1964.12.16
2.341 στίχοι · 17.737 λέξεις · 201 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20ὴ
Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 1964
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 11.15′ π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Δούκας ζητεῖ 15θήμερον ἄδειαν προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Κατσώτας ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Σ. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει πρότασιν «περὶ ἱδρύσεως Ὑφυπουργείου Καπνοῦ, Ἀναδιοργανώσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Καπνοῦ καὶ ἱδρύσεως Ὀργανισμοῦ Συγκεντρώσεως καὶ Διαχειρίσεως τῶν πλεονασμάτων Καπνοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Βρανόπουλος, Ε. Σκορδίλης, Χ. Μπουγᾶς καὶ Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Ὑπουργείων Τουρισμοῦ καὶ Μορφωτικῶν Σχέσεων καὶ Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Σκορδίλης, καταθέτει προσθήκας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος κλπ.» καὶ 2) «περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς ἰσοτίμου πρὸς τὰ δημόσια σχολεῖα Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τοῦ ὑπὸ τοῦ «Προτύπου Εἰδικοῦ Ἐκπαιδευτηρίου» ἱδρυθέντος ἰδιωτικοῦ Γυμνασίου Κωφῶν καὶ Βαρηκόων Παίδων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Καλαντζῆς καὶ Δ. Βρανόπουλος, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κρίσεως τῶν Ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Κουτσοχέρας, Β. Ἰντζές, Χ. Πιπιλῆς, Λ. Λαγάκος, Π. Κατσώτας, Α. Πετραλιᾶς, Ε. Κοθρῆς καὶ Γ. Στεφανόπουλος, καταθέτουσι προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου Νομαρχῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Βουρδουμπᾶς καὶ Α. Σπανορρήγας, καταθέτουσι προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς κειμένης συνταξιοδοτικῆς νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σ. Τσιαπάρας, καταθέτει ὑπόμνημα ὑποψηφίων φοιτητῶν διαγωνισθέντων κατὰ Σεπτέμβριον 1964 καὶ λαβόντων 190 βαθμοὺς καὶ ἄνω, αἰτουμένων ἐγγραφὴν εἰς ἃς Σχολὰς διηγωνίσθησαν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου καὶ Σ. Ἡλιόπουλος, διὰ τηλεγραφήματός των αἰτοῦνται ἄμεσον καταβολὴν δεδουλευμένων ἡμερομισθίων εἰς ἐργατοτεχνίτας καὶ οἰκοδόμους ἐργαζομένους εἰς ἔργα ΑΣΟ Κ. Β. Μαραγκοπούλου Πατρῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἡμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν ἀγελαδοτρόφων Βερροίας, αἰτουμένων τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς εἰσαγωγῆς βοειδῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ τὴν συνέχισιν τῆς πριμοδοτήσεως τῶν μόσχων. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Τ. Καρδάρας, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν Γ. Μπακαβοῦ, Ι. Παπαρρίζου καὶ Κ. Μασούρα, κατοίκων ἐπαρχίας Ἁγιᾶς Λαρίσης, αἰτουμένων διάθεσιν τῶν ἀγροτικῶν των προϊόντων, ἐπιδότησιν αὐτῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Τ. Γεωργίου, καταθέτει ὑπομνήματα τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Λαρίσης, αἰτουμένου ἐπίλυσιν αἰτήματος τῶν Καραγωγέων, ἄμεσον λειτουργίαν παραρτήματος τῆς Τουριστικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ, ἀνέγερσιν κτιρίου πρὸς στέγασιν τῶν Ἐργατοϋπαλληλικῶν Ὀργανώσεων καὶ τῆς ἱδρυθησομένης ἐργατικῆς Λέσχης λῆψιν ὑπ’ ὄψιν τῶν αἰτημάτων τῶν ἐπαγγελματιῶν ὁδηγῶν αὐτοκινήτων κατὰ τὴν ἐνδεχομένην δημοτικοποίησιν τῆς ἀστικῆς συγκοινωνίας Λαρίσης καὶ πλήρη ἀσφάλισιν παρὰ τοῦ Ι.Κ.Α. τῆς τάξεως τῶν ἐφημεριδοπωλῶν. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Μαυρίδης, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Κοινότητος Νεοχωρίου–Σερρῶν, αἰτουμένης οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Γ. Μεταξᾶς, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων περιφερείας Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, αἰτουμένων ρύθμισιν ζητημάτων τοῦ κλάδου των. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ι. Μαυριδόγλου, καταθέτει ἀναφορὰν Ἐπιτροπῆς Γονέων καὶ Κηδεμόνων ὑποψηφίων Ἰατρικῶν καὶ Ἀρχιτεκτονικῶν Σχολῶν, αἰτουμένης κάλυψιν τῶν κενῶν τῶν ἐν λόγῳ Σχολῶν ὑπὸ τῶν ὑποψηφίων κατὰ σειρὰν ἐπιτυχίας των. Ὁ βουλευτὴς Μαγνησίας κ. Φ. Παναγιωτόπουλος, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου Προσωπικοῦ περιφερειακοῦ Ὑποκαταστήματος ΙΚΑ Βόλου, διαμαρτυρομένου δι’ αἴτημα ἰατρῶν ΙΚΑ ὅπως ἀσφαλίζονται εἰς ΤΕΑΠΟΚΑ. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Χαλυβουργίας Ἐλευσῖνος, αἰτουμένης μὴ ἐπιψήφισιν κατατεθέντος σχεδίου νόμου προβλέποντος ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ χώρου ἐγκαταστάσεως Βιομηχανικῆς ἢ Βιοτεχνικῆς Ἐπιχειρήσεως ὄντος ἀπαραιτήτου πρὸς ἐγκατάστασιν ἄλλης σοβαρωτέρας Βιομηχανίας. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Δ. Γρίβας, καταθέτει ὑπόμνημα Ἐπιτροπῆς Συνταξιούχων Ο.Γ.Α. Κοινότητος Καλλιφύτου Δράμας, αἰτουμένης αὔξησιν τῶν Συντάξεων εἰς δραχ. πεντακοσίας, χορήγησιν δώρων Χριστουγέννων καὶ Πάσχα κλπ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Δ. Γρίβας, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Καλλιφύτου «Ο ΗΣΙΟΔΟΣ», αἰτουμένου χαρακτηρισμὸν τῆς περιοχῆς ὡς κλασσικῆς διὰ τὴν καλλιέργειαν ὁμωνύμων καπνῶν. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Δ. Γρίβας, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Συλλόγων Δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος, αἰτουμένης χορήγησιν ἐκτάκτου ἐπιδόματος ἐκ 1.200 δραχ. μηνιαίως ἀνεξαρτήτως βαθμοῦ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Στ. Τσιαπάρας, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ προέδρου τῆς Κοινότητος Φιλαδελφείου Λαγκαδᾶ, αἰτουμένης χορήγησιν συσσιτίου εἰς τοὺς μαθητὰς τῆς Κοινότητος ταύτης. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης, κ. Στ. Τσιαπάρας, καταθέτει ὑπόμνημα αὐτοκινητιστῶν κατοίκων προαστίων Θεσ)κης, αἰτουμένων ἐνίσχυσιν τοῦ 54ου ΚΤΕΛ διὰ χορηγήσεως 20 ἀδειῶν λεωφορείων εἰς ὁμάδας ἐπαγγελματιῶν αὐτοκινητιστῶν. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σ. Τσιαπάρας, καταθέτει ὑπόμνημα ἀκτημόνων καλλιεργητῶν Συν)σμοῦ Μαυρούδας τῆς Κοινότητος Σκεπαστοῦ–Λαγκαδᾶ, αἰτουμένων ἀποβολὴν τῶν αὐθαιρέτως καταλαβόντων ἔκτασιν τῆς ἀποξηρανθείσης λίμνης Μαυρούδα, παραχωρηθεῖσαν εἰς αὐτοὺς δι’ ἀποφάσεως τοῦ Δ)ντοῦ Γεωργίας Ν. Θεσσαλονίκης. Ὁ βουλευτὴς Τρικάλων κ. Κ. Γιαννούσης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν ἰνδιανοτρόφων Παλαιοπύργου Τρικάλων, ἐκφραζόντων τὴν ἀνησυχίαν των διὰ κυκλοφορήσασαν φήμην περὶ εἰσαγωγῆς ἰνδιάνων ἐκ Βουλγαρίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ἀστακοῦ, αἰτουμένης μὴ περικοπὴν τῆς ἀδείας καπνοκαλλιεργείας κάτω τῶν τεσσάρων στρεμμάτων κατὰ μέλος οἰκογενείας προκειμένου περὶ ξηρικῶν κτημάτων καὶ δύο στρεμμάτων προκειμένου περὶ ποτιστικῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Λευκίμμης, αἰτουμένων ἄμεσον ἐπισκευὴν Γεφύρας τοῦ ἐν λόγῳ χωρίου καταστραφείσης ὑπὸ πλημμύρας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Γ. Μεταξᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Θεσσαλονίκης, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν κατ’ ἀπαράδεκτον τρόπον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικηγόρων. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν ἐπιτροπῆς γονέων καὶ κηδεμόνων ὑποψηφίων ἰατρικῶν καὶ ἀρχιτεκτονικῶν σχολῶν, αἰτουμένων κάλυψιν τῶν κενῶν θέσεων εἰς τὰς ἐν λόγῳ σχολὰς διὰ τῶν ὑποψηφίων τούτων κατὰ σειρὰν ἐπιτυχίας των εἰς τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Γ. Μεταξᾶς, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης, αἰτουμένου ρύθμισιν ζητημάτων λειτουργῶν Στοιχειώδους Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Λαρίσης, αἰτουμένου ἐπίλυσιν αἰτήματος καρραγωγέων καὶ ἁμαξηλατῶν, ἄμεσον λειτουργίαν παραρτήματος τῆς Τουριστικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ, ἀνέγερσιν κτιρίου πρὸς στέγασιν τῶν ἐργατοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων καὶ τῆς ἱδρυθησομένης ἐργατικῆς Λέσχης, λῆψιν ὑπ’ ὄψιν αἰτημάτων τῶν ἐπαγγελματιῶν ὁδηγῶν αὐτοκινήτων κατὰ τὴν ἐνδεχομένην δημοτικοποίησιν τῆς ἀστικῆς συγκοινωνίας Λαρίσης, πλήρη ἀσφάλισιν παρὰ τοῦ ΙΚΑ τῶν ἐφημεριδοπωλῶν, ἀπαγόρευσιν μονοπωλήσεως ὑπὸ ἐπιστατῶν Γυμνασίων καὶ λοιπῶν Σχολῶν ζαχαροειδῶν προϊόντων καὶ συνέχισιν ἐκτελέσεως ὑπὸ τῶν Δήμων ἔργων διὰ χρημάτων τοῦ Ο.Α.Α.Α. πρὸς καταπολέμησιν τῆς ἀνεργίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Α. Παπαχρήστου, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Χρυσικοπούλου Ἰωάννου, κατοίκου Ἀθηνῶν, αἰτουμένου οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ ἑτοιμορρόπου Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου Ρεγγλάδων Λευκίμμης Κερκύρας. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Ἀντων. Παπαδημητρίου, κατοίκου Φυτειῶν Ξηρομέρου, καταγγέλλοντος τὸν Διονύσιον Τζωρτζόπουλον, ὑπάλληλον τοῦ Ἐθν. Ὀργαν. Καπνοῦ, ὑπηρετοῦντα εἰς τὸ παράρτημα Ἀμφιλοχίας, ὡς πολιτικολογοῦντα κλπ. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Χ. Μπουγᾶς, διὰ τηλεγραφήματός του, διαμαρτύρεται διὰ θρασυτάτην ἐπίθεσιν κομμουνιστῶν κατὰ τῶν ἐν Νικαίᾳ Γραφείων τῆς ΕΡΕ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Κλ. Δαμιανός, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Σωματείου Ἐργατοτεχνικοῦ καὶ ὑπαλληλικοῦ προσωπικοῦ κτηνοτροφικοῦ σταθμοῦ ἀναπαραγωγῆς Δράμας, αἰτουμένου ἔγκρισιν τῆς τροποποιήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ γεωργοκτηνοτροφικοῦ σταθμοῦ Δράμας, πρὸς καταβολὴν τῶν μισθῶν τῶν ἐν αὐτῷ ἐργαζομένων μηνῶν Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου ὡς καὶ τοῦ Δώρου τῶν Ἑορτῶν. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Α. Τσιάρας, καταθέτει ὑπόμνημα Ἐπιτροπῆς Δικαιουμένων ἐπαναχορηγήσεως συντάξεως βάσει τοῦ νόμου 4340)1964 διαμαρτυρομένων διὰ τὸν ἀποκλεισμόν των ἐκ ταύτης ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου λόγῳ ἀσαφείας τοῦ νόμου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Ἐφραιμίδης, Π. Δούκας, Α. Μπριλλάκης, Ε. Σακελλάρης, Ι. Παπαδημητρίου, Α. Τσιάρας καὶ Γ. Πανάγος, καταθέτουν ἀναφορὰς κατοίκων χωρίων Σφελινοῦ, Προβατᾶ, Σκούταρη, Πουρναρίου, Λιανοκλαδίου, Εὐόσμου, Μικρογιάλου, Κορίνθου, Νομῶν Σερρῶν, Θεσ) νίκης, Φθιώτιδος κλπ., αἰτουμένων κατάργησιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων, χορήγησιν γενικῆς ἀμνηστίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης κ. Χρ. Τσαντούλης, καταθέτει ἀναφορὰν Σωματείου Καρραγωγέων μεταφορῶν παραλίας καὶ πόλεως Πρεβέζης, αἰτουμένων χορήγησιν ἀδειῶν αὐτοκινήτων Δ. Χ. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Φ. Ἀνδρεάδης, καταθέτει ἀναφορὰν ἰδιοκτητῶν καὶ ὁδηγῶν ταξὶ αὐτοκινήτων Δημοσίας χρήσεως πόλεως Γιαννιτσῶν, αἰτουμένων τὴν μὴ χορήγησιν ἑτέρας ἀδείας αὐτοκινήτου Δημοσίας καὶ ἰδιωτικῆς χρήσεως διὰ τὴν ἐν λόγῳ πόλιν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δ. Γκουρνέλου Δικαστικοῦ κλητῆρος κατοίκου Ἀγρινίου, αἰτουμένου τὴν ἔνταξιν εἰς τὴν Αʹ κλάσιν τοῦ Ταμείου Νομικῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Ταχυδρομικῶν Διανομέων, διαμαρτυρομένων διότι δὲν τυγχάνουν τῶν εὐεργετημάτων ὡς καὶ οἱ λοιποὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι Αʹ κατηγορίας. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματοβιοτεχνῶν Ἀγρινίου, αἰτουμένης καταβολὴν ἀποζημιώσεων εἰς τοὺς ἐκ τῆς ἐκτελέσεως ἀρδευτικοῦ ἔργου Ὀζήρου Ἀχελώου πληττομένους. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Κρεοπωλῶν Ἀγρινίου, διαμαρτυρομένου δι’ ἀπόφασιν Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀγρινίου, ὅπως ὑπερδιπλασιασθοῦν τὰ δικαιώματα σφαγῆς εἰς Δημοτικὰ σφαγεῖα. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐπιτροπῆς γονέων καὶ κηδεμόνων τῶν ὑποψηφίων Ἰατρικῶν καὶ Ἀρχιτεκτονικῶν Σχολῶν Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αἰτουμένων ὅπως συμπληρωθοῦν τὰ κενὰ εἰς τὰς ἐν λόγῳ Σχολὰς διὰ τῶν ὑποψηφίων κατὰ σειρὰν ἐπιτυχίας εἰς τὰς εἰσαγωγικὰς ἐξετάσεις. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν Προέδρων Κοινοτήτων Βισαλτίας, αἰτουμένων ἔγκρισιν ἱδρύσεως Γυμνασίου εἰς Δημητρίτσιον. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου ἡμερομισθίων ὑπαλλήλων Δήμου Ἀθηναίων, αἰτουμένων ἔνταξιν εἰς ὀργανικὰς θέσεις ἁπάντων τῶν ἡμερομισθίων ὑπαλλήλων τῶν ὀργανισμῶν τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Δ. Γρίβας, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου Ταχ. Ὑπαλλήλων Βʹ κατηγορίας Ν. Δράμας, αἰτουμένων ἑνοποίησιν τοῦ 6ου βαθμοῦ δι’ ὅλους τοὺς κλάδους Δημοσίων ὑπαλλήλων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Κοινότητος Νεοχωρίου Παραχελωΐτιδος, αἰτουμένης χορήγησιν εἰς αὐτὴν μέρος τῶν ἰχθυοτροφείων τῆς Λιμνοθαλάσσης Μεσολογγίου καὶ εἴσοδόν της εἰς τὸν
ΟΣΕΛΜΑ.
§5Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ θέσω ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι δι’ ἡμᾶς, διὰ τοὺς ἀπαρτίζοντας τὴν ΕΡΕ, ἀλλὰ νομίζω καὶ διὰ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, οὐσιῶδες. Εὐτυχῶς εἶναι πρωϊνὴ ἡ συνεδρίασις καὶ τὸ πρωΐ ὑπάρχει κἄποιο τεκμήριον νηφαλιότητος καὶ εἶναι δυνατὸν μὲ ἠρεμία νὰ ἐξετάσωμεν τὰ διαδραματισθέντα κατὰ τὴν προχθεσινὴν νύκτα. Εὐτυχῶς — καὶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὴ ἡ σκέψις σας ἦτο πολὺ καλὴ — δὲν διενεμήθησαν ἀκόμη τὰ πρακτικὰ τῆς Συνεδριάσεως ἐκείνης καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι δυνατὸν μὲ μεγαλυτέραν ἄνεσιν νὰ ἐξετάσωμεν τί συνέβη καὶ τὴν προχθεσινὴν νύκτα. Ἐγὼ εἶχον φύγει ἀπὸ τὴν αἴθουσαν καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπῆρξα μάρτυς τῶν ὅσων συνέβησαν, ἀλλὰ ἐβεβαιώθην περὶ τῶν συμβάντων, κατόπιν διασταυρώσεως καὶ ἤλεγξα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ συνάδελφοί μου τῆς ΕΡΕ καὶ τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος, μοῦ εἶπον καὶ ἐκτὸς τῆς διασταυρώσεως τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησα, ἐμελέτησα τὰ παραδοθέντα εἰς ἐμὲ ἐκ μέρους τοῦ κ. Γενικοῦ Γραμματέως πολυγραφημένα Πρακτικὰ καὶ θὰ ἐπισημάνω βάσει αὐτῶν ὡρισμένα οὐσιώδη σημεῖα. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε, συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε— καὶ εἶχον ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ νομίσουν καὶ νὰ πράξουν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐνόμισαν— ὅτι ἔπρεπε νὰ διατυπώσουν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Ὁ ἐπὶ τῆς ἕδρας εὑρισκόμενος πρῶτος Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνέγνωσε τὰ ὀνόματα τῶν 15 ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἔνστασιν. Οἱ δέκα πέντε ἦσαν παρόντες. Εἴθισται νὰ θεωροῦνται παρόντες ὡς εἰπόντες «ναὶ» καὶ ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τῆς ἀπαρτίας. Καὶ ἤρχισε νὰ ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος τῶν ὑπολοίπων βουλευτῶν. Ἐνῷ ἤρχισε νὰ διενεργῆται ἡ ψηφοφορία, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω ὅτι ἐσημειώθη κἄτι, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε εἶχε σημειωθῆ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν. Εἰσήλθατε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, κατελάβατε σεῖς τὴν ἕδραν, ἀπομακρυθέντος τοῦ πρώτου Ἀντιπροέδρου, ὁ ὁποῖος εἶχε χειρισθῆ τὸ ζήτημα καὶ διεκόψατε τὴν ψηφοφορίαν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πρᾶξιν, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἔχει συμβῆ εἰς τὸ παρελθόν. Καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἄκυρον πᾶσαν περαιτέρω ἐνέργειάν σας καὶ πᾶν ὅ,τι ἐγένετο μετὰ ταῦτα εἰς τὴν αἴθουσαν. Δὲν θὰ φθάσω μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, διότι ἡ πρόθεσίς μου εἶναι συμβιβαστική. Θέλω νὰ συμβάλω εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ὅπως εἶναι φυσικὸν σημειοῦνται ἀντιθέσεις καὶ διενέξεις καὶ διαπληκτισμοὶ ἀκόμη, θὰ πρέπει νὰ προσπαθῶμεν— καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός μου σήμερον— νὰ ἐξευρίσκωμεν διέξοδον. Διεκόψατε, λοιπόν, τὴν ψηφοφορίαν. Κατ’ ἀρχὴν αὐτὸ νομικῶς θὰ ἠμποροῦσε νὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως, διότι διακοπὴ τῆς ψηφοφορίας δὲν εἶναι νοητή. Πᾶν ὅ,τι ἐγένετο μετὰ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι εἶναι ἄκυρον. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ τὸ ἰσχυρισθῶ. Δηλαδὴ, θὰ τὸ ἰσχυρισθῶ μόνον, ἐὰν δὲν θελήσετε σεῖς νὰ παρακολουθήσετε τὴν συμβιβαστικὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν θὰ προτείνω. Διότι, ἐὰν δὲν τὴν παρακολουθήσετε, τότε θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα καὶ θὰ θεωρήσω ἄκυρον πᾶν ὅ,τι ἐγένετο ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Διεκόπη, λοιπόν, ἡ ψηφοφορία. Μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς ψηφοφορίας ἦτο αὐτονόητον διὰ τοὺς βουλευτὰς τῆς ΕΡΕ, οἱ ὁποῖοι ἄλλως τε ἑκατοντάκις εἶχον ὑποστῆ, ὅταν ἦσαν πλειοψηφία τὰς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος βασιζομένας ἐνστάσεις ἀπαρτίας τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, δηλαδή, τῆς σημερινῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως, ἦτο αὐτονόητον, λέγω, νὰ διαμαρτυρηθοῦν καὶ νὰ ἀποσυρθοῦν. Ἐθεώρησαν ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἦτο ἄτοπον, ὅτι ἀπετέλεσε καὶ νομικῶς παράβασιν ἐκ μέρους ὑμῶν, δυστυχῶς, κύριε Πρόεδρε, τοῦ Κανονισμοῦ, ἄρα καὶ τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται ὁ Κανονισμός. Δι’ αὐτὸ ἀπεχώρησαν. Σεῖς τί ἔπρεπε νὰ πράξετε ἐκείνην τὴν στιγμήν; Κατ’ ἐμὲ περιπέσατε κατ’ ἀρχὰς εἰς μέγα λάθος, ὅταν διεκόψατε τὴν ψηφοφορίαν. Περιεπέσατε εἰς τὸ λάθος αὐτό. Ἀλλὰ ἀνθρώπινον εἶναι νὰ διαπράττωμεν καὶ λάθη καὶ μάλιστα, ὅταν ἡ συνεδρίασις εἶναι ταραχώδης καὶ ὅταν ἡ ὥρα εἶναι νυκτερινή. Ἔπρεπε νὰ διακόψετε τοὐλάχιστον τὴν συνεδρίασιν, ἐφ’ ὅσον διεκόψατε καὶ τὴν ψηφοφορίαν καὶ νὰ προβῆτε εἰς κἄποιαν συνεννόησιν. Αὐτὸ ἐγένετο πάντοτε. Ἐγένετο καθ’ ὅλον τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον εἴμεθα ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπετελούσαμεν τὴν πλειοψηφίαν. Ἔπρεπε νὰ διακόψητε τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἔλθετε εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τοὺς συναδέλφους μου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὴν αἴθουσάν των, ἐξῆλθον, διότι προέβητε σεῖς εἰς μίαν ἐνέργειαν νομικῶς ἀπαράδεκτον καὶ συνεσκέπτοντο. Ἢ ἔπρεπε νὰ ἀναμείνητε καὶ νὰ τοὺς εἰδοποιήσητε νὰ ἐπανέλθουν ἢ ἔπρεπε — αὐτὸ ἦτο τὸ ὀρθότερον — νὰ συνεννοηθῆτε μαζί των, νὰ στείλετε τὸν Γενικὸν Γραμματέα, ἐὰν δὲν ἠθέλατε νὰ πᾶτε σεῖς, νὰ καλέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον σας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θὰ εἴχατε τὴν καλωσύνην νὰ δεχθῆτε. Δὲν τὸ ἐπράξατε, ἀπεναντίας μάλιστα ἐθεωρήσατε ὅτι εἴχετε ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὸ δικαίωμα, δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἠρύσθητε ἀπὸ μίαν νομικῶς ἄκυρον ἐνέργειάν σας, τὴν διακοπὴν τῆς ψηφοφορίας, τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι ἀφοῦ ἔφυγαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑπογράψει τὴν ἔνστασιν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ κἂν ἐξ ἀρχῆς ψηφοφορία. Καὶ αὐτὸ θὰ ἦτο σφάλμα — νὰ γίνῃ πάλιν ἐξ ἀρχῆς ἡ ψηφοφορία — ἀλλὰ τοὐλάχιστον αὐτὸ θὰ ἐδείκνυεν, ὅτι ἔστω καὶ ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου καὶ πέραν σέβεσθε τὸν Κανονισμόν. Ἐθεωρήσατε ὅμως τὴν εὐκαιρίαν κατάλληλον διὰ νὰ εἴπητε ἂς περάσωμεν τώρα τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπεράσατε κἂν καὶ κατὰ τὴν περαιτέρω συνεδρίασιν, ἡ ὁποία εἶναι νομικῶς ἄκυρος, δὲν τὸ ἐπεράσατε βάσει τῶν πρακτικῶν τὰ ὁποῖα μοῦ ἔδωσε ὁ κ. Γεν. Γραμματεὺς — καὶ βεβαίως κατ’ ἐντολήν σας μοῦ τὰ ἔδωσε — τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς δὲν ἔχουν ἀκόμη τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι δυνατὸν τὸ πρᾶγμα νὰ τακτοποιηθῇ. Βάσιν αὐτῶν, συνέβησαν τὰ ἑξῆς: Ὁ Πρόεδρος, δηλ. ὑμεῖς, μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἔνστασιν, εἴπατε, ὅτι «προχωρεῖ ἡ συζήτησις», καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐὰν γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Εἶναι ἀδύνατον κατ’ ἐμέ, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπατε νὰ γίνῃ δεκτὸν καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Αὐτὸ οὐδέποτε ἔχει λεχθῆ. Ἄρα ἐδῶ προσετέθη ἀσφαλῶς λέξις.
