1965.11.25
4.651 στίχοι · 35.718 λέξεις · 401 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6η
Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 1965
Προεδρία: κ. Δ. Γ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συμπλήρωσις τοῦ Προεδρείου διὰ τῆς ἐκλογῆς Γραμματέων καὶ Κοσμητόρων.
§2Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἔχει τὸν λόγον.
§4Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς εἰσόδου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως ἀνηγγείλατε, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ὑπάρχει τὸ ἐκκρεμὲς θέμα τῆς προτάσεως ἡμῶν περὶ μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ πρώτου Ἀντιπροέδρου. Αὐτὸ προέχει παντὸς ἄλλου καὶ παρακαλῶ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε ἐκπρόσωπε τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, πρότασις μέχρι τῆς στιγμῆς, δὲν ὑπῆρχε. Αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὁ συνάδελφος κ. Ζαπάρτας μοῦ ἐνεχείρησε μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία λέγει: «...(Ἀναγινώσκει)...». «Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλομεν πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ἔλυσαν τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τὴν 23ην τρέχοντος, παρὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν ἀντίθετον γνώμην τοῦ Σώματος καὶ ζητοῦμεν τὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως ἡμῶν ταύτης συζήτησιν, κατὰ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ». Οὐδαμοῦ τοῦ Κανονισμοῦ ἀναφέρεται διαδικασία προτάσεως μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου. Τὸ ἄρθρον 79, κ. ἐκπρόσωπε τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἀναφέρει, ὅτι, πᾶσα πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου ἢ μὴ ἀναφερομένη εἰς θέματα, περὶ ὧν τὰ ἄρθρα 53 — 61 τοῦ Κανονισμοῦ, δύναται νὰ συζητηθῇ ἅμα τῇ ὑποβολῇ της ὑπὸ 15 τοὐλάχιστον βουλευτῶν καὶ ἀφοῦ προηγουμένως ἀναγνωσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἢ ἐντολῇ τούτου, ὑπὸ τοῦ Γραμματέως. Πέραν αὐτῆς τῆς διατάξεως, θέμα καὶ διαδικασία προτάσεως μομφῆς, κατὰ τοῦ Προεδρείου, οὐδαμοῦ εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ οὐδαμοῦ ὑπάρχει τὸ προηγούμενον κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Νομοθετ. Σώματος. Συνεπῶς, ἡ πρότασίς σας, ὡς πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, θὰ δημοσιευθῇ, θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ θὰ ληφθῇ ἀπόφασις διὰ τὴν συζήτησίν της.
§6Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε. Ἡ θεωρία σας εἶναι ἀβάσιμος. Γνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι θετικὴ διάταξις εἰς τὸν Κανονισμὸν περὶ προτάσεως μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου δὲν ἀναφέρεται. Ὑπάρχουν ὅμως τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ὑπάρχει καὶ ἡ προσωπική, ἐπὶ τέλους, ἀξιοπρέπεια τοῦ Προέδρου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ τὴν ὑποδείξητε σεῖς.
§8Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τελειώσω. Λέγων τοῦ Προέδρου δὲν λέγω Ὑμῶν, τὸ Y μὲ ὕψιλον. Ὑπάρχει καὶ ἡ προσωπικὴ ἀξιοπρέπεια τοῦ ἑκάστοτε Προέδρου, ὁ ὁποῖος θίγεται καιρίως ἀπὸ τὴν διατύπωσιν ἀπὸ μέρους τῶν βουλευτῶν αἰτιάσεως κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ παραβάσει τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι δὲ γνωστὸν ἐκ παλαιοτέρων συγγραφέων, μνημονεύω τὸν Ζέγγελην, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένη μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡ ἀπωτάτη, λέγει ὁ Ζέγγελης, ἐκδήλωσις μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου, ἐπιβάλλει νὰ συναγάγῃ τὰ συμπεράσματά του καὶ νὰ κατέλθῃ τῆς ἕδρας. Ἀλλὰ πλέον τούτου, εἴπατε δὲν ὑπάρχει προηγούμενον νὰ συζητῆται πρότασις εἰς τὴν Βουλὴν μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου. Ὑπάρχει, κ. Πρόεδρε. Καὶ ἡ πρότασίς μας εἶναι πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, ὑπαγομένη εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ Κανονισμοῦ μας. Καὶ αὐτὴ ζητοῦμεν νὰ συζητηθῇ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς κάνω μίαν διακοπήν.
§10Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἐπιτρέπετε, νὰ τελειώσω. Δὲν θὰ εἶμαι μακρὺς εἰς τὴν ὁμιλίαν μου. Ὑπάρχουν δύο τοὐλάχιστον προηγούμενα, τὰ ὁποῖα θὰ μνημονεύσω. Ἡ πρότασίς μας εἶναι μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν κατὰ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Συν)τος καὶ σεῖς λέγετε, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον, διότι ἡ πρότασίς μας, καίτοι πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, νὰ δημοσιευθῇ, καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως. Σφάλλετε, κ. Πρόεδρε, σφάλλετε βαρέως. Σᾶς μνημονεύω δύο προηγούμενα. Ἂν ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ ἴδητε τὰ πρακτικὰ τῆς 29.2.61. Ἡ ΕΔΑ ὑπέβαλε πρότασιν μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου εἰς τὴν Βουλήν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀφεώρα;
§12Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ εἴπω, κ. Πρόεδρε. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν. Τὸ μεγαλύτερον προσὸν τοῦ Προέδρου, εἶναι ἡ ὑπομονή. Σᾶς μνημονεύω πρακτικά. Τὰ βλέπετε, ὅτι τὰ ἔχω εἰς τὰ χέρια μου. Λέγετε νὰ μὴ τὰ ἀναγνώσω; Ἀέρα συζητοῦμεν; Δὲν συζητοῦμεν ἀέρα. Τότε, κ. Πρόεδρε, εἰς ἕνα Κράτος, τὸ Κογκὸ εἰδικώτερον, εἶχε δολοφονηθῆ ὁ Λουμούμπα, ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κογκὸ ἀπὸ τὸν ἀντίπαλόν του. Εἶχε δημιουργηθῆ μία διεθνὴς ἐξέγερσις κατὰ τῆς δολοφονίας αὐτῆς καὶ ἡ ΕΔΑ ὑπέβαλε πρότασιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, ζητοῦσα ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ διὰ ψηφίσματός της ἐκφράσει τὴν καταδίκην τῆς πράξεως αὐτῆς. Ἐγεννήθηκε τότε τὸ ζήτημα ἂν ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι δεκτικὴ συζητήσεως. Καὶ τότε, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, προεβλήθη ἡ αὐτὴ ἀντίρρησις, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ νὰ δημοσιευθῇ, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν. Καὶ ὑπεστηρίχθη τότε ἀπὸ τὸν κ. Ἡλιοῦ καὶ ἄλλους ἀγορητὰς τῆς ΕΔΑ, ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου 79 εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἂν ἐπιτρέπῃ τὴν συζήτησιν καί, ἂν θὰ γίνῃ συζήτησις, νὰ ληφθῇ ἀπόφασις. Ὁ ἀξιότιμος νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Στεφανόπουλος εἰς ἄλλην περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ μνημονεύσω ἐξέφρασεν ἀνάλογον γνώμην. Τότε ὁ κ. Κωστόπουλος νῦν Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἶπε τὰ ἑξῆς: «Κύριε Πρόεδρε, δὲν γεννᾶται ἀμφιβολία, ὅτι συμφωνῶ μὲ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ἰσχύοντος τότε, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ σημερινὸν ἄρθρον 79 τοῦ νῦν ἰσχύοντος Κανονισμοῦ ὀρθῶς εἰσάγεται πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πρότασις τῶν 10 βουλευτῶν, (σήμερον μὲ τὸν ἰσχύοντα ἀπαιτεῖται πρότασις 15 βουλευτῶν). Νομίζω δέ, ὅτι ἡ στενὴ ἑρμηνεία τῆς διατάξεως ἀπαγορεύει μίαν εἰσήγησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλή, ὅτι ἅμα τῇ ὑποβολῇ της, κ. Πρόεδρε, εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν μοιραίως, ὅμως, ἀπαιτεῖται μία βραχεῖα εἰσήγησις. Ἐπειδή, ὅμως, εἶπον, ὅτι ἐγένετο ἡ συζήτησις καὶ εἶχε γίνει τότε συζήτησις ἐζήτησε νὰ λάβῃ καὶ ὁ ἴδιος θέσιν καὶ εἶπεν ὅσα εἶπεν. Ἐδῶ μᾶς ἀφορᾷ τὸ ζήτημα ἐὰν χωρῇ συζήτησις ἀμέσως καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης μέλος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἶχε τὴν γνώμην αὐτήν. Ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι μετὰ μακρὰν συζήτησιν καὶ ὁ κ. Γαληνός, βουλευτὴς τότε, Ὑπουργὸς σήμερον εἶπεν τὰ ἑξῆς: «Κύριε Πρόεδρε, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς περιλαμβάνει ρητὰς διατάξεις καὶ ἑρμηνεύει τὰ πάντα. Καὶ ἂν θέλετε νὰ ἑρμηνεύσητε «τὸ δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις» θὰ πρέπει νὰ ἀνατρέξητε καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Κανονισμοῦ ποὺ ὅπως βλέπετε δίδεται σαφὴς ἐξήγησις. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως ἐκπροσωπῶν τὴν Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν τότε κατόπιν ἐπιστολῆς τοῦ κ. Τσιριμώκου, ἀποσταλείσης εἰς τὸ Προεδρεῖον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ δημοκρατικὴ Ἕνωσις ἀποδοκιμάζει τὸ ἔγκλημα ὡς πλέον ἢ ἀποτρόπαιον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ ἀκριβεῖς πληροφορίας διὰ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, δέχομαι τὴν πρότασιν ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Ἐγένετο λοιπὸν συζήτησις ἅμα τῇ ὑποβολῇ της. Καὶ τὸ πάντων δεινότατον διὰ τὴν ἄποψίν σας, κ. Πρόεδρε, ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἔχουσα οὕτω: «Ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν τὸ θέμα, ἐὰν θὰ γίνῃ συζήτησις ἢ ὄχι, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον λέγει «δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις». Τὸ θέμα, ἡ πρότασις, εἶχεν ὡς ἑξῆς: Οἱ δεχόμενοι τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. Πρόεδρος: Συνεπῶς ἡ πρότασις περὶ τῆς συζητήσεως ἀπορρίπτεται». Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι σφάλλετε. Ἐγένετο συζήτησις τὴν ἰδίαν ἡμέραν ποὺ ὑπεβλήθη ἡ πρότασις, ἐν συνεχείᾳ ἐγένετο ψηφοφορία καὶ ἡ πρότασις ἀπερρίφθη, ἐλήφθη δηλαδὴ ἀπόφασις. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ μόνον προηγούμενον. Ὑπάρχει καὶ προηγούμενον πρόσφατον τοῦ 1965, δηλαδὴ τῆς 11.6.1965. Εἶχον ὑποβληθῆ τότε δύο προτάσεις περὶ παραπομπῆς ὡρισμένων Ὑπουργῶν. Προηγεῖτο ἡ πρότασις τῆς ΕΔΑ, κατόπιν δὲ ὑπεβλήθη καὶ πρότασις ἰδική μας, καὶ ἐζητήθη ἡ πρόταξις τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως. Ὁ ἀξ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ κ. Κανελλόπουλος, ἠναντιώθη τότε κατ’ ἀρχὰς καὶ ἐκεῖνος λέγων, «ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως, ἤτοι μὲ τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα, κ. Πρόεδρε, τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἐμνημονεύσατε πρὸ ὀλίγου». Εἶπε νὰ ἀναγραφῇ, νὰ δημοσιευθῇ καὶ νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά της. Ὁ κ. Ἀλαβάνος ἐκπροσωπῶν τότε τὰς ἀπόψεις τῆς Ε.Κ. ὑπεστήριξεν (σελὶς 69 τῶν Πρακτικῶν), ὅτι «δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψις, ἡ ὑποστηριχθεῖσα ὑπὸ τῆς ΕΡΕ, διότι ἡ πρότασις τῆς Ε.Κ. εἶχεν ὑποβληθῆ βάσει τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ Συντάγματος», τὸ ὁποῖον ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ διὰ τῆς ψήφου της ἐὰν δέχεται ἢ ὄχι τὴν αὐθημερὸν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως. Ἀνέπτυξε τὰς ἀπόψεις του, τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἐπαναλάβω διὰ νὰ μὴ κουράζω τὴν Βουλήν. Ἡ βάσις ἦτο, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις κατὰ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Συντάγματος. Ἐξ ἄλλου ὁ κ. Στεφανόπουλος, ἀντιπρόεδρος τότε τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Κ. καὶ Πρόεδρος ἤδη τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἶπε τὰ ἑξῆς: «Κατόπιν τούτου ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον προτάσεως ἐπερωτήσεως, τὸ ἄρθρον 79 ἔχει ἀπόλυτον τὴν ἰσχὺν καὶ ἐφαρμογήν του, λέγει δὲ ρητῶς, ὅτι ἐξαιρεῖ τὰς Νομοθετικοῦ περιεχομένου καὶ τὰς ἄλλας τὰς ἀναφερομένας εἰς τὸ ἄρθρον, δηλαδὴ ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. Μία, λοιπόν, τοιαύτη πρότασις, ὡς εἶναι αὕτη, περιεχομένου μὴ νομοθετικοῦ δύναται νὰ προταθῇ ἀπὸ 15 τοὐλάχιστον βουλευτὰς κατὰ τὸν ἤδη ἰσχύοντα Κανονισμὸν καὶ νὰ συζητηθῇ ἅμα τῇ ὑποβολῇ της». Ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰ εἶπε αὐτά. Καὶ πραγματικῶς συνεζητήθη μόλις ὑπεβλήθη ἡ πρότασις. Καὶ ἐπάγεται, ὅτι καὶ συζήτησις ἐγένετο καὶ οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἐμποδίσῃ. Συνεχίζεται τότε ἡ συζήτησις καὶ λαμβάνει, τὸν λόγον, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ λέγων τὰ ἑξῆς: (Ἀναγιγνώσκει) «Κύριε Πρόεδρε, πράγματι ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ἀλαβάνος—δὲν εἶχον προσέξει τὸ ἄρθρον 79 — εἶναι μοῦ φαίνεται ὀρθή, δηλαδὴ ἡ ἄποψις, ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου 79 ἐπιτρέπεται ἡ ἄμεσος συζήτησις». Εἶναι δυνατὸν δηλαδή, λέγει ὁ κ. Κανελλόπουλος νὰ γίνῃ τοῦτο καὶ ἐπὶ προτάσεως ὑποβληθείσης κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν. Τί ἄλλο θέλετε, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ἄποψίς σας δὲν εὐσταθεῖ οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ, οὔτε μὲ τὴν Κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν, οὔτε καὶ μὲ τὰ δύο παραδείγματα, μὲ τὰ ὁποῖα σᾶς ἐμνημόνευσα. Ὑπάρχουν κι’ ἄλλα παραδείγματα, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἦτο δυνατὸν μέσα εἰς 24 ὥρας νὰ εὕρω καὶ ἄλλα εἰς ὅλα τὰ Πρακτικὰ τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Καὶ τὸ 1947 ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Ι. Θεοτόκη τὸ ἴδιον συνέβη. Τότε, τὸ 1947–1948 ἐπὶ Κυβερνήσεως Σοφούλη μὲ Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸν ἀείμνηστον Ι. Θεοτόκην ἐγένετο ὁλονύκτιος συνεδρίασις ἐπὶ θέματος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ ἡ ψηφοφορία ἐγένετο εἰς τὰς 7 τὸ πρωΐ. Ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης ἦτο 158 ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ 157 κατά. Καὶ ἐγεννήθη τὸ θέμα, ἂν ἐλήφθη ἀπόφασις. Ὁ Πρόεδρος τότε τῆς Βουλῆς, ὁ ἀείμνηστος Ι. Θεοτόκης, εἶπεν, ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις. Ἠγέρθη ἀμφισβήτησις ἀπὸ τοὺς ἀντιγνωμοῦντας —ἦσαν 158— 157 — ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔπρεπε οἱ ἔχοντες ἐκφράσει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἶναι τὸ ἥμισυ τῶν παρόντων, πλέον ἑνός. Καὶ δὲν ἦτο πλέον ἑνός. Ἦτο πλέον ἡμίσεος. Ὁ ἄνθρωπος, δὲν κόβεται εἰς τὴν μέσην. Ὁ Σολομών, εἶπε νὰ κόψῃ τὸ παιδὶ εἰς τὴν μέσην. Καὶ ὁ Πρόεδρος τότε τῆς Βουλῆς, ἐγκατέλειψε τὴν ἕδραν του, καλὴ ὥρα, ὅπως καὶ σεῖς προχθές, καὶ οἱ 157 συνεδρίασαν. Ἰδοὺ τὰ προηγούμενα, κ. Πρόεδρε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε πρακτικὰ αὐτῶν;
§14Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχισθείσης συνεδριάσεως;
§16Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν πρακτικά, ὅπως ἀκριβῶς δὲν ἔχομεν καὶ τὰ προχθεσινὰ πρακτικά, διότι καὶ τότε ἀπηγόρευσεν, ὅπως καὶ σεῖς, νὰ τηρηθοῦν πρακτικά.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπηγορεύθη ἡ τήρησις τῶν πρακτικῶν τῆς παρασυναγωγῆς.
§18Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγετε σεῖς παρασυναγωγήν. Παρασυναγωγὴν τὸ ἐθεώρησε καὶ ὁ ἀείμνηστος Θεοτόκης καὶ ἐν τούτοις, τὸ πρᾶγμα ἐγένετο. Καὶ ἡ μομφή μας, κ. Πρόεδρε, συνίσταται καὶ εἰς τοῦτο ἐναντίον τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Βουλῆς. Εἰς τί συνίσταται τώρα ἡ πρότασις μομφῆς, ἡ ὁποία καὶ προχθὲς ὑπεβλήθη καὶ τὴν ἐπαναλαμβάνομεν καὶ σήμερον, κ. Πρόεδρε, διότι ἐπληροφορήθημεν, δυστυχῶς, ὅτι σεῖς, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐθεωρήσατε ὡς παρασυναγωγὴν τὴν συνέχισιν τῆς συνεδριάσεως καὶ ἀπηγορεύσατε νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά. Φοβούμενοι, ὅτι θὰ μᾶς ἐλέγατε σήμερον, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρότασις μομφῆς, μολονότι τὴν ἐνεχειρήσαμεν εἰς τοὺς παρόντας πρακτικογράφους, διὰ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά. Εἰς τί συνίσταται, λοιπόν, θὰ ὁμιλήσωμεν ἐντελῶς ψύχραιμα καὶ ἀντικειμενικά. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Συντάγματος, ὁρίζει ἐπὶ λέξει: «Ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ πῶς θέλει αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της». Ἑπομένως, ὁ Κανονισμὸς ἔχει κυριαρχικὴν ἀξίαν, εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος νόμος καθορίζει πῶς θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀσκῇ τὰ καθήκοντά της. Καὶ ἔχομεν διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἄρθρον 40, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καταλαμβάνων τὴν ἕδραν, κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, ἀφοῦ διαπιστώσῃ τὴν ὕπαρξιν ἀπαρτίας καὶ λύει τὴν συνεδρίασιν, συναινέσει τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ἀπολύτως κυρίαρχος τῆς Βουλῆς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς. Εἶναι ὑποταγμένος καὶ ἐκεῖνος, ὅπως ὅλοι μας, εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐὰν δὲν τὰς τηρήσῃ, εἶναι παραβάτης τοῦ Κανονισμοῦ, παραβάτης τοῦ νόμου, παραβάτης τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ ἀειμνήστου Ζέγγελη. Τί ἔγινεν προχθές; Ἔγιναν δύο πράγματα. Τὸ ἀπόγευμα, κ. Πρόεδρε, τῆς Βουλῆς, εἴχατε μὲ τὴν ὑπογραφήν σας συγκαλέσει τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καὶ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, νὰ προβοῦν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας των. Διατί; Διότι, κατὰ τὴν ἄποψίν σας, ἦτο ἐπείγουσα ἡ ὀργάνωσις τῶν δύο αὐτῶν Ἐπιτροπῶν εἰς Σώματα, διὰ νὰ μελετήσουν καὶ νὰ ἐκφέρουν τὴν κρίσιν των ἐπὶ δύο ἐπειγόντων θεμάτων. Καὶ τὸ ἐπεῖγον τῶν δύο αὐτῶν θεμάτων ἦτο παγκοίνως ἀνεγνωρισμένον. Ἡ μὲν Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας διὰ τὸ θέμα τὸ ἐκκλησιαστικόν, ἡ δὲ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸ θέμα τῆς ἀναστολῆς λήξεως τῶν μισθώσεων τῶν καταστημάτων. Προσήλθομεν καὶ εἶχε γίνει ἡ ψηφοφορία εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Παιδείας, κ. Πρόεδρε, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι ὁ ὑποδειχθεὶς ὑποψήφιος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐξελέγη Πρόεδρος, δὲν συνεκέντρωσε τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν ψήφων, ὡς ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Ἐξελέγη Ἀντιπρόεδρος ὁ ὑποδειχθεὶς ὑπὸ τῶν βουλευτῶν τῆς Ε.Κ. Καὶ τότε ἐπιστρατεύεται ὁ πρῶτος Ἀντιπρόεδρος, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκπρόσωπος ἰδικός σας, προσῆλθεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐπικαλούμενος, τί; Τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι μετὰ τὸν ὁλοκληρωτικὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνακοινοῖ τὸν καταρτισμὸν τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, κατὰ Ὑπουργεῖα. Καὶ αὐτὸ τὸ παρέβητε, κ. Πρόεδρε. Λέγει τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ ὁριστικοῦ Προεδρείου, ὁ Πρόεδρος προβαίνει εἰς τὸν καταρτισμὸν ἰσαρίθμων, πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Καὶ αὐτὸ τὸ παρέβητε. Καὶ τὸ παρέβητε, πολλαπλῶς. Πρῶτον, προέβητε εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν δύο Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν πρὸ τοῦ ὁριστικοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Προεδρείου σας καὶ πέραν τούτου, ἐκαλέσατε τὰς Ἐπιτροπὰς μὲ τὴν ὑπογραφήν σας, νὰ προβοῦν εἰς ἀρχαιρεσίας. Καὶ ὅταν εἴδατε, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα ἀποβαίνει κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐζητήσατε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 13 καὶ λέγετε, ὅτι κακῶς συνήλθατε. Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Σεῖς προσκαλεῖτε καὶ σεῖς λέγετε, κακῶς συνήλθατε. Κακῶς συνήλθατε ὑπακούοντες εἰς τὴν πρόσκλησίν μου. Καὶ πότε τὸ εἴπατε; Ὅταν εἴδατε, ὅτι ὁ ὑποψήφιος Πρόεδρος, ὁ ὑποδειχθεὶς ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐξελέγη. Ἄλλη παράβασις. Αὐτὸ ἔγινε τὴν 6.30′ ἀπογευματινήν. Τὴν 7ην ἄρχεται ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς. Τὴν προηγουμένην ἡμέραν εἶχεν ὑποστῆ ἡ Κυβέρνησις μίαν πικρίαν, συνισταμένην εἰς τὸ ὅτι ὁ ὑπ’ αὐτῆς ὑποδειχθεὶς ὡς δεύτερος Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν ἐξελέγη καὶ ἐξελέγη ὁ ὑποστηριχθεὶς ὑπὸ τῆς Ε.Κ., τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὑπέστητε καὶ δευτέραν πικρίαν προχθές, ὅτι ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὑποστηριζόντων αὐτὴν Κομμάτων, ὅτι τὸ ἕνα ψηφοδέλτιον ἐκ τοῦ ὁποίου συνήγετο τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Σακελλαρίου εἰς τρίτον Ἀντιπρόεδρος, δὲν ἦτο ἔγκυρον. Καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, μετὰ μακρὰν συζήτησιν, ὅτι ἦτο ἔγκυρον. Ἦτο ἡ δευτέρα πικρία. Αὐτὸ σᾶς ἐζάλισε, κ. Πρόεδρε. Καὶ ὁ κατέχων τὴν προεδρικὴν ἕδραν Αʹ Ἀντιπρόεδρος, ὑπὸ τὴν παραζάλην, φαίνεται, τῶν ἐντυπώσεων αὐτῶν, λέγει: Λύω τὴν συνεδρίασιν. Καὶ σεῖς παραπλεύρως ἱστάμενος, ἀντὶ νὰ τοῦ εἴπητε, μὲ τὸ κῦρος καὶ τὸ προσωπικόν σας καὶ τοῦ ἀξιώματός σας, σταθῆτε, εἶναι μία παρατυπία, δὲν ἔχεις δίκαιον, τὸν ἐπήρατε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ ἐφύγατε παρὰ τὰς διαμαρτυρίας, τὰς ὁποίας, ἀμέσως, οἱ βουλευταὶ τῆς Ε.Κ. διετύπωσαν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, ἄνευ συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡμεῖς, δὲν ἐδίδαμεν τὴν συναίνεσιν καὶ ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δίδῃ τὴν συναίνεσιν. Διατί δὲν ἐδίδαμεν τὴν συναίνεσιν, κ. Πρόεδρε; Διότι, εἰς τά, τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διανεμηθέντα πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς προηγουμένης ἡμέρας, ἀνεγράφετο, ἐν τέλει, μία δεσμευτικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, συνισταμένη εἰς τοῦτο: «Μεθ’ ὃ καὶ ὥραν 11.10′, συναινέσει τῆς Βουλῆς, λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον, μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίαν διατάξεως: Πρῶτον, ἀνακοίνωσις ἀποτελέσματος τῆς διεξαχθείσης ψηφοφορίας. (Παρενεβλήθη τὸ θέμα τὸ παρεμπίπτον, τοῦ ἐγκύρου τῶν περὶ ὧν πρόκειται ψηφοδελτίων καὶ ἀπηγγέλθη, ἐπὶ τέλους, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, ἀπὸ σᾶς). Δεύτερον θέμα: Διεξαγωγὴ ψηφοφορίας πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ Προεδρείου. Καὶ τρίτον θέμα: Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Καὶ ἡ ἡμερησία διάταξις, τὴν ὁποίαν σεῖς διενείματε, πάλιν μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προεδρείου σας, πρὸς τὴν Βουλευτάς, ἀναγράφει ὡς θέματα ἡμερησίας διατάξεως, τὰ αὐτά. Εἴχομεν, λοιπόν, τὸ προηγούμενον κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ ἀπόγευμα καὶ σεῖς προσωπικῶς, μετακληθεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν ὅπου συνεδρίαζεν ἡ Ἐπιτροπὴ Παιδείας καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Αʹ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὑπεστηρίξατε, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει πλήρης συμπλήρωσις τοῦ Προεδρείου, δὲν ἠμποροῦν νὰ ὀργανωθοῦν καὶ νὰ ἐργασθοῦν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ὀργανωθοῦν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί, θέλομεν νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς καὶ δὲν θέλετε σεῖς. Πρὸ τῆς ἀδίκου, τῆς παρανόμου ἐνεργείας ὑμῶν καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου, διεμαρτυρήθημεν. Διατί λύεται ἡ συνεδρίασις; Ἐνωρὶς ἦτο, ἀπαρτίαν εἴχομεν, τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ἐξαγγελθὲν ἐπὶ τῆς διεξαχθείσης ψηφοφορίας, ἦτο πρόχειρον, ἦσαν παρόντες ἄνω τῶν 140 βουλευτῶν, καὶ ἑπομένως, παρανόμως ἐλύσατε τὴν συνεδρίασιν καὶ ἠμποδίσατε τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Προεδρείου, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ προεβαίναμεν τότε. Ἀλλά, τί ἦτο; Ἐφ’ ὅσον ἐχάσατε τὴν ψηφοφορίαν, διὰ τὸ θέμα τοῦ ἐγκύρου τῶν ψηφοδελτίων, ἐφοβήθητε, ὅτι ἡ συνέχεια πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ Προεδρείου, θὰ ἀπέβαινε πάλιν εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ δι’ αὐτὸ παρενομήσατε, ἐλύσατε τὴν συνεδρίασιν, ἄνευ γνώμης τῆς Βουλῆς καὶ εὐλόγως ἡμεῖς συνεχίσαμεν τὴν συνεδρίασιν. Δικαίωμά μας ἦτο, σεῖς ἐγκατελείψατε τὴν θέσιν σας, σεῖς ἐκάματε πραξικόπημα, προσωπικῶς σεῖς, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Αʹ Ἀντιπρόεδρος. Σεῖς ἐκάματε πραξικόπημα, ὅταν, παρὰ τὸν νόμον, παρὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ κανονίζει πῶς θέλει νὰ ἐργάζεται, παρὰ τὸν Κανονισμόν, ποὺ ὁρίζει, πῶς θέλει νὰ ἐργάζεται, πῶς πρέπει ἐπιτακτικῶς νὰ λύεται ἡ συνεδρίασις, ἐλύσατε τὴν συνεδρίασιν καὶ ἐφύγατε, ἐνῷ ἠμπορούσατε κάλλιστα, ὅταν διεμαρτυρήθημεν ἡμεῖς, νὰ μὴ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, νὰ καταλάβετε τὴν ἕδραν καὶ νὰ ἐρωτήσετε τὴν Βουλήν, ἂν συναινῇ. Δὲν τὸ ἐπράξατε, ἐπράξατε πραξικόπημα, παραβιάσαντες τὸν νόμον. Καὶ ἡμεῖς, ἐντὸς τοῦ νόμου, ἐσυνεχίσαμεν τὴν συνεδρίασιν. Καὶ θὰ ἐπληροφορήθητε, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν ἀνεγράφησαν. Καὶ αὐτό, ἐπίσης, εἶναι παράβασις ἰδική σας, διότι ἡ Βουλή, νομίμως, ἐσυνέχισε τὴν συνεδρίασίν της. Παρανόμως, εἶχε λυθῆ, νομίμως τὴν ἐσυνεχίσαμεν, ἐν πλήρει ἀπαρτίᾳ. Εἴδατε, ὅτι δὲν προέβημεν εἰς τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ ἐθεωρεῖτο ἐκμετάλλευσις περιστάσεων. Περιωρίσθημεν εἰς τὸ νὰ καταγγείλωμεν τὴν παράνομον ἐνέργειαν τοῦ Προεδρείου, νὰ ὑποβάλωμεν καὶ ἔγγραφον πρότασιν μομφῆς καὶ συναινέσαμεν, ὥστε ὁ τότε κατέχων τὴν ἕδραν βʹ Ἀντιπρόεδρος, νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν, διὰ τὴν μεθεπομένην. Οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Συνεπῶς, ὑπάρχουν δύο ζητήματα: Ἐὰν θὰ γίνῃ συζήτησις, ἐπὶ τῆς προτάσεως μομφῆς σήμερον. Τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζόμεθα, λέγει, ὅτι «δύναται» νὰ γίνῃ. Ἐπ’ αὐτοῦ ζητοῦμεν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Καὶ ἀφοῦ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, περὶ τοῦ ἐὰν θὰ ἐπιτραπῇ ἡ συζήτησις ἢ ὄχι, τότε θὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν συνέχειαν τῆς συζητήσεως, ἐπὶ τῆς προτάσεως μομφῆς, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, τὰ δύο θέματα εἶναι ἀλληλένδετα, ἀφοροῦν τὴν πρότασιν μομφῆς, ἡ ὁποία, κατὰ Ζέγγελην, ἀφορᾷ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Προέδρου, καὶ ζητοῦμεν, ὅπως καὶ σεῖς καὶ ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος, μὴ κατέχητε τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως τῶν δύο αὐτῶν ἀλληλενδέτων θεμάτων. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Γρηγορίου, ἔχει τὸν λόγον.
§20Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Κ., ὁ κ. Μπακόπουλος, ἐγὼ θὰ προσθέσω μόνον δύο λέξεις διαμαρτυρίας. Ἡ Βουλὴ διέκοψε τὰς ἐργασίας της προχθὲς τὴν ἑσπέραν. Ἔχουν παρέλθει ἔκτοτε 48 ὧραι. Συνεδριάσαμεν προχθὲς περὶ τὰς τρεῖς ὥρας κανονικῶς, διότι ἐμεσολάβησεν ἡ ψηφοφορία. Ἐζήτησα τὰ πρακτικὰ καὶ δὲν ὑπάρχουν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἶχον διανεμηθῆ, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὄγκος ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ δημιουργηθῇ τὸ αἴσθημα, ὅτι τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον δὲν ἐπρόλαβε τὴν ἐκτύπωσίν των. Ἡ μὴ διανομὴ τῶν πρακτικῶν, κ. Παπασπύρου,...
§21Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὄχι κ. Παπασπύρου.
§22Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριε Μπακόπουλε, παρακαλῶ, δὲν σᾶς διέκοψα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διὰ τὴν διακοπήν, κ. Μπακόπουλε, ἀλλὰ δὲν μειώνομαι καθόλου.
§24Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν πρόκειται νὰ σᾶς μειώσῃ κανείς. Εἶσθε ἀμείωτος.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπολύτως ἀμείωτος.
§26Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ μὴ διανομὴ τῶν πρακτικῶν, σήμερον, ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ σεῖς ἀναγνωρίζετε τὴν παρανομίαν, τὴν ὁποίαν διεπράξατε καὶ δὲν τολμᾶτε ἐγκαίρως νὰ ἐμφανίσετε τὰ πρακτικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ συνέχεια τῆς συνεδριάσεως, ὑπὸ τὸν Ἀντιπρόεδρον κ. Μαυρίδην, ὅταν σεῖς παρανόμως ἐγκατελείψατε τὸ Προεδρεῖον, ὡς δὲν εἴχετε δικαίωμα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε., ἔχει τὸν λόγον.
§28Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εὑρισκόμην εἰς τὴν αἴθουσαν, ὅταν, προχθές, ἐσημειώθησαν αὐτά, τὰ ὁποῖα περιέγραψεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπακόπουλος. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξιστορήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, εἰσελθὼν εἰς τὴν οὐσίαν — καί, ἑπομένως, τὸ θέμα τῆς συζητήσεως ἢ ὄχι ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐλύθη ἐμπράκτως, διότι ἀνέπτυξε τὸ θέμα ὁ κ. Μπακόπουλος — ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξιστορήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, καταλήγω εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, καὶ κ.κ. συνάδελφοι, νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, μὲ τὸν σκοπόν, τῆς, εἰ δυνατόν, παρακάμψεως τοῦ ὅλου θέματος, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη. Πράγματι, μὲ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν, ὁ κ. Μπακόπουλος, σχετικῶς μὲ τὴν ὑπὸ 15 βουλευτῶν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, κατὰ τὴν διάρκειαν μιᾶς συνεδριάσεως, πράγματι, ἡ ἑρμηνεία εἶναι ὀρθή, τὴν ἀνεγνώρισα καὶ ἐγὼ ὡς ὀρθήν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Μπακόπουλος, διετύπωσα δὲ τότε ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὴν σειρὰν συζητήσεως τῶν θεμάτων. Εἶναι ἕτερον ζήτημα, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Ἑπομένως, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις, ἐφ’ ὅσον ὑπογράφεται ὑπὸ 15 βουλευτῶν, μολονότι αὐτὸ ἀνατρέπει — καὶ θὰ πρέπει κάποτε νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ νὰ λύσωμεν τὸ πρόβλημα — μίαν βασικὴν ἀρχὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος Κανονισμὸς δεσμεύει τοὺς ὁμιλητὰς εἰς τὰ ὅρια τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἶναι δυνατόν, βεβαίως, νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὸ εἶχα, ὅμως τότε, ἰσχυρισθῆ καὶ δὲν ἔχει, ὅπως, εἶπα, σχέσιν μὲ τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ὑπῆρχε μία πρότασις συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἐκ μέρους βουλευτῶν ὡρισμένου Κόμματος καὶ εἶχεν ἡ πρότασις αὐτὴ ὡρισμένον ἀντικείμενον. Παρενεβλήθη κατὰ τὸ διάστημα τῆς συζητήσεως ἄλλη πρότασις, ἔπρεπε νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς μιᾶς προτάσεως καὶ μετὰ ταῦτα, βεβαίως, ἀφοῦ ἀπεφαίνετο ἡ Βουλή, ὅτι τὸ δέχεται, θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἄλλης προτάσεως. Εἰς τὸ πρῶτον, λοιπόν, θέμα, συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Μπακόπουλον, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε, ἀνέγνωσε καὶ γνώμην ἰδικήν μου, τὴν ὁποίαν διετύπωσα μετὰ τὴν ἀγόρευσιν, τότε, τοῦ κ. Ἀλαβάνου. Ὑπάρχει τώρα τὸ δεύτερον θέμα, τὸ θέμα κατὰ πόσον ὁ ἀσκῶν τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου εἶναι δυνατὸν νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν, ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ Κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἶναι σαφής. Βεβαίως, χρειάζεται συναίνεσις καὶ ἔπρεπε, τύποις, νὰ ἐρωτήσῃ, ὁ ἐπὶ τῆς ἕδρας εὑρισκόμενος, ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλὴ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, δηλαδή, ἀπὸ τοῦ σημείου τῆς διαπιστώσεως μιᾶς καθαρῶς τυπικῆς παραλείψεως, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα ἄλλος Ἀντιπρόεδρος, νὰ παραμένουν εἰς τὴν αἴθουσαν οἱ βουλευταὶ δύο κομμάτων, τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ τῆς ΕΔΑ, ὅταν ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔχουν φύγει, νὰ συνεχίζουν τὴν συζήτησιν, νὰ εἰσέρχωνται εἰς θέματα, οἷα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔθιξαν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομιμότητος, ἢ μή, ἀπὸ τοῦ σημείου τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ ἄλλου, ὑπάρχει τεραστία ἀπόστασις, ὑπάρχει μῆκος ἀποστάσεως, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς καὶ οὐδὲν Κόμμα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν διήνυσε ἄλλοτε μὲ αὐτὴν τὴν εὐκολίαν, μὲ τὴν ὁποίαν τὸ διήνυσαν τὰ βήματα τῶν βουλευτῶν τῆς ΕΔΑ καὶ τῆς Ε. Κ., προχθές. Ἐγένετο, βεβαίως, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Μπακόπουλος, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, τὴν μέχρι τῆς 7ης πρωϊνῆς διαρκέσασαν, ὅταν ἀνεκοινώθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, σχετικῶς μὲ τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀειμνήστου Σοφούλη. Ἤμην, τότε καὶ ἐγὼ εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔδωσε τὴν ψῆφον αὐτοῦ, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις Σοφούλη. Ἐμνημόνευσεν, ὁ κ. Μπακόπουλος, τὴν περίπτωσιν ἐκείνην. Τί εἶχεν, ὅμως, συμβῆ τότε; Εἴχομεν φθάσει κατάκοποι μέχρι τῆς 7ης πρωϊνῆς, εἶχε δημιουργηθῆ καταπόνησις σωματικὴ καὶ ψυχικὴ καὶ ὡρισμένοι βουλευταί, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνῆκαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τῆς ὥρας ἐκείνης, ἠμφεσβήτησαν τὸ ἀποτέλεσμα, κατ’ ἐμέ, κακῶς. Ἐγὼ ἀντιστρέφω τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅτι ὁ ἕνας βουλευτὴς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μισός. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς ὁ μισὸς πρέπει νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς πλήρης μονὰς καὶ ὀρθῶς ἡρμηνεύθη τὸ πρᾶγμα τότε, διότι ὅταν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ σχέσις τῶν ἀριθμῶν, ἡ ὁποία δὲν δίδει ἀριθμὸν συνιστῶντα πλήρη μονάδα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργῆται ζήτημα περὶ ὑπάρξεως ἢ μὴ πλειοψηφίας ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει πλειοψηφία καὶ διὰ τοῦ μισοῦ ἀριθμοῦ, δηλαδὴ ὄχι διὰ τοῦ μισοῦ βουλευτοῦ, διότι ὁ βουλευτὴς εἶναι ἀκέραιος, ὁ ἀριθμὸς εἶναι μισός. Συμφωνεῖτε φαντάζομαι καὶ σεῖς, κ. Μπακόπουλε...
§29Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ ἀπολύτως, ἐὰν δὲ τὸ ἐσημείωσα εἶναι διὰ νὰ ἰδῆτε τὶ ἐλέχθη τότε. Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν σας.
§30Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σύμφωνοι. Παρεμπιπτόντως τὸ ἔθεσα διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ εἰς τὸ μέλλον ἀνάλογον ζήτημα. Κακῶς λοιπὸν τότε ἐτέθη τὸ ζήτημα καὶ καλῶς δὲν ἀνεγράφη εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ συνεδρίασις, ἡ ὁποία διεδέχθη τὴν κόπωσιν τὴν ὁλονύκτιον καὶ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ ἀποτελέσματος ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας. Καὶ δὲν ἐδημιουργήθη μετὰ ταῦτα ζήτημα, κ. συνάδελφοι. Οὐδεὶς νομίζω ἢ τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη διεμαρτυρήθη ἢ διετύπωσε μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου διότι ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Ὅ,τι ἐπηκολούθησεν ἐθεωρήθη ὡς μία ὀφειλομένη εἰς ἐκνευρισμὸν ἀπόφασις τῶν μειοψηφησάντων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἁπλῶς μειοψηφία, ἀλλὰ ἦσαν μία ἰσόπαλος σχεδὸν δύναμις πρὸς τὴν δύναμιν τῶν ψηφισάντων ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν τύχῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, νὰ λύσῃ ταύτην καὶ ἀναχωρεῖ, εἶναι πρωτοφανὲς νὰ ἀνέρχεται ἄλλος καὶ νὰ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐπειδὴ παρελείφθη ἡ διατύπωσις μιᾶς φράσεως δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις, παραμενόντων εἰς τὴν Βουλὴν μόνον δύο κομμάτων, τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ τῆς ΕΔΑ. Δικαίωμά σας νὰ φτιάξετε εἰς τὸ μέλλον Βουλὴν μόνοι σας, ἀλλὰ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπάρχουν καὶ ἄλλα κόμματα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ΕΡΕ). Καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ ἄλλα κόμματα ἀπῆλθον, στοιχειώδης εὐπρέπεια ἐπέβαλε νὰ μὴν συνεχίσετε συνεδρίασιν βασιζομένην ἐπὶ τοῦ σοφιστικοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι παρέλειψεν ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν πράγματι ζητεῖ ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖ χωρὶς νὰ σημαίνῃ, ὅτι ὅταν παραλείπεται νὰ λεχθῇ πρέπει νὰ πηδᾷ εἰς τὸ βῆμα ἄλλος καὶ νὰ συνεχίζεται ἡ συνεδρίασις, ἀλληλεγγύως συνεργαζομένων δύο κομμάτων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἔπραξαν κάκιστα, συνεχίσαντα μίαν συνεδρίασιν, ἡ ὁποία καὶ ἂν ἀκόμη θεωρηθῇ τύποις νόμιμος, ἀπετέλεσεν οὐσιαστικῶς καὶ ἠθικῶς ἀνεπίτρεπτον παρασυναγωγήν. Καὶ ἀπετέλεσεν ἀνεπίτρεπτον παρασυναγωγήν, διότι ἐλέχθησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δικαιοῦνται σοβαροὶ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ λέγουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἐλέχθησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν μόνον καὶ μόνον ξέσπασμα πάθους καὶ τὸ ξέσπασμα αὐτὸ τοῦ πάθους εἶναι δυνατὸν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ γίνεται, ἀλλὰ νὰ γίνεται ὅταν σημειοῦται διάλογος, ὅταν γίνεται λόγος καὶ ἀντίλογος καὶ ὄχι ὅταν μένουν μεταξύ των ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συμφωνοῦν καὶ ἁπλῶς ἐκδηλώνουν τὸ μῖσος, τὴν κακίαν ἢ τὴν ἐχθρότητά των πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν. Κύριε Πρόεδρε, παραδέχομαι — καὶ συμφωνῶ ὡς πρὸς τοῦτο μὲ τὸν κ. Μπακόπουλον — τὴν τυπικὴν παράλειψιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἦτο μόνον τυπική. Τρεῖς ὥρας εἶχε συνεδριάσει ἡ Βουλή, δὲν ἐπρόκειτο ἀμέσως μετὰ τὰς τρεῖς ὥρας νὰ συζητηθῇ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ ἕνα οἱοδήποτε κόμμα ἀπέδιδεν οὐσιώδη σημασίαν, ὥστε νὰ ἦτο δικαιολογημένη ἡ διατύπωσις διαμαρτυρίας. Ἦτο ἀναγεγραμμένον ἀμέσως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ θέμα τῆς ἐκλογῆς γραμματέων. Ὑποψηφίους, ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἡ ΕΡΕ ἢ οἱ Προοδευτικοί, δὲν εἶχον προβάλει, ἑπομένως δὲν ὑπῆρχεν οὔτε κἂν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν θέμα ἁμίλλης μεταξὺ των ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων. Τὶ νόημα εἶχε, λοιπόν, αὐτὸ ποὺ ἔγινεν; Εἶχε τὸ νόημα ἠθικῆς ἐξεγέρσεως, διότι παρέλειψεν ὁ πρῶτος Ἀντιπρόεδρος, κ. Διαμαντόπουλος, τὴν μνείαν ὀλίγων λέξεων; Ὄχι, εἶχε τὸ νόημα ἑνὸς ἠθικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἀτοπήματος πρωτοφανοῦς βαρύτητος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ΕΡΕ).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε ἀρχηγὲ τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως, νὰ σᾶς δώσω τὴν ἐξήγησιν ἐπὶ τῶν ὅσων εἴπατε. Ὁ πρῶτος Ἀντιπρόεδρος, κ. Διαμαντόπουλος, ὡς μοῦ ἀνεκοίνωσεν, — καὶ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ διευθύνει συνεδρίασιν — εἶχεν ἔλθει...
