1965.04.05
1,934 rows · 14,579 words · 174 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67η
Δευτέρα 5 Ἀπριλίου 1965
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 6.25′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Μαυριδόγλου, ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Σπύρου, ζητεῖ ἄδειαν, προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ βουλευτὴς κ. Ξ. Γρηγόρης, ζητεῖ ἄδειαν, προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι ἐστάλησαν εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Σώματος τὰ ἑξῆς τηλεγραφήματα: Ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον Βουλῆς Ἀθήνας Ἀπὸ δεκαημέρου εὑρίσκομαι κλινήρης Στόπ. Συνεχιζομένης ἀσθενείας μου ἀδυνατῶ παρίσταμαι συνεδριάσεις Βουλῆς.
ΚΛΕΩΝ ΠΙΑΛΟΓΛΟΥ
βουλευτὴς Ξάνθης Πρὸς Βουλ. Ἀθανασιάδην–Νόβαν Πρόεδρον Βουλῆς Ἑλλήνων Ἀθήνας Μεταβὰς ἰδιαιτέραν ἐκλογικὴν περιφέρειαν πρὸς ἀντιμετώπισιν σοβαρωτάτων τοπικῶν προβλημάτων, λυποῦμαι μὴ δυνάμενος παραστῶ συνεδρίασιν Βουλῆς Δευτέρας 5ης Ἀπριλίου, Στόπ. Παρακαλῶ ἀπουσία μου θεωρηθῇ δικαιολογημένη.
ΑΣΤ. ΧΑΣΑΠΙΔΗΣ
βουλευτὴς Πιερίας Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Β. Ἰντζές, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§8Β. ΙΝΤΖΕΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Γ. Μπακατσέλος (Ὑπουργὸς Ἐργασίας), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως καὶ περὶ ἑτέρων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Β. Ἐφραιμίδης, Α. Μπριλλάκης, Λ. Κύρκος, Μ. Καραγιώργη, Ν. Γανίτης, Σ. Ἠλιόπουλος, Γ. Πανάγος, Θ. Παππᾶς, Ε. Σακελλάρης, Ι. Παπαδημητρίου, Δ. Παπανικολάου, Π. Δούκας, Ν. Σκοπούλης, Μ. Θεοδωράκης, Ξ. Γρηγόρης καὶ Β. Νεφελούδης, καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Δημοτικοῦ καὶ Κοινοτικοῦ Κώδικος (Ν.Δ. 2888)1954) καὶ τοῦ Κώδικος «περὶ προσόδων τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων» (Δ. 24. 9.58). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Καραγιώργη, Η. Ἠλιοῦ, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Β. Νεφελούδης, καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 103 Διεθνοῦς Συμβάσεως τῆς Διεθνοῦς Ὀργανώσεως Ἐργασίας «περὶ προστασίας τῆς μητρότητος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Α. Φροντιστής, 2) Τ. Γεωργίου, Ε. Μπακλατζῆς, Α. Πετραλιᾶς, Ε. Κοθρῆς, Δ. Κίνιας καὶ Δ. Κωστῆς, 3) Χ. Πιπιλῆς, 4) Α. Καλαντζάκος, καταθέτουσι προσθήκας καὶ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 2 Ν.Δ. 4028)1959 «περὶ ἱεραρχίας προαγωγῶν καὶ τοποθετήσεων τῶν Ἀξιωματικῶν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Α. Φροντιστής, 2) Δ. Κωστῆς, Ε. Ματζαπετάκης, Ι. Τσιριμῶκος, Π. Κατσικόπουλος, Ι. Ἀλευρᾶς, Γ. Τζώρτζης καὶ Φ. Παναγιωτόπουλος, καταθέτουσι προσθήκας καὶ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ προστασίας ἀναπήρων πολέμου καὶ εἰρηνικῆς περιόδου στρατιωτικῶν, νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Ι. Διαμαντόπουλος, Α. Παπαϊωάννου, Ν. Ἀλαβᾶνος, Κ. Δημόπουλος, Κ. Περραιβὸς καὶ Ε. Ἀνερούσης, 2) Δ. Κωστῆς, 3) Ι. Βαρβιτσιώτης καὶ Ι. Μποῦτος, 4) Ι. Τσιριμῶκος, 5) Δ. Βρανόπουλος, 6) Ε. Κοθρῆς, Χ. Ἀποστολάκος, Π. Κατσώτας, καταθέτουσι προσθήκας καὶ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Α. Βερνῖκος, 2) Λ. Λυμπέρης, Α. Τζιζῆς, Ι. Τσιριμῶκος, Κ. Σιγανίδης, Φ. Παπαδόπουλος, Β. Ἰντζὲς καὶ Λ. Λαγάκος, καταθέτουσι προσθήκας καὶ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως θέσεων παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Βιομηχανίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Φ. Μαῦρος, Ι. Ἀλευρᾶς, Ι. Βαλυράκης, Κ. Παπασπύρου, Ι. Βαρβιτσιώτης, Χ. Καραπιπέρης καὶ Ν. Ἀναγνωστόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐλέγχου τῆς ναυσιπλοΐας, ἐπιθεωρήσεως ἐμπορικῶν πλοίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Καλαντζάκος, καταθέτει προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων νόμου 5258)31 «περὶ Μετεωρολογικῆς Ὑπηρεσίας» καὶ νόμου 4150)61 «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τῆς Ε.Μ.Υ. κλπ.».
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Οἱ κ.κ. Π. Κατσώτας καὶ Α. Αὐγερινὸς ὑπέβαλον νομοτύπως αἴτησιν, ὅπως ὁ πρῶτος τούτων λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Κατσώτα, ἔχετε τὸν λόγον.
§10Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς (3 Ἀπριλίου), κ. Πρόεδρε, καὶ περὶ ὥραν 6.23′ ἀνήλθατε εἰς τὴν ἕδραν καὶ εἴπατε τὰ ἀκόλουθα: «Κύριοι συνάδελφοι. Λυποῦμαι, διαπιστῶν, ὅτι παριστάμεθα μόνον 21 βουλευταί. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, συμφώνως πρὸς τὴν χθεσινὴν δήλωσιν, νὰ λύσω τὴν Συνεδρίασιν ἐλλείψει ἀπαρτίας καὶ νὰ ἐπαναλάβω καὶ αὖθις, ὅτι καὶ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, τὴν 6ην ἀπογευματινὴν ἀκριβῶς, θὰ εὑρίσκωμαι ἐπὶ τῆς ἕδρας καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ καὶ πάλιν ἀπαρτία θὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Βεβαίως, συνεδριάζει τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἡ Ἐπιτροπὴ Παιδείας, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτοὺς μόλις φθάνομεν τὸν ἀριθμὸν 33 ἀντὶ τῶν 100, ποὺ ἀποτελοῦν κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ κατώτατον ὅριον ἀπαρτίας. Καὶ ὅταν τινὲς τῶν παρόντων κ. βουλευτῶν, ἠθέλησαν νὰ λάβουν τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀποτραπῇ ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, τοὺς εἴπατε: «Σᾶς ἀκούω εὐχαρίστως, ἀλλὰ ἡ συνεδρίασις ἐλύθη». Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Κανονισμοῦ: «Ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῆς Συνεδριάσεως, συναινέσει δὲ τῆς Βουλῆς τὴν λῆξιν αὐτῆς. Ἀπαγγέλλων τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως ὁ Πρόεδρος προσδιορίζει συγχρόνως ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, τὴν ἡμέραν καὶ ὥραν τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως καὶ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι, ἀκριβῶς δὲν συνέβη. Τουτέστιν: Οὔτε ἡ συναίνεσις τῆς Βουλῆς ἐζητήθη διὰ νὰ λυθῇ ἡ Συνεδρίασις, οὔτε ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, συνεμορφώθητε πρὸς τὸ μνημονευθὲν ἄρθρον 40 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Καὶ ναὶ μὲν τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ, παρ. 2α ἀναγράφει: «Ἡ διαπίστωσις περὶ ὑπάρξεως τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν πρὸς διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς ἀνήκει εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς». Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, συμβαίνει νὰ μὴ ὑπῆρχαν 2 κύριαι προϋποθέσεις, διὰ τὴν παρ’ ὑμῶν λύσιν τῆς συνεδριάσεως ἐλλείψει ἀπαρτίας, κατ’ ἐφαρμογὴν τῆς 2ας παρ. τοῦ ἄρθρου 39. Πρῶτον: Δὲν ἔλαβον γνῶσιν, οἱ κ.κ. βουλευταί, ἢ τοὐλάχιστον ἡ μεγάλη πλειοψηφία τούτων, τῆς κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης ἀνακοινώσεώς σας πρὸς τὸ Σῶμα, ὅτι θὰ προσέρχεσθε εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν Συνεδριάσεων τὴν τακτὴν ὥραν καὶ ὅτι θὰ λύετε τὴν συνεδρίασιν ἂν δὲν διαπιστωθῇ ὕπαρξις ἀπαρτίας. Κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν δέ, μέχρι σήμερον ἔθιμον, ἐκ παραδόσεως καὶ ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν, ποτὲ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς δὲν ἤρχισε τὴν τακτὴν ὥραν καὶ ποτὲ σχεδὸν δὲν ἐλύθη ἡ συνεδρίασις ἐὰν κατὰ τὴν ἔναρξιν δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ προβλεπόμενος ἀριθμὸς βουλευτῶν, δεδομένου, ὅτι μετὰ πάροδον ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος καὶ μέχρι λήξεως ἀνακοινώσεως τῶν ἀναφορῶν, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ ὑπῆρχε ἀναμφισβητήτως ἀπαρτία. Δεύτερον: Διότι συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς: «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ, ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, μηδὲ νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ ἀπολύτου πλειοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις, ὅμως, οὐδέποτε δύναται νὰ εἶναι μικροτέρα τοῦ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται». Ἑπομένως, κ. Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἀφοῦ δὲν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν ἀνακοινουμένων ἀναφορῶν, ἠδύνατο νὰ συνεδριάζῃ κατὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τούτων, ἀφοῦ ἄλλωστε εἶναι βέβαιον, ὅτι μετὰ πάροδον ὀλίγων λεπτῶν θὰ ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Ἡ δὲ ἀπόφασίς σας, κ. Πρόεδρε, ὅπως αἱ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοραί, μὴ ἀνακοινοῦνται εἰς τὸ Σῶμα, ἀλλὰ ἀναγράφονται μόνον εἰς τὰ πρακτικά, ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ σχετικὸν ἄρθρον 42 τοῦ Κανονισμοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐλήφθη κατόπιν ὑποδείξεων μικροῦ ἀριθμοῦ βουλευτῶν, διὰ τὴν μεθόδευσιν τῶν συζητήσεων καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 42 λέγει: «...(ἀναγινώσκει)...». Συνέπεια τῆς οὕτω λύσεως τῆς συνεδριάσεως, κ. Πρόεδρε, ὑπῆρξεν ἡ ἀναγραφὴ σχολίου ἐκ μέρους τοῦ ἡμερησίου Τύπου εἰς βάρος τοῦ συνόλου τοῦ Σώματος καὶ τῶν μελῶν αὐτοῦ. Καὶ ἡμεῖς μέν, κ. Πρόεδρε, ὅπως καὶ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα, ἔχομεν ἐπίγνωσιν τῆς θέσεώς μας καὶ τῶν ὑποχρεώσεών μας ἔναντι τῆς χώρας καὶ τοῦ λαοῦ μας καὶ δὲν ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὰ οἱαδήποτε σχόλια, ἀφοῦ ἐρωτῶμεν πάντοτε, προκειμένου νὰ πράξωμεν τὸ καθῆκον μας, τὴν συνείδησίν μας καὶ μόνην αὐτήν. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ ὑμᾶς ὡς τὸν νόμιμον ἐκπρόσωπον τοῦ Σώματος, ἡ Βουλὴ ἀνέμενε καὶ ἀναμένει νὰ τὴν ἐκπροσωπήσητε καὶ τώρα καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀπολύτως καὶ νὰ μὴ τὴν ἀφήσητε ἔκθετον. Οὕτω, τὴν ἑπομένην ἡμέραν, δηλαδὴ τὸ Σάββατον 3 Ἀπριλίου, ἀνεγράφη ἐπὶ λέξει εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας, ὅτι: «Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κ. Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας, εἰς δηλώσεις του πρὸς τοὺς δημοσιογράφους, μετὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, ἐδήλωσεν, ὅτι κατόπιν συνεννοήσεώς του μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας θὰ ἐφαρμοσθοῦν ἄνευ ἐλαστικότητος αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὸν χρόνον ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων, τὴν ἀπαρτίαν καὶ ἄλλα συναφῆ θέματα». Αἱ ὡς ἄνω δηλώσεις σας, κ. Πρόεδρε, ἐγένοντο παρὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ εἶναι ὑποτιμητικαὶ διὰ τὸ Σῶμα καὶ ταυτοχρόνως ἐνέχουν καὶ κἄποιαν δόσιν ἀπειλῆς. Κύριε Πρόεδρε, δύνασθε καὶ ὑποχρεοῦσθε μάλιστα, νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμὸν πλήρως καὶ ἀπολύτως, ἀλλὰ δὲν χρειάζεται καὶ δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε προειδοποίησις, οὔτε δημοσίευσις καὶ πολὺ περισσότερον ἀπειλή. Ζητοῦμεν ὅθεν, κ. Πρόεδρε, μεγαλυτέραν λεπτότητα κατὰ τὸν χειρισμὸν θεμάτων ποὺ ἀφοροῦν τὸ Σῶμα. Ἀλλὰ κ. Πρόεδρε καὶ εἰς ἕνα ἄλλο θέμα σοβαρώτατον καὶ ὑμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, ἀφήκατε καὶ ἀφήνετε ἔκθετον τὸ Σῶμα. Κατὰ καιροὺς ἀνεγράφησαν καὶ ἀναγράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας σχόλια εἰς βάρος τοῦ συνόλου τῶν βουλευτῶν διὰ τὴν αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως εἰς 25.000 δραχμὰς μηνιαίως. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἐσήκωσε τὸ ἀνάστημά του διὰ νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν. Νὰ εἴπῃ δηλαδή, πόσα ἀκριβῶς λαμβάνουν οἱ βουλευταὶ μηνιαίως (19.500 περίπου), ποίας βαρείας οἰκονομικὰς ὑποχρεώσεις ἔχουν καὶ τέλος, ὅτι δὲν εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἐζήτησαν τὴν αὔξησιν τῆς ἀποζημιώσεώς των, κατὰ 6.000 δραχμὰς μηνιαίως καὶ ὄχι εἰς τὸ διπλάσιον. Ἐὰν ἐγνώριζε τοῦτο ἡ Βουλή, κ. Πρόεδρε, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἐδέχετο τὴν αὔξησιν τῶν 6.000 δραχμῶν τῆς ἀποζημιώσεως. Τέλος, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ θέμα τῆς τακτικῆς παρουσίας τῶν βουλευτῶν, ἀναμφισβητήτως ὑπάρχουν εὐθῦναι καὶ ἀφοῦ τὰ πάντα ἦλθον εἰς τὴν δημοσιότητα, θεωροῦμεν ὑποχρέωσίν μας νὰ φέρωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ θέμα εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ νὰ καταμερίσωμεν τὰς εὐθύνας. Οὕτω: 1) Εὐθύνονται οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι δὲν προσέρχονται εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ μάλιστα τὴν τακτὴν ὥραν. Πιθανὸν 2 ἢ 5 ἢ 10 ἐξ αὐτῶν νὰ εἶναι ἀπησχολημένοι, οἱ λοιποὶ ὅμως 25, ὤφειλον καὶ αὐτοὶ νὰ εἶναι παρόντες τὴν τακτὴν ὥραν. 2) Εὐθύνονται οἱ κ.κ. Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ οἱ νόμιμοι κοινοβουλευτικοὶ ἐκπρόσωποι αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε, πλὴν σπανίων ἐξαιρέσεων, προσέρχονται εἰς τὴν Βουλήν. 3) Εὐθύνεται τὸ προεδρεῖον, κ. Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦται νὰ τηρῇ τὸν Κανονισμόν, χωρὶς προειδοποιήσεις καὶ χωρὶς δόσιν ἀπειλῆς. 4) Εὐθύνονται, τέλος, οἱ κ.κ. βουλευταί. Ἀλλὰ ἐάν, κ. Πρόεδρε, προσήρχοντο εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν τακτὴν ὥραν οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ καὶ οἱ κ.κ. Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, καὶ ἐὰν τὸ Προεδρεῖον καὶ οἱ πολλαπλοῖ βοηθοί του προσήρχοντο ἐπίσης τὴν τακτὴν ὥραν, εἶναι βέβαιον, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ διελύετο ἡ Βουλὴ ἐλλείψει ἀπαρτίας. Εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἰδίᾳ εἰς τὰς δυσκόλους στιγμάς, ἡ σοβαρωτέρα καὶ ἡ ἀρτιωτέρα διαταγή, δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸ «παράδειγμα». Ὅταν δέ, κ. Πρόεδρε, πράττῃ τις, πρῶτος αὐτός, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ πράξουν οἱ ἄλλοι, δὲν χρειάζεται οὔτε ἐντολή, οὔτε ἀπειλή. Οἱ ἄλλοι θὰ μιμηθοῦν τὸ παράδειγμά του.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, ὀφείλω νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι οὐδέποτε παρέλειψα τὸ καθῆκον μου. Ἀπὸ τῆς 6ης ἀπογευματινῆς εὑρίσκομαι πάντοτε εἰς τὸ γραφεῖον μου καὶ τελῶ συνεχῶς ἐν ἐπαφῇ μὲ τὴν αἴθουσαν συνεδριάσεων καὶ μετὰ λύπης πληροφοροῦμαι ἑκάστοτε ὅτι εἶναι πολὺ ἀραιὰ ἡ προσέλευσις τῶν κυρίων βουλευτῶν εἰς τὸ Βουλευτήριον. Θητεύω καὶ ἐγὼ ἐπὶ 40 ἔτη εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἐπιτρέψατέ μου φιλικῶς, διότι σεῖς ὡμιλήσατε ὡς νὰ ὑπάρχῃ ἐχθρικὴ διάθεσις, νὰ σημειώσω ὡς συνάδελφος, ὅτι εἶναι κοινὸν τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν κανονικὴν καὶ ἀποδοτικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν διατήρησιν τοῦ γοήτρου του παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ. Πράγματι δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους ὡς ἀνεγνωρίσατε καὶ ὑμεῖς, ἐσχάτως ἔχει παρουσιασθῆ μία χαλάρωσις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔγκαιρον προσέλευσιν τῶν βουλευτῶν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Τοῦτο πλειστάκις παρετήρησα ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἠναγκάσθην νὰ δηλώσω, ὅτι ἐὰν ἀπὸ τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως δὲν προσέλθῃ ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας, θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτίθεται συνεχῶς τὸ Προεδρεῖον. Ἐξήγγειλα τὴν ἀνάγκην τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὑπάρξεως περισσοτέρου ἐνδιαφέροντος ἐκ μέρους ὑμῶν, ὥστε νὰ εἶναι ἀποδοτικωτέρα ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου. Εἴθισται πράγματι, ὡς εἴπατε καὶ εἰς ἄλλας Βουλὰς νὰ ἀρχίζουν αἱ συνεδριάσεις μὲ μειωμένον ἀριθμὸν βουλευτῶν καὶ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ διαπιστοῦται ὑπ’ εὐθύνη τοῦ Προεδρείου ἡ ὕπαρξις ἀπαρτίας. Καὶ ἡ εὐθύνη ἡ ἰδική μου δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, ὅταν διὰ λόγους οἰκονομίας τῶν πραγμάτων ἀναγκάζωμαι νὰ διαπιστώσω τὴν ὕπαρξιν ἀπαρτίας διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ συνεδρίασις. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἀναφορῶν, ὅπως γνωρίζετε διὰ νὰ γίνῃ ἐγκαίρως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ οὐδενὸς εἴδους ἔργον τοῦ Κοινοβουλίου. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν λύσιν τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως, θὰ ἤθελον νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἀνέφερον, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν συνεδρίαζεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ παρέλειψα τὴν 15μελῆ Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ὄντως συνεδριάζει καθ’ ἑκάστην καὶ τοῦτο διότι δὲν μοὶ ἀνεκοινώθησαν αἱ ἡμέραι καθ’ ἃς συνέρχεται, ὡς καὶ ἡ ὥρα ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεών της. Ἐπληροφορήθην κατόπιν, ὅτι συνεδριάζει καθ’ ἑκάστην. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δὲ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὁπότε ἐλύθη ἐλλείψει ἀπαρτίας, ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ συνεδρίαζε καὶ πράγματι εἶχον καθῆκον νὰ τὴν ἀναφέρω. Ὅσον ἀφορᾶ τὰς δηλώσεις μου τῆς ἑσπέρας ἐκείνης οὐδόλως ἐνεῖχον τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπειλῆς. Ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τῶν δημοσιογράφων ἐδήλωσα ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου ὀφείλει νὰ ἐφαρμόζεται κατὰ τρόπον σαφέστερον καὶ ἄνευ ἐλαστικότητος ὁ Κανονισμὸς καὶ ὅτι εἰς τοῦτο, εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἴπατε, ὅτι συνήθως ἀρχίζουν τὰς συνεδριάσεις των αἱ Βουλαὶ μὲ περιωρισμένον ἀριθμὸν βουλευτῶν. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐφήρμοσα καὶ ἐγὼ ὅπως σᾶς εἶπα πρὸ ὀλίγου μὲ ἕνα πνεῦμα ἐλαστικότητος καὶ ἐξοικονομήσεως τῶν πραγμάτων. Ἀλλά, κ. βουλευταί, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πολλάκις κάθημαι εἰς τὴν ἕδραν αὐτὴν καὶ ἀριθμῶν τοὺς βουλευτὰς βλέπω, ὅτι ἀκόμη καὶ εἰς περιπτώσεις ποὺ εἰδοποιήθησαν προσωπικῶς οἱ κ.κ. βουλευταί, ὅτι θὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, μόλις κατωρθώναμεν νὰ φθάσωμεν μετὰ μιάμισυ ὥραν τὸν ἀριθμὸν τῶν 101 βουλευτῶν, ἤτοι τὸ κατώτατον ὅριον τῆς ἀπαρτίας. Ὅλα αὐτὰ μὲ ἔπεισαν ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ληφθοῦν μέτρα τινὰ διὰ νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐκτιθέμεθα ἐνώπιον τοῦ τύπου ἐνώπιον τῆς Κοινῆς Γνώμης, τῆς ὁποίας φορεὺς εἶναι καὶ ὁ τύπος, μὲ τὴν χαλαρότητα, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὰς συνεδριάσεις. Εἶχα καὶ τὴν ἔγκρισιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ὥρα ἦτο 6.20′ καὶ ἦσαν παρόντες 21 μόνον βουλευταὶ μαζὶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας ποὺ παρίστατο, ἠναγκάσθην νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Οὐδεμία ὑπῆρξεν ἀπειλή. Εἰς ἐρώτησιν τῶν δημοσιογράφων ἀπήντησα ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Καὶ τὶ ἄλλο ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ μὲ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως; Συνεπῶς οὔτε ἐκ μέρους τῶν κυρίων βουλευτῶν ὑπῆρξε κανένα πνεῦμα ἀντιδράσεως ἠθελημένης, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προεδρείου.
§12Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κατσώτα, παρακαλῶ, ἐπειδή, εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι, νὰ μὴ συνεχίσωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
§14Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὄχι διότι ἠθέλησα νὰ ἐκφράσω μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου καὶ ἰδιαιτέρως καθ’ ὑμῶν προσωπικῶς, τοῦ ὁποίου τιμῶ τὸ ἦθος, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ διότι ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι ἐὰν ἡ αἴθουσα δὲν εἶναι πλήρης, τὸ σφάλμα δὲν εἶναι μόνον τῶν βουλευτῶν. Εἶπον ὅτι οἱ βουλευταί, ἂν θέλετε νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λαϊκὴν ἔκφρασιν, ἀποτελοῦν τὸν πέμπτον τροχὸν τῆς ἁμάξης. Ἐὰν προσήρχοντο οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ οἱ κύριοι Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, νὰ ἦσθε βέβαιος, κύριε Πρόεδρε, ὅτι θὰ παρίστατο ὄχι μόνον ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ πολὺ μεγαλύτερος. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, ὅπως γνωρίζετε καὶ σεῖς καὶ θὰ γνωρίζουν ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀντίκτυπος εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ἐκ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως ἦτο μεγάλος καὶ εἶναι εἰς βάρος τῶν βουλευτῶν, ἐνῷ δὲν εἶναι αὐτοὶ κυρίως ὑπεύθυνοι. Αὐτὰ ἤθελα νὰ τονίσω καὶ νὰ γίνῃ σύστασις εἰς τοὺς βουλευτάς, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως καὶ εἰς ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἐξ ἴσου ἂν ὄχι μεγαλυτέραν τὴν εὐθύνην, νὰ ἔρχωνται διὰ νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχουν ζητήσει πολλοὶ συνάδελφοι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Σειρὰν ἔχει ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος.
§16Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν ὁπότε ἐλύσατε τὴν συνεδρίασιν ἐλλείψει ἀπαρτίας ἡ δωδεκαμελὴς Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ συνεδρίαζεν ἀπὸ τῆς 6ης μ.μ. ὥρας μέχρι τῆς 12.30′ μετὰ μεσονύκτιον, ὅπως προκύπτει καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν εἶναι ἡ μόνη φορά. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ Βουλὴ ἀνέθεσε σοβαρώτατον καὶ ἐπίμοχθον ἔργον καὶ καθ’ ἑκάστην πλὴν τοῦ Σαββάτου ἡ Ἐπιτροπὴ συνεδριάζει ἀπὸ τῆς 6ης ἀπογευματινῆς μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ πέραν τούτου. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ τονίσω καὶ νὰ δηλωθῇ, ὅτι ὁσάκις δὲν εὑρίσκωνται παρόντες οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν Ἐπιτροπήν, οὗτοι πρέπει νὰ εἶναι δικαιολογημένοι καὶ νὰ θεωροῦνται παρόντες. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος, καίτοι ἡ Βουλὴ τοὺς γνωρίζῃ νὰ τοὺς κατονομάσω ὑπὸ τὴν εὐθύνην ποὺ ἔχω ὡς Πρόεδρος διὰ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά. Εἶναι οἱ συνάδελφοι κ.κ. Γ. Ράλλης, Γ. Γρηγορίου, Α. Σπηλιάκος, Κ. Τσιριμῶκος, Τ. Κεφαλληνός, Ι. Σεργάκης, Φ. Παπαδόπουλος, Κ. Παπακωνσταντίνου, Κ. Καλλίας, Ι. Μποῦτος, Σ. Ἡλιόπουλος καὶ ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ. Ἀλλὰ πέραν τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν λάβει γνῶσιν, ὅτι ἡ καθιερωθεῖσα διὰ μικρᾶς ἐφαρμογῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔργῳ καὶ πράξει ἀρχή, ὅτι ναὶ μὲν ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει τὴν 6ην ἀπογευματινήν, ὡς ὥραν ἐνάρξεως, ἀλλ’ ἕως ὅτου ἀναγνωσθοῦν αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐν συνεχείᾳ τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Κατσώτας ἀρχίζομεν πάντοτε μετὰ τὰς 6.30′ μ.μ. ἐπρόκειτο νὰ ἀλλάξῃ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐτονίσατε, ἔπρεπε νὰ εἶχε γνωστοποιηθῆ καὶ ἐγγράφως εἰς ὅλους τοὺς βουλευτάς. Ἀλλ’ ἀκόμη, κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς διὰ τὴν ὥραν ἐνάρξεως τὴν 6ην ἀπογευματινήν, θὰ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπίσης καὶ διὰ τὴν ὥραν λήξεως τῆς συνεδριάσεως. Διότι, ὅταν οἱ βουλευταὶ ἀσχολοῦνται μέχρι τῆς 3ης πρωϊνῆς καὶ πέραν ταύτης συνήθως, δὲν ἠμποροῦμεν, ἐὰν οἱ κύριοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τόσα ἔργα νὰ ἐπιλύσουν, ἔλθουν ὀλίγον ἀργότερον, νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν ἐκπληροῦν τὰ καθήκοντά των. Διότι, κύριε Πρόεδρε —εἰς οὐδένα καταλογίζω εὐθύνας— τὸ γεγονὸς τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως τῆς Παρασκευῆς ἐλλείψει ἀπαρτίας, ἔσχε τεραστίαν ἀπήχησιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ὅλοι ὑπέστημεν καὶ σκώμματα καὶ εἰρωνείας. Καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ λεχθοῦν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ αὐτὰ τὰ ὀλίγα διὰ νὰ ἀντιληφθῇ πᾶς τις, ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐργάζονται κατὰ συνείδησιν. Ἂν ὑπάρχουν τινὲς οἱ ὁποῖοι ἀπουσιάζουν εἴτε ἐξ ἀνωτέρας βίας, εἴτε ἐκ κακῆς συνηθείας ποὺ καὶ ἐγὼ θὰ ἠδυνάμην νὰ τὸ ἐπισημάνω, δὲν εἶναι δυνατὸν συλλήβδην νὰ κατηγοροῦμεν ὅλους, ὅταν ὑπάρχουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν λείπουν ποτὲ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ νὰ διασύρωνται οἱονεὶ καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῇ, ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐπιτελοῦν τὸ καθῆκον τους. Ἐὰν θὰ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 6 μ.μ. πρέπει ἐπίσης νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ εἰς τὰς 11 μ.μ. νὰ λύωνται αἱ συνεδριάσεις. Καὶ ἰδιαιτέρως, κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ συνεδριάζῃ θὰ πρέπει οἱ 12 βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐπωμίσθησαν αὐτὴν τὴν μεγάλην ἐντολὴν τῆς ὁλομελείας τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ εἴμεθα δικαιολογημένοι καὶ νὰ θεωρούμεθα παρόντες.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἂν πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ ἐπρότεινα νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἄλλην συνεδρίασιν νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα. Διότι μὲ τοὺς πολλοὺς ἐγγεγραμμένους νὰ ὁμιλήσουν φαντάζομαι ὅτι θὰ παραταθῇ πολὺ ἡ συζήτησις καὶ θὰ καταναλωθῇ ὁλόκληρος ἡ Συνεδρίασις.
§18Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριε Τζώρτζη, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε, διότι ζητεῖτε τώρα τὸν λόγον. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Η. Ἡλιοῦ ὡς ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ.
§20Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι εἶχον δίκαιον καὶ ὁ κ. Κατσώτας καὶ ὁ κ. Βασιλᾶτος, δεδομένου, ὅτι κατὰ κάποιον τρόπον, ἔξω τῶν συνηθειῶν καὶ τῆς πρακτικῆς ὅλων τῶν Βουλῶν τοῦ κόσμου, ἠθελήθη καὶ ἐπεδιώχθη μία ἐντυπωσιακή, ἄκαμπτος ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Βουλή, ἐνῷ κατὰ τὸν Κανονισμὸν θὰ ἔπρεπε νὰ συνεδριάζῃ ἐπὶ 5ωρον, συνεδριάζει μέχρι τῆς 3ης, τῆς 4ης καὶ πολλάκις τῆς 7ης πρωϊνῆς καὶ ὅτι, διὰ λόγους σχετιζομένους καὶ μὲ συνήθειαν καὶ μὲ ἀσχολίας ἄλλας, ἡ προσέλευσις κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἀναφορῶν γίνεται διὰ πολλοὺς μὲ μεγάλην καθυστέρησιν, δι’ ἄλλους μὲ μικράν. Ὁπωσδήποτε ἐπειδὴ ὁ κ. Κατσώτας, ἠθέλησε κατὰ κάποιον τρόπον, ἐπισημαίνων —ὀρθῶς— τὰς εὐθύνας, διότι αἱ εὐθύναι ἀνήκουν εἰς τὴν ἡγεσίαν τὴν κυβερνητικὴν καὶ τὴν ἡγεσίαν τῶν παρατάξεων, ἐπισημαίνων ὀρθῶς τὰς εὐθύνας ἠθέλησε νὰ τὰς ἐπεκτείνῃ παντοῦ, ὀφείλω νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι εἰδικὰ ἡ παράταξίς μας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ 1)15 τοῦ συνόλου τῶν βουλευτῶν καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Παιδείας καὶ εἰς τὴν Ἀνακριτικήν, ἀλλὰ καὶ κατὰ κανόνα παρακολουθεῖ εἰς ποσοστὸν τοιοῦτον, ὥστε ἐὰν καὶ αἱ ἄλλαι παρατάξεις τὸ ἴδιον ἔκαμνον, οὐδέποτε θὰ ὑπῆρχε περίπτωσις ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Εἶναι δὲ γεγονός, ὅτι καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐκπροσώπησις τῆς παρατάξεώς μας εἶναι ἀρκετή, κατ’ ἐξαίρεσιν, ἅπαξ ἴσως τοῦ μηνός, εἶναι δυνατὸν δι’ ἄλλους λόγους καὶ ἐξ ἄλλων αἰτίων νὰ ἀπουσιάσῃ —ὥστε ὑπῆρξε τοὐλάχιστον ὑπερβολικὸς ὁ κ. Κατσώτας εἰς τὴν γενίκευσιν. Πέραν αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ προσέξωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠμποροῦσε, διὰ τοῦ ἡμίσεος περίπου τῶν βουλευτῶν της, νὰ ἔχῃ συνεχῶς ἀπαρτίαν. Ἐκείνη εἶναι ποὺ πρέπει νὰ ἐνδιαφέρεται ἰδιαιτέρως διὰ τὴν πρόοδον τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δίδει τὸν τόνον ἡ ἰδία καὶ πολλάκις διὰ τῆς ἀπουσίας Ὑπουργῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οὔτε συζήτησις ἐπὶ ἐρωτήσεων, μὴ ὑπάρχοντος κανενὸς Ὑπουργοῦ παρόντος. Δὲν δίδει τὸν τόνον οὔτε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ αὐτὸ εἶναι σημαντικόν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἔστω καὶ κατὰ τρόπον ἄκαμπτον καὶ θὰ ἔλεγα ἄκομψον γενομένη προχθεσινὴ διακοπὴ ἤ, μᾶλλον, μὴ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως ἐλλείψει ἀπαρτίας θὰ ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσῃ εἰς βελτίωσιν τοῦ τρόπου διεξαγωγῆς τῶν γενικωτέρων ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Τὸ εὔχομαι, καίτοι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐγένετο, σπασμωδικῶς, ἡ ἐνέργεια ἐκείνη.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφοι, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἑπτὰ προτάσεις βουλευτῶν, τὰς ὁποίας ἔχω ἀριθμήσει κατὰ τὴν σειρὰν τῆς καταθέσεώς των αἰτούντων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε δὲν πρόκειται περὶ αἰτιάσεως διὰ παράβασιν συγκεκριμένων ἄρθρων Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος Κανονισμὸς ὁρίζει σαφῶς, πότε δίδεται ὁ λόγος, ἀλλὰ περὶ εὐρυτέρου θέματος, ἀναφερομένου εἰς τὸν χρόνον ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων, ἀπαρτίαν κλπ. διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ συνεννόησις μὲ τὸ Προεδρεῖον καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ θέμα ὡς τίθεται ὑπὸ τῶν κ. συναδέλφων συνεπάγεται καὶ ἐνδεχομένην τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνετε εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, δεδομένου, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν διὰ παράβασιν συγκεκριμένων διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ὄντως τὸ ἀντικείμενον ὡς τίθεται ὑπὸ τῶν κ. συναδέλφων εἶναι σοβαρὸν καὶ χρῄζει μιᾶς εὐρυτέρας συζητήσεως, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ὠργανωμένον. Διότι ἄλλως θὰ καταναλωθῇ ὁλόκληρος ἡ ἀποψινὴ συνεδρίασις μὲ τὴν ὁμιλίαν τῶν αἰτησάντων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ κυρίων συναδέλφων ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι παραβαίνομεν τὸν Κανονισμὸν συζητοῦντες εὐρύτερα θέματα καὶ ἀγνοοῦντες, ὅτι ὑπάρχει Ἡμερησία Διάταξις. Παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν καὶ εὐχαρίστως δέχομαι νὰ κάμωμεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν τὴν σχετικὴν συζήτησιν. Πληροφορῶ τὸν κ. Κατσώταν, ὅτι τὸ μέτρον ποὺ ὑπέδειξεν ὁ κ. Ράλλης, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον συζητήσεως, δὲν πρόκειται νὰ λυθῇ ἐξ ἀπήνης. Εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς καὶ συζητήσεως, διότι ὄντως ἠμπορεῖ νὰ διευκολύνῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν ἄνευ ἐξονυχιστικῆς μελέτης. Δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύντμησις τῆς ὥρας διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀναγινώσκωνται, ἕως ὅτου ληφθῇ ἀπόφασις τοῦ Σώματος περὶ τῆς ἐφαρμογῆς ἄλλου μέτρου. Καὶ πάλιν παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν, διότι θὰ ἀναγκασθῶ νὰ μὴ δώσω τὸν λόγον, ἐὰν πρόκειται νὰ μὴ ὁμιλήσετε περὶ παραβάσεως συγκεκριμένων ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν. Ἡ συζήτησις εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Θέλετε νὰ διορθώσωμεν τὸν Κανονισμὸν ὁμιλοῦντες ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ; Πῶς τὸ ἀντιλαμβάνεσθε; Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν πρόκειται νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι θὰ καταναλωθῇ ὁλόκληρος ἡ συνεδρίασις εἰς αὐτὴν τὴν ἐκτὸς Κανονισμοῦ συζήτησιν.