§6Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ἦτο ἕνα μόνον ἄρθρον, κύριε Πρόεδρε.
§7Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν. Καὶ τὸ ὅτι προσετέθη ἡ λέξις αὐτή, τὸ συνάγω ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὡρισμένοι συνάδελφοί μου μεταβάντες εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν πρακτικογράφων εὗρον ὅλας τὰς ἄλλας σελίδας πλὴν αὐτῆς ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχε. Δὲν ὑπῆρχεν ἡ σελὶς καὶ αὐτὸ εἶναι πάρα πολὺ ὕποπτον, οὔτε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ποὺ μετέβησαν, οὔτε ἐπὶ ὁλόκληρον δίωρον, διότι παρέμειναν ἐπὶ δίωρον περίπου ἕως τὰς 5.30 ἢ 6 τὸ πρωΐ καὶ ἡ σελὶς αὐτὴ δὲν εἶχε παραδοθῆ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Διευθυντοῦ τῶν πρακτικογράφων. Ἀλλὰ τὸ ὅτι δὲν εἴπατε ὅτι ἐψηφίσθη καὶ κατ’ ἄρθρον συνάγεται καὶ ἐκ τῆς συνεχείας, διότι φυσικὰ δὲν διωρθώθη ἡ συνέχεια καὶ ἀποδίδει πιστῶς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν. Τί ἐλέχθη, ὅταν ἡ συζήτησις ἐπροχώρησε καὶ ὅταν ἐπανῆλθον μάλιστα ἐντὸς ὀλίγου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὡρισμένοι ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων μου τῆς ΕΡΕ; Ἐλέχθησαν τὰ ἑξῆς: Λέγει ὁ κ. Ἀλαβᾶνος — καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ λάθος ὁ κ. Ἀλαβᾶνος, ὁ ὁποῖος εἶναι πάρα πολὺ ἔμπειρος εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα: «Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῶν συναδέλφων τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως, ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἔγινε δεκτή. Μετὰ ταῦτα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας, προέβη εἰς τὴν ἀνάγνωσιν προσθηκῶν. Καὶ εἰς τοῦτο τὸ χρονικὸν σημεῖον ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας, κατὰ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Κανονισμοῦ: «Τόσον αἱ προσθῆκαι ὅσον καὶ αἱ τροπολογίαι «... (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον)...». Καὶ λέγει ὁ κ. Ἀλαβᾶνος: «Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὰς τροπολογίας εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν». Ἄρα δὲν εἶχε γίνει ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις. Καὶ ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον ὄχι μόνον δὲν εἶχε γίνει καὶ δὲν εἶχε γίνει καὶ ἡ ψηφοφορία, δηλ. δὲν ἠρωτήθη ἡ Βουλή. Δὲν θὰ ἔλεγεν ὁ κ. Ἀλαβᾶνος αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἐὰν εἶχε ψηφισθῆ καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον. Εὑρίσκεται δηλ. εἰς ἀντίθεσιν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Ἀλαβᾶνος πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ἡ σελὶς 108. Πέραν αὐτοῦ, σεῖς λέγετε, ἀμέσως μετὰ τὸν κ. Ἀλαβᾶνον: «Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν». Αὐτὸ ἀκριβῶς φέρεσθε εἰπόντες εἰς τὴν σελίδα 111, ἐνῷ τώρα διαβάζομεν εἰς τὴν σελ. 108, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο καὶ κατ’ ἄρθρον δεκτόν. Προχωροῦμεν καὶ βλέπομεν εἰς τὴν σελίδα 111α καὶ λέγετε σεῖς πάλιν, κύριε Πρόεδρε, «τὸ Προεδρεῖον ἐξήγγειλε, τὴν ἀπόφασίν του. Τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Καὶ ὅταν σεῖς ὑπεβάλατε τὰς προσθήκας σας, ἐπανῆλθον οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ καὶ κατέθεσαν μίαν ἔνστασιν ἐλλείψεως ἀπαρτίας». Εἶναι ὁλοφάνερον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν ἄκυρον κατ’ ἐμὲ συνεδρίασιν — διότι μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς ψηφοφορίας ἡ συνεδρίασις ἦτο ἄκυρος — ἐγένετο μόνον κατ’ ἀρχὴν δεκτόν. Καὶ προσετέθη φράσις, ἐτέθη εἰς τὰ χείλη σας ἡ λέξις, ὅτι τίθεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον εἰς ψηφοφορίαν. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι διατεθειμένος νὰ μὴ δημιουργήσω ζήτημα ἐὰν σβύσετε τὴν φράσιν «καὶ κατ’ ἄρθρον» καὶ θεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον μόνον κατ’ ἀρχὴν ψηφισθὲν καὶ οὐχὶ κατ’ ἄρθρον. Ἄν θεωρηθῇ μόνον κατ’ ἀρχὴν ψηφισθὲν τότε εὐχαρίστως νὰ μὴ δημιουργήσωμεν ζήτημα καὶ διὰ τὴν ἄκυρον συνεδρίασιν, διότι ἦτο ἄκυρος ἡ συνεδρίασις, εἴτε τὸ θέλετε, εἴτε ὄχι καὶ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ καὶ συνταγματικὰς συνεπείας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κῦρος τοῦ νόμου. Ἡ συνεδρίασις ἦτο ἄκυρος, διότι διεκόψατε τὴν ψηφοφορίαν πέραν τοῦ γεγονότος, ὅτι παρελείψατε νὰ πράξητε καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κοινοβουλευτικῶς εἴθισται νὰ πράττῃ ὁ Πρόεδρος, νὰ ἐπιχειρήσητε συνεννόησιν μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅταν ἐξῆλθε λόγῳ ἰδικῆς σας μάλιστα ὑπαιτιότητος, ἰδικῆς σας ἀτόπου ἐνεργείας. Ἐὰν δεχθῆτε νὰ τακτοποιηθῇ τὸ πρᾶγμα ἔτσι — καὶ αὐτὸ ἀνταποκρίνεται ἀσφαλῶς καὶ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἀσφαλείας, ὁ ὁποῖος προτίθεται νὰ προτείνῃ προσθήκας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν εὐχερέστερον νὰ συζητηθοῦν αὔριον τὸ ἀπόγευμα — ἂν λοιπὸν δέχεσθε νὰ θεωρηθῇ, ὅπως εἶναι ἡ ἀλήθεια, μόνον ὡς κατ’ ἀρχὴν ψηφισθὲν τὸ νομοσχέδιον, τότε δὲν δημιουργοῦμεν ζήτημα ὅσον ἀφορᾷ τὸ κῦρος τῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν ὅμως ἐπιμείνετε, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ὁλοφάνερον ἐκ τῶν ἰδίων σας λόγων καὶ ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Ἀλαβάνου, ὅτι μόνον κατ’ ἀρχήν, κατὰ τὴν ἄκυρον διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἐπιμείνετε εἰς τὸ ὅτι καὶ κατ’ ἄρθρον ἐψηφίσθη, τότε βεβαίως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ θέσωμεν ζήτημα καὶ κύρους τῆς συνεδριάσεως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸν τόνον καὶ τὸ ὕφος, μὲ τὸ ὁποῖον διετυπώσατε τὰς παρατηρήσεις σας. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς ἐξιστορήσω τὰ γεγονότα, ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ συγκεντρώσῃ ἡ μνήμη ἀνθρώπου εὑρεθέντος ἐντὸς ἑνὸς πανδαιμονίου, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλέψω, διότι οἱ ρήτορες τῆς παρατάξεώς σας, ὁ κ. Δαβάκης, ὁ κ. Καλαντζῆς καὶ ὁ κ. Βρανόπουλος, εἶχον ἐκφράσει τὰς γνώμας των κατὰ τρόπον ἤπιον καὶ συντελεστικὸν διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Κατόπιν ἡ κατάστασις ἐξειλίχθη ὄχι πλέον εἰς πολιτικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν πόλεμον, ἀλλὰ εἰς κοινοβουλευτικὸν κλεφτοπόλεμον καί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ἀνταρτοπόλεμον. Ὅταν ἐπανῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν εἶδον μίαν διάστασιν μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων καὶ εὗρον ἐπὶ τοῦ Προεδρείου ἐφορμήσαντας βουλευτὰς τῆς παρατάξεώς σας — πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἤμην ἐπὶ τῆς ἕδρας— δὲν θὰ ἐπέτρεπον. Ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς διέκρινα, ὅτι ἐντύπωσις τῆς πλειοψηφίας ἦτο, ὅτι δὲν εἶχεν ἀναγνωσθῆ πλήρως ὁ κατάλογος τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας καί, δεύτερον, ὅτι δὲν προηγήθησαν οἱ ὑπογράψαντες κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας. Καὶ ἡ ἰδική μου ἑρμηνεία ἦτο ὅτι, ὅταν τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζει, ὅτι ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον 15 βουλευταὶ καὶ ὑπογράφουν περισσότεροι, ἀσφαλῶς πρέπει νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν ὑπογραψάντων, διότι ὅλοι ὀφείλουν νὰ εἶναι παρόντες. Καὶ ἡ ἰδική μου γνώμη, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι θὰ ἐγκρίνῃ καὶ τὸ Σῶμα πρὸς περαιτέρω ἐφαρμογήν, εἶναι ὅτι ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος τῶν ὑπογραψάντων, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν οἱ ὑπογράψαντες εἶναι παρόντες, διότι ἄλλως δὲν ὑφίσταται ζήτημα ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας καὶ ἀφοῦ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος καὶ εὑρεθοῦν παρόντες, ἐκφωνοῦνται καὶ πάλιν τὰ ὀνόματά των κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας, ἵνα σημειωθῇ ἡ παρουσία των εἰς τὸ πρωτόκολλον ψηφοφορίας. Διότι πρέπει οἱ ὑπογράφοντες τὴν ἔνστασιν νὰ εἶναι παρόντες κατὰ τὴν ψηφοφορίαν. Διὰ τοῦτο, δοθείσης ἀφορμῆς, ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ ὡς εἶναι διατυπωμένον ἀξιοῖ αἴτησιν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ 15 τοὐλάχιστον, παρόντων βουλευτῶν δὲν ἀποκλείει ὅμως καὶ περισσοτέρους, δι’ ὃ καὶ ὅταν ὑπογράφουν περισσότεροι, εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ ἐκφωνοῦνται τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν ὑπογραψάντων τὴν αἴτησιν, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 39 καὶ 85 τοῦ Κανονισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις.
§9Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε, μὴ διακόπτετε καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐλέγχομαι ὅτι παραβιάζω τὸν Κανονισμόν, διατί μὲ ἐμποδίζετε νὰ τὸν ἐφαρμόσω; Ἐν συνεχείᾳ ἦτο τοιαύτη πραγματικὰ ἡ ἐπικρατήσασα εἰς τὴν αἴθουσαν ἀτμόσφαιρα, ὥστε δὲν ἦτο δυνατόν, τὴν ἀκυρότητα τὴν ὁποίαν σεῖς, κύριε Πρόεδρε, σήμερον ἐπαπειλεῖτε, τὴν ὁποίαν ἀπειλοῦν καὶ οἱ συνάδελφοι τῆς παρατάξεώς σας, διότι εἴπατε ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ ψηφοφορία, ὥστε ἐθεώρησα σκόπιμον διὰ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀποβλέπομεν καὶ δεδομένου ὅτι ὑπῆρχον καὶ ἐπείγοντα θέματα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ρυθμισθοῦν λόγῳ τῆς ἐπικειμένης διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς, ἐθεώρησα σκόπιμον, ὄχι τὴν ματαίωσιν ἢ διακοπὴν τῆς ψηφοφορίας, διότι οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ τὴν συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν διεξαγωγήν της. Δὲν γνωρίζω ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἀκυρότητα τῶν ἐνεργειῶν μου, ὅταν βάσει τοῦ Κανονισμοῦ ἔδει ἀφοῦ ἀναγνωσθοῦν τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἔνστασιν, ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Αὐτὸ ἐπεχείρησα νὰ ἐφαρμόσω ἀκριβῶς πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρχε μικρά, ὅπως εἴπατε σεῖς, ἀταξία, νομίζω ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποταχθῇ εἰς μίαν θορυβώδη ἐκδήλωσιν τῆς ἄλλης πτέρυγος, εἶχε καὶ ἐκείνη τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ διεμαρτυρήθη ἐντονώτατα, ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ ψηφοφορία, ὅτι παρελήφθησαν ὀνόματα ὑπογραψάντων τὴν ἔνστασιν. Τί ἠθέλατε νὰ κάμῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς; Δὲν εἶπα ὅτι ματαιοῦται ἡ ψηφοφορία, ἀλλὰ εἶπα νὰ συνεχισθῇ ἡ ψηφοφορία ὡς ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰ μετέπειτα, λυποῦμαι καὶ ὀφείλω πρῶτος νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ μίαν πρωτοφανῆ καὶ πρωτάκουστον ἐνέργειαν, διότι ἔγιναν πολλὰ πρωτάκουστα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω διατὶ γίνονται ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μου προεδρίας καὶ προεδρικῆς θητείας καὶ δηλῶ, ὅτι τοιαῦται πράξεις εἶναι ἀνεπίτρεπτοι καὶ ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἐφ’ ὅσον ἔχω τὴν εὐθύνην τῆς διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, δὲν θὰ τὰς ἐπιτρέψω. Δὲν θὰ ἐπιτρέψω νὰ ἐπαναληφθῇ αὐτὸ ποὺ ἔλαβε χώραν προχθές, νὰ ἀνακατεύωνται τὰ χαρτιὰ καὶ νὰ χάνωνται καὶ νὰ ἐκτοξεύωνται ἀπειλαὶ περὶ παραπομπῆς μας εἰς τὸν Εἰσαγγελέα κλπ. Ἐγώ, μόλις ἐτελείωσεν ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς 4 τὸ πρωῒ ἀπῆλθον καὶ ἐνόμισα ὅτι διετυπώθησαν τὰ πρακτικὰ ὡς ἔπρεπεν, ἡ δὲ φροντὶς τῆς διατυπώσεως καὶ ἐκτυπώσεως τῶν πρακτικῶν ἀνήκει εἰς τοὺς Διευθυντὰς τῆς Βουλῆς κ.κ. Βοζίκην, Καρακατσάνην καὶ Καρβελᾶν. Μετέβην εἰς τὸ σπίτι μου καὶ μέχρι τῆς 6 π.μ. δὲν εἶχα γνῶσιν, ὅτι ἐφώρμησαν εἰς τὰ γραφεῖα τῶν πρακτικῶν βουλευταὶ τῆς παρατάξεώς σας, κύριε Πρόεδρε, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ὡρισμένας σελίδας ἐκ τῶν πρακτικῶν εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία νὰ μὴ δύναται νὰ τὰ συναρμολογήσῃ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι χαίρω διότι ὁ κ. Γεν. Γραμματεὺς σᾶς ἔδωσε τὰ πρακτικά, κύριε Πρόεδρε, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔλαβον γνῶσιν ἀκόμη τῶν πρακτικῶν. Τόσον ἤμην βέβαιος ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα ἐν μέσῳ τοῦ πανδαιμονίου ἦτο ἀκριβές. Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πράγματι ἐπικρατεῖ ἓν ἔθιμον καὶ τὸ ἐφαρμόζω καὶ ἐγώ, ὅταν τελῶ ἐν ἠρεμίᾳ καὶ δὲν καθίσταμαι θῦμα ἐπιθέσεως, ὡς ἡ προχθεσινή. Διότι πάντοτε ζητῶ μίαν συνεννόησιν ἐκ τῶν προτέρων ἢ καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἀπὸ χαρακτῆρος εἶμαι πάντοτε ἤπιος, συμβιβαστικὸς καὶ μετριοπαθής. Πράγματι θὰ ἠμποροῦσεν ἐκείνην τὴν ὥραν νὰ γίνῃ μία προσπάθεια συνεννοήσεως μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἐγνώριζα ἐὰν ἀπεχώρησαν ὁριστικῶς οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ ἢ δι’ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας καὶ ἦτο ἡ πλειοψηφία παροῦσα. Καὶ ἐρωτῶ, ἐφ’ ὅσον ἐν τῷ μεταξὺ ἐσυνεχίζετο ἡ συζήτησις εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν 20 λεπτῶν ἕως ὅτου ἐπανέλθῃ ἡ πτέρυξ τῆς ΕΡΕ, τί ἔπραξα ἐγὼ εὑρισκόμενος ἐπὶ τῆς ἕδρας αὐτῆς, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα; Δὲν ἔπραξα ἄλλο τι παρὰ νὰ εἴπω, ὅτι μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν κ.κ. συναδέλφων τῆς ΕΡΕ, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑποβάλει τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας, προχωρεῖ ἡ συζήτησις καὶ ἐξεφώνησα τὸν κατάλογον τῶν ἐγγεγραμμένων οἵτινες καὶ παρητήθησαν μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ τότε εἶπον, ὅτι ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἐγγεγραμμένων τὸ νομοσχέδιον ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, κατ’ ἄρθρον καὶ εἰς τὸ σύνολον. Αὐτὸ ἦτο τὸ λάθος μου, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι πράγματα ἀνύπαρκτα, διότι τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον ἐφέρετο πρὸς συζήτησιν εἰς μόνην ἀνάγνωσιν, συνεπῶς ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ καὶ εἰς τὸ σύνολον καὶ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἦτο πάλιν εἰς μόνην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ κατόπιν προτάσεως ἰδικῆς σας ὑπήχθη εἰς τὴν τακτικὴν διαδικασίαν, δι’ ὃ καὶ διέπραξα τὸ σφάλμα νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, κατ’ ἄρθρον καὶ εἰς τὸ σύνολον, ἐνῷ βεβαίως δὲν ἦτο εἰς τὸ σύνολον. Ἐπανέλαβον ὅμως, ὅτι ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ἀφοῦ εἶχεν ὑπαχθῆ εἰς τὴν τακτικὴν διαδικασίαν. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως, ἐζήτησε νὰ κάνῃ προσθήκας καὶ ἐπειδὴ τὸ κανονικὸν εἶναι αἱ προσθῆκαι νὰ γίνωνται εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὁπότε εἰσῆλθεν ὁ κ. Βρανόπουλος εἰς τὴν αἴθουσαν, ἀλλὰ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγίνωσκε τὰς προσθήκας, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν τὰς εἶχα λάβει καὶ ἐνόμιζον μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Βρανόπουλος θὰ ἦτο εὐνοϊκῶς διατεθειμένος ὡς πρὸς τὴν προσθήκην ἡ ὁποία θὰ ἔλυεν ἓν ἐπεῖγον ζήτημα τῆς τακτοποιήσεως τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων τοῦ ὁποίου γνωρίζετε τὰς λεπτομερείας. Ἐνόμισα μάλιστα κατ’ ἀρχήν, ὅτι ἀπὸ τὸν κ. Βρανόπουλον θὰ συναντοῦσα εὐμένειαν, ὥστε καὶ αἱ προσθῆκαι νὰ γίνουν δεκταί. Ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἐκτυπωθοῦν αἱ προσθῆκαι, ὁ δὲ κ. Βρανόπουλος ἐζήτησεν νὰ λάβῃ γνῶσιν γραπτῶς τῶν προσθηκῶν καὶ κατόπιν αὐτοῦ εἶπα, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ αἱ προσθῆκαι, δὲν πρέπει νὰ γίνουν δεκταί. Μόλις ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς προσθήκας ἐφώναζαν οἱ κ.κ. βουλευταί, δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῶν προσθηκῶν, ἐγὼ ὅμως ἐφ’ ὅσον δὲν μοῦ ἐνεχειρίσθησαν αἱ προσθῆκαι δὲν ἀπήγγειλα ἀπὸ τῆς ἕδρας ὅτι ἐγένετο δεκτὸν μετὰ τῶν προσθηκῶν. Καὶ ἐσυνεχίσθη ἔπειτα μία συζήτησις ἀτέρμων καὶ πρωτοφανὴς δι’ ἐμέ, θητεύοντα ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διάφοροι συνάδελφοι ἐκ μέρους τῆς ΕΡΕ ἐζήτουν διὰ κραυγῶν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι ὀρθὸν μία παράταξις νὰ ζητῇ ἀνὰ πᾶν λεπτὸν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἐπιδιώξω νὰ διορθωθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον, διότι εἶναι ἔτσι ὁλοφάνερον, ὅτι δὲν ζητεῖται ὁ λόγος πραγματικῶς διὰ νὰ σημειωθῇ παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ διαταραχθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ ἐμποδισθῇ ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της. Πάντως εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐξήγγειλα δίς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Παραδόξως ἐπληροφορήθην, ὅτι εἰς τὸ ἐστενογραφημένον κείμενον, δὲν ἐσημειώθη οὔτε ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου τῶν παρόντων. Ἐγὼ ἔφυγα καὶ ἐπῆγα εἰς τὸ σπίτι μου κατάκοπος, βέβαιος ὤν, ὅτι τὰ πρακτικὰ θὰ διετυποῦντο κανονικῶς καὶ θὰ ἀπεικόνιζον πάντα τὰ λαβόντα χώραν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ παράλειψις τοῦ στενογράφου εἶναι δεδικαιολογημένη συνεπεία τῆς κοπώσεως, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν στενογράφων, εἶναι περιωρισμένος καὶ κουράζονται ὑπερμέτρως, δι’ ὃ ὑπάρχει καὶ πρότασις τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου νὰ περιορίσωμεν εἰς τὸ πεντάλεπτον τὴν ἐργασίαν τῶν στενογράφων, διότι εἶναι ἀδύνατον ἐργαζόμενοι εἰς τοιαύτας ὥρας πρωϊνὰς νὰ τηρήσουν τὰ πρακτικὰ μετὰ τῆς δεούσης ἀκριβείας. Τοῦτο ὅμως προϋποθέτει αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ. Γεγονὸς πάντως εἶναι, ὅτι δὲν ἤλεγξα ἀκόμη τὰ πρακτικά. Θὰ πρέπει πάντως νὰ ἐτηρήθησαν ἐλλιπῆ, ἐφ’ ὅσον συγκεκριμέναι πράξεις καὶ ἐνέργειαι τοῦ Προέδρου δὲν ἀνεγράφησαν. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, καθήμενος ἐπὶ τοῦ Προεδρείου ἀνέγνωσα τὸν κατάλογον τῶν ἐγγεγραμμένων ρητόρων, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἀποχωρήσαντες, παρῃτήθησαν τοῦ λόγου, ὁ δὲ κ. Λαζαρίδης ἐδήλωσεν ἐπίσης, ὅτι παραιτεῖται καὶ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν φαίνεται τίποτε εἰς τὰ πρακτικὰ παρ’ ὅλον ὅτι δὶς ἐξήγγειλα τὴν ψήφισιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκφράζω τὴν λύπην μου διότι ἐδημιουργήθη ὁ ἐκνευρισμὸς αὐτὸς καὶ ἐξάγω καὶ ἐγὼ τὰ συμπεράσματά μου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀκυρότητα, ποὺ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, δὲν βλέπω εἰς ποῖον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ θὰ στηριχθῇ ἐφ’ ὅσον βέβαια στηρίζει ταύτην εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐφ’ ὅσον ἡ πλειοψηφία ἐζήτησε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι δὲν ἤρχισε κανονικῶς ἡ ψηφοφορία καὶ ἐφ’ ὅσον ἐδημιουργήθη τοιοῦτος ἐκνευρισμός, ἑπόμενον ἦτο νὰ σεβασθῶ τὴν ἀξίωσιν τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ὅστις ἐπιτάσσει νὰ ἄρχηται ἡ ψηφοφορία ἐκ τῶν ὀνομάτων τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν καὶ τοῦτο ἔκαμα πρὸς διευκόλυνσιν τῆς συζητήσεως καὶ πρὸς ἀποτροπὴν χειροτέρων ἐξελίξεων. Δυστυχῶς αἱ ἐξελίξεις δὲν ἀπεφεύχθησαν.