§32ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἴσαστε καὶ σεῖς δίπλα του.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .... εἶχεν ἔλθει, ὅπως γίνεται ἐν τῇ πρακτικῇ, εἰς ἰδιαιτέρας συζητήσεις μὲ συναδέλφους ὅλων τῶν παρατάξεων καὶ μάλιστα μοῦ ἀνέφερεν συγκεκριμένως, ὅτι εἰς τὴν ἕδραν ἀνῆλθεν ὁ συνάδελφος τῆς Ἑνιαίας Δημοκρατικῆς Ἀριστερᾶς, κ. Μπριλλάκης, ὁ ὁποῖος ἠρώτησεν ἂν θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ λοιπὰ θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἢ θὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις; Κατόπιν αὐτοῦ, ὅλοι οἱ συνάδελφοι τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως καὶ οἱ πλεῖστοι τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος ὡς καί τινες τῆς ΕΔΑ, ἀπεχώρησαν τῆς αἰθούσης, μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ δοθῇ συνέχεια εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρέπει νὰ σᾶς σημειώσω καὶ τοῦτο. Δεύτερον θέμα τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἦτο ἡ ἐκλογὴ γραμματέων καὶ κοσμητόρων καὶ τόση ἦτο εἰς ὅλους ἡ πεποίθησις, ὅτι δὲν θὰ διεξαχθῇ, ὥστε ἡ Ἕνωσις Κ. δὲν εἶχε ψηφοδέλτιον διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐκεῖνο τὸ βράδυ δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἐκλογὴ γραμματέων καὶ κοσμητόρων, διότι ἐὰν ἀπέβλεπον εἰς ἐκλογὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, θὰ ἐζήτει τοὐλάχιστον τὰ ψηφοδέλτια. Οὔτε ψηφοδέλτια ὑπῆρχον, οὔτε ἐζητήθη ἡ διανομὴ των καὶ ὑπῆρχεν ἡ σιωπηρά, οὕτως εἰπεῖν συμφωνία, ὅτι θὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς προοπτικῆς καὶ αὐτῆς τῆς ἐντυπώσεως, ὁ κ. Αʹ Ἀντιπρόεδρος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὅταν ἐξηγγέλθη ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἠκούσθησαν διαμαρτυρίαι, ὅτι ἔπρεπε νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ πρῶτος Ἀντιπρόεδρος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταλυθῇ μία ἐξαγγελθεῖσα ἀπόφασις ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου. Ἐκείνη τὴν ὥραν πράγματι εὑρισκόμην εἰς τὴν αἴθουσαν, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνατρέψω μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐλήφθη ἐκ μέρους τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου καὶ ἡ ὁποία ἐξηγγέλθη βάσει συνεννοήσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Διαμαντόπουλος εἶχε διεξαγάγει μὲ ἀρκετοὺς συναδέλφους ὅλων τῶν παρατάξεων.
§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου). Μὲ ποίους;
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπευθύνομαι εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ μὴ εἶναι ἐδῶ καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐπὶ τῶν ὅσων εἶπε νὰ τοῦ παράσχω αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἑνιαίας Δημοκρατικῆς Ἀριστερᾶς, κ. Ἡλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§36Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, πρῶτον, ὅτι πρέπει μὲ πολλὴν προσοχὴν καὶ στοργὴν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς Βουλῆς, τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦμεν στοιχεῖα καὶ νὰ ἀναλογισθῶμεν, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ δωδεκάτη ἡμέρα τῆς τρίτης Συνόδου τῆς Βουλῆς καὶ ἀκόμη δὲν ἔχει καταρτισθῆ εἰς Σῶμα ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προεδρείου.
§37Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε συνέβαινεν αὐτό.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἄλλοτε συνέβη αὐτὸ ὅταν ὑπῆρχον ἰσχυραὶ πλειοψηφίαι.
§39Η. ΗΛΙΟΥ. Μεταξὺ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν διακοπῶν τῶν ἑορτῶν ἐμεσολάβησαν 7 συνεδριάσεις Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Αἱ τρεῖς ἠναλώθησαν ἤδη χωρὶς νὰ ἀρχίσῃ ἔλεγχος. Ἴσως ὅλοι μας μετέχομεν μιᾶς εὐθύνης, ὅτι δὲν ἀντετάχθημεν, ἐξ ἐπιεικείας καὶ ἐκ τῆς ἐπιγνώσεως, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἕτοιμον νομοθετικὸν ἔργον πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἀντετάχθημεν εἰς τὸ ὅτι μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς ἐλύθη ἡ συνεδρίασις, ὄχι διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ αἰτήσει συναδέλφων.
§41Η. ΗΛΙΟΥ. Ὄχι τῇ αἰτήσει συναδέλφων, ἀλλὰ τῇ ἀποφάσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ αἰτήσει συναδέλφων καὶ οὐδεὶς ἀντετάχθη.
§43Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐὰν συνεχισθῆ αὐτὴ ἡ ἀνάλωσις τῶν συνεδριάσεων εἰς διαδικαστικὰ ζητήματα, ἐὰν συνεχισθῆ αὐτὸ ποὺ συνέβη καὶ προχθές, ὁπότε δὲν ἔγινε τίποτε ἀπολύτως ποὺ νὰ προωθῇ τὰς οὐσιαστικὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ἐνῷ ὁ λαὸς εὑρίσκεται πρὸ πελωρίων ζητημάτων, πρῶτον τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ δεύτερον, εἰδικώτερον ὀξύτατα ζητήματα, οἰκονομικά, ἐκκλησιαστικά, στεγαστικὰ καὶ ἄλλα, ἐὰν συνεχισθῆ αὐτό, νομίζω, ὅτι μπορεῖ νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον μιᾶς ἐπισφαλῶς ἱσταμένης ἐπὶ δύο ἢ μιᾶς ἢ ἡμισείας ψήφου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία νὰ μὴ εἶναι πρόθυμος νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς οὐσιαστικὸν ἔργον, ἀλλὰ διευκολύνομεν καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βάλλουν ἐναντίον τῶν Κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ χρεωκοπήσουν οἱ θεσμοὶ αὐτοί. Ἑπομένως, θὰ κάμω μίαν ἔκκλησιν πρὸς ὅλους τοὺς συναδέλφους, ἀνεξαρτήτως παρατάξεως, νὰ δώσουν τὴν ἐμπρέπουσαν σοβαρότητα καὶ συγχρόνως τὴν ἐμπρέπουσαν βραχύτητα διεκπεραιώσεως εἰς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον προέκυψε, νὰ τὸ λύσωμεν διὰ ψηφοφορίας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ προχωρήσωμεν ἀμέσως εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον ζήτημα εὐθιξίας, ἀλλὰ καὶ παράδοσις ἔχει καθιερώσει, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, ἢ μέλη αὐτοῦ, ἀμέσως ὡς διατυπωθῆ μομφὴ ἐναντίον τῆς διαχειρίσεως ὑπ’ αὐτῶν τοῦ προεδρικοῦ λειτουργήματος, ὀφείλουν νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν ἕδραν καὶ νὰ ἐπιδιώξουν τὴν λύσιν τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος. Λέγω δὲ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, διότι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ὡμίλησε περὶ μὴ δυνατότητος ἐξόδου ἐκ τῶν πλαισίων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὀρθόν, πλὴν ὁσάκις προκύψουν παρεμπίπτοντα ζητήματα, τοιοῦτον δὲ εἶναι τὸ δημιουργηθὲν κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ταῦτα λύονται δι’ ἀμέσου ἀποφάσεως τοῦ Σώματος. Πέραν ὅμως τῆς παραδόσεως καὶ τῆς εὐθιξίας ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τοὺς διαχειριζομένους λειτούργημα κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατικὸν καὶ Κοινοβουλευτικόν, ὑπάρχουν καὶ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ δημοσίου ἡμῶν δικαίου, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀχυρωθῆτε πίσω ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν μνημονεύει διαδικασίαν προτάσεως μομφῆς, διότι ὅπου δὲν μνημονεύεται τοιοῦτόν τι ἐν Πολιτείᾳ δημοκρατικῶς λειτουργούσῃ καὶ εἰς ἀξιώματα αἱρετά, ἁρμόδιον διὰ τὴν ἀνάκλησιν Σῶμα εἶναι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἁρμόδιον διὰ τὴν ἀνάθεσιν τῆς ἐντολῆς. Καί, ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἀρυόμενον τὸ Προεδρεῖον τὴν ψῆφον του ἐκ τοῦ Σώματος ὀφείλει νὰ λογοδοτῇ ἐνώπιον τοῦ Σώματος διὰ μομφὴν ἢ δυσπιστίαν κατ’ αὐτοῦ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, ἐπειδὴ ἀποδίδω ἀξίαν εἰς τὴν γνώμην σας καὶ εἰς τὴν σοφίαν σας; Εἰλικρινῶς σᾶς τὸ λέγω, ἂν θέλετε καλοπίστως ἀκούσατε τὶ θὰ σᾶς εἴπω διὰ νὰ ὁλοκληρώσετε τὴν νομικήν σας ἄποψιν.
§45Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὁ Πρόεδρος δὲν λαμβάνει μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, διὰ τὸν σεβασμὸν τοῦ Κανονισμοῦ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην συνηγόρου ὁ κ. Ἡλιοῦ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν διακοπήν;
§47Η. ΗΛΙΟΥ. Μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἡλιοῦ τὸ ἄρθρο 80 ἀναφέρει προτάσει ἐκφράσεως ἐμπιστοσύνης ἢ ἐκφράσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§49Η. ΗΛΙΟΥ. Ἄλλο εἶναι αὐτό.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἔχει προβλέψει καὶ διὰ τὸ θέμα τῆς δυσπιστίας καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης, διότι θὰ ἤθελα, σεῖς μὲ τὴν σοφίαν σας νὰ μοῦ ἐξηγήσετε, ἐὰν ὑπάρχῃ προηγούμενον διαδικασίας μὲ πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου, ὁπότε θὰ ἦτο δυνατὸν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν .....
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εὑρίσκεσθε ὑπὸ κατηγορίαν καὶ δὲν πρέπει νὰ προεδρεύετε.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἦτο δυνατὸν ........
§53Η. ΗΛΙΟΥ. Τώρα κάμετε ἀντίκρουσιν δὲν κάμετε διακοπήν. Ἐὰν θέλετε νὰ πάρετε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν νὰ ἐγκαταλείψετε τὴν ἕδρα σας καὶ νὰ ὁμιλήσετε ὅπως λέγῃ ὁ Κανονισμός. (Χειροκροτήματα).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διευθύνω τὴν συζήτησιν καὶ δικαιοῦμαι νὰ κάμω παρατήρησιν.
§55Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ περὶ ἐκφράσεως μομφῆς, ἐγκατάλειψις ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς ἕδρας καὶ συζητήσεως τῆς προτάσεως μομφῆς παραχρῆμα καὶ ὄχι μὲ αὐτὴν τὴν παρέλκυσιν τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἀπορῶ πῶς ἡ εὐθιξία σας, ἐὰν ἡ εὐθιξία ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν αἴθουσα αὐτήν, σᾶς ἐπέτρεψε νὰ διατυπώσετε κάτι τέτοιο. Ὑπάρχει σωρεία περιπτώσεων προτάσεως μομφῆς καὶ συζητήσεως ἀμέσου τῆς προτάσεως μομφῆς. Πέραν τούτων ὅμως, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Χθὲς ὁ κ. Αʹ ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σώματος εὑρισκομένην ὄχι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλὰ εἰς μέγα ἀριθμὸν παρόντων, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν συναίνεσίν του. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἐχαρακτήρισεν τοῦτο ὡς τύπον. Εἶμαι κατάπληκτος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ Βουλὴ ἐν λειτουργίᾳ, ἐάν, τὸ κατὰ κανόνα ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως προερχόμενον Προεδρεῖον εἶναι δυνατὸν εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν αὐθαιρέτως νὰ λύνῃ τὴν συνεδρίασιν. Δι’ αὐτὸ ἦτο ἕνα μέτρον κατ’ ἐξοχὴν προνοίας ἡ προσθήκη τῆς διατάξεως, ὅτι ἡ μὲν ἔναρξις ἀπαγγέλλεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἡ δὲ λύσις τῆς συνεδριάσεως συναινέσει τῆς Βουλῆς. Ὑπῆρξαν εἰς τὴν ἱστορίαν πάμπολλα καὶ βέβαια ἄσχετα μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασιν παραδείγματα Βουλῶν εἰς διαρκῆ συνεδρίασιν ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐξηρτημένη μὲ τὸ Προεδρεῖον, ἤθελε διὰ τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως νὰ ματαιώσῃ τὴν συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν. Αὐτὸ συνέβη εἰς τὴν μεγάλην ἐκείνην συμβατικὴν συνέλευσιν πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος αἰῶνος. Εἶναι ὄχι τύπος, ἀλλὰ οὐσία. Δυστυχῶς ὀφείλω νὰ εἴπω κ.κ. συνάδελφοι, καὶ νὰ εἴπω κρίνων δύο χθεσινὰς παραβάσεις καὶ νὰ προείπω ὡς πρὸς τὸ μέλλον. Βουλευταί, ἐξαιρετικὰ ζωηροὶ καὶ ἰδιόρρυθμοι, σκεπτόμενοι κάπως περιέργως καὶ κατὰ τρόπον διάφορον ἀπὸ τὸν συνήθη καὶ τὸν μέσον ὅρον εἶναι δυνατὸν νὰ προσδώσουν ὄχι μόνον γραφικότητα εἰς τὸ Σῶμα εἰς τὸ ὁποῖον μετέχουν, ἀλλὰ μερικὲς φορὲς καὶ νὰ δώσουν ἀφορμὰς διαφορετικοῦ τρόπου ἀντιμετωπίσεως γεγονότων, ἐὰν τοὺς ἀναγάγετε ἐξ οἱασδήποτε σκοπιμότητος εἰς Πρόεδρον ἢ Ἀντιπρόεδρον, θὰ τοὺς πληρώσετε μεθαύριον. Ἐδῶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Αʹ Ἀντιπρόεδρος, ἰατρὸς τὸ ἐπάγγελμα, κρατῶν τὸν Κανονισμὸν ἀνὰ χεῖρας συνεχῶς ἔκαμε παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, πολλὲς φορὲς καὶ παραδόξους καὶ πολλὲς φορὲς καὶ ἰδιορρύθμους. Δικαίωμά του, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ τηρητὴς τοῦ Κανονισμοῦ χθὲς σκαιώτατα τὸν παρεβίασε δύο φορὲς καὶ λέγω ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτηρήθη ὄχι ὁ τύπος, ἀλλὰ ἡ οὐσία δὲν ἐλύθη ἡ συνεδρίασις. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι δὲν ἐλύθη ἡ συνεδρίασις καὶ νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἕνα προηγούμενον σχεδὸν βαρυσήμαντον εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ πολιτειακὴν ἱστορίαν τῆς Χώρας. Ἐνώπιον τῆς 5ης Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1935, ἡ ὁποία κατέλυσε τὸ νόμιμον πολίτευμα τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας καὶ ἀνεκήρυξε τὴν παλινόρθωσιν τῆς Βασιλείας, τότε ἐνῷ ὁ Πρόεδρος καὶ Αʹ Ἀντιπρόεδρος ἠθέλησαν νὰ διακόψουν τὴν συνεδρίασιν, μὴ συναινούσης τῆς πλειοψηφίας ἐθεώρησεν ὁ Ἀντιπρόεδρος ὁ Βʹ, ὁ Μπαλᾶνος, ὅτι συνεχίζεται καὶ συνεχίσθη ἀλλὰ ἐμονιμοποιήθη καὶ εἰς τὴν Προεδρίαν. Ὑπάρχει αὐτὸ τὸ προηγούμενον τοῦ 1935. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει συναίνεσις, δὲν ὑπάρχει καὶ λύσις. Τώρα ὁ κ. Διαμαντόπουλος, φέρεται ἐξηγήσας χθὲς ὅτι ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν λόγω θορύβου, ἀλλὰ λόγω θορύβου διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, δὲν λύεται καὶ ὀρθῶς τότε συνεχίσθη ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Σήμερον, ἐφ’ ὅσον ὁ συνάδελφος κ. Μπριλλάκης ἀπουσιάζει μᾶς λέγετε ὅτι ὁ κ. Διαμαντόπουλος ἠρωτήθη ἀπὸ τὸν κ. Μπριλλάκην, ἐὰν θὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις ἢ ὄχι. Ἀλλὰ αὐτὸ ἀποτελεῖ συναίνεσιν τῆς Βουλῆς; Ἡ ΕΔΑ προχθὲς ἀπήντησε διὰ καταθέσεως καὶ διατυπώσεως προτάσεως μομφῆς διὰ τὴν λύσιν. Ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τῆς ἑκατέρωθεν ἀνιχνεύσεως ὡς πρὸς τὴν πορείαν μιᾶς συνεδριάσεως. Εἶναι ἰδιωτικαὶ συνομιλίαι. Μεταξὺ δὲ τοῦ Προεδρείου ἢ μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἢ μεταξὺ μελῶν τῆς ἡγεσίας στελεχῶν τῶν διαφόρων κομμάτων ἐκ τῶν ὁποίων τελικὰ διαμορφώνεται ἡ συναίνεσις τῆς Βουλῆς πρὸς λύσιν ἢ πρὸς συνέχισιν τῆς συνεδριάσεως. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ μὲ κανένα τρόπον, τὸ ὅτι ὁ κ. Μπριλλάκης τὸν ἠρώτησε, ἐὰν θὰ συνεχισθῇ ἢ ὄχι ἡ συνεδρίασις, δὲν ἀποτελεῖ τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς. Ἐπομένως κατ’ οὐσίαν ὑπάρχει τὸ θέμα καὶ ἡ στοιχειωδεστέρα εὐθιξία ἐπιβάλλει τὴν εἴσοδον εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως μομφῆς, ἐγκαταλειπομένης τῆς ἕδρας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς μετέχει τῆς ἀπευθυνθείσης κατὰ τοῦ Προεδρείου μομφῆς. Ἐνθυμοῦμαι ὅταν ἤμουν σπουδαστὴς εἰς τὴν Γʹ Συντακτικὴν τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν τὸ 1920 καὶ παρηκολούθουν τακτικὰ τὰς συνεδριάσεις εἰς τὸ παλαιὸν κτίριον τῆς Βουλῆς, ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ἔκαμε τὴν πλέον ἐπιβλητικὴν καὶ θρησκευτικὴν ἐντύπωσιν ἦτο ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ν. Στράτος ἀπηύθυνε πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως Λομβάρδου. Ἐν τῇ εὐθιξίᾳ ἡ ὁποία διέκρινε τότε τὸν πολιτικὸν κόσμον δὲν παρῆλθον δευτερόλεπτα, παρὰ χρῆμα διεκόπη πᾶσα ἄλλη συζήτησις καὶ ἐκλήθη ὁ Ἀντιπρόεδρος, ἐγκατέλειψεν ὁ Πρόεδρος τὴν ἕδραν του, καὶ διεξήχθη συζήτησις ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος θέματος. Ἀντιθέτως σήμερον διατυποῦται μομφὴ ἐναντίον τοῦ Προέδρου καὶ Αʹ. Ἀντιπροέδρου καὶ ὁ Πρόεδρος ζητεῖ νὰ ὑπεκφύγῃ καὶ συγχρόνως νὰ δώσῃ τοιαύτας ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς οὐσίας ὥστε νὰ ἐξαντληθῇ τὸ παρεμπῖπτον θέμα ἐπὶ τῆς προτάσεως μομφῆς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν κ. Σ. Μαρκεζίνης ἔχει τὸν λόγον.
§57Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγα τινὰ ἔχω νὰ εἴπω. Φοβοῦμαι, ὅτι τὰ ὅσα συνέβησαν προχθὲς καὶ τὰ ὅσα συζητοῦνται σήμερον οὐδόλως προάγουν τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου, πολλαπλῶς κλονιζόμενον τὸν τελευταῖον καιρόν. Κατ’ ἐξοχὴν μάλιστα εἰς τὰς σημερινὰς κρισίμους περιστάσεις τὸ νὰ ἀπασχολοῦμεν τὴν Βουλήν, εἰς συζητήσεις διὰ ἀσημάντους εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν παρατυπίας, ἡμεῖς οἱ ἴδιοι συντελοῦμεν εἰς τὴν μείωσιν τοῦ κύρους της. Πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι ἡ προβαλλομένη ἐναντίον τοῦ Προεδρείου παρατυπία εἶναι πράγματι εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν κατ’ ἐξοχὴν ἄνευ οὐσιαστικῆς σημασίας. Σήμερον διϋλίζομεν τὸν κώνωπα, ἐνῷ ἄλλοτε κατ’ ἐπανάληψιν ἔχομεν καταπίει τὴν κάμηλον. Ἐπανειλημμένως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς Ε.Κ. συνεδρίαζεν ἡ Βουλὴ χωρὶς ἀπαρτίαν, ἐψηφίσθησαν νόμοι χωρὶς ἀπαρτίαν, ἐγένοντο διαμαρτυρίαι παρὰ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως καὶ παρὰ ταύτας παρεκάμπτετο τὸ θέμα. Οὐδέποτε ἐν τούτοις ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἐσκέφθη νὰ δώσῃ συνέχειαν. Σήμερον περιέργως οἱ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἐμφανίζουν τόσην εὐθιξίαν, διότι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος, πρώτην φορὰν ἀσκῶν τὰ καθήκοντά του δὲν ἐτήρησεν τὸν τύπον, νὰ ζητήσῃ τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ὀξύτης τῆς συζητήσεως ἀποσκοπεῖ εἰς διατήρησιν ζέοντος τοῦ ἐνδιαφέροντος ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος, ἐνῷ προέχουν ἐπείγοντα καὶ οὐσιώδη ζητήματα. Τὸ συμφέρον μας ὡς βουλευτῶν εἶναι νὰ εἰσέλθωμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὰ μεγίστου ἐνδιαφέροντος οὐσιαστικά μας ἔργα, ὅπου ἡμεῖς οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν καὶ σεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι αὐτὴν θὰ δυνηθῶμεν καὶ νὰ συζητήσωμεν καὶ δι’ αὐτὸ νὰ πολεμήσωμεν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης ἔχει τὸν λόγον.
§59Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως, δύναμαι νὰ συναγάγω ἤδη ἕνα συμπέρασμα. Ὅτι τὸ θέμα, ἂν ἡ πρότασις μομφῆς τῆς Ε.Κ. θὰ συζητηθῇ ἢ ὄχι ἐλύθη, καὶ ὅτι ὑπάρχει θετικὴ ἀπόφασις ἤδη τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον συζητοῦμεν πλέον τὴν οὐσίαν. Ὥστε ἡ ψηφοφορία, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ θὰ εἶναι ψηφοφορία περὶ ἀποδοχῆς ἢ ἀπορρίψεως τῆς προτάσεως μομφῆς. Συζητοῦμεν τὴν πρότασιν καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὴν οὐσίαν. Ὑμεῖς δέ, κ. Πρόεδρε, ὑπεχρεώθητε νὰ ἀντικρούσητε ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν ἐκπρόσωπον τῆς ΕΔΑ ἐπὶ πραγματικῶν γεγονότων, ἀφ’ ἑτέρου δέ, ἠναγκάσθητε νὰ δώσητε ἐξηγήσεις ἐπὶ πραγματικῶν ἐπίσης γεγονότων εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε. Μετέχετε, δηλαδή, τῆς συζητήσεως τῆς οὐσίας ἐπὶ προτάσεως μομφῆς, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἐκ μέρους δύο κομμάτων ἐναντίον σας.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ μέρους ἑνὸς κόμματος.
§61Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Καὶ τῆς ΕΔΑ. Ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἡ συνέχισις τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως ὑπῆρξεν νόμιμος καὶ ὅτι ὑμεῖς προέβητε εἰς πραξικόπημα. Καὶ ἑπομένως ἡ πρότασις τῆς ΕΔΑ, ἐφ’ ὅσον ὑπεβλήθη προχθές, ἰσχύει. Ὑπαρχουσῶν δύο προτάσεων μομφῆς ἐναντίον ὑμῶν καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου οἱ ὁποῖαι συζητοῦνται, καὶ ἐνῷ ὑμεῖς λαμβάνετε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ὡς ἀπολογούμενος, ἐξακολουθεῖτε νὰ κατέχετε τὴν ἕδραν τοῦ Προεδρείου. Οὐδέποτε ἄλλοτε εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλίου συνέβη προηγούμενον ἀνάλογον. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου καὶ λυποῦμαι διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν θεωρεῖ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κύρους τοῦ Σώματος τόσον δευτερεῦον θέμα. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ σημερινὸς Πρόεδρος ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του. Καὶ νομίζετε, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι αὐτὸ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ κῦρος τοῦ Σώματος; Πράγματι, εἶναι περίεργος ἡ ἀντίληψίς σας. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ ὑποχρεωθῆτε συντόμως νὰ κάνετε ἀναθεώρησιν αὐτῶν ποὺ εἴπατε, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ μεγίστη ἀνησυχία εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ἐὰν δοθῇ ὡρισμένη ἑρμηνεία εἰς τοὺς λόγους σας, τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς δὲν θέλετε νὰ δοθῇ. Συμβαίνει, κ. Πρόεδρε, νὰ σᾶς ἔχουν ὑποβληθῆ προτάσεις μομφῆς ἀπὸ δύο Κόμματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν συντριπτικὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις μομφῆς ἐναντίον σας καὶ εὑρίσκεσθε ἀκόμη ἐπὶ τῆς ἕδρας, ὅταν κατὰ παγίαν παράδοσιν, καὶ ἂν ἀκόμη βουλευτής τις ἐγερθῇ καὶ θέσῃ ζήτημα διὰ τὸν τρόπον ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου, ὁ Πρόεδρος κατέρχεται τῆς ἕδρας καὶ ἀπὸ τὰ βουλευτικὰ ἕδρανα, ἀπαντᾷ εἰς τὸν ἐπικρίνοντα αὐτὸν βουλευτήν. Καθιεροῦται προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἀπὸ τὰ ἀθλιέστερα διὰ τὸν Κοινοβουλευτικὸν βίον τῆς χώρας. Ἐὰν οἱ Πρόεδροι ἐπιδεικνύουν τοιαύτην ἀδιαφορίαν....
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παχυδερμίαν.
§63Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω ἀδιαφορίαν, διότι νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος θὰ αἰσθανθῇ τελικῶς ὅτι τὸ καθῆκόν του εἶναι νὰ κατέλθῃ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον. Ἔπρεπε, κ. Πρόεδρε, νὰ εἴχατε κατέλθει καὶ σᾶς κάμνω πορσωπικὴν ἔκκλησιν, ἐὰν πράγματι ἀγαπῶμεν καὶ πιστεύομεν εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ θέλομεν αὐτὴ ἡ αἴθουσα νὰ ἀντιπροσωπεύῃ βασικὸν θεσμὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ μας πολιτεύματος, νὰ μὴ ἀφήσετε οὔτε ἐπὶ ἕνα λεπτὸν πλέον νὰ παραβιάζετε διὰ τῆς παρουσίας σας ὅ,τι εἶναι ἡ συνισταμένη τοῦ κύρους καὶ τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου μας. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον δὲν κατέρχεσθε εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς διαψεύσω εἰς ὅσα εἴπατε ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Προεδρείου πρὸς τὴν Βουλὴν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Τὰ πρακτικὰ τὰ ὁποῖα διενείματε εἶναι ἀνακριβῆ. Δείχνουν μίαν ἀσέβειαν πρὸς ὅλον τὸ Σῶμα. Γράφετε εἰς τὰ πρακτικά. «Μεθ’ ὃ λύεται ἡ συνεδρίασις». Δὲν ἐτόλμησε κανεὶς νὰ γράψῃ «συναινέσει τῆς Βουλῆς». Καὶ ὁ κατὰ τὸν ὅλως πρωτότυπον τρόπον ἀσκῶν τὰ καθήκοντά του κ. Ἀντιπρόεδρος ἐξεστόμισε λέξιν, ἡ ὁποία οὔτε εἰς τὸ λιμάνι τοῦ Πειραιῶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀκουσθῇ.
§64Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία λέξις ἦτο αὐτή;
§65Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος «λύεται ἡ συνεδρίασις». Καὶ ἀμέσως ἠγέρθη ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Σῶμα καὶ τοῦ εἶπεν. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, διότι ἡ παράταξίς μας, ἐφόσον ὑπάρχει ἀπαρτία, ἐπιμένομεν νὰ συνεχισθῇ. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιμένωμεν διότι ἡ ἐκλογὴ τοῦ ὑπολειπομένου Προεδρείου ἔχει πολιτικὴν σημασίαν, ἔχει δι’ ἡμᾶς οὐσίαν πολιτικὴν καὶ δὲν εἶναι τυπικὸν θέμα. Οἱ ἑρμηνεῖες τὶς ὁποῖες δίδει ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὀφείλονται εἰς τὴν φαντασίαν των. Πάντως οὐδεὶς τοὺς ἔκαμε κηδεμόνας ἡμῶν ἢ ἑρμηνευτὰς τῶν ἀπόψεών μας. Ἡμεῖς εἴχομεν ἀποδώσει καὶ ἀποδίδομεν σημασίαν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὑπολοίπου Προεδρείου διότι θὰ ἀποδειχθῇ πόσον εὔθραστος εἶναι ἡ Κυβερνητικὴ πλειοψηφία. Ἀλλὰ καὶ διότι μόνον ἐφ’ ὅσον τὸ Προεδρεῖον ὁλοκληρωθῇ θὰ δυνηθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κόμματος.....
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΕ. Τοῦ Κόμματος; Καλῶς τὸ εἴπατε.
§67Ι. ΖΙΓΔΗΣ. .... τοῦ Σώματος. Ἀλλά, ἀφοῦ τὸ θέλετε, καὶ τοῦ Κόμματος, διότι τὸ Κόμμα εἶναι σχεδὸν τὰ 80% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὶ τὸ θέλετε; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς
Ε.Κ.).
Κύριε Πρόεδρε, ἀποδίδομεν σημασίαν νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἄμεσον ἐκλογὴν διὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ τὸ Προεδρεῖον διότι ἡμεῖς δὲν θέλομεν τὸ Κοινοβούλιον νὰ εἶναι προπέτασμα νομιμότητος διὰ τὸ πολιτικὸν πραξικόπημα, τὸ ὁποῖον ἔγινε εἰς τὰς 15 Ἰουλίου καὶ συνεχίζεται μέχρι σήμερον. Γνωρίζετε ὅτι ἡ Κυβέρνησίς σας ἡ ὁποία ἀποτελεῖ πρόκλησιν πρὸς τὸν κυρίαρχον λαόν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ νομοθετήσῃ καὶ τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ζητεῖτε εἶναι διὰ διαφόρων τεχνασμάτων, δι’ ἀναβολὴν διὰ τῆς παραλείψεως συμπληρώσεως τοῦ Προεδρείου, διὰ σοφιστικῶν ἑρμηνειῶν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἔχετε τὸ Σῶμα αὐτὸ νὰ παριστάνῃ ὅτι εἶναι Βουλὴ καὶ νὰ μὴ εἶναι νομοθετικὸν Σῶμα. Ἡ Ἕνωσις Κέντρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναινέσῃ εἰς τὸν ἐμπαιγμὸν αὐτὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν παραβίασιν αὐτὴν τοῦ πολιτεύματος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Κ.). Διὰ τοῦτο ἡ χθεσινή μας στάσις ἦτο στάσις συνεπείας πολιτικῆς καὶ τὸ ἀτόπημα τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου, τῇ ἰδικῇ σας εὐλογίᾳ, ἦτο παραβίασις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἦτο πρᾶξις πολιτικῆς αὐθαιρεσίας, ὅπως αὐθαίρετος πρᾶξις εἶναι ἡ ὑπόστασίς σας ὡς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἐκλογή σας ὡς Προέδρου τῆς δῆθεν Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων ὅπως κατήντησε σήμερον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου). Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη εἶναι μέγα. Θὰ ἰσχύῃ ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Σώματος ἢ ἡ αὐθαιρεσία τοῦ Προέδρου θὰ δίδῃ πλειοψηφίαν εἰς τὰ κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος συσταθεῖσαν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Μεταχειρίζομαι ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ διὰ νὰ τοῦ ἀποδείξω πόσον ἔνοχον, πόσον ἀνεδαφικὸν ἦτο τὸ ἐπιχείρημά του ὅτι τὸ «συναινέσει τῆς Βουλῆς» εἶναι τυπικὸν θέμα. Τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν συνέβη τὸ ἐπεισόδιον εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη ὁ κ. Μπακόπουλος ἐπὶ προεδρίας τοῦ ἀειμνήστου Θεοτόκη, ἐὰν ἴσχυον τὰ ἐφαρμοσθέντα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὸν Αʹ Ἀντιπρόεδρον τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ Θεοτόκης, ἀντιλαμβανόμενος, ὅτι ἡ ψηφοφορία θὰ ἔβαινε εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἴπῃ «λύεται ἡ συνεδρίασις» καὶ νὰ φύγῃ καὶ νὰ μείνῃ ἡ Χώρα χωρὶς Κυβέρνησιν, ἢ μᾶλλον μὲ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύῃ ὁ Πρόεδρος τὴν συνεδρίασιν ὅταν τοῦ καπνίσῃ.
§68Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς κάμω μίαν διακοπήν. Δὲν ὑπεστήριξα «ὅταν τοῦ καπνίσῃ». Σεῖς ἐχρησιμοποιήσατε τὴν ἔκφρασιν.
§69Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τὸ εἶπον ἐντονώτερον.
§70Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Καὶ σεῖς ἐγενικεύσατε κάτι ποὺ εἶπον, καὶ ὁ κ. Ἡλιοῦ καὶ ἐπράξατε ἀμφότεροι κακῶς διαστρέψαντες ἐκεῖνα ποὺ εἶπον.......
§71Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἴσως ἐπειδὴ συνοδοιποροῦμεν.
§72Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. ... διότι ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις εἶχε τοιοῦτον περιεχόμενον ὥστε ἦτο καθαρῶς τυπικὴ ἡ παράλειψις τοῦ κ. Διαμαντοπούλου. Καὶ ἑπομένως διαπράττετε λογικὸν σφάλμα μέγα ὅταν μεταπηδᾶτε ἀπὸ μιᾶς τοιαύτης περιπτώσεως εἰς τὴν περίπτωσιν μιᾶς πολιτικῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία γίνεται κατόπιν προτάσεως δυσπιστίας καὶ ἡ ὁποία πολιτικὴ συζήτησις πρέπει νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ψηφοφορίαν καὶ λέτε ὅτι ἰσοδυναμεῖ αὐτὸ ποὺ ἔκαμε ὁ κ. Διαμαντόπουλος μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε κάμει ὁ ἀείμνηστος Θεοτόκης, ἐὰν πρὸ τῆς ψηφοφορίας ἔλεγε ὅτι λύεται ἡ συνεδρίασις. Τὰ λέτε αὐτὰ καὶ τὰ πιστεύετε ὡς λογικὸς ἄνθρωπος;
§73Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δὲν ἐπίστευα, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ πράγματι ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ αὐτὰ τὰ πράγματα. Ὅμως αὐτὰ ἀκριβῶς ὑπεστήριξε. Τὸ ἐπιχείρημά του ἦτο ὅτι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐπεμείναμεν εἰς τὴν συνέχισιν τῆς συνεδριάσεως ἦσαν τυπικοί. Τοῦ ἀπέδειξα προηγουμένως ὅτι τὸ Κόμμα μας ἐθεώρησεν ἐπιβεβλημένην τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Προεδρείου, διὰ νὰ προχωρήσῃ τὸ Σῶμα εἰς τὸ νομοθετικόν του ἔργον καὶ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Νομίζω ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι λεπτομέρεια καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζετε, κ. Ἀρχηγὲ τῆς ΕΡΕ, ὅ,τι ὑπεστηρίξατε. Τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ἡ Ε.Κ. διὰ νὰ ἐπιμείνῃ ὅπως προχωρήσῃ τὸ Σῶμα εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τῶν ὑπολοίπων μελῶν τοῦ Προεδρείου, εἶναι ὅτι διὰ τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν θὰ ἀπεδεικνύετο ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πόσον εὔθραστος εἶναι ἡ ἑτερόκλητος πλειοψηφία ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ Κυβέρνησις. Δὲν διέστρεψα τὸ ἐπιχείρημά σας, κ. Ἀρχηγὲ τῆς Ε.Ρ.Ε. Τὸ παρουσίασα ὠμόν. Καὶ ὅταν τὸ εἴδατε γυμνόν, ἐτράπητε εἰς φυγήν.
§74Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐτράπην εἰς φυγήν. Ὅπως βλέπετε, εἶμαι ἐδῶ, σᾶς ἀκούω, σᾶς παρακολουθῶ καὶ σᾶς ἀπολαμβάνω.
§75Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Σωματικῶς σᾶς βλέπω παρόντα, κ. Πρόεδρε, καὶ αὐτὸ μὲ εὐχαριστεῖ. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι λογικῶς ἐτράπητε εἰς φυγήν, ὅταν σᾶς ἀπέδειξα πόσον ἀτυχὴς ὑπῆρξεν ἡ προσπάθειά σας νὰ παρερμηνεύσητε τὰς ἀπόψεις μας. Κύριε Πρόεδρε ὁ κ. Αʹ Ἀντιπρόεδρος, λύσας καθ’ ὃν τρόπον ἔλυσε προχθὲς τὴν συνεδρίασιν, ἐγκατέλειψεν αὐθαιρέτως τὴν θέσιν του. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ παραμείνωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν, ἵνα συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ συμπληρωθῇ τὸ Προεδρεῖον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τὸ ἐπιχείρημα τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀντιδρᾷ εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ὅταν αὐτὰ ἀποβαίνουν εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀποχώρησις τοῦ κ. Διαμαντοπούλου ἀπὸ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, δὲν σημαίνει καὶ λύσιν τῆς συνεδριάσεως. Ἡμίσειαν ὥραν ἐνωρίτερον ὁ κ. Διαμαντόπουλος, εἶχεν ἐγκαταλείψει τὴν ἕδραν, διὰ νὰ ἀσκήσῃ καθήκοντα ἐλεγκτοῦ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, χωρὶς νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν! Φαίνεται ὅτι ἔχει περίεργον περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Προέδρου ἀντίληψιν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος. Τὸ ὅτι ἐγκατέλειψε τὴν ἕδραν δὲν σημαίνει ὅτι λύεται ἡ συνεδρίασις. Ἐὰν σεῖς ἐγκαταλείψετε τὴν ἕδραν, δὲν σημαίνει ὅτι λύεται ἡ συνεδρίασις, ἁπλῶς δείχνετε πόσην περιφρόνησιν τρέφεται πρὸς τὸ Σῶμα. Σεῖς ἐπήρατε τὸν κ. Αʹ Ἀντιπρόεδρον ἀπὸ τὸ χέρι διὰ νὰ ἐξέλθητε τῆς αἰθούσης. Ὁ κ. Αʹ Ἀντιπρόεδρος ὅμως βλέπων τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν τῶν συναδέλφων τῆς Ε.Κ., οἱ ὁποῖοι ἐπέμεναν, ὅπως συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις ἐταλαντεύθη ἐπὶ μίαν στιγμήν. Ἐν τούτοις σεῖς παρὰ τὴν ἐπιτακτικὴν ἀξίωσιν τῶν συναδέλφων τῆς Ε.Κ. νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις, ἐπήρατε ἀπὸ τὸ δεξὶ χέρι τὸν κ. Αʹ Ἀντιπρόεδρον καὶ ἐξήλθατε τῆς αἰθούσης.
§76Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν διακοπὴν εἰς τὸν κ. Ζίγδην, ὅστις θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ τὴν διακοπήν. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα τοὐλάχιστον σεῖς, νὰ ὁμιλῆτε περὶ Συντάγματος, περὶ Κανονισμοῦ, περὶ ἠθικῆς, περὶ τύπων καὶ σεβασμοῦ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ κοινοβουλευτικῶν ἠθῶν καὶ παραδόσεων, διότι σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ὅταν εἴχατε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν, ὡς Ὑπουργὸς Βιομηχανίας καταλύων πᾶσαν ἔννοιαν νομιμότητος καὶ ἠθικῆς τῇ ἀνοχῇ τοῦ τότε Προεδρείου ἐψηφίσατε 12 νομ)δια τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας ἐπὶ παρουσίᾳ πέντε μόνον βουλευτῶν, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας μου καὶ τὴν καταγγελίαν τῶν ἐκτροπῶν αὐτῶν καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον καὶ πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα καὶ τοὺς ἡγέτας τῶν κομμάτων τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως. Τὰ ἐξεχάσατε;
§77Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐπήρατε τὸν Αʹ Ἀντιπρόεδρον ἀπὸ τὴν ἕδραν του διὰ νὰ ἀφήσῃ κενὸν τὸ Προεδρεῖον. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ποὺ ἐλάμβανον χώραν πάντα ταῦτα, δὲν εἴμεθα μόνον ἡμεῖς παρόντες, ἀλλὰ καὶ οἱ συνάδελφοι τῆς ΕΔΑ. Παρίστατο δὲ καὶ ἀρκετὸς ἀριθμὸς βουλευτῶν τῆς ΕΡΕ καὶ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν. Καὶ ὅταν σεῖς ἐγκαταλείψατε τὴν αἴθουσαν ὑπεχρεώθησαν οἱ κ.κ. συνάδελφοι τῶν δύο τελευταίων Κομμάτων—λόγῳ βεβαίως καὶ τῆς εὐθύνης στηρίξεως τῆς Κυβερνήσεως—νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν αἴθουσαν καὶ ἐκεῖνοι. Παρέμεινεν, ὅμως ἀρκετὸς ἀριθμὸς βουλευτῶν, πολὺ μεγαλύτερος τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ἀπαρτίαν ἀπαιτῶν τὴν συνέχισιν τῆς συνεδριάσεως. Καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτακτικὴν παράκλησιν τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ συναδέλφων ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος συνάδελφος κ. Μαυρίδης καὶ συνεχίσθη οὕτω ἡ συνεδρίασις. Ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἐκλογὴν τῶν ὑπολοίπων μελῶν τοῦ Προεδρείου, διὰ νὰ μὴ χειροτερεύσωμεν τὰ πράγματα. Δὲν καθωρίσαμεν ἐπίσης συνεδρίασιν διὰ τὴν ἑπομένην διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ σχίσμα, διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ δηλαδὴ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ὑπαιτιότητι τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν ἱεραρχίαν. Κατορθώσατε, κύριοι τῆς Κυβερνήσεως, νὰ χωρίσετε τὴν ἱεραρχίαν. Παρ’ ὀλίγον νὰ ἐδημιουργῆτε δύο Βουλάς. Διότι τὶ θὰ ἐκάνατε ἐὰν συνεχίζετο ἀπὸ ἡμᾶς τὴν ἑπομένην ἡ συνεδρίασις; Θὰ ἐβάζατε τὴν Χωροφυλακὴν νὰ μᾶς βγάλῃ ἔξω; Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἡ συμπεριφορά σας πρὸς τοὺς συναδέλφους τῆς Ε.Κ., οἵτινες σᾶς ἐπεσκέφθησαν εἰς τὸ γραφεῖον σας διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶσι διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Προεδρείου, ἦτο ἀπαράδεκτος. Διατὶ παρετάξατε ἀξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς πρὸ τοῦ Γραφείου σας; Διατὶ κ. Πρόεδρε, — σᾶς εἶπον οἱ κύριοι συνάδελφοι — διετάξατε τοὺς ἀτυχεῖς πρακτικογράφους νὰ ἀπομακρυνθοῦν τῆς αἰθούσης; Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπομνήσω καὶ τοῦτο. Ὅταν διεμαρτυρήθημεν διὰ τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, ὁ ἴδιος συνέστησε τὴν ὑποβολὴν προτάσεως μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου. Αὐτὸ τὸ ἐκάμαμεν. Ὑπεβάλαμεν πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου, τὴν ὁποίαν προκαλέσατε σεῖς διὰ τῶν πράξεών σας, αὐτὰ ὑπεδείξατε οἱ ἴδιοι. Κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι συνάδελφοι, δὲν χρειάζεται νὰ ὁμιλήσω περισσότερον. Ἡ στιγμὴ αὐτὴ εἶναι ἱστορική, καὶ λυποῦμαι διότι ἐγὼ προσωπικῶς, εἶμαι ὑποχρεωμένος, κ. Πρόεδρε, νὰ σᾶς ὑπομνήσω αὐτὰ τὰ ὁποῖα προηγουμένως ἐχρειάσθη νὰ ἀναπτύξω. Ἀλλὰ πέραν τῶν προφανῶν λόγων ποὺ μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ εἴπω πάντα τὰ ἀνωτέρω, θέλω νὰ σᾶς προσθέσω νὰ ἐνθυμηθῆτε τὸ «Φίλος μὲν Πλάτων, φιλτάτη δ’ ἀλήθεια». Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν συνεχίσητε νὰ παραμείνητε εἰς τὴν ἕδραν θὰ παρανομήσητε, θὰ παραβιάσετε καταφώρως τὸν Κανονισμὸν καὶ θὰ μείνετε εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλίου ὁ μόνος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος συζητουμένης προτάσεως μομφῆς ἐναντίον του, δὲν ᾐσθάνθη τὴν εὐθιξίαν νὰ κατέλθῃ τῆς ἕδρας. Τὶ ἄλλα θέλετε νὰ σᾶς εἴπωμεν, κ. Πρόεδρε; Θέλετε νὰ βιοπραγήσωμεν καθ’ ὑμῶν. Ἡμεῖς δὲν τὸ πράττομεν αὐτό. Λυποῦμαι ὅτι, ἐὰν συνεχισθοῦν αἱ συνεδριάσεις τοῦ Σώματος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ γίνωμεν ἐμπαιγμὸς τοῦ σύμπαντος. Ἡ παρανομία τοῦ Προεδρείου ἤρχισεν ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς παρούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς. Προχθὲς ἀνεγνώσθη Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἐγίνετο ἀποδεκτὴ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τὴν ψηφοφορίαν δι’ ἧς ἀνεδείχθη Πρόεδρος τοῦ Σώματος. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ πρὸ τῆς ψηφοφορίας. Καὶ ἐνῷ τὴν πρώτην ἡμέραν ἐλέχθη ὅτι τὸ ἐν λόγῳ Β. Διάταγμα ὑπεγράφη ἐν τῇ Β. Πρεσβείᾳ τοῦ Λονδίνου, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐλέχθη ὅτι τὸ ἐν λόγῳ Διάταγμα ὑπεγράφη ἐν τῇ Β. Πρεσβείᾳ τῆς Κοπεγχάγης. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μὲ τὰς πράξεις αὐτὰς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προεδρείου αἰσθάνεται ὀδύνην διὰ τὸ κατάντημα. Ἐὰν θέλετε νὰ περιαγάγητε τὸ Κοινοβούλιον εἰς αὐτὰ τὰ ἐπίπεδα, οὐδόλως συναισθανόμενοι τὸ καθῆκον σας ἐὰν ἀπὸ τυφλὸν πεῖσμα θέλετε σὰν νέοι Σαμψώντες νὰ εἴπητε: «Ἀποθανέτω ἡ ψυχή μου», ὄχι μετὰ τῶν ἀλλοφύλων ἀλλὰ «μετὰ τῶν ὁμοφύλων», θὰ ἐγκληματήσητε καὶ κατὰ τοῦ Πολιτεύματος καὶ κατὰ τοῦ Ἔθνους. Νομίζω, ὅτι αἱ στιγμαὶ εἶναι ἐξαιρετικὰ κρίσιμοι. Ἡ οἰκονομία μας καὶ ἡ θέσις τοῦ Κυπριακοῦ δὲν ἐπιτρέπουν ἐμπαιγμοὺς τοῦ Πολιτεύματος καὶ τοῦ Κοινοβουλίου. Κύριε Πρόεδρε, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζετε: Ἐὰν ὡς παράταξις ἔχετε παραφρονήσει, ἐὰν ἔχετε ἀποβάλει κάθε συναίσθησιν εὐθύνης, κάθε ἴχνος ἀξιοπρεπείας, θὰ πρέπει, λέγω, νὰ γνωρίζετε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ οἱ πραγματικοὶ ἀντιπρόσωποί του εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψουν νὰ ὁλοκληρώσετε τὸ ἔγκλημα τοῦ πραξικοπήματος τῆς 15ης Ἰουλίου (Χειροκροτήματα).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. ἔχει τὸν λόγον.