§22Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 39 ἔχω ζητήσει τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§23Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ γνωρίζω, κύριε συνάδελφε. Συνεπῶς καὶ πάλιν παρακαλῶ τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς μίαν ἀντικανονικὴν συζήτησιν.
§25Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ὀλιγόλογοι θὰ εἴμεθα, κύριε Πρόεδρε.
§26Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχω ζητήσει.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λάβητε τὸν λόγον.
§28Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ποὺ εἴπατε, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ σᾶς διευκολύνω. Νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἄλλην ἡμέραν συζητήσεως ἀπὸ σήμερον.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συνεννοηθῶ καὶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν.
§30Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι θέμα Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοῦ Προέδρου καὶ τῶν βουλευτῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντως ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ ἔλθῃ ὑπὸ μορφὴν προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§32Λ. ΛΑΣΚΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον τὸ θέμα ἐτέθη ἀπόψε, εἶναι εὐκαιρία νὰ συζητήσωμεν λόγῳ καὶ τοῦ θορύβου, ὁ ὁποῖος ἔγινε καὶ τοῦ ἀντικτύπου εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Νὰ μὴ ἀναγνωσθοῦν ἀπόψε ἀναφοραί, νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα αὐτὸ διὰ νὰ δοθῇ καὶ μία ἀπάντησις, διότι αὐτὸ ποὺ εἴπατε νὰ συζητήσωμεν ἄλλην ἡμέραν νομίζω, ὅτι δὲν θὰ λύσῃ τὸ θέμα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθοῦν ἀπὸ 5 λεπτὰ ὅλαι αἱ κατατεθεῖσαι αἰτήσεις;
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§35Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ποίαν ὥραν εἶναι ἡ δεξίωσις τοῦ Προέδρου τῆς Τυνησίας;
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πράγματι, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φιλοξενοῦμεν τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας τῆς Τυνησίας, χώρας ἡ ὁποία ὑπῆρξε πάντοτε πολὺ εὐμενὴς εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐθνικῶν μας συμφερόντων. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπέλθω, μετ’ ὀλίγον, διότι θὰ πρέπει νὰ παρίσταμαι ἐν ἐπισήμῳ περιβολῇ εἰς τὰ Ἀνάκτορα εἰς τὰς 8 παρὰ τέταρτον, οἱ δὲ κ.κ. Ὑπουργοὶ εἰς τὰς 9.45 μ.μ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας εἶναι διατεθειμένος νὰ θυσιάσῃ τὴν δεξίωσιν καὶ νὰ παραμείνῃ ἐδῶ συνεργαζόμενος ἀπόψε, μετὰ τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς δύναται νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Ι. Κουτσοχέρας ἔχει τὸν λόγον.
§37Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ Σώματος καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ συζήτησις αὐτή.
§39Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν προχθὲς διεκόψατε μὲ κἄποιαν ὑπερβάλλουσαν ἀκαμψίαν τὴν Συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ....
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι ἐν ὄψει τῶν εὐθυνῶν μου ὡς Προέδρου τοῦ Σώματος καὶ ἀφοῦ ἠναγκάσθην ἐπανειλημμένως εἰς τὸ παρελθὸν νὰ προβῶ εἰς συστάσεις ἐπὶ τοῦ θέματος, ἠναγκάσθην νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν ἀφοῦ διεπίστωσα τὴν παρουσίαν εἴκοσι μόνον συναδέλφων ἐν τῇ αἰθούσῃ. Μὴ λησμονῆτε δὲ ὅτι εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις ἐματαιώθη ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου διὰ τὴν παροχὴν συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ Λουκῆ Ἀκρίτα, διότι δὲν κατωρθώναμεν νὰ ἔχωμεν τὸ κατώτατον ὅριον ἀπαρτίας.
§41Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ σᾶς εἶμαι δυσάρεστος, ἀλλὰ εἶμαι ἀντικειμενικός. Ὅταν προχθὲς διεκόψατε τὴν συνεδρίασιν συνωδεύσατε αὐτὴν τὴν ἀκαμψίαν σας μὲ μερικὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι πράγματι ἔδωσαν λαβὴν εἰς τὸν Τύπον νὰ γράψῃ ὅσα ἔγραψε, ἀλλὰ ἐξεχάσατε νὰ εἴπητε καὶ τὰ ἑξῆς: Πρῶτον, ὅτι ἕως τὰς 2.30 π.μ. τῆς ἡμέρας ἐκείνης συνεδριάζαμεν ἀφοῦ εἴχομεν ἀρχίσει εἰς τὰς 6.30 μ.μ. Μετρήσατε παρακαλῶ ὥρας. Καὶ θέλετε νὰ σᾶς ἀνιστορήσω ἐν ὀλίγοις τὴν πορείαν τοῦ βουλευτοῦ;
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως ζητεῖ τὸν λόγον, ἂς ἀκούσωμεν καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
§43Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀφήσετε τὸν βουλευτὴν νὰ ὁμιλήσῃ. Ἕνας ἐκ τῶν λόγων ποὺ μερικὰς φορὰς ἀπουσιάζομεν, εἶναι καὶ αὐτός, ὅτι μᾶς στερεῖτε τὸν λόγον καὶ ἰδίως οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, μετὰ δέους καὶ φόβου προσέρχονται νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις των. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ καὶ ἔχετε χρέος, ὅτι συνεδριάζαμεν τὴν Πέμπτην ἕως τὰς 2.30 τὸ πρωΐ. Περαιτέρω ἀναφέρατε ἁπλῶς συνεδρίαζεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Παιδείας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Προεδρίας Κυβερνήσεως παρίστατο καὶ γνωρίζει ποῖα σοβαρὰ θέματα μᾶς ἀπησχόλουν ἐκείνην τὴν στιγμήν. Καὶ αὐτὸ δὲν ἐτονίσθη ἰδιαιτέρως, ὅπως δὲν ἐτονίσθη ἰδιαιτέρως, ὅτι συνεδρίαζε ταὐτοχρόνως ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Καὶ τὶ σημαίνουν ὅλα αὐτά, κ. Πρόεδρε; Δὲν σημαίνουν ἔργον τῶν βουλευτῶν; Ἐγὼ σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἐδεχόμην ἀπὸ τῆς 12 μ. ἕως τὰς 4.30 μ.μ. καὶ ἦλθα ἐδῶ εἰς τὰς 5 καὶ ταὐτοχρόνως, ὅταν διεκόψατε τὴν συνεδρίασιν ἄφησα τὴν Ἐπιτροπὴν Παιδείας διὰ νὰ προσέλθω καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ διακόψετε τὴν συνεδρίασιν. Εἶναι ἔργον αὐτὸ τῶν βουλευτῶν ἢ ὄχι; Διατὶ νὰ ἀκούωνται τὰ σχόλια ἔξω, ὅτι πράγματι δὲν προσφέρομεν ἔργον. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως γνωρίζετε εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Γαλλίας ἀρχίζουν εἰς τὰς 5 καὶ τελειώνουν εἰς τὰς 7 καὶ τὸ MAXIMUM εἰς τὰς 10. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀρχίζουν εἰς τὰς 2 καὶ τελειώνουν εἰς τὰς 5. Αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ ξεύρῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ παρακαλῶ νὰ μᾶς ὑποβοηθήσετε εἰς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἐγὼ ἀποδίδω ὅλως ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐθήτευσα ἐπὶ 34 ἔτη εἰς τὸ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου Κοινοβούλιον τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ξεύρω τὶ δύναμιν ἔχει ἡ κοινὴ γνώμη. Λοιπόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφιέμεθα ἀνυπεράσπιστοι. Νὰ προσέρχωνται οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, νὰ σέβωνται τοὺς βουλευτάς, ὅταν ζητοῦν τὸν λόγον, διότι ὁ λόγος ἀνήκει εἰς τοὺς βουλευτάς.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρνηθῇ αὐτό; Εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ εὑρισκόμενος νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον καὶ νὰ μὴ τὸν λάβῃ; Ὑπάρχει τοιοῦτον προηγούμενον;
§45Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Πρέπει νὰ ὁρίσετε τακτὴν ὥραν λήξεως, μέχρι τῆς 10ης ἢ τῆς 12ης τὸ μεσονύκτιον τὸ πολύ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἐφαρμόσωμεν τὴν ὥραν τῆς ἐνάρξεως αὐστηρῶς καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ φυσιολογικῶς ἡ λῆξις τῶν συνεδριάσεων.
§47Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ἐὰν δὲν ὁρίσετε ὥραν λήξεως τακτὴν ποτὲ δὲν θὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὴν ἔναρξιν. Προσέξατε αὐτὴν τὴν τελευταίαν μου παρατήρησιν, ὁρίσατε ὥραν τακτὴν λήξεως.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§49Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Κύριε Πρόεδρε, δὲν διενοήθην νὰ στερήσω τὸν κ. Κουτσοχέραν, τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον, ἀπὸ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸ Προεδρεῖον καὶ πρὸς τὸ Σῶμα. Ἄλλωστε ὁ μόνος ποὺ δὲν δύναται νὰ παραπονῆται εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι λαλίστατος, τὸν ἀκούομεν ὅλοι μετὰ προσοχῆς καὶ εἰς πᾶσαν διδομένην εὐκαιρίαν ἀκούεται ἡ γνώμη του. Ἠθέλησα ὅμως νὰ κάμω μίαν παρεμβολὴν διὰ νὰ προστατεύσω τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, διότι ἡ περαιτέρω συζήτησις δὲν εἶναι ἐποικοδομητική, δὲν ὠφελεῖ εἰς τίποτε καὶ ἔτι περαιτέρω, ὅτι χάνομεν ὥραν χρησίμου ἐργασίας. Σεῖς, κ. Πρόεδρε, μετ’ ὀλίγον εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἀπουσιάσετε εἰς ἄλλην ἀποστολὴν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαύτη συζήτησις νὰ διεξάγεται ἐν ἀπουσίᾳ σας καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, ἐὰν θέλουν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος νὰ ὁρισθῇ μία τακτὴ ἡμέρα, νομίζω, ὅμως, ὅτι δὲν ὠφελεῖ εἰς τίποτε.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, σήμερον.
§51Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ μὴ ὁμιλήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις; Δὲν θὰ ἀκουσθοῦν αἱ ἀπόψεις μας; Πρέπει νὰ ἀκουσθοῦμε καὶ ἡμεῖς.
§52Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Θὰ ἀκουσθῆτε καὶ σεῖς κἄποιαν ὥραν καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ ἐκτεθοῦν ὅλαι αἱ ἀπόψεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, οὔτε εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ νὰ παρατείνεται ἡ συζήτησις.
§53Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Ἡ Βουλὴ συκοφαντεῖται. Τὶ εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, κ. Ὑπουργέ... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἀπὸ τὸ πρωῒ ἕως τὸ βράδυ, κ. Ὑπουργέ, τρέχουμε εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ἐγίναμε κλητῆρες... (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι) συκοφαντούμεθα ἀπὸ τὸν τύπον...
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λυμπέρη, πὼς λαμβάνετε τὸν λόγον ἔτσι; Θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν (κωδωνοκρουσίαι).
§55Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσετε τὸν Κανονισμόν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ προσπαθοῦμε νὰ μεθοδεύσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ νὰ προστατεύσωμεν τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου...... (κωδωνοκρουσίαι).
§57Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. ..... (ὁμιλεῖ ἀπὸ τῆς θέσεώς του μὴ ἀκουόμενος λόγῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λυμπέρη, λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ ἂν διακόψετε μίαν ἄλλην φοράν, θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν καὶ θὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§59Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὴν ἐξέγερσιν τοῦ ἐκ Καβάλας συναδέλφου. Ἔκαμα μίαν παρέμβασιν διὰ νὰ συστήσω νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις. Ἐὰν θέλετε, νὰ ὁρίσωμεν οἱανδήποτε ἄλλην ἡμέραν τακτήν, διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος.
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, σήμερον.
§61Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Δὲν προάγεται ἔτσι ὁ Κοινοβουλευτισμός. Πάντως ἡ Κυβέρνησις δὲν στέργει εἰς τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως αὐτῆς καὶ παρακαλῶ θερμῶς τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐρωτήσῃ τὸ Σῶμα ἂν θέλῃ νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα αὐτὸ μίαν ἄλλην ἡμέραν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ ὀχλαγωγία. Ἐὰν θέλετε νὰ ὁρισθῇ μία εἰδικὴ συνεδρίασις νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα.
§63Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Ὁ Ὑπουργὸς παρεμβαίνει διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ ἡ συζήτησις καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ. Ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ Προεδρεῖον τὸν Κανονισμόν.
§64Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ποῦ εὑρήκατε τοὺς περιορισμοὺς αὐτούς, κ. Ὑπουργέ; Αὐτὴ εἶναι ἡ Δημοκρατία;
§65Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Ἀφήσατε τὴν προστασίαν τῆς Δημοκρατίας. Ἡ Κυβέρνησις προασπίζει καὶ τὴν Δημοκρατίαν καὶ τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς. Κύριοι βουλευταί, οἱ συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι προὐκάλεσαν τὴν συζήτησιν ἂς ἀντιληφθοῦν τὴν ἐκμετάλευσιν ποὺ ἐπιδιώκει νὰ κάμῃ ἡ πτέρυξ τῆς ΕΡΕ.
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφήσατε αὐτά ... (θόρυβος).
§67Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ μὴ προχωρήσῃ περαιτέρω ἡ συζήτησις.
§68Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ γίνῃ συζήτησις.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ράλλη, γνωρίζετε νὰ ἔγινε συζήτησις ἐκτὸς ἡμερησίας διατάξεως ἐπὶ θέματος ἄνευ συνεννοήσεως μὲ τὸ Προεδρεῖον;
§70Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὲν εἶναι θέμα ἐὰν εἶναι ἐντὸς ἢ ἐκτὸς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει πρότασις συγκεκριμένη ἀναβολῆς συζητήσεως, κατὰ τὸν Κανονισμόν, τοῦ ὁποίου θεματοφύλαξ εἶσθε σεῖς, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ δώσετε τὸν λόγον εἰς ἕνα ὑπὲρ καὶ εἰς ἕνα κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὸν λόγον ἐναντίον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§71Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Δὲν ὑπάρχει πρότασις. Ὑπάρχει σύστασις πρὸς τὸ Προεδρεῖον διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν Κανονισμόν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς θὰ δεχθῶμεν πρότασιν ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει θέμα; Σᾶς παρακαλῶ, νὰ ὁρίσωμεν μίαν συγκεκριμένην ἡμέραν διὰ νὰ συζητήσωμεν αὐτὰ τὰ θέματα εὐρύτερον. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν δέχεται τὴν πρότασιν αὐτήν. Ὅσοι δέχονται τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ τὸν ὁρισμὸν εἰδικῆς ἡμέρας πρὸς συζήτησιν τοῦ προκύψαντος θέματος, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πολλοὶ βουλευταί, ἐνῷ ἄλλοι βουλευταὶ διαμαρτύρονται ὄρθιοι, θεωροῦντες τὴν πρότασιν παράτυπον).