§11Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσω τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε, ἱκανοποιητικήν. Πρῶτον, διαφωνῶ πλήρως πρὸς τὴν ἄποψιν ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἰσερχόμενος, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας, νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον, ὁ ὁποῖος εἶχε κρίνει ὅτι ἡ ψηφοφορία ὀρθῶς ἤρχισε καὶ νὰ ἀκυρώνῃ ψηφοφορίαν ἀρξαμένην, ὑφ’ οἱανδήποτε ἔννοιαν καὶ ἐὰν ἑρμηνευθῇ ἡ διάταξις ἡ σχετικὴ μὲ τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγνωσιν, πρῶτον, τῶν ὀνομάτων τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν. Δὲν εἶναι νοητὸν νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος ἡ ἀρξαμένη ψηφοφορία, διότι ἀντὶ νὰ ἀναγνωσθοῦν 26 ὀνόματα ἢ 23, ἀνεγνώσθησαν 15. Ἤρκουν τὰ 15 διὰ τὴν νόμιμον ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας. Αὐτὰ ἀνεγνώσθησαν. Δέκα πέντε ἦσαν παρόντες. Ἄρα ἡ ἐνέργεια ἡ ὑμετέρα, κ. Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος εἰσήλθατε καὶ ἀπεμακρύνατε τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον καὶ ἐθεωρήσατε ἄκυρον τὴν ψηφοφορίαν, ἡ ἐνέργεια αὐτή, κατ’ ἐμέ, εἶναι μεμπτὴ καὶ ἄτοπος καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἄκυρος ἡ ψηφοφορία, ἡ ὁποία εἶχεν ἀρχίσει, ἀλλὰ εἶναι ἄκυρος ἡ περαιτέρω συνεδρίασις. Σέβομαι τὴν ἄποψιν ἐκείνων τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι κακῶς εἶχεν ἀρχίσει ἡ ψηφοφορία. Θὰ ἔπρεπε μετὰ τὸν τερματισμὸν τῆς ψηφοφορίας, νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα τοῦ κύρους ἢ μὴ τῆς ψηφοφορίας, οὐδέποτε ὅμως νὰ διακοπῇ αὕτη. Μετὰ τὸ τέλος τῆς ψηφοφορίας ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ἡ πρότασις τῶν κ.κ. συναδέλφων τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, τῶν ἰσχυρισθέντων ὅτι κακῶς ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία, ὁπότε καὶ νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τῆς ψηφοφορίας. Οὐδέποτε ὅμως νὰ διακοπῇ ἡ ψηφοφορία. Ἐγὼ θὰ ἐπιμείνω, εἰς τοῦτο, εἰς ἣν περίπτωσιν δὲν θελήσητε νὰ προχωρήσητε εἰς μίαν συμβιβαστικὴν λύσιν. Δεύτερον, εἴπατε ὅτι δέχεσθε, ὅτι λόγῳ τοῦ νυκτερινοῦ ἐκνευρισμοῦ, δὲν προέβητε εἰς συνεννόησιν, ἡ ὁποία ἔχει ἐπικρατήσει ἐθιμικῶς καὶ συμβιβαστικῶς νὰ γίνεται μεταξὺ Προέδρου καὶ Κομμάτων. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἐπ’ αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον σεῖς ἐξεφράσατε τὴν λύπην σας, διότι δὲν προέβητε εἰς μίαν ἐνέργειαν συμφιλιωτικήν, ὅπως γίνεται πάντοτε ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου πρὸς ὅλας τὰς πλευρὰς τῆς Βουλῆς. Ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τῶν πολυγραφημένων πρακτικῶν. Μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς ΕΡΕ καὶ ὀλίγον πρὶν εἰσέλθουν πάλιν οἱ συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ εἰς τὴν αἴθουσαν, προέβητε καὶ σεῖς καὶ ὁ κ. Ἀλαβᾶνος εἰς τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα. Θὰ τὰ διορθώσητε αὐτά; Θὰ εἴπητε ὅτι εἶναι ἄκυρα; Θὰ εἴπητε ὅτι κακῶς ἐστενογραφήθησαν; Λυποῦμαι, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ εἴπητε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν τυχὸν τὸ εἴπητε, πρέπει νὰ καταστῶμεν δικασταὶ καὶ νὰ ἔλθουν τὰ ἐστενογραφημένα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὄχι τὰ ἀποστενογραφηθέντα, ἀλλὰ αὐτὰ ταῦτα τὰ ἐστενογραφημένα, διὰ νὰ γίνῃ ἐκ μέρους ὡρισμένων εἰδημόνων μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐὰν ὑπάρχουν εἰδήμονες περὶ τὴν στενογραφίαν, ἔλεγχος. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι νοητόν, οὔτε ἀναγκαῖον. Ἐδῶ ἡ σελὶς αὐτή, διαψεύδει τὸ γεγονὸς ὅτι ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐγένοντο καὶ ἄλλα— βεβαίως μειοψηφία εἴμεθα, ἀλλὰ ἔχομεν καὶ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδει τὸ Σύνταγμα— ἐγένοντο καὶ ἄλλα δύο ἀτοπήματα εἰς βάρος μας. Εἰς τὸ τέλος— καὶ αὐτὸ δὲν ἀναγράφεται— ἐγένετο αἴτησις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Εἴτε ἐνομιμοποιεῖτο εἴτε ὄχι, τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπισυμβὰν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἔπρεπε νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά. Ἔπρεπε, ἐφ’ ὅσον συνάδελφοι εἶχον ὑποβάλει ἐγγράφως καὶ εἶχον παραδώσει εἰς τὸ Προεδρεῖον αἴτησιν ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἔπρεπε αὐτὸ νὰ μνημονευθῇ καὶ δὲν μνημονεύεται. Ἡ συνεδρίασις τελειώνει μὲ τὴν φράσιν τοῦ κ. Προέδρου: «Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη». Τί εἶχε παραδεχθῆ ἡ Βουλὴ ἐκείνην τὴν στιγμήν; Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπε πρὸς τὸν κ. Παπακωνσταντίνου: «Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐπαναλάβετε τὰ ἴδια», διαφωνῶν πρὸς ὡρισμένας ἀπόψεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, ἀπόψεις, κατ’ ἐμέ, ὀρθάς. Καὶ συνεχίζει ὁ κ. Πρόεδρος: «Κύριοι συνάδελφοι, δέχεσθε ὅτι ἐψηφίσθη τὸ Νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον; Πολλοὶ βουλευταί: Μάλιστα, μάλιστα. Πρόεδρος: Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη». Ἔθεσε, δηλαδή, ἐκ νέου, εἰς ψηφοφορίαν, τὸ Νομοσχέδιον. Εἶναι φανερὸν ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς πάρα–πολὺ ἀνωμάλου συνεδριάσεως, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος ἀφ’ ἧς στιγμῆς παρενέβητε καὶ ἀπεμακρύνατε τὸν πρῶτον Ἀντιπρόεδρον καὶ διεκόψατε τὴν ψηφοφορίαν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τῆς ἕδρας. Εἶναι παρὼν καὶ ὁ κ. Ροδόπουλος, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὸ βεβαιώσῃ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ διότι εἶχον ἄλλα καθήκοντα. Ἐπανῆλθον καὶ παρέμεινα εἰς τὴν ἕδραν μέχρι τῆς 4ης πρωϊνῆς. Χαίρω δὲ διότι δὲν εἶχον τὴν τύχην τοῦ ἀειμνήστου συναδέλφου Καστρινοῦ. Ἔπρεπε νὰ ἦσθε παρών, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ ἐβλέπατε ὑπὸ ποίας συνθήκας διεξήχθη ἡ συνεδρίασις.
§13Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἔχετε τὸ δικαίωμα αὐτό, ἀλλὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας ἔπρεπε νὰ ἀποφύγετε νὰ τὸ κάμετε, διότι ὁ εὑρισκόμενος ἐπὶ τῆς ἕδρας ἔχει γνῶσιν τοῦ τί συνέβη καὶ πῶς γίνεται ἡ ψηφοφορία. Ἀλλὰ ἔστω καὶ ἐὰν κατελαμβάνατε τὴν ἕδραν ἐκείνην τὴν στιγμήν, θὰ ἔπρεπε νὰ συνεχίσητε τὴν ἀρξαμένην κανονικῶς ψηφοφορίαν. Τὴν δὲ ἄποψιν τῶν κ.κ. συναδέλφων τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶχον ἀναγνωσθῆ προηγουμένως ὅλα τὰ ὀνόματα, θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν φέρετε εἰς συζήτησιν μετὰ τὴν ψηφοφορίαν. Τοῦτο δὲν ἐγένετο καὶ διεκόπη ἡ ψηφοφορία. Πέραν αὐτοῦ δὲν ἀνεγράφη εἰς τὰ πολυγραφημένα πρακτικὰ ὅτι ἐγένετο πρότασις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ, ἐκ μέρους βουλευτῶν τῆς ΕΡΕ, ὅπως ἡ ψηφοφορία γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Τέλος, διαμαρτύρομαι, διότι ἐσημειώθη καὶ κάτι ἄλλο καὶ σημειοῦται διὰ πρώτην φορὰν καὶ τὸ λέγω διὰ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν εἰς προηγουμένας Βουλάς. Σήμερον, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, κατ’ ἐξοχήν, βασίζεται εἰς ρητὴν συνταγματικὴν ἐπιταγήν, σήμερον ἔπρεπε νὰ ἀφιερωθῇ ἡ συνεδρίασις εἰς τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα. Καὶ ὅπως γνωρίζετε ἡ ΕΡΕ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιβεβλημένος, ἔχει ζητήσει τὴν ἐπανεξέτασιν τριῶν μέχρι τοῦδε Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Τὰ δύο ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Παραδέχομαι ὅτι τὸ ἕνα ἐκ τῶν δύο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὴν 35ετίαν καὶ γενικῶς εἰς θέματα τῆς Διοικήσεως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ, ἀπουσιάζοντος, διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πράγματι σεβαστοί, τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἕτερον ὅμως, τὸ συνδικαλιστικόν, διατί δὲν εἰσήχθη σήμερον; Ἔχει συζητηθῆ πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν καὶ ἐπέρασε ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Μοῦ ἐλέχθη ὅτι δὲν ἦλθε, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ὅτι ἐγένετο ἡ συζήτησις. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ εἴχατε σεῖς ζητήσει καὶ δὲν εἶναι τυχαῖον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τυχαῖον, τὸ ὅτι δὲν ἀνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Αὐτὰ ἀποτελοῦν οὐσιαστικῶς παραβίασιν καὶ τοῦ Συντάγματος ἀκόμη. Οὐδέποτε ἠρνήθημεν, ἐπὶ ὀκταετίαν τὸ δικαίωμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν Τετάρτην — τότε δὲν ἦτο πρωϊνὴ συνεδρίασις ἀλλὰ βραδυνὴ — ἐκτὸς ἐὰν ὑπῆρχε συμφωνία Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ἀντιθέτου, οὐδέποτε ἠρνήθημεν νὰ ἀφιερωθῇ ἡ Τετάρτη διὰ νομοθετικὰ διατάγματα. Τὸ ὅτι ἔρχονται αἱ ἑορταί, ὅπως εἴπατε, δὲν εἶναι λόγος νὰ περάσουν ὅπως–ὅπως τὰ νομοσχέδια. Ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιόν της, σεῖς τὸ λέγετε, ὁλόκληρον 4ετίαν, ἐγὼ λέγω, ὅτι ἔχει 4μηνον, ἔχει ἐνώπιόν της 4μηνον διὰ νὰ περάσῃ τὰ νομοσχέδια. Εἶναι ἀνάγκη καλὰ καὶ σώνει νὰ τὰ περάσῃ ἐντὸς 4ημέρου; Δὲν λέγω νὰ τὰ περάσῃ ἐντὸς 4μήνου, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἐντὸς 4ημέρου. Ἑπομένως καὶ αὐτὸ εἶναι ἄτοπον καὶ διαμαρτύρομαι δι’ αὐτὴν τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα δίδει εἰς ὡρισμένους βουλευτὰς τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσουν τὴν ἐπαναφορὰν ὡρισμένων Ν.Δ. καὶ ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει τὴν Τετάρτην ὡς ἡμέραν συζητήσεως αὐτῶν. Ἡ παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ συνεπάγεται εὐθύνας δι’ ὑμᾶς καὶ δι’ ὅλους μας καὶ ἐνδεχομένως ἀκυρότητα τῆς συνεδριάσεως ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, διότι ἢ θὰ πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ συνδικαλιστικοῦ νομοσχεδίου ἢ ἄλλως εἶναι ἄκυρος καὶ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις ὡς ἀντισυνταγματικὴ καὶ οὐσιαστικῶς καὶ τυπικῶς. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῆς αὐτῆς Βουλῆς, ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ κτιρίου νὰ μὴ πηγαίνῃ ἓν ἔγγραφον ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐπὶ διήμερον. Καταγγέλλω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαῖον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠθέλησα νὰ ζητήσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι τὸ Σύνταγμα ἔχει καὶ μίαν ἄλλην ἐπιταγήν. Διὰ τὴν τοιαύτην πρότασιν τῶν κ.κ. βουλευτῶν περὶ ἀκυρώσεως καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως Νομοθετικοῦ τινὸς Δ)τος, εἶναι ἀπαραίτητος καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρ. 57 τοῦ Συντάγματος προβλεπομένη ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Διότι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ πρότασις νόμου. Τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος δὲν λέγει ἄλλο τι παρὰ ὅτι αἰτήσει 15 βουλευτῶν ἐγγράφεται κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Νομοθ. Ἐργασίας. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι κατὰ τὴν συνεργασίαν μου μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεφασίσθη, ἑκάστην Τετάρτην, νὰ συζητοῦνται τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα καὶ τὴν 7ην τοῦ μηνὸς ἀπηύθηνα ἔγγραφον ζητῶν ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὴν ἀπαραίτητον κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος ἔκθεσιν. Αἱ ἐκθέσεις μὲ ἡμερομηνίαν 15ην τρέχοντος μόλις πρὸ ὀλίγου ἐλήφθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Δι’ αὐτὸ κύριοι δὲν ἐνεγράφησαν εἰς τὴν σημερινὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν προτάσεις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος.
§15Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω ὅτι δίδετε μίαν ἐσφαλμένην ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι πᾶσα πρότασις βουλευτῶν διὰ νὰ εἰσαχθῇ πρέπει νὰ συνοδεύεται καὶ ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Δὲν λέγει διὰ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν Ν.Δ. διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Κάμετε σύγχυσιν μεταξὺ τῶν δύο περιπτώσεων.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἐσοφίσθην αὐτὸ ἐγὼ ἀλλὰ ὁ εἰδικὸς Σύμβουλος τὸν ὁποῖον τὸν ἠρώτησα ἐν προκειμένῳ.
§17Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Καὶ ἡ εἰσδοχὴ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴ πῶς ἔγινε χωρὶς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μπορούσαμε νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι μοῦ τὸ εἰσηγήθη ἡ ὑπηρεσία ὅτι τηρεῖται πάντοτε αὐτό. Μοῦ εἶπαν ὅτι τηρεῖται τὸ διεπίστωσα καὶ ἐγὼ καὶ τὸ ἐτήρησα.
§19Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνον ἡ ἑξῆς διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 35: «Προτάσεις νόμων ὑποβαλλόμεναι...(ἀναγινώσκει)... κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας». Καὶ βεβαίως ἐκάμαμε μίαν συμφωνίαν ἤδη ἀπὸ ἐτῶν, ἀντὶ νὰ ἐγγράφωνται κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα, ὡρίσαμε ὡρισμένην ἡμέραν, τὴν Τετάρτην. Τὸ κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα, ὅπως τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα, θὰ ἐσήμαινε ὅτι ἔπρεπε καὶ κατὰ τὰς ἄλλας ἡμέρας νομοθετικῆς ἐργασίας νὰ συζητῶμεν τὰ Ν.Δ. Καὶ ἔχομεν παραδεχθῆ ὅλοι καὶ ἄλλοτε ἡ Ε.Κ., ὡς ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις καὶ σήμερον τὸ παραδεχόμεθα καὶ ἡμεῖς ὅτι βεβαίως αὐτὸ θὰ ἐσήμαινε μίαν κατάργησιν κατ’ οὐσίαν τῆς νομοθετικῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φέρουμε ὅλα τὰ Ν.Δ. καὶ κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα νὰ γίνεται ἐπὶ μῆνας συζήτησις μόνον περὶ αὐτά. Δεχόμεθα ὅτι ἡ Τετάρτη θὰ εἶναι ἡ μόνη ἡμέρα συζητήσεως τῶν Ν.Δ., ἀλλὰ νὰ μὴ εἶναι οὔτε ἡ Τετάρτη αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰς τὴν συνεννόησίν μου μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀνηγγέλθη καὶ εἰς τὸν τύπον, ἀπεφασίσθη νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς διὰ τὴν Τετάρτην. Κατόπιν τούτου εἰσηγήσει τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἔκαμεν ὅ,τι καὶ εἰς τὸ παρελθόν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ καθαρᾶς προτάσεως νόμου καὶ τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐζήτησα τὴν ἔκθεσιν. (Διαμαρτυρίαι).