§79Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν θέσιν σας, ὅταν ὁ κ. Ζίγδης σᾶς εἶπεν «τὶ περιμένετε, διὰ νὰ κατεβῆτε ἀπὸ τὴν ἕδραν, περιμένετε νὰ βιαιοπραγήσωμεν;». Εἰς τὴν θέσιν θὰ τοῦ ἀπαντοῦσα, ναί, κύριοι, ἐλᾶτε ἐπάνω νὰ βιαιοπραγήσετε.
§80Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Διότι θέλετε νὰ καταλύσετε τὸ πολίτευμα. Αὐτὸ θέλετε.
§81Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἔπραττον εἰς τὴν θέσιν σας, αὐτὸ θὰ τοῦ ἔλεγον, διότι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κατέλθετε —ἐὰν θέλῃ ἂς βιαιοπραγήσῃ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κατέλθετε. (Θόρυβος ἐκ τῆς Ε.Κ.). Ἐπιτρέψατέ μου, κύριοι, νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Ἐὰν δὲν μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσω θὰ ἐξέλθω χωρὶς «νὰ τραπῶ εἰς φυγήν», ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ζίγδης, ἀλλὰ ἁπλούστατα θὰ ἐξέλθω διότι δὲν μοῦ ἐπιτρέπετε .....
§82Α. ΜΠΑΡΟΤΣΗΣ. Ἠξεύρετε πόσον σᾶς τιμῶμεν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§83Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, ἡμεῖς ἠκούσθημεν μὲ προσοχὴν καὶ ἡσυχία. Ὀφείλομεν τὴν ἰδίαν συμπεριφορὰν νὰ ἐπιδείξωμεν.
§84Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λέγω, λοιπόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσκαλέσητε τοὐλάχιστον τὸν κ. Ζίγδην νὰ βιαιοπραγήσῃ, διότι ἁπλούστατα δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κατέλθετε. Διατὶ δὲν ἔχετε; Κάθε νομικὴ διάταξις ἔχει τὴν λεκτικὴν διατύπωσίν της, ἔχει ὅμως καὶ τὸν λόγον της. Τίποτε δὲν εἶναι ἄνευ λόγου. Δὲν πρέπει νὰ εἶναι. Ἡ διάταξις, ἡ ὁποία προβλέπει τὴν πρότασιν μομφῆς —μομφῆς ὑπὸ τὴν συνήθη ἔννοιαν τῆς λέξεως, καὶ οὐχὶ δυσπιστίας— ἀναφέρεται ἀναγκαίως εἰς ὡρισμένην πρᾶξιν συγκεκριμένου προσώπου. Εἰς τὴν ἕδραν εὑρίσκετο ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος, ὁ κ. Διαμαντόπουλος, εἰς τὴν ἕδραν δὲν εὑρίσκετο ..... (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι) ..... τὴν ὥραν ἐκείνην ὁ κ. Παπασπύρου. Ἑπομένως ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ λογικὴ τάξις ἐπιβάλλει βάσει τῆς οἱασδήποτε ἑρμηνείας οἱουδήποτε ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ γίνῃ πρότασις μομφῆς κατὰ τοῦ κ. Διαμαντοπούλου. Κακῶς θὰ ἐγίνετο καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι ἡ παράλειψις δύο λέξεων ὅταν τοιαύτη εἶναι ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ ἐπέκειτο μόνον ἡ ἐκλογὴ Γραμματέων, ἡ παράλειψις αὐτὴ εἶναι καθαρῶς τυπική. Ἐπιμένω καὶ τὸ δραματικὸν ὕφος, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποίησαν οἱ μεγάλοι ἐρασταὶ τοῦ Κοινοβουλίου ὁ κ. Ἡλιοῦ καὶ ὁ κ. Ζίγδης, αὐτὸ τὸ ὕφος εἶναι συνδεδεμένον μὲ ἄλλας προθέσεις καὶ ὄχι μὲ πραγματικὸν ἔρωτα πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Διότι τὸ Κοινοβούλιον δὲν κλονίζεται μὲ τὴν παράλειψιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Διαμαντοπούλου δύο λέξεων, ὅταν μετὰ τρίωρον συζήτησιν ἀναβάλλεται ἡ ἐκλογὴ Γραμματέων τῆς Βουλῆς. Τὸ Κοινοβούλιον κλονίζεται ἀπὸ πολλὰ ἄλλα, τινὰ τῶν ὁποίων σᾶς ὑπενθύμισεν ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητὸς φίλος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, κλονίζεται ὅταν ψηφίζωνται νόμοι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία, ὅταν αἱ διαμαρτυρίαι τοῦ κόμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ πρώτου κατὰ σειρὰν μετὰ τὴν Ἕνωσιν Κέντρου κόμματος, μένουν ἄνευ ἀπαντήσεως, ὅταν ποδοπατεῖται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἡ δημοκρατικὴ τάξις καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ οὐδὲ στοιχειώδης δημοκρατικὴ εὐθιξία. (Χειροκροτήματα). Ὅταν Πρωθυπουργὸς τῆς Χώρας ἦτο ὁ κ. Γεώργιος Παπανδρέου, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν κατεπατήθησαν καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ κατεπατήθησαν καὶ αἱ ἠθικαὶ ἀρχαὶ τοῦ πολιτεύματος κατεπατήθησαν καὶ αἱ παραδόσεις αἱ Κοινοβουλευτικαί. Ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ πρώτου Κόμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸν παρελθόντα Μάρτιον καὶ δὲν κατώρθωσε ἐπὶ 2 ὥρας νὰ εἴπῃ μίαν φράσιν, χωρὶς κραυγὰς καὶ διακοπάς. Τότε καὶ ὄχι μετὰ τὴν 15ην Ἰουλίου. Δὲν μνημονεύω ἐκεῖνα τὰ ἀτοπήματα καὶ τὰς ἀνωμαλίας τὰς ὁποίας προεκαλέσατε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν μετὰ τὴν 15ην Ἰουλίου. Ἐπικαλοῦμαι τὰ ἀτοπήματα καὶ τὰς ἀνωμαλίας καὶ τὴν ἔλλειψιν στοιχειώδους γενναιότητος τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶσθε ἡ πλειοψηφία καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ ἀρχηγὸς τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως. Σεῖς κατεπατήσατε καὶ ἐφθείρατε τὰ πάντα καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε σεῖς;
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚ. Ὁ σημερινὸς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλεγε τότε ὁ μεγάλος ἀρχηγὸς (Θόρυβος).
§86Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, οὔτε μὲ ἐνδιαφέρει. Γνωρίζω ποῖον ἦτο τὸ κόμμα τῆς πλειοψηφίας, γνωρίζω ποῖος ἦτο τότε ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας καὶ γνωρίζω ποῖοι ἐξέλεξαν τότε τὸν κ. Νόβαν. Ὅταν τοιαῦτα ἔχετε διαπράξει, ὁμιλεῖτε μὲ δραματικὸν ὕφος; Τουλάχιστον, ὁ κ. Ἡλιοῦ ἂς ὁμιλῇ, διότι δὲν τὰ ἔχει διαπράξει. Καὶ δὲν τὰ ἔχει διαπράξει, διότι δὲν ὑπῆρξε Κυβέρνησις, δὲν ὑπῆρξε πλειοψηφία καὶ ὀφείλω εἰλικρινῶς, νὰ τοῦ εὐχηθῶ νὰ μὴ ὑπάρξῃ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις μομφῆς εἶναι ἐλαττωματικὴ νομικῶς, λογικῶς καὶ ἠθικῶς. Δὲν εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς ἕδρας ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Παπασπύρου. Εὑρίσκετο ὁ ἀξιότιμος πρῶτος Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Διαμαντόπουλος.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦτο δίπλα ὁ κ. Παπασπύρου.
§88Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι δίπλα, τοῦ ἀσκοῦντος τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου, εἶναι δίπλα ὡς ἁπλοῦς βουλευτής.
§89ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ χέρι....
§90Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως, εἶναι καὶ λογικῶς καὶ ἠθικῶς, ἀλλὰ καὶ νομικῶς, ἀπὸ οὐσιαστικῆς νομικῆς ἀπόψεως, ἐλαττωματικὴ ἡ πρότασις. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ θεσπισθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ τῶν ἐλαττωματικῶν προτάσεων, νὰ γίνωνται, δηλαδὴ προτάσεις μομφῆς κατὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἔπραξαν ἢ τὸ πολὺ παρέλειψαν κάτι, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἦτο καθῆκον τους νὰ ἀποφύγουν νὰ παραλείψουν, διότι δὲν ἐξετέλεσαν ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου, ἂν καταλήξωμεν εἰς τὴν θέσπισιν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, τότε δὲν ὑπάρχει νόμος καὶ Κράτος. Ὑπάρχει κέφι τῶν οἱωνδήποτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι δυνατὸν κάμνοντες τὸ κέφι τους νὰ διατυπώνουν κάθε δύο ἡμέρας μίαν πρότασιν μομφῆς καὶ καθ’ ὑμῶν κύριε Παπασπύρου καὶ κατὰ τοῦ κ. Διαμαντοπούλου διὰ νὰ ἔχουν τόν κατὰ τὰ ἄλλα συμπαθῆ καὶ φίλον κ. Μαυρίδην ἐπὶ τῆς ἕδρας. Κύριε Πρόεδρε, ἄριστα, λοιπόν, ἐπράξατε καὶ δὲν κατήλθατε. Παρεβίασαν τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἠθικὸν περιεχόμενον τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν αὐτὴν τὴν πρότασιν. Τὶ ἤθελον, δηλαδή; Σᾶς περιέλαβον εἰς τὴν πρότασιν διὰ νὰ ἀπαιτήσουν νὰ κατέλθητε ἀπὸ τὴν ἕδραν, διὰ νὰ ἀνεβῇ ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ ἰδικοῦ των Κόμματος καὶ διὰ νὰ συνεχίσουν τὴν συνεδρίασιν, τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Μαυρίδη ἔκαμαν προχθὲς λέγοντες ὅ,τι θέλουν καὶ ὑποχρεοῦντες ἡμᾶς νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν. Διότι βεβαίως, δὲν πρόκειται νὰ παραμείνωμεν, ἐὰν πρόκειται νὰ γίνεται τὸ κέφι τοῦ κάθε ἑνὸς εἰς τὴν αἴθουσαν. Βεβαίως, ὁ κ. Ζίγδης εἶπεν ὅτι οἱ πολλοί, τὰ δύο Κόμματα, (εἶπεν 80%, 70%, μᾶς ἔσβησεν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς, ἔχει μεγάλην γενναιοφροσύνην καὶ φαντασίαν), εἶπεν ὅτι τὰ 80% ἀποτελοῦν, σχεδὸν ἕνα Κόμμα, δηλαδὴ ὅτι ἡ Ε.Κ. καὶ ἡ Ε.Δ.Α. ἀποτελοῦν.....
§91Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὄχι.
§92Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπατε καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ σβήσετε ἀπὸ τὰ πρακτικά.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὸ ἐπαληθεύσητε.
§94Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸ ἐπαληθεύσητε σεῖς εἰς τὴν συνείδησίν σας, ἡ ὁποία βασιζομένη ἐπὶ ὤτων ἀκουόντων, πρέπει νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν δικαιοῦσθε κἂν νὰ ζητήσητε νὰ τὸ ἐπαληθεύσητε. Τὸ εἶπεν καὶ τὸ ἠκούσατε καὶ δὲν τὸ ἐμποδίσατε, καὶ δὲν τοῦ ἐκάματε παρατήρησιν καὶ δὲν ἐξηγέρθητε καὶ δὲν τοῦ εἴπατε, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐκ μέρους ἑνὸς μεγάλου κόμματος, ὅπως εἶναι ἡ Ε. Κέντρου νὰ τὸ λέγῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὸ εἶπε.
§95Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;
§96Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τελειώσω.
§97Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Πρόκειται περὶ οὐσιαστικοῦ θέματος. Καὶ σεῖς μὲ διεκόψατε.
§98Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς διέκοψα ἐπὶ μισὸ λεπτό. Σεῖς φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἀγορεύσετε. Σᾶς ἐπιτρέπω ὅμως τὴν διακοπήν.
§99Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὁμιλῶν εἰς τὴν περίφημον ἐκείνην συνεδρίασιν τῆς κοινοβουλευτικῆς ὁμάδος τῆς Ε.Κ. εἶπεν ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου ἐκπροσωπεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ 65, τὰ 70 ἢ τὰ 80% τοῦ λαοῦ. Καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος ἐπίσης ἀνέφερεν ὅτι εὑρίσκεται ἐν σημαντικῇ ἀνόδῳ τὸ κόμμα μας. Καὶ τὸ κόμμα μας, ὅπως ξεύρετε, ἐπῆρε τὰ 53%. Ἡ σημαντικὴ λοιπόν, ἄνοδος μᾶς ἐπιτρέπει νὰ σκεπτώμεθα ὅτι ἔχομεν ὑπερβῆ τὸ 70%. Ἑπομένως, ἐὰν μετεχειρίσθην ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ φράσεις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ κόμμα μας, δὲν ἐπρωτοτύπησα. Ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι ἀνεπίτρεπτον, εἶναι νὰ διαστρέψετε τὴν φράσιν μου καὶ νὰ μοῦ ἀποδώσητε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον.
§100Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δικαιοῦται νὰ λέγῃ ὁ κ. Ζίγδης, ὅτι διαστρέφω φράσεις του. Τοῦ ἀπαγορεύω νὰ μοῦ ὁμιλεῖ εἰς αὐτὸ τὸ ὕφος. Τὸ «ὅτι ἀπαρτίζομεν ἓν σχεδὸν κόμμα» τὸ εἴπατε, κύριε, ἢ δὲν τὸ εἴπατε;
§101Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὄχι.
§102Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ψεύδεσθε αὐτὴν τὴν στιγμήν. Τὸ εἴπατε. Τὸ εἶπε, κύριε Πρόεδρε.
§103Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Κανελλόπουλος.
§104Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπατε καὶ τὸ ἤκουσαν ὅλοι.
§105Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀνακαλέσητε, κύριε Πρόεδρε, ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀνάξιον ὑμῶν ὡς ἀνθρώπου, ὄχι ὡς πολιτικοῦ ἡγέτου.
§106Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνέχωμαι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν φράσεις, ὅπως αὐτὴ τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Ζίγδης, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶναι ἀνάξιον ἐμοῦ, ὡς ἀνθρώπου. Ποῖος δὲ τὸ λέγει; Ἴδε ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τὸ λέγει.
§107Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δὲν ὑβρίζω ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§108Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλῶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ψεύδεσθε αὐτὴν τὴν στιγμὴν λέγοντες ὅτι δὲν εἴπετε ὅτι «ἀπαρτίζομεν σχεδὸν κόμμα». Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ἐκείνων τῶν βουλευτῶν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τὸν ἑαυτόν των συνδεδεμένον μὲ τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς. Εἶπε «εἴμεθα σχεδὸν κόμμα» καὶ ψεύδεται, ὅταν μὲ διαψεύδει.
§109Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Θανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§111Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δὲν εὑρίσκεται οὔτε εἷς βουλευτὴς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι λέγω τὴν ἀλήθειαν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξέλθω. (Ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης, ἀκολουθούμενος ὑπὸ πλείστων βουλευτῶν τῆς Ε.Ρ.Ε.).
§112Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζίγδη, θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά σας, ἤδη ἔδωσα τὸν λόγον εἰς τὸν συνάδελφον κ. Θανόπουλον. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§114Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ δοθῇ ἀμέσως ὁ λόγος.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχω δώσει ἤδη τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Θανόπουλον.
§116Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσητε τὸν λόγον εἰς ἄλλον ὅταν ἔχῃ δημιουργηθῆ προσωπικὸν θέμα. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ κ. Κανελλόπουλος τὸν ὁποῖον τόσον ἐκτιμῶ καὶ τὸν ὁποῖον τόσον ὑπολήπτομαι, διότι εἶναι ἀρχηγὸς ἑνὸς μεγάλου Κόμματος, ἀλλὰ καὶ ἐχρημάτισε καὶ Καθηγητὴς τῆς Κοινωνιολογίας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον ἐπίσης τὸν ὑπολήπτομαι, διέπραξε σειρὰν ἀτοπημάτων, τὰ ὁποῖα εἰλικρινῶς δὲν ἀνέμενον νὰ διαπράξῃ καὶ τὰ ὁποῖα μεγάλως μὲ ἐξέπληξαν. Ἐπεκαλέσθη ἐν πρώτοις ἕνα ρητορικὸν σχῆμα ἰδικόν μου διὰ νὰ δημιουργήσῃ ἐσφαλμένας ἐντυπώσεις.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐζητήσατε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀγορεύσητε. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ἐδίδατε ἐξηγήσεις πόθεν ἀνεφύη τὸ προσωπικὸν θέμα. Σεῖς κάμνετε ἀγόρευσιν, τὴν στιγμὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχω δώσει τὸν λόγον εἰς ἕτερον συνάδελφον...
§118Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ δώσητε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ θέματος. Δὲν μπορεῖτε νὰ κάμνετε, ὅ,τι θέλετε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Μιλημένα ξηγημένα. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμνετε ὅ,τι θέλετε σεῖς. Ἕνα καὶ ἕνα κάμνουν δύο. Οἱ βουλευταὶ δὲν εἶναι ὑφιστάμενοί σας, εἶναι ἐλεγκταί σας.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω πλήρη συναίσθησιν αὐτοῦ τὸ ὁποῖον λέγετε, κ. Μπακόπουλε.
§120Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδώσατε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος εἰς τὸν κ. Ζίγδην καὶ θὰ ὁμιλήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ.
§121Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐχρησιμοποίησεν ἕνα ρητορικὸν σχῆμα τοῦ λόγου μου ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ διὰ νὰ προκαλέσῃ ἐντυπώσεις, κ. Πρόεδρε. Εἶπον, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον: Τί θέλετε, ἐφ’ ὅσον δὲν κατέρχεσθε τῆς ἕδρας καθ’ ἣν στιγμὴν συζητεῖται πρότασις μομφῆς ἐναντίον σας, διὰ νὰ κατέλθητε τῆς ἕδρας; Νὰ βιαιοπραγήσωμεν; Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ εἶπεν, ὅτι ἠπείλησα νὰ βιαιοπραγήσωμεν καθ’ ὑμῶν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐζητήσατε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος καὶ δὲν περιορίζεσθε εἰς τὸ προσωπικὸν θέμα, ὅπως προβλέπεται ἀπὸ τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ κάμνετε ἀντίκρουσιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. Ὁ Κανονισμὸς ὁμιλεῖ ρητῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου: «Ὁ θέλων, διαρκούσης τῆς συζητήσεως, νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος... (ἀναγινώσκει)...». Σεῖς κάμνετε ἀντίκρουσιν.
§123Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προσωπικὸν ζήτημα δημιουργεῖται, ὅταν ἀποδίδεται εἰς ρήτορα φράσις ἢ ἔννοια μὴ διατυπωθεῖσα πράγματι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν προκειμένῳ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο σόφισμα τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅτι τὸ 80% τοῦ λαοῦ ἀνήκει εἰς τὴν Ε. Κ. καὶ τὴν Ε.Δ.Α. καὶ ἑπομένως, ὅτι ὡμολόγησα, ὅτι εἴμεθα ἕνα Κόμμα μὲ τὴν ΕΔΑ, τοῦτο ἀποτελεῖ φραστικὸν πυροτέχνημα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπερίμενα νὰ ἐκφύγῃ τῶν χειλέων τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. Καὶ τὸ τρίτον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ τὸ ὁποῖον προκαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε., ἐπαναλαμβάνω ὄχι ὡς ἀρχηγὸν κόμματος... (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ε.Ρ.Ε. Ὁ βουλευτὴς τῆς Ε.Ρ.Ε. κ. Μ. Μυριδάκης διαμαρτύρεται ἐντονώτερον παρακαλῶν τὸν κ. Πρόεδρον ὅπως διακόψῃ τὸν ρήτορα. Ἀκούεται λέγων, εἶναι ἐντροπή, νὰ τοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε). Προκαλῶ τὸν κ. Κανελλόπουλον, κ. Πρόεδρε. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. μετεχειρίσθη φράσιν ποὺ δὲν ἁρμόζει οὔτε εἰς ἀρχηγὸν κόμματος, οὔτε εἰς βουλευτήν, οὔτε εἰς κοινωνικὸν ἄνθρωπον. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐγείρονται οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ διαμαρτυρόμενοι διὰ τὰς φράσεις τοῦ ρήτορος. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λαντζούνης καὶ Μυριδάκης ἀκούονται διαμαρτυρόμενοι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον φωνάζοντες, ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ ρήτορος λεχθέντα ἀποτελοῦν αἶσχος).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἠρεμήσατε, κ.κ. συνάδελφοι. Κάμνω ἔκκλησιν πρὸς ὅλας τὰς πτέρυγας.
§125Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Διὰ τὴν βαρυτάτην ἀσέβειαν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. πρὸς τὸ Σῶμα, ἐγὼ δὲν θὰ προβῶ εἰς κανένα χαρακτηρισμόν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅταν ὁ κ. Κανελλόπουλος καταστῇ νηφαλιώτερος, τότε θὰ ἀντιληφθῇ πόσον ἠδίκησε τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ τὸν ἑαυτόν του. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ, ὅτι ἐθίγην.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Θανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§127Δ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν οἱ ἐκ τῆς παρατάξεως τῆς Ε. Κ. ἑρμηνευταὶ καὶ δῆθεν ὑποστηρικταὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Μοῦ ἐδόθη ὁ λόγος καὶ ὁ κ. Ζίγδης κατέλαβε τὸ μικρόφωνον καὶ διὰ τῆς φωνῆς του μοῦ ἀφῄρεσε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω. Συγχαίρω, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸν κ. Ζίγδην, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περὶ Κανονισμοῦ καὶ Συντάγματος, θὰ ἐπεθύμουν μόνον νὰ ἦτο προσεκτικὸς ὡς ἀπόψε καὶ εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν ὑπουργικῶν του καθηκόντων, διότι μεθαύριον θὰ ἀναγνώσητε εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐπερώτησίν μου ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Ζίγδην, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ κ. Ζίγδης ἐζημίωσε τὴν Δ.Ε.Η. διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 50.000.000. (Θόρυβος ἐκ τῆς Ε. Κ.). Δεύτερον ἐκφράζω τὴν λύπην μου διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι ἐνῷ τεράστια ζητήματα ἀπασχολοῦν τὸν λαόν, ἡμεῖς ἀσχολούμεθα μὲ τοιαύτας συζητήσεις φιλολογοῦντες ἐπὶ ὥρας, καὶ δεύτερον, διότι ἐπετρέψατε αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Σᾶς δικαιολογῶ, κ. Πρόεδρε, πρῶτον διότι ἡ δημιουργηθεῖσα συζήτησις εἶναι θέμα προσωπικόν σας, καὶ τιμῶ τὴν εὐθιξίαν σας, καὶ δεύτερον, διότι ἡ συζήτησις ἐστράφη ὡς γίνεται εἰς θέματα ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ καὶ πρέπει ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ νὰ λύσωμεν ὁριστικῶς τὸ θέμα μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου. Εἰς ἕνα σημεῖον εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν σεβαστὸν κ. Μπακόπουλον, εἰς τὸ ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, καθορίζει τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν της. Καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸν Κανονισμὸν της εἰς ἐκτέλεσιν τῆς συνταγματικῆς ἐπιταγῆς. Εἶμαι βέβαιος ἐπίσης, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Μπακόπουλον, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν δύναται νὰ μεταβάλλεται δι’ ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Ἀναζητῶ εἰς τὸν Κανονισμὸν διάταξιν ποὺ νὰ ἀναγνωρίζῃ τὴν μομφὴν κατὰ τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ Προεδρείου. Δὲν τὴν εὑρίσκω. Καὶ ὅλοι οἱ ἑρμηνευταὶ δέχονται, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ κατὰ ἑρμηνείαν τοιαύτη περίπτωσις. Ἐπομένως δὲν εἶναι εἰς τὴν δύναμιν τῶν κυρίων τῆς Ε.Κ. νὰ ἀποφασίζουν τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως θὰ διεξαχθῇ ψηφοφορία μὲ θέμα ἂν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι μομφὴ κατὰ τοῦ Προεδρείου. Ἐπικαλεῖται ὁ κ. Μπακόπουλος τὸ ἄρθρον 79 καὶ λέγει, ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἠμπορεῖ νὰ διεξαχθῇ τοιαύτη συζήτησις. Ἔχω ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν νομικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν πεῖραν τοῦ κ. Μπακοπούλου, ἀλλὰ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν ἑρμηνεύει ὀρθῶς τὰς διατάξεις. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ νομοθέτης νὰ ἀφήσῃ μὲ ἀσάφειαν τὴν σοβαρωτάτην αὐτὴν περίπτωσιν καὶ νὰ μὴ ὁρίσῃ ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 26 τὴν περίπτωσιν μομφῆς καὶ κατὰ ἁπλοῦ βουλευτοῦ. Καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον. Ἡ περίπτωσις μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Προεδρείου εἶναι ἐπικίνδυνος. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ματαιωθῇ πᾶσα νομοθετικὴ ἐργασία καὶ ἔλεγχος, μὲ τὴν ὑποβολὴν τοιούτων καθ’ ἡμέραν προτάσεων. Ἐπομένως εἶναι σκόπιμος ἡ παράλειψις. Προσφάτως ἐξεδόθη μία πραγματεία ὑπὸ τοῦ ὑφυγητοῦ κ. Γεωργοπούλου, ἀφορῶσα τὰ νομοθετικὰ διατάγματα. Εἰς τὴν σελίδα 81 εἰς μίαν παραπομπήν του, λέγει: «Τὴν διατύπωσιν μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Προεδρείου, ἀγνοεῖ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ... (ἀναγινώσκει) ...». Ἐπομένως, δὲν ὑπάρχει θέμα. Εἶναι θέμα προσωπικὸν διὰ τὸν Πρόεδρον ἡ κατ’ αὐτοῦ μομφή. Θὰ ἦτο δυνατόν, βεβαίως, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν ἕδραν καὶ νὰ ἀποκρούσητε τὴν κατηγορίαν. Ἀλλὰ εἶσθε ἐν τάξει, διότι δὲν τὴν ἐγκαταλείψατε, ἐφ’ ὅσον διεξάγεται συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἂς ἀναγνώσῃ ὁ κ. Ζίγδης τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τότε θὰ ἴδῃ, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ τοὺς παλληκαρισμούς, διότι βιαίως θὰ σᾶς καταβιβάσῃ τῆς ἕδρας. Τοὺς παλληκαρισμούς του ὁ κ. Ζίγδης, θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς δείξῃ, εἰς ἄλλην ἐποχήν. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 10. «... (ἀναγινώσκει)...»: «Ὁ Πρόεδρος ἀπὸ τῆς ἕδρας του ἀγορεύει μόνον ὁσάκις συζητοῦνται θέματα σχετιζόμενα πρὸς τὸν Κανονισμὸν κλπ.». Δὲν ἔχετε, κ. Πρόεδρε, διάθεσιν νὰ συμμετάσχητε εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἑπομένως, παραμένοντας εἰς τὴν ἕδραν, εἶσθε πιστὸς τηρητὴς καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Πιστεύω, ὅτι ἡ πρόθεσίς σας εἶναι νὰ ἀφήσητε τοὺς συναδέλφους νὰ ξεσπάσουν καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ δώσητε τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν μοῦ ἐπιτρέπητε, κ. συνάδελφε, ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ Κανονισμοῦ, τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Κανονισμοῦ, ἀναφέρει: «Ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὰς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας προτάσεις, καθ’ ἣν σειρὰν εἶναι ἐγγεγραμμέναι, ἐκτὸς ἂν αὕτη ἀποφασίσῃ αἰτήσει τῶν Ὑπουργῶν ἢ 10 βουλευτῶν νὰ μεταβάλῃ τὴν τάξιν τῶν ἐγγεγραμμένων θεμάτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Συνεπῶς, ἀπόψε, ἀποκλείεται ὁπωσδήποτε νὰ ληφθῇ οἱαδήποτε ἀπόφασις. Δὲν θὰ τεθῇ δηλαδὴ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§129Δ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἁπλῶς, κ. Πρόεδρε, ἀπόψε, ποτὲ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ θέσητε τὸ θέμα νὰ γίνῃ ψηφοφορία ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀποδοχὴν ἢ τὴν ἀπόρριψιν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντως θὰ τηρηθῇ πιστῶς ὁ Κανονισμός. Τὸ λέγω διὰ νὰ διευκολύνω τὴν συζήτησιν καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν Γραμματέων καὶ Κοσμητόρων.
§131Δ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον ἐκάθησα εἰς τὴν ἕδραν αὐτὴν καὶ γνωρίζω τὰς δυσκολίας καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τακτικῆς, ἔναντι ποίων; Συναδέλφων τοὺς ὁποίους ἐπιθυμεῖ ὁ Προεδρεύων, εἴτε εἰς τὴν Συμπολίτευσιν εἴτε εἰς τὸ ἴδιον κόμμα καὶ ἂν ἀνήκουν εἴτε καὶ εἰς ἄλλο νὰ μὴ δυσαρεστήσῃ. Πρέπει νὰ ἐκτιμήσητε τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος ὅσον ἀφορᾷ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως τῆς προχθεσινῆς, μιᾶς συνεδριάσεως 2 ὡρῶν. Ὁ κ. Διαμαντόπουλος κατεῖχε τὴν ἕδραν. Ἐβεβαίωσε βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν νὰ τὸν ἐρωτήσουν ἐὰν θὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις, ὅτι θὰ διακοπῇ, διότι δὲν ὑπῆρχε καὶ περαιτέρω περίπτωσις συνεδριάσεως, διότι δὲν εἴχομεν κάμει προετοιμασίαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Προεδρείου. Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, κύριοι, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Προεδρεύων ἐπιτρέπει εἰς τοὺς βουλευτὰς καὶ δὲν τοὺς παρακαλεῖ, δὲν τοὺς συνιστᾷ νὰ καθήσουν, γεννᾶται ἠθικὸν θέμα πλέον διὰ τὸν Προεδρεύοντα, ἂν θὰ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ἢ ὄχι, ἐφ’ ὅσον ἐπέτρεψε διὰ τῆς τακτικῆς του αὐτῆς νὰ ἀπομακρυνθοῦν συνάδελφοι. Εἶναι ὑποχρεωμένος πλέον ἠθικῶς νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν. Διότι τότε, ἐρωτῶ, ποῖον λόγον θὰ ἔδιδεν ὁ κ. Διαμαντόπουλος εἰς τοὺς συναδέλφους εἰς τοὺς ὁποίους εἶπεν, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ φύγητε, διότι δὲν ἔχουν περαιτέρω συζήτησιν; Βεβαίως, τυπικῶς, ἀπὸ ἀπόψεως Κανονισμοῦ, ὑποχρεωμένος ἦτο ὁ κ. Διαμαντόπουλος νὰ ζητήσῃ τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς, διότι τὸ ζητεῖ τὸ σχετικὸν ἄρθρον, ἡ λύσις νὰ γίνεται τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἔπρεπε πρῶτα, διότι διὰ πρώτην φορὰν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἕδραν αὐτήν, διότι εἶδε τοὺς συναδέλφους νὰ ἐπιμένουν ἐπὶ τῆς συνεχίσεως τῆς συνεδριάσεως — ἀλλὰ ἐκτεθειμένος ὢν ἔναντι τῶν συναδέλφων τοὺς ὁποίους ἀπεμάκρυνε καλοπίστως, χωρὶς καμμίαν κακοπιστίαν, νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν. Καὶ ἑπομένως θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ συγχωρηθῇ αὐτὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν ἀτόπημα εἰς τὸν κ. Διαμαντόπουλον καὶ νὰ μὴ γίνῃ ἐκεῖνο ποὺ ἔγινε προχθὲς καὶ νὰ μὴ πάρῃ τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν μορφὴν ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἔλαβε προχθές. Διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου καταλύεται ἡ Δημοκρατία καὶ προσβάλλεται τὸ Κοινοβούλιον, κύριοι, ὄχι μὲ μίαν καλόπιστον συνεδρίασιν ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν εἴτε τοῦ Συντάγματος, εἴτε τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ νὰ μὴ γίνῃ ἡ ἀποψινὴ συζήτησις. Διότι ἂν μία ἐπιθεώρησις μᾶς ἔκανε νούμερο, δὲν ἠξεύρω αὔριον πόσας ἐπιθεωρήσεις θὰ μᾶς ἀνεβάσουν εἰς τὸ μπαλκοσένικο, κ. Πρόεδρε.
§132Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴπατε πρὸ ὀλίγου μεγάλον λόγον. Ὅτι δὲν θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασίς μας. Διαφωνοῦμεν ἀπολύτως. Διότι ἔγινε νομίμως, σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν ἡ συζήτησις. Καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ παρεδέχθη, ὅτι νομίμως ἐγένετο ἡ συζήτησις. Ἐπεκαλέσθη καὶ προηγουμένην γνώμην του, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐμνημόνευσα. Λέγετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, μὲ ποῖον δικαίωμα;
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ τὴν ὑποχρέωσιν ....
§134Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω. Σεῖς τὸ εἴπατε καὶ τὸ ἀντικρούω. Πόθεν ἀρύεσθε αὐτὸ τὸ δικαίωμα; Πόθεν θὰ ἀρυσθῆτε αὐτὸ τὸ δικαίωμα διὰ νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν θέτετε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασίν μας; Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον, πᾶσα συζήτησις δὲν τερματίζεται παρὰ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Ὑπάρχουν καὶ τὰ προηγούμενα τῶν Βουλῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐμνημόνευσα. Δεύτερον, θὰ ζητήσωμεν — νὰ εἶσθε βέβαιος — ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ ἂν ἐπιτρέπεται καὶ ἐὰν θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεώς μας. Καὶ ἂν τότε τολμᾶτε λύσατε τὴν συνεδρίασιν, χωρὶς νὰ γίνῃ ψηφοφορία. Τὸ «ἂν τολμᾶτε» δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς ἀτομικῆς τόλμης. Γνωρίζω τὴν προσωπικήν σας γενναιότητα. Δὲν δειλιάζετε πρὸ οὐδενός! Ἀλλὰ πῶς θὰ τολμήσητε, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅταν ἔγινε μία συζήτησις καὶ χρειάζεται ἀπόφασις, πῶς θὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὸν ἑαυτόν σας, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ εἴπῃ ὅτι μολονότι ὑπάρχει πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως, ἐγὼ δὲν τὸ κάμνω; Καί, ἐπὶ πλέον, θὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν χωρὶς νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία καὶ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς προτάσεώς μας περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας; Θὰ ἐγκαταλείψητε, κ. Πρόεδρε, καὶ πάλιν τὴν ἕδραν σας; Θὰ ζητήσητε τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν, διότι ἐνδεχομένως τὸ προχθεσινὸν πάθημα σᾶς ἔγινε μάθημα, ἐὰν σᾶς ἔγινε μάθημα; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ πάλιν ἡμεῖς θὰ ζητήσωμεν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, δὲν συναινοῦμεν εἰς τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως. Διαλέξατε καὶ κάμετε. Πάντως δικαίωμα νὰ εἴπητε αὐθαιρέτως «δὲν θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὸ θέμα» δὲν ἔχετε. Ἐμνημονεύσατε τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ δικαιώματος τῆς Βουλῆς νὰ μεταβάλλῃ δι’ ἀποφάσεώς της τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Λάβετε αὐτὰ ὑπ’ ὄψει σας καὶ κανονίσατε. Εἴπατε, ὅτι εἴπατε ὅσα εἴπατε «πρὸς διευκόλυνσιν τῆς συζητήσεως». Λέγομεν ὅσα λέγομεν πρὸς διευκόλυνσιν τῆς συζητήσεως.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§136Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἀρχὴν θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἐὰν προηγουμένως μοῦ εἶχε δοθῆ ὁ λόγος καὶ εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς κατηγορίας, ἴσως νὰ εἶχε τερματισθῆ ἡ συζήτησις ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς καὶ νὰ μὴ διαμαρτύρεται τώρα ὁ κ. Ἀλαβάνος. Εὑρίσκομαι ὑπὸ κατηγορίαν. Ἀποδέχομαι τὴν κατηγορίαν, πρέπει νὰ μὲ ἀκούσουν οἱ κύριοι συνάδελφοι τί ἔχω νὰ εἴπω. Κύριε Πρόεδρε, διερωτῶμαι ὅμως κατὰ ποίαν λογικὴν διὰ πρᾶξιν ......
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Διαμαντόπουλε, νὰ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν οὐσίαν, διότι δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ συζητήσωμεν.
§138Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδόθησαν ἀναληθεῖς βεβαιώσεις, διὰ νὰ παρασύρουν τὴν Βουλήν. Ὀφείλουν λοιπὸν οἱ βουλευταὶ νὰ γνωρίζουν τὰ πραγματικὰ γεγονότα, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι τότε θὰ λήξῃ ἡ συζήτησις. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ ποίαν λογικὴν λέγουν μομφὴ καθ’ ὑμῶν, ὅταν σεῖς δὲν εἶσθε εἰς τὴν ἕδραν; Ἐγὼ ἤμην εἰς τὴν ἕδραν καὶ ἐγὼ μόνον φέρω τὴν εὐθύνην. Συνεπῶς, φέρω ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην, σεῖς δὲν εὐθύνεσθε διὰ τίποτε. Ὀρθῶς, λοιπόν, κατέχετε τὴν ἕδραν καὶ οὔτε λόγοι εὐθυξίας σᾶς ὑποχρεώνουν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπιβάλλεται νὰ μὴ κατέλθητε ἀπὸ τὴν ἕδραν πρὶν λήξῃ τὸ θέμα. Διερωτῶμαι ἐπίσης, δὲν νομίζουν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἡρωϊσμοῦ τὸ ὅτι ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ μιμηθῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἰς παλαιοτέρας ἐποχὰς ἔλυον τὴν συνεδρίασιν χωρὶς τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ ἔγραφον «τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς»;
§139ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ε. Κ.). Ποῦ;
§140Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παλαιότερον καὶ τὸ γνωρίζετε. Εἰδικώτερον θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸν κ. Ζίγδην, ὁ ὁποῖος ἔδωσεν ἀναληθῆ γεγονότα καὶ χαρακτηρισμοὺς ἀπαραδέκτους δι’ ἐμέ. Μὴ λησμονῇ ὁ κ. Ζίγδης, πῶς ἐψήφισε τὰ νομοσχέδιά του ὅταν καὶ ἐγὼ ἤμην τότε εἰς τὴν Ἕνωσιν Κέντρου, ὅτι ἐβοήθησα καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ψήφισίν των. Ἀλλὰ τὸν ἐρωτῶ, δύναται νὰ ἀναφέρῃ τὴν ἀπρεπεστάτην αὐτὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἀπήγγειλα ἀπὸ τῆς ἕδρας, τὴν ὁποίαν δὲν λέγουν οὔτε οἱ λιμενεργάται τοῦ Πειραιῶς, οἱ ἔντιμοι αὐτοὶ ἐργάται; Ἔτσι εἶπεν ὁ κ. Ζίγδης καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἔχῃ τὴν γενναιότητα νὰ εἴπῃ τὴν λέξιν ἢ τὴν φράσιν, νὰ δείξῃ τὴν γενναιότητα, τὴν ὁποίαν ἔδειξε καὶ αὐτὸς καὶ ἐγὼ εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1940–41. Καὶ γνωρίζετε ὅλοι τὶ ἐννοῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐρωτῶ περαιτέρω τὸν κ. Ζίγδην. Εἶπεν ὁ κ. Ζίγδης, ὅτι ἐγκατέλειψα τὴν ἕδραν. Δὲν ἐγκατέλειψα τὴν ἕδραν καὶ γνωρίζει ὁ κ. Ζίγδης, ὅτι ἤμην ἐπὶ τῆς ἕδρας. Ἁπλῶς μίαν στιγμὴν ἠθέλησα νὰ βεβαιωθῶ τὸ ὄνομα τοῦ συναδέλφου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐφέρετο ψηφίσας, διότι ἀπὸ τὴν Ἕνωσιν Κέντρου ἐφώναξαν, ὅτι εἶναι παρὼν καὶ τρεῖς φορὰς εἶπα νὰ ἐγερθῇ ὁ συνάδελφος διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ κακὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκείνην τὴν ὥραν διὰ νὰ ὑποκλαπῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Ἴσως ὁ κ. Ζίγδης νὰ μὴ ἔχῃ τὴν δύναμιν τῆς ὁράσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τοιαύτας περιστάσεις καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου νὰ συκοφαντῇ συναδέλφους. Εἶναι ὅμως ἐνδεχόμενον μελλοντικῶς ἡ ΔΕΗ νὰ δώσῃ περισσότερον φῶς εἰς τὰς Ἀθήνας, ὥστε ὁ κ. Ζίγδης νὰ βλέπῃ καλύτερον. Κύριε Πρόεδρε, ἐλέχθη ἄλλη μία ἀνακρίβεια, ὅτι ἐγὼ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν μετὰ τὸ πέρας τῆς ψηφοφορίας ἀνεφέρθην εἰς τὸ ἄρθρον 13. Εἶναι πλήρως ἀναληθὴς ἡ διαβεβαίωσις ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Γνωρίζουν οἱ παρευρισκόμενοι τὶ εἶχε συμβῆ. Τὸ Προεδρεῖον, ὑμεῖς δηλαδή, εἴχατε συγκαλέσει τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι θὰ εἶχε τελειώσει ἡ ψηφοφορία. Εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν ἐτελείωσε ἡ ψηφοφορία καὶ εἶχον λάβει τὴν εἰδοποίησιν καὶ εἶχον προσέλθει πρὸς ἐκλογὴν οἱ βουλευταὶ καὶ τότε ἐγὼ τοὺς ἐτόνισα (ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἡλιοῦ, ὅτι κρατῶ ὡς ἰατρὸς τὸν Κανονισμόν, βεβαίως εἶμαι ἰατρὸς καὶ τὸν κρατῶ, διότι δὲν εἶμαι νομικὸς διὰ νὰ βγάλω συμπέρασμα ὅπως οἱ νομικοί,) καὶ τοὺς εἶπον, ὅτι τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ γίνονται ἀφοῦ πρῶτα καταρτισθῇ τὸ Προεδρεῖον. Ἄρα, λοιπόν, ἀληθὴς ἡ διαβεβαίωσις ἐνώπιον τοῦ Σώματος διὰ τοὺς πολιτικοὺς σκοποὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκουν νὰ δημιουργοῦν συνεχῶς εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως θέματα. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ θέμα. Ἀκριβῶς μάλιστα, κύριοι, ἀναγνωρίζω καλῶς, ὅτι μόνος ὑπεύθυνος εἶμαι ἐγὼ διότι παρέλειψα τὴν φράσιν νὰ εἴπω: «Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς». Ἀλλὰ ὀφείλουν νὰ ἀκούσουν, ὅτι ὁ κ. Ἠλιοῦ ἀνέφερε προηγουμένως, ὅτι ἐπεκαλέσθην τὸν κ. Μπριλλάκην διότι εἶναι ἀπών. Μήπως εἶναι ἀπὼν καὶ ὁ κ. Παπαδημητρίου τῆς ΕΔΑ, ὁ ὁποῖος ἦλθε καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι; Παρακαλῶ νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ μὲ διαψεύσῃ. Καὶ προχωρῶ. Ἐνθυμοῦνται ὅλοι πολὺ καλῶς, ὅτι ἀκριβῶς οἱ περισσότεροι μὲ εἶχον ἐρωτήσει καὶ εἶχον φύγει σχεδὸν ὅλοι. Μὲ τὸ αἴσθημα αὐτό, ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὴν βούλησιν τῆς Βουλῆς παρέλειψα τυπικῶς τὴν φράσιν καὶ ἐπίστευα καὶ πιστεύω, ὅτι ἀνταπεκρινόμην ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἰς τὴν βούλησιν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τώρα ἀκριβῶς οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον καὶ μοῦ εἶπον, ὅτι θέλουν νὰ φύγουν παρέμεινον, ἴσως αὐτὸ νὰ ὑποκρύπτῃ τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐτόνισεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ καὶ νομίζω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ τοὺς κρίνῃ. Ἀποδέχομαι τὴν κατηγορίαν, ὁμολογῶ, ὅτι παρέλειψα τυπικῶς τὴν φράσιν αὐτήν, ἀλλά, κύριοι, καὶ ἓν ἄλλο πρέπει νὰ γνωρίζουν οἱ κύριοι, ὅτι εἶχον ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ ἐπιστήσουν τὴν προσοχὴν καὶ νὰ μοῦ εἴπουν, μάλιστα κύριε, καὶ ὄχι νὰ ἀρχίσουν ἐδῶ νὰ ὠρύωνται καὶ νὰ φωνάζουν. Ἦτο δυνατόν, κ. Πρόεδρε, σεῖς ὅταν ἐγὼ εἶπον λύεται ἡ συνεδρίασις νὰ μὲ πάρετε καὶ νὰ μὲ κατεβάσετε ἀπὸ τὴν ἕδραν, ἦτο δυνατὸν αὐτό; Μὲ ποῖον δικαίωμα ὁ κ. Μαυρίδης, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἀντικαθιστᾷ ὑμᾶς καὶ ἐμὲ ἀπουσιάζοντος τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων ὅταν ἐγὼ ἀνήγγειλα τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως ἀνῆλθεν ἐπὶ τῆς ἕδρας καὶ μάλιστα ὅταν εἶδεν ὅτι αὐτὸ δὲν τὸ ἔπραξεν ὁ Πρόεδρος;
§141ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς Ε.Κ.). Ποία ἦτο ἡ λῆξις τῆς συνεδριάσεως;
§142Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ποὺ ἔγινε. Τὴν συνεδρίασιν τὴν λύει ὁ Πρόεδρος.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀγγελούσης, ἔχει τὸν λόγον.