§73Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὡμίλησαν 4 κυβερνητικοὶ βουλευταὶ καὶ δὲν ἠκούσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι μονόπλευρος ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ὁμιλοῦν μόνον οἱ κυβερνητικοὶ βουλευταί;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζετε, ὅτι ὑψώσατε ἀπόψε τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου; Θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἐὰν μὲ πείσετε περὶ τούτου. (Θόρυβος–κωδωνοκρουσίαι).
§75Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ διασύρηται συνεχῶς τὸ Κοινοβούλιον ἐκ σφαλμάτων ἀλλοτρίων. Θὰ γίνῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις καὶ κυρίως θὰ ὁμιλήσουν οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς θὰ τὸ ἀποφασίσητε αὐτό; Εἶσθε σεῖς δικτάτωρ τοῦ Κοινοβουλίου; Δύνασθε νὰ διατυπώσητε τὴν γνώμην σας. Αὐτὸ ὅμως τὸ «θὰ γίνῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις», δὲν νομίζετε ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἀπὸ βουλευτὴν τῆς περιοπῆς σας; Εἶναι δυνατὸν σεῖς νὰ καθορίζητε τὰς συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου;
§77Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ζητοῦμεν νὰ γίνῃ συζήτησις. Ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν. Δι’ ὅσας αἰτήσεις ἔχετε, εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ δώσητε τὸν λόγον. Αὐτὴ ἡ νέα κατασκευή, τὴν ὁποίαν κάμετε, θὰ σᾶς κάμῃ νὰ μετανοήσητε. Ὀφείλετε νὰ δώσητε τὸν λόγον εἰς ὅσους ἔχουν ὑποβάλει αἴτησιν. Πολλῷ μᾶλλον δὲν ἐδώσατε τὸν λόγον εἰς τὴν παράταξιν αὐτήν. Ὅταν ἠκούσθησαν οἱ πάντες, ἡ ΕΔΑ, ἡ Συμπολίτευσις, ἡμεῖς θὰ σιωπήσωμεν;
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί θέλετε ἐν βρασμῷ ψυχῆς νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἀκριβῶς τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσητε νὰ παρεμβληθῇ συζήτησις ἐπὶ θέματος εὐρυτάτου, ἐκτὸς ἡμερησίας διατάξεως; Αὐτὸ εἶναι παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου, ἐνῷ ἔχομεν ὅλον τὸν χρόνον νὰ τὸ συζητήσωμεν ἠρεμώτερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον.
§79Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Διατί δὲν μοῦ τὸν δίδετε;
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως, κ. Πρωτοπαπαδάκη, θὰ τὸν ἔχετε.
§81Γ. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ἀνέκυψεν ἕνα θέμα τόσον λεπτόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις.
§82Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν οἱ κύριοι συνάδελφοι. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐγένετο τόση συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω θέσιν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἴσως ὑπὸ τὸ καθεστὼς κἄποιας ὀργῆς ἔλαβε τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὑπῆρξεν ὑπερβολική. Νομίζω, ὅτι εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια εἴθισται κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἀναφορῶν νὰ μὴ παρακολουθῆται τόσον πολὺ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία ἢ ὄχι. Καὶ θὰ ἠδύνατο κάλλιστα τὸ Προεδρεῖον νὰ διαπιστώνῃ κατ’ οὐσίαν ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία ἢ ὄχι ὅταν ἀρχίζῃ ἡ πραγματικὴ συζήτησις, δηλαδὴ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἀναφορῶν. Διότι — λυποῦμαι ποὺ κατῆλθεν ἀπὸ τὴν ἕδραν ὁ ἀξιότιμος κ. Νόβας — διότι μοῦ εἶχε παρατηρήσει κἄποτε εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ὅτι προσέχω πολὺ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἤθελα, κ. Πρόεδρε, νὰ δικαιώσω αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν. Παρακαλῶ νὰ παρακολουθήσητε αὐτὰ ποὺ θὰ εἴπω τώρα, ἐφ’ ὅσον δὲν μὲ παρακολουθεῖτε εἰς τὰ ἄλλα ποὺ λέγω. Κατὰ τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον καὶ παρακαλῶ νὰ ἀνοίξετε ἐνώπιόν σας καὶ παρακαλῶ καὶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ ἀνοίξουν τὸν Κανονισμὸν εἰς τὸ ἄρθρον 52 καὶ εἰς τὴν παράγραφον 4, κ. Πρόεδρε, διατυποῦνται τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ νὰ καταχωρηθοῦν καὶ εἰς τὰ πρακτικά. «Ἡμέραι συζητήσεως ἐπερωτήσεων ὁρίζονται ἡ Τρίτη καὶ ἡ Παρασκευή. Ἐὰν δὲ δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν γίνῃ συνεδρίασις, ἡ ἀμέσως ἑπομένη συνεδρίασις ἀφιεροῦται εἰς συζήτησιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐπερωτήσεων». Ἀντὶ τούτου διενεμήθη διὰ σήμερον ἡμερησία διάταξις νομοθετικῆς ἐργασίας. Πρόκειται περὶ μιᾶς καταφώρου παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου. Ἡ διάταξις αὐτὴ τῆς παραγράφου 4 τοῦ ἄρθρου 52 εἶναι οὐσιώδης διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ἀποβλέπουσα εἰς τὴν προάσπισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κυρίως, εἶναι διάταξις παλαιὰ καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιαύτην παράβασιν. Ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ εἷς μόνον βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς. Καὶ εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ὁποίας οὐδεμία προϋπόθεσις τίθεται εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς, κ. Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἀνακαλέσητε ἀμέσως τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ποὺ διενείματε καὶ νὰ ὁρίσητε ἐκεῖνα ποὺ ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ μὴ γίνῃ αὐτό.
§83Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Τὰ ἄλλα θέματα εἶναι ἐκτὸς ἡμερησίας διατάξεως καὶ συνεπῶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δοθῇ ὁ λόγος βάσει τῆς αἰτήσεως ποὺ ἔχω καταθέσει.
§84Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ τηρηθῇ ἡ σειρά.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν μὲ ὀλίγην ψυχραιμίαν καὶ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὸ καθῆκον μας καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμόν. Βάσει τῶν κατατεθεισῶν αἰτήσεων, σειρὰν νὰ ὁμιλήσῃ ἔχει ὁ κ. Λ. Λασκαρίδης.
§86Λ. ΛΑΣΚΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ δημιουργηθέντος διὰ τὴν ἀπουσίαν ἐκ τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, θὰ δημιουργήσῃ καθυστέρησιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τοῦ Σώματος, πρέπει νὰ συνεχισθῇ. Καὶ τοῦτο διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις εἰς ἀνακύψαντα ἐρωτήματα ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης περὶ τῆς ἀπουσίας τῶν βουλευτῶν ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Εἶναι παρήγορον πράγματι γεγονὸς τὸ φαινόμενον τῆς ἀθρόας προσελεύσεως ὅλων τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν ἀποψινὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἐδῶ καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον θὰ πρέπει νὰ εἶναι εὔκαμπτον ἐπὶ τοῦ σημείου ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως καὶ κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν αἰτήσεων καὶ ἀναφορῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν παρόντων βουλευτῶν. Πιστεύω ἀκόμα, ὅτι τὸ σημεῖον ἐκεῖνο ποὺ ἐπιβάλλεται ἡ ὕπαρξις ἀπαρτίας, εἶναι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐνάρξεως τῶν συζητήσεων τῶν κυρίων θεμάτων καὶ ἰδιαιτέρως τὸ σημεῖον τῆς ὑπάρξεως ἀπαρτίας κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως. Διότι δὲν πρέπει νὰ παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον ὅταν λήγῃ ἡ συνεδρίασις, νὰ παρίστανται μόνον 15 βουλευταί. Καὶ ναὶ μέν, δὲν πρέπει νὰ ἀναγινώσκεται τὸ ἀπουσιολόγιον ὡς ἐπροτάθη, διότι τοῦτο ὑποβιβάζει τὴν ὑπόστασιν τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἐξομοιάζει αὐτοὺς μὲ μαθητάς, ἀλλὰ ἐπιβάλλεται νὰ κρατῆται κατάλογος τῶν ἀπόντων. Καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀναγράφωνται αἱ παρουσίαι ἑνὸς ἑκάστου κατὰ τὰς συνεδριάσεις. Οὕτω θὰ γνωρίζῃ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ οἱ ἐντολεῖς τῶν βουλευτῶν, ὅτι ἐπετέλεσαν οὗτοι τὸ καθῆκον των. Βεβαίως τὸ ἔργον τοῦ βουλευτοῦ εἶναι κοπιῶδες καὶ ἴσως νὰ δικαιολογῆται διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀπουσία των ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου. Ὑπάρχουν ὅμως συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει δυνατότης παρὰ τὸ κοπιῶδες τοῦ ἔργου τοῦ βουλευτοῦ νὰ παρίστανται οὗτοι κατὰ τὰς συνεδριάσεις.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, ἔχει τὸν λόγον.
§88Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γεγονός, ὅτι τὰ πρακτικὰ τὰ διανεμηθέντα σήμερον ἀναγράφουν, ὅτι διεκόπη ἡ συζήτησις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν ἐλλείψει ἀπαρτίας μὲ παρουσίαν μόνον 21 βουλευτῶν. Πιστεύω, ὅτι τὸ θέμα ἔχει δύο πλευράς. Αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεύς, κ. Πρόεδρε, ἔχουν 50 βουλευτὰς περίπου ἐκπροσώπους εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη ὁ συνάδελφος κ. Λασκαρίδης, θὰ διαπιστωθῇ, ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν κ.κ. συναδέλφων τούτων ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις. Οἱ βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν, κ. Πρόεδρε, ἔχουν καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις, πλὴν τῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων των. Οἱ 15 ἐν τούτοις ἐκ τῶν 21 παρόντων ἦσαν βουλευταὶ ἐπαρχιῶν, διότι οἱ κ.κ. συνάδελφοι τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δὲν προσέρχονται τακτικὰ εἰς τὴν Βουλήν, πλὴν ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, διότι ἐὰν ἐκ τῶν 48 κ.κ. συναδέλφων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς προσήρχοντο οἱ 30, τότε δὲν θὰ εἴχατε διακόψει τὴν συνεδρίασιν. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν ἔπρεπεν ὁ συνάδελφος κ. Κουτσοχέρας κατὰ μίαν διακοπὴν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ Προεδρίας Κυβερνήσεως, κ. Παπασπύρου, δὲν νομίζω ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην τῶν κ.κ. συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως ὅτι οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως φοβοῦνται νὰ ἐκφράσουν τὰ ὅσα ἐπιθυμοῦν ἐντὸς τῆς αἰθούσης, δὲν ἔχει δίκαιον, διότι οἱ βουλευταὶ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος δὲν ἀποτελοῦν λόχον, ὅπως συμβαίνει μὲ τὰς ἄλλας παρατάξεις. Ἀναφορικῶς μὲ ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς τῶν ἐπαρχιῶν, ἔχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν πλεῖστα ὅσα εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας. Προχθές, ἐπὶ παραδείγματι, ἕνας βουλευτὴς τῆς ΕΔΑ, εἶχε πάει καὶ εἶχεν ἐπικοινωνήσει μὲ διαφόρους καπνοπαραγωγοὺς τῆς περιφερείας μου, τοὺς ὁποίους ξεσήκωσεν ὅτι δῆθεν δὲν ἐπῆραν ὅσα ἔπρεπε νὰ πάρουν διὰ τὰ καπνά των. Μετέβημεν, κ. Πρόεδρε, ἀμέσως τὴν ἄλλην ἡμέραν εἰς τὰ χωριά μας, καὶ διὰ πρώτην φοράν, ἐκεῖ ποὺ ἄλλοτε δὲν τολμοῦσε κανείς, κατὰ τὴν περίοδον τῆς πωλήσεως τῶν καπνῶν νὰ πατήσῃ, ἐπανηγυρίσαμεν μὲ τοὺς καπνοπαραγωγοὺς τὴν ἐφετεινὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν καπνοπωλήσεων διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Καπνοῦ, ἀποτέλεσμα, εἰς τὴν περιφέρειάν μου, τὴν Δράμαν, ἐπὶ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων κιλῶν, μέχρι χθὲς τὸ βράδυ ἠγοράσθησαν ἐκ μέρους τοῦ Ε.Ο.Κ. καὶ καπνεμπόρων τὰ ἓξ ἑκατομμύρια.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Γουδελῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§90Σ. ΓΟΥΔΕΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τῶν ἀκριτικῶν περιοχῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρισκώμεθα πάντοτε εἰς τὸ κέντρον, λόγῳ τοῦ ὅτι μᾶς ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην αἱ περιοχαί μας. Ἐξ ἄλλου πιστεύω, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸς ὁ γενόμενος θόρυβος διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς προχθεσινῆς ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Συνέπεσε μίαν φορὰν νὰ γίνῃ αὐτὸ καὶ τοῦτο δὲν ἔχει ἐπαναληφθῆ παρὰ ἐλαχίστας φορὰς αἱ περισσότεραι τῶν ὁποίων ἐλαχίστων περιπτώσεων ἦσαν δικαιολογημέναι, λόγῳ ἀπασχολήσεως τῶν κ.κ. συναδέλφων εἰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ ἄλλα κοινοβουλευτικὰ καθήκοντα. Τοῦτο δὲν σημαίνει βεβαίως, ὅτι δὲν πρέπει ὅλοι οἱ συνάδελφοι νὰ καταβάλωμεν κἄθε προσπάθειαν διὰ τὴν καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν, ὕπαρξιν ἀπολύτου ἀπαρτίας. Καὶ τελευταία παρατήρησίς μου εἶναι, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔσπευσε νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν πρὶν ἀρχίσῃ ἀνάγνωσις τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, μετὰ τὸ πέρας τῶν ὁποίων εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ὑπῆρχεν ἀπαρτία.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μερκούρης, ἔχει τὸν λόγον.
§92Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠτύχησεν εἰς τὴν ἐνέργειάν του καὶ εἰς τὴν προχθεσινήν του δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε. Καὶ λέγω ἠτύχησε — ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω τοῦτο, διότι εἶμαι ὁ παλαιότερος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν — διότι οὐδέποτε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐβγῆκε κατήγορος τοῦ Σώματος τοῦ ὁποίου Προεδρεύει. Ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει μία δυσκολία. Τὴν δυσκολίαν αὐτὴν τὴν ἐξέφρασαν πολλοὶ κ.κ. συνάδελφοι τῶν ἐπαρχιῶν, διὰ ποῖον λόγον πολλάκις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐὰν εἶχε πιστοποιήσει τὴν μὴ προσέλευσιν τῶν βουλευτῶν εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος, θὰ ἠδύνατο δι’ ἐμπιστευτικῆς ἐπιστολῆς εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς, νὰ τοὺς παρακαλῇ ὅπως παρίστανται ἀνελλιπῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος, ὥστε νὰ μὴ θίγεται τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀντὶ τούτου, ἔκαμε μίαν θεατρικὴν πρᾶξιν ποὺ θίγει αὐτὸν τὸν ἴδιον. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ διακοπὴ τῆς Συνεδριάσεως καὶ συγχρόνως ἡ ἐξαγγελία ἀπειλῶν πρὸς τοὺς βουλευτάς. Ἐφθάσαμεν, κ. Πρόεδρε, μέχρι τοῦ σημείου νὰ δοθῇ καὶ δικαίωσις εἰς τὸν τύπον, ὁ ὁποῖος διὰ λόγους κυκλοφορίας μεγαλοποιεῖ τὰ πράγματα, ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ σημείου, λέγω, ὅτι ἐφεξῆς θὰ τίθεται πρόστιμον εἰς τοὺς μὴ προσερχομένους βουλευτάς. Ὁ κ. Πρόεδρος ἔθιξε τὸν ἴδιον τὸ ἑαυτόν του διὰ τῆς προχθεσινῆς του αὐτῆς ἐνεργείας. Καὶ ἄλλοτε, κ. Πρόεδρε, μοῦ ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ νὰ τονίσω, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ὥρα συνεδριάσεων τῶν Ἐπιτροπῶν. Δὲν εἶναι δυνατόν, συγχρόνως μὲ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς νὰ συνεδριάζουν καὶ αἱ διάφοροι Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί. Πολλάκις ἔχομεν τρεῖς καὶ τέσσαρας Ἐπιτροπὰς νὰ συνεδριάζουν, εἰς τὰς ὁποίας ἀπασχολοῦνται πλέον τῶν 60 βουλευτῶν. Εἶχον προτείνει, ὅπως αἱ συνεδριάσεις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν γίνωνται ἑκάστην Τετάρτην τὸ ἀπόγευμα, διότι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Τετάρτης ἡ Βουλὴ συνεδριάζει τὴν πρωΐαν. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ εἶναι δυνατὸν οἱ βουλευταὶ οἱ μετέχοντες εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς νὰ παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος καὶ νὰ ὑφίσταται οὕτω ἀπαρτία. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ κάμω καὶ μίαν τελευταίαν παρατήρησιν. Ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη νὰ κάμωμεν οἱανδήποτε διακοπὴν εἰς ὁμιλοῦντα συνάδελφον, μὲ τρόπον αὐστηρότατον, μᾶς ἐπιτίθεσθε. Μὲ ποῖον δικαίωμα οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, ὄχι μόνον διακόπτουν ἀλλὰ κάμνουν ὁλοκλήρους ἀγορεύσεις ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ μιᾶς διακοπῆς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοὺς βουλευτάς; Αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸν Κανονισμόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ διακόπτῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν οἱονδήποτε ρήτορα. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ὅταν τελειώσῃ ὁ ρήτωρ. Δι’ αὐτὸ ἐπισημαίνω τὸ γεγονός, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἱστορία αὐτὴ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τοῦ διαχωρισμοῦ μεταξὺ βουλευτῶν καὶ Ὑπουργῶν. Εἴμεθα ὅλοι συνάδελφοι καὶ ὁ καθένας δύναται νὰ λέγῃ ὅ,τι νομίζει καλὸν διὰ τὴν προώθησιν τῶν ζητημάτων τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐξύψωσιν τοῦ Κοινοβουλίου.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ράλλης, ἔχει τὸν λόγον.
