1965.12.23
3.729 στίχοι · 29.421 λέξεις · 148 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23η
Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 1965
Προεδρία κ. Δ. Γ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
(Ὥρα 7.15 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Περρωτῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἡλιόπουλος, Λ. Κύρκος καὶ Β. Νεφελούδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Δάφνης, αἰτουμένου οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων τοῦ Νομοῦ Ἀττικῆς δι’ ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν των κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Σκοπούλης, Α. Τσιάρας καὶ Ε. Σακελλάρης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Συνεταιρισμῶν τῆς Γεωργοενώσεως Αἰτωλ)νίας, αἰτουμένων ἄμεσον καταβολὴν πρὶμ διὰ καπνὰ ἐσοδείας 1964 κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Μπριλλάκης, Μ. Καραγιώργη, καὶ Ξ. Γρηγόρης, καταθέτουν ἀναφορὰς Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν Ἀρχόντων, κατοίκων Σπάρτης κλπ., αἰτουμένων ἄμεσον ἀπόλυσιν ὅλων τῶν πολιτικῶν κρατουμένων, ἐπαναπατρισμὸν τῶν Ἑλλήνων προσφύγων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Ν. Ἀλαβᾶνος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνταξιούχων Κλωστοϋφαντουργῶν Ι.Κ.Α. Σύρου, αἰτουμένης καθορισμὸν κατωτάτου ὁρίου Συντάξεως 1.000 δραχ., αὔξησιν τῶν ὑπὸ τοῦ Ι.Κ.Α. χορηγουμένων συντάξεων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Σ. Κοντομάρης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν Προέδρων τῶν Συνεταιρισμῶν Καλαφατιώνων, Κουραμάδων, Καστελλάνων, Μέσης Βυροῦ, Κοινοπιστῶν κλπ., αἰτουμένων καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας τοῦ ἐλαιολάδου εἰς 26 δραχ. κατὰ κιλόν, ἀπεριόριστον συγκέντρωσιν αὐτοῦ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Σ. Κοντομάρης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Κερκύρας, αἰτουμένης ἄμεσον ἀναθεώρησιν τιμῆς συγκεντρώσεως τοῦ ἐλαίου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Ν. Ἀλαβᾶνος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ὀδοντιατρικοῦ Συλλόγου Κυκλάδων διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ αὔξησιν τῶν Συντάξεων ὑπὸ τοῦ Τ.Σ.Α.Υ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἠλιόπουλος, Β. Νεφελούδης, Μ. Καραγιώργη καὶ Ξ. Γρηγόρης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου προσωπικοῦ Θεραπευτηρίου Φυματιώντων Πατρῶν, αἰτουμένου χορήγησιν ἐπιδόματος ἀνθυγιεινῆς ἐργασίας κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἠλιόπουλος, Λ. Κύρκος, Δ. Στρατῆς καὶ Β. Νεφελούδης, καταθέτουν ἀναφορὰν κατοίκων τοῦ Δήμου Ταύρου, αἰτουμένων ἄμεσον κατάθεσιν καὶ ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου «περὶ ἀποκαταστάσεως προσφύγων κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Παπανικολάου, Μ. Καραγιώργη καὶ Ε. Σακελλάρης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Γεωργοκτηνοτροφικοῦ Συλλόγου Παλαμᾶ, αἰτουμένου κατάργησιν τοῦ δασμοῦ τοῦ σιτοσπόρου, περιορισμὸν εἰσαγωγῆς κρεάτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Πανάγος, Α. Τσιάρας καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν φαρμακοϋπαλλήλων Θεσσαλονίκης, διαμαρτυρομένων διὰ καθυστέρησιν ἀποφάσεως δευτεροβαθμίου διαιτητικοῦ Δικαστηρίου ἐπὶ συλλογικῶν συμβάσεων κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Σακελλάρης, Μ. Καραγιώργη καὶ Δ. Παπανικολάου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Ἐπαγγελματοβιοτεχνῶν Ἐλασσόνος, αἰτουμένων ἐπέκτασιν τῆς Νοσοκομειακῆς καὶ Ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως τοῦ Τ.Ε.Β. Ε. εἰς τὴν πόλιν των κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Καραγιώργη, Δ. Παπανικολάου καὶ Ε. Σακελλάρης, καταθέτουν ἀναφορὰν κατοίκων τῆς Κοινότητος Ζαγορᾶς, αἰτουμένων τὴν συνέχισιν τῆς ἐπιδοτήσεως τῶν φυτοφαρμάκων εἰς τὴν ἐν λόγῳ Κοινότητα. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Σακελλάρης, Μ. Καραγιώργη καὶ Δ. Παπανικολάου, καταθέτουν ἀναφορὰν κατοίκων τῆς Συνοικίας Νεαπόλεως Λαρίσης, αἰτουμένων ἀναστολὴν εἰσπράξεως ἀπὸ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης τῶν δόσεων τοῦ χορηγηθέντος αὐτοῖς στεγαστικοῦ Δανείου ἐκ δραχμῶν 30.000 κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Κύρκος, Α. Μπριλλάκης καὶ Μ. Θεοδωράκης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν Νομοῦ Ρεθύμνης, αἰτουμένων καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας τοῦ ἐλαίου, κατάργησιν νοθείας τῶν ἐλαιολάδων κλπ. Ὁ κ. Δημήτριος Θεοχαρίδης, τέως βουλευτής, διὰ τηλεγραφήματός του, διαμαρτύρεται δι’ ἐπίθεσιν βουλευτοῦ Δράμας κ. Α. Παπαδοπούλου ἐναντίον πτωχοῦ βιοπαλαιστοῦ Π. Βαμβακίδη κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτ)νίας κ. Γ. Σερπᾶνος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συντακτῶν καὶ Ἐκδοτῶν Συνδικαλιστικοῦ Τύπου Ἑλλάδος, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν μὴ εἰσέτι κατάθεσιν καὶ ψήφισιν νόμου, σχετικῶς μὲ τὴν ἀναγνώρισίν της νομοθετικῶς. Πρὸς Τὸν Ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Κατὰ τὰς Ἁγίας αὐτὰς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων, ἡ σκέψις ὅλων τῶν ἐλευθέρων ἀνθρώπων στρέφεται εἰς τὰ νειᾶτα τῆς μεγάλης χώρας τῆς Ἐλευθερίας καὶ τῆς Δημοκρατίας, τῆς Ἀμερικῆς, ποὺ πολεμοῦν καὶ θυσιάζουν τὴν ζωήν των διὰ τὰ ἰδεώδη τῆς Ἐλευθερίας καὶ τῆς Εἰρήνης, ὑπερασπίζοντα τὸν λαὸν τοῦ Βιετνὰμ ἀπὸ τὴν κατακτητικὴν ἐπιβολὴν τοῦ Κομμουνισμοῦ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ εἰς κάποιο σημεῖον τοῦ Κόσμου ὅπως εἰς τὸ Δυτικὸν Βερολῖνον, εἰς τὴν Κορέα καὶ εἰς τὴν μικρήν μας χώραν, ἐκδηλώνεται αἱματηρὰ ἡ ἐπεκτατικὴ αὐτὴ βουλημία. Ἡ χώρα μας ἡ ὁποία πρώτη ἐδοκίμασε τὴν Κομμουνιστικὴν εἰσβολὴ καὶ πλήρωσε μὲ ποταμοὺς αἵματος καὶ ἑκατοντάδες χιλιάδων θυμάτων τὴν διατήρησιν τῆς Ἐλευθερίας της, δὲν θὰ λησμονήσῃ ποτέ, ὅτι διεσώθη χάρις εἰς τὴν συμπαράστασιν τοῦ Ἀμερικανικοῦ λαοῦ. Στὰς χιλιάδας Ἀμερικανίδας μητέρας, χήρας καὶ ὀρφανὰ ποὺ τὰς Ἁγίας αὐτὰς ἡμέρας θὰ τὰς περάσουν μέσα στὴν λύπη, στρέφεται μὲ σεβασμὸ καὶ ἀγάπη κάθε ἐλεύθερη Ἑλληνικὴ ψυχή. Καὶ συμπαρίσταται μὲ τὰ ἴδια αἰσθήματα τόσον εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ποὺ θὰ περάσουν πένθιμα Χριστούγεννα, ὅσο καὶ στὰ ἴδια θύματα τοῦ μακρυνοῦ Βιετνάμ, τὰς ἡμέρας αὐτὰς ποὺ ἔρχεται στὸν Κόσμο ὁ Κῆρυξ τοῦ ἐπὶ γῆς Εἰρήνη. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23.12.65
Μετὰ τιμῆς
ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΔΑΜΙΑΝΟΣ
Βουλευτὴς Δράμας
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Η. Τσιριμῶκος (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν) καὶ Ε. Δενδρινὸς (Ὑφυπουργὸς Συγκοινωνιῶν), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς Διεθνοῦς Συμβάσεως Τηλεπικοινωνιῶν καὶ τῶν προσηρτημένων αὐτῇ Κανονισμῶν». (35). Ὁ κ. Ι. Μαυριδόγλου (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ καταβολῆς ἐφ’ ἅπαξ βοηθήματος εἰς τοὺς ἐξερχομένους τῆς Ὑπηρεσίας ὑπαλλήλους τῆς Πλοηγικῆς Ὑπηρεσίας». (36). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Κατσώτας, Σ. Κατσώτας, Δ. Δαβάκης, Α. Φράγκος καὶ Μ. Χλουβεράκης, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Α.Ν. 1671)1951 «περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργείων». (7). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἠλίας Τσιριμῶκος, ἔχει τὸν λόγον.
§4Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρ. Κυβ)νήσεως καὶ Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, εἶναι βαθεῖα, ὡς ἐννοεῖτε ἡ ἱκανοποίησίς μου, διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ προβῶ εἰς τὰς ἀποψινὰς ἀνακοινώσεις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ εἰς τὸν Ο.Η.Ε. ἔληξε κατὰ τρόπον ποὺ ἐδικαίωσε τὰς προσδοκίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κύπρου. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις «ἐθριαμβολόγησε» διὰ τὸ ἐπιτευχθὲν ἀποτέλεσμα. Συνέβη τὸ ἀντίθετον. Ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐδόθη κατ’ εἰσήγησιν τοῦ ὑποφαινομένου ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐλάσσων τόνος εἰς τὰ σχόλια περὶ τοῦ ἀποτελέσματος. Ἡ Κυπριακὴ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ ἴδιον. Ἡ ἑνότης καὶ ἡ σύμπνοια μεταξὺ Ἑλλήνων τῆς Ἑλλάδος καὶ Ἑλλήνων τῆς Κύπρου ποὺ ἀπετέλεσε βασικὸν συντελεστὴν τῆς νίκης ἐξεδηλώθη, μέχρι καὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Προεκρίναμεν τὸν ἐλάσσονα τόνον διὰ λόγους ἐξωτερικοὺς καὶ διὰ λόγους ἐσωτερικούς. Ἐξωτερικῶς ἠθελήσαμεν ἐν ὄψει τῶν περαιτέρω ἐξελίξεων καὶ τῆς σταθερᾶς κατευθύνσεως πρὸς εἰρηνικὴν λύσιν τῆς διεθνοῦς αὐτῆς διαφορᾶς, νὰ παράσχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι εἴμεθα συνεπὴς πρὸς τὴν πίστιν μας εἰς τὴν ἀποστολὴν τῶν διεθνῶν Ὀργανισμῶν, πίστιν τὴν ὁποίαν ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τοῦ Ο.Η.Ε. δὲν ἀπεγοήτευσε. Δὲν γνωρίζομεν, τὶ θὰ ἔπραττον ἄλλοι ἐὰν ἱκανοποιοῦντο. Ὅταν ὅμως θέλῃ κανεὶς νὰ προαχθῇ τὸ ἔργον τοῦ Ο.Η.Ε. ὀφείλει νὰ ἀποδεχθῇ ὡς ἀρχήν, ὅτι εἰς τὸν Ο.Η.Ε., δὲν πρέπει νὰ ἐμφανίζεται, ὅτι ἡττῶνται ἢ νικοῦν κράτη ἢ ἄτομα, ἀλλὰ αἱ ἀπόψεις τῶν διαφόρων Ἐθνῶν, ἐφ’ ὅσον εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ο.Η.Ε. Καὶ νικοῦν αἱ ἀρχαὶ τοῦ Ο.Η.Ε. ὁσάκις ἐκδίδονται ἀποφάσεις ἢ συστάσεις ποὺ συντείνουν εἰς τὴν ἐφαρμογήν των. Μόνον ἔτσι βοηθεῖ κανεὶς καὶ ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου αἱ ἀξιώσεις ἀπεδοκιμάσθησαν, νὰ ὑπερπηδήσῃ τὸ αἴσθημα τῆς πικρίας καὶ νὰ προσαρμοσθῇ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν κατεύθυνσιν ποὺ δίδει ὁ Διεθνὴς Ὀργανισμός. Ἐσωτερικῶς ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι τὰ ἐθνικὰ ζητήματα πρέπει νὰ παραμένουν ὅσον τὸ δυνατὸν μακρύτερα ἀπὸ τὴν μεταξὺ πολιτικῶν μερίδων ἀντιζηλείαν. Ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις ἔχει τὴν εὐθύνην τοῦ χειρισμοῦ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. Πρέπει νὰ ἐκφράζῃ ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρύτερα ἀποδεκτὴν γραμμήν. Καὶ νὰ μὴ μονοπωλῇ τὴν δόξαν μιᾶς ἐπιτυχίας. Αὐτὴ ἀνήκει εἰς τὸ Ἔθνος, ἀνήκει εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται συσπειρωμένος — καὶ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἀγωνίζεται — διὰ τὴν πλήρη εὐόδωσιν τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν. Κύριοι βουλευταί, πρὸ ὀλίγου καιροῦ εἶχα ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου διακηρύξει, ὅτι πρέπει νὰ ἀπομακρύνωμεν πᾶσαν ἰδέαν ρωμαντισμοῦ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ ἀντιθέτως, πρέπει μὲ ρεαλισμὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν κατάστασιν ὡς ἐμφανίζεται. Μὲ τὸ αὐστηρὸν αὐτὸ κριτήριον τοῦ ρεαλισμοῦ, θὰ προσπαθήσω νὰ ἐκτιμήσω τὴν συζήτησιν καὶ τὸ ἐπιτευχθὲν ἀποτέλεσμα εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τοῦ Ο.Η.Ε. ἀναλύων τὴν ἀξίαν τῆς πλειοψηφίας, τὴν οὐσίαν τῆς ἀποφάσεως — συστάσεως, καὶ τὴν σημασίαν της ἐν ὄψει τοῦ μέλλοντος. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τῆς Κύπρου κατήγαγον εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τοῦ Ο. Η.Ε. κατὰ μίαν φάσιν ποὺ δὲν λύει ὁριστικῶς ἀλλὰ προάγει τὸ ζήτημα, μία ἀληθῶς περιφανῆ νίκην. Διότι νίκη εἶναι ἑκάστοτε ἡ ὁλοσχερὴς ἐπιτυχία ἐκείνου ποὺ ἐπεδιώκετο καὶ ἐκείνου ποὺ μόνον ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπῆρξαν ἀφελεῖς — πάντως ὄχι ἐντὸς τῆς Βουλῆς — ποὺ ἐνόμιζαν ποτέ, ὅτι ἡ Γενικὴ Συνέλευσις ἠδύνατο διὰ μιᾶς πράξεως ἐκτελεστῆς, νὰ τάμῃ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν λύσιν βιαίως. Δὲν τὸ φαντάζομαι διότι ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει, ὅτι ἡ Γενικὴ Συνέλευσις ψηφίζει «συστάσεις», τῶν ὁποίων βεβαίως τὸ βάρος οὐδεὶς δύναται νὰ παραγνωρίσῃ. Καὶ δὲν ἔχει ὑλικὴν δύναμιν ἐπιβολῆς. Μετὰ κόπου ἀποστέλλει, ὅπως εἰς τὴν Κύπρον, μικρὰς δυνάμεις παρεμβολῆς μεταξὺ τῶν μαχομένων. Ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν δυνατοτήτων αὐτῶν — τὰς ὁποίας ἐγνωρίζαμεν — ἐτοποθετήθη ἡ προσφυγὴ ποὺ ὑπεστηρίξαμεν. Ἡ προσφυγὴ ὑπεβλήθη ὄχι ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ ὑπὸ τῆς Κύπρου. Καὶ ἡ Γενικὴ Συνέλευσις ἐψήφισε καθ’ ὁλοκληρίαν, ἄνευ ἀλλαγῆς οὐδεμιᾶς λέξεως, τὸ κείμενον τῶν 32 κρατῶν ποὺ ἐξέφραζε τὰς ἀπόψεις τῶν Κυπρίων. Ἀνήκει εἰς τὸν Ο.Η.Ε. ἡ εὐγνωμοσύνη μας διὰ τὸ θαυμάσιον αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἐλέχθη, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἠθικὴν νίκην. Ἂν αὐτὸ σημαίνει κάτι ὑπεράνω μιᾶς ἁπλῆς πολιτικῆς ἐπιτυχίας τὸ δέχομαι. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὡμίλησα καὶ ἐγὼ περὶ ἠθικοῦ βάρους τῆς ἀποφάσεως τοῦ ΟΗΕ. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ παραγνωρισθῇ ἡ πολιτική της σημασία. Θὰ τὴν ὑπογραμμίσω, ἀναλύων πρῶτον τὴν πλειοψηφίαν καὶ ἐν συνεχείᾳ τὴν οὐσίαν τοῦ ψηφισθέντος κειμένου. Αἱ 47 θετικαὶ ψῆφοι πλὴν τῆς Ἰνδίας, τῆς Η.Α.Δ. καὶ τῆς Γιουγκοσλαυΐας ἀνήκουν εἰς μικρὰς καὶ μεσαίας χώρας τῆς Ἀφρικῆς, Ἀσίας καὶ Λατινικῆς Ἀμερικῆς. Διαπράττει σφάλμα βαρὺ ὅποιος ὑποτιμᾷ τὴν δύναμιν ἐπιβολῆς τοῦ συνόλου τῶν χωρῶν αὐτῶν. Δὲν ἐκφράζουν τὴν ὑλικὴν δύναμιν ἢ τὸ βιομηχανικὸν δυναμικὸν τῆς ὑφηλίου. Ἀλλὰ ἐκφράζουν ἴσως τὴν ψυχὴν τοῦ ΟΗΕ. Εἶναι φύλακες τῶν ἀρχῶν του. Καὶ ὑπολογίζονται ἀπὸ ὅλας τὰς μεγάλας δυνάμεις τόσον, ὥστε αἱ ἑκάστοτε ἀπόψεις των νὰ βαρύνουν ἀποτελεσματικῶς ἐπὶ τῶν λαμβανομένων μέτρων. Τὸ μέγα νέον γεγονὸς τῶν τελευταίων ἐτῶν εἶναι, ὅτι ὁ Ο. Η.Ε. δὲν ἀπαρτίζεται μόνον ἀπὸ μεγάλας δυνάμεις καὶ τὴν «πελατείαν των». Ἕνας κόσμος κινεῖται ἐντὸς τῶν πλαισίων του, ζωηρός, σοβαρός, ἀποφασιστικός, ποὺ δὲν διστάζει, ὅταν χρειασθῇ, νὰ ἔλθῃ εἰς ἀντίθεσιν πρὸς οἱανδήποτε μεγάλην δύναμιν. Λευκοὶ ἢ ἔγχρωμοι προσφέρουν μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν εἰρήνην καὶ τὴν πρόοδον τῆς γῆς. Δὲν ἀποτελοῦν κακὸν — ἀναγκαῖον ἢ ὄχι — δὲν ἀποτελεῖ ὑποτίμησιν, ἀντιθέτως ἀποτελεῖ κέρδος καὶ χαρὰν νὰ εὑρίσκεται κανεὶς εἰς σύμπνοιαν μὲ τὸν κόσμον αὐτόν. Ἔρχομαι εἰς τὰς ἀποχάς. Ὀφείλω πρῶτον νὰ σημειώσω, ὅτι ἡ ἀποχὴ εἰς τὸν ΟΗΕ ἀποτελεῖ πολιτικὴν πρᾶξιν. Ὁ ἀπέχων, γνωρίζει, ὅτι ἡ ψῆφος του δὲν συνυπολογίζεται εἰς τὰς ἀρνητικὰς καὶ ἑπομένως, μὲ τὴν ἀποχήν του, συμβάλλει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ συζητουμένου σχεδίου ἀποφάσεως. Σημειῶ τώρα, ὅτι περίπου οὐδεμία ἀρνητικὴ ψῆφος ἐδόθη ἀπὸ τὴν Εὐρώπην (Δυτικὴν καὶ Ἀνατολικήν), τὴν Λατινικὴν Ἀμερικήν, τὴν Ἀφρικὴν καὶ τὴν Ἀσίαν. Αἱ μόναι ἀρνητικαὶ ἀνήκουν εἰς τὴν Τουρκίαν, τοὺς δύο συμμάχους τοῦ ΣΕΝ-ΤΟ (Ἰρὰν καὶ Πακιστὰν) εἰς τὴν ἀπομονωμένην ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπον Εὐρώπην, Ἀλβανίαν καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, ἐπὶ τῆς ψήφου τῶν ὁποίων θὰ ἐπανέλθω. Σημειῶ ἰδιαιτέρως, ὅτι δὲν ἐψήφισαν ἐναντίον τοῦ κειμένου τῶν 32 ποὺ ἔγινε δεκτὸν οὔτε οἱ τέσσαρες ποὺ ἐπρότειναν τὸ διαφορετικὸν κείμενον τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποδεχθῆ ἡ Τουρκία, δηλ. τὸ Ἰράκ, τὸ Ἀφγανιστάν, ἡ Λιβύη καὶ ἡ Σαουδικὴ Ἀραβία. Τὸ στοιχεῖον τοῦτο προστιθέμενον εἰς τὸ προηγούμενον, ὑπογραμμίζει τὴν δύναμιν ἐπιβολῆς τῶν Ἑλληνοκυπριακῶν ἀπόψεων. Διότι καὶ ἂν δεχθῇ κανείς, ὅτι ἕνα μέρος τῶν Κρατῶν ποὺ ἀπέσχον ἦτο μᾶλλον ἐναντίον παρὰ ὑπὲρ τοῦ ψηφισθέντος κειμένου, τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ἔφθασαν μέχρι καταψηφίσεως δὲν εἶναι ἄνευ πολιτικῆς σημασίας. Εἰδικὴ μνεία πρέπει νὰ γίνῃ διὰ τὰς μεγάλας δυνάμεις. Βεβαίως οἱ Δυτικοὶ εἶχαν πάντα λόγον νὰ μὴ θέλουν νὰ ταχθοῦν ἀναφανδὸν ὑπὲρ ἢ ἐναντίον εἴτε τῆς Τουρκίας εἴτε τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ καὶ αἱ δύο ἀνήκουν εἰς τὴν Ἀτλαντικὴν Συμμαχίαν. Δύναται νὰ μὴ θεωρηθῇ ἄψογος ἡ λογικὴ αὐτή, ἀλλὰ ἐξηγεῖ τὰ πράγματα. Πάντως, ἦτο ἡ πρώτη φορὰ ποὺ οἱ Δυτικοὶ ἀπέχουν. Εἰς τὰς ἄλλας ψηφοφορίας, πλὴν τοῦ 1958, ὁπότε ἐπρόκειτο περὶ ὁμοφώνου διαδικαστικῆς ἀποφάσεως, εἶχαν ψηφίσει ἐναντίον τῶν Ἑλληνοκυπριακῶν ἀπόψεων. Τὴν φορὰν αὐτὴν ἔκαμαν ἕνα βῆμα ἐμπρός. Ἕνα βῆμα ὀπίσω ἔκαμαν οἱ Ἀνατολικοὶ — ἡ ΕΣΣΔ καὶ ὅλοι οἱ Σύμμαχοί της. Ἄλλοτε εἶχαν ψηφίσει ὑπὲρ τῆς Κύπρου. Τώρα ἀπέσχον. Τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀνήκει εἰς τὸ ΝΑΤΟ, δὲν ἀποτελεῖ ἐξήγησιν. Διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν προσεχώρησε τώρα εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ἀνῆκεν ἐκεῖ ἀπὸ ἐτῶν. Ἀποτελεῖ ἐξήγησιν ἡ βελτίωσις τῶν Τουρκοσοβιετικῶν σχέσεων. Πρέπει ὅμως νὰ σημειώσω μίαν παρατήρησιν. Ἕκαστον κόμμα ἀναλόγως τῆς ἰδεολογικῆς ἢ ἄλλης τοποθετήσεώς του, δύναται νὰ προβῇ εἰς κρίσεις ἐπὶ τῆς στάσεως τῶν διαφόρων δυνάμεων. Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅμως, προβαίνω σήμερον μόνον εἰς ἐκτίμησιν τῆς σημασίας τῆς δοθείσης ψήφου. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, πρέπει νὰ σημειώσω, πρῶτον. Πᾶν ἄλλο ἢ πλήρως ἀρνητικὴ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ ψῆφος τῶν Ἀνατολικῶν. Αἱ δηλώσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβησαν τόσον ἡ ΕΣΣΔ ὅσον καὶ οἱ ἄλλοι σύμμαχοί της, διὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴν ψῆφον των, περιέχουν πολλὰς φράσεις ποὺ ἐνισχύουν τὰς Ἑλληνοκυπριακὰς ἀπόψεις, ὅπως π.χ. ἡ καταδίκη τῶν ξένων ἐπεμβάσεων. Δεύτερον, ὅτι εἰς τὴν στάσιν τῆς ΕΣΣΔ ὑπεισέρχεται καὶ ἕνα στοιχεῖον ποὺ εἶναι κοινὸν εἰς ὅλας τὰς μεγάλας δυνάμεις. Πρόκειται περὶ ἑνὸς σημείου εἰς τὸ ὁποῖον συναντῶνται ΕΣΣΔ, ΗΠΑ ἀλλὰ καὶ ἡ Ντεγκωλικὴ Γαλλία. Ἡ θέλησις νὰ μὴ λαμβάνῃ οὐσιαστικὰς ἀποφάσεις ἡ Γενικὴ Συνέλευσις, διὰ νὰ ἔχῃ ὅλο τὸ βάρος καὶ τὸ κῦρος τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας, ὅπου ὁ ρόλος τῶν μεγάλων δυνάμεων εἶναι ἀποφασιστικός. Πράγματι ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ δὲν εἶναι ἀπὸ ἐκείνας ποὺ ἀρέσουν εἰς τὰς μεγάλας δυνάμεις. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ψῆφον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Προεκάλεσε δυσάρεστον ἔκπληξιν ἐν Ἑλλάδι τὸ γεγονός, ὅτι αἱ ΗΠΑ, τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἐψήφισαν ἐναντίον ἑνὸς κειμένου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγνώριζαν, ἄλλωστε, ὅτι θὰ ἐγίνετο δεκτόν. Θὰ παρέλειπα ὅμως τὸ καθῆκον μου, ἄν, προβαίνων εἰς ἐνημέρωσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τῆς ἀπέκρυπτα τὴν ἀκριβῆ εἰκόνα τῆς καταστάσεως. Ὄντως, αἱ ΗΠΑ ἐξεδήλωσαν ἀρχικῶς, ὅπως καὶ ἡ ΕΣΣΔ κατὰ τρόπον ρητὸν τὴν προτίμησίν των ὑπὲρ μιᾶς ἁπλῆς «διαδικαστικῆς» συστάσεως καὶ ἀναφορᾶς εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας τῆς 4ης Μαρτίου 1964. Ἐν συνεχείᾳ, ὅμως, παρηκολούθησαν εὐνοϊκῶς τὰς προσπαθείας μερικῶν ἀντιπροσώπων ποὺ εἰργάζοντο ὑπὲρ κειμένου συμφωνίας, ὄχι ὅμως διαδικαστικοῦ, ἀλλὰ οὐσιαστικοῦ. Καί, τέλος, ἐψήφισαν ἀρνητικῶς. Δυσηρέστησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κοινὴν Γνώμην. Δὲν ἱκανοποίησαν τὴν Τουρκικήν. Διότι αἱ Η.Π.Α. ἔδωσαν τὴν ψῆφον των, δίχως νὰ ἀκολουθηθοῦν ἀπὸ κανένα, πρᾶγμα παράδοξον. Οὕτω ἡ ψῆφος των ἐμφανίζεται μᾶλλον ὡς ψῆφος παρηγορίας, παρὰ ὡς ψῆφος πεποιθήσεως. Ὁ καθεὶς δύναται νὰ κρίνῃ τὴν ἐνέργειαν. Ἐγὼ ἁπλῶς τὴν θέτω ὑπ’ ὄψιν σας, ὅπως ἐπιθυμῶ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν σας τὸ γεγονός, ὅτι κατὰ τὰς συζητήσεις διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῆς Ἑλλάδος ποὺ εἶχα εἰς τὴν Οὐάσιγκτων μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. RASK, συνήντησα κατανόησιν καὶ καλὴν θέλησιν. Κύριοι βουλευταί. Θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ λεχθὲν ὅτι συνεδυάσθη ποτέ, καθ’ οἱονδήποτε στάδιον τῶν συζητήσεων, τὸ Κυπριακὸν μὲ τὴν οἰκονομικὴν βοήθειαν, εἶναι ἀπολύτως, ριζικῶς ἀνακριβές. Ἀπορῶ πῶς τοιοῦτόν τι ἐλέχθη. Πάντως, βεβαιῶ ὑπευθύνως τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς οὐδεμίαν στιγμὴν συνεδυάσθησαν τὰ δύο αὐτὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἦλθον πρὸς συζήτησιν χωριστὰ καὶ κατὰ διάφορον τρόπον. Διὰ τῶν ὅσων εἶπα μέχρι τοῦδε ἠθέλησα νὰ ἀποδείξω τὸ πολιτικὸν βάρος τῆς ψηφοφορίας. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ κείμενον. Τὶ ἐπεδιώχθη; Δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα ἀνεπτύξαμεν ἐκεῖ. Συνοψίζω. Οἱ Κύπριοι εἶπον: Λέγετε, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ διαπραγματεύσεων, κατὰ τρόπον εἰρηνικόν. Εἴμεθα σύμφωνοι ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ διαπραγματευθῶμεν. Δὲν εἴμεθα ἀληθῶς ἀνεξάρτητοι, ἄνευ δεσμεύσεων. Ἐὰν ἡ Γενικὴ Συνέλευσις δὲν ἀναγνωρίσῃ πανηγυρικῶς τὸ δικαίωμά μας εἰς ἀδέσμευτον ἀνεξαρτησίαν, δὲν δυνάμεθα νὰ συνομιλήσωμεν, ὡς ἰσότιμοι, μὲ οὐδένα. Ἐξ ἄλλου, τελοῦμεν ὑπὸ συνεχῆ ἀπειλὴν ἐνόπλου ἐπεμβάσεως τῆς Τουρκίας. Ζητοῦμεν νὰ ἀποδοκιμασθῇ ἡ ἰδέα τῆς ἐπεμβάσεως, διὰ νὰ ἀναπνεύσωμεν ἐλεύθερα καὶ νὰ συνομιλήσωμεν ἄνευ πιέσεως ἢ φόβου. Ἡ Τουρκία ἰσχυρίζεται, ὅτι ἕλκει δικαιώματα ἐπεμβάσεως ἐκ τῶν Συνθηκῶν Ζυρίχης καὶ Λονδίνου. Ἀλλ’ οἱ Κύπριοι δὲν ἔχουν συνυπογράψει ὡς ἀνεξάρτητον Κράτος. Ὑπέγραψαν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ γίνουν ἀνεξάρτητοι. Καὶ ἀρνοῦνται οἱανδήποτε δέσμευσιν. Οἱ Ἕλληνες εἶπαν: Ἀνεξαρτησία μὲ δεσμεύσεις εἶναι ἀκατανόητος. Συνομιλίαι ἐρήμην ἢ εἰς βάρος τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ εἶναι ἀπαράδεκτοι. Πρέπει νὰ ἀποδοθῇ ἡ ἀδέσμευτος ἀνεξαρτησία εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ πρέπει νὰ παύσῃ νὰ τελῇ ὑπὸ τὴν δαμόκλειον σπάθην τῆς ἐνόπλου ἐπεμβάσεως τῆς Τουρκίας. Οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ Τουρκία ἔχει δικαίωμα μονοπλεύρου ἐπεμβάσεως. Κατήγγειλε πάντοτε ὡς καταχρηστικὴν τὴν τουρκικὴν ἑρμηνείαν τῶν συνθηκῶν τῆς Ζυρίχης. Ἡ Τουρκία δὲν ἔπαυσεν ἀπειλοῦσα συνεχῶς τὴν Κύπρον καὶ τὴν Ἑλλάδα. Ἐξ ἄλλου πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς τυφλὸς διὰ νὰ μὴ βλέπῃ ὅτι, πολιτικῶς καὶ ἱστορικῶς, αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος συνθῆκαι ἔχουν ξεπερασθῆ. Οἱ ἴδιοι οἱ Τοῦρκοι λέγουν, ὅτι δύνανται νὰ «ἀναθεωρηθοῦν», ἀλλὰ χρειάζεται συνεννόησις. Τὴν συνεννόησιν οὐδεὶς τὴν ἀρνεῖται. Ἀλλά Ἕλληνες καὶ Κύπριοι, ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν νὰ χαράξῃ τὸ πλαίσιον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἡ εἰρηνικὴ λύσις εἶναι δυνατή, τὰς ἀρχὰς ποὺ πρέπει νὰ πρυτανεύσουν καὶ νὰ παράσχῃ τὴν πολιτικὴν καὶ ἠθικὴν ἐνίσχυσιν πρὸς τοὺς ἀπειλουμένους, καταδικάζουσα τὴν ἀπειλήν. Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις ἀνταπεκρίθη πλήρως. Ἐτοποθέτησε τὴν ἀνεύρεσιν εἰρηνικῆς λύσεως ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς μεσολαβήσεως τοῦ ΟΗΕ. Ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τῆς Κύπρου νὰ ἔχῃ πλήρη κυριαρχίαν καὶ πλήρη ἀνεξαρτησίαν. Καὶ ἀπηύθυνεν ἔκκλησιν πρὸς ὅλα τὰ Κράτη νὰ ἀπόσχουν ἀπὸ κάθε ἐπέμβασιν ἐναντίον της. Ἰδοὺ τὸ διατακτικὸν τῆς συστάσεως: «Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις.... 1. Λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Δημοκρατία τῆς Κύπρου ὑπὸ τὴν ἰδιότητά της ὡς ἰσοτίμου μέλους τῆς Ὀργανώσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολαύῃ συμφώνως πρὸς τὸν Χάρτην τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπολαύῃ πλήρους κυριαρχίας καὶ ἀνεξαρτησίας, ἄνευ ξενικῆς ἐπεμβάσεως ἢ ἀναμίξεως. 2. Ἀπευθύνει ἔκκλησιν πρὸς ὅλα τὰ Κράτη ὅπως ταῦτα συμφώνως πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις των ποὺ ἀπορρέουν ἐκ τοῦ Χάρτου τοῦ ΟΗΕ, εἰδικώτερον δὲ τοῦ ἄρθρου 2 αὐτοῦ, σεβασθοῦν τὴν κυριαρχίαν, τὴν ἑνότητα, τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἐδαφικὴν ἀκεραιότητα τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου καὶ ἀπόσχουν οἱασδήποτε ἐπεμβάσεως στρεφομένης κατ’ αὐτῆς. 3. Συνιστᾷ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας, ὅπως συνεχίσῃ τὸ ἔργον τῆς μεσολαβήσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς 4ης Μαρτίου 1964». Τὸ σκεπτικὸν ἐνισχύει τὸ διατακτικόν. Διότι ἀναφέρεται εἰς τὴν δήλωσιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν οἱ Ἀδέσμευτοι εἰς τὴν Συνδιάσκεψιν τοῦ Καΐρου (10.10.1964) ὅπου ἔκαμαν ρητῶς μνείαν τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν, εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Μεσολαβητοῦ, ποὺ τόσον ἔχει ἐνοχλήσει τὴν Τουρκίαν καὶ εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Κύπρου διὰ τὴν παροχὴν ἐγγυήσεων διὰ τὰ δικαιώματα τῆς μειονότητος. Τὸ σκεπτικὸν ἔκαμεν ἴσως περισσοτέραν ἐντύπωσιν ἀπὸ τὸ διατακτικὸν εἰς μερικὰς Δυνάμεις. Διότι ἐγγίζει εἰς βάθος τὴν οὐσίαν τοῦ προβλήματος. Πάντως, ὅπως εἶναι τὸ κείμενον τῆς ἀποφάσεως, ἀποτελεῖ πλήρη ἐπιβολὴν τῶν ἑλληνικῶν ἀπόψεων. Καμμία ἀπὸ τὰς ἀπόψεις τῶν Τούρκων δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιβιώσῃ. Ἐπειδὴ καμμία δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ. Πράγματι, οἱ Τοῦρκοι πρῶτον ἔβαλον ἐναντίον τοῦ Μεσολαβητοῦ τοῦ ΟΗΕ κατὰ τρόπον κλονίζοντα τὸν θεσμόν. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐζήτησαν τὴν μεταβολὴν τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ διατακτικοῦ. Δεύτερον ἔβαλον ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, μετὰ τῆς ὁποίας ἐδήλωναν, ὅτι ἐπιθυμοῦν νὰ συνομιλήσουν. Τρίτον, τὸ κυριώτερον, ἡ μεγάλη των φροντὶς ὑπῆρξε πῶς νὰ διατηρήσουν δι’ ἑαυτοὺς ἄτρωτον ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, τὸ δῆθεν δικαίωμα τῆς μονοπλεύρου ἐνόπλου ἐπεμβάσεως εἰς Κύπρον. Ἐπετύχαμεν νὰ ἀντιληφθῇ ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις περί τινος ἐπρόκειτο. Μέχρι τελευταίας στιγμῆς ἡ Τουρκία ἠγωνίσθη νὰ ἀποφύγῃ τὴν καταδίκην τῆς ἐπεμβάσεως. Ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ζητῇ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τῆς συστάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, ὅπου ἀναφέρονται αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας, παρὰ πᾶσαν λογικὴν ἀφοῦ πρόκειται περὶ ὑπαρκτοῦ ἐγγράφου, νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν συμφωνίαν (CON-SENSUS) τῆς 11ης Αὐγούστου 1964, μόνον καὶ μόνον, διότι εἰς αὐτὸ περιέχεται ἡ ἑξῆς φράσις: «Τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας ζητεῖ ἀπὸ ὅλας τὰς κυβερνήσεις ὅπως διακόψουν ὅλας τὰς πτήσεις ὑπεράνω τοῦ ἐδάφους τῆς Κύπρου κατὰ παραβίασιν τῆς κυριαρχίας αὐτῆς». Ἀπετέλεσε τοῦτο μίαν ἀπόπειραν ἐξαλείψεως τοῦ κακοῦ παρελθόντος καί, ἴσως, νομιμοποιήσεως ἑνὸς κακοῦ μέλλοντος. Ἡ προσπάθεια ἀπέτυχεν. Ἡ νίκη ὑπῆρξε πλήρης. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἔπνευσεν εἰς τὸν ΟΗΕ ἄνεμος δικαιοσύνης διὰ τὴν Κύπρον. Τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς νεκροὺς καὶ ζωντανοὺς ἀγωνιστὰς τῆς Κυπριακῆς Ἐλευθερίας. Τιμὴ καὶ δόξα εἰς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Γνωρίζομεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐκτελεστῆς. Τὸ γνωρίζουν καὶ οἱ Τοῦρκοι. Καὶ ὅμως θλίβονται, θορυβοῦν, μαίνονται. Διότι ἀντιλαμβάνονται, ὅτι νέον διεθνὲς πολιτικὸν κλῖμα ἐδημιουργήθη γύρω εἰς τὸ Κυπριακόν. Νέα ἀτμόσφαιρα μέσα εἰς τὴν ὁποίαν θὰ διαπλασθῇ ἡ νέα φάσις τοῦ Κυπριακοῦ. Κύριοι βουλευταί, ἐκφράζεται ἡ ἀπορία μήπως τὸ ψηφισθὲν κείμενον ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν Ἕνωσιν περὶ τῆς ὁποίας οὐδὲν λέγει. Εἶναι πάντως βέβαιον, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὑποστηρικτὰς τοῦ ψηφισθέντος κειμένου εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὴν Ἕνωσιν, ὅπως πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀπέχοντας θὰ ἦσαν ἐνδεχομένως εὐνοϊκοί. Τοῦτο ἀναλόγως διαφόρων σκέψεων, ὅπως π.