυμαίνεται ἀπὸ περιφερείας εἰς περιφέρειαν. Διὰ τὴν προστασίαν τῆς τιμῆς τῶν ἐλαιοπυρήνων ἐλήφθη μέριμνα αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν μικροβάθμων πυρηνελαίων, δεδομένου, ὅτι αἱ τιμαὶ τῶν μεγαλοβάθμων (σαπωνοποιΐας) ἔχουν κατέλθει εἰς λίαν χαμηλὰ ἐπίπεδα καὶ ἡ ἀπορρόφησίς των εἶναι δυσχερής. Ἐπίσης θέλει ἐξετασθῆ ἡ λῆψις περαιτέρω μέτρων διὰ τοὺς ἐλαιοπυρῆνας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
ιʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Αὐγερινοῦ. Ἐπὶ τῆς, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20279)9.12.1965 ὑμετέρου, διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Νάκη Αὐγερινοῦ, περὶ λήψεως μέτρων ὑπὲρ τῶν ἐκ βροχοπτώσεων τοῦ μηνὸς Αὐγούστου ἐ.ἔ. ζημιωθέντων σταφιδοπαραγωγῶν τῶν Νομῶν Ἠλείας, Μεσσηνίας καὶ Ζακύνθου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐγένετο ἤδη ὑφ’ ἡμῶν εἰσήγησις πρὸς τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, διὰ τὴν χορήγησιν οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως εἰς τοὺς ὡς ἄνω ζημιωθέντας σταφιδοκαλλιεργητάς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
ιαʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 16776)13923)16.9.1965 ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 204 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση, ἐν σχέσει μὲ τὴν λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν τοῦ Νομοῦ Κυκλάδων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Εἰς τοὺς πληγέντας παραγωγοὺς τῆς νήσου Θήρας, ἐχορηγήθησαν ὑπὸ τῆς ΑΤΕ δάνεια πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀνατραπείσης ἐκ τῶν ζημιῶν οἰκονομίας των. Τὰ δάνεια ὅμως ταῦτα ἦσαν χαμηλότοκα καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία, ὅτι προσηυξήθησαν καὶ εἰς τὸ διπλάσιον. Διὰ τὴν ἐξόφλησιν, ἐξ ἄλλου, τῶν δανείων τούτων, παρεσχέθησαν κατ’ ἐπανάληψιν διευκολύνσεις πληρωμῆς, ἤδη δὲ ὑπήχθησαν εἰς τὴν 8ετῆ ρύθμισιν. Ἡ Τράπεζα, ὡς γνωστόν, πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν Συν)κῶν Ὀργανώσεων χορηγεῖ, ἄνευ περιορισμοῦ τινὸς δάνεια ἐπὶ προσωπικῇ ἢ ἐμπραγμάτῳ ἀσφαλείᾳ πάσης μορφῆς (καλλιεργητικά, μεσομακροπρόθεσμα, ἐπ’ ἐνεχύρῳ, ἁλιευτικὰ κλπ.) καὶ δι’ ὅλους τοὺς σκοποὺς καὶ τὰς καλλιεργείας, συμφώνως πρὸς τὸ καταστατικὸν αὐτῆς καὶ ὑπὸ τὴν βασικὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς παραγωγῆς χρησιμοποιήσεώς των καὶ τῆς κανονικῆς αὐτῶν ἀποδόσεως. Ὡς πρὸς τὸ θιγόμενον, τέλος, θέμα τῆς δημιουργίας ἐν Σύρῳ μονάδος κτηνοτροφῶν, γνωρίζομεν, ὅτι ἐνεκρίθη ἤδη ἀπὸ διμήνου ἡ χορήγησις εἰς τὴν Ἕνωσιν Συν)σμῶν Σύρου ἀναλόγου μεσ)σμου δανείου διὰ τὴν ἀγορὰν καὶ ἐγκατάστασιν καταλλήλων μηχανημάτων (σπαστῆρος καὶ ἀναμικτῆρος ζωοτροφῶν κλπ.). Μέσῳ τῶν Ὑποκαταστημάτων τῆς ΑΤΕ διατίθενται εἰς τοὺς κτηνοτρόφους τῆς περιφερείας Ν. Κυκλάδων ζωοτροφαὶ Δημοσίου, ἐπὶ πιστώσει καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 2,35 δρχ. κατὰ χιλιόγραμμον. Ἐπίσης ἡ Δ)νσις Γεωργίας Ν. Ἀττικῆς θέτει ἕκαστον μῆνα εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Δ)νσεως Γεωργίας Ν. Κυκλάδων ποσότητα πιτύρων ἐκ τῶν δεσμευομένων τοιούτων τῆς περιφερείας Ἀττικῆς, ἵνα κατανεμηθῶσι βάσει διατακτικῶν εἰς δικαιούχους κτηνοτρόφους τῆς περιοχῆς Ν. Κυκλάδων. Διὰ τὴν καλυτέραν ὀργάνωσιν τῆς ἀξιοποιήσεως καὶ ἐμπορίας τοῦ ἀγελαδινοῦ γάλακτος εἰς τὴν νῆσον Σῦρον, ἱδρύθη ἐργοστάσιον γάλακτος μὲ φορέα τὴν Ἕνωσιν Συνεταιρισμῶν Σύρου. Ἡ δαπάνη ἱδρύσεως τοῦ ἐργοστασίου ἀνελθοῦσα εἰς δρχ. 4.000.000, ἐκαλύφθη κατὰ 30% δι’ ἐπιδοτήσεως ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ προγράμματος Δημοσίων Ἐπενδύσεων καὶ κατὰ τὸ ὑπόλοιπον διὰ μακροπροθέσμου δανείου τῆς ΑΤΕ. Ἐπίσης ἱδρύθησαν Συν)κὰ Τυροκομεῖα εἰς Νάξον καὶ Πάρον, ἐπιδοτηθέντα κατὰ 30%. Τὸ ἀγελαδινὸν γάλα τὸ προσκομιζόμενον ὑπὸ τῶν παραγωγῶν εἰς τὰ Συν)κὰ Γαλακτοκομεῖα–Τυροκομεῖα ἐπιδοτεῖται διὰ ποσοῦ μέχρι 0,60 δραχ. κατὰ χιλιόγραμμον πρὸς ἐξόφλησιν τιμῆς 2,70 δραχ. κατὰ χιλιόγραμμον εἰς τοὺς παραγωγούς. Διὰ τὴν προστασίαν τῆς παραγωγῆς τῆς κριθῆς τοῦ Νομοῦ Κυκλάδων (ὡς καὶ ἁπάσης τῆς χώρας), διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 145863)4105)ἐγκ. 1449)23.6.65 ἀποφάσεως ἡμῶν ἀπεφασίσθη ἡ συγκέντρωσις ἁπασῶν τῶν προσφερομένων ποσοτήτων κριθῆς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἐν λόγῳ συγκέντρωσις ἤρξατο ἀφ’ ἧς ἐξεδόθη ἡ ἀνωτέρω ἀπόφασις. Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῆς ἀσφαλίσεως τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, γνωρίζομεν τὰ ἑξῆς: Διὰ τοῦ Ν. 4169)61 ἐθεσπίσθη, ὡς γνωστόν, ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις τῶν ἀγροτῶν καὶ κατὰ τοῦ κινδύνου τῶν ζημιῶν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ἐκ παγετοῦ καὶ χαλάζης. Ὁ χαρακτὴρ τῆς ἀσφαλίσεως ταύτης εἶναι καθαρῶς ἀποζημιωτικός, παρέχεται ὑπὸ τοῦ Ο.Γ.Α. χρηματικὴ ἀποζημίωσις διὰ ζημίας προξενουμένας εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν ἀποδεδειγμένως ἐκ χαλάζης καὶ παγετοῦ, ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν προϋποθέσεων τοῦ οἰκείου Κανονισμοῦ. Ὁ Κανονισμὸς ἀσφαλίσεως ὑπὸ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς συνετάγη, ἐψηφίσθη καὶ ἐξεδόθη ἀφοῦ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Ν. 4169)61, αἱ οἰκονομικαὶ δυνατότητες τοῦ Ο.Γ.Α., ἡ Ἑλληνικὴ καὶ διεθνὴς πρακτικὴ καὶ πεῖρα ἐπὶ τῶν γεωργικῶν ἀσφαλειῶν. Ἐν ὄψει τῶν δεδομένων τούτων καθωρίσθησαν τὰ ποσοστὰ ἀποζημιώσεως ἐκ χαλάζης, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ προαναφερθέντος Κανονισμοῦ εἰς εὔλογον ὕψος, ἤτοι 70– 100%. Συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν παρ. 1 καὶ 2 τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ὡς ἄνω Κανονισμοῦ, ὡς αὗται ἀντικατεστάθησαν ὑπὸ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 90220)4406)1964 ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ Γεωργίας (ΦΕΚ 193)Β)27.5.64) καθωρίσθησαν καὶ ποσοστὰ ἀποζημιώσεως ἐκ παγετοῦ κατὰ κλιμάκια ζημίας διὰ μὲν τὰς ἀροτριαίας καλλιεργείας καὶ λαχανοκηπευτικὰ ἀπὸ 30–60%, διὰ δὲ τὰς δενδρώδεις καλλιεργείας ἀπὸ 40–70%. Σημειοῦμεν, ὅτι διὰ τὸν παγετὸν εἰδικῶς ἡ ΑΤΕ εἰς τὰς σπανίας περιπτώσεις καθ’ ἃς ἠσφάλιζε τοῦτον, ἀντὶ σοβαροῦ ἀσφαλίστρου του δὲν ἐκάλυπτε ποσοστὸν πέραν τοῦ 40%. Σημειοῦμεν ὡσαύτως, ὅτι ἡ ἀσφάλισις τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς κατὰ χαλάζης καὶ παγετοῦ ἀπετέλεσε μέγα καὶ ἐπικίνδυνον ἐγχείρημα ὡς θεσμὸς καθολικῆς καὶ αὐτομάτου ἀσφαλίσεως ἄνευ ἀσφαλίστρου καὶ ἄνευ ἀσφαλιστηρίου συμβολαίου, ἐὰν δὲ ἡ πραγματοποίησίς της δὲν ἐνεφάνισε κινδύνους τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ὁ σχετικὸς Κανονισμὸς ἐθεμελιώθη ὀρθῶς ἀπὸ σχετικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀπόψεως, ἡ δὲ ἐφαρμογή του γίνεται κατὰ τρόπον ἀπολύτως ἀντικειμενικόν. Πάντως τὰ προβλήματα τοῦ κλάδου ἀσφαλίσεως χαλάζης καὶ παγετοῦ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς, τὴν Διοίκησιν καὶ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ο.Γ.Α. Ἐν ὄψει τῆς ἀποκτωμένης πείρας καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀντοχῆς τοῦ Ο.Γ.Α. θέλουν πιθανῶς ἐπέλθει αἱ ἀναγκαῖαι τροποποιήσεις εἰς τὸν σχετικὸν Κανονισμόν. Πρὸς τοῦτο, ὅμως, ἀπαιτεῖται πάροδος χρόνου, ἐξασφαλίσεως τῶν ἀναγκαίων οἰκονομικῶν μέσων καὶ ἑδραίωσις τῆς ἀσφαλιστικῆς συνειδήσεως παρὰ τοῖς ἀσφαλιζομένοις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
ιβʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Βαρβιτσιώτη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20269)9.12.65 ἐγγράφου, δι’ οὗ διαβιβάζεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 705 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Βαρβιτσιώτη, περὶ λήψεως μέτρων προστασίας διὰ τὸ ἐλαιόλαδον κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν τὰ κάτωθι: Ἐλαιόλαδον: Ὡς ἐξηγγέλθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ διενεργηθῇ συγκέντρωσις ἐλαιολάδου εἰς τιμὰς 22 δραχ. διὰ τὰ δέκατα, 20 δραχ. διὰ τὸ ὀξύτητος 5% καὶ 17,50% διὰ τὸ ὀξύτητος 10% εἰς ἐλαϊκὸν ὀξύ. Αἱ τιμαὶ αὗται εἶναι ἀνώτεραι τῶν περυσινῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον καθορισθῆ ἀντιστοίχως 22 δραχ., 19 καὶ 16,75. Δικαίωμα πρὸς παράδοσιν θὰ ἔχουν οἱ μικροκαλλιεργηταὶ κάτοχοι μέχρι 400 ἐλαιοδένδρων καὶ διὰ ποσότητα μέχρι 600 χιλιογράμμων. Τὰ ἀνωτέρω μέτρα ἐλήφθησαν ἐντὸς τῶν δυνατοτήτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σημειωτέον ὅτι ἡ διεθνὴς τιμὴ διὰ τὸ ἐλαιόλαδον ραφινὲ εἶναι 650 δολλ. φὸμπ Ἱσπανικὸν λιμένα, ἡ ἀντίστοιχος δὲ τιμὴ ἐλαιολάδου ὀξύτητος 5ο ἀποθήκας Ἑλληνικοῦ λιμένος εἶναι 14,50 δραχ. περίπου. Ἐλαιοπυρῆνες: Ἡ τιμὴ τῶν ἐλαιοπυρήνων καθορίζεται δυνάμει τοῦ Ν.Δ. 2686)53 καὶ ἄρθρ. 1 Ν. 3004)54 ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους κ.κ. Νομαρχῶν βάσει τῆς περιεκτικότητος τῶν δειγμάτων ἐλαιοπυρήνων εἰς πυρηνέλαιον τῆς τελευταίας ἑξαετίας, τῶν ἐξόδων βιομηχανοποιήσεως καὶ τῆς τιμῆς τοῦ πυρηνελαίου, συνεπῶς αὕτη κυμαίνεται ἀπὸ περιφερείας εἰς περιφέρειαν. Διὰ τὴν προστασίαν τῆς τιμῆς τῶν ἐλαιοπυρήνων ἐλήφθη μέριμνα αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν μικροβάθμων πυρηνελαίων, δεδομένου ὅτι αἱ τιμαὶ τῶν μεγαλοβάθμων (σαπωνοποιΐας) ἔχουν κατέλθει εἰς λίαν χαμηλὰ ἐπίπεδα καὶ ἡ ἀπορρόφησίς των εἶναι δυσχερής. Ἐπίσης θέλει ἐξετασθῆ ἡ λῆψις περαιτέρω μέτρων διὰ τοὺς ἐλαιοπυρῆνας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
ιγʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κλ. Δαμιανοῦ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19446)16074)25.11.1965 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 624 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Κλ. Δαμιανοῦ, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν Νεροφράκτου Δράμας ἐκ τόκων ἐπὶ ὀφειλῆς των πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ τιμήματος παραχωρηθέντος αὐτοῖς γεωργικοῦ κλήρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι νῦν λόγῳ τῆς ἰσχυούσης Νομοθεσίας, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἱκανοποίησις τοῦ ἐν λόγῳ αἰτήματος. Πάντως τὸ θέμα τοῦτο ἐξετάζεται ἐν συνεννοήσει μὲ τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν (Γενικὸν Λογιστήριον τοῦ Κράτους) πρὸς ἐξεύρεσιν ἱκανοποιητικῆς διὰ τοὺς κληρούχους λύσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Λεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΚΩΣΤΗΣ
ιδʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Τσιάρα καὶ Γ. Πανάγου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18001)14898)25.10.1965 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡ κατατεθεῖσα ὑμῖν ὑπ’ ἀριθ. 390 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Τσιάρα καὶ Γ. Πανάγου, ἐν σχέσει μὲ τὴν κατάργησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1029)1954 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κυρωθείσης διὰ τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ Ν. 3194)55, δι’ ἧς οἱ εἰς παραμεθορίους περιοχὰς αἰτοῦντες γεωργικὴν ἀποκατάστασιν, ὑποχρεοῦνται μεταξὺ τῶν ἄλλων δικαιολογητικῶν, νὰ προσκομίσωσι καὶ βεβαίωσιν τῆς ἁρμοδίας Ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, ὅτι δὲν ὑπάρχει διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τούτων ἀντίρρησις ὑπαγορευομένη ἐκ λόγων Ἐθνικῆς Ἀσφαλείας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον εἰς καταρτισθὲν νομοσχέδιον περιέλαβεν διάταξιν, δι’ ἧς καταργεῖται ἡ ὡς ἄνω Πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς πρὸς τὴν προαναφερθεῖσαν ὑποχρέωσιν τῶν αἰτούντων γεωργικὴν ἀποκατάστασιν εἰς παραμεθορίους περιοχάς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Λεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΚΩΣΤΗΣ
ιεʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Καρατζένη, Α. Τσιάρα, Σ. Ἡλιοπούλου, Ν. Σκοπούλη, Λ. Κύρκου, Ε. Σακελλάρη καὶ Ξ. Γρηγόρη. Ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων τῶν ὡς ἄνω κ.κ. βουλευτῶν σχετικῶς μὲ τὴν προστασίαν τῶν ἑσπεριδοκαλλιεργητῶν τῆς χώρας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίζει τὸ θέμα τῆς προστασίας τῶν ἑσπεριδοειδῶν ἐν τῷ συνόλῳ του. Πρὸς τοῦτο συνέστησεν Ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων Γεωργίας καὶ Ἐμπορίου καὶ ἐκπροσώπων τῶν φόρτων ἐξαγωγῆς καὶ Συν)κῶν ὀργανώσεων διὰ τὴν παρακολούθησιν καὶ ἐνημέρωσιν τῶν ἑσπεριδοκαλλιεργητῶν ἐπὶ τῶν τιμῶν τοῦ προϊόντος των καὶ τῶν τάσεων τῆς διεθνοῦς ἀγορᾶς. Παραλλήλως ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς πορείας τῆς ἐξελίξεως τῶν τιμῶν παραστῇ ἀνάγκη συγκρατήσεως τούτων ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα διὰ τῆς λήψεως τῶν ἐνδεδειγμένων μέτρων, ὡς ρυθμιστικὴν ἐπέμβασιν καὶ χορήγησιν ἐπιδοτήσεως ἐντὸς τῶν δυνατοτήτων τοῦ Κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὴν τρέχουσαν περίοδον καταβάλλονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἰδιαίτεραι προσπάθειαι αὐξήσεως τοῦ ποσοστοῦ τῶν ἐξαγωγῶν ἑσπεριδοειδῶν εἰς τὰς ἀγορὰς ἐλευθέρου συναλλάγματος καὶ ἑδραιώσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἑσπεριδοειδῶν εἰς τὰς ἀγορὰς ταύτας καὶ δὴ εἰς τὰς ἀγορὰς Κρατῶν– Μελῶν τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς. Ἐξ ἄλλου ἡ ληφθεῖσα ἀπόφασις ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ΕΟΚ περὶ καθορισμοῦ τιμῆς συγκρίσεως (PRIX DE REPERENCE) τῶν ὀμφαλοφόρων πορτοκαλίων τῶν προερχομένων ἀπὸ τρίτας χώρας ἀνοίγει εὐμενεῖς προοπτικὰς διαθέσεως τούτων πρὸς τὸν χῶρον τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινότητος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
ιστʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ξ. Γρηγόρη, Ν. Σκοπούλη καὶ Ε. Σακελλάρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20492)1.12.65 ἐγγράφου, σχετικῶς μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 727 ἐρώτησιν, ἀναφερομένην εἰς τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς τὸν ἐφοδιασμὸν τῆς περιφερείας Αἰτωλοακαρνανίας δι’ ἐπαρκῶν ζωοτροφῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Κατ’ ἀρχὴν ἡ παρατηρηθεῖσα γενικῶς κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον ἔλλειψις ζωοτροφῶν λόγῳ μὴ εἰσαγωγῆς αὐτῶν ὀφείλεται εἰς τὴν μὴ ἔγκαιρον λῆψιν τῶν καταλλήλων μέτρων ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος εἶχεν ἐπιστηθῆ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἡ προσοχὴ τῶν ἁρμοδίων. Διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀμέσων καὶ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῆς Κτηνοτροφίας τῆς Χώρας γενικῶς μέχρι τῆς κομίσεως τῶν ἐκ τῶν τακτικῶν δημοπρασιῶν ἐξασφαλισθέντων φορτίων ἐλήφθησαν ὑφ’ ἡμῶν τὰ ἀκόλουθα μέτρα: α) Ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὴν ΑΤΕ νὰ χορηγῇ ἐγκαίρως ηὐξημένα κτηνοτροφικὰ δάνεια πρὸς προμήθειαν ὑπὸ τῶν κτηνοτρόφων ζωοτροφῶν ἐγχωρίου παραγωγῆς. 6) Δι’ ἀποφάσεως τοῦ Κ.Ο.Σ. διετέθη ποσότης 100.000 τόννων σίτου κατωτέρων ποιοτήτων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Κτηνοτροφίας καὶ εἰς τὴν μειωμένην τιμὴν τῶν 2,10 δραχμῶν κατὰ χιλιόγραμμον. Ἤδη ἐκ τῆς ὡς ἀνωτέρω ποσότητος κατενεμήθησαν εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ κέντρα τῆς Χώρας ὡς καὶ τὰ ἀστικὰ τοιαῦτα 35.000 τόννοι περίπου. γ) Κατενεμήθη εἰς τὰ Ὑποκαταστήματα ΑΤΕ ὁλοκλήρου τῆς χώρας διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Κτηνοτροφίας ποσότης 18.400 τόννων κριθῆς προερχομένη ἐκ τῆς διενεργηθείσης συγκεντρώσεως. δ) Ἐζητήθη ἡ ὁλοκληρωτικὴ δέσμευσις ὑπὲρ τῆς Κτηνοτροφίας τῶν ὑπὸ τῶν Κυλινδρομύλων τῆς Χώρας παραγομένων πιτύρων. Τελικῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου ἐγένετο δέσμευσις κατὰ 80%. Κατόπιν τῆς διεξαγωγῆς τακτικῶν δημοπρασιῶν ἐξησφαλίσθη ἡ κόμισις φορτίων συνολικῆς ποσότητος 150.000 τόννων περίπου ζωοτροφῶν ἐντὸς τῆς περιόδου τῶν μηνῶν Δεκεμβρίου 1965 καὶ Ἰανουαρίου–Φεβρουαρίου ἐλευσομένου ἔτους. Τὸ πρῶτον ἐκ τῶν ἐν λόγῳ φορτίων ἐξ 24.000 τόννων ἀραβοσίτου ἤδη ἐκομίσθη εἰς τὸν λιμένα τοῦ Πειραιῶς. Εἰδικώτερον διὰ τὴν περιφέρειαν Ν. Αἰτωλοακαρνανίας ἐλήφθησαν τὰ ἀκόλουθα μέτρα: 1) Περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου 1965 κατενεμήθησαν καὶ ἀπεστάλησαν 380 τόννοι ἀραβοσίτου. 2) Ἐντὸς τοῦ φθινοπώρου κατενεμήθησαν καὶ ἀπεστάλησαν 700 τόννοι κριθῆς συγκεντρώσεως. 3) Ἐπίσης κατενεμήθησαν 500 τόννοι σίτου κτηνοτροφίας καὶ 150 τόννοι ἀραβοσίτου κατὰ τὴν περίοδον Νοεμβρίου–Δεκεμβρίου 1965. 4) Τέλος ἐκ τοῦ κομισθέντος καὶ κομιζομένων φορτίων ἀραβοσίτου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ κατενεμήθησαν 1700 τόννοι, Μέρος τῆς ποσότητος ταύτης ἤδη προωθεῖται εἰς τὴν ἐν λόγῳ περιοχήν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
ιζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Σκοπούλη καὶ Ε. Σακελλάρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20491)11.12.65 ἐγγράφου, σχετικῶς μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 726 ἐρώτησιν, ἀναφερομένην εἰς τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς ἐφοδιασμὸν τῆς περιφερείας Ν. Ἰωαννίνων δι’ ἐπαρκῶν ζωοτροφῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Κατ’ ἀρχὴν ἡ παρατηρηθεῖσα γενικῶς κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον ἔλλειψις ζωοτροφῶν λόγῳ μὴ εἰσαγωγῆς αὐτῶν ὀφείλεται εἰς τὴν μὴ ἔγκαιρον λῆψιν τῶν καταλλήλων μέτρων ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος εἶχεν ἐπιστηθῆ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἡ προσοχὴ τῶν ἁρμοδίων. Διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀμέσων καὶ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῆς Κτηνοτροφίας τῆς Χώρας γενικῶς μέχρι τῆς κομίσεως τῶν ἐκ τῶν τακτικῶν δημοπρασιῶν ἐξασφαλισθέντων φορτίων ἐλήφθησαν ὑφ’ ἡμῶν τὰ ἀκόλουθα μέτρα: α) Ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὴν ΑΤΕ νὰ χορηγῇ ἐγκαίρως ηὐξημένα κτηνοτροφικὰ δάνεια πρὸς προμήθειαν ὑπὸ τῶν κτηνοτρόφων ζωοτροφῶν ἐγχωρίου παραγωγῆς. β) Δι’ ἀποφάσεως τοῦ Κ.Ο.Σ. διετέθη ποσότης 100.000 τόννων σίτου κατωτέρων ποιοτήτων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Κτηνοτροφίας καὶ εἰς τὴν μειωμένην τιμὴν τῶν 2,10 δραχμῶν κατὰ χιλιόγραμμον. Ἤδη ἐκ τῆς ὡς ἀνωτέρω ποσότητος κατενεμήθησαν εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ κέντρα τῆς Χώρας ὡς καὶ τὰ ἀστικὰ τοιαῦτα 35.000 τόννοι περίπου. γ) Κατενεμήθη εἰς τὰ Ὑποκαταστήματα ΑΤΕ ὁλοκλήρου τῆς χώρας διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Κτηνοτροφίας ποσότης 18.400 τόννων κριθῆς προερχομένη ἐκ τῆς διενεργηθείσης συγκεντρώσεως. δ) Ἐζητήθη ἡ ὁλοκληρωτικὴ δέσμευσις ὑπὲρ τῆς Κτηνοτροφίας τῶν ὑπὸ τῶν Κυλινδρομύλων τῆς Χώρας παραγομένων πιτύρων. Τελικῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου ἐγένετο δέσμευσις κατὰ 80%. Κατόπιν τῆς διεξαγωγῆς τακτικῶν δημοπρασιῶν ἐξησφαλίσθη ἡ κόμισις φορτίων συνολικῆς ποσότητος 150.000 τόννων περίπου ζωοτροφῶν ἐντὸς τῆς περιόδου τῶν μηνῶν Δεκεμβρίου ἐ.ἔ. καὶ Ἰανουαρίου–Φεβρουαρίου ἐλευσομένου ἔτους. Τὸ πρῶτον ἐκ τῶν ἐν λόγῳ φορτίων ἐξ 24.000 τόννων ἀραβοσίτου ἤδη ἐκομίσθη εἰς τὸν λιμένα τοῦ Πειραιῶς. Εἰδικώτερον διὰ τὴν περιφέρειαν Ν. Ἰωαννίνων ἐλήφθησαν τὰ ἀκόλουθα μέτρα: 1) Περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. κατενεμήθησαν καὶ ἀπεστάλησαν 1500 τόννοι ἀραβοσίτου. Ἐντὸς τοῦ Φθινοπώρου κατενεμήθησαν καὶ ἀπεστάλησαν 500 τόννοι κριθῆς. Ἐπίσης ἀπεστάλησαν 800 τόννοι σίτου κτηνοτροφίας καὶ 150 τόννοι σόργου κατὰ τὴν περίοδον Νοεμβρίου–Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. 4) Τέλος ἐκ τοῦ κομισθέντος καὶ κομιζομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ φορτίων ἀραβοσίτου κατενεμήθησαν 1500 τόννοι. Μέρος τῆς ποσότητος ταύτης ἤδη προωθεῖται εἰς τὴν ἐν λόγῳ περιοχήν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
ιηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Π. Δούκα, Α. Τσιάρα καὶ Ε. Σακελλάρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18869)15627)15.11.65 ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 531 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Π. Δούκα, Α. Τσιάρα καὶ Ε. Σακελλάρη, περὶ λήψεως μέτρων ὑπὲρ τῶν πληγέντων ἐκ παγετοῦ ἀμπελουργῶν Ροδόπης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: 1) Αἱ ἐκτιμήσεις τῶν ἐκ παγετοῦ ζημιῶν τῶν προξενηθεισῶν εἰς τὰς ἀμπέλους τῆς περιοχῆς τοῦ Νομοῦ Ροδόπης κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον διενεργήθησαν ἤδη παρὰ γεωπόνων —ἐκτιμητῶν, κοινοποιηθέντος καὶ τοῦ σχετικοῦ πίνακος εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Μετὰ ταῦτα θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ ὑπὸ τοῦ οἰκείου κανονισμοῦ προβλεπομένη διαδικασία: Ἤτοι ἐκκαθάρισις καὶ ἀποστολὴ τῶν ποσῶν ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς δικαιούχους διὰ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν. 2) Ὡς ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τῆς ΑΤΕ οἱ ἀμπελῶνες οἱ πέριξ τῆς Κομοτηνῆς ὑπέστησαν ποιοτικὴν ζημίαν ἐκ τοῦ παγετοῦ, δι’ ὃ καὶ ἠναγκάσθησαν οἱ ἰδιοκτῆται, κατὰ κανόνα ἐπαγγελματίαι, ἀστοί, νὰ ἐπισπεύσουν τὸν τρυγητόν. Τὸ Ὑποκατάστημα ΑΤΕ Κομοτηνῆς, ἅμα τῇ παραλαβῇ παρ’ αὐτοῦ ἀντιγράφων καταστάσεων ἐξατομικεύσεως τῶν ὡς ἄνω ζημιῶν ὑπὸ τοῦ ΟΓΑ καὶ βάσει καὶ τῶν συγκεντρωθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑποκαταστήματος καὶ τῆς Τεχνικῆς Ὑπηρεσίας στοιχείων θὰ παράσχῃ εἰς τοὺς τυχὸν πληγέντας διευκολύνσεις διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν συναφῶν δανείων των καὶ θὰ ἐνισχύσῃ τούτους διὰ τὴν συνέχισιν τῶν καλλιεργειῶν, πάντως ἐντὸς τῆς δυναμικότητός των, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει καὶ τῶν ἑτέρων εἰσοδημάτων τῶν ζημιωθέντων, ὡς καὶ τῆς καταβληθησομένης ὑπὸ τοῦ ΟΓΑ ἀποζημιώσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
ιθʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη, Μ. Καραγιώργη καὶ Δ. Παπανικολάου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18193)15017)1.11.65 ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 414 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη, Μ. Καραγεώργη καὶ Δ. Παπανικολάου περὶ χορηγήσεως δανείου ἐξ 1.000.000 δρχ. εἰς τὴν Κοινότητα Βερδικούσης Ἐλασσόνος, πρὸς ἐξαγορὰν δασικῆς περιοχῆς ἐκ 3000 στρεμμάτων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ὡς ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τῆς ΑΤΕ κατ’ ἀρχὴν εἶχεν ἐνδιαφερθῆ διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῆς ἐν λόγῳ ἐκτάσεως ὁ Γεωργοκτηνοτροφικὸς Συνεταιρισμὸς Βερδικούσης, ὅστις ὅμως παρῃτήθη ἐγγράφως ἀπὸ τοῦ ἐν λόγῳ αἰτήματός του ὑπὲρ τῆς Κοινότητος Βερδικούσης. Ἡ Κοινότης Βερδικούσης ἀφοῦ εἰσέπραξε προκαταβολὰς ἀπὸ 1500 κτηνοτρόφους συνολικοῦ ποσοῦ δραχ. 900.000 προέβη εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς ἐκτάσεως, ὑπογράψασα πρὸς τοῦτο τὸ ὑπ’ ἀριθ. 23284)23.7.65 συμβόλαιον, διὰ τῆς καταβολῆς τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ (900.000 δρχ.) εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ τῆς ἀναλήψεως συμβολαιογραφικῆς ὑποχρεώσεως καταβολῆς τοῦ ὑπολοίπου ἐξ 100.000 δραχμῶν ἐντὸς 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Συμβολαίου. Ἡ Κοινότης ὑπέβαλεν ἐν συνεχείᾳ τούτων, πρὸς τὸ Ὑποκατάστημα ΑΤΕ Ἐλασσόνος, μόλις τὴν 3.11.1965 αἴτησιν δανεισμοῦ της διὰ ποσὸν δρχ. 1.000.000, ἥτις αἴτησις καὶ ἐξετάζεται παρὰ τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν τῆς ΑΤΕ καὶ θέλει ὑποβληθῆ εἶτα πρὸς λῆψιν ἐντεῦθεν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Πιστώσεων τῆς ΑΤΕ, σχετικῆς ἀποφάσεως. Σχετικῶς, αἱ περιφερειακαὶ Ὑπηρεσίαι τῆς ΑΤΕ, σὺν τοῖς ἄλλοις, θὰ ἐλέγξουν τοὺς τίτλους κυριότητος ἀγορασθείσης ἐκτάσεως καὶ ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, δὲν ὑπάρχει νομικὸν κώλυμα, θὰ προβοῦν εἰς ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας καὶ ἵνα διαπιστωθῇ, ὅτι ἡ ἀγορὰ κρίνεται συμφέρουσα διὰ τὴν ἀγοράστριαν Κοινότητα καὶ ὅτι ἐξασφαλίζεται ἡ ὁμαλὴ ἐξυπηρέτησις τοῦ τυχὸν χορηγηθησομένου δανείου ἐκ τῶν καθαρῶν προσόδων τῆς ἀγορασθείσης ἐκτάσεως. Τέλος, ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὰς περιφερειακὰς ὑπηρεσίας τῆς ΑΤΕ, ὅπως ἐξετάσουν τάχιστα τὴν ὡς ἄνω αἴτησιν τῆς Κοινότητος καὶ ὑποβάλουν τὰ σχετικὰ στοιχεῖα καὶ προτάσεις εἰς τὴν ΑΤΕ, διὰ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν σύντομον λῆψιν ἀποφάσεως παρὰ τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς Πιστώσεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
ΧΡ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
κʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Γραφάκου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19381)16028)24.11.65 ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 67)619)22.11. 1965 ἐρώτησις καὶ αἴτησις καταθέσεως ἐγγράφων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ὡς προκύπτει ἐξ ἀποσταλέντος ἡμῖν ἐνυπογράφου σημειώματος ὑπὸ τοῦ Ὑποδιοικητοῦ τῆς ΑΤΕ κ. Α. Πεπελάση, ἡ πρὸς τὸν τέως Πρωθυπουργὸν κ. Γ. Παπανδρέου ἐπιστολή του, εἶχε προσωπικὸν χαρακτῆρα καὶ δὲν ἀφεώρα τὴν ΑΤΕ ἢ τοὺς Συν)σμούς. Κατὰ συνέπειαν, δοθέντος τοῦ προσωπικοῦ χαρακτῆρος τῆς ἐπιστολῆς, αὕτη δὲν δύναται νὰ κατατεθῇ, ὡς μὴ ὑφισταμένη εἰς τὴν ἐπίσημον ἀλληλογραφίαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
καʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Παπαχρήστου. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 640)27.11.65 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀθαν. Παπαχρήστου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Ἡ Κοινοπραξία Ἰδιωτικῶν Φυτωρίων Ἀντιφυλλοξηρικῶν (ΚΙΦΑΚ) ἐζήτησεν ἁρμοδίως τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν πωλήσεως τῶν ἐρρίζων κλημάτων εἰς δρχ. 4 τῶν ἐμβολιασμένων δι’ οἰνοποιησίμων ποικιλιῶν καὶ 4,70 τῶν ἐπιτραπεζίων, τῶν δὲ ἁπλῶν ἐρρίζων εἰς δρχ. 1,70 λόγῳ αὐξήσεως πλείστων συντελεστῶν κόστους παραγωγῆς αὐτῶν. Ἡ Ὑπηρεσία, μετ’ ἐνδελεχῆ ἔρευναν ἁπάντων τῶν συντελεστῶν διαμορφώσεως τοῦ κόστους παραγωγῆς τῶν ἐρρίζων κλημάτων, ἀπεδέχθη ἐπελθούσας μεταβολὰς (αὐξήσεις) εἴς τινας τῶν συντελεστῶν καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τῶν ἡμερομισθίων, ἀπέρριψε δὲ ἑτέρας ἐπιπτώσεις ἐπὶ τοῦ κόστους, ἃς ἐπεκαλοῦντο οἱ φυτωριοῦχοι, ὡς ἀβασίμους. Οὕτω, βάσει ἀντικειμενικῶν κριτηρίων καὶ μετὰ μείωσιν τοῦ ποσοστοῦ κέρδους αἱ ἀνώταται τιμαὶ πωλήσεως διεμορφώθησαν ὡς κάτωθι καὶ οὐχὶ ὡς ἀνακριβῶς ἀναγράφεται εἰς τὴν ἐρώτησιν περὶ διπλασιασμοῦ τῶν τιμῶν. Ἔρριζα ἐμβολιασμένα δρχ. 4 κατὰ τεμ. ἔναντι 3,30. Ἔρριζα ἁπλᾶ δρχ. 1,50 κατὰ τεμ. ἔναντι 1,13. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπιδότησιν ἐπὶ τῆς ἀναμπελώσεως τῆς Ἀττικῆς σημειοῦται, ὅτι κατὰ τὸ λῆγον ἔτος 1965 ἡ διδομένη ἐπιδότησις διὰ τὴν ἀναμπέλωσιν ηὐξήθη εἰς 320 δρχ. κατὰ στρέμμα ἔναντι 305 δρχ. τοῦ παρελθόντος ἔτους 1964 ἀντιμετωπίζεται δὲ ἡ ἔτι περαιτέρω ηὐξημένη ἐπιδότησις διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος διαταχθείσης ἤδη τῆς ὑπηρεσίας ὅπως συνεργασθῇ μετὰ τῶν ἐκπροσώπων τῶν Συν)σμῶν Ὀργανώσεως ἐπὶ τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν πρώτης ἐγκαταστάσεως τοῦ ἀμπελῶνος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
κβʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Γραφάκου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18857)15615)15.11.65 ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 518 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Γραφάκου σχετικῶς μὲ τὴν ρύθμισιν τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν τῶν ἐτῶν 1963 καὶ 1964, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι νέα ρύθμισις πέραν τῆς γενομένης, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 212)13.12.63 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ρυθμίσεως τῶν μέχρι 31.12.1963 ληξιπροθέσμων ἀγροτικῶν χρεῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἡ ΑΤΕ πάντως κατὰ παλαιὰν τακτικήν, παρέχει πλείστας διευκολύνσεις εἰς τοὺς ἀναιτίως καθυστεροῦντας τὰς ὀφειλὰς τῶν ὀφειλετῶν αὐτῆς. Οὕτω εἰς τοὺς μὴ δυναμένους ἀποδεδειγμένως νὰ ἐξοφλήσωσι τὰ χρέη των παρέχεται ἀναστολὴ ἐξοφλήσεως καὶ λαμβάνεται ἐν ταὐτῷ μέριμνα μὴ ἐπιβαρύνσεώς των διὰ τόκων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
κγʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη, Μ. Καραγιώργη καὶ Δ. Παπανικολάου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 17661)15.10.65 ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 334)12.10.65 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη, Μ. Καραγιώργη κλπ., σχετικῶς μὲ τὸ ἐν περιλήψει θέμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἑξῆς: 1) Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 αἴτημα σχετικῶς μὲ ἐκτίμησιν προξενηθεισῶν ζημιῶν ἐκ τῆς χαλαζοπτώσεως τῆς 6.10.1965 εἰς τὰς ἀμπέλους τῆς Κοινότητος Ραψάνης – Λαρίσης, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι αἱ ἐκτιμήσεις διενηργήθησαν ὑπὸ γεωπόνων ἐκτιμητῶν τοῦ ΟΓΑ ἀπὸ τῆς 8.10.1965 ἤτοι μετὰ διήμερον ἀπὸ τοῦ ζημιογόνου γεγονότος. Οἱ σχετικοὶ πίνακες ἐκτιμήσεως ἐκοινοποιήθησαν εἰς τὸν ἀνταποκριτὴν ΟΓΑ τῆς ὡς ἄνω Κοινότητος τὴν 20.10.1965. Ἤδη, ὁ ὀργανισμὸς γεωργικῶν ἀσφαλίσεων ὡς ἐγνώρισεν ἡμῖν εὑρίσκεται εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀποστολῆς τῶν ἀσφαλιστικῶν ἀποζημιώσεων εἰς τοὺς δικαιούχους δι’ ἀτομικῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν. 2) Ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἀναστολῆς ἐξοφλήσεως τῶν πρὸς τὴν ΑΤΕ χρεῶν γνωρίζομεν, ὅτι τὸ ὑποκατάστημα τῆς ΑΤΕ Λαρίσης, βάσει τῶν γενομένων ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν του διαπιστώσεων ὡς πρὸς τὰς ἐν λόγῳ ζημίας καὶ βάσει τῶν στοιχείων ἐξατομικεύσεως τῶν ἐκ τῆς χαλάζης ζημιῶν ὑπὸ τοῦ ΟΓΑ θὰ παράσχῃ εἰς τοὺς σοβαρῶς πληγέντας ὀφειλέτας του τὰς ἀναγκαίας διευκολύνσεις διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν συναφῶν δανείων των καὶ θὰ ἐπανενισχύσῃ ἐν καιρῷ τούτους κατὰ τὴν παγίως ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἀκολουθουμένην εἰς παρομοίας περιπτώσεις ζημιῶν τακτικήν, λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν ἐν γένει κατάστασιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν ζημιωθέντων καὶ τὴν πρὸς πληρωμὴν συνεπείᾳ τῶν ζημιῶν δυναμικότητός των, ὡς καὶ τὴν εἰσπραχθησομένην ὑπὸ τοῦ ΟΓΑ ἀποζημίωσιν. 3) Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς χαμηλοτόκου δανειοδοτήσεως τῶν πληγέντων παραγωγῶν τῆς περιοχῆς, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι χαμηλότοκα δάνεια χορηγοῦνται ὑπὸ τῆς ΑΤΕ δι’ ὡρισμένους σκοπούς, ἤτοι δι’ ἀρδευτικὰ ἔργα, δι’ ἐξαγορὰν γαιῶν, δι’ ἀγορὰν παραγωγικῶν ζώων, δι’ ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος κλασσικῶν καπνικῶν περιοχῶν, διὰ τὴν μεταφορὰν βουστασίων ἐκ τῆς περιοχῆς Ἀθηνῶν κλπ. Ἐπέκτασις τῶν χαμηλοτόκων καὶ δι’ ἄλλους σκοποὺς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι δημιουργεῖται ζημία προκύπτουσα ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου, ὃν καλεῖται νὰ καταβάλῃ ἡ ΑΤΕ, καὶ τοῦ τοιούτου, ὃν εἰσπράττει. Τὴν ζημίαν ταύτην καλύπτει τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ὡς εἰκὸς αἱ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δυνατότητες τοῦ Δημοσίου δὲν εἶναι ἀπεριόριστοι. 4) Τέλος γνωρίζομεν, ὅτι θὰ διατεθῇ εἰς τοὺς ζημιωθέντας σῖτος διατροφῆς μέσῳ τῆς ΑΤΕ, ἐπὶ πιστώσει, ὑπὸ τὴν μορφὴν ἀτόκων καλλιεργητικῶν δανείων λήξεως 31.12.1966. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
ΧΡ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
κδʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Βρανοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 16824)13966)17.9.65 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 236 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Βρανοπούλου, περὶ λήψεως νομοθετικῆς μερίμνης, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 60 παρ. 3 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς ΑΤΕ ἀναδρομικῶς καὶ εἰς τοὺς συνταξιούχους Δ)ντὰς καὶ Ὑποδ)ντὰς τῆς Τραπέζης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὡς ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς ἡ ΑΤΕ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 113224)17.11.65 ἐγγράφου της, ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ θέματος λαμβάνεται μέτρον εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν ὑπὸ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ΑΤΕ Βʹ μέρος τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Τραπέζης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
ΧΡ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
κεʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Λαυρεντίδη. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τὴν προστασίαν τῆς ὀρυζοπαραγωγῆς ἐλήφθησαν Κυβερνητικαὶ ἀποφάσεις διὰ τὴν συγκέντρωσιν 10.000 τόννων ἀποφλοιωμένης ὀρύζης ἢ ἀντιστοίχου ἀναποφλοιώτου καὶ ἐχορηγήθησαν αἱ σχετικαὶ ἐντολαὶ καὶ ὁδηγίαι διὰ τὴν ἔναρξιν ταύτης μὲ τὰς κατωτέρω τιμάς: 1) Ἀμερικάνο Μπαλλίλα, ἀποφλοιωμένη, δρχ. 6 χιλ)μον. 2) Ἀμερικάνο Μπαλλίλα, ἀναποφλοίωτος, δρχ. 3,50 χ)μον. 3) Μπερσάνι–Ράζα, ἀποφλοιωμένη, δρχ. 7,80 χιλ)μον. 4) Μπερσάνι–Ρόζα, ἀναποφλοίωτος, δρχ. 4,50 χιλ)μον. 5) Στίρπε, ἀποφλοιωμένη, δρχ. 7,50 χιλ)μον. 6) Στίρπε, ἀναποφλοίωτος, δρχ. 4,20 χιλ)μον. Διὰ τὴν προστασίαν τῆς παραγωγῆς βάμβακος συμφώνως πρὸς τὰς ληφθείσας κυβερνητικὰς ἀποφάσεις ἀνακοινωθείσας καὶ διὰ τοῦ τύπου ἐλήφθησαν ἤδη τὰ ἀναγκαῖα μέτρα ρυθμιστικῆς παρεμβάσεως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς ΚΥΔΕΠ πρὸς στήριξιν τῶν τιμῶν βάμβακος ἐφετεινῆς ἐσοδείας εἰς κανονικὰ ἐπίπεδα βάσει τῶν διεθνῶν τοιούτων, νῦν δὲ αἱ τιμαὶ αὗται εὑρίσκονται ἀπολύτως ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων. Ἐξ ἄλλου εἰς ἣν περίπτωσιν διαπιστωθῇ μετὰ τὴν διάθεσιν τοῦ βάμβακος ἐφετεινῆς ἐσοδείας, ὅτι αἱ τιμαὶ τούτου ὑπῆρξαν κατώτεραι τῶν τοιούτων παρελθόντος ἔτους προβλέπεται ἡ κάλυψις τῆς διαφορᾶς δι’ ἀναλόγου ἐπιδοτήσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
ΧΡ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
κστʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Στεφανοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19059)17.11.65 ὑμετέρου ἐγγράφου σχετικῶς μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 565 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Στεφανοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα σχετικῶς μὲ τὰ ληφθέντα μέτρα πρὸς ἐφοδιασμὸν τῆς κτηνοτροφίας τῆς χώρας δι’ ἐπαρκῶν ζωοτροφῶν. 1) Κατόπιν τῆς διεξαγωγῆς τακτικῶν δημοπρασιῶν ἐξησφαλίσθη ἡ κόμισις φορτίων συνολικῆς ποσότητος 100.000 τόννων περίπου ἀραβοσίτου ἐντὸς τῆς περιόδου τῶν μηνῶν Δεκεμβρίου ἐ.ἔ. καὶ Ἰανουαρίου ἐλευσομένου ἔτους. Τὸ πρῶτον ἐκ τῶν ἐν λόγῳ φορτίων ἐξ 24.000 τόννων ἀραβοσίτου κομίζεται εἰς τὴν χώραν περὶ τὰς 10 Δεκεμβρίου ἐ.ἔ. Ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐλήφθησαν ἅπαντα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἀπαιτουμένων ζωοτροφῶν ἀπὸ Δεκεμβρίου καὶ ἐκεῖθεν. Ἡ παρατηρηθεῖσα κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον ἔλλειψις ζωοτροφῶν λόγῳ μὴ εἰσαγωγῆς αὐτῶν ὀφείλεται εἰς τὴν μὴ ἔγκαιρον λῆψιν τῶν καταλλήλων μέτρων ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος, εἶχεν ἐπιστηθῆ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἡ προσοχὴ τῶν ἁρμοδίων. 2) Διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀμέσων καὶ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῆς κτηνοτροφίας τῆς χώρας μέχρι τῆς κομίσεως τῶν ἐκ τῶν τακτικῶν δημοπρασιῶν ἐξασφαλισθέντων φορτίων καὶ κατόπιν ἐνεργειῶν ἡμῶν, διεξήχθη διαγωνισμός, διὰ τὴν προμήθειαν καὶ κόμισιν 10.000 τόννων ἀραβοσίτου ἐντὸς τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου, ὅστις ἀπέβη ἄγονος, λόγῳ ἐλλείψεως προσφορᾶς ἐκ μέρους γειτονικῶν χωρῶν καὶ μὴ ἐξευρέσεως ἐν πλῷ φορτίων. 3) Ἐν τῷ μεταξὺ καὶ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν ἐλήφθησαν ὑφ’ ἡμῶν τὰ ἀκόλουθα ἐπείγοντα μέτρα: α) Ἐδόθη ἐντολὴ πρὸς τὴν ΑΤΕ νὰ χορηγῇ ἐγκαίρως ηὐξημένα κτηνοτροφικὰ δάνεια πρὸς προμήθειαν ὑπὸ τῶν κτηνοτρόφων ζωοτροφῶν ἐγχωρίου παραγωγῆς. β) Δι’ ἀποφάσεως τοῦ ΚΟΣ διετέθη ποσότης 100.000 τόννων σίτου κατωτέρων ποιοτήτων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κτηνοτροφίας καὶ εἰς τὴν μειωμένην τιμὴν τῶν 2,10 δρχ. κατὰ χιλιόγραμμον. Ἤδη ἐκ τῆς ὡς ἀνωτέρω ποσότητος κατενεμήθησαν εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ κέντρα τῆς χώρας ὡς καὶ εἰς τὰ ἀστικὰ τοιαῦτα 20.000 τόννοι περίπου. γ) Κατενεμήθη εἰς τὰ Ὑποκαταστήματα ΑΤΕ ὁλοκλήρου τῆς χώρας διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κτηνοτροφίας ποσότης 18.400 τόννων κριθῆς προερχομένη ἐκ τῆς διενεργηθείσης συγκεντρώσεως. δ) Ἐζητήθη ἡ ὁλοκληρωτικὴ δέσμευσις ὑπὲρ τῆς κτηνοτροφίας τῶν ὑπὸ τῶν κυλινδρομύλων τῆς χώρας παραγομένων πιτύρων. Τελικῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου ἐγένετο δέσμευσις κατὰ 80%. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
κζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Λαυρεντίδη. Ἐπὶ τοῦ 19030)15730)17.11.65 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ ἀπεστάλησαν ἡμῖν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν Ἐμπορίου ἡ ὑπ’ ἀριθ. 535)15.11.65 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Λαυρεντίδη, ἐν σχέσει μὲ τὴν πληρωμὴν τῆς ἀξίας τῶν παραδοθέντων ὑπὸ τῶν τευτλοκαλλιεργητῶν εἰς τὸ ἐργοστάσιον σακχάρεως Σερρῶν ζαχαροτεύτλων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι κατὰ πληροφορίας τῆς Ἑλληνικῆς Βιομηχανίας Σακχάρεως, αὕτη εἰσέπραξε παρὰ τοῦ Δημοσίου ὀφειλομένην ἀξίαν διὰ παραδοθεῖσαν πρὸς κατανάλωσιν ποσότητα σακχάρεως καὶ ἤρχισεν ἀπὸ τῶν μέσων μηνὸς Νοεμβρίου τὴν καταβολὴν εἰς τοὺς δικαιούχους τευτλοκαλλιεργητὰς τῆς ὀφειλομένης ἀξίας διὰ τὰ παραδοθέντα εἰς τὰ ἐργοστάσια σακχαρότευτλα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
κηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη, Ε. Σακελλάρη καὶ Α. Τσιάρα. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 17468)14481)11.10.65 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ ἀπεστάλη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 315)8.10.65 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη, Ε. Σακελλάρη καὶ Α. Τσιάρα, ἐν σχέσει μὲ τὰ μέτρα προστασίας τῆς παραγωγῆς ἀραχίδος περιφερείας Χανίων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 8963)29.10.65 ἀναφορᾶς τῆς Δ)νσεως Γεωργίας Χανίων αἱ στρεμματικαὶ ἀποδόσεις ἀραχίδος κατὰ τὸ ἔτος 1965 εἰς τὴν περιφέρειαν ταύτην ἐλάχιστα ὑπελείφθησαν τῶν τοιούτων παρελθόνος ἔτους. Οὕτω ἡ παραγωγὴ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἀνῆλθεν εἰς 700 τόννους μὲ μέσην στρεμ. ἀπόδοσιν 230 χιλ)μων κατὰ στρέμμα, ἔναντι 760 τόννων τοῦ παρελθόντος ἔτους μὲ μέσην στρεμ. ἀπόδοσιν 250 χιλ)μων κατὰ στρέμμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τοῦ προϊόντος ἤρχισεν ἡ χορήγησις ὑπὸ τῆς ΑΤΕ βραχυπροθέσμων δανείων ἐπ’ ἐνεχύρῳ ὥστε νὰ ἀποφευχθῇ προσφορὰ ἀραχίδος εἰς τὴν ἀγορὰν εἰς μεγάλας ποσότητας καὶ ἐπιτευχθῇ ἡ διάθεσις ταύτης σὺν τῷ χρόνῳ εἰς ἱκανοποιητικὰς τιμάς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
κθʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Παππᾶ, Λ. Κύρκου, Α. Τσιάρα, Η. Λούκα, Μ. Καραγεώργη, Ν. Γανίτη, Ξ. Γρηγόρη καὶ Ε. Σακελλάρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 279576)15924 ἐγγράφου, δι’ οὗ διαβιβάζεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 607 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Παππᾶ, Λ. Κύρκου κλπ., περὶ συγκεντρώσεως ἐλαιολάδου, ἀπαγορεύσεως εἰσαγωγῆς σπορελαίων καὶ ἐπιδοτήσεως τῶν ἐλαιοπυρήνων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1) Τὸ θέμα τῆς ἀπεριορίστου συγκεντρώσεως τοῦ ἐλαιολάδου, εἰς ἱκανοποιητικὰς τιμὰς θέλει ἀντιμετωπισθῇ ἐγκαίρως, ἐν τῷ πλαισίῳ, βεβαίως, τῶν γενικῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν τῆς χώρας, καὶ εἰς τρόπον ὥστε διὰ ταύτης νὰ ἐξυπηρετηθοῦν καὶ οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ καὶ οἱ καταναλωταί. 2) Ἡ παραχθεῖσα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ποσότης ἐλαιολάδου δὲν ἠδυνήθη μόνη της νὰ καλύψῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, καὶ τῶν ἐξαγωγῶν εἰς λιπαρά, δι’ ὃ κατέστη ἀναγκαία ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς τοῦτο ποσοτήτων σπορελαίων. Τελευταίως, βεβαίως, ηὐξήθη ἡ παραγωγὴ ἐλαιολάδου καὶ ἐλπίζεται, ὅτι αὕτη θὰ ἀνέλθῃ ἔτι περισσότερον, συνεπείᾳ τῆς διαδόσεως τῶν ἐλαιοβελτιώσεων καὶ τῆς καρποφορίας τῶν νέων φυτειῶν, ὁπότε τὸ θέμα τῆς εἰσαγωγῆς σπορελαίων θὰ ἀντιμετωπίζεται ἀναλόγως. 3) Διὰ τὴν προστασίαν τῆς τιμῆς τῶν ἐλαιοπυρήνων ἐλήφθη μέριμνα αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν μικροβάθμων πυρηνελαίων, δεδομένου, ὅτι αἱ τιμαὶ τῶν μεγαλοβάθμων (σαπωνοποιΐας) τοιούτων, ἔχουν κατέλθει εἰς λίαν χαμηλὰ ἐπίπεδα καὶ ἡ ἀπορρόφησίς των εἶναι δυσχερής. Λῆψις περαιτέρω μέτρων ὑπὲρ τῶν ἐλαιοπυρήνων θέλει ἐξετασθῇ. 4) Τὸ μέτρον τῆς ἐξοφλήσεως τῆς ἀξίας τοῦ πωλουμένου ἐλαιολάδου διὰ διγράμμων ἐπιταγῶν ἐπεβλήθη ἐκ τῆς ἀνάγκης ρευστοποιήσεως σοβαρῶν ἀπαιτήσεων τῆς ΑΤΕ ἐκ χορηγηθέντων καὶ ὀφειλομένων δανείων ὑπὸ τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν. Τοῦτο ἔχει θεσπισθῆ καὶ δι’ ἄλλα γεωργικὰ προϊόντα (βάμβακα, ὄρυζα, σταφίδα νωπήν, τομάτα κλπ.). Εἰδικῶς ὅμως διὰ τὸ ἐλαιόλαδον ἔχει ληφθῆ μέριμνα ὅπως ἐξαιροῦνται τοῦ μέτρου αἱ πωλήσεις ἐλαιολάδου μέχρι 200 χιλιογράμμων. Ἐξ ἄλλου διὰ τῶν κινητῶν συνεργείων τῆς Α.Τ.Ε. διευκολύνεται ἐν πολλοῖς ἡ ἐξόφλησις ἐπιτοπίως τῶν διγράμμων ἐπιταγῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
λʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Κεφαλληνοῦ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 279580)15226 ἐγγράφου, δι’ οὗ διαβιβάζεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 621 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Κεφαλληνοῦ, περὶ ταχείας ἐνάρξεως τῆς συγκεντρώσεως τοῦ ἐλαιολάδου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1) Τὸ θέμα τῆς ἀπεριορίστου συγκεντρώσεως τοῦ ἐλαιολάδου εἰς ἱκανοποιητικὰς τιμὰς θέλει ἀντιμετωπισθῆ ἐγκαίρως, ἐν τῷ πλαισίῳ, βεβαίως, τῶν γενικῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν τῆς χώρας καὶ εἰς τρόπον ὥστε διὰ ταύτης νὰ ἐξυπηρετηθοῦν καὶ οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ καὶ οἱ καταναλωταί. 2) Ἡ τυποποίησις τοῦ ἐλαιολάδου εἶναι μία ἐκ τῶν ἐπιδιώξεών μας. Θὰ πρέπει ὅμως κατ’ ἀρχὴν νὰ βελτιωθῇ ἡ ποιότης του καὶ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην ἀποβλέπουν αἱ προσπάθειαι τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας καὶ τῆς ΑΤΕ (καλὴ συντήρησις τοῦ ἐλαιοκάρπου, ταχεῖα καὶ εἰ δυνατὸν ἀπὸ κοινοῦ ἔκθλιψις, ἐκσυγχρονισμὸς ἐλαιουργείων κλπ.). Συνεπῶς ἡ προτεινομένη καθ’ ὁλοκληρίαν κατάργησις τῆς πωλήσεως ἐλαιολάδου χύμα δὲν εἶναι εἰσέτι ἐφικτὴ καὶ δὲν ἐφαρμόζεται εἰς οὐδεμίαν ἑτέραν ἐλαιοπαραγωγικὴν χώραν. Πάντως ἤρχισεν εἰς μικρὰν βεβαίως κλίμακα ἡ πώλησις τοῦ ἐλαιολάδου, ἰδίᾳ ὡρισμένων ἐλαιουργικῶν συνεταιρισμῶν, εἰς ἐπώνυμα δοχεῖα. 3) Διὰ τὴν προστασίαν τῆς τιμῆς τῶν ἐλαιοπυρήνων ἐλήφθη μέριμνα αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν μικροβάθμων πυρηνελαίων, δεδομένου, ὅτι αἱ τιμαὶ τῶν μεγαλοβάθμων (σαπωνοποιΐας) ἔχουν κατέλθει εἰς λίαν χαμηλὰ ἐπίπεδα καὶ ἡ ἀπορρόφησίς των εἶναι δυσχερής. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
λαʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Περραιβοῦ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18310)4.11.65 ἐγγράφου, σχετικῶς μὲ τὴν ἐν θέματι ὑπ’ ἀριθ. 427 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Περραιβοῦ, ἀναφερομένην εἰς τὴν χορήγησιν λιπασμάτων εἰς Κοινότητα τοῦ Νομοῦ Λαρίσης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: 1. Κατόπιν τῆς ἐπιτυχοῦς ἐφαρμογῆς προγράμματος βελτιώσεως βοσκοτόπων εἰς τὴν Κοινότητα Εὐαγγελισμοῦ Ν. Λαρίσης κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ ἁρμοδία Δ)νσις Γεωργίας ἔκρινε σκόπιμον ὅπως διαθέσῃ τὸ ἐγκριθὲν ποσὸν τῶν 30.000 δρχ. ἐκ τῶν πιστώσεων Ὀρεινῆς Οἰκονομίας τοῦ ἔτους 1965 εἰς τὴν ἰδίαν Κοινότητα διὰ τὴν συνέχισιν τοῦ προαναφερθέντος προγράμματος. Οὕτως ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὸν Γεωπόνον Γεωργ. Ἐφαρμογῶν Ποταμιᾶς ὅπως μεταβῇ εἰς τὴν Κοινότητα Εὐαγγελισμοῦ πρὸς ἀνεύρεσιν διὰ δημοσίας ἀνακοινώσεως τῶν ἐνδιαφερομένων παραγωγῶν. 2. Πράγματι τὴν 22.9.1965 ὁ ἐν λόγῳ γεωπόνος, ὅστις τυγχάνει νεοδιορισθεὶς καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ξένος γνωριμιῶν καὶ προσώπων, μετέβη εἰς τὸ χωρίον Εὐαγγελισμὸς καὶ συνέταξε πίνακα ἐκ τῶν πρώτων ὀκτὼ ἐνδιαφερθέντων γεωργοκτηνοτρόφων, οἵτινες καὶ ἐκάλυπτον διὰ τῶν διατεθεισῶν ὑπ’ αὐτῶν ἐκτάσεων ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 30.000 δραχμῶν. 3. Ἀποτέλεσμα τῆς κατὰ τὸν ἀνωτέρω ἀπολύτως ἀνεπηρέαστον τρόπον ἀντιμετωπίσεως τοῦ θέματος ὑπὸ τοῦ εἰρημένου γεωπόνου ἦτο παραδόξως, νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις εἰς τὸ χωρίον, ὅτι ἐγένετο μεροληπτικὴ ἐπιλογὴ τῶν πρὸς ἐπιδότησιν γεωργοκτηνοτρόφων. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβὲς καθ’ ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος γεωπόνος πλέον τοῦ ὅτι εἶναι νέος μὲ λαμπρὸν ἦθος, ἔχει παντελῆ ἄγνοιαν τῶν προσώπων καὶ πραγμάτων τοῦ χωρίου, καὶ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἐνδιαφέρον μόνον τῶν παραγωγῶν, στοιχεῖον ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ὅλης ἐργασίας. 4. Ὅμως ἀνεξαρτήτως τῆς ἀνωτέρω παρεξηγήσεως ἡ ἁρμοδία Διεύθυνσις εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθη τὸ γεγονός, διέταξεν, ὅπως κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τῶν Προέδρων Κοινότητος καὶ Συνεταιρισμοῦ συνταχθῇ ἐκ νέου ὁ πίναξ καλύπτων μεγαλύτερον ἀριθμὸν γεωργοκτηνοτρόφων, ὅπερ καὶ ἤδη ἐγένετο ρυθμισθέντος τοῦ προκύψαντος ἄνευ πραγματικῆς οὐσίας θέματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Δεκεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
λβʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Γκελεστάθη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 17992)14889)25.10.65 ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Γκελεστάθη, ἐν σχέσει μὲ τὸ ἐν θέματι ἀντικείμενον, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: 1) Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13313)1855)26.3.65 ἀποφάσεώς μας ἀνεθέσαμεν εἰς τὸ Τεχνικὸν Γραφεῖον κ. Ι. Καραπάνου τὴν ἐκπόνησιν προκαταρκτικῆς ἐκθέσεως ἀξιοποιήσεως περιοχῆς Δυτ. Παρνασσίδος εἰς ἣν περιλαμβάνεται καὶ ἡ περιοχὴ Τρύπης. 2) Τὸ ὡς ἄνω Τεχνικὸν Γραφεῖον, ὑπέβαλεν ἡμῖν τὴν 25.10.1965 τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς ὡς ἄνω μελέτης ἥτις ἐλέγχεται ὑπὸ τῆς καθ’ ἡμᾶς ὑπηρεσίας. 3) Ἐφ’ ὅσον ἐκ τοῦ ἐλέγχου διαπιστωθῇ, ὅτι ὑφίστανται δυνατότητες ἐξασφαλίσεως τοῦ ἀναγκαίου ὕδατος καὶ ὅτι τὸ ἔργον παρέχει οἰκονομικὴν εὐστάθειαν θὰ προωθηθῇ ἡ μελέτη αὐτοῦ εἰς περαιτέρω στάδιον, συγχρόνως δὲ θὰ ἐπιληφθῇ ἡ Ὑπηρεσία τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀπαιτηθησομένων συμπληρωματικῶν καὶ ἐρευνητικῶν ἐργασιῶν (τοπογράφησις, γεωτεχνικαὶ ἔρευναι, ὑδρολογικαὶ παρατηρήσεις κλπ.). Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Νοεμβρίου 1965
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
§5Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μήπως ὑπάρχει ἡ δυνατότης ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, οἱ βουλευταὶ ἐκτὸς τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων νὰ καταθέτουν καὶ ἐκθέσεις; Διότι, εἶδον μεταξὺ τῶν ἀναφορῶν νὰ ἀνακοινοῦται καὶ ἡ ἔκθεσις ἑνὸς συναδέλφου.
§6Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Τὸ ἐπράξατε ἐπανειλημμένως, κ. Ἠλιοῦ, σεῖς καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς παρατάξεώς σας.
§7Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ἀντιδικῶ, κ. συνάδελφε, ἀλλὰ ἄλλο εἶναι νὰ προβῇ εἷς βουλευτὴς εἰς προφορικὰς ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλήν, λαμβάνων τὸν λόγον καὶ ἄλλο νὰ καταθέτῃ γραπτὰς ἐκθέσεις. Διότι, σκεφθῆτε, τὶ θὰ συνέβαινεν, ἐὰν 300 βουλευταί, ἐκάναμεν τὸ ἴδιον πρᾶγμα.
§8Θ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω διαμαρτυρηθῆ τηλεγραφικῶς διὰ τὴν τρομοκρατίαν, ἡ ὁποία ἀσκεῖται εἰς τὴν περιοχήν μου, ἀλλὰ τὸ τηλεγράφημα δὲν ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα τὰ τηλεγραφήματα ἀνακοινοῦνται, κ. συνάδελφε. Πότε τὸ στείλατε;
§10Θ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Τὴν 26ην Δεκεμβρίου 1965.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη, κ. συνάδελφε. Φαίνεται δὲν παρακολουθεῖτε τακτικῶς τὰς συνεδριάσεις.
§12Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐάν, κ. Γρίβα, πρόκειται πράγματι ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, νὰ ὁμιλήσετε.
§14Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὁ συνάδελφος ἐκ Δράμας, κ. Παπαδόπουλος, ὑπέμνησεν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι ὑπάρχει τηλεγράφημά μου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνακοινώθη. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὸ καπνικόν, ἐγὼ ἀπουσίαζον λόγῳ ἀσθενείας καὶ ἔστειλα τηλεγράφημα διὰ νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὸ Σῶμα καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο διεπίστωσα, ὅτι δὲν ἀνεκοινώθη. Παρακαλῶ νὰ ἀνακοινωθῇ τοῦτο, διότι τὸ περιεχόμενόν του ἀφορᾷ τὴν περιοχήν μου καὶ εἶναι σχετικὸν μὲ τὴν καταβολὴν τοῦ πρίμ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δώσατε ἕνα σημείωμα, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἀναγράφεται τὸ περιεχόμενον τοῦ τηλεγραφήματος, ἢ ἂν θέλετε νὰ τὸ ἀνακοινώσετε τώρα προφορικῶς.
§16Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ τηλεγράφημά μου λέγω περίπου, ὅτι ἐὰν δὲν δοθῇ διὰ τὰ καπνὰ τῆς Μακεδονίας τὸ πρὶμ εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦ 1964, δηλῶ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι θὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα.
§17Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, θὰ δοθῇ τὸ πρὶμ εἰς τὸ περυσινὸν ὕψος.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. Λ. Κύρκου, Θ. Παππᾶ καὶ Ν. Γανίτη, ἀναφερομένης εἰς τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ Κρατικοῦ Νοσοκομείου Σάμου.
§19Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ κρατηθῇ διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Παπᾶς.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Β. Ἐφραιμίδη, Α. Μπριλλάκη καὶ Λ. Κύρκου, ἀναφερομένης εἰς τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ κατάργησιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
§21Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ θέμα μελετᾶται, κ. Ἐφραιμίδη.
§22Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπάντησις αὐτὴ δίδεται ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῶν ἐκλογῶν τῆς 3ης Νοεμβρίου συνεχῶς ἐπὶ 2ετίαν καὶ πλέον. Οἱ ἑκάστοτε κ.κ. Ὑπουργοί, οἱ ἐναλλασσόμενοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης...
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν εἴπατε, κ. Ἐφραιμίδη;
§24Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Τὴν 3ην Νοεμβρίου, κ. Πρόεδρε. Ἐμεσολάβησαν ἔκτοτε αἱ ἐκλογαὶ τῆς 16ης Φεβρουαρίου καὶ τὸ πραξικόπημα τὸ ἀνατρέψαν τὴν ἀλλεπαλλήλως ἐκφρασθεῖσαν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν. Πρόκειται περὶ τῶν αὐτῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι διεκήρυξαν, ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ ἀποφασιστικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐλάμβανον μετὰ τὴν νίκην εἰς τὰς ἐκλογάς, θὰ ἦτο καὶ ἡ κατάργησις τῶν ἐκτάκτων μέτρων. Ὅταν μετὰ ταῦτα ἐγένοντο Ὑπουργοί, αἱ διακηρύξεις των περιωρίσθησαν εἰς τὸ ὅτι «τὸ θέμα μελετᾶται». Ὑποτίθεται ὅμως, ὅτι ἡ μελέτη εἶχεν ὁλοκληρωθῆ καὶ ἔγινεν ἀπόφασις ἀπὸ τότε ποὺ ἡ κατάργησις τῶν ἐκτάκτων μέτρων διεκηρύχθη ὡς ἓν ἀπὸ τὰ κύρια σημεῖα τοῦ προγράμματος τῆς Ε.Κ. εἰς τὴν ὁποίαν συμμετεῖχον καὶ ὅλοι οἱ κύριοι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως, κ. Ὑπουργέ, ὀφείλετε νὰ ἐγκαταλείψετε τὰ περὶ μελέτης προσχήματα καὶ νὰ ὁμολογήσετε, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη διατηρῆτε τὰς πεποιθήσεις σας διὰ τὴν κατάργησιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων, τὰς ἐγκαταλείπετε ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν δυνάμεων ποὺ ἀνωμάλως σᾶς κρατοῦν εἰς τὴν ἐξουσίαν.
§25Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Ἐφραιμίδη, ἡ ἐπίκρισίς σας καθ’ ὅσον ἀφορᾶ μὲν τὸ παρελθὸν ἀφορᾶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὄχι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μάλιστα ἔχει ὑποβληθῆ σχέδιον νόμου, ἀφορῶντος τοὺς καταδίκους τοῦ Α.Ν. 375)1936. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτάκτων μέτρων», ἔχομεν ἀποχωρίσει ἕνα θέμα σοβαρώτατον, τὸ ὁποῖον καὶ ρυθμίζομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κατετέθη καὶ ὅπως γνωρίζετε, τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἔρχεται πρὸς ἐπεξεργασίαν ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Κατὰ συνέπειαν, αἱ ἐπικρίσεις αὐταὶ στρέφονται κατὰ τῶν Κυβερνήσεων τῶν πρὸ τῆς Κυβερνήσεως Στεφανοπούλου καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν πρέπει νὰ ἀπευθύνεσθε πρὸς ἐμὲ καὶ νὰ διατυπώνετε τὰς αἰτιάσεις σας αὐτὰς ἐναντίον Κυβερνήσεως ἐχούσης ζωὴν τριῶν περίπου μηνῶν.
§26Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζω, ὅτι διὰ τῶν ἐρωτήσεων δὲν ἀσκεῖται ἔλεγχος. Προέβην ὅμως εἰς τὴν παρατήρησίν μου, ἐπειδὴ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις υἱοθέτησεν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις της καὶ ἐν συνεχείᾳ δι’ ἀνακοινώσεών της, τὴν κατάργησιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ νομοθέτημα διὰ τοὺς πολιτικοὺς κρατουμένους, βεβαίως θὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις, ὅταν τοῦτο ἔλθῃ εἰς τὸ Σῶμα. Σημειώνω ὅμως, ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἀποτελεῖ ἕνα βῆμα ἐμπρὸς καὶ δύο πίσω. Ὑπάρχει μία χαρακτηριστικὴ ἀσυνέπεια καὶ ὄχι μόνον δὲν καταργεῖται ὁ νόμος 375, ἀλλὰ οὔτε κἂν αἴρονται αἱ συνέπειαί του.
§27Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος ἐρωτῶν συνάδελφος εἶπε δύο τινά: Ὅτι, πρῶτον, ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ Νοεμβρίου 1963 καὶ ἐντεῦθεν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ λέγουν «μελετᾶται, μελετᾶται» καὶ δὲν καταλήγουν εἰς συμπέρασμα. Εἶπε καὶ τὸ ἄλλο: Ὅτι δὲν χωρεῖ διαχωρισμὸς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἀπὸ τοῦ 1963 καὶ ἐντεῦθεν. Καὶ εἰς τὸ ἕνα σφάλλει καὶ εἰς τὸ ἄλλο, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ ἡμᾶς, καὶ εἰδικώτερον, ἐμέ. Καὶ διαχωρισμὸς χωρεῖ, διότι ἕκαστος φέρει τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων του πράξεων καὶ τῶν ἰδίων λόγων καὶ ἡ εὐθύνη τῶν προγενεστέρων Ὑπουργῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ἀπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ. Σφάλλει, ἐπίσης, εἰς τὸ ὅ,τι ἀπὸ τοῦ 1963 καὶ ἐντεῦθεν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ ἐβεβαίουν, ὅτι μελετᾶται τὸ ζήτημα καὶ τίποτε δὲν ἐγένετο. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν Ἕνωσιν Κέντρου καὶ εἰδικώτερον ἐμὲ προσωπικῶς, ὡς Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ Κυβερνήσεως Κέντρου καὶ ἐμελετήσαμεν τὸ ζήτημα καὶ κατελήξαμεν εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι σύμφωνα πρὸς ὅσα εἶχε διακηρύξει ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου πρὸ ἐτῶν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὑπεβάλαμεν καὶ σχετικὸν νομοσχέδιον. Δὲν ἐψηφίσθη. Δὲν ἐψηφίσθη, διότι ὅπως ἐνθυμοῦνται ὅλοι οἱ συνάδελφοι, δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νὰ προχωρήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Καὶ εἴχομεν ἐπιφυλαχθῆ καὶ τὸ εἴχομεν δηλώσει, ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος θὰ τὸ φέρωμεν ἐκ τῶν πρώτων. Καὶ ἠλπίζομεν, ὅτι τὸν Ἰούλιον, τὸ πολὺ τὸν Αὔγουστον, θὰ ἐγένετο νόμος. Καὶ ἐπῆλθε τὸ πραξικόπημα τοῦ Ἰουλίου 1965, ἐξηναγκάσθη ἡ Κυβέρνησίς μας εἰς παραίτησιν καὶ ἐγένοντο αἱ διάδοχοι Κυβερνήσεις καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη, ἡ σημερινή. Δὲν βαρύνει διὰ τοῦτο ἡ εὐθύνη ἡμᾶς. Βαρύνει τοὺς προκαλέσαντας τὸ πραξικόπημα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Συνεπῶς, καθ’ ὅσον μᾶς ἀφορᾷ, ἡμεῖς ἐπράξαμεν τὸ καθῆκον μας, ἐξεπληρώσαμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, ἐξετελέσαμεν τὰς προεκλογικάς μας ἐπαγγελίας. Εἶναι δυνατόν, βεβαίως, νὰ γίνῃ ἐπίκρισις τοῦ περιεχομένου τοῦ νομοθετήματός μας. Ἀλλὰ ὄχι ἐπίκρισις, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1963 καὶ ἐντεῦθεν ἡ Ἕνωσις Κέντρου, ὡς Κυβέρνησις, δὲν ἔπραξε τίποτε. Ἔπραξε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀναφορικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν ἐκτάκτων μέτρων, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, δύναται νὰ ἐπικριθῇ ἴσως ὡς περιεχόμενον. Ἀλλὰ δὲν χωρεῖ ἐπίκρισις κατὰ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις της. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, εἶπεν, ὅτι ἀπόδειξις τῆς καλῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῶν ἐκτάκτων μέτρων εἶναι ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοθετήματος περὶ ἀπολύσεως τῶν λεγομένων πολιτικῶν κρατουμένων. Πολιτικῶν κρατουμένων ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι κρατοῦνται διότι αἱ πολιτικαὶ Κυβερνήσεις δὲν τοὺς ἀπεφυλάκισαν, ἐνῷ εἶναι κρατούμενοι τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Δικαίου. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὴν Δευτέραν εἶναι ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἐντελῶς συμπτωματικῶς, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται βεβαίως νὰ λεχθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ συνόλου τοῦ ζητήματος, καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἐρύθμιζε τὸ θέμα τῶν ἐκτάκτων μέτρων. Δηλώνων δι’ ἡμᾶς, ὅτι δὲν παρέχει ἱκανοποίησιν τὸ ὑποβληθὲν νομοθέτημα καὶ δὲν τὴν παρέχει, διότι προσπαθεῖ νὰ ἐμφανισθῇ ὡς ἀντιγραφὴ τοῦ ἰδικοῦ μου νομοσχεδίου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει, διότι τὸ νομοσχέδιόν μου προέβαινεν εἰς κατάργησιν τοῦ Νόμου 375 περὶ κατασκοπείας, ὁ ὁποῖος ὑπάγει τὰ ἀδικήματα ἐπὶ κατασκοπείας ἐνώπιον Στρατοδικείων. Ἡμεῖς καταργούσαμεν τὸν Νόμον 375 καὶ ὑπηγάγομεν τὰ ἀδικήματα τῆς κατασκοπείας εἰς τὴν κοινὴν ποινικὴν Δικαιοσύνην. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν μᾶς εὑρίσκει συμφώνους τὸ ὑποβληθὲν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ συγκριθῇ μὲ τὸ ἰδικόν μας περὶ καταργήσεως τῶν ἐκτάκτων μέτρων.