§94Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ γεγονός, ὅτι ἀπὸ ἑπταετίας προσέρχομαι ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέρχομαι ἐκ τῶν τελευταίων, μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅσα θὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Ὁμολογουμένως δὲν δύναμαι νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν προχθεσινήν του χειρονομίαν. Καὶ ὄχι τόσον διὰ τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, ὅσον διὰ τὰς ἐπιπτώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ χειρονομία ἐκείνη. Διότι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει — αὐτὸ τὸ γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς — νὰ διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς συνεχιζομένης ἀπό τινων μηνῶν ὠργανωμένης ἐπιθέσεως κατὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν μας θεσμῶν. Ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις τὰς σοβαρὰς ἡμερησίας ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι ἐκ λόγων γενικωτέρας πολιτικῆς ἀσκοῦν κριτικὴν τῆς Βουλῆς ἢ τῶν βουλευτῶν, ὑπάρχει ἀπειρία λαθροβίων ἐντύπων, ἐπαρχιακῶν καὶ ἀθηναϊκῶν, τὰ ὁποῖα προσπαθοῦν νὰ εὕρουν ἀφορμὰς διὰ νὰ διαβάλλουν τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὰ μέλη του. Ἡ ἐπίθεσις αὐτὴ προερχομένη ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα τρέφουν διάφορα συμπλέγματα κατὰ τῶν βουλευτῶν, εἴτε διότι οἱ ἴδιοι δὲν ἐτόλμησαν νὰ θέσουν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ τὴν ὑποψηφιότητά των, εἴτε διότι πολιτευθέντες πρὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν ἀπέτυχον εἰς τὰς ἐκλογάς, ἀναφέρονται συνεχῶς εἰς τοὺς δῆθεν παχυλοὺς μισθούς, τοὺς ὁποίους ἀναβιβάζουν εἰς 30.000 μηνιαίως, ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικότητα ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ἀνέρχεται εἰς 19.600, ὡς καὶ εἰς τὴν δῆθεν ἀδιαφορίαν τῶν βουλευτῶν νὰ προσέρχωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις. Τὰ λεχθέντα προηγουμένως περὶ ἀπουσιολογίου καὶ μεταβολῆς τῆς Βουλῆς εἰς Δημοτικὸν Σχολεῖον, στεροῦνται σοβαρότητος. Ἡ προσέλευσις τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κυρίως ἡ παραμονὴ αὐτῶν εἰς τὰς συνεδριάσεις, ἀποτελεῖ πολιτικὴν πρᾶξιν, πολλάκις δὲ ἕνας ἔμμεσος τρόπος ἀποδοκιμασίας ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἢ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν, εἰδικώτερον τῶν κυβερνητικῶν, ἀπουσία των ἐκ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ ποῖον τρόπον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐφήρμοσε τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ διαπίστωσις τῆς ὑπάρξεως ἀπαρτίας ἀνήκει εἰς τὸν Πρόεδρον, διότι οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν, λόγῳ ἐλλείψεως ἀπαρτίας, ὅταν σοβαρώτατα νομοσχέδια ψηφίζωνται τὰς πρωϊνὰς ὥρας ἐνώπιον 10 ἢ καὶ 5 μόνον βουλευτῶν. Συνεπῶς, ἡ μονομερὴς ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 39 διὰ τὴν ἔναρξιν μόνον τῆς συνεδριάσεως δὲν εἶναι δικαιολογημένη. Ἀλλά, ὅσα μέτρα καὶ νὰ λάβῃ τὸ Προεδρεῖον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ περὶ ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τὴν 6ην μ.μ. Ἠκούσατε τὸν κ. Κουτσοχέραν, ὅτι οἱ βουλευταὶ εἰς τὰς 4 τὸ ἀπόγευμα δὲν ἔχουν ἐπιστρέψει εἰς τὰς οἰκίας των, ὅπου καὶ ἐκεῖ ἐνδεχομένως τοὺς ἀναμένουν πολῖται διὰ νὰ λάβουν ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν αἰτημάτων των ἢ καὶ νὰ ὑποβάλουν νέα. Πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς μεσολαβούσας δύο ὥρας νὰ γευματίσῃ ὁ βουλευτὴς καὶ νὰ προσέλθῃ κατάκοπος τὴν 6ην μ.μ. εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὅπως ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ εἶχον προτείνει ἡ συνεδρίασις νὰ ἀρχίζῃ εἰς τὰς 6.30 μ.μ. ἰδίᾳ κατὰ τὴν θερινὴν ἐποχήν, πλὴν ὅμως ὁ ὑπερβάλλων ζῆλος ὡρισμένων συναδέλφων ὡδήγησεν εἰς τὴν καθιέρωσιν ὡς ὥραν ἐνάρξεως τὴν 6ην μ.μ. Ἐπειδὴ οὐδεὶς ἀχθοφόρος ἐργάζεται συνεχῶς ἀπὸ τῆς πρωΐας μέχρι τῆς Τετάρτης πρωϊνῆς τῆς ἑπομένης ἡμέρας, ὡς οἱ ἀχθοφόροι — βουλευταί, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προτείνω τροποποίησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, ὁριζομένης τῆς 6.30 μ.μ. ὡς ὥρας ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Προεδρείου ἐπὶ τῆς ὀρθότητος τῆς παρατηρήσεως τοῦ συναδέλφου κ. Πρωτοπαπαδάκη σχετικῶς μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 52 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐφηρμόσθη ὡς τὸ ἐπρότεινεν οὗτος, καὶ ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἐφαρμογῆς οὐδεμία παρέκκλισις εἶναι δυνατὸν νὰ συγχωρεθῇ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Λυμπέρης, ἔχει τὸν λόγον.
§96Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι πάντοτε παρακολουθοῦμεν ἀνελλιπῶς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ διὰ τὴν ἐπίθεσιν, ἡ ὁποία ἔγινεν ἐναντίον τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ὁποίαν νομίζω σκοπίμως ὑποκινοῦν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἄλλα ἐπιδιώκουν. Πολλοὶ πουλημένοι κονδυλοφόροι ἐπιτίθενται ἀδίκως κατὰ τῶν βουλευτῶν, ἐπιτίθενται ἀδίκως κατὰ τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν οἱ βουλευταί, καὶ τὸν ὁποῖον ἀναβιβάζουν εἰς τὸ ὕψος τῶν 30.000 δρχ. μηνιαίως ἐνῷ ὁ βουλευτὴς λαμβάνει 19.600 μηνιαίως. Ὡς γνωστόν, οἱ βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν διατηροῦν καὶ δύο καὶ τρία γραφεῖα, πληρώνουν τοὺς γραμματεῖς των καὶ κατὰ συνέπειαν ἐκ τῶν 19.600 ἀποζοῦν, 4 καὶ 5 οἰκογένειες. Πέραν αὐτοῦ ὁ βουλευτὴς μὲ τὰ χρήματα αὐτὰ ἀντιμετωπίζει καὶ ὅλα τὰ ἔξοδα διακινήσεως τῶν ἀσθενῶν φίλων του ἀπὸ Νοσοκομείου εἰς Νοσοκομεῖον. Συνεπῶς, ἡ ἐπίθεσις εἶναι σκόπιμος καὶ συντονισμένη. Ὁ βουλευτής, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ λεχθῇ αὐτὸ διὰ νὰ ἀκούσουν ὅλοι οἱ κονδυλοφόροι τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ ἔντιμοι δημοσιογράφοι τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τῆς 8ης πρωϊνῆς μέχρι τῆς 4ης ἀπογευματινῆς τρέχει μὲ ὁλόκληρον ἐπιτελεῖον γραμματέων εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα καὶ Ὑπηρεσίας διὰ νὰ λύσῃ θέματα, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ λυθοῦν, ἐὰν ὑπῆρχε Κράτος, χωρὶς τὴν ἐπέμβασιν τοῦ βουλευτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ καθυστεροῦν αἰτήσεις πολιτῶν ἐπὶ ἕνα καὶ δύο ἔτη ἐπὶ διαφόρων ἐπειγόντων θεμάτων, αἱ ὁποῖαι διὰ νὰ προωθηθοῦν πρέπει νὰ πάῃ ὁ βουλευτὴς πλείστας ὅσας φορὰς εἰς τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Πότε, κ. Πρόεδρε, θὰ παύσῃ, ἐπὶ τέλους, ὁ βουλευτὴς νὰ εἶναι ἀχθοφόρος; Τί κάνει αὐτὸ τὸ Κράτος; Τί κάνουν οἱ Δημόσιοι Ὑπάλληλοι; Πολλὲς φορὲς μετέβην εἰς δημόσια γραφεῖα καὶ εἶδον τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἀσχολοῦνται μὲ ἄλλες ἐργασίες ἐκτὸς τῶν ὑπηρεσιακῶν των καθηκόντων. Καθυστεροῦν αἰτήσεις πολιτῶν ἐπὶ διαφόρων αἰτημάτων ἐπὶ ἔτος καὶ πλέον. Καὶ καθυστεροῦν αἰτήσεις διὰ συντάξεις τρία καὶ τέσσερα ἔτη. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι μετὰ κοπιώδη πρωϊνὴν ἐργασίαν εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα προσέρχονται εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 6ην ἀπογευματινὴν καὶ ἀποχωροῦν πολλὲς φορὲς τὴν 5ην πρωϊνήν. Πρέπει κάποτε νὰ διορθωθῇ αὐτὸ τὸ κακό. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς καὶ ὄχι νὰ τοὺς κατηγορήσῃ.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Βουνάτσος, ἔχει τὸν λόγον.
§98Φ. ΒΟΥΝΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως τῆς περασμένης Παρασκευῆς, συνεζήτησα μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς κ. Νόβαν ἐξωδίκως ἐν συνεδριάσει βέβαια τὸ θέμα καὶ εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι θὰ συμβοῦν αὐτὰ ποὺ συνέβησαν σήμερον καὶ ὅτι ὁ τύπος θὰ δημιουργήσῃ θέμα γύρω ἀπὸ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως διὰ τὴν μὴ προσέλευσιν τῶν βουλευτῶν. Συναισθανόμην τὶ θὰ συμβῇ. Κύριε Πρόεδρε, ἠκούσθησαν σήμερον ὡρισμέναι προτάσεις τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐδόθησαν ὡρισμέναι ἑρμηνεῖαι. Ὁ κύριος Πρωτοπαπαδάκης, ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Κανονισμοῦ, εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει σήμερον νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς περασμένης Παρασκευῆς, ἤτοι μὲ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης νὰ διαφωνήσω μαζί του. Μπορεῖ τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 52 τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ὁμιλῇ περὶ ἐπαναλήψεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς ἡμέρας ποὺ δὲν ἔγινεν ἡ συνεδρίασις κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἀμέσου ἑπομένης ἡμέρας. Ἀλλὰ ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν διανεμηθέντων πρακτικῶν, συνεδρίασιν εἴχομεν τὴν περασμένην Παρασκευήν. Συνεπῶς, καλῶς διενεμήθη διὰ σήμερον ἡμερησία διάταξις νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου καὶ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 52 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καθορίζει σαφῶς τὰς ἡμέρας νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἀλλὰ εἴχαμεν καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κ. Ράλλη, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναγινώσκωνται εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νὰ ἐγγράφωνται εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ οἱ κ.κ. βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐγγραφοῦν ἐπὶ μιᾶς ἐρωτήσεως νὰ μεταβαίνουν εἰς εἰδικὸν γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐγγράφωνται. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ράλλης εἰσηγήθη πρότασιν, ἡ ὁποία τροποποιεῖ σχετικὸν ρητὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. Συνεπῶς, ἡ πρότασις τοῦ κ. Ράλλη πρέπει ἐγγράφως νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν διαρκῆ Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ διὰ νὰ γνωματεύσῃ ἐὰν πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον ἢ ὄχι. Ἐπίσης εἴχαμεν καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μερκούρη, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε νὰ μὴ συνεδριάζουν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ κάθε ἀπόγευμα ἀλλὰ νὰ συνεδριάζουν ἑκάστην Τετάρτην. Καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μερκούρη δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον, διότι αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ συνεδριάζουν ἀπὸ τὴν 5.30 ἀπογευματινὴν μέχρι τὴν 6.30′ ἢ ἔστω καὶ μετὰ τὴν ὥραν αὐτήν. Ἡ Βουλὴ ἀρχίζει εἰς τὰς 6 ἔχομεν ἡμισείαν ὥραν διὰ τὰς ἀνακοινώσεις τῶν ἀναφορῶν καὶ μετὰ εἰσέρχεται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συνεπῶς, τὴν μίαν ὥραν ποὺ συνεδριάζει ἡ Ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ ὠφέλιμον νομοθετικὸν ἔργον καὶ γίνεται παραλλήλως καὶ ἡ κυρίως ἐργασία τῆς Βουλῆς. Καταλήγων, κ. Πρόεδρε, προτείνω ὅπως αἱ προτάσεις τῶν κ.κ. συναδέλφων παραπεμφθοῦν εἰς τὴν διαρκῆ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ γνωματεύσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐὰν πρέπει ἐπὶ τῶν σημείων ποὺ ἔθιξαν οἱ κ.κ. συνάδελφοι νὰ τροποποιηθοῦν τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀλαβάνος, ἔχει τὸν λόγον.
§100Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀρθῶς ὁ συνάδελφος κ. Πρωτοπαπαδάκης ἀνέφερε τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ ἐσφαλμένως τὸ ἡρμήνευσεν. Ὁ Κανονισμὸς καθορίζει σαφῶς τὰς ἡμέρας κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ ὁρίζει τὴν Τρίτην καὶ Παρασκευήν. Καὶ εἰς τὰς δύο αὐτὰς ἡμέρας ὑποχρεοῦται ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ παρευρίσκεται, διότι αὐτὴ θὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν. Αἱ ἡμέραι κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἶναι ἡμέραι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶπεν ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, ὅτι τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι ὅταν δὲν γίνῃ ἡ συνεδρίασις δι’ οἱονδήποτε λόγον ἡ ἡμερησία διάταξις ἑπομένης συνεδριάσεως πρέπει νὰ ἀφιερωθῇ εἰς κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν συνεδρίασις ἔγινεν, ἀπόδειξις τὰ διανεμηθέντα πρακτικά. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἄμεσον ὑποχρέωσιν ἔχουν νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὴν Βουλὴν αὐτοὶ ποὺ θὰ ἐλέγξουν. Ἀλλοίμονον ἐὰν κατὰ τὴν ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἀπουσιάζῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ συνεδρίασις, τότε δὲν θὰ ἔμενε καμμία ἡμέρα διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, συνεδρίασις ἐπραγματοποιήθη τὴν περασμένην Παρασκευὴν καὶ καλῶς διενεμήθη ἡμερησία διάταξις νομοθετικῆς ἐργασίας. Δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν μὲ ἀντικείμενον νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Κεφαλληνός, ἔχει τὸν λόγον.