§144Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω καὶ ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς γράφω διὰ νὰ ὁμιλήσητε κατόπιν.
§146Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς δώσῃ ἀπάντησιν ὁ κ. Παπαδημητρίου.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχουν ἄλλοι βουλευταὶ σειρὰν νὰ ὁμιλήσουν.
§148Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρισκόμεθα εἰς Πταισματοδικεῖον; Διὰ προσωπικὸν θέμα θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Παπαδημητρίου.
§149Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν στάσιν τοῦ Προεδρείου. Λόγοι εὐθιξίας ἐπέβαλον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἕδραν ὁ κατέχων ταύτην κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διότι συζητοῦμεν πρότασιν μομφῆς ἐναντίον τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου τοῦ Σώματος. Ὅταν κοινοτικὸς σύμβουλος, συζητουμένου θέματος, σχέσιν ἔχοντος μὲ τὸ πρόσωπόν του, δὲν μετέχει τῆς συνεδριάσεως τοῦ Συμβουλίου, διότι ἄλλωστε τοῦτο προβλέπει ὁ νόμος, πῶς εἶναι δυνατὸν ὅταν συζητῆται πρότασις μομφῆς ἐναντίον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ κατέχῃ τὴν ἕδραν τὸ ὑπὸ κατηγορίαν πρόσωπον;
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν συζητοῦμεν πρότασιν μομφῆς.
§151Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συζητοῦμεν τὴν πρότασιν μομφῆς διότι ἡ συζήτησις ἤδη διεξάγεται ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἀλλὰ ἐρωτᾶται, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Βʹ Ἀντιπροέδρου κ. Μαυρίδη ἐξακολουθήσασα συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ἐκρίθη νόμιμος, διὰ ποῖον λόγον εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν ἀναφέρεται ἡ συζήτησις ἡ ὁποία διεξήχθη ὑπὸ τὴν προεδρίαν τούτου; Ὁ κ. Διαμαντόπουλος, κακῶς διέκοψε τὴν συνεδρίασιν. Τὴν διέκοψε παρὰ τὸν κανονισμὸν μόνος του καὶ δὲν ἐζήτησε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ κ. Μαυρίδη ἐρωτᾶται, ποῦ θὰ ἀναζητήσωμεν τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ ἐπιφέρωμεν τυχὸν διορθώσεις, ὡς προβλέπει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς; Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις μομφῆς δημιουργεῖ ζήτημα τιμῆς διὰ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἀπορῶ διατί ἐπιμένει ὁ κ. Παπασπύρου νὰ κατέχῃ τὴν ἕδραν. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Παπασπύρου καὶ ὁ κ. Διαμαντόπουλος δὲν πρέπει νὰ δημιουργοῦν ζητήματα εἰς βάρος τοῦ Κοινοβουλίου, διότι κλονίζουν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὅτι κατόπιν τῆς τελευταίας πράξεώς σας ὁ λαὸς ὄχι μόνον δὲν σᾶς ἐμπιστεύεται, ἀλλὰ καὶ σᾶς ἔχει προσδώσει χαρακτηρισμὸν τὸν ὁποῖον, ἀποφεύγω νὰ ἀναφέρω καὶ διὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ εἶσθε ἀσφαλῶς ὑπερήφανος. Ὁ κ. Ζίγδης ἀνέφερε διὰ τὸ Διάταγμα τῆς παραιτήσεώς σας ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε Διάταγμα. Καὶ δὲν ὑπῆρχε Διάταγμα, διότι ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δηλώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Διάταγμα ὑπεγράφη παρὰ τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Πρεσβείαν τοῦ Λονδίνου τὴν ἄλλην ἡμέραν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εἴδομεν νὰ ἀναγράφεται, ὅτι τὸ Διάταγμα ὑπεγράφη εἰς τὴν Πρεσβείαν τῆς Κοπεγχάγης. Ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν ὑπῆρχε Διάταγμα καὶ παρεπλανήσατε τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὑπῆρχε Διάταγμα εἴχατε ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ἐπιδείξετε ἐφ’ ὅσον καὶ εἷς βουλευτὴς τὸ εἶχε ζητήσει ὅπως τὸ ἐζήτησα ἐγὼ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἐπιμένων, ὅτι παρεπλανήσατε τὴν Βουλήν. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα περιστατικὰ τὰ ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τὸ τελευταῖον πεντάμηνον, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς τὸν λαὸν καὶ τὰ ὁποῖα κλονίζουν τὴν ἐμπιστοσύνην τούτου πρὸς τὸ Κοινοβούλιον ὅταν μετέχουν τούτου ἄνθρωποι ὡς ὑμεῖς. Οἱ κ.κ. συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι δῆθεν διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας μας ὑποβάλλεται πρότασις μομφῆς ἐναντίον τοῦ Προεδρείου. Ἀλλὰ τοὺς ἀπαντῶ ὅτι καὶ διὰ πρώτην φορὰν παρουσιάζεται Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ λύῃ αὐθαιρέτως τὴν συνεδρίασιν καὶ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς, καὶ ὁ κ. Παπασπύρου καὶ ὁ κ. Διαμαντόπουλος κατεπάτησαν καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, σᾶς παρέχεται ἡ εὐκαιρία σήμερον νὰ μεταμεληθῆτε καὶ νὰ ἀποδείξετε, ὅτι σέβεσθε καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Πολίτευμα. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψετε τὴν ἕδραν διὰ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις μομφῆς καὶ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχουν καλόπιστοι ἄνθρωποι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν οἱ ὁποῖοι δικαίως καὶ καλοπίστως κρίνοντες, πειθόμενοι δὲ περὶ τῆς ἀθωότητός σας, θὰ σᾶς ἀπήλλασσον. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπράξατε. Καὶ δὲν τὸ ἐπράξατε, διότι παρενομήσατε. Μπορεῖ νὰ ἔχετε τὴν μικρὰν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχετε ὅμως τὴν πραγματικὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ. Ὁ λόγος δὲ οὗτος εἶναι, δι’ ὃν ἀποφεύγετε τὰς ἐκλογὰς μὲ τὸ αἰτιολογικόν, ὅτι δῆθεν ὑφίσταται τρομοκρατία εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἐρωτῶ ὅλους τοὺς κ.κ. συναδέλφους τῶν ἐπαρχιῶν, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς τοποθετήσεώς των καὶ δὴ τοὺς τῆς ΕΡΕ νὰ μοῦ εἴπουν εἰς ποίαν περιοχὴν τῆς χώρας ὑφίσταται τρομοκρατία. Πουθενὰ δὲν ὑπάρχει τρομοκρατία. Ὁ λαὸς ζῆ ἐν εἰρήνῃ. Σήμερον ἔγινε πάνδημον συλλαλητήριον τῶν ἀγροτῶν τοῦ Νομοῦ Σερρῶν, ὁ ὁποῖος λαὸς ἄνευ οἱουδήποτε ἐπεισοδίου, εἰρηνικῶς καὶ δημοκρατικῶς διεμαρτυρήθη διὰ τὸ κατάντημα καὶ τὴν τραγικὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἔφερεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν ἀγροτῶν καὶ λοιπῶν ἐργαζομένων ἐντὸς 4μήνου ὑπὸ τὴν διακυβέρνησιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως κατέστη τραγική, ἡ τιμὴ τῆς λίρας διαρκῶς ἀνέρχεται, τὸ ἀπόθεμα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐπικινδύνως ἐμειώθη, ὁ τιμάριθμος ἀνέρχεται, ὁ δείκτης τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς κατέρχεται, τὰ γεωργικὰ προϊόντα παραμένουν ἀδιάθετα, βοήθειαν ἐκλιπαρεῖ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν τῆς δίδεται, τὸ ἐθνικὸν θέμα τῆς Κύπρου καταβαραθροῦται, ἡ δημοκρατία καὶ ἐλευθερία εὑρίσκονται ἐν κινδύνῳ καὶ ὑμεῖς δικτατορικῶς καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ παριστάνετε τὴν Κυβέρνησιν. Οἱ πάντες διαμαρτύρονται καὶ ταῦτα συμβαίνουν, διότι δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις. Κάμνω ἔκκλησιν πρὸς τὴν σημερινὴν ψευδοκυβέρνησιν, ὅπως ἀναλογισθῇ τὰς εὐθύνας της, παραιτηθῇ πάραυτα καὶ διὰ τῆς προκηρύξεως ἐκλογῶν ἐπαναφερθῇ ἡ ἐξουσία εἰς τὸν λαόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παριστάνῃ τὴν Κυβέρνησιν, Κυβέρνησις ἡ ὁποία στερεῖται τοῦ λαϊκοῦ ἐρείσματος. Δὲν προβαίνει ὅμως ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν γενναίαν ταύτην πρᾶξιν, διότι στερεῖται γενναιότητος, διότι τρέμει τὴν ὀργὴν τοῦ λαοῦ, διότι γνωρίζει τί ἀναμένει ταύτην καὶ τοὺς ὑποστηρικτάς της καὶ διότι ἅπαντα τὰ μέλη της, γνωρίζουν καλῶς, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἐπανείδουν τὴν αἴθουσαν ταύτην. Πέραν αὐτῶν, κ. Πρόεδρε, νομίζω ὅτι θὰ συμφωνήσετε μαζί μου, ὅτι δὲν πρέπει πλέον νὰ περιπαίζεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τὸ Κοινοβούλιον ἔμεινε κλειστὸν ἐπὶ 4½ μῆνας καὶ ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας του τὴν 15ην Ὀκτωβρίου, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτόλμησε νὰ θέσῃ ἐν λειτουργίᾳ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, ὁπότε θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἴσως ἡ μηνιαία ἀναβολὴ τῆς συγκλήσεώς της, ἐν τούτοις ἀνέβαλε τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἕνα μῆνα. Καὶ ἐφθάσαμεν αἰσίως εἰς τὴν 13 Νοεμβρίου, ὁπότε ἤρχισεν ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της. Παρῆλθον ὅμως ἔκτοτε 15 ἡμέραι καὶ ἡ Βουλὴ ἀκόμη δὲν συνεπλήρωσε τὸ Προεδρεῖον της. Ἀντὶ μὲ γοργὸν βῆμα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν φλεγόντων θεμάτων, λύομεν, τῇ προτροπῇ τῆς Κυβερνήσεως, τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἐν πλήρῃ ἀπαρτίᾳ τοῦ Σώματος καὶ παρὰ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας αὐτοῦ. Δικαιολογημένα, συνεπῶς, διερωτᾶται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τί γίνεται μὲ τὸ Κοινοβούλιον; Διατί τὸ Κοινοβούλιον δὲν λειτουργεῖ, ὅταν μάλιστα ὁ Πρόεδρος ἰσχυρίζεται, ὅτι, ἐὰν δὲν συμπληρωθῇ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσουν αἱ Κοινοβουλευτικαί Ἐπιτροπαί; Οὐδεμία δικαιολογία ὑπάρχει νὰ μὴ προχωρῶμεν γοργῶς εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν τοῦ Προεδρείου, ἀλλὰ νὰ λύῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς καὶ ὅταν αὕτη ἀκόμη ἀρνῆται νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως. Εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, ὅτι θὰ πρέπει μεταξὺ τῶν κομμάτων καὶ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ὑπάρχῃ κάποια ἁβρότης. Ἡ παρατήρησίς του εἶναι ὀρθή. Ἀλλὰ διατί ἀναζητεῖ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ τὴν ἁβρότητα μόνον ἀπὸ τὴν ἰδική μας πλευρὰν καὶ δὲν τὴν ἀναζητεῖ καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας καὶ δὴ ἀπὸ τὸ ἰδικόν του κόμμα; Διατί ὁ κ. Κανελλόπουλος παρ’ ὅλον ὅτι ὁ ἴδιος διεπίστωσε τὴν ὁμόθυμον ἐπιθυμίαν τοῦ Σώματος νὰ συνεχίσῃ τὴν συνεδρίασίν του ἀπῆλθεν ὅταν διεφώνησε καὶ διεπληκτίσθη μὲ τὸν κ. Ζίγδην; Ἔτσι ἀντιλαμβάνεται ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ τὴν ἁβρότητα; Ἀκόμη εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ὅτι ἡ συνέχισις τῆς συνεδριάσεως παρ’ ἡμῶν ἀπετέλεσε παρασυναγωγήν. Παρασυναγωγὴ ὅμως δὲν εἶναι ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ὅταν γίνεται συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτης. Πέραν αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Συμπολιτεύσεως, κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Παπανδρέου, τῆς ὁποίας ὅμως, κ. Πρόεδρε, καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπετελέσατε μέλη. Καὶ τὴν κατηγόρησε, διότι δῆθεν αὕτη κατήργησε τὰ Κοινοβουλευτικὰ θέσμια καὶ ἐστέρησε τῶν δικαιωμάτων της τὴν μείζονα Ἀντιπολίτευσιν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε, πιστεύετε αὐτὸ ποὺ εἶπεν ὁ κ. Κανελλόπουλος; Καὶ ἐὰν δὲν τὸ πιστεύετε διατί δὲν διαμαρτύρεσθε; Ἂν πάλιν τὸ πιστεύῃ οὗτος καὶ τὰ Κοινοβουλευτικὰ μέλη τοῦ κόμματος τῆς ΕΡΕ, τότε διατί στηρίζουν τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ πρότερον ὑπήρξατε ἐκ τῶν δραστῶν τῆς καταπατήσεως τῶν δικαιωμάτων των; Ἂς ἀφήσωμεν λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅλα αὐτὰ τὰ τεχνάσματα καὶ ἂς καταφύγωμεν εἰς τὴν μόνην ὑπάρχουσαν διέξοδον, τὰς ἐκλογάς. Ἐὰν μᾶς κατευθύνῃ εἰς τὰς ἐνεργείας μας ἡ λογικὴ καὶ ὁ πατριωτισμός, θὰ πρέπει ἀπὸ αὔριον νὰ ὁρίσετε τὴν ἡμέρα τῶν ἐκλογῶν καὶ νὰ μὴ συνεχίσετε διακυβερνῶντες τὴν χώραν μὲ τοποτηρητὰς τῆς ΕΡΕ. Ὁρίσατε τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν καὶ θὰ ἴδητε ὅτι τὰ πάντα θὰ τακτοποιηθοῦν καὶ τὸ Κοινοβούλιον θὰ ἐπανεύρῃ τὴν ἡσυχίαν του διὰ νὰ συνεχίσῃ τὸ ἀποδοτικόν του ἔργον. Ἐγκαταλείψατε τὰ τεχνάσματα, διότι δὲν γνωρίζομεν ποῦ εἶναι δυνατὸν αὐτὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν. Ἀκούσατε τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ διὰ νὰ μὴ μετανοήσετε πικρῶς. (Χειροκροτήματα).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λυμπέρης.
§153Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου μοῦ εἴπατε, ὅτι θὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον διὰ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Διαμαντόπουλος ἐπεκαλέσθη τὸ ὄνομά μου καὶ δοθέντος ὅτι οὐδεὶς ἕτερος πλὴν ἑνὸς ἐκ τῆς παρατάξεώς μας ἔλαβε τὸν λόγον, θὰ πρέπει νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ μικρᾶς διακοπῆς εὐχαρίστως νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον.
§155Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Πράγματι, κ. Πρόεδρε, ὅπως ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου, ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Διαμαντόπουλος περὶ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ἠρώτησα τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον ἐὰν θὰ ἐπρόκειτο ἐν συνεχείᾳ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐρωτήσεων, διότι εἶδον τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσερχόμενον εἰς τὴν αἴθουσαν τὸν Ὑπουργὸν Ἐργασίας κ. Μπακατσέλον, ἁρμοδιότητος τοῦ ὁποίου ἐρωτήσεις εἶχον ἀναγραφῆ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ὁ κ. Διαμαντόπουλος μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων. Μὲ αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ἐγὼ ἐξουσιοδότησα τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς καὶ μάλιστα χωρὶς τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς. Πόσον αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι παρέμεινα εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους συναδέλφους ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὴ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν, ὅταν οὗτος ἐξεδήλωσε τὴν πρόθεσιν ὅπως λύσῃ τὴν συνεδρίασιν. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος, κ. Πρόεδρε, ἀνεγνώρισεν ὅτι διέπραξε σφάλμα. Τὸ σφάλλειν εἶναι ἀνθρώπινον καὶ θὰ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ συγχωρήσωμεν τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον δι’ αὐτὸ τὸ σφάλμα. Ἀλλὰ ἄλλη εἶναι ἡ πραγματικότης. Δὲν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ σφάλματος τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ περὶ κατευθύνσεων τῆς Κυβερνήσεως τὰς ὁποίας ἀνέλαβε νὰ ἐκτελέσῃ διὰ τῆς ἀνωμάλου λύσεως τῆς συνεδριάσεως ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος. Εἰς πολλὰς περιπτώσεις κατὰ παλαιοτέρας συνεδριάσεις συνέβη ὁ Πρόεδρος νὰ ζητήσῃ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ ὁσάκις ἡ Βουλὴ προέβαλλεν ἀντιρρήσεις ἡ συνεδρίασις συνεχίσθη. Καὶ ὁ κ. Διαμαντόπουλος, ὅταν εἶδεν, ὅτι ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἤθελε νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις ἠθέλησε πρὸς στιγμὴν νὰ συνεχίσῃ τὴν συνεδρίασιν. Ἡ ἰδική σας ὅμως παρέμβασις, κ. Πρόεδρε, τὸν ἠνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἕδραν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, λοιπόν, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ κυβερνητικοῦ σχεδίου ἀποσκοποῦντος νὰ μὴ λειτουργήσῃ ἡ Βουλή, ἀλλὰ διὰ τοῦ συστήματος τῆς κωλυσιεργίας καὶ ἀντικοινοβουλευτικῶν τεχνασμάτων νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς 15 Δεκεμβρίου, νὰ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δυνηθῇ οὕτω ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν παραμονή της εἰς τὴν ἐξουσίαν μέχρι τῆς 15 Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως τὰ πάντα εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἔχουν παραλύσει. Ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται πρὸ τεραστίων θεμάτων εἰς τὰ ὁποῖα ἀδυνατεῖ νὰ δώσῃ λύσιν. Ὁ λαὸς ἐξεγείρεται καὶ ἀγανακτεῖ δικαιολογημένως. Ὁ τιμάριθμος συνεχῶς ἀνεβαίνει καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις καθηλώνει τὰς ἀποδοχὰς τῶν ἐργαζομένων καὶ ἐλαττώνει τὰ ἔσοδα τῶν καπνοπαραγωγῶν...
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εὑρίσκεσθε ἐκτὸς θέματος. (Κωδωνοκρουσίαι, θόρυβος).
§157ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἐκτὸς θέματος. Νὰ τοῦ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος.
§158Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδένα ἀγορητὴν διεκόψατε. Διατί εἰς ἐμὲ κάμνετε αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν; Ἔλεγον, ὅτι πρόκειται περὶ κυβερνητικοῦ σχεδίου νὰ μὴ λειτουργήσῃ ἡ Βουλή. (Κωδωνοκρουσίαι, θόρυβος, φωναί, διαμαρτυρίαι). Θέλω, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐξηγήσω διατί ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως δὲν ἦτο ἁπλῶς ἓν σφάλμα τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου ἀλλὰ μία τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν σοβαρωτάτων λαϊκῶν καὶ ἐθνικῶν θεμάτων.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ πολὺ τελειώνετε. Ζητήσατε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ σας θέματος καὶ κάνετε μακροτάτην ἀγόρευσιν.
§160Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Δὲν μπορεῖτε, κ. Πρόεδρε, νὰ μοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον. (Φωναί, διαμαρτυρίαι, κωδωνοκρουσίαι. Πολλοὶ βουλευταὶ ἐγείρονται).
§161ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφαιρέσατε τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν δι’ ἓν τέταρτον.
(Ὥρα 10.40′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.55′ μ.μ.)
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Λ. Λυμπέρης, ἔχει τὸν λόγον.
§164Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ σειρά μου νὰ ὁμιλήσω ἐγώ. Ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπατε θὰ εἶχον ἤδη τελειώσει.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαδημητρίου, ἐζητήσατε τὸν λόγον, ἀλλὰ εἶσθε ἐκτὸς θέματος. Ἐζητήσατε νὰ δώσητε μίαν πληροφορίαν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν συναδέλφων ὅλων τῶν παρατάξεων ἐπὶ τούτου.
§166Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ἐὰν μὲ ἀφήσετε μὲ μίαν λέξιν θὰ εἶχε λυθῆ τὸ θέμα.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ εἴπητε δηλαδὴ δύο λέξεις, ὑπὸ ποίας συνθήκας συνωμολογήσατε μὲ τὸν κ. Διαμαντόπουλον;
§168Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεμίαν συνεννόησιν ἔκαμα μὲ τὸν κ. Διαμαντόπουλον. Ἀφήσατε νὰ ἐξηγήσω.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐδώσατε τὴν ἐξήγησιν καὶ εἴπατε ὑπὸ ποίας συνθήκας, ἐπαναλαμβάνω, συνωμολογήσατε μὲ τὸν κ. Διαμαντόπουλον;
§170Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος καὶ δὲν μοῦ τὸν δώσατε.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἐγγράψω τώρα νὰ ὁμιλήσητε. Ὁρίστε, κ. Λυμπέρη.
§172Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ εἶπε καὶ τὴν ἑξῆς φράσιν: «Διατύπωσις μομφῆς γίνεται ἐναντίον προσώπου διαπράξαντος κάτι. Ὑμεῖς δέ, κ. Πρόεδρε, δὲν διαπράξατε τίποτε. Εἶναι τόσον ἀθῶον καὶ τυπικὸν τὸ θέμα τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, ὥστε ἀπορῶ πῶς γίνεται τόση συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ». Αὐτὰ εἶπεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, ὁ ἀξιότιμος κ. Κανελλόπουλος. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, νομίζω ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ παρερμηνεύει τὸ ὅλον θέμα. Ἐὰν πράγματι ἦτο μία τυπικὴ παράλειψις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου ἡ διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ Σώματος, ἦτο δυνατὸν μὲ μίαν συγγνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐζήτει νὰ λήξῃ τὸ θέμα. Τὸ θέμα ὅμως δὲν εἶναι αὐτό. Καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς ὅτι συγκαλέσατε τὰς δύο Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, τόσον τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, ὅσον καὶ τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, διότι εἴχατε δύο ἐπείγοντα νομοσχέδια. Αἱ Ἐπιτροπαὶ συνῆλθον. Ἡ μὲν Ἐπιτροπὴ Παιδείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μετέχω, ἐψήφισε καὶ Ἀντιπρόεδρον. Καὶ ἐξελέγη ὡς Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἴσως νὰ μὴ ἦτο ἀρεστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀνήκει εἰς τὴν Ε.Κ. Τότε ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἐνεφάνη τὸ θέμα τῆς δῆθεν ἀκυρότητος τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, λόγῳ μὴ συγκροτήσεως τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς. Ἐν συνεχείᾳ ματαιοῦται ἡ συνεδρίασις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Ἐρχόμεθα ἐδῶ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀφοῦ λύεται τὸ ἐπίμαχον θέμα τῶν Ἀντιπροέδρων εἰς βάρος τῆς Κυβερνητικῆς ἐπιθυμίας, διότι ἐξελέγησαν Ἀντιπρόεδροι ἀνήκοντες εἰς τὴν Ε.Κ. τί γίνεται; Ὑμεῖς μὲν δὲν ἀνακοινώνετε τὰ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τοὺς κοσμήτορας καὶ τοὺς Γραμματεῖς. Περὶ αὐτῶν δὲν εἴπατε λέξιν. Ἐξελέγησαν ἢ δὲν ἐξελέγησαν. Διὰ τῆς σιωπῆς σας ἀντελήφθημεν ὅτι δὲν ἐξελέγει κανείς. Ἐν συνεχείᾳ δέ...
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔπρεπε, κ. συνάδελφε, νὰ ἀνακοινωθοῦν, δι’ οὓς λόγους ἠκούσατε χθές, διὰ λόγους εὐπρεπείας καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κακῶς ἀνεφέρθησαν. Βλέπω, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζετε μίαν πρᾶξιν ἁβρότητος.
§174Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Καὶ αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ εἴπητε. Τέλος, νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχουν εἰς τὴν Βουλὴν ἄνθρωποι, μέλη τοῦ Σώματος, οἱ ὁποῖοι τὸ ἀξίωμα τοῦ Γραμματέως τὸ θεωροῦν αἰσχρὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐκλέγωνται. Δὲν εἶναι, κ. Πρόεδρε, τὸ ἀξίωμα τοῦ Γραμματέως τόσον ὑποτιμητικόν, ὥστε δὲν πρέπει νὰ τὸ ἔχῃ ἕνα πρόσωπον.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε, δὲν εἶπον αἰσχρὸν. Ὡς γνωστόν, ἀρχηγοὶ κομμάτων καὶ πρώην Πρωθυπουργοὶ σημειώνονται ὡς Γραμματεῖς. Καὶ γνωρίζομεν ὅτι συνήθως μπαίνουν οἱ νεώτεροι ἐκ τῶν συναδέλφων. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἔδωσεν ἐξηγήσεις ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ. Λοιπὸν μὴ ἐπιμένετε ἐπὶ ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὲρ τοῦ Προεδρείου.
§176Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Πλέον τούτου, κ. Πρόεδρε, διακόπτεται ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ἀποτόμως. Διαμαρτύρεται ὁλόκληρος ἡ παράταξις τῆς Ε.Κ. καὶ τῆς ΕΔΑ, δηλαδὴ 140 καὶ πλέον βουλευταὶ ἀπὸ τοὺς 187 παρόντας τότε, καὶ λέγομεν, κ. Πρόεδρε, διατί λύετε τὴν συνεδρίασιν ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ Σώματος. Ἐπανέρχεται ὁ κ. Διαμαντόπουλος εἰς τὴν ἕδραν καὶ ἐκάθησε. Καὶ ἔρχεσθε ὑμεῖς, τὸν παίρνετε ἀπὸ τὸ χεράκι καὶ φεύγετε, καὶ μᾶς λέγετε κάνετε πρότασιν μομφῆς. Κατόπιν τούτων, δὲν συμμετέχετε καὶ ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ διαπραχθὲν ἀτόπημα ἐναντίον τοῦ Κοινοβουλίου, ἢ μᾶλλον δὲν εἶσθε ὑμεῖς ὁ κύριος ὑπαίτιος τοῦ διαπραχθέντος ἀδικήματος; Αὐτὸ ὁ κ. Κανελλόπουλος δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ θεωρήσῃ σοβαρόν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἠμποροῦσε νὰ τὸ συγχωρήσῃ ἡ Ε.Κ., ἐὰν δὲν διῃσθάνετο, ὅτι ὑπάρχει ὁλόκληρον σχέδιον, ὠργανωμένον, νὰ μὴ λειτουργήσῃ ἡ Βουλὴ μέχρι τῶν διακοπῶν διὰ τὰς ἑορτὰς τῶν Χριστουγέννων. Καὶ τὸ σχέδιον κατεστρώθη προχθές. Ἀπεσύρθησαν καὶ τὰ δύο νομοσχέδια, καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸν νομοσχέδιον καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἔλθουν οὔτε εἰς τὰς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς οὔτε εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ διατί ἀπεσύρθησαν; Διότι ᾐσθάνθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ πλειοψηφίαν διὰ τὴν ψήφισιν τῶν δύο νομοσχεδίων, καὶ συνεπῶς ἐφ’ ὅσον θὰ καταψηφισθοῦν βασικά της νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν θὰ πέσῃ. Φοβουμένη, λοιπόν, τὴν πτῶσιν της ὑπαναχωρεῖ. Κάνει βήματα ὁλοταχῶς ὄπισθεν. Ἀποσύρει τὰ νομοσχέδια. Καταργεῖ τὰς συσταθείσας δύο Ἐπιτροπὰς καὶ κωλυσιεργεῖ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὲς θέμα προεδρείου μέχρις τῆς 15–20 Δεκεμβρίου, ὁπότε θὰ διακόψῃ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἕνα ἕως δύο μῆνας. Καὶ αὐτὰ διὰ νὰ κερδίσῃ ἕνα τρίμηνον ζωῆς ἡ ἑτοιμόρροπος Κυβέρνησις. Αὐτὸ εἶναι τὸ σχέδιον, καὶ συνεπῶς ὑπάρχει σοβαρὸν πολιτικὸν θέμα εἰς τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν διεπράξατε τόσον ὑμεῖς, ὅσον καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος. Καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Ε.Κ. συναισθανομένη τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος ἔκαμε πρότασιν μομφῆς ἐναντίον τοῦ Προεδρείου. Ἐπίσης ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ὁ ἴδιος νὰ κάμῃ «τὸ κέφι τοῦ καθενὸς» καὶ νὰ ἀφήσῃ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις μομφῆς. Θεωρεῖ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ «κέφι» τοῦ καθ’ ἑνός, τὴν πρότασιν τοῦ μεγαλυτέρου κόμματος τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Θανόπουλος δὲν ἤξερα ὅτι εἶναι τόσον ἐμβριθεὶς μελετητὴς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. «Γελοιοποιεῖται, εἶπεν ὁ κ. Θανόπουλος, ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἑνὸς ἀθώου ἀτοπήματος». Πόσον ἀθῶον εἶναι τὸ ἀνέφερον προηγουμένως. Εἶπεν ἐπίσης, ὅτι φοβεῖται, ὅτι θὰ καταστῇ ἡ Βουλὴ νούμερον ἐπιθεωρήσεως. Εἶναι πολὺ ὄψιμον τὸ ἐνδιαφέρον τῶν καταλυτῶν τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ πραξικοπήματος τοῦ 1961. Τὸ πᾶνε τὸ θέμα διὰ τῆς συκοφαντήσεως τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν ὡς νούμερον διὰ νὰ γελοιοποιηθῇ τὸ Κοινοβούλιον, νὰ χάσῃ τοῦτο τὴν ἐκτίμησιν τοῦ λαοῦ διὰ νὰ ἠμπορέσουν ἔτσι νὰ καταλύσουν τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Τοὺς διαβεβαιοῦμεν ὅμως, ὅτι δὲν θὰ τοὺς τὸ ἐπιτρέψωμεν καὶ ὅτι θὰ ὑπερασπίσωμεν τὴν Δημοκρατίαν κατὰ παντός, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν ἐπιβουλευθῇ μέχρι τελευταίας ρανίδος τοῦ αἵματός μας. Εἴπατε, ἐπίσης, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως τῆς μομφῆς. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως ποὺ ὡμίλησεν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος, ἐτέθη τὸ θέμα εἰς τὴν οὐσίαν. Ὑμεῖς ἠναγκάσθητε νὰ ἀπολογηθῆτε. Τὸ θέμα συνεζητήθη. Τὸ θέμα ὑπάρχει. Καὶ θὰ λήξῃ μόνον μὲ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς μομφῆς. Καὶ αὐτὸ θὰ τὸ κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὄχι ὑμεῖς.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Θανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§178Δ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνέμενον ὁμολογῶ ἀπὸ τὸν φίλον κ. Λυμπέρην, νὰ μὲ εἰρωνευθῇ, διότι εἰρωνεία ἦσαν τὰ λόγια του τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀναπτυχθεῖσαν νομικὴν ἐπιχειρηματολογίαν μου. Δὲν δέχομαι ἀπὸ τὸν κ. Λυμπέρην τοιούτου εἴδους διορθώσεις. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ μόνον ἀπὸ ἁρμοδίους καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου. Εἶπεν ὁ κ. Λυμπέρης, ὅτι ἐχαρακτήρισα ὡς ἀτόπημα αὐτὸ ποὺ ἔγινε χθές. Δὲν ὡμίλησα ἐγώ, κ. Πρόεδρε, περὶ ἀτοπήματος. Ἐπεσήμανα τὴν παράλειψιν, ἀλλὰ τὴν ἐδικαιολόγησα. Δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Λυμπέρης, νὰ θεωρῇ ὅλους ἡμᾶς τοὺς πέραν τῆς Ε.Κ. ὡς καταλυτὰς τῆς Δημοκρατίας. Ἐρωτῶ τὸν κ. Λυμπέρην: Ὑπῆρξε τόσο σοβαρὸν αὐτὸ ποὺ ἔγινε χθὲς ἀπὸ τὸν κ. Διαμαντόπουλον, ὥστε νὰ κινδυνεύῃ ἡ Δημοκρατία καὶ δὲν εἶναι σοβαρὸν ἐκεῖνο ποὺ αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του πράττουν συνεχῶς ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης; Εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθῇ τὸ χθὲς γενόμενον μὲ τὰς πράξεις τοῦ κ. Λυμπέρη καὶ τῶν φίλων του βουλευτῶν τῆς Ε. Κ.; Εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθῇ τὸ χθεσινὸν συμβὰν μὲ τὰς πράξεις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Κ...... (θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ε.Κ., κωδωνοκρουσίαι), ὁ ὁποῖος ὄχι διὰ τῶν λόγων, ἀλλὰ διὰ τῶν πράξεών του ὑβρίζει διὰ τῆς ἀπουσίας του τὸ Κοινοβούλιον; (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ε.Κ., κωδωνοκρουσίαι). Ἔχει τὴν γνώμην ὁ κ. Λυμπέρης, ὅτι σώζεται ἡ Δημοκρατία ὅταν σπάζουν συνάδελφοι τὰ τζάμια καὶ τὰ παράθυρα ἑνὸς Ὑπουργείου;
§179Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἰρωνεύθην τὸν κ. Θανόπουλον. Τὴν παρερμηνείαν ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ ποὺ ἔκαμεν ὁ κ. Θανόπουλος, αὐτὸ ἐκαυτηρίασα. Δὲν θέλουν, οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ Κοινοβούλιον καὶ ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Θέλουν προφανῶς καθεστὼς σὰν αὐτὸ τοῦ κ. Μανιαδάκη, ὁ ὁποῖος καὶ συνεχῶς μὲ διακόπτει. Ἀνέφερεν ὁ κ. Θανόπουλος, σπάσιμο ἑνὸς τζαμιοῦ. Ἐπειδὴ τὸ ἀνέφερεν ὁ κ. Θανόπουλος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Εὑρισκόμεθα, κ. Πρόεδρε, μπροστὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας, μὲ τὸν συνάδελφον κ. Δ. Παπαδόπουλον, εἰς τὰς 11.05′ ἀκριβῶς. Ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας εὑρίσκετο πλῆθος κόσμου καὶ ἀρκετοὶ ἀστυφύλακες. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν ἀναρτήσει ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν θύραν τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἀπηγορεύετο εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ τὸν ἴδουν πρὸ τῆς 11ης. Δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ δέχεται προσωπικῶς ὁπόταν θέλῃ. Τὰς ὑπηρεσίας ὅμως τοῦ Ὑπουργείου δυνάμεθα οἱ βουλευταὶ νὰ τὰς ἐπισκεπτώμεθα καὶ πρὸ τῆς 11ης. Ἔξω λοιπὸν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον εἶχον τὸ χέρι μου εἰς τὸ τζάμι τῆς θύρας καὶ μὲ τὸν συνωστισμὸν ποὺ ὑπῆρχεν ἐκεῖ λόγῳ πιέσεως ἔσπασε τὸ τζάμι. Διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐτραυματίσθη οὐδεὶς ὑπάλληλος. Ἁπλῶς, κάποιος, μία ἀμυχὴν ὑπέστη. Ἐπῆγα μὲ ἰατροὺς διὰ νὰ παράσχω εἰς τὸν παθόντα ὑπάλληλον ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μοῦ ἀπέκρυψαν τὸν ὑπάλληλον. Κάποιος μικρὸς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τραυματίας ὑπάλληλος. Ὁ κ. Στεριόπουλος μάλιστα, μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάλληλος ἐτραυματίσθη.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ράλλης, ἔχει τὸν λόγον.
§181Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Διερωτῶμαι, κ. Πρόεδρε, βάσει ποίας διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ γίνεται αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ὁ Κανονισμὸς προβλέπει πῶς πρέπει νὰ γίνωνται αἱ συζητήσεις. Κατ’ ἀρχὴν ὁ Κανονισμὸς προβλέπει περὶ καταρτισμοῦ ἡμερησίας διατάξεως. Εἰς τὸ κεφάλαιον Ιʹ ἀκριβῶς ἔχει τὴν ἑξῆς προμετωπίδα: «Τρόπος συζητήσεως — ἡμερησία διάταξις». Ἐν συνεχείᾳ τὸ ἄρθρον 51 λέγει τὰ ἑξῆς: «Πρὸς διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ συντάσσονται, α) ἡμερησία διάταξις τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων κλπ.». Μετὰ ταῦτα ὁ Κανονισμὸς κατατάσσει τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς τόσον τὸ νομοθετικόν, ὅσον καὶ τὸ ἔργον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἰς 5 κεφάλαια. Ὑποδιαίρεσις Α. Ἄρθρον 53. Ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις. Ὑποδιαίρεσις Β. Ἄρθρον 58. Αἰτήσεις καταθέσεως ἐγγράφων. Ὑποδιαίρεσις Γ. Ἄρθρον 60. Ἐπερωτήσεις. Ὑποδιαίρεσις Δ. Ἄρθρον 63, προτάσεις νόμων, προτάσεις τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, προϋπολογισμός, ἀπολογισμός, λοιπαὶ προτάσεις. Ὑποδιαίρεσις Ε. Ἄρθρον 80. Προτάσεις ἐμπιστοσύνης καὶ δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπίσης εἰς τὸ κεφάλαιον ΙΑʹ προβλέπεται διὰ τὰς αἰτήσεις καταδιώξεως βουλευτῶν. Πέραν αὐτῶν ποὺ ἀναφέρει ὁ Κανονισμός, δὲν νοεῖται καμμία συζήτησις.
§182Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Διαβάσατε τὸ ἄρθρον 46 τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Ράλλη.
§183Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ διαβάζω, ἀφοῦ τὸ θέλει ὁ κ. Χούτας. «... (ἀναγινώσκει) ...». Δὲν νομίζω, ὅτι λέγει τίποτε αὐτό. Ἄλλωστε ὁ κοινοβουλευτικός σας ἐκπρόσωπος δὲν ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 46. Ἑπομένως, ὀψιγενῶς ἀναφέρεσθε εἰς αὐτό. Τὸ ἄρθρον 79 ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «...(ἀναγινώσκει)...». Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἐπανάληψις τῆς ἀκροτελευταίου διατάξεως τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἡ ὁποία εἶχε τοποθετηθῆ, ὅπως καὶ ἡ σημερινὴ τοῦ ἄρθρου 79, εἰς τὸ τέλος τῶν περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας διατάξεων. Ἐκ τοῦ περιεχομένου τοῦ ἄρθρου 79 προκύπτει, ὅτι ὡς προτάσεις ὑπαγομένας εἰς αὐτὸ θεωρεῖ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι νομοθετικοῦ περιεχομένου, οὔτε συνιστοῦν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Καὶ ἐρωτᾶται, ποῖαι εἶναι αἱ προτάσεις αὗται; Ἡ ἀπάντησις εὑρίσκεται εἰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Οὕτω κατὰ τὸ ἄρθρον 50 τοῦ Συντάγματος, ἐν περιπτώσει ἀποβιώσεως τοῦ Βασιλέως, μὴ ὑφισταμένου Διαδόχου ἢ Βασιλίσσης, ἡ Βουλὴ ἐκλέγει Ἀντιβασιλέα Ἕλληνα πολίτην τοῦ Ἀνατολικοῦ Δόγματος. Ὁμοίως κατὰ τὸ ἄρθρον 46 τοῦ Συντάγματος μὴ ὑπάρχοντος Διαδόχου, ὁ Βασιλεὺς διορίζει αὐτὸν μὲ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς. Κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις εὑρισκόμεθα πρὸ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία οὔτε νομοθετικοῦ περιεχομένου εἶναι, οὔτε ἀποτέλεσμα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἐπίσης σχετικαὶ εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ περὶ συστάσεως ἐξεταστικῶν ἢ ἀνακριτικῶν ἐπιτροπῶν, περὶ ἄρσεως ἀσυλίας βουλευτῶν ἢ περὶ καταδιώξεως Ὑπουργῶν. Συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε ὁ Κανονισμὸς προβλέπει τὴν περίπτωσιν ὑποβολῆς προτάσεως δυσπιστίας κατὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως, πολλῷ δὲ μᾶλλον ψηφοφορία ἐπ’ αὐτῆς. Μόνον λόγῳ παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις, ὡς παράπονον κατὰ τὸ Προεδρεῖον, ὡς γίνονται ὅλαι αἱ συζητήσεις περὶ παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε κατέληξαν, οὔτε εἶναι νοητὸν νὰ καταλήξουν εἰς ψηφοφορίαν. Διὰ νὰ ἀντιληφθῇ καλύτερα ἡ Βουλή, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ πρότασις δυσπιστίας κατὰ τοῦ Προεδρείου, οὔτε νὰ γίνῃ ἐπίκλησις τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ Κανονισμοῦ σχετικῶς θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἀναφέρω ἐπιχείρημα διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς. Ἐρωτῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους τῆς Ε.Κ., εἶναι δυνατὸν βάσει τοῦ ἄρθρου 79 νὰ ὑποβληθῇ μομφὴ κατὰ βουλευτοῦ δι’ ἀτόπημα ἀναφερόμενον εἰς τὸ δημόσιον ἢ τὸν ἰδιωτικὸν βίον αὐτοῦ, καὶ νὰ ζητηθῇ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς καὶ νὰ ἐπακολουθήσῃ μάλιστα καὶ ψηφοφορία.