χ. τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀνήκει εἰς τὸ ΝΑΤΟ ἢ τοῦ κινδύνου τῆς εἰρήνης λόγῳ τῆς ἀντιθέσεως τῆς Τουρκίας. Ἀλλὰ καμμία φράσις τοῦ κειμένου δὲν τὴν ἀποκλείει. Ἡ ἀδέσμευτος ἀνεξαρτησία σημαίνει ἀπόλυτον ἐλευθερίαν κινήσεως τοῦ ἀνεξαρτήτου Κράτους. Ἡ Αὐτοδιάθεσις εἶναι στοιχεῖον τῆς ἀνεξαρτησίας, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ρητὴ δέσμευσις. Τὴν Ἕνωσιν τῆς Κύπρου ἐμποδίζουν τυπικῶς σήμερον ρηταὶ συμβατικαὶ ὑποχρεώσεις ποὺ ἔχουν ἀναληφθῆ εἰς τὴν Ζυρίχην. Ἡ ἀναγνώρισις τοῦ ὅτι ἔχει ξεπερασθῆ ἡ Συνθήκη αὐτὴ καὶ ἔχουν ἐκπέσει αἱ δεσμεύσεις δὲν κλείει τὴν θύραν πρὸς τὴν Ἕνωσιν. Ἀντιθέτως. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω, ὅτι οὐδεμίαν ὑποχώρησιν ἐδέχθημεν — οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Κύπρου — ὅταν προεκλήθημεν δημοσίᾳ. Ἀλλὰ θὰ συμφωνήσητε ἐλπίζω μαζί μου, ὅτι ἡ Ἕνωσις δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ κείμενον αὐτό. Ἡ περαιτέρω πορεία, ἡ νέα φάσις τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος ἐξαρτᾶται ἀπὸ πολλοὺς παράγοντας. Προπαντὸς ἀπὸ τὴν φροντίδα τῆς εἰρήνης καὶ τὴν προσεκτικήν, θρησκευτικὴν προσήλωσιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰς εἰρηνικὰς διαδικασίας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐπολέμησεν εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τοῦ ΟΗΕ καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς μεγάλους κινδύνους. Δὲν κρίνω ὅμως ὥριμον τὴν στιγμὴν διὰ δημοσίαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἀπὸ τὴν πλευρὰν τοῦ Κ.Κ.Ε. — προφανῶς χάριν ἀντιπερισπασμοῦ — κατηγορούμεθα, ἀκόμη τώρα, μετὰ ἕνα ὁλοκληρωμένον ἀγῶνα διὰ νὰ καταστήσωμεν συνείδησιν, ὅτι τὸ Κυπριακὸν ἀνήκει καὶ πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ο.Η.Ε., ὅτι θέλομεν νὰ τὸ ὑπαγάγωμεν εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ὄχι, κύριοι, τὴν φορὰν αὐτὴν ἔχει συμβῆ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Εἰς τὸ ἀνακοινωθὲν τοῦ ΝΑΤΟ ποὺ ἐξεδόθη ἐφέτος (16.12.1965) ἀναφέρεται ρητῶς: «Οἱ Ὑπουργοὶ ἐπεβεβαίωσαν, ὅτι παρέχουν τὴν ὑποστήριξίν των εἰς τὰς προσπαθείας τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν τὰς τεινούσας εἰς τὴν χαλάρωσιν τῆς ἐντάσεως ἐν Κύπρῳ, καὶ ἐξέφρασαν ἐκ νέου τὴν ἀπόφασίν των ὅπως συμβάλουν εἰς μίαν λύσιν εἰρηνικὴν συμπεφωνημένην καὶ δικαίαν τοῦ προβλήματος συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ Χάρτου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν». Δηλαδή, Ὄχι μόνον δὲν ὑπηγάγαμεν τὸ Κυπριακὸν εἰς τὸ ΝΑΤΟ ἀλλὰ — ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις — ὑπηγάγαμεν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ΝΑΤΟ εἰς τὸν ΟΗΕ. Ἄλλοθεν μᾶς παρέχεται ἡ συμβουλὴ νὰ διαφωτίσωμεν τὸ κοινὸν ἐπὶ τοῦ σημείου ὅτι, καὶ εἰς τὴν νέαν σύστασιν, γίνεται ρητὴ παραίνεσις νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ μεσολάβησις βάσει τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας τῆς 4ης Μαρτίου 1964, ἡ ὁποία συνιστᾷ νὰ προωθηθῇ «μία εἰρηνικὴ λύσις καὶ συμπεφωνημένη ρύθμισις τοῦ προβλήματος τῆς Κύπρου». Ἡ συμβουλὴ εἶναι ὀρθή. Τὴν ἀκολουθῶ. Τὴν ἔχω ἀκολουθήσει ἄλλωστε πρὶν μοῦ δοθῇ. Πράγματι, εὑρισκόμενος εἰς Κύπρον καὶ ἀπευθυνόμενος εἰς τὸν Τύπον, εἶχον καταδικάσει τὴν σύγχυσιν ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὰ «ταμποὺ» τῶν λέξεων ποὺ ἔχουν δημιουργηθῆ. Ἔτσι αἱ λέξεις συνομιλίαι, διάλογος καὶ κυρίως «συμπεφωνημένη λύσις» ἀποτελοῦν περίπου συνώνυμα τῆς προδοσίας. Κυκλοφορεῖ καὶ ἄλλο κίβδηλον νόμισμα: «ἡ Νατοϊκὴ λύσις». Δὲν γνωρίζω εἰς τὶ ἀκριβῶς συνίσταται, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι σημαίνει περίπου τὴν ἀπάρνησιν ἱστορίας τριῶν χιλιάδων ἐτῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταδικάσω τὴν συνεχῆ κατασυκοφάντησιν ὄχι μόνον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τῶν εἰρηνικῶν μέσων, ὡς μεθόδου λύσεως τῶν διαφορῶν. Εἰς μίαν ἐποχὴν ὅπου τὰ διατιθέμενα μέσα καθιστοῦν ἕνα ἐνδεχόμενον πόλεμον, τρόπον καταστροφῆς ἄνευ προηγουμένου εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος, αἱ τοπικαὶ ἀναφλέξεις ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀνησυχίαν ὑπὸ τὸ πρῖσμα τοῦ κινδύνου τῆς γενικεύσεως. Ἐκτὸς τούτου, τίποτε δὲν δικαιολογεῖ τὴν προσφυγὴν εἰς μέσα τὰ ὁποῖα ἡ διεθνὴς συνείδησις ἔχει ἀπεμπολήσει. Σπανίως, ἄλλωστε, διεθνὴς διαφορὰ εἶναι τόσον δύσκολον νὰ λυθῇ μὲ εἰρηνικὰ μέσα, ὥστε νὰ ἀναγκάζῃ ἕνα μικρὸν καὶ εἰρηνικὸν Κράτος, ὡς τὸ ἰδικόν μας, νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν ἀπόγνωσιν. Ὑπηρετεῖ κανεὶς τὸ Ἔθνος καὶ τὸν λαὸν ἂν ὄχι μόνον διακηρύσσῃ τὴν πίστιν του εἰς τὴν εἰρήνην ἀλλὰ καὶ ἐργάζεται πρακτικῶς διὰ τὴν διατήρησίν της. Δὲν ὑπάρχει ἄλλου εἴδους λύσις ἀπὸ τὴν συμφωνίαν μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἔχουν μεταξύ των διαφοράς. Εὐχόμεθα — καὶ θὰ ἐργασθῶμεν πρὸς τοῦτο— νὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία μεταξὺ Ἑλλάδος, Κύπρου καὶ Τουρκίας, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς μεσολαβήσεως τοῦ ΟΗΕ καὶ ἐντὸς τῶν πλαισίων ποὺ ἐχάραξεν ἡ ἀπόφασις τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως. Ἐκεῖνο ποὺ ἠρνήθημεν εἶναι νὰ διαπραγματευθῶμεν ἐκτὸς τοῦ πλαισίου αὐτοῦ, εἰς βάρος τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ ἐναντίον τῆς θελήσεώς του. Αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ εἴμεθα πρόθυμοι, ὅπως καὶ οἱ Κύπριοι, νὰ συντείνωμεν εἰς εἰρηνικήν, δικαίαν, σταθερὰν λύσιν. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἀρνητικὸν στοιχεῖον, τὴν στιγμὴν αὐτήν, εἶναι ἡ στάσις τῆς Τουρκίας. Δὲν τὴν κατανοῶ. Ἔδειξεν ἐχθρότητα, περιφρόνησιν πρὸς τὸν ΟΗΕ, προέβη εἰς προκλητικάς, ἀπειλητικὰς ἐκδηλώσεις πρὸ τῆς συζητήσεως. Εἰς προκλητικὴν δήλωσιν προέβη καὶ ὅταν ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Τουρκίας. Ὅσα λέγονται σήμερον εἰς τὴν Τουρκίαν εἶναι ἀπιθάνως ἐκτὸς τῆς διεθνοῦς νοοτροπίας τὴν ὁποίαν ἡ Τουρκία γνωρίζει, ἀφοῦ ἠναγκάσθη, μετὰ τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, νὰ ψηφίσῃ εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁποίας καταδικάζεται πᾶσα, παντὸς εἴδους ἐπέμβασις. Ἡ Ἑλλὰς δι’ ἄλλην μίαν φοράν, ὑπερηφάνως, ψύχραιμος καὶ βαθέως φιλειρηνική, θὰ ἀντιπαρέλθῃ πᾶσαν πρόκλησιν. Θὰ προσπαθήσῃ, ἀντιθέτως, μὲ εἰλικρινῆ ἐπιμονὴν καὶ ἀληθῆ καλὴν διάθεσιν, νὰ δημιουργήσῃ τὰς προϋποθέσεις τῆς ἀναβιώσεως τῶν καλῶν σχέσεων μὲ τὴν Τουρκίαν καί, κυρίως τὸ κατάλληλον κλῖμα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Ο.Η.Ε. Εἰς τοῦτο θὰ συντελέσῃ ἡ δήλωσις εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ Κύπρος ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ὅτι «τείνει χεῖρα φιλίας πρὸς τὴν Τουρκίαν». Μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ δηλώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὔτε τὴν δύναμιν οὔτε— προπαντὸς — τὴν θέλησιν ἔχει νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον οἱουδήποτε. Ἕνα τάλαντον ἔχει ἀποδείξει, ὅτι ἔχει. Γνωρίζει — καὶ δὲν ἀποφεύγει — νὰ ἀμύνεται. Ὀφείλω σήμερον νὰ δηλώσω κατὰ τρόπον κατηγορηματικόν. Ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀποδείξῃ τώρα, ὅτι γνωρίζει νὰ ἐργάζεται ἀποτελεσματικῶς διὰ τὴν εἰρήνην. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Κ. κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§6Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἐθνικὸν θέμα τῆς Κύπρου, εἶναι ἀρρήκτως συνηνωμένον ὅλο τὸ Ἔθνος. Ὅπως δὲ εἰς ὅλους τοὺς Ἐθνικοὺς ἀγῶνας ὁ δημοκρατικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος ἠγωνίσθη διὰ τὴν προστασίαν τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, ἔτσι καὶ τώρα ἡ Ἕνωσις Κέντρου σύσσωμος, ἀπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ της κ. Γ. Παπανδρέου, μέχρι τοῦ ἄκρου τῶν ὀπαδῶν της, εἴμεθα ὅλοι πιστοὶ στρατιῶται εἰς τὸν Κυπριακὸν ἀγῶνα, διότι οἱ Ἕλληνες Κύπριοι εἶναι ἀδελφοί μας καὶ ἡ Κύπρος εἶναι Ἑλλάς. Δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες τὸ αὐτὸ αἰσθάνονται. Εἰδικώτερον, ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου εἶναι γνωστὴ καὶ παραμένει ἀμετάβλητος. Ὑποστηρίζομεν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Κύπρου μὲ δικαίωμα αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ. Καὶ ὀρθῶς ἡ Κύπρος προσέφυγεν εἰς τὸν Ο. Η.Ε. ζητοῦσα τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ὅλοι ἀνεμένομεν, σύμφωνα πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸν μέγα αὐτὸν Ὀργανισμὸν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται, τὴν δικαίαν κρίσιν. Αἱ ἐλπίδες μας, δυστυχῶς, διεψεύσθησαν. Ἡ γνωστή, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ληφθεῖσα, ἀπόφασις τοῦ ΟΗΕ δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ. Στηρίζεται εἰς τὴν ψῆφον σχεδὸν ὁλοκλήρων τῶν Ἀφρικανικῶν κρατῶν. Δὲν γνωρίζομεν κατὰ πόσον ἡ ψῆφος αὐτῶν εἶναι ἐπίτευγμα τῶν προσπαθειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ Μακαρίου. (Ψίθυροι ἐκ τῆς ΕΡΕ). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἄξια σημειώσεως εἶναι δύο τινά: Ἀφ’ ἑνὸς μέν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν θετικῶν ψήφων ὑπὲρ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς πόρρῳ ἀπέχει καὶ ἀπὸ τὴν στοιχειώδη ἀκόμη πλειοψηφίαν τῶν ψηφισάντων. Ἀφ’ ἑτέρου δέ, ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ ἀξία τῆς ἀποφάσεως εἶναι ἄκρως προβληματική. Διότι ὁ μὲν δυναμικὸς ἐκπρόσωπος τοῦ Δυτικοῦ κόσμου, αἱ ΗΠΑ, ἐψήφισαν ἀπὸ κοινοῦ μὲ ἄλλα ἰσχυρὰ κράτη τῆς Δύσεως καθαρὰ καὶ μὲ πεῖσμα κατὰ τῆς προτάσεως ὑπὲρ τῆς αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ, ἡ δὲ Ρωσσία καὶ τὰ Κράτη τοῦ Ἀνατολικοῦ συνασπισμοῦ ἠρνήθησαν ψῆφον ἢ ἀπέσχον τῆς ψηφοφορίας. Καὶ προβάλλει πλέον ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ ἐρώτημα εἰς πάντας: Ποία εἶναι ἡ ἀξία τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς τοῦ ΟΗΕ; Ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ ἀξία; Καὶ εὐλόγως, φοβούμεθα, ὅτι ἡ σημασία της θὰ ἀποδειχθῇ πλατωνική, καθαρῶς θεωρητική, ἄνευ πρακτικῆς ἀξίας. Διότι, πῶς θὰ ὑπάρξῃ δυνατότης πραγματώσεως τῆς εἰλημμένης ἀποφάσεως ἔστω καὶ ὑφ’ οἵαν μορφὴν ἔχει διατυπωθῆ; Μὲ ποίαν δύναμιν, ἰσχύος θὰ ἐπιβληθῇ ἡ ἐφαρμογή της; Τὰ ψηφίσαντα ὑπὲρ τῆς ἀποφάσεως Κράτη ἔδειξαν ὄντως ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν ἀνωτερότητα, ἔναντι τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ἀλλὰ δυναμικῶς ὑστεροῦν. Τὴν ὑλικὴν δύναμιν διαθέτουν οἱ καταψηφίσαντες καὶ οἱ ἀποσχόντες. Πῶς λοιπὸν θὰ λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ τὸ θέμα τῆς αὐτοδιαθέσεως; Δὲν ὑπάρχει, κατὰ συνέπειαν, οὐδεὶς λόγος, ὄχι μόνον θριαμβολογίας, ἀλλ’ οὔτε ἱκανοποιήσεως. Δὲν γνωρίζομεν οὔτε τὸν Ἑλληνικὸν φάκελλον ἐπὶ τοῦ θέματος, οὔτε τὸν Κυπριακόν. Πῶς, ἄνευ τούτων, εἶναι δυνατὴ συζήτησις τοῦ Κυπριακοῦ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας; Καί, συνεπῶς, ἄσκοπος ὁ λόγος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὰ μέχρι σήμερον ἐπιτεύγματα τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, εἶναι πενιχρά, σχεδὸν ἀνύπαρκτα. Καὶ τοῦτο εὐνόητον διὰ μίαν Κυβέρνησιν ἄνευ λαϊκοῦ ἐρείσματος καὶ ἄνευ διεθνοῦς κύρους. Μόνον Κυβέρνησις ἀναδεικνυομένη ὑπὸ τοῦ Λαοῦ θὰ ἔχῃ καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὸ κῦρος νὰ ὑπερασπίσῃ δεόντως τὸ θέμα τῆς Κύπρου καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπίτευξιν τῆς διὰ τὸ Ἔθνος καὶ τὸν Κυπριακὸν Λαὸν ἐπιθυμητῆς ρυθμίσεως.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, κ. Π. Κανελλόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§8Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἦλθεν, οὔτε φαίνεται, ὅτι ἐγγίζει ἡ ὥρα πανηγυρισμῶν καὶ ἐθνικῶν ἱκανοποιήσεων. Λάθος μέγα ὑπῆρξαν οἱ πανηγυρισμοὶ κατὰ τὸ ἔτος 1964, τόσον κατὰ Μάρτιον τοῦ 1964, εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅσον καὶ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1964 ἐν Θεσσαλονίκῃ. Καὶ δὲν ὑπῆρξαν μάλιστα, οἱ πανηγυρισμοὶ ἐκεῖνοι μόνον λάθος, ἀλλὰ περιεῖχον καὶ μεγάλην δόσιν ἀπάτης, ἢ ἔστω, ἂς χρησιμοποιήσω ἐπιεικεστέραν ἔκφρασιν, βαρυτάτης αὐταπάτης. Ἀλλὰ λάθος ἐπίσης ὑπῆρξε καὶ ἡ δημιουργηθεῖσα κατ’ αὐτὰς ἐντύπωσις, ὅτι αἱ ψηφοφορίαι εἰς τὴν Πολιτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ μετὰ ταῦτα εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἀποτελοῦν νίκην τῆς Ἑλληνικῆς θέσεως, νίκην τοῦ Κυπριακοῦ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀναμφιβόλως εἰργάσθη καὶ ἐμόχθησεν, ἐτόνισεν, ὅτι ἡ κατηγορία περὶ θριαμβολογιῶν, δὲν εὐσταθεῖ. Βεβαίως δὲν εὐσταθεῖ ἡ κατηγορία περὶ θριαμβολογιῶν, διότι φαινόμενα ὡς τοῦ Μαρτίου καὶ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1964 δὲν ἐπανελήφθησαν. Ἄλλωστε τὰ φαινόμενα ἐκεῖνα συνδέονται καὶ μὲ εὐθύνην τοῦ σημερινοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐφ’ ὅσον τότε τὴν ἔπαθεν ἐδιδάχθη ἀπὸ ὅσα ὑπέστη. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐνῷ δὲν ἐγένετο θριαμβολογία, ἐξεδηλώθησαν πάντως, οἱ Κυβερνητικοὶ κύκλοι, αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς ἀνακοινώσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τῆς ψηφοφορίας εἰς τὴν Πολιτικὴν Ἐπιτροπήν, κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἦτο ἄκρως δυσανάλογος πρὸς τὸ σημειωθὲν γεγονός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ὡρισμένα σημεῖα τοῦ λόγου του εἶπεν, ὅτι θὰ προσπαθήσῃ νὰ περιορίσῃ εἰς τὰ ρεαλιστικὰ πλαίσια τὸ γεγονός. Ἀλλὰ τὰ πλαίσια αὐτὰ ὁ ἴδιος τὰ διέρρηξεν εἰς ἄλλα σημεῖα τοῦ λόγου του. Θὰ προετίμων, ἀφοῦ ἔγινε πρὸ ἡμερῶν κάποιο λάθος ἀσυγκρίτως μικρότερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη κατὰ τὸ ἔτος 1964, ἀπόψε τοὐλάχιστον νὰ ἦτο πολὺ περισσότερον συγκρατημένος ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ μὴ ἀναγνώσῃ κἂν ἕνα τόσον μακροσκελὲς κείμενον, ἀρκούμενος εἰς ὡρισμένας λιτὰς ἐκτιμήσεις τῶν σημειωθέντων εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκπρόσωπον τῆς Ε.Κ., ἑπομένως μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ε.Κ., ὁ ὁποῖος συνέταξεν ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐνέκρινε τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσε ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀχθῇ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Οὔτε ἔπρεπε οὔτε δὲν ἔπρεπε. Πράγματι συζήτησις μακρὰ δὲν εἶναι νοητή. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ κακὸν ὁσάκις σημειοῦται γεγονός τι εἰς τὸν δρόμον τῆς ἱστορίας μας, ἰδίᾳ δὲ σχετικὸν μὲ τὸ μέγα τοῦτο θέμα, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Κυπριακόν, νὰ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς ὡρισμένας ἀνακοινώσεις καὶ νὰ ὑπάρχῃ μία ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐκδήλωσις. Τονίζω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι παρὰ τὰ σημεῖα ἐκεῖνα τῆς δηλώσεως τῆς Ε.Κ., τὰ ὁποῖα ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δὲν ἔχουν ἠθικὴν βάσιν, καὶ θὰ ἐξηγήσω διατὶ ἡ δήλωσις εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῆς Ε. Κ. ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅτι ὑπάρχει ἑνότης ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὸ μέγα ἐθνικὸν θέμα, εἶναι δήλωσις ἡ ὁποία ἦτο ἀναγκαία, ἔστω, καὶ δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ὅταν ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ Ε.Κ. μὲ Πρωθυπουργὸν τὸν κ. Γεώργιον Παπανδρέου καὶ εἰς ὥρας ὀξυτάτης διαμάχης ἐτόνιζον τὴν πλήρη ἀλληλεγγύην. Τὴν ἐτόνισα καὶ εἰς ὥρας κατὰ τὰς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ σημειωθοῦν βαρύτατα γεγονότα, δηλώσας τὸν Ἰούλιον 1964, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ κομμάτων, δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκαλούμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ ὑπέρτατον καθῆκον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἑνότητος εἰς μίαν τοιαύτην περίπτωσιν. Ἡ ἑνότης μας πρέπει νὰ διακηρυχθῇ καὶ ὡς πρὸς τὸν εἰρηνικὸν ἀγῶνα. Λάθος λοιπὸν ἦτο καὶ ἡ δημιουργηθεῖσα ἐντύπωσις, ὅτι ἀπετέλεσε νίκην ἡ ψηφοφορία. Ἀποτελεῖ βεβαίως κατὰ τοῦτο μόνον ἀξιοσημείωτον γεγονός, ὅτι διὰ τῆς ψηφοφορίας αὐτῆς ἀπετράπει τὸ χειρότερον. Ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ ψηφισθῇ κείμενον ἀκόμη ἀσαφέστερον ἢ καὶ κακὸν καὶ ὁ κίνδυνος ἀπετράπει διὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου ἢ ὅλων μαζί. Δι’ αὐτὸ ἔκαμα τὴν προηγουμένην παρατήρησιν περὶ ἐλλείψεως ἠθικῆς βάσεως ἑνὸς σημείου τῆς κριτικῆς τοῦ κ. Μπακοπούλου. Δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ παρατήρησις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς Ε. Κ. Ἐὰν ἔχῃ δίκαιον ὁ κ. Μπακόπουλος, τότε ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν προσέφερε τίποτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Γ. Παπανδρέου, διότι οἱαδήποτε ἀπόφασις τοῦ Ο.Η.Ε. αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι προϊὸν ἐνεργειῶν εἰς τοὺς διαδρόμους καὶ τὰ παρασκήνια τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Νέας Ὑόρκης, ἀλλὰ προϊὸν μακρῶν διπλωματικῶν ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐγένοντο τοὐλάχιστον ἀπὸ 1 καὶ ½ ἔτους. Ἄρα ἐὰν ὑπάρχῃ ἀποτυχία δὲν ὀφείλεται εἰς τὸν σημερινὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνώπιόν μας. Ἀλλὰ οὔτε τὸ ἕνα δικαιοῦμαι νὰ εἴπω οὔτε τὸ ἄλλο, διότι οἱαιδήποτε καὶ ὁσονδήποτε μεγάλαι προσπάθειαι καὶ ἂν κατεβλήθησαν ἀπὸ τὸν κ. Γ. Παπανδρέου, οἱαιδήποτε μεγάλαι προσπάθειαι καὶ ἐὰν ἔγιναν ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, δὲν μετακινοῦνται εὐκόλως τὰ ὄρη. Χρειάζεται κάποιο θαῦμα. Ὀφείλω νὰ εἶμαι κατήγορος τῶν θριαμβολογιῶν τοῦ 1964, ἀλλὰ δὲν δικαιοῦμαι νὰ κατηγορήσω τὸν κ. Γ. Παπανδρέου, τὸν κ. Στέφ. Στεφανόπουλον ἢ τὸν κ. Ἠλίαν Τσιριμῶκον, ὅτι δὲν ἐπραγματοποίησαν τὴν Ἕνωσιν. Ὁ πρῶτος δὲν ἔπρεπε νὰ λέγῃ, ὅτι «ἡ Ἕνωσις ἔρχεται» ἀλλὰ τὸ ὅτι δὲν τὴν ἐπραγματοποίησεν ἢ ὅτι δὲν τὴν ἐπραγματοποίησαν οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀπαρτίζουν τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἦτο εὔκολον ἀλλὰ ἄτονον καὶ μικρόψυχον ἐκ μέρους μου ἐὰν ἐτόλμων νὰ τὸ εἴπω. (Χειροκροτήματα). Ἦτο πράγματι λίαν δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ κείμενον χειρότερον καὶ δὲν ἐψηφίσθη. Ἦτο ὅμως πολὺ δύσκολον νὰ ψηφισθῇ κείμενον καλύτερον. Ἀσφαλῶς τὸ κείμενον δὲν εἶναι ἐπαρκὲς καὶ δὲν εἶναι εἰς τὴν οὐσίαν του σαφές. Ὄχι μόνον, διότι ἀποτελεῖ ἁπλῶς σύστασιν —εἰς αὐτὸ μόνον τὸ σημεῖον ἐστάθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν— ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπαρκὲς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως διατυπώσεως. Ἡρκέσθη ἡ Κυβέρνησις τῆς Κύπρου —κάτι περισσότερον γνωρίζει ἀπὸ ἡμᾶς— καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἠρκέσθησαν καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Κύπρου καὶ ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἀθηνῶν, διότι διεπίστωσαν, ὅτι καὶ τὸ ἐλάχιστα καλύτερον ἦτο ἀδύνατον, εἰς τὸ ψηφισθὲν ἀνεπαρκὲς κείμενον. Ἀπετράπη πάντως ὁ κίνδυνος χειροτέρου κειμένου. Ἐδῶ, ἐπιτρέψατέ μου νὰ προβῶ εἰς μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία συμπίπτει μὲ τὴν ἐπίκρισιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ Ε.Κ. Εἰς τὴν ἀποτροπὴν χειροτέρου κειμένου δὲν συνέβαλον— πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδεν ἐλπίδας καλυτέρων ἐξελίξεων — οἱ μεγάλοι τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς. Τιμῶ βαθύτατα καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη, εἶμαι θαυμαστὴς ὅλων τῶν Ἠπείρων, ἀλλὰ καὶ τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι ζοῦν εἰς οἱανδήποτε Ἤπειρον. Θαυμαστὴς μάλιστα ἔτι μᾶλλον τῶν λαῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζοῦν εἰς Ἠπείρους ὅπου αἱ φυσικαὶ δυνάμεις καὶ τὸ ἠπειρωτικὸν χάος ἐδημιούργησαν ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρας δυσκολίας ζωῆς ἀπὸ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, πρέπει νὰ εἴμεθα ρεαλισταὶ καὶ ὁμολογῶ, ὅτι πέραν τῆς ἠθικῆς ἱκανοποιήσεως, ὅτι οἱ λαοὶ αὐτοὶ συμπαρεστάθησαν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον φθάνει τὸ κείμενον καὶ τὸ σημεῖον δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὲ ἱκανοποιῇ ἀπολύτως, πέραν αὐτοῦ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰλικρινεῖς εὐχαριστίας πρὸς ὅλους αὐτοὺς τοὺς λαοὺς καὶ πρὸς ὅλας αὐτὰς τὰς χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐκτίμησις τοῦ γεγονότος δυναμένη νὰ ὁδηγήσῃ εἰς εὐνοϊκὴν προοπτικὴν τοῦ μέλλοντος. Μὲ ἄλλας λέξεις ἐπεκυρώθη, ἂν θέλετε, μὲ οἰωνοὺς ἀδήλους καὶ πάντοτε ἀκόμη σκοτεινοὺς ὡς πρὸς τὸ μέλλον ἡ δραματικὴ ἐκκρεμότης τοῦ μεγάλου Κυπριακοῦ ζητήματος. Καθῆκον μας, κ.κ. συνάδελφοι, εἶναι νὰ συνεχίσωμεν μὲ πίστιν, μὲ ἀφοσίωσιν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς Ἑνώσεως τὴν μεγάλην προσπάθειαν. Θὰ ὑπάρξουν πολλαὶ ἀκόμη φάσεις. Ἂς εὐχηθῶμεν πρῶτον μέν, ὅπως οὐδεμία μελλοντικὴ φάσις συνδεθῇ μὲ ἀνεπανόρθωτα δεινὰ καὶ δεύτερον ὅπως ἡ τελικὴ ἔκβασις εἶναι ἡ ἐπικράτησις τῆς ἀληθοῦς δικαιοσύνης, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐπικράτησιν τῆς Ἑνώσεως. (Χειροκροτήματα).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἑνιαίας Δημοκρατικῆς Ἀριστερᾶς, κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§10Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ε.Δ.Α. πιστεύει καὶ καθ’ ὅλην τὴν διαδρομὴν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀντιδικία δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν προκειμένου περὶ τῆς ὑποστηρίξεως ἐθνικοῦ ζητήματος. Ἡ ἀγωνιστικὴ ἑνότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Κυπριακοῦ, Ἑλληνικοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἐθνικοαπελευθερωτικῆς διεκδικήσεως εἶναι δεδομένη. Ἄλλο τὸ ζήτημα, τελείως διάφορον τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἢ αἱ Κυβερνήσεις, δὲν ἀναφέρομαι συγκεκριμένως αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς μόνον τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, εἴτε κατὰ τὸν χειρισμὸν τοῦ ζητήματος τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ συγκεκριμένως, εἴτε λόγῳ τῆς γενικωτέρας τοποθετήσεώς των εἰς τὰ διεθνῆ ζητήματα, ἠδίκησαν τὸ θέμα ἂν καὶ ὅπου τοῦτο συνέβαινεν, εἶναι ἐναντίον καὶ ἡ ἐπίκρισις καὶ ἡ ἀντίθεσις. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ε.Δ.Α. ἐκτιμᾷ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, βεβαίως ἐντὸς τῶν εὐλόγων αὐτῆς διαστάσεων, ἀποτελεῖ ἕνα θετικὸν βῆμα, ἕνα θετικὸν βῆμα πρὸς τὴν διασφάλισιν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Κυπριακοῦ ἐδάφους, διότι χαράσσει ὡρισμένα πλαίσια, ὡς σύστασις χαράσσει ὡρισμένα πλαίσια εἰς μεταγενεστέρας διαδικασίας, καταδικάζει τὴν ξένην ἐπέμβασιν καὶ τὴν ἀνάμιξιν ξένου εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις τῆς Κύπρου, ἀναγνωρίζει τὴν Κύπρον σὰν χώραν ἰσότιμον μέλος τοῦ Ο.Η.Ε., ἡ ὁποία δικαιοῦται νὰ ἀπολαύσῃ πλήρως τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Καλεῖ ὅλα τὰ Κράτη ἐν ὀνόματι τῶν ὑποχρεώσεων ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὸν καταστατικὸν χάρτην, νὰ σεβασθοῦν τὴν κυριαρχίαν, τὴν ἑνότητα, τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἐδαφικὴν ἀκεραιότητα τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, νὰ ἀπόσχουν κάθε ἐπεμβάσεως στρεφομένης κατ’ αὐτῆς. Τέλος ἀναθέτει εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας τὴν συνέχισιν τῆς μεσολαβητικῆς προσπαθείας ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς 4ης Μαρτίου τοῦ 1964, πρὸς ἐπίτευξιν οὐσιαστικῆς λύσεως τοῦ ζητήματος. Πιστεύομεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ προητοιμάσθη, ἐτέθησαν τὰ θεμέλια τῆς ὡριμάνσεως καὶ ἐκερδήθη χάρις εἰς τοὺς ἀποφασιστικούς, ἀκάμπτους, συνεπεῖς καὶ σταθεροὺς ἀγῶνας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ μὲ τὴν ὁλόψυχον συμπαράστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀγῶνας ποὺ ἔχουν χαρακτῆρα ἐθνικοαπελευθερωτικόν, ποὺ ἐνετάσσοντο μέσα εἰς τὸ μεγαλειῶδες ἀντιαποικιακὸν κίνημα τῆς τελευταίας 15ετίας, καὶ εἶχον σαφῆ στόχον ἀντιϊμπεριαλιστικόν. Δι’ αὐτὸν δὲ τὸν λόγον ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἀφ’ ἧς προέκυψε τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, εἶχε τὴν ἀντίθεσιν τῶν δυνάμεων τῶν ἰμπεριαλιστικῶν, τῶν δυνάμεων τῶν ἀποικιοκρατικῶν καὶ τῶν νεοαποικιοκρατῶν. Πιστεύει ἐν συνεχείᾳ ἡ Ε.Δ.Α., ὅτι οὐσιαστικῶς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τὴν προετοίμασε καὶ τὴν προσδιώρισεν ἡ διεθνὴς τοποθέτησις τοῦ περιωρισμένης ἔστω ἀνεξαρτησίας ἀνεξαρτήτου Κυπριακοῦ Κράτους, τῆς μὴ ἐντάξεως τῆς οὐδετερότητος, καὶ οἱ δραστήριες ἐνέργειες τοῦ Προέδρου Μακαρίου κατὰ τὴν διάσκεψιν τῶν ἀδεσμεύτων 43 χωρῶν εἰς τὸ Κάϊρον τὸν περασμένον Ὀκτώβριον ὅπου μὲ τὴν γνωστὴν δήλωσιν τῶν μελῶν αὐτῶν, οὐσιαστικῶς ἐστοιχειοθετήθη ἡ πρότασις ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἐπεκυρώθη αὐτολεξεὶ ἀπὸ τὴν γενικὴν συνέλευσιν. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἀγώνων τῶν ἀπελευθερωτικῶν ἀπεκρούσθη ἡ ἀπόπειρα τῶν ἰμπεριαλιστῶν νὰ ἐνθαρρύνουν τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν εἰς ἐπέμβασιν πρὸς διχοτόμησιν, καὶ ἐπιβολὴν λύσεως ΝΑΤΟϊκῆς. Καὶ ἐπιβολὴ λύσεως Νατοϊκῆς — ἂς μὴ τοῦ φαίνεται γριφώδης ἡ λέξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισε–Νατοϊκῆς λύσεως, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δοκιμάσαντες καὶ δοκιμάζοντες οἱ Κύπριοι Ἕλληνες εἰς βάρος των τὴν ἀποικιοκρατίαν καὶ τὴν νεοαποικιοκρατίαν διεκδικοῦν τὴν ἀδέσμευτον ἀνεξαρτησίαν χωρὶς ὅρους, χωρὶς βάσεις, χωρὶς παρουσίαν ξένων στρατευμάτων, προϋπόθεσιν καὶ μοναδικὸν δρόμον τῆς ἀσκήσεως τῆς αὐτοδιαθέσεως διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῆς ἑνώσεως. Διότι συμφωνῶ, ὅτι ἡ αὐτοδιάθεσις ἐμπεριέχει ὡς μία τῶν δυνατοτήτων τὴν ἀπόφασιν τοῦ λαοῦ τοῦ ἔχοντος τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως νὰ ἑνωθῇ μὲ ἄλλην ἐπικράτειαν ὁμοεθνῆ. Ἀπεκρούσθη λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀπόπειρα κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἀγώνων καὶ ἀπεκρούσθη μὲ τὴν θερμὴν ἐνεργὸν οὐσιαστικὴν συμπαράστασιν ἰδίως τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως καὶ τῶν σοσιαλιστικῶν χωρῶν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται τὸ γεγονὸς ὅταν κάμνομεν ἐκτίμησιν πλέον, δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται τὸ γεγονός, ὅτι κατὰ τοὺς περυσινοὺς βομβαρδισμούς, τὰς παραβιάσεις τοῦ ἐναερίου καὶ τοῦ θαλασσίου χώρου, τὴν ἀπόπειραν εἰσβολῆς καὶ πραγματοποιήσεως τῆς διχοτομήσεως καὶ τῆς καταλύσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, ὅταν οἱ λεγόμενοι σύμμαχοι ὕψωσαν τὰς χεῖρας καὶ ἔλεγον, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τίποτε, ἡ ἐνεργὸς ἐπέμβασις, ἡ παροχὴ ὁπλισμοῦ, ἡ ἔγκαιρος προειδοποίησις τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, ἔκαμε νὰ ἐπιβιώσῃ καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἀκόμη καὶ νὰ δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν ΟΗΕ καὶ νὰ λαμβάνεται ἀπόφασις, οἵα ἡ ληφθεῖσα, ἡ Κυπριακὴ ἡμιανεξάρτητος Δημοκρατία, δηλαδὴ ἡ δεσμευομένη ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῶν συμφωνιῶν Ζυρίχης–Λονδίνου Δημοκρατία. Ἡ ἐχθρότης τῶν ἰμπεριαλιστικῶν δυνάμεων συνεχίσθη καὶ ἐξεδηλώθη καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, μὲ τὴν ἀρνητικὴν ψῆφον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Τὸ ὅτι τὴν ἐχαρακτήρισεν ὡς ψῆφον παρηγορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ἀπρόσφορον ἀπόπειραν διὰ νὰ συγκαλυφθῇ ἡ πρόθεσις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν καὶ νὰ μὴ συναχθοῦν τὰ ἀναγκαῖα συμπεράσματα. Ἀλλὰ αὐτὸ προδικάζει κινδύνους μήπως τυχὸν τὸ θετικὸν βῆμα, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ λύσιν, σημειώνει ἕνα σταθμὸν εἰς μίαν πορείαν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ εἶναι καὶ μακρὰ καὶ ἀδήλου ἐξελίξεως καὶ μεταπτώσεων, εἶναι δυνατὸν νὰ προδιαγράφῃ κινδύνους, ὅτι τὸ θετικὸν βῆμα, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη δὲν θὰ ἔχῃ συνέχειαν. Ἡ ἀπόφασις τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως καλύπτει εἰς τὸ σύνολον τὸ αἴτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκκρεμὲς ἀπὸ τῆς προσφυγῆς τῆς Κύπρου ἐνώπιον τοῦ ΟΗΕ. Τὸ αἴτημα δὲν ἦτο νὰ κατασκευασθῇ λύσις ἐσωτερικοῦ καθεστῶτος εἰς τὴν Κύπρον, ἀλλὰ νὰ ἀποτραπῇ ἡ ἀπειλὴ τῆς εἰρήνης, ἡ ἀπειλουμένη ἐπίθεσις καὶ κατάλυσις τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ὁ κατακερματισμὸς τῆς ἀκεραιότητος ἐν ὀνόματι τοῦ σεβασμοῦ, καὶ τῶν ἰδιοτήτων, αἱ ὁποῖαι προσήκουν καὶ προσιδιάζουν εἰς κάθε κράτος μέλος τοῦ ΟΗΕ καὶ νὰ καθορισθῇ, ὅτι τὸ πρόβλημα τοῦ ἐσωτερικοῦ καθεστῶτος, ἀποτελεῖ ὑπόθεσιν τῶν Κυπρίων καὶ μόνον ἀποποιουμένης κάθε ἐπεμβάσεως σὲ συνδυασμὸ πάλιν μὲ ἀποτελεσματικὴν ἀναγνώρισιν τῆς κατοχυρώσεως τῆς ἰσότητος τῶν δικαιωμάτων κάθε μειονότητος θρησκευτικῆς, ἐθνικῆς ἢ φυλετικῆς εἰς τὴν Κύπρον. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἐπεριμέναμεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἐτόνιζεν, ὅτι τὸ ἐκκρεμὲς αἴτημα περὶ κατασφαλίσεως τῆς ἀνεξαρτησίας, τῆς ἀκεραιότητος καὶ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας τῆς Κύπρου, πέραν τῶν θετικῶν ψήφων, τὰς ὁποίας ἔλαβεν, ὑπεστηρίχθη εἰς τὸ ἀκέραιον καὶ ἐκαλύφθη καὶ ἀπὸ ἄλλας χώρας μέλη τοῦ ΟΗΕ καὶ εἰδικῶς ἀπὸ ἐκείνας τὰς ἀδεσμεύτους, αἱ ὁποῖαι ἀπέσχον πλὴν 3–4, αἱ ὁποῖαι κατεψήφισαν καὶ ἀπὸ τὰς σοσιαλιστικὰς χώρας. Κατὰ τὴν διαδρομὴν τῶν συζητήσεων, πράγματι αἱ σοσιαλιστικαὶ χῶραι ἐπεβεβαίωσαν, ὅτι θεωροῦν, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία, ἡ ἀκεραιότης καὶ ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας εἶναι ἀπαραβίαστοι, πρέπει νὰ προστατευθοῦν καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἐπέμβασις τρίτων εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὁ Κυπριακὸς λαὸς θὰ λύσῃ. Εἶναι δὲ ἐνδιαφέρον καὶ δὲν θὰ ἤθελα νὰ σημειωθῇ ἡ γνωστὴ παράλειψις, ἡ παράλειψις, ἡ ὁποία ἐσημειώθη εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἀπόσχουσαι αἱ σοσιαλιστικαὶ χῶραι τῆς ψηφοφορίας, ἐνῷ ἀρνητικῶς διηυκόλυνον τὴν λῆψιν τῆς ἀναγκαίας ἀποφάσεως, ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν τοποθετοῦνται ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος καὶ ὅτι ὑπάρχει ἡ ἐπιφύλαξις, ἡ ἐπιφύλαξις, ἡ ὁποία ἐγεννήθη καὶ λόγῳ τῆς ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως περὶ Κορέας καὶ λόγῳ τῆς ἀποφάσεως τῆς Γεν. Συνελεύσεως περὶ Κογκό, ὅτι διαδικαστικῶς ἐπὶ θεμάτων αὐτοῦ τοῦ εἴδους ὅταν ἐκκρεμοῦν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας, ὅπου ἰσχύει ἡ ἀρχὴ τῆς ὁμοφωνίας τῶν 5 μελῶν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις ἀπὸ τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν παρὰ μόνον ἐὰν ρητῶς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας, τὰ παραπέμψῃ ἐκεῖ. Ὁ ἐκ τῶν ἐκπροσώπων τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως κ. Σεβτσένκο, προέβη εἰς ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἀπεσιωπήθη ἀποκλειστικῶς διὰ λόγους ἀρχῆς, διὰ λόγους σεβασμοῦ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Τὸ πρόβλημα τῆς Κύπρου ἐκκρεμεῖ σήμερον, ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας, τὸ Ἀνώτατον Ὄργανον τοῦ ΟΗΕ διὰ ζητήματα ἀφορῶντα διεθνῆ εἰρήνην καὶ ἀσφάλειαν. Ἐψήφισε μέχρι τοῦδε σειρὰν ἀποφάσεων εὐνοουσῶν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ. Κατὰ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τοῦ ΟΗΕ ἡ Γενικὴ Συνέλευσις ἐπιλαμβάνεται τῆς λήψεως ἀποφάσεων ἐπὶ οἱουδήποτε προβλήματος μόνον τῇ αἰτήσει τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν καὶ μόνον ἡ Σοβιετικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀπέσχε. Μολονότι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβε κατὰ τὴν συζήτησιν, τοὐλάχιστον, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν καὶ τὴν ἀκεραιότητα ἡ σοσιαλιστικὴ παράταξις, ἐκάλυψε πλήρως τὰς συναφεῖς θέσεις τῆς ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, πρέπει νὰ δηλώσωμεν σαφῶς, ὅτι λυπούμεθα, διότι αἱ περὶ διαδικασίας ἀπόψεις τῶν χωρῶν αὐτῶν, ἀπέτρεψαν ἀπὸ τὸ νὰ συμβάλουν μὲ θετικὴν ψῆφον καὶ ὄχι μόνον ἀρνητικῶς εἰς τὴν θετικὴν διαμόρφωσιν αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως. Ἡ ΕΔΑ καὶ πιστεύω ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περίμενε, ὅτι αἱ σοσιαλιστικαὶ χῶραι θὰ ἠδύναντο νὰ εὕρουν καὶ θὰ εὕρισκον τρόπον νὰ παρακάμψουν τὴν δυσχέρειαν καὶ τὰς ἐπιφυλάξεις ἐπὶ τοῦ διαδικαστικοῦ ζητήματος. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι λυπηρόν, ὅτι τὰ πάντα ἠθέλησε νὰ ἑρμηνεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μὲ τὴν βελτίωσιν τῶν Τουρκοσοβιετικῶν σχέσεων, ὅτι δὲν ἐμνημόνευσε τὴν ἐξήγησιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν αἱ σοσιαλιστικαὶ χῶραι, ὅπως τὴν ἀπηχεῖ, ἀλλὰ ἠθέλησε νὰ τὴν ἑρμηνεύσῃ μὲ τὴν βελτίωσιν τῶν Τουρκοσοβιετικῶν σχέσεων. Πιστεύω, ὅτι ἂν τὸ πιστεύῃ, θὰ ἔπρεπε νὰ συναχθοῦν καὶ ὡρισμένα συμπεράσματα περὶ τῆς τυχὸν ἐπιδράσεώς της ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀπὸ 15 Ἰουλίου καὶ ἐντεῦθεν, ἰδίως, προϊούσης κατολισθήσεως τῶν ἐκδηλώσεων τῆς Ἑλλάδος ἔναντι τῶν χωρῶν τοῦ Ἀνατολικοῦ Συνασπισμοῦ εἰς ὄχι φιλικάς. Ἀνεξαρτήτως ἀπὸ αὐτό, αἱ ἀρχαὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων πρέπει πάντοτε νὰ μαχώμεθα, ὑπηγόρευσαν ἤδη εἰς τὴν ΕΔΑ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν διαφωνίαν της ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔγινεν ὑπαινιγμὸς ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μιᾶς πάρα πέρα ἀκεραιότητος, ἀνεξαρτησίας καὶ ἐθνικῆς κυριαρχίας, μιᾶς παρὰ πέρα διατυπώσεως σκέψεως πέρυσι ἀπὸ δηλώσεις τοῦ Γκρομύκο τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, περὶ ἐνδεχομένης λύσεως μεταξὺ τῶν δύο ἐθνοτήτων. Διεφωνήσαμεν, διεκηρύξαμεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὴν διαφωνίαν μας, αἱ θέσεις μας εἶναι ἀμετάβλητοι, ἀλλὰ πιστεύομεν, ὅτι τὸ ζητούμενον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως δὲν ἦτο πῶς καὶ ποίαν μορφὴν θὰ λάβῃ τὸ ἐσωτερικὸν καθεστὼς τῆς Κύπρου, τὸ ὁποῖον ἀπόκειται εἰς τοὺς Κυπρίους νὰ εὕρουν τρόπον νὰ τὸ διαμορφώσουν καὶ νὰ τὸ λύσουν ἀλλὰ νὰ ἀποφευχθῇ κάθε προσβολὴ τῆς ἀνεξαρτησίας, τῆς ἀκεραιότητος καὶ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας τῆς Κύπρου. Τὸ σχέδιον τῶν ἀδεσμεύτων εἶχεν ἀποφασισθῆ εἰς τὸ Κάϊρον κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1964. Ἡ ὑποστήριξίς του ἀπὸ ἐκείνας τὰς χώρας ποὺ τὸ ὑπεστήριξαν, ἦτο δεδομένη. Δὲν γνωρίζω ἑπομένως ποία ὑπῆρξε καὶ ἂν ὑπῆρξεν οἱαδήποτε συμβολὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐπίτευξιν αὐτῆς τῆς θετικῆς ἀποφάσεως. Δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα μίζεροι καὶ νὰ ἀμφισβητοῦμεν ἐὰν δὲν ἔχωμεν δεδομένα. Καλῶς ἐπισημαίνω, ὅτι δὲν γνωρίζομεν, δὲν ἔχομεν δεδομένα, ὅτι ὑπῆρξεν οἱαδήποτε ἐνεργὸς συμβολὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐπίτευξιν αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως. Δὲν νομίζομεν δέ, ὅτι προσέθεσε μεγάλα πράγματα, διότι πρῶτα εἰς τὸν φίλιόν της χῶρον, τὸν χῶρον τῶν λεγομένων χωρῶν τοῦ ΝΑΤΟ, δὲν ἠδυνήθη οὔτε ἐπρόκειτο ἄλλωστε νὰ καλύψῃ τὴν ἀπ’ ἀρχῆς δεδομένην καὶ μόνιμον ἀντίθεσιν. Αὐτὸ ἦτο φυσικὸν διότι κατὰ τὴν ἐκτίμησίν σας πρόκειται περὶ Συνασπισμοῦ ἐπιθετικοῦ, ἀποικιοκρατικοῦ. Ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος τῆς Νοτιοανατολικῆς πτέρυγος τοῦ ΝΑΤΟ διὰ τὴν ὁποίαν θεωροῦν θλιβερὰν ὑπόθεσιν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος καὶ ἐνδεχομένως τὴν ἐπέκτασιν τῆς Νατοϊκῆς κυριαρχίας ποὺ ἰσοδυναμεῖ ὄχι πρὸς ἐνίσχυσιν, ἀλλὰ πρὸς περαιτέρω περιορισμὸν τῆς ἀληθοῦς ἀνεξαρτησίας τῆς Κύπρου. Ἀλλὰ καὶ ἔναντι τῶν Σοσιαλιστικῶν χωρῶν πιστεύομεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως κατολισθαίνει ὁλοὲν καὶ περισσότερον εἰς ἐχθρικὰς θέσεις καὶ ἑπομένως δὲν βοηθεῖ ἡ τακτικὴ αὐτὴ οὔτε τὸν τελικὸν διακανονισμὸν τοῦ Κυπριακοῦ, οὔτε τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, πέραν τῆς δεδομένης ὑποστηρίξεως διὰ τὴν προάσπισιν τῶν ἀρχῶν. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἀφοῦ παρεμερίσαμεν οἱανδήποτε ἐκτίμησιν εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔτσι προβαίνομεν, καὶ εἶναι δυνατὸν ἄλλοι νὰ διαφωνοῦν περὶ τῆς σημασίας τῆς ψήφου τῶν Σοσιαλιστικῶν χωρῶν, τῶν Δυτικῶν χωρῶν κλπ., ἂς προχωρήσωμεν μὲ φροντίδα εἰς τὸ μέλλον, ἐγκαταλείποντες αὐτὴν τὴν κριτικὴν τῆς πολιτικῆς ἢ τὴν σημασίαν τῶν δοθεισῶν ψήφων. Πρέπει νὰ τονίσωμεν, ὅτι τὸ θετικὸν βῆμα, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἐσημειώθη δὲν εἶναι οὐσιαστικῶς τίποτε, δὲν ἀποτελεῖ λύσιν, ἀποτελεῖ σταθμόν. Εἶναι χρέος τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς, εἶναι χρέος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ προχωρήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ περιφρουρήσῃ ὅ,τι θετικὸν ἐπετεύχθη καὶ νὰ προωθήσῃ μέσα εἰς τὰ πλαίσια, τὰ ὁποῖα ἂν ἐκτήθησαν διὰ μιᾶς ἀποφάσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ διακινδυνεύσουν εἰς τὸ μέλλον, νὰ τὰ προωθήσῃ εἰς ἐπίτευξιν τῆς ὁριστικῆς λύσεως. Ἀντὶ θριαμβολογιῶν καὶ αὐτοϊκανοποιήσεως χρειάζεται ἀγωνιστικὸν πνεῦμα, πρῶτα πρῶτα διὰ νὰ περιφρουρηθῇ τὸ θετικὸν καὶ νὰ μὴ ἀνατραπῇ εἰς τὸ μέλλον. Ἀντὶ νὰ ἐφησυχάζωμεν δι’ ὅ,τι ἔγινεν εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν, πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Κυβέρνησις τὶ θὰ κάμῃ ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἐμπρός. Πιστεύομεν, ὅτι ἔγινε σφάλμα, ὅτι ἂν θέλωμεν δικαίαν ἐθνικὴν λύσιν, ἐπιβάλλεται ἡ ἀναπροσαρμογὴ τῆς διεθνοῦς θέσεως τῆς χώρας μας, ὁ προσανατολισμὸς τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Διεπιστώθη, ὅτι δὲν προωθεῖ τὸ θέμα ἡ δουλικὴ προσήλωσις εἰς τὸ «ἀντιαποικιακὸν» ΝΑΤΟ, ἡ ὑποτέλεια. Τὸ Κυπριακὸν μόνον μέσα εἰς τὰ πλαίσια τοῦ ἀντιαποικιακοῦ πνεύματος δύναται νὰ εὕρῃ τὴν λύσιν. Ἐκεῖ μέσα θὰ ἐξυπηρετηθῇ μέσα εἰς ἕνα διεθνῆ ὁρίζοντα ποὺ ἐπιδιώκεται ἐπίσης νὰ ἐξυπηρετηθῇ καὶ ἡ ἔρευνα καὶ ἡ γενικωτέρα διεθνὴς θέσις τῆς χώρας μας. Πάντοτε ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος χώρας μικρᾶς, εἶναι εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν ἀδεσμεύτων καὶ τῶν οὐδετέρων χωρῶν. Ἡ ψῆφος τῶν οὐδετέρων, τὸ μέγα ἠθικὸν κῦρος των, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη καὶ τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ἐχαρακτήρισεν ὡς ἕνα κόσμον ὁλόκληρον ποὺ κινεῖται μέσα εἰς τὰ πλαίσια τοῦ ΟΗΕ μὲ ἕνα δυναμισμόν, αὐτὴ ἡ ἀποτελεσματικότης τῆς δράσεώς των, ἡ ὁποία μὲ τὸ ἠθικὸν κῦρος των κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, νομίζομεν ἀποτελεῖ δικαίωσιν τῆς παγίας θέσεώς μας ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Χρειάζεται λοιπὸν ἀναπροσαρμογὴ καὶ ἔναντι τῶν λεγομένων συμμαχιῶν καὶ ἔναντι τῶν ἀδεσμεύτων χωρῶν καὶ ἔναντι τῶν Σοσιαλιστικῶν χωρῶν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων δυστυχῶς κατολισθαίνομεν ὁλοὲν περισσότερον εἰς ἐχθρικὰς θέσεις, πρᾶγμα ποὺ δὲν βοηθεῖ οὔτε τὴν τελικὴν δικαίαν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ, οὔτε τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Μέσα εἰς τὰ πλαίσια αὐτά, ἰδιαιτέραν σημασίαν ἀποκτᾶ ἡ ἀποστρατικοποίησις τῆς Κύπρου, ὁ ἀγὼν διὰ τὴν κατάργησιν καὶ τῶν Βρεταννικῶν βάσεων καὶ διὰ τὴν ἀπόσυρσιν κάθε ξένου στρατεύματος ποὺ εὑρίσκεται ἐκεῖ πέρα. Δὲν θὰ ἦτο ρεαλιστικὴ ἡ ἀξίωσις παρὰ τὴν προωθημένην συμπαράστασιν τῶν ἀδεσμεύτων καὶ σοσιαλιστικῶν χωρῶν νὰ μᾶς δοθῇ ἐνίσχυσις διὰ νὰ μετατραπῇ εἰς βάσιν καὶ ὁρμητήριον ἐπιθέσεως τῶν Νατοϊκῶν ἐναντίον τῶν χωρῶν αὐτῶν. Εἶναι φανερόν, ὅτι μὲ τὰς σκέψεις αὐτὰς θίγομεν ἐπικεφαλίδας ἀναγομένας εἰς ὅλα τὰ ζητήματα τῆς διεθνοῦς θέσεως τῆς χώρας διὰ τὰ ὁποῖα φρονοῦμεν, ὅτι ἐπιβάλλεται μία εἰδικὴ συζήτησις, ὥστε νὰ ἐκτεθοῦν ἀπὸ ὅλας τὰς παρατάξεις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀπόψεις, διότι καὶ ἡ ἀποκάλυψις, ὅτι ὑπάρχουν ὕστερα ἀπὸ τόσας διαψεύσεις ὅλων τῶν Κυβερνήσεων εἰς τὴν χώραν κῶνοι πυραύλων καὶ ὅτι ἀνεξαρτήτως ἐὰν εἶναι ἀληθὴς ἢ ὄχι ἡ συμμετοχὴ τῆς χώρας μας εἰς τὸν πόλεμον τοῦ Βιετνάμ, δηλαδὴ παρέχεται ἐκεῖ μία βοήθεια ἀπὸ ἡμᾶς μὴ ἀναγομένη εἰς ὑπηρεσίας Ἐρυθροῦ Σταυροῦ καὶ αἱ διακηρύξεις ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν, ἀλλὰ καὶ τελευταίως αἱ διακηρύξεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ κινδύνου ἀπὸ Βορρᾶ ἐνῷ ξεύρει πολὺ καλὰ ἀπὸ ποὺ ὑπάρχει ὁ κίνδυνος ἐξ αἰτίας τοῦ Κυπριακοῦ, ὅλα αὐτὰ εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα πρέπει χωρὶς ἴχνος πολιτικῆς ἀντιδικίας, καίτοι βεβαίως θὰ ὑπάρξῃ ἰδεολογικὴ πολιτικὴ διάστασις, τὸ ἀληθὲς συμφέρον τῆς χώρας καὶ τῆς εἰρήνης ἐπιβάλλει ὅλα τὰ θέματα αὐτὰ νὰ συζητηθοῦν κάποτε ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὥστε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ λάβῃ σαφῆ γνῶσιν τῶν θέσεων καὶ τῶν ἀπόψεων κάθε παρατάξεως ἐν σχέσει πρὸς τὴν διεθνῆ θέσιν τῆς χώρας μας.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§12Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἤθελα νὰ πιστεύω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀπαράδεκτος ἐποχὴ τῶν ἀδικαιολογήτων καὶ πάντως ἀκαίρων πανηγυρισμῶν εἶχε παρέλθει ἀνεπιστρεπτί. Εἰλικρινῶς, λυποῦμαι, ὅτι ἐπλανήθην, διότι ἄλλως δὲν ἀντιλαμβάνομαι τὸν σκοπὸν τῆς σημερινῆς εἰδικῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρετο νὰ ἐνημερώσῃ τὸ Σῶμα, ὤφειλεν ἐντελῶς διάφορον διαδικασίαν νὰ ἀκολουθήσῃ. Νὰ θέσῃ δηλαδὴ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων ὅλους τοὺς σχετικοὺς φακέλλους καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προκαλέσῃ εἴτε δημοσία, εἴτε εἰς ἰδιαιτέραν σύσκεψιν συζήτησιν, διὰ νὰ ἀκουσθοῦν αἱ ἀπόψεις ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν συμμετεχόντων. Νὰ ἐκθέσῃ δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἂν ἔχῃ τὴν ἰδίαν πολιτικήν, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀμφιβάλλω περὶ αὐτοῦ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς διεξάγεται βεβαίως σήμερον ἡ συζήτησις, δὲν ἠμπορεῖ οὐδεὶς νὰ συμφωνήσῃ, ὅτι ἐπιτυγχάνεται τοῦτο. Προφανὴς λοιπὸν ἄλλος ὁ σκοπός. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀμφιβάλλω, ἰδίως μάλιστα ἀφοῦ ἤκουσα τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναγινώσκῃ τὰς ἀνακοινώσεις του καὶ οὐδὲν νεώτερον στοιχεῖον ἀντελήφθην νὰ προσκομίζῃ. Πολλὰ περισσότερα εἶχον ἀναγράψει αἱ ἐφημερίδες καὶ ἀπὸ ἀπόψεως εἰδήσεων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κρίσεων. Ἐν τούτοις, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἱκανοποιῆται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἀπόφασις, ἡ πρότασις ἢ ἡ σύστασις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν εἶναι εἰς τὰ ἐξωτερικὰ αὐτῆς στοιχεῖα ὀλιγώτερον δυσμενὴς ἀπὸ ἐνδεχομένως τυχὸν ἄλλο σχέδιον, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θὰ εἶχον λόγους νὰ ἀντιδικήσω, ἀλλὰ θὰ ἔλεγον, ἔχει καλῶς καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ ἱκανοποίησις δὲν εἶναι πρὸς θάνατον. Ἐὰν ὅμως εἰλικρινῶς κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦτο ὡς ἐπίτευγμά της, διὰ νὰ μὴ ἐνθυμηθῶ τὴν ὑπερβολήν, τὴν ἔκφρασιν δηλαδὴ τὴν δυστυχῶς ἀκουσθεῖσαν, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ πέρας, διότι καὶ αὐτὸ ἐλέχθη, καὶ μάλιστα ἐπὶ λέξει «εἰς τὸ αἴσιον πέρας», τότε βεβαίως οὐδεὶς νομίζω νὰ δύναται νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὸν πανηγυρισμὸν αὐτόν. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προλαμβάνων, καὶ ἦτο φυσικόν, τὴν ἀντίδρασιν αὐτήν, περὶ θριαμβολογιῶν, εὔλογον ἀντίδρασιν ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων, ἔσπευσε νὰ τονίσῃ, ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ θριαμβολογεῖ καὶ ὅτι ἀντιθέτως ἔδωσεν ἐλάσσονα τόνον, εἰς τὰς ὁδηγίας του. Ἄλλο ἐὰν δὲν εἰσηκούσθη. Ἐν τούτοις, μὲ μόνην τὴν ὡς πρὸς τὸν τόνον διαφοράν, φυσικὴν ὅταν τὸ κείμενον ἀναγινώσκεται —καὶ ὀρθῶς διότι εἶναι τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν— καὶ συνεπῶς χάνει τὸ πομπῶδες ὕφος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ὅταν ἐκφωνῇ κανεὶς λόγον χωρὶς νὰ τὸν ἀναγινώσκῃ, δὲν καταλαβαίνω ποῖον θὰ ἦτο πανηγυρικώτερον κείμενον ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἀνέγνωσε. Καὶ ἔχει σημασίαν διατὶ ἐπιμένω κατακρίνων τὴν θριαμβολογίαν αὐτήν. Εἶπε κάπου ὁ Ὑπουργός, ἐκράτησα σημείωσιν: «Ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ μονοπωλήσῃ τὴν δόξαν μιᾶς ἐπιτυχίας», ἐν συνεχείᾳ, «κατηγάγομεν περιφανῆ νίκην», «θαυμάσιον ἀποτέλεσμα», καὶ τέλος, «πλήρης ἐπιβολὴ τῶν Ἑλληνικῶν ἀπόψεων»! Δὲν καταλαβαίνω λοιπόν, κ. Πρόεδρε, τὶ διαφορετικὸν θὰ ἐλέγετο, προκειμένου νὰ θριαμβολογήσῃ κανείς. Πῶς ὅμως ἡμεῖς θὰ συμφωνήσωμεν ὄχι κἂν μὲ τὴν θριαμβολογίαν αὐτήν, ἀλλὰ οὔτε μὲ τὴν πέραν ἑνὸς ὡρισμένου ὁρίου ἐκ τῆς ἀποφυγῆς τοῦ χειροτέρου, ἱκανοποίησιν. Διότι ἐνδεχομένως ἡ ἀπόφασις, σύστασις ἀποκλείει τὴν διχοτόμησιν; Μὰ μὴ αὐταπατώμεθα, κ. Πρόεδρε. Αὕτη ἤδη ἀπεκλείετο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου, ἀλλὰ καὶ ἀπεκλείετο καὶ πᾶσα συζήτησις περὶ ἑνώσεως ἢ ἀπολύτου αὐτοδιαθέσεως. Ἢ διότι εἰς τὴν ἀπόφασιν, σύστασιν αὐτὴν δὲν ὑπάρχει ἡ λέξις «Ἕνωσις» καὶ ἀμφιβάλλω καὶ ἡ λέξις ἀδέσμευτος αὐτοδιάθεσις ὑφίσταται ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν διὰ συμπεφωνημένην λύσιν ἀπόφασιν τῆς 4ης Μαρτίου 1964 ποὺ προεκάλεσε τότε τὸ τόσον ἀδικαιολόγητον παραλήρημα τοῦ ἔτους 1964. Ἀλλὰ πέραν τούτου ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν. Ἐτόνισεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι ρεαλιστής, ἐὰν ὅμως εἶναι ρεαλιστὴς θὰ ἐγνώριζεν, ὅτι ἀποφάσεις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ὁμοφώνως λαμβανόμεναι, ἔχουν σχεδὸν πάντοτε θεωρητικὴν ἀξίαν. Δὲν γνωρίζω καμμίαν ἀπόφασιν τοιαύτην ποὺ νὰ μὴ ἔχῃ θεωρητικὴν ἀξίαν. Λαμβάνονται ἀποφάσεις, ἀλλὰ κατὰ κανόνα ἀπὸ οὐδὲν κράτος λαμβάνονται πρακτικῶς ὑπ’ ὄψει.
§13Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. Ὁμοφώνως.....
§14Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ «ὁμοφώνως», τὸ ὁποῖον διακόπτων εἶπεν ὁ κ. Πιπινέλης, ἐνισχύει τὴν ἄποψίν μου. Διότι ἐὰν αἱ ὁμόφωνοι ἀποφάσεις ἔχουν κἄποιον ἠθικὸν κῦρος χωρὶς νὰ ἔχουν πρακτικὰς δυνατότητας συνεχείας, τὶ θὰ ἐγίνετο μὲ τὰς ἀποφάσεις τῆς μειοψηφίας. Καὶ ποίας μειοψηφίας. Διότι δὲν ἀντιλαμβάνομαι πῶς ἠμποροῦμεν νὰ ἀγνοήσωμεν τὴν σύνθεσιν τῆς σημερινῆς μειοψηφίας. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὅπως καὶ ὁ ἀγαπητὸς ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ «ἀχρωμάτιστος» καὶ δὲν κάμνω διάκρισιν τῶν ἐγχρώμων ψήφων, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ παραγνωρίσω τὸ γεγονός, ὅτι αὐτὴ ἡ μειοψηφία ἀποτελεῖται ἀπὸ μικρὰ κρατίδια πλὴν μιᾶς ἢ δύο ἐξαιρέσεων, ἐνῷ οἱ ἀπέχοντες, οἱ καταψηφίζοντες, ἐκπροσωποῦν ὅ,τι τὸ ἰσχυρὸν ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον αὐτόν. Δι’ ἡμᾶς δὲ τοὺς ρεαλιστὰς ἔχει κἄποιαν σημασίαν αὐτὸ τὸ ἰσχυρόν. Ἀκόμη καὶ ἡ ψῆφος τῆς Ἀλβανίας, ἀλλὰ ἀφορᾷ οὐσιαστικῶς μίαν ἔξω τοῦ ΟΗΕ δύναμιν, τὴν Κίναν καὶ αὐτὴν ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως ἐπιδεικτικῶς. Ποῦ ἔγκειται τώρα αὐτὸς ὁ ρεαλισμός; Ἀπαντῶ, ὅτι ἐὰν ἐπανελαμβάνετο ὅ,τι ἔγινε πέρυσι τὸν Αὔγουστον, ἤτοι προσπάθεια εἰσβολῆς εἰς τὴν Κύπρον, ὅτε ἡ ἔντονος παρέμβασις τῆς Ἀμερικῆς ἔσωσε τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ ἐγὼ δέχομαι αὐτὸ ποὺ ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ἠλιοῦ καὶ ἡ ἀπειλὴ δηλαδὴ τῶν Ρωσικῶν πυραύλων, οὔτε τὸ παραγνωρίζω, οὔτε δύναμαι νὰ τὸ ἀρνηθῶ. Ἐάν, λέγω, εὑρισκόμεθα πρὸ ἀναλόγου καταστάσεως, σήμερον, ἐὰν δηλαδὴ σήμερον ἀπέβλεπεν ἡ Τουρκία καὶ εἰς τὴν Κύπρον ἢ ἀλλοῦ εἰς ἀνάλογον ἐνέργειαν, θὰ περιμέναμεν τὴν βοήθειαν ἀπὸ τὴν Χώραν τοῦ Ἐλεφαντοστοῦ, ἢ τὴν Χρυσῆν Ἀκτὴν ἢ ἀπὸ τοὺς στόλους τῶν ἐλευθέρων σημαιῶν; Ἀλλὰ σχεδὸν ἐλησμονήθη τὸ κύριον θέμα. Διότι τὸ θέμα τῆς διαφωνίας παραμένει τὸ αὐτό. Τὸ τῆς ἑνώσεως. Καὶ εἶμαι ὁ πρῶτος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν θίξας ἄλλοτε, τὸ ζήτημα κατὰ τοιοῦτον μάλιστα ἔντονον τρόπον, ὥστε νὰ παρασύρω καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. ἀρχηγὸν τῆς Ε.Κ. Τὸν παρέσυρα δὲ καθ’ ὑπερβολὴν ἀκουσίως. Ἐγὼ ἐχάραξα μίαν γραμμὴν: τῆς ἑνώσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶπον βεβαίως, ὅτι ἡ ἕνωσις ἔρχεται. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῖος εἶναι ὁ στόχος μας. Ὅσοι πιστεύουν, ὅτι εἷς καὶ μόνον πρέπει νὰ εἶναι ὁ στόχος, δηλ. ἡ ἕνωσις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἱκανοποιημένοι μὲ τὴν ἀπόφασιν. Διότι ἡ ἀπόφασις δὲν περιέχει τὴν ἕνωσιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, τὴν ἀπομακρύνει. Καὶ τὸ τονίζω αὐτό, χωρὶς βεβαίως νὰ θέλω νὰ δικαιωθῶ ἐκ τῶν πραγμάτων. Θὰ ἤμην τοὐναντίον εὐτυχὴς νὰ διαψευσθῶ. Ὑπάρχει δὲ πάντοτε καὶ ὁ σοβαρὸς κίνδυνος, τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπισημάνω, ἐκ τῶν διπλωματικῶν ἱκανοτήτων τῶν Τούρκων καὶ τὸν ὁποῖον πάντοτε πληρώνωμεν καὶ κακῶς ὑποτιμῶμεν, ἡμεῖς οἱ γενναῖοι καὶ ἠθικῶς ἀνυπέρβλητοι. Τονίζω λοιπόν, ὅτι οἱ Τοῦρκοι φωνασκοῦντες σήμερον γνωρίζουν τί κάμουν καὶ αὔριον θὰ ἐξαγοράσουν τὴν σιωπήν των, ὅπως συνέβη συχνὰ εἰς τὰ οἰκονομικὰ θέματα. Διότι ἡμεῖς συνηθίσαμεν νὰ νικῶμεν εἰς τοὺς ἀγῶνας εἰς τὰ πεδία τῆς τιμῆς καὶ νὰ χάνωμεν πάντοτε εἰς τοὺς ἀγῶνας τῆς εἰρήνης. Ὅσοι λοιπὸν ἔχουν στόχον τὴν ἕνωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ εἶναι ἱκανοποιημένοι. Ἐπίσης, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχον σημειώσει, διότι δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἔκαμε μνείαν, περὶ τῆς εὐμενοῦς δηλ. διαθέσεως τοῦ κ. Ρὰσκ διὰ τὰ οἰκονομικὰ θέματα. Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφύγῃ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν. Ἐὰν ἤθελε, τότε τὸν προκαλῶ νὰ μᾶς δώσῃ στοιχεῖα τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων.
§15Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ συγκρίνῃ.
§16Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Βεβαίως. Δὲν ἔπρεπε, ἰδίως δέ, διότι οἱ γνωρίζοντες τὸ θέμα, γνωρίζουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠστόχησε πλήρως εἰς τὸν χειρισμὸν αὐτοῦ.
§17Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§18Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβ. καὶ Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ἐπιτρέπετε, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, ἐπειδὴ ἤκουσα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κραυγάς;
§19Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εἶμαι ὑπεύθυνος διὰ τοὺς λόγους μου.
§20Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβ. καὶ Ὑπ. Ἐξωτερ.). Συνέβη νὰ γραφῇ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, ὅτι συνεδέθη ἡ οἰκονομικὴ βοήθεια μὲ τὸ θέμα τὸ Κυπριακὸν καὶ ὅτι ἐτέθη καὶ ὅρος νὰ κλείσωμεν τὸ Κυπριακόν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν βοήθειαν. Ἠθέλησα εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὡς ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξ ἀφορμῆς τῆς δηλώσεως αὐτῆς, νὰ δώσω διάψευσιν. Τοῦτο δέ, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται δεκτόν, μετὰ σιωπῆς, ὅτι μία σύμμαχος χώρα, ὡς αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, συνδέει τὴν οἰκονομικὴν βοήθειαν μὲ ἕνα ἐθνικὸν θέμα καὶ ὅτι ὑπάρχει Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δέχεται νὰ συζητῆται τὸ Ἑλληνικὸν θέμα καὶ τὸ συνδέει μὲ τὴν οἰκονομικὴν βοήθειαν. Δὲν τὸ εἶπον διὰ νὰ ἀναπτύξω αὐτό, οὔτε διὰ νὰ ἐξάρω καμμίαν ἄλλην ἐπιτυχίαν. Τὸ εἶπον μόνον διὰ νὰ διαψεύσω αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγεται ἐπίτηδες διὰ νὰ διαβάλῃ ὄχι μόνον τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ἢ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ διαβάλῃ γενικῶς τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μὲ τὰς Δυτικὰς δυνάμεις. Νομίζω, ὅτι ἔπραξα τὸ καθῆκον μου.
§21Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι γνωστὴ ἡ κοινοβουλευτική του καὶ γενικῶς ἡ δικονομική του πεῖρα. Ἐκτὸς τούτου προέβη εἰς ἀνάγνωσιν. Καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι δὲν ἀπέδωσεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤθελεν, ἐὰν τὰ ὅσα ἔλεγεν ἀφεώρουν αὐτὸ τὸ θέμα. Δὲν θὰ ἔκαμνα τὴν ἀντίκρουσίν του καὶ θὰ συνεφώνουν μαζί του, ἐάν, ὡς εἶχε καθῆκον, εἶχε προβῆ ἀπὸ χθὲς ἢ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν διευκρίνησιν αὐτήν. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ἤρχισε τὸν λόγον του, ὁμιλῶν περὶ τῶν διαθέσεων, τὰς ὁποίας συνήντησεν ἀπὸ τὸν κ. Ρὰσκ διὰ τὴν οἰκονομικὴν βοήθειαν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ αὐτὸ ἀντέκρουσα. Ἄλλως, κατὰ τὰ ἄλλα, συμφωνῶ μαζί σας καὶ εἰς ὅσα εἴπατε ὡς ἑρμηνείαν. Καὶ ἐπανέρχομαι, διὰ νὰ τερματίσω, διότι βέβαια καὶ συζήτησιν θὰ προκαλέσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ εἶμαι εὐτυχής, ἀλλὰ συζήτησιν σοβαράν. Σοβαρά, σημαίνει γνῶσιν τῶν θεμάτων. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι βοηθοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν ἔχομεν δικαίωμα καὶ ἡ Κυβέρνησις καθῆκον νὰ μᾶς ἐνημερώνῃ ἐπὶ ὅλων τῶν στοιχείων. Ἀπορῶ λοιπόν. Δι’ αὐτὸ ἐτόνισα, κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τῆς θριαμβολογίας καὶ τῆς ἀνησυχίας μου καὶ δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθην νὰ ἐπικαλεσθῶ φράσεις ἀπὸ τὸ κείμενον τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ φανῇ, ὅτι ὑπερβάλλω, ὅτι πράγματι ἦτο λάθος αὐτὸς ὁ πανηγυρικὸς τόνος. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ μὲν σᾶς εἶπον ποία εἶναι ἡ γνώμη μου, ὅτι ὑπάρχουν πανηγυρισμοί, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον εἶναι βέβαιος, ὅτι προβαίνομεν εἰς ἀναζήτησιν, ἐφ’ ὅσον θέλομεν ἢ δὲν θέλομεν θὰ διαπραγματευθῶμεν, θὰ συζητήσωμεν μὲ τοὺς Τούρκους καὶ κατ’ ἐμὲ κακῶς καθ’ ὑπόδειξιν καὶ ποτὲ ἐν ἀγνοίᾳ εἰς βάρος τῶν Κυπρίων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐφ’ ὅσον θὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, διὰ ποῖον λόγον νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν νὰ δυσχεράνωμεν τὴν θέσιν μας καὶ νὰ καθιστῶμεν εὐχερεστέραν τῶν Τούρκων εἰς διαπραγμάτευσιν; Καὶ ἐνδεχομένως διευκολύνομεν ἀπροσκόπτως τὴν ἀτμοσφαίραν τὴν Τουρκικὴν εἰς ἀκρότητας, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζω ποίας δυσαρέστους δύνανται νὰ ἔχουν ἐπιπτώσεις καὶ ἐπὶ τοῦ τόσον ταλαιπωρημένου τὸν τελευταῖον καιρὸν Ἑλληνισμοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλων ζωτικῶν διὰ τὸ Ἔθνος στοιχείων καὶ σημείων. Λησμονεῖ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρόσφατον ἔξοχον παράδειγμα τοῦ ἀειμνήστου Προέδρου τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Κέννεντυ, ὁ ὁποῖος εἶχε λόγον θριαμβολογίας εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κούβας, εἶχε λόγον, ὄχι ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις ποὺ δὲν ἔχει κανένα λόγον καὶ ὅμως ὄχι μόνον ὁ ἴδιος, ἀλλὰ παντοῦ ἔδιδεν ὁδηγίας περὶ τόνου χαμηλοῦ. Οὐδεμία ἐκδήλωσις θριαμβολογίας, διὰ νὰ προφυλάξῃ τὸν Χρουστσώφ. Ἀλλὰ ἴσως θὰ ἀντιταχθῇ, ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ ζητήματα, Χριστούγεννα ἔχομεν, ἂς ἀφήσωμεν διὰ νὰ ἐλαφρύνω κάπως τὸν λόγον καὶ κάποιαν θριαμβολογίαν, τώρα μάλιστα ποὺ δὲν κυνηγῶμεν πλέον τοὺς Λαμπράκηδες, ἀλλὰ καὶ τὴν χρυσῆν λίραν!
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πιπινέλης, ἔχει τὸν λόγον.