§102Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ δημιουργηθὲν θέμα δὲν εἶναι θέμα κομματικὸν καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κομματικὴ ἐκμετάλλευσις ἐπιβάλλεται ὅπως ὅλοι οἱ βουλευταὶ νὰ εἴμεθα ἡνωμένοι. Ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλυσε κακῶς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν πρέπει νὰ εἴμεθα εὐχαριστημένοι σήμερον, διότι μᾶς δίδεται εὐκαιρία νὰ ἀπευθυνθῶμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε, ποῖος λόγος ἐπιβάλλει νὰ ἐπιδεικνύεται ἀπὸ ὡρισμένους τοιοῦτον μῖσος ἐναντίον τῶν βουλευτῶν. Ποῖος φορεῖ τὸν ἀκάνθινον στέφανον εἰς τὴν Ἑλλάδα; Τὸν φοροῦν τὰ Σώματα Ἀσφαλείας οἱ δημοσιογράφοι καὶ οἱ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι νυχθημερὸν ἐργάζονται καὶ δὲν ἔχουν ἡμέρας ἀναπαύσεως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ βουλευταὶ προσφέρουν ὑπηρεσίαν ὑπὲρ τοῦ συνόλου. Ἀλλὰ ἡ κατηγορία ἐστράφη καὶ ἐναντίον τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἐρωτῶ πότε θὰ ἀναπαυθοῦν καὶ οἱ κ.κ. Ὑπουργοί; Εἶναι γνωστόν, ὅτι πολλὲς φορὲς οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ λόγῳ τῶν διαφόρων πιέσεων ποὺ ἔχουν διὰ τὴν λύσιν διαφόρων αἰτημάτων καταφεύγουν εἰς ἄλλα γραφεῖα διὰ νὰ συντάξουν ἕνα ἔγγραφον. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρή. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λέγεται καὶ πρὸς τὰ ἄνω καὶ πρὸς τὰ κάτω ὁσονδήποτε πικρὴ καὶ ἂν εἶναι. Οἱ βουλευταὶ δὲν ἐκλέγονται διὰ νὰ διασκεδάζουν. Προσφέρουν σημαντικωτάτας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ἔθνος καὶ πρέπει νὰ πληροφορηθῇ ὁ λαός, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ηὐξημένος μισθός, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν ἀποτελεῖ σταγόνα ἐν τῷ ὠκεανῷ ἔναντι τῶν ἐξόδων ποὺ ἔχουν νὰ ἀντιμετωπίσουν. Πολλοὶ βουλευταὶ ἔχουν προεξοφλήσει καὶ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ Ἀπριλίου καὶ ἀναμένουν ἀπὸ τὸ δῶρον τοῦ Πάσχα νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰς ἀνάγκας των. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν βουλευτῶν συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ. Δὲν θὰ πρέπει λοιπὸν οἱ βουλευταὶ νὰ ἀκούουν τὰς ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας ἀκούουν. Καλῶς λοιπὸν ἢ κακῶς ἡ συνεδρίασις προχθὲς ἐλύθη. Οὐδὲν ὅμως κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ. Προχθὲς τὴν Παρασκευὴν δὲν μᾶς ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ὑψώσωμεν τὴν φωνήν μας καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐπιτελοῦν εἰς τὸ ἀκέραιον τὰ καθήκοντά των. Τὸ ἐπράξαμεν ἀπόψε.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§104Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις εὑρίσκεται εἰς τὸ τέρμα της καὶ ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς πρότασιν. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Κατσώτας δὲν ἀποτελεῖ παρωνυχίδα. Εἶναι θέμα σοβαρὸν καὶ θὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ μὲ τὴν δέουσαν σοβαρότητα. Νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὁρίσωμεν διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου μίαν εἰδικὴν συνεδρίασιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παρίσταται ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ὅλοι οἱ βουλευταί. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν νὰ θρυλοῦνται διάφορα πράγματα εἰς βάρος τῶν βουλευτῶν. Ὁ τύπος δυστυχῶς ἔχει δίκαιον. Μεταφέρει τὰς ἐντυπώσεις τῆς κοινῆς γνώμης. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην νὰ παρασυρθῇ εἰς κακὰς σκέψεις κατὰ τῶν βουλευτῶν. Συχνὰ κ. Πρόεδρε, ἀκούομεν ὑπαινιγμοὺς ἐναντίον μας. Ἂς ἀφιερώσωμεν λοιπὸν μίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς διὰ τοὺς βουλευτάς.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§106Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπ’ ὅσα ἤκουσα ἀπόψε ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν μοῦ ἔκαμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Λυμπέρης. Ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ προέρχεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι εἰς τὰ Ὑπουργεῖα δὲν γίνεται ἐκεῖνο ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνεται. Θὰ πρέπει κἄποτε ἡ Διοίκησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ δίδῃ ἀπάντησιν εἰς πάντα αἰτοῦντα. Ἐὰν αὐτὸ ἐπιτύχῃ, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, θὰ προσφέρῃ τὴν μεγαλυτέραν δυνατὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον, τὴν ὁποίαν προσέφερε ποτὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι μέχρι σήμερον συνεχῶς ἐπικρίνω τὸ Προεδρεῖον διὰ τὴν ὑπὸ τούτου παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Σήμερον ὅμως θὰ ὑπερασπισθῶ τὸν Πρόεδρόν μας κ. Νόβαν διὰ τὴν προχθεσινὴν ἐνέργειάν του. Τὴν ἀπόφασιν νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν δὲν τὴν ἔλαβε μόνος του ὁ Πρόεδρος τὴν περασμένην Παρασκευήν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης ὅλοι οἱ συνάδελφοι ἠξίωσαν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν, ἐπειδὴ δὲν προσῆλθεν ἱκανὸς ἀριθμὸς βουλευτῶν. Καὶ ἐδήλωσεν ὁ Πρόεδρος, ὅτι τοῦ λοιποῦ θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ κατόπιν τούτου προέβη εἰς τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν. Τὸ θέμα ὅμως ἔχει καὶ ἄλλην μίαν πλευράν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἐνώπιον τῶν δημοσιογράφων καὶ δι’ αὐτήν του τὴν πρᾶξιν τὸν κατακρίνω. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ τεθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη ζήτημα. Εἶπεν ὁ κ. Ἀλαβᾶνος, ὅτι ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης δὲν ἔχει δίκαιον. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὅταν λαμβάνωμεν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ πρέπει νὰ ξεχνῶμεν τὴν κομματικήν μας προέλευσιν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει δίκαιον. Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγένετο συνεδρίασις. Πῶς λοιπὸν δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης; Ἂς ἀφήσῃ ὁ ἔγκριτος νομικὸς κ. Ἀλαβᾶνος καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς μὴ νομικοὺς νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ λάβωμεν ἀποφάσεις σύμφωνα μὲ τὴν συνείδησίν μας.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τζιζῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§108Α. ΤΖΙΖΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν συνάδελφον κ. Κατσώταν, ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὸ θέμα τοῦτο ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Ὅλοι, κ. Πρόεδρε, ᾐσθάνθημεν πικρίαν καὶ ἀγανάκτησιν διὰ τοὺς βαρεῖς χαρακτηρισμοὺς ποὺ ἀνεγράφησαν εἰς τὸν τύπον εἰς βάρος μας. Τὸ θέμα ἔχει δύο ὄψεις. Ἡ μία εἶναι πῶς θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σχηματισμὸς ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς καὶ ἡ δευτέρα εἶναι τὶ ὁρίζει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ διὰ μὲν τὸ πρῶτον θέμα ἐλέχθησαν ἀπὸ πολλοὺς συναδέλφους μερικὰ σωστὰ πράγματα καὶ ἐγένοντο μερικαὶ καλαὶ ὑποδείξεις. Τὸ παράδειγμα θὰ πρέπει νὰ τὸ δώσουν οἱ ἀγαπητοί μας κ.κ. Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν αἴθουσαν τακτικώτερα. Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προσέρχωνται βουλευταί, ὅταν τὸ παράδειγμα ἔρχεται ἄνωθεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω εἶναι, ὅτι θὰ πρέπει νὰ λεχθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀδιαχώρητον χρόνου, διότι πράγματι ὡς ἐτονίσθη κατηντήσαμεν οἱ βουλευταὶ νὰ εἴμεθα θεληματάρηδες καὶ νὰ μὴ ἀσχολούμεθα μὲ τὴν κυρίαν ἀποστολήν μας, νὰ μὴ βουλευώμεθα, δηλαδὴ διὰ τὸν τρόπον ἀντιμετωπίσεως τῆς πληθύος τῶν σοβαρῶν λαϊκῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα περιμένουν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ τὴν ἐργασίαν μας νὰ εὕρουν λύσιν. Θὰ πρέπει νὰ διαρρυθμισθῇ ὁ χρόνος κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μᾶς ἀφήνεται καὶ χρόνος ἐλεύθερος νὰ προσερχώμεθα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἤθελον, κ. Πρόεδρε νὰ τονίσω εἶναι, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἰς τὸ σημεῖον τοῦ ἐὰν θὰ πρέπει σήμερον νὰ διατεθῇ ἡ ἡμέρα διὰ τὴν συζήτησιν, διὰ τὴν διενέργειαν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἢ ἐὰν ἡ Βουλὴ θὰ πρέπει νὰ ἐπιδοθῇ εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὁ Κανονισμὸς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ εἶναι σαφής. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, διότι ὄντως τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς εἶναι σαφὲς καὶ ὁρίζει, ὅτι ἐὰν καθ’ οἱονδήποτε λόγον γίνῃ ἀναβολὴ...
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι ἀναβολή.
§110Α. ΤΖΙΖΗΣ. ... δὲν γίνῃ συνεδρίασις ἢ ἀμέσως ἑπομένη συνεδρίασις ἀφιεροῦται εἰς τὴν συνεδρίασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγγεγραμμένων ἐπερωτήσεων. Ὑπεστήριξεν ὡς ἀντίλογον ὁ ἐκλεκτὸς συνάδελφος κ. Ἀλαβᾶνος, ὅτι ἔγινεν ἡ συνεδρίασις καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἡ προϋπόθεσις ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶπε δὲ ταὐτοχρόνως, ὅτι ἔγινεν ἡ συνεδρίασις, ἀλλὰ οἱ ἐπερωτῶντες δὲν ἦσαν παρόντες καὶ δι’ αὐτὸ διεκόπη ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ μὴ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις —καὶ νομίζω, ὅτι συνάδει πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ Σώματος νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὰ λαβόντα χώραν πραγματικὰ περιστατικὰ ὡς ὄντως ἔλαβον χώραν καὶ ὄχι ὡς θὰ ἔπρεπεν ἀπὸ λόγους δεοντολογικοὺς νὰ τὰ ἑρμηνεύσωμεν —ὑπάρχει σαφὴς διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ σύμφωνα μὲ αὐτὴν θὰ πρέπει ἡμεῖς σήμερον νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι εἶναι ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου δύναται δὲ ἡ Κυβέρνησις, παρὰ ταῦτα— ὑπάρχει τὸ ἄρθρον, κ. Πρόεδρε, 60 τοῦ Κανονισμοῦ παρ. 6 τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι — δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπερωτήσεώς τινος, διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἐδῶ οὔτε καὶ αὐτὸ ἔχει ἐφαρμογήν. Δὲν δύναται συνεπῶς νὰ εὐσταθήσῃ ἡ αἴτησις ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ταῦτα, κ. Πρόεδρε, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησεν ἡ παροῦσα συζήτησις νὰ γίνῃ εἰς ἄλλην ἡμέραν, τακτὴν ἡμέραν. Δὲν παρενόησα τί ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ λέγω δὲν εἶναι κανενὸς δικαίωμα νὰ παραβαίνωμεν τὸν Κανονισμόν, νὰ τὸν παραβλέψωμεν καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν σήμερον, ὅταν ὑπάρχῃ ρητὴ ἐπιταγὴ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τονίζοντος, ὅτι σήμερον πρώτην ἡμέραν μετὰ τὴν μεταιωθεῖσαν συνεδρίασιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, πρέπει νὰ τὴν ἀφιερώσωμεν εἰς κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχουν ἐγγραφῆ ἀκόμη ἀρκετοὶ συνάδελφοι διὰ νὰ ζητήσουν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀρκετὰ ἐξετέθησαν αἱ ἀπόψεις γενικῶς....
§112Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ λέγω, νὰ σταματήσωμεν, καὶ νὰ μὴ ὁμιλήσωμεν ὅλοι.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτό, παρακαλῶ τοὺς λοιπούς, ἐὰν θέλουν καὶ ἐφ’ ὅσον θέλουν νὰ παραιτηθοῦν τοῦ λόγου διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἀποφάσεις.
§114Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα, κ. Πρόεδρε...
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ γνωρίζω, δι’ αὐτὸ κάμνω τὴν παράκλησιν ἐπειδὴ παρετάθη ἡ συζήτησις καὶ χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Βουλῆς νὰ προχωρήσωμεν εἰς ὅ,τι ἀποφασίσωμεν.
§116Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν μᾶς εἴπατε ποία εἶναι ἡ γνώμη σας ἐπὶ τοῦ μὲ ποίαν ἐργασίαν θὰ ἀσχοληθῶμεν σήμερον. Οὔτε σεῖς οὔτε ἡ Κυβέρνησις τὸ εἶπεν.
§117Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπουργὸς Πρ. Κυβερνήσεως). Ἐδῶ γίνεται συζήτησις ἐπὶ ἄλλου θέματος. Δὲν γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως.
§118Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Γίνεται καὶ ἐπ’ αὐτῆς. Ὁ κ. Ἀλαβάνος καὶ ὁ κ. Διαμαντόπουλος, ὡμίλησαν καὶ ἐπ’ αὐτῆς.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως.
§120Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι διότι ἐπῆρεν αὐτὴν τὴν ἔκτασιν ἡ συζήτησις καὶ δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὑπάρχει ἀντιδικία μεταξὺ τῶν διαφόρων πτερύγων τῆς Βουλῆς, ἢ μεταξὺ τοῦ Προεδρείου καὶ τῆς Βουλῆς, ἢ μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως. Κάθε ἄλλο. Ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα διὰ τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς, ὅλοι πονοῦμεν διὰ τὸν Κοινοβουλευτισμόν, ὅλοι θέλομεν νὰ τὸν ὑψώσωμεν, εἰς τὴν περιωπήν, εἰς τὴν ὁποίαν προσήκει. Καὶ ἐκεῖ ἔγκειται ἡ πρότασίς μου. Καὶ εἴδατε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βρανόπουλος, ἔδωσε τὴν δέουσαν προσοχὴν καὶ εἶπεν ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀρχηγῶν ὅλων τῶν παρατάξεων καὶ ὅλων τῶν βουλευτῶν, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτὸ τὸ πρόβλημα μὲ τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται ἀπόψε ἡ Βουλή. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ δοθῇ πολὺ σύντομα ἡ εὐκαιρία διὰ νὰ ἀντιμετωπισθῇ τοῦτο, ἐλπίζω ἐπίσης καὶ εὔχομαι μᾶλλον, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ἔγινεν ἀπόψε θὰ καταλήξῃ εἰς ἀγαθὰ ἀποτελέσματα διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν ὅλοι τὸ καθῆκον μας, ὅπως τὸ ἐκπληροῦμεν καὶ οἱ βουλευταὶ ὅλων τῶν πτερύγων καθὼς καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἀναστήλωσιν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν καὶ διὰ τὴν προστασίαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸ γενικὸν θέμα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κυκλάδων κ. Πρωτοπαπαδάκης, ἐδημιούργησε τὸ θέμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 52 § 4 τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον αὐτό, πράγματι ἀναφέρει, ὅτι ἡμέραι συζητήσεως ἐπερωτήσεων ὁρίζονται ἡ Τρίτη καὶ ἡ Παρασκευή, ἐὰν δὲ δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν γίνῃ συνεδρίασις «...(ἀναγινώσκει)...». Ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ἐκ Κυκλάδων κ. Ἀλαβᾶνος, ἔκαμε τὴν ὀρθὴν ἔρευναν καὶ κρίσιν ἐπὶ τοῦ ἀνακύψαντος θέματος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφέρω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀποδέχομαι τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσε διὰ τῆς ὁμιλίας του αὐτῆς καὶ πέραν τούτου νὰ σημειώσω, ὅτι εἶναι σαφές, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ δὲν προβλέπει λύσιν συνεδριάσεως ἐλλείψει ἀπαρτίας, ἀλλὰ ἐὰν ἡ ὁρισθεῖσα συνεδρίασις ἐξ οἱουδήποτε λόγου δὲν γίνῃ.
§121Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Δὲν ἔγινε......
§122Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερνήσεως). Ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι ἐὰν ἐξ οἱουδήποτε λόγου ματαιωθῇ ἡ συζήτησις τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, τότε ἀναμφισβητήτως θὰ εἴχατε δίκαιον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Κύριοι βουλευταί, ἡ σχετικὴ διάταξις ἀναφέρει, ἐὰν δὲν γίνῃ ἡ συνεδρίασις, ἐὰν παντάπασι δηλ. δὲν συνέλθῃ ἡ Βουλή. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, τὰ ἐπίσημα πρακτικά, τὰ ὁποῖα καὶ διενεμήθησαν. «Ὥρα 6.20′. Ὁ κ. Πρόεδρος, ἀνελθὼν ἐπὶ τῆς ἕδρας, κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως καὶ ἐν τέλει διαπιστοῖ τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας». Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, κ.κ. συνάδελφοι, (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἀφῆστε, μὲ καλὴν πίστιν νὰ συζητήσωμεν, κ.κ. συνάδελφοι, διότι πάει νὰ δημιουργηθῇ ἕνα προηγούμενον. Θὰ σᾶς εἴπω, εἰς ποῖον ἀδιέξοδον εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν, ἐὰν δημιουργηθῇ τὸ προηγούμενον αὐτό. Καὶ θὰ ἀκούσητε τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς προτείνω. Ἐὰν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν συζητήσεως τῆς πρώτης ἐρωτήσεως, διεπίστωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τὴν ἀπαρτίαν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξετε καὶ νὰ εἴπητε, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι ἐδῶ δὲν ὡλοκληρώθη ἡ συζήτησις τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἡ προσεχὴς συνεδρίασις, θὰ ἀφιερωθῇ ἐκεῖ (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἀφῆστε νὰ τελειώσω, ἄνευ διακοπῶν, μὲ καλὴν πίστιν......
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, καὶ ἐγώ, κ.κ. βουλευταί, νὰ ἠρεμήσωμεν καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀφορᾷ.
§124Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου προηγούμενον καὶ πρόκειται ἐδῶ, οὕτως εἰπεῖν, νὰ καθιερώσωμεν μίαν νομολογίαν ἀπόψε.