§184Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν μορφὴν καὶ ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν χρησιμοποιεῖται συνήθως ἡ λέξις μομφὴ διὰ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως χρησιμοποιεῖται ἡ διαμαρτυρία ἐναντίον οἱουδήποτε βουλευτοῦ. Καὶ ἔχει συμβῆ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις νὰ ἐκφράζεται αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ μομφή, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως δυσπιστίας, διότι πρότασις δυσπιστίας δὲν νοεῖται παρὰ μόνον ὅταν τὸ Σύνταγμα τὸ λέγει ἢ ὁ Κανονισμός, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεσπίσῃ τὴν δυσπιστίαν, χωρὶς τὰς ἐγγυήσεις τῆς συνταγματικῆς σταθερότητος. Τί σημαίνει ἑπομένως; Σημαίνει δυνατότητα κάποιας συζητήσεως χωρὶς ἔκβασιν ψηφοφορίας. Διότι ὀρθῶς ἐξέθεσε τὰ ζητήματα ὁ κ. Ράλλης. Ὅταν τὸ Σύνταγμα ἢ ὁ Κανονισμὸς δὲν προβλέπῃ ψηφοφορίαν, αὐτὴ δὲν εἶναι νοητή. Συζήτησις βεβαίως εἶναι νοητὴ καὶ ἐὰν ἕνας βουλευτὴς τυχὸν παρεκτραπῇ καὶ θεωρηθῇ παρεκτρεπόμενος καὶ ἄλλος βουλευτὴς καὶ ζητηθῇ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, χωρὶς ποτὲ καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς ψηφοφορίαν. Καὶ ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ βουλευτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς ψηφοφορίαν, οὕτω καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Σώματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς ψηφοφορίαν.
§185Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀρθότατα μὲ συνεπλήρωσεν ὁ ἀρχηγός μου κ. Κανελλόπουλος διότι κατὰ βουλευτοῦ δὲν νοεῖται οὐδεμία ἄλλη πρότασις, παρὰ μόνον βάσει τοῦ ἄρθρου 26, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ὁρίζεται ρητῶς ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ διὰ τὴν περίπτωσιν δυσπιστίας κατὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς οὐδεμία διάταξις ὑφίσταται. Συνεπῶς ὡς προεῖπον ἡ ὅλη συζήτησις γίνεται ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ λόγῳ παραβάσεώς του καὶ δὲν νοεῖται ἡ συζήτησις ἐπὶ ἄλλων θεμάτων καὶ κυρίως πολιτικῶν, τὰ ὁποῖα ἔθιξαν συνάδελφοι τῆς Ε.Κ. Βεβαίως δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ δι’ ἐπικλήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ὁ ὁμιλητὴς εἰσέρχεται εἰς τὴν οὐσίαν, ὅπως συνέβη μὲ τὸν κ. Μπακόπουλον κατὰ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως Νόβα, κατὰ τὰς ὁποίας ἐνῷ εἶχε δηλώσει, ὅτι ἡ Ε.Κ. δὲν μετέχει τῆς συζητήσεως, ὁ κ. Μπακόπουλος ἐπικαλούμενος τὸν Κανονισμὸν εἶπεν ὅσα ἤθελεν νὰ εἴπῃ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Κύριοι συνάδελφοι τῆς Ε.Κ. ἀφήσατε τοὺς Φαρισαϊσμούς, ὅτι κόπτεσθε διὰ τὰ ζητήματα τοῦ λαοῦ, ἐνῷ μὲ τοὺς Βυζαντινισμούς σας παρατείνετε τὴν συζήτησιν καὶ δὲν ἀφήνετε τὴν Βουλὴν νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὰ ζητήματα ποὺ ἐνδιαφέρουν τὸ τόπον, ὅπως εἶναι τὸ οἰκονομικόν, τὸ ἐργατικόν, τὸ ἀσφαλιστικόν, τὰ ἀγροτικὰ προϊόντα καὶ κυρίως τὸ ἐθνικὸν θέμα τῆς Κύπρου.
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Τῆς Ε.Κ.). Νὰ σταματήσῃ ἡ βουλευτοκρατία.
§187Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Πολὺ ἀργὰ κ. συνάδελφε, καὶ σεῖς καὶ ὁ ἀρχηγός σας ἀνεκαλύψατε τὴν βουλευτοκρατίαν. Ὅταν ἐσεῖς ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὴν ΕΔΑ κατεψηφίζατε τὴν Κυβέρνησιν Νόβα καὶ τὴν Κυβέρνησιν Τσιριμώκου δὲν ὑπῆρχε βουλευτοκρατία; Καὶ ἡ βουλευτοκρατία ἐδημιουργήθη ὅταν ἡ Κυβέρνησις Στεφανοπούλου ἐστάθη εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ψήφου τῶν βουλευτῶν;
§188ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Τῆς Ε.Κ.). Πρόκειται περὶ Κυβερνήσεως ἀποστατῶν.
§189Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι καὶ νὰ εἶναι δικοί σας εἶναι, ἀπὸ σᾶς προέρχονται καὶ τῆς ἰδικῆς σας Κυβερνήσεως στελέχη ὑπῆρξαν.
§190Γ. ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ. Νὰ κάμωμεν ἐκλογάς.
§191Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμία διάταξις τοῦ Συντάγματος προβλέπει, ὅτι γίνονται ἐκλογαὶ ὅποτε θέλει ὁ κ. Γ. Παπανδρέου. Παρὰ ταῦτα τὸν Νοέμβριον τοῦ 1963 ἔγιναν ἐκλογαὶ διότι τὰς ἐζήτει ἐπιμόνως ὁ κ. Παπανδρέου. Ἐπειδὴ εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας δὲν ἀπέκτησεν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν ὁ κ. Παπανδρέου, ὁ τόπος ὡδηγήθη εἰς τὰς ἐκλογὰς τὸν Φεβρουάριον 1964, πάλιν τῇ ἐπιμονῇ τοῦ κ. Παπανδρέου, παρ’ ὅλον, ὅτι ὅλα τὰ στελέχη τῆς Ε.Κ. ἦσαν ἐναντίον τῶν ἐκλογῶν. Αὐτὴν τὴν φορὰν αἱ ἐκλογαὶ θὰ γίνουν ὁπότε τὸ ἀπαιτήσῃ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Ἐπαναλαμβάνω νὰ ἀφήσετε τὰς Βυζαντινολογίας διὰ νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὰ φλέγοντα ζητήματα τοῦ τόπου.
§192ΦΩΝΑΙ. (Ἐκ τῆς Ε.Κ.). Σεῖς φοβεῖσθε τὴν συζήτησιν.
§193Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ΕΡΕ οὐδένα φόβον ἔχει ἐκ τῆς συζητήσεως εἰς τὴν Βουλὴν διότι ὑπεύθυνοι τῆς καταστάσεως εἶναι αἱ διάφοραι Κυβερνήσεις τῆς Ε.Κ., τόσον διὰ τὸ οἰκονομικόν, ὅσον καὶ διὰ τὸ ἐθνικόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη τὸ περίφημον «ἡ Ἕνωσις ἔρχεται», ἐνῷ μὲ τὰ πόδια ἂν εἶχε ξεκινήσει ἀπὸ τότε ἡ Κύπρος, θὰ εἶχεν ἤδη ἑνωθῆ μὲ τὴν Ἑλλάδα (χειροκροτήματα).
§194Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Κύριοι συνάδελφοι, λαμβάνω τὸν λόγον ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ οὐχὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι τὸ συζητούμενον θέμα δὲν ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Εἶναι γνωστὸν αὐτὸ καὶ εἶναι καθιερωμένον.
§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀλληλέγγυον.
§196Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Δὲν εἶναι ἀλληλέγγυον. Γνωρίζετε ἄριστα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὔτε ὑπεστήριξεν, οὔτε ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ πέραν τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς. Σεῖς τὸ ἐθέσατε ὡς πολιτικὸν θέμα. Κανονικῶς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠμπορεῖ νὰ εἶναι Ἀρχηγὸς Κόμματος ἐν τῇ Βουλῇ, ὄχι ἐν τῇ Κυβερνήσει. Εἶναι γνωστὰ αὐτὰ τὰ πράγματα. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι μέλος Κόμματος. Εἶναι Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑπεράνω Κομμάτων. Ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι, κύριοι.
§197ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. ...... (Δὲν ἠκούσθη) ......
§198Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπιτρέψητε πᾶσαν διακοπήν. Δέχομαι πᾶσαν καλόπιστον συζήτησιν. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι κατὰ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπεράνω Κομμάτων καὶ πρέπει νὰ εἶναι. Βεβαίως εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι συνήθως σκεῦος ἐκλογῆς τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ τῆς Κυβερνήσεως.
§199Γ. ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ. Τώρα εἶναι σκεῦος τῆς ἐκλογῆς τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς;
§200Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Ὅπως σεῖς εἶσθε σκεῦος ἐκλογῆς τῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ, κατὰ τὴν ἰδίαν ἔννοιαν εἶναι καὶ ὁ Πρόεδρος σκεῦος ἐκλογῆς τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Καὶ συνεχίζω. Βεβαίως, ἐπαναλαμβάνω, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει μίαν ἔννοιαν πολιτικήν. Καὶ δι’ αὐτὸ συνήθως αἱ Κυβερνήσεις ἀποδίδουν ἰδιαιτέραν σημασίαν. Ἐξελέγη ὁ Πρόεδρος, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις.
§201ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Τῆς Ε.Κ.). Ἡ Κυβέρνησις τίνος σκεῦος εἶναι;
§202Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Ἡ Κυβέρνησις εἶναι σκεῦος τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐκπροσώπων του ποὺ εἶναι ἐδῶ μέσα.
§203Γ. ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἐντρέπεσθε;
§204Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Ἐγὼ ἢ σεῖς; Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν καὶ θὰ ἱκανοποιήσω καὶ αὐτὸ ποὺ θέλετε περὶ δημοκρατίας.
§205Γ. ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ. Φροντίσατε νὰ ἱκανοποιήσετε τὴν συνείδησίν σας.
§206Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Τὴν συνείδησίν μου τὴν ἔχω πλήρως ἱκανοποιήσει καὶ μὴ προκαλῆτε. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τὸ θέμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, πράγματι ἐνδιεφέρθη καὶ ἐξελέγη Πρόεδρος ἐκεῖνος ποὺ ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις.
§207Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Εἶσθε τῆς ΕΡΕ.
§208Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Εἴμεθα, ἂν αὐτὸ σεῖς τὸ θέλετε. Κύριε Παπαπαναγιώτου, διατί θέλετε νὰ μὲ προκαλῆτε;
§209Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Διότι, ὁ σοσιαλιστὴς ἔλαβε τὴν κορώνα τῆς Αὐλῆς.
§210Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Ἡ Κυβέρνησις, ἐπίσης, ἐνδιεφέρθη διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου καὶ ἐξελέγη ἐκεῖνος ποὺ ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τὸν Βʹ καὶ Γʹ Ἀντιπρόεδρον καὶ διὰ τοὺς Γραμματεῖς, ἡ Κυβέρνησις, τὸ γνωρίζετε καὶ ἐδηλώθη καὶ διὰ τοῦ τύπου, οὐδὲν ἐνδιαφέρον ἔδειξε.
§211Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐβγάλατε καὶ ἔντυπα ψηφοδέλτια.
§212Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Τὰ ψηφοδέλτια τὰ βγάζει πᾶς ἐνδιαφερόμενος. Ἐὰν καὶ σεῖς ἐνδιαφέρεσθε θὰ ἐβγάζατε ψηφοδέλτια καὶ θὰ σᾶς ἐψήφιζα καὶ ἐγώ, διότι σᾶς ἐκτιμῶ. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, διὰ τὸν Βʹ καὶ Γʹ Ἀντιπρόεδρον ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἐνδιαφέρον ἔδειξε, διότι δὲν ἦτο πολιτικὸν θέμα. Ἀντιθέτως, ὑπῆρξαν καὶ Ὑπουργοὶ ἀκόμη ποὺ δὲν ἦλθον νὰ ψηφίσουν, διότι εἶχον ἄλλην ἐργασίαν. Ἂν θέλετε θὰ σᾶς ὁμολογήσω καὶ κάτι ἄλλο: Δὲν εἶναι ἀπίθανον πολλοὶ ἐξ ἡμῶν, 2–3, νὰ ἐψήφισαν τὸν κ. Μαυρίδην ἐκ συμπαθείας. Τὸ ἴδιο αἷμα εἴμαστε, τί νὰ κάνωμεν. Δὲν εἶναι θέμα πολιτικὸν καὶ δὲν ἐτέθη ὡς τοιοῦτον. (Θόρυβος, φωναί). Μὲ τὶς φωνὲς δὲν βγαίνει τίποτε. Ἡ φωνασκία εἶναι ἀδυναμία. Συνεχίζω, λοιπόν. Ἔγινεν ἡ ψηφοφορία καὶ ἐδημιουργήθη εἰς τὴν Βουλὴν μία ἀμφιβολία διὰ τὴν ἐγκυρότητα ἑνὸς ἢ δύο ψηφοδελτίων. Τόσον, σᾶς λέγω, ἦτο τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ἐγὼ δὲν ἤμουν προχθὲς εἰς τὴν συνεδρίασιν. Εἶχον κάνει 3 ἐξαγωγὲς δοντιῶν καὶ δὲν ἦλθον. Παρακολουθοῦμεν, λοιπόν, τὸ ἑξῆς: Ὑπεβλήθη μία πρότασις δυσπιστίας, ἡ ὁποία προβλέπει δυσπιστίαν ἐναντίον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). Καὶ παρακολουθῶ τὸ θέμα καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔλαβον τὸν λόγον. Ἀνεμίχθη θέμα Ἐπιτροπῶν, μὴ ἀναφερόμενον εἰς τὴν πρότασιν καὶ διερωτῶμεν διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπέτρεψε τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Εἰς τὴν πρότασιν δυσπιστίας, ἡ ὁποία συζητεῖται, τὸ θέμα τῶν Ἐπιτροπῶν δὲν ἀναφέρεται, δὲν μέμφεται κανεὶς τὸ Προεδρεῖον, διότι ἐκάλεσεν Ἐπιτροπὰς ἢ διότι ἔκαμεν ὅ,τι ἔκαμε. Μέμφεσθε τὸ Προεδρεῖον, διότι ἐλύθη ἡ συνεδρίασις. Καὶ τώρα διερωτῶμαι, πῶς ἐσεῖς οἱ τόσον κοπτόμενοι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, παραβαίνετε τόσον πολὺ τὸν Κανονισμόν, ὥστε κυρίως νὰ στηρίζετε τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ Προεδρείου, ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν.
§213Θ. ΜΑΝΑΒΗΣ. .... (Δὲν ἠκούσθη).
§214Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἤθελον, κ. συνάδελφοι, νὰ ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς: Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς μαζὶ ἔλυσαν τὴν συνεδρίασιν;
§215ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Ε.Κ.). Μαζί, μαζί.
§216Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ὑπέροχο. Πῶς γίνεται, κ. συνάδελφοι, νὰ λύσουν καὶ οἱ δύο τὴν συνεδρίασιν;
§217Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Μὲ προλάβατε, κ. συνάδελφε. Ἦτο τὸ δεύτερον θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἔκαμα συζήτησιν. Τὸ πρῶτον θέμα εἶναι ὅταν ὑποβάλετε πρότασιν μομφῆς, ἡ ὁποία εἶναι πρότασις ἐπιβολῆς ποινῆς καθ’ οἱανδήποτε ἔννοιαν, ἐξυπακούεται, ὅτι ὁ κατηγορῶν ἀναπτύσσει τὴν κατηγορίαν ἀπ’ ἀρχῆς καὶ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ ἀμυνθῇ. Πρῶτον, λοιπὸν θέμα εἶναι, ὅτι ἀναπτύσσετε θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν περιελάβατε εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ ἑπομένως παραβαίνετε καὶ παραβιάζετε τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καταφώρως καὶ ὄχι μόνον τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ βασικὰς ἀρχὰς δικαίου· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ὁ κατηγορούμενος τὴν κατηγορίαν ἀφοῦ δὲν τὴν ἀνεφέρατε; Θὰ ἤθελον, λοιπόν, νὰ περιορισθῇ ἡ κατηγορία ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ εἶναι, ὅτι ὁ Ἀντιπρόεδρος καὶ ὄχι ὁ Πρόεδρος καὶ Ἀντιπρόεδρος, ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν χωρὶς τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς. Τὸ ὅλον θέμα διὰ τὸ ὁποῖον ταλανίζεται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τόσας ὥρας εἶναι ἕνα καὶ μόνον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Αʹ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Διαμαντόπουλος, ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν χωρὶς νὰ ἀπαγγείλῃ τυπικῶς, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, ὅτι λύεται ἡ συνεδρίασις συναινέσει τῆς Βουλῆς.
§218Γ. ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπεται, δηλαδή, ἡ ἀπαγγελία αὐτὴ νὰ ὑποκαθιστᾷ τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τὴν ἄρνησιν τῆς Βουλῆς νὰ λέγετε, ὅτι λύεται ἡ συνεδρίασις;
§219Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Κύριε συνάδελφε, θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν ξέρω πόσες φορὲς εἶσθε εἰς τὸ Κοινοβούλιον.
§220Γ. ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ. Εἶναι ἡ πρώτη φορά.
§221Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Κύριε συνάδελφε, ἔχω τὴν τιμὴν ἑπτὰ φορὰς νὰ ἐκπροσωπῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. (Θόρυβος ἐκ τῆς Ε.Κ.). Σᾶς βεβαιώνω, ὅτι θὰ εἶμαι ἄλλες 10 φορές.
§222ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Ε.Κ.). Ποτὲ πιά. (Θόρυβος).
§223Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Σᾶς βεβαιώνω, ὅτι μὲ κατηγοροῦν αἱ ἰδικαί σας ἐφημερίδες, διότι πηγαίνω πολὺ συχνὰ εἰς τὸν Νομόν· κάθε ἑβδομάδα.
§224ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς σὲ δέχονται;
§225Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Μὲ ἀνθοδέσμας. Μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων. Ἔχω ἐκλεγῆ 7 φοράς. Καὶ ποτὲ ὑπὸ τὴν αἰγίδα οὐδενός.
§226Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω θερμότατα τοὺς κ. συναδέλφους τῆς Ε.Κ. οὔτε διακοπὴν νὰ κάμουν, οὔτε συνέχεια ἀγορεύσεις. Πρέπει νὰ τελειώνωμεν. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία πειθαρχία εἰς τὸ κόμμα. Τοὺς παρακαλῶ θερμῶς. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τοῦ κόμματος. Ἀρκετὰ διεφωτίσθη ἡ Βουλή. Νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§227Α. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Δὲν ὑπάρχει θέμα ψηφοφορίας.
§228Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Μπακόπουλον, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε ἄλλωστε πόσον ἀγαπῶ καὶ τιμῶ, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ σᾶς ἀκούσουν, δὲν θὰ πειθαρχήσουν εἰς τὴν σύστασίν σας. Ἐν ὀνόματι τῆς δημοκρατίας θὰ παραβιάζεται νομίμως ἡ δημοκρατία. Καὶ ἐὰν ἔχετε ὑπομονὴν θὰ τὸ ἰδῆτε.
§229ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅπως τὴν ἐστραγγαλίσατε σεῖς.
§230Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Δὲν πρόκειται νὰ ἀφήσω ἀνικανοποίητον κανένα αἴτημά σας. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα εἶναι ἕνα καὶ μόνον, ὅτι ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Σώματος. Καὶ εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι εἶχον τὴν τιμὴν 7 φορὰς νὰ ἐκλεγῶ καὶ ἀκόμη τὸ 1951 νὰ ἐκλεγῶ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, οὐδέποτε ἤκουσα Πρόεδρον νὰ ἐρωτᾷ τὴν Βουλήν: Δέχεσθε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν. Πάντοτε λέγει: Λύεται ἡ συνεδρίασις καὶ φεύγει. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν παλαιοτέρων συναδέλφων. Ποῖος Πρόεδρος, εἴτε ὁ κ. Γόντικας, τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἴτε ἐγὼ μὲ τὸν κ. Ἀρβανιτάκην, ὡς Ἀντιπρόεδρος ἠρωτήσαμεν ποτέ. Κύριε Ἀρβανιτάκη, ἐν ὀνόματι τῆς ἐντιμότητός σας, ὅταν ἐλύατε τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἠρωτήσατε ποτὲ τὴν Βουλὴν ἐὰν συναινῇ;
§231Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ποτὲ δὲν ἠκούσθη τοιαύτη λέξις, παρὰ μόνον ὅσας φορὰς διεκόπτετο κάποια συζήτησις ἐπὶ ὡρισμένου θέματος, ὁπότε ἐρωτᾷ ὁ Πρόεδρος: «Εἶσθε σύμφωνοι νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ συνεχισθῇ κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν»; Αὐτὸ τοὐλάχιστον εἴθισται νὰ λέγεται μόνον ἐφ’ ὅσον γίνεται διακοπὴ συζητήσεως. Σχεδὸν ποτὲ — λέγω σχεδόν, διότι πιθανὸν νὰ ἐλέχθη καὶ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, χωρὶς νὰ τὸ ἐπρόσεξα — σχεδὸν ποτὲ δὲν λέγεται, ὅταν λήγῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ ὡρισμένου θέματος. Προχθὲς τρεῖς ὥρας οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως, τῶν βουλευτῶν τῶν ἀκολουθούντων τὴν Κυβέρνησιν, τῶν Προοδευτικῶν, ἢ ἡμῶν, ἀλλὰ ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτῆς ταύτης τῆς Ε.Κ. καὶ τῆς ΕΔΑ — διότι πολλοὶ βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς τὰ δύο κόμματα ἐζήτησαν τὸν λόγον καὶ ἐπέμειναν, ἐνῷ εἶχον τοποθετηθῆ τὰ ζητήματα ἀπὸ τὸν κ. Μπακόπουλον ὡς ἐκπρόσωπον τοῦ κόμματος καὶ ἦτο περιττὸν νὰ γίνῃ περαιτέρω συζήτησις, πολλοὶ βουλευταὶ ἐζήτησαν τὸν λόγον καὶ ἐκράτησεν αὐτὴ ἡ ἱστορία 3 ὥρας. Εἴθισται μετὰ τρεῖς ὥρας, αἱ ὁποῖαι ἐχάθησαν, νὰ μὴ γίνωνται ἀρχαιρεσίαι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἦτο αὐτονόητον λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Διαμαντόπουλος καὶ θὰ ἦτο παράδοξον, ἔστω καὶ ἐὰν εἶχε κάμει ἐπὶ ἔτη εἰς τὴν ἕδραν ἐκείνην, ἐὰν ἐχρησιμοποίει τὴν λέξιν «συναινεῖτε» διὰ νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν. Αὐτὸ λέγεται μόνον ὅταν διακόπτεται ἀρξαμένη συζήτησις, εἴτε ἐπὶ νομοσχεδίου, εἴτε ἐπὶ ἐρωτήσεως.
§232Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν ὑπάρχει ἀντίδρασις;
§233Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς αὐτό.
§234Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Ἐν ὀνόματι τῆς δημοκρατίας θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ἀρβανιτάκης!!!
§235Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε ἐν ὀνόματι τοῦ Κανονισμοῦ νὰ διακόψω, μὲ τὴν ἄδειαν τοῦ κ. Προέδρου. Κύριε Γαληνέ, λέγουν οἱ κύριοι, ὅτι διεμαρτυρήθησαν. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν, δεδομένου, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα κόμματα εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν δὲν ἀντιπροσωπεύετο, παρὰ μόνον ὑπὸ ἐλαχίστων βουλευτῶν, διότι ὕστερα ἀπὸ τρεῖς ὥρας, αἱ ὁποῖαι ἐχάθησαν ἐξ ὑπαιτιότητος ὡρισμένων βουλευτῶν τῆς Ε.Κ., δὲν εἶχον οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ νὰ ἀναμείνουν ἐπὶ τρίωρον, διὰ νὰ γίνῃ μετὰ ταῦτα ἡ ἐκλογὴ τῶν Γραμματέων. Οὐδέποτε ἔχει συμβῆ αὐτό, νὰ καταληφθοῦν 3 ὧραι εἰς συζήτησιν ξένην πρὸς τὸ κύριον θέμα καὶ νὰ ἀπαιτοῦν μετὰ ταῦτα νὰ γίνουν ἀρχαιρεσίαι τῶν Γραμματέων. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ πρᾶγμα. Διότι ἐγὼ εἶχον δηλώσει, ὅτι ἀπουσιάζουν 7 ἢ 9 βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διεκδικοῦμεν καὶ τὴν ἐκλογήν, οὔτε κἂν τοῦ δευτέρου ἢ τρίτου Ἀντιπροέδρου. Οἱ βουλευταὶ ἔλειπον καὶ ἔφυγον, κατόπιν ἀδείας μου, διότι δὲν ἀπεδόθη πολιτικὴ σημασία εἰς τὴν ἐκλογὴν περαιτέρω τοῦ Προεδρείου. Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον εὑρίσκεται ἐκεῖ. Διότι εἴθισται, ὅταν ἕνα ἀπὸ τὰ δύο μεγάλα κόμματα εἰς τὴν αἴθουσαν δὲν ἐκπροσωπεῖται παρὰ μόνον μὲ 10 ἢ 12 βουλευτὰς νὰ μὴ ἀπαιτῇ τὸ ἕτερον κόμμα μετὰ τρεῖς ὥρας νὰ γίνουν ἀρχαιρεσίαι. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν ἠθικὴν παραβίασιν ἐκείνων τῶν ἀρχῶν τῆς δημοκρατίας, αἱ ὁποῖαι ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι ἀναγεγραμμέναι εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ εἰς τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν καὶ ἰσχύουν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν δημοκρατικῶν πολιτῶν ἢ βουλευτῶν.
§236Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ἐν πρώτοις, κ. Γαληνέ, δὲν ὑπῆρξα ποτὲ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς. Φαίνεται, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖσθε καλά. Δεύτερον, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω δύο λόγια, πὼς ἔχει τὸ γεγονὸς στὴν ἔμπρακτο ἐκδήλωσή του, χωρὶς νὰ ἀναπτύσσω παράδοξες θεωρίες. Ὅταν ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἔχῃ ἐγγεγραμμένα πρὸς συζήτησιν περισσότερα τοῦ ἑνὸς θέματα, δὲν πρέπει ὁ Πρόεδρος νὰ ἐρωτήσῃ τὸ Σῶμα ἂν ἐγκρίνῃ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως; Στὴν προκειμένην μάλιστα περίπτωση, συνέβη καὶ τὸ καταπληκτικόν, σχεδὸν 150 παρόντες βουλευταί, νὰ διαμαρτυρηθοῦν μόλις ὁ προεδρεύων εἶπε τὴν λέξιν λύεται ἡ συνεδρίασις. Δὲν θὰ ὤφειλε τοὐλάχιστον ὁ κ. Προεδρεύων νὰ δώσῃ μίαν οἱανδήποτε ἐξήγησιν; Συμμετέχει δέ, εἰς τὴν παρὰ τὸν Κανονισμὸν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, σχεδὸν εἰς ὅλους ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος Βʹ ἐπέστρεφε πάλιν εἰς τὸ βῆμα. Πλὴν ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ ἔφυγεν, ἀφοῦ μᾶς ἐχαιρέτησε, λέγοντας νὰ κάμωμεν πρότασιν μομφῆς. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Τί θὰ γίνῃ ἂν συμβῇ ἕνας Πρόεδρος παραφρονήση; Πῶς θὰ τὸν κατεβάσωμεν ἀπὸ τὴν ἕδραν; Δὲν θὰ κάμωμεν πρότασιν μομφῆς;
§237Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐδῶ ἔχομεν τὰ πρακτικά. Θὰ σᾶς ὑποβοηθήσουν. Ὅταν λέγῃ ὁ Πρόεδρος νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς, γράφεται ὑπὸ μορφὴν ἐρωτήσεως εἰς τὰ πρακτικά. Ἄλλως ἀναγράφεται μόνον τύποις, ὅτι «συναινέσει τῆς Βουλῆς», λύεται ἡ συνεδρίασις. Ἀλλὰ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ οὐσιαστικὸν θέμα. Ποτὲ δὲν ἔχει γίνει μετὰ 3ωρον συζήτησιν, ἐκλογὴ Προεδρείου τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ μοῦ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀπόλυτον. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ κάποια ἐξαίρεσις, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, δὲν ἔχει συμβῆ ποτὲ νὰ ἐκλέγωνται μετὰ τρίωρον συζήτησιν. Ἑπομένως, ἐὰν εἶπον καὶ ἐπανέλαβον καὶ ἐπέμεινα — καὶ τὸ εἶπε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν — ὅτι ἦτο τυπικὴ ἡ παράλειψις, τὸ εἶπον σεβόμενος μίαν παράδοσιν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται τὰ ὅσα ἰσχυρίζονται, δὲν φαίνεται νὰ γνωρίζουν.
§238Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Τὸ πόσον δὲν εἶναι τυπικὴ ἡ παράβασις, παρὰ τὴν περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἐμμονὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὸ ἑξῆς: Κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὅταν ἀκόμη τὸ Προεδρεῖον ἀπελάμβανεν εὐρείας πλειοψηφίας, εἶχε τὴν εὐθιξίαν νὰ ἐρωτᾷ τὸ Σῶμα ἂν ἐγκρίνῃ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως. Διὰ τὴν συζητουμένην περίπτωσιν συνέβη πρὸ ἑνὸς ἀκριβῶς λεπτοῦ νὰ ὑπάρχουν εἰς τὴν αἴθουσαν 115 βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ 15 περίπου τῆς Συμπολιτεύσεως. Ὅταν λοιπὸν τὸ Προεδρεῖον εὑρίσκετο προχθὲς πρὸ τοιαύτης ἰσχνῆς πλειοψηφίας δὲν ὤφειλεν εἰδικώτερον ἐπαναλαμβάνω προχθὲς νὰ ζητήσῃ τὴν συναίνεσιν τοῦ Σώματος, ὅταν μάλιστα εἶχε κατηγορηθῆ προηγουμένως διὰ παραβάσεις εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ γενικῶς διὰ κωλυσιεργείαν εἰς τὸ οὐσιαστικὸν ἔργον τοῦ Σώματος;
§239Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Κύριε Μπριλλάκη, εἶπον, ὅτι δέχομαι διακοπάς, ὄχι ἀγορεύσεις. Εἴπατε τὰ ἴδια πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος, ὁ κ. Ἡλιοῦ, καὶ τόσοι ἄλλοι ἐδῶ μέσα.
§240Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἐπικαλεῖσθε τὴν παράδοσιν τοῦ Σώματος. Δὲν ὑπάρχει παράδοσις ποὺ τὸ Προεδρεῖον νὰ μὴν εἶναι τῆς πλειοψηφίας. Αὐτὸ πρώτην φορὰν συνέβη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας.
§241Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Κύριε Μπριλλάκη, διεκόψατε καὶ ἐκάματε ἀγόρευσιν χωρὶς νὰ διακόψω τὴν ἀγόρευσίν σας καὶ ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω φράσιν, χωρὶς νὰ μὴ διακόψετε. Λέγω, λοιπόν, πρῶτον, ὅτι τὸ θεώρημά σας δὲν εὐσταθεῖ κατὰ τὸ ἑξῆς: Ἀλλοίμονον ἂν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν ἑκάστης ἡμέρας εἰς τὸ Σῶμα. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἀπολαμβάνει τῆς πλειοψηφίας τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος. Δὲν ἀπελάμβανε τῆς προχθεσινῆς πλειοψηφίας, ἦτο συμπτωματικὴ ἡ πλειοψηφία ἡ προχθεσινή, δὲν ἦτο πλειοψηφία τοῦ Σώματος. Ἀλλοίμονον ἐὰν θέλετε σεῖς νὰ ἐφαρμόσετε δημοκρατίαν Κοινοβουλευτικὴν ποὺ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν ἑκάστης ἡμέρας. Τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ἀλλάζωμεν καθημερινῶς Προεδρεῖον. Γενικῶς, κ. Μπριλλάκη, σᾶς λέγω, ὅτι εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς πλειοψηφίας, ἐὰν ξεκινήσωμεν, θὰ πᾶμε εἰς τὴν πραγματικήν, τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τοῦ Σώματος. Εἰς τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τοῦ Σώματος εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης. Προχθές, πράγματι, διότι ἡμεῖς δὲν ἀπεδώσαμεν πολιτικὴν σημασίαν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Βʹ καὶ Γʹ Ἀντιπροέδρων, πράγματι τὸ Προεδρεῖον δὲν εἶχε πλειοψηφίαν. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει, ὅτι ἔχασε τὴν πλειοψηφίαν τὸ Προεδρεῖον. Ἀλλὰ πέραν τούτου, κ. συνάδελφοι, σᾶς ἐρωτῶ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθιερωμένων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας καὶ τῆς πρακτικῆς, ἠμπορεῖ νὰ καταργηθῇ ὁ Πρόεδρος; Αὐτὸ θέλω νὰ καταλάβω. Ἐρωτῶ καὶ παρακαλῶ εἰλικρινῶς νὰ μοῦ εἴπητε. Πιστεύετε, ὅτι βάσει τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς προάτσεως μομφῆς νὰ καθαιρεθῇ ὁ Πρόεδρος; Δηλαδὴ θὰ κάμωμεν ἀνάλογον ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων περὶ ἐμπιστοσύνης Κυβερνήσεως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς; Καὶ πιστεύετε σεῖς, οἱ πιὸ πολλοὶ νομικοὶ ἔγκριτοι, πολὺ πιὸ ἔγκριτοι ἀπὸ ἐμένα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν εἰς ποινὴν ἀνάλογον ἐφαρμογήν; Ἐκάματε μίαν πρότασιν μομφῆς. Εἴπετέ μου τί θέλετε; Ὁρίστε, λάθος ἔκαμεν ἔστω ὁ κ. Διαμαντόπουλος. Ἔκαμε λάθος νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος. Ἐξετίμησεν ἐκ τῆς ἱστορίας ποὺ ξέρει εἰς τὴν Βουλήν, τὴν κατάστασιν. Καὶ ἀπὸ ὅσα ἔχομεν ἐδῶ ἀκούσει, ἠκούσαμεν ποτὲ τὸν Πρόεδρον νὰ ζητήσῃ συγκατάθεσιν διὰ νὰ ἀπαγγείλῃ λύσιν τῆς συνεδριάσεως; Θέλετε νὰ δεχθῶ, ὅτι ἐβιάσθη, θέλετε νὰ δεχθῶ, διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις, θέλετε νὰ γίνῃ ψηφοφορία, ἐπὶ τῷ τέλει ποίῳ; Ψηφίσατε, λοιπόν, ἔχετε πλειοψηφίαν σήμερον, μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου, τί κερδίζετε; Τί θὰ γίνῃ; Αἱ ἐφημερίδες τὰ ἔγραψαν, τὰ ἔμαθεν ὁ λαός. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα τί θέλετε; Διατί ταλανίζετε τὴν Βουλήν;
§242Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Τὸ θέμα δὲν εἶναι αὐτό, τὸ θέμα εἶναι, τί θὰ κάμῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§243Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Κύριοι βουλευταί, ἡ κατὰ τοῦ Προεδρείου μομφὴ οὐσιαστικὰ στρέφεται, δηλαδὴ ἐπιχειρεῖται, νὰ στραφῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνεπτύχθη ἐδῶ, κατὰ κόρον, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου, ὅτι δῆθεν ἡ Κυβέρνησις κωλυσιεργεῖ εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὴ ἡ παρανόησις νὰ συνεχισθῇ; Ἐκάματε μομφὴν ἐναντίον τοῦ Προεδρείου καὶ σᾶς ἐρωτῶ, τί ἐπιδιώκετε, τί θέλετε;
§244Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ καταλαβαίνετε; Θέλομεν πρῶτον, κύρωσιν, κατὰ τῆς παρανομίας.
§245Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Ποία εἶναι;
§246Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὴν ἀκούσετε. Δὲν δεχόμεθα, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠμπορεῖ κάθε μέραν νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ κύρωσις καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν συμφωνοῦμεν. Λέγετε, τί θὰ γίνῃ, ἐὰν ἡ ψῆφος εἶναι δυσμενής;
§247Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Ποῦ προβλέπεται ἡ ψηφοφορία;
§248Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπαντῶ εἰς τὸ ἐρώτημά σας, τί θὰ γίνῃ: Ἁπλούστατα, θὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιτάσσουν καὶ καθορίζουν, τὸ Σύνταγμα, ὁ Κανονισμός, τὰ συνταγματικὰ καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ θέσμια. Αὐτὸ θὰ γίνῃ, εἴτε σᾶς ἀρέσει, εἴτε δὲν σᾶς ἀρέσει, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ ἀποφασίσῃ.
§249Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Κύριε Μπακόπουλε, μοῦ ἀρέσει ὅ,τι καθορίζει τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ Νόμοι καὶ μάλιστα ὑπερθεματίζω, ἀλλὰ καθορίσατέ τα, πέστε τα διὰ νὰ συμφωνήσωμεν.
§250Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅ,τι καθορίζει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμός.
§251Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Συμφωνοῦμεν.
§252Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, θὰ γίνῃ αὐτὸ ποὺ λέγει τὸ Σύνταγμα, ὁ Κανονισμὸς καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ θέσμια. Εἰς πᾶσαν δὲ διαφωνίαν εἰς τὴν Βουλὴν ἀνέκαθεν ὑπάρχει ἡ καθιερωμένη ἀρχή, ἡ ἀπόφασις. Ἐπὶ τῶν διαφωνιῶν ἀποφασίζει διὰ τῆς ψήφου της ἡ Βουλή. Τὸ τί θὰ γίνῃ θὰ τὸ δῆτε.
§253Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Κύριε Μπακόπουλε, σκιαμαχοῦμεν, διότι δὲν διαφωνῶ μαζί σας, συμφωνῶ ἀπολύτως νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Σύνταγμα, ὁ Κανονισμὸς καὶ οἱ Νόμοι. Θέλετε νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει; Σύμφωνοι, δὲν διαφωνῶ, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμόν. Θέλετε ἀκόμη νὰ εἴπω, ὅτι ὁ πρῶτος Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, κ. Διαμαντόπουλος, ὁ ἀπολαμβάνων τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Σώματος, ἀποδεδειγμένως ἀπολαμβάνει αὐτῆς. Ἐπειδὴ σᾶς ἐκτιμῶ, κ. Μπακόπουλε, σᾶς λέγω, ὅτι δημοκρατικὸν θὰ ἦτο νὰ ἀνεβάλετο ἡ ψηφοφορία διὰ νὰ γίνῃ ὅταν θὰ εἶναι ὅλοι παρόντες καὶ ὅταν ὅλοι οἱ βουλευταὶ θὰ γνωρίζουν, ὅτι τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ὄχι ἐξ ὑφαρπαγῆς νὰ ἔχετε μίαν ψευδοϊκανοποίησιν, ὅτι κατεψηφίσθη τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Κύριε Μπακόπουλε, γνωρίζετε ἄριστα, ὅτι εἰς τὸ σύνολον τοῦ Σώματος καὶ ὁ κ. Διαμαντόπουλος καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀπολαμβάνουν τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Σώματος. Τὸ γνωρίζετε, αὐτό, ἄλλως τίθεται θέμα ἐμπιστοσύνης. Τὸ νὰ προσπαθῆτε νὰ ὑφαρπάσητε μίαν, δῆθεν, ἀπόφασιν μιᾶς συμπτωματικῆς πλειοψηφίας, διὰ νὰ συναγάγητε ἀπὸ ἐκεῖ πολιτικὰ συμπεράσματα, δὲν εἶναι ἄξιον ὑμῶν, κ. Μπακόπουλε. Σᾶς ὁμιλῶ ὡς Γαληνὸς πρὸς Μπακόπουλον, διότι σᾶς ἀγαπῶ, διότι περιμένω, ἀπὸ σᾶς, δημοκρατικὴν εὐθύτητα. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μοῦ λέγετε, ὅτι εἶναι λάθος, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δεχθῶ, ὅτι εἶναι λάθος, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ συναγάγητε πολιτικὰ συμπεράσματα. Καὶ ἐὰν κάνετε ψηφοφορίαν ἀπόψε, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτάσεώς σας. Μέμφομαι τὸν κ. Διαμαντόπουλον, τί ἐκερδίσατε; Ὁ Διαμαντόπουλος θὰ μείνῃ Ἀντιπρόεδρος καὶ ὁ Παπασπύρου Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§254Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρεκάλεσα νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω, διότι, νομίζω, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπεκτείνεται ἡ συζήτησις, ἐπὶ τόσας ὥρας, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ξεκαθαρίσωμεν ὡρισμένα πράγματα. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, θὰ θέσω ὡρισμένα ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα, νομίζω, ὅτι θὰ σᾶς ἐπιτρέψουν νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας, ὡς πεπειραμένου κοινοβουλευτικοῦ, ὅπως εἶσθε σεῖς, εἶμαι καὶ ἐγώ. Πρῶτον, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ μὲν τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προεδρείου, ὁ ἅπαξ ἐκλεγεὶς ὑπὸ τοῦ Σώματος Πρόεδρος καὶ Ἀντιπρόεδρος, παραμένει, κ. συνάδελφε, Πρόεδρος τοῦ Σώματος, καθ’ ὅλην τὴν Σύνοδον. Δὲν ὑπάρχει μέθοδος διὰ νὰ μὴ εἶναι Πρόεδρος. Οὐδεμία διαδικασία, εἴτε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, εἴτε ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, προβλέπεται, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἀνατρέψῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐλήφθη κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ τὸ Σύνταγμα διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἑπομένως, ματαιοπονεῖτε ἐὰν νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως μομφῆς, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλατε, δύνασθε νὰ ἀνατρέψητε τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία καθορίζει, ἄνευ ἐξαιρέσεων καὶ ἄνευ ἄλλης διαδικασίας, διὰ πόσον χρόνον ἐκλέγεται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ὑπόλοιπον Προεδρεῖον. Δεύτερον, εἰς ἐνίσχυσιν τῆς σκέψεως αὐτῆς, ἡ ὁποία δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν δι’ οἱονδήποτε νομικὸν καὶ πιστεύω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωνήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὑπάρχει ἕνα ἄλλο σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ διαφωνήσω μαζί σας. Κακῶς δίδετε συνέχειαν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Διατί; Διότι, ἀκριβῶς, λόγῳ τῆς ρητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τῆς προβλεπούσης διὰ πόσον χρόνον εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ πρότασις μομφῆς, διότι δὲν ἔχει περιεχόμενον· καὶ δι’ αὐτὸ ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, δὲν ἠθέλησε νὰ ματαιοπονῇ τὸ Σῶμα. Καὶ δὲν δύνασθε νὰ ὑποβάλετε πρότασιν μομφῆς, διότι αὐτή, καὶ ἂν ἀκόμη ὑποθέσωμεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ, σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, δηλαδή, διὰ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει. Ἐγγραφὴ προτάσεως μομφῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν εἶναι νοητή. Ἑπομένως, τί εἶναι οὐσιαστικῶς νοητὸν διὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, εἴτε ἐκ προαιρέσεως, εἴτε ἐκ σφάλματος, εἴτε καὶ ἐξ ἄλλης αἰτίας, τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, εἴτε ὁ Πρόεδρος, εἴτε ὁ Ἀντιπρόεδρος, θὰ διέπραττεν ἕνα λάθος, μίαν παράκαμψιν τοῦ Κανονισμοῦ; Τότε θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ μόνον μία διαδικασία, κ. Πρόεδρε καὶ κ. Ὑπουργέ, θὰ ἠδύνατο, λέγω, ὑπαρχούσης μιᾶς ἀτμοσφαίρας ἐναντίον τοῦ Προεδρείου, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ διαλευκανθῇ ἐν συνεννοήσει Κυβερνήσεως καὶ Κομμάτων, νὰ γίνῃ σχετικὴ συζήτησις, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τότε θὰ ἦτο σύμφωνος μὲ τὸν Κανονισμόν, ἡ συζήτησις, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θὰ ἔφερε τὴν διαλεύκανσιν τῆς ὑποθέσεως καὶ θὰ ἐτερμάτιζε τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται, ἄλλως, νὰ τερματισθῇ, διότι ἐὰν ἠδύνατο ἄλλως νὰ τερματισθῇ, δὲν θὰ ἦτο ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, τὴν ἐδίδαξαν οἱ προτείναντες ἢ οἱ αἰσθανθέντες, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔσφαλε, δὲν ἀπεπειράθησαν νὰ τὴν ἀκολουθήσουν. Νομίζω, κ. συνάδελφε, ὅτι κακῶς διεξάγεται ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις καὶ ἐπιτραπήτω μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ σεῖς κακῶς τὴν συνεχίζετε. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Ρ.Ε.).