§23Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον δι’ ὅ,τι μὲ ἀφορᾷ, νὰ ἐξάρω καὶ ἐγὼ τὴν σημασίαν τοῦ συντελεσθέντος ἔργου κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς Κυπριακῆς προσφυγῆς εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Ὑπῆρξεν ἀγὼν τραχύς, δύσκολος, ὅπως εἶναι ὅλοι οἱ ἀγῶνες οἱ διεξαγόμενοι δι’ ἐθνικὰ ζητήματα, ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Τὰ ἀποτελέσματα θὰ τὰ κρίνωμεν καὶ θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προσπαθήσω τοὐλάχιστον νὰ διαφωτίσω τὸ Σῶμα ἐπὶ ὅλων τῶν πτυχῶν τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως καὶ τοῦ εἰδικοῦ βάρους ἑκάστου τμήματος αὐτῆς. Ἀλλά, θὰ ἤθελον, πρὶν προχωρήσω νὰ εἴπω, ὅτι μὲ ἰδιαιτέραν προσοχὴν ἤκουσα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐχάρην ὅλως ἰδιαιτέρως, διότι ἀρχίζων τὴν ἀγόρευσίν του, ἐτόνισεν, ὅτι λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος, προέκρινε τὸν ἐλάσσονα τόνον καὶ ὅτι ἔδωκεν ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτό, τὰς ὁδηγίας, ἵνα ὁ τόνος αὐτὸς τηρηθῇ καὶ εἰς τὰ σχόλια τῶν ἄλλων Κυβερνητικῶν παραγόντων καὶ τοῦ Κυβερνητικοῦ τύπου ἐν γένει, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐν Ἑλλάδι. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι μὲ ἀπεγοήτευσεν ἡ πρόοδος τῆς ὁμιλίας του, διότι ἐὰν καὶ δὲν ἀνέμενον, ὅπως εἶπεν πολὺ προσφυῶς ὁ κ. Μαρκεζίνης πρὸ ὀλίγου, ἡ θριαμβολογία νὰ λάβῃ μορφὴν σπονδῶν καὶ θυσιῶν εἰς τοὺς θεούς, πάντως, νομίζω, ὅτι συνθέτει ἓν εἶδος θριαμβολογίας τὸ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ περιφανοῦς νίκης, περὶ βασίμου ἀποτελέσματος, περὶ τιμῆς καὶ δόξης διὰ τοὺς ἐργάτας τῆς ἐπιτυχίας αὐτῆς. Ἀλλὰ θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ παρασιωπήσω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν καταγράψω εἰς τὴν εὔλογον ἐπιθυμίαν ἑνὸς ἀνθρώπου μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀγωνισθέντος σκληρῶς δι’ ἓν ἔργον διπλωματικόν, νὰ ἐξάρῃ καὶ κάπως περισσότερον καὶ τὴν συμβολὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔφερον, τὸ ἔργον αὐτὸ εἰς πέρας. Εἶμαι μάλιστα καὶ διατεθειμένος νὰ προσθέσω, ὅτι εἰς ἀγῶνας τραχεῖς, ὅπως εἶναι ὁ ἀγὼν περὶ τὴν Κύπρον, ἀγῶνας παρελθόντας, παρόντας καὶ μέλλοντας, χρειάζεται ἀσφαλῶς μία μεγάλη δόσις αὐτοπεποιθήσεως καὶ αἰσιοδοξίας. Θὰ ἔφθανα μάλιστα μέχρι τοῦ νὰ εἴπω, ὅτι χρειάζεται καὶ μία μικρὰ δόσις αὐταπάτης, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ κανεὶς μὲ βεβαιότητα καὶ μὲ διάθεσιν μαχητικότητος εἰς ἕνα τραχὺν ἀγῶνα, ἐὰν δὲν θεωρῇ ἐκ προοιμίου εὐκολώτερον κάπως τὸ ἔργον του ἀπὸ ὅ,τι ἐν τῇ πραγματικότητι εἶναι, ἐάν, ἀντιστρόφως, τὸ θεωρῇ δυσκολώτερον ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ἐν τῇ πραγματικότητι. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ αὐταπάτη αὐτὴ πρέπει νὰ περιορίζεται ἐντὸς στενῶν πλαισίων, διότι τότε καθίσταται καταστρεπτικὴ ὄχι μόνον διὰ τοὺς ἰδίους τοὺς διαχειρισθέντας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ θέματος καὶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ αὐτὸ τὸ τονίζω ἰδιαιτέρως. Δι’ αὐτὸ ἡ περὶ τὴν θριαμβολογίαν τῆς Κυβερνήσεως συζήτησις ἔχει σημασίαν καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἐπανέρχομαι εἰς ὅσα ἤδη ἐλέχθησαν προηγουμένως ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους ἀγορητάς. Ἔχει σημασίαν ἡ ὑπερβολή, ἡ ὑπερτίμησις τῶν διεξαχθέντων ἀγώνων, ὄχι μόνον διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, προκαλεῖ ἐνδεχομένως ἀντίδρασιν εἰς τοὺς ἀντιπάλους μας, ἀλλὰ διότι προκαλεῖ ψευδεῖς ἐλπίδας εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς χώρας, παραπλανοῦσαι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν ἑνὸς ἐθνικοῦ ζητήματος καὶ δυσχεραίνουν ἐν τέλει τὸν χειρισμὸν τοῦ θέματος ὑπὸ τῆς ἰδίας τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ σοβαρὸν εἰς τὰς συζητήσεις περὶ θριαμβολογίας, αἱ ὁποῖαι ἄλλως δὲν θὰ εἶχον τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἀποδίδομεν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Καὶ ἡ ἱστορία τῆς χώρας μας, ὄχι μόνον εἰς τὸ ἐγγὺς παρελθόν, ὄχι μόνον προκειμένου περὶ τοῦ Κυπριακοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθὸν προκειμένου περὶ ἄλλων μεγάλων καὶ ἡρωϊκῶν ἐθνικῶν ἀγώνων ἐπλήρωσε παρὰ πολὺ ἀκριβὰ τὴν αὐταπάτην αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ὅταν πρὸ κινδύνων μεγάλων ἐθνικῶν δὲν εἶχε πληροφορηθῆ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἴτε ἀπὸ ἀβελτηρίαν καὶ ἄγνοιαν, εἴτε ἀπὸ πολιτικὴν σκέψιν καὶ ὑπολογισμόν, εἰς ποῖον σημεῖον εἶχον εὑρεθῆ τὰ ἐθνικὰ θέματα. Εἶναι βεβαίως ἄχαρις καὶ τραχὺς ὁ ρόλος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἰς μίαν προδιάθεσιν πανηγυρισμῶν τόσον φυσικὴν καὶ ἀρεστὴν εἰς ἕνα λαόν, ὁ ὁποῖος πονεῖ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ὁ ὁποῖος πράγματι συμμερίζεται τοὺς πόθους καὶ τοὺς ἀγῶνας τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, νὰ ἔρχωνται καὶ ἀποκαλύπτουν ἀσθενεῖς πλευράς, νὰ τονίζουν ἀδύνατα σημεῖα καὶ νὰ κρούουν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου πρὸ τῶν δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀναμένουν. Ἀλλὰ εἶναι ἀπαραίτητον, διότι νομίζω εἰς καμμίαν ἄλλην περίπτωσιν ἡ ἀλήθεια εἶναι πλέον ἐπιτακτικὴ παρὰ προκειμένου περὶ ἐθνικῶν θεμάτων, εἶναι ἀνάγκη ἀναπόδραστος προκειμένου περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ ἡ συζήτησις τῶν τελευταίων ἡμερῶν ἀπέδειξεν, ὅτι ἔδωσε συνείδησιν περὶ αὐτῆς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τοῦτο εἶναι ἕνα ἐπίτευγμα. Ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερον ἐπιβάλλεται ἡ πλήρης συνείδησις τῆς πραγματικότητος προκειμένου περὶ ἐθνικῶν θεμάτων, διότι δεδομένης τῆς αἰσθηματικότητος καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὰ ἐθνικὰ θέματα ἐξαπολύουν δυνάμεις ἀσυγκρατήτους, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἱκαναὶ νὰ παρασύρουν καὶ τὰς σκέψεις, ἀλλὰ καὶ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν ἐν τῇ χώρα. Ὀφείλω νὰ εἴπω, μετὰ τὰς ὀλίγας αὐτὰς γενικὰς παρατηρήσεις, ὅτι ἡ εἰκὼν τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶναι, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι ἄλλο, ἐλλιπής. Καὶ θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι μία ἐλλιπὴς ἀπεικόνισις τῆς καταστάσεως εἶναι ἐν τῇ οὐσίᾳ ἀνακριβὴς καὶ μία ἀνακριβὴς εἶναι ἐπικίνδυνος. Εἶναι πράγματι, νομίζω, ἀπαραίτητον μὲ ἀπόλυτον ψυχραιμίαν καὶ ἀντικειμενικότητα, παίζοντες, ἐὰν θέλετε, τὸν ρόλον τοῦ ἀνατόμου, νὰ ἴδωμεν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημά μας μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν προσπάθειαν θὰ ἐπιδοθῶ, κύριοι, πρὶν τερματίσω τὴν παρεμβολήν μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐτόνισε, δικαίως, ὡρισμένας πλευρὰς θετικὰς καὶ εὐνοϊκὰς τῆς ἀποφάσεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως ὑπέμνησε τὴν κυριωτέραν, τὴν ὁποίαν φυσικὸν ἦτο νὰ παραλείψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὑπέμνησεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἀπήλλαξε τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν ἄλλων χειροτέρων καὶ ἦτο πιθανόν, ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἄλλαι χειρότεραι. Τὸ ὅτι πράγματι ἀπετράπησαν καὶ τὸ ὅτι ἡ ἀπόφασις περιωρίσθη εἰς τὸ σχῆμα, τὸ ὁποῖον τελικῶς ἔλαβε, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐπίτευγμα. Οὐδεὶς γνώστης τῆς καταστάσεως, οὐδεὶς γνώστης τῶν σχέσεων δυνάμεων καὶ διαθέσεων, αἱ ὁποῖαι κρατοῦν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ πέραν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, θὰ εἶχεν ἥσυχον τὴν καρδίαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων, ὅτι δὲν θὰ κατωρθοῦτο τελικῶς εἴτε νὰ τορπιλλισθῇ ἡ ἀπόφασις τῶν τριάκοντα ἀδεσμεύτων, εἴτε ἀκόμη χειρότερον νὰ ἐγκριθοῦν ἄλλαι χειρότεραι αὐτῆς καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἀρνητικὴ ἐπιτυχία, ἀλλὰ ἐπιτυχία ὑπάρχει. Ἐπίσης, θέλω νὰ ἐξάρω ὡς μίαν θετικὴν πλευρὰν τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως τὸ ὅτι δὲν ἀπεκλείσθη ἡ ἕνωσις καὶ εἰς τοῦτο θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νὰ μὴ συμφωνήσω μαζί του, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ ἕνωσις. Ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις δὲν τὴν ἀποκλείει. Καὶ ὑπάρχει κάτι περισσότερον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκτὸς τῆς ἀποφάσεως. Ἡ ἕνωσις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποκλεισθῇ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνακοπῇ ὁ δρόμος τῆς ἱστορίας ἀπὸ νομικὰ σχήματα, ἀπὸ ἀποφάσεις διπλωματικὰς οἱαιδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι. Εἶναι προφανές, ὅτι δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶδον τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα ἐν τῇ ἱστορικῇ του ἐξελίξει ὁ τελικὸς σκοπὸς εἶναι ἀναπότρεπτος. Καὶ βεβαίως θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν μαζὶ μὲ τοὺς κυβερνητικοὺς κύκλους τὰς τελευταίας αὐτὰς ἡμέρας, ὅτι ὁ ἀγὼν ἐστέφθη ὑπὸ πλήρους ἐπιτυχίας. Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ κάτι ἄλλο εὐνοϊκὸν καὶ θετικόν, τὸ ὁποῖον προσετέθη κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος σήμερον τὴν ἑσπέραν καὶ τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς ἐπανειλημμένως εἶχεν ἀκουσθῆ καὶ εἰς τὸν κύκλον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν κατὰ τὰς ἀγορεύσεις τοῦ ἰδίου, νομίζω δὲ καὶ τοῦ κ. Κυπριανοῦ. Τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀποκλείει τὰς συζητήσεις, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ προέλθῃ εἰς αὐτὰς μὲ οἱονδήποτε καὶ ἐὰν πρόκεται νὰ συζητήσῃ, διότι ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸ δίκαιόν της καὶ διότι γνωρίζει, ὅτι ἡ πραγματικότης ἐνδέχεται νὰ τὸ ἐπιβάλῃ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ὅπως αἱ συζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ προέλθῃ ἐνδεχομένως εἰς τὸ μέλλον, περιχαραχθῶσιν ἐντὸς ἑνὸς πλαισίου συστάσεων τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, αἱ ὁποῖοι ὁσονδήποτε ἀδύνατοι καθ’ ἑαυτὰς ἀπὸ ρεαλιστικῆς ἀπόψεως καὶ ἐὰν εἶναι, ἀποτελοῦν ὁπωσδήποτε μίαν δυσχέρειαν διὰ τοὺς ἀντιπάλους μας καὶ κάποιαν ἠθικὴν βοήθειαν δι’ ἡμᾶς. Χαίρω ἰδιαιτέρως, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐτόνισεν σήμερον τὴν ἑσπέραν εἰς αὐτὴν τὴν περικοπὴν τοῦ λόγου του τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ προέλθῃ εἰς τὰς ἀναγκαίας καθισταμένας ἐνδεχομένως εἰς τὸ μέλλον συζητήσεις. Ἐὰν καλῶς ἤκουσα, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς παρεμβάσεώς του, ὑπηνίχθη συζητήσεις ἐν τῷ πλαισίῳ καὶ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τρόπον τινὰ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, δηλαδὴ συγκεκριμένως θὰ ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, συμφωνῶ ἀκόμη περισσότερον, ἀλλὰ ὀφείλω, τούτων λεχθέντων, νὰ ἔλθω καὶ εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς ἀποφάσεως. Καὶ ἐδῶ νομίζω, ὅτι παύει πλέον ἡ διάθεσίς μου νὰ συμφωνήσω μὲ τὰ πραχθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐτόνισεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἀπέκλεισεν οἱανδήποτε ἐπιβολὴν ἐναντίον τῆς Κύπρου, βιαίαν ἢ ἄλλην, ὅτι ἀνεγνώρισε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Κύπρου καὶ ὅτι συνέστησεν, ἐπίσης, διαπραγματεύσεις μεταξύ, φυσικά, τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν. Παρέλειψα νὰ εἴπω καὶ κάτι τὸ ὁποῖον παρεμπιπτόντως ἀνέφερεν, ἂν καὶ δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τοῦ λόγου μου καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι θετικὸν ἐπίσης σημεῖον, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἑνότητος τῆς Κύπρου. Ἑνότης σημαίνει ἀποκλεισμὸς τῆς διχοτομήσεως καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶχεν ἕως τώρα λεχθῆ. Ἐλέχθη αὐτὴν τὴν φοράν.
§24Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως καὶ Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, παρέλειψα νὰ τὸ εἴπω εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, ἐγένετο μάχη ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίζετο ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, ὅπως ἐξαλειφθῇ ἡ λέξις «ἑνότης» ἀπὸ τὴν παράγραφον αὐτήν. Ἐν τούτοις ἐπιμείναμεν καὶ παρέμεινεν ἡ λέξις «ἑνότης».
§25Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. Νομίζω, ἐπομένως, ὅτι ὀρθῶς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν αὐτήν. Ἀλλὰ ὅλα αὐτά, διὰ νὰ εἴμεθα ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς ἀπολύτως ψυχραίμου συζητήσεως ἑνὸς μεγάλου ἐθνικοῦ θέματος, δὲν εἶναι ὅλα. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη παράγραφος τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἀκριβῶς ὄχι μόνον ἀνατρέπει τὴν ἄποψιν, ὅτι προσετέθησαν νέα στοιχεῖα διευκολύνοντα τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ ἐπιτρέπει τοὐναντίον τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐπιβεβαιοῦνται ἐκεῖναι αἱ ἀνασχετικαὶ δυνάμεις, ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι βαρύνουν τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος ἀπὸ δύο περίπου ἐτῶν. Διότι ἡ ἀπόφασις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἀναφέρεται ρητῶς εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς 4ης Μαρτίου 1964, τὴν ἐπιβεβαιώνει, τὴν θεωρεῖ ὡς στοιχεῖον ἀναπόσπαστον τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως. Τί λέγει ἡ ἀπόφασις τῆς 4ης Μαρτίου 1964; Ἡ ἀπόφασις τῆς 4ης Μαρτίου 1964, πρῶτον, ἀναγνωρίζει τὴν ὕπαρξιν τῶν συνθηκῶν τῆς Λευκωσίας τῆς 16ης Αὐγούστου 1960, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ συνθῆκαι τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Δεύτερον, ἡ ἀπόφασις αὐτὴ συνιστᾷ ὅπως ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς ἀπὸ συμφώνου μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Κύπρου καὶ τῶν Κυβερνήσεων Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ὁρίσουν ἕναν μεσολαβητὴν διὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον του. Θέτουν ἐπομένως τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν θέσιν ἑνὸς ἀναποσπάστου παράγοντος διευθετήσεως τοῦ ζητήματος, παράγοντος τοῦ ὁποίου ἡ σύμπραξις εἶναι κατ’ ἀνάγκην ἀναγκαία, προκειμένου νὰ φθάσῃ τις εἰς μίαν συμφωνίαν. Καὶ προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερον. Ἡ ἀπόφασις ἐκείνη εἰς τὴν παράγρ. 7 προσδιορίζει ὅτι ὁ μεσολαβητὴς θὰ ὑποδείξῃ καὶ θὰ ἐπιδιώξῃ μίαν συμπεφωνημένην λύσιν τοῦ προβλήματος τῆς Κύπρου. Τί θὰ εἴπῃ συμπεφωνημένη λύσις; Συμπεφωνημένη λύσις θὰ εἴπῃ μία λύσις τὴν ὁποίαν θὰ δεχθοῦν καὶ οἱ δύο, τρεῖς ἢ τέσσαρες ἐνδιαφερόμενοι. Αὐτὸ ἦτο τὸ μέγα παθητικὸν τὸ ὁποῖον προσέθεσεν εἰς τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν ἡ διαχείρισίς της ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Γεωργίου Παπανδρέου. Ὅταν τὸ πρῶτον συνεζητήθη ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, κατόπιν τῶν γνωστῶν θριαμβολογιῶν, εἶχον τὴν τιμὴν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἢ μᾶλλον ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ὑπογραμμίσω αὐτὰς τὰς δυσχερείας, αὐτὴν τὴν παθητικὴν καὶ ἀρνητικὴν πλευρὰν τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία ὅπως ἡ ἱστορία ἀπέδειξεν, εἶναι πράγματι ὀγκόλιθος, ὁ ὁποῖος σταματᾷ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, ἐφ’ ὅσον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι διατεθειμένος νὰ προχωρήσῃ εἰς ἄλλας βιαίας λύσεις. Ὁ κ. Γεώργιος Παπανδρέου ἐκείνην τὴν ἐποχὴν μὲ ἐτίμησε μὲ μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἐὰν δὲν ἐγνώριζε τὸν παλμὸν τὸν ἐθνικὸν ὁ ὁποῖος μὲ διέπει, θὰ ἐπίστευεν, ὅτι αὐταὶ αἱ ἀπόψεις τείνουν νὰ ἐκπροσωπήσουν ἀπόψεις ἄλλων. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου αὐτοῦ καὶ νὰ τονίσω πόσον ἄδικος καὶ ὑβριστικὸς ὑπῆρξεν ὁ χαρακτηρισμὸς ἐκεῖνος. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀγνοῶ καὶ νὰ λησμονῶ ὡρισμένας ἀδίκους ἐπικρίσεις. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονηθῇ, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ παραλειφθῇ, εἶναι ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἐσταμάτησε τὴν πρόοδον τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, ἐπὶ ἑνάμισυ ἔτος, διότι ἐχρειάσθη καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τὴν Κυβέρνησιν Παπανδρέου νὰ ὠθηθῇ πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ νὰ ζητήσῃ ἐπαφάς, πρῶτον εἰς τὴν Γενεύην καὶ κατόπιν εἰς τὴν Ἄγκυραν διὰ νὰ ἐξευρεθῇ ἡ συμπεφωνημένη λύσις, ἡ ὁποία καταδεικνύεται πλέον δυσχερής. Καὶ αὐτὸν τὸν ὀγκόλιθον, δύναμαι μετὰ θλίψεως νὰ διαπιστώσω, ὅτι αἱ προσπάθειαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ δὲν κατώρθωσαν νὰ τὸν ἀπομακρύνουν. Αὐτό, κύριοι, δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν κατέβαλε τὴν προσπάθειαν τὴν ὁποίαν ἐχρειάσθη νὰ καταβάλῃ, δὲν σημαίνει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀντελήφθη τὴν σημασίαν τοῦ πράγματος καὶ δὲν προσεπάθησε νὰ τὸ διορθώσῃ, σημαίνει ὅμως ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅτι ὁ ὀγκόλιθος αὐτὸς παρέμεινε καὶ ὅτι καὶ αἱ ἐπαφαὶ περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ προσκρούσουν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἰδίαν αὐτὴν ἀδυναμίαν τὴν ὁποίαν ἡ ἀπρόσεκτος θριαμβολογία τότε προσέθεσεν εἰς τὰς ὑπαρχούσας ἤδη ἐν γένει δυσχερείας τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Κύριοι, ὑπάρχουν δύο τρόποι τοῦ χειρίζεσθαι τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα. Μὲ δύο λέξεις δύναμαι νὰ τὰς συνοψίσω. Εἶναι ἡ τακτικὴ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου καὶ ἡ τακτικὴ τοῦ κ. Γεωργίου Παπανδρέου. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, μὲ τὸν ὁποῖον φυσικὰ οὐδεμία ἰδεολογικὴ ἢ ἄλλη σκέψις πολιτικὴ μὲ συνέδεσε καὶ ὅταν ἔζη καὶ μετὰ τὸν θάνατόν του, ὑπῆρξεν ἐν προκειμένῳ μέγας διδάσκαλος, διότι εἰς ὅλα τὰ διπλωματικὰ ζητήματα ἐγνώριζε τὴν ἀναμονήν, τὴν δικαίωσιν πρὶν δώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχεν, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ἠγωνίζετο ἐν Παρισίοις, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐπέκτασιν τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων πρὸς τὰς Βορειοδυτικὰ καὶ ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος νὰ καταλάβῃ τὴν Κορυτσᾶν, εἶχεν εἰς τὰ θυλάκιά του τὸ ἔγγραφον, τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλλάδος νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν κατάληψιν τῆς Κορυτσᾶς καὶ ὅταν ἀνεκοίνωσε τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησίν του ἐν Ἀθήναις καθίστα ὑπεύθυνον ἕνα ἕκαστον τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος, διὰ τὴν μὴ κοινολόγησιν, διότι ἐγνώριζε ποίας ἀπροόπτους δυσχερείας, ποῖον ἀντίκτυπον, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀντιδράσεις ἄλλων δυνάμεων ἐνδιαφερομένων θὰ προεκάλει ἡ παραμικρὰ θριαμβολόγησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Καὶ ὑπάρχει καὶ τὸ σύστημα τοῦ κ. Γεωργίου Παπανδρέου, τὸ ὁποῖον συνίσταται συγκεκριμένως περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς 4ης Μαρτίου εἰς ἀνακοίνωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅλων τῶν εὐχαρίστων πληροφοριῶν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης καὶ νὰ λησμονήσῃ ἐκείνας περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησα. Εἰς κανένα λόγον του, εἰς καμμίαν ἀνακοίνωσιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐμνημόνευσε τὰς δυσχερείας αὐτάς. Καὶ σήμερον ἐπέπρωτο καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος νὰ δυσχεράνῃ καὶ βαρύνῃ τοὺς διαδόχους του. Βεβαίως, αὐτὸ δὲν ἐξαντλεῖ τὸ θέμα. Ὑπάρχουν εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ληφθεῖσαν ἀπὸ τὴν συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ ἄλλαι πτυχαί, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης δίδουν λαβὴν εἰς ἀμφιβολίας καὶ εἰς δισταγμούς, προκειμένου νὰ συμφωνήσῃ κανείς. Ὡμίλησεν ἡ ἀπόφασις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, περὶ σεβασμοῦ τῆς ἀνεξαρτησίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπεμβάσεως ἢ ἀναμίξεως. Ἡ φράσις αὐτὴ ὑπῆρξεν ὀλίγον ἀπρόσεκτος, διότι ὅπως δὲν ἀγνοοῦμεν σήμερον ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται παροῦσα εἰς Κύπρον καὶ ἡ μνεία της...
§26Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ......
§27Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. Ἐλέχθη εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος προγενεστέρας Κυβερνήσεως. Ἐπομένως ἡ μνεία τῆς μὴ ἐπεμβάσεως ἐν Κύπρῳ, δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ὑποκρούσεις, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς, δὲν εἶναι εὐνοϊκαὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν καὶ τὰς ὑποκρούσεις αὐτὰς δὲν θὰ ἐξηγήσω εἰδικώτερον, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι γνωσταί. Τούτων τεθέντων, θὰ ἤθελον νὰ καταλήξω μὲ ὀλίγας λέξεις, ἀναφερόμενος εἰς τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν ἐν τῷ συνόλῳ της. Ὅπως ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος, τὸ θέμα δὲν ὁλοκληροῦται μὲ τὴν παροῦσαν συζήτησιν καὶ ἴσως ἡ παροῦσα συζήτησις νὰ ἦτο ἄκαιρος καθ’ ὁλοκληρίαν δεδομένου ὅτι δὲν ἔχομεν φθάσει εἰς σημαντικὴν τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως καμπήν, ὅπου θὰ ἐδικαιούμεθα μίαν ἀναλυτικὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς καὶ συμμετοχὴν εἰς τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ ἅπαξ τὸ ζήτημα ἤχθη ἐνώπιον ἡμῶν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ περιορισθῶ εἰς δύο γενικωτάτας παρατηρήσεις, ὅτι διὰ τοὺς ἔχοντας γνῶσιν τῆς καταστάσεως τὸ Κυπριακὸν ζήτημα δὲν ἐγγίζει τὴν λύσιν του. Τραχὺς καὶ μακρὺς θὰ εἶναι ὁ ἀγὼν καὶ πολλαὶ αἱ φάσεις ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ διέλθῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Κύπρος μέχρις ὅτου φθάσουν εἰς τὸ τελικὸν ἀναπότρεπτον τέρμα τῆς Ἑνώσεως. Δεύτερον θέλω νὰ προσθέσω εἰς τοῦτο, ὅτι αἱ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἀνέκαθεν μᾶς περιβάλλουν τὸ μὲν δὲν εἶναι ἁπλῶς δικονομικῆς μορφῆς, διπλωματικῆς ὑπὸ τὴν τεχνικὴν ἔννοιαν, ἀλλὰ εἶναι δυσχέρειαι πραγματικότητος, ἀναφερόμεναι εἰς τὰς σχέσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, εἰς τὴν δυναμικὴν ἰσόρροπον κατάστασιν ἐν τῷ κόσμῳ καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, ἐν ἐπιγνώσει αὐτῶν, νὰ ὑποτιμῶμεν τὰς δυσχερείας, δι’ οἱασδήποτε παρακαίρου θριαμβολογίας. Ἐγένετο λόγος περὶ τῆς στάσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ ἐπανέλαβε καὶ πάλιν διὰ μίαν εἰσέτι φορὰν τὴν γνωστὴν θέσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις παρὰ νὰ χαράξῃ ἡ Ἑλλὰς μίαν γραμμὴν ἀνεξαρτησίας ἀπέναντι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ νὰ μεταστῇ καὶ αὕτη εἰς τὸν τρίτον κόσμον. Νομίζω, ὅτι ἕνας τοιοῦτος ἀφορισμός, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐκ τῆς ἐπαναλήψεώς του προδίδει τὸ πολιτικὸν ὑπόβαθρον, προδίδει καὶ μίαν ἄγνοιαν βασικὴν τῆς πραγματικότητος, διότι εἶναι ἀναπόδραστος ἡ σκέψις, ὅτι προκειμένου περὶ καθορισμοῦ τῆς πολιτικῆς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἰσχύει ὀλιγώτερον παρὰ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην περίπτωσιν, ἡ συναισθηματικότης, ὁ φιλελληνισμός, ἡ ἀναγνώρισις τοῦ δικαίου. Ἰσχύει, κύριοι, ἀποκλειστικῶς ἡ στυγνὴ ἀντιμετώπισις συμφερόντων, καταστάσεων στρατηγικῶν καὶ πολιτικῆς. Τὸ λέγω τοῦτο διὰ νὰ ἀπομακρύνω ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν —ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ— ὑπανάπτυκτον τοποθέτησιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν κατὰ καιροὺς διάφοροι ἐξ ὑμῶν ἀπέναντι τῆς στάσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, κακίζοντες αὐτάς, διότι ἔπραξαν κάτι, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς ὠφέλησεν, ἢ θεωροῦντες, ὅτι ἄλλαι ἐξ αὐτῶν εἶναι, ἐκ συστήματος ἀνθελληνικαί, διότι δὲν υἱοθέτησαν μίαν ἄποψιν Ἑλληνικήν. Ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν αὐτά, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχουν ἐπίγνωσιν τῆς πραγματικότητος, ἀλλὰ χειρίστην ὑπηρεσίαν προσφέρουν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ζητήματα. Ἡ μεγάλη τέχνη ἐκείνων ποὺ ἐπέτυχον μεγάλα ἀποτελέσματα διπλωματικῆς φύσεως διὰ τὴν Ἑλλάδα συνίστατο εἰς τὸ συμπλέειν μὲ τὰ μεγάλα συμφέροντα καὶ μὲ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπου ἐπεθύμει ἡ Ἑλλάς. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος δὲν ἐδίστασε, προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους, νὰ προτείνῃ τὴν ἐκχώρησιν Ἑλληνικῶν νήσων, Ἑλληνικῶν λιμένων εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, προκειμένου νὰ φέρῃ εἰς αἴσιον πέρας τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας ἐπεδίωκε, μεταξὺ τῶν δύο πολέμων, διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν ὁρίων μὲ τοὺς γείτονας δὲν ἐδίστασε νὰ διαπραγματευθῇ μὲ ἄλλας μεγάλας δυνάμεις τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἡ τοποθέτησις συνεπῶς εἰς τὴν ὁποίαν τόσον προχείρως προβαίνουν, ὡρισμένοι, ὅτι ἡ ἄποψις ὡρισμένων Μεγάλων Δυνάμεων πρέπει νὰ καθορίζηται ἀπὸ τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς διέπουν, διότι ἄλλως θὰ εἶναι ἀνθελληνική, εἶναι ἐσφαλμένη. Τοῦτο δὲ ἰσχύει, ὄχι μόνον διὰ τὰς Δυτικάς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς Ἀνατολικὰς Δυνάμεις. Διότι καὶ αἱ Ἀνατολικαὶ Δυνάμεις, προσέθεσαν μίαν σοβαρωτάτην δυσχέρειαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου, ὅταν τὸ Νοέμβριον τοῦ 1964 ἐν Μόσχᾳ, κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν ἐκεῖ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας, ἀνεγνώρισαν τὴν ὕπαρξιν δύο Ἐθνοτήτων ἐν Κύπρῳ καὶ ἐχάραξαν, ὡς γραμμὴν τὴν σύμπτωσιν τῶν ἀπόψεων μεταξὺ αὐτῶν. Εἶναι παραπλάνησις τοῦ Σώματος. Εἶναι πρᾶξις πολιτικὴ διὰ νὰ μὴ εἴπω κομματικὴ τὸ νὰ ἐμφανίζωνται ὡρισμέναι δυνάμεις, ἐκ προσδιορισμοῦ, σύμφωνοι πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς ἀπόψεις καὶ ἄλλαι δυνάμεις μὲ προδιάθεσιν ἐναντίον τῶν Ἑλληνικῶν ἀπόψεων. Ἡ διπλωματικὴ πραγματικότης εἶναι στυγνὴ καὶ ἐὰν εἴμεθα Ἔθνος σύγχρονον πρέπει νὰ ξεκαθαρίσωμεν αὐτὴν τὴν ἀχλὺν τῶν δῆθεν διαθέσεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Νὰ ξεκινήσωμεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις εἶναι κατὰ καιροὺς εἰς βάρος μας καὶ νὰ προσπαθήσωμεν μὲ ἐπιμονὴν νὰ ἀπομακρύνωμεν τὸ φράγμα αὐτῶν τῶν ἀντιδράσεων. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ τὸ ἐπιτύχωμεν, ἀλλὰ εἰς τὸν μεγάλον δρόμον καὶ εἰς τὴν τεραστίαν προσπάθειαν, ἡ ὁποία μᾶς ἀναμένει πιστεύω, ὅτι δὲν συνέβαλεν εἰς τίποτε ἡ σημερινὴ συζήτησις, καὶ ἐν γένει ἡ θριαμβολογία εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Εὔχομαι αἱ προσεχεῖς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἶναι περισσότερον ἀποδοτικαὶ διὰ τὴν πρόοδον τοῦ ζητήματος.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ἀβέρωφ–Τοσίτσας, ἔχει τὸν λόγον.
§29Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν ΕΡΕ, οἱ ὁποῖοι ἐπανειλημμένως ἀπεφύγαμεν νὰ κάμωμεν ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ καὶ δυσχερεστάτου αὐτοῦ θέματος, προεκάλεσε πραγματικὴν λύπην ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Ἐπροκάλεσε λύπην ὄχι μόνον διότι εἶναι ἄδικος —κατὰ τὴν γνώμην μας — ἀλλὰ διότι εἶναι ἀπὸ ἀπόψεως μὲν ἐξωτερικῆς ἄκρως ἀσύμφορος, ἀπὸ ἀπόψεως δὲ κομματικῆς ἰδικῆς των, τοὐλάχιστον περίεργος. Ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωτερικῆς, ἀσύμφορος, διότι ἐὰν δὲν εὑρίσκωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν καμμίαν ἰσχύν, κανένα πλεονέκτημα, προσφέρομεν ἐπιχειρήματα εἰς ἀντιπάλους, τὰ προσφέρομεν δὲ ἐντὸς αὐτῆς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀπὸ ἀπόψεως δὲ κομματικῆς ἰδικῆς του εἶναι πολύ, πάρα πολὺ περίεργος ἡ τοποθέτησίς του διότι ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ἀπόρροια δύο στοιχείων. Τὸ πρῶτον τῆς ἀποφάσεως τῆς συνδιασκέψεως τῶν ἀδεσμεύτων εἰς τὸ Κάϊρον, ἡ ὁποία συνῆλθεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως Παπανδρέου καὶ ἐχαιρετίσθη ὡς συμβάλλουσα τὰ μέγιστα εἰς τὴν προώθησιν τῆς ὑποθέσεως. Τὸ δεύτερον, ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας, εἰς τὴν ὁποίαν παραπέμπει ἡ ἀπόφασις, ἥτις ἐχαιρετίσθη θερμότατα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν Παπανδρέου. Εἶναι λοιπὸν ἄκρως περίεργον πῶς μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία στηρίζεται πρωτίστως εἰς δύο στοιχεῖα ἐπιτευχθεῖσα ἐπὶ Κυβερνήσεως Παπανδρέου καὶ χαιρετισθεῖσα παρ’ αὐτῆς, σήμερον ἐμφανίζεται ὡς μὴ ἔχουσα οὐδὲν πλεονέκτημα καὶ ἔχουσα μόνον μειονεκτήματα. Δὲν ἤρεσεν εἰς τὸν ἀγαπητὸν καὶ σεβαστὸν κ. Μπακόπουλον οὔτε ἡ σύνθεσις τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία, εἶπεν, ἀφοῦ εἶναι τοιαύτη, ποίαν ἰσχὺν δίδει εἰς τὴν ἀπόφασιν; Δέχομαι καὶ ἐγώ, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι καλυτέρα ἡ σύνθεσις τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ ἰσχὺν ἡ ἀπόφασις ἔχει οἵαν θὰ εἶχε καὶ ἐὰν ἦτο καλυτέρα, διότι οὐδαμοῦ εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην λέγεται, ὅτι μία ἀπόφασις εἶναι ἰσχυροτέρα ἐὰν ἔχῃ ἡ πλειοψηφία αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν σύνθεσιν. Ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τὴν πλειοψηφίαν τῶν ⅔ καὶ τότε εἶναι ἀπόφασις. Πόσην ἰσχὺν ἔχει; Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς γενικωτέρας ἀδυναμίας τοῦ Ο.Η.Ε. Ἤδη εἰς μίαν πολὺ σύντομον ἀνάλυσιν τῆς ἀποφάσεως, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεσήμανεν ὁ ἀρχηγός μας ἔχει πολὺ μεγάλην σημασίαν. Τὸ ἀρνητικόν, δηλαδή, κέρδος. Διότι ὅσοι παρακολουθοῦν τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ εἶναι ἐνήμεροι αὐτῶν γνωρίζουν, ὅτι μετὰ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ Σοβιετικὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, περὶ δύο κοινοτήτων καὶ περὶ πιθανῆς λύσεως ὁμοσπονδιακῆς φύσεως, προεβλέπετο εἰς τὰ περισσότερα Ὑπουργεῖα τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπόφασις τοῦ Ο.Η.Ε., ἡ ὁποία θὰ ἀνέφερε καὶ τὰς δύο κοινότητας ἢ ἐθνικότητας καὶ τὴν ὁμόσπονδον λύσιν. Καὶ γνωρίζω, ὅτι ἀρκετοὶ ἦσαν οἱ φίλοι μας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀμφιβολίας ἐὰν δι’ αὐτὸ ἔπρεπε ἢ ὄχι νὰ προσφύγωμεν αὐτὴν τὴν φορὰν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Ὅταν λοιπὸν μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα ἀποφεύγεται τοιαύτη ἀπόφασις καὶ ἀντιθέτως λαμβάνεται μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία εἰς τὸ σκεπτικόν της ρητῶς ὁμιλεῖ περὶ προστασίας τῆς μειονότητος, δηλαδή, λαμβάνει τὴν ἀκριβῶς ἀντίθετον θέσιν τῆς ὑπάρξεως τῶν δύο Κοινοτήτων, ἄδικον εἶναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὐδὲν περιέχει τὸ καλὸν αὐτὴ ἡ ἀπόφασις. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ νομίζω, ὅτι ἡ ἀπόφασις περιέχει διάφορα ἐποικοδομητικὰ στοιχεῖα, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι, τὸ ὅτι ὁρίζει μίαν εἰρηνικὴν διαδικασίαν προωθήσεως τοῦ θέματος. Εἶναι τὸ μόνον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἀκολουθῶ πλήρως τὴν σκέψιν τοῦ Προέδρου κ. Πιπινέλη. Ἀναφέρεται ἡ ἀπόφασις εἰς ἐκείνην τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας, ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἔχει τὰς ἀδυναμίας της ἀλλὰ ἔχει καὶ αὐτὴ σημαντικὰ ἐποικοδομητικὰ στοιχεῖα. Ἕνα δὲ ἐξ αὐτῶν εἶναι, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπόφασις κατέληξεν εἰς τὴν ἔκθεσιν Πλάζα, ἔκθεσιν ἡ ὁποία, πλὴν τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς ἑνώσεως ἀσπάζεται τὰς Ἑλληνικὰς ἀπόψεις. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι ὁ ὁρισμὸς μιᾶς εἰρηνικῆς διαδικασίας εἰς μίαν ἐποχὴν μᾶλλον πολεμικῆς ἀτμοσφαίρας, εἶναι καὶ αὐτὴ ὑπὲρ τῆς ἀποφάσεως τὴν ὁποίαν ἐπέτυχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Θὰ ἔλθω μετ’ ὀλίγον εἰς τὰς ἀδυναμίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀδυναμίαι οὐσίας γενικωτέρας φύσεως. Ἀλλ’ ἀπὸ ἀπόψεως ἀποφάσεως καὶ συζητήσεων εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπετεύχθη κάτι τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πρὸς θριαμβολογίαν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν ὅλων τῶν δεδομένων, μᾶλλον πρέπει νὰ χαιρετισθῇ καὶ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἐπιτυχία τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργοῦ. Χωρὶς νὰ ἔχω λάβει τὰ πρακτικά, ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα καὶ ἐξ ὅσων ἐπληροφορήθην, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιτυχῶς ἐχειρίσθη τὸ θέμα καὶ λίαν ἐπιτυχῶς ἀπέφυγε διαφόρους σκοπέλους οἱ ὁποῖοι ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιόν του. Κύριοι συνάδελφοι, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον οἱ προλαλήσαντες. Ἤθελον νὰ προσθέσω ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν, ὅτι ἡ καταδίκη τῆς ἐπεμβάσεως δὲν μὲ συγκινεῖ ἰδιαιτέρως, διότι αὐτὴ καταδικάζεται καὶ ἀπὸ τὰς συνθήκας τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου καὶ ἀποκλείεται ἀπὸ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἡ ἐπανάληψις δὲν βλάπτει, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν προσθέτει τίποτε τὸ οὐσιαστικόν. Ἐπίσης ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀνεξαρτησίας δὲν νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὴ εἶναι πάρα πολὺ σημαντική, διότι, πιθανὸν ὁ κ. Ἠλιοῦ νὰ ὁμιλῇ περὶ ἡμιανεξαρτησίας, ἀλλ’ αὐτὸ στερεῖται σημασίας, διότι ἡ ἀνεξαρτησία ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καὶ ἰδίως ἀφ’ ἧς ἡ Κύπρος παρεκάθησεν ὡς ἰσότιμον κράτος εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Ὡς πρὸς τοῦτο λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω ἐδῶ ἔγκυρον μάρτυρα διὰ νὰ ἀντικρούσῃ τὸν κ. Ἠλιοῦ. Ἐννοῶ τὸν κ. Γ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος τὸν Φεβρουάριον 1959 ἐξῆρε ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἀνέπτυξε τὸ πῶς ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Κύπρου. Δὲν ἀποδίδω λοιπὸν πολὺ μεγάλην σημασίαν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τῆς ἀποφάσεως. Θὰ ἀποδώσω ὅμως ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς ἄλλο θέμα. Ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεκάλυψε μίαν ἐνέργειαν ἄγνωστον εἰς τὸ πολὺ κοινόν, τὴν ὁποίαν εἶχον πληροφορηθῆ καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἄκρως χαρακτηριστική. Καὶ τὴν ἀπεκάλυψε μάλιστα καὶ μὲ μίαν φράσιν, ἡ ὁποία περιέχει κάτι τὸ ἀνατριχιαστικόν. Εἶπεν, ὅτι κατώρθωσε νὰ ἀποφύγῃ καὶ, εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων δι’ αὐτό, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεδίωξεν ἡ Τουρκικὴ Ἀντιπροσωπεία, δηλαδὴ τὴν ἀπάρνησιν τοῦ CONSENSQS τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας τῆς 11)8)1964 περὶ ἀποφυγῆς ὑπερπτήσεως τῆς Κύπρου ἀπὸ ἀεροπλάνα οἱασδήποτε χώρας. Κύριοι, παρακαλῶ νὰ στοχασθῆτε εἰς τί ἀπέβλεπε ἡ Τουρκία προσπαθοῦσα νὰ ἀκυρώσῃ αὐτὴν τὴν —δὲν εἶναι ἀπόφασις, δὲν γνωρίζω πῶς θὰ ὠνομάζετο Ἑλληνιστὶ— συμφωνίαν, αὐτὸ τὸ CONSEN-SQS, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκαλοῦντο ὅλαι αἱ χῶραι νὰ μὴ ἐπιτρέψουν εἰς τὰ ἀεροπλάνα των νὰ ὑπερίπτανται τῆς Κύπρου. Καὶ ἡ Τουρκία ἐζήτησε νὰ καταργηθῇ αὐτὴ ἡ πρᾶξις τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι πιθανὸν ἤθελον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ ἀκυρώσουν ἕνα παρελθὸν ἢ ἴσως νὰ καλύψουν ἐνεργείας των τοῦ μέλλοντος. Καὶ αὐτὴ ἡ προσπάθεια τῆς Τουρκικῆς Ἀντιπροσωπείας τοποθετεῖ τὸ θέμα εἰς μίαν τῶν πραγματικῶν βάσεών του, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ πέραν τῶν κειμένων τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Τὰ κείμενα τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν δημιουργοῦν μίαν ἀτμόσφαιραν, δημιουργοῦν ὡρισμένας δεσμεύσεις καὶ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἐσταμάτησαν πολέμους ἀλλὰ εἰς πολλὰς ἄλλας περιπτώσεις οὔτε τοὺς ἐσταμάτησαν οὔτε τοὺς ἀνέβαλον. Πάντα ταῦτα δὲν εἶναι, ἀγαπητὲ κύριε Μπακόπουλε, θέμα ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Ἀποτελέσματα ἄριστα ἠμποροῦν νὰ δώσουν καὶ ἀδύνατοι Κυβερνήσεις. Ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν εἶχεν ἡ Ἑλλὰς —μετὰ τὴν ἰσχυροτέραν— τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1964 καὶ ἐν τούτοις ἐβομβαρδίσθη ἡ Κύπρος. Ἐπληρώσαμεν εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν, μετὰ τὸ 1950 καὶ παρεσύρθημεν εἰς ὀλέθρια σφάλματα μὲ τὴν πλάνην καθ’ ἣν, ἐπειδὴ ὑπῆρχε πολιτικὴ ἐσωτερικὴ ἰσχύς, ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο ἀποτελεσματικῶς νὰ προβάλῃ αὐτὴν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὰ θέματα εἶναι θέματα πολύπλοκα καὶ πρέπει νὰ κρίνωνται μὲ τὰ δικά τους πολιτικὰ δεδομένα. Μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ δεδομένα του τὸ Κυπριακὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ βγάλῃ ἡ ἱκανωτέρα καὶ ἡ ἰσχυροτέρα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Μέσα εἰς αὐτὰ τὰ δεδομένα θὰ πορευθῇ τὸ θέμα. Ὑπάρχει βεβαίως ἄλλη λύσις, ὁ νικηφόρος πόλεμος, ὁπότε κατανικῶμεν τὸν ἀντίπαλον καὶ τοῦ ἐπιβάλλομεν τὴν θέλησίν μας. Ἀλλὰ τὸ μέσον τοῦτο ἀποκλείεται καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ἀποκρούουν ὅλοι. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἄλλος τρόπος παρὰ ἡ πορεία ἡ ἐπιδεξία μὲ λῆψιν ὑπ’ ὄψιν τῶν σκληρῶν δεδομένων. Καὶ τὰ σκληρὰ δεδομένα τὰ γνωρίζομεν ὅλοι καθημερινῶς. Τὰ ἐπληρώσαμεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, τὰ ἐπληρώσαμεν βαρύτατα μὲ τὸν πολυτιμώτατον Ἑλληνισμὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
§30Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πάλιν ὅταν ὑπῆρχεν ἰσχυροτάτη Κυβέρνησις. Λοιπὸν ἂς σταματήσωμεν αὐτὰ διὰ νὰ εἴμεθα ρεαλισταί.