§28Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸν κ. Μπακόπουλον θὰ ἀπαντήσω. Τὰ ἔκτακτα μέτρα θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν ψηφισθῆ πρὸ ἑνὸς τοὐλάχιστον ἔτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονῆτε, ὅτι τρεῖς φορὰς τὸ νομοσχέδιον ἦλθεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν Δικαιοσύνης καὶ τὰς τρεῖς φορὰς ἀπεσύρθη. Διὰ ποῖον λόγον; Τὸν λόγον τὸν γνωρίζει ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. καὶ νομίζω καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος. Ἐπομένως ἡ διατυπουμένη ἐπίκρισις περὶ καθυστερήσεως εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὸ Σῶμα πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ἐκτάκτων μέτρων, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Τὸ νὰ καταρτίζωνται τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ μὴ ψηφίζωνται εἶναι σὰν νὰ μὴ καταρτίζωνται. Ὑπάρχει καὶ δευτέρα ἀπάντησις, ἐπικρίνεται τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη καὶ ἐλέχθη παρὰ τοῦ κ. Μπακοπούλου, ὅτι λαμβάνεται συμπτωματικῶς. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Διότι, ἡμεῖς εἴχομεν τὸ θάρρος νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Ε.Κ. δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ πράξῃ ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος. Καὶ κάτι ἐπὶ πλέον, ἀξιότιμε, κ. Μπακόπουλε. Ἡμεῖς μὲν δὲν καταργοῦμεν τὸν νόμον 375 σεῖς ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας ἐνῷ κατηργούσατε τὸν Νόμον 375 ἀφήνατε εἰς τὰς φυλακὰς καταδίκους. Μὲ τὸ νομοθέτημά μας ἐξέρχονται οἱ κατάδικοι. Καὶ ἐξέρχονται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἱκανοποιῇ τὴν «Αὐγήν», ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ νόμου ἀπάτης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἱκανοποιεῖ τοὺς ἐγκλείστους εἰς τὰς φυλακάς. Διότι, πέραν τῶν αὐτοδικαίως ἀπολυομένων εἶναι δυνατὸν μετὰ ἔλεγχον ὑπὸ Ἐπιτροπῆς νὰ ἐξέλθουν πάντες. Ἐνῷ αὐτὸ δὲν συνέβαινε μὲ τὸ ἰδικόν σας νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργούσατε τὸν Νόμον 375 καὶ ἀφήνατε κατὰ παράβασιν θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ Ποινικοῦ Νόμου τοὺς καταδίκους μέσα εἰς τὰς φυλακάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά μας.
§29Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σφάλλει πάλιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀπέσυρα τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, διότι ἤθελα μερικὰς μεταβολάς.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχε προηγηθῆ ἕνα ἄλλο ὑπὸ τοῦ προκατόχου σας.
§31Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Τὸ ἀπέσυρα, λοιπόν, διὰ νὰ τὸ ἴδω καὶ νὰ ἐπιφέρω ἐνδεχομένως μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι ἦσαν σύμφωνοι καὶ μὲ τὰς προσωπικάς μου ἀντιλήψεις. Ὄχι μόνον μὲ τὴν γενικὴν γραμμὴν τοῦ κόμματος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς προσωπικάς μου ἀντιλήψεις. Δὲν τὸ ἐπανέφερα, διότι ματαία ἦτο ἡ ἐπαναφορά, δεδομένου ὅτι, ἦτο ἀδύνατος ἡ ψήφισίς του ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲν ἐγένετο τὸ πραξικόπημα τοῦ Ἰουλίου θὰ εἶχε γίνει ἤδη νόμος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν πρώτην ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἀπάντησιν: Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡμεῖς μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἰδικόν μας γενικὴν ἀπόλυσιν τῶν κρατουμένων, τῶν καταδικασθέντων ἐπὶ κατασκοπείᾳ δὲν προεβλέπαμεν. Ἐλέγαμεν, ὅτι καταργεῖται ὁ Νόμος 375. Οἱ κρατούμενοι, ὡς κατάδικοι διὰ παράβασιν τοῦ νόμου 375, ἐὰν μὲν εἶχον καταδικασθῆ εἰς θάνατον, ἡ ποινή των μετετρέπετο εἰς ἰσόβια δεσμά, ἐὰν εἰς ἰσόβια δεσμὰ ἡ ποινή των περιωρίζετο εἰς 20 χρόνια. Ἐὰν εἶχον καταδικασθῆ εἰς κάθειρξιν 10–20 ἔτη ἡ ποινὴ περιωρίζετο εἰς 10 χρόνια. Ὅσοι λοιπὸν κατὰ τὴν δική μας ἀντίληψι εἶχον διανύσει φυλάκισιν 10 ἐτῶν, θὰ ἐξήρχοντο, οἱ ἄλλοι θὰ ἐκρατοῦντο. Καὶ εἶπον προηγουμένως ὅτι χωρεῖ βεβαίως ἐπίκρισις, ἀντίρρησις ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὴν ἀντίληψίν μας ἐκείνην ἐπιμένομεν. Δὲν ἠθέλαμεν τὴν ἀπόλυσιν. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις θέλει νὰ τοὺς ἀπολύσῃ. Πηγαίνει ριζικώτερα ἀπὸ τὸ ἰδικόν μας νομοσχέδιον. Ἡμᾶς μᾶς κατηγοροῦσαν ὡς συνοδοιπόρους. Ἐγὼ δὲν τοὺς ἐπικρίνω ὡς συνοδοιπόρους. Εἶπον συμπτωματικῶς, διότι συμπτωματικῶς ἔρχεται. Ἔρχεται κατόπιν τῆς διαμαρτυρίας τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς ΕΔΑ, πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ, τὸν ἀξιότιμον κ. Κανελλόπουλον, ὁ ὁποῖος τὸ εὑρίσκει σωστὸν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀπολυθοῦν. Εἰς ἀπαίτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ συμπτωματικόν. Ἡμεῖς εἰς τὴν γραμμὴν ρυθμίσεως τῶν ἐκτάκτων μέτρων τηροῦμε τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματός μας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζω, εἰς τὰ 1957 ἢ εἰς τὰ 1958. Ἐκεῖ ἐμμένομεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μας. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ θέσφατα. Εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κόμματος δεκτικὴ κρίσεως καὶ ἐπικρίσεως. Αὐτὰ εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ δευτέρου σκέλους τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§33Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι περιωρίσθη κακῶς τὸ θέμα τῆς ἐρωτήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι μέγα εἰς μόνον τὸ θέμα τῆς καταργήσεως ἢ μὴ καταργήσεως τοῦ νόμου 375, τῆς ἀπολύσεως ἢ μὴ ἀπολύσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Καὶ θὰ ἀναφερθῇ διατὶ καὶ ἡ κατάργησις εἶναι ὀφειλομένη καὶ ὑπάρχουν εὐθῦναι ὁπωσδήποτε διὰ τὴν καθυστέρησιν τῆς ψηφίσεως τοῦ παλαιοῦ σχεδίου. Ἡ ἐρώτησις τῶν συναδέλφων τῆς παρατάξεώς μας εἶναι εὐρυτέρα. Ἀφορᾷ τὸ ὅλον ζήτημα τῆς ἰσοπολιτείας, τῆς μὴ ὑπάρξεως ἰδεῶν, φρονημάτων καὶ πολιτῶν δευτέρας κατηγορίας καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου εὑρισκομένων εἰς τὸ περιθώριον τῆς δημοσίας ζωῆς διεπομένων ἀπὸ ἐξαιρετικὰς διατάξεις ἀντισυνταγματικάς. Καὶ εἶχα τὴν ἀξίωσιν καὶ περίμενα ἀπὸ τὸν σημερινὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ συμπαραλάβῃ τὶ πλέον καὶ τὶ ἔλαττον ὑπάρχει εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὡς πρὸς τὸν νόμον 375, ἐν συγκρίσει μὲ τὸ νομοσχέδιον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, νὰ ἐνθυμηθῇ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν Κωνστ. Στεφανάκην, καταγγέλλοντα τὸν νόμον 375 καὶ εἰσηγούμενον καὶ προκαλοῦντα ψήφισμα τοῦ Συλλόγου ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ Νόμου 375, τὸν ὁποῖον διατηρεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου του, τὸν Γενικὸν Γραμματέα τῆς Ἑνώσεως τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου καταγγέλλοντα τὰς ἀνίσους διατάξεις τῶν ἐκτάκτων μέτρων καὶ νὰ μὴν περιορισθῇ εἰς τὸ ὅτι μελετᾶται τὸ ζήτημα, ἀλλὰ εἰ δυνατὸν εἰς τὰς γενικωτάτας ἔστω γραμμὰς νὰ διαγράψῃ ποία εἶναι ἡ τάσις τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος τῶν ἐκτάκτων μέτρων καὶ ὄχι ἐπὶ τοῦ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον μετεφέρθη ἡ συζήτησις.
§34Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, παρατείνεται ἡ συζήτησις, ἰδίως μὲ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἀπόψεων τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ Ἕνωσις καὶ διατηρεῖ ἐν σχέσει μὲ τὸν νόμον 375. Ἀξιότιμε κ. Ἠλιοῦ, τὸ θέμα μελετᾶται καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω τίποτε περισσότερο, ὅπως τὸ ἀνεκοίνωσα εἰς σᾶς καὶ εἰς ἄλλους τῆς Ἀριστερᾶς παρατάξεως, προτοῦ κἂν ἐπισκεφθῆτε τὸν κ. Κανελλόπουλον, προτοῦ δημιουργηθοῦν οἱ δῆθεν συμπτωματικοὶ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξ)μος κ. Μπακόπουλος. Ἡμεῖς ἀπεφασίσαμεν προτοῦ κἂν ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην του ὁ ἀξ)μος Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ κ. Κανελλόπουλος καὶ κατελήξαμεν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μετὰ 3–4 ἡμέρας θὰ φέρωμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος. Αἱ ἀπόψεις τὰς ὁποίας κατὰ καιροὺς ἔχω διατυπώσει ἐξακολουθῶ νὰ ὑποστηρίζω καὶ σήμερον. Δὲν ἔχω λόγους διὰ νὰ καταλήξω εἰς ἀναθεώρησιν τῶν ἀπόψεων αὐτῶν, ἀλλὰ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐρωτῶμαι ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾶ, ὅτι μελετᾶ τὰ ζητήματα. Θὰ ἤθελα ὅμως, νὰ ἐρωτήσω, ἀξιότιμε κ. Ἠλιοῦ, τὶ ἐπράξατε ἐπὶ 2 χρόνια, ὅταν τὸ πρῶτον κατηρτίζετο τὸ πρῶτον νομοσχέδιον τοῦ κ. Πολυχρονίδη καὶ μετὰ ταῦτα κατηρτίζετο τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Μπακοπούλου, καθιστῶντος τὴν ἀπόλυσιν τῶν καταδίκων τοῦ νόμου 375 δυσχερεστέραν, διότι ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πολυχρονίδη μετέτρεπε τὰς θανατικὰς ποινὰς εἰς ἰσόβιον κάθειρξιν καθὼς ἐπίσης τὴν ἰσόβιον εἰς πρόσκαιρον, ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπολος, τροποποιῶν ἐν τῷ σημείῳ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πολυχρονίδη, μετέτρεπε μόνον τὰς θανατικὰς εἰς ἰσόβιον κάθειρξιν καὶ ἠκολούθει ὁ μετριασμὸς τῆς 20ετοῦς προσκαίρου καθείρξεως εἰς 10ετῆ κάθειρξιν. Θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὴν παράταξίν σας τὶ ἔπραξε ἐπὶ δύο χρόνια ἢ μήπως ἐπίστευε, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν πιστεύω εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον τόσον καλοπίστως ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ ἐψηφίζετο ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτων μέτρων, ὅταν τοῦτο ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα νομοθετήματα καὶ ἐνῷ ἐψηφίζοντο ἄλλα νομοσχέδια αὐτὸ δὲν ἐψηφίζετο; Τί ἔπραξε τότε ἡ ἑνιαία Ἀριστερά; Καὶ διερωτῶμαι, ὁλόκληρον τὸ Κέντρον εἶχεν ἤδη διακηρύξει πολλάκις τὴν κατάργησιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων. Ἡ Ἀριστερὰ βεβαίως, θὰ ὑπερεψήφιζε τὸ νομοσχέδιον, ποῦ λοιπὸν εὑρίσκοντο αἱ δυσχέρειαι ψηφίσεως ἑνὸς νομοσχεδίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν προτέρων ὑπῆρχε δεδηλωμένη ἡ θέλησις δύο Κομμάτων, ἐχόντων περίπου 200 βουλευτάς; Θὰ ἤθελα ἐπ’ αὐτοῦ, ἐὰν εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος, νὰ μᾶς δώσῃ μίαν περαιτέρω ἐξήγησιν, διευκρινίζων εἰς τὶ ὀφείλονται αἱ δυσχέρειαι τὰς ὁποίας θὰ συνήντα, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀχθῇ ἐνώπιον τοῦ Σώματος.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, ἔχει τὸν λόγον.
§36Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι τότε δὲν μετεῖχεν ὑπουργικῶν εὐθυνῶν λησμονεῖ —δὲν παρέστη εἰς ἄσκησιν ἐλέγχου, ὄχι ὑπὸ τὴν ἰδίαν μορφὴν τῆς ἐρωτήσεως ὅπως σήμερον, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος, τοῦ τεθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸν Ἰούνιον τοῦ 1965, ἀλλὰ καὶ προηγουμένως ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐμπιστοσύνης κατὰ τὴν κατάρτισιν καὶ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας Κυβερνήσεως τῆς Ε.Κ. ὡς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης νέας Συνόδου καὶ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως—ὅτι δριμύταται ἐπικρίσεις ἔγιναν ἐκ μέρους μας καὶ διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ τότε Κυβέρνησις ἡγεῖτο καὶ διὰ τὴν καθυστέρησιν. Θὰ εἶσθε ἐνδεχομένως καὶ μάρτυς, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν σας, λόγῳ τοῦ ρόλου, τὸν ὁποῖον σήμερον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν διαδραματίζετε. Δι’ οἱανδήποτε δὲ ἔννοιαν δὲν ἀποδέχεται ἡ παράταξίς μας τοὐλάχιστον τὸ νὰ μετριάζεται ἡ εὐθύνη τοῦ ἑνός, λόγῳ παραλληλισμοῦ, μὲ τὴν εὐθύνην τοῦ ἄλλου. Ἀσκοῦμεν τὸν ἤπιον ἔλεγχον τῆς ἐρωτήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξεδήλωσε καμμίαν ἀπολύτως πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς καταργήσεως τῶν ἐκτάκτων μέτρων. Ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις εἶχεν ἐκδηλώσει μίαν πολιτικὴν δὲν τὴν θεωρούσαμεν ἐπαρκῆ δὲν τὴν ἔφερεν εἰς πέρας καὶ δι’ αὐτὸ τὴν ἐπικρίνομεν. Ἐκείνη εἶναι εὐθύνη ἄλλων. Ἡμεῖς σήμερον ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ χαράξῃ σαφῆ πολιτική, τὶ πρόκειται νὰ κάμῃ μὲ τὰ ἔκτακτα μέτρα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Ε. Κ. κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§38Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸ τελευταῖον ἐρώτημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διατὶ δὲν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλήν, πρὸς ψήφισιν, ποῖαι ἦσαν αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς τότε ἀντιμετωπίζαμεν, καὶ αἱ ὁποῖαι μᾶς ὡδήγησαν εἰς τὸ νὰ μὴ τὸ ὑποβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦ ἀπαντῶ:
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἴχατε καταθέσει εἰς τὴν Βουλήν.
§40Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τὸ εἴχαμεν καταθέσει. Αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἀντεμετωπίζαμεν ἦσαν ὑποκειμενικαὶ ἀπὸ ἀπόψεως Κυβερνήσεως καὶ ἀντικειμενικαὶ ἀπὸ τὸν τρόπον καθ’ ὃν διεξήγετο ἡ Νομοθ. ἐργασία τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀπὸ ἀπόψεως ὑποκειμενικῆς Κυβερνήσεως. Κάθε Κυβέρνησις εἰς τὸ νομοθετικόν της ἔργον καθορίζει μίαν σειρὰν προτιμήσεως τῶν νομοσχεδίων, ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος τὴν ὁποίαν δίδει διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδικῆς της πολιτικῆς. Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν χρήζουν ἢ δὲν ἀντιμετωπίζουν εὐρείας ἀντιρρήσεις καὶ εὐχερῶς δύνανται νὰ ψηφισθοῦν. Ἀλλὰ διὰ τὴν Ε.Κ. τὸ πρωταρχικὸν θέμα τῆς Κυβερνήσεώς μας ἦτο ἡ ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμισις. Ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς, ὅ,τι θέλει, ὅτι δὲν ἦτο σοβαρὸν τὸ θέμα, ὅτι δὲν ἦτο καλὸν τὸ λαμβανόμενον μέτρον, δύναται νὰ τὸ εἴπῃ, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἐξαναγκάσῃ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡμεῖς δὲν τὸ θεωρήσαμεν ὡς πρωταρχικὸν θέμα διὰ τὴν πραγμάτωσιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Κ., ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀντελαμβάνετο. Καὶ ὅλοι τὸ ἐνθυμοῦνται, ἐὰν δὲν τὸ ἐνθυμοῦνται δύνανται νὰ τὸ πληροφορηθοῦν ποίας δυσχερείας συνηντήσαμεν διὰ τὴν ψήφισιν τῶν Νομοσχεδίων περὶ ἐκπαιδευτικῆς μεταρρυθμίσεως καὶ πόσος χρόνος ἐχρειάσθη διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ Νομοθετικοῦ αὐτοῦ ἔργου. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸ ἔργον της ἐκεῖνο ἡ Ε.Κ. εἶναι ὑπερήφανος. Γνωρίζομεν, ὅτι οἱ καρποὶ τοιούτων νομοθετικῶν ἔργων δὲν εἶναι ἐμφανεῖς. Καὶ πάντως, ὄχι ταχέως, θὰ ἀποδοθοῦν οἱ καρποί του καὶ ὁ κόσμος θὰ μακαρίζῃ τὴν τότε Κυβέρνησιν Κέντρου διὰ τὸ ἔργον της ὅσον ἀφορᾷ τὴν Νομοθεσίαν περὶ ἐκπαιδευτικῆς μεταρρυθμίσεως. Τὸ δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήσαμεν πολὺ σπουδαῖον ἦτο ἡ Νομοθεσία, ἡ ὁποία τείνει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκβιομηχάνισιν τῆς Χώρας. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ τονίσω τὰ πλεονεκτήματα τῆς ἐκβιομηχανίσεως τῆς Χώρας, καὶ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ὑποστηρίζομεν τὴν ἐκβιομηχάνισιν τῆς Χώρας. Διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ πολιτικὴ ἡ ἰδική μας, ὅπως ἡμεῖς τὴν εἴχαμεν ἀντιληφθῆ, ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθοῦν τὰ Νομοσχέδια αὐτὰ καὶ ὑπῆρχον καὶ ἄλλα σοβαρὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κ. Πρόεδρε, δὲν πρόφθασαν νὰ γίνουν νόμοι τοῦ Κράτους, λόγῳ τῆς κρίσεως τοῦ Ἰουλίου. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ θέμα τῶν ἐκτάκτων μέτρων, ἐχαράξαμεν καὶ ἐδημοσιεύσαμεν ἔκτοτε ποία εἶναι ἡ πολιτική μας. Ὑπέστημεν παράπονα, ἐπικρίσεις ἀπὸ τὴν ΕΔΑ, διὰ τὴν βραδύτητα καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μὲ ἐπισκέψεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν ἐκπροσωπούντων τὴν ΕΔΑ τότε καὶ τοὺς εἶπον, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ψηφίσω τώρα. Σᾶς ὑπόσχομαι νὰ εἶναι ἐκ τῶν πρώτων μετὰ τὰς διακοπὰς τοῦ Ἰουλίου. Αὐτὰ εἶναι εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ποίας δυσχερείας ὑποκειμενικῶς, διότι ἴσως νὰ ἦτο ὄχι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1, ἀλλὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 ἢ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4. Εἴχομεν τὰς πιέσεις τῶν δικηγόρων, «φέρτε μας τὸ νομοσχέδιον τῶν δικηγόρων», τὰς πιέσεις τῆς ΕΔΑ «φέρτε τὰ ἔκτακτα μέτρα». Διατὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ εὐχερῶς, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλήν; Διότι ἡ μὲν ΕΡΕ, ἡ Δεξιά, τὸ ἐθεώρει ὑπερμέτρως εὐνοϊκὸν διὰ τὴν ἀριστερὰν καὶ εἴχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς ἀντιρρήσεις της, εὐλόγως εἶχον ἀντιρρήσεις, σύμφωνα μὲ τὰς ἰδικάς των ἀπόψεις, σύμφωνα μὲ τὴν ἰδικήν των πολιτικήν, ἡ δὲ ΕΔΑ μᾶς ἔλεγεν: «Ὑπεράγαν αὐστηρὸν εἶναι. Δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ». Καὶ συνεπῶς λόγῳ τῶν ἀντιρρήσεων καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐκρίναμεν ὅτι δὲν ἦτο εὐχερὴς ἡ ψήφισίς του καὶ ἀνεμέναμεν τὴν διακοπήν, διὰ νὰ τὸ ψηφίσωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν τὸν ἐφέραμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§41Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικ.). Μίαν λέξιν, κύριε Πρόεδρε.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ θὰ ἐπακολουθήσουν καὶ ἄλλαι λέξεις.
§43Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικ.). Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἐπακολουθήσουν καὶ ἄλλαι. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος ὅτι ἐκρίνετο ὑπεράγαν αὐστηρὸν ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν καὶ ὑπεράγαν ἢ ὑπερμέτρως εὐνοϊκὸν ἀπὸ τὴν ἄλλην. Δὲν καθορίζουν τὴν πολιτικὴν τῶν Κυβερνήσεων, ἀξιότιμε κύριε Μπακόπουλε, τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ ἡμεῖς καθορίζομεν τὴν πολιτικήν μας καὶ ἡμεῖς εἰσάγομεν τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ ψηφίσωμεν. Ἐὰν ἡ Ε.Κ. πράγματι ἤθελε νὰ ψηφισθῇ θὰ εὕρισκε τὴν εὐκαιρίαν. Διότι, πέραν βεβαίως τοῦ νομοθετήματος περὶ Παιδείας καὶ Ἐκβιομηχανίσεως, βασικώτατα νομοθετήματα ἐψηφίσθησαν καὶ πάρα πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα προδήλως ἦσαν ἥσσονος σημασίας, τοσοῦτον μᾶλλον καθ’ ὅσον ἡ Ε.Κ. τὴν κατάργησιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων συνεδύαζεν, ἐταύτιζε μὲ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πολιτικῆς Δημοκρατίας. Καὶ μίαν τελευταίαν παρατήρησιν, ἀξιότιμε κύριε Μπακόπουλε. «Καθώριζεν — εἴπατε — ἡ Κυβέρνησις ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος». Εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου. Ἑπομένως τὸ νομοθέτημα τῶν ἐκτάκτων μέτρων ἐθεωρεῖτο εἰς τὴν σειρὰν τῶν νομοσχεδίων ὡς τελευταῖον, ὡς ἥσσονος βεβαίως σημασίας. Πόσα νομοσχέδια ἐψηφίσθησαν εἶναι εὔκολον νὰ διαπιστώσῃ κανείς. Καὶ ἐπίσης εἶναι εὔκολον νὰ διαπιστώσῃ κανείς, ἐὰν τὰ ¾ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἦσαν ἥσσονος σημασίας μὲ τὸ νομοσχέδιον τῶν ἐκτάκτων μέτρων.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη.
§45Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο. Ἀλλὰ ὅταν, ἐὰν καὶ ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον, θὰ τὰ ξαναείπωμεν. Δὲν μὲ ἐκπλήσσει ἡ ἐμμονὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶναι κανών, ὅτι οἱ ἀποστάται γίνονται χειρότεροι ἐχθροὶ ἐκείνων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀπεστάτησαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τὴν ἐμμονὴν καὶ εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ παραπονῆται, νὰ ἐλέγχῃ ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδέποτε παρηπονέθη, ὡς μέλος τῆς Ε.Κ. τότε. (Χειροκροτήματα).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1 ἐρωτήσεως.
§47Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικ.). Δὲν πρόκειται περὶ ἐπικρίσεως, ἀξιότιμε κύριε Μπακόπουλε. Πρόκειται περὶ μιᾶς συγκρίσεως. Καὶ ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἴπατε. Σᾶς σέβομαι ἀπολύτως. Κάθε ἕνας ἔχει τὰς ἀπόψεις του. Ἀλλὰ δὲν ἐδικαιοῦσθε νὰ εἴπητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε, κύριε Μπακόπουλε. Ἄλλως τε αἱ ἐπικρίσεις δὲν ἀφεώρων μόνον σᾶς, διότι δὲν ἦσθε ἔκτοτε ἀπὸ τῆς 16ης Φεβρουαρίου Ὑπουργὸς —ὑπῆρξε καὶ ἄλλος Ὑπουργὸς— ἀλλὰ ἀφεώρων γενικώτερον τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ε.Κ., ἡ ὁποία δὲν ἐτόλμησεν ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ φέρῃ. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1 ἐρωτήσεως, τῶν κ.κ. Κύρκου, Παππᾶ καὶ Γανίτη, διὰ τὸ νοσοκομεῖον τῆς Σάμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§49Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἐλήφθησαν μέτρα. Κύριε Παππᾶ, ἀντίγραφον τῆς ἐρωτήσεως ἀπεστείλαμεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν Σάμου, ὁ ὁποῖος διεξάγει προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν. Δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον στάδιον ἀκριβῶς εὑρίσκεται ἡ διαταχθεῖσα προκαταρκτικὴ ἐξέτασις.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παππᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§51Θ. ΠΑΠΠΑΣ. Ὡς γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, τὸ θέμα αὐτὸ ἔχει ἀναστατώσει ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν τῆς Σάμου. Πέραν τῶν ὅσων ἀναφέρουν εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γεν. Ἐπιθεωρητοῦ περὶ καταχρήσεων, ἀνηθικοτήτων, χρηματισμοῦ ἐνίων ἰατρῶν εἰς βάρος τῶν ἀτυχῶν ἀσθενῶν κλπ. ὑπάρχει τὸ βασικὸν θέμα τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως ἰατρικῆς περιθάλψεως. Ἔλαβον τὴν πληροφορίαν χθὲς ὅτι ἐξεδόθη παραπεμπτικὸν βούλευμα κατὰ ἰατροῦ γυναικολόγου καὶ μαίας τοῦ Νοσοκομείου τούτου δι’ ἀνθρωποκτονίαν ἐξ ἀμελείας. Φαντασθῆτε εἰς ποῖον σημεῖον ἐγκληματικῆς ἀδιαφορίας ὡρισμένων ἰατρῶν τοῦ νοσοκομείου ἐφθάσαμεν. Ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου ἔχει διαταχθῆ ἡ προκαταρκτικὴ ἐξέτασις καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸν Ἰανουάριον καὶ ἀκόμη ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ δὲν ἐπῆγεν εἰς τὴν τακτικὴν ἀνάκρισιν. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι θὰ πρέπει νὰ δείξετε μεγαλύτερον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ νὰ ὑπομνήσετε εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Σάμου, ὅτι πρέπει νὰ περατώσῃ τὴν προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν διὰ νὰ φθάσωμεν συντόμως εἰς τὴν τακτικὴν ἀνάκρισιν διὰ τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. Ἡ ἐπικρατοῦσα σήμερον εἰς τὸ νοσοκομεῖον Σάμου κατάστασις εἶναι ἀπαράδεκτος. Πέραν τοῦ θέματος αὐτοῦ κ. Πρόεδρε, διὰ τὸ νοσοκομεῖον Σάμου, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπιφυλασσόμεθα νὰ συζητήσωμεν παρόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ὑγιεινῆς, διότι ἀπευθύνεται καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ ἐρώτησίς μας καὶ κυρίως ἐνδιαφέρει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅπως ἡ Πολιτεία, τὸ Κράτος λάβη ἐπείγοντα μέτρα διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ ἱδρύματος ἰδίως ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικοῦ προσωπικοῦ. Οὔτε ἐφημερεύων ἰατρὸς ὑπάρχει σήμερον εἰς τὸ Ἵδρυμα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 3 καὶ 4 ἐρωτήσεις τῶν κ.κ. Λ. Φροντιστῆ καὶ Ε. Ἀνερούση ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ κ. Κ. Στεφανοπούλου σχετικῶς μὲ τὴν μεταφορὰν τῶν ἐπανορθωτικῶν φυλακῶν Πατρῶν.
§53Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μετὰ τὴν δοθεῖσαν ἀπάντησιν δὲν ὑφίσταται πλέον θέμα.
§54Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον, κύριε Ὑπουργέ, τὴν ἀπάντησίν σας καὶ πράγματι δὲν ὑφίσταται θέμα διὰ τὸ ἐν ἀπαντήσει θιγόμενον ζήτημα. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ θέμα τῆς μεταφορᾶς τῶν φυλακῶν Πατρῶν ὑφίσταται ἀκέραιον. Σήμερον αἱ Φυλακαὶ Πατρῶν στεγάζονται εἰς κτίριον διεσκευασμένον μὲν ἀλλ’ οὐχὶ κατεσκευασμένον διὰ φυλακὰς τὸ ὁποῖον κεῖται εἰς τὸ κέντρον τῆς πόλεως. Νομίζομεν, ὅτι εἶναι καιρὸς αἱ Φυλακαὶ τῶν Πατρῶν νὰ μεταφερθοῦν εἰς ἄλλο σημεῖον ἐκτὸς τῆς πόλεως εὑρισκόμενον. Θέλω νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Πατρῶν ἔχει ἐπιβληθῆ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ μεγαρόσημον τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ μόνον τὰ δικαστικὰ μέγαρα, ἀλλὰ καὶ τὰς φυλακάς. Βέβαια ἐκ τῶν πόρων τοῦ μεγαροσήμου αὐτοῦ ἔχουν γίνει κατ’ ἐπανάληψιν ἐπισκευαὶ τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου. Διερωτῶμαι ὅμως μήπως ἐκ τῶν πόρων τοῦ μεγαροσήμου αὐτοῦ ὑπάρχει σημαντικὸν περιθώριον, τὸ ὁποῖον ἐνισχυόμενον ἐξ ἄλλων πόρων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνοικοδομηθοῦν φυλακαὶ πλέον σύγχρονοι καὶ εἰς τόπον κατάλληλον. Παρακαλῶ πολύ, κ. Ὑπουργέ, νὰ μελετήσετε τὸ θέμα αὐτό.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 6 καὶ 7 ἐρωτήσεις τῶν κ.κ. Ἀναγνωστοπούλου καὶ Κατριβάνου ἀναβάλλονται. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Κ. Στεφανάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. Ἡλιοῦ, Κιτσίκη κλπ. σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν ἐπαγγελματιῶν ἐνοικιοστασιακῶν μισθωτῶν καταστημάτων.
§56Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διὰ τὸ θέμα τῶν ἐπαγγελματιῶν ἐνοικιοστασιακῶν μισθωτῶν καταστημάτων δὲν ὑπάρχει πλέον ζήτημα. Ἔχει πράγματι δημιουργηθῆ διὰ τοὺς μισθωτὰς τοῦ Δήμου Ἀθηναίων ἓν θέμα, μετὰ ὅμως τὰς δοθείσας διευκρινίσεις δὲν ὑπάρχει δι’ αὐτοὺς ζήτημα.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 9 ἐρώτησις διαγράφεται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μπριλλάκη, Πανάγου κλπ. ἀφορώσης ἀντισυνταγματικὰς ἐνεργείας τῶν ὀργάνων Χωροφυλακῆς Θεσσαλονίκης.
§58Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐφ’ ὅσον ἡ ἐρώτησις ἀναφέρεται εἰς παρανόμους ἐνεργείας τῶν ὀργάνων Χωροφυλακῆς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἔχει. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ἀποταθοῦν εἰς τοὺς κατὰ τόπους Εἰσαγγελεῖς ἁρμοδίους νὰ διώξουν τοὺς παρανομοῦντας.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 11 ἐρώτησις διαγράφεται ὡς ἀφορῶσα θέματα τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ἡλιοῦ, Ἡλιοπούλου κλπ. ἀναφερομένης εἰς θέματα ἀνακύψαντα ἐκ τῆς μεταβάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς Χανιά.
§60Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως αὐτῆς ἔχω ἤδη δώσει ἀπάντησιν. Αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ ἔπραξαν τὸ καθῆκον των. Αὐταὶ εἶναι μόνον ἁρμόδιαι διὰ τὴν δίωξιν τῶν ἀδικημάτων, εἰς τὸ ἔργον δὲ αὐτῶν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπέμβῃ. Ἐὰν τυχὸν αἱ ἐκδοθεῖσαι ἀποφάσεις δὲν εἶναι ὀρθαὶ τοῦτο θὰ κριθῇ ἀπὸ τὰ ἀνώτερα δικαστήρια εἰς τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ προσφύγουν.
§61Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐρώτημα, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ ἐὰν αἱ ἐκδοθεῖσαι ἀποφάσεις εἶναι ὀρθαὶ ἢ ὄχι, οὔτε ἐὰν ἠλέγχθη τὸ Δικαστήριον ἢ ὄχι. Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔδωσεν ὁδηγίας εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς διὰ τὴν δίωξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπαναλαμβάνουν καθ’ ἡμέραν, ὅσα τὸ Δικαστήριον ἔκρινεν ὡς ἀδίκημα περιυβρίσεως, ἡ ὁποία κηρύσσει αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνουν ἁπλῶς οἱ πολῖται καὶ διὰ τὰ ὁποῖα διώκονται. Ἐρωτῶ λοιπόν, ἐὰν ἐναντίον δηλαδὴ τῆς ἡγεσίας τοῦ τόπου, θὰ ἐξακολουθήσουν αὐτὰ τὰ παιδιὰ τοῦ δρόμου νὰ πληρώνουν δι’ ὅσα ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τοῦ τόπου εὐθύνεται καὶ ἂν θὰ ἀφήσετε ἀσυδότους τοὺς κυρίως ὑπευθύνους αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν, δηλαδὴ τὴν πολιτικὴν ἡγεσίαν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ παρέμβω εἰς τὴν συζήτησιν ἤθελα νὰ σᾶς ἐρωτήσω, κ. Ἡλιόπουλε, ἐὰν αὐτὰ ποὺ εἴπατε ἀφοροῦν τὴν κακοποίησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Χανίων.
§63Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν κακοποίησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Χανίων ἔδωσεν ὁ ἴδιος ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπάντησιν μὲ δηλώσεις του πολιτικοῦ περιεχομένου. Εἶπεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς κατηγορηματικῶς, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ τὸν ἐκτύπησεν ἦτο «Λαμπράκης» καὶ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἦτο ὀπαδὸς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἀφῆκεν ἀνέλεγκτον τὸν κ. Εἰσαγγελέα Χανίων διὰ τὰς πολιτικοῦ περιεχομένου δηλώσεις. Καὶ τοῦτο διότι ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης του. Ἐνῷ ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Φλῶρος διώκεται.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Χανίων οὔτε συνέντευξιν ἔδωσε πρὸς δημοσιογράφον οὔτε εἰς δηλώσεις προέβη. Ὅ,τι ἀνεγράφη εἰς τὸν Τύπον εἶναι ἀναληθές.
§65Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περιεχόμενον τῶν δηλώσεών του ἦτο ὑβριστικὸν καὶ θὰ ἔπρεπε, ἐὰν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δὲν διετύπωσεν αὐτὴν τὴν δήλωσιν νὰ διώξῃ τὴν ἐφημερίδα ποὺ ἔγραψεν αὐτὰς τὰς δηλώσεις. Αὐτὸ ὅμως δὲν τὸ ἔπραξε.