§125Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον προηγούμενον;
§126Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερνήσεως). Θὰ ἰδῆτε ποῦ θὰ καταλήξω. Ὁ κ. Πρόεδρος, λύει τὴν συνεδρίασιν καὶ ἀναφέρει: «λύεται ἡ συνεδρίασις». Ἡ ἀρξαμένη, πλέον συνεδρίασις, δὲν ἐματαιώθη, ἀλλὰ ἡ συνεδρίασις, ἐλύθη — «δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας, διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν». (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Κύριοι συνάδελφοι, ἔθεσεν ἕνα θέμα ὀρθότατα, ὁ κ. Ἀλαβάνος.
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴν εἶναι καὶ ὀρθόν.
§128Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερνήσεως). Γνώμη μου εἶναι, καὶ δικαίωμά μου εἶναι, νὰ τὴν εἴπω. Θὰ εἴπητε καὶ σεῖς τὴν γνώμην σας. Δὲν ἦλθον ἐγὼ νὰ σᾶς τὴν ἐπιβάλω. Λέγω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Λέγομεν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν, ὅτι ἀγωνιζόμεθα νὰ ἀναστηλώσωμεν τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ κάμομεν ὡσὰν μαθηταί. Ἀφῆστε νὰ κάμωμεν μίαν συζήτησιν. Εἴδατε μὲ ποῖον σεβασμὸν ἤκουσα ὅλους σας καὶ ἰδιαιτέρως τὸν εἰσηγητὴν τῆς προτάσεως, τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει δίκαιον, ὁ κ. Ὑπουργός.
§130Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερνήσεως). Εἶπεν ὀρθῶς ὁ κ. Ἀλαβάνος, ὅτι εἰς τὸ χέρι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ εἶναι, νὰ ματαιώνῃ τὰς συνεδριάσεις τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὴν Τρίτην ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, δὲν θὰ προσέρχωνται οἱ βουλευταί, δὲν θὰ γίνεται ἀπαρτία καὶ θὰ λύεται ἡ συνεδρίασις. Ἡ ἑπομένη ἡμέρα νομοθετικῆς ἐργασίας πλέον, θὰ εἶναι ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἔρχεται ἡ Παρασκευή, δὲν θὰ προσέρχωνται οἱ κ.κ. συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ λύεται, ἐλλείψει ἀπαρτίας, ἡ συνεδρίασις καὶ ἡ Δευτέρα, ἡμέρα νομοθετικῆς ἐργασίας, θὰ μεταβάλλεται εἰς ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλά, ἂς ἔλθωμεν πλέον, εἰς τὴν πραγματικότητα. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν προτασσόμεναι ἐπερωτήσεις. Νὰ πᾶμε εἰς μίαν πρακτικὴν λύσιν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ τὰς προτασσομένας ἐπερωτήσεις τῶν κ.κ. συναδέλφων τῆς ΕΡΕ ὑπάρχει ἔγγραφος αἴτησις τῶν ἐπερωτήσεων, διὰ τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐπερωτήσεών των διὰ τὰς συνεδριάσεις μετὰ τὸ Πάσχα. Ὁ κ. Τ. Μιχαηλίδης ἔχει προτασσομένην ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Κ. Δαμιανὸς ἔχει προτασσομένην ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Πιπιλῆς ἔχει προτασσομένην ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Σταμάτης ἔχει προτασσομένην ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Πιπιλῆς ἔχει δύο προτασσομένας ἐπερωτήσεις. Καὶ οἱ κ.κ. συνάδελφοι οἱ ἐπερωτῶντες, ἔχουν ζητήσει τὴν ἀναβολήν. Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω ἓν πρᾶγμα. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἡ συνεδρίασις ἀφιεροῦται εἰς συζήτησιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐπερωτήσεων. Συνεπῶς, ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ ἄποψις τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, μόνον συζήτησις ἐπερωτήσεων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀπόψε. Ἀλλὰ διὰ τὰς προτασσομένας ἐπερωτήσεις οἱ ἐπερωτῶντες συνάδελφοι, ἔχουν ζητήσει ἀναβολήν.
§131Δ. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ. Ἔχω ἰδικήν μου.
§132Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερνήσεως). Ποίου Ὑπουργείου;
§133Δ. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§134Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερνήσεως). Ἐγὼ ἔχω, ὡς δεδομένον, ὅτι ἔχομεν μίαν σειρὰν ἐπερωτήσεων καὶ οἱ ἐπερωτῶντες ἔχουν ζητήσει τὴν ἀναβολήν.
§135Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ ἰδικήν μου ἐπερώτησιν.
§136Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Διαμαρτύρομαι, διότι ἀνεφέρατε τὸ ὄνομά μου. Ἐγὼ ἀνέμενον ἐπὶ δίμηνον νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου. Κατὰ τὸ διάστημα ποὺ ἤμην εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἶχον ζητήσει ἀναβολήν.
§137Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερνήσεως). Ἐδῶ ἔχω ἔγγραφον πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§138Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Μὲ ποίαν ἡμερομηνίαν;
§139Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἔχει σημασίαν ἡ ἡμερομηνία.
§140Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Κατέθεσα καὶ ἐπιστολὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου. Ἐζήτησα ἀναβολὴν μόνον διὰ μίαν ἡμέραν.
§141Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερνήσεως). Ἐγὼ σᾶς ἀνέμενον εἰς 2, 3 συνεδριάσεις καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς μὲ εἰδοποίησεν, ὅτι ἔχετε ζητήσει ἀναβολήν.
§142Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι.
§143Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπουργὸς Πρ. Κυβερνήσεως). Οἱανδήποτε στιγμὴν θέλετε, θὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα. Διαγράφω τὴν ἰδικήν σας πρότασιν ἀναβολῆς. Ἔχω τὰς ἄλλας προτάσεις. Πέραν ὅμως τούτου εἶναι θέμα ἀρχῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας δημιουργεῖ τὴν προϋπόθεσιν διὰ τὴν μετάθεσιν τῆς ἡμέρας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἰς ἡμέραν νομοθετικῆς ἐργασίας. Αὐτὴν τὴν ἄποψιν ἐκθέτω ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Εἶναι θέμα συνειδήσεως τῶν κυρίων συναδέλφων νὰ ἀποφασίσουν κατὰ τὴν κρίσιν των μὲ εὐθύτητα. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν υἱοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐναπόκειται νὰ λάβῃ τὰς ἀποφάσεις της. Ἡμεῖς θὰ σεβασθῶμεν τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ὡς κοινοβουλευτικοὶ ἄνδρες, καὶ ὡς Κοινοβούλιον καθαρῶς δημοκρατικόν. Ἐφιστῶ ὅμως τὴν προσοχὴν ὅλων γενικῶς τῶν συναδέλφων, τὶ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ. Θὰ δημιουργήσωμεν ἕνα προηγούμενον. Προσέξατε, κύριοι βουλευταί. Ἠμπορεῖ αὐτὴν τὴν ὥραν μὲ καλὴν πίστιν νὰ ἀντιμετωπίζωνται τὰ πράγματα. Δὲν ἠξεύρω αὔριον τὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ παρακαλῶ νὰ λάβετε τὰς ἀποφάσεις σας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχουν ἐγγραφῆ πολλοὶ κύριοι συνάδελφοι ζητοῦντες τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν ὁμιλήσουν ὅλοι, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Τί πρέπει νὰ γίνῃ;
§145Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ἀλαβᾶνος καὶ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἔχω ζητήσει ἐγγράφως τὸν λόγον.
§146Κ. ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ. Μίαν λέξιν παρακαλῶ.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν σᾶς δώσω τὸν λόγον, θὰ θέλουν κατόπιν ὅλοι νὰ ὁμιλήσουν. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ εἰς τὸν κ. Ἀποσκίτην νὰ εἴπῃ μίαν λέξιν;
§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαμαρτύρονται. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσετε.
§150Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Διατί ἐρωτᾶτε τί θὰ κάμετε; Τί λέγει ὁ Κανονισμός; Δὲν λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἐκφωνήσετε τὰ ὀνόματα τῶν ἐγγεγραμμένων; Προχωρήσατε εἰς τὴν ἐκφώνησιν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης ἔχει τὸν λόγον.
§152Κ. ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἐγγραφῆ νὰ ὁμιλήσω.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι, κ. Ἀποσκίτη, δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§154Κ. ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐσείσθη σήμερον τὸ πρωῒ ἡ Πελοπόννησος, κατεστράφησαν χωρία ὁλόκληρα, ὑπάρχουν ἑκατοντάδες θύματα καὶ δεκάδες νεκρῶν, ἡ Βασιλικὴ οἰκογένεια ἔσπευσεν εἰς τὸν τόπον τῶν καταστροφῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος καὶ ἡ Βουλὴ συζητοῦν ἐπὶ 3 ὧρες ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ μία λέξις δι’ αὐτὴν τὴν θεομηνίαν. Εἶναι βασικὴ παράλειψις τὴν ὁποίαν ἐπισημαίνω.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀποσκίτη, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς συγκινεῖ ὅλους, ἀλλὰ ἔπρεπε σεῖς καὶ τὸ κόμμα σας νὰ ζητήσετε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§156Κ. ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξεδόθησαν ἤδη νέα παραρτήματα.
§157Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ἡ Βουλὴ συμπαρίσταται ὁλόκληρος.
§158Κ. ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ. Οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε τὸ Προεδρεῖον, οὔτε ἡ Βουλὴ εἶπον μίαν λέξιν.
§159Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε εἰς τὸν κ. Ἀποσκίτην, θὰ εἶχον νὰ εἴπω, ὅτι ἂν ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα συνησθάνετο ἑαυτὴν ἀρκούντως συγκεκινημένην, θὰ ἠδύνατο πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ φέρῃ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ἀποσκίτης. Πέραν τῆς συνεδριάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἂν ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ φέρῃ τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλήν... (Θόρυβος ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). ... Ὅταν ἠμπορέσετε, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀποκαταστήσετε τὴν τάξιν, θὰ ὁμιλήσω.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γιαννούση, ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, στοργικῶς φερομένη, ἐπελήφθη ἀμέσως καὶ ἡ Βουλή, δηλῶ ἐγὼ ὡς Πρόεδρος, συμπαρίσταται εἰς τοὺς πληγέντας. Καὶ ἔχομεν ἀποδείξει, ὅτι οἱ Ἕλληνες πάντοτε συμπαρεστάθημεν καὶ θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ συμπαριστάμεθα εἰς τοὺς πληττομένους. Καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκδιώκονται ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον ὅλοι οἱ Ἕλληνες καὶ ἡ Κυβέρνησις συμπαρεστάθημεν. Εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ ἀγνοήσωμεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπλήγησαν τώρα ἀπὸ τὸν σεισμόν;
§161Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προφανῶς δὲν μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ μὲ παρακολουθήσετε. Ἐγὼ δὲν ἤλεγξα τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε τὰ προσήκοντα μέτρα, ἄλλο θέμα αὐτό, χωρὶς βέβαια νὰ σημαίνῃ τοῦτο, ὅτι συνομολογῶ, ὅτι ἔλαβε τὰ προσήκοντα μέτρα, τὸ ζήτημα εἶναι ἂν συνησθάνθη τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος, κ. Πρόεδρε, περιορίζομαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι τοὐλάχιστον ἐσφαλμένη ἡ ἀντίληψις, ὅτι τὸ σύνολον τῶν κ. κ. βουλευτῶν κατέχεται ἀπὸ ἕνα εἶδος ὁμαδικῶν ΗΟΒΥ, νὰ ἀνεβοκατεβαίνῃ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα καὶ νὰ τρέχῃ εἰς τὰ νοσοκομεῖα. Ἂν τοῦτο γίνεται καὶ θεωρῆται αὐτὸ πάρεργον γίνεται ὄχι ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν βουλευτῶν, οὔτε διότι οἱ βουλευταὶ ἡδονίζονται, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, μὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὸ σπόρ, ἀλλὰ γίνεται λόγῳ τῆς ὑφισταμένης—χωρὶς νὰ ἀποδίδω εὐθύνας εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν — κακῆς ὀργανώσεως τῆς Πολιτείας. Καὶ πρέπει νὰ γίνεται ἰδία—καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιτίθενται ἐναντίον τῶν βουλευτῶν—διὰ νὰ βοηθηθοῦν οἱ ἀδύνατοι. Ὁ ἀσθενής, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Λυμπέρης, ἂν δὲν κάμω λάθος, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄπορος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην καὶ ὁ ὁποῖος δὲν θὰ μπῇ ποτὲ εἰς τὸ νοσοκομεῖον ἐὰν δὲν ἔχει τὴν συμπαράστασιν, τὴν παράκλησιν, τὴν ἐπιμονὴν ἢ ἂν θέλετε καὶ τὴν ἀπειλὴν μιᾶς διαμαρτυρίας ἑνὸς βουλευτοῦ. Ἡ χήρα, ἡ ὁποία ζητεῖ μίαν σύνταξιν καὶ ἔχει ἕνα χρόνον ἢ ἑνάμισυ χρόνον, ποὺ ἀγωνίζεται, εἶναι καὶ αὐτὴ ὁ ἀσθενής, ὁ οἰκονομικῶς ἀδύνατος, ὁ πτωχός. Ὁ πλούσιος, κ. Πρόεδρε, ὁ δυνατός, ὁ ἰσχυρός, ἔχει τὴν δύναμιν, χωρὶς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ βουλευτοῦ, νὰ τελειώσῃ τὴν δουλειάν του, ἡ ὁποία ἔχει πολλὰς φορὰς τεράστιον περιεχόμενον. Πρῶτον αὐτό. Καί, δεύτερον, θὰ ἤθελον, κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἔπρεπε οἱ ἐπιτιθέμενοι, διότι ὑπάρχει μία μανία νὰ ἐπιτίθενται ἐναντίον τῶν βουλευτῶν, νὰ ἀντιληφθοῦν, ἂν δὲν ὑποκρύπτωνται ἄλλοι λόγοι καὶ ἂν ἐκ προθέσεως δὲν γίνεται αὐτὴ ἡ ἐπίθεσις, ὅτι ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει βάλλουν ἐναντίον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος. Αὐτὰ τὰ ἐλάχιστα, ἤθελον νὰ εἴπω, ὡς πρὸς αὐτό. Τώρα, ὡς πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κ. Πρωτοπαπαδάκης. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὄχι μόνον καινοφανὲς ἀλλὰ καὶ παράδοξον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἀλαβᾶνος καὶ ὁ διακεκριμένος συνάδελφος, ὁ κ. ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως Ὑπουργός. Καὶ δὲν ἀνέμενον ἀπὸ παλαιὸν κοινοβουλευτικὸν ἄνδρα τοῦ ὕψους καὶ τοῦ κύρους τοῦ κ. Παπασπύρου νὰ μὴ ἀντιληφθῇ τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 52. Ἡ διάταξις αὐτή, κ. Ὑπουργέ, τίθεται ὡς μέσον ἐξασφαλίσεως τῆς μειοψηφίας ἀπὸ τῶν αὐθαιρεσιῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐξασφαλίσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Καὶ τοῦτο διὰ νὰ τὸ ἀντιληφθῇ ὁ κ. Παπασπύρου καὶ θὰ εἶμαι περίεργος νὰ ἀκούσω μίαν ἀνταπάντησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Διότι εἰς περίπτωσιν, ὑποτεθήσθω, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐμφανισθῆ καὶ λόγῳ ἀπουσίας τοῦ ἐπερωτωμένου Ὑπουργοῦ ματαιωθῆ ἡ συνεδρίασις, τότε τί θὰ γίνῃ, κ. Πρόεδρε; Καὶ γίνεται αὐτὸ εἰς δύο περιπτώσεις: Εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Συμπολίτευσις συμπίπτει νὰ ἔχῃ πλείονας τῶν 200 βουλευτῶν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον συνέβαινε καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1946 καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1952. Ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ἐμφανισθοῦν οἱ κ.κ. συνάδελφοι τῆς ἑκάστοτε Συμπολιτεύσεως, τότε ἀνέρχεται ὁ Πρόεδρος εἰς τὴν ἕδραν, διαπιστώνει τὴν ὕπαρξιν 99, ἂν θέλετε, βουλευτῶν, λέγει ἔχομεν ἔλλειψιν ἀπαρτίας, λύει τὴν συνεδρίασιν καὶ ματαιώνει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Τί θεωρίαι εἶναι αὐταί, κ. Πρόεδρε; Σταματοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι λέγει ἐκήρυξα τὴν ἔναρξιν καὶ ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως; Πῶς εἶναι δυνατόν, κ. Ὑπουργέ, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ πνεῦμα, δὲν ὁμιλῶ διὰ τὸν τύπον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναμφισβητήτως σύμφωνος μὲ ἡμᾶς, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν οὐσίαν, σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα, μὲ τὴν πεμπτουσίαν τοῦ ἄρθρου 52, ἂν δὲν περιλαμβάνεται αὐτὴ ἡ ἔννοια, τότε πῶς θὰ ἐξασφαλίσετε τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν μία κακόπιστος Κυβέρνησις, δὲν ὑπαινίσσομαι βέβαια τὴν σημερινήν, διαθέτουσα πλειοψηφίαν ἄνω τῶν 200 βουλευτῶν, δὲν ἐμφανισθῇ; Τότε τί θὰ γίνῃ, κ. Πρόεδρε, θὰ λέγετε σεῖς κηρύσσω τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων τὴν Τρίτην καὶ τὴν Παρασκευὴν καὶ ἐπειδὴ διαπιστώνω ἔλλειψιν ἀπαρτίας λύω τὴν συνεδρίασιν καὶ ματαιοῦται οὕτω ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος; Τὸ ἴδιον καὶ τὴν Τετάρτην, διότι καὶ τὴν Τετάρτην οὐσιαστικῶς εἶναι κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, τὴν δὲ Δευτέραν καὶ Πέμπτην, ποὺ εἶναι νομοθετικὴ ἐργασία, νὰ εἶναι παρόντες ὅλοι οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως. Ποῦ τὸ πᾶτε, κ. Πρόεδρε; Αἱ θεωρεῖαι αὐταὶ δὲν εἶναι μόνον καινοφανεῖς καὶ ἐξεζητημέναι, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνοι. Εἶναι ἐπίσης καὶ ἀντικοινοβουλευτικαί. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν, διότι ἄλλως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμφωνήσω μὲ τὸ πνεῦμα τῆς νικησάσης δημοκρατίας.