§31Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. Τὰ ἐπληρώσαμεν εἰς τὴν Κύπρον μὲ αἷμα, φωτιὰ καὶ σίδερο. Τὰ ἐπληρώσαμεν μὲ τὴν δημιουργίαν εἰς Κύπρον νησίδων. Καὶ δὲν πρέπει ὡς πρὸς τοῦτο νὰ πλανώμεθα καὶ δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν ἔχουν σημασίαν αἱ νησῖδες, διότι ἀφοροῦν μόνον τὸ 1½% τῆς νήσου. Ἐὰν καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔχανε μίαν τόσον μικρὰν ἐπιφάνειαν 1½%, πιθανῶς τοῦτο νὰ μὴ ἐσήμαινε τίποτε. Ἀλλ’ ἂν αὕτη ἀφεώρα τὰς Ἀθήνας ἢ τὴν βιομηχανικὴν περιοχὴν τῆς Ἐλευσῖνος, αἱ ὁποῖαι θὰ καλύπτουν 1 ἕως 1½%, ἀπὸ ἀπόψεως ποσοστοῦ μὲν θὰ ἦτο ἀσήμαντος ἀλλὰ ἀπὸ πάσης ἄλλης ἀπόψεως τοῦτο θὰ ἦτο τραγικόν. Καὶ εἰς τὴν Κύπρον αἱ νησῖδες καλύπτουν λίαν νευραλγικὰς περιοχάς της. Μὴ ἐξαπατώμεθα λοιπόν. Ἐπληρώσαμεν μὲ αὐτὰς τὰς νησίδας, μὲ διατάταξιν σχέσεων, μὲ διατήρησίν μας ἐπὶ ποδὸς πολέμου. Ἂς ἔχωμεν λοιπόν, συναίσθησιν τοῦ ποῦ εὑρισκόμεθα, ἂς ἔχωμεν συναίσθησιν τῶν δυσχερειῶν καὶ ἂς προσπαθήσωμεν νὰ ὁδηγήσωμεν τὸ θέμα εἰς τὴν καλυτέραν δυνατὴν πορείαν. Χαιρετίζω, δι’ αὐτό, ἀπολύτως —δὲν χαιρετίζω ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ λόγου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δέχομαι καὶ ἐγώ, ὅτι ὑπάρχει κάποια ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν δηλώσεων περὶ μὴ θριαμβολογίας καὶ ὡρισμένων ἐκφράσεων— χαιρετίζω ὅμως ἄλλα σημεῖα καὶ χαιρετίζω ἰδίως τὸ ἐποικοδομητικὸν σημεῖον διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ συνομιλήσῃ μὲ οἱονδήποτε καὶ θὰ καταβάλῃ προσπάθειαν πρὸς οἱανδήποτε κατεύθυνσιν, ὥστε διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ νὰ προωθήσῃ καὶ νὰ ἐπιλύσῃ τὸ θέμα. Ἀλλὰ ἐνῷ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ βασικὴ κατεύθυνσις, πρέπει νὰ προσέξωμεν καὶ τὰς ἄλλας πλευράς, ἐκείνας, ἃς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, ποὺ κανεὶς δὲν γνωρίζει πῶς ξημερώνει. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ τὸ λέγω αὐτὸ μέσα εἰς τὰ πλαίσια ἐκείνου τοῦ ὁποίου εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσφέρωνται ἐπιχειρήματα εἰς τὸν ἀντίπαλον, λυποῦμαι, διότι προχθὲς ἔγινε λόγος περὶ μειώσεως τῆς ὀροφῆς τῶν ἐνόπλων δυνάμεων. Κινεῖτε τὴν κεφαλήν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἐλέχθη καὶ παρετηρήθη μάλιστα: Ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ ἂν λείψουν τὰ 700 ἑκατ. τοῦ ΝΑΤΟ; Καὶ αὐτὸ ἀκόμη ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάσῃ. Τοῦτο δὲ πρέπει νὰ δηλωθῇ ἐπισήμως καὶ πρέπει νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Ἡ ὀροφὴ τῶν ἐνόπλων δυνάμεων δὲν θὰ μειωθῇ, ὅσον διαρκεῖ τὸ Κυπριακὸν εἰς τὴν φάσιν του τὴν παροῦσαν. Ἀντιθέτως θὰ αὐξάνῃ ἀπὸ ἀπόψεως μαχητικότητος. Ἴσως μειωθῇ ἀπὸ ἀπόψεως ἀριθμοῦ, ἀλλὰ θὰ αὐξηθῇ ἡ μαχητικότης. Καὶ ἂν λείψουν τὰ 700 ἑκατ. τοῦ ΝΑΤΟ καὶ πάλιν αὐτὸ πρέπει νὰ συμβῇ. Καὶ νομίζω, ὅτι δι’ 700 ἑκατ. δὲν χάνεται ἡ κατάστασις. Καί, ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε, θὰ εἰσηρχόμην μὲ μόνον μίαν φράσιν εἰς αὐτὸ τὸ θέμα. Συστήσατε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μίαν μικρὰν Διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν μὲ συμμετοχὴν τῶν παραγωγικῶν τάξεων καὶ τεχνικῶν διὰ νὰ σᾶς προτείνουν οἰκονομίας καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐντὸς 15 ἡμερῶν θὰ ἔχετε 1700 ἑκατ. ἀπὸ οἰκονομίας, ὥστε νὰ μὴ φθάσωμεν ποτὲ εἰς τὸ σημεῖον νὰ ὁμιλῶμεν περὶ μειώσεως τῆς ὀροφῆς. Εἶμαι πεπεισμένος, τὸ λέγω, διότι ἀνεφέρθη, ἀλλὰ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι καὶ εἰς τὴν σκέψιν τὴν ἰδικήν σας, ὄχι εἰς τὴν σκέψιν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος τὸ ἀνέφερε προχθές, δὲν ὑπάρχει ἡ παραμικρὰ πρόθεσις μειώσεως τῆς μαχητικότητος τῶν ἐνόπλων δυνάμεων. Εἶμαι βέβαιος περὶ αὐτοῦ, καὶ τὴν πίστιν μου αὐτὴν θέλω νὰ τὴν διακηρύξω διὰ νὰ ἀκουσθῇ πρὸ παντὸς ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, κατὰ βάσιν ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἄλλην ἄποψιν. Χαιρετίζω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν ἀπόφασίν σας διὰ πᾶσαν συνομιλίαν, ὥστε νὰ προωθήσητε τὸ θέμα ἐντὸς τῶν φοβερῶν του πλαισίων. Νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ΕΡΕ θὰ μᾶς εὕρητε πάντοτε συμπαραστάτας καὶ οὐδέποτε ἀντιπάλους ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§33Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγνώρισα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι εἶσθε ἐγγεγραμμένος.
§35Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντ. Κυβ. καὶ Ὑπ. Ἐξωτερ.). Θὰ ἀπαντήσω, διότι δὲν ἐγνώριζα, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι καὶ ἄλλοι νὰ ὁμιλήσουν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ εἴπητε πράγματα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν ἀνάγκην ἀπαντήσεως. Πιθανώτατα ὅμως καὶ ἡ ἀπάντησις νὰ ἔχῃ δοθῇ ἐκ προοιμίου.
§36Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπειδὴ θὰ εἶμαι συντομώτατος ἂν δὲν ἔχετε ἀντίρρησιν, ἐπιτρέψατέ μου νὰ κάμω ὡρισμένας παρατηρήσεις.
§37Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντ. Κυβ. καὶ Ὑπ. Ἐξωτερ.). Δὲν εἶσθε ὁ μόνος ἐγγεγραμμένος. Ἐὰν εἶσθε ὁ μόνος θὰ τὸ ἔκαμνα. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι 3–4 ἀκόμη.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Ὑπουργέ.
§39Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντ. Κυβ. καὶ Ὑπ. Ἐξωτερ.). Κύριοι βουλευταί, φοβοῦμαι, ὅτι εἰς κάποιαν στιγμὴν τῆς συζητήσεως, ὄχι κατὰ τὴν διάρκειαν ὅλων τῶν ἀγορεύσεων, εἶχον καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ξεχάσει περὶ ποίας ἀγορεύσεως ἐπρόκειτο καὶ ἐχρειάσθη νὰ συμβουλευθῶ τὸ κείμενόν μου διὰ νὰ ἴδω ἂν εἰς αὐτὸ ἐδίδετο ἀπάντησις. Πράγματι ὡς πρὸς τὸ πρῶτον σημεῖον ἂν ἦτο σκόπιμος ἢ ἄσκοπος ἡ συζήτησις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω, ὅτι ἐπειδὴ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκατηγορούσαμεν συχνὰ τὰς Κυβερνήσεις, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν θεμάτων δὲν κατετοπίζετο ἐπαρκῶς ἡ Βουλὴ καὶ ὅτι προτιμοῦν αἱ Κυβερνήσεις νὰ κάνουν ἀνακοινώσεις διὰ τοῦ τύπου καὶ ὄχι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐθεώρησα σκόπιμον νὰ δείξω τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸ Κοινοβούλιον ἀποφυγὼν ἅμα τῇ ἐπανόδῳ μου οἱανδήποτε δήλωσιν πρὸς τὸν τύπον διὰ νὰ προβῶ εἰς ἀνακοινώσεις ποὺ εἶχον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν πιστεύω, ὅτι θέλετε νὰ λυπηθῶ διὰ τὸν σεβασμὸν ποὺ δείχνω πρὸς τὸ Σῶμα. Ἂν ὅμως νομίζετε, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, θὰ γίνῃ μάθημα διὰ τὸ μέλλον.
§40Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην τοιοῦτόν τι καὶ ἑπομένως μὴ χρησιμοποιῆτε γενικὴν ἔκφρασιν.
§41Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντ. Κυβ. καὶ Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ὄχι ἀπὸ σᾶς, κ. Ἀρχηγὲ τῆς ΕΡΕ, ἄλλοθεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον σημεῖον. Δεύτερον σημεῖον· βεβαίως δὲν ἔκαμα εἰσήγησιν ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς χώρας, ἁπλῶς ἀνεκοίνωσα τὸ τί ἔγινεν εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν καὶ ἠξιολόγησα κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συμβουλευθῇ κανεὶς φακέλλους, διότι ἡ συζήτησις εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν εἶναι δημοσία. Ἀνεκοίνωσα τὸ ἀποτέλεσμα, διότι δὲν γίνεται διὰ μυστικῶν ἐγγράφων ἡ συζήτησις εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν, γίνεται πάντοτε διὰ δημοσίων ἀγορεύσεων εἴτε εἰς τὴν Πολιτικὴν Ἐπιτροπὴν εἴτε εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν. Ἠθέλησα ὅπως εἶπον ἀπὸ σεβασμὸν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὄχι διὰ τὸ μέλλον τόσον, ὅσον διὰ τὸ παρελθόν, διὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς τῆς φάσεως. Μοῦ ἐλέχθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῇ κανεὶς περὶ νίκης πρὸ τῆς ὁλοκληρώσεως τοῦ σκοποῦ. Μὰ εἶμαι βέβαιος, εἶμαι σύμφωνος καὶ χαίρω, διότι ὑπογραμμίζονται αἱ δυσχέρειαι τῆς ὁλοκληρώσεως τοῦ σκοποῦ, ἀλλὰ ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν; Εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν ὁ σκοπὸς ἦτο ἡ ὑποστήριξις τῆς Κυπριακῆς προσφυγῆς καὶ ἡ ἐπιτυχία τῆς Κυπριακῆς προσφυγῆς. Αὐτὸ ἔκαμα, αὐτὸ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις καὶ πᾶσα Κυβέρνησις νομίζω θὰ τὸ ἔκαμε. Καὶ ὅταν ὡμίλησα περὶ νίκης, ὡμίλησα περὶ τῆς νίκης ἡ ὁποία ἐπῆλθε, διότι ἐγένετο καθ’ ὁλοκληρίαν δεκτὸν τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζεν τὴν Κυπριακὴν ἄποψιν. Ἀρνητικῶς λέγετε, ὅτι ὑπάρχει μία νίκη, διότι ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ χειρότερον κείμενον, αὐτὸ τὸ ὁποῖον δὲν περιέχει ἐνδεχομένως τὴν ἕνωσιν ἢ δὲν περιέχει λύσιν τοῦ προβλήματος. Χαίρω καὶ διὰ τὴν ἀναγνώρισιν αὐτήν, ἀλλὰ διερωτῶμαι τὰ κόμματα ἆράγε δὲν συνεμερίσθησαν τὴν ἀγωνίαν τοῦ ἁπλοῦ πολίτου καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Κύπρῳ μήπως τυχὸν ἀπορριφθῇ ἡ Κυπριακὴ προσφυγὴ ἢ γίνῃ δεκτὸν κείμενον ὑποστηριζόμενον ἀπὸ τὴν Τουρκίαν καὶ ἐνδεχομένως παρεμβάλλει ἐμπόδια εἰς τὴν περαιτέρω ἱκανοποίησιν τοῦ Κυπριακοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἐγὼ τὴν ᾐσθάνθην τὴν ἀγωνίαν, ἴσως αὐτὸ νὰ ἦτο αὐταπάτη, ἴσως νὰ ἦτο ὑπερβολικὴ ἡ ἀγωνία ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ Γενικὴ Συνέλευσις δὲν ἐκδίδει δικαστικὰς ἀποφάσεις, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἀγωνία ὑπῆρχε διατί; Διότι ἐγνώριζεν ὁ λαός, ὅτι ἐδίδετο μία διπλωματικὴ μάχη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας, ἡ ὁποία ἔχει σημασίαν διὰ τὴν περαιτέρω πορείαν. Καὶ νομίζω, ὅτι τὸ νὰ λεχθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐδικαιώθησαν αἱ προσδοκίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ νίκη, εἶναι ἐντὸς τοῦ δικαίου καὶ ἐντὸς ἐκείνων τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διατηρήσωμεν. Βεβαίως λέγει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι εἶναι δυνατὸν αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ θριαμβολογία, δηλ. ἡ διαπίστωσις, ὅτι εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν ἐνίκησεν ἡ Κυπριακὴ προσφυγή, ἐνίκησεν ὁ ἀγὼν τῆς Κυπριακῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλῇ τὴν πλευρὰν τὴν ἀντίπαλον. Εἶναι δυνατὸν καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει ἀποφύγει καὶ θὰ ἀποφύγῃ πᾶσαν πρόκλησιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πιστεύει εἰς τὴν εἰρηνικὴν λύσιν, πιστεύει εἰς τὰς συνομιλίας, εἶναι πάρα πολὺ εὐτυχὴς ὅμως, ὅτι ἐνώπιον ἰσχυροτέρων ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἀντιπάλων ἔχει μαζί της σήμερον τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην, ἔχει μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ο.Η.Ε., ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἀξίζῃ μερικὰ τάνκς ἢ μερικὰς μεραρχίας, ἀξίζει ὅμως ἀπὸ ἀπόψεως καὶ ἐπιβολῆς ἐπὶ τῶν μεγάλων δυνάμεων καὶ ἐπιβολῆς ἐπὶ τῶν μικρῶν δυνάμεων. Καὶ ὡς πρὸς τὴν πρόκλησιν, δὲν ἐπιθυμοῦμεν καμμίαν πρόκλησιν, δὲν ἔχετε ἀνακοινώσει τί γίνεται εἰς τὴν Τουρκίαν ἐναντίον μας, τί τὸ ἀνάλογον ἔχει εἰπῆ ποτὲ ἡ Κυβέρνησις; Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ κόμματα θὰ εἶναι σύμφωνα μαζί μου, ὅτι ἐνῷ πρέπει νὰ δείξωμεν πᾶσαν καλὴν διάθεσιν πρὸς συζήτησιν καὶ πρὸς εἰρηνικὴν λύσιν τῶν διαφορῶν, ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι φοβούμεθα τὰς προκλήσεις, ποτὲ δὲν δικαιούμεθα νὰ δείξωμεν, ὅτι πρέπει καὶ τὰς νίκας μας νὰ ἀποκρύπτωμεν ἵνα μὴ τυχὸν προκαλοῦνται οἱ ἀντίπαλοι καὶ δὲν θέλουν νὰ συνομιλήσουν, δὲν θέλουν νὰ ὑποχωρήσουν ἐντὸς τῶν λογικῶν ὁρίων. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως διπλωματικῆς σοβαρὰ στάσις. Ἀλλά, κ.κ. βουλευταί, εἰς ποίαν αὐταπάτην ὁδηγεῖ ἡ διαπίστωσις, ὅτι ἐκεῖ εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν ἐπετεύχθη τὸ ἐπιδιωκόμενον; Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι ἐλύθη τὸ ζήτημα. Δὲν κάνω λάθος. Ἐκτὸς ἐὰν κατελήφθην ἀπὸ κάποιαν παραφροσύνην αἰφνιδίαν καὶ εἶπον, ὅτι ἐλύθη τὸ ζήτημα καὶ φέρω τὴν Ἕνωσιν. Δὲν εἶπον τοιοῦτον πρᾶγμα. Εἶπον, ὅτι ἐκεῖ ἐνικήσαμεν εἰς τὸ θέμα, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τῆς Κυπριακῆς προσφυγῆς. Εἶπον, ὅτι θέλομεν τὴν εἰρηνικὴν λύσιν καὶ προσέθεσα δὲν θεωρῶ ὥριμον τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς ἑπομένης φάσεως, διότι ἔχω πλήρη συνείδησιν ὅλων τῶν δυσχερειῶν τὰς ὁποίας ἀνέφερε τόσον εὐστόχως ὁ κ. Πιπινέλης καὶ οἱ ἄλλοι ἀγορηταί. Δὲν ὑπερετίμησα τὴν ἀπόφασιν. Δὲν ὑποτιμῶ τὰς δυσχερείας, ἀλλὰ οὔτε ὑποτιμῶ τὴν ἀπόφασιν, οὔτε ὑπερτιμῶ τὰς δυσχερείας, διότι ἁπλούστατα διὰ τὴν νέαν φάσιν δὲν εἶπον τίποτε ἀπολύτως, οὔτε ὅτι ἡ ἀπόφασις προδικάζει, οὔτε ὅτι ἡ ἀπόφασις λύει τὸ θέμα αὐτό. Μοῦ ἔκαμε δὲ ἐντύπωσιν ἀκριβῶς, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ἐγὼ ὑπερτιμῶ τὴν ἀπόφασιν, ὅτι ὑποτιμῶ τὰς δυσχερείας, ἐκεῖνοι ἀκριβῶς εὑρίσκουν νὰ εἰποῦν, ὅτι τὸ κακὸν τῆς ἀποφάσεως εἶναι, ὅτι δὲν ἀναφέρει τίποτε περὶ ἑνώσεως. Τόσον λοιπὸν εὔκολον ἦτο, ὥστε ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ νὰ λέγουν, ὅτι εἶναι πολὺ δυσχερὴς ἡ ἕνωσις καὶ θὰ περάσῃ ἀπὸ πολλὰς φάσεις καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἠξιοῦτο νὰ ληφθῇ ἀπὸ τὴν Γ.Σ. μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία νὰ ὁμιλῇ περὶ ἑνώσεως, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἕνωσις τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα. Λυποῦμαι, κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, ἀλλὰ ἡ ἐπιμονή σας, ὅτι τὸ κείμενον αὐτὸ ἀπομακρύνει τὴν ἕνωσιν, εἶναι παραλογισμὸς καὶ νομικὸς καὶ πολιτικός. Τὸ κείμενον αὐτὸ δὲν ἀπομακρύνει τὴν ἕνωσιν, διότι τὸ κείμενον ὁμιλεῖ περὶ ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας· καὶ ὁ ὅρος αὐτοδιάθεσις εἶναι ἀδόκιμος προκειμένου περὶ ἀνεξαρτήτων Κρατῶν. Διότι ἡ ἀπόλυτος ἀνεξαρτησία ἑνὸς Κράτους, σημαίνει ὅτι δύναται καὶ νὰ διαθέσῃ αὐτὸ ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ εἰδικὴ δέσμευσις, ὅπως ὑπάρχει προκειμένου περὶ Κύπρου, ὅπως ὑπάρχει προκειμένου περὶ Αὐστρίας. Εἶναι ἀδύνατον νὰ δώσωμεν ἡμεῖς τὴν ἐξήγησιν εἰς τὸ κείμενον αὐτό, ὅτι σημαίνει ἀποκλεισμὸν τῆς ἑνώσεως, ὅταν μάλιστα συνοδευθῇ τὸ κείμενον αὐτὸ ἀπὸ πρόκλησιν τῶν Τούρκων πρὸς τὸν Ἕλληνα Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν Κύπριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπήντησαν, ὅτι δὲν δύνανται οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναλάβουν περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅτι ἀποκλείουν τὴν ἕνωσιν καὶ ὁ Ἕλλην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ Κύπριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. κοινοβουλευτικοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, μὲ ἐξέπληξεν ὀλίγον. Διότι ἐπιτέλους ἡ Ἕνωσις Κέντρου ἐδήλωνε μέχρι σήμερον, ὅτι ἐπιδιώκει τὴν ἀδέσμευτον ἀνεξαρτησίαν. Τὴν Κυπριακὴν προσφυγὴν τὴν εὕρομεν δὲν τὴν προκαλέσαμεν ἡμεῖς, οὔτε κὰν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἐγένετο. Ὑπῆρχε. Ἀλλὰ ἡ ἀδέσμευτος ἀνεξαρτησία ὑπῆρχεν ὡς γραμμὴ τῆς Ε.Κ. Ὅπως ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τί καλύτερον νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ Ε. Κ. ἐπετεύχθη διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τὶ συνεισέφερεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ τὶ συνεισέφερεν ἡ Κυπριακή. Ἐὰν αὐτὸ εἶναι προσπάθεια μειώσεως τοῦ ρόλου εἴτε τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τοῦ συγκεκριμένου ἀντιπροσώπου εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν, δὲν ἔχω νὰ ἀπαντήσω τίποτε. Διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο κωμική. Θὰ καθίστα ἕνα ἄνθρωπον κωμικόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγε, γνωρίζετε τί ἔκαμα; Καὶ νὰ ἀπηρίθμει τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς προσπαθείας τὰς ὁποίας ἔκαμε. Εἰς αὐτὴν τὴν κωμικὴν κατάστασιν δὲν θὰ περιέλθω. Ἂς εἴπωμεν, ὅτι ἐπῆγα εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην ὡς περιηγητὴς καὶ ἔμεινα ἄφωνος καὶ ἀκίνητος. Τί τὸ ὄφελος; Ἡ νίκη ἐπῆλθε. Καὶ διὰ πρώτην φορὰν οἱ Δυτικοὶ Σύμμαχοι μὲ τοὺς ὁποίους θὰ ἠδυνάμην μόνον νὰ συνομιλήσω ἐγώ, ἀπέσχον τῆς ψηφοφορίας, ἐνῷ μέχρι σήμερον ἐψήφιζον ἐναντίον. Τυχαίως. Συνέπεσε νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐκεῖ, ἐξέφρασα τὴν χαρὰν διὰ τὸ γεγονὸς ἐρχόμενος ἐδῶ, ὅτι συνέπεσε νὰ εἶχον εὑρεθῆ εἰς Νέαν Ὑόρκην ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις καὶ εἶμαι πολὺ εὐτυχὴς διότι παρηκολούθησα μίαν καλὴν συζήτησιν ποὺ ἀπέληξεν εἰς εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα. Πέραν τούτου, περὶ τοῦ τὶ συνεισέφερεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀξιότιμε κ. κοινοβουλευτικὲ ἐκπρόσωπε τῆς Ε. Κ. τὴν ἀπάντησιν σᾶς τὴν ἔδωκεν ὁ κ. Ἡλιοῦ. Καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ ΕΡΕ, ἀνήκομεν εἰς τὴν Δυτικὴν Συμμαχίαν. Συνεισέφερεν, ὅτι ἠδύνατο ἕνα μέλος τῆς Δυτικῆς Συμμαχίας νὰ συνεισφέρῃ. Καὶ αὐτὸ ἂς εἶναι ἀρκετὴ ἀπάντησις, διότι ἐὰν ἐπιμείνητε θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ κ. Ἡλιοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει ἄλλην σειρὰν συλλογισμῶν εἶπεν, ὅτι ἀφοῦ οἱ ἀδέσμευτοι, καὶ ἕνα μεγάλο μέρος, διότι δὲν εἶναι ὅλοι ἀδέσμευτοι καταχρηστικῶς λέγεται ὅτι εἶναι ἀδέσμευτοι, ἀφοῦ οἱ ἀδέσμευτοι ψηφίζουν ὑπὲρ τῆς Κύπρου καὶ δύναται μία μικρὰ ἀδέσμευτος χώρα νὰ ἔχῃ μαζί της 46 ψήφους, διατί ἡ Ἑλλὰς δὲν σκέπτεται νὰ κάμῃ καλυτέραν πολιτικὴν καὶ τὸ νὰ δεσμεύεται μὲ τὴν Δυτικὴν Συμμαχίαν τὴν ἐμποδίζει εἰς τὸ νὰ ἀσκῇ καλυτέραν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ ἐὰν εἴπητε διατί ἡ Ἑλλὰς δὲν συνεισέφερε περισσοτέρους ἀπὸ 49 ψήφους, θὰ πρέπει νὰ παρακολουθήσητε καὶ τὸν συλλογισμὸν τοῦ κ. Ἡλιοῦ, διότι τὴν πολιτικὴν τοῦ δεσμοῦ μὲ τὴν Ἀτλαντικὴν Συμμαχίαν τὴν εὗρεν ἡ Κυβέρνησίς μας καὶ τὴν ἐξακολουθεῖ ἐντὸς τῶν ὁρίων καὶ τῶν δυνατοτήτων ποὺ παρέχει ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν Ἀτλαντικὴν Συμμαχίαν, ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν ἠδύνατο νὰ κινηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐκεῖ ἐκινήθη. Καὶ ἔπειτα κανενὸς εἴδους νέαν πολιτικὴν δὲν ἠδυνάμην νὰ χαράξω εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν. Καὶ ποίαν νὰ χαράξω; Τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Κυπριακῆς προσφυγῆς καὶ τῶν ἀδεσμεύτων. Ὅλα τὰ δεδομένα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὅπως ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀγωνισθῇ, ἦσαν δεδομένα, προϋπῆρχον τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ΕΡΕ. Ἐὰν ὑπῆρξαν λάθη δὲν εἶναι ἰδικά μας. Λάθος χειρισμοῦ θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ ἀλλὰ δὲν ὑπεδείχθη. Ἄλλο τὸ ὅτι καλῶς ἢ κακῶς ἡ Κυβέρνησις ὑποτιμᾷ ἢ ὑπερτιμᾷ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα. Εἶπον πρῶτον, ὅτι δὲν ἐδώσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα περισσοτέραν σημασίαν ἀπ’ ὅ,τι εἶχε διὰ τὸ παρελθὸν ὡς βάσιν ἐνισχύσεως καὶ μεταβολῆς, ἐνισχύσεως τοῦ πολιτικοῦ κλίματος, διὰ τὸ μέλλον ἀποδίδω τεραστίαν σημασίαν καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ὡμίλησα περὶ νίκης, ἀλλὰ καὶ αἱ παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν διὰ νὰ κλονίσουν τὴν σημασίαν τοῦ κειμένου, ὄχι διὰ τὸ μέλλον, ἀλλὰ καθ’ ἑαυταὶ δὲν εἶναι πειστικαί. Εἰς τὴν πρώτην παρατήρησιν, ὅτι δὲν περιέχεται ἡ λέξις αὐτοδιάθεσις ἀπήντησα. Ὑπῆρξε μία ἄλλη παρατήρησις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, ἐλλείπουν ἀπὸ τὰ «ναὶ» αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι καὶ ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις. Καὶ ἔπειτα ἐπειδὴ ἔλιπον αὐταὶ αἱ δύο, τὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ πρότασις, ἢ ἡ πρότασις χάνει πᾶσαν ἀξίαν. Γνωρίζω διατὶ ἐσταμάτησαν οἱ βομβαρδισμοὶ ἐκ μέρους τῶν Τούρκων καὶ γνωρίζω διατὶ καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ ὑπάρξουν ἀνασχετικαὶ δυνάμεις εἰς τοιούτου εἴδους ἐνεργείας τῶν Τούρκων. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ δηλώσω ἐπίσης, ὅτι πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις καὶ αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν χάραξιν τῆς περαιτέρω γραμμῆς των νὰ μὴ ἐπηρεασθοῦν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, νὰ μὴ ἐπηρεασθοῦν κυρίως ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην τῶν Κρατῶν αὐτῶν τὰ ὁποῖα καὶ ἐψήφισαν ὑπὲρ καὶ ὡμίλησαν ἐναντίον τῆς ξένης ἐπεμβάσεως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις κινοῦνται ἐντὸς τοῦ διεθνοῦς κλίματος καὶ δὲν θὰ ἔπρεπεν ὄχι ἀπὸ συναισθηματισμόν, ἀπὸ πολιτικὴν γενικωτέραν τὴν ὁποίαν κάμουν ἐντὸς ἀπολύτως τῆς πραγματικότητος, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ πιστεύωμεν, ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις θὰ ἐνίσχυον, ἢ θὰ ἐδέχοντο οἱανδήποτε ἔνοπλον ἐπέμβασιν τῆς Τουρκίας ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, ἢ ἐναντίον τῆς Κύπρου. Πρέπει ὅμως νὰ πιστεύωμεν, ὅτι μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν καὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἐνισχύονται εἰς τὴν παρεμβολήν των, ἀλλὰ καὶ ἡ Τουρκία εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ μίαν φοβίαν, διότι αἱ 47 μικραὶ χῶραι δὲν εἶναι ὀλίγαι. Καὶ αἱ 47 αὐταὶ χῶραι ἐνισχύουν ὄχι μόνον ἠθικῶς, ἐνισχύουν παντοιοτρόπως τὴν Κύπρον καὶ μὴ λησμονῆτε πόσην βοήθειαν ἔδωσεν εἰς τὴν Κύπρον ἡ Ἡνωμένη Ἀραβικὴ Δημοκρατία. Θὰ ἔλθω εἰς τὰς ἐπιφυλάξεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πιπινέλη τοῦ ὁποίου τὴν ἀγόρευσιν παρηκολούθησα μετὰ πάσης προσοχῆς. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς 4ης Μαρτίου προϋπῆρχεν ὅπως εἶπεν ὁ ἴδιος, δὲν ἠδύνατο δὲ ἡ Γενικὴ Συνέλευσις νὰ τὴν καταργήσῃ, διότι εἶναι ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου. Ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ εἶναι καλὸν τὸ ὅτι ὁ μὲν Ρῶσος ἀντιπρόσωπος ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 12 διὰ λόγους πολιτικῆς, ὄχι ὡς αἰτιολογίαν, δὲν τὸ προέβαλεν ὡς ἔνστασιν, διότι θὰ ἠδύνατο καὶ ὡς ἔνστασις νὰ ὑποβληθῇ, τὸ ὅτι ἐκκρεμοῦντος ἑνὸς θέματος ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου δὲν ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν. Δὲν τὸ ἔπραξε καὶ δὲν τὸ ἔπραξε διότι νομίζω ὑπῆρχον προηγούμενα κατὰ τὰ ὁποῖα παρ’ ὅλον ὅτι ὑπῆρχε θέμα ἐκκρεμὲς ἡ Γενικὴ Συνέλευσις ἐπελήφθη τοῦ θέματος, τὸ ὅτι ἡ Γενικὴ Συνέλευσις ἔχει μίαν παράλληλον ἁρμοδιότητα δὲν δύναται νὰ καταργήσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας. Πέραν τούτου.
§42Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ σιωπήσῃ καὶ νὰ μὴ τὸ ἀναφέρῃ;
§43Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἀλλὰ δὲν μᾶς συνέφερε νὰ μὴ τὸ ἀναφέρῃ κανένα. Αὐτὴ δὲ θεωρεῖται βασικὴ ἀπόφασις καὶ ἀπὸ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν καὶ ἀπὸ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Διότι ὡς ἀνέλυσα πρὸ ὀλίγου, ὅλαι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἀποδίδουν μεγάλην σημασίαν εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας καὶ δὲν ἐπιθυμῶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ μειωθῇ τὸ θέμα αὐτό. Εἰδικῶς ἀναφέρω, ὅτι ἡ Γαλλία ἡ ὁποία θὰ ἤθελεν ἴσως νὰ διαφοροποιηθῇ κάπως ἀπὸ τὰς ἄλλας δυνάμεις βάσει τῆς συνηθείας τὴν ὁποίαν ἔχει, εἰδικῶς εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἦτο φανατικωτέρα τῶν ἄλλων, διότι ὡς γνωρίζετε ὁ Στρατηγὸς Ντὲ–Γκώλ, δὲν ἀποδίδει μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι μὲ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς 4 Μαρτίου 1965 ἀποτελεῖ κακόν. Διότι, ἐνῷ μὲν ἀναφέρει ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἴπατε, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐξασθενίζουν, ἀπὸ ἀπόψεως σημασίας, ἀντιθέτως, ὁ τόνος τῆς συμπεφωνημένης, ὅπως εἴπατε, λύσεως, δὲν εἶναι ἔξω τῶν ἀναγκῶν, ἀπὸ ἀπόψεως διεθνοῦς, διότι εἶναι ἀδύνατον εἰς τὰ διεθνῆ θέματα νὰ ἐπέλθῃ ἄλλου εἴδους λύσις, πλὴν τῆς συμφωνίας μεταξὺ ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ, αὐτὸ δὲ εἶναι κοινὴ γραμμὴ ὅλων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ὅλων τῶν μικρῶν δυνάμεων. Διότι, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν αὐταπάται, ὅπως εἴπατε, οὔτε εἰς τὸν λαόν, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν, οὔτε αἱ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ἀποφάσεως εἶναι ἐναντίον τῆς συμπεφωνημένης λύσεως. Ἀλλ’ εἶναι ὑπὲρ τῆς εἰρηνικῆς καὶ τῆς συμπεφωνημένης λύσεως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ εἰς βάρος τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, εἰς βάρος τῆς ἐννοίας τῆς κυριαρχίας καὶ εἰς βάρος τῆς ἐννοίας τῆς ἀνεξαρτησίας του. Ἡ Ἑλλάς, ἐν προκειμένῳ, τίποτε ἄλλο δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ, πλὴν τοῦ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀπόφασιν, ὡς εἶχεν. Ὁ ἀξιότιμος κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, παρετήρησεν, ὅτι δὲν ἀνέφερα τὸ σύνολον τῶν ἀπόψεων τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, μὲ τὸν ὁποῖον, ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ἐν μεγάλῳ μέτρῳ, διεφώνησε. Ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε περαιτέρω νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι δὲν ἠθέλησα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ προβῶ εἰς ἐπικρίσεις ἐναντίον οἱασδήποτε δυνάμεως καὶ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἰδιαιτέρως. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐπέμεινα καὶ ἐπὶ τῆς στάσεως τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως. Διότι ἂν ἐπέμενα, εἰς αὐτὰ ποὺ εἶπε, πιθανὸν νὰ ὑπῆρχεν ἀπάντησις, ἡ ὁποία ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν μὲ ἐκθέτει αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν κατηγορίαν, εἴτε τοῦ πάθους, εἴτε τῆς προκαταλήψεως. Δι’ αὐτὸ ἐπροτίμησα δι’ ὅλας τὰς Μεγάλας Δυνάμεις νὰ ἀναφέρω, ἁπλῶς, καὶ νὰ ζυγίσω τὴν ψῆφον των, χωρὶς νὰ ἀναφέρω καμμίαν ἐπίκρισιν. Διότι, ἐπὶ τέλους, ἡ Ἑλλὰς εἶναι μία χώρα, ποὺ πρέπει νὰ ἔχῃ φιλικὰς σχέσεις μὲ ὅλους καὶ διὰ τὸ παρελθὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον. Διότι, ἀκριβῶς, τὸ γεγονός, ὅτι ἀκόμη τὸ Κυπριακὸν δὲν ἔχει λυθῆ καὶ εἶναι ἐν ἐξελίξει, ἐπιβάλλει τὴν φρόνησιν καὶ ἰδίως τὴν προσοχὴν ἔναντι ὅλων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Αὐτὸ ποὺ εἶπεν ὁ κ. Πιπινέλης, ὅτι ἄνευ συναισθηματισμοῦ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν διπλωματικὴν κατάστασιν, εἶναι κοινὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ κοινὸν διὰ τὸν συγκεκριμένον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὀφείλομεν ν’ ἀγωνισθῶμεν μὲ ὅλα μας τὰ μέσα καὶ κυρίως δὲν ὀφείλομεν νὰ δημιουργήσωμεν καταστάσεις εἰς τὰς σχέσεις μας μὲ τὰς ξένας δυνάμεις καὶ νὰ ἐμποδίζωμεν τὴν ἐκ μέρους των βοήθειαν διὰ τὴν περαιτέρω λύσιν τῶν ἐθνικῶν μας ζητημάτων. Ἀλλὰ τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν εἶναι δυνατόν, βεβαίως, νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς ἄλλας μικρὰς παρατηρήσεις. Θὰ ἤθελον νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ἀβέρωφ, τοὐλάχιστον διὰ τὴν ὑπογράμμισιν τῶν εὐνοϊκῶν στοιχείων τῆς ἀποφάσεως καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω μόνον εἰς δύο τελευταῖα σημεῖα. Δὲν γνωρίζω ποῖος ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων ἀγορητῶν ὡμίλησε περὶ οἰωνῶν σκοτεινῶν, ἀπὸ ἀπόψεως Κυπριακοῦ.