§21Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι ἀπολύτως ἀστήρικτος, δὲν ἔχει κανένα νομικὸν στήριγμα, οὔτε λογικόν. Λυποῦμαι ποὺ τὸ λέγω αὐτό, ἀλλὰ δὲν ἔχει οὔτε λογικὸν στήριγμα. Μόνον τότε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ὑποστηρίξετε, ἐὰν ἡ πρότασις τῶν κ.κ. βουλευτῶν διὰ τὴν ἐπαναφορὰν Ν.Δ. δὲν ἀφεώρα ἁπλῶς τὴν ἀκύρωσιν, ἀλλὰ τὴν τροποποίησιν διὰ νέων διατάξεων τὰς ὁποίας θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ προηγουμένως τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἀλλὰ ἐδῶ πρόκειται περὶ αἰτήσεως ἀκυρώσεως.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε κ. Πρόεδρε, σύγχυσιν μεταξὺ τῆς προτάσεως νόμου, περὶ καταργήσεως, ἀκυρώσεως ἢ τροποποιήσεως νομοθετικοῦ τινος Διατάγματος, ἡ ὁποία εἶναι καθαρὰ πρότασις νόμου καὶ τῆς αἰτήσεως προτάξεώς του, ἥτις εἶναι τελείως διάφορον πρᾶγμα.
§23Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Παρενεβλήθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ τὸ θέμα τῆς καθιερώσεως τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως διὰ τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται πρὸς ἀνασυζήτησιν, τῶν ψηφιζομένων κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Πέραν τῶν ἐξηγήσεων ποὺ ἔδωσε ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ ὅτι κατὰ καθιερωθεῖσαν γραμμὴν καὶ τάξιν ἀπὸ τὴν παράταξίν του, ἐπὶ Προεδρίας τοῦ κ. Ροδοπούλου, αἱ προτάσεις διὰ τὴν ἀνασυζήτησιν τῶν Ν. Δ. ἀρχίζουν πάντοτε μετὰ τὴν πάροδον τοῦ τριμήνου, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς... (διαμαρτυρίαι)... Ἀφήσατε, κύριοι, ἐδῶ ἔχομεν τὸ δεδομένον τόσων βουλευτικῶν περιόδων καὶ συνόδων καὶ εἶναι πάρα πολὺ εὔκολον αὐτὸ ποὺ ὑποστηρίζω νὰ ἐξακριβωθῇ, διότι ὀρθώτατα ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῶν ἐπιλέκτων μελῶν τῆς ΕΡΕ, ὁ κ. Ροδόπουλος, εἶχε διακηρύξει, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ τὸ τρίμηνον. Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, πέραν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ ἄλλοι ἀπὸ ἄλλην πλευρὰν ἢ ἀπὸ βουλευτὰς τῆς αὐτῆς παρατάξεως, νὰ ὑποβληθοῦν καὶ νέαι προτάσεις. Ἔθεσε, λοιπόν, τὴν πάροδον τοῦ τριμήνου συνταγματικοῦ ὁρίου, διὰ νὰ ἀρχίσουν αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν προτάσεων πρὸς ἐπανασυζήτησιν τῶν Ν. Δ. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, πολὺ... (διαμαρτυρίαι)... Εἶπον, κύριοι, ὅτι εἶναι εὐκολώτατον νὰ ἐξακριβωθῇ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ἐτηρήθη πάντοτε αὐτὸ καὶ ἔχει νομολογηθῆ καὶ καθιερωθῆ. Διότι ἡ διάταξις εἶναι παγία καὶ ἤρχισεν ἐφαρμοζομένη ἀπὸ τοῦ 1952. Ἔκτοτε ἔχει καθιερωθῆ παγία κοινοβουλευτικὴ τακτική.
§24Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν ἀκόμη οἱ συλλογισμοί σας εἶναι ὀρθοί, βασιζόμενοι ἐπὶ ὡρισμένων πραγματικῶν γεγονότων, λησμονεῖτε ὅτι τότε δὲν προεβλέπετο ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ εἶναι ἡ Τετάρτη ἀφιερωμένη εἰς τὰ Ν. Δ. καὶ ἐγένοντο ἑκάστοτε συνεννοήσεις μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Τώρα ὑπάρχει διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ρητὴ ὑποχρέωσις, τὴν Τετάρτην νὰ τὴν ἀφιερώνωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν Ν. Δ.
§25Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερνήσεως). Μετὰ τὸ τρίμηνον. Καὶ εἶναι εὔκολον. (Διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν τῆς ΕΡΕ). Νὰ γίνῃ ἡ διαπίστωσις αὐτή. Διότι εἶναι λογικώτερον καὶ εὐσταθεῖ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον διετυπώθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Λαρίσης καὶ τότε Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει νὰ συγκεντρωθοῦν ὅλαι αἱ προτάσεις. Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἐντὸς 3μήνου νὰ ὑποβληθοῦν διάφοραι προτάσεις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου καὶ πρέπει νὰ γίνῃ ἑνιαία συζήτησις. Πέραν ὅμως τούτου μὲ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καθωρίσθη, ὅτι δὲν ἦτο ὥριμον πρὸς συζήτησιν σήμερον οὐδὲν νομοθέτημα ἐξ ἐπαναφορᾶς τῆς συζητήσεως διὰ τὰ Ν. Δ. καὶ διὰ τὸ συνδικαλιστικόν, δὲν ἦτο ὥριμος σήμερον. Εἴτε διότι δὲν ὑπῆρχεν ἔκθεσις τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, εἴτε διότι δὲν διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁπωσδήποτε, διὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν δὲν ἦτο ὥριμος οὐδεμία πρότασις συναδέλφων, δι’ ἐπανασυζήτησιν Ν. Δ. Τώρα ἐπὶ τοῦ ἄλλου θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, θὰ ἤθελον, ἐπειδὴ ἀνέφερεν ὅτι ἔχει διασταυρωμένας πληροφορίας, νὰ τοῦ ὁλοκληρώσω τὰς πληροφορίας. Ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων τῆς ΕΡΕ ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας. Ἀνεγιγνώσθη ὁ κατάλογος καὶ διεπιστώθη ἡ ὕπαρξις ἀπαρτίας καὶ ἡ συνεδρίασις συνεχίσθη. Μετὰ πάροδον ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας... (διαμαρτυρίαι βουλευτῶν τῆς ΕΡΕ. — Μετὰ δύο ὥρας). Διατί θορυβεῖτε;
§26Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε μετὰ δύο ὥρας, εἴτε μετὰ δύο λεπτά, εἶχον δικαίωμα βάσει τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ὑποβάλω καὶ νέαν ἔνστασιν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡσυχάσατε παρακαλῶ νὰ συνεχίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας Κυβερνήσεως.
§28Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τῶν συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὑποβάλλουν ἀνὰ πᾶν δευτερόλεπτον ἔνστασιν ἀπαρτίας. Ἀφήνω ὅμως εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ, ὁ ὁποῖος κήδεται τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος, νὰ συναγάγῃ τὰ συμπεράσματά του, ἐὰν τυχὸν μετὰ πάροδον ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος εἶναι ἐπιτετραμμένον διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος νὰ ὑποβάλλωνται νέαι ἐνστάσεις ἀπαρτίας.
§29Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα χωρὶς νὰ ἀσκήσῃ κριτικὴν εἰς βάρος...
§30Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερν.). Συμπληρώνω τὰς πληροφορίας σας.
§31Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητοῦμεν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἀσκήσητε κριτικήν. Ἄλλωστε ἐνθυμεῖσθε πόσας ἐνστάσεις εἴχατε ὑπογράψει σεῖς καὶ ὅτι τὴν αὐτὴν ἑσπέραν 3, 4, 5 φορὰς ἐκάματε ἐνστάσεις ἀπαρτίας, ὅταν ἦσθε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐνθυμηθῆτε καὶ ὅταν τὰ ἐνθυμηθῆτε, τότε εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ὁμιλήσητε διαφορετικά.
§32Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερν.). Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ποτὲ δὲν ἐπανελήφθη πρότασις δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας. Καὶ ἐνθυμοῦμαι καὶ κἄτι ἄλλο. Ποίαν ἄρνησιν ἀντιμετωπίζομεν ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῶν συναδέλφων ποὺ καθήμεθα εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα, διὰ νὰ ὑπογράψουν τὰς ἐνστάσεις ἀπαρτίας καὶ πόσας φορὰς ἐνστάσεις ἀπαρτίας ὑποβληθεῖσαι δὲν ἐπανελήφθησαν. Ἀλλὰ ἂς κλείσωμεν τὴν παρένθεσιν αὐτὴν καὶ ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ θέμα τὸ ἐπίμαχον. Προσωπική μου ἄποψις εἶναι ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία διεξάγεται σήμερον εἶναι παράτυπος, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ τὴν διανομὴν τῶν πρακτικῶν καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὰς παρατηρήσεις του κατὰ τὴν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν συζήτησιν, καὶ νὰ ζητήσῃ ἐνδεχομένως διόρθωσιν αὐτῶν. Ἡ τάξις ἡ Κοινοβουλευτική, αὐτὸ ἐπέβαλε. Προκειμένου σήμερον νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἐπὶ ἄλλου νομοθετήματος, χωρὶς νὰ ἔχουν διανεμηθῆ τὰ πρακτικά, παρεμβάλλεται μία προδικαστικὴ — οὕτως εἰπεῖν — συζήτησις. Ζητεῖται κἄποια λύσις. Εἶμαι ὑποχρεωμένος.....
§33Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα δὲν εἶναι ἀντικοινοβουλευτικόν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀντικοινοβουλευτικόν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύεται ἀπὸ πολιτικὴν σκοπιμότητα. Τὸ ἔκαμον, πρὶν τυπωθοῦν, ἀκριβῶς διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ δοθῇ λύσις.
§34Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Προεδρ. Κυβ.). Θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ, κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν. Διότι ἐγώ, ἕνα βλέπω, καὶ θὰ ἴδητε, ποὺ θὰ καταλήξῃ, ὅτι σήμερον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ κανένα τέρμα ἡ συζήτησις, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ματαιοῦται ἡ προβλεπομένη διὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, συζήτησις τῶν νομοθετημάτων. Ἀλλὰ πέραν τούτου, κ. Πρόεδρε, πρέπει νὰ σᾶς ἐνημερώσω, διότι δυστυχῶς δὲν ἦσθε παρὼν — ἐὰν ἦσθε ἐδῶ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἐγένοντο ὅσα διεδραματίσθησαν — ὑπεβλήθη δευτέρα ἔνστασις ἀπαρτίας καὶ ἐκ μέρους τοῦ προεδρεύοντος ἀνεγνώσθησαν τὰ πρῶτα 15 ὀνόματα, διὰ νὰ διαπιστωθῇ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, ποὺ ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας ἦτο παρών. Ἤρχισεν ἡ ἐκφώνησις τοῦ καταλόγου. Καὶ μετὰ πάροδον ὀλίγων λεπτῶν, καὶ ἀφοῦ εἶχον ἐκφωνηθῆ ἐλάχιστα ὀνόματα, ὁ συνάδελφος ἐκ Χίου κ. Ζορμπᾶς, ἐζήτησε τὸν λόγον καὶ ἠξίωσε νὰ ἀκυρωθῇ ἡ γενομένη ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, ποὺ ἐπιβάλλει νὰ γίνεται ἡ ἔναρξις ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν, τῶν ὀνομάτων ἐκείνων τῶν βουλευτῶν, ποὺ ἔχουν ὑπογράψει τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Εἶχεν ἐπανέλθει κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἀφοῦ ἐδημιουργήθη θέμα ἀκυρότητος, ὀρθότατα, κατέλαβε τὴν ἕδραν του. Ἄλλωστε, αὐτὸ εἶναι σύνηθες. Δὲν ἕπεται, ὅτι δημιουργεῖται καὶ καθιεροῦται κανένα δικαίωμα διὰ τὸν Ἀντιπρόεδρον νὰ κρατῇ καθ’ ὅλην τὴν διαδρομὴν τῆς συνεδριάσεως τὴν ἕδραν. Ἐπανῆλθεν ὁ Πρόεδρος καὶ κατέλαβε τὴν θέσιν του ὁ κ. Ζορμπᾶς.
§35Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ἐὰν ἐγένετο ἡ ψηφοφορία καὶ διεπιστοῦτο ἔλλειψις ἀπαρτίας ἐρωτῶ, πῶς θὰ ἠμποροῦσε νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἀκυρότητος τοῦ νομοθετήματος ἡ Βουλὴ ἡ ἀνύπαρκτος, ἄνευ ἀπαρτίας;
§36Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπεφαίνατο τὴν ἑπομένην.
§37Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Προεδ. Κυβ.). Ἡ ἀντίρρησις τοῦ ἐκ Χίου συναδέλφου, ὀρθότατα καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εὑρέθη ἀπολύτως βάσιμος. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὶ ἔκαμε κ. συνάδελφε; Διέταξε τὴν ἐπανάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐπὶ τοῦ καταλόγου, νὰ ἐπαναλάβουν τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ἀρχὴν κάμνοντες ἀπὸ τὰ ὀνόματα τῶν συναδέλφων, ποὺ εἶχον ὑπογράψει τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Τὶ λογικώτερον καὶ τὶ φυσικώτερον νὰ ληφθῇ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, ἀφοῦ εἶχε παραβιασθῆ καταφώρως σχετικὴ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ; Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, κ. Πρόεδρε καὶ ἀρχηγὲ τῆς Ε.Ρ.Ε., οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον διατυπώσει τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας, τῆς πτέρυγος τῆς ἰδικῆς σας, ἀπεχώρησαν καὶ ἔκαμον καὶ δήλωσιν ἀποχωρήσεως. Καὶ ἡ συνεδρίασις συνεχίσθη νομοτύπως. Ὁ κ. Πρόεδρος, διέταξε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου τῶν βουλευτῶν ποὺ εἶχον ὑπογράψει τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀνέγνωσα ὁ ἴδιος.
§39Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Προεδρ. Κυβ.). Εὑρέθησαν ἀπόντες καὶ κατόπιν τούτου ἐθεωρήθη ἡ ἔνστασις μὴ ὑποβληθεῖσα. Εὐθὺς ἀμέσως, κ. ἀρχηγὲ τῆς Ε.Ρ.Ε., παρῃτήθησαν οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἔθεσε τὸ ἐρώτημα: Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον; Καὶ ὑπῆρξε καταφατικὴ ἡ ἀπάντησις. Ἐγένετο τὸ νομοσχέδιον δεκτόν. Καὶ τότε πλέον ὁ κ. Ὑπουργὸς Δημοσίας Ἀσφαλείας, ἐζήτησεν τὴν προσθήκην ἐν τέλει τοῦ νομοσχεδίου δύο αὐτοτελῶν ἄρθρων. Καὶ ἐρωτῶ, κ. ἀρχηγὲ τῆς ΕΡΕ, δὲν εἶναι ἀδιανόητον νὰ ὑποστηρίζῃ κανείς, ὅτι πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ συζητηθοῦν τὰ τελευταῖα ἄρθρα, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὁ κ. Ὑπουργός; Γνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ καθιερωμένη τάξις. Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον. Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ τὰ ἀκροτελεύτητα ἄρθρα, τὰ εἰσαγόμενα μάλιστα διὰ τροπολογίας ἢ προσθήκης, ἔρχονται πρὸς συζήτησιν εἰς τὸ τέλος. Καὶ πρέπει νὰ σᾶς δώσω καὶ τὴν ἐξήγησιν, ὅτι εὐθὺς ὡς ἡ Βουλὴ ἀντελήφθη, ὅτι πρόκειται διὰ τὴν Γενικὴν Ἐπιθεώρησιν τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς διὰ τὸ θέμα τῆς ἀρχηγίας τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων, ἐφώναξα «δεκτὴ ἡ προσθήκη». Ὁ συνάδελφος, ὁ κ. Πολυχρονίδης, ἀπὸ μίαν λεπτότητα καὶ μίαν εὐσυνειδησίαν ποὺ τὸν διακρίνει, ἠθέλησε νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα ἡ ἀνάγνωσις. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀντιληφθῆ περὶ ποίου θέματος ἐπρόκειτο καὶ εἶχεν κάμει ἀποδεκτὰς καὶ τὰς δύο τροπολογίας.
§40Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Μπράβο σας, μπράβο σας. (Φωναί, κωδωνοκρουσίαι, θόρυβος).
§41Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Προεδρ. Κυβ.). Ἀφήσατε τὰ μαθήματα τῆς εὐπρεπείας καὶ τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλοῦ νὰ τὰ δίδετε. Εἰς ἡμᾶς δὲν εἶσθε ἱκανοὶ νὰ δίδετε μαθήματα. (Χειροκροτήματα).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή; Ἀφήσατε τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ ὁμιλήσῃ. Διατί αὐτὴ ἡ ἐξέγερσις; Κύριε Ἀρχηγὲ τῆς ΕΡΕ, συστήσατε παρακαλῶ εἰς τοὺς κ.κ. βουλευτὰς τοῦ κόμματός σας νὰ ἠρεμήσουν.
§43Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ποῖον δικαίωμα, κ. Πρόεδρε, ἀπευθύνεσθε, πρὸς ἐμέ; Καὶ εἶμαι ἐγὼ κριτὴς τῶν συμβαινόντων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν; Πότε, κ. Πρόεδρε, ὅταν ἡ Ε. Κ., ἐδημιούργει ὡς Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ ὥρας φωνὰς καὶ ζητήματα καὶ ἦτο ἐδῶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ., ἐκλήθη ἀπὸ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ παρέμβῃ; Πότε; Καὶ πότε παρενέβη; Ἐπειδὴ ἐδημιουργήθη ἓν ἁπλοῦν ἐπεισόδιον καὶ ὡρισμένοι βουλευταὶ διέκοψαν τὸν κ. Ὑπουργόν, μέμφεσθε ἐμένα; Ἐγὼ θὰ σᾶς μεμφθῶ καὶ θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ξέρετε νὰ διευθύνετε τὴν συνεδρίασιν. (Φωναί, διαμαρτυρίαι).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς μέμφομαι, ἀλλὰ σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι σεῖς ὁ ἴδιος...
§45Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω, κ. Πρόεδρε, τὶ ἔκαμεν ἡ Ε.Κ. ὅταν ἦτο εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους. Πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος ἐγὼ ἢ ἄλλος ἐκ τῶν συναδέλφων; Διατί τάχα πρέπει νὰ εἴμεθα ἡμεῖς εὐγενεῖς καὶ ἐσεῖς δὲν ὑπήρξατε, ὅταν ἦσθο Ἀντιπολίτευσις;
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον, σεῖς δώσατε τὸ σύνθημα καὶ τὸν τόνον μιᾶς ἠρέμου διεξαγωγῆς κατὰ τὰς πρωϊνὰς αὐτὰς ὥρας τῆς συζητήσεως. Δεύτερον ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἐζητήσατε καὶ ἐπανειλημμένως μάλιστα τὴν ἐπέμβασιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας, ὅταν προεκαλεῖτο ἐκ τῆς παρατάξεώς μας ἀταξία. Ἀλλὰ δὲν εἶναι παραδεκτὸν ὁ κ. Μπουρνιᾶς, νὰ φωνάζῃ καὶ νὰ ὀργίζεται καὶ νὰ μὴ ἀφήνει τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ συμπληρώσῃ τὴν ὁμιλίαν του. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§47Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, κ. Πρόεδρε. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§48Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Προεδ. Κυβ.). Κύριε Πρόεδρε, ἠκούσαμεν ὅλοι τὸν ἀξιότιμον κ. ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ μὲ σεβασμὸν καὶ εὐλάβειαν. Δικαιούμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ζητήσωμεν νὰ διατυπώσωμεν τὰς ἀπόψεις μας ἄνευ θορύβου καὶ διακοπῶν. Καὶ συνεχίζω. Ἀντελήφθητε τὸ σφάλμα σας κύριοι συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ καὶ ἐπιχειρήσατε ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ τὸ διορθώσητε εἰς βάρος τῆς ἀληθείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης καὶ ἡ ἀλήθεια. Ἀντελήφθητε, ὅτι ἡ ἀποχώρησίς σας ἐκ τῆς συνεδριάσεως ἦτο σφάλμα τακτικῆς. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι). Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ὅταν διεδραματίζοντο τὰ πράγματα αὐτά, ἔλλειπαν οἱ συνάδελφοι τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἦσαν παρόντες οἱ Κυβερνητικοὶ βουλευταί, ὡς καὶ βουλευταὶ τῶν ἄλλων πτερύγων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἡ περαιτέρω συζήτησις διεξήχθη ἐν ὁμαλότητι.
§49Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Ὄχι. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§50Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Προεδ. Κυβ.). Νὰ ἔλθετε μετά, κ. συνάδελφε, νὰ τὰ διαψεύσετε. Ἐγὼ μὲ ἀκρίβειαν καὶ ἀντικειμενικότητα ἐξιστορῶ τὰ γεγονότα. Καὶ ἐπειδὴ ἐθίγησαν τὰ δημοκρατικὰ αἰσθήματα καὶ τὰ ἰδεώδη ὡρισμένων συναδέλφων τῆς ΕΡΕ ποὺ ἐκφράζουν μὲ κραυγὰς τὴν ἀπορίαν διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῶν προσθηκῶν τοῦ Ὑπουργοῦ Δημοσίας Τάξεως πρὶν τελειώσῃ παρ’ αὐτοῦ ἡ ἀνάγνωσίς του δίδω τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονίδης.....
§51Δ. ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Νὰ τηρήσητε τὴν δημοκρατίαν τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθητε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτετε, κ. συνάδελφε. (Κωδωνοκρουσίαι).
§53Δ. ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Συνεχίζει ὁμιλῶν καὶ χειρονομῶν, μὴ ἀκουόμενος)....
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν καὶ θὰ ζητήσω νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἀνάκλησις.
§55Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Προεδ. Κυβ.). Ὁ συνάδελφος κ. Πολυχρονίδης, ἀνεφέρθη εἰς τὰς τροπολογίας του καὶ ἐνημέρωσε ἐν συνόψει τὴν ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν διὰ τὸ περιεχόμενον τῶν προσθηκῶν του. Καὶ ἡ Βουλὴ ἔκαμε ὁμοφώνως δεκτὰς τὰς συμπληρώσεις. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ ὁλοκληρώσῃ τὰς σκέψεις του. Μὴ τὸν διακόπτετε ἀνὰ πᾶσαν λέξιν.
