1965.02.09
3.470 στίχοι · 26.876 λέξεις · 211 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40η
Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 1965
Προεδρία κ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 6,50′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Κατσώτας ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ Πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς 5ης καὶ τῆς 8ης Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ.
§2Σ. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς 5ης καὶ 8ης Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ σύμπτωσιν συνεδριάζουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν 3 Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ καὶ (ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς βουλευτὰς τῆς Ε.Ρ.Ε.)....... ἀνέμενον καὶ τὴν ἰδικήν σας σύσκεψιν. Θὰ παρακαλέσω τὰς Ἐπιτροπὰς νὰ ἐπισπεύσουν τὸ ἔργον των. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι αὔριον εἰς τὰς 11 π.μ. γίνεται ἡ κηδεία τοῦ συναδέλφου Λουκῆ Ἀκρίτα, ἀπὸ τὸν Ἱερὸν Ναὸν τῆς Μητροπόλεως. Ἡ θέσις τῶν κ.κ. βουλευτῶν, θὰ εἶναι μετὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§4Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἡ συνεδρίασις τῆς αὔριον θὰ ματαιωθῇ;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κηδεία εἶναι εἰς τὰς 10.30′. Ἑπομένως......
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ματαιωθῇ......
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ματαιοῦται ἡ συνεδρίασις τῆς αὔριον. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Φ. Παναγιωτόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§8Φ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Γρ.). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Γ. Μπακατσέλος (Ὑπουργὸς Ἐργασίας), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ προσθέτου παρὰ τῷ Ι.Κ.Α. προαιρετικῆς ἀσφαλίσεως καὶ ἄλλων τινῶν μεταρρυθμίσεων τῆς περὶ Ι.Κ.Α. νομοθεσίας». Ἡ ἐπὶ τῆς Βιομηχανίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ ἱδρύσεως Ἰνστιτούτου Ὠκεανογραφικῶν καὶ Ἁλιευτικῶν Ἐρευνῶν (Ι.ΩΚ. Α.Ε.)», 2) «περὶ ἱδρύσεως Ἰνστιτούτου Βιομηχανικῶν Ἐρευνῶν», 3) «περὶ ἀδειῶν λειτουργίας καὶ τεχνικοῦ ἐλέγχου βιομηχανιῶν, βιοτεχνιῶν κ.λ.π.», 4) «περὶ ἀδειῶν ἐγκαταστάσεως κ.λ.π. βιομηχανιῶν καὶ βιοτεχνιῶν» Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐργασίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ συνταξιοδοτήσεως καπνεργατῶν τυχόντων ἐφ’ ἅπαξ ἀποζημιώσεως» καὶ 2) «περὶ χορηγήσεως ἀποδοχῶν καὶ ἐπιδόματος ἀδείας εἰς ἐργατοτεχνίτας οἰκοδόμους». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Ν. Ἀναγνωστόπουλος, 2) Ι. Σεργάκης, 3) Δ. Βρανόπουλος, 4) Ι. Κουτσοχέρας, Ν. Ἀθανασίου, Ε. Ἀνερούσης, Γ. Γραφάκος, Π. Κατσώτας, 5) Ε. Ἀνερούσης, Τ. Μιχαηλίδης, Γ. Γραφάκος, καταθέτουσι προσθήκας καὶ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ προστασίας ἀναπήρων πολέμου καὶ εἰρηνικῆς περιόδου στρατιωτικῶν νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Χ. Χονδρομματίδης, 2) Π. Κατσώτας, Γ. Μιχελογιάννης, Φ. Παναγιωτόπουλος, 3) Ε. Σαββόπουλος, 4) Α. Τσαλδάρης, 5) Π. Γυιόκας, Κ. Βενέτης, καταθέτουσι τροπολογίας καὶ προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 2 Ν.Δ. 4028)59 «περὶ ἱεραρχίας προαγωγῶν καὶ τοποθετήσεων τῶν Ἀξιωματικῶν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Ι. Μαυριδόγλου, 2) Φ. Μαῦρος, Γ. Βασιλᾶτος, 3) Θ. Ρέντης, 4) Δ. Βρανόπουλος, 5) Ι. Βαλυράκης, 6) Χ. Ἀποστολάκος, 7) Θ. Μαναβῆς, 8) Α. Χασαπίδης, Θ. Μαναβῆς, Γ. Στεφανόπουλος, 9) Δ. Ἰωάννου, 10) Δ. Μυλωνᾶς, Λ. Λασκαρίδης, 11) Κ. Κωνιωτάκης, 12) Θ. Καμπερίδης, Δ. Μυλωνᾶς, καταθέτουσι τροπολογίας καὶ προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Ε. Βανταλῆς, 2) Ι. Κουτσοχέρας, 3) Σ. Ἡλιόπουλος, Η. Ἡλιοῦ, Γ. Πανάγος, Β. Ἐφραιμίδης, Δ. Παπανικολάου, 4) Β. Ἐφραιμίδης, Γ. Πανάγος, Α. Μπριλλάκης, Σ. Ἡλιόπουλος, Η. Ἡλιοῦ, Θ. Παππᾶς, 5) Η. Ἡλιοῦ, Β. Ἐφραιμίδης, Γ. Πανάγος, Σ. Ἡλιόπουλος, Ι. Παπαδημητρίου, Α. Μπριλλάκης, 6) Η. Ἡλιοῦ, Σ. Ἡλιόπουλος, Γ. Πανάγος, Δ. Παπανικολάου, Ι. Παπαδημητρίου, 7) Ε. Ἀνερούσης, 8) Ν. Ἀναγνωστόπουλος, 9) Δ. Βρανόπουλος, 10) Γ. Λύχνος, καταθέτουσι προσθήκας καὶ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ φορολογίας μεταβιβάσεως ἀκινήτων καὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος ἀστικῶν οἰκοπέδων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Χ. Ἀποστολάκος, Ι. Ἀλευρᾶς, 2) Α. Τζιζῆς, 3) Γ. Λαμπριανός, 4) Δ. Στρατῆς καὶ Β. Νεφελούδης, καταθέτουσι τροπολογίας καὶ προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ἀποδοχῶν καὶ ἐπιδόματος ἀδείας εἰς ἐργατοτεχνίτας οἰκοδόμους». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Α. Τζιζῆς, 2) Χ. Ἀποστολάκος, καταθέτουσι προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνταξιοδοτήσεως καπνεργατῶν τυχόντων ἐφ’ ἅπαξ ἀποζημιώσεως». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Α. Σπηλιάκος, 2) Ε. Σαββόπουλος, καταθέτουσι προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀσφαλείας τῆς ναυσιπλοΐας καὶ Ἐπιθεωρήσεως ἐμπορικῶν πλοίων». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ἐπιστημονικοῦ Ὑγειονομικοῦ Προσωπικοῦ Ι.Κ.Α., διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ ἐπίλυσιν τοῦ μισθολογικοῦ του θέματος, τὴν μὴ ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τοῦ Ἐπιστημονικοῦ ἐπιδόματος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σταμάτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Γεωπόνων Αἰτωλοακαρνανίας, αἰτουμένων αὔξησιν κατὰ 75 θέσεις τῶν ἐπὶ βαθμῷ 3ῳ ἢ 2ῳ ὑπαλλήλων κατηγορίας Α1 Γεωπονικοῦ Προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν πληγέντων ναυτικῶν Ἀντιρρίου ἰδιοκτητῶν τοῦ πορθμείου «Ἅγιος Νικόλαος», αἰτουμένων δρομολόγησιν αὐτοῦ συνεχῶς ἐπί τι χρονικὸν διάστημα πρὸς ἀποφυγὴν οἰκονομικῆς των καταστροφῆς. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σταμάτης, καταθέτει τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς τῶν Συλλόγων Καπνοπαραγωγῶν Ἀγρινίου, Παραβόλας–Καινουρίου, τοῦ Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ἀγρινίου καὶ Χρυσοχεριᾶς καὶ Συλλόγων καὶ Προέδρων Τ.Σ.Υ. περιφερειῶν Αἰτωλοακαρνανίας, διαμαρτυρομένων διὰ πᾶσαν περικοπὴν καπνοκαλλιεργείας εἰς τὸν ἐν λόγῳ Νομόν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σταμάτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κυνηγετικοῦ Συλλόγου Ματαράγκας Μεσολογγίου «Ὁ Ἀράκυνθος», αἰτουμένου μὴ κατάργησιν καὶ συγχώνευσιν τῶν Κυνηγετικῶν Σωματείων τῶν εὑρισκομένων ἐκτὸς τῆς ἕδρας Δασαρχείου. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Λαρίσης ἀποκατασταθέντων εἰς διαμερίσματα πολυκατοικιῶν τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας, αἰτουμένων ἀπαλλαγήν των ἐκ τῆς καταβολῆς τοῦ τιμήματος τούτων. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σταμάτης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν–Βιοτεχνῶν Ἀγρινίου, αἰτουμένων ἐπίλυσιν γενικῶν θεμάτων ἀπασχολούντων αὐτοὺς ὡς τὸ ἀσφαλιστικόν, φορολογικόν, πιστοδοτικὸν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν Ἀμίσθων Δικαστικῶν Κλητήρων Πρωτοδικείων Λαρίσης, Βόλου, Καρδίτσης καὶ Τρικάλων, αἰτουμένων ἀπάλειψιν ἐκ τῆς ψηφισθείσης Πολιτικῆς Δικονομίας ἄρθρων προβλεπόντων μετατόπισιν ἔργων διενεργουμένων παρ’ αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Χριστόγλου, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Νέου Πετριτσίου, αἰτουμένων ὁριστικὴν τακτοποίησιν τοῦ θέματος τῶν παραχωρηθέντων συμπληρωματικῶν κλήρων εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῆς ἐν λόγῳ Κοινότητος κατὰ τὸ ἔτος 1933. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν Ὀξοποιῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Ἐπαρχιῶν, αἰτουμένων ἀπαλλαγήν των ἐκ τοῦ φόρου Κύκλου Ἐργασιῶν. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν συσκέψεως ἐκπροσώπων Κοινοτήτων καὶ Συνεταιρισμῶν τῶν καπνοπαραγωγικῶν χωρίων Γόννων, Ἰτέας, Τεμπῶν, Εὐαγγελισμοῦ κλπ., αἰτουμένων χρηματοδότησιν ὅλων τῶν ποικιλιῶν καπνοῦ, ἀπόδοσιν εἰς ἀδικουμένους καλλιεργητὰς τοῦ αὐτοῦ χωρίου τῶν στρεμμάτων ἅτινα θὰ προκύψουν ἐκ τῆς περικοπῆς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ἐρασιτεχνῶν Ἁλιέων Αἰτωλικοῦ «Ο ΙΩΝΑΣ», αἰτουμένου ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὰ μέλη του ἡ ἐρασιτεχνικὴ ἁλιεία. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν θετῶν θυγατέρων θανόντων στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν συνταξιούχων, αἰτουμένων συνταξιοδότησιν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Χ. Πιπιλῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Πανελληνίου Ἐθνικοῦ Συνδέσμου Ἀναπήρων Πολέμου 40–41 καὶ ἐντεῦθεν, αἰτουμένου διενέργειαν κατὰ βάθος καὶ χρονικὴν ἔκτασιν οἰκονομικοῦ καὶ διαχειριστικοῦ ἐλέγχου εἰς τὴν Γενικὴν Συνομοσπονδίαν Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Ἑλλάδος πρὸς διαπίστωσιν τῶν καταγγελθεισῶν ἀνωμαλιῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Χουζικιὰν Ζοχράπ, κατοίκου Ἀλεξανδρουπόλεως, αἰτουμένου τὴν κτῆσιν τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν– Βιοτεχνῶν Ἀγρινίου, αἰτουμένων ρύθμισιν γενικῶν θεμάτων ἀπασχολούντων αὐτούς, ὡς τὸ ἀσφαλιστικόν, φορολογικόν, πιστοδοτικὸν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Ι. Προκοπίδης, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων τῆς Κοινότητος Κρύας Βρύσης, αἰτουμένων προαγωγὴν αὐτῆς εἰς Δῆμον. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Α. Τσιάρας, καταθέτει ἀναφορὰν καπνοπαραγωγῶν τῆς Κοινότητος Βερτίσκου Λαγκαδᾶ, αἰτουμένων πριμοδότησιν καὶ τῶν παρ’ αὐτῶν παραγομένων καπνῶν. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Ι. Προκοπίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Παναγροτικῆς Συγκεντρώσεως Ἀλεξανδρείας, αἰτουμένης κατάργησιν τῆς ἐπιβληθείσης στρεμματικῆς εἰσφορᾶς διὰ τὰ ἐγγειοβελτιωτικὰ ἔργα, διενέργειαν ἐλέγχου ἐπὶ τῶν κατασκευασθέντων δικτύων ὑδρεύσεως πρὸς διαπίστωσιν σοβαρῶν ἀνωμαλιῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Κλεισορευμάτων Μεσολογγίου, αἰτουμένης χορήγησιν ποσοῦ πεντήκοντα χιλιάδων (50.000) δραχμῶν πρὸς ἀγορὰν οἰκοπέδου καὶ ἐπανατοποθέτησιν τοῦ Κοινοτικοῦ Μνημείου. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Δοκιμίου Τριχωνίδος, αἰτουμένης ἀπαλλαγήν της ἐκ τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὴν Δ.Ε.Η. δύο ὑπολοίπων δόσεων διὰ τὴν παροχὴν ρεύματος εἰς τὸ Κοινοτικὸν Ὑδραγωγεῖον. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Ι. Προκοπίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Γιαννιτσῶν, αἰτουμένου τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν ὡρισμένης ποσότητος σίτου ἐκτὸς τῆς μεσολαβήσεως τῆς Α.Τ.Ε. καὶ καθορισμὸν ἐμπορικοῦ κέρδους ἐπὶ πωλήσεως σίτου χονδρικῶς. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Α. Δερδεμέζης, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων τοῦ ἀκριτικοῦ χωρίου Καλόβρυση– Κονίτσης, διαμαρτυρομένων κατὰ πιεστικῶν μέτρων τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Κονίτσης, ἐκ τῶν ὁποίων κινδυνεύουν ν’ ἀπολέσουν τοὺς ἀγρούς των, θεωρουμένους ὡς ἀνήκοντας εἰς Ἀλβανὸν ὑπήκοον, καὶ αἰτουμένων τὴν ὁριστικήν των παραχώρησιν εἰς αὐτούς. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γʹ Πανελλαδικοῦ Συνεδρίου Οἰκιστῶν Ἐργατοϋπαλλήλων Ἑλλάδος, αἰτουμένων τὴν ἄνευ οἰκονομικῆς ἐπιβαρύνσεως χορήγησιν τῶν παραχωρητηρίων ἐξεύρεσιν πόρων πρὸς στέγασιν τῶν ἐργατοϋπαλλήλων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν Ἐπιτροπῆς κατοίκων τῆς Κοινότητος Σπολαΐτης–Τριχωνίδος, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ χορήγησιν σίτου διατροφῆς μέσῳ τῆς Α.Τ.Ε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Θὰ συζητηθῶσιν αἱ ἐρωτήσεις ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σκοπούλη, σχετικῶς μὲ λῆψιν μέτρων διὰ τὴν ἀρτίαν λειτουργίαν τοῦ Νοσοκομείου Μετσόβου.
§10Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς μὲ τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. συναδέλφου, πρέπει νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ ὑγιεινομικαὶ ἀνάγκαι τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς Μετσόβου ἐξυπηρετοῦνται ἀπὸ τὸ ἐκεῖ Νοσοκομεῖον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς εἰδικότητας Καρδιολογίας, Ὠτορινολαρυγγολογίας κλπ., δὶς τῆς ἑβδομάδος μεταβαίνουν εἰς τὸ Μέτσοβον ἰατροὶ ἐξ Ἰωαννίνων διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον σημεῖον τῆς ἐρωτήσεως, σχετικῶς μὲ τὴν σύνθεσιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἔχω νὰ πληροφορήσω τὸν κ. συνάδελφον καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Μετσοβίου Ἱδρύματος δὲν ἔχει ἐκλέξει ἀκόμη τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα θὰ μετάσχουν τῆς Διοικούσης Ἐπιτροπῆς τοῦ Τοσιτσίου Ἱδρύματος. Ὅπως προβλέπει ὁ νόμος 411)1961, πρέπει τοῦ Συμβουλίου νὰ μετέχουν τρία μέλη τῆς Διοικούσης Ἐπιτροπῆς τοῦ Τοσιτσίου Ἱδρύματος. Ἐν προκειμένῳ, ὑπάρχει νομικὸν κώλυμα ὡς πρὸς τὴν συμπλήρωσιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ μέλη νὰ εὑρίσκωνται ἐν Ἀθήναις καὶ ταὐτοχρόνως νὰ εἶναι καὶ μέλη τῆς Διοικούσης Ἐπιτροπῆς τοῦ Τοσιτσίου Ἱδρύματος. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, ἔχω ἀπευθύνει μίαν αἴτησιν πρὸς τὴν Δ)νσιν τοῦ Μετσοβίου Ἱδρύματος νὰ ὁρίσῃ μίαν 3μελῆ Ἐπιτροπὴν καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἔχω λάβει ἀπάντησιν ἀπὸ τὸ Ἵδρυμα τοῦ Βαρώνου Μ. Τοσίτσα. Τοιουτοτρόπως, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναμένωμεν μέχρις ὅτου ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν θεμάτων τῶν ἀφορώντων τὰ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ὡς ἄνω Ἱδρύματος.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Σκοπούλη καὶ Ε. Σακελλάρη, σχετικῶς μὲ τοποθέτησιν ἰατροῦ εἰς τὸ Ἀγροτικὸν Ἰατρεῖον Δροσοπηγῆς.
§12Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, πράγματι, τὸ Ἰατρεῖον Δροσοπηγῆς Ἰωαννίνων εἶναι ἄνευ ἰατροῦ. Ἡ αἴτησις τῶν κατοίκων Δροσοπηγῆς διεβιβάσθη εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ὑγειονομικοῦ Κέντρου Ἰωαννίνων μὲ τὴν σύστασιν νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐπάνδρωσιν τοῦ Ἰατρείου τούτου. Πλὴν ὅμως μέχρις ὅτου ἐπανδρωθῇ τὸ Ἰατρεῖον τοῦτο ἔχει δοθῆ ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως οἱ κάτοικοι τῆς ἐν λόγῳ Κοινότητος ἐξυπηρετοῦνται ἀπὸ τοὺς ἰατροὺς τῶν εἰς τὴν περιοχὴν εὑρισκομένων Ἰατρείων.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Τσαλδάρη, σχετικῶς μὲ τὴν πληροφορίαν, ὅτι Κύπριοι τραυματίαι, θύματα τῶν τελευταίων τουρκικῶν βομβαρδισμῶν νοσηλεύονται εἰς Νοσοκομεῖα τῆς Ἀνατολικῆς Γερμανίας κλπ.
§14Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ συναδέλφου κ. Τσαλδάρη, πληροφορῶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1963 μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου 1964 ἐνοσηλεύθησαν ἐν Ἀγγλίᾳ 6 τραυματίαι, κατόπιν αἰτήσεως τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου. Ἕτεροι 6 κατόπιν αἰτήσεως τῶν οἰκείων των ἐνοσηλεύθησαν εἰς Νοσοκομεῖα τῆς Ἀνατολικῆς Γερμανίας. Πρέπει νὰ προσθέσω ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, ὅτι κατὰ τὸ τελευταῖον διάστημα εἶχον νοσηλευθῆ εἰς τὰ Νοσοκομεῖα Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης 40 περίπου τραυματίαι, εἴτε ἐκ βομβαρδισμῶν, εἴτε ἐξ ἄλλης αἰτίας, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον πράγματι τῆς δεούσης νοσοκομειακῆς περιθάλψεως. Ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις ἔχει λάβει σειρὰν μέτρων ὑπὲρ τῶν Κυπρίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ δωρεὰν νοσηλεία τῶν ἀπόρων Κυπρίων.
§15Α. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον λάβει ἔγγραφον ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ ἐρωτήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἱκανοποιητική.
§16Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τύχην ἐπεσκέφθην τοὺς τραυματίας, οἱ ὁποῖοι ἐνοσηλεύοντο εἰς τὰ Νοσοκομεῖα τῆς Ἀνατολικῆς Γερμανίας, ὅταν εὑρισκόμην εἰς Ἀνατολικὴν Γερμανίαν καὶ εἶδον, ὅτι ἡ νοσηλεία των ἦτο πλήρης.
§17Α. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ ποῖον δικαίωμα ὁ κ. Μερκούρης ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερκούρης, κ. βουλευταί, μίαν πληροφορίαν ἔδωσεν ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι ἐπεσκέφθη τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν Ἀνατολικὴν Γερμανίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, σχετικῶς μὲ ἐπέκτασιν μέτρου τῆς ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως καὶ εἰς τὰ τέκνα τῶν συνταξιούχων δημοσίων ὑπαλλήλων.
§19Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς μὲ τὴν ἐρώτησιν τοῦ συναδέλφου κ. Διαμαντοπούλου, ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι τὸ θέμα τῆς ἐπεκτάσεως τῆς νοσοκομειακῆς περιθάλψεως εἰς τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν τῶν συνταξιούχων δημοσίων ὑπαλλήλων θὰ μελετηθῇ εὐθὺς μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπὸ κατάθεσιν καὶ προβλέπει τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Μέχρι σήμερον δὲν ὑπάρχει ὀργανισμὸς εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, δὲν ὑπάρχουν συντεταγμέναι ὑπηρεσίαι, διότι ἡ παροχὴ αὐτῆς τῆς μερίμνης ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ συνταξιούχων ἔγινε τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1961 καὶ ἔγινε κατὰ τρόπον βεβιασμένον καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα, τὰ ὁποῖα νὰ ἐπιτρέψουν καὶ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι πράγματι ἐξυπηρετικός. Μέχρι σήμερον βλέπει κανεὶς μίαν τρομακτικὴν ἄνοδον τῶν δαπανῶν νοσηλείας, ἡ ὁποία ἐὰν ἐξακολουθήσῃ, θὰ θέσῃ πράγματι εἰς κίνδυνον τὸν θεσμόν. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἕτοιμον καὶ κατατίθεται ἐντὸς τῶν ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ συνεννόησιν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ παροχὴ τῆς περιθάλψεως εἰς τὰ τέκνα τῶν συνταξιούχων θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὥστε, ἐὰν πράγματι ἐπιτευχθοῦν λελογισμέναι οἰκονομίαι, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῇ ὁ θεσμὸς εἰς τὰ τέκνα τῶν συνταξιούχων.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Ὑγιεινῆς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Τσαλδάρη, σχετικῶς μὲ μονιμοποίησιν τῶν ἐπὶ ἔτη ὑπηρετούντων ἐκτάκτων καὶ ἡμερομισθίων ἐποπτῶν ἐξυγιάνσεως.
§21Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει μία σχετικὴ ἐρώτησις διὰ τὸ θέμα τῆς περιθάλψεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τοῦ κ. Σκορδίλη. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωσα, εἶναι καὶ διὰ τὸν κ. Σκορδίλην. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παροῦσαν ἐρώτησιν ὑπ’ ἀριθ. 5 τοῦ κ. Τσαλδάρη, ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω τὸ Σῶμα, ὅτι εἰς τὸν νέον προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς ἐλήφθη πρόνοια, δυνάμει τῆς ὁποίας ἕνας ἱκανὸς ἀριθμὸς περὶ τοὺς 200 ἐπόπτας ἐξυγιάνσεως πρόκειται νὰ μονιμοποιηθοῦν. Κατὰ τὸ διαρρεῦσαν διάστημα τῆς τελευταίας πενταετίας ἐλάχιστοι ἐμονιμοποιήθησαν. Ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος— ἐλπίζω— θὰ κατατεθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προβλέπει διὰ τοὺς τόσον χρησίμους ἐπόπτας ἐξυγιάνσεως. Ἐπίσης ἐλήφθη εἰδικὸν μέτρον διὰ τοὺς μονίμους ἐπόπτας ἐξυγιάνσεως, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἱκανοποίησιν ἑνὸς παλαιοῦ αἰτήματός των καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐξισώθησαν πρὸς τοὺς σχεδιαστὰς τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων.
§22Α. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἤθελα, κ. Πρόεδρε, νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω μὲ ποῖα κριτήρια πρόκειται νὰ μονιμοποιηθοῦν οἱ ὡς ἄνω ὑπάλληλοι.
§23Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε συνάδελφε, τὰ κριτήρια θὰ εἶναι καὶ τὰ οὐσιαστικὰ καὶ τὰ τυπικὰ προσόντα.
§24Α. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διότι, κ. Ὑπουργέ, ἐξ αὐτῶν εἶναι πολλοὶ πτυχιούχοι.
§25Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε συνάδελφε, εἶναι ὀλίγοι οἱ πτυχιούχοι τῆς κατηγορίας αὐτῆς.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ αἱ ἐρωτήσεις τῶν κ.κ. Διαμαντοπούλου καὶ Σκορδίλη, εἶναι σιαμαῖαι, θὰ συζητηθοῦν μαζί.
§27Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, κατ’ ἀρχὴν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ νοσηλεύωνται οἱ γονεῖς καὶ τὰ τέκνα των νὰ μὴ δικαιοῦνται νοσηλείας. Σᾶς παρακαλῶ, θερμῶς νὰ φέρετε τὸ ταχύτερον σχετικὸν νομοσχέδιον διὰ νὰ λήξῃ αὐτὸ τὸ θέμα.
§28Ε. ΣΚΟΡΔΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τριῶν περίπου μηνῶν ἔλαβον ἔγγραφον ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω ἱκανοποιητικήν. Ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω, ὅτι διότι εἰς τὸ μεταξὺ διάστημα ἐδημιουργήθησαν αἱ προϋποθέσεις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ εἰς ἄλλας περιφερείας, ὅπως ἡ Τροιζηνία, εἰς τὴν ὁποίαν λειτουργεῖ ὑγειονομικὸς σταθμός, ὑγειονομικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ τὸ ΙΚΑ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, διὰ τὴν ταχυτέραν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ εἰς τὰς περιφερείας αὐτάς.
§29Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Σκορδίλης, ἀνέφερεν, ὅτι ἔλαβεν ἔγγραφον ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, ἐφαρμόζει διὰ τοὺς βουλευτὰς δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Εἶναι ἀκατανόητον, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Σκορδίλης, νὰ λαμβάνῃ ἀπάντησιν καὶ ἐγὼ Κυβερνητικὸς βουλευτής, νὰ μὴ τυγχάνω τοιαύτης ἀπαντήσεως. Εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ στάσις αὐτὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ὑγιεινῆς, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος, τῆς ἀπεργίας ἰατρῶν ἀπηξίωσε νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ εἰς σχετικὸν ἐρώτημά μου, ὁπότε ἡ ἀπεργία θὰ εἶχε λυθῆ ἐφ’ ὅσον θὰ ἀπήντα, ὅτι ἐδέχετο καὶ αὐτὸς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§30Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι πάρα πολὺ διὰ τὸν τόνον, τὸν ὁποῖον δίδει εἰς τὴν συζήτησιν ὁ κ. Διαμαντόπουλος. Ἐπιθυμῶ νὰ τὸν πληροφορήσω, ὅτι ἔστειλα ἀπάντησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν ἴδιον. Ἐὰν δὲν τὴν ἔλαβε λυποῦμαι πάρα πολύ. Εἰς τὴν συγκεκριμένην ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Διαμαντόπουλος συμπληρωματικῶς, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον τὰ τέκνα τῶν ἠσφαλισμένων νὰ μὴ τυγχάνουν νοσηλευτικῆς περιθάλψεως, ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι τὸ θέμα τοῦ ἀπαραδέκτου ἢ μὴ εἶναι θέμα ἐκτιμήσεως. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ προσπάθεια καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν καὶ τῆς προηγουμένης εἶναι νὰ ἐπεκτείνῃ εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλύτερον βαθμὸν τὴν κάλυψιν τῆς ἀσθενείας. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι ὅσον ὁ χρόνος παρέρχεται αὐξάνεται ὁ κύκλος τῶν ἀσφαλίσεων καὶ περιορίζεται κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἰδιωτικὴ πελατεία τῶν ἰατρῶν. Πρέπει νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Σκορδίλην, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπέκτασιν τῆς διὰ βιβλιαρίων παρεχομένης περιθάλψεως, εὐθὺς ὡς ἐδημιουργήθησαν αἱ προϋποθέσεις, ὑπέγραψα ἀπόφασιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται πρὸς ὑπογραφὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεκτείνεται ἡ περίθαλψις διὰ βιβλιαρίων εἰς 18 ἀκόμη Νομούς. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ἀκόμη, ὅτι ἡ καθυστέρησις τῆς καταθέσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καθυστερεῖ ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ γίνουν σχετικαὶ συζητήσεις καὶ διαπραγματεύσεις μὲ τὴν ΑΔΕΔΥ. Διότι, ὅπως γνωρίζετε, ἡ συμμετοχὴ διὰ τὴν περίθαλψιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι 0,50%. Πρέπει ἐπίσης νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ δαπάναι διὰ τὴν νοσηλείαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων αὐξάνονται κατὰ τρόπον ἁλματώδη. Τὸ 1961 ἐδαπανήθησαν 129.576.000, τὸ 1962 152.548.000, τὸ 1963 196.687.000, τὸ 1964 282.884.000 καὶ ἡ πρόβλεψις διὰ τὸ 1965 εἶναι 360 ἑκατομμύρια. Μέχρι σήμερον, κύριε Πρόεδρε, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διεξήγετο ἡ ὑπηρεσία δὲν ἦτο ἱκανοποιητικός. Πράγματι, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν συνωθοῦντο δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀνάγκην εἴτε νὰ ἐγκριθῇ παρὰ τῆς τεταγμένης ὑπηρεσίας μία συνταγή, εἴτε νὰ λάβουν μίαν ἐντολὴν δι’ ἐξέτασιν ἀπὸ εἰδικὸν ἰατρόν. Ὁ συνωστισμὸς εἶναι πάρα πολὺ μεγάλος καὶ ἀποτελεῖ πράγματι ἕνα διασυρμόν. Ἐπίσης οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι εἶναι ἐστερημένοι τοῦ αἰσθήματος ἀσφαλείας. Εἶναι ἔκτακτοι καὶ ἡμερομίσθιοι ἀπεσπασμένοι. Ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν μέλημα τοῦ Ὑπουργείου ἀπετέλεσεν ἡ μελέτη διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέρμα καὶ ἐλπίζω ἐντὸς ὀλίγου ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσῃ εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ. Διὰ τὰ παιδιά, κύριε Πρόεδρε, ἀπήντησα καὶ εἶπον, ἂν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νέου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους πράγματι προκύψουν αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι, οἰκονομίαι λελογισμέναι, διότι γνωρίζουν ὅλοι ὅσοι ἀσχολοῦνται μὲ τὰ θέματα αὐτὰ καὶ ὁ κ. Ἀποστολάκος, ὁ ὁποῖος διέκοψε προηγουμένως, ὅτι εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραπέμψω μέχρι σήμερον 13 ἄτομα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Λοιπόν, ὅπως ἐγένετο μέχρι στιγμῆς ἡ παροχὴ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς ἄνευ οὐσιαστικοῦ ἐλέγχου, ἐλπίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογίζωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ἐπέκτασιν τοῦ θεσμοῦ εἰς τὰ τέκνα τῶν συνταξιούχων, εἶμαι ὅμως πεπεισμένος, ὅτι αἱ δαπάναι ποὺ θὰ ἀπαιτηθοῦν διὰ τὸ νομοσχέδιον, αὐταὶ θὰ εἶναι ἀνταποδοτικαί, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ ὑπάρχῃ ἕνας πραγματικὸς ἀντικειμενικὸς ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιτρέψῃ, ὥστε ὁ θεσμὸς ὁ λίαν ἐξυπηρετικὸς διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, νὰ συνεχίσῃ τὴν πορείαν του καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ ἀκόμη τὴν ἐπέκτασιν τῆς περιθάλψεως εἰς τὰ τέκνα τῶν συνταξιούχων.
§31Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὅσον ἀφορᾷ...... (βουλευταί τινὲς διαμαρτύρονται).
§32Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, οἱ διαμαρτυρόμενοι συνάδελφοι, πράγματι ἔχουν δίκαιον. Ἐγὼ ἀναφερόμενος εἰς τὴν ἀπάντησιν ἐμνημόνευσα καὶ τὸν κ. Ἀποστολάκον, διότι αὐτὸς συνέβη νὰ διακόψῃ ἢ συνέβη νὰ ἔχῃ ὑποβάλλει καὶ ἐκεῖνος ἐρώτησιν. Ἐθεώρησα χρέος μου νὰ δώσω μίαν γενικὴν ἀπάντησιν. Δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις. Πρόκειται περὶ ἁπλῆς ἐρωτήσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας νομίζω, ὅτι ἔδωσα πλήρη, ἀντικειμενικὴν καὶ σαφῆ ἀπάντησιν. Ἐὰν ἐπιθυμῇ τις τῶν συναδέλφων νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος, ὀφείλει νὰ καταθέσῃ ἐπερώτησιν καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσω τὸ θέμα.
§33Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε......
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀποστολάκο, ἔχω διαμαρτυρίας τῶν κ.κ. συναδέλφων καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον. Δὲν δύναμαι νὰ δημιουργήσω προηγούμενον. Σᾶς ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§35Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Μοῦ ἐπέτρεψεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι, ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀνατρέψῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Μόνον κατ’ ἐπιείκειαν ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος θὰ ἠμποροῦσα νὰ σᾶς ἐπιτρέψω. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἐπιτρέψω. Ἔχετε ἐρώτησιν; Θὰ ἔλθῃ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. Σκοπούλη καὶ Παπανικολάου, δι’ ἧς ζητοῦν νὰ πληροφορηθῶσιν ἐὰν θὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν ἐπίλυσιν ἀπασχολούντων τοὺς κατοίκους τῆς Κοινότητος Πηγαὶ τοῦ Νομοῦ Ἄρτης προβλημάτων, ὡς τὸ τῆς ὑγειονομικῆς περιθάλψεώς των κλπ.