§66Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Ἡλιόπουλε, πρῶτον, ἐὰν αἱ διωκτικαὶ ἀρχαὶ ἐδίωξαν πολλοὺς ἢ ὀλίγους, αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, θὰ ἔκριναν προφανῶς αἱ διωκτικαὶ ἀρχαὶ ὅτι ὅλοι δὲν παρέβησαν τὸν ποινικὸν νόμον. Ἑπομένως ὅσοι ἀποδοκιμάζουν, ὅσοι παραβιάζουν τὸν ποινικὸν νόμον, εἶναι ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τῆς Πολιτείας καὶ ὀφείλουν πλέον οἱ κατὰ τόπους Εἰσαγγελεῖς νὰ κινήσουν τὴν ποινικὴν δίωξίν των. Δεύτερον, καθόσον ἀφορᾷ τὸν Εἰσαγγελέα Χανίων, ὑπήρξατε ἀδικώτατος, κ. Ἡλιόπουλε καὶ ἐβάλατε ἐναντίον ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος μετετέθη καὶ ὁ ὁποῖος ὑπέστη βάναυσον ἐπίθεσιν ἐπὶ μειώσει τοῦ κύρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Δὲν προέβη ὁ Εἰσαγγελεὺς —δηλῶ εἰς τὸ Σῶμα— εἰς δηλώσεις πρὸς τὴν ἐφημερίδα, πρόκειται περὶ ἀνακριβοῦς πληροφορίας καὶ ὑπάρχει καὶ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅπου βεβαιοῦται, ὅτι οὐδέποτε ὁ Εἰσαγγελεὺς Χανίων προέβη εἰς δηλώσεις πρὸς δημοσιογράφον. Ἑπομένως πάντα ὅσα εἴπατε στηρίζονται ἐπὶ ἀνυπάρκτου προϋποθέσεως καὶ ἐπειδὴ εἶσθε καλόπιστος σᾶς παρακαλῶ νὰ τὰ ἀνακαλέσετε.
§67Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο σημεῖα ἔθιξα σχετικῶς μὲ τὸν κ. Εἰσαγγελέα Χανίων. Πρῶτον, ὅτι ὅταν κατήγγειλεν εἰς τὸν τύπον —αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον— ὅτι ἐκακοποιήθη ἀπὸ ἕνα πολίτην διαδηλωτήν, ἐδήλωνε συγχρόνως ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀμφιβολίαν —καὶ δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἀναγνώσετε τὰ κείμενα αὐτῶν τῶν δηλώσεων— ὅτι ἐπρόκειτο περὶ «Λαμπράκη», ὁ ὁποῖος τοῦ ἐπετέθη καὶ τὸν ἔδειρε. Διενηργήθη ἀνάκρισις καὶ μέχρις ὅτου προκύψῃ τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως, δεκάκις ἐπανέλαβεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ὅτι ἐκεῖνος ποὺ τὸν ἐκακοποίησεν ἦτο νέος μελαχρινός, εἶχε τὰ μαλλιὰ ὀλίγον κουρεμένα κλπ., ἦτο δηλαδὴ «Λαμπράκης». Αὐταὶ ἦσαν αἱ δηλώσεις καὶ ἦλθεν ἡ ἀνάκρισις νὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἦτο «Λαμπράκης», ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν Ἀριστεράν. Ἰδοὺ ἡ πρώτη πρᾶξις, τοὐλάχιστον, ἐπιπολαία τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Δεύτερον, εἰς τὸ θέμα τῶν δηλώσεων, ἔκανε δήλωσιν, δηλῶν καὶ διαψεύδων ὅτι ἔδωκε συνέντευξιν εἰς τὴν ἐφημερίδα. Ἂν ὅμως εἶχε κάμνει αὐτὴν τὴν συνέντευξιν, τὸ παράπτωμά του ἦτο βαρύτατον, διότι τὸ περιεχόμενον τῆς ἐφημερίδος τῆς ἰδικῆς του συνεντεύξεως, ἦτο τόσον τρομερόν, ὥστε δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς δηλώσεις.
§68Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἄρα δὲν τὰς ἔκαμε.
§69Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμε τὴν δήλωσιν «διαψεύδω». Εἶναι ἀρκετὸν αὐτό; Μήπως ἡ ἐφημερὶς ἔγραψε μεταγενεστέρως, ὅτι δὲν ἔγινεν ἡ συνέντευξις καὶ διατὶ δὲν ἤσκησε τότε δίωξιν κατὰ τῆς ἐφημερίδος;
§70Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νὰ ξεκαθαρίσωμεν ὡρισμένα πράγματα. Πιστεύετε εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, ὅτι δὲν ἔδωκε συνέντευξιν, οὔτε εἰς δηλώσεις προέβη, ναὶ ἢ ὄχι;
§71Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ξεύρω, οὔτε τὸν ξεύρω κἂν τὸν κ. Εἰσαγγελέα.
§72Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Τὸ παρεδέχθητε προηγουμένως, ὅτι δὲν ἔκαμε δηλώσεις διότι, εἴπατε, λόγῳ τοῦ περιεχομένου των δὲν πιστεύετε ὅτι τὰς ἔκαμεν. Ἔχετε ἐπὶ πλέον ἐπίσημον δήλωσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅτι οὐδέποτε ἔκανε δηλώσεις, πρὸς Θεοῦ, κ. Ἠλιόπουλε, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ πιστευτός;
§73Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσον ἐκτεθειμένος περὶ τὸ θέμα αὐτό, ὥστε δὲν ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ ἐκεῖ. Ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐφημερίδα νὰ κάμῃ διάψευσιν τῆς συνεντεύξεως —ἔτσι κάνουν οἱ ὑβριζόμενοι τοὐλάχιστον ἢ οἱ δυσφημούμενοι— ἢ νὰ ἀσκήσῃ δίωξιν κατὰ τῆς ἐφημερίδος, ὁπότε ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ τὸ πιστεύσω. Ὅταν ὅμως ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅλην τὴν συμπεριφορὰν περὶ τὸ θέμα τῶν γεγονότων τῆς ἐπισκέψεως τοῦ κ. Μητσοτάκη εἰς τὰ Χανιά, εἶμαι ἐπιφυλακτικός. Δὲν τὸ πιστεύω, ἁπλῶς διότι εἶναι Εἰσαγγελεύς, ἀλλὰ δὲν λέγω, ὅτι λέγει ψέματα εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ πιστεύσω, ἡ συμπεριφορά του εἶναι αὐτή. Σὲ ἄλλο ὅμως σημεῖον εἶπε ψέματα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐγένετο ἐντονωτάτη διάψευσις ἡ ὁποία κατεχωρήθη καὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία ἔγραψε τὴν δῆθεν συνέντευξιν. Τὴν διάψευσιν κατόπιν ἀναφορᾶς τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Χανίων, τὴν ἔκαμα ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης.
§75Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Ἠλιόπουλε, μίαν σύντομον ἀπάντησιν καὶ μίαν κριτικὴν τοῦ συλλογισμοῦ σας. Εἴπατε πρῶτον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν Εἰσαγγελεὺς νὰ προέβη εἰς τὰς δηλώσεις αὐτάς, διότι πρόκειται περὶ πρωτοφανοῦς ἐνεργείας, πρόκειται περὶ βαρυτάτου παραπτώματος καὶ δὲν τὸ πιστεύετε. Ἐξ ἀντικειμένου, λοιπόν, ἀποκλείετε τὰς δηλώσεις. Καὶ δεύτερον, ἔχετε τοῦ ἰδίου ὑπεύθυνον ἀνακοίνωσιν καταχωρηθεῖσαν μάλιστα εἰς τὴν ἐφημερίδα τὴν δημοσιεύσασα τὴν δῆθεν συνέντευξιν. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα πρόσθετον στοιχεῖον καὶ μάλιστα διὰ σᾶς ποὺ εἶσθε παλαιὸς δικηγόρος πρέπει νὰ βαρύνῃ εἰς τὴν κρίσιν σας. Καὶ ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ὅτι διαπιστώνω μίαν ἀντίφασιν εἰς τὸν συλλογισμόν σας. Ἐνῷ δηλαδὴ ἐξ ἀντικειμένου ἀποκλείετε νὰ προέβη εἰς τὰς δηλώσεις, ἐνῷ ἔχετε τὴν ὑπεύθυνον ἀνακοίνωσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐν τούτοις τὴν κριτικήν σας ἀσκεῖτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀντιφατικότης.
§76Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Κάμνετε μίαν διαστροφὴν τῶν συλλογισμῶν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Πολυχρονίδη ἀναφερομένη εἰς τὴν λῆψιν μέτρων σχετιζομένων μὲ τὴν λειτουργίαν κράτους δικαίου, ἀναβάλλεται ἀπόντος τοῦ κ. βουλευτοῦ. Ὡσαύτως ἡ ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Φροντιστῆ ἀναφερομένη εἰς τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν παραχώρησιν γαιῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὴν Κασσαβέτειον Ἀγροτικὴν Φυλακὴν κλπ., ἀναβάλλεται ἀπόντος τοῦ κ. βουλευτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Γραφάκου καὶ Ε. Ἀνερούση, ἀναφερομένης εἰς τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων 751 καὶ 1836 κλπ.
§78Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον θίγει εἰς τὴν ἐρώτησίν του ὁ κ. συνάδελφος ἀφορᾶ κυρίως τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης δὲν ἔχομεν ζητήματα σχετιζόμενα μὲ προσλήψεις τοῦ νόμου 751. Ἁρμόδιος εἶναι, ἐν προκειμένῳ, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας ὑπάγεται καὶ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία περὶ προστασίας τῶν πολεμιστῶν τῶν νόμων 751 καὶ 1836.
§79Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας ἔχει, ἀναμφιβόλως, δίκαιον. Ἡμεῖς ἐτονίσαμεν, καὶ θὰ τονίζωμεν πάντοτε καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Ὑπουργούς, τὴν ἀνάγκην τῆς προστασίας τῶν πολεμιστῶν τῶν νόμων 751 καὶ 1836. Διότι εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἐνθυμούμεθα τοὺς πολεμιστὰς μόνον εἰς τὸ ἐθνικὸν προσκλητήριον καὶ νὰ εἶναι πρῶτοι εἰς τὴν σάλπιγγα τῆς πατρίδος καὶ τελευταῖοι ἐν καιρῷ εἰρήνης διὰ τὴν κατάληψιν τῶν θέσεων πρὸς ἀποκατάστασίν των.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη, Β. Ἐφραιμίδη, Μ. Θεοδωράκη καὶ Π. Δούκα, ἀναφερομένης εἰς τὸ θέμα τῶν ἐπιβλητέων κυρώσεων ἐναντίον στρατιωτικῶν τινων συμμετεχόντων εἰς συγκεντρώσεις πολιτικοῦ περιεχομένου.
§81Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐν λόγῳ ἐρώτησις, ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Δὲν ἀφορᾶ θέμα τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὰς ἐρωτήσεις ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§82Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι ἀφορᾶ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, ὑπὸ τὴν ἑξῆς γενικὴν ἔννοιαν. Διότι ὑπάρχει ἡ ὑπ’ ἀριθ. 330)65 ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, δι’ ἧς δὲν συνιστᾶ ἀδίκημα παραπεμπόμενον εἰς Στρατοδικεῖον ἡ συμμετοχὴ στρατιωτικῶν εἰς συγκεντρώσεις πολιτικοῦ περιεχομένου. Παρὰ ταῦτα, συνεχίζεται νὰ κρατοῦνται φυλακισμένοι στρατιῶται, κατηγορούμενοι βάσει τοιούτων διατάξεων, παρὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως.
§83Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οἱ ἐν λόγω στρατιῶται, τοὺς ὁποίους ὑπαινίσσεσθε, κρατοῦνται ἀπὸ στρατιωτικὰς ἀρχὰς εἰς στρατιωτικὰς φυλακάς, ἐὰν βεβαίως ἐκρατοῦντο εἰς μὴ στρατιωτικὰς φυλακάς, ἀναμφισβητήτως θὰ εἴχατε κάθε λόγον νὰ ἀπευθύνεσθε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Ἐφ’ ὅσον ὅμως, κρατοῦνται ἀπὸ στρατιωτικὰς ἀρχὰς εἰς στρατιωτικὰς φυλακάς, εἶναι ἁρμόδιον τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ ἀπευθυνθῇ ἡ ἐν λόγω ἐρώτησις.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἡ ὡς ἄνω ἐρώτησις τῶν κ.κ. συναδέλφων, μεταφέρεται εἰς τὰς ἐρωτήσεις ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἡ ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ἀντωνίου, ἀναφερομένη εἰς αἰτιάσεις κλπ. κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Α. Φλώρου, δι’ ἐνεργείας του ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του, ἀναβάλλεται, ἀπόντος τοῦ κ. βουλευτοῦ. Παρελθούσης τῆς ὥρας ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων εἰσερχόμεθα εἰς
τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς δύο αἰτήσεις συναδέλφων, διὰ τὴν πρόταξιν δύο ἐπερωτήσεων, ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν τῆς 12ης Νοεμβρίου 1965. Ἡ πρώτη εἶναι τοῦ συναδέλφου κ. Βρανοπούλου, σχετικῶς μὲ τὰ ὕψη οἰκοδομῶν καὶ ἡ δευτέρα τοῦ κ. Κ. Στεφανοπούλου.
§85Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητοῦμεν πάντοτε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, ὅταν μάλιστα ἀναμένεται ἡ σχετικὴ μελέτη τῶν ἀρχιτεκτόνων.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτε, ἐφ’ ὅσον δὲν τὴν ἀνακαλοῦν, οἱ κ.κ. συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν φέρω πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος.
§87Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει ληφθῆ ἀπόφασις σχετικῶς μὲ τὰς ἐν λόγῳ ἐπερωτήσεις καὶ ἔχει ἀναγραφῆ εἰς τὰ πρακτικὰ ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, διότι δὲν ἔχω πρόχειρα αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Στεφανόπουλε, εἴχομεν εἴπει, ὅτι μετὰ τὸ καπνικόν, θὰ ληφθῇ ἀπόφασις προτάξεως τῶν ἐν λόγῳ ἐπερωτήσεων.
§89Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι καὶ αἱ δύο ἐπερωτήσεις αὐταί, ἔχουν προταχθῆ διὰ νὰ συζητηθῶσι μετὰ τὸ καπνικόν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κρατῶ ὑπὸ σημείωσιν τὴν περίπτωσιν αὐτήν, καθὼς ἐπίσης καὶ τοῦ συναδέλφου κ. Κιτσίδη, τοῦ ὁποίου ἐπερώτησις ἀναφέρεται εἰς τὴν ὀρεινὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας.
§91Χ. ΚΙΤΣΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπερώτησις αὐτὴ πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ ταχύτερον, διότι ἐνδιαφέρει ἕνα ἑκατομμύριον λαόν, ὅστις διαβιοῖ ὑπὸ ἐξαιρετικῶς δυσμενεῖς συνθήκας. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν τὸ Σῶμα, ὅπως δεχθῇ τὴν πρόταξιν τῆς ἐν λόγῳ ἐπερωτήσεώς μου.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι γενικὸν καὶ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ἀπὸ καμμίαν πλευράν.
§93Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸν Κανονισμόν, προτάσσονται αἱ ἐπερωτήσεις ἐκεῖναι περὶ καταθέσεως ἐγγράφων, πάσης ἄλλης ἐπερωτήσεως ἢ προτάσεως. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προταχθῇ, πάσης ἄλλης ἐπερωτήσεως, ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. συναδέλφου.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συζητηθῇ μετὰ τὰς νόμῳ προτετιμημένας καὶ μετὰ τὴν προταχθεῖσαν προχθὲς πρότασιν τῆς
Ε.Δ.Α.
Συνεπῶς, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως τῶν συναδέλφων κ.κ. Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Δ. Παπανικολάου. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Διαμαντόπουλος).
§95Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὴν 23ην Ὀκτωβρίου 1965, κατεθέσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητήσαμεν τὴν κατάθεσιν μιᾶς σειρᾶς ἐγγράφων, ἀναφερομένων εἰς τὸ θέμα τῆς διώξεως τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Τρικάλων κ. Φλώρου, δι’ ἐνέργειαν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, ἀσκῶν χρέος καὶ δικαίωμα κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἔκτοτε καὶ ἐνῷ παρῆλθεν ἡ προθεσμία, ἡ προβλεπομένη ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, οὐδεμία ἀπάντησις ἐλήφθη εἰς τὴν Βουλήν, ἦτο δὲ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Σώματος κ. Παπασπύρου, καὶ οὐδὲν ἔγγραφον, περὶ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, ἀπεστάλη. Τὰ ἔγγραφα ποὺ ἐζητήθησαν, διὰ νὰ διαφωτισθῇ τὸ Σῶμα, εἶναι: Πρῶτον, ἀντίγραφον παραγγελίας τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης πρὸς τὸν Ἀρεοπαγίτην κ. Πατσουράκον, διὰ τὴν διενέργειαν ἐλέγχου, κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Φλώρου. Δεύτερον, ἀντίγραφον ἀναφορᾶς τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν κ. Φλώρου, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Τρίτον, ἀντίγραφον ἀναφορᾶς τοῦ κ. Πατσουράκου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς διενεργηθείσης ἐρεύνης. Τέταρτον, ἀντίγραφον ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης πρὸς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, περὶ διώξεως τοῦ κ. Φλώρου καὶ πέμπτον, ἔγγραφον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη εἰς τὸν κ. Φλῶρον ποινὴ μεταθέσεως εἰς τὸν Πύργον καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν Ρόδον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐπηκολούθησε δηλαδὴ καὶ ἄλλη μετάθεσις. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἄρνησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν, ὑπογραμμίζει τὰς βαρυτάτας εὐθύνας καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν γένει, περὶ τὸ θέμα τῆς διώξεως τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Τρικάλων κ. Φλώρου. Διότι καὶ τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπεδιώχθη ἡ δίωξις τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐχώρησεν ἡ δραστηριότης καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀποδεικνύουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φυσικά, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν γένει, ἐκινήθησαν εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς περιόδου τῆς ἀνωμαλίας, μὲ πνεῦμα φιμώσεως ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, πάσης ἐκδηλώσεως, ἡ ὁποία θὰ ἔθετεν ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ τοὺς χειρισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱανδήποτε ἐκδήλωσιν, ἡ ὁποία θὰ ἐκλόνιζε τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὴν ἀνωμαλίαν.
§96Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συγγενεῖς καὶ εἰς τὸ αὐτὸ τείνουσαι θέμα ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις, ἔχουσι κατατεθῆ ἤδη. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ συνεκφωνήσετε τὴν ἐπερώτησιν τὴν ἰδικήν μου, τὴν ἀντίστροφον, ὡς καὶ τὴν τοιαύτην τῶν συναδέλφων κ.κ. Κατσώτα, Βασιλάτου κλπ.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀρθῶς, κ. συνάδελφε.
§98Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος θέματος, παρατηρῶ, ὅτι ἡ συζήτησις τῆς παρούσης ἐπερωτήσεως, δὲν εἶναι συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ἐπερωτήσεως, εἶναι ἐπερώτησις διὰ μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων καί, ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνδυασθῇ μὲ οἱανδήποτε, ἔστω καὶ σχετικήν, ἐπερώτησιν, ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, διότι ἄλλη θὰ εἶναι ἡ ἀντιμετώπισις ἡ ἰδική μας εἰς μίαν περίπτωσιν συζητήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ ἄλλη θὰ εἶναι εἰς τὴν τυπικὴν ἐπερώτησιν διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀποκλείεται ὁ συνδυασμὸς τῶν ἐπερωτήσεων αὐτῶν.
§99Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Συμφωνῶ, ἀπολύτως, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθετε εἰς τὴν οὐσίαν, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε χωρὶς νὰ λάβετε ἀπάντησιν ἀπὸ ἡμᾶς.
§100Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ κρίνῃ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι σεῖς. Ὁπωσδήποτε, κατὰ τὸν Κανονισμόν, δὲν ἐπιτρέπεται αὐτὸς ὁ συνδυασμός, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε.
§101Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀπολύτως ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν, ἄλλως, κ. Πρόεδρε, θὰ παραβῆτε τὸν Κανονισμόν, ἐὰν δὲν ἐπιτρέψητε τὴν συζήτησιν τῶν ἀντιστρόφων ἐπερωτήσεων, διότι τότε θὰ ἀκουσθῇ μόνον ἡ μία πλευρά.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ κανόνα, εἰσερχόμεθα καὶ εἰς τὴν οὐσίαν καὶ συνεπῶς, νομίζω, ὅτι θὰ ὁμιλήσετε καὶ σεῖς, διότι, ἄλλως, θὰ ὑποχρεωθῶ νὰ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν ὁμιλοῦντα, ὅτι περνάει τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἔχει δικαίωμα ἀπὸ τὸν Κανονισμόν, διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων.
§103Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνοῦμεν, διότι ἐκκρεμεῖ καὶ ἐπερώτησίς μου ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι ἔχω ἐπερώτησιν διὰ τὴν περιφρόνησιν πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων. Ἐκκρεμεῖ, ἐπαναλαμβάνω, ἐπερώτησίς μου ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐὰν θέλετε νὰ συζητήσωμεν καὶ τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν, ἐπὶ τῆς οὐσίας, δὲν θὰ εἶχα ἀντίρρησιν. Τό γε νῦν εἰσάγονται αἱ ἐπερωτήσεις, διὰ τὴν περιφρόνησιν, τὴν ὁποίαν συστηματικῶς ἐπιδεικνύουν εἰς βάρος τοῦ Σώματος καὶ ἀρνοῦνται νὰ καταθέσουν οἱονδήποτε ἔγγραφον. Ἔγιναν ταμποῦ οἱ κύριοι, διὰ τῶν μεθόδων, ποὺ ἀνῆλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν.
§104Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ συμφωνήσω μαζί σας καὶ μὲ τὸν κ. Βασιλᾶτον καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων καὶ νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν. Δι’ αὐτὸ ἄλλωστε, καὶ προτάσσεται, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἡ ἐπερώτησις.
§105Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Θὰ περιορισθῇ εἰς τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων καὶ δὲν θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν.
§106Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτό, κ. συνάδελφε, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, θὰ τὸ κρίνῃ τὸ Προεδρεῖον καὶ ὄχι σεῖς.
§107Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν.
§108Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι θέμα ποὺ ἀφορᾷ τὸ Προεδρεῖον. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει μία πεῖρα καὶ μία παράδοσις μέχρι ποίου σημείου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκταθῇ μία συζήτησις ἐπερωτήσεως, διὰ μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων. Δὲν πρόκειται, οὔτε νὰ δικονομήσωμεν, οὔτε νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τώρα νομολογίαν διὰ τὸ θέμα αὐτό. Εἶναι γνωστόν, πῶς συζητοῦνται αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ ἐπερωτήσεις, ἂς μὴ χάνωμεν, λοιπόν, καιρόν. Ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἠρνήθησαν νὰ καταθέσουν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν, διότι εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει σαφής, πλήρης ἡ ἐκδήλωσις τῆς διαθέσεως νὰ φιμωθῇ οἱαδήποτε ἐκδήλωσις, εἴτε ἐναντίον πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε νὰ μείνουν ἀκάλυπτοι αἱ προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον τῶν ἀντιπάλων παρατάξεων. Θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθῶ ἐδῶ εἰς ἐκεῖνο ποὺ ἔθιξεν ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὅτι ἡ τακτικὴ αὐτῆς τῆς ἀποφυγῆς καταθέσεως ἐγγράφων, κατήντησε σύστημα εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν τῆς ἀνωμαλίας, διότι δὲν παρῆλθον παρὰ δύο μῆνες ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ ὑπάρχει σωρεία ἐπερωτήσεων διὰ μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων. Καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει μίαν πλήρη περιφρόνησιν πρὸς τὴν νομιμότητα καὶ τὴν τάξιν, ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ τίνος, λοιπόν, πρόκειται, τί ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἀρνήσεως νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, τί ἐπεδίωξε νὰ συγκαλύψῃ ἡ Κυβέρνησις; Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν Τρικάλων κ. Φλῶρος, λαβὼν γνῶσιν, ὅτι ὑπῆρχον παράπονα καὶ καταγγελίαι, ὅτι κατὰ τὴν περίοδον ἰδίως τοῦ 1965, ἰδίως κατὰ τὴν περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνα ἡ Ἕνωσις Κέντρου, ἐπεκράτει ἕνα καθεστὼς τρόμου καὶ φοβίας εἰς τὴν ὕπαιθρον, ὅτι οἱ ὀπαδοὶ μιᾶς ὡρισμένης πολιτικῆς παρατάξεως καὶ συγκεκριμένως τῆς Δεξιᾶς, δὲν ἠδύναντο, οὔτε νὰ ἀναπνεύσουν εἰς τὴν ὕπαιθρον, ὅτι ὅπλα συνεκεντροῦντο ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς καὶ τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως, δὲν ὀνομάζεται ρητῶς κυβερνητικὴ παράταξις, ρητῶς ὀνομάζεται ὀπαδοὶ τῆς ΕΔΑ, ἀλλὰ προσθέτως ἀναφέρονται, ὅτι καὶ ὀπαδοὶ ἄλλων κομμάτων προμηθεύονται ὅπλα καὶ τοῦτο διὰ νὰ ὑπάρξῃ τρομοκρατία τῶν ἀντιπάλων πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς, διότι εἰς τὴν Ἀριστερὰν ἀποδίδει τὸ ἔργον τρομοκρατήσεως τῶν ἀντιπάλων, μὲ σκοπὸν νὰ ἐμποδισθοῦν αἱ ἐλεύθεραι πολιτικαὶ ἐκδηλώσεις τῆς πολιτικῆς μερίδος τῆς ΕΡΕ καὶ ἑπομένως νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἀνωμαλία αὐτή, ἡ ὁποία προεκάλεσε καὶ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἰδίως ἠμπόδιζε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν λύσιν τῆς ἀνωμαλίας τῆς σημερινῆς διὰ τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν. Αὐταὶ αἱ ἀπόψεις ὑπεστηρίχθησαν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε., ἐγράφησαν ἀπὸ ὅλας τὰς ἐφημερίδας τῆς Δεξιᾶς, ἀλλὰ ὑπεστηρίχθησαν ἐντόνως, ζωηρότατα ὑπεγραμμίσθησαν αἱ ἀπόψεις αὐταὶ περὶ τῶν κινδύνων ἐκ τῆς τρομοκρατικῆς δραστηριότητος τῆς Ἀριστερᾶς, τῆς νεολαίας «Λαμπράκη» καὶ τῶν ὀπαδῶν ἄλλου Κόμματος, εἰς τὸ Ἀνακτοβούλιον. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, διὰ νὰ καταδειχθῇ ἡ ἔκτασις τῆς παρανομίας, τὴν ὁποίαν ἤσκησεν ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν προσπάθειαν νὰ συγκαλύψῃ αὐτὸ ποὺ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις εἰς βάρος τοῦ Εἰσαγγελέως, νὰ ἀναφερθῶ εἰς ἀποσπάσματα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν εἰς τὸ Ἀνακτοβούλιον, ἀπὸ μέρους παραγόντων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὰς συζητήσεις ἐκείνας. Ὁ κ. Κανελλόπουλος, εἶπεν, ὅτι «εἴτε οἱ κομμουνισταί, εἴτε ὀπαδοὶ ἄλλου Κόμματος, προμηθεύονται ὅπλα. Θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται τοῦτο, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ κρατικὸς μηχανισμός, ὁ ὁποῖος νὰ καθίστα δυνατὴν τὴν ἐξουδετέρωσιν αὐτοῦ τοῦ κινδύνου». Καὶ ἐν συνεχείᾳ: «Ἡ ὕπαρξις καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ὕπαιθρον, ἔχουν σχεδὸν μηδενισθῆ». Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Κιουσόπουλος, ὡς τέως Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ Ἀνακτοβούλιον ὑποστηρίζει, ὅτι δὲν ἠμποροῦμε νὰ πᾶμε εἰς ἐκλογάς, διότι «πανταχόθεν συρρέουν πληροφορίαι, ὅτι ἡ ὕπαιθρος τελεῖ ὑπὸ τὴν τρομοκρατίαν τῶν ἐξτρεμιστικῶν στοιχείων τῆς Ἀριστερᾶς». Καὶ ὁ τραπεζίτης κ. Ι. Παρασκευόπουλος τὰ αὐτὰ ὑπεστήριξεν ἐπίσης. Ἀκόμη ὡμίλησεν εἰς τὸ Ἀνακτοβούλιον καὶ ὁ κ. Δόβας περὶ βίας καὶ τρομοκρατίας. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ πληροφορίαι εἶχον κατακλείσει τὸν τύπον τῆς Δεξιᾶς. Καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Φλῶρος, ἔκρινεν, ὅτι ἔδει νὰ ἐνεργήσῃ αὐτεπαγγέλτως διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἐὰν αἱ πληροφορίαι εἶναι ἀκριβεῖς, ἐὰν συγκεντρώνωνται ὅπλα ἐκ μέρους πολιτῶν καὶ ἐὰν ὑφίσταται ἡ τρομοκρατία τῶν ὀπαδῶν τῆς δεξιᾶς εἰς τὴν ὕπαιθρον, ἐὰν ἐμποδίζεται ἡ ἐλευθέρα κυκλοφορία τοῦ τύπου τῆς δεξιᾶς. Καὶ ἔκανε προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν διὰ νὰ βεβαιωθοῦν τὰ καταγγελλόμενα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὅλοι μας γνωρίζομεν, ὅτι πολλαὶ διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας (ἄρθρ. 31, 43 παρ. 2, 36, 37 κλπ.), ἐπιβάλλουν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τὸ χρέος ἐὰν ἔχουν πληροφορίας, ὅτι διαπράττονται ἐγκλήματα εἰς τὴν περιοχήν των νὰ διατάξουν προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν. Μάλιστα τὸ ἄρθρον 40 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐπιβάλλει καὶ εἰς τοὺς πολίτας νὰ καταγγέλλουν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἐὰν διαπράττωνται ἐγκλήματα διὰ νὰ λάβῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὰ κατάλληλα μέτρα. Αὐτὸ ἔκαμεν ὁ Εἰσαγγελεὺς Τρικάλων κ. Φλῶρος. Ἀπὸ τὴν προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν ἔπρεπε νὰ βεβαιωθῇ ἐὰν τὰ καταγγελλόμενα ἦσαν ἀληθῆ, ἐὰν συγκεντρώνωνται ὅπλα, ἐὰν ὑπάρχῃ τρομοκρατία τῶν ὀπαδῶν τῆς δεξιᾶς καὶ ἐὰν πωλοῦνται ἐλευθέρως μόνον αἱ ἐφημερίδες «Βῆμα» καὶ «Αὐγὴ» διότι καὶ αὐτὸ εἶχε καταγγελθῆ. Ἀλλά, εἶναι προφανές, ὅτι ἐὰν ἡ ἔρευνα ἦτο ἀρνητικὴ ἐὰν τὰ καταγγελλόμενα ἦσαν ἀναληθῆ, ἀνατρέπετο ἡ βάσις τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ καὶ τῆς δικαιολογήσεως τῆς διατηρήσεως εἰς τὴν Ἀρχὴν τῶν Κυβερνήσεων τῆς ἐκτροπῆς. Ἀλλά, ὅτι κατηγγέλθη περὶ τρομοκρατίας δὲν ἦτο ἀληθές. Ἀπόδειξις, ὅτι καμμία δίωξις δὲν ἔγινε περὶ τρομοκρατίας, οὔτε διὰ τὴν κατοχὴν ὅπλου καὶ φυσικὸν ἦτο ὁ κ. Φλῶρος νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι ὅσα ἐλέγοντο καὶ συνεζητοῦντο εἰς τὸ Ἀνακτοβούλιον, ἀπὸ τὴν ΕΡΕ καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἦσαν ἀληθῆ. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Παπασπύρου, θέλων νὰ καλύψῃ τὰ καταγγελλόμενα περὶ τρομοκρατίας ἀπεφάσισε νὰ διώξῃ τὸν Εἰσαγγελέα κ. Φλῶρον. Διατάσσει πρὸς τοῦτο τὸν Ἀρεοπαγίτην κ. Πατσουράκον νὰ ἐνεργήσῃ ἔρευνα κατὰ τοῦ κ. Φλώρου. Ὁ κ. Πατσουράκος ἐπελέγη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἐκτελέσῃ ἐντολὴν αὐτῆς. Ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Φλῶρος ὑπέβαλεν ἐπίσης ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὁμιλῶν διὰ τὴν προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν. Καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐθεώρησε πρέπον νὰ παραπέμψῃ τὸν κ. Φλῶρον εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον πρὸς μετάθεσιν καὶ νὰ δηλώσῃ μάλιστα, ὅτι τὸν παραδίδει εἰς τοὺς ἀνωτέρους του διὰ νὰ τὸν κρίνουν πρὸς περαιτέρω δίωξιν. Καὶ ἔρχεται τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ μεταθέτει τὸν κ. Φλῶρον διότι τάχα ἐπεχείρησε νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν πολιτικὴν διαμάχην. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν Φλώρου, τὴν ἔκθεσιν Πατσουράκου καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ποὺ παρέπεμψε τὸν κ. Φλῶρον εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ δῶ τὴν αἰτιολόγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅταν παρέπεμψε τὸν κ. Φλῶρον εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ τιμωρηθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ κ. Φλῶρος θὰ κριθῇ τελικῶς ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους του. Ἀλλὰ προϊστάμενος τοῦ κ. Φλώρου, εἶναι ὁ κ. Κόλλιας, ὁ ὁποῖς, ὡς γνωρίζετε, βαρύνεται μὲ τὴν κατηγορίαν, ἐκκρεμοῦσαν ἔτι, δι’ ὠμὴν ἐπέμβασιν εἰς τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης. Τὸν κ. Φλῶρον, λοιπόν, θὰ ἔκρινεν ὁ κ. Κόλλιας; Καὶ ὅμως, ἔγινε. Κύριοι βουλευταί, ἀπ’ ὅλα τὰ ἀνομήματα ποὺ συνέβησαν κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἀνωμαλίας πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῇ περισσότερον τὸ σημεῖον, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τῆς ἀνωμαλίας πλήττουν καὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ διὰ διαφόρων ἐνεργειῶν παρεμβαίνουν εἰς τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὸ δεικνύει εἰς ποῖον βάραθρον ὀλισθαίνει ἡ δημοσία ζωή. Ἐπεμβαίνει ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνωμαλίας καὶ εἰς τὸ ὀχυρὸν τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ καταλύσῃ, νὰ ὑποδουλώσῃ. Ζητεῖ νὰ εἰσαγάγῃ καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην τὸ καταλυτικὸν τῶν πάντων πνεῦμα τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν ἀπὸ τῆς κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1965 περιόδου. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἀσχέτως κομματικῆς τοποθετήσεως, θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία καθολικὴ ἀντίδρασις διὰ ἐνεργείας, ὡς ἐκεῖναι τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης. Θὰ πρέπει ἡ ἀντίδρασις νὰ εἶναι καθολική, ἂν θέλωμεν νὰ ὑπάρχῃ κράτος δικαίου καὶ ὄχι φέουδον μιᾶς οἱασδήποτε φατρίας ἡ ὁποία ἀποβλέπει νὰ καταλύσῃ καὶ τὴν δικαιοσύνην εἰς τὸν τόπον μας. Πρέπει νὰ σημειώσω, ὅτι καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, εἰς τὴν καταγγελίαν περὶ συγκεντρώσεως ὅπλων, ἡ διενεργηθεῖσα παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν κ. Φλώρου προανάκρισις, ὄχι μόνον δὲν ἀνεῦρεν ὅπλα εἰς χεῖρας ὀπαδῶν τῶν καταγγελλομένων παρατάξεων, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας, εὑρέθησαν ὅπλα κατεχόμενα ὑπὸ ὀπαδῶν τῆς δεξιᾶς παρατάξεως, καὶ κατὰ τῶν ὁποίων ἔχει ἀσκηθῆ καὶ δίωξις. Αὐτῆς τῆς ἐπερωτήσεως προηγεῖται ἑτέρα ἐπερώτησις, στρεφομένη κατὰ τοῦ κ. Ἀποστολάκου. Εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ κανεὶς σύγκρισιν καὶ νὰ μὴ παρίδῃ τὴν σημασίαν αὐτοῦ τοῦ ὁποίου ἔκαμεν ὁ κ. Παπασπύρου, διώκοντος τὸν κ. Φλῶρον, μὲ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἄλλου αὐτοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ αὐτοαποκαλουμένου Ὑπουργοῦ «τοῦ χαλυβδίνου βραχίονος», δηλαδὴ τῆς Ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος δι’ ἐγκυκλίου του καλεῖ τὰ ὄργανα τῆς τάξεως νὰ εἶναι οἱ φυσικοὶ ὑπερασπισταὶ ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ἀνωμαλίας καὶ νὰ περιφρουρήσουν ἀμειλίκτως τὸ μέτωπον τῆς ἐθνικῆς παρατάξεως καὶ νὰ ἀντιδράσουν κατὰ πάσης ἐκδηλώσεως ἐναντίον τῆς νομίμου Κυβερνήσεως. Ἐνῷ λοιπὸν αὐτὰ πράττει ὁ ἕνας Ὑπουργός, ὁ ἄλλος ἀπαγορεύει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα κ. Φλῶρον νὰ ἐρευνήσῃ, ἐὰν τὰ καταγγελλόμενα περὶ τρομοκρατίας τῆς ὑπαίθρου κλπ., εἶναι ἀληθῆ, νὰ ἐρευνήσῃ καὶ προστατεύσῃ τὴν ἔννομον τάξιν. Ὅλα αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, ἀποδεικνύουν μίαν προσπάθειαν συγκαλύψεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξέθρεψαν τὰς γνωστὰς ἀνωμαλίας, τὴν ἐκτροπὴν ἐκ τῆς συνταγματικῆς τάξεως. Γενικὴ θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ καταδίκη κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης κατὰ τῆς τακτικῆς κατὰ τῶν μεθόδων, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δικαιοσύνη ἱσταμένη εἰς τὸ ὕψος της καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ὑπάρξῃ Κράτος ἐλεύθερον καὶ Κράτος δικαίου.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ ἠθέλατε νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ συνάδελφος κ. Βασιλᾶτος, ὁ ὁποῖος ἔχει καταθέσει συναφῆ ἐπερώτησιν;
§110Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἀρχίσῃ τὴν ὁμιλίαν του ὁ κ. Βασιλᾶτος, ἐπιτρέπεται νὰ σᾶς ἀναγνώσω δήλωσιν κατατεθεῖσαν ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Κιτσίδη;
§112ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς ΕΡΕ). Μάλιστα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κατατεθεῖσα δήλωσις, ἔχει ὡς ἑξῆς: Πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, κατεβλήθη προσπάθεια σπιλώσεως τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ κατασυκοφαντήσεως ἡγετῶν καὶ τοῦ Σώματος τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, τῶν φερόντων τὴν εὐθύνην διὰ τὴν βασικωτέραν λειτουργίαν τοῦ ἔθνους τοῦ «ἀμύνεσθαι περὶ πάτρις» καὶ τῶν τιμησάντων καὶ τιμώντων τὰ ὅπλα τὰ ἱερὰ τῶν Ἑλλήνων. Ἐκφράζω ὅλην μου τὴν ἀπέχθειαν πρὸς τὴν ἀπαράδεκτον αὐτὴν τακτικὴν καὶ τὴν ἀποδοκιμασίαν μου πρὸς τὰς μεθόδους καὶ τὰ μέσα διαβρώσεως τοῦ κυριωτάτου ὀχυροῦ τῆς Πατρίδος καὶ τοῦ Πολιτεύματος παρεμένοντος εὐτυχῶς ἀκόμη ἀκλονήτου. Θεωρῶ δέ ὅτι οὐδεὶς κρυπτόμενος ὄπισθεν τοῦ κατ’ ἐξοχὴν ἐλευθέρου θεσμοῦ τῆς ἀσυλίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους δύναται νὰ χρησιμοποιῇ τὸν θεσμὸν τοῦτον διὰ νὰ ὑπονομεύῃ καὶ νὰ πλήσσῃ ἀνέτως τοὺς φύλακας καὶ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ἐλευθερίας. Διότι κάποτε αἱ δυνάμεις τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ἀληθοῦς Δημοκρατίας θὰ τιμωρήσουν τοὺς ἐχθροὺς αὐτούς, οἵτινες προσβάλλουν ἀκόμη καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀθῆναι τῇ 21 Ἰανουαρίου 1966 Ὁ Δηλῶν βουλευτὴς Χ. Κιτσίδης (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς δηλώσεως, πολλοὶ βουλευταὶ τῆς Ε.Κ. καὶ τῆς ΕΔΑ διαμαρτύρονται).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχει δικαίωμα πᾶς συνάδελφος νὰ καταθέσῃ οἱανδήποτε δήλωσιν καὶ τὸ Προεδρεῖον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἀναγινώσκῃ.