§57Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Προεδ. Κυβ.). Ἡ Βουλή, ἐπαναλαμβάνω, ἔκαμε δεκτὰς τὰς προσθήκας τοῦ κ. Πολυχρονίδη. Καὶ ἐνῷ ἔγιναν δεκταί, ὁ κ. Πολυχρονίδης, ἀπὸ μίαν τυπικότητα, θὰ ἠμποροῦσα νὰ εἴπω, ἀπὸ μίαν λεπτότητα, ἠθέλησε νὰ ἀναγνώσῃ ἐπὶ λέξει πέραν τῆς ἀρχικῶς συνοπτικῆς ἐνημερώσεως τῆς Βουλῆς τὰς προσθήκας. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν οἱ συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ, ποὺ εἶχον ἀποχωρήσει, ἐπανῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν. Καὶ ἤρχισαν πλέον νὰ δημιουργοῦνται ἀμφισβητήσεις διὰ τὰ γεγονότα. Καὶ ἀφοῦ παρῆλθεν, κ. συνάδελφοι, ἡμίωρον καὶ πλέον μιᾶς ἀσκόπου συζητήσεως, τότε πλέον ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων τῆς ΕΡΕ ἀπεστάλη πρότασις πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ γενομένη ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ διερωτῶμαι, κ. συνάδελφοι. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἠμφεσβητήθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς γενομένης ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων; Τότε, διερωτῶμαι ποία ἐξήγησις ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ καὶ ποῖον σκοπὸν εἶχεν ἡ πρότασις ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἀπὸ διακεκριμένους συναδέλφους τῆς ΕΡΕ καὶ νομίζω, γραμμένη ἀπὸ τὸν διακεκριμένον συνάδελφον καὶ πρώην Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν κ. Παπακωνσταντίνου, διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ψηφοφορίας. Τὶ λέγει, ὅμως, ὁ Κανονισμός. Ὅτι ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία ὅταν γίνεται δι’ ἀναστάσεως καὶ ἀμέσως κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἀμφισβητηθῇ τὸ ἀποτέλεσμα. Τότε, πλέον τῇ προτάσει ὡρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ εἶχε παρέλθει πλέον ἡ ψηφοφορία καὶ ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐὰν ἦτο νόμιμος ἡ συνέχεια τῆς συνεδριάσεως μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν βουλευτῶν τῆς ΕΡΕ. Συνεπῶς δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐκ τοῦ κανονισμοῦ ἀναφερομένη προϋπόθεσις διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ψηφοφορίας. Τὸ προβάλλω αὐτὸ κ. συνάδελφοι, διὰ μεγαλυτέραν ἀπόδειξιν, ὅτι καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως, ἔγινε DE FACTO πλέον ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι εἶχε πραγματοποιηθῆ ἡ ψήφισις καὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Ἔκτοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ πλέον ἐπανέλαβε τὴν διαπίστωσιν καὶ δύναμαι μάλιστα νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὅλους τοὺς συναδέλφους, ὅτι ἐν τῇ ρύμῃ τῆς ἀπαγγελίας ποὺ ἔκαμε δὲν ἀνεφέρθη μόνον εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ ἄρθρα, ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος, δὶς ὡμίλησε καὶ περὶ τοῦ συνόλου, διότι διέλαθε τῆς προσοχῆς του τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτι εἶχεν ὑποβληθῆ πρότασις νὰ γίνῃ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν καὶ ὅταν πλέον ὅλα αὐτὰ διευκρινίσθησαν, ὁ κ. Πρόεδρος διεκήρυξεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ὅτι τὸ νομοσχέδιον μετὰ τὴν ψήφισίν του κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, θὰ ἐπανέλθῃ εἰς δευτέραν συζήτησιν, καὶ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τῆς ΕΡΕ, προβάλλετε μετ’ ἐπιμονῆς σήμερον νὰ θεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον ψηφισμένον κατ’ ἀρχὴν καὶ ὄχι κατ’ ἄρθρον. Μοῦ γεννᾶται μία ἀπορία, κ. Ἀρχηγὲ τῆς ΕΡΕ καὶ κ. συνάδελφοι. Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν δὲν πρόκειται μία συζήτησις τῶν ἄρθρων ὅτε θὰ ἔχουν τὴν εὐκαιρίαν ὅλοι οἱ συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ διατυπώσουν τὰς ἀπόψεις των καὶ νὰ ζητήσουν νὰ ἀσκήσουν τὰ δικαιώματά των καὶ ἀκόμη νὰ ζητήσουν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Διερωτῶμαι, ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς ὁ ἀντικειμενικὸς καὶ τὶ ἐπιδιώκει σήμερον ἡ Ἀντιπολίτευσις μὲ τὴν πρότασιν ἡ ὁποία ὑποβάλλεται; Νὰ θεωρηθῇ, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, νὰ μείνῃ ἡ πρώτη συζήτησις τῶν ἄρθρων μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι ἐπικειμένων τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς διὰ τὰς ἑορτὰς νὰ ματαιωθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς ἀπὸ τὴν πτέρυγα τῆς ΕΡΕ. Παρέχω ὅμως τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁτιδήποτε καὶ ἂν μεσολαβήσῃ, αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ παραταθοῦν μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα). Τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ ὁπωσδήποτε ἐφ’ ὅσον ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας θὰ τὸ περιβάλῃ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην της καὶ μὲ τὴν ψῆφον της. (Χειροκροτήματα). Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν νὰ θεωρηθῇ κατ’ ἀρχὴν ψηφισμένον τὸ νομοσχέδιον. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου, καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων τῆς ΕΡΕ, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν ἐπανάληψιν τῆς ψηφοφορίας καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποδεκτή, διότι δὲν ὑπεβλήθη ἀμέσως ὡς ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Βλέπω τὴν διάθεσιν τῶν συναδέλφων νὰ παρατείνουν τὴν συζήτησιν καὶ ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι δὲν θὰ εἶναι πρέπον οὔτε διὰ τὸ κῦρος, οὔτε διὰ τὴν σοβαρότητα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ διεξαχθῇ μία συζήτησις εἰς τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἐθίγησαν. Τὰ πρακτικά, κ. Ἀρχηγὲ τῆς ΕΡΕ, δὲν ἔχουν διανεμηθῆ ἀκόμη. Ἐπικαλεῖσθε μίαν ἀσάφειαν ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῶν πρακτικῶν. Δικαιοῦμαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι σεῖς μὲ τὴν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν καὶ μὲ τὴν σοφίαν σας ξέρετε πάρα πολὺ καλά, ὅτι μόνον ἂν ὑπῆρχε τὸ μαγνητόφωνον θὰ ἦτο δυνατὸν τὰ πάντα νὰ ἀποδοθοῦν πιστῶς διότι ὅλοι γνωρίζομεν τὰς παραλείψεις ποὺ γίνονται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα ὡς καὶ τὰ ἐπίσημα καὶ πῶς γίνονται αἱ διορθώσεις. Καὶ γνωρίζετε πάρα πολὺ καλὰ ἀπὸ τὴν θητείαν σας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ μὲ τὴν γνῶσιν ὅλων τῶν πραγμάτων, ἰδίως ὅταν γίνεται ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἑνὸς στενογράφου ἀπὸ τοῦ ἄλλου ἢ τοῦ ἑνὸς πρακτικογράφου ἀπὸ τὸν ἄλλον τί παραλείψεις ἠμποροῦν νὰ γίνουν. Ἀλλὰ ὅσα ἔγιναν ἐδῶ ἔγιναν μέσα εἰς τὸ ἄπλετον φῶς τῆς δημοσιότητος. Καὶ ὁ κάθε ἕνας ἔχει συνείδησιν τῶν ὅσων ἔγιναν καὶ τῶν εὐθυνῶν ποὺ ἔχει ἔναντι τοῦ Κόμματος ποὺ ἀνήκει ἀλλὰ καὶ τῆς δημοσίας ζωῆς τὴν ὁποίαν ὑπηρετοῦμεν. Ἐπιθυμῶ νὰ διατυπώσω μίαν πρακτικὴν πρότασιν. Τὰ θέματα αὐτά, ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τῆς ΕΡΕ, νὰ συζητηθοῦν μέχρι τῆς αὐριανῆς συνεδριάσεως. Εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν κατ’ ἰδίαν συζητήσεων νὰ προχωρήσωμεν νὰ συνεννοηθῶμεν νὰ ἴδωμεν τί θὰ εἶναι εὐκταῖον νὰ γίνῃ, νὰ ἀποφύγωμεν τοὺς διαπληκτισμοὺς νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἀδικίαν. Τὰ πρακτικά. ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τῆς ΕΡΕ, δὲν ἔχουν διανεμηθῆ, οὔτε καὶ θὰ διανεμηθοῦν ἕως αὔριον καὶ θὰ ἔχωμεν ὅλην τὴν εὐχέρειαν καὶ τὴν ἄνεσιν καὶ τὸ κῦρος καὶ τὴν σοβαρότητα καὶ τὴν εὐπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου νὰ διατηρήσωμεν καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς οἱανδήποτε συνεννόησιν πρὸς ἐξεύρεσιν εὐκταίας λύσεως. Νομίζω, ὅτι εἶναι μία βάσις συνεννοήσεως, ἡ ὁποία γίνεται καίτοι ἐμμένομεν εἰς τὴν ἄποψιν καὶ ἐμμένομεν ἀπολύτως, ὅτι ἔχει ψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς τὴν ἀρχήν του καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ ἀκόμη ἔχουν ψηφισθῆ αἱ προσθῆκαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Δημοσίας Τάξεως. Ὑπῆρξε σημαντικὴ παραχώρησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τυπικότητα, ἀπὸ σχολαστικότητα, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐθεώρησε μὴ ψηφισθείσας τὰς δύο προσθήκας τοῦ κ. Πολυχρονίδη, διότι δὲν τοῦ εἶχον παραδοθῆ τὰ κείμενα προηγουμένως ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ πρότασίς μας ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ διακοπῇ ἡ ἀρξαμένη συζήτησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ. Θὰ ἔχωμεν ὅλην τὴν ἄνεσιν καὶ σήμερον τὸ ἀπόγευμα καὶ αὔριον τὸ πρωΐ νὰ συζητήσωμεν μὲ ἠρεμίαν τὸ ὅλον θέμα. Ὑπάρχει καλὴ πίστις καὶ καλὴ διάθεσις ἐκ μέρους μας, ἐλπίζω νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐκ μέρους σας, κ. Ἀρχηγὲ τῆς ΕΡΕ, ἀνταπόκρισις καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ὑπηρετήσωμεν καὶ τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§58Η. ΗΛΙΟΥ. Εἶναι ἕνα κόμμα ἐδῶ καὶ ἐζητήσαμεν ὀκτάκις τὸν λόγον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον.
§60Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ παλαιοῦ μου φίλου, ὑπῆρξε εἰς ὡρισμένα σημεῖα ὀξεῖα καὶ κατέστη ἔτι ὀξυτέρα λόγῳ τῶν παρεμβάσεων συναδέλφων μου τῆς ΕΡΕ, ἐν τούτοις ἡ ἔκβασις τῆς ὁμιλίας του ἦτο τοιαύτη, ὥστε μὲ ὑποχρεώνει νὰ θεωρήσω τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν διετύπωσεν, ἱκανοποιητικήν. Θὰ ἀναμείνωμεν ὡς αὔριον.
§61Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἔχω προσωπικὴν ἀντίρρησιν.
§62Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ ἔχετε προσωπικὴν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ ἐγὼ συζητῶ τὸ ζήτημα ὅπως τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον. Ἡ προσωπικὴ ἀντίρρησις εἶναι διὰ τὸ προσωπικόν σας θέμα. Ἡ γραμμὴ τοῦ κόμματος, τίθεται, ὑπὸ ἐμοῦ καὶ τὸ κόμμα ἀποδέχεται τὴν πρότασίν σας, κ. Ὑπουργὲ καὶ θὰ γίνῃ αὔριον ἡ περαιτέρω συζήτησις.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἤθελα νὰ δώσω ὡρισμένας ἐξηγήσεις. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἠμφεσβητήσατε τὴν νομολογίαν τοῦ Σώματος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποβολὴν τῶν προτάσεων νόμου περὶ ἐπανασυζητήσεως τῶν ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος νομοθετικῶν διαταγμάτων, ἀναζήτησα καὶ εὗρον, ὅτι τὸ 1958 καὶ 1959 ἐπὶ προεδρίας τοῦ κ. Ροδοπούλου, ὅταν ἐζητεῖτο ἡ ἐπανασυζήτησις τοῦ Ν. Δ. εἰς τὴν Βουλήν, ἐζητεῖτο ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Τὴν νομολογίαν αὐτήν, κακὴν ἢ καλήν, ἐτήρησεν ἡ ὑπηρεσία καὶ ἐν προκειμένῳ, διότι ἡ πρότασις περὶ τροποποιήσεως, καταργήσεως ἢ ἀκυρώσεως Νομοθετικοῦ τινος Δ)τος, εἶναι καθαρὴ πρότασις νόμου καὶ ἔχει ἐφαρμογὴ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Συντάγματος καὶ τῇ εἰσηγήσει μου ἀπέστειλεν ἔγγραφα εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν ὡς ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν προτάσεων. Εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον παρέχεται ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ προθεσμία 15 ἡμερῶν προκειμένου νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του. Ἐὰν παρέλθῃ ἡ προθεσμία ἄνευ ἀπαντήσεως, ἔχομεν δικαίωμα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐγγραφήν μας ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ἐὰν ἡ Βουλὴ κρίνῃ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἡ ὁποία καθιερώθη διὰ νομολογίας τοῦ Σώματος δὲν εἶναι ὀρθή, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τὴν μεταβάλωμεν διὰ τὸ μέλλον. Ἔπειτα ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς προκύπτει, ὅτι ὁ κ. Ροδόπουλος, ἄφηνε νὰ συγκεντρωθοῦν εἰς ἕνα χρονικὸν διάστημα τριῶν μηνῶν ὅλαι αἱ προτάσεις ἐπαναφορᾶς τῶν Ν. Δ. καὶ κατόπιν τὰ εἰσῆγεν ὅλα μαζύ. Αὐτὴ ἡ τακτικὴ ἐπεκράτησεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ λυποῦμαι διότι, τηρήσας τὴν παράδοσιν τοῦ κ. Ροδοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μακρὸν διετέλεσε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατηγοροῦμαι διότι τὴν ἐτήρησα καὶ ἐγώ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας τῶν συναδέλφων, ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργός, παρῃτήρησεν, ὅτι αὕτη ὑποβάλλεται ἅμα τῷ πέρατι τῆς δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίας.
§64Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν αὐτὸ ἰδιαιτέρως σήμερον ἢ αὔριον, πρὸ τῆς συνεδριάσεως.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν σελίδα 114 τῶν πρακτικῶν, ἀναφέρεται ἡ πρότασις.
§66Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Θὰ ἀναλωθῇ ὅλη ἡ συνεδρίασις μὲ τὸ θέμα αὐτό, κ. Πρόεδρε;
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἀνεφέρθη εἰς τὰ πρακτικά. Πράγματι ἀκύρως εἶχεν ὑποβληθῆ, καὶ δὲν ἀμφισβητεῖται καὶ ἀπὸ τὴν πρότασιν αὐτήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη. Ἀμφισβητεῖται ἡ κύρωσις τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ὑπάρχουσα μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχεν ἀποδεχθῆ. Καὶ πράγματι, ἀπὸ ὑπερβολικὴν εὐθιξίαν ἐγὼ ἠρνήθην— καὶ νομίζω ἐνθυμοῦνται ὅλοι μετὰ πόσης ἐπιμονῆς ἠρνήθην— νὰ παραδεχθῶ ὅτι αἱ προσθῆκαι ἔγιναν δεκταί, ἐφ’ ὅσον δὲν μοῦ εἶχον ἐγχειρισθῆ καὶ δὲν εἶχον διανεμηθῆ εἰς τοὺς βουλευτάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι δὲν ἐψηφίσθη τὸ Νομοσχέδιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἐκτεθειμένον τὸ Προεδρεῖον οἱαδήποτε συμφωνία καὶ ἐὰν γίνῃ μεταξὺ τῶν Κομμάτων τῆς Βουλῆς. Εἶπον, κ. Πρόεδρε, ὅτι οἱαδήποτε συμφωνία γίνῃ μεταξὺ τῶν Κομμάτων θὰ εἶναι δι’ ἐμὲ ἀποδεκτὴ καὶ εὐχάριστος, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω αἰωρουμένην τὴν ἀμφισβήτησιν ὅτι ἐγὼ ἐνῷ ἀπεχώρησα ὡς καλὸς Σαμαρείτης μετὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, δὲν εἶχον πεποίθησιν εἰς ὅ,τι ἐξήγγειλον. Ἡ ἐφημερὶς «Μεσημβρινή», ἡ ὁποία δὲν εἶναι τῆς παρατάξεώς μας, μὲ ἐπιβεβαιοῖ.
§68Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὸ θέμα, κύριε Πρόεδρε. Καὶ ἀφ’ ἧς ἐπιμένετε εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ μὴ θεωρήσω ἱκανοποιητικὴν τὴν ἀπάντησιν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Προεδρίας Ὑπουργοῦ.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ τακτοποιήσω τὴν θέσιν μου καὶ κατόπιν τὰ Κόμματα ἂς κάμουν τὰ περαιτέρω. Ἡ ἐφημερὶς «Μεσημβρινὴ» λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὁμαδικὴ ἡ ἀποχώρησις τῶν βουλευτῶν τῆς ΕΡΕ. Κανένας δὲν ἔμεινεν εἰς τὰ ἑδώλια τῆς Δεξιᾶς ἐκτὸς ἀπὸ τὸν κ. Μανιαδάκην γιὰ λίγο, ὁ ὁποῖος ἐπέμενε νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν κράτησε πολὺ ἡ ἀποχώρησις τῆς ὁμάδος τῆς ΕΡΕ. Ἀλλὰ εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ἡ Βουλὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ βουλευτὰς τῆς Ε.Κ. καὶ τῆς Ε.Δ.Α., εἶχε δεχθῆ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως κ. Πολυχρονίδης ἐδιάβαζεν ὡρισμένας προσθήκας διὰ νὰ ψηφισθοῦν».
§70Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει κατ’ ἀρχὴν. Νὰ μὴ συνεχίσωμεν ὅμως διότι ἄλλως θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐτελείωσα. Ὠφείλω νὰ συμπληρώσω τὰ πρακτικά, ἐφ’ ὅσον μοῦ ἠμφισβητήθη ἡ καλὴ πίστις, ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων μου ἐπὶ τῆς ἕδρας.
§72Η. ΗΛΙΟΥ. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ συζητούμενον θέμα παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι δικαίως κατὰ σειρὰν κομμάτων δίδεται ὁ λόγος, διὰ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι μετὰ τὴν ἔκθεσι τῆς ἀποφάσεως ἑνὸς κόμματος ἀπαντᾷ ἡ Κυβέρνησις ἢ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἀρχίζει στιχομυθία κατ’ ἐπανάληψιν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐν τῷ μεταξὺ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὰ ἑπόμενα κόμματα φθάνομεν συνεχῶς εἰς ἕνα μονόλογον, εἰς ἕνα περιωρισμένον διάλογον μεταξὺ τοῦ ἑνὸς τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει τὸ πρᾶγμα νὰ διανεμηθῇ διότι τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ εἶναι καὶ ὀρθῶς ζητεῖ ὄχι νὰ ἀπαντήσῃ ἀλλὰ καὶ νὰ ἀνταπαντήσῃ καὶ δὶς καὶ τρὶς καὶ τετράκις. Τοῦτο ὅμως δὲν δύναται νὰ ἀποκλείσῃ, πέραν τοῦ προβαδίσματος, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἔχει τὸν πρῶτον λόγον ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλείσῃ τὴν σειρὰ τῶν ἄλλων κομμάτων. Τώρα ἐπὶ τῶν τριῶν θεμάτων ποὺ προέκυψαν: Θαυμάζομεν τὴν ἀκροτάτην συνέπειαν τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Προεδρίας Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἤρχισε μὲ μίαν ὀρθὴν διατύπωσιν καὶ κατέληξεν μὲ τὴν ἀνατροπὴν τῆς ὀρθῆς αὐτῆς διατυπώσεως. Πράγματι δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, διότι θεωρῶ πρόωρον καὶ ἀπαραδέκτως εἰσαγομένην τὴν συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον δὲν διενεμήθησαν τὰ πρακτικά. Τότε συνεζητήθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ, τὸ τί ἀπεφασίσθη, προκύπτει, καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν τὰ ὁποῖα γνωρίζουν δύο στάδια, τὴν διανομὴν των εἰς τοὺς βουλευτὰς καὶ μετὰ ταῦτα τὴν ἐπικύρωσίν των, ἀλλὰ ἡ συζήτησις ἡ μακροτάτη ἡ ὁποία περίπου ἠνάλωσε τὴν συνεδρίασιν, ἔπρεπε πιστεύω νὰ γίνῃ κατ’ αὐτὴν τὴν διαδικασίαν. Δὲν ἀρκεῖ ἕνα ἐπιμελὲς μέλος, ἢ ἀρχηγὸς κόμματος, ἕνα ἐπιμελὲς μέλος τοῦ κόμματος νὰ λάβῃ πρόχειρον πολυγραφημένον μὴ θεωρηθὲν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ τὸν Γραμματέα πρακτικὸν διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὸ Σῶμα. Οὔτε εἶναι δυνατὸν διὰ μιᾶς συζητήσεως μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἑνὸς τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προταθείσης νὰ γίνῃ καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς νὰ καταρτίζωνται τὰ πρακτικὰ περὶ τοῦ τὶ συνεζητήθη καὶ ἀπεφασίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον σημεῖον. Τὸ δεύτερον σημεῖον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως τῶν Ν. Διαταγμάτων. Ἤμουν ἕτοιμος νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ ὡς ἀρχικῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα, ἀφ’ ἧς ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι δὲν εἶναι ὥριμος ἡ πρότασις Νόμου, δὲν ὑπάρχει κατὰ τὴν γνώμην μου θέμα, διότι τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι ἡ ἐπανασυζήτησις τῶν Ν. Διαταγμάτων γίνεται διὰ τῆς διαδικασίας τῆς προτάσεως Νόμων. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, ὅ,τι διὰ προτάσεως Νόμου γίνεται θ’ ἀκολουθηθῇ πρὸς ὡρίμανσιν τῆς προτάσεως Νόμου ἡ συζήτησις εἰς τὴν Εἰδικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ἔκθεσις τοῦ Γεν. Λογιστηρίου....