§255Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Γαληνέ, ἐπηγγέλθητε ἐπὶ τοῦ βήματος εὐχέρειαν διακοπῶν. Καὶ ὀφείλετε νὰ δεχθῆτε διακοπήν, ἀφορῶσαν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα ποὺ ἐθέσατε. Ἠρωτήσατε, ποῖον εἶναι τὸ θέμα τῆς μομφῆς. Ἀλλὰ τὸ θέμα ἔχει ἤδη διατυπωθῆ, κατὰ τρόπον ἀνάγλυφον. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, συντεταγμένος κατὰ προσταγὴν τοῦ Συντάγματος, ἀναγνωρίζει δύο σχετικὰ δίκαια εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Σώματος. Πρῶτον, τὸ δίκαιον τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως. Καὶ τοῦτο, ὑπὸ δύο περιορισμούς, τῆς διαπιστώσεως ὑπὸ τούτου ἐγερθέντος θορύβου, καθιστῶντος ἀδύνατον, κατὰ τὴν κρίσιν του, τὴν προαγωγὴν τῆς συζητήσεως. Καὶ δεύτερον, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι μετὰ τὴν διαπίστωσιν τοῦ ἐγερθέντος θορύβου, θὰ ἐγερθῇ προηγουμένως, ὁ ἴδιος, διὰ νὰ δώσῃ τὸ σημεῖον, ὅτι πρόκειται νὰ ἀπαγγείλῃ τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως. Ταῦτα, διὰ τὸ δίκαιον τῆς διακοπῆς. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄλλο δίκαιον, τῆς ἀπαγγελίας τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως. Ἐπὶ τούτου εἶναι ἀναντίρρητος καὶ σαφὴς ἡ προσταγὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, δὲν ἀποτελεῖ πλέον αὐτόνομον δίκαιον τοῦ Προϊσταμένου τοῦ Σώματος. Εἶναι ἀπολύτως ἐξηρτημένον ἀπὸ τὴν συναίνεσιν τοῦ Σώματος, τοῦ ἀποκλειστικοῦ φορέως τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὰ ἀντιθέτως ὑποστηριζόμενα, ἀφοροῦν ἀναγνώρισιν ἀνυπαρξίας τοῦ φορέως τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἠκούσαμεν μὲ κατάπληξιν καὶ μὲ αἴσθημα καταθλίψεως τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, ὑποστηριζομένην ἀπὸ τὸν ἐκπρόσωπον τοῦ ἑτέρου μεγάλου Κόμματος τῆς χώρας, τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε., ἀξιότιμον κ. Κανελλόπουλον. Ἡ ὑποστηριχθεῖσα ἄποψις, ἰσχύουσα τυχόν, θὰ ἀπέληγεν εἰς ἀνάλωσιν τῆς ἀρχῆς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τῆς ὁποίας ἀποκλειστικὸς φορεὺς εἶναι τὸ κυρίαρχον Κοινοβούλιον. Ὅσον ἀφορᾷ τώρα τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἐθέσατε καὶ τὸ ὁποῖον κυρίως μὲ ὑπεχρέωσε νὰ παρεμβάλω τὸν λόγον, περὶ τοῦ τί θὰ συμβῇ, ὅταν ἐκφρασθείσης μομφῆς, διεξαχθῇ ἀτυχὴς ἢ εὐτυχὴς ψηφοφορία, καὶ τί πρόκειται νὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, σᾶς παρέχεται ἀπάντησις ἀπὸ τὸν συνταγματολόγον Κ. Ζέγγελην, τῆς σχετικῆς ἀποστομωτικῆς περικοπῆς, ἡ ἀνάγνωσις, ἀφορᾷ ἀπάντησιν καὶ εἰς τὰς ἰδικάς σας ἀπορίας καὶ εἰς τὰς ἀπόψεις ποὺ διετυπώθησαν, εἰδικώτερον, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε., κ. Κανελλόπουλον, καὶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας κ. Θεοτόκην. Ἰδού, τί λέγει ὁ Κ. Ζέγγελης: «Τόσον ἀρρήκτως τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς θεωρεῖ ἡ Βουλὴ συνδεόμενον πρὸς τὴν ἰδίαν ταύτης ἀξιοπρέπειαν, ὥστε μετ’ ἰδιαιτέρας ὄντως στοργῆς περιέπει τοῦτον· ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν ἔθος, καθ’ ὃ οἱονεὶ ἄθικτον πάσης καὶ πόρρωθεν, ἔστω, ἐκφραζομένης δυσπιστίας ἢ μομφῆς, θεωρεῖται τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο, εἴποτέ τις τῶν βουλευτῶν, ἐπιλαθόμενος τούτου, ἤθελε μετ’ ἀνευλαβείας προσενεχθῆ πρὸς τὸν Πρόεδρον, ἡ Βουλὴ σπεύδει, ὅπως περιβάλῃ τοῦτον, διὰ ψήφου ἐμπιστοσύνης, συνηθέστατα, ἄνευ οὐδεμιᾶς διακρίσεως κομματικῆς, ἄλλως, ἂν ἐν αὐτῇ τῇ ψήφῳ ὑπάρχῃ καὶ μεμακρυσμένη ἐπίκρισις ἐναντίον τοῦ Προέδρου, οὗτος παραιτεῖται ἀπὸ τὸ ἀξίωμα». Καὶ προσθέτω ἐγὼ τὴν διευκρίνισιν, ὅτι παραιτεῖται οὗτος, ὅταν συμβαίνῃ οὗτος, ὁ Πρόεδρος, ὁ ἀναδειχθεὶς εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Σώματος, νὰ κατέχεται ἀπὸ τὴν ἐπιβαλλομένην αἴσθησιν τῆς ὑψηλῆς εὐθύνης, τῆς αἰσθήσεως τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος, τοῦ ὁποίου ἔχει τὴν τιμὴν νὰ προΐσταται.
§256Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ ἐμπιστοσύνης τοῦ Σώματος, δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς μιᾶς συμπτωματικῆς ἡμέρας, ἀλλὰ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Σώματος. Αὐτὸ τὸ ἐτόνισα κατὰ κόρον. Διατὶ μὲ διακόπτετε; Θέλετε, λοιπόν, ψηφοφορίαν τοῦ Σώματος ἢ θέλετε ψηφοφορίαν συμπτωματικήν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν λείπουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν βουλευταὶ κατόπιν ἰδικῆς σας ἀδείας; Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ πλειοψηφίας, ἐννοοῦμεν καὶ τοὺς 300 καὶ ἡ πλειοψηφία τῶν τριακοσίων περιβάλλει μὲ ἀμέριστον ἐμπιστοσύνην καὶ τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Αʹ, Βʹ καὶ Γʹ Ἀντιπρόεδρον. Ἐξελέγη ὁ κ. Μαυρίδης Βʹ Ἀντιπρόεδρος, ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης καὶ ἐκτιμήσεώς μου. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ, ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Σώματος ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἕνα κόμμα ἢ τὰ δύο ἢ τρία κόμματα τῆς μειοψηφίας θὰ ἐπιλέξουν διὰ νὰ κάμουν ψηφοφορίαν. Εἶναι δημοκρατία αὐτό, κ. Μελᾶ;
§257Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐὰν διαλέγῃ τὴν ἡμέραν ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἀντιδημοκρατικὸν καὶ ὅταν τὴν διαλέξετε σεῖς, εἶναι δημοκρατικόν. Ἡ ψηφοφορία προκαλεῖται, ὅταν καὶ ὅπως ὁ Κανονισμὸς ὁρίζῃ. Γίνεται συζήτησις, τερματίζεται καὶ ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ καὶ δὲν ἐρευνᾶται, ἐὰν ἀρέσῃ ἢ ὄχι εἰς σᾶς ἡ ἡμέρα.
§258Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Πρῶτον, κατὰ τὸν Κανονισμόν, καὶ κατὰ τὴν νομολογίαν, ὡς καὶ κατὰ τὰς γνωματεύσεις ἐγκρίτων Συνταγματολόγων, ὡς προηγουμένως ἀνεγνώσατε, οὐδαμοῦ προβλέπεται ψηφοφορία διὰ τὸν Πρόεδρον. Λέγει μόνον, ὅτι ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ ὁ Πρόεδρος. Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ πλειοψηφίας, ἐννοοῦμεν τὴν πραγματικὴν πλειοψηφίαν. Πρόκειται περὶ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος διαρκεῖ, ἐκλεγομένου τοῦ Προέδρου, ἐπὶ τακτὸν χρονικὸν διάστημα.
§259Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Γαληνέ, τὸ ὅλον ἐπιχείρημα τῆς σημερινῆς σας ἀγορεύσεως στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐσφαλμένης βάσεως, ὅτι ἡμεῖς ἐπωφελούμενοι τῆς συμπτωματικῆς ἀπουσίας συναδέλφων τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποβάλλομεν πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου διὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις. Λησμονεῖτε, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καθ’ οὗ ἡ μομφὴ ἐξελέγη διὰ τῆς συμπτωματικῆς ἀπουσίας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τριῶν συναδέλφων. Διότι ὁ κ. Παπασπύρου ἐξελέγη Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ 149 ψήφους ἐπὶ παρόντων 297 βουλευτῶν. Ἐὰν ἦσαν παρόντες ὁ κ. Τρικούπης τῆς ΕΡΕ, ὁ κ. Μ. Παπακωνσταντίνου τῆς Ε.Κ. καὶ ὁ κ. Μερκούρης τῆς ΕΔΑ, ὁ κ. Παπασπύρου θὰ ἐλάμβανε τὴν ψῆφον τοῦ κ. Τρικούπη ὁπότε μὲ 150 ψήφους δὲν θὰ ἐξελέγετο μὲ παρόντας τοὺς 300 συναδέλφους. Διατὶ λοιπὸν μᾶς κατηγορεῖτε, ὅτι ἐπωφελούμεθα τῆς συμπτωματικῆς ἀπουσίας συναδέλφων τῆς παρατάξεώς σας διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως μομφῆς κατὰ τοῦ συμπτωματικῶς ἐκλεγέντος Προέδρου;
§260Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Γαληνέ, ὑποστηρίζετε τὴν ἀθεμελίωτον καὶ ἄσχετον πρὸς ἡμᾶς ἄποψιν, ὅτι ἡμεῖς ἐπιζητοῦμεν ἀπόψε διεξαγωγὴν ψηφοφορίας, ἐπωφελούμενοι δῆθεν τῆς συμπτωματικῆς ἀπουσίας τῶν κυβερνητικῶν συναδέλφων ἐλλειπούσης τῆς παμψηφίας. Ἡ ἄποψίς σας εἶναι ἀναπόδεικτος. Τὸ ἀποδεδειγμένον εἶναι, ὅτι, σεῖς ἀνήλθατε εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ συμβάλετε μὲ τὴν σειράν σας εἰς παράτασιν τῆς συζητήσεως διὰ νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφοφορίας. Ὑπεστηρίξατε ἐν συνεχείᾳ τὴν ἄλλην καὶ καινοφανῆ καὶ ἀπροσδόκητον ἄποψιν, συμφώνως, πρὸς τὴν ὁποίαν αἱ ψηφοφορίαι, τοῦ Σώματος πρέπει νὰ πραγματοποιοῦνται ὅταν θὰ ἐπιτυγχάνεται καθολικὴ παρουσία τῶν μελῶν τοῦ Σώματος. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀσφαλῶς τὸ ἰδεῶδες, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἐπιδίωξιν ἄσχετον πρὸς τὴν πραγματικότητα. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς ἀρκοῦνται εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς σχετικῆς πλειοψηφίας καὶ εἰς τὰς κρισιμωτέρας περιπτώσεις τῆς ἀπολύτου πλειοψηφίας. Κατὰ ταῦτα καταπίπτει ἀφ’ ἑαυτοῦ ὁ ἀπαράδεκτος ἰσχυρισμὸς περὶ τῆς δῆθεν ἐπιδιώξεως παρ’ ἡμῶν περὶ σκοπίμου ἐπιταχύνσεως τῆς ψηφοφορίας, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε κατὰ τὴν περίεργον ἄποψιν τὴν ὑποστηριχθεῖσαν παρ’ ὑμῶν, νὰ ἀναμείνωμεν τὴν καθολικὴν παρουσίαν τοῦ Σώματος πρὸς πάμψηφον ἀπόφασιν. Λέγετε, ὅτι ἐπωφελήθημεν τῆς εὐκαιρίας ποὺ ἀπουσιάζουν οἱ κ.κ. συνάδελφοι τῆς παρατάξεως, ἡ ὁποία σᾶς στηρίζει διὰ νὰ κάμωμεν τὴν ψηφοφορίαν. Ὡς γνωστόν, ἡ παράβασις δὲν ἐγένετο ἀπόψε, ἐγένετο προχθές, τὴν ὁποίαν ἐσημειώσαμεν καὶ ἀμέσως τότε ὑπεβάλομεν τὴν πρότασιν μομφῆς καὶ ἔρχεται ἡ σειρά της πρὸς συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν σήμερον. Ἡμεῖς δὲν ἐπικαλέσθημεν οὔτε τὸν χρόνον τῆς παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ οὔτε καὶ τὸν χρόνον τῆς ψήφου. Κατὰ συνέπειαν τὴν διαφορὰν θὰ λύσῃ ἐν προκειμένῳ καὶ θὰ τάμῃ μόνον ἡ ψηφοφορία. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§261Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ τελειώνω. Αὐτὸ ποὺ μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, δὲν ὑπάρχουν κυρώσεις, κατὰ τοῦ Προέδρου.
§262Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν. Ἀλλοίμονον. Μόνον ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος.
§263Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι θέλετε νὰ συναγάγητε ἕνα συμπέρασμα ἀπὸ ἕνα συμπτωματικὸν γεγονός. Ἐάν, ὁ κ. Διαμαντόπουλος, ἀνέβαινε εἰς τὸ βῆμα καὶ σᾶς ἔλεγε, μὲ συγχωρῆτε, ἔκαμα λάθος, τί θὰ κάμωμεν; Θὰ τὸν κρεμάσωμεν; Ἀλλά, πέραν αὐτοῦ, ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασίαν, βασικήν, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Διαμαντόπουλος, ἐὰν θέλετε, ἔκαμε λάθος, ἀλλὰ κατὰ ποίαν λογικὴν ἐφαρμόζετε τὴν συλλογικὴν εὐθύνην; Κατηγορούσαμε, κάποτε μαζί, τὴν Ε.Ρ.Ε., διὰ τὰ πιστοποιητικὰ κοινωνικῶν φρονημάτων, πού, ἐὰν ὁ παπποῦς ἦτο εἰς τὸ ΕΑΜ, ὁ ἐγγονός, δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ πιάσῃ δουλειά.
§264Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Τί πιστεύετε σεῖς;
§265Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Ἐγὼ ξεύρω τί πιστεύω.
§266Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Τὸ ραδιόφωνον τί λέγει;
§267Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Ἐγὼ τὸ ἔκαμα τὸ ραδιόφωνον; Ἡμεῖς κάμαμεν, ἐν μικρογραφίᾳ, ὅ,τι ἔκαμε ἡ Κυβέρνησις Παπανδρέου.
§268Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Εἶσαι ἀνάξιος νὰ ἀναφέρῃς τὸ ὄνομα τοῦ Παπανδρέου.
§269Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Δὲν σᾶς ἀπαντῶ, διότι δὲν εἶμαι ὡσὰν ἐσᾶς. Κύριε Μπακόπουλε, τὴν συλλογικὴν εὐθύνην, ποῦ τὴν εὑρήκατε; Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἐὰν ἀπαγγελθῇ ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, μπορεῖ νὰ ξαναρχίσῃ ἡ συνεδρίασις; Μπορεῖτε, σεῖς νὰ ξαναρχίσετε συνεδρίασιν, λυθεῖσαν;
§270Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν; Διαβάσετε τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Κανονισμοῦ. Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν; Μόνον ἡ Βουλή. Ὄχι ὁ Πρόεδρος.
§271Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Κύριε Ἀλαβᾶνο, ἔχετε λύσει σεῖς, ὡς Πρόεδρος, τόσες φορὲς τὴν συνεδρίασιν, χωρὶς νὰ ἐρωτήσετε τὴν Βουλήν, ὥστε διερωτῶμαι, πῶς τολμᾶτε νὰ ὁμιλῆτε.
§272Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἐσεβάσθην, πάντοτε, τὸν Κανονισμόν.
§273Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Ἀφ’ ἧς ὁ Πρόεδρος, κακῶς ἢ καλῶς, ἀπήγγειλε τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, ἡ συνεδρίασις ἐλύθη.
§274Η. ΗΛΙΟΥ. Δύο πράγματα χρειάζονται διὰ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ἡ συναίνεσις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀπαγγελία ὑπὸ τοῦ Προέδρου.
§275Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Κύριε Ἡλιοῦ, ἐγὼ δέχομαι, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἰδική σας ἄποψις, ἡ ὁποία δὲν ἐφηρμόσθη, κατὰ ποίαν λογικὴν ἐφαρμόζεται ἡ συλογικὴ εὐθύνη ἐναντίον τῶν Προέδρου καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου καὶ τῶν Γραμματέων καὶ τῆς Κυβερνήσεως;
§276Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴπομεν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§277Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας). Ἀλλά, πέραν τούτου, ἐκφράσατε τὴν μομφήν. Ἐν τάξει. Τὰ εἴπατε. Τελείωσε. Θέλετε ψηφοφορίαν. Ἔχετε πλειοψηφίαν. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, τί ἐπιδιώκετε; Νὰ μὴ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον της;
§278Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τώρα σᾶς ἔπιασε ὁ πόνος;
§279Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Κύριε Γρηγορίου σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι κατηγορούμεθα συνεχῶς, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος.
§280Η. ΗΛΙΟΥ. Ἠρωτήσατε, ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα. 1) Οἱ ἔγκυροι ἑρμηνευταί, καὶ ἀναφέρομαι εἰς τοὺς ἑρμηνευτὰς διότι ἡ πεῖρα δὲν εἶναι πρόσφατος, διότι κατὰ τὰ τελευταῖα 8 ἔτη δὲν ὑπεβλήθη πρότασις μομφῆς, ἡ παλαιοτέρα νομολογία ὅμως λέγει τὶ θὰ γίνῃ καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Σῶμα ἐκφράσῃ μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου. Τὸ Προεδρεῖον ἢ μέρος αὐτοῦ παραιτεῖται. Αὐτὸ ἔχει καθιερωθῆ. Καὶ τὸ ποιὸ ἀσήμαντο ἀπὸ τὰ Σωματεῖα, τὸ ὁποῖον τυχὸν ἀποτελεῖται ἀπὸ χειρώνακτας μικρᾶς μορφώσεως, καὶ τὸ μικρότερον κοινοτικὸν συμβούλιον, ὅταν τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἔχει τὴν εὐθιξίαν καὶ παραιτεῖται καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἐκλογή. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων θὰ πρέπει νὰ ἀπονεμηθῇ τὸ Ὄσκαρ τῆς παχυδερμίας. Ὑποθέτομεν, ὅτι θὰ συναγάγῃ τὰ συμπεράσματα ἐκ τῆς ἐκφράσεως μομφῆς ἂν ὑπάρξῃ τοιαύτη, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀρκεῖ ἡ παρουσία 100 βουλευτῶν καὶ ἡ ψῆφος 75, οἱ ὁποῖοι νὰ εἶναι ἐν πάσῃ περιπτώσει τῶν μειοψηφησάντων. Εἶναι δυνατὸν συνεπῶς νὰ μὴ συναγάγουν τὰ συμπεράσματά των ἐκεῖνοι κατὰ τῶν ὁποίων τὸ Σῶμα θὰ ἐξέφραζε τὴν μομφήν του; Τὸ Σῶμα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ τὰς κυρώσεις κατ’ ἐκείνων ποὺ παρεβίασαν ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ ποὺ ἀποφαίνεται, ὅτι ἐπὶ τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως ὑπάρχει συναίνεσις τοῦ Σώματος. Ἐν προκειμένῳ δὲ ὑπάρχει αἰτίασις, ὅτι ἐν συνεννοήσει καὶ ἀλληλοβοηθούμενοι Πρόεδρος καὶ ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος προέβησαν ἄνευ γνώμης τῆς Βουλῆς εἰς τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα οὐσίας καὶ εἶναι δυνατὸν τὸ Σῶμα νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι εὐθύνεται ὁ ἕνας ἢ ἀμφότεροι. Εἶναι ζήτημα ἐξ ἱστορικοῦ, δὲν εἶναι ζήτημα ἐκλογῆς εὐθύνης.
§281Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προν.). Δηλαδὴ δέχεσθε, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὰ συλλογικὰ ὄργανα ὁ Πρόεδρος νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν συμπτωματικὴν πλειοψηφίαν μιᾶς ἡμέρας καὶ αὐτὸ εἶναι δημοκρατία. Δηλαδὴ θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ μειοψηφία νὰ παρακολουθῇ πότε θὰ ἀπουσιάζουν ὡρισμένοι σύμβουλοι διὰ νὰ ὑποβάλλῃ τὴν σχετικὴν πρότασιν. Ἡμεῖς ἡ πραγματικὴ πλειοψηφία ἔχουμε πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Αὐτό, κύριοι, νὰ τὸ κάνετε, ὅταν γίνετε 151 ἄλλως ὅσες μομφὲς καὶ ἂν κάνετε ἄδικα θὰ τῆς κάνετε.
§282Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Ἐὰν ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς συμπτωματικῆς πλειοψηφίας τότε ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχετε τοὺς Βʹ καὶ Γʹ Ἀντιπροέδρους, δυνάμεθα ἡμεῖς οἱ ἔχοντες τὴν πλειοψηφίαν καθ’ ἑκάστην νὰ τοὺς ἀντικαθιστῶμεν. Εἶναι λογικὸν αὐτό;
§283Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος). Κύριε Πρόεδρε, μένω κατάπληκτος ἀπὸ τὸν δὶς συνάδελφον κ. Ἀρβανιτάκην, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι. Γνωρίζει, ὁ κ. συνάδελφος, πῶς κάποτε ἐγὼ ἔσωσα τὴν τιμὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ γνωρίζει ἐπίσης, ὅτι ὁ χαρακτῆρας μου δὲν θὰ μοῦ ἐπέτρεπε ποτὲ νὰ μὲ πάρῃ κάποιος ἀπὸ τὸ χέρι. Λυποῦμαι διότι ἐτόλμησεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ εἴπῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Εἶχα ὅλο τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι ἔκανα τὴν τυπικὴν αὐτὴν παράλειψιν διότι ἐγνώριζα, ὅτι ἡ βούλησις τῶν βουλευτῶν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἦτο αὐτή, διότι ἦλθον προηγουμένως καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ ἔφυγα. Ἀνεξαρτήτως τοῦ, ὅτι ἐγὼ εἶχα τὴν γενναιότητα νὰ μὴ θελήσω νὰ γραφῇ αὐτὸ ποὺ ἐγένετο ἐπὶ προηγουμένων Κυβερνήσεων, νὰ μὴ γράφουν τὴν ἀλήθειαν εἰς τὰ Πρακτικά, ἐκφράζω τὴν λύπην μου διὰ τὴν παράλειψιν. Τί θὰ κάνετε; Ἄρα ὁ σκοπός σας εἶναι ἄλλος. Ὁ σκοπός σας εἶναι ἀντεθνικός. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἕνας Ὑπουργὸς ἀγωνίζεται νὰ φέρῃ χρήματα εἰς τὸν τόπον καὶ ἄλλος ἀγωνίζεται διὰ τὰ στρατιωτικὰ θέματα, σεῖς ἐπελέξατε τὴν ὥραν διὰ νὰ δημιουργήσετε θέματα. Καὶ ἐρωτῶ εἶναι γεγονός, ὅτι ἐπὶ Κυβερνήσεως Ε.Κ. καὶ μὲ Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἀρχηγοῦ σας τοῦ κ. Παπανδρέου μὲ τὸν ὁποῖον ἐγὼ διεφώνησα ἀπὸ τὸ 1963 καὶ τελικὰ διεφώνησα μὲ ὅλους σας διότι δὲν ὑπήρξατε δημοκράται, εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι, ὅτι ἡ συνεδρίασις τῆς 4.4.64 ἐλύθη ἄνευ συναινέσεως τοῦ Σώματος; Ἐπίσης αἱ συνεδριάσεις τῆς 21.3.64, 16.9.64, 17.9.64, 24.9.64 καὶ 25.9.64. Εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι;
§284Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἡ συνεδρίασις ἐλύθη παρ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τῶν βουλευτῶν. Ἡ οὐσία εἶναι μία. Τὸ Προεδρεῖον ἀποδεδειγμένως ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Σώματος. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα σεῖς θέλετε νὰ συναγάγετε τὰ συμπεράσματά σας ἀπὸ μίαν συμπτωματικὴν πλειοψηφίαν μιᾶς ἡμέρας. Κάματέ το. Ἡμεῖς δὲν θὰ σᾶς ἀκολουθήσωμεν.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, ἔχει τὸν λόγον.
§286Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Ἡ παράταξίς μας κατέθεσε πρότασιν μομφῆς ἐναντίον τοῦ Προεδρείου, διότι ὁ εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἕδραν Αʹ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἔγινε ὅ,τι ἔγινεν, εἶπεν, ὅτι διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Τότε τὸ Σῶμα ὁλόκληρον σχεδόν, διότι 117 βουλευταὶ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἦσαν παρόντες, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς συναδέλφους τῆς ΕΡΕ καὶ τῆς ΕΔΑ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐπίσης παρόντες, ἤρχισε διαμαρτυρόμενον καὶ μὲ τὰς διαμαρτυρίας τῶν συναδέλφων τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἀποχωρεῖ ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἕδραν του. Καὶ σεῖς, κ. Πρόεδρε, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀκριβῶς εἶναι καὶ ἐναντίον σας ἡ μομφή, ἀνήλθατε ἐπάνω εἰς τὴν ἕδραν, τὸν ἐπήρατε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ἐτραβήξατε διὰ νὰ φύγῃ. Καὶ ὅταν εἴδαμε, ὅτι ἐφύγατε, τότε ἔφθασεν εἰς τὴν κλίμακα τῆς ἕδρας ὁ κ. Μαυρίδης. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν εἴχατε ἔστω καὶ ἴχνος εὐθιξίας, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρίσκεσθε αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ἕδραν, ἀλλὰ νὰ εἴχατε κατέλθει διὰ νὰ ἀνέλθῃ εἰς αὐτὴν ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος, διὰ νὰ διεξαγάγῃ τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ ἀρνεῖσθε ὅμως καὶ παραμένετε εἰς τὴν ἕδραν σας διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους. Πρῶτον, διὰ νὰ παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον παραβιάζετε κάθε στιγμήν. Καὶ ἀπόδειξις τῆς παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι, ὅτι καὶ ἀπόψε ἐνῷ εἴχατε διακόψει τὴν συνεδρίασιν εἰς τὰς 10 μ.μ., δι’ ¼, τὴν ἐπαναλάβατε εἰς τὰς 11 μ.μ. ἀκριβῶς. Εἶναι παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ αὐτή; Ναὶ ἢ ὄχι; Πέραν τούτου στραγγαλίζετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, διότι ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνομίσατε, ὅτι εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ κάμετε διάλογον μὲ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος. Καὶ αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἐξ ὑπαιτιότητός σας δύο τοὐλάχιστον ὥρας κατηναλώθησαν χωρὶς λόγον. Τρίτον, παραποιεῖτε τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἀναγράφονται ἐπακριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐντὸς τῆς αἰθούσης. Ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἐνῷ τὸ πρῶτον βράδυ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι ὑπεγράφη Β.Δ. εἰς τὸ Λονδῖνον, τὴν ἄλλην ἡμέραν μᾶς παρουσίασε τὸ Δ)γμα τοῦτο, περὶ παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης ὡς ὑπογραφὲν εἰς τὴν Κοπεγχάγην. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι ἢ ὄχι παραποίησις αὐτό; Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτων, εἶναι γνωστὴ ἡ ἱστορία σας ἡ πολιτική. Διότι, ὅταν εὑρίσκεσθε εἰς τὰς τάξεις τοῦ κόμματος ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ὁποίου ἐξελέγητε, ἡ ΕΡΕ ἦτο διὰ σᾶς τὸ κόκκινο πανί, καὶ ἐλαμβάνατε τὸν λόγον καθημερινῶς διὰ νὰ δίδετε τὰς ἀπαντήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐδίδατε, δημιουργοῦντες αὐτό, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον δημιουργεῖτε. Ἀλλά, σεῖς μήπως ἔχετε καθόλου τσίπα, ἔτσι θὰ τὸ εἴπω...
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε, κύριε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Εἶμαι Πρόεδρος. Εἶναι ἐντροπή σας. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἐγὼ δὲν σᾶς ἀποκαλῶ ὅπως σᾶς ἀπεκάλεσεν ὁ κ. Ἀλλαμανῆς, ὁ ὁποῖος προχθὲς διεμαρτυρήθη διὰ τὴν προσωνυμίαν τοῦ συναδέλφου. Νομίζετε, ὅτι εἶσθε ἀσύδοτος ἐδῶ. Πλανᾶσθε δι’ αὐτό. Νὰ ἀνακαλέσετε.
§288Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Ἀνακαλῶ. Σεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησίς σας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκετε ἐστραγγαλίσατε...
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Κρούων τοὺς κώδωνας). Νὰ ἀνακαλέσητε.
§290Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Ἀνεκάλεσα κ. Πρόεδρε. Σεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκετε, ἐστραγγαλίσατε τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐψήφισε τὴν Ἕνωσιν Κέντρου διὰ νὰ κυβερνήσῃ καὶ νὰ διεξαγάγῃ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος παρεδόθη ἕρμαιον εἰς τὴν ΕΡΕ, ἡ ὁποία κυβερνᾷ σήμερον.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀλαβᾶνος, ἔχει τὸν λόγον.
§292Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Πρόκειται περὶ παραβάσεως, ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Πολιτεύματος. Ἡ πολιτικὴ ποὺ ἐγκαινιάσθη τείνει νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ θέσμια, καινὰ δαιμόνια. Ὁ προλαλήσας Ὑπουργὸς ὡμολόγησε λέγων: «Τί θέλετε τὴν ψηφοφορίαν ὅταν οἱ ἰδικοί μας βουλευταὶ λείπουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ σεῖς ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν». Δηλαδή, ὁ κ. Ὑπουργός, μὲ ὅσα λέγει, θέλει νὰ ἀνατρέψῃ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος. Ἡμεῖς, κ.κ. βουλευταί, ἐπιτελοῦμεν ἐδῶ τὴν ἀποστολὴν ποὺ μᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὁ διακεκριμένος συνάδελφος, κ. Θεοτόκης, εἶπεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκλέγεται δι’ ἓν ἔτος. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, λέγων ταῦτα, ὑποτιμᾷ τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου. Εἶμαι βέβαιος, κ. Θεοτόκη, ὅτι καὶ σεῖς, ὅταν θὰ πληροφορηθῆτε πῶς ἐγένοντο τὰ πράγματα, θὰ ἀναθεωρήσητε τὴν γνώμην σας. Τὸ θέμα εἶναι, ἐὰν ἡμεῖς νομίμως συνεδριάσαμεν μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος, κυριολεκτικῶς, ἀπήχθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου. Ὅταν ἐλύθη ἡ συνεδρίασις, ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων βουλευτῶν ἦτο 157. Ποτὲ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Προεδρεῖον νὰ λύῃ τὴν συνεδρίασιν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Σώματος. Εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Διαμαντόπουλος, μὲ τὴν ἀνώμαλον λῆξιν τῆς συνεδριάσεως, μεταμεληθεὶς προφανῶς, κατ’ ἐπανάληψιν ἐπῆγε νὰ καθίσῃ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προεδρείου, ἀλλὰ τὸν παρημπόδισεν ὁ παριστάμενος κ. Πρόεδρος. Καὶ εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Μαυρίδη ποὺ ἀνῆλθεν εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ διηύθυνεν ἐν συνεχείᾳ τὴν συνεδρίασιν. Τὸ πρῶτον θέμα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, κ. βουλευταί, εἶναι τὸ θέμα τῆς σημερινῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ποία εἶναι ἡ σημερινὴ ἡμερησία διάταξις; Εἶναι ἡ πρότασις μομφῆς. Ὅταν προχθὲς συνεχίσθη, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Μαυρίδη ἡ συνεδρίασις, ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις μομφῆς, κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου τοῦ Σώματος. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἀπεφασίσθη, ὅπως ἡ σημερινὴ συνεδρίασις ἔχει ὡς θέμα της τὴν μομφὴν κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, συζητοῦμεν ἀπόψε τὸ θέμα αὐτό. Δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ καταγγείλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τὸ καταπληκτικὸν καὶ πρωτοφανὲς ποὺ ἐγένετο, τὸ τῆς ἀπομακρύνσεως, δηλαδὴ κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Προέδρου τῶν στενογράφων καὶ πρακτικογράφων ἀπὸ τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν πρακτικὰ τῆς ὑπὸ τὸν κ. Μαυρίδην συνεδριάσεως. Καυτηριάζω τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Προέδρου. Δὲν ἠμπορῶ, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, νὰ μὴ ἀναφερθῶ καὶ εἰς τὰ γενόμενα κατὰ τὰς ἀρχαιρεσίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Παιδείας. Ὅταν ὁ κ. Διαμαντόπουλος εἶδεν, ὅτι ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς Ὑμᾶς, ἐξελέγετο Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, τότε ἐπεκαλέσθη διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας, διότι δὲν ἔχει ἀκόμη συμπληρωθῆ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ παρατηρήσεώς μου, ὁ κ. Διαμαντόπουλος, ὅταν τοῦ εἶπον νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐσιώπησε. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, παρώρτυνε τὸν κ. Διαμαντόπουλον νὰ μὴ συνεχίσῃ τὴν συνεδρίασιν. Αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀπαρτία, εἶναι νόμιμοι. Καὶ ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τῆς Ε.Κ. Θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν συνταγματικὴν τάξιν. Κύριοι βουλευταί, τὸ προκῦψαν θέμα συνεζητήθη καὶ ἀπὸ πλευρᾶς διαδικασίας καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἀνεγνωρίσθη ὁμοφώνως ἡ παράβασις τοῦ Προεδρείου. Καὶ ὁ κ. Κανελλόπουλος καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης διεπίστωσαν τὴν παράβασιν. Ἐκ μέρους τῆς Ε.Κ. καὶ ἐκ μέρους τῆς ΕΔΑ ὑπεβλήθη πρότασις δυσπιστίας ἐναντίον τοῦ κ. Παπασπύρου καὶ τοῦ κ. Διαμαντοπούλου, καὶ διαδικαστικῶς καὶ οὐσιαστικῶς ἀντεμετωπίσθη τὸ θέμα. Μᾶς εἶπον οἱ ἀγορηταὶ τῆς ΕΡΕ, ὅτι δὲν ὑπάρχουν διατάξεις νὰ θεμελιώνουν πρότασιν μομφῆς ἐναντίον τοῦ Προέδρου. Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν τὶ εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι βουλευτής. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι Ὑπουργός. Καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐφαρμόζῃ πιστῶς τὰ ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Κανονισμοῦ ὁμιλεῖ διὰ τὴν παράβασιν βουλευτοῦ. Ἡ παράβασις τοῦ Προεδρείου, ὁδηγεῖ εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἔχει ηὐξημένην εὐθύνην ἔναντι τῶν βουλευτῶν. Ὁ συνάδελφος ἐκ Πειραιῶς, κ. Μελᾶς, ἀνέγνωσεν ἀπόσπασμα (Ζέγγελη), τὸ ὁποῖον συνέγραψε τὸ 1906 καὶ λέγει τί εἶχεν ἐφαρμοσθῆ μέχρι τὸ 1906. Εἶναι λυπηρὸν νὰ παλινδρομοῦμεν τὸ 1965. Καὶ λέγει ὁ Ζέγγελης εἰς τὸ σύγγραμμά του, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ ὅταν ὑποβάλλεται πρότασις δυσπιστίας ἐναντίον του, ὑποχρεοῦται νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἕδραν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, εἶχον ὑποβληθῆ προτάσεις δυσπιστίας ἐναντίον Προέδρων, οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν τὸ Κοινοβούλιον. Ὑπεβλήθησαν προτάσεις δυσπιστίας ἐναντίον τῶν ἀειμνήστων Προέδρων Ρακτιβάν, Τσιριμώκου καὶ Βοζίκη. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὁ κ. Ροδόπουλος, ἐγκατέλειψε τὴν ἕδραν ἐπὶ προτάσεως δυσπιστίας. Ὁ συνάδελφος κ. Κ. Ράλλης, μᾶς ἠρίθμησεν ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ ἐλησμόνησε τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐθεσμοθετήθη, διὰ νὰ ἀντιμετωπίζῃ πολιτικὸν πρόβλημα. Καὶ ἡ σημερινὴ πρότασις τῆς Ε.Κ., συμπίπτει εἰς τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§293Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐχρησιμοποιήσατε μίαν ἔκφρασιν, ἀπολύτως ἀντίθετον πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ψῆφος ἐμπιστοσύνης, ὑπάρχει μόνον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ὑπῆρχε καὶ διὰ τὸν Πρόεδρον, θὰ ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ τὸν Κανονισμόν, ἡ ἀνάλογος διάταξις, ὡς καὶ αἱ ἀνάλογοι ἐγγυήσεις τῆς μὴ αἰφνιδιαστικῆς δημιουργίας ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Εἶσθε ὑποχρεωμένος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνειδήσεώς σας, ὡς ἔντιμος ἄνθρωπος, ἔντιμος πολιτικὸς καὶ ἔντιμος νομικός, νὰ ἀναγνωρίσετε, ὅτι ἔχω δίκαιον.
§294Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. καθηγητά, διότι μὲ συγκινεῖ ὁ τίτλος, διότι ὑπήρξατε καθηγητής μου, ἀξ. κ. Ἀρχηγὲ τῆς Ε.Ρ.Ε., νὰ σᾶς ἐρωτήσω καὶ ἐὰν θὰ θελήσετε νὰ μοῦ κάμετε τὴν τιμὴν νὰ μοῦ δώσετε ἀπάντησιν, ἐπὶ ἑνὸς ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς θέσω. Ἐάν, κ. Κανελλόπουλε, σεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε γνωστός, ὡς ἐπιστήμων, καὶ ὡς ἄνθρωπος καὶ ὡς βουλευτής, κατείχατε τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καὶ μία πρότασις, οἵα κατετέθη σήμερον, κατετίθετο, θὰ ἐξακολουθούσατε νὰ κατέχετε τὴν ἕδραν;
§295Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον, λυποῦμαι, διότι μοῦ θέτετε τοιοῦτον ἐρώτημα. Μοῦ θέτετε ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ θέσετε ποτέ. Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ θέτετε εἰς οἱονδήποτε συνάδελφον — καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ θεωρήσετε ἁπλοῦν συνάδελφον καὶ οὐχὶ Ἀρχηγὸν Κόμματος, καὶ δὴ ἑνὸς τῶν δύο μεγαλυτέρων — δὲν ἐπιτρέπεται ποτὲ νὰ θέτετε ἐρωτήματα καὶ μάλιστα ὑπ’ αὐτὴν τὴν μορφήν, συνδεόμενα μὲ τὸ τί θὰ ἔπραττον, μίαν ὡρισμένην στιγμὴν, δηλαδή, συνδεόμενα μὲ θέματα καὶ προβλήματα συνειδήσεως. Ἐὰν οἱοσδήποτε ἄλλος ἔθετεν εἰς τὸν Ἀρχηγόν σας τοιοῦτον ἐρώτημα, θὰ ἐβλέπατε τί ἀπάντησιν θὰ ἔδιδε, δὲν θὰ ἔδιδε κἂν ἀπάντησιν. Ἐγώ, ὅμως, θὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν, ἡ ὁποία βασίζεται, ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸ δύο ὡρῶν. Εἶπον, ὅτι ὁ κ. Διαμαντόπουλος ἦτο εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀσκοῦντος τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου. Προήδρευεν ὁ κ. Διαμαντόπουλος. Ἐκεῖνος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, μὴ χρησιμοποιήσας τὴν λέξιν «συναινεῖτε». Δηλαδή, παρέλειψε κάτι, τὸ ὁποῖον παραλείπουν οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἕδραν ἐκείνην, πλὴν τῶν περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας διακόπτεται ἡ συζήτησις. Διατί, λοιπόν, πρέπει νὰ κατέλθῃ ὁ κ. Παπασπύρου; Δικαιοῦται νὰ κατέλθῃ εὐχεραίνων τὴν θέσιν τῶν κατηγόρων του; Οὔτε ἐγὼ θὰ κατηρχόμην. Διότι, δὲν λύεται ἡ συνεδρίασις ἀκόμη καὶ ἡ διατύπωσις τῆς προτάσεως μομφῆς περιέχει τὴν λογικὴν αὐτὴν ἀντίφασιν, δὲν λύεται ἀπὸ δύο ἡ συνεδρίασις. Δὲν ὑπῆρχον ἐπὶ τῆς ἕδρας δύο. Ἐὰν ὑπῆρχε κάποιος πλησίον του, ἰδιώτης, παρασκηνιακῶς, εἶναι συνυπεύθυνος; Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ πραγματικὸν γεγονός, συνδεόμενον μὲ τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπομένως, νὰ διατυπώνεται μομφὴ ἢ διαμαρτυρία, ἀναφερομένη εἰς ὑποθέσεις, ἔστω καὶ ὀρθάς, αἱ ὁποῖαι, ὅμως, δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὰ δημοσίᾳ, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συμβάντα. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἀνέμενα νὰ μοῦ θέσετε τοιοῦτον ἐρώτημα.
§296Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Παραδέχομαι ὡς ἀτυχὲς τὸ ἐρώτημα ἀπὸ μίαν ἄποψιν. Διότι γνωρίζω, ὅτι ἐὰν κατεψηφίζετο μία πρότασις ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας, σεῖς θὰ ἐγκατελείπατε τὴν ἕδραν. Λυποῦμαι ὅμως, διότι ἀπουσιάζατε κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, ἰδίοις ὄμμασιν πῶς ἐξειλίχθησαν τὰ γεγονότα. Ὅτι ἐδῶ πρόκειται νὰ τηρηθῇ ὁ ἄγραφος κοινοβουλευτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι παραδεδεγμένος ἀπὸ ὅλους τοὺς συνταγματολόγους. Εἶναι ἀκόμη καὶ ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Θανόπουλος, διότι τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξε, ἀναφερόμενον μάλιστα οὐχὶ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο ὑπὲρ τῶν ἀπόψεών του.
§297Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τὸ ἰδικόν σας ἐρώτημα. Σεῖς δὲν ἀπηντήσατε εἰς τὸ ἰδικόν μου. Ὅ,τι θεωρεῖτε σεῖς, βάσει τῆς συνειδήσεώς σας καὶ ἐχαρακτήρισα τὴν συνείδησίν σας καὶ ὡς ἀνθρώπου καὶ ὡς βουλευτοῦ καὶ ὡς νομικοῦ, βάσει τῆς συνειδήσεώς σας, θεωρεῖτε ὀρθὸν καὶ ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ψηφοφορία διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐν περιπτώσει διαμαρτυρίας ἢ μομφῆς, νὰ γίνῃ αἰφνιδιαστικῶς. Εἴπομεν ἀπόψε καὶ συνωμολογήσαμεν μὲ τὸν κ. Μπακόπουλον, τὸ ἔχω εἴπει καὶ ἄλλοτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν μία πρότασις, ἂν λήξῃ μία συζήτησις ἀμέσως, νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν καὶ τίθεται ἀπόψε ὑπὸ συζήτησιν. Ἂν ἡ πρότασις αὐτὴ ἐπετρέπετο νὰ φθάσῃ μέχρι ψηφοφορίας, αὐτὴ ἡ αἰφνιδιαστικῶς ἐμφανιζομένη πρότασις θὰ ἐπετρέπετο νὰ γίνῃ.
§298ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀπὸ προχθές.
§299Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀπὸ προχθές, ἂν ἦτο. Ἀλλ’ εἴπομεν, ὅτι θὰ ἠμποροῦσε καὶ ἀπόψε νὰ γίνῃ καὶ νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Θεωρεῖτε ὅτι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρέπει αἰφνιδιαστικῶς νὰ ἐγένετο καὶ ἡ ψηφοφορία. Τὸ θεωρεῖτε αὐτό, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἠθικὰς ἀρχὰς τῆς Δημοκρατίας; Αἱ ἠθικαὶ ἀρχαὶ τῆς Δημοκρατίας ἔχουν χαραχθῆ ρητῶς εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον, προκειμένου περὶ ἐμπιστοσύνης, προβλέπει 2 24ωρα καὶ 5θήμερον, ἔπειτα, συζήτησιν, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ γίνωνται οἱ αἰφνιδιασμοί. Ἐὰν λοιπόν, ἐπετρέπετο νὰ γίνῃ πρότασις μομφῆς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως δυσπιστίας ἐχούσης ὡς ἔκβασιν ψηφοφορίαν καὶ διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς θὰ εἶχε τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις. Ἄρα δὲν ἐπιτρέπεται, δὲν προβλέπεται, ἢ ἂν ἐγένετο, ἔστω καὶ χωρὶς νὰ προβλέπεται θὰ ἔπρεπε νὰ τηρηθοῦν αἱ ἠθικαὶ αὐταὶ καὶ ἀναμφισβήτητοι ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τεθῆ διὰ τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ΕΡΕ).
§300Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐξαιρετικὴ τιμή μου ὁ διάλογος μαζί σας. Εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου ὅτι ἡ πρότασις περὶ μομφῆς τοῦ Προέδρου καὶ Αʹ Ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο αἰφνιδιαστική. Ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς σήμερον εἶναι ἡ καθορισθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν προηγουμένην αὐτῆς συνεδρίασιν καὶ ἡ Βουλὴ ὥρισεν ὡς θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως μομφῆς. Θὰ ἦτο δυνατὸν μάλιστα νὰ ὁρισθῇ συνεδρίασις διὰ χθὲς καὶ θὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσητε ὅτι ἀπετέλεσε μεγαλοψυχίαν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία συνέχισε τὴν συνεδρίασιν καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Προέδρου καὶ Αʹ Ἀντιπροέδρου ὅτι ἀνέβαλε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐπὶ 48 ὥρας, τοῦτο δέ, διὰ νὰ ἐξηγοῦμαι, ὄχι διότι ἔχουν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου αἱ διατάξεις περὶ δυσπιστίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι παρὰ εἷς ἁπλοῦς βουλευτὴς καὶ οὐδέποτε μέλος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ παράβασις δὲ τοῦ Κανονισμοῦ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ, ἀποτελεῖ, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ παρομοίωσις, αὐτόφωρον ἀδίκημα, τοῦ ὁποίου ἐπιλαμβάνεται ἡ Βουλὴ πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 46 τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ νὰ τελειώνω λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀδίκως ταλαιπωρεῖτε τὴν Βουλήν. Εἴτε τὸ θέλετε εἴτε δὲν τὸ θέλετε ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιταγὴ τοῦ Συντάγματος, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιταγὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§301Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ θέσιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι ἡ ψηφοφορία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ μὲ τὸν Κανονισμόν. Σεῖς εὑρίσκεσθε ἐνδεχομένως εἰς δύσκολον θέσιν νὰ τὸ εἴπητε. Ἀλλὰ πρέπει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, θὰ γίνῃ ἢ δὲν θὰ γίνῃ; Διότι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Ἀλαβάνος καὶ τὸ ὁποῖον εὑρίσκει φαίνεται, σύμφωνον τὴν Ε.Κ., δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι σύμφωνος ἡ Ε.Δ.Α., διότι δὲν ἤκουσα ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ἠλιοῦ, αὐτὸ ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶπεν εἷς τῶν κ.κ. συναδέλφων τὴν στιγμὴν ποὺ ἤρχισα νὰ ὁμιλῶ, ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι κυρίαρχον. Ἐνεθυμήθην, αἰφνιδιαστικῶς, ὅτι εἶναι κυρίαρχον. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. ὁμιλεῖ περὶ βουλευτοκρατίας.