§44Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ ὡμίλησα. Καὶ ὡμίλησα, ὅπως θὰ ὡμίλουν καὶ πρὸ δύο ἐτῶν, ὅπως θὰ ἤμην, ἴσως, ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω μετὰ ἓξ μῆνας. Ἑπομένως, δὲν ἦτο συνδεδεμένον αὐτὸ μὲ τὴν οἱανδήποτε ἐνέργειάν σας.
§45Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντ. Κυβ. καὶ Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Εὐχαριστῶ πολύ. Θὰ ἤθελον μόνον, κ. Πρόεδρε, καὶ κ. Ἀρχηγὲ τῆς ΕΡΕ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ λέξις «οἰωνοί», ἴσως, νὰ μὴ εἶναι ἡ πλέον δόκιμος.
§46Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ διαλέγω τὰς λέξεις. Μοῦ ἐκάματε ἀρκετὰς παρατηρήσεις.
§47Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντ. Κυβ. καὶ Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἁπλῶς ἐπιλέγω ἐγὼ τὰς ἰδικάς μου λέξεις. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δόκιμος ἡ λέξις οἰωνοί. Ἐγὼ θὰ ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δεχθῶμεν, ὅτι τὸ Κυπριακὸν βαδίζει ἐν μέσῳ τεραστίων δυσχερειῶν. Δὲν εἶναι οἰωνοί, ὁ οἰωνὸς εἶναι κάτι χειρότερον, σημαίνει μίαν πρόβλεψιν δυσμενῆ. Τὸ ὅτι αἱ δυσχέρειαι αὗται ὑπάρχουν τὸ δέχομαι, δὲν δέχομαι ὅμως, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Γεν. Συνελεύσεως συντείνει εἰς αὔξησιν τῶν δυσχερειῶν, νομίζω, ὅτι συντείνει εἰς μείωσιν τῶν δυσχερειῶν, διότι ὁπλίζει τὴν Ἑλλάδα καὶ ὁπλίζει τὴν Κύπρον μὲ μίαν δύναμιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἀπὸ τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην, ἐκφραζομένην ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Γεν. Συνελεύσεως.
§48Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπροσέξατε καλῶς. Δὲν ὡμίλησα περὶ καλῶν ἢ κακῶν οἰωνῶν. Εἶπον: Ἄδηλοι καὶ πάντα σκοτεινοὶ οἰωνοί. Δηλαδὴ δύο ὑπάρχουν.
§49Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντ. Κυβ. καὶ Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλην τὴν ἀγωνιστικὴν διάθεσίν μας καὶ τὴν φρόνησίν μας, ἀλλὰ καὶ τὴν περίσκεψίν μας καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον δέχομαι, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι καὶ πρέπει νὰ εἴμεθα σύμφωνοι, χωρὶς τοῦτο νὰ ὑποτιμᾷ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἀπεκτήσαμεν διὰ τῆς ἀποφάσεως αὑτῆς τῆς Γεν. Συνελεύσεως. Καὶ θὰ ἤθελον, τέλος, νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. κοινοβουλευτικὸν ἐκπρόσωπον τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὑποθέτω θὰ ἔχῃ παρακολουθήσει, ὅτι εὑρισκόμενος εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν εἶπον οὐδὲ μίαν λέξιν προκειμένου περὶ ἐσωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲ μίαν. Διότι ἐπίστευα πράγματι, ὅτι παρηκολουθούμην ἐκεῖ ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ὅλα τὰ κόμματα καὶ θὰ ἔκανα ἔγκλημα, ἐὰν ἀνεμίγνυα τὴν ἀποστολήν μου εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη μὲ οἱανδήποτε δημοσιογραφίαν ἢ ἄλλην ἀθυροστομίαν, προκειμένου περὶ Ἑλληνικῶν πολιτικῶν ζητημάτων. Ἀκόμη περισσότερον, προκληθεὶς ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἐντὸς τῆς Γεν. Συνελεύσεως, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον λίαν καλῶς, ὅτι εἶχον καταπολεμήσει τὰς συνθήκας Ζυρίχης καὶ Λονδίνου ἐν Ἑλλάδι, προκληθεὶς ἐπίτηδες, ὑπερήσπισα τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶχεν ὑπογράψει τὰς συνθήκας Ζυρίχης καὶ Λονδίνου, διότι δὲν ἐπιθυμοῦσα ποτὲ ἐνώπιον τῶν Τούρκων νὰ ἐμφανίσω τὰς παλαιάς μας διαφωνίας ὡς ὑπαρχούσας καὶ ὡς ὑπαρχούσας ἔναντι αὐτῶν. Καὶ ὅταν μοῦ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν εἰς Ἀμερικήν, εἶπον: Λέγουν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἀσθενὴς καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀπαντῶ: Οἱαδήποτε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, εἶναι ἰσχυρά, διότι ἀκολουθεῖται ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὄχι ὡς Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὡς ἔκφρασις τοῦ Ἔθνους καὶ δι’ αὐτὸ λέγω καὶ τώρα, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ γνώμη σας περὶ τῆς δυνάμεως ἢ μὴ δυνάμεως τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐὰν αὔριον χρειασθῇ νὰ δηλώσητε, ὅτι εἶσθε ὄπισθεν τῆς Κυβερνήσεως εἰς μίαν ἐθνικὴν κρίσιν, θὰ τὸ πράξετε καὶ νομίζω, ὅτι κακῶς ἐπράξατε, ποὺ δὲν τὸ εἴπατε καὶ ἀπόψε, διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς ὅταν μαίνονται αἱ ἀπειλαί, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐναντίον τῆς ὁποίας εἶσθε, ἔχει πάντως τὴν ὑποστήριξίν σας προκειμένου περὶ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. (Χειροκροτήματα).
§50Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ ὅταν ἀνέγνωσα τὰς δηλώσεις μας καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τοὺς φακέλλους. Καὶ δι’ αὐτόν, ἀκριβῶς, τὸν λόγον, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα τὸ Κυπριακόν. Προκληθέντες, ὅμως, ὀφείλομεν νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰς γενομένας προκλήσεις. Ἀρχίζω ἀπὸ τὴν τελευταίαν, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Μᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ ἂν κληθῶμεν, ἐνδεχομένως, εἰς οἱανδήποτε στιγμήν, ἔστω καὶ αὔριον ἂν εὑρεθῶμεν παραστάται εἰς ἕνα ἀγῶνα ὑπὲρ ἐθνικοῦ ζητήματος, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ τὸ πράξωμεν καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ δηλώσωμεν. Ἀπαντῶ, θὰ τὸ πράξωμεν. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὄχι διότι θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ τὸ πράξωμεν, ἀλλὰ διότι πιστεύομεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἐθνικόν μας καθῆκον. Καὶ ἀρχικῶς τὸ ἐτόνισα. Φαίνεται, ὅτι δὲν τὸ ἀντελήφθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἰς τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἄλλωστε εἶναι τὸ μόνον ἐθνικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀφορᾷ σήμερα εἰς τὴν γενομένην συζήτησιν, ὅλο τὸ ἔθνος εἶναι ἀρρήκτως συνηνωμένον. Τί πέραν αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν; Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν τὸ ἀντελήφθη, ἢ τὸ ἀντελήφθη μέν, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ τὸ ἔχῃ ὡς κορώνα τοῦ ἐπιλόγου του. Κύριε Πρόεδρε, παρεπονέθη, ἐπίσης, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐχαρακτήρισα τὸν λόγον του ἄσκοπον καὶ εἶπεν, ὅτι ᾐσθάνθη τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπανελθὼν ἐκ τῆς ἀποστολῆς του, ἀντὶ νὰ προβῇ εἰς ἀνακοινώσεις διὰ τοῦ τύπου νὰ προβῇ εἰς ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦ ἀπαντῶ, μόνον εἰς τὴν λέξιν «ἄσκοπος». Διατί; Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν κοινοβουλευτικὴν ὀρθοδοξίαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ τηρήσῃ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Βεβαίως ἡ κοινοβουλευτικὴ ὀρθοδοξία, ἐὰν θέλετε ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐαισθησία, ἐπιβάλλει εἰς τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν ἐπανερχόμενον ἐκ μιᾶς ἀποστολῆς, νὰ ἀνακοινώσῃ, ὅ,τι ἔχει νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρῶτον καὶ κατόπιν νὰ προβῇ εἰς διασαφήσεις διὰ τοῦ τύπου. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, αὐτὸ ἰσχύει, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐργάζεται. Σήμερον τὴν τρίτην ὥραν τῆς σημερινῆς νύκτας, ἀπεφασίσθη ἡ ἀποψινὴ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἐλάβαμεν γνῶσιν, ὅτι θὰ γίνουν ἀνακοινώσεις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Ὅταν ἐργάζεται ἡ Βουλὴ νὰ γίνουν ἀνακοινώσεις. Τότε ἐπακολουθεῖ συζήτησις, κατὰ κανόνα, κατὰ κοινοβουλευτικὴν ὀρθοδοξίαν, κατὰ κοινοβουλευτικὴν εὐαισθησίαν. Καὶ εἴτε γίνεται ἀμέσως, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξὺ ἔχει γίνει προσυνεννόησις μὲ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἢ εἰς ἀμέσως ὁρισθησομένην προσεχῆ ἡμέραν. Σήμερον εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ αὐτό. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ καὶ μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Διὰ τοῦτο ἐχαρακτήρισα ἄσκοπον τὸν λόγον καὶ ἐμμένω εἰς τὴν λέξιν «ἄσκοπον». Εἶχον συνεπίκουρον, τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον κ. Πιπινέλην, ὁ ὁποῖος ἐχαρακτήρισε τὴν σημερινὴν συζήτησιν, ὡς ἄκαιρον. Ἐσημείωσα τὴν λέξιν. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος, εἶπεν, ὅτι εἶναι ἄκαιρος ἡ συζήτησις. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἀπὸ ἀπόψεως γραμματικῆς, ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς λέξεως «ἄκαιρος» καὶ «ἄσκοπος». Θέλετε νὰ διορθώσωμεν τὸ «ἄσκοπον» μὲ τὸ «ἄκαιρον»; Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Θέλετε νὰ διορθώσωμεν τὸ «ἄκαιρον» μὲ τὸ «ἄσκοπον»; Πάλιν δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Καὶ αἱ δύο εἶναι λέξεις συνώνυμοι. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μᾶς παρετήρησε, μᾶς παρεπονέθη, μᾶς ἤλεγξε, διατί ἡμεῖς εἰς τὸ ἐρώτημά μας δὲν ἱκανοποιήθημεν μὲ τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἠλιοῦ. Εἶπεν, ὅτι τὴν ἀπάντησιν σᾶς τὴν ἔδωσεν ὁ κ. Ἠλιοῦ. Ἀπαντῶ: Δὲν ἀπηυθύνθημεν εἰς τὸν κ. Ἠλιοῦ. Ἀπηυθύνθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ τὰς συζητήσεις καὶ ἂς γνωρίζῃ, ὁ κ. Τσιριμῶκος, διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ὅτι δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἐπαφήν, οὔτε μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἠλιοῦ, οὔτε μὲ τὸ Κόμμα, τὸ ὁποῖον τόσον ἐπαξίως ἐκπροσωπεῖ. Ἄλλοι εἶχον ἐπαφάς. Ἡμεῖς οὐδέποτε, οὔτε ἄλλοτε, οὔτε τώρα, ἔχομεν. Ἑπομένως, ἡ παραπομπὴ ἡμῶν πρὸς τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ἠλιοῦ, ἂν μὴ εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι ἄσκοπος.
§51Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Μοῦ ἐπιτρέπετε; Νομίζω, ὅτι μὲ παρεξηγήσατε. Διατί ἔχετε αὐτὴν τὴν φοβίαν τοῦ λόγου, περὶ τῶν ἐπαφῶν; Δὲν εἶπον, ὅτι εἴχατε ἐπαφάς. Ὁ κ. Ἠλιοῦ, ἠγόρευσε, μετὰ ἀπὸ σᾶς καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Κύπρος ἐπῆρε τὰς ψήφους ποὺ ἐπῆρε, διότι εἶναι ἀδέσμευτος. Καὶ ἐστήριξα τὴν ἀπάντησίν μου εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ἠλιοῦ. Ἦτο σχῆμα λόγου τὸ ὅτι ὁ κ. Ἠλιοῦ σᾶς ἔδωσε τὴν ἀπάντησιν. Καὶ προσέθεσα, ὅ,τι προσέφερεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἠμποροῦσε νὰ προσφέρῃ μία Κυβέρνησις ἀνήκουσα εἰς τὴν Ἀτλαντικὴν Συμμαχίαν. Ἑπομένως, δὲν ἠδυνάμην νὰ προσφέρω ἀδεσμεύτους. Προσέφερον ὅ,τι ἠδυνάμην, κινούμενος ἐντὸς τῆς Ἀτλαντικῆς Συμμαχίας. Ἀνεφέρθην, λοιπόν, εἰς ἀπάντησιν, δημοσίαν, τοῦ κ. Ἠλιοῦ καὶ ὄχι ἰδιαιτέραν. Ὡς πρὸς ἐμέ, δὲν εἶχον ἐπαφὰς μὲ τὸ Κόμμα τοῦ κ. Ἠλιοῦ. Εἶχον συνεργασίαν, συνεργασίαν δημοσίαν καὶ ὁμολογουμένην καὶ ὄχι κρυφὰς ἐπαφάς, οὔτε ἀνομολογήτους.
§52Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε εἶπον τοιοῦτον πρᾶγμα. Χαίρω πολύ, διότι ἡ διασάφησις, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ μοῦ δώσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, βεβαιώνει τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωξε. Βεβαιώνει, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν μοῦ ἔδωσεν ἀπ’ εὐθείας ἰδικήν του ἀπάντησιν, διότι ἐθεώρησεν ὀρθὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλιοῦ. Χαίρω πολύ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, υἱοθετεῖ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ἠλιοῦ καὶ μοῦ τὴν δίδει ὡς ἰδικήν του. Τὴν δέχομαι, ὡς ἀπάντησιν ἰδικήν του, ὄχι διότι ὑποτιμῶ, οὔτε τὴν ἀξίαν, οὔτε τοὺς λόγους τοῦ κ. Ἠλιοῦ. Τοῦ ἀπένειμον, πρὸ ὀλίγου, πᾶσαν ὀφειλομένην εἰς τὴν ἀξίαν του, εἰς τὴν Κοινοβουλευτικήν του δεινότητα, τιμήν. Ἀλλὰ δὲν δέχομαι τὸν ἀφορισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ συνάφεια μεταξὺ τῶν λεχθέντων παρ’ ἡμῶν, ἀπὸ μέρους τῆς Ε.Κ. καὶ τῶν λεχθέντων ἀπὸ τὸν κ. Ἠλιοῦ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ε.Δ.Α. Μοῦ τὴν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὴν δέχομαι. Κύριε Πρόεδρε, μᾶς εἶπεν ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐλέγχων τὰς δηλώσεις μας: Διατί δὲν εἶσθε ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ο.Η.Ε.; Εἴπατε — μᾶς λέγει — ὅτι ζητεῖτε, ὑποστηρίζετε ἀνεξαρτησίαν τῆς Κύπρου καὶ αὐτοδιάθεσιν. Μὰ ἡ ἀπόφασις ὁμιλεῖ περὶ ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας. Τί τὸ διάφορον; Δὲν ἐξεδηλώσαμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν, διότι δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας καὶ δὲν προσθέτει καὶ τὴν λέξιν «αὐτοδιάθεσις». Τὸ αἴτημα εἶναι: Ἀδέσμευτος ἀνεξαρτησία μὲ δικαίωμα αὐτοδιαθέσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποστηρίζει, ὅτι μέσα εἰς τὴν ἀδέσμευτον ἀνεξαρτησίαν ἐνυπάρχει καὶ ἡ αὐτοδιάθεσις. Καὶ τότε εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι δὲν εἶχε οὐδένα περιεχόμενον ἡ παρατήρησίς του. Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ. Εἴπομεν, ὅτι δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ ἡ ἀπόφασις, διότι δὲν προάγει τὸ θέμα, καθ’ ὃν τρόπον ἤλπιζον, ὅτι θὰ τὸ προαγάγῃ καὶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον καὶ οἱ ἀγορεύσαντες Ἀρχηγοί, καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ ὁ Πρόεδρος κ. Πιπινέλης, μολονότι, κατὰ τὴν ἰδικήν των ἐκτίμησιν, εὗρον σημεῖα ἀρεστὰ δι’ αὐτούς, εἰς τὴν εἰλημμένην ἀπόφασιν, τὴν ἤλεγξαν, ὅτι εἶναι πλήρως ἱκανοποιητική. Δὲν εἴπομεν, ἡμεῖς, τίποτε διάφορον. Κύριε Πρόεδρε, ἀγορηταί τινες τῆς Ε.Ρ.Ε. ἐπωφελήθησαν καὶ σήμερον τῆς εὐκαιρίας, ἀντὶ νὰ περιορισθοῦν εἰς τὸ Κυπριακόν, εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεξετάθησαν εἰς τὸ παρελθόν, διὰ νὰ κατηγορήσουν πάλιν τὸν κ. Παπανδρέου, ὡσὰν ὁ κ. Παπανδρέου, νὰ χειρίζεται σήμερον τὸ ζήτημα καὶ νὰ φέρῃ αὐτὸς τὴν εὐθύνην. Καὶ ἐπεκαλέσθησαν μίαν πρᾶξιν, δὲν γνωρίζω, ποία ἦτο ἡ νομική της ὑφή, τῆς 24ης Μαρτίου 1964, διὰ νὰ εἴπουν, ὅτι δι’ ἐκείνου τοῦ γεγονότος, ἡ Κυβέρνησις Παπανδρέου ἔβλαψε τὸ Κυπριακόν, ἀλλὰ τί λέγει ἡ ἀπόφασις ἐκείνη; Διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, ὡρίζετο μεσολαβητὴς εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ εἴπομεν, τότε, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐπιτυχίαν τῆς ἰδικῆς μας πολιτικῆς, διότι ὁ ἀγών μας πρωταρχικῶς ἐστρέφετο εἰς τὸ νὰ πέσουν αἱ συμφωνίαι τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Αὐτὸς ἦτο ὁ κύριος σκοπὸς διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν πάλιν νὰ φέρωμεν τὴν Κύπρον Ἑλληνικήν, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ τὴν εἶχον φέρει ἄλλοι, δηλ. εἰς κατάστασιν Τουρκοελληνικήν. Ὁ διορισμὸς μεσολαβητοῦ, κατήργει ντὲ φάκτο, τὰς συνθήκας καὶ τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου, καὶ ἡ ἰδική μας ὑπερηφάνεια εἶναι, ὅτι δὲν εὑρήκαμεν ρόδινον ὁδόν. Εὑρήκαμεν πάντοτε σκολιὰν ὁδόν, μὲ ἐμπόδια, μὲ δυσχερείας, μὲ ἀντιθέσεις τῶν μεγάλων. Καὶ μία εἶναι ἡ ὑπερηφάνειά μας, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς ἰδικῆς μας, διὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Γεωργίου Παπανδρέου, ἐπετεύχθη, ὥστε ἡ Κύπρος νὰ μὴ φοβῆται σήμερον ἐπιδρομὴν τῶν Τούρκων. Ἐγένοντο βομβαρδισμοί, μάλιστα, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἰδικῆς μας, ἀλλὰ ἡ ἀξία τῆς πολιτικῆς μας, εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ θέματος, ἦτο ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ περιορισθοῦν αἱ βλέψεις τῆς Τουρκίας πρὸς ἀπόβασιν εἰς τὴν Κύπρον, νὰ μὴ ἐπιχειρηθῇ ἡ ἀπόβασις καὶ ἡ ὀργάνωσις τῆς αὐτοαμύνης τῆς Κύπρου μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε σήμερον νὰ μὴ τολμᾷ κανεὶς νὰ ἀπειλήσῃ ἀπόβασιν εἰς τὴν Κύπρον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.). Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπερηφάνειά μας. Βεβαίως, κάθε πολιτικὴ ἔχει καὶ τὰς πλευρὰς κρίσεως καὶ ἐπικρίσεως. Οὐδεὶς ἀλάθητος καὶ οὐδὲν ἀνθρώπινον ἔργον τέλειον εἰς τὸν κόσμον. Κύριε Πρόεδρε, ἐλέχθη, ἐπίσης: «Ὁ Παπανδρέου ἀφέθη εἰς ἕνα παραλήρημα», εἶναι ἡ ἐκφρασθεῖσα λέξις: «Εἰς μίαν θριαμβολογίαν ἀκεραίαν καὶ ἀδικαιολόγητον εἰς τὰ 1964, ὅτι ἤρχετο ἡ Ἕνωσις τῆς Κύπρου». Τὸ θέμα αὐτὸ συνεζητήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 23ην Ἰουνίου 1965, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Γεώργ. Παπανδρέου, καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Σ. Στεφανόπουλος, ἦσαν παρόντες εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐπεκρίθη ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε., τὸν κ. Κανελλόπουλον καὶ ἡ ἀπάντησις, ἡ σχετική, τοῦ κ. Στεφανοπούλου, σημερινοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἔχει ὡς ἑξῆς: Λέγει ἀναφορικῶς πρὸς ἕνα δημοσίευμα, τὸ ὁποῖον ἐπέκρινε καὶ τότε τὴν λεγομένην σήμερον θριαμβολογίαν καὶ παραλήρημα καὶ εἶπε: «Περὶ τίνος πρόκειται; Αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις (Παπανδρέου), αὐτὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις, (ἡ Ε.Ρ.Ε. τότε καὶ οἱ Προοδευτικοί), αἱ περισσότεραι τῶν ἐφημερίδων, δὲν εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνώρισαν, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐφθάσαμεν εἰς τὰ πρόθυρα τῆς ἑνώσεως τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα; Τί ἄλλο ἐπράξαμεν ἡμεῖς, παρὰ νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ νὰ ἀποδώσωμεν τὸν ἔπαινον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι δημιουργός του;». Ὁ ἀπονεμηθεὶς ἔπαινος ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ἰδικόν μας, πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως τότε, τὸν κ. Γ. Παπανδρέου, τί ἄλλο ἐπράξαμεν; «Μετὰ ταῦτα, ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ τὴν Ἕνωσιν τῆς Κύπρου, διότι δυνάμεις σατανικαί, ἑωσφόροι ἀντέδρασαν. Δὲν εἶναι ὥρα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ εὐθυνῶν, θὰ ἔλθῃ κάποτε ἡ στιγμή. Σήμερον ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένετο ψήφισμα, εἶχε τὴν θέσιν του». Δὲν ἐπικρίνω, σημειῶ, τὸ γεγονὸς ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἐπίκρισίς του, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τότε ἢ καὶ αἱ ἐφημερίδες, ἀπένειμον ἔπαινον εἰς τὸν Γεώργιον Παπανδρέου, διότι κατὰ κοινὴν ἐκδοχήν, ὅπως ὑπῆρχεν ἡ πίστις, ὅτι ἐπέκειτο ἡ ἕνωσις τῆς Κύπρου, δὲν ἔχει σήμερον τὸν λόγον της. Σήμερον κρίνεται καὶ ἐνδεχομένως ἐπικρίνεται ὁ χειρισμὸς τοῦ ζητήματος ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν καὶ δὴ ἀφ’ ἧς στιγμῆς φέρει εὐθύνην. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας καὶ ἀγαπητὸς φίλος μου, γνωρίζει πόσον ἰδιαιτέρως καὶ τὸν ἐκτιμῶ καὶ τὸν ἀγαπῶ καὶ συνδέομαι μαζί του, ὁ κ. Ἀβέρωφ, μᾶς ἐπέκρινεν, ὅτι τάχα, διὰ τῶν σημερινῶν δηλώσεών μας, παρέχομεν ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς Κύπρου εἰς τοὺς ἀντιπάλους μας. Ἐκπλήττομαι. Ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ κείμενον τῶν δηλώσεών μου ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ ἐκπλήττομαι, ποῦ ὁ ἀγαπητὸς φίλος κ. Ἀβέρωφ, εὑρίσκει, ὅτι εἶναι δυνατόν, οἱαδήποτε λέξις καὶ φράσις τοῦ κειμένου αὐτοῦ, νὰ παράσχῃ ὅπλα εἰς τοὺς Τούρκους. Τὸ ὅτι λέγομεν, ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἀπόφασις τοῦ Ο.Η.Ε. δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ, παρέχει τὰ ὅπλα εἰς τοὺς Τούρκους; Τοὐναντίον παρέχει καὶ ὅπλα εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, παρέχει ὅπλα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Κύπρου νὰ ἀγωνισθῇ περαιτέρω μὲ τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι βλέπετε εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν Κόμματα, τὰ ὁποῖα δὲν θεωροῦν ἱκανοποιητικὴν τὴν ἀπόφασιν. Δῶσε μας, πλέον καὶ ὅ,τι ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν, τὸ τονίζω, καὶ πάλιν, μὲ κοινοὺς ὅλων μας ἀγῶνας. Ἐλέχθη, ὅτι τάχα, δὲν θὰ ἔπρεπεν ἡμεῖς νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ θέμα ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα. Τὸ εἶπον καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, αὐτὸ νομίζομεν καὶ ἡμεῖς. Ἐπομένως οὐδεμία τῶν αἰτιάσεων, οὔτε τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ τὸ ἰδικόν του καθῆκον, ὅπως καὶ ἡμεῖς τὰς ἰδικάς μας ἀπόψεις ἐκτελοῦμεν, τὸ ἰδικόν μας καθῆκον, οὔτε αἱ αἰτιάσεις τοῦ κ. Ἀβέρωφ εὐσταθοῦν, εἰς βάρος ἡμῶν. Ὁ κ. Ἀβέρωφ, εἶπεν ἐπίσης, ὅτι, διατί ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι μόνον μία ἰσχυρὰ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν καλυτέραν λύσιν τοῦ ζητήματος. Καὶ εἶπεν, ὁ κ. Ἀβέρωφ: Δὲν εἶναι θέμα ἀξίου ἢ ὀλιγώτερον ἀξίου ἀνδρός, χειριζομένου τὸ θέμα, νὰ ἐπιτύχῃ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μὲ αὐτὴν τὴν λογικήν, νὰ βάλωμεν τὸν οἱονδήποτε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα.
§53Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λόγῳ τῶν ὑπαρχουσῶν μεγάλων δυσχερειῶν.
§54Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λόγῳ τῶν ὑπαρχουσῶν μεγάλων δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζομεν. Εἶναι σκολιὰ ἡ ὁδός. Μὲ τὸ νὰ λέγωμεν, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἴμεθα ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, ὄχι δὲν βλάπτομεν τὸ Κυπριακόν, ὄχι δὲν παρέχομεν ἐπιχειρήματα εἰς τοὺς ἀντιπάλους τοῦ Κυπριακοῦ, ἀλλὰ βοηθῶμεν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τὴν Κυπριακὴν Κυβέρνησιν.
§55Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. Ἔτσι ὅπως λέγετε τώρα, μάλιστα.
§56Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παρεξηγήσατε.
§57Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον διαφορετικὰ ἐγώ; Δι’ αὐτὸ μὲ ἐξέπληξαν τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἀβέρωφ, μὲ τὸν ὁποῖον καὶ συνδέομαι φιλικά. Χαίρω δὲ πολύ, διότι οἱ λόγοι του ἔδωσαν ἀφορμὴν νὰ διασαφηνισθῇ τὸ θέμα, εἰς τρόπον ὥστε καὶ οἱ ἀναγνῶσται τῶν πρακτικῶν, νὰ μὴ μείνουν μὲ ἐσφαλμένην ἐντύπωσιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον γεγονός, κ. Πρόεδρε, ὅτι μία ἰσχυρὰ Κυβέρνησις, ἀνεξαρτήτως τῆς ὑφῆς της, ἔχει μεγαλύτερον κῦρος καὶ ἐσωτερικῶς νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀποφάσεις, εἰς τὰς ὁποίας, ἐνδεχομένως, καταλήγει καὶ ἐξωτερικῶς μεγαλύτερον κῦρος, διὰ νὰ διαπραγματευθῇ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα διαπραγματεύεται. Αὐτὰ καὶ μόνον εἶπε. Νομίζω, λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εὐσταθοῦν αἱ αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδηλώθησαν κατὰ τῶν δηλώσεων τῆς Ε.Κ. καὶ ἐλπίζω, ὅτι καὶ οἱ κ.κ. συνάδελφοι, θὰ ἀναγνωρίσουν, ὅτι εἰς οὐδὲν ἐπταίσαμεν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καίτοι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἀγορεύσω, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, διερμηνεύων τὸ αἴσθημα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, νὰ εἴπω, ὅτι ὄχι μόνον ἄσκοπος καὶ ἄκαιρος ἦτο ἡ συζήτησις τοῦ Κυπριακοῦ, ἀλλὰ ἦτο ἐπίκαιρος καὶ ὅτι ὅλοι εὑρισκόμεθα παρὰ τὸ πλευρὸν οἱασδήποτε Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος.
§59Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ κακὸν δὲν εἶναι, ὅτι ἐγένετο. Διαρκεῖ ὅμως πολὺ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ διαρκέσῃ καὶ ἡ διάρκεια πλέον ὀφείλεται εἰς τὴν μακρὰν δευτερολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ εἰς τὴν Ἕνωσιν Κέντρου, θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ἡ ὁποία κυρίως ἔκρινεν, ὅτι ἡ συζήτησις ἦτο περιττή.....
§60Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον «περιττή», εἶπον «ἄσκοπος».
§61Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. .... ὅτι τὸ παράδειγμα διὰ νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, χωρὶς κἂν νὰ ὑπάρχῃ σοβαρὰ αἰτία, τὸ ἔδωσεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Ἕνα ταξείδι εἶχε ἁπλῶς πραγματοποιήσει εἰς τὴν Οὐάσιγκτων καὶ εἰς Παρισίους — καὶ ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ ταξείδι αὐτὸ — χωρὶς νὰ μᾶς εἴπῃ μάλιστα, ὅτι εἶχε λάβει 24 ὥρας πρὶν μίαν δυσάρεστον ἐπιστολὴν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν— ἦτο ἐπαρκὲς διὰ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ θριαμβολογήσῃ. Ἐθριαμβολόγησε τὸν Μάρτιον, ἐθριαμβολόγησε τὸν Ἰούνιον, ἐθριαμβολόγησε τὸν Σεπτέμβριον καὶ ἀνεμέναμεν ὅλοι, πότε ἐπὶ τέλους αὐτὴ ἡ θριαμβολογία θὰ ἀπεδεικνύετο καὶ πραγματικὸς θρίαμβος. Τὸ ὅτι δὲν κατώρθωσεν οὐσιῶδες τι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ., αὐτὸ δὲν μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν κακίσω. Αἱ δυσκολίαι εἶναι πολὺ μεγάλαι καὶ αὐτὸ τὸ νόημα εἶχεν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ἀβέρωφ, ὅτι εἴτε εἶναι ἰσχυρὰ ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ὄχι, εἴτε εἶναι ὁ αʹ ἢ ὁ βʹ οἱουδήποτε μεγέθους πολιτικὸς ἐπικεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σημειωθοῦν θαύματα. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος εἰς Οὐάσιγκτων, ὅτε εἶχε μεταβῆ ἐκεῖ ὁ κ. Παπανδρέου ὡς Πρωθυπουργὸς καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ὁ Πρέσβυς — ἡ ἔκθεσις μοῦ ἐδόθη ὑπὸ τοῦ κ. Κωστοπούλου καὶ κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ κ. Παπανδρέου, ὅπως μοῦ ἐπεδείχθησαν καὶ ὡρισμένα ἄλλα στοιχεῖα — εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ἐτόνιζεν, ὅτι ἡ εὐφράδεια μὲ τὴν ὁποίαν συνεζήτησεν ὁ κ. Παπανδρέου, ἔκαμεν ἐντύπωσιν. Ἀλλά, ἡ εὐφράδεια δὲν ἀρκεῖ, ἡ ἱκανότης δὲν ἀρκεῖ, τὸ μυαλὸ δὲν ἀρκεῖ, χρειάζεται ἡ μετακίνησις ὡρισμένων ἀντικειμενικῶν στοιχείων ἀπὸ τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρίσκονται. Δι’ αὐτὸ καλὸν εἶναι νὰ μὴ καταλαμβανόμεθα ποτὲ ἀπὸ τὴν θριαμβολογικὴν διάθεσιν, ἡ ὁποία εἶχε καταλάβει τὸν κ. Παπανδρέου, κατὰ τὸ διάστημα ποὺ ἦτο Πρωθυπουργός, μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1964, διότι μετὰ ταῦτα, ἔπεσαν τὰ πτερά του, τὰ ὁποῖα εἶναι ὡραῖα, ἀλλὰ εἶναι ἀναγκαῖον καὶ νὰ συμμαζεύωνται. Ἐθριαμβολόγει, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πραγματικὸς λόγος. Πρέπει νὰ λείψουν αὐτά. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ρεαλισμός. Ἔπρεπεν, ἐπίσης, νὰ μὴ γίνῃ ἡ θριαμβολογία τῶν τελτευταίων ἡμερῶν, ἂν καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν ἤνοιξε τὰ πτερά της, ὅσον τὰ ἤνοιγεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. Χρειάζεται σοβαρότης καὶ ρεαλισμός. Δὲν πρέπει νὰ ἀπατῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, παρασύροντες αὐτὸν εἰς αἰσιοδοξίαν, τὴν ὁποίαν πληρώνει, ὅταν ἐπέρχεται ἡ ἀπογοήτευσις. Ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ μὴ ἐρίζωμεν μεταξύ μας ὅτι ὁ ἕνας δὲν τὰ κατάφερε καὶ ὁ ἄλλος τὰ κατάφερε. Ἔκαμα προηγουμένως μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ ἐπαναλάβω. Ἡ συζήτησις δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ παραταθῇ, ἀλλὰ πταίει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ εἶχε ἀναγνώσει τὸν λόγον του, ἐξεφώνησε, δευτερολογῶν, δικαστικὸν λόγον. Ἐπειράχθη. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ πειραχθῇ. Ἐγένοντο ὡρισμέναι παρατηρήσεις, ἐγένετο ὅμως καὶ σχετικὴ ἀναγνώρισις τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη εἰς Νέαν Ὑόρκην. Θὰ ἤθελα μάλιστα νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ παρατηρήσῃ ὁ κ. Τσιριμῶκος μὲ ὕφος τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μίαν σχετικὴν ὑποτίμησιν τοῦ πατριωτισμοῦ ὅλων ἡμῶν, ὅτι ἀνέμενεν, ὅτι θὰ τὸν παρηκολουθούσαμεν ὅλοι μὲ μεγάλην ἀγωνίαν. Τὸν βεβαιῶ, ὅτι τὸν παρηκολουθήσαμε — καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει δι’ ὅλους — μὲ ἀγωνίαν. Καὶ ἐγὼ προσωπικῶς, βάσει καὶ τῶν ὅσων προεῖπον, κατεχόμην ἀπὸ μεγάλην ἀγωνίαν, διότι πράγματι θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ ψήφισμα νὰ εἶναι χειρότερον. Τὸ ὅτι ὅμως ἀπηλλάγην ἀπὸ τὴν ἀγωνίαν δὲν μοῦ δίδει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ εἶμαι εὐτυχής.
§62Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως, τὸ ὕφος μου τὸ γνωρίζετε, εἶναι ζωηρόν. Ἦτο θέμα ὕφους καὶ ὄχι ψυχικῆς διαθέσεως. Αὐτὸ ποὺ εἶπον, περὶ ἀγωνίας τοῦ κοινοῦ, τὸ ἔπραξα διὰ νὰ ὑπογραμμίσω τὸ ἀρνητικὸν κέρδος. Ἐνόμισα, ὅτι εἶχε δημιουργηθῆ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἐδίδετο μία μάχη μὲ κάποιαν σημασίαν. Καὶ εἶχε σημασίαν, ἐὰν θὰ ἐνεκρίνετο τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο σχέδιον. Καὶ εἶπον, τί θὰ ἐγίνετο ἐὰν ἐκερδίζετο ἡ ὑπόθεσις ἀπὸ τὴν Τουρκίαν.
§63Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πάλιν δικανικῶς ἀπηντήσατε, διότι δὲν ἐχρειάζετο ἡ περὶ τὰς λέξεις διαφωνία, ἐφ’ ὅσον συμφωνοῦμεν εἰς τὴν οὐσίαν, ὅτι ἀπετράπη κάτι τὸ χειρότερον. Ἔλειψεν ἡ ἀγωνία. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι εὐτυχής, διότι ἡ κατάστασις ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ὡς καὶ πρότερον, ἐξαιρετικὰ σκοτεινή. Καὶ ἐπιμένω, ὅτι δὲν ὑπάρχουν παρὰ μόνον ἄδηλοι καὶ σκοτεινοὶ οἰωνοί. Δὲν ὑπάρχει, ἐνώπιόν μας τίποτε τὸ συγκεκριμένον, οὔτε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ κακοῦ, οὔτε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀγαθοῦ. Ὑπάρχει μόνον ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἀγωνισθῶμεν. Αὐτὸ ὑπάρχει καὶ εἰς αὐτὸ συμφωνοῦμεν πάντες. Οἱ πάντες συμφωνοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀγωνισθῶμεν, εἴτε ὡς Κυβέρνησις, εἴτε ὡς Κόμματα, εἴτε ὡς ἄτομα.
§64Η. ΗΛΙΟΥ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὴν ἄποψίν μας, οὔτε ἀνῄρεσε τὰς παρατηρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβημεν, οὔτε εἰς ἀνταπάντησιν, ἑπομένως, μᾶς ὑποχρεώνει. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ὁ κ. Πιπινέλης. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. συνεχίζων τὴν χθεσινὴν στάσιν τοῦ ἰδίου, θέτοντος καὶ ὑπαγορεύοντος ὅρους εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ θεμάτων ἀπολύσεων, ἐπανακαραμανλισμοῦ τοῦ μηχανισμοῦ, ἐπὶ θεμάτων οἰκονομικῶν, συνεχίζων τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν τὸ στέλεχος τοῦ Κόμματός του κ. Πρωτοπαπαδάκης ἐχάραξε προχθές, τῆς ὑπαγορεύσεως τοῦ ὅρου τῆς αὐξήσεως τῶν ἀμυντικῶν δαπανῶν, ἄλλως τῆς καταργήσεως τῆς Κυβερνήσεως, σήμερον παίζει τὸ διπλὸ παιγνίδι τοῦ ἀντιπολιτεύεσθαι καὶ ἐπικρίνων καὶ ἐλέγχων τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι συνυπεύθυνος.
§65Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπλῶς καὶ μόνον λέγω, ὅ,τι πιστεύω καὶ εἶμαι εἰλικρινής. Δὲν διαπράττω αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγεται «τακτική».
§66Η. ΗΛΙΟΥ. Εἰλικρινὴς εἶσθε, συνεπὴς δὲν εἶσθε.
§67Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὑμᾶς, πιθανὸν ὄχι. Ὅμως προτιμῶ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, παρὰ ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶν καὶ ψυχρῶν σχημάτων συνεπής, ὡς εἶναι πάντοτε οἱ κομμουνισταί.