§73Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις ὑπάρχει.
§74Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως Νόμου αὐτὸ γίνεται πάντοτε. Διότι ἡ πρότασις Νόμου ἀνατρέπει ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς προέβλεπε μία ἔκθεσις τοῦ Γεν. Λογιστηρίου κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Ν.Δ. τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, ὅτι θὰ καταλήξῃ νὰ ψηφισθῇ αὐτούσιον, ὡς ἔχει ὑποβληθῆ. Ἠμπορεῖ νὰ ὑποστῇ τροποποιήσεις. Δι’ αὐτὸ ἀκολουθεῖται ὁλόκληρος ἡ διαδικασία τῶν προτάσεων νόμου. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ εἰσαχθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τούτου ὁρισθεῖσαν ἡμέραν συνεδριάσεως. Τὸ τρίτον σημεῖον, ἐπειδὴ τὸ ὑπηνίχθη, εἶναι ζήτημα τάξεως, τὸ ὑπηνίχθη δὶς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ τόσον ἐπὶ τοῦ ἐὰν ἦτο ἔγκυρος, ἢ ἄκυρος ἡ περαιτέρω συνεδρίασις τῆς πρωΐας τῆς χθές, ὅσον καὶ ἂν θὰ εἶναι ἔγκυρον οἱοδήποτε Νομοθέτημα ἐγκρινόμενον σήμερον ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε εἰσαχθῇ ὡς πρότασις νόμου κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, θέλω νὰ ξεκαθαρισθῇ μιὰ διὰ πάντα, διότι εἶναι ζήτημα οὐσίας. Παγίως ἀποδέχεται ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὅτι τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Σώματος δὲν ἐπάγονται ἀκυρότητα καθ’ ὅτι διὰ τῆς κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως τοῦ νόμου καλύπτεται πᾶσα τυπικὴ ἀταξία κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐν τῇ Βουλῇ μόνον ὑπὸ τοῦ Σώματος κυριάρχως δύναται νὰ λυθῇ. Ὡς τελευταῖον σημεῖον θέλω τοῦτο νὰ τονίσω. Δὲν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς οὔτε νὰ ὑποδείξωμεν, οὔτε νὰ ὑπαγορεύσωμεν σὲ κανένα τὸ πῶς πρέπει νὰ ἀσκῆται τὸ ἔργον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ ἀφοῦ διαπιστώσαμεν μᾶς ἀνήκει τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως. Φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἀντίθεσις τὴν ὁποίαν συχνότατα καὶ ὀξύτατα εἴχομεν καὶ τώρα καὶ ἐπὶ τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων πρὸς τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἀσκῆται διὰ τῆς ἀντιπαραθέσεως γνωμῶν καὶ ὄχι διὰ τῆς ἐφευρέσεως τρόπου καταναλώσεως τῶν συνεδριάσεων καὶ μάλιστα τῶν 3–4 τελευταίων συνεδριάσεων ποὺ ἔχομε μέχρι τῶν διακοπῶν. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιλέξῃ καὶ ἔχει τὴν εὐκολίαν νὰ προτείνῃ, τὶ νόμοι τῆς χρειάζονται καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισίν των.
§75Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ἐπεκαλέσθη τὴν γνώμην μου ὁ κ. Κανελλόπουλος.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τερματισθῇ παρακαλῶ ἡ συζήτησις συμφώνως πρὸς τὴν ἐπελθοῦσαν συμφωνίαν.
§77Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε τὴν καλωσύνην. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προεδρίας, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ πλέον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσητε τὸν λόγον εἰς οἱονδήποτε συνάδελφον, διότι, ἐφ’ ὅσον ἔγινεν αὐτὴ ἡ συνεννόησις, ἡ περαιτέρω συζήτησις θὰ διεξαχθῇ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Πρέπει δὲ νὰ ἐπισημάνω, κ. Πρόεδρε καὶ τὸ παράτυπον τῆς ὅλης διεξαγομένης συζητήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ ἀΰλων θεμάτων. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ, θὰ συνεχίζετο μόνον ἂν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει μας τὰ Πρακτικά. Ἐφ’ ὅσον τὰ πρακτικὰ δὲν ἔχουν διατυπωθῇ καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἀποτελεῖ ἀντικείμενον συνεννοήσεως Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Πρόεδρε, νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Παρακαλῶ, ἑπομένως νὰ θεωρήσητε τερματισθεῖσαν τὴν συζήτησιν καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, αὐτὸ δύναμαι νὰ τὸ πράξω, μόνον συναινέσει τῆς Βουλῆς. Ἂν ὑπάρξουν συνάδελφοι, ἐπιμένοντες νὰ ὁμιλήσουν καὶ δὴ ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος δὲν δύναμαι νὰ τοὺς ἀρνηθῶ τὸν λόγον. Θὰ ἤθελα μόνον νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς παρατύπου συζητήσεως, ὅτι πράγματι, ἐζητήθη ὁ λόγος πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, καίτοι εἴθισται νὰ προηγῆται μία συνεννόησις καὶ ἐδέχθην τὴν κατηγορίαν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε., ὅτι δὲν προηγήθη συνεννόησις, οὔτε ὅμως καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. ἐζήτησε μίαν συνεννόησιν ἐκ τῶν προτέρων. Ἐρωτῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ κ.κ. Ἀλαβᾶνος, Μπουρνιᾶς καὶ Παπακωνσταντίνου, ἂν ἐπιμένουν νὰ ὁμιλήσουν.
§79Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ κ.κ. βουλευταὶ δὲν θέλουν περαιτέρω συζήτησιν τοῦ θέματος αὐτοῦ. Νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις αὐτή.
§80Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Δὲν τὸ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Βουλή. Ἐγὼ ἀναβάλλω δι’ αὔριον, ἐφ’ ὅσον γίνῃ συζήτησις καὶ θὰ ζητήσω πάλιν νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅποτε θέλετε, δὲν ἔχει κανεὶς ἀντίρρησιν.
§82Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆτε εἰς κανένα ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων νὰ ὁμιλήσῃ, ἐκτὸς ἂν οἱ ἴδιοι οἱ ἔχοντες προσωπικὸν θέμα θέλουν νὰ ἀναβάλουν τὴν ὁμιλίαν των διὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεκάλεσα καὶ παρακαλῶ καὶ αὖθις τοὺς κ.κ. συναδέλφους, νὰ ἀναβάλουν τὴν ὁμιλίαν των. Ἀρκετὸς χρόνος κατηναλώθη εἰς μακρὰς συζητήσεις καὶ θὰ πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τοῦ Σώματος. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι μετὰ ἀπὸ δύο ὥρας ἔχομεν καὶ τὴν κηδείαν τοῦ ἀειμνήστου Ἀντ. Καστρινοῦ καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι πολλοὶ βουλευταὶ νὰ παραστοῦν, ἀπὸ αἴσθημα ἀλληλεγγύης καὶ καθήκοντος πρὸς τὸν ἐκλιπόντα συνάδελφον. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ μὴ ἐπιμένουν νὰ ὁμιλήσουν σήμερον. Θὰ ἔχουν τὸν χρόνον νὰ τὸ κάμουν αὔριον ἐν πλήρει ἀνέσει.
§84Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ἀφαιρέσητε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος.
§85Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε. Διαρκῶς θὰ παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν; Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λαμβάνετε τὸν λόγον αὐθαιρέτως.
§87Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγοῦνται ἄλλοι. Τὸ προσωπικόν σας θέμα συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἐγὼ δὲν σᾶς ἔδωσα τὸν λόγον;
§89Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ δώσω ποτὲ πλέον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἂν δὲν ὑποβληθῇ ἔγγραφος αἴτησις ἀπὸ βουλευτήν. Ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, ἐπιμένει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος. Ἔχει τὸν λόγον.
§91Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Αἱ ὁμιλίαι καὶ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Σώματος καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προεδρίας, ἐδημιούργησαν προσωπικὸν θέμα, κύριοι συνάδελφοι, διότι ὁ νέος Κανονισμὸς ὁρίζει, ὅτι οἱ βουλευταί, ὁποθενδήποτε ὁμιλοῦν, εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος, εἴτε ἱστάμενοι ἀπὸ τῆς θέσεώς των, ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Βουλήν. Κύριοι βουλευταί, εὑρίσκομαι ἀπὸ τοῦ 1946 εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν μὲ μικρὰν διακοπήν. Δὲν συνέβη ποτὲ κατὰ τὴν μακρὰν αὐτὴν περίοδον νὰ δημιουργηθῇ ἐπεισόδιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἔλαβον μέρος, οὔτε καθ’ ἣν ἐποχὴν διετέλεσα βουλευτής, εἴτε Κυβερνητικός, εἴτε ἀντιπολιτευόμενος, οὔτε ἐπίσης κατὰ τὴν μακρὰν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν συμμετεῖχον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Κυβερνήσεων καὶ τοῦ Συναγερμοῦ καὶ τῆς Ε.Ρ.Ε. Συμβαίνει ἀτυχῶς κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον νὰ μὴ καθίσταται δυνατὸν νὰ ὁμιλήσω ἀπροσκόπτως ὡς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους, διότι δὲν ἔχω δώσει ἀφορμὴν ἐπὶ δέκα ἓξ περίπου χρόνια εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, διότι δὲν ἔχω συνδέσει τὸ πρόσωπόν μου μὲ ἔριδας καὶ μὲ προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινοβουλίου, δικαιοῦμαι νὰ ἔχω τοὐλάχιστον, τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀκούωμαι καὶ νὰ ἐκθέτω τὰς ἀντιλήψεις μου. Καὶ τὸ θλιβερώτερον, κύριοι βουλευταί, εἶναι, ὅτι ἡ μεταχείρισις αὐτὴ ἢ γίνεται ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος ἢ γίνεται τῇ ἀνοχῇ τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίως σᾶς ἔδωσα τὸν λόγον καὶ ὡμιλήσατε προχθὲς τὸ βράδυ.
§93Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος ἔχῃ δικαίωμα νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διακόπτῃ πρὶν ὁλοκληρώσω τὴν φράσιν μου, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διακόψῃ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐχρησιμοποίησα ἀπρεπεῖς ἐκφράσεις καὶ δὲν ὕβρισα κανένα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε δεκάκις καὶ λέγετε, ὅτι σᾶς ἐμποδίζει ὁ Πρόεδρος;
§95Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκθέτω παρὰ τοῦ προσώπου του δὲν εἶναι ἀκριβῆ, θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὰ ἀνασκευάσῃ ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διακόπτῃ ἀνὰ πᾶσαν φράσιν, ἀνὰ πᾶσαν λέξιν μάλιστα. Ὑπενθυμίζω, ὅτι κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὅταν ἔλαβον διὰ πρώτην φοράν, κατὰ τὴν σύνοδον αὐτὴν τὸν λόγον, κατέστη ἀδύνατον νὰ συνεχίσω τὴν ὁμιλίαν μου καὶ περίπου ἐξεδιώχθην καὶ ἀπεβλήθην ἀπὸ τὸ βῆμα. Καὶ προχθὲς καὶ χθὲς κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§96Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε 35 λεπτὰ ὡμιλήσατε ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κωστῆ, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀφίσετε τὸν κ. συνάδελφον, νὰ συνεχίσῃ.
§98Δ. ΚΩΣΤΗΣ. ..... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§99Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγωνται αὐτά, κύριε Πρόεδρε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§100Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Φαίνεται, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀκριβῶς οἱ διακόπτοντες τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὴν ὁμιλίαν μου, ἔχουν δώσει κατὰ τὴν μακρὰν θητείαν των εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δείγματα τῆς πλήρους ἀφοσιώσεώς των καὶ τῆς προσαρμογῆς των εἰς τὸν Κανονισμόν. Δὲν ἔχουν ἀπασχολήσει τὸ βῆμα καὶ τὴν αἴθουσαν μὲ προσωπικὰ ζητήματα καὶ δι’ αὐτὸ δυσανασχετοῦν μέχρι τοῦ σημείου νὰ μὲ διακόπτουν, διότι ἐπιχειρῶ νὰ ἐκθέσω τὸ προσωπικό μου θέμα. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἄλλη ὑπόθεσις καὶ ἀφορᾷ ἐκείνους. Τὸν Πρόεδρον ὅμως τοῦ Σώματος ἀφορᾷ τὸ ὅτι τὰς πρωϊνὰς ὥρας καὶ χθὲς εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπευθύνω προσωπικὴν ἔκκλησιν πρὸς τοὺς κ.κ. συναδέλφους, ἡ ὁποία εὗρεν ἀπήχησιν καὶ κατώρθωσα νὰ ὁμιλήσω χάρις εἰς τὴν γενναιοφροσύνην τῶν συναδέλφων, διότι ἀφέθην ἀνυπεράσπιστος ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Σώματος. Καὶ περὶ τίνος ἐπρόκειτο χθές, κύριοι βουλευταί; Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι πειθαρχῶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν σημείων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὸ προσωπικὸν θέμα.
§101Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Προεδ. Κυβ.). Δὲν τὰ ἀφίνετε δι’ αὔριον;
§102Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀφίσω μέχρις αὔριο, νὰ γραφῇ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι βουλευταὶ ἐπῆγαν εἰς τὸ γραφεῖον τῶν Πρακτικῶν τοῦ Τύπου καὶ ἀνασκάλευαν τὰ πρακτικά. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ μέχρις αὔριον. Καὶ τὸ ἀντιλαμβάνεσθε καὶ σεῖς, κύριε Ὑπουργέ, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ μὲ δικαιώνετε, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος. Εἶχε, λοιπόν, διεξαχθῆ ὁμαλῶς ἡ συζήτησις— εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ὑπενθυμίσω— καὶ μὲ ἀπόλυτον τάξιν εἶχεν ἀρχίσει ἡ διεξαγωγὴ τῆς ψηφοφορίας. Βέβαια αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ ὑπενθυμίζωνται κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ. Ἤρκεσε βέβαια ἡ παρουσία τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Σώματος διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἡ ἐκτροπὴ τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία μᾶς ἠνάγκασε νὰ ἀποχωρήσωμεν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν ὅταν πλέον διεπιστώσαμεν ὅτι ἡ παραβίασις εἶχεν ὑπερβῆ πᾶν ὅριον. Ἠναγκάσθημεν ἀφοῦ...
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚ. Συζητεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀφήσατε νὰ τελειώσωμεν. Μὲ τὰς διακοπὰς δὲν ἐπιτυγχάνετε παρὰ τὴν παράτασιν τῆς συζητήσεως.
§105Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἀποφεύγω νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι ἐὰν συζητοῦσα ἐπὶ τῆς οὐσίας, θὰ ἔλεγον καὶ πῶς ψηφίζεται ἕνα νομοσχέδιον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς... (Θόρυβος). Ἐὰν συζητοῦσα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς θὰ ἔλεγον καὶ πῶς ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν τροποποιήσεις ἀφοῦ ἔχῃ ψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον. Ἐὰν εἶχε ψηφισθῆ κατ’ ἄρθρον πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθοῦν κατόπιν τροπολογίαι, ἀφοῦ ἔγινε δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον; Καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἔλθω...
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Συνεχίζετε τὴν συζήτησιν.
§107Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. .. Καὶ ἐὰν ἤθελον νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας θὰ ἔλεγον... (Θόρυβος)... ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. (Θόρυβος). Ἐπὶ τέλους, ἀφήσατε, διότι ἠξεύρομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ὁμιλῶμεν. Προχωρῶ, λοιπόν, ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ μου θέματος. Καὶ θὰ ἀρχίσω πρῶτον ἀπὸ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχε τεθῆ ζήτημα— καὶ ἡμεῖς εἴχομεν ἀμφισβητήσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχατε ὑποστηρίξει— ὅτι δηλαδή, τὸ νομοσχέδιον εἶχε γίνει δεκτὸν καὶ διεξήχθη μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν κατὰ τὴν ὁποίαν διεξήγετο ἡ συζήτησις ὑπεβλήθη πρότασις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, ἐπαναλήψεως δι’ ἡμᾶς τῆς ἀρχικῆς, δι’ ἡμᾶς τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν, τῆς ψηφοφορίας. Καὶ ἡ πρότασίς μας δὲν ἔγινε δεκτή, δὲν ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Σῶμα.
§108Τ. ΠΛΕΥΡΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ προσωπικόν;
§109Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Αὐτὸ εἶναι τὸ προσωπικὸν ζήτημα. Καὶ περαιτέρω μετὰ τὴν διακοπήν, τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως προσεφύγαμεν εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ προϊσταμένου τῆς ὑπηρεσίας τῆς στενογραφικῆς, ἄλλοι 2–3 βουλευταὶ καὶ ἐγὼ προσωπικῶς καὶ ἀνεζητήσαμεν τὸν προϊστάμενον. Ἀνεύρομεν ὡρισμένους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τελειώσει τὴν ἐργασίαν των καὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ φύγουν. Μετ’ ὀλίγον ἦλθεν εἰς τὸ Γραφεῖον καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κυκλάδων, ὁ κ. Ἀλαβάνος, ὁ ὁποῖος μοῦ συνίστα ἐπιμόνως νὰ ἐπισκεφθῶμεν τὸν Γενικὸν Γραμματέα τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπήγαμεν. Καὶ νομίζω, ἐπῆγεν ἐκεῖνος πρῶτος, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς ἢ ἐπήγαμεν ἀπὸ κοινοῦ, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ προσδιορίσω ἀπολύτως. Καὶ ἐπήγαμεν εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ κ. Γεν. Γραμματέως καὶ ἐζητήσαμεν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ὄχι ὁλοκλήρου τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ ἀκριβῶς τοῦ σημείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀποτελέσει τὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα ἠμφισβητοῦντο μεταξὺ τοῦ Προεδρείου ἀφ’ ἑνός, τῆς Ε.Κ. καὶ τῆς Ε.Ρ.Ε. ἀφ’ ἑτέρου, δηλαδή, ἀπὸ τοῦ σημείου κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπεχωρήσαμεν ὅτε διεκόπη ἀτόπως πλέον ἡ ἐκφώνησις τοῦ καταλόγου, διὰ τὴν διαπίστωσιν ἀπαρτίας μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μας ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶχεν εἴπει ὅτι τὸ Νομοσχέδιον εἶχε κατ’ οὐσίαν γίνει ἀποδεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ εἰς τὸ σύνολον μάλιστα, ὑπερακοντίζων ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ κατὰ τὸ Σύνταγμα. Ἐζητήσαμεν ἐπὶ πλέον καὶ τὸ κρυπτογραφημένον κείμενον...
§110Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐστενογραφημένον.
§111Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Καὶ τὸ ἐστενογραφημένον καὶ τὸ ἀποστενογραφημένον καὶ ὁ κ. Γεν. Γραμματεὺς τῆς Βουλῆς ἔκαμε διαφόρους συνεννοήσεις μὲ ὡρισμένον ὑπάλληλον τοῦ ὁποίου τὴν παρουσίαν εἶχον διαπιστώσει, δὲν ἠξεύρω τὴν ἰδιότητά του, μὲ ἐπληροφόρησαν ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ προϊσταμένου τοῦ τμήματος τῶν δακτυλογράφων, τοῦ τμήματος τοῦ Γραφείου Τύπου ὑποθέτω.
§112ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ κ. Καρβελᾶ.
§113Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τοῦ κ. Καρβελᾶ...
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος.
§115Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Γεν. Γραμματέα νὰ δώσῃ ἐντολὴν νὰ φέρουν τὰ πρακτικὰ τὰ δακτυλογραφημένα πλέον. Ὁ κ. Γεν. Γραμματεὺς μοῦ συνέστησε νὰ ὑπάγω εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ κ. Καρβελᾶ διὰ νὰ λάβω γνῶσιν. Καὶ ἐπῆγα εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Καρβελᾶ. Αὐτά...
§116Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα δὲν ἔγινε ἐπιδρομή.
§117Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Βεβαίως δὲν ἔγινε ἐπιδρομή, μετὰ τὴν σύστασιν καὶ τὴν συζήτησιν τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ κ. Γεν. Γραμματέως εἶπον...
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω; Τὸ ἐπιτρέπει ἄλλωστε ὁ Κανονισμός. Ἐὰν θέλετε ὁμὰς βουλευτῶν νὰ ἐπιθεωρῇ κάθε βράδυ τὰ πρακτικὰ νὰ τὸ κάμωμεν.
§119Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐπῆγα, λοιπόν, κατὰ σύστασιν τοῦ κ. Γεν. Γραμματέως, εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ κ. Καρβελᾶ, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐπέδειξε τὰ χειρόγραφα τῶν στενογράφων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποστενογραφήσει τὸ σημεῖον αὐτό τῶν πρακτικῶν, ἀλλὰ παραδόξως, κ.κ. βουλευταί, ἀπὸ τὰ ἀποστενογραφημένα κείμενα ἔλειπον ὡρισμέναι σελίδες, ἀκριβῶς δέ, αἱ σελίδες αἱ ὁποῖαι ἀνεφέροντο εἰς τὸ κρίσιμον σημεῖον. Ἠρώτησα, τότε, τὸν κ. Καρβελᾶν, ποῦ εἶναι αἱ σελίδες αὐταὶ— μία, δύο, τρεῖς, δὲν ξεύρω πόσαι ἦσαν αὐταὶ αἱ σελίδες— καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διεξήγετο ἡ συζήτησις αὐτή, εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Καρβελᾶ, παρίσταντο καὶ δημοσιογράφοι καὶ διετύπωσα τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Καρβελᾶν, διατί λείπουν αὐταὶ αἱ σελίδες καὶ μοῦ ἀπαντᾷ: «Μὰ δὲν ξεύρω». Μά, εἶπον, εἶσθε προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς; Πῶς συνέβη νὰ εἶναι αἱ προηγούμεναι σελίδες, νὰ ὑπάρχουν εἰς τὰ χέρια σας καθὼς καὶ αἱ ἑπόμεναι καί, «νὰ πάρῃ ὁ διάβολος» τοῦ εἶπον, μάλιστα, αὐτὴν τὴν φράσιν, συνέβη, νὰ λείπουν αὐταὶ αἱ σελίδες, ποὺ ἔπρεπε νὰ τὰς εἴχομεν ἐδῶ, διὰ νὰ διαπιστώσωμεν, τί εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ τί εἶπεν ἡ Βουλή. Διατί, συμπίπτει, νὰ λείπουν αὐταὶ αἱ σελίδες; Ὁ κ. Καρβελᾶς εἶπε: «Μὰ λείπουν, τί θέλετε νὰ κάμω; Πιθανὸν νὰ τὰς ἔχῃ πάρει ὁ στενογράφος ὁ ἴδιος, πιθανὸν νὰ τὰς ἔχῃ πάρει ἡ δακτυλογράφος. Πάντως, δὲν ξεύρω, ἐγὼ δὲν τὰς ἔχω». Καὶ τί ἐκάματε, τοῦ εἶπον, διὰ νὰ συμπληρώσετε τὰ πρακτικά; Ἐπῆρα, εἶπεν ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἀπὸ τοὺς πρακτικογράφους. Ἀφοῦ δὲν εἶχον τὰ ἀποστενογραφημένα, ἐπῆρα αὐτά.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ δίδομεν συνήθως.