§302ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλο τὸ ἕνα, ἄλλο τὸ ἄλλο.
§303Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἄλλο τὸ ἕνα καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Ἢ θὰ εἴμεθα συνεπεῖς εἰς ὅλα ἢ δὲν θὰ εἴμεθα. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι κυρίαρχον Σῶμα, παρὰ μόνον καθ’ ὃ μέτρον κινεῖται καὶ λειτουργεῖ ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ Συντάγματος λειτουργούσης, ψηφίζει Κυβερνήσεις, ψηφίζει Πρόεδρον Βουλῆς καὶ δὲν εἶναι βουλευτοκρατία, ὅταν μετακινούμενοι οἱ οἱοιδήποτε βουλευταὶ δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἀπὸ τῆς μιᾶς παρατάξεως εἰς τὴν ἄλλην προβαίνουν εἰς τὴν στήριξιν μιᾶς Κυβερνήσεως, ἐνῷ θὰ ἀπετέλει βουλευτοκρατίαν, ἐὰν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ἰδικήν σας ἦτο κυρίαρχον Σῶμα, δυνάμενον νὰ παραβιάζῃ καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν. Λοιπόν, θὰ παρεκάλουν νὰ σκέπτωνται ὅλοι τὸ τὶ λέγουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, διότι κυρίαρχον Σῶμα, εἶναι ὅταν μᾶς συμφέρῃ, κυρίαρχον μάλιστα Σῶμα εἰς περιπτώσεις ποὺ παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμός. Καὶ πρέπει νὰ γίνῃ, διότι τὸ θέλει ἡ Ε.Κ., χωρὶς νὰ ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι κυρίαρχον Σῶμα, ὅταν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς στηρίζῃ μίαν Κυβέρνησιν, τότε ἡ Κυβέρνησις εἶναι ψευδοκυβέρνησις. Αὐτὴ εἶναι ἡ νοοτροπία τῶν ἀκραιφνῶν, μερικῶν ἀκραιφνῶν μελῶν τῆς Ε.Κ. Τῶν ἀκραιφνῶν δημοκρατικῶν μελῶν τῆς Ε.Κ. (Χειροκροτήματα).
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§305Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἀσφαλῶς θὰ λάβῃ θέσιν, ἀλλὰ περιμένει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ συνάδελφος κ. Στεφανάκης καὶ μετὰ ἡ Κυβέρνησις θὰ εἴπῃ τὴν γνώμην της.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, κ. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§307Η. ΗΛΙΟΥ. Δύο ζητήματα ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ καὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἤκουσε τὴν γνώμην μας. Λυποῦμαι, διότι ἐπὶ τοῦ ἑνὸς τοὐλάχιστον τὴν εἶχα διατυπώσει, ἀλλὰ ἀπουσίαζεν. Ὀφείλω νὰ τὴν ἐπαναλάβω δι’ ἐλαχίστων. Ἐτέθη ἐνώπιον τοῦ Σώματος μία πρότασις πρὸς συζήτησιν. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχουν ἑκατέρωθεν ἀπόψεις ποῖος θὰ λύσῃ τὸ θέμα, ποῖος ἄλλος παρὰ ἡ πλειοψηφία τοῦ Κόμματος. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη διαδικασία. Καὶ τὸν Κανονισμὸν ἑρμηνεύει καὶ τὸ Σύνταγμα ἑρμηνεύει. Λέγει, ὅτι πᾶσα ἄλλη πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ τὶ σημαίνει, ὅτι ἡ Βουλή, ὅπως ἀσκῇ τὸ νομοθετικόν της ἔργον, ὅπως ἀσκῇ τὸν κοινοβουλευτικόν της ἔλεγχον, προβλέπει καὶ ἐπὶ ἄλλης περιπτώσεως δυναμένης νὰ ἀχθῇ ἐνώπιόν της. Καὶ εἶπον, ὅτι πᾶσα πρότασις ποὺ δὲν ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ οὔτε τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου εἴτε τοῦ ἔργου τοῦ ἐλέγχου, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀχθῇ ἐνώπιόν της καὶ νὰ ἀποφασίσῃ διότι ἡ Βουλὴ εἶναι Σῶμα ἀποφασίζον, διότι ὅταν νομοθετῇ ἀποφασίζει, ὅταν στηρίζῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀποφασίζει καὶ ὄχι ἀκαδημαϊκὴν συζήτησιν ἄνευ ἀποκρυσταλλωμένου πρακτικοῦ, ἄνευ δημιουργίας νομικῶν καταστάσεων. Ἑπομένως, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, ποῖος ἄλλος εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ τὴν ἀμφισβήτησιν, παρὰ τὸ Σῶμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μας ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐρωτήματος. Τὸ δεύτερον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, εἶναι ἐὰν πρέπει νὰ γίνῃ ἀμέσως καὶ ὡς εἶπεν, αἰφνιδιαστικῶς ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἐκ τῆς θέσεως τῆς ἐρωτήσεως αὐτῆς, θέλω νὰ συναγάγω καὶ νομίζω, ὅτι ἀβίαστα συνάγεται, ὅτι τὸ πρῶτο ἐρώτημα παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ φίλου συναδέλφου κ. Θανοπούλου, ἔχει δώσει μέσα εἰς τὴν συνείδησίν του καταφατικὴν ἀπάντησιν, ὅπως εἶχε δώσει καταφατικὴν ἀπάντησιν καὶ κατὰ τὰς συνεδριάσεις τὰς ἐφετεινὰς καὶ κατὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ 1960, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Κ. εἰσηγούμενος τὸ θέμα τῆς προτάσεως μομφῆς κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης συνεδριάσεως. Ἑπομένως, ἔληξε τὸ θέμα, ὅτι πρέπει διὰ ψηφοφορίας νὰ λυθῇ, ἀλλὰ θέτει ἓν ἐπικουρικὸν θέμα, ἐὰν θὰ πρέπει κατ’ ἀναλογίαν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται ἐπὶ προτάσεως ἐμπιστοσύνης ἢ μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ γνώμη μας εἶναι ἀρνητικὴ διὰ τοὺς ἀκολούθους λόγους. Βεβαίως, πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐνδεχομένως νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἐκκρεμοῦσα πρότασις ἀπονομῆς μομφῆς εἰς τὰ μέλη τοῦ Προεδρείου. Βεβαίως εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον πλήττει ὡρισμένα πρόσωπα διὰ μιᾶς κυρώσεως ἐχούσης νομικὰς συνεπείας.
§308Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ποίας;
§309Η. ΗΛΙΟΥ. Τὰς εἶπον πρίν, ἀλλὰ θὰ τὰς ἐπαναλάβω: Πρῶτον, ἡ ἐπιβολὴ μομφῆς ἀποτελεῖ μίαν νέαν νομικὴν κατάστασιν βαρύνουσαν τὸ πρόσωπον ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἡ μομφὴ ἀπευθύνεται, ὅταν μάλιστα προέρχεται ἀπὸ ὄργανα τῆς Πολιτείας καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸ ἀνώτατον νομοθετικὸν ὄργανον τῆς Πολιτείας. Δεύτερον, κατὰ τὴν παγίαν ἑρμηνείαν τῶν συνταγματολόγων ἡ περὶ μομφῆς ἀπόφασις ἐπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ὑποβολῆς παραιτήσεως τῶν μελῶν τοῦ Προεδρείου εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἀπηυθύνθη ἡ μομφὴ καὶ θὰ ἦτο κἄτι τι ἔξω πάσης ἀντιλήψεως, ὅτι θὰ ὑπῆρχον τόσον ἀναίσθητοι ἄνθρωποι, τόσον ἀναίσθητοι συνάδελφοι, ὥστε ἔχοντες τὴν μομφὴν τοῦ Σώματος διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων των, θὰ ἐπέμενον παρὰ τοῦτο εἰς τὴν ἄσκησιν αὐτῶν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως ὅλων αὐτῶν τῶν συνεπειῶν, βεβαίως, ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ κἄτι τι τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μομφήν. Ἀλλὰ ἐπὶ πασῶν τῶν ἄλλων περιπτώσεων, ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως Κυβερνήσεως, διότι εἶναι εὔλογον νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ νὰ μὴ προέρχεται ἐκ συμπτωματικῆς αἰτίας κυβερνητικὴ κρίσις, ἀποφασίζει ἡ Βουλή, εἴτε ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ ἀφοροῦν καὶ νὰ πλήττουν δεινότερα ἀπὸ μίαν μομφὴν τὸν Πρόεδρον ἢ τὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ περὶ νόμων ἀφορώντων εἰς 8.500 ἑκατ. Ἑλλήνων ἢ καὶ προσωπικῶν ζητημάτων περὶ ἄρσεως ἀσυλίας, περὶ παραπομπῆς εἰς ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν κλπ., κατὰ ποῖον τρόπον. Ἀποφασίζει κατὰ τὸν συνήθη τρόπον, ὅστις εἶναι ὁ διαγραφόμενος ἀπὸ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰ περὶ ἀπαρτίας καὶ πλειοψηφίας ἀπαιτουμένης διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως. Λέγει τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, συζητεῖ μόνον μὲ τὴν παρουσίαν τοὐλάχιστον τοῦ ⅓, 100 βουλευτῶν. Ἀποφασίζει δὲ μὲ τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῶν παρόντων ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ πλειοψηφία αὐτὴ δὲν θὰ εἶναι κάτω τοῦ ¼, δηλαδὴ τῶν 75 βουλευτῶν. Θὰ ἦτο ἀδύνατον διὰ πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενα, εἴτε περὶ νόμων πρόκειται εἴτε περὶ προσωπικῶν ἀποφάσεων, ὡς ἀνέφερον, περὶ ἄρσεως ἀσυλίας ἢ παραπομπῆς εἰς ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν, Ὑπουργῶν ἢ πρώην Ὑπουργῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι βαρύτερα ἀπὸ μίαν ἁπλῆν μομφήν, ἐν τούτοις ἔτσι λαμβάνονται αἱ ἀποφάσεις τοῦ Σώματος, διότι δὲν εἶναι νοητὸν τὰ πολυπρόσωπα Σώματα, τὰ συλλογικὰ ὄργανα τῶν 300 μελῶν νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀπαρτίαν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ συνόλου τῶν μελῶν αὐτῶν. Αὐτὸς εἶναι μοναδικὸς τρόπος. Ἡ ἐξαίρεσις προκειμένου μόνον περὶ κυβερνητικῶν ζητημάτων ἢ μομφῆς ἀκριβῶς δεικνύει ὅτι ὅπου ἠθέλησεν ὁ Κανονισμὸς νὰ παρεισαγάγῃ διάφορον τρόπον ἀπαρτίας πλειοψηφίας τὸ καθώρισε ρητῶς καὶ δὲν καθώρισε τοιοῦτον τι προκειμένου νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ πρότασιν μομφῆς ἐναντίον τοῦ Προεδρείου. Δι’ αὐτὸ ἡ γνώμη μας εἶναι ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συνήθους δικαίου καὶ τὸ σύνηθες δίκαιον εἶναι τὸ δίκαιον τὸ προσδιοριζόμενον ἀπὸ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, ἔχει τὸν λόγον.
§311Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαφωνῶ πλήρως πρὸς τὰς δοξασίας, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ἠλιοῦ. Ἤρχισε τὴν ὁμιλίαν του μὲ μίαν πάρα πολὺ περίεργον θεωρίαν, θεωρία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βασίζονται ἐπὶ διαταγμάτων καὶ νόμων, ἤρχισε τὴν ἀνάπτυξίν των μὲ τὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς πλειοψηφίας της νὰ ἀποφαίνεται ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος καὶ οὐχὶ μόνον ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁρίζουν τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι. Δὲν γνωρίζω πόθεν ἤντλησε τὴν ἀντίληψίν του αὐτήν. Ἐὰν ἦτο ἀκριβὴς ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Ἠλιοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος, τότε θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ ἀποφασίζωμεν διὰ τῆς πλειοψηφίας ὁτιδήποτε, νὰ ἀποφασίζωμεν φερ’ εἰπεῖν τὴν χειροτονίαν Ἀρχιερέων, νὰ ἀποφασίζωμεν φερ’ εἰπεῖν τὴν ἐκτέλεσιν ὡρισμένων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπέρασαν κἂν ἀπὸ δίκην, νὰ τοὺς καταδικάζωμεν καὶ νὰ τοὺς ἐκτελοῦμεν. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν, ὅπως πολὺ ὀρθῶς λέγει ὁ κ. Θανόπουλος αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ εἰς τὴν τιμωρίαν βουλευτῶν, πέραν τῶν ὅσων ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνατρέψωμεν οἱονδήποτε θεσμὸν καὶ οἱανδήποτε ἀρχήν. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ἡλιοῦ, τὰ εἶπε — διότι γνωρίζει ἄριστα νομικὰ καὶ εἶναι εὐφυέστατος — διὰ νὰ εὕρῃ διέξοδον. Διότι, θὰ ἀνεζήτησεν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ περιπέτεια, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποβληθῆ ἡ Βουλὴ σήμερον ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν κυρίων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰ δύο κόμματα, τῆς Ε.Κ. καὶ τῆς ΕΔΑ. Καὶ δὲν ἀνεῦρε βάσιν. Καὶ μὴ εὑρὼν βάσιν καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, ἀνεζήτησε βάσιν εἰς αὐτὴν τὴν διακοπήν, ἡ ὁποία δὲν ἠκούσθη καὶ δὲν θὰ ἔχει γραφῆ εἰς τὰ πρακτικά, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔκαμε συνάδελφος, τὸν ὁποῖον δὲν εἶδον, ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι κυρίαρχον. Ἐὰν ἐλέγαμεν, ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι κυρίαρχον, τότε καταργοῦμεν τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἐλέγομεν, ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι κυρίαρχον, τότε καταργοῦμεν καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Κύριε Πρόεδρε, ποῦ πᾶμε μὲ τὴν ἀντίληψιν αὐτήν; Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς ὅλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν στοιχειώδη ἀντίληψιν τῶν νομικῶν πραγμάτων τῶν συνδεομένων μὲ τὴν λειτουργίαν τῆς δημοκρατίας, ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς ὅλους, οἱ ὁποῖοι πονοῦν τὴν δημοκρατίαν νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ ἀσυδοσία εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς δημοκρατίας, εἴτε ἐντός, εἴτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Διότι, τὸ μεγάλον κακὸν ἀπὸ τὸ ὁποῖον πάσχομεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι, ὅτι βάλλεται ἡ δημοκρατία χρησιμοποιουμένης τῆς λέξεως «Δημοκρατία» διὰ τῆς ἐννοίας τῆς ἀσυδοσίας. Ἡ δημοκρατία εἶναι ὠργανωμένον πολίτευμα. Ἡ δημοκρατία προβλέπεται βάσει τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων πῶς κινεῖται καὶ πῶς λειτουργεῖ. Δικαίωμα βεβαίως τοῦ λαοῦ εἶναι νὰ ἀποφασίσῃ διὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀλλαγὴν οἱουδήποτε νόμου καὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δικαίωμα ἐπίσης τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ Σύνταγμα εἶναι νὰ προχωρήσῃ κατὰ φάσεις εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ θεσπίσῃ ἐὰν θὰ ἐθεωροῦντο συμβιβαστὰ πρὸς τὰς βασικὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος, πρὸς τὰ θεμελιώδη ἄρθρα τοῦ πολιτεύματος τὰ μὴ μετακινήσιμα ἐὰν θὰ ἐθεωροῦντο συμβιβαστὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ἡλιοῦ. Κύριε Πρόεδρε, φοβοῦμαι, ὅτι τὰ δύο κόμματα, ἡ Ε.Κ. καὶ ἡ ΕΔΑ ἐπωφελούμενα μιᾶς στιγμιαίας, παροδικῆς κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἀπουσίας ὡρισμένων βουλευτῶν τῆς μειοψηφίας —καὶ πλειοψηφία λέγεται εἴτε εἶναι δύο ἢ παραπάνω ἀπὸ τοὺς 150 εἴτε εἶναι ἕνας— ἐπωφελούμενα τὰ δύο κόμματα τῆς ἀπουσίας αὐτῶν προσπαθοῦν νὰ δημιουργήσουν ζήτημα. Οὐδέποτε ἐφανταζόμην ὅτι τοιοῦτόν τι θὰ ἐγίνετο εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Δὲν ἔχει γίνει καθ’ ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι νέα ἤθη, εἶναι νέαι ἀρχαὶ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἤθη ἀνάρμοστα ἀπὸ ἀπόψεως Δημοκρατικῆς τάξεως καὶ εἶναι ἀρχαὶ ἀντίθετοι πρὸς τὴν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα).
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἡλιοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§313Η. ΗΛΙΟΥ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, νομίζω, ὅτι ἠθέλησε νὰ καταφύγῃ εἰς ἕνα τέχνασμα τὸ ὁποῖον εἶναι κατώτερον τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ἔχει μέσα εἰς τὸ Σῶμα καὶ μέσα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐκτίμησιν, νὰ μοῦ ἀποδώσῃ πράγματα ὡς νὰ ἰσχυρίσθην, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ ἔργον Δικαστηρίου ἢ ἔργον Ἱερᾶς Συνόδου χειροτονίας Ἀρχιεπισκόπων. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὑπαρχούσης ἀμφισβητήσεως περὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ τελικά. Αὐτὸ δὲν τὸ λέγω διότι τὸ ἐπενόησα, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, ἀλλὰ διότι τὸ λέγει τὸ ἄρθρον 46 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: «.....(ἀναγινώσκει)...» Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατόν, διότι τυχὸν ἔτσι τὸ θέλω ἢ ἔτσι τὸ πιστεύω —ἔτσι τὸ πιστεύω καλοπίστως— νὰ ἐπιβάλω ἐγὼ τὴν γνώμην μου, εἴτε ὁ κ. Πρόερος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, εἴτε ὁ κ. Θανόπουλος, διότι ἐφώναζε σὰν νὰ ἐπρόκειτο ἡ λύσις νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς προσωπικῆς του ἀποφάσεως. Ἀλλὰ ὡς πάντοτε συμβαίνει προκειμένου περὶ συλλογικοῦ ὀργάνου ἐπιβάλλεται ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ συλλογικοῦ ὀργάνου. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου λύονται ἀμφισβητήσεις περὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι πάγιον τοῦτο καὶ ἀναφέρεται εἰς ρητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα, ὥστε διατὶ νὰ μοῦ ἀποδίδῃ ἔτσι κατὰ κάποιον τρόπον ἀλλοιώνων τὴν ἔννοιαν τῶν ὅσων εἶπον, νὰ μοῦ ἀποδίδῃ ὅτι προτείνω νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίζῃ χειροτονίας ἢ θανατικὰς καταδίκας. Δὲν συνέβη τοιοῦτον πρᾶγμα. Ἀλλὰ εἶπον κἄτι τι, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἶναι αὐτονόητον καὶ διὰ τὴν παράταξιν αὐτὴν καὶ ἐκείνην καὶ δι’ οἱονδήποτε βουλευτήν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι περὶ λήψεως ἀποφάσεως ἑνὸς συλλογικοῦ Σώματος.
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§315Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγα τινά, κ. Πρόεδρε, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ ἀπὸ μίαν λέξιν τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω ποῖος ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν εἶπεν, ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι κυρίαρχον διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς κυριαρχίας τοῦ Σώματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαχθῇ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ὅσων εἰδικώτερον ἐμνημόνευσε περὶ χειροτονίας ἀρχιερέων, περὶ χειροτονίας ἐπισκόπων, περὶ θανατικῆς ἐκτελέσεως, περὶ αὐξήσεως τῶν ποινῶν καὶ ὅ,τι ἄλλο. Οὐδεὶς εἶπε τοιοῦτόν τι. Θὰ ἦτο παράφρων ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπεστήριζε τοιοῦτόν τι καὶ μάλιστα ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἕνας θεσμὸς περιλαμβανόμενος εἰς τὴν ὅλην ὀργάνωσιν τῆς πολιτείας, λειτουργῶν, ζῶν καὶ ἀποφασίζων σύμφωνα μὲ τὸν καταστατικὸν χάρτην τῆς πολιτείας, τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν ἐκ τῆς λέξεως τὴν ὁποίαν εἶπεν ἕνας συνάδελφος, ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι κυρίαρχον, ἐπρόκειτο, ἦτο ὀρθόν, νὰ συναγάγωμεν τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε., θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀντείπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγεται συνήθως: «Εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, οὐκ ἔστι Θεός». Καὶ τὸν ἐκατηγόρησαν, ἀκούσατε τί εἶπον, οὐκ ἔστι Θεός. Ἀλλὰ δὲν εἶπεν οὐκ ἔστι Θεός, ὁ ἄφρων εἶπεν, οὐκ ἔστι Θεὸς καὶ τὸ ἐμνημόνευσεν ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου. Δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν ἐχέφρων ἄνθρωπος νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀντέκρουσεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ παρανοήσεως. Βεβαίως ἔχει τὰ κυριαρχικά του δικαιώματα τὸ Σῶμα ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, ἀντελήφθην ὅτι κυρίως οἱ ἀγορηταὶ τῆς ἀντιθέτου πρὸς ἡμᾶς πλευρᾶς ὑπεστήριξαν ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις κακῶς ἐγένετο ἐπὶ τῆς προτάσεως μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου, ἐνῷ πρόκειται περὶ μιᾶς παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ συζητοῦμεν τὸ θέμα τῆς παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔτσι ἀντελήφθην ὅτι ἦτο ἡ κυρία θέσις, ἡ κυρία βάσις τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἀξιοτίμων κ.κ. συναδέλφων, τῆς ἀντιθέτου πρὸς ἡμᾶς παρατάξεως.
§316Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦ κ. Ἠλιοῦ, ἀπόψε.
§317Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχῃ, τότε ὅλοι οἱ μύδροι, οἱ καθ’ ἡμῶν ἐκτοξευθέντες, ὅτι τάχα ἐξαπίνης προσπαθοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν μίαν ψῆφον δυσμενῆ διὰ τὸ Προεδρεῖον, ἀδιάφορον μὲ ποίας ἐπιπτώσεις, οἱ μύδροι αὐτοὶ δὲν εὐσταθοῦν, διότι τὸ ἄρθρον 46 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζει ρητῶς, ὅτι ὅταν πρόκειται περὶ παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ θιγῇ τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, τὸ θέμα τοῦτο ἀποφασίζεται ὑπὲρ πᾶν ἄλλο, κατὰ προτίμησιν παντὸς ἄλλου, πᾶσα ἄλλη συζήτησις διακόπτεται καὶ ἀποφασίζεται τὸ θέμα αὐτό. Ἰδού, λοιπόν, ἡ ἀπάντησις. Θέλετε καὶ ἐκεῖ νὰ τὸ πᾶμε; Τὸ πᾶμε καὶ ἐκεῖ καὶ ζητοῦμεν ἀκριβῶς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 46 τοῦ Συντάγματος. Ὑπάρχει παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἡ οὐσία ἄλλωστε τῆς προτάσεως δυσπιστίας τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου, εἰς αὐτὸ συνίσταται εἰς τὸ ὅτι παρεβίασαν τὸν Κανονισμόν, παρενόμησαν καὶ εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὴν παράβασιν καὶ πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ μία κύρωσις. Ποία κύρωσις; Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία ἀποδέχεται, ἂν ἀποδεχθῇ, ὅτι ὄντως ὑπῆρξεν ἡ παράβασις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος. Παρανομία. Καὶ ἐκεῖ λοιπὸν θέλετε; Καὶ ἐκεῖ. Ὑπάρχει ἡ αἰτίασις τῆς παραβάσεως τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 46 ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην συζήτησιν, ἐὰν ὑπάρχῃ αἰτίασις ὅταν παραβιάζονται διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται πρῶτον ἐπὶ τῶν παρεμπιπτόντων αὐτῶν ζητημάτων καὶ ἔπειτα ἐπὶ τῶν ἄλλων.
§318Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ὁ κ. Διαμαντόπουλος ἀνεγνώρισε τυπικὴν παράβασιν. Περὶ τίνος ἡ συζήτησις;
§319Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. (Ὄρθιος ἀπὸ τῆς θέσεώς του ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος. Φωναὶ ἐκ τῆς Ε.Κ., κάτω, κάτω!!).
§320Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, παρ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, ἡ ὁποία μὲ διέπει κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν ἀξίαν τῆς διακοπῆς. Μοῦ λέγουν: Ὁ κ. Διαμαντόπουλος ἀνεγνώρισε τὴν παράβασιν. Αὐτὸ λέγομεν, ὅτι ὑπάρχει παράβασις καὶ ζητοῦμεν τὴν κύρωσιν.
§321Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε; Ἂν τὸ πᾶτε ἐκεῖ, ὅπως τὸ πῆγε ὁ κ. Ἠλιοῦ, εἰς τὸ θέμα τῆς παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ......
§322Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ πηγαίνω ἐκεῖ. Εἶπον, ἂν θέλετε τὸ πηγαίνω.
§323Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἂν τὸ πᾶτε ἐκεῖ τότε εἶναι ἁπλούστατα ἓν θέμα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λύονται συνήθως μὲ τὴν ἀναγνώρισιν ἐκ μέρους αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν παράβασιν, τῆς γενομένης εἴτε οὐσιαστικῆς, εἴτε τυπικῆς παραβάσεως. Κατ’ ἐμὲ ἦτο τυπικὴ ἡ παράβασις. Ὁ κ. Διαμαντόπουλος ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ εἶπεν ὅτι ἔκαμα αὐτὴν τὴν παράβασιν. Καὶ λήγουν τότε τὰ θέματα, δὲν ὑπάρχει θέμα μομφῆς. Ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ μοῦ ἀποδείξετε ὅτι τὸ Σύν)γμα καὶ οἱ νόμοι προβλέπουν τοιοῦτόν τι. Ἐὰν μοῦ τὸ ἀποδείξητε θὰ καταθέσω τὰ ἠθικά, τὰ πνευματικὰ καὶ τὰ νομικὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησα, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἀφ’ ἑαυτῶν ἀσθενῆ θὰ τὰ καταστήσω μηδαμινὰ καὶ θὰ τὰ καταθέσω εἰς τοὺς πόδας σας. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἀνεύρητε τίποτα. Μοῦ εἴπατε πρίν, ὅτι οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον. Βεβαίως οὐδεὶς τὸ ἰσχυρίσθη, ἀλλὰ βεβαίως ἰσχυρίσθην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ κάτι, τὸ ὁποῖον δὲν προβλέπει τὸ Σύνταγμα. Ἄρα, βάσει τῆς στοιχειώδους μαθηματικῆς λογικῆς, πρέπει νὰ καταλήξητε καὶ εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα, νὰ δώσητε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἠμπορεῖ καὶ νὰ ψηφίζῃ ἀπόψε ἂν θὰ σταθῇ ὁ Πρόεδρος ἐκεῖ ἢ ὄχι, τότε ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ καὶ χειροτονίαν Ἀρχιεπισκόπου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ΕΡΕ).
§324Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάλιν τὰ ἴδια; Συνεννόησις μηδέν. Ἐάν, κ. Πρόεδρε, προηγουμένως εἶπον «θέλετε νὰ τὸ πᾶμε καὶ ἐκεῖ, ὑπάρχει παράβασις τοῦ ἄρθρου 46 τοῦ Κανονισμοῦ», δὲν τὸ εἶπον διότι δέχομαι, ὅτι ἐκεῖ στηρίζεσθε, ἀλλὰ διότι καταπίπτει τὸ ἐπιχείρημά σας, ὅτι ἐξαπίνης γίνεται ἡ συζήτησις. Καὶ δὲν ἐτελείωσα...
§325Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τότε καταπίπτει, διότι τότε δὲν χρειάζεται οὕτως ἢ ἄλλως ψηφοφορία. Ὅταν ὑπάρχῃ θέμα παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ, βάσει τοῦ ἄρθρου ποὺ ἐμνημονεύσατε, ὑπάρχει θέμα ψηφοφορίας;
§326Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ σᾶς.
§327Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γίνεται ἡ ὁμολογία τῆς παραβάσεως ἐκ μέρους ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὴν διέπραξε. Τότε δὲν ὑπάρχει θέμα αἰφνιδιασμοῦ καὶ ἐκφράζεται ἡ λύπη — αὐτὸ γίνεται.
§328Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἀποφασίζει ἡ Βουλή.
§329Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κάμνετε λάθος. Θέλει μεγαλυτέραν προσοχὴν ἡ μελέτη τῆς Δημοκρατίας!...
§330Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκεῖ δι’ ἡμᾶς.
§331Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποφαίνεται ἐπὶ παρεκκλίσεως ἀπὸ τοῦ Κανονισμοῦ; Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Διαβάστε σωστά, κ. Μπακόπουλε.
§332Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκοῦστε, κ. Κανελλόπουλε: Ἔτσι νὰ μὴ φέρεσθε εἰς ἡμᾶς. Ἔτσι μόνον εἰς τοὺς ὑφισταμένους σας ἠμπορεῖ νὰ φέρεσθε. Σᾶς σεβόμεθα ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μᾶς σέβεσθε. Ἔτσι εἶναι ἀπαράδεκτον. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§333Μ. ΜΥΡΙΔΑΚΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§334Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔτσι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συμπεριφορὰ — μιὰ καὶ καλὴ διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν, κ. Πρόεδρε, ἡ πρότασις μομφῆς συνίσταται καὶ στηρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐκεῖ στηριζόμεθα ἡμεῖς, θέλομεν ψηφοφορίαν καὶ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεώς μας εἶναι ὑποχρεωτική. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις τῆς Βουλῆς, αὐτὰ εἶναι τὰ κοινοβουλευτικὰ θέσμια περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα προηγουμένως καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν πρόκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ νὰ τοῦ ὑποδείξωμεν ποῦ στηριζόμεθα. Ἐμνημόνευσα, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου δύο παλαιότερα περιστατικά, ἕνα τοῦ 1965 καὶ ἕνα τοῦ 1961, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐγένετο συζήτησις βάσει τοῦ ἄρθρου 79 τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη ἡ πρότασις καὶ ὑπεστήριξα τὴν ἄποψίν μου μὲ ὅσα καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ εἶχεν εἴπει καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν εἴπει τότε.
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ μομφῆς, κ. Μπακόπουλε, εἶναι αὐτὰ τὰ περιστατικά;
§336Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἐπὶ προτάσεως συζητηθείσης κατὰ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ γίνεται καὶ ἡ σημερινὴ συζήτησις, πῶς τὸ θέλετε. Καὶ τότε εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις ὅπου ἐξεδηλώθησαν ἀντιγνωμίαι, τὸ θέμα ἐλύθη δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§337Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν ἀντιγνωμίαι.
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε περιστατικὰ συζητήσεων ἐπὶ μομφῆς, ὅτι ἔγινε ψηφοφορία; Τὸ πρῶτον ἐδῶ θεσμοθετοῦμεν κυρώσεις εἰς πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§339Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ θέματος συζητηθέντος καὶ τότε βάσει τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ ἐγένετο ἡ συζήτησις καὶ ἤρχισε μὲ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ διεξάγεται ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους καὶ ἡ σημερινὴ συζήτησις. Πῶς θὰ τερματισθῇ; Καὶ τότε ἐτερματίσθη διὰ ψηφοφορίας. Καὶ εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν, «ἐρωτῶ τὴν Βουλήν», εἶπε τότε ὁ Πρόεδρος, «δι’ ἀναστάσεως νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν δέχεται τὴν πρότασιν τῶν βουλευτῶν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου». Εἶπα περὶ τίνος θέματος ἐπρόκειτο, τὸ εἶπα εἰς τὴν εἰσήγησίν μου, ἐπρόκειτο περὶ τῆς προτάσεως συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν Πραγμάτων Ἐπιτροπῆς ἢ παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν τῆς ΕΡΕ.
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ προβλέπει ὁ νόμος;
§341Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ἐπὶ θέματος προτάσεως μομφῆς, δὲν ἔχει προηγούμενον, ἀλλὰ εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ συνεχίζει ὁ τότε Πρόεδρος: «Ἠγέρθησαν οἱ περισσότεροι. Πρόεδρος: Συνεπῶς ἡ πρότασις τῆς Ἑν. Κέντρου ἐγένετο δεκτή». Εἰς τὰ 1961 ἐτέθη ὑπὸ ψηφοφορίαν τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ Κανονισμοῦ. Προεδρεύων τότε ὁ κ. Καμβύσης: «Οἱ δεχόμενοι τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ἠγέρθησαν οἱ ὀλιγώτεροι. Πρόεδρος: Συνεπῶς ἡ πρότασις περὶ τῆς συζητήσεως ἀπερρίφθη». Τί ὑποστηρίζομεν; Ὅτι ἡ συζήτησις ὀρθῶς ἐγένετο καὶ σήμερον ὅπως καὶ τότε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὅπως καὶ τότε ἡ λύσις τῆς ἀμφισβητήσεως, ἡ λύσις τῆς διχογνωμίας ἐτερματίσθη διὰ τῆς ψηφοφορίας, ἔτσι καὶ σήμερον πρέπει νὰ λυθῇ ἡ διχογνωμία διὰ τῆς ψηφοφορίας καὶ ζητοῦμεν τὴν ψηφοφορίαν.
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Στεφανάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§343Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Θὰ ἐκθέσω ἐν ἀπολύτῳ συντομίᾳ τὰς ἀπόψεις μου. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος. Διεπίστωσε καὶ τὸ ἐπισημαίνω εὐχαρίστως, ὅτι ὑπάρχει παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ. Περὶ αὐτοῦ οὐδεμία ἀμφισβήτησις προεβλήθη. Πράγματι παρεβιάσθη ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ ἐταυτίσθη μὲ τὴν παραβίασιν ἡ πρότασις μομφῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι οὐδαμοῦ ὁ Κανονισμὸς προβλέπει πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Προβλέπει κατὰ τῆς Κυβερνήσεως πρότασιν μομφῆς, προβλέπει κατὰ τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἐὰν ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ διατυποῦται καὶ πρότασις μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου, ἀσφαλῶς θὰ προέβλεπεν εἰς εἰδικὸν ἄρθρον καὶ ἐπὶ πλέον θὰ καθώριζε καὶ τὰς ἐγγυήσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ. Ἐταυτίσθη λοιπὸν τὸ θέμα τῆς παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ μὲ τὴν πρότασιν μομφῆς καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀμφισβήτησις περὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ λύεται δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἡ πρότασις μομφῆς εἶναι ἄγνωστος θεσμὸς εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι ἐκπρόσωποι τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ τῆς ΕΔΑ θέλουν, ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ τροποποιήσουν τὸν Κανονισμόν. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ Κανονισμὸς προβλέπει εἰδικὴν διαδικασίαν προκειμένου περὶ τροποποιήσεώς του ἢ προσθηκῶν καὶ ἔχει εἰδικὸν ἄρθρον. Οὐδεμία προσθήκη ἢ τροποποίησις γίνεται ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ πᾶσα πρότασις ἀφορῶσα προσθήκην ἢ τροποποίησιν — καὶ ἐν προκειμένῳ ἔχομεν προσθήκην εἰς τὸν Κανονισμὸν ὁλοκλήρου θεσμοῦ μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου — θὰ πρέπει νὰ γίνῃ κατὰ τὴν νόμιμον ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ καθοριζομένην διαδικασίαν. Ἀποτελεῖ σόφισμα ἡ ἐπίκλησις τοῦ ἄρθρου 79, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι πᾶσα πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου δύναται νὰ συζητηθῇ. Πρότασις ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων καὶ ὁ νόμος ἐν προκειμένῳ ὁρίζει, ὅτι πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, πρότασις δηλονότι ἀναφερομένη εἰς προσθήκην ἢ τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ μίαν μοναδικὴν διαδικασίαν δύναται νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δηλαδή, κατὰ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ ἄρθρον 14, νομίζω, διὰ τῆς ὑποβολῆς τῆς ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἑπομένως, εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτος ἡ ἄποψις, ὅτι ἐφαρμογὴν ἐν προκειμένῳ ἔχει τὸ ἄρθρον 79. Τὴν αὐτὴν τύχην ἔχει καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Χούτα, ἐπικαλεσθέντος τὸ ἄρθρον 46 περὶ παρεμπίπτοντος θέματος. Τελεῖ ὑπὸ μίαν αὐτονόητον προϋπόθεσιν προσιτὴν εἰς πάντα νομικόν, κατὰ τρόπον ἐντελῶς εὔκολον. Παρεμπίπτον θέμα τί; Σχέσιν ἔχον μὲ τὸ συζητούμενον καὶ μὲ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλή. Ἀλλὰ ὅταν πρόκειται περὶ προσθήκης διατάξεως ἢ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατόν, ὁσονδήποτε παρεμπίπτον καὶ ἐὰν εἶναι τὸ θέμα, νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ἐν συνεχείᾳ, ἀντικρούων τὴν ἄλλην ἄποψιν τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ συνάδελφος κ. Ἀλαβᾶνος, ὁ ὁποῖος εὑρισκόμενος πρὸς ἑνὸς ἀδιεξόδου, ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι πρόκειται περὶ προτάσεως ἐναντίον βουλευτοῦ, ἀλλὰ ἡ συζητουμένη πρότασις μομφῆς ἀπευθύνεται ὄχι κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπασπύρου, ἀλλὰ ἐναντίον τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων του. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ προτάσεως κατὰ βουλευτοῦ δὲν θὰ ἀπεφάσιζεν ἡ Βουλὴ ἀλλὰ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Οὕτω, κ. Πρόεδρε, ἐκκαθαρίζεται τὸ θέμα. Καὶ χαίρω διότι ἡ τελευταία ὁμιλία τοῦ συναδέλφου κ. Μπακοπούλου, ἐκκαθαρίζει τοῦτο. Ἑπομένως, ἄλλο πρᾶγμα εἶναι παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἄλλο θέσπισις διατάξεως, ποὺ συνιστᾷ ἡ πρότασις μομφῆς. Πέραν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἀπολύτως σύμφωνα καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω: Πρὸς τίνα λόγον ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις; Οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς Ε. Κ. ἤθελον νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς συγκροτήσεως τοῦ Προεδρείου. Αὐτὸ ἐλέχθη κατ’ ἐπανάληψιν. Καὶ ἐπὶ πλέον ὁ συνάδελφος κ. Λυμπέρης δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἀπέβλεπεν ἐν συνεννοήσει μὲ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ματαιώσῃ τὴν προώθησιν καὶ ψήφισιν σοβαρῶν νομοσχεδίων, ὥστε νὰ παρατείνεται ἡ ἐκκρεμότης μέχρι νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς διακοπὰς τῶν Χριστουγέννων. Κύριοι συνάδελφοι τῆς Ε.Κ., πρόθεσίς μας εἶναι ὄχι νὰ καθυστερήσωμεν τὴν προώθησιν σοβαρῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ψηφισθοῦν τὸ ταχύτερον, ἀλλὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἄμεσον ἐπεξεργασίαν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν κατατεθέντων νομοσχεδίων. Καλεῖσθε σεῖς, κύριοι συνάδελφοι τῆς Ε.Κ., νὰ δείξητε ἐμπράκτως τὴν καλὴν θέλησίν σας, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ νομοθετικὸν της ἔργον. Σεῖς εἶσθε ὑπεύθυνοι ἂν καθυστεροῦν σοβαρώτατα νομοσχέδια, διὰ νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ἐπείγουσαι κοινωνικαὶ ἀνάγκαι, καὶ ὄχι ἡμεῖς. Ἀναλάβετε, συνεπῶς, τὰς εὐθύνας σας.
§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§345Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου, μοῦ ἀνηγγέλθη, ὅτι ἀνεβλήθη διὰ τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα ἡ συμπλήρωσις τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προεδρείου, γνωρίζουν καὶ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Αʹ Ἀνπρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ ὑποφαινόμενος διεμαρτυρήθη ἐντονώτατα. Διότι ἀντιθέτως πρὸς ὅσα λέγονται ἐδῶ, ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρξε σχέδιον ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ Προεδρείου περὶ δῆθεν ματαιώσεως τοῦ ἔργου τοῦ νομοθετικοῦ, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἡμεῖς εἴμεθα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπισπευσθῇ ἀκριβῶς τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Καὶ σᾶς καλοῦμεν καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προεδρείου, διὰ νὰ συγκροτηθῇ εἰς Σῶμα ἡ Βουλή, διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προτιθέμεθα νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἔχετε τότε ὅλην τὴν εὐχέρειαν νὰ μᾶς κρίνητε, νὰ μᾶς κατακρίνητε καὶ νὰ μᾶς καταδικάσητε. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπιθυμία μας εἶναι, ὅπως τὸ ταχύτερον συγκροτηθῇ εἰς Σῶμα ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μὴ ἔχητε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν πρόκειται εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον νὰ παρεμβάλωμεν κανένα ἐμπόδιον εἴτε διὰ διακοπῶν, εἴτε δι’ ἄλλων μεθόδων. Ἔρχομαι κατόπιν εἰς τὸ δεύτερον θέμα. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι βαθύτατα πεπεισμένος, ὅτι ὁσάκις τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς ὁμιλοῦν περὶ μομφῆς, εἴτε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε κατὰ βουλευτοῦ, ὁμιλοῦν ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς. Οὐδὲν ἀναφέρει περὶ μομφῆς ἐναντίον τοῦ Προεδρείου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μομφὴ κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ μάλιστα ψηφοφορία διὰ παράβασιν Κανονισμοῦ. Ποῖος ἀπὸ σᾶς καὶ ἀπὸ ὅλους μας καθημερινῶς δὲν ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ διὰ παράβασιν Κανονισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου; Ἀλλὰ ἂς ὁμιλήσωμεν ὀλίγον οὐσιαστικά, ἀγαπητοὶ φίλοι. Μᾶς λέγετε, ὅτι θέλετε ψηφοφορίαν διὰ τὴν μομφήν, παραίτησιν τοῦ Προέδρου καὶ δὲν ἠξεύρω τὶ ἄλλο. Σᾶς ἐρωτῶ, ἔχετε κανένα προηγούμενον ποὺ τὴν μεταβολὴ τῆς πλειοψηφίας νὰ ἐπηκολούθησε καὶ ἀλλαγὴ Προέδρου; Ἐσκέφθημεν ἡμεῖς ὅταν εἴμεθα πλειοψηφία ἔστω καὶ μὲ 4 ψήφους νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν μομφῆς καὶ νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸν συμπαθέστατον τέως Πρόεδρον; Θέλετε αὔριον ἡμεῖς, ὅταν θὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν πλειοψηφίαν, διότι ἐὰν δὲν τὴν ἔχωμεν δὲν θὰ εἴμεθα Κυβέρνησις, θέλετε νὰ ὑποβάλωμεν μίαν πρότασιν μομφῆς ἐναντίον τοῦ συμπαθεστάτου κ. Μαυρίδη διὰ νὰ τὸν ἀνατρέψωμεν; Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τοιοῦτον παραλογισμόν. Ἂς λογικευθῶμεν, κύριοι. Τὸ Σῶμα εἶναι κυρίαρχον καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ αὐτοῦ. Βέβαια ἐὰν δὲν μᾶς ἀρέσῃ, ὁμιλοῦμεν περὶ βουλευτοκρατίας καὶ ἄλλοτε περὶ λαοκρατίας. Τὸ κυρίαρχον Σῶμα ἀσκεῖ τὴν κυριαρχίαν του ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν ἐξέλθῃ ἐξ αὐτῶν, παύει πλέον νὰ εἶναι κυρίαρχον Σῶμα καὶ εἶναι αὐθαίρετον. Δι’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει περίπτωσις μομφῆς καὶ ἰδίως ψηφοφορία ἐναντίον τοῦ Προεδρείου. Δὲν ὑπάρχει προηγούμενον. Οὐδέποτε τὸ ἐσκέφθημεν αὐτὸ ἡμεῖς, οὐδέποτε θὰ τὸ σκεφθῶμεν εἰς τὸ μέλλον. Θέλετε σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ παίξῃ αὐτὸν τὸν ρόλον; Ἡμεῖς ἀντιθέτως θέλομεν τὸ ταχύτερον νὰ συμπληρωθῇ τὸ Προεδρεῖον, νὰ συγκροτηθῇ εἰς Σῶμα ἡ Βουλὴ καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον καὶ νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδὲν σχέδιον ὑπάρχει εἴτε περὶ Δικτατορίας εἴτε περὶ παραβιάσεως ἢ περιφρονήσεως τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Κοκκέβης, ἔχει τὸν λόγον.