§115Θ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ραβασάκι. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες σεβόμεθα τὸν στρατόν.
§116Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ποῖον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγινώσκωνται αἱ κατατιθέμεναι δηλώσεις; Παρακαλῶ νὰ μᾶς τὸ ἀναφέρηται, νὰ ἠξεύρωμεν καὶ ἡμεῖς πότε πρέπει νὰ κάμωμεν χρῆσιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ κατάχρησιν. Διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει κάθε βουλευτὴς θὰ καταθέτῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δήλωσιν καὶ οὕτω θὰ διακόπτεται ἡ συζήτησις.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω ἐν συνεχείᾳ, κ. Μπακόπουλε.
§118Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ καταχώρησις δηλώσεως εἰς τὰ πρακτικά, ἀποτελεῖ κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὑποχρέωσιν. Ἀμφιβάλλω ὅμως ἐὰν ἡ ἀνάγνωσις εἶναι ὑποχρεωτική. Κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, μόνον εἰς περίπτωσιν δικαιολογήσεως ψήφου, εἰς περίπτωσιν θέματος ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀναγινώσκεται. Αὐτὸ ἐτηρήθη μέχρι τοῦδε καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ πρέπει καὶ νὰ τηρηθῇ. Ἄλλως, ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ σεβαστὸς κ. Μπακόπουλος, ὅτι διαφορετικὰ θὰ γίνῃ κατάχρησις.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ράλλη, ὁ Πρόεδρος, ἢ μᾶλλον τὸ Προεδρεῖον, ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Συμφωνῶν καὶ ἐγὼ μὲ τὴν ἄποψίν σας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐζήτησα τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ προέβην εἰς τὴν ἀνάγνωσιν.
§120Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λόγια μόνον διὰ νὰ τακτοποιηθῶ ἐγώ. Δὲν ἤλεγξα τὸ Προεδρεῖον, ἀλλὰ παρεκάλεσα νὰ μᾶς πῇ τὸ Προεδρεῖον, βάσει τίνος ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγνώσεως δηλώσεων.
§121Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὑπάρχει καὶ τὸ πρόβλημα τοῦ περιεχομένου τῶν δηλώσεων. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελοῦν αἱ δηλώσεις σχόλια τῶν συζητήσεων εἰς τὴν Βουλήν; Ὁ κ. συνάδελφος εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐγγραφῇ κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ διατυπώσῃ τὰ ὅσα διὰ τοῦ ἐγγράφου του διατυπώνει. Πῶς θὰ συμβῇ δηλαδή. Ἀντὶ νὰ ὁμιλῶμεν, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως ἑνὸς θέματος, θὰ συντάσσωμεν ἓν ἔγγραφον καὶ θὰ ἀνασκευάζωμεν τὰ λεχθέντα ἀπὸ τοὺς ὁμιλητάς, εἰς ἡμέραν μάλιστα καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Πέραν ὅμως αὐτῶν, ἡ δήλωσις ἡ ὑποβληθεῖσα καὶ ἡ ἀναγνωσθεῖσα, εἶναι καὶ ὑβριστικὴ ἐναντίον τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι διετύπωσαν χθὲς τὰς ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου ἀπόψεις των καὶ χωρὶς μάλιστα νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσουν ἐπὶ τῶν δηλώσεων αὐτῶν. Ἔπρεπε, λοιπόν, κ. Πρόεδρε, νὰ καλέσετε τὸν κ. συνάδελφον καὶ νὰ τοῦ πῆτε, ὅτι δὲν δύναται νὰ κάμῃ τοιούτου περιεχομένου δήλωσιν ἢ ἐφ’ ὅσον τὴν ἐδέχθητε καὶ τὴν ἀνεκοινώσατε εἰς τὸ Σῶμα, ὀφείλετε νὰ ἐπιτρέψητε συζήτησιν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπέτρεψα συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ παρακαλῶ νὰ δῆτε τὶ λέγει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. «...(ἀναγινώσκει)...». Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅτι ἐγὼ ἐστηρίχθην εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα.
§123Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε δὲν ἀναφέρει τὶ περὶ δηλώσεων, ἀλλὰ ὁμιλεῖ περὶ ἐγγράφων. Ἑπομένως, κακῶς καὶ τὴν ἐδέχθητε τὴν δήλωσιν καὶ τὴν ἀνεγνώσατε καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τοιοῦτον τί. Ποῦ θὰ τὸ πᾶμε δηλαδή; Μὲ ραβασάκια θὰ διεξάγωμεν τὰς συζητήσεις εἰς τὴν Βουλήν; Ποῦ βρῆκε τοιοῦτον δικαίωμα τὸ Προεδρεῖον;
§124Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Συμφωνοῦμεν ἀπολύτως μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Μπακοπούλου καὶ νὰ τεθῇ ὡς ὅρος τὸ νὰ μὴ ὑποβάλλωνται δηλώσεις.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε νὰ τὸ θεωρήσωμεν ὡς πρότασίν σας, καὶ νὰ ἐρωτήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς τὴν Βουλήν;
§126Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ὑποβάλλω ὡς πρότασιν. Παρατήρησιν ἔκαμα. Ἐὰν συνεχίσῃ τὸ Προεδρεῖον μὴ συμμορφούμενον ἐπ’ αὐτοῦ, τότε θὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος σημειοῦμεν, ὅτι ὑπῆρξεν ἐκτροπὴ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§127Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ παράβασις δὲν παρατηρεῖται τὸ πρῶτον τώρα. Παρετηρήθη πρό τινος μὲ μίαν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς καὶ ἡ ὁποία δὲν ἦτο δήλωσις, ἀλλὰ ἀγόρευσις. Τότε παρετήρησα εἰς τὸν ἐπὶ τῆς ἕδρας κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν κ. Παπασπύρου, εἰπὼν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάθεσις καὶ ἡ ἀνάγνωσις δηλώσεων. Ὁ Πρόεδρος, κ. Παπασπύρου, μοῦ ἀπήντησε τότε, ὅτι παρομοία δήλωσις εἶναι ὑποχρεωτικὴ νὰ ἀναγνωσθῇ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν παράβασιν αὐτὴν τοῦ Κανονισμοῦ, παράβασιν ἡ ὁποία ἐγένετο τὸ πρῶτον, ὡς ἀνέφερον ὑπὸ τοῦ κ. Παπασπύρου.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§129Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, συνάδελφος κ. Ἡλιόπουλος, ἐνημέρωσε τὸ Σῶμα ὑπὸ ποίας συνθήκας ὁ Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν Τρικάλων, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ τὴν ποινικὴν δίωξιν, ἐν ὀνόματι τῆς Πολιτείας, κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Κώδικος Ποινικῆς Δικονομίας, ἐπειδὴ ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον του, ἐδιώχθη καὶ μετετέθη. Ἐζήτησα ὡρισμένα ἔγγραφα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἠρνήθη. Ἠρνήθη τὴν κατάθεσιν. Ἐζήτουν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ ἐνέργειαν τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, ὡς τρίτης τῶν ἐξουσιῶν. Ἐζήτησα πρακτικὸν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐζήτησα καὶ μίαν ἀναφορὰν ἑνὸς κ. Ἀρεοπαγίτου καὶ ἡ ἀπάντησις ἦτο, ὅτι τὰ ἔγγραφα εἶναι ἀπόρρητα καὶ δι’ αὐτὸ δὲν κατατίθενται. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ νέα Κυβέρνησις, μὲ τὸν νέον τρόπον ποὺ ἀνερριχήθη εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ τὰς νέας μεθόδους, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν πρὸς κάλυψιν τῶν εὐθυνῶν της καὶ συγκάλυψιν τῆς ἀληθείας. Ἐζητήσαμεν τὴν κατάθεσιν τῶν πορισμάτων τῶν ἀποταχθέντων ἀξιωματικῶν καὶ ἐνῷ τὰ πορίσματα αὐτὰ ἔχουν κοινοποιηθῆ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι εἶναι μυστικά, καί, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀσκηθῇ προσφυγὴ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὑποχρεωτικῶς θὰ πᾶνε οἱ φάκελλοι ἐκεῖ, εἰς τὴν Βουλὴν δὲν στέλλονται, διότι κρατεῖ μία περιφρόνησις πρὸς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, κρατεῖ μία νέα μέθοδος περιφρονήσεως, ἵνα, διὰ τῆς μὴ ἀποστολῆς τῶν ἐγγράφων, ἀποφεύγεται ὁ οὐσιαστικὸς ἔλεγχος. Ἐξανίσταται, λοιπόν, καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ. Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον εἶναι συλλογικὸν διοικητικὸν ὄργανον· δὲν εἶναι δικαστήριον. Καὶ μάλιστα, θὰ γνωρίζετε, ὅτι ὅταν εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος συνεζητοῦντο τὰ περὶ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἐλήφθη, κατ’ ἀρχήν, ἡ ἀπόφασις, τότε, ὅτι αἱ ἀποφάσεις του θὰ προσβάλλωνται ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ ἐπῆγεν Ἐπιτροπὴ Ἀρεοπαγιτῶν, ἡ ὁποία παρεκάλεσε, χάριν τοῦ κύρους τοῦ ἀνωτάτου αὐτοῦ Δικαστικοῦ ὀργάνου, νὰ μὴ περιληφθῇ παρομοία διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ πράγματι, ἐκρίθη, ὅτι θὰ ἐπηκολούθουν διατάξεις, ὥστε ἦτο προτιμώτερον νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἐπὶ πλέον, ἔχουν δημοσιευθῆ τόσα πρακτικὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω σωρείαν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ Β.Δ., τὸ ὁποῖον ἐκωδικοποίησε τοὺς περὶ Δικαστικῶν, ὑπαλλήλων, προαγωγῶν, μεταθέσεων, πειθαρχικῆς διώξεως κλπ. σχετικοὺς νόμους, παρέχει εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους τὸ δικαίωμα λήψεως ἀντιγράφων. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνοῦνται Ὑπουργοὶ κατάθεσιν ἐγγράφων, ὅταν τοὺς ζητοῦνται ταῦτα ἀπὸ βουλευτάς; Ἡ ἄρνησις τῆς καταθέσεως ἐγγράφων, ἐγένετο ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης, διότι ἐνόμιζε, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον. Εἶναι βαρυτάτη ἡ εὐθύνη του, ἐν προκειμένῳ. Εἶχον τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὅταν ὁ κ. Πατσουράκος, εἶχε σταλῆ εἰς τὰ Τρίκαλα, ὁ κ. Κόλλιας, εἰσηγήθη τὴν μετάθεσιν τοῦ κ. Φλώρου πρὸ τῆς ἐπιστροφῆς ἀκόμη τοῦ κ. Πατσουράκου. Καὶ εἶναι γνωστόν, τὸ ὅτι εὑρίσκεται, ὁ κ. Κόλλιας, εἰς δεινὴν ἔριδα μὲ τὸν ἀδελφὸν τοῦ κ. Φλώρου, τὸν κ. Ἀντ. Φλῶρον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγνώριζεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Παπασπύρου, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐξετασθῆ ὡς μάρτυς εἰς τὴν δίκην ἐναντίον τοῦ κ. Κόλλια. Καὶ ἐνῷ συνέτρεχε λόγος ἐξαιρέσεώς του, δὲν ἐξῄρεσεν ἑαυτὸν ὑποπέσας εἰς τὸ ἀδίκημα τὸ προβλεπόμενον μὲ τὸ ἄρθρον 254 τοῦ Κώδικος καὶ προβλέπον φυλάκισιν τοὐλάχιστον τριῶν μηνῶν. Ἐνῷ ἔπρεπε, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διώξῃ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι εἶχον τοὺς αὐτοὺς λόγους ἐξαιρέσεως, οὗτος δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἐγώ, βεβαίως, δὲν ἐλέγχω, οὔτε τὸν κ. Κόλλιαν, τοῦ ὁποίου ἡ πρώτη πρότασις εἰς τὸ Συμβούλιον ἀπερρίφθη, ἀλλὰ ἐλέγχω τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἤλεγξε τοὺς ἐξαιρεσίμους καὶ μὴ ἐξαιρεθέντας Πρόεδρον καὶ Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου κ.κ. Μαυρομιχάλην καὶ Κόλλιαν. Εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ Κώδικος τῆς Ποινικῆς Δικονομίας: «Τὴν ποινικὴν δίωξιν ἀσκεῖ, ἐν ὀνόματι τῆς Πολιτείας, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν». Μὲ ποῖον, λοιπόν, δικαίωμα ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐπενέβη καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ σταματήσῃ; Ὁ κ. Φλῶρος, λαβὼν ἀφορμὴν ἀπὸ τὸν λόγον τοῦ κ. Κανελλοπούλου, ὅστις εἶπεν, ὅτι εἰς ὁλόκληρον τὴν ὕπαιθρον ἀσκεῖται τρομοκρατία, ἐζήτησε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐπιτρέψῃ οὗτος τὴν διενέργειαν ἀνακρίσεων, πρᾶγμα, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἐνῷ, ὅμως, εἰς τὰ Ἰωάννινα εὑρίσκετο ὁ Ἐπιθεωρητὴς Ἀρεοπαγίτης κ. Παπαϊωάννου καὶ ἦτο εὔκολον μὲ ἓν καὶ μόνον τηλεγράφημα νὰ σπεύσῃ οὗτος πρὸς διενέργειαν ἐλέγχου διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ὅσων ἐλέγοντο διὰ τὸν Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν Τρικάλων, δὲν ἔγινε τοῦτο, ποῖος γνωρίζει, διὰ ποίους λόγους... καὶ ἐστάλη εἰς τὰ Τρίκαλα ὁ κ. Πατσουράκος, ὅστις εἶναι ἱκανὸς δικαστικός, ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ σύστημα ἐπελέγετο εἰς ὅλας τὰς δίκας κατὰ τῶν ἀντικυβερνητικῶν ἐφημερίδων, ὡς λ.χ. τῆς «Ἀθηναϊκῆς» καὶ τῶν ἄλλων δημοκρατικῶν ἐφημερίδων, πάντοτε αὐτὸς ἐπελέγετο διὰ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου εἰς τὰς δίκας αὐτάς. Καὶ ἐνθυμεῖται, ὁ κ. Παπασπύρου, ὅτι πολλάκις εἴχομεν σχολιάσει τὴν μονιμοποίησιν αὐτοῦ ὡς Προέδρου καὶ ὤφειλε νὰ μὴ ἐκλέξῃ αὐτὸν ἵνα μὴ τυχὸν σχολιασθῇ δυσμενῶς ἡ ἐνέργειά του. Καὶ εἰσηγήθη τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Οἱ δὲ κ.κ. Κόλλιας καὶ Μαυρομιχάλης, παρεβίασαν τὸ σχετικὸν ἄρθρον τῆς Πολ. Δικονομίας, διότι συνειδότες λόγον ἐξαιρέσεως, δὲν τὸ ἐδήλωσαν καὶ τὸ 254 ἄρθρον τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος, διότι ἔπρεπε μόνοι νὰ ζητήσουν, ὡς ὤφειλον, τὴν ἐξαίρεσίν των, διότι ὑπῆρχε τὸ προηγούμενον τῆς διώξεως τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ ἐν λόγῳ Εἰσαγγελέως Ἀρεοπαγίτου Α. Φλώρου ὑπὸ τοῦ ὁποίου οἱ ἀνωτέρω κατηγγέλθησαν. Ἔκριναν, λοιπόν, ὅτι ἔπρεπεν ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ μετατεθῇ εἰς Πύργον καὶ τὸν μετέθεσαν καί, διὰ δευτέραν φοράν, εἰς Ρόδον. Ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν, ὅπως ἀναφέρω εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν κατέθεσα καὶ τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα.
§130Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Τώρα θὰ ἔλθῃ.
§131Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. .. καὶ λέγω, κ.κ. βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Πατσουράκος, μεταβὰς εἰς Τρίκαλα, δὲν ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ὡς τοῦ πλέον ἁρμοδιωτέρου, ἀλλὰ ἐζήτησε τὴν γνώμην ἑνὸς ἀτόμου, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Γιαννούση.
§132Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Μὴ υἱοθετῆτε πράγματα ψευδῆ. Εἶναι ἀνεπίτρεπτον. Δὲν ἠμφισβήτησα τὴν ἀξιοπιστίαν τοῦ ἐξετασθέντος.
§133Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κακίζω τὸν Ἀρεοπαγίτην Πατσουράκον, διότι δὲν ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος, ἐκ τοῦ θέματος τῆς μεταθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Τρικάλων, λαβὼν ἀφορμήν, συνεκάλεσε γενικὴν συνέλευσιν, ἥτις ἐξέδωκε ἀνακοίνωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἀναφέρονται: «Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Τρικάλων, διαπιστεῖ, ὅτι ἡ πολιτεία τοῦ κ. Ἀλεξ. Φλώρου, ὑπῆρξεν ἀείποτε ἀδιάβλητος καὶ διεκρίνετο διὰ τὴν ἀμεροληψίαν ἔναντι πάντων, ἡ δὲ προκαταρκτικὴ ἐξέτασις διὰ τὴν διερεύνησιν τοῦ θέματος, ἂν ἀσκῆται τρομοκρατία εἰς τὴν ὕπαιθρον εἰς βάρος μιᾶς μερίδος πολιτῶν, διετάχθη παρ’ αὐτοῦ, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του καὶ ὄχι ἐξ ἄλλων ἐλατηρίων. Κατόπιν τούτου, φρονεῖ, ἡ Γενικὴ Συνέλευσις, ὅτι ἡ ὑποβολὴ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης ἐρωτήματος πρὸς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, περὶ μεταθέσεως τούτου, ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας, ὑπῆρξε παρακεκινδυνευμένη, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ δισταγμοὺς εἰς τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς, διὰ τὴν ἐλευθέραν καὶ κατὰ τὴν κρίσιν των ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων». Ἀκριβῶς αὐτὸ ἐπεδιώκετο, νὰ προκαλέσῃ δισταγμοὺς εἰς τοὺς Δικαστικούς, ὅτι δηλαδὴ ὅστις δὲν ὑποτάσσεται εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν, θὰ εὑρίσκεται ὑπὸ συνεχῆ διωγμόν, ὡς ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Τρικάλων, ὅστις κατὰ τὸ μικρὸν χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπηρέτησεν εἰς τὴν περιοχὴν τῶν Τρικάλων, ἐπετέλεσεν ἔργα ὡραῖα, ἔργα εὐποιΐας, ὥστε ἡ πόλις τῶν Τρικάλων νὰ εἶναι ὑπερήφανος διὰ τρεῖς Εἰσαγγελεῖς της, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ κ. Φλῶρος, Ἔργα εὐποιΐας, ὥστε νὰ ἀπολαμβάνουν καὶ οἱ συμπολῖται τοῦ κ. Γιαννούση καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν ἐγκαινίων παιδικοῦ σταθμοῦ Τρικάλων, ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος, ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιόν του. Διατί δὲν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν, ὁ κ. Ὑπουργός; Πῶς ἔρχεται καὶ καταλύει καὶ νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα; Ποίαν γνώμην, περὶ τοῦ Συντάγματος, εἶχεν ὁ τότε Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης κ. Παπασπύρου, θὰ ἀντιληφθῆτε κατωτέρω. Βεβαίως, ὁ ἀξιότιμος νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν δήλωσιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης, ὅτι παράνομος ἦτο ἡ πρᾶξις τοῦ Εἰσαγγελέως Τρικάλων. Διότι, ὁ κ. Παπασπύρου, ὑπῆρξε πάντοτε, ἐκ τῶν πλέον μαχητικῶν ὑπερασπιστῶν τῶν ἀδίκως διωκομένων δημοκρατικῶν πολιτῶν εἰς τὰ δικαστήρια, ὡς συνήγορος καὶ ἐνθυμοῦμαι μὲ πολλὴν νοσταλγίαν τὰς ἡμέρας ἐκείνας τῶν κοινῶν ἀγώνων διὰ τὴν δημοκρατίαν. Προλογίζων, λοιπόν, ὁ κ. Παπασπύρου, τὸ Σύνταγμα τοῦ κ. Γ. Γερολυμάτου, ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «......». «...... Τὸ Σύνταγμα, ὡς ἐλέχθη, εἶναι σύνολον ἀρχῶν. Ἡ τήρησις, ὅμως αὐτῶν, ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς ὑπάρξεως δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν ἔννοιαν τῶν κοινῶν συμφερόντων. Ἑπομένως, παραβίασις τοῦ Συντάγματος σημαίνει ἀδικίαν, ἡ ὁποία διαπράττεται εἰς βάρος προσώπου ἢ τοῦ συνόλου καὶ ὑποκρύπτει τὴν ἱκανοποίησιν ἄλλων, μὴ θεμιτῶν συμφερόντων. Ὑπὸ τὴν τελευταίαν ἔποψιν τὸ θέμα μεταφέρεται εἰς καθαρῶς πολιτικὸν ἐπίπεδον καὶ ἀφορᾷ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος ἢ τὴν ἐκτροπὴν του ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, ἡ τήρησις ἢ μὴ τοῦ Συντάγματος, δίδει τὸ μέτρον τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα, ἐκ τοῦ ὁποίου προῆλθε τὸ Σύνταγμα, πέραν τούτου, σημαίνει διατήρησιν ἢ κατάλυσιν τῆς δημοκρατίας. Μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς μεγίστης λέξεως, τῆς δημοκρατίας, πρέπει νὰ ταυτίσωμεν τὸ Σύνταγμα, ὅμως, ὄχι παραβιαζόμενον, ἀλλὰ εὐλαβῶς τηρούμενον......». Διότι τὸ πρόσφατον παρελθὸν ἀπέδειξεν, ὅτι εἰς τὴν δημοκρατίαν ὑπάρχει ἡ ἀγαθὴ πρόθεσις, ἡ πρόοδος καὶ ἡ προσπάθεια τῆς Εἰρήνης, πέραν δὲ αὐτῆς, ἡ βία, ἡ ἀπάτη καὶ ἡ καταστροφή... Ἂς γρηγορῇ, λοιπόν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἂς προσέχῃ. Ἂς γνωρίζῃ τὸ Σύνταγμά του καὶ ἂς τὸ κατέχῃ καλῶς. Διὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν — ἂν παραστῇ ἀνάγκη — νὰ τὸ ὑπερασπίσῃ. Ἀποδεικνύων ἄλλην μίαν φοράν, ὅτι εἶναι ἄξιος τῆς λιτῆς καὶ αὐστηρᾶς ἐπιταγῆς τοῦ ἄρθρου 114. Κύριοι συνάδελφοι, ἀναμένω νὰ ἴδω, ποίαν δικαιολογίαν θὰ εὕρῃ νὰ εἴπῃ, διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων, ὁ κ. Στεφανάκης, μετὰ τοῦ ὁποίου πολλούς, ἀπὸ κοινοῦ, ἀγῶνας ἐκάμαμεν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ τὸν ὁποῖον, πάντοτε, ἐθαύμαζον διὰ τὸ πάθος μετὰ τοῦ ὁποίου ἠγωνίζετο ὑπὲρ τῶν διωκομένων πολιτῶν. Καὶ οὐχὶ ἅπαξ εἰς τὰς δίκας διεκήρυττε, ὅτι ἀποτελεῖ στῖγμα διὰ τὸν πολιτισμόν μας, ὁ νόμος 375. Νομίζω, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ ἀσκήσῃ ποινικὴν δίωξιν ἐναντίον τῶν κυρίων Κόλλια καὶ Μαυρομιχάλη, τῶν δύο τούτων Ἀνωτάτων Δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ τὸ λέγω μετὰ λύπης, διὰ τὴν παράβασιν τῶν ἄρθρων ποὺ προανέφερον, τοῦ Κώδικος Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος. Σήμερον, ὁ κ. Στεφανάκης, ἐπωμίσθη τὸ βάρος τοῦ Σταυροῦ, ὡς ἄλλος Σίμων Κυρηναῖος, ἀλλὰ ὁ Σίμων ἐσήκωσε εἰς τοὺς ὤμους του τὸν Σταυρὸν τοῦ γλυκυτάτου Ναζωραίου. Σεῖς, ὅμως, κ. Στεφανάκη, σηκώνετε σταυρὸν ἄχαριν, φορτίον βαρύ, διότι εἶναι συνονθύλευμα ἀδίκων πράξεων, αὐθαιρέτων καὶ ψευδῶν κατασκευασμάτων, αἱ ὁποῖαι βαρύνουν τὸν προκάτοχόν σας. Πῶς τολμᾶτε νὰ σκέπτεσθε, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παρακωλυθῇ νὰ ἀσκῇ τὸν ἔλεγχον, μάλιστα, ὅταν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν εὑρίσκεται τὸ Κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ὅταν, σεῖς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκεσθε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδένα ἀντιπροσωπεύετε, ὅταν εἶσθε ἐπιβάται τῆς ἐξουσίας, μὲ ποῖον δικαίωμα ἔρχεσθε νὰ στερήσετε τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου; Ἐὰν δὲν θελήσετε νὰ ἀσκήσετε τὰ καθήκοντά σας καὶ δὲν διώξετε τὸν κ. Κόλλιαν, ἐὰν θελήσετε νὰ τὸν καλύψετε, ὅταν εἶναι παραβάτης, τοῦ ἄρθρου 254 τοῦ Ποιν. Κώδικος, τότε ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ὡραῖαι ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον δι’ ὑμᾶς, ὅταν ἀντιμετωπίζαμεν εἰς τὴν δικηγορίαν ἀπὸ κοινοῦ τοὺς ἀντιπάλους μας, τοὺς ἀδίκους διωγμοὺς τοῦ ἀστυνομικοῦ Κράτους τῆς ὀκταετίας, τότε, ἐπαναλαμβάνω, ὅλαι αὐταὶ αἱ ὡραῖαι ἐντυπώσεις τὰς ὁποίας εἶχον δι’ ὑμᾶς, θὰ διαλυθοῦν καὶ θὰ ἐξέλθω τῆς αἰθούσης ταύτης κινῶν τὴν κεφαλὴν περίλυπος, ὅτι ἠπατήθην.
§134Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ, παρ. 6, θεωρεῖται προσωπικὸν ζήτημα πᾶσα μομφὴ κατὰ βουλευτοῦ, ἢ ἀπόδοσις γνώμης ἀλλοίας τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ἐξενεχθείσης. Πρὶν ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βασιλᾶτος, ἀνεγνώσατε, κ. Πρόεδρε, δήλωσιν τοῦ συναδέλφου κ. Κιτσίδη, ἡ ὁποία δημιουργεῖ προσωπικὸν ζήτημα δι’ ὅσους συναδέλφους, ὁμιλήσαντας χθὲς ἐπὶ τοῦ Στρατιωτικοῦ Νομοθετήματος, ἐπέκριναν τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Διότι, εἰς τὴν δήλωσιν αὐτήν, ἀναφέρεται, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις ἐπεχειρήθη κατασπίλωσις τῶν τιμίων Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν καὶ γενικῶς ὑπονόμευσις τοῦ στρατεύματος. Ταῦτα, κ. Πρόεδρε, ἀποτελοῦν κατάφωρον παραποίησιν τοῦ περιεχομένου τῶν ἀγορεύσεών μας. Ἀπαντῶν, κ. Πρόεδρε, καταγγέλλω, ὅτι οἱ αὐτόκλητοι ὑποστηρικταὶ τοῦ στρατεύματος, ὑπῆρξαν, εἶναι καὶ προορίζονται νὰ εἶναι ἐχθροί του. Ὑπενόμευσαν καὶ σπιλώνουν καὶ τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων Ἀξιωματικῶν καὶ τὸ Στράτευμα, ἐν τῷ συνόλῳ του, ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς ἐχρησιμοποίησαν διὰ τὸν στραγγαλισμὸν τῆς λαϊκῆς θελήσεως καὶ σήμερον ἐπιχειροῦν νὰ καθιερώσουν φέουδον ἐπὶ τοῦ στρατεύματος. Δι’ ὅσων εἶπον χθές, ὄχι μόνον δὲν ὑπονομεύομεν τὸ στράτευμα, ἀλλὰ μὲ πλούσια ἐπιχειρήματα ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι καὶ ἥσυχοι διὰ νὰ ἐπιτελέσουν εἰς τὸ ἀκέραιον τὸ καθῆκον των. Θὰ πρέπει νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸν κλοιὸν τῶν κύκλων τῆς ἀνωμαλίας. Καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ὑπάρχουν σκοτειναὶ δυνάμεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ συγκαταλέγεται καὶ ὁ συνάδελφος, ἐὰν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ὑβριστικήν του δήλωσιν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δημιουργεῖτε προσωπικὸν θέμα.
§136Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς, δηλαδὴ τὴν Ε.Κ., καὶ ὅλους τοὺς χθεσινοὺς ἀγορητάς, σεβόμεθα τὸ Στράτευμα, ὄχι ὀλιγώτερον οὐδενός, δὲν θέλω νὰ εἴπω περισσότερον τῶν ἄλλων. Παρηκολούθησα ὅλην τὴν συζήτησιν καὶ οὐδεμία λέξις ἐλέχθη κατὰ τοῦ Στρατεύματος. Ζημία ἐπῆλθε μόνον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τῆς πολιτικῆς του. Ὅλα τὰ ἄλλα ἀποτελοῦν ἀποκυήματα φαντασίας.
§137Χ. ΚΙΤΣΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τῆς ΕΔΑ, μετεχειρίσθη δι’ ἐμὲ τὴν λέξιν ὑβριστής. Ἐπὶ δύο ἔτη ποὺ εὑρίσκομαι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, οὐδέποτε ὕβρισα κανένα καὶ οὐδέποτε εἶχα κἂν τὴν πρόθεσιν νὰ ὑβρίσω. Χαίρω δὲ διότι τὸ Σῶμα ὁλόκληρον, εἶναι ὑπὲρ τοῦ Στρατεύματος. Ὀφείλω ὅμως, νὰ ἐξηγήσω, ὅτι διὰ τῆς δηλώσεώς μου, δὲν στρέφομαι ἐναντίον οὐδενὸς προσώπου, ἀλλὰ ἐναντίον ἀτυχῶν φράσεων, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ Στρατεύματος.
§138Σ. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἀρχήν, νομίζω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, ἠδύνατο, ἐγγραφόμενος, νὰ ὁμιλήσῃ τὴν Δευτέραν, ὁπότε θὰ συζητηθῇ τὸ σχετικὸν Νομοσχέδιον καὶ πάλιν καὶ νὰ μὴ προσφύγῃ εἰς τὸ σόφισμα τῆς καταθέσεως δηλώσεως. Ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης ταύτης δηλώσεως, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. συνάδελφον, νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῖα πρόσωπα ἐννοεῖ τὸ περιεχόμενον τῆς δηλώσεώς του καὶ πρὸ παντός, διὰ ποίων συγκεκριμένων φράσεων, ἐστράφημεν ἐναντίον τοῦ Στρατεύματος.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, κ. συνάδελφε, ὁ κ. Κιτσίδης, θὰ λάβῃ τὴν Δευτέραν τὸν λόγον.