§121Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. .. (Δὲν ἠκούσθη).
§122Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος; Κύριοι, διεπιστώθη, λοιπόν, ἀπολύτως, ὅτι ἔλειπον αἱ σελίδες αὐταί. Διεπιστώθη τὸ γεγονὸς αὐτό, παρουσία καὶ δημοσιογράφων...
§123Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τοῦ κ. Κουτούπη.
§124Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Διεπιστώθη ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔγινεν ἐπιδρομή, ὄχι μόνον δὲν περιῆλθον τὰ χαρτιὰ εἰς χεῖρας τῶν ἐπιδραμόντων, δηλαδὴ βουλευτῶν, εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ ἀντιθέτως, οἱ βουλευταὶ ἐζήτουν ἐπιμόνως, πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβουν ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον καὶ τὸν ὑπεύθυνον ὑπάλληλον τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθοῦν, ὑπεύθυνοι ἀπαντήσεις, ἀπὸ τὸν κ. Γεν. Γραμματέα τῆς Βουλῆς. Ἐπέστρεψα εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ΕΡΕ καὶ τηλεφώνησα τότε, εἰς τὸν κ. Γεν. Γραμματέα καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα διεπίστωσα, ὅτι λείπουν σελίδες. Καὶ ὁ κύριος Γεν. Γραμματεὺς μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ΕΡΕ περὶ ὥραν 5.30′ ἢ 6 παρὰ πρωϊνήν, ὄχι βέβαια ἐπισκεπτόμενος ἐπιδρομικὰ ἁρπάζοντα τὰ χαρτιά τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ προθυμοποιούμενος νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, εἰς βουλευτὴν διαμαρτυρόμενον διὰ τὴν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία εἶχε διαπιστωθῆ πλέον. Καὶ ἦλθεν ὁ κ. Γεν. Γραμματεύς, εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ΕΡΕ, ἐν τῇ Βουλῇ καὶ προσεπάθησε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Καὶ μοῦ προσέθεσεν: «Ἐπειδὴ διαπιστώνω, ὅτι πράγματι ὑπάρχει κατὰ τὸ φαινόμενον τοὐλάχιστον, μία ἀνωμαλία, τῆς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἐξηγήσεις, τηλεφώνησα εἰς τὸ σπίτι καὶ ἐξύπνησα, τὸν προϊστάμενον τῆς Στενογραφικῆς Ὑπηρεσίας κ. Μπακατσούλαν, ὁ ὁποῖος ἀναμένεται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν, νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἐπιληφθῇ ἐκεῖνος τῆς ὑποθέσεως. Διότι πραγματικῶς ὅπως διαπιστώνω καὶ ἐγώ, δηλαδὴ ὁ κ. Γεν. Γραμματεύς, ἐλλείπουν αἱ σελίδες. Καὶ κατόπιν αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξαντλεῖ ὅσα ἔγιναν τὴν χθεσινὴν πρωΐαν, διότι αὐτὰ θὰ συζητηθοῦν ἐὰν καὶ ὅταν θελήσῃ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, ὅταν διαπιστοῦνται αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ὑμᾶς νὰ χαρακτηρίζετε τὴν αἴτησιν πληροφοριῶν καὶ τὴν ἀξίωσίν μας νὰ διαπιστώσωμεν ἐὰν ὑπάρχουν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὡς ἐπιδρομὴν δῆθεν εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὡς προσπάθειαν νὰ διαρπάσωμεν τὰ κείμενα;
§125Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Τὰ ἡρπάσατε. Ἔτσι τὸ θέτετε. Σεῖς τὰ ἐξηφανίσατε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Μετὰ νὰ ζητήσετε τὸν λόγον.
§127Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου ἔγινεν ἔκτοτε ἔκδηλος. Εἶναι ἐντροπή. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθῆστε, κύριε Κωστῆ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§129Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θὰ ἀνέμενον, κύριε Πρόεδρε, εἰλικρινῶς ἀπὸ τὸν κ. Κωστῆν τοὐλάχιστον...
§130Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Σεῖς τὰ ἐξηφανίσατε. Διότι τίποτε δὲν ἀποδεικνύουν παρὰ πρόθεσιν ἀνωμαλίας. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρεμήσατε, παρακαλῶ.
§132Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θὰ ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Κωστῆν, νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς ὑπηρεσίας πῶς καὶ διατί, ἐνῷ ὑπῆρχον ὅλαι αἱ σελίδες ἔλλειπαν αἱ σελίδες αὐταί.
§133ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦσαν κλειδωμέναι εἰς τὸ συρτάρι.
§134Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἄλλο θέμα αὐτό.
§135ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ λέγει ὁ κ. Κουτούπης. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἠρεμήσατε, διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§137Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θὰ ἀνέμενα— κάμνω μίαν διακοπὴν— ἀπὸ τὸν κ. βουλευτὴν Λαμίας νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι ἔλλειπαν αἱ σελίδες. Τὸ νὰ διαμαρτύρεται ὅμως, διότι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν σελίδων αὐτῶν ἐκ τῶν πρακτικῶν, αὐτὸ πλέον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κατανοήσω. Προσφέρονται εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ συναδέλφου.....
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ εἶναι τὸ προσωπικόν σας ζήτημα; Οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἔκαμαν μίαν διακοπὴν καὶ τοὺς παρετήρησα δι’ αὐτὴν τὴν διακοπήν.
§139Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν ἐτελείωσα, κύριε Πρόεδρε.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε θὰ τελειώσετε;
§141Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τὸ πότε θὰ τελειώσω θὰ τὸ κρίνω μόνον ἐγώ. Οἱ προστρέχοντες...
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιορισθῆτε εἰς τὸ προσωπικόν σας θέμα. Ἀφήσατε τοὺς συναδέλφους.
§143Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Προσθέτουν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔτυχε μόνον αἱ σελίδες αὐταὶ νὰ εἶναι κλειδωμέναι. Ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδένα λόγον, πρὶν ἐξακριβώσω, νὰ τὸ ἀμφισβητήσω τὴν στιγμὴν αὐτήν. Ὑπενθυμίζω ὅμως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὰ περὶ ἀνευρέσεως τῶν κλειδωμένων σελίδων, ὅτι καὶ ἡ ἀνευρεθεῖσα σελὶς ἀποδεικνύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον ὑποστηρίξει. Ἀλλὰ εἴπομεν ὅτι ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις. Ἀλλὰ καὶ ἡ σελὶς ἐκείνη ἐμὲ δικαιώνει καὶ ὄχι ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ἀντίθετα εἶχον ὑποστηρίξει. Κύριε Πρόεδρε, ἀπομένει ὡς γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐξετοξεύσατε ὕβριν ἐναντίον βουλευτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνομαι καὶ ἐγὼ καὶ νομίζω, ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ὄχι ὑπὸ ἄλλην ἰδιότητα παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος, νὰ ἀποκαταστήσετε τοὺς βουλευτάς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Ρ.Ε.).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν. Πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα ὅτι τοῦ περιορίζω τὴν ὁμιλίαν καὶ ὅτι ἀποφεύγω νὰ ἐπιβάλλω τὴν τάξιν ὅταν διακόπτετε, ὁμολογῶ, ὅτι ἐκπλήσσομαι. Διότι παρανόμως, παρατύπως, παρὰ τὸν Κανονισμὸν ὡμίλησε χθές, ἐπαναλαμβάνων δεκάκις περίπου τὰ αὐτὰ πράγματα καὶ παρ’ ὅλην τὴν ἠλεκτρισμένην ἀτμόσφαιραν, τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελον νὰ ἠλεκτρίσω περισσότερον, τοῦ ἐπέτρεψα νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ξαναομιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐδεχόμην καὶ βροχὴν προτάσεων ὑπὸ τῶν βουλευτῶν τῆς παρατάξεώς του νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Λυποῦμαι, διότι ὁ τόσον ἐκλεκτὸς καὶ ἀγαπητὸς συνάδελφος παρεσύρθη εἰς μίαν ἐπίκρισίν μου, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ μὲ εὐχαριστήσῃ, διότι τοῦ ἐπέτρεψα νὰ ὁμιλήσῃ, ἐξαντλῶν καὶ τὴν ὑπομονὴν τοῦ Σώματος εἰς προκεχωρημένην ὥραν καὶ τὸ σπουδαιότερον παραβιάζων τὸν Κανονισμόν. Ἡμεῖς, οἱ παλαιότεροι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἔχομεν ὑποχρέωσιν εἰς αὐτὰς τὰς ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας παρατηρεῖται ἡ ψυχικὴ καὶ πνευματικὴ ἐξάντλησις τῶν συναδέλφων, νὰ βοηθοῦμεν ὅπως ἐπανέλθῃ ἡ ἠρεμία καὶ ὄχι νὰ ὑποδαυλίζωμεν τὸν ἐρεθισμόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου, ἐπαναλαμβάνω τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν ὑπῆρξε τίποτε τὸ ὕποπτον, οὔτε ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ ἐμοῦ προεδρεύοντος. Ἀπῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου, ἐγκαταλείψας τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον της. Τὰς πρωϊνὰς αὐτὰς ὥρας, κατόπιν τοιαύτης ἐξαντλήσεως, φυσικὸν ἦτο νὰ φύγουν οἱ στενογράφοι, ἀφοῦ ἄλλωστε δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτυπωθοῦν τὰ πρακτικὰ αὐθημερόν. Δὲν παρέδωσαν ὡρισμένας σελίδας. Τοῦτο εἶναι σύνηθες. Δὲν ἠξεύρω τί συνέβη. Δὲν τὸ ἐξήτασα ἀκόμη. Δὲν εἶχον οὐδένα λόγον νὰ τὸ ἐξετάσω. Δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ μὲ διαψεύσῃ, ὅτι δὶς ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς εἶπον ὅτι ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον.
§145Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν. Ἐπὶ αὐτῆς βεβαίως εἴπομεν, ὅτι θὰ ἐπανέλθωμεν αὔριον.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπακωνσταντίνου εἶναι πλήρης ὑπονοιῶν.
§147Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μόνον θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἶναι ἡ πράγματι λίαν προσβλητικὴ φράσις, τὴν ὁποίαν ἐξετοξεύσατε. Εἴπατε ὅτι ἐπῆγαν ὡς ἐπιδρομεῖς οἱ κ. κ. βουλευταὶ εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Βουλῆς. Πρῶτον, λησμονεῖτε ὅτι ὑπάρχει ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ ἀναγινώσκουν τὰ πρωτότυπα τῶν πρακτικῶν, ἄρα νὰ μεταβαίνουν, διὰ νὰ ἀναγνώσουν τὰ πρωτότυπα τῶν πρακτικῶν, εἰς τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον, καὶ δεύτερον, ὅπως ἀπεδείχθη, καὶ ἦτο ἄλλωστε αὐτονόητον, δὲν θὰ ἐπήγαιναν οὔτε ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, οὔτε ὁ κ. Μπουρνιᾶς οὔτε ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος, οὔτε οἱ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι ὡς ἐπιδρομεῖς εἰς τὰ γραφεῖα. Τοῦτο ἀπεδείχθη καὶ ἐκ τῆς ἐξιστορήσεως εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. Παπακωνσταντίνου. Ὁ ἴδιος ὁ κ. Γενικὸς Γραμματεὺς τοὺς παρέπεμψεν εἰς τὸν ἁρμόδιον Διευθυντήν. Δὲν ἐπῆγαν λοιπὸν ὡς ἐπιδρομεῖς καὶ ὀφείλετε νὰ ἀνακαλέσετε τὴν φράσιν αὐτήν.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετέβησαν οἱ κύριοι βουλευταὶ εἰς τὰ ἁρμόδια γραφεῖα μὲ μίαν βαρεῖαν ὑποψίαν, ὅτι ἦτο τάχα δυνατὸν ἐγὼ νὰ δώσω ἐντολὴν νὰ πλαστογραφηθοῦν τὰ πρακτικά. Σεῖς, κύριε Πρόεδρε, παραδέχεσθε ποτέ, ὅτι ἐγὼ ἀπελθών, διὰ νὰ ἀναπαυθῶ ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶ εἰς τοιαύτην κακόβουλον ἐνέργειαν; Τὴν εὐθύνην διὰ τὴν πιστὴν τήρησιν τῶν πρακτικῶν φέρω ἀκεραίαν ἐγώ. Ἐγὼ τὰ φέρω εἰς τὸ Σῶμα πρὸς ἐπικύρωσιν καὶ τότε ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ κάμουν τὰς παρατηρήσεις των ἢ ἀκόμη νὰ ἀρνηθοῦν καὶ τὴν ἐπικύρωσίν των.
§149Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ὀνομάζετε ἐπιδρομεῖς τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ, νὰ ἐκφράσετε τὴν λύπην σας δι’ αὐτό.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ λέξις «ἐπιδρομεῖς» ἐνοχλῇ τὸν κ. Παπακωνσταντίνου, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τὴν μεταβάλω. Τὸ γεγονός, πάντως, εἶναι ὅτι κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ τὴν 5ην πρωϊνὴν ἔλαβον χώραν γεγονότα ἀπαράδεκτα.
§151Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ζητήσει τὸν λόγον.
§152Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω ζητήσει τὸν λόγον, ἐπὶ προσωπικοῦ.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀλαβάνος, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§154Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πιστεύω, ἐν πρώτοις, ὅτι ἡ ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις θὰ θελήσῃ νὰ ἐξαντληθῇ σήμερον τὸ θέμα, διότι βεβαίως — καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ πίστιν μου — δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ καταναλωθῇ καὶ ἄλλη συνεδρίασις. Διότι, νομίζω, ἐπειδὴ ἔζησα τὰ γεγονότα, ὅτι ἐθίγησαν ὅλα τὰ ζητήματα. Καὶ νομίζω, ἐπίσης, ὅτι ὅλοι μας εἴμεθα ἐφωδιασμένοι μὲ ἀντίγραφα τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, ὁ κ. Κανελλόπουλος, μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἀναφερθῇ καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη, καὶ ἀγόρευσιν ἰδικήν μου διὰ νὰ θεμελιώσῃ τὴν ἄποψιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη μόνον κατ’ ἀρχήν. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ ἀξιότιμος κ. Κανελλόπουλος ἔχῃ τὸ ἀπόσπασμα τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐγὼ εἰς χεῖρας μου αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἂν τὸ εἶχε καὶ τὸ ἀνεγίγνωσκε, δὲν θὰ ἐπεκαλεῖτο τοὐλάχιστον καὶ τὸ ἐπιχείρημα ἐκ τῆς ἡμετέρας ἀγορεύσεως. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ ὅτι ὁ στενογράφος δὲν μὲ ἀπέδωσε καλῶς. Καὶ δύναμαι νὰ τὸ ἐπικαλεσθῶ καὶ τοῦτο διότι παρέλειψε νὰ βάλῃ ὅτι εἶπον, ὅτι ἐψηφίσθη «κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον». Εἶναι γνωστόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος ἓν νομοσχέδιον ψηφίζεται εἰς δύο στάδια. Εἰς τὸ πρῶτον στάδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ εἰς τὸ δεύτερον κατ’ ἄρθρον καὶ εἰς τὸ σύνολον. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος κ. Βρανόπουλος, πρῶτος ἐκ τῶν ἀποχωρησάντων βουλευτῶν τῆς Ε.Ρ.Ε., εἰσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν, εἰσῆλθεν εἰς τὸ σημεῖον κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἀσφαλείας ἀνεγίγνωσκε τὸ τέλος τῶν προσθηκῶν. Καὶ τότε ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Βρανόπουλος καὶ εἶπεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἔνστασις ἐλλείψεως ἀπαρτίας καί, ἐπὶ πλέον, ὅτι αἱ προσθῆκαι, διὰ νὰ ψηφισθῶσι νομοτύπως, θὰ ἔδει νὰ ἔχουν ἐκτυπωθῆ. Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον ἔλαβα τὸν λόγον ἐγὼ καὶ εἶπον τὰ ἑξῆς πρὸς τὸ Προεδρεῖον — ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Προέδρου ὅτι καὶ αὐτὸς εἶπεν ὡς πρὸς τὰς προσθήκας, ὅτι αὗται δὲν εἶχον τεθῆ εἰς ψηφοφορίαν. Εἶπον, λοιπόν, μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Δὲν ὑφίσταται, λοιπόν, θέμα συνεχίσεως τῆς συνεδριάσεως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι καὶ ἂν διαπιστωθῇ ἡ ὕπαρξις ἀπαρτίας, δὲν εἰσάγονται νομοτύπως αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ φέρῃ τὰς τροπολογίας εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς νέον νομοσχέδιον καὶ τότε θὰ διαπιστωθῇ ἡ ὕπαρξις ἢ μὴ ἀπαρτίας». Τί σημαίνει τοῦτο, κ. Πρόεδρε; Τοῦτο σημαίνει ὅτι εἶχεν ἐξαντληθῆ ἤδη τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Καὶ ἂν θὰ θελήσω νὰ διορθώσω τὰ πρακτικά, θὰ ζητήσω τὴν διόρθωσιν, τὴν προσθήκην μᾶλλον, μιᾶς λέξεως. Δηλαδὴ τοῦτο συνάγεται σαφῶς καὶ ἐπαφίεμαι εἰς τὴν ἐγνωσμένην καλὴν πίστιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ νὰ κρίνῃ τὸ κείμενον τῆς ἀγορεύσεώς μου. Νομίζω, ὅτι τὸ κείμενον τῆς ἀγορεύσεώς μου ἀκριβῶς ἐπιβεβαιοῖ τὸ γεγονός, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶχε ψηφισθῆ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Δεύτερον, κ. Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητὸς φίλος κ. Παπακωνσταντίνου μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀναφέρῃ. Καὶ ὀρθῶς μὲ ἀνέφερε, διότι ὑπῆρξα ὁ μόνος βουλευτὴς ἐκ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὁ ὁποῖος πράγματι παρέμεινα καὶ ἐγὼ ὅλην τὴν νύκτα καὶ παρηκολούθησα τὰ γεγονότα, ὄχι διὰ νὰ παρακολουθήσω τὰ γεγονότα, ἀλλὰ διὰ νὰ λάβω γνῶσιν τῶν πρακτικῶν.
§155Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε καὶ σεῖς ἐπιδρομεὺς εἰς τὰ γραφεῖα!!
§156Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Τὰ γεγονότα, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὰ ἐπιβεβαιώσῃ ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, δὲν ἀμφιβάλλω περὶ αὐτοῦ, ἔχουν ὡς ἑξῆς: Ὥδευσα καὶ ἐγὼ περὶ τὴν 5ην πρωϊνὴν περίπου πρὸς τὰ γραφεῖα τῶν κ.κ. στενογράφων. Ἐκεῖ συνήντησα τὸν ἀξιότιμον κ. Παπακωνσταντίνου μετὰ τῶν συναδέλφων κ.κ. Ἀνερούση, Ἀναγνωστοπούλου, Περρωτῆ, Παπαλουκᾶ καὶ Χατζηδημητρίου. Ὁμολογῶ, ὅτι διεπίστωσα ὅτι ὁ κ. Παπακωνσταντίνου ἦτο ἐκνευρισμένος. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐχαιρέτησα— διότι τὸ θεωρῶ τιμητικὸν ὅτι συνδέομαι διὰ φιλίας— τὸν ἠρώτησα καὶ ἐγὼ τί συμβαίνει. Καὶ μοῦ ἀπήντησεν ὁ κ. Παπακωνσταντίνου: Συμβαίνει μία περίπτωσις, ὅπου ἐμβαίνει εἰς ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 184, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, τοῦ Π.Κ. Λέγω: Δηλαδή, τί συμβαίνει; Ἐδῶ, λέγει, νομίζω —καὶ παρενέβησαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ὡμίλησαν —ὅτι ἐγένετο ὑπεξαίρεσις, ἴσως νὰ μὴν εἶπε τὴν λέξιν, ἢ μᾶλλον δὲν εἶπε τὴν λέξιν, ἀλλὰ τὸ νόημα ἦτο αὐτό, ὅτι τρόπον τινὰ δὲν εὑρίσκοντο— διότι αὐτὸ ἦτο τὸ αἴτημα τὸ νόμιμον— ὅτι ἐζήτησαν τὰ μὴ ἀποστενογραφηθέντα πρακτικὰ καὶ δὲν εὑρίσκοντο. Ἐθεώρησα καθῆκον μου, ὡς ἀνήκων καὶ εἰς τὴν πλευρὰν τῆς Συμπολιτεύσεως, πράγματι, νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Παπακωνσταντίνου: Δὲν πηγαίνομεν νὰ ἴδωμεν καὶ τὸν κ. Γενικὸν Γραμματέα; Ἐπῆγα εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Γενικοῦ, ὁ ὁποῖος ὁμολογῶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν— διότι εἶναι γνωστὴ καὶ ἡ ἐργατικότης του καὶ ὁ ζῆλος του πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ κ. Γενικοῦ Γραμματέως— ἐπεκοινώνησε μὲ ἀπελθόντας στενογράφους, διὰ νὰ μᾶς δώσῃ τὸ φυλαττόμενον πρωτότυπον. Θὰ εἴπω τώρα εἰς τὸν κ. Παπακωνσταντίνου ὡρισμένας πληροφορίας διότι δὲν παρίστατο καὶ δὲν εἶχε γνῶσιν τῶν γεγονότων καὶ φαντάζομαι ὅτι οἱ ἀξιότιμοι ἄλλοι συνάδελφοι θὰ μετεβίβασαν τὰς πληροφορίας. Ἦτο ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐντοπίσει ἓν σημεῖον ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ ἐρευνήσῃ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι μοῦ ἔδειξε ἓν σημεῖον λέγοντας ὅτι ἐδῶ τελειώνει εἰς «καὶ», κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἑτέρα σελίς. Προσετέθη καὶ τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον προσεφέρθη νὰ διαλευκάνῃ τὸ θέμα, νὰ ἴδῃ ποία κυρία στενογράφος εἶχε στενογραφήσει τὰ πρακτικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔλλειπε μία μόνον σελίς. Ἦλθε ἡ κυρία στενογράφος εὑρῆκε τὸ μὴ ἀποστενογραφηθὲν κείμενον, τὸ ἀνέγνωσεν εἰς τὸν κ. Ἀναγνωστόπουλον καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὸ θέμα ἐτελείωσεν, εἶχε λήξει. Αὐτὸ νομίζω μοῦ τὸ εἶπε καὶ ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος ἂν καλῶς ἠννόησα.