§37Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, πολὺ πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων τῶν ἀγροτῶν, ὁ τροποποιητικὸς τοῦ Ν. 3887, εἶχα ἀπευθύνει ἐγκύκλιον εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει ἀντικειμενικῶν κριτηρίων προβοῦν εἰς προτάσεις περὶ τῆς συστάσεως ἰατρείων. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν προτάσεων προχωροῦμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν διαταγμάτων διὰ νὰ καλύψωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπαίθρου. Ὅπως γνωρίζετε, διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐλήφθη πρόνοια νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξυπηρετουμένων κατοίκων ἀπὸ τεσσερισήμισυ ἕως πέντε χιλιάδες, ὅπου ἦτο εἰς πλεῖστα ἰατρεῖα, εἰς δύο ἕως δυόμισυ χιλιάδες. Ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε μέριμναν, διὰ νὰ δημιουργήσῃ κίνητρα διὰ τοὺς ἰατροὺς ποὺ ὑπηρετοῦν εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ ηὔξησε τοὺς μισθούς. Ἐπίσης ἡ σχέσις ἐργασίας μετεβλήθη εἰς σχέσιν ἐργασίας δημοσίου δικαίου, δυνάμει τῆς ὁποίας οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὰ ἰατρεῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συνταξιοδοτοῦνται, εἴτε ἐὰν παραιτούμενοι προσλαμβάνωνται εἰς ἑτέραν ὑπηρεσίαν, ὁ χρόνος αὐτὸς νὰ προσμετρῆται ὡς χρόνος πραγματικῆς συνταξίμου ὑπηρεσίας. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, θὰ ἐπιτρέψουν, προϊόντος τοῦ χρόνου, τὴν πλήρη ἐπάνδρωσιν τῶν ἰατρείων. Ἤδη ἕνας ἀριθμὸς 80– 90 νέων ἰατρῶν προσῆλθε καὶ ἀνέλαβεν ὑπηρεσίαν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Ὑγιεινῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν συναδέλφων κ.κ. Γανίτη, Μπριλλάκη καὶ Παππᾶ, ἀναφερομένης εἰς τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν ἔνταξιν τοῦ ἐργατοϋπαλληλικοῦ προσωπικοῦ τῶν καταργηθεισῶν Τεχνικῶν Σχολῶν Λέρου εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς νεοϊδρυθείσης ἀποικίας ψυχοπαθῶν Λέρου.
§39Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως τῶν συναδέλφων πληροφορῶ, ὅτι ὁ Ὀργανισμὸς Ἀποικίας Ψυχοπαθῶν Λέρου εὑρίσκεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρὸς ὑπογραφὴν εἰς τὴν Α.Μ. τὸν Βασιλέα. Ἐλπίζω ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν νὰ ὑπογραφῇ καὶ νὰ δημοσιευθῇ. Διὰ τοῦ Ὀργανισμοῦ αὐτοῦ ἐντάσσονται οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν Ἀποικίαν Λέρου, οἱ ὁποῖοι μέχρι σήμερον, 450 τὸν ἀριθμόν, ἦσαν ἄνευ ἀσφαλιστικῆς προστασίας. Ταὐτοχρόνως θὰ ἐνταχθοῦν καὶ ἄλλοι 200 ὑπηρετοῦντες. Συνεπῶς, τὸ σύνολον τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνταχθοῦν ἀνέρχεται εἰς 650, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἀποικία τῶν Ψυχοπαθῶν θὰ περιλάβῃ 2.400 ἀσθενεῖς. Ὑπάρχει πρότασις εἰς τὴν Γραμματείαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ψηφισθῇ εἰδικὴ διάταξις νόμου, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ δυνηθῶμεν νὰ προσλάβωμεν καὶ ἐντάξωμεν τὸ προσωπικὸν τῶν Τεχνικῶν Σχολῶν Λέρου.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. Παπαδημητρίου καὶ Καραντζένη, δι’ ἧς ζητοῦν νὰ πληροφορηθῶσι μὲ ποῖα κριτήρια ἀπελύθησαν νοσοκόμοι τοῦ Γενικοῦ Νοσοκομείου Ἄρτης.
§41Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται γιὰ δύο ἀδελφὰς νοσοκόμους. Ἐξ αὐτῶν ἡ ἀδελφὴ Γιακωβάκη, προσελήφθη κατ’ ἀρχὴν ὡς δόκιμος. Αὕτη ἐν τῷ μεταξὺ ἐμονιμοποιήθη καὶ ὁ διορισμός της δημοσιεύεται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἑτέρα ἐξ αὐτῶν, ἡ ἀδελφὴ Ἀνδρέου, εἶχε προσληφθῆ ἐπὶ συμβάσει καὶ ὑπηρέτησεν εἰς τὸ ἐν λόγῳ Νοσοκομεῖον μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1964. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συμβάσεώς της, ἡ ἀδελφὴ Ἀνδρέου δὲν ἐπαναπροσελήφθη. Ὅπως βλέπετε λοιπὸν ἡ μία ἐξ αὐτῶν ὑπηρετοῦσα ὡς δόκιμος, ἐν συνεχείᾳ ἐμονιμοποιήθη, ἡ ἑτέρα δὲ ὑπηρετοῦσα ἐπὶ συμβάσει καὶ ληξάσης τῆς συμβάσεώς της δὲν ἐγένετο ἀνανέωσις ταύτης. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ ἀπολύσεων ὡς ἰσχυρίζονται οἱ κύριοι συνάδελφοι.
§42Δ. ΚΑΡΑΝΤΖΕΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νεοσυσταθὲν Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Νοσοκομείου Ἄρτης, ἀπὸ τὰς πρώτας πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη, εἶναι καὶ ἡ ἀπόλυσις τῶν δύο Νοσοκόμων Ἀλεξάνδρας Γ. Γιακοβάκη καὶ Εὐγενίας Ἀνδρέου. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ Γιακοβάκη ἐπαναπροσελήφθη μονιμοποιηθεῖσα. Τοῦτο εἶναι ἀκριβές. Ἀλλὰ ὅμως, τὸ νέον Συμβούλιον τοῦ Γεν. Νοσοκομείου Ἄρτης, εἶχε τὴν πρόθεσιν ὁριστικῆς ἀπολύσεως καὶ δι’ αὐτὸ τὴν ἀπέλυσε. Δὲν ἐγνώριζεν ὅμως, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ προηγουμένου Συμβουλίου πρὸς μονιμοποίησίν της εὑρίσκετο εἰς τὸ Ἐθν. Τυπογραφεῖον πρὸς δημοσίευσιν. Μετὰ τὴν ἀπόλυσίν της ἐδημοσιεύθη ἡ μονιμοποίησίς της καὶ τὸ Συμβούλιον καὶ πάλιν ἀντέδρασεν εἰς τὴν ἐπαναπρόσληψίν της. Ἐδέησε νὰ περάσῃ χρονικὸν διάστημα πλέον τοῦ μηνὸς διὰ νὰ ἐπέμβουν αἱ Προϊστάμεναι ὑπηρεσίαι διὰ τὴν ἐπαναπρόσληψίν της. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην, τὴν Ἀνδρέου, αὐτὴ εἶχε μακρὰν πεῖραν καὶ νομίζω, ὅτι κακῶς ἀπελύθη, διότι προσελήφθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν 8ετίαν. Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι τόσον εἰς τὴν θέσιν τῆς πρώτης, ὅσον καὶ εἰς τὴν θέσιν τῆς δευτέρας, προσελήφθησαν μία ὑπηρέτρια ἑνὸς ἰδιώτου Μαλάμου καὶ μία ἐργάτρια τοῦ ἐργοστασίου Φίξ. Ἐὰν εἶναι δίκαιον καὶ λογικὸν αὐτὸ νὰ ἀπολύωνται δύο πεπειραμέναι νοσοκόμοι, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία ἀπόφοιτος γυμνασίου, καὶ νὰ προσλαμβάνωνται ὑπηρέτριαι καὶ ἐργάτριαι, τότε καλῶς ἔπραξε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ νοσοκομείου. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἀδικοῦνται καταφώρως πτωχὰ κορίτσια, τὰ ὁποῖα μὲ ἀπολυτήριον γυμνασίου ἐπῆγαν εἰς τὸ νοσοκομεῖον, νὰ δώσετε, κ. Ὑπουργέ, τὰς δεούσας διαταγὰς εἰς ὅλα τὰ ἱδρύματα αὐτὰ τῆς ἁρμοδιότητός σας, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται αὐταὶ αἱ ἀπολύσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς τὰ ὄμματα τοῦ λαοῦ κτυποῦν πολὺ ἄσχημα. Δὲν εἶναι μόνον δι’ ἡμᾶς ἐὰν θίγωνται δύο–τρία πρόσωπα, ἀλλὰ ἐνδιαφέρεται ἕνας ὁλόκληρος κόσμος ὁ ὁποῖος ὅταν βλέπῃ τοιαύτας ἀδικίας ἀντιδρᾷ καὶ ἐναντίον σας.
§43Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγ.). Κύριε Πρόεδρε, ὅπως γνωρίζουν οἱ κ. συνάδελφοι, τὰ νοσοκομεῖα εἶναι νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου καὶ ὄχι κεντρικαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου. Διοικοῦνται ἀπὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔχει μίαν αὐτονομίαν καὶ ὁ ρόλος τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἡ ληφθεῖσα πρᾶξις εἶναι σύννομος ἢ ὄχι. Πράγματι ἡ πρᾶξις ὑπὲρ τῆς Γιακωβάκη ἦτο σύννομος, ὁ Ὑπουργὸς ὑπέγραψε τὴν ἀπόφασιν καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Πράγματι, ἀπὸ ὅ,τι πληροφοροῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ Δ. Σ. τοῦ νοσοκομείου εἶχεν ἐν τῷ μεταξὺ ἀπολύσει τὴν ἄλλην νοσοκόμον, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι τῆς ἰδικῆς μου ἁρμοδιότητος, διότι ἐπαναλαμβάνω, τὰ νοσοκομεῖα δὲν εἶναι κεντρικαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέτρον τῆς διατηρήσεως τῶν παλαιῶν νοσοκόμων ἀδελφῶν καὶ τοῦ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ ἐπὶ τῶν ἰδικῶν μου ἡμερῶν ἐψηφίσθη καὶ ἔχω συστήσει εἰς τὰ Δ. Σ., ὅτι θὰ πρέπει κατ’ ἀρχὴν νὰ ἐπαναπροσλάβουν τὰς παλαιὰς ἀδελφὰς καὶ τὸ παλαιὸν προσωπικόν, διότι αὐτοὶ θὰ ἔχουν μίαν πεῖραν κεκτημένην, τὴν ὁποίαν θὰ πρέπει νὰ προσέξουν διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ ἱδρύματος.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 10, ὁ κ. Κωνσταντινίδης, ἀπὼν διαγράφεται. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 11 ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. Β. Ἐφραιμίδη, Ν. Σκοπούλη καὶ Ξ. Γρηγορίου, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν νὰ πληροφορηθοῦν ποῖα μέτρα πρόκειται νὰ ληφθοῦν διὰ τὴν ἄμεσον καὶ πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἡμετέρων διατάξεων ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν εἰδικευμένων ἰατρῶν κλπ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§45Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγ.). Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τῶν εἰδικευμένων ἰατρῶν, μᾶς ἀπησχόλησε κατὰ τὸν τελευταῖον χρόνον καὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξαγγείλωμεν τὰς ἀποφάσεις ἐπὶ τῆς ρυθμίσεως αὐτοῦ τοῦ ἐκκρεμοῦς θέματος. Ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν σκόπιμον, ὅτι ἕνα μέρος τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ ἐκπόνησιν καὶ τὸ ὁποῖον ἀφεώρα καὶ τοὺς εἰδικευομένους ἰατρούς, ἔπρεπε νὰ χωρήσῃ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐξωτερικῶν βοηθῶν καὶ νὰ συστήσῃ τὸν θεσμὸν τοῦ ἐσωτερικοῦ βοηθοῦ, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐργασία νὰ εἶναι συγκεκριμένη, νὰ περιορίζεται εἰς ἓν ὡράριον, νὰ εἶναι ὑπεύθυνος ὑπηρεσία καὶ νὰ ἀπολαμβάνουν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ εἰδικευόμενοι πλήρους ἐκπαιδεύσεως. Τὸ αἴτημα τῶν εἰδικευομένων, ἱκανοποιήθη κατὰ τρόπον ποὺ πράγματι ὑπερέβη τὰς προσδοκίας καὶ τῶν ἰδίων.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 12 καὶ 13 ἐρωτήσεις τῆς ἡμερησίας διατάξεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Κωνσταντινίδη, περὶ ἱδρύσεως κλινικῶν καρδιολογίας, παιδιατρικῆς κλπ. εἰς τὰ Γενικὰ Κρατικὰ Νοσοκομεῖα Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ Διδυμοτείχου, ὡς καὶ Ψυχιατρικοῦ Νοσοκομείου εἰς τὴν Θράκην, διαγράφονται, λόγῳ ἀπουσίας τοῦ ἐρωτῶντος. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Ἰντζέ, Α. Μαυρίδη, Α. Τσιάρα καὶ Ι. Λαυρεντίδη, σχετικῆς μὲ ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου ὑπαλλήλων Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων Σερρῶν καὶ τοῦ Συλλόγου Προσωπικοῦ Ψυχιατρικοῦ Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, αἰτουμένων τροποποίησιν τοῦ Α.Ν. 1854)1951, ὁ κ. Ὑπουργός, ἔχει τὸν λόγον.
§47Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγ.). Κύριε Πρόεδρε τὸ περιεχόμενον τῆς ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. συναδέλφων, ἀφορᾷ εἰς τὴν συνταξιοδότησιν τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ νοσηλευτικὰ ἱδρύματα, κυρίως ὑπηρετικοῦ καὶ νοσηλευτικοῦ προσωπικοῦ. Τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι γενικωτέρας πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι ζητοῦν τὴν μείωσιν τοῦ χρόνου συνταξιοδοτήσεως. Ἐπ’ αὐτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον Ὑγιεινῆς, ἀπηύθυνε ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν καὶ ἀναμένει τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. συναδέλφου.
§48Α. ΤΣΙΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν ὑπαλλήλων τῶν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων τοῦ Νομοῦ Σερρῶν καὶ εἰδικώτερον τοῦ Ψυχιατρείου τῆς Θεσσαλονίκης, ἐκκρεμεῖ ἀπὸ πολλοῦ καὶ συνεπῶς ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, ὁμιλεῖ περὶ μελετῶν καὶ περὶ ἀποφάσεων ποὺ κἄποτε θὰ γίνουν. Τὸ ζήτημα τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ψυχιατρείου Θεσσαλονίκης, παρουσιάζει ἰδιάζουσαν κατάστασιν λόγῳ τοῦ κινδύνου καὶ τῆς ἀνθυγιεινότητος τῶν συνθηκῶν ἐργασίας τῶν ἐκεῖ ἐργαζομένων καὶ εἶναι ὡς ἐκ τούτου δίκαιον καὶ σωστὸν νὰ συνταξιοδοτοῦνται οἱ ἐργαζόμενοι εἰς αὐτὸ ἐνωρίτερον, τοῦ γενικοῦ κανόνος τῶν συνταξιοδοτουμένων ὑπαλλήλων, λόγῳ ἀκριβῶς αὐτῶν τῶν σκληρῶν συνθηκῶν τῆς ἐργασίας αὐτῆς τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ Νοσηλευτικὰ ἱδρύματα καὶ εἰδικὰ τῶν εἰς τὸ Ψυχιατρεῖον τῆς Θεσσαλονίκης ἐργαζομένων, θὰ πρέπει ἅπαντες οἱ ἐργαζόμενοι εἰς αὐτὰ νὰ τύχουν καὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ αἰτήματός των διὰ τὸ μηνιαῖον ἐπίδομα. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξα εἶναι νὰ ἀπευθύνω ἐρώτημα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀναμένω διὰ νὰ συζητήσωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ λύσις τοῦ προβλήματος.
§49Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγ.). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τῆς συνταξιοδοτήσεως εἰς σύντομον χρόνον τῶν ἐργαζομένων εἰς νοσηλευτικὰ ἱδρύματα, εἶναι θέμα παλαιὸν καὶ κεῖται ἄλυτον ἀπὸ τῆς συστάσεως καὶ τῆς ἱδρύσεως τῶν νοσοκομείων. Εἶναι μέγα θέμα, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων εἶναι πράγματι κουραστική, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐδικαιοῦντο ἴσως νὰ ζητήσουν νὰ λάβουν ἐπίδομα ἐπικινδύνου ἐργασίας. Τὸ θέμα εἶναι βεβαίως σοβαρόν, δὲν γνωρίζω τὶ ἔγινεν εἰς τὸ παρελθόν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι πράγματι ἀπηύθυνα ἐρώτημα πρὸς τὸν συνάδελφόν μου κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν κατ’ ἀρχὴν διὰ νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἴδωμεν ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ λύσις τοῦ προβλήματος τό γε νῦν ἔχον.
§50Ι. ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ ὑποβληθῆτε εἰς τὸν κόπον νὰ ἐπαναλάβετε τὰ ἴδια ἐνδεχομένως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος συνηγορῶν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε χειρότερον, οὔτε ἀνθυγιεινότερον ἀπὸ τὰ ἐπάγγελμα τοῦ νοσοκόμου. Ὅλοι γνωρίζουν, ὅτι οἱ νοσοκόμοι πολλὲς φορὲς εἰς τὰ ἱδρύματα κάμουν καὶ τὸν ἀπουσιάζοντα ἰατρόν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ποτὲ δὲν περιορίζονται εἰς τὸ 8ωρον, αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. Ἡ παραμονή των μέσα εἰς τὸν κόσμον τῶν μικροβίων, αἱ καταθλιπτικαὶ συνθῆκαι, ποὺ ἐργάζονται, ἐπιβάλλουν τὴν μείωσιν τοῦ χρόνου προσφορᾶς ὑπηρεσιῶν καὶ τὴν ταχυτέραν συνταξιοδότησιν. Ἐὰν ὑπάρχουν ἐπαγγέλματα, εἰς τὰ ὁποῖα δίδεται ἐπίδομα ἐπικινδύνου ἐργασίας, μία περίπτωσις εἰς τὴν ὁποίαν θὰ συνεχωρεῖτο κατ’ ἐξαίρεσιν, ἦτο αὐτὴ καὶ ἦτο παράλειψις τῆς πολιτείας, ὅτι ἐβράδυνε νὰ τὸ ἱκανοποιήσῃ μέχρι σήμερον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 15 ἐρωτήσεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Τσιάρα, Τ. Πλεύρη, Λ. Κύρκου καὶ Γ. Ἡγουμενάκη, σχετικῶς μὲ ἀναφορὰν τῶν Κοινοτήτων καὶ Συνεταιρισμῶν τῆς περιοχῆς Ἀρκαλοχωρίου Ἡρακλείου Κρήτης καὶ τοῦ Σωματείου ἐργατοτεχνιτῶν Ἀσβεστοποιΐας καὶ Λατόμων Ἀσβεστοχωρίου, αἰτουμένων ἐγκατάστασιν ἐν Ἀρκαλοχωρίῳ καὶ Ἀσβεστοχωρίῳ Ὑγειονομικοῦ Σταθμοῦ μὲ πλήρη λειτουργίαν εἰδικοτήτων, ὁ κ. Ὑπουργός, ἔχει τὸν λόγον.
§52Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, τὸ Ἀσβεστοχῶρι ἀπέχει ἀπὸ τὴν Θεσ)νίκην 10½ χιλιόμετρα. Οἱ Ὑγειονομικοὶ σταθμοὶ κατ’ ἀρχήν, συναντῶνται ἢ εἰς ἀπομεμακρυσμένας περιοχάς, ὅπου δὲν ὑπάρχουν νοσηλευτικὰ κέντρα, ἢ εἰς νήσους ἀπομεμακρυσμένας. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη ἀπέχει 10½ χιλιόμετρα ἀπὸ τὸ Ἀσβεστοχῶρι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ κανεὶς ἐκεῖ τὴν σύστασιν ὑγειονομικοῦ σταθμοῦ. Ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ ἰατρεῖον αʹ τάξεως, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ μαῖαν καὶ νοσοκόμον. Συνεπῶς, οἱ ἀσθενεῖς θὰ εἶναι ὀρθὸν ἐὰν ὑπάρχουν βαρύτεραι περιπτώσεις, ἀντὶ νὰ μεταφέρωνται εἰς ὑγειονομικὸν σταθμόν, τοῦ ὁποίου δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἵδρυσις, νὰ μεταφέρωνται εἰς τὰ νοσηλευτικὰ ἱδρύματα τῆς Θεσ)νίκης.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει, κ. Ὑπουργέ, καὶ διὰ τὸ Ἀσβεστοχῶρι τῆς Κρήτης. Μήπως εἶναι ἄλλη ἀπόστασις;
§54Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Ἡ ἐρώτησις ἀφορᾷ τὸ Ἀρκαλοχῶρι τῆς Κρήτης. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τὸ Ἀρκαλοχῶρι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱδρύωμεν ὑγειονομικοὺς σταθμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν προσφέρουν καμμίαν οὐσιαστικὴν ἐξυπηρέτησιν. Εἶναι πράγματι κυρίως σταθμοὶ διακομιδῆς. Δι’ αὐτὸ καλὸν εἶναι νὰ βοηθήσωμεν πράγματι καὶ νὰ διευρύνωμεν τὰ ἰατρεῖα, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη, καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τοῦ νέου νόμου καὶ διὰ τῶν νέων διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται ἐν σειρᾷ, ἱδρύθησαν περίπου 120 ἰατρεῖα περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι ὑπάρχουν. Ὁ Ὑγειονομικὸς σταθμὸς δὲν προσφέρει, ἐπαναλαμβάνω, οὐσιαστικὴν ὑπηρεσίαν. Τὰ νοσοκομειακὰ ἱδρύματα αὐτὴν τὴν στιγμήν, μὲ τὴν ἐνίσχυσιν, ἡ ὁποία δίδεται, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξυπηρετήσουν τοὺς ἀγρότας καὶ τῆς περιοχῆς Ἀρκαλοχωρίου καὶ τῆς περιοχῆς Ἀσβεστοχωρίου.
§55Λ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ Ἀρκαλοχωρίου, ἔχω προσωπικὴν ἀντίληψιν. Τὸ Ἀρκαλοχώριον ἀπέχει 40 χιλιόμετρα ἀπὸ τὸ Ἡράκλειον καὶ εἶναι τὸ κέντρον μιᾶς περιοχῆς 20.000 κατοίκων τῆς ὁποίας ἡ ἐπικοινωνία, ἰδίᾳ κατὰ τὸν χειμῶνα, εἶναι λίαν δυσχερὴς μὲ τὸ Ἡράκλειον. Ἕνα ὑπάρχον ἰατρεῖον εἶναι ἐλλειπὲς καὶ δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰς πολυαρίθμους κοινότητας. Ὀρθὴ εἶναι ἡ ἄποψις νὰ δημιουργηθοῦν τὰ μεγάλα κρατικὰ Κέντρα, ἀλλὰ μέχρι τότε εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ δημιουργία τοῦ Σταθμοῦ.
§56Τ. ΠΛΕΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ μὲ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος κ. Κύρκος. Τὸ Ἀρκαλοχώριον εἶναι εἰς τὸ κέντρον δύο ἐπαρχιῶν καὶ εὑρίσκεται εἰς μεγάλην ἀπόστασιν ἀπὸ τὸ Ἡράκλειον, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ Νοσοκομεῖον ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ ἐκεῖ ὁ Ὑγειονομικὸς Σταθμὸς διὰ τὴν περίθαλψιν τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς τῶν ὁποίων ἔχει ὑποβληθῆ σχετικὴ πρὸς τοῦτο αἴτησις.
§57Γ. ΗΓΟΥΜΕΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διότι παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ὑπέγραψα τὸ σημείωμα, θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι μὲ τὸν Ὑγειονομικὸν Σταθμὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ περιοχή. Δεδομένου κ. Πρόεδρε, ὅτι δυνάμεθα σήμερον νὰ χρησιμοποιήσωμεν καὶ ἰατρικὰ αὐτοκίνητα, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος εἰς ἀσκόπους δαπάνας.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 16 ἀναφορᾶς Προέδρων Κοινοτήτων Σκοτούσης, Καλῶν Δένδρων, Νέας Τηλορόης κλπ. Σερρῶν, αἰτουμένων τὴν μετατροπὴν τοῦ Ἀγροτικοῦ Ἰατρείου Σκοτούσης εἰς Κοινοτικὸν τοιοῦτον, ὁ κ. Ι. Λαυρεντίδης ἔχει τὸν λόγον.
§59Ι. ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει πλέον θέμα, καὶ ἡ ἐρώτησις θεωρεῖται διαγραφεῖσα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 17 ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. Τσαπάρα, Βρανοπούλου καὶ Ἰορδάνογλου καὶ λοιπῶν ἐπὶ ἀναφορᾶς Συλλόγου Ὑπαλλήλων Νοσοκομειακοῦ Σανατορίου Ἀσβεστοχωρίου, ὁ κ. Ὑπουργός, ἔχει τὸν λόγον.
§61Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Ὅπως, κ. Πρόεδρε, καὶ προηγουμένως εἶπον, τὸ αἴτημα εἶναι παλαιότατον. Ἀπαντῶν καὶ εἰς τοὺς κ.κ. συναδέλφους θὰ πρέπει νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι πρόκειται περὶ γενικωτέρου θέματος καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα πλὴν τῶν διὰ τῆς ἀνωτέρω ἐρωτήσεως αἰτουμένων. Τὸ θέμα ὅμως αὐτό, δίκαιον βασικῶς αἴτημα, ἐξετάζεται ὡς γενικώτερον καὶ θὰ ἀντιμετωπισθῇ ὑπ’ αὐτὴν τὴν μορφήν, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Συλλόγου τῶν ὑπαλλήλων Νοσοκομείου–Σανατορίου Ἀσβεστοχωρίου, αἰτουμένων χορήγησιν ἐπιδόματος ἐπικινδύνου ἐργασίας, ὁ κ. Ἰορδάνογλου, ἔχει τὸν λόγον.
§63Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, διὰ τοὺς ἰατροὺς τοὺς ἀπασχολουμένους εἰς τὸ Σανατόριον Ἀσβεστοχωρίου, ἐδόθη ἐπίδομα ἀνθυγιεινῆς ἐργασίας, δὲν ἐδόθη ὅμως διὰ τὰς Νοσοκόμους, αἱ ὁποῖαι νυχθημερὸν ἐργάζονται καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο δημιουργεῖ μίαν ἄνισον μεταχείρισιν. Βεβαίως τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τύχῃ γενικωτέρας ἀντιμετωπίσεως ὡς γενικὸν αἴτημα, ἀλλὰ ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων δημιουργηθεῖσα αὐτὴ ἀνισότης μεταξὺ τῶν ἰατρῶν καὶ τῶν νοσοκόμων τοῦ ἐν λόγῳ Νοσοκομείου–Σανατορίου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀρθῇ.
§64Δ. ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ αἴτημα εἶναι παλαιότατον καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν πρέπει νὰ δοθῇ λύσις, τοὐλάχιστον ἄμεσος. Λυποῦμαι, ἀλλὰ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον πρέπει νὰ δοθῇ λύσις εἰς τὸ θέμα αὐτὸ διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Σανατορίου «Σωτηρία» ὅσον καὶ ὅλων τῶν ἄλλων Σανατορίων τῆς χώρας, διότι τὸ προσωπικὸν τῶν ἱδρυμάτων αὐτῶν διαβιοῖ ὑπὸ ὅλως ἰδιαιτέρας συνθήκας λίαν ἀνθυγιεινάς.
§65Σ. ΠΕΡΤΣΙΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ θὰ παρεκάλουν ὅπως τὸ προσωπικὸν καὶ οἱ ὑπάλληλοι ὄχι μόνον οἱ ἐντατικῶς ἐργαζόμενοι, ἀλλὰ καὶ οἱ εἰς ἀνθυγιεινὰ ἐπαγγέλματα ἀσχολούμενοι, πρέπει νὰ τύχουν ἰδιαιτέρας μερίμνης καὶ στοργῆς. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς ἰατρός, γνωρίζει καλύτερον παντὸς ἄλλου τὰς εἰδικὰς αὐτὰς περιπτώσεις καὶ θὰ τὰς θέση ὑπὸ τὴν προστασίαν του. Εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν οἱ μὲν ἰατροὶ νὰ ἀπολαμβάνουν εἰδικοῦ ἐπιδόματος καὶ νὰ μὴ ἀπολαμβάνουν τοιούτου οἱ ὑπάλληλοι οἵτινες καὶ κοπιώδη καὶ ἐπικίνδυνον, ἀλλά, πρὸ πάντων, καὶ ἀνθυγιεινὴν ἐργασίαν ἐπιτελοῦν, ἰδίως οἱ ἐργαζόμενοι πλησίον φυματικῶν βαρείας μορφῆς.
§66Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν ἐπὶ τοῦ δευτέρου αἰτήματος τοὐτέστιν τῆς μειώσεως τῶν συνταξίμων ἐτῶν ἀπὸ 35 εἰς 25.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐπὶ τῆς ἐν συνεχείᾳ ἐρωτήσεως, κ. Ἀνερούση.
§68Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τὸ συζητούμενον δὲν ἀφορᾷ μόνον τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Νοσοκομείου–Σανατορίου Ἀσβεστοχωρίου καὶ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι τὸ θέμα εἶναι γενικωτέρας ἁρμοδιότητος. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει τὸ ὀξύμωρον σχῆμα τῶν ἑξῆς δύο περιπτώσεων: Τὸ ἀπρόσωπον Κράτος ἔχει θεσπίσει νόμους, βάσει τῶν ὁποίων, εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, ὑποχρεοῦνται οἱ ἐργοδόται εἰς τὴν χορήγησιν ἐπιδόματος ἐπικινδύνου ἐργασίας, πρὸς τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἐργαζομένους. Εἰς τὰς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ἐργοδόται δὲν τηροῦν τοὺς νόμους αὐτούς, προβλέπονται καὶ ἐπιβάλλονται κυρώσεις. Ἐνῷ λοιπὸν οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα προκειμένου περὶ ἰδιωτῶν, τὸ Κράτος δὲν ἐφαρμόζει εἰς ἑαυτὸ τοὺς νόμους, ἀλλὰ ἰσχύει, δι’ αὐτό, πάντοτε ἡ θεωρία τοῦ μπεζακτᾶ, θεωρία ἀπαράδεκτος ὡς πρὸς τοὺς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀπασχολουμένους. Κύριε Πρόεδρε, ἐπηγγέλθημεν ἀλλαγὴν καὶ κοινωνικὴν δικαιοσύνην καὶ καλούμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν, ὅ,τι δὲν ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὸ παρελθόν.
§69Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι μερικὸν ἀλλὰ γενικόν. Καὶ πρέπει ὅπως ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν τὸ ἀπασχολούμενον εἰς νοσηλευτικὰ ἱδρύματα καὶ τὸ ἀσκοῦν ἐπικίνδυνον καὶ ἀνθυγιεινὴν ἐργασίαν, ἰδιαιτέρως δὲ τὸ κατώτερον προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει πλεῖστα δεδικαιολογημένα κατὰ τῆς πολιτείας παράπονα, δικαιωθῇ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Ὑγιεινῆς, ὄντα διακεκριμένον ἰατρόν, ὅπως ἐπισκεφθῇ τὰ Νοσηλευτικὰ Ἱδρύματα καὶ προσωπικῶς διαπιστώσῃ ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πράγματα, τὰ εὔλογα παράπονα τῶν ἐργαζομένων, ἅτινα καὶ νὰ θεραπεύσῃ ἀμέσως, ἵνα ἀντιληφθοῦν οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὰ ἐν λόγῳ ἱδρύματα, ὅτι ὑπάρχει ἔντιμον Κράτος καὶ στοργικόν.
§70Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, ἀπαντῶν εἰς τὸν συνάδελφον κ. Χατζηδημητρίου, ὁ ὁποῖος ἐξήγαγε ἰδικόν του συμπέρασμα, πρέπει νὰ τονίσω, ὅτι ἀνεφέρθην εἰς τὸ ὅτι πρόκειται περὶ παλαιοτέρου αἰτήματος ἀπασχολήσαντος τὸ Ὑπουργεῖον ὡς πρὸς τὴν ἀνθυγιεινὴν ἐργασίαν. Ὡς πρὸς τοὺς ἰατροὺς φυματιολόγους τοὺς ἀπασχολουμένους καὶ μὲ τὴν ἀκτινολογίαν συνεπῶς, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχει δυσμενῆ ἐπίπτωσιν ἐπὶ τῆς ὑγείας των ἡ ἀπασχόλησίς των αὐτή, ἐδόθη ἐπίδομα εἰδικόν, λόγῳ τῆς εἰδικῆς περιπτώσεώς των, ὅπως ἐδόθη καὶ εἰς τοὺς ἐργαζομένους εἰς Νοσοκομεῖα λοιμωδῶν νόσων καὶ εἰς τοὺς βοηθοὺς τῶν ἀκτινολογικῶν μηχανημάτων. Μοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι καὶ αἱ νοσοκόμοι δὲν ἔχουν καθωρισμένον ὡράριον ἐργασίας, ὅτι πρέπει νὰ τύχουν ἰδιαιτέρας στοργῆς. Ἡ ἐπαφή μου μὲ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς δὲν εἶναι πρόσφατος, ἀλλὰ παλαιὰ καὶ μακρά, χρονολογουμένη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἤμην ἐσωτερικὸς ἰατρὸς εἰς διάφορα νοσοκομεῖα καὶ ἱδρύματα. Θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ἀποστολάκον ἐπὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων, ὅτι τὴν Κυβέρνησίν μας δὲν τὴν κατέχει οὐδὲ κἂν ἡ σκέψις τοῦ μπεζαχτᾶ. Ἀπόδειξις, ἐνῷ τὸ αἴτημα τῶν 75% ἦτο παλαιότατον, ἐν τούτοις, δὲν εἶχεν ἐπιλυθῆ καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐλήφθη μέριμνα ἀντιμετωπίσεως τούτου εἰς τὸν προσεχῆ προϋπολογισμόν, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ ἀντιμετώπισις τῶν ἐξαιρεσίμων ἑορτῶν καὶ τῶν ἡμεραργιῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μείωσιν τοῦ ὁρίου ἡλικίας, τοῦτο, γενικώτερον πράγματι θέμα, ἀντιμετωπίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς ἁρμοζούσης συνέσεως.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ διὰ τῶν ἐν συνεχείᾳ ἐρωτήσεων, ὁ συνάδελφος κ. Βαλυράκης, ἀναφέρεται εἰς ἀναφοράς, πρῶτον, ἐποπτῶν ἐξυγιάνσεως ὑγειονομικοῦ Κέντρου Χανίων Κρήτης, αἰτουμένων χαρακτηρισμόν των ὡς τεχνικῶν ὑπαλλήλων, καὶ δεύτερον, ἐπὶ ὁμοίας τῶν μικροσκοπιστῶν, μικροσκοπιστριῶν ὑγειονομικῶν κέντρων, αἰτουμένων ὅπως εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν δημοσιοϋπαλληλικὸν νομοσχέδιον προστεθῇ διάταξις προβλέπουσα τὴν μονιμοποίησίν των.
§72Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιειν.). Κύριε Πρόεδρε, ἀπήντησα καὶ εἰς τὰς δύο ἐρωτήσεις — ἀναφοράς. Ἐπὶ μὲν τῆς πρώτης περιπτώσεως, ὅτι οἱ ἐπόπται ἐξυγιάνσεως τοῦ ἐν λόγῳ Κέντρου διὰ τῆς χορηγήσεως εἰς αὐτοὺς ἑξακοσίων δραχμῶν ἐπὶ πλέον, ἔχουν ἐξομοιωθῆ μὲ τοὺς τεχνικοὺς ὑπαλλήλους, ὡς πρὸς τὴν δευτέραν περίπτωσιν ἀπήντησα καὶ εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην, ὅτι ἀντιμετωπίζεται λυσιτελῶς τὸ θέμα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς νοσοκόμων μονοετοῦς φοιτήσεως καὶ πρακτικῶν καὶ ἀγροτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἰατρείων Ν. Σερρῶν, αἰτουμένων χορήγησιν προσθέτου ἐπιδόματος κλπ. ὁ κ. Ὑπουργὸς Ὑγιεινῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§74Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριε Πρόεδρε, ἡ κειμένη νομοθεσία δὲν προβλέπει χορήγησιν τοιαύτην παρὰ μόνον εἰς μαίας, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὰς νοσοκόμους.