§347Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζω, ὅτι τὸ θέμα ἐξηντλήθη κατόπιν τῶν ἀναπτυχθεισῶν ἀπόψεων ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς. Ἀνεπτύχθη, ὅτι ἡ πρότασις μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς, ὡς ἐτοποθέτησε τὸ θέμα ὁ κ. Μπακόπουλος, δὲν πρόκειται περὶ προτάσεως μομφῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ. Ὑπάρχουν ὅμως, κ. Πρόεδρε, αἱ πρόσφατοι παραδόσεις τῆς τελευταίας 15ετίας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, αἱ ὁποῖαι δίδουν σαφῆ εἰκόνα ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Κατὰ τὸ 1957 ὁ κ. Χούτας, ἐπὶ παραδείγματι, ἀπηύθυνε πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου κ. Ροδοπούλου, ὁ ὁποῖος εὐθὺς ἅμα τῇ προτάσει μομφῆς ἐναντίον του, ἠγέρθη ἐκ τῆς θέσεώς του, ἀνέπτυξεν ὁ κ. Χούτας τὴν πρότασιν μομφῆς καὶ τότε ἠρωτήθη ἡ Βουλή, ἡ ὁποία καὶ ἀπήντησε δι’ ἀναστάσεως. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἀπὸ τῆς 15 Ἰουλίου διεστράφη ὁ πολιτικὸς βίος τῆς χώρας καὶ οὐδὲν ἐκ τῶν προηγουμένων τηρεῖται παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι πρέπει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ τηροῦνται τὰ ἑκάστοτε ἰσχύοντα κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἡμέρας αὐτῆς ἔπαυσαν νὰ ἰσχύουν.
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Τούντας, ἔχει τὸν λόγον.
§349Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεπτύχθη ἀπὸ ὅλους τοὺς κυρίους συναδέλφους ἐπαρκῶς τὸ θέμα. Καὶ θὰ περιορισθῶ λόγῳ καὶ τοῦ προχωρημένου τῆς ὥρας εἰς τὸ νὰ θίξω τὴν ἀκόλουθον πλευρὰν τοῦ συζητουμένου. Ἐλέχθη, ὅτι ὁ βουλευτὴς μόνον ἐλέγχεται καὶ ὑποβάλλεται ἐναντίον του πρότασις μομφῆς εἰς περίπτωσιν παρεκτροπῆς του. Καὶ ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλεγχθῇ δι’ ὑποβολῆς προτάσεως μομφῆς ἐναντίον του. Ἐλέγχεται δηλαδὴ ὁ βουλευτής, τὸν ὁποῖον ἀνέδειξεν ὁ λαὸς καὶ ὄχι ὁ Πρόεδρος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἥτις τὸν ἐξέλεξεν. Κύριε Πρόεδρε, κάμνω τὸν συλλογισμὸν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος εἶναι ἀνεξέλεγκτος ὅταν ζῇ καὶ κινῆται ἐντὸς τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον τὸν ἀνέδειξεν ὡς Πρόεδρόν του καὶ ὅτι εἶναι δυνατόν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ τὸν ἀνακηρύξῃ δυνάστην. Εἶναι μία ἀπορία τὴν ὁποίαν εἰλικρινῶς διατυπώνω λίαν καλοπίστως. Ἕνας Πρόεδρος τελῶν ὑπὸ τὴν ἀνεπίτρεπτον αὐτὴν ἀσυδοσίαν δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ὁδηγήσῃ τὸ Σῶμα εἰς τὴν γραμμὴν εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὸ κατευθύνῃ. Πέραν αὐτοῦ ἀπευθύνομαι εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς ΕΡΕ διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ του ὅπως ἐμφανίσῃ ὡς δῆθεν συνδεομένην τὴν Ε.Κ. μὲ τὴν ΕΔΑ παρεποίησε τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ζίγδη. Πρέπει νὰ βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ καὶ δικαιοῦμαι εἰς τοῦτο ἐπικαλούμενος τὴν γνωστὴν καὶ εἰς τοὺς λόγους καὶ εἰς τὴν ἐν γένει συμπεριφορὰν μετριοπάθειάν του, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ παρενόησεν. Ὁ κ. Ζίγδης εἶπεν, ὅτι παραβιάζεται ἡ συνταγματικὴ νομιμότης καὶ ὅτι ἡ Ε.Κ. ἐκπροσωπεῖ τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ. Καὶ δὲν εἶναι εἰς βάρος της τὸ ὅτι ἐκεῖθεν ταύτης ὑπάρχει καὶ τὸ τμῆμα τοῦ λαοῦ, ὅπερ ἐψήφισε τὴν ΕΔΑ.
§350Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτό.
§351Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. .. καὶ ὅπως σεῖς, κ. Ἀρχηγὲ τῆς ΕΡΕ, μαζὶ μὲ τοὺς Προοδευτικοὺς καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελεῖτε ἄθροισμα 152 ψήφων καίτοι εἶσθε διαφορετικὰ κόμματα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔναντι τούτων ὑπάρχουν εἰς τὴν Βουλὴν 148 βουλευταὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Εἴχατε εἴπει ὅμως, ὅτι δῆθεν ὁ κ. Ζίγδης ὡμίλησε περὶ δῆθεν συνεργασίας Ε. Κ. καὶ ΕΔΑ. Κατὰ συνέπειαν τὸ λεχθὲν ὑφ’ ὑμῶν ὅτι ὁ κ. Ζίγδης— διαμαρτυρηθεὶς καὶ ἰσχυρισθεὶς, ὅτι δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι καὶ ὅτι παρενοήσατε τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα— ἀνακριβῆ ἰσχυρίσθη, δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ἀλήθειαν.
§352Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν σεῖς μὲ τὸν ὁποῖον ἔχω παλαιὸν δεσμὸν καὶ γνωρίζω τὰ αἰσθήματά σας καὶ τὰ πρὸς ἐμὲ ἀλλὰ καὶ τὴν ἀφοσίωσίν σας εἰς τὴν δημοκρατικὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν ὑπηρετεῖτε, ἐὰν σεῖς νομίζητε, ὅτι παρεξήγησα, χάριν ὑμῶν, διότι δὲν εὑρέθη κανεὶς ἐκ τῆς Ε.Κ., ὁ ὁποῖος νὰ μοῦ δώσῃ δίκαιον, ἐὰν σεῖς τὸ νομίζετε, εὐχαρίστως ἀνακαλῶ καὶ τὴν λέξιν τὴν ὁποίαν εἶπον.
§353Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Ἐπίσης θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀσχοληθῶ μὲ ὅσα εἶπεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν πᾶν ἄλλο θέμα, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν τεράστια ἄλλα θέματα ἐθνικά, ὅπως τὸ Κυπριακὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν θέμα. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εὑρίσκεται εἰς ἀσυνέπειαν μὲ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ διακηρυχθέντα εἰς ἄλλην περίπτωσιν. Εἰδικῶς κάποτε ὑποστηρίζων τὴν αὐτὴν ἄποψιν εἶχε ἀχθῆ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρὸ αὐτῶν τῶν μεγάλων προβλημάτων ἐπεβάλετο νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ Κυβέρνησις Τσιριμώκου, ἀναγνωρίζων, ὅτι αὕτη ἐστερεῖτο τοῦ δέοντος κύρους. Ἐπειδὴ συμβαίνει τὰ αὐτὰ θέματα νὰ ὑπάρχουν ἀκόμη ἐκκρεμῆ, θὰ ἐπεθύμουν νὰ τοῦ εἴπω, καὶ μὲ λυπεῖ ποὺ δὲν εἶναι παρών, τί τὸν ἐδικαίωσεν ἵνα ὑπὸ τὰς ἰδίας κρισίμους ἐθνικὰς περιστάσεις καὶ μὲ τὰ αὐτὰ μεγάλα θέματα ἀναμένοντα λύσεις δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ νὰ στηρίξῃ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν στερουμένην καὶ ταύτην καὶ κύρους καὶ ἱκανότητος, ὅπως καὶ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ καταψηφισθεῖσα Κυβέρνησις τοῦ κ. Τσιριμώκου.
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στειρόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§355Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Δράττομαι ὅμως τῆς εὐκαιρίας νὰ ἀπαντήσω ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Τούντας ἀπέδωσεν εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, νὰ εἴπω ὅτι —καὶ ἐπειδὴ τινὲς τῶν κ.κ. συναδέλφων καγχάζουν εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἔχουν οὐδὲν δικαίωμα νὰ συμπεριφέρωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὅταν ὁ ὁμιλῶν οὐδέποτε κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον οὗτοι τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐκφράζονται ἐξεφράσθη —ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἐχαρακτήρισε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τσιριμώκου ὡς ἐστερημένην κύρους, ὡς προερχομένην ἐκ τῆς Ε.Κ. καὶ ἀπεφάσισεν ὡς ἀπεφάσισεν, ἐνῷ ἐψήφισε τὴν Κυβέρνησιν τὴν παροῦσαν διότι αὐτὴν τὴν ἐθεώρησε Κυβέρνησιν Ἐθνικῆς Συνεργασίας. Τὸ θέμα εἶναι ὅτι ἡ Ε.Κ. ἔκρινεν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ συναχθοῦν πολιτικὰ συμπεράσματα, νὰ συνάγῃ καὶ νὰ θεμελιοῖ τὴν ἄποψίν της εἰς μὴ λαβόντα χώραν γεγονότα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ὅταν εἶναι πραγματικά. Ἀλλὰ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν ὡς ἐνεφάνισεν ἡ Ε.Κ. ἀπὸ δύο, σιαμαίους ἀδελφοὺς Προέδρους κατὰ τὴν συνεδρίασιν. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν. Εἶναι δὲ ἡ οὐσία ἡ ἑξῆς: Εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον πᾶν ὅτι ρητῶς δὲν ἐπιτρέπεται, ἀπαγορεύεται. Ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸ Ἰδιωτικὸν Δίκαιον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι πᾶν ὅ,τι δὲν ἀπαγορεύεται ἐπιτρέπεται. Ἐφ’ ὅσον ρηταὶ διατάξεις δὲν προβλέπονται διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν καθ’ οἱανδήποτε διαδικασίαν εἴτε τοῦ ἄρθρου 79 εἴτε τοῦ ἄρθρου 46, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθοῦν κυρώσεις ἐφ’ ὅσον δὲν προβλέπονται ρητῶς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, θέματα μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ Προεδρείου καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ ψηφοφορία. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς γνωστόν, κ. Πρόεδρε, τὸ Προεδρεῖον εἶναι κομματικὸν καὶ διὰ τοῦ Προέδρου ἡ Κυβέρνησις ἐπιβάλλει τὰς ἀπόψεις της. Ἐν προκειμένῳ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις προτείνει πάντοτε ὡς Πρόεδρον, ἔντιμον, παλαιὸν καὶ πεπειραμένον Κοινοβουλευτικὸν ἄνδρα. Εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν ἡ Ε.Κ. προσπαθεῖ διὰ τοῦ Προεδρείου νὰ ὑποβάλῃ μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι δυνατόν.
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§357Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως δύο συμπεράσματα συνήχθησαν. Πρῶτον ὅτι καλῶς ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑπὸ κρίσιν προτάσεως μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου, κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἤδη δὲ ἡ Βουλὴ εἶναι ὥριμος ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ ὀφείλει νὰ καταλήξῃ εἰς ἀπόφασιν. Καὶ ἀπόφασις μόνον διὰ ψηφοφορίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ. Ἐπομένως θὰ καταλήξωμεν εἰς ψηφοφορίαν. Δευτέρα γνώμη δὲν ὑπάρχει. Δεύτερον συμπέρασμα. Ἀπόψε διεκόψατε μίαν ὡραίαν παράδοσιν τὴν ὁποίαν ἐτήρουν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ὅσοι κατεῖχον τὴν ὑψηλὴν ἕδραν σας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τόσον ὁ κ. Ροδόπουλος ὅσον καὶ ὁ κ. Θανόπουλος ὁσάκις ἐτίθετο θέμα ἐμπιστοσύνης των κατήρχοντο τῆς ἕδρας καὶ ἔδιδον ἐξηγήσεις καὶ τελικῶς ἀπεφαίνετο ἡ Βουλὴ ἂν εἶχον δίκαιον. Σεῖς διεκόψατε τὴν παράδοσιν. Θὰ ἔπρεπε νὰ κατέλθετε τῆς ἕδρας σας διὰ νὰ ἀντικρούσετε τὴν πρότασιν μομφῆς. Δὲν τὸ ἐπράξατε καὶ τοῦτο μᾶς κάμνει νὰ πιστεύωμεν ὅτι πράγματι ὑπάρχει σχέδιον καταλύσεως τῆς ἐλευθερίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Σεῖς ἔπρεπε νὰ κατέλθητε τῆς ἕδρας καὶ ἴσως νὰ ἀπεφεύγετο ἡ μακρὰ συζήτησις ἐὰν ἐδίδατε ἐξηγήσεις ποὺ θὰ διασκέδαζον τοὺς φόβους μας. Διεπράξατε, λοιπόν, ἀπόψε αὐθαιρεσίαν. Ἐὰν συνδυασθῇ ἡ συμπεριφορά σας αὕτη μὲ τὴν αὐθαίρετον διάλυσιν τῶν Ἐπιτροπῶν Δικαιοσύνης καὶ Παιδείας ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι συνεχίζεται τὸ πνεῦμα τῆς αὐθαιρεσίας ποὺ ἐγκαινιάσθη ἀπὸ τῆς 15ης Ἰουλίου εἰς τὴν χώραν μας. Ἰσχυρίζεσθε ὅτι διελύθησαν αἱ Ἐπιτροπαὶ Παιδείας καὶ Δικαιοσύνης διότι δὲν εἶχε συμπληρωθῆ τὸ Προεδρεῖον. Ἡ Βουλὴ ὅμως τοῦ 1958 ἐλειτούργησε συνεχῶς μὲ κολοβὸν Προεδρεῖον χωρὶς τρίτον Ἀντιπρόεδρον.
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχον ὅμως ἐκλεγῆ Γραμματεῖς καὶ Κοσμήτορες.
§359Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ψηφισθοῦν τὰ δύο ἐπίμαχα νομοσχέδια, περὶ Ἐπαγγελματικῆς Στέγης καὶ τὸ Ἐκκλησιαστικόν. Καὶ δι’ αὐτὸ διέλυσε τὰς Ἐπιτροπάς. Ἄν τὸ ἐπιθυμῇ πραγματικά, ἂς προχωρήσωμεν ἀπόψε, μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως μομφῆς, εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ὑπολοίπων μελῶν τοῦ Προεδρείου, ἵνα καταστῇ δυνατὴ ἡ ταχεῖα συζήτησις ἐπὶ τῶν δύο σημαντικῶν τούτων νομ)δίων. Δὲν τὸ θέλετε ὅμως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐκάματε τὴν αὐθαιρεσίαν αὐτὴν καθὼς καὶ τὴν αὐθαίρετον λύσιν τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ σᾶς διαβεβαιοῦμεν ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν τὰς αὐθαιρεσίας. Εἶναι ἀπαίτησις τοῦ δημοκρατικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν στιγμὴν βλέπει ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα καὶ ἀγωνίζεται. Θὰ ἀγωνισθῶμεν διὰ τὴν διατήρησιν τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, διὰ τὴν πάταξιν τοῦ πνεύματος τῆς αὐθαιρεσίας ποὺ ἐπεβλήθη εἰς τὴν χώραν ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου. Τὸ θέμα ἀπόψε θὰ τερματισθῇ διὰ ψηφοφορίας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Τὰ δὲ ἐκ ταύτης συμπεράσματα θὰ συναχθοῦν μετὰ ταύτην.
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Περρωτῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§361Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὑπῆρξε παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἕνα θέμα διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Διὰ τὸ ὅτι, ἐπίσης, οὔτε ὁ Κανονισμὸς οὔτε τὸ Σύνταγμα προβλέπει κύρωσιν, δὲν νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Παρὰ ταῦτα, ἐπειδὴ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἄνευ κυρώσεως παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ προερχομένη ἐκ τοῦ Προεδρείου, πιστεύω, ὅτι χωρὶς νὰ περιβάλωμεν τὴν ἀπαρτίαν ἢ τὸ ἐρώτημα μὲ τὴν ὀργὴν καὶ τὴν ἔμφασιν ποὺ περιεβλήθη ἐπὶ τόσας ὥρας ἀπόψε, ὑπάρχει ἀπάντησις. Ὁ Πρόεδρος εἶναι βουλευτής, βουλευτὴς πρῶτος μεταξὺ ἴσων. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἰσχύσῃ διὰ τὸν Πρόεδρον ὅ,τι ἰσχύει διὰ τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουν τὸν Κανονισμόν. Καὶ ἡ ποινή, ἡ κύρωσις ἐν προκειμένῳ εἶναι γνωστή. Εἶναι ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν. Νομίζω, ὅτι ἡ προβολὴ ἀντιρρήσεων ὅτι τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύσῃ προκειμένου περὶ τοῦ Προέδρου καὶ ὅτι ὁ Πρόεδρος ὡς ἐκ τῆς ἐπιβολῆς κυρώσεων— διότι πρότασις μομφῆς δὲν ὑπάρχει — χάνει τὴν ἰδιότητά του ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη διὰ ψηφοφορίας, δὲν εὐσταθεῖ. Ὁ Πρόεδρος λαμβάνει ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐξουσιοδότησιν γενικῶς μόνον ἐκείνην τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ βουλευτὴς ἐκλεγόμενος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἄλλωστε, προκειμένου περὶ τοῦ Προέδρου γίνεται μυστικὴ ψηφοφορία. Καὶ ὡς κύρωσιν μόνον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐκείνην ποὺ ὁ Κανονισμὸς προβλέπει, πλὴν τῆς περιπτώσεως ἐκείνης κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ὁ Πρόεδρος κρίνει ὅτι ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ. Ἀπόλυτος συνεπῶς εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς κρίσεως τοῦ Προέδρου ἐν προκειμένῳ, ὅπως εἶναι ἐλεύθερος ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ παραιτηθῇ τοῦ ἀξιώματός του, ὁποτεδήποτε κρίνει τοῦτο ὀρθὸν ὁ ἴδιος. Ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν Πρόεδροι οἱ ὁποῖοι παρῃτήθησαν ὡς ἐκ τῆς ὑποβολῆς προτάσεως μομφῆς δὲν τὸ γνωρίζω. Ἀλλὰ τὸ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Πρόεδρος ὑπόκειται εἰς παραίτησιν ἢ ὑπόκειται εἰς ἀπολογίαν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀφ’ ἧς ὑπάρχει ἡ πρότασις, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὑπερβολικὸν καὶ τὸ ὁποῖον συνέβη. Διότι ὁ κ. Διαμαντόπουλος, ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς προτάσεως, κατὰ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ ἐζήτησε τὸν λόγον, ἔδωσε τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ὤφειλε καὶ τὸ θέμα ἔπαυσε ὑφιστάμενον. Διὰ ποῖον λοιπὸν λόγον συνεχίζομεν τὴν συζήτησιν καὶ ταλαιπωροῦμεν τὸ Σῶμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. Πρόεδρε, ὡς ἔχων τὴν εὐθύνην, ἀναγγείλατε τέλος πάντων, τὴν ἀπόφασίν σας. Θὰ διεξαχθῇ ἢ δὲν θὰ διεξαχθῇ ψηφοφορία; Ἕως πότε θὰ ἀνέχεσθε τὰς πιέσεις;
§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ἀρβανιτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§363Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει πρόθεσιν νὰ κωλυσιεργήσῃ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Τὰ γεγονότα ὅμως διαφορετικὰ ἐμφανίζουν τὴν κατάστασιν. Διότι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Πρόεδρος ποὺ δὲν ἐπέτρεψε τὴν λειτουργίαν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Διότι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος ποὺ δὲν ἐπέτρεψε τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Προεδρείου καὶ τὰς ἀρχαιρεσίας τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Τὸ θέμα ποὺ ἔθεσεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μομφὴ κατὰ τοῦ Προεδρείου, διότι δὲν ἔχομεν τοιοῦτον προηγούμενον, γνωρίζω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἔχομεν τρία τοιαῦτα παραδείγματα.
§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης, ἔχει τὸν λόγον.
§365Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἀνεκάλεσε τὸν βαρὺν χαρακτηρισμὸν ποὺ εἶπεν εἰς βάρος μου εἰς προηγούμενον στάδιον τῆς συζητήσεως. Κατόπιν τούτου ἀνακαλῶ καὶ ἐγὼ τὰ ὅσα εἶπον. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸ Σῶμα νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω τὰ πρακτικὰ ποὺ μοῦ ἐδόθησαν προηγουμένως χωρὶς νὰ ἔχω προβῆ εἰς διόρθωσιν. Εἰς τὴν σελίδα 27 τοῦ Δελτίου Τύπου τῶν πρακτικῶν λέγω τὰ ἑξῆς: «Ἡμεῖς ἀποδίδομεν εἰς τὴν συνέχεια τῆς συνεδριάσεως, πολιτικὴν σημασίαν διὰ νὰ ἀποκαλυφθῇ πόσον εὔθραυστος εἶναι ἡ Κυβερνητικὴ πλειοψηφία καὶ διὰ νὰ προχωρήσουν αἱ ἐργασίαι τοῦ Κόμματος.
§366ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ Κόμματος;...
§367Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ τί τὸ θέλετε καὶ τὸ Κόμμα εἶναι σχεδὸν τὰ 80% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ». (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.). Καὶ ὅπως ἔλεγον τὰ 80% εἶναι ἔκφρασις τὴν ὁποίαν ἐδανείσθην ἀπὸ τὸν σημερινὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, κ. Η. Τσιριμῶκον. Ἑπομένως, ὁ κ. Κανελλόπουλος, δὲν ἤκουσε καλὰ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα καὶ προφανῶς τὰ παρενόησεν. Ἀφοῦ τὰ ἀνεκάλεσεν ἔχει καλῶς· διότι ὅλοι μας ἄνθρωποι εἴμαστε, κ. Πρόεδρε.
§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βογιατζῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§369Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπόψε, ἀπεδείχθη, ὅτι διεπράχθη τυπικὴ παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ ὑπὸ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου. Τὸ θέμα τῆς μομφῆς ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο τόσον μεγάλη συζήτησις, νομίζω, ὅτι εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν Κανονισμόν, ἔξω ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Τὸ θέμα τῆς μομφῆς μεταφέρεται εἰς θέμα κυρώσεων ἐναντίον τοῦ προεδρεύοντος. Ἐὰν τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς ἤθελαν νὰ ἐπιβάλουν κυρώσεις ἐναντίον τοῦ Προέδρου θὰ περιεῖχον ὡρισμένας πρὸς τοῦτο διατάξεις. Μᾶς λέγει ὁ Κανονισμός, πῶς ἐπιβάλλονται κυρώσεις ἐναντίον τῶν βουλευτῶν. Ὁρίζει ὁ Κανονισμὸς διὰ τὸν ἁπλοῦν βουλευτὴν τόσα στάδια κυρώσεων. Ἐὰν προέβλεπε τὸ Πολίτευμα κυρώσεις διὰ τὸν Πρόεδρον, νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ ἔλεγε τίποτε τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμός; Οὐδεμία περίπτωσις ἀνεφέρθη κυρώσεων ἐναντίον Προέδρου. Ἐὰν τὸ ἤθελεν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης θὰ τὸ ὥριζεν. Ἐὰν σήμερον διὰ μιᾶς τυχὸν ψηφοφορίας ἐξέπιπτεν ὁ Πρόεδρος, τὴν ἑπομένην ἡμέραν τὸ Σῶμα θὰ ἦτο ἄνευ Προέδρου. Ἔπρεπε νὰ γίνουν νέαι ἀρχαιρεσίαι Προεδρείου καὶ τὴν ἑπομένην πάλιν πρότασις μομφῆς. Ἑπομένως, θὰ ἐπηγαίναμεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον καὶ δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ λειτουργήσῃ τὸ Σῶμα. Εἶναι, πράγματι, δύσκολον νὰ διανοηθῇ κανείς, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ τῶν κυρίων συναδέλφων ἔχει περιεχόμενον, εἴτε εἰς τὸν Κανονισμὸν εἴτε εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἁπλῶς, ἐχάσαμεν καὶ τὴν σημερινὴν ἡμέραν.
§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Παπαδημητρίου, ἔχει τὸν λόγον.
§371Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Διαμαρτύρομαι, κ. Πρόεδρε, διότι, ἐνῷ ἀπὸ τῆς 10ης ἑσπερινῆς εἶχον ζητήσει τὸν λόγον μὲ ἐνεθυμήθητε τὴν 3ην πρωϊνήν. Καὶ μόνον αὐτὴ ἡ πρᾶξις τοῦ Προεδρείου ἀποδεικνύει πῶς σκέπτεσθε νὰ διευθύνητε τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ μέρους τῶν ρητόρων τῆς ΕΡΕ ἀνεπτύχθη ἡ θεωρία, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου πρόσωπα ἐντελῶς ἀσύδοτα. Αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τελείως ἀπαράδεκτον. Κανεὶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑφίσταται τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ πολὺ περισσότερον τὸ Προεδρεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἀνατίθεται ὁ ἔλεγχος τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Δύο ἐνέργειαι τοῦ Προεδρείου, ὅπως εἶναι ἡ διάλυσις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ἡ παράνομος λύσις τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, προεκάλεσαν τὰς εὐλόγους ἀνησυχίας τοῦ Κοινοβουλίου. Διεπίστωσαν ἐκ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν προθέσεις τοῦ Προεδρείου παραλύσεων. Ἔχομεν ἄλλωστε τὸ προηγούμενον τῆς μὴ λειτουργίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν νέαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ προκαλέσῃ τὴν παράλυσιν τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, καλῶς ἀνησύχησεν ἡ Βουλὴ καὶ θὰ ἦτο ἀναξία τῆς ἀποστολῆς της, ἐὰν δὲν ἀνησυχοῦσε. Ἠρώτησεν ἡ Κυβέρνησις, τί ἐπιδιώκομεν μὲ τὴν πρότασιν μομφῆς. Ὡς ἐντολοδόχοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπιδιώκομεν νὰ μάθῃ ὁ λαὸς πρῶτον, ποῖοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι τῆς κωλυσιεργίας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Δεύτερον, ἐπιδιώκομεν νὰ γνωρίσῃ ὁ λαὸς ποῖοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι τῆς σημερινῆς πολιτικῆς ἀνωμαλίας εἰς τὴν χώραν μας. Τρίτον, νὰ πληροφορηθῇ ὁ λαός, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἔχει καταλύσει τὰ πάντα προσπαθεῖ νὰ καταλύσῃ καὶ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ σοβαρὸν θέμα εἶναι: Θὰ τηρῆται ὁ Κανονισμός, ἢ θὰ ἐνεργῇ αὐθαιρέτως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως; Ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν εὐθιξίαν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡ ὁποία, δυστυχῶς, ἔχει ἐξαφανισθῆ. Ἡ εὐθιξία ἐπέβαλεν, ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μὴ κατέχῃ τὴν ἕδραν, ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη πρότασις μομφῆς. Εἶπεν ὁ κ. Στεφανάκης, ὅτι πολλὰ ἄλλα προβλέπει ὁ Κανονισμός. Ἀλλὰ δὲν προβλέπει τὴν ἔκφρασιν δυσπιστίας πρὸς τὸν Πρόεδρον. Ἀλλὰ ὁ Κανονισμὸς προβλέπει τὴν διαδικασίαν ἐπὶ προτάσεων μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου καὶ αὐτὴ ἀνεπτύχθη καὶ αὐτὴν πρέπει νὰ τηρήσωμεν. Ὑπάρχει εὐθύνη τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου. Ὁ λαὸς ἔχει ἀγανακτήσει μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ὁ λαὸς θέλει νὰ γίνουν ἐκλογαί, νὰ λειτουργήσῃ τὸ Κράτος, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης εἰς τὴν χώραν μας. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν της εἰς Ὑπηρεσιακὴν διὰ νὰ γίνουν ἐκλογαί.
§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ρουσόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§373Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ συμπέρασμα τῶν ὁμιλιῶν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι, ὅτι ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, δὲν ἐτήρησε τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, ὑπεστηρίχθη δὲ ἐκ μέρους ὡρισμένων βουλευτῶν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐβοήθησε τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἠστόχησε τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἠστόχησεν ὅταν ἐκάλεσε τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ τὰς ἀνέβαλε, μὲ τὸ δικαιολογητικόν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν ἔχει καταρτισθῆ πλήρως. Ἐπὶ τοῦ συζητουμένου σήμερον θέματος, ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ὁ Κανονισμὸς δὲν προβλέπει πρότασιν μομφῆς. Καὶ δικαίως. Διότι ὁ Κανονισμὸς θέτει τὸν Πρόεδρον ὑπεράνω μομφῆς. Ὑπάρχει ἡ περίπτωσις, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος νοσήσῃ ἐπὶ τῆς ἕδρας. Τότε λαμβάνουν θέσιν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Σήμερον τὸ ἀποτέλεσμα μομφῆς ἐπῆλθεν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, δυστυχῶς, ἡ σημερινὴ Βουλὴ ἔχει χωρισθῆ εἰς δύο στρατόπεδα, λόγῳ τῆς μικρᾶς διαφορᾶς ψήφων, ἡ μία παράταξις ἐπιδιώκει νὰ νικήσῃ τὴν ἄλλην εἰς τὰ σημεῖα. Ἡ Βουλὴ ἔχει χωρισθῆ εἰς δύο. Ἡ μία συνεδρίασεν, ὅπως προχθές, ἀπὸ τὰς 7 ἕως τὰς 10 καὶ ἡ ἄλλη ἀπὸ τὰς 10 ἕως τὰς 12. Ἰδοὺ ἡ κατάστασις, διότι περιοριζόμεθα ποῖος θὰ νικήσῃ εἰς τὰ σημεῖα. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὰ φλέγοντα ζητήματα τοῦ λαοῦ, ὅπως εἶναι τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὰ ἐθνικὰ θέματα. Ἀλλὰ ἀπὸ σήμερον, σταμάτησαν καὶ τὰ δημόσια ἔργα. Κολοσσιαῖα ζητήματα ἀπασχολοῦν τὸν λαόν μας. Ἐμεῖς περιοριζόμεθα εἰς τὰ κομματικά μας συμφέροντα καὶ ἀγνοοῦμεν τὰ βασικὰ θέματα τοῦ λαοῦ. Πολλοὶ ζητοῦν ἐκλογάς. Ἀλλὰ λησμονοῦν τί θὰ γίνῃ μετὰ τὰς ἐκλογάς. Πῶς θὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις ποὺ θὰ ἔλθῃ καὶ μὲ ποῖα μέσα τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπεφάσιζεν ἐὰν πρέπει νὰ γίνουν ἐκλογαὶ ἢ ὄχι. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἄνδρες. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν πρέπει νὰ γίνουν ἐκλογαὶ ἢ ὄχι. Σᾶς παρακαλῶ, νὰ ἀφήσητε τὴν κομματικὴν διαμάχην καὶ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λαοῦ διὰ τὴν λύσιν τῶν ζωτικῶν του ζητημάτων.
§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐκ μέρους συναδέλφων ὑπεβλήθη ἡ ὑπὸ 24 Νοεμβρίου 1965, πρότασις, ἔχουσα οὕτω: «Κύριε Πρόεδρε, Ὑποβάλλομεν πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ἔλυσαν τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τὴν 23ην τρέχοντος παρὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ παρὰ τὴν ἀντίθετον γνώμην τοῦ Σώματος. Καὶ ζητοῦμεν τὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως ἡμῶν ταύτης συζήτησιν κατὰ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Νοεμβρίου 1965». Διεξήχθη μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τῆς νομιμότητος τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως καὶ συγκεκριμένως ἂν θεμελιοῦται αὕτη εἰς διάταξίν τινα τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐν καταφατικῇ περιπτώσει περὶ προτάξεώς της καὶ συζητήσεως αὐτῆς. Ἐν συνεχείᾳ ὑπεβλήθη πρότασις συναδέλφου διὰ τὴν ἐνέργειαν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως. Κύριοι βουλευταί, ἐν ὄψει τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ ὡς καὶ τῆς γενομένης συζητήσεως καὶ τῶν ἐκτεθεισῶν ἑκατέρωθεν ἀπόψεων, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὸ Σῶμα, ὅτι τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Κανονισμοῦ καθορίζει τὰς προϋποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπευθύνει μομφὴν πρὸς τὸν βουλευτὴν διὰ τὴν ἀντικοινοβουλευτικὴν στάσιν του. Τὸ ἄρθρον 80 προβλέπει περὶ ἐκφράσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ μέλος αὐτῆς. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ πρότασις ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας συζητεῖται κατὰ προτίμησιν οἱουδήποτε ἄλλου θέματος. Οὐδαμοῦ τοῦ Συντάγματος ἢ τοῦ Κανονισμοῦ ἀναφέρεται περίπτωσις μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου. Κατὰ συνέπειαν ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις μομφῆς εἶναι νόμῳ ἀπαράδεκτος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις.
§375Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ποῖος θὰ ἀποφασίσῃ;
§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τούτου ἕνεκεν ἀποβαίνει ἄνευ ἀντικειμένου καὶ εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας διὰ τὴν πρόταξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ὡς ἄνω παρανόμου προτάσεως. Πέραν τούτου ἡ συζήτησις κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν περιορίζεται κατὰ τὸν Κανονισμὸν εἰς τὰ θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν διαλαμβάνεται ἡ ἐν προκειμένῳ πρότασις. Κατόπιν τούτου χωροῦμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ καλοῦμεν τὴν Βουλὴν εἰς ἐκλογὴν γραμματέων καὶ κοσμητόρων.
§377Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐντροπή.
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διανεμηθοῦν ψηφοδέλτια διὰ τὴν ἐκλογὴν Γραμματέων καὶ Κοσμητόρων.
§379Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφήσατε αὐτά. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο μία συζήτησις. Πᾶσα συζήτησις λήγει διὰ ψηφοφορίας. Θέλετε δηλαδὴ νέον πραξικόπημα;
§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐφαρμόσω τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν.
§381Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραβιάζετε καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν. Δὲν δυνάμεθα, θὰ συνεργήσωμεν εἰς τὰς παρανομίας σας. Κάνετέ τας μόνοι σας.
§382Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπετολμήσατε διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ χάρτου τοῦ μὴ ἔχοντος οὐδεμίαν ἐπίσημον ἰδιότητα, τόλμημα, μεγάλο πραξικόπημα. Διότι δὲν ἔχετε σεῖς τὴν ἁρμοδιότητα, δικτατορικῷ δημιουργήματι, νὰ ἀποφανθῆτε ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ συμβουλευθῆτε τὸ Σῶμα καὶ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἀντιταχθῆτε εἰς αὐτό. Καὶ διερωτῶμαι, μὲ τὸ σύστημα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἰσάγετε, ἐὰν αὔριον ὅπως δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ἐν τῷ διαπνέοντι ὑμᾶς προσωπικῷ πνεύματι τῶν τερτιπίων τοῦ Πταισματοδικείου Λεβαδείας, ἐὰν αὔριον δὲν πλαστογραφῆτε τὰς ἀποφάσεις...
§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι κατώτερον τῆς προσωπικότητός σας.
§384Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐὰν δὲν δημοσιεύετε, ὡς ψηφισθέντας νόμους ἢ ἄρθρα νόμων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐψηφίσθησαν, θὰ λέγετε, δὲν ὑπάρχει πρόνοια ἐν τῷ Συντάγματι, ἐὰν μετατρέπετε τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ὅταν θὰ σᾶς εἴπουν νὰ γίνῃ ἔλεγχος θὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόνοια, καὶ ἀρνοῦμαι νὰ θέσω ὑπὸ συζήτησιν τὸ θέμα.
§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πολίτευμα δὲν ἔπαθε τίποτε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§386Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Οὔτε ἐκλογὴ θὰ γίνῃ οὔτε θὰ φύγωμεν.
§387Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ Παπασπύρου ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει νὰ λάβῃ θέσιν ἡ Κυβέρνησις. Μᾶς κατήργησε τὰ πάντα.
§388ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ψηφολέκται, παρακαλῶ, ἐπὶ τοῦ καταλόγου. Ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§389Η. ΗΛΙΟΥ. Αὐτὸ σᾶς ἀτιμάζει προσωπικῶς.
§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἐκλογὴν Γραμματέων καὶ Κοσμητόρων. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§391Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε.
§392Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Εἶναι αἶσχος, ντροπή.
§393Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιμένετε, διότι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ. Θὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ἰδικοῦ μας Ἀντιπροέδρου. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§394Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ.
§395Ι. ΖΙΓΔΗΣ. (Ὁμιλεῖ, μὴ ἀκουόμενος. Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ὅπως προσέλθουν ἐπὶ τοῦ καταλόγου οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σταμάτης καὶ Ἀνερούσης καὶ ἐπὶ τῆς ψηφοδόχου οἱ κ.κ. Γιαννούσης καὶ Γραφάκος. (Προσελθόντων τῶν ψηφολεκτῶν ἄρχεται ἡ διὰ ψηφοδελτίων μυστικὴ ψηφοφορία). (Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς ἀνακοινοῦνται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τὰ κάτωθι ἀποτελέσματα).
§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τῆς γενομένης διαλογῆς, διεπιστώθη, ὅτι ἐψήφισαν 93 καὶ συνεπῶς δὲν ἦσαν παρόντες οἱ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς προβλεπόμενοι βουλευταὶ καὶ ἡ ψηφοφορία θὰ ἐπαναληφθῇ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ὁ νόμιμος ἀριθμὸς διὰ τὴν ἐκλογὴν Κοσμητόρων καὶ Γραμματέων παρέλκει ἡ ἔρευνα καὶ ἡ διαλογή.
§398Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, παρακαλῶ νὰ λύσετε τὴν συνεδρίασιν.
§399ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης, κ. συνάδελφοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὸ Σῶμα, ὅτι μοῦ κατετέθη διαμαρτυρία ἐκ μέρους τοῦ κ. Μπακοπούλου καὶ ἄλλων συναδέλφων τῆς Ε.Κ., ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: Πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς Οἱ κάτωθι ὑπογεγραμμένοι βουλευταὶ κατάπληκτοι πρὸ τοῦ θλιβεροῦ θεάματος τῆς διεξαγωγῆς ψηφοφορίας ὑπὸ τὴν προστασίαν ἰσχυροτάτης δυνάμεως Χωροφυλακῆς καὶ τὴν ρίψιν ψηφοδελτίων ὑπὸ Ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς, καταγγέλλομεν τὸ πραξικόπημα τοῦτο ὡς κλονίζον τὰ βάθρα τῆς Δημοκρατίας καὶ τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς. Θεωροῦμεν συνυπεύθυνον μετὰ τοῦ ὑπὸ κατηγορίαν Προεδρείου καὶ τὴν παρισταμένην καὶ εὐλογοῦσαν τὰς παρανομίας καὶ τὴν οἰκτρὰν νοθείαν Κυβέρνησιν καὶ διαμαρτυρόμενοι, ἀποχωροῦμεν. 25.11.1965 Διὰ τοὺς βουλευτὰς τῆς Ε.Κ. Ν. Μπακόπουλος, Ν. Κουντούρης, Θ. Καμπερίδης, Α. Ἀγγελούσης, Δ. Διαμαντίδης, Μ. Ξυλούρης, Τ. Πλεύρης, Λ. Νικολαΐδης, Σ. Κατσώτας, Ι. Γιαννόπουλος, Η. Σακαλῆς, Γ. Λαζαρίδης, Δ. Μυλωνᾶς, Κ. Κωνιωτάκης, Δ. Κίνιας, Γ. Σερπάνος, Η. Κατριβᾶνος, Ν. Παπαηλίας, Α. Μπουρνιᾶς, Π. Κατσικόπουλος, Ν. Μαλλιάκας, Δ. Ἀντωνιάδης, Τ. Κολοκυθᾶς, Κ. Τσιριμῶκος, Ε. Ἀρβανιτάκις, Π. Πολυχρονίδης, Δ. Ἄρχος, Π. Κατσώτας, Γ. Παπαδημητρίου, Ι. Μελᾶς, Ν. Ζορμπᾶς, Γ. Καστανίδης, Γ. Καραγκιώζης, Λ. Λασκαρίδης, Ι. Σακελλαρίου, Θ. Μαναβῆς, Α. Κοκκέβης, Λ. Λυμπέρης, Μ. Στεφανίδης, Φ. Βουνάτσος, Α. Βλασακούδης, Γ. Λαμπριανός, Δ. Παπαδόπουλος, Κ. Περραιβός, Δ. Παπαϊωάννου, Κ. Παπασπύρου, Ι. Ἀλευρᾶς, Ε. Ζαπάρτας, Χρ. Τούντας, Ι. Βαλυράκης, Χ. Χονδρομματίδης, Φ. Παπαδόπουλος, Ι. Χαραλαμπόπουλος, Θ. Παπαπαναγιώτου, Α. Τζιζῆς, Ε. Τομαρᾶς, Ξ. Γρηγόρης, Δ. Κρόκος, Ι. Κυριαφίνης, Ι. Παπασπύρου, Δ. Θεοχαρίδης, Κ. Πετρόπουλος, Α. Παπαϊωάννου, Φ. Παναγιωτόπουλος, Α. Σπανορρήγας, Ε. Βανταλῆς, Γ. Μιχελογιάννης, Ε. Ματζαπετάκης, Ι. Σεργάκης, Σ. Μπίρης, Ι. Κουτσοχέρας, Ν. Μπόμπολας, Γ. Ἀναγνωστόπουλος, Α. Κανελλόπουλος, Σ. Παπαπολίτης, Γ. Λούλης, Τ. Κεφαλληνός, Σ. Χασαπίδης, Α. Ἀντωνίου, Ι. Ζίγδης, Γ. Βασιλᾶτος, Μ. Χλουβεράκης, Ε. Ἀνθόπουλος, Α. Μαυρίδης κλπ. Ἐπίσης ὑπεβλήθη δήλωσις ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ὁμάδος τῆς ΕΔΑ, ἔχουσα οὕτω: α) Ἀποφανθεὶς χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ Πρόεδρος αὐτῆς καὶ κηρύξας ἀπαράδεκτον τὴν λῆψιν ἀποφάσεως τοῦ Σώματος ἐπὶ τῆς προτάσεως μομφῆς κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καὶ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου, καταδήλως υἱοθετηθείσης κατὰ τὴν μακρὰν συζήτησίν της ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Σώματος, ὑπερέβη τὰς ἐξουσίας, τὰς ὁποίας ἀναθέτει εἰς αὐτὸν τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Κανονισμοῦ, περιεφρόνησε τὸ Σῶμα καὶ εἰσήγαγε τὰ φασιστικὰ συστήματα λήψεως διὰ λογαριασμὸν τοῦ Σώματος ἀλλ’ ἐναντίον τῆς θελήσεως αὐτοῦ ἀποφάσεων ὑπὸ μόνου τοῦ Προέδρου καὶ ἐπιβολῆς των διὰ τῆς δυνάμεως τῆς βίας τῆς φρουρᾶς τῆς Βουλῆς. Ὡς ἐκ τούτου θεωροῦμεν, ὅτι ὑφίσταται ἐκκρεμὲς ζήτημα Προέδρου καὶ Αʹ Ἀντιπροέδρου, τελούντων πάντοτε ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος. β) Προχωρήσας μετὰ ταῦτα εἰς ψηφοφορίαν πρὸς ἐκλογὴν Κοσμητόρων καὶ Γραμματέων πρὶν λυθῇ τὸ παρεμπίπτον θέμα τῆς προτάσεως μομφῆς καὶ τοῦ Κανονισμοῦ παρεβίασε καὶ αὖθις τὸ ἄρθρον 46 τοῦ Κανονισμοῦ. γ) Ἡ κοινοβουλευτικὴ ὁμὰς τῆς ΕΔΑ στηλιτεύει τὴν μέθοδον διεξαγωγῆς τῆς ψηφοφορίας, καὶ τὸ Βουλευτήριον ἐτέλει ὑπὸ εἰσβολὴν τῆς Φρουρᾶς τῆς Βουλῆς καὶ στρατιωτικὴν κατοχήν, καὶ τὴν ἄσκησιν βίας κατὰ βουλευτῶν καὶ μὲ θλῖψιν διαπιστώνει τὴν διὰ τῆς σιωπηρᾶς ἀνοχῆς καὶ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν ψηφοφορίαν συνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ προσωπικῶς τοῦ Προέδρου αὐτῆς ὡς καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ εἰς πραξικοπηματικὴν ἐνέργειαν ὑπονομεύουσαν καὶ καταρρακώνουσαν τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς καὶ καταγγέλλει τὴν νέαν ἐπιβολὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Νοεμβρίου 1965 Οἱ δηλοῦντες βουλευταὶ Η. Ἠλιοῦ, Ν. Σκοπούλης, Θ. Παππᾶς, Δ. Παπανικολάου, Ν. Γανίτης, Γ. Πανάγος, Δ. Στρατῆς, Ξ. Γρηγόρης, Μ. Καραγιώργη, Α. Τσιάρας, Μ. Θεοδωράκης, Π. Δούκας, Β. Νεφελούδης, Ε. Σακελλάρης, Β. Ἐφραιμίδης, Ι. Παπαδημητρίου κλπ. Κύριοι συνάδελφοι, μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, παρακαλῶ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§400ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§401ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλλείψει ἀπαρτίας, λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 5 π.μ.)