§157Ν. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§158Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἑρμηνεύσω τὰ αἰσθήματά σας. Πάντως, εἶναι βέβαιον κύριε Πρόεδρε, ὅτι διεπιστώθη τοῦτο καὶ εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει πάντοτε νὰ ὑπάρχῃ: Οὐδεμία παρέμβασις ἐγένετο οὔτε ἐπέμβασις εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, οὔτε παραποίησις τῶν πρακτικῶν ἐγένετο. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ διανοηθῶμεν ὑφ’ οἱονδήποτε Πρόεδρον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, πολὺ περισσότερον ὑπὸ τὴν ὑμετέραν Προεδρίαν. Καὶ ὡς θὰ δημοσιευθοῦν τὰ πρακτικὰ θὰ ἴδητε ὅτι ὑπάρχει ἀπόδοσις πιστὴ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Αὐτὸ εἶναι ὅλον τὸ θέμα καὶ δὲν νομίζω— καὶ ἐν τούτῳ ἀπευθύνομαι μετὰ τοῦ δέοντος σεβασμοῦ πρὸς τὴν ΕΡΕ— ὅτι ὑφίσταται οἱοδήποτε θέμα. Ὡς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Προεδρίας ἐτόνισεν, ἡ συνεδρίασις ἀναμφισβητήτως, ἐπεραιώθη νομοτύπως.
§159Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ προσωπικόν σας θέμα;
§160Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Νὰ τελειώσω, κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε.
§161Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ ὁμιλήσωμεν ὅλοι. Ὁ κ. Παπακωνσταντίνου διεμαρτυρήθη διότι προσεβλήθη ἀπὸ φράσιν ἡ ὁποία ἦτο ὑβριστική. Σεῖς δὲν ἀναφέρετε κανένα προσωπικὸν θέμα, ἀναπτύσσετε τὸ θέμα καὶ ἑπομένως θὰ λάβω καὶ ἐγὼ πάλιν τὸν λόγον.
§162Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ προσωπικὸν θέμα ἦτο εἰς τὴν ἀναφορὰν τῆς ἰδικῆς μου γνώμης ἀπὸ ὑμᾶς τὴν ὁποίαν θεωρῶ διαφορετικὴν καὶ εἰς τὸ ὅτι ὁ κ. Παπακωνσταντίνου μὲ ἐπεκαλέσθη εἰς τὴν ἐξιστόρησιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων καὶ ἔπρεπε νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ πῶς τὸν ἀντελήφθην.
§163Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπακωνσταντίνου, ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσουν καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι ποὺ ἔχουν ζητήσει τὸν λόγον πρὸ ὑμῶν.
§165Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εἶναι προσωπικὸν θέμα.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι νέον προσωπικὸν θέμα;
§167Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μάλιστα.
§168Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ εἴπατε, ὅτι εἶμαι μετὰ τὸν κ. Ἀλαβᾶνον.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦτο ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Μπουρνιᾶς, ὁ ὁποῖος παρῃτήθη, ὁ κ. Ἀλαβᾶνος, ὁ ὁποῖος ὡμίλησεν, ὁ κ. Μιχαηλίδης καὶ ἐν συνεχείᾳ σεῖς, κ. Μπριλλάκη. Αὐτοὶ εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος. Ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, παρακαλῶ, νὰ δευτερολογήσῃ.
§170Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εἶπα καὶ κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου πρῶτον ἐπὶ τοῦ καθαρῶς προσωπικοῦ ζητήματος, ὅτι συνηντήθην μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κυκλάδων, τὸν κ. Ἀλαβᾶνον, εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ προϊσταμένου τῆς στενογραφικῆς ὑπηρεσίας, ἀπόντος μάλιστα ἐκείνου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐπήγαμεν ἀπὸ κοινοῦ ἢ χωριστὰ ἕκαστος καὶ συνηντήθημεν ἐκ νέου εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Γενικοῦ Γραμματέως. Ἂν διεπίστωσεν ὁ κ. Ἀλαβᾶνος, τὸν ὁποῖον τιμῶ, ὅτι ἤμην ἐκνευρισμένος, πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι ἡ διαπίστωσίς του ἦτο ἀπολύτως ἀντικειμενικὴ καὶ ὀρθή, διότι ἤμην ἐκνευρισμένος ἀπὸ ὅσα εἶχον γίνει. Καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι μόνον ἐὰν ὁ κ. Ἀλαβᾶνος ἠκολούθησε καὶ ἐκεῖνος εἰς τὸ γραφεῖον Τύπου, ὅπου διεπιστώθη ὅτι ἔλειπαν αἱ τρεῖς σελίδες, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα προηγουμένως. Διότι ἐκεῖ ἐντοπίζεται τὸ ζήτημα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν τῶν τριῶν σελίδων ἔχει σχέσιν...
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἀφήσατε τὸ θέμα αὐτὸ δι’ αὔριον.
§172Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἔχει ἀπόλυτον σχέσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη καὶ τὸ ὁποῖον ἐθεώρησα ὡς ἐξυβριστικόν, ὅτι δηλαδή, οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ ἐπιδραμόντες, ἐπεχείρησαν νὰ ἀφαιρέσουν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον σᾶς ἐνοχλεῖ ἡ λέξις ἀνακαλῶ τὸ «ἐπιδραμόντες» καὶ λέγω ὅτι ὁμαδικῶς εἰσῆλθον, ἐν ἐκνευρισμῷ εἰς τὸ γραφεῖον τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἐζήτησαν νὰ λάβουν τὸ στενογραφηθὲν κείμενον.
§174Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐζήτησαν νὰ λάβουν γνῶσιν τῶν πρακτικῶν διὰ νὰ διαπιστώσουν...
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα νὰ λάβετε γνῶσιν τῶν πρακτικῶν, δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας.
§176Ν. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα διεπίστωσα καὶ τὰς γνώμας μου τὰς μετέφερα εἰς τὸν Πρόεδρον κ. Κανελλόπουλον, ὁ ὁποῖος ἐν συνεχείᾳ ἐχειρίσθη τὸ θέμα.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἐπικαλεσθῶ, διότι ἀνήλθατε ἐπὶ τῆς ἕδρας καὶ παρεμείνατε ἀρκετὴν ὥραν. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§178Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ εἰσέλθω ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, πολλῷ μᾶλλον κατόπιν τῶν ὅσων ἀπεφασίσθησαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ καὶ Ἀρχηγόν μου, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ὁμιλήσω μόνον μὲ ὀλίγας λέξεις διὰ τὸ προσωπικὸν θέμα. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁμιλῶν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως, εἶπεν ὅτι ὅταν εἰσῆλθεν ὁ κ. Βρανόπουλος καὶ τὴν ὥραν αὐτὴν ἀνεγίνωσκε τὰς προσθήκας εἰς τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἐνόμιζα, λέτε σεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐνομίσατε ὅτι ἐγὼ θὰ ἤμην σύμφωνος καὶ ὀρθῶς τὸ εἴπατε αὐτό, διότι πράγματι καὶ αἱ δύο προσθῆκαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως ἦσαν προσθῆκαι ποὺ ἀφεώρων ἀξιωματικοὺς καὶ τῶν δύο Σωμάτων Ἀσφαλείας καὶ λόγῳ, ἑπομένως, τῆς παλαιᾶς μου ἰδιότητος εἶναι φυσικὸν τὰ θέματα αὐτὰ νὰ μὲ συγκινοῦν ἰδιαιτέρως. Δὲν ἤμην, κύριε Πρόεδρε, ἀντίθετος πρὸς τὰς προσθήκας. Ὅταν ἐγὼ πράγματι εἰσῆλθα εἰς τὴν αἴθουσαν πρῶτος μεταξὺ τῶν ἀποχωρησάντων συναδέλφων μου, εὗρον τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναγινώσκῃ τὰς προσθήκας καὶ εἶπα τότε πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἐτελείωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, εἶπα ὅτι πρέπει αἱ προσθῆκαι αὐταὶ νὰ κυκλοφορήσουν διὰ νὰ ἴδωμεν τὸ περιεχόμενόν των, διότι καὶ ἡμεῖς οἱ εὑρισκόμενοι ἐντὸς τῆς αἰθούσης δὲν ἐγνωρίζαμεν τί περιεῖχον αἱ προσθῆκαι αὐταί. Καὶ ἐπειδή, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἴπατε ἐνδέχεται νὰ παρεξηγηθῶ ἀπὸ χθεσινοὺς καλοὺς συνεργάτας μου καὶ τῶν δύο Σωμάτων Ἀσφαλείας, εἴδατε ἐν συνεχείᾳ ὅτι εἶπα, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὸ περιεχόμενον τῶν προσθηκῶν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ τὰς ἐδιάβασα. Τὰ λέγω αὐτὰ διότι προφανῶς σεῖς καὶ λόγῳ τῆς καταστάσεως καὶ τῆς ὀξύτητος, ἡ ὁποία ὑπῆρξε, νὰ μὴ ἔχετε ἀντιληφθῆ τὰ πραγματικὰ γεγονότα.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἀντελήφθην, κύριε συνάδελφε, καὶ εἶναι ἐπακριβῶς ὅπως τὰ εἴπατε. Κύριε Μιχαηλίδη, ἐπιμένετε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος;
§180Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ ἐξυπηρετήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἀσφαλείας, διότι, ὁμολογῶ, ἔχω μίαν ἰδιαιτέραν ἀδυναμίαν πρὸς τὸ πρόσωπόν του.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προσωπικὸν τὸ θέμα αὐτό;
§182Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ κάμνω τὸν πρόλογον αὐτὸν καὶ δηλώνω ὅτι, ἐπειδὴ καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα δὲν εἶναι κατάλληλος, δὲν θὰ ἤθελα νὰ προχωρήσω, μήπως γίνῃ ἀφορμὴ ἡ ὁμιλία μου νέας παρατάσεως τῶν συζητήσεων. Ἐδῶ βεβαίως καὶ μόνος σας εἴπατε ὅτι ἐκάματε χρῆσιν τῆς λέξεως «συναρμολόγησις». Πιστεύω, ὅτι εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν χρειάζονται συναρμολογηταί, χρειάζονται πρακτικογράφοι καὶ ἄνθρωποι μὲ πολὺ ὑψηλὰ τὴν συνείδησιν μὲ ἀπόλυτον ἀντικειμενικότητα νὰ γράφουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγονται. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν πηγαίνω περαιτέρω τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν μοῦ δώσετε τὸν λόγον εἰς μίαν τῶν ἑπομένων συζητήσεων, νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου ἐπὶ τῶν σημείων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα σημειοῦται κατάφωρος παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐλπίζω νὰ μοῦ δώσετε τὴν εὐκαιρίαν, διότι ἄλλως θὰ κάνω χρῆσιν τοῦ ἄλλου δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ στείλω εἰς ὅλον τὸν τύπον διὰ νὰ μάθῃ ἐπὶ τέλους ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐὰν ἐδῶ μέσα ἐπιτελοῦμεν κανένα σκοπὸν ἢ εἴμεθα ἀργόμισθοι καὶ καθήμεθα διὰ νὰ πέρνωμεν τὴν ἀποζημίωσιν.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶμαι σύμφωνος νὰ τὸ συζητήσωμεν ὅποτε θέλετε καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ κατ’ ἰδίαν ἐὰν θέλετε, διότι μοῦ παρεπονέθητε ἐπανειλημμένως καὶ δὲν θέλω νὰ ὑφίσταται τοιαύτη παρεξήγησις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συναρμολόγησιν, ὑπάρχει εἰς τὸν Κανονισμὸν σχετικὴ διάταξις καὶ ἴσως τὴν χρησιμοποιοῦν αἱ ὑπηρεσίαι λόγῳ τοῦ ὅτι ὑπάρχει διὰ τὴν συναρμολόγησιν τῶν τροπολογιῶν κλπ. Πιθανὸν τὰ πρακτικὰ νὰ σᾶς ἠδίκησαν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τώρα ἠδίκησαν καὶ ἐμένα οἱ στενογράφοι καὶ σᾶς δηλώνω ὅτι θὰ συμπληρωθῇ τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον διὰ τὴν καλυτέραν λειτουργίαν αὐτοῦ, καθ’ ὅσον ἡ σύνθεσίς του εἶναι οἵα ἦτο καὶ πρὸ τριακονταετίας.
§184Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα κατ’ ἰδίαν νὰ συζητήσωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς εὐχερεστέραν συνεννόησιν.
§186Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ θέλω νὰ συνεννοοῦμαι μὲ τοὺς ἐνδιαφερομένους, μίαν φορὰν σᾶς ἔκανα μίαν ἐπίσκεψιν, ἀλλὰ ἡ ὑποδοχὴ τῆς ὁποίας ἔτυχον, δὲν μοῦ παρέχει τὸ δικαίωμα καὶ διὰ λόγους εὐπρεπείας νὰ σᾶς ἐπισκεφθῶ καὶ πάλιν.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι, δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι, κ. συνάδελφε, ἀλλὰ θὰ τὸ ἐπανορθώσω.
§188Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρεκάλεσα νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον, διότι ἅπτεται τῆς οὐσίας, ἀλλὰ δὲν θέλω τώρα νὰ ἐξελιχθῇ ἡ συζήτησις.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, βεβαίως ἔχετε ἐγγραφῆ, καὶ ἐλπίζω αὔριον τόσον σεῖς, ὅσον καὶ ὅλοι μας νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ θέμα μετὰ περισσοτέρας ψυχραιμίας. Ὁ κ. Α. Μπριλλάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§190Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δεχθῆτε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ αἰωρῆται ὡς αὔριον τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέκυψε ἀπὸ τὸν κ. Παπακωνσταντίνου, ὑπάρχει πλέον ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ μὴ αἰωρῆται κἄτι βαρύτατον, τὸ ὁποῖον προέκυψεν ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐλήφθη σήμερον μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Προεδρίας Κυβερνήσεως. Δηλαδὴ ὑπῆρχον τὴν πρωΐαν χθὲς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν περίπου 100 συνάδελφοι μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγώ, εἶμαι ἐπίσης μεταξὺ ἐκείνων τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν καὶ ἐξέθεσαν πῶς ἔγιναν τὰ πράγματα καὶ δὲν ἔχω ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ οὔτε νὰ προσθέσω, οὔτε νὰ ἀφαιρέσω τίποτε ἀπὸ τὰ ὅσα εἶπα χθὲς τὸ πρωΐ, ὅτι δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ μὲ τὰς προσθήκας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Προκύπτει ὅμως τὸ ἑξῆς βαρὺ θέμα σήμερον, ὅτι αὐτὸ θὰ κριθῇ, ἀπὸ ποῦ; Ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῶν πρακτικογράφων, πρῶτον καί δεύτερον, ἀπὸ τὰς συζητήσεις τὰς ἰδιαιτέρας τοῦ κ. Παπασπύρου καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ. Δημιουργεῖται θέμα ἠθικὸν ὀξύτατον καὶ δι’ ὑμᾶς, διὰ τὸ Προεδρεῖον, κ. Πρόεδρε, καὶ ἀπορῶ πῶς τὸ ἀνέχεσθε καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν Δημοσίας Τάξεως, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε χθὲς καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ ἐμέ, διότι εἶμαι μεταξὺ τῶν πέντε, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν χθὲς τὴν ἑσπέραν καὶ δὲν δέχομαι νὰ κριθῶ ἐὰν εἶμαι ψευδομάρτυς ἢ ἐὰν ὡμίλησα ὀρθῶς, ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Εἴμεθα πολιτικὸν Σῶμα καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ληφθεῖσα παρουσίᾳ 100 συναδέλφων ἀπὸ τὰς φράσεις τῶν πρακτικῶν. Καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐγκαλούμεθα ἀπὸ τοὺς 10– 15 βουλευτάς, τοὺς ἀπόντας καὶ νὰ εἴμεθα μέχρι αὔριον ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης ὡς ψευδομάρτυρες. Διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται, μέχρι αὔριον τὸ βράδυ οἱ συνάδελφοι οἱ παρόντες καὶ πολὺ περισσότερον οἱ ὁμιλήσαντες καὶ βεβαιώσαντες τὸ τὶ συνέβη, εἴμεθα ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης ὡς ψευδομάρτυρες καὶ σεῖς, κ. Πρόεδρε, προσωπικῶς. Λοιπόν, αὐτὸ θὰ λυθῇ ἀπὸ σήμερον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν πρωΐαν τῆς χθὲς ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον μὲ τὰς προσθήκας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Αὐτὸ ἐβεβαίωσαν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς καὶ οἱ παριστάμενοι ἑκατὸν καὶ πλέον συνάδελφοι. Δὲν δέχομαι νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις μὲ αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν, εἶναι κάτι τι τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ἀπαράδεκτον πολὺ περισσότερον μάλιστα, κ. Πρόεδρε, διότι ἡ κατηγορία προέρχεται ἀπὸ μίαν παράταξιν ἡ ὁποία ὡς πλειοψηφία μὲ Πρόεδρον ἰδικόν της μᾶς εἶχε θέσει ἐνώπιον ζητημάτων, νὰ βλέπωμεν εἰς τὰ πρακτικὰ διατάξεις μηδέποτε εἰσαχθείσας καὶ ψηφισθείσας. Αὐτὰ ποὺ ἐγένοντο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Προεδρίας τοῦ κ. Ροδοπούλου, δὲν γίνονται ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς ἰδικῆς σας.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ συνεννοήσεις τῶν Κομμάτων διὰ μίαν μεθόδευσιν τῶν συζητήσεων εἶναι ἕνα ἔθιμον τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ἀπὸ μακροῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Σώματος νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν δήλωσιν καὶ εἶπα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Ἐὰν τὸ Σῶμα θελήσῃ νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τοῦ θέματος εἶναι ἐλεύθερον. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. (Χειροκροτήματα).
§192Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐπαναφέρετε, κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ μοῦ ἐπιβάλει νὰ ὁμιλήσω. Ὁ κ. Μπριλλάκης εἶχε δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅ,τι θέλει διότι ὁμιλεῖ ἐκ μέρους ἄλλου κόμματος. Σεῖς ἠκούσατε τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας. Ἠκούσατε, ἐπίσης, τὴν ἀπάντησίν μου. Ὀρθῶς εἴπατε ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις μεταξὺ τῶν δύο Κομμάτων καὶ τελικῶς εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς θὰ κριθῇ τὸ θέμα, ἀλλὰ ἐχρησιμοποιήσατε μετὰ ταῦτα τόνον, ὁ ὁποῖος δὲν νομίζω ὅτι προάγει τὸ θέμα. Ἐπιμένετε ὅτι ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ κατ’ ἄρθρον. Λέγω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀνακριβές. Καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κ. Πολυχρονίδης εἰς μίαν ἐκ τῶν φράσεών του λέγει: «Κατ’ ἀρχὴν ἐψηφίσθη».
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ....
§194Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, μὴ διακόπτετε διότι δὲν δικαιοῦσθε. Συνηθίζετε κατὰ τὰς συνεδριάσεις νὰ διακόπτετε τοὺς ὁμιλητὰς ἀκόμη καὶ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων. Μετὰ ὅταν τελειώνουν τὴν ὁμιλίαν των ἠμπορεῖτε νὰ ἀπαντήσετε. Ἐξαιρετικῶς ἠμπορεῖτε νὰ τοὺς διακόπτετε, ἐὰν ὑβρίζουν. Ἄλλως δὲν ἔχετε δικαίωμα ἐπεμβάσεως καὶ διακοπῆς.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει θέμα συζητήσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐδημοσιεύθησαν καὶ δὲν ἐκυκλοφόρησαν τὰ πρακτικά.
§196Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν γίνονται πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαράδεκτα. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη κατ’ ἄρθρον. Ἀπόδειξις ἡ φράσις τοῦ κ. Πολυχρονίδη εἰς τὴν σελίδα 111. Αὐτὰ δὲν τὰ ἐδιάβασα προηγουμένως διότι ἤρκουν αἱ φράσεις τοῦ κυρίου Ἀλαβάνου. «...(Ἀναγινώσκει)... Τὸ νομοσχέδιον ἔγινε δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Πολλοὶ βουλευταί. Μάλιστα δεκτόν». Ἀφοῦ ἔγινε κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν—καὶ δὲν γράφεται ὅτι ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἄρθρον—ὁ κ. Πολυχρονίδης ἔθεσεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς 2 προσθήκας. Αἱ προσθῆκαι δὲν τίθενται ἀφοῦ ἔχει γίνει κατ’ ἄρθρον δεκτὸν ἕνα νομοσχέδιον. Αἱ προσθῆκαι γίνονται πρὶν γίνῃ κατ’ ἄρθρον δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον. Ἑπομένως αἱ 2 λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζουν τὸν κ. Πολυχρονίδην εἰπόντα, ὅτι ἔγινε καὶ κατ’ ἄρθρον δεκτόν, προσετέθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ καταγγέλω ὅτι προσετέθησαν, διότι εἰς τὴν προηγουμένην σελίδα ὑπάρχουν. Ἀφοῦ τὸ θέλετε ἔτσι καὶ ἀφοῦ ἐπιμένετε παρὰ τὴν ὑποχωρητικότητα τὴν ὁποίαν ἐπέδειξα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη καὶ κατ’ ἄρθρον, καταγγέλω ὅτι προσετέθη ἡ φράσις.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Δὲν ὑπάρχουν πρακτικά.
§198Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Ἤμην παρὼν κατὰ τὰ γεγονότα καὶ μὲ ἀναφέρουν...
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ὅταν θὰ ἔλθουν τὰ πρακτικὰ πρὸς κύρωσιν, τότε θὰ συζητήσωμεν, τότε θὰ λάβετε τὸν λόγον καὶ τὸ Σῶμα θὰ λύσῃ τὸ θέμα. (Χειροκροτήματα). Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§200ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 2.45′ μ.μ.)