§140Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, αἱ ἐπερωτήσεις ἀναφέρονται εἰς τὴν μὴ κατάθεσιν ζητηθέντων ἐγγράφων. Ἀνέμενον νὰ ἀκούσω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐπεβάλετο ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων. Λυποῦμαι διότι δὲν τοὺς ἤκουσα. Οἱ κύριοι συνάδελφοι ἠσχολήθησαν κυρίως μὲ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, δὲν πρόκειται νὰ τοὺς ἀκολουθήσω εἰς τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἐχάραξαν. Καὶ θὰ τὸ κάμω, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, διότι ὀφείλομεν ὅλοι μας καὶ τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ συμφέρον ὅλων μας ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ κρατῶμεν τὴν δικαιοσύνην μακρὰν τῶν πολιτικῶν μας ἀντιθέσεων καὶ μακρὰν τῆς πολιτικῆς διαμάχης. Τὸ ἐρώτημα εἶναι, εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσωμεν τὰ ἔγγραφα; Ἡ κατάθεσις ἐγγράφων εἶναι ἀνεπίτρεπτος διότι ἀντίκειται πρὸς θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος, πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ αὐτοδιοικήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀρχὴν ἡ ὁποία ἀποκλείει τὸν ἔλεγχον τῆς δράσεως καὶ τῆς ἱκανότητος παντὸς δικαστικοῦ. Περὶ αὐτοῦ εἶναι παγία ἡ νομολογία. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 22)62 γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου 42)1955 μὲ Πρόεδρον τὸν Ἰωάννην Ἀποστολόπουλον παρόντος τοῦ Εἰσαγγελέως Κιουσοπούλου, τοῦ κ. Κυριακοπούλου Ἀντιπροέδρου καὶ ὅλων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἰδοὺ τὶ λέγει ἡ γνωμοδότησις. Ἐπρόκειτο περὶ πειθαρχικῆς ποινῆς ἡ ὁποία εἶχεν ἐπιβληθῆ καὶ τὸ ἐρώτημα ἦτο ἐὰν ἐπιτρέπεται νὰ κοινολογηθῇ ἡ ἀπόφασις αὐτή. Καὶ ἀποφαίνεται ἡ Ὁλομέλεια ὁμοφώνως, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, εἰς περίπτωσιν ἐπιβολῆς πειθαρχικῆς ποινῆς κατὰ δικαστικοῦ λειτουργοῦ δὲν κοινολογεῖται ἡ ἀπόφασις, ὅτι ἁπλῶς γνωστοποιεῖται εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον καὶ τοῦτο ἵνα μὴ μειωθῇ τὸ κῦρος τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ καὶ γενικώτερον τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχει γίνει παγίως δεκτόν, ὅτι πᾶν στοιχεῖον τοῦ ἀτομικοῦ φακέλλου δὲν δύναται νὰ κοινολογηθῇ δὲν δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν τούτου ὁ οἱοσδήποτε. Δὲν ἔχει ἀξίαν ἐὰν τὸν φάκελλον αὐτὸν ἄλλο Συμβούλιον κρίνει ἐπὶ προσφυγῆς ἐὰν ὑφίσταται δικαίωμα πρὸς τοῦτο τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ. Λαμβάνει γνῶσιν, ἐκ τοῦ νόμου. Εἶχε γεννηθῇ τὸ θέμα καὶ παλαιότερον. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1933 εἶχε ζητήσει ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν τὴν ἀποστολὴν δικογραφίας ἀναφερομένης εἰς ἀδίκημα τελεσθὲν ὑπὸ βουλευτοῦ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν ἀπετάθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὁ τότε Ἀντεισαγγελεὺς Χοϊδᾶς εἰς μίαν ἐμπεριστατωμένην ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως δικονομικῆς, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀποσταλῇ ἡ δικογραφία. Εἰς τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποστείλει ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἀνεπτύσσετο ἡ ἄποψις καθαρῶς ἀπὸ δικονομικῆς πλευρᾶς, διότι ἡ Βουλὴ καὶ ἑπομένως ἡ ἐνεργοῦσα κατ’ ἐντολὴν αὐτῆς Κοινοβουλευτικὴ τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ δὲν συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν προσώπων τῶν δυναμένων νὰ λάβουν γνῶσιν τῆς δικογραφίας. Ἀλλὰ ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι καθαρῶς δικονομική. Καὶ λέγει ὁ ἀείμνηστος Χοϊδᾶς: «Θὰ πρέπει τὸ θέμα νὰ τὸ ἐξετάσωμεν εὐρύτερον, ἰδίᾳ ἀπὸ πλευρᾶς συνταγματικῆς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ποὺ εἶναι ἀρχὴ θεμελιώδης συνιστᾷ ὀργανωτικὴν διάταξιν τοῦ Πολιτεύματός μας». Καὶ καταλήγει ὡς ἑξῆς: «Ὡς ἐκ τῆς διεπούσης ἡμᾶς πολιτικῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν «... (ἀναγινώσκει)...». Καὶ δὲν ἀπεστάλει ἡ δικογραφία καὶ ὀρθῶς δὲν ἀπεστάλει. «Ἡ Βουλή», καὶ τοῦτο ἔχει ἀξίαν, καίτοι εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ παρὸν θέμα, ἔλεγεν ὁ Χοϊδᾶς, «... ὀφείλει νὰ κρίνῃ, ἐὰν τὰ κίνητρα εἶναι πολιτικά, ἐὰν ἡ δίωξις, ἡ ἀσκουμένη κατὰ τοῦ βουλευτοῦ, ὀφείλεται εἰς πολιτικοὺς λόγους». Πέραν αὐτοῦ δὲν δικαιοῦται νὰ πράξῃ. Καὶ ἐὰν ἀκόμη καταλήξῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως, ὅτι ἡ δίωξις εἶναι παντελῶς ἀβάσιμος καὶ ὅτι ὁ διωκόμενος βουλευτὴς εἶναι ἀθῶος, ἡ δὲ δίωξίς του προκύπτει ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ φακέλλου, ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ὁμολογίας τοῦ μηνυτοῦ καὶ οὔτε ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ παρέχῃ τὴν ἄδειαν, διότι δὲν κρίνει περὶ τῆς ἀθωότητος ἢ τῆς ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου, κρίνει μόνον, ἐὰν διώκεται ἐκ πολιτικῶν λόγων. Αὐτὴ καὶ μόνον τὴν ἐγγύησιν θεσπίζει τὸ Σύνταγμα. Ὅταν, λοιπόν, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ἔχομεν τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅταν ἔχωμεν σχετικὴν πρόσφατον γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅταν ἔχωμεν τὴν παλαιὰν γνωμοδότησιν τοῦ ἀειμνήστου Χοϊδᾶ, ὅταν εἶναι σύμφωνοι ἐπὶ τούτου, ὅλοι διὰ ποῖον λόγον θὰ ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ στοιχεῖα, ἀνήκοντα εἰς τὸν ἀτομικὸν φάκελλον τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ, περὶ τῆς δράσεως καὶ ἱκανότητος τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἔλεγχος; Θὰ ἀνέμενον ἀπὸ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, νὰ ἀκούσω τὰς ἀντιθέτους ἀπόψεις, ἑδραιωμένας ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἑδραιωμένας εἰς οἱονδήποτε νόμον, συνάδοντα πρὸς τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ ἀπαντήσω. Ἀντὶ αὐτοῦ ἤκουσα, ἢ μᾶλλον παρέστην μάρτυς, μιᾶς ἐπιθέσεως ἀνοικτῆς, ἂς μοι ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, ἀήθους, ἐναντίον ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀμυνθοῦν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν. Ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τότε θὰ τὰ εἴπωμεν. Δὲν στρέφομαι κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Φλώρου. Ἄλλο τὸ θέμα ἐὰν ἐνήργησε καλῶς ἢ κακῶς. Ἄλλο τὸ θέμα ἐὰν δικαιοῦται ὁ οἱοσδήποτε Εἰσαγγελεὺς νὰ διατάξῃ προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ μηνύσεως ἢ καὶ ἐπὶ τῇ παροχῇ εἰς αὐτὸν οἱασδήποτε πληροφορίας, περὶ τελέσεως συγκεκριμένου ἀδικήματος. Ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της ἡ προκαταρκτικὴ ἐξέτασις, κ. συνάδελφοι, ὡς δικονομικὴ ἐνέργεια, δέον νὰ ἔχῃ συγκεκριμένον ἀντικείμενον. Ἄλλο τὸ θέμα αὐτό. Ἠμπορεῖ νὰ ἔσφαλεν. Εἰς τὰ νομικὰ δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀπόλυτα κατηγορηματικός. Ἴσως ἡ ἄλλη ἄποψις νὰ εἶναι ὀρθοτέρα. Δι’ ἐμὲ ὅμως, ἀποτελεῖ πεποίθησιν, ὅτι προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν δικαιοῦται νὰ διατάξῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς μόνον, ὅταν ἔχῃ πληροφορίας, περὶ τελέσεως συγκεκριμένου ἀδικήματος. Αὐτὸ προκύπτει καὶ ἀπὸ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ Κώδικος Ποινικῆς Δικονομίας. Ὁ θεσμὸς προϋπῆρχεν, ὡς γνωστόν, τοῦ Κώδικος τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Εἶχεν εἰσαχθῆ τὸ 1945 καὶ ἀπεδείχθη χρησιμώτατος. Ἡ διαδικασία αὐτὴ κινεῖται μόνον ὅταν ἔχωμεν ζωηρὰς ἀμφιβολίας περὶ τῆς μὴ ἐνοχῆς καὶ πρὸ πάντων διὰ νὰ μὴ κινῆται ἡ ποινικὴ δίωξις βάσει ἀνεπαρκῶν στοιχείων, διὰ νὰ μὴ τίθεται εἰς κίνησιν ὁ μηχανισμὸς τῆς ποινικῆς δίκης, ὁ ὁποῖος θὰ καταλήξῃ εἰς ἔκδοσιν βουλεύματος ἢ ἀποφάσεως, ἀλλὰ ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἔχῃ δεινῶς ταλαιπωρηθῆ ὁ πολίτης, θὰ ἔχῃ δεινῶς ἀναλωθῆ ἡ ὑπόληψίς του καὶ θὰ ἔχῃ ὑποβληθῆ εἰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐνδεχομένως νὰ μὴ ἠδύνατο νὰ καταβάλῃ. Ἀλλὰ περὶ ὅλων αὐτῶν, θὰ συζητήσωμεν ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν. Λυποῦμαι βαθύτατα, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐξετοξεύθησαν ὕβρεις κατὰ δικαστῶν καὶ δὴ ἀνωτάτων. Συμφέρον ὅλων μας, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, εἶναι νὰ κρατήσωμεν μακρὰν τῆς πολιτικῆς τὴν δικαιοσύνην. Ἡμεῖς πιστεύομεν εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ εἰς τὴν αὐτονομίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὰς περιόδους μιᾶς ἐντόνου πολιτικῆς διαμάχης, πολιτικῶν ἀντιθέσεων, αἱ ὁποῖαι, ὅλοι γνωρίζομεν, ποῦ ἠμποροῦν νὰ φθάσουν, ὀφείλομεν νὰ διαφυλάξωμεν καὶ τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία εἰς τὰς πραγματικὰς δημοκρατίας ἀσφαλίζει τὴν ἀνεμπόδιστον, τὴν ἐλευθέραν ἄσκησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἐνῷ εἰς ἄλλα καθεστῶτα, ἀποτελεῖ μέσον ἐπιβολῆς τῶν ἐπιδιώξεών των, ἀποτελεῖ μέσον πολιτικῆς ἐπιβολῆς καὶ τρομοκρατήσεως τοῦ πολίτου.
§141Η. ΗΛΙΟΥ. Καὶ δι’ αὐτὸ κατηγορεῖσθε καὶ δι’ αὐτὸ ἐλέγχεσθε. Μὲ τὸ καθεστώς σας, ποὺ δὲν εἶναι δημοκρατικόν, προσπαθεῖτε νὰ ὑποδουλώσετε τὴν Δικαιοσύνην. Καὶ αὐτό, ποὺ λέγετε, ξεκινῶντας ἀπὸ αὐτὴν τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ περιφρουρήσετε, καταλήγετε εἰς μίαν ἀντίφασιν πρὸς τὰ πράγματα. Διότι ἀκριβῶς, δὲν ἐλέγχεσθε δι’ ἄλλον τι, παρὰ διότι ἠθελήσατε, ἠθέλησεν ὁ προκάτοχός σας νὰ καταλύσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τὴν δικαστικήν.
§142Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἐλέγχεται διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων.
§143Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Ἡλιοῦ, θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, νὰ συζητήσωμεν καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ ξεκαθαρίσωμεν καὶ τὸ θέμα τῆς Δικαιοσύνης, μέσα εἰς τὸ δημοκρατικόν μας πολίτευμα.
§144Η. ΗΛΙΟΥ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ αὐτό.
§145Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ ξεκαθαρίσωμεν, ἀξιότιμε κ. Ἡλιοῦ, ὅτι ἡ ἰδική σας παράταξις δὲν πιστεύει, ὅπως πιστεύομεν ἡμεῖς εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ὡς φύλακα, θεωροῦμεν, ὅτι προασπίζει τὰς ἀτομικάς μας ἐλευθερίας, ἐνῷ εἰς ἄλλα καθεστῶτα, ἀνεξαρτήτως τῆς φιλοσοφικῆς ἐνατενίσεως τῶν πραγμάτων, ὑπὸ ἑνὸς ἑκάστου, δὲν ἀποτελεῖ ἀνεξάρτητον ἐξουσίαν. Ἀλλὰ εἶναι ὑποτεταγμένη εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν καὶ τοὺς σκοποὺς αὐτῆς ὑπηρετεῖ.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπασπύρου, Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§147Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως μετά, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§148Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Πότε θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά μου, κ. Πρόεδρε;
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει. Νομίζω, ὅτι προηγεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Κατόπιν ἔχει ζητήσει τὸν λόγον ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Κ.
§150Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα ἐντοπίζεται εἰς τὴν αἰτίασιν τῶν συναδέλφων διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων. Παρὰ ταῦτα ἐξευρέθη ὁ τρόπος ἀπὸ τοὺς πεπειραμένους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὰς ἀπόψεις των, τόσον ἀπὸ τὸν κ. Ἡλιόπουλον, ὅσον καὶ τὸν κ. Βασιλᾶτον νὰ παρακάμψουν τὸν σκόπελον αὐτὸν καὶ νὰ εἰσέλθουν καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Καὶ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τοῦτο. Ἐπετέθησαν μὲ σκληρότητα ἐναντίον μου καὶ προμαχοῦντες δῆθεν διὰ τὴν δικαιοσύνην, ἔβαλον κατ’ αὐτῆς καὶ κατ’ ἐμοῦ, διότι ἔκαμα τὸ ἔγκλημα νὰ προστατεύσω τὸ κῦρος της καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν της. Διαμαρτύρομαι, διότι εὗρον νὰ στραφῶσιν ἐναντίον ἀπόντων καὶ ἀνυπερασπίστων ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν ποὺ λαμπρύνουν καὶ τιμοῦν τοὺς δικαστικοὺς θώκους καὶ νὰ βάλουν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας κατ’ αὐτῶν. Διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἀναφέρομαι, κ. συνάδελφοι, εἰς ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι βασικὸν θέμα ἀρχῆς σχετιζόμενον μὲ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ἀποτελεῖ παγίαν παράδοσιν, ἡ ὁποία ἐτηρήθη ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὑπουργοὺς Δικαιοσύνης νὰ μὴ κατατίθενται ἔγγραφα ἀφορῶντα τὴν λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Δὲν ὑπάρχει προηγούμενον, κ. συνάδελφοι, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχων συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν του νὰ καταθέσῃ τὰ στοιχεῖα, ὡς ἐκεῖνα ποὺ ἐζήτησαν οἱ συνάδελφοι κ.κ. Ἡλιόπουλος καὶ Βασιλᾶτος. Διότι, ἀλλοίμονον, ὅταν ἀγωνιζόμεθα διὰ νὰ διαφυλάξωμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ προασπίσωμεν τὴν λειτουργίαν αὐτῆς καὶ ὅταν διακηρύσσωμεν μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μας, ὅτι ἀποτελεῖ ὀχυρὸν τῆς δημοκρατίας, ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν νὰ ἐπιχειροῦμεν τὴν ἀνάμιξιν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὰς πολιτικάς μας ἀντιθέσεις καὶ ἐπιδιώξεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνεφέρθη εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ παρέλκει ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ περαιτέρω ἀνάπτυξις. Ὁ συνάδελφος, κ. Βασιλᾶτος, ἐλησμόνησε μίαν ἄλλην ἐποχήν, καθ’ ἣν διεξήγαγεν ἀπὸ κάποιαν ἄλλην θέσιν, ἀγῶνα ἐντονώτατον ἐναντίον ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι κατείχομεν τὰς θέσεις τοῦ κέντρου. Ὑπῆρξε καὶ τότε κατήγορος ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀλλ’ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ διακεκριμένος συνάδελφός μας ἐν δικηγορίᾳ καὶ πρύτανις τῆς Ἑλληνικῆς ποινικολογίας, κ. Δημήτριος Μπαμπάκος, ἀντέδρασε κατὰ τῆς ἐπιθέσεώς του, δὲν κατέθεσε τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα καὶ ὑπερήσπισε τὴν δικαιοσύνην. Καὶ θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὅτι ὅταν μαζὶ μὲ τὸν μακαρίτην Κλεάνθην Θεοφανόπουλον καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι μὲ ποῖον ἀκόμη ἄλλον συνάδελφον ἐπιμόνως ἐζήτουν τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων δι’ ἀνωτάτους δικαστικοὺς λειτουργοὺς ἔλαβον ἀρνητικὴν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἀνῆκεν εἰς τὴν ἰδίαν παράταξιν καὶ ὁ ὁποῖος ἔπραξεν εἰς τὸ ἀκέραιον τὸ καθῆκον του. Προήσπισε μὲ ὅλον του τὸ κῦρος τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης.
§151Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐὰν θέλετε, νὰ σᾶς διακόψω, διὰ νὰ μὴ εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ. Ἐζητήσαμεν τότε μὲ τὸν ἀείμνηστον Κλεάνθην Θεοφανόπουλον καὶ τὸν Χρῆστον Εὐαγγελᾶτον νὰ κατατεθοῦν ὁλόκληροι οἱ φάκελλοι δύο Ἀρεοπαγιτῶν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς κατονομάσω. Καὶ κατετέθησαν ὁλόκληροι οἱ φάκελλοι. Πλήρεις οἱ φάκελλοι κατετέθησαν. Καὶ ἦτο ἡ ἐπερώτησις τῆς 11ης Μαΐου 1953. Ἐκάμαμεν ἐπερώτησιν, ἐνῷ εἴμεθα τότε εἰς τὸν Συναγερμόν, ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης τοῦ Συναγερμοῦ. Διότι ἔτσι συνηθίσαμεν, νὰ ἔχωμεν ἐλευθερίαν σκέψεως καὶ γνώμης. Καὶ κατετέθησαν οἱ φάκελλοι. Καὶ μένω κατάπληκτος, πῶς ὁ ἀγαπητὸς κ. Στεφανάκης καὶ σεῖς ὑπεστηρίξατε, ὅτι εἶναι παγία ἡ νομολογία. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ζητήσει οὔτε τὰ πρακτικά, οὔτε ὅλα τὰ ἀπόρρητα καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τὰ κατέθεσεν ὅλα.
§152Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐπιμένω, ὅτι δὲν κατετέθησαν ἔγγραφα καὶ ἐπιμένω, ὅτι δὲν ὑπῆρξε περίπτωσις Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχων συναίσθησιν τῆς θέσεώς του καὶ τῆς ἀποστολῆς του νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα νὰ ἀφοροῦν τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς. Ποτὲ δὲν συνέβη αὐτό. Διότι ἂν θέλωμεν εἰλικρινῶς, κ. συνάδελφοι, νὰ προασπίσωμεν τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς, ἂν θέλωμεν νὰ προασπίσωμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς πολιτικάς μας ἀντιθέσεις νὰ παρεμβάλωμεν τὰ δικαστικὰ θέματα καὶ μάλιστα ἐκεῖνα ποὺ ἀφοροῦν τὴν προσωπικὴν κατάστασιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἠμπορεῖ νὰ ἐλέγχεται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Βασιλᾶτος καὶ ὁ κ. Ἠλιόπουλος ὑπεισῆλθον εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Τρικάλων κ. Φλώρου καὶ ἀναγκάζομαι ἐκ τούτου νὰ ἀναφερθῶ καὶ ἐγὼ εἰς ὡρισμένα περιστατικά. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Τρικάλων κ. Φλῶρος ὑπέβαλεν ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν λέγει ἐπὶ λέξει.
§153Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει;
§154Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). 20 Σεπτεμβρίου 1965. «Κατόπιν τῶν ὅσων διεκήρυξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἐνυπογράφως δι’ ἄρθρου του δημοσιευθέντος εἰς ἡμερησίαν ἐφημερίδα ἢ μὲ ἀνοικτὴν ἐπιστολήν, δημοσιευθεῖσαν εἰς τὰς αὐτόθι ἐφημερίδας τὴν 9.9.1965, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ε.Κ., εἰς τὴν ὁποίαν γίνεται λόγος γενικῶς περὶ συστηματικοῦ ἐκφοβισμοῦ τῶν πολιτῶν καὶ ἐξ ἀφορμῆς τῶν δημοσιευθέντων πρακτικῶν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στέμματος ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι ἔγινε λόγος περὶ τρομοκρατίας, ἤχθημεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ διατάξωμεν προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν». Ἀπευθύνομαι ὄχι μόνον εἰς τοὺς νομικούς, ἀλλὰ εἰς πάντα λογικευόμενον ἄνθρωπον διὰ νὰ μοῦ εἴπῃ ἂν ἐπὶ τῇ βάσει γενικωτέρων πολιτικῶν ἀπόψεων δύναται κατὰ τὰς δικονομικὰς διατάξεις ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ διατάξῃ γενικὴν δικαστικὴν ἔρευναν. Καὶ ἐρωτῶ κατὰ ποῖον τρόπον ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἔρευνάν του θὰ ἐφοδιάσῃ τὸν κ. Παπανδρέου ἢ τὸν κ. Ἠλιοῦ, ἢ τὸν κ. Ἠλιόπουλον, ἢ τὸν κ. Κανελλόπουλον, ἢ οἱονδήποτε ἄλλον, ὅτι εἰς τὴν περιοχήν του βασιλεύει ἀπόλυτος τάξις. Ποία διάταξις δίδει αὐτὴν τὴν ἁρμοδιότητα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος οὕτω καθίσταται κριτὴς τῶν πολιτικῶν διακηρύξεων; Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν ἑβδομήκοντα περίπου Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν. Ὑπῆρξε ποτὲ προηγούμενον ἄλλου Εἰσαγγελέως, τηρητοῦ τοῦ νόμου, ποὺ νὰ ἐνήργησε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Μόνον ὁ Εἰσαγγελεὺς Τρικάλων ὑπῆρξεν ὁ τηρητὴς τῶν νόμων; Ὅλοι οἱ Εἰσαγγελεῖς ἔλαβον γνῶσιν τοῦ δημοσιεύματος τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ καὶ τῶν πρακτικῶν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στέμματος καὶ ἐν τούτοις οὐδεὶς διενοήθη νὰ πράξῃ ἐκεῖνο ποὺ ἐσοφίσθη ὁ Εἰσαγγελεὺς Τρικάλων. Ἡ σχετικὴ διάταξις περὶ προκαταρκτικῆς ἐξετάσεως ἔχει ἐφαρμογὴν μόνον διὰ συγκεκριμένον ἀδίκημα. Τότε δύναται ὁ Εἰσαγγελεὺς Πλ)κῶν νὰ διατάξῃ προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν. Διατί; Διὰ νὰ μὴ ταλανίζωνται οἱ ἀθῶοι. Δι’ αὐτὸ ἐθεσπίσθη ἡ διάταξις ὥστε νὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ συγκεντρώσῃ τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ κρίνῃ ἐὰν πρέπει νὰ ἀσκήσῃ ποινικὴν δίωξιν, παραγγέλλων προανάκρισιν ἢ τακτικὴν ἀνάκρισιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ Εἰσαγγελέως. Καὶ ὅταν ἐπληροφορήθην τὴν ἐνέργειαν τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Φλώρου, χρέος μου ἦτο νὰ ἐρευνήσω τὴν νομιμότητα τῆς ἐνεργείας του. Δὲν ἐξέδωσα ἐγὼ πόρισμα, καίτοι ἠδυνάμην εὐθὺς ἀμέσως νὰ διατάξω τὴν πειθαρχικήν του δίωξιν. Πρὸς τοῦτο παρείγγειλα ἐξέτασιν παρὰ τοῦ Ἀρεοπαγίτου κ. Πατσουράκου καθ’ ὃ δικαίωμα εἶχον, σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 70 τοῦ νόμου 3641) 1957, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι «ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐνέργειαν διοικητικῆς ἀνακρίσεως καθ’ οἱουδήποτε δικαστικοῦ λειτουργοῦ ἢ ὑπαλλήλου, εἰς πᾶν μέλος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τῆς Εἰσαγγελίας αὐτοῦ, ἢ Πρόεδρον Ἐφετῶν ἢ Ἐφέτην, κατὰ βαθμὸν ἀνώτερον τοῦ καθ’ οὗ ἡ ἀνάκρισις». Δικαίωμα ἀναφαίρετον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι νὰ ἀναθέτῃ εἰς οἱονδήποτε δικαστικὸν λειτουργὸν νὰ ἐνεργῇ διοικητικὴν ἐξέτασιν κατὰ οἱουδήποτε δικαστικοῦ λειτουργοῦ ἀρκεῖ νὰ εἶναι κατὰ βαθμὸν ἀνώτερος τοῦ ἐλεγχομένου. Προηγουμένως ἠρεύνησα ποῦ εὑρίσκεται ὁ ἁρμόδιος Ἐπιθεωρητής, ὁ ὁποῖος συνέπιπτε νὰ εἶναι ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Παπαϊωάννου. Ἐπληροφορήθην ὅτι ἦτο καθ’ ὁδὸν μεταβαίνων εἰς Ἰωάννινα. Τὸ θέμα ἦτο ἐπεῖγον. Ἀπηυθύνθην εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ἀνέθεσα ἐκ περιτροπῆς εἰς δύο Ἀρεοπαγίτας τὴν ἔρευναν, οἱ ὁποῖοι ὅμως μοῦ ἐδήλωσαν, ὅτι κωλύονται. Ἐν τέλει ἐπέλεξα τὸν Ἀρεοπαγίτην κ. Πατσουράκον. Εἶναι ἄηθες καὶ ἀπαράδεκτον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ διατυποῦνται ἄδικοι αἰτιάσεις καὶ κατηγορίαι ἐναντίον ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ ἦθος των καὶ τὴν ἐπιστημοσύνην των λαμπρύνουν τὸ Σῶμα. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον. Ὁ κ. Πατσουράκος εἶναι διακεκριμένον μέλος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὸν ἐγνώρισα ὡς δικαστὴν ἀκέραιον καὶ εὐσυνείδητον. Οὐδεμία ἰδιαιτέραν σχέσιν ἢ φιλίαν εἶχον μετ’ αὐτοῦ. Παρεκλήθη ὁ κ. Ἀρεοπαγίτης νὰ ἐρευνήσῃ τὴν περίπτωσιν τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Φλώρου. Μετέβη εἰς τὰ Τρίκαλα καὶ ἔπραξε τὸ καθῆκον του μὲ εὐσυνειδησίαν εἰς τὸ ἀκέραιον. Τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως εὐθὺς ὡς μοῦ τὸ ὑπέβαλε διεβίβασα πρὸς τὸ Α.Δ.Σ., μὲ ἐρώτημα νὰ ἀποφανθῇ ἂν ἐνδείκνυται ἡ ἐκ Τρικάλων μετάθεσις τοῦ κ. Φλώρου. Ἀκούσατε πῶς εἶναι διατυπωμένον τὸ ἐρώτημα: «Διαβιβάζοντες συνημμένως τὸ ἀπὸ 9.10.1965 πόρισμα τῆς ἐνεργηθείσης διοικητικῆς ἀνακρίσεως παρὰ τοῦ Ἀρεοπαγίτου κ. Πατσουράκου μετὰ τῶν συνημμένων αὐτῷ ἐγγράφων, καλοῦμεν τὸ Α.Δ.Σ. ὅπως, ἐν ὄψει τῶν ἐν τοῖς ὡς ἄνω ἐγγράφοις ἀναφερομένων, ἀποφασίσῃ ἂν ἐνδείκνυται ἡ μετάθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Τρικάλων κ. Φλώρου εἰς ἑτέραν Εἰσαγγελίαν. Συναποστέλλομεν καὶ ἀντίγραφον τῆς κατατεθείσης εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γιαννούση». Καὶ τοῦτο διότι ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Γιαννούσης εἶχε καταθέσει τὴν ἐπερώτησίν του, ἡ ὁποία διαβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ καθ’ ἣν ὑποχρέωσιν εἶχον, ἀπέστειλα καὶ αὐτὴν εἰς τὸ Α.Δ.Σ. Καὶ τὸ Α.Δ.Σ., ἀποτελούμενον ἐξ ἐννέα μελῶν, παμψηφεὶ ἀπεφάνθη, ὅτι ἐνδείκνυται ἡ ἐκ Τρικάλων μετάθεσις τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Αὐτὴ ἦτο ὅλη ἡ ἐνέργεια διὰ τὴν ὁποίαν ἔγινε ἕνας ἀνεπίτρεπτος καὶ ἄνευ προηγουμένου θόρυβος. Ἀφήνω εἰς ἕκαστον ἀπὸ σᾶς νὰ κρίνῃ ποῖος διοχέτευεν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὸ πλῆθος αὐτῶν τῶν κρίσεων καὶ ἐπικρίσεων. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρὸς τὸ Σῶμα, ἔπειτα ἀπὸ τὰς δημοσίας ἐπικρίσεις, ποὺ διετυποῦντο ἐπὶ ἡμέρας ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ τύπου, ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς δημοσίας ἀνακοινώσεις. Ἀπήντησα καὶ ἔδωσα ἐξηγήσεις διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἀλήθεια. Παρὰ ταῦτα κατάπληκτος μίαν ἡμέραν εἶδον πολύστηλον δημοσίευσιν, μὲ δημοσίας ἀνακοινώσεις τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν κ. Φλώρου. Ἤκουσα προηγουμένως τὴν ἄδικον ἐπίθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἄλλος δικαστικὸς λειτουργός, ὁ Εἰσαγγελεὺς Χανίων, δι’ ἀνύπαρκτον συνέντευξιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔδωσε. Καὶ ἐγὼ ἔκαμα τότε ἐπίσημον διάψευσιν, κατόπιν ἀναφορᾶς τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Κρήτης μὲ τὴν ὁποίαν μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν ἔδωκε πρὸς οὐδένα συνέντευξιν ὁ Εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν Χανίων. Παρὰ ταῦτα ἤκουσα ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς ΕΔΑ τὰς ἐπικρίσεις ἐναντίον τοῦ Εἰσαγγελέως Χανίων διὰ τὴν ἀνύπαρκτον αὐτὴν δημοσίευσιν. Ἐν τούτοις, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Τρικάλων ἐδικαιοῦτο κατὰ τοὺς ἐπικριτάς μας νὰ προβαίνῃ εἰς δημοσίας δηλώσεις. Ἀφίνω εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ συναγάγουν τὰ συμπεράσματά των ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελικὴν αὐτὴν ἐνέργειαν. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀληθές, διότι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἔγινεν ἐπίθεσις ἐναντίον ἀνωτάτου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, ὅτι ἐζητήθη πρὸ τοῦ πορίσματος τοῦ κ. Πατσουράκου ἡ μετακίνησις τοῦ κ. Φλώρου. Εἶναι ἀληθὲς αὐτό, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Ἀρεοπαγίτην κ. Πατσουράκον τὸ ἐκοινοποίησε παρευθὺς καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ βάσει τῶν στοιχείων αὐτῶν, ὀρθῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ πορίσματος ὑπὸ τοῦ κ. Πατσουράκου εἰσηγήθη τὴν μετάθεσιν ἐκ Τρικάλων τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Φλώρου. Ὅταν ἔχωμεν ὡς δεδομένον κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Χανίων ποὺ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ὑπέστη ἕνα διασυρμὸν ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Εἰσαγγελικοῦ λειτουργοῦ, διότι ἕνας κακοποιὸς τὸν ἐγρονθοκόπησεν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς του εἶχε τὴν ἑτοιμότητα καὶ τὸ θάρρος νὰ συλλάβῃ τὸν κακοποιὸν καὶ νὰ τὸν παραδώσῃ εἰς ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα περιέργως τὸν ἀπηλευθέρωσαν, αὐτὸ τὸ τραγικὸν γεγονὸς παρῆλθε διὰ τὴν ΕΔΑ καὶ τὴν Ε.Κ. ἀδιαμαρτύρητον. Ἀπευθύνομαι καὶ πρὸς τοὺς νεωτέρους καὶ πρὸς τοὺς παλαιοτέρους συναδέλφους διὰ νὰ μοῦ εἴπουν εἰς ποίαν ἔντασιν τοῦ δημοσίου βίου, εἰς ποίαν πολιτικὴν ὀξύτητα ἐκκακοποιήθη δικαστικὸς λειτουργός, ὅπως ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Χανίων; Καὶ ἐπεδίωκεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Τρικάλων μὲ τὴν ἔκθεσμον ἐνέργειάν του νὰ ἐκδώσῃ πιστοποίησιν, ὅτι τὰ πάντα λειτουργοῦν κατὰ τρόπον παραδεισιακόν, ὅτι ἀπόλυτος τάξις καὶ νομιμότης ὑπάρχει καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ συνάδελφός του ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Χανίων ἐκακοποιεῖτο βαναύσως καὶ ἐν τῷ προσώπῳ ἑνὸς συναδέλφου του ἐξηυτελίζετο ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσωμεν διεξοδικώτερα ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ κατ’ οὐσίαν συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων. Κύριοι συνάδελφοι, πιστεύω, ὅτι συμφέρον ὅλων τῶν παρατάξεων εἶναι νὰ μείνῃ ἡ Δικαιοσύνη ἔξω τῆς πολιτικῆς ὀξύτητος καὶ διαμάχης. Ὅλαι αἱ παρατάξεις ὀφείλουν νὰ διαφυλάξουν τὸ κῦρος της καὶ νὰ προστατεύσουν τὴν ἀνεξαρτησίαν της. Εἶναι τοῦτο συμφέρον τῆς δημοκρατίας, διότι πράγματι εἶναι ὀχυρόν της. Καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι τύποις μόνον, πρέπει νὰ εἶναι καὶ κατ’ οὐσίαν. Καὶ χρέος ὅλων μας εἶναι νὰ προμαχοῦμεν διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν της. Πρὶν τελειώσω θὰ ἤθελα νὰ εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς. Ἐπὶ τρία χρόνια ἀπὸ τοῦ 1961 μέχρι τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1963 καθημερινῶς ὁ ἡγέτης τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὅλα τὰ στελέχη τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἔκαμον δημοσίας ἀνακοινώσεις καὶ καταγγελίας καὶ ἀγῶνα συστηματικὸν καὶ κατήγγειλαν τὴν νοθείαν καὶ τὴν βίαν, τὸν βιασμὸν τῆς λαϊκῆς θελήσεως ὡς καὶ ἐκνόμους ἐπεμβάσεις δημοσίων ὀργάνων. Ἦτο καὶ τότε Εἰσαγγελεὺς ὁ κ. Φλῶρος καὶ διερωτῶμαι διατὶ δὲν ἔκαμε καμμίαν προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν ἐπὶ τῶν τότε καταγγελλομένων; Ἔγινεν ἡ προκαταρκτικὴ ἐξέτασις μόνον διὰ τὸ συγκεκριμένον ἀδίκημα τῆς ἐκδόσεως τῶν πλαστῶν βιβλιαρίων. Διὰ τὸ γενικώτερον θέμα τῆς δημοσίας τάξεως ὁ κ. Φλῶρος ὑπηρετῶν εἰς Τρίκαλα ὀρθῶς δὲν διέταξε τότε προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν καίτοι καθημερινῶς ὁ κ. ἡγέτης καὶ τὰ στελέχη τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ὡς καὶ αἱ φιλικαὶ πρὸς τὴν Ε.Κ. ἐφημερίδες προέβαινον εἰς καταγγελίας. περιέργως ὁ Εἰσαγγελεὺς Τρικάλων ἀνεκάλυψε τὸν θεσμὸν τῆς προκαταρκτικῆς ἐξετάσεως ἐπὶ τοιούτων θεμάτων τὸ Θέρος τοῦ 1965 καὶ μόνος αὐτὸς ἀπὸ ὅλους τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους μὲ ἀσυνήθη δραστηριότητα ἐπεδόθη εἰς τὴν διερεύνησιν τοῦ γενικωτέρου θέματος τῆς δημοσίας τάξεως. Καὶ πέραν τούτου, κ. συνάδελφοι, ἐπικαλοῦμαι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα καὶ πρίν, ὅτι οὐδεὶς Εἰσαγγελεὺς προέβη εἰς παρομοίαν ἐνέργειαν. Οὔτε καὶ ὁ κ. Φλῶρος κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1961–1963. Τὰ ἀναφέρω αὐτὰ διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ὑπῆρξεν ἀπολύτως τιμία καὶ καθαρὰ ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος συνέπεσε ... (Κωδωνοκρουσίαι).
§155Κ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. ... (Διαμαρτύρεται μὴ ἀκουόμενος) ... Εἶναι ντροπὴ νὰ τὰ λέτε αὐτὰ τὰ πράγματα.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πετρόπουλε, παρακαλῶ μὴ διακόπτεται. (Κωδωνοκρουσίαι).
§157Κ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεχόμεθα τόσην ὥραν αὐτὰς τὰς ψευδολογίας.
§158Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Σᾶς δικαιολογῶ, κ. Πετρόπουλε, διότι ἔχετε προσωπικὸν λόγον. Ἀλλὰ ἀκριβῶς, διότι ἔχετε προσωπικὸν λόγον πρέπει νὰ εἶσθε εὐπρεπὴς καὶ ἤρεμος. Κύριοι συνάδελφοι, ὡμίλησα ἀπολύτως ἀντικειμενικά, διότι δὲν νομίζω νὰ μοῦ ἀποδίδετε τόσην ἀφέλειαν, ὥστε νὰ δεχθῆτε, ὅτι ἐγὼ ἐκάλεσα τὸν κ. Εἰσαγγελέα Τρικάλων καὶ τοῦ εἶπα νὰ κάμῃ προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν. Καὶ ὅτι ἐνέκρινα τὴν κινητοποίησιν τῶν ἀστυνομικῶν σταθμαρχῶν καὶ τῶν Εἰρηνοδικῶν διὰ νὰ ἐξετάζουν τοὺς προέδρους τῶν κοινοτήτων καὶ τοὺς προέδρους τῶν διαφόρων σωματείων ἐὰν ἐπεκράτει τάξις εἰς τὴν περιοχὴν τῶν Τρικάλων. Δικαιοῦμαι, κ. συνάδελφοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ, ὅτι ἐσεβάσθην πάντοτε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ὡς τίμιος καὶ ἐλεύθερος Ἕλλην πολίτης ἀπέδωσα τὴν ὀφειλομένην τιμὴν πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ πρὸς τοὺς λειτουργοὺς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Καὶ πάντοτε ἡ σκέψις μου ὑπῆρξε καθαρὰ καὶ τιμία. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὑφίσταμαι μίαν ἄδικον ἐπίθεσιν ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ὁ κ. Φλῶρος κατὰ τὴν ἐπίσκεψίν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης μοῦ ἀνέφερεν, ὅτι ἐποπτεύει διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν. Τοῦ ἀπήντησα, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος σας κ. Εἰσαγγελεῦ καὶ τοῦ προσέθεσα, ὅτι χρέος του εἶναι νὰ διώκῃ κάθε παρεκτροπήν. Ἀλλὰ πρὶν τελειώσω, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπιλογῆς τοῦ Ἀρεοπαγίτου κ. Πατσουράκου, διετυπώθησαν ἐπικρίσεις ἐναντίον μου. Ὅταν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἐπιθεωρήσεως Μακεδονίας ἐπέλεξα τὸν Ἀρεοπαγίτην κ. Φλῶρον λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ τακτικὸς ἐπιθεωρητὴς κ. Στ. Σταυρόπουλος, ἐκωλύετο, ἤκουσα καὶ τότε ἐπικρίσεις ἀπὸ ἄλλην πλευράν. Ἀλλὰ καὶ τότε ἡ ἐπιλογὴ τοῦ Ἀρεοπαγίτου κ. Φλώρου ἦτο ἀπολύτως συμπτωματική. Ἐπῆρα τὸν κατάλογον τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ ὅταν εἶδα, ὅτι μέχρι τοῦ κ. Φλώρου εἶχον χρησιμοποιηθῆ ὅλοι οἱ Ἀρεοπαγῖται, τότε ἀνέθεσα εἰς αὐτὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν δικαστηρίων κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ νόμου περὶ δικαστικῶν λειτουργῶν, ποὺ καθορίζει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ ἀναθέτῃ τὴν ἐνέργειαν διοικητικῶν ἀνακρίσεων καὶ ἐπιθεωρήσεων κατὰ οἱουδήποτε δικαστικοῦ λειτουργοῦ εἰς οἱονδήποτε Ἀρεοπαγίτην ἢ ἀνώτατον δικαστικόν. Ὅπως σᾶς εἶπα, ἤκουσα τότε ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς ἐπικρίσεις. Σήμερον βάλλουν ἄλλοι ἐναντίον μου. Ἔχω ὅμως ἤρεμον τὴν συνείδησιν, ὅτι πάντοτε ἔπραξα τὸ χρέος μου καὶ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκον μου. Ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἤρεμον, ὅτι ἐπροστάτευσα ὡς προϊστάμενος τῆς Δικαιοσύνης τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς. Διότι πραγματικὰ ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν ὄχι ἐν λόγοις, ἀλλ’ ἐν ἔργοις, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἶναι τὸ τελευταῖον ὀχυρὸν τῆς δημοκρατίας.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§160Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὸν λόγον μὲ αἴσθημα καὶ καταπλήξεως καὶ ἀπογοητεύσεως ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις ἀμφοτέρων τῶν Ὑπουργῶν καὶ εἰδικώτερον ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Παπασπύρου. Ἕνα εἶναι τὸ συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεώς του, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι βωβὸν ὄργανον διὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἔργου τῶν Δικαστηρίων καὶ ὅτι οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον εἰς οἱονδήποτε Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποτολμήσῃ, ἄνευ εἰδικῆς καταγγελίας, δι’ ὡρισμένην παράβασιν ποινικῆς διατάξεως, νὰ προβῇ εἰς ἔρευναν ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, ἐὰν θέλετε νὰ προχωρήσω καὶ ἐπὶ τῇ βάσει φημῶν, ὅτι διεπράχθη ἓν ἀδίκημα, μία παράβασις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Αὐτὰ εἶπεν ὁ κ. Παπασπύρου.