§68Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως, τῆς ἀξιοπροσέκτου, τοῦ κ. Πιπινέλη, θέλω νὰ θίξω δύο σημεῖα. Εἰς τὸ ἕνα διὰ νὰ συμφωνήσω μαζί του καὶ εἰς τὸ ἄλλο διὰ νὰ διαφωνήσω ἀπολύτως. Διαφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν θέσιν τοῦ κ. Πιπινέλη, ὅτι ἐκ τῆς ρεαλιστικῆς ἀναγνωρίσεως ὑπάρχει μία στυγνὴ πραγματικότης εἰς ἕνα πλανήτην τοποθετημένη, οὕτως ἢ ἄλλως. Ἡ παρουσία ἰσχυρῶν συμφερόντων τῶν μεγάλων θὰ ἔπρεπε, κατὰ κάποιον τρόπον νὰ ὁδηγήσῃ εἰς μίαν στατικὴν ἀντίληψιν τῆς ἱστορίας, εἰς μίαν ὑποταγήν, εἰς μίαν ἀπόκρουσιν κάθε συναισθηματικῆς ἀντιδράσεως τῶν λαῶν, ὡς ὑποαναπτύκτων. Αὐτοὶ εἶναι περίπου οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους μετεχειρίσθη. Ἐάν, ὅμως, κάνωμεν μίαν ἁπλῆν παρατήρησιν, τῶν μεταβολῶν ποὺ ἔγιναν εἰς τὸν πλανήτην μας, τὰ τελευταῖα ἔτη, ἰδίως εἰς τὸν τομέα τὸν σχετιζόμενον μὲ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, ἰδίως εἰς τὸν τομέα τῆς χειραφετήσεως τῶν ἐξηρτημένων ἀποικιοκρατικῶν λαῶν, θὰ ἴδωμεν, ἀπὸ Ἰνδοκίνας καὶ Ἀλγερίας καὶ Ἀγγλικῶν κτήσεων, μέχρι Κούβας, τὴν παρουσίαν ἰσχυρῶν ἀποικιοκρατικῶν συμφερόντων τῶν μεγαλυτέρων δυνάμεων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον καὶ κινητήριος δύναμις τοῦ δυναμισμοῦ τῆς ἱστορίας, ὁ ὁποῖος κατευθύνεται σύμφωνα μὲ νόμους ἀδηρίτους, δὲν ἦτο ἡ ἄγνοια τοῦ συναισθήματος, ἀλλὰ τὸ συναίσθημα τῆς ἀγάπης πρὸς τὰς ἐλευθερίας τῶν λαῶν. Ἑπομένως ἡ ὑποταγὴ εἰς τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὑπάρχουν μεγάλα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουν τὰς λύσεις, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ στατικὴν ἀντίληψιν, δὲν ἐκτιμᾷ τὸν δυναμισμὸν καὶ τὴν πορείαν τῆς ἱστορίας καὶ δὲν συμφωνῶ. Πῶς θὰ ἠμπορέσω νὰ διαφωνήσω ὅμως μὲ τὴν ἄλλην ἄποψιν τοῦ κ. Πιπινέλη; Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι διὰ νὰ ἐπιτευχθοῦν αἱ λύσεις πρέπει αἱ μικραὶ ἰδίᾳ χῶραι νὰ εἶναι εἰς θέσιν κάποτε καὶ νὰ συμπλέουν. Ἀλλὰ διὰ νὰ συμπλέουν πρέπει νὰ ἔχουν τὴν ἀδέσμευτον ἐλευθερίαν, νὰ δύνανται νὰ χαράξουν ἰδίαν γραμμὴν πλεύσεως, καὶ τοῦτο μόνον αἱ χῶραι αἱ ἀδέσμευτοι ἠμποροῦν νὰ ἐπιτύχουν καὶ ὄχι αἱ χῶραι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἁπλῶς δεσμευμέναι ἀλλὰ ἀπολύτως δέσμιοι. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διαφορᾶς τῆς ἐκτιμήσεώς μας, περὶ τῆς δεούσης διεθνοῦς ἐντάξεως τῆς χώρας μας μὲ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν προσάπτει ὁ κ. Πιπινέλης ἐκφράζων ὄχι μόνον τὰς ἰδικάς του, ἀλλὰ καὶ εὐρυτέρας ἀπόψεις τῆς παρατάξεώς του.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§70Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, παρετήρησε τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐν τῇ δευτερολογίᾳ του, ἦτο δικανικὸς καὶ παρετήρησε χωρὶς λόγον τὴν ἀγόρευσίν του. Θὰ διαφωνήσω. Νομίζω, ὅτι ἡ σημερινὴ συνεδρίασις ἐγένετο διὰ τὴν δευτερολογίαν καὶ ὄχι διὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν δηλώσεών του. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντικρούων ἐμὲ καὶ ἄλλους ρήτορας, ὑπέπεσεν εἰς μίαν πρώτην ἀντίφασιν. Εἶπεν, ὅτι ἐθεώρησε καθῆκον του μόλις ἐπανῆλθεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, νὰ ζητήσῃ νὰ ἐνημερώσῃ τὴν Βουλήν, διὰ νὰ γνωρίζῃ τὰ ὅσα συνέβησαν. Εἶπεν ἐπὶ λέξει: Νὰ προβῇ εἰς ἐπαρκῆ κατατοπισμὸν τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον ἐγώ, ἀπαντῶν εἰς τὰς ἀνακοινώσεις του, ὅτι δὲν εἶδον τὶ νέον στοιχεῖον προσεκόμισε. Καὶ οὔτε εἶδον εἰς τὴν δευτερολογίαν νὰ προσκομίσῃ νεώτερα στοιχεῖα, οὔτε εἰς πληροφορίας, οὔτε εἰς κρίσεις. Ἐὰν πράγματι προσεκόμιζε βεβαίως θὰ ἦτο δικαιολογημένον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ σᾶς ἔδωσα στοιχεῖα ποὺ δὲν ἀνεκοινώθησαν διὰ τῶν ἐφημερίδων. Ὅσον ὅμως λεπτομερῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην ἔρευναν ἂν κάμετε τῶν ὅσων εἶπε, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν προσεκόμισε νέα στοιχεῖα. Ποῦ λοιπὸν ἡ ἐπαρκὴς ἐνημέρωσις; Ἔπειτα ἐμμέσως, στρεφόμενος, ὄχι τόσον νομίζω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκπρόσωπον τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὅσον πρὸς ἐμέ, ὁ ὁποῖος ὡμίλησα εἰδικώτερον περὶ τῶν φακέλλων εἶπον: Τί ἀνάγκη οἱ φάκελλοι; Ὄχι δά, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν. Οἱ φάκελλοι ἀποδεικνύουν τὸν χειρισμόν, ὄχι τὰ δημόσια κείμενα, ἀπὸ τοὺς φακέλλους θὰ ἴδωμεν ἔστω καὶ κατὰ τὸν βραχὺ χρόνον ποὺ εἶσθε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, πῶς ἐνεργήσατε, θὰ τὸ συνδέσωμεν μὲ ἐνεργείας προηγουμένας διὰ νὰ κρίνωμεν τὸ ἐπιτευχθὲν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὑπό τινων ἀρνητικῶς πολὺ σημαντικόν. Ὅτι δηλαδή, ἀπεφύγαμεν τὸ χειρότερον. Μὴ χειρότερα! Δόξα σοι ὁ Θεός. Ἀπεφύγαμεν τὴν καταστροφήν! Ἔτσι περίπου τὸ εἶπον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ. Διὰ νὰ ἠμποροῦμεν νὰ γνωρίζωμεν καθεὶς τὶ κάμνει διὰ νὰ τοῦ ἀπονέμωμεν ἔπαινον ἢ νὰ καταλογίζωμεν εὐθύνας. Κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὰ ἐξωτερικὰ θέματα ἡ γνῶσις τῶν φακέλλων εἶναι ἀπαραίτητος διὰ νὰ μὴ ἀδικηθῇ κανεὶς καὶ νὰ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον. Ἀλλὰ προϋπόθεσις συζητήσεων διπλωματικῶν δημοσίᾳ ἢ ἰδιαιτέρως εἶναι ἡ γνῶσις τῶν στοιχείων. Δεύτερον σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαντήσω εἶναι, ὅτι ἐν τῇ δευτερολογίᾳ του ὁ κ. Ὑπουργὸς πάλιν δικαιώνει ἐμέ, κυρίως ἐμέ, ἐν τῇ ἐπιδιώξει νὰ ἐξηγήσω κατὰ ὅσον δύναμαι ἐμφαντικώτερον, ὅτι πράγματι δὲν ἐθριαμβολόγησεν. Ἔ! Λοιπόν, ἡ δευτερολογία εἶναι εἰς τὸν ἀνώτατον βαθμὸν ὑπέρτασις τῆς προσπαθείας τοῦ πρώτου του λόγου διὰ θριαμβολογίαν. Κάθε ἀπάντησις εἰς ἡμᾶς εἶναι φράσις θριαμβολογίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίφασις. Ὅπως καὶ ἄλλη, τρίτη ἀντίφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο νὰ λέγῃ συνεχῶς, ὅτι εἶναι ρεαλιστὴς καὶ νὰ ἐπικαλῆται ρωμαντικὰ ἐπιχειρήματα. Διότι, τὰ περὶ τῶν μικρῶν κρατῶν, τὰ περὶ δικαίου καὶ ἠθικῆς τὰ ἔλεγε καὶ ὁ κ. Παπανδρέου. Καὶ τοῦ ἀπήντησα τότε, ὅτι δυστυχῶς ἡ ἱστορία διδάσκει, ὅτι μὲ μόνον τὸ δίκαιον δὲν κερδίζονται οἱ ἀγῶνες τῶν ἐθνῶν. Ἀκόμη καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπεν, ὅτι ὑπόσχεται τὴν δικαίωσιν μετὰ θάνατον. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο τὸ δίκαιον νὰ κυριαρχῇ, τελείως διαφορετικὴ θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος. Δι’ αὐτό, ἐγὼ τοὐλάχιστον, διδαχθεὶς ἀπὸ τὴν ἱστορίαν, ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐπείσθην, ὅτι τὸ κύριον στοιχεῖον ἀγῶνος εἶναι νὰ ἔχῃς νύχια νὰ ξύνεσαι. Νὰ εἶσαι καὶ ὁ ἴδιος ἰσχυρὸς καὶ νὰ ἀποβλέπῃς εἰς ἰσχυροὺς συνδυασμούς.
§71Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ γρατζουνᾶς.
§72Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Πολὺ εὐχάριστος ἡ παρεμβολὴ διὰ νὰ δοθῇ συμπαθέστερος τόνος καὶ ὄχι τόνος ἀντιδικίας εἰς τὴν συζήτησιν. Καὶ δι’ αὐτὸ σπεύδω κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ κύριον σημεῖον, τὸ ὁποῖον μὲ ἀφορᾷ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, μὲ κομψὸν χαρακτηρισμόν, ὅτι ἐὰν ἐπιμείνω εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτό, τὸ ἀρνητικῶς θεωρούμενον ὡς ἐπιτυχές, ἀπομακρύνει τὴν ἕνωσιν, τότε παραλογίζομαι! Εὔχομαι τὰ πράγματα νὰ μὲ ἀποδείξουν παραλογιζόμενον. Ἀλλὰ δὲν θὰ μὲ ἀποδείξουν. Ὅταν σεῖς, ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος διάδοχός σας, θελήσῃ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συνεννόησιν βάσει τῶν πλαισίων αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία παραπέμπει στὴν ἀρχικὴν ἀπόφασιν τῆς 4ης Μαρτίου 1964, θὰ μὲ ἐνθυμηθῆτε. Ἐκτὸς φυσικὰ ἐὰν τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ ἰδανικοῦ, θὰ εἶναι ἡ δεσμευμένη ἀνεξαρτησία καὶ ὄχι ἡ Ἕνωσις. Ὅσοι δὲ σήμερον ὁμιλοῦν περὶ ἑνώσεως, νομίζω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ βλέπουν τοῦτο ὡς τελευταῖον ἁπλῶς σκοπόν. Τότε ἡ Ἕνωσις θὰ ἐκινδύνευε νὰ ἀποβῇ μεγάλη ἰδέα. Ὅταν λέγω ἕνωσιν, ὄχι ἁπλῶς κάποτε, ἀλλὰ ἕνωσιν ὡς ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τοῦ ἀμέσου μέλλοντος, ὄχι τοῦ ἀπωτάτου ἢ ἐνδεχομένως τῆς ἑπομένης γενεᾶς! Καὶ θὰ μὲ δικαιώσετε, κ. Ἀντιπρόεδρε, διότι ἔχω δίκαιον. Καὶ σᾶς συγχωρῶ τὴν φράσιν τοῦ παραλογισμοῦ, μόνον δι’ ἕνα λόγον, διότι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἔχετε τὴν εὐχέρειαν νὰ μεταβάλλετε ἀπόψεις. Ἐλπίζω λοιπόν, ὅτι κάποτε θὰ μεταβάλετε καὶ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτόν.
§73Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Φοβοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν δὲν ἔχει παρακολουθήσει καμμίαν ἀγόρευσίν μου. Διότι, οὐδέποτε ἔχω ἀλλάξει ἐκεῖνα ποὺ εἶπα καὶ ἰδίως ὅταν ὁμιλῶ περὶ θεμάτων ἐθνικῶν, εἰς τὰ ὁποῖα διετήρησα ἀνέκαθεν μίαν γραμμήν, τὴν ὁποίαν γνωρίζει. Θὰ τοῦ στείλω ὅλα μου τὰ κείμενα διὰ νὰ ἴδῃ τὶ ἔχω εἴπει ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ καὶ τὶ ἔχω εἴπει ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ κατηγορήθην ὡς μὴ ρεαλιστὴς θὰ εἴπω: Συζητοῦμεν ἐδῶ περὶ ἑνὸς κειμένου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, δικαιῶνον τὴν Κυπριακὴν προσφυγήν, τὴν ὁποίαν καὶ μόνον ἐπῆγεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ὑποστηρίξῃ. Τὸ ὅτι τὸ κείμενον αὐτὸ ἐψηφίσθη ἀπαράλλακτον ἀπὸ τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν, ἀποτελεῖ τὴν νίκην ἔναντι τῶν ἀντιπάλων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον ἄλλο κείμενον. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον περιωρίσθη ἡ θριαμβολογία.
§74Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Καὶ λέγω ἐγὼ «ἄνθρακες ὁ θησαυρός».
§75Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἡ δὲ ὑπογράμμισις ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, τοῦ ἀρνητικοῦ χαρακτῆρος ἔστω τοῦ κέρδους, αὐτὸ ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ ἐκεῖνο ποὺ εἶπεν ἐν συνεχείᾳ τὸ ὅτι ἐγὼ τὸ θεωρῶ θετικὸν κέρδος. Κέρδος, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐνίκησεν ἡ Ἑλληνο–Κυπριακὴ πλευρὰ καὶ ὄχι ἡ Τουρκική. Ἐπὶ οὐδενὸς ἄλλου θέματος ἐθριαμβολόγησεν ἡ Κυβέρνησις. Οὔτε εἶπεν, ὅτι ἔλυσε τὸ Κυπριακὸ θέμα, οὔτε εἶπεν, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ διὰ τὸ μέλλον τὴν λύσιν. Ἐὰν ἐπροσέχατε τὸ τέρμα τοῦ λόγου μου, θὰ ἐβλέπατε, ὅτι εἶπον, ὅτι εἰς τὴν νέαν φάσιν δὲν θεωρῶ ὥριμον τὴν συζήτησιν τὴν δημοσίαν, ἀκριβῶς, διότι ἐν ὄψει τῶν νέων στοιχείων, τὰ ὁποῖα προκύπτουν μετὰ τὴν ἀπόφασιν, εἶναι πράγματι ἡ συζήτησις ἐπικίνδυνος καὶ ματαία. Ἐπικίνδυνος μὲν δημοσία, ματαία δὲ διότι, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ χαράξῃ γραμμὴν ἐντὸς 5 λεπτῶν τῆς ὥρας, τὴν ὁποίαν καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἴτε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, εἴτε εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Περιορίζεται, λοιπόν, ἐκεῖ ἡ συζήτησις.
§76Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἀκριβῶς, καὶ αὐτὸ τὸ στοιχεῖον τῆς τελευταίας παρατηρήσεως ἀποτελεῖ τὴν ἀντίφασιν. Σεῖς ὁμιλεῖτε διὰ γεγονότα ποὺ ἔλαβον χώραν μετὰ τὴν ἀπόφασιν. Ἐγὼ τὰ θεωρῶ συνάρτησιν τῆς ἀποφάσεως.
§77Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τοῦτο δὲν σημαίνει νέα στοιχεῖα, ἀλλὰ νέαν φάσιν, στοιχεῖον τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἀπόφασις.
§78Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Συνάρτησις ὅλων εἶναι ἡ δυσμενὴς ἐμπλοκή. Πέραν τούτου, ἐπειδὴ εἴπατε, ὅτι σᾶς κατηγόρησα διὰ τὴν θριαμβολογίαν. Κύριε Ἀντιπρόεδρε, λησμονεῖτε, ὅτι ὑπάρχει ἐπισημότατον κείμενον, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ἐπὶ λέξει «ἐφθάσαμεν εἰς αἴσιον πέρας». Τί σημαίνει αὐτό;
§79Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Αὐτὸ δὲν τὸ εἶπον ποτέ. Πρόκειται διὰ τὸ αἴσιον πέρας τῆς συζητήσεως τῆς συνελεύσεως, ἐὰν ἐλέχθη. Δὲν τὸ γνωρίζω, διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν δήλωσιν αὐτήν. Δὲν εἶναι ἰδική μου.
§80Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δήλωσις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πράγματι ἐξένισεν ὅλους μας.
§81Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω, διότι δὲν τὴν γνωρίζω. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῇ περὶ πέρατος τοῦ θέματος;
§82Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι δίδετε ἐπιχειρήματα εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἐκάματε δικανικὸν λόγον. Εἰς οἱονδήποτε κείμενον δύνασθε νὰ δώσετε οἱανδήποτε ἑρμηνείαν. Ὅταν αἱ ἐφημερίδες μὲ πηχυαίους τίτλους πανηγυρίζουν. Ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δηλώνῃ ἐπισήμως, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς αἴσιον πέρας, διερωτᾶται τις; Ποῖον αἴσιον πέρας;
§83Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Περὶ συγκεκριμένης μάχης ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἴσιον πέρας.
§84Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τοῦ Κυπριακοῦ;
§85Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Εἶναι ἀδύνατον καὶ θὰ ἦτο παράφρων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἔληξε τὸ Κυπριακόν. Ἐὰν ὑπάρχῃ λάθος εἰς τὴν διατύπωσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσετε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐννοοῦσεν αὐτό.
§86Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς παραμερίσωμεν καὶ παραφροσύνας καὶ παραλογισμοὺς διὰ νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις, ἡ ὁποία νὰ μὴ προκαλῇ ὀξύτητα.
§87Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Πιστεύετε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς αἴσιον πέρας τοῦ Κυπριακοῦ;
§88Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ραδιόφωνον τὸ ἤκουσα καὶ ἐγὼ ὄχι ἅπαξ, ἀλλὰ δίς, τρίς, τετράκις. Διότι, καὶ τὴν ἑπομένην ἠκούσθη. Ἦτο λάθος διατυπώσεως.
§89Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ ἐδῶ θὰ τερματίσω τὴν ὑπόθεσιν, διότι εἰλικρινῶς σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θέλω νὰ δώσω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἀντιδικῶ μαζί σας. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν ἔχω τὴν διάθεσιν νὰ κάμω ἀντιδικίαν.
§90Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Τὴν κάμνετε χωρὶς διάθεσιν.
§91Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Σεῖς τὴν κάμνετε. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὴν κάμνετε θὰ ἔχετε ἀνταπάντησιν. Ὑπῆρξεν ἀτύχημα ἡ φράσις περὶ «αἰσίου πέρατος». Ὑπάρχει καὶ κείμενον. Εἶναι γεγονός, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ σεῖς καὶ ἐγὼ δὲν στερούμεθα τῆς ἱκανότητος νὰ δίδωμεν ἑρμηνείας. Δὲν λέγω νὰ κάνωμεν τὸν ἥσσονα λόγον κρείττονα. Ἀλλὰ αἱ φράσεις, τὰς ὁποίας εἴπετε καὶ ὅλη ἡ προσπάθεια, ἔδιδον εἰς ὅλους ἡμᾶς τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι θριαμβολογεῖτε. Καθ’ ὑμᾶς μὲν διὰ κάποιαν ἐπιτυχίαν, δι’ ἐμὲ δὲ δι’ ἄνθρακος. Ἄνθρακες ὁ θησαυρός. Καὶ μάλιστα ἐπισημαίνω, ὅτι εἴχομεν ἀρχῆθεν περιπλοκὰς εἰς τὸ Κυπριακὸν ἀπὸ ἀπόψεως τακτικῆς ἀκολουθήσαντες τὴν ἀτυχεστέραν διαδικασίαν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον σταματῶ διὰ σήμερον.
§92Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, δὲν ἐπιθυμῶ ἐγὼ τὴν ἀντιδικίαν, τὴν ὁποίαν κάμνετε ἄνευ διαθέσεως. Ἐγὼ δὲν τὴν κάμνω οὔτε μὲ διάθεσιν, οὔτε ἄνευ διαθέσεως. Ἀντεδίκησα ἀρκετὰ μὲ τὸν Τοῦρκον συνάδελφόν μου εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν καὶ νομίζω, ὅτι εἶχα ὑποχρέωσιν τὸ ἀποτέλεσμα νὰ τὸ ἐξάρω. Διότι, τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ἐπιτυχία, ὄχι ἐμοῦ προσωπικῶς, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ ὀλίγου χρόνου, ἀλλὰ ἦτο ἐπιτυχία Ἑλλάδος καὶ Κύπρου ποὺ κατώρθωσα νὰ περάσω αὐτὸ τὸ κείμενον τῆς Κυπριακῆς προσφυγῆς. Ἑπομένως οὔτε πέρας τοῦ Κυπριακοῦ ἐπῆλθεν, οὔτε χειροτέρευσις τῆς καταστάσεως. Ἀντιθέτως ἔχω δικαίωμα νὰ ἐκτιμῶ, ὅτι μία τοιαύτη ἀπόφασις εἶναι ἀπολύτως ἐνισχυτικὴ εἰς τὴν περαιτέρω πορείαν τοῦ Κυπριακοῦ, τοῦ ὁποίου τὰς δυσχερείας δὲν παραγνωρίζω.
§93Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐκφέρετε γνώμην, ὄχι νὰ χαρακτηρίζετε. Ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε, ὅτι θὰ πᾶμε καλλίτερα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐγὼ νὰ λέγω, ὅτι θὰ πᾶμε χειρότερα. Τὸ νὰ χαρακτηρίζετε, ὅμως, τὴν ἰδικήν μου γνώμην παραλογισμὸν καὶ τὴν ἰδικήν σας εὐφυΐαν, αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον.
§94Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐκεῖ ὑπάρχει παρεξήγησις. Διότι, ἐγὼ εἶπα περὶ νομικοῦ παραλογισμοῦ. Τὸ ἀποσύρω. Παρακαλῶ σεῖς νὰ μὴ ἀποσύρετε τὴν τελευταίαν σας φράσιν.
§95Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ποίαν ἀπ’ ὅλας;
§96Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὅτι συνηθίζω νὰ ἀνακαλῶ ὅσα λέγω.
§97Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν θὰ τὸ ἀποσύρω, διότι δὲν ἀφεώρα αὐτὴν τὴν συζήτησιν τοῦ Κυπριακοῦ, ἀλλὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἑκάστοτε χειρίζεσθε τὰ πολιτικὰ θέματα.
§98Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, ἂν τὰ Κοινοβούλια ἵστανται εἰς τὸ ὕψος των, εἶναι διότι ἀποφεύγουν κυρίως τὰς προσωπικὰς παρατηρήσεις μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Διότι, τότε ἡ προσωπικὴ παρατήρησις ἐνέχει βαρυτάτην σημασίαν καὶ ἔχει πολλὰς φορὰς βαρύτατα ἀποτελέσματα. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κοινοβούλιον μὲ προσωπικὰς παρατηρήσεις. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ἰδικῆς σας πολιτείας, διότι ἂν ἀρχίσω νὰ λέγω τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ἰδικῆς σας καὶ τῆς ἰδικῆς μου τακτικῆς, ἀπὸ ἐκεῖ καὶ κάτω δὲν νομίζω, ὅτι συντείνομεν οὔτε εἰς τὴν πολὺ καλὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, οὔτε εἰς τὴν καλὴν πορείαν τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας. Δι’ αὐτό, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, ἐγὼ μὲν δὲν πρόκειται νὰ κάμω καμμίαν προσωπικὴν παρατήρησιν δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ παρακαλῶ καὶ σεῖς νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας διὰ τὸ μέλλον, ὅτι αἱ προσωπικαὶ παρατηρήσεις εἶναι ὅ,τι χειρότερον ὑπάρχει διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ὅλα ἐπιτρέπονται εἰς τὸ Κοινοβούλιον, πλὴν τῶν προσωπικῶν παρατηρήσεων.
§99Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μοῦ κάμνετε συστάσεις ἢ ὑποδείξεις. Ἂν θέλετε νὰ μονολογῆτε, εἶσθε ἐλεύθερος. Ἐγὼ ὅμως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, οὐδέποτε, οὐδένα ἔχω θίξει, ὄχι ἐκμεταλλευόμενος τὴν ἰδιότητά μου ὡς ἀρχηγοῦ, ἀλλὰ οὔτε κἂν ὡς ἁπλοῦς βουλευτής. Ἀλλ’ οὐδέποτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἤκουσα τὸν χαρακτηρισμὸν περὶ παραλογισμοῦ. Ἀλλ’ ἀπεσύρθη ἡ φράσις καὶ ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις.
§100Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Καὶ τὸν χαρακτηρισμόν μου ἐγὼ τὸν ἀπέσυρα, σεῖς ὅμως ἐπιμένετε εἰς τὴν προσωπικήν σας παρατήρησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά μας, ἐνῷ ἐγὼ ὡμίλησα περὶ νομικοῦ παραλογισμοῦ καὶ δὲν ἔκαμα προσωπικὰς παρατηρήσεις, δὲν σᾶς εἶπα παράλογα. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ θέμα τῆς ἑνώσεως. Ἐπιμένετε, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἀπομακρύνει τὴν ἕνωσιν. Δὲν τὸ νομίζω παραλογισμόν. Φοβοῦμαι, ὅτι συγχέετε τὸ κείμενον μὲ τὴν ἀντικειμενικὴν πραγματικότητα. Τὸ κείμενον δὲν ἐμποδίζει οὔτε τὴν ἕνωσιν, οὔτε τίποτε, ἀλλὰ ἡ ἀντικειμενικὴ πραγματικότης πρέπει νὰ μᾶς κάμῃ ὅλους νὰ φανταζώμεθα, ὅτι ἡ ἕνωσις εἶναι θέμα διαδικασίας. Ἡ ἕνωσις θέλει ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος θὰ περάσῃ ἀπὸ πολλὰς φάσεις. Τὸ κείμενον δὲν ἀποτελεῖ ἐμπόδιον. Δὲν ἀποκλείει τὴν ἕνωσιν προκειμένου ὅμως περὶ τῆς ἀντικειμενικῆς πραγματικότητος, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θὰ πρέπει κάποτε νὰ τὴν ἐκτιμήσωμεν πρῶτα ἔξω τῆς αἰθούσης καὶ ἔπειτα ἐὰν χρειασθῇ ἐντὸς τῆς αἰθούσης.
§101Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν τοποθέτησιν ποὺ κάνετε τώρα, σᾶς παρακολουθῶ καὶ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον σᾶς λέγω, ὅτι ἀκριβῶς ἀναλόγως τοῦ στόχου, τὸν ὁποῖον καθορίζει κανείς, κρίνει τὰ ἑκάστοτε διάφορα ἐπιτεύγματα. Ἐγὼ ἀνέκαθεν δὲν τὸ ἀπέκρυψα. Ἔθεσα εὐθέως στόχον τῆς πολιτικῆς μου τὴν ἕνωσιν. Εἶμαι, λοιπόν, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἐλεύθερος νὰ κρίνω κάθε ἐνδεχόμενον ἐπίτευγμα καὶ νὰ προβάλω αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγὼ βλέπω ὡς τελικὸν σκοπόν. Χαρακτηρίζω λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν καὶ λέγω, ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὄχι μόνον δὲν προωθεῖ τὴν ἕνωσιν, ἀλλὰ τὴν δυσχεραίνει. Σεῖς λέγετε τὸ ἀντίθετον. Αὐτὸ εἶναι ὅλον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοτόκης, ἔχει τὸν λόγον.
§103Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἠθέλησα, κ. βουλευταί νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ μεγάλου Ἐθνικοῦ θέματος τῆς Κύπρου, διότι μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν καὶ τὰς διαφόρους διακοπὰς νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἀχθῶμεν ἀνέτως εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα συμπεράσματα θὰ εἶναι χρήσιμα κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν. Ἐκφράζω τὴν προσωπικήν μου ἀποκλειστικῶς γνώμην, νομίζω, ὅμως πὼς ἡ ἀποψινὴ συζήτησις δὲν ὑπῆρξε μόνον ἄκαιρος, ὑπῆρξε καὶ ἐπιβλαβὴς καὶ θὰ ἐξηγήσω ἀμφότερα. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἠθέλησε νὰ ἐνημερώσῃ τὸ Κοινοβούλιον. Κάθε ἄλλο. Ἐγὼ πιστεύω ἀπολύτως καὶ τὸ λέγω αὐτό, ἔχων μακρὰν διακονίαν εἰς τὸν δημόσιον βίον, εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ θὰ εἶμαι ὁ τελευταῖος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέκρινε τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον, διότι ἠθέλησε νὰ ἐνημερώσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ποῦ ὑπάρχει ἡ διαφορά μας; Ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐνημερώσεως. Καὶ ἐκεῖ θεωρῶ, ὅτι ὑπάρχει τὸ ἄκαιρον καὶ θὰ ἐξηγήσω διατί. Ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνεται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην πρὸς ὑμᾶς, ἔχει κάποιαν πεῖραν τῆς μεγάλης δυσχερείας τοῦ μεγάλου Ἐθνικοῦ θέματος καὶ γνωρίζουν ὅλοι καὶ ὅσοι δὲν τὸ ἐνθυμοῦνται, τὸ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην των, ὅτι ὅταν ἐγὼ εἶχον τὴν εὐθύνην νὰ διαχειρίζωμαι τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὑπεστήριξα καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νὰ προωθηθῇ τὸ μέγα Ἐθνικὸν θέμα, εἰμὴ διὰ διαπραγματεύσεων καὶ σταδιακῶς. Ἡ πολιτική μας αὐτὴ ὑπῆρξεν ἀντικείμενον μεγάλης κριτικῆς. Ἐθεωρήθη μάλιστα, ὅτι ἀπετέλει ἐθνικὴν μειοδοσίαν. Ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς διὰ τὴν πολιτικήν μου αὐτὴν μὲ ἀπεκάλεσαν «προδότην». Καὶ εἶπον, τότε, ὅτι κάποτε θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰς ἐθνικάς μου ὑπηρεσίας ἐπὶ τοῦ θέματος. Καὶ αἰσθάνομαι ἐξαιρετικὴν ἱκανοποίησιν, ὅτι ἔκτοτε ἐπέρασε μία 10ετία, ἡ ὁποία ὑπεγράμμισε καὶ ἀπέδειξε τὸ πόσον εἶχον δίκαιον, ὅταν ὑπεστήριζον, ὅτι μόνον διὰ διαπραγματεύσεων εἶναι δυνατὸν νὰ προωθηθῇ, σταδιακῶς, τὸ θέμα. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, δὲν εἶναι τίποτε. Εἶναι κάτι. Τί εἶναι; Εἶναι βέβαιον, ὅτι εἶναι καλυτέρα ἀπὸ ὅ,τι ἠδύνατο νὰ εἶναι, καὶ ἀποτελεῖ κέρδος καὶ πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ. Ἀλλά, τί συνέβη ἀκόμη μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν; Ὑπογραμμίζει διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, μαζὶ μὲ ἄλλας προηγουμένας ἀποφάσεις, διεθνῶν ὀργανισμῶν, ὅτι θὰ πρέπῃ νὰ ὑπάρξῃ συμπεφωνημένη λύσις διὰ τὴν προώθησιν τοῦ Κυπριακοῦ. Καὶ συμπεφωνημένη λύσις, κ. συνάδελφε, σημαίνει διαπραγματεύσεις. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συμπεφωνημένη λύσις, χωρὶς νὰ ὑπάρξουν διαπραγματεύσεις, εἴτε μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων εὐθέως, εἴτε καὶ δι’ ἄλλου τρόπου. Διαπραγματεύσεις, ὅμως, θὰ γίνουν διὰ νὰ ὑπάρξῃ συμπεφωνημένη λύσις, αὐτὸ εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως καὶ εἶναι καὶ φυσικόν. Διατί; Διότι ἄλλη μέθοδος, ἐκτὸς τῶν διαπραγματεύσεων, διὰ τὸν χειρισμὸν αὐτῶν τῶν θεμάτων, θὰ ἦτο ὁ πόλεμος. Καὶ εἶναι καθολικῶς δεδομένον, ὅτι ὁ πόλεμος, ὄχι μόνον ἀποτελεῖ παραφροσύνην, ἀλλὰ εἶναι ἐκτὸς πάσης Ἑλληνικῆς τοὐλάχιστον σκέψεως. Ἔχομεν, λοιπόν, ἐν ὄψει διαπραγματεύσεις, καὶ αἱ διαπραγματεύσεις αὗται συνιστῶνται εἰς τὴν Ἑλλην. Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἐνδιαφερόμενα μέρη, δηλαδὴ εἰς τὴν Κυπριακὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Τουρκικήν. Εὑρίσκεται, ἑπομένως, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὡς δικηγόρος ὑπερασπίσεως τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, μὲ ὅλην της τὴν ψυχήν, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συμμετάσχῃ διαπραγματεύσεων. Ὅταν πρόκειται, ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, νὰ εἶναι δεδομένη καὶ ἐπερχομένη μία διεθνὴς διαπραγμάτευσις, φρόνιμον τοὐλάχιστον εἶναι, νὰ μὴ γίνεται πρόωρος συζήτησις εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅπου τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα τηροῦνται, δὲν ἀναγιγνώσκονται μόνον ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ ἀναγιγνώσκονται μὲ ἰδιάζουσαν προσοχὴν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι οἱ ἀντισυμβαλλόμενοι, οἱ ἀπέναντί μας διαπραγματευόμενοι, δηλαδὴ οἱ ἀντιδικοῦντες μὲ ἡμᾶς. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, λοιπόν, αὐτήν, φρονῶ, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ συζήτησις ἄκαιρος. Ἀλλὰ εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ, ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἐπιβλαβὴς καὶ ἐξηγοῦμαι: Ἀξιότιμε κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μίαν μόνην δικαιολογίαν θὰ εἴχατε νὰ κάνετε τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, ἀπόψε, ἐνώπιον τῶν διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, συνιστῶνται καὶ ἐπέρχονται. Θὰ εἴχατε, κατὰ τὴν πολιτικήν σας ἐκτίμησιν, ὡς πεπειραμένος κοινοβουλευτικός, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως, θὰ ἐξήρχεσθο ἐνισχυμένος διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐν ὄψει διαπραγματεύσεων αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω, τί σκέπτεσθε, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ἐγὼ λυποῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι αἰσθάνομαι, ὅτι ἐξήλθατε πλέον ἀδύνατος ἐκ τῆς ἀποψινῆς συζητήσεως, καὶ τοῦτο διότι, ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, διὰ πολλοστὴν φορὰν τὸ μέγα ἐθνικὸν θέμα, ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον καὶ ἐσωτερικῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, ἂν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Κ., κατὰ τὴν δευτερολογίαν του καὶ τὴν τριτολογίαν του, ἠθέλησε νὰ διασκεδάσῃ τὴν πρώτην ἐντύπωσιν. Ἡ τοποθέτησις τῆς Ε.Κ., ὡς τὴν ἐξεδήλωσεν ὁ εἰδικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Κ., ἦτο, ὅτι δὲν σᾶς ἐμπιστεύεται ἡ Ε.Κ., ὡς Κυβέρνησιν, διὰ νὰ κάνετε τὸν χειρισμὸν τοῦ μεγάλου τούτου θέματος καί ἑπομένως, ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκπροσωπούμενον ἀπὸ τὴν Ἕνωσιν Κέντρου, δὲν σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε διὰ λογαριασμὸν τοῦ συνόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν θὰ πᾶτε νὰ διαπραγματευθῆτε μὲ τοὺς ἀντιδίκους. Ἀντιληφθεὶς τοῦτο, ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Κ., ἠθέλησε νὰ διασκεδάσῃ κατά τινα τρόπον τὴν συνέπειαν ταύτην, ἀλλὰ ἡ πρώτη ἀγόρευσίς του εἶναι μέσα εἰς τὰ πρακτικά. Ὅθεν καὶ θὰ διαβασθῇ ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὑπῆρξεν ἀκόμη καὶ ἐπιβλαβὴς ἡ ἀποψινὴ συζήτησις. Περαιτέρω ἐδόθη ἡ εὐκαιρία εἰς τὸν ἐκπρόσωπον τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς — συνεπὴς καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἀνέκαθεν τοποθέτησιν, εἰς τὴν οὐσιαστικὴν τοποθέτησιν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος τῆς παρατάξεώς του — νὰ ἀδυνατήσῃ τὴν θέσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἐπερχομένας διαπραγματεύσεις. Αὐτὰ ἐλέχθησαν κατὰ τρόπον σαφῆ, ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως καὶ εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὰ πρακτικά. Καὶ ἐπανέλαβε σήμερον ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, ὅτι ἡ μόνη πολιτική, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὁ ἐθνικὸς σκοπὸς τῆς ἑνώσεως τῆς Κύπρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι νὰ ἀνατρέψωμεν τὰς βασικὰς γραμμὰς τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς, νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸν Δυτικὸν κόσμον καὶ νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν συμμαχίαν τοῦ ΝΑΤΟ. Δὲν θέλω τώρα νὰ ἀντιδικήσω μὲ τὸν ἐκπρόσωπον τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς ἐπὶ τῆς θεωρίας του περὶ τῶν ἀδεσμεύτων χωρῶν, τοῦ κατὰ πόσον δηλαδὴ οἱ ἀδέσμευτοι εἶναι καὶ πράγματι ἀδέσμευτοι. Ταῦτα ὡς ἐὰν σήμερον ἡ διάρθρωσις τῶν συμφερόντων τῶν διαφόρων κρατῶν ποὺ κατευθύνουν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ κόσμου, παρεῖχε περιθώρια νὰ εἶναι πράγματι χῶραι τελείως ἀδέσμευτοι, ὡς ἠθέλησε νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, καὶ ὡς ἐὰν νὰ μὴ γνωρίζωμεν, ὅτι ἰδιαιτέρως μάλιστα, τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸν Ἀνατολικὸν συνασπισμόν, πόρρω ἀπέχουν ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ἀδέσμευτα. Τὸ συμπέρασμα, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, χωρὶς ἐπαναλαμβάνω νὰ θέλῃ κανεὶς νὰ μειώσῃ τὴν ἀρνητικὴν ἀξίαν τῆς ἀποφάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ δώσητε τόσην μεγάλην ἔμφασιν, εἶναι τὸ ἑξῆς: Προσέθεσεν ἡ ἀπόφασις μίαν ἄλλην ἀκόμη, πρόσθετον ὑπογράμμισιν, τοῦ ὅτι τὸ μέγα αὐτὸ ἐθνικὸν θέμα εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ μόνον διὰ διαπραγματεύσεων. Καὶ τοῦτο διὰ πολλοστὴν φοράν. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, θὰ πρέπει καὶ ἡ Ε.Κ. — ἡ Ε.Κ. ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ συνόλου της τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως ἀνήκατε εἰς τὴν Ε.Κ. — νὰ ἐνθυμηθῇ πόσον σφαλερὰ ἦτο ἡ τοποθέτησις, ὅταν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. ὑπεστήριζε τὴν ἄποψιν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἔχῃ διάλογον μετὰ τῶν ἀντιπάλων ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας τοῦ 1964, ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ ἐπιτευχθῇ συμπεφωνημένη λύσις, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι πράξεις διεθνῶν ὀργανισμῶν, συνιστοῦν νὰ ἀκολουθηθῇ αὐτὴ ἡ ὁδός, ἡ ὁποία ἦτο ἐξ ὑπαρχῆς ἡ μόνη δυνατὴ ἀφ’ ἧς ἀπεκλείετο ἐξ ὁρισμοῦ ἡ ἔνοπλος ρῆξις δι’ οὓς λόγους εἶπον προηγουμένως. Καὶ τὸ συμπέρασμα. Τὸ συμπέρασμα, κ. βουλευταί, εἶναι ὅτι ἐὰν θέλωμεν καὶ ὡς δημόσιοι ἄνδρες νὰ εἴμεθα ὀλίγον ἄνθρωποι, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν νὰ ἔχωμεν καὶ ἀνθρώπινα αἰσθήματα καὶ νὰ μὴ μᾶς διευθύνῃ μόνον ὁ κυνικὸς ρεαλισμός, ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε σήμερον νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, δι’ ἐμὲ εἶναι ὁ ἑξῆς, ἀφοῦ εἶναι δεδομένη ἡ κοινοβουλευτική του πεῖρα. Ἐχειρίσθη ἕνα μέγα θέμα. Αὐτὸ τὸ θέμα διῆλθεν ἀπὸ πολλὰς δυσκόλους φάσεις καὶ θὰ διέλθῃ ἀκόμη πάρα πολλὰς δυσκόλους φάσεις. Ἦτο ἀνθρώπινον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπανερχόμενος ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν, ὅπου ἔστω, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν εἶχε καταγάγει ἀρνητικὴν ἐπιτυχίαν, καὶ κατὰ τὴν ἰδικήν του ἐκτίμησιν, θετικὴν τοιαύτην, νὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικοινωνήσῃ μὲ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, διὰ νὰ ἐκθέσῃ ὅ,τι ἐνόμιζεν, ὅτι εἶχεν ἐπιτύχει. Εἶναι ἀνθρώπινον τοῦτο καὶ πρέπει νὰ τοῦ τὸ ἀναγνωρίσωμεν. Ἀλλά, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν αὐτὸ εἶναι ἀνθρώπινον, τὸ ἄλλο ποὺ θὰ σᾶς εἴπω εἶναι καθῆκον σας. Πάρα πολλὲς φορὲς ἡ Ε.Κ. ἐλησμόνησε μίαν βασικὴν ἀρχήν, ὅτι ὅταν κανεὶς χειρίζεται θέματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατάσσῃ τὸν ἀντίπαλον. Δὲν εἶναι ὁ ἀντίπαλος λαός, ὁ ὁποῖος θὰ σεβασθῇ τοὺς νόμους ποὺ τυχὸν θὰ ψηφίσῃ ἡ ἰδική μας Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἀλλὰ διαπραγματευτής, συμβαλλόμενος καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐχθρός. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν θὰ πρέπει νὰ ἐπιδεικνύεται πάντοτε εἰς τὸν χειρισμὸν τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων μείζων προσοχή. Αὐτῆς τῆς μείζονος προσοχῆς δὲν ἐδώσατε ὡς Ε.Κ. δείγματα ἤδη ἀπὸ τὸ 1964 καὶ πρίν. Κατὰ τὸ 1964 ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ θέματος ἐδῶ, εἰς τὴν Βουλήν, προειδοποίησα καὶ πάλιν τόσον τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅσον καὶ τὸν τότε Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργόν, ὅτι θὰ ἔπρεπε μετ’ ἐξαιρετικῆς περισκέψεως νὰ γίνεται ὁ χειρισμὸς τοῦ ὅλου θέματος, διότι δὲν δύνασθε νὰ ἐπιβάλλετε ἀπόψεις ἀπὸ καθ’ ἕδρας εἰς τοὺς ἀντιδίκους μας προκειμένου νὰ προωθήσετε τὸ θέμα. Ὅταν μάλιστα ἐπ’ αὐτοῦ σημειοῦται τοσαύτη μείζων σύγκρουσις διεθνῶν συμφερόντων. Θὰ πᾶτε νὰ συζητήσετε, νὰ διαπραγματευθῆτε καὶ θὰ ἐπιστρατεύσετε ὅλους τοὺς τρόπους ποὺ παρέχει ὁ χειρισμὸς τῶν διπλωματικῶν ζητημάτων καὶ πρὸ παντὸς κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ πρέπει νὰ ἐπιδειχθῇ μεγαλυτέρα προσοχὴ καὶ ὀλιγωτέρα πολυλογία εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν εἰς κρισίμους στιγμάς, ὅπως εἶναι σήμερον.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λύχνος, ἔχει τὸν λόγον.