§75Ι. ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν ὅπως τὸ θέμα τὸ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ τὴν σοβαρότητα, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς αὐτό. Ὅλος ὁ φόρτος ἐργασίας, ὡς γνωστόν, ἔχει ἐπιπέσει ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτῶν τῶν ἀδελφῶν νοσοκόμων. Οἱ ἰατροὶ ἔλαβον μεγάλας αὐξήσεις καὶ θὰ παρεκάλουν ὅπως, πρὸς ἄρσιν πάσης ἀνίσου μεταχειρίσεως, λάβουσι καὶ αὗται ἀνάλογον αὔξησιν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Οἱ κ.κ. Βασιλᾶτος καὶ Κεφαλληνός, ἐζήτησαν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Βασιλᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§77Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις περὶ διώξεως τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν, περιλαμβάνει καὶ τρεῖς ἰδιώτας. Τοὺς κυρίους Πεζόπουλον, Γουναράκην καὶ Λαμπροῦκον. Καὶ ἐκτίθενται ἐν τῇ προτάσει τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ ἐφ’ ὧν βασίζεται ἡ πρότασις διώξεως. Περὶ τῆς τύχης τῶν τριῶν αὐτῶν ἰδιωτῶν, δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ δοθῇ ὁ λόγος.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον, κ. συνάδελφε.
§79Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται ὁ κ. συνάδελφος, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή; Διότι, ἐὰν πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν, ἔχομεν ἔνστασιν νομικὴν ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος.
§80Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Μόνον ἐπὶ τοῦ νομικοῦ θέματος θὰ ὁμιλήσω. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀρχικὸς νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ΦΠΣΤ τοῦ 1877 ὁμιλεῖ καὶ περὶ τῆς τύχης τῶν ἰδιωτῶν ὅταν ζητῆται ἡ δίωξις αὐτῶν εἴτε ὡς συναυτουργῶν, εἴτε ὡς συνεργῶν, εἴτε ὡς συναιτίων, μετὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Ὁ νόμος αὐτὸς ὑπέστη μίαν τροποποίησιν ὑπὸ τοῦ νόμου ΧΕ τοῦ 1877. Ἐπηκολούθησεν ὅμως ὁ νόμος 871)1917 ὁ ὁποῖος εἰδικῶς ἠσχολήθη περὶ τῆς τύχης τῶν ἰδιωτῶν εἴτε ὡς αὐτουργῶν, εἴτε ὡς συναιτίων, εἴτε ὡς συνεργῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, ἡ Βουλὴ ἦτο ὑποχρεωμένη κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν νὰ παραπέμψῃ καὶ τοὺς ἰδιώτας ἵνα συνεκδικασθοῦν. Ὁ νόμος 871)1917 κατέστησε τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Βουλῆς ἀπὸ ὑποχρεωτικὸν εἰς δυνητικὸν καὶ τὸ ἄρθρον 10 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). Ἐνῷ ἐπαναλαμβάνω, ἦτο ἀρχικῶς ὑποχρεωτικὴ ἡ συνεκδίκασις τῶν ἀδικημάτων τῶν ἰδιωτῶν, ὁ νόμος αὐτὸς κατέστησε ταύτην δυνητικήν. Ἔκτοτε ὁ νόμος ὑπέστη μερικὰς μεταβολάς. Πρῶτον, τὸ Σύνταγμα τὸ 1927 καθώρισε ὡς ἁρμόδιον Δικαστήριον τὴν Γερουσίαν, διετηρήθησαν ὅμως τὰ ἄρθρα 1–9 τοῦ νόμου ΦΠΣΤ διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου. Κατηργήθησαν τὴν 1.4.1935 ὁπότε ἡ Εʹ Ἐθνικὴ Συνέλευσις κατήργησε τὴν Γερουσίαν καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 καὶ ἐπανέφερεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ συνεπῶς ἐξηκολούθησε νὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος τοῦ 1877 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 871)1917. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ δύναται ἐὰν κρίνῃ ἀναγκαῖον νὰ διατάξῃ τὴν συνεκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων διὰ τὰ ὁποῖα διώκονται οἱ ἰδιῶται μετὰ τῶν Ὑπουργῶν ἢ νὰ τοὺς παραπέμψῃ, τοὺς ἰδιώτας, ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἐν τῇ προτάσει διώξεως, ρητῶς ἀναφέρονται οἱ κύριοι αὐτοὶ ὡς αὐτουργοὶ καὶ συνεργοί. Συνεπῶς, ἡ Βουλὴ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς τύχης αὐτῶν. Δηλαδὴ ἐὰν θὰ κρατήσῃ παρ’ ἑαυτῇ τὴν κατὰ τῶν ἰδιωτῶν ὑπόθεσιν ἢ ἐὰν θὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ὡς ὑπεστήριξα καὶ κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου ἐπὶ τῆς οὐσίας, δὲν ἕπεται διότι περιλαμβάνονται εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ ἰδιῶται, ὅτι αὐτομάτως ἐγείρεται καὶ κατ’ αὐτῶν ἡ ποινικὴ ἀγωγή. Μάλιστα διὰ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ τὸν κ. Λαμπροῦκον, ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν μου διατὶ ζητεῖται ἡ δίωξίς του, διότι πέραν τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ ὄνομά του ἀνεφέρθη εἰς μίαν τῶν ἐπιστολῶν Φιλαρέτου, οὐδὲν ἄλλο στοιχεῖον ἐπικαλεῖται ἡ πρότασις, οὔτε ἐκ τῆς μελέτης τῶν φακέλλων προκύπτει καὶ μὲ τὴν ἀντικειμενικότητα ἡ ὁποία μὲ διακρίνει.... (ἀκούονται γέλωτες ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ναὶ κύριοι, τὸ ἀπέδειξα καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω, ὅτι ὑπῆρξα ἀμερόληπτος διότι ἐζήτησα τὴν ἀπαλλαγὴν τριῶν ἐκ τῶν διωκομένων. Μὲ τὴν ἀντικειμενικότητα ἡ ὁποία μὲ διακρίνει, ἐζήτησα νὰ μὴ ἀσκηθῇ ποινικὴ δίωξις κατὰ τοῦ κ. Λαμπρούκου. Ταῦτα κύριοι εἶναι ἀπόψεις ἰδικαί μου, ἀλλὰ ποῖος θὰ κρίνῃ ἐὰν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἰδιῶται θὰ ἀπασχολήσουν τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ἢ ὄχι; Δι’ αὐτὸ ἀπαιτεῖται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Εἶναι σαφὲς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Πρέπει ἡ Βουλὴ ταὐτοχρόνως, εἴτε ἐν συνεχείᾳ, ἐπειδὴ ὁ χρόνος δὲν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας νὰ κρίνῃ ἐὰν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ ἀσχοληθῇ καὶ μὲ τοὺς ἰδιώτας αὐτοὺς ἢ ὄχι. Σαφὲς εἶναι τὸ ἄρθρον 86 τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι προκειμένου περὶ προσώπου γίνεται πάντοτε μυστικὴ ψηφοφορία (ἀναγινώσκει). Περὶ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις. Ἕνα θέμα πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Δικαιοῦται ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεως τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ σήμερον ἀπὸ τοῦδε, νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς τύχης αὐτῶν; Θὰ ἀσχοληθῇ σχετικῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἢ πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἰδιώτας εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ὅπου ὡς γνωρίζετε ἁρμόδιος εἶναι ὁ τακτικὸς Ἀνακριτὴς καὶ Δικαστήριον ἁρμόδιον τὸ 5μελὲς Ἐφετεῖον; Δικαιοῦται σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς τύχης αὐτῶν ἢ μετὰ τὸ πέρας τῶν ἀνακρίσεων καὶ τὴν κατάθεσιν τοῦ πορίσματος τότε θὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἂν θὰ πρέπει οἱ ἰδιῶται νὰ συνδικασθοῦν μετὰ τῶν παραπεμπομένων τυχὸν κυρίων Ὑπουργῶν; Διότι, ἐὰν βεβαίως τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ εἶναι ἀπαλλακτικόν, δὲν ὑπάρχει θέμα. Τὸ ἐξεταστέον λοιπὸν εἶναι καὶ δι’ αὐτό, διότι τὸ θέμα εἶναι νομικόν, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διότι ἔπρεπε νὰ κάμω χρῆσιν στοιχείων καὶ ἐγγράφων. Ὁ νόμος, λέγει σαφῶς «οἱ τυχὸν συναίτιοι ἢ συνεργοί... ἀναγιγνώσκει». Ἐρωτᾶται λοιπὸν καὶ πάλιν καὶ ἐρευνητέον εἶναι ἐὰν διὰ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν, σήμερον, ὁπωσδήποτε διότι εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ λάβωμεν ἀπόφασιν, ποία ἡ τύχη τῶν ἰδιωτῶν. Κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν βεβαίως, τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια, θὰ ἐπιληφθοῦν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι θὰ δύνανται νὰ ἐπικαλεσθοῦν καὶ νὰ εἴπουν, ἡμεῖς παρεπέμφθημεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλή, ἄλλους παρέπεμψεν καὶ ὄχι ἡμᾶς. Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ κρίνωμεν, μήπως θὰ δύνανται νὰ προβάλλουν τὴν ἔνστασιν τοῦ δεδικασμένου, ὅτι ἀπηλλάγησαν. Καὶ ἀντιλαμβάνεσθε, ποία θὰ εἶναι ἡ εὐθύνη ὅλων ἡμῶν, ἀδιακρίτως τοῦ ποῦ εἴμεθα τοποθετημένοι. Πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς τύχης τῶν ἰδιωτῶν καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, διὰ νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι οὐδὲν λέγω περὶ τῆς οὐσίας. Ἐὰν δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλοῦνται ἔνστασιν δεδικασμένην, ἢ ἐὰν κρίνῃ ἡ Βουλὴ νὰ χωρισθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ νὰ κριθοῦν ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια ἡ περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐπιβάλλεται, ὅπως, τὴν ἑσπέραν ταύτην, γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, διὰ νὰ διαπιστωθῇ τὶ σκέπτεται ἡ Βουλή. Τοὺς ἀπαλλάσσει, δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα παντάπασιν, παντελῶς, διὰ νὰ ἐγερθῇ ἐναντίον των ἡ ποινικὴ ἀγωγή; Ἢ ἀντιθέτως πρέπει καὶ ἐναντίον αὐτῶν νὰ ἀσκηθῇ ποινικὴ ἀγωγή; Ἢ τρίτον, ὅτι ἡ Βουλὴ καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα, παραπέμπει αὐτοὺς ἐνώπιον τῶν ποινικῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Αὐτὸ θὰ ἦτο τὸ προτιμότερον καὶ θὰ τὸ ηὐχόμην, ἀλλὰ ὅπως εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 10, ὡς ἐτροποποιήθη, λέγει σαφῶς «οἱ τυχὸν συναίτιοι.... ἀναγιγνώσκει». Συνεπῶς τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν δυνάμεθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι γνωρίζομεν τὴν ὑπόθεσιν καὶ πρέπει ἀμέσως νὰ ἀφεθοῦν, εἰς τὴν πλήρη ἁρμοδιότητα καὶ διαδικασίαν τοῦ τακτικοῦ ποινικοῦ ἀνακριτοῦ, ἢ πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν τὴν πρότασιν, ὁπότε, ἐὰν εἶναι ἀπαλλακτική, αὐτομάτως, δὲν ὑπάρχει περίπτωσις παραπομπῆς των, εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, ἢ ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ μὲ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ συλλέξῃ νὰ θεωρήσῃ ἀναγκαίαν τὴν συνεκδίκασιν. Ἡμπορεῖ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἐνδείκνυται καὶ συμφέρει διὰ τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἐκεῖνοι διὰ νὰ συνεκδικασθοῦν. Καὶ διὰ νὰ τελειώνω εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἔγινεν μέγας θόρυβος καὶ σᾶς λέγω ταῦτα, καὶ πρὸς διαφώτισιν τῆς κοινῆς Γνώμης, ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, περὶ διώξεως τῶν τριῶν κ. Ὑπουργῶν, σημαίνει, ὅτι παρέχεται ἄδεια ἐγέρσεως τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Ἐντολὴν ἔχει ἡ δωδεκαμελὴς ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, νὰ ἐρευνήσῃ ἐὰν ὑπάρχουν στοιχεῖα, πραγματικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα θὰ στοιχειοθετήσουν ἀδίκημα προβλεπόμενον καὶ τιμωρούμενον ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἐνῷ δυστυχῶς ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ τὸ εἶπον, ὅτι παραπέμπονται οἱ κ.κ. Ὑπουργοί. Συνεπῶς, ἐπανέρχομαι καὶ λέγω, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου, αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν θὰ ἀσχοληθῇ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, περὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἡ ἄποψίς μου εἶναι καὶ νομίζω ὀρθῶς, ὅτι τὴν ἑσπέραν αὐτήν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ ἐφιστῶ ὅλων τὴν προσοχὴν νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ ποινικὴ ἀγωγὴ καὶ ἐναντίον αὐτῶν, τῶν ἰδιωτῶν, τῶν τριῶν, τῶν δύο ἢ τοῦ ἑνός. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Αὐτὰ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, κ. συνάδελφοι, καὶ θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ οὐδεὶς νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην ἐν προκειμένῳ.
§81Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ γνώμη μου εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Κατὰ τὸ παρὸν τοὐλάχιστον στάδιον τῆς διαδικασίας δὲν εἶναι νοητὴ αὐτοτελὴς κρίσις περὶ συναιτίων μὴ Ὑπουργῶν. Καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι νοητὴ οὔτε ἡ ἐνέργεια ψηφοφορίας περὶ αὐτῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς κατὰ τοὺς περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμους. Τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ μόνον περὶ τῶν Ὑπουργῶν. Ὑπὸ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν τοῦ 1877, τοῦ ΦΠ-ΣΤʹ καὶ τοῦ τροποποιήσαντος αὐτὸν νόμου ΧΕʹ τοῦ αὐτοῦ ἔτους, προεβλέπετο, ὅτι «τὴν κατὰ τῶν ἀνωτέρω ἀδικημάτων ποινικὴν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, διατελοῦντος ἢ μὴ ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ τῶν συναιτίων ἢ συνεργῶν τούτου, μόνον ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ἐνασκήσῃ ἐνώπιον τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος εἰδικοῦ δικαστηρίου». Ἡ διάταξις αὕτη περιλαμβάνει μόνον ἓν ἄρθρον καὶ ἀποσκοπεῖ εἰδικῶς εἰς τὸ νὰ λύσῃ τὸ θέμα τῶν συναιτίων. Τὸ ἄρθρον τοῦτο πρῶτον κατήργησε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 10 τὴν ἀναφερομένην εἰς τοὺς συναιτίους, ἡ ὁποία εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Καὶ τῶν τυχὸν συναιτίων ἢ συνεργῶν τούτου». Ἐν συνεχείᾳ προσέθεσε δεύτερον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει «οἱ τυχὸν συναίτιοι δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, μόνον ἐὰν ἤθελεν ἀποφασίσῃ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἐν τῇ περὶ παραπομπῆς Ὑπουργοῦ ἀποφάσει αὐτῆς». Ἀπέκλεισε δηλαδὴ ἡ νέα διάταξις τὸ νὰ περιλαμβάνωνται οἱ συναίτιοι δι’ εἰδικῆς παραπομπῆς εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς προανακρίσεως καὶ ἀπέβλεψε, καθ’ ὃν τρόπον διευκρινίζεται καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 17, εἰς ἣν περίπτωσιν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς προανακρίσεως τῆς στρεφομένης κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, προκύψουν στοιχεῖα, ὑπάρξεως συναιτίων ὄχι δι’ αὐτοτελεῖς πράξεις αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν κυρίαν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι δύναται τότε ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ νὰ παραπέμψῃ τὴν ἐκδίκασιν καὶ τῶν ἰδιωτῶν κατ’ ἐξαίρεσιν — διότι ὁ κανὼν εἶναι νὰ κρίνωνται ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια — ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Πόση ἀπεδόθη σημασία εἰς τὴν διάταξιν ταύτην προκύπτει καὶ ἀπὸ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἔτους 1917 ὑπὸ χρονολογίαν 17 Αὐγούστου, ἡ ὁποία φέρει τὴν ὑπογραφὴν ὄχι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις: «Ἡ ἐν ἰσχύϊ διάταξις τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ΦΠΣΤʹ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ὑποβάλλει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου καὶ πάντας τοὺς συνεργοὺς ἢ συναιτίους, τοῦθ’ ὅπερ δύναται κατὰ τὴν περίστασιν νὰ συνεπιφέρῃ δυσχερείας καὶ βραδύτητα, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθ. 80 ποιεῖται λόγον περὶ Ὑπουργῶν μόνον». Καὶ συνεχίζει ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως ἐξηγῶν τὸ περιεχόμενον τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου 2, ἡ ὁποία προσετέθη εἰς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀδιανόητον, ὅτι πράξεις αὐτοτελεῖς ἰδιωτῶν δύνανται νὰ συνεκδικασθοῦν κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου καὶ προβλέπονται ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου εἶναι κύριαι πράξεις Ὑπουργοῦ. Καὶ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπομένει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον, τὸ μετὰ τὴν προανάκρισιν, εἶναι ἡ παραπομπὴ τυχόν, ἐὰν θελήσῃ νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, τῶν συναιτίων εἰς τὰς κυρίας ταύτας πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῇ ὁ νομοθέτης τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ὅτι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι συνδεδεμέναι μὲ κυρίας πράξεις Ὑπουργοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπασχολοῦν τὴν προανακριτικὴν ἐπιτροπήν, νὰ παρατείνουν τὰς ἐργασίας της καὶ νὰ διασύρουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν τιμὴν ἐπιφανῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Πρέπει δὲ νὰ ἐνθυμηθῶμεν τοὺς λόγους τοῦ Ἐπαμεινώνδα Δεληγιώργη καὶ τοῦ Χαριλάου Τρικούπη, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4ης Μαρτίου 1877, ὅτε, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου τοῦ τροποποιητικοῦ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ἐτόνισαν καὶ οἱ δύο μετ’ ἐμφάσεως, ὅτι τὸ κύριον θέμα τὸ ὁποῖον προεῖχε κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ νόμου, ἦτο ἡ διασφάλισις ἀπὸ τῆς διαβολῆς καὶ τῆς συκοφαντίας τῆς τιμῆς τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας. Κύριοι βουλευταί, ἡ πρακτικὴ σημασία μιᾶς μὴ νομίμου ἀντιθέτου ἀποφάσεως, εἶναι ἡ παράτασις ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς προανακριτικῆς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἀσχολῆται εἰς θέματα ξένα πρὸς τὴν εὐθύνην Ὑπουργοῦ, πρὸς κυρίας πράξεις Ὑπουργοῦ. Τοῦτο εἶναι τελείως νομικῶς ἀστήρικτον, ἀλλ’ εἶναι ἐπὶ πλέον καὶ ἠθικῶς καὶ πολιτικῶς ἀπαράδεκτον, διότι ἀποβλέπει μόνον εἰς τὸν διασυρμὸν πολιτικῶν ἀντιπάλων. (Χειροκροτήματα).
§82Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν περασμένην Παρασκευήν, διότι ἦτο καταπεπονημένον τὸ Σῶμα, δὲν ὡλοκληρώθη ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν 21 βουλευτῶν. Ἐλήφθη μόνον μία ἀπόφασις ἐν μέρει διατάσσουσα τὴν ἐνέργειαν ἐξετάσεως, ἐν μέρει ἀπαλλακτικῆς ὡς πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, περὶ τῶν ὁποίων ἡ πρότασις. Δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις ὡς πρὸς τοὺς συναιτίους. Αὐτὸ εἶναι βέβαια ἐριστόν. Ὑπάρχει ἡ ἄποψις τοῦ κ. Βασιλάτου, ὑπάρχει ἡ ἄποψις τοῦ κ. Καλλία, νομικὰ εἶναι τὰ θέματα καὶ πρέπει νὰ διευκρινισθοῦν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς. Δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις, δὲν ὡλοκληρώθη ἡ ἀπόφασις ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν ἡ ὁποία πρέπει νὰ ταχθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν διενέργειαν τοῦ ἔργου της. Καὶ δὲν ὡλοκληρώθη ἡ ἀπόφασις ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν 12 μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι κανὼν ὁ ὁποῖος ἔχει ἀναγνωρισθῆ ὡς χρυσοῦς ἀπὸ τὴν θεωρίαν καὶ τὴν πρᾶξιν τοῦ ποινικοῦ δικαίου καὶ τῆς ποινικῆς δικονομίας ἡ συνεκδίκασις τῶν συναφῶν ὑποθέσεων, ἰδίως ἡ συνεκδίκασις τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἁπλῶς συναφεῖς, ἀλλὰ εἶναι ταὐτιζόμεναι, ἀλλὰ περὶ τῶν ὁποίων κατηγοροῦνται πλείονα τοῦ ἑνὸς πρόσωπα ἀνεξαρτήτως βαθμοῦ συναιτιότητος, συναυτουργίας, ἢ συνεργίας. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρνηθῇ ὁ οἱοσδήποτε, ὅτι ἡ διευκρίνισις καὶ ἡ ἀπόδοσις τῆς ἐνοχῆς εἰς τὸν ἔνοχον καὶ τῆς ἀθωότητος εἰς τὸν ἀθῶον, εἰς τὸν ἀπαλλακτέον ἐπιτυγχάνεται κατὰ τὸν ἄριστον δυνατὸν τρόπον διὰ τῆς συνεκδικάσεως, ἐνῷ ἀντιστοίχως πολλάκις ἡ πεῖρα ἀπέδειξε, ὅτι ὁ χωρισμὸς τῆς δίκης λόγῳ διαφορετικῆς ἁρμοδιότητος, ὁ χωρισμὸς τῆς δίκης ἐπὶ τῆς αὐτῆς πράξεως, πραχθείσης παρὰ διαφόρων προσώπων, δίδει τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἐπιρρίψεως ὑπὸ τῆς μιᾶς ὁμάδος τῶν εὐθυνῶν εἰς τὴν ἄλλην, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει τῆς δημιουργίας συγχύσεως. Καὶ δι’ αὐτό, εἶναι κανὼν ὁ ὁποῖος ὑπάγει φερ’ εἰπεῖν καὶ τὰ πλημμελήματα καὶ τὰ πταίσματα ἀκόμη τὰ συναφῆ εἰς τοὺς κακουργιοδίκας ἢ εἰς τοὺς Ἐφέτας ἐφ’ ὅσον δικάζουν, εἰς βαθμὸν κακουργήματος καὶ εἰς κάθε περίπτωσιν ἐφέσεως ἡ βαρυτέρα, ἡ ὑψηλοτέρα δικαιοδοσία τὴν ἁρμοδιότητα ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων ὑποθέσεων. Θὰ ἦτο ἄστοχος ἀναδρομὴ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἐὰν ὕστερα ἀπὸ τὰς τρεῖς ἡμέρας τῶν συζητήσεων καὶ ἀπὸ τὸ ὑπ’ ὄψει ὅλων τῶν κυρίων συναδέλφων πόρισμα τῶν τριῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν ἔκανε κανεὶς συζήτησιν περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ ὑπάρξεως συναφείας. Ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι παρέχουν στοιχεῖα δὲν πρόκειται περὶ συναφείας ἁπλῶς, ἀλλὰ περὶ συναυτουργίας ὑπὸ οἱαδήποτε μορφήν, φυσικῆς, ἠθικῆς αὐτουργίας, πρόκειται περὶ παρὰ πλειόνων προσώπων τελέσεως τῶν αὐτῶν πράξεων ἢ περὶ συνεργίας πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν αὐτῶν πράξεων. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν. Θὰ ἦτο κάτι ποὺ θὰ ἀπετέλει ἀτόπημα. Τόσον ἦτο διαποτισμένος καὶ ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης καὶ ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ Συντάγματος τὸ 1877 συνέταξε καὶ ἐφιλοτέχνησε τὸν ψηφισθέντα τότε νόμον ΦΠΣΤʹ περὶ Δικαστηρίου, περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὥστε εἰς τὴν ἀρχικὴν διάταξιν ὁ κανὼν ἦτο ἡ συνάφεια, ὁ κανὼν ἦτο ὅτι καὶ ἰδιῶται, μὴ διατελέσαντες Ὑπουργοί, παραπέμπονται εἰς τὸ Δικαστήριον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἐὰν ὑπάρχουν καὶ περὶ Ὑπουργοῦ κατηγορίαι. Τὸ 1917, ὑπῆρξε μία OCCASIO LEGIS ὅπως ἐνθυμῆσθε κατ’ Αὔγουστον 1917, μετὰ τὴν ἐπικράτησιν τοῦ κινήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως Ζαΐμη, κατ’ ἀρχήν, καὶ κατόπιν Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ἐν Ἀθήναις καὶ μετὰ τὴν παραίτησιν τὴν πρώτην τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου ὑπῆρξε θέμα διώξεως διὰ πράξεις, ὡς ἐχαρακτηρίσθησαν τότε ἐσχάτης προδοσίας, Ὑπουργῶν καὶ ἀνωτάτων στελεχῶν, ἰδίως τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τότε, καὶ λειτουργίας ἑπομένως τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου. Καὶ τὰ πάθη ἦσαν ὀξύτατα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ τὸ ἀδίκημα δὲν ἦτο ἀδίκημα τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου — ὅπως ἐὰν τοιοῦτον ἀποδειχθῇ θὰ εἶναι τὸ μέλλον νὰ κριθῇ — ἀλλὰ ἦτο αὐτόχρημα πολιτικόν. Καὶ ὑπῆρχε ὁ κίνδυνος ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀρχικοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου ΦΠΣΤ νὰ ἐπεκταθῇ ὁ κύκλος τῶν συγκατηγορουμένων ὡς συναιτίων, μὴ διατελεσάντων Ὑπουργῶν, εἰς ἑκατοντάδας, εἰς χιλιάδας στελεχῶν τῆς διπλωματίας, τῆς διοικήσεως, τοῦ στρατοῦ καὶ δὲν ἠξεύρω ποίων ἄλλων τοῦ 1917. Καὶ τότε, μὲ αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν εἰσήχθη ἡ τροποποίησις καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος 871, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι οὐχὶ πάντες οἱ συναίτιοι ἀναγκαίως, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνοι περὶ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἀποφασίσει τοῦτο ἡ Βουλὴ ἐν τῇ περὶ παραπομπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποφάσει της. Μόνον ἐκεῖνοι ἐκδικάζονται μαζὶ μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς ἀπὸ τὸ Δικαστήριον τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ὀφείλω μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸ ἦτο τόσον ξένον πρὸς τὴν νοοτροπίαν τῶν Δικαστῶν, ἦτο ἕνας νόμος ἀπομεμονωμένος. Καὶ δυστυχῶς ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ἡ ἔλλειψις κωδικοποιήσεως τῶν ἑκάστοτε νόμων, ἔστω καὶ τῶν βασικῶν, ὥστε ἀκόμη καὶ κατὰ τὸ 1950 ὁ Ἄρειος Πάγος, εἰσηγουμένου τοῦ τότε Ἀρεοπαγίτου Βλαχογιάννη, ἐν τῇ ἀφορήτῳ πολυνομίᾳ ποὺ μᾶς διέπει, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν τροποποίησιν τοῦ 1871. Καὶ εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων, θεωρῶ ὡς κειμένην τὴν διάταξιν τὴν παλαιὰν τοῦ ἄρθρου 10, αὐτοδικαίως περίπου κοινὸς δικαστὴς παντὸς συναιτίου εἶναι τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Δὲν τὸ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ἀσφαλῶς, διότι δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι γενικῆς ἁρμοδιότητος, ἐφ’ ὅσον εἶναι ρητὴ διάταξις ὅτι οἱ τυχὸν συναίτιοι δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον μόνον ἐὰν ἤθελεν ἀποφασίσει τοῦτο ἡ Βουλή, ἐν τῇ περὶ παραπομπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποφάσει της. Ἐννοεῖται ὅτι καὶ ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ὁ κοινὸς δικαστὴς εἶναι τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Ὁπωσδήποτε ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα θέμα ἐριστόν, ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διευκρινίσωμεν. Τί ἐννοεῖ ὅταν λέγῃ ἐν τῇ περὶ παραπομπῆς ἀποφάσει. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐριστὸν θέμα, οὐδὲν ἄλλο καὶ ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω τὴν ἄποψίν μου περὶ τοῦ ἐριστοῦ θέματος, τί ἐννοεῖ μὲ τὸ «ἐν τῇ περὶ παραπομπῆς ἀποφάσει κλπ.», τὴν ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἤρχισε λαμβανομένη τὴν Παρασκευὴν καὶ πρόκειται νὰ ὁλοκληρωθῇ ἀπόψε, ἢ τὴν ἀπόφασιν μετὰ τὸ ἔργον τῆς προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς; Τὸ θέμα εἶναι σοβαρόν. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὴν νομικὴν καὶ ἡ ὁρολογία παρουσιάζει ὡρισμένας ἐξελίξεις. Σήμερον περιορίζεται ὁ ὅρος παραπομπὴ εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς εἰσαγωγῆς εἰς δίκην, δηλαδὴ μετὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἀνακρίσεως καὶ τὴν ἀπόφασιν εἴτε τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου ἐὰν πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἡ ὁποία πρέπει διὰ βουλεύματος νὰ εἰσαχθῇ, εἴτε τοῦ Εἰσαγγελέως ἐὰν πρόκειται δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως νὰ γίνῃ εἰσαγωγὴ εἰς δίκην. Αὐτὸ ἐν τῇ κρατοῦσα σήμερον ὁρολογία. Δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιον μὲ τὸν νόμον 817, ὁ ὁποῖος οὐδαμοῦ ὁμιλεῖ περὶ παραπομπῆς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν σημερινήν, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀνάκρισιν. Λέγει παντοῦ, αὐτὸ δὲ ἀναφέρεται περίπου εἰς ὅλα τὰ ἄρθρα περὶ εἰσαγωγῆς εἰς δίκην. Θ’ ἀποφασίσῃ πράγματι μετὰ τὸ πέρας καὶ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐκλεγῇ, δηλ. τῆς δωδε)λοῦς. Περὶ παραπομπῆς εἰς δίκην δὲν ὁμιλεῖ. Ἀλλὰ ἔναντι αὐτῆς τῆς ἀντιφάσεως ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ἐγὼ δηλαδὴ ὑποστηρίζω, διότι ἡ νομικὴ ἑρμηνεία δὲν εἶναι ἑρμηνεία δεσμεύουσα κόμμα, ἐγὼ ὑποστηρίζω ἔναντι αὐτῆς τῆς μεταβολῆς τῆς ὁρολογίας, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σημαίνῃ τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν σημερινὴν ἀπόφασιν, καὶ θὰ τὸ ἐξηγήσω. Σήμερον πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις περὶ κινήσεως τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς περὶ ἐνεργείας ἀνακρίσεως. Κανὼν δικονομικὸς εἶναι, ὅτι ἄνευ παραγγελίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ ἑκατέρωθεν. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ ἰδίου νόμου τὸ ὁποῖον παραμένει ἐν ἰσχύϊ λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐντὸς τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁρισθείσης προθεσμίας ἥτις δύναται νὰ παραταθῇ τῇ αἰτήσει τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ εἰσηγητὴς ἢ ἄλλο μέλος ταύτης ἀναγινώσκει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπὶ τῆς προανακρίσεως ἔκθεσιν». Ἡ ἔκθεσις αὐτή, περιέχουσα τὸ ἐξαγόμενον τῆς προανακρίσεως καὶ τοὺς λόγους τῶν πλειοψηφούντων καὶ τῶν μειοψηφούντων, καταλήγει εἰς πρότασιν περὶ τῆς διὰ τὰς καταγγελθείσας πράξεις εἰσαγωγῆς ἢ μὴ εἰς δίκην τοῦ καταγγελθέντος Ὑπουργοῦ καὶ τῶν συναιτίων καὶ συνεργατῶν αὐτοῦ κλπ.: «Πῶς εἶναι δυνατὸν ὅμως μία ἐπιτροπὴ ἀνακριτική, νὰ προτείνῃ διὰ τοὺς συνεργούς, νὰ ἀποφανθῇ εἰσήγησιν περὶ τῶν συνεργῶν ἂν αὐτή, οὖσα ἀνακριτική, δὲν ἔχει παραγγελίαν νὰ ἀνακρίνῃ καὶ περὶ αὐτῶν; Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδήριτος λογικὴ ἀναγκαιότης, ἐν ὄψει τοῦ ὅτι δι’ αὐτὸ ποὺ λέγομεν σήμερον τρεχόντως παραπομπὴ δὲν κάμνει ὁ νόμος χρῆσιν τοῦ ὅρου «παραπομπή», ἀλλὰ τοῦ ὅρου «εἰσαγωγὴ εἰς δίκην». Εἰσαγωγὴ εἰς δίκην ἢ μὴ εἰσαγωγὴ εἰς δίκην εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφασισθῇ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πορίσματος τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τῶν 12 βουλευτῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ ἀνακρίνῃ καὶ νὰ εἰσηγῆται περὶ τῶν συναιτίων, καταδήλως πρέπει νὰ ἔχῃ παραγγελίαν περὶ ἐνεργείας προανακριτικῆς πράξεως καὶ ὡς πρὸς αὐτούς. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομείνῃ καμμία ἀμφιβολία εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι ἡ ἀληθὴς ἔννοια εἶναι, ὅτι πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Σώματος περὶ τῆς προτάσεως τῶν 21 βουλευτῶν δηλ. καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἰδιώτας. Ὡς πρὸς τὴν ἀνησυχίαν τοῦ κ. Βασιλάτου, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐνδεχομένως μία ἀπόφασις περὶ μὴ παραπομπῆς εἰς ἀνάκρισιν νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ἀπαλλακτικοῦ βουλεύματος ὡς πρὸς αὐτούς, δὲν τὴν συμμερίζομαι, διότι μόνον ὡς πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς ὑπάρχει, εἴτε ἂν ἤθελε θεωρηθῇ ὡς παραγραφή, εἴτε ἂν ἤθελε θεωρηθῇ ὡς ἔλλειψις ἐγκλήσεως, ὑπάρχει ἡ διάταξις τῶν τριῶν συνόδων. Ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην, τὴν ποινικήν, ἰδιωτῶν, δὲν ὑπάρχει καμμία ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ ἀντιθέτου ψήφου τῆς Βουλῆς κάλυψις, ὥστε τὸ ἀξιόποινον νὰ καταστῇ μὴ ἀξιόποινον ἢ νὰ δημιουργηθῇ λόγος, αἴρων ἢ ἐξαλείφων τοῦτο. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ψηφοφορία μυστικὴ καὶ νὰ ἀποφασισθῇ ἂν τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ἐξετάσῃ καὶ τὰς εὐθύνας τῶν ἰδιωτῶν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου, ἔχει τὸν λόγον.