§161Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§162Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ὄχι. Δὲν εἶπον αὐτό.
§163Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω πολύ, ὅτι πρὸ τῆς ἀποκαλύψεως τὸ διορθώνετε. Εἴπατε, ὅτι μόνον ἐὰν ἔχῃ καταγγελίαν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ.
§164Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Διαμαρτύρομαι. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην καταγγελιῶν ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ νὰ ἐνεργήσῃ.
§165Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνεῖτε λοιπόν.
§166Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι. Εἶπον διὰ τὸ συγκεκριμένον ἀδίκημα, εἴτε ἔχει καταγγελίαν, εἴτε δὲν ἔχει.
§167Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἠνάγκασα νὰ τὸ διορθώσετε. Καὶ χαίρω πολύ, διότι τὸ διορθώνετε, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν θελήσωμεν νὰ δέσωμεν τὰ χέρια τῶν Εἰσαγγελέων νὰ μὴ ἐνεργοῦν ἄνευ εἰδικῶν καὶ ἐμπεριστατωμένων καταγγελιῶν Τί ἔγινεν ἐν προκειμένῳ; Δὲν ἦτο καταγγελία, κ. Πρόεδρε, μία ἐπίσημος καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς διακήρυξις τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, τοῦ ἐκπροσώπου ἑνὸς μεγάλου κόμματος τοῦ Ἔθνους, ὅτι ὑπάρχει τρομοκρατία εἰς τὴν ὕπαιθρον, ὅτι οἱ Λαμπράκηδες τρομοκρατοῦν μέχρι τοιούτου σημείου τὴν ὕπαιθρον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ λόγου τούτου νὰ γίνουν ἐκλογαί; Ποία βαρυτέρα καὶ ἐπισημοτέρα καταγγελία ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, κ. Παπασπύρου;
§168Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ὑπῆρξε καταγγελία τοῦ κ. Παπανδρέου.
§169Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ διακόπτετε, εἶσθε κατηγορούμενος αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§170Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κάποιοι ἄλλοι εἶναι κατηγορούμενοι.
§171Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐλεγχόμενος εἶναι κατηγορούμενος. Παρακαλῶ μὲ ψυχραιμίαν νὰ ἀκούσητε τὰς αἰτιάσεις μας.
§172Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Μὴ ὁμιλῆτε ὡς Εἰσαγγελεύς.
§173Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἤκουσα μὲ ἀπόλυτον προσοχὴν καὶ μὲ πλήρη σιγήν. Λέγω, λοιπόν: Ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐπισημοτέρα καὶ βαρυτέρα καταγγελία; Καθῆκον τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ ἀπροσώπου Εἰσαγγελέως, ἦτο νὰ ἐνεργήσῃ ἐὰν εἰς τὴν περιφέρειάν του ὑπάρχῃ πράγματι τοιαύτη τρομοκρατία. Καὶ εἰδικώτερον ἀπὸ τοὺς Λαμπράκηδες, εἰς τρόπον ὥστε, τοὐλάχιστον εἰς τὴν περιφέρειάν του, νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθοῦν ἐκλογαί. Εἶπεν ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης — δὲν τὸν λέγω Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὄχι ἀπὸ ἔλλειψιν σεβασμοῦ, ἀλλὰ διότι ἐλέγχεται ὡς τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης — εἶπεν ὁ κ. Παπασπύρου: Διατί ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Τρικάλων ἐπὶ τόσα χρόνια δὲν ἐνήργησεν αὐτεπαγγέλτως διὰ καταγγελίας ἄλλων γενικωτέρων παραβάσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπιπτον πρόσωπα εἴτε εἰδικῶς ὀνομαζόμενα, εἴτε ἀορίστως ὑπονοούμενα; Ἀπαντῶ, ἐὰν τοῦτο συνέβη, εἶχεν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸν ἐλέγξῃ διὰ τὴν παράλειψίν του ἐκείνην, δὲν εἶχεν ὅμως δικαίωμα νὰ τὸν ἐλέγξῃ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του εἰς τὴν δεδομένην αὐτὴν περίπτωσιν. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ἔσπευσεν, ἀπεμπολῶν τὴν ἰδικήν του ἁρμοδιότητα, διότι δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ προχωρήσῃ καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην, ἔστειλε τὸν φάκελλον τῆς ἀνακρίσεως — δὲν ἀσχολοῦμαι μὲ τὸ πῶς ἔγινε, δὲν ἐνδιαφέρει σήμερον αὐτὸ τὸ θέμα, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς οὐσίας θὰ ἀναλύσωμεν τὸ θέμα αὐτὸ — ἔστειλε τὸν φάκελλον εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ τὸν μεταθέσῃ καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Ἕνωσις Κέντρου, μέγα ἐπίσης κόμμα, τὸ ὁποῖον μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τελευταίας ἐκλογῆς, εἰς τὴν ὁποίαν συνήργησε καὶ ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς ὁποίας ἐξελέγη, εἶχε πάρει τὸ 53% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διαμαρτύρετο τὸν ἔστειλε διὰ νὰ τοὺς εἴπῃ, αὐτὸν τὸν ἀναπολόγητον, αὐτὸν τὸν μὴ πταίσαντα, μεταθέσατέ τον. Καὶ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον τὸν μετέθεσεν. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν πεῖραν ἀπὸ τὴν Διοίκησιν τοῦ Ὑπ. Δικαιοσύνης. Καὶ ὁσάκις ἐζήτησα, ἐπὶ τῇ βάσει παρομοίων περιστατικῶν ἀναμίξεως Εἰσαγγελέως εἰς ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναμιχθῇ, οὐδέποτε τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἄνευ ἀποδείξεων. Πέστε μας, ἀπήντησεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὶ ἔχετε συγκεκριμένα νὰ καταγγείλητε, νὰ τὰ ἐξετάσωμεν καὶ τότε θὰ κρίνωμεν. Καὶ ἐρωτῶ ἐν προκειμένῳ τὸν κ. τέως Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ποία ἦτο ἡ ἀπόδειξις τῶν αἰτιάσεων τὰς ὁποίας ἔκαμεν; Ἦτο παράβασις καθήκοντος, τὸ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς ἐνήργησε προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν, ἐὰν ὑπῆρξε διατάραξις τῆς τάξεως εἰς τὴν περιφέρειάν του; Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐκεῖ καταλήξωμεν καὶ ἐὰν τεθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχή. Εὐτυχῶς ἡ Κυβέρνησις τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ὁ κ. Παπασπύρου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι αὐτόχρημα θνησιγενὴς καὶ δὲν πρόκειται νὰ παγιωθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχή. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ ἄλλος Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἀλλοίμονον ἐὰν δεχθῶμεν νὰ κλείσωμεν τὸ στόμα καὶ νὰ δέσωμεν τὰς χεῖρας τῶν Εἰσαγγελέων. Ποία ἦτο ἡ κατηγορία ποὺ τὸν στείλατε εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ τὸν μεταθέσῃ; Διὰ ποῖον λόγον; Διότι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον του; Καὶ τὶ ἄλλο εἶναι παρὰ ἔναρξις πειθαρχικῆς διώξεως ἐκ μέρους Ὑπ. Δικαιοσύνης τὸ ὅτι διέταξε τὴν διοικητικὴν ἀνάκρισιν; Εἶχε δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πορίσματος τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ὁ ὁποῖος ἐνήργησε τὴν ἐξέτασιν νὰ προβῇ εἰς μείζονα διαλεύκανσιν τοῦ ζητήματος καὶ νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὸς τὰς κυρώσεις καὶ ὄχι νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω τὶ ἀξίζει σήμερον καὶ ποῖον εἶναι τὸ κῦρος του σήμερον. Ἀλλὰ ἐλέχθη, ὅτι τάχα ἡ προσκομιδὴ τῶν ἐγγράφων εἶναι ἀνεπίτρεπτος, διότι προσβάλλει τὴν Συνταγματικὴν ἀρχὴν τῶν διακρίσεων τῶν Ἐξουσιῶν. Καὶ ἐρωτῶ ποῦ τὸ στηρίζει, ποῦ τὸ εὑρῆκαν γραμμένο, εἰς ποῖον Σύνταγμα; Ἀλλ’ ὁ νῦν ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἐσκέπασε, νομίζων, ὅτι ὁμιλεῖ πρὸς ἀδαεῖς, πρὸς λαόν, διότι ὅ,τι λέγομεν ἐδῶ λέγεται διὰ τὸν λαόν, πρὸς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἀντιληφθῇ καὶ δὲν δύναται νὰ κρίνῃ. Καὶ ὡμίλησεν ὅτι ἡ προσκομιδὴ τῶν ἐγγράφων θὰ ἀντέκειτο εἰς τὴν Συνταγματικὴν ἀρχὴν τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ἄκουσον–ἄκουσον καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν, αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, ἐγήρασα σχεδόν, ποτέ μου δὲν τὴν ἤκουσα.
§174Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ λέγει ἡ γνωμοδότησις, θὰ τὸ διαβάσητε.
§175Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοδιοικήσεως εἴπατε. Θὰ ἀντέκειτο εἰς τὴν Συνταγματικὴν ἀρχὴν τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε μοῦ ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 6ην Ἰουλίου 1965 ἀκριβῶς περὶ τοῦ θέματος τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ εἶπον τότε ὅτι κανένα Σύνταγμα Ἑλληνικὸν δὲν ἔχει διάταξιν καθιεροῦσαν διὰ θετικῆς διατάξεως τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης. Τοὐναντίον, ἔχει διάταξιν ὅτι ὅλαι αἱ ἐξουσίαι προέρχονται ἀπὸ τὸ Ἔθνος, πηγάζουν ἀπὸ τὸ Ἔθνος καὶ ἀσκοῦνται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι. Καὶ εἶπον τότε ὅτι τὸ μόνον γραπτὸν κείμενον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας, τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον γραπτὸν κείμενον καθιερώνει τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαιοσύνης, εἶναι, κατὰ τρόπον περίεργον, κ. Πρόεδρε, ἕνα διάταγμα τῆς ἀπολυταρχίας, ἕνα διάταγμα τοῦ Ὄθωνος, ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου 1833. Αὐτὰ ὅλα ἔχουν γραφῆ, τὰ ὅσα εἶπα τότε, εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 6ης Ἰουλίου τοῦ 65. Καὶ λέγει τὸ διάταγμα ἐκεῖνο: «Ὄθων, Ἐλέῳ Θεοῦ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἄρθρον 3. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Γραμματεία, ὃ ἐστὶ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, θέλει ὅμως ἀπέχει αὐστηρῶς ἀπὸ πᾶσαν παρέμβασιν τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι χορηγοῦν εἰς τοὺς συνηγόρους». Τὸ μόνον γραπτὸν κείμενον εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία περιορίζεται μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν αὐστηρὰν ἀποχὴν τῆς Πολιτείας, τῆς Κυβερνήσεως, οἱασδήποτε ἄλλης ἐξουσίας προερχομένης καὶ ἐκείνης ἐκ τοῦ Ἔθνους νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἀνάμιξιν, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Δικαστῶν νὰ κρίνουν ἐπὶ δεδομένων ὑποθέσεων. Ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαιοσύνης. Ἐκεῖ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ. Τὰ διάφορα Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν καὶ τοῦ 43 καὶ τοῦ 64 καὶ τοῦ 11 δὲν περιέχουν τίποτε περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Δικαιοσύνης, περιέχουν ὅμως διάταξιν περὶ κατοχυρώσεως τῆς Δικαιοσύνης. Ἀπὸ τὸ 1844 ἕως 1864 εἶναι ἐὰν θὰ εἶναι ἰσόβιοι, ἢ δὲν θὰ εἶναι ἰσόβιοι. Τὸ 1864 θὰ γίνουν ἰσόβιοι μετὰ ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας. Καὶ ἔρχομαι, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ 1911. Τὶ ἔγινε εἰς τὸ 1911; Ἦτο ἡ περίοδος τῆς ἀνορθώσεως. Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Καὶ τὶ ἔγινε μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911; Δύο πράγματα, κατωχυρώθη ἡ θέσις καὶ τῆς Διοικήσεως καὶ τῶν δικαστηρίων. Ἀπὸ τότε εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι ἀπὸ οἱανδήποτε ἐπέμβασιν, ἰσόβιοι. Καὶ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τότε, ποία εἶναι ἡ θέσις τῶν δικαστῶν καὶ ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Πολιτείας ἔναντι αὐτῶν καὶ καθιερώθη ἔκτοτε ὅτι ὁ ἀνώτατος εἰς τὴν δικαστικὴν ἱεραρχίαν εἶναι ὁ Ὑπουργός. Καὶ ὑπ’ αὐτὸν ὑπάρχουν ὅλοι οἱ ἄλλοι ὡς ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους ἐκπληροῦντες τὰ καθήκοντά των συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἀνεξάρτητος δικαιοσύνη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δικαιοῦται νὰ ὀρθώνῃ τὸ ἀνάστημά της ἔναντι τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 11 διὰ τὴν κατοχύρωσιν τῆς διοικήσεως ἐθεσπίσθησαν τὰ διοικητικὰ συμβούλια τῶν Ὑπουργείων. Ἐθεσπίσθησαν δὲ τὰ δικαστήρια, εἰδικώτερον τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι: Τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον θὰ καθορίζῃ τὰς τύχας τῶν ὑπαλλήλων ὡς πρὸς τὰς προαγωγάς, τὰς μεταθέσεις, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ θὰ συνίσταται ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὅπως λοιπόν, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διοίκησιν, καθωρίσθησαν τὰ διοικητικὰ συμβούλια εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα Ὑπουργεῖα, ἔτσι καὶ εἰς τὰ δικαστήρια καθωρίσθη τὸ ἀνώτερον Δικαστικὸν Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου ἡ σύνθεσις θὰ καθορίζεται διὰ νόμου ὑπὸ τὸν περιορισμόν, ὅτι τὰ μέλη αὐτοῦ θὰ λαμβάνωνται ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος πειθαρχικῆς ἀσκήσεως τῆς Πολιτείας ἔναντι τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν οἱουδήποτε βαθμοῦ καὶ θέσεως. Καὶ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ διχογνωμίαι καὶ διχοστασίαι παρουσιάσθησαν, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, ὅτι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς καὶ τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον τοῦ ὁποίου τὴν σύνθεσιν προβλέπει. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην —ἐφημερὶς συζητήσεων τῆς Βουλῆς, 18 Μαΐου 1911, σελ. 2356 — 58— προεκλήθη γνώμη τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου ἀναφορικῶς πρὸς τὴν προστασίαν τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν δικαστῶν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς δικαστικῆς των λειτουργίας, ἐπὶ ὡρισμένων δικῶν. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐζήτησε διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 104 τοῦ σχεδίου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ὡς ἦτο διατυπωμένον τὸ ἄρθρον θὰ ἀφήρει ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν πᾶν μέσον ἠθικῆς ἐπιβολῆς ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους εἶναι καὶ ὅμως ἡ ἐξέλιξις, ἡ ἐπιείκεια, ἡ παραγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀπὸ τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς τοὺς ἐπέτρεψε νὰ ὑψώνουν τὴν κεφαλήν των καὶ ἔναντι τῆς Πολιτείας καὶ νὰ λέγουν, εἴμεθα ἀνεξάρτητοι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς θίξετε. Δὲν σᾶς δίδομεν καὶ τὰ ἔγγραφα. Καὶ ὅμως, ὅπως προεῖπον, τὸ ἀνώτερον δικαστικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὰς τύχας, τὴν προσωπικὴν ὑπόστασιν ὅλων τῶν δικαστῶν καθιερώθη διὰ νὰ τηρῇ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Καὶ τὶ εἶναι οἱ νόμοι τοῦ Κράτους γενικῶς; Ὅτι πᾶσα πρᾶξις τῆς διοικήσεως ὀφείλει νὰ ἔχῃ αἰτιολογίαν καὶ πρᾶξιν τῆς διοικήσεως ἐκτελεῖ τὸ ἀνώτερον δικαστικὸν συμβούλιον. Δὲν δικάζει, δὲν ἐκδίδει ἀποφάσεις. Εἶναι δὲ καθιερωμένη ἀρχὴ δημοσίου δικαίου, ὅτι καὶ οἱ δικασταὶ δύνανται νὰ ἐκτελοῦν διοικητικὰ καθήκοντα καὶ αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ δύνανται νὰ ἐκτελοῦν δικαστικὰ καθήκοντα, ὅπως ἡ ἀστυνομία. Τούτων δοθέντων εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ἀρχὴ ὅτι τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖ ἀνεξάρτητον ἀρχήν, ἡ ὁποία δὲν ὑπόκειται, οὔτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, εἰς τὸ ὁποῖον τολμᾷ νὰ ὑψώνῃ τὸ ἀνάστημά του καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν σοῦ δίδω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν δρᾶσιν μου καὶ νὰ ὑψώνῃ τὸ ἀνάστημά του καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ σὺ δὲν δύνασαι νὰ τὰ ζητήσῃς. Ὡς Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, ἀντεμετώπισα τὸ θέμα καὶ εἶχον ἕτοιμον νομοθέτημα νὰ τοὺς καθηλώσω ἐκεῖ ὅπου τοὺς τάσσει τὸ Σύνταγμα, καὶ τὸ λέγω ὑπευθύνως καὶ μὲ ὅλο τὸ βάρος τῆς συναισθήσεως τῆς βαρύτητος τῶν λόγων μου. Δυστυχῶς τὸ Α.Δ.Σ. ὡς λειτουργεῖ καὶ ὡς ὑφίσταται σήμερον, ἔχει στερήσει τὴν προσωπικὴν ἀνεξαρτησίαν ὅλων τῶν δικαστῶν, διότι συντίθεται κατὰ τρόπον μοναρχικὸν καὶ ὄχι δημοκρατικόν. Ὁ κείμενος νόμος καθιερώνει τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀδιάφορον τοῦ ποῖοι εἶναι, ὡς μόνιμα ἰσόβια μέλη τοῦ Α.Δ.Σ. Ἀποτέλεσμα, δὲν ὑπάρχει δικαστὴς ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου Παρέδρου ποὺ νὰ μὴ θεωρῇ τὴν τύχην τῆς προσωπικῆς του καταστάσεως ἐξηρτημένην ἀπὸ τὸ Α.Δ.Σ. Καὶ γνωρίζω περιπτώσεις —καὶ πάλιν ὁμιλῶ ἐν πλήρει συναισθήσει τῆς βαρύτητος τῶν λόγων μου— γνωρίζω περιπτώσεις ὅπου εἰς συνεδρίασιν τοῦ Α.Δ.Σ. εὑρέθη Πρόεδρος καὶ εἶπεν ὅτι ἐκεῖνον ἐγὼ τὸν ἔκαμα Ἀρεοπαγίτην καὶ ὅτι ἐκεῖνον τὸν Ἀρεοπαγίτην ἐγὼ τὸν ἔφερα εἰς Ἀθήνας. Καὶ αὐτοὶ οἱ Ἀρεοπαγῖται, τοὺς ὁποίους ἔφεραν εἰς Ἀθήνας θὰ εἶναι ἴσως αὔριον μέλη τοῦ Α.Δ.Σ. καὶ ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ ἀποφαίνωνται. Καὶ ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου καὶ τὸ γνωρίζω ὡς τέως Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὴν δίκην τοῦ Ἀρεοπαγίτου Φλώρου, ὅτι ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπετόλμησαν νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι εἶναι ἡ ἡγεσία τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος. Καὶ τότε ἐγὼ ὡς μάρτυς, κατέθεσα ὅτι ἡγεσίαν ἔχει μόνον ὁ Στρατὸς καὶ οὔτε ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, οὔτε ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγουν ὅτι εἶναι ἡγεσία τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος. Καὶ ὁ τελευταῖος Εἰρηνοδίκης, τελευταῖος ἀπὸ ἀπόψεως ἁρμοδιότητος καὶ ὄχι ἀξίας, ἔχει τὸ δικαίωμα δικάζων νὰ ἀποφανθῇ κατὰ τρόπον διάφορον ἀπὸ ὅ,τι ἔχει νομολογήσει ὁ Ἄρειος Πάγος, διότι θεωρεῖ ἐνδεχομένως ἐσφαλμένην τὴν ἀπόφασίν του. Ἀνεξαρτησία Δικαιοσύνης. Ἔννοια καθιερωμένη διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ Ὄθωνος καὶ κατοχυρωμένη ἀπὸ τὰ μεταγενέστερα Συντάγματα μέχρι καὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1952, ἡ ὁποία προστατεύει τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν, ὡς ἀνεξάρτητον, μόνον ὅταν δικάζῃ. Πέραν τούτου εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους καὶ πᾶσα ἄλλη ἐνέργειά των, πλὴν τῆς δικαστικῆς των κρίσεως ἐπὶ ὡρισμένης ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας δικάζουν, εἶναι διοικητικὴ ἐνέργεια. Καὶ ὡς Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, εἶναι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ ὄχι ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία. Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον συντίθεται ὑπὸ Ἀρεοπαγιτῶν, ἀλλὰ μονιμότης, οὔτε τοῦ Προέδρου, οὔτε τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν καταργεῖται εἰς διάφορα Κράτη ἡ ἰσοβιότης, ἐν προκειμένῳ, θὰ τὴν ἔχωμεν ἡμεῖς; Ἐὰν κληρωθοῦν μάλιστα. Καὶ διὰ νὰ ὑπάρχῃ πλήρης δημοκρατικὴ ἔννοια, ὡς πρὸς τὸ Α.Δ.Σ., περιέλαβον διάταξιν ὅτι ὅσοι τῶν Ἀρεοπαγιτῶν μετέσχον εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον τοῦ Α.Δ.Σ., δὲν δύνανται νὰ μποῦν εἰς τὴν κληρωτίδα καὶ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Τοῦτο, ὅμως ὁ κ. Παπασπύρου τὸ κατηγόρησεν ὅτι ἦτο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν Παπανδρέου, ἐκδήλωσις ἐπιθέσεως κατὰ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Δὲν εἶναι ἐπίθεσις κατ’ οὐδενός. Εἶναι προστασία τοῦ ἀνεξαρτήτου βίου ὅλων τῶν δικαστῶν. Θέλομεν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θέλομεν ἐξάρτησιν τῶν δικαστῶν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον καὶ Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή μας. Καὶ ὅταν ποτέ, ἐλπίζομεν ταχέως, μὲ τὴν ψῆφον τοῦ Λαοῦ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, θὰ φροντίσωμεν νὰ δώσωμεν σάρκα καὶ ὀστᾶ εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μίαν γνωμοδότησιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 42)65, ἡ ὁποία ἠρνήθη νὰ στείλῃ τὸν φάκελλον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηγορεῖτο εἷς δικαστής. Διατί; Δὲν εἶπεν ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐξετίθετο τὸ κῦρος τοῦ τιμωρηθέντος. Ἀλλὰ τὸ κῦρος τοῦ τιμωρηθέντος εἶναι ἀνώτερον ἀπὸ τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας; Ὁ λαὸς κυβερνᾷ διὰ τῶν ἐκπροσώπων του καὶ οἱ ἐκπρόσωποί του ἀναδεικνύουν τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐκπροσωπεῖ τὸ Ἔθνος, ἐκ τοῦ ὁποίου πηγάζουν ὅλαι αἱ Ἐξουσίαι. Ἐὰν ὁ Ἄρειος Πάγος λέγῃ οὕτω, τότε κλονίζονται τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας καὶ ὄχι ὅπως εἶπεν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, γίνεται ἐπίκρισις τῆς οἱασδήποτε ἐνεργείας. Ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ ἐδεχόμην νὰ ζητήσω ἔγγραφα διοικητικῆς φύσεως ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ νὰ μὴ μοῦ τὰ φέρῃ. Θὰ ἤσκουν τὰ δικαιώματά μου, περὶ πειθαρχικῆς διώξεως. Πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅλοι ὅτι ἐὰν ποτὲ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, θὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ἰδικάς μας ἀρχάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τῇ ρύμῃ τῆς ἀγορεύσεώς του εἶπεν ὅτι τάχα δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀποστολὴ εἰς τὴν Βουλὴν δικογραφιῶν. Καὶ ὀρθῶς ὁ Ἄρειος Πάγος ἠρνήθη νὰ ἀποστείλῃ τὴν δικογραφίαν. Μὰ δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἄλλο δικογραφία δικαστικῆς ὑποθέσεως καὶ ἄλλο φάκελλος ἐπὶ πειθαρχικῆς διοικητικῆς ἐνεργείας. Εἶναι πράγματα αὐτὰ στοιχειώδη, ἄλλο δικογραφία δικαστική, τὴν ὁποίαν βεβαίως μὴ τὴν στέλλῃς. Ἄν καὶ ἐκεῖ ἔχω τὴν ἐπιφύλαξίν μου, διότι ἂν ὑπάρχῃ πεπλανημένη ἀπόφασις μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐμφανίζῃ δολίαν ἐνέργειαν τοῦ δικάσαντος, δὲν ἔχει τάχα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐλέγξῃ; Κατ’ ἐμὲ ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα, καὶ ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν, διότι ἄλλως πῶς θὰ κρίνῃ; Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις ἀκόμη. Εἶπον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν ἔχει δικαίωμα νὰ διατάξῃ οἴκοθεν αὐτός, ὡς Ὑπουργὸς ἔρευναν διὰ πᾶσαν παράβασιν τῆς οἱασδήποτε ποινικῆς διατάξεως. Κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν ἐν Ἑλλάδι, καὶ τὰ γενικῶς νομοθετημένα εἰς ὅλα τὰ πολιτισμένα κράτη, ἐξ ὅσων γνωρίζω, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἵσταται εἰς τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα τῆς Εἰσαγγελικῆς ἱεραρχίας καὶ δύναται νὰ ἀπευθύνῃ καὶ συστάσεις καὶ διαταγὰς εἰς οἱονδήποτε Εἰσαγγελέα, εἴτε τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου εἴτε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ τοιαύτην ἐξουσίαν ἤσκησα καὶ ἐγὼ δι’ ὡρισμένους Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, καὶ οὐδὲν παράπονον διετυπώθη. Καὶ λέγομεν, ἐπειδὴ ὡμίλησαν διὰ τὴν ἐνέργεια τοῦ κ. Φλώρου Εἰσαγγελέως Πλημ) κῶν Τρικάλων: Εἰς τὶ κύριοι βουλευταί, νὰ ἀφεώρα, εἰς τὸ νὰ δώσῃ πιστοποιητικὸν εἰς τὸν κ. Παπανδρέου ὅτι ὑπάρχει τάξις εἰς τὴν περιφέρειάν του; Ὄχι εἰς τὸν κ. Παπανδρέου. Νὰ δώσῃ βεβαίωσιν ὑπηρεσιακήν, ὡς ὤφειλεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰδικώτερον εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ, ὡς ἐκπρόσωπον τῆς ΕΡΕ καὶ εἰς ὅλον τὸ κόμμα τῆς ΕΡΕ καὶ εἰς ὅλους ἡμᾶς ἂν ὄντως ὑπάρχῃ τρομοκρατία εἰς τὴν περιφέρειάν του ἢ ὄχι, καὶ τότε ὁ ἰδικός μας Ἀρχηγὸς ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ δημοσίων δηλώσεων νὰ διατάξῃ ὅλους τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ προβοῦν εἰς ἀνάλογον ἐνέργειαν, διότι αὐτὸ τὸ θέμα παρουσιάζετο εἰδικώτερον ἀπὸ τὴν ΕΡΕ, διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, ὅτι ἦτο τὸ κύριον θέμα, τότε τὸ ὁποῖον ἠμπόδιζε τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῶν. Θέλομεν νὰ κάμωμεν ἐκλογάς, σωστὸν εἶναι νὰ κάμωμεν ἐκλογάς, ἀλλὰ πῶς νὰ τὰς κάμωμεν μὲ τὴν τρομοκρατίαν τῶν Λαμπράκηδων; Τελευταίως ἐφευρέθη καὶ τὸ ἐπιχείρημα τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας. Τότε ἦτο τὸ μόνον θέμα. Καὶ ἐζητήσαμεν καθ’ ὃ εἴχομεν δικαίωμα ὡς κόμμα καὶ ὡς ἐλεύθεροι πολῖται νὰ διατάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅλους τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ κάμουν μίαν σχετικὴν ἔρευναν. Τὸν κ. Φλῶρον Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν τὸν κατηγόρησεν ὁ κ. Παπασπύρου, ὅτι τὸ 1961 δὲν ἐνήργησε νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν καταγγελίαν περὶ βίας καὶ νοθείας. Τὸν ἑαυτόν του τὸν θεωρεῖ ἄσπιλον καὶ ἀθώαν περιστεράν. Διότι παρὰ τὴν ἐπίσημον πρόσκλησιν τῆς Ε.Κ. ἠρνήθη νὰ διατάξῃ τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ βεβαιώσουν αὐτὸ τὸ ἁπλούστατον πρᾶγμα. Καὶ ἀντὶ αὐτοῦ προέβη εἰς τὴν δίωξιν τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν. Τὸ ἔκαμε καθ’ ἡμᾶς, καὶ αὐτὴν τὴν κατηγορίαν ἀπευθύνω πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸν τότε καὶ τὸν νῦν, ἐφ’ ὅσον δὲν συνεμορφώθη καὶ ἐκεῖνος τὸ ἔκαμε διὰ νὰ τρομοκρατήσῃ καὶ τοὺς ἄλλους Εἰσαγγελεῖς μὴ τυχὸν προβοῦν εἰς παρομοίαν ἐνέργειαν. Μὴ τολμήσῃς νὰ κουνηθῇς, νά, ὁ ἕνας πῆγε στὸν Πύργο καὶ σὲ 10 μέρες στὴν Δωδεκάνησον. Ἐσένα σὲ περιμένει ἡ Καπερναούμ. Δι’ αὐτὸ ἔγινεν αὐτό, καὶ μὴ κρυβώμεθα πίσω ἀπὸ τὸ δάκτυλό μας.
§176Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν τὰ πιστεύετε αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε.
§177Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤκουσε καὶ ἡμᾶς, ἂς εἶναι βέβαιοι πάντες ὅτι ἡ πολιτικὴ διαπαιδαγώγησις καὶ ἡ πνευματικὴ ἀνάπτυξις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι σήμερον πολὺ προηγμένη καὶ θὰ κρίνῃ καὶ ἡμᾶς καὶ σᾶς καὶ ὅλους μας. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον πρὸ ὀλίγου καὶ ἐπαναλαμβάνω διὰ νὰ ἀκουσθῇ, ἂν οἱ προηγούμενοι λόγοι μου δὲν ἠκούσθησαν. Εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης. Εἴμεθα ὅμως κατὰ τῆς ἐξαρτήσεως προσωπικῶς τῶν δικαστῶν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θέλομεν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀνεξαρτησία προσωπικῆς καταστάσεως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἀνεξαρτησία τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἐπειδὴ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς βουλευτοῦ καὶ ἐφ’ ὅσον ἐχρημάτισα καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁμιλῶ καὶ ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐκ τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, προέβην εἰς τοιαύτην βαρεῖαν ἔκφρασιν, παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα ὁποτεδήποτε θελήσετε, εἶμαι ἕτοιμος καὶ αὔριον, νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα τῆς δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμεν ὁμοίαν πρόκλησιν πρὸ ὀλίγου, προσθέτω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μας πρόκλησιν καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ ὑπαναχωρήσουν οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα τὴν ὑποστηρίζουν, καὶ θὰ δοθῇ μία εὐκαιρία νὰ τὰ εἴπωμεν ὅλα, τὰ σῦκα–σῦκα καὶ τὴ σκάφη–σκάφη, νὰ ἴδωμεν ποῦ εὑρίσκεται ἡ δικαιοσύνη σήμερον. Κύριε Πρόεδρε, ἐλπίζω ὅτι ἡ ἡμέρα αὐτὴ θὰ εἶναι προσεχής. Βλέπετε ὅτι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος δὲν εἰσῆλθον, ἠσχολήθην μὲ τὰ γενικὰ ζητήματα ποῦ ἔθιξαν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοί. Ὁ τέως καὶ ὁ νῦν. (Χειροκροτήματα).
§178Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσω;
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε ὑποβάλει ἔγγραφον αἴτησιν.
§180Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ζητῶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ μοῦ δώσετε καμμιὰ φορὰ τὸν λόγον.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§182Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, φοβοῦμαι ὅτι ἔγινε σαφὲς ἀπόψε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ αὔριον μὲ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐφημερίδων ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, πόσον μεγάλη δόσις ὑποκρισίας ὑπάρχει εἰς τὸν δημόσιον βίον μας. Παρέστημεν σὲ ξέσπασμα ἱερᾶς ἀγανακτήσεως ἐν ὀνόματι τῆς προστασίας δῆθεν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι ἐζητήθη κατάθεσις διοικητικῶν ἐγγράφων καὶ πειθαρχικῆς διαδικασίας, ὄχι δικογράφων, διὰ νὰ ἀποφανθῇ κατ’ ἔφεσιν ἡ Βουλὴ περὶ ἐνοχῆς ἢ ἀθωότητος, ὅπως εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ μακαρίτου Χοϊδᾶ.
§183Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικ.). Περὶ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, πρὸς Θεοῦ, κ. Ἠλιοῦ.