§162Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπουργὸς Πρ. Κυβερνήσεως). Ἐκ μέρους δύο συναδέλφων παρενεβλήθη τὸ θέμα τῶν σεισμῶν καὶ τῶν καταστροφῶν. Ἡ Κυβέρνησις, κ. συνάδελφοι, ἔκαμε τὸ χρέος της καὶ τὸ καθῆκον της καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Σκοπέλου καὶ τῆς Ἀλοννήσου καὶ εὑρέθη παροῦσα. Ἔδωσεν ὅλην της τὴν συνδρομὴν καὶ τὴν ἀλληλεγγύην πρὸς τοὺς πάσχοντας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν σημερινὴν καταστροφὴν τῆς Πελοποννησιακῆς περιοχῆς ἔκαμε τὸ χρέος της. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν 11ην πρωϊνὴν συνεκάλεσεν ἔκτακτον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἔδωσεν εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς ἐντολὰς νὰ κατευθυνθοῦν ἀμέσως πρὸς τὰς περιοχὰς ὅπου ἐσημειώθησαν οἱ σεισμοὶ καὶ αἱ καταστροφαί. Παρεκάλεσε τὸν Πρόεδρον τοῦ Ε.Ε.Σ. καὶ εἶχε τὴν προθυμίαν νὰ ἐκδηλώσῃ ὅλην του τὴν συμπαράστασιν καὶ νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ Ε.Ε.Σ. ἀρωγός. Ἐπίσης, αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις ἐτάχθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πληθυσμοῦ τῶν περιοχῶν ποὺ ἐπλήγησαν. Ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ἐπεκοινωνήσαμεν μὲ τοὺς Νομάρχας, τοὺς Διοικητὰς Χωροφυλακῆς καὶ ἐστάλησαν καὶ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ἐπὶ τόπου καὶ κάμνουν τὸ χρέος των καὶ ἔκαμον τὸ πᾶν, διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν καὶ τὴν προστασίαν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τόσον δεινῶς ἐπλήγησαν. (Χειροκροτήματα). Συνεπῶς ἀπὸ Κυβερνητικῆς πλευρᾶς ἔγινε τὸ πᾶν. Βεβαίως ἔλειψε τὸ μέσον τῆς διαφημίσεως. Αὐτὸ ἀφήνω νὰ τὸ κρίνετε σεῖς. Δὲν συνηθίζομεν οὔτε εἰς διαφημίσεις, οὔτε εἰς προβολάς. Πέραν τούτου, κ. συνάδελφοι, ἀφοῦ ἔδωσα αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις, νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος ποὺ ἐδημιουργήθη ἀπόψε ἡ συζήτησις, νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ ὥρα νὰ σταματήσῃ. Ἐπὶ τοῦ θέματος ποὺ ἀνεκίνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων βουλευτής, εἶναι ἕνα θέμα ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ εὕρωμεν τὴν ἐνδεχομένην λύσιν. Ἔτσι θὰ προαχθῇ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω θητεύσει καὶ ἐγὼ ἀρκετὰ ἐδῶ καὶ ξεύρετε τὴν ἀλληλεγγύην μου καὶ τὴν ἀγάπην μου. Δὲν νομίζω, ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα διεδραματίσθησαν ἀπόψε συντελοῦν εἰς τὴν ἀναστήλωσιν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ. Ἂς τερματισθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ θέματος ποὺ ἀνεκίνησε καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης. Ἐγὼ ἀνέφερον τὰς ἀπόψεις μου καὶ θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω, ὅτι ὅπως μὲ πληροφορῆ τὸ Προεδρεῖον, ὁσάκις ματαιοῦται ἡ συνεδρίασις, καὶ ἔστω, ὅτι ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος εἶναι ἡμέραν Ἐθνικῆς Ἑορτῆς, π.χ. Τρίτην, τότε γίνεται πρακτικὸν ματαιώσεως τῆς συνεδριάσεως καὶ ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος μετατίθεται εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν. Ἐδῶ δὲν ἔχομεν πρακτικὸν ματαιώσεως τῆς συνεδριάσεως. Ἡ συνεδρίασις δὲν ἐματαιώθη, ἀλλὰ ἐλύθη καὶ παρακαλῶ πάρα πολύ, διότι ἤδη ἡ μεγαλυτέρα ὥρα κατηναλώθη διὰ τυπικὸν θέμα, παρακαλῶ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἀκουσθῇ ὁ διακεκριμένος συνάδελφος, κ. Τσάτσος, νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις τοῦ Σώματος καὶ νὰ περαιωθῇ ἡ συζήτησις. Ἑπομένως, ἂς ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ βάσιν καὶ ἀρχὴν διὰ τὴν περαιτέρω ἀντιμετώπισιν παρομοίων ζητημάτων.
§163Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ὁ συνάδελφος, κ. Ἀποσκίτης, ἔφερεν ἀπροόπτως τὸ θέμα τῶν σεισμῶν τῆς Δ. Πελοποννήσου, παρακαλῶ, ὅπως μοῦ δοθῇ ὁ λόγος, ἵνα ὁμιλήσω σχετικῶς καὶ ἐκφράσω τὰς ἀπόψεις μου. Σᾶς κατέθεσα δὲ καὶ σχετικὸν σημείωμα, διότι τὸ θέμα προεκάλεσε γενικὴν συγκίνησιν καὶ ἐπλήγησαν πολλοὶ κάτοικοι τῆς περιφερείας μου.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσετε ἐκτενέστερον, ἐφ’ ὅσον συζητηθῇ τὸ θέμα. Ὁ κ. Τσάτσος, ἔχει τὸν λόγον.
§165Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλομεν πράγματι χάριτας εἰς τοὺς συναδέλφους τῆς ΕΡΕ, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις ἀναφορικῶς μὲ τοὺς σεισμούς. Ἤδη, κατόπιν τοῦ γεγονότος τούτου, ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς δηλώσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ σεισμοῦ. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, ἡμεῖς, οἱ τῆς ΕΡΕ, δηλοῦμεν ὁλόψυχον συμμετοχὴν πρὸς τοὺς δεινοπαθοῦντας ἐκ τῶν σεισμῶν κατοίκους τῶν περιοχῶν αὐτῶν. Θὰ μᾶς εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τὸ πλευρόν της, ἐπὶ παντὸς ὑπὲρ τῶν πληγέντων ἐκ τῶν σεισμῶν μέτρου, τὸ ὁποῖον ἤθελε λάβει. Ταῦτα ἐπὶ τῶν δηλώσεων διὰ τοὺς σεισμούς. Τώρα ὡς πρὸς τὸ ἕτερον θέμα, τὸ ἀνακύψαν, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ καθορίζουσα τὰς ἡμέρας ἐλέγχου, ἀποτελεῖ βασικωτάτην διάταξιν. Καὶ πρὸς τοῦτο ἐθεσπίσθη, ἵνα μὴ γίνεται κατάχρησις τῆς δυνάμεως τῆς πλειοψηφίας, ὅπως ὁρίζεται, εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ἡ ἑπομένη ἡμέρα συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, ὡς ἡμέρα ἐλέγχου, ἂν δι’ οἱονδήποτε λόγον, ματαιωθῇ συνεδρίασίς τις, ἡμέρας Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 52 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως Ὑπουργός, θὰ συνέβαινε τὸ ἑξῆς: Ὁσάκις ἡ μειοψηφία εἶχεν ἀριθμὸν μελῶν κάτω τῶν 100, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη οὐχὶ ἅπαξ κατὰ τὸ παρελθόν, θὰ ἐμηδένιζεν ἡ πλειοψηφία τὴν μειοψηφίαν. Καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ὅτι ὁσάκις ἡ μειοψηφία εἶναι ἀριθμητικῶς κάτω τῶν 100 βουλευτῶν, θὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ ἔλεος τῆς πλειοψηφίας. Ἐὰν τοῦτο ἐπετυγχάνετο σήμερον, πιθανὸν νὰ ἐπέχαιρεν ἡ Συμπολίτευσις. Ἀλλ’ εἶναι ἄγνωστον, ἂν αὔριον ἐπέχαιρε διὰ τὴν ἐξέλιξιν αὐτὴν ἡ σημερινὴ μείζων Ἀντιπολίτευσις. Διδομένης τῆς ἑρμηνείας τῆς ἀναπτυχθείσης τόσον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Ἀλαβάνου, θὰ ἐχορηγεῖτο τὸ δικαίωμα τῆς περιγραφῆς τοῦ νόμου. Εἰς περιπτώσεις καθ’ ἃς ἡ πλειοψηφία θὰ εἶχε 205 βουλευτάς, θὰ ἀπουσίαζον οὗτοι κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, θὰ παρίσταντο οἱ 95 τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀπαρτία, θὰ ἐλύετο ἡ συνεδρίασις λόγῳ μὴ ὑπάρξεως ἀπαρτίας καὶ οὐδέποτε θὰ ἠσκεῖτο ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἀναγραφὲν εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι «... ὁ κ. Νόβας ἐπὶ τῆς ἕδρας...» κλπ., δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰ μὴ τέχνασμα. Ἂν ἤρχισεν ἡ συζήτησις καὶ ἐλλείψει ἀπαρτίας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως ἐλύετο ἡ συνεδρίασις, οὐδεὶς ψόγος. Ὅταν ὅμως, πρὶν κινηθῇ ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου λύεται ἡ συνεδρίασις, ἐφ’ ὅσον δὲν ἰσχύει τὸ ἄρθρου 52 τοῦ Κανονισμοῦ περὶ ἐπαναλήψεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην συνεδρίασιν, τότε καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῆς μειοψηφίας διὰ τοῦ τεχνάσματος αὐτοῦ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ξεφύγετε ἀπὸ αὐτὴν τὴν σκέψιν, διότι ἐὰν φύγετε ἀπὸ αὐτὴν τὴν σκέψιν καταργεῖτε τὴν προστασίαν τῆς μειοψηφίας καὶ παρέχετε μὲ τὸ τέχνασμα αὐτὸ εἰς τὴν πλειοψηφίαν τὸ δικαίωμα νὰ καταργῇ τὸ βασικώτερον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει οἱαδήποτε μειοψηφία, σήμερον ἡμεῖς, αὔριον σεῖς, ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ὁδεύσωμεν πρὸς τὴν ἀνασύνταξιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ νὰ κάμωμεν σήμερον ἔλεγχον, τὸ δὲ ἐπιχείρημα, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμένοι βουλευταὶ παραιτηθέντες τῶν προτεταγμένων ἢ ὡρισμένων ἐπερωτήσεων, οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει. Ὅλαι αἱ ἐγγραφόμεναι ἐπερωτήσεις ἐκκρεμοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς αὐτάς. Ἐὰν ὑπάρχουν ἀπόντες βουλευταί, θὰ διαγραφοῦν αἱ ἐπερωτήσεις των. Ἀνεφέρθη μάλιστα καὶ τὸ ἐπιχείρημα τί θὰ συμβῇ ἐὰν τυχὸν δὲν παρίστανται οἱ βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ ματαιοῦται ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Ἁπλούστατα, αἱ ἐπερωτήσεις, μὴ ὑπαρχόντων τῶν βουλευτῶν τῶν ἐπερωτώντων, διαγράφονται καὶ προχωρεῖ περαιτέρω ἡ συζήτησις. Δι’ αὐτό, κ. Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ ὀρθὴ ἄποψις εἶναι ἡ ἄποψις τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη.
§166Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπουργὸς Πρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω μίαν διευκρίνησιν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ μὲ ὀρθὴν κρίσιν, μὲ ἀντικειμενικότητα, μὲ εὐθύτητα θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη. Θέλω ὅμως νὰ ὑπογραμμίσω πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπερωτήσεων, ποὺ προτάσσονται καὶ 3–4 συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ ἐζήτησαν τὴν ἀναβολήν, ἐπίσης πρέπει νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἐξ ὑποχρεώσεως, ὄχι κοσμικῆς, ἀλλὰ ἐξ ὑποχρεώσεως λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἡ Κυβέρνησις ἀπόψε εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ παρίσταται εἰς τὰ Ἀνάκτορα. Τὸ λέγω τοῦτο, διότι αὔριον εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐγὼ πιστεύω, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἀποδεχθῇ κατὰ συνείδησιν τὴν πρότασίν σας, ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, διὰ νὰ μὴ γίνῃ θόρυβος, ὅτι ἀπουσίασαν οἱ Ὑπουργοὶ οἱ ἐπερωτώμενοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐπισημάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, λόγῳ τῆς παρουσίας ἀρχηγοῦ φίλου κράτους, εἶναι ὑποχρεωμένη εἰς ἐκδήλωσιν, δηλ. νὰ παρίσταται εἰς τὰ Ἀνάκτορα τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως. Τὸ σημειῶ αὐτό, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐὰν τυχὸν ἐπικρατήσῃ ἡ ἄποψις αὐτή, νὰ γίνῃ θόρυβος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἀποῦσα κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ἀλλά, κ.κ. συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας, βλέπετε ποῦ ὁδηγεῖ ἡ ὑπόθεσις. Ἔγινε μία στρατηγικὴ νὰ ματαιωθῇ ἡ ἀποψινὴ συνεδρίασις.
§167ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς ΕΡΕ). Ὄχι, ὄχι, πλάνη σας εἶναι αὐτό.
§168Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπουργὸς Πρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Σᾶς ἐδήλωσα ἤδη διὰ ποῖον λόγον. Ἄρα, μὲ τὴν μεθόδευσιν, τὴν ὁποίαν ἐπιχειρεῖτε, ματαιώνετε τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Αὐτὸ ἤθελον ἀκριβῶς νὰ εἴπω.
§169Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ κόμμα τῶν Προοδευτικῶν καὶ ἡμεῖς ἐκφράζομεν ἐπίσης τὴν βαθεῖαν μας ὀδύνην διὰ τὰ θύματα τῶν σεισμῶν καὶ συμπαριστάμεθα τῆς Κυβερνήσεως εἰς πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον θέλει λάβει ὑπὲρ τῶν πληγέντων. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὸ θέμα τὸ ἀνακινηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη. Τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος λέγει τὰ ἀκόλουθα: «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς κλπ....». Ἑπομένως ὁ Πρόεδρος, ἀνερχόμενος εἰς τὴν ἕδραν, κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, διαπιστῶν τὴν ὕπαρξιν ἀπαρτίας καὶ συνεχίζει τὴν συνεδρίασιν. Διαπιστῶν τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας λύει τὴν συνεδρίασιν, δὲν δύναται ὅμως νὰ εἰπῇ ματαιοῦται ἡ συνεδρίασις, ἀλλὰ λέγει λύεται ἡ συνεδρίασις. Ἡ διαφορὰ ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι, ὅταν μία συνεδρίασις ἀρχίζῃ μὲ ἀπαρτίαν κανονικῶς καὶ μετ’ ὀλίγον λυθῇ ἡ συνεδρίασις ἔχει γίνει. Ἐὰν λυθῇ ἡ συνεδρίασις ἐν ἀρχῇ δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας ἡ συνεδρίασις δὲν ἔχει γίνει, ἡ συνεδρίασις ἔχει ματαιωθῆ καὶ ἑπομένως ἔχει πλήρη καὶ ἀπόλυτον ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐὰν ἐξ οἱουδήποτε λόγου ματαιωθῇ ἡ συνεδρίασις ἡμέρας Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἡ ἑπομένη συνεδρίασις εἶναι ἀφιερωμένη εἰς Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Θὰ σᾶς παρεκάλουν, κ. Ὑπουργὲ καὶ κ. Πρόεδρε, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὸ γεγονός, ὅτι εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἐματαιώθη ἡ συνεδρίασις, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν ἡ συνεδρίασις, διότι δὲν ὑπῆρξεν ἀπαρτία καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις, νὰ τὸ δεχθῆτε εὐθέως, διότι δὲν εἶναι θέμα κατὰ συνείδησιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ εἶναι θέμα ἀποφάσεως τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ τὴν ἐξηγήσῃ καὶ ἐν συνεχείᾳ βεβαίως καὶ ἡ Βουλὴ ἐὰν τεθῇ εἰς αὐτὴν πρὸς ψηφοφορίαν τὸ θέμα, θὰ ἀποφανθῇ τελικῶς, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ θέμα.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§171Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπουργὸς Πρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἐξέθεσα καὶ πρίν, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ παρασταθῇ ἀπόψε εἰς τὰ Βασιλικὰ Ἀνάκτορα. Ἔχει αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν. Θὰ παρακαλέσω θερμότατα νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις χωρὶς νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ ἑνὸς θέματος ἀρχῆς διὰ νὰ μὴ δημιουργήσωμεν προηγούμενον καὶ κἄποτε ἐν ἠρεμίᾳ νὰ ἐπιλύσωμεν αὐτὸ τὸ θέμα μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν νὰ προασπίσωμεν τοὺς Κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ γίνεται δεκτή;
§173ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥραν 9.15′ μ.μ.)