§84Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξετέθησαν τόσον σαφῶς τὰ πράγματα ἀπὸ τὸν κ. Καλλίαν, ὥστε νομίζω, ὅτι θὰ παρεῖλκεν ἐντελῶς περαιτέρω ἀνάλυσις τοῦ θέματος. Καὶ ἂν ἀποφασίζω νὰ ἀπασχολήσω τὸ Σῶμα καὶ νὰ κουράσω τοὺς συναδέλφους, τὸ πράττω μόνον διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ὅσα ἐλέχθησαν προσφάτως ἀπὸ τὸν κ. Ἠλιοῦ περὶ τοῦ ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις παραγγελίας διὰ τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεως καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλή, ἐν συνεχεία, νὰ ἀποφασίσῃ τὴν παραπομπὴν τῶν συναιτίων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποκαλυφθοῦν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς προανακρίσεως. Θὰ ἤθελα νὰ ὑπομνήσω, συνοψίζων, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Καλλίας, ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 80 ἀποφασίζει τὴν δίωξιν τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ ὅτι οἱ συναίτιοι καὶ οἱ συνεργοὶ τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν εἶναι δυνατόν, μὲ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου τοῦ 1917, νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Αἱ διατάξεις τοῦ εἰδικοῦ νόμου ὁμιλοῦν εἰς τὸ πρῶτον στάδιον περὶ ἀποφάσεως συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ τοῦτο προβλέπει ὁ νόμος. Καὶ περὶ τούτου προενόησε τὸ Σύνταγμα. Περαιτέρω, μόνον προκειμένου περὶ τῆς παραπομπῆς εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον γίνεται λόγος περὶ λήψεως ἀποφάσεως παραπομπῆς καὶ τῶν συνεργῶν ἢ τῶν συναιτίων. Ἀντιθέτως εἰς τὸ πρῶτον στάδιον τῆς συστάσεως τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλὴ περιορίζεται, ὅπως εἶναι φυσικόν, μόνον εἰς τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν πράξεων τῶν καταγγελλομένων εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, διότι τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος, εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ὁποίου ἐξεδόθη ὁ νόμος, περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν πραγματεύεται καὶ τὸν Ὑπουργὸν ἀφορᾷ. Ἡ ἀντίθετος ἐκδοχή, κ. Πρόεδρε, καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὸν ἔλεγχον καὶ τῶν συναιτίων ἢ τῶν συνεργῶν τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ, διὰ τὰς πράξεις τοῦ ὁποίου συνεστήθη ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἀκόλουθον συνέπειαν. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς προανακρίσεως ἐκ μέρους τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς διαπιστωθῇ πρᾶξις ἐκ μέρους ἄλλου προσώπου συναιτίου ἢ συνεργοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ, κατὰ τὴν ἄποψιν, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ τοὺς παραπέμψῃ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, διότι δὲν θὰ ἔχῃ προηγηθῇ ἡ ἀπόφασις περὶ συστάσεως καὶ δι’ αὐτοὺς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐνῷ δὲν χρειάζεται ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ δι’ αὐτούς. Διότι ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ θὰ ἐρευνήσῃ τὸ θέμα τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἐὰν συναντήσῃ συνεργόν, συναίτιον, συνυπεύθυνον τῶν πράξεων τοῦ ἐλεγχομένου Ὑπουργοῦ, θὰ τὸν περιλάβῃ εἰς τὴ ἔκθεσίν της, καὶ εἰς τὴν εἰσήγησίν της πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ παραπομπῆς του ἢ μή. Καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παραπομπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ παντὸς συναιτίου, χωρὶς νὰ ἀπαιτῆται νὰ ἔχῃ προηγηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τοὺς συναιτίους, δεδομένου μάλιστα, ὅτι κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ σχετικοῦ εἰδικοῦ νόμου ἡ περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξέτασις τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς θὰ περιλάβῃ καὶ τοὺς συναιτίους, ρητῶς δὲ ἐπιτάσσεται ὅπως καὶ περὶ τούτων ἀσχοληθῇ ἡ ὑποβαλλομένη ἔκθεσις. Εἰς τὴν ἀντίθετον περίπτωσιν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτόν, ὅτι ὅσοι δὲν θὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν περὶ συστάσεως τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὡς συναίτιοι ἢ συνεργοὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, περὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ληφθῇ σήμερον ἀπόφασις περὶ παραπομπῆς εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθοῦν καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεως περὶ παραπομπῆς εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Αἱ διατάξεις εἶναι σαφεῖς καὶ μὴ ἐπιδεκτικαὶ οὐδεμιᾶς ἀμφισβητήσεως. Τὸ ἄρθρον 10 ὁρίζει σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι οἱ τυχὸν συναίτιοι καὶ συνεργοὶ δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον μόνον, ἐὰν ἤθελεν ἀποφασίσει τοῦτο ἡ Βουλὴ ἐν τῇ περὶ παραπομπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποφάσει αὐτῆς. Καὶ εἶναι σαφῆ τὰ στάδια καὶ ἡ ὁρολογία, τὴν ὁποίαν χρησιμοποιεῖ ὁ νόμος: Σύστασις ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπόφασις περὶ παραπομπῆς. Ὅταν εἰς τὸ ἄρθρον 10 ὁ νόμος λέγῃ ὅτι οἱ τυχὸν συναίτιοι δύνανται νὰ παραπεμφθοῦν μόνον ἐὰν ἀποφασίσῃ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἐν τῇ περὶ παραπομπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποφάσει αὐτῆς, εἶναι σαφὲς τὶ ἐννοεῖ: Τὴν ἀπόφασιν περὶ παραπομπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἀκολουθήσῃ μετὰ τὸ πόρισμα καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Πέραν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 17, ἡ ἔκθεσις τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, περιέχουσα τὸ ἐξαγόμενον τῆς προανακρίσεως κλπ., καταλήγει εἰς πρότασιν περὶ τῆς διὰ τὰς καταγγελθείσας πράξεις συναιτίων ἢ συνεργῶν «...(ἀναγινώσκει)...» ἐὰν κατὰ τὴν δίοδον τῆς ἀνακρίσεως ἀνακαλυφθοῦν τοιοῦτοι, μετὰ ταῦτα ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἔχῃ ζητήσει ἡ Βουλὴ ἐνέργειαν προανακρίσεως ἐναντίον τῶν συναιτίων ἢ τῶν συνεργῶν. «Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει μόνον ἐὰν θὰ ἀσκηθῇ δίωξις περὶ τῶν συναιτίων τοῦ καταγγελλομένου Ὑπουργοῦ». Οὐδαμοῦ ὁρίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ ἀρχικὸν στάδιον εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίζῃ τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τῶν σήμερον ὑποτιθεμένων ἢ καταγγελλομένων, ὡς συνεργῶν καὶ συναιτίων. Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Πρόεδρε, ἐκ προοιμίων, ἐνῷ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ συνιστᾶται, διὰ νὰ διακριβώσῃ τὰς τυχὸν ὑφισταμένας πράξεις ἢ παραλείψεις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, νὰ ζητῆται ἀπὸ τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν ὁ ἔλεγχος, ἡ δίωξις ὡρισμένων προσώπων ὡς συναιτίων ἢ συνεργῶν τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ πρᾶξις καὶ ἡ πολιτεία τοῦ Ὑπουργοῦ τίθεται ὑπὸ ἔλεγχον. Καὶ ἀφοῦ τίθεται ὑπὸ ἔλεγχον ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ ἐξετασθῇ ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν ἐγκληματικὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ παντὸς συναιτίου. Καὶ τὴν δυνατότητα ταύτην τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν δύναται νὰ ἀποκλείσῃ ἡ Βουλή, οὔτε καὶ νὰ περιορίσῃ εἰς ὡρισμένα πρόσωπα. Κατὰ συνέπειαν, ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐλέγξῃ τὰς κατηγορουμένας πράξεις καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν της θὰ γίνῃ λόγος καὶ περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς προανακρίσεως ἀνακυψάντων στοιχείων περὶ συναιτίων καὶ συνεργῶν τῶν Ὑπουργῶν, βάσει δὲ τούτων θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ περὶ τῆς παραπομπῆς τούτων.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Κεφαλληνός, ἔχει τὸν λόγον.
§86Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Ἔχει δημιουργηθῆ ἕνα νομικὸν θέμα ἐὰν εἶναι ἁρμοδία ἡ Βουλὴ ἐν προκειμένῳ κατὰ τὴν παροῦσαν συνεδρίασιν νὰ παραπέμψῃ καὶ τοὺς συναιτίους ἢ θὰ πρέπει νὰ ἀναμείνῃ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως. Ἔχω καθῆκον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῶν ἀξ. κ.κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ θέμα αὐτό, δύο τινά: Πρῶτον. Μὲ τὰς ὀρθὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου, συμφωνῶ ὡς πρὸς τὸ ὅτι πράγματι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀνακρίσεως ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἀνευρεθοῦν καὶ ἄλλοι συναίτιοι καὶ μὲ αὐτοὺς θὰ πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα τῆς παραπομπῆς. Ἐν προκειμένῳ ὅμως ἔχομεν μίαν εἰδικὴν περίπτωσιν. Ὑπάρχει ἤδη πρότασις παραπομπῆς. Ἡ ἀρχικὴ πρότασις δὲν ἦτο μόνον κατὰ τῶν κ. Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν συναιτίων.
§87Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. ....... Ποῖος σᾶς ὑπολογίζει;
§88Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἡ γνώμη σας. Ἐγὼ πάντως ὑπολογίζω καὶ τὸν ἔσχατον τῶν συναδέλφων. Καὶ δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶμαι ἀντικειμενικός. Εἶμαι ὅμως βέβαιος, ὅτι οἱ καλῆς πίστεως συνάδελφοι τὸ ἀναγνωρίζουν. Ἀλλὰ τὸ θέμα δὲν εἶναι ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔγινεν ἡ πρότασις παραπομπῆς ἰδιωτῶν. Δέχομαι, ὅτι ἔστω ἔγινε κακῶς. Ἀλλὰ ἔχομεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν μίαν πρότασιν. Καὶ ἀφοῦ ἔγινε πρότασις, πῶς δὲν θὰ δώσωμεν ἀπάντησιν; Ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο θέμα καὶ θὰ πρέπει εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναφέρω, καὶ ἡ ὁποία ἐλήφθη εἰς χρόνον ἀνύποπτον. Εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 472)1950 ἀπόφασις τοῦ Α.Π. μὲ εἰσηγητὴν τὸν Βλαχογιάννην καὶ Εἰσαγγελέα τὸν κ. Κόλλιαν. Εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν δὲν ἀναφέρεται μόνον ποῖον δικαστήριον εἶναι ἁρμόδιον νὰ κρίνῃ τοὺς συναιτίους, ἀναφέρεται ρητῶς καὶ ποία Ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία διὰ τὴν ἀνάκρισιν. Συγκεκριμένως ἡ ἀπόφασις αὐτὴ λέγει «...(ἀναγινώσκει)...». Κατὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῶν ἐν λόγῳ διατάξεων προκειμένου περὶ συναιτίων διὰ ἀδικήματα πραχθέντα ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, ἁρμόδιον κατ’ ἀρχὴν πρὸς ἀνάκρισιν καὶ ἐκδίκασιν αὐτῶν εἶναι τὸ εἰδικὸν δικαστήριον μετὰ τῶν παρ’ αὐτῷ ἀνακριτικῶν ἀρχῶν. Δὲν ὁμιλεῖ μόνον περὶ παραπομπῆς, ὁμιλεῖ καὶ περὶ ἀνακρίσεως.
§89Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κάμετε ἕνα λάθος. Ὁμιλεῖ περὶ εἰδικοῦ ἀνακριτοῦ τοῦ ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Ὁ κ. συνάδελφος, κάνει μίαν σύγχυσιν. Διότι ἡ ἀπόφασις ὁμιλεῖ περὶ τοῦ εἰδικοῦ ἀνακριτοῦ ὁ ὁποῖος διορίζεται ἀπὸ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον μετὰ τὴν παραπομπήν. Δηλαδὴ ἐὰν ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποφασίσῃ νὰ παραπέμψῃ θὰ συσταθῇ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Τὸ δικαστήριον αὐτὸ θὰ ὁρίσῃ τακτικὸν δικαστὴν ὁ ὁποῖος θὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν μὲ προθεσμίαν 30 ἡμερῶν. Καὶ περὶ αὐτοῦ ὁ λόγος τῆς ἀποφάσεως. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς συνισταμένης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ὁμιλεῖ περὶ τοῦ εἰδικοῦ ἀνακριτοῦ. Διὰ νὰ σᾶς εἴπω πόσον ἄδικον ἔχετε θὰ σᾶς εἴπω τὰ ἑξῆς: Ἡ ἀπόφασις ἡ ληφθεῖσα ὅτε ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη περὶ παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Μεταφορῶν τὸ 1950, ἡ ἀπόφασις περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ὁμιλεῖ περὶ συναιτίων, ἀλλὰ μόνον περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Μεταφορῶν. Μετὰ τὴν ἀνάκρισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ παραπομπῆς ἡ Βουλὴ προσέθεσε καὶ τοὺς συναιτίους. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει θέμα ἀνακρίσεως ὑπὸ τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ διαπιστώνουσα ὅτι ὑπάρχουν συναίτιοι καὶ συνεργοὶ εἰς τὸ ἀδίκημα τὸ διαπραχθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προτείνῃ καὶ τὴν παραπομπὴν αὐτῶν. Δὲν ὑπάρχει θέμα ἀνακρίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἶχεν ἐπιληφθῆ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη τότε ἐπὶ ὑποθέσεως 3 ἀνωτάτων ὑπαλλήλων. Λέγει λοιπὸν τότε ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ κοινὸν δικαστήριον ἐφ’ ὅσον ἐπελήφθη ἡ Βουλή, ἀνεξαρτήτως ἐὰν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ κάμῃ ἀνακρίσεις ἐναντίον συναιτίων καὶ ἐναντίον συνεργῶν. Καὶ πιστεύω δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν δώσῃ, πρέπει τὸ ποινικὸν δικαστήριον νὰ ἀπόσχῃ προσωρινῶς, καὶ θὰ ἀπόσχῃ ὁριστικῶς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ παραπέμψῃ καὶ τοὺς ἰδιώτας. Αὐτὸ λέγει ἡ γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ ἐκάματε μίαν σύγχυσιν.
§90Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου, ὄχι περὶ γνωμοδοτήσεως, Ἐπομένως ἡ σύγχυσις γίνεται ἀπὸ ὑμᾶς.
§91Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου πράγματι. Ἀλλὰ ἐὰν τὴν προσέξετε εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον δίδει ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς ἰδικῆς σας γνώμης. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι μόνον νομικὸν εἶναι καὶ ἠθικὸν κυρίως διότι ἂν θέλετε νὰ παραταθῇ ἡ ζωὴ αὐτῆς τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπ’ ἄπειρον τότε θὰ παραπέμψητε καὶ τοὺς συνεργοὺς καὶ τοὺς συναιτίους, ἐὰν θέλετε ἡ διάρκειά της νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν βραχυτέρα, ὥστε νὰ ἀποκαλυφθῇ ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια τότε ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ μὴ στείλετε τοὺς συναιτίους καὶ συνεργούς, θὰ τοὺς στείλετε μόνον ὅταν ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου της καὶ διαπιστώσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν δὲν ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις κατὰ τυχὸν συναιτίων. Τὸ θέμα δὲν εἶναι νομικόν, εἶναι κυρίως ἠθικόν. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ μὴ παραταθῇ ὁ βίος αὐτῆς τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸ διηνεκές, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀποφανθῆτε ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ συναιτίων καὶ συνεργῶν, καὶ ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον της μόνον κατὰ τῶν Ὑπουργῶν διὰ νὰ τὸ περαιώσῃ εἰς τὸ δυνατὸν ταχύτερον χρονικὸν διάστημα.
§92Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ταχείας περατώσεως τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, μὲ ἐπρολάβατε. Μὲ τὸ ἴδιο ζήτημα ἠσχολήθη καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Καλλίας. Ὄχι μόνον εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μαζί σας, ἀλλὰ ὑπερθεματίζω. Θὰ εἶναι ἠθικῶς ἀπαράδεκτον ἐὰν ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν περατώσῃ τὸ ἔργον της ὄχι ἐντὸς τοῦ νομίμου χρόνου, ἀλλὰ ἐντὸς τοῦ συντομωτέρου δυνατοῦ χρόνου. Θὰ εἶναι ἐκτὸς τιμῆς οἱ συνάδελφοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν διὰ λόγους πολιτικοὺς νὰ σπιλώσουν συναδέλφους των. Νομίζω οἱ οἱοιδήποτε δώδεκα μετάσχουν εἰς τὴν ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ἔχουν ἠθικὸν χρέος, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ πράξουν, νὰ περατώσουν τὸ ἔργον των ὄχι ἐντὸς τριμήνου ἀλλὰ ἐντὸς διμήνου, ἂν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνός. Εἰς αὐτὸ συμφωνοῦμεν ἀπολύτως. Καὶ θέλω νὰ πιστεύετε καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι πιστεύετε, ὅτι κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς δὲν σκέπτεται πονηρὰ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐὰν σεῖς προσπαθῆτε νὰ δώσετε τοιαύτην μομφὴν ἐναντίον τῆς παρατάξεώς μας, ἡμεῖς τὴν ἀποκρούομεν καὶ σᾶς τὴν ἐπιστρέφομεν ὡς ἀπαράδεκτον. Σκοπός μας εἶναι ἡ ἔρευνα τῆς ἀληθείας, σκοπός μας εἶναι τὸ νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς ὅλους νὰ διαφωτισθοῦν καὶ πιστεύσατε, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν ἐναντίον ἑνὸς συναδέλφου, θὰ χειροκροτήσουν πρῶτοι τὴν τυχὸν ἀπαλλαγήν του, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἀθῶος. Δὲν προσπαθοῦμεν νὰ δημιουργήσωμεν ἐνόχους καὶ θὰ λυπηθῶμεν ἐὰν διαπιστωθῇ, ὅτι ὑπάρχουν ἔνοχοι. Εὔχομαι καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ ὑπάρξουν. Ἑπομένως μὴ βάλλετε πρὸς τὴν πλευρὰν αὐτήν. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ φθάνουν τὰ πολιτικὰ μίση εἰς τοιοῦτον σημεῖον. Πρέπει νὰ ὑπάρχουν ὅρια καὶ τὰ ὅρια αὐτὰ ἡ παράταξις τῆς Ε. Κ. τὰ σέβεται πάντοτε. Καὶ τελειώνω συνοψίζων τὰς δύο σκέψεις. Ἐπειδὴ ὑπάρχει μία πρότασις, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ὑπάρξῃ ἀπάντησις.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. ... (Δὲν ἠκούσθη).
§94Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Μὲ συγχωρῆτε, δέχομαι, κ. συνάδελφε, ποὺ μὲ διεκόψατε, ὅτι εἶναι ἔστω κακῶς διατυπωμένη ἡ παραπομπή. Ἀλλὰ εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὀρθῶς διατυπωμένη, ὑπάρχει ἀναπάντητον ἓν ἐρώτημα. Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἔχει τὴν εὐθύνην ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαντήσῃ. Διατὶ τοὺς παραπέμπει ἢ διατὶ δὲν τοὺς παραπέμπει. Διότι ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἠσχολήθητε μόνον μὲ τοὺς συναδέλφους καὶ δὲν ἠσχολήθημεν μὲ τοὺς ἄλλους, θὰ μᾶς κατηγορήσουν διὰ βαρεῖαν παράλειψιν. Δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα. Εἶναι καὶ ὑποχρέωσις. Ἄλλως θὰ μᾶς χαρακτηρίσουν ὅτι φυγομαχοῦμεν. Θὰ μᾶς εἴπουν ὅτι ἠσχολήθημεν ἀπὸ πολιτικὴν ἐμπάθειαν μὲ συναδέλφους καὶ ἠγνοήσαμεν ἄλλους οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι περισσότερον ὑπεύθυνοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία πλευρά. Καὶ ἡ ἄλλη πλευρά, ἐπαναλαμβάνω τὴν ἄποψιν παρ’ ὅλον ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Ράλλης διαφωνεῖ, ὅτι θὰ εἶναι ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἂν ἡ ἀνάκρισις ἀσχοληθῇ μὲ τὸ σύνολον τῆς ὑποθέσεως νὰ μὴ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα τῶν κατηγορουμένων νὰ εἴπῃ «μὰ δὲν μὲ ἐξητάσατε τότε ποὺ ἐξετάσατε τοὺς Ὑπουργούς. Πῶς τώρα λέγετε ὅτι εἶμαι ὑπεύθυνος». Καὶ θὰ ρίψῃ τὰς εὐθύνας ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα δὲν εἶναι μόνον νομικόν. Εἶναι καὶ πολιτικόν. Πρέπει εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ νὰ ὑπάρχῃ ὑπερβολικὴ εὐθιξία καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ εἶναι ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν κυρίων ἐλεγχομένων συναδέλφων, ἡ ἀπὸ κοινοῦ ἔρευνα ὅλης τῆς ὑποθέσεως καὶ ὄχι ἡ μεμονωμένη ἐξέτασις. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν περίπτωσιν τὴν τυπικὴν τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος Ράλλης διὰ τὸ 1950, τότε προϋπῆρχε παραπεμπτικὸν βούλευμα τῶν συναιτίων. Ἡ ὑπόθεσις δὲν ἐξεκίνησε μὲ τὴν παραπομπὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐξεκίνησε μὲ τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα τῶν συνυπαιτίων καὶ τὸ παραπεμπτικὸν ἐκεῖνο βούλευμα ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀσχοληθῇ καὶ μὲ τὸν Ὑπουργόν.
§95Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον.
§96Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Ἐν προκειμένῳ εἶναι τὸ ἀντίθετον. Καὶ θὰ εἴπουν, ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι ἠσχολήθημεν μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ἀπηξιώσαμεν νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τοὺς ἄλλους. Διατί; Μήπως ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ζημιώσῃ κανείς; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἀντιθέτως ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἐρεύνης ὅσον ἀφορᾶ τοὺς συναιτίους ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ ζημίαν, ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ σχόλια, ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ κενόν. Καὶ νομίζω, ὅτι ὅλοι μας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἰς οἱανδήποτε παράταξιν καὶ ἐὰν ἀνήκωμεν, οὔτε κενὸν θέλομεν νὰ ὑπάρξῃ οὔτε σκιαί. Ἐπιζητοῦμεν δικαίαν κρίσιν. Αὐστηράν, ἀλλὰ δικαίαν. Δικαίαν καὶ πρὸ παντὸς ἀδιάβλητον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κ. Τσάτσος.
§98Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Φοβοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἓν ἁπλούστατο ζήτημα ἔχει δημιουργήσει ἄνευ λόγου σύγχυσιν καὶ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ σύγχυσις αὐτὴ ὀφείλεται εἰς μίαν τάσιν διευρύνσεως καὶ διαπλατύνσεως τοῦ ἔργου τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς πρῶτον, ὥστε ἐν χρόνῳ νὰ παραταθῇ εἰς τὸ διηνεκὲς τὸ ἔργον της καὶ δεύτερον ἵνα ἀναμιχθοῦν καὶ νὰ συναναμιχθοῦν ἐν τῇ ἐρεύνῃ τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς πράξεις καὶ ἀδικήματα διὰ τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται ὅτι εὐθύνονται Ὑπουργοί, μὲ πράξεις καὶ ἀδικήματα ἄσχετα τὰ ὁποῖα ἔγιναν ἀπὸ ἄλλα πρόσωπα τὰ ὁποῖα συμβαίνει νὰ ἐμφανίζωνται ἐνδεχομένως ὡς συναίτιοι ἢ ὡς συναυτουργοὶ πράξεων Ὑπουργῶν. Ὑπάρχει δηλαδὴ ἡ τάσις παρατάσεως κατὰ χρόνον ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τάσις συναναμίξεως ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα διέπραξαν μὴ Ὑπουργοί, ἀδικήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν ἀπολύτως σχέσιν οὔτε συναυτουργοῦ, οὔτε συναίτιου μὲ τοὺς Ὑπουργούς. Τὸ Σύνταγμα εἶναι σαφές. Τὴν δικαιοσύνην ἀπονέμει ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ. Ἔχομεν μίαν ἐξαίρεσιν, τὴν ἐξαίρεσιν διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ μόνον. Καὶ ὑπάρχει μία ἐξαίρεσις διὰ τοὺς συνεργοὺς καὶ τοὺς συναυτουργοὺς πράξεων τὰς ὁποίας διέπραξαν ἐνδεχομένως Ὑπουργοί. Μόνον δι’ αὐτοὺς καὶ ὄχι διὰ τοὺς ἄλλους. Ἡ ἐξαίρεσις αὐτὴ δὲ ὡς εἰκὸς θὰ ἑρμηνεύεται μετὰ στενότητος, διότι δὲν ἀφαιρεῖ κανεὶς εὔκολα ἀπὸ τὸν φυσικόν του δικαστὴν οἱονδήποτε πολίτην διὰ νὰ τὸν ὑπαγάγῃ εἰς ἕνα ἔκτακτον δικαστήριον ὅπου δὲν ὑπάρχει καὶ δεύτερος βαθμὸς δικαιοδοσίας. Ἑπομένως θὰ ἑρμηνευθῇ στενώτατα. Διὰ ποῖα ἀδικήματα συζητοῦμεν; Διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως διέπραξεν εἴτε ὁ κ. Γουναράκης εἴτε ὁ κ. Λαμπροῦκος εἴτε οἱοδήποτε πρόσωπον. Βεβαίως ὄχι. Δι’ αὐτὰ τὰ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἄσχετα καὶ διάφορα τῶν ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα διέπραξαν Ὑπουργοί, ἐὰν τοιαῦτα ὑπάρχουν, ὅπως εἶναι ἡ παράβασις καθήκοντος, φέρ’ εἰπεῖν, δι’ αὐτὰ ἁρμοδία ἀποκλειστικῶς εἶναι ἡ τακτικὴ ποινικὴ δικαιοσύνη καὶ δὲν ἠμπορεῖ εἰς τὰ ἀδικήματα αὐτὰ νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὴν ἔκτακτον αὐτὴν διαδικασίαν τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Πρῶτον αὐτό. Δεύτερον, πότε καὶ πῶς κινεῖται αὐτὴ ἡ διαδικασία δι’ ἐκείνας τὰς πράξεις συναυτουργῶν καὶ συναίτιων ἑτέρων προσώπων μετὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν; Λέγει ὁ νόμος μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ 871: «Οἱ τυχὸν συναίτιοι... ................................................ ἀποφάσεως αὐτῆς». Κατ’ ἀρχήν, λοιπόν, δυνάμει τοῦ Ν. 871, τὸν ὁποῖον ἐθέσπισεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἐκρίθη ὅτι διὰ νὰ μὴ ἐπιμηκύνωνται αἱ δίκαι ἐνώπιον τῶν εἰδικῶν δικαστηρίων καὶ ἐμπλέκωνται πολλὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι Ὑπουργοὶ παρέχεται εἰς τὴν Βουλήν, τί; Τὸ δικαίωμα, ἐὰν θέλῃ, νὰ ἀποφασίσῃ τὴν συνεκδίκασιν τῶν συναιτίων καὶ τῶν συναυτουργῶν διὰ τὰς πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐμφανίζονται συναίτιοι καὶ συναυτουργοὶ φυσικά. Κατ’ ἀρχὴν ἑπομένως ἁρμοδία εἶναι ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη διὰ τοὺς συναιτίους καὶ τοὺς συναυτουργούς. Αὐτὰ λέγει ὁ νόμος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή. Κατ’ ἐξαίρεσιν μόνον, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἐν τῇ ἀποφάσει της παραπομπὴν δύναται καὶ εἶναι ἁρμόδιον τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Τί συμβαίνει ὅμως; Ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουν οἱ κύριοι συνάδελφοι: Καλὰ τί θὰ γίνῃ; Πρῶτον, ἐδῶ ἐλέχθη, ὅτι ὑπάρχει μία παραπομπή. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀπολύτως παραπομπή. Διότι αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμει ἡ Βουλή, εἶναι νόμῳ ἀνύπαρκτον. Ἐὰν σήμερον συνέλθετε σεῖς, κύριοι, καὶ ἀποφασίσετε νὰ παραπεμφθῇ ὁ αʹ ἢ ὁ βʹ δι’ οἱανδήποτε ἄδικον πρᾶξιν, προβαίνετε εἰς μίαν ἀπόφασιν καὶ εἶναι μία παραπομπή, ἀλλὰ νόμῳ ἀνύπαρκτος. Καὶ δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν νὰ συνεχίσωμεν νὰ κάμωμεν παρανομίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν προχθὲς νὰ παραπέμψωμεν ἰδιώτας, ἦτο παράνομον...
§99Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Δὲν ἀπεφάνθημεν ἐπὶ αὐτοῦ.
§100Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἠσκήσατε ἔργον εἰσαγγελέως. Δι’ ἰδιώτας δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάμετε. Ποῖος νόμος σᾶς ἔδωσεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα; Ἀπὸ ποίαν διάταξιν συνάγετε σεῖς αὐτό;
§101Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ἐπ’ ἰδιωτῶν δὲν ἠσχολήθημεν.
§102Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν γίνεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συζήτησις ἐπιστημονικῶς. Ἔχομεν ἑπομένως ἀνυπαρξίαν. Καὶ διατί καὶ πῶς φαίνεται τὸ ἀνύπαρκτον; Τί κάμει διὰ τοὺς συνεργοὺς καὶ συναίτιους ὁ νόμος; Λέγει τοῦτο ὁ νόμος: Ἐὰν κατὰ τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως ἀνακαλυφθοῦν συναίτιοι καὶ συναυτουργοὶ, τῆς ἀνακρίσεως τῶν Ὑπουργῶν, μόνον διὰ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, τύχῃ νὰ ἀνακαλυφθοῦν καὶ συναίτιοι καὶ συναυτουργοί, τότε βεβαίως στρέφεται καὶ κατ’ αὐτῶν ἡ πρότασις καὶ ἐν τῇ περὶ παραπομπῆς πλέον ἀποφάσει της ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ καὶ περὶ τῶν συναιτίων καὶ συναυτουργῶν, ἐὰν αὐτοὶ πρέπει νὰ συνεκδικασθοῦν ἢ ὄχι μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαδικασία. Ὁ νόμος παρέχει εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα, ἐὰν ἀνακαλύψῃ κατὰ τὴν πρόοδον τῶν ἀνακρίσεων κατὰ τῶν Ὑπουργῶν καὶ συναίτιους καὶ συναυτουργοὺς καὶ αὐτοὺς νὰ κατηγορήσῃ. Καὶ ἀνήκει τότε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ τὴν συνεκδίκασιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαδικασία, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ νόμος. Καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν διαδικασίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ φύγωμεν. Δὲν παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ στάδιον τῆς συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς οὐδένα δικαίωμα ὁ νόμος νὰ κάμετε οἱανδήποτε κρίσιν ἢ νὰ κάμετε οἱανδήποτε πρότασιν παραπομπῆς ἢ κρίσιν ἔστω καὶ πρόκριμα καθ’ οἱουδήποτε ἰδιώτου. Εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι ἡ λέξις «παραπομπὴ» ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ καὶ κατὰ διάφορον τρόπον. Εἶχον ἀκούσει τὸν κ. Βασιλᾶτον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἦτο κατηγορηματικός. Παραπομπὴν ἐννοεῖ τὴν ἀπόφασιν περὶ παραπομπῆς. Καὶ εἰς αὐτὸ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Βασιλᾶτον. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία περὶ αὐτοῦ ἀμφιβολία. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἑπομένως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητοῦμεν περὶ ἰδιωτῶν. Ὀρθῶς ὁ κ. Βασιλᾶτος ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «παραπομπὴ» ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν θέλῃ νὰ τὴν διευρύνῃ μὲ μεθοδολογικὰς ἑρμηνείας ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ διευρυνθῇ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὥστε «παραπομπὴ» νὰ σημαίνῃ τὴν χθὲς ἢ προχθὲς ἐπιψήφισιν προτάσεως συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐλέχθη καὶ κάτι ἄλλο— νομίζω, ὅτι ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Ἠλιοῦ— ὅτι ἐδῶ εἴμεθα εἰσαγγελεῖς. Διετυπώθη μία πρότασις, μία κρίσις περὶ προσώπων καὶ ἑπομένως ἤδη ἐκινήθη— ἂς εἴπωμεν— ἡ ποινικὴ ἀγωγή. Φοβοῦμαι, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ θεωρία δὲν εὐσταθεῖ. Φοβοῦμαι, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν καθορίζει πρόσωπα, πράξεις εἰδικάς. Καὶ ὁ ἀνακριτὴς κατὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἔργου του αὐτὸς ἀνευρίσκει τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπεύθυνα διὰ τὰς πράξεις. Κατὰ τὸ στάδιον αὐτὸ δὲν ἔχομεν ἀκόμη εὕρει πρόσωπα. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν διὰ τὰς πράξεις ἢ δι’ ὡρισμένας πράξεις ἐὰν ἐτελέσθησαν αὐτοὶ ὑπεύθυνοι, ἠμπορεῖ νὰ ἀποδειχθοῦν ἄλλοι ὑπεύθυνοι, ἠμπορεῖ νὰ ἀποδειχθοῦν τρίτοι ὑπεύθυνοι. Αὐτὸ δὲν τὸ ἠξεύρομεν ἀκόμη καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν οὐδένα προσδιορισμὸν προσώπων καὶ δὲν δικαιούμεθα νὰ κάμωμεν. Συμπέρασμα: Κατὰ τὸ παρὸν στάδιον, κύριοι συνάδελφοι, δὲν δικαιούμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν προσώπων, τῶν ἰδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχομένως κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔργου τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς θὰ διεπιστοῦτο, ὅτι ἦσαν συνεργοὶ ἢ συναυτουργοὶ πράξεων ἀδίκων, τελεσθεισῶν ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν. Διότι μόνον —ἐπαναλαμβάνω— περὶ αὐτῶν τῶν πράξεων ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις. Καὶ ἡ προσπάθεια, νὰ εἰσέλθῃ ὁλόκληρος ἡ ὑπόθεσις τῆς ΔΕΗ εἰς τὸν χῶρον καὶ εἰς τὸν περίβολον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι μία προσπάθεια, ἡ ὁποία ἔρχεται σαφῶς εἰς ἀντίθεσιν μὲ τοὺς ὡραίους λόγους τοῦ κ. Κεφαληνοῦ καὶ τὰς εὐγενεῖς προσφωνήσεις πρὸς τοὺς συναδέλφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας εἰσηγεῖται διὰ τῶν λόγων του. Συμπέρασμα εἶναι ἐπίσης, ὅτι ἀφοῦ διαχωρίσωμεν ὅλας τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὰς πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας κατηγοροῦνται οἱ Ὑπουργοί, θὰ συγκροτήσωμεν τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν. Κατὰ τὴν διαδρομὴν δὲ τοῦ ἔργου της, ἐὰν διαπιστωθῇ, ὅτι ὑπάρχουν συναυτουργοὶ δι’ αὐτὰς καὶ μόνον τὰς πράξεις, τότε, κατὰ τὴν ἀπόφασιν περὶ παραπομπῆς, δυνάμεθα ἢ μᾶλλον ὀφείλομεν νὰ κρίνωμεν, νὰ ἀποφασίσωμεν, ἐὰν θὰ συνδικασθοῦν ἢ ὄχι. Τί γίνεται ἐν τῷ μεταξὺ; Ἐν τῷ μεταξὺ ὑπάρχουν δύο δυναταὶ λύσεις. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ταπεινὴν γνώμην δὲν ὑπάρχει οὐδεμία νομικὴ ὑποχρέωσις τῆς τακτικῆς δικαιοσύνης νὰ ἀναστείλῃ τὸ ἔργον της. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἄποψις. Ἡ ἄλλη ἄποψις εἶναι ἡ ἀναστολὴ μέχρι τῆς παραπομπῆς, ἡ κρατήσασα καὶ ἡ κυρωθεῖσα —νομίζω— δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θὰ ἀναστείλῃ τὸ ἔργον τῆς τακτικῆς Δικαιοσύνης καὶ ὅταν θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν συνεκδίκασιν θὰ πᾶνε οἱ συναυτουργοὶ καὶ οἱ συναίτιοι εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον, ἄλλως θὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον της ἡ τακτικὴ Δικαιοσύνη διὰ τοὺς ἰδιώτας.