§184Η. ΗΛΙΟΥ. Καὶ εἴπατε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ ἡ δικογραφία, σωστὸν ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ δικογραφίας. Καὶ ἀναπτύξαντες εἴπατε ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα τῆς ἐξομολογήσεως τοῦ μηνυτοῦ .... ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἐδῶ ἐζητήθησαν ἔγγραφα διοικητικῆς φύσεως, ὄχι διὰ νὰ καταλυθῇ ἡ δικαστικὴ ἀνεξαρτησία, ἀλλὰ διὰ νὰ προστατευθῇ καὶ νὰ ἐλεγχθῇ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸν ὁποῖον ἐπιρρίπτεται, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται σκαιὰ ἐπέμβασις πρὸς κατάλυσιν τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Καὶ ἐπενοήσατε, κ. Ὑπουργέ, ἀνοίγοντας τὸν δρόμον εἰς τὸν προκάτοχόν σας διὰ νὰ ἀναπτύξῃ καὶ διευρύνῃ ἀκόμη περισσότερον, ἐπενοήσατε αὐτὴν τὴν περίεργον θεωρίαν, ὅτι καλῶς ἠλέγχθη, καλῶς πειθαρχικῶς ἐδιώχθη ὁ Εἰσαγγελεύς, διότι δὲν διεξήγαγε προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν ἐπὶ τῇ βάσει κατηγορίας μιᾶς συγκεκριμένης ποινικῆς παραβάσεως. Διερωτῶμαι ὅμως, εἶναι δυνατὸν ἐὰν δὲν θέλετε νὰ συγκαλύψετε εὐθύνας τοῦ προκατόχου σας, ἀλλὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ὁμάδος, τῆς ὁποίας μετέχετε, ἐὰν δὲν θέλετε νὰ τοὺς συγκαλύψετε, εἶναι δυνατὸν νὰ λέγετε, ὅτι συγκεκριμένον εἶναι μόνον ἐὰν λέγεται, ὅτι κάποιος, ὁ Κώστας ἢ ὁ Παῦλος ἔκαμε μία παράβασιν, ἓν ἀδίκημα κατὰ τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς, τῆς περιουσίας ἢ τῆς σωματικῆς ἀκεραιότητος ἄλλου καὶ ὅταν ἔχωμεν πρὸς δικαιολόγησιν ἐκτροπῆς ἀπὸ τῶν κανόνων τοῦ πολιτεύματος δημοσίαν καταγγελίαν καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ τύπου καὶ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στέμματος διαλαλούμενον μάλιστα ἀπὸ ἐκπομπὰς τοῦ ραδιοφώνου ἐπαναλαμβανόμενον τρεῖς, τετράκις καὶ πεντάκις τῆς ἡμέρας περὶ ἐκτεταμένης συνωμοσίας περὶ ἐξοπλισμοῦ καθ’ ἅπασαν τὴν ἐπικράτειαν ἀπείρων ἀνθρώπων μὲ ὅπλα καὶ ὄχι αὐτὰ κἂν ὡς ὑπαρκτὰ μόνον, ἀλλὰ ὡς λαβόντα τοιαύτην ἐξωτερικὴν ἐκδήλωσιν, ὥστε ὁ πληθυσμός, ὁ ἀνήκων εἰς τὴν δεξιὰν νὰ εἶναι τρομοκρατημένος, νὰ μὴ δύναται νὰ ἀναγνώσῃ ἄλλην ἐφημερίδα παρὰ τὴν «Αὐγὴν» καὶ τὸ «Βῆμα», ὅταν καταγγέλλεται ὄχι ἕνα ἀδίκημα μικρόν, πραχθὲν ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον, ἀλλὰ ἀπὸ μίαν συνωμοσίαν ἐκτεταμένην μὲ συγκεκριμένα στοιχεῖα καὶ συγκεκριμένα πρόσωπα καὶ μὲ τὸ χαρακτηριστικόν, ὅτι ἔλαβον τόσον δημοσίαν ἐκδήλωσιν, ὥστε ἐφοβήθησαν οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν μίαν ἐκ τῶν παρατάξεων εἰς τὰς ὁποίας ἐδιχάσθησαν τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ δύο κόμματα κατὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ πραξικοπήματος, ὅταν αὐτὸ δὲν ἦτο καθῆκον καὶ δὲν ἦτο χρέος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δὲν ἦτο χρέος τοὐλάχιστον τῆς Εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς καὶ τὸ καθῆκον περὶ διεξαγωγῆς προκαταρκτικῆς ἐξετάσεως ὅταν ὑπάρχουν πληροφορίαι, εἰδήσεις ἢ μηνύσεις περὶ διαπραχθέντων ἀδικημάτων δὲν ἦτο καθῆκον τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἔπρεπε νὰ διωχθῇ; Ἀλλὰ τότε βεβαίως ὑπῆρχε τὸ συμφέρον. Εἶναι χαρακτηριστικόν, δὲν ἐτονίσθη, θὰ τονισθῇ βεβαίως κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οὐσίας, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐξεκίνησεν ὅταν δὲν ἦτο κἂν πλήρει τίτλῳ Ὑπουργός, ἀλλὰ ἦτο κατεψηφισμένος Ὑπουργός, μέλος τῆς κατεψηφισμένης δευτέρας ἐκ τῶν κατεψυγμένων Κυβερνήσεων ἐν ἀναμονῇ τοῦ νὰ κατασκευασθῇ ὁ θεῖος ἀριθμὸς καὶ ἐχρειάζετο νὰ δικαιολογηθῇ διατὶ πάντα εἶναι θεμιτά, ὅλα εἶναι τίμια καὶ θεμιτὰ καὶ μόνον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, μόνον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνουν ἐκλογαί. Περὶ αὐτῆς τῆς ἀθλιότητος ἐπρόκειτο. Δὲν πρόκειται περὶ συνήθους ἐπεμβάσεως, διότι δὲν χρειάζονται τὰ μεγάλα λόγια ὅταν ἀπουσιάζουν τὰ πράγματα ἐκθέτοντα τὸν λέγοντα καὶ νὰ γίνεται ἐδῶ πολὺς λόγος περὶ σεβασμοῦ πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Ὑπάρχουν καὶ οἱ ἐκμαυλισταὶ τῆς δικαιοσύνης, ὑπάρχουν καὶ οἱ βιασταὶ τῆς δικαιοσύνης. Κύριοι συνάδελφοι, κ. Πρόεδρε, ἕνας ἀπὸ τοὺς δυναμικωτέρους ἄνδρας τῶν νεωτέρων χρόνων, καὶ ἀσφαλῶς πολὺ δυναμικώτερος ἀπὸ τὸν σημερινὸν Πρόεδρον τοῦ Σώματος, τὸν πρὸ ὀλίγου καιροῦ Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Κλεμανσώ, ἔλεγε «δὲν φοβοῦμαι τίποτε εἰς τὸν κόσμον, μίαν δύναμιν φοβοῦμαι, τὸν κ. Εἰσαγγελέα. Μίαν δύναμιν φοβοῦμαι». Καὶ σήμερον εἰς Κράτος δικαίου βλέπομεν ὅτι ἕνας Εἰσαγγελεύς, ὁ Ζουλιγγέρ, εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀνακαλύπτει αὐτὴν τὴν δολοφονίαν τοῦ Μπὲν Μπάρκα καὶ βάζει χέρι εἰς τὴν ΚΥΠ τὴν Γαλλικήν, εἰς τὰς Ὑπηρεσίας ἀσφαλείας τῆς Γαλλίας καὶ ἐκδίδει ἔνταλμα κατὰ Ὑπουργοῦ Μαροκινοῦ κλπ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀνεξαρτησία τῆς δικαιοσύνης. Εἰς ἡμᾶς θέλομεν τὸν Εἰσαγγελέα πτύσοντα καὶ μὴ ἐνεργοῦντα ἐξέτασιν ἐὰν πρόκειται νὰ ἀποκαλυφθῇ τι τὸ δυσάρεστον εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, τὸ δυσάρεστον εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὁ ὁποῖος ἦτο κατεψηφισμένος Ὑπουργὸς τότε. Ἔχομεν τὸν καταπληκτικὸν Κόλλιαν, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀνεγνωρισμένον ὅτι ἐπενέβη διὰ νὰ πιέσῃ κατωτέρους δικαστικοὺς νὰ ἐκφράσουν κρίσιν περὶ ἐνοχῆς ἢ ἀθωότητος εἰς τὴν συγκλονίσασαν καὶ συγκλονίζουσαν ἀκόμη τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὑπόθεσιν Λαμπράκη σύμφωνα πρὸς τὰς πολιτικάς του πεποιθήσεις, δεκτὸν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν εἰς νέον στάδιον δικαστικὸν ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου μὲ ἀποχὴν τῶν ὁμοτίμων ἀπὸ τοῦ νὰ πάρουν θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ ἐξεταζόμενοι ὑπεκφεύγουν διὰ νὰ εἴπουν, ὅτι δὲν εἶναι ἁρμόδιοι νὰ κρίνουν ἐπὶ τοῦ δευτέρου σταδίου, δηλαδὴ τῆς ὁριστικῆς ἀπολύσεως. Καὶ εἰς τὸν κ. Κόλλιαν παραδίδεται διὰ νὰ μετατεθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς ὁ ἀσκῶν τὰ καθήκοντά του καὶ δὲν δηλώνει καὶ ὕστερα ἐπιλέγεται ἐπὶ παραλείψει τοῦ τακτικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐπιλέγεται ἕτερος Ἀρεοπαγίτης διὰ νὰ εἰσηγηθῇ ὡς εἰσηγήθη. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ περὶ σεβασμοῦ πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς νὰ ἀρνούμεθα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν ὅταν βλέπετε ὅτι παρεκωλύθη τῇ ἐπεμβάσει τοῦ ἐλεγχομένου πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι παρεκωλύθη ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὴν ἄσκησιν στοιχειώδους χρέους του. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν σειρὰν τῶν πολιτικῶν συνθηκῶν ποὺ ἐγκαινιάσθησαν καὶ εἰς ἀναμενομένην ἔκθεσιν βουλεύματος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Λαμπράκη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀρχῆθεν ἐπεδείχθη τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Κόλλια, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ μεταθέτῃ καὶ νὰ τιμωρῇ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῇ βοηθείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, καλυπτούσης καὶ μὴ παρουσιαζούσης τὰ ἔγγραφα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ πεποίθησις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τοῦ ἀδιαβλήτου τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων τῶν ἁπτομένων τοὐλάχιστον τῆς πολιτικῆς ἀντιδικίας; Κύριοι Ὑπουργοί, πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις σκεπασμένη ὡς τὸ οὐσιαστικὸν αὐτῆς μέρος, διότι ἐφεύρατε τὸ πρόσχημα τῆς μὴ καταθέσεως ἐγγράφων, διότι δῆθεν διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θὰ κατελύετο, θὰ προσεβάλετο ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία, ἡ αὐτοδιοίκησις τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβῶς τῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀρχὴ στεγανῶν καὶ αὐτονόμων διαμερισμάτων, ἀλλὰ εἶναι ἀρχή, ἡ ὁποία μαζὶ μὲ τὴν αὐτοδιάθεσιν τῶν ἐξουσιῶν τοῦ ΜΟΝΤΕΣΚΙΕ... κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν ὅρια εἰς τὰς ἁρμοδιότητας, δηλαδή, ὅτι ἡ δικαιοδοσία καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς μιᾶς ἐξουσίας νὰ δύναται νὰ περιορίσῃ τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὸ ἀνεξέλεγκτον τῆς ἄλλης ἐπὶ τῇ βάσει λέγω, αὐτῶν τῶν ἐπιχειρημάτων δὲν εἶναι δυνατόν, νομίζω, νὰ διαφεύγῃ ἕνας τοιοῦτος ἔλεγχος, χωρὶς νὰ κλονίζετε πρόρριζα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτὴν θὰ τὴν ἔχῃ ὅταν γνωρίζῃ ὅτι οἱ δικαστικοὶ οὔτε θὰ ἐκμαυλισθοῦν, οὔτε θὰ βιασθοῦν, οὔτε θὰ ἀπειληθοῦν, εἴτε ἀμέσως καὶ εὐθέως, εἴτε ἐμμέσως διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν διοικητικῶν κρίκων εἰς τὴν δίωξιν αὐτῶν, ἀλλὰ θὰ ἀφήνονται νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκον των. Κύριε Ὑπουργέ, πιστεύω, ὅτι παρὰ τὴν ἔξαψιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ διαδηλώσετε, ὅτι προστατεύετε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἔχετε βαθυτάτην ἐπίγνωσιν ὅτι ἐδῶ ἐν τῇ ἐπιδιώξει τοῦ πολιτικοῦ σκοποῦ, ἐν τῇ ἐπιδιώξει νὰ μείνῃ καὶ νὰ αἰωρῆται μία κατηγορία ἐξενεχθεῖσα ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στέμματος, μία κατηγορία περὶ τρομοκρατήσεως τμήματος μεγάλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκάματε κάτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀλίσθημα. Μὴ θελήσετε νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς παροχῆς καὶ τῆς καταθέσεως τῶν στοιχείων καὶ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀγάγουν εἰς τὴν κάθαρσιν τῆς ὑποθέσεως, δηλαδή, εἰς τὴν πλήρη καὶ ἐπὶ τῇ βάσει δεδομένων ἄσκησιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, διότι ἄλλως θὰ ἀφήσητε τὴν μεγαλυτέραν συσκότησιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὡς πρὸς τὸ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνεξάρτητος δικαιοσύνη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅσον καὶ ἐὰν κόπτεσθε περὶ ὑπάρξεως προστασίας καὶ ἀνεξαρτησίας καὶ αὐτοδιοικήσεως τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας.
§185Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι συνάδελφοι, θὰ δώσω μίαν σύντομον ἀπάντησιν εἰς ὅσα εἶπον οἱ κ.κ. Μπακόπουλος καὶ Ἠλιοῦ. Πρωτίστως λέγω, ὅτι τὸ θέμα ἦτο συγκεκριμένον ἀπόψε. Ἡ ἐπερώτησις ἀφεώρα τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων. Δὲν ἔχω τὴν πεῖραν τῶν παλαιοτέρων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπεξετάθη ἐπὶ θεμάτων ἀσχέτων ἐντελῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησις. Ἡ δευτέρα παρατήρησις, ἀπέφυγον νὰ διατυπώσω οἱανδήποτε κρίσιν ἐπὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Φλώρου, ἁπλῶς μόνον ἐτόνισα ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ὀρθοτέρα εἶναι ἡ ἄποψις, ὅτι προκαταρκτικὴ ἐξέτασις διατάσσεται μόνον ὅταν ἔχωμεν πληροφορίας, φήμας, καταγγελίας ὅτι δήποτε, κ. Μπακόπουλε, ἐπὶ ἑνὸς συγκεκριμένου ἀδικήματος. Τὸ ἐτόνισε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἠλιοῦ. Καὶ ἀνεφέρθη εἰς τὰ Πρακτικὰ τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στέμματος εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Κανελλοπούλου. Καὶ λέγουν ἀμφότεροι οἱ κ.κ. ἀγορηταὶ ὅτι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον του ὁ κ. Φλῶρος. Τί ἔπραξαν, κ.κ. συνάδελφοι, ὅλοι οἱ ἄλλοι Εἰσαγγελεῖς; Προδήλως παρεβίασαν τὸ καθῆκον των. Αὐτὸ διακηρύσσουν οἱ κ.κ. ὁμιληταί.
§186Η. ΗΛΙΟΥ. Τοὺς ἐτρομοκρατήσατε.
§187Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ἱστορικὸν τὸ ἐξέθεσεν ὁ κ. Παπασπύρου κατὰ τρόπον ἐντελῶς πλήρη καὶ προέκυψεν, ὅτι προτοῦ κἂν γίνῃ ὁ ἔλεγχος τοῦ κ. Φλώρου διὰ τῆς μεταβάσεως τοῦ κ. Πατσουράκου εἶχεν ἤδη ἐνεργήσει καὶ εἶχεν ἐξετάσει πάρα πολλοὺς μάρτυρας. Ἑπομένως αὐτοβούλως ἐκινήθη. Καὶ ὅταν λέγετε ὅτι ἐκεῖνος ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον του ἀναποφεύκτως δέχεσθε ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι παρεβίασαν τὸ ἰδικόν των καθῆκον. Καὶ θὰ ἔλθω εἰς μίαν ἄλλην περίοδον. Ὅταν διεξήγετο ὁ ἀνένδοτος ἀγών, ὅταν ὑπῆρχον ἀποφάσεις 187 περίπου βεβαιοῦσαι τὴν νοθείαν τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων ἐνθυμεῖσθε, ἀξιότιμε κ. Μπακόπουλε, ἔστω καὶ ἕνα εἰσαγγελέα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὄχι τῆς παρούσης περιόδου τῶν τεσσάρων μηνῶν, ἀλλὰ τῶν δύο ἐτῶν μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1963, ἠμπορεῖτε, κ. Μπακόπουλε, νὰ μᾶς, ἀναφέρετε ἔστω καὶ ἕνα παράδειγμα Εἰσαγγελέως ὁ ὁποῖος νὰ ἐκινήθη; Καὶ διατί τότε δὲν ἐξηγέρθητε καὶ σεῖς καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι καλῶς ἐνήργησεν ὁ κ. Φλῶρος κακῶς δὲ ὅλοι οἱ ἄλλοι Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους;
§188Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε ἀπάντησιν; Θὰ τὴν ἔχετε. Διότι τώρα ἐλέγχομεν μίαν ἀντίθετον ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι ἕνας Εἰσαγγελεὺς ποὺ εὑρέθη νὰ ἐνεργήσῃ τοῦ κόβετε τὰ χέρια. Διότι ἡμεῖς, ὡς βουλευταὶ δὲν ἔχομεν νὰ δώσωμεν δικαίωμα εἰς σᾶς. Λόγον θὰ δώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ καὶ σᾶς δι’ ὅτι ἐκάματε καὶ ἡμᾶς. Περιμένετε καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα.
§189Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικ.). Μάλιστα, κ. Μπακόπουλε, ὁ λαὸς θὰ κρίνῃ καὶ ἡμᾶς καὶ σᾶς. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ἐκείνη καὶ θὰ κρίνῃ ὁ λαὸς ποῖος ἔχει δίκαιον. Ἐγὼ προσωπικῶς περιωρίσθην εἰς καθαρῶς ἀπόκρουσιν τῆς αἰτήσεως. Δὲν διετύπωσα σκέψεις διὰ τὸν κ. Φλῶρον. Ἡ προσωπική μου πεποίθησις εἶναι ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ. Καὶ ἔχω καὶ ἕνα ἄλλο στοιχεῖον τὸ ὁποῖον μὲ ἐνισχύει εἰς τὴν ἄποψίν μου αὐτὴν ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους δὲν ἐκινήθησαν. Ἀπὸ τότε ποὺ εἰσήχθη ὁ θεσμὸς τὸ 1945 καὶ ἀπὸ ὅσα ἐγράφησαν ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον Μπουρόπουλον, ἀπὸ τὸν Ζησιάδην καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀσχοληθέντας μὲ τὸν νέον θεσμὸν δὲν διεπίστωσα, ὅτι εἶχον ἄδικον εἰς τὴν πρώτην μου γνώμην. Ἀντιθέτως ἐνισχύθην. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συγκεκριμένον ἀδίκημα. Ὅταν πρόκειται περὶ μιᾶς ἀορίστου πληροφορίας περὶ τοῦ ἂν ἐπικρατῇ ἡ τάξις καὶ ἀσφάλεια εἰς ὅλην τὴν χώραν, τότε ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἠμπορεῖ νὰ κινηθῇ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς διώκει ὡρισμένον συγκεκριμένον ἀδίκημα. Ἔργον ἄλλων ἀρχῶν εἶναι ἡ διαπίστωσις γενικῶς ὅτι ἐπικρατεῖ τάξις καὶ ἡσυχία, εἶναι τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ Νομάρχου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησίς μου. Ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα καθαρὸν νομικὸν θέμα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον σᾶς ἔφερα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ πείσουν περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν ἀντιλήψεων τὰς ὁποίας διετύπωσα. Ὡμίλησα περὶ ἀνεξαρτησίας καὶ αὐτοδιοικήσεως. Ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνεξαρτησία καὶ αὐτοδιοίκησις καὶ καθορίζονται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ὄχι ἀπὸ τοῦ Ὄθωνος τὸ Διάταγμα. Τὰ ἄρθρα 28, 87, 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος καθιερώνουν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν αὐτοδιοίκησιν.
§190Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγουν αὐτὰ τὰ ἄρθρα; Αἱ μεταθέσεις καὶ αἱ προαγωγαὶ ἀπὸ ποίους γίνονται;
§191Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Μπακόπουλε, ἐπεκαλέσθην προηγουμένως τρεῖς γνωμοδοτήσεις. Σᾶς ἀναφέρω καὶ πάλιν, διὰ νὰ σᾶς δοθῇ ὁ καιρὸς νὰ τὰς λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, διότι καὶ ἐγὼ δὲν τὰς εἶχον ὅλας ὑπ’ ὄψιν μου. Τὰς εὗρον καὶ τὰς ἐμελέτησα. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 22 γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ στηρίζεται εἰς τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα. Ἡ δευτέρα εἶναι τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου Ἀποστολοπούλου, ὑπ’ ἀριθ. 42)9.6.65 καὶ ἀφορᾷ πειθαρχικὸν ἔλεγχον. Εἶναι στοιχεῖον τοῦ ἀτομικοῦ φακέλλου ὁ πειθαρχικὸς ἔλεγχος. Δι’ αὐτὸ δὲν ἐπετρέπετο ἡ κατάθεσις.
§192Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Νὰ ἀναγραφοῦν εἰς τὰ πρακτικά.
§193Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Βεβαίως. Ἀνεφέρθην τέλος εἰς μίαν ἐπίσημον γνωμάτευσιν ὑπ’ ἀριθ. 53 τῆς 30.12.33 τοῦ ἀειμνήστου Χοϊδᾶ, ἡ ὁποία εἶναι λίαν ἐμπεριστατωμένη. Τί λέγει; Ἀφορᾷ αἴτησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἀποστείλῃ δικογραφίας διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐὰν ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια διώξεως ἢ ὄχι. Δὲν ἐπρόκειτο, ἀξιότιμε κ. Μπακόπουλε καὶ ἴσως νὰ μὴ ἤμην σαφής, ἴσως νὰ μὴ διετύπωσεν ὡς ἔδει, νὰ κρίνῃ ὁ Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, ὅπως εἴπατε ἐπὶ μιᾶς ποινικῆς ὑποθέσεως. Πρὸς Θεοῦ, ἀξιότιμε κ. Μπακόπουλε, ἁπλῶς ᾐτήσατο ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ διαπιστώσῃ τί; Ἐὰν ἡ δίωξις ἐκείνη ὠφείλετο εἰς πολιτικοὺς λόγους. Καὶ ἦλθε καὶ εἶπεν ὄχι. Καὶ μόνον αὐτὸ ἐπρόκειτο νὰ κριθῇ, ἀξιότιμοι κύριοι. Οὔτε τὸ περὶ ἀθωότητος ἐπρόκειτο νὰ κριθῇ εἰμὴ μόνον ἐὰν ὑπῆρχον πολιτικοὶ λόγοι. Καὶ ἐπροχώρησα καὶ εἶπον καὶ κάτι πλέον καὶ τὸ εἶπον διὰ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ὅταν ἔρχωνται αἰτήσεις διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦνται ἄδειαι διώξεως καὶ ἐτόνισα, ὅτι δικαίωμα ἔχομεν μόνον νὰ ἐλέγξωμεν ἐὰν ἡ δίωξις ὀφείλεται εἰς πολιτικοὺς λόγους. Καὶ ἐὰν ἀκόμη —συνέχισεν ὁ ἀείμνηστος Χοϊδᾶς— διαπιστώσῃ ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι ὁ βουλευτὴς εἶναι ἐντελῶς ἀθῶος, ἔχει χρόνον ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀποστείλῃ τὴν δικογραφίαν καὶ νὰ παράσχῃ βεβαίως τὴν ἄδειαν διώξεως. Αὐτὰ τὰ τρία ἐπίσημα στοιχεῖα ἐπεκαλέσθη. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Μπακόπουλος ἐχρησιμοποίησε φράσεις τὰς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον ὡς νομικὸς πρὸς ἀπόκρουσιν ἀντιθέτων πρὸς τὰς ἰδικάς μου ἀπόψεων, δὲν ἠμπορῶ νὰ χρησιμοποιήσω. Οὐδὲ πρόκειται νὰ χρησιμοποιήσω. Ἔχει ἡ νομικὴ ἐπιστήμη μίαν λογικήν. Ἀλλὰ ἐπιδέχεται καὶ ἀντιθέτους ἑρμηνείας. Πόσας φορὰς τὰ δικαστήριά μας δὲν μετέβαλον ἀπόψεις καὶ πόσας φορὰς καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀναθεωρήσει ἐπὶ νομικῶν ζητημάτων ἀπόψεις; Δι’ αὐτὸ αἱ φράσεις αἱ ὁποῖαι ἐχρησιμοποιήθησαν, ὅτι εἶναι ἕνας ἀστεῖος, παιδαριώδης συλλογισμός...
§194Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτον πρᾶγμα.
§195Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν προσιδιάζουν αἱ φράσεις αὐταὶ εἰς τὴν μεταξὺ μας νομικὴν γλῶσσαν.
§196Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτον πρᾶγμα.
§197Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐὰν δὲν τὸ εἴπατε, ἀνακαλῶ.
§198Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον νὰ εἴπω δύο λέξεις;
§199Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁρίστε, κ. Μπακόπουλε.
§200Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφορικῶς πρὸς τὴν γνωμάτευσιν τοῦ ἀειμνήστου Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου Χοϊδᾶ, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε τώρα, εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος. Ὀρθότατα ἠρνήθη τὴν ἀποστολὴν τῆς δικογραφίας εἰς τὴν Βουλήν. Διατί; Διότι ἐπρόκειτο περὶ νομικῆς δικογραφίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἁρμοδιότητα νὰ ἀποφανθοῦν εἶχον μόνον τὰ δικαστήρια καὶ πλέον ἢ ἅπαξ εἶπον, ὅτι μόνον ἕως ἐκεῖ ἐξικνεῖται ἡ δικαιοδοσία τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν συνέτρεχε λόγος ποινικῆς διώξεως ἢ ὄχι. Εἰς αὐτὸ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας δύο, σᾶς ἀπήντησα προηγουμένως. Καὶ δὲν θὰ ἤθελον νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια.
§201Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Μπακόπουλε, δὲν ἀναφέρομαι εἰς ὅσα εἴπατε προηγουμένως. Ἀρκοῦμαι εἰς ὅσα τώρα ἐτονίσατε.
§202Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τίποτε διάφορον πρίν.
§203Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὡμιλήσατε περὶ ἐλέγχου τῆς δικογραφίας ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν.
§204Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρῆτε, εἶπον, ὄχι εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς γνωματεύσεως Χοϊδᾶ, ἀλλὰ ὅταν ἔχῃ λήξει ἡ δίκη καὶ ὑπάρχει καταγγελία, ὅτι δολίως ἐνήργησε τὸ δικαστήριον, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἔλεγχος. Κατ’ ἐμὲ ὑπάρχει. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅταν ἔχῃ τελειώσει πλέον ἡ δικαστικὴ κρίσις. Καὶ θὰ ἴδωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ νὰ κινηθῇ ὁ θεσμὸς διὰ τὴν ἀγωγὴν κακοδικίας. Δὲν εἶναι ἐπέμβασις τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν αὐτό. Ἡ δίκη ἔχει τελειώσει.
§205Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Μπακόπουλε, ἀρκοῦμαι εἰς ὅσα εἶπον προηγουμένως. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ προσθέσω μόνον τὰ ἑξῆς: Δὲν πρόκειται περὶ ἐλέγχου ποινικῆς δικογραφίας. Ὅπως γνωρίζετε ἄριστα, ἡ Ἐπιτροπὴ κρίνει ἐὰν θὰ χορηγηθῇ ἄδεια ἢ ὄχι μὲ μοναδικὸν κριτήριον ἐὰν ὑπάρχῃ πολιτικὴ δίωξις.
§206Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ εἶμαι σύμφωνος.
§207Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἐλέγχει τὴν δικογραφίαν καὶ ἐθεωρήθη ἡ ἀποστολὴ ὡς οἰκειοποίησις δικαστικῶν καθηκόντων. Κύριε Μπακόπουλε, ἡ ἐπερώτησις γενικῶς στρέφεται κατὰ πράξεων ἢ παραλείψεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐλέγχεται ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ. Δὲν ἐλέγχεται ὁ ἀτομικὸς φάκελλος εἴτε ποινικὸς εἶναι, εἴτε μή. Ἐπρόκειτο περὶ πειθαρχικοῦ φακέλλου. Πάντα ταῦτα ἀποτελοῦν στοιχεῖα πειθαρχικοῦ φακέλλου καὶ δι’ αὐτὸ δὲν τὰ κατεθέσαμεν.
§208Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ διαφωνοῦμεν.
§209Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ διαφωνία μας ὑπάρχει. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, ἴσως εἶμαι ἀσυνήθιστος εἰς τὸν τρόπον αὐτὸν τῶν συζητήσεων, ὅτι ἐπεξετάθη ἡ συζήτησις. Καὶ ἤκουσα ἐπικρίσεις κατὰ δικαστῶν καὶ δὴ ἐπικρίσεις ἐπωνύμους, ἤκουσα αἰτιάσεις κατὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἐπιτρέψατέ μου, ἀξιότιμε κ. Μπακόπουλε, νὰ σᾶς εἴπω: Ὅταν ἐπὶ 8 ἢ 10 μῆνας, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἦσθε Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, τὶ ἐπράξατε διὰ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον;
§210Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπον.
§211Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διὰ τὸ ὁποῖον σήμερον εἴπατε τὰ ὅσα εἴπατε;
§212Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε ἀπάντησιν;
§213Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ τὴν δώσετε μετά, ἀξιότιμε κ. Μπακόπουλε.
§214Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ σᾶς τὸ εἶπον τὶ ἔκαμον. Εἶχον ἕτοιμον νομοθέτημα νὰ ἀναδιοργανώσω τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Νὰ τοὺς τιμωρήσω; Δὲν ἠμποροῦσα.
§215Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ Βουλή, κ. Μπακόπουλε, θὰ τὸ κρίνῃ. Διότι, κατηρτίζοντο νομοσχέδια καὶ οὐδέποτε εἰσήγοντο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐὰν εἰσήγοντο, δὲν ἐψηφίζοντο, ὡς τὸ περὶ ἐκτάκτων μέτρων.
§216Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ τί ἐρωτᾶτε τί ἔκαμον, καθ’ ἣν στιγμὴν σᾶς ἔχω εἴπει τί ἔκαμα. Συντακτικὴν ἐξουσίαν δὲν ἤσκουν. Ἤσκουν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Εἶχον ἕτοιμον τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ἐμυκτήρισεν ὁ ἀξιότιμος κ. Παπασπύρου, ὅτι στρέφεται κατὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Στρέφεται κατὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου θέμα ἀναδιοργανώσεως.
§217Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τέλος, κ.κ. συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἐπέρασεν ἤδη ἡ ὥρα, ἐφθάσαμεν...
§218Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Τὸ εἴχατε καταργήσει ἐν τῇ οὐσίᾳ, διότι ἐπαύσατε νὰ ὑποβάλητε ἐρωτήματα. Τὰ πάντα εἶχον σταματήσει.
§219Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπήντησα. Δὲν ὑπέβαλα ἐρώτημα μετὰ τὴν 92 ἀπόφασιν τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ὁποίαν ἐθεώρουν καὶ θεωρῶ καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω εἰς πρώτην συζήτησιν ἐδῶ, ὅτι εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἶχον καμμίαν ἐμπιστοσύνην, μέχρις ὅτου κατὰ Ἰούλιον–Αὔγουστον θὰ ἐψήφιζα τὴν νομοθεσίαν τὴν ἰδικήν μας. Μάλιστα, αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Δὲν ἔστειλα κανὲν ἐρώτημα μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κ. Κόλλια. Δὲν ἔστειλα κανὲν ἐρώτημα διότι δὲν ἤθελα νὰ ρίψω τοὺς δικαστὰς βορὰν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ ΑΔΣ, μὲ τὴν ἰσόβιον θητείαν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρ. Πάγου. Καὶ ἐπερίμενα νὰ ψηφίσω τὰ νομοθετήματά μου καὶ τότε νὰ τὰ στείλω. Δὲν ἐθεώρουν, ὅτι ἐπείγει, τίποτε, ἡ μετάθεσις τοῦ Αʹ δικαστικοῦ ἢ ἡ παραγραφὴ του δι’ ἕνα μῆνα, διότι περὶ ἑνὸς μηνὸς ἐπρόκειτο. Μὴ μᾶς ἐρρίχνατε καὶ θὰ ἐβλέπατε, τί θὰ ἐκάναμεν. Μᾶς ἐρρίξατε καὶ ἔχετε τὴν εὐθύνην.
§220Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Αὐτὸς εἶναι ὁ σεβασμὸς ποὺ ἔχετε εἰς τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις; Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ!
§221Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας δικαστικὰς ἀποφάσεις; Αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, δὲν εἶναι δικαστικαὶ ἀποφάσεις.
§222Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§223Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ τὰς κρίνω, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικαί;
§224Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἄλλο θέμα.
§225Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω. Τὴν θεωρῶ ἀντισυνταγματικὴν καὶ μέχρις ἄκρας ἀμελείας ἀμελέτητον. Ἀλλά, λένε αὐτοὶ καὶ ἄλλα λένε τὰ κείμενα τὰ ὁποῖα ἐπικαλοῦνται. Καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν, θὰ τὰ εἴπωμεν. Ὅτι παραβίασις τοῦ Συντάγματος εἶναι ἡ ἀπόφασις 92, τί πιστεύω καὶ τί διακηρύσσω. Πῶς τί θέλετε;
§226Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, δύο ἀκόμη παρατηρήσεις ἔχω νὰ κάμω. Ἡ πρώτη ἀναφέρεται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ὀφείλομεν νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Αὐτοὶ οἱ φραγμοί, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται χωρὶς νὰ εἶναι στεγανὰ διαμερίσματα, ἐπιτρέπουν εἰς τὸ Κράτος νὰ κινῆται μέσα εἰς τὰ πλαίσια ἐκεῖνα, ὅπου ἡ ἐλευθερία δὲν περιορίζεται, δὲν καταλύεται. Ἐκεῖ ἀκριβῶς, εἰς τὴν διατήρησιν τῶν ἐξουσιῶν, τὴν ὀργανωτικὴν αὐτὴν βάσιν τοῦ Πολιτεύματος, ὀφείλομεν νὰ ἀνεύρωμεν καὶ τὴν αὐτοδιοίκησιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἡ τελευταία μου παρατήρησις, ἡ ὁποία ἂν θέλετε, κ.κ. συνάδελφοι, ἔχει καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκκλήσεως: Καιρὸς εἶναι πλέον νὰ ἀφήσωμεν τὴν Δικαιοσύνην ἀπερίσπαστον εἰς τὰ ἔργα της. Διότι, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ἀποχωρῶ μὲ τὸ αἴσθημα, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθοῦν ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ ὑμᾶς, καλοπίστως, ἀσφαλῶς, θὰ εἴχομεν μίαν ὠμὴν ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλέγχωμεν ὑπὸ οἱονδήποτε πρόσχημα ἤ, ἂν θέλετε, ὑπὸ οἱανδήποτε πρόφασιν, τὸ ἔργον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Καὶ ἔργον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, εἶναι καὶ ὁ ἀσκούμενος ὑπ’ αὐτῶν πειθαρχικὸς ἔλεγχος, βάσει τῶν κειμένων διατάξεων. Περὶ τῆς οὐσίας, περὶ τοῦ κ. Φλώρου, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδὲν λέγει. Καὶ δὲν ἦτο θέμα Φλώρου. Ἦτο θέμα καταθέσεως ἢ μὴ ὡρισμένων ἐγγράφων. Ἐὰν ἐνήργησεν καλῶς ἢ ὄχι, εἶναι δευτερεῦον θέμα. Καὶ ὅπως ὁ οἱοσδήποτε νομικὸς δύναται νὰ πλανᾶται, ἠμπορεῖ νὰ ἐπλανήθη καὶ ὁ κ. Φλῶρος ἢ νὰ μὴ ἐπλανήθη ὁ κ. Φλῶρος καὶ νὰ ἐπλανήθημεν ὅλοι ἡμεῖς. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως μέσα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης, ἐζήτησε τὸν λόγον.
§228Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ δευτερολογήσω, κ. Πρόεδρε.
§229Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος περιωρίσθη εἰς τὸ νομικὸν μέρος τῆς ἐπερωτήσεως, περὶ τῆς μὴ καταθέσεως ἐγγράφων, ἐκ τῆς ἁπλῆς συγκρίσεως τῆς ἀγορεύσεως, ἐπαναλαμβάνω τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, πρὸς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐπερωτώντων συναδέλφων, καταφαίνεται, ποῖος εἶναι ὁ σκοπός, ποῖον εἶναι τὸ πάπλωμα τοῦ καυγᾶ. Διότι ἥπτοντο τοῦ θέματος τῆς μὴ καταθέσεως ἐγγράφων καὶ ἀνέπτυξαν ἐν συνεχείᾳ τὰς ἐρωτήσεις ποὺ κατέθεσαν εἰς ἀπάντησιν τῆς ἡμετέρας ἐπερωτήσεως. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, κ. Πρόεδρε, ἠνέχθητε τὴν καταστρατήγησιν τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ ἦτο ἀπαράδεκτον νὰ μὴ μοῦ δώσετε τὸν λόγον, διὰ νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ ἀντικρούσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ συνάδελφοι εἶπον, τὰ ὁποῖα, ἐν πολλοῖς, ἐμμέσως, εἶναι ἐναντίον μου. Θέλω, κ. Πρόεδρε, νὰ μοῦ δώσετε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἐφ’ ὅσον ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 86 ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βασιλάτου, ἡ ὁποία ἀναφέρει: «...(Ἀναγινώσκει)...». Ἡ ἐπερώτησις αὐτὴ εἶναι σχετική, ἀπολύτως σχετική, ἀπάντησις εἰς τὴν ἡμετέραν ὑπ’ ἀριθ. 80 ἐπερώτησιν. Πῶς θὰ μοῦ ἀρνηθῆτε τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀμυνθῶ; Εὔκολον μοῦ εἶναι, κ. Πρόεδρε καὶ ἐγὼ νὰ καταθέσω τὴν ἰδίαν αἴτησιν περὶ μὴ καταθέσεως ἐγγράφων, νὰ μοῦ δοθῇ ἡ ἰδία ἀπάντησις καὶ μεθαύριον νὰ ἔλθω ἐγὼ μονολογῶν πλέον εἰς τὴν Βουλήν.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γιαννούση, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχετε καὶ σεῖς τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, ἀλλὰ αἱ ἐπερωτήσεις αἱ συζητούμεναι ἀπόψε εἶναι νόμῳ προτασσόμεναι, διότι δὲν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ποὺ θητεύω ἐδῶ παρατηρῶ, ὅτι παρ’ ὅλον, ὅτι εἶναι ἐπερωτήσεις διὰ μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων, ὑπεισέρχονται, οἱ κ.κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν οὐσίαν. Εἶναι δικαίωμά σας νὰ μαζέψετε δέκα ὑπογραφάς, διὰ νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ ἀπόψε δὲν νομίζω, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸν Κανονισμόν, νὰ ὁμιλήσετε.
§231Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, φοβοῦμαι, ὅτι δὲν μὲ προσέξατε.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπατε ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ δὲν ἔχει γενικευθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§233Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠμπορεῖτε, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέψατε εἰς τοὺς κ.κ. συναδέλφους, νὰ κάμουν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς των...
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπέτρεψα ἐγώ, οὔτε ἦτο δυνατὸν συνεχῶς νὰ διακόπτω τοὺς ρήτορας. Εἶναι δυνατὸν νὰ κάμω ἔλεγχον παντὸς ὁμιλοῦντος;
§235Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Σεῖς ἐπιτρέψατε, κ. Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσουν.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὡμίλουν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ διακόπτω συνεχῶς τοὺς ρήτορας;
§237Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἐπιτρέψατε εἰς τὸν κ. Βασιλᾶτον νὰ προβῇ εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του;
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, ἐὰν ἐπέτρεπα, θὰ ὡμίλει πολὺ περισσότερον.
§239Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ὁ κ. Βασιλᾶτος, περιωρίσθη εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων, ἢ ἀνέπτυξε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 86 ἐπερώτησίν του;
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεχείρησε νὰ τὴν ἀναπτύξῃ, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀνέπτυξε.
§241Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ, μὲ τὴν στάσιν σας, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραδέκτως μεροληπτική.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πρὸ ὀλίγου, ὁ κ. Βασιλᾶτος, μοῦ ἐζήτησε νὰ ὁμιλήσῃ διὰ δευτέραν φορὰν καὶ τοῦ ἀπήντησα, ὅτι θὰ ἐφαρμόσω αὐστηρῶς τὸν Κανονισμὸν καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψω νὰ ὁμιλήσητε, σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Κανονισμοῦ.
§243Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 44.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς οἱ νομικοὶ μᾶς ἐμάθατε αὐτὰ τὰ πράγματα. Τὸ ἄρθρον 44 τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἔχει ἰσχὺν ἐνταῦθα.
§245Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ δώσετε τὸν λόγον, διότι εἶναι ἀπαράδεκτον, εἶναι ἀνεπίτρεπτον καὶ ἠθικῶς νὰ μὴ μοῦ δώσετε τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλήσω. Ἀπευθύνομαι εἰς τὸν κ. Μπακόπουλον καὶ τὸν κ. Ἠλιοῦ...
§246Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ καταστρατηγῆτε τὸν Κανονισμόν.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἀπευθυνθῶ, ὄχι σεῖς.
§248Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Καὶ τοὺς παρακαλῶ νὰ δηλώσουν, ἐν ὀνόματι τῆς ἐγγνωσμένης τιμιότητός των, ἐὰν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, δικαιοῦμαι νὰ ὁμιλήσω. Ἐὰν μοῦ εἴπῃ, ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι δὲν δικαιοῦμαι, δὲν θὰ μιλήσω.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον, ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ, δὲν ἔχουν ἀντίρρησιν, νὰ ὁμιλήσετε, ἀλλὰ ἐγὼ αὐστηρός, βάσει τῶν τύπων, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ κάμω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἢ θὰ πρέπει νὰ ἔχω τὴν ἔγκρισιν τῶν ὑπολοίπων βουλευτῶν, ἄλλως θὰ πρέπει νὰ ὑπογράψουν δέκα βουλευταὶ διὰ τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, διαπιστώνω ἔλλειψιν ἀπαρτίας καὶ λύεται ἡ συνεδρίασις.
§250Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Πάντως, ἡ συζήτησις δὲν ἐτερματίσθη.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἐλλείψει ἀπαρτίας, διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως Νομοθετικὴν Ἐργασίαν. (Ὥρα 0,30′ π.μ.)