§105Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίλογος; Τέσσαρες ἀπὸ ἐκεῖ.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγω πόσοι εἶσθε ἐγγεγραμμένοι. Ὁ κ. Λύχνος, ὁ κ. Βασιλᾶτος καὶ ὁ κ. Κουτσοχέρας. Εἶναι θέμα λόγου καὶ ἀντιλόγου;
§107Η. ΗΛΙΟΥ. Λόγος τοῦ θέματος. Σεῖς εἶσθε ὁ τηρητὴς τοῦ Κανονισμοῦ.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρῆτε δὲν εἶναι θέμα ἐπερωτήσεως.
§109Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Λύχνος, ἀλλὰ δὲν δεχόμεθα τὴν ἄποψίν σας.
§110Θ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑφυπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει κάποια παρανόησις. Ἀπόψε ἐπρόκειτο νὰ γίνουν ἀνακοινώσεις τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἠμποροῦσαν νὰ λάβουν τὸν λόγον οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῶν κομμάτων. Νομίζω, ὅτι παρετάθη ἐπὶ πολὺ ἡ συζήτησις.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐφ’ ὅσον ἐδόθη ὁ λόγος εἰς ἕνα βουλευτὴν μὴ ἐκπρόσωπον κόμματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἀρνηθῶ τὸν λόγον.
§112Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε δίκαιον σεῖς καὶ ἔχει ἄδικον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐὰν εἶχε γίνει συμφωνία, ὅτι πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Πρωθυπουργὸς ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ λάβουν θέσιν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἢ ἀνεξάρτητός τις βουλευτὴς τὸ πρᾶγμα τότε θὰ εἶχεν οὕτως: Ἀλλὰ σήμερον εἶναι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Δὲν τὴν εἶδον.
§113Θ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑφυπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἡ Ἡμερησία Διάταξις, κ. Πρόεδρε, ἀναγράφει νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§114Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις χθὲς τὸ πρωΐ ἦτο αὐτή. Δὲν ἐγράφη μόνον. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§115Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντ. Κυβερν.–Ὑπουργ. Ἐξ.). Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει σύγχυσις.
§116Θ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑφυπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἀνακοινώσεις ἐπρόκειτο νὰ γίνουν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικῆς ἐργασίας.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔπραξα, ὅ,τι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος, ὁ κ. Παπασπύρου. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ἤξευρον, ὅτι εἶχε γίνει συνεννόησις ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἠμπορῶ νὰ σταματήσω τὴν συζήτησιν.
§118Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεννόησις δὲν ἔγινε παρὰ χθὲς εἰδοποιήθην καὶ ἐδέχθην ἀμέσως νὰ γίνουν αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον μάλιστα νὰ γίνουν καὶ χθές. Ἀλλὰ δὲν ἔγινε καμμία εἰδικωτέρα συνεννόησις ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Λύχνο.
§120Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρηκολούθησα μὲ μεγάλην ἱκανοποίησιν τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετώπισεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ θὰ συμφωνήσω, ὅτι ἐπέτυχε καλὸ ἀποτέλεσμα. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως δὲν εἶναι καίριον. Οὐδέποτε εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἐλήφθη ἕνα καίριον θέμα, διότι σκοπὸς τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν εἶναι νὰ δίδῃ συμβουλὰς καὶ νὰ κάμνῃ συστάσεις δι’ εἰρηνικὴν λύσιν ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα προκύπτουν μεταξὺ τῶν ἐθνῶν. Σκοπὸς τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν εἶναι ὅπως ἡ λύσις τῶν θεμάτων ποὺ προκύπτουν νὰ πραγματοποιῆται μὲ καλὴν συνεννόησιν τῶν ἀντιμαχομένων μερίδων. Αὐτὸ ἔγινε καὶ σήμερα. Ἡ ἀπόφασις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ποὺ ἐξεδόθη ὑποδεικνύει εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅπως ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὸ ἀντίθετον ἔθνος διὰ τὴν λύσιν τοῦ προκύψαντος ζητήματος καὶ ἐν προκειμένῳ τοῦ Κυπριακοῦ. Τὸ θέμα εἶναι ὅμως πῶς θὰ χειρισθῇ καλύτερα ἡ Κυβέρνησις τὴν ληφθεῖσαν καλὴν ἀπόφασιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Μὲ τρεῖς τρόπους λύονται αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τῶν ἐθνῶν. Πρῶτος λόγος εἶναι ὁ πόλεμος. Δεύτερος λόγος ἡ συμφωνία καὶ τρίτος λόγος εἶναι ἡ ἐκκρεμότης, ἡ ὁποία ἐφ’ ὅσον θὰ εἶναι μακρὰ θὰ σαπίζῃ καὶ τὸ προκῦψαν θέμα καὶ θὰ σαπίζῃ τοὺς λαοὺς ποὺ ἐνδιαφέρονται δι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Μὲ μεγάλην χαρὰν ἤκουσα ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ προβῇ εἰς συνεννοήσεις καὶ θὰ ζητήσῃ συμπεφωνημένην λύσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος. Μετὰ χαρᾶς ἤκουσα τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται τὰς συνεννοήσεις, διότι ὅταν ἀνεχώρουν διὰ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας εἶχα ἀγωνία ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο νὰ βαδίσῃ τὸν δρόμον τῶν συνεννοήσεων, διότι τὸν τρόπον αὐτὸν τὸν εἶχεν ἐγκαταλείψει πρὸ πολλοῦ ὁ κ. Γ. Παπανδρέου. Εἶναι γνωστὴ ἡ πολιτικὴ ποὺ ἐφήρμοσεν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος ὁ κ. Γ. Παπανδρέου. Ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν θέλει συνεννοήσεις καὶ ἐντὸς συντόμου χρόνου εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ συνεννοήσεις καὶ διάλογον μὲ τὴν Τουρκίαν. Ὅταν ὁ κ. Ἀτιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετέβαινεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, αἱ συνομιλίαι εἶχον σταματήσει.
§121Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντ. Κυβερν.–Ὑπ. Ἐξωτερ.). Κύριε συνάδελφε, αἱ συνεννοήσεις εἶχον σταματήσει πρὸ πολλοῦ.
§122Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ὄχι, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον σταματήσει πρὸ πολλοῦ, ὑπῆρχον ὅμως προδικαστικαὶ συνεννοήσεις. Κύριοι βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ κέρδος εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦδε εἶναι διατεθειμένη νὰ συνεχίσῃ τὸν διάλογον πρὸς καλυτέραν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ. Διὰ νὰ λυθῇ τὸ Κυπριακὸν ὅπως τὸ θέλομεν ἡμεῖς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ζητηθῇ καὶ ἡ γνώμη τῆς Τουρκίας. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἶχα ὑποστηρίξει ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ λύσις τοῦ Κυπριακοῦ θὰ προέλθῃ μόνον ἐὰν ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν Τουρκίαν. Εἶμαι εὐτυχής, διότι αὐτὸ ποὺ ὑπεστήριζα πρὸ πολλῶν ἐτῶν σήμερον ἔχει ἑδραιωθῆ, διότι ἂν δὲν ἐπέλθῃ συνεννόησις μὲ τὴν Τουρκίαν μεγάλα δεινὰ θὰ ἔλθουν καὶ διὰ τὴν Τουρκίαν καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ληφθεῖσα ἀπόφασις εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη παρουσιάζει διάφορον ἄποψιν εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἡ Τουρκία κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας εὑρίσκεται εἰς μεγάλον ἀναβρασμόν. Γνωρίζετε τὶ κακὸν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὸν ἀναβρασμὸν ποὺ ὑπάρχει σήμερον εἰς τὴν Τουρκίαν. Σᾶς κατηγοροῦν, ὅτι εἶσθε ἀνίκανος Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσετε τὸ Κυπριακὸν θέμα. Γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὴν Τουρκίαν προῆλθεν ἰσχυρὰ Κυβέρνησις κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν πίεσιν καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς στρατιωτικῆς ἡγεσίας. Δὲν ξεύρω τὶ ἀποτελέσματα θὰ προκύψουν ἀπὸ τὰς πιέσεις ποὺ ὑφίσταται ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐκ μέρους τῆς στρατιωτικῆς ἡγεσίας. Δὲν σᾶς συμβουλεύω νὰ παραδοθοῦμε. Ἐκεῖνο ποὺ σᾶς συμβουλεύω εἶναι νὰ ἀρχίσωμεν ἀμέσως συνεννοήσεις μὲ τὴν Τουρκίαν διὰ τὴν ταχεῖαν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Ἐὰν ἀφήσετε τὴν ἐκκρεμότητα αὐτὴν νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι εἰς πολὺ σύντομον χρόνον θὰ πάρετε ἀπόφασιν ὅπως ἔλθητε εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν Τουρκίαν.
§123Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀντ. Κυβ. καὶ Ὑπ. Ἐξωτερ.). Καὶ ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν κ. Λύχνον, πρῶτον, ποὺ εἶπε τόσον καλὰ λόγια δι’ ἐμὲ καὶ δεύτερον, διότι μοῦ ἔδωσε τὴν εὐκαιρίαν νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Ἑλληνο–Τουρκικοῦ διαλόγου, ὅπως τὸν εἶχεν ἀντιληφθῆ ἡ Ἕνωσις Κέντρου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ ἄρνησις, ἡ ἀρχική, τοῦ κ. Παπανδρέου νὰ συναντήσῃ τὸν Ἰνονοῦ ἦτο καλὴ ἢ ὄχι. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα καθενός. Ποία ὅμως ἦτο ἡ θέσις τῆς Ε.Κ., τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα; Ὅτι τὸ θέμα τὸ Κυπριακόν, δὲν πρέπει νὰ εἶναι μία ἁπλῆ Ἑλληνο–Τουρκικὴ διαφορά, ἀλλὰ νὰ μὴ γίνεται αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ διαπραγμάτευσις, ἡ Ἑλληνικὴ καὶ Τουρκικὴ εἰς βάρος τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Ἡ ἀντίληψις τῶν Τούρκων, αὐτὴ ὑπῆρξε πάντοτε, ὅτι ὑπάρχει μία Ἑλληνο–Τουρκικὴ διαφορὰ ἐπὶ ἑνὸς ἐδάφους, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Κύπρος καὶ ἀρκεῖ νὰ συμφωνήσῃ ἡ Τουρκία καὶ ἡμεῖς, διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν λύσιν. Καὶ τὴν κατήγγειλα αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, διότι εἶπον, ὅτι ἡ Κύπρος δὲν εἶναι ἀκατοίκητος χῶρος. Ἔχει λαόν, τοῦ ὁποίου ἡ θέλησις παίζει ἀποφασιστικὸν ρόλον, προκειμένου περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς νήσου αὐτῆς. Εἶπε κατόπιν ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔγινε τὸ θέμα, θέμα τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, θὰ ἀφήσωμεν τὸν μεσολαβητὴν νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν. Ὁ μεσολαβητὴς ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν μελῶν καὶ ἡ ἔκθεσίς του συνέστησε καὶ ἀπ’ εὐθείας συνομιλίας. Τότε, ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς ἐνεργείας τῶν Η. Ἐθνῶν, ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδέχθη, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἐδέχθη νὰ γίνῃ καὶ συνομιλία μὲ τοὺς Τούρκους. Ἀλλὰ τί ἔγινε τότε; Μόνον μία συνάντησις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Κωστοπούλου μὲ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας κ. Ἰσὶκ καὶ ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν τῆς παγιοποιήσεως πρῶτον τῶν Ἑλληνο– Τουρκικῶν σχέσεων, διὰ νὰ ἐπέλθῃ καὶ εἰρήνευσις εἰς τὴν νῆσον καὶ δυνηθῇ κατόπιν νὰ ἐπέλθῃ μία συνεννόησις ἐν τῷ πλαισίῳ πάντοτε τῆς μεσολαβήσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἡ παγιοποίησις συνίστατο εἰς ἔναρξιν νέων διώξεων κατὰ τῶν Ἑλλήνων εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ταυτοχρόνως νέαι προσπάθειαι τῶν Τουρκοκυπρίων εἰς τὴν Κύπρον. Πρὸ τοῦ γεγονότος τούτου οὐδεμία διαπραγμάτευσις περαιτέρω ἔγινε, οὔτε ἐπὶ Κυβερνήσεως Παπανδρέου οὔτε ἐπὶ Κυβερνήσεως ἰδικῆς μας. Ἀντιθέτως εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν, ὅπου συνηντήθην, δι’ ὀλίγον, μὲ τὸν κ. Ἰσίκ, τοῦ εἶπον, ὅτι προϋπόθεσις οἱασδήποτε συζητήσεως εἶναι νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις ἡ σχέσιν ἔχουσα μὲ τὰς διώξεις τῶν Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ κατήγγειλον εἰς τὴν Γεν. Συνέλευσιν τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἴσως δὲ καὶ ἡ καταγγελία αὐτὴ ὠφέλησεν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν ἔν τινι μέτρῳ. Ἀπὸ ἐκεῖ πλέον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ συνεννόησις ἐν ὄψει τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, διότι οἱοσδήποτε διάλογος ἢ τρίλογος ἢ πεντάλογος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ, ὅτι τορπιλλίζει τὴν ὑπόθεσιν τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν. Τώρα τὸ θέμα τῶν συνεννοήσεων, τίθεται ἐπὶ νέας βάσεως κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὁλοσχερῶς ἀναγνωριζομένης τῆς ἀπολύτου ἀνεξαρτησίας τῆς Κύπρου. Ἡ Κύπρος λαμβάνει μέρος εἰς τὰς συζητήσεις πλέον, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἀνάσχεσιν τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ἡ Ἑλλὰς διαπραγματεύεται, διὰ λογαριασμὸν τῆς Κύπρου, δύναται νὰ ὁμιλῇ μὲ οἱονδήποτε, μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῶν συζητήσεων τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ μὲ τὸν Κυπριακὸν λαόν. Αὐτὸ θὰ συντείνῃ εἰς τὸ νὰ θεωρηθῇ καὶ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει τὴν στερρὰν ἀπόφασιν, νὰ θεωρήσῃ τὴν θέλησιν τῆς Κύπρου, ὡς στοιχεῖον ἀποφασιστικὸν τῆς λύσεως, διότι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθοῦν αἱ συζητήσεις καὶ αἱ συνεννοήσεις καὶ τέλος νὰ ἐπέλθῃ ἡ Ἕνωσις. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ Ἑλληνο–Τουρκικῶν συναντήσεων, ὡς ἤθελεν ἡ Τουρκία, ἀλλὰ πρόκειται περὶ συναντήσεως ἐντὸς τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ βάσει τῶν πυξίδων ποὺ διαγράφονται εἰς τὴν ἀπόφασιν δύναται νὰ δοθῇ λύσις. Βεβαίως, ἄλλη λύσις, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἀλλὰ μὲ ἄλλα ἐφόδια γίνεται σήμερον ἡ συνεννόησις, μὲ τὰ ἐφόδια αὐτῆς τῆς τελευταίας ἀποφάσεως, τὰ ὁποῖα προστίθενται εἰς ὅλα τὰ ἄλλα. Τὸ γεγονός, ὅτι ὑπάρχει ἀναταραχὴ εἰς τὴν Τουρκίαν, ἐκ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει ἐνίσχυσις τῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς, βεβαίως νὰ λύσωμεν τὰ ἐσωτερικὰ προβλήματα τῆς Τουρκίας, διὰ τῆς στάσεώς μας, ἐλπίζομεν νὰ τὰ λύσῃ μόνη της, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ καλὴ διάθεσίς μας ὑπάρχει ἀκεραία. Καμμίαν πρόκλησιν δὲν κάμνομεν, ἀλλὰ καὶ εἰς οὐδεμίαν παραχώρησιν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, μόνον καὶ μόνον, διότι ἡ Τουρκία ἀντιμετωπίζει ἐσωτερικὴν ἀναταραχήν. Τὰ ἐσωτερικὰ προβλήματα πάντοτε δημιουργοῦν ἐμπόδια εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι εἴμεθα καλύτεροι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἀπὸ τὴν Τουρκίαν. Νομίζω δέ, ἐπίσης, ὅτι ἡ γενομένη εἰς τὸν Ο.Η.Ε. συζήτησις ὑπῆρξεν ἐπιζημία διὰ τὴν Τουρκίαν, διότι ὑπῆρξαν ἐκδηλώσεις δυσπιστίας πρὸς τὴν σημασίαν τῆς ἀποφάσεως. Παρὰ ταῦτα θέλω νὰ πιστεύω καὶ εἶμαι βέβαιος περὶ αὐτοῦ, ὅτι τὸ γενικὸν συμφέρον ἐπιβάλλει ὅπως πάντες εἴμεθα ἡνωμένοι ἀπέναντι τῶν τρίτων καὶ ὅτι ἡ Ἑλλάς, θὰ μείνῃ ἡνωμένη ὅπως ἔμεινε εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§125Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐπίστευα, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην θὰ ἐγένετο ἁπλῶς ἐνημέρωσις τοῦ Σώματος καὶ ὅτι ὅλαι αἱ πτέρυγες θὰ διεκηρύσσομεν διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὴν ἀκλόνητον θέλησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ συμπαρασταθῇ εἰς τὸν ἡρωϊκὸν ἀγῶνα τῶν Κυπρίων. Ἀτυχῶς. Καὶ ἀντιδικίας εἴδομεν, ὡς μὴ ἔδει, χωρὶς ἡ Ἕνωσις Κέντρου νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τυχὸν εὐθύνας ἄλλων, ἠκούσαμεν ἐπικρίσεις. Καὶ λόγον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν σχοινοτενῆ ἠκούσαμεν καὶ ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος καὶ ἄκαιρος καὶ ἄστοχος ἦτο. Καὶ κατεφέρθησαν ἐναντίον τοῦ Ἀρχηγοῦ μας διὰ τὴν αἰσιοδοξίαν του κατὰ τὸ 1964. Ὁ κοινοβουλευτικός μας ἐκπρόσωπος σᾶς ἀνέπτυξε πῶς καὶ διατὶ δεδικαιολογημένως εἶχε τὴν αἰσιοδοξίαν του τότε ὁ κ. Παπανδρέου. Βεβαίως τὸ πρόβλημα τῆς Κύπρου ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του περιέκλειε τεραστίας δυσχερείας. Ἀλλὰ τὰς δυσχερείας αὐτὰς ἐπέτεινον κατ’ ἐμὲ δύο βαρυσήμαντα γεγονότα. Πρῶτον δὲν ἐξεμεταλλεύθημεν τοὺς φοβεροὺς καννιβαλισμοὺς τῶν Τούρκων κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1955. Ἀνέπτυξα τότε ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Προέδρου Σ. Βενιζέλου ἐπερώτησιν διὰ τὴν ἀδράνειάν μας, διότι δὲν ἐφροντίσαμεν οὔτε τὴν Μαύρην Βίβλον νὰ κυκλοφορήσωμεν. Καὶ ἀφορμὴν τῆς ἐπερωτήσεως ἔδωσε τηλεγραφικὴ διαμαρτυρία τοῦ ἐν Ἀμερικῇ Ἀρχιεπισκόπου, ἐπιμόνως ζητήσαντος τὴν Μαύρην Βίβλον καὶ ἔντονα παράπονα ὁμογενῶν τῆς Αἰγύπτου, οἱ ὁποῖοι διεμαρτύροντο, διότι ἐνῷ ἠδυνάμεθα καὶ τὰ Ἀραβικὰ κράτη νὰ διαφωτίσωμεν, τὰ ὁποῖα διάκεινται ἔχθιστα πρὸς τοὺς Τούρκους καὶ τὰ ὁποῖα ἀνεζήτουν καὶ ἐπεδίωκον τὴν εὐκαιρίαν διὰ νὰ στιγματίσουν τὰς Τουρκικὰς βαρβαρότητας, δὲν ἐκινήθημεν, δὲν διεφωτίσαμεν, δὲν ἐξεμεταλλεύθημεν τὴν περίπτωσιν. Εἰς τὸ «Ἔθνος» τῆς 27ης Ὀκτωβρίου δημοσιεύεται μία ἀνταπόκρισις τοῦ γνωστοῦ δημοσιογράφου κ. Ντίνου Κουτσούμη. Διαμαρτύρεται ὁ ἀνταποκριτὴς αὐτὸς τοῦ «Ἔθνους» ἐξ Ἀλεξανδρείας διότι δὲν διεφωτίσαμεν οὔτε τὸν τύπον, οὔτε τὰ Ἀραβικὰ κράτη. Γράφει ὁ ἀνταποκριτὴς αὐτός: «Δυστυχῶς οὐδεμία προσπάθεια διαφωτίσεως κατεβλήθη ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς, διὰ τὸν Αἰγυπτιακὸν τύπον. Διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι, δὲν πταίει διὰ τοῦτο οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία τοῦ Καΐρου, οὔτε τὸ γραφεῖον τύπου αὐτῆς, ἀλλὰ τὸ κέντρον τῶν Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἀφῆκε τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν ἀχρησιμοποίητον. Τὸ Ὑπουργεῖον Τύπου παρεκλήθη διὰ δημοσιευμάτων τῶν Ἑλληνικῶν ἐφημερίδων τῆς Αἰγύπτου νὰ σπεύσῃ νὰ στείλῃ φωτογραφικὸν ὑλικὸν ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς Κων)πόλεως, ἀλλ’ ἠδιαφόρησε». Ὁ Ἑλληνικὸς τύπος ἔκαμε διαβήματα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποστείλῃ αὐτὰς τὰς ἀναμφισβητήτους ἀποδείξεις τῶν θηριωδιῶν, ἀλλὰ τὸ Κράτος ἠδιαφόρησε, γράφει ὁ κ. Κουτσούμης. «Μίαν ὁλόκληρον ἑβδομάδα μετὰ τὴν ἀθρόαν δημοσίευσιν συγκλονιστικῶν φωτογραφιῶν ὑπὸ τοῦ ἀθηναϊκοῦ τύπου, τὸ εἰς ἀπόστασιν ὀλίγων ὡρῶν μόλις εὑρισκόμενον Κάϊρον, εἶχε μείνει ἀπληροφόρητον καὶ δὲν εὑρέθη μία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Τύπου νὰ συλλέξῃ μερικὰς φωτογραφίας καὶ νὰ τὰς στείλῃ ὅπως–ὅπως ἔστω εἰς τὰς μεγάλας Αἰγυπτιακὰς ἐφημερίδας». Κάθε πρᾶγμα εἰς τὸν καιρόν του. Ἔπρεπεν, ὅταν εἶχε συγκλονισθῆ ἡ ἀνθρωπότης ἀπὸ τοὺς ξένους ἀνταποκριτάς, οἱ ὁποῖοι μετέδωσαν τὰς φρικαλεότητας καὶ ἀπὸ τὸν ἰδικόν μας τύπον, ὁ ὁποῖος, ὁμολογουμένως, ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς φοβερᾶς ἐκείνης δοκιμασίας, ἠγέρθη ἀπτόητος, καίτοι ἀκαθοδήγητος, καὶ ἐστιγμάτισε τὰς Τουρκικὰς βαρβαρότητας, νὰ δημοσιευθῇ ἡ Βίβλος. Ἐὰν κατεκλύζετο ἡ Οἰκουμένη ἀπὸ τὴν Μαύρην Βίβλον, ἐὰν τὰ ξένα Κράτη ἔβλεπον ὅτι ἐν εἰκοστῷ αἰῶνι διεπράχθησαν τοιαῦται βαρβαρότητες, τοιοῦτοι βανδαλισμοί, τοιαύτη τραγωδία ἔπληξε τοὺς ὁμοεθνεῖς καὶ ὅτι ὡς πρόσχημα ἦτο ὅτι 500.000 Ἕλληνες τῆς Ἑλληνικῆς Κύπρου θέλουν νὰ σπάσουν τὰ δεσμά των καὶ δὲν θέλουν νὰ εἶναι δοῦλοι τῶν τέως Συμμάχων μας Ἄγγλων, ἀντιλαμβάνεσθε ποῖον θὰ ἦτο τὸ κέρδος. Διότι ἡ παγκόσμιος κοινὴ γνώμη θὰ ἤσκει πίεσιν ἐπὶ τῶν Ἀντιπροσώπων της καὶ ἴσως ἦτο διάφορος καὶ ἡ τύχη τῆς προσφυγῆς ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Ἡ Βίβλος δὲν ἐκυκλοφόρησε καὶ εἶναι εἰς τὰ ὑπόγεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ εἰς αὐτὸν τὸν τομέα ἠδρανήσαμεν. Πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱαδήποτε σκέψις καὶ ἐὰν ἐκράτει, δὲν ἀνταπεκρίθημεν πρὸς τὴν ἐπιταγὴν τοῦ Ἔθνους τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, διότι ἐὰν ὑπῆρχεν ἕνας Κονδύλης, θὰ διέτασσε γενικὴν κινητοποίησιν, ἐν τῇ πεποιθήσει ἄλλωστε, ὅτι θὰ ἐπενέβαινον οἱ Ἀμερικανοί. Δὲν θὰ ἄφηνον νὰ ἔχῃ συνέχεια ἡ ὑπόθεσις αὐτή, ἀλλὰ θὰ εἴχομεν ἐπέμβασιν τῶν Ἀμερικανῶν, διὰ νὰ ἀνακληθῇ τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ τὸ γόητρον θὰ εἶχε περισωθῆ. Δεύτερον, καὶ μεγάλην δυσχέρειαν ἐδημιούργησαν αἱ συνθῆκαι Ζυρίχης–Λονδίνου. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐξηνάγκασε τὴν Τουρκίαν νὰ παραιτηθῇ διὰ παντός, παντὸς δικαιώματος ἢ βλέψεως ἐπὶ τῶν Νήσων καὶ συνεπῶς καὶ τῆς Κύπρου. Διὰ τῶν συνθηκῶν αὐτῶν ἐπετράπη εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ διατηρῇ στρατὸν ἐπὶ τῆς Νήσου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ μονομερῶς ἂν ὑπάρξῃ ἀναταραχή. Καὶ ἐξώθησαν τὸ Τουρκικὸν στοιχεῖον εἰς ταραχάς. Ὅταν ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν ἡ Ε.Κ. εὗρε τὴν Νῆσον ἐπαναστατημένην. Οἱ Τοῦρκοι ἐπέσειον πάντοτε τὸν τίτλον τῶν συνθηκῶν. Καὶ ἐνῷ ὑπῆρχον αἱ συνθῆκαι Ζυρίχης–Λονδίνου, αἱ ὁποῖαι ἀπηγόρευον ἐσαεὶ τὴν Ἕνωσιν καὶ ἐπὶ πλέον δι’ αὐτῶν ἐνομιμοποιεῖτο ἡ Τουρκία καὶ διὰ μονομερῆ ἐπέμβασιν, ἡ Κυβέρνησις κ. Παπανδρέου ἐπέτυχε τὴν ἀποστολὴν Μεσολαβητοῦ καὶ διεθνοῦς δυνάμεως. Ὅστις ἀμφισβητεῖ τὴν σημασίαν εἶναι μακρὰν τῆς πραγματικότητος. Παρὰ τὰς τυχὸν μεροληπτικὰς ἐνίων ξένων ἐνεργείας, ὁ Μεσολαβητὴς ἦτο ὁ ἐφιάλτης τῶν Τούρκων, διότι ἐφοβοῦντο τὰς ἀμερολήπτους αὐτοῦ διαπιστώσεις. Ἐπὶ πλέον, ἐνῷ ἡ Ε.Κ. εὗρε μίαν Κύπρον ἐπαναστατημένην, τὴν ἐβοήθησε νὰ ὀργανώσῃ τὴν ἄμυνάν της ὥστε νὰ καθίσταται ἡ εἰσβολὴ ἂν ὄχι ἀδύνατος πάντως δυσκολωτάτη. Καὶ τὸ σπουδαιότερον μὲ τὴν συμπαράστασιν τῆς Ε.Κ. εἰς τὸν Μακάριον ἠδυνήθη οὗτος νὰ σχηματίσῃ ὁμοιογενῆ Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ μέγεθος τοῦ ἐπιτεύγματος ὑπῆρξε μέγα. Αὐτὸ διηυκόλυνε τὸν ἀγῶνα ἀφάνταστα. Συνεπῶς εἶναι προτιμότερον προκειμένου περὶ τοῦ μεγάλου θέματος τῆς Κύπρου ν’ ἀφήνωμεν κατὰ μέρος τὰς ἀλληλοκατηγορίας διότι δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρεθῶμεν δοσίλογοι. Ἡνωμένοι ὡς εἷς ἄνθρωπος πρέπει ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ μέγα ἐθνικὸν θέμα. Καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς πρέπει νὰ γρηγοροῦμεν, ὀρθῶς ὑπεστηρίχθη, ὅτι πρέπει νὰ προφυλάξωμεν τὸν Στρατόν. Καὶ θὰ τὸ ἐπιτύχωμεν ἐὰν παύσῃ ὁ ἄγριος διωγμὸς ὅστις ἐξαπελύθη ἐναντίον τῶν Δημοκρατικῶν Ἀξιωματικῶν. Ὁ Στρατὸς νὰ ἐνισχυθῇ βέβαια, νὰ μείνῃ ὑγιὴς ἐθνικὸς Στρατὸς μακρὰν τῶν κομματικῶν ἐπεμβάσεων καὶ ἡ Ἕνωσις τῆς Κύπρου θᾶττον ἢ βράδιον θὰ γίνῃ ὡς Ἱστορικὴ Ἐπιταγή. Διακηρύττομεν ἐντόνως, ὅτι εἴμεθα προσηλωμένοι εἰς τὸ ἰδεῶδες τῆς Εἰρήνης καὶ οὐδένα οὔτε προκαλοῦμεν οὔτε ἀπειλοῦμεν, ἀλλὰ ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη γνωρίζομεν νὰ τιμωροῦμεν τοὺς εἰσβολεῖς.
§126Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Παίρνω τὸν λόγον: Πρῶτον. Διὰ νὰ διαδηλώσω αἴσθημα βαθυτάτης πικρίας ἔναντι τῶν μεγάλων τοῦ ΟΗΕ, ποὺ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ἔναντι τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ἐχαμήλωσαν τὸ ἀνάστημά τους καὶ ἔπληξαν τοὺς σκοποὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἵδρυσαν τὸν ΟΗΕ. Δεύτερον, γιὰ νὰ χαιρετίσω τοὺς μικρούς, οἱ ὁποῖοι ὤρθωσαν τὸ ἀνάστημά των ἐν ὀνόματι τῶν σκοπῶν τοῦ ΟΗΕ, τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν καὶ τῶν δικαίων τῆς Κύπρου. Οἱ μικροί, κύριοι συνάδελφοι, πολλὲς φορὲς γίνονται μεγάλοι. Καὶ τρίτον, παίρνω τὸν λόγον, διότι θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πιπινέλην, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπε καὶ ἄλλοτε καὶ ἀπόψε ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα στυγνοὶ ρεαλισταί. Εἶπα καὶ ἄλλοτε εἰς τὸν κ. Πιπινέλην καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅτι θὰ πρέπει ἀπὸ αὐτὴν τὴν αἴθουσαν νὰ ἀκούεται καὶ τὸ κήρυγμα τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν. Οἱ ἐθνικοὶ ἀγῶνες θέλουν ψυχὴ καὶ πίστη εἰς τὰ ἰδεώδη καὶ εἰς τὴν ἐλευθερία, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ μικρῶν λαῶν, λαῶν μικρῶν ἀπὸ ἀπόψεως ἀριθμοῦ. Αὐτὸ τὸ ἀπέδειξε ἡ Ἑλλάδα πολλὲς φορές. Τὸ ἀπέδειξε τὸ 1821 ὅταν τὰ ἔβαλε μὲ τὴν ὀθωμανικὴν αὐτοκρατορία καὶ τὴν Ἱερὰ Συμμαχία. Τὸ ἀπέδειξε καὶ τὸ 1940, ὅταν τὰ ἔβαλε μὲ δύο αὐτοκρατορίες. Καὶ τώρα τὸ ἐπαναλαμβάνει εἰς τὴν Κυπριακὴ ὑπόθεση. Εἶμαι σὲ θέση νὰ σᾶς βεβαιώσω μετὰ λόγου γνώσεως, διότι ηὐτύχησα νὰ εἶμαι ὁ ἱδρυτὴς τοῦ Ἱεροῦ Λόχου ὑπὲρ τῆς ἀγωνιζομένης Κύπρου. Καὶ ὡς ἐκ τούτου γνωρίζω καλῶς τὰ Κυπριακὰ θέματα, ὅτι ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία ἡ Ε.Κ. εὗρε μίαν Κύπρον παντελῶς ἄοπλο καὶ ἀνίσχυρο. Καὶ τὴν μετέβαλε εἰς φρούριον ἀπόρθητο καὶ ἀπροσπέλαστο. Καὶ πλέον τούτου ἀνεπτέρωσε τὸ φρόνημα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, ποὺ ἔκτοτε εἶναι ἀποφασισμένος, μὲ τὴν συμπαράσταση ὅλων τῶν Ἑλλήνων, νὰ ἀγωνισθῇ καὶ νὰ βαδίσῃ πρὸς τὴν ἕνωση μὲ τὴν μητέρα Ἑλλάδα. Ἐγὼ πιστεύω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἕνωσις δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ ἔλθῃ.
§127Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ὑποσημειώσω τὴν τελευταίαν φράσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐξήγησε διατὶ ὁ Γεώργιος Παπανδρέου ἠρνήθη τὰς διμερεῖς συνομιλίας μὲ τὴν Τουρκίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξήγησε τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐδυσχέρανον τὰς συνομιλίας μὲ τὴν Τουρκίαν καὶ θὰ πρέπει νὰ ἐξάρω αὐτὴν τὴν γενναιότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀνταποδίδων τὴν γενναιότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δηλῶ, ὅτι πάντες θὰ εἴμεθα συμπαράπλευροί του εἰς τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξάγει διὰ τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, θὰ εἶσθε σύμφωνοι, ὅτι ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ν. Ἀναγνωστόπουλος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς 23ης Νοεμβρίου καὶ 21 Δεκεμβρίου 1965.
§129Ν. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμ.). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς 23ης Νοεμβρίου καὶ 21ης Δεκεμβρίου 1965. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσετε νὰ ἐπικυρώσω ὑπ’ εὐθύνῃ μου τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου περὶ δωδεκατημορίων.
§131Η. ΗΛΙΟΥ. Φραστικὰς μόνον διορθώσεις, κύριε Πρόεδρε.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεκλήθην νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. τὴν κάτωθι δήλωσιν: Ἀξιότιμον Κύριον Πρόεδρον Βουλῆς Ἐνταῦθα Βάσει ὑπευθύνων πληροφοριῶν καταγγέλλω εἰς Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὅτι ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Ἀναστ. Παπαδόπουλος εὑρισκόμενος ἐντὸς καφενείου χωρίου Ἀσπρόβαλτα, ἐπετέθη καὶ ἐτραυμάτισε βαρύτατα διὰ καθίσματος εἰς τὴν κεφαλὴν τὸν κ. Παντελῆν Βαμβακίδην, μέλος τοῦ Παραρτήματος ΕΡΕ Ἀναλήψεως Θεσσαλονίκης στόπ. Διαμαρτύρομαι ἐντόνως διὰ τοιαύτην πρᾶξιν ὡς ἄνω βουλευτοῦ ἐκθέτουσαν Κοινοβουλευτικὸν κῦρος στόπ. Παρακαλῶ ὅπως τηλεγράφημα τοῦτο ἀναγνωσθῇ κατὰ τὴν σημερινὴν Συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς καὶ καταχωρηθῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
ΠΑΝΑΓ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
Ἀρχηγὸς Ε.Ρ.Ε.
§133Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἠκούσαμεν τὴν μίαν πλευράν, θὰ ἀκούσωμεν καὶ τὴν ἄλλην πλευράν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, κύριε συνάδελφε.
§135Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Παπαδόπουλον μόλις ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα. Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ νὰ καθορίσωμεν τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Θὰ εἶσθε σύμφωνοι νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν μας διὰ τὴν 18ην Ἰανουαρίου 1966, ἡμέραν Τρίτην μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον;
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἤθελα πρὶν λύσωμεν τὴν συνεδρίαν νὰ ἀπευθύνω καὶ πρὸς τοὺς παρόντας καὶ πρὸς τοὺς ἀπόντας τὰς θερμοτάτας εὐχάς μου διὰ τὰς ἑορτὰς τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Νέου Ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εἰσέλθωμεν καὶ νὰ εὐχηθῶ ὑγείαν, εὐημερίαν καὶ χαράν. Ἀλλὰ πέραν τούτου νὰ εὐχηθῶ ὅπως αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος διεξάγονται ἐν πνεύματι ἀμοιβαιότητος, κατανοήσεως καὶ κοσμιότητος.
§139Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοὺς ἀστυνομικοὺς τῆς ἀσφαλείας τῆς Βουλῆς ἐλάβατε καμμίαν πρόνοιαν, ἐκάματε τὸ καθῆκον σας;
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, κύριε συνάδελφε.
§141Ι. ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ συνάδελφοι κ.κ. Βασιλᾶτος καὶ Ζορμπᾶς ἐπιδοκιμάζουν αὐτοὺς τοὺς βανδαλισμοὺς τοῦ κ. Παπαδοπούλου;
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν νὰ ἀκουσθῇ καὶ ὁ ἀντίλογος.
§143Ι. ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗΣ. Θὰ παρεκάλουν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ εἶναι παρὼν καὶ ὁ κ. Παπαδόπουλος καὶ νὰ δοθοῦν τότε αἱ δέουσαι ἐξηγήσεις.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§145Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου διὰ τοὺς ἀστυνομικούς, τὶ ἐκάματε;
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰκανοποιητικὴ μέριμνα, κύριε συνάδελφε, μὴν ἀνησυχεῖτε, ἐν πνεύματι δικαιοσύνης, ἀγάπης καὶ μετανοίας. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 18ην Ἰανουαρίου 1966 μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 0.30′ π.μ.)