§103Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Πάντοτε, μόνον δι’ αὐτὰς τὰς πράξεις.
§104Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μόνον διὰ τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖοι ἔχουν σχέσιν μὲ τοὺς Ὑπουργούς. Ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ σημείου, κύριοι, πρέπει νὰ εἴμεθα ἀπολύτως σαφεῖς. Εἶναι ὄχι μόνον μία νομικὴ ἑρμηνεία, ἀλλὰ εἶναι καὶ μία προειδοποίησις, ὅτι δὲν θὰ εἶναι παραδεκτὸν ἠθικῶς νὰ γίνῃ προσπάθεια διὰ τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ λύσωμεν θέματα προσώπων, τὰ ὁποῖα διέπραξαν ἐνδεχομένως πράξεις ἀσχέτους πρὸς τὰς εὐθύνας καὶ τὰς ἐνεργείας τῶν Ὑπουργῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ λύσις. (Χειροκροτήματα). Ἤθελα νὰ εἴπω κύριοι, μόνον τοῦτο, εἰς τὴν περίπτωσιν Χατζηπάνου ὅπου ἔχομεν προηγούμενον, συνέβη ἀκριβῶς τὸ ἑξῆς: Κατὰ μὲν τὴν ἀπόφασιν περὶ συστάσεως Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐνῷ ὑπῆρχεν ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κεφαλληνὸς καὶ βούλευμα, οὐδὲ λέξις ἐγένετο περὶ συναιτίων καὶ συναυτουργῶν, ὅταν δὲ ἔγινεν ἡ ἀπόφασις περὶ παραπομπῆς, τότε μόνον ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ περὶ συνεργῶν καὶ συναιτίων. Πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἰδίαν νομολογίαν. (Χειροκροτήματα).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κοΐνης, ἔχει τὸν λόγον.
§106Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει σειρὰν νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Κοθρῆς. Διατί ἐκαλέσατε εἰς τὸ βῆμα τὸν κ. Κοΐνην;
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεχώρησε τὴν σειράν του ὁ κ. Κοθρῆς εἰς τὸν κ. Κοΐνην.
§108Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἔχει καλῶς.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Κοΐνη.
§110Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλω μίαν ἐξομολόγησιν. Δὲν ἔχω κἂν ἀναγνώσει τὴν αἴτησιν παραπομπῆς, δὲν μετέσχον τῆς πρώτης συζητήσεως καὶ δὲν ἐμελέτησα καὶ τὰ πρακτικά, ἴσως κατὰ τοῦτο δὲν εἶναι πλήρης ἡ σκέψις μου καὶ θὰ παρακαλέσω ἂν κἄπου παραποιήσω τὸ θέμα, νὰ μὲ διακόψετε. Ἀλλὰ οὔτε ἐπρόκειτο ἐκ προσωπικῶν λόγων, οὔτε ἤθελα κἂν νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Ἀπόψε δὲ ἤμην διστακτικὸς κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀγορεύσεων καὶ πρὶν ἢ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Τσάτσος, τὸν ὁποῖον τιμῶ καὶ ἐπερίμενα, ὅτι θὰ μὲ ἀπήλασσεν —δι’ αὐτὸ καὶ παρῃτήθην τῆς ἀγορεύσεώς μου— διεπίστωσα μίαν σύγχυσιν, ἴσως τόσην πνευματικὴν ἱκανότητα ἔχω νὰ παρακολουθῶ, τὴν ὁποίαν ἐπέτεινεν ὁ ἀξιότιμος κ. Τσάτσος καὶ ἐδανείσθην πρὸ ὀλίγου ἕνα βιβλίον καὶ ἐκράτησα τρεῖς σημειώσεις διὰ νὰ ἀπαντήσω. Ἔχω ὑπ’ ὄψει διὰ τοὺς κυρίους οἱ ὁποῖοι ἐξεπλάγησαν διατὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Τσάτσου, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ἠλιοῦ καὶ εἰς τὴν δευτέραν συνεδρίασιν, οἱ ὁποῖοι μοῦ παρέσχον τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα διὰ νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου. Ἀρχίζω ἀπὸ τὴν τελευταίαν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Τσάτσος, ἡ ὁποία ἐπέτεινε τὴν σύγχυσιν, διὰ νὰ μεθοδεύσω τὴν συζήτησιν. Εἶπεν, ὅτι ἐξεδώσαμεν παράνομον ἀπόφασιν παραπομπῆς ἰδιωτῶν δηλ. πρώην Ὑπουργῶν.
§111Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
§112Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ἐὰν ἔλεγε τοιοῦτόν τι, θὰ ἦτο ἐν παντὶ ἐν ἀδίκῳ, δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἐπέτεινε τὴν σύγχυσιν. Τὸ ἄρθρον 10 λέγει ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀδικημάτων κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ διατελοῦντος ἢ μή.
§113Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτον πρᾶγμα.
§114Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Οἱ κ. συνάδελφοι τὸ ἐπιβεβαιώνουν, ἴσως ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου σας νὰ σᾶς ξέφυγεν, ἂν τὸ διαγράφετε, τὸ διαγράφω καὶ ἐγώ. Τούτου δοθέντος, ἡ ἀπόφασις εἶναι νόμιμος καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν μίαν νόμιμον ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς παραπομπῆς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι...
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποίαν ἀπόφασιν περὶ παραπομπῆς;
§116Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ἡ προχθεσινὴ ἀπόφασις παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν, τί θὰ παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις;
§117Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχουν δύο εἰδῶν ἰδιῶται, οἱ πρώην Ὑπουργοί, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχει κἂν ζήτημα, καὶ οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ὑπῆρξαν Ὑπουργοί. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι δὲν ἔχει κἂν τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ περὶ οὐδενός.
§118Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Εἴπατε, ὅτι ἐξεδόθη παράνομος ἀπόφασις καὶ ὅτι ἀναρμοδίως ἀπεφάνθημεν περὶ ἰδιωτῶν.
§119Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ποίων;
§120Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Εἴπομεν, ὅτι ἐγένετο Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς τοὺς ὁποίους περιλαμβάνονται καὶ αὐτοί. Καὶ ἔρχονται οἱ κύριοι ἐδῶ καὶ λέγουν, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς παραπομπῆς των σήμερον ἡμεῖς, αὐτὴ εἶναι ἡ σύγχυσις.
§121Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ποῖος ἐγέννησε τὸ ζήτημα σήμερον;
§122Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ἔχομεν μίαν ἀπόφασιν παραπομπῆς τριῶν ἀνθρώπων.
§123Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι.
§124Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Τσάτσος λέγει ὅτι εἶναι παράνομος ἡ ἀπόφασις;
§125Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι.
§126Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Πάει καλά. Καὶ τὸ θέμα πλέον εἶναι: Ἔχει δικαίωμα ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ ἐλέγξῃ καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς προτάσεως διὰ τὴν παραπομπὴν τῶν ἰδιωτῶν; Θὰ πρέπει νὰ κάνωμεν ἕνα περίπατον εἰς ὡρισμένας σαφεῖς νομικὰς διατάξεις, δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, ὅτι ἔχει ἐπέλθει σύγχυσις. Δὲν ἀνεφέρθη ἀπὸ κανένα ἐκ τῶν προλαλησάντων μία παγία κρατήσασα καὶ ἡ μόνη νομολογία τῶν ἀνωτάτων Δικαστηρίων. Ἄν, κ. βουλευταί, ἰδιῶται ἀχθοῦν εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια καὶ ἐκ τῆς ἐρεύνης, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ εἰς τὴν τακτικὴν ἀνάκρισιν —παρακαλῶ τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ προσέξουν, διότι εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλέχθη— ἂν ἐκ τῆς ἐρεύνης, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια προκύψῃ συναιτιότης ἰδιωτῶν καὶ δημοσίων ἀνδρῶν, ἔχει νομολογηθῆ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ὁ ἁρμόδιος θὰ ἀπευθύνῃ ἐρώτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἐρωτήσῃ, ἐὰν θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀνάκρισιν κατὰ τῶν ἰδιωτῶν αὐτῶν, διότι προέκυψε συναιτιότης καὶ Ὑπουργῶν, ἢ σεῖς κ. βουλευταί, τὸ κυρίαρχον Σῶμα νὰ κρίνετε ἐπὶ τοῦ μείζονος ἔστω καὶ ἂν εἶναι πολὺ ἐλαφροτέρα ἡ πρᾶξις τῶν συναιτίων Ὑπουργῶν θὰ τὴν ἀναλάβετε καὶ θὰ κρίνετε; Εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ ἂν ὑπῆρχεν ἐρώτημα —διότι ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει— εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ ὅπως εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας νὰ ἀπαντήσῃ καταφατικῶς ἢ ἀποφατικῶς. Δηλαδὴ δὲν ἐπιτρέπει τὴν συνέχισιν τῆς ἀνακρίσεως ἢ τὸ ἀντίστροφον, δὲν τὴν κρατῶ ἐγώ. Αὐτὸ ἂν εἶχε λεχθῆ, ἂν ἐμελετᾶτο, νομίζω μᾶς ἔλυε τὰ περαιτέρω θέματα. Ὅταν δηλαδὴ χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ὑπόνοια συναιτιότητος ἢ ἕνας ἢ δύο μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ψευδομάρτυρες, δημιουργοῦν εὐθύνας Ὑπουργῶν καὶ εἰς τὴν δικογραφίαν ἐκείνην, ὁ ποινικὸς ἀνακριτὴς αἰσθάνεται τὴν ἐπιταγὴν ἐκ τῆς νομολογίας τῶν δικαστηρίων καὶ ἐκ τοῦ νόμου, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν θὰ συνεχίσῃ, ἐρωτᾶται εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν τί θὰ γίνῃ; Καὶ ἐρωτᾶται εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὑπάρχουν ἐνδείξεις συναιτιότητος; Εἶπεν ὁ κ. Τσάτσος, ὅτι ἐὰν τὰ ποινικὰ δικαστήρια ἀποφανθοῦν ὑπὲρ τῆς ἀθωώσεως αὐτῶν, τί θὰ γίνῃ ἡ πρότασις; Δηλαδὴ ὁ κ. Τσάτσος δέχεται, ὅτι ὑπάρχει συναιτιότης καὶ ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν βασίζεται ἐπὶ τῆς εὐθύνης τῶν συναιτίων, πῶς θὰ ἔλθετε σεῖς κύριοι νὰ σπιλώσετε τὴν ὑπόληψιν δημοσίου ἀνδρός; Ἄρα βγαίνει ἀβίαστον τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι κοινὴ ἡ ὑπόθεσις. Πέραν αὐτοῦ, ἤκουσα καὶ τὸν κ. Ἠλιοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνέφερεν 6 περιπτώσεις. Δὲν τὰς ἐνθυμοῦμαι. Ὅλαι ὅμως εἶχον ἕνα τέλος καὶ διὰ νὰ χρησιμοποιήσω καὶ τὴν γλῶσσαν τῆς μουσικῆς, εἶχαν ἕνα ρεφραίν, τὴν ἀλληλοεξάρτησιν εὐθύνης Πεζοπούλου–Ὑπουργῶν κλπ. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, οἱ ἐξ ὑμῶν νομικοὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἑρμηνείας. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι ὅλοι νομικοὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς συναιτιότητος εἶναι τόσον ὀγκώδης, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὅμως δὲν σκέπτομαι νὰ λάβω θέσιν, διότι δὲν ξεχνῶ κἄτι ποὺ συνέβη εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὅπου φονέα μὴ καταδικασθέντα, μία ἐφημερὶς τὸν ἀπεκάλεσε φονέα πρὶν γίνῃ ἡ δίκη του καὶ κατεδικάσθη διὰ τοῦτο. Καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν θὰ πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς περισσότερον προσεκτικός, διότι κοινὴ γὰρ ἡ τύχη. Τούτου δοθέντος, εἶμαι διατεθειμένος χάριν τῆς δικαιοσύνης νὰ ἐρωτήσω ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἀποκοπὴ τῶν ἰδιωτῶν. Ἀλλὰ τὰ νομικὰ ὅπως εἶπεν ἕνας σοφός, ἐὰν πιεσθοῦν βγάζετε, ὅ,τι θέλετε. Ἐὰν λοιπὸν ἔλθῃ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ παραπέμψῃ δύο ἢ τρεῖς ἰδιώτας δὲν θὰ ἔχῃ στερήσει, κ. βουλευταί, τοὺς ἰδιώτας τούτους τοῦ δικαιώματος χάριν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης νὰ προσαγάγουν εἰς τὴν δικαιοσύνην τὰ στοιχεῖα ὑπερασπίσεώς των; Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἦσαν πρωτοτύπως ὑπεύθυνοι. Ἡ κυρία, ἡ βασικὴ κατηγορία ἐναντίον των εἶναι, ὅτι ἠνέχθησαν τὴν διάπραξιν ἀδικημάτων. Καὶ ἐρωτῶ, διατὶ θέλετε νὰ τοὺς στερήσετε τῶν συνεργῶν ἢ τῶν συναιτίων νὰ φέρουν τὰ στοιχεῖα εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἐπλανήθησαν. Ἡ δωδεκαμελὴς Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ κάμῃ μίαν ἔρευναν καὶ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ πρωταίτιοι εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ εἰς περίπτωσιν τῆς εὐθύνης διὰ παράβασιν καθήκοντος. Θὰ πρέπει νὰ φέρουν, νὰ προσκομίσουν ὡρισμένα στοιχεῖα διὰ νὰ ἀποδείξουν, ὅτι ἐπλανήθησαν. Ἀπὸ ποῦ θὰ τὰ φέρουν; Θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀναγνῶσται ἐπιχειρημάτων ἄλλων καὶ θὰ πρέπει νὰ ἔχουν ἐναποθέσει τὴν ὑπεράσπισίν των εἰς τὴν εὐθύνην ἄλλων; Διατὶ αὐτὸς ὁ ἀγὼν νὰ χωρισθῇ; Τὰ ἀδικήματα, κ. συνάδελφοι, εἶναι δύο. Αἱ περιπτώσεις εἶναι περιωρισμέναι. Ὁ χρόνος εἶναι ἐπαρκής. Διατί νὰ μὴ ἔλθουν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διεξαγάγει δίκας νὰ παρουσιάσουν εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν τὰ στοιχεῖα; Ἐλέχθη ἐπίσης, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἠθικὸν καὶ πολιτικόν. Ὄχι. Τὸ θέμα εἶναι καθαρῶς ἀνθρωπιστικὸν καὶ νομικόν. Ἀποστερεῖτε τοὺς ἐγκαλουμένους τῶν συνεργῶν διότι, ἐπ’ αὐτῶν στηρίζεται ἡ κατηγορία, διὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν ἀθῳότητά των. Ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἀπόφασις ἡ προχθεσινὴ εἶναι ἐλλιπής, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρξε μία πρότασις καὶ διὰ τοὺς συναιτίους. Παράδειγμα, ἐὰν ὑπῆρχε ταὐτοχρόνως καὶ αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως, γνωρίζουν οἱ νομικοί, ὅτι ὁ Κῶδιξ Ποινικῆς Δικονομίας εἰς τὰ ἄρθρα 128–132 ἔχει ἔκδηλον τὴν κρατήσασα παγκοσμίως ἀντίληψιν εἰς ὅλα τὰ προηγμένα κράτη, ὅτι χάριν τοῦ ἑνιαίου τῆς κρίσεως ἐπιβάλλεται νὰ μὴ γίνῃ χωρισμός. Βλέπετε νὰ φθάνουν σχεδὸν ἐγγίζοντα τὸ πταῖσμα μικροπλημμελήματα νὰ συνεκδικάζωνται μὲ κακούργους, διότι πρέπει καὶ εὑρίσκετε πολλὲς φορὲς ἕνα ἀθῶον πολίτην, ὁ ὁποῖος διέπραξεν ἕνα ἀσήμαντον τυπικὸν ἀδίκημα νὰ ἐμπλέκεται εἰς λαθρεμπόρους, εἰς παραχαράκτας, εἰς εἰδικὰς δοσιδικίας. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ κῶδιξ, ὡς ἀποκαλεῖται ἡ δικονομία τῶν τιμίων ἀνθρώπων, τὸ ἐπιτάσσει χάριν τῆς δικαιοσύνης νὰ γίνῃ συνεκδίκασις διὰ τὸ ἑνιαῖον τῆς κρίσεως καὶ διὰ νὰ συνεκτιμηθοῦν ὅλα τὰ στοιχεῖα. Καὶ εἰδικώτερον ἐὰν ἀναγνώσετε τὸ ἄρθρον 10 εἶναι εἰς τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ μέρους 3ου τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, ἔχει ἐπικεφαλίδα «Διαδικασία». Ὀρθῶς ὁ κ. Ἠλιοῦ ἐτοποθέτησε καὶ ἐκεῖ εἶναι τὸ θέμα, εἶναι παραπομπὴ ἢ εἶναι προεισαγωγική; Θὰ παρακαλέσω, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράζω, εἶναι μόνον μιάμισυ σελίδα τὸ ἄρθρον 10 ἕως τὸ ἄρθρον 26. Εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ἄρθρα ὑπάρχει ἡ λέξις προανάκρισις, ὑπάρχει, ὅπως λέγουν οἱ νομικοί, τὸ «προεισαγωγικὸν στάδιον τῆς ἀνακρίσεως». Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν τί συνέβη, εἶναι παραπομπή; Τὸ εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ, δὲν θὰ εὕρετε πουθενὰ τὴν λέξιν παραπομπὴ καὶ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, κ. βουλευταί, διότι καὶ περὶ αὐτῆς ἐγένετο μεγάλη συζήτησις, δὲν παραπέμπει, διότι ἠναλώθη πολὺς χρόνος περὶ τῆς παραπομπῆς, ἐὰν δηλαδὴ μετατίθεται ἀπὸ τῆς πρώτης ἀποφάσεως εἰς τὴν δωδεκαμελῆ ἐπιτροπήν, δὲν παραπέμπει, πόρισμα ἐκδίδει, ἡ Βουλὴ παραπέμπει. Ἑπομένως, κύριοι, ἡ προανάκρισις αὐτὴ θὰ ἐφαρμοσθῇ κατ’ ἀναλογίαν τῶν ὅσων κρατοῦν εἰς τὴν δικονομίαν καὶ ἀλλοῦ. Ἀπὸ τῆς ὥρας τῆς ἐνάρξεως, ἀφ’ ἧς ἐκινήθη ἡ διαδικασία, αὐτὰ δὲ ἔχουν λυθῆ καὶ ἀπορῶ πὼς οἱ νομικοὶ τὰ συνεζήτησαν, ἦλθον αἱ παραγραφαί, αἱ νομολογίαι κλπ. Ἀπὸ τὴν ὥραν ποὺ ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ πάρῃ τὴν μήνυσιν καὶ θὰ τὴν στείλῃ κάπου εἰς ἀστυνόμον, εἰς πταισματοδίκην, εἰς εἰρηνοδίκην νὰ ἀρχίσῃ, μέχρι τὴν ὥραν ποὺ θὰ πάῃ εἰς τὸ ἀκροατήριον ἢ κατόπιν προσφυγῆς τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ συμβούλιον, ὅλο αὐτὸ λέγεται προανάκρισις. Ποῦ τὴν ηὕρατε ὅλην αὐτὴν τὴν φιλολογίαν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς παραπομπῆς. Ἐγὼ μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου νομικὰς γνώσεις νομίζω, ὅτι ἡ παραπομπὴ δὲν εἶναι εἰς τὸ πρῶτον, εἶναι εἰς τὸ δεύτερον, ὅταν δηλαδὴ εἶναι ὅλον ἕνα κομβολόγιον προεισαγωγικῶν προανακριτικῶν πράξεων. Ποῦ εὑρέθη αὐτὸς ὁ στεγανὸς χωρισμός. Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν συλλογὴν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχουν διαφόρους βαθμούς. Ἔρχεται ἡ διαδικασία, ἔρχεται μία πρότασις, ἔρχονται οἱ δώδεκα βουλευταί, κάνουν μίαν ἀνάκρισιν, ἔρχεται ἕνας εἰσηγητής, σᾶς ἀναγινώσκει τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως καὶ τότε γίνεται ἡ παραπομπή. Ἄρα θέλετε, κύριοι νομικοί, ἀναπτύξαντες τὰς ἰδέας σας, θέλετε τότε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἡ παραπομπή; Εἴδατε τὸ ἄτοπον εἰς τὸ ὁποῖον ἐνεπλάκητε, δηλαδὴ πρέπει νὰ φθάσωμεν πλέον νὰ ἐρωτῶμεν ἐπὶ μῆνες, ἐπὶ ἔτη κἄθε παράγραφον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς κἄθε κεφάλαιον, κἄθε ἐξέτασιν μάρτυρος νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν διεπιστώθη κατὰ αὐτουργοῦ ἢ συναιτίου;
§127ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς ΕΡΕ). Αὐτὰ εἶναι ἀπίθανα πράγματα.
§128Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἀπίθανα ἤκουσα καὶ ἐγὼ ὁ βραδύνους καὶ σηκώθηκα καὶ ὁμιλῶ. Ἐλέχθη περὶ παραπομπῆς, κύριοι, ἐὰν κατὰ τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως ἢ τῆς προανακρίσεως, ἂς μὴ γίνεται σύγχυσις, ἐὰν κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὑπάρξουν συναίτιοι, τί θὰ γίνῃ; Θὰ τοὺς καλέσῃ καὶ θὰ τοὺς παραπέμψῃ, ἄνευ ἐγκλήσεως καὶ θὰ τοὺς εὕρῃ τότε; Τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ στοιχεῖον, διερωτῶμαι, τὸ ὁποῖον θὰ πείσῃ τί πλέον τῆς παραπομπῆς; Εἴκοσι ἕνας βουλευταὶ εἶναι ἠλαττωμένης ἱκανότητος μαρτυρίας ἀπὸ ἕνα μάρτυρα, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ, ἠμπορεῖ νὰ ἔχουν καὶ οἱ βουλευταὶ ἐμπάθειαν, δὲν τὸ ἀποκλείω, ἀλλὰ ἕνας ἰδιώτης κατωτέρας διανοητικότητος ἢ ἀσθενής, ψυχονευρικὸς ἔχει ηὐξημένον τὸ πάθος ἢ 21 βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐπρότειναν, εἶναι ἠλαττωμένης πίστεως καὶ θὰ πρέπει νὰ περιμένωμεν ἀπὸ αὐτὸν τὸν οἱονδήποτε μάρτυρα διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ, νὰ καταθέσῃ καὶ νὰ ὑπάρξουν στοιχεῖα; Καὶ τότε πλέον ἀνακύπτει, ὅταν ἔλθῃ ἕνας οἱοσδήποτε τοῦ δρόμου, ἡ πίστις τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοὺς 21 βουλευτὰς τοὺς θεωροῦμεν ἀνεντίμους ἢ ἥσσονος ὑπολήψεως καὶ τὸν τυχὸν ἀλήτην, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ καὶ ηὐξημένην ἐμπάθειαν τὸν πιστεύομεν καὶ λέγομεν ἔλα καὶ ἐσύ. Καὶ κατόπιν λέγομεν, ἔλα καὶ ἐσὺ κ. Γενικὲ Διευθυντά, κύριε Καθηγητὰ τοῦ Πολυτεχνείου, διότι ὁ ἀλήτης τὸ εἶπεν, ἡ πρόοδος τῆς ἀνακρίσεως, ὁ ἀλήτης σὲ εὗρεν ἔνοχον καὶ οἱ 21 βουλευταὶ εἶπον ὅτι δὲν εἶσαι. Διὰ νὰ τελειώνω, νομίζω δὲν ἔχω κανένα λόγον καὶ δὲν θὰ ὡμίλουν, ἀλλὰ ἀπὸ καθῆκον, ὡς νομικός, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ οἱανδήποτε πλευρὰν καὶ ἐὰν ἐξετασθῇ ἡ ἄρνησις τῆς παραπομπῆς τῶν συναιτίων βλάπτει καὶ ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη. Βλάπτει, διότι γίνεται μία ἀπόπειρα διαχωρισμοῦ. Ἐὰν ἐλέχθησαν περὶ τῶν συναιτίων, ὅτι εἶναι ἄνθρωποι ἀνώτεροι ὑποψίας, δὲν τοὺς γνωρίζω καὶ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ τὸ ἀμφισβητήσω, δὲν εἶναι ἄνθρωποι ἐστερημένοι ὑπολήψεως καὶ κατωτέρας κοινωνικῆς θέσεως. Δὲν βλάπτει τὴν ὑπόθεσιν τῶν τέως Ὑπουργῶν ἐὰν εἶναι συγκατηγορούμενοι. Εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν πληρότητα τῆς ἀνακρίσεως, διὰ νὰ μὴ εἶναι ἀτέρμων ἡ συζήτησις, διὰ τὴν πληρότητα, τὸ περὶ μακροχρονίου διαρκείας ἢ οὕτως ἢ ἄλλως, κύριοι βουλευταί, καὶ τοῦ ὄγκου τῆς δικογραφίας καὶ τῶν ὅσων ἤκουσα τὸν αὐτὸν χρόνον θὰ καταναλώσῃ. Εἴτε ἐρωτᾶται ὁ μάρτυς καὶ καταθέτει μίαν σελίδα, εἴτε 4 γραμμὲς καὶ δὲν γνωρίζω πόσοι τὸ εἶπαν κλπ., δὲν βλάπτει. Νομίζω, ὅτι χάριν τοῦ κύρους τῆς Βουλῆς καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ καὶ ἐδῶ, διότι εἶδα ὅτι ὑπάρχει διχασμός, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐμπάθεια ἢ ἡ προκατάληψις. Ἀπὸ τὴν ὥραν τῆς λήψεως τῆς ἀποφάσεως, περὶ παραπομπῆς τῶν τέως Ὑπουργῶν, τὸ κύριον καὶ πρωτεῦον θέμα ἐκρίθη. Ἐὰν ἔπρεπεν ἢ ὄχι δὲν εἶναι τῆς παρούσης. Τὸ θέμα, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἢ νὰ ὑπάρχῃ κεχωρισμένη ἀνάκρισις διὰ τοὺς συναιτίους καὶ τότε ἡ παραπομπὴ ἔχει ἤδη κριθῆ καὶ δὲν εἶναι οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς παραδεκτὸν πλέον τὸ νὰ ἀναμείνουν οἱ συναίτιοι τὸν χρόνον τῆς μακροτάτης διαδικασίας περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν καὶ μετὰ νὰ συνεχισθῇ δι’ αὐτοὺς ἡ ἀνάκρισις καὶ νὰ εἶναι ἡ ὑπόληψις ἀνωτάτων λειτουργῶν ἐπὶ τόσον χρόνον ἔκθετος.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ συντομεύσατε, παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§130Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Τελειώνω, κ. Πρόεδρε. Ἀλλὰ διατί, κύριοι συνάδελφοι, φοβοῦνται νὰ κριθοῦν οἱ κ. τέως Ὑπουργοὶ ὁμοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἄλλο τι, εἰ μὴ σκεύη ἐκλογῆς των; Εἶναι ὑπεύθυνοι δι’ αὐτοὺς τοὺς εἶχον συντροφιά των, τοὺς ἐκράτησαν εἰς τὰς θέσεις των. Ἐὰν εἶναι ἔντιμοι ἄνθρωποι— δὲν τοὺς γνωρίζω καὶ δὲν ἔχω γνώμην καὶ θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἔντιμοι ἄνθρωποι— ἐπιβάλλεται νὰ ἀντιμετωπίσουν ὁμοῦ τὰς τυχὸν εὐθύνας. Οἱ πολιτικοί, δὲν εὐθύνονται μόνον διὰ πράξεις ἰδιοτελεῖς, εὐθύνονται καὶ περισσότερον διὰ τὴν ἐπιλογὴν τῶν προσώπων καὶ διὰ τὰ ἅτινα τυχὸν διέπραξαν ἀδικήματα οὗτοι καὶ τοὺς ἠνέχθησαν ἢ ἐκάλυψαν.
§131Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι σκεῦος ἐκλογῆς τῶν κρινομένων ὁ τέως Γεν. Διευθυντὴς τῆς ΔΕΗ. Εἶχεν ὁρισθῆ πολὺ πρὸ αὐτῶν. Ἐπίσης σᾶς πληροφορῶ, ὅτι οὐδένα φοβοῦνται οἱ ὑπὸ κρίσιν Ὑπουργοί. Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθοῦν ὅσα ὁρίζει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ εἰδικὸς νόμος. Ἄλλως τε αὐτοί, τοὺς ὁποίους ὑπονοεῖτε, θὰ εἶναι παρόντες, διότι σεῖς ἀσφαλῶς θὰ τοὺς καλέσητε ὡς μάρτυρες. Κατὰ τὰ ἄλλα, ὅσα ὑποστηρίξατε ἀποδεικνύουν σύγχυσιν περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος, τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν καὶ τῆς ποινικῆς δικονομίας.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ἰορδάνογλου, ἔχει τὸν λόγον.
§133Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ προκείμενον θέμα πρέπει νὰ εἴμεθα κατ’ ἐξοχὴν προσεκτικοί. Πρέπει ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πρωτίστως νὰ εἶναι σύννομος, διότι πρόκειται περὶ ποινικῆς διώξεως Ὑπουργῶν καὶ ἰδιωτῶν καὶ δημιουργεῖται τεράστιον ζήτημα νομικῆς ὑφῆς, τὸ ὁποῖον ἀλλοίμονον ἂν δὲν ἀντιληφθῆ ἡ Βουλή. Ἡ σαφὴς γνῶσις τῶν προϋποθέσεων αὐτῶν πρέπει νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐπιβάλλεται δὲ ὡς ἐκ τούτου νὰ κάμωμεν τὴν ἑξῆς διάκρισιν: Οἱ Ὑπουργοὶ δὲν διώκονται ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἄρα ἡ δικαιοσύνη δὲν ἔχει τὴν δυνατότητα ἀφ’ ἑαυτῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν δίωξιν τούτων. Ἐξ ἄλλου οἱ μὴ Ὑπουργοί, οἱ ἰδιῶται, διώκονται ὑπὸ τῆς ποινικῆς νομοθεσίας ἄνευ ἄλλης τινὸς διαδικασίας. Καὶ τὸ ἐρώτημα τίθεται: Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ διώξεως μὴ Ὑπουργῶν; Ἀσφαλῶς ὄχι. Μόνον ἐπὶ Ὑπουργῶν δύναται. Ἐπομένως, ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς εἰς ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἰδιωτῶν δὲν εἶναι σύννομος. Δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα, οἱοσδήποτε ἀριθμὸς βουλευτῶν, νὰ εἰσαγάγῃ πρότασιν, διὰ τὴν δίωξιν μὴ Ὑπουργῶν. Ἐπομένως οὐδὲ δικαίωμα ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ κατὰ μείζονα λόγον νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ποινικῆς διώξεως ἰδιωτῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι νόμῳ ἀπαράδεκτον τὸ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν δίωξιν μὴ Ὑπουργῶν. Θὰ εἴπητε: Μὰ ἀφοῦ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν λέγει ὅτι... ἂν κατὰ τὴν πορείαν τῆς συζητήσεως προκύψῃ εὐθύνη καὶ ἰδιωτῶν, τότε ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῶν ἰδιωτῶν τούτων εἰς τὸ αὐτὸ δικαστήριον... Ἀλλ’ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἁπλῶς νὰ γίνῃ συνεκδίκασις, ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἐπομένως μόνον ἀφοῦ τελειώσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς παραπομπῆς δηλονότι τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὸ ἁρμόδιον Δικαστήριον, τότε μόνον ἀνακύπτει τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ὅπως παραπέμψῃ καὶ τοὺς ἰδιώτας διὰ τὴν συνεκδίκασιν τούτων μετὰ τῶν Ὑπουργῶν. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ὑπάρξῃ ζήτημα παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν, δὲν ὑπάρχει θέμα παραπομπῆς καὶ συναιτίων. Ἐλέχθη πῶς ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ θὰ διαπιστώσῃ τὴν ὕπαρξιν συναιτίων ἀφοῦ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐρευνήσῃ τὴν εὐθύνην αὐτῶν; Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία πλάνη ἐπ’ αὐτοῦ: Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐρεύνη τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνήσῃ παραλλήλως τὴν εὐθύνην συναιτίων καὶ συνεργῶν χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πρὸς τοῦτο. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἔλθῃ ἡ Βουλὴ σήμερα καὶ ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἐρευνήσῃ τυχὸν ἀδικήματα τῶν συναιτίων καὶ συνεργῶν ἐρωτῶ, τί θὰ συμβῇ μὲ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐπιληφθῆ καὶ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἀνακριτικὸν ἔργον της; Ἡ παρέμβασις τῆς Βουλῆς θὰ σταματήσῃ τὴν διαδικασίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει κανένα δικαίωμα νὰ σταματήσῃ τὴν διαδικασίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος εἶναι σαφές. Λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει μόνον διὰ τοὺς Ὑπουργούς. Δὲν ὁμιλεῖ διὰ τοὺς συναιτίους καὶ συνεργούς. Ποῖος νόμος ὁμιλεῖ περὶ τῶν συναιτίων καὶ συνεργῶν; Ὁμιλεῖ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Καὶ λέγει ὁ νόμος αὐτός, ὅτι μόνον ὅταν συντρέχει περίπτωσις παραπομπῆς Ὑπουργῶν τότε καὶ μόνον εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ ἀποφασίζει τὴν συνεκδίκασιν τῶν συναιτίων καὶ συνεργῶν ὑπὸ τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἀλλά, κ. βουλευταί, ἐν ὄψει ὅλων αὐτῶν τῶν νομικῶν θεμάτων καὶ τοῦ ἠθικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τῆς ἐρεύνης ἐκ μέρους τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν τυχὸν ἀδικημάτων τῶν συναιτίων καὶ συνεργῶν, διότι ἡ πρότασις αὐτή, θὰ φέρῃ διαιώνισιν τοῦ ἔργου τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἔχομεν ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἀποβλέπει εἰς τὴν διαιώνισιν τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι σκοπίμως παρεμβάλλεται ἡ εὐθύνη τῶν συνεργῶν καὶ συναιτίων καὶ σκοπίμως ὑποβάλλεται ἡ πρότασις διὰ νὰ διαιωνισθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἀντληθοῦν πολιτικὰ ὠφέλη. Ἀλλὰ ἐρωτῶ, θὰ προκύψουν εὐθῦναι μόνον διὰ τοὺς τρεῖς ἀναφερομένους ἐν τῇ προτάσει ἰδιώτας, ἢ θὰ ἀνακύψουν εὐθῦναι καὶ δι’ ἄλλα πρόσωπα; Δὲν θὰ ἀνακύψουν εὐθῦναι διὰ τοὺς διευθύνοντας τὴν ΠΕΣΙΝΕ, τὴν ΟΛ–ΚΟ καὶ τῶν ἄλλων ἑταιρειῶν, ποὺ συνειργάσθησαν μὲ τὴν ΔΕΗ; Ἀλλὰ ἐρωτᾶται τότε, ποῦ πᾶμε; Ὄχι μόνον ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ περατώσῃ τὸ ἔργον της κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς σημερινῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ χρειασθοῦν πολλαὶ ἄλλαι Βουλαὶ διὰ νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον τοῦτο. Ἀλλὰ ἐπίσης ἐρωτᾶται αὐτὸ ἦτο τὸ νόημα τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως περὶ παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τῶν τέως Ὑπουργῶν; Ἦτο νόημα παρατάσεως τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἢ ἦτο τὸ νόημα ταχείας λήξεως τῆς ἐρεύνης τοῦ ἀνακύψαντος θέματος διὰ νὰ ἀποδειχθῇ τὸ συντομώτερον ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχοντος καὶ τοῦ θέματος τῆς παραγραφῆς τῶν ἀδικημάτων δι’ ἃ κατηγοροῦνται οἱ ἐγκαλούμενοι Ὑπουργοὶ δι’ ἐμὲ δημιουργεῖται ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ὑπεβλήθη ἐπὶ σκοπῷ διαιωνίσεως τῆς ὑποθέσεως. Κύριοι βουλευταὶ τῆς Ε.Κ., ἔχετε καθῆκον νὰ ἀπορρίψετε τὴν ὑποβληθεῖσαν σήμερον πρότασιν καὶ περιορίσητε τὸ ἔργον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἔρευναν μόνον τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως θὰ ἀποτελέσῃ πολιτικὴν ἀσχημίαν, διότι θὰ δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι διὰ τῆς παρατάσεως τῆς ὑποθέσεως ἡ Ε.Κ. θέλει νὰ ἀντλήσῃ πολιτικὰ ὠφέλη. Τοιαῦτα παραδείγματα ὡς ἡ ὑποβληθεῖσα σήμερον πρότασις, μειώνουν τὸ δημοκρατικόν μας πολίτευμα καὶ τὸν Κοινοβουλευτισμόν. Καθῆκον σας εἶναι νὰ μὴ ἐπιτρέψετε τοιαύτην ἐπέκτασιν τοῦ ἔργου τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ πολιτικὴν ἀσχημίαν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§135Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ προκάτοχός σας εἰς τὴν ἕδραν μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι ὁ κ. Κοθρῆς παρεχώρησε τὴν θέσιν του εἰς τὸν κ. Κοΐνην καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μετὰ τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος, θὰ ὡμιλοῦσα ἐγώ. Ἀντὶ νὰ ἐφαρμόσετε τὴν σειρὰν τῶν ἐγγεγραμμένων, καλεῖτε τὸν κ. Κοθρῆν νὰ ὁμιλήσῃ.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Κοθρῆς, ὁ κ. Μπουρνιᾶς καὶ μετὰ εἶσθε σεῖς.
§137Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διαμαρτύρομαι, κ. Πρόεδρε. Σειρὰ διὰ νὰ ὁμιλήσω εἶχα ἐγώ. Θὰ μὲ ἀναγκάσετε νὰ ὑποβάλω μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§138Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἀπόψε ἐνώπιόν μας εἶναι θέμα δικονομικὸν ἀλλὰ καὶ πολιτικόν. Ἔχομεν βεβαίως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κρίνωμεν ὡς δικαστικὸν Σῶμα καὶ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν μὲ πᾶσαν ἀντικειμενικότητα, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῆς Χώρας. Ἀλλὰ ὅπως εἶπον καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως περὶ παραπομπῆς τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν διὰ τῆς κρίσεώς μας εἰς τὴν διατήρησιν τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος εἰς τὴν χώραν μας. Ἡ ὑποβολὴ τῆς ἐγκριθείσης προτάσεως ἐμφανίζει εἰς τὴν χώραν μας εἰκόνα πολιτικῆς ἀνωμαλίας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν θὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ἐμφανισθὲν σήμερον θέμα καὶ νὰ ἐξετάσωμεν εἰς τὶ συνίσταται ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις. Ζητεῖται κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» διὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, ἡ σύστασις ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν διερεύνησιν τῆς ὑποθέσεως. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν, διὰ τὴν σύστασιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἀπεφάνθη μόνον περὶ τῶν πολιτικῶν προσώπων καὶ παρέλειψε νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῶν ἄλλων συναίτιων ἰδιωτῶν. Τὴν παράλειψιν ταύτην ἡ Βουλὴ δὲν τὴν δικαιολογεῖ. Δημιουργεῖται, λοιπόν, ἕνα κενόν, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βασιλάτου ν’ ἀποφανθῶμεν. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα θὰ τὸ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν νομικήν του καὶ τὴν πολιτικήν του μορφήν. Ὑπὸ τὴν νομικὴν μορφὴν εἶναι σαφές. Ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης καθιεροῖ διὰ τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει διὰ τὴν δίωξιν τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Δίδεται, διὰ τοῦ ἄρθρου 80, τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κατηγορῇ Ὑπουργοὺς κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον, ἀλλὰ καὶ τοὺς συναιτίους. Τὸ ἄρθρον 10 λέγει: (Ἀναγινώσκει). Ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» σαφῶς ὁμιλεῖ διὰ τοὺς τυχὸν συνυπαιτίους καὶ συνεργούς: (Ἀναγινώσκει). Ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῶμεν νὰ τεθοῦν εἰς ἀνάκρισιν καὶ ἰδιῶται, οἱ ὁποῖοι συνειργάσθησαν μετ’ αὐτῶν εἰς τὴν διάπραξιν ἀδικημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ διεξαχθῇ ἀνάκρισις. Κατὰ ποίαν λογικὴν θὰ δεχθῶμεν, ὅτι μπορεῖ νὰ συσταθῇ μία ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, διὰ νὰ διερευνήσῃ μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν ὡς ἡ προκειμένη καὶ δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἔρευναν καὶ ἐπὶ τῶν συναιτίων; Ἐν προκειμένῳ μάλιστα ὅπου ἡ ὅλη ὑπόθεσις ἀνέκυψεν ἐξ αἰτίας πορίσματος μιᾶς τριμελοῦς ἐξ ἀνωτάτων δικαστικῶν Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, διὰ νόμου συνεστήθη καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τὸν θεμέλιον λίθον τῆς προτάσεως παραπομπῆς.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν ἔκκλησιν. Θὰ παρεκάλουν νὰ συντομεύσουν οἱ ρήτορες τὰς ὁμιλίας των διὰ νὰ κατορθωθῇ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις. Ἄλλωστε τὸ θέμα διηρευνήθη, ἀπὸ πάσης πλευρᾶς.
§140Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατόν, ἡ συνιστωμένη Ἐπιτροπή, νὰ διερευνήσῃ πλήρως τὴν ὑπόθεσιν, ἐὰν τυχόν, γίνῃ διαχωρισμὸς τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἰδιωτῶν, τῶν ὁποίων ἄλλωστε τὴν εὐθύνην σαφῶς ἀναφέρει τὸ πόρισμα τῆς τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς. Ὅλοι μας ἔχομεν ἀναγνώσει τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς. Καὶ ἐρωτῶ: Δύνασθε, καλοπίστως, νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι δὲν εἶναι συνυφασμένη, ἀπολύτως ἡ θέσις τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν ἰδιωτῶν; Δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐνεργήσῃ ἀντικειμενικῶς, ἐὰν δὲν ἔχῃ εἰς τὴν ἁρμοδιότητά της νὰ κρίνῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἰδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι φέρονται διὰ τῆς προτάσεως ὡς συναίτιοι ἢ συνεργοί. Δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ κατηγορία, ἡ ὁποία μᾶς ἀπεδόθη, ἐκ μέρους τῆς παρατάξεως τῆς ΕΡΕ, ὅτι φροντίζομεν νὰ περιλάβωμεν καὶ ἰδιώτας εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ καθυστερήσῃ τάχα ἡ πύρινος ὑπόθεσις καὶ διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν κομματικὰ συμφέροντα. Ἡ ἔννοια τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ ἀξίωσις τοῦ λαοῦ, εἶναι νὰ διερευνηθῇ πλήρως ἡ ὑπόθεσις καὶ τὸ πόρισμα νὰ εἶναι ἀδιάβλητον. Ἡμεῖς καλούμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν ἐὰν θὰ πρέπει εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ ἰδιῶται ἢ ὄχι καὶ ἀκριβῶς ἡ ἔννοια τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν νὰ λάμψῃ ἡ ἀλήθεια εἰς τὴν συζητουμένην ὑπόθεσιν ἀποτελεῖ τεράστιον λόγον νὰ δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ Νομικοῦ λόγου πρέπει καὶ διὰ τοὺς ἰδιώτας νὰ ἔχῃ ἁρμοδιότητα ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή.
§141Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν πρόκειται περὶ ἀπόψεων προσωπικῶν, ἀλλὰ περὶ δικονομικῆς ἐννοίας.
§142Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἡμεῖς, κ. συνάδελφε, θὰ πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν θὰ παραπέμψωμεν εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τοὺς ἰδιώτας ὡς ὑπαιτίους. Δικαίωμα ἡμῶν εἶναι καὶ νὰ μὴν τοὺς παραπέμψωμεν. Νομίζω, ὅτι διὰ τὸ καλὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν ἰδίων τῶν παραπεμπομένων προσώπων νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς συσταθησομένης ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ οἱ ἰδιῶται διὰ τοὺς ὁποίους καταλογίζονται εὐθῦναι διὰ τὰς αὐτὰς πράξεις διὰ τὰς ὁποίας θὰ διεξαχθῇ ἀνάκρισις καὶ εἰς βάρος τῶν Ὑπουργῶν καὶ βουλευτῶν.
§143Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα δὲν ἔπρεπε νὰ συνδεθῇ διόλου μὲ τὴν οὐσίαν, καὶ ἀπορῶ πῶς ὡρισμένοι ἐκ τῶν ὁμιλητῶν, ὅπως καὶ ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθῶν τοῦ βήματος, τὸ συνέδεσεν μὲ τὴν ὕπαρξιν πορίσματος ὁμιλητῶν. Ὑποθέσατε, ὅτι δὲν ὑπῆρχε πόρισμα ἐλεγκτῶν, ὑποθέσατε, ὅτι δὲν εἶχε γίνει καμμία ἔρευνα προηγουμένως καὶ ὅτι ἐγένετο πρότασις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν δὲν τὸ ἀποκλείει, χωρὶς νὰ ἔχῃ προηγηθῇ καμμία ἔρευνα καὶ ἡ πρότασις αὐτή, ἐκτὸς τῶν Ὑπουργῶν, ἐμνημόνευε ὡς συναιτίους 50–30–100 ὑπαλλήλους. Θὰ ἀπεφαίνετο ἡ Βουλὴ περὶ ἐξετάσεως τῆς ὑπαιτιότητος αὐτῶν, δι’ ἓν ὑποτιθέμενον ἀδίκημα ὑπὸ τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν; Ὄχι. Ἡ λογικὴ λέγει ὄχι. Καὶ τὸ ὄχι τὸ λέγει καὶ ἡ τυπικὴ νομικὴ λογική. Τὸ ὄχι τὸ λέγει καὶ ἡ οὐσιαστικὴ νομικὴ λογική. Ἡ τυπικὴ νομικὴ λογικὴ λέγει ὄχι, διότι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν εἰς τὸ ἄρθρον 10 ὁμιλεῖ ρητῶς περὶ παραπομπῆς. Ἡ λέξις ἔχει δικονομικῶς ὡρισμένην ἔννοιαν, εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ βούλευμα. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις χρησιμοποιήσεως τῆς λέξεως εἰς οἱονδήποτε δικονομικὸν κείμενον, παρὰ μόνον ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἢ παραπεμπτικόν, ἢ ἀπαλλακτικόν. Δὲν καλούμεθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐκδώσωμεν βούλευμα. Ἑπομένως ὁ νόμος εἶναι σαφής. Ἡ τυπικὴ νομικὴ λογικὴ ἀποφαίνεται ἐναντίον τῆς ἀπόψεως τῶν κυρίων ἐκείνων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ εἰς αὐτὴν τὴν φάσιν ψηφοφορία καὶ περὶ συναιτίων. Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ ἡ οὐσιαστικὴ νομικὴ λογική, ἡ ὁποία βεβαίως, ἐὰν ἄλλο ἔλεγεν ὁ νόμος, δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀκουσθῇ. Ἀλλ’ ὅταν τοῦτο λέγῃ καὶ ὁ νόμος, ἔρχεται καὶ ἡ οὐσιαστικὴ νομικὴ λογικὴ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς ρητῆς διατάξεως. Καὶ μόνον μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς μίαν πρότασιν νὰ περιληφθοῦν 100 ὀνόματα, ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι, ἑνὸς Ὑπουργείου φέρ’ εἰπεῖν, καὶ μόνον μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπον αἴρεται ἡ ὀρθότης τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξαν καὶ ἀνέπτυξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τώρα, ἐὰν οἱ διοικήσαντες τὴν ΔΕΗ, θὰ ἀποτελέσουν πρόσωπα περὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἀσχοληθῇ ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἠμπορεῖ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ οἱαδήποτε πρόσωπα, καὶ μὲ τὰ πρόσωπα αὐτὰ καὶ μὲ οἱαδήποτε ἄλλα, ἐξετάζουσα αὐτὴ καὶ πρώτη αὐτὴ — λησμονήσατε, ὅτι ὑπάρχει ἔκθεσις ἐλεγκτῶν, ἠμποροῦσε νὰ μὴ ὑπάρχῃ — ἐξετάζουσα αὐτὴ ἐὰν ὑπάρχοντος ἀδικήματος προβάλλουν πιθαναὶ — διότι πάντοτε περὶ πιθανοτήτων ὁμιλεῖ μία προανακριτικὴ Ἐπιτροπὴ — εὐθῦναι συναιτίων. Αὐτὴ θὰ ἐξετάσῃ. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσῃ χωρὶς ἡμεῖς νὰ τῆς τὸ εἴπωμεν. Ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ στάδιον τὸ ὁποῖον διανύομεν —δηλαδὴ σεῖς τὸ εἴπατε, ὅσοι ἐψηφίσατε— ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὰς εὐθύνας τῶν πολιτικῶν προσώπων, ἡ δὲ προανακριτικὴ Ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἀναζητήσῃ, ἢ μᾶλλον ὀφείλει νὰ ἀναζητήσῃ καὶ εὐθύνας οἱουδήποτε ἄλλου συναιτίου. Ἑπομένως καὶ ἡ οὐσιαστικὴ νομικὴ λογικὴ ἀποφαίνεται ἐναντίον τῆς ἀπόψεως τῶν ὑποστηριζόντων, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν ὁ ἄλφα κύριος ἢ ὁ βῆτα, ποὺ δὲν ἤσκησε πολιτικὰ καθήκοντα, καὶ δὲν ἔχει ὑπουργικὰς εὐθύνας, πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ἀπὸ τοῦδε δι’ ἰδικῆς μας ἀποφάσεως πρόσωπον, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἀσχοληθῇ ἡ Ἐπιτροπή. Δι’ ἰδικῆς μας ἀποφάσεως, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι θὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ἄλφα ἢ βῆτα μὴ πολιτικὸν πρόσωπον, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ. Καὶ ἔρχομαι ἤδη διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα: Ὑποθέσατε, ὅτι ἔφερεν, ὅπως ἔφερεν, ἡ πρότασις τῆς ΕΔΑ τὸ ὄνομα ἑνὸς ἄλλου μὴ πολιτικοῦ προσώπου. Καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ ἄλλος αὐτὸς πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ. Ἀντιλαμβάνεσθε, κ. Πρόεδρε καὶ κ. συνάδελφοι, τὸν νομικὸν σολοικισμόν. Ὁ ἄλλος ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὑπεύθυνος, δι’ ἄλλα ἔργα, ἢ διὰ συναφῆ, ἢ καὶ διὰ τὰ ἴδια, χωρὶς νὰ εἶναι διόλου ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργός. Καὶ κλείομεν τὴν περίπτωσιν δι’ ἀποφάσεως ἰδικῆς μας. Δι’ ἀποφάσεως ἰδικῆς μας ἠμποροῦμεν νὰ κλείωμεν τὴν περίπτωσιν, ὅπως ἐκλείσαμεν τὴν περίπτωσιν τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, ἑνὸς ἀσκήσαντος πολιτικὰς εὐθύνας. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κλείσωμεν, ἄρα δὲν ἠμποροῦμεν καὶ νὰ ἀνοίξωμεν, διότι ἐὰν ἠμπορούσαμεν νὰ ἀνοίξωμεν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἠμποροῦμεν νὰ κλείσωμεν τὴν περίπτωσιν οἱουδήποτε ἄλλου, ὁ ὁποῖος θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Αὐτὴν τὴν σειρὰν συλλογισμοῦ ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Καὶ πιστεύω, ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ πολιτικὴ διάθεσις τῶν κυρίων, οἱ ὁποῖοι μετέχουν τὴν στιγμὴν τῆς συνεδριάσεως, ἡ στοιχειώδης λογική, βάσει αὐτῶν τῶν συλλογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἐνδεχομένως, δὲν ἔχουν σκεφθῇ, ἐπιβάλλει νὰ μὴ προχωρήσωμεν εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς σχετικῶς μὲ τὰ ἄλλα πρόσωπα.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς κάμω μίαν ἔκκλησιν. Ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραιτηθοῦν τοῦ λόγου οἱ ἐγγεγραμμένοι. Διότι, παρηκολούθησαν τὴν συζήτησιν καὶ ἐδῶ εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ ἀπὸ τὸ γραφεῖον μου καὶ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὡς ἀκροατής, ὅτι τὸ θέμα ἐξηντλήθη καὶ διερευνήθη ἀπὸ ὅλας τὰς πλευρὰς ὡς νομικὸν θέμα. Διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Τὸ νομικὸν θέμα ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησε καὶ ὄχι ἡ οὐσία.
§145Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐγγεγραμμένος ἀμέσως μετὰ τὸν τελευταῖον ρήτορα. Ἐπειδὴ αἱ ἀπόψεις μου νομίζω, ὅτι θὰ ἔχουν κἄποιαν σημασίαν —θὰ θέσω τὸ θέμα ὑπὸ τὴν αὐστηρῶς νομικὴν ἔννοιαν, δὲν θὰ ὑπεισέλθω εἰς τὴν οὐσίαν— θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ δώσετε τὸν λόγον νὰ τὰς ἀναπτύξω.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν τήρησιν τοῦ ἀντιλόγου, σᾶς γνωρίζω, ὅτι σειρὰν ἔχει ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ διαδεχθῇ τὸν κ. Κοθρῆν.
§147Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὡμίλησα ἐγὼ μετὰ τὸν κ. Κοθρῆν, ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Λυμπέρης.
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ παραιτηθοῦν τοῦ λόγου, κ. Πρόεδρε, οἱ ὑπόλοιποι ἐγγεγραμμένοι καὶ νὰ δώσωμεν, ἐπὶ τέλους, μίαν λύσιν εἰς τὸ θέμα δι’ ἀναστάσεως.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, κ. συνάδελφε, θὰ καταλήξωμεν εἰς ἀπόφασιν. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνῃ ψηφοφορία. Τὸ θέμα ἔχει διευκρινισθῆ καὶ ἠκούσθησαν αἱ γνῶμαι ὅλων τῶν παρατάξεων. Δι’ αὐτό, παρακαλῶ τοὺς ἐγγεγραμμένους νὰ παραιτηθοῦν τοῦ λόγου καὶ νὰ θέσω ἐγὼ τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλὴν ὡς σύνοψιν τῆς συζητήσεως.
§150Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ὅτι ἐξέφρασα μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου. Ἀλλ’ ἤμην δικαιολογημένος, διότι εὑρισκόμην ἐν ἀπολύτῳ δικαίῳ. Καὶ βάσει τοῦ δικαίου αὐτοῦ, δὲν νομίζω, ὅτι ἔχετε δικαίωμα νὰ μὲ στερήσετε τοῦ λόγου. Δεδομένου, μάλιστα, ὅτι, πρῶτον, θὰ εἶμαι ὀλιγόλογος καί, δεύτερον, τὴν σειράν μου ἐπῆρεν ὁ κ. Κοθρῆς. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, λοιπόν, νὰ εἴπω δύο λόγια.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκαμα ἐγὼ λάθος, ὅπως βλέπω εἰς τὸν κατάλογον. Μάλιστα, σεῖς εἶσθε μετὰ τὸν κ. Κοθρῆν καὶ ἀκολουθοῦν ὁ κ. Σεργάκης καὶ ὁ κ. Μπουρνιᾶς. Κατόπιν εἶναι ὁ κ. Λυμπέρης. Συνεπῶς, μετὰ τὸν κ. Στεφανόπουλον ἔχετε σεῖς τὸν λόγον.
§152Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτηρήθη ὁ ἀντίλογος μὲ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Κανελλοπούλου.
§153Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ πρὸ τοῦ κ. Στεφανοπούλου ὁ κ. Λυμπέρης ἢ ὅστις ἄλλος ἔχει σειράν.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἔχετε τὸν λόγον κ. Διαμαντόπουλε.
§155Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἀρχὴν ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι προηγουμένως ἀπήγγειλα μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὅλοι μὲ ἐδικαιολογήσατε διὰ τὴν καταγγελίαν, ἀναγνωρίζοντες ὅτι δὶς ἠδικήθην ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου, ὅστις δὲν μοῦ ἔδωσε τὸν λόγον παρὰ τὴν σειράν μου ἐγγραφῆς. Παρηκολουθήσαμεν τοὺς νομικοὺς ἐπὶ τόσες ὧρες, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν, οἱ μὴ νομικοί. Μοῦ ἐγεννήθησαν ὡρισμένα εὔλογα ἐρωτήματα. Κατ’ ἀρχὴν εἴθισται εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ὅταν κανεὶς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς θίγῃ πρόσωπα ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ διαμαρτύρωνται ὅλαι αἱ παρατάξεις, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, νὰ θίγωνται ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ ὑπερασπισθοῦν ἑαυτοὺς ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Δεύτερον. Ἐὰν ὑποβληθῇ μία ἐρώτησις ἐδῶ εἰς βάρος ἑνὸς προσώπου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν διαφαίνεται, ὅτι τὸ πρόσωπον ἔχει ποινικὰς εὐθύνας, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς στέλλει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς προχωρεῖ διὰ τὰ περαιτέρω. Ἐπίσης ἕνα ἄλλο ἐρώτημα: Ἡμεῖς οἱ μὴ νομικοί, γνωρίζομεν, ὅτι ὅταν ὑποβληθῇ μήνυσις ἐναντίον οἱουδήποτε πολίτου, δι’ ἕνα ποινικὸν ἀδίκημα, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀρχίζει ἀνακρίσεις. Ἀπὸ τὸ πόρισμα τῶν ἀνακρίσεων ἐὰν ἴδῃ, ὅτι ὑπάρχουν συναυτουργοί, ἢ συνυπεύθυνοι, ἢ συνεργοί, τοὺς καλεῖ καὶ τοὺς ἀπαγγέλλει ἐν συνεχείᾳ καταγγελίαν. Βάσει, λοιπόν, τῶν στοιχειωδῶν ἀρχῶν, βάσει τῆς κοινῆς λογικῆς, νομίζω, ὅτι δίδω μίαν διέξοδον. Ἀνεξαρτήτως ὅλων αὐτῶν, οἱ νομικοὶ ἐδῶ μᾶς λέγουν, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων. Βάσει λοιπὸν τοῦ νόμου τῶν νόμων, ἐγὼ βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους. Καὶ τελευταῖον ἐρώτημά μου: Τὴν περασμένην Παρασκευὴν ἐκλήθημεν νὰ ἀποφασίσωμεν ἂν θὰ στείλωμεν τοὺς ἐγκαλουμένους εἰς Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν. Εὑρέθημεν ἐμπρὸς εἰς 5 κάλπας καὶ ἀπεφάνθημεν διὰ τρεῖς Ὑπουργοὺς παραπομπὴν καὶ διὰ δύο ὄχι. Διατὶ ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν πρότασιν τῆς ΕΔΑ ὑπάρχουν καὶ ὀνόματα τριῶν ἰδιωτῶν δὲν ὑπῆρξαν καὶ δι’ αὐτοὺς κάλπαι; Μήπως διὰ τῆς πράξεώς μας αὐτῆς ἀνεγνωρίσαμεν ἤδη ὅτι δὲν εἴχομεν δικαίωμα πρὸς τοῦτο; Τὰ ἐρωτήματα δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι αὐστηρῶς νομικὰ ἀλλὰ οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ ὅτι φέρουν τοὺς νομικοὺς εἰς δύσκολον θέσιν καὶ στηρίζονται αὐστηρῶς ἐπὶ τῆς ἀνθρωπίνης λογικῆς καὶ δίκαιον χωρὶς λογικὴν δὲν εὐσταθεῖ.
§156Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσθησαν, κ. βουλευταί, ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους ἐπιχειρήματα νομικὰ καὶ πολιτικά. Μὲ τὰ πολιτικὰ ἐπιχειρήματα δὲν προτίθεμαι νὰ ἀσχοληθῶ. Θὰ ἀσχοληθῶ μόνον δι’ ὀλίγον μὲ τὰ νομικὰ τοιαῦτα. Ὡς πρῶτον ἐπιχείρημα ἐπικαλοῦμαι τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Νόμου ΦΠΣΤ διὰ τοῦ νόμου 871)1917. Ὁ ἀρχικῶς νόμος ὥριζε τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου ΦΠΣΤ ὡς εἶχε πρὸ τῆς τροποποιήσεώς του). Ἐὰν ἴσχυεν αὐτὴ ἡ ἀρχικὴ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τούτου, θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ κατὰ τὸ παρὸν στάδιον τῆς διαδικασίας νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς συστάσεως ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τοὺς ἰδιώτας συμμετόχους. Ἡ διατύπωσις ὅμως αὐτὴ σήμερα δὲν ὑπάρχει. Ἡ ἐν λόγῳ διάταξις κατηργήθη καὶ προσετέθη ὡς δευτέρα παράγραφος τὸ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει τὴν γενομένην προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου ΦΠΣΤ διὰ τοῦ νόμου 871)1917). Καὶ ἐρωτᾶται, ποία εἶναι ἡ δικαιολογία τῆς γενομένης τροποποιήσεως ἐὰν ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ συστήσῃ Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ διὰ τοὺς συναιτίους ἰδιώτας; Δεύτερον, ὁ ὅρος «παραπομπὴ» δὲν ἀνεγράφη εἰς τὸν νόμον τοῦ 1877, ἀλλὰ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1917, δηλαδὴ μετὰ 40 ὁλόκληρα ἔτη ἀπὸ τῆς ἀρχικῆς ἐμφανίσεως τοῦ βασικοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὁπότε εἶχε τελείως ἀποσαφηνισθῆ ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου «παραπομπή». Δὲν λέγομεν ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς παραπέμπει τὸν ἐνώπιον αὐτοῦ προσαχθέντα εἰς τὸν ἀνακριτήν, ἀλλὰ ὅτι ἀποστέλλει ἀμελητὶ τοῦτον εἰς τὸν ἀνακριτήν. Συνεπῶς ὁ ὅρος παραπομπὴ ἔχει τὸ νόημα τὸ ὁποῖον ὀρθότατα ἀπέδωσεν εἰς τὸν ὅρον αὐτὸν πρὸ ὀλίγου ὁ Πρόεδρος κ. Κανελλόπουλος, ὅτι συνδέεται δηλαδὴ ἀποκλειστικῶς μὲ τὸ βούλευμα. Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα βεβαίως νὰ παραπέμψῃ καὶ ἰδιώτας συναιτίους μετὰ τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον, ἀλλὰ μόνον κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον, ὅταν θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παραπομπῆς ἢ ὄχι τῶν Ὑπουργῶν. Σκεφθῆτε τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θὰ ἔκρινε κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παραπέμψῃ τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλ’ εὕρισκε παραπεμπτέους τοὺς ἰδιώτας διὰ τοὺς ὁποίους τυχὸν ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφασίσει τὴν σύστασιν Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὶ θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην νὰ εἴπῃ περὶ τῶν ἰδιωτῶν ἡ Βουλή; Νὰ τοὺς παραπέμψῃ εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον δὲν θὰ εἶναι δυνατόν. Ἡ ἀσκηθεῖσα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ποινικὴ δίωξις δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παύσῃ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, διότι τὸ μὲν εἰδικὸν Δικαστήριον μὴ ὑπαρχούσης συμμετοχῆς θὰ ἦτο ἀναρμόδιον, ἐνώπιον δὲ τῶν κοινῶν ποινικῶν Δικαστηρίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παραπομπὴ διὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἡ προδικασία τῆς Βουλῆς εἶναι προδικασία τοῦ εἰδικοῦ μόνον Δικαστηρίου. Τότε θὰ εὑρεθῆτε πρὸ δυσχερείας, τὶ θὰ κάνετε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν δὲν θὰ ἐγένετο λόγος περὶ δεδικασμένου ὡς ἐσφαλμένως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βασιλᾶτος, διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν θὰ ἀπεστέλλοντο καὶ οὗτοι εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ θὰ ἐδικαιοῦντο νὰ προβάλουν ἔνστασιν ἐκκρεμοδικίας ἥτις δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκρουσθῇ καὶ οὐδὲν Δικαστήριον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκδικάσῃ τὴν ὑπόθεσιν.
§157Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐπειδή, κ. Στεφανόπουλε, εἶσθε διακεκριμένος νομικός, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς: Ὅταν ὁμιλῇ τὸ ἄρθρον 10 «θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή... (ἀναγινώσκει)...». Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δύναται νὰ τοὺς παραπέμψῃ καὶ αὐτοὺς εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐφ’ ὅσον πρὸ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου ἡ παραπομπή των ἦτο ὑποχρεωτική;
§158Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ὑποχρεωτικὴ ἡ παραπομπὴ πρὸ τῆς τροποποποιήσεως, ἦτο δυνητική.
§159Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ μία φορὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ καὶ τὴν συνεκδίκασιν καὶ τῶν συναιτίων ἰδιωτῶν. Τότε θὰ πᾶνε ἀναπολόγητοι;
§160Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ πᾶνε ἀναπολόγητοι. Θὰ ἀπολογηθοῦν ἐνώπιον τοῦ τακτικοῦ ἀνακριτοῦ.
§161ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ θέμα, τὸ θέμα εἶναι, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ βούλευμα.
§162Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές, συμβαίνει καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς κοινῆς ποινικῆς δικονομίας καθ’ ἣν δύναται καὶ ἄνευ βουλεύματος νὰ παραπεμφθῇ τις εἰς τὸ ἀκροατήριον, δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰς τοῦτο τοῦ κατηγορουμένου ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως.
§163Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Τὸ ἐπιχείρημά σας εἶναι νομικῶς ἐντυπωσιακόν, ἀλλὰ ἡ ἐξήγησις συνίσταται εἰς τὸ ὅτι οἱ ἰδιῶται ἕλκονται ἀπὸ τὴν παραπομπὴν τῶν Ὑπουργῶν, κατὰ συνέπειαν ἡ συνάφεια ἐκλείπει. Προϋπόθεσις παραπομπῆς τῶν ἰδιωτῶν εἶναι ἡ παραπομπὴ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ ὡρισμένην δωσιδικίαν, ἂν δὲν ὑπάρχῃ δωσιδικία τοῦ Ὑπουργοῦ, μοιραίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ τραβήξῃ κανένα εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Αὐτὸ τὸ λέγω ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν νομικὴν ἄποψιν.
§164Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θὰ γίνῃ ὁ συνυπαίτιος κατὰ τοῦ ὁποίου ἔχει ἐγερθῆ ποινικὴ δίωξις καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀπόφασις; Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀρκεῖ αὐτὸ διὰ νὰ εἴπω καὶ κάτι ἄλλο. Ἐτονίσθη κατὰ κόρον τὸ ἐπιχείρημα τῆς συμμετοχῆς καὶ τοῦ ὅτι κατὰ χρυσοῦν κανόνα διωκόμενοι καὶ συνυπαίτιοι, πρέπει νὰ συνεκδικάζωνται. Ἀσφαλῶς, κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ συνεκδικάζωνται. Οὐδεμία διάταξις ὁμιλεῖ περὶ συναφείας ἐν τῇ ἀνακρίσει, εἰς τὴν ἀνάκρισιν δύναται κανεὶς νὰ ἀνακριθῇ καὶ μόνος καὶ μετ’ ἄλλου, νὰ συνεκδικασθῇ ἐν τῷ δικαστηρίῳ καὶ μετὰ τῶν συνυπαιτίων αὐτοῦ, τί λέγετε λοιπὸν σεῖς; Προώρως τὸ ἐφέρατε τὸ ἐπιχείρημα τῆς συνυπαιτιότητος, ὅτι λόγῳ συναφείας θὰ πρέπει ἤδη ἀπὸ τῆς ἀνακρίσεως νὰ εἴπωμεν, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ παραπεμπτικὰ εἶναι ἐξεταστέα ὑπὸ τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὄχι δὲν γίνεται συνεκδίκασις αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν γίνεται κἂν ἐκδίκασις, γίνεται ἀνάκρισις καὶ εἶναι κάλλιστα δυνατὴ περαιωμένων τῶν δικογραφιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει γίνει ἀνάκρισις, νὰ συνεκδικασθῇ τὸ πρῶτον καὶ τότε ὁμιλοῦμεν περὶ συνεκδικάσεως, διότι ἄλλως εἶναι ἡνωμέναι ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν αἱ δικογραφίαι τὸ πρῶτον εἰσαγομένων εἰς τὸ ἀκροατήριον. Διὰ πάντας τούτους τοὺς λόγους ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ ἀποφασίζῃ ἡ Βουλή, ὄχι κατὰ τὸ παρὸν στάδιον, κατὰ τὴν παροῦσαν στάσιν τῆς δίκης ἂς εἴπω, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα, ἀλλὰ μόνον ἐφ’ ὅσον ἀποφασίζει περὶ παραπομπῆς τὸ πρῶτον τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον, διότι τότε καὶ μόνον ἀνακύπτει θέμα συμμετοχῆς καὶ συνεκδικάσεως τῶν συμμετόχων. Λέγω ἀκόμη, καὶ τὸ εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἠλιοῦ, καὶ ἔδωσεν ὀρθοτάτην ἀπάντησιν ὁ κ. Τσάτσος, ἀλλὰ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθοῦν ἀργότερον οἱ συμμέτοχοι μὴ Ὑπουργοί, διότι δὲν ὑπάρχει κατ’ αὐτῶν ποινικὴ δίωξις, διότι ποινικὴν δίωξιν πρέπει νὰ ἀσκήσωμεν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦδε. Εἶναι μέγα σφάλμα νὰ νομίζετε, ὅτι ἡ ποινικὴ δίωξις ἀσκεῖται κατὰ προσώπων, ἡ ποινικὴ δίωξις ἀσκεῖται μόνον κατὰ πράξεων καὶ τοῦτο πράττομεν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Οὐδὲν δικονομικὸν ἐμπόδιον ὑπάρχει ἐν τῇ προόδῳ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τοῦτο ἀκριβῶς λέγει ὁ εἰδικὸς νόμος ὁ ἐπαναλαμβάνων τὴν γενικὴν δικονομικὴν ἀρχήν, ἐὰν εὑρεθῶσιν ἐπὶ τῶν πράξεων διὰ τὰς ὁποίας ἠσκήθη ποινικὴ ἤδη δίωξις, ἐὰν εὑρεθῶσι καὶ ἄλλοι συμμέτοχοι, τότε καὶ αὐτοὶ οἱ συμμέτοχοι θὰ κριθῶσιν ἐν τῇ ἐπὶ παραπομπῆς τῆς Βουλῆς ἀποφάσει καὶ αὐτοὶ ὡς συνεκδικαστέοι μετὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ὑποθέσατε ἀκόμη—διὰ νὰ τελειώνω—ὅτι πρὸς στιγμὴν γίνεται κάτι τὸ ἀντίστροφον ἀπὸ ὅ,τι γίνεται εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὴν Βουλὴν εἰσάγεται κατηγορία κατὰ Ὑπουργῶν καὶ προσπαθοῦμεν νὰ ἐπεκταθῶμεν καὶ ἐπὶ μὴ Ὑπουργῶν συμμετόχων εἰς τὴν κατηγορίαν. Ὑποθέσατε, ὅτι ὑποβάλλεται μήνυσις παρὰ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν κατὰ Ὑπουργῶν καὶ συμμετόχων, ἢ ἂν θέλετε κατὰ αὐτουργῶν ἔστω καὶ συνεργῶν Ὑπουργῶν, δύναται κατὰ τὴν περίφημον περὶ συμμετοχῆς θεωρίαν τοῦ κ. Ἡλιοῦ, ἢ οἱουδήποτε ἄλλου συναδέλφου ἢ κατὰ τὰ περὶ πολιτικῆς ὑφῆς ἐκεῖνα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ ἄλλων, νὰ εἴπῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς μάλιστα, ὅτι ἐπειδὴ εἶναι σκόπιμον νὰ συνεκδικάζωνται αἱ ὑποθέσεις, ἐπειδὴ εἶναι καλύτερον ἢ δὲν ξεύρω τί ἄλλο, τιμιώτερον, ἠθικώτερον, πολιτικώτερον, νὰ παραπέμψωμεν καὶ τοὺς Ὑπουργούς, διότι ἐκ τῆς συναφείας καὶ τῆς συμμετοχῆς δημιουργεῖται καὶ εἰς ἐμὲ ἁρμοδιότης νὰ παραπέμψω καὶ τοὺς Ὑπουργούς.
§165Η. ΗΛΙΟΥ. Εἰς τὸ πρῶτον ὑπάρχει συνταγματικὸν κώλυμα.
§166Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δι’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει συνταγματικὸν κώλυμα, ὅταν τὸ σύνταγμα λέγῃ, ὅτι μόνον Ὑπουργοὺς κατηγοροῦμεν;
§167Η. ΗΛΙΟΥ. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν λέγει, ὅτι δύναται νὰ ἀποφασίζῃ.
§168Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προσπαθεῖτε νὰ ἀποδείξετε διὰ τοῦ ἀποδεικτέου ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἀνεύρωμεν.
§169Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔκρινεν ἕνεκα τοῦ ὅτι εἶναι συναίτιος τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἰδιώτης, δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραπέμψῃ τὸν Ὑπουργόν, σωστόν, διότι ὑπάρχει τὸ συνταγματικὸν κώλυμα, ἂν στείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δικογραφίαν διὰ νὰ κινήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν δίωξιν, δὲν θὰ στείλῃ μαζὶ καὶ διὰ τὸν ἰδιώτην; Τί κάμνει εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν;
§170Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ στείλῃ καὶ τὸν ἰδιώτην, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ἰδιώτου εἰς τὸ πρῶτον στάδιον, θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ἰδιώτου ἂν ἀποφασίσῃ πρῶτον ὅτι πρέπει νὰ παραπέμψῃ τὸν Ὑπουργὸν ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἰδιώτου, δὲν δύναται ἡ Βουλή.
§171Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ ἰδιώτου.
§172Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνισχύετε τὸ πρῶτον ἐπιχείρημά μου.
§173Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὁ Εἰσαγγελεὺς θέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἀνάκρισιν ποὺ ἔκαμεν, ὅτι ὑπάρχει μία πρᾶξις παράνομος, συναίτιοι τῆς πράξεως εἶναι ὁ ἰδιώτης καὶ ὁ Ὑπουργός.
§174Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ἰδιώτου εἰς τὴν πρώτην στάσιν, δύναται νὰ ἀποφασίσῃ εἰς τὴν δευτέραν.
§175Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν διὰ τὸν ἰδιώτην;
§176Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τὸ ἐπιχείρημα, θὰ ἀναμείνῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ἂν ἡ Βουλὴ παραπέμψῃ ἀμφοτέρους καὶ ὡς ζεῦγος, τότε ἔχει καλῶς. Ἄν ἀπαλλάξῃ ὅμως τοὺς Ὑπουργούς, θὰ συνεχίσῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ τοὺς ἰδιώτας. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω καὶ ἐγὼ πῶς ἡμεῖς θὰ ἀσκήσωμεν τὴν ποινικὴν δίωξιν, ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀσκήσωμεν;
§177Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ οἱοσδήποτε διάλογος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον σαφές, ὥστε ἐὰν πρόκειται ἡ Βουλὴ κατόπιν τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα καὶ ὑφ’ ὑμῶν ἀνεπτύχθησαν κατὰ τρόπον ἄριστον ὡς καὶ ἄλλων συναδέλφων, νὰ ἀποφανθῇ ἀντιθέτως, ἂς ἀποφανθῇ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν καὶ δὲν ἔχομεν ἄλλην λύσιν πλὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προτείνομεν. Ἡ Βουλὴ κατηγορεῖ μόνον Ὑπουργούς. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παραπέμψῃ συναιτίους, ἂν οἱ κατηγορηθέντες Ὑπουργοὶ ὑπὸ τῆς Προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐθεωρήθησαν, ὡς ὑπαίτιοι ὡρισμένων πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας πράξεις συναίτιοι εἶναι καὶ οἱ Ὑπουργοί. Αὐτὴ ἡ διατύπωσις εἶναι διατύπωσις κατὰ τῆς ὁποίας ὅστις στρέφεται, στρέφεται κατὰ τῆς ἀληθείας καὶ στρέφεται κατὰ τοῦ Συντάγματος. (Χειροκροτήματα).
§178Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σκέψις, τὴν ὁποίαν εἴπατε, ὅτι δύνανται βεβαίως οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι νὰ ἀποφανθοῦν ἄλλως, μοῦ ἔδωσαν τὴν ἰδέαν τοῦ ἐπιλόγου, καὶ ὁ ἐπίλογός μου εἶναι ὁ ἑξῆς: Κύριοι συνάδελφοι, βεβαίως δύνασθε, ὡς ἔχοντες τὴν πλειοψηφίαν, νὰ ἀποφασίσητε ἄλλως καὶ δύνασθε νὰ καταδυναστεύσητε ἄλλην μίαν φορὰν τὴν μειοψηφίαν καὶ τοῦτο δικαίωμά σας εἶναι. Ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι προκειμένου περὶ νομικοῦ θέματος, δύνασθε νὰ κριθῆτε ὑφ’ ὅλων τῶν νομικῶν τοῦ τόπου. Ἐνῷ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος εἶσθε ἀνεξέλεγκτοι, ἐπὶ ἑνὸς νομικοῦ θέματος ὑπόκεισθε εἰς τὴν κρίσιν τῶν πάντων, ὡς αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις. Μὴ λησμονῆτε, λοιπόν, ὅτι νομικὸν εἶναι τὸ θέμα καὶ ὑπόκεισθε εἰς τὴν κρίσιν τῶν πάντων καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον θεσπίζει τοὺς νόμους καὶ συντάσσει εἰς τὰ γραπτὰ κείμενα τὰς νομικὰς διατάξεις, ἂν τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, κατηγορηθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ τοὺς νόμους. (Χειροκροτήματα).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σεργάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§180Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Ἐπὶ νομικῆς διατυπώσεως γνώμης δὲν ἐπιτρέπεται ἐπίκρισις. Διότι, ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν νομικὴν γνώμην, διὰ νομικῆς γνώμης ἀντικρούεται καὶ ἀποκρούεται. Δὲν ἔχει, ἑπομένως, θέσιν ἐδῶ ἡ λέξις «καταδυνάστευσις». Ἐπὶ τοῦ νομικοῦ τούτου θέματος θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἐντελῶς ἀνεπηρεάστως. Εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ τῆς διαδικασίας ποὺ εὑρισκόμεθα, δὲν ὑπάρχει περιθώριον διὰ νὰ γίνῃ ψηφοφορία διὰ τοὺς ἰδιώτας. Στηρίζω δὲ τὴν γνώμην μου εἰς τὴν ἑξῆς ἄποψιν. Πρῶτον, τὰ ἄρθρα 10 καὶ 17, ὁμιλοῦν περὶ συναιτίων καὶ συνεργῶν καὶ ἀμφότερα τὰ ἄρθρα προβλέπουν συνυπαιτιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ ὑποκειμενικὴν μὲ τὸν ἰδιώτην. Μοιραίως λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι συνδέεται μὲ τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον 17 ἔχει μίαν αὐτοτέλειαν, οἱαδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ὁ ὅρος τοῦ ἄρθρου 10 περὶ παραπομπῆς. Καὶ δέχομαι ὅτι εἰς τὸ στάδιον αὐτό, ἐὰν θὰ ἔχωμεν περιπτώσεις συναυτουργίας ἐξ ἀντικειμένου, πράξεων ὁμοῦ διαπραχθεισῶν, νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ ψῆφος διὰ τοὺς ἰδιώτας, ἀλλὰ ὡς τόσον τὸ ἄρθρον 17 εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητον καὶ δὲν κωλύει, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων, ἡ συνάφεια, μὲ τὸ ὑποκειμενικὸν στοιχεῖον τοῦ δεσμοῦ τοῦ ὑποκειμένου, Ὑπουργοῦ καὶ ἰδιώτου, νὰ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστὴ ἐὰν δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐρεύνης, οὐσίας. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι: Ὄχι, νὰ μὴ παραπεμφθοῦν οἱ ἰδιῶται, ἀποτελεῖ δεδικασμένον κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 17; Ἀδιαφιλονικήτως ὄχι. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν δὲν ψηφίσωμεν ἀπόψε περὶ τῶν ἰδιωτῶν εἶναι ὡς νὰ ἐπιφυλασσώμεθα, ἐν ὄψει τοῦ πορίσματος, νὰ ἀποφασίσωμεν, εἴτε περὶ τῶν τριῶν, εἴτε περὶ τῶν ἑκατὸν τριῶν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελον ἐπίσης νὰ ὑπογραμμίσω εἶναι τοῦτο — θεωρητικῶς ὁμιλῶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν — ὅτι τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον βαρύνει ἢ ὑπάρχουν ἢ θὰ ὑπάρξουν ἐνδείξεις ὅτι βαρύνει τοὺς Ὑπουργοὺς εἶναι παράβασις καθήκοντος. Ὡς παράδειγμα τὸ φέρω τὸ ἀδίκημα τῆς παραβάσεως καθήκοντος εἶναι ξεχωριστόν, αὐτοτελὲς τοῦ ἑτέρου αὐτοτελοῦς ἀδικήματος τὸ ὁποῖον θὰ ἔχουν διαπράξει οἱ ἰδιῶται. Κατὰ συνέπειαν εἰδικῶς διὰ τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον ἀνέφερον ὡς παράδειγμα ἀποτελεῖ πρόκριμα ἡ εὐθύνη τῶν ἰδιωτῶν. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δεσμὸς ὑποκειμενικός, οὔτε συνυπαιτιότης, οὔτε μή, ἀλλὰ γνωρίζων τὸ διαπραχθὲν αὐτοτελῶς, ἄνευ συνεργασίας ἢ ὑπαιτιότητός μου ἀδίκημα, δὲν τὸ κατήγγειλα, ὁπότε ἔκαμα παράβασιν καθήκοντος. Ἀποτελεῖ ἕνα πρόκριμα. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὑποστηρίζω μετὰ σοβαρότητος, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει εἶναι δυνατὸν διὰ τὰ αὐτοτελῆ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν αὐτὸν τὸν δεσμὸν τὸν ὑποκειμενικὸν εἶναι δίκαιον νὰ ἀνασταλῇ ἡ ποινικὴ δίωξις τῶν ἰδιωτῶν, διότι θὰ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς αὐτοτελὲς ἀδίκημα τὸ ὁποῖον διέπραξεν ὁ Α ἢ ὁ οἱοσδήποτε ἰδιώτης, τὸ ὁποῖον γνωρίζων ἐγὼ ὁ Ὑπουργὸς δὲν κατήγγειλα, ὁπότε παρέβην τὸ καθῆκον μου. Κατὰ συνέπειαν καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου καὶ εἰς τὸ παράδειγμα παραβάσεως καθήκοντος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κινηθῇ ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ἄλλη θὰ εἶναι ἡ περίπτωσις ἐὰν θὰ εἴχωμεν ἀδικήματα τῶν ἰδιωτῶν, τὰ ὁποῖα ἔγιναν τῇ ἐγκρίσει ἢ τῇ συνεργασίᾳ ἢ τῇ ἐνθαρρύνσει ἀπὸ πλευρᾶς Ὑπουργοῦ. Ἄλλο θέμα αὐτό. Καὶ ἐὰν τυχὸν τοιαῦτα θέματα προκύψουν ἐκ τῆς ἀναιρέσεως, δὲν ὑπάρχει κανὲν ἀπολύτως κώλυμα, ἐν ὄψει τοῦ ἄρθρου 17 νὰ προταθῇ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν θὰ συνεκδικασθῇ τὸ ἐγκεκριμένον ἀδίκημα τοῦ Ὑπουργοῦ μὲ τὸν ἰδιώτην. Κατὰ συνέπειαν, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἐν ὄψει τοῦ νόμου καὶ τῶν ἀποφάσεων αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν, ἡ καλυτέρα, ἡ ὀρθοτέρα, ἡ λογικοτέρα νομικὴ λύσις εἶναι ἡ ἐπιφύλαξις, ἐν ὄψει τοῦ πορίσματος νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τὸ θέμα τῆς συνεκδικάσεως μετὰ τῶν ἰδιωτῶν. Ἐπιμένω ὅμως, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει διὰ τὰ αὐτοτελῆ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα διέπραξαν οἱ ἰδιῶται καὶ ἡ διάπραξις τῶν ὁποίων δημιουργεῖ ὡς συνέπειαν τὴν παράβασιν καθήκοντος τῶν Ὑπουργῶν, θὰ εἶναι δυνατόν, διαρκούσης τῆς ἐργασίας τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἀνασταλῇ ἡ ποινικὴ δίωξις των. Θὰ ἦτο ἄλλο τὸ θέμα διὰ τὰ ἀδικήματα τῆς συνυπαιτιότητος, τῆς συναυτουργίας, ἀλλὰ εἰδικῶς διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα ἔμαθαν ἐκ τῶν ὑστέρων οἱ Ὑπουργοὶ καὶ τὰ ἐκάλυψαν — ὑπόθεσιν κάμνω — δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσῃ ἡ ποινικὴ δίωξις ἐναντίον τῶν ἰδιωτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μου. Δὲν ἐπικαλοῦμαι βεβαίως τὸ ἀλάθητον, διότι ἄλλως τε καὶ ἐπὶ οἱασδήποτε γνώμης ὑπάρχει καὶ ὁ ἀντίλογος. Τὸ λέγω αὐτὸ διὰ νὰ καταλήξω ὅτι ὑπῆρξεν ἄδικος ὑπόθεσις ἡ διατύπωσις γνωμῶν αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν εἰς ἀντίκρουσιν ἄλλης καλοπίστου γνώμης. Διότι ἀδιαφιλονικήτως ὑπάρχει ἕνα κενόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν δύο ἄρθρα τὰ ὁποῖα νὰ ρυθμίζουν τὸ αὐτὸ θέμα. Ἐρωτῶ: Ἐὰν ἔλλειπε τὸ ἄρθρον 10 δὲν θὰ ἐκάλυπτε τὸ θέμα πέρα γιὰ πέρα τὸ ἄρθρον 17; Τί συμπλήρωσιν κάμνει; Τί χρειάζεται τὸ ἄρθρον 10 ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸ ἄρθρον 17; Καὶ ἡ κατάργησίς του θὰ ἦτο καλυτέρα. Μετὰ τὸ πόρισμα νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Πιστεύω, ὅτι τὸ ἄρθρον 10 ὁμιλεῖ περὶ ψηφοφορίας καὶ εἰς τὸ στάδιον αὐτό, δι’ ἀδικήματα συναυτουργῶς τελεσθέντα, κατὰ τρόπον ἀντικειμενικὸν καὶ ἐξ ἀποτελέσματος ἀντικειμενικῶς γνωστοῦ ὥστε νὰ εἶναι εὐχερὴς καὶ ἄμεσος ἡ ἀπόφασις, χωρὶς νὰ ἀποκλείεται μὲ τὸ ἄρθρον 17 καὶ ἡ παραπομπὴ τῶν ἑτέρων συνυπαιτίων. Διότι εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν ἐὰν θὰ ἐλέγαμεν: Ὄχι, θὰ ἐγεννᾶτο θέμα νομικόν, ἐνῷ μετὰ τὴν περισυλλογὴν τῶν στοιχείων καὶ μετὰ τὸ πόρισμα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς παραπομπῆς συναιτίων ἢ συνυπευθύνων. Ἡ καλυτέρα λύσις, ἡ εὑρισκομένη εἰς τὸ κέντρον, εἶναι νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν. Καὶ ὁ νόμος λέγει ἐπιφύλαξιν. Δὲν θὰ λάβωμεν ἀπόφασιν. Ἡ ἀπόφασις θὰ ληφθῇ μετὰ τὸ πόρισμα καὶ ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχουν συνυπαίτιοι, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν εἰδικώτερον ἡ Βουλή. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσῃ κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ ποινικὴ δίωξις ἡ ἐγερθεῖσα ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων διὰ τοὺς ἰδιώτας τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε εἰς τὴν Βουλήν.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βογιατζῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§182Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Καίτοι μὴ νομικός, θὰ ἤθελον νὰ προσφέρω καὶ ἐγὼ ἓν ἐπιχείρημα διὰ νὰ διαφωτισθοῦν πιθανῶς οἱ κ.κ. συνάδελφοι διότι εἰς ἐμὲ ἔκαμεν ἐξαιρετικὴν ἐντύπωσιν. Ἀναζητοῦμεν πότε θὰ ἀνευρεθοῦν οἱ συναίτιοι. Ἐὰν θὰ εἶναι μετὰ τὴν ἀνάκρισιν ἢ ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἀπὸ τώρα νὰ τοὺς παραπέμψωμεν καὶ νὰ τοὺς κρίνῃ ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Καὶ ἰσχυρίσθησαν οἱ συνάδελφοι τῆς ΕΔΑ, ὅτι ἀπὸ τώρα θὰ πρέπει, διότι τώρα τοὺς παραπέμπουν ὡς συναιτίους. Διαβάζοντας ὅμως τὸ κείμενον τῆς παραπομπῆς, εὑρίσκω ὅτι δὲν τοὺς παραπέμπουν ὡς συναιτίους τοὺς κ.κ. Πεζόπουλον καὶ Γουναράκην, ἀλλὰ τοὺς παραπέμπουν ὡς διαπράξαντας αὐτοτελῆ ἀδικήματα. Λέγει ἡ πρότασις τῶν κ.κ. βουλευτῶν: «... οἱ καθ’ ὧν στρέφεται ἡ παροῦσα πρότασις ποινικῆς προδικασίας, καὶ δὴ οἱ μὲν πρῶτοι 6 κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων ὡς Ὑπουργῶν, οἱ δὲ ὡς ἀρ. 7 καὶ 8 —εἶναι οἱ Γουναράκης καὶ Πεζόπουλος — ὡς διαχειριζόμενοι τὰς ὑποθέσεις τῆς ΔΕΗ καὶ περαιτέρω καὶ οἱ λοιποὶ συμπράξαντες». Δηλαδὴ παραπέμπονται οἱ Ὑπουργοί. Οἱ ἄλλοι ὡς διοικηταὶ τῆς ΔΕΗ καὶ οἱ περαιτέρω συμπράξαντες τοὺς ὁποίους ὁρίζουν οἱ κύριοι ὅτι θὰ τοὺς ἀνεύρῃ ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Ἑπομένως ἐδῶ δὲν δικαιοῦνται ὡς μὴ διατελέσαντες Ὑπουργοὶ νὰ τοὺς παραπέμψουν, διότι δὲν τοὺς παραπέμπουν ὡς συναιτίους. Λέγουν εἰς τὴν ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ὡς ὁρίζει καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι, νὰ ἀνεύρητε καὶ τοὺς λοιποὺς συμπράξαντας διὰ νὰ τοὺς παραπέμψητε. Ἀλλὰ τοὺς δύο κυρίους αὐτοὺς τοὺς παραπέμπουν ὡς αὐτοτελῶς ἐγκληματήσαντας καὶ ὄχι ὡς συναιτίους τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ ὑπάρχει πέραν αὐτοῦ καὶ δεύτερον θέμα. Διότι συνεφώνησα καὶ ἐγὼ μὲ τοὺς νομικοὺς οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ εἶναι τὸ στάδιον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀνευρεθοῦν οἱ συναίτιοι. Διότι ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ διαπιστώσῃ τοὺς αἰτίους καὶ μαζὶ μὲ αὐτοὺς καὶ τοὺς συναιτίους. Ἐὰν δὲν ὑπάρξουν αἴτιοι, ἐὰν δὲν ὑπάρξουν κατηγορούμενοι Ὑπουργοί, δὲν θὰ ὑπάρξουν καὶ συναίτιοι. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, μόνον ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ νὰ ἀνεύρῃ τοὺς συναίτιους. Καὶ τρίτον καὶ τελευταῖον, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει φόβος ἂν δὲν παραπεμφθοῦν τώρα οἱ δύο αὐτοὶ κύριοι, νὰ διαφύγουν ἀπὸ τὴν τελικὴν παραπομπήν; Προφανῶς, ὄχι. Διότι ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, ὅλοι ὡμολόγησαν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀνεύρῃ καὶ αὐτοὺς ποὺ ἀναφέρει ἡ πρότασις τῆς ΕΔΑ καὶ πολλοὺς ἄλλους. Ἐπομένως, αὐτοὶ δὲν θὰ διαφύγουν.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μπουρνιᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§184Α. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ καὶ τὸ γενικὸν θέμα τῆς παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν καὶ εἰδικώτερον τὸ σημερινὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη, κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν εἶναι καθαρῶς θέμα νομικὸν καὶ θὰ πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ἐντελῶς ἀντικειμενικά, δι’ αὐτὸ ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσω, διότι νομίζω ὅτι εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τῆς ἰδικῆς μας παρατάξεως δὲν ἐπεκράτησε πάντοτε ἀντικειμενικότης. Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἐφ’ ὅσον κατὰ βασικὴν ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει ἡ διάκρισις τῶν τριῶν ἐξουσιῶν, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποκτήσῃ δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ κρίνῃ πρόσωπα καὶ πράγματα. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ μᾶς παρέχεται μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις. Εἶναι βασικὴ ἀρχὴ τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 8 λέγει, ὅτι οὐδεὶς ἀφαιρεῖται τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ καὶ μόνον μία ἐξαίρεσις ὑπάρχει εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἣν ἀναφέρει ρητῶς τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἀνατίθεται ἡ ἄσκησις τῆς ποινικῆς διώξεως εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία, δι’ ἀποφάσεώς της θὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δικαίωμά της τοῦτο. Καὶ αὐτὴ ἡ περίπτωσις θὰ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ στενῶς περιοριστικά, διότι ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος. Περαιτέρω, τὸ Σύνταγμα παραπέμπει, διὰ τὰς λεπτομερείας εἰς τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Ὁ ἰσχύων σχετικὸς νόμος, μὲ τὸ ἄρθρον 10, εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ ποιάν τινα σύγχυσιν, διότι ἀναφέρει, ὄχι μόνον Ὑπουργούς, ἀλλὰ καὶ συνεργοὺς μὴ Ὑπουργούς. Εἶναι ὡς ἐκ τούτου δυνατόν, καὶ πιθανῶς ἐκ τοῦ λόγου τούτου νὰ δημιουργηθῇ μία σύγχυσις, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ κινηθῇ ἡ ἰδία διαδικασία καὶ διὰ τοὺς συνεργούς. Αὐτὴ ὅμως ἡ σύγχυσις αἴρεται ἀμέσως διὰ τῆς ρητῆς μνείας ἣν κάμει τὸ ἄρθρον 17, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὅτι, δύνανται, προϊούσης, τῆς ἀνακρίσεως, νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ οἱ συνεργοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνακαλυφθοῦν κατὰ τὴν ἀνάκρισιν ταύτην, δηλαδὴ τότε μόνον θὰ παραπεμφθοῦν καὶ αὐτοί, ἐὰν κρίνῃ σκόπιμον ἡ Βουλή, χωρὶς νὰ χρειάζεται ἡ παροῦσα προδικασία καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ συνεργῶν εἰς πρᾶξιν ὅπου αὐτουργοὶ εἶναι Ὑπουργοί. Κατὰ συνέπειαν, εἶναι σαφὴς ἡ ἑρμηνεία τῶν σχετικῶν διατάξεων, μόνον οἱ Ὑπουργοὶ διώκονται, δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχει ὁ οἱοσδήποτε πολίτης τὴν κάλυψιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Μόνον οἱ Ὑπουργοί, οἱ διατελέσαντες καὶ μή, ἔχουν αὐτὸ τὸ προνόμιον διὰ νὰ παραπεμφθοῦν. Οἱ συναίτιοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παραπέμπονται διὰ ἀδίκημα ποὺ εἶναι ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργός. Τότε γεννᾶται θέμα συναφείας. Καὶ ἄνευ ἀποφάσεως φυσικὰ τῆς Βουλῆς θὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ποὺ θὰ εἰσαχθοῦν καὶ οἱ Ὑπουργοί. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁ νόμος δίδει δυνητικὴν εὐχέρειαν, ἐὰν δηλαδὴ κρίνῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ὑπάρχει λόγος. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, ἡ Βουλὴ δύναται δι’ ἀποφάσεώς της νὰ ἀποδώσῃ τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἰς τὸν φυσικόν των δικαστήν. Ἀλλοίμονον, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἅπτεται καὶ θεμάτων ποὺ δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν ἁρμοδιότητά της, καὶ μεταβάλλεται εἰς δικαστήριον. Διότι ἐὰν ἀνοίξωμεν αὐτὸν τὸν δρόμον, κύριοι συνάδελφοι, τότε θὰ πρέπει κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν νὰ παραπέμπωμεν οἱονδήποτε Ὑπουργόν, ἀλλὰ καὶ πολίτην εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι εἶναι συνυπεύθυνος καὶ Ὑπουργὸς εἴτε βασίμως, εἴτε ἀβασίμως. Τοῦτο θὰ ἀπετέλει παραβίασιν πλήρη τοῦ ἀξιώματος τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Καὶ τόσον ἀπὸ τῆς νομικῆς ἀπόψεως, ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς τοιαύτης τοῦ θέματος εἶναι τελείως ἀσύγγνωστον νὰ δεχθῶμεν τὴν παραβίασιν τῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει γεγονὸς τὸ ὁποῖον θὰ ἀπέβαινεν εἰς βάρος τῆς ἀρχῆς τῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐδίδομεν λαβὴν κριτικῆς εἰς τοὺς δικηγόρους μας διὰ νὰ μᾶς ἀποδώσουν τὴν μομφὴν Δικτατορίας. Δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ ὑποπέσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ὀλίσθημα. Ἀφ’ ἑτέρου εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Κεφαλληνός, ὅτι δηλαδή, ἀσχέτως τοῦ ἂν εἶναι ὀρθὴ ἢ ὄχι ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη ἄποψις, ὑπάρχει πάντως μία πρότασις παραπομπῆς καὶ τῶν ἰδιωτῶν καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω τοῦτο. Πράγματι ὑπάρχει μία πρότασις καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσῃ διὰ ψηφοφορίας. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ὑποχρεοῦται νὰ θέτῃ τὰ θέματα πρὸς ψηφοφορίαν, ἀφοῦ κάμῃ φυσικὰ ἐπιλογὴν καὶ διαπιστώσῃ ἐὰν μία πρότασις εἶναι σύννομος καὶ σύμφωνος μὲ τὰς ἁρμοδιότητας τῆς Βουλῆς, ἐὰν δηλαδὴ ἡ πρότασις αὐτὴ ἐμπίπτῃ εἰς τὰς ἁρμοδιότητας τῆς Βουλῆς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχει ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ πρέπει νὰ καταλήξῃ εἰς ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα ποὺ πρέπει τελικῶς νὰ παραπεμφθοῦν. Ἐὰν δεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν αὐτό, πάλιν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος διότι ἤδη ὑπάρχει σιωπηρὰ ἀπόφασις αὐτῆς. Ἐγένετο ἡ πρότασις δι’ Ὑπουργοὺς καὶ ἰδιώτας καὶ τελικῶς ἡ Βουλὴ ἐδέχθη καὶ ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν μόνον τὸ θέμα τῆς παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν, σιγῇ θεωρήσασα ἀπαράδεκτον τὴν πρότασιν παραπομπῆς τῶν ἰδιωτῶν. Δὲν δύναται τώρα νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ λάβῃ ἄλλην ἀπόφασιν. Πρέπει, συνεπῶς ἀντικειμενικὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα καὶ νὰ κρατήσωμεν ἡμεῖς σταθερὰ τὸ λάβαρον τῆς Δημοκρατίας, ἐφαρμόζοντες τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ἀποφύγωμεν τὸ ὀλίσθημα οἱ βουλευταὶ νὰ μεταβάλλωνται ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται εἰς δικαστήριον καὶ νὰ παραβιάζουν τὴν βασικὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ νὰ δίδουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι νοθεύεται τὸ κράτος δικαίου, τὸ ὁποῖον ἐπαγγελλόμεθα. (Χειροκροτήματα).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Λυμπέρης, ἔχει τὸν λόγον.
§186Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Ἀξιότιμοι, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἀποφύγω ἀπολύτως νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, διότι σήμερον θὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν δικονομίαν ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον διὰ νὰ δώσῃ μίαν λύσιν, διὰ νὰ τάμῃ τὸ θέμα ποὺ προέκυψεν ἀπὸ τὴν ψηφοφορίαν τῆς Βουλῆς. Πρίν, ὅμως, προχωρήσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ θέμα θὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν τὶ λέγει τὸ Σύνταγμα, καὶ ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Καὶ ἐὰν τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» δὲν μᾶς δίδουν τὴν δικονομικὴν γραμμὴν ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν θὰ καταφύγωμεν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸν Κώδικα Ποινικῆς Δικονομίας καὶ εἰς τὴν νομολογίαν. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Βουλή, εἶναι Εἰσαγγελικὴ Ἀρχή, καὶ πρέπει νὰ ἐνεργήσωμεν ὅπως ἐνεργεῖ ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅταν ἔχῃ ἐνώπιόν του μίαν δικογραφίαν καὶ ἀπαγγέλῃ τὴν κατηγορίαν. Ἀλλὰ πρὶν πράξωμεν αὐτὸ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καὶ νὰ ὁριστικοποιήσωμεν τὸ θέμα. Τί εἶναι ἡ 12μελὴς Ἐπιτροπὴ ποὺ θὰ ἐκλέξωμεν; Ἐὰν νομίζωμεν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ περιορισθῇ εἰς τὴν συλλογὴν στοιχείων ἁπλῶς, τότε ἄλλη πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀπόφασίς μας. Ἐὰν θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἀνακλητικὴ τότε διάφορος θὰ εἶναι ἡ ἀπόφασίς μας. Ἐὰν πάλιν ἔχωμεν τὴν γνώμην, ὅτι ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἡ κυρία ἀνάκρισις ἀλλοία ἐπίσης θὰ εἶναι ἡ ἀπόφασίς μας. Διὰ νὰ κρίνωμεν τὸ θέμα, ἐὰν θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ εἶναι ἡ Εἰσαγγελικὴ πρότασις, πρέπει νὰ ἴδωμεν τί θὰ πράξῃ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Ἐὰν δηλαδὴ παραπεμφθῇ ὁ Α ἢ ὁ Β εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ παραπέμψῃ τὸν Α ἢ τὸν Β εἰς ἄλλο δικαστήριον ἢ τὸ εἰδικὸν αὐτὸ δικαστήριον θὰ τάμῃ ὁριστικῶς τὴν ὑπόθεσιν. Ὅταν εἴπωμεν ὅτι ὁ Α παραπέμπεται εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον δεχόμεθα, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις πλέον περαιτέρω ἀνακρίσεως καὶ βουλεύματος. Ὑπάρχει μόνον πέρα ἀπὸ ἐκεῖ ἡ ἀπόφασις τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ποὺ θὰ τάμῃ τὴν διαφοράν. Ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος λέγῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ καταδιώκει τοὺς Ὑπουργοὺς σύμφωνα μὲ τοὺς περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμους, ὅταν ἔχωμεν τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ποὺ ὁρίζει τὴν δικονομίαν, ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ ὅταν ἀκόμη ἔχωμεν νομολογίαν τῶν Ἀνωτάτων Δικαστηρίων, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 472) 1950 ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τοὺς κειμένους νόμους καὶ τὴν κειμένην νομολογίαν. Ἐν προκειμένῳ λέγει ἡ ἀπόφασις 472)1950 τοῦ Ἀρείου Πάγου «.... ἁρμόδιον κατ’ ἀρχὴν πρὸς ἀνάκρισιν καὶ ἐκδίκασιν εἶναι τὸ εἰδικὸν δικαστήριον μετὰ τῶν παρ’ αὐτῷ Ἀνακριτικῶν Ἀρχῶν ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ τοὺς παραπέμψῃ». Εἶναι προφανές, ὅτι εἶναι δυνητικὴ ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Βεβαίως, ὑπάρχει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1917 ποὺ περιπλέκει τὸ θέμα ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔδωκεν ἑρμηνείαν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία λέγει εἰς τὸ τέλος τὰ ἑξῆς: «...(ἀναγινώσκει)...». Τὴν ὑποχρέωσιν λοιπὸν τῆς Βουλῆς ὅπως παραπέμψῃ καὶ τοὺς συναιτίους τὴν μετατρέπομεν εἰς δικαίωμα. Ἢ θὰ πρέπει ἑπομένως νὰ ἀγνοήσωμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου, ἢ θὰ πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν οἱ συναίτιοι κριθοῦν ἀπὸ τὰ δικαστήρια.
§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Ε.Ρ.Ε.). Πότε;
§188Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Εἶπα, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου. Ἐὰν ὑπάρχῃ περαιτέρω στάδιον ἀνακρίσεως καὶ ἐκδόσεως βουλεύματος τότε νὰ κριθοῦν ἀπὸ τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ περαιτέρω στάδιον ἀνακρίσεως...
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει, κ. συνάδελφε, ἀναμφισβητήτως στάδιον ἀνακρίσεως καθοριζόμενον ἀπὸ τὸ ἄρθρον 17. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§190Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον γίνεται συζήτησις περὶ θέματος καθαρῶς νομικοῦ, δικονομικοῦ, θὰ ἔλεγον διαδικαστικοῦ διὰ τὴν ἐξέλιξιν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, δὲν θὰ εἶχον νόημα οἱ χαρακτηρισμοὶ ὅτι θὰ ὑποπέσωμεν εἰς ὀλίσθημα, ὅτι θὰ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα κλπ. Ἀναπτύσσονται ἀπόψεις καθαρῶς νομικαὶ ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν διατάξεων αὐτῶν. Ἡ ἄποψις ὅτι δύναται κατὰ τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νὰ παραπεμφθοῦν ἢ νὰ εἰσαχθοῦν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἢ νὰ ἀνακριθοῦν καὶ ἰδιῶται μαζὶ μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς ὡς συναίτιοι, δὲν εἶναι ἄποψις αὐθαίρετος. Διότι στηρίζεται, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, ποὺ δίδεται, βάσει τῶν ἀπόψεων αὐτῶν καὶ εἰς τὸν νόμον. Καὶ ὁ νόμος στηρίζεται εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία προβλέπει μὲν ὅτι τὸ εἰδικὸν δικαστήριον διώκει μόνον τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ ἡ δίωξις γίνεται εἰδικώτερον ὑπὸ τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ὁριζομένων. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν προβλέπει τὴν δίωξιν μετὰ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν συναιτίων ὄχι πάλιν αὐθαιρετῶν, ἀλλὰ ἐφαρμόζων μίαν ἀρχήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ δίκαιόν μας, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν συναφῆ ἀδικήματα, τὸ ἀνώτερον Δικαστήριον συνεκδικάζει καὶ τὰ ἄλλα τὰ μικροτέρας σημασίας ἀδικήματα. Ὑπάρχει ἡ συνεκδίκασις καὶ ἡ ἑνιαία ἐπίσης ἀνάκρισις. Διότι καὶ ἡ ἀνάκρισις γίνεται ἑνιαία, ὅταν ὑπάρχῃ συνάφεια εἰς τὰ ἀδικήματα. Τὶ λέγει ὁ νόμος αὐτὸς περὶ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς διώξεως τῶν ἀδικημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεύθυνοι παρουσιάζονται οἱ Ὑπουργοί, ὅταν γίνεται δίωξις κατὰ τῶν Ὑπουργῶν προκειμένου περὶ τῶν συναιτίων; Κύριε Πρόεδρε, αἱ διατάξεις περὶ συναιτίων εὑρίσκονται εἰς τρία σημεῖα τοῦ νόμου, εἰς τρία κεφάλαια θὰ ἔλεγον διακεκριμένα τοῦ νόμου. Πρῶτον, εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς διαδικασίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι περὶ αὐτῆς ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 10 καὶ ἑπομένως αὐτῆς τῆς διαδικασίας, ὅπου εὑρισκόμεθα σήμερον. Ὑπάρχει ἄλλη ἀναφορὰ εἰς τοὺς συναιτίους ἐκεῖ ὅπου γίνεται συζήτησις περὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ περὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς προτάσεως πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τῆς νέας ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς περὶ παραπομπῆς εἰς τὸ Δικαστήριον. Εἶναι τὸ δεύτερον στάδιον ὅπου γίνεται ἐπίσης ἀναφορὰ εἰς τοὺς συναιτίους. Καὶ ὑπάρχει καὶ τὸ τρίτον στάδιον, ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ὅπου γίνεται ἐπίσης ἀναφορὰ εἰς τοὺς συναιτίους κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐὰν ἀκόμη ἀθωωθοῦν ἀπὸ τὸ δικαστήριον οἱ Ὑπουργοί, δικάζονται παρὰ ταῦτα ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου ὡς μόνοι ἁρμόδιοι οἱ συναίτιοι. Εἶναι τὸ ἄρθρον 37 τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Ποία εἶναι ἡ ἔννοια, ἡ ὁποία δίδεται ἀπὸ τὸν νομοθέτην, τοῦ ἄρθρου 10, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ ἐπίμαχον, ὡς ἐτροποποιήθη μὲ τὸν Ν. 871; Βεβαίως ἡ τροποποίησις μὲ τὸν Ν. 871 ὁμιλεῖ περὶ παραπομπῆς. Ἡ τροποποίησις αὐτὴ περιελήφθη εἰς τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ τῆς προδικασίας, εἰς τὸ τὶ γίνεται, εἰς τὸ πῶς δηλαδὴ ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν ἀποφασίζει τὴν σύστασιν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀφεώρα τὴν παραπομπὴν θὰ ἦτο εἰς τὰ ἄρθρα 17 καὶ τὰ ἑπόμενα καὶ ὄχι ἐδῶ. Τὸ ὅτι λοιπὸν τοποθετεῖται ἐδῶ, παρέχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἀφορᾷ τὸ στάδιον αὐτὸ τῆς προδικασίας τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἄποψις προκύπτει καὶ ἀπὸ μίαν ἄλλην λογικὴν πλέον ἑρμηνείαν αὐτῆς τῆς διατάξεως. Λέγει ἡ διάταξις ὅτι γίνεται παραπομπή. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ παραπομπῆς εἰς τὸ δικαστήριον, περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὸ δικαστήριον καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ τὸ εἴπῃ. Δὲν ἐχρειάζετο κἂν αὐτὴ ἡ τροποποίησις. Διότι ἤδη τὸ ἄρθρον 17 ὁμιλεῖ περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅταν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προκύψουν εὐθῦναι διὰ τρίτα πρόσωπα, διὰ ἰδιώτας, νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραπομπὴν καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν παραπομπὴν εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Ἐὰν λοιπὸν περὶ τούτου ἐπρόκειτο δὲν ἐχρειάζετο νὰ τὸ εἴπωμεν μὲ εἰδικὴν διάταξιν, μὲ τὸν 871 εἰς τὸ ἄρθρον 10, διότι ἤδη ὑπάρχει ἡ διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 17. Συνεπῶς ἀπὸ τὴν λογικὴν αὐτὴν σύνδεσιν τῶν δύο διατάξεων τοῦ ἄρθρου 10 ὡς ἐτροποποιήθη μὲ τὸν Ν. 871 καὶ τοῦ ἄρθρου 17, προκύπτει νομίζω κατὰ τρόπον ἀναμφίβολον, ὅτι ἡ ἔννοια αὐτῆς τῆς διατάξεως εἶναι ὅτι ἡ παραπομπὴ δύναται νὰ γίνῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, μὲ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, τὴν συνιστωμένην διὰ τοὺς Ὑπουργούς. Τέλος θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω, ὅτι ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ ἁρμοδιότης τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ διενεργήσῃ τὴν ἀνάκρισιν κυρίως καὶ ἔναντι τῶν προσώπων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα συνδέονται, κατὰ τὸν τρόπον ποὺ συνδέονται μὲ τὰς πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας ἀπεφασίσθη ἡ ἀνάκρισις κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, θὰ προκύψουν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν, ἐὰν συναφῆ ἀδικήματα χωρισθοῦν καὶ κατὰ τὴν ἀνάκρισιν καὶ κατὰ τὴν δίκην. Παράδειγμα. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ Γουναράκης ἢ ὁ Πεζόπουλος δικάζονται ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται ὅτι διέπραξαν τὰ ἀδικήματα διὰ τὰ ὁποῖα κατηγοροῦνται, ἀλλὰ διότι ἐπιέσθησαν ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Θὰ δικασθῇ βέβαια ὁ Πεζόπουλος ἢ ὁ Γουναράκης, ἀλλὰ θὰ φαίνεται ὅτι ἐπιέσθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀθῳώνεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν μεγάλην ἀντίφασιν; Ἀπὸ συζητήσεις ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως ὑπάρχουν περιπτώσεις ἀναφερόμεναι εἰς τὰ μυστικὰ κονδύλια καὶ μάλιστα ὅτι εἶναι βέβαιον ὅτι ὑπάρχουν εὐθῦναι διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, εὐθῦναι ὡς συναιτίων τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ παραπέμψῃ τοὺς Ὑπουργούς;
§191Α. ΓΚΙΛΑΣ. Μόνον ἡ εἰκοσαμελὴς ἐπιτροπὴ τῶν βουλευτῶν, οὐδεὶς ἄλλος δικαιοῦται.
§192Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν παραπέμπει ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀλλ’ ὀφείλει....
§193Α. ΓΚΙΛΑΣ. Δὲν ὀφείλει ....
§194Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς δὲν ἔχει δικαίωμα. Ἀλλὰ τὶ θὰ γίνῃ τότε, θὰ παραμείνουν καὶ ἰδιῶται ἀκαταδίωκτοι; Ὅπως ὑποστηρίζετε σεῖς θὰ παραμείνουν ἀκαταδίωκτοι ἰδιῶται καὶ οὕτω θὰ δημιουργηθῇ χάσμα εἰς τὸ ποινικὸν δίκαιον. Ἐὰν ἀπεφάσιζεν ἡ Βουλὴ τὴν δίωξιν διὰ τὰ μυστικὰ κονδύλια ὡς πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, δὲν θὰ ἀπεφάσιζε καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους; Εἶναι λοιπὸν νομίζω, ὀρθὴ ἡ ὑπὸ τῆς παρατάξεώς μας διδομένη ἑρμηνεία ὅτι ἀφορᾷ τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἑπομένως ὑπάρχει θέμα ὑπὸ τῆς Βουλῆς παραπομπῆς καὶ τῶν ἰδιωτῶν διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπῆρχε νόημα διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἂν κατὰ τὴν πορείαν θὰ εὑρεθοῦν τυχὸν καὶ ἄλλοι ὑπεύθυνοι. Τὶ νόημα λοιπὸν ἔχει ὁ διαχωρισμὸς αὐτός;
§195Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ τόσον συγκεχυμέναι ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἀναπτύσσονται —ὅσαι ἦσαν συγκεχυμέναι, ὡς ἡ τελευταία— προδίδουν πασιφανῶς τὴν προσπάθειαν καλύψεως πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν νόμον. Ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἐτόνισεν ὁ συνάδελφος τῆς Ε.Κ. ἐξ Εὐβοίας, ὁ κ. Μπουρνιᾶς, τὸ θέμα εἶναι ἁπλοῦν καὶ ἀντὶ φρασεολογιῶν πολλῶν καὶ ἐξημμένου τόνου εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ὡμίλησα καὶ πρὶν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, θὰ ὁμιλήσω καὶ πάλιν διὰ νὰ γίνῃ πλήρως ἀντιληπτόν, ὅτι ἡ Βουλὴν δὲν κατηγορεῖ, βάσει τοῦ Συν)τος, παρὰ μόνον ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ τὸ Συν)γμα. Ἑπομένως ἡ κατηγορία εἶναι δυνατὸν νὰ στραφῇ μόνον κατὰ Ὑπουργῶν. Ἡ παραπομπὴ εἶναι ἔννοια, τὴν ὁποίαν δὲν πρόκειται ἡ σημερινὴ Βουλὴ νὰ καταργήσῃ ἢ νὰ νοθεύσῃ. Διότι αὐτὸ δὲν εἶναι δικαίωμά της. Θὰ εἶναι ἄκυρος καὶ ἡ ἀπόφασίς της. Ἡ παραπομπὴ γίνεται ὅταν ὑπάρχῃ πόρισμα, ὄχι τὸ πόρισμα, κ. Πρόεδρε, τῶν οἱωνδήποτε ἐλεγκτῶν. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἐλεγκταὶ ἢ τὸ σῶμα τῆς μέχρι τοῦδε προανακρίσεως ἢ ἀνακρίσεως τῶν οἱωνδήποτε Εἰσαγγελέων ἤ, μᾶλλον, ἐλεγκτῶν. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν ὑπῆρχε, διότι ὁ προλαλήσας ὑποθέτει ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὴν τριμελῆ Ἐπιτροπήν, τὴν ὑπόθεσιν Γουναράκη–Πεζοπούλου καὶ τὴν ὑπόθεσιν τῶν τελευταίων κυρίων, τὴν ἀχθεῖσαν ἤδη ἐνώπιον δικαστηρίου. Τὸ Σύν)μα δὲν εἶχεν αὐτὰ ὑπ’ ὄψει. Τὸ Σύν)γμα εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅτι δὲν εἶχε γίνει οὔτε ἔκθεσις ἐλεγκτῶν, οὔτε ὅτι ὑπῆρχε παραπομπὴ ἤ, μᾶλλον, ἀνάκρισις τακτικῆς δικαιοσύνης. Τὸ Σύνταγμα ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὅτι, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τίποτε προηγούμενον, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν καὶ τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσεν ὁ προλαλήσας, σχετικῶς μὲ ἄλλο Ὑπουργεῖον, ἔρχονται 20 συνάδελφοι καὶ κατηγοροῦν ἕνα Ὑπουργὸν καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ συμμερισθῇ τὴν κατηγορίαν καὶ νὰ καταρτίσῃ προανακριτικὴν Ἐπιτροπήν. Μόνον αὐτὸ δικαιοῦται καὶ νὰ ζητήσῃ ἡ 20μελὴς ὁμὰς βουλευτῶν καὶ μόνον ἐπ’ αὐτοῦ δικαιοῦται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Οἱ συναίτιοι —καὶ μόνον συναίτιοι, ὄχι αὐτουργοὶ τυχὸν ἄλλων ἀδικημάτων— ἀναζητοῦνται ὑπὸ τῆς προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔργου τῆς προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἔρχεται τὸ πόρισμα καὶ ἐξετάζει ἡ Βουλὴ ἐὰν τοὺς συναίτιους, τοὺς ὁποίους ἀνεκάλυψεν ὡς πιθανῶς συναίτιους πιθανῶν ἀδικημάτων ἡ προανακριτικὴ Ἐπιτροπή, θὰ τοὺς στείλῃ μαζὶ μὲ τοὺς Ὑπουργούς, εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Ἐάν, κ. Πρόεδρε, ἦσαν σωστὰ ὅλα αὐτὰ τὰ συγκεχυμένα πράγματα ποὺ ἠκούσθησαν, ἐρωτῶ τὶ θὰ συμβῇ εἰς τὴν ἀκόλουθον περίπτωσιν. Λέγει ἡ 20μελὴς ὁμὰς βουλευτῶν σήμερον ὅτι ὑπάρχουν οἱ τάδε κύριοι, διατί; Διότι ἔχει κινηθῆ μία ποινικὴ διαδικασία. Θὰ ἠμποροῦσαν νὰ εἴπουν, ὅπως εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν καὶ 100 ἄλλοι. Θὰ ἀπεφαινόμεθα καὶ περὶ αὐτῶν; Δὲν εἶναι ἐπιχείρημα ὅτι περὶ τῶν ἄλλων δὲν πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν, διότι ἔχει κινηθῆ τακτικὴ ποινικὴ διαδικασία. Αὐτὸ θὰ ἦτο παράξενον. Ἢ θὰ εἴπωμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ παντὸς πολίτου ἐκ τῶν προτέρων, πρὸ τῆς προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, θέτοντες συναιτιότητα οἱουδήποτε, ἢ θὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχει αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἔχει κινηθεῖ διαδικασία διώξεως κατὰ τῶν κ.κ. Γουναράκη καὶ Πεζοπούλου, εἴτε ὄχι, ὅτι δὲν γνωρίζομεν ὅλα αὐτὰ καὶ ἂς τὰ ἐξετάσῃ ἡ προανακριτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἂς ἐξετάσῃ αὐτὴ κατὰ πόσον ὑπάρχουν συναίτιοι ἢ ὄχι. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει καὶ τὸ ἀκόλουθον ἁπλοῦν ἐπιχείρημα. Ἐρωτᾶτε σήμερον σεῖς τὴν Βουλήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ τὸ πράξετε, διότι ἐὰν τὸ πράξετε θὰ παρεβιάζετο τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ νόμος περὶ τῶν ἄλλων τῶν μὴ Ὑπουργῶν ὡς συναιτίων, καταρτίζεται ἡ προανακριτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ αὐτὴ ἀνακαλύπτει ἄλλους συναιτίους. Βάσει τῆς ἀρχῆς τοῦ Συντάγματος περὶ ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων, πῶς ὡς πρὸς ἄλλους μὲν θὰ διαταχθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἔρευναν καὶ προανάκρισις, ὡς πρὸς ἄλλους δὲ ὄχι; Ὑποθέσατε, ὅτι τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἡ προανακριτικὴ Ἐπιτροπὴ θεωρεῖ πιθανὴν τὴν συνυπαιτιότητα 10 ἄλλων προσώπων καὶ ἔρχεται καὶ ζητεῖ τὴν παραπομπήν των μαζὶ μὲ τοὺς Ὑπουργούς, πῶς θὰ γίνῃ αὐτό; Ἐὰν εἴπωμεν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀντίθετον πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν νόμον, ὅτι δύναται ἑκάστοτε νὰ ἐρωτᾷ τὴν Βουλὴν ἀφοῦ θὰ ἔχῃ καταρτισθῆ, τότε μόνον θὰ ἐσεβόμεθα τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν τὸ λέγει καὶ ὁ νόμος, διότι ὁ νόμος λέγει ὅτι καταρτίζεται ἡ προανακριτικὴ Ἐπιτροπή, μετὰ τὴν κατάρτισίν της καὶ μέχρι λήξεως τοῦ ἔργου της ἡ Βουλὴ δὲν ἀσχολεῖται πλέον μὲ τὰ θέματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στείλῃ ἐρώτημα ἡ προανακριτικὴ Ἐπιτροπή, διὰ τοῦ ὁποίου ἐρωτήματος νὰ ζητήσῃ νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ ἄλφα ἢ βῆτα ὑπαλλήλου ἢ ἰδιώτου καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι καὶ περὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ. Ἡ προανακριτικὴ Ἐπιτροπὴ δικαιοῦται νὰ ἐξετάσῃ τὴν συνυπαιτιότητα οἱουδήποτε χωρὶς νὰ τὸ εἴπωμεν ἡμεῖς, διότι ἐὰν εἴπωμεν ἡμεῖς, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ μόνον τῶν τριῶν ἢ τῶν τεσσάρων, τότε δὲν δικαιοῦται νὰ ἐξετάσῃ κανενὸς πέμπτου. Ἐὰν εἴπωμεν ἀντιθέτως, ὅτι τοῦ πέμπτου δικαιοῦται νὰ ἐξετάσῃ χωρὶς νὰ ἔχωμεν παραπέμψῃ ἡμεῖς τότε σημαίνει ὅτι παραβιάζομεν τὴν βασικὴν ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος περὶ ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων. Κύριε Πρόεδρε, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ προσθέσω καὶ τὸ τελευταῖον αὐτὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ πείσῃ πάντα σεβόμενον τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν οἱανδήποτε θεωρίαν καὶ νὰ συμμερισθῇ τὴν ἰδικήν μας, ὅτι μόνον κατηγορίαν κατὰ Ὑπουργοῦ δικαιοῦται νὰ διατυπώσῃ ἡ Βουλή.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κουτσοχέρας, ἔχει τὸν λόγον.
§197Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶναι νομικὸν θέμα θὰ ἤθελα νὰ διατυπώσω καὶ ἐγὼ τὰς ἀπόψεις μου καὶ νομίζω, ὅτι ὕστερα ἀπὸ τὸν νόμον 871)1917 δὲν ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ ζήτημα, ὅτι δηλαδὴ ἡμεῖς τώρα δὲν πρέπει νὰ ἀπασχοληθῶμεν μὲ τὸ θέμα τῶν ἰδιωτῶν. Ἡμεῖς, ἐν ὄψει τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου τὸ μόνον δικαίωμα ποὺ ἔχομεν τώρα εἶναι νὰ ὁρίσωμεν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ παραπέμψωμεν τὸ θέμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν πρὸς ἔρευναν καὶ ὅταν θὰ ἐκδοθῇ τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς τότε βεβαίως θὰ ἀποφανθῶμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τὰ περαιτέρω. Καὶ θὰ εἶχα νὰ κάμω τὴν ἑξῆς πρότασιν καὶ δι’ αὐτὸ λαμβάνω τὸν λόγον διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις. Ἡ πρότασίς μου, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ θέλει ἀσχοληθῆ μὲ τὸ θέμα τῶν ἰδιωτῶν, περὶ ὧν ἡ πρότασις, ὡς καὶ παντὸς ἄλλου συναιτίου ἢ συνεργοῦ μετὰ τὸ πόρισμα τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς». Νομίζω, ὅτι αὐτὸ δίδει τὴν μέσην λύσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐγένοντο πολλαὶ συζητήσεις, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν σοβαρὰν ὑπόδειξιν πέραν τῆς προτάσεως. Ἐπειδὴ ἠσχολήθη ἡ Βουλὴ μὲ τὸ θέμα τοῦ μέχρι ποίου σημείου φθάνει ἡ δικαιοδοσία τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἕνα γενικὸν ἀξίωμα εἰς τὴν νομικὴν ἐπιστήμην τὸ ἀδιαίρετον τῆς δίκης, θὰ ἤθελα νὰ σημειωθῇ τοῦτο, ὅτι καὶ τὸ νομοθέτημα περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὡς διετυπώθη τότε ἀπὸ τὸν Τρικούπην, σέβεται αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀδιαιρέτου τῆς δίκης καὶ αὐτὸ τὸ λέγω, διότι πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ τὴν κατευθυντήριον γραμμὴν διὰ τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν. Λέγει τὸ νομοθέτημα τοῦ Τρικούπη, ὅτι «τοῦτο εἶναι συνέπεια τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀδιαιρέτου τῆς δίκης, ἡ διχοτόμησις αὐτῆς πάντοτε ἐθεωρήθη ἐπιβλαβὴς πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἐνῷ ἀπεναντίας ἡ διὰ τοὺς συνενόχους ἐγγύησις εἶναι μείζονες ἐν τῷ εἰδικῷ δικαστηρίῳ». Καὶ λέγει ὁ κ. Ἀραβαντινὸς καὶ τὸ λέγω αὐτὸ χάριν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις: «Ἐνδείκνυται νὰ κρίνωνται καὶ συνυπαίτιοι μαζὶ μὲ τοὺς αὐτουργοὺς διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸ θέμα τοῦ διχασμοῦ τῆς δίκης, ἂν μὴ ἀδύνατον, τοὐλάχιστον λίαν δύσκολον καθίσταται, διότι δύο δικαστήρια, κρίνοντα ἴσως καὶ κατ’ ἄλλην διαδικασίαν ἕκαστον, νὰ φθάσωμεν εἰς ἀντιθέτους ἀποφάσεις καὶ τότε κατ’ ἀνάγκην ἡ ἑτέρα εἶναι ἄδικος. Καὶ πολιτικῶς δὲ διότι διὰ τοιούτων ἀντιφατικῶν ἀποφάσεων κλονίζεται ἡ πρὸς τὰ δικαστήρια ἐμπιστοσύνη τῶν πολιτῶν». Αὐτὰ θέτω ὑπ’ ὄψιν τοῦ Σώματος κ. Πρόεδρε.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἔλαβα ὑπ’ ὄψιν κ. συνάδελφε. Ὁ κ. Ἐφραιμίδης παραιτεῖται τοῦ λόγου. Ὁ κ. Κ. Στεφανάκης ἔχει τὸν λόγον.
§199Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ ἄποψις, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ κρίνῃ περὶ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῶν συναιτίων ὅταν ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν. Νομίζω, ὅτι προέχον, δὲν εἶναι τὸ θέμα ποία εἶναι ἡ ἁρμοδιότης τῆς δωδεκαμελοῦς Ἐπιτροπῆς, εἶναι ἔργον ἰδικόν της νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ ἐνεργήσῃ προανάκρισιν καὶ ἐναντίον τῶν συναιτίων, γνωστῶν καὶ ἀγνώστων αὐτὴν τὴν στιγμήν, καὶ εἶναι ἀδιανόητον ἐκ τῶν προτέρων νὰ περιορίσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ ὡρισμένων μόνον προσώπων ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐνεργήσῃ τὴν προανάκρισιν. Διετυπώθησαν δύο ἀπόψεις, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δικαιοῦται νὰ ἐνεργήσῃ προανάκρισιν καὶ ἐναντίον τῶν συναιτίων καὶ διετυπώθη ἡ ἀντίθετος ἄποψις, ὅτι δὲν τὸ δικαιοῦται βάσει τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος. Τὴν διετύπωσε τὴν ἄποψιν αὐτὴν ὁ κ. Γ. Ράλλης καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι.
§200Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ εἶπον.
§201Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Νομίζω, κ. Ράλλη, ὅτι εἴπατε τὸ ἑξῆς πρᾶγμα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι δὲν δύναται ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν ἔναντι τῶν συναιτίων καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ἀφορᾷ τὴν τακτικὴν ἀνάκρισιν, μετὰ τὸ πέρας τῆς προανακρίσεως, τὴν ἐνεργουμένην ὑπὸ εἰδικοῦ εἰσηγητοῦ ὁριζομένην ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§202Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτον τὶ ἐγώ.
§203Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι μόνον ἡ προανακριτικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποφασίσῃ περὶ διεξαγωγῆς προανακρίσεως καὶ κατὰ ἰδιωτῶν συνενόχων. Ἤδη, νομολογιακῶς ἔχει κριθῆ ὅτι ἡ 12μελὴς ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐνεργήσῃ προανάκρισιν καὶ κατὰ ἰδιωτῶν. Τοῦτο εἶναι λογικόν, διότι ὅταν ἡ Βουλὴ δικαιοῦται τὸ μεῖζον, ἤτοι νὰ εἰσαγάγῃ εἰς δίκην ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου τοὺς ἰδιώτας δικαιοῦται καὶ τὸ ὀλιγώτερον νὰ ἐνεργήσῃ προανάκρισιν διὰ τῆς 12μελοῦς Ἐπιτροπῆς. Ἄλλωστε καὶ τὸ συμφέρον τῶν κατηγορουμένων ἰδιωτῶν ἐπιβάλλει, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, διότι οὕτω θὰ δυνηθοῦν καὶ κατὰ τὴν προδικασίαν νὰ ἀκουσθοῦν καὶ ὑποβάλουν τοὺς ἰσχυρισμούς των καὶ τὰ στοιχεῖα βάσει τῶν ὁποίων, θὰ ἀποδειχθῇ ἡ κατηγορία ἀβάσιμος. Δὲν ἐννοῶ διατὶ οἱ κατηγορούμενοι ἰδιῶται, πρέπει νὰ στερηθοῦν τῆς προδικασίας. Ἀλλά, εἴπομεν, ὅτι εἶναι τῆς ἀποκλειστικῆς ἁρμοδιότητος τῆς 12μελοῦς Ἐπιτροπῆς νὰ κρίνῃ ἐὰν συμφέρῃ νὰ ἐνεργήσῃ προανάκρισιν καὶ κατὰ συνενόχων ἰδιωτῶν. Ἡ 12μελὴς Ἐπιτροπὴ θὰ κρίνῃ ἐὰν ἡ προανάκρισις κατὰ ἰδιωτῶν θὰ ὁδηγήσῃ εἰς παρέλκυσιν τῆς ὑποθέσεως, ἐὰν εἶναι σκόπιμον νὰ ἐμπλέξῃ καὶ τοὺς ἰδιώτας μὲ κίνδυνον μέχρι τῆς λήξεως τῆς συνόδου νὰ μὴ ἔχῃ περατωθῆ ἡ προανάκρισις, ὅτε θὰ ἀνακύψῃ θέμα παραγραφῆς καὶ τοῦ ἀδικήματος τῶν Ὑπουργῶν περὶ παραβάσεως καθήκοντος, δι’ ὃ καὶ μόνον θὰ ἐνεργηθῇ προανάκρισις. Ἡ προανάκρισις πρέπει νὰ περατωθῇ τὸ συντομώτερον. Τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ πολιτικὸν συμφέρον τῆς χώρας. Ἡ ἄποψις καθ’ ἣν αἱ ἀνακριτικαὶ ἀρχαί, αἵτινες ἐπελήφθησαν τῆς ἀνακρίσεως κατὰ τῶν κ.κ. Πεζοπούλου καὶ Γουναράκη θὰ συνεχίσουν τὸ ἔργον των, εἶναι ἐσφαλμένη. Δυστυχῶς ἡ ἀνάκρισις θὰ διακοπῇ μέχρις ὅτου ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ περὶ τῆς παραπομπῆς ἢ μὴ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν συνενόχων. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Στεφανοπούλου, τί θὰ συμβῇ ἐὰν ἡ Βουλὴ μετὰ τὸ πέρας τῆς προανακρίσεως δὲν παραπέμψῃ τοὺς Ὑπουργούς, θὰ παραπέμψῃ ἄρα γε τοὺς ἰδιώτας; Ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι ἀναβιοῖ ἡ διαδικασία τῶν τακτικῶν ποινικῶν δικαστηρίων καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς ἀνακριτικῶν ἀρχῶν. Καὶ μόνον ὅταν ἡ ὑπόθεσις ἔχῃ ἀχθῆ ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου καὶ τοῦτο ἀπαλλάξῃ τοὺς Ὑπουργούς, δικάζει κατὰ τὸ ἄρθρον 37, τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τοὺς ἰδιώτας. Ἡ 12μελὴς Ἐπιτροπὴ θὰ ἀντιμετωπίσῃ πολλὰ ζητήματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων προέχον εἶναι τὸ τῆς διαπιστώσεως τοῦ ἀδικήματος παραβάσεως καθήκοντος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀντικειμενικῆς καὶ ὑποκειμενικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀδικήματος. Τελειώνων, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον, μίαν ἀπόφασιν δύναται νὰ λάβῃ, ὅτι περὶ τῶν συναιτίων θὰ κρίνῃ οὐχὶ τώρα, ἀλλὰ ὅτε θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς δίκην τῶν Ὑπουργῶν.
§204Α. ΤΖΙΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἤθελα νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ θέμα, ἐὰν δὲν ἐγένετο μία σύγχυσις ὡς πρὸς ὡρισμένην ἔννοιαν ποὺ δίδεται εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι δύνανται νὰ παραπεμφθοῦν καὶ οἱ συνυπεύθυνοι. Διὰ νὰ ὑπάρχουν ὅμως συνυπεύθυνοι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συγκεκριμένη δικαστικὴ πρᾶξις ποὺ νὰ τοὺς ἀποδίδῃ τὴν ἰδιότητα αὐτήν. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ συγκεκριμένη αὐτὴ δικαστικὴ πρᾶξις, δὲν ὑπάρχουν συνυπαίτιοι. Εἶναι δυνατὸν ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως νὰ κρίνωμεν ἐὰν ὑπάρχουν συνυπαίτιοι; Πρᾶξις δικαστικὴ ἄχρις ὥρας δὲν ὑπάρχει. Νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ ἀποφασίσωμεν ἐὰν προκύψῃ θέμα κατὰ τὴν διενέργειαν τῆς προανακρίσεως ὑπὸ τῆς προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ προκῦψαν νομικὸν θέμα διερευνήθη ἐπαρκῶς καὶ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον τὸ Προεδρεῖον ἐξήγαγεν ἐκ τῆς συζητήσεως. Ἡ Βουλὴ ἐπιφυλάσσεται νὰ λάβῃ ἀπόφασιν περὶ παραπομπῆς ἢ μὴ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον τῶν συγκατηγορηθέντων συναιτίων μὴ βουλευτῶν ἢ τῶν τυχὸν ἀνακαλυφθησομένων μεταγενεστέρως τοιούτων κατὰ τὸ πόρισμα τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 10, τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου 871)1917. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, δι’ ἀναστάσεως νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν αὐτήν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Συνεπῶς ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀνωτέρω πρότασιν. Τὴν προσεχῆ Πέμπτην θὰ ἔχωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν, τὴν δὲ προσεχῆ Παρασκευὴν θὰ εἰσέλθωμεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ψηφοφορίαν διὰ τὴν ἐκλογὴν Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Αὔριον Τετάρτην, δὲν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν, λόγῳ τῆς κηδείας τοῦ ἀειμνήστου συναδέλφου καὶ Ὑφυπουργοῦ τῆς Παιδείας Λουκῆ Ἀκρίτα.
§206Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω ἐπειδὴ τὴν Παρασκευὴν θὰ ὑπάρχουν καὶ ἐρωτήσεις καὶ θὰ γίνῃ καὶ ἡ ψηφοφορία, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ τὸ δέχεται, ἡ περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τῆς προταχθείσης ἐπερωτήσεως ἐπὶ τῆς ἀσφαλείας νὰ γίνῃ τὴν προσεχῆ Τρίτην καὶ παρακαλῶ μάλιστα νὰ μοῦ δοθῇ ὁ λόγος, ὥστε νὰ εἶμαι ὁ πρῶτος ὁμιλητής, διότι καὶ ἡ συνεδρίασις τῆς Παρασκευῆς θὰ καταναλωθῇ, τοὐλάχιστον κατὰ δύο ὥρας, μιᾶς διὰ τὰς ἐρωτήσεις καὶ μιᾶς διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ζητῶ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς.
§208ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§210ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Πέμπτην καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως Νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 0,30′ π